Skip to main content

Γιάννης Μουρέλος:Ο Ναπολέων και τα “Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης”. Μύθος και πραγματικότητα

Γιάννης Μουρέλος

Ο Ναπολέων και τα “Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης”.

Μύθος και πραγματικότητα

Στον Jean Tulard,

από τον μαθητή προς τον Δάσκαλο,

τιμής ένεκεν

       Α. Ο Emmanuel de Las Cases και η περιφρούρηση της υστεροφημίας του Ναπολέοντα

Τo 1823, δύο χρόνια έπειτα από τον θάνατο του εξόριστου στη Νήσο της Αγίας Ελένης Ναπολέοντα Α΄ (5 Μαϊου 1821), κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα πολύτομο έργο, φέροντα τον τίτλο Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης (Le Mémorial de Sainte-Hélène ), το οποίο θεωρήθηκε ως η παρακαταθήκη του αυτοκράτορα, μια πρωτογενής μαρτυρία για τη ζωή, τη σταδιοδρομία, αλλά και για την καθημερινότητα και τις συνθήκες κράτησης του τελευταίου στην Αγία Ελένη, ένα απομονωμένο ηφαιστειογενές νησί στη μέση του Ατλαντικού, σε απόσταση 3.000 χλμ. από την πλησιέστερη ακτή και άνω των 10.000 χλμ.από τη Γαλλία. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης έτυχαν θερμότατης υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό σε ολόκληρη την Ευρώπη, αποτέλεσαν μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες καθ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και εθεωρούντο (και εξακολουθούν να θεωρούνται) από τους ιστορικούς ως μαρτυρία εξέχουσας σημασίας.

Ωστόσο, σε αντιδιαστολή με την εικόνα που ο πολύς κόσμος έχει σχηματίσει, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν γράφτηκαν ούτε υπαγορεύτηκαν από τον Ναπολέοντα. Πρόκειται για μια συλλογή σημειώσεων του κόμη Emmanuel de Las Cases (1766-1842), ο οποίος είχε εισχωρήσει από παλιά στο περιβάλλον του αυτοκράτορα και κερδίσει την εύνοιά του. Έπειτα από τον εξαναγκασμό του Ναπολέοντα σε παραίτηση (11 Απριλίου 1814), ο Las Cases διέφυγε στην Αγγλία. Επανήλθε, όμως, σύντομα στην πατρίδα του, προκειμένου να υπηρετήσει τον αυτοκράτορα στη διάρκεια των περίφημων εκατό ημερών (Μάρτιος – Ιούλιος 1815), που μεσολάβησαν ανάμεσα στην απόδραση από τη Νήσο Έλβα και τη μάχη του Βατερλώ. Παρά την αρνητική έκβαση της τελευταίας, παρέμεινε πιστός στον Ναπολέοντα και τον συνόδευσε στο νέο τόπο εξορίας, τη Νήσο της Αγίας Ελένης.

Μέχρι στιγμής, δύο σημεία χρήζουν επεξήγησης. Κατ αρχήν, ο Las Cases προσφέρθηκε οικειοθελώς να ακολουθήσει τον καθαιρεθέντα  αυτοκράτορα. Ουδείς του είχε ζητήσει να προβεί σε μια ενέργεια του είδους αυτού. Ούτε καν ο Ναπολέων. Όταν, μάλιστα, ο τελευταίος ζήτησε να πληροφορηθεί, εκφράζοντας εύλογη απορία, τα κίνητρα της επιλογής, ο Las Cases απάντησε πως η απομόνωση στη μέση του Ατλαντικού ήταν μια πρώτου μεγέθους ευκαιρία προκειμένου να τον συνδράμει στην κατοχύρωση  της υστεροφημίας του μέσω της σύνταξης Απομνημονευμάτων. Καθώς, μάλιστα, η συγκεκριμένη στιχομυθία έλαβε χώρα εν πλῴ προς την Αγία Ελένη, διαφαίνεται ξεκάθαρα ο λόγος της παρουσίας του Las Cases στο πλευρό του αυτοκράτορα: επρόκειτο για μια προμελετημένη επικοινωνιακή επιχείρηση, από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει όφελος και σε προσωπικό επίπεδο. Κατά δεύτερο λόγο, το περιεχόμενο των εννέα τόμων (άνω των 2.000 σελίδων) των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης είναι η επεξεργασία προχείρων σημειώσεων από πολυάριθμες συζητήσεις, τις οποίες ο Las Cases είχε με τον Ναπολέοντα, συνήθως στο πλαίσιο περιπάτων σε μικρή ακτίνα πέριξ του Longwood House, της οικίας στο κεντρικό υψίπεδο της νήσου, όπου “φιλοξενούνταν” ο αυτοκράτορας και η συνοδεία του. Μετά τη δύση του ηλίου, διαθέτοντας τη συνδρομή του γιού του, που τον είχε ακολουθήσει στον τόπο εξορίας, ο Las Cases καθαρόγραφε και συμπλήρωνε τις σημειώσεις, τις οποίες είχε κρατήσει στη διάρκεια της ημέρας.

Ο Emmanuel de Las Cases και η πρώτη έκδοση των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης το 1823.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η όλη διαδικασία, η οποία υιοθετήθηκε θέτει για έναν ιστορικό μεθοδολογικά προβλήματα υψίστης σημασίας. Ουδείς δύναται να αμφισβητήσει τη νομιμοφροσύνη του Las Cases, τον θαυμασμό και τον σεβασμό, που ο επιμελητής-συγγραφέας των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης έτρεφε για τον ήρωά του. Επιπρόσθετα, ο Las Cases, ήταν δεινός συγγραφέας και ήξερε να γοητεύει το αναγνωστικό κοινό. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ως προς το κατά πόσο το περιεχόμενο των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης αντικατοπτρίζει πιστά τα όσα εκμυστηρεύτηκε ο Ναπολέων ή, αντίθετα, αν πρόκειται για προϊόν εξιδανίκευσης με την προοπτική ακόμα και μιας μελλοντικής εμπορευματοποίησης, χάρη στην  παρείσφρηση του υποκειμενικού στοιχείου. Μέχρι πρότινος, κανένας ιστορικός δεν ήταν σε θέση να απαντήσει υπεύθυνα σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα.

Η όλη κατάσταση επιδεινώθηκε από μια επιπλέον παράμετρο. Ο Ναπολέων, ως γνωστόν, αποβιβάστηκε στην Αγία Ελένη στις 15 Οκτωβρίου 1815 και παρέμεινε εκεί έως τον θάνατό του την άνοιξη του 1821. Αντίθετα με όσα θα ανέμενε κανείς, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν καλύπτουν το σύνολο της εξαετούς εξορίας του αυτοκράτορα. Στην πραγματικότητα ξεπερνούν οριακά το πρώτο έτος μόνο, καθώς ο ίδιος ο Las Cases (διαθέτοντας ενδεχομένως τη συναίνεση του αυτοκράτορα, σε μια προσπάθεια να φυγαδεύσει το περιεχόμενο των Απομνημονευμάτων στον έξω κόσμο) προκάλεσε, ουσιαστικά, την αποπομπή του από το νησί περί τα τέλη του 1816. Ωστόσο, ταυτόχρονα με την απέλαση, οι βρετανικές αρχές κατείσχαν το χειρόγραφο, το οποίο του επέστρεψαν μόνο έπειτα από τον θάνατο του Ναπολέοντα. Συνεπώς, επί πέντε ολόκληρα χρόνια (1816-1821), ο Las Cases προετοίμαζε την έκδοση των Απομνημονευμάτων εξ αποστάσεως, στερούμενος της κύριας πηγής της πληροφόρησής του, των σημειώσεων, δηλαδή, που είχε κρατήσει και επεξεργαστεί ενόσω διέμενε στην Αγία Ελένη. Αναμενόμενη ήταν, υπό αυτές τις συνθήκες, η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην αρχική αφήγηση του Ναπολέοντα και την τελική απόδοση στο πλαίσιο της έκδοσης του 1823. Ωστόσο, εξακολουθεί να πρόκειται για μια απόκλιση, δύσκολο έως αδύνατο να αξιολογηθεί επακριβώς  από τους ειδικούς, καθώς το πρωτότυπο χειρόγραφο των επεξεργασμένων σημειώσεων, αν και είναι αποδεδειγμένο ότι επιστράφηκε κάποια στιγμή στα χέρια του νομίμου κατόχου του, δεν δείχνει να έχει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, διασωθεί. Μοναδική μαρτυρία αποτελεί το εκδοθέν κείμενο, δίχως να υφίσταται δυνατότητα οποιουδήποτε είδους αντιπαραβολής με την αρχική ανέκδοτη πηγή.

Η Νήσος της Αγίας Ελένης και οι απόκρημνες ακτές της, όπως απεικονίζονται σε γκραβούρα του Robert Havell (1769-1832).

Οι παραπάνω δυσκολίες δεν απέτρεψαν το αναγνωστικό κοινό να ανταποκριθεί σύσσωμο στην κυκλοφορία των εννέα τόμων. Μέσα σε ένα χρόνο τα αντίτυπα εξαντλήθηκαν, γεγονός που οδήγησε το 1824 σε δεύτερη έκδοση. Ταυτόχρονα, εκδοτικοί οίκοι του εξωτερικού εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Έτσι, το πολύτομο έργο του Las Cases γνώρισε απήχηση και εκτός γαλλικών συνόρων. Έως το 1830, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης λειτούργησαν ως το μπεστ σέλερ της εποχής. Υστερούσαν σε πωλήσεις μόνο έναντι μιας άλλης σταθερής αξίας: των Μύθων του Jean de La Fontaine. Η εντυπωσιακή αυτή επιτυχία οφείλεται σε πολλούς λόγους. Κατ αρχήν, στην μεγάλη επικοινωνιακή διάσταση του θέματος. Έστω και μετά θάνατον, ο Ναπολέων εξακολουθούσε να εγείρει το ενδιαφέρον του πλήθους, που αποζητούσε να πληροφορηθεί τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο ερημίτης της Αγίας Ελένης είχε διάγει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Άλλωστε, ο πρώην αυτοκράτορας δεν ήταν ο πρώτος τυχών. Όσο αντικρουόμενα και αν ήταν τα αισθήματα που ενέπνεε, είχε σφραγίσει με την παρουσία του τις εξελίξεις των τελευταίων τριάντα ετών. Πόσο μάλλον που τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης περιλάμβαναν αναφορές στις ένδοξες και λιγότερο ένδοξες στιγμές της πλούσιας και ταραχώδους σταδιοδρομίας του. Κατά δεύτερο λόγο, η μεγάλη απήχηση του όλου εγχειρήματος οφείλεται στις αδιαμφισβήτητες συγγραφικές ικανότητες του Las Cases, γεγονός, το οποίο καθιστά το τελικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα ελκυστικό. Οι πλέον καταξιωμένοι εκδοτικοί οίκοι (μεταξύ των οποίων η φημισμένη La Pléiade) ενέταξαν, έκτοτε, τα Απομνημονεύματα στον προγραμματισμό τους, με αποτέλεσμα το όνομα του Las Cases να προβάλλει ισότιμα μεταξύ των κορυφαίων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τέλος, η πολιτική συγκυρία της δεκαετίας 1820-1830, συνέβαλε τα μέγιστα ούτως ώστε το όλο περιεχόμενο να προσλάβει εντελώς αναπάντεχες προεκτάσεις, υπό το φως των διαφόρων εξελίξεων και ζυμώσεων της εποχής. Προκειμένου, όμως, να μπορέσει η τελευταία αυτή διάσταση να γίνει κατανοητή, είναι απαραίτητο να προηγηθεί μια συνοπτική παρουσίαση της εικόνας και της προσωπικότητας του Ναπολέοντα, έτσι όπως αναδεικνύονται μέσα από το κείμενο.

Σύμφωνα με τον Ακαδημαϊκό και μέγα ειδικό της περιόδου της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεοντείων χρόνων Jean Tulard, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπήρξαν το εγκόλπιο του βοναπαρτισμού, του πολιτικού ρεύματος εκείνου, όπου η εξουσία συγκεντρώνεται σε ένα πρόσωπο που διαθέτει ευρεία αποδοχή, κυβερνά αυταρχικά και, ακόμη κι αν πιστεύει ότι υπερασπίζεται τα λαϊκά συμφέροντα, στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τους στόχους μιας ολιγαρχίας. Η ουσιαστική συμβολή των Απομνημονευμάτων στη σφυρηλάτηση του δόγματος του βοναπαρτισμού οφείλεται στο γεγονός ότι μέσα από τις σελίδες των τελευταίων, ο Ναπολέων αναδεικνύει το όλο ιστορικό του έργο υπό το πρίσμα  μιας πολιτικής σκέψης, που συνδυάζει πολλαπλές θεμελιώδεις πτυχές.

Δίχως να απομακρύνονται από τις βασικές αρχές του βοναπαρτισμού (ισότητα έναντι των νόμων, σεβασμός της ιεραρχίας, υπεροχή της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της νομοθετικής, αγώνας κατά της βασιλείας και του ιακωβινισμού), τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπεραμύνονται, με αξιοθαύμαστη, είναι αλήθεια, ευελιξία, των νεότευκτων αξιών του φιλελευθερισμού και του εθνισμού, σχεδόν ανύπαρκτων νωρίτερα, ενάντια στον θεσμό της απόλυτης μοναρχίας. Ο Ναπολέων όχι μόνο ανακτά post mortem τον έλεγχο του δόγματος του βοναπαρτισμού (τον οποίο είχε εκ των πραγμάτων απωλέσει μεταξύ των ετών 1815 και 1821), αλλά του προσδίδει νέα ιστορική διάσταση, συμβιβασμένη με τα σημεία και τις επιταγές των νέων καιρών. Δεν είναι τυχαίο πως τα γραπτά του μελλοντικού Ναπολέοντα Γ΄ ουδόλως αποκλίνουν από το εν λόγῳ πολιτικό μήνυμα.

O Ναπολέων αναπολεί τα μεγαλεία του παρελθόντος από τα βράχια της Αγίας Ελένης.

Η πρώτη εικόνα του Ναπολέοντα, έτσι όπως προκύπτει από το κείμενο, είναι εκείνη του ενσαρκωτή και συνεχιστή της θετικής διάστασης της Γαλλικής Επανάστασης. Αν και εμφανιζόμενος ως κληρονόμος των αρχών της επανάστασης, καταφέρνει, εν τέλει, να διαχωρίσει τις θετικές από τις αρνητικές πτυχές, διατηρώντας στο ακέραιο τις πρώτες. Ασκεί έντονη κριτική στον Ροβεσπιέρο επειδή δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τον όλο κύκλο. Ενστερνίζεται την επαναστατική νομοθεσία στον κοινωνικό, κυρίως, τομέα, όχι όμως τις μεθόδους της τρομοκρατίας και της αναρχίας. Δεν θεωρεί τον εαυτό του ως συνεχιστή της επανάστασης, αλλά ως θεματοφύλακα των εποικοδομητικών πτυχών της τελευταίας. Δεν την διαιωνίζει. Την ολοκληρώνει, επιδιδόμενος σε μια διαδικασία κάθαρσης, η οποία προσβλέπει σε μελλοντική ανάκαμψη από την όλη περιπέτεια, με ψυχολογία και πνεύμα εθνικής συμφιλίωσης.

Ο εγγυητής των ελευθεριών του μέλλοντος, είναι η δεύτερη ιδιότητα, η οποία αποδίδεται στον Ναπολέοντα από το κείμενο των Απομνημονευμάτων. Σε αυτό, ο αυτοκράτορας δεν επιχειρεί να αιτιολογήσει τις προσβολές των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών την εποχή της διακυβέρνησής του. Τις θεωρεί αναμενόμενη συνέπεια της εμπόλεμης κατάστασης. Συγχρόνως με τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, το αυτοκρατορικό καθεστώς θα στρεφόταν εκ των πραγμάτων προς την κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησης, στό πλαίσιο μιας ομόσπονδης Ευρώπης, όπου η Γαλλία θα ασκούσε κυρίαρχο ρόλο. Παρουσιάζει ένα δικό του επίτευγμα, τον Ναπολεόντειο Αστικό Κώδικα, ως στέρεο και ασφαλές υπόβαθρο των πολιτικών ελευθεριών του μέλλοντος, με προεξέχουσα την ελευθερία του ατόμου. Εκφέροντας έναν λόγο αυτού του περιεχομένου, ο επιμελητής των Απομνημονευμάτων προσβλέπει σε δυο ζητούμενα. Αφενός προσφέρει τη δυνατότητα στους βοναπαρτιστές να εκφράσουν επιδεικτικά τον, μάλλον υποκριτικό, φιλελευθερισμό τους. Αφετέρου, επιτρέπει στους γνήσιους φιλελεύθερους να διαδώσουν, ίσως και άθελά τους, τον ναπολεόντειο θρύλο σε ένα ευρύτερο ακροατήριο.

Τρίτη διάσταση, είναι εκείνη του Ναπολέοντα υπερασπιστή της λαϊκής κυριαρχίας. Μέσα από τις σελίδες των Απομνημονευμάτων, ο αυτοκράτορας πολλαπλασιάζει τις αναφορές του αλλά και την προσχώρησή του στην αρχή της  λαϊκής κυριαρχίας. Στη σκέψη του, η έννοια της κληρονομικότητας  στη διαδοχή της εξουσίας δεν πραγματοποιείται ελέῳ Θεού. Προκύπτει από τη βούληση και την εντολή του λαού, μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρά διακριτών και καθορισμένων από το νόμο σχέσεων ανάμεσα στους υπηκόους και εκείνον που τους εκπροσωπεί. Ο αυτοκράτορας προσδίδει τόσο μεγάλη σημασία στην κοινή γνώμη, ακριβώς επειδή ο ίδιος θεωρεί ότι ενσαρκώνει προσωπικά τις φιλοδοξίες και τα οράματα της τελευταίας.

Ταυτόχρονα όμως (προφανώς για να μην υπάρξει κίνδυνος παρερμηνείας), εμφανίζεται και ως εγγυητής της υπεροχής της εκτελεστικής εξουσίας ενάντια σε μια στρατιωτική δεσποτεία. Αυτοχρίζεται “Ύπατος Μάγιστρος”, κάνοντας λόγο για μια μορφή μετριοπαθούς μοναρχικής διακυβέρνησης. Δεν κρύβει την επιφύλαξή του έναντι των κοινοβουλευτικών θεσμών. Έχοντας, προφανώς, κατά νου την εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης, τις θεωρεί χυδαίες και περιορισμένης ωφελιμότητας για το εθνικό συμφέρον. Εν ολίγοις, ο Ναπολέων προάγει την ιδέα της αδιαμφισβήτητης υπεροχής της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος της νομοθετικής, σφυρηλατώντας, έτσι, ένα αυταρχικό σύστημα διακυβέρνησης, το οποίο, ωστόσο, απέχει παρασάγγας από εκείνο της βασιλείας ελέῳ Θεού.

Ο Ναπολέων υπάγορεύει τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης στον Las Cases, πίνακας του William Quiller Orchardson, 1892, Lady Lever Art Gallery,  Λίβερπουλ. Πρόκειται για μια πρόσληψη της πραγματικότητας καθ όλα εσφαλμένη.

Πέμπτη και τελευταία διάσταση, η οποία αναδεικνύεται μέσα από τις σελίδες των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης, είναι εκείνη του Ναπολέοντα υποστηρικτή και διακινητή της αρχής των εθνοτήτων. Πρόκειται για ένα γνώρισμα, το οποίο διατρέχει διαγωνίως ολόκληρο το κείμενο. Ο έκπτωτος αυτοκράτορας επιμένει στην ανάγκη επίτευξης μιας εθνικής ενότητας. Την οραματίζεται μέσω της ανάπτυξης και ενδυνάμωσης μιας άρχουσας τάξης δίχως αναχρονιστικά δικαιώματα, καθώς και με τη συνδρομή μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, ικανής να επιφέρει μια αρμονική και εκλογικευμένη ισορροπία. Ταυτόχρονα, εκφράζει την πεποίθησή του ως προς τη σημασία και την ισχύ της αρχής των εθνοτήτων, η οποία ουδόλως αντικρούει την παλαιότερη θεωρία περί δημιουργίας μιάς ομόσπονδης Ευρώπης. “Δεν υπήρξα παρά ο ολετήρας των δικαιωμάτων των λαών, εγώ, που τόσα είχα πράξει και ήμουν διατεθειμένος να αγωνιστώ εκ νέου γι αυτά”, ομολογεί σε μια έξαρση αυτοκριτικής διάθεσης. Υπενθυμίζει, παραταύτα, πως η ενοποίηση της Πολωνίας, την οποία ο ίδιος είχε δρομολογήσει, παρεμποδίστηκε αποκλειστικά και μόνο από την ατυχή έκβαση της εκστρατείας στη Ρωσία και υπεραμύνεται των πράξεών του, οι οποίες απέτρεψαν μια περαιτέρω αποσύνθεση της Ιταλίας, ανοίγοντας, με τον τρόπο αυτό, την πορεία προς μια μελλοντική ενοποίηση της τελευταίας.

Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, την τελευταία μάχη του αυτοκράτορα, η οποία υπήρξε, μετά θάνατον πάντοτε, νικηφόρα, χάρη σε δυο παράγοντες: α) τη διαμεσολάβηση του Las Cases, που δεν δίστασε να εμπλουτίσει το κείμενο με πλήθος από δικές του προσθήκες (ακόμα και δημοφιλείς ρήσεις, οι οποίες επί χρόνια ολόκληρα αποδίδονταν στον Ναπολέοντα, αποδείχθηκε πως ήταν δικής του έμπνευσης) και β) τις συνθήκες κράτησης, που του επέτρεψαν (χάρη, πάντοτε, στη διαμεσολάβηση και τις συγγραφικές ικανότητες του Las Cases), να εμφανίσει τον εγκλεισμό ως πραγματικό μαρτύριο.

Πολλά έχουν γραφεί γύρω από το υποκειμενικό στοιχείο του Las Cases. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο τελευταίος παρεμβάλλει (άλλοτε συνειδητά, άλλοτε όχι) παραμορφωτικά κάτοπτρα, καθιστώντας την ανεύρεση της ιστορικής αλήθειας δυσχερή. Πέρα από την έγνοια της περιφρούρησης της υστεροφημίας του ινδάλματός του, ευθύς εξαρχής έχει κατά νου και το προσωπικό συμφέρον, καθώς πραγματεύεται ένα εξόχως επικοινωνιακό θέμα, ικανό να οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου εμπορική επιτυχία. Ο τρόπος, με τον οποίο επιβάλλει την παρουσία του στο πλευρό του αυτοκράτορα και τον πείθει να αποδεχθεί την πρόταση είναι αποκαλυπτικός. Υπάρχει, επομένως, ευθύς εξαρχής ένα είδος σκοπιμότητας που από μόνο του αυξάνει τον κίνδυνο αλλοίωσης της πραγματικότητας. Η (μη ηθελημένη τη φορά αυτή) κατάσχεση του πρωτότυπου χειρογράφου από τους Βρετανούς για μεγάλο χρονικό διάστημα, πολλαπλασίασε τον κίνδυνο. Ωστόσο, πολλοί πιστεύουν ότι η πραγματική διαστρέβλωση οφείλεται στη δυναμική προς μια περισσότερο φιλελεύθερη κοινωνία, που άρχισε να εκδηλώνεται στις αρχές της δεκαετίας του 1820. Εάν κάποιος απόηχος είχε καταφέρει να φτάσει μέχρι την μακρινή και ξεχασμένη από Θεό και ανθρώπους Νήσο της Αγίας Ελένης, θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά εξασθενισμένος. Ο Las Cases, όμως, υπήρξε αυτόπτης μάρτυς των διαφόρων αυτών ζυμώσεων, το βίωμα των οποίων τον έπεισε να αντιστρέψει πλήρως την προοπτική του, εστιάζοντας στις διαχρονικές αξίες της Ναπολεόντειας εποχής, εφοδιάζοντας με προφητικές, σχεδόν, διαστάσεις τον ήρωά του και μετατρέποντας το εγχείρημά του σε μια επιδέξια επιχείρηση προπαγάνδας. Στα Απομνημονεύτατα της Αγίας Ελένης, ο Ναπολέων αναφέρεται στο παρελθόν, κοιτάζει όμως (ελέῳ Las Cases) προς το μέλλον. Οι ειδικοί ερευνητές είχαν ανέκαθεν απόλυτη συναίσθηση του προβλήματος. Μη διαθέτοντας, ωστόσο, κάποιο σημείο σύγκρισης, καθώς η έκδοση του 1823 αποτελούσε το ένα και μοναδικό τεκμήριο του κειμένου, αδυνατούσαν να εκτιμήσουν το μέγεθος της διαστρέβλωσης και της απόκλισης από την ιστορική πραγματικότητα. Η όλη κατάσταση άλλαξε εκ διαμέτρου μεταξύ των ετών 2008 και 2017, με την ανεύρεση, επεξεργασία και επιμελημένη έκδοση του πλησιεστέρου προς το πρωτότυπο χειρόγραφο του Las Cases, πιστού αντιγράφου, κάτω απο συνθήκες, οι οποίες περιγράφονται παρακάτω.

Η Νήσος της Αγίας Ελένης.

Στα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπάρχουν συχνές αναφορές στις συνθήκες κράτησης. Το νησί προσφέρεται ως τόπος εξορίας και θέσης σε περιορισμό κατ οίκον. Στο μέσο κυριολεκτικά του Ατλαντικού Ωκεανού, περιστοιχισμένο από απόκρημνες ακτές, έρμαιο των ισχυρών ανέμων, που εμποδίζουν τα πλοία να προσεγγίσουν στην ξηρά (ακόμα και σήμερα η αποβίβαση πραγματοποιείται με βάρκες), καθιστά εξαιρετικά δύσκολη έως πρακτικά αδύνατη οποιαδήποτε επιχείρηση απόδρασης. Παρά ταύτα, οι βρετανικές αρχές φρόντισαν να λάβουν όλα τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα. Στις 10 Δεκεμβρίου 1815, ο αυτοκράτορας και η συνοδεία του μεταφέρθηκαν στο Longwood House, ένα μικρό σύμπλεγμα κατοικιών στο κεντρικό υψίπεδο του νησιού, σε απόσταση ασφαλείας από την ακτή. Η φύλαξη ανατέθηκε σε μια δύναμη 3.000 (!) ανδρών, που αναπτύχθηκαν περιμετρικά. Η κυκλοφορία εντός της περιμέτρου ήταν ελεύθερη. Πέραν αυτής, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελούσε η εξασφάλιση της σχετικής άδειας από τις αρχές του νησιού.  Οποιαδήποτε  έξοδος πέραν της περιμέτρου, γινόταν αντικείμενο στενής παρακολούθησης. Οι ανέσεις περιορίζονταν στα απαραίτητα, η δε διατροφή ήταν μέτρια έως κακή. Η αλληλογραφία (αλλά και κάθε είδος γραπτού κειμένου συμπεριλαμβανομένων των σημειώσεων του Las Cases και του πρωτότυπου χειρογράφου των Απομνημονευμάτων) υπαγόταν σε κανόνες αυστηρής λογοκρισίας, ενώ, μεταξύ των θαμώνων του Longwood κοινή ήταν η πεποίθηση περί παρείσφρησης κατασκόπων στους κόλπους του βοηθητικού προσωπικού. Σήμερα, το Longwood και ο παραπλήσιος τάφος του Ναπολεόντα (προτού τα οστά του τελευταίου μεταφερθούν στο Παρίσι το 1840), αποτελούν ιδιοκτησία του Γαλλικού κράτους, το οποίο έχει αναλάβει τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας τους ως τόπου προσκυνήματος.

Το Longwood House σε χαρακτικό εποχής.

In Napoleon’s footsteps on St Helena

Στις 17 Απριλίου 1816 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση του Ναπολέοντα με τον στρατηγό Sir Hudson Lowe, τον νεοδιορισθέντα κυβερνήτη της Αγίας Ελένης. Μέχρι το 1821, ο συνολικός αριθμός των συναντήσεων ανάμεσα στους δυο άνδρες δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις δέκα, γεγονός που καταδεικνύει τις κάκιστες μεταξύ τους σχέσεις. Ο ήδη γνωστός από το παρελθόν για την άξεστη συμπεριφορά του Βρετανός αξιωματούχος, διακατεχόταν σε καθημερινή κλίμακα από το σύνδρομο της απόδρασης του διάσημου κρατουμένου του και για τον λόγο αυτό ενίσχυε διαρκώς και με τρόπο αψυχολόγητο τα μέτρα ασφαλείας, προκαλώντας τη δικαιολογημένη δυσφορία των εγκλείστων του Longwood. Κάθε είδους μέτρο (ψυχολογικής περισσότερο) πίεσης ήταν ευπρόσδεκτο στο ποσοστό, κατά το οποίο θα μπορούσε να αποτρέψει παρόμοιο ενδεχόμενο. Πόσο μάλλον, που  φήμες, με προέλευση την Ευρώπη και την Αμερική, έκαναν λόγο ακόμα και για σχεδιαζόμενη φυγάδευση του αυτοκράτορα με χρήση …υποβρυχίου, του νέου είδους πλεούμενου, που είχε επινοήσει ο Αμερικανός μηχανικός Robert Fulton, πατέρας της προώθησης των πλοίων με ατμοκίνηση.

Στην πραγματικότητα, η κατάσταση ήταν λιγότερο δραματική από όσο περιγράφεται με αδρές εκφράσεις στα Απομνημονεύτατα της Αγίας Ελένης (στην εκδοθείσα μορφή και λιγότερο στο αρχικό χειρόγραφο που κατασχέθηκε από τους Βρετανούς το 1816 και το οποίο υπόκειτο, ούτως ή άλλως, σε λογοκρισία). Η μεταμόρφωση του Ναπολέοντα από έγκλειστο σε μάρτυρα είναι σε μεγάλο ποσοστό εφεύρημα του Las Cases, με αντικειμενικό σκοπό την κατάκτηση ενός όσο το δυνατόν πολυπληθέστερου αναγνωστικού κοινού, κάτι που κατάφερε στην εντέλεια. Οι, συνεπαρμένοι από το πνεύμα του Ρομαντισμού, αναγνώστες των Απομνημονευμάτων, έχοντας κατά νου ότι σε στιγμές δόξας, ο Ναπολέων είχε καταλύσει στα μεγαλύτερα και πολυτελέστερα ανάκτορα της Ευρώπης, κλονίστηκαν διαβάζοντας την περιγραφή της καθημερινής ζωής στο ταπεινό Longwood. Ακόμα και η γεμάτη συγκινησιακή φόρτιση έκφραση “Αν ο Ιησούς δεν είχε σταυρωθεί δεν θα ήταν Θεός”, η οποία αποδίδεται στον Ναπολέοντα, δεν είναι αποδεδειγμένο ότι εκστομίστηκε τελικά από αυτόν. Φαίνεται, πάντως, πως και ο ίδιος ο αυτοκράτορας δεν υπήρξε εντελώς αμέτοχος. Επάνω στο νησί, πριν από την αναχώρηση του Las Cases, διαδραματίστηκε κοινῄ συναινέσει μια κωμωδία, που συνίστατο στην εσκεμμένη μεταμόρφωση του εαυτού του από απλό εξόριστο σε Προμηθέα δεσμώτη στον βράχο της Αγίας Ελένης, αιχμάλωτο της Ιεράς Συμμαχίας, καθώς και στη μετατροπή του  Hudson Lowe από σπασμωδικό και αγχωμένο κυβερνήτη σε έναν στυγνό και αδίστακτο δεσμοφύλακα.

Sir Hudson Lowe (1769 – 1844).

Συνοψίζοντας, η έκδοση των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης του 1823-1824, όπως και όλες οι υπόλοιπες, που κυκλοφόρησαν μεταγενέστερα, κινούνται στο μεταίχμιο της ιστορικής αλήθειας και της περιστασιακής της παραβίασης. Ο Ναπολέων ουδέποτε υπήρξε υπερασπιστής της λαϊκής κυριαρχίας, πόσο μάλλον εγγυητής της αρχής των εθνοτήτων. Ο εγκλεισμός του στην άκρη του κόσμου από τα κράτη μέλη της Ιεράς Συμμαχίας, ορκισμένων εχθρών όλων όσων παραπλανητικά αποδίδονται στον αυτοκράτορα από τα Απομνημονεύματα, προσέφερε το τέλειο άλλοθι στον Las Cases. Μέσα σε μια διαφορετική χρονική συγκυρία, ελισσόμενος με αξιοζήλευτη ευελιξία και αναμφισβήτητη συγγραφική ικανότητα, εκπλήρωσε στο έπακρο τον δισυπόστατο στόχο, τον οποίο είχε θέσει ευθύς εξαρχής: εκείνον της περιφρούρησης της υστεροφημίας του ινδάλματός του και εκείνον μιας ανεπανάληπτης εκδοτικής επιτυχίας. Υπό παρόμοιες συνθήκες, είναι δεδομένο πως η αποστολή και ο ρόλος των  ιστορικών υποβαθμίζονται σε ελάσσονα μοίρα.

Jean Tulard : Napoléon à Sainte-Hélène

  Β. Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης και η επανεκτίμηση των Απομνημονευμάτων

Το 2004, στο πλαίσιο μιας έρευνας στη Βρετανική Βιβλιοθήκη του Λονδίνου για τον Hudson Lowe, ο ιστορικός Peter Hicks εντόπισε την ύπαρξη ενός μακροσκελούς τετράτομου χειρογράφου κειμένου, το οποίο έμελλε να οδηγήσει σε επανεκτίμηση της όλης υπόθεσης. Το κείμενο βρέθηκε στα κατάλοιπα της οικογενείας Bathurst (o Henry Bathurst, 3ος λόρδος Bathurst, διετέλεσε από το 1812 έως το 1827 υπουργός Στρατιωτικών και Αποικιών). Το εν λόγῳ κείμενο είναι ένα αντίγραφο του πρώτου χειρογράφου, που οι αρχές της Αγίας Ελένης είχαν κατάσχει λίγο προτού απελάσουν από εκεί τον Las Cases. Όταν, αμέσως μετά τον θάνατο του Ναπολέοντα το 1821, βρέθηκαν μπροστά στην υποχρέωση να επιστρέψουν το χειρόγραφο στον νόμιμο κάτοχό του, φρόντισαν, προηγουμένως, να κρατήσουν ένα πιστό αντίγραφο. Επρόκειτο για μια προληπτική κίνηση, ενόψει της διαφαινόμενης, τότε, έκδοσης των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης, η οποία τους παρείχε την δυνατότητα να αντικρούσουν οποιεσδήποτε μεταγενέστερες προσθήκες, ειδικότερα εάν αυτές στρέφονταν εναντίον των βρετανικών συμφερόντων. Το πιστό αυτό αντίγραφο παραδόθηκε στον καθ ύλην αρμόδιο υπουργό (δηλ. τον Bathurst) κι έτσι εξηγείται ο εντοπισμός του στα κατάλοιπα της οικογενείας. Το 1965, το αρχείο Bathurst κατατέθηκε στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, όπου φυλάσσεται σήμερα. Η αλήθεια είναι πως η ύπαρξη του τετράτομου χειρογράφου κειμένου είχε επισημανθεί 42 χρόνια νωρίτερα, το 1923, όταν η Επιτροπή Ιστορικών Χειρογράφων (Historical Manuscripts Commission), εφαρμόζοντας σχολαστικά τη σχετική νομοθεσία, είχε δημοσιοποιήσει μια αναλυτική καταγραφή των καταλοίπων Bathurst, έστω και αν τα τελευταία βρίσκονταν ακόμη στην κατοχή της οικογενείας και απαιτείτο ειδική άδεια προκειμένου ένας ερευνητής να μπορέσει να τα συμβουλευθεί. Στην καταγραφή αυτή αναφέρεται ρητά η ύπαρξη του επίμαχου χειρογράφου. Ωστόσο, ουδείς διέγνωσε τότε τη σημασία του. Ούτε το 1965, όταν τα κατάλοιπα αποκτήθηκαν από τη Βρετανική Βιβλιοθήκη. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα 39 ολόκληρα χρόνια, έως ότου ο Hicks καταφέρει να εντοπίσει την ύπαρξή του από τύχη και μόνο.

Πρώτη αντίδραση του Βρετανού ιστορικού ήταν να ενημερώσει σχετικά τον άμεσα ενδιαφερόμενο φορέα στη Γαλλία, την Fondation Napoléon. Αμέσως συγκροτήθηκε μια ομάδα από ειδικούς (Thierry Lentz, Chantal Prévot, François Houdecek και, φυσικά, Peter Hicks), η οποία ανέλαβε να εξετάσει το κείμενο και να αξιολογήσει το περιεχόμενό του. Η εξονυχιστική και επίπονη αυτή διαδικασία ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2017, με την κυκλοφορία μιας έκδοσης, η οπoία φέρει τον τίτλο Emmanuel de Las Cases: Le morial de Sainte-ne. Le Manuscrit original retrouvé (Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης. Το ανευρεθέν πρωτότυπο χειρόγραφο).

Αν και ελαφρώς παραπλανητικός, ο τίτλος του τόμου κινείται κοντά στην πραγματικότητα. Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης δεν είναι το πρωτότυπο των Απομνημονευμάτων, που επιστράφηκε στον Las Cases και με γνώμονα το οποίο ο τελευταίος προχώρησε, το 1823, στην πρώτη έκδοση. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των ιστορικών, η τύχη του χειρογράφου εκείνου αγνοείται ακόμη. Το κείμενο που καταχωρίστηκε στα κατάλοιπα Bathurst δεν είναι παρά ένα αντίγραφο. Ωστόσο, η ομάδα, η οποία το διερεύνησε, έχει κάθε λόγο να πιστεύει πως αποδίδει πιστά το περιεχόμενο του πρωτοτύπου. Προφανώς από το ίδιο σκεπτικό διακατεχόταν και το άτομο εκείνο (ο Lowe ή ο Bathurst), που είχε διατάξει τη διενέργεια της αντιγραφής. Διαφορετικά δεν είχε νόημα η αναπαραγωγή ενός τόσο μακροσκελούς κειμένου. Αποτελεί ευτύχημα το γεγονός ότι το άτομο, το οποίο είχε επιλεγεί για τη διεκπεραίωση της όλης επιχείρησης (η ταυτότητά του εξακολουθεί να παραμένει άγνωστη),ήταν καλλιγράφος και εξαιρετικός γνώστης της γαλλικής γλώσσας. Όχι μόνο το κείμενο δεν περιέχει ορθογραφικά ή γραμματικά λάθη, αλλά, επιπλέον, είναι ευανάγνωστο, προς μεγάλη τέρψη των ιστορικών που ανέλαβαν να το αξιολογήσουν. Η αναπαραγωγή πραγματοποιήθηκε, μάλλον, εντός του Colonial Office,  καθώς ό,τι γραπτό κείμενο του Las Cases είχαν κατάσχει οι Βρετανοί, στοιβάχτηκε σε επτασφράγιστα κιβώτια και αποστάλθηκε αμέσως στο Λονδίνο.  Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν, επομένως, προς το συμπέρασμα πως, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, το αντίγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, πρόσκειται πλησιέστερα προς το πρωτότυπο των ετών 1815 – 1816. Πάντως, η μεγάλη συμβολή της ανακάλυψης προκύπτει από την αντιπαραβολή του συγκεκριμένου κειμένου με εκείνο της πρώτης έκδοσης των Απομνημονευμάτων (1823), που μέχρι πρότινος αποτελούσε το ένα και μοναδικό τεκμήριο, δίχως ύπαρξη μέτρου σύγκρισης.

Η πρώτη διαπίστωση έχει να κάνει με την έκταση. Το χειρόγραφο κείμενο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης αντιπροσωπεύει λιγότερο από το ήμισυ της έκδοσης του 1823. Εφόσον δεχθεί κανείς ότι αποδίδει πιστά το αρχικό πρωτότυπο – εκείνο των ετών 1815-1816 – τότε διαθέτουμε ένα ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο του μεγέθους των παρεμβάσεων του Las Cases. Η έκδοση του 1823 ξεπερνά τις 2.000 σελίδες. Εκείνη του πρόσφατα ανακαλυφθέντος εγγράφου, μόλις που αγγίζει τις 900. Περιγραφές του ιδίου του Ναπολέοντα, οι οποίες αναπτύσσονται σε 5 ακόμα και 10 σελίδες το 1823, μόλις που ξεπερνούν λίγες σειρές στο χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης. Διαφορά υπάρχει και ως προς το ύφος. Το πομπώδες, σχεδόν θεατρικό, ύφος με το οποίο ο Las Cases έχει περιβάλει τον ήρωά του στην έκδοση του 1823, παραχωρεί τη θέση του σε έναν περισσότερο σεμνό και λιτό τρόπο αφήγησης. Ακόμα και εκφράσεις (κατά κανόνα μεγαλόστομες), που αρχικά αποδίδονταν στον αυτοκράτορα, από την αντιπαραβολή των δυο κειμένων προκύπτει πως δεν είναι δικές του, καθώς απουσιάζουν από αυτό της Βρετανικής Βιβλιοθήκης. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης περιέχουν μακροσκελείς περιγραφές ιστορικών γεγονότων, ανθρώπινων χαρακτήρων και γεωγραφικών τοπίων, που κουράζουν τον αναγνώστη. Ο ίδιος ο Las Cases το ομολογεί, καθώς υπάρχουν στιγμές μέσα στο κείμενο, όπου αποκαλύπτει πως η μαρτυρία του Ναπολέοντα δεν αποτελεί την αποκλειστική πηγή της πληροφόρησής του. Άλλοτε κάνει χρήση εισαγωγικών κι άλλοτε όχι. Αλλά και σε περιπτώσεις που τα εισαγωγικά παραμένουν, εκφράζονται επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσο πρόκειται για αυθεντική μαρτυρία του Ναπολέοντα. Η έκδοση του 1823 πραγματοποιήθηκε κατά στάδια. Μόλις συνειδητοποίησε την εμπορική επιτυχία των δύο πρώτων τόμων, ο Las Cases αποφάσισε να εμπλουτίσει το κείμενο με επιπρόσθετα (όχι όμως απαραίτητα) στοιχεία, πολλαπλασιάζοντας την έκταση του τελευταίου για λόγους ευνόητους. Αντίθετα, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αποδώσει στον αντιγραφέα του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης κριτικό πνεύμα, που να του επιτρέπει να προχωρήσει επιλεκτικά, διατηρώντας ό,τι θεωρούσε σημαντικό και απορρίπτοντας όλα τα υπόλοιπα. Το πρόσφατα ανευρεθέν τεκμήριο χαρακτηρίζεται από μια αξιοσημείωτη ροή λόγου και σκέψης, σε αντίθεση με το πληθωρικό κείμενο του 1823, όπου οι προσθήκες λειτουργούν σε βάρος της ενότητας του συνόλου.

Charles de Steuben, Ο θάνατος του Ναπολέοντα, 1821, Arenenberg, Napoleonmuseum.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί πως τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν αποτελούν τη μοναδική προσπάθεια καταγραφής των μαρτυριών του Ναπολέοντα στον τόπο της εξορίας του. Ένα έτος πριν από την πρώτη έκδοση του 1823, κυκλοφόρησαν τα απομνημονεύματα του  προσωπικού του γιατρού, του Ιρλανδού  Barry Edward O’Meara (1786-1836), με τον τίτλο Napoleon in Exile, or A Voice From St. Helena, πραγματικός κόλαφος σε βάρος του Hudson Lowe και των μεθόδων του. Λέγεται, μάλιστα, πως η είδηση της κυκλοφορίας του βιβλίου αιφνιδίασε τον Las Cases και τον  ανάγκασε να επισπεύσει την δική του έκδοση, καθώς διαπίστωσε πως η επιχείρηση, την οποία τόσο επιμελώς είχε επί χρόνια στήσει, τελούσε εν κινδύνῳ. O Charles Tristan, μαρκήσιος de Montholon (1783-1853) υπήρξε ο άνθρωπος που έκλεισε τα μάτια του αυτοκράτορα στις 17.49΄ μ.μ. της 5ης Μαΐου 1821. Παρέμεινε στο πλευρό του από την πρώτη έως την τελευταία στιγμή της εξορίας. Ωστόσο, συνέδεσε το όνομά του με σωρεία μηχανορραφιών, που αποσκοπούσαν, κυρίως, στη διασφάλιση του ελέγχου του μικρόκοσμου του Longwood House από τον ίδιο. Θεωρίες συνωμοσίας τον επιβαρύνουν με την υποψία περί δηλητηρίασης του Ναπολέοντα μέσῳ χορήγησης αρσενικού κατόπιν εντολής των Βρετανών ή του βασιλικού οίκου των Βουρβόνων (ο αυτοκράτορας πέθανε από καρκίνο του στομάχου, δίχως να έχει αποκλειστεί κατηγορηματικά και αυτό ακόμη το ενδεχόμενο της δηλητηρίασης). Το 1846, στο τέλος της ζωής του, ο Montholon εξέδωσε  μια Εξιστόρηση της αιχμαλωσίας του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα στην Αγία Ελένη (Récits de la captivité de l’Empereur Napoléon à Sainte-Hélène). Αφήνοντας αδιάφορους τους πάντες, το έργο γνώρισε παταγώδη αποτυχία. To 1899 κυκλοφόρησε το δίτομο Ημερολόγιο της Αγίας Ελένης (Le journal inédit de Sainte-Hélène) του στρατηγού Gaspard Gourgaud (1783-1852). Καλύπτει την χρονική περίοδο από την άφιξη του αυτοκράτορα στον τόπο εξορίας, έως την αναχώρηση του Gourgaud από εκεί, τον Μάρτιο του 1818. Από τους επονομαζόμενους “Τέσσερις Ευαγγελιστές της Αγίας Ελένης” (Montholon, Bertrand, Las Cases, Gourgaud), ήταν εκείνος που είχε τη μικρότερη οικειότητα με τον Ναπολέοντα. Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί πως ο Gourgaud υπήρξε θύμα ενός ακήρυχτου πολέμου επιρροής, που είχε εκδηλωθεί στους κόλπους του στενού περιβάλλοντος του αυτοκράτορα με υποκινητή και πρωταγωνιστή τον Μontholon, γεγονός που τον είχε καταστήσει σχεδόν ανεπιθύμητο στο Longwood. Η μόνη, αποδεδειγμένης ιστορικής αξίας, μαρτυρία, είναι εκείνη του στρατηγού Henri Gratien Bertrand (1773-1844), ο οποίος είχε συνοδεύσει τον αυτοκράτορα και στην προηγούμενη εξορία, στη Νήσο Έλβα. Ο Bertrand ήταν πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του Ναπολέοντα. Είχε, μάλιστα, συχνές ιδιωτικές συνομιλίες μαζί του, τις οποίες κατέγραφε κατόπιν σε κωδικοποιημένες σημειώσεις, προκειμένου να αποφύγει την λογοκρισία εκ μέρους των βρετανικών αρχών του νησιού. Η χρήση κώδικα εξηγεί την καθυστερημένη (μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και με μεγάλα κενά και ελλείψεις έκδοση των σημειώσεών του. Το 1840, ο Bertrand μετέβη εκ νέου στην Αγία Ελένη για να συνοδεύσει τη μεταφορά των οστών του Ναπολέοντα στη Γαλλία. Ο τάφος του βρίσκεται πλησίον εκείνου του αυτοκράτορα στο Hôtel des Invalides. Tα κατάλοιπα του στρατηγού Bertrand ανήκουν, σήμερα, στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας με κωδικό: 390 AP. Αποτελούνται από 34 ογκώδεις φακέλους. Οι πρωτότυπες σημειώσεις, οι οποίες κρατήθηκαν ως επακόλουθο των συνομιλιών με τον Ναπολέοντα στη Νήσο της Αγίας Ελένης, είναι καταχωρισμένες στους φακέλους υπ αριθμ. 24 – 29.

Απόσπασμα από τις κωδικοποιημένες σημειώσεις του στρατηγού Bertrand.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από όλες τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες των ανθρώπων του περιβάλλοντος του Ναπολέοντα, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπήρξαν τελικά εκείνα που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον για πολλούς και διαφόρους λόγους, Επιπλέον, η πολύ σημαντική ανακάλυψη του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης τείνει να βάλει τα πράγματα περισσότερο στη θέση τους. Χάρη στο μέτρο σύγκρισης, το οποίο γενναιόδωρα προσφέρει, καθιστά επιτέλους εφικτό τον διαχωρισμό ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα, τη διάκριση ανάμεσα στο ελκυστικό λογοτέχνημα και την πρωτογενή ιστορική μαρτυρία. H διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο μομφή σε βάρος του Las Cases, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο αμφοτέρων των κειμένων. Οι λόγοι που υπαγόρευσαν τις πάμπολλες προσθήκες έχουν ήδη αναλυθεί και δεν χρειάζεται κανείς να επανέλθει. Μεγάλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα, κινούμενοι συχνά στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ιστορία και τη λογοτεχνία (Stendhal, Pushkin, Victor Hugo, Ėmile Zola, Lyov Tolstoy κλπ.) λειτούργησαν ανάλογα, έστω και αν οι αλλεπάλληλες επικαλύψεις ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό των γραπτών τους δυσχέραιναν το έργο των μετέπειτα ερευνητών. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης εκπλήρωσαν τον ιστορικό και τον πολιτικό ρόλο, που τους αναλογούσε. Αποτελούν, ως ένα ποσοστό, πρωτογενή μαρτυρία, προερχόμενη, έστω και με έμμεσο τρόπο, από την κύρια πηγή πληροφοριών, δηλαδή τον Ναπολέοντα τον ιδιο προσωπικά. Σφυρηλάτησαν το δόγμα του βοναπαρτισμού, το οποίο, έπειτα από τις επαναστάσεις του 1830 και του 1848, επέτρεψε στον Λουδοβίκο-Ναπολέοντα (μετέπειτα Ναπολέοντα Γ΄) να καταλάβει την εξουσία.

5 Μαΐου 1921: τελετή μνήμης στον αρχικό τάφο του Ναπολέοντα πλησίον του Longwood House, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από την ημερομηνία του θανάτου του.

Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, από τη δική του πλευρά, θέτει το όλο ζήτημα επάνω σε καθαρά ιστοριογραφικό υπόβαθρο, καθώς προσφέρει ένα περισσότερο πειστικό και αξιόπιστο τεκμήριο της πρώτης περιόδου της εξορίας, με πολυάριθμες και λιγότερο εξιδανικευμένες αναγωγές σε ένα λαμπρό και ένδοξο παρελθόν. Η εικόνα του Ναπολέοντα, υπέρμαχου των ιδεών του φιλελευθερισμού, υπάρχει ως ένα βαθμό από τότε. Την καλλιεργεί ο ίδιος ο αυτοκράτορας, γνωρίζοντας ότι σύντομα θα του προσήπταν τον αυταρχισμό και τα λάθη του (η εκστρατεία στη Ρωσία, οι εκατό μέρες ανάμεσα στην απόδραση από τη Νήσο Έλβα και την ήττα στη μάχη του Βατερλώ κλπ.). Δεν πρόκειται, επομένως, για εφεύρημα του Las Cases. Ο τελευταίος, φροντίζει να προσδώσει περισσότερο πληθωρικές διαστάσεις σε αυτό το θέμα, βιώνοντας προσωπικά τις δραματικές ζυμώσεις, που έμελλαν να οδηγήσουν στην επανάσταση του 1830. Όπως κάθε επώνυμο πρόσωπο, που γράφει ή υπαγορεύει τα απομνημονεύματά του, έτσι και ο Ναπολέων στρογγυλεύει τις γωνίες δίνοντας έμφαση στα επιτεύγματα και υποβαθμίζοντας τις αρνητικές πτυχές. Η μεγάλη δε συμβολή του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης είναι ότι του προσφέρει τη δυνατότητα να βγει συχνότερα στο προσκήνιο και να μην ασφυκτιά κάτω από την (γεμάτη καλές προθέσεις) διαμεσολάβηση του Las Cases.

Thierry Lentz : Du manuscrit au Mémorial de Sainte-Hélène

Πρωτίστως, όμως, η ευτυχής συγκυρία της ανακάλυψης του χειρογράφου, μας υπενθυμίζει πως η Ιστορία είναι μια διαρκώς εξελισσόμενη επιστήμη. Αποκαλύπτει, επίσης, την αφοπλιστική γοητεία της ερευνητικής διαδικασίας. Η Ιστορία δεν γράφεται με γνώμονα το συναίσθημα ή τη διαίσθηση. Πρόκειται για δυο παραμέτρους, οι οποίες, ασφαλώς, διεκδικούν κι αυτές επάξια τη θέση τους. Από μόνες τους, ωστόσο, δεν αρκούν. Η Ιστορία γράφεται με βάση τα τεκμήρια. Δεν αποτελεί κάποιο περιστασιακό εργαλείο, που να μας επιτρέπει να προβάλλουμε τις επιθυμίες μας ή να εξορκίζουμε τις όποιες αδυναμίες και ανασφάλειες μας διακατέχουν. Πάνω απ όλα, όμως, η Ιστορία λέει αυτά που λέει κι όχι απαραίτητα εκείνα που εμείς θα θέλαμε να λέει. Τόσο απλά!

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Balcombe, Betsy, with introduction by J. David Markham, To Befriend an Emperor, Betsy Balcombe’s Memoirs of Napoleon on St Helena. Welwyn Garden City, UK, Ravenhall Books, 2005,  Reprint from 1844.

Barry O’Meara, Napoleon in Exile: Or, A Voice from St. Helena: the Opinions and Reflections of Napoleon on the Most Important Events of His Life and Government in His Own Words, Cambridge University Press, 2015 (αρχική έκδοση 1822).

Charles Tristan de Montholon, Récits de la captivité de l’ empereur Napoléon à Sainte-Hélène, Elibron Classics, 2006 (αρχική έκδοση 1847).

Général Baron Gourgaud, Journal de Sainte-Hélène, 1815-1818, Παρίσι,  Ernest Flammarion, 1944 (αρχική έκδοση 1899).

Général Bertrand, Cahiers de Sainte Hélène, 3 τόμοι, Παρίσι, Albin Michel,  1949-1959.

Le Comte de Las Cases, Le Mémorial de Sainte Hélène, 2 τόμοι, Παρίσι, Bibliothèque de la Pléiade, 1935 (αρχική έκδοση 1823).

Emmanuel de Las Cases, Le Mémorial de Sainte-Hélène: Le manuscrit original retrouvé, (επιμ. Thierry Lentz, Peter Hicks, François Houdecek, and Chantal Prévot), Παρίσι, Perrin,  2017.

ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Paul Ganière, Napoléon à Sainte-Hélène, Παρίσι, Amiot-Dumont, 1957.

Ralph Korngold,,The Last Years of Napoleon, His Captivity on St Helena, Νέα Υόρκη, Harcourt, Brace and Company,  1959.

Gilbert Martineau, Napoléon à Sainte-Hélène 1815-1821, Παρίσι, Tallandier, 1981 και 2016.

Simon Leys,  The Death of Napoleon,  Λονδίνο, Pan Books Limited,  1993.

Jean-Paul Kauffmann, La Chambre noire de Longwood, Παρίσι, Éditions de la Table Ronde, 1997.

Michel Dancoisne-Martineau, Chroniques de Sainte-Hélène: Atlantique sud, Παρίσι, Perrin, 2011.