Skip to main content

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ: Μια ελληνική παρουσία στην Κωνσταντινούπολη: Το έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου, 1910-1915

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ 

Μια ελληνική παρουσία στην Κωνσταντινούπολη:

Το έργο του αρχιτέκτονα

Βασιλείου Κουρεμένου, 1910-1915

 

H Τράπεζα Αθηνών (Minerva Han), σήμερα παράρτημα του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci, Bankalar Caddesi & Yüksek   Kaldirim, Γαλατάς [Karaköy], Κωνσταντινούπολη, 1911-1913, αρχιτέκτων Βασ. Κουρεμένος. Φωτογραφία  Η. Κ., 2009
H Τράπεζα Αθηνών (Minerva Han), σήμερα παράρτημα του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci, Bankalar Caddesi & Yüksek   Kaldirim, Γαλατάς [Karaköy], Κωνσταντινούπολη, 1911-1913, αρχιτέκτων Βασ. Κουρεμένος. Φωτογραφία  Η. Κ., 2009

Προλεγόμενα

20130312135005_2
Βασίλειος Κουρεμένος (1875 – 1957)

Ο Βασίλειος Κουρεμένος (1875-1957) ανήκει στις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, χάρη στο πολύπλευρο έργο και την ισχυρή προσωπικότητά του. Ήταν απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών του Παρισιού (École nationale et spéciale des beaux-arts), εμπνευσμένος και ασυμβίβαστος καθηγητής αρχιτεκτονικών συνθέσεων στη Σχολή Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1925-1928), ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1926) και, από το 1930, αντεπιστέλλον μέλος της Société centrale des architectes français (Κεντρικής Εταιρείας Γάλλων Αρχιτεκτόνων), της σημερινής Académie d’architecture (Αρχιτεκτονικής Ακαδημίας). Κατά την τρικυμιώδη σταδιοδρομία του, η οποία άρχισε στο Παρίσι (1904-1910), συνεχίστηκε στην Κωνσταντινούπολη (1910-1915), την Αθήνα (1916-1919) και την Αδριανούπολη (1920-1922) και ολοκληρώθηκε στην Ελλάδα (1923-1957), ο Κουρεμένος αναδείχθηκε σε αρχιτέκτονα με Α κεφαλαίο, υπέρμαχο ενός  αυθεντικού εκσυγχρονισμού της αρχιτεκτονικής στο πλαίσιο της παράδοσης του κλασικισμού. Ως κοσμοπολίτης πατριώτης και ένθερμος οπαδός της αξιοκρατίας κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του για χορήγηση υποτροφιών σε ταλαντούχους νέους αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες, που θα ήθελαν να σπουδάσουν στη Γαλλία (Φάκελος Κουρεμένου, Αρχεία της Ακαδημίας Αθηνών). Το δοκίμιό μου επιχειρεί μια επιλεκτική προσέγγιση του έργου του αρχιτέκτονα στην Κωνσταντινούπολη. Τα ταραγμένα αυτά χρόνια μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων, που περιλαμβάνουν τρεις πολέμους —τον Ιταλοτουρκικό του 1911, τους Βαλκανικούς του 1912 και 1913 και τα δύο πρώτα χρόνια του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου—, αποτελούν μια σημαντική, αλλά ανεπαρκώς μελετημένη περίοδο της οθωμανικής και της ελληνικής αρχιτεκτονικής, καθώς συμπίπτουν με την παρακμή της art nouveau και τη χαραυγή του μοντέρνου κινήματος.

Ο Κουρεμένος δεν ήταν μόνο ένας από τους Έλληνες αρχιτέκτονες οι οποίοι, μετά τις μεταρρυθμίσεις της περιόδου 1839-1876 (Tanzimat), συμμετείχαν στις συντονισμένες προσπάθειες εξευρωπαϊσμού της Οθωμανικής πρωτεύουσας (Çelik, 1986, σ. 161). Χάρη στη λαμπρή κατάρτιση και την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του θα αφήσει τη σφραγίδα του στο κέντρο του Γαλατά (Karaköy) ως ο αρχιτέκτων της εμβληματικής Τράπεζας Αθηνών.

Το κείμενο που ακολουθεί, βασισμένο σε αρχειακή και επιτόπια έρευνα, περιλαμβάνει: (α) εισαγωγικό σημείωμα για την διαδρομή του Κουρεμένου πριν εγκατασταθεί στην οθωμανική πρωτεύουσα, (β) καταγραφή των κτιρίων και μελετών του στην Κωνσταντινούπολη και (γ) κριτική προσέγγιση δύο σημαντικών και επαρκώς τεκμηριωμένων έργων του – του υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών στον Γαλατά και τον τάφο της οικογένειας Γαλίτση στο ελληνικό νεκροταφείο του Sisli.

 

Καταγωγή, κατάρτιση και επαγγελματικό ξεκίνημα στο Παρίσι

Ο Βασίλειος Κουρεμένος γεννήθηκε το 1875 στους Βουλιαράτες, ένα χωριό της Οθωμανικής Βορείου Ηπείρου —περιοχή της σημερινής Αλβανίας—, στο οποίο κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο. Ο πατέρας του Μάρκος, ο οποίος ήταν μέλος πατριαρχικής οικογένειας και έμπορος στους Αγίους Σαράντα, πέθανε νέος αφήνοντας ορφανά τα τέσσερα ανήλικα παιδιά του. Ο αδελφός του πατέρα του Γεώργιος, διακεκριμένος χειρουργός που ήταν εγκατεστημένος στο Παρίσι και δεν είχε δική του οικογένεια (Coureménos, G., 1909, σ. 242), θα προσφέρει στον ανιψιό του την ευκαιρία για εξαιρετικές σπουδές. Ο Βασίλειος παρακολούθησε συστηματικά μαθήματα στο περίφημο Lycée Condorcet του Παρισιού (1889-1891) ενόψει των σπουδών του στην ιατρική. Ακολουθώντας όμως την καλλιτεχνική του κλίση, αποφασίζει να γίνει αρχιτέκτων με αποτέλεσμα να χάσει την οικονομική στήριξη του θείου του. Έτσι αναγκάζεται να εργαστεί σκληρά για να καλύψει τις δαπάνες των πολυετών σπουδών του στην École nationale et spéciale des beaux-arts  (ENSBA) στην οποία γίνεται δεκτός, ύστερα από πολύμηνη προπαρασκευή, τον  Αύγουστο του 1893. Μαθητής των Julien Guadet (1834-1908) Edmond Paulin (1848-1915) και Hector d’Espouy (1854-1929), διακρίνεται στην αρχιτεκτονική σύνθεση και την πλαστική. Κερδίζει δύο μετάλλια και δύο επαίνους για προμελέτες ιδεών και για την πρότασή του στον διαγωνισμό Labarre. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εργάζεται στα γραφεία των αρχιτεκτόνων Léon Jamin και P.-A. Durville. Η στενή επαφή του με ζωγράφους και γλύπτες εντός και εκτός Σχολής, ενθαρρύνει τη συμμετοχή του σε καλλιτεχνικές εκθέσεις. Αρχιτεκτονικά σχέδιά του θα εκτεθούν στα Salon des artistes français —ετήσια έκθεση της Εταιρείας Γάλλων Καλλιτεχνών που ιδρύθηκε το 1881— κατά τα έτη 1895, 1896 και 1897. Το 1901 συμμετέχει στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού κερδίζοντας το χάλκινο μετάλλιο για τη μελέτη του με θέμα «Διοικητικό κέντρο πρωτεύουσας ανατολικού κράτους», το οποίο σχεδιάστηκε  σε αραβικό ρυθμό. Στο Salon des artistes français του 1910 του απονέμεται αργυρό μετάλλιο για τα σχέδια μνημείου του Παλαιών Πατρών Γερμανού στη Δημητσάνα, τα οποία εκπονήθηκαν σε συνεργασία με τον γλύπτη Paul Gabriel Capellaro  (Φεσσά-Εμμανουήλ, 1994, Archives Nationales, 1998, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 1925, σ. 119).

Μετά την αποφοίτηση από την ENSBA (18.11.1904), ο Κουρεμένος θα παραμείνει άλλα έξι χρόνια στο Παρίσι, που ήταν τότε η καλλιτεχνική και αρχιτεκτονική πρωτεύουσα του κόσμου. Το έργο του αυτής της εξαετίας περιλαμβάνει τέσσερα μνημεία. Το σημαντικότερο ήταν το μνημείο της βασίλισσας Βικτωρίας, το οποίο σχεδιάστηκε σε συνεργασία με τον γλύπτη John Hughes (1865-1941), κέρδισε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό του 1905 και ανεγέρθηκε στο Δουβλίνο το 1908. Ως συνεργάτης Γάλλων αρχιτεκτόνων, ο Κουρεμένος συμμετείχε στη μελέτη δύο σημαντικών κτιρίων: του ξενοδοχείου Αλάμπρα της Νίκαιας, νεο-μαυριτανικού ρυθμού (1900, αρχιτέκτων Jules Sioly) και του εκλεκτικιστικού Δημαρχείου στο Levallois-Perret (1895-1898, αρχιτέκτων Léon Jamin, τρίτο βραβείο αρχιτεκτονικού διαγωνισμού). Εκτός από την επαγγελματική δραστηριότητά του, διατηρούσε μέχρι το 1908 αρχιτεκτονικό φροντιστήριο στο Παρίσι για την προπαρασκευή και άσκηση υποψηφίων και σπουδαστών της ENSBA and της École Spéciale d’Architecture. (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, 1925, σ. 119).

Η πολυετής παραμονή του Κουρεμένου στο Παρίσι του έδωσε τη δυνατότητα να αφομοιώσει δημιουργικά τη γαλλική ορθολογιστική παράδοση και την εκλεπτυσμένη νεωτερικότητα των αρχιτεκτόνων της Σχολής του Παρισιού οι οποίοι ανήκαν στην ίδια με εκείνον γενιά, όπως του Auguste Perret (1874-1954), του Henri Sauvage (1873-1932) κ.ά. (Delorme-Chair, 1990). Η παριζιάνικη αστική παράδοση του «πολίτη-ιδιοκτήτη», το βραχύβιο ρεύμα της art nouveau και η αναβίωση των ιστορικών ρυθμών σε εμπορικά κτίρια και κατοικίες των αρχών του 20ού αιώνα (Sennott, 2004, σ. 55), επηρέασαν γόνιμα το έργο του αρχιτέκτονα στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα του Μεσοπολέμου. Ο Κουρεμένος πίστευε ότι η κατασκευή, η αισθητική και η προσωπική έκφραση δεν αποτελούν τις μόνες διαστάσεις της αρχιτεκτονικής. Εξίσου σημαντικές, άν όχι σημαντικότερες, θεωρούσε την πολιτισμική και την ηθική της διάσταση. (Κουρεμένος, 1937, σ. 243-244). Συνεπές προς τις αρχές αυτές, το έργο του Κουρεμένου αποτελεί γόνιμο αντίλογο στον μορφοκρατούμενο εκσυγχρονισμό της αρχιτεκτονικής των ετών 1900-1940.

 

Νεωτερικότητα και αυθεντικότητα στο πνεύμα της παράδοσης του κλασικισμού

Η Κωνσταντινούπολη ήταν η πόλη στην οποία άρχισε ουσιαστικά η σταδιοδρομία του Κουρεμένου ως ελεύθερου επαγγελματία. Στην οθωμανική πρωτεύουσα τον έφερε πιθανόν η ανάθεση της μελέτης και επίβλεψης του υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών. Αυτό που τον κράτησε εκεί, μετά την ολοκλήρωση του πρώτου σημαντικού του έργου, ήταν οι επαγγελματικές ευκαιρίες που του παρείχε το κοινωνικό περιβάλλον του εξαδέλφου του Μιχαήλ Κουρεμένου, ο οποίος ήταν γιατρός και διακεκριμένο μέλος της ελληνικής κοινότητας της Πόλης. Συγενείς, φίλοι και γνωστοί ελληνικής, αρμενικής και τουρκικής καταγωγής ήταν οι σημαντικότεροι εργοδότες του αρχιτέκτονα.

Η έρευνά μου εντόπισε 20 αρχιτεκτονικά έργα και ανεκτέλεστες μελέτες του Κουρεμένου που εκπονήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη κατά το χρονικό διάστημα 1910-1915. Δεκαέξι κτίστηκαν στην οθωμανική πρωτεύουσα ή σχεδιάστηκαν γι’ αυτή και τέσσερα σχεδιάστηκαν για άλλα μέρη στην Ελλάδα και την Ρουμανία.  

             Ο κατάλογος των γνωστών έργων του έχει ως εξής:

  1. Μελέτη του Πολυτεχνείου της Κωνσταντινούπολης.
  2. Μελέτες Νοσοκομείου.
  3. Μαυρογένειος Βιβλιοθήκη –προσθήκη τρίτου ορόφου [;] στο κτίριο του Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινούπολης στο Πέραν, το οποίο είχε ανεγερθεί στα 1874-1875 με σχέδια του Λύσανδρου Καυταντζόγλου και κατεδαφίστηκε τη δεκαετία του 1960. Η βιβλιοθήκη δημιουργήθηκε  περί το 1915 με χορηγία του Α. Μαυρογένη.
  4. Μελέτη δύο θεάτρων, ενός χειμερινού και ενός θερινού.
  5. Μελέτη ξενοδοχείου και Καζίνου για την Κέρκυρα.
  6. Υποκατάστημα Τράπεζας Αθηνών, σήμερα παράρτημα του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci, στον Γαλατά, επί της οδού οδός Βοεβόδα [σήμερα Bankalar Cad.] 2, 1911-1913.
  7. Μέγαρο Καρυοφύλλη και Τράπεζα, Καβάρνα, Ρουμανία, σήμερα Βουλγαρία.
  8. Βιομηχανική Τράπεζα στο Manoukian Han, Halil Pasha Cad., Γαλατάς [Karaköy], το οποίο κατεδαφίστηκε το 1940.
  9. Δύο τάφοι, ένας αρμενικός και ένας ελληνικός. Ο δεύτερος είναι ο τάφος της οικογένειας Γαλίτση στο ελληνικό νεκροταφείο του Sisli.
  10. Τάφοι αδελφών Μαυρογένη στα Θεραπειά Βοσπόρου [;] (Sturdza, 1983, σ. 339).
  11. Πολυκατοικία Σούμα στον Γαλατά, η οποία περιλαμβάνει 10 διαμερίσματα, περί το 1915-1916.
  12. Εξαώροφη πολυκατοικία Γ. Γαλιμύτη στον Γαλατά, επί της οδού Laleli Tchechmé 10 [;], 1914 (Baruh, 2009, σ. 289).
  13. Συνεχόμενες εξαώροφες πολυκατοικίες Μιχαήλ και Βασιλείου Κουρεμένου, στον Γαλατά, επί της οδού οδός Μακρή 28 & 30, σήμερα 26 & 28 Tatarbeyi Sokak, οι οποίες περιλαμβάνουν 14 διαμερίσματα (Baruh, 2009, σ. 284).
  14. Έπαυλη Μ. Ράλλη στον Βόσπορο.
  15. Έπαυλη Μ. Ράλλη στο Sisli, στη θέση της οποίας σήμερα υπάρχει πιθανότατα πολυώροφη οικοδομή.
  16. Έπαυλη Kiazim Bey.
  17. Έπαυλη Μιχαήλ Κουρεμένου στο Sisli, στη θέση της οποίας υπάρχει σήμερα πιθανότατα πολυώροφη οικοδομή.
  18. Μεταρρύθμιση Εκκλησίας στη Χαλκηδόνα [Kadikoy].

 

Από τα δεκαέξι έργα του Κουρεμένου στην Κωνσταντινούπολη —δώδεκα κτίρια και τέσσερις μελέτες— μόνο τα τρία εντοπίστηκαν πέραν πάσης αμφιβολίας: το υποκατάστημα της Τράπεζας των Αθηνών (6), οι πολυκατοικίες Μ. & Β. Κουρεμένου (13) και ο τάφος της οικογένειας Γαλίτση (9). Το κτισμένο έργο του αρχιτέκτονα στην οθωμανική πρωτεύουσα περιλαμβάνει κυρίως μοντέρνες κατοικίες. Τα τέσσερα κτίρια διαμερισμάτων του στον Γαλατά, το τότε ανθηρό και πολυεθνικό εμπορικό κέντρο της Πόλης (Çelik, 1986, 160), αποτελούσαν επικερδείς επενδύσεις κεφαλαίου για τον ίδιο και τους πελάτες του. Κατά την περίοδο 1905-1914, «οι Έλληνες φαίνεται να είναι η κυρίαρχη εθνική ομάδα σε αστικές επενδύσεις» στον Γαλατά και, κυρίως, στο Πέραν (Baruh, 2009, σ. 229). Διαδραματίζουν επομένως σημαντικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό της αρχιτεκτονικής των μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων σε αυτές τις περιοχές.

Ως μελετητής και επιβλέπων πολυκατοικιών περιορισμένου κόστους στον λοφώδη και πυκνοδομημένο Γαλατά, ο αρχιτέκτων χρειάστηκε να επινοήσει τις κατάλληλες για την περίπτωση αυτή λύσεις. Οι πολυκατοικίες Κουρεμένου επί της οδού Μακρή 28 & 30 (σήμερα Tatarbeyi Sokak 26 & 28), παρά τη σημερινή τους υποβάθμιση, τεκμηριώνουν την ικανότητα του αρχιτέκτονα να προσαρμόσει τον νεωτερικό τύπο του γαλλικού κτιρίου διαμερισμάτων που αποφέρει εισόδημα —maison de rapport— και την ορθολογική του διαρρύθμιση στον ιστό αυτής της παραδοσιακής γειτονιάς.

Pages from Fessa_COUREMENOS_Clio
Εξώθυρες και μερική άποψη πολυκατοικιών Μ. & Β. Κουρεμένου στον Γαλατά  της Κωνσταντινούπολης. Φωτογραφίες Ε.Φ.-Ε., 2009

Στη διάπλαση των όψεων εναρμονίζονται ευρηματικά η νεωτερική τάση της μορφολογικής αφαίρεσης και του περιορισμένου διακόσμου με συνθετικές αρχές του κλασικισμού και με στοιχεία της τοπικής παράδοσης. Σε αυτή την εναρμόνιση συνέβαλαν η ρυθμική διάταξη των παραθύρων και η σύγχρονη ερμηνεία του στεγασμένου εξώστη, ο οποίος αποτελεί παραδοσιακό μορφοπλαστικό στοιχείο των oθωμανικών σπιτιών στο συνεχές οικοδομικό σύστημα (Yürekli, 2007, 31). Η εναρμόνιση νεωτερικότητας και παράδοσης διέπει και τον διάκοσμο, ο οποίος είναι απέριττος. Περιορίζεται στα κομψά κιγκλιδώματα των εξωθυρών από σφυρήλατο σίδερο και στην αρτιφισιέλ σιμεντοκονία των όψεων, η οποία μιμείται τη λαξευτή λιθοδομή.

Τρεις από τις τέσσερις προαστιακές επαύλεις, ένας τάφος και η Μαυρογένειος βιβλιοθήκη ανατέθηκαν στον Κουρεμένο από μέλη της μεγαλοαστικής τάξης, και συγκεκριμένα από τον Kiazim Bey (Annuaire Oriental, 1914, σ. 533) και από τις φαναριώτικες οικογένειες Ράλλη και Μαυρογένη (Sturdza, 1983, 384-385, σ. 339). Με εξαίρεση την εμβληματική Τράπεζα Αθηνών, οι μελέτες του αρχιτέκτονα για κτίρια δημόσιας χρήσης στην Κωνσταντινούπολη —Πολυτεχνείο, Νοσοκομείο, θέατρα—έμειναν στα χαρτιά.

 

Η Τράπεζα Αθηνών στον Γαλατά, 1911-1913

Παρά τον εξασθενημένο ρόλο τους μετά το 1881, οι Έλληνες τραπεζίτες κατορθώνουν να αντιμετωπίσουν την κατάσταση με διάφορες επικερδείς επενδύσεις στη βιομηχανία και στα έργα κοινής ωφέλειας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας: μεταλλευτικές και σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, Εταιρεία Ύδρευσης της Κωνσταντινούπολης κ.ά. (Exertzoglou, 1986, σ. 323-325). Το υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών ανήκει στα τελευταία έργα γοήτρου της ελληνικής διασποράς στην οθωμανική πρωτεύουσα. Είναι επίσης το πρώτο σημαντικό κτίριο δημόσιας χρήσης του Κουρεμένου. Οι επιδιώξεις του αρχιτέκτονα ήταν επομένως φυσικό να μην περιοριστούν στην προβολή της οικονομικής και κοινωνικής ισχύος των εργοδοτών του. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, αναζήτησε μια λύση αυθεντικά νεωτερική και ενταγμένη στο περιβάλλον της, η οποία να εκφράζει την πολιτισμική ταυτότητα των δημιουργών του έργου. Έτσι καταφεύγει στη χρήση αρχαίων ελληνικών συμβόλων, όπως είναι η Αθηνά —η παρθένα θεά του πολιτισμού και της σοφίας η οποία ήταν η προστάτιδα της πόλης των Αθηνών—, ο Ερμής —ο θεός του εμπορίου—, το κηρύκειον —έμβλημα του Ερμή και γενικότερα σύμβολο ομόνοιας— και το κέρας τής Αμαλθείας — σύμβολο της τροφής και της αφθονίας. Ο όρος Minerva Han, ο οποίος αποτελεί τη σημερινή επίσημη ονομασία της Τράπεζας Αθηνών, αποδυναμώνει τον αρχικό της συμβολισμό, αφού η Minerva υπήρξε η ρωμαϊκή ενσάρκωση της θεάς Αθηνάς.

      Το υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών είναι η πρώτη οικοδομή στη δεξιά πλευρά της οδού των Τραπεζών, της Bankalar Caddesi. Η αρχιτεκτονική μελέτη ανατέθηκε στον Κουρεμένο από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας στην ελληνική πρωτεύουσα και το υποκατάστημα κατασκευάστηκε το 1911-1913 (Ημερολόγιο Ελπίς, 1913) στη θέση του μικρότερου Crespin Han (Krepen Han, π. 1903-1904). Το κτίριο χρησιμοποιήθηκε από την Τράπεζα Αθηνών έως τις αρχές της δεκαετίας του 1920, εν συνεχεία από την Deutsche Orientbank (από τη δεκαετία του 1920 έως τη δεκαετία του 1940), την Yapi ve Kredi Bank (δεκαετία 1950), την Ασφαλιστική Εταιρεία Doğan (δεκαετίες 1960 και 1970), την Ασφαλιστική Εταιρεία Aksigorta (έως 1995) και, τελευταία, από το Πανεπιστήμιο Sabanci (Eldem, 2000, σ. 272).

Χωροθετημένη στη διασταύρωση της Bankalar Caddesi με το Yüksek Kaldirim, η Τράπεζα Αθηνών βρίσκεται σε ένα από τα εμπορικότερα σημεία της πλατείας Karaköy με θέα προς τη γέφυρα του Γαλατά. Σπανια η αρχιτεκτονική, η προηγμένη τεχνολογία, η τέχνη και ο συμβολισμός έχουν συνδυαστεί τόσο έντεχνα όσο στο εμβληματικό αυτό κτίριο.

Φ.3
H εκσυγχρονισμένη γέφυρα του Γαλατά και η Τράπεζα Αθηνών (Minerva Han), 1911-1913, αρχιτέκτων Βασ. Κουρεμένος. Φωτογραφία Η. Κ., 2009

Το σαθρό, σχιστολιθικό έδαφος του οικοπέδου και η έντονη κλίση του απαιτούσαν τη χρήση προηγμένης τεχνολογίας για τη θεμελίωση και την κατασκευή της πολυώροφης οικοδομής. Η σταθεροποίηση του εδάφους έγινε με τη διάνοιξη φρεάτων, τα τοιχώματα των οποίων αντιστηρίχθηκαν με την κατασκευή τοιχοποιίας μεγάλου πάχους, για να προωθηθούν κάτω από τα θεμέλια δοκοί από οπλισμένο σκυρόδεμα και να γίνουν εν συνεχεία οι εκσκαφές χωρίς προβλήματα. Ο φέρων οργανισμός του κτιρίου είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα και οι τοίχοι κατασκευάστηκαν από πλίνθους. Το υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών ανήκει στις πρώιμες εφαρμογές αυτού του δομικού συστήματος στην Κωνσταντινούπολη, καθώς η λιθοδομή και η οπτοπλινθοδομή παρέμεναν ο συνήθης τρόπος κατασκευής των σημαντικών της κτιρίων (Ollivier, 1936, σ. 240 και Arun, 2009, σ. 688).

Το οικόπεδο ήταν αρκετά δυσμενές για την ανέγερση ενός εμβληματικού κτιρίου. Εκτός από την έντονη κλίση του, είχε ανώμαλο,  οξυγώνιο σχήμα και πολύ στενή πλευρά επί της κύριας οδού, της Bankalar Caddesi. Ο Κουρεμένος κατόρθωσε να υπερβεί αρκετές από τις δυσκολίες αυτές. Το πρόβλημα της οξυκόρυφης γωνίας του οικοπέδου αντιμετωπίστηκε ευρηματικά σε όλα τα επίπεδα της αρχιτεκτονικής σύνθεσης — τις κατόψεις του κτιρίου, το πλάσιμο του όγκου και τη διαμόρφωση των όψεών του. Η πυργοειδής μορφή της γωνίας και η διαγώνια διάταξη της κύριας εισόδου, που ανήκουν στα εμβληματικά στοιχεία του υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών, αποτελούν πρωτότυπες επανερμηνείες γαλλικών προτύπων, όπως ήταν το υποκατάστημα της Τράπεζας Crédit Lyonnais στο boulevard des Italiens του Παρισιού (1880-1883, αρχιτέκτων W. Bouwens van der Boijen). Επιπλέον, ο αρχιτέκτων είχε προβλέψει στα σχέδιά του τη μελλοντική επέκταση του υποκαταστήματος επί της Bankalar Caddesi και τη διαμόρφωση μιας δεύτερης συμμετρικής πυργοειδούς γωνίας, ώστε να εξομαλυνθεί ο κτιριακός όγκος και η ένταξή του στον πολεοδομικό ιστό. Η πρότασή του αυτή έμεινε, δυστυχώς, στα χαρτιά. Εντούτοις, η δυνατή παρουσία του κτιρίου στην πλατεία Karaköy τής προσέδωσε αίγλη, ενίσχυσε τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της περιοχής και δικαιώθηκε ιστορικά ως σημαντικό μνημείο του εκσυγχρονισμού της Κωνσταντινούπολης.

Φ.4
H Τράπεζα Αθηνών στην Κωνσταντινούπολη: φωτογραφία εποχής .

Γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τη σύγχρονη αρχιτεκτονική των Τραπεζών της Γαλλίας, ο Κουρεμένος εργάστηκε εδώ σύμφωνα με την ορθολογιστική θεωρία της αρχιτεκτονικής  σύνθεσης του Julien Guadet. Υιοθέτησε την άποψη του δασκάλου του ότι τα κτίρια δημόσιας χρήσης πρέπει να εξωραΐζουν το αστικό περιβάλλον τους και να το εκσυγχρονίζουν με ήπιο τρόπο (Guadet, 1910, tome II, σ. 14). Το δυνατό στοιχείο της λύσης του αρχιτέκτονα ήταν η εναρμόνιση της εμπορικής λειτουργίας και των διαφημιστικών αναγκών του τραπεζικού υποκαταστήματος με την ένταξη στον αστικό του περίγυρο.

20
H Τράπεζα Αθηνών στην Κωνσταντινούπολη: κάτοψη ισογείου, αρχιτέκτων Βασ. Κουρεμένος.

Στο εσωτερικό του κτιρίου ο Κουρεμένος αποδεικνύεται κάτοχος της τέχνης των κατόψεων, η οποία χαρακτηρίζει τη γαλλική παράδοση των κτιρίων δημόσιας χρήσης. Βασικά γνωρίσματα αυτής της παράδοσης είναι η εξονυχιστική μελέτη του κτιριολογικού προγράμματος, η συνθετική καθαρότητα, η αξονική διάταξη, η άνεση χώρου και ο κομψός διάκοσμος. Στο υπόγειο υπήρχαν το θησαυροφυλάκιο, το δωμάτιο των θυρίδων και οι βοηθητικοί χώροι. Το χολ εισόδου, η αίθουσα συναλλαγών και το γραφείο του υποδιευθυντή  βρίσκονταν στο ισόγειο. Ο ημιόροφος περιελάμβανε τη διεύθυνση και τα γραφεία του υποκαταστήματος. Στους τέσσερις ορόφους του κτιρίου υπήρχαν γραφεία για ενοικίαση (Ollivier, 1936, σ. 239-240). Οι χώροι του κοινού, οι οποίοι έχουν συντηρηθεί πρόσφατα, είναι λειτουργικοί και επιβλητικοί. Έχουν αρμονικές αναλογίες, εκλεκτά υλικά, λαμπερά χρώματα και εκλεπτυσμένες λεπτομέρειες. Το δάπεδο του χολ εισόδου και της αίθουσας συναλλαγών καλύπτεται από ανοιχτόχρωμο πράσινο μωσαϊκό, διακοσμημένο με πλαίσια, ανθέμια και τετραγωνίδια από κοκκινωπό και μαύρο μωσαϊκό. Ευκρίνεια και μεγαλοπρέπεια χαρακτηρίζει την κλασικότροπη διαμόρφωση της αίθουσας συναλλαγών, η οποία έχει κάτοψη σχήματος U. Οι δύο παράλληλες πεσσοστοιχίες της και τα μεταξύ των πεσσών στηθαία των γκισέ κορυφώνονται στο καμπυλόσχημο  ταμείο  του βάθους. Όλα αυτά τα στοιχεία της αίθουσας είναι επενδεδυμένα με κοκκινωπό μάρμαρο και έχουν σοβατεπί από μαύρο μωσαϊκό. Με ανάλογο πνεύμα διαμορφώθηκε η οροφή της αίθουσας που είναι και αυτή σχήματος U. Η διαδοκίδωση της οροφής κατά τις δύο διευθύνσεις και το άνω μέρος των τοίχων έχουν διακοσμηθεί με stencil. Τα κομψά τους μοτίβα αποτελούν αναπαραραγωγή σχεδίων του Hector Jean-Baptiste d’Espouy,  κατόχυ του Grand prix de Rome 1884 και καθηγητή του διακοσμητικού σχεδίου στην ENSBA.

Φ.6
Απόψεις της ανακαινισμένης αίθουσας συναλλαγών της Τράπεζας Αθηνών στην Κωνσταντινούπολη, η οποία χρησιμοποιείται ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci. Φωτογραφίες Ε. Φ.-Ε., 2009

Σχεδιασμένες στο πνεύμα ενός εκσυγχρονισμένου κλασικισμού, οι δύο όψεις του κτιρίου διαρθρώνονται σε βάση, κορμό και στέψη. Το ισόγειο και ο ημιώροφος αντιστοιχούν στη βάση και οι επόμενοι τρεις όροφοι ανάμεσα στις δύο σειρές των συνεχόμενων και αβαθών εξωστών αναλογούν στον κορμό. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη στέψη του κτιρίου η οποία περιλαμβάνει τον τελευταίο όροφο, το τεθλασμένο γείσο και τον εμβληματικό λογότυπο Banque d’Athènes. Ο λογότυπος τοποθετήθηκε στο άνω μέρος της πυργόσχημης γωνίας ώστε να είναι ορατός από μεγάλη απόσταση, ακόμη και από τη γέφυρα του Γαλατά.  Η «βάση» είναι επενδεδυμένη με λευκό και ροζ μάρμαρο, ενώ τμήματα του «κορμού» και της «στέψης» έχουν καλυφθεί με κεραμικά πλακάκια της γαλλικής εταιρείας Gentil & Bourdet που έχουν γαλάζια και γαλαζοπράσινα φυτικά μοτίβα. Από δημοσίευση επιλεγμένων έργων του αρχιτέκτονα προκύπτει ότι στις εσωτερικές και εξωτερικές ορθομαρμαρώσεις της Τράπεζας Αθηνών χρησιμοποίησε μάρμαρα της Μοντάνια (Mondania) και του Μαρμαρά (Ollivier, 1936, σ. 240).

 

Φ.7
Απόψεις της ανακαινισμένης αίθουσας συναλλαγών της Τράπεζας Αθηνών στην Κωνσταντινούπολη, η οποία χρησιμοποιείται ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci. Φωτογραφίες Ε. Φ.-Ε., 2009
H Τράπεζα Αθηνών (Minerva Han), σήμερα παράρτημα του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci, 1911-1913,
H Τράπεζα Αθηνών (Minerva Han), σήμερα παράρτημα του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci,αρχιτέκτων Βασ. Κουρεμένος. Φωτογραφία Cemal Emden, 2009 1911-1913.

Η διάπλαση, η διακόσμηση και οι λεπτομέρειες των όψεων σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν με επινοητικότητα, συνέπεια και καλαισθησία. Στην αντιμετώπιση του εξωτερικού του κτιρίου είναι εμφανής η γόνιμη επίδραση του αφαιρετικού κλασικισμού της λεγόμενης Σχολής του Παρισιού (Delorme, Jean-Claude – Chair, Philippe, 1990) κορυφαία μορφή της οποίας υπήρξε ο συμφοιτητής του Κουρεμένου Auguste Perret. Η ρυθμική οργάνωση των όψεων γίνεται με παραστάδες και κατακόρυφες ταινίες με διακοσμητικά πλακάκια, εξισορροπούμενη από την οριζοντιότητα των συνεχόμενων εξωστών και των περβαζιών τα οποία είναι επίσης επενδεδυμένα με διακοσμητικά πλακάκια.

Τα θέματα των κεραμικών επενδύσεων και του γλυπτικού διακόσμου είναι εμπνευσμένα από ελληνορωμαϊκά και αναγεννησιακά πρότυπα και όχι από το στυλ “nouille” της art nouveau (Speltz, 1959, σ. 43-66, 71-90). Εκτός από  την καλλιτεχνική του αξία, ο υψηλός συμβολισμός των διακοσμητικών θεμάτων, φανερώνει βαθιά γνώση της ελληνικής μυθολογίας και κλασικής διακόσμησης. Δεν είναι γνωστό αν ο πλαστικός διάκοσμος ήταν έργο γλύπτη ή εμπειροτεχνών οι οποίοι εφάρμοσαν τα σχέδια του αρχιτέκτονα. Εκείνο που έφερε στο φως η έρευνα είναι ότι ο Κουρεμένος συνεργαζόταν συστηματικά με διακεκριμένους  άλλους γλύπτες για τη διακόσμηση των έργων γοήτρου που σχεδίασε ή έκτισε στο Παρίσι της μπελ επόκ και στην Ελλάδα μετά τον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Pages from Fessa_COUREMENOS_Clio
Λεπτομέρειες του γλυπτού διακόσμου της Τράπεζας Αθηνών: κεφαλή Ερμή με τον πτερωτό πήγασο (επάνω αριστερά), ερωτιδεύς (κάτω αριστερά) και το υπέρθυρο που στέφεται με την κεφαλή της Αθηνάς ανάμεσα σε κέρατα Αμαλθείας. Φωτογραφίες Η. Κ.. 2009

Ο τάφος της οικογένειας Γαλίτση στο ελληνικό νεκροταφείο του Sisli

Φ.10
Ο οικογενειακός τάφος Λ. Γαλίτση στο νεκροταφείο του Σισλί της Κωνσταντινούπολης, έργο του Βασ. Κουρεμένου και του γλύπτη Louis Lejeune. Φωτογραφία Ε. Φ.-Ε., 2009

Ο θάνατος ενέπνευσε ένα σημαντικό μέρος της μνημειακής αρχιτεκτονικής του Κουρεμένου, η οποία συνδέεται κατά κανόνα με γλυπτική υψηλής ποιότητας. Στα επτά ταφικά μνημεία του χρησιμοποιεί συστηματικά σύμβολα και μορφές του παρελθόντος για να προσδώσει κύρος στο παρόν. Η ταφική αρχιτεκτονική του συνδέεται επίσης με τον περισσότερο προσωπικό κόσμο των αισθημάτων. Το ελληνικό νεκροταφείο του Sisli, το οποίο περιέχει πλήθος αξιόλογων ταφικών μνημείων (Παπάζογλου, 2005), ήταν ο χώρος ανέγερσης των δύο πρώτων τάφων του Κουρεμένου. Η τελευταία κατοικία του παιδιάτρου Λ. Γαλίτση και της οικογένειάς του είναι ένας λιτός αλλά έντεχνα σχεδιασμένος τάφος. Αποτελείται από υπόγεια κρύπτη καλυμμένη με μαρμάρινη ταφόπλακα, το σχήμα της οποίας θυμίζει αρχαία ελληνική σαρκοφάγο, και από  επιτάφια στήλη σε σχήμα σταυρού. Η στήλη δεν έχει συγκεκριμένο εθνικό χαρακτήρα. Η μορφή της αποτελεί πρωτότυπο συνδυασμό του τύπου της ταφικής στήλης των αρχαίων Ελλήνων με τον σταυρό, ο οποίος είναι το συνηθέστερο θέμα των χριστιανικών τάφων. Ο ανάγλυφος διάκοσμος της στήλης δένει αρμονικά με την αρχιτεκτονική  μορφή του μνημείου. Είναι έργο του Jules Déchin (1869-1947), διακεκριμένου Γάλλου γλύπτη και κατόχου του Grand prix de Rome 1898 (Ollivier, 1936, σ. 239; Bénézit, 1999, σ. 330). Η σταυροειδής στήλη φέρει ανάγλυφη παράσταση μετωπικού, ολόσωμου Χριστού με φωτοστέφανο και ποδήρη χιτώνα, που κρατά κλαδί φοίνικα και αναδύεται από ένα σύννεφο μέσα στο οποίο διακρίνονται βρεφικά κεφάλια αγγέλων. Το δεξί χέρι του Χριστού αποδίδεται με προτεταμένη την παλάμη και το αριστερό πόδι προβάλλεται επίσης προτεταμένο, με εμφανή τα σημάδια των ήλων.

Επίλογος

Το υποκατάστημα της Τράπεζας των Αθηνών (Minerva Han) στην πλατεία Karaköy και ο τάφος της οικογένειας Γαλίτση συμφιλίωσαν υποδειγματικά τον εκσυγχρονισμό με την παράδοση. Τα δύο αυτά έργα αποτελούν χαρακτηριστικές εκφράσεις της ανανεωτικής, εκλεπτυσμένης, συμβολικής και εναρμονισμένης προς το περιβάλλον της αρχιτεκτονικής του Κουρεμένου. Έδειξαν επίσης αξιοθαύμαστη αντοχή στον χρόνο επειδή εκφράζουν τις ανθρωπιστικές αξίες της κλασικής παράδοσης. Ειδικότερα, το υποκατάστημα της Τράπεζας των Αθηνών, εκτός από το αειθαλές του σφρίγος, δικαιώθηκε και ως σύμβολο ενός κοσμοπολίτικου πατριωτισμού ο οποίος συνέβαλε στον ποιοτικό εκσυγχρονισμό της πολυεθνικής Κωνσταντινούπολης. Αυτό το κτίριο αναφοράς είναι κλασικό με την κατά Guadet έννοια του όρου, αφού αντιμετωπίστηκε υποδειγματικά «τόσο ως έργο τέχνης όσο και ως προσαρμογή σε συγκεκριμένο πρόγραμμα, σε υλικές ανάγκες και στο περιβάλλον του» (Sennott, 2004, σ. 568).

ab7b039ebf
Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της Αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Συντομογραφίες

Η. Κ.      : Hasan Kuruyazici

Ε. Φ.-Ε. : Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Annuaire Oriental, 1914, 34ο έτος.

Annuaire Oriental – Oriental Directory, 1921.

Archives Nationales (1998), Archives de l’École nationale des beaux arts, Centre Historique des Archives Nationales: AJ52403 Coureménos, Basile, élève architecte entre 1901-1910, p. 105-112.

Arun, Görϋn (2009), «Early concrete heritage in Istanbul, Turkey”, Proceedings of the International Association for Shell and Spatial Structures (IASS) Symposium 2009, Valencia  Evolution and Trends in Design, Analysis and Construction of Shell and Spatial Structures, 28 September – 2 Octber 2009, Universidad Politecnica de Valencia, Spain, Alberto Domingo and Carlos Lazaro (eds.), p. 687-696.

Baruh, Lorans-Izabel (2009), The transformation of the ‘modern’ axis of nineteenth-century Istanbul: property, investments and élites from Taksim Square to Sirkeci Station, Dissertation submitted to the Institute for Graduate Studies in the Social Sciences for the degree of Doctor of Philosophy in History, Boğaziçi University, Istanbul.

Batur, Afife, editor (2005), Architectural Guide to Istanbul – Galata, Chamber of Architects of Turkey, Istanbul Metropolitan Branch.

Bénézit, E. (1966), Dictionnaire critique et documentaire des peintres, sculpteurs, dessinateurs et graveurs de tous les temps et de tous les pays par un groupe d’ écrivains spécialistes français et étrangers, tome 4, Gründ, Paris, p. 611 (“Espouy, Hector-Jean-Baptiste”).

Bénézit, E. (1999), Dictionnaire critique et documentaire des peintres, sculpteurs, dessinateurs et graveurs de tous les temps et de tous les pays par un groupe d’ écrivains spécialistes français et étrangers, tome 4, Gründ, Paris, p. 330 (“Déchin, Jules”).

Calendar Elpis 1913, Gerardi Brothers, Constantinople, 1912.

Çelik, Zeynep (1986), The Remaking of Istanbul. Portrait of an Ottoman City in the Nineteenth Century, University of Washington Press, Seattle and London.

Coureménos, Georges, Dr. (1909), “Communication au Congrès international des Accidents du Travail de Rome”, Revue Clinique Medico-Chirurgicale “Accidents du Travail”, 12.1.1909 (A2, N11), p. 242-247 (Bibliothèque numérique Gallica – Bibliothèque Nationale de Françe).

Dağdelen, Irfan (2007), Charles Edouard Goad’in Istanbul Sigorta Haritalari, IBB Kültüphaneler ve Müzeler Müdürlüğü, Istanbul.

Delaire, Edmond (1907), Les architectes élèves de l’ École des Beaux-arts, Paris.

Delorme, Jean-Claude – Chair, Philippe (1990), L’École de Paris. 10 architectes et leurs immeubles, 1905-1937, Éditions du Moniteur, Paris.

Eldem, Edhem (2000),  Bankalar Caddesi, Osmanlidan gunumuze Voyvoda Caddesi (Voyvoda Street from Ottoman times to today), Osmanli Bankasi, Istanbul.

ENSBA (1422), R.-M.: École Nationale et Spéciale des Beaux-Arts, No  1422 du Registre Matricule, Archives Nationales (site de Paris).

Εφημερίς της Κυβερνήσεως, τεύχος Γ’, αρ. Φύλλου 30, 10.2.1925, σ. 118-120

Exertzoglou, Haris H.A. (1986), Greek Banking in Constantinople, 1850-1881, Ph.D. thesis, King’s College, London University.

Guadet, Julien (1910), Élements et théorie de l’architecture, tome II, Librairie de la construction moderne, Paris.

Κουρεμένος, Βασίλειος (1937), «Η έννοια και η σημασία της Αρχιτεκτονικής», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, Γραφείον Δημοσιευμάτων Ακαδημίας Αθηνών, Εν Αθήναις, έτος 1937, τόμος 12ος, σσ. 238-244.

Κουρεμένου, Έλλη (2008), σύζυγος του ανιψιού του αρχιτέκτονα Στέφανου Κουρεμένου. Συνέντευξη στην Ε. Φεσσά-Εμμανουήλ στις 1.11.2008.

Kuruyazici, Hasan, Δρ. Αρχιτέκτων-καθηγητής. Συνέντευξη στην Ε. Φεσσά-Εμμανουήλ τον Σεπτέμβριο του 2009. Φωτογράφισε το υποκατάστημα της Τράπεζας των Αθηνών και συνέβαλε στον εντοπισμό ορισμένων από τα έργα του Β. Κουρεμένου στην Κωνσταντινούπολη.

Monnier, Gérard (1990), L’architecture en Françe. Une histoire critique. Architecture, culture, modernité, Philippe Sers, Paris.

Ollivier, Félix (1936), “Quelques œuvres de Bqsile Couréménos”, L’Architecture, monthly journal of the Societé Centrale des Architectes D.P.L.G., 15.7.1936, vol. XLIX, No 7, p. 235–240.

Παπάζογλου Γεώργιος K. (2005), Ταφικά Μνημεία στην Κωνσταντινούπολη. Α. Σιζλί – Έμποροι και Τραπεζίτες, Κομοτηνή.

Pinchon, Jean-François (1992), Les palais d’argent, Reunion des musées nationaux, Paris.

Sennott, Stephen R., editor (2004), Encyclopedia of 20th-Century Architecture, Fitzroy Dearborn, New York – London.

Speltz, Alexander (1959), The Styles of Ornament, Dover Publications Inc., New York.

Sturdza, Mihail, Dimitri (1983), Dictionnaire historique et généalogique des grandes familles de Grèce, d’Albanie et de Constantinople, chez l’auteur, Paris.

Φάκελος Κουρεμένου, Αρχεία της Ακαδημίας Αθηνών.

Φεσσά-Εμμανουήλ Ελένη (1994). Έρευνα στη βιβλιοθήκη της Σχολής Κκαλών Τεχνών του Παρισιού και στα Κρατικά Αρχεία (της Γαλλίας) σto Παρίσι.

Yürekli, Hülya – Yürekli, Ferhan (22007), Türk Evi. Gözlemler-Yorumlar – The Turkish House. A Concise Re-evaluation, YEM Yayin, Istanbul.