Skip to main content

ΕΛΕΝΗ ΓΑΒΡΑ: ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΟΙΚΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ. ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

ΕΛΕΝΗ ΓΑΒΡΑ

 

ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΕΣ ΟΙΚΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ.

ΘΕΣΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ

 

 

  1. Το πλαίσιο της προσφυγικής εγκατάστασης στην Ελλάδα των νεότερων χρόνων

 

Η Μικρασιατική καταστροφή σημειώνεται στη νεοελληνική ιστορία ως «οδυνηρός» σταθμός, σημαίνοντας παράλληλα την απαρχή της δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Η απότομη μεταβολή των δημογραφικών χαρακτηριστικών και της γεωγραφικής κατανομής του ελληνικού πληθυσμού αποτελούν συνέπειες της μαζικής άφιξης των προσφύγων στην Ελλάδα, ιδίως μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και την εφαρμογή της Συνθήκης της Λοζάννης. Η απογραφή του 1928 φαίνεται να είναι η μόνη ακριβής βάση δεδομένων, η οποία καταγράφοντας έναν αριθμό 1.221.849 προσφύγων, συμπεριλαμβανομένων σ’ αυτούς και των προερχόμενων από Βουλγαρία, Καύκασο, ανατολική Θράκη και  Κωνσταντινούπολη, τους διακρίνει σε «αστούς» (673.025 τον αριθμό) και «αγρότες» (578.824 τον αριθμό).[1] Οι δυο αυτές κατηγορίες –«αστοί» και «αγρότες»- υποδήλωναν τον τρόπο αποκατάστασης[2] των προσφύγων, όχι όμως την προέλευση ή την επαγγελματική κατάσταση των ομάδων ή των ατόμων.[3]

Το πρόβλημα της στέγασης στην προσφυγική Ελλάδα αναγνωρίστηκε, κατά γενική ομολογία, ως το πρωταρχικό και επείγον. Αυτή η σημασία εξάλλου, προέκυπτε ως λογικό επακόλουθο των επάλληλων και πληθωρικών προσφυγικών ρευμάτων εκείνης της περιόδου, τα οποία είχαν ως πρώτο αποτέλεσμα να κατακλυσθούν πρωτίστως τα αστικά κέντρα από πρόσφυγες. Οι τελευταίοι, με την άφιξή τους –και ενόσω διαρκούσε ακόμη η Έξοδος, βρίσκοντας προσωρινό καταφύγιο σε χώρους δημόσιας χρήσης κυρίως,[4] μοιραία και παρά τις προσπάθειες των υγειονομικών υπηρεσιών της Ελλάδας, αποδεκατίζονταν από την πείνα και τις επιδημίες.[5] Η κατάσταση αυτή, διογκώνοντας την κοινωνική ένταση, υποχρέωσε το ελληνικό κράτος να δραστηριοποιηθεί, δημιουργώντας αρχικά μηχανισμούς -στο πλαίσιο των υφισταμένων τότε δημοσίων υπηρεσιών του- και απευθυνόμενο, στη συνέχεια, προς τη Διεθνή Κοινότητα.[6]

Καταυλισμός Μικρασιατών προσφύγων έξω από τον ναό του Ηφαίστου στο Θησείο.
  1. Θεσμικό και πολεοδομικό πλαίσιο

Σειρά θεσμικών εργαλείων και ρυθμίσεων συναφών με ζητήματα εποικιστικής πολιτικής -οικιστικής εγκατάστασης και ανασυγκρότησης περιοχών στον αστικό και αγροτικό χώρο- είχαν εμφανιστεί ήδη από τις προηγούμενες περιόδους των προσφυγικών μετακινήσεων στον ελλαδικό χώρο. Αξίζει να αναφερθούμε σχετικά σε ορισμένους από τους νόμους αυτούς, θεωρώντας τους κυρίαρχους στη διαμόρφωση του χάρτη των πρώτων πολεοδομικών ρυθμίσεων για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των πρώτων προσφυγικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, όσων δηλαδή προέκυψαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, εκτιμάται ότι αυτές είναι μάλλον διάσπαρτες και «δεν επηρεάζουν την εξέλιξη του δικτύου των οικισμών της χώρας».[7] Η εποικιστική πολιτική της αντίστοιχης περιόδου κρίνεται μάλλον αποσπασματική, τα δε θεσμικά εργαλεία που αναφέρονται σχετικά (ψηφίσματα ή νόμοι), φαίνεται ότι προκύπτουν κατά περίπτωση. Το προσφυγικό ζήτημα εισέρχεται σε ιδιαιτέρως κρίσιμη περίοδο για τη χώρα με την απαρχή του 20ού αιώνα, όταν παρατηρούνται και οι έντονες πλέον μετακινήσεις πληθυσμών, επακόλουθο των βαλκανικών πολέμων αρχικά και της μικρασιατικής ήττας και καταστροφής στη συνέχεια. Τότε, το πλαίσιο των ρυθμίσεων επαναπροσδιορίζεται και οι προσπάθειες σχεδιασμού τίθενται σε νέα βάση.

Ο πρώτος σχετικός Νόμος ΓΣΒ/1907 «περί συνοικισμού και διανομής γαιών εν Θεσσαλία και περί Ιδρύσεως Γεωργικού Ταμείου», παράγωγο της κρατικής μέριμνας που ακολούθησε την προσάρτηση της Θεσσαλίας (στα 1881) όριζε, για τη συγκεκριμένη περιφέρεια του ελλαδικού κράτους, χώρους εγκατάστασης (συνοικισμούς) για τους ομογενείς «εξ Ανατολικής Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Ρωμυλίας….από κοινού προς τους Θεσσαλούς εγκατοίκους».[8]

Επτά χρόνια αργότερα (1914), η Κεντρική Επιτροπή η οποία συστήθηκε στη Θεσσαλονίκη έχοντας ως κύριο σκοπό την αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία, ανέλαβε τη γεωργική εγκατάσταση και περίθαλψη συνολικά 174.000 ομογενών προσφύγων.[9] Αργότερα, προστέθηκαν σ’ αυτούς πρόσφυγες από τον Καύκασο και Πόντο (1917), από την Ανατολική Ρωμυλία και Βουλγαρία (1918-1919). Συνέπεια των γεγονότων αυτών, το κράτος, στο πλαίσιο δημιουργίας κανονιστικών ρυθμίσεων και εφαρμογής –κατ’ αναλογία- μιας στεγαστικής κοινωνικής πολιτικής, θέσπισε τους νόμους 350/1914 «περί εγκαταστάσεως των εποίκων ομογενών εν Μακεδονία και αλλαχού» και 351/1914 «περί του τρόπου αγοράς χωρίων ή τμημάτων αυτών υπό των εποίκων προς ιδία αυτών γεωργική εκμετάλλευση». Οι νόμοι αυτοί, σε συνδυασμό με σειρά άλλων νομοθετημάτων ή διαταγμάτων, αποτελούν κύρια θεσμικά εργαλεία δημιουργίας νέων συνοικισμών για την ιστορική εκείνη περίοδο.[10] Ωστόσο, η διαδικασία σχεδιασμού, εξαιτίας των πολλών και δυσεπίλυτων προβλημάτων αποκατάστασης της περιόδου εκείνης, οδηγήθηκε σε περιθωριοποίηση: το σχέδιο συχνά έδινε μόνο κατευθύνσεις, επιτρέποντας στους δικαιούχους την άμεση παρέμβαση και τη στοιχειώδη –κατά περίπτωση- ενίσχυση ως προς τα υλικά κατασκευής.[11]

Εντωμεταξύ, η ίδρυση του Υπουργείου Συγκοινωνίας (1914) και η δραστηριοποίηση σ’ αυτό του Αλ. Παπαναστασίου (1914-1917), συνδυάζονται με την μετατόπιση του ενδιαφέροντος άσκησης εφαρμογής της ελληνικής πολεοδομίας από το κέντρο στις βορειοελλαδικές πόλεις, γεγονός που καταδεικνύεται από τον εκπληκτικό αριθμό πολεοδομικών σχεδίων που υλοποιούνται και αφορούν μικρές και μεσαίες πόλεις και κωμοπόλεις, κέντρα πόλεων και προσφυγικούς συνοικισμούς στις Νέες Χώρες και δη στη Βόρεια Ελλάδα. Αναλόγως με τον προγραμματισμό του αστικού χώρου κατά τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, εξελίσσονται και οι θέσεις που αφορούν τον εποικισμό της υπαίθρου και την αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων, συμπληρωματικές προς εκείνες της προγενέστερης περιόδου εποικιστικής πολιτικής στην Ελλάδα.[12] 

Το Νομοθετικό Διάταγμα «περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών», το οποίο θεσπίστηκε λίγο αργότερα, στα 1923, αμέσως δηλαδή μετά από το κρίσιμο χρονικό διάστημα 1922-1923, έμελε να αποτελέσει στη συνέχεια το γενικό πλαίσιο άσκησης πολεοδομικής πολιτικής για τη χώρα, κατ’ αναλογία με προγενέστερα ευρωπαϊκά, αντίστοιχα ιδίως ως προς το περιεχόμενό του. Συμπληρωματικά προς αυτό, οι νόμοι και τα διατάγματα του 1925, του 1927 και 1929, περί ευθυνών κατοικιών, περί οικοδομικών συνεταιρισμών και ανοικοδόμησης σε ορόφους, αποτελούν τα κυριότερα θεσμικά εργαλεία άσκησης πολεοδομικής πολιτικής της περιόδου μετά την Μικρασιατική ήττα και την έλευση των προσφύγων.

Εκτιμάται ότι, παρά τον «παροπλισμό» τους κατά την εφαρμογή στην κρίσιμη εκείνη ιστορική περίοδο, τα διατάγματα αυτά έθεσαν τις βάσεις της μετέπειτα πολεοδόμησης και οικιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για κοινωνική κατοικία. Ωστόσο, παρότι διαφαίνεται από πλευράς θεσμικού πλαισίου και μηχανισμών εφαρμογής η δυνατότητα παροχής κοινωνικής κατοικίας και οργανωμένης δόμησης στον ελληνικό χώρο, όμως κάτω από την πίεση των συνθηκών (αλλεπάλληλα κύματα προσφύγων τα οποία συρρέουν στη χώρα) διολισθαίνει η ευκαιρία για σχεδιασμό ευρύτερης κλίμακας.[13]

Πρωτόκολλο Εκτιμήσεως και Παραδόσεως Οικήματος από την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων.

Παράλληλα προς το νομοθετικό έργο εκείνης της περιόδου, ιδιαιτέρως πλούσιο και σε νομοθετήματα πολεοδομικού σχεδιασμού, ο κρατικός μηχανισμός –έχοντας ήδη διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά τις προγενέστερες περιόδους στον τομέα της αποκατάστασης και περίθαλψης των προσφύγων- ενεργοποιήθηκε μέσω διαφόρων σχημάτων, φορέων, επιτροπών.[14] Ωστόσο, και παρά τις καλές σχεδιαστικές και ρυθμιστικές προθέσεις και προϋποθέσεις, ο κρατικός μηχανισμός –υπό την πίεση των συνθηκών και το επείγον του χαρακτήρα της παρέμβασης- κατέληξε να λειτουργήσει με αποσπασματικότητα και ταχύτητα, συχνά δε και με προχειρότητα, κατά περίπτωση.[15] Εντωμεταξύ, ο Νόμος του 1927 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας, αποτέλεσε τον προπομπό στην καθιέρωση της αστικής πολυκατοικίας. Εξάλλου, η προσφυγική κατοικία, βασικό παράγωγο της κοινωνικής πολιτικής εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα, όπως και η αστική πολυκατοικία, εντάχθηκαν στο πεδίο των αρχιτεκτονικών αναζητήσεων της εποχής.[16]

Ας σημειωθεί ότι, οι προσφυγικοί οικισμοί απευθύνονταν σε πληθυσμό με ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Παρόλο δε τον σαφή και ολοκληρωμένο χαρακτήρα των ρυθμίσεων, όσον αφορά τη δημιουργία των οικισμών αυτών (πρβ. σχετικά το νομοθετικό διάταγμα του 1923, όπως προαναφέρθηκε στο ίδιο κεφάλαιο), οι λόγοι της γένεσής τους και η διαδικασία του επείγοντος ως προς την υλοποίηση, οδηγούσαν σχεδόν πάντοτε σε αποσπασματικότητα και προχειρότητα των επιμέρους λύσεων. Στις περισσότερες περιπτώσεις ιδίως των αστικών σχηματισμών, οι προσφυγικοί συνοικισμοί, σχετικά απομονωμένοι στην περιφέρεια, ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής, καθοδηγούμενης από την τάση αφενός να διατηρηθεί αναλλοίωτη η δομή της υπάρχουσας πόλης, αφετέρου να διασφαλίζεται η ομοιογένεια ως προς το κοινωνικό περιβάλλον του ίδιου του αστικού προσφυγικού συνοικισμού.[17]

Όπως προαναφέρθηκε, η αρχική κατανομή των προσφύγων στα διαμερίσματα της χώρας δεν ακολούθησε κανένα οργανωμένο σχεδιασμό, παρά έγινε με κριτήρια άμεσης παρέμβασης, προς ικανοποίηση της έκτακτης ανάγκης.[18] Ένα από τα πρώτα μέτρα αντιμετώπισης του στεγαστικού ζητήματος στην προσφυγική Ελλάδα, αυτό της επίταξης ακινήτων, νομοθετημένο από την τότε επαναστατική κυβέρνηση, αποδείχθηκε ανεπαρκές. Το μέτρο αυτό, ως μέρος της κρατικής κοινωνικής πολιτικής που εφαρμόστηκε σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων, προβλέποντας έως και επιτάξεις σπιτιών εντός πόλεων, είχε ως άμεση συνέπεια τη δημιουργία έντονου κλίματος δυσαρέσκειας αφενός εναντίον του κράτους, όπως και εναντίον των ίδιων των προσφύγων.[19]

  1. Οι κρατικοί και διεθνείς μηχανισμοί για την αποκατάσταση των προσφύγων

Στις 3-11-1922 η Πολιτεία αποφάσισε την ίδρυση του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων (Τ.Π.Π.), ενός ανεξάρτητου κρατικού οργάνου, το οποίο στελεχωμένο από Έλληνες, μεταξύ των οποίων και πρόσφυγες, παράλληλα με το Υπουργείο Υγιεινής Πρόνοιας και Αντιλήψεως ανέλαβε την κατασκευή οικημάτων για τη στέγαση των προσφύγων.[20] Το Τ.Π.Π. διαλύθηκε τον Μάιο του 1925, όχι επειδή εξέλιπαν οι λόγοι δημιουργίας του, αλλά εξαιτίας της ίδρυσης –ήδη από το 1923- της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (Ε.Α.Π.),[21] μιας αυτόνομης και ανεξάρτητης οργάνωσης, η οποία έχοντας ως πρωταρχικό λόγο σχηματισμού της τη διαχείριση των πόρων του δανείου της Κοινωνίας των Εθνών (Κ.τ.Ε.) προς την Ελλάδα, θα αναλάμβανε και την κύρια ευθύνη της αποκατάστασης των προσφύγων. Θα επισημάνουμε ότι, όσον αφορά το ζήτημα της αποκατάστασης των προσφύγων μέσω του Τ.Π.Π. και παρά το γεγονός της φαινομενικά «πρόχειρης» έως «ευτελούς» αντιμετώπισής του κάτω από την πίεση της επείγουσας ανάγκης, η συμβολή του κρίνεται καθοριστική για τη στέγαση «χιλιάδων ανθρώπων σε όλη την Ελλάδα και ιδιαιτέρως στην Αθήνα, όπου ίδρυσε τους συνοικισμούς της Κοκκινιάς, Καισαριανής, Βύρωνα και Νέας Ιωνίας».[22] Επίσης, το Τ.Π.Π., εκτός από τους αστικούς συνοικισμούς στα περίχωρα της Αθήνας, είχε αναλάβει την κατασκευή και τριών αντίστοιχα, στην επαρχία: Έδεσσα, Βόλο και Ελευσίνα. Το διάστημα αυτό της λειτουργίας του Τ.Π.Π. θεωρείται και ως η πρώτη περίοδος εφαρμογής κρατικής κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα, ιδίως στον τομέα της στέγασης.[23]

Το έργο αυτό του Τ.Π.Π. ανέλαβε –ως κύριο καθήκον της- να συνεχίσει η Ε.Α.Π., συμπληρώνοντας τις εργασίες που είχε αρχίσει, ήδη από το 1922, η ελληνική κυβέρνηση στους παραπάνω συνοικισμούς, προωθώντας δε στη συνέχεια προς υλοποίηση και νέα προγράμματα αποκατάστασης αστών προσφύγων.[24] Ωστόσο, και παρά τις αρχικές προγραμματικές θέσεις της Επιτροπής, τα διαθέσιμα κεφάλαια δεν θα της επέτρεπαν να αναλάβει το εγχείρημα μιας πλήρους αστικής αποκατάστασης των προσφύγων, κατ’ αναλογία της ολοκληρωμένης αγροτικής αντίστοιχης, περιορίζοντας τη δραστηριότητά της όσον αφορά τον αστικό χώρο, μόνο στις κατασκευές κατοικιών. Εξάλλου, σύμφωνα και με τις εκθέσεις της Επιτροπής, η τελευταία –μετά το πέρας του αγροτικού εποικισμού- ανέλαβε τη διαχείριση των τεσσάρων μεγάλων προσφυγικών συνοικισμών της Αθήνας, όπως και όσων είχαν ξεκινήσει να κτίζονται στην επαρχία, προωθώντας παράλληλα την κατασκευή ανεξάρτητων προσφυγικών κατοικιών.[25]

Όσον αφορά την ολοκλήρωση του έργου της εγκατάστασης, η Επιτροπή –παραλαμβάνοντας, όπως προαναφέρθηκε το έργο του Τ.Π.Π.- ανέλαβε τη συνολική ευθύνη, ιδιαιτέρως για τον αγροτικό χώρο. Εξάλλου, η αγροτική αποκατάσταση –σε σχέση με την αστική- μπορούσε να πραγματοποιηθεί ταχύτερα και «ανώδυνα», χωρίς να επιβάλλεται επαναπροσδιορισμός της ήδη υφιστάμενης κατάστασης της ελληνικής οικονομίας, η οποία στηριζόταν κυρίως στη γεωργική παραγωγή. Από τα διαθέσιμα στοιχεία φαίνεται ότι, στην ελληνική ύπαιθρο έως τα τέλη του 1928 δημιουργήθηκαν από την Ε.Α.Π. περί τους 2.000 αγροτικούς οικισμούς, οι περισσότεροι προσαρτημένοι σε ήδη υφιστάμενους και οι υπόλοιποι νέοι. Στους οικισμούς αυτούς εγκαταστάθηκαν περίπου 150.000 οικογένειες, οι περισσότερες δε από αυτές στη Μακεδονία και Θράκη.[26]

Εορταστική εκδήλωση για τους πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία στο αίθριο του Ζαππείου Μεγάρου. Διακρίνονται σε αναμνηστική φωτογραφία, ανάμεσα σε ορφανά προσφυγόπουλα, που βρίσκονται υπό τη φροντίδα της Near East Relief, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Απόστολος Δοξιάδης και ανάμεσά τους ο Henry Morgenthau, πρώτος πρόεδρος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων. Αθήνα, Φεβρουάριος 1924 © Αρχείο ΕΡΤ/Συλλογή Π. Πουλίδη Πηγή: www.lifo.gr
  1. Συμπεράσματα

Γενικότερα, στην προσφυγική Ελλάδα η απόκτηση στέγης αντιμετωπίστηκε με ποικίλους τρόπους, αναλόγως του φορέα παροχής.[27] Το αντίτιμο των κατοικιών, από πλευράς των προσφύγων, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν καταβαλλόταν, ενώ η ίδια η Πολιτεία, όντας ιδιαιτέρως ελαστική και εξαιτίας των συνθηκών που επικρατούσαν, παρέβλεπε ακόμη και τις καταλήψεις ακινήτων ή την εκτεταμένη αυθαίρετη δόμηση, φαινόμενο περισσότερο συχνά απαντώμενο στον αστικό παρά στον αγροτικό χώρο. Σε πολεοδομικό επίπεδο, αξίζει να αναφερθεί ότι, οι οικισμοί ακολουθώντας απλούστατες γεωμετρικές χαράξεις -επακόλουθο του κατατεμαχισμού και της οικοπεδοποίησης της περιαστικής γης, δεν υπάκουαν σε κατευθύνσεις σχεδιασμού οι οποίες προέβλεπαν παράλληλα και τον στοιχειώδη κοινωνικό εξοπλισμό. [28]

Αντιπροσωπευτικό της εικόνας στέγασης των προσφύγων εκείνης της περιόδου στην Ελλάδα και της ποικιλίας των τύπων εγκατάστασης που είχαν επικρατήσει, είναι το απόσπασμα που ακολουθεί, προερχόμενο από εκθέσεις της Ε.Α.Π. [29]

«…Καλά ή άσχημα, χιλιάδες κατεστραμμένα ή εγκαταλειμμένα σπίτια ξαναχτίζονται σχεδόν όλα σε κάποια γωνιά της Ελλάδας. Άλλοτε μέσα στα μεγάλα αστικά οικοδομικά τετράγωνα ολοκαίνουργια ή μέσα σε τυποποιημένα διαμερίσματα των αστικών περιχώρων, σε αγροικίες στην ύπαιθρο ή μέσα σε προσωρινές παράγκες, μέσα σε μεγάλα επιταγμένα κτίρια ή άλλοτε πάλι μέσα σε ετοιμόρροπα τεμένη, όπου η κάθε οικογένεια οριοθετεί με κουβέρτες ή ψάθες ριγμένες ολόγυρα το μικρό δικό της χώρο, παραδίπλα στο μικρό χώρο των γειτόνων. Έτσι αυτοί οι ξεριζωμένοι ξαναφτιάχνουν ένα σπιτικό, για να μαζεύονται εκεί το βράδυ ή να αναπαύονται στις αργίες. Συχνά αυτό το σπιτικό καταλαμβάνει μόνο ένα χώρο δέκα τετραγωνικών μέτρων ανάμεσα σε πολλών δεκάδων άλλων οικογενειών το σπιτικό…».

 

Η Ελένη Γαβρά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

Υποσημειώσεις

[1]Ποσοστό 66% επί του συνόλου αποτελείται από γυναίκες και παιδιά κάτω των δέκα ετών, συνέπεια της εξόντωσης ή και αιχμαλωσίας μεγάλου μέρους του άρρενος πληθυσμού. Γιαννακόπουλος Γιώργος Προσφυγική Ελλάδα, Ίδρυμα Α. Γ. Λεβέντη, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1992, σ.16. Εξάλλου, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων (Ε.Α.Π.), αναλόγως της προέλευσής τους οι Έλληνες πρόσφυγες κατατάσσονταν ως εξής: Έλληνες της Μ. Ασίας και του Πόντου: 1.000.000 περίπου, Έλληνες της αν. Θράκης: 190.000 περίπου, Έλληνες του Καυκάσου: 30.000 περίπου, Έλληνες της Βουλγαρίας: 30.000 περίπου και Έλληνες της Κωνσταντινούπολης: 70.000 περίπου. Κοινωνία των Εθνών – Γενεύη 1926, Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα, (ελληνική μετάφραση) εκδ. Τροχαλία, Αθήνα 1997, σ.22. 

[2]Σχετικά με τον όρο «αποκατάσταση» και τη διάκρισή του από τον όρο «εγκατάσταση», βλπ. στο: Πελαγίδης Στάθης, Προσφυγική Ελλάδα (1913-1930). Ο πόνος και η δόξα, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη (1997) 2003, σ.85. «… κύριο στοιχείο της αποκατάστασης δεν είναι η απλή εγκατάσταση και τακτοποίηση, αλλά ο ψυχικός και ηθικός δυναμισμός των προσφύγων σ’ αυτή τη διαδικασία. Αν δηλ. η εγκατάσταση αποτελεί ένα πρώτο στάδιο, η αποκατάσταση αποτελεί το δεύτερο ως διαδικασία διατήρησης και συντήρησης.»

[3]Εκτός από την παραπάνω διάκριση, ο Γ. Γιαννακόπουλος αναφέρει ότι, άλλες δυο κύριες κατηγορίες μπορούν να σχηματιστούν με βάση τον τρόπο και τον χρόνο αναχώρησης, εννοώντας εδώ αφενός τους κανονικά ανταλλαγέντες και τους κατοίκους της ανατολικής Θράκης, οι οποίοι μπόρεσαν να μεταφέρουν κατά την ανταλλαγή την περιουσία τους ή μέρος αυτής, σε αντίθεση με όσους –και αυτοί ήσαν το μεγαλύτερο ποσοστό των προσφύγων- έχασαν τα πάντα με την Καταστροφή. Γιαννακόπουλος, 1992, σ.16.

[4]«Εκκλησίες, σχολεία, δημόσια κτήρια, κινηματογράφοι, θέατρα, αποθήκες, υπόστεγα, όλα είχαν επιταχθεί, για να στεγάσουν τους πρόσφυγες. Ένας μεγάλος αριθμός ιδιωτικών κατοικιών επίσης. Δυο χρόνια μετά οι σταθμοί του σιδηροδρόμου ήσαν φραγμένοι από κατασκηνώσεις προσφύγων και τέσσερα χρόνια μετά υπάρχουν ακόμα πρόσφυγες που στεγάζονται κάτω από αντίσκηνα, χειμώνα- καλοκαίρι.» Κοινωνία των Εθνών, 1926, σ.13. Επίσης, σχετικά με το θέμα της προσωρινής εγκατάστασης, βλπ. στο: Γιαννακόπουλος, 1992, σ.17 και στο: Μιχελή Λίζα, Προσφύγων βίος και πολιτισμός. Από τις πόλεις της Ελάσσονος Ασίας στα τοπία της παράγκας και του πισσόχαρτου, εκδ. Δρώμενα, Αθήνα 1992, σσ.15-17.

[5]«… η πείνα και οι επιδημίες δημιούργησαν κενά και στις δυο κατηγορίες. Στα λοιμοκαθαρτήρια πεθαίνουν κατά εκατοντάδες. Η δυσεντερία και ο τύφος έκαμαν θραύση. Όλο το χειμώνα του 1923 ο εξανθηματικός τύφος είχε εξαπλωθεί σ’όλα σχεδόν τα λιμάνια αλλά και τις πόλεις στο εσωτερικό της Ελλάδας, κι είναι θαύμα που οι Υγειονομικές Υπηρεσίες μπόρεσαν να τον αναχαιτίσουν σε λίγους μήνες.»  Κοινωνία των Εθνών, 1926, σ.13.

[6]Η ελληνική κυβέρνηση αρχικά αποφάσισε την ίδρυση του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων (Τ.Π.Π.), το οποίο αναλαμβάνοντας την κατασκευή οικημάτων για τη στέγαση των προσφύγων, λειτούργησε έως τον Μάιο του 1925. Ήδη, εντωμεταξύ, από το 1923 δημιουργήθηκε η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (Ε.Α.Π.), η οποία ανέλαβε τη συνέχιση του έργου του Τ.Π.Π. Η Ε.Α.Π. ιδρύθηκε κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της τότε ελληνικής κυβέρνησης και της Κοινωνίας των Εθνών (29/9/1923: υπογραφή σχετικού πρωτοκόλλου στη Γενεύη μεταξύ Κ.τ.Ε. και ελληνικής κυβέρνησης, 7/6/1924: πρώτη επικύρωση συμφωνίας από το ελληνικό κοινοβούλιο). Η Επιτροπή δραστηριοποιήθηκε μέχρι το 1930, οπότε και διαλύθηκε.

[7]Καραμούζη Ανθούλα, «Καταγραφή και χαρτογράφηση προσφυγικών οικισμών», Ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα., Οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα. Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου (11 και 12 Απριλίου 1997), Εταιρεία Σπουδών και Νεοελληνικού Πολιτισμού, σ.21.

[8]Καυκούλα Κική, Η ιδέα της κηπούπολης στην ελληνική πολεοδομία του μεσοπολέμου, Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 1990.

[9]Πρόκειται για αποκατάσταση των πρώτων προσφύγων που είχαν αρχίσει να καταφθάνουν το 1914 από τη Θράκη και τη Μικρά Ασία, λόγω τουρκικών διωγμών. Περισσότερα στο: Μπακάλπαση Α., Το προσφυγικό ζήτημα, Εκδ.Προμηθεύς, 1923.    

[10]Καυκούλα Κική, «Μεταμορφώσεις αγροτικού χώρου στην Ανατολική Μακεδονία» στο: Ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα, 1997, σσ.261-263.

[11]Πελαγίδης, 1997. Επίσης, Καραμούζη, 1997, σσ.14-57.

[12]«…το Υπουργείο Συγκοινωνίας θα επιχειρήσει να προωθήσει τις γενικότερες πολεοδομικές του απόψεις και θα εκπονήσει σχέδια για όλες (ενν. τις πόλεις)….Τα σχέδια αυτά θα υποστούν επανειλημμένες προσαρμογές και, για μιαν ακόμα φορά, θα λειτουργήσουν απλώς ως νομιμοποιητικό πλαίσιο για τους ήδη πραγματοποιημένους προσφυγικούς οικισμούς.» Καραδήμου – Γερόλυμπου Αλέκα, «Προσφυγική εγκατάσταση στις βορειοελλαδικές πόλεις» στο Ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα, 1997, σσ.92-93 και σχετικός πίνακας 2 στις σσ.106-108.

[13]Γερόλυμπου, 1997, σ. 98.

[14]Χαρακτηριστικά αναφέρουμε: το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων (Τ.Π.Π.), η Επιτροπή Αποκατάστασης προσφύγων (Ε.Α.Π.), τα Υπουργεία Πρόνοιας και Γεωργίας, η Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. Πρόκειται για φορείς που κινητοποιούνται τόσο στον αστικό χώρο, όσο και στην ύπαιθρο, σχετικά με ζητήματα αποκατάστασης προσφύγων. Παράλληλα προς τους δημόσιους φορείς, πρόθυμα συντάσσονται στην προσπάθεια αποκατάστασης και περίθαλψης γνωστοί ιδιωτικοί φιλανθρωπικοί φορείς ή και αντίστοιχοι της κοινωνίας των πολιτών, όπως ο Ερυθρός Σταυρός, του οποίου η βοήθεια για την εποχή εκείνη ήταν σημαντική. 

[15]«…Οι γενικές διευθετήσεις είναι στοιχειώδεις και τα κτίσματα είναι απλά και ανεπαρκή. Κάθε οικισμός, σύμφωνα με το νόμο (ΝΔ «Περί αγροτικής εγκαταστάσεως προσφύγων», 1923, αρ.6), «ρυμοτομείται προχείρως και χωρίζεται εις οικόπεδα». Καλογήρου Νίκος, «Η ανάπτυξη των προαστίων της Θεσσαλονίκης» στο: Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912. Πρακτικά συμποσίου (Θεσσαλονίκη, 1-3 Νοεμβρίου 1985). Δήμος Θεσσαλονίκης, Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, Αυτοτελείς Εκδόσεις αρ.2, Θεσσαλονίκη 1986, σ.488.

[16]Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, Κρατική δραστηριότης. Η κατοικία στην Ελλάδα, Έκδοση  Τ.Ε.Ε., Αθήνα Νοέμβριος 1975, σσ.7-23. Λάββας Γεώργιος, Επίτομη Ιστορία της Αρχιτεκτονικής, Εκδόσεις University Studio Press, Θεσσαλονίκη (2002) 2008, σσ. 303-305.

[17]Σχετικά πρβ. και: Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, 1975.

[18]Γιαννακόπουλος, 1992, σ.18. Πελαγίδης, 1997, σ.70.

[19]Ο νόμος «Περί επιτάξεως ακινήτων δι’ εγκατάστασιν προσφύγων», ο οποίος δημοσιεύτηκε την 1-11-1922, οδήγησε στην επίταξη συνολικά 8.000 ακινήτων. Βάσει αυτού του νόμου, οι ιδιοκτήτες πολλών κατοικιών υποχρεώνονταν να φιλοξενήσουν για αρκετό χρονικό διάστημα από μια –τουλάχιστον- οικογένεια προσφύγων, έναντι αποζημίωσης που θα τους δινόταν από το κράτος. Το ύψος της αποζημίωσης και οι καθυστερήσεις καταβολής αποτέλεσαν αίτια δημιουργίας κλίματος δυσαρέσκειας. Παρά ταύτα και αργότερα –στα 1924- ενόσω μάλιστα είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται περισσότερα μέτρα κοινωνικής πολιτικής στον τομέα της στέγασης από πλευράς του ελληνικού κράτους, το τελευταίο προχώρησε και σε νέες επιτάξεις κατοικιών, κυρίως εντός των αστικών συνοικιών. Εντωμεταξύ, στις 28-11-1924 ψηφίστηκε νόμος, βάσει του οποίου το κράτος προχώρησε στην απογραφή των επιτάξιμων οικιών. Μιχελή, 1992, σσ.98-99, 141. Επίσης, Κοινωνία των Εθνών, 1926, σ.13.

[20]«Το μεγαλύτερο μέρος όμως των ανθρώπων αυτών στεγάζεται με δικά του μέσα και όσοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για κάτι τέτοια αξιοποιούν το δυναμισμό και την εφευρετικότητά τους. Παράγκες από ευτελή υλικά, σανίδες και τενεκέδες, ξεφυτρώνουν σε δρόμους και πλατείες, στις άκρες των πόλεων, δίπλα στις εργατικές κατοικίες, γύρω και μέσα στους συνοικισμούς που κατασκευάζουν οι κρατικοί φορείς.» Γιαννακόπουλος, 1992, σ.17.

[21]Σχετικά με την ίδρυση και την οργάνωση της Ε.Α.Π., βλ. στο: Πελαγίδης, 1997, σ.78. Επίσης, στο : Κοινωνία των Εθνών, 1926, σσ. 17-20.

[22]Γιαννακόπουλος, 1992, σ.18.

[23]Κοινωνία των Εθνών, 1926.

[24]Πελαγίδης, 1997, σ.270.

[25]Είχαν παραδοθεί 16.700 διαμερίσματα στην πρωτεύουσα και την επαρχία, συμπεριλαμβανομένων σ’αυτά και ενός αριθμού σπιτιών που κατασκευάστηκαν από την ελληνική κυβέρνηση, παραδόθηκαν όμως στην Επιτροπή. Στο διάστημα που μεσολάβησε, η ελληνική κυβέρνηση κατασκεύασε –με ίδια μέσα- άλλα 22.337 σπίτια διαφόρων τύπων. Κοινωνία των Εθνών, 1926, σσ.24, 25.

[26]Αναλυτικά ποσοτικά στοιχεία για τον εποικισμό του ελλαδικού αγροτικού χώρου από τους πρόσφυγες μετά το 1923, εκτός των εκθέσεων της Ε.Α.Π. (βλ.σχετικά στο: Κοινωνία των Εθνών, 1926), υπάρχουν συστηματοποιημένα στο: Πελαγίδης, (1997) 2003, όπως και στο: Στάθης Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1994. Στο τελευταίο, παρατίθεται και ο «Εποικιστικός χάρτης Μακεδονίας», στον οποίο αποδίδεται η χαρτογράφηση των προσφυγικών συνοικισμών της περιοχής αυτής, στα 1926 από το Τμήμα Στατιστικής της Γενικής Διεύθυνσης Εποικισμού Μακεδονίας. Επίσης, για μια εποπτική παρουσίαση του θέματος (με φωτογραφικό υλικό των προσφυγικών εγκαταστάσεων από τις καταγραφές του Κ.Μ.Σ., κυρίως στη διάρκεια της δεκαετίας του 1950) τόσο για τον αγροτικό όσο και τον αστικό χώρο, βλ. στο: Γιαννακόπουλος, 1992.

[27]Πελαγίδης, 1997, σσ.242, 285-286. Το ελληνικό κράτος κατά την πρώτη περίοδο παρείχε δωρεάν στέγη –μέσω του Υπουργείου Πρόνοιας- ή έναντι συμβολικού ενοικίου –μέσω του Τ.Π.Π. Η Ε.Α.Π. πωλούσε ή ενοικίαζε μόνιμες κατοικίες και η Εθνική Τράπεζα Ελλάδας διέθετε οικόπεδα για ανέγερση οικιών με δημόσιες δημοπρασίες. Γιαννακόπουλος, 1992, σ.20.

[28]Μιχελή, 1992, σσ.132, 142. Επίσης, Καλογήρου, 1986, σσ.489-491.

[29]Κοινωνία των Εθνών, 1926, σ.35.