Skip to main content

Slobodan Marković: Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip. Μέρος B’: Από τη δεκαετία του ’40 έως σήμερα

Slobodan Marković

Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip.

Μέρος B’: Από τη δεκαετία του ’40 έως σήμερα

 

H Rebecca West και η “απόπειρα” του Σεράγεβου

Η δημοσίευση ενός οδοιπορικού της Cicely Isabel Fairfield, περισσότερο γνωστής με το ψευδώνυμο Rebecca West (1892-1983), αποτελεί σταθμό ως προς τον τρόπο, με τον οποίον οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν τον Princip. Με τη δύση του 1941, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο της, που έφερε τον τίτλο “Μαύρο πρόβατο και Γκρίζος ιέραξ. Οδοιπορικό στη Γιουγκοσλαβία” (Black Lamp and Grey Falcon. A Journey through Yougoslavia).⁵² Με την πάροδο του χρόνου, το βιβλίο έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές. Στη νεκρολογία της στους New York Times, ξεχώριζε ο χαρακτηρισμός, που παλαιότερα της είχε αποδώσει η κριτικός της λογοτεχνίας Diana Trilling: “Μια από τις εξέχουσες λογοτεχνικές προσωπικότητες του αιώνα”. Όσο για το οδοιπορικό στη Γιουγκοσλαβία, ήταν “πέραν πάσης αμφιβολίας, ένα από τα καλύτερα βιβλία των τελευταίων πενήντα ετών”.⁵³ Σε αυτό, λοιπόν, το βιβλίο, η  Rebecca West δίνει μια εντελώς νέα ερμηνεία για τη δολοφονία του Σεράγεβου, ή καλύτερα, της απόπειρας, όπως χαρακτηριστικά την κατονομάζει, επιμένοντας στη χρήση του γαλλικού όρου (attentat), ομόηχου και σχεδόν πανομοιότυπου ορθογραφικά με τον αντίστοιχο σερβο-κροατικό (atentat).

Ο βαθμός της συμπάθειας, που σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής της η Rebecca West έτρεφε έναντι των Γιουγκοσλάβων και των Σέρβων, αναδείχθηκε ανάγλυφα από ένα περιστατικό, το 1977, όταν το περίφημο οδοιπορικό της επανεκδόθηκε. Στρεφόμενη κατά του εντύπου The Spectator,  που κατ επανάληψη είχε δημοσιεύσει αρνητικά σχόλια για την ίδια και για το βιβλίο, δήλωσε δημόσια ότι θα επέδιδε την αποζημίωση, η οποία της επιδικάστηκε, στην Ορθόδοξη Σερβική Κοινότητα του Λονδίνου.⁵⁴

Ένα μεγάλο κεφάλαιο του οδοιπορικού, με 15 υποκεφάλαια, είναι αφιερωμένο στη Βοσνία. Στο έβδομο από αυτά, η West περιγράφει το προσκύνημα στα μνήματα των συνωμοτών. Μια επίσκεψη, η οποία ήταν για τη συγγραφέα μια πρώτου μεγέθους ευκαιρία προκειμένου να σχολιάσει την εικόνα, που είχε διαμορφωθεί στη Δύση γι αυτούς, προτού ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. “Η γενικότερη εντύπωση έκλινε προς την κατεύθυνση ότι επρόκειτο για επικίνδυνους φανατικούς μανιακού ή αρρωστημένου τύπου. Ωστόσο, η εν γένει διαγωγή, που επέδειξαν κατά τη διάρκεια της δίκης, όχι μόνο ήταν απόλυτα υγιής και γεμάτη αξιοπρέπεια, αλλά και η επιχειρηματολογία, όπως άλλωστε και η απολογία τους, αποτελούσαν απόδειξη ατομικών ικανοτήτων και καλλιέργειας υψηλού επιπέδου”.⁵⁵

Rebecca West

Η West αντιπαραβάλλει τον Čabrinović, έναν ειρηνιστή, όπως τον χαρακτηρίζει, με το Princip, ο οποίος δεν συμμερίζεται τις ιδέες του. Παρά ταύτα, η συγγραφέας δεν στρέφεται εναντίον του δευτέρου. Βεβαίως, καταδικάζει την πράξη της δολοφονίας. Σπεύδει, όμως, να τη σχετικοποιήσει κάνοντας λόγο περί τυραννικής άσκησης της εξουσίας στη Βοσνία εκ μέρους της αυστριακής διοίκησης: “Η πράξη των νέων αυτών είναι ειδεχθής, εξίσου με το είδος της τυραννίας ενάντια στην οποία στράφηκαν. Πιθανότατα θα είχαν ανατραφεί με την προοπτική να γίνουν καλοί άνθρωποι, εάν δεν ερχόταν να συντριβεί επάνω τους η ευρισκόμενη σε κατάσταση κατάρρευσης Αυστριακή Αυτοκρατορία. Η τερατώδης αδυναμία μιας αυτοκρατορίας είναι δυνατό να προκαλέσει καταστάσεις του είδους αυτού”.⁵⁶ Εν συνεχεία, η Rebecca West καταλήγει στην εκτίμηση πως οι συνωμότες καλούνταν να χειριστούν ένα μυστήριο, το οποίο είχε διαφορετική μορφή για τον Princip, για τον Čabrinović, για τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους και για τους χωρικούς και τους εμπόρους, που τους παρείχαν ακούσια, την υποστήριξή τους. “Η όλη πράξη, έτσι όπως την είχε φαντασθεί ο Princip, ουδέποτε έλαβε χώρα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή συνδέθηκε, με ένα άλλο εγχείρημα, μια δολοφονία, η οποία δεν φαίνεται να είχε σχεδιασθεί από κανέναν. Όμως, η σκέψη και μόνο εξήπτε τη ευρηματικότητα όσων ονειροπόλων απαρνούνταν κάθε μορφή εγκράτειας όποτε λειτουργούσαν στη σφαίρα του φαντασιακού. Από τις δυο αυτές αντιλήψεις, επικράτησε εκείνη που σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους και υποβάθμισε οτιδήποτε ζωντανό απέμεινε. Κάνω λόγο για μυστήριο. Γιατί, υπό αυτή τη μορφή εκλαμβάνω, όπως και οι υπόλοιποι Δυτικοί, τη συγκεκριμένη πράξη. Για όσους, όμως, την αξιολογούν υπό την οπτική γωνία του τόπου, όπου διεπράχθη, και ανατολικότερα από αυτόν, επρόκειτο για μια ιερή ενέργεια απελευθέρωσης. Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγονται και άτομα, προερχόμενα από τη Δύση, που θεωρούνται έξυπνα και πολιτισμένα”.⁵⁷

Οι σοροί του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου και της συζύγου του, Σοφίας.

 Στην πραγματικότητα, δεν μας αποκάλυψε ποιο ήταν το περίφημο μυστήριο, στο οποίο τόσο πολύ επέμενε. Απλά, περιορίστηκε στο σχόλιο ότι “η απόπειρα του Σεράγεβου ήταν μυστήρια όσο μυστήρια είναι η Ιστορία ή, ακόμα, και η ίδια η ζωή”. Αναγνώριζε πως “όσο πιο πολλά γνωρίζει κανείς γι αυτό το θέμα, τόσο πιο ακατανόητο εκείνο γίνεται”. Ως προς τις συνέπειες της απόπειρας υποστήριζε ότι “να προβεί κανείς σε καταδίκη με γνώμονα την ηθική, είναι κάτι το αδύνατο”(…) “Η ψυχή όφειλε να επιλέξει τη ζωή. Τη στιγμή, όμως, που οι Βόσνιοι επέλεγαν τη ζωή δολοφονώντας τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο, καταδίκαζαν αυτόματα σε θάνατο Γάλλους, Γερμανούς και Βρετανούς”. Εάν παρουσιαζόταν μια ευκαιρία στους τελευταίους, αναμφίβολα αυτοί με τη σειρά τους “θα επέλεγαν τον θάνατο για τους Βόσνιους”. Για να καταλήξει κάπως πικραμένη: “Το να στίβει κανείς το νου του προσπαθώντας να υπολογίσει το συνολικό τίμημα, είναι παράλογο. Κι όμως, δεν μας απομένει, στην περίπτωση, να πράξουμε τίποτε άλλο από το να επιβαρύνουμε διαρκώς το άθροισμα με επιπρόσθετες ανθρώπινες απώλειες. Δεν είμαστε παρά αριθμομηχανές, αναγκασμένες να λειτουργούν προς αυτή την κατεύθυνση…”.⁵⁸

Η Rebecca West υπήρξε μεταξύ των πρώτων Δυτικοευρωπαίων διαμορφωτών κοινής γνώμης, οι οποίοι προσέδωσαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στους συνωμότες του Σεράγεβου.⁵⁹ Από “άτομα ευρισκόμενα σε ψυχοπαθή κατάσταση”, φανατικούς “μανιακού ή αρρωστημένου τύπου”, τους μετέτρεψε σε υγιείς, ενθουσιώδεις νεαρούς, με τη σειρά τους θύματα των περιστάσεων. Η πρώτη κριτική του βιβλίου της, που δημοσιεύθηκε στους Times, δεν παρέλειψε να επισημάνει τη συμπάθειά της προς αυτούς: “Η κυρία West αναφέρεται σε συνωμοσίες και δολοφονίες, συχνά περιγράφει τί είδους άνδρες και γυναίκες ήταν τα θύματα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε με δυσκολία να μπορεί κανείς να εκφραστεί υπέρ των τελευταίων, την ίδια στιγμή που παραθέτει ένα σωρό δικαιολογίες προς όφελος των δραστών”.⁶º Προβαίνει, είναι αλήθεια, σε μια καταδίκη της απόπειρας, η οποία, ωστόσο, είναι χλωμή, συγκεχυμένη και χαμένη στο φόντο, τη στιγμή που η ιστορία των νεαρών συνωμοτών αναδεικνύεται ως κομβικό στοιχείο της αφήγησής της, παρά το γεγονός ότι είχε ως συνέπεια έναν πόλεμο με εκατομμύρια θύματα.

Μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το βιβλίο της αποτέλεσε υποχρεωτικό ανάγνωσμα όλων των αγγλόφωνων διπλωματών, οι οποίοι ήταν διαπιστευμένοι στη Γιουγκοσλαβία. Γι αυτό και η κάλυψη, εκ μέρους της, της απόπειρας ⁶¹, όπως επίσης και οι αναφορές της στην ιστορία και στις συνθήκες, που επικρατούσαν στη χώρα αυτή, επηρρέασαν τα μέγιστα τις Αγγλο-αμερικανικές αντιλήψεις. Εκείνο, όμως, που δεν μπορεί να παραμείνει ασχολίαστο, είναι το ότι, οσάκις ερμηνεύει το παρελθόν μιας χώρας με βεβαρυμένο από εντάσεις, ιστορικό, δεν πράττει τίποτε άλλο από το να αναπαράγει αυτούσιες τις απόψεις του συνταξιδιώτη της Κωνσταντίνου (στην πραγματικότητα πρόκειται για τον γνωστό Σέρβο/Γιουγκοσλάβο συγγραφέα Stanislav Vivaner), επηρρεασμένες από τις θεμελιώδεις κατευθύνσεις της σερβικής κουλτούρας της εποχής του Μεσοπολέμου, και του τρόπου, με τον οποίο εκείνη αντιμετώπιζε το παρελθόν.

Ο A.J.P. Taylor και η δολοφονία του Σεράγεβου

Επόμενο ήταν το έργο της Rebecca West να επηρρεάσει τον δημοφιλέστερο Βρετανό μεταπολεμικό ιστορικό, τον A.J.P. Taylor (1906-1990). Ένας άλλος ιστορικός, ο Lewis Bernstein Namier (1888-1960), καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, του οποίου ο Taylor διετέλεσε προστατευόμενος, ζήτησε από τον τελευταίο να γράψει στο περιοδικό Time and Tide μια ευμενή βιβλιοκρισία για το οδοιπορικό της West. Ο Taylor αποδέχθηκε. Ιδού πως περιγράφει ο ίδιος το περιστατικό: “Εκτίμησα ιδιαίτερα το βιβλίο, αν και σήμερα αντιλαμβάνομαι ότι υπερέβαλα και πως ανταποκρίθηκα από υποχρέωση”. ⁶² Αργότερα, συνδέθηκε φιλικά με την West. Εννέα χρόνια μετά, το 1954, δημοσίευσε το αριστούργημά του “Ο αγώνας για την επικράτηση στην Ευρώπη, 1848-1918” (“The Struggle for Mastery in Europe, 1848-1918”) και ακόμη αργότερα ένα δοκίμιο με τίτλο “Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου” (“Τhe Outbreak of the First World War”).⁶³

Η άποψή του σχετικά με τη συνωμοσία του Σεράγεβου καθώς και για τον ρόλο των δραστών και της Σερβίας, αντανακλά τις θέσεις του βιβλίου της West. Επιπρόσθετα, ο Taylor αποκόμισε προσωπική εμπειρία από την Γιουγκοσλαβία, την οποία επισκέφθηκε το 1947. Το ταξίδι είχε χρηματοδοτηθεί από τις αρχές του Βελιγραδίου ως χειρονομία αναγνώρισης για τη συμβολής του στη δημοσιοποίηση των γιουγκοσλαβικών διεκδικήσεων ως προς την προσάρτηση της Τεργέστης.⁶⁴ Με την ευκαιρία αυτή, ο Taylor ζήτησε από τις αρχές να οργανώσουν, για λογαριασμό του ιδίου, έναν γύρο των σερβικών μοναστηριών. Στην αυτοβιογραφία του εξηγεί πως είχε υποβάλει το παραπάνω αίτημα, όντας επηρρεασμένος από το βιβλίο του Gabriel Millet για τις μεσαιωνικές εκκλησίες. Παρόλο που δεν αναφέρει τίποτε σχετικό στην αυτοβιογραφία του, το “Μαύρο πρόβατο και Γκρίζος ιέραξ” δεν μπορεί παρά να τον ώθησε επίσης να επισκεφθεί τα μοναστήρια όχι μόνο το 1947, αλλά και στο πλαίσιο της επόμενης επίσκεψής του στη Γιουγκοσλαβία, το 1969, καθώς το οδοιπορικό της West περιλαμβάνει εξαιρετικές αναφορές στις μεσαιωνικές μονές της χώρας.⁶⁵

Σε πολλά από τα βιβλία του, ο Taylor σχολιάζει τη δολοφονία του Σεράγεβου, τον ρόλο των συνωμοτών και τη διολίσθηση προς τον πόλεμο. Το πράττει περισσότερο αναλυτικά στο δοκίμιο περί έκρηξης του πολέμου, το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1956, σε μια επιτομή δικών του κειμένων, που εξέδωσε με τίτλο “Englishmen and Others”.⁶⁶ Το ίδιο δοκίμιο επανακυκλοφόρησε το 1967, στο πλαίσιο μιας επίσης σειράς (ιδιαίτερα δημοφιλούς) δικών του κειμένων, “Europe: Grandeur and Decline”.⁶⁷ Σύμφωνα με τον συγγραφέα, “η συνωμοσία ήταν προϊόν έξι θερμόαιμων ιδεαλιστών. Δυο εξ αυτών, παραμένουν εν ζωή. Ο ένας, είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Ο δεύτερος, είναι επιμελητής στο Μουσείο του Σεράγεβου”.⁶⁸ Ο Taylor απορρίπτει κάθε ιδέα περί εμπλοκής της Σερβικής Κυβέρνησης. Γράφει χαρακτηριστικά: “Ουδείς επιχείρησε να αποδείξει ότι η Σερβική Κυβέρνηση είχε την παραμικρή σχέση με τη συνομωσία. Το πολύ να διέθετε πληροφορίες, και αυτές εξαιρετικά αόριστες”. Εάν κάποιο άτομο στη Σερβία ήταν ενήμερο για τα παραπάνω, αυτός ήταν ο συνταγματάρχης Dragutin Dimitrijević. Παρά το γεγονός ότι “επιδοκίμασε τα σχέδια, εν τούτοις δεν δρομολόγησε την υλοποίησή τους, ούτε και προσέφερε κάποια ουσιαστική βοήθεια”.⁶⁹ Παρακάτω, περιγράφει τη σκηνή της δολοφονίας και την αντίδραση της Αυστροουγγαρίας ως εξής:

Alan John Percivale Taylor

Ο όλος σχεδιασμός των νεαρών αυτών ατόμων, ήταν μάλλον ερασιτεχνικός. Στην πραγματικότητα, απέτυχαν και οι έξι να εκπληρώσουν τον αρχικό τους στόχο. Ο Princip, αναμφίβολα ο ισχυρότερος χαρακτήρας από όλους τους υπόλοιπους, στεκόταν αποκαρδιωμένος στο πεζοδρόμιο έτοιμος να επιστρέψει στο σπίτι του, όταν αίφνης σταμάτησε ακριβώς μπροστά από αυτόν ένα ανοικτό αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο Φραγκίσκος-Φερδινάνδος. Ο οδηγός δεν είχε υπολογίσει σωστά τη στροφή και, προς στιγμή, ακινητοποίησε το όχημα με σκοπό να κινηθεί με την όπισθεν. Ο Princip, σκαρφάλωσε, τότε, στον αναβατήρα της πόρτας του αυτοκινήτου, σκότωσε με μια βολή τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο και, κατά λάθος, τη σύζυγό του με μια δεύτερη, η οποία προοριζόταν για τον Κυβερνήτη της Βοσνίας. Έτσι έλαβε χώρα η δολοφονία του Σεράγεβου. Η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν ενδιαφερόταν, ουσιαστικά, για την τιμωρία των ενόχων. Γι αυτήν, προείχε η τιμωρία ενός άλλου εγκλήματος. Εκείνου που είχε διαπράξει η Σερβία, με το να υφίσταται ως ανεξάρτητο κράτος. Οι Αυστριακοί επιθυμούσαν διακαώς να αποδείξουν ότι η χώρα τους εξακολουθούσε να παραμένει μια Μεγάλη Δύναμη μέσω της εξάλειψης της Σερβίας. Ήταν αποφασισμένοι να προχωρήσουν σε πόλεμο μαζί της, όποιες και αν ήταν οι δικαιολογίες ή, ακόμα, και οι απολογίες από πλευράς Βελιγραδίου. Αυτό υπήρξε το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του Μεγάλου Πολέμου. Βασικός υπεύθυνος πρέπει να θεωρηθεί ο κόμης Berchtold, ένας επιπόλαιος αριστοκράτης και υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγρικής  Αυτοκρατορίας”.⁷º

Με τον τρόπο αυτό, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο Taylor ανέπτυξε τις θέσεις του σχετικά με το ρόλο των συνωμοτών του Σεράγεβου και τις ευθύνες της Αυστροουγγαρίας στο ζήτημα της έκρηξης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Εντοπίζοντας συνέχεια μεταξύ του Δευτέρου και του Τρίτου Γερμανικού Ράϊχ, επέρριπτε ευθύνες και στην Κυβέρνηση του Βερολίνου στο βιβλίο του για την Ιστορία της Γερμανίας, το οποίο κυκλοφόρησε περί τα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.⁷¹ Το θέμα είναι ότι ο Taylor και πολλοί Σέρβοι και Γιουγκοσλάβοι ιστορικοί κατέληξαν σε ανάλογα συμπεράσματα ως προς το πλαίσιο και την ερμηνεία της “απόπειρας” του Σεράγεβου, ακολουθώντας, ο καθένας για δικό του λογαριασμό, ανεξάρτητη και μοναχική πορεία.⁷²

Η συμβολή του Vladimir Dedijer 

Το 1959 κυκλοφόρησε μια μονογραφία αφιερωμένη στη συνωμοσία του Σεράγεβου. Συγγραφέας ήταν ο Αμερικανός Γερμανικής καταγωγής ιστορικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνιας, Joachim Remak (1920-2001).⁷³ Σχετικά με το παρασκήνιο και τον όλο σχεδιασμό της υπόθεσης, ο Remak στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην πραγματεία του Sidney Fay.  Παραδέχεται πως η δική του εκδοχή “δεν διεκδικεί τίποτα περισσότερο από όσα περικλείονται στην πλέον εμπεριστατωμένη από όλες τις υπάρχουσες μελέτες καθώς και στις καταθέσεις των πλέον αξιόπιστων μαρτύρων. Ωστόσο, επιδέχεται ορισμένες αμφιβολίες”.⁷⁴ Έχοντας σχετικοποιήσει προκαταβολικά το ίδιο του το έργο, ο Remak υιοθετεί την γραμμή βάσει της οποίας ο Apis, “αναμφίβολα ο μεγαλύτερος ειδήμων στον τομέα της βασιλοκτονίας σε ευρωπαϊκή κλίμακα”⁷⁵ υπήρξε ο πραγματικός οργανωτής της συνωμοσίας. Ο Apis, σύμφωνα με την εκτίμηση του συγγραφέα, “εντάσσεται σε μια συνέχεια, η οποία ως αφετηρία έχει τον Ροβεσπιέρο και καταληκτικό σημείο, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, τον συνταγματάρχη Nasser”.⁷⁶       Παραδέχεται πως δεν γνωρίζει πότε ακριβώς η δολοφονία του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου αποφασίστηκε από τον αρχηγό της “Μαύρης Χείρας” και επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Σερβίας. Εικάζει πως ο τελευταίος είχε καταστήσει τον Ρώσο στρατιωτικό ακόλουθο στο Βελιγράδι, Artamonov, κοινωνό των σχεδίων του.⁷⁷ Σχετικά με τον πρωθυπουργό Pašić και το πόσα αυτός γνώριζε για τα παραπάνω, ο Remak αναπαράγει σχεδόν αυτούσια τη μαρτυρία του  Ljubomir Jovanović (σημ μεταφρ. Βλέπε σχετικά το Α’ μέρος του άρθρου).⁷⁸ Η σκιαγράφηση του Princip και των συνεργατών του, στην οποία προβαίνει, δύναται να χαρακτηριστεί ως συγκρατημένα ευνοϊκή: “Πέραν του παρορμητισμού τους να διαπράξουν προδοσία και φόνο, ήταν πράγματι καλoσυνάτα και γενναιόδωρα άτομα, απαλλαγμένα από κακές συνήθειες”.⁷⁹ Οι Princip, Grabež και Čabrinović δεν έπαυαν, παραταύτα, να λειτουργούν ως μαριονέτες αφότου η “Μαύρη Χείρα” είχε αποφασίσει πως ο Αρχιδούκας έπρεπε να δολοφονηθεί. Ο τίτλος του υποκεφαλαίου “Οι καθαροί νεαροί δολοφόνοι” είναι χαρακτηριστικός του πνεύματος, με το οποίο κινείται ο συγγραφέας. Η “Μαύρη Χείρα” επέλεξε εξεπιτούτου τέτοιου είδους άτομα ως εκτελεστικά όργανα, προκειμένου να καλύψει το αληθινό παρασκήνιο της συνωμοσίας.“Απλούστατα στρατολογήθηκαν, προκειμένου να διεκπεραιώσουν μια καταδίκη και να εξοντώσουν έναν εχθρό”.⁸º

Οι  Čabrinović (αριστερά) και Princip (στο κέντρο) έπειτα από τη σύλληψή τους.

Εν ολίγοις, ο Remak δεν έπραξε κάτι διαφορετικό από το να κατηγοριοποιήσει και να επικαιροποιήσει τα όσα είχε γράψει, τριάντα χρόνια νωρίτερα, ο Fay. Γενική ήταν η αίσθηση πως απολύτως τίποτα καινούριο δεν ήταν δυνατό να προκύψει, πλέον, σχετικά με τη δολοφονία στο Σεράγεβο. Αυτό ακριβώς εξηγεί και το γιατί η εμφάνιση, το 1966, μιας μελέτης βασισμένης σε μια αναπάντεχη ποικιλία πηγών και πληροφοριών, προκάλεσε πραγματικό σεισμό γύρω από το όλο ζήτημα.

Το δεύτερο βιβλίο, έπειτα από το οδοιπορικό της West, το οποίο επηρρέασε βαθύτατα τους Βρετανούς και Αμερικανούς ειδικούς στα θέματα της Γιουγκοσλαβίας, ήταν η μελέτη ενός ατίθασου, ημι-αντιφρονούντα Σέρβου/Γιουγκοσλάβου ιστορικού, του Vladimir Dedijer (1914-1990). Γράφτηκε και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1966 στα αγγλικά, με τον τίτλο “Η πορεία προς το Σεράγεβο” (“The Road to Sarajevo”). Επρόκειτο για το απόσταγμα των ερευνών του συγγραφέα ενόσω αυτός κατείχε καθηγητικές θέσεις στη Βρετανία και στις ΗΠΑ.⁸¹ Μια πρώτη, ωστόσο, επιτομή των ευρημάτων του κυκλοφόρησε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Foreign Affairs δυο χρόνια νωρίτερα, με αφορμή τη συμπλήρωση μισού αιώνα από τη δολοφονία του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Sarajevo. Fifty Years After”.⁸² Το ίδιο άρθρο επαναδημοσιεύθηκε από τους Times του Λονδίνου με την υπογραφή “Vladimir Dedijer, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Harvard”. ‘Ηταν η εποχή που ο συγγραφέας ακολουθούσε μια λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία στη Δύση. Το γεγονός ότι ένας Σέρβος/Γιουγκοσλάβος ιστορικός προσφερόταν να δημοσιεύσει αναλυτικά τα αποτελέσματα της ερευνητικής του προσπάθειας στην αγγλική γλώσσα οφείλεται σε δυο παραμέτρους. Ως ημι-αντιφρονών και ένθερμος οπαδός του Milovan Djilas, κυρίου εκφραστή της αντιπολίτευσης μέσα στην τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία, ο Dedijer έγινε γρήγορα γνωστός στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Οι γνώσεις που διέθετε γύρω από την “απόπειρα” του Σεράγεβου, τον είχαν καταστήσει ειδήμονα του είδους στους κύκλους των ιστορικών της Δύσης. Η ανάδειξη του Dedijer ως του κατ εξοχήν ειδικού στο ζήτημα αυτό έμελλε να επηρρεάσει βαθύτατα τις προσλήψεις σχετικά με τη δολοφονία και τους  πρωταγωνιστές της. Ο Dedijer προέβη σε μια ευφυή κίνηση, η οποία τον ανέδειξε ως κορυφαίο ειδικό των γεγονότων του 1914, προτού καν δημοσιευθεί το ογκώδες έργο του το 1966. Πρόκειται για τη δημοσίευση των άρθρων του εν είδει προδημοσίευσης της ίδιας της μελέτης, δυο χρόνια νωρίτερα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε,  ότι συγκαταλέγεται μεταξύ των έξι μοναδικών Σέρβων, που αποδήμησαν μεταξύ των ετών 1897 και 2000 και των οποίων οι βιογραφίες βρίσκονται στο περίφημο Βρετανικό λεξικό Who is Who.⁸⁴

Vladimir Dedijer

Η φήμη του Dedijer σφυρηλατήθηκε επίσης χάρη σε μια επιστολή, την οποία έστειλε τον Απρίλιο του 1966 προς τους Times, όπου εξομοιώνει τον Ιρλανδό ηγέτη της εξέγερσης του 1916 στο Δουβλίνο Patrick Pearse με τον Gavrilo Princip. “Ο καθένας μπορεί να εναντιώνεται στις μεθόδους πολιτικού αγώνα των Pearse και Princip. Όμως, υπό την οπτική της πίστης, της αυτοθυσίας και του ηρωϊσμού, αμφότεροι ανήκουν, αναμφισβήτητα, στην κατηγορία των πρωτόγονων επαναστατών”.⁸⁵ Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί κάποιον άλλο χαρακτηρισμό από αυτόν του Pearse ως “του ευγενέστερου αγωνιστή”, που να αντιβαίνει περισσότερο στην επικρατούσα, στη Βρετανία, αντίληψη περί του Ιρλανδικού Ζητήματος.

Παρά ταύτα, η σύνταξη της κορυφαίας εφημερίδας δέχθηκε να δημοσιεύσει την επιστολή.

Στο άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs, o Dedijer προαναγγέλει το πνεύμα του βιβλίου του: “Η λιγότερο ερευνηθείσα, μέχρι στιγμής, πτυχή της υπόθεσης του Σεράγεβου, έχει να κάνει με τους ίδιους τους δολοφόνους: τα ψυχολογικά και διανοητικά χαρακτηριστικά, το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο μεγάλωσαν, τη σχέση ανάμεσα στα πολιτικά και τα προσωπικά τους κίνητρα, τέλος, τις διασυνδέσεις των Βοσνιακών μυστικών οργανώσεων με άλλες του ιδίου είδους μεταξύ των Νοτιοσλάβων. Στο εξής, οφείλουμε να σχετίζουμε τη δολοφονία του Σεράγεβου όχι μόνο με τις εξωτερικές σχέσεις της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, με την προσωπικότητα και τις πράξεις του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, αλλά και με τα κοινωνικά προβλήματα της καθημερινής πραγματικότητας στις δυο αυτές επαρχίες”.⁸⁶ Αργότερα, στο βιβλίο του, ο Dedijer σκιαγραφεί πειστικά και με πολλές αποχρώσεις την ψυχολογία των συνωμοτών, στηριζόμενος σε πλούσιες πρωτογενείς πηγές αλλά και συνεντεύξεις, τις οποίες πήρε ο ίδιος από αυτόπτες μάρτυρες. Στο δέκατο, μακροσκελές κεφάλαιο (“Οι πρωτόγονοι επαναστάτες της Βοσνίας”)⁸⁷, παραθέτει το προφίλ των μελών της “Νέας Βοσνίας”, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικότερων συνωμοτών (Vladimir Gaćinović, Danilo Ilić, Gavrilo Princip και Nedeljko Čabrinović).⁸⁸ Σύμφωνα με τον Dedijer, τα μέλη της οργάνωσης “Νέα Βοσνία” ήταν “ένα είδος πρωτόγονων επαναστατών, οι καταβολές της ανησυχίας των οποίων θα έπρεπε να αναζητηθούν στην ιδιαιτερότητα της κοινωνίας όπου ανήκαν”.⁸⁹ Οι περισσότεροι από αυτούς, όπως ο Princip, ήταν κάτι σαν ποιητές. Ο τελευταίος “παρά το ότι επιθυμούσε να γίνει ποιητής, δεν διέθετε το απαραίτητο χάρισμα”. Έχοντας διατρέξει ορισμένους στίχους, που διασώθηκαν σε ένα τετράδιο σε ανάμνηση μιας επίσκεψης του Princip, το 1911, στο όρος Bjelašnica, ο Dedijer συνάγει το ακόλουθο συμπέρασμα: “Επρόκειτο για έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο νέο, έντονα προβληματισμένο από όσα διαδραματίζονταν γύρω του”. Όπως συνέβαινε και με την περίπτωση του Gaćinović, ένοιωθε βαθειά μέσα του “τον πόνο των γύρω του σαν να επρόκειτο για τον δικό του”.⁹º

O Dedijer διέθετε όλη την ικανότητα, προκειμένου να καταστήσει ελκυστικούς, τόσο στους ειδικούς όσο και στο ευρύ κοινό, τους κυριότερους πρωταγωνιστές. Δεν επρόκειτο, πλέον, για επτά συμμετέχοντες σε μια συνομωσία, έχοντες ως κίνητρο προσωπικά απωθημένα. Μετουσιώθηκαν σε ιστορικά πρόσωπα, βαθειά ριζωμένα μέσα σε βοσνιακές και ευρωπαϊκές παραδόσεις, πλούσια σε ιδέες και γεμάτα από πολιτικές και ιδεολογικές ανησυχίες. Η σχέση τους με τη λογοτεχνία, μια σχέση την οποία ο συγγραφέας αναδεικνύει ανάγλυφα στην πραγματεία του, προσέδιδε μια νότα λυρισμού στη βιογραφία τους. Συμφωνα, πάντοτε, με τον Dedijer, είχαν πέσει θύματα της φιλελεύθερης εθνικιστικής ιδεολογίας της εποχής, την οποία ασπάσθηκαν μαζί με ορισμένες σοσιαλιστικές και αναρχικές θέσεις. Τα μέλη της “Νέας Βοσνίας” ήταν οπαδοί διαφόρων (και διαφορετικών) Ευρωπαίων πολιτικών και στοχαστών, όπως οι Mazzini, Masaryk, Chernishevsky και Bakunin. Εμπνέονταν από τα ευγενέστερα λογοτεχνικά αριστουργήματα. Ο Γουλιέλμος Τέλλος του Friedrich Schiller, επί παραδείγματι, διατήρησε μέσα τους ζωντανή τη φλόγα για τον αγώνα ενάντια στην τυραννία και την απαλλαγή από τη δυναστεία των Αψβούργων. Εμπνέονταν, επίσης, από τα γραπτά των Kierkegaard, Strindberg, Ibsen, Edgar Allan Poe, Walt Whitman, Oscar Wilde, Dostoyevsky και Maxim Gorky, φθάνοντας μέχρι σημείου να επιχειρήσουν να μεταφράσουν ορισμένα από αυτά.⁹¹ Εν ολίγοις, ο Dedijer τους ανέσυρε από το χώρο της απρόσωπης αφήγησης, τοποθετώντας τους στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας. Τους απεικόνισε σαν να επρόκειτο για ένα κράμα του κοινωνικού στερεώματος της Βοσνίας με τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις και τάσεις της εποχής. Καταφέροντας να προσδώσει ανθρώπινη διάσταση στους συνομώτες στα μάτια των Ευρωπαίων και Αμερικανών αναγνωστών, ολοκλήρωσε,  κατά κάποιο τρόπο, αυτό που νωρίτερα είχε ξεκινήσει η Rebecca West.

H επιτυχία του βιβλίου υπήρξε μεγάλη, οι δε απανωτές μεταφράσεις της αρχικής έκδοσης στα Γαλλικά, στα Γερμανικά και στα Ιταλικά, συνέβαλαν ώστε κομβικής σημασίας στοιχεία, σχετικά με τους συνωμότες του Σεράγεβου, να καταστούν προσιτά στον όποιον ενδιαφερόμενο αναγνώστη της Δύσης. Η βιβλιοκρισία, την οποία δημοσίευσε ο Α.J.P. Taylor στο έγκυρο δεκαπενθήμερο περιοδικό The New York Review of Books, απηχεί την εντύπωση, η οποία προκλήθηκε μεταξύ των συναδέλφων του: “(Ο συγγραφέας) δίδαξε πρόσφατα στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης, του Μάντσεστερ, του Χάρβαρντ και του Κορνέλ. Κυρίως, όμως, πρόκειται για έναν δημοσιογράφο, που γνωρίζει πολύ καλά το πώς να γράφει. Κανείς άλλος, σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν θα μπορούσε να συγγράψει το βιβλίο αυτό με τόση ικανότητα, ορθή αξιοποίηση των πηγών και με τόσο μεγάλη αποστασιοποίηση”. Χαρακτήρισε τη μελέτη σαν “την πρώτη, μέχρι στιγμής, που χειρίστηκε με τόση αντικειμενικότητα τη δολοφονία του Σεράγεβου. Όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που ένας έντιμος ιστορικός πραγματεύεται το ερευνητικό του αντικείμενο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απόλυτη δημοσίευση επί του θέματος”.⁹²

Από τη στιγμή που, χάρη στο βιβλίο του Dedijer, οι συνωμότες απόκτησαν ανθρώπινη ταυτότητα, παρατηρήθηκε ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον γι αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και δυο, οι οποίοι βρίσκονταν ακόμα εν ζωή. Ο πρώτος ήταν ο Cvetko Popović, συνταξιούχος επιμελητής του Εθνογραφικού Μουσείου του Σεράγεβου, ο οποίος δημοσίευσε μια δήλωση στους New York Times, προτού, μάλιστα, κυκλοφορήσει το βιβλίο του Dedijer στο εμπόριο. Τη σχετική συνέντευξη πήρε, κατά τρόπο σχεδόν τυχαίο, ο David Binder, με την αφορμή της συμπλήρωσης πενήντα ετών από τη δολοφονία.⁹³ Αργότερα, ακολούθησαν και άλλες, ανάλογου είδους, συνεντεύξεις. Το 1973, οι  New York Times εκ νέου, δημοσίευσαν έναν σύντομο διάλογο κα τον καθηγητή Vasa Čubrilović. Το ίδιο έτος, οι Times πήραν συνέντευξη από ένα άλλο μέλος της “Νέας Βοσνίας”, τον Γιουγκοσλάβο πολιτικό εξόριστο Ratko Parežanin.⁹⁴

Γενικότερα, το βιβλίο του Dedijer σηματοδότησε μια νέα εποχή, καθώς οι συμμετέχοντες στην “απόπειρα” φωτίζονται κάτω από διαφορετική οπτική γωνία. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας προσέγγισης αποτελεί ο πρόλογος στην αμερικανική έκδοση της μελέτης “Η κρίση του Ιουλίου” (“The July Crisis”) του Γερμανού ιστορικού Imanuel Geiss (1931-2012). O Geiss εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή υπό την καθοδήγηση του φημισμένου καθηγητή Fritz Fischer (1908-1999), και τον βόηθησε να διαμορφώσει τη γνωστή θεωρία του σχετικά με τις ευθύνες της Γερμανίας στο ζήτημα της έκρηξης του πολέμου, τη συνέχεια μεταξύ Δευτέρου και Τρίτου Ράϊχ. Με την πάροδο του χρόνου, οι ιδέες αυτές άρχισαν να συμπεριλαμβάνονται στη διεθνή ιστοριογραφία και να γίνονται αποδεκτές ακόμη και μέσα στη ίδια τη Γερμανία.⁹⁵ Ο Geiss ειδικότερα, κατέληγε στο συμπέρασμα πως “η αποτρόπαια πράξη του Σεράγεβου κατά κανένα τρόπο δεν υπαγορεύθηκε από την Κυβέρνηση της Σερβίας”. Είχε σχεδιαστεί “από την εξτρεμιστική πτέρυγα του Σερβικού εθνικισμού, την μυστική οργάνωση Ένωση ή Θάνατος”. Η αρχική, ωστόσο, ιδέα, είχε ως προέλευση  κύκλους της “Νέας Βοσνίας”. Για να συνεχίσει: “Σε τελευταία ανάλυση, η δολοφονία του Σεράγεβου υπήρξε έργο του ιδίου του Princip προσωπικά, με έμμεση ανάμειξη της “Μαύρης Χείρας”. Όχι, όμως, της Σερβικής Κυβέρνησης ούτε, κατ επέκταση, του Σερβικού λαού”.

Η ουσιαστική ευθύνη αναλογούσε στην άρχουσα τάξη της Αυστροουγγαρίας: “Λιγότερο επειδή έστειλε τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο σε ένα άντρο βομβιστών και περισσότερο εξαιτίας της εγγενούς αδυναμίας της να ικανοποιήσει τον δίκαιο αγώνα των διαφόρων εθνοτήτων της για ελευθερία, ισότιμη μεταχείριση και κοινωνική δικαιοσύνη (ένα κίνητρο, το οποίο αγνοείται γενικότερα από την καταδίκη των συνωμοτών εκ μέρους της Γερμανίας και της Αυστρίας). Οι δυο παραπάνω Δυνάμεις, με την άκαμπτη προσήλωσή τους σε πολιτικές και κοινωνικές αξίες, δεν άφησαν την παραμικρή διέξοδο στον αναβρασμό της Νοτιοσλαβικής διανόησης. Η τελευταία, ευρισκόμενη σε κατάσταση απελπισίας, οδηγήθηκε με μαθηματική ακρίβεια στο έγκλημα της πολιτικής δολοφονίας. Κάθε ιστορική αποτίμηση των πολύπλοκων συμβάντων των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου του 1914, οφείλει να μην αγνοήσει την παράμετρο αυτή, κάτι, το οποίο έπραξαν επί μακρόν η Γερμανία και η Αυστρία. Είναι προφανές πως οι δύο παραπάνω χώρες έσφαλαν στην όλη αξιολόγηση των βαθύτερων αιτίων του εγκλήματος”.⁹⁶ Είναι εμφανές ότι πολλά από τα συμπεράσματα του Dedijer, αντανακλώνται στις απόψεις του Geiss, κάτι που αποδεικνύεται και από τις συχνές παραπομπές.

 Η εικόνα του Princip στις δεκαετίες του ’60 και του ’70

Το 1964, η Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση κλήθηκε να χειρισθεί μια πρόκληση: την επέτειο των πενήντα ετών από τα γεγονότα του Σεράγεβου. Αποφασίστηκε να πραγματοποιηθούν ορισμένες εκδηλώσεις επιτόπου. Η όλη οργάνωση ανατέθηκε στις αρχές της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, μέλους, τότε, της Κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Επρόκειτο για μια επιδέξια κίνηση. Έχοντας υποβαθμίσει την επέτειο σε εκδήλωση τοπικού βεληνεκούς, η Κυβέρνηση του Βελιγραδίου μπορούσε να αντικρούσει τις όποιες κατηγορίες, προερχόμενες από τον διεθνή χώρο. Σε αντιδιαστολή με το προπολεμικό καθεστώς, το οποίο είχε αποφύγει να στείλει εκπρόσωπο στο Σεράγεβο το 1930, για την τελετή εντοιχισμού αναμνηστικής πινακίδας στο σημείο της δολοφονίας, η κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία έπραξε περισσότερα. Το 1964, ο Princip και οι συνεργοί του τιμήθηκαν με κάποια μεγαλύτερη επισημότητα. Ωστόσο, το πρόβλημα εξακολουθούσε να παραμένει αναλοίωτο. Ορισμένα δεδομένα αφήνουν να εννοηθεί ότι το κομμουνιστικό καθεστώς ήταν αναγκασμένο να λάβει υπόψη την εναπομείνασα οργή της Δύσης κατά του Princip και της πράξης του. Τον Μάρτιο του ιδίου έτους, η κορυφαία εφημερίδα του Βελιγραδίου, Politika, δημοσίευσε την είδηση πως ένα πρόπλασμα του αδριάντα του Princip, έργο του γλύπτη Afan Hozić, είχε “προσωρινά τοποθετηθεί στην όχθη του ποταμού Miljacka, ακριβώς απέναντι από σημείο της δολοφονίας”. Ο ανταποκριτής της Politika, πλημμυρισμένος από ενθουσιασμό, μετέδωσε τις εντυπώσεις πολιτών του Σεράγεβου, οι οποίοι “ομόφωνα τάσσονταν υπέρ της ανέγερσης του χάλκινου αγάλματος στο ακριβές σημείο, από όπου ο Princip πυροβόλησε”.⁹⁷ Όταν, τον επίμαχο Ιούνιο, κατέφθασαν στην πρωτεύουσα της Βοσνίας ξένοι ανταποκριτές, δεν υπήρχε κανένα άγαλμα. Είναι προφανές ότι το πρόπλασμα είχε αποσυρθεί δίχως να υπάρξει κάποια συνέχεια.

O διάσημος (γεννηθείς στο Σεράγεβο) σκηνοθέτης  Emir Kusturica ασπάζεται την προτομή του Gavrilo Princip στην πόλη Tovariševo της Σερβίας.

Οι διάφορες ανταποκρίσεις των Times και New York Times από το Σεράγεβο, επιτρέπουν να διαμορφώσει κανείς μια εικόνα ως προς το παρασκήνιο της όλης υπόθεσης. Οι τοπικές αρχές είχαν λάβει από την κεντρική Κυβέρνηση σαφή εντολή να υποβαθμίσουν τις τελετές. Όπως διαβάζει κανείς στους Times, “περί τα 300 άτομα συγκεντρώθηκαν περισσότερο για να υπενθυμίσουν την επέτειο και όχι προκειμένου να την τιμήσουν, έστω και αν οι πυροβολισμοί του Σεράγεβου δρομολόγησαν, τελικά, τις διαδικασίες για την ενοποίηση των Νοτιοσλάβων”.⁹⁸   Την ίδια την ημέρα της 50ής επετείου, ο ανταποκριτής των New York Times David Binder, σημείωνε πως ο Princip “αντιμετωπίζεται, πλέον, ως ήρωας της κίνησης υπέρ της δημιουργίας ενός Νοτιοσλαβικού κράτους, απαλλαγμένου από τον Αυστριακό και από τον Οθωμανικό ζυγό”. Διαπίστωνε, επίσης, την ύπαρξη, μέσα στην πόλη του Σεράγεβου, μιας γέφυρας, η οποία έφερε το όνομά του. Ωστόσο, δεν έτυχε να δει κανένα άγαλμα ούτε και αναμνηστικά είδη με την εικόνα του. Τέλος, ο Binder δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει στην ανταπόκρισή του την ακόλουθη δήλωση ενός κατοίκου της πόλης: “Μη γελιέστε. Είμαστε υπερήφανοι για το συμβάν, όχι γιατί προκάλεσε τον πόλεμο, αλλά επειδή ενεργοποίησε τη διαδικασία για την απελευθέρωσή μας”.⁹⁹ Ό,τι η Βασιλική Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση απέτυχε να πράξει το 1930 –  αντιμετωπίζοντας ολόκληρη σειρά από καταδικαστικά δημοσιεύματα των Times παρόλη την προσπάθειά της να προσδώσει ιδιωτικό χαρακτήρα στην υπόθεση ανέγερσης αναμνηστικής πινακίδας στο σημείο της δολοφονίας – το κατάφερε το 1964, εν μέρει, το κομμουνιστικό καθεστώς. Βέβαια, στους εορτασμούς της πεντηκονταετίας, ήταν παρούσα όλη η κομμουνιστική ιεραρχία της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης. Παραβλέποντας το γεγονός αυτό, ο Binder κατέληγε στο συμπέρασμα ότι “οι τελετές δεν ήταν εν γνώσει της Γιουγκοσλαβικής Κυβέρνησης, κάτι που υπονοεί πως οι τρομοκρατικές ενέργειες της 28ης Ιουνίου 1914 προκαλούν αποστροφή στις αρχές του Βελιγραδίου”. Ο ανταποκριτής των New York Times προχωρούσε ακόμη μακρύτερα στις εκτιμήσεις του, πιστεύοντας ότι μια πόλη 200.000 κατοίκων την ημέρα εκείνη “έστρεψε κυριολεκτικά την πλάτη της στους νεαρούς εκείνους, που την είχαν καταστήσει διάσημη πενήντα χρόνια νωρίτερα”.¹ºº Πρόκειται ακριβώς για τον τρόπο, με τον οποίο η Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση επιθυμούσε να παρουσιαστεί το γεγονός στη Δύση.

Η εφημερίδα Politika του Βελιγραδίου ενημέρωσε το αναγνωστικό της κοινό πως στις 28 Ιουνίου 1964, είχε λάβει χώρα μια εκδήλωση μνήμης στο Σεράγεβο, στην οποία είχαν παραστεί ο πρωθυπουργός της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης Džemal Bijedić και άλλοι υψηλά ιστάμενοι κρατικοί λειτουργοί. Γινόταν, επίσης, μνεία, για παρουσία ξένων τουριστών, όχι όμως Γιουγκοσλάβων.¹º¹ Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν πως η τελετή έχαιρε της υποστήριξης των τοπικών αρχών, όχι, όμως, και εκείνης της κεντρικής κυβέρνησης. Πιθανότατα δε, οι όποιοι Γιουγκοσλάβοι επίδοξοι προσκυνητές, αποθαρρύνθηκαν από κάθε είδους πρόθεση να μεταβούν επιτόπου. Ένας άλλος ανταποκριτής των New York Times, o Joseph A. Barry, παρόλο που υπήρξε περισσότερο διεισδυτικός στην έρευνά του, δεν κατάφερε, παρά ταύτα, να αποκωδικοποιήσει την όλη κατάσταση. Σε ένα μακροσκελές άρθρο του Κυριακάτικου φύλλου, υπογράμμιζε την αμηχανία των κομμουνιστικών αρχών της χώρας στο ζήτημα του εορτασμού της πράξης του Princip. “Αισθάνονται αμηχανία για δυο λόγους. Πρώτον, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως, παρά το γεγονός ότι σε επίπεδο του απλού λαού μέσα στη Γιουγκοσλαβία,  ο Princip θεωρείται εθνικός ήρωας, στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου – συμπεριλαμβανομένου και του κομμουνιστικού στερεώματος – φαντάζει ως ο παράφρων, που οδήγησε τις εξελίξεις στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο”.¹º² “Με αυτό τον τρόπο, η κομμουνιστική ιεραρχία του Βελιγραδίου έχει πράξει τα πάντα, προκειμένου να περιβάλλει τον Princip με έναν πειστικό μανδύα, εκείνον της συμμετοχής του στην οργάνωση“Νέα Βοσνία”.¹º³

Ο Barry, χαρακτήρισε τον Murat Kusturica, υπουργό Πληροφοριών της Βοσνίας, ως έναν από τους λειτουργούς εκείνους, που ως αποστολή  είχαν να αποθαρρύνουν, γενικότερα, τους ξένους δημοσιογράφους, έστω και αν, φαινομενικά, έδινε την εντύπωση ενός προσηνούς και φιλικού ατόμου. Ο ανταποκριτής των New York Times σημείωνε πως ο Kusturica είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τις δημοτικές αρχές σχετικά με το πώς θα απέφευγε να παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια προς τους δημοσιογράφους, οι οποίοι θα συνέρρεαν στο Σεράγεβο για να καλύψουν τις επετειακές εκδηλώσεις.¹º⁴

Παίρνοντας συνέντευξη από έναν από τους επιζώντες της συνωμοσίας, τον Hamdija Nikšić, τον ρώτησε “εάν γνώριζε πως οι αρχές υπονόμευαν την όλη ιστορία”.“Ναι, γνωρίζω. Αυτό άπτεται του τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Βασιλείς και βασίλισσες εξακολουθούν να υφίστανται” ήταν η απάντηση. Εν συνεχεία, ο Barry επισκέφθηκε ένα καφενείο, στο οποίο σύχναζαν εργάτες. Εκεί πληροφορήθηκε ότι ο εργατικός κόσμος της πόλης υποστήριζε την ιδέα να επιτρέψει στα παιδιά του να επισκεφθούν το μουσείο του Princip.¹º⁵

Γκράφιτι με το πρόσωπο του Princip σε τοίχο του σημερινού Βελιγραδίου.

O Barry επισημαίνει, παράλληλα, πως οι επετειακές εκδηλώσεις του 1964 δεν ήταν κάποια ιδιωτική υπόθεση. Ο ίδιος υπήρξε μάρτυς της αμηχανίας των επίσημων κομμουνιστικών αρχών. Κατά τη γνώμη του, ο Princip εξακολουθούσε να είναι ένα ανισόρροπο άτομο. Ωστόσο, τα πράγματα έμελλαν να μεταβληθούν πολύ γρήγορα. Κομβικό ρόλο διαδραμάτησε η κυκλοφορία της μελέτης του Dedijer. Οι οπαδοί της “Νέας Βοσνίας”, είχαν βρει, επιτέλους, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, έναν τρόπο να διηγηθούν τα βιώματά τους στις περισσότερες, μάλιστα, από τις καθιερωμένες διεθνείς γλώσσες.  Δέκα χρόνια αργότερα, το ίδιο ακριβώς συνέβη με έναν από τους ελάχιστους επιζώντες της συνωμοσίας και προσωπικό φίλο του Princip, τον Ratko Parežanin (είχαν συγκατοικήσει στο ίδιο δωμάτιο στο Βελιγράδι, λίγες εβδομάδες πριν από την απόπειρα). Έπειτα από το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ως πολιτικός πρόσφυγας πλέον, ο  Parežanin παραχώρησε συνέντευξη στους Times. Μόλις είχε κυκλοφορήσει τότε στο Μόναχο το βιβλίο του “H Νέα Βοσνία και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.¹º⁶ Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε την ημέρα της συμπλήρωσης των εξήντα ετών, στις 28 Ιουνίου 1974, ο δε  Parežanin έφερε, εν προκειμένω, την ιδιότητα ενός “αφυπηρετήσαντος Γιουγκοσλάβου διπλωμάτη”. O ίδιος ισχυρίσθηκε ότι, όπως άλλωστε και ο Princip, “δεν είχε καν διανοηθεί πως μια τέτοια ενέργεια μπορούσε να έχει ως συνέπεια το ξέσπασμα ενός γενικευμένου πολέμου”. Τέλος, ως προς το ζήτημα του συσχετισμού της δολοφονίας με την τρομοκρατική έξαρση της δεκαετίας του 1970, προέβη στην ακόλουθη ερμηνεία: “Δυστυχώς, η βία έχει αποκτήσει στις μέρες μας τη χειρότερη δυνατή μορφή. Το χρήμα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και δεν είναι λίγοι οι τρομοκράτες  που πληρώνονται αδρά. Η περίπτωση του Princip υπήρξε εκ διαμέτρου διαφορετική. Κινητοποιήθηκε από ηρωϊσμό και αγάπη προς την πατρίδα του, όντας προετοιμασμένος να θυσιάσει ακόμα και την ίδια του τη ζωή. Ήμασταν φτωχοί, αλλά γεμάτοι ιδεαλισμό. Τη στιγμή που τον αποχωρίστηκα εκείνη τη μέρα κοντά στο ποτάμι, με ρώτησε αν μπορούσα να του δανείσω λίγα χρήματα, προκειμένου να αγοράσει για τον εαυτό του  κάτι να φάει”.¹º⁷

‘Αλλος τρόπος απενοχοποίησης του Princip, ήταν το γύρισμα μιας υψηλού κόστους κινηματογραφικής παραγωγής στη Γιουγκοσλαβία. Τον Μάρτιο του 1974, ο ειδικός απεσταλμένος των New York Times Malcolm W. Browne, έκανε λόγο για κάτι τέτοιο, επισημαίνοντας ό,τι “κάτοικοι του Σεράγεβου ερωτοτροπούν για μια ακόμη φορά με την ιδέα της ηθικής δικαίωσης των πολιτικών δολοφονιών”. Το άρθρο ανέφερε δίχως περιστροφές πως πρόθεση του σκηνοθέτη Veljko Bulajić, αγαπημένου σκηνοθέτη του Josip Broz Tito, “ήταν να δικαιώσει τη δολοφονία”.¹º⁸ Κρίνοντας δε από τις αντιδράσεις των επισήμων αρχών, ο Browne κατέληγε στο συμπέρασμα πως η ταινία “έχαιρε της ευλογίας των ηγετών του ΚΚ, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι δεν είχαν ξεκαθαρίσει απόλυτα μέσα τους κατά πόσο η δολοφονία αποτελεί ή όχι θεμιτό πολιτικό εργαλείο”.¹º⁹ Για τις ανάγκες της κοινής αυτής Γιουγκοσλαβικής-Τσεχοσλοβακικής παραγωγής, η οποία συγκαταλεγόταν μεταξύ των 21 υποψηφίων για το βραβείο Όσκαρ της καλύτερης ξένης ταινίας για το έτος 1976, ο Bulajić επιστράτευσε γνωστούς αστέρες του Hollywood. Συγκεκριμένα, ο Christopher Plummer υποδύθηκε τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο και ο Maximilian Schell τον Djuro Šarac. Από μόνο του, το γεγονός αυτό υποδηλώνει την αλλαγή του κλίματος, που επήλθε στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Τσεχοσλοβακία και στη Γιουγκοσλαβία την επομένη της έκδοσης και κυκλοφορίας του βιβλίου του Dedijer. Ο Bulajić επιχείρησε να μιμηθεί το παράδειγμα του τελευταίου στο χώρο της έβδoμης τέχνης. Ο τίτλος της ταινίας στα σερβο-κροατικά ήταν Atentat u Sarajevu. Στο διεθνές στερέωμα κυκλοφόρησε με την περισσότερο δραματική διατύπωση Η μέρα που συγκλόνισε τον κόσμο (“The Day that shook the world”). Παρά ταύτα, απέτυχε να πείσει τους ειδικούς στη Δύση. Η ετυμηγορία των New York Times δεν άφηνε περιθώρια για κανενός είδους παρερμηνείες: “Μια αλλόκοτη ταινία” (“A Quaint Film”). ¹¹º

 

Ο Σερβο-Βόσνιος ηθοποιός Irfan Mensur ως Gavrilo Princip στην ταινία Atentat u Sarajevu.                

Η περιγραφείσα, παραπάνω, τάση για προσέγγιση του Princip και της πράξης του, δοκιμάστηκε εν μέρει από την ανάδειξη της αραβικής τρομοκρατίας στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, όταν η οργάνωση “Μαύρος Σεπτέμβρης” προέβη σε μια σειρά αεροπειρατιών και βομβιστικών επιθέσεων. Το 1967, η Κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία είχε διακόψει τις διπλωματικές της σχέσεις με το κράτος του Ισραήλ παρέχοντας την υποστήριξή της στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η 60ή επέτειος της δολοφονίας του Σεράγεβου διαδραματίστηκε σε διαφορετικό κλίμα, λιγότερο ευνοϊκό για τον Princip, ο οποίος κατά τις παρελθούσες δεκαετίες είχε ταυτιστεί από μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου με την εικόνα του τρομοκράτη και του φανατικού. Όλα αυτά καταγράφηκαν από τους New York Times, ο ειδικός απεσταλμένος των οποίων ήταν προφανώς εν γνώσει των διασυνδέσεων μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Παλαιστινίων ¹¹¹, καθώς επεδίωξε να τις συσχετίσει με την επέτειο της μεμονωμένης πράξης του Princip. Υποψιασμένος για ερωτήσεις αυτής της μορφής, ο  Δρ. Marko Šunić, αντιπρόεδρος της τοπικής κυβέρνησης της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και εκπρόσωπος, εν προκειμένω, της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, απάντησε αόριστα στη σχετική συνέντευξη που παραχώρησε προς την εφημερίδα, μη κρύβοντας, ωστόσο, τη συμπάθειά του προς το πρόσωπο του Princip.¹¹²

 Επανεκτιμήσεις των δεκαετιών του ’80 και του ΄90.

Η συμπλήρωση των εβδομήντα ετών από τη δολοφονία συνέπεσε με τη διοργάνωση, το 1984, στο Σεράγεβο, των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων, γεγονός που οδήγησε αναπόφευκτα σε δημιουργία ιστορικών συνειρμών. Ενδεικτική υπήρξε η ανταπόκριση των New York Times: “Όποιοι και αν είναι οι χρυσοί ολυμπιονίκες, η διαπίστωση είναι μια και μοναδική: το Σεράγεβο εξακολουθεί να παραμένει γνωστό στην ιστορία για τη δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, η οποία και ενεργοποίησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο”. Θεωρώντας πως ο Princip είχε αναγορευθεί από τους κατοίκους της πόλης σε ήρωα, ο Dave Anderson σημείωνε πως τα αποτυπώματα από τα υποδήματα του Princip στο σημείο της απόπειρας, ήταν εφάμιλλα, από τουριστικής απόψεως, με εκείνα των κινηματογραφικών αστέρων του Holywood.¹¹³ Σε μια άλλη ανταπόκριση της ίδιας εφημερίδας, σχετική με τον χειμερινό τουρισμό, ο δημοσιογράφος Clifford May επισήμανε πως πρώτος σταθμός επίσκεψης στο Σεράγεβο “ήταν το Μουσείο της Νέας Βοσνίας, στη γωνία ακριβώς όπου στις 28 Ιουνίου του 1914, ένας δεκαεννιάχρονος εθνικιστής φοιτητής, ονόματι Gavrilo Princip δολοφόνησε τον διάδοχο του Αυστροουγγρικού θρόνου”.¹¹⁴ Στη δεκαετία του ΄80, η εικόνα του Princip στις στήλες των New York Times, είχε υποβαθμισθεί σε επίπεδο τουριστικής ψυχαγωγίας.

Ένα σημαντικό γεγονός της δεκαετίας του ΄80, πέρασε δυστυχώς σχεδόν απαρατήρητο από τους ειδικούς. Πρόκειται για τη μετάφραση στην αγγλική γλώσσα και με ένα νέο πρόλογο, των πρακτικών της δίκης των δραστών, που τριάντα χρόνια νωρίτερα είχαν κυκλοφορήσει στα σερβο-κροατικά σε επιμέλεια του Vojislav Bogićević.¹¹⁵ Η έκδοσή τους προκάλεσε περιορισμένο ενδιαφέρον. ¹¹⁶ Όταν, πολύ πρόσφατα, η συμπλήρωση των εκατό ετών αναβίωσε εκ των πραγμάτων το ενδιαφέρον γύρω από το πρόσωπο του Princip, η ύπαρξη της σημαντικής αυτής έκδοσης είχε σχεδόν ξεχαστεί στη Δύση.

Κατά τη δεκαετία του 1990, η εικόνα των Σέρβων στον αγγλοσαξωνικό κόσμο υπέστη μεγάλη φθορά. Η άσκηση της εξουσίας από τον Slobodan Milošević, οι διώξεις σε βάρος των αντιφρονούντων στη Σερβία, το είδος της συμμετοχής της τελευταίας στην όλη διαδικασία διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας (1991-1999), συνέβαλαν στην εμπέδωση μιας καθόλα αρνητικής εικόνας. Αποκορύφωμα υπήρξε η διετία 1993-1995 καθώς και το έτος 1999, κατά τη διάρκεια και αμέσως έπειτα από την παρέμβαση του ΝΑΤΟ. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα αμερικανικά και βρετανικά μέσα στοχοποίησαν τον Σερβικό εθνικισμό. Οποιοσδήποτε συσχετισμός του Princip με αυτόν ισοδυναμούσε με εξοστρακισμό. Επόμενο ήταν να αναβιώσουν οι παλαιότερες εκδοχές περί μανιακού δολοφόνου. Επιπρόσθετα, o Princip αμφισβητείτο από τις δυο κυρίαρχες μη σερβικές εθνότητες της Βοσνίας. Ο ανταποκριτής των New York Times στην πρώην Γιουγκοσλαβία Chris Hedges, περιέγραφε τί ακριβώς διδάσκονταν οι Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης: “Ήρωας και ποιητής για τους μαθητές του ελεγχόμενου από τους Σέρβους τμήματος της χώρας. Τρομοκράτης – δολοφόνος εκπαιδευμένος από τους Σέρβους, για τους νεαρούς Κροάτες. Εθνικιστής, η πράξη του οποίου ενεργοποίησε διώξεις σε βάρος των υπολοίπων εθνοτήτων για τους Μουσουλμάνους. Κι όμως, ενόσω Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι ζούσαν υπό την κοινή σκέπη του Κομμουνισμού, η εικόνα στα διάφορα εγχειρίδια Ιστορίας ήταν ενιαία: εκείνη του ήρωα”.¹¹⁷ Γενικότερα, διαρκούσης της δεκαετίας του ΄90, Αμερικανοί και Βρετανοί δημοσιογράφοι ήταν προκατειλημμένοι εναντίον των Σερβο-Βοσνίων. Επόμενο ήταν, ο Princip να μετατραπεί στα μάτια τους σε Σέρβο εθνικιστή. Τον Μάιο του 1995, ο Roger Cohen, ένας ανταποκριτής των New York Times με μεγάλη επιρροή, ξεκινούσε ένα άρθρο του, γραμμένο στο Σπλιτ, με μια αναφορά “σε έναν Σέρβο εθνικιστή ονόματι Gavrilo Princip”. Κατέληγε δε ως ακολούθως: “O κ. Princip και οι πέριξ αυτόν, μάχονταν υπέρ των Σερβικών εθνικών συμφερόντων μέσα στη Βοσνία”.¹¹⁸ Με τον τρόπο αυτό, μια αόρατη γέφυρα είχε στηθεί ανάμεσα στον Princip και τους Σερβο-Βόσνιους της περιόδου 1992-1995. Σε ορισμένα δε δυτικά έντυπα είχε φωλιάσει η εικόνα της ύπαρξης ενός δυνατού συσχετισμού ανάμεσα στον Princip και τον Σερβο-Βοσνιακό στρατό ή, ακόμα χειρότερα, ανάμεσα στη δολοφονία του Σεράγεβου και τη σφαγή της Srebrenica. Ρόλο συνδετικού ιστού ασκούσε, στην περίπτωση, ο Σερβικός εθνικισμός.

Γενικότερα, μπορούμε να πούμε πως είχε επικρατήσει μια λανθάνουσα συναίνεση μεταξύ Σέρβων, Κροατών, Μουσουλμάνων και Δυτικών σχετικά με την ταυτότητα του Princip. Για όλους αυτούς, ο Princip ήταν αποκλειστικά Σέρβος. Είχε γεννηθεί Σέρβος και μεγαλώσει σε μια περιοχή γαλουχημένη με Σερβική επική παράδοση γύρω από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου. Γνώριζε απ έξω το Στεφάνι του Βουνού (The Mountain Wreath), κορυφαίο έργο του Πρίγκηπα-Επισκόπου, ποιητή και φιλόσοφου Petar II Petrović-Njegoš (1813-1851).¹¹⁹ Ωστόσο, κατά τα ταραχώδη έτη που διαδέχθηκαν την προσάρτηση, εκ μέρους της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, των δυο επαρχιών της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, δρομολογήθηκε μια προσέγγιση μεταξύ Σέρβων και Κροατών, η οποία επηρρέασε τα μέγιστα την αντίληψη γύρω από τον Princip. Ως εκ τούτου, όλοι όσοι τον είχαν σερβοποιήσει, στέρησαν από τον πραγματικό Princip την ταυτότητα, την οποία ο ίδιος είχε προσδιορίσει για τον εαυτό του την εποχή της απόπειρας και της δίκης, η οποία τη διαδέχθηκε. Ερωτηθείς τότε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου Alois/Luigi von Curinaldi σχετικά με τις πεποιθήσεις του, απάντησε: “Είμαι ένας εθνικιστής, ένας Γιουγκοσλάβος, ο οποίος αγωνίζεται για την ενότητα όλων των περιοχών εκείνων, που έχουν απαλλαγεί από τον Αυστριακό ζυγό”¹²º. Θα μπορούσε να είχε προσθέσει ότι ανήκε στους προοδευτικούς κύκλους που προωθούσαν, από το 1911 και έπειτα, την ιδέα μιας κοινής Σερβο-Κροατικής ταυτότητας. Ο Cvetko Popović έχει προσφέρει σημαντικά στοιχεία γύρω από αυτή την υπόθεση. “Κατ εμέ”, γράφει, “οι προοδευτικοί Σερβο-Κροάτες ήταν μια εντελώς νέα εθνότητα, την οποία απαντούσε κανείς μόνο στο Σεράγεβο. Υποστήριζαν πως δεν ήταν μόνο Σέρβοι ή μόνο Κροάτες. Ήταν αμφότερα. Εμείς, Σερβοι και Κροάτες, τους κατηγορούσαμε ως προδότες. Σε αυτή την ομάδα ανήκε και ο Gavrilo Princip”.¹²¹ Από τα παραπάνω προκύπτει σαφέστατα πως, ήδη από το 1912, ο Princip είχε ασπασθεί μια ευρύτερη ταυτότητα, η οποία ξεπερνούσε τα στενά σερβικά όρια. Είχε διαμορφωμένη αντίληψη περί μιας εθνικής ενότητας μεταξύ Σέρβων και Κροατών. Τέλος, τον προσέλκυε η ιδέα μιας κοινής Σερβο-Κροατικής και, κατ επέκταση, μιας ευρύτερης Γιουγκοσλαβικής ταυτότητας.

 Η επέτειος της εκατονταετίας και τα νέα διλήμματα

H συμπλήρωση ενός αιώνα, αναπτέρωσε το ενδιαφέρον γύρω από το πρόσωπο του Princip στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο. Το 2012 κυκλοφόρησε μια μελέτη του Christopher Clark (1960 – ), επιφανούς καθηγητή του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, όπου ο συγγραφέας επιχειρεί να αναλύσει πώς και γιατί,το 1914, η Ευρώπη παρασύρθηκε σε πόλεμο.¹²² Το εισαγωγικό κεφάλαιο φέρει τον τίτλο “Σερβικά φαντάσματα” (“Serbian ghosts”). O Clark αποδίδει την έλλειψη γραπτών τεκμηρίων για τη συνωμοσία στο γεγονός της απόλυτης μυστικότητας, από την οποία διακατέχονταν όλα τα εμπλεκόμενα άτομα.¹²³ Η ορθή αυτή διαπίστωση δεν τον απέτρεψε, ωστόσο, από το να προβεί στη δική του ανασύνθεση του συμβάντος.

Christopher Clark.

Σύμφωνα με τον Clark, οι Princip, Čabrinović και Grabež “ήταν γεμάτοι από ιδανικά, στερούνταν, όμως, της απαραίτητης πείρας”. Είχαν εστιάσει την προσοχή τους στις δοκιμασίες και στα βάσανα των Σέρβων “κατηγορώντας τους πάντες πλην των Σέρβων γι αυτά”. Η θυσία είχε γίνει πραγματική εμμονή γι αυτούς ¹²⁴. Ο συγγραφέας τους περιγράφει ως ανήκοντες σε ένα δίκτυο, υπαγόμενο στον Dragutin Dimitijević Apis, τον επικεφαλής της μυστικής οργάνωσης “Μαύρη Χείρα”. Πρώτος έλαβε τη διαταγή από αυτόν ο Tankosić, ο οποίος και την μετέφερε στον Milan Ciganović, επίσης μέλος της οργάνωσης και εκτελεστικό όργανο της τελευταίας.¹²⁵ Επομένως, σύμφωνα με τον Clark, η δολοφονία υπήρξε έργο της “Μαύρης Χείρας”. Η ομάδα του Σεράγεβου (Mehmedbašić, Cvetko Popović και Vasa Čubrilović), δεν ήταν παρά προπέτασμα καπνού, προκειμένου να καλυφθούν οι διασυνδέσεις των συνωμοτών με το Βελιγράδι.¹²⁶ Ο Clark δεν απορρίπτει την εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο πρωθυπουργός της Σερβίας Pašić είχε τηρηθεί ενήμερος για τις προετοιμασίες (πιθανότατα από τον ίδιο τον Ciganović προσωπικά). Αναγνωρίζει, παρά ταύτα, πως η ερμηνεία αυτή συνάγεται από έμμεσες πηγές. “Εφόσον η διασύνδεση μεταξύ Ciganović και Pašić αποδειχθεί αληθής”, συνεχίζει, “τότε υφίστανται προϋποθέσεις, προκειμένου να υποστηρίξει κανείς πως ο  Pašić είχε λάβει εγκαίρως ενημέρωση για τη συνωμοσία”.¹²⁷ Οι ρωγμές ανάμεσα στη Σερβική πολιτική διοίκηση και τις στρατιωτικές αρχές, όπου είχε  παρεισφρήσει η “Μαύρη Χείρα”, “επεκτείνονταν πλέον σε ολόκληρη τη διαδρομή ανάμεσα στις όχθες του ποταμού Δρίνου και τα κέντρα αποφάσεων του Βελιγραδίου”¹²⁸ Σε μια εύθραυστη δημοκρατία, όπως ήταν την εποχή εκείνη η Σερβία, “οι αρμόδιοι ως προς τη λήψη των πολιτικών αποφάσεων βρίσκονταν σε κατάσταση άμυνας”. Έπειτα από άνω των τριών δεκαετιών ενασχόληση με τα κοινά, ο Pašić “ήταν ένα γνήσιο προϊόν του σερβικού πολιτικού στερεώματος: εχέμυθος έως μυστικοπαθής, προσεκτικός έως υπέρμετρα υποχωρητικός”. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά τον βοηθούσαν, αναμφίβολα, να επιβιώσει μέσα στον διαταραγμένο πολιτικό χώρο του Βελιγραδίου. Ταυτόχρονα, όμως, τον καθιστούσαν “επικίνδυνα ανίκανο να διαχειριστεί εκ μέρους της Σερβίας την κρίση, η οποία έμελλε να διαδεχθεί την εκπλήρωση της αποστολής των συνωμοτών”.¹²⁹ 

O Clark παρουσιάζει τον Princip και τους υπόλοιπους συνεργούς ως αμιγείς Σέρβους εθνικιστές. Έστω και με επιφυλάξεις, αποδίδει στην κυβέρνηση του Βελιγραδίου μερίδιο ευθύνης για τη δολοφονία. Αργότερα, μετέβαλε τις απόψεις του. Σε μια συνέντευξη, την οποία παραχώρησε στον ραδιοφωνικό σταθμό “Ελεύθερη Ευρώπη”, ξεκαθάρισε πως δεν θεωρούσε τη Σερβία συνυπεύθυνη για το έγκλημα “από τη στιγμή, κατά την οποία δεν ήταν αναμεμιγμένη στην υπόθεση της δολοφονίας”.¹³º Στην πρώτη έκδοση της μελέτης του στα αγγλικά, περιέγραφε τους συνωμότες ως “τρομοκράτες”.¹³¹ Έπειτα από έντονες διαμαρτυρίες, με προέλευση το Βελιγράδι, στην γερμανική έκδοση του ιδίου βιβλίου μετρίασε κάπως την ορολογία του.¹³²  Όπως και να έχει, πάντως, το ζήτημα, ο κύριος (εάν όχι ο μοναδικός) ένοχος, παραμένει για τον Clark η κυβέρνηση της Σερβίας. Όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί, αρμόδιοι για τις κρατικές αποφάσεις στο Βερολίνο, τη Βιέννη, την Αγία Πετρούπολη, το Λονδίνο και το Παρίσι, αφέθηκαν να παρασυρθούν στον πόλεμο ως “υπνοβάτες, στοιχειωμένοι από όνειρα, αλλά τυφλοί μπροστά στην πραγματικότητα της φρίκης, προς την κατεύθυνση της οποίας οι ίδιοι συμπαρέσυραν την Ανθρωπότητα”. Ο συγγραφέας επιμένει πως η διολίσθηση προς τον πόλεμο “δεν είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα της Agatha Christie, στο τέλος του οποίου βρίσκεται ο ένοχος δίπλα στο πτώμα κρατώντας στα χέρια του ένα καπνίζον, ακόμη, περίστροφο. Δεν υπάρχει καπνίζον περίστροφο σε αυτή την ιστορία. Ή, μάλλον, υπάρχει από ένα στα χέρια του κάθε πρωταγωνιστή. Υπό αυτή την οπτική, η έκρηξη του πολέμου ήταν τραγωδία, όχι έγκλημα”.¹³³ Με αυτά τα λόγια, ο Clark παραδέχεται στο τελικό του συμπέρασμα ότι μερίδιο ευθύνης ως προς την έκρηξη του πολέμου, αναλογεί στις εμπλεκόμενες, στην κρίση του Ιουλίου 1914, κυβερνήσεις.

Tο μείζον βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014, με αφορμή τη συμπλήρωση των εκατό ετών έχει ως συγγραφέα τον Tim Butcher (1967-  ), πρώην ανταποκριτή της Daily Telegraph στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Ο Butcher είχε καλύψει τα γεγονότα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, κατά την κρίσιμη δεκαετία του ΄90. Το 2012 ακολούθησε τα ίχνη του Princip, από τη γενέτειρα του τελευταίου, το χωριό Obljaj στη νοτιοδυτική Βοσνία έως το Σεράγεβο, το Βελιγράδι και πάλι το Σεράγεβο. Το βιβλίο του είναι ένα κράμα οδοιπορικού, δημοσιογραφικής έρευνας και βιογραφίας του Princip. Μέσα σε ένα καταφύγιο του όρους Šator άφησε ένα σημείωμα, το οποίο προσδιόριζε με γλαφυρό τρόπο την ιδιότητά του: “Βρετανός συγγραφέας, σε αναζήτηση του φαντάσματος του Princip”.¹³⁴ Στην περιήγησή του είχε ως οδηγό έναν Βόσνιο Μουσουλμάνο, ο οποίος, ως παιδί, είχε επιζήσει από τη φρίκη του πολέμου της Βοσνίας. Παρακολουθώντας τη μοίρα του τελευταίου, ο Butcher άρχισε να διερωτάται ποιος ήταν πραγματικά ο Princip: “Ήταν από τους λίγους εκείνους, που αποκόμιζαν από τον εθνικισμό προσωπικά οφέλη, ή μήπως αγωνιζόταν για κάτι ευγενέστερο”;¹³⁵ Συνομίλησε και με τον  Džile, έναν από τους επιζώντες της σφαγής της Srebrenica, ο οποίος τον ρώτησε σχετικά με τον Princip: “Πρόκειται για τον νεαρό Σέρβο, που πυροβόλησε τον Αρχιδούκα στο Σεράγεβο, έτσι δεν είναι; …Εάν είχε την παραμικρή σχέση με τους Σέρβους, οι οποίοι επιτέθηκαν στη Srebrenica, τότε θα έλεγα πως τον μισώ. Είχε, όμως, οποιαδήποτε σχέση με αυτούς;”.¹³⁶

Στην προσπάθειά του να βρει μια απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα, ο Butcher ακολούθησε το παράδειγμα της Rebecca West και του Vladimir Dedijer, “ένα βιβλίο, το οποίο λειτούργησε ως ακρογωνιαίος λίθος στη δική μου περιπλάνηση”.¹³⁷ Ως συγγραφέας και ερευνητής, προσεγγίζει τον Princip όχι μόνο ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ως ένα μεταμορφωμένο σύμβολο, έναν αιώνα αργότερα. Όντας ιδιαίτερα επικριτικός έναντι του Σερβικού εθνικισμού της δεκαετίας του ΄90, ο Butcher αποφεύγει να κάνει αναγωγές του ιδίου αυτού εθνικισμού στο παρελθόν. Επιχειρεί να ανακαλύψει έναν αυθεντικό Princip, μακρυά από κάθε είδους ιδεολογική και πολιτική φόρτιση. Στο τέλος του βιβλίου συμπεραίνει: “Ο Princip ήταν ένας ονειροπόλος, η σύντομη ζωή του οποίου τον εξέθεσε στα ίδια πολιτικά ρεύματα, που ενέπνευσαν τόσους άλλους στον αγώνα τους για απαλλαγή από μη αιρετές και απολυταρχικές δομές”. Ο Princip διακατεχόταν από το όραμα της απελευθέρωσης, ένα όραμα, το οποίο μοιράζονταν μαζί του κι άλλοι λαοί της Βαλκανικής, Ιρλανδοί εθνικιστές, Ρώσοι επαναστάτες της τσαρικής περιόδου, αλλά και λαοί άλλων ηπείρων.

Tim Butcher.

Η τοξική διάσταση του εθνικισμού αναδείχθηκε πολύ αργότερα. Ο Princip, πάντοτε κατά τον Butcher, είχε ένα σπάνιο ιδανικό, το οποίο, όμως, δεν κατόρθωσε να καρποφορήσει. “ Η επιθυμία του να δει τους Νοτιοσλάβους να συμβιώνουν, δεν υπήρξε όσο δυνατή χρειαζόταν για να υπερνικήσει τον σωβινισμό, που επικρατούσε μέσα στο ίδιο το δικό του περιβάλλον”.¹³⁸ Ο Butcher πιστώνεται μια σημαντική διάκριση, στην οποία προέβη. Κατάφερε να διαχωρίσει τον σύγχρονο Σερβικό εθνικισμό από εκείνον της “Νέας Βοσνίας” και του Princip, που διέθετε ένα Γιουγκοσλαβικό υπόβαθρο. Στη δεκαετία του ΄90, οι τρεις εθνότητες της Βοσνίας, για δικούς της λόγους η κάθε μια από αυτές, είχαν ασπασθεί την θεωρία ό,τι ο Princip ήταν Σέρβος και όχι Γιουγκοσλάβος. Οι δυτικοί δημοσιογράφοι υιοθέτησαν, με τη σειρά τους, την ιδέα αυτή. Ο Butcher κατάφερε να επαναφέρει τον Princip εκεί ακριβώς όπου τον είχε τοποθετήσει η υπέροχη έρευνα του Dedijer. Επρόκειτο για έναν Γιουγκοσλάβο εθνικιστή, ο οποίος προσέβλεπε στην ενοποίηση Σέρβων, Κροατών και υπολοίπων Γιουγκοσλάβων.  Στον Butcher έλαχε τελικά ο κλήρος να δημοσιεύσει το κείμενό του με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη δολοφονία του Σεράγεβου και 50 ετών από την κυκλοφορία της μελέτης του Dedijer. Αξίζει να επισημανθεί πως ο συγγραφέας επιχειρεί έναν παραλληλισμό ανάμεσα την εξεταστική επιτροπή Chilcot, η οποία συγκροτήθηκε προκειμένου να διερευνήσει τις συνθήκες εμπλοκής του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ιράκ το 2003 και μια φανταστική αντίστοιχη επιτροπή, δικής του επινόησης, προορισμένη να διελευκάνει με ποιο τρόπο το 1914 η Ανθρωπότητα σύρθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας λειτούργησε ως εφαλτήριο για μια διήγηση γύρω από τον Princip δια μέσου του φίλτρου γεγονότων της δεκαετίας του 1990 όπως π.χ. η σφαγή της Srebrenica: “Μια επιτροπή τύπου Chilcot, θα αναδείκνυε ασφαλώς ότι, το 1914, ο Princip ήταν ένας Γιουγκοσλάβος και όχι ένας Σέρβος εθνικιστής και πως ο ισχυρισμός της Βιέννης περί εμπλοκής της Σερβίας στην υπόθεση της δολοφονίας δεν ήταν παρά μια πρόφαση για να εισβάλλει στρατιωτικά σε ένα ενοχλητικό γειτονικό κράτος”.¹³⁹

 Οι Times του Λονδίνου τάχθηκαν κατά του συσχετισμού της σύγχρονης πραγματικότητας με την προσέγγιση του ιστορικού παρελθόντος. Αντίθετα, οι New York Times απέδειξαν πως ο παραπάνω συσχετισμός ήταν αναπόφευκτος. Συγκεκριμένα, ο John F. Burns δημοσίευσε ένα άρθρο, όπου τονιζόταν πως το Σεράγεβο “είχε μετατραπεί σε πεδίο αντικρουόμενων θέσεων σχετικά με την διεκδίκηση της κληρονομιάς του Princip”. Μιας κληρονομιάς, η οποία αντιμετωπιζόταν με διαφορετικό  τρόπο από τρεις εθνικές κοινότητες. Για τους Σέρβους, ο Princip φάνταζε “ως μια ηρωϊκή φυσιογνωμία στον αγώνα κατά του Αυστριακού ζυγού όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά επίσης και για τους Κροάτες και τους Μουσουλμάνους. Με άλλα λόγια, ως ένας εκ των  σκαπανέων της γιουγκοσλαβικής ενότητας”. Οι έτερες δυο κοινότητες δεν έδειχναν να συμμερίζονται αυτή την οπτική. “Για τους Καθολικούς Κροάτες καθώς  και για μερίδα Βοσνίων Μουσουλμάνων, πολλοί εκ των οποίων στρέφονταν προς την κυβέρνηση της Βιέννης προς αναζήτηση προστασίας έναντι των Ορθοδόξων Σέρβων, μια εμφάνιση του Princip ως αναρχικού και τρομοκράτη, ακριβώς όπως τον είχαν χαρακτηρίσει οι δικαστικές αρχές του Σεράγεβου όταν τον καταδίκασαν σε πονή φυλάκισης 20 ετών, συνέφερε περισσότερο”. Ανάλογες διαφοροποιήσεις διέκρινε ο Burns και ως προς τον τρόπο, με τον οποίο τιμήθηκε η επέτειος της εκατονταετίας. “Οι Σέρβοι σκληροπυρηνικοί επιχείρησαν να μποϊκοτάρουν τελετές, που είχαν χρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την προώθηση δικών τους εκδηλώσεων, όπως ήταν τα αποκαλυπτήρια αγαλμάτων και προτομών του Princip και η οργάνωση σχετικών ομιλιών προς τιμή του”.  Κατάφερε, μάλιστα, να εξασφαλίσει μια αποκλειστική συνέντευξη του διάσημου σκηνοθέτη Emir Kusturica, “αιχμή του δόρατος των εκδηλώσεων υπέρ του Princip”. Η συνέντευξη έλαβε χώρα στο Andrićgrad, προάστιο του Višegrad, μιας πόλης που υπέστη, σύμφωνα με τον Burns, “τις χειρότερες θηριωδίες εκ μέρους των Σέρβων (ομαδικοί βιασμοί, πυρπολήσεις κατοικιών με τους ενοίκους εγκλωβισμένους μέσα σε αυτές) το 1992, κατά τους πρώτους μήνες των εθνικών εκκαθαρίσεων στις ανατολικές επαρχίες της Βοσνίας”. Από μόνη της, αυτή η εισαγωγή του δημοσιογράφου οδηγεί αναπόφευκτα σε παραλληλισμούς ανάμεσα στον Princip του 1914 και την προβολή του τελευταίου στη δεκαετία του ’90. Σύμφωνα, μάλιστα, με τα λόγια του  Kusturica, “οι πολιτικές δολοφονίες ανέκαθεν αποτελούσαν κοινή πρακτική στην Ιστορία”, οι δε Δυτικοί, “οι οποίοι καταδίκαζαν τον Princip, συνάμα, όμως, υποστήριζαν τον απαγχονισμό του Saddam Hussein ή το λυντσάρισμα του Muammar el-Qaddafi, δεν ήταν παρά σκέτοι υποκριτές”.¹⁴º

Μέσα σε έναν αιώνα, ανάμεσα στην απόπειρα του 1914 και την επέτειο των εκατό ετών, η εικόνα του Princip στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο γνώρισε πολλές μεταπτώσεις: φανατικός και ανισόρροπος στην αρχή (κείμενα των Laffan, Seton-Watson και Joseph Barry), ιδεαλιστής και πρώϊμος επαναστάτης κατόπιν (Rebecca West και Vladimir Dedijer). Όμως, στη συνείδηση του κόσμου παρέμεινε ένας εκτελεστής, όρος, ο οποίος στην αγγλική γλώσσα ισοδυναμεί με κοινό δολοφόνο. Σε πολλά κείμενα χαρακτηρίζεται και ως τρομοκράτης. Ο Christopher Clark του προσδίδει επιπρόσθετες ιδιότητες: ιδεαλιστής αλλά ταυτόχρονα και τρομοκράτης με την έννοια του όρου έτσι όπως υιοθετήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα.¹⁴¹ Στην πιο πρόσφατη, σήμερα, εκδοχή (Tim Butcher), ο Princip αποκρυπτογραφείται ως Γιουγκοσλάβος εθνικιστής, παρόμοιος με τη μορφή, που του είχε προσδώσει νωρίτερα ο Dedijer. Σε επίπεδο ανθρώπινης προσέγγισης, στις αρχικές ερμηνείες δεν ήταν παρά “ο άλλος”. Η Rebecca West υπήρξε η πρώτη, η οποία επιχείρησε να τον προσεγγίσει επιδεικνύοντας κάποιου είδους οικειότητα. Ο Tim Butcher προχώρησε ακόμα πιο μακριά. Έφτασε μέχρι σημείου πλήρους ταύτισης μαζί του.

Κλείνοντας, θα ήταν σκόπιμο να παραθέσει κανείς δυο επισημάνσεις του A.J.P. Taylor. Έχοντας διαβάσει την πραγματεία του Dedijer “The Road to Sarajevo”, απηύθηνε το ακόλουθο μήνυμα προς όλους όσους είχαν διαβλέψει στο παρελθόν συνωμοσίες πίσω από τη δολοφονία του Αρχιδούκα: “Τα εννέα δέκατα των όσων έχουν γραφεί σχετικά με την απόπειρα του Σεράγεβου είναι άχρηστα σκουπίδια (rubbish). Εμφορούνται από την πρόθεση να ανακαλυφθεί κάπου μια καλά οργανωμένη και άρτια επεξεργασμένη συνωμοσία. Προφανώς είναι δύσκολο για τους ιστορικούς να κατανοήσουν πως ορισμένοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να προσφέρουν τη ζωή τους για τα πιστεύω τους, δίχως, απαραίτητα, να υπακούουν σε άνωθεν εντολές. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Η απλούστερη εξήγηση τυγχάνει να είναι συνάμα και η αληθινή. Συμβαίνει συχνά”.¹⁴²  Η δεύτερη  επισήμανση του Taylor χρονολογείται από το 1956, οπότε και επέστησε την προσοχή σε μια πολύ σημαντική παράμετρο της κρίσης του Ιουλίου: “Γνωρίζουμε σήμερα τί ακριβώς διαμοίφθηκε μεταξύ 28 Ιουνίου και 4 Αυγούστου 1914, με περισσότερες λεπτομέρειες απ ό,τι για οποιεσδήποτε άλλες πέντε εβδομάδες της ιστορίας. Εάν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τα εν λόγω γεγονότα και να συμφωνήσουμε μεταξύ μας, τότε δεν θα είμαστε ποτέ σε θέση να κατανοήσουμε ο,τιδήποτε και να συμφωνήσουμε ως προς αυτό.”¹⁴³ Από το παρόν άρθρο, προκύπτει πως ιστορικοί και δημοσιογράφοι εξακολουθούν, κατά καιρούς, να ψάχνουν για συνωμοσίες. Πρέπει δε να ομολογήσουμε πως η απόπειρα του Σεράγεβου προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Για το λόγο αυτό, η δεύτερη επισήμανση του Taylor εξακολουθεί να λειτουργεί ως προειδοποίηση. Είναι, άραγε, οι ιστορικοί σε θέση να κατανοήσουν κάτι και να συμφωνήσουν ως προς αυτό; Για πολλά, ασφαλώς είναι. Ως προς την απόπειρα/δολοφονία του Σεράγεβου, δεν δείχνουν ακόμη να συμφωνούν σχετικά με την εικόνα και τον ρόλο του Princip κατά τις πέντε εβδομάδες, οι οποίες προηγήθηκαν των τεσσάρων μοιραίων της κρίσης του Ιουλίου.

 

O Slobodan Marković είναι Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών  του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου.

 

 

World War I: Gavrilo Princip’s Final Days      

           

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

⁵² Rebecca West, Black Lamb and Grey Falcon. A Journey through Yugoslavia, 2 vols. (NewYork: The Viking Press, 1941).

⁵³ Linda Charlton, “Dame Rebecca West dies in London”, The New York Times, March 16, 1983.

⁵⁴ “Libel Damages for Dame Rebecca West“, The Times, January 22, 1980, 23.

⁵⁵  Rebecca West, Black Lamb and Grey Falcon. A Journey through Yugoslavia (Edinburgh: Canongate Books, 1993), 375.

⁵⁶ Ibid. 379.

⁵⁷ Ibid. 381.

⁵⁸ Ibid. 382.

⁵⁹ Ένας άλλος Βρετανός προηγήθηκε και επηρρεάζοντάς την εν συνεχεία. Πρόκειται για τον συγγραφέα και διηγηματογράφο Stephen Graham (1884–1975). Το 1930 ο Graham δημοσίευσε ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τη συνωμοσία του Σεράγεβου. Η δεύτερη σύζυγός του, Vera Mitrinović, ήταν αδελφή του κορυφαίου συγγραφέα και ιδεολόγου της “Νέας Βοσνίας”, Dimitrije Mitrinović.

⁶º “Book of the Week. Balkan Background“, The Times, no. 49177, March 6, 1942, 8.

⁶¹ A. J. P. Taylor, A Personal History (Coronet Books, 1984), 216.

⁶² A. J. P. Taylor, The Struggle for Mastery in Europe 1848–1918 (Oxford: Clarendon Press, 1954); A. J. P. Taylor, “The Outbreak of the First World War”, Europe. Grandeur and Decline (Harmondsworth: Penguin Books, 1967), 183–189.

⁶³ Βλ. A. J. P. Taylor, Trieste (London: Yugoslav Information Office, 1945). Το φυλλάδιο καταλαμβάνει 32 σελίδες.

⁶⁴ A.J.P. Taylor, A Personal History, 239–240, 320–321.

⁶⁵ A. J. P. Taylor, Englishmen and Others (London: Hamish Hamilton, 1956).

⁶⁶  Taylor, “The Outbreak of the First World War”, 183–189.

⁶⁷ O Taylor παραπάμπει στους Dr. Vasa Čubrilović και Cvetko Popović.

⁶⁸ Ibid. 186.

⁶⁹ Ibid. 186.

⁷º A. J. P. Taylor, The Course of German History: a Survey of the Development of Germany since 1815 (London: Hamish Hamilton, 1945).

⁷¹ Σχετικά με την Γιουγκοσλαβική οπτική της δολοφονίας/απόπειρας του Σεράγεβου, την πλέον κατατοπιστική θεώρηση αποτελεί το λήμμα του Κροάτη/Γιουγκοσλάβου ιστορικού  Bogdan Krizman στην ημι-επίσημη Enciklopedija Jugoslavije: “Sarajevski atentat”, Enciklopedija Jugoslavije, vol. VII (Zagreb: Jugoslavenski leksikografski zavod, 1968), 141–143.

⁷²  Joachim Remak, A Story of a Political Murder (London: Weidenfeld and Nicolson, 1959).

⁷³   Ibid. 54.

⁷⁴ Ibid. 50

⁷⁵ Ibid. 53.

⁷⁶ Ibid. 55–57.

⁷⁷ Ibid. 71–72.

⁷⁸ Ibid. 63–64.

⁷⁹ Ibid. 66.

⁸º Vladimir Dedijer, The Road to Sarajevo (New York: Simon and Schuster, 1966, και London: Macgibbon and Kee, 1967).

⁸¹ Vladimir Dedijer, “Sarajevo. Fifty Years After“, Foreign Affairs, 42.4 (July 1964), 569–584.

⁸² Vladimir Dedijer, “Back to Sarajevo after 50 Years“, The Times, June 26, 1964, 13.

⁸³ Τα άλλα πέντε άτομα είναι δυο Αμερικανοί Σέρβοι (Nikola Tesla και Michael Idvorsky Pupin), ένας καθηγητής της Οξφόρδης  (John Plamenatz), ένας Σέρβος διπλωμάτης ( Chedomille Mijatovich), τέλος, ο συγγραφέας και διπλωμάτης  Ivo Andrić, Who Was Who a Cumulated Index 1897–2000 (London: A. & C. Black, 2002), 18, 216, 566, 654, 670, 805. Οι Andrić και  Dedijer πρωτοεμφανίστηκαν στην ετήσια έκδοση του Who’s Who? του 1963, την παραμονή της 50ής επετείου.

⁸⁴ Επιστολή του Vladimir Dedijer, “Ireland’s Easter Blood Bath”, The Times, no. 56604, April 13, 1966, 13

⁸⁵ Dedijer, “Sarajevo. Fifty Years After”, 571.

⁸⁶ Dedijer, The Road to Sarajevo, 175–234.

⁸⁷ Ibid. 177–184 (Vladimir Gaćinović); 184–185 (Danilo Ilić); 185–197 (Gavrilo Princip); 198–202 (Nedeljko Čabrinović).

⁸⁸ Ibid. 233.

⁸⁹  Ibid. 193, 195.

⁹⁰ Ibid. 161–163, 178–179, 230.

⁹¹ A. J. P. Taylor, “The Great Assassination. The Road to Sarajevo by Vladimir Dedijer”, The New York Review of Books, October 20, 1966.

⁹² David Binder, “Sarajevo Marking First Shot of World War I”, The New York Times, June 28, 1964, 20.

⁹³ Raymond H. Anderson, “1914 Conspirator Recalls Sarajevo Assassination”, The New York Times,

⁹⁴  May 27, 1973; Iain Macdonald, “Sarajevo: When a teenager with a gun sent the world to war”, The Times, no. 59125, June 28, 1974, 18.

⁹⁵ Journal of Contemporary History, 48.2 (2013).

⁹⁶ Imanuel Geiss, “Origins of the First World War”, in H. W. Koch, ed., The Origins of the First World War (London and Basingstoke: The Macmillan Press, 1972), 78. Idem“Origins of the First World War”, in Imanuel Geiss, ed., July 1914. The Outbreak of the First World War: Selected Documents (New York: Charles Scribner’s Sons, 1967), 53.

⁹⁷ Asim Gruhonjić, “Gde postaviti spomenik Gavrilu Principu (Pred 50-godišnjicu Sarajevskog atentata)” [Where to place a monument to Gavrilo Princip. On the eve of the 50th anniversary of the Sarajevo attentat], Politika, March 14, 1964.

⁹⁸ Our own correspondent, “Sarajevo Shooting Commemorated”, The Times, no. 56050, June 29, 1964, 9.

⁹⁹ David Binder, “Sarajevo Marking First Shot of World War I”, The New York Times, June 28, 1964, 20.

¹ºº David Binder, “Only a Few in Sarajevo mark 1914 Assassination”, The New York Times, June 29, 1964, 3.

¹º¹ Asim Gruhonjić, “ ‘Mlada Bosna’ – Borac za jedinstvo srpske, hrvatske i muslimanske omladine” [Young Bosnia – fighter for the unity of Serbian, Croatian and Muslim Youth], Politika, June 29, 1964, 5.

¹º² Joseph A. Barry, “Sarajevo Revisited, 50 Years After”, The New York Times Magazine, Sunday, June 28, 1964, 15.

¹º³ Ibid.

¹º⁴ Ibid.

¹º⁵ Ibid. 16.

¹º⁶ Ratko Parežanin, Mlada Bosna i Prvi svetski rat (Munich: Iskra, 1974).

¹º⁷ Η προηγούμενη κινηματογραφική ταινία για τον Princip γυρίστηκε το 1968 από τον  σκηνοθέτη Fadil Hadžić και έφερε τον τίτλο “Sarajevski atentat”. Σε αυτή αναφέρεται ο  Bulajić.

¹º⁸  Malcom W. Browne, “Sarajevo Hails Assassin but Debates Ethics of Deed”, The New York Times, March 30, 1974, 2.

¹º⁹ A. H. Weiler, “Atentat u Sarajevu (1975) ‘The Day That Shook the World’ A Quaint Film”, The New York Times, January 24, 1977.

¹¹º The New York Times, November 28, 1989.

¹¹¹ Malcolm W. Browne, “Sarajevo hails Assassin but Debates Ethics of Deed”, The New York Times, March 30, 1974.

¹¹² Dave Anderson, “Sports of The Times; Snowflakes and Shoeprints”, The New York Times, February 5, 1984.

¹¹³ Clifford D. May, “On and Off the Slopes at Sarajevo”, The New York Times, November 27, 1988.

¹¹⁴ W. A. Dolph Owings, Elizabeth Pribic and Nikola Pribic, eds. and trans., The Sarajevo Trial, 2 vols. (Chapel Hill: Documentary Publications, 1984).

¹¹⁵ Mark Wheeler, “Review of The Sarajevo Trial”, The Slavonic and East European Review 64 (Oct. 1986), 650–51.

¹¹⁶ Chris Hedges, “Sarajevo Journal; In Bosnia’s Schools, 3 Ways Never to Learn from History”, The New York Times, November 25, 1997.

¹¹⁷ Roger Cohen, “The World: A Small Bite at the Bosnian Bullet”, The New York Times, May 28, 1995.

¹¹⁸ Dedijer, The Road to Sarajevo, 259–260.

¹¹⁹ Vojislav Bogićević, ed., Sarajevski atentat. Izvorne stenografske bilješke sa glavne rasprave protiv Gavrila Principa i drugova održane u Sarajevu 1914 g. (Sarajevo: Državni arhiv narodne Republike BiH, 1954), 62.

¹²º Cvetko Dj. Popović, Sarajevski Vidovdan 1914. Doživljaji i sećanja (Belgrade: Prosveta, 2014) [1st ed.: Belgrade: Prosveta, 1969], 19. Cf. Drago Ljubibratić, “Gavrilo Princip”, in Muharem Bazdulj, ed., Mlada Bosna, ειδική θεματική έκδοση της εφημερίδας Gradac, no. 175–177 (2010), 139.

¹²¹ Christopher Clark, The Sleepwalkers: How Europe Went to War in 1914 (London: Allen Lane, 2012).

¹²² Ibid. 47–48.

¹²³ Ibid. 50–51.

¹²⁴ Ibid. 53.

¹²⁵ Ibid. 56.

¹²⁶ Ibid.

¹²⁷ Ibid. 58.

¹²⁸ Ibid. 64.

¹²⁹ “Kristofer Klark for RSE. ‘Srbi ne treba da se stide Gavrila Principa’. Intervju Draganu Štavljaninu” [Christopher Clark for RFE. ‘Serbs should not be ashamed of Gavrilo Princip’. Interview by Dragan Štavljanin], Radio Free Europe, June 24, 2014: http:// www.slobodnaevropa.org/content/kristofer-klark-za-rse-srbi-ne-treba-da-se-stidegavrila-principa/25432649.html

¹³º  Editorial, “The Princip Precedent”, The Guardian, August 27, 2008.

¹³¹ Ο  Christopher Clark ξεκαθάρισε τη νέα του τοποθέτηση ως εξής: “Εξακολουθώ να πιστεύω πως η οργάνωση “Ένωση ή Θάνατος” [Μαύρη Χείρα] ήταν τρομοκρατική. Όμως, ο  Gavrilo Princip δεν ήταν τρομοκράτης. Στις μέρες μας χρησιμοποιούμε τον όρο αυτό για να υποδείξουμε τους εξτρεμιστές του Ιράκ και την  Al Qaeda που δεν διστάζουν να σφάζουν γυναικόπαιδα σε πολυσύχναστους χώρους και αλλού. Τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου ο όρος “τρομοκράτης” είχε εντελώς άλλο νόημα. Πολλά δε από τα στελέχη της “Νέας Βοσνίας” αυτοαποκαλούνταν τρομοκράτες” (“Kristofer Klark for RSE. ‘Srbi ne treba da se stide Gavrila Principa’”).

¹³² Clark, The Sleepwalkers, 561.

¹³³ Tim Butcher, The Trigger. Hunting the Assassin who brought the World to War (New York: Grove Press, 2014), 91.

¹³⁴ Ibid. 154.

¹³⁵ Ibid. 234.

¹³⁶ Ibid. 123.

¹³⁷ Ibid. 296.

¹³⁸ Tim Butcher, “Was the war to end all wars based on a lie? A Chilcot-style inquiry into the First World War would uncover spin and distortion that caused the death of millions”, The Times, June 28, 2014, 26.

¹³⁹ John F. Burns, “In Sarajevo Divisions that drove an Assassin have only begun to heal”, The New York Times, June 28, 2014.

¹⁴º Ο Clark εξέφρασε, όντως, κάποιου είδους συμπάθεια έναντι του Princip. Σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2013 στο εβδομαδιαίο περιοδικό Vreme, δήλωσε: “Όχι, ο Princip και οι συνεργάτες του δεν ήσαν υπνοβάτες. Ήταν καλά παιδιά και κάθε μητέρα δικαιούνταν να αισθάνεται περηφάνεια γι αυτά. Διακρίνονταν από καλούς τρόπους, δεν ήταν μέθυσοι, δεν έτρεχαν στους οίκους ανοχής όπως έπρατταν πολλοί φοιτητές. Ήταν τα καλά παιδιά, αφοσιωμένα στον αγώνα τους, γι αυτό και εξελίχθηκαν, τελικά, σε μέρος της τραγωδίας” (“Najbolja slika oba rata. Intervju – Kristofer Klark” [The best photo of both wars – An interview – Christopher Clark], Vreme, no. 1192, November 7, 2013)

¹⁴¹ Taylor, “The Great Assassination. The Road to Sarajevo by Vladimir Dedijer”. The New York Review of Books, 20 October 1966.

¹⁴² Taylor , “The Outbreak of the First World War”, 184.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος