Skip to main content

Γιάννης Μουρέλος: ΕΠΩΝΥΜΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ (1915-1918)

99 Χρόνια από τη μεγάλη αντεπίθεση της νίκης

Γιάννης Μουρέλος

 ΕΠΩΝΥΜΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ

 (1915-1918)

 

Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1918, με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη, εκδηλώθηκε μια από τις πλέον αποφασιστικές επιχειρήσεις του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Η υπόθεση διαθέτει μια προϊστορία, η οποία αξίζει να αναφερθεί. Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Μάϊο του 1918, στο δυτικό μέτωπο, οι Γερμανοί φθάνουν στο ύψος του ποταμού Μάρνη, προ των πυλών, ουσιαστικά, του Παρισιού. Πρόκειται για τη δεύτερη μάχη του Μάρνη, εξίσου κρίσιμη, αν όχι κρισιμότερη, από την πρώτη, τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Με μια απεγνωσμένη κίνηση, η γαλλική κυβέρνηση ανακαλεί από τη Θεσσαλονίκη τον διοικητή του εκεί Θεάτρου Επιχειρήσεων, στρατηγό Adolphe Guillaumat, αναθέτοντάς του καθήκοντα στρατιωτικού διοικητή της πρωτεύουσας. Στη θέση του στέλνει, με δυσμενή σχεδόν μετάθεση, τον διοικητή του τομέα εκείνου του μετώπου, όπου οι γερμανικές δυνάμεις είχαν καταφέρει τη διάσπαση. Φθάνοντας στη Θεσσαλονίκη, ο στρατηγός Louis Franchet d’ Espérey, εκπονεί σχέδιο γενικής επίθεσης, το οποίο διέφερε εκ διαμέτρου από όλα τα προηγούμενα σχέδια. Συγκεκριμένα, δεν προσέβλεπε στην καθήλωση του μεγίστου δυνατού των δυνάμεων του αντιπάλου κατά μήκος της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου. Για πρώτη φορά από γεννέσεως του Θεάτρου Επιχειρήσεων, επεδίωκε τη διάσπαση του μετώπου και την αξιοποίηση, κατόπιν, του ρήγματος, με καταδίωξη του εχθρού σε μεγάλο βάθος.

Η μεγάλη επίθεση της 14ης Σεπτεμβρίου του 1918, θα στεφθεί με απόλυτη επιτυχία, αποφέροντας δικαιολογημένα στον εμπνευστή της τη στραταρχική ράβδο. Ο Franchet d’ Espérey υπήρξε από τους  ελάχιστους  διοικητές μετώπου, σε ολόκληρη την ιστορία του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, ο οποίος, επιχειρώντας έναν τολμηρό ελιγμό (επίθεση σε ορεινή και καλά οχυρωμένη θέση) και προσδίδοντάς του την απαιτούμενη ταχύτητα προκειμένου να αποτρέψει μια ανασύνταξη των δυνάμεων του αντιπάλου, υλοποίησε ένα όνειρο που επί χρόνια ολόκληρα οι ομόλογοί του Γάλλοι, Βρετανοί και Γερμανοί στο δυτικό μέτωπο, έτρεφαν εις μάτην.

Δεκαπέντε, μόλις, ημέρες έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης, η Βουλγαρία συνθηκολογεί. Από εκεί και πέρα, οι εξελίξεις θα είναι ραγδαίες. Ακολουθούν μέσα σε διάστημα ενάμιση μήνα και έπειτα από άνω των τεσσάρων ετών διενέργεια στατικού πολέμου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Αυστροουγγαρία και, τέλος, η Γερμανία. Έχοντας μετεξελιχθεί από απλό αμυντικό προγεφύρωμα σε ορμητήριο για την ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών, το περιθωριακό, το άνευ σημασίας, το περιφρονημένο, εν πολλοίς, Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης έμελλε να είναι εκείνο, το οποίο κατάφερε το καίριο πλήγμα, προκαλώντας την κατάλληλη στιγμή το ρήγμα που οδήγησε στην κατάρρευση του αντιπάλου συνασπισμού. 

Ένα χρόνο πριν από τη συμπλήρωση ενός αιώνα από αυτό το σημαδιακό γεγονός, σαν φόρο τιμής, παραθέτουμε αφιέρωμα στους επωνύμους μαχητές, οι οποίοι, σε νεαρή ηλικία και στην αρχή της σταδιοδρομίας τους, έτυχε να βρεθούν σε αυτή τη γωνιά της γης και να πολεμήσουν στις τάξεις του πολυεθνικού Συμμαχικού Εκστρατευτικού Σώματος.

Jérôme Carcopino

Ο  Jérôme Carcopino (1881-1970) υπήρξε από τους κορυφαίους ιστορικούς μελετητές της αρχαίας ρωμαϊκής εποχής. Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής της Ρώμης. Από τότε χρονολογείται η έφεσή του προς τη Ρωμαϊκή Ιστορία. Το 1912, διετέλεσε επί ένα έτος προσωπικός γραμματέας του μετέπειτα προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Raymond Poincaré. Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου τον πέτυχε στο Αλγέρι, όπου  ασκούσε καθήκοντα διδάσκοντα στο πανεπιστήμιο της πόλης όντας, παράλληλα, διευθυντής του εκεί Αρχαιολογικού Μουσείου. To 1918, εξελέγη καθηγητής Ρωμαϊκής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης. Μεταξύ των ετών 1934 και 1940, επέστρεψε στη Ρώμη ως διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, θέση, την οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον Ιούνιο του 1940, όταν η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Γαλλίας. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, συνεργάστηκε με το καθεστώς του Vichy. Συγκεκριμένα, υπήρξε υφυπουργός Παιδείας, αξίωμα, μέσω του οποίου εφάρμοσε όλους τους αντισημιτικούς νόμους, που σχετίζονταν με το χώρο των αρμοδιοτήτων του. Ο νόμος της 27/11/1941, περί αρχαιολογικών ανασκαφών, γνωστός με την προσωνυμία “Νόμος Carcopino”, θεωρείται, ακόμα και σήμερα, ως ένα από τα σημαντικότερα θεσμικά κείμενα, που ορίζουν το καθεστώς των αρχαιολογικών ανασκαφών στη Γαλλία.  Με την επάνοδο του Pierre Laval στην εξουσία το 1942, ο Carcopino παραιτήθηκε από το υπουργείο Παιδείας και επανήλθε στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα. Ταυτόχρονα, σε μυστική συνεργασία με αντιστασιακές οργανώσεις, διέσωσε πολλούς φοιτητές από την “εθελοντική” εργασία στη Γερμανία, χάρη στις διασυνδέσεις του με το κατοχικό καθεστώς. Μεταξύ 1944 και 1945 φυλακίστηκε με την κατηγορία της συνεργασίας με τον κατακτητή. Το 1947, με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αθωώθηκε χάρη στο ελαφρυντικό της διάσωσης πολλών αντιστασιακών. Το 1951 αποκαταστάθηκε εκ νέου στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα. Τον Νοέμβριο του 1955 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας  Επιγραφών και Γραμμάτων της Γαλλίας (Académie des Inscriptions et Belles Lettres).

Kατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και συγκεκριμένα μεταξύ των ετών 1915 και 1917, υπηρέτησε αρχικά στα Δαρδανέλια. Με την κατάρρευση του μετώπου και τη μεταφορά μεγάλου τμήματος του Εκστρατευτικού Σώματος στη Θεσσαλονίκη, ανέλαβε τη διοίκηση του 2ου Γραφείου (Γραφείο Πληροφοριών) της Γαλλικής Στρατιάς της Ανατολής. Μάλιστα, τη νύκτα της 4ης προς 5η Μαϊου 1916, ως αξιωματικός υπηρεσίας, υπήρξε εκείνος, ο οποίος σήμανε γενικό συναγερμό, μόλις επιβεβαιώθηκε η πληροφορία πως Γερμανικό Zeppelin κατευθυνόταν προς τη Θεσσαλονίκη μέσω της κοιλάδας του Αξιού. Το αερόπλοιο καταρρίφθηκε τελικά από τη Συμμαχική αεράμυνα στις εκβολές του ποταμού, προτού προφτάσει να πλήξει τον στόχο του, ο δε σιδερένιος σκελετός του εκτέθηκε σε δημόσια θέα μπροστά από τον Λευκό Πύργο. Το συγκεκριμένο επεισόδιο, αλλά και η εν γένει θητεία του Carcopino στην Ανατολή, περιγράφονται με γλαφυρό ύφος στις Αναμνήσεις του, οι οποίες κυκλοφόρησαν το 1970, έτος του θανάτου του, με τίτλο: Souvenirs de la guerre en Orient, 1915-1917. Για τη δράση του στα Δαρδανέλια και τη Θεσσαλονίκη, τιμήθηκε δυο φορές με εύφημη μνεία και του απενεμήθη το παράσημο της   Λεγεώνας της Τιμής.

 

Ο σκελετός του Zeppelin σε δημόσια θέα στο Λευκό Πύργο                                

 

Alphonse Georges

Ο Alphonse Georges (1875-1951), ακολούθησε μια σταδιοδρομία, η οποία τον ανέδειξε στα ανώτατα κλιμάκια της Γαλλικής στρατιωτικής ιεραρχίας. Τον Σεπτέμβριο του 1914, κατά τη διάρκεια της πρώτης μάχης του Μάρνη τραυματίστηκε σοβαρά, με αποτέλεσμα την τοποθέτησή του, έκτοτε και έως το τέλος του πολέμου, σε επιτελικές θέσεις ( Γενικό Επιτελείο 1914-1915, Θεσσαλονίκη 1916-1917, διευθυντής του Γραφείου Περιφερειακών Επιχειρησιακών Θεάτρων του ΓΕΣ 1918-1921). Κατά την τελευταία φάση του πολέμου, υπήρξε από τους στενότερους συνεργάτες του στρατάρχη Foch. Μεταξύ των ετών 1921 και 1926, υπήρξε το δεξί χέρι του στρατάρχη Pétain, συμβάλλοντας τα μέγιστα στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, τις οποίες ο τελευταίος εξαπέλυσε στις ορεινές περιοχές του βορείου Μαρόκου (το επεισόδιο είναι γνωστό και ως “Πόλεμος του Ριφ”). Επιστρέφοντας στο Παρίσι, διετέλεσε διευθυντής του γραφείου του υπουργού Άμυνας André Maginot (1929-1931), βιώνοντας από κοντά τη θέσπιση του αμυντικού δόγματος και την απαρχή της κατασκευής των μεγάλου βεληνεκούς οχυρωματικών έργων κατά μήκος της γαλλο-γερμανικής μεθορίου (γραμμή Maginot). Το 1932, σε ηλικία 58 ετών, φέροντας τον βαθμό του αντιστρατήγου, εισήλθε στο Ανώτατο Συμβούλιο Πολέμου, το όργανο εκείνο, που ήταν επιφορτισμένο με τον σχεδιασμό της αμυντικής πολιτικής. Πολλοί συνάδελφοί του τον θεωρούσαν, τότε, εν δυνάμει διάδοχο του Μaxime Weygand στην αρχιστρατηγία. Η εντυπωσιακή αυτή ανέλιξη ανακόπηκε ξαφνικά στις 9 Οκτωβρίου 1934 στη Μασσαλία, όταν, από κοινού με τον βασιλέα Αλέξανδρο της Γιουγκοσλαβίας και τον υπουργό Εξωτερικών Louis Barthou, έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας, εξαιτίας της οποίας οι δυο πρώτοι έχασαν ακαριαία τη ζωή τους. Έως τον θάνατό του, o Georges δεν κατάφερε τελικά να ξεπεράσει την εμπειρία αυτή, τόσο σε βιολογικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Ευρισκόμενος επί μήνες μεταξύ ζωής και θανάτου, δεν μπόρεσε να διεκδικήσει την αρχιστρατηγία, στην οποία αναδείχτηκε ο Maurice Gamelin τον Ιανουάριο του 1935. Με την έκρηξη, τον Σεπτέμβριο του 1939, του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, ανατέθηκε στον Georges η διοίκηση του βορειοανατολικού μετώπου, του σημαντικότερου από όλα τα επιχειρησιακά θέατρα, καθώς εκεί, σύμφωνα με προβλέψεις και σχεδιασμούς, επρόκειτο να λάβει χώρα η μετωπική σύγκρουση με τον Γερμανικό στρατό. Ωστόσο, ο Gamelin φρόντισε να τον στερήσει από ουσιαστικές εξουσίες και αρμοδιότητες, τις οποίες διατήρησε για τον εαυτό του. Με τον τρόπο αυτό, μήνες ολόκληρους πριν από την κατάρρευση του Γαλλικού στρατού, ο Georges φάνταζε στα μάτια όλων ως το ιδανικό εξιλαστήριο θύμα, προκειμένου να του καταλογιστούν ευθύνες σε περίπτωση μιας δυσμενούς τροπής των πολεμικών επιχειρήσεων. 

Ο Alphonse Georges και ο λόρδος John Gort, διοικητής του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος, επιθεωρούν το δυτικό μέτωπο την άνοιξη του 1940.

Άλλωστε, αυτή ακριβώς η νεφελώδης κατανομή αρμοδιοτήτων συγκαταλέγεται ως μια από τις σημαντικότερες αιτίες της καταστροφής του 1940. Μετά την υπογραφή της ανακωχής, ο Georges ανέλαβε την οργάνωση του δύναμης 100.000 ανδρών στρατού της κυβέρνησης του Vichy, στη μητροπολιτική Γαλλία. Το 1943, ο Churchill οργάνωσε τη δραπέτευση και τη μεταφορά του στην υπό Συμμαχικό, πλέον, έλεγχο βόρειο Αφρική. Ο Georges προοριζόταν ως συνεργάτης του στρατηγού Girault, σε μια προσπάθεια Αμερικανών και Βρετανών να δημιουργηθεί ένα αντίπαλο δέος κατά του στρατηγού De Gaulle. Καθώς, όμως, ο τελευταίος κατόρθωσε να επιβληθεί ως ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της μαχόμενης Γαλλίας, ο Georges αποσύρθηκε από κάθε δραστηριότητα και ιδιώτευσε έως τον θάνατό του.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης, έφερε τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε κομβικές και κρίσιμες στιγμές. Με την άφιξή του, τον Οκτώβριο του 1916, τοποθετήθηκε ως υπαρχηγός του επιτελείου της Στρατιάς της Ανατολής. Οι κακές του σχέσεις με τον στρατηγό Maurice Sarrail, ανώτατο διοικητή του Θεάτρου, στοίχισαν τη μετάθεσή του στη Γαλλία (Μάρτιος 1917). Τρεις μήνες αργότερα, τον Ιούνιο, επανήλθε στην Ελλάδα επιφορτισμένος με την ιδιότητα του στρατιωτικού συμβούλου του Ύπατου Αρμοστή των Προστάτιδων Δυνάμεων της Ελλάδας, Charles-Célestin Jonnart. Αποστολή του τελευταίου ήταν η αποπομπή του βασιλέα Κωνσταντίνου από τον θρόνο και η εγκατάσταση του Ελευθερίου Βενιζέλου στην εξουσία, με συνακόλουθη την παρέμβαση της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό του συνασπισμού της Συνεννοήσεως (Γαλλία, Μεγ. Βρετανία, Ρωσία, Ιταλία). Παρά τον υψηλό δείκτη κινδύνου, η αποστολή διεκπεραιώθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία χάρη στην ψυχραιμία και την ικανότητα ανάληψης πρωτοβουλιών σε κρίσιμες συγκυρίες δυο ατόμων: του ιδίου του Ύπατου Αρμοστή και του στρατιωτικού του συμβούλου.

Hồ Chí Minh

Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις, που μας επιφυλάσσει το Μακεδονικό μέτωπο, καθώς στις τάξεις των μονάδων, που στάλθηκαν από τις Γαλλικές κτήσεις της Ινδοκίνας (Αννάμ, Καμπότζη, Λάος, Τονκίνο και Κοσινκίνα) συμπεριλαμβανόταν και ένας νεαρός ηλικίας 25 ετών, ο οποίος έμελλε να αναδειχθεί, μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου σε εμβληματική φυσιογνωμία του αντι-αποικιακού αγώνα. Ο Hồ Chí Minh (1890-1969) διετέλεσε πρόεδρος και γενικός γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος των Εργατών του Βιετνάμ, ηγετικό στέλεχος των κινημάτων Việt Minh και Viet Cong, ενώ διαδραμάτισε εξέχοντα ρόλο στη δημιουργία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ το 1945, της οποίας υπήρξε πρωθυπουργός (1945-1955) και πρόεδρος (1945-1969). Για την παρουσία του στο Θέατρο της Θεσσαλονίκης δεν υπάρχουν, δυστυχώς, καθόλου διαθέσιμα στοιχεία.

Η άφιξη των αποικιακών στρατευμάτων στη Θεσσαλονίκη


Πηγή: Établissement de Communication et de Production Audiovisuelle de la Défense

 

Gustav Holst

Παρά το γερμανοπρεπές όνομά του (αρχικά, μάλιστα, ήταν Gustav von Holst, αλλά συντμήθηκε για λόγους ευνόητους), ο Gustav Holst (1874-1934) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους Βρετανούς μουσικοσυνθέτες του 20ού αιώνα. Στην πρώιμη περίοδο της δημιουργίας του, είναι εμφανής η επίδραση της μεταρομαντικής σχολής (Richard Wagner και Richard Strauss). Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, ο Holst κατάφερε να αποκτήσει ένα περισσότερο προσωπικό ύφος, εμπνευσμένο από τη Βρετανική λαϊκή μουσική παράδοση, αλλά και τον κοσμοπολιτισμό συγχρόνων με την εποχή του συνθετών. Παρά το γεγονός ό,τι η μουσική του παραγωγή είναι ποιοτικά και ποσοτικά υπολογίσιμη, ο Holst έχει ταυτιστεί με τη σύνθεση, η οποία του εξασφάλισε διεθνή αναγνώριση. Οι Πλανήτες  (Τhe Planets) είναι μια σουίτα για μεγάλη ορχήστρα. Πρόκειται για ένα έργο, το οποίο βρίθει από πλούσια ηχοχρώματα, ευρηματικότητα, ποικιλία και φαντασία, χαρακτηριστικά μάλλον ασυνήθιστα για την κάπως μονοδιάστατη και αυστηρή Βρετανική μουσική παραγωγή της εποχής εκείνης. Στα επτά μέρη που το αποτελούν, το καθένα από τα οποία αντιστοιχεί σε έναν πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος (ο όγδοος Πλούτων δεν είχε ακόμη ανακαλυφθεί όταν ολοκληρώθηκε η σύνθεση), υπάρχουν ευθείες αναφορές σε συνθέτες σαν τον Rimsky-Korsakov (στον Ερμή, τον τρίτο κατά σειρά πλανήτη), τον Stravinsky (στον εναρκτήριο Άρη), τον Elgar (στον τέταρτο Δία), τον Dukas (η ομοιότητα του Ουρανού, προτελευταίου πλανήτη, με τον Μαθητευόμενο Μάγο είναι εμφανής) και τον Debussy (η ίδια παρατήρηση ισχύει για τη σχέση ανάμεσα στον Ποσειδώνα, τον τελευταίο πλανήτη, και τις Σειρήνες του Γάλλου συνθέτη). Όμως, οι Πλανήτες είναι πολύ παραπάνω από μια δεξιοτεχνική μουσική μείξη ή, ακόμα, από μια γαλαξιακή περιπλάνηση. Γραμμένοι διαρκούντος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου, μεταφέρουν ένα κατά πολύ βαθύτερο μήνυμα, πραγματικό στοχασμό επάνω στα δεινά του πολέμου και την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχής. Ο συμβολισμός προκύπτει από δυο παραμέτρους: τον επεξηγηματικό χαρακτηρισμό, με τον οποίο ο Holst συνοδεύει το καθένα από τα μέρη του έργου και από την ίδια την υφή της μουσικής γραφής. Η αλληλουχία των επεξηγηματικών χαρακτηρισμών έχει ως ακολούθως: 1. Mars, the Bringer of War, 2. Venus, the Bringer of Peace, 3. Mercury, the Winged Messenger, 4. Jupiter, the Bringer of Jollity, 5. Saturn, the Bringer of Old Age, 6. Uranus, the Magician, 7. Neptune, the Mystic. Με άλλα λόγια, ένας συγκερασμός καταστάσεων και διαφορετικών εκφάνσεων του ανθρώπινου χαρακτήρα. Η μουσική γραφή επαληθεύει τα παραπάνω. Η ωμή βία και η τρομακτική απειλή του πρώτου μέρους, σε αντιδιαστολή με την απέραντη γαλήνη του δευτέρου, δηλαδή η διαφορά μεταξύ πολέμου και ειρήνης, αποκαλύπτουν το χρονικό στίγμα του έργου. Από τους υπόλοιπους πλανήτες αξίζει ειδική μνεία στον Δία και στον Ποσειδώνα, παρά την εκπεφρασμένη προτίμηση του ιδίου του Holst για τον Κρόνο. Από τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει στο κέντρο ακριβώς του ηλιακού συστήματος, αλλά και από το εντυπωσιακό μέγεθός του, ο Δίας εκτελεί χρέη σπονδυλικής στήλης του όλου έργου. Ο συμβολισμός, ωστόσο, προχωρά μακρύτερα. Το μουσικό θέμα, στο μέσο ακριβώς του μέρους, επηρεασμένο πέραν πάσης αμφιβολίας από τα βικτωριανά εμβατήρια του Elgar, παραπέμπει ευθέως στο μεγαλείο και την πρωτοκαθεδρία της Βρετανικής Αυτοκρατορίας προ της διενέργειας του πολέμου, κατά την  πλέον αυθεντική παράδοση του Rule Britannia.

Mars, the Bringer of War

Venus, the Bringer of Peace

Jupiter, the Bringer of Jollity

H σουίτα ολοκληρώνεται με τον Ποσειδώνα, τον πιο απομακρυσμένο πλανήτη. Ο Holst δράττεται της ευκαιρίας να κλείσει το έργο με πρωτότυπο, ευρηματικό έως και τολμηρό, για την εποχή του, τρόπο, ανοίγοντας ένα παράθυρο προς το μέλλον.  Ο Ποσειδώνας βρίσκεται στα όρια του πλανητικού μας συστήματος, ταυτόχρονα, όμως, είναι η πύλη εξόδου προς το αχανές Σύμπαν. Η μουσική γραφή, με την χρήση γυναικείας χορωδίας, άϋλη, νεφελώδης, γεμάτη μυστήριο, προκαλεί μια αίσθηση δέους μπροστά στο άγνωστο, που αποκαλύπτεται ξαφνικά και μέσα στο οποίο σβήνει σταδιακά. Αυτή η αίσθηση συμβολίζει  τη νέα εποχή που ανέτειλε το 1918, καθώς τότε μόνο, ο πλανήτης ολόκληρος πέρασε το κατώφλι του 20ού αιώνα, έχοντας μόλις βιώσει μια απίστευτα βίαιη εμπειρία, εφέυρημα εξολοκλήρου του αυτοκαταστροφικού ανθρώπινου νου. Εδώ, η συμπαντική άβυσσος του Holst, ισοσκελίζει την άλλο τόσο απρόβλεπτη και γεμάτη μυστήριο ανθρώπινη άβυσσο.                

Neptune, the Mystic

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, το καλοκαίρι του 1914, ο Holst παρουσιάστηκε εθελοντικά, προκειμένου να υπηρετήσει στις τάξεις του Βρετανικού στρατού. Απαλλάχθηκε, όμως, για λόγους υγείας. Βλέποντας συγγενείς και φίλους να συνεισφέρουν στην πολεμική προσπάθεια (ορισμένοι, μάλιστα, έπεσαν στα πεδία των μαχών της Γαλλίας), υπέφερε βαθιά από αυτή τη θέση στο περιθώριο. Με τέτοια αρνητική ψυχολογία συνέθεσε τους Πλανήτες. Οι συνεχείς οχλήσεις του προς τις αρχές ευοδώθηκαν το 1918, καθώς ο πόλεμος πλησίαζε προς το τέλος. Ο κορυφαίος Βρετανός αρχιμουσικός Sir Adrian Boult περιγράφει με γλαφυρό τρόπο το όλο περιστατικό: “Λίγο πριν από την υπογραφή της ανακωχής, ο Holst εισέβαλε στο γραφείο μου: “Adrian”, μου είπε, “η Χριστιανική Αδελφότητα Νέων (YMCA), πρόκειται να με στείλει πολύ σύντομα στη Θεσσαλονίκη και ο Balfour Gardiner, ευλογημένος να είναι, μου προσφέρει, ως αποχαιρετιστήριο δώρο, το Queen’s Hall, μαζί με την ομώνυμη ορχήστρα, για ολόκληρο το πρωϊνό της Κυριακής. Συνεπώς, θα παίξουμε τους “Πλανήτες”, τους οποίους θα διευθύνεις εσύ”.¹  Με τον τρόπο αυτό, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, ανέτειλαν για πρώτη φορά οι Πλανήτες. Λίγες μέρες αργότερα, ο Holst έφτασε στη Θεσσαλονίκη, ενώ βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη η μεγάλη Συμμαχική αντεπίθεση, η οποία και έμελλε να φέρει τον πόλεμο σε αίσιον πέρας. Παρέμεινε έως τον Ιούνιο του 1919, συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις για την ψυχαγωγία των Βρετανικών στρατευμάτων. Αν και είχε την αίσθηση ότι δεν φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμος, από τη διαμονή του στην Ελλάδα, αποκόμισε τις καλύτερες αναμνήσεις, ειδικότερα από μια επίσκεψη, που πραγματοποίησε στην Αθήνα.     

Charles Huntziger             

Παρόλο που το όνομά του είναι συνυφασμένο με τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο και συγκεκριμένα με την κατάρρευση της Γαλλίας το 1940, ο Charles Huntziger (1880-1941) είχε στο ενεργητικό του μια πλούσια στρατιωτική σταδιοδρομία. Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Ακαδημία του Saint-Cyr το 1900. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου υπηρέτησε στο Μακεδονικό μέτωπο. Το 1924 στάλθηκε στην Κίνα, ως διοικητής του Σώματος Κατοχής του  Tianjin. Το 1933 ανέλαβε τη διοίκηση των Γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων στην τελούσα υπό γαλλική εντολή Συρία και συμμετείχε ενεργά στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία για την εκχώρηση, στην τελευταία, της περιοχής της Αλεξανδρέττας. Το 1938, έγινε μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου Πολέμου. Ως διοικητής της 2ης Στρατιάς, επιφορτισμένης με την άμυνα του θεωρούμενου ήσυχου τομέα του Sedan, υπέστη, στις 13 Μαϊου 1940 το κύριο βάρος της Γερμανικής επίθεσης, με αποτέλεσμα τη διάσπαση του μετώπου και την ταχύτατη προέλαση των τεθωρακισμένων μονάδων του αντιπάλου έως τις ακτές της Μάγχης. Πέντε εβδομάδες αργότερα, στις 22 Ιουνίου, ηγήθηκε της αντιπροσωπείας, η οποία υπέγραψε την ανακωχή στο ίδιο βαγόνι, όπου είχε υπογραφεί η ανακωχή του 1918. Επρόκειτο για την υπέρτατη εκδίκηση του Hitler.

Ο στρατηγός Huntziger, απέναντι από τον καγκελάριο του Γ΄ Ράϊχ, παρακολουθεί την υπαγόρευση των όρων της ανακωχής μέσα στο ιστορικό βαγόνι της Rethondes.

Διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών της κυβέρνησης του Vichy και από το 1941 έως τον αιφνίδιο θάνατό του, λίγους μήνες αργότερα, ανώτατος διοικητής του στρατού ξηράς του ιδίου καθεστώτος. Τον Νοέμβριο του ιδίου έτους έχασε τη ζωή του σε αεροπορικό δυστύχημα, επιστρέφοντας από περιοδεία στη βόρειο Αφρική.

Κατά την μακροχρόνια παραμονή του στη Θεσσαλονίκη, ο Huntziger ήταν αποσπασμένος στο επιτελείο της Στρατιάς της Ανατολής. Οι λεπτομέρειες του σχεδίου της μεγάλης αντεπίθεσης του Σεπτεμβρίου 1918 ήταν δικό του έργο, καθώς έχαιρε της αμέριστης εμπιστοσύνης του στρατηγού Franchet d’ Espérey, ανώτατου διοικητή του Θεάτρου Επιχειρήσεων. Ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, ο ίδιος αξιωματικός, ο οποίος, με τον δικό του,τρόπο, είχε συμβάλει στην τελική νίκη, κλήθηκε να υπογράψει την καταδίκη της χώρας του. Τραγικό παιγνίδι της μοίρας…

Hugh MacDiarmid

 Ο Christopher Murray Grieve (1892-1978), περισσότερο γνωστός με το ψευδώνυμο Hugh MacDiarmid, ήταν ποιητής, πεζογράφος, δημοσιογράφος και πολιτικός με καταγωγή από τη Σκωτία. Το σύνολο του συγγραφικού του έργου είναι γραμμένο σε γλώσσα δικής του επινόησης, παραλλαγή της Σκωτσέζικης διαλέκτου. H εκκεντρικότητα αποτελούσε, ανέκαθεν, το διακριτικό του γνώρισμα. Χαρακτηριστικά, στην καταχώρισή του στο Who is Who, ανάμεσα στα χόμπι, που  απαριθμούνταν, περίοπτη θέση κατείχε ο όρος “αγγλοφοβία”. Οπαδός των άκρων, στη διάρκεια της ζωής του, ο MacDiarmid δραστηριοποιήθηκε στο χώρο της άκρας Αριστεράς και της φασιστικής Δεξιάς. Υπήρξε μέλος του Βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και ιδρυτικό μέλος του Εθνικού Κόμματος της Σκωτίας. Γενικότερα, θεωρείται από τους θεμελιωτές της αναβίωσης του Σκωτσέζικου εθνικισμού.  Στις αρχές της δεκαετίας του ΄30 ερωτοτροπούσε με τον ναζισμό, εκτιμώντας πως επρόκειτο περί αριστερού δόγματος. Θορυβημένος, όμως, από τη στροφή του Mussolini προς τα δεξιά και βλέποντας το ναζιστικό καθεστώς να αποκαλύπτει σταδιακά την αποτρόπαιη μορφή του, εγκατέλειψε αυτές τις θέσεις, όχι, όμως και την προσήλωσή του στην κομμουνιστική ιδεολογία. Το 2010 είδε το φως της δημοσιότητας η ιδιωτική του αλληλογραφία, από την οποία προκύπτει ότι ήταν της άποψης πως μια στρατιωτική κατάληψη των Βρετανικών Νήσων από τα Γερμανικά στρατεύματα μπορούσε να αποδειχθεί επωφελής για την εθνική υπόθεση της Σκωτίας. Τον Ιούνιο του 1940, τη στιγμή που η Γαλλία βίωνε στιγμές υπαρξιακής αγωνίας και ενώ  βρισκόταν ακόμη σε ισχύ το σύμφωνο μεταξύ Γερμανίας και ΕΣΣΔ, ο MacDiarmid κατέγραψε τις ενδόμυχες σκέψεις του ως εξής: “ Εάν, τελικά, οι Γερμανοί επικρατήσουν, δεν θα μπορέσουν να διατηρήσουν τα κέρδη τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εάν, όμως, οι Γάλλοι και οι Βρετανοί νικήσουν, θα είναι ασύγκριτα πιο δύσκολο να τους ξεφορτωθούμε”. ²

Το 1915,  Hugh MacDiarmid κατατάχθηκε ως εθελοντής στο Βασιλικό Στρατιωτικό Νοσηλευτικό Σώμα (Royal Army Medical Corps). Στάλθηκε αρχικά στη Γαλλία και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη, από όπου επαναπατρίσθηκε το 1918, πάσχοντας από ελονοσία.

Ο Hugh MacDiarmid κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Σκίτσο φτιαγμένο από έναν άλλο Σκωτσέζο ποιητή και προσωπικό του φίλο, τον William Soutar.

Charles Picard

H πρώτη γνωριμία του Charles Picard (1883-1965) με την Ελλάδα έλαβε χώρα το 1909, όταν κατέφθασε στην Αθήνα ως μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Συμμετείχε στις ανασκαφές της Δήλου, της Θάσου και της Εφέσου προτού αναλάβει, το 1913, καθήκοντα γραμματέα της Σχολής. Τον Αύγουστο του 1914 επιστρατεύτηκε και βίωσε από κοντά την κόλαση του Verdun (Φεβρουάριος-Δεκέμβριος 1916). Κατόπιν, μετατέθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου παρέμεινε ως το τέλος του πολέμου. Μετά την ανακωχή επανήλθε στην Αθήνα ως διευθυντής της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία διδάσκοντας στα πανεπιστήμια της Λυών και της Σορβόνης (1927-1955). Το 1932 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Επιγραφών και Γραμμάτων της Γαλλίας (Académie des Inscriptions et Belles Lettres). Η πλούσια δραστηριότητα, που ανέπτυξε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Θεσσαλονίκη αναδεικνύεται από το προσωπικό του αρχείο, το οποίο φυλάσσεται στη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών.

Στο τέλος του 1916 τοποθετήθηκε στο 2ο Γραφείο της Στρατιάς της Ανατολής. Αργότερα, ως λοχαγός του 175ου Συντάγματος Πεζικού πολέμησε στον τομέα Φλώρινας-Μοναστηρίου. Το 1918 διαδέχθηκε τον Carcopino ως επικεφαλής του 2ου Γραφείου. Το υλικό, το οποίο συγκέντρωσε κατά την τριετία 1916-1919 (προσωπικές σημειώσεις, ιδιόχειρα σχέδια, αποκόμματα τύπου κλπ.), αποτελούν πραγματικό πακτωλό πληροφοριών, προσφέροντας μια πολυδιάσταση εικόνα (πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, εθνογραφική, πολεοδομική κυρίως, όμως, ιστορική και αρχαιολογική) του μακεδονικού χώρου της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.  Χαρακτηριστικά θίγονται θέματα όπως η κατανομή του πληθυσμού, η κατάσταση του οδικού δικτύου και του δικτύου ύδρευσης, η γεωγραφία της λεκάνης των Πρεσπών, οι πυρκαγιές και οι σεισμοί, που ταλαιπώρησαν κατά τον 19ο αιώνα την ευρύτερη περιοχή της Κορυτσάς κ.α. Στον τομέα της δικής του ειδίκευσης, ο Picard συνέταξε έναν αναλυτικό κατάλογο των οικισμών εκείνων, οι οποίοι παρουσίαζαν αρχαιολογικό ενδιαφέρον (εκκλησίες, μοναστήρια, οχυρωματικά έργα). Όλα τα παραπάνω πραγματοποιήθηκαν βάσει συγκεκριμένων οδηγιών, προερχομένων από τον ίδιο τον  στρατηγό Franchet d’ Espérey και με αποδέκτες τα μέλη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, που στελέχωναν τις τάξεις της Στρατιάς της Ανατολής.

Σχέδιο της εκκλησίας του Αγίου Γερμανού, ευρύτερη περιοχή Κορυτσάς, 1918.

Στο αρχείο Picard, αποτυπώνεται, τέλος, ολόκληρο το έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας της Στρατιάς της Ανατολής, που λειτούργησε κατά την τετραετία 1915-1919 υπό τη διαδοχική διεύθυνση των Gustave Bayet, Gustave Mendel και Léon Rey. Καταγράφονται 64 πρωτοϊστορικοί χώροι, οι οποίοι εντοπίστηκαν γύρω από τις πόλεις της Θεσσαλονίκης και του Μοναστηρίου, χώροι όπου βρίσκονται τούμπες της προϊστορικής εποχής (π.χ. Σέδες), χώροι της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής περιόδου (Πέλλα, Όλυνθος, Μίκρα, πόλη της Θεσσαλονίκης, Ζεϊτινλίκ) καθώς και μνημεία της παλαιοχριστιανικής και της βυζαντινής εποχής, πρωτίστως της Θεσσαλονίκης (βασιλική της Αχειροποίητου, Άγιος Γεώργιος κ.α). Το αρχείο συμπληρώνεται από έναν λεπτομερή κατάλογο των αρχαιολογικών ευρημάτων, που προορίζονταν για το μουσείο του Λούβρου.³

Stanley Spencer

Το ζωγραφικό έργο του Sir Stanley Spencer (1891-1959) διακατέχεται από εμμονές, φοβίες, νευρώσεις και άγχη, που προδίδουν έναν βεβαρημένο ψυχισμό. Οι πίνακες  και η θεματολογία του εκλήφθηκαν ως κάτι το προκλητικό και αμφιλεγόμενο. Χρειάστηκε να παρέλθει χρόνος έως ότου γίνει αντιληπτό ό,τι δεν επρόκειτο για ηθελημένη προσπάθεια εντυπωσιασμού, αλλά, αντίθετα, για μια πέρα για πέρα αυθεντική και προσωπική έκφραση βαθιά ανθρώπινων συναισθημάτων και καταστάσεων. Ακόμα και η Χριστιανική πίστη του καλλιτέχνη και η αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπο, αποδίδονται με τρόπο, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρεξήγηση. Καταθέτει, ωστόσο, τη δική του άποψη, με ειλικρίνεια και αυθορμητισμό, έτσι ακριβώς όπως την αισθάνεται Η εσωτερική ένταση και ο δυναμισμός του οράματός του, καθώς και η ποικιλία της παλέτας του, ακολούθησαν φθίνουσα πορεία με την πάροδο του χρόνου, καθώς άρχισε να κάνει την εμφάνισή του, ολοένα και περισσότερο, το στοιχείο της εκκεντρικότητας, όχι όμως, όπως προαναφέρθηκε, με  γνώμονα τον εντυπωσιασμό. Το έργο του αναβαθμίσθηκε, όμως, στον τομέα της έμφασης στη λεπτομέρεια σε τέτοια κλίμακα μάλιστα, που να θυμίζει (των αναλογιών τηρουμένων, βεβαίως) ως προς το σημείο αυτό τους προραφαηλικούς ζωγράφους της Ιταλικής Αναγέννησης.  Ρομαντισμός, εξπρεσιονισμός, ύστερος ιμπρεσιονισμός συνθέτουν έναν συνδυασμό, ο οποίος προσδίδει, εν τέλει, στο έργο του Spencer το δικό του, προσωπικό διακριτικό γνώρισμα. Το 1915, ο Spencer κατατάχθηκε εθελοντικά στο Βασιλικό Στρατιωτικό Νοσηλευτικό Σώμα (Royal Army Medical Corps) ως τραυματιοφορέας. Είχε πεισθεί από τη μητέρα του πως επρόκειτο για τη μόνη διαθέσιμη υπηρεσία, εξαιτίας της μικροσκοπικής σωματικής του διάπλασης. Επί δεκατρείς μήνες ήταν αποσπασμένος στο νοσοκομείο του Bristol, ένα πρώην ψυχιατρικό άσυλο γοτθικής κατασκευής, η καταθλιπτική έως τρομακτική ατμόσφαιρα του οποίου αποτυπώθηκε, αργότερα, σε πολλούς πίνακές του. Τον Αύγουστο του 1916, σε ηλικία 24 ετών, πήρε μετάθεση για τη Θεσσαλονίκη. Ένα χρόνο αργότερα, κατόπιν δικής του αίτησης, τοποθετήθηκε σε μάχιμη μονάδα, το 7ο τάγμα του συντάγματος Berkshire. Βρέθηκε πολλάκις αντιμέτωπος με τον αντίπαλο,  είτε επρόκειτο για Βούλγαρους είτε για Γερμανούς. Συνολικά, παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη επί δυόμισι χρόνια, προτού επαναπατρισθεί έχοντας προσβληθεί από ελονοσία. Η εμπειρία του πολέμου άφησε μέσα του ένα ανεξίτηλο τραύμα. Το γεγονός ότι επέζησε της εκατόμβης, βλέποντας γύρω του να συντελείται πραγματική ανθρωποσφαγή (μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγονταν ο πρωτότοκος αδελφός του αλλά και πολλοί γνωστοί και φίλοι), πέρα από τα αισθήματα ενοχής, τον οδήγησε σε έναν στοχασμό επάνω στη ζωή και στον θάνατο, ο οποίος διατρέχει διαχρονικά την μετέπειτα παραγωγή του.

Ο Stanley Spencer (αριστερά), σε φωτογραφία του 1915 με τους δυο αδελφούς του.

Τον Απρίλιο του 1918, ενόσω βρισκόταν ακόμη στη Μακεδονία, η Επιτροπή Βρετανικών Πολεμικών Μνημείων (British War Memorials Committee) του παρήγγειλε έναν πίνακα μεγάλων διαστάσεων, προορισμένου να διακοσμήσει μια αίθουσα μνήμης των πεσόντων. Η αίθουσα δεν κατασκευάστηκε ποτέ, ο πίνακας, ωστόσο, ολοκληρώθηκε, αποτελώντας μια κατάθεση ψυχής του καλλιτέχνη για όλα όσα βίωσε. Η επιτροπή πρότεινε ως θέμα μια εκκλησιαστική λειτουργία στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Ο Spencer προτίμησε να επιλέξει μια από τις πρώτες εμπειρίες, που κατέγραψε ως τραυματιοφορέας έναν, μόλις, μήνα έπειτα από την άφιξή του στη Θεσσαλονίκη. Ο πίνακας περιγράφει τη συγκέντρωση φορείων με τραυματίες σε ένα χειρουργείο εκστρατείας στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1916, η 22η μεραρχία εξαπέλυσε επίθεση στον τομέα Δοϊράνης-Αξιού, η οποία διήρκεσε αρκετές ημέρες. Ευρισκόμενος σε μια παλιά εκκλησία, η οποία είχε πρόχειρα μετατραπεί σε χειρουργείο, ο καλλιτέχνης υπήρξε μάρτυρας μιας ακατάπαυστης ροής νεκρών και τραυματιών. Επρόκειτο για το βάπτισμα του πυρός, καθώς  ουδέποτε άλλοτε είχε βρεθεί τόσο κοντά στον πόλεμο και τα δεινά του. Το 1923, σε επιστολή προς τη σύζυγό του, περιγράφει τη σκηνή ως εξής: “Στεκόμουν έξω από μια παλιά εκκλησία και έβλεπα να καταφθάνουν σειρές ολόκληρες από φορεία γεμάτα τραυματίες. Η σκηνή δεν είχε τίποτα το μακάβριο, όπως θα ανέμενε κανείς. Αντίθετα, αισθάνθηκα πως περιείχε κάτι το μεγαλειώδες…Όλοι αυτοί οι άνδρες έδειχναν τόσο γαλήνιοι, σε συμβιβασμό με τα πάντα μέσα τους, ώστε ο πόνος περνούσε  σχεδόν απαρατήρητος”. Ο Spencer προσέγγισε νεκρούς και τραυματίες με θρησκευτική οπτική και ευλάβεια. Στα μάτια του, όλοι όσοι βρίσκονταν στα φορεία, αντιπροσώπευαν τον Χριστό  επάνω στον σταυρό του μαρτυρίου, εν αναμονή της Ανάστασης, χάρη στις υπεράνθρωπες προσπάθειες των γιατρών. Το 1938 συμπλήρωσε: “O πίνακάς μου δεν περιγράφει μια σκηνή φρίκης. Αποτυπώνει μια στιγμή εξιλέωσης”.⁴

Stanley Spencer, Travoys Arriving with Wounded at a Dressing-Station at Smol, Macedonia, September 1916, Συλλογή Imperial War Museum.

 Ralph Vaughan-Williams

Για περισσότερο από πέντε δεκαετίες, ο Βρετανός μουσικοσυνθέτης Ralph Vaughan-Williams (1872-1958) δοκίμασε τις δυνάμεις του σε όλα τα είδη, εισάγοντας ένα νέο ύφος στη μουσική παράδοση της χώρας του και απαλλάσσοντας την τελευταία από την κηδεμονία της  κυρίαρχης, σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα, Γερμανικής επιρροής. Ο προσωπικός τρόπος γραφής του Vaughan-Williams προέκυψε από τον συνδυασμό τριών παραμέτρων: της μελέτης σε βάθος της ελισαβετιανής μουσικής, της ενασχόλησης του συνθέτη με τη λαϊκή παράδοση και της μαθητείας του στο πλευρό του Γάλλου ομολόγου του Maurice Ravel. Η παραγωγή του είναι εντυπωσιακή: Εννέα συμφωνίες, σημαντικό συμφωνικό έργο, έξι όπερες, πέντε μπαλέτα, δεκατρία κοντσέρτα, χορωδιακά έργα και έργα μουσικής δωματίου. Από τα παραπάνω ξεχωρίζουν οι συμφωνίες αρ.1 (A Sea Symphony), αρ.2 (London Symphony), αρ.3 (Pastoral Symphony), αρ.7 (Sinfonia Antartica), η σύνθεση για βιολί και ορχήστρα The Lark Ascending (Ο ιπτάμενος κορυδαλλός), και τα δυο συμφωνικά έργα Φαντασία επάνω σε ένα θέμα του Thomas Tallis και Οι Σφήκες (The Wasps), εμπνευσμένες από τον Αριστοφάνη.

Η εμπειρία του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου άφησε μέχρι τέλους το στίγμα της επάνω του. Παρά την προχωρημένη ηλικία (το 1914 ήταν ήδη 42 ετών), ο Vaughan-Williams προσήλθε από την πρώτη κιόλας στιγμή ως εθελοντής στο Βασιλικό Στρατιωτικό Νοσηλευτικό Σώμα (Royal Army Medical Corps), το οποίο του ανέθεσε καθήκοντα οδηγού οχημάτων. Με αυτή την ειδικότητα στάλθηκε αρχικά στη Γαλλία και κατόπιν στη Θεσσαλονίκη. Οι μεγάλες νυκτερινές διαδρομές μέσα στη βροχή και τη λάσπη, καταπόνησαν τον οργανισμό του. Ο διαρκής κρότος από τις οβίδες αλλοίωσε την ακοή του σε ολόκληρο το υπόλοιπο της ζωής του, οδηγώντας σε πλήρη κώφωση προς το τέλος. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο μέτωπο εμπνεύστηκε την τρίτη του, κατά σειρά, συμφωνία, με την προσωνυμία Ποιμενική (Pastoral Symphony), η σύνθεση της οποίας ολοκληρώθηκε το 1922. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί μεγαλύτερη αντίθεση από εκείνη που χωρίζει την Ποιμενική Συμφωνία από τις δυο προκατόχους της. Δεν διαθέτει κανένα απολύτως από τα χαρακτηριστικά, που καθιστούν τις τελευταίες ιδιαίτερα δημοφιλείς.

Ο Ralph Vaughan-Williams στο μέτωπο της Γαλλίας κατά την πρώτη φάση του πολέμου.

Η Ποιμενική είναι ένα δύσκολο έργο, το οποίο προϋποθέτει κατάλληλη ψυχολογική προετοιμασία, προκειμένου να μπορέσει να γίνει κατανοητό. Το γαλήνιο ύφος της (αποτελείται από τέσσερα αργά μέρη) και η προσωνυμία, η οποία τη συνοδεύει, πολύ εύκολα μπορούν να οδηγήσουν σε παρερμηνεία όποιον δεν γνωρίζει τί ακριβώς υποβόσκει. Βρισκόμαστε πολύ μακρυά από τον ανέμελο, ειδυλλιακό και περιγραφικό κόσμο της ομώνυμης συμφωνίας του Beethoven. Ο Vaughan-Williams περιγράφει και αυτός τη φύση, μόνο που οι αγροί δεν είναι τα λιβάδια της πατρίδας του, αλλά τα πεδία των μαχών, που έχουν υποδεχθεί και φιλοξενούν στα σπλάχνα τους αναρίθμητες αδικοχαμένες νεαρές ζωές. Η Ποιμενική Συμφωνία είναι ένα Ρέκβιεμ, πραγματική σπονδή του μουσικοσυνθέτη στα θύματα του πολέμου.

Ο Sir Roger Norrington παρουσιάζει την “Ποιμενική Συμφωνία¨

Roger Vercel

 

Τα περισσότερα από τα μυθιστορήματα, τα οποία συνέγραψε ο Roger Vercel (1894-1957) έχουν ως επίκεντρο τη θάλασσα. Ωστόσο, εκείνη που τον έχει κάνει περισσότερο γνωστό είναι η τριλογία Ο πατέρας μας ο Τραϊανός (Notre père Trajan) – Λοχαγός Κονάν (Capitaine Conan) – Λένα (Léna), εμπνευσμένη από τον πόλεμο, που ο συγγραφέας βίωσε στα μέτωπα της Γαλλίας και της Θεσσαλονίκης. Το δεύτερο και τρίτο, μάλιστα, από τα μυθιστορήματα αυτά, είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικά και η υπόθεσή τους εκτυλίσσεται στο Μακεδονικό μέτωπο, λίγο πριν και αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου. Ο Vercel (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Roger Delphin Auguste Cretin), μετατέθηκε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης το 1918 και αποστρατεύτηκε από εκεί ενάμισι χρόνο αργότερα, έχοντας στο μεταξύ βιώσει και τη Συμμαχική εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία. Ως γνωστόν, η Στρατιά της Ανατολής, τον Σεπτέμβριο του 1918 διασπάστηκε στα τρία: Τη Στρατιά της Ουγγαρίας, η οποία απελευθέρωσε τη Σερβία και συνέχισε την προέλασή της προς την Κεντρική Ευρώπη, τη Στρατιά του Δούναβη, που κατέλαβε τη Βουλγαρία και συνέχισε μέχρι τη Μεσημβρινή Ρωσία, τέλος, το Συμμαχικό Σώμα Κατοχής της Κωνσταντινούπολης. Ο Vercel ακολούθησε τη Στρατιά του Δούναβη μέχρι τη Ρουμανία και την Ουκρανία.

Το 1934, o  Λοχαγός Κονάν τιμήθηκε με το βραβείο Goncourt. Πρωταγωνιστής είναι ένας γενναίος αξιωματικός των ορεινών καταδρομών, που πολεμά ακολουθώντας, συχνά, ανορθόδοξες μεθόδους. Θεωρεί τον εαυτό του αυθεντικό “πολεμιστή” και τρέφει βαθιά περιφρόνηση προς τους  αξιωματικούς καριέρας, τους οποίους αποκαλεί υποτιμητικά “στρατιώτες”. Ηγείται μιας μονάδας καταδίκων, που προτίμησαν να σταλούν στην πρώτη γραμμή από το να παραμείνουν έγκλειστοι στη φυλακή, και οι οποίοι συναγωνίζονται σε τόλμη και ανδρεία τον διοικητή τους. Η υπόθεση ξεκινά με το επεισόδιο της μάχης του Dobro Polje και της διάσπασης του μετώπου στις 14 και 15 Σεπτεμβρίου 1918. Η μονάδα του Κονάν βρίσκεται στην αιχμή του δόρατος της Συμμαχικής επίθεσης πολεμώντας σε δύσβατο βραχώδες έδαφος εναντίον ισχυρά οχυρωμένων Βουλγαρικών θέσεων. Όσο βρίσκονται σε πολεμική εγρήγορση, οι άνδρες του Κονάν μάχονται με απαράμιλλο ηρωϊσμό. Οι δυσκολίες και τα προβλήματα αρχίζουν να προκύπτουν εν καιρώ ειρήνης, συγκεκριμένα στο Βουκουρέστι μετά το πέρας του πολέμου, οπότε πολλαπλασιάζονται τα κρούσματα παραβατικής συμπεριφοράς, γεγονός που θα τους φέρει αντιμέτωπους με τη στρατιωτική δικαιοσύνη. Ολόκληρο το μυθιστόρημα έχει δομηθεί με γνώμονα το διαχρονικό πρόβλημα της αδυναμίας επανόδου σε έναν φυσιολογικό τρόπο ζωής, έπειτα από το απάνθρωπο βίωμα ενός πολέμου. Το 1996, κυκλοφόρησε η κινηματογραφική εκδοχή του Λοχαγού Κονάν σε σκηνοθεσία του Bertrand Tavernier. Η εναρκτήρια σκηνή (μάχη του Dobro Polje),  όχι μόνο αποτελεί μια από τις κορυφαίες του είδους, αλλά αποκαθιστά, τρόπον τινά, μια αδικία, συνεισφέροντας τα μέγιστα στην ανάδειξη ενός επεισοδίου τόσο ουσιαστικού για την εν γένει έκβαση του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου.

Λοχαγός Κονάν, παρουσίαση του κινηματογραφικού έργου

Στράτης Μυριβήλης

Τελευταίο αφήσαμε εξεπιτούτου, ανατρέποντας, μάλιστα, την αλφαβητική σειρά, τον Στράτη Μυριβήλη (1890-1969), τον μυθιστοριογράφο τεσσάρων πολέμων (Βαλκανικοί, Α΄ Παγκόσμιος, Μικρασιατική εκστρατεία), τον Έλληνα λογοτέχνη, που απέδωσε όσο κανείς άλλος τον παραλογισμό του πολέμου. Η ζωή εν τάφῳ είναι το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε και ένα από τα πιο δημοφιλή και εμβληματικά μυθιστόρηματα της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα γενικότερα. Αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας του Μυριβήλη, με δεύτερο τη Δασκάλα με τα χρυσά μάτια (1933, η μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή) και τρίτο την Παναγιά τη Γοργόνα (1948, η εγκατάσταση του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας στα ελλαδικά χώματα). Στη Ζωή εν τάφῳ, έργο βασισμένο στις προσωπικές εντυπώσεις του συγγραφέα, εξιστορείται η φρίκη όχι μόνο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, αλλά και κάθε πολέμου γενικότερα. Ο Μυτιληνιός λοχίας του πεζικού Αντώνης Κωστούλας καταγράφει μέσα από τα χαρακώματα (εξ ου και ο εμβληματικός τίτλος του μυθιστορήματος) σε γράμματα-ημερολόγιο, που σκοπεύει να στείλει στην αγαπημένη του, τις εμπειρίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, κατά την περίοδο που αυτός πολεμάει στο Μακεδονικό Μέτωπο το 1917.  Η κάθε επιστολή ισοδυναμεί και με ένα κεφάλαιο του βιβλίου.

Η ζωή εν τάφῳ έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά,  ρωσικά, σερβικά, πολωνικά, αλβανικά, ουγγρικά, τσέχικα, βουλγαρικά και τουρκικά. Επάξια συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων έργων, που πραγματεύονται τη φρίκη και τον σπαραγμό του συγκεκριμένου πολέμου, εφάμιλλο του Ουδέν νεώτερο από το δυτικό μέτωπο του Erich Maria Remarque ή των ποιημάτων του Wilfred Owen, που με τόσο έντεχνο τρόπο μελοποίησε ο Benjamin Britten στο Πολεμικό Ρέκβιεμ (War Requiem), κορυφαίο μουσικό αντιπολεμικό έργο. Κοινή συνισταμένη των παραπάνω είναι το συναπάντημα του ανθρώπου με τον διατεταγμένο θάνατο. Η στιγμή εκείνη της αλήθειας, όπου συναντώνται, επικαλύπτονται και αλληλοσυμπληρώνονται τα πάντα με το τίποτα, η απόγνωση με την ελπίδα, η νοσταλγία με την απελπισία, το δέος με τη λύτρωση (τη λύτρωση μέσω του θανάτου). Επόμενο είναι, συνεπώς, να κλείσουμε το παρόν αφιέρωμα στους επώνυμους μαχητές του Μακεδονικού Μετώπου, αφήνοντας τον τελευταίο λόγο στον Στράτη Μυριβήλη

Ο Στράτης Μυριβήλης (δεξιά) στη Θεσσαλονίκη, τον Μάρτιο του 1916.

Με φρίκη βλέπω το ντουφέκι να πλαγιάζει δίπλα μου μ’ όλη την υποκριτικήν ησυχία. Όμως η ξιφολόγχη σκουριάζει μες στο φηκάρι της περιμένοντας να γλείψει ανθρώπινο αίμα. Είναι μια στενόμακρη σιδερένια γλώσσα πολύ διψασμένη και περιμένει την ώρα της. Μούρχεται να βάλω τη λεπίδα μέσα στη χαραμίδα του βράχου, να τσακίσω τη μύτη της πούναι σουβλερή σαν δόντι. Συλλογιέμαι: Οι μέρες κ’ οι νύχτες περνάνε πάνω από τη Γης, έξω από το αμπρί μας, αράδα. Περνάνε μια σειρά άσπρα και μενεξελιά πουλιά. Μια ατέλειωτη σειρά γερανοί, που τραβάν και χάνουνται στον ορίζοντα. Κ’ είναι οι μέρες κ’ οι νύχτες της ζωής μου αυτές, που διαβαίνουν και φεύγουν έξω από το πετρένιο καυκί μου. Κ’ εγώ κάθουμ’ εδωνά μέσα με τα εικοσιδυό μου χρόνια, ξαπλωμένος στο σκοτάδι. Λερός κι αραχνιασμένος σακάτης, με πονεμένο κορμί. Τα ωραία μου φλογερά πουλιά τραβάν κατ’ ανέμου. Τραβάνε προς το πεθαμένο παρελθόν δίχως ελπίδα να ξαναγυρίσουν πια. Κ’ εγώ, εγώ ο ανάξιος, δεν απλώνω τα χέρια μου να τα πιάσω. Δεν τ’ απλώνω καν για να δεηθώ να σταματήσει τ’ αλύπητο πέρασμά τους, ώσπου νάβγω στο ξάγναντο από τον τάφο μου. ‘Αχ, κάθε μέρα και κάθε νύχτα απ’ αυτές που φεύγουν δεν είναι να μου ξανάρθει πια….Κ’ είναι μια και μια όλες δικές μου. Και μόλις τώρα δα το ξέρω πόσο είναι πολύτιμες!”⁵

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Jeanne Boudouris (Ιωάννα Βουδούρη), Στράτης Μυριβήλης, διαμέσου των αναθεωρήσεων και παραλλαγών των επτά πρώτων εκδόσεων του μυθιστορήματός του «Η ζωή εν τάφω». Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, Αθήνα, 1983.

Adrian Boult, My Own Trumpet, London, Hamish Hamilton, 1973.

Jérôme Carcopino, Souvenirs de la guerre en Orient, 1915-1917, Paris, Hachette, 1970.

Hugh Cobbe (ed), Letters of Ralph Vaughan Williams, Oxford, Oxford University Press, 2010.

Gérard Fassy, Le commandement français en Orient (octobre 1915-novembre 1918), Paris, Économica, 2003.

Duncan Glen, Hugh Macdiarmid (Christopher Murray Grieve) and the Scottish Renaissance, Edinburgh, Chambers,1964.

Paul Gough, A Terrible Beauty’: British Artists in the First World War, Bristol, Sansom and Company, 2010.

Imogen Holst, Gustav Holst, (second ed.), London and New York, Oxford University Press, 1969.

Imperial War Museum, Art from the First World War, London. 2008.

L’espace grec. Cent cinquante ans de fouilles de l’École française d’Athènes, Paris, Fayard, 1996.

L’ Armée française d’ Orient à travers les fonds Charles Picard. Aperçu sur les aspects scientifiques d’ une mission militaire( https://www.efa.gr/index.php/fr/ressources-documentaires/les-archives/les-dossiers-precedents/858-armee-francaise-orient-fonds-ch-picard).

Νίκη Λυκούργου, Στράτης Μυριβήλης: Η εξέλιξή του μέσω της αναλυτικής βιβλιογράφησης των έργων του (1909-1969). Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2003.

Kenneth Pople, Stanley Spencer: A Biography. London, Collins, 1991.

Max Schiavon, Le général Alphonse Georges. Un destin inachevé, Paris, Anovi, 2009.

Michael Short, Gustav Holst: The Man and his Music. Oxford, Oxford University Press 1990.

Ursula Vaughan Williams, RVW: A Biography of Ralph Vaughan Williams, Oxford, Oxford University Press 1964.

Gordon Wright, MacDiarmid, An Illustrated Biography, Edinburgh, Gordon Wright Publishing,  1977.

Για μια εξαντλητική βιβλιογραφία γύρω από το Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης κατά τον  Πρώτο  Παγκόσμιο πόλεμο επισκεφθείτε τον ιστότοπο: International Conference – The Salonika Front in World War I

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Adrian Boult, My Own Trumpet, London, Hamish Hamilton, 1973, σελ. 35.

²  The Sunday Times, 4 April 2010, “Hugh MacDiarmid: I’ d prefer Nazi Rule”.

³ L’ Armée française d’ Orient à travers les fonds Charles Picard. Aperçu sur les aspects scientifiques d’ une mission militaire( https://www.efa.gr/index.php/fr/ressources-documentaires/les-archives/les-dossiers-precedents/858-armee-francaise-orient-fonds-ch-picard).

⁴  Imperial War Museum, Art from the First World War, London. 2008.

⁵  Στράτης Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφῳ, Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1991, σελ. 168-169.