Skip to main content

Γιάννης Μουρέλος: 55 ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΠΕΚΙΝΟ

Γιάννης Μουρέλος

55 ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΠΕΚΙΝΟ

Σε ολόκληρο το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, η Κίνα ήταν ο “Μεγάλος Ασθενής” της Άπω Ανατολής (η Οθωμανική Αυτοκρατορία, την ίδια εποχή, ήταν κάτι το αντίστοιχο για τη Μέση Ανατολή). Σε μια χρονική περίοδο οργασμού του φαινομένου της αποικιακής εξάπλωσης, οι δυο αυτές περιπτώσεις διέθεταν κοινά διακριτικά γνωρίσματα: αχανή επικράτεια, ανεπαρκές διοικητικό σύστημα, προχωρημένη εσωτερική σήψη, πλούσιο ιστορικό και πολιτιστικό παρελθόν. Το τελευταίο, μάλιστα, από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, ήταν εκείνο, το οποίο σηματοδότησε, εν τέλει, το είδος της παρέμβασης του διεθνούς παράγοντα στα εσωτερικά πράγματα αμφοτέρων των κρατών. Ο Αυτοκράτορας της Κίνας, όπως και ο Σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης, δεν συγκρίνονταν με τον όποιον άγνωστο και υπανάπτυκτο φύλαρχο της αχαρτογράφητης, ακόμα τότε, Kεντρικής Αφρικής. Δικαιούνταν το είδος εκείνο της μεταχείρισης, που ενέπνεε το αξίωμά τους και ο σεβασμός προς αυτό. Έτσι εξηγείται το ό,τι, τόσο στην περίπτωση της Κίνας όσο και σε εκείνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν υιοθετήθηκε το πρότυπο της ίδρυσης αποικιών ή της δημιουργίας προτεκτοράτων, το οποίο, την ίδια εποχή, βλέπουμε να εφαρμόζεται σε εκτεταμένη κλίμακα αλλού. Εδώ, η παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα συνίσταται στη διείσδυση κεφαλαίων υπό τη μορφή δανείων, επενδύσεων, ανάληψης μεγάλων κατασκευαστικών έργων κ.α. Ειδικότερα δε στην περίπτωση της Κίνας, η έλλειψη στρατιωτικής και ναυτικής ισχύος, κάτι που είχε έμπρακτα αποδειχθεί από τις διαδοχικές ήττες κατά κράτος στον Σινο-Γαλλικό (1881-1885) και στον Σινο-Ιαπωνικό (1894) πόλεμο, είχε εμπεδώσει την πεποίθηση πως η “Ουράνια Αυτοκρατορία” αποτελούσε προνομιακό χώρο για τη διείσδυση της ξένης επιρροής.

Ο κατακερματισμός της Κίνας (Break-up of China)

Λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα, είμαστε μάρτυρες ενός διαμελισμού της Κίνας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης. Πρωταγωνιστούν οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, στις οποίες θα έπρεπε να προστεθούν δυο νεο-εισελθόντες στο διεθνές στερέωμα: οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία. Ως εκ τούτου, η Κίνα μετεξελίχθηκε σε έναν αχανή χώρο ανελέητου αποικιακού ανταγωνισμού. Επί μια ολόκληρη εικοσαετία (έως την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου) διπλωμάτες και επιχειρηματίες, υπήκοοι διαφόρων χωρών, αλώνιζαν την κινεζική επικράτεια στο σύνολό της, επιδιώκοντας και διασφαλίζοντας μέσω χρηματισμού, αλλά ακόμα και μέσω άσκησης εκβιασμού, την εκχώρηση, για χρονικό διάστημα 99 ετών, στρατηγικής αξίας σημείων. Την αρχή έκανε το 1841 η Μεγάλη Βρετανία με το Hong Kong. Χρειάστηκε να περάσει πάνω από μισός αιώνας, έως ότου το μονοπώλιο της Γηραιάς Αλβιώνος αμφισβητηθεί με την εμφάνιση επικίνδυνων αντιζήλων.

Ο κατακερματισμός της Κίνας. Η μοιρασιά της πίττας ανάμεσα στη βασίλισσα Βικτωρία, τον κάιζερ Γουλιέλμο Β΄, τον τσάρο Νικόλαο Β΄, τη Γαλλική Δημοκρατία και τoν Ιάπωνα σαμουράϊ, υπό το βλέμμα του Κινέζου μανδαρίνου.

Η Ρωσία, με την οποία η Μεγάλη Βρετανία είχε χρόνια αντιπαράθεση στην Aνατολική Μεσόγειο και στην Κεντρική Ασία, έθεσε υπό έλεγχο το υψίστης σημασίας λιμάνι του Port Arthur (το επονομαζόμενο “Γιβραλτάρ” της Άπω Ανατολής), στο νότιο τμήμα της επαρχίας της Μαντζουρίας (1898), όπου εγκατέστησε ναυτική βάση. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση του Τσάρου απέκτησε το δικαίωμα κατασκευής σιδηροδρομικής γραμμής, η οποία θα συνέδεε, δια μέσου της Μαντζουρίας, το Port Arthur με το Vladivostok, καταληκτικό σημείο του Υπερσιβηρικού. Η Γερμανία, νεοφερμένη στην αρένα του αποικιακού ανταγωνισμού και με υπέρμετρες φιλοδοξίες στον τομέα αυτό, με πρόσχημα τη δολοφονία δυο ιεραποστόλων, κατέλαβε στρατιωτικά το λιμάνι Qingdao στη χερσόνησο Shandong, στη ΒΑ Κίνα. Επρόκειτο περί ιδανικής θέσης για ελλιμενισμό και ανεφοδιασμό του γερμανικού στόλου, σε μια εποχή που η κυβέρνηση του Βερολίνου είχε επιδοθεί σε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αναβάθμισης της ναυτικής ισχύος της χώρας (1898). Οι Γάλλοι εμπέδωσαν την επιρροή τους στη μεσημβρινή Κίνα, πύλη εξόδου προς τις δικές τους κτήσεις του Τονκίνου (Tonkin) και του Annam (σημερινού Βιετνάμ). Οι Ιάπωνες εγκαταστάθηκαν στις ακτές της κεντρικής χώρας απέναντι από τη νήσο Φορμόζα, που τους είχε παραχωρήσει η Κίνα ως λάφυρο έναντι της επικράτησης τους κατά τον πόλεμο του 1894. Ανήσυχη από την αιφνίδια εμφάνιση τόσο πολλών μνηστήρων, η Μεγάλη Βρετανία απέσπασε από την κυβέρνηση του Πεκίνου την εκχώρηση του άνευ σημασίας λιμανιού Weihaiwei (απλό αντιστάθμισμα χαρτογραφικής φύσεως), κυρίως όμως, την υπόσχεση πως τα συμφέροντά της δεν επρόκειτο να θιγούν μελλοντικά από νέες εκχωρήσεις σε ολόκληρη τη λεκάνη του ποταμού Yangtze. Μόνες οι ΗΠΑ απείχαν σχολαστικά από πρακτικές αυτού του είδους. Προσηλωμένες στη διπλωματία του δολαρίου, περιόρισαν την παρέμβασή τους σε σημαντικής κλίμακας διείσδυση κεφαλαίων Η όλη διαδικασία κατακερματισμού της Κίνας έμελλε βιώσει ένα νέο στάδιο, εξαιτίας της εξέγερσης των Boxers.

Η εξέγερση των Boxers

Φυσικό επακόλουθο στην τραγική κατάσταση, υπό την οποία τελούσε η χώρα, ήταν η δημιουργία τοπικών μυστικών οργανώσεων, με σκοπό την αποτίναξη της ξένης επιρροής. Ξεχώριζε η “Γροθιά της Ενάρετης Αρμονίας”, περισσότερο γνωστή ως “Boxers” (Πυγμάχοι), επειδή τα μέλη της επιδίδονταν στις πολεμικές τέχνες. Η οργάνωση αυτή άρχισε να εξαπλώνεται το 1898 στις βοειοανατολικές επαρχίες (χερσόνησος Shandong) και απέκτησε ταχύτατα δεκάδες χιλιάδες οπαδούς.. Προερχόμενοι κατ’ εξοχή από τα χαμηλότερα στρώματα της κοινωνίας, οι τελευταίοι διακατέχονταν από έντονη δεισιδαιμονία έχοντας, παράλληλα, κατηγοριοποιήσει και στοχοποιήσει τους αντιπάλους τους: προηγούνταν όλοι οι αλλοδαποί και ακολουθούσαν οι Κινέζοι, οι οποίοι είχαν ασπασθεί τη Χριστιανική θρησκεία, τέλος, όσοι Κινέζοι απασχολούνταν εργασιακά από τους ξένους. Η εξέγερση δεν εκδηλώθηκε τυχαία στη ΒΑ Κίνα. Πρόκειται για την περιοχή εκείνη, όπου μόλις είχαν σημειωθεί κατά συρροή εκχωρήσεις εδαφών και πάσης φύσεως δικαιωμάτων στις Μεγάλες Δυνάμεις και η οποία μαστιζόταν από οικονομική δυσπραγία προτού ακόμα ξεσπάσει ο πόλεμος με την Ιαπωνία. Μετά δε τον πόλεμο, η κατάσταση είχε χειροτερέψει λόγω της συγκέντρωσης, επιτόπου, μεγάλου αριθμού Κινέζων στρατιωτών που είχαν αποστρατευτεί, αλλά και προσφύγων από νότιες περιοχές, που είχαν υποστεί ξηρασίες, πλημμύρες και λιμούς. Κατά κακή τύχη, το καλοκαίρι του 1898, προστέθηκε η μεγάλη πλημμύρα του ποταμού Yangtze, που κατέκλυσε ολόκληρη την ομώνυμη πεδιάδα και όχι μόνο, δικαιώνοντας την προσωνυμία του τελευταίου ως «πληγή της Κίνας». Η αυτοκρατορική κυβέρνηση στάθηκε ανίκανη να αντιμετωπίσει τις πλημμύρες και το κάθε χωριό είχε αφεθεί στην τύχη του. Η ανικανότητα αυτή ερμηνεύτηκε από τους Κινέζους ως απώλεια της θεϊκής βούλησης – εντολής προς την αυτοκρατορική δυναστεία για διακυβέρνηση της χώρας. Έτσι, η καταστροφή αυτή, που επαναλήφθηκε και το επόμενο έτος, απετέλεσε το έναυσμα για ανοικτή, πλέον, εξέγερση και σύγκρουση. Το κίνημα ήταν όχι μόνο αντιδυτικό, αλλά και αντιδυναστικό. Στρεφόταν και κατά της δυναστείας των Qing (γνωστής και ως Manchu), την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για την αποσύνθεση της Κίνας. Συνεπώς, η εξέγερση των Boxers δεν ήταν μια σύγκρουση διαμετρικά αντίθετων πολιτισμών, όπως επιδιώκει να υποστηρίζει πεισματικά η Δύση, άλλα μια γνήσια αντι-ιμπεριαλιστική εξέγερση ενάντια στην πολιτική διείσδυσης, στην οποία είχαν επιδοθεί οι Μεγάλες Δυνάμεις.

Με την είσοδο του 1900, το κέντρο βάρους της εξέγερσης μεταφέρθηκε μέσα στους δρόμους του Πεκίνου, όπου σημειώθηκαν σφαγές αλλοδαπών (κατά κύριο λόγο ιεραποστόλων και Κινέζων Χριστιανών), λεηλασίες και καταστροφές εκκλησιών, καθώς και χρήση κάθε μορφής βίας. Οι Boxers μπορεί να στερούνταν στρατιωτικής εκπαίδευσης και επαρκούς οπλισμού, οι ενέργειές τους, ωστόσο, προκαλούσαν παντού τρόμο και δέος. Υποκύπτοντας στις υποδείξεις των Δυνάμεων, η κυβέρνηση χαρακτήρισε την οργάνωση ως παράνομη, επιβάλλοντας στα μέλη της τελευταίας την ποινή του αποκεφαλισμού σε δημόσια θέα. Εν τούτοις, σημειώθηκε μια αναπάντεχη ανατροπή, καθώς η εξέγερση άρχισε να αντιμετωπίζεται ακόμα και από κύκλους προσκείμενους στο αυτοκρατορικό περιβάλλον, ως αξιοποιήσιμος μοχλός για την αποτίναξη του ξένου ιμπεριαλιστικού ζυγού. Πρόκειται για μια εξέλιξη, η οποία θορύβησε τα μέγιστα τις ξένες παροικίες της πρωτεύουσας. Ανήσυχες για την ίδια την ασφάλειά τους, πλέον, οι τελευταίες άρχισαν να οργανώνουν την άμυνά τους ενάντια σε μια συντονισμένη ενδεχόμενη επίθεση σε βάρος τους.

Αποκεφαλισμοί Boxers μέσα στους δρόμους του Πεκίνου.

Επίκεντρο της άμυνας θα ήταν η συνοικία των πρεσβειών, κοντά στο τείχος της πρωτεύουσας, όπου οι υπήκοοι των Δυνάμεων άρχισαν να καταφεύγουν. Στις 30 Μαΐου 1900, ο πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας, Sir Claude Maxwell MacDonald, αξιολογώντας την κατάσταση ως ιδιαίτερα έκρυθμη, ζήτησε επιτακτικά την αποστολή ενισχύσεων. Μη δυνάμενη να αντικρούσει το αίτημα, η αυτοκρατορική κυβέρνηση παρείχε τη σχετική άδεια. Κατόπιν τούτου, μια δύναμη 435 ανδρών, αποτελούμενη από πεζοναύτες οκτώ διαφορετικών κρατών, διεκπεραιώθηκε σιδηροδρομικά από την ακτή προς την πρωτεύουσα. Αμέσως έπειτα από την άφιξη στον προορισμό της, κατασκεύασε αμυντικές περιμέτρους γύρω από τα κτήρια των πρεσβειών. Στις 5 Ιουνίου, η σιδηροδρομική σύνδεση με το επίνειο Tianjin διακόπηκε. Στις 11 Ιουνίου, ο γραμματέας της Ιαπωνικής πρεσβείας δολοφονήθηκε από άνδρες του τακτικού στρατού, οι οποίοι φύλαγαν τη νότια πύλη του τείχους. Η εμπλοκή του τακτικού στρατού στα έκτροπα, δεν προοιώνιζε τίποτα το καθησυχαστικό. Στις 13, διακόπηκε και η τηλεγραφική επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Στις 19, η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου, Cixi, με Ρηματική Διακοίνωση προς όλες τις πρεσβείες, απαίτησε την αποχώρηση από το Πεκίνο του συνόλου των ξένων διπλωματικών αποστολών. Σε έκτακτη σύσκεψη του Διπλωματικού Σώματος, αμέσως μετά, στη Βρετανική πρεσβεία, αποφασίστηκε η απόρριψη του αιτήματος. Οι παροικίες αισθάνονταν περισσότερο ασφαλείς, οχυρωμένες πίσω από μια οργανωμένη αμυντική περίμετρο. Αντίθετα, μια πορεία στην κινεζική ύπαιθρο με προορισμό το επίνειο Tianjin, θα τις άφηνε εκτεθειμένες στις επιθετικές διαθέσεις των Boxers και του αυτοκρατορικού στρατού, κατά μήκος ολόκληρης της διαδρομής (160 χλμ.). Κατόπιν τούτου, η πολιορκία της συνοικίας των πρεσβειών δεν ήταν παρά ζήτημα χρόνου.

Νεαρός Boxer ασκείται στις πολεμικές τέχνες.

Η πολιορκία των πρεσβειών

Πράγματι, η πολιορκία ξεκίνησε στις 20 Ιουνίου 1900 και διήρκεσε επί 55 μέρες, έως τις 14 Αυγούστου. Σε ολόκληρο αυτό το χρονικό διάστημα, οι πολιορκημένοι ήταν πλήρως απομονωμένοι και είχαν εναποθέσει την τύχη τους στις φρουρές των διαφόρων πρεσβειών. Το πλεονέκτημα για τους αμυνόμενους, ήταν η γειτνίαση των τελευταίων. Σε μια ακτίνα 3,2 χλμ. μήκους και 1,6 βάθους ήταν συγκεντρωμένες οι αντιπροσωπείες έντεκα κρατών. Το βόρειο και το νότιο τμήμα της συνοικίας εφάπτονταν, το μεν πρώτο με το τείχος της Απαγορευμένης Πόλης (όπου βρίσκονταν τα Ανάκτορα), το δε δεύτερο με το ογκώδες Ταταρικό τείχος. Καθώς εθεωρείτο απίθανο να εκδηλωθεί επίθεση από την πλευρά της Απαγορευμένης Πόλης, κομβικό σημείο ήταν ο έλεγχος του Ταταρικού τείχους και των πύργων του, που δέσποζαν πάνω από τη συνοικία των πρεσβειών. Για την άμυνα των προσβάσεων από ανατολικά και δυτικά, οι οποίες έδιναν επάνω σε κεντρικές αρτηρίες, είχαν υψωθεί οδοφράγματα. Πέρα από τη φρουρά, υπολογίζεται πως περί τα 500 άτομα, υπήκοοι ξένων κρατών, είχαν αναζητήσει καταφύγιο στη συνοικία των πρεσβειών,οι περισσότεροι σε εκείνη της Μεγάλης Βρετανίας. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και περί τους 2800 Κινέζοι Χριστιανοί. Ο άμαχος πληθυσμός συνέδραμε στην ενίσχυση των οδοφραγμάτων, στον ανεφοδιασμό των πεζοναυτών και στην παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Τα αποθέματα σε τρόφιμα και πόσιμο νερό ήταν επαρκή για μια μεγάλης διάρκειας πολιορκία (ουδείς, ωστόσο, υπολόγιζε πως θα άγγιζε τους δυο μήνες), όχι, όμως, και τα πυρομαχικά. Πλην των Αυστριακών και των Ιταλών, οι οποίοι είχαν εκκενώσει τις πρεσβείες τους, όλοι οι υπόλοιποι ανέλαβαν την υπεράσπιση των διπλωματικών αποστολών που τους αναλογούσαν. Επιπρόσθετα,

Η συνοικία των πρεσβειών το καλοκαίρι του 1900

Αμερικανοί και Γερμανοί ήταν επιφορτισμένοι με τον έλεγχο του μεγίστης στρατηγικής σημασίας Ταταρικού τείχους. Οι διάφορες ιεραποστολές (περί τις 12), βρίσκονταν εκτός της αμυντικής περιμέτρου, διασκορπισμένες στο σύνολο, σχεδόν, της πρωτεύουσας. Ως εκ τούτου, η προστασία τους ήταν αδύνατη. Έναυσμα για την εκδήλωση της επίθεσης υπήρξε η δολοφονία του πρεσβευτή της Γερμανίας, Clemens von Ketteler, τη στιγμή που βρισκόταν καθ’ οδόν προς το υπουργείο Εξωτερικών, ένα, μόλις, οικοδομικό τετράγωνο προτού προλάβει να φτάσει στον προορισμό του. Από την έναρξη της επίθεσης διαφάνηκε πως οι επιτιθέμενοι (Boxers αλλά και μονάδες του τακτικού στρατού) κινούνταν δίχως συγκεκριμένο σχέδιο. Επί πολλές μέρες, συγκέντρωσαν τα πυρά τους κατά της Βρετανικής πρεσβείας, δίχως αξιόλογη επιτυχία. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να προκαλέσουν πυρκαγιά, λόγω αστοχίας, στο γειτονικό κτήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, με αποτέλεσμα να καταστραφεί υλικό ανεκτίμητης αξίας. Ακολούθως, η επίθεση στράφηκε κατά του ανακτόρου Fu, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι Κινέζοι Χριστιανοί, με την προστασία του οποίου ήταν επιφορτισμένοι οι Ιάπωνες. Οι τελευταίοι, κατάφεραν να αποφύγουν την περικύκλωση και να αντέξουν έως τη λύση της πολιορκίας. Οι πιο πολύνεκρες συγκρούσεις έλαβαν χώρα στο ύψος της Γαλλικής πρεσβείας, όπου είχαν υψωθεί οδοφράγματα. Η μικρή απόσταση ανάμεσα στις γραμμές των αντιπάλων, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο να σκάψουν οι Κινέζοι λαγούμια, προκειμένου να τοποθετήσουν νάρκες, είχαν καταστήσει τη θέση των αμυνομένων (Γάλλων, ως επί το πλείστον, αλλά και ορισμένων Αυστριακών), ιδιαίτερα επισφαλή. Η δυσκολότερη αποστολή, ωστόσο, αναλογούσε στους Αμερικανούς και στους Γερμανούς. Επρόκειτο για τη διατήρηση του ελέγχου του 14 μέτρων ύψους Ταταρικού τείχους. Σε περίπτωση απώλειας του ελέγχου, το σύνολο της συνοικίας των πρεσβειών θα βρισκόταν εντός του βεληνεκούς των εχθρικών πυρών, κάτι που ισοδυναμούσε, αναπόφευκτα, με πλήρη κατάρρευση. Στις καθημερινές συγκρούσεις, θα έπρεπε να προστεθούν και οι νυκτερινές επιθέσεις με πυροβόλα και ρουκέτες, προκειμένου να κλονισθεί το ηθικό των πολιορκημένων, τόσο επί του τείχους όσο και εντός της περιμέτρου της συνοικίας των πρεσβειών. Κατά τα λεγόμενα του Sir Claude MacDonald, σκοτεινότερη μέρα της πολιορκίας υπήρξε η 13η Ιουλίου, όταν στον τομέα των ανακτόρων Fu, Ιάπωνες και Ιταλοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν έως την τελευταία γραμμή άμυνας, τη στιγμή που Γάλλοι και Αυστριακοί σχεδόν απωθήθηκαν από τη Γαλλική πρεσβεία. Και ενώ το τέλος φάνταζε αναπόφευκτο, η αυτοκρατορική κυβέρνηση προέβη σε μια στροφή 180 μοιρών, εκπλήσσοντας τους πάντες. Ενδεχομένως να μην είχε γίνει αντιληπτό το γεγονός ό,τι οι πολιορκημένοι είχαν φτάσει, πλέον, στο ύστατο όριο αντοχής. Η κυριότερη εξήγηση για την απότομη, αυτή, αλλαγή πλεύσης, θα πρέπει, παρά ταύτα, να αναζητηθεί στην παράταση των εχθροπραξιών. Με μια αναμενόμενη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας επί θύραις, η κυβέρνηση του Πεκίνου δεν είχε άλλη επιλογή από το να επιχειρήσει να απεμπλακεί από τη δύσκολη θέση, στην οποία με δικές της πρωτοβουλίες είχε από μόνη της περιέλθει. Διχασμένη ανάμεσα στις ακραίες

Η μάχη έξω από τον περίβολο της Γαλλικής πρεσβείας.

και τις περισσότερο μετριοπαθείς τοποθετήσεις των συμβούλων της, η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου, Cixi, πρότεινε, στις 17 Ιουλίου, εκεχειρία, η οποία τηρήθηκε από την πλευρά του τακτικού στρατού (όχι, όμως, από εκείνη των Boxers) έως τη λύση της πολιορκίας, ένα μήνα αργότερα. Στις 28 Ιουλίου, οι πολιορκημένοι έλαβαν το πρώτο μήνυμα από τον έξω κόσμο, το οποίο τους πληροφορούσε πως ένα διεθνές εκστρατευτικό Σώμα βρισκόταν καθ’ οδόν για την πρωτεύουσα, προερχόμενο από το Tianjin. Τα χαράματα της 14ης Αυγούστου, έπειτα από μια επώδυνη νύκτα, κατά την οποία οι Κινέζοι παραβίασαν την εκεχειρία, ακούστηκε από τα ανατολικά ο ήχος πυροβόλων. Στρατιωτικές μονάδες από πέντε διαφορετικές εθνότητες είχαν επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου ως προς το ποια θα έσπαγε, πρώτη, την πολιορκία. Οι Ιάπωνες και οι Ρώσοι συνάντησαν σφοδρή αντίσταση. Οι Γάλλοι έχασαν τον προσανατολισμό τους. Οι Αμερικανοί προτίμησαν να σκαρφαλώσουν στο Ταταρικό τείχος αντί να επιχειρήσουν να παραβιάσουν τη θωρακισμένη πύλη του τελευταίου. Πρώτες κατάφεραν να εισέλθουν στη συνοικία των πρεσβειών βρετανικές αυτοκρατορικές δυνάμεις από την Ινδία (Σιχ).

Το διεθνές εκστρατευτικό Σώμα εντός της περιμέτρου της Απαγορευμένης Πόλης έπειτα από τη λήξη της πολιορκίας.

Χρησιμοποιώντας ένα μικρό αρδευτικό αυλάκι, ακριβώς κάτω από το τείχος, πέρασαν παντελώς απαρατήρητες, δίχως να συναντήσουν την παραμικρή αντίσταση. Οι συγκρούσεις διήρκεσαν έως τις 17.00 μ.μ., οπότε και εισήλθε μέσα στην πόλη το σύνολο του εκστρατευτικού Σώματος. Για δεύτερη φορά μέσα σε τρία χρόνια (είχε προηγηθεί η περίπτωση της Κρήτης το 1897), ένα διεθνές πολυεθνικό Σώμα αναλάμβανε την τήρηση της τάξης σε μια εύκρατη περιοχή. Η Αυτοκράτειρα-Τοποτηρήτρια, συνοδευόμενη από την Αυλή της, εγκατέλειψε το Πεκίνο για το Xi’an, πόλη της ΝΔ Κίνας, όπου παρέμεινε έως το 1902. Πέθανε το 1908 από φυσικό θάνατο, έχοντας προλάβει να χρίσει διάδοχο τον μόλις ηλικίας τριών ετών πρίγκηπα Puyi, τελευταίο Αυτοκράτορα της Κίνας. Οι απώλειες των υπερασπιστών των πρεσβειών ήταν της τάξης του 46,5% (55 νεκροί και 135 τραυματίες σε σύνολο 409 μάχιμων ανδρών). Η κατανομή, ωστόσο, ανά εθνότητα είναι ανισομερής καθώς οι Γάλλοι (57 άνδρες συνολικά) υπέστησαν απώλειες περίπου 100%. Στην κατηγορία των αμάχων καταμετρήθηκαν 13 θάνατοι και 24 τραυματισμοί. Δεν έχουν καταγραφεί οι, προφανώς μεγαλύτερες, απώλειες της απέναντι πλευράς, ούτε και εκείνες των Κινέζων Χριστιανών. Τον Σεπτέμβριο του 1901 υπογράφηκε το επονομαζόμενο “Σύμφωνο των Boxers”, ανάμεσα στην Κίνα και τα οκτώ σύμμαχα κράτη. Η κυβέρνηση του Πεκίνου κατέβαλε χρηματική αποζημίωση, ενώ όσοι υψηλόβαθμοι κρατικοί λειτουργοί κρίθηκαν ως συμμέτοχοι στην εξέγερση, εκτελέστηκαν. Το Σύμφωνο του 1901 επέβαλε και τη διάλυση της οργάνωσης των Boxers (στην ουσία αυτή είχε επιτευχθεί ήδη από την επομένη της λύσης της πολιορκίας). Το αποτέλεσμα ήταν μια περαιτέρω αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και η ευθεία αμφισβήτηση της τελευταίας από τοπικούς πολέμαρχους. Τα γεγονότα του Πεκίνου δρομολόγησαν την ανατροπή της δυναστείας των Qing λίγα χρόνια αργότερα, το 1911. Στη χαώδη εσωτερική κατάσταση, η οποία συνέχισε να υφίσταται, έθεσε τέλος, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, το Κινεζικό Εθνικιστικό Κόμμα (Kuomintang) υπό τον Chiang Kai-Shek, έως ότου ανατραπεί, με τη σειρά του, από τους Κομμουνιστές του Mao Zedong to 1949, μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.

Το Ταταρικό τείχος του Πεκίνου, με εμφανή τα ίχνη της ένοπλης αντιπαράθεσης.

Η μεταφορά στην οθόνη

Το 1963 προβλήθηκε για πρώτη φορά η παραγωγή του Sam Bronston 55 Days at Peking, σε σκηνοθεσία Nicholas Ray και με πρωταγωνιστές τους Charlton Heston, David Niven (ως Sir Claude MacDonald), Ava Gardner, Flora Robson (ως Αυτοκράτειρα-Τοποτηρήτρια Cixi). Παρά το γεγονός ό,τι προδίδει, πλέον, την ηλικία της, η αναπαράσταση του ιστορικού πλαισίου από αισθητικής πλευράς, είναι ανεκτή, υπάρχουν δε σημεία, όπως η απεικόνιση της αίθουσας του θρόνου στην Απαγορευμένη Πόλη και εκείνη του Ταταρικού τείχους, που πείθουν ακόμα και σήμερα τον θεατή. Ο κάθετος διαχωρισμός ανάμεσα σε καλούς (πολιορκημένοι) και κακούς (Κινέζοι) είναι πια ξεπερασμένος. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα πνεύμα, το οποίο διαπερνά γενικότερα τις επικές παραγωγές της δεκαετίας του ’60. Για τις σκηνές του πλήθους χρησιμοποιήθηκαν 4.000 κομπάρσοι, πολλοί εκ των οποίων ήταν Κινέζοι, υπάλληλοι εστιατορίων και πλυντηρίων, που συνέρρευσαν από ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς ο αριθμός των ασιατικής καταγωγής κατοίκων της Ισπανίας, όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα, ήταν ανεπαρκής για την κάλυψη των αναγκών του έργου. Από οικονομικής πλευράς, οι 55 Μέρες στο Πεκίνο απέτυχαν παταγωδώς, καθώς αποδείχθηκε, εν τέλει, αδύνατο να καλυφθεί ο τεράστιος, για την εποχή εκείνη, προϋπολογισμός των 17 εκατομ. δολαρίων. Παρά ταύτα, η ταινία διεκδικεί επάξια μια θέση στο πάνθεον των επικών κινηματογραφικών παραγωγών του δευτέρου ημίσεως του 20ού αιώνα.

Η Αίθουσα του Θρόνου.
Το Ταταρικό τείχος πριν από την πολιορκία (φωτογραφία εποχής).
Ο βομβαρδισμός του Ταταρικού τείχους από το κινεζικό πυροβολικό.
Στο οδόφραγμα μπροστά από τη Γαλλική πρεσβεία.
Sir Claude Maxwell Mac Donald.
David Niven
Η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου Cixi.
Dame Flora Robson.

The Boxer rebellion (Time watch, παραγωγή BBC)

https://vimeo.com/94828509

55 Days at Peking, 1963 – Η λύση της πολιορκίας

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Robert A. Bickers and R. G. Tiedemann, eds., The Boxers, China, and the World, Lanham: Rowman & Littlefield, 2007

Robert A. Bickers, The Scramble for China: Foreign Devils in the Qing Empire, 1800–1914 London: Allen Lane, 2011

Joseph W. Esherick, The Origins of the Boxer Uprising. University of California Press, 1987

Peter Fleming, The Siege at Peking, New York: Harper, 1959

Pierre Loti, Les Derniers Jours De Pékin, Paris: Lévy, 1900

W.A.P. Martin, The Siege in Peking, China against the World , New York: F. H. Revell company, 1900

Frederic A.Sharf and Peter Harrington, China 1900: The Eyewitnesses Speak, London: Greenhill, 2000

David Silbey. The Boxer Rebellion and the Great Game in China. New York: Hill and Wang, 2012