Skip to main content

Χάρης Αλεξάνδρου: 61 χρόνια από τον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Ευαγόρας Παλληκαρίδης: Ο Νέος, ο Αντάρτης, ο Ήρωας

Χάρης Αλεξάνδρου

Ευαγόρας Παλληκαρίδης: Ο Νέος, ο Αντάρτης, ο Ήρωας

Μια από τις τελευταίες μαθητικές φωτογραφίες του Ευαγόρα

Τις πλείστες φορές στις επετείους της θυσίας των ηρώων, και ειδικά των απαγχονισθέντων ένεκα της τραγικής φύσης της εκτέλεσης, συνηθίζεται να αναφερόμαστε στις τελευταίες τους πράξεις και στα τελευταία τους λόγια. Αυτά δεν αποτελούν παρά μόνο την ύψιστη εκδήλωση μιας βαθμηδών συνειδητοποίησης της προσφοράς στην πατρίδα και στον συνάνθρωπο. Οι ήρωες της ΕΟΚΑ δεν ξεκίνησαν ψυχωμένοι αγωνιστές, παράτολμοι αντάρτες και περιφρονητές του θανάτου. Πέρασαν από τη ψυχική προετοιμασία της στυγνής αποικιοκρατίας, τη ψυχική δοκιμασία της ένταξης και της δράσης σε μια «παράνομη» οργάνωση, την έμπρακτη δοκιμασία της εμπλοκής στη λαίλαπα της μάχης. Όλα αυτά, μαζί και οι αγώνες και οι θυσίες των συναγωνιστών τους, μαζί και ο θαυμασμός των Κυπρίων και των ελεύθερων ανθρώπων ανά το παγκόσμιο, φτέρωσε τα μέλη της ΕΟΚΑ. Τους ψύχωσε για να φτάσουν σε πράξεις αυτοθυσίας, ηρωισμού, αυταπάρνησης, για να φτάσουν να περιφρονούν υπερκόσμιες και κοσμικές εξουσίες, το θάνατο και τους αποικιακούς δικαστές, για να φτάσουν να εκστομίζουν, όπως ο Ευαγόρας στις 25 Φεβρουαρίου 1957 ένα ξερό «Τίποτε άλλο» μετά τη μεγαλειώδη παραδοχή της «ενοχής» ότι πολεμούσε σαν Έλληνας που ποθούσε την Ελευθερία. Η απάντηση της αποικιοκρατίας δια στόματος Δικαστή Σω, αρμόζουσα στο μπόι ανθρώπων που κρέμμαζαν 18χρονους για να τρομοκρατήσουν τους «τρομοκράτες»: «Ευαγόρα Μιλτιάδου Παλληκαρίδη, […] η ποινή που σου επιβάλλω είναι να […] απαγχονισθείς για να πεθάνεις και είθε ο Θεός να φανεί ίλεως σε σένα.». Ο υπόκωφος βρόντος της καταπακτής, τα ξημερώματα της 14ης Μαρτίου 1957, αποτέλεσε λοιπόν της κορύφωση του δράματος.

Ο Παλληκαρίδης από τη στιγμή που ξήλωνε τον εορταστικό διάκοσμο με τον οποίο είχε στολιστεί η αποικιοκρατούμενη Πάφος με αφορμή τη στέψη της Ελισάβετστις 2 Ιουνίου 1953, από τη στιγμή που δημιουργούσε μαζί με συμμαθητές του την οργάνωση ΕΑΜΟ, αφού οι πυρήνες της ΕΟΚΑ είχαν συλληφθεί από τον Ιανουάριο του 1955 στις ακτές της Χλώρακας μαζί με το καράβι Άγιος Γεώργιος, από τη στιγμή που γρονθοκοπούσε τον Εγγλέζο στρατιώτη που είχε συλλάβει τον συμμαθητή του, από τη στιγμή που εσώκλειε το ποίημα «Θα πάρω μιαν ανηφοριά» και από τη στιγμή που ανέπνεε τον καθαρό αέρα των δασών της Πάφου ανέβαινε ήδη την κλίμακα της αθανασίας. Πριν φτάσει όμως να εκτελεστεί από τους Άγγλους, είχε επιτελέσει αξιόλογο έργο. Μια ενέδρα μάλιστα στην οποία είχε λάβει μέρος, αξιολογήθηκε από τον Διγενή ως «μία από τας καλυτέρας τόσον από απόψεως σχεδίου και εκτελέσεως του όσον και από απόψεως αποτελεσμάτων».
Ο Παλληκαρίδης (δεξια) με τους συναγωνιστές του στο αντάρτικο στο δάσος της Πάφου

Ομάδα η οποίο αποτελείτο από τους Γεώργιο Ράφτη, Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Αντώνη Καλογήρου, Πανίκο Μιχαηλίδη, Ευάγγελο Χριστοφή, Γεώργιο Μιχαήλ – Πόπη, Δήμο Σάββα και Ανδρέα Κυριάκου – Τσάκμαν στις 27 Μαΐου 1956 επιτέθηκε κατά του στρατιωτικού καταυλισμού του μεταλλείου Κινούσας με οπλισμό 3 αραβίδες, 1 στεν, 1 τόμπσον, κυνηγετικά και χειροβομβίδες. Το σχέδιο της επιχείρησης προνοούσε να κτυπηθεί ο στρατιωτικός καταυλισμός, να κληθούν ενισχύσεις από το παρακείμενο στρατόπεδο Λίμνης που απείχε περίπου 5 χιλιόμετρα και αυτές να κτυπιούνταν από ομάδα ενεδρευόντων αγωνιστών. Οι αγωνιστές χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η ομάδα που θα χτυπούσε τη φρουρά του μεταλλείου ήταν οι Ευαγόρας Παλληκαρίδης, Ευάγγελος Χριστοφή, Αντώνιος Καλογήρου και Πανίκος Μιχαηλίδης. Η ομάδα που θα διενεργούσε την ενέδρα ήταν οι Γεώργιος Ράφτης, Οδυσσέας Καλογήρου, Ανδρέας Τσάκμας, ο Κοκής και ο Δήμος. Οι αγωνιστές περίμεναν την αλλαγή της φρουράς όταν οι στρατιώτες μαζί με τον αξιωματικό αλλαγής κινούνταν σε ομάδα κοντά στο όριο του μεταλλείου. Μόλις είδαν τους Άγγλους της αλλαγής φρουράς, οι αγωνιστές άρχισαν να τους βάλλουν. Άκουσαν κραυγές και το στρατόπεδο συσκοτίστηκε. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, οι Άγγλοι ανταπέδωσαν τα πυρά και έρριψαν φωτοβολίες για φωτισμό της νύχτας αλλά και για να ειδοποιήσουν το στρατόπεδο της Λίμνης ότι δέχονταν επίθεση. Μάλιστα μία εξ αυτών έπεσε σε σπαρμένο χωράφι και προκάλεσε πυρκαγιά. Οι άνδρες που διενεργούσαν την επίθεση συνέχιζαν να βάλλουν αραιά κατά του στρατοπέδου αλλά είχαν το νου τους προς το στρατόπεδο της Λίμνης, που φαινόταν από την Κινούσα, να αποχωρούσαν και να ενίσχυαν την άλλη ομάδα που ενέδρευε. Ουσιαστικά η ομάδα της επίθεσης κρατούσε καθηλωμένους τους Άγγλους μέσα στο μεταλλείο για να μη βγουν έξω και τους περικυκλώσουν. Όπως αναφέρει ο Ράφτης «τους ρίχναμε εμείς τρεις σφαίρες και μας έριχναν εκείνοι 200 και φωτοβολίδες». Όντως κλήθηκαν ενισχύσεις και μόλις οι αγωνιστές είδαν τα φώτα των αυτοκινήτων να κατευθύνονται στην Κινούσα από το στρατόπεδο Λίμνης, απαγκιστρώθηκαν και διανύοντας μια απόσταση περίπου 800 μέτρων ενώθηκαν με την ομάδα των ενεδρευόντων.

Η επικήρυξη του Παλληκαρίδη από τους Άγγλους

Στους Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Ευάγγελο Χριστοφή και Πανίκο Μιχαηλίδης ο Ράφτης έδωσε διαταγή να ανεβούν ψηλότερα από τους άλλους για να κάλυπταν την υποχώρηση. Ο Καλογήρου θα κατέβαινε κάτω με την υπόλοιπη ενεδρεύουσα ομάδα γιατί ήταν γνώστης της περιοχής και θα τους οδηγούσε κατά τη διαφυγή. Μόλις τα αυτοκίνητα έφτασαν στο καθορισμένο σημείο ο Ράφτης κτύπησε το τρίτο και τελευταίο αυτοκίνητο δίνοντας το σύνθημα της επίθεσης. Η ψηλότερη ομάδα κτύπησε το πρώτο και το δεύτερο αυτοκίνητο αναγκάζοντάς το να ακινητοποιηθεί, ενώ η άλλη ομάδα που βρισκόταν χαμηλότερα, συγκέντρωσαν τον όγκο πυρός στο τελευταίο, τρίτο αυτοκίνητο από απόσταση 5-6 μέτρων σε οχυρωμένη θέση πάνω από το δρόμο. Οι Άγγλοι ανταπέδωσαν τα πυρά αλλά διέπραξαν το λάθος να αφήσουν αναμμένα τα φώτα των οχημάτων γεγονός που μέσα στη νύχτα έδινε ξεκάθαρους στόχους στους αγωνιστές. Με το σύνθημα της λήξης της επίθεσης, οι αραβίδες συνέχισαν να βάλλουν για να καλύψουν την οπισθοχώρηση. Όλη η ομάδα μετέβη στην περιοχή Βουνί της Περιστερώνας όπου διανυκτέρευσε, επιστρέφοντας την άλλη μέρα στο λημέρι της Λυσού. Οι συναγωνιστές του Παλληκαρίδη αναφέρουν ότι κατά την υποχώρηση ο Παλληκαρίδης ήταν συναισθηματικά φορτισμένος. Όχι μόνο από τη δράση της ενέδρας αλλά όπως τους είχε πει γιατί λυπόταν τις μάνες των νεκρών και τραυματισμένων στρατιωτών.

ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ Ο ΗΡΩΑΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Σκην/σία Πέτρος Πετρίδης

Ο Χάρης Αλεξάνδρου είναι Διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου