Skip to main content

Giorgio Rochat: O Mussolini πολέμαρχος-Μέρος B΄: Η Ιταλία εμπόλεμο κράτος (1940-1943)

Giorgio  Rochat

 O Mussolini πολέμαρχος

Μέρος B΄: Η Ιταλία εμπόλεμο κράτος (1940-1943)

  1. Ο παράλληλος πόλεμος

Ο επονομαζόμενος “Παράλληλος πόλεμος”,¹ υπήρξε το απόσταγμα ενός σχεδιασμού ετών ολόκληρων, συνάμα δε, αποτέλεσε σημείο σύγκλισης πολιτικών, οικονομικών, στρατηγικών και στρατιωτικών προτεραιοτήτων. Στην πράξη, γνώρισε εφήμερη διάρκεια: από τις 10 Ιουνίου 1940 έως το τέλος του ιδίου έτους, οπότε διακόπηκε απότομα, εξαιτίας μιας σειράς  ταπεινωτικών αποτυχιών στα διάφορα πεδία των εχθροπραξιών. Όποιος αναλώνεται στον κυκεώνα των(ως επι το πλείστον ανούσιων και μη εφαρμόσιμων) διαταγών του Duce και των αλλεπάλληλων διακυμάνσεων των ιταλικών αντικειμενικών στόχων, αποκτά μια ακόμα πιο συγκεχυμένη και αρνητική αντίληψη ως προς το περί τίνος, ακριβώς, επρόκειτο. Επομένως, στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να δοθούν ορισμένες διευκρινίσεις.

Μια πρώτη και ουσιαστική διαπίστωση είναι πως ο παράλληλος πόλεμος είχε σφυρηλατηθεί με την προοπτική μιας ταχείας επικράτησης της Γερμανίας. Η πεποίθηση αυτή ενισχύθηκε με την θεαματική όσο και ανέλπιστη κατάρρευση της Γαλλίας, καθώς και με την εξουδετέρωση του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, το οποίο μαχόταν επί του ηπειρωτικού εδάφους. Κατά τα άλλα, ο Mussolini δεν επιθυμούσε μια ολοκληρωτική ήττα της Μεγ. Βρετανίας. Μια εξέλιξη αυτού του είδους θα καθιστούσε την Γερμανία απόλυτο κυρίαρχο της Ευρώπης. Ο ιταλός ηγέτης προσέβλεπε σε μια ειρήνη, η οποία δεν θα διατάραζε σε βάθος τον υφιστάμενο συσχετισμό των ισορροπιών. Μια δεύτερη, συνακόλουθη, διαπίστωση, είναι η ανησυχία μήπως ένας απόλυτος θρίαμβος της Γερμανίας καθιστούσε την Ιταλία δύναμη δεύτερης διαλογής. Ο φόβος αυτός αρκούσε ούτως ώστε ο Mussolini προσωπικά αλλά και η πλειοψηφία του Σώματος των αξιωματικών να αρνούνται πεισματικά κάθε είδους συνεργασία σε βάθος με το Βερολίνο, θεωρώντας πως κάτι τέτοιο θα άνοιγε διάπλατα τον δρόμο προς την υποτέλεια. Συνεπώς, η μεγαλύτερη έγνοια του Duce δεν ήταν η ήττα της Μεγ. Βρετανίας. Η αποστολή αυτή ενέπιπτε, ούτως ή άλλως, στη Γερμανία. Η μεγαλύτερη έγνοια ήταν μια γρήγορη συνομολόγηση της ειρήνης, υπό συνθήκες, που θα εξασφάλιζαν στην Ιταλία την ανάληψη ενός αυτόνομου ρόλου στο μεταπολεμικό στερέωμα, μαζί με την εκπλήρωση των ιμπεριαλιστικών της φιλοδοξιών. Κατά μια έννοια, ο παράλληλος πόλεμος στρεφόταν και ενάντια στη Γερμανία (ιδίως εάν λάβουμε υπόψη τα αντικρουόμενα συμφέροντα των δυο χωρών στα Βαλκάνια). Απέφευγε, τέλος, να προσλάβει τη μορφή μιας αναμέτρησης μέχρις εσχάτων κατά της Μεγ. Βρετανίας, για τη διενέργεια της οποίας η Ιταλία δεν διέθετε την απαιτούμενη υποδομή.

Ο παράλληλος πόλεμος

Υπό το πρίσμα μιας ιμπεριαλιστικής λογικής, το δόγμα περί παράλληλου πολέμου δεν παρουσιάζει κάτι το ηθικά μεμπτό. Ως μεσαία δύναμη, η Ιταλία δεν ήταν σε θέση να αντιπαρατεθεί κατά μέτωπο με τους υπόλοιπους εμπολέμους. Το σφάλμα συνίστατο στο ό,τι η φασιστική ηγεσία επέμενε να διεκδικεί φιλόδοξους στόχους, δυσανάλογους με τις πραγματικές δυνατότητες και αντοχές της χώρας. Κυβέρνηση και επιτελεία αδυνατούσαν να αντιληφθούν πόσο εξωπραγματική ήταν η ταυτόχρονη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων σε υπεράνω του ενός θέατρα (στα Βαλκάνια, με δεδομένη την ανταγωνιστική παρουσία της Γερμανίας και στη Βόρεια Αφρική, εναντίον της Μεγ. Βρετανίας, ενός αντιπάλου, ο οποίος εξακολουθούσε να παραμένει υπολογίσιμος). Το μόνο που προέκυψε από τον παραπάνω σχεδιασμό, ήταν μια γρήγορη κατασπατάληση των πενιχρών αποθεμάτων, γεγονός, το οποίο εξέθεσε τη χώρα σε κινδύνους και την παρέσυρε σε αλυσιδωτές  ταπεινωτικές ήττες.

Κι όμως, ο παράλληλος πόλεμος ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς. Την επίθεση εναντίον μιας Γαλλίας, ηττημένης ήδη κατά κράτος. Το Ημερολόγιο του Ciano περιγράφει γλαφυρά τη διογκούμενη ανυπομονησία του δικτάτορα και του περιβάλλοντός του μπροστά στις γερμανικές επιτυχίες στα μέτωπα της Νορβηγίας και της Γαλλίας. Το ζητούμενο γι αυτούς ήταν η αποφυγή σύναψης ειρήνης στη συγκεκριμένη συγκυρία. Ο Mussolini είχε προηγουμένως ανάγκη από μερικές χιλιάδες νεκρούς (όπως δήλωσε χαρακτηριστικά προς τον Badoglio), οι οποίοι θα του παρείχαν το δικαίωμα να καθήσει μεταξύ των νικητών στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.² Ωστόσο, δεν υπήρχαν συγκεκριμένα επιχειρησιακά σχέδια, ούτε είχαν εντοπιστεί οι αντίπαλοι στρατιωτικοί στόχοι. “Προγραμματίζουμε την παρέμβαση στον πόλεμο για τις 5 Ιουνίου”, έγραφε στο Ημερολόγιό του ο στρατηγός Armellini (…) “Το πως θα ενεργήσουμε, θα το εξετάσουμε εν συνεχεία. Για την ώρα, το κυρίαρχο κριτήριο είναι η άμυνα”.³ Η ανακολουθία είναι πλήρης. Η φασιστική κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο κατά της καταρρέουσας Γαλλίας, διατάζοντας αμυντική στρατηγική στα μέτωπα των Άλπεων, της Κορσικής, της Τυνησίας και του Djibouti, τόσο στη στεριά, όσο και στους αιθέρες! Έφτασε μέχρι σημείου να ανακοινώσει επίσημα ό,τι “ Τα στρατεύματά μας, κατά μήκος των συνόρων, δεν πρόκειται να ανοίξουν πυρ εναντίον των γαλλικών θέσεων, παρά μόνο απαντώντας σε επιθετικές ενέργειες των αντιπάλων”. Δεν πρόκειται για επίδειξη μεγαλοψυχίας, ούτε για κάποια προσπάθεια να διασκεδαστεί ο ύπουλος τρόπος, με τον οποίο η Ιταλία εξήλθε στον πόλεμο έχοντας επιλέξει τη συγκεκριμένη συγκυρία. Ήταν μια ακόμη προσπάθεια του Mussolini να αφήσει όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά. Η ανακωχή της 24ης Ιουνίου 1940, συνιστά την πρώτη επιτυχία του παράλληλου πολέμου. Μπορεί μεν τα εδαφικά οφέλη να ήταν ισχνά, ο αντικειμενικός στόχος, ωστόσο, εκπληρώθηκε στην εντέλεια, με αντιστάθμισμα ελάχιστες ανθρώπινες απώλειες και οικονομικές δαπάνες.

    10 Ιουνίου 1940. Ο Mussolini κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Γαλλίας και της Μεγ. Βρετανίας

                                     

Κατά τους αμέσως επόμενους μήνες, ο Mussolini και το επιτελείο του κινήθηκαν σαν ο πόλεμος να είχε κερδηθεί, θεωρώντας ως δεδομένη μια κατάθεση των όπλων εκ μέρους της Μεγ. Βρετανίας. Έτσι εξηγείται για ποιο λόγο αδιαφόρησαν ως προς την εκπόνηση μακροπρόθεσμων σχεδίων, την ανάπτυξη της βιομηχανικής παραγωγής, τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων και την ιεράρχηση των στρατηγικών προτεραιοτήτων (π.χ. ουδόλως τους απασχόλησε η προοπτική  καταφοράς πλήγματος κατά της Μάλτας). Τους ενδιέφερε μόνο η όσο το δυνατόν αναίμακτη απόσπαση εδαφικών ανταλλαγμάτων ενόψει των διαφαινομένων διαπραγματεύσεων ειρήνης, κατά την καλύτερη παράδοση ενός θρασύδειλου και αδύναμου ιμπεριαλισμού. Οι αδιαμφισβήτητες επιτυχίες του γερμανικού στρατού, καθιστούσαν ως απαραίτητη προϋπόθεση τη συναίνεση του Βερολίνου για κάθε πρωτοβουλία του είδους αυτού. Οι διάφορες σφαίρες επιρροής θα χαράσσονταν από κοινού. Ως προς αυτό, ο Hitler επαναβεβαίωσε τις προπολεμικές δεσμεύσεις δίχως να εισέλθει σε λεπτομέρειες. Ο Ciano, αμέσως μετά το πέρας της συνάντησης της 7ης Ιουλίου σημείωνε πως ο γερμανός καγκελάριος τον είχε κατ επανάληψη διαβεβαιώσει πως “(…) ο,τιδήποτε σχετίζεται με τη Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης της Αδριατικής, είναι πρόβλημα, που αφορά την Ιταλία και στο οποίο δεν προτίθεται να αναμιχθεί, αποδεχόμενος a priori κάθε σχετική απόφαση και ενέργεια του Duce”.⁴ Ο ιταλός υπουργός Εξωτερικών ερμήνευσε τα παραπάνω λόγια, σαν να επρόκειτο για το ελεύθερο για μια παρέμβαση σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας. Όμως, ο Hitler είχε επανειλημμένα επιστήσει την προσοχή του συνομιλητή του (επανήλθε σχετικά στις 17 του ιδίου μήνα), πως η Ιταλία όφειλε να απέχει από οποιαδήποτε πρόωρη πρωτοβουλία. Έπρεπε να αναμείνει, προηγουμένως, την εσωτερική κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας, το αίτημα για συνθηκολόγηση της Μεγ. Βρετανίας ή κάποια άλλη συγκυρία, η οποία θα εξανάγκαζε το Βελιγράδι σε υποχώρηση, δίχως να είναι απαραίτητη η προσφυγή στα όπλα. Στην πραγματικότητα, η Γερμανία προσέβλεπε σε μια επέκταση και εμπέδωση της δικής  της ηγεμονίας στα Βαλκάνια, κάνοντας χρήση πολιτικών και οικονομικών μέσων. Απέφευγε, με τον τρόπο αυτό, επιπλοκές, ικανές να δυσαρεστήσουν τους Σοβιετικούς ή να ξαναβάλουν στο παιχνίδι τους Βρετανούς. Η πολιτική αυτή έφραζε το δρόμο της Ιταλίας. Οι δυνατότητες της τελευταίας για μια πολιτική και οικονομική διείσδυση στην περιοχή ήταν περιορισμένες. Το να αναμένει, ισοδυναμούσε με το να παίζει το παιχνίδι της Γερμανίας. Στριμωγμένος όπως ήταν, ο Mussolini απέφυγε να προκαλέσει ευθέως τον γερμανό ομόλογό του. Ναι μεν εκπονήθηκαν σχέδια για εισβολή στη Γιουγκοσλαβία. Αυτό συνέβη με διακριτικό τρόπο. Ταυτόχρονα, όμως, προωθήθηκε και η σύνταξη σχεδίων για  μια εισβολή κατά της Ελλάδας, με ορμητήριο το αλβανικό έδαφος.

Σε αντίθεση με τον βαλκανικό χώρο, η Ιταλία διέθετε πλήρη ελευθερία κινήσεων στην αναμέτρηση με τη Μεγ. Βρετανία. Μόνο που εδώ αναδείχθηκαν ανάγλυφα οι περιορισμοί της πολεμικής της μηχανής. Στη Λιβύη, πολύ περισσότερο δε στην Αιθιοπία, διατηρούσε πολυάριθμες στρατιωτικές δυνάμεις Όμως, ο εξοπλισμός, τα μέσα μεταφοράς και οι δυνατότητες ανεφοδιασμού των τελευταίων ίσα-ίσα που ανταποκρίνονταν στις ανάγκες ενός ανορθόδοξου πολέμου με τους ιθαγενείς. Τα στρατεύματα αυτά ήταν ακατάλληλα προετοιμασμένα για πόλεμο εναντίον ενός ευρωπαίου αντιπάλου. Στο απέναντι στρατόπεδο, ούτε ο εξοπλισμός των βρετανών διεκδικούσε περγαμηνές (διέθεταν καλό πυροβολικό, εξαιρετική πλην όμως αριθμητικά ανεπαρκή αεροπορία, δυσκίνητα ή υπερβολικά ελαφρά άρματα μάχης). Όμως, στον τομέα της μηχανοκίνησης, υπερτερούσε από κάθε άποψη. Το γεγονός αυτό εξασφάλιζε μεγάλα πλεονεκτήματα ταχείας μετακίνησης, τη στιγμή, που οι Ιταλοί επαφίονταν, στον ίδιο τομέα, σε πεζοπόρα τμήματα, στελεχωμένα, ως επί το πλείστον, από ντόπιους πληθυσμούς. Οι διοικητές των μονάδων είχαν απόλυτη επίγνωση του προβλήματος. Απέφευγαν, ωστόσο, να συγκρουστούν με τα κέντρα αποφάσεων της Ρώμης. Εάν ο Mussolini, ο Badoglio και τα διάφορα επιτελεία δεν έλαβαν ποτέ υπόψη τον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων στα μέτωπα της Λιβύης και της Αιθιοπίας, είναι επειδή θεωρούσαν την έκβαση του πολέμου ως δεδομένη και τη μεταφορά των επιχειρήσεων εντός του αιγυπτιακού εδάφους ως απλή επίδειξη ισχύος. Ένα τηλεγράφημα του Mussolini προς τον στρατηγό Grazziani, διοικητή του θεάτρου επιχειρήσεων της Λιβύης (19 Αυγούστου 1940), είναι διαφωτιστικό ως προς τους στρατηγικούς στόχους της Ιταλίας:

Οι προετοιμασίες ενόψει μιας γερμανικής εισβολής κατά των Βρετανικών Νήσων έχουν ολοκληρωθεί και τελούμε εν αναμονή της έναρξης της επιχείρησης. Θα ξεκινήσετε την επίθεση την ίδια  μέρα που ο πρώτος γερμανός στρατιώτης θα πατήσει το πόδι του επί του βρετανικού εδάφους.Για πολλοστή φορά, σας επισημαίνω πως δεν έχω προσδιορίσει όρια εδαφικής επέκτασης. Δεν τίθεται ζήτημα προέλασης μέχρι την Αλεξάνδρεια. Σας ζητώ, μόνο, να επιτεθείτε στα αγγλικά στρατεύματα, τα οποία βρίσκονται απέναντι από εσάς.”⁵

Ιδού, λοιπόν, με ποιο τρόπο οι ιταλικές αρχές διεξήγαγαν τον παράλληλο πόλεμο. Δίχως να γνωρίζουν τις επιτόπιες συνθήκες και τις δυνάμεις του αντιπάλου, δίχως στρατηγική προοπτική, δίχως καν να καταβάλουν προσπάθεια να εναρμονίσουν τις ισχνές δυνατότητες, που διέθεταν, με τις ανάγκες ενός και μοναδικού μετώπου. Είμαστε της άποψης πως δεν υπάρχει άλλο προηγούμενο τόσο προκλητικής αποκήρυξης των ουσιαστικών εθνικών προτεραιοτήτων και επιταγών, εκ μέρους της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας μιας χώρας.

Αποκορύφωμα και συνάμα καταδίκη του παράλληλου πολέμου ήταν η εκστρατεία κατά της Ελλάδας. Στις 12 Οκτωβρίου 1940, η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε τη στρατιωτική κατάληψη της Ρουμανίας. Το ανακοινωθέν αποσαφήνιζε πως η επιχείρηση έλαβε χώρα προκειμένου να προστατευτούν οι πετρελαιοπηγές και πως έχαιρε της συγκατάθεσης των αρχών του Βουκουρεστίου. Δεν υπήρχε αμφιβολία πως, μέσω της στρατιωτικής παρουσίας, η Γερμανία ενίσχυε αποφασιστικά την επιρροή της στα Βαλκάνια και αναιρούσε κάθε πιθανότητα για μια μελλοντική ιταλική εισβολή σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας. Ο Mussolini αντέδρασε ακαριαία: “ Ο Hitler με θέτει διαρκώς προ τετελεσμένου. Αυτή τη φορά, θα τον πληρώσω με το ίδιο νόμισμα. Θα πληροφορηθεί από τον Τύπο την κατάληψη της Ελλάδας. Είναι ο μόνος τρόπος, προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία”.⁶ Η Ιταλία δεν είχε αγεφύρωτες διαφορές με την Ελλάδα. Το μειονέκτημα για την τελευταία ήταν η μικρή της έκταση και το γεγονός ότι συνόρευε με την Αλβανία. Το αρχικό ιταλικό σχέδιο εισβολής προέβλεπε τη χρήση 20 μεραρχιών, η δε κατάληψη της χώρας προβλεπόταν να έχει ολοκληρωθεί προτού συμπληρωθούν τρεις μήνες από την ημερομηνία έναρξης των επιχειρήσεων. Αντ αυτού, τον Οκτώβριο του 1940, επί του αλβανικού εδάφους στάθμευαν 8 μεραρχίες μόνο (ένα τμήμα των οποίων ήταν επιφορτισμένο με τη φύλαξη των συνόρων με τη Γιουγκοσλαβία), η δε διάρκεια του όλου εγχειρήματος μειώθηκε από τον ίδιο τον Mussolini στις δυο εβδομάδες. Σε επίπεδο στρατιωτικής διοίκησης επικράτησε γενική αμηχανία μπροστά σε αυτούς τους αυτοσχεδιασμούς. Πόσο μάλλον, που από τις 2 Οκτωβρίου, κατόπιν διαταγής του δικτάτορα, τέθηκε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα μερικής αποστράτευσης του στρατού ξηράς, το οποίο αποσυντόνισε επί μήνες ολόκληρους στη συνέχεια τις ιταλικές ένοπλες δυνάμεις. Ο Mussolini επιχείρησε να διασκεδάσει τους όποιους προβληματισμούς, διαβεβαιώνοντας πως η ευρύτερη πολιτική συγκυρία συνηγορούσε υπέρ της εξαπόλυσης μιας τολμηρής εκστρατείας. Η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Καμιά από τις πολιτικές και στρατιωτικές προϋποθέσεις για μια νικηφόρα εκστρατεία δεν ίσχυε. Οι αξιωματικοί το γνώριζαν. Από τη στιγμή, όμως, που ολόκληρη η διεξαγωγή του παράλληλου πολέμου επαφιόταν στην ικανότητα ελιγμών του Musollini και όχι στον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων, αναγκάστηκαν να αποδεχθούν την πρόκληση και να επωμισθούν το ρίσκο.

 

Η ιταλική εκστρατεία κατά της Ελλάδας, 1940-1941.

Η εκστρατεία ξεκίνησε στις 28 Οκτωβρίου και εξελίχθηκε σε πραγματική πανωλεθρία, έπειτα από την εκδήλωση της ελληνικής αντεπίθεσης (Νοέμβριος 1940 – Μάρτιος 1941), που είχε ως συνέπεια να μεταφερθούν οι επιχειρήσεις εντός του αλβανικού εδάφους. Ακολούθησε μια δραματική συρροή ενισχύσεων (προς το τέλος του πολέμου, οι ιταλικές δυνάμεις ανήλθαν στους 600.000 άνδρες) και μόνο έτσι μπόρεσε να ανακοπεί η προέλαση του ελληνικού στρατού, δίχως, ωστόσο, να ανακτηθεί η πρωτοβουλία των κινήσεων. Τελικά, η λύτρωση προήλθε απέξω. Τον Απρίλιο του 1941, μια καλά οργανωμένη γερμανική επίθεση εξουδετέρωσε κάθε προοπτική αντίστασης ενός ελληνικού στρατού, ο οποίος είχε υπερβεί όλα τα όρια εξάντλησης και αντοχής.

Η εκστρατεία κατά της Ελλάδας εκμηδένισε το κύρος και το ηθικό του ιταλικού στρατού. Ο τελευταίος, έχοντας επιτεθεί σε προεπιλεγμένη χρονική συγκυρία και μορφολογία εδάφους (οι ιταλικές ένοπλες δυνάμεις ήταν κατάλληλα εξοπλισμένες για ορεινές επιχειρήσεις), αποδείχτηκε παντελώς ανίκανος να επιβληθεί σε έναν κατώτερο αριθμητικά, ποιοτικά και οργανωτικά αντίπαλο.⁷

Οι γυναίκες της Πίνδου

Την ίδια, ακριβώς, στιγμή, που διαγραφόταν η πανωλεθρία στην Αλβανία, ο ιταλικός πολεμικός στόλος υπέστη ένα πλήγμα, από το οποίο ουδέποτε πλέον επρόκειτο να ανακάμψει. Η ναυτική παρουσία της Ιταλίας στη Μεσόγειο είχε αναβαθμιστεί αισθητά την επομένη της συνθηκολόγησης της Γαλλίας. Το φθινόπωρο του 1940, χάρη στην προσθήκη δυο νέων θωρηκτών και την ανακαίνιση άλλων δυο, ο στόλος είχε σχεδόν ισοσκελίσει σε αριθμό μονάδων και σε ισχύ πυρός τον αντίστοιχο βρετανικό της Αλεξάνδρειας και του Γιβραλτάρ. Δυστυχώς, η υπολογίσιμη αυτή ναυτική δύναμη χαραμίστηκε γρήγορα, εν πολλοίς εξαιτίας μιας αδικαιολόγητης υποβάθμισης της αεροναυτικής παραμέτρου, που απέστρεψε την κυβέρνηση της Ρώμης από τη ναυπήγηση αεροπλανοφόρων. Μέσα στη νύκτα της 11ης προς 12η Νοεμβρίου 1940, μια δωδεκάδα βρετανικών τορπιλοβόλων αεροπλάνων, τα οποία είχαν απογειωθεί από το αεροπλανοφόρο Illustrious, που έπλεε στα ανοικτά των ιταλικών ακτών, βύθισαν εντός της ναυτικής βάσης του Τάραντα, ένα θωρηκτό και προκάλεσαν εκτεταμμένες ζημιές σε άλλα δυο. Κατόπιν τούτου, ο συσχετισμός των ισορροπιών στη Μεσόγειο έκλινε υπέρ των Βρετανών, με αποτέλεσμα ο ιταλικός στόλος να περιοριστεί, εφεξής, σε επιχειρήσεις αμυντικού χαρακτήρα. Η συμβολή του προσμετρήθηκε σε αποστολές όπως η προστασία των νηοπομπών με προορισμό τη Λιβύη, ο αποκλεισμός του διαύλου της Σικελίας, στις περισσότερες περιπτώσεις δε, με την πολύτιμη συνδρομή της γερμανικής αεροπορίας. Παρόλη την έντιμη και ορισμένες φορές ηρωϊκή επίδοση του πολεμικού ναυτικού, ουδέποτε ανακτήθηκε η πρωτοβουλία των κινήσεων στον ευαίσθητο χώρο ανάμεσα στη Σικελία και τις ακτές της Βορείου Αφρικής.

Το ναυάγιο του θωρηκτού Conte di Cavour έπειτα από τη βρετανική επιδρομή στη ναυτική βάση του Τάραντα

Μεταξύ Δεκεμβρίου και Ιανουαρίου, μια τρίτη αποτυχία λειτούργησε ως ταφόπετρα του παράλληλου πολέμου. Στις 7 Δεκεμβρίου 1940, μια μηχανοκίνητη δύναμη 30.000 ανδρών, πλαισιωμένη από 250 άρματα μάχης, υπό τις διαταγές των στρατηγών Wavell και O’ Connor, έπληξε αιφνιδιαστικά τα στρατεύματα του Grazziani, στη μεθόριο μεταξύ Λιβύης και Αιγύπτου. Οι επιχειρήσεις μεταφέρθηκαν ταχύτατα εντός του λιβυκού εδάφους, όπου οι Βρετανοί επιχείρησαν εκτεταμένης κλίμακας κυκλωτικές κινήσεις. Η όλη υπόθεση στοίχισε στους Ιταλούς την αιχμαλωσία 140.000 στρατιωτών και την απώλεια του συνόλου της Κυρηναϊκής μέσα σε δυο, μόλις, μήνες. Για μια ακόμη φορά, η Γερμανία υπήρξε εκείνη που επωμίσθηκε τον ρόλο του από μηχανής θεού. Τον Φεβρουάριο του 1941, αποβιβάστηκαν στο λιμάνι της Τρίπολης τα πρώτα τμήματα της τεθωρακισμένης στρατιάς του στρατηγού Rommel. Έκτοτε, και μέχρι τη διάλυση του θεάτρου επιχειρήσεων της Βορείου Αφρικής δυο χρόνια αργότερα, η διεύθυνση των επιχειρήσεων μέσα στους κόλπους του συνασπισμού του Άξονα, περιήλθε στους Γερμανούς.

Στην αλυσίδα των καταστροφών, ο Mussolini αντέδρασε αψυχολόγητα, καθαιρώντας τους δημοφιλέστερους στρατιωτικούς. Ο Badoglio, αρχηγός του γενικού επιτελείου, χρεώθηκε την πανωλεθρία στην Αλβανία, ο Cavagnari, υφυπουργός Ναυτικών και αρχηγός του γενικού επιτελείου του ιδίου όπλου, την αιφνιδιαστική επιδρομή στον Τάραντα, ο Grazziani, ανώτατος διοικητής του θεάτρου της Λιβύης, την απώλεια της  Κυρηναϊκής. Αντικείμενο των προαναφερθέντων εκκαθαρίσεων ήταν η αποποίηση, εκ μέρους του ιταλού δικτάτορα, οποιασδήποτε προσωπικής ευθύνης και η ενίσχυση, στα μάτια της κοινής γνώμης, της εικόνας του ως πολέμαρχου (condottiere). Όμως, τα παραπάνω μέτρα δεν αρκούσαν προκειμένου να μεταβάλλουν τις κλονισμένες ισορροπίες. Οι στόχοι του παράλληλου πολέμου, έτσι όπως είχαν καθοριστεί έξι μήνες νωρίτερα, εξανεμίστηκαν, η δε τελική επικράτηση της Γερμανίας δεν φάνταζε, πλέον, τόσο κοντινή αλλά ούτε τόσο σίγουρη όσο πριν. Το χειρότερο είναι πως η φασιστική Ιταλία αποδείχτηκε ανίκανη να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που της προσφέρθηκαν, αφήνοντας να διαφανεί, σε ολόκληρο το μεγαλείο της, μια αφοπλιστική αδυναμία να διεξαγάγει τον πόλεμο από μόνη, δίχως την υποστήριξη και τη συνδρομή της συμμάχου της. Επόμενο ήταν να καταποντιστεί κάθε ψευδαίσθηση περί αυτοδύναμης ισχύος χωρίς ρίσκο και απώλειες, με την πρόσδεση και μόνο στα χνάρια μιας επικείμενης γερμανικής νίκης. Μοναδική ελπίδα για τον Mussolini, ήταν ένας επαναπροσδιορισμός των σχέσεών του με το Γ’ Ράϊχ, από θέση εξάρτησης. Έτσι, τουλάχιστον, ήταν δυνατό να διασφαλιστεί η παραμονή του στην εξουσία.

  1. Ο πόλεμος από θέση εξάρτησης.

Επί τριάντα μήνες (άνοιξη 1941 – καλοκαίρι 1943), η Ιταλία δεν κατάφερε να επηρρεάσει την εξέλιξη του πολέμου. Υποτάχθηκε πλήρως στη γερμανική πρωτοκαθεδρία, αποδεχόμενη τον υποδεέστερο ρόλο, ο οποίος της αναλογούσε στο πλαίσιο της συμμαχίας με το Βερολίνο.⁸ Έναν ρόλο αποκλειστικά αμυντικό. Η επιβίωση της Μεγ. Βρετανίας κατά τα έτη 1940 και 1941, προσέδωσε στον πόλεμο νέες διαστάσεις και άλλη διάρκεια. Ο Hitler επένδυσε επάνω σε μια εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, προσδοκώντας μια ταχεία και ολοκληρωτική επικράτηση. Επρόκειτο για μια, ακόμη, οικτρή ψευδαίσθηση. Την ίδια στιγμή, το γερμανικό Ναυαρχείο επέμενε να δοθεί προτεραιότητα στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, με στόχο την εκρίζωση της βρετανικής παρουσίας από τον ευρύτερο χώρο της Βορείου Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Ο ηγέτης του Γ’ Ράϊχ δεν απέκλειε μια τέτοια προοπτική.  Ανέβαλε, απλά, την υλοποίησή της για την επομένη της επικράτησης σε βάρος της ΕΣΣΔ. Έως τότε, η Γερμανία ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει αμυντική στρατηγική στη Μεσόγειο. Άλλωστε, το είχε έμπρακτα αποδείξει: η εκστρατεία στα Βαλκάνια την άνοιξη του 1941, η αποστολή και στάθμευση αεροπορικών δυνάμεων στη Μεσόγειο το 1941 και ακόμα περισσότερο το 1942, η αποστολή του Rommel στη Βόρεια Αφρική, ανταποκρίνονταν στις επιταγές ενός συνόλου προληπτικών επιχειρήσεων, προκειμένου να προστατευθούν τα πλευρά της Wehrmacht, ενόσω αυτή θα ήταν απασχολημένη στο ρωσικό μέτωπο, με την καθήλωση επιτόπου όσο το δυνατόν περισσοτέρων δυνάμεων του αντιπάλου. Σε αντίθεση με τη Γερμανία, η Μεσόγειος υπήρξε το κεντρικό επιχειρησιακό θέατρο   για τους Βρετανούς έως τη στιγμή της απόβασης των Συμμάχων στη Νορμανδία, τον Ιούνιο του 1944. Εκεί συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτικών και ναυτικών τους δυνάμεων και εκεί υιοθέτησαν μια επιθετική στρατηγική. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι Γερμανοί καλούνταν να συγκρατήσουν την ορμητικότητα των αντιπάλων τους με τις λιγότερες δυνατές απώλειες.

Η αποστολή, η οποία ανατέθηκε, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, στην Ιταλία δεν διεκδικεί περγαμηνές. Θα έλεγε κανείς πως ήταν μάλλον οδυνηρή. Ανάλωση των στρατιωτικών της δυνάμεων και αποθεμάτων σε μια αντίσταση δίχως ελπίδα, έως ότου η Γερμανία, ανίκανη, πλέον, να υπερασπιστεί τη Μεσόγειο, αναγκαζόταν να αποσύρει από εκεί τις δυνάμεις της. Αλλά ούτε τότε η τελευταία ήταν διατεθειμένη να εκχωρίσει την κυριαρχία της σε έναν ανυπόληπτο σύμμαχο. Η συμβολή της Ιταλίας μπορούσε να είναι ανεκτή στους κόλπους ενός συμμαχικού συνασπισμού, θεμελιωμένου επάνω σε έντιμες και σαφώς διατυπωμένες εκατέρωθεν πολιτικές και στρατιωτικές δεσμεύσεις, οι οποίες θα συνεκτιμούσαν τις θυσίες, που απαιτούνταν από την κάθε πλευρά. Αντ αυτού, ο άξονας Βερολίνου-Ρώμης είχε σφυρηλατηθεί με διάθεση αμοιβαίας καχυποψίας και εξαπάτησης, στο ποσοστό που η κάθε πλευρά εννοούσε να εκμεταλλεύεται τον έτερο συμβαλλόμενο προς όφελος των δικών της συμφερόντων. Σε περίπτωση, δε, γερμανικής νίκης, το Βερολίνο θα ήταν εκείνο, που θα οριοθετούσε τον νέο ρόλο, ο οποίος θα προοριζόταν για την Ιταλία. Βρισκόμαστε πολύ μακρυά από την υπόσχεση του 1938-1940 περί αυτόνομης σφαίρας επιρροής.

Η περιφρόνηση των Γερμανών φάνηκε και από την άρνηση να ενημερώνουν τους συμμάχους τους σχετικά με τα μελλοντικά σχέδια. Το πλέον προκλητικό παράδειγμα αποτελεί η  καθυστέρηση, με την οποία η ιταλική ηγεσία πληροφορήθηκε ένα γεγονός μείζονος σημασίας: την εισβολή της Wehrmacht στη Σοβιετική Ένωση. Ενώ η

Ugo Cavallero

απόφαση είχε ληφθεί ήδη από τον Δεκέμβριο του 1940, χρειάστηκαν έξι ολόκληροι μήνες, έως ότου η κυβέρνηση της Ρώμης πληροφορηθεί το γεγονός, ταυτόχρονα με την έναρξη της εισβολής. Αξίζει να επισημάνουμε πως μόλις δέκα μέρες νωρίτερα, στις 12 Ιουνίου 1941, ο Hitler, o Mussolini και οι αρχηγοί των δυο επιτελείων Keitel και Cavallero είχαν μακρά σύσκεψη, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν αποκαλύφτηκε απολύτως τίποτα. Γενικότερα, οι προσπάθειες του στρατάρχη Cavallero, ενός υπέρμαχου της συμμαχίας με τους Γερμανούς, προς την κατεύθυνση μιας συνεργασίας σε βάθος, έπεσαν στο κενό. Ο Hitler και οι στρατηγοί του αντιμετώπιζαν την Ιταλία ως κράτος δορυφόρο, έστω και αν στις επίσημες τοποθετήσεις τους  εκχωρούσαν στην τελευταία προνομιακό ρόλο. Ο Mussolini δεν είχε επιλογή άλλη από το να συνεχίζει να πολεμά στο πλευρό της Γερμανίας, μόνο και μόνο προκειμένου η χώρα του να καταφέρει να διατηρηθεί στην κορυφή της ιεραρχίας των δορυφόρων του Βερολίνου. Η επιβίωση του φασιστικού καθεστώτος και του ιδίου προσωπικά ήταν άρρηκτα συνυφασμένες με μια γερμανική τελική επικράτηση. Μοιραία, ο στρατηγικός σχεδιασμός της Ιταλίας υπαγορευόταν από την εκάστοτε τροπή των πολεμικών επιχειρήσεων. Στη Μεσόγειο η πρωτοβουλία ανήκε στους Βρετανούς. Ο ιταλικός στρατός αρκείτο στο να αποκρούει τα πλήγματα. Αλλά και ως προς αυτό, ήταν απαραίτητη η συνδρομή της Γερμανίας σε ένα ποσοστό, το οποίο καθοριζόταν πάντοτε από το Βερολίνο. Παραταύτα, ο Mussolini και ο Cavallero, οι οποίοι μεταξύ 1941 και 1942 είχαν αγαστή συνεργασία, μπόρεσαν να αξιοποιήσουν τα περιορισμένα περιθώρια αυτονομίας, που τους προσφέρονταν, έχοντας κατά νου τη διάσωση του καθεστώτος και λιγότερο την τύχη του πολέμου. Συγκεκριμένα, απέφυγαν να αναλώσουν το σύνολο των αποθεμάτων στον αγώνα κατά της Μεγ. Βρετανίας, κατάφεραν να διατηρήσουν τη θέση του προνομιακού συμμάχου έναντι της Γερμανίας (έστω κι αν αυτό στερείτο, πλέον, κάθε ουσιαστικού αντικρύσματος) και επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους στην προστασία του καθεστώτος από οποιαδήποτε απειλή ανατροπής.

Ας δούμε τα πράγματα πιο αναλυτικά. Τα θέατρα, όπου ο ιταλικός στρατός επιχειρούσε κατά τα έτη 1941-1942 ήταν τα Βαλκάνια (η κατοχή της Γιουγκοσλαβίας, της Αλβανίας και της Ελλάδας απασχολούσε 30 έως 35 μεραρχίες), η Κεντρική Μεσόγειος και η Βόρεια Αφρική.⁹ Το μεγαλύτερο μέρος των αεροναυτικών δυνάμεων ήταν απασχολημένο στην κεντρική Μεσόγειο. Καταμετρώντας οδυνηρές απώλειες και διαθέτοντας την υποστήριξη της Luftwaffe, οι Ιταλοί είχαν καταφέρει να διατηρήσουν ανοικτές, τις γραμμές ανεφοδιασμού με τη Βόρεια Αφρική. Ωστόσο, ο συνασπισμός του Άξονα δεν διέθετε τα μέσα εκείνα, τα οποία θα του επέτρεπαν να επεκτείνει τη δραστηριότητα σε παραπλήσια θέατρα, όπου η βρετανική υπεροχή ήταν αδιαμφισβήτητη. Στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής, τα ιταλικά στρατεύματα μόλις που παρείχαν μικρή βοήθεια στην τεθωρακισμένη στρατιά του Rommel. Οι Ιταλοί είχαν συγκεντρώσει εκεί τέσσερις μεραρχίες – δυο τεθωρακισμένες και δυο μηχανοκίνητες – μέτρια εξοπλισμένες και με επάνδρωση χαμηλότερη από την προβλεπόμενη. Για λόγους εντυπώσεων, οι Mussolini και Cavallero προτιμούσαν τη διατήρηση επιτόπου δυο ανίσχυρων μεραρχιών και όχι μιας πλήρους και ισχυρής. Στις παραπάνω δυνάμεις πρέπει να προστεθούν άλλες τέσσερις μεραρχίες πεζικού, στερούμενες από μηχανοκίνητη υποστήριξη και εντελώς ακατάλληλες για διενέργεια πολεμικών επιχειρήσεων στην έρημο. Με αυτά τα δεδομένα, μια εκτίμηση, βάσει της οποίας ο Mussolini προτιμούσε να διατηρήσει την αφρόκρεμα του στρατεύματος για την προάσπιση του μητροπολιτικού εδάφους, δεν θα ηχούσε παράλογα. Κι όμως, στην ίδια την Ιταλία στάθμευαν μόνο δυο δωδεκάδες μεραρχίες πεζικού, μερικώς εξοπλισμένες και με ελλειπή στελέχωση, εκ των προτέρων άχρηστες για έναν σύγχρονο πόλεμο.

Για τις αιτίες του προβλήματος, πρέπει κανείς να σκάψει βαθύτερα. Πρώτο μεγάλο ερώτημα, το οποίο τίθεται από μόνο του δίχως να χρήζει αμφισβήτησης, είναι το χρόνιο πρόβλημα των τεθωρακισμένων του ιταλικού στρατού, καθ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Δύσκολα μπορούμε να αποδεχτούμε πως μια βιομηχανία ευρωπαϊκών προδιαγραφών σαν την Fiat, ήταν αδύνατο να προβεί στην κατασκευή αρμάτων μάχης σχεδόν ισάξιων με τα αντίστοιχα γερμανικά και βρετανικά. Εκτός εάν οι σχέσεις του φασιστικού καθεστώτος με τους οικονομικούς παράγοντες βρίσκονταν σε κατάσταση αποσύνθεσης, οπότε θα ήταν δύσκολο για την πολιτική και τη στρατιωτική ηγεσία να επιβάλλουν τη δική τους γραμμή, στην προσπάθεια να μετατρέψουν την οικονομία της χώρας σε πολεμική. Το εγχείρημα της μετάλλαξης από οικονομία εν καιρώ ειρήνης σε οικονομία εν καιρώ πολέμου, είχε πετύχει ένα τέταρτο του αιώνα νωρίτερα. Τώρα, όμως, η στρατιωτική ηγεσία είχε αμελήσει να χαράξει ένα ευρύ και συνάμα ρεαλιστικό πρόγραμμα προς την κατεύθυνση αυτή. Αντί να ασκήσει αφόρητη πίεση, αποσπώντας από το Βερολίνο την άδεια για αναπαραγωγή, επί του ιταλικού εδάφους, των δοκιμασμένων γερμανικών αρμάτων, προσανατολίστηκε προς την κατασκευή εγχωρίων μοντέλων πρωτοποριακής (υποτίθεται) τεχνολογίας. Τέλος, δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται τη βαρύνουσα σημασία της ύπαρξης τεθωρακισμένων μονάδων, αντιμετωπίζοντας το όλο ζήτημα με χαρακτηριστική επιπολαιότητα.

Στρατωτικά γυμνάσια του 1938. Η έμφαση δίνεται στη…συμμετρική διάταξη των αρμάτων.

Αλήθεια, τί νόημα είχαν οι στομφώδεις εξαγγελίες των Mussolini και Cavallero περί συγκρότησης νέων μεραρχιών, όταν η μίζερη παραγωγή αρμάτων μάχης μόλις που αρκούσε για να ισοσκελιστούν οι απώλειες στο πεδίο των εχθροπραξιών;

Ένα δεύτερο, εξίσου εύλογο, ερώτημα προκύπτει από τη συστηματική αποφυγή αποστολής στο θέατρο επιχειρήσεων της Βορείου Αφρικής, του αναγκαίου αριθμού μηχανοκίνητων οχημάτων. Ο ρυθμός παραγωγής ήταν χαμηλός ο δε μηνιαίος μέσος όρος δεν ξεπερνούσε τις 1.000 μονάδες. Από τα 50 – 60.000 φορτηγά, που η Ιταλία διέθετε ενόσω βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση, μόνο το 1/5 από αυτά στάλθηκε τη Λιβύη. Ναι μεν απασχολείτο επιτόπου το 1/10 του στρατιωτικού δυναμικού, ωστόσο, η Βόρεια Αφρική ήταν το μόνο μέτωπο, το οποίο προσφερόταν προκειμένου να μπορέσει η χώρα να διαδραματίσει κάποιον στρατηγικό ρόλο. Αρκεί η αποτελεσματικότητα των ενόπλων δυνάμεων να κάλυπτε ορισμένες (περιορισμένες) προδιαγραφές. Μη ξεχνάμε, άλλωστε, πως οι δυνάμεις όλων των εμπλεκομένων κρατών στο συγκεκριμένο μέτωπο ήταν σχετικά ευάλωττες.  Τα 14.000 οχήματα, που ο Cavallero προόριζε για τη Λιβύη και τα οποία ουδέποτε έστειλε, δεν θα επηρρέαζαν την έκβαση των επιχειρήσεων. Σίγουρα, όμως, θα βελτίωναν την απόδοση και θα προσέδιδαν μεγαλύτερη πολιτική και στρατιωτική βαρύτητα στην εκεί ιταλική παρουσία και συμμετοχή. Αντ’ αυτού, τα οχήματα παρέμειναν επί του μητροπολιτικού εδάφους, προτού αναλωθούν άσκοπα στις επιχειρήσεις του Ανατολικού μετώπου.

Μοιραία περνάμε στο σοβαρότερο ερώτημα, την πιο σημαντική και περισσότερο αμφισβητήσιμη επιλογή της ιταλικής ηγεσίας διαρκούντος του πολέμου. Πρόκειται για τη σύμπραξη στη ναζιστική εισβολή σε βάρος της ΕΣΣΔ. Γνωρίζουμε πως ο Hitler δεν αποδέχτηκε την προσφορά, που του έγινε από την πρώτη κιόλας στιγμή. “Την ουσιαστική βοήθεια”, έγραφε προς τον Mussolini, “μπορείτε να την προσφέρετε ενισχύοντας τα στρατεύματά σας στη Βόρεια Αφρική (…), κλιμακώνοντας τον πόλεμο στον αέρα και πολλαπλασιάζοντας, στο μέτρο του δυνατού, τη δραστηριότητα των υποβρυχίων σας στη Μεσόγειο”.¹º Η στρατηγική οπτική του γερμανού καγκελαρίου ήταν ορθή. Όμως, το πολιτικό διακύβευμα μιας, συμβολικής, έστω, ιταλικής συμμετοχής στις επιχειρήσεις του νεότευκτου μετώπου, ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερο για τον Duce. Η χώρα όφειλε να είναι έμπρακτα παρούσα και να αποσπάσει μερίδιο από την επιτυχία της αποφασιστικής γιγαντομαχίας, η οποία θα έκρινε την τελική έκβαση του πολέμου. Η επιλογή δεν υπαγορεύτηκε από ιδεολογικά κίνητρα (έστω και αν ο Mussolini έγραφε προς τον Cavallero ό,τι “Σε αυτό τον αγώνα εναντίον του κομμουνισμού δεν μας επιτρέπεται να είμαστε απόντες”).¹¹ Ούτε άδραξε η Ιταλία την ευκαιρία, προκειμένου να ξεπληρώσει την υποχρέωση έναντι ενός ισχυρού συμπολεμιστή, που τόσο πολύ την είχε στηρίξει στη Μεσόγειο.¹² Βρέθηκε αντιμέτωπη με μια συγκυρία, η οποία την εξανάγκαζε να υπερασπιστεί, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων, την εικόνα της ως προνομιακού συμμάχου του Γ’ Ράϊχ. “Δεν μπορούμε να είμαστε υποδεέστεροι από τη Σλοβακία”. Επρόκειτο για μια επαναλαμβανόμενη έκφραση στις δηλώσεις του Mussolini και των συνεργατών του.¹³ Το να κερδηθεί ο πόλεμος, ήταν μια αποκλειστικά γερμανική υπόθεση. Από τη δική του πλευρά, το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας επείγετο, πάντοτε για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, να καλλιεργήσει μια απατηλή εικόνα ισχύος, η οποία θα του επέτρεπε να συμμετάσχει στη διανομή των λαφύρων.

Τον Ιούλιο του 1941 στάλθηκε στη Ρωσία ένα ιταλικό εκστρατευτικό σώμα, αποτελούμενο από τρεις μεραρχίες και 5.000 μηχανοκίνητα οχήματα (πρόκειται για τον προβλεπόμενο αριθμό οχημάτων για την πλαισίωση μεραρχιών πεζικού, μικρότερο, όμως, για την παροχή ουσιαστικής μηχανοκίνητης υποστήριξης). Σχεδόν αμέσως, άρχισαν να εκπονούνται σχέδια για την αποστολή κι ενός δευτέρου εκστρατευτικού σώματος. Επιθυμία των Mussolini και Cavallero ήταν το μέγεθος των  ιταλικών στρατευμάτων να ανέλθει στις 20 μεραρχίες, με γερμανικό εξοπλισμό. Ο Cavallero έφτασε μέχρι σημείου να προσφέρει ανύπαρκτες τεθωρακισμένες μεραρχίες. Όταν, τον χειμώνα 1941-1942, οι Γερμανοί αντιλήφθηκαν πως η διάρκεια της εκστρατείας επρόκειτο να ξεπεράσει τις αρχικές προβλέψεις, ζήτησαν απο τους Ιταλούς να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους. Αμέσως συγκροτήθηκαν δυο σώματα (ένα εκ των οποίων αλπινιστών) προοριζόμενα για τον τομέα του Καυκάσου. Τελικά, χρησιμοποιήθηκαν στο μέτωπο του Ντον. Το 1942, οι ιταλικές δυνάμεις ανήλθαν στις 10 μεραρχίες (227.000 άνδρες, 74 άρματα μάχης των 6 τόνων, 16.700 μηχανοκίνητα οχήματα, 4.470 μοτοσυκλέτες, 960 πυροβόλα, 380 αντιαρματικά των 47 χιλιοστών, 52 αντιαεροπορικά πυροβόλα και 220 αντιαεροπορικά πολυβόλα των 20 χιλιοστών).¹⁴ Ο εξοπλισμός αποδείχθηκε ανεπαρκής, με αποτέλεσμα, τα ιταλικά στρατεύματα να εξολοθρευτούν κατά τη μεγάλη σοβιετική αντεπίθεση του Ιανουαρίου 1943. Κι όμως, εξαιρουμένων των τεθωρακισμένων, οι Mussolini και Cavallero είχαν στείλει επιτόπου ό,τι καλύτερο διέθεταν, παραμελώντας το μέτωπο της Βορείου Αφρικής, όπου αποφασιζόταν η έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μεσόγειο!

Σε αντιπαραβολή με το ιταλικό εκστρατευτικό σώμα της Λιβύης, εκείνο της Ρωσίας αριθμούσε ίσο αριθμό ανδρών και διπλάσιο αριθμό οχημάτων. Είχε απόλυτη προτεραιότητα σε ενίσχυση πυροβολικού. Σε αυτό στάλθηκε το σύνολο των νεοκατασκευασθέντων βαρέων και μεσαίων πυροβόλων, το ένα τέταρτο των διαθέσιμων σε εθνική κλίμακα σύγχρονων αντιαεροπορικών πυροβόλων και σχεδόν όλα τα νέα φορτηγά.¹⁵ Στην κλίμακα της γερμανο-σοβιετικής γιγαντομαχίας, επρόκειτο, ασφαλώς, για ανεπαίσθητο ειδικό βάρος. Ωστόσο, το ίδιο, ακριβώς, υλικό ήταν σε θέση να επηρρεάσει την εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Βόρεια Αφρική. Αρκεί να επισημάνουμε πως στην αποφασιστική μάχη του El Alamein, οι Ιταλοί διέθεταν 371 απαρχαιωμένα πυροβόλα (τα περισσότερα από αυτά χρονολογούνταν από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και τους ήταν αδύνατο να αντιπαρατεθούν στα βρετανικά), 150 ελαφρά αντιαρματικά και ούτε ένα βαρύ πυροβόλο. Κατά την ακολουθήσασα υποχώρηση, αιχμαλωτίστηκαν πολλοί στρατιώτες, ακριβώς επειδή τα φορτηγά, τα οποία προορίζονταν για τη Λιβύη, είτε είχαν σταλεί στο Ανατολικό μέτωπο, είτε στάθμευαν άπραγα επί του μητροπολιτικού εδάφους.

Ιταλοί μοτοσυκλετιστές στο Ανατολικό μέτωπο

Η εμμονή αποστολής ενισχύσεων στη Ρωσία μαρτυρεί την αποκήρυξη, από πλευράς Mussolini και Cavallero, κάθε προοπτικής νικηφόρας έκβασης του πολέμου στη Βόρεια Αφρική, με διάθεση, στο συγκεκριμένο επιχειρησιακό θέατρο, των απαραίτητων μέσων. Κάτι ανάλογο ισχύει και με την περίπτωση των σχεδίων κατάληψης της Μάλτας, Είναι γνωστό πως ο έλεγχος της τελευταίας από τους Βρετανούς παρεμπόδιζε, κατά βαθμό αφάνταστο, τις επικοινωνίες μεταξύ Ιταλίας και Λιβύης.¹⁶ Προτού ξεσπασει ο πόλεμος, οι μεν Βρετανοί είχαν χαρακτηρίσει τη Μάλτα ως “μη υπερασπίσιμη”, οι δε Ιταλοί ως “απόρθητη”. Αργότερα, το 1940, μια ενδεχόμενη κατάληψη του νησιού αξιολογήθηκε από τα κέντρα σχεδιασμού της Ρώμης  ως άνευ ουσιαστικής σημασίας. Ήταν όταν οι πάντες θεωρούσαν πως επίκειτο το τέλος του πολέμου με μια περιφανή γερμανική επικράτηση. Τα δεδομένα ανατράπηκαν μέσα στο 1941, όταν ο ολοένα αυξανόμενος στρατηγικός ρόλος της Μάλτας στις επιθέσεις κατά των ιταλικών νηοπομπών έθεσε ζήτημα κατάληψης της τελευταίας. Επρόκειτο για την μοναδική λύση, προκειμένου να διασφαλιστούν οι απρόσκοπτες αεροναυτικές επικοινωνίες με το μέτωπο της Βορείου Αφρικής. Περί τα τέλη του έτους, αποφασίστηκε η προπαρασκευή μιας ιταλο-γερμανικής απόβασης. Το προκαταρκτικό σκέλος της όλης επιχείρησης περιλάμβανε εκτεταμμένους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Ως ημερομηνία διενέργειας της απόβασης είχε οριστεί το τέλος της άνοιξης του 1942. Όμως, το σχέδιο αναβλήθηκε, προτού ματαιωθεί οριστικά κατόπιν γερμανικής πρωτοβουλίας. Την τελευταία στιγμή, το Βερολίνο προτίμησε να διαθέσει τις ισχνές δυνάμεις, που διατηρούσε στην περιοχή, για την ενίσχυση της αντεπίθεσης του Rommel, ο οποίος, τον Ιούλιο, διέβη τα σύνορα με την Αίγυπτο και προωθήθηκε μέχρι το El Alamein. Η επιλογή αυτή των Γερμανών ανταποκρίνεται απόλυτα στην πρόσληψη που είχαν για τον πόλεμο στη Μεσόγειο. Αντίθετα, το ιταλικό επιτελείο έδινε προτεραιότητα σε επιχειρήσεις (όπως η σχεδιαζόμενη σε βάρος της Μάλτας), ικανές να αναχαιτίσουν κάθε είδους εχθρική απειλή στις πύλες του μητροπολιτικού εδάφους. Επιπρόσθετα, μια εκστρατεία κατά της Αιγύπτου θα είχε ως συνέπεια την επιμήκυνση των γραμμών ανεφοδιασμού, πολλαπλασιάζοντας τις ήδη υπάρχουσες δυσκολίες στον νευραλγικό αυτόν τομέα. Ο Mussolini, όμως, αποδέχτηκε αδιαμαρτύρητα τις προτιμήσεις των Γερμανών και πίεσε τον Cavallero να τις αποδεχτεί και εκείνος, επενδύοντας τα μέγιστα επάνω σε μια θεαματική επιτυχία του Rommel. Μάλιστα, ο ιταλός

Τα ερείπια της Βαλέτας, πρωτεύουσας της Μάλτας, έπειτα από διενέργεια αεροπορικού βομβαρδισμού

δικτάτορας πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του Ιουλίου στα μετόπισθεν των γερμανικών γραμμών, εν αναμονή μιας νίκης, η οποία θα του επέτρεπε να εισέλθει ως θριαμβευτής στην πόλη της Αλεξανδρείας, καβάλα σε ένα λευκό άλογο! Για μια επιπλέον φορά, απεμπολούσε την προτεραιότητα διεξαγωγής ενός επωφελούς πολέμου στη Μεσόγειο, έναντι μιας προσωπικής προβολής στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Το συμπέρασμα, το οποίο προκύπτει από όλα αυτά, είναι πως όποτε τους παρουσιάστηκε η δυνατότητα ανάπτυξης αυτόνομης δράσης εντός ενός πλαισίου, καθοριζομένου εν πολλοίς, είναι αλήθεια, από τον ισχυρό σύμμαχο, οι Mussolini και Cavallero άδραξαν την ευκαιρία όχι προκειμένου να ενισχύσουν το μοναδικό μέτωπο, όπου η ιταλική παράμετρος ήταν σε θέση να επηρρεάσει τον συσχετισμό των ισορροπιών, εκείνο της Λιβύης, αλλά για εδραιώσουν την παρουσία των στρατευμάτων τους στο Ανατολικό μέτωπο αποκλειστικά και μόνο για λόγους κύρους. Ένα δεύτερο στοιχείο, εξίσου σημαντικό, αναδείχτηκε από την έρευνα, την οποία διενήργησε ο Lucio Ceva στα κατάλοιπα του στρατάρχη Cavallero. Πρόκειται για τη αδιάκοπη έγνοια του Mussolini και των στρατηγών του περί συγκρότησης νέων μεραρχιών, μη αξιόμαχων ίσως στο πεδίο των εχθροπραξιών, επαρκών, ωστόσο, για την τήρηση της τάξης και της ασφάλειας στο εσωτερικό της χώρας.

Ιδού ορισμένα στοιχεία από την παραπάνω έρευνα. Σε υπόμνημα με ημερομηνία 25 Ιουλίου 1941, ο Mussolini χαρακτήριζε ως αναγκαία την αύξηση του αριθμού των μεραρχιών από 60 σε 80 έως την άνοιξη του 1942. Από τις είκοσι επιπλέον μεραρχίες, οι πέντε θα ήταν τεθωρακισμένες. Ο στόχος διαφαινόταν ως παντελώς ανέφικτος, με δεδομένες τις δυνατότητες της Ιταλίας. Άλλωστε, το πρόγραμμα υλοποιήθηκε μερικώς. Πάντοτε σύμφωνα με το ίδιο σκεπτικό, οι νέες αυτές μονάδες θα έδρευαν επί του μητροπολιτικού εδάφους, λειτουργώντας ως στρατηγικές εφεδρείες. Εφεδρείες, αποτελούμενες, ως επί το πλείστον, από ελλειπώς εξοπλισμένες μεραρχίες πεζικού, το ειδικό βάρος των οποίων ήταν φύσει αδύνατον να ασκήσει οποιουδήποτε έιδους επίδραση επί των πολεμικών επιχειρήσεων. Στο ζήτημα αυτό, ο Mussolini έχαιρε της πλήρους υποστήριξης των στρατιωτικών. Τον Σεπτέμβριο του 1941, ο Cavallero ενεργοποίησε τις διαδικασίες συγκρότησης 16 νέων μεραρχιών, παρά το γεγονός ό,τι τα διαθέσιμα αποθέματα δεν επαρκούσαν καν για την κάλυψη των υφισταμένων κενών. Τον Ιανουάριο του 1942, ο ιταλός αρχιστράτηγος προσδιόρισε ως απόλυτη προτεραιότητα την δημιουργία της ονομαζόμενης “κεντρικής εφεδρείας”, έτοιμης να ανταποκριθεί σε παν ενδεχόμενο, με έδρα το μητροπολιτικό έδαφος. Δυο μήνες αργότερα, τον Μάρτιο, εγκαταλείφθηκε κάθε πρόθεση περί σχηματισμού νέων τεθωρακισμένων και μηχανοκίνητων μονάδων. Ο συνολικός προβλεπόμενος αριθμός μεραρχιών κατήλθε στις 77, έστω και αν έως τον Ιούνιο του 1943, μόνο οι 31 μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως πλήρεις. Στους μήνες που ακολούθησαν, με επαναλαμβανόμενες τις αποτυχίες στα πεδία των μαχών, αυξήθηκαν ο ρυθμοί του όλου προγράμματος. Με τη διαφορά πως οδήγησαν στη συγκρότηση μονάδων με ακόμα περισσότερο ελλειπή στελέχωση και εξοπλισμό. Πάντως, η φιλόδοξη “μεγάλη στρατιά” των Mussolini και Cavallero, αποτελούμενη από 90 μεραρχίες, θα καταφέρει, τελικά, να δει το φως της ημέρας. Λίγο καθυστερημένα βέβαια. Τον Ιούλιο του 1943, στις άμεσες παραμονές της απόβασης των Συμμάχων στη Σικελία. Χρειάστηκαν λιγότερο από 24 ώρες, μεταξύ 8 και 9 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, προκειμένου να διαλυθεί…¹⁷

Εν κατακλείδι, η πολεμική προπαρασκευή και ο στρατηγικός σχεδιασμός της Ιταλίας μεταξύ των ετών 1935 και 1943, πραγματοποιήθηκαν με κριτήρια εσωτερικής πολιτικής. Από την αρχή ως το τέλος, ο Mussolini και το περιβάλλον του δεν έπαψαν ούτε στιγμή να εργάζονται για την επιβίωση του καθεστώτος. Η παράταση του πολέμου και η γενικότερη κάμψη της Γερμανίας είναι εκείνες που σφράγισαν, τελικά, τη μοίρα τους. Τον Ιούλιο του 1943, το φασιστικό καθεστώς ανατράπηκε εκ των έσω. Ο βασιλέας και οι στρατιωτικοί θεώρησαν ό,τι είχε εμπλακεί πέραν του δέοντος στον πόλεμο, τον οποίο διεξήγαγαν οι ναζί. Η ανατροπή της δικτατορίας και η τήρηση της δημόσιας τάξης ανατέθηκαν στην περίφημη “κεντρική εφεδρεία”, την ίδια ακριβώς που, επί ημερών Mussolini, είχε συγκροτηθεί με την αποστολή να ανταποκριθεί σε παν ενδεχόμενο. Τέτοιου είδους προφυλάξεις επρόκειτο, όμως, να  αρκέσουν για μια ομαλή μετάβαση στην επόμενη μέρα. Η συνθηκολόγηση, η κατάρρευση του στρατεύματος και της βασιλείας, τέλος, η ανάδειξη άγνωστων, μέχρι στιγμής, πολιτικών δυνάμεων, έμελλαν να οδηγήσουν τις εξελίξεις στον αγώνα για την απελευθέρωση της χώρας και στην επιβολή νέων ισορροπιών.

Italia in guerra: sui monti della Grecia.

Ο Giorgio Rochat (Παβία, 1936) έχει ειδικευθεί στη στρατιωτική Ιστορία. Διετέλεσε Καθηγητής επί θητεία της Σύγχρονης Ιστορίας στα Πανεπιστήμια του Μιλάνου (1969 -1976), της Φερράρας (1976-1980) και τακτικός Καθηγητήςστο Πανεπιστήμιο του Τορίνου (1980-1996). Υπήρξε Πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ιστορίας των Εθνικοαπελευθερωτικού Κινήμάτος της Ιταλίας – Istituto nazionale per la storia del movimento di liberazione in Italia – (1996-2000), και του Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Ιστορικών και Στρατιωτικών Ερευνών και Μελετών – Centro interuniversitario di studi e ricerche storico-militari, με τη συμμετοχή των Πανεπιστημίων Τορίνου, Πάντοβας, Πίζας, Παβίας και Μιλάνου (1981-1989).

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

– L’ esercito italiano da Vittorio Veneto a Mussolini 1919-1925, Editore Laterza, Bari 1967.
L’ antimilitarismo italiano oggi in Italia. Antologia, Editore Claudiana, Torino 1973.
Pietro Badoglio, di Piero Pieri (parte I) e Giorgio Rochat (parte II) Editore Utet, Torino 1974.
Italo Balbo aviatore e ministro dell’ aeronautica 1926-1933, Editore Bovolenta/Zanichelli, Ferrara 1989.
La prima guerra mondiale 1914-1948. Problemi di storia militare, nuova edizione, introduzione di Giorgio Rochat, Ufficio storico S.M. Esercito, Roma 1986.
 Regime fascista e chiese evangeliche, Editrice Claudiana, Torino, 1990.
La divisione Acqui a Cefalonia, settembre 1943, a cura di G. Rochat e M. Venturi, Editore Mursia, Milano 1993.
La Grande Guerra 1914-1918, di Mario Isnenghi e Giorgio Rochat Milano, La Nuova Italia, 2000.
Duecento sentenze nel bene e nel male. I tribunali militari della guerra 1940-1943, Udine, Gaspari, 2002.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

¹ Η πατρότητα του όρου αποδίδεται στον ίδιο τον Mussolini και γνώρισε μεγάλη απήχηση. Βλ. σχετικά τη μαρτυρία του στρατηγού Soddu στο F. ROSSI, Mussolini e lo stato maggiore, Roma, 1951, σ. 35.

² P. BADOGLIO, L’ Italia nella seconda guerra mondiale, Milano, 1946, σ. 37.

³ Q. ARMELLINI, Diario di guerra. Nove mesi al Commando supremo, Milano, 1946, σ. 12.

⁴ Παραπέμπουμε στην περίληψη σχετικά με τη συνάντηση της 7ης Ιουλίου 1940, την οποία συνέταξε ο Ciano, έτσι όπως η τελευταία έχει καταχωριστεί στον τόμο: L’ Europa verso la catastrofe, Milano, 1948, σ. 569. Τα γερμανικά διπλωματικά αρχεία μετριάζουν, δίχως να διαψεύδουν, την εκδοχή του Ciano. Βλ. σχετικά, E. COLLOTTI, “La politica dell’ Italia nel settore danubiano-balcanico dal patto di Monaco all’ armisticio italiano” in E. COLLOTTI, T. SALA, G. VACCARINO (επιμ.), L’ Italia nell’ Europa danubiana duranta la seconda guerra mondiale, Milano, 1967, σ. 23.

⁵ Ufficio storico dello Stato maggiore del Esercito, Africa settentrionale. La preparazione al conflitto, Roma, 1955, σ. 165.

⁶ G. CIANO, Diario, 1939-1943, Milano, 1946.

⁷  Η απουσία ελαφρυντικών εξηγεί και την αποφυγή του Ufficio storico dello Stato maggiore del Esercito  να συμπεριλάβει στις εκδόσεις του έναν τόμο αφιερωμένο στην εκστρατεία κατά της Ελλάδας. Αντίθετα, το ίδιο θέμα αναλύεται διεξοδικά στο M. CERVI, Storia della guerra di Grecia, Milano, 1965.

⁸  Για τη συμμετοχή της Ιταλίας στον πόλεμο κατά τα έτη 1941 και 1942 βλ.  E. CANEVARI, La guerra italiana, Roma, 1948,  E. FALDELLA, L’ Italia nella seconda guerra mondiale, Bologna, 1959, CAVALLERO, Comando supremo. Diario 1940-1941, Bologna, 1948, L. CEVA, La condotta italiana della guerra. Cavallero e il comando supremo, 1941-1942, Roma, 1975 (o συγγραφέας του άρθρου εξασφάλισε πρόσβαση στο χειρόγραφο προτού δημοσιευθεί και το χρησιμοποίησε υπό αυτή τη μορφή), καθώς και τις συμβολές των L. CEVA, A. HILLGRUBER και L. GRUCHMANN στον συλλογικό τόμο: La guerre en Méditerranée (1939-1945), Paris, 1971.

⁹ Εξαιρέθηκαν τα ελάσσονα θέατρα, όπως είναι η Αιθιοπία(όπου το 1941 τα ιταλικά στρατεύματα εξαναγκάστηκαν σε παράδοση), η κατοχή τμήματος του εδάφους της Γαλλίας, οι θάλασσες όπου δραστηριοποιούνταν τα ιταλικά υποβρύχια και φυσικά το ρωσικό μέτωπο, στο οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω.

¹º Hitler e Mussolini. Lettere e documenti, Milano, 1946, σ. 102.

¹¹ U. CAVALLERO, οπ., σ. 105.

¹² E. FALDELLA, οπ., σ. 375.

¹³ G. MESSE, La guerra al fronte russo, Milano, 1947, σ. 177.

¹⁴ Storia dell’ artiglieria italiana, Roma, 1955, τόμος 16, σ. 758.

¹⁵ Στο Ανατολικό Μέτωπο στάλθηκαν η μοναδική πυροβολαρχία των 210/22, τρεις απο τις τέσσερις πυροβολαρχίες των 149/40 και 24 από τα 38 πυροβόλα των 149/28. Μόλις είχε αποπερατωθεί η κατασκευή όλων των παραπάνω. Στάλθηκαν επίσης τα μοναδικά υπάρχοντα 36 πυροβόλα των 75/32, ιδιαίτερα αποτελεσματικά εναντίον των τεθωρακισμένων, και 78 πυροβόλα των 75/18. Βλ. σχετικά, Storia dell’ artiglieria italiana, Roma, 1955, τόμος 16, σ. 760, G. ROCHAT, “La campagna di Russia, 1941-1943” in Il movimento di liberalismo in Italia, 1965, αρ. 79, L. CEVA, οπ.

¹⁶ M. GABRIELE, Operazione C. 3: Malta, 1965.

¹⁷ L. CEVA, οπ.π.

© PUF/Humensis, 1975

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος