Skip to main content

Giorgio  Rochat: O Mussolini πολέμαρχος- Μέρος Α΄: Η πορεία προς τον πόλεμο (1935-1940)¹

Giorgio  Rochat

O Mussolini πολέμαρχος

               Μέρος Α΄: Η πορεία προς τον πόλεμο (1935-1940)¹

Η γνωστή ρήση του Churchill, η οποία απέδιδε την ευθύνη για την εμπλοκή και για την εν γένει συμπεριφορά της Ιταλίας στον πόλεμο, σε “έναν και μόνο έναν άνθρωπο”, ² έτυχε μιας απήχησης  ευρύτερης από ό,τι της άξιζε, επειδή εξυπηρετούσε σημαντικά συμφέροντα. Επί χρόνια, η φασιστική προπαγάνδα, έχοντας εστιάσει στον μύθο του αλάνθαστου και αναντικατάστατου Duce, εξυμνούσε συστηματικά την αποφασιστική συμβολή του Mussolini στην όλη διαμόρφωση της πολιτικής σε καιρούς ειρήνης και πολέμου. Μετά το 1943, οι διάφορες βασιλόφρονες και δημοκρατικές κυβερνήσεις της Ιταλίας, η στρατιωτική ιεραρχία και η συντηρητική πτέρυγα της κοινής γνώμης, υιοθέτησαν ευχαρίστως την εκδοχή του Churchill, καθώς αισθάνονταν, έτσι, απαλλαγμένες από τη βαρειά κληρονομιά, που είχε αφήσει πίσω η χρεωκοπία του φασιστικού καθεστώτος. Η ίδια εκδοχή ευνοούσε και τον Roosevelt, ο οποίος, φοβούμενος μήπως δυσαρεστήσει μια εκλογική πελατεία 6 εκατομμυρίων Ιταλο-αμερικανών ψηφοφόρων, προσκείμενων στο Δημοκρατικό κόμμα, επέμενε συνεχώς στη διάκριση μεταξύ του δικτάτορα και της κυβέρνησης από τη μια πλευρά και ενός ιταλικού λαού, παραδοσιακά φιλικά προσκείμενου έναντι των ΗΠΑ, από την άλλη. Αντίθετα, μέσα στους κόλπους της βρετανικής κυβέρνησης, η επικρατούσα τάση ήταν πιο αυστηρή, και δεν άφηνε περιθώρια για υπεκφυγές στο ζήτημα των πολεμικών ευθυνών της Ιταλίας. Παραταύτα, το 1943, ο Churchill κατάφερε να επιβάλει τη δική του πολιτική, που συνίστατο στην αντικατάσταση του Mussolini από μια όσο το δυνατόν περισσότερο συντηρητική κυβέρνηση, αποφεύγοντας οποιαδήποτε μετατόπιση του ιταλικού πολιτικού κέντρου βάρους.³ Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο, η προπαγάνδα των δυο παραπάνω κρατών επέμενε στην προσωπική ευθύνη του Mussolini ως προς την εμπλοκή της Ιταλίας στον πόλεμο, την ανεπαρκή στρατιωτική προπαρασκευή της χώρας και την εν γένει κακή διαχείριση των στρατηγικών και πολεμικών επιχειρήσεων. Από το ίδιο πνεύμα διακατέχεται και μια πληθώρα πρωτογενών πηγών και ένα μεγάλο μέρος της σχετικής ιστοριογραφίας, που ανακάλυψαν ένα ανέλπιστο στήριγμα στους θεατρινισμούς και στην εμμονή του δικτάτορα να καταλαμβάνει συνεχώς το προσκήνιο. Η διαφορά του Mussolini, συγκριτικά με τους υπόλοιπους ηγέτες της περιόδου του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, ήταν το ό,τι, περισσότερο από κάθε άλλον, υπήρξε εκείνος που παρέμεινε επί τόσο μακρύ χρονικό διάστημα στην εξουσία και συνακόλουθα, που κλήθηκε να αντιμετωπίσει τα δυσκολότερα εσωτερικά προβλήματα. Επόμενη ήταν η αντανάκλαση του διακριτικού αυτού γνωρίσματος και στο πεδίο των πολεμικών ευθυνών. Επιπρόσθετα, μη ξεχνάμε πως είχε  προηγηθεί η πετυχημένη διενέργεια του ιταλο-αιθιοπικού πολέμου, όπου ο Mussolini διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο, έστω και αν η συμβολή του μεγαλοποιήθηκε από τη φασιστική προπαγάνδα. Όπως συμβαίνει με όλους τους μύθους, έτσι και στην περίπτωση που μας αφορά, η παντοδυναμία και η σατανική ιδιοφυία του πρωταγωνιστή επαληθεύονται μόνο μερικώς. Κυρίως, όμως, πρέπει να αποτελέσουν, σε όλο τους το μέγεθος, αντικείμενο κριτικής προσέγγισης, ικανής να συνυπολογίσει το πολιτικό πλαίσιο, εντός του οποίου ο ιταλός δικτάτορας ανέπτυξε τη δραστηριότητά του. Αυτός ακριβώς είναι ο στόχος μας. Θα τον επιχειρήσουμε, συγκεντρώνοντας τα αποτελέσματα της ιστοριογραφικής έρευνας, αλλά και διακινδυνεύοντας, παράλληλα, ορισμένες υποθέσεις εργασίας.

  1. Η πολεμική προπαρασκευή.

Η εξωτερική πολιτική του φασιστικού καθεστώτος καλείτο να ανταποκριθεί σε δυο αντικρουόμενες, ως ένα βαθμό, παραμέτρους.⁴  Από τη μια πλευρά, ήταν επιτακτική η ανάγκη να διαφυλαχθεί και να βελτιωθεί μια διεθνής ισορροπία των πραγμάτων, που ευνοούσε την οικονομική ανάπτυξη της χώρας, ειδικότερα δε, την εξαγωγή των προορισμένων για μαζική κατανάλωση προϊόντων, απαραίτητη για τη διατήρηση του εμπορικού ισοζυγίου. Από την άλλη, έπρεπε να σημειωθούν, για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης και μόνο, μεγάλης ή μικρής διάρκειας θεαματικές επιτυχίες, ικανές να ανυψώσουν το κύρος του καθεστώτος. Μόνο έτσι ήταν δυνατό να εκτραπεί η προσοχή της αστικής και τμήματος της εργατικής τάξης από τα εσωτερικά προβλήματα. Πόσο μάλλον, που οι σχέσεις των οικονομικών κύκλων  με τη Γαλλία, μια χώρα λιγότερο ανταγωνιστική από ό,τι η Γερμανία, αλλά και με τη Γιουγκοσλαβία, κυριότερο προμηθευτή πρώτων υλών, ήταν καλές. Η αναγκαιότητα, όμως, να κατασκευαστούν εύκολα αναγνωρίσιμοι αντίπαλοι, είχε οδηγήσει την ιταλική διπλωματία στο να υιοθετήσει επιθετική πολιτική έναντι των δυο παραπάνω γειτονικών κρατών.

Κατά την πρώτη δεκαετία της φασιστικής δικτατορίας, η απόλυτη παντοδυναμία της αγγλο-γαλλικής συμμαχίας στην Ευρώπη, δεν άφηνε στην Ιταλία περιθώρια για αυτοσχεδιασμούς στο χώρο της εξωτερικής πολιτικής. Αποτέλεσμα ήταν η εμφάνιση ενός χάσματος ανάμεσα στον πολεμοχαρή και θορυβώδη λόγο του Mussolini (τον οποίο φρόντιζαν να αναδεικνύουν οι υπηρεσίες προπαγάνδας) και τις μετριοπαθείς επιλογές της επίσημης διπλωματίας, που στόχευαν στη δημιουργία σφαιρών πολιτικής και οικονομικής επιρροής στη Βαλκανική, αποφεύγοντας να διαταράξουν την υπάρχουσα ισορροπία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πολεμική προπαρασκευή (ο Mussolini ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος κατά την τετραετία 1925-1929, ως επικεφαλής των τριών αρμοδίων υπουργείων) δεν μπορούσε παρά να κινηθεί σε συμβατικά επίπεδα: επιχειρήσεις του στρατού ξηράς στο μέτωπο των Άλπεων και προσπάθεια για εξασφάλιση ναυτικής υπεροπλίας στη Μεσόγειο. Έτσι εξηγείται γιατί η διαμόρφωση του αμυντικού δόγματος κινείτο σε ρυθμούς Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε την ίδια εποχή και με τη Γαλλία.

 

Tο καταδρομικό Alberico da Barbiano καταπλέει στο λιμάνι της Βενετίας.

Οι αρχικές επιλογές της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας, χρίζουν προσοχής, καθώς έμελλαν να επηρεάσουν τους μετέπειτα σχεδιασμούς και ενέργειες του καθεστώτος. Πρώτη διαπίστωση αποτελεί η πλήρης ευθυγράμμιση της στρατιωτικής ηγεσίας με το φασιστικό κόμμα. Ο στρατός είχε, κατά κάποιο τρόπο ευθύς εξαρχής υποστηρίξει την άνοδο του Mussolini στην εξουσία και συνδράμει στην εμπέδωση της δικτατορίας. Οι ένοπλες δυνάμεις, έμπειρες σε ζητήματα διαφύλαξης της δημόσιας τάξης, ήταν σε θέση να παράσχουν ένα αποφασιστικό στήριγμα και να προφυλάξουν το καθεστώς από μια ενδεχόμενη ανατροπή. Τόσο σημαντική, μάλιστα, αποδείχθηκε η εμπιστοσύνη, που το στράτευμα απέπνεε, ώστε από νωρίς το κόμμα εγκατέλειψε την προοπτική διατήρησης μιας δικής του πολιτοφυλακής, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στις ένοπλες δυνάμεις. Η προνομιακή αυτή σχέση παρέμεινε σε ισχύ έως τις μεγάλες ήττες της περιόδου 1942-1943 και έχαιρε της συγκατάθεσης του συνόλου του σώματος των αξιωματικών.

Ως αντιστάθμισμα, το στράτευμα εξασφάλισε απόλυτη αυτονομία σε θέματα διοίκησης των τριών όπλων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η στρατιωτική ιεραρχία στράφηκε προς την κατεύθυνση μιας παραδοσιακής πολιτικής με έμφαση στην επίδειξη ισχύος. Αντίθετα, έδειχνε να συγκινείται λιγότερο από μια πολεμική προπαρασκευή με γνώμονα τα πλεονεκτήματα και τις δυνατότητες που προσέφερε η εξέλιξη της τεχνολογίας. Έτσι αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές όλες οι ενέργειες για έναν καλύτερο συντονισμό μεταξύ των τριών όπλων. Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου λόγου χάρη, ένα αξίωμα το οποίο δημιουργήθηκε το 1925, διέθετε περιορισμένες δυνατότητες παρέμβασης και ανάληψης πρωτοβουλιών, παρόλο το αδιαμφισβήτητο κύρος του κατόχου της θέσης από το 1925 έως το 1940, του στρατάρχη Badoglio. Κάθε όπλο θεωρούσε σκόπιμο να αναπτυχθεί κινούμενο προς την κατεύθυνση των δικών του επιλογών, αγνοώντας επιδεικτικά όσα έπρατταν τα υπόλοιπα δυο, αλλά και μη συνυπολογίζοντας τις εξελίξεις, οι οποίες σημειώνονταν καθημερινά στο διεθνές στερέωμα. Οι όποιες ενέργειες για συντονισμό, πέραν του ισχνού αριθμού, υπαγορεύονταν αποκλειστικά και μόνο από ανάγκες προβολής και διαφήμισης.

Πρόκειται περί σοβαρών ελλείψεων, η ύπαρξη των οποίων έγινε ακόμα πιο αισθητή όταν, μέσα στη δεκαετία του ’30, η εξωτερική πολιτική της Ιταλίας προσέλαβε μια περισσότερο διεκδικητική μορφή. Οι λόγοι της μεταστροφής είναι γνωστοί: η μεγάλη οικονομική κρίση του 1929, η άνοδος των ναζί στην εξουσία τέσσερα χρόνια αργότερα και ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας. Το ολοένα και βαθύτερο χάσμα, που χώριζε τη Γερμανία από τον συνασπισμό Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας, προσέφερε νέες ευκαιρίες και προοπτικές για έναν Mussolini, ο οποίος αποζητούσε μετ’ επιτάσεως διεθνείς επιτυχίες για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης. Τα ποσοστά της ανεργίας είχαν αυξηθεί εντυπωσιακά εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, οι μισθοί περικόπηκαν, ενώ παρατηρήθηκε κάμψη στον τομέα της βιομηχανικής παραγωγής. Πάνω απ’ όλα, όμως, το καθεστώς καλείτο να διαχειριστεί μια διαρκώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια σε επίπεδο κοινής γνώμης. Ο δε δυναμισμός της γερμανικής οικονομίας σε χώρους όπως τα Βαλκάνια, κινδύνευε να αποβεί μοιραίος για τις εξαγωγές των ιταλικών βιομηχανικών προϊόντων προς την ίδια περιοχή. Προκειμένου να ξεπεραστεί μια κρίση αυτού του είδους, ήταν απαραίτητο να πραγματοποιηθούν μεγάλες επενδύσεις. Δυστυχώς, ο οικονομικός κόσμος δεν διέθετε το σθένος και την ωριμότητα για να υπαγορεύσει ένα πρόγραμμα σε βάθος χρόνου, όπως συνέβη με την περίπτωση του New Deal του Roosevelt ή με εκείνη του επανεξοπλισμού της Γερμανίας. Κατά συνέπεια, η πρωτοβουλία διαχείρισης της κρίσης περιήλθε στον Mussolini, ο οποίος επέλεξε την εύκολη λύση: έναν πόλεμο αποικιακής φύσεως, ικανό να εξασφαλίσει επιτυχίες δίχως απώλειες και θυσίες.

Ο στόχος ήταν προδιαγεγραμμένος. Επρόκειτο για την Αιθιοπία, το μοναδικό εναπομείναν, περί τα μέσα της δεκαετίας του ΄30, ανεξάρτητο κράτος της Αφρικανικής Ηπείρου, σε βάρος του οποίου ο ιταλικός ιμπεριαλισμός είχε στρέψει την προσοχή του ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Ήταν προφανές πως οι εποχές των αποικιακών πολέμων είχαν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η Αιθιοπία εκπροσωπείτο στους κόλπους της Κοινωνίας των Εθνών, με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπαγόταν σε επίπεδο διεθνών ερρεισμάτων. Όμως, όπως είδαμε, ο Mussolini είχε απόλυτη ανάγκη από έναν κλασσικού τύπου αποικιακό πόλεμο, γι’ αυτό και τετραπλασίασε με δική του πρωτοβουλία το μέγεθος των στρατευμάτων, που ενεπλάκησαν στην όλη υπόθεση. Στο μυαλό του ιταλού δικτάτορα ο συγκεκριμένος πόλεμος έπρεπε να είναι αρκετά σημαντικός, ώστε να μπορέσει να αναμειχθεί σε αυτόν ενεργά ο ιταλικός λαός (πάνω από 500.000 νέοι στάλθηκαν επιτόπου), να λειτουργήσει ως έναυσμα για μαζικές παραγγελίες στον τομέα της βιομηχανίας (ο κρατικός προϋπολογισμός αυξήθηκε κατά 50%, αλλά τα αποθέματα σε χρυσό και σε σκληρό συνάλλαγμα μεταξύ 1934 και 1936 μειώθηκαν από 7,4 εκατομ. σε 2,4 χρυσές λίρες) και να μην επιφυλασσει δυσάρεστες εκπλήξεις, ικανές να τραυματίσουν το κύρος του καθεστώτος και τον μύθο περί αήττητου του φασισμού. Τέλος, ένας πόλεμος, ο οποίος θα εμφάνιζε εντός και εκτός συνόρων την Ιταλία στο προπύργιο της τεχνολογίας, χάρη στην εκτεταμένη χρήση αεροπλάνων, αρμάτων μάχης και πάσης φύσεως μηχανοκίνητων μέσων καθώς και ασφυξιογόνων αερίων. Εξυπακούεται πως όλα τα παραπάνω έπρεπε να διεκπεραιωθούν ταχύτατα, προκειμένου να αποφευχθούν διεθνούς κλίμακας επιπλοκές.⁶

Αντ’ αυτών, ο δεύτερος ιταλο-αιθιοπικός πόλεμος κατάφερε ένα θανάσιμο πλήγμα σε βάρος της  ισορροπίας στην Ευρώπη, έτσι τουλάχιστον όπως αυτή είχε προκύψει από το καθεστώς των Συνθηκών  του Μεγάλου Πολέμου. Οι κυβερνήσεις του Λονδίνου και του Παρισιού, θορυβημένες και απορροφημένες από τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας, δεν είχαν αντίρρηση να αφήσουν το πεδίο ελεύθερο στον

Προπαγανδιστική αφίσα του 1936.

Duce. Άλλωστε, δεν διακυβεύονταν ζωτικά τους συμφέροντα στην Αιθιοπία. Καλούνταν, όμως, να διαχειριστούν την αντίδραση της κοινής γνώμης στις χώρες τους, αλλά και εκείνη των μικρών κρατών, που θεωρούσαν την Κοινωνία των Εθνών ως κυματοθραύστη των όποιων καταχρηστικών συμπεριφορών εκ μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο Mussolini, από τη δική του πλευρά, δεν ήταν διατεθειμένος να περιοριστεί σε μια απλή de facto στρατιωτική κατοχή. Αναζητούσε θεαματικές επιτυχίες, που θα εξουδετέρωναν εν τη γεννέσει του κάθε περιθώριο συμβιβασμού. Τελικά, η υποστήριξη Βρετανών και Γάλλων προς τον ιταλό δικτάτορα (απέτρεψαν μια περισσότερο δυναμική ανάμειξη της ΚτΕ, ενώ οι περίφημες κυρώσεις εξελίχθηκαν σε φαρσοκωμωδία), δεν απέφερε το προσδοκούμενο αποτέλεσμα. Το χάσμα βάθυνε ανάμεσα στις δυτικές δημοκρατίες και τη φασιστική Ιταλία, με αποτέλεσμα η τελευταία να στραφεί προς τη χιτλερική Γερμανία.⁷ Έκτοτε, οι διμερείς σχέσεις με το Βερολίνο ακολούθησαν εξελικτική πορεία με αφορμή το Anschluss, την κοινή παρέμβαση στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, το Σύμφωνο του Μονάχου, έως τη συνομολόγηση, στις 22 Μαίου 1939, μιας επιθετικής συμμαχίας, γνωστής με την προσωνυμία Χαλύβδινη.

Στο σημείο αυτό, οφείλουμε να επισημάνουμε πως η παραπάνω μεταστροφή της ιταλικής πολιτικής προς την κατεύθυνση της Γερμανίας, υπήρξε συνειδητή επιλογή της κυβέρνησης, ειδικότερα δε του ιδίου του Mussolini προσωπικά. Ο τελευταίος, εκτιμώντας πως οι δυτικές δημακρατίες είχαν περιέλθει σε κατάσταση παρακμής, θεώρησε σκόπιμο να προσδέσει τη χώρα του με τη μοίρα της ανερχόμενης, την εποχή εκείνη, δύναμης. Κατά τους πρώτους, ωστόσο, μήνες του πολέμου (μεταξύ Σεπτεμβρίου 1939 και Ιουνίου 1940), ο ανέτοιμος, ακόμη, για πόλεμο Duce, θα αναλωθεί σε επικίνδυνους ακροβατισμούς, έως ότου η ίδια η εξέλιξη του πολέμου τον πείσει να παρέμβει τελικά σε αυτόν. Νωρίτερα όμως, το 1935-1936, τα πράγματα δεν είχαν έτσι. Τότε, η επιλογή της προσχώρησης σε κάποιο από τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, πραγματοποιήθηκε απρόσκοπτα και τύγχανε της σύμφωνης γνώμης της άρχουσας τάξης, του οικονομικού κόσμου και του στρατεύματος.

Κατά δεύτερο λόγο, πρέπει να τονισθεί πως η αλλαγή πλεύσης προϋπέθετε ουσιαστικές αλλαγές ως προς τον στρατηγικό σχεδιασμό και τον ρόλο των ενόπλων δυνάμεων. Η ρήξη με τη Γαλλία και με τη Μεγάλη Βρετανία αυτομάτως μετατόπιζε το κέντρο βάρους αφενός στο μέτωπο των Άλπεων για τις χερσαίες επιχειρήσεις και αφετέρου στον ευρύτερο Μεσογειακό χώρο για τις ναυτικές.⁸

Όταν το καλοκαίρι του 1935, η βρετανική κυβέρνηση έστειλε την Home Fleet στη Μεσόγειο (επρόκειτο για μια κίνηση επίδειξης ισχύος λίγο προτού οι Ιταλοί εισβάλουν στην Αιθιοπία), στους στρατιωτικούς κύκλους της Ρώμης επικράτησε κλίμα απόγνωσης, γεγονός που εκλήφθηκε ως ομολογία αδυναμίας. “Μια ένοπλη αναμέτρηση με τη Μεγάλη Βρετανία θα μας έφερε στο χείλος της καταστροφής” έγραφε προς τον Mussolini ο στρατάρχης Badoglio, βγαίνοντας από μια σύσκεψη των αρχηγών των επιτελείων. Συνέχισε δε, προτρέποντας για μια ειρηνική διευθέτηση της κρίσης: “Η Εξοχότης σας έχει προσφέρει τεράστιες υπηρεσίες στη χώρα μας. Την έχει επανατοποθετήσει, σε τιμητική, μάλιστα και περίοπτη θέση, στο παγκόσμιο στερέωμα. Η Εξοχότης σας δεν πρέπει να αφήσει το μεγαλειώδες αυτό έργο ημιτελές. Ούτε πρέπει να εκθέσει τη χώρα σε μια καταστροφή, η οποία θα είχε ως συνέπεια να την υποβιβάσει στην κατηγορία των βαλκανικών κρατών. Είμαι πεπεισμένος πως η Εξοχότης σας θα βρει, μέσα στις αστείρευτες δυνατότητες που διαθέτει και που κατ’ επανάληψη έχει αποδείξει ότι διαθέτει, μια έντιμη λύση στο αγωνιώδες πρόβλημα μιας ένοπλης αντιπαράθεσης με την Αγγλία, το οποίο μας απασχολεί τον τελευταίο καιρό. Δεν μου απομένει παρά να τη διαβεβαιώσω πως εμείς οι στρατιωτικοί πρόκειται να εκπληρώσουμε την αποστολή μας μέχρι τέλους”.⁹

Δυστυχώς, ούτε ο στρατηγικός σχεδιασμός υπήρξε αντικείμενο επανεξέτασης με γνώμονα τις διεθνείς εξελίξεις, αλλά ούτε και οι επιλογές της φασιστικής κυβέρνησης έδειχναν να λαμβάνουν υπόψη τις δυνατότητες των ενόπλων δυνάμεων. Ως εκ τούτου, προέκυψε σαφής διάσταση ανάμεσα στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής και την πολεμική προπαρασκευή της χώρας. Μια διάσταση, την οποία χρεώνονται εξολοκλήρου ο Mussolini (μην λησμονούμε πως σε ολόκληρη τη δεκαετία 1933-1943 είχε εκ νέου αναλάβει επικεφαλής των τριών πολεμικών υπουργείων) και η στρατιωτική ηγεσία, η οποία δεν είχε το σθένος να αντιταχθεί στις οδηγίες και στις επιλογές του Duce.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προαναφερθέντων αποτελεί ο τρόπος, με τον οποίο ο Mussolini οργάνωσε την ανώτατη διοίκηση του στρατεύματος κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής του πολέμου της Αιθιοπίας. Συγκέντρωσε στο πρόσωπό του τις αρμοδιότητες έξι αυτόνομων διοικήσεων: των υπουργείων Στρατιωτικών, Ναυτικών, Ναυτικής  Αεροπορίας και Αποικιών, καθώς και της  ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης της Σομαλίας και της Ερυθραίας. Επόμενο ήταν να ανακύψουν

Αιθιοπία, 1936. Ιταλοί στρατιώτες μεταφέρουν την προτομή του Duce.

σοβαρά προβλήματα συντονισμού, από τη στιγμή που ο ιταλός δικτάτορας δεν διέθετε τον απαιτούμενο χρόνο αλλά ούτε και τα προσόντα, προκειμένου να είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε τόσο αυξημένες υποχρεώσεις. Το μόνο που τον ενδιέφερε, στην περίπτωση, ήταν η προσωπική προβολή για προπαγανδιστικούς λόγους. Το χειρότερο απ’ όλα είναι πως από την κατάσταση αυτή ανέκυψαν προσωπικές αντιπαλότητες,  βίαιες αντιπαραθέσεις, φαινόμενα διαφθοράς και υπέρμετρης αλαζονείας, που μπορούσαν να ζημιώσουν την χώρα, εάν η Ιταλία δεν διέθετε μια συντριπτική στρατιωτική υπεροχή έναντι των ιθαγενών αντιπάλων της, οι οποίοι μάχονταν με αρχαϊκά μέσα. Μπορεί μεν ο πόλεμος να κερδήθηκε δίχως απώλειες, διατάραξε, ωστόσο, αμετάκλητα την ιεραρχία μέσα στο στράτευμα, καθώς το κριτήριο ανέλιξης δεν ήταν, πλέον, η αξιοκρατία, αλλά οι προσωπικές διασυνδέσεις με την εξουσία. Το νέο πνεύμα ανταποκρινόταν στη λογική και στις επιταγές ενός αυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης και κατέληξε να γίνει αποδεκτό και από το ίδιο το Σώμα των αξιωματικών, προς το οποίο το καθεστώς φρόντιζε να διανέμει απλόχερα ανταμοιβές και προνόμια. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο γενικής ευφορίας, ο κίνδυνος μιας ευρωπαϊκής ανάφλεξης περνούσε σχεδόν απαρατήρητος. Αρκεί να αναφέρουμε τις μετατροπές, που υπέστησαν οι ιταλικές μεραρχίες το 1937, οπότε η ισχύς τους περιορίστηκε αισθητά (από δυο συντάγματα η καθεμιά αντί τριών), παρά το γεγονός ό,τι ο συνολικός τους αριθμός φαινομενικά αυξήθηκε (63 το 1937 έναντι 30 το 1926). Τα αποτέλεσμα ήταν να πολλαπλασιαστεί, συνακόλουθα, και ο αριθμός των διοικητών των μεγάλων μονάδων για το θεαθήναι και μόνο, δίχως να υπάρχει κάποιο ουσιαστικό αντίκρυσμα. Είναι ακριβώς η εποχή, που υιοθετήθηκε το δόγμα του “ταχέως πολέμου”. Επρόκειτο για μια παραλλαγή του γερμανικού Blitzkrieg (κεραυνοβόλου πολέμου), η οποία, όμως, δεν στηριζόταν στη χρήση αρμάτων μάχης, αλλά στην ταχύτητα των ποδιών των διαποτισμένων από φασιστική επιθετικότητα στρατιωτών!

  1. Το πρόβλημα της παρέμβασης στον πόλεμο.

Το καταλληλότερο κείμενο, που προσφέρεται για την απαρίθμιση των αντιφάσεων και των αδυναμιών της φασιστικής πολιτικής στις άμεσες παραμονές του πολέμου, είναι το περιεχόμενο του Χαλύβδινου Συμφώνου (Patto d’Acciaio), το οποίο αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της τελευταίας. Από το κείμενο αυτό αναδύονταν ανησυχητικά έως απαισιόδοξα μηνύματα για το μέλλον. Οι Γερμανοί στρατιωτικοί είχαν απορρίψει τις ιταλικές προτάσεις περί συνεργασίας και αμοιβαίων διαβουλεύσεων. Οι δε Ιάπωνες ομόλογοί τους είχαν αρνηθεί τη συνομολόγηση μιας τριμερούς συμμαχίας. Το παράξενο της όλης υπόθεσης είναι πως η τελική πράξη, η οποία υπογράφηκε στο Βερολίνο στις 22 Μαίου 1939, διέθετε όλα τα διακριτικά γνωρίσματα μιας διεθνούς Συνθήκης, καθώς προσδιόριζε με σαφήνεια την αλληλεγγύη των συμβαλλομένων μερών και προέβλεπε σε τακτά χρονικά διαστήματα διαβουλεύσεις και ανταλλαγή πολιτικών και στρατιωτικών πληροφοριών. Τέλος, δέσμευε τις δυο πλευρές για αμοιβαία υποστήριξη όχι μόνο στο πλαίσιο αμυντικού, αλλά και σε περίπτωση επιθετικού πολέμου.¹º

Το ανακόλουθο της όλης υπόθεσης αποκαλύφθηκε ταχύτατα στην πράξη. Την επομένη, κιόλας, της υπογραφής του Συμφώνου, ο Hitler και το επιτελείο του προγραμμάτισαν τις κινήσεις εκείνες, που έμελλαν να οδηγήσουν σε μια γενικευμένη ανάφλεξη, δίχως να ενημερώσουν την ιταλική πλευρά. Ο δε Mussolini, στις 30 Μαίου 1939, σε ένα υπόμνημα προς τον γερμανό δικτάτορα (γνωστό και ως “Υπόμνημα Cavallero”, από το όνομα του κομιστή), οριοθετούσε τις δυνατότητες της συνδρομής της Ιταλίας. Συγκεκριμένα, παρά το γεγονός ό,τι θεωρούσε αναπόφευκτο έναν πόλεμο μέχρις εσχάτων με τις δυτικές δημοκρατίες, η κυβέρνηση της Ρώμης καθιστούσε σαφές πως δεν μπορούσε να ανταποκριθεί σε κάτι τέτοιο πριν από το 1943, οπότε και εκτιμούσε πως θα είχε ολοκληρωθεί η στρατιωτική της προπαρασκευή. Αναμφίβολα, απώτερος σκοπός της υποβολής του υπομνήματος, ήταν η αποδέσμευση από τις υποχρεώσεις, που προέβλεπαν οι διατάξεις του Χαλύβδινου Συμφώνου. Ο Mussolini επιχειρούσε, κατά βάθος, να επιδεικνύει τον εαυτό του ως ισότιμο σύμμαχο της Γερμανίας

Το Χαλύβδινο Σύμφωνο του 1939.

εφόσον εξακολουθούσε να επιμένει στην προβολή μιας δημαγωγικής πολιτικής με άξονα την επίδειξη ισχύος. Έχοντας απόλυτη συναίσθηση του κενού μεταξύ λόγου και πράξης, είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στις διεθνείς συγκυρίες, ικανές, από μόνες, να επιβραδύνουν μια ιταλική παρέμβαση στον πόλεμο.¹¹

Το 1939, η Ιταλία ήταν στην πραγματικότητα μια ελάσσονος κλιμακας δύναμη. Αγωνιζόταν να μην εμπλακεί στις διεθνείς αντιπαραθέσεις, εφαρμόζοντας μια εξωτερική πολιτική, η οποία ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες και τις αντοχές της. Ως προς αυτό, έχαιρε και της συνενοχής των υπολοίπων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Οι επιλογές του Mussolini και των συνεργατών του πρέπει να αξιολογηθούν υπό αυτό το πρίσμα. Όλοι τους γνώριζαν πολύ καλά πως η Ιταλία δεν διέθετε τα μέσα, προκειμένου να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο πλαίσιο ενός γενικευμένου πολέμου. Η παραπάνω διαπίστωση δεν υπονοεί κατά κανένα τρόπο ό,τι οι ιταλικές ένοπλες δυνάμεις ήταν παντελώς ανίκανες. Απλούστατα, μπορούσαν να εκπληρώσουν δευτερεύοντες στόχους, σε συνεργασία με κάποιον ισχυρότερο σύμμαχο. Πρόκειται, ωστόσο, για μια ομολογία, η οποία δεν ήταν δυνατό να εκφραστεί δημόσια. Ούτε ήταν δυνατό να επανασχεδιαστεί μια πολιτική γύρω από έναν άξονα, ο οποίος θα αγνοούσε ολόκληρη προϊστορία είκοσι ετών φασιστικής διακυβέρνησης και προπαγάνδας. Δεν απέμενε παρά η προσχώρηση στο στρατόπεδο των νικητών, με τις λιγότερες δυνατές απώλειες. Η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής ήταν, πλέον, συνυφασμένη με τις διπλωματικές ικανότητες του Mussolini και όχι με τον βαθμό ισχύος των ενόπλων δυνάμεων. Η αποχή από τις πολεμικές επιχειρήσεις, όταν τον Σεπτέμβριο του 1939 ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόμιος πόλεμος, ήταν απόλυτα αναμενόμενη ενέργεια, καθώς ανταποκρινόταν σε αυτές, ακριβώς, τις επιταγές. Ακόμα και ο Hitler, εν γνώσει των παραπάνω παραμέτρων, δεν άσκησε πίεση για άμεση παρέμβαση. Ήταν, πάντως, εμφανές πως η ιταλική ουδετερότητα δεν μπορούσε να παραταθεί στο διηνεκές και πως, αργά ή γρήγορα, η χώρα θα αναγκαζόταν να εξέλθει στον πόλεμο.

Σε ένα νέο υπόμνημα, το οποίο συνέταξε στις 31 Μαρτίου 1940, ο Mussolini περιέγραφε με σαφήνεια την κατάσταση: “Σε περίπτωση παράτασης του πολέμου, είναι παράλογο να πιστεύει κανείς πως η Ιταλία θα εξακολουθήσει να βρίσκεται στο περιθώριο…Της είναι αδύνατο να παραμείνει ουδέτερη καθ όλη τη διάρκεια του πολέμου, δίχως να αποποιηθεί την αποστολή της, δίχως να εκτεθεί στα μάτια της διεθνούς κοινότητας και δίχως να υποβαθμιστεί στο επίπεδο μιας δεκαπλάσιας, σε μέγεθος, Ελβετίας. Επομένως, δεν τίθεται ερώτημα περί συμμετοχής ή μη της Ιταλίας στον πόλεμο. Τίθεται ερώτημα περί του πότε και πώς. Οφείλουμε να καθυστερήσουμε στο έπακρο την έξοδό μας στον πόλεμο, λειτουργώντας πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της εντιμότητας και της αξιοπρέπειας, για δυο λόγους: α) Προκειμένου να προετοιμαστούμε κατά τρόπο ώστε η παρέμβασή μας να κάνει τη τελική διαφορά και β) επειδή μας είναι αδύνατο να αναλωθούμε σε έναν πόλεμο φθοράς, από τη στιγμή που δεν είμαστε σε θέση να δαπανήσουμε εκατοντάδες δισεκατομμύρια, όπως πράττουν σήμερα τα εμπόλεμα κράτη”.¹²

Pietro Badoglio

Στα δε αντίστοιχα κείμενα του στρατάρχη Badoglio, δεν υφίσταται πλέον η αναφορά σε μια καταλυτική παρέμβαση, η οποία και θα έκρινε την έκβαση του πολέμου. Ο αρχηγός του επιτελείου, επισημαίνοντας πως η πολεμική προπαρασκευή είχε αγγίξει το ποσοστό του 40%, εξέφραζε τις θέσεις του ως ακολούθως σε επιστολή, την οποία απηύθυνε προς τον Mussolini (4 Απριλίου 1940): 1) Προσήλωση στο πνεύμα του Χαλύβδινου Συμφώνου, 2) προώθηση του προγράμματος πολεμικής προπαρασκευής με αποφυγή επιπλοκών, ικανών να παρασύρουν τη χώρα σε μια πρόωρη πολεμική αντιπαράθεση με τις δημοκρατικές δυνάμεις, 3) αξιοποίηση της στρατιωτικής υπεροχής της Γερμανίας έναντι των Συμμάχων, έτσι ώστε η ιταλική παρέμβαση να πραγματοποιηθεί την κατάλληλη στιγμή και υπό τις ιδανικότερες δυνατές συνθήκες.¹³ Από τις παραπάνω εκτιμήσεις, απέρρεε μια σειρά από οδηγίες με αποδέκτη το στράτευμα: 1) Η έξοδος στον πόλεμο έπρεπε να λάβει χώρα αποκλειστικά με ίδιες δυνάμεις και όχι με την ταπεινωτική, εν πολλοίς, συνδρομή του γερμανικού στρατού. 2) Οι δεσμεύσεις έναντι της Γερμανίας έπρεπε να είναι τέτοιου είδους, ώστε να εξασφαλίζουν απόλυτη ελευθερία κινήσεων και επιλογής της ημερομηνίας παρέμβασης. Με δεδομένη την καταπιεστική και παρεισφρητική νοοτροπία των Γερμανών, εγκυμονούσε  σοβαρός κίνδυνος η εν λόγω ημερομηνία να επιλεγεί με γνώμονα κριτήρια, που εξυπηρετούσαν περισσότερο τα συμφέροντα του Βερολίνου και λιγότερο εκείνα της Ρώμης.¹⁴

Υπό αυτό το πρίσμα, το ελλειπές επίπεδο της πολεμικής προπαρασκευής της χώρας στερείτο, πλέον, νοήματος, εφόσον ουδείς απαιτούσε από τις ένοπλες δυνάμεις επιτυχίες μεγάλου βεληνεκούς. Το επιβεβαιώνουν και οι παρακάτω οδηγίες του ιδίου του Mussolini (31 Μαρτίου 1940):

  • Χερσαία σύνορα: Αμυντική διάταξη στον τομέα των δυτικών Άλπεων. Ανάληψη πρωτοβουλίας μόνο στην (απίθανη, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μου) περίπτωση ολικής κατάρρευσης της Γαλλίας (…)
  • Ανατολικά σύνορα: Παρατήρηση και εγρήγορση έναντι της Γιουγκοσλαβίας. Ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας μόνο σε περίπτωση εσωτερικής κατάρρευσης της τελευταίας (…).
  • Λιβύη: Αμυντική διάταξη έναντι της Τυνησίας και της Αιγύπτου (…).
  • Αιγαίο πέλαγος: Άμυνα.
  • Αιθιοπία: Ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας με στόχο την προάσπιση της Ερυθραίας. Επίθεση κατά του Djibouti. Αμυντική στρατηγική και, εν ανάγκη, αντεπίθεση κατά μήκος των συνόρων με την Κένυα.
  • Στους αιθέρες: Συντονισμός της δραστηριότητας της αεροπορίας με τον στρατό ξηράς και το ναυτικό. Επιθετική ή αμυντική στρατηγική ανάλογα με το μέτωπο και τις πρωτοβουλίες του εχθρού.
  • Στη θάλασσα: Επίθεση με όλα τα διαθέσιμα εντός και εκτός Μεσογειακού χώρου.¹⁵

Η προοπτική ανάληψης επιθετικής πρωτοβουλίας  εντός και εκτός Μεσογειακού χώρου ήταν εξωπραγματική. Το ιταλικό ναυτικό δεν βρισκόταν καν σε θέση να προστατέψει τις θαλάσσιες επικοινωνίες με τη Λιβύη. Ως προς τα υπόλοιπα, οι οδηγίες του Duce διαπνέονταν από μια παράξενη αντίφαση: ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας σε αυστηρά επιλεγμένο τομέα και συγκυρία, μέσα στο πλαίσιο, πάντοτε, μιας γενικότερης αμυντικής στρατηγικής, προς αποφυγή δυσμενών επιπλοκών. Η αντίφαση αυτή στέρησε τις ένοπλες δυνάμεις από τη δυνατότητα επαρκούς προετοιμασίας ακόμη και για τους στόχους εκείνους, οι οποίοι βρίσκονταν εντός του δικού τους βεληνεκούς. Φυσικά, ουδείς μπορούσε να απαιτήσει μια αναμέτρηση επί ίσοις όροις με τον γαλλικό στρατό. Θα περίμενε, ωστόσο, μια καλύτερη επίδοση κατά τη διάρκεια του πολέμου των δέκα ημερών με τη Γαλλία, τον Ιούνιο του 1940 και ενώ, για μια φορά, οι συνθήκες ευνοούσαν σκανδαλωδώς την ιταλική πλευρά. Στη ευρέως αποδεκτή εμμονή πως η Ιταλία μπορούσε να υπολογίζει στη διπλωματία και στον παράγοντα τύχη, ήρθε να επικαθήσει ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα επιτελεία, συνέπεια της κατηγορηματικής άρνησης του δικτάτορα να προχωρήσει στη συγκρότηση ενός ανώτατου συντονιστικού οργάνου διοίκησης και διαχείρισης του πολέμου. Παρόμοια πρωτοβουλία θα υποβάθμιζε την προβολή του ως πρωταγωνιστή σε κάθε επίπεδο και θα του στερούσε τη δυνατότητα ελέγχου και ελιγμών ανάμεσα στους διαφόρους πόλους εξουσίας.

Η Ιταλία βάδιζε με μαθηματική ακρίβεια προς τον πόλεμο, δίχως να διαθέτει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο αλλά ούτε και κάποιο κατάλληλο όργανο, ικανό να τον διεξαγάγει. Παρά το γεγονός της συγκέντρωσης, στο πρόσωπό του, τόσο εκτεταμένων πολιτικών και στρατιωτικών εξουσιών, ο Mussolini απεμπόλισε επιμελώς ακόμα και τη δημιουργία ενός προσωπικού στρατιωτικού γραφείου και επιτελείου. Προτίμησε να αυτοσχεδιάζει ανάλογα με τις περιστάσεις. Ο Badoglio, στον οποίο, με την ιδιότητα του αρχηγού του επιτελείου, αναλογούσε, θεωρητικά, η ευθύνη του συντονισμού της πολεμικής προσπάθειας, στερείτο των πλέον υποτυποδών εξουσιών και μέσων (το γραφείο του αριθμούσε τρεις αξιωματικούς εν καιρώ ειρήνης και είκοσι έπειτα από την έξοδο της χώρας στον πόλεμο). Το Ανώτατο Συμβούλιο Αμύνης, το οποίο υποτίθεται πως ήταν υπεύθυνο για τον πολεμικό σχεδιασμό, από τη στιγμή που συμμετείχαν στις συνεδριάσεις του όλα τα αρμόδια πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη, πέραν από την πληθωρική του επάνδρωση, περιοριζόταν σε μια γραφειοκρατική δραστηριότητα, έχοντας παράλληλα μετεξελιχθεί σε φορέα προπαγάνδας του καθεστώτος. Δεν υφίστατο ούτε καν μια επιτροπή, αποτελούμενη από τους αρχηγούς των επιτελείων, την οποία να μπορούσε να συγκαλέσει ο Badoglio σε τακτά χρονικά διαστήματα. Μόνο τα επιτελεία των τριών όπλων ήταν σε θέση, το καθένα ξεχωριστά από τα δυο υπόλοιπα, να εκπονήσει τα διάφορα επιχειρησιακά σχέδια. Καθώς, όμως, στερούνταν του απαραίτητου συντονισμού, κινούνταν μέσα στα όρια της δικής τους, περιορισμένης οπτικής, δίχως να δύνανται να σχηματίσουν μια συνολική εικόνα. Πρόκειται για ουσιαστικές ελλείψεις, οι οποίες ουδέποτε υπήρξαν αντικείμενο καταγγελίας εκ μέρους της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας. Ακόμα χειρότερα, η ίδια, ακριβώς, δομή διατηρήθηκε και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ιδού πως εκφράζεται στο ημερολόγιό του ο στρατηγός Armellini, διευθυντής του στρατιωτικού γραφείου του Badoglio, στις 7 Ιουνίου 1940, τρεις, μόλις, ημέρες πριν από την παρέμβαση της χώρας στον πόλεμο:

            Πρόκειται να ριχτούμε στον πόλεμο (με την ελπίδα να τον διεκπεραιώσουμε νικηφόρα, αλλά και με ορατό τον κίνδυνο ο πόλεμος αυτός να μετεξελιχθεί σε έναν σκληρό αγώνα φθοράς), ευρισκόμενοι σε μια τρομερή και απίστευτη κατάσταση, ικανή να μας καταβροχθίσει. Η Ιστορία, μόνη, θα αποτιμήσει, μελλοντικά, τις επιλογές μας και θα τις κρίνει με αυστηρότητα.¹⁶

[ Συνεχίζεται ]

Italy and the road to war

 

Ο Giorgio Rochat (Παβία, 1936) έχει ειδικευθεί στη Στρατιωτική Ιστορία. Διετέλεσε Καθηγητής επί θητεία της Σύγχρονης Ιστορίας στα Πανεπιστήμια του Μιλάνου (1969- -1976), της Φερράρας (1976-1980) και τακτικός Καθηγητής
στο Πανεπιστήμιο του Τορίνου (1980-1996). Υπήρξε Πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ιστορίας του Εθνικο-απελευθερωτικού Κινημάτος της Ιταλίας – Istituto nazionale per la storia del movimento di liberazione in Italia – (1996-2000), και του Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Ιστορικών και Στρατιωτικών Ερευνών και Μελετών – Centro interuniversitario di studi e ricerche storico-militari, με τη συμμετοχή των Πανεπιστημίων Τορίνου, Πάντοβας, Πίζας, Παβίας και Μιλάνου (1981-1989).

 

 

 

 

 

 

 

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

¹ Το άρθρο, με τίτλο “Μussolini, chef de guerre”, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Revue d’ Histoire de la Deuxième Guerre mondiale, Τεύχος αρ. 100, Παρίσι, Οκτώβριος 1975, σελ. 43-66.

² W. CHURCHILL, La seconda guerra mondiale, Milano, 1949, τ. ΙΙ, σ. 618, με αφορμή το προσκλητήριο της 23ης Δεκεμβρίου 1940 προς τον ιταλικό λαό.

³ Βλ. σχετικά Ε. Aga ROSSI, “La politica degli alleati verso l’ Italia nel 1943” in Storia contemporanea, 1972, IV, σ. 847-895.

⁴ Βλ. σχετικά G. SALVEMINI, Mussolini diplomatico, Parigi, 1932 και του ιδίου, Preludio alla seconda guerra mondiale, Milano, 1967. E. di NOLFO, Mussolini e la politica estera italiana (1919-1933), Padova, 1960. G. CAROCCI, La politica estera dell’ Italia fascista (1925-1928), Bari, 1969.

⁵  Για μια ανάλυση της πολεμικής προπαρασκευής της Ιταλίας βλ. G. ROCHAT, L’ esercito italiano da Vittorio Veneto a Mussolini, 1919-1925, Bari, 1967. Του ιδίου, “Mussolini et les forces armées” in La guerre en Méditerranée (1939-1945), Paris, 1971, σ. 39-59, “L’ esercito e il fascismo” in Fascismo et società italiana, Torino, 1973, σ. 89-123.

⁶ G. ROCHAT, Militari e politici nella preparazione della campagna d’ Etiopia, 1932-1938, Milano, 1971, E. SANTARELLI, “Guerra d’ Etiopia, imperialismo e terzo mondo” in Il movimento di liberazione in Italia, 1969, 97, σ. 35-51, A. del BOCA, La guerra d’ Abissinia (1935-1941), Milano, 1965. Σχετικά με τις επιπτώσεις του πολέμου στην ιταλική οικονομία βλ. F. CATALANO, L’ economia italiana di guerra (1935-1943), Milano, 1969.

⁷ Βλ. σχετικά G. SALVEMINI, Preludio…ο.π., G.W. BAER, The Coming of the Italian-Ethiopian War, Cambridge (Mass.), 1967.

⁸ Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ανάμεσα στους δυο υπουργούς Εξωτερικών Ciano και Ribbentrop (Μάρτιος 1939), συμφωνήθηκε ρητά να ενταχθεί η Μεσόγειος στη ζώνη επιρροής της Ιταλίας, από τη στιγμή που τα Βαλκάνια είχαν ήδη περιέλθει περίπου εξολοκλήρου στην αντίστοιχη γερμανική. Βλ. σχετικά E. COLLOTTI, “La politica dell’ Italia nel settore danubiano-balcanico dal patto di Monaco all’ armisticio italiano” in E. COLLOTTI, T. SALA, G. VACCARINO (επιμ.), L’ Italia nell’ Europa danubiana duranta la seconda guerra mondiale, Milano, 1967.

⁹ F. ROSSI, Mussolini e lo stato maggiore, Roma, 1951, σ. 24-26. Βλ. επίσης G. ROCHAT, Militari e politici…οπ.π., σ. 225-231.

¹º Το άρθρο 3 προέβλεπε επί λέξει: “Εάν, παρά τις επιθυμίες και τις ελπίδες των συμβαλλομένων μερών, ήθελε προκύψει μια κατάσταση, η οποία θα ενέπλεκε το ένα εξ’ αυτών σε εμπόλεμες καταστάσεις, το έτερο συμβαλλόμενο μέρος δεσμεύεται να προστρέξει άμεσα σε βοήθεια με το σύνολο των χερσαίων, ναυτικών και αεροπορικών του δυνάμεων”.

¹¹ Σχετικά με το Χαλύβδινο Σύμφωνο βλ. M. TOSCANO, Le origini diplomatiche del Patto d’ acciaio, β΄ έκδοση, Firenze, 1956.

¹² Ufficio storico dello Stato maggiore del Esercito, Africa settentrionale. La preparazione al conflitto, Roma, 1955, σ. 162-165.

¹³ Οπ.π., σ. 161-162.

¹⁴ Οπ.π.

¹⁵ Οπ.π.

¹⁶ Q. ARMELLINI, Diario di guerra. Nove mesi al Commando supremo, Milano, 1946, σ. 21. Σχετικά με τις συνθήκες εξόδου της Ιταλίας στον πόλεμο βλ. E. CANEVARI, La guerra italiana, Roma, 1948, G. CIANO, Diario, 1939-1943, Milano, 1946, E. FALDELLA, L’ Italia nella seconda guerra mondiale, Bologna, 1959, F. PRICOLO, La regia aeronautica nella seconda guerra mondiale, Milano, 1971, U. SFIGO, Premesse tecniche della disfatta, Roma, 1946, V. VAILATI, Badoglio risponde, Milano, 1958, G. ZANUSSI, Guerra e catastrofe d’ Italia, Roma, 1945.

© PUF/Humensis, 1975

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος