Skip to main content

Γιάννης Μουρέλος: Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη Mάχη του Somme: ΤΟ WAR REQUIEM TOY BENJAMIN BRITTEN. ΕΝΑ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΕΡΓΟ

 Γιάννης Μουρέλος

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη Mάχη του Somme

 ΤΟ WAR REQUIEM TOY BENJAMIN BRITTEN

ΕΝΑ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΕΡΓΟ

Πριν από έναν αιώνα ακριβώς, την 1η Ιουλίου 1916, στο ύψος του ποταμού Somme, ξεκίνησε μια από τις φονικότερες μάχες που γνώρισε ποτέ η Ανθρωπότητα. Την πρώτη κιόλας μέρα, στις τάξεις των Βρετανών μόνο, οι απώλειες ανήλθαν σε 60.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι απώλειες των (αμυνόμενων) Γερμανών υπολογίζονται περί τις 12.000. Η μάχη διήρκησε έως τις 18  Νοεμβρίου του ιδίου έτους. Το μόνο κέρδος, το οποίο κατάφεραν τελικά να αποκομίσουν οι Αγγλογάλλοι, ήταν μια προέλαση της τάξεως των 9,7 χιλιομέτρων εντός των γραμμών του αντιπάλου, δίχως να έχουν καταληφθεί, τελικά, οι στρατηγικοί στόχοι!

Η ανθρωποσφαγή του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου σημάδεψε ανεξίτηλα τη συνείδηση όσων συμμετείχαν σε αυτόν. Ο υπολοχαγός Wilfred Owen πολέμησε στην πρώτη γραμμή από το 1915. Όταν διαγνώστηκε πως πάσχει από νευρασθένεια (όπως πολλοί από τους συμπολεμιστές του άλλωστε) στάλθηκε στα μετόπισθεν για θεραπεία. Οι γιατρoί του σύστησαν να εξορκίσει τις τραυματικές του εμπειρίες γράφοντας. Δεινός ποιητής από την προπολεμική περίοδο ήδη, ο Owen, μόλις επέστρεψε στην πρώτη γραμμή, άρχισε να συνθέτει μια σειρά σπαρακτικών ποιημάτων, όπου αποτυπώνονται ανάγλυφα, η ματαιότητα, ο παραλογισμός, η βία και η φρίκη του πολέμου.

Wilfred Owen (1893-1918)
Wilfred Owen (1893-1918)

Στις 4 Νοεμβρίου του 1918, στην τελευταία μάχη του πολέμου (Μάχη του Sambre), έχασε τη ζωή του σε ηλικία 25 μόλις ετών, μια εβδομάδα πριν από την υπογραφή της εκεχειρίας (11 Νοεμβρίου). Από κοινού με τον Siegfried Sassoon, θεωρείται από τους μεγαλύτερους ποιητές της εποχής του πολέμου.

  Εικοσιδύο χρόνια αργότερα, στις 14 Νοεμβρίου 1940, στο πλαίσιο ενός εξίσου ολέθριου  πολέμου, η πόλη του Coventry υπέστη ισχυρό βομβαρδισμό από τη γερμανική πολεμική αεροπορία, εξαιτίας του οποίου καταστράφηκε ολοσχερώς ο Kαθεδρικός Nαός του Αγίου Μιχαήλ. Το 1958, με αφορμή την ανέγερση και έναρξη λειτουργίας του νέου Καθεδρικού Ναού, ζητήθηκε από τον Benjamin Britten να συνθέσει ένα δικό του έργο ειδικά για το σκοπό αυτό. Ο Britten ήταν ήδη γνωστός στο στερέωμα όχι μόνο ως ένας πολλά υποσχόμενος μουσικός, αλλά και ως ένας απόλυτα συνειδητοποιημένος φιλειρηνιστής. Ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση-πρόκληση, επέλεξε να συνθέσει ένα κολοσσιαίων διαστάσεων έργο (θυμίζει αναγεννησιακό φρέσκο, με θεματολογία, όμως, που παραπέμπει περισσότερο στη Δευτέρα Παρουσία του Μιχαήλ Αγγέλου και στους πίνακες του Ιερώνυμου Bosch), με σκοπό να περάσει το δικό του αντιπολεμικό μήνυμα. Η σύνθεση ξεκίνησε στις αρχές του 1961. Ένα χρόνο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1962, το ορχηστρικό μέρος του έργου ολοκληρώθηκε στην Ελλάδα, όπου βρισκόταν ο Britten προκειμένου να περάσει τις διακοπές των Χριστουγέννων

(ο ίδιος αργότερα έγραψε: “Ο κόσμος διερωτάται πως κατάφερα να ολοκληρώσω μια τόσο μεγάλη σύνθεση και ταυτόχρονα να μπορέσω να δω τόσα πολλά από την υπέροχη αυτή χώρα”).

 Στόχος του συνθέτη ήταν να προσδώσει συμβολική διάσταση και σε επίπεδο ερμηνευτών. Για το σκοπό αυτό, η βολιδοσκόπηση των καλλιτεχνών προηγήθηκε χρονικά της ίδιας της περαίωσης της σύνθεσης του έργου. Συγκεκριμένα, επιλέχθηκαν ο Βρετανός Peter Pears, o Γερμανός Dietrich Fischer-Dieskau και η Ρωσίδα Galina Vishnevskaya. Ειδικότερα για την τελευταία, ο Britten, απευθυνόμενος  το 1961 στις σοβιετικές αρχές, προκειμένου να της εξασφαλίσει άδεια εξόδου, εκφράστηκε ως ακολούθως:

Έχοντας ακούσει την κ. Vishnevskaya να τραγουδά πέρυσι το καλοκαίρι στην Αγγλία, συνειδητοποίησα πως διαθέτει τη φωνή, τη μουσικότητα και το ταμπεραμέντο που αναζητούσα. Έκτοτε, ενόσω προχωρούσε η σύνθεση του έργου, την είχα στο νου μου για κάθε νότα που σχεδίαζα”.

Τελικά, οι σοβιετικές αρχές, προφανώς ενοχλημένες από το πολιτικό μήνυμα που εξέπεμπε το έργο, αρνήθηκαν να χορηγήσουν άδεια εξόδου. Η πρεμιέρα του War Requiem έλαβε χώρα δίχως τη δική της παρουσία, με την υψίφωνο Heather Harper να έχει επιστρατευθεί κυριολεκτικά την ύστατη ώρα. Ευτυχώς, η Vishnevskaya μπόρεσε να συμμετάσχει, ένα χρόνο αργότερα, στην πρώτη ηχογράφηση του έργου, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, μια ηχογράφηση, η οποία αποτελεί έως σήμερα σημείο αναφοράς. To 1974, μαζί με τον σύζυγό της, τον διεθνούς φήμης τσελλίστα Mstislav Rostropovich, η  Galina Vishnevskaya αυτομόλησε στη Δύση. H παγκόσμια πρώτη δόθηκε στο νέο Καθεδρικό Ναό του Coventry στις 30 Μαϊου 1962.

           O Winston Churchill στα ερείπια του Καθεδρικού Nαού του Coventry

Ο τίτλος War Requiem, προκρίθηκε τον Σεπτέμβριο του 1961, μόλις οι εκδότες, που χειρίζονταν τα πνευματικά δικαιώματα του Owen, επέτρεψαν στον Britten να χρησιμοποιήσει ορισμένα από τα ποιήματά του. Η ιδέα του συνθέτη αποδείχθηκε ευφυής και πρωτότυπη συνάμα. Διανθίζει την παραδοσιακή Missa pro defunctis (δηλαδή τη Νεκρώσιμη Ακολουθία) με εννέα ποιήματα που ο Owen έγραψε έπειτα από την επάνοδό του στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής, λίγο προτού χάσει τη ζωή του. Χρειάστηκε δε ο μουσικοσυνθέτης να επιστρατεύσει ολόκληρη την έμπνευση και το ταλέντο του, ούτως ώστε ένα εκ πρώτης όψεως αμάλγαμα να μπορέσει να αποκτήσει αξιοζήλευτη συνοχή, ροή και συνέχεια, επιτρέποντας, ταυτόχρονα, στα ετερογενή στοιχεία που το απαρτίζουν να διατηρήσουν την αυτοτέλεια τους. Τα ποιήματα παρεμβάλλονται διαρκώς, επικαλύπτοντας ή ακόμη και ανατρέποντας το περιεχόμενο του παραδοσιακού κειμένου. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της αναφοράς στη θυσία του Αβραάμ, όπου ο Owen δίνει τη δική του ωμή εκδοχή αμέσως μετά από την εμφάνιση και την προτροπή του Αγγέλου ( But the old man would not so, but slew his son –  and half the seed of Europe one by one…). Η χριστιανική λειτουργία, στη λατινική γλώσσα, αποδίδει τον Παράδεισο, την εξωκοσμική και ιδεατή, δηλαδή, διάσταση. Αντίθετα, τα ποιήματα, στα αγγλικά, προσγειώνουν ανώμαλα τον ακροατή στον γήινο και υπέρμετρα βίαιο και σκληρό κόσμο, γνήσιο  εφεύρημα του ανθρώπινου νου. Άλλωστε, έτσι ακριβώς δεν έχει η δισυπόστατη φύση όλων ημών; Ωστόσο, ακόμη και αυτό επιχειρείται από τον Britten με τρόπο ανορθόδοξο.

Το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα του τεραστίου δυναμικού, που απαιτεί η εκτέλεση του έργου (περί τα 300 άτομα συνολικά) τίθεται στη διάθεση της Λειτουργίας, προκαλώντας συναισθήματα δέους και κατάνυξης. Απαρτίζεται από μεγάλη ορχήστρα και χορωδία, καθώς και από παιδική χορωδία. Από τους τρεις μονωδούς (υψίφωνος, τενόρος και βαρύτονος), επιστρατεύεται μόνο η πρώτη. Οι δυο αντρικές φωνές είναι εκείνες που αποδίδουν τα ποιήματα του Owen, συνοδευόμενες από ορχήστρα δωματίου (ορχήστρα μέσα στην ορχήστρα). Το δέος, που προκαλείται εδώ, δεν προκύπτει από τον όγκο των μέσων που χρησιμοποιούνται, αλλά από την ίδια τη δύναμη του περιεχομένου των στίχων. Κατά καιρούς δε, η ομάδα αυτή καταφέρνει, παρά τα πενιχρά μέσα που διαθέτει συγκριτικά, να ισοσκελίσει τον κατακλυσμό, που η Λειτουργία εξαπολύει εκ του ασφαλούς.

Πέραν των δικών του ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, το War Requiem θα μπορούσε, τρόπον τινα, να θεωρηθεί και ως μια ανακεφαλαίωση όλων των μουσικών δημιουργιών του ιδίου είδους, οι οποίες προηγήθηκαν χρονικά. Συνδυάζει, κατά στιγμές, την τραγικότητα του Mozart, τον ρομαντικό παρορμητισμό του Berlioz, τη θεατρικότητα του Verdi, τη σλαβική ιδιοσυγκρασία του Dvořák,  την τρυφερότητα του Fauré. Όμως, δεν είναι μόνο ένα κορυφαίο μουσικό έργο. Πρόκειται για ένα βαθιά φιλοσοφημένο στοχασμό πάνω στη ζωή και στον θάνατο. Προσδίδει μια αίσθηση αιωνιότητας, περικλείοντας μέσα του ολόκληρο το ανθρώπινο γίγνεσθαι από τα βάθη της Ιστορίας. Αποκαλύπτει τις διαχρονικές εσωτερικές συγκρούσεις και αντιφάσεις. Καταγγέλλει δημόσια τη βία, από όπου και αν αυτή προέρχεται (πολεμική, πολιτική, ιδεολογική κ.λ.π.). Αποστέλλει ένα πανανθρώπινο μήνυμα αυτοκριτικής, λύτρωσης και ελπίδας, μέσα από μια διαδικασία ενδοσκόπησης και εσωτερικής κάθαρσης. Σε τελευταία ανάλυση, παρά την αντισυμβατική θρησκευτική πίστη του συνθέτη, το μήνυμα που εκπέμπει είναι  ένα μήνυμα βαθύτατα χριστιανικό.

Galina Vishnevskaya (1926-2012) και Benjamin Britten (1913-1976)
Galina Vishnevskaya (1926-2012) και Benjamin Britten (1913-1976)

Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

 

Ι. Requiem aeternam

 Πρόκειται για το εισοδικό της Νεκρώσιμης Ακολουθίας, που ξεκινά με την παρακλητική φράση: «Requiem aeternam dona eis Domine» (= Ανάπαυσιν αιώνιον δος αυτοίς Κύριε). Την ορχήστρα, τη χορωδία και την παιδική χορωδία διαδέχoνται ο τενόρος και η ορχήστρα δωματίου, που αποδίδουν το ποίημα με τίτλο «Anthem for Doomed Youth«

 

What passing-bells for these who die as cattle?

      — Only the monstrous anger of the guns.

      Only the stuttering rifles’ rapid rattle

Can patter out their hasty orisons.

No mockeries now for them; no prayers nor bells; 

      Nor any voice of mourning save the choirs,—

The shrill, demented choirs of wailing shells;

      And bugles calling for them from sad shires.

 

What candles may be held to speed them all?

      Not in the hands of boys, but in their eyes

Shall shine the holy glimmers of goodbyes.

      The pallor of girls’ brows shall be their pall;

Their flowers the tenderness of patient minds,

And each slow dusk a drawing-down of blinds.

 

            Το μέρος κλείνει με το πατροπαράδοτο Kyrie eleison.

 

ΙΙ. Dies irae

  Το λατινικό κείμενο αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία (Ημέρα οργής, εκείνη η μέρα,ο κόσμος θ’αφανιστεί μέσα σε στάχτες, όπως προφήτευσαν ο Δαβίδ και η Σίβυλλα. Πόσος τρόμος θα υπάρξει, όταν έρθει ο Κριτής αυστηρά να δικάσει). Στο σημείο αυτό, ο Britten ανοίγει με τη μουσική του τις πύλες της Κολάσεως. Ειδικά με τις σάλπιγγες της Αποκάλυψης (Tuba mirum), απελευθερώνει απίστευτα βίαιες δυνάμεις. Πρόκειται, ίσως, για το θεαματικότερο σημείο του όλου έργου, ευθεία αναφορά στο σάλπισμα για έφοδο και στους ήχους των πυροβόλων.

Από εκεί και έπειτα, τα παραδοσιακά μέρη της Λειτουργίας (Liber scriptus, Recordare, Confutatis maledictis) εναλλάσονται με τρία ποιήματα ( «But I was Looking at the Permanent Stars«, «The Next War«, «Sonnet On Seeing a Piece of our Heavy Artillery Brought into Action«). Έπειτα από μια σύντομη επανάληψη του ξεσπάσματος του Dies irae, όλοι μαζί συγκλίνουν προς το Lacrimosa (Δακρυόεσσα ημέρα), όπου η υψίφωνος, μαζί με τη χορωδία, συνυπάρχουν με τον τενόρο, ο οποίος αποδίδει το ποίημα «Futility«.

Move him into the sun—

Gently its touch awoke him once,

At home, whispering of fields half-sown.

Always it woke him, even in France,

Until this morning and this snow.

If anything might rouse him now

The kind old sun will know…

 (Το Lacrimosa το 1980 στον Καθεδρικό Ναό του Gloucester, με την υψίφωνο Galina Vishnevskaya και τον τενόρο Peter Pears, τους οποίους ο Britten είχε κατά νου όταν συνέθετε το War Requiem, περίπου είκοσι χρόνια νωρίτερα.):

ΙΙΙ. Offertorium

unnamed
Somme 1916

 Το πλέον ευρηματικό, ίσως, μέρος του έργου. Πρόκειται για τον Χερουβικό Ύμνο, ο οποίος αναφέρεται στις τάξεις των Αγγέλων. Ξεκινά με το Domine Jesu Christe (= Κύριε Ιησού Χριστέ ), που εκτελείται από παιδική χορωδία. Περιλαμβάνει, κατόπιν, ευθεία αναφορά στο επεισόδιο της θυσίας του Αβραάμ (Quam olim Abrahae promisisti et semini ejus), όπου ο Britten λειτουργεί ανατρεπτικά, κάνοντας, ταυτόχρονα με το παραδοσιακό κείμενο, χρήση του ποιήματος «The Parable of the Old Man and the Young» . Σε ένα πρώτο μέρος, το ποίημα περιγράφει, με το χαρακτηριστικό πνεύμα του Owen, το στήσιμο του βωμού και την προετοιμασία της θυσίας. («Then Abram bound the youth with belts and straps and builded parapets and trenches there»). Μεσολαβεί η περιγραφή της παρέμβασης του Αγγέλου την κρίσιμη στιγμή, για να δωθεί η κατά τους Owen και Britten κατάληξη  (But the old man would not so, but slew his son –  and half the seed of Europe one by one…). Ταυτόχρονα, ο ήχος της παιδικής χορωδίας, τοποθετημένης σε ψηλό σημείο και με συνοδεία εκκλησιαστικού οργάνου, προσδίδει μια αλλόκοτη αίσθηση αθωότητας και απόκοσμης γαλήνης.

                      

IV. Sanctus

            Όπως το προδίδει και το όνομα, το Sanctus (Επινίκιος ‘Υμνος στη χριστιανική εκκλησιαστική υμνολογία)  αποτελεί το δοξαστικό μέρος της Ακολουθίας και του έργου – Sanctus, sanctus, sanctus Dominus Sabaoth, (= Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ) . Το προσκήνιο εδώ καταλαμβάνουν η υψίφωνος και η χορωδία, σε ένα μέρος μεγάλης τεχνικής δεξιότητας για αμφότερους. Η ενορχήστρωση είναι γεμάτη φαντασία, ειδικότερα στην κατηγορία των κρουστών οργάνων. Μεταξύ άλλων χρησιμοποιούνται κύμβαλα, κρόταλα, γκονγκ, καμπάνες, τρίγωνο, ταμπουρίνι, καστανιέτες, glockenspiel και Ινδονησιακό γκάμελαν. Η είσοδος της φωνής είναι έως και τρομακτική με την ψυχρότητα που τη διακρίνει. Ακολουθεί μια κλιμακούμενη, άκρως εντυπωσιακή, παρέμβαση της χορωδίας ( pleni sunt coeli et terra gloria tuaπλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης Σου) , για να φτάσει το μέρος με το Ωσσανά στο δοξαστικό του απόγειο. Το Sanctus συνοδεύεται από το Benedictus (= Eυλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου). To κλίμα μεταλλάσσεται άρδην. Την ψυχρή σκληρότητα της αρχής διαδέχεται τώρα, με τους ίδιους, πάντοτε, συντελεστές, ένα απόσπασμα απίστευτης τρυφερότητας και ανθρωπιάς, προτού επαναληφθεί η θεαματική κορύφωση του  Ωσσανά. Με ένα πολύ έξυπνο σβήσιμο (συχνά η ησυχία μπορεί να αποβεί περισσότερο εκκωφαντική από το θόρυβο, ειδικότερα όταν τον διαδέχεται), τη σκυτάλη παραλαμβάνει, μέσω του βαρύτονου, ο Owen, με το ποίημα «The End«

 

After the blast of lightning from the East,

The flourish of loud clouds, the Chariot Throne;

After the drums of Time have rolled and ceased,

And by the bronze west long retreat is blown,

Shall life renew these bodies?…

 

V. Agnus Dei

 To Agnus Dei είναι ένα από τα πιο μελαγχολικά μέρη του War Requiem, το πιο σύντομο αλλά και συγκινησιακά φορτισμένο. Το φωνητικό εύρος που απαιτείται από τον τενόρο κινείται στα όρια του απάνθρωπου. Ο τελευταίος αποδίδει το ποίημα «At a Calvary near the Ancre» Σε αυτό, ο Owen μεταφέρει τη σκηνή της Σταύρωσης στην περιοχή του Somme (o Ancre είναι παραπόταμος του Somme και υπήρξε πεδίο δυο σκληρών μαχών εντός του 1916).

 

One ever hangs where shelled roads part.

In this war He too lost a limb,

But His disciples hide apart;

And now the Soldiers bear with Him.

Near Golgotha strolls many a priest,

And in their faces there is pride

That they were flesh-marked by the Beast

By whom the gentle Christ’s denied. …

Η χορωδία πλαισιώνει τον τενόρο επαναλαμβάνοντας διαρκώς τη φράση Agnus Dei qui tollis peccata mundi (Ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου). Για να καταλήξουν από κοινού στη φράση dona nobis pacem

unnamed
Oι Benjamin Britten, Dietrich Fischer-Dieskau (βαρύτονος) και Peter Pears (τενόρος) κατά την πρώτη παγκόσμια εκτέλεση του War Requiem στο νέο Καθεδρικό Ναό του Coventry (Μάῐος 1962)

 

VI. Libera me

H κορύφωση του έργου και συνάμα η λύτρωση μέσω του θανάτου. Η στιγμή όπου συναντώνται, επικαλύπτονται και αλληλοσυμπληρώνονται τα πάντα με το τίποτα, η απόγνωση με την ελπίδα, το δέος με τη λύτρωση. Το Libera me είναι το μακροσκελέστερο μέρος έπειτα από το Dies irae. Έχει κτισθεί γύρω από το ποίημα «Strange Meeting» όπου συμμετέχουν τενόρος και βαρύτονος, που υποδύονται δυο αντίπαλους. Στην αρχή, ένας στρατιώτης αφηγείται με τι τρόπο κατέφυγε στον κάτω κόσμο, προκειμένου να αποδράσει από τη φρίκη του πεδίου της μάχης.

 

  It seemed that out of the battle I escaped

 Down some profound dull tunnel, long since scooped

 Through granites which Titanic wars had groined.

 Yet also there encumbered sleepers groaned,

 Too fast in thought or death to be bestirred.

Εκεί, συναντά ένα πρόσωπο, το οποίο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει

 

Then, as I probed them, one sprang up, and stared

 With piteous recognition in fixed eyes,

 Lifting distressful hands as if to bless.

  And by his smile, I knew that sullen hall;

  By his dead smile, I knew we stood in Hell.

Τότε, ξεκινά μαζί του ένα διάλογο

 

  «Strange, friend,» I said, «Here is no cause to mourn.»

«None,» said the other, «Save the undone years,

 The hopelessness. Whatever hope is yours,

  Was my life also;”…

 

και παρακάτω, συνεχίζει ο δεύτερος:

 

  “Courage was mine, and I had mystery;

  Wisdom was mine, and I had mastery;

     To miss the march of this retreating world

 Into vain citadels that are not walled.”…

 

Για να έρθει, τελικά, η αποκάλυψη:

 

   “I am the enemy you killed, my friend.

I knew you in this dark; for so you frowned

 Yesterday through me as you jabbed and killed.

 I parried; but my hands were loath and cold.

  Let us sleep now . . .»

 

   Η φράση  Let us sleep now, επαναλαμβανόμενη συνεχώς, δίνει το έναυσμα για μια απίστευτης ομορφιάς μελωδία, πλημυρισμένη από τρυφερότητα και από γαλήνη, με τη συμμετοχή,  για πρώτη φορά από την αρχή του έργου, όλων μαζί των συντελεστών, καθώς η υψίφωνος μαζί με τη χορωδία τραγουδούν το In Paradisum. Πρόκειται για τη στιγμή της εξαΰλωσης.. Και ενώ όλα δείχνουν να τελειώνουν τόσο αρμονικά, τόσο ανθρώπινα, έρχεται το τελικό κτύπημα της καμπάνας για να στείλει τον, ανακουφισμένο από την αναπάντεχη μέχρι στιγμής εξέλιξη, ακροατή κυριολεκτικά στον Άδη.

To In Paradisum από την ιστορική ηχογράφηση του 1963, υπό τη διεύθυνση του συνθέτη:

 

 

 Με αφορμή την παγκόσμια πρώτη εκτέλεση του έργου, ο μουσικοκριτικός William Mann έγραψε στους Times του Λονδίνου:Δεν πρόκειται για ένα Requiem προορισμένο να παρηγορήσει τους ζωντανούς. Κατά στιγμές, δεν αφήνει ούτε τους νεκρούς να κοιμηθούν απερίσπαστοι. Αναστατώνει κάθε ζώσα ψυχή, καταγγέλοντας την αφυπνίζουσα βαρβαρότητα που υποβόσκει παντού, με το κύρος  που μόνο ένας μεγάλος συνθέτης μπορεί να επιστρατεύσει. Πέραν πάσης αμφιβολίας,  πρόκειται για το αριστούργημα του Benjamin Britten”.

 

 

Το War Requiem στο Royal Albert Hall του Λονδίνου (Νοέμβριος 2013)

War Requiem: A Retrospective:

 

Ιστορική, ποιητική και μουσικολογική ανάλυση του War Requiem:

http://www.warrequiem.org/

 

The Somme centenary 2014-2018

http://www.somme-battlefields.com/

IMG_7875-1024x683
Γιάννης Μουρέλος, Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας Α.Π.Θ