Skip to main content

Γιάννης Μουρέλος: Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Γιάννης Μουρέλος

Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και πατέρας του κλάδου της Στρατιωτικής Ιστορίας Sir Michael Howard, θεωρεί πως η επιχείρηση “Κιμάς” (Operation Mincemeat) υπήρξε η επιτυχέστερη ενέργεια παραπληροφόρησης εκ μέρους των Συμμάχων, σε ολόκληρη τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια επιχείρηση αποπροσανατολισμού του αντιπάλου προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, φαντασία, αληθοφάνεια, διορατικότητα, διαίσθηση και άριστη προετοιμασία. Πράγματι, ο εκβρασμός, στις ακτές ενός ουδετέρου κράτους, μιας σορού με ψεύτικη ταυτότητα, φέρουσας, ωστόσο, γνήσια διαβαθμισμένα έγγραφα με παραπλανητικό περιεχόμενο, είναι μια ιδέα, η οποία δεν στερείται πρωτοτυπίας. Αν και υλοποιήθηκε προκειμένου να καλυφθεί η επικείμενη Συμμαχική απόβαση στη Σικελία το 1943, η ιδέα αυτή διαθέτει μια αξιοπρόσεκτη προϊστορία, η οποία αξίζει να αναφερθεί εν προκειμένῳ.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1939, και ενώ ο πόλεμος δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τον πρώτο του μήνα, η Υπηρεσία Πληροφοριών του Βρετανικού Ναυτικού συνέταξε ένα εμπιστευτικό υπόμνημα με τον τίτλο Trout (“Πέστροφα”), το οποίο περιέγραφε διάφορες  μεθόδους παραπληροφόρησης των Γερμανών.  Η υπ αριθμόν 28 εισήγηση (“όχι πολύ κομψή”, όπως χαρακτηριστικά αναφερόταν) προέβλεπε την τοποθέτηση παραπλανητικών εγγράφων σε ένα πτώμα, με απώτερο στόχο τα έγγραφα αυτά να περιέλθουν εν γνώσει του αντιπάλου. Αν και ως συντάκτης του υπομνήματος φερόταν ο τότε διευθυντής της υπηρεσίας, υποναύαρχος John Godfrey, πιστεύεται πως αυτό γράφτηκε από έναν υφιστάμενο του τελευταίου, ονόματι Ian Fleming, τον μετέπειτα εμπνευστή και δημιουργό του προσώπου του James Bond. Ως προς την πρόταση αρ. 28, ο πλωτάρχης Ian Fleming δεν χρειάστηκε να αναλωθεί σε εκτεταμένης κλίμακας έρευνες. Ξεσήκωσε την ιδέα από το βιβλίο ενός ειδήμονα στο χώρο των Μυστικών Υπηρεσιών, του Sir Basil Thomson: ένα πτώμα, με περιβολή αεροπόρου, φέροντας έγγραφα στις τσέπες του, θα εκβραζόταν στην ακτή, δήθεν ως απώλεια αλεξιπτώτου, το οποίο δεν είχε ανοίξει. “Γνωρίζω πως δεν υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες, προκειμένου να προμηθευθεί κανείς ένα πτώμα από το ναυτικό Νοσοκομείο, αρκεί, φυσικά, να είναι πρόσφατο”, κατέληγε ο Thomson. Με ελάχιστες παραλλαγές, πρόκειται για τη μέθοδο, η οποία επιλέχθηκε το 1943 για την επιχείρηση “Κιμάς¨.

Πλωτάρχης Ian Fleming.
Sir Basil Thomson.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά και ο ίδιος ο Basil Thomson είχε εμπνευστεί από ενέργειες του παρελθόντος, καθώς η “διαρροή” εγγράφων, με απώτερο αποδέκτη τον εχθρό, υπήρξε μια πρακτική, η οποία γνώρισε ευρεία εφαρμογή στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αρκετούς, δε, μήνες πριν από τη δρομολόγηση της επιχείρησης “Κιμάς”, κάτι αντίστοιχο δοκιμάστηκε με αξιομνημόνευτη επιτυχία στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής.

Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1942, στη μάχη της Alam Halfa, ένα πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα όχημα, το οποίο εγκαταλείφθηκε μπροστά από τις γερμανικές γραμμές. Έφερε έναν χάρτη, στον οποίον επάνω ήταν σημειωμένα, υποτίθεται, όλα τα βρετανικά ναρκοπέδια της περιοχής. Ο χάρτης εκλήφθηκε ως γνήσιος από τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να οδηγήσουν τα τεθωρακισμένα κατευθείαν επάνω στην παγίδα, που είχε επιμελώς στηθεί σε βάρος τους. Ένα μήνα αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1942, ένα άλλο επεισόδιο μπορεί να εκληφθεί ως προπομπός της επιχείρησης “Κιμάς”. Ένα αεροσκάφος καθ οδόν προς το Γιβραλτάρ, κατέπεσε στη θάλασσα στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, με αποτέλεσμα  να βρουν τον θάνατο όλοι οι επιβαίνοντες, μεταξύ των οποίων ένας  Βρετανός  αξιωματικός και ένας πράκτορας των Ελευθέρων Γάλλων. Ο πρώτος έφερε αυθεντικά έγγραφα προς τον Κυβερνήτη του Γιβραλτάρ και ο δεύτερος ένα σημειωματάριο. Οι δυο σοροί εκβράστηκαν σε μια ακτή κοντά στην πόλη Tarifa και, όπως ήταν επόμενο, της υπόθεσης επιλήφθηκαν οι ισπανικές αρχές. Όταν οι σοροί επαναπατρίστηκαν, έφεραν επάνω τους τα έγγραφα. Έπειτα από έναν εξονυχιστικό έλεγχο, αποδείχθηκε πως οι επιστολές του Βρετανού είχαν παραμείνει άθικτες. Από άλλες, ωστόσο, πηγές, προέκυψε πως το σημειωματάριο του Γάλλου είχε φωτογραφηθεί από τους Γερμανούς. Η όλη υπόθεση υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τον σχεδιασμό της επιχείρησης “Κιμάς”, καθώς είχε αποκαλυφθεί η ύπαρξη ενός δικτύου συνεργασίας ανάμεσα στις ισπανικές αρχές και τις γερμανικές Μυστικές Υπηρεσίες.

                            Α. Σχεδιασμός και προετοιμασία της επιχείρησης “Κιμάς”

Στη Συνδιάσκεψη της Καζαμπλάνκας (Ιανουάριος 1943), με δεδομένη την τελική υπέρ αυτών έκβαση των επιχειρήσεων στο θέατρο της Βορείου Αφρικής, οι Σύμμαχοι αποφάσισαν τη διάνοιξη ενός νέου μετώπου στην Ιταλία, αρχής γενομένης από τη νήσο Σικελία. Σε αντιδιαστολή με ό,τι έμελλε να ακολουθήσει, αργότερα, στη Νορμανδία, όπου η επιχείρηση ήταν σχεδιασμένη παράτολμα με γνώμονα τα στοιχεία της ανακολουθίας και του αιφνιδιασμού, η επιλογή της Σικελίας (επιχείρηση Husky) ανταποκρινόταν σε όλους τους κανόνες της λογικής: μικρή απόσταση από τις ακτές της Βορείου Αφρικής, ανεπαρκής άμυνα της νήσου από ιταλικές (κυρίως) μονάδες, σχηματισμός ενός  προγεφυρώματος στο μαλακό υπογάστριο των δυνάμεων του Άξονα με προοπτικές περαιτέρω αξιοποίησης, δημιουργία προϋποθέσεων για ανατροπή του φασιστικού καθεστώτος και συνακόλουθη αποδέσμευση της Ιταλίας από τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Γερμανίας. Η ρήση του Winston Churchill, έπειτα από το πέρας της Συνδιάσκεψης, είναι χαρακτηριστική ως προς το προβλέψιμο της σχεδιαζόμενης επιχείρησης: «Everyone but a bloody fool would know that it’s Sicily».

Επιχείρηση Husky. Τελική εκδοχή.

Έχοντας αυτή την προοπτική κατά νου, οι βρετανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών αναλώθηκαν σε μια προσπάθεια ανεύρεσης τρόπων, ικανών να οδηγήσουν σε έναν αποπροσανατολισμό των Γερμανών. Σκοπός ήταν να στραφεί η προσοχή των τελευταίων προς τις δυο εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες προσφέρονταν την ίδια στιγμή στους Συμμάχους για τη διάνοιξη ενός επιχειρησιακού θεάτρου στη νότιο Ευρώπη: τη νήσο Σαρδηνία και τις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου. Ήδη από τον Οκτώβριο 1942, ο Charles Cholmondeley, αξιωματικός της RAF, αποσπασμένος στην Υπηρεσία Πληροφοριών, με νωπό ακόμα το επεισόδιο της πτώσης του αεροσκάφους στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, άρχισε να επεξεργάζεται μια παραλλαγή του Trout Memo του Ian Fleming, στην οποία έδωσε το χαρακτηριστικό συνθηματικό όνομα Trojan Horse (“Δούρειος Ίππος”). Σύμφωνα με την παραλλαγή αυτή, ένα πτώμα, με τους πνεύμονες γεμάτους νερό και με επίσημα έγγραφα στις τσέπες του, θα ριχνόταν από αέρος στη θάλασσα, με αντικειμενικό στόχο τα έγγραφα να περιέλθουν σε γνώση των γερμανικών Μυστικών Υπηρεσιών.

Ο Cholmondeley, έμπειρο στέλεχος της περιβόητης ΜΙ5 (Military Intelligence 5), ανήκε σε μια ενδο-υπηρεσιακή μονάδα, την “Επιτροπή των Είκοσι”, επιφορτισμένη με τη διαχείριση των διπλών κατασκόπων (πρακτόρων των Γερμανών, που είχαν στο μεταξύ αυτομολήσει και τεθεί στη διάθεση των Βρετανών). Τον μήνα Νοέμβριο, η Επιτροπή απέρριψε το σχέδιο, ως ανεπαρκές. Θεωρώντας, ωστόσο, ότι περιείχε αξιοποιήσιμα στοιχεία, και επειδή διέθετε μια σημαντική ναυτική διάσταση, όρισε τον πλωτάρχη Ewen Montagu, ως συνεργάτη του  Cholmondeley, με αποστολή να το επεξεργαστούν από κοινού και να το τελειοποιήσουν. Σε ένα αρχικό στάδιο, η επιχείρηση “Κιμάς” (η επιλογή του συνθηματικού ονόματος οφείλεται στον Montagu), επανήλθε στην   ιδέα της ρίψης του πτώματος με αλεξίπτωτο. Επειδή όμως οι Γερμανοί γνώριζαν την πολιτική των Συμμάχων για απαγόρευση μεταφοράς διαβαθμισμένων εγγράφων πάνω από εχθρικό έδαφος, προκρίθηκε η ιδέα της υποτιθέμενης πτώσης αεροσκάφους στα ανοικτά των ακτών ενός ουδετέρου κράτους. Αυτό θα εξηγούσε τόσο την πολυήμερη παραμονή του πτώματος στο νερό, όσο και την ύπαρξη εγγράφων επάνω του. Από το σημείο αυτό και πέρα, η όλη προετοιμασία αποτελεί υπόδειγμα σχολαστικής δουλειάς.

Ο Montagu ήρθε σε επικοινωνία με τον διακεκριμένο παθολόγο Sir Bernard Spilsbury, προκειμένου να πληροφορηθεί το είδος του πτώματος, που χρειαζόταν, ούτως ώστε να παραπλανηθούν οι Ισπανοί ιατροδικαστές σχετικά με την αιτία του θανάτου. Προς μεγάλη του ικανοποίηση άκουσε πως για κάποιον ιατροδικαστή, γαλουχημένο με την ιδέα πως ο θάνατος επήλθε από πνιγμό, η αυτοψία σε ένα άψυχο σώμα, ευρισκόμενο σε διαδικασία αποσύνθεσης, δύσκολα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποιο διαφορετικό συμπέρασμα. Πρόκειται για μια απάντηση, η οποία τον χαροποίησε ιδιαίτερα, καθώς πολλαπλασίαζε, θεωρητικά, τον αριθμό των προσφερόμενων προς επιλογή σορών. Η ευεξία δεν άργησε να μετατραπεί σε απογοήτευση, όταν πληροφορήθηκε από τα χείλη του ιατροδικαστή Bentley Purchase πως η επιχείρηση θα προσέκρουε σε νομικό κώλυμα, καθώς για κάθε υποψήφιο πτώμα, θα έπρεπε, προηγουμένως, να εξασφαλιστεί η συγκατάθεση των συγγενών. Δεν ήταν μόνο αδύνατο να εξηγηθούν οι πραγματικοί λόγοι. Κινδύνευε το ίδιο το απόρρητο της επιχείρησης, καθώς η τελευταία θα εξαρτάτο, πλέον, από την εχεμύθεια των, έστω και μερικώς, ενημερωθέντων συγγενών. Πάντως, ο Purchase δεσμεύτηκε να ξεκινήσει μια έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού, τεχνικά κατάλληλης, και δίχως την ύπαρξη συγγενών, ικανών να τη διεκδικήσουν. Είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του, καθώς η επιχείρηση “Κιμάς” βρισκόταν ακόμα σε προκαταρκτικό επίπεδο, δίχως ουδείς να γνωρίζει εάν και πότε επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή. Οι πάντες, ωστόσο, όφειλαν να τελούν υπό συνεχή ετοιμότητα.

Charles Cholmondeley (αριστερά) και Ewen Montagu.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1943, οι  Cholmondeley και  Montagu ανέπτυξαν την ολοκληρωμένη μορφή του σχεδίου τους ενώπιον της Επιτροπής των Είκοσι και τη φορά αυτή έτυχαν της έγκρισης της τελευταίας. Το σχέδιο προέβλεπε την τοποθέτηση αυθεντικών εγγράφων σε μια σορό, η οποία θα μεταφερόταν με υποβρύχιο έως τα ανοικτά της πόλης Huelva, λιμένα της νοτιοδυτικής Ισπανίας, κοντά στα σύνορα με την Πορτογαλία. Η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής οφειλόταν σε πολλαπλούς λόγους. Πρώτος ήταν το είδος των θαλασσίων ρευμάτων, ικανών να μεταφέρουν τη σορό από το υποβρύχιο στην ακτή. Δεύτερος λόγος ήταν η επιβεβαιωμένη, επιτόπου, παρουσία του Adolf Clauss, ενός δραστήριου πράκτορα, στελέχους της Abwehr, της γερμανικής Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Τέλος, στην Huelva υπηρετούσε ως υποπρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας ο Francis Haselden, ένας έμπιστος και ικανός διπλωμάτης, στη συνδρομή του οποίου ο Montagu θεωρούσε πως μπορούσε να υπολογίζει. Δίχως χρονοτριβή, η Επιτροπή των Είκοσι διαβίβασε με θετική εισήγηση το σχέδιο στα ανώτερα κλιμάκια της Υπηρεσίας και ο Montagu διατάχθηκε να ξεκινήσει την έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού. Η τελευταία είχε εντοπιστεί ήδη από τις 28 Ιανουαρίου, χάρη στις προσπάθειες του Bentley Purchase. Επρόκειτο για την περίπτωση ενός άστεγου, ονόματι Glyndwr Michael, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει πίνοντας ποντικοφάρμακο, δίχως να έχει αφήσει πίσω του κανένα συγγενή. O Purchase διαβεβαίωσε πως το δηλητήριο δεν υπήρχε περίπτωση να εντοπιστεί σε ένα σώμα, το οποίο υποτίθεται πως θα έπλεε στη θάλασσα επί πολλές ημέρες. Για τους διενεργούντες την νεκροψία, ο πνιγμός θα ήταν η κυρίαρχη εκδοχή. Δέχθηκε να διατηρήσει τη σορό στο ψυγείο του νεκροθαλάμου, επισημαίνοντας πως έπειτα από την παρέλευση τριών μηνών, η αποσύνθεση θα είχε ξεπεράσει το όριο ασφαλείας και το σώμα θα ήταν, πλέον, άχρηστο. Η συγκυρία ήταν, πράγματι, ευτυχής. Δεν απέμενε παρά η σορός του Michael να αποκτήσει μια νέα ταυτότητα και να σφυρηλατηθεί ένας πειστικός μύθος γύρω από αυτή.

Η σορός του William Martin, κατά κόσμον Glyndwr Michael.

                          Β. Ο “ταγματάρχης William Martin” αναχωρεί για τον πόλεμο

Τόσο το όνομα όσο και ο βαθμός, που επιλέχθηκαν τελικά, είχαν ως σκοπό να καταστήσουν δυσχερή μια αναμενόμενη γερμανική έρευνα ως προς το γνήσιο της (νέας) ταυτότητας της σορού και την αυθεντικότητα των εγγράφων, τα οποία η τελευταία θα έφερε πάνω της. Το όνομα William Martin, ήταν αρκετά κοινό, όχι, όμως, σε σημείο, που να κινεί υποψίες. Ο δε βαθμός του ταγματάρχη, επέτρεπε σε όποιον τον έφερε, να είναι κομιστής διαβαθμισμένων εγγράφων. Η όλη πλεκτάνη στήθηκε με άξονα δυο καθ όλα πρωτότυπες επιστολές με παραπλανητικό, ωστόσο, περιεχόμενο. Η πρώτη, έφερε την υπογραφή του υποστράτηγου  Archibald Nye, υπαρχηγού του Βρετανικού Αυτοκρατορικού Επιτελείου. Αποδέκτης ήταν ο στρατηγός  Harold Alexander, ανώτατος διοικητής του θεάτρου επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής. Αφού έθιγε διάφορες (αληθείς) εκκρεμότητες, η επιστολή κατέληγε ως εξής: “Πρόσθετες πληροφορίες θέλουν τους Γερμανούς να ενισχύουν την άμυνά τους στην Κρήτη και στην Ελλάδα. Το Αυτοκρατορικό Επιτελείο θεωρεί ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι διαθέσιμες δυνάμεις μας για την απόβαση είναι ανεπαρκείς. Οι Αρχηγοί του Επιτελείου συμφώνησαν πως η 5η Μεραρχία πρέπει να ενισχυθεί με μια Ταξιαρχία για την απόβαση στις ακτές νοτίως του Ακρωτηρίου Αράξου και πως ανάλογης ενίσχυσης πρέπει να χαίρει η 56η Μεραρχία για την Καλαμάτα”. Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου σημείου του εγγράφου άφηνε να εννοηθεί πως οι προετοιμασίες ενόψει μιας Συμμαχικής απόβασης στην Ελλάδα βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο και ήταν πέρα ως πέρα αναληθές. Επρόκειτο για το δόλωμα της επιχείρησης “Κιμάς”.

Η επιστολή Mountbatten προς Cunningham

Προκειμένου δε να πειστούν οι Γερμανοί ως προς την ταυτότητα του κομιστή του εγγράφου, μέσα στον χαρτοφύλακα (δεμένου με χειροπέδες στο χέρι της σορού), τοποθετήθηκε μια δεύτερη, εξίσου γνήσια με την προηγούμενη, επιστολή του λόρδου Louis Mountbatten, διευθυντή του κλάδου των Ειδικών Επιχειρήσεων, προς το ναύαρχο Andrew Cunningham, διοικητή του Στόλου της Μεσογείου. Ο συντάκτης της επιστολής σύστηνε τον ταγματάρχη Martin ως ειδικό για αμφίβιες επιχειρήσεις και τον έθετε στη διάθεση του ναυάρχου έως ότου η “απόβαση στην Ελλάδα” ολοκληρωθεί. Ήταν, αναμφίβολα, μια προληπτική κίνηση, προκειμένου να μην εγερθούν αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα της σορού. Στο τέλος, μάλιστα, της δεύτερης επιστολής, υπήρχε μια χαριτολογία περί σαρδελλών (sardines), που κάλλιστα μπορούσε να εκληφθεί ως καλυμμένη αναφορά στον έτερο υποψήφιο στόχο των Συμμάχων, τη νήσο Σαρδηνία. Με τον τρόπο αυτό, η σύγχυση στις τάξεις των Γερμανών θα ήταν πλήρης. Τέλος, το γνήσιο της υπογραφής και τα δακτυλικά αποτυπώματα των συντακτών πάνω στις δυο επιστολές, καθιστούσαν τις τελευταίες ακόμα πιο αληθοφανείς. Ο Montagu δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτές τις προληπτικές   ενέργειες.  Προχώρησε μέχρι σημείου να κατασκευάσει μια ολόκληρη ιδιωτική ζωή γύρω από τον ταγματάρχη Martin.  Μέσα  στο πορτοφόλι της σορού, τοποθέτησε δυο ερωτικές επιστολές της υποτιθέμενης μνηστής του ταγματάρχη, ονόματι Pam, καθώς και μια φωτογραφία της τελευταίας, η οποία, στην πραγματικότητα, ανήκε σε μια υπάλληλο της ΜΙ5. Πρόσθεσε την απόδειξη αγοράς από ένα κοσμηματοπωλείο της Bond street, ενός δακτυλιδιού αρραβώνων, αξίας 53,10 λιρών. Μέσα στον χαρτοφύλακα, πέραν από τις επίσημες επιστολές υπήρχε και μια τρίτη, γραμμένη από έναν φανταστικό πατέρα, όπου είχε επισυναφθεί μια ειδοποίηση από τον δικηγόρο της οικογένειας για την εξόφληση ενός χρέους ύψους 79,19 λιρών. Ως προς το μελάνι που χρησιμοποιήθηκε, ο Montagu επέλεξε, κατόπιν συμβουλής των ειδικών της ΜΙ5, το είδος εκείνο που ήταν περισσότερο ανθεκτικό στο θαλασσινό νερό. Μέσα στις τσέπες της στολής τοποθετήθηκαν κλειδιά, ένας ασημένιος σταυρός, τσιγάρα, σπίρτα, μια απόδειξη αγοράς πουκαμίσων και ένα εισιτήριο θεατρικής παράστασης με ημερομηνία κοντινή με εκείνη της μεταφοράς της σορού στα ανοικτά των ισπανικών ακτών. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ταγματάρχης Martin, έφερε πάνω του και έγγραφα, τα οποία πιστοποιούσαν την ιδιότητά του, συγκεκριμένα μια στρατιωτική ταυτότητα. Την αποστολή επισήμανσης ενός προσώπου, για τη φωτογραφία της ταυτότητας, το οποίο να μοιάζει με εκείνο της σορού, έφερε σε πέρας με επιτυχία ο Cholmondeley. Στις 17 Απριλίου 1943, οι Cholmondeley και Montagu ολοκλήρωσαν τις προετοιμασίες, φορώντας τη στολή και το σωσίβιο στη σορό. Κατόπιν τούτου, ο ταγματάρχης William Martin ήταν πανέτοιμος να αναχωρήσει για τον πόλεμο.

Το πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα αεροστεγές μεταλλικό δοχείο, γεμάτο με ξηρό πάγο (στερεή μορφή του διοξειδίου του άνθρακα σε θερμοκρασία -78,5 βαθμών Κελσίου), προκειμένου να μπορέσει να διατηρηθεί κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς τη Huelva. Το δοχείο έφερε την ένδειξη:“Προσοχή, ευαίσθητο οπτικό υλικό”. Η αρχική σκέψη χρήσης αεροπλάνου εγκαταλείφθηκε νωρίς, εξαιτίας του κινδύνου κατάρριψης, τον οποίον ενείχε. Προκρίθηκε η περισσότερο χρονοβόρα μεταφορά με υποβρύχιο. Το υποβρύχιο Seraph, το οποίο ανέλαβε την αποστολή, κατά τη διάρκεια της διαδρομής δέχτηκε δυο φορές επίθεση με βόμβες βυθού. Τα χαράματα της 30ής Απριλίου 1943 αναδύθηκε έξω από τα ανοικτά της Huelva. Ο κυβερνήτης Bill Jewell, αφού διέταξε την εκκένωση του καταστρώματος από το πλήρωμα, με τη βοήθεια των αξιωματικών άνοιξε το δοχείο, ανέγνωσε τον προσήκοντα Ψαλμό και έριξε τη σορό στη θάλασσα. Ο παφλασμός από τον έλικα, έσπρωξε την τελευταία προς την ακτή. Τη συνέχεια ανέλαβαν τα ρεύματα της περιοχής. Η επιχείρηση “Κιμάς”είχε εισέλθει στο αποφασιστικότερο στάδιο, εκείνο της εκτέλεσης, όπου η ανθρώπινη οξυδέρκεια παραμέριζε τη θέση της στον παράγοντα τύχη.

HMS Seraph.
Bill Jewell.


 

 

 

 

 

 

                                           

                                         Γ.  “Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”

Η σορός εντοπίστηκε στις 9.30 π.μ. από έναν ψαρά και μεταφέρθηκε αμέσως στο κτήριο του Ναυτοδικείου. Ταυτόχρονα, ειδοποιήθηκε από τις τοπικές αρχές ο υποπρόξενος, Francis Haselden. Δίχως χρονοτριβή, ξεκίνησε μια ανταλλαγή τηλεγραφημάτων ανάμεσα στο Foreign Office και το υποπροξενείο της Huelva. Υποψιαζόμενο τον κίνδυνο υποκλοπής, το Λονδίνο ύψωσε επίτηδες τους τόνους, διατάσσοντας τον Haselden να αποσπάσει πάση θυσία από τους Ισπανούς τον χαρτοφύλακα, επειδή περιείχε σημαντικά έγγραφα. Η νεκροψία διενεργήθηκε, παρουσία του Haselden, το μεσημέρι της 1ης Μαΐου και η τελική διάγνωση έκανε λόγο για θάνατο από πνιγμό. Η σορός παραδόθηκε στον Βρετανό υποπρόξενο και την επομένη, ο ταγματάρχης William Martin κηδεύτηκε με απόδοση στρατιωτικών τιμών στο κοιμητήριο της Huelva. Ο χαρτοφύλακας ακολούθησε μια περισσότερο δαιδαλώδη πορεία έως ότου επιστραφεί και αυτός, εννέα μέρες αργότερα, στον Haselden. Τα όσα διαδραματίστηκαν μέσα σε αυτές τις εννέα μέρες στοιχειοθετούν την πλήρη επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”. Στην ίδια τη Huelva, παρά τις έντονες παραστάσεις του πράκτορα της Abwehr, Adolf Clauss, τίποτα απολύτως από το περιεχόμενο του χαρτοφύλακα δεν περιήλθε στη διάθεσή του. Ο χαρτοφύλακας στάλθηκε στη Μαδρίτη για περαιτέρω εξέταση. Εκεί, κινητοποιήθηκε η Γερμανική πρεσβεία, καθώς ένας από τους κορυφαίους πράκτορες της Abwehr στην ισπανική πρωτεύουσα, ο Karl-Erich Kühlenthal, ενημέρωσε σχετικά τον προϊστάμενό του στο Βερολίνο, τον ναύαρχο Wilhelm Canaris, προτρέποντάς τον να μεσολαβήσει, ώστε να ασκηθεί πίεση προς την κυβέρνηση της Μαδρίτης, προκειμένου η τελευταία να παραδώσει τα έγγραφα. Οι Ισπανοί τα είχαν, στο μεταξύ, στεγνώσει και φωτογραφίσει. Εν συνεχεία, τα βούτηξαν επί 24 ώρες μέσα σε θαλασσινό νερό, για να προσλάβουν εκ νέου την αρχική τους μορφή. Στις 8 Μαΐου, το περιεχόμενο αποκαλύφθηκε στον Kühlenthal. Η περίπτωση του τελευταίου, όπως και των υπολοίπων χειριστών της υπόθεσης σε ανώτερο επίπεδο, αποδείχτηκε αποφασιστική για την τελική έκβαση της επιχείρησης “Κιμάς”. Κατά το ήμισυ Εβραίος, ο Kühlenthal είχε κάθε λόγο να παραμένει εκτός γερμανικών συνόρων αλλά και να βομβαρδίζει το Βερολίνο με ευχάριστες ειδήσεις, δίχως να αξιολογεί σε βάθος την κάθε υπόθεση που συναντούσε μπροστά του. Διακατεχόμενος από αυτή την ψυχολογία, μετέφερε αυτοπροσώπως το περιεχόμενο των εγγράφων στη γερμανική πρωτεύουσα με τη γνωμοδότηση πως ήταν γνήσιο.

Ακολούθως, του όλου θέματος επελήφθη βαρόνος  Alexis von Roenne. O von Roenne προΐστατο της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Γενικού Επιτελείου, Fremde Heer West (FHW). Εθεωρείτο ειδήμων στον τομέα της αποκρυπτογράφησης των προθέσεων των Συμμάχων. Ο ίδιος ο Hitler, προσωπικά, πίστευε πως ο von Roenne διέθετε ένα αλάθητο αισθητήριο και είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση του. Όμως, τα αισθήματα δεν ήσαν αμοιβαία. Γόνος παλαιάς αριστοκρατικής οικογένειας και ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Roenne αντιπαθούσε σφόδρα τον Γερμανό δικτάτορα. Ευκαιρίας δοθείσης, υπονόμευε συστηματικά την πολεμική προσπάθεια των Ναζί. Άλλωστε, ήταν σε θέση να το πράξει, χάρη στο αξίωμα που κατείχε. Αν και έτρεφε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την αυθεντικότητα των εγγράφων, διαβεβαίωσε τον Hitler πως αυτά ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας αληθινά. Εν κατακλείδι, δυο κομβικά πρόσωπα, υπερεκτίμησαν, για να μην πει κανείς πως διαστρέβλωσαν, την σημασία των εγγράφων. Το πρώτο, μεριμνώντας για την δική του ασφάλεια, τo δεύτερο για ιδεολογικούς λόγους.

Adolf Clauss, o πράκτορας της Abwehr στην Huelva.

 

Karl-Erich Kühlenthal.
Alexis von Roenne.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μόλις ο χαρτοφύλακας επιστράφηκε στο Λονδίνο, τα έγγραφα υποβλήθηκαν σε εξονυχιστικό έλεγχο, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είχαν περιέλθει εν γνώσει των αντιπάλων. Από τον έλεγχο προέκυψε πως οι φάκελοι, οι οποίοι περιείχαν τα δυο κύρια έγγραφα, είχαν παραβιαστεί και πως τα έγγραφα αυτά είχαν φωτογραφηθεί. Τίποτα, ωστόσο, δεν μαρτυρούσε πως οι Γερμανοί ήταν ενήμεροι για το περιεχόμενο των τελευταίων. Ένα νέο τηλεγράφημα στάλθηκε προς τον Haselden, με την προοπτική, πάντοτε, να υποκλαπεί από τον εχθρό. Περιείχε την αναφορά ότι οι φάκελοι είχαν υποστεί έλεγχο, δεν είχαν, ωστόσο, ανοιχτεί. Ο Haselden φρόντισε, επιπρόσθετα, να διαρρεύσει την ίδια πληροφορία σε ισπανικούς κύκλους, που γνώριζε πως ήταν προσκείμενοι στους Γερμανούς. Τη φορά αυτή, η αδημονία στο Λονδίνο ήταν ειλικρινής και ως εκ τούτου, ακριβώς, ελλόχευε ο μέγας κίνδυνος να αποκαλυφθούν τα πάντα.

Η λύτρωση από την αγωνία ήρθε τελικά στις 14 Μαΐου από το Bletchley Park, όπου έδρευε η υπηρεσία αποκρυπτογράφησης των γερμανικών ραδιοσημάτων. Το υποκλαπέν τηλεγράφημα, το οποίο είχε αποσταλεί δυο μέρες νωρίτερα, έκανε λόγο περί επικείμενης Συμμαχικής απόβασης στα Βαλκάνια, με μια επιχείρηση αντιπερισπασμού στα Δωδεκάνησα. Στις 21 του ίδιου μήνα, υποκλάπηκε η διαταγή του Hitler περί μετακίνησης από τη Γαλλία στη Θεσσαλονίκη της έμπειρης 1ης Μεραρχίας Panzer. Σε αντιδιαστολή με τον Mussolini, ο οποίος επέμενε ως προς την επιλογή της Σικελίας, ο Γερμανός καγκελάριος ήταν πεπεισμένος πως το επόμενο Συμμαχικό πλήγμα θα καταφερόταν στην Ελλάδα, στη Σαρδηνία ή στην Κορσική. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και ο ναύαρχος Dönitz, ο οποίος, στις 14 Μαΐου, είχε συζήτηση με τον Hitler σχετικά με τα έγγραφα της επιχείρησης “Κιμάς”. Μόλις όλες οι παραπάνω πληροφορίες συγκεντρώθηκαν από την υπηρεσία του Bletchley Park, ενημερώθηκαν αμέσως οι αρχηγοί των επιτελείων. Το συνθηματικό τηλεγράφημα, που στάλθηκε στον Churchill, ο οποίος την ίδια στιγμή βρισκόταν στις ΗΠΑ, έγραφε: «Mincemeat swallowed rod”(“Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”).

Με κανένα τρόπο, ωστόσο, οι υπηρεσίες των Συμμάχων δεν έπρεπε να χαλαρώσουν, καθώς ο κίνδυνος αποκάλυψης της πλεκτάνης παράμενε, ακόμη, ισχυρός. Ο Montagu συνέχισε την εκστρατεία παραπληροφόρησης φροντίζοντας να προστεθεί το όνομα του ταγματάρχη Martin στην κατάσταση των απωλειών, η οποία δημοσιεύτηκε στις 4 Ιουνίου από τους Times. Επρόκειτο για την πρώτη πηγή, που θα έλεγχαν οι Γερμανοί, προκειμένου να διαπιστώσουν κατά πόσο επρόκειτο για υπαρκτό πρόσωπο. Κατά καλή του τύχη, την ίδια μέρα δημοσιεύθηκε και η (αληθινή τη φορά αυτή) είδηση της πτώσης ενός βρετανικού αεροσκάφους στον Βισκαϊκό κόλπο και της συνακόλουθης απώλειας του πληρώματος. Επρόκειτο για ένα συγκυριακό γεγονός, που καθιστούσε περισσότερο πειστική την ύπαρξη του ταγματάρχη Martin. Έως σήμερα, δεν έχει αποτιμηθεί επακριβώς η συνεισφορά της επιχείρησης “Κιμάς” στη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Είναι γεγονός, πως η άμυνα των Βαλκανίων και της Σαρδηνίας ενισχύθηκε από επίλεκτες μονάδες, οι οποίες μεταφέρθηκαν εκεί από αλλού. Ενδεικτικό της εμμονής του Hitler για επικείμενο Συμμαχικό πλήγμα στα Βαλκάνια, είναι το γεγονός της αποστολής εικοσιενός αεροσκαφών από τη Σικελία στην Ελλάδα στις 9 Ιουλίου, τέσσερις ώρες έπειτα από την έναρξη της Συμμαχικής απόβασης. Ακόμα και τότε, η επιχείρηση Husky, λειτουργούσε στα μάτια των Γερμανών ως αντιπερισπασμός. Περί τα τέλη δε του μήνα, ο στρατάρχης Erwin Rommel στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη, με αποστολή να διερευνήσει τρόπους ενίσχυσης της άμυνας στα Βαλκάνια. Όταν το Γερμανικό επιτελείο αντιλήφθηκε το λάθος, ήταν πλέον πολύ αργά.

Κατά πόσο όλα τα παραπάνω οφείλονται στην επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”, ή είναι προϊόν της εμμονής του Hitler περί επικείμενης Συμμαχικής επέμβασης στα Βαλκάνια, δεν θα το πληροφορηθούμε ποτέ. Το πιθανότερο είναι πως αποτελούν συνδυασμό αυτών των δυο, όπως και άλλων πολλών παραμέτρων. Πρόκειται για μια διαπίστωση, η οποία ουδόλως υποβαθμίζει την αξία μιας υποδειγματικά σχεδιασμένης επιχείρησης παραπληροφόρησης. Τέλος, θα ήταν άδικο να μη γίνει ειδική μνεία στην περίπτωση του  Glyndwr Michael, ενός άστεγου ξεχασμένου από Θεό και ανθρώπους, ο οποίος, θέτοντας με τραγικό τρόπο τέλος στη ζωή του, μετουσιώθηκε, δίχως να το έχει υποψιαστεί ούτε κατά διάνοια, στον άνθρωπο που δεν υπήρξε ποτέ και που με αυτή την ιδιότητα προσέφερε ανεκτίμητη υπηρεσία τον αγώνα των Συμμάχων.

9 Ιουλίου 1943: Οι Σύμμαχοι αποβιβάζονται στη Σικελία

 

                                                        Δ. Η μεταφορά στην οθόνη

                                        The man who never was (1956), trailer

                                

Το κινηματογραφικό έργο The man who never was, προβλήθηκε για πρώτη φορά στις αίθουσες το 1956. Βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ewen Montagu, το οποίο είχε κυκλοφορήσει τρία χρόνια νωρίτερα. Σε αρκετά σημεία, ωστόσο, το σενάριο παίρνει αποστάσεις από την πραγματικότητα, πιθανόν για εμπορικούς λόγους. Οι Montagu, Jewell, Nye, Mountbatten και Haselden εμφανίζονται με τα πραγματικά τους ονόματα. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον  Cholmondeley, τον οποίο υποκαθιστά ένας αξιωματικός του Ναυτικού ονόματι George Acres, η δε φανταστική Pam, μνηστή του ταγματάρχη Martin, εμφανίζεται με το ίδιο όνομα ως υπάλληλος της ΜΙ5. Τη σύνταξη της ερωτικής επιστολής έχει αναλάβει εδώ η ανυποψίαστη φίλη της, Lucy Sherwood, εφεύρημα εξ ολοκλήρου του σεναριογράφου. Κυρίως, όμως, ολόκληρο το δεύτερο μέρος του έργου κινείται στο χώρο του φαντασιακού. Περιγράφει την άφιξη στο Λονδίνο  του Patrick O’ Reilly, ενός ιρλανδικής καταγωγής πράκτορα των Γερμανών, ο οποίος έχει αναλάβει την αποστολή να εξιχνιάσει την ταυτότητα του ταγματάρχη Martin. Όταν ο Montagu διάβασε το σενάριο, δεν εξέφρασε την παραμικρή αντίρρηση γι αυτή την ηθελημένη εκτροπή από την πραγματικότητα, υποστηρίζοντας πως οι βρετανικές υπηρεσίες θεωρούσαν μια εξέλιξη του είδους ως απόλυτα εφικτή και βρίσκονταν σε διαρκή εγρήγορση, προκειμένου να μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά. Η έκπληξη της ταινίας είναι η φευγαλέα εμφάνιση του ιδίου του Montagu, ο οποίος υποδύεται έναν υποπτέραρχο, κατά την καλύτερη παράδοση του Alfred Hitchcock να σημαδεύει τα έργα του με μια δική του στιγμιαία παρουσία. Ο Άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον από άκρη σε άκρη, καθώς το σενάριο διατηρεί συνεχή την ένταση και οι ερμηνείες όλων των συντελεστών είναι υποδειγματικές.

 

                The man who never was (1956), ο εκβρασμός της σορού στην ακτή

 

Η ταφή του ταγματάρχη William Martin στο Κοιμητήριο της Huelva.

 

Ο εργαστηριακός έλεγχος των εγγράφων έπειτα από τον επαναπατρισμό τους.

 

                    Operation Mincemeat. WWII deception prior to invading Italy

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Howard, Michael, British Intelligence in the Second World War, London, 1990

Howard, Michael, Strategic Deception in the Second World War, New York, 1995

Latimer, Jon, Deception in War, London, 2001

Macintyre, Ben, Operation Mincemeat, London, 2010

Montagu, Ewen, The Man Who Never Was, Philadelphia, 1953

Smyth, Denis, Deathly Deception: The Real Story of Operation Mincemeat, London, 2010

 

 

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.