Skip to main content

Αρχείο

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο Ευάγγελος Αβέρωφ και η «γέφυρα»

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο Ευάγγελος Αβέρωφ και η «γέφυρα»

Eνθερμος υποστηρικτής του δυτικού προσανατολισμού της Ελλάδας και σκληρός αντίπαλος του ανατολικού συνασπισμού κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, o Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, πρώην υπουργός των Εξωτερικών, είχε ήδη καθιερωθεί στο πολιτικό σκηνικό ως ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες της Κεντροδεξιάς. Η αντιπαλότητα που μια τέτοια προσωπικότητα έδειξε απέναντι στη χούντα ενοχλούσε ιδιαίτερα το καθεστώς, καθώς του στερούσε αυτόματα τις προσβάσεις στην συντηρητική κοινή γνώμη. Ο Αβέρωφ υπερασπίστηκε από την αρχή την τιμή του πολιτικού κόσμου απέναντι στις συκοφαντίες των δικτατόρων – και το ύφος του, όταν ήθελε, μπορούσε να γίνει πολύ επιθετικό. Τον Αύγουστο του 1967, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση για πραγματοποίηση συγκέντρωσης στο σπίτι του χωρίς άδεια. Ηταν, έτσι, αδρανοποιημένος την ώρα της διενέργειας του βασιλικού αντικινήματος τον Δεκέμβριο του 1967, κάτι που ο C.M. Woodhouse θεώρησε στοιχείο που συνέβαλε στην αποτυχία του εγχειρήματος. Η αγωνιώδης αναζήτηση για μια ρεαλιστική διέξοδο χαρακτήρισε τη στάση του Αβέρωφ στα επόμενα χρόνια.

Οι διαπιστώσεις του, όπως διαφαίνονται από τις επιστολές του αυτής της περιόδου, ιδίως προς τον Κων. Καραμανλή στο Παρίσι, ήταν εξαιρετικά απαισιόδοξες. Ο Αβέρωφ έδινε μεγάλη έμφαση στον αγώνα εξουσίας μεταξύ του Γ. Παπαδόπουλου και των περισσότερο ακραίων στοιχείων του καθεστώτος: υποψιαζόταν ότι ειδικά τα τελευταία, με τις τριτοκοσμικές τάσεις τους, δεν θα δίσταζαν να διακυβεύσουν τη θέση της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο. Αγωνιούσε για τη συνεχιζόμενη αποκοπή της Ελλάδας από τον δυτικοευρωπαϊκό χώρο, και τον Φεβρουάριο του 1971 σημείωνε προς τον Καραμανλή: «Με την εξέλιξιν και των πραγμάτων μας εκτός της Κοινής Αγοράς δεν ξέρω πού θα βρεθούμε αν, όπως φαίνεται, τούτη η δουλειά διαρκέση. Κυριολεκτικά φοβούμαι». Ακόμη, ανησυχούσε ιδιαίτερα για την αδυναμία του καθεστώτος να αντιληφθεί τις διεθνείς σχέσεις, η οποία πάντως επέτρεπε στους χουντικούς, με έναν περίεργο τρόπο, να αγνοούν την πραγματικότητα: «Τον παχυδερμισμόν, στοιχείον απαίσιον διά το έθνος, θεωρώ μεγάλον στοιχείον δυνάμεως για την διάρκειάν τους».

Ο Κων. Καραμανλής από το Παρίσι έγραφε στον Αβέρωφ ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία.

Σταθερή διαπίστωσή του ήταν ότι τη λύση στο αδιέξοδο μπορούσε να δώσει μόνον ο Καραμανλής. Οπως ανέφερε στις αρχές του 1971, σε απεσταλμένους της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας, «κατ’ ουσίαν υπάρχει μόνον Καραμανλής καλύπτων σχεδόν όλον τον χώρον και κονιορτός δυνάμεων που, και συγκολλούμενος, άνευ Καραμανλή δεν σημαίνει πολλά πράγματα».

Τρία ήταν, συνεπώς, τα στοιχεία που χαρακτήρισαν την οπτική του Ευ. Αβέρωφ για τη χούντα: η ανάγκη για άμεση επάνοδο στον κοινοβουλευτισμό· ο φόβος ότι, χωρίς τούτο, θα επερχόταν μία εθνική καταστροφή· και ο πρωταγωνιστικός ρόλος που διέβλεπε για τον Κ. Καραμανλή.

Δύο απαραίτητες προϋποθέσεις

Φοβούμενος, όπως έγραψε στον Καραμανλή, ότι η χώρα πορευόταν προς έναν «κακόν σαλαζαρισμόν» –αναφορά στην πορτογαλική δικτατορία με τη μακρά διάρκειά της– ο Αβέρωφ πρόβαλε αρχικά, το δεύτερο εξάμηνο του 1968, την ιδέα για ίδρυση ενός «κόμματος αντιπολίτευσης» προς το καθεστώς, ώστε να αποφευχθεί αυτό που αποκάλεσε «δημοκρατικώς “μασκέ” ολοκληρωτισμό». Αλλά ο Καραμανλής διαφώνησε: τόνισε ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία. Και τον συμβούλευσε να μην ανοίξει διάλογο με το καθεστώς: «Ούτε στο κύρος σου στέκει ούτε και γενικώτερα ωφελεί». Οι επιφυλάξεις του Καραμανλή έστρεψαν τον Αβέρωφ στην αναζήτηση μιας λύσης με την οποία θα παρέδιδαν οι δικτάτορες την εξουσία.

Παράλληλα, από την άνοιξη του 1968, έπειτα από βολιδοσκόπηση του ταγματάρχη (μετέπειτα βουλευτή της Ν.Δ.) Α. Πνευματικού, ο Αβέρωφ δέχθηκε να λειτουργήσει ως πολιτικός σύμβουλος σε μία προσπάθεια ανατροπής της δικτατορίας από τον στρατό. Επιπλέον, σε συνεργασία με τον Γιάννη Τσιριμώκο και στελέχη της νεολαίας της ΕΡΕ, οργάνωσε ένα δίκτυο που συνέτασσε προκηρύξεις –δήθεν γραμμένες από «υποστηρικτές της Επαναστάσεως»– και τις κυκλοφορούσε, ως ένα «πόλεμο νεύρων» κατά του καθεστώτος. Αλλά ο Πνευματικός σύντομα συνελήφθη, ενώ το δίκτυο των προκηρύξεων εξαρθρώθηκε και ο ίδιος ο Αβέρωφ ανακρίθηκε στα τέλη του 1969.

Το επόμενο στάδιο των προσπαθειών του αφορούσε την ιδέα της «γέφυρας», που προβλήθηκε με τον σκοπό να απομακρυνθεί η χούντα από την εξουσία, και όχι να συμπηχθεί κάποια συνεργασία μαζί της. Οι όροι για τη «γέφυρα» –ανόθευτη δημοκρατία, σύντομη μετάβαση– δεν ήταν τυχαίοι· συμφωνούσαν με τις προϋποθέσεις που είχε θέσει ο Καραμανλής στην αλληλογραφία τους το 1968, και είχαν σε γενικές γραμμές προβληθεί από τον Αβέρωφ και νωρίτερα, σε άρθρα του, ορισμένα από τα οποία δεν δημοσιεύθηκαν έπειτα από απαγόρευση της λογοκρισίας ή δημοσιεύθηκαν στον διεθνή Τύπο (όπως το άρθρο του στους Sunday Times της 17ης Αυγούστου 1969).

Η πρώτη διατύπωση της ιδέας έγινε με την επιστολή του της 16ης Απριλίου 1969 προς τον ίδιο τον Γ. Παπαδόπουλο. Ο Αβέρωφ τόνιζε στον δικτάτορα ότι το καθεστώς είχε ήδη αποτύχει, ενώ η νεολαία στρεφόταν προς την Αριστερά και η χώρα είχε φθάσει «εις μίαν απομόνωσιν ομοίαν της οποίας ουδέποτε εγνώρισεν». Η επιστολή είχε κοινοποιηθεί στον Κ. Καραμανλή, καθώς και στον διεθνή Τύπο. Περιείχε τη βασική ιδέα της «γέφυρας», δηλαδή την ανάγκη να τερματιστεί η ανωμαλία και να αποκατασταθούν οι ελευθερίες του ελληνικού λαού, κατά τρόπο «ανώδυνο δι’ όλους» (δηλαδή και για τους συνταγματάρχες). Η προτροπή του Ευ. Αβέρωφ, όμως, περιείχε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν πραγματικά την εξουσία· και να την παραδώσουν στον ίδιο τον Καραμανλή.

Κατά τη διάρκεια κάποιων πρώτων διαβουλεύσεων, το 1970, με πρωτοβουλία παραγόντων του καθεστώτος (που δεν κατονομάζονται στη σχετική επιστολή του προς τον Καραμανλή), ο Αβέρωφ διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε και άρα η ομαλοποίηση δεν μπορούσε, τη στιγμή εκείνη, να ξεκινήσει. Ωστόσο, επέμεινε.

Οπως σημείωνε στον πρέσβη Λ. Παπάγο, συνεργάτη του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου, δεν έβλεπε άλλη λύση, «εκτός αν μεσολαβήσει εθνική καταστροφή ή αλληλοεξόντωση».

Η θέση των ΗΠΑ και το ναυάγιο του εγχειρήματος

Την άνοιξη του 1971, σε μια εποχή κατά την οποία ο Παπαδόπουλος διενήργησε επαφές με πολιτικά πρόσωπα, ο Αβέρωφ προώθησε πλέον έντονα την ιδέα της «γέφυρας». Επέμεινε, όμως, και πάλι ότι προϋπόθεση ήταν η ειλικρίνεια των προθέσεων των δικτατόρων για παράδοση της εξουσίας και για δημιουργία αληθινά δημοκρατικού καθεστώτος. Εξακολουθούσε να μην έχει μεγάλες ελπίδες. Τον Απρίλιο του 1971 διεμήνυσε στον Καραμανλή ότι δεν εμπιστευόταν τις προθέσεις του δικτάτορα, που φαινόταν να επιζητεί απλώς κάποιες προσχωρήσεις πολιτικών ή μία βελτίωση της εικόνας του στο εξωτερικό και όχι την παύση της ανωμαλίας. Κατόπιν, το καλοκαίρι του 1971, ο Αβέρωφ ταξίδευσε στο εξωτερικό, όπου τόνισε στους ξένους συνομιλητές του την ανάγκη να αναδειχθεί ο πρωταρχικός ρόλος του Καραμανλή και του Κωνσταντίνου. Αλλά η απροθυμία των δικτατόρων να ικανοποιήσουν τη βασική προϋπόθεση – την αποκατάσταση πραγματικής δημοκρατίας – οδήγησε σε ναυάγιο.

Στην επιστολή του προς τον Παπαδόπουλο, ο Αβέρωφ έθετε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν την εξουσία στον Καραμανλή. Σύντομα διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε.

Εξάλλου, ο Αβέρωφ είχε πλέον συζητήσει για την ιδέα της «γέφυρας» και με τους Αμερικανούς, και συγκεκριμένα με τον πρέσβη στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα. Αρχικά φάνηκε ότι ίσως υπήρχε κάποιο ενδεχόμενο να ενστερνιστούν οι ΗΠΑ την πολιτική του. Αλλά οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της «γέφυρας» μειώνονταν δραματικά, ακριβώς επειδή ουσιώδης όρος της ήταν η επάνοδος του Κ. Καραμανλή, τον οποίο εχθρευόταν κατά τρόπο απόλυτο η χούντα. Τον Σεπτέμβριο του 1971, ο Χένρι Κίσινγκερ, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Νίξον, επέβαλε και έναντι του State Department τη θέση του ότι πιέσεις προς το καθεστώς δεν συμβιβάζονταν με τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο, ο Κίσινγκερ απέτρεψε πρόσκληση του Ευ. Αβέρωφ στις ΗΠΑ ώστε να συζητηθεί η πολιτική της «γέφυρας», και έτσι της κατάφερε ένα μείζον πλήγμα.

Με τους δικτάτορες απρόθυμους και την αμερικανική πολιτική να κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, η πρωτοβουλία του Ευ. Αβέρωφ δεν είχε περιθώρια επιτυχίας. Αυτό ήταν που τον έστρεψε στη διερεύνηση άλλων επιλογών, για τη βίαιη ανατροπή της χούντας, κάτι που θα τον οδηγήσει στο κίνημα του Ναυτικού το 1973.

Η πρόταση της «γέφυρας» κόστισε στον Ευ. Αβέρωφ σημαντικά στα επόμενα χρόνια, καθώς έγινε η αφορμή να παρουσιαστεί ως υπερσυντηρητικός πολιτικός, ακόμη και «ύποπτος». Ο ίδιος ενέμεινε στην ορθότητα της επιλογής του και παρουσίασε την πρωτοβουλία του ως αποτέλεσμα ρεαλιστικής αποτίμησης των πραγμάτων. Για τις προθέσεις του δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία, όπως και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τελικά ο φόβος του για εθνική καταστροφή επαληθεύθηκε. Ωστόσο, στην πολιτική πράξη –και τούτο το γνώριζε καλά ο ίδιος– το μέτρο του ρεαλισμού μιας ιδέας εξαρτάται από την επιτυχία της. Συνεπώς, και εάν ακόμη η σύλληψη της ιδέας της «γέφυρας» υπήρξε, κατ’ αρχάς, απόρροια μιας ρεαλιστικής εκτίμησης των πραγμάτων, η αποτυχία της καταδεικνύει ότι δεν είχε, στην πράξη, ιδιαίτερα ρεαλιστικές προοπτικές.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Η Καθημερινή

Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος: Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη

Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος

Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού  Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη

Στα Ομηρικά Έπη δεν υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ λόγου και μύθου. Ο ποιητής χρησιμοποιεί δύο φορές μόνον την λέξη «λόγος» και μάλιστα στον πληθυντικό, ίσως χάριν του μέτρου (IL.15.393, OD.1.56) και εκατοντάδες φορές την λέξη «μύθος» (147 φορές στην Ιλιάδα και 151 στην Οδύσσεια). Στην πραγματικότητα η λέξη «μύθος» στον Όμηρο έχει όλες τις σημασίες, που προσέλαβε αργότερα η λέξη «λόγος», και η ακριβής κάθε φορά έννοια της λέξης εξαρτάται από τα συμφραζόμενα. Έτσι, σε κάποια από αυτά σημαίνει λόγια, κουβεντούλα, αφήγηση ή ακόμη αγόρευση,  συμβουλή, συνομιλία,  γνώμη και  λογικό επιχείρημα.

Η σημαντική σχέση μεταξύ μύθου και λόγου φαίνεται στην αναφορά του  Πλουτάρχου: «῞Οτι μεν ούν η παλαιά φυσιολογία και παρ’ ῞Ελλησι και βαρβάροις λόγος ην φυσικός εγκεκαλυμμένος μύθοις, τα πολλά δι’ αινιγμάτων και υπονοιών επίκρυφος, και μυστηριώδης θεολογία τα τε λαλούμενα των σιγωμένων ασαφέστερα τοις πολλοίς έχουσα και τα σιγώμενα των λαλουμένων υποπτότερα, κατάδηλόν εστιν» (Περ τῶν ἐν Πλαταιαῖς Δαιδάλων, Fragmentum 157).

[Είναι ολοφάνερο λοιπόν ότι η παλαιά φυσική επιστήμη και στους Έλληνες και στους βαρβάρους ήταν φυσικός λόγος κρυμμένος βαθειά μέσα σε μύθους και απόκρυφη και μυστηριώδης θεολογία, που εκφράζεται ως επί το πλείστον με αινιγματικά λόγια και υπονοούμενα, και η οποία κάνει για τους πολλούς και τα λεγόμενα να είναι ασαφέστερα από όσα αποσιωπώνται και τα αποσιωπώμενα να είναι πιο αμφίβολα από τα λεγόμενα].

Είναι γνωστή η άποψη της αρχαιολόγου E.S. Sherrat (1990) ότι τα έπη περιέχουν αναχρονισμούς και βρίθουν από παραδοξότητες.  Ο Finley (1974),  αναφέρει,  ότι ο Όμηρος ήταν μόνον ποιητής και όχι ιστορικός. Δεν θα μπορούσε  να δει την θαμμένη Τροία. Επομένως ότι περιγράφει είναι πλήρης φαντασία. Αποδεικνύεται όμως, όπως θα διαπιστώσουν οι αναγνώστες αργότερα, από τις ανασκαφικές έρευνες που έχουν γίνει, μέχρι το 2012, ότι είναι ακριβής σε μερικά σημεία παρ΄ ότι ήταν ποιητής και προφανώς η Τροία ήταν θαμμένη. Ωστόσο ο Finley (1974) αποδέχεται ότι ο Όμηρος μπορεί να επισκέφτηκε την Τρωάδα κατά τον 9ο αιώνα π.Χ. και παρ’ότι δεν ήταν ιστορικός την περιγράφει με ακρίβεια διότι την είδε. Επίσης είναι γνωστή και η άποψη του αρχαιολόγου Eric Klein (2013) ο οποίος ωστόσο έλαβε υπ’ όψιν τόσο τα  Ομηρικά όσο και τα Χετιτικά κείμενα.  Από τον συνδυασμό τους με βάση τα αρχαιολογικά αλλά και αρχαιομετρικά αποτελέσματα, από το 1990 και μετά, στην ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Τροίας προέκυψαν νεότερα στοιχεία υποδεικνύοντα σπαράγματα  ιστορικής  πραγματικότητας του Τρωικού Πολέμου παρά το γεγονός της ύπαρξης μερικών αναχρονισμών και ανακριβειών. Είναι ακόμη γνωστή και η άποψη του γεωλόγου John Kraft et al (2003), ο οποίος μαζί με τον ιστορικό John Luce, της ίδιας συγγραφικής ομάδας, έδωσαν συγχαρητήρια στον Όμηρο για την ακρίβεια μερικών εκ των εξετασθέντων χωρίων του, που αφορούν θέματα ιστορικής τοπογραφίας και γεωμορφολογίας της Τρωάδος, μετά από γεωλογικές έρευνες πεδίου  είκοσι και πλέον χρόνων. Την πλούσια βιβλιογραφία σχετική με τις αρχαιολογικές και τις γεωφυσικές έρευνες που έχουν γίνει στην Τροία,  δεν την παραθέτουμε στο άρθρο αυτό διότι είναι εκτός του σκοπού του. Όμως την τελευταία  μπορεί να την εντοπίσουν εύκολα οι αναγνώστες στο επιστημονικό περιοδικό American Journal of Archaeology 108 (2004) 615-30. Εκεί  θα παρακολουθήσουν την μεγίστη διαφωνία μεταξύ των στελεχών της αρχαιολογικής ομάδας Manfrend Korfmann και Charles Brian Rose και της επίσης αρχαιολογικής ομάδας του Frank Kolb επί των ευρημάτων των πρώτων.

Είναι φανερό ότι υπάρχουν πολλές απόψεις, διαφορετικές μεταξύ τόσο αρχαιολόγων όσο και μεταξύ αρχαιολόγων, ιστορικών  και φυσικών επιστημόνων, στην ερμηνεία των  Ομηρικών Επών. Αναγνωρίζουμε γιατί μερικοί αρχαιολόγοι δεν μπορούν να δεχθούν ότι ο δεύτερος Τρωικός Πόλεμος, δηλαδή του Οδυσσέως και των συμπολεμιστών του,  πρώτον υπήρξε και πολύ περισσότερο ότι διήρκεσε 10 χρόνια! Θα διαπιστώσει ο αναγνώστης αργότερα ότι δεν έχουν δίκιο όπως ο Finley. Ο Όμηρος έζησε μεν 400 χρόνια αργότερα από τον Τρωικό Πόλεμο  αλλά θα έπρεπε να είχε την τεχνολογία  του John Kraft του εικοστού αιώνος ώστε να ανταπεξέλθει τις γεωλογικές μεταβολές, κυρίως στις ακτές εκεί που εξέβαλαν οι ποταμοί και χείμαρροι, που επήλθαν μετά από 400 χρόνια από τον πόλεμο αυτό ώστε να έχει τέτοια ακρίβεια στις περιγραφές του. Με άλλα λόγια δεν αρκεί να ήταν περιπατητής στην Τρωάδα. Επιπλέον ο Matthew (2003) επιχειρεί μία ανάλυση βάθους στο έργο του «Fall of Troy VII: New Archaeological Interpretations and Considerations,» Totem: The University of Western Ontario Journal of Anthropology: Vol. 11: Iss. 1, Article 8 και εξηγεί κατ’ αρχήν γιατί έγινε ο Τρωικός Πόλεμος. O λόγος ήταν ο οικονομικός πόλεμος που επέβαλαν οι Χετταίοι ώστε να προκαλέσουν διατάραξη διοικητική εντός του Ελλαδικού χώρου μέσω της διακοπής της ροής του εμπορίου προς τις ακτές της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Αποδεικνύεται από τις ανασκαφές ότι πράγματι αυτό συνέβη, (Μathew 2003), και άρχισε να έχει συνέπειες στα βασίλεια των Αχαιών. Παρά την διατάραξη στην οικονομία, που υπήρξε, οι Αχαιοί και οι σύμμαχοι τους μπόρεσαν τελικώς να συγκροτήσουν την εκστρατεία τους.

  1. Ομηρικά  Έπη  και  Αστρονομικά  Φαινόμενα

Στα Ομηρικά Έπη υπάρχουν αναφορές σε αστερισμούς, αστέρες και αστρονομικά φαινόμενα. Αναφερόμενοι στα τελευταία, ο Ηράκλειτος εκ Πόντου (Ὁμηρικά Προβλήματα, εις α περί θεών Όμηρος ηλληγόρησεν (75,1,1–9,3), ο Πλούταρχος (Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της Σελήνης (931F) και ο Ευστάθιος  (Παρεκβολαί εις την Ομήρου Οδύσσειαν (2,67,11-14,  2,84,29-31,  2,204,3-5,  2,241, 3-6 και 2,241,11-13) επισημαίνουν ότι στην Οδύσσεια, κατά την μνηστηροφονία,  περιγράφεται μία ηλιακή έκλειψη (ΟD.20.350-357). Στους στίχους αυτούς, ο μάντης Θεοκλύμενος, λίγη ώρα πριν συμβεί η μνηστηροφονία, αναφέρει ότι ο ήλιος έχει χαθεί από τον ουρανό και έχει κάνει την εμφάνιση της μια ‘κακή αχλύς’, δηλαδή μια κακή καταχνιά (και όχι μια απλή συννεφιά) – «ηέλιος δε ουρανού εξαπόλωλε, κακή δ’ επιδέδρομεν αχλύς»  (ΟD.20.350-357). Τα αναφερόμενα γεγονότα συμβαίνουν μεσημεριανή ώρα σύμφωνα με το κείμενο, διότι το συμβάν λαμβάνει χώρα μετά το μεσημεριανό φαγητό και πριν το απογευματινό ‘δόρπον’, δηλαδή πριν να νυχτώσει. Η εμφάνιση ‘κακής’ καταχνιάς και όχι συνηθισμένης καταχνιάς ή έστω βαρυσυννεφιάς ή σκότους υποδηλώνει ότι η ηλιακή έκλειψη είναι μερική και όχι ολική, καθόσον στην ολική έκλειψη επικρατεί σκότος για λίγα λεπτά της ώρας κατά το μέγιστο του φαινομένου ενώ το όλον του φαινομένου διαρκεί ώρες.

Εικών 1. Αναπαράσταση της ημέρας της μνηστηροφονίας υπό ηλιακή έκλειψη.

Λόγω της περιοδικότητας των εκλείψεων, ένας ερευνητής μπορεί με κατάλληλους αλγορίθμους να εντοπίσει εκλείψεις, που συνέβησαν από το έτος 4500 π.Χ. και μέχρι την σημερινή εποχή, αρκεί να έχει κάποια στοιχεία. Και αυτά δίδονται από τον Όμηρο και είναι τα εξής:

  1. Η εποχή είναι Φθινόπωρο
  2. Η ώρα της έκλειψης είναι μεσημεριανή
  3. Πέντε μέρες πριν την ημέρα της έκλειψης, κατά την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη, η Αφροδίτη ήταν ορατή στον ανατολικό ορίζοντα πριν την ανατολή του Ηλίου.

Επίσης, η απαραίτητη συνθήκη προκειμένου να υπάρξει η ηλιακή έκλειψη, είναι να είναι η προηγούμενη νύχτα ασέληνη, δηλαδή να υπάρχει η προϋπόθεση για την φάση της Νέας Σελήνης. Η τελευταία δηλώνεται με σαφήνεια στο χωρίο ΟD.14.161-164 όταν αναφέρεται ότι εκείνη την ημέρα ήταν «του μεν φθίνοντος μηνός, του δε ισταμένοιο». Αυτή η συγκεκριμένη παρατήρηση, μάλιστα, ανήκει επίσης στον Ηράκλειτο εκ Πόντου. Για έναν μάντη-οιωνοσκόπο όπως ο Θεοκλύμενος, του οποίου το όνομα σημαίνει ‘ο ακούν τα θεία’ και ο οποίος ήταν γόνος της μεγάλης οικογένειας μάντεων των Μελαμπιδών, η παρατήρηση του ουρανού την νύχτα, ήταν μέσα στις συνήθεις δραστηριότητες του. Συνεπώς ο Θεοκλύμενος γνώριζε εκ του ασφαλούς ότι μετά την άσέληνη’ νύκτα δηλαδή μετά από μία μαύρη νύκτα χωρίς ορατή σελήνη θα γίνει ηλιακή έκλειψη την αμέσως επόμενη μέρα. Το γεγονός αυτό το διαπίστωσε μετά το μεσημέρι της επόμενης μέρας όταν άρχισε η κακή αχλύς να εμφανίζεται.

Επελέγη το χρονικό διάστημα 1400-1130 π.Χ. ως το χρονικό πλαίσιο της αναζήτησης αυτής της ηλιακής έκλειψης για λόγους, που εξηγούνται παρακάτω.

  1. Χρονολογήσεις Τρωικού Πολέμου βάσει ηλιακών εκλείψεων στα Ομηρικά Έπη

Η επιστημονική ομάδα χρονολόγησε την εν λόγω ηλιακή έκλειψη με βάση τα προαναφερθέντα στοιχεία, όπως περιγράφονται στην Οδύσσεια και στην Ιλιάδα, όπως θα εκτεθεί στην συνέχεια, με χρήση του προγράμματος Starry Night και του καταλόγου των εκλείψεων της NASA (Espenak and Meuus 2006, 2009a,b,c).

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι πρώτες προσπάθειες εντοπισμού αυτής της ηλιακής έκλειψης έγιναν από τον Schoch (1926) και από τους Baikouzis και Magnasco (2008), οι οποίοι την ταύτισαν με την ολική ηλιακή έκλειψη της 16ης Απριλίου 1178 π.Χ. Στην δημοσίευση της ομάδας [Papamarinopoulos et al (2012)], απορρίπτεται τεκμηριωμένα  για πολλούς λόγους, η προταθείσα ημερομηνία, διότι μεταξύ άλλων, η καταχνιά-‘ἀχλύς’ και όχι σκότος-‘ἠήρ’, υποδηλώνει μερική και όχι ολική ηλιακή έκλειψη και επιπλέον οι προηγούμενοι ερευνητές δεν ερμήνευσαν σωστά την εποχή, η οποία πασιφανώς ήταν Φθινόπωρο και όχι Άνοιξη. Τούτο αποδεικνύεται από πληθώρα ομηρικών περιγραφών, οι οποίες αφορούν το κλίμα, τις συνήθειες των ανθρώπων, τις αγροτικές και βουκολικές ασχολίες, τα οπωροφόρα δένδρα, την μεγάλη διάρκεια των νυχτών κλπ. Στο χωρίο ΟD.15.391-392, ο Όμηρος αναφέρει,  παραδείγματος χάριν, ότι οι νύκτες ήταν ‘ἀθέσφατοι’ [μεγάλης διάρκειας]. Αυτό σημαίνει ότι ο Οδυσσέας έφτασε στην Ιθάκη μετά την Φθινοπωρινή Ισημερία η οποία στο τέλος της εποχής του Χαλκού, περί το 1200 π.Χ.  ήταν η 4η Οκτωβρίου.

Η προσεκτική ανάγνωση της Οδύσσειας επέτρεψε στην ομάδα να εντοπίσει την ύπαρξη ψυχρών συνθηκών, την χρήση βαριών σκεπασμάτων, το άναμμα φωτιάς για να ζεσταθούν οι άνθρωποι στην Ιθάκη κλπ.

Επίσης όλα τα περιγραφόμενα φυτά (αχλαδιές, μηλιές, συκιές, ροδιές, κληματαριές γεμάτες με σταφύλια κλπ) και οι γεωργικές και κτηνοτροφικές ασχολίες (ΟD.5.68-69, ΟD.5.72-73, ΟD.7.114-116, ΟD.7.122, ΟD.7.124-126, ΟD.24.234, ΟD.24.246-247, ΟD.24.340-344), όπως τρύγος και πατητήρια, πιστοποιούν το  Φθινόπωρο. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει η ομάδα και από τα πολλά πεσμένα φύλλα, που συναντά ο Οδυσσέας στην Σχερία (ΟD.5.480-487).

Επίσης, οι αστερισμοί, που αναφέρονται από τον Όμηρο (ΟD.5.270-277) και οδηγούν τον Οδυσσέα στο ταξίδι της επιστροφής (Άρκτος, Πλειάδες, Βοώτης, Ωρίων), συνάδουν με νυκτερινό φθινοπωρινό ουρανό για γεωγραφικά πλάτη Μεσογείου Θαλάσσης είτε εντός, είτε εκτός αυτής. Η Μεγάλη Άρκτος παρουσιάζεται ως αειφανής αστερισμός, που βοηθούσε στον προσδιορισμό του Βορρά, όπως αναφέρει ο Άρατος στο έργο του ‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’. Επειδή η Μεγάλη Άρκτος έπρεπε να είναι στα αριστερά του πλοίου του Οδυσσέα, υποχρεωτικώς  η πορεία του τελευταίου ήταν από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Οι Πλειάδες, οι οποίες είναι αστρικό σμήνος, αναφέρονται ως αστερισμός από τον Ερατοσθένη και τον Άρατο στα έργα τους ‘Καταστερισμοί’ (Leipzig, 1987) και ‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’ (La Nueva Italia Editrice, 1956), αντιστοίχως. Επίσης το ομηρικό κείμενο αναφέρεται στον  Ωρίωνα και στον ‘ὀψέ δύοντα’ Βοώτη.

Αλλά, η ταυτόχρονη παρουσία στον νυχτερινό ουρανό του Βοώτη και των Πλειάδων συμβαίνει δύο συγκεκριμένες περιόδους: την Άνοιξη και το Φθινόπωρο. Η Άνοιξη απoκλείεται λόγω των προαναφερθεισών ομηρικών περιγραφών και ειδικά λόγω της μεγάλης διάρκειας της νύχτας. Επίσης, η αναφορά στον Βοώτη ως ‘ὀψέ δύοντα’, σύμφωνα με τον Άρατο, αφορά το Φθινόπωρο (‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’, 579-585).  Επιπλέον, οι Πλειάδες την Άνοιξη είναι δυτικά στον ορίζοντα και δύουν λίγες ώρες μετά την δύση του Ηλίου. Συνεπώς δεν  μπορεί να είναι ορατές όλη την νύκτα όπως αναφέρει ο Όμηρος. Ωστόσο, το Φθινόπωρο οι Πλειάδες φαίνονται όλη την νύχτα να κινούνται από τα ανατολικά προς τα δυτικά.

Ο Βοώτης την Άνοιξη είναι προς τα ανατολικά, ενώ το Φθινόπωρο είναι προς τα δυτικά, οδεύοντας αργά προς την δύση, δηλαδή είναι, ‘ὀψέ δύων Βοώτης’. Όπως έδειξε το πρόγραμμα Starry Νight, σε εκείνο τον παρελθόντα χρόνο, ο Βοώτης δεν έδυε τελείως στον φθινοπωρινό ουρανό σε γεωγραφικά πλάτη της Μεσογείου Θαλάσσης  μέχρι και σε πλάτη νοτίως των Βρετανικών νήσων. Τα δύο αστέρια του (β και γ) παρέμεναν οριακά πάνω από τον ορίζοντα, ενώ ολόκληρος ο αστερισμός φαινόταν να κινείται όλη την νύχτα από τα ΒΔ προς τα ΒΑ. Με άλλα λόγια, ενισχύεται και αστρονομικώς, η εκδοχή του Φθινοπώρου επιπροσθέτως τόσο από τις Πλειάδες, όσο και από τον μη δύοντα πλήρως Βοώτη. Ας σημειωθεί ότι η συμπεριφορά του Βοώτη, στις μέρες μας, ως προς το «οψέ δύοντα» δεν ισχύει σήμερα! Με άλλα λόγια το ομηρικό κείμενο διαθέτει μία προϊστορική μοναδική αστρονομική πληροφορία της συμπεριφοράς του αστερισμού η οποία αποδείχθηκε με το λογισμικό Starry Night ότι ίσχυε μόνον τότε.

Το χρονικό πλαίσιο της αναζήτησης αυτής της ηλιακής έκλειψης, κατά το ομηρικό κείμενο ήταν αρχικά από το 1300 έως το 1130 π.Χ. Το τελευταίο καθορίζεται αφ’ ενός από τα αρχαιολογικά ευρήματα των ανασκαφών στην Τροία καθώς και από τα αποτελέσματα, τα οποία προκύπτουν από τις επίμονες επιστημονικές μελέτες των αρχαιολόγων, οι οποίοι χρονολογούν τις γεωλογικές ζώνες καταστροφής της Τροίας, τις καλούμενες Troy VI (από σεισμό) και Τroy VIIa (από πυρκαγιά) μετά το 1300 π.Χ.  και αφ’ ετέρου από την καταστροφή των Μυκηναϊκών κέντρων και την έναρξη των λεγομένων ‘σκοτεινών χρόνων’. Επισημαίνεται ότι στο ίδιο περίπου χρονικό πλαίσιο κυμαίνονται και οι αναφορές διαφόρων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ως προς την χρονολόγηση του Τρωικού πολέμου.

Εικών 2. Τροία VIIa: Οι ανασκαφές έδειξαν ότι τουλάχιστον τα εσωτερικά τείχη είναι κεκλιμένα. Στην Ιλιάδα (ΙL.XVI.702-3) αναφέρεται ότι ο Πάτροκλος αποπειράθηκε τρεις φορές να φτάσει στην κορυφή των εξωτερικών τειχών και τρείς φορές απωθήθηκε από τον ‘Απόλλωνα’. Το κείμενο του Ομήρου δείχνει ότι κάποιος θα μπορούσε να σκαρφαλώσει στα τείχη. Οι ανασκαφείς Η.Schlieman, W.Dorpfeld και Carl Blegen βρήκαν ότι τα τείχη της Τροίας VI είχαν κλίση και ανοίγματα σε τουλάχιστον σε μερικά σημεία. Αυτήν την χαρακτηριστική λεπτομέρεια δεν θα μπορούσε να την γνωρίζει ο Όμηρος αν είχε ζήσει είτε τον 9ο είτε τον 8ο είτε τον 7ο αιώνα π.Χ. και είχε επισκεφτεί την Τροία σε κάποιον από αυτούς τους αιώνες διότι τα τείχη αυτά ήταν ήδη θαμμένα βαθειά αιώνες πριν γεννηθεί (Cline, 2013).
  1. Ηλιακές εκλείψεις στην Ιθάκη και την Τροία

Σύμφωνα με τον κατάλογο των ηλιακών εκλείψεων της NASA (Espenak και Meeus 2006, 2009), 64 ηλιακές εκλείψεις (ολικές, μερικές και δακτυλιοειδείς) ορατές στα Ιόνια Νησιά έλαβαν χώρα μέσα σε αυτό το χρονικό πλαίσιο. Εάν όμως περιοριστούμε στο Φθινόπωρο, όπου μας οδηγεί υποχρεωτικώς o Όμηρος, οι εκλείψεις αυτές μειώνονται σε 14.  Όμως το ομηρικό κείμενο δίνει άλλη μια χρήσιμη αστρονομική πληροφορία, η οποία ελήφθη υπ’ όψη από την επιστημονική ομάδα. Ο πλανήτης Αφροδίτη κατά την άφιξη του Οδυσσέα, – πέντε μέρες πριν την μνηστηροφονία, μη συμπεριλαμβανομένης της ημέρας της μνηστηροφονίας – ήταν καλά ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ήλιου (ΟD.13.93-95).

O Όμηρος αναφέρει σε διαφορετικά αποσπάσματα της Οδύσσειας πέντε πλήρη ημερόνυχτα ως χρονικά διαστήματα ποικίλων δραστηριοτήτων στην Ιθάκη και την Πελοπόννησο, μετά τον ερχομό του Οδυσσέα. H επιστημονική ομάδα εντόπισε αυτά τα αντίστοιχα ομηρικά αποσπάσματα διαδοχικών χαραυγών, δηλαδή των χρονικών διαστημάτων πριν την Ανατολή του Ηλίου μέχρι και την ημέρα της μνηστηροφονίας, τα οποία είναι τα εξής: (ΟD.13.93-95, ΟD.15.56, ΟD.15.189-193, ΟD.15.495-500, ΟD.17.1-5, ΟD. 20.91-97).

Ο έλεγχος των 14 ημερομηνιών ηλιακών εκλείψεων σε σχέση και με την εμφάνιση της Αφροδίτης στον ανατολικό ορίζοντα έδειξε ότι μόνον πέντε από αυτές τις ημερομηνίες είχαν αυτή την ομηρική προϋπόθεση. Εξ αυτών, οι τρεις, δεν έγιναν καν αντιληπτές, καθόσον η κάλυψη του ηλιακού δίσκου ήταν μόλις 1-2% ή διότι  το συμβάν έγινε μετά την δύση του Ηλίου. Η τέταρτη συνέβη γύρω στις 8 π.μ., γεγονός το οποίο δεν είναι συμβατό με την ομηρική περιγραφή της μνηστηροφονίας, η οποία έγινε μετά το μεσημεριανό φαγητό.

Όμως, η πέμπτη ημερομηνία ηλιακής έκλειψης είναι σύμφωνη με όλες τις ομηρικές περιγραφές. Πρόκειται για την μερική ηλιακή έκλειψη της 30ης  Οκτωβρίου 1207 π.Χ. με σημαντική κάλυψη των ¾ του ηλιακού δίσκου (74.7%). Το φαινόμενο ξεκίνησε στις 14.31, κορυφώθηκε στις 16.03 και τελείωσε στις 17.23. Η ηλιακή έκλειψη συνέβη στα δυτικά, σε ύψος 20 μοιρών από τον ορίζοντα, στην περιοχή του αστερισμού του Σκορπιού. Λίγη ώρα μετά, στις 17.58, ο Ήλιος έδυσε και για αυτό, όπως περιγράφεται στο ομηρικό κείμενο, αμέσως οι υπηρέτριες έφεραν φως (ΟD.22.497). Την θέση της εν λόγω ηλιακής έκλειψης στον ουρανό των Ιονίων νήσων την απεικονίζει η Εικών 3.

Εικών 3. Η μερική ηλιακή έκλειψη, με κάλυψη κατά 74.7% του ηλιακού δίσκου,  της 30ης Οκτωβρίου του 1207 π.Χ., ορατή στον ουρανό των Ιονίων Νήσων, οριοθετείται σε περιοχή του ουρανού από τους αστερισμούς του Σκορπιού, του Ζυγού   (ή  Χηλών του Σκορπιού) και του Οφιούχου.

Επιπλέον, η ερευνητική ομάδα επισημαίνει ότι δύο αστρονομικά φαινόμενα, η ηλιακή έκλειψη και μια βροχή διαττόντων αστέρων (πεφταστέρια), περιγράφονται στην Οδύσσεια, ως προφητείες του μάντη Θεοκλύμενου που το όνομα του σημαίνει ‘ο ακούων τα θεία’, καθώς σύμφωνα με τις δοξασίες εκείνης της εποχής, τα έκτακτα αυτά αστρονομικά φαινόμενα συνεδέοντο με θεότητες [Papamarinopoulos et al (2013)].

Ο Όμηρος αναφέρει πολλές φορές ότι ο Τρωικός Πόλεμος διήρκεσε δέκα έτη και ότι ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη είκοσι έτη μετά από την αναχώρηση του. Τρία χωρία της Ιλιάδος (IL.2.328-330, IL.2.134-138, IL.2.295-296) αναφέρουν τον Κάλχα, τον Αγαμέμνονα και τον Οδυσσέα, να επαναλαμβάνουν την δεκαετή διάρκεια του πολέμου και να προσθέτουν ότι τα περιγραφόμενα γεγονότα στην Ιλιάδα, έγιναν στην αρχή του δέκατου ‘έτους του πολέμου’ στην Τροία.

Στην συνέχεια, εντοπίστηκε και άλλη μία ηλιακή έκλειψη, που περιγράφεται στην Ιλιάδα (στο χρονικό πλαίσιο αναζήτησης 1400 – 1130 π.Χ.). Τα στοιχεία που δίνονται από τον Όμηρο για τον εντοπισμό της είναι:

  1. Η εποχή ήταν καλοκαίρι (περιγραφή πολλής ζέστης και παρουσίας ερωδιού)
  2. Η ώρα της έκλειψης ήταν αργά το μεσημέρι (θάνατος Πατρόκλου)
  3. Η Αφροδίτη ήταν στον ανατολικό ορίζοντα ορατή πριν την ανατολή του Ήλιου, τρεις μέρες μετά την έκλειψη και τον θάνατο του Πατρόκλου, κατά την ημέρα που ξημέρωσε μετά την καύση της σορού του.
  4. Η έκλειψη αυτή έπρεπε να είχε προϋπάρξει δέκα χρόνια πριν από την έκλειψη, που αναφέρεται στην Οδύσσεια.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές κατά την μελέτη του Ομηρικού κειμένου εντόπισαν την περιγραφή μίας ακόμη μερικής ηλιακής έκλειψης ορατής στην Τροία κατά την προϊστορική εποχή  και την επιβεβαίωσαν στους καταλόγους των εκλείψεων της NASA [Papamarinopoulos et al, 2014]. Η περιγραφόμενη απόλυτη σκοτεινιά της νύχτας (ΙL.8.500-511, ΙL.10.275-277, ΙL.10.297, ΙL.10.394, ΙL.10.468) πριν από την ημέρα θανάτου του Πατρόκλου είναι συμβατή με την απαραίτητη προϋπόθεση της φάσεως Νέας Σελήνης, προκειμένου να συμβεί μια ηλιακή έκλειψη. Επιπλέον η ύπαρξη του ερωδιού (ΙL.10.274-275), που είναι μεταναστευτικό πτηνό, καθώς και οι σκηνές που αναφέρονται και αντιστοιχούν σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας (ΙL.20.572-575, ΙL.21.621-622, ΙL.21.642-643, ΙL.21.811-812), υποδηλώνουν ότι η εποχή ήταν είτε προχωρημένη Άνοιξη, είτε αρχή Καλοκαιριού.

  1. Η ηλιακή έκλειψη στην Τροία και ο θάνατος του Πατρόκλου

Παρακολουθώντας την ομηρική αφήγηση της μάχης, φαίνεται ότι περιγράφεται ένα σταδιακό σκοτείνιασμα (το οποίο προκαλεί ο Ζευς), που ξεκινά το μεσημέρι, την ώρα θανάτου του Σαρπηδόνα (ΙL.16.567-568), και αυξάνεται την ώρα θανάτου του Πατρόκλου (ΙL.17.269-270).

Δεν πρόκειται για ολική ηλιακή έκλειψη, καθώς υπάρχει ορατότητα και η σκληρότατη μάχη συνεχίζεται κανονικά γύρω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου. Μάλιστα στους στίχους: «῝Ως οἳ μέν μάρναντο δέμας πυρός, οὐδέ κε φαίης οὔτέ ποτ’ ἠέλιον σῶν ἔμμεναι οὔτε σελήνην» (ΙL.17.366-377), υποδηλώνεται η ‘συνύπαρξη’ Ηλίου και Σελήνης. Θα ήταν λογικό να γίνει αναφορά μόνο στον Ήλιο και όχι και στην Σελήνη μέσα στο μεσημέρι, που γίνεται αυτή η μάχη. Βεβαίως μπορεί κανείς να διακρίνει αχνά και την Σελήνη σε ημερήσιο φως, αλλά όχι κάτω από τον έντονο ηλιακό φωτισμό ενός ζεστού καλοκαιρινού μεσημεριού, όπως αυτό που περιγράφεται. Συνδυάζοντας τις παραπάνω περιγραφές έγινε αντιληπτό ότι ο ποιητής περιγράφει μια μερική ηλιακή έκλειψη, όπου ο σκοτεινός δίσκος της Σελήνης βρίσκεται ακριβώς δίπλα και εν μέρει καλύπτει τον φωτεινό ηλιακό δίσκο. Η περιγραφή μάλιστα συνεχίζεται (ΙL.17.366-377) με την διευκρίνιση ότι το φαινόμενο της συνύπαρξης των δύο ουρανίων σωμάτων δεν γίνεται αντιληπτό από τους μαχόμενους σκληρά, γύρω από τον νεκρό Πάτροκλο, οι οποίοι βρίσκονται ενδιάμεσα των στρατευμάτων, καθώς «ἠέρι γάρ κατέχοντο μάχης ἐπί θ’ ὅσσον ἄριστοι ἕστασαν ἀμφί Μενοιτιάδῃ κατατεθνηῶτι». Δηλαδή, αυτούς τους κάλυπτε το σκοτάδι της μάχης (‘ἠέρι μάχης)’, συνεκδοχικά η σκοτεινιά του πολέμου, και δεν αντιλαμβάνονται το ουράνιο φαινόμενο.

Σε αντίθεση με όλους τους άλλους μαχόμενους, στην ίδια βεβαίως πεδιάδα, οι οποίοι πολεμούν κάτω από αίθριο ουρανό, με οξύ, διαπεραστικό, εκτυφλωτικό ηλιακό φως, ενώ ‘δεν φαίνεται πουθενά σύννεφο, ούτε στη γη, ούτε στα όρη’ («οι δ’ άλλοι Τρώες και εϋκνήμιδες ᾿Αχαιοί εύκηλοι πολέμιζον υπ’ αιθέρι, πέπτατο δ’ αυγή ηελίου οξεία, νέφος δ’ ου φαίνετο πάσης γαίης ουδ’ ορέων»). Η τελευταία επισήμανση υποδηλώνει την ύπαρξη μιας ‘σκοτεινιάς’, όπως όταν υπάρχει νέφωση, χωρίς όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, την ύπαρξη νεφών. Πρόκειται για το σκοτείνιασμα, που επιφέρει μία μερική ηλιακή έκλειψη. Το οξύ εκτυφλωτικό ηλιακό φως προέρχεται από το εναπομείναν μικρό τμήμα του ηλιακού δίσκου, που δεν έχει καλυφθεί από τον σεληνιακό δίσκο.

Στην συνέχεια και ενώ η μάχη συνεχίζεται, η θεά Αθηνά ως μια ‘πορφυρή νεφέλη’ κατέβηκε από τον ουρανό επί του εδάφους (ΙL.17.545-555), καλύπτοντας τα στρατεύματα, οπότε η μάχη διακόπτεται λόγω μη ορατότητας, όπως δηλώνεται δια στόματος του Αίαντα (ΙL.17.644-651). Δηλαδή, το μειωμένο ηλιακό φως, λόγω της έκλειψης, επιβαρύνεται από την προσθήκη αυτού του κόκκινου νέφους.

Για την ερμηνεία αυτού του κόκκινου νέφους καθώς και για την πτώση στην γη ‘αιμάτινων δροσοσταλίδων’ [αιματοέσσας δε ψιάδας κατέχευεν έραζε] (IL.16.459), που προηγήθηκαν στο πεδίο της μάχης, παρέχεται επιστημονική εξήγηση σε όρους Αστροφυσικής και Ατμοσφαιρικής Φυσικής σε πρόσφατη δημοσιευμένη εργασία της ομάδας (Papamarinopoulos et al., 2016). Η εξήγηση η οποία δίδεται αφορά την δημιουργία συνθηκών (οι οποίες αναλύονται), προγενεστέρως της ηλιακής έκλειψης, που οδήγησαν στην παρουσία ενός ερυθρού σύννεφου και την κάθοδό του επί του εδάφους, ως ομίχλη στο πεδίο της μάχης, την ώρα της μέγιστης φάσης της ηλιακής έκλειψης, λόγω της απότομης μεταβολής  της θερμοκρασίας και της υγρασίας στην πεδιάδα των μαχών, εξ αιτίας ακριβώς της ύπαρξης της ηλιακής έκλειψης. Η συνύπαρξη των δύο φαινομένων τονίζεται μέσα στο ομηρικό κείμενο, ως η αιτία της έλλειψης παντελούς ορατότητας για λίγα λεπτά.

Ο Αίας προσεύχεται στον Δία να επαναφέρει το φως και εκείνος ανταποκρίνεται άμεσα. Πράγματι, η μέγιστη φάση μιας ηλιακής έκλειψης κρατά μόνο μερικά λεπτά. Έτσι ο Ζευς επιφέρει δύο συμβάντα, καθώς υπήρχαν δύο φαινόμενα, ‘ἠέρα μέν σκέδασε καί άπωσεν ὁμίχλην’ (ΙL.18.649-650). Δηλαδή σκόρπισε το σκοτάδι (λόγω της έκλειψης) και απομάκρυνε και την ομίχλη. Οπότε ‘ἠέλιος δέ ἐπέλαμψε’, δηλαδή ο Ήλιος έλαμψε ψηλά στον ουρανό.

Εικών 4. Ο Αχιλλέας θρηνεί τον θάνατο του Πατρόκλου. Μαρμάρινη σαρκοφάγος, Museo archeologico ostiense.

Ο ποιητής, όμως, δίνει και άλλη μία χρήσιμη αστρονομική πληροφορία. Μετά τον θάνατο του Πατρόκλου (μη συμπεριλαμβανομένης της ημέρας θανάτου του) σε διαφορετικά αποσπάσματα του κειμένου αναφέρονται τρεις χαραυγές. Η ομάδα εντόπισε αυτές τις τρεις διαδοχικές χαραυγές, οι οποίες περιγράφονται σε αντίστοιχα αποσπάσματα (ΙL.19.1-2, ΙL.23.109-110 και ΙL.23.226-228). Στο πρώτο και στο δεύτερο εξ αυτών περιγράφεται η πρώτη και η δεύτερη χαραυγή αντιστοίχως μετά τον θάνατο του Πατρόκλου. Στο τρίτο περιγράφεται η χαραυγή μετά το τέλος της διά πυρός καύσης της σορού του Πατρόκλου, οπότε επισημαίνεται η εμφάνιση της Αφροδίτης (Venus) στον ανατολικό ορίζοντα πριν την ανατολή του Ηλίου.

Με δεδομένη την ύπαρξη μιας ακόμη ηλιακής έκλειψης που αναφέρεται στην Οδύσσεια, θα πρέπει η έκλειψη της Ιλιάδας να προηγείται κατά δέκα έτη πολέμου, σύμφωνα με τον ίδιο τον Όμηρο. Συνεπώς, η επιστημονική ομάδα όφειλε να αναζητήσει δύο ηλιακές εκλείψεις (μέσα στο χρονικό πλαίσιο 1400-1130 π.Χ.), που να ικανοποιούν τις εξής ομηρικές προϋποθέσεις:

  • Μια έκλειψη ορατή στην Τροία, μεσημεριανή ώρα, που συνέβη προχωρημένη Άνοιξη ή Καλοκαίρι. Επί πλέον ο πλανήτης Αφροδίτη πρέπει να είναι ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ηλίου, τρεις μέρες μετά την ηλιακή έκλειψη.
  • Μετά μία δεκαετία, μια έκλειψη ορατή στην Ιθάκη, μεσημεριανή ώρα, που συνέβη το Φθινόπωρο. Επιπροσθέτως ο πλανήτης Αφροδίτη πρέπει να είναι ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ηλίου, πέντε μέρες πριν την ηλιακή έκλειψη.
  1. Το πρόγραμμα Starry Night και οι κατάλογοι εκλείψεων της NASA

Με χρήση του προγράμματος Starry Night και των καταλόγων των εκλείψεων της NASA, ελέγχθηκε όλη η χρονική περίοδος, από το 1400  έως το 1130 π.Χ.  Επρεπε να ληφθεί υπ’ όψη η έναρξη της άνθησης του  Πολιτισμού των Αχαιών, το 1400 π.Χ., δηλαδή η ακμή και το τέλος του κόσμου τους το 1130 π.Χ.. Θα πρέπει ακόμη να επισημάνουμε ότι θα ήταν φοβερά ριψοκίνδυνο να πραγματοποιηθεί εκστρατεία των Αχαιών εναντίον της Τροίας κατά την ακμή της Χεττιτικής Αυτοκρατορίας, αλλά μόνον όταν η τελευταία έχασε την δύναμη της μετά την ήττα της από τους Αιγυπτίους στην μάχη του Kadesh το 1275/4 π.Χ. (Spalinger, 2005)   και κυρίως μετά την ήττα της από τους Ασσυρίους στην μάχη Nihriya το 1237 π.Χ. (Liverani, 2001). Αφού ελήφθησαν  υπόψη όλα τα προαναφερθέντα, εντοπίστηκε η ημερομηνία αυτής της μερικής ηλιακής έκλειψης που ήταν η 6η Ιουνίου του 1218 π.Χ.  Η θέση της συγκεκριμένης ηλιακής έκλειψης παρουσιάζεται στην Εικόνα 5 στην αριστερή πλευρά της.

Εικών 5. Η έκλειψη Ηλίου της 6ης Ιουνίου 1218 π.Χ. στην Τρωάδα με κάλυψη του ηλιακού δίσκου 75.2%, έγινε σε περιοχή του ουρανού, η οποία οριοθετείται από τους αστερισμούς του Ταύρου, του Ωρίωνος και της Μεγάλης Άρκτου και εμφανίζεται στην αριστερή πλευρά της εικόνας. Αυτοί ακριβώς οι αστερισμοί περιγράφονται στην δεύτερη ασπίδα του Αχιλλέα!

Η μερική ηλιακή έκλειψη της 6ης Ιουνίου 1218 π.Χ. στην Τροία, η οποία μετά από έναν έως δύο μήνες αλώθηκε, ικανοποιεί και την αναφορά του Ομήρου να προηγείται μία δεκαετία από την επιστροφή του Οδυσσέα που έγινε την 25η Οκτωβρίου του 1207 π.Χ. και στη συνέχεια ακολούθησε η έκλειψη της Ιθάκης πέντε μέρες μετά, δηλαδή την 30η Οκτωβρίου 1207 π.Χ. Το ζεύγος αυτών των δύο ηλιακών εκλείψεων είναι το μοναδικό, που ικανοποιεί αυτόν τον ομηρικό όρο, στο χρονικό πλαίσιο 1400-1130 π.Χ..

Η μερική ηλιακή έκλειψη στην Τρωάδα συνέβη μεσημέρι, με έναρξη στις 14.10, μέγιστη φάση στις 15.45 και λήξη στις 17.07, ενώ η κάλυψη του ηλιακού δίσκου ήταν 75.2%. Ο συγχρονισμός της με τον θάνατο του Πατρόκλου είναι εμφανής.

Τρεις μέρες μετά την έκλειψη, τα χαράματα της 9ης Ιουνίου, η Αφροδίτη ήταν πολύ καλά ορατή στον ανατολικό ορίζοντα, καθώς ανέτειλε στις 3.12, ενώ ο Ήλιος ανέτειλε στις 4.48, όπως φαίνεται στην Εικόνα 6 στην δεξιά πλευρά του χάρτη.

Εικών 6. Η εμφάνιση της Αφροδίτης (Venus) στον ανατολικό ορίζοντα του ουρανού της Τροίας, τα χαράματα της 9ης Ιουνίου του 1218 π.Χ., τρεις μέρες μετά τον θάνατο του Πατρόκλου, φαίνεται στην δεξιά πλευρά της εικόνας.

Η ευρεθείσα ηλιακή έκλειψη της 6ης Ιουνίου του 1218 π.Χ. οριοθετείται, σε περιοχή του ουρανoύ της Τρωάδος, από τους αστερισμούς του Ωρίωνος, του Ταύρου (με τα νεφελώματα Πλειάδες και Υάδες) και της Μεγάλης Άρκτου. Το χωρίο της Ιλιάδος ΙL.18.483-489 αναφέρει αυτούς ακριβώς τους αστερισμούς, οι οποίοι δίκην στεφάνου κυκλώνουν την ουράνια περιοχή, όπου έγινε ή έκλειψη. Οι αστερισμοί αυτοί αναφέρονται στην περιγραφή της δεύτερης ασπίδας του Αχιλλέα, δεδομένου ότι η πρώτη λαφυραγωγήθηκε από τους Τρώες, όταν σκότωσαν τον Πάτροκλο. Η ήδη παρουσιασθείσα Εικών 5 δείχνει τον ουρανό της Τροίας την ώρα της έκλειψης, η οποία έλαβε χώρα στον αστερισμό των Διδύμων και είναι οριοθετημένη από τους συγκεκριμένους αστερισμούς, οι οποίοι αναφέρεται ότι απεικονίζονταν πάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα!

Εικών 7. Η ασπίδα του Αχιλλέα σε αναπαράσταση του 18ου αιώνα.

Eπιπροσθέτως, στην δημοσίευση της ομάδας Papamarinopoulos et al (2014) απορρίπτεται τεκμηριωμένα και για πολλούς λόγους η ολική ηλιακή έκλειψη της 11ης Ιουνίου 1312 π.Χ. ή της 24ης Ιουνίου του 1312 π.Χ., σε Γρηγοριανό και Ιουλιανό ημερολόγιο αντιστοίχως, την οποία πρότεινε ο Henriksson (2012). Η όλη περιγραφή του ομηρικού κειμένου αντιστοιχεί σε μερική και όχι σε ολική ηλιακή έκλειψη, όπως προτείνει ο εν λόγω ερευνητής. Επίσης υπάρχουν επιστημονικώς ασυγχώρητες ασυμβατότητες στο όλο σκεπτικό, που παρουσιάζει, προκειμένου να δικαιολογήσει την επιλογή του.

Η περιγραφόμενη στο ομηρικό κείμενο ζέστη και η εμφάνιση του μεταναστευτικού πτηνού ερωδιού (ΙL.10.275-277),ταιριάζουν απόλυτα στις  αρχές Ιουνίου, ένα περίπου μήνα πριν το θερινό ηλιοστάσιο, που τότε (λόγω του φαινομένου της μετάπτωσης) ήταν την 4η Ιουλίου.

Ως γνωστόν, η κοινή αποδοχή της χρονικής αναφοράς της πρώτης τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων το έτος 776 π.Χ. εκ μέρους του κράτους της Ήλιδος, έγινε προς τα μέσα του 3ου αιώνος π.Χ. Η ομάδα παραθέτει εννέα αποσπάσματα, τα οποία αφορούν την χρονολόγηση γεγονότων με βάση τις Ολυμπιάδες από τα μέσα του 3ου αιώνος π.Χ. Συγκεκριμένα, τρία από τον Διόδωρο Σικελιώτη, (Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη 1,4,7-1,68,6-7,5,1), τρία από τον Διονύσιο Αλικαρνασσέα, (Ῥωμαϊκαὶ Ἀρχαιότητες, 1, 74, 1-1,74,4-3,1,4) και τρία από τον Πολύβιο Μεγαλοπολίτη, (Ἱστορίαι, 3,17,1 – 4,26,1-5,105,3).

Κατά την κλασσική εποχή στην Ελλάδα οι χρονολογικές αφετηρίες ήταν διαφορετικές. Στην Αθήνα π.χ., τα έτη καθορίζονταν από τον επώνυμο Άρχοντα, στην Σπάρτη  από τον επώνυμο Έφορο και στο Άργος  από την ισόβια ιέρεια της Ήρας.

Επίσης για την ύπαρξη διαφορετικής αρχής του έτους στις ελληνικές πόλεις κατά  τους αιώνες πριν από την χρονολόγηση με βάση τις Ολυμπιάδες, παρατίθενται τα  εξής αποσπάσματα: Φώτιος, Λεξικόν, 291 και Πλούταρχος, Πελοπίδας, 25. Επί πλέον υπάρχουν και πολλά άλλα περιγραφόμενα στην βιβλιογραφία, όπως λόγου χάριν αναφέρονται από τους Μάνο Δανέζη και Στράτο Θεοδοσίου, στο βιβλίο τους “Οδύσσεια των Ημερολογίων”, (Αθήνα, 1995).

Είναι αναμενόμενο ότι για τους προγενέστερους αιώνες, όπως για το τέλος του 13ου αιώνος π.Χ. και τις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. παραδείγματος χάριν, δεν υπήρχε κοινό ημερολόγιο για τα Βασίλεια των Αχαιών. Συνήθως η πρωτοχρονιά είχε σχέση με κάποιο ηλιοστάσιο ή κάποια ισημερία, αλλά διέφερε από περιοχή σε περιοχή. Κατά συνέπεια ο Όμηρος δεν θα μπορούσε να δίνει την δεκαετία του πολέμου με βάση ένα κοινό ημερολόγιο, με μία κοινή πρωτοχρονιά. Ως εκ τούτου ο κοινός χρόνος για όλους τους μαχόμενους ήταν ‘πόσα έτη πολεμούν’, δηλαδή τα ‘έτη πολέμου’. Πράγματι, ο Κάλχας, ο Αγαμέμνων και ο Οδυσσέας (ΙL.2.134-135, ΙL.2. 295-296, ΙL.2.328-329), αντιστοίχως, αλλά και άλλοι, αναφέρουν ότι έχουν ήδη πολεμήσει 9 έτη και τώρα βρίσκονται στην αρχή του 10ου έτους του πολέμου.

Επιπροσθέτως, η ομάδα στηριζόμενη σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας των μεταγενέστερων περιόδων αποδεικνύει ότι οι εκστρατείες ξεκινούσαν μετά την Άνοιξη. Παραθέτει δε πολλά αποσπάσματα αρχαίων ιστορικών και άλλων συγγραφέων και συγκεκριμένα: Δύο από τον Ηρόδοτο, (Ἱστορία, 6,106 -107 και 7,206), δεκαεπτά από τον Θουκυδίδη, (Ξυγγραφή, 5,26,1 – 5,20,3 – 2,2,1 – 2,103,1 -4,117,1 – 6,8,1 – 6,88,6 – 6,94,1 – 7,15,2 – 7,17,1 – 8,2,4 – 8,7,1 – 8,61,1 – 1,30,4 -2,34,1 – 2,102,2 – 6,88,5), δύο από τον Ξενοφώντα (Ἑλληνικά, 3,2,6 – 5,3,1), επτά από τον Αρριανό (Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις,1,1,4 – 1,11,3 – 3,6,1 – 4,18,4 – 4,22,3 -4,7,1 – 4,18,2) και τρία από τον Δίωνα τον Κάσσιο (Ῥωμαϊκαὶ ἱστορίαι, 36,5,1 – 49, 31,4 – 54,33,1).

Από όλα αυτά αποδεικνύεται ότι οι εκστρατείες ξεκινούσαν κατά κανόνα την Άνοιξη. Κατά συνέπεια η ίδια λογική της διεξαγωγής των πολέμων και της επιμελητείας των εκστρατειών κατά την κλασσική, την ελληνιστική και την ρωμαϊκή εποχή θα πρέπει να προεκταθεί και κατά την μυκηναϊκή περίοδο, που συμπίπτει με την ύστερη εποχή του Χαλκού.

Ένα, λοιπόν, έτος πολέμου’ στην Τροία άρχιζε την Άνοιξη ενός έτους και τελείωνε την Άνοιξη του επομένου έτους.

Συνεπώς, με σημερινή χρονολόγηση, το πρώτο ‘έτος πολέμου’ ήταν μεταξύ των ετών 1227-1226 π.Χ. και το δέκατο ‘έτος πολέμου’ ήταν μεταξύ των ετών 1218-1217 π.Χ. Η άλωση της Τροίας έλαβε χώρα στην αρχή του δέκατου ‘έτους του πολέμου’, όπως γράφει ο Όμηρος, δηλαδή το καλοκαίρι του 1218 π.Χ., όπως προτείνει η ομάδα. Ο Οδυσσέας αναχώρησε από την Ιθάκη το 1228-1227 π.Χ. και επέστρεψε το 20ο έτος, δηλαδή το 1208-1207 π.Χ.

Η επιστημονική ομάδα παραθέτει στον  Πίνακα 1 τα έτη πολέμου (από Άνοιξη σε Άνοιξη) και το έτος επιστροφής του Οδυσσέα.

               Πίναξ 1. Τα έτη του πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα

  • 1227-1226 π.Χ.  Πρώτο έτος πολέμου 
  • 1218-1217 π.Χ.  Δέκατο έτος πολέμου
  • 1208-1207 π.Χ.  Εικοστό έτος – Επιστροφή Οδυσσέα στην Ιθάκη
  1. Χρονολογήσεις του Τρωικού Πολέμου από ιστορικούς και αρχαιολόγους

Η επιστημονική ομάδα παραθέτει επίσης και τον Πίνακα 2 o οποίος περιέχει τις απόψεις των αρχαίων ιστορικών για την χρονολόγηση του Τρωικού Πολέμου. Οι ιστορικοί  χρονολογούν τον Τρωικό Πόλεμο που περιγράφεται από τον Όμηρο στο χρονικό διάστημα από το 1514 π.Χ. μέχρι το 1171 π.Χ.

Πίναξ 2. Οι απόψεις των αρχαίων ιστορικών

Όνομα συγγραφέως

 

Έτος π.Χ.
 Δούρις Σάμιος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, 1960)

 

1454 ή 1514
 Κλείταρχος Αλεξανδρεύς (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,

1960)

 

1274 ή 1334
Τίμαιος Ταυρομενίτης (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1274 ή 1334
Ερατοσθένης Αλεξανδρεύς (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, 1960)

 

1184 ή 1228 ή 1288
 Έφορος Κυμαίος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1189 ή 1249
 Φανίας Ερέσιος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1169 ή 1229
 Ηρόδοτος Αλικαρνασσεύς (Ἱστορία, 1968)

 

περί το 1250
 Δικαίαρχος Σικελιώτης (Fragmenta, 1888-1906)

 

1212
 Πάριον Χρονικόν (Παράγραφος 24 του κειμένου, 2001)

 

1208
 Σωσίβιος Λάκων (Censorinus, De die natali, 1810)

 

1171

Σημείωση: Εντός παρενθέσεων είναι οι πηγές, που αναφέρουν  τους αρχαίους συγγραφείς.

Η ομάδα παραθέτει επίσης και τον Πίνακα 3, στον οποίο παρουσιάζονται οι απόψεις των αρχαιολόγων σχετικώς με την καταστροφή  της Τροίας,  που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από το 1270 μέχρι το 1180 π.Χ., ιδιαίτερα όσον αφορά την γεωαρχαιολογική ζώνη Τroy VIIa, η οποία φέρει σαφή ίχνη καταστροφής από πυρκαγιά η οποία ήταν σαφής εμπρησμός και όχι ένα ατύχημα που οπωσδήποτε συνέβη σε προγενέστερο αιώνα στην ίδια πόλη αλλά αυστηρώς τοπικώς και χωρίς μαρτυρίες εισβολής.  Για ένα μεγάλο μέρος των αρχαιολόγων αντιστοιχεί στην ομηρική Τροία. Στην τελευταία, στην περιοχή της κατώτερης Τροίας πέραν των ανακτόρων, έχουν βρεθεί κεφαλές βελών, δηλαδή μαρτυρία στρατιωτικής εισβολής καθώς και σωροί από στρογγυλές πέτρες κατάλληλες να χρησιμοποιηθούν από σφενδόνες, δηλαδή μαρτυρία άμυνας της πόλης εν κινδύνω καθώς και σκελετοί. Ένας εξ αυτών αντιστοιχεί σε νεαρή γυναίκα ηλικίας 16 ή 17 ετών. Ο σκελετός είναι εν μέρει καμένος σε βιαστική ταφή σε δημόσιο χώρο (Cline,2013) ! Ούτε ο αποθανών  M.Korfmann ούτε ο διαπρεπής αρχαιολόγος Ε.Cline λαμβάνουν θέση σε ποιόν ανήκαν οι άκρες των βελών με βάση το επιχείρημα ότι δεν θα μπορούσαν οι Αχαιοί να οργανώσουν μία τέτοια εκστρατεία τότε. Ας σημειωθεί ότι δεν έχει γίνει ακόμη μη καταστροφική φυσικοχημική μελέτη ως προς την σύσταση τους ώστε να αποδειχθεί αν έχουν ή όχι παραμέτρους αντίστοιχες των βελών των Αχαιών η των Ανθρώπων της Θάλασσας.   Στην Εικόνα 8 παρουσιάζονται άκρες βελών καθώς και πέτρες για χρήση σφεντόνας. Η θέση αυτών καθώς και όλων των ευρημάτων στην Τροία περιγράφεται καλώς στην  απάντηση των στελεχών της ομάδας του Tubingen και του Πανεπιστημίου του Cincinnati προς την κριτική του Frank Kolb,(Late Bronze Age Troy: A Response to Frank Kolb By Peter Jablonka and Charles Brian Rose American Journal of Archaeology Vol. 108, No. 4 (October 2004), pp. 615–630) η οποία είναι εύκολα προσιτή στο ψηφιακό χώρο.

Εικών 8. Άκρες βελών του επιτιθέμενου εισβολέως και πέτρες για χρήση σφενδόνης του αμυνόμενου. Οι πέτρες βρέθηκαν υπό μορφή σωρού στην γεωαρχαιολογική ζώνη με ίχνη εμπρησμού TroyVIIa.

Πίναξ 3. Oι απόψεις των αρχαιολόγων

 Όνομα συγγραφέως Γεω-Αρχαιολογική ζώνη  (στρώμα) Η καταστροφή της Τροίας σε έτος π.Χ.

 

C. Nylander (1963)

 

Τροία VI

 

Θεωρεί ότι ο Τρωικός πόλεμος δεν είναι ιστορικό γεγονός

 

M. Finley et al (1964)

 

Τροία VI

 

Θεωρεί ότι ο Τρωικός πόλεμος δεν είναι ιστορικό γεγονός

 

W. Dörpfeld ( Zengel, 1990)

 

Τροία VI

 

περίπου 1250, αλλά μετά την μάχη της Kadesh

 

C. Blegen ( Zengel, 1990)

 

Τροία VIIa

 

1270-1240

 

V. R. d’A.  Desborough (1966)

 

Τροία VIIa

 

1230-1250

 

M. Wood (1998) Τροία VI

 

1250-1260

 

S. Hiller (1991) Τροία VIh

Τροία VIIa

 

Στο μέσον του 13ου αιώνα

Στο τέλος του 13ου και στην αρχή του 12ου αιώνα

 

G. Mylonas (1964)

 

Τροία VIIa

 

περίπου 1200

 

P. Moutnzoy (1999a,b)

 

Τροία VIIa

Τροία VIh

περίπου 1210

περίπου 1300

 

M. Korfmann (2004a,b)

 

Τροία VIIa /VIIb1

 

1200 – 1180

 

S. Hood (1998)

 

Τροία VIIb2

 

10ος αιώνας

 

Η πρώτη ομάδα αποτελείται από τους αρχαιολόγους Νylander (1963) και Finley (1964) οι οποίοι δεν αποδέχονται την ιστορικότητα του Τρωικού Πολέμου.

Η δεύτερη αποτελείται από τους Dörpfeld (αναφέρεται από τον Zengel, 1990), Blegen (αναφέρεται από τον Zengel, 1990), Desborough (1966), Wood (1998) και Ηiller (1991), οι οποίοι χρονολογούν την καταστροφή της Τροίας  περί το 1250 π.Χ.

Η τρίτη ομάδα αποτελείται από τους Μυλωνά (1964), την Mountzoy (1999a και 1999b), τον Korfmann (2004a και 2004b) και τον Hood (1998), οι οποίοι χρονολογούν  την καταστροφή της Τροίας περί το 1200 π.Χ., περί το 1210 π.Χ., μεταξύ του 1200 και 1180 π.Χ. και τον 10ο αιώνα π.Χ. αντιστοίχως.

Eικών 9. Μέρος της στρωματογραφίας της Τροίας από το βιβλίο Troia and the Troad-Scientific Approaches (Wagner G.A, Pernicka E και Uerpmann H.P. (2003). Οι προσθήκες με το ερυθρό και το γαλάζιο βέλος καθώς και το κείμενο στα δεξιά έγιναν από τον γράφοντα και αποτελούν τμήμα μελλοντικής δημοσιευσης στον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου του Cambridge το 2019. Yποδεικνύονται τα δύο γεωαρχαιολογικά στρώματα τα οποία τα οποία συνδεονται με τις δύο καταλήψεις της Τροίας με διαφορά μιας γεννιάς μεταξύ τους δηλαδή εκείνη του Αχιλλέως και των συντρόφων του, του δεύτερου Τρωικού Πολέμου, και εκείνη, η προηγηθείσα, των πατερων τους του πρώτου Τρωικού Πολέμου, Papamarinopoulos (2019).
Εικών 10. Λέκυθος του 6ου π.Χ. αιώνα, απεικονίζουσα την πρόσδεση της σορού του Έκτορα στο άρμα του Αχιλλέα

Συμπεράσματα

H επισήμανση του Πλουτάρχου ότι ‘η παλαιά φυσική επιστήμη’ ήταν ‘φυσικός λόγος’ κρυμμένος μέσα σε ‘μύθους’ και ‘μυστηριώδη θεολογία’ ισχύει και για τα ομηρικά έπη, που περιγράφουν γεγονότα, που συνέβησαν στο τέλος του 13ο αιώνα π.Χ.  Η ‘φυσική επιστήμη’ και στην συγκεκριμένη περίπτωση, το αστρονομικό φαινόμενο της ηλιακής έκλειψης, υποκρύπτεται μέσα στην ποιητική αφήγηση και αποδίδεται σε θεότητες, στον Δία, στην Αθηνά ή στον Απόλλωνα.

Η εν θέματι επιστημονική ομάδα σε σειρά εργασιών της (Papamarinopoulos et al (2012, 2013, 2014 και 2016)) στο περιοδικό Mediterranean Archaeology and Archaeometry, χρονολόγησε την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη και την πτώση της Τροίας με βάση τα αστρονομικά στοιχεία των δύο επών. Η τελευταία, επιπροσθέτως, παρουσίασε τις απόψεις της στο διεθνές συνέδριο στην αρχαία Ολυμπία το 2016, ‘Η αρχαία Ελλάδα και ο σύγχρονος κόσμος’, και τις έθεσε υπ ‘ όψιν του διεθνούς ακροατηρίου ως είθισται. Στον πιο κάτω σύνδεσμο παρουσιάζεται όλος ο τόμος των πρακτικών έτσι ώστε οι αναγνώστες να μπορούν να διαβάσουν ότι επιθυμούν:

http://timelessgreece.org/2017/PROCEEDINGS_Greek_v28_02_sm.pdf

http://timelessgreece.org/2017/PROCEEDINGS_Greek_v28_02_print.pdf

Η ομάδα με όρους Αστροφυσικής, Ατμοσφαιρικής Φυσικής και Γεωφυσικής εντόπισε, ανέλυσε και ερμήνευσε και άλλα φαινόμενα, που υπάρχουν εντός των ομηρικών επών.

Η αστρονομική χρονολόγηση της πτώσης της Τροίας, το 1218 π.Χ. είναι πολύ κοντά στην ομάδα των ιστορικών, όπως του Δικαιάρχου από την Σικελία, ο οποίος την χρονολογεί το 1212 π.Χ. και του Πάριου Χρονικού, όπου άγνωστος ιστορικός, την χρονολογεί το 1208 π.Χ.

Το έτος 1218 π.Χ. είναι επίσης πολύ κοντά στην χρονολόγηση  της ομάδας των   αρχαιολόγων, όπως του αειμνήστου ακαδημαϊκού  Γεωργίου Μυλωνά, ο οποίος χρονολογεί το στρώμα Troy VIIa, δηλαδή την γεωαρχαιολογική ζώνη με ίχνη  καταστροφής από πυρκαγιά, περίπου το 1200 π.Χ. και της P. Mountzoy, η οποία το χρονολογεί περίπου το 1210 π.Χ.

H ομάδα επισημαίνει, ότι η ‘μέση τιμή’ χρονολόγησης αυτής της γεωαρχαιολογικής ζώνης Troy VIIa, η οποία φέρει ίχνη πυρκαγιάς, είναι περίπου το 1250 π.Χ. Η μέση αυτή τιμή  έχει προκύψει από τις ανασκαφικές μελέτες των αρχαιολόγων, οι οποίοι στηρίχθηκαν κυρίως στην κεραμική και εν μέρει σε χρονολογήσεις με άνθρακα 14. Αυτή η τιμή έχει εύρος σφάλματος, δηλαδή ένα + και ένα – μερικών ετών ή μερικών δεκαετιών, το οποίο υποχρεωτικώς είτε προστίθεται, είτε αφαιρείται από το 1250 π.Χ.. Το σφάλμα υποδηλώνει τον βαθμό αβεβαιότητας των εκτιμήσεων και οφείλεται  στον τρόπο, με τον οποίο γίνονται οι χρονολογήσεις. Η χρονολόγηση όμως,  η οποία προέκυψε από τα αστρονομικά στοιχεία των δύο επών έχει μηδαμινό σφάλμα αβεβαιότητας και βρίσκεται εντός των πλαισίων χρονολόγησης της αρχαιολογικής έρευνας και των αναφορών των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Eπιπροσθέτως ελέγχθηκαν οι αιώνες 9ος, 8ος και 7ος π.Χ., διότι είναι δυνατόν να έζησε ο Όμηρος τότε και να είχε γνώση του ζεύγους των μερικών εκλείψεων ηλίου ορατών στην Τρωάδα και τα Ιόνια νησιά αντιστοίχως, οι οποίες να απείχαν δέκα χρόνια η μία από την άλλη. Αποδείχθηκε, με βάση τους καταλόγους της ΝΑΣΑ,  ότι η ομηρική προϋπόθεση της δεκαετίας ως χρονικής απόστασης, μεταξύ τους, δεν ικανοποιείται σε αυτούς τους αιώνες παρά μόνον στο τέλος του 13ου αιώνος και αρχές του 12ου αιώνος π.Χ. όπου υποχρεωτικώς μας οδηγεί ο Όμηρος ο οποίος δεν ζούσε τότε και επομένως δεν μπορούσε να γνωρίζει την ύπαρξη αυτού του ζεύγους τότε.

Ήταν η 6η Ιουνίου του 1218 π.Χ., όταν σκοτώθηκε ο Πάτροκλος, υπό την σκιά μιας μερικής ηλιακής έκλειψης, ενώ η πτώση της Τροίας έγινε περίπου μετά ένα-δύο μήνες. Ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη την 25η Οκτωβρίου του 1207 π.Χ. και φόνευσε τους διεκδικητές του θρόνου του την 30η  Οκτωβρίου του 1207 π.Χ., υπό την σκιά μιας άλλης μερικής ηλιακής έκλειψης. Τα γεγονότα αυτά σημαντικά από μόνα τους, συνδέθηκαν αναπόφευκτα με τα αστρονομικά φαινόμενα των εκλείψεων, σύμφωνα με τις δοξασίες εκείνης της μακρινής εποχής και παρέμειναν έντονα χαραγμένα στην μνήμη των ανθρώπων ως ένα παρελθόν ηρώων, το οποίο προφορικώς και εμμέτρως το μετέφεραν από γενιά σε γενιά. Ήταν φυσικό επακόλουθο η Μούσα να παραλάβει τους θρύλους και να τους μετατρέψει σε επικό έμμετρο ποίημα. Άλλωστε η επική ποίηση, περιγράφει κατορθώματα ηρώων και γεγονότα, που συνέβησαν σε παρελθόντα χρόνο.

Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού Πολέμου – Σταύρος Παπαμαρινόπουλος

Ο Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος είναι Καθηγητής της Γεωφυσικής του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Ισόβιος Εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών και Πρόεδρος της Εταιρίας Μελέτης Αρχαίας Μυθολογίας.

Σημείωση: Σύνδεσμοι όπου βρίσκονται ανηρτημένες οι εργασίες της ομάδας στον ιστότοπο της ΝΑSΑ.

The SAO/NASA Astrophysics Data System

(http://adsabs.harvard.edu/)

http://adsabs.harvard.edu/abs/2014MAA….14…93P

http://adsabs.harvard.edu/abs/2013MAA….13…69P

http://adsabs.harvard.edu/abs/2012MAA….12..117P

Αφιέρωση

Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στον αείμνηστο Ακαδημαϊκό, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, Ισόβιο Εταίρο της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών Σπύρο Ιακωβίδη πραγματικό δάσκαλο που φαινότανε στις πολλές συζητήσεις που κάναμε στο γραφείο του στις Μυκήνες πάνω στα θέματα του πολιτισμού των Αχαιών

Βιβλιογραφία

  1. Ομήρου  Ἰλιάς, Κ. Δούκας, Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα, 1998.
  2. Ομήρου Οδύσσεια, Κ. Δούκας, Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα, 2002.
  3. Plutarchus, Moralia vol. 7, Fragmentum 157 (16-21), Ed. Sandbach, Teubner, Leipzig, (1967).
  4. Sherrat, E.S., (1990), “Reading the Texts: Archaeology and the Homeric Question”, in Antiquity 64: 807-824.
  5. Cline, E., The Trojan War, a Very S hort I ntroduction, Oxford University Press, Oxford 2013
  6. Finley, M. 1974. Schliemann’s Troy – One Hundred Years After. Mortimer Wheeler Archaeological Lecture,London: Oxford University Press.
  7. Kraft J. C., Rapp G., Kayan I., Luce J.V. (2003), “Harbor areas at ancient Troy: Sedimentology and geomorphology complement Homer’s Iliad”, in Geology, vol. 31, No 2, 163-166.
  8. Maher, Matthew (2003) «Fall of Troy VII: New Archaeological Interpretations and Considerations,» Totem: The University of Western Ontario Journal of Anthropology: Vol. 11: Iss. 1, Article 8.
  9. Ἡράκλειτος ἐκ Πόντου, Allégories d’Homère, (75, 1, 1-9, 3), Les Belles Lettres, Paris, (1962).
  10. Πλούταρχος, De facie quae in orbe lunae apparet, Harold Cherniss, Loeb Classical Library (1957).
  11. Ευστάθιος, Παρεκβολαὶ εἰς Ὁμήρου δύσσειαν, ed. G. Stallbaum, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Odysseam, Leipzig 1825-1826 (repr. Hildesheim, 1970).
  12. Starry Night User’s Guide (2006) Imaginova Corp. Toronto, Canada.

13 .Espenak F., Meeus J. (2006) Five Millennium Canon of Solar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2006-214141.

  1. Espenak F., Meeus J. (2009a) Five Millennium Canon of Lunar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214172.

15 .Espenak F., Meeus J. (2009b) Five Millennium Catalog of Lunar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214173.

  1. Espenak F., Meeus J. (2009c) Five Millennium Catalog of Solar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214174.
  2. Schoch C. (1926) “The eclipse of Odysseus”, The Observatory vol. 49, 19-21.

18 .Baikouzis, C. and Magnasco M.O. (2008) “Is an eclipse described in the Odyssey?” in  Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A., vol. 105(26), pp. 8823-8828.

  1. Papamarinopoulos St. P., Preka-Papadema P., Mitropetros P., Antonopoulos P., Mitropetrou E., Tsironi A., (2012) “A new astronomical dating of Odysseus’ return to Ithaca”, in Mediterranean Archaeology & Archaeometry, vol. 12, No 1, pp. 117-128.
  2. Ἄρατος, Φαινόμενα, ed. Martin, Florence, La Nuova Italia Editrice, (1956).
  3. Ἐρατοσθένης, Καταστερισμοί, ed. A. Olivieri, Leipzig, Teubner, (1987).
  4. Kουνάδης, Α. (2018). “Αστρονομικές χρονολογήσεις του τέλους του Tρωϊκού Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα”, Επιστημονική ανακοίνωση του Σταύρου Παπαμαρινόπουλου, της Παναγιώτας Πρέκα Παπαδήμα, του Παναγιώτη Μητροπέτρου, της Έλενας Μητροπέτρου, των Παναγιώτη Αντωνόπουλου, Γιώργου Σαραντίτη, Κοσμά Γαζέα, Παναγιώτη Νάστου, Κώστα Κυριακόπουλου, και της Αλεξάνδρας Τσιρώνη, δια του Ακαδημαϊκού Αντώνη Κουνάδη, εκ των Πρακτικών της Ακαδημίας Αθηνών, τ.92 Α’(2017)
  5. Papamarinopoulos, St. P., Preka-Papadema, P., Mitropetros, P., Mitropetrou, E., Antonopoulos, P., and Tsironi, A. (2013) “The anatomy of a complex astronomical phenomenon described in the Odyssey”, in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 13(2), pp. 69-82.
  6. Papamarinopoulos, St. P., Preka-Papadema, P., Mitropetros, P., Antonopoulos, P., Mitropetrou, E. and Saranditis, G. (2014) “A new astronomical dating of the Trojan War’s end”, in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 14(1), pp. 93-102.
  7. Papamarinopoulos St. P., Preka-Papadema, P., Gazeas K., Nastos P. and Kiriakopoulos K. G. (2016) “Extreme Physical Phenomena during the Trojan War” in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 16, No 3, pp. 135-155.
  8. Spalinger,J. (2005) War in Ancient Egypt: the New Kingdom, Oxford, UK.
  9. Liverani Mario. (2001), International Relations in the Ancient Near East, 1600-1100 BC, New York, USA.
  10. Henriksson G. (2012), “The Trojan War dated by two solar eclipses” in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 12, No 1, pp. 63-76.
  11. Διόδωρος Σικελιώτης, Ἱστορική Βιβλιοθήκη (lib. 1-20), ed. F. Vogel and K.T. Fischer Leipzig: Teubner, (1888-1906), (repr. Stuttgart: 1964).
  12. Διονύσιος Ἁλικαρνασσεύς, Ῥωμαϊκαί Ἀρχαιότητες, ed. K. Jacoby, Leipzig: Teubner, (1885 – 1905), (repr. Stuttgart: 1967).
  13. Πολύβιος Μεγαλοπολίτης, Ἱστορίαι, T. Büttner-Wobst, Leipzig: Teubner, (1889 -1904), (repr. Stuttgart: 1962).
  14. Φώτιος Λεξικόν, (Α—Δ), ed. C. Theodoridis, Berlin: De Gruyter, (1982), και (Ε—Ω), ed. Porson, Cambridge: Cambridge University Press, (1822).
  15. Πλούταρχος, Πελοπίδας, K. Ziegler, Leipzig: Teubner, (1968).
  16. Δανέζης Μ. και Θεοδοσίου Σ., (1995), Οδύσσεια των Ημερολογίων, τόμος Α΄ και Β΄, Αθήνα, Εκδόσεις Δίαυλος.
  17. Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, Les Belles Lettres, Paris, (1968).
  18. Θουκυδίδης, στορίαι, ed. H.S. Jones and J.E. Powell, Oxford: Clarendon Press. (1942).
  19. Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, E.C. Marchant, Oxford: Clarendon Press, (1900), (repr. 1968).
  20. Ἀρριανός, Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις, Roos A.G. and Wirth G. (Eds.), Teubner, Leipzig. (1967).
  21. Δίων Κάσσιος, Ῥωμαϊκαί ἱστορίαι, ed. U.P. Boissevain, Berlin: Weidmann, (1895-1901), (repr. 1955).
  22. Κλήμης Ἀλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, Stählin O., Früchtel L. and Treu U. (Eds.), Akademie-Verlag, Berlin, (1960).
  23. Δικαίαρχος, Fragmenta, ed. F. Wehrli, Basel, (1967).
  24. Πάριον Χρονικόν, Ashmolean Museum of Art and Archaeology, Oxford, (2001).
  25. Censorinus, De die natali, Oxford, (1810).
  26. Nylander C. (1963), “The Fall of Troy”, Antiquity, XXXVII, 6 – 11.
  27. Finley M. I., Caskey J. L., Kirk G. S., Page D.L. (1964), “The Trojan War”, Journal of Hellenic Studies, 84, 1 – 20.
  28. 46. Dörpfeld, Wilhelm. (1902). Troja und Ilion. Athens: Beck & Barth, 1902.
  29. Zengel E. (1990), “Troy”, in Troy, Mycenae, Tiryns, Orchomenos. Heinrich Schliemann the 100th Anniversary years from his Death. Demakopoulou K. (Ed.) (Exhibition of the Athens Archaeological Museum in cooperation with the Berlin Alters Museum), 51-79.
  30. Blegen, C. (1963) Troy and the Troyans, London: Thames and Hudson.

49 .Desborough V. R. d’ A. (1966), The Last Mycenaeans and Their Successors, An Archaeological Survey c. 1200 – c. 1000 B.C., Clarendon Press, Oxford.

  1. Wood M. (1998), In Search of the Trojan War, University of California Press, Los Angeles.
  2. Hiller S. (1991), “Two Trojan Wars? On the Destructions of Troy VI h and Troy VII a”, in Studia Troica 1, 145 – 149.
  3. Mylonas G. E. (1964), “Priam’s Troy and the Date of its Fall”, in Hesperia, XXXIII, 352 – 380.
  4. Mountzoy P.A. (1999a), “The Destruction of Troia VIh”, in Studia Troica, 9, 253 – 294.
  5. Mountzoy P.A. (1999b), “Troia VII Reconsidered”, in Studia Troica, 9, 295 – 346.
  6. Korfmann M. (2004a), “Was There A Trojan War?”, in Archaeology, 57(3), 36 – 41.
  7. Korfmann M. (2004b), „Die Arbeiten in Troia/Wilusa 2003 – Work at Troia/Wilusa“, in Studia Troica 14, 3–31.
  8. Hood S. (1998), “The Bronze Age Context of Homer”, in The Ages of Homer, A Tribute to Emily Townsend Vermeule, E J. B. Carter, S. P. Morris (Eds.), University of Texas, Austin, 25- 32.
  9. Wagner A.G., Pernicka E.,Uerpmann.H-P.,(2003).Troia and the Troad. Scientific Approaches. Editor: Springer, p.p.448
  10.  Late Bronze Age Troy: A Response to Frank Kolb By Peter Jablonka and Charles Brian Rose, American Journal of Archaeology Vol. 108, No. 4 (October 2004), pp. 615–630
  1. Papamarinopoulos, St.P., (2019). Astronomical dating of the Trojan War and Odysseus’ return to Ithaca, Cambridge Publications (in print).

 

 

 

Πριν 55 χρόνια ο Γιώργος Σεφέρης γινόταν ο πρώτος Έλληνας που κέρδιζε το Νόμπελ Λογοτεχνίας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΙΝ 55 ΧΡΟΝΙΑ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΝΟΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΥ ΚΕΡΔΙΖΕ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

«Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους»

Στις 24 Οκτωβρίου 1963, η Σουηδική Ακαδημία τιμά με Νόμπελ Λογοτεχνίας τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες» και γίνεται ο πρώτος Έλληνας που βραβεύεται με Νόμπελ.

O Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963.
O Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963.

Σε επίσημο δείπνο που δόθηκε στο δημαρχείο της Στοκχόλμης, μετά την τελετή απονομής του Νόμπελ, στις 10 Δεκεμβρίου, ο Γιώργος Σεφέρης εκφωνεί την παρακάτω ομιλία:

«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα- πρώτα από τον εαυτό μου.

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν» (μτφρ. «δεν πρέπει ο Ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο· διαφορετικά, οι ίδιες οι Ερινύες θα προσφερθούν ως βοηθοί της Δικαιοσύνης»).

Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «…θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε…»***. Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε;Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο, γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να ‘βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν’ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ το Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.

Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα».

Κείμενο: ελc team

Email: info@elculture.gr

Πηγή: elculture.gr

H προϊστορική Μακεδονία έλαμψε στην 56η διάλεξη της Ελληνικής Αρχαιολογικής Επιτροπής της Μ. Βρετανίας

To Λονδίνο ήταν καταστόλιστο, με αέρα Χριστουγέννων, βροχή και τσουχτερό κρύο, την Τρίτη 20 Νοεμβρίου. Ομως στην εντυπωσιακή αίθουσα τελετών του πανεπιστημίου King’s College, η ατμόσφαιρα ήταν θερμότατη και κυριολεκτικά δεν έπεφτε καρφίτσα. Επρόκειτο για την πολύ ενδιαφέρουσα διάλεξη για τη Μακεδονία και τον πολιτισμό της στα προϊστορικά χρόνια, που διοργάνωσε η Ελληνική Αρχαιολογική Επιτροπή της Μεγάλης Βρετανίας. Είναι ένας θεσμός που μακροημερεύει από το 1986 χάρις στην υψηλότατη ποιότητα των εκδηλώσεών του.

Μετά το καλωσόρισμα της επικεφαλής του Centre for Hellenic Studies του Πανεπιστημίου από την καθηγήτρια Γκόντα Βαν Στιν, πήρε τον λόγο η πρόεδρος της Επιτροπής δρ Ζέττα Θεοδωροπούλου-Πολυχρονιάδη. Διαβίβασε τους χαιρετισμούς της ιδρύτριας της Επιτροπής, Μάτι Εγκον, η οποία δεν μπόρεσε να παραστεί. Αναφέρθηκε στο έργο και στους σκοπούς της Επιτροπής: Στα 32 χρόνια λειτουργίας της έγιναν 56 διαλέξεις στο Λονδίνο από επιφανείς αρχαιολόγους και δόθηκαν 64 υποτροφίες σε Ελληνες και Κυπρίους για μεταπτυχιακές σπουδές στην ελληνική αρχαιολογία σε δεκαεπτά διακεκριμένα βρετανικά πανεπιστήμια, με πρωτιά στην Οξφόρδη. Στην εκδήλωση παραβρέθηκαν πέντε πρώην υπότροφοι, οι οποίοι ανέβηκαν στο βήμα και εξέφρασαν την ευγνωμοσύνη τους για την ευκαιρία που τους δόθηκε να ολοκληρώσουν τις διδακτορικές τους διατριβές με ιδιαίτερη μνεία στην αμέριστη προσφορά της Μάτι Εγκον, των άλλων χορηγών και της προέδρου. Ισως ήταν η πιο συγκινητική στιγμή της βραδιάς.

Η πρόεδρος της Επιτροπής δρ Ζέττα Θεοδωροπούλου-Πολυχρονιάδη στο βήμα της εκδήλωσης.

Ομιλητής εφέτος ήταν ο καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Στέλιος Ανδρέου, που αναφέρθηκε στη Μακεδονία πριν από τη λάμψη του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η ομιλία του είχε τίτλο «Η περιοχή του Θερμαϊκού κόλπου κατά την ύστερη προϊστορική περίοδο: πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες στην Τούμπα Θεσσαλονίκης και στην κοιλάδα του Ανθεμούντα». Η ακαδημαϊκή πορεία του ομιλητή επικεντρώνεται στην Εποχή του Χαλκού στο Αιγαίο έως την Πρώιμη του Σιδήρου, με έμφαση σε θέματα της προϊστορικής εποχής της Βορείου Ελλάδας. Μέχρι τώρα είχαμε αρκετές παρουσιάσεις για διάφορες ιστορικές περιόδους της Μακεδονίας αλλά αυτή ήταν η πρώτη που αφορούσε την εποχή αυτή.

Η πρέσβειρα του Ηνωμένου Βασιλείου στην Αθήνα Κέιτ Σμιθ με τον λόρδο Κόλιν Ρένφριου.

Στις πρώτες σειρές, η πρέσβειρα του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ελλάδα Κέιτ Σμιθ και ο πρώην Βρετανός πρέσβης Τζον Κίτμερ, ο πρέσβης ε.τ. Ηλίας Γούναρης, ο Σύμβουλος Α΄ της ελληνικής πρεσβείας Νικόλαος Παπαγεωργίου καθώς και ο γραμματέας Κωνσταντίνος Αδαμόπουλος, ο ακόλουθος Πολιτικών Υποθέσεων της Κυπριακής Αρμοστείας στο Λονδίνο Ανδρέας Ηλιάδης και ο πολιτιστικός ακόλουθος δρ Μάριος Ψαράς. Παρευρέθησαν, επίσης, η Ειρήνη Λαιμού, καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας στην Οξφόρδη, ο λόρδος Κόλιν Ρένφριου, ο ομότιμος καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών Ρόντρικ Μπίτον, η καθηγήτρια της Οξφόρδης Κάθριν Μόργκαν, ο δημοσιογράφος των F.T. Μάρτιν Γουλφ, ο καθηγητής στο SOAS Τσαρλς Τριπ κ.ά.

Πηγή: Η Καθημερινή

John Horne: H κληρονομιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Αφιέρωμα στα  100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

John Horne

H κληρονομιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου¹

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε η πρώτη συλλογική δοκιμασία του 20ού αιώνα. Ο θάνατος άνω των 10 εκατομμυρίων μαχητών, ως επί το πλείστον Ευρωπαίων, βύθισε ολόκληρες κοινωνίες στο πένθος. Χιλιάδες άτομα, προερχόμενα από τις ανά τον κόσμο αποικίες, πολέμησαν ή εργάστηκαν στην Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο το αποικιακό στερέωμα. Οι Αμερικανοί αντέστρεψαν τη ροή του μεταναστευτικού ρεύματος, καταφθάνοντας συλλογικά, ως στρατιώτες, στην Ευρώπη. Δεν μετακινήθηκαν μόνο οι άνθρωποι. Μπορεί μεν ο πόλεμος να μην προκάλεσε τη γρίππη του 1918-1919, ωστόσο συνέβαλε στην εξάπλωση του ιού Η1Ν1, αναβαθμίζοντας, ως εκ τούτου, την πανδημία σε παγκόσμιο φαινόμενο. 

Από πολιτικής απόψεως, ο πόλεμος άλλαξε τη φυσιογνωμία της Ευρώπης. Η ήττα εμπόδισε την επιβολή της κυριαρχίας της Γερμανίας επί της Γηραιάς Ηπείρου δίχως, ωστόσο, να λύσει το πρόβλημα.

Οι μέχρι πρότινος πολυεθνικές αυτοκρατορίες (τσαρική Ρωσία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία) υποκαταστάθηκαν από νεοπαγή κράτη-έθνη. Πρόκειται για κράτη, που αγωνίστηκαν, εν συνεχεία, στους κόλπους του εθνικά ποικιλόμορφου ανατολικού τμήματος της Ευρώπης και του Καυκάσου, με σκοπό να συμφιλιώσουν τους λαούς και να αναπροσαρμόσουν τα σύνορα, ανάγοντας σε κυρίαρχο διακύβευμα την έννοια της εθνότητας και της εθνικής κυριαρχίας.

Η Ευρώπη την επομένη της λήξης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Χάρη στον πόλεμο, οι ΗΠΑ,για πρώτη φορά στην ιστορία τους, διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα. Η προοπτική αποστολής στα επιχειρησιακά θέατρα ενός απεριόριστου αριθμού στρατιωτών και όχι τόσο η πολεμική τους ισχύς, υπήρξε, τελικά, η παράμετρος εκείνη που, το 1918 , σηματοδότησε το τέλος των στρατιωτικών φιλοδοξιών της Γερμανίας. Γεγονός, το οποίο, με τη σειρά του, επέτρεψε στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Woodrow Wilson, να ηγηθεί της προσπάθειας ανοικοδόμησης της Ευρώπης από τους νικητές στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Ειρήνης του Παρισιού. Το νέο ξεκίνημα δεν σφραγίστηκε μόνο από το εγερτήριο σάλπισμα περί αυτοδιάθεσης αλλά, κυρίως, από την πρώτη απόπειρα συγκρότησης μιας μορφής υπερεθνικής διακυβέρνησης υπό τη σκέπη της Κοινωνίας των Εθνών. Παρόλο που η αμερικανική κοινή γνώμη (σε αντίθεση με ό,τι συνέβη μετά το 1945) δεν συμμερίστηκε την ιδέα της ενεργού συμμετοχής της χώρας στην όλη ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής πραγματικότητας, οι ΗΠΑ ουδέποτε εγκατέλειψαν ολοσχερώς το διεθνές στερέωμα, παραμένοντας δραστήριες στους τομείς της οικονομίας και της διπλωματίας.

Ο πόλεμος ριζοσπαστικοποίησε πνευματικά και ιδεολογικά τα πολιτικά δεδομένα. Η τσαρική Ρωσία δεν κατέρρευσε απλά μέσω μιας επαναστατικής διαδικασίας. Η ανάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους τον Νοέμβριο του 1917, η συνακόλουθη αντεπανάσταση και ο εμφύλιος πόλεμος, αντανακλούν, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ένα εγχείρημα επιβολής σε ευρεία κλίμακα, μιας σοσιαλιστικής εμπνεύσεως παραλλαγής στο χώρο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ένας άνεμος αντι-μπολσεβικικής υστερίας άρχισε να διαπερνά, ταυτόχρονα, τους συντηρητικούς κύκλους της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής. Στην πραγματικότητα, παρόλες τις διακηρύξεις περί διεθνούς επανάστασης, η Σοβιετική Ένωση καλείτο, πρωτίστως, να διασφαλίσει τον σοσιαλισμό εντός των γεωγραφικών ορίων της ίδιας της χώρας. Η ταξική ιδεολογία, της επέτρεπε να διατηρήσει πολλές από τις παρακαταθήκες της τσαρικής αυτοκρατορίας, προσδίδοντάς τους, παρά ταύτα, νέα υπόσταση. Εξακολούθησε να παραμένει μια ισχυρή δύναμη. Ιδεολογικά, ωστόσο, δεν διέθετε τις απαραίτητες προδιαγραφές, που θα της επέτρεπαν να προβάλλει ως αξιόπιστος διπλωματικός εταίρος, με τον ίδιο τρόπο, που το έπραττε παλαιότερα η  τσαρική Ρωσία.

Διαδήλωση στους δρόμους της Πετρούπολης το 1917.

Ο αντι-μπολσεβικισμός συνέβαλε στην ενδυνάμωση μιας άλλης ιδεολογίας, επίσης προϊόντος της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για μια αυταρχική και διαπνεόμενη από άκρατο λαϊκισμό εκδοχή του εθνικισμού, που επαγγελόταν μια νέα κοσμοαντίληψη σε επίπεδο δομής του κράτους και άσκησης της εξουσίας, σε ευθεία αντιπαράθεση τόσο με τη φιλελεύθερη δημοκρατία όσο και με τον κομμουνισμό. Ενόσω η παλαιά τάξη πραγμάτων κατέρρεε, νέα πρόσωπα αναδείχθηκαν στην εξουσία, χάρη σε ένα συνδυασμό πολιτικού χαρίσματος, στρατιωτικής μυθολογίας και παρακρατικής βίας. Στην Ιταλία πέτυχαν τους στόχους τους το 1922, με την επιβολή του φασισμού. Στην Αυστρία και στη Γερμανία προσχώρησαν στις τάξεις των αντεπαναστατικών παραστρατιωτικών Ελευθέρων Σωμάτων (Freikorps) των αρχών του Μεσοπολέμου και σε εκείνες της άκρας Δεξιάς, που, μια δεκαετία αργότερα, θριάμβευσε με την άνοδο των Ναζί στα πράγματα.

Ένοπλο Ελεύθερο Σώμα στo Μόναχο, τον Μάϊο του 1919.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος επαναπροσδιόρισε τον συσχετισμό των ισορροπιών ανάμεσα στις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις και τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη ανάδειξη των ΗΠΑ ως παγκόσμιας δύναμης, ούτε στη διαρκώς διογκούμενη αυτοπροβολή της Ιαπωνίας στο σύμπλεγμα Ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού Ωκεανού. Το φαινόμενο προέκυψε και δια μέσου επιμέρους μεταβολών, οι οποίες εκδηλώθηκαν στον τομέα της αποικιακής πολιτικής. Εκ πρώτης όψεως, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία ενεπλάκησαν στη διαδικασία του επεκτατικού ανταγωνισμού, διαμοιραζόμενες τις μέχρι πρότινος γερμανικές αποικίες της Αφρικής και της Ασίας. Συμμετείχαν επίσης ενεργά στον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης. Στο χώρο, που σήμερα ονομάζουμε Μέση Ανατολή, οι Βρετανοί προέβησαν στη γνωστή Διακήρυξη περί εγκαθίδρυσης μιας “εβραϊκής πατρίδας” στην Παλαιστίνη. Θεωρητικά, οι δυο μεγαλύτερες, σε παγκόσμια κλίμακα, αποικιακές αυτοκρατορίες, ουδέποτε άλλοτε υπήρξαν τόσο ισχυρές όσο μετά το πέρας του πολέμου. Ωστόσο, ο τελευταίος λειτούργησε ως έναυσμα για τα πρώτα σκιρτήματα προς την κατεύθυνση της αντιαποικιακής ανεξαρτησίας. Θα χρειαστεί άλλος ένας παγκόσμιος πόλεμος, έως ότου το φαινόμενο αυτό προσλάβει διαστάσεις αποαποικιοποίησης. Οι Μπολσεβίκοι, από τη δική τους πλευρά, φρόντισαν να εντάξουν τις διάφορες αντιαποικιακές εξεγέρσεις στο δικό τους πρόγραμμα περί παγκόσμιας επανάστασης.

Τέλος, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε η ταφόπλακα του οικονομικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα και μιας οικονομίας, η οποία στηριζόταν επάνω στην μετατρεψιμότητα του χρυσού και σε ένα ελεύθερο, λίγο έως πολύ, εμπόριο. Οι πληθωριστικές συνέπειες της εν γένει πολεμικής προσπάθειας, η οποία είχε στηριχθεί σε ευρείας κλίμακας δανεισμό, λειτούργησαν αποσταθεροποιητικά (όπως, άλλωστε, κάθε πληθωριστικό φαινόμενο) σε βάρος καθιερωμένων κοινωνικών ιεραρχιών. Συγκεκριμένες μορφές πλούτου (οικογενειακά αποθέματα, συντάξεις) παραχώρησαν σημαντικό χώρο σε άλλες (κέρδη και μισθοί στον κλάδο της βιομηχανίας). Τα υπέρογκα πολεμικά χρέη, ειδικότερα εκείνα της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας έναντι των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την πληρωμή των γερμανικών αποζημιώσεων στους νικητές του πολέμου, αποσυντόνισαν τη μεταπολεμική παγκόσμια οικονομία, έστω και αν η Γερμανία κατάφερε, εν τέλει, να απεμπλακεί από το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών της υποχρεώσεων. Ευρισκόμενη ανάμεσα σε μια προπολεμική πραγματικότητα (πριν από το 1914) βασισμένη στην αγγλική λίρα και σε μια μεταπολεμική (το 1945 πλέον), βασισμένη στο αμερικανικό δολάριο, η οικονομία του Μεσοπολέμου κλονίστηκε άσχημα από την κρίση του 1929, προκαλώντας περεταίρω αναστάτωση, κοινωνική αδικία και πολιτικές αναταράξεις, οι οποίες ήρθαν να προστεθούν στα ήδη υφιστάμενα επακόλουθα του  πολέμου.

Το κραχ στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (γνωστό και ως “Μαύρη Πέμπτη”), στις 24 Οκτωβρίου 1929, οπότε η αγορά έχασε το 11% της αξίας της μέσα σε λίγες ώρες.

Επομένως, είναι εμφανές πως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε διαβρωτικές επιπτώσεις σε βάρος της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου. Οι διάφορες απόψεις σχετικά με τον τρόπο, με τον οποίο αυτό συνέβη, χαρακτηρίζονται από σημαντικές αποκλίσεις ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο. Σε ένα πρώτο στάδιο, οι επιπτώσεις του πολέμου ενσωματώθηκαν σε μεταγενέστερα γεγονότα (Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση, Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Ψυχρός Πόλεμος), τα οποία προκλήθηκαν, εν μέρει, από αυτόν. Μετά το 1939, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έπαψε να είναι “τρέχουσα ιστορία”. Το κομβικό σημείο, η απαρχή της “σύγχρονης ιστορίας”, ήταν πια το 1945. Μιάς “σύγχρονης ιστορίας”, που είχε αναδυθεί από τις νίκες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και σχηματοποιηθεί μέσα στο καλούπι του Ψυχρού Πολέμου.

Κατά δεύτερο λόγο, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης και η πρόσληψη του γεγονότος από τους ιστορικούς δεν ακολουθούν ευθύγραμμη πορεία. Αμφότερες αντανακλούν τις συγκυρίες και τις έγνοιες που συνέβαλαν στη δημιουργία τους. Παρόλο που υπήρξε ένα γενικευμένο φαινόμενο, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος καταχωρίστηκε στη συλλογική μνήμη και μελετήθηκε ανέκαθεν μέσα στο πλαίσιο της διαμόρφωσης των εθνών-κρατών, στην τελική επικράτηση των οποίων, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκή κλίμακα, συνέβαλε αποφασιστικά. Στο αποικιακό στερέωμα όμως, η εμπειρία του πολέμου και η διατήρηση της μνήμης, εξέφραζαν την ψυχολογία του αποικιοκράτη, επισκιάζοντας την έννοια του έθνους. Χώρες όπως η Αλγερία και η Ινδία, εκδήλωσαν περιορισμένο ενδιαφέρον έναντι του πολέμου, αν και συμμετείχαν ενεργά και με βαρειές απώλειες σε αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα νεοπαγή κράτη της περιόδου του Μεσοπολέμου, όπως η Αυστρία και η Πολωνία, οι λαοί των οποίων συμμετείχαν στον πόλεμο στους κόλπους πολυεθνικών σχηματισμών. Ειδικότερα οι Πολωνοί, πολέμησαν στις τάξεις τριών αυτοκρατοριών: Ρωσικής, Γερμανικής και Αυστροουγγρικής. Παρά ταύτα, και εδώ το ενδιαφέρον υπήρξε περιορισμένο. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός αιώνα από το 1914, οι Αυστριακοί άρχισαν να ανακαλύπτουν το ύστερο Αψβουργικό τους παρελθόν και οι Πολωνοί να επιδεικνύουν μεγαλύτερη προσοχή έναντι του πολέμου. Αξίζει να σημειωθεί πως ο άγνωστος στρατιώτης, που αναπαύεται στο ομώνυμο μνημείο της Βαρσοβίας, δεν υπήρξε θύμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά της αντιπαράθεσης με την Ουκρανία, μέσω της οποίας ολοκληρώθηκε η διαδικασία της πολωνικής ανεξαρτησίας το 1919.

Αλλά και μεταξύ των κυρίων πρωταγωνιστών, η μνήμη των οποίων είναι αμιγώς εθνική, το ενδιαφέρον εκδηλώνεται εντονότερα στις περιπτώσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας (συμπεριλαμβανομένων και των πρώην κτήσεων της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας και του Καναδά) από ό,τι σε εκείνη της Γερμανίας. Συνέβαλε σε αυτό και το γεγονός πως οι επιχειρήσεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στα ευρωπαϊκά θέατρα, διεξήχθησαν πρωτίστως στο Ανατολικό μέτωπο. Ως εκ τούτου, οι γαλλικές και βρετανικές απώλειες υπήρξαν χαμηλότερες σε σύγκριση με εκείνες της τετραετίας 1914-1918, οπότε το Δυτικό μέτωπο υπήρξε από τα σημαντικότερα του πολέμου.  Η πρόσληψη του “Μεγάλου Πολέμου” παραμένει αναλογικά ισχυρή στις παραπάνω χώρες. Αντίθετα, το τραύμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είναι βαθύτερο για τη Γερμανία (στρατιωτική ήττα, διαχωρισμός σε δυο κράτη, μεγαλύτερες απώλειες, για να μην αναφέρει κανείς το στίγμα του Ολοκαυτώματος). Από το 1945 και κατόπιν, στη χώρα αυτή ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν αντιμετωπίζεται παρά μόνο ως προθάλαμος της επακολουθήσασας πραγματικής τραγωδίας. Χαρακτηρίζοντας τον πόλεμο ως “ιμπεριαλιστικό”, η Σοβιετική Ένωση τον απέρριψε ουσιαστικά. Τον αντιμετώπισε ως σημαδιακό γεγονός, στο ποσοστό που ο συγκεκριμένος πόλεμος δρομολόγησε τις διαδικασίες για την εκδήλωση και επιβολή της επανάστασης, έστω και αν στα μάτια των ιθυνόντων υστερούσε εμφανώς έναντι του κομβικής συμβολικής σημασίας “Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου” των ετών 1941-1945. Τέλος, στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, στις ΗΠΑ, η χαμηλών τόνων πρόσληψη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου χρήζει ερμηνείας. Αφενός, το μέγεθος των ανθρωπίνων απωλειών επισκιάστηκε από εκείνα του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αφετέρου, η μνήμη του αμαυρώθηκε, κατά κάποιο τρόπο, από την πολιτική του απομονωτισμού της περιόδου του Μεσοπολέμου.

Ένα μεγάλο μέρος από τις τελετές των τελευταίων ετών με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα, δύναται να κατανοηθεί με όρους εθνικής μνήμης και επίδειξης ενδιαφέροντος έναντι του ιδίου του πολέμου. Η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία, από κοινού με την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, τίμησαν όσο καμιά άλλη χώρα τη μνήμη των πεσόντων, εκπέμποντας, ταυτόχρονα, ένα μήνυμα ειρήνης και πατριωτισμού, κάπως ανώδυνο εάν λάβει κανείς υπόψη τον στρόβιλο του πολέμου και την τελική του έκβαση. Ο δείκτης ενδιαφέροντος εντός της Γερμανίας πραγματικά εκπλήσσει. Οφείλεται, ωστόσο, στην ευρεία κυκλοφορία, το 2012, στη συγκεκριμένη χώρα, εν είδει εξόδου διαφυγής, της μελέτης του Christopher Clark The Sleepwalkers (Οι Υπνοβάτες). Μέσω μιας διεξοδικής ανάλυσης των αιτιών του πολέμου, ο συγγραφέας απαλλάσσει τη Γερμανία από κάθε είδους ευθύνες σχετικά με τη διολίσθηση προς τη σύρραξη.

1η Ιουλίου 2016: Η επέτειος της εκατονταετίας της μάχης του Somme, στο βρετανικό μνημείο του Thiepval, καταμεσίς του πεδίου των εχθροπραξιών.

Με την κίνηση αυτή, κατάφερε να περιορίσει το βάρος της ιστορικής ενοχής των Γερμανών, με χρήση και προβολή ηθικών κριτηρίων, οι καταβολές πολλών εκ των οποίων ανέρχονται στην εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα, θα έλεγε κανείς πως η Ρωσία του Vladimir Putin ανακάλυψε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως έκφραση ειλικρινούς πατριωτισμού.

The Long Shadow: Europe After World War One (WW1 Documentary) | Timeline

 

Tίποτα από όλα αυτά δεν πρέπει να μας ξενίζει. Οι επετειακές τελετές οργανώνονται τόσο για το παρόν όσο και για το παρελθόν. Η ίδια η συγγραφή της Ιστορίας εμπλέκεται με τους ρυθμούς και τα βιώματα της εποχής του ιστορικού μελετητή. Τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, η γνώση γύρω από τον πόλεμο υπέστη ένα είδος επανάστασης. Ως εκ τούτου, διανοίχθηκαν νέες προοπτικές τόσο για τον ίδιο τον πόλεμο όσο και για την εκτίμηση και αξιολόγηση της κληρονομιάς του. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις εκείνες, όπου οι νέες αυτές προοπτικές ήρθαν σε ευθεία αντιπαράθεση με το εθνικό φρόνημα και μήνυμα των οργανωτών.

Παραδόξως, η επέτειος των εβδομηνταπέντε ετών πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η προσοχή του κόσμου ήταν εκ των πραγμάτων αποσπασμένη από τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου. Παρά ταύτα, το 1989 αποδείχθηκε κομβικό έτος. Πρόκειται για τη στιγμή, που το 1945 έπαψε πλέον να λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της σύγχρονης περιόδου της Ιστορίας. Μετεξελίχθηκε σε ένα είδος ενδιάμεσου σημείου του, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Eric Hobsbawm, “λειψού 20ού αιώνα”, ενός αιώνα έχοντος ως αφετηρία το έτος 1914. Δεν είναι μόνο ο κύκλος της βίας στα Βαλκάνια, που επανήλθε στην πρώην Γιουγκοσλαβία προσλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, τη μορφή ενός κτηνώδους  βομβαρδισμού σε βάρος του Σεράγεβου (1992-1996) και επαναφέροντας τα πράγματα, κατά κάποιο τρόπο, στο αρχικό τους σημείο, εκείνο της δολοφονίας του Ιουνίου 1914 στην ίδια πόλη. Κοντά στο γύρισμα του αιώνα και της χιλιετίας, οι Ευρωπαίοι προχώρησαν σε μια ανασύσταση της ηπείρου τους. Έτσι, αναδύθηκε στην επιφάνεια μια χαμένη προ πολλού Κεντρική Ευρώπη (Mitteleuropa) και μαζί με αυτή, η Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα. Από τη δική τους πλευρά, η Κίνα και η Ινδία, μέσα σε ένα πλαίσιο ανανεωμένης παγκοσμιοποίησης, άρχισαν να φαντάζουν ως ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, στρέφοντας τους προβολείς μακριά από την Ευρώπη. Στην προκειμένη περίπτωση είμαστε επίσης  μάρτυρες μιας διαδικασίας, οι καταβολές της οποίας δύνανται να ανιχνευτούν στην εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Πώς μπορούμε, επομένως, να αποτιμήσουμε τη μακροπρόθεσμη κληρονομιά του πολέμου, από τη στιγμή, που οι άμεσες συνέπειες του τελευταίου δείχνουν να έχουν διασκορπιστεί μέσα στον λαβύρινθο της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας ιστορίας; Η απάντηση, με τέσσερις, τουλάχιστον, διαφορετικούς τρόπους, είναι συνυφασμένη με τη βία και τη φρίκη του συγκεκριμένου πολέμου.

Κατά πρώτο λόγο, η μνήμη του πολέμου στις μέρες μας, κυριαρχείται από τα βιώματα του απλού στρατιώτη και από την κλίμακα του διατεταγμένου θανάτου. Όμως, σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες, οι τελευταίοι εναπομείναντες βετεράνοι έχουν φύγει από τη ζωή μέσα στην τελευταία δεκαετία. Ως εκ τούτου, έπαψε να υφίσταται ο ζωντανός σύνδεσμος με τα γεγονότα και άρχισε να τίθεται μετ επιτάσεως το ζήτημα του μηνύματος του πολέμου, καθώς ο τελευταίος μετεξελίχθηκε σε ένα αμιγώς ιστορικό φαινόμενο. Με τον τρόπο αυτό, μπόρεσε να σφυρηλατηθεί ένα πλαίσιο εθνικής μνήμης, επικεντρωμένο επάνω στην έννοια της θυσίας του πολεμιστή. Από τη στιγμή που η έκβαση και το νόημα του πολέμου ανήκουν, πλέον, στο παρελθόν, η περισσότερο χειροπιαστή κληρονομιά εξακολουθεί να παραμένει η αφήγηση του πολεμιστή και η διατήρηση της μνήμης της από εκατομμύρια οικογένειες. Η ύπαρξη και παρουσία τόσο πολλών μνημείων αντικατοπτρίζει εύλογα την παραπάνω διαπίστωση.

Υφίστανται, επομένως, πειστικοί ιστορικοί λόγοι, προκειμένου να μπορέσει εκ νέου να αναδειχθεί ο πόλεμος του απλού μαχητή. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν υπήρξε η πρώτη, κατά σειρά εμφάνισης, αντιπαράθεση της βιομηχανικής εποχής. Το θλιβερό αυτό προνόμιο διεκδικεί επάξια ο Αμερικανικός Εμφύλιος. Όμως, κατά τα έτη 1914-1918 έλαβε χώρα μια πρώτη συλλογική εμπειρία ενός πολυδιάστατου πολέμου, ο οποίος μετέφερε στα πεδία των εχθροπραξιών ολόκληρη την τεχνολογία της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης (χάλυβας, χημικά αέρια, ισχυρά εκρηκτικά, μηχανή εσωτερικής καύσης κ.ο.κ.). Αυτό συνέβη με όρους στατικού πολέμου, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του οποίου επιστρατεύτηκαν ολόκληρα έθνη που περικαρακώθηκαν πίσω από αμυντικές γραμμές προκειμένου να καταφέρουν να επικρατήσουν σε βάρος του αντιπάλου. Συνέβη επίσης με όρους ανανεωμένου επιθετικού πολέμου ή, ακόμα, με όρους σταδιακής φθοράς της βούλησης του εχθρού να πολεμήσει. Τα συστήματα των χαρακωμάτων καθώς και οι αποτυχημένες επιθετικές πρωτοβουλίες των Συμμάχων κατά τις τελευταίες εκατό ημέρες έχουν αποτυπώσει τα ίχνη τους μέχρι σήμερα στα αντίστοιχα επιχειρησιακά θέατρα. Αν και βιαιότερος, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν άφησε πίσω του συμβατικά πεδία εχθροπραξιών περισσότερο καταστροφικά από όσο εκείνα του Verdun ή του Somme.

Otto Dix, Shock Troops Advance under Gas, 1924, Museum of Modern Art (MoMA), Nέα Υόρκη.

Σήμερα εξακολουθούμε να παραμένουμε έκθαμβοι μπροστά στην έκταση της πρωτοφανούς αυτής ανθρωποσφαγής.  Χαρακτηριστική της αντίδρασης στον μαζικό διατεταγμένο θάνατο ήταν, παλαιότερα, η εμμονή αναφοράς στα ονόματα των θυμάτων (δίχως να ακολουθείται η οποιαδήποτε ιεραρχία), σε μια ολοένα και περισσότερο διευρυμένη, εξαιτίας της συνεχόμενης ανέγερσης μνημείων, γεωγραφία πένθους. Επινοήθηκαν νέοι τρόποι (κενοτάφια, μνημεία Αγνώστου Στρατιώτη) για όσους δεν διέθεταν επιβεβαιωμένους τόπους ανάπαυσης. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως η ανωνυμία της ομαδικής σφαγής απαιτούσε την συγκεκριμενοποίηση όσων είχαν σκοτωθεί, κάτι, το οποίο ίσχυε ήδη από την εποχή του Αμερικανικού Εμφυλίου, αλλά που συναντάμε συχνότερα σε μικρότερες ή μεγαλύτερες συμφορές μετά το 1914, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης της γενοκτονίας.

Παρά το γεγονός ότι οι τελετές και οι επέτειοι αποτελούν, πλέον, έκφανση της δικής μας συλλογικής εξοικείωσης και συμφιλίωσης με το φαινόμενο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η κλιμακα του θανάτου (όπως, άλλωστε και στην περίπτωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου), σε αντιπαραβολή με μεταγενέστερες κρίσεις, εξακολουθεί να μας θορυβεί. Ο Ψυχρός Πόλεμος καλλιέργησε την ιδέα της εθνικής κινητοποίησης και την προοπτική μιας ολομέτωπης σύγκρουσης στην Ευρώπη (αλλού, βέβαια, επρόκειτο για θερμό πόλεμο). Η μακρόσυρτη αντιπαράθεση των ετών 1980-1988 μεταξύ Ιράν και Ιράκ, υπήρξε η τελευταία, που μας παραπέμπει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως προς τον τρόπο διεξαγωγής. Σήμερα, όμως, εποχή ασύμμετρων απειλών, κινούμενων μεταξύ τρομοκρατίας και ανορθόδοξου πολέμου από τη μια πλευρά, υψηλής πολεμικής τεχνολογίας από την άλλη, ευρισκομένης στα χέρια επαγγελματιών στρατιωτικών, η στρατικοποίηση των δυτικών κοινωνιών του πρώτου ημίσεως του 20ού αιώνα έχει ανατραπεί πλήρως. Ακόμα και η Γαλλία, υπέρμαχη, κάποτε, της έννοιας του “ενόπλου έθνους”, έχει εγκαταλείψει προ πολλού την πρακτική της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.  Κατά συνέπεια, οι απώλειες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου καθίστανται ετεροχρονισμένες, η δε αυτοθυσία των τότε μαχητών δυσνόητη.

Το αντίθετο ακριβώς ισχύει για μια δεύτερη κληρονομιά του πολέμου. Εκείνη των δοκιμασιών, που υπέστησαν οι άμαχοι πληθυσμοί. Πουθενά αλλού, η απόσταση από τους επετειακούς εορτασμούς σε εθνική κλίμακα δεν είναι τόσο μεγάλη όσο στην περίπτωση ιστορικών μελετών, οι οποίες εστιάζουν σε φαινόμενα όπως τα εγκλήματα πολέμου, οι προσφυγικές ροές, η στρατιωτική κατοχή και οι ομαδικές δολοφονίες. Εδώ, η οπτική είναι υπερεθνική. Προκύπτει από μιας διαφορετικής υφής “μνήμη”, όπου οι γενοκτονίες και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας προσδίδουν μια αναδρομική διάσταση, η οποία μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πληρέστερα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (του Ολοκαυτώματος συμπεριλαμβανομένου) καθώς και μια γεύση από το διεθνές δίκαιο. Έχοντας παραμείνει στο περιθώριο του Ψυχρού Πολέμου, η παραπάνω οπτική ενεργοποιήθηκε εκ νέου μετά το 1989. Τότε συνοδεύτηκε από ένα “δεύτερο κύμα” φεμινισμού, το οποίο προσέγγιζε τον πόλεμο υπό το πρίσμα του φύλου, αρχής γενομένης από τους βιασμούς, στους οποίους προέβησαν οι Σερβο-Βόσνιοι στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η αλήθεια είναι πως τα δεινά των αμάχων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν γνωστά προ πολλού. Το επιβεβαιώνουν οι καταγγελίες περί γερμανικών ακροτήτων και βιαιοπραγιών στο κατεχόμενο Βέλγιο και στις γερμανοκρατούμενες επαρχίες της βορείου και ανατολικής Γαλλίας το 1914.

Γερμανικές θηριωδίες στο Βέλγιο και στη Γαλλία, όπως αποτυπώνονται σε αφίσες και έντυπα προπαγανδιστικού περιεχομένου.

Σε αυτές θα πρέπει να προστεθούν οι κατηγορίες των Γερμανών για τον εμπορικό αποκλεισμό και τη συνακόλουθη λιμοκτονία των κατοίκων των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, ή ακόμα και η καταδίκη, εκ μέρους των Συμμάχων, του μέχρις εσχάτων υποβρυχίου πολέμου, στον οποίο είχε επιδωθεί η Γερμανία σε βάρος “αθώων” αμάχων. Όλα αυτά συγκροτούν το ηθικό κατηγορητήριο του πολέμου και, όπως ήταν αναμενόμενο, τροφοδότησαν δεόντως τον τομέα της προπαγάνδας. Μεγάλο μέρος της εν λόγω βίας ασκήθηκε στο περιθώριο του πολέμου, συγκεκριμένα στα κατεχόμενα εδάφη, στις αποικίες, σε στρατωτικές φυλακές και στρατόπεδα αμάχων, τέλος, στις τάξεις των εθνικών μειονοτήτων. Δεν συγκροτεί κάποια εθνική μνήμη, στηριζόμενη στη θυσία του πολεμιστή.

Όπως συνέβη στην περίπτωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και των μετέπειτα συγκρούσεων, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπονόμευσε τη διάκριση μεταξύ μαχομένων και αμάχων. Από τη στιγμή, κατά την οποία ο κάθε συμμαχικός συνασπισμός επιστράτευσε το σύνολο του πληθυσμού που του αναλογεί, με σκοπό την αποδυνάμωση του αντιπάλου, επόμενο ήταν να προσφύγει στη βία σε βάρος των αμάχων. Η ίδια η λογική του πολέμου φθοράς στοχοποιούσε εκ των πραγμάτων τους τελευταίους. Ο ναυτικός αποκλεισμός, τον οποίο επέβαλλαν οι Σύμμαχοι, προσέβλεπε στη στέρηση σε τρόφιμα και πυρομαχικά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Αντίστοιχα, ο υποβρύχιος πόλεμος μέχρις εσχάτων, που εξαπέλυσε η Γερμανία εναντίον των Συμμάχων, υπαγορευόταν από ανάλογες προθέσεις. Υπολογίζεται πως άνω των 500.000 Γερμανοί πολίτες έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της πείνας, ειδικότερα κατά το δεύτερο ήμισυ του πολέμου. Περιορισμοί τεχνικής φύσεως ελαχιστοποίησαν τελικά τις περιπτώσεις αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος των αμάχων. Η πρόθεση, ωστόσο, υπήρχε από τις απαρχές του πολέμου και συνοδεύτηκε από αισθητή πρόοδο στον συγκεκριμένο τομέα κατά το τελευταίο έτος. Εικόνες, όπως εκείνες του βομβαρδισμένου Κόβεντρυ (1941) ή της ισοπεδωμένης Δρέσδης (1945), κέντριζαν ήδη τις φαντασίες των εμπολέμων τριάντα χρόνια νωρίτερα. Το μόνο που απουσίαζε ακόμη για κάτι τέτοιο ήταν τα αναγκαία τεχνικά μέσα.

Ουρά για προμήθεια τροφίμων στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Στοχοποίηση του αντιπάλου στο εσωτερικό μέτωπο σήμαινε επίσης διώξεις εντός των τειχών, συνήθως σε βάρος εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων. Μια έμφυτη τάση σε εποχές πολεμικής κινητοποίησης, που είναι ο βαθμός απελευθέρωσης φυσικής βίας, βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εμπλεκομένων κοινωνιών καθώς και από τη σχέση των τελευταίων με την πρόσφατη ιστορία τους. Όλα τα κράτη έθεσαν υπό περιορισμό σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (ο όρος προσέλαβε αργότερα άλλου είδους διαστάσεις) μειονοτικούς πληθυσμούς, που διέφεραν από τη γενική εικόνα. Οι Βρετανοί συνήθιζαν να αποκαλούν τους πληθυσμούς αυτούς “αλλοδαπούς εχθρούς” (“ennemy aliens”). Συχνά ο εγκλεισμός μετατρεπόταν σε ωμή βία. Εκκενώνοντας την Γαλικία το 1915, ο ρωσικός στρατός χρησιμοποίησε εκτεταμένη βία εναντίον εθνικών μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων, τρία εκατομμύρια εκ των οποίων εκτοπίστηκαν στη ρωσική ενδοχώρα. Σε διαφορετική κλίμακα μέσα στο ίδιο πάντοτε έτος, το εθνικιστικό καθεστώς των Νεοτούρκων, όταν βρέθηκε αντιμέτωπο με εχθρικές εισβολές στα μέτωπα του Καυκάσου και της Καλλίπολης, αφάνισε εσκεμμένα τα δυο τρίτα του αρμενικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συνολικού ύψους 1,8 εκατομμυρίου ατόμων. Τα θύματα προέκυψαν από ομαδικές εκτελέσεις, εκτοπίσεις και συνακόλουθους θανάτους στην έρημο της Συρίας, με μαρτυρίες για πάμπολλες περιπτώσεις βιασμού γυναικών και αναγκαστικούς προσηλυτισμούς στο Ισλάμ. Το φαινόμενο, στο οποίο η συντριπτική πλειοψηφία των ιστορικών αποδίδει τον χαρακτηρισμό της γενοκτονίας, προέκυψε εν μέσω της τουρκικής πολεμικής προσπάθειας. Η ευαισθησία μας έναντι των αθώων αμάχων θυμάτων, καθιστά αυτού του είδους τις πτυχές του πολέμου προσιτές σε εμάς, όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων.

Το τρίτο, κατά σειρά, διακύβευμα, σχετίζεται με τη διάχυση της βίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στις μεταπολεμικές κοινωνίες. Ορισμένοι ιστορικοί κάνουν λόγο περί ενός νέου Τριακονταετούς Πολέμου ή περί ενός Ευρωπαϊκού Εμφυλίου Πολέμου, καλύπτοντος τη χρονική περίοδο μεταξύ των ετών 1914 και 1945. Πέραν του ευρωκεντρικού περιορισμού έναντι ενός γενικευμένου σε παγκόσμια κλίμακα πολέμου, προσεγγίσεις του είδους αυτού δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τον παράγοντα της ειρήνης μεταξύ των δυο πολέμων. Άλλη ομάδα ιστορικών υποστηρίζει πως η πολεμική αντιπαράθεση εκβαρβάρωσε τις μεταπολεμικές κοινωνίες. Κι όμως, η πολεμική αντιπαράθεση υπήρξε γενικευμένη. Αντίθετα, η μεταπολεμική βία εκδηλώθηκε σε τοπική κλίμακα και αφορούσε μεμονωμένες περιοχές και χώρες.

Μια περισσότερο καρποφόρα προσέγγιση παρουσιάζει τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως επίκεντρο ενός ευρύτερου κύκλου βίας, ο οποίος καλύπτει ολόκληρη την περίοδο από το 1911 έως το 1923. Ο κύκλος αυτός εγκαινιάζεται με την ιταλική εισβολή στην υπό οθωμανική διοίκηση Λιβύη, γεγονός που σχεδόν αμέσως πυροδότησε τον πόλεμο ανάμεσα στο συνασπισμό των Βαλκανικών κρατών  και τα υπολείμματα της τουρκικής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Πόλεμος, που με τη σειρά του ενδυνάμωσε το βασίλειο της Σερβίας, μεταλλάσσοντας το τελευταίο σε απειλή για την Αυστροουγγαρία, η οποία συμπεριλάμβανε κι άλλους νοτιοσλαβικούς πληθυσμούς μέσα στο πολυεθνικό της μίγμα. Η αναμέτρηση ανάμεσα σε αυτοκρατορίες και εθνικισμούς εξαπλώθηκε μέχρι την άλλη άκρη της ευρωπαϊκής ηπείρου. Το παράδειγμα της Ιρλανδίας είναι χαρακτηριστικό. Με γνώμονα την παραπάνω ανάγνωση, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος πυροδοτήθηκε από την αναπόφευκτη αλληλεπίδραση ανάμεσα στους τοπικούς εθνικισμούς και τον συσχετισμό των ισορροπιών μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Αυστρία, υποστηριζόμενη από τη Γερμανία, αποφάσισε να συντρίψει τη Σερβία, διακινδυνεύοντας την έκρηξη ενός Ευρωπαϊκού πολέμου.

Ωστόσο, ο μέγας επιταχυντής των εξελίξεων υπήρξε ο ίδιος ο πόλεμος, τη φύση του οποίου ελάχιστοι είχαν καταφέρει να διαβλέψουν. Όλες οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις τον αντιμετώπισαν ως διακύβευμα επιβίωσης. Η κινητοποίηση ενός έθνους ή μιας αυτοκρατορίας ενάντια σε έναν δαιμονοποιημένο εχθρό, έθεσε σε πολλές περιπτώσεις σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή και την πολιτική νομιμοποίηση, ειδικότερα ενόσω ο στατικός πόλεμος εξαπλωνόταν και αύξανε ο δείκτης των απωλειών. Το 1918, η Ρωσία και η Ανατολική Ευρώπη είχαν πλέον αποσυντεθεί και αναλωθεί σε εθνικές συγκρούσεις και σε εμφύλιο πόλεμο. Ο τελευταίος υπερτροφοδοτήθηκε από τη βία των Μπολσεβίκων. Η ήττα στην περίπτωση της Γερμανίας και της Αυστρίας και αυτό που εκλήφθηκε ως ήττα σε εκείνη της Ιταλίας, ενεργοποίησε ολόκληρη σειρά συνοριακών αντιπαραθέσεων και εσωτερικών κοινωνικών συγκρούσεων, στις οποίες ήρθε να προστεθεί η παραστρατιωτική βία των εθνικοσοσιαλιστών. Οι νικήτριες δυνάμεις έπεισαν τον εαυτό τους πως ο πόλεμος είχε τερματιστεί τον Νοέμβριο του 1918. Στην πραγματικότητα, αυτός είχε μετεξελιχθεί σε εθνικιστική και ταξική βία δια μέσου της ήττας και της διάσπασης των κρατών, αργότερα δε, σε πόλεμο ανάμεσα στα διάδοχα κράτη. Η όλη κατάσταση διατηρήθηκε έως το 1923, προσθέτοντας στις ήδη βαρύτατες απώλειες του πολέμου πολλά εκατομμύρια επιπλέον θανάτων.

Ο “μέγιστος των πολέμων”, κληροδότησε μια δυσβάσταχτη κληρονομιά στη μεσοπολεμική Ευρώπη, σφυρηλατώντας μια ήπειρο εθνών-κρατών. Ειδικότερα στην Ανατολή, αλλά και στην Ιρλανδία, όπου εθνικές και θρησκευτικές οντότητες διαπλέκονταν μεταξύ τους, η κατάσταση αυτή άφησε πίσω της πικρές διαμάχες, που με τη σειρά τους έθεσαν υπό αμφισβήτηση την αρχή της εθνικής κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των λαών. Ο ανταγωνισμός μεταξύ φιλελεύθερης δημοκρατίας, φασισμού και κομμουνισμού πολλαπλασίασε τις εντάσεις, την ίδια στιγμή, κατά την οποία η αυξανόμενη γερμανική στρατιωτική ισχύς και η ιδεολογική απομόνωση της Σοβιετικής Ένωσης αποσταθεροποιούσαν τον συσχετισμό των ισορροπιών.

Επομένως, τα πάντα στρέφονταν γύρω από τον τρόπο, με τον οποίο όλες αυτές οι εκκρεμότητες και όλα αυτά τα άλυτα ζητήματα θα μεταφράζονταν με όρους πολιτικούς. Αυτά διαμόρφωσαν, τελικά, την ατζέντα των Ευρωπαϊκών δημοκρατιών και της Κοινωνίας των Εθνών κατά τη δεκαετία του 1920. Αυτά ριζοσπαστικοποίησαν τα πολιτικά πράγματα της δεκαετίας του 1930, δρομολογώντας τις εξελίξεις προς την κατεύθυνση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτά ενέπνευσαν, ως ένα ποσοστό, το υπερεθνικό όραμα της Ευρώπης της δεκαετίας του 1950 και οδήγησαν στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990. Χρειάστηκε να περάσει ένας ολόκληρος αιώνας, προκειμένου να διευθετηθούν οι εκκρεμότητες του “μεγίστου των πολέμων”, με τίμημα μεγαλύτερη, ακόμη, βία. Ωστόσο, από την οδυνηρή αυτή εμπειρία αναδείχθηκε μια ήπειρος, διασφαλισμένη, εκ πρώτης όψεως, από τον κίνδυνο επίλυσης των επιμέρους διαφορών με δυναμικό τρόπο.

Μετά το 1989, οι ιστορικοί, αναφερόμενοι στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, επισήμαναν με έμφαση την ευρύτερη σημασία του ως πολέμου, ο οποίος σηματοδότησε το τέλος ενός ευρωκεντρικού πλανήτη. Στην περίπτωση, η ανατροπή της προοπτικής εκδηλώνεται σε κλίμακα χώρου και χρόνου. Χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός έως ότου οι περισσότεροι Ευρωπαίοι συνειδητοποιήσουν πως η ήπειρός τους είχε πάψει, πλέον, να είναι το κέντρο του κόσμου, παρά το γεγονός ότι το κύρος της Γηραιάς Ηπείρου, ως φορέα πολιτισμού, είχε υποστεί θανάσιμο πλήγμα. Αδυνατούσαν, επίσης, να εκλάβουν ως παγκοσμίου βεληνεκούς έναν πόλεμο, ο οποίος είχε ως επί το πλείστον διαδραματιστεί επί του Ευρωπαϊκού εδάφους. Η παρανόηση οφείλεται, εν μέρει, σε πρόβλημα παράλλαξης. Χώρες και περιοχές, οι οποίες, με γνώμονα μια ευρωκεντρική οπτική, είχαν παραμείνει στην περιφέρεια του πολέμου, δεν μπορούσαν παρά να έχουν περιφερειακή συμμετοχή σε αυτόν. Κι όμως, είτε η Οθωμανική Τουρκία διαδραμάτισε περιφερειακό ρόλο είτε όχι, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος επέδρασε καταλυτικά επάνω σε αυτήν. Χάρη στον πόλεμο κατάφερε να μεταλλαχθεί, με βίαιο τρόπο είναι αλήθεια, από πολυεθνική αυτοκρατορία σε μια σύγχρονη δημοκρατία. Το ίδιο ισχύει και για την Αφρική, οι εύθραυστες οικονομίες της οποίας καταστράφηκαν εξαιτίας της κινητοποίησης προς όφελος των αναγκών του Ευρωπαϊκού πολέμου, για να μην αναφερθεί κανείς στις πολύνεκρες εκστρατείες της Ανατολικής Αφρικής, που κόστισαν τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ιθαγενών,  ενσωματωμένων στις τάξεις Βρετανών και Γερμανών. Κι όμως, η συμβολή της Αφρικής στον πόλεμο εξακολουθεί να φαντάζει ως αποικιακή παράμετρος μιας Ευρωπαϊκής ιστορίας.

Το Μνημείο των Πεσόντων στο Ντακάρ της Σενεγάλης.

Διόρθωση της παράλλαξης συνεπάγεται ποικίλες προσεγγίσεις του πολέμου μέσω της προοπτικής των εν λόγω περιοχών. Σημαίνει, επίσης, εκτίμηση και αξιολόγηση των συνεπειών και της εν γένει κληρονομιάς του με δεδομένα, που αποκλίνουν ριζικά από την Ευρωπαϊκή πρόσληψη. Δυο παραδείγματα αρκούν για να το επιβεβαιώσουν. To πρώτο από αυτά αναφέρεται στην Ιαπωνία, το πρώτο σύγχρονο Ασιατικό έθνος. Ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος του 1904-1905, ήταν, εν πολλοίς για την Ιαπωνία, ο δικός της Παγκόσμιος Πόλεμος. Βέβαια, αυτό δεν την εμπόδισε να συμμετάσχει και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με την ιδιότητα του εμπολέμου κράτους, αν και αρνήθηκε κατηγορηματικά  να στείλει στρατεύματα στην Ευρώπη. Κι όμως, η Ιαπωνία μελέτησε από κοντά τον συγκεκριμένο πόλεμο και άντλησε από αυτόν διδάγματα (αν μη τι άλλο, την απώλεια του κύρους της Ευρώπης και την εξασθένιση της εν γένει επιρροής και παρουσίας της στον Ασιατικό χώρο), τα οποία συνέβαλαν στη ριζοσπαστικοποίηση του δικού της ιμπεριαλισμού. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έδρασε αποφασιστικά, από πολιτισμικής απόψεως, στην τροχιά προς το Περλ Χάρμπορ.

Tο δεύτερο παράδειγμα ανάγεται στις αποικίες, οι οποίες, με εξαίρεση τις Βρετανικές κτήσεις, δεν έχαιραν αντίστοιχης αυτονομίας κινήσεων και ελιγμών. Οι διανοούμενοι και οι ακτιβιστές, που βρίσκονταν μεταξύ των πολλών κατοίκων, οι οποίοι αναγκάστηκαν να μεταβούν για πρώτη φορά στη ζωή τους στην Ευρώπη, δανείστηκαν τον λόγο και τα επιχειρήματα του Ευρωπαϊκού εθνικισμού, προκειμένου να θέσουν ζήτημα αυτοδιάθεσης για την γενέτειρά τους. Συχνά το έπραξαν επικαλούμενοι λόγους ηθικής τάξεως και αμοιβαία δικαιώματα στο όνομα της δικής τους συνεισφοράς στη συλλογική  πολεμική προσπάθεια. Δεν εισακούστηκαν. Απουσίαζε η βούληση, προκειμένου το «Διάγγελμα των 14 σημείων» του προέδρου Woodrow Wilson να γνωρίσει εφαρμογή πέραν της Γηραιάς Ηπείρου.

O Mohandas Karamchand Gandhi και η κίνηση για την αποτίναξη του Βρετανικού ζυγού από την Ινδία

Tην φαινομενική αντίφαση, βάσει της οποίας η σύσσωμη κινητοποίηση της αυτοκρατορίας παράγει από μόνη της αιτήματα για αλλαγή, δεν κατάφεραν να χαλιναγωγήσουν ούτε οι ίδιοι οι αποικιοκράτες, οι οποίοι επέμεναν να διοικούν προσφεύγοντας σε ακόμη πιο αυθαίρετες μεθόδους από ό,τι στο παρελθόν. Όλες αυτές οι πρώϊμες εκφάνσεις του εθνικού αισθήματος αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κληρονομιάς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην ίδια κλίμακα με τη θεωρία περί Ευρωπαϊκού ή Αμερικανικού επικέντρου της τελευταίας. Όμως, χρειάστηκε να περάσει πάνω από ένας αιώνας, προκειμένου να εξιστορηθούν διεξοδικά.

 

¹ Το κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε ειδική έκδοση του περιοδικού Current History με γενικό τίτλο The Global Legacies of World War 1 (τεύχος αρ. 113, Νέα Υόρκη, 2014, σσ. 291-303).

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

How the First World War was Fought: John Horne

Historians on Commemoration: John Horne

  

O John Horne είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεώτερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας του Trinity College του Πανεπιστημίου του Δουβλίνου, μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας της Ιρλανδίας και μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Historial de la Grande Guerre. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους ειδικούς της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σε διεθνή κλίμακα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Η ανακωχή της Γερμανίας (11 Νοεμβρίου 1918): Η αρχή του τέλους ή το τέλος μιας αρχής;

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

 Η ανακωχή της Γερμανίας (11 Νοεμβρίου 1918): Η αρχή του τέλους ή το τέλος μιας αρχής;

Η 11η Νοεμβρίου του 1918, ημέρα κατά την οποία ο στρατάρχης Ferdinand Foch και ο Matthias Erzberger υπέγραψαν το κείμενο της ανακωχής εκ μέρους των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων[1] και της Γερμανίας, θεωρείται πως έθεσε την επιτύμβια πλάκα στον πλέον αιματοβαμμένο και «αγριότερο», ως τότε, πόλεμο στην ιστορία, που είχε ξεκινήσει τον Ιούλιο του 1914. Στην τετραετή και πλέον διάρκειά του, ο πόλεμος αντέστρεψε τον ρου της ιστορίας, εξαναγκάζοντάς την σε οπισθοδρόμηση, άφησε πίσω του εκατόμβες νεκρών, στρατιωτών και αμάχων, υπολογιζόμενων σε 15.000.000, ανάπηρων, εξαθλιωμένων ανθρώπων, ανήμπορων να αντιμετωπίσουν τη ζωή, πόλεις κατεστραμμένες, υπαίθρους μολυσμένες, οικονομίες και κοινωνίες αφανισμένες. Επόμενο ήταν και ο ψυχισμός των ανθρώπων να μην παραμείνει αμετάβλητος και αλώβητος από τις θηριωδίες του πολέμου, σε βαθμό τέτοιο, που να επιτρέπει σε Γάλλο στρατιώτη του μετώπου του Βερντέν να δηλώνει πως «η μακρά περίοδος των συντριπτικά ισχυρών συναισθημάτων έληξε τελικά με τον θάνατο του συναισθήματος».

Την αναγέννηση του συναισθήματος στις ψυχές των ανθρώπων επιχείρησε να υποστασιοποιήσει η ανακωχή της 11ης  Νοεμβρίου του 1918, η τελευταία στη σειρά από τις ανακωχές, με τις οποίες τερματίστηκε ο  Μεγάλος Πόλεμος, μια και αφορούσε την πρωταίτια της πολεμικής ανάφλεξης, Γερμανία, και η οποία άνοιγε τον δρόμο στους νικητές του πολέμου, για την έναρξη των ειρηνευτικών διαβουλεύσεων,  θέτοντας  τις βάσεις για την επαναφορά της ευρωπαϊκής, και γενικότερα πλανητικής, ειρήνης στην πρότερη του πολέμου κατάσταση. Αυτό το πνεύμα απέπνεε και η αθηναϊκή εφημερίδα Έθνος, της 30ής Οκτωβρίου 1918, όταν σε πρωτοσέλιδο άρθρο, με τίτλο «Το τέλος του Πολέμου», ανάφερε, μεταξύ άλλων, σημαντικών, πως : «Από της ενδεκάτης πρωινής της χθες, η Ειρήνη ήπλωσε τας πτέρυγάς της εφ’ ολοκλήρου της γης. Η κάθαρσις του μεγάλου πολεμικού δράματος, του διαρκέσαντος επί 4 έτη και ισαρίθμους περίπου μήνας επήλθε ραγδαίως εντός ολίγων μηνών, ομού με την εκκαθάρισιν εκείνων, που το προεκάλεσαν. Ο πόλεμος λήγει με την πλήρη, την ολοκληρωτικήν υποταγήν της Γερμανίας και του ομίλου των συνενόχων της. Η κατάρρευσίς της υπήρξεν όντως κεραυνοβόλος, απροσδόκητος, καταπληκτική»[2].

Το ξέφωτο της Rethondes στο δάσος της Κομπιένης, όπου υπογράφηκε η πράξη της ανακωχής με τη Γερμανία.

Η γερμανική ανακωχή, έκλεινε τον κύκλο των ομολόγων της, με τις οποίες τερματίστηκε ο Μεγάλος Πόλεμος και σηματοδοτήθηκε η νίκη των Δυνάμεων της Αντάντ επί των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ειδικότερα, στις αρχές Δεκεμβρίου 1917, η Γερμανία είχε υπογράψει ανακωχή με τη Ρουμανία και ακολούθησε εκείνη με τη Ρωσία, στα μέσα του ίδιου μήνα, η οποία οδήγησε στην γερμανορωσική Συνθήκη Ειρήνης του  Μπρεστ-Λιτόβσκ, που ισοδυναμούσε με ανακωχή. Οι Δυνάμεις της Αντάντ, προσήλθαν σε ανακωχή με τη Βουλγαρία, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, ένα μήνα αργότερα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στις 30 Οκτωβρίου 1918, και με την Αυστροουγγαρία, στις 3 Νοεμβρίου 1918, ενώ η οριστική λήξη του πολέμου, στο στρατιωτικό πεδίο, επήλθε με την ανακωχή, που υπέγραψε η θεωρηθείσα ως πρωταίτια του πολέμου, Γερμανία, με τις Δυνάμεις της Συνεννόησης, στις 11 Νοεμβρίου 1918. Δυο μέρες αργότερα, στις 13 Νοεμβρίου 1918, οι Σύμμαχοι υπέγραψαν ανάλογο κείμενο με την Ουγγαρία, στο Βελιγράδι.

Το “ντόμινο” των ανακωχών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σε καρτ-ποστάλ εποχής

Ο προτελευταίος χρόνος του πολέμου είχε αντιστρέψει απροσδόκητα και συθέμελα τις εύθραυστες ισορροπίες ανάμεσα στους δύο αντιμαχόμενους, στον Πόλεμο, συνασπισμούς Δυνάμεων, της Τριπλής Συνεννόησης και των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ένα από τα σοβαρότατα πλήγματα, που υπέστη το στρατόπεδο της Αντάντ, επήλθε με την απομάκρυνση της τσαρικής Ρωσίας από τον όμιλο, γεγονός,που ήταν απόρροια των δυσχερειών, οι οποίες είχαν αναφυεί και στην εσωτερική πολιτική της σκηνή, με αποτέλεσμα να διευκολύνουν την εκδήλωση της επανάστασης του Μαρτίου 1917, την ανατρέψασα τον Οίκο των Romanoff και το εγκαθιδρυθέν, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους,μπολσεβικικό καθεστώς στην χώρα.

Ξέχωρα από την αντιτσαρική επανάσταση, το 1917, που χαρακτηρίστηκε, από όλους τους εμπόλεμους, ως «η μαύρη χρονιά του πολέμου», εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την άποψη πως εντείνονται οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις, με κεντρικό στόχο το τέλος του πολέμου, οι οποίες διήρκεσαν επί μακρόν. Σ’ αυτές τις επαφές συγκαταλέγονται και οι ανεπιτυχείς συνομιλίες, στα μέσα Δεκεμβρίου 1917, στο Σπα, που διαμείφθηκαν ανάμεσα στον Jan Smuts, ο οποίος αντιπροσώπευε τη Βρετανία και τον Αυστριακό διπλωμάτη, Albert Mensdorff, που αποσκοπούσαν στην συνομολόγηση συμφωνίας ειρήνης μεταξύ Αντάντ και Αυστροουγγαρίας. Είναι η εποχή, κατά την οποία οι Σύμμαχες Δυνάμεις της Αντάντ προσβλέπουν στην υπογραφή μιας ξεχωριστής συνθήκης ειρήνης με την Αυστροουγγαρία, με την προϋπόθεση την αυτονομία των εθνοτήτων της Αυτοκρατορίαςτων Αψβούργων. Οι καταιγιστικές, όμως, νίκες των Κεντρικών Δυνάμεων στη Ρουμανία, κυρίως, αναπτέρωσαν τις ελπίδες στο στρατόπεδό τους για τη νίκη τους, καθώς και ένα διπλωματικό επεισόδιο, ανάμεσα στον Αυστριακό υπουργό Εξωτερικών και τον Georges Clemenceau, τερμάτισε άδοξα τις προσπάθειες εκείνες. Αργότερα, τον Μάιο του 1918, ο Κάρολος Α΄ συναντά τον Γουλιέλμο Β΄ στο Σπα και υπογράφουν Συνθήκη Συμμαχίας, Αμυντική και Επιθετική, με δωδεκαετή διάρκεια. Λίγους μήνες νωρίτερα, η Γερμανία είχε πετύχει την υπογραφή της διμερούς γερμανορωσικής Συνθήκης Ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόβσκ, στις 3 Μαρτίου του 1918, η οποία λίγο έλειψε να γείρει την πλάστιγγα του πολέμου υπέρ της κατίσχυσης των Κεντρικών Αυτοκρατοριών επί των Δυνάμεων της Αντάντ. Είναι προφανές πως η Γερμανία, ενισχυμένη, την εποχή εκείνη, από τη σύμπραξή της με τη Ρωσία, από την οποία αποκόμισε εδαφικά και οικονομικά οφέλη, επιθυμούσε να μην απολέσει την πρόσκαιρη εταίρο της, προσβλέποντας και πιστεύοντας στην οριστική νίκη.

Την άνοιξη, όμως, του 1917, η Αντάντ μπορεί να έχασε έναν ισχυρό παίκτη στο παιχνίδι της διεθνούς πολιτικής και της πολεμικής μηχανής, αλλά κέρδισε έναν υπολογίσιμο εταίρο. Δεν ήταν άλλος από τις ΗΠΑ, ο πρόεδρος των οποίων, Woodrow Wilson  αποφάσιζε τη συμμετοχή της χώρας του στον πόλεμο. Δύο μήνες νωρίτερα η Γερμανία είχε κηρύξει τον υποβρυχιακό πόλεμο σε όλα τα κράτη, εμπόλεμα και ουδέτερα. Στις αρχές Φεβρουαρίου διακόπτονταν οι διπλωματικές σχέσεις Γερμανίας-ΗΠΑ και στις 2 Απριλίου οι τελευταίες εξερχόταν στον πόλεμο, με τις «επευφημίες»  του Κογκρέσου. Οι προθέσεις, ωστόσο, του Wilson, όταν εγκατέλειπε, προσκαίρως, την απομονωτική πολιτική της χώρας του και παρενέβαινε στις υποθέσεις του πολέμου, στοχεύοντας  στον τερματισμό του και στην αποκατάσταση της ειρήνης,  δεν ήταν ολωσδιόλου ανιδιοτελείς. Φαίνεται πως απώτερος στόχος του ήταν η επιθυμία του να την επιβάλει με τον αμερικανικό τρόπο, διότι πίστευε πως, όταν τέλειωνε ο πόλεμος, η χώρα του θα είχε βάλει «στο χέρι» τους ευρωπαίους ηγέτες «από οικονομικής πλευράς», όπως είχε εξηγήσει, από τις αρχές του 1917, στον συνταγματάρχη House. Δεν είναι παράδοξη η ρήση του Αμερικανού προέδρου, αν αναλογιστεί κανείς πως οι ΗΠΑ είχαν δεσμεύσει, οικονομικώς, τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και την Ελλάδα, χορηγώντας πολεμικά δάνεια. Ήταν και αυτός ένας από τους λόγους, που ενέπλεξε την χώρα του στον πόλεμο, διότι ενδεχόμενη λήξη του υπέρ των Κεντρικών Δυνάμεων θα συνεπέφερε αφενός μεν πιθανή απώλεια των αμερικανικών κεφαλαίων, αφετέρου δε την ανάδειξη της Γερμανίας σε ευρωπαϊκή-πλανητική υπερδύναμη, ικανή να στερήσει από τις ΗΠΑ τα όποια διεθνή πρωτεία τους.

Ένα χρόνο αργότερα, και ενώ οι δοξασίες του Lenin και του Trotsky για καθολική ανατροπή της αστικής τάξης έβρισκαν ευήκοα ώτα στην κουρασμένη κοινή γνώμη των Συμμάχων, είχαν οδηγήσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Wilson, να ανακοινώσει ενώπιον του Κογκρέσου, στις 8 Ιανουαρίου 1918, το Υπόμνημά του, γνωστό ως 14 Σημεία, στην προσπάθειά του να διατρανώσει πως οι ΗΠΑ «ήσαν διατεθειμέναι να εφαρμόσουν πλέον φιλελεύθερον πρόγραμμα ή οι κομμουνισταί δια την μελλοντικήν ειρήνην». Παραλλήλως, οι Σύμμαχοι, οκτώ μέρες μετά τη σύναψη της προαναφερθείσας γερμανορωσικής ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόβσκ, από την οποία εξήλθε ισχυροποιημένη η Γερμανία, επενέβησαν στη Ρωσία στρατιωτικώς: οι Βρετανοί, στον Αρχάγγελο και στο παγωμένο Μουρμάνσκ, οι Γάλλοι στη Σιβηρία και την Υπερκαυκασία, οι Ιάπωνες στο Βλαδιβοστόκ, κυρίως, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα τη διατήρηση του Ανατολικού μετώπου και όχι την πάταξη του κομμουνισμού. Έχοντας να αντιμετωπίσει ο στρατός των Συμμάχων, τον Κόκκινο Στρατό, οργανωμένο από τον Trotsky, αλλά και την άρνηση του λαού να συμβάλει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην επαναφορά του τσαρισμού, δεν είχε περιθώρια επιτυχίας. Στην αποτυχία της συμμαχικής επέμβασης στη Ρωσία έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και άλλοι δύο παράγοντες: η άρνηση του Wilson να συναινέσει στη «βίαιη επιβολή της θέλησης των Μεγάλων Δυνάμεων», στις υποθέσεις της Ρωσίας, όπως και η, με την άμεση ανάμιξή του, επίτευξη της ανακωχής με τη Γερμανία, η οποία κατέστησε το «στρατηγικό […] νόημα» της επέμβασης, κενό περιεχομένου.

Le Quesnoy (Aμερικανικός τομέας του μετώπου), 11 Νοεμβρίου 1918. Λειτουργία των Ευχαριστιών.

Η ανάμιξη των ΗΠΑ στον πόλεμο, τους παρείχε την ευκαιρία να παίξουν σημαίνοντα ρόλο,  «πρωταγωνιστικό», όπως σημειώνει o John Horne, στα διεθνή δρώμενα, «για πρώτη φορά στην ιστορία τους», και «η προοπτική αποστολής [στην Ευρώπη] ενός απεριόριστου αριθμού στρατιωτών και όχι τόσο η πολεμική τους ισχύς, υπήρξε, τελικά, η παράμετρος εκείνη που, το 1918, σηματοδότησε το τέλος των στρατιωτικών φιλοδοξιών της Γερμανίας». Έτσι, η ενίσχυση της Αντάντ, στρατιωτική και ηθική, θα οδηγήσει στην κατάρρευση του μετώπου των Κεντρικών Δυνάμεων, που υπήρξε το αποτέλεσμα της συμμαχικής επίθεσης, της 15ης Ιουλίου 1918 και επήλθε στις 8 Αυγούστου. Είναι η απαρχή της περιόδου, την οποία επικαλέστηκε ο Γάλλος πρόεδρος, Raymond Poincaré, στην επιστολή, την οποία έστειλε, την 8η πρωινή, της 11ης Νοεμβρίου, στον Georges Clemenceau, τρεις ώρες μετά την υπογραφή της ανακωχής με τη Γερμανία, όπου ανέφερε, μεταξύ άλλων: «Από της 15ης Ιουλίου, η Γαλλία ακολούθησε με ασθμαίνουσα συγκίνηση τις λαμπρές, καθημερινές επιτυχίες, που σημείωσαν τα συμμαχικά στρατεύματα και τα οποία, μάλιστα, επέσπευσαν την απόσυρση του γερμανικού στρατού»[3].  

Παρά ταύτα, ο στρατηγός Ludendorff επιμένει, στη Διάσκεψη του Σπα, στις 14 Αυγούστου, να συνεχιστεί ο πόλεμος, ανακόπτοντας τις προθέσεις της πολιτικής ηγεσίας, του καγκελάριου Hertling και του υπουργού Εξωτερικών Hintze, ο οποίος από τις 3 Ιουλίου έχει αντικαταστήσει τον Kühlmann, για τερματισμό του πολέμου και έναρξη διαπραγματεύσεων με εκπροσώπους της Αντάντ. Ωστόσο, περί τα τέλη Αυγούστου, υπογράφεται και η γερμανορωσική Συνθήκη, η οποία περιλάμβανε, ανάμεσα σε άλλα, και την αρωγή της Γερμανίας στη σοβιετική κυβέρνηση, ώστε να δυνηθεί να αντιμετωπίσει τον αντεπαναστατικό στρατό, αλλά και το συμμαχικό εκστρατευτικό σώμα.

Την ίδια περίοδο, ο Κάρολος Α΄, επηρεασμένος από την συνεχώς οξυνόμενη επισιτιστική κρίση, που βίωνε ο λαός του σε τμήμα της αυτοκρατορίας, συνέπεια της οποίας υπήρξε και ο κοινωνικός αναβρασμός, αλλά και η περαιτέρω έξαρση των αποσχιστικών, εθνοτικών κινημάτων, θα στραφεί προς τον Γουλιέλμο Β΄, στον οποίο ανακοινώνει την απόφασή του για σύναψη χωριστής ειρήνης. Η απόφασή του εμπεδώνεται στη βεβαιότητα πως οι δυνατότητες της χώρας του θα είχαν εξαϋλωθεί ως τον χειμώνα.  Οι ενέργειές του θα πέσουν και πάλι στο κενό: ο Hintze ταξιδεύει στη Βιέννη, ώστε να περιφρουρήσει την ακεραιότητα της συμμαχίας, τη στιγμή που η Αντάντ επιμένει στη συνθηκολόγηση άνευ όρων. Ο Κάρολος πρέπει να περιμένει. Θα επανέλθει στο αίτημά του για τερματισμό του πολέμου, μετά την κατάρρευση της Βουλγαρίας, στις 4 Οκτωβρίου, υποβάλλοντας σχετικό έγγραφο στον Wilson. Το διάταγμά του, της 16ης Οκτωβρίου, που προέβλεπε τη μετάβαση της αυτοκρατορίας σε ομοσπονδία, δεν γίνεται δεκτό από τους εκπροσώπους της σλαβικής εθνότητας. Στην Πράγα, στη Βουδαπέστη, στο Ζάγκρεμπ και στη Βιέννη σχηματίζονται προσωρινές κυβερνήσεις. Η ανακωχή θα υπογραφεί με την Ιταλία, στις 3 Νοεμβρίου, μετά την κατατρόπωση των αυστροουγγρικών στρατιωτικών δυνάμεων, στο Πιάβε, από τον ιταλικό στρατό.

Οι εξελίξεις, όμως, και στο νοτιοαντολικό θέατρο του πολέμου είναι απογοητευτικές για το στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων. Σ’ αυτό συνηγορούν και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο βαλκανικό μέτωπο. Η συντριπτική ήττα του βουλγαρικού στρατού, κατά τον Σεπτέμβριο του 1918, από τις μεραρχίες του συμμαχικού στρατού της Στρατιάς της Ανατολής, με τις οποίες συμπολεμούσε και ο αξιόμαχος ελληνικός στρατός, υπό τις διαταγές του αρχιστρατήγου Franchet d’ Espèrey και η δεινή θέση, στην οποία περιήλθε η βουλγαρική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να ζητήσει εσπευσμένως ανακωχή, στις 27 Σεπτεμβρίου και να υπογράψει αυτή δυο μέρες αργότερα, στις 29 του μηνός, στη Θεσσαλονίκη, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην τελειωτική αποδυνάμωση των Κεντρικών Αυτοκρατοριών[4]. Κατ’ αυτό τον τρόπο,  «από ένα δευτερεύον μέτωπο προήλθε μια επίθεση, η οποία αποδείχθηκε κεφαλαιώδης για τον τερματισμό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου» (Mourélos, 2015, p. 271).Τούτο, εξάλλου, διαπιστώνεται και από τα όσα παραδέχθηκε ο Ludendorff, όταν διευκρίνιζε: «Μετά την βουλγαρικήν ανακωχήν…., ο Χίντεμπουργκ και εγώ επείσθημεν ότι ήτο απόλυτος ανάγκη προς το συμφέρον του στρατού μας να τεθεί τέρμα εις τας εχθροπραξίας». Η απόφαση του Ludendorff να στραφεί προς την Ουάσινγκτον και να ζητήσει τη σύναψη ανακωχής, ξάφνιασε τα μέλη της κυβέρνησης, το Κοινοβούλιο αλλά και την γερμανική κοινή γνώμη, οι οποίοι πίστευαν ακόμα στη νίκη, εφόσον το Επιτελείο συνέχιζε να τους τροφοδοτεί με το όραμα των επιτυχιών της άνοιξης του 1918 (Soutou, 2008), δηλ. με τη Γερμανία της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόβσκ και της Συνθήκης Ειρήνης του Βουκουρεστίου με τη Ρουμανία, της 7ης Μαΐου του ίδιου χρόνου.

Όντως, μετά τη βουλγαρική ήττα, οι γερμανικές, πολιτικές δυνάμεις έπρεπε να διαχειριστούν το αίτημα για συνθηκολόγηση. Ο Hertling αποχωρεί από την καγκελαρία, τα ηνία της οποίας αναλαμβάνει ο  Μαξιμιλιανός της Βάδης. Στις 4 Οκτωβρίου, μέσω της κυβέρνησης της ουδέτερης Ελβετίας, η οποία αναλαμβάνει ρόλο μεσολαβητή, απευθύνεται στον Wilson, με το αίτημα της έναρξης ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, βασιζόμενων στα 14 Σημεία, στις αρχές δηλ. του ουιλσονικού Υπομνήματος. Στο σχετικό έγγραφο, το οποίο φτάνει στην αμερικανική πρωτεύουσα ύστερα από δυο μέρες, περιλαμβάνεται και η πρόταση, υπό μορφή ερωτήματος, για σύναψη ανακωχής. Η στάση του Ουίλσον είναι απογοητευτική. Ζητά να προσέλθει σε συνομιλίες μόνο με εκπροσώπους του γερμανικού κράτους, οι οποίοι θα έχουν εκλεγεί από τον λαό. Ο Ludendorff αντιδρά αλλά ο Μαξιμιλιανός θα προτιμήσει να στείλει έγγραφο στην Ουάσιγκτον, δηλώνοντας πως συναινεί στην καθολική αποδοχή των όρων. Η ώρα, όμως, για την οριστική αποδέσμευση της Γερμανίας από τον πόλεμο δεν έχει ακόμα σημάνει.

Η γραμμή του μετώπου το φθινόπωρο του 1918.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έπρεπε να συνδιαλλαγεί και με τους ηγέτες της Αντάντ. Οι συνομιλίες του με τον David Lloyd George και τον Georges Clemenceau υπήρξαν δυσχερείς, εξαιτίας των απαιτήσεων των εκπροσώπων των δυο κύριων Δυνάμεων της Συνεννόησης, οι οποίοι, επιπρόσθετα, βρίσκονταν και σε σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ τους.  Η άρνηση του Wilson στα προβαλλόμενα αιτήματά τους, για τροποποίηση ορισμένων παραμέτρων, στρατιωτικών και πολιτικών, εμπεριεχομένων στα 14 Σημεία του Υπομνήματός του, το οποίο είχε γίνει κατ’ αρχήν αποδεκτό, στις 23 Οκτωβρίου, υπήρξε καθολική. Ο Γάλλος πρωθυπουργός απαιτούσε, μεταξύ άλλων, περισσότερες εγγυήσεις από τους Γερμανούς, τις οποίες μετέφραζε σε κατοχή εδαφών καθώς και κατάργηση του όρου περί μυστικής διπλωματίας, ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός, όπως και Αμερικανοί Αξιωματούχοι, φοβούμενος κλιμάκωση των επαναστατικών εξελίξεων, με πιθανή επέκταση του κομμουνιστικού καθεστώτος σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, φαινόταν αντίθετος στην επιβολή δυσβάσταχτων υποχρεώσεων στην μεγάλη ηττημένη του πολέμου. Επιπλέον, αντετίθετο στην ελευθερία των θαλασσών, παρεπόμενο της οποίας θα ήταν η κατάργηση του μέτρου του αποκλεισμού, ενώ ο Sonnino, επιμένει στην εφαρμογή της Συνθήκης του Λονδίνου, του Απριλίου 1915.  Οι Αμερικανοί ήταν ανένδοτοι. Ο House επιμένει στην επιβολή των όρων του ουιλσονικού Υπομνήματος και  δηλώνει: «Ή αποδοχή […] ή τίποτα». Ειδάλλως, ξεχωριστή ειρήνη με την Γερμανία. Οι εταίροι αποδέχονται, αναγκαστικά, τους όρους του Wilson και στις 30 Οκτωβρίου στέλνουν κοινή διακοίνωση προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ, διατηρώντας, όμως, επιφυλάξεις για το ζήτημα της ελευθεροπλοῒας και των επανορθώσεων, που σήμαινε πολεμικές αποζημιώσεις και εκφράστηκε με αυτόν τον όρο στη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών, με το διαβόητο άρθρο 231.

8 – 10 Ιανουαρίου 1918: ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Woodrow Wilson εξαγγέλλει ενώπιον του Κογκρέσου τα 14 Σημεία.

Μια μέρα νωρίτερα, υπογράφηκε και η ανακωχή με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη στιγμή, που η πολιτική κατάσταση στη Γερμανία προοιωνιζόταν δυσχερής, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση της τελικής απόφασης, που θα σηματοδοτούσε το οριστικό τέλος του πολέμου. Οι μονάρχες παραιτούνταν και στις 9 Νοεμβρίου ο αυτοκράτωρ, Γουλιέλμος B΄, εγκατέλειπε το αξίωμά του, τη στιγμή, που δύο στρατιωτικοί αυτοκτονούσαν, αδυνατώντας να σηκώσουν το ηθικό βάρος της ήττας της πατρίδας τους και της διάψευσης των προσδοκιών τους, ενώ οι τύχες της χώρας περιέρχονταν στα χέρια των Σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι διόριζαν επικεφαλής της κυβέρνησης τον Friedrich Ebert. Σύμφωνα με πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας Ακρόπολις, της 31ης Οκτωβρίου, ο αυτοκράτωρ, αναγκάστηκε να παραιτηθεί «όχι ως αντισοσιαλιστής, αλλ’ ως ο πρώτος υπεύθυνος δια τα διπλωματικά και στρατιωτικά λάθη τα υπό της επισήμου Γερμανίας διαπραχθέντα. Και ακόμη ως μη αντλήσας  εκ του Συντάγματος του διέποντος την Αυτοκρατορίαν την πλήρη υπόστασιν της υπουργικής και κοινοβουλευτικής ευθύνης, αλλ’ ως ανακατώσας αυτήν μετά της ιδικής του». Ωστόσο, συνέχιζε ο αρθρογράφος, συνυπεύθυνος ήταν και ο γερμανικός λαός, ο οποίος, μέσω του αντιπροσωπεύοντος αυτόν Ράιχσταγκ, συναίνεσε στην «κήρυξιν ή την μη παρεμπόδισιν του πολέμου».

Οι εξελίξεις στη Γερμανία και η ανάληψη διαχείρισης της εξουσίας από σοσιαλιστική κυβέρνηση, χαιρετίστηκε θερμά, όπως επισημαινόταν στη εφημερίδα Μακεδονία, της 30ής Οκτωβρίου, από ορισμένους, οι οποίοι εξήραν την νίκη του λαού, τον οποίο η ήττα της χώρας του βοήθησε να «εγκαθιδρύσει τη δημοκρατία». Αξιόλογες ήταν οι επισημάνσεις και η αναφορά στην προ εβδομήντα ετών ήττα της Γαλλίας, όπου μετά τον γαλλοπρωσικό πόλεμο, ο Victor Hugo, μιλώντας στη γαλλική Εθνοσυνέλευση, στη διάρκεια συζήτησης, σχετικής με την υπογραφή της συνθήκης, που ταπείνωσε την χώρα του, ανέφερε πως μπορεί η Γαλλία να είχε χάσει τον πόλεμο αλλά είχε εξέλθει από αυτόν ως δημοκρατία. Είχε, δε, τονίσει πως η Γαλλία «επιφυλάσσεται να πληρώση εις τον γερμανικόν λαόν την ευεργεσίαν, αποδίδουσα και εις αυτόν μιαν ημέραν την δημοκρατίαν του». Η ώρα είχε φτάσει∙ η ολοκληρωτική εξασθένιση και ο αφανισμός της στρατιωτικής Γερμανίας, «διευκόλυνε την γερμανικήν Επανάστασιν και επέφερε την γερμανικήν δημοκρατίαν». Οι επιπτώσεις του γεγονότος ανά τον κόσμο θα ήταν εξόχως σημαντικές, διότι με την ανακωχή θα δρομολογούνταν και θα επιταχύνονταν οι διαδικασίες για την έναρξη των συνομιλιών, των σχετικών με την μέλλουσα να εγκαθιδρυθεί ειρήνη και, επιπλέον, η απομάκρυνση του αυτοκράτορα από τον θρόνο του, θα συνέβαλε στην κατάργηση της βασιλείας, παντού, παγκοσμίως. Το επαναστατικό πνεύμα θα συμπαρέσυρε και τις νικήτριες του πολέμου Δυνάμεις: τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία[5].

Ο επαναστατικός αναβρασμός στη Γερμανία είναι γεγονός πως επιτάχυνε άμεσα τις διαδικασίες για την τελική συμφωνία, που θα συνεπέφερε την οριστική λήξη των εχθροπραξιών και θα επέτρεπε την έναρξη των διπλωματικών διαβουλεύσεων, με σκοπό την αναδιάταξη και περιφρούρηση της ειρήνης, ανά τον κόσμο. Σύμφωνα με την αθηναϊκή εφημερίδα Έθνος, της 29ης Οκτωβρίου 1918, «Οι Γερμανοί πληρεξούσιοι ευρισκόμενοι εις το γαλλικόν Στρατηγείον, μετά την διαβίβασιν των όρων του Φος εις το εν Σπα γερμανικόν Στρατηγείον και εις την νέαν κυβέρνησιν του Βερολίνου και κατόπιν της λήψεως σχετικών οδηγιών παρεδέχθησαν άπαντες τους όρους της ανακωχής».H προθεσμία για την αποδοχή των όρων έληγε το ξημέρωμα της 11ης Νοεμβρίου και συγκεκριμένα στις 3 π.μ.

Τα ξημερώματα της 11ης Νοεμβρίου, την 5η π.μ., υπεγράφη, τελικώς, η ανακωχή με τη Γερμανία, από τον στρατάρχη Ferdinand Foch, ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων και του Matthias Erzberger, ο οποίος εκπροσωπούσε την νέα, γερμανική κυβέρνηση. Η ανακωχή αυτή έχει μείνει γνωστή στην ιστορία ως η ανακωχή της Rethondes ή ανακωχή της Κομπιένης, από το ομώνυμο δάσος στο ξέφωτο του οποίου βρισκόταν η Rethondes. Υπεγράφη στο βαγόνι-στρατηγείο του στρατάρχη Ferdinand Foch. Η εφημερίδα του Clemenceau, LHomme Libre, ανέγραφε, όμως, τον όρο «συνθηκολόγηση».

The Coach That Made History

 

Η αντιπροσωπεία των Συμμάχων φωτογραφίζεται στην είσοδο του βαγονιού. Διακρίνονται μεταξύ άλλων οι στρατάρχης Ferdinand Foch (1), ο ναύαρχος Sir Rosslyn Erskine Wemyss (2), o στρατηγός Maxime Weygand (3) και ο ναύαρχος Sir George Price Webley Hope (4).

Το Παρίσι γιόρτασε το γεγονός, με 1200 κανονιοβολισμούς, οι οποίοι ακούστηκαν μεταξύ 11 και 11.40 πμ. Ήταν η ώρα, που είχε οριστεί από το κείμενο της ανακωχής, ως ώρα κατάπαυσης του πυρός. Ο γηραιός Clemenceau, πρωθυπουργός από τις 20 Νοεμβρίου 1917, μετέβη, ύστερα από λίγες ώρες, στην εθνική αντιπροσωπεία, την οποία ενημέρωσε για το ευτυχές γεγονός και απευθυνόμενος στο σώμα τόνισε: «οι αντιπρόσωποι της Γερμανίας αναγνώρισαν πως η συζήτηση [διεξήχθη] σ’ ένα μεγάλο πνεύμα συνδιαλλαγής». Δίνοντας «την εντύπωση ενός ανθρώπου συντετριμμένου από τη συγκίνηση, που τον διακατείχε», δήλωσε ικανοποιημένος, επειδή «αυτή τη μεγάλη ώρα, επίσημη και τρομερή, το καθήκον μου ολοκληρώθηκε». Τόνισε πως οι Γερμανοί, έμειναν ικανοποιημένοι από το «πνεύμα συνδιαλλαγής», που επικράτησε στη διάρκεια των συζητήσεων, και σκέπτονταν να συντάξουν ένα κείμενο, ένα «μανιφέστο»,  «σε ένδειξη σεβασμού προς τη Γαλλία και τους εταίρους της». Σε συνέντευξη τύπου, που έδωσε σε δημοσιογράφους και σε εκπροσώπους του υπουργείου Πολέμου, ο Γάλλος πρωθυπουργός εξήγησε πως οι Γερμανοί επέμεναν, κυρίως, στο πρόβλημα του επισιτισμού, δεδομένου ότι τόσο ο γερμανικός όσο και ο αυστριακός λαός, αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας.

H είδηση της υπογραφής της ανακωχής στον Γαλλικό Τύπο.
Η ημέρα της νίκης στο Παρίσι

Στην Μεγάλη Βρετανία, ο Lloyd George ενημέρωσε τη Βουλή των Κοινοτήτων για την ανακωχή, η οποία ερμηνεύθηκε από τον γαλλικό τύπο ως «ο πρόλογος της ειρήνης, που θα ακολουθούσε σε λίγες μέρες»[6]. Η Συνδιάσκεψη των Παρισίων ξεκίνησε τις εργασίες της δυο μήνες αργότερα, τον  Ιανουάριο του 1919.

Η ημέρα της νίκης στο Λονδίνο.

Το κείμενο της ανακωχής εκτεινόταν σε 34 άρθρα και διαιρείτο σε έξι  μέρη. Το πρώτο μέρος περιλάμβανε τα άρθρα 1-11 και αφορούσε το Δυτικό σύνορο της Γερμανίας, το δεύτερο, τα Ανατολικά σύνορα της Γερμανίας και περιλάμβανε τα άρθρα 12 έως 16, το τρίτο μέρος, με ένα μόνο άρθρο, το 17, όριζε τα της εκκένωσης της Ανατολικής Αφρικής από τα γερμανικά στρατεύματα. Το τέταρτο μέρος, με το 18ο άρθρο, όριζε τους γενικούς όρους, ενώ με το 19ο, τους οικονομικούς.  Το πέμπτο μέρος αφορούσε στους ναυτικούς όρους και εκτεινόταν από το άρθρο 20 έως 33, ενώ το τελευταίο μέρος, το έκτο, περιλάμβανε ένα άρθρο, το 34, το οποίο ήταν αφιερωμένο στη διάρκεια ισχύος του κειμένου της ανακωχής και καθόριζε την χρονική διάρκειά της. Ταυτοχρόνως, βάσει αυτού προχωρούσε στη σύσταση μιας Διαρκούς Διεθνούς Επιτροπής Ανακωχής, έργο της οποίας θα ήταν η διασφάλιση της καλύτερης δυνατής εκτέλεσης των όρων της Συμφωνίας Ανακωχής.

Αξίζει να αναφερθεί πως στον τύπο, συνήθως, διατυπώνονταν αντίθετες γνώμες για την ώρα υπογραφής του κειμένου της ανακωχής. Άλλοτε αναφέρεται η 6η πρωινή, άλλοτε η 5η, άλλοτε η 7η. Και τούτο έχει σημασία, διότι η ώρα υπογραφής είχε άμεση σχέση με την ώρα τερματισμού των εχθροπραξιών. Στο 1ο άρθρο οριζόταν πως αυτές θα σταματήσουν έξι ώρες μετά την υπογραφή. Το ίδιο το κείμενο, στην ακροτελεύτια φράση του ανέφερε ως ώρα υπογραφής την 5η πρωινή και το στοιχείο αυτό ήταν γραμμένο με το χέρι και όχι στο πληκτρολόγιο. Επομένως, αυτή είναι και η ορθή ώρα, αν υπολογιστεί πως οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν, επισήμως, στις 11 π.μ. Αλλά είναι αναγκαία και μια άλλη διασαφήνιση: στο γαλλικό κείμενο, που προέρχεται από το Service historique de la Défense, της Γαλλίας, την ακροτελεύτια φράση, ακολουθεί η διευκρίνιση, «γαλλική ώρα», χειρόγραφη κι’ αυτή.

Η ανακωχή της Γερμανίας με τους Συμμάχους είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την καθολική παύση των εχθροπραξιών ανάμεσα στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, 36 ημερών, σε όλα τα πεδία των μαχών[7]. Στο συμβατικό κείμενο της ανακωχής ήταν προσαρτημένα δυο παραρτήματα. Το πρώτο αναφερόταν στον τρόπο και τις προθεσμίες εκκένωσης του Βελγίου, της Γαλλίας, του Λουξεμβούργου αλλά και της Αλσατίας-Λορένης από τα γερμανικά στρατεύματα. Το δεύτερο, στην εκκένωση των περιοχών της Ρηνανίας. Το δεύτερο παράρτημα, προσαρτημένο στη σύμβαση ανακωχής, αφορούσε στο συγκοινωνιακό δίκτυο και τις επικοινωνίες και περιλάμβανε πέντε άρθρα.

Matthias Erzberger, επικεφαλής της γερμανικής αντιπροσωπείας στη Rethondes.

Ύστερα από τη λήξη της ημερομηνίας ισχύος της ανακωχής, προβλέφθηκε η επέκτασή της, διαδοχικά, με άλλες τρεις Συμφωνίες, τον Δεκέμβριο του 1918 και τον Ιανουάριο του 1919, λίγο μετά την έναρξη των διαβουλεύσεων στο Παρίσι, για τη νομική εμπέδωση της ειρήνης,  και τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου.  Με την πρώτη, πρόσθετη πράξη για την επιμήκυνση της ανακωχής, της 13ης Δεκεμβρίου 1918, επεκτεινόταν η ισχύς της ως τις 17 Ιανουαρίου 1919 και προσετίθετο συγκεκριμένος όρος, που αφορούσε στη δυνατότητα των Συμμάχων να καταλάβουν την ουδέτερη ζώνη του Ρήνου, από τη γέφυρα του Ρήνου ως τα ολλανδικά σύνορα. Η πρόσθετη πράξη περιλάμβανε και οικονομικούς όρους. Ακολούθησε η δεύτερη, πρόσθετη στην ανακωχή πράξη, της 16ης  Ιανουαρίου 1919, η οποία περιλάμβανε  επτά άρθρα και επεξέτεινε τη διάρκεια της ανακωχής του Νοεμβρίου ως τις 17 Φεβρουαρίου 1919. Αναφερόταν στους σιδηροδρόμους και στους αιχμαλώτους πολέμου.  Ιδιαίτερη σημασία εμφάνιζε το άρθρο 7, σύμφωνα με το οποίο η γερμανική κυβέρνηση όφειλε να λάβει όλα τα προσήκοντα μέτρα, ώστε, διαρκούσης της ανακωχής, να θέσει στη διάθεση των Συμμάχων και υπό την εποπτεία τους, ολόκληρο τον εμπορικό της στόλο, με στόχο τον επισιτισμό της Γερμανίας αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης. Η τελευταία, πρόσθετη πράξη επιμήκυνσης της ανακωχής του Νοεμβρίου, υπογράφηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1919 και αναφερόταν στην Πολωνία. Το άρθρο 2 αφορούσε  στην επέκταση της ισχύος της ανακωχής του Νοεμβρίου και των άλλων πρόσθετων πράξεων. Η επιμήκυνση ήταν μικρής διάρκειας, δεν ανέφερε ημερομηνία εκπνοής των όρων της και οι Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις επιφυλάσσονταν του δικαιώματος να την καταγγείλουν, προαναγγέλλοντας αυτό τρεις μέρες νωρίτερα[8]

Είναι γεγονός πως η κατάρρευση της Γερμανίας υπήρξε απροσδόκητη, διότι αναγκάσθηκε, υπό το βάρος των ραγδαίων στρατιωτικών, ιδίως, αλλά και πολιτικών εξελίξεων, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό τοπίο, να συναινέσει στην υπογραφή της ανακωχής ή, σύμφωνα με ορισμένες, ανυπόστατες, ίσως, δοξασίες μεταγενέστερων  Γερμανών ηγετών, να «οδηγηθεί με δόλο» σ’ αυτήν. Όταν πίστευε ικανές τις πιθανότητες να κερδίσει τον πόλεμο, στράφηκε προς τη Ρωσία, υπαγορεύοντάς της τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, στις 3 Μαρτίου του 1918, και μόνο όταν τα αμερικανικά στρατεύματα συνενώθηκαν με τα στρατεύματα της Αντάντ, έτοιμα να εισέλθουν σε γερμανικό έδαφος, εξουθενωμένη πια, δέχθηκε τις ουιλσονικές αρχές και συναίνεσε στην ανακωχή. Επομένως, είναι γεγονός αδιαπραγμάτευτο, όπως είχε υποστηρίξει ο Pierre Renouvin, το 1957, στο διάσημο βιβλίο του, Histoire des relations internationales,  πως «η στρατιωτική αποτυχία επιβάλλει τη συνθηκολόγηση» της Γερμανίας, αφ’ ης στιγμής η κυβέρνησή της  «κατανόησε πλήρως πως κάθε απόπειρα περαιτέρω αντίστασης θα ήταν απατηλή». Ωστόσο, δεν πρέπει να παρορώνται και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι, συνυπολογιζόμενοι αθροιστικά με τον στρατιωτικό τομέα, οδήγησαν την πρωταίτια του πολέμου σ’ αυτό το άδοξο, για την ίδια, τέλος. Έτσι, ο Edward H. Carr θεωρεί πως ο οικονομικός παράγοντας και η προπαγάνδα έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στη συντριβή της Γερμανίας, όταν τονίζει πως «ο συμμαχικός αποκλεισμός και οι συμμαχικές νίκες στο πεδίο της μάχης παρέλυσαν τις γερμανικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, η συμμαχική προπαγάνδα κατέστη εξαιρετικά αποτελεσματική και έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στην τελική κατάρρευση της Γερμανίας. Η νίκη του 1918 επιτεύχθηκε με έναν επιδέξιο συνδυασμό στρατιωτικής ισχύος, οικονομικής ισχύος και ισχύος πειθούς».

Η τελική πράξη της ανακωχής.

Από την άλλη πλευρά, ο Ian Kershaw, θεωρεί, άποψη, που και ο Renouvin αφήνει ανοιχτή,  πως η συνθηκολόγηση της Γερμανίας είχε να κάνει με την επανάσταση, που ξεκίνησε στα τέλη Οκτωβρίου του 1918, στο Wilhelmshaven και στο Κίελο και την ημέρα, που παραιτήθηκε ο Κάιζερ, στις 9 Νοεμβρίου, έφτασε στο Μόναχο, και ήταν απόρροια της έκθυμης επιθυμίας του γερμανικού λαού να τελειώσει ο πόλεμος, να τερματισθεί η «πείνα» και η «αθλιότητα», αλλά «και να απαλλαγεί από μια μοναρχία που δεν ήταν ικανή να προσφέρει τίποτα σε κανέναν»∙ μια επανάσταση, την οποία ο ακόμα άσημος και ανίσχυρος Hitler, αποκάλεσε «συμμορία άθλιων εγκληματιών», που στόχο είχε «να βάλει την πατρίδα στο χέρι».

Ας υπενθυμισθεί πως οι Δυνάμεις της Αντάντ, προσήλθαν σε ανακωχή με τη Βουλγαρία, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, ένα μήνα αργότερα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στις 30 Οκτωβρίου 1918 και με την Αυστροουγγαρία, στις 3 Νοεμβρίου 1918. Δυο μέρες μετά την ανακωχή με τη Γερμανία, οι Σύμμαχοι υπέγραψαν ανάλογο κείμενο με την Ουγγαρία, στο Βελιγράδι, στις 13 Νοεμβρίου 1918.Τις τρεις πρώτες ανακωχές, με τη Βουλγαρία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Αυστροουγγαρία και, ιδιαιτέρως,  εκείνη με τη Γερμανία, ο Soutou, τις αποκαλεί «πολιτικο-στρατιωτικές» και μιλάει για «πολιτικοποίηση των ανακωχών», εξηγώντας πως οι ισχυρές Δυνάμεις της Συνεννόησης θέλησαν να «εγγράψουν [στο] κείμενο της ανακωχής όρους, που θα τους προσκόμιζαν θεμελιώδεις πολιτικές εγγυήσεις εν όψει των [επερχόμενων] διαπραγματεύσεων της ειρήνης».

Είναι αξιομνημόνευτο το γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία των ιστορικών, που έχουν εντρυφήσει στην ιστορία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προσπερνά τα της ανακωχής, δίνοντας έμφαση στα όσα προηγήθηκαν αυτής και στα μετέπειτα, εστιάζοντας, ιδίως, στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων και στις σχετικές Συνθήκες, βάσει των οποίων τερματίστηκε ο πόλεμος. Ωστόσο, ο Soutou, ένας εκ των οποίων έχουν εντρυφήσει σ’ αυτή την ιδιαίτερη και πολυσήμαντη καμπή του εκλαμβανόμενου ως το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, θεωρεί ως ημερομηνία λήξης του, την 10η Ιανουαρίου 1920, ημέρα επικύρωσης της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών, υποστηρίζοντας πως, από την ημέρα υπογραφής της ανακωχής έως την 10η Ιανουαρίου, υπήρξε μια περίοδος, που την αποκαλεί «καθεστώς ανακωχής». Η συγκεκριμένη ερμηνεία δύναται να θεμελιωθεί, εν μέρει, και στο γεγονός πως καθ’ όλη, σχεδόν, τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την επίτευξη της ειρήνης, δεν έγινε αποστράτευση. Η επαναφορά, δε, της κοινωνικής και οικονομικής ζωής στα προ τα πολέμου επίπεδα ήταν ένας στόχος δυσεπίτευκτος. Και αυτό επιτεινόταν από τις κοινωνικές και εθνικές αναστατώσεις, που προέκυψαν μετά το τέλος του πολέμου (Berger, 2011), οι οποίες υπήρξαν απόρροια και των σαθρών θεμελίων,  επί των οποίων βασίστηκε το συμβατικό οικοδόμημα της ειρήνης, με προεξάρχουσα τη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών.

Από την άλλη πλευρά, εδώ και χρόνια, ιδίως, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχουν αρχίσει να πληθαίνουν οι φωνές, οι οποίες αμφισβητούν, ακόμα, και το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εκλαμβάνοντας τη μακρά περίοδο του μεσοπολέμου, ως μια περίοδο ανακωχής και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως προέκταση του Πρώτου. Ερωτήματα, που έχουν τεθεί στην επιστημονική κοινότητα και ανοίγουν προοπτικές για περαιτέρω έρευνα. Παρά ταύτα, δεν πρέπει να λησμονούμε πως μεσολάβησαν εικοσιένα χρόνια ειρήνης, «ανάπηρης»,  όμως, μια και οι συμβατικές ρυθμίσεις, που την εγκαθίδρυσαν φιλοδόξησαν να τερματίσουν τον «der des der», τον τελευταίο όλων των πολέμων, αλλά εμπεριείχαν το «σπέρμα» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η συνοπτική, ωστόσο, σημερινή αναφορά στα της ανακωχής με τη Γερμανία, τον Νοέμβριο του 1918, που φιλοδόξησε να σημάνει μια ειρηνική περίοδο, θα μπορούσε να εκληφθεί ως ατελής, αν δεν προσπερνούσαμε την μεσοπολεμική περίοδο και επιχειρώντας ένα άλμα δεν φτάναμε σε μια άλλη ανακωχή, που υπεγράφη είκοσι δυο, σχεδόν, χρόνια αργότερα, στην ίδια τοποθεσία, στο δάσος της Κομπιένης, στο ξέφωτο της Rethondes, στο ίδιο βαγόνι, μέσα στο οποίο η Γερμανία είχε συναινέσει στην κατάπαυση των εχθροπραξιών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ύστερα από απαίτηση του Adolf Hitler, ο οποίος βιάστηκε να πάρει την εκδίκηση για την «ατίμωση», που είχε υποστεί η χώρα του, τότε. Μόνο, που η φορά της ιστορίας είχε αντιστρέψει τους ρόλους. Στον ρόλο του νικητή, τώρα, ήταν η Γερμανία, ο στρατός της οποίας είχε εισβάλει στο γαλλικό έδαφος και ο Φύρερ της υποχρέωσε την υποταγμένη Γαλλία να συναινέσει σε μια ταπεινωτική, όπως πίστευε ο ίδιος, ανακωχή, τερματίζοντας τον πόλεμο, που είχε κηρύξει στη χώρα του, συγχρόνως με τους Βρετανούς, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1939.

Ο Αδόλφος Χίτλερ μπροστά από το βαγόνι της ανακωχής τον Ιούνιο του 1940. Η υπέρτατη εκδίκηση.

Στις 16 Ιουνίου 1940, παραιτείτο η κυβέρνηση του Paul Reynaud και αναλάμβανε ο Philippe Pétain, ο οποίος προωθώντας τον συμβιβασμό με τη Γερμανία, ζήτησε τη σύναψη ανακωχής. Η Ιταλία είχε κηρύξει τον πόλεμο στη Γαλλία, στις 10 Ιουνίου, με αποτέλεσμα, η δεύτερη, να βρεθεί σε εμπόλεμη κατάσταση και με τις δυο, κύριες, Δυνάμεις του Άξονα. Οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη ανακωχής, με τη Γερμανία, ξεκίνησαν στις 19 Ιουνίου και στις 23 Ιουνίου, με την Ιταλία. Στις 22 Ιουνίου, υπεγράφη η γαλλογερμανική ανακωχή από τον στρατάρχη, Wilhelm Keitel, ο οποίος ενεργούσε κατ’ εντολή του Hitler, που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, και από τον στρατηγό Charles Huntziger, εκπρόσωπο της γαλλικής κυβέρνησης, με ειδική εξουσιοδότηση για τον συγκεκριμένο σκοπό. Την επόμενη μέρα, οι ίδιοι Γάλλοι αντιπρόσωποι μετέβαιναν στη Ρώμη, όπου, στις 24 του μηνός, έθεταν την υπογραφή τους, για λογαριασμό της χώρας τους, στο κείμενο της ανακωχής με την Ιταλία. Η έναρξη ισχύος των δυο ανακωχών ήταν ταυτόχρονη∙ ξεκίνησε την επομένη, 25 Ιουνίου.

Το γαλλογερμανικό κείμενο περιλάμβανε 24 άρθρα, βάσει του πρώτου, η Γαλλία έπρεπε να τερματίσει τις εχθροπραξίες εναντίον του Γ΄ Ράιχ, σε ολόκληρο το γαλλικό έδαφος, όπως και σε όλες τις κτήσεις, στα προτεκτοράτα, τις αποικίες καθώς και στα υπό εντολή εδάφη και στη θάλασσα. Τα γαλλικά στρατεύματα, που βρίσκονταν περικυκλωμένα από γερμανικά, όφειλαν να καταθέσουν, άμεσα, τα όπλα τους. Ιδιαίτερη σημασία, παρουσιάζει το τελευταίο άρθρο, βάσει του οποίου οριζόταν η ισχύς της ανακωχής έως την υπογραφή Συνθήκης Ειρήνης, με δυνατότητα καταγγελίας, εκ μέρους της Γερμανίας, αν η Γαλλία δεν συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις της, που περιγράφονταν στο κείμενο της ανακωχής[9]. Με άλλα λόγια, ο χρόνος εκπνοής της ανακωχής, ήταν απροσδιόριστος και, συγχρόνως, «προδιέγραφε», εμμέσως, τη νίκη της Γερμανίας στον διεξαγόμενο πόλεμο.

Αν θέλουμε να αντιπαραβάλουμε τις δύο, γαλλογερμανικές ανακωχές, του 1918 και του 1940, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως ο χρόνος και μόνο της υπογραφής τους, υποδηλώνει την τεράστια διαφορά τους. Η πρώτη, τερμάτιζε έναν πόλεμο, ολέθριο και απάνθρωπο, και άνοιγε την πόρτα, ή ένα παράθυρο, στην ειρήνη, η δεύτερη επισφράγιζε και πριμοδοτούσε έναν πόλεμο, που είχε ξεκινήσει δέκα μήνες νωρίτερα, προαναγγέλλοντας λαθεμένα τον νικητή του πολέμου. Και μόνο αυτό το γεγονός, θεωρούμε, πως είναι αρκετό για να θέσει έναν προβληματισμό: επρόκειτο για Ανακωχή ή για Συνθηκολόγηση;

Armistice (World War 1 Documentary) | Timeline


                 

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Υποσημειώσεις

[1]Ας υπενθυμισθεί, ότι ο όρος «Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις», ανήκει στον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος επιδίωξε να διευκρινίσει πως οι ΗΠΑ συνεταιρίστηκαν, μεν, με τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις της Αντάντ, αλλά εκείνες πολέμησαν για «δικούς τους λόγους» και επιδίωκαν να επιτύχουν τους δικούς τους «σκοπούς του πολέμου». http://mjp.univperp.fr/traites/1918armistice.htm

[2]Έθνος, 30 Οκτωβρίου 1918. Σημειώνεται πως οι ημερομηνίες στις ελληνικές εφημερίδες είναι σύμφωνες με το Iουλιανό ημερολόγιο, που ίσχυε τότε ακόμα στην Ελλάδα.

[3] LHomme Libre, 12 novembre 1918.

[4]Σημειωτέον, πως οι ΗΠΑ, παρά την εκδηλωθείσα και εμπράκτως επιθυμία τους να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στις διεργασίες της Αντάντ με τη Βουλγαρία, για την επίτευξη συμβατικής ειρήνης, παρεμποδίστηκαν από τον Clemenceau, ο οποίος δήλωσε στον Wilson πως δεν είχε κηρυχθεί εμπόλεμη κατάσταση ανάμεσα στις δυο χώρες. Λεονταρίτης, 2000, 372.

[5]Μακεδονία, 30 Οκτωβρίου 1918.

[6]LHumanité, 12 novembre 1918, όπου δημοσιευόταν το περιεχόμενο των όρων της Ανακωχής. Στην ίδια εφημερίδα και το άρθρο, Marchel Cachin, « La signature de l’armistice ». Επίσης, Le Temps, L’Homme Libre, 12 novembre 1918.

[7]Οι επισημάνσεις αυτές προκύπτουν από έναν ορισμό του όρου «Ανακωχή»: «L’ armistice est l’ accord qui a pour effet la suspension totale ou partielle des hostilités, pour un temps déterminé ou indéterminé, sur tout le théâtre de guerre ou bien sur une partie de ce dernier». Monaco, 1947, p.323.

[8]http://mjp.univ-perp.fr/traites/1918armistice.htm  Επίσης, Service historique de la Défense. La Convention d’armistice du 11 novembre 1918. servicehistorique.sga.defense.gouv.fr .

[9]http://mjp.univ-perp.fr/france/1940armistice.htm

Βιβλιογραφία

 Αρχειακές-Διαδικτυακές Πηγές

http://mjp.univperp.fr/traites/1918armistice.htm

Service historique de la Défense. La Convention d’armistice du 11 novembre 1918. servicehistorique.sga.defense.gouv.fr .

http://mjp.univ-perp.fr/france/1940armistice.htm

Εφημερίδες

Ακρόπολις

Αστήρ

Έθνος

Εμπρός

Homme Libre (L’)

Humanité(L’)

Μακεδονία

Temps (Le)

Βιβλία και Μελέτες.

Albrecht-Carrié René, A Diplomatic History of Europe Since The Congress of Vienna, London, Methuen & Co LTD-London, 1961.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, Τόμος Δεύτερος, Αθήναι, 1970.

Berger Françoise, «L’armistice de 1940 : négociations et conséquences», Revue de la Société des Amies du Musé de l’Armée, 2011, pp. 57-65. <halshs-00693149>

Berstein Serge – Milza Pierre, Διάσπαση και Ανοικοδόμηση της Ευρώπης. 1919 έως Σήμερα, μετάφραση, Μιχάλης Κοκαλάκης, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1997.

Berstein Serge, Δημοκρατίες, αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα στον 20ό αιώνα, Μετάφραση Ηρακλεία Στροίκου-Σοφία Βόικου, Γ΄ έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Ποιότητα-Hachette, 2004.

Carr Edward H., Η Εικοσαετής Κρίση, 1919-1939. Εισαγωγή στη μελέτη των Διεθνών Σχέσεων, Μετάφραση Ηρακλεία Στροίκου, Αθήνα, Τρίτη Έκδοση, Εκδόσεις Ποιότητα, 2004.

Driault Édouard et Lhéritier Michel, Histoire diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours, T. V, Paris, Les presses Universitaires de France, 1926.

Droz Jacques, Histoire diplomatique de 1648 à 1919, Troisième édition, Paris, Dalloz, 1972.

Goemans H.E., War and Punishment: the causes of War Termination and the First World War, Princeton, Princeton University Press, 2012.

Kershaw Ian, Χίτλερ 1889-1936: Ύβρις, Αθήνα, Scripta, 2000.

Kershaw Ian, Στην Κόλαση των δύο Πολέμων, Ευρώπη, 1914-1949, μετ. Ελένη Αρσενίου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2016.

Kissinger Henry, Διπλωματία, Αθήνα, «Νέα Σύνορα»-Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1995.

Κοραντής Α. Ι., Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης (1919-1955), Τόμος Πρώτος, Θεσσαλονίκη, 1968.

Λεονταρίτης Β. Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2000.

Monaco Riccardo, « Les conventions entre belligérants », Recueil des Cours de l’Académie de droit international de la Haye, T. 75, 1947, pp.273-362.

Mourélos Yannis, L’intervention de la Grèce dans la Grande Guerre, Athènes, Institut Français d’ Athènes, 1983.

Mourélos Yannis, «Le front d’Orient dans la Grande Guerre. Enjeux et Stratégies», Colloque. La Grèce et la Guerre. Actes. Philippe Contamine, Jacques Jouanna  et Michel Zink éd., Cahiers da la Villa « Kérylos», No 26, Beaulieu-sur-Mer (Alpes-Maritimes), Paris, Diffusion de  Boccard, 2015, pp. 260-272, 271.

Renouvin Pierre, Histoire des relations Internationales, Tomes Septième, Les crises du XXe siècle, I. De 1914 à 1929, Paris, Librairie Hachette, 1957.

Renouvin Pierre, L’armistice de Rethondes : 11 novembre 1918, Paris, Gallimard, 2006.

Roucaud Michel, «La convention d’armistice du 11 novembre 1918. Une première étape pour sortir de la guerre», Revue historique des armées. En ligne], 245|2006, mis en ligne le 13 novembre 2008, consulté le 10 juillet 2018. URL:http://journals.openedition.org/rha/5672.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900-1945, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992.

Σφέτας Σπυρίδων, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, Από την Οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (1934-1918), Τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Βάνιας, 2009.

Soutou Georges-Henri, « 1918: la fin de la Première Guerre mondiale ? », Revue historique des armées [en ligne], 251|2008, consulté le 30 septembre 2016. URL :http://rha.revues.org/288

Χριστοδουλίδης Θεόδωρος, Διπλωματική Ιστορία. Από τη Βιέννη στις Βερσαλλίες (1815-1919), Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 1991.

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός: Finis Austriae. Η ήττα της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Vittorio Venetto και η ανακωχή της Villa Giusti. (3 Νοεμβρίου 1918)

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου   

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός

Finis Austriae. Η ήττα της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Vittorio Venetto και η ανακωχή της Villa Giusti.

(3  Νοεμβρίου 1918)

Στις 3 Νοεμβρίου 1918, στις 18.40′, ο αυστριακός στρατηγός Victor Weber Edler von Webenau, διοικητής του VI Σώματος στρατού, και ο  Ιταλός στρατηγός Pietro Badoglio, υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου, υπέγραφαν στην Villa Giusti della Mandria, έξω από την Padova, «ανακωχή» μεταξύ Αυστρο-Ουγγαρίας και Ιταλίας, εξ ονόματος της Entente και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ουσιαστικά επρόκειτο περί της πλήρους  συνθηκολογήσεως της Αυστρο-Ουγγρικής αυτοκρατορίας. Η κατάσταση του στρατού της Δυαδικής Μοναρχίας είχε φθάσει σε σημείο διαλύσεως, γεγονός που συνεπέφερε και την παταγώδη ήττα του στην μάχη του Vittorio Veneto,[1]  ακολουθώντας την κατιούσα μετά την νίκη στο Caporetto, ακριβώς ένα χρόνο ενωρίτερα. Παρά τα όσα ανεγράφησαν για την μάχη αυτή, πρέπει κανείς να παραδεχθή ότι επρόκειτο για μια στρατιωτική νίκη της Ιταλίας, μεγάλης ψυχολογικής σημασίας. Η τροπή των εχθροπραξιών, σε συνάρτηση με την γενικώτερη κακοδαιμονία της αυτοκρατορίας, είχε σαν συνέπεια η Βιέννη να ζητήση επίμονα ανακωχή ήδη από τις 28 Οκτωβρίου. Οι όροι που έθεσαν τα κράτη της Entente από το συμμαχικό στρατηγείο στις Βερσαλλίες ήσαν ιδιαιτέρως σκληροί, σε σημείο που τόσο ο αυστριακός αυτοκράτωρ Κάρολος όσο και ο επί κεφαλής των δυνάμεων στο Ιταλικό μέτωπο εδίσταζαν να τους δεχθούν[2]. Ουσιαστικά επρόκειτο περί τελεσιγράφου.

Πρέπει να τονισθή ότι η ιταλο-αυστριακή ανακωχή διέφερε από τις άλλες που τερμάτισαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εφ’ όσον αυτή είχε σαν πρόθεμα – προφανώς όμως και σαν βαθύτερη αιτία – την διάλυση μίας αυτοκρατορίας. Υπεγράφη δε από στρατηγούς που δεν εκπροσωπούσαν πλέον ένα κράτος. Αυτό είχε καταλυθή λίγο πριν. Όπως παρατηρούσε η Ελληνική πρεσβεία Λονδίνου, οι όροι κοινοποιήθηκαν στο Αυστριακό στρατηγείο «comme à un pouvoir de fait vu que gouvernement régulier cessa exister à Vienne et que empereur est considéré comme virtuellement abdiqué»[3]. Η Αυστρο-Ουγγαρία, «αυτό το μωσαϊκό  εθνοτήτων τόσων διαφορετικών παραδόσεων, θρησκευμάτων, γλωσσών και καταβολών»[4] είχε πρακτικά διαμελισθή[5]. Και ο στρατός είχε διαλυθή όχι μόνον λόγω των φυγοκέντρων τάσεων εξαιτίας των εθνικών καταβολών και της ψυχολογικής καταρρακώσεως του, αλλά και λόγω της απίστευτης καταστάσεως, στην οποία βρισκόταν από πλευράς διοικητικής μέριμνας[6]. Οι εξελίξεις στην αυτοκρατορία απλώς επισημοποίησαν τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθή de facto τους τελευταίους μήνες. Στην θέση της  δημιουργείτο πλειάδα εθνικών κρατών που σηματοδοτούσαν την ριζική αλλαγή του χάρτη της Ευρώπης.

Μετά την ανακωχή των δυτικών Δυνάμεων με την Βουλγαρία, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918 και με την Οθωμανική αυτοκρατορία στις 30 Οκτωβρίου, που εσήμαναν την λήξη του πολέμου στα Βαλκάνια, η εξέλιξη στο ιταλικό μέτωπο οδήγησε σχεδόν αναπόδραστα στον τερματισμό του πολέμου. Ήταν ζήτημα χρόνου η κατάρρευση και της ίδιας της Γερμανίας. Η ανακωχή με αυτήν υπεγράφη λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου στην Rethondes, επί γαλλικού εδάφους.

Ας σημειωθή ότι ενώ η τύχη του αυστριακού στρατού στην βόρειο Ιταλία υπήρξε καταλυτική, εκείνη του σώματος στρατού στην Αλβανία, λίγο ενωρίτερα, είχε διαφορετική εξέλιξη. Μετά την κατάρρευση της Βουλγαρίας, οι αυστριακές μονάδες που ήταν ανεπτυγμένες σε ολόκληρη την Αλβανία, υπό την διοίκηση του στρατηγού Karl von Pflanzer-Baltin, άρχισαν την  υποχώρησή τους  εν τάξει προς τα πατρώα εδάφη.

Δύο είναι οι πτυχές που πρέπει να τύχουν αναλύσεως ώστε να γίνει κατανοητή η πορεία που κατέληξε στην ήττα της Δυαδικής Μοναρχίας στο Vittorio Veneto και στην ανακωχή της Villa Giusti: η εσωτερική κατάσταση της αυτοκρατορίας και οι στρατιωτικές εξελίξεις, για τις οποίες η ιστοριογραφία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν έχει επιδείξει  το ενδιαφέρον που θα ανέμενε κανείς.

Ας εγκύψουμε κατ’ αρχάς στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Δυαδική Μοναρχία. Την αποκαλώ έτσι για να υπογραμμίσω ότι το διφυές του πολιτεύματος και της διοικήσεως απετέλεσε ουσιώδη αιτία της κακοδαιμονίας της αυτοκρατορίας. Χρονικά  οι κεντρόφυγες εθνοκεντρικές τάσεις προτάσσονται, με αναμφισβήτητες διαλυτικές συνέπειες στην συνοχή των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.

Ήδη προ του θανάτου του αγαπητού στον λαό και δυστυχισμένου ηγεμόνος της Αυστρο-Ουγγαρίας, Φραγκίσκου Ιωσήφ Α’, είχαν σημειωθή υφέρπουσες διεκδικήσεις των διαφόρων εθνικών οντοτήτων που απήρτιζαν την Μοναρχία. Ο ίδιος δεν είχε κατορθώσει να αναστείλει τις διεργασίες  αυτές, οι οποίες πάντως ενδυναμώθηκαν με την διαδοχή του, τον Νοέμβριο του 1916, από τον  Κάρολο Α’.

Η στέψη του Αυτοκράτορα Καρόλου Α΄.

Η κατάσταση που κυριαρχούσε στην αυτοκρατορία όταν ανήλθε στον θρόνο των Αψβούργων ο Κάρολος ήταν  βεβαρυμμένη, ιδίως μετά από  2 ½ χρόνια πολέμου. Ο ίδιος, αναγνωρίζοντας την προβληματική της κατάσταση, αντιμετώπιζε την εκπόνηση προγράμματος για την ανόρθωση της χώρας, την βελτίωση της οικονομίας και ιδίως για την επίτευξη της ειρήνης, όπως εδήλωσε ήδη στο πρώτο του διάγγελμα. Και πράγματι, αμέσως μετά την ορκωμοσία του, επελήφθη της προσπάθειας να επιτύχει την ειρήνη –είτε με την σύμπραξη της Γερμανίας, είτε διμερή- στις οποίες η Entente απέφυγε να ανταποκριθή.

Εργατικός, συνειδητοποιώντας τις υποχρεώσεις του, επιθυμώντας επαφή με τον λαό, επεδίωξε να εισαγάγη ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις ακόμη και στην δομή της Μοναρχίας.  Ιδιαίτερο γνώρισμά του ήταν ότι ήθελε να ασκεί ο ίδιος την  ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, όχι μόνον κατ’ όνομα, παρ’ όλο ότι δεν είχε ιδιαίτερη στρατιωτική παιδεία και πείρα.

Όμως, ο λαός δυσανασχετούσε. Από την άνοιξη του 1917 η έλλειψη τροφίμων γινόταν σοβαρά αισθητή. Άνθρωποι πέθαιναν πλέον από πείνα. Η έντονη επιθυμία του, πάλι, για δομικές αλλαγές προσέκοπταν στα κόμματα της γερμανικής Αυστρίας όπως και στην ουγγρική αριστοκρατία, η οποία  με εμπάθεια υπονόμευε κάθε προσπάθεια παρεμβάσεως στα εσωτερικά της χώρας της – της Ουγγαρίας – με άμεσο στόχο την εξουδετέρωση  κάθε τυχόν σκέψεως μεταβολής της ισορροπίας μεταξύ των δύο συστατικών τμημάτων της αυτοκρατορίας. Ο νέος αυτοκράτωρ είχε απόλυτη επίγνωση των κινδύνων που υπέβοσκαν. Ιδίως συναισθανόταν ότι τα χρονικά όρια στένευαν επικίνδυνα. Στα μέσα του 1917 η Μοναρχία εστερείτο όχι μόνον βασικών προϊόντων και τροφίμων, αλλά και πρώτων υλών, άνθρακα και πυρομαχικών. Συγχρόνως, μία νέα κρίσιμη παράμετρο αποτελούσε, μετά την Επανάσταση του Οκτωβρίου στην Ρωσσία, ο φόβος μεταγγίσεως του επαναστατικού πνεύματος από την  γείτονα.

Ουρά για προμήθεια τροφίμων το 1917 στη Βιέννη.

Δεν είχε άδικο. Αντί οι διάφορες εθνότητες της Μοναρχίας να αισθάνονται ικανοποιημένες από τις επιδιώξεις του αυτοκράτορος, οι υλικές κακουχίες επιδείνωναν την ένταση  και βάθαιναν την διάσταση μεταξύ τους. Η οικονομική κρίση συνέβαλλε στην γενικότερη δυσπραγία. Σ’ αυτές τις εξελίξεις ουσιαστικό ανατρεπτικό ρόλο διεδραμάτιζαν και οι εθνοτικές ομάδες που ήσαν εγκατεστημένες στο εξωτερικό. Από τις αρχές του 20ου αιώνος ο εθνικισμός, γενικότερα, με ρίζες στην Γαλλική Επανάσταση, κέρδιζε έδαφος. Πρώτο ρόλο έπαιζαν οι Τσεχοσλοβάκοι εμιγκρέδες, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Σε παράλληλη τροχιά τον Ιούλιο του 1917, στην Κέρκυρα, ο  Nicola Pasić, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου των Σέρβων, και ο  Ante Trumbić, εκ μέρους των Κροατών και των Σλοβένων, διεκήρυξαν την δημιουργία ενός ενιαίου κράτους των τριών αυτών εθνοτήτων, πόλο – έστω ασύμβατο – όλων των νοτίων σλάβων.  Αντίστοιχα κινήματα διοργάνωναν οι Πολωνοί. Οι χώρες της Entente και οι ΗΠΑ δεν θα αργούσαν να αναγνωρίσουν τις εθνικές οργανώσεις που δημιουργούσαν οι διάφορες εθνότητες, σαν μαγιά για την αναγνώριση, αργότερα, των εθνικών κρατών[1]. Έτσι, η Αυστριακή (γερμανική) Δημοκρατία θα παρέμενε  από τις 30 Οκτωβρίου, απομονωμένη, με την φυσική διαδηλωμένη διάθεση ενώσεως με την Δημοκρατία της Γερμανίας.

Με την παράταση του πολέμου, από τις αρχές του 1917, αναζωπυρώθηκαν τα παλαιότερα αιτήματα της Ουγγαρίας να αποσπασθούν οι ουγγρικές μονάδες από τις κοινές ένοπλες δυνάμεις και να ενταχθούν στον εθνικό στρατό, υπογραμμίζοντας, με τον τρόπο αυτόν τον δυαρχικό χαρακτήρα της αυτοκρατορίας. Ο Κάρολος αντέστη στις πιέσεις. Αλλά το χάσμα μεταξύ των δύο μερών διευρύνετο.

Κρίσιμη καμπή στον πόλεμο απετέλεσε η Επανάσταση του Φεβρουαρίου και του Οκτωβρίου στην Ρωσσία. Μετά την νικηφόρα αντεπίθεση των ρωσσικών στρατευμάτων στο ανατολικό μέτωπο τον Ιούνιο του 1916, υπό την διοίκηση του στρατηγού Brusilov, η Επανάσταση άλλαξε τον ρου της ιστορίας.  Ιδίως με την επιθυμία της Ρωσσίας να τερματίσει τον πόλεμο. Η τελευταία, αποτυχημένη, επίθεση του ρωσσικού στρατού επέτεινε την επιθυμία αυτή. Έτσι, μετά από ταχείες διαπραγματεύσεις, υπεγράφη στις 13 Δεκεμβρίου του 1917 η ανακωχή στο Brest-Litovsk μεταξύ της Ρωσσικής Σοβιετικής Ομοσπονδίας Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών και των κρατών της Τετραμερούς Συμμαχίας[2]. Τόσο για την Ρωσσία όσο και για την Γερμανία αλλά και, κυρίως, για την Αυστρο-Ουγγαρία η ανάπαυλα της ανακωχής αυτής ήταν αναγκαία λόγω των σοβαρών οικονομικών και επισιτιστικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η κάθε μια. Για την Μοναρχία, μια πρώτη ανακούφιση προήλθε από τον Ρουμανικό σιτοβολώνα (το Βουκουρέστι υπέγραψε ανακωχή στις 9 Δεκεμβρίου 1917 και συνθήκη ειρήνης στις 7 Μαρτίου 1918). Παράλληλα, και η ανεξάρτητη πλέον Ουκρανία θα ανελάμβανε – αναποτελεσματικά όμως – μετά την υπογραφή εν τάχει, στις 9 Φεβρουαρίου 1918, της διμερούς συνθήκης ειρήνης με την Αυστρο-Ουγγαρία, (την Brotfrieden[3], την ειρήνη του άρτου,) την αποστολή μεγάλων ποσοτήτων σίτου στην Μοναρχία. Εν τω μεταξύ, οι διαδηλώσεις και η κοινωνική αναταραχή  ανάγκαζαν την Αυστριακή ηγεσία να μεταφέρει στο εσωτερικό επτά μεραρχίες για να επιβάλλει την τάξη.

Οι υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας Richard von Kuhlmann (καθιστός) και της Αυστροουγγαρίας Ottokar von Czernin (όρθιος δεξιά με πολιτική περιβολή) υπογράφουν τη Συνθήκη Ειρήνης του Brest-Litovsk με τη Ρωσσική Σοβιετική Ομοσπονδία Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Μάρτιος 1918).

Οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της ανακωχής με την Ρωσσία δεν θα ήταν εύκολες για τους Αυστριακούς  λόγω των διαφορών απόψεων που ανεφύοντο με την σύμμαχο Γερμανία, η οποία φαινόταν να επιδιώκει υπερβολικά κέρδη. Τουναντίον, ο υπουργός Εξωτερικών της Μοναρχίας, κόμης Ottokar von Chudenitz Czernin, σε νευρική κρίση , αντιμετώπιζε ακόμη και την υπογραφή μονομερούς ειρήνης εάν δεν επετυγχάνετο ευθυγράμμιση των αιτημάτων των δύο συμμάχων. Τον ενδιέφερε κυρίως η επίτευξη ειρήνης, όχι τόσο οι όροι της[4]. Δεν απέβλεπε σε εδαφικές ανακατατάξεις ή πολεμικές αποζημιώσεις. Επεδίωκε τον αφοπλισμό, ώστε να καταστή αδύνατη η επανάληψη ενός πολέμου[5]. Όμως, η εμμονή της Μοναρχίας για την εξυπηρέτηση των προτεραιοτήτων της θα είχε σαν  επίπτωση την ηυξημένη πίεση του Βερολίνου να αποστείλει η  Βιέννη δυνάμεις στο Δυτικό μέτωπο, αποσύροντάς τες από το ανατολικό,  εν όψει της μεγάλης επιθέσεως που σχεδίαζε ο Hindenburg. Ο Κάρολος, ο οποίος πάντοτε ήθελε να αποφύγει κάθε ενέργεια η οποία θα οδηγούσε στην «δορυφοριοποίηση» της Μοναρχίας ή θα επέτεινε την εξάρτηση της  από την Γερμανία, αναγκάσθηκε να ενδώσει[6]. Αλλά και πέραν αυτού, η επίσκεψη  που αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει αργότερα, στις 12 Μαΐου 1918,  στον Γερμανό ομόλογό του στην έδρα του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου, στο  Spa του Βελγίου και η αποδοχή της υπαγωγής του αυστριακού στρατού στην διοίκηση του γερμανικού, εξουδετέρωνε σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό την αυτοτέλειά του.[7] Άλλη μια ατυχής ενέργεια της Αυστρο-Ουγγρικής πολιτικής ηγεσίας.

Η χειρότερη, εν τούτοις, επίπτωση της ειρήνης με την Ρωσσία ήταν η απελευθέρωση των αυστρο-ούγγρων αιχμαλώτων: άνω των 2 εκατ. ανδρών! Έστω και αν η επιστροφή τους στην πατρίδα γινόταν με αργούς ρυθμούς, αυτοί το μόνο που δεν επιθυμούσαν ήταν να επανενταχθούν στις αυτοκρατορικές ένοπλες δυνάμεις. Τουναντίον, εγίνοντο, όπως και οι ρώσσοι αιχμάλωτοι, φορείς της  «μεταδοτικής» κομμουνιστικής ιδεολογίας.  Έτσι, παραλλήλως προς τις εθνικιστικές διασπαστικές εκδηλώσεις, διαβρωνόταν και ο κοινωνικός ιστός της Μοναρχίας. Οι χειρισμοί για την κεντρική διοίκηση δεν ήσαν ευχερείς. Αποτέλεσμα ήταν η απειθαρχία να αυξάνεται, οι λιποταξίες να πολλαπλασιάζονται και  να σημειώνονται  κρούσματα στασιαστικά..

Από στρατιωτικής πλευράς οι εσωτερικές εθνοτικές εξελίξεις στην Δυαδική Μοναρχία, η ραγδαίως επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση και οι στερήσεις που υφίσταντο οι  άνδρες με αποτέλεσμα την μείωση του αξιομάχου τους, ήταν ευνόητο ότι δημιουργούσαν κρίσιμες παρενέργειες στην συνοχή των ενόπλων δυνάμεων της Μοναρχίας, την μέχρι τότε θεσμική ραχοκοκαλιά της.

Είναι σκόπιμο να ανατρέξη κανείς στα στρατιωτικά προεόρτια της ήττας του Οκτωβρίου του 1918, η οποία και οδήγησε την Βιέννη στην συνθηκολόγηση της Villa Giusti.

Ο αυτοκράτωρ Κάρολος, είχε διαδηλώσει από τον Δεκέμβριο 1916, αμέσως μετά την ανάρρησή του στον θρόνο, την απόφασή του να ασκεί ο ίδιος την πραγματική στρατιωτική εξουσία. Μια τέτοια δομική αλλαγή ήταν έκδηλο ότι θα συνεπέφερε πολλούς κλυδωνισμούς. Μια πρώτη πρωτοβουλία του, ερήμην των στρατιωτικών, ήταν η μεταφορά της έδρας του Γενικού Επιτελείου, στο  Baden, μια μικρή πόλη κοντά στην Βιέννη, από το κάπως μακρυνό  Teschen. Έμμεσος στόχος του η, κατά το δυνατόν, απεξάρτηση του Αυστρο-Ουγγρικού Γενικού Επιτελείου από την επιρροή του Γερμανικού, το οποίο είχε τότε ακόμη την έδρα του στο Pless, σε μικρή απόσταση από το αυστριακό. Επόμενη απόφαση του Καρόλου ήταν η απομάκρυνση, τον Φεβρουάριο 1917, του αυστριακού αρχιστρατήγου Conrad von Hötzendorff, του οποίου η χημεία δεν ήταν συμβατή με την δική του και ο οποίος μέχρι τότε ασκούσε κατ’ αποκλειστικότητα την αρχηγία του στρατεύματος[8]. Τον αντικατατέστησε με τον στρατηγό Arz von Straussenburg, τότε διοικητή του σώματος στρατού στο Ρουμανικό μέτωπο, αξιωματικό με εξαιρετικές ομολογουμένως επιδόσεις. Οι αλλαγές αυτές είχαν σοβαρές συνέπειες στην διοίκηση του στρατού, εφ΄όσον πλέον ο αυτοκράτωρ ο ίδιος παρενέβαινε σε αποφάσεις στρατηγικής.

Στα μέσα του 1917 δεν  σημειούτο ιδιαίτερη  έξαρση στα μέτωπα αυστριακού ενδιαφέροντος. Από πλευράς της Μοναρχίας μόνον 780.000 άνδρες ευρίσκοντο τότε στα διάφορα μέτωπα, το ανατολικό, το ιταλικό, και το αλβανικό/μακεδονικό[9]. Στο δυτικό ο Κάρολος, με το προαναφερθέν σκεπτικό, πεισματικά ηρνείτο να αποστείλη μονάδες[10]. Από τις 78 μεραρχίες που διατηρούσε στα διάφορα μέτωπα, 52  απησχολούντο στο ανατολικό, 16 τότε ακόμη στο ιταλικό[11] και το ΧΙΧ Σώμα στρατού, με ηλαττωμένη σύνθεση, στο Βαλκανικό. Πολλές δυνάμεις είχαν διατεθή για την διατήρηση της εσωτερικής τάξεως της αυτοκρατορίας.

Το αυτοκρατορικό ζεύγος της Αυστροουγγαρίας σε υπαίθρια δοξολογία κοντά στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Λίγο αργότερα, τον Μάιο και τον Αύγουστο του 1917, σημειώθηκαν δύο ακόμη ιταλικές επιθέσεις στην περιοχή του Ισόντζο. Οι αυστριακοί αντεπεξήλθαν ικανοποιητικά, παρά τις αντίξοες γενικότερες συνθήκες.

Εν τω μεταξύ, μία απροσδόκητη εξέλιξη σημειώθηκε στο αυστρο-ρωσσικό μέτωπο. Δεν ήταν η στρατιωτική διάσταση που είχε σημασία για την Μοναρχία, αλλά κυρίως η εσωτερική, πολιτική. Και τούτο, διότι οι  300.000 Τσέχοι και Σλοβάκοι αιχμάλωτοι πολέμου, εντεταγμένοι στις ρωσσικές δυνάμεις, βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με τους  ομοεθνείς τους του Αυστριακού στρατού. Συνέπεια υπήρξε ότι οι τελευταίοι κατέθεσαν τα όπλα! Το φαινόμενο, επικίνδυνο, υπήρχαν φόβοι ότι θα εξαπλούτο, συγχρόνως με την ιδεολογική, κομμουνιστική, προπαγάνδα. Όντως, ο εθνικός συναισθηματισμός απέκτησε το προβάδισμα έναντι του δυναστικού ενοποιητικού πατριωτισμού.[12] Η ανακωχή του  Brest-Litovsk που επηκολούθησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, άλλαξε ριζικά τα δεδομένα στην στρατηγική του πολέμου.

Η κατάργηση του Ανατολικού μετώπου μετά την ανακωχή και την ειρήνη στο Brest-Litovsk, επέτρεψε στο στρατηγείο του Baden να αντιμετωπίσει τον σχεδιασμό μιας μεγάλης επιθέσεως στο μεγάλου μήκους ιταλικό μέτωπο με την ελπίδα ότι μία νίκη θα επέσπευδε  την ειρήνη, την οποία, άλλωστε, επεδίωκαν και στο Βερολίνο. Ο σχεδιασμός συμπεριελάμβανε την ενίσχυση του μετώπου με δυνάμεις τις οποίες η Γερμανία θα μπορούσε να διαθέσει αποσπώντας τες από το ρωσσικό. Στο αίτημα του Καρόλου, η απάντηση υπήρξε θετική, αλλά περιορισμένη: η Γερμανία θα συμμετείχε μόνον με 7 μεραρχίες. Με υστερόβουλο στόχο, όμως, αφ’ ενός μεν να εξαναγκάσει την σύμμαχο να αποστείλει εν συνεχεία δυνάμεις στο δυτικό μέτωπο και αφ΄ ετέρου να την υποτάξει πιο δεσμευτικά στην γερμανική εξουσία [13]. Συνολικά στο ιταλικό μέτωπο οι κεντρικές δυνάμεις θα παρέτασσαν 34 μεραρχίες έναντι 41 της Ιταλίας[14].

Η επίθεση σημειώθηκε την 24η Οκτωβρίου 1917 υπό γερμανική διοίκηση. Το σχέδιο του γερμανού στρατηγού von Below απεδείχθη απολύτως επιτυχές και οι Ιταλοί υπεχώρησαν κατά κράτος, με μεγάλες απώλειες και σε ψυχολογική κατάρρευση. Το μέτωπο περιορίσθηκε κατά 200 χιλ. και μετετέθη πολύ δυτικότερα, στον ποταμό Piave. Η νίκη ήταν σημαντική. Νέα, όμως, τοπική επίθεση, στα τέλη Νοεμβρίου, για να υπερβούν τον ποταμό,  δεν τελεσφόρησε. Εν πάση περιπτώσει, η  νίκη μεν των αυστρο-γερμανών, η αδυναμία τους, εν τούτοις, να υπερβούν τον  Piave, απετέλεσε το ορόσημο των δυνατοτήτων των δυνάμεων των δύο κεντρικών αυτοκρατοριών.[15]  Πολλοί την ονόμασαν Πύρρειο! Η διάσταση αυτή θα χαρακτηρίσει την επόμενη φάση των εχθροπραξιών στο ιταλικό μέτωπο.

Η μάχη του Caporetto.

Η νίκη στο  Caporetto (η πρώτη μάχη του Piave, 12η του Isonzo), παρά την συνεργασία αυστριακών και γερμανικών μονάδων, δεν συνετέλεσε στην άμβλυνση των τεταμένων πάντοτε σχέσεων των Γενικών Επιτελείων των δύο αυτοκρατοριών. Τόσο μάλλον που εν τάχει ο Ludendorff, για τον οποίο το ιταλικό μέτωπο ήταν δευτερευούσης σημασίας, απέσυρε, προώρως, τις δυνάμεις του για να τις μεταφέρει στο δυτικό θέατρο . Αντίστροφα, το αυστριακό Επιτελείο αναγκάσθηκε να αποστείλει μονάδες, 2 μεραρχίες, στην Γαλλία, πέραν της μεραρχίας βαρέως πυροβολικού που βρισκόταν ήδη εκεί από τις αρχές του 1918.[16] Λίγο αργότερα, στις αρχές του 1918, από τις 79 μεραρχίες που διέθετε η Μοναρχία  οι 43 πλέον είχαν μεταφερθή στο ιταλικό ενώ στο αλβανικό παρέμενε η ίδια κατάσταση.[17]

Ενώ από  πλευράς στρατηγικής η μάχη του Caporetto δεν είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις, μία άλλη παράπλευρη συνέπεια θα επηρέαζε αποφασιστικά την πορεία του πολέμου: η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να κηρύξουν τον πόλεμο και κατά της Αυστρο-Ουγγαρίας, στις 7 Δεκεμβρίου 1917.[18] Αντίστροφα, η ήττα των ρωσσικών δυνάμεων που συνεπέφερε την ειρήνη του Brest-Litovsk (3.3.1918) και την ειρήνη με την Ρουμανία (7.3.1918) ανεπτέρωσε τις  –  φρούδες αλλά επιτακτικές –  ελπίδες του καταβεβλημένου αυστριακού στρατού για λήξη του πολέμου.

Η νίκη αυτή δεν ανέστειλε τις εσωτερικές εξελίξεις στην Μοναρχία. Ενεφάνιζε πλέον όχι μόνον «μικρές σχισμές αλλά μεγάλες ρωγμές,  το κτήριο έπαιρνε νερά από όλες τις πλευρές…» κατά τον Jean- Paul Bled. «Οι εκδηλώσεις της διαδικασίας διαλύσεως είναι ποικίλες. Ακόμη χειρότερο, κάθε μία επιδρά αρνητικά στις άλλες…»[19]. Στο ψυχολογικό κεφάλαιο προσετίθετο πλέον η κρίσιμη επιδείνωση της κρίσεως στα τρόφιμα αλλά και στους εξοπλισμούς. Στον λαό και στον στρατό. Οι στρατιώτες είχαν απισχνανθή με συνέπεια την μείωση της μαχητικής ικανότητός τους. Η τάση λιποταξίας αυξάνετο ανησυχαστικά. Η εσωτερική ανησυχία μεγάλωνε. Οι σοβαρές ενδείξεις αποσαθρώσεως των ενόπλων δυνάμεων επλήθαιναν. Οι εθνοτικές διαφοροποιήσεις με τον χρόνο εγίνοντο εντονώτερες, ενώ η στρατιωτική ηγεσία ήταν αναγκασμένη να λαμβάνει υπ’ όψιν με ακόμη αυστηρότερα κριτήρια την σύσταση των μεγάλων μονάδων από πλευράς εθνικών ομάδων, προς αποφυγή φαινομένων ανυπακοής ή και στάσεων στις γραμμές της.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο 1918, οι στρατηγικοί σχεδιασμοί του Γερμανικού Επιτελείου στο Δυτικό μέτωπο απαιτούσαν την εκδήλωση μιας νέας επιθέσεως στο Ιταλικό θέατρο. Στόχος θα ήταν η δέσμευση των γαλλο-βρεταννικών δυνάμεων στην Ιταλία καθ’ ην στιγμή θα σημειούτο η μεγάλη επίθεση των αντιστοίχων γερμανικών στο δυτικό μέτωπο. Το Αυστριακό Επιτελείο, υπό την πίεση των Γερμανών, ανταπεκρίθη[20]. Τον εξυπηρετούσε να επιφέρει το τελειωτικό κτύπημα στην Ιταλία.  Ο Κάρολος ονειρευόταν  ότι μια ακόμη νίκη θα προσέδιδε νέους τίτλους στην Μοναρχία κατά τις επερχόμενες ειρηνευτικές διαδικασίες που επιζητούσε πάντα. Και παρά την εισήγηση του Γερμανικού Επιτελείου  για την συμμετοχή γερμανικών μονάδων, στην φάση αυτή ο αυτοκράτωρ απέφυγε την προσφορά προσβλέποντας σε  μια νίκη αποκλειστικά αυστρο-ουγγρική!

Παρά ταύτα, οι προτροπές του Γερμανικού Επιτελείου προκαλούσαν   δεύτερες σκέψεις. Κατά την Ελληνική πρεσβεία της Ρώμης οι Ιταλοί «έφθαναν στο συμπέρασμα ότι οι Γερμανοί δεν επιδιώκουν η Ιταλία να υποστή καίρια ήττα από τους Αυστριακούς, διότι μια τέτοια εξέλιξη θα καθιστούσε την Αυστρο-Ουγγαρία λιγότερο χειραγωγήσιμη[21]

Όμως, οι συνθήκες  από το τέλος του 1917 είχαν ουσιαστικά μεταβληθή επί τα χείρω για τον αυστριακό στρατό. Θα πρέπει εδώ να γίνει μια γενικότερη αποτίμηση, για να γίνει κατανοητή η κατάσταση[22]. Η Μοναρχία  ήταν σε θέση να παρατάξη στην ιταλική γραμμή κατ όνομα μόνον 58 μεραρχίες,  μειωμένου δυναμικού : 5-8.000 άνδρες εκάστη αντί τουλάχιστον 12.000 ανδρών, ουσιαστικά, δηλ. σε  ισοτιμία περίπου 30- 37 πλήρεις μεραρχίες. Συγχρόνως οι άνδρες ήταν υποσιτισμένοι, με στολές κατεστραμμένες, με διοικητική μέριμνα  σχεδόν ανύπαρκτη, με εξοπλισμό και εφόδια περιορισμένα. Η ελονοσία, κοντά στον ποταμό, εθέριζε. Είναι αυτονόητο ότι η μαχητική ισχύς τους ήταν αισθητά μειωμένη. Ως εκ τούτου μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνον αμυντικούς σκοπούς. Αλλά από πλευράς της αυστριακής ηγεσίας έγιναν και σφάλματα στρατηγικής, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις να διασπασθούν και να δημιουργηθούν δευτερευούσης σημασίας μέτωπα[23].

Από της πλευράς, πάλι, των ιταλικών δυνάμεων η κατάσταση, έστω και αν αριθμητικά παρέμενε στα ίδια επίπεδα, είχε βελτιωθή από την προ  εξαμήνου ήττα τους[24]. Πέραν της αναδιοργανώσεως της δομής του ιταλικού στρατού από την νέα διοίκησή του, υπό τον στρατηγό Armando Diaz, είχε αναβαθμισθή και ψυχολογικά. Η  συμπαράταξη των γαλλικών και των αγγλικών μεραρχιών, 3 και 2 αντίστοιχα, συνέβαλε στον τομέα αυτόν. Η αεροπορία δε, φαίνεται να υπερείχε της αυστριακής. Και η αλήθεια είναι ότι η ανωτέρω εικόνα κατηύθυνε ορισμένους από την αυστριακή στρατιωτική ηγεσία να επιδιώκουν αναβολή της επιθέσεως. Μια μικρή αναβολή, όντως, παρεσχέθη, αλλά ένας άλλος παράγοντας παρενεβλήθη: η αποτυχία του αιφνιδιασμού! Λιποτάκτες γνωστοποίησαν την οριστική ημερομηνία αλλά και τα σχέδια επιθέσεως  στην ιταλική πλευρά. Οι συνέπειες ήσαν οι αναμενόμενες: οι Ιταλοί αναδιέταξαν τις δυνάμεις τους, έτσι ώστε οι βολές του πυροβολικού του εχθρού να πέφτουν στο κενό. Τουναντίον, οι Ιταλοί έβαλλαν εκ του ασφαλούς εναντίον των αυστριακών θέσεων, επιφέροντας καίρια πλήγματα.

O στρατηγός Armando Diaz, αρχιστράτηγος του ιταλικού στρατού.

Η επίθεση –η δεύτερη μάχη του Piave– άρχισε στις 15 Ιουνίου 1918. Η ιταλική στρατηγική απεδείχθη αποτελεσματική. Συγχρόνως, έναντι του επιτυχούς ιταλικού, το αυστριακό πυροβολικό δεν διέθετε καν τον αναγκαίο αριθμό πυρομαχικών ώστε να αντεπεξέλθη στην επίθεση των στρατευμάτων της Entente. Από τις πρώτες φάσεις των εχθροπραξιών, οι εντυπώσεις έκλιναν εις βάρος  της Μοναρχίας. Η γαλλο-βρεταννική  παρουσία  συνέδραμε αποφασιστικά τις ιταλικές δυνάμεις. Αλλά και οι καιρικές συνθήκες – εντονώτατες βροχοπτώσεις με υπερχείλιση του ποταμού Piave – παρεμπόδιζαν τις τακτικές κινήσεις των αυτοκρατορικών δυνάμεων. Ακόμη και οι σιδηροδρομικές μεταφορές πολεμοφοδίων είχαν καταστή ιδιαιτέρως προβληματικές. Και ναι μεν αποσπάσματα είχαν κατορθώσει να διαπεραιωθούν εκείθεν του ποταμού, αλλά η επιτυχία αυτή δεν ήταν ικανή να δώση μιαν  αποφασιστική τροπή στην μάχη. Οι προοπτικές, για τους αυστριακούς, διεφαίνοντο εξόχως αρνητικές. Εν τέλει, συνυπολογίζοντας και τις καιρικές συνθήκες, το Επιτελείο αναγκάσθηκε να διατάξει την επιστροφή των δυνάμεων στις αρχικές τους θέσεις, στην ανατολική όχθη του Piave.

Το χειρότερο ήταν ότι, εν τω μεταξύ, το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο, αντιμετωπίζοντας την πίεση στο Δυτικό μέτωπο, τροποποίησε την στρατηγική του στο Ιταλικό: διέταξε το Αυστριακό Επιτελείο, εν μέσω της συγκρούσεως, να αναστείλει τις εχθροπραξίες. Και όχι μόνον τούτο, αλλά επίεζε ώστε να μεταφερθούν ταχέως μονάδες στο γαλλικό μέτωπο![25]

Η αναστολή των εχθροπραξιών, κατά διαταγή του Καρόλου, βρήκε τον αυστριακό στρατό στο σημείο εκκινήσεώς του. Άρα, στην ουσία επρόκειτο περί αποτυχίας της επιθετικής τακτικής από την οποία η Βιέννη ανέμενε τόσα πολλά. Με υπερβολικές θυσίες, νεκρών, τραυματιών και αιχμαλώτων, η αυστρο-ουγγρική στρατηγική τερματίσθηκε άδοξα και ανεπανόρθωτα στις 23 Ιουνίου. Η ανεπιτυχής αυτή προσπάθεια σηματοδότησε στην πράξη την οριστική παράλυση των ενόπλων δυνάμεων της Μοναρχίας[26]. Ούτως ή άλλως, το Αυστριακό Επιτελείο, εν πλήρη γνώσει της καταστάσεως, υπεδείκνυε ήδη από καιρό στους συμμάχους του ότι δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθη στην πολεμική προσπάθεια πέραν του Δεκεμβρίου 1918[27]. Ακόμη και οι δύο μεραρχίες – από τις έξι που είχε υποσχεθή ο στρατηγός Arz – που απεσπάσθησαν, τελικώς, στο Δυτικό μέτωπο, ελλιπώς αξιόμαχες,  για τους απογοητευμένους Γερμανούς επιτελείς, απέδειξαν πλέον τα όρια αντοχής του συμμαχικού τους στρατού[28].

Τους μήνες μετά την μάχη αυτή του Piave, το ιταλικό μέτωπο παρουσίασε αρκετή δραστηριότητα. Το ηθικό των Ιταλών αναπτερώθηκε αισθητά[29].  Στην μαχητική βελτίωση συνέβαλε και ο εξοπλισμός του με πολυβόλα νέου τύπου. Τότε, ο στρατηγός Diaz, συντονιζόμενος και με τις γενικότερες προθέσεις του κεντρικού Συμμαχικού Στρατηγείου,  απεφάσισε την εκδήλωση νέας επιθέσεως : της τελευταίας μεγάλης επιθέσεως του μετώπου, στο Vittorio Veneto, γνωστής και ως 3η μάχης του Piave.

Η 3η μάχη του Piave (Vittorio Veneto).

Η πλευρά της Entente διέθετε συνολικά 51 ιταλικές μεραρχίες, 2 γαλλικές, 3 βρεταννικές, μία τσεχοσλοβακική και ένα σύνταγμα των ΗΠΑ. Η Αυστρο-Ουγγαρία παρέταξε 57 1/2  μεραρχίες, περί τους 400.000 άνδρες, εκ των οποίων, ως φαίνεται, μόνον το ένα τρίτο, 18 μεραρχίες, σε θέσεις των πρόσω[30]. Οι αυστριακές δυνάμεις, σε ψυχολογική αποσύνθεση, δεν είχαν ακόμη συνέλθη από την προ μηνών αλγεινή εμπειρία τους. Το ηθικό παρέμενε χαμηλό. Είναι αδιανόητη η υλική κατάπτωση και οι οριακές συνθήκες επιβιώσεως στις οποίες είχε περιπέσει ο αυτοκρατορικὀς στρατός.

Υπό το φως ότι από αυστριακής πλευράς οι αυτοκρατορικἐς δυνάμεις αποτελούσαν στρατό χωρίς πατρίδα, εφ’ όσον οι διαδικασίες ανεξαρτησίας των διαφόρων εθνοτήτων είχαν καταστή ανεπίστροφες,[31] ο στρατός της Μοναρχίας δεν είχε πλέον κάποιο νομιμοποιητικό έρεισμα, κάποιο ψυχολογικό υπόβαθρο για να πολεμήσει! Ο αυτοκράτωρ, σε μια ενέργεια απελπισίας για να αναστείλη την ιταλική επίθεση και την επερχόμενη -και αναμενόμενη- γενική καταστροφή απευθύνθηκε στις 23 Οκτωβρίου στον Πάπα, δίδοντας συνέχεια σε παλαιότερη πρωτοβουλία του Βατικανού. Ο διατιθέμενος χρόνος, όμως, και οι σχέσεις της Αγίας Έδρας με την Βιέννη δεν επέτρεπαν καμμία τέτοια παρέμβαση.

Η επίθεση, προγραμματισμένη αρχικά για τις 18 Οκτωβρίου, λόγω πολύ κακών καιρικών συνθηκών ανεβλήθη κατά μία εβδομάδα, για τις 24 Οκτωβρίου,(δηλ. ένα έτος ακριβώς μετά την μάχη στο Caporetto). Στις 27 Οκτωβρίου, τρεις ημέρες μετά την έναρξη της επιθέσεως, οι ειδήσεις για την Βιέννη ήταν ακόμη ενθαρρυντικές, έως και συγκινητικές από τις προσπάθειες του στρατεύματος. Οι αυτοκρατορικές δυνάμεις αντεπιτίθεντο και εμάχοντο αποτελεσματικά σε διάφορα σημεία του μετώπου. Την ημέρα εκείνη, όμως, οι βρεταννικές μονάδες κατόρθωσαν να διαβούν τον ποταμό Piave, δημιουργώντας προγεφύρωμα στην περιοχή του Vittorio Veneto. Εκμεταλλεύτηκαν το κενό της αποσύρσεως ουγγρικών μονάδων την προηγουμένη![32] Αυτό το προγεφύρωμα σηματοδότησε την έναρξη της καταστροφής.

Η 28η Οκτωβρίου απετέλεσε την αποφασιστική ημέρα των εχθροπραξιών. Οι αυστριακές μονάδες, σταδιακά αποψιλούντο από τους άνδρες τους. Άλλες μεραρχίες εστασίαζαν. Ο στρατός, αποτελούμενος κυρίως από σλάβους,  είχε ουσιαστικά αποσυντεθή.[33] Ο στρατηγός Svetozar Boroevic von Bojna, την ημέρα αυτή από το θέατρο των επιχειρήσεων, επεσήμαινε στο Baden την κρισιμότητα της καταστάσεως και ότι απητείτο λήψη πολιτικής αποφάσεως «ώστε να αποφευχθή αναρχία και καταστροφή του στρατού και της Μοναρχίας».  Από δικής της πλευράς, η πολιτική ηγεσία, υπολογίζοντας τις ανατρεπτικές συνέπειες, επανήρχετο επιτακτικά στις προσπάθειες εξασφαλίσεως της ειρήνης απευθυνόμενη για μια ακόμη φορά[34] στον πρόεδρο Wilson, προβάλλοντας την ετοιμότητά της να αρχίσει ειρηνευτικές συνομιλίες «χωρίς να αναμείνει την πορεία άλλων διαπραγματεύσεων», δηλ. χωριστά από τη Γερμανία.

Ιταλοί στρατιώτες στη μάχη του Vittorio Veneto.

Πώς ακριβώς ο αυτοκρατορικός στρατός έφθασε στο σημείο να συρθή να υπογράψει την ανακωχή στην Villa Giusti και υπό ποίους όρους;

Οι δραματικές εξελίξεις στο μέτωπο, οδήγησαν, στις 29 Οκτωβρίου, το Γενικό Επιτελείο στο Baden να ζητήσει επειγόντως ανακωχή[35]. Σκέψεις προς την κατεύθυνση αυτή ήδη εγίνοντο, εφ’ όσον από τις 4 Οκτωβρίου είχε συσταθή  στο τοπικό στρατηγείο, στο Trento, μία διαπραγματευτική επιτροπή. Οι οδηγίες πάντως εδόθησαν υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων στο μέτωπο:  θα εγίνετο αποδεκτός κάθε όρος που δεν θα έθιγε την τιμή της χώρας. Ο Κάρολος είχε, ως φαίνεται, κατά νουν ορισμένους όρους που δεν έθιγαν την αξιοπρέπεια της Μοναρχίας, όπως την σταδιακή εκκένωση των εδαφών που είχαν καταληφθή ή τον μη ακρωτηριασμό των εδαφών της αυτοκρατορίας. Ήταν και πάλι εκτός πραγματικότητος! Τουναντίον, οι όροι που θέλησαν να επιβάλουν  οι Ιταλοί και οι σύμμαχοί τους απέβλεπαν ουσιαστικά στην πλήρη συνθηκολόγηση της μεγάλης πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας.

Τι συνέβη τις επόμενες ημέρες:

Στην πρώτη κρούση για ανακωχή, οι Ιταλικές αρχές καθυστερούσαν να απαντήσουν. Προφανώς, διότι το Επιτελείο δεν επιθυμούσε να παρενοχλήσει τις επιχειρήσεις που ήσαν σε εξέλιξη. Το Αυστριακό Γενικό Επιτελείο ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με το Ιταλικό. Στις 30 Οκτωβρίου η στρατιωτική αντιπροσωπεία της Αυστρο-Ουγγαρίας  οδηγήθηκε στην Villa Giusti, έξω από την Padova, όπου, την επομένη αφίχθη ο στρατηγός Badoglio, χωρίς οδηγίες. Οι οδηγίες από τις Βερσαλλίες, όπου ήδρευε το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο, θα έφθαναν στην Ιταλική αντιπροσωπεία  την  επομένη. Η ηθελημένη  αναβλητικότητα απεδίδετο στην υστεροβουλία των Ιταλών, ώστε να καθυστερήσει η υπογραφή της ανακωχής, με ό,τι αυτό θα συνεπείγετο στο μέτωπο. Εν τω μεταξύ, συνεχίζοντο οι μεταξύ των Συμμάχων διαβουλεύσεις  στις Βερσαλλίες, οι οποίες είχαν ξεκινήσει ήδη πριν από αρκετές ημέρες, προκαταλαμβάνοντας τα γεγονότα.[36]

Εν αναμονή του επισήμου κειμένου, ο στρατηγός Badoglio επέδωσε την 1η Νοεμβρίου το μεσημέρι, ένα ανεπίσημο κείμενο των όρων της ανακωχής, στα ιταλικά, λέγοντας στον στρατηγό Weber, μεταξύ άλλων: «Οι όροι πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ή να απορριφθούν από τους αυστριακούς πληρεξουσίους. Δεν μπορεί να υπάρξη διαπραγμάτευση»[37]. Η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη.

Τους τελεσιγραφικούς όρους της «ανακωχής», ουσιαστικά της συνθηκολογήσεως, είχαν  συναποφασίσει μεταξύ τους οι Σύμμαχοι. Οι Ιταλοί, από δικής τους πλευράς, προσέθεσαν ορισμένους. Κυρίως την θέση εν ισχύ της ανακωχής 24 ώρες μετά την υπογραφή της, όπως συμπεριελήφθη στο πρόσθετο πρωτόκολλο. Αλλά οι συνεννοήσεις μεταξύ των Συμμάχων δεν θα απεδεικνύοντο εύκολες, παρά την γενική κοινή κατεύθυνση: ανεφύησαν  σοβαρές διαφοροποιήσεις. Οι Iταλοί, ο πρωθυπουργός Vittorio Orlando και ο υπουργός Εξωτερικών  Sidney Sonnino, διεμαρτύροντο για τα 14 σημεία του προέδρου Wilson. Ο Georges Clemençeau ήταν επικριτικός για την γενικότερη στάση της Ιταλίας. Ήδη η Ρώμη, σύμφωνα με τις προτάσεις της ζητούσε περισσότερα εδάφη από αυτά που της είχαν ορίσει οι Σύμμαχοι με την συμφωνία του Λονδίνου του 1915, προκαλώντας την οργή των Γιουγκοσλάβων[38]. Από δικής του σκοπιάς ο γάλλος πρωθυπουργός, επιφυλακτικός έναντι της Ρώμης, δεν ήθελε την Ιταλία νικήτρια διότι φοβόταν ότι θα προέβαλλε υπερβολικές αξιώσεις.[39] Έναντι των πολύ αυστηρών όρων που ήθελαν να επιβάλουν τα μέλη της Συμμαχικής Ναυτικής Επιτροπής, οι πρωθυπουργοί επεδίωκαν την άμβλυνσή τους, δηλ. την παράδοση μικρότερου αριθμού πλοίων. Ιδίως ο David Lloyd George, ο οποίος είχε εκδηλώσει την ανωτέρω θέση, εξέφραζε τον φόβο μήπως η Αυστρία, αρνούμενη τους πολύ αυστηρούς όρους, συνέχιζε τον πόλεμο. Τελικώς, υπερίσχυσε η μετριοπαθής άποψη. Μια άλλη πτυχή απασχολούσε τους Συμμάχους της Entente: εφ’ όσον η Μοναρχία εδέχετο τους όρους, θα ήταν σε θέση να τους εκτελέσει;[40] Οι προβληματισμοί αυτοί αφήνουν να διαφανή μιά έλλειψη επακριβούς πληροφορήσεως για την δραματική εσωτερική και στρατιωτική κατάσταση στην Αυστρο-Ουγγαρία.

H Villa Giusti στη σημερινή της μορφή.

Οι προκαταρκτικές οδηγίες του στρατηγού Arz προς τον Weber ήταν να γίνουν δεκτοί όλοι οι όροι για την ανακωχή, οι οποίοι δεν θα έθιγαν την τιμή της χώρας και των ενόπλων δυνάμεων. Όταν το πρώτο, ανεπίσημο, κείμενο των όρων της ανακωχής έφθασε στην Villa Giusti, ο στρατηγός Weber αντελήφθη ότι αυτοί υπερέβαιναν κατά πολύ τις οδηγίες που είχε λάβη: αποτελούσαν τελεσίγραφο συνθηκολογήσεως. Τους απέστειλε μέσω Trento στο Baden και στην Βιέννη. Ο Κάρολος και αυτός ηρνείτο να τους αποδεχθή. Τον ενοχλούσε κυρίως ο όρος ότι οι δυνάμεις της Entente θα είχαν ελευθερία κινήσεων εντός του αυστριακού εδάφους, δηλ. θα μπορούσαν να επιτεθούν εναντίον των Γερμανικών δυνάμεων. Δεν είχε άδικo. Το συμμαχικό στρατηγείο, όντως σχεδίαζε ήδη την, μέσω αυστριακών εδαφών, επίθεση κατά της Βαυαρίας![41]

Εν τω μεταξύ, ο εκνευρισμός στο στρατηγείο στο Trento γινόταν όλο και πιο έκδηλος καθώς περνούσε η ώρα και η κατάσταση επί του εδάφους χειροτέρευε. Η ηγεσία του τοπικού στρατηγείου τηλεγραφούσε υπέρ της άνευ όρων αποδοχής της ανακωχής ως την μόνη λύση σωτηρίας!  Οι Ιταλοί, από πλευράς τους, απέρριπταν τα επίμονα επιχειρήματα των Αυστριακών να ανασταλούν οι εχθροπραξίες αμέσως για λόγους ανθρωπιστικούς. Οι Ιταλοί εκπρόσωποι έθεταν προθεσμίες και απειλούσαν με διακοπή των συνομιλιών, οι οποίες εγίνοντο όλο και πιο ζωηρές και νευρικές. Ο αυτοκράτωρ, στην Βιέννη, εν μέσω μεγάλης εντάσεως, εζήτησε την έγκριση του Συμβουλίου του Κράτους (Staatsrat) της γερμανικής Αυστρίας. Αυτό αρνήθηκε ως αναρμόδιο να συγκατατεθή στην απόφαση αποδοχής της ανακωχής. Κατόπιν άλλων αλυσιτελών μεθοδεύσεων, εν τέλει συνεκάλεσε το Συμβούλιο του Στέμματος, το οποίο, αυτό, volens nolens, απεδέχθη ομοφώνως το τελεσίγραφο. Οι στρατηγοί, από πλευράς τους, είχαν ταχθή υπέρ της άνευ όρων αποδοχής του τελεσιγράφου. Στην Βιέννη επίστευαν ότι κάθε διαμαρτυρία έναντι μεμονωμένων όρων θα έμενε άνευ αποτελέσματος, αντιμέτωπη με την απόλυτη άρνηση των Ιταλών . Ο στρατηγός Alexander von Krobatin υπό το φως των καθυστερήσεων, τηλεγραφούσε από το Trento «…μόνον με μία ανακωχή άνευ όρων θα μπορούσε να αποφευχθή, διατηρώντας την τιμή του στρατεύματος, μία καταστροφή…»[42] Και πάλι, όμως ο αυτοκράτωρ εδίσταζε. Προσεπάθησε να υπαναχωρήσει. Αλλά ήταν πλέον αδύνατον. Ας σημειωθή ότι η γερμανική πλευρά επεδίωξε, κατά διαταγή του στρατάρχου Hindenburg, να εκμεταλλευθή την διαδικασία και να υπεισέλθη στις διαπραγματεύσεις. Το ιταλικό Γενικό Επιτελείο άνευ περιστροφών απέρριψε την πρόταση με το επιχείρημα ότι η αυστριακή πλευρά δεν είχε ζητήσει την παρέμβαση της Γερμανίας[43].

Ο επικεφαλής της αυστροουγγρικής αντιπροσωπείας στρατηγός Viktor Weber von Webenau (δεύτερος από αριστερά) εξέρχεται από τη Villa Giusti.
Η υπογραφή της πράξης ανακωχής στις 3 Νοεμβρίου 1918.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι όροι της ανακωχής ήταν, χωρίς αμφιβολία, ιδιαιτέρως σκληροί. Εκδικητικοί, θα έλεγε κανείς. Επρόκειτο περί τελεσιγράφου. Δύο σημεία ενόχλησαν ιδιαιτέρως την αυστριακή πλευρά: το δικαίωμα των δυνάμεων της Entente να προωθηθούν μέσω Αυστρίας ώστε να επιτεθούν κατά της Γερμανίας, και η θέση εν ισχύ της παύσεως του πυρός από της 15.00 της 4ης Νοεμβρίου, παρά τον πρώτο όρο του κειμένου της ανακωχής που ανέφερε σαφώς ότι η  παύση πυρός ήταν άμεση. Ο Weber επανήλθε επανειλημμένως στα δύο αυτά σημεία, πλην εις μάτην. Τόσο μάλλον που, κινούμενος από ανθρωπιστικούς λόγους, ο ίδιος ο Arz είχε διατάξη τα αυστριακά στρατεύματα, πριν ακόμη την υπογραφή της ανακωχής, να αναστείλουν τις εχθροπραξίες, δηλ. 36 ώρες ενωρίτερα. Ο Badoglio ήταν αμετάπειστος σχετικά με το σημείο αυτό : έπρεπε να υπάρξη η αναγκαία διορία ώστε να ειδοποιηθούν οι μονάδες σε ένα   μέτωπο 300 χιλιομέτρων. Είτε από υστεροβουλία –ώστε να προωθηθούν τα στρατεύματα- είτε από πραγματική ανάγκη, το αποτέλεσμα ήταν ότι συνελήφθησαν 360.000 αιχμάλωτοι από τον Ιταλικό στρατό. Σημειωτέον ότι η παύση πυρός αφορούσε και στα Βαλκάνια![44]

Το οριστικό, επίσημο, γαλλικό, κείμενο της ανακωχής επεδόθη στην αυστριακή αντιπροσωπεία στις 02.00, μεταξύ της 2ας και της 3ης Νοεμβρίου. Μετεδόθη αμέσως στην Βιέννη, όπου, ήταν φυσικό, ο αρχηγός των Ενόπλων δυνάμεων von Arz και το επιτελείο του ευρίσκοντο σε κατάσταση νευρικού κλονισμού.

Εν τω μεταξύ, στην Βιέννη οι αποφάσεις έχουν ληφθή: να γίνουν δεκτοί οι όροι και να υπογραφή η πράξη ανακωχής, με παράλληλη επιφύλαξη στο ζήτημα 4, δηλ. της δυνατότητος διαπεραιώσεως στρατευμάτων μέσω του εδάφους της Αυστρο-Ουγγαρίας. Μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, ο Κάρολος απέστειλε, αργά το βράδυ, στον Weber την έγκριση του να υπογράψει την πράξη της ανακωχής[45]. Οι οδηγίες όμως, όπως φαίνεται δεν κατέστη δυνατόν να αναδιαβιβασθούν κανονικά[46].  Με συνέπεια την καθυστέρηση. Τον αναβρασμό στην Villa Giusti επέτεινε τελεσίγραφο των Ιταλών που ώριζε ότι οι όροι έπρεπε να γίνουν δεκτοί μέχρι τα μεσάνυκτα της 3ης Νοεμβρίου, αλλιώς δεν θα υπήρχε ανακωχή![47]. Ο εκνευρισμός και στην Villa  ήταν έκδηλος.

Υπό τις έκτακτες αυτές συνθήκες, τα αντιφατικά μηνύματα που έφθαναν και λαμβάνοντας υπ όψιν ότι υπήρχε αδυναμία επικοινωνίας με την  κεντρική διοίκηση, ο Weber  ανέλαβε την ευθύνη να υπογράψει, χωρίς να έχει ανά χείρας ρητές οδηγίες[48]. Προσέθεσε ότι η αποδοχή της ανακωχής δεν προκαθόριζε τους όρους της ειρήνης και διεμαρτύρετο διότι οι Ιταλοί συνέχιζαν τις εχθροπραξίες.

Η αίθουσα υπογραφής της πράξης ανακωχής.

Η πράξη, εν τέλει, υπεγράφη επισήμως επί του γαλλικού κειμένου από τις δύο αντιπροσωπείες την Κυριακή, 3η Νοεμβρίου, στις 18.40. Παρά ταύτα, ο στρατηγός Badoglio απεδέχθη ως ώρα υπογραφής την 15.20, όταν ο Weber εδήλωσε ότι εδέχετο το κείμενο και ήταν έτοιμος να το υπογράψη, την δε αναστολή των εχθροπραξιών στις 15.00 της 4ης Νοεμβρίου[49].

  1918 – L’armistizio di Villa Giusti

 

Η απόφαση του Καρόλου να παραχωρήσει στις 30 Οκτωβρίου, δηλ. προ της υποβολής των όρων της ανακωχής, τον στόλο που ναυλοχούσε στον ναύσταθμο της Pola στους Νοτιο-σλάβους ώστε να μην περιέλθη στην Ιταλία, δημιούργησε άλλες περιπλοκές. Μετά την έντονη δυσφορία του Sonnino, έγιναν σκέψεις από πλευράς της Entente, ο στόλος να πλεύση προς την Κέρκυρα με λευκή σημαία, και να τεθή εις την διάθεση των Συμμάχων[50].  Η αντίδραση, εν τούτοις, των Νοτιο-σλάβων, ιδίως του Κροάτη Ante Trumpić, ότι μισούν περισσότερο τους Ιταλούς από ό,τι τους Αυστριακούς, και ότι θα βομβάρδιζαν τυχόν ιταλικό πλοίο που θα πλησίαζε τα ύδατα υπό Γιουγκοσλαβικό έλεγχο είχε σαν αποτέλεσμα να  αναστείλη κάθε σχετική απόφαση[51].

Ποιοι ήταν οι όροι της ανακωχής; Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου στις Βερσαλλίες (2.11.1918), οι όροι, που υπεβλήθησαν και εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, συμπληρωμένοι και από ιταλικής πλευράς, λεπτομερέστατοι,   εκάλυπταν τόσο τον στρατό ξηράς, όσο και το ναυτικό και την αεροπορία. Ανεφέροντο δε και στις Γερμανικές δυνάμεις.

Σε γενικές γραμμές οι όροι ήσαν οι εξής:

-άμεση παύση των εχθροπραξιών,
-αφοπλισμός των Αυστρο-Ουγγρικών δυνάμεων πλην 20 μεραρχιών ειρηνικής συνθέσεως, παραχώρηση στην Entente του ½ της δυνάμεως του πυροβολικού,
-εκκένωση των κατεχομένων εδαφών σε μια γραμμή που περιεγράφετο λεπτομερώς, από το Bremmer, Pustertal, Treviso, Isonzo, Istria συμπεριλαμβανομένης της Τεργέστης, της Βορείας Δαλματίας και των νήσων. Η εκκένωση θα γινόταν σταδιακά, σύμφωνα με τις αποφάσεις των επί τόπου διοικητών,
-ελεύθερη μετακίνηση των συμμαχικών δυνάμεων μέσω των εδαφών της Αυστρο-Ουγγαρίας σύμφωνα με τις ανάγκες τους,
-κατοχή στρατηγικών σημείων της επικρατείας,
-απελευθέρωση όλων των αιχμαλώτων των δυνάμεων της Entente χωρίς αμοιβαιότητα,η ελεύθερη χρήση παντός αναγκαίου μεταφορικού μέσου,
-η αναδίπλωση πάσης γερμανικής μονάδος εντός 15 ημερών, όχι μόνον από τα Ιταλικά και τα Βαλκανικά εδάφη, αλλά από ολόκληρο το έδαφος της αυτοκρατορίας.

Η οριοθετική γραμμή όπως ορίστηκε από την πράξη ανακωχής.

Οι όροι για το ναυτικό προέβλεπαν την παράδοση 15 νεότευκτων υποβρυχίων, συμπεριλαμβανομένων και όσων γερμανικών ευρίσκοντο εντός των εθνικών υδάτων της Μοναρχίας, 34 άλλων μονάδων, ακόμη και ποταμοπλοίων, εθεσπίζετο η ελεύθερη ναυσιπλοΐα σε όλα τα εθνικά ύδατα, τους ποταμούς και τις λίμνες, η εγκατάλειψη των λιμένων και των ακτών που ευρίσκοντο εκτός των εθνικών ορίων της χώρας, η συγκέντρωση όλων των ναυτικών αεροπορικών μέσων σε σημεία που θα υπεδεικνύοντο από τους Συμμάχους, η επιστροφή όλων των κατασχεθέντων εμπορικών πλοίων υπό σημαία των χωρών της Entente[52].

 

  Cento anni dall’ armistizio 1918-2018

Εν τω μεταξύ, η Βουδαπέστη, έχοντας καταγγείλη από τις 30 Οκτωβρίου την ένωση (Realunion) μεταξύ των δύο χωρών και έχοντας κηρύξει την ανεξαρτησία της Ουγγαρίας, θεωρούσε ότι οι πράξεις της Βιέννης δεν την αφορούσαν. Κατόπιν τούτου ζήτησε και υπέγραψε με τους Συμμάχους της Entente ξεχωριστή ανακωχή στις 13 Νοεμβρίου, στο Βελιγράδι[53]. Οι όροι της ανακωχής με την Ουγγαρία ήσαν  ιδιαιτέρως αυστηροί, εφ’ όσον της αφαιρούσαν μεγάλα τμήματα επικρατείας προς όφελος των Νοτιο-Σλάβων.

Ενώ ο κύριος ενωτικός θεσμός, η ραχοκοκαλιά της Δυαδικής Μοναρχίας, οι ένοπλες δυνάμεις, είχαν καταστραφή, η Μοναρχία, διαμελισμένη σταδιακά ήδη, έπαψε να υπάρχη ως κράτος λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου. Ο αυτοκράτωρ  Κάρολος υπέγραψε το διάγγελμα με το οποίο έπαυε να ασκεί την εξουσία στο υπόλοιπο της πάλαι ποτέ Δυαδικής Μοναρχίας, δηλ. στην Γερμανική Αυστρία, η οποία και αυτή ήδη, από τις 30 Οκτωβρίου, είχε  μετωνομασθή σε «Αυστριακή Δημοκρατία»: «παραιτούμαι κάθε αναμίξεώς μου στις υποθέσεις του κράτους». Η λέξη «παραίτηση από τον θρόνο» δεν αναγράφεται πουθενά. Ωστόσο η ουσία ήταν αυτή[54].

Ο πόλεμος, που τόσο επιπόλαια η Δυαδική Μοναρχία εκήρυξε τον Ιούλιο του 1914, παρασυρθείσα από την «σύμμαχο» Γερμανία, επερατούτο με καταστροφή που κανείς δεν φανταζόταν κατά την έναρξή του. Τότε επίστευαν ότι ο πόλεμος θα ήταν βραχύς και τοπικά περιορισμένος. Τελικώς, η αυτοκρατορία μέσα σε τέσσερα χρόνια στρατολόγησε 8 εκατ. άνδρες, έχασε τουλάχιστον 1.600.000 και αριθμούσε 2.000.000 περίπου τραυματίες.[55] Κατέστρεψε σχεδόν πλήρως τις οικονομικές της υποδομές.  Ανέτρεψε δε την ιστορία της Ευρώπης.

Rudolf Konopa: “Die Ausrufung der Republik vor dem Parlament in Wien am 12. November 1918”, 1918, Wien Museum.

Αυτά συνέβαιναν στο εσωτερικό της Δυαδικής Μοναρχίας και στο Ιταλικό μέτωπο. Και  στα Βαλκάνια; Εκεί, σε όλη την έκταση της Αλβανίας και του Μαυροβουνίου,  ευρίσκοντο αυστριακές μονάδες σε αντιπαράθεση με ιταλικές, κατά μήκος του Αώου/Βογιούσα ποταμού, και ολίγες στην Μακεδονία. Στο μέτωπο αυτό η κατάσταση διαμορφώθηκε προ της ήττας στο Vittorio Veneto.

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου 1918, ο Βούλγαρος βασιλεύς Φερδινάνδος, υπό το φως των εσωτερικών εξελίξεων[56] και της δραματικής – από πλευράς  εξοπλισμών αλλά και  από ψυχολογικής απόψεως – καταστάσεως του στρατού του αλλά και υπό τον φόβο γενικής επιθέσεως της Entente, είχε ζητήσει την στρατιωτική βοήθεια των συμμάχων του, βάσει της συμφωνίας εμπλοκής του 1915. Όμως, υπό τις υπάρχουσες τότε συνθήκες στα άλλα μέτωπα, ήταν αδύνατη η άμεση ικανοποίηση του αιτήματος για την αποστολή σημαντικών δυνάμεων. Η Αυστρία είχε δεσμευθή για την αποστολή, εν τέλει, μόνον δύο μεραρχιών. Αλλά η κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου δεν θα επέτρεπε την προώθηση των μονάδων αυτών προ της παρελεύσεως μηνός. Η επιχείρηση εγκατελείφθη. Ο Βουλγαρικός στρατός κατέρρευσε.

Η αδυναμία της τετραπλής συμμαχίας να αντεπεξέλθη στην γενική επίθεση που εξαπέλυσε η Entente στο Μακεδονικό μέτωπο, στις 15 Σεπτεμβρίου 1918, είχε σαν συνέπεια η Σόφια στις 26 Σεπτεμβρίου να ζητήση ανακωχή. Αυτή υπεγράφη στις 29, στην Θεσσαλονίκη. Η Τουρκία από πλευράς της, μη μπορώντας να αντιμετωπίση την νέα τροπή, ζήτησε με την σειρά της, ανακωχή. Αυτή υπεγράφη στις 30 Οκτωβρίου, στον Μούδρο. Η κατάσταση στο Μακεδονικό μέτωπο είχε ξεκαθαρίσει λίγο προ της αυστριακής καταρρεύσεως στο Vittorio Veneto.

Η διάλυση του Βουλγαρικού στρατού απετέλεσε βαρύ στρατιωτικό πλήγμα για την Αυστρο-Ουγγαρία, εφ΄όσον μονάδες του πρώτου είχαν καταλάβη, σε συνεργασία με την Αυστριακή στρατιωτική ηγεσία – παρά την έλλειψη κάθε εμπιστοσύνης μεταξύ Βουλγαρικού και Αυστριακού στρατού – το νοτιο-ανατολικό τμήμα της Αλβανίας και εφάπτοντο κοντά στο Πόγραδετς, προφυλάσσοντας το ανατολικό άκρο της Αυστριακής αναπτύξεως.

Οι επιχειρήσεις στο αλβανικό μέτωπο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του 1918.

Οι Ιταλοί, ως γνωστόν, από την αρχή του πολέμου είχαν εγκατασταθή στον Αυλώνα και ανατολικά αυτού – το XVI Σώμα Στρατού[57]– έχοντας απέναντί τους τις Αυστριακές μονάδες, το μειωμένο σε δύναμη ΧΙΧ Σώμα Στρατού -40.000 άνδρες περίπου- πέραν του ποταμού Αώου/Βογιούσα. Οι Ιταλοί υπερείχαν σε δυνάμεις στην γραμμή του μετώπου. Ανατολικά από τους Ιταλούς η περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της Κορυτσάς, εκαλύπτετο από γαλλικά στρατεύματα[58]. Παρά επανειλημμένες προσπάθειες, οι περιορισμένες και μειωμένης ικανότητος Αυστριακές δυνάμεις, αποδεκατισμένες και από την ελονοσία, δεν είχαν κατορθώσει να εκβάλουν τους Ιταλούς από την στρατηγική τοποθεσία του Αυλώνος. Τότε, στις 10 Ιουλίου, τοποθετήθηκε επικεφαλής του αυστριακού στρατού στην Αλβανία ο ικανός στρατηγός Karl von Pflanzer-Baltin. Ο νέος διοικητής κατόρθωσε να αναπτερώση το ηθικό των αυστριακών μονάδων κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους προβαίνοντας και σε αναδιάταξη των δυνάμεων.

Στις 28 Αυγούστου του 1918, μετά από μια εν μέρει επιτυχή επιχείρηση των Γαλλο-Ιταλών τον Ιούλιο, οι Αυστριακές δυνάμεις πέρασαν σε αντεπίθεση. Κατέλαβαν το Μπεράτι, το Φιέρι και την Ταμορίτσα, με την αεροπορία των δύο χωρών να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο. Ο αυστριακός στρατός απέδειξε την μαχητικότητά του.

Αισιόδοξος από τις επιτυχίες αυτές αλλά και με τις ελαφρές ενισχύσεις που εδέχθη[59], ο στρατηγόςPflanzer-Baltin, διοικητής του επιχειρησιακού θεάτρου, προγραμμάτιζε επίθεση κατά του Αυλώνος. Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Εν τω μεταξύ κατέρρευσε το Μακεδονικό μέτωπο[60]. Συγχρόνως, οι αλβανικές μονάδες, σύμμαχοι μέχρι τότε των Αυστριακών, αυτομόλησαν[61]. Τελικώς, την 24η Σεπτεμβρίου προεκρίθη η υποχώρηση μέσω της βορείου Αλβανίας και του Μαυροβουνίου, προς τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Η κίνηση αναδιπλώσεως έγινε κατά απόλυτα συντεταγμένο τρόπο, προς τιμήν του Αυστριακού διοικητού. Ο Ιταλικός στρατός παρακολουθούσε  την υποχώρηση χωρίς να παρεμβαίνει. Εν τέλει, και αφού οι  δυνάμεις που είχαν φθάσει στην Bocche di Cattaro, κατετμήθηκαν κατά εθνικότητες, στις 22 Νοεμβρίου, μετεφέρθησαν από τους διαφόρους λιμένες του Μαυροβουνίου όπου είχαν καταλήξει, με  γαλλικά πλοία στην Β. Ιταλία[62].

Ο στρατηγός Karl Freiherr von Pflanzer-Baltin, διοικητής των αυστριακών δυνάμεων στο αλβανικό μέτωπο το 1918.

Όπως προαναφέρθηκε, οι αυστριακές δυνάμεις στο Αλβανικό μέτωπο ενώ αρχικά ανέμεναν ενισχύσεις, σύμφωνα με το σχέδιο του Αυστριακού Αρχηγείου, τελικώς αυτές ποτέ δεν έφθασαν, πλην της τεθωρακισμένης μεραρχίας. Μεταξύ άλλων και διότι μονάδες –Πολωνών, Τσέχων, Σλοβάκων-  εστασίασαν, αρνούμενες πλέον να πολεμήσουν. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο στρατάρχης Hermann von Kövess, νέος γενικός διοικητής των δυνάμεων στα Βαλκάνια,  αναγκάσθηκε να διατάξει γενική υποχώρηση προς τον Δούναβη. Στην καταδίωξη των μονάδων των κεντρικών Δυνάμεων προς την ενδοχώρα από τις δυνάμεις της Entente, συνέβαλαν αποτελεσματικά και μονάδες του Ελληνικού στρατού.

Με την τροπή αυτή περατώθηκε η όλη στρατιωτική παρουσία της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Ιταλικό και το Βαλκανικό μέτωπο. Στην πράξη, τα μέτωπα αυτά συνέβαλαν αποφασιστικά όχι μόνον στην λήξη του πολέμου, αλλά και στην κατάλυση της Δυαδικής Μοναρχίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με συνέπεια την ριζοσπαστική αλλαγή του ευρωπαϊκού χάρτη και την εκκόλαψη νέων στρατηγικών ισορροπιών.

Österreich – Vom Reich zur Republik 1916 – 1918

 

Ο Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβυς ε.τ. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, επικεφαλής των πρεσβειών της Βαρσοβίας, του Νέου Δελχί και της Βόννης, Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών (1999-2000), Γενικός Γραμματεύς της Προεδρίας της Δημοκρατίας (2000-2005), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (2006-2007). Διετέλεσε πρόεδρος της “Εταιρίας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας” και είναι μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

α) Για την κατάσταση προ της ανακωχής.

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die Erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 19, 21, 25.

Hindenburg, General Feld Marschall von, Aus meinem Leben, (Ma vie), Paris, 1921.

P. Bled, L’Agonie d’une Monarchie, Autriche-Hongrie, 1914-1920, Paris, Editions Talandier, 2014,

Cramon, general A. von, Quatre  ans au G.Q.G. Austro- Hongrois pendant La Guerre Mondiale, Paris, 1922.

Czernin, Ottocar von, Im Weltkriege, Wien, 1919.

Fetjö , François, Histoire de la destruction de l’Autriche-Hongrie, Paris, Seuil,1993

Max Schiavon, L’Autriche-Hongrie dans la Première Guerre mondiale, La fin d’un Empire, Paris, SOTECA , 2011,

Max Schiavon, Le Front d’ Orient, Du désastre des Dardanelles à la Victoire Finale, 1915-1918, Paris, Tallandier, 2014.

Edmund Glaise von Hortenau, Ein General im Zwielicht, Wien, Böhlau, 1988

Manfried Frankensteiner, The first world war and the end of the Habsburg Monarchy,Wien, 2014.

The Cambridge History of the First World War, Vol. I, Cambridge University Press, 2014.

Holger H. Herwig, The First World War, Germany and Austria, 1914-1918, London, Bloomsbury Academic 2009.

β) για την υπογραφή της ανακωχής

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 25, Der Zusammenbruch.

Sir Frederick Maurice, The Armistices of 1918, London, Oxford University Press,, 1943.

Lenci, Giuliano, Le giornate di Villa Giusti, Storia di un armistizio, Padova, Il Poligrafo 2008.

Charles Vilain, Les quatre Armistices de 1918, Paris,  Editions FranceEmpire, 1968.

Bultitt, Lowry, Armistice 1918, Kent State University Press, 1966, .

Gooch John, The Italian army and the A; World War, Cambridge University Press, 2014.

Wagner, Der Waffenstillstand von Villa Giusti, 3.11.1918, Wr. Diss, 1970

γ) για τα Βαλκάνια

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 22, Feldzug in Albanien.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Οι Τσέχοι εκήρυξαν την ανεξαρτησία τους στις 18 Οκτωβρίου 1918, οι Σέρβοι και οι Κροάτες-Σλοβένοι στις 29 Οκτωβρίου και οι Ούγγροι στις 30 Οκτωβρίου. Στις  30 Οκτωβρίου ανεκηρύχθη η Αυστριακή (γερμανική) Δημοκρατία. Η Πολωνία, που αντιμετώπιζε προβλήματα συντονισμού λόγω του τριπλού διαμελισμού της χώρας, κήρυξε την ανεξαρτησία της, στην Βαρσοβία, στις 3 Νοεμβρίου.

[2] Η ειρήνη στο Brest-Litovsk υπεγράφη πολύ αργότερα μετά κοπιώδεις διαπραγματεύσεις, στις 3 Μαρτίου 1918. Βλ. J. P. Bled, L’Agonie d’une Monarchie, Autriche-Hongrie, 1914-1920, Editions Talandier, 2014, Κεφ. VII.

[3] Όπως χαρακτηριστικά την απεκάλεσε ο ίδιος ο Ottocar von Czernin, υπουργός Εξωτερικών της Μοναρχίας.

[4]  Cramon, general A. von, Quatre  ans au G.Q.G. Austro- Hongrois pendant la Guerre Mondiale, Paris, 1922. 229, 235. Bled, 336.

[5]  Czernin, Ottocar von, Im Weltkriege, Wien, 1919. 212.

[6] Fetjö , François, Histoire de la destruction de l’Autriche-Hongrie, 1992, 284. Bled,, 346

[7] Bled, 374

[8] Ο Conrad τοποθετήθηκε επί κεφαλής των δυνάμεων στο Νότιο Τυρόλο, στο Ιταλικό μέτωπο.

[9] Bled, 316.

[10] Cramon, 243-244. 276, Ως φαίνεται, στην στάση αυτή του Καρόλου τον επηρέαζε η σύζυγός του, Ζίτα, του οίκου των Βουρβώνων, η οποία δεν ήθελε αυστριακά στρατεύματα να μάχονται εναντίον γαλλικών.

[11] Bled, 317.

[12] Max Schiavon, L’Autriche-Hongrie dans la Première Guerre mondiale, La fin d’un Empire, SOTECA , 2011, 210.

[13] Bled, 323, 346.

[14] Κατά την διάρκεια της μάχης δεν συμμετέσχον γαλλικά ή αγγλικά στρατεύματα. Γαλλία και Βρεταννία επέστειλαν αντίστοιχα 6 και 5 μεραρχίες λίγο αργότερα, υπό τον φόβο καταρρεύσεως του ιταλικού θεάτρου. Αυτές  ελαττώθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα.

[15] Bled, 328

[16] Schiavon, 218. Cramon, 244. Απετελείτο από 50 κανόνια βαρέως και μέσου διαμετρήματος.

[17] Schiavon, 215.

[18] Οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν την ουδετερότητα την οποία τηρούσαν τον Απρίλιο 1917, όταν  ξέσπασε ο πόλεμος των υποβρυχίων και βυθίστηκε το ΛΟΥΖΙΤΑΝΙΑ,  κηρύσσοντας τον πόλεμο στην Γερμανία. Στις 7 Δεκεμβρίου κήρυξαν τον πόλεμο και στις άλλες τρεις χώρες.  Τα πρώτα στρατεύματα έφθασαν στην Γαλλία τον Ιούνιο 1917.

[19] Bled,377

[20] Κατά τον Cramon η πρωτοβουλία ήταν του Arz με την σύμφωνη γνώμη του Hindenburg.

[21] ΑΥΕ, 1918, Α/4//ΙΙΙ,  Τηλ. πρεσβείας Ρώμης, Κορομηλάς, 1346, 7/20.4.1918.

[22] Στοιχεία από το έργο του Bled, σελ. 382-384, 398.

[23] Cramon, 272.

[24] Βλ. και ΑΥΕ, 1918, Α/12/Ι, Ιταλικός τύπος, Επιστολή Κώστα Καιροφύλα προς Υπουργό Εξωτερικών, Ρώμη, 10/23.6.1918, περί «ανορθώσεως του ηθικού ιταλικού στρατού» από το Caporetto και ότι «μάχεται  μετ’ ενθουσιώδους τόλμης και αποφασιστικότητος».

[25] Bled ,386. Cramon, 275.

[26] Παράπλευρη συνέπεια ήταν η απόφαση αποστρατείας του στρατάρχου Conrad von Hötzendorff.

[27]  Hindenburg, 266.

[28] Hindenburg, 364, Cramon 276,293.

[29] Κατά τον Bled, 398, μερικούς μήνες μετά την μάχη του Piave, έναντι 500.000 αυστριακών, η Entente αντιπαραθέτει τριπλάσιο αριθμό ανδρών.

[30] Οι αριθμοί διαφέρουν. Bled, 411, Holger H. Herwig, The First World War, Germany and Austria, 1914-1918, 1996, 421. Der Weltkampf, Τ. 5, κεφ. 25, 5. Ο αυστριακός στρατός διέθετε 250-350.000 ενόπλους.

[31] Cramon, 310.

[32] Cramon, 310-311,

[33] Herwig, 422. «melted away…». O Arz ενημέρωσε το Γερμανικό Επιτελείο ότι 30 μεραρχίες είχαν στασιάσει. Βλ. και ΑΥΕ, 1918, Α/4/ΙΙΙ, Τηλ. Βέρνη, Μαρκέττης, 4303, 20.10/1.11.1918,Πληροφορίες από την Βιέννη. Περισσότερες από 23 μεραρχίες στασίασαν και εγκατέλειψαν το μέτωπο.  Ο δε Κορομηλάς από την Ρώμη ( 21.10/2.11.1918) τηλεγραφούσε «αιφνίδια μεταστροφή των δεδομένων, παρουσιάζουν νέες προοπτικές για την Ιταλία. Εμείς θα υποστούμε τις συνέπειες».

[34] Ο Κάρολος είχε απευθυνθή στον πρόεδρο Wilson ήδη στις 14 Σεπτεμβρίου και στις 7 Οκτωβρίου.  Sir Frederick Maurice, The Armistices of 1918, Oxford Un. Press, 51.

[35] Σημειωτέον ότι ένα πρώτο αίτημα ανακωχής είχε υποβληθή ήδη ένα μήνα νωρύτερα, με το αίτημα για ειρήνη προς τον πρόεδρο Wilson. Lenci, 48.

[36] Lenci, 62. Ήδη οι σύμμαχοι συζητούσαν για τους όρους ανακωχής με την Γερμανία.

[37] Charles Vilain, Les quatre Armistices de 1918, Paris, 1968, 159. Lenci, 95.

[38] Ο Clémanceau διεβεβαίωνε τους Νοτιο-σλάβους που ζητούσαν με επιμονή,  ότι  η γραμμή της ανακωχής  δεν προεξοφλούσε  τους όρους  της μελλοντικής ειρήνης . Lenci, 91.

[39] Bultitt, Lowry, Armistice 1918, Kent State University Press, 1966, 103.

[40] Bultitt, 112.

[41] Bultitt, 113.

[42] Lenci, 62.

[43] Lenci, 91.

[44] Vilain, 165. Κατ’απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου. Βλ και κείμενο ανακωχής αναφορικά με αποχώρηση γερμανικών δυνάμεων.

[45] Ας σημειωθή ότι ο Κάρολος παρεχώρησε την αρχηγεία του στρατεύματος στον στρατηγό Kövess, τον αρχαιότερο εν υπηρεσία στρατηγό, την 2α  Νοεμβρίου, ώστε να μην κατηγορηθή ο αυτοκρατο-ρικός θεσμός για την αποδοχή της καταστρεπτικής ανακωχής.

[46] Vilain, 164, 166, 169. Lenci, 108,

[47] Vilain, 169

[48] Vilain, 170. Σε έκθεσή του ο στρατηγός Weber αναγνωρίζει ότι έλαβε την σχετική απόφαση ώρες προτού λάβη τις σχετικές οδηγίες. Βλ. Wikipedia.org/Viktor Weber von Webenau.

[49] Σε ορισμένες νομικές διαμαρτυρίες αξιωματικών της αυστριακής επιτροπής, ο Badoglio, ιδιαιτέρως εκνευρισμένος, απείλησε την ακύρωση της πράξεως ανακωχής.

[50] Bultitt, 111.

[51] Οι Ιταλοί αντέδρασαν έντονα. Την 1 Νοεμβρίου ιταλική τορπίλη εβύθισε στον λιμένα αυτόν την ναυαρχίδα του αυστριακού ναυτικού Viribus Unitis, με πολλά θύματα, και ένα άλλο, εμπορικό, πλοίο. Την δε 5 Νοεμβρίου ο ναύαρχος Cagni κατέλαβε τον ναύσταθμο και το μεγαλύτερο τμήμα του στόλου.

[52] Συγχρόνως υπεγράφη και το Protocole annexe contenant les détails et les clauses d’exécution de certains points de l’Armistice.

[53] Υπεγράφη από τον εκπρόσωπο της Ουγγρικής κυβερνήσεως, τον υπουργό πολέμου,  Bela Linder.

[54] Υπό την έννοια αυτή, παρέμενε βασιλεύς της Ουγγαρίας. Προσεπάθησε δύο φορές ανεπιτυχώς να  επανέλθη στον θρόνο, το 1921.

[55] The Cambridge History of the First World War, Vol. I, Cambridge Un.Press, 291.

[56] Τον Ιούνιο 1918, ανετράπη ο γερμανόφιλος πρωθυπουργός  Vasil Radoslavov. Αντεκατεστάθη από τον Alexandar Malinov, μετριοπαθή και  προσκείμενο στην Entente.

[57] Για τις τελευταίες επιχειρήσεις στην Αλβανία, βλ. και Hindenburg,  364-366. Το ιταλικό ΧVI Σ.Σ. απετελείτο από τις 38, 13 και 36 Μεραρχίες πεζικού και την 9 ταξιαρχία ιππικού. Το αυστρο-ουγγρικό XIX Σ.Σ., μετωνομασθέν σε Armeegroup Albania, απετελείτο από την 47 και 81 μεραρχίες και μία Landsturm ταξιαρχία.

[58] Οι Ιταλοί διέθεταν στο Μακεδονικό Μέτωπο την 35η Μεραρχία ( δυνάμεως  36.500 ανδρών), λίγο ανατολικά του Μοναστηρίου. Παρέμεινε  εν δράσει  μέχρι την λήξη του πολέμου.

[59] Την 9η Τεθωρακισμένη μεραρχία, από την Ιταλία.

[60] Όπου η Μοναρχία διέθετε δύο τάγματα. Der Weltkampf, Τ. 25, κεφ. 2.

[61] Και οι δύο εμπόλεμοι χρησιμοποίησαν μονάδες αλβανών ατάκτων. Με τις μονάδες της Μοναρχίας συνεργάζοντο 9 τάγματα, περίπου 6000 ανδρών.

[62] Ο αυστριακός στρατηγός διεπραγματεύθη επιτυχώς την μεταφορά των στρατευμάτων με γαλλικά πλοία στο Fiume. Οι ουγγρικές δυνάμεις κατευθύνθηκαν οδικώς προς την πατρίδα τους.

[1] Τότε ακόμη εκαλείτο απλώς Vittorio. Το 1923 μετωνομάσθηκε σε Vittorio Veneto.

[2] Κύριο έργο της βιβλιογραφίας είναι το Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die Erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 22, 25.

[3] Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΑΥΕ), 1918, Φακ.  Α/5/IV,2, Ειδικός φάκελος Αυστρο-Ουγγαρίας. Τηλ. ανοικτό, Λονδίνο, 4.10.1918.

[4] Lenci, Giuliano, Le giornate di Villa Giusti, Storia di un armistizio, Padova, 2008. 116.

[5] Ενδεικτικά ας αναφερθή ότι το φθινόπωρο του 1918 η σύνθεση των αυστρο-ουγγρικών ενόπλων δυνάμεων ήταν η εξής: 60% σλάβοι, 16% Ούγγροι, 13% αυστρο-γερμανοί, 11% Ρουμάνοι. Schiavon, 227. Βλ. και 215-216. Ακόμη και στο ουγγρικό τμήμα της αυτοκρατορίας, το 47% δεν το αποτελούσαν Ούγγροι. Schiavon, 153.

[6] Hindenburg, General Feld Marschall von, Aus meinem Leben, (Ma vie), Paris, 378.

Jean – Claude Allain: Το πρώτο ρήγμα: Οι ανακωχές της Θεσσαλονίκης και του Μούδρου(Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1918)

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Jean – Claude Allain

Το πρώτο ρήγμα: Οι ανακωχές της Θεσσαλονίκης και του Μούδρου

(Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1918)

O συνασπισμός των Κεντρικών Δυνάμεων αποσυντίθεται ακολουθώντας συμμετρικά αντίστροφη φορά από εκείνη της συγκρότησής του. Η Βουλγαρία, τέταρτη και τελευταία χώρα, που προσχώρησε τον Σεπτέμβριο του 1915, είναι η πρώτη, η οποία εγκαταλείπει τον συνασπισμό ακριβώς τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1918. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που είχε ενεργοποιήσει στις 29 Αυγούστου του 1914 τη μυστική συμφωνία, την οποία είχε συνάψει στις 2 Αυγούστου του ιδίου έτους με την Γερμανία, ακολουθεί το παράδειγμα της Βουλγαρίας τον Οκτώβριο του 1918. Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, ο αρχαιότερος και πλέον αξιόπιστος σύμμαχος της Γερμανίας, με την οποία ήταν συνδεδεμένη με στρατιωτικές δεσμεύσεις ήδη από το 1879, καταθέτει τα όπλα στις 4 Νοεμβρίου 1918, δίχως, ωστόσο, να καταφέρει να αποφύγει τελικά τη διάλυσή της. Η ίδια η Γερμανία, απομονωμένη, αναγκάζεται να ζητήσει ανακωχή, προκειμένου να μην υποστεί στρατιωτική εισβολή εντός του εθνικού της εδάφους. Η ανακωχή υπογράφεται στις 11 Νοεμβρίου 1918. Η διαδικασία, η οποία ολοκληρώνει εντός χρονικού διαστήματος έξι, μόλις, εβδομάδων, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, επαληθεύει την περίφημη θεωρία του “ντόμινο”, πολύ προτού αυτή εμφανιστεί τo 1954.

Πώς διαγραφόταν, το φθινόπωρο του 1918, η κατάσταση στο Μακεδονικό μέτωπο; Η σκέψη για ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας σε βάρος μιας Βουλγαρίας, η οποία εκπέμπει μηνύματα αδυναμίας και πολιτικής αστάθειας, άρχισε να διαμορφώνεται από τον μήνα Ιούνιο. Στόχος ήταν να εξαναγκαστεί η χώρα να εγκαταλείψει τη συμμαχία της και να αποσυρθεί από τον πόλεμο. Ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, Georges Clemenceau, διέταξε στις 23 τον στρατηγό Franchet d’ Espèrey, ανώτατο διοικητή του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης, να αυξήσει την πίεση κατά μήκος του μετώπου με τη Βουλγαρία και να εκπονήσει ένα σχέδιο γενικής επίθεσης. Προς την ίδια κατεύθυνση έκλινε και το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίασή του της 2ας Ιουλίου 1918, στις Βερσαλλίες. Από την πλευρά των Βρετανών, ο  υπουργός Εξωτερικών Arthur Balfour και ο υφυπουργός Robert Cecil, υπογράμμισαν, κατά την ίδια συνεδρίαση, τις αποσταθεροποιητικές παρενέργειες επί της ασταθούς Βουλγαρικής κυβέρνησης, οι οποίες μπορούσαν να προκύψουν από μια ενδεχόμενη επίθεση. Οι αρχές της Σόφιας θα βρίσκονταν ενώπιον δυο επιλογών: α) μιας συνθηκολόγησης και β) του κινδύνου μιας γενικευμένης εξέγερσης στο εσωτερικό της χώρας. Αμφότερα τα ενδεχόμενα μπορούσαν να αποβούν ιδιαίτερα επωφελή για τους Συμμάχους. Ο προκάτοχος του  Franchet d’ Espèrey στη Θεσσαλονίκη, στρατηγός Guillaumat, είχε διαβλέψει προ πολλού μια τέτοια προοπτική, δίχως, ωστόσο, να τρέφει φιλοδοξίες προέλασης των στρατευμάτων του έως την πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Ο Clemenceau αξιοποίησε το επιχείρημα αυτό, πείθοντας τελικά το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο να ρίξει το βάρος στον τομέα της Θεσσαλονίκης. Έτσι, μέσω διαφορετικών αναλύσεων, προέκυψε ομοφωνία μεταξύ των δυνάμεων της Συνεννοήσεως σχετικά με την προπαρασκευή μιας γενικής επίθεσης σε βάρος της Βουλγαρίας, η οποία θα εξανάγκαζε την τελευταία να αναλάβει πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της αναστολής των εχθροπραξιών.¹

Στρατηγός Louis Franchet d’ Espèrey.

Στις 5 Αυγούστου 1918, έναν, μόλις, μήνα έπειτα από την ανάληψη της διοίκησης του μετώπου, ο  Franchet d’ Espèrey εξέθεσε το σχέδιο επίθεσης. Θεωρούσε το φθινόπωρο ως κατάλληλη εποχή, υπό την προϋπόθεση ενός διαρκούς και επαρκούς ανεφοδιασμού των στρατευμάτων του.² Στόχος ήταν η διάσπαση των γραμμών του αντιπάλου στον σερβικό τομέα, κατά μήκος της γραμμής Οχρίδας-Μοναστηρίου-Καϊμάκτσαλαν, με αξιοποίηση του ρήγματος προς την κατεύθυνση του οδικού άξονα Πρίλεπ-Βελεσών-Σκοπίων (έδρας της ΧΙης Γερμανικής Στρατιάς του στρατηγού von Scholz). Το βάρος της επίθεσης επρόκειτο να επωμιστούν οι Γάλλοι και οι Σέρβοι. Μια δεύτερη, ταυτόχρονη, ενέργεια του ιδίου είδους προβλεπόταν στον τομέα του ποταμού Αξιού, στο ύψος της λίμνης Δοϊράνης. Την πρωτοβουλία στο σημείο αυτό θα αναλάμβαναν οι Βρετανοί και οι Έλληνες. Παρά ταύτα, οι οδηγίες σχετικά με την προοπτική αξιοποίησης ενός πιθανού ρήγματος σε βάρος των γραμμών του αντιπάλου, παρέμεναν γενικές και αόριστες: “Να τεθούν υπό έλεγχο μακρινά και κομβικής σημασίας στρατηγικά σημεία του εχθρού”³, προσδιόριζε χαρακτηριστικά η σχετική οδηγία του Γενικού Επιτελείου.⁴

Η επίθεση της 14ης Σεπτεμβρίου 1918 στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Το καλοκαίρι του 1918, τα γαλλικά στρατεύματα στο Θέατρο της Θεσσαλονίκης ανέρχονται σε 258.000 άνδρες (16 Αυγούστου)⁵ και σε 196.000 (15 Σεπτεμβρίου, ημέρα εξαπόλυσης της επίθεσης).⁶ Η μείωση του αριθμού είναι συνεχής (έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής το δυναμικό πέφτει στους 150.000 άνδρες) και θεωρείται φυσιολογικό φαινόμενο, παρά την ενεργό συμμετοχή αποικιακών στρατευμάτων, προερχομένων από τις αφρικανικές κτήσεις (Σενεγαλέζοι και Μαροκινοί). Μάλιστα, η αριθμητική κάμψη των Γαλλων παρατηρείται ακριβώς τη στιγμή, που η συνολική ισχύς των Συμμάχων αγγίζει το υψηλότερο σημείο: 570.000 άνδρες, εκ των οποίων 130.000 Βρετανοί και Ινδοί, 40.000 Ιταλοί, 140.000 Σέρβοι και 150.000 Έλληνες.⁷ Αντιστρόφως ανάλογη φορά ακολουθεί η αριθμητική ισχύς των Ελλήνων και των Σέρβων. Σημειώνει συνεχή ανοδική πορεία, γεγονός που εκτιμάται και με πολιτικά δεδομένα στην έδρα του Ανώτατου Συμμαχικού Στρατηγείου, στο Chantilly. Οι οδηγίες του Clemenceau τόσο πριν, όσο και έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης, είναι ενδεικτικές: “Το βάρος της όλης προσπάθειας αναλογεί ουσιαστικά στα βαλκανικά στρατεύματα, τα οποία έχουμε συμφέρον να ενεργοποιήσουμε κατά προτίμηση εντός του εθνικού τους εδάφους και οργανωμένα σε μονάδες υπό την υψηλή εποπτεία Γάλλων και Βρετανών αξιωματικών”.⁸ Με αυτό, ακριβώς, το πνεύμα, ο  Franchet d’ Espèrey είχε προχωρήσει στην εκπόνηση του σχεδίου επίθεσης.

Παρόλες τις αντιρρήσεις των Βρετανών, οι οποίοι δεν έκρυβαν την προτίμησή τους για μια επίθεση προς την κατεύθυνση της Κωνσταντινούπολης, που θα ανακούφιζε τα στρατεύματα του στρατηγού Allenby στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, το σχέδιο του Franchet d’ Espèrey υιοθετήθηκε τελικά από όλες τις πλευρές. Δεν απέμενε παρά η επιλογή της κατάλληλης ημερομηνίας. Όλες οι προπαρασκευαστικές ενέργειες διέφυγαν της προσοχής του εχθρού, το ηθικό του οποίου εκτιμάτο μέτριο (πρόκειται, ωστόσο, για έναν λανθασμένο υπολογισμό, με γνώμονα πληροφορίες αποσπασμένες από λιποτάκτες και αιχμαλώτους πολέμου). Αντίθετα, εκείνο των Συμμάχων εθεωρείτο άριστο και ενισχυμένο από τις πρόσφατες στρατιωτικές επιτυχίες των Γάλλων στο Δυτικό μέτωπο.⁹ Η έκπληξη ως προς τον απρόσμενα αποφασιστικό βαθμό αντίστασης των Βουλγάρων την κρίσιμη στιγμή θα είναι μεγάλη αργότερα, με αποτέλεσμα στις διάφορες αναφορές, με αποδέκτες τα ανώτατα κλιμάκια της ηγεσίας, να καταβληθεί προσπάθεια προκειμένου να υποβαθμιστεί.

Πάντως, για την ώρα, όλα τα δεδομένα συνηγορούν πως οι συνθήκες είναι ιδανικές συμπεριλαμβανομένων και των μετεωρολογικών προβλέψεων. Στις 5 και 9 Σεπτεμβρίου, ο Franchet d’ Espèrey ζητεί επίμονα άδεια για έναρξη της επίθεσης: “Χρειαζόμαστε καλές καιρικές συνθήκες ούτως ώστε να επιτεθούμε, κυρίως δε, προκειμένου να συνεχίσουμε την προέλαση και να οργανώσουμε τις επικοινωνίες μας σε μια ορεινή περιοχή (…). Η επιχείρηση είναι ώριμη και οποιαδήποτε καθυστέρηση κινδυνεύει να αποβεί μοιραία”.¹º Στις 10 του μηνός, ο Clemenceau, εφοδιασμένος με τη συγκατάθεση Βρετανών και Ιταλών, διαβίβασε προς τη Θεσσαλονίκη την πολυπόθητη άδεια (“Μπορείτε να εξαπολύσετε την επίθεση όποτε εσείς το κρίνετε σκόπιμο”).¹¹ Τελικά, επελέγη η 14η Σεπτεμβρίου ως ημερομηνία έναρξης των προπαρασκευαστικών βομβαρδισμών από το πυροβολικό (εκ των υστέρων τα αποτελέσματα αποδείχθηκαν πενιχρά εξαιτίας της καλής οχύρωσης των Βουλγάρων σε βραχώδες έδαφος).

Η επίθεση αυτή καθεαυτή ορίστηκε για την επομένη, 15 Σεπτεμβρίου 1918.¹² Την εξαπέλυσαν στον κεντρικό τομέα η ΙΙη Σερβική Στρατιά και δυο Μεραρχίες του Γαλλικού στρατού (η 122α Πεζικού και η 17η Ιππικού). Με τη δύση του ηλίου, το ρήγμα στις εχθρικές θέσεις ανέρχεται σε 7 χλμ. βάθους, σε ένα μέτωπο μήκους 25 χλμ. Οι δυο Βουλγαρικές Μεραρχίες (2η και 3η) καθώς και ένα Γερμανικό Τάγμα, που είχαν αναλάβει την κάλυψη της περιοχής, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς τα βόρεια.¹³ Το αποκτηθέν από τη μάχη του Σόκολ πλεονέκτημα, επιτρέπει στους Συμμάχους να εξαπολύσουν, στις 18 Σεπτεμβρίου, την δεύτερη προγραμματισμένη επίθεση, στον τομέα της Δοϊράνης, με τη σύμπραξη δύο Ελληνικών και δύο Βρετανικών Μεραρχιών.¹⁴ Πέντε ημέρες αργότερα, η υποχώρηση των Γερμανο-Βουλγάρων είναι γενική, μεταξύ Μοναστηρίου και  Δοϊράνης. Στον κάθετο άξονα Μοναστηρίου-Πρίλεπ-Βελεσών επικρατεί συμφόρηση εξαιτίας των υποχωρούντων στρατευμάτων, ενώ η σύγχυση στις γραμμές του αντιπάλου επιτείνεται από τους αδιάκοπους βομβαρδισμούς, στους οποίους προβαίνει η Συμμαχική αεροπορία.¹⁵ Το Πρίλεπ καταλαμβάνεται στις 24 Σεπτεμβρίου. Πέντε ημέρες αργότερα, στις 29, τα Συμμαχικά στρατεύματα εισέρχονται στα Σκόπια. Στον ανατολικό τομέα του μετώπου, η προέλαση είναι εξίσου νικηφόρα. Η κατάληψη της Στρώμνιτσας στις 26 Σεπτεμβρίου, σηματοδοτεί την είσοδο των Συμμαχικών στρατευμάτων εντός του Βουλγαρικού εδάφους.¹⁶

Η μάχη του Σόκολ (15 Σεπτεμβρίου 1918)

Ο  Franchet d’ Espèrey θριαμβολογεί: “Πρόκειται για μια πολλά υποσχόμενη νίκη”, τηλεγραφεί προς το Παρίσι στις 23 Σεπτεμβρίου, απαριθμώντας αιχμαλώτους και πυροβόλα, που έπεσαν στα χέρια των Συμμάχων. “Η υποχώρηση του εχθρού έπειτα από δεκατρείς ημέρες στρατιωτικών επιχειρήσεων, έχει προσλάβει διαστάσεις πανωλεθρίας”, διαπιστώνει την 1η Οκτωβρίου.¹⁷ Την ίδια, ακριβώς, αίσθηση έχει και ο Ludendorff στο αρχηγείο του Γερμανικού στρατού, στην πόλη Σπα. Επιθυμώντας να γεφυρώσει ένα ρήγμα, που μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο τόσο για την ασφάλεια της Σόφιας όσο και για εκείνη της Κωνσταντινούπολης, διέταξε τη μεταφορά της 217ης Γερμανικής Μεραρχίας από την Ουκρανία και τη συγκέντρωση άλλων πέντε γύρω από την Νις. Ο τσάρος Φερδινάνδος εγκαταλείπει τα Σκόπια και αναζητεί την προστασία των Γερμανών, επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα της Βουλγαρίας.¹⁸ Ωστόσο, οι εξελίξεις τον ξεπερνούν, καθώς η κυβέρνηση της Σόφιας ενεργοποιεί τη διαδικασία της ανακωχής.

Είναι γεγονός πως, πέρα από τις επιτυχίες στο πεδίο των μαχών, η Συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου εκπλήρωσε και τον πολιτικό της στόχο, θέτωντας τέλος σε μια ολόκληρη σειρά από παρασκηνιακές διεργασίες. Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ, οι οποίες δεν τελούν υπό καθεστώς πολέμου με τη Βουλγαρία, βρίσκονται, από τον Ιανουάριο του 1918, σε επαφή μαζί της μέσω της πρεσβείας τους στη Βέρνη. Χρέη μεσάζοντος εκτελεί ο Teodor Sipkov, πρόσωπο του αμέσου περιβάλλοντος του τσάρου Φερδινάνδου. Οι Γερμανοί διατηρούσαν έναν δεύτερο δίαυλο επικοινωνίας με έναν Αμερικανό παρατηρητή, ονόματι George Herron. Η όλη υπόθεση αποκαλύφθηκε από την Washington Post. Τον Ιούνιο, οι Βρετανοί υπολογίζουν σε μια εξέγερση του Βουλγαρικού λαού, εάν όχι και σε κάποιο στρατιωτικό πραξικόπημα. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και η τελική ευθυγράμμισή τους με την σχεδιαζόμενη επίθεση  του Franchet d’ Espèrey.¹⁹ Από τη δική τους πλευρά, Γάλλοι, Ιταλοί και Βαλκάνιοι είναι ιδιαίτερα σκεπτικοί και επιφυλακτικοί. Ειδικότερα, φοβούνται τους Βούλγαρους. Τους θεωρούν ειδήμονες στον τομέα της μηχανορραφίας. Ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, Stephen Pichon, τυγχάνει να γνωρίζει προσωπικά τον Φερδινάνδο. Δεν τρέφει καθόλου εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του. Ο Ιταλός πρωθυπουργός Vittorio Emanuele Orlando, είναι ακόμα πιο αποκαλυπτικός: H Βουλγαρία “είναι η πιο αναξιόπιστη χώρα αυτού του πολέμου. Λίγο δύσκολο, βέβαια, με την παρουσία της Γερμανίας στο πλευρό της. Πέρα ως πέρα αληθινό, ωστόσο”. Προσηλωμένος στον στόχο, δηλαδή τη θέση της Βουλγαρίας εκτός του συνασπισμού των Κεντρικών Δυνάμεων, ο Robert Cecil, είναι της άποψης πως οι Σύμμαχοι οφείλουν να δείξουν κάποιου είδους κατανόηση προς αυτήν. Προβαίνει, επομένως, σε έναν διαχωρισμό μεταξύ ηθικής και πολιτικής (“Ο δόλιος χαρακτήρας του βασιλέα δεν πρέπει να μας τυφλώνει”). Αντίθετα, ο Pichon είναι της άποψης πως, των όποιων διαπραγματεύσεων, οφείλει να προηγηθεί μια στρατιωτική ήττα.²º

Την ίδια την ημέρα εκδήλωσης της Συμμαχικής επίθεσης (15 Σεπτεμβρίου), η πρεσβεία της Ισπανίας στο Παρίσι διεμήνυσε πως ήδη από τις 9 του ιδίου μήνα, η κυβέρνηση της Σόφιας είχε εκφράσει επιθυμία για έναρξη διαπραγματεύσεων στη Βέρνη, με αντικείμενο την ανταλλαγή των αιχμαλώτων πολέμου. Ένα ιδιόχειρο σημείωμα του Jules Cambon, γενικού γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών, συστήνει προσοχή (“Η πρόταση αυτή είναι πιθανό να υποκρύπτει προσπάθεια έναρξης διαπραγματεύσεων”).²¹ Η καθυστέρηση διαβίβασης όλων των παραπάνω έμμεσων πληροφοριών, σε συνδυασμό με την ταχύτατη εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, κατέστησαν ανενεργά τα όποια ανοίγματα. Οι ρυθμοί είναι φρενήρεις, σε βαθμό που προκαταλαμβάνουν κι αυτό, ακόμη, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο.

Πράγματι, στις 26 Σεπτεμβρίου, στον βρετανικό τομέα της Στρώμνιτσας, παρουσιάστηκε ένας Βούλγαρος αξιωματικός. Ήταν κομιστής ενός μηνύματος από τον ανώτατο διοικητή, στρατηγό Todorov, ο οποίος ζητούσε 48ωρη αναστολή των εχθροπραξιών, που θα επέτρεπε την αποστολή δυο επίσημων εκπροσώπων, εξουσιοδοτημένων για έναρξη διαπραγματεύσεων. Ο  Franchet d’ Espèrey δεν απέκλειε μια εξέλιξη αυτού του είδους. Διαπιστώνοντας, τρεις ημέρες νωρίτερα, τους ρυθμούς της Συμμαχικής προέλασης, είχε διαμηνύσει προς τους διοικητές των μονάδων της πρώτης γραμμής ότι έπρεπε να υποδεχθούν ενδεχόμενους απεσταλμένους του αντιπάλου, δίχως, ωστόσο, να μειώσουν την στρατιωτική πίεση. Φοβούμενος μήπως επρόκειτο για ενέργεια αντιπερισπασμού με στόχο τη διασφάλιση πολύτιμου χρόνου, ο οποίος θα επέτρεπε στους Βούλγαρους να ανασυνταχθούν, ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης απάντησε, στις 27, προς τον Todorov, μέσω του ιδίου μεσάζοντα, πως, με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις σε πλήρη εξέλιξη, δεν ήταν δυνατό να συναινέσει σε αναστολή εχθροπραξιών, πόσο μάλλον σε υπογραφή ανακωχής. Πρόσθεσε όμως, ότι θα υποδεχόταν με τον προσήκοντα σεβασμό τους δυο εντεταλμένους της Βουλγαρικής κυβέρνησης.Δεν έχουν παρά να παρουσιαστούν μπροστά από τις βρετανικές γραμμές”.²²

Ανάλογα φαινόμενα παρατηρήθηκαν την ίδια ημέρα και σε άλλους τομείς του μετώπου. Έλληνες διοικητές μονάδων υπήρξαν αποδέκτες μηνυμάτων με το ερώτημα εάν και κατά πόσο η Βουλγαρική πρωτοβουλία της προηγουμένης είχε γίνει αποδεκτή. Ταυτόχρονα, καταφθάνει στη Θεσσαλονίκη μέσω της διπλωματικής οδού, ένα αίτημα εκ μέρους της κυβέρνησης της Σόφιας περί διαμεσολάβησης των ΗΠΑ. Συντάκτης είναι ο Robert Murphy, επιτετραμμένος της Αμερικανικής πρεσβείας στη βουλγαρική πρωτεύουσα. Το αίτημα αποστέλλεται στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να διαβιβασθεί, κατόπιν, στην Ουάσινγκτον. Πρόκειται για τη δεύτερη, κατά σειρά, έκκληση του πρωθυπουργού Malinov. Είχε προηγηθεί, στις 21 Σεπτεμβρίου, η αποστολή, προς όλους τους εμπολέμους, μιας πρότασης για ειρήνη καθώς και ένα αίτημα για μεσολάβηση των ΗΠΑ. Το τελευταίο στάλθηκε προς τον πρόεδρο Wilson, δια μέσου της Αμερικανικής πρεσβείας στη Βέρνη. Ο Malinov δεν έτρεφε αυταπάτες ως προς την τελική έκβαση των επιχειρήσεων. Είχε, προηγουμένως, ζητήσει ενημέρωση από τους στρατιωτικούς συμβούλους του. Σε μια ύστατη προσπάθεια να τον αποτρέψουν από το να καταθέσει τα όπλα, οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες και η Υψηλή Πύλη του υποσχέθηκαν, στις 22 του μηνός, την προσάρτηση της Δοβρουτσάς, την οποία ανέκαθεν διεκδικούσε η Βουλγαρία από τη Ρουμανία. Στις 25 Σεπτεμβρίου, αμέσως έπειτα από την απώλεια του Πρίλεπ, ο Malinov απηύθυνε προς τις ΗΠΑ νέα έκκληση. Συνοδευόταν από μια ένθερμη επιχειρηματολογία του Murphy, σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία εμφανιζόταν πως ευθύς εξαρχής είχε εναντιωθεί στο όλο πρόγραμμα της Γερμανίας, ειδικότερα δε έπειτα από τους λόγους του προέδρου Wilson, του οποίου οι αρχές “έχουν υιοθετηθεί άνευ επιφυλάξεων από το σύνολο του Βουλγαρικού λαού”. Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Malinov ήταν η έμπρακτη απόδειξη! Ο Murphy υποστήριζε, δίχως να μπορεί να αποφύγει τις αντιφάσεις, πως “η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να θεωρεί ως διακοπείσες τις σχέσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις, από τη στιγμή που οι τελευταίες δεν είχαν εκπληρώσει τις δεσμεύσεις τους έναντι της Βουλγαρίας”. Ο καταπονημένος και άσχημα καθοδηγημένος αυτός λαός ήταν, πάντοτε και με όλη του την καρδιά, αφοσιωμένος στις ΗΠΑ (“have always at heart been with US”). Έπρεπε, επομένως, να αισθανθεί κάποιου είδους ικανοποίηση, πόσο μάλλον “από τη στιγμή που είναι έτοιμος να ακολουθήσει με ενθουσιασμό τη γραμμή της Αμερικής”. Προφανώς, η εν γένει στάση του Murphy ήταν εκείνη που έπεισε τον υπουργό Οικονομικών Liaptchev να του προτείνει να συνοδεύσει την επιτροπή ανακωχής.²³

Robert Daniel Murphy.

Ευθύς εξαρχής, οι δυνάμεις της Συνεννοήσεως διέβλεψαν στην πρωτοβουλία του Murphy ένα σχέδιο συνομολόγησης χωριστής ειρήνης με τη Βουλγαρία υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Επρόκειτο για μια προοπτική, την οποία απέρριπταν τόσο ο Clemenceau όσο και το Foreign Office, όπου ο Balfour και ο Cecil εκτιμούν πως “ο εν λόγω κατώτερος υπάλληλος παρενέβη στην υπόθεση των διαπραγματεύσεων δίχως να διαθέτει εξουσιοδότηση από τους προϊσταμένους του”. Αυτό ακριβώς διαβεβαίωσε την ίδια ημέρα ο επικεφαλής του State Department, Robert Lansing, προς τον πρέσβυ της Γαλλικής Δημοκρατίας στην Αμερικανική πρωτεύουσα, Jules Jusserand. Σύμφωνα με τα λεχθέντα του, ο Murphy ενεπλάκη αυτοβούλως, δίχως την παραμικρή οδηγία. Κατόπιν τούτου, η Κεντρική Υπηρεσία προχώρησε στην ανάκλησή του από τη Σόφια. Ενέργεια επιτακτική, προκειμένου να εξευμενιστούν οι Γάλλοι.²⁴ Όμως, πρόκειται για μια επίπληξη, η οποία έλαβε χώρα έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής με την Βουλγαρία. Η αλήθεια είναι πως ο πρόεδρος Wilson, μόλις πληροφορήθηκε το αίτημα της κυβέρνησης της Σόφιας, τηλεγράφησε προς τον Murphy τη σύμφωνη γνώμη του για μια Αμερικανική διαμεσολάβηση υπό όρους. Μεταξύ των όρων αυτών συμπεριλαμβάνονταν η πλήρης απόσυρση των Βουλγαρικών στρατευμάτων από τη Σερβία και η ελεύθερη χρήση του εδάφους της Βουλγαρίας από τους Συμμάχους για τη συνέχιση του πολέμου εναντίον των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Το παραπάνω κρυπτογράφημα του Wilson έφτασε στον προορισμό του με καθυστέρηση και ενώ είχε, εν τω μεταξύ, υπογραφεί η πράξη της ανακωχής.²⁵

Αδιαφορώντας για τις παραπάνω ζυμώσεις, ο  Franchet d’ Espèrey υπέβαλε, προς έγκριση, στο Παρίσι τις προτάσεις του για ανακωχή. Συνάμα ζήτησε την αποστολή εξειδικευμένου προσωπικού για να μπορέσει να παρασύρει εκ νέου την, απαλλαγμένη πλέον από τον Βουλγαρικό κίνδυνο, Ρουμανία στον πόλεμο. Τη νύκτα της 27ης προς 28η Σεπτεμβρίου, ο Clemenceau τηλεγράφησε την πλήρη συναίνεσή του, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να τηρηθούν υπό έλεγχο στρατηγικής σημασίας σημεία. Συνέστησε την αποφυγή οποιασδήποτε συζήτησης γύρω από τη Ρουμανία.²⁶ Ως προς τη χώρα αυτή, στις 30 Σεπτεμβρίου στάλθηκε στο Ιάσιο ειδική αντιπροσωπεία υπό τον στρατηγό Berthelot.²⁷ Εκείνο, που προκαλεί εύλογα ερωτηματικά, είναι το περιεχόμενο ενός δευτέρου τηλεγραφήματος εκ μέρους του Clemenceau και αποδέκτη τον Franchet d’ Espèrey, με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου, όπου ο Γάλλος πρωθυπουργός επιφυλάσσεται να στείλει νέες οδηγίες κατόπιν συνεννοήσεως με τους υπόλοιπους Συμμάχους. Στο ίδιο τηλεγράφημα δεν παραλείπει να…συγχαρεί τον στρατηγό για την υπογραφή της ανακωχής και να τον ενημερώσει για την επικείμενη παρασημοφόρησή του!²⁸ Πρόκειται, πιθανότατα, για άλλοθι έναντι των Συμμάχων, καθώς η συναίνεση στις προτάσεις του  Franchet d’ Espèrey, δυο μέρες νωρίτερα, είχε πραγματοποιηθεί δίχως τη συγκατάθεση των τελευταίων. Όπως και να έχει το ζήτημα, στη Θεσσαλονίκη τα πάντα ήταν έτοιμα όταν, στις 16.00 μ.μ. της 28ης Σεπτεμβρίου κατέφθασε η Βουλγαρική αντιπροσωπεία. Στελέχη της ήταν ο υπουργός Οικονομικών  Liaptchev, ο στρατηγός Lukov, διοικητής της ΙΙης Στρατιάς, ο πληρεξούσιος υπουργός Radev και δυο αξιωματικοί. Χρειάστηκαν μόλις τρεις συνεδριάσεις κατά την επόμενη μέρα, 29 Σεπτεμβρίου, προκειμένου να συνταχθεί η τελική πράξη της ανακωχής. Υπογράφηκε στις 23.00 μ.μ. με έναρξη ισχύος την 30ή Σεπτεμβρίου 1918 στις 12 το μεσημέρι.²⁹

Θεσσαλονίκη, 28 Σεπτεμβρίου 1918. Άφιξη του στρατηγού Lukov.

Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν σφαιρικά. ³º Οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι. Η όλη διαδικασία λειτουργούσε στη συνείδηση των Συμμάχων ως προπομπός των όσων ανέμεναν πως θα  ακολουθούσαν αργότερα, με τα σύμμαχα κράτη της Βουλγαρίας. Δεν ήταν, επομένως, προς το συμφέρον τους να δουν τις συνομιλίες να ναυαγούν από λάθος ή εξαιτίας επίδειξης αδιαλλαξίας. Αντίθετα, η ευόδωση των διαπραγματεύσεων πίστευαν ότι θα είχε μεταδοτική επίδραση πάνω στις κυβερνήσεις των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Αν μη τι άλλο, θα τις θορυβούσε. Κατά δεύτερο λόγο, το είδος των σχέσεων της διασυμμαχικής στρατιωτικής διοίκησης της Θεσσαλονίκης με τις Βουλγαρικές αρχές δεν μπορούσε κατά κανένα τρόπο να αντιπαραβληθεί με το πνεύμα, το οποίο χαρακτήριζε τις διμερείς Γαλλο-Γερμανικές ή Αυστρο-Ιταλικές σχέσεις. Ενδεχομένως το κλιμα να ήταν πιο βεβαρυμένο εάν στις διαπραγματεύσεις συμμετείχαν εκπρόσωποι της Ελλάδας και της Σερβίας, κάτι που, όμως, δεν συνέβη τελικά. Η υποδοχή εκ μέρους του  Franchet d’ Espèrey είναι παραπάνω από τυπική. Στην εναρκτήρια παρέμβασή του δεν κρύβει την ικανοποίησή του για την επιλογή της Βουλγαρικής κυβέρνησης, υπογραμμίζοντας πως η στάση της τελευταίας υπήρξε ανέκαθεν “έντιμη έναντι των Γάλλων”. Αυτές οι φιλοφρονήσεις συνοδεύονταν, πάντως, και από απειλές: η Βουλγαρία δεν είχε άλλη επιλογή εάν επιθυμούσε να αποφύγει την εισβολή, την κατάληψη του εθνικού της εδάφους και την επιβολή μιας νέας κυβέρνησης. Βρισκόταν κυριολεκτικά στο έλεος του νικητή. Η δευτερεύουσα συμβολή της στον πόλεμο επέτρεπε να της επιδειχθεί κάποιο είδος επιείκιας, μόνο και μόνο προκειμένου οι Σύμμαχοι να εξοικονομήσουν δυνάμεις αποφεύγοντας μια παράταση των εχθροπραξιών μαζί της. Κυρίως όμως, ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης κάθε άλλο παρά ήταν διατεθειμένος να παρασυρθεί από την επιδέξια διαλεκτική των συνομιλητών του.

Πράγματι, ο Liaptchev ξεδίπλωσε ολόκληρη επιχειρηματολογία με επίκεντρο την επάνοδο της Βουλγαρίας σε καθεστώς ουδετερότητας. Η χώρα θα επέστρεφε στα προ του πολέμου σύνορά της, επιτρέποντας τη διάβαση από το έδαφός της των Συμμαχικών στρατευμάτων. Σκοπός ήταν, σε ένα δεύτερο στάδιο η πράξη της ανακωχής να μεταλλαχθεί σε πραγματική ανατροπή των συμμαχιών. “Πρακτικά, γινόμαστε σύμμαχοί σας”, υποστήριξε. Ο  Franchet d’ Espèrey διέκρινε την παγίδα. Η Βουλγαρία είναι ηττημένη και οφείλει να πληρώσει. Εάν επιθυμούσε ειλικρινά να τηρήσει στάση ουδετερότητας, για ποιό λόγο δεν το είχε πράξει πριν από τις 15 Σεπτεμβρίου; Εξακολουθεί δε  να παραμένει στρατιωτική ζώνη. “Ούτε ουδέτεροι, ούτε σύμμαχοι. Είστε ηττημένοι”. Ο  Liaptchev αναγκάζεται να το παραδεχθεί. Οι διαπραγματευτικοί του ελιγμοί δεν θα τραβήξουν σε μάκρος. Το μόνο, που ενδεχομένως πέτυχαν, είναι κάποια ανεπαίσθητη μείωση τις πίεσης ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων της ανακωχής.

Όταν οι συνομιλίες στράφηκαν στο ζήτημα της αποστράτευσης και της άμεσης εκκένωσης των Σερβικών και Ελληνικών εδαφών,  ο στρατηγός Lukov ζήτησε την παραμονή υπό τα όπλα του συνόλου των μονάδων του Βουλγαρικού ιππικού. Ήταν ο μόνος τρόπος, υποστήριξε, προκειμένου η χώρα του να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο επίθεσης από τον Οθωμανικό στρατό, καθώς το τουρκικό επιτελείο είχε συγκεντρώσει δύναμη 100.000 ανδρών βορείως της Αδριανούπολης. Ειδάλλως, αργά ή γρήγορα, τις δυνάμεις αυτές θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι οι Σύμμαχοι. Από την άλλη πλευρά, μια πλήρης αποστράτευση και εκκένωση των Σερβικών εδαφών θα ενθάρρυνε Γερμανούς και Αυστριακούς να επεκτείνουν την κατοχή τους σε περιοχές, οι οποίες θα παρέμεναν άνευ προστασίας, καθώς τα Συμμαχικά στρατεύματα βρίσκονταν ακόμη σε μεγάλη απόσταση από αυτές. Πρόκειται για ένα επιχείρημα, το οποίο δεν στερείται λογικής. Ο Franchet d’ Espèrey αντέδρασε ακαριαία. Τρια σώματα Βουλγαρικού ιππικού θα παρέμεναν σε επιφυλακή πλησίον των συνόρων με την Τουρκία. Η ΧΙη Γερμανική Στρατιά, η οποία είχε πολεμήσει στο πλευρό των Βουλγάρων, επρόκειτο να αφοπλιστεί και να αιχμαλωτιστεί. Οι διπλωματικοί και προξενικοί υπάλληλοι της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, καθώς και όλοι οι υπήκοοι των δυο παραπάνω χωρών θα είχαν διορία τεσσάρων εβδομάδων, προκειμένου να αποσυρθούν. Πρόκειται για το άρθρο 7 της πράξης ανακωχής, το οποίο πλαισιώνεται από μια μυστική διάταξη: την πλήρη διακοπή κάθε είδους σχέσεων της Βουλγαρίας με τους μέχρι τούδε συμμάχους της. Πρόκειται για καλυμμένη διακοπή διπλωματικών σχέσεων, διχως να απαιτείται η ανάκληση των διαπιστευμένων εκπροσώπων.

Η παράδοση του πολεμικού υλικού ενεργοποίησε νέο γύρο θρήνων εκ μέρους του  Liaptchev, ο οποίος θεώρησε τις διατάξεις αυτές ως σκλήρυνση των όρων της ανακωχής, με συνακόλουθο τον κίνδυνο πρόκλησης ταραχών στη Σόφια και εισβολής της χώρας από τα στρατεύματα του Mackensen. Το όλο πρόβλημα τέθηκε με αφορμή την παράδοση, στους Έλληνες, του υλικού του, έγκλειστου στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας,  Δ΄ Σώματος Στρατού. Από το παραπάνω υλικό είχε παραμείνει στα χέρια των Βουλγάρων ο βαρύς οπλισμός. Ο  Franchet d’ Espèrey υπήρξε ανένδοτος και οι συζητήσεις περιορίστηκαν, μοιραία, στην επιλογή των σημείων εκείνων, κοντά στα σύνορα, όπου θα συντελείτο η παράδοση.

Μέλη της Βουλγαρικής αντιπροσωπείας. Στο κέντρο διακρίνεται ο Andrei Liaptchev.

Ένα θέμα, το οποίο απασχολούσε σοβαρά τους Βούλγαρους εντεταλμένους, ήταν η προοπτική μιας στρατιωτικής κατοχής της χώρας τους. Για τον  Franchet d’ Espèrey κάτι τέτοιο δεν ήταν αυτοσκοπός. Εκείνο, που τον ενδιέφερε ήταν η εξασφάλιση επιχειρησιακών βάσεων για τα Συμμαχικά στρατεύματα. Επομένως, συνόδευσε την κατ αρχήν απαίτηση περί στρατιωτικής κατοχής, με την απαρίθμηση των μέτρων εκείνων, τα οποία θα καθιστούσαν την τελευταία λιγότερο επαχθή. Συγκεκριμένα, επικέντρωσε την πίεσή του στην πλήρη θέση υπό έλεγχο του σιδηροδρομικού δικτύου καθώς και ορισμένων σημείων της Βουλγαρικής επικράτειας με στρατηγική αξία. Στόχος ήταν η διασφάλιση της δυνατότητας διάβασης των Συμμαχικών στρατευμάτων προς βορρά και προς ανατολάς, καθώς και η απρόσκοπτη μεταφορά τους δια μέσου της χώρας. Ο διπλωμάτης Radev πρότεινε απλή άσκηση ελέγχου επί του σιδηροδρομικού δικτύου. Δίχως να απορρίψει την προοπτική της κατάληψης των στρατηγικών σημείων από τους Συμμάχους, ζήτησε να εξαιρεθεί η Ελλάδα από το μέτρο αυτό. Ο   Franchet d’ Espèrey αρνήθηκε μια διάκριση τέτοιου είδους. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, που έδειξε να χάνει την αυτοκυριαρχία του. Πόσο μάλλον που το συγκεκριμένο επιχείρημα του Radev πλαισιώθηκε από τον ελιγμό να εμφανιστεί η Βουλγαρία ως ουδέτερη. Ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου της Θεσσαλονίκης δήλωσε πως οι Σύμμαχοι είναι “ένα σύμπλεγμα ελεύθερων λαών” και όχι “μια συμμορία δουλοπρεπών” όπως οι Κεντρικές Δυνάμεις. Ως εκ τούτου, Έλληνες και Σέρβοι θα συμμετείχαν επί ίσοις όροις στο ζήτημα της στρατιωτικής κατοχής.

Η ανακοίνωση της ανακωχής στο γαλλικό τύπο

Το όλο θέμα αναβλήθηκε για την απογευματινή συνεδρίαση της 29ης Σεπτεμβρίου. Ο λόγος ήταν η αναζήτηση μιας φόρμουλας, υπό την μορφή μιας μυστικής προσθήκης στο τελικό κείμενο, που να καθησυχάζει τους φόβους των Βουλγάρων για ξέσπασμα εσωτερικών ταραχών ή, ακόμη, και για μια δυναμική αντίδραση εκ μέρους της Γερμανίας. Στη δημοσιοποιημένη σύμβαση δεν θα γινόταν χρήση του όρου  “στρατιωτική κατοχή”, παρά το γεγονός ότι θα υπήρχε τέτοια κατοχή, περιορισμένη στα στρατηγικά σημεία, ως εγγύηση για την πιστή εκτέλεση των συμβατικών δεσμεύσεων. Θα απαγορευόταν στις αρχές κατοχής η χρήση κατασταλτικών μέτρων ή το δικαίωμα προσφυγής σε αυθαίρετες επιτάξεις, με βάση μια διατύπωση, η οποία άφηνε ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα για διαφορετικές, μεταξύ τους, ερμηνείες. Στην πόλη της Σόφιας δεν επρόκειτο να επιβληθεί στρατιωτική κατοχή, παρά μόνο εφόσον το απαιτούσαν οι συνθήκες. Στο μυστικό παράρτημα της σύμβασης ανακωχής, απαριθμούνταν όλα τα δίκτυα συγκοινωνιών, επικοινωνιών και κοινής οφέλειας, τα οποία επρόκειτο να τεθούν υπό Συμμαχικο έλεγχο: οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, ταχυδρομεία, τηλεπικοινωνίες και δίκτυο ύδρευσης. Τα πλοία των Συμμάχων και των ουδετέρων κρατών θα  έκαναν ελεύθερη χρήση των λιμενικών εγκαταστάσεων (το σημείο αυτό συμπεριλήφθηκε στο μυστικό παράρτημα εξαιτίας της εγγύτητας με το τουρκικό μέτωπο). Ωστόσο, το κείμενο δεν προβαίνει σε λεπτομερείς περιγραφές: ο τρόπος χρήσης π.χ. των σιδηροδρόμων, του μακρόθεν σημαντικότερου από τα παραπάνω δίκτυα, θα αποτελούσε αντικείμενο μελλοντικών διαπραγματεύσεων με τις Βουλγαρικές αρχές. Με τον τρόπο αυτό, αποφεύχθηκαν άσκοπες καθυστερήσεις στην όλη διαδικασία υπογραφής της ανακωχής, μιας πράξης, την οποία αποζητούσαν, σε τελευταία ανάλυση, αμφότερα τα μέρη.

Τηρουμένων των αναλογιών, οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για τη Βουλγαρία. Οι όροι της ανακωχής αποτελούσαν το λιγότερο, που μπορούσε να απαιτήσει κανείς από αυτήν. Το μελλον διαγραφόταν ανοικτό, καθώς τίποτε δεν προδιέγραφε, για την ώρα, τις προθέσεις των νικητών σχετικά με το περιεχόμενο της μελλοντικής Συνθήκης Ειρήνης, με εξαίρεση την αποκατάσταση των συνόρων με τη Σερβία και με την Ελλάδα, έτσι όπως αυτά είχαν πριν από την παρέμβαση της Βουλγαρίας στον πόλεμο. Κατά τα άλλα, η ανακωχή ήταν στρατιωτικής και μόνο φύσεως. Επιπρόσθετα, η γεωπολιτική της αξία, μόνο πλεονεκτήματα της εξασφάλιζε προς ανατολάς. Οι Σύμμαχοι προσέβλεπαν στη χρήση του εδάφους της. Δεν είχαν ανάγκη από την ίδια. Η χρήση αυτή ήταν δυνατό να εξασφαλιστεί δίχως την ενεργό συνδρομή της χώρας, εάν χρειαζόταν δε, ακόμα και ενάντια στη θέλησή της. Το ίδιο, ουσιαστικά, είχαν πράξει τρία χρόνια νωρίτερα οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες, αντικειμενικός στόχος των οποίων ήταν ο πλήρης έλεγχος των δυο στρατηγικής σημασίας οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων προς βορρά (Ρουμανία) και προς τα νοτιοανατολικά (Κωνσταντινούπολη). Οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι του συνασπισμού της Συνεννοήσεως επέδειξαν ανάλογη μετριοπάθεια. Ο Αλέξανδρος της Σερβίας και ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατέστησαν σαφές προς τον  Franchet d’ Espèrey πως δεν σκόπευαν να επιμείνουν σε μια στρατιωτική κατάληψη της Σόφιας, αλλά ούτε και να συμμετάσχουν στον έλεγχο των στρατηγικών σημείων.³¹ Άλλωστε, αυτή ήταν και η επιθυμία του στρατηγού, παρά τις δηλώσεις του περί ισότιμης συμμετοχής των Συμμάχων. Το συμφέρον καθώς και η κοινή λογική υπαγόρευαν ότι η Βουλγαρία δεν έπρεπε να υποστεί άσκοπη ταπείνωση πληρώνοντας το τίμημα της ήττας. Το Παρίσι εξέπεμπε στο ίδιο μήκος κύματος. Ο Clemenceau τηλεγράφησε προς τη Θεσσαλονίκη πως η ελληνική στρατιωτική παρουσία έπρεπε να περιοριστεί στα εδάφη εκείνα, τα οποία ανήκαν προπολεμικά στην Ελλάδα. Το ίδιο θα ίσχυε, αντίστοιχα, και για τους Σέρβους. Ο  Franchet d’ Espèrey ήταν εκείνος, ο οποίος θα όριζε τις συνθήκες της στρατιωτικής κατοχής του υπόλοιπου εδάφους, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά στρατεύματα ανήκοντα στη Συνεννόηση. Μόνο έτσι ήταν δυνατό να αποσοβηθούν εθνοτικές συγκρούσεις, αλλά και μια αρνητική αντίδραση της Βουλγαρικής κοινής γνώμης σε βάρος των Συμμάχων. “Εννοείται πως δεν πρέπει σε καμία στιγμή και με κανένα τρόπο να παρέμβετε στις εσωτερικές υποθέσεις της Βουλγαρίας, παρά μόνο αν κάτι τέτοιο θεωρηθεί απαραίτητο για στρατιωτικούς λόγους”, συνέχιζε το τηλεγράφημα. Αλλά ακόμα και ως προς αυτό, το Παρίσι έπρεπε να τηρηθεί ενήμερο εγκαίρως.³² Με άλλα λόγια, ο Clemenceau εξουδετέρωνε προληπτικά οποιαδήποτε ενδεχόμενη πρόθεση του στρατηγού να συμπεριφερθεί ως ανθύπατος. Ούτε ήταν σκοπός να προκριθεί το πολιτικό μέλλον της χώρας. Οι Σύμμαχοι δεν επιθυμούσαν να εκμεταλλευθούν προς όφελός τους τις υπάρχουσες ενδοκυβερνητικές τριβές. “Στόχος μας δεν είναι να προκαλέσουμε μια επανάσταση, ούτε καν ταραχές, αλλά ούτε και να προωθηθούμε περισσότερο εντός της Βουλγαρικής επικράτειας”³³. Απόλυτα κατανοητό εφόσον το ζητούμενο ήταν απλώς η χρήση του εδάφους της για περαιτέρω επιχειρήσεις προς τα βόρεια και τα νοτιοανατολικά. Τελικά, οι ίδιοι οι Βούλγαροι διευκόλυναν τις εξελίξεις κατά τη διάρκεια της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου. Ο τσάρος Φερδινάνδος, αφού προηγουμένως εξέτασε το ενδεχόμενο ενός πραξικοπήματος με τη συνδρομή της Γερμανίας, παραιτήθηκε από το αξίωμά του στις 3 Οκτωβρίου, προς όφελος του διαδόχου Βόριδος του Γ΄. Πρόκειται για μια ενέργεια, η οποία επέφερε κάποια εκτόνωση στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συνταγματάρχη Trousson, ο οποίος είχε σταλεί στη Σόφια προκειμένου να επιβλέψει την ορθή εφαρμογή των όρων της ανακωχής, όσον καιρό ο πόλεμος εμαίνετο στα σύνορα της χώρας, κυρίως δε όσο τα γερμανικά στρατεύματα δεν είχαν εκκενώσει πλήρως το Βουλγαρικό έδαφος, η κατάσταση παρέμενε ρευστή: “Οι Βούλγαροι παλινδρομούν ανάμεσα στον φόβο που τους εμπνέουν οι Γερμανοί και τη διάθεση να συγχωρεθούν από την Αντάντ”.³⁴ Εξ ου και η αμοιβαία σχετική ευκαμψία, η οποία διέκρινε τις διμερείς γαλλο-βουλγαρικές σχέσεις, τόσο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, όσο και κατά τις αμέσως επόμενες εβδομάδες. Πάντως, ο χρόνος κυλά εις βάρος της Βουλγαρικής πλευράς, η οποία δεν διαθέτει απολύτως καμιά εναλλακτική λύση. Αντίθετα, τίποτα δεν εμποδίζει τους Συμμάχους από το να επιβάλλουν έναν ακόμα πιο ανισομερή    συσχετισμό δυνάμεων. “Θα μπορούμε να επανέλθουμε δριμύτεροι αργότερα” επισημαίνει ο  Franchet d’ Espèrey την επομένη της υπογραφής της ανακωχής.³⁵

Salonika – Away from the Western Front

Αναμνηστικό γραμματόσημο, το οποίο κυκλοφόρησε το 1968 τιμώντας την πεντηκοστή επέτειο της υπογραφής της ανακωχής της Θεσσαλονίκης.

Εκείνο που επείγει, για την ώρα, είναι η άμεση επαναλειτουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Νίς-βουλγαροτουρκικής μεθορίου μέσω Σόφιας και Αδριανούπολης στον βορρά και μέσω Θεσσαλονίκης στο νότο. Τα παραπάνω, βεβαίως, με την προοπτική μιας επίθεσης κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Θράκη, με ανάπτυξη χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων καθώς και τη δημιουργία μιας βάσης ανεφοδιασμού και αποβίβασης στρατευμάτων στο λιμάνι του Δεδεαγάτς. Η Τουρκία θεωρείται εύκολος αντίπαλος, ευρισκόμενη στα όρια αντοχής. Όμως, αυτό ισχύει στο μέτωπο της Εγγύς Ανατολής, όπου οι Βρετανοί ασκούν τον πλήρη έλεγχο. Έχουν εκχωρήσει στους Γάλλους την αρμοδιότητα των διαπραγματεύσεων με τη Βουλγαρία με λευκή επιταγή. Θεωρούν αυτονόητη μια αμοιβαιότητα στο ζήτημα της υπογραφής ανακωχής με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε την υπέρμετρη ματαιοδοξία των αξιώσεών τους. Πρόκειται για κάτι, που θα ενεργοποιήσει την ανάγκη δημιουργίας μιας ενοποιημένης Συμμαχικής στρατιωτικής διοίκησης. Το όλο πρόβλημα θα εξομαλυνθεί στα υπόλοιπα μέτωπα εν όψει της ανακωχής με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες. Θα τεθεί, πάντως, με αφορμή τις αγγλοτουρκικές διαπραγματεύσεις, που θα οδηγήσουν στην υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου.

Μπορεί η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η κεντρική διοίκηση να βρίσκονται στην ευρωπαϊκή Τουρκία, σε εξάρτηση, τρόπον τινα, από το Βαλκανικό Μέτωπο, όμως ο πόλεμος, τον οποίο διεξάγει νικηφόρα ο στρατηγός Allenby, συνεπικουρούμενος από τον αραβικό στρατό του πρίγκηπα Fayçal, λαμβάνει χώρα στα ασιατικά εδάφη της αυτοκρατορίας. Εκεί ασκείται η αποφασιστική πίεση σε βάρος της Υψηλής Πύλης. Ωστόσο, η Συρία βρίσκεται μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Με την απόσυρση δε της Βουλγαρίας από τον πόλεμο, η πρωτεύουσα βρίσκεται ξαφνικά υπό την άμεση απειλή της Συμμαχικής Στρατιάς της Ανατολής. Μια απειλή, που πρέπει να λάβει σάρκα και οστά μέσω μιας επίθεσης ικανής, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Clemenceau στις οδηγίες της 7ης Οκτωβρίου προς τον Franchet d’ Espèreyνα απομονώσει την Τουρκία και να την εξαναγκάσει, με τη σειρά της, σε υπογραφή ανακωχής”.³⁷ Συνεπώς, τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού όσο και εκτέλεσης, η όλη επιχείρηση ενέπιπτε στην αρμοδιότητα των Γάλλων, κατά το πρότυπο εκείνης της Μακεδονίας. Πέραν από τα Γαλλικά, Σερβικά, Ελληνικά και Ιταλικά στρατεύματα, ο  Franchet d’ Espèrey ασκεί την ανώτατη διοίκηση και επί των τριών Βρετανικών Μεραρχιών του στρατηγού Milne. Με τη διαταγή, την οποία εξέδωσε στις 5 Οκτωβρίου, ο διοικητής του μετώπου διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος από τις  Βρετανικές δυνάμεις στον Σερβικό τομέα των επιχειρήσεων. Αντίθετα, στο νεοπαγές Μέτωπο της Θράκης, πέραν από την 122α Γαλλική Μεραρχία Πεζικού, μεταφέρθηκε μόνο μια αντίστοιχη Βρετανική (η 22α). Το γενικό πρόσταγμα ανήκε εκ νέου στους Γάλλους και συγκεκριμένα στον στρατηγό Anselme.³⁸ Αποστολή του τελευταίου, ήταν ο από ξηράς έλεγχος της εισόδου των Στενών και της Θάλασσας του Μαρμαρά, ενόψει μιας προώθησης του Συμμαχικού στόλου έως την Κωνσταντινούπολη. “Πρόκειται για μια επιχείρηση, που προβλέπεται να τραβήξει σε μάκρος”, εκτιμούν στο Παρίσι.³⁹ Όταν, ξαφνικά, έφτασε από τη γαλλική πρωτεύουσα η διαταγή, που ανέθετε τη διοίκηση του Θρακικού Μετώπου στον στρατηγό Milne, με όλα τα απαραίτητα μέσα ούτως ώστε να φέρει εις πέρας την επίθεση. Πρόκειται για μια απόφαση, που υπαγορεύτηκε από πολιτικά κριτήρια και έναντι της οποίας ο  Franchet d’ Espèrey δεν μπορούσε να πράξει το παραμικρό, παρά μόνο να εκφράσει την εκτίμηση ότι μια αλλαγή διοίκησης του είδους αυτού “θα καθυστερούσε μοιραία την εκτέλεση του όλου σχεδίου”.⁴⁰ Ελήφθη από τις κυβερνήσεις των τριών χωρών της Συνεννοήσεως και μέσω αυτής επιβεβαιώνεται η πρωτοκαθεδρία της Βρετανίας στους κόλπους του συνασπισμού, σε οτιδήποτε άπτεται των υποθέσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μεταξύ 6 και 9 Οκτωβρίου 1918 συνήλθε στο Παρίσι το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο. Ο David Lloyd George κατέστησε σαφή την πρόθεσή του να αποσύρει από τα Βαλκάνια τα ευρισκόμενα υπό Γαλλική διοίκηση Βρετανικά στρατεύματα, ειδικότερα εκείνα, που προορίζονταν για τις επιχειρήσεις κατά της Κωνσταντινούπολης. Επρόκειτο για μια έκφραση δυσαρέσκειας καθώς, παρά τη σημαντική συμβολή τους στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης από τη διάνοιξη του τελευταίου, το 1915, και κατόπιν, και ενόψει της τελικής έκβασης, “ουδέποτε σχεδόν τα Βρετανικά στρατεύματα ελήφθησαν σοβαρά υπόψιν”. Ο Franchet d’ Espèrey είχε ενεργήσει περισσότερο ως πολιτικός και λιγότερο ως διοικητής ενός διασυμμαχικού εκστρατευτικού σώματος, σε αντιδιαστολή με τον ομόλογό του Ferdinand Foch στο Δυτικό Μέτωπο. Ανάλογη θέση υποστήριξε και ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Sidney Sonnino σχετικά με την προέλαση των Γαλλικών στρατευμάτων εντός του Αλβανικού εδάφους. Η προέλαση αυτή προσέβλεπε σε πολιτικά οφέλη, από τη στιγμή που, από επιχειρησιακής απόψεως, ο συγκεκριμένος τομέας του μετώπου είχε από κοινού συμφωνηθεί ότι ανήκε στη δικαιοδοσία των Ιταλών. Έχοντας αιφνιδιαστεί από τη διπλή επίθεση, την οποία υπέστη, ο Clemenceau υπαναχώρησε, υποστηρίζοντας πως η επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν παρά “ένα απλό σχέδιο ευρισκόμενο σε προκαταρκτικό στάδιο”, ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ενεργοποιηθεί εφόσον δεν έχαιρε της ομόφωνης στήριξης των τριών κυβερνήσεων, τέλος, πως ήταν πολύ εύκολο να εγκαταλειφθεί.

Υπό τις παραπάνω, επομένως, συνθήκες συντάχθηκε το περίφημο τηλεγράφημα, το οποίο προέβλεπε τη συγκέντρωση των Βρετανικών στρατευμάτων στη Θράκη, την ανάθεση της διοίκησης του τομέα στον στρατηγό Milne και την απόσυρση των Γαλλικών δυνάμεων από το Αλβανικό έδαφος. Στο εξής, τον πρώτο λόγο στην Ανατολή θα έχουν οι Βρετανοί, στον Βορρά οι Γάλλοι και στη Δύση οι Ιταλοί.⁴¹ Πρόκειται για μια λογιστική αναπροσαρμογή, η οποία δικαίωνε τη Μεγάλη Βρετανία.  Επιπρόσθετα ενίσχυε την εξίσου δίκαιη προσδοκία της να είναι εκείνη, που θα διαπραγματευόταν, εξ ονόματος των Συμμάχων, τους όρους της ανακωχής με τους Οθωμανούς. Τέλος, ενίσχυε την εικόνα της και ως ναυτικής δύναμης. Κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι τουρκικές βολιδοσκοπήσεις για σύναψη ανακωχής προήλθαν τελικά από τη θάλασσα και όχι από την ξηρά, όπως αναμενόταν.

Το HMS Agamemnon, επί του οποίου υπογράφηκε η ανακωχή με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον όρμο του Μούδρου.

Οι διατάξεις του αγγλο-γαλλικού συμφώνου του 1915, όριζαν, σε ό,τι αφορά τη διεύθυνση των ναυτικών επιχειρήσεων της Μεσογείου, πως ο ανώτατος διοικητής θα ήταν Γάλλος (επρόκειτο για τον ναύαρχο Gauchet, εγκατεστημένο στην Κέρκυρα), όπως, άλλωστε, και ο ομόλογός του για τις χερσαίες επιχειρήσεις, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Από το παραπάνω σχήμα εξαιρείτο το Αιγαίο Πέλαγος, το οποίο καταχωρίστηκε στους Βρετανούς (ναύαρχος Seymour, με έδρα τη Λήμνο)⁴². Συνεπώς, οι Γάλλοι ήταν ιεραρχικά αρμόδιοι να υποδεχθούν, εκείνοι, τους απεσταλμένους της Υψηλής Πύλης και να διαπραγματευτούν μαζί τους για τις επιχειρήσεις σε ξηρά και θάλασσα. Όμως, αυτή η κατανομή ευθυνών δεν ανταποκρινόταν με τον πραγματικό συσχετισμό των ισορροπιών στο Αιγαίο. Στις 3 Οκτωβρίου, ο ναύαρχος Arthur Calthorpe διατάχθηκε από την κυβέρνηση του Λονδίνου να μεταβεί στον όρμο του Μούδρου, στη Λήμνο, προκειμένου να διαπραγματευθεί με τους Τούρκους τους όρους της ανακωχής. Έφθασε επιτόπου δέκα ημέρες αργότερα, στις 13 του μηνός. Παρόλες τις διαμαρτυρίες του υπουργείου Ναυτικών και της κυβέρνησης, στο Παρίσι, οι Βρετανοί είχαν θέσει τους συμμάχους τους προ τετελεσμένου.

Στις 2 Οκτωβρίου 1918, λιγότερο από τρία εικοσιτετράωρα έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής με τη Βουλγαρία, επιχειρήθηκε, από την πλευρά της Υψηλής Πύλης, μια πρώτη (έμμεση) κρούση. Ο βαλής της Σμύρνης φαίνεται πως είχε βολιδοσκοπήσει τους Συμμάχους, προκειμένου να παραδώσει την πόλη. Αυτή, τουλάχιστον, υπήρξε η αρχική εκτίμηση του διαβήματος. Η πληροφορία είχε ως προέλευση την Αθήνα. Πρώτοι ενημερώθηκαν οι Ιταλοί, οι οποίοι έσπευσαν να την κοινοποιήσουν στους υπόλοιπους Συμμάχους. Ανάλογες φήμες έφτασαν στις 6 Οκτωβρίου από τη Λέσβο στη Θεσσαλονίκη. Δυο εκπρόσωποι του βαλή κατέφθασαν εκεί με μια ατμάκατο, φέρουσα λευκή σημαία. Ζήτησαν να οδηγηθούν, δίχως χρονοτριβή, στη ναυτική διοίκηση της Λήμνου και από εκεί στη Βρετανική πρεσβεία της Αθήνας. Ο πρεσβευτής της Γαλλίας στην ελληνική πρωτεύουσα, Robert de Billy, επιβεβαιώνει το γεγονός στα κρυπτογραφήματα, που αποστέλλει προς το Παρίσι. Παραμένει, ωστόσο, επιφυλακτικός. Μήπως πρόκειται για κάποιου είδους σκευωρία; Ο φερόμενος ως εντολοδόχος, Rahmi μπέης, είναι ορκισμένος εχθρός του Μεγάλου Βεζύρη και πρώην υπουργού Εσωτερικών, Talaat. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η πρωτοβουλία του προσβλέπει σε δημιουργία κλίματος αμφισβήτησης στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο και (γιατί όχι) σε ανατροπή της κυβέρνησης Talaat. Ως βάση διαπραγμάτευσης προτείνει την απόσυρση από τα αραβικά εδάφη της Μέσης Ανατολής και από την Αρμενία, την επάνοδο στα τουρκο-βουλγαρικά σύνορα του 1911, την ελεύθερη ναυσιπλοία τα Στενά, όπου θα διατηρούνταν τα οχυρωματικά έργα.⁴⁴

Οι πραγματικοί όροι της ανακωχής συντάχθηκαν μεταξύ 6 και 9 Οκτωβρίου στο Παρίσι, από τους πρωθυπουργούς και υπουργούς Εξωτερικών των κρατών της Συνεννοήσεως.⁴⁵ Σε δυο περιπτώσεις, στις 6 και 8, ο Lloyd George ενημέρωσε τους συνομιλητές του για το διάβημα του Rahmi. Οι όροι, τους οποίους ο τελευταίος είχε προτείνει, απορρίφτηκαν ως απαράδεκτοι. Ουδεμία συνέχεια δόθηκε. Οι Σύμμαχοι δεν διαπραγματεύονταν με πρόσωπα μη εξουσιοδοτημένα. Ο σουλτάνος Mehmet ΣΤ΄, είχε διαμηνύσει, μέσω του ιδίου διαύλου επικοινωνίας, ότι, ουσιαστικα, δεν έθετε παρά δυο, μονάχα, όρους: την ανεξαρτησία της χώρας και τη διατήρησή του στον θρόνο.⁴⁶ Χρήσιμες ενδείξεις για τη συνέχεια, που, όμως, άπτονται της Συνθήκης Ειρήνης και όχι μιας απλής πράξης ανακωχής. Το ζητούμενο, για την ώρα, είναι η διακοπή των εχθροπραξιών, δίχως τη συμμετοχή (οφείλουμε να τονίσουμε) των ΗΠΑ. Όλοι οι υπόλοιποι αντιμετωπίζουν προκαταβολικά με δέος τη στιγμή, κατά την οποία ο Woodrow Wilson θα λάμβανε γνώση των μυστικών συμφωνιών της διετίας 1915-1917 περί μεταπολεμικού διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.⁴⁷ Στο κείμενο, που συνέταξε, και στο οποίο προσέδωσε τον χαρακτηρισμό του προσχεδίου, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο προσπέρασε με προσοχή τους παραπάνω σκοπέλους. Το κείμενο στάλθηκε προς  στρατηγούς και ναυάρχους για παρατηρήσεις επί του τεχνικού μέρους, προτού επιστρέψει στο Παρίσι για την τελική έγκριση. Συμπεριλάμβανε 25 άρθρα.⁴⁸

Η ποικιλία του περιεχομένου οφείλεται στην αχανή έκταση της Οθωμανικής επικράτειας. Οι διατάξεις ταξινομήθηκαν κατά γεωγραφική σειρά, ούτως ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή υπόνοια για υπεκφυγή του αντιπάλου από την εφαρμογή των όρων. Το όλο πνεύμα παραπέμπει, ωστόσο, στην ανακωχή, που είχε συναφθεί, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, με τη Βουλγαρία. Η άμεση διακοπή των εχθροπραξιών ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με την παράδοση των στρατιωτικών μονάδων της Μέσης Ανατολής και της Τριπολίτιδας, εκείνη των πολεμικών πλοίων (άρθρα 16, 18 και 6), την αποχώρηση των Οθωμανικών στρατευμάτων από την Περσία, τον Καύκασο και την Κιλικία (άρθρα 11 και 16), την γενική αποστράτευση με μέριμνα για την ασφάλεια των συνόρων και την τήρηση της δημόσιας τάξης (άρθρο 5), τέλος, την στρατιωτική κατάληψη στρατηγικής σημασίας θέσεων όπως τα οχυρά των Στενών και οι σήραγγες του Ταύρου (άρθρα 1, 7 και 10). Η συνέχιση του πολέμου με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες επιβάλλει το άνοιγμα των Στενών και την ελεύθερη ναυσιπλοία στην περιοχή (άρθρα 1-3), τη διάθεση των λιμένων, των ναυπηγείων, των επικοινωνιών (τηλέγραφος και ασύρματος), την παράδοση του συνόλου του οπλισμού και εν γένει του πολεμικού υλικού, των υποδομών ανεφοδιασμού σε καύσιμα καθώς και των αποθεμάτων σε τρόφιμα (άρθρα 8, 9, 13, 14, 20 και 21). Όλοι οι υπήκοοι των Κεντρικών Αυτοκρατοριών έπρεπε να απελαθούν δίχως χρονοτριβή. Η Υψηλή Πύλη όφειλε να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τους μέχρι τούδε συμμάχους της (άρθρα 19 και 23). To Σύμφωνο Ανακωχής προέβλεπε την άμεση αποφυλάκιση των αιχμαλώτων πολέμου, όχι όμως των Τούρκων (άρθρα 4 και 22), καθώς και εκείνη των Αρμενίων εγκλείστων. Σε περίπτωση εκδήλωσης ταραχών μέσα στην ίδια την Αρμενία, οι Σύμμαχοι θα προέβαιναν στην άμεση στρατιωτική της κατάληψη (άρθρα 4 και 24). Στις 2 Νοεμβρίου, τρεις μέρες μετά την υπογραφή, ο Βενιζέλος ζήτησε να συμπεριληφθούν στην κατηγορία των υπό απελευθέρωση πληθυσμών οι Έλληνες των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, οι οποίοι, κατόπιν πιέσεων της Γερμανίας, είχαν απελαθεί στα βάθη της Ανατολίας. Η συμπερίληψη της παραπάνω κατηγορίας στο κείμενο της τελικής πράξης δεν ήταν εφικτή εφόσον είχε προηγηθεί χρονικά η συνομολόγηση. Παρά ταύτα, οι διατάξεις της ανακωχής ίσχυσαν de facto και για τους Έλληνες απελαθέντες.⁴⁹

Ο έλεγχος των στρατηγικών θέσεων (Στενά, Ταύρος) διαθέτει μια διάσταση, η οποία ξεπερνά τη συγκυρία του πολέμου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Σύμμαχοι σχεδίαζαν να θέσουν υπό έλεγχο τη σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ των λιμένων Μπατούμ (Εύξεινος Πόντος) και Μπακού (Κασπία Θάλασσα). Με αυτή την προοπτική, προβλεπόταν η προώθηση Συμμαχικών στρατευμάτων και η στρατιωτική κατοχή των δυο αυτών περιοχών (άρθρα 12 και 15). Πρόκειται για έδαφος, το οποίο βρίσκεται εκτός τουρκικών συνόρων, κάτι που είχε επισημάνει προς το Foreign Office, ήδη από το 1916, και ο Sir Marc Sykes, τη στιγμή που υπέγραφε το γνωστό Σύμφωνο Sykes-Picot περί διαμελισμού της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.⁵⁰ Οι Τούρκοι είχαν εκμεταλλευτεί προς όφελός τους τη γενικότερη αστάθεια, που επικρατούσε σε αυτά τα δυο περιφερειακά εδάφη της Ρωσικής επικράτειας. Με τη συνδρομή των Αζέρων, κατέλαβαν, τον Σεπτέμβριο του 1918, την πόλη του Μπακού προχωρώντας σε εκτεταμένες σφαγές εις βάρος των εκεί Αρμενίων. Την ίδια περιοχή εποφθαλμιούν και οι Βρετανοί. Πρόκειται για ιδανικό ανάχωμα κατά της επέκτασης, προς νότο, της κομμουνιστικής απειλής.⁵¹ Μια διατήρηση της Οθωμανικής στρατιωτικής παρουσίας επιτόπου, εξυπηρετούσε το όλο σχέδιο. Για το λόγο αυτό, παρά τη συμπερίληψη στην τελική πράξη της ανακωχής, ειδικής διάταξης περί εκκένωσης της εν λόγω περιοχής από τα τουρκικά στρατεύματα, η κυβέρνηση του Λονδίνου δεν επέμεινε προς μια τέτοια κατεύθυνση. “Πρέπει να μεταχειριστούμε την Τουρκία λιγότερο σκληρά από ότι τη Βουλγαρία”, δήλωσε στις 4 Οκτωβρίου ο λόρδος Robert Cecil. Η ερμηνεία του Βρετανού υφυπουργού Εξωτερικών κοινοποιήθηκε άμεσα στον Μούδρο, όπου βρισκόταν ήδη ο ναύαρχος Calthorpe, αλλά και στο Παρίσι, όπου ο υπουργός Εξωτερικών Pichon, επιχειρεί εις μάτην να εκμαιεύσει μια εκπροσώπηση της χώρας του στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία.

Στρατηγός Sir Charles Vere Townshend.
Ναύαρχος Sir Somerset Arthur Gough-Calthorpe.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 21 Οκτωβρίου, στον Μούδρο, έφτασε ένας νέος Τούρκος απεσταλμένος, ονόματι Tewfick μπέης. Συνοδευόταν από τον Βρετανό στρατηγό Sir Charles Townshend, ο οποίος, το 1916, είχε αιχμαλωτισθεί κατά τη διάρκεια της μάχης του Kut el Amara και ελευθερωθεί τώρα, ειδικά για την περίσταση. Δυο μέρες νωρίτερα, προτού αναχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη, είχε γίνει δεκτός σε ακρόαση από τον νέο πρωθυπουργό, Izzet πασά, πρώτιστη προτεραιότητα του οποίου ήταν να φέρει εις πέρας τις διαπραγματεύσεις περί ανακωχής. Ο Townshend είχε επίσης συνάντηση με τον υπουργό Ναυτικών Reouf μπέη. Αμφότεροι εξέφρασαν την ευχή να δουν την ειρήνη να αποκαθίσταται. Φθάνοντας στον Μούδρο, ο Βρετανός στρατηγός και ο Τούρκος απεσταλμένος συναντήθηκαν με δυο Γάλλους αξιωματικούς: τον υποναύαρχο Amet και τον πλοίαρχο Laurens. Στις 22 Οκτωβρίου, ο Tewfick πήρε τον δρόμο της επιστροφής για την Κωνσταντινούπολη μέσω Χίου και Σμύρνης. Η εικόνα, την οποία περιέγραψε ήταν ήδη γνωστή στους Συμμάχους. Οι οθωμανικές αρχές επιθυμούσαν να απαλλαγούν από την κηδεμονία της Γερμανίας. Ήταν αποφασισμένες να απαγορεύσουν τη διέλευση των Στενών στις μονάδες του Γερμανικού πολεμικού στόλου, που ναυλοχούσαν στην Κωνσταντινούπολη, εγκλωβίζοντας, με τον τρόπο αυτό, τις τελευταίες στον Εύξεινο Πόντο, πόσο μάλλον από τη στιγμή, που ο Συμμαχικός στόλος ετοιμαζόταν να διέλθει από τα Στενά.⁵³ Το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου έφθασαν στον Μούδρο οι πληρεξούσιοι της Υψηλής Πύλης για διενέργεια διαπραγματεύσεων. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας ήταν ο υπουργός Ναυτικών Reouf μπέης. Τον πλαισίωναν ο Rechad Hikmi, υφυπουργός Εξωτερικών, και ο συνταγματάρχης Saadullah μπέης, εκπρόσωπος του Γενικού Επιτελείου.⁵⁴ Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν δίχως τη συμμετοχή των Γάλλων. Οι προσπάθειες των τελευταίων, μεταξύ 26 και 30 Οκτωβρίου, δεν ευοδώθηκαν. Η πληροφόρησή τους, ενόσω διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις, υπήρξε αποσπασματική. Ενημερώθηκαν για τους όρους της ανακωχής μόνο όταν, εκ των υστέρων, κλήθηκαν να συνυπογράψουν την τελική πράξη.⁵⁵

Στις 30 Οκτωβρίου 1918, ημέρα της υπογραφής, ο πρώτος από τους όρους της ανακωχής (διέλευση του Συμμαχικού στόλου από τα Στενά) υπαγορευόταν από στρατιωτικές σκοπιμότητες. Αντικειμενικός στόχος ήταν η εξουδετέρωση του Γερμανικού στόλου μέσα στη Μαύρη Θάλασσα. Ο τελευταίος αριθμούσε πέντε θωρηκτα τύπου Dreadnought, καθώς και το βαρύ καταδρομικό πρώην Goeben. Μαζί με τα πολεμικά του Οθωμανικού ναυτικού, που τα συνόδευαν, η όλη δύναμη ξεπερνούσε τις 20 μονάδες επιφανείας.⁵⁶ Ένας δεύτερος στόχος ήταν η διάνοιξη μιας οδού επικοινωνίας, δια θαλάσσης, με τη Ρουμανία. “Ωστόσο, τίθεται ένα θέμα γοήτρου, σχετικά με τη διέλευση των Στενών”, δήλωσε στις 30 Οκτωβρίου ο Clemenceau. Επιθυμία του Γάλλου πρωθυπουργού ήταν να εισέλθει ταυτόχρονα ο αγγλο-γαλλικός στόλος, και όχι, μάλιστα, ακολουθώντας τη βρετανική ναυαρχίδα. Η άφιξη και παρουσία του στόλου στην Κωνσταντινούπολη είχαν, επίσης, ύψιστη συμβολική σημασία. Παράλληλα, έπρεπε να τηρηθούν όλοι οι απαραίτητοι κανόνες ασφαλείας.

Οι συνθήκες διάπλου των Στενών από τα πλοία του Συμμαχικού στόλου προσδιορίστηκαν την 1η Νοεμβρίου. Θα εφαρμόζονταν “οι στοιχειώδεις κανόνες προτεραιότητας, που ίσχυαν σε περίπτωση εμπλοκής με ναυτικές δυνάμεις του αντιπάλου”. Η πρόταση του Λονδίνου προέβλεπε τη διάβαση από τον βρετανικό στόλο. Ο γαλλικός, θα ακολουθούσε με μια ώρα διαφορά. “Αδικαιολόγητη καθυστέρηση”, υπήρξε η απάντηση από πλευράς Παρισιού, στις 6 Νοεμβρίου. Η διέλευση έπρεπε να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα και με σχηματισμούς ίσης δυναμικότητας, οι οποίοι να εγγυώνται την ασφάλεια του στόλου. “Η γαλλική σημαία πρέπει να κυματίζει στον Κεράτειο κόλπο δίπλα στην αντίστοιχη βρετανική”. Γεγονός πάντως είναι πως έως ότου ολοκληρωθεί, τελικά, η αποστρατικοποίηση και η στρατιωτική κατοχή των Δαρδανελλίων και της Θάλασσας του Μαρμαρά, ο πόλεμος στο δυτικό μέτωπο είχε τερματιστεί. Συνεπώς, η επικείμενη προώθηση του στόλου έως την Κωνσταντινούπολη προσλάμβανε διαστάσεις νικηφόρου ναυτικής παρέλασης.

Βρετανικά στρατεύματα στη σημαιοστολισμένη με την γαλανόλευκη Κωνσταντινούπολη.

Στις 12 Νοεμβρίου, υπό εξαιρετικές καιρικές συνθήκες και με ταχύτητα δεκαπέντε κόμβων, ο  στόλος εισήλθε στα Στενά, επευφημούμενος από τα Βρετανικά στρατεύματα, που είχαν προηγουμένως απασφαλίσει τα οχυρά και παραταχθεί κατά μήκος και των δυο ακτών. Το πρωί της επομένης, 13 Νοεμβρίου, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Η κάθε χώρα του συνασπισμού της Συνεννοήσεως, (Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία) συμμετείχε με δύναμη τριών θωρηκτών, τα οποία διασκορπίστηκαν στον Βόσπορο. Ο υπόλοιπος στόλος, υπό ελληνική διοίκηση, αγκυροβόλησε μπροστά από τον σιδηροδρομικό σταθμό Haydarpaşa . Οι οθωμανικές αρχές υπέβαλαν τα σέβη τους στον ναύαρχο Calthorpe. Ακούγοντας τον τελευταίο να διευκρινίζει πως δεν εκπροσωπούσε παρά μόνο τη Μεγάλη Βρετανία, ο υπουργός Ναυτικών  Reouf μπέης έσπευσε να στείλει αντιπροσώπους και στους Γάλλο και Ιταλό ναυάρχους. Με την παραπάνω πρωτοβουλία, ο Calthorpe φρόντισε να αποσοβήσει εγκαίρως άσκοπες αντιπαραθέσεις μεταξύ Συμμάχων, που πήγαζαν από λόγους γοήτρου και μόνο. Παρά ταύτα, ο Γάλλος ναύαρχος Amet, τον οποίο η κυβέρνηση του Παρισιού αναγόρευσε σε Ύπατο Αρμοστή, δεν έκρυβε την καχυποψία του για τον Βρετανό συνάδελφό του (“η εν γένει διαγωγή του Calthorpe επιβεβαιώνει την πρόθεσή του να καταστήσει τη Μεγάλη Βρετανία ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ανατολή”) αλλά ούτε και τον φθόνο του για τα μέσα, τα οποία ο τελευταίος είχε στη διάθεσή του: έναν υποναύαρχο, δυο ανώτατους διπλωμάτες και έναν δραγουμάνο. Το Παρίσι θα ανταποκριθεί άμεσα, στέλνοντας επιτόπου τρεις διπλωμάτες, έναν γενικό επιθεωρητή Οικονομικών, έναν μηχανικό του υπουργείου Δημοσίων Έργων, και έναν αντισυνταγματάρχη, με την ιδιότητα του διευθυντή της Régie des Tabacs, αποκαθιστώντας, έτσι, τη συνέχεια με την προπολεμική πραγματικότητα.⁵⁷ Η κυβέρνηση πράττει τα πάντα, προκειμένου να διασφαλιστεί μια ισοδύναμη παρουσία, ή, τουλάχιστον, να δοθεί η εντύπωση για κάτι τέτοιο. Το θέαμα δεν εγγυάται, ασφαλώς, την ισχύ. Το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσο η ισχύς δύναται να αποστασιοποιηθεί από το θέαμα.

Blood & Oil: The Ottoman Empire Surrenders

Ο Jean-Claude Allain (Λίλλη 1934 – Παρίσι 2008), ειδικός της Σύγχρονης Ιστορίας, διετέλεσε Καθηγητής στα πανεπιστήμια του Maine (1978-1989) και του Παρισιού (Université de Paris III – Sorbonne Nouvelle, 1989-2000), όπου διηύθηνε το ερευνητικό κέντρο Défense et diplomatie dans le monde contemporain (DDMC). Διετέλεσε μέλος της Γαλλικής και της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (2000-2005). Κατά τα έτη 1984-1988 δίδαξε στην Ανώτατη Στρατιωτική Ακαδημία Saint-Cyr – Coëtquidan. Από το 1989 έως τον θάνατό του υπήρξε αρχισυντάκτης των περιοδικών Guerres mondiales et Conflits contemporains και Relations internationales.

Εργογραφία του συγγραφέα              

Agadir 1911 : une crise impérialiste en Europe pour la conquête du Maroc, Université Paris I, coll. « Publications de la Sorbonne », « série internationale » no 7, Paris, 1976, X-471 σελ.

Joseph Caillaux 1. Le Défi victorieux : 1863-1914, Imprimerie nationale, coll. « Personnages », Paris, 1978, 537 σελ.

Joseph Caillaux 2. L’Oracle : 1914-1944, Imprimerie nationale, coll. « Personnages », Paris, 1978, 589 σελ.

Jean-Claude Allain, Pierre Guillen et Georges-Henri Soutou, Histoire de la diplomatie française. II, De 1815 à nos jours, Paris, Perrin, 2007, 636 σελ.

La Moyenne puissance au XXe siècle: recherche d’une définition, Paris, IHCC, 1989, 401 σελ.

Jean-Claude Allain (επιμ.) Présences et images franco-marocaines au temps du protectorat, Paris, l’Harmattan, 2003, 250 σελ.

Jean-Claude Allain (επιμ.) Représentations du Maroc et regards croisés franco-marocains, Paris, l’Harmattan, 2004, 270 σελ.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το άρθρο παρουσιάστηκε ως ανακοίνωση στο πλαίσιο διεθνούς επιστημονικού συμποσίου και δημοσιεύτηκε στα πρακτικά των εργασιών με τίτλο: “La France et les armistices de 1918 en Orient” στο (επιμ. Γιάννη Μουρέλου) La France et la Grèce dans la Grande guerre, Actes du colloque organisé par le Département d’ Histoire et d’ Archéologie de l’ Université Aristote de Thessalonique et l’ Institut d’ Histoire des Conflits contemporains, Paris, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ. 25-44.

Συντομογραφίες

SHD/Marine: Service Historique de la Défense, section Marine (Ναυτικά Αρχεία της Γαλλίας).

SHD/Armée de Terre: Service Historique de la Défense, section  Armée de Terre (Στρατιωτικά Αρχεία της Γαλλίας).

ΜΑΕ: Ministère des Affaires étrangères (Aρχεία του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας).

AFGG: Les armées françaises dans la Grande Guerre (η επίσημη ιστορία της γαλλικής στρατιωτικής συμμετοχής στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, έκδοση του υπουργείου Εθνικής Αμύνης).

¹ ΜΑΕ, σειρά Υ, τόμος 13, Συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου της 2ας Ιουλίου 1918. Πρακτικά.

² SHD/Armée de Terre, σειρά 6N τόμος 204, φάκελος “Κωνσταντινούπολη”, 3 Αυγούστου 1918, αρ.4695-3. Βλ. επίσης Charles Villain, Les 4 armistices de 1918. Salonique, Moudros, Padoue, Rethondes, Παρίσι, 1968, κεφάλαια 1 και 2.

³ Ibid., 6N201, Φάκελος “Θεσσαλονίκη”, 5 Αυγούστου 1918, αρ. 4713-3 και 4726-3.

Ibid., 16Ν3026, Σημείωμα του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αρ. 12878, 6 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 6N201, Φάκελος “Θεσσαλονίκη”,, αρ. 2688-89, 2 Σεπτεμβρίου 1918.

Ibid., 6N204, Η μηνιαία έκθεση αρ. 6176 της 1ης Νοεμβρίου 1918, εκτιμά το δυναμικό των γαλλικών στρατευμάτων σε 182.000 άνδρες.

Ibid., 16Ν3147, αρ. καταχώρισης 19, έκθεση Guillaumat, 2 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 16Ν3026,  αρ.12913, 7 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 6N201, αρ.4714 της 5ης Αυγούστου και αρ.5001 της 6ης Σεπτεμβρίου 1918. Αναφορά στο χαμηλό, σχετικά, ηθικό υπάρχει και στις 11 Αυγούστου (αρ.4790) και 19 Αυγούστου 1918 (αρ.4859).

¹º Ιbid., 16Ν3147, αρ.5023, 9 Σεπτεμβρίου 1918 (απάντηση στο αρ.11849 με προέλευση το Παρίσι).

¹¹ AFGG, τόμος VIII-3,2, αρ. 910.

¹² Ibid., 6N201, αρ.5169, 23 Σεπτεμβρίου 1918. Βλ. επίσης Mermeix, Le commandement unique, τόμος Β’, Sarrail et les armées d’ Orient, Παρίσι, 1910, σελ. 148-158.

¹³ Ibid., 6N201, αρ.5097, 16 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁴ Ibid., αρ. 5112, 18 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁵ Ibid., αρ. 2867-71, 23 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁶ Ibid., αρ. 5169, 23 Σεπτεμβρίου, αρ. 5253, 1η Οκτωβρίου και 3013, 2 Οκτωβρίου 1918.

¹⁷ Ibid., αρ. 5169, 23 Σεπτεμβρίου, αρ. 5253, 1η Οκτωβρίου 1918.

¹⁸ Charles Villain, οπ.π., σελ.24.

¹⁹ ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, αρ.847 και 852, Βέρνη, 26 Ιουνίου 1918. Βλ. επίσης Victor S. Mamatey, “The U.S. and Bulgaria in World War I”, στο American Slavic and East European Review, τεύχος αρ. ΧΙΙ-2, Απρίλιος 1953, σελ. 242-250.

²º  Ibid., σειρά Υ, τόμος 13, Συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου της 2ας Ιουλίου 1918. Πρακτικά. Παρόμοια εκτίμηση του Pichon στο αρ. 1270, 3 Αυγούστου 1918 με προορισμό την Βέρνη, το Λονδίνο και την Ουάσινγκτον, ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150.

²¹  Ibid., σειρά Α, τόμος 150.

²² SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 5571, 23 Σεπτεμβρίου 1918 και 6Ν301, αρ.11736-2CH (πρωτότυπο και μεταφρασμένο), 28 Σεπτεμβρίου 1918.

²³ Ibid. και V. Mamatey, οπ.π., σελ. 252-253.

²⁴ Ibid., 4Ν76, Φάκελος “Διαπραγματεύσεις με Βουλγαρία”, αρ. 1162 και 1354, 2 Οκτωβρίου 1918. ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, 30 Σεπτεμβρίου 1918. Ο Clemenceau αρνείται τη συμμετοχή του Murphy στις διαπραγματεύσεις της Θεσσαλονίκης και προβαίνει σε σχετικό διάβημα διαμαρτυρίας προς την Ουάσινγκτον. O ίδιος ο Murphy στην αυτοβιογραφία του  Diplomat Among Warriors, αποσιωπά το εν λόγω επεισόδιο.

²⁵ V. Mamatey, οπ.π., σελ. 253-255. Σύμφωνα με τον συντασματάρχη House, ο  Franchet d’ Espèrey είχε εισηγηθεί τη συμμετοχή των ΗΠΑ στην στρατιωτική κατοχή της Βουλγαρίας, πρόταση, την οποία απέρριψε ο επικεφαλής του State Department, Robert Lansing.

²⁶ SHD/Armée de Terre, 4N76 Φάκελος “Βουλγαρία”, αρ. 12524-BS3, 27 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁷ Ibid.,Φάκελος “Διαπραγματεύσεις με Βουλγαρία”, αρ. 12662-BS3, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁸ ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁹ SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 11755, 29 Σεπτεμβρίου, αρ. 5252, 30 Σεπτεμβρίου 1918. Τα ίδια έγγραφα βρίσκονται και στον φάκελο 6Ν201.

³º Ακολουθούμε πιστά το υπόμνημα που κατέθεσε στις 24 Οκτωβρίου 1918 ο  Franchet d’ Espèrey στο ibid., 16N3147, αρ. 2332-2CH. Το τελικό κείμενο της Σύμβασης Ανακωχής στάλθηκε τηλεγραφικά προς το Παρίσι στις 30 Σεπτεμβρίου 1918 με αρ. 5255 (φάκελος 6Ν201). Βλ. επίσης Livre Jaune. Guerre européenne, Δεκέμβριος 1918, Conventions d’ armistice.

³¹  Ibid., αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918.

³² AFGG, τόμος VIII-3,2, αρ. 1244, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

³³ SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918.

³⁴ Ibid.,6Ν201, αρ. 12076-2CH, 13 Οκτωβρίου 1918.

³⁵ Ibid., 16Ν3147, αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918

³⁶ Ibid.,4N4 αρ. καταχώρισης 3 και ΜΑΕ, σειρά Υ, τόμοι 13 και 14.

³⁷ Ibid.,16N3026, αρ.12913, 7 Οκτωβρίου 1918.

³⁸ Ibid., 16Ν3147, αρ. 5346, 5 Οκτωβρίου 1918.

³⁹ Ibid.,6Ν201, δίχως αριθμό, 6 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁰ Ibid., 16Ν3147, αρ. καταχώρισης 19, 9 Οκτωβρίου 1918 (αυτόγραφο κείμενο του  Franchet d’ Espèrey, σχετικά με το τροποποιηθέν σχέδιο δράσης).

⁴¹ MAE, σειρά Υ, τόμος 14 (fol. 85-91 και 128).

⁴² SHD/Armée de Terre, 4Ν76, Φάκελος “Ανακωχή με Τουρκία”, αρ. 10139, 10 Οκτωβρίου, αρ. 1729, 28 Οκτωβρίου 1918, SHD/Marine, SS-A29, αρ. 23827, 27 Οκτωβρίου 1918.

⁴³ SHD/Marine, SS-C95, αρ. 604, 8 Οκτωβρίου 1918, SHD/Armée de Terre, 6Ν201, αρ. 11918/2, 6 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁴  ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 164, αρ. 390, 7 οκτωβρίου 1918.

⁴⁵ Ibid., σειρά Υ, τόμος 14 (δυσανάγνωστες φωτοτυπίες).

⁴⁶ Ibid., αρ. καταχώρησης 6 (fol. 134-140), 7 (fol.1020) και για τη σύντομη συνομιλία της 6ης Οκτωβρίου 1918 βλ. fol.75.

⁴⁷ Ibid., αρ. 1177, 4 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁸ Ibid., με 21 διατάξεις (fol. 80-81 στα γαλλικά και fol. 129-130 στα αγγλικά). Με τις χειρόγραφες επιπρόσθετες διατάξεις της 9ης Οκτωβρίου 1918, στα αγγλικά, βλ. fol. 177-178 και AFGG, τόμος VIII-3,3, αρ. 1686 με τρεις κενές διατάξεις (12, 15 και 17).

⁴⁹ SHD/Armée de Terre, 4Ν3, Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο, συνεδρίαση της 2ας Νοεμβρίου 1918, σύντομη συνομιλία μεταξύ Βενιζέλου και Clemenceau με αφορμή τη συζήτηση για την ανακωχή με την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.

⁵⁰ Ibid., 4Ν76, αρ. 2593, 3 Νοεμβρίου 1918.

⁵¹ Anais Ter Minassian, “Indépendance et soviétisation des Républiques transcaucasiennes”, διάλεξη της 4ης Νοεμβρίου 1989, Bulletin de la société d’ histoire moderne, 17η σειρά, αρ.2, Ιούνιος 1990, σελ.6.

⁵² MAE, σειρά Υ, τόμος 14, Παρίσι προς Λονδίνο, 14 και 23 Οκτωβρίου 1918.

⁵³ SHD/Marine, SS-C95, αρ.1142 και 1145, 21 Οκτωβρίου 1918,  SHD/Marine, SS-Α45, αρ.9066Α, 24 Οκτωβρίου 1918.

⁵⁴ Ibid., SS-A29, αρ. 23901, 26 Οκτωβρίου 1918.

⁵⁵ Βλ. Jean-Claude Allain, “Le commandement unifié sur le front d’ Orient: théorie et pratique en 1918”, Guerres mondiales et Conflits contemporains, τεύχος αρ. 168, Οκτώβριος 1992, σελ. 37-50.

⁵⁶ SHD/Marine, SS-C114, αριθμός καταχώρισης 56, 10 Σεπτεμβρίου 1918.

⁵⁷ Ibid., αρ. καταχώρισης 58, 1η Νοεμβρίου 1918., SHD/Marine, SS-A29, αρ. 25229 και 25392, 6 Νοεμβρίου, SHD/Marine, SS-E156, Φάκελος “1918-1919”, Calthorpe προς Λονδίνο, 18 Νοεμβρίου 1918.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

 

Σπυρίδων Σφέτας: Το τίμημα της εξουσίας: Η Συνθηκολόγηση στο Brest-Litovsk

 Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου   

 Σπυρίδων Σφέτας    

Το τίμημα της εξουσίας: Η Συνθηκολόγηση στο BrestLitovsk

Η ταπεινωτική για τους Μποσελβίκους συνθήκη του Brest-Litovsk, με τις τεράστιες εδαφικές παραχωρήσεις των τελευταίων προς τους Γερμανούς, ήταν ‘’η εξόφληση των λογαριασμών‘’ των Μπολσεβίκων προς τον Γερμανό Κάϊζερ για την βοήθειά του προκειμένου να ανέλθουν στην εξουσία. Μόνο αν γνωρίζουμε την εμπλοκή της Γερμανίας στην αξιοποίηση  Ρώσων επαναστατών φυγάδων, ιδιαίτερα της σκληροπυρηνικής ομάδας των Μπολσεβίκων υπό τον Λένιν, για την αποχώρηση της Ρωσίας από την Αντάντ και την αύξηση των πιθανοτήτων για τη νίκη  της Γερμανίας, μπορούμε να κατανοήσουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση (ή Οκτωβριανό Πραξικόπημα;), όχι ως μια  δήθεν ιστορική νομοτέλεια, αλλά ως  μια προσχεδιασμένη  πράξη σε κατάλληλη ιστορική συγκυρία στις ειδικές για τη Ρωσία συνθήκες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η επαναστατική ζύμωση στη Ρωσία στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης αστικο-δημοκρατικού εκσυγχρονισμού, μια ρωσική ιδιαιτερότητα, που δεν συμβάδιζε με τις εξελίξεις στη Δυτική Ευρώπη.

 Μεταρρυθμίσεις στη Ρωσία μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο

Το βασικά  προβλήματα  της Ρωσίας ήταν το αγροτικό ζήτημα και η απολυταρχία του τσάρου. Μετά την ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ προέβη σε  ορισμένες μεταρρυθμίσεις, φοβούμενος εξεγέρσεις των χωρικών. Το 1861 κατήργησε  τη δουλοπαροικία. Ωστόσο, η χειραφέτηση των χωρικών είχε την έννοια  ότι δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των πρώην αφεντικών τους και μπορούσαν να  μεταβούν  στις πόλεις,  όμως σε  καμιά περίπτωση   δεν ήταν ελεύθεροι χωρικοί, όπως στη Δύση. Οι μισές γαίες  είχαν παραμείνει στους γαιοκτήμονες, και η γη που  διανεμήθηκε στους πρώην δουλοπάροικους δεν ήταν ιδιοκτησία τους, αλλά ανήκε  συλλογικά στην αγροτική κοινότητα (Μir). To  κοινοτικό συμβούλιο, ένα είδος  δημογεροντίας, ήταν  υπεύθυνο  για  τη διαχείριση των γαιών και  κυρίως  για  τη  συνολική καταβολή των  φόρων της κοινότητας   προς το κράτος (η εξασφάλιση  των φορολογικών  εσόδων του κράτους  ήταν  βασική γενεσιουργός αιτία της αγροτικής κοινότητας), και προχωρούσε σε αναδιανομές των γαιών, ανάλογα με τις  γεννήσεις και τους θανάτους.  Η γη που μοιράστηκε στους  πρώην δουλοπαροίκους δεν ήταν δωρεάν. Οι κοινότητες όφειλαν  να καταβάλλουν επί χρόνια  σε  δόσεις το αντίτιμο στους πρώην ιδιοκτήτες τους. Από την άλλη  πλευρά οι υπερεξουσίες  του συμβουλίου της   κοινότητας δεν οδήγησαν σε αύξηση της αγροτικής παραγωγής , συνεχίζονταν  οι παραδοσιακές μέθοδοι καλλιέργειας. Εντός του Mir επήλθαν οικονομικές ανισότητες μεταξύ των χωρικών, προϊόντος του χρόνου  αναδύθηκε μια μεσαία τάξη χωρικών, οι κουλάκοι. Δεν ήταν επομένως μια εξισωτική κοινωνία.

Το 1864 ο τσάρος θέσπισε το σύστημα των αιρετών επαρχιακών  συνελεύσεων (Zemstvo)  που είχαν τοπικές εξουσίες σε τομείς, όπως η κατασκευή δρόμων, η υγεία και η παιδεία. Την ίδια χρονιά τα Πανεπιστήμια απέκτησαν αυτονομία.  Οι διανοούμενοι απέκτησαν μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, η λογοκρισία περιορίστηκε και τα ταξίδια στην Ευρώπη έγιναν ευκολότερα. Τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση αποτέλεσε  η πρόοδος στο νομικό σύστημα. Τυπικά  τουλάχιστον, όλοι οι Ρώσοι ήταν ίσοι απέναντι στο νόμο, οι δίκες διεξάγονταν δημόσια, άρχισε να λειτουργεί ένα σύστημα ορκωτών δικαστηρίων, οι κατηγορούμενοι είχαν το δικαίωμα να εκπροσωπούνται από επαγγελματία συνήγορο. Η πράξη ήταν πιο σύνθετη, αλλά η επαφή των Ρώσων υπηκόων  με το κράτος δικαίου είχε αναβαθμιστεί. Το 1874 εισήχθη η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και στις πόλεις επιτράπηκε η λειτουργία επαγγελματικών  σωματείων.

Ο τσάρος δεν προχώρησε στο γενναίο βήμα της ίδρυσης μιας αντιπροσωπευτικής συνέλευσης κατά το πρότυπο  των Κοινοβουλίων της Δύσης.  Οι μεταρρυθμίσεις του τσάρου δεν αποτελούσαν ρηξικέλευθη τομή στο πολιτικό σύστημα της Ρωσίας, αλλά ευνόησαν την πολιτικοποίηση της διανόησης που επιδίωκε αλλαγή του πολιτικού  συστήματος.

Επαναστατικές ζυμώσεις στη Ρωσία και η ίδρυση παράνομων πολιτικών κομμάτων.

Αρχικός φορέας της μόνιμης  επαναστατικής ζύμωσης ήταν  οι ‘’ Οι Φίλοι του Λαού’,  οι Ναρόντικι.  Δεν ήταν μια συμπαγής ομάδα, είχαν συγκεχυμένες αναρχοσοσιαλιστικές  και ουτοπικές σοσιαλιστικές ιδέες  του Φουριέ και του Σαιν-Σιμόν.  Βασική γραμμή ήταν  άποψη του Αλεξάντερ Χέρτζεν ότι  η Ρωσία θα μπορούσε να αποφύγει  τις ωδίνες  του καπιταλισμού και να μεταβεί κατ’ευθείαν  στο σοσιαλισμό έχοντας ως μήτρα  της σοσιαλιστικής κοινωνίας την αγροτική  ‘’εξισωτική κοινότητα (Mir)’’, την οποία εξιδανίκευε. Την ίδια ουτοπική άποψη υποστήριζε και ο Μάο–Τσε-Τούγκ  κατά τη διάρκεια  της πολιτιστικής επανάστασης (1966-69) : Ο κομμουνισμός είναι περισσότερο ένας τρόπος ζωής, μπορεί  να δημιουργηθεί σύντομα , χωρίς την εκβιομηχάνιση. Το κινεζικό κοινόβιο (ομάδα ανθρώπων που είναι στρατιωτικά οργανωμένοι, εργάζονται  σε αγρούς  ή εργοστάσια, σιτίζονται σε ομαδικά συσσίτια)   είναι το βασικό   κύτταρο μιας εξισωτικής κοινωνίας.

Αλλά η προσφυγή στο λαό για τη διαφώτισή του και την κινητοποίησή του για την ανατροπή  του τσαρισμού ήταν μια απογοήτευση. Το καλοκαίρι του 1874 νεαροί ακτιβιστές, κυρίως φοιτητές, έσπευσαν στη ρωσική ύπαιθρο για να ζήσουν με τους χωρικούς. Δεν βρήκαν  όμως κοινή γλώσσα επικοινωνίας  και  αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία.  Όχι ο τσάρος, αλλά ο μεγαλοκτηματίας ήταν για  τους χωρικούς  ο εχθρός. Έτσι, τέθηκε το ερώτημα αν μια επαναστατική ελίτ θα μπορούσε να  κάνει αυτό που δεν είχαν συνειδητοποιήσει ακόμα οι  μάζες.  Εδώ αναδείχτηκαν δύο τάσεις. Οι αναρχικοί του Μπακούνιν (Νετσάγιεφ, Τκάτσεφ) και οι διαφωτιστές του Λαβρώφ. Οι πρώτοι εμφορούνταν από μια ανήλεη καταστροφομανία, από Μακιαβελλισμό και  Ιησουϊτισμό. «Ένας επαναστάτης έχει πάντοτε το δικαίωμα να καλεί το λαό σε εξέγερση.  Το άμεσο  και πιο σημαντικό καθήκον  είναι η κατάληψη  της εξουσίας, η ανατροπή της κυβέρνησης και η μετατροπή του συντηρητικού κράτους σε επαναστατικό κράτος. Αλλά η κατάληψη  της εξουσίας από μόνη της δεν αποτελεί επανάσταση. Η επανάσταση πραγματοποείται όταν η νέα κυβέρνηση εκκαθαρίσει όλα τα συντηρητικά στοιχεία και αντικαταστήσει τους θεσμούς»,  έγραφε ο Τκάτσεφ το 1875. Η επανάσταση επομένως ήταν υπόθεση όχι των μαζών, αλλά μιας επαναστατικής ελιτίστικης ομάδας. Είναι γνωστή η διαφωνία του αναρχικού Μπακούνιν  με τον Μάρξ, κάτι που  είχε καταστήσει αδρανή την Πρώτη Διεθνή (1869). Αντίθετα για τον Λαβρώφ  προείχε η  διαρκής διαφώτιση του λαού, μέχρι να αποκτήσει κάθε άτομο  συνείδηση  της αποστολής του. «Δεν θέλουμε καμία νέα κυριαρχία της βίας. Όποιος θέλει το καλό του λαού, δεν πρέπει να επιδιώκει να γίνει  ο ίδιος εξουσία, αλλά να καταστήσει το λαό ικανό να συνειδητοποιήσει τους στόχους  του, και να υλοποιήσει αυτούς τους κοινωνικούς στόχους, όταν έρθει η στιγμή της ανατροπής», έγραφε ο Λαβρώφ στο περιοδικό Εμπρός – Vperëd ( 1873-1876) που εκδιδόταν στη Ζυρίχη. Για τους αναρχικούς της ομάδας Μπακούνιν, Νετσάγιεφ και Τκάτσεφ   ο λαός  θα μιμούνταν την επαναστατική ελίτ, αν αυτή τον κινητοποιούσε και με τη μέθοδο της τρομοκρατίας. Η ομάδα κρούσης ‘’Λαϊκή Θέληση‘’ (Narodnaja Volja)” ήταν μια τρομοκρατική οργάνωση  που κατάφερε να δολοφονήσει τον τσάρο Αλέξανδρο Β΄ το 1881. Ο νέος τσάρος Αλέξανδρος Γ΄ ανακάλεσε ορισμένες μεταρρυθμίσεις του πατέρα του και  έλαβε κατασταλτικά μέτρα.  Το 1887  η ‘’Λαϊκή Θέληση’’ οργάνωσε (αποτυχημένη) δολοφονική απόπειρα κατά του  τσάρου Αλέξανδρου Γ΄, στην οποία συμμετείχε και ο  μεγαλύτερος αδελφός του Λένιν. Καταδικάστηκε σε θάνατο  δια απαγχονισμού. Ο Λένιν είχε μια εκδικητική μανία κατά του τσαρισμού και λόγω προσωπικών βιωμάτων. Από την οργάνωση αυτή και την αναβίωση των πρώην Ναρόντικι συγκροτήθηκε το 1901 το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα. Το κόμμα στηριζόταν στους αγρότες, είχε  ως πυρήνα του προγράμματός του την αγροτική μεταρρύθμιση, χωρίς να εγκαταλείψει πλήρως την τρομοκρατία.

Michail Aleksandrovich Bakunin.
Pyotr Lavrovich Lavrov.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά μετά το 1890 ήταν εμφανή στη Ρωσία τα σημάδια μιας κρατικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο υπουργός Οικονομικών Σεργκέϊ Βίτε- Sergej Witte (1892-1903) στα τελευταία χρόνια της θητείας του τσάρου Αλεξάνδρου Γ ΄ ( 1881-1894) και τα πρώτα χρόνια της θητείας του νέου τσάρου Νικολάου Β΄ (1894-1917) ευνόησε μια καπιταλιστική ανάπτυξη: εκτενές σιδηροδρομικό δίκτυο, τραπεζικό σύστημα, ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας και μεταλλουργίας, εισροή δυτικών επενδύσεων και εμπειρογνωμόνων, αύξηση της εξαγωγής σιτηρών για την εξοικονόμηση συναλλάγματος χάριν της εκβιομηχάνισης, μετάβαση χωρικών από την ύπαιθρο στις πόλεις ως εργατών σε εργοστάσια. Ωστόσο, ήταν οι απαρχές της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η Ρωσία δεν ήταν ακόμα βιομηχανικό κράτος, αλλά αγροτικό, οι εργάτες βρίσκονταν στις μεγάλες πόλεις ( Μόσχα, Πετρούπολη) και ήταν ισχνή μειοψηφία ( 3.000.000 το 1917) σε σύγκριση με τα εκατομμύρια των εξαθλιωμένων χωρικών. Η ανάδυση εργατικής τάξης έθεσε επί τάπητος το ζήτημα της ίδρυσης και Εργατικού Κόμματος.

Ο Μαρξισμός ήταν από πολύ νωρίς γνωστός στη ρωσική διανόηση. Η πρώτη ξένη γλώσσα στην οποία μεταφράστηκε το Κεφάλαιο του Μάρξ το 1874 ήταν η ρωσική. Οι ρωσικές αρχές επέτρεψαν την κυκλοφορία του, διότι το βιβλίο αφορούσε τη Δυτική Ευρώπη και κρίθηκε ακίνδυνο για τη Ρωσία στην οποία δεν υπήρχε ακόμα προλεταριάτο. Την πρώτη ουσιαστική μαρξιστική ομάδα συγκρότησε στη Γενεύη το 1883 ο Γκεόργκυ Πλεχάνωφ (Georgi Plechanov), μεταφράζοντας και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στα ρωσικά με πρόλογο του ίδιου του Μάρξ . Ο Μάρξ, που έβλεπε ότι μετά το 1848 δεν ακολούθησε ένα νέο επαναστατικό κύμα στην Ευρώπη, δεν απέκλειε στον πρόλογό του το ενδεχόμενο μιας επανάστασης στη Ρωσία χωρίς προλεταριάτο που θα αποτελούσε θρυαλλίδα για μια επανάσταση και στη Δυτική Ευρώπη. Ο Μάρξ πράγματι διαψεύστηκε στις προβλέψεις του για την επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη. Η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία, για παράδειγμα, εξελισσόταν σε μεταρρυθμιστικό κόμμα ( με επαναστατική αναμονή), αναγνωρίζοντας τη σημασία του κοινωνικού κράτους του Μπίσμαρκ. Αλλά τι θα γινόταν στη Ρωσία; Mετά το 1890 είχε αρχίσει μια καπιταλιστική ανάπτυξη. Θα έπρεπε να αναμένει κανείς την πλήρη ανάπτυξη του καπιταλισμού που ίσως διαρκούσε δεκαετίες; Μετά από βασανιστικές σκέψεις ο Πλεχάνωφ έδωσε την ακόλουθη απάντηση: O επαναστάτης δεν μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας, μπορεί όμως να ενεργήσει λογικά, αν καταλάβει σωστά, σε ποιο σημείο της ιστορικής εξέλιξης βρίσκεται. Η Ρωσία εισήλθε στη φάση του καπιταλισμού, ο αγώνας του προλεταριάτου εναντίον της καπιταλιστικής αστικής τάξης είναι αναπόφευκτος, όμως η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων είναι στην αρχή, ο εχθρός είναι ακόμα ανίσχυρος, όσο νωρίτερα δεχτεί επίθεση, τόσο ευκολότερα θα χτυπηθεί, μια συμμαχία με Φιλελεύθερους για την πτώση της απολυταρχίας πρέπει να απορριφθεί, διότι θα ενίσχυε τον εχθρό, την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, ανάγκη της παρούσας στιγμής είναι η ίδρυση ενός Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος από το βιομηχανικό προλεταριάτο.

Georgi Valentinovich Plekhanov.
To Κεφάλαιο του Karl Marx μεταφρασμένο στα ρωσικά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

To 1898 συνήλθε στο Μίνσκ  ένα συνέδριο αντιπροσώπων των διαφόρων μαρξιστικών ομάδων της Ρωσίας και ίδρυσε το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας. Ο Λένιν ήταν εξόριστος στη Σιβηρία και δεν παρέστη στο ιδρυτικό συνέδριο, προσχώρησε  όμως στο κόμμα το 1899. Το 1903 συνήλθε το δεύτερο συνέδριο του κόμματος που άρχισε τις εργασίες στις Βρυξέλλες  και τις ολοκλήρωσε  στο Λονδίνο. Στο συνέδριο ξέσπασαν σοβαρές διαφωνίες για τον χαρακτήρα του κόμματος με αποτέλεσμα να σχηματισθούν δύο αντίθετες παρατάξεις, οι Μενσεβίκοι (μειοψηφία)  με επικεφαλής τον Μαρτώφ  και οι Μπολσεβίκοι (πλειοψηφία) με επικεφαλής τον Λένιν . Ο Λένιν ήθελε ένα μικρό,  ελιτίστικο κόμμα επαγγελματιών επαναστατών με ιδιόμορφη στρατιωτικοπολιτική οργάνωση  και με συνωμοτικό χαρακτήρα. Αντίθετα, ο Μαρτώφ ήθελε  ένα ευρύ κόμμα των εργαζομένων  μαζών  με δημοκρατική οργάνωση. Αρχικά ο Μαρτώφ πλειοψηφούσε.  Στη διάρκεια όμως του συνεδρίου αποχώρησαν επτά αντιπρόσωποι  και ο Λένιν απέσπασε 24 ψήφους  έναντι 20 του Μαρτώφ.  Ο Λένιν δέχτηκε ισχυρή κριτική όχι μονάχα από τον Μαρτώφ, αλλά κυρίως από τον νεαρό τότε Τρότσκυ που  χαρακτήρισε τον Λένιν τύραννο και προέβλεψε ότι με τον Λένιν η δικτατορία του προλεταριάτου καθίσταται προσωπική δικτατορία του  κομματικού  αρχηγού. Μετά το συνέδριο οι διαφωνίες συνεχίστηκαν,   ο αγώνας  για την επανάσταση εξελίχθηκε σε κομματικό  αγώνα εξουσίας  με τον Λένιν να υιοθετεί τον αμοραλισμό και  την επαναστατική τακτική των Ναρόντικι.

Οι φιλελεύθερες δυνάμεις (αριστοκρατικής καταγωγής) προέκυψαν από τις επαρχιακές συνελεύσεις (Zemstvo) και οργανώθηκαν το 1904 με τη φιλελεύθερη αστική διανόηση σε έναν παράνομο  “Σύνδεσμο  για την Απελευθέρωση’’, που απαιτούσε  μια εκπροσώπηση του λαού με ελεύθερες εκλογές. Από τέτοιους κύκλους ίδρυσε ο Μιλγιούκωφ (Paul Miljukov)  τον Οκτώβριο του 1905  το Φιλελεύθερο Κόμμα  των Συνταγματικών – Δημοκρατικών ( Καντέ). Οι Καντέ ήταν αντίθετοι στην εσωτερική πολιτική του τσαρισμού, αλλά εντός των νόμιμων ορίων μιας κοινοβουλευτική δράσης. Με την εξωτερική πολιτική του τσαρισμού ήταν βασικά σύμφωνοι.

Η επανάσταση του 1905, ο ψευδοκοινοβουλετισμός του τσαρισμού (1906-1917) και οι άξονες της εξωτερικής πολιτικής της τσαρικής Ρωσίας

Η Ρωσία, στοχεύοντας  να αποκτήσει  ερείσματα στην Άπω Ανατολή, ήρθε σε σύγκρουση  με την Ιαπωνία και οδηγήθηκε το 1904 σε Ρωσοϊαπωνικό  Πόλεμο, κατά τον οποίο η Ρωσία υπέστη μια ταπεινωτική ήττα. Η ήττα προκάλεσε κοινωνική έκρηξη. Τον Ιανουάριο του 1905 το κύμα των απεργιών  που ξέσπασε  στην Αγία Πετρούπολη  κατέληξε σε μια έκκληση προς τον τσάρο  να προχωρήσει σε οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Στις 22 Ιανουαρίου 250.00  ειρηνικοί  διαδηλωτές κινήθηκαν προς τα χειμερινά ανάκτορα,  τραγουδώντας πατριωτικούς σκοπούς και κρατώντας την εικόνα του τσάρου. Ο ίδιος ο τσάρος δεν βρισκόταν στα ανάκτορα, αλλά οι δυνάμεις που τα φρουρούσαν  πανικοβλήθηκαν και άνοιξαν πυρ , σκοτώνοντας και τραυματίζοντας χιλιάδες διαδηλωτές. Τα νέα για τη Ματωμένη Κυριακή  διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη Ρωσία. Ο μύθος του τσάρου-πατερούλη που φρόντιζε  για το λαό του είχε υποστεί πλήγμα. Διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σάρωναν τη χώρα. Οι Σοσιαλδημοκράτες, οι Σοσιαλεπαναστάτες και οι Φιλελεύθεροι  συναγωνίζονταν  για την ποδηγέτηση των οργισμένων. Στα μεγάλα αστικά κέντρα οργανώθηκαν από τους Σοσιαλεπαναστάτες  και τους Σοσιαλδημοκράτες επαναστατικά συμβούλια, γνωστά ως σοβιέτ. Τον Ιούνιο του 1905 στασίασε  το πλήρωμα του θωρηκτού Ποτέμκιν που υπαγόταν στο στόλο  της Μαύρης  Θάλασσας. Τον Οκτώβριο του 1905  μια γενική απεργία που κήρυξαν στην Αγία Πετρούπολη τα σοβιέτ της πόλης  έπεισε το τσάρο να κάνει παραχωρήσεις. Ο Νικόλαος Β΄ δημοσίευσε το Οκτωβριανό Μανιφέστο, υποσχόμενος  την παραχώρηση  πολιτικών ελευθεριών στο ρωσικό λαό, την παραχώρηση δικαιώματος ψήφου σε όλους τους άρρενες υπηκόους  και  την ίδρυση εθνικού κοινοβουλίου, της Δούμας.  Οι παραχωρήσεις αυτές  άφησαν  ασυγκίνητους πολλούς επαναστάτες που δεν πίστευαν στην ειλικρίνεια του τσάρου. Ο τσάρος θέλησε να εκμεταλλευτεί τις διενέξεις Φιλελευθέρων  και Ριζοσπαστών.

Η Ματωμένη Κυριακή της 22ας Ιανουαρίου 1905.

Τον Δεκέμβριο του 1905 διέταξε τη σύλληψη των ηγετών των σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης. Ο Τρότσκυ  παραπέμφθηκε σε δίκη, η εβραϊκή  του καταγωγή δεν πέρασε απαρατήρητη, ο αντισημιτισμός  ήταν παθογένεια των ρωσικών φιλoτσαρικών πολιτικών οργανώσεων.  Το 1906 ο τσάρος νομιμοποίησε   με νομοθετικές πράξεις τα πολιτικά κόμματα, τα νομοθετικά όργανα θα αποτελούνταν από δύο σώματα, τη Γερουσία και τη Δούμα. Αλλά επρόκειτο για ημίμετρα.  Τα μισά μέλη της Γερουσίας  θα διορίζονταν από τον τσάρο, οι βουλευτές της Δούμα θα εκλέγονταν με έμμεσο τρόπο σε γενικές  εκλογές. Ο τσάρος είχε το δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις της Δούμα, παρέμεινε αρχηγός του στρατού, καθόριζε την εξωτερική πολιτική, διόριζε την κυβέρνηση, συγκαλούσε και διέλυε τη Δούμα. Το ‘’σύνταγμα’’ της Ρωσίας θύμιζε το γερμανικό σύνταγμα του 1871. Στην πρώτη Δούμα  (Μάϊος 1906-Ιούλιος 1906) την πλειοψηφία είχαν οι Καντέ με 178 βουλευτές. Ωστόσο, είχε μικρά διάρκεια λόγω της δυσλειτουργικής σχέσης μεταξύ κυβέρνησης και βουλής κα της απειρίας των βουλευτών. Οι υπουργοί ήταν υπόλογοι στον τσάρο και όχι στη Βουλή.  Τον Ιούλιο του 1906 ο τσάρος  διέλυσε τη Δούμα και προκήρυξε  εκλογές.  Στη δεύτερη Δούμα (Φεβρουάριος 1907-Ιούνιος 1907) υπερίσχυαν τα σοσιαλιστικά κόμματα. Με ημιπραξικόπημα ο τσάρος διέλυσε τη δεύτερη Δούμα τον Ιούνιο του 1907  και προκήρυξε εκλογές με νέο αυθαίρετο εκλογικό  νόμο  που εξασφάλισε μια συντηρητική πλειοψηφία. Στην τρίτη και τέταρτη Δούμα  (Νοέμβριος 1907-Ιούνιος 1912, Νοέμβριος 1912-Φεβρουάριος 1917) η φιλελεύθερη και σοσιαλιστική αντιπολίτευση  μαζί  αποτελούσαν το ¼ των βουλευτών. Εντός της Δούμα Μπολσεβίκοι και Μενσεβίκοι εμφανίζονταν ως ενιαίο κόμμα. από το 1906 μέχρι το 1912.

Με τους όρους αυτούς το πείραμα το κοινοβουλευτισμού ήταν φυσικό να αποτύχει.  Και  οι φιλοδοξίες του  πρωθυπουργού Στολύπιν  (P. Stolypin)  να  συγκροτήσει μια  τάξη χειραφετημένων  αγροτών στη Ρωσία  σε υγιή βάση δεν καρποφόρησαν. Επί πρωθυπουργίας  του ψηφίστηκαν  πολλοί  νόμοι που έδιναν στους χωρικούς το δικαίωμα να αποδεσμευτούν από την αγροτική κοινότητα και να αποκτήσουν δική τους γη. Ο Στολύπιν υπολόγιζε ότι,  αν οι Ρώσοι χωρικοί αποκτούσαν δική τους γη,  θα  εξελίσσονταν σε συντηρητική δύναμη. Πολλοί χωρικοί εκμεταλλεύτηκαν το νόμο. Ο Στολύπιν  είχε μόνο τη χλιαρή υποστήριξη του τσάρου, ενώ έπρεπε  να αντιμετωπίσει την εχθρότητα τόσο των κουλάκων εντός της αγροτικής κοινότητας όσο και των αντιδραστικών μεγαλογαιοκτημόνων. Δολοφονήθηκε το 1911,  ενώ παρακολουθούσε μια  θεατρική παράσταση και δίπλα  του καθόταν ο τσάρος.

Στη εξωτερική πολιτική η Ρωσία,  μετά την ήττα της στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο, άρχισε να στρέφεται πάλι στα Βαλκάνια με κύρια  μακροπρόθεσμη  επιδίωξη τα Στενά και την Κωνστανινούπολη. Η ανεξέλεγκτη γερμανική διείσδυση στη Οθωμανική Αυτοκρατορία (σε βάρος της Ρωσίας και της Αγγλίας) με στόχο την  κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης,   η ναυπήγηση γερμανικού στόλου στον Ατλαντικό  ( σε βάρος της  Αγγλίας) και οι γερμανικές  βλέψεις στο Μαρόκο (σε βάρος της Γαλλίας) οδήγησαν  στην ίδρυση της Αντάντ. Η αγγλορωσική συμφωνία του 1907 για την οριοθέτηση  των αγγλορωσικών σφαιρών επιρροής στην Περσία, στο Αφγανιστάν και στο Θιβέτ αποτελεί τομή στο Ανατολικό Ζήτημα. Η Αγγλία επί της αρχής δεν είχε πλέον ενστάσεις  στο ενδεχόμενο διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ικανοποίησης ρωσικών επιδιώξεων στην Κωνσταντινούπολη  και τα Στενά. Η αγγλορωσική συμφωνία της 12ης Μαρτίου 1915  ικανοποιούσε  την αιώνια επιδίωξη της Ρωσίας για την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά, λαμβάνοντας υπόψη και τα αγγλικά συμφέροντα. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμο ήταν για τη Ρωσία ιερός πόλεμος.

Oι Ρώσοι επαναστάτες στο σχεδιασμό της γερμανικής αντιτσαρικής πολιτικής

Όταν την 1η Αυγούστου 1914 η Γερμανία κήρυξε πόλεμο στη Ρωσία, ο Λένιν, ηλικίας 44 ετών,  με  τη σύζυγό του Κρούσπαγια ζούσε τη Γαλικία, κοντά στην Κρακοβία, επί εδάφους της Αυστροουγγαρίας. Συνελήφθη από την  αυστριακή αστυνομία και ανακρίθηκε  με την υποψία ότι είναι Ρώσος κατάσκοπος. Κατά τη ανάκριση η αστυνομία διαπίστωσε ότι είναι πολέμιος του τσαρισμού. Επενέβησαν και αυστριακοί Σοσιαλδημοκράτες που τον γνώριζαν  και επιβεβαίωσαν στην αστυνομία της Κρακοβίας, όπου κρατούνταν ο Λένιν,  την εχθρότητά του προς τον τσάρο,  με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος  και να αναχωρήσει για την ουδέτερη Ελβετία. Χωρίς ισχυρούς οικονομικούς πόρους, ζούσε λιτά  με τη γυναίκα  του  σε  ενοικιαζόμενο  διαμέρισμα στη Ζυρίχη.

Η κατοικία του Λένιν στην Spiegel gasse αρ. 14 της Ζυρίχης.
Η άδεια εισόδου στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βέρνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα κρεβάτι, μια θερμάστρα με κάρβουνο, ένα τραπέζι με μια στοίβα βιβλίων ήταν η περιουσία του. Κάθε μέρα μελετούσε στις βιβλιοθήκες της Ζυρίχης και έκανε επαναστατικά κηρύγματα σε νεαρούς Σοσιαλιστές της Ελβετίας για την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση που θα προέκυπτε από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. «Εμείς οι παλιοί ίσως δεν θα βιώσουμε τους αποφασιστικούς αγώνες της επερχόμενης επανάστασης. Αλλά είμαι βέβαιος ότι οι νέοι θα έχουν την τύχη όχι μόνο να αγωνιστούν, αλλά και να νικήσουν στην επερχόμενη προλεταριακή επανάσταση», έλεγε σε διάλεξή του σε νέους Σοσιαλιστές της Ελβετίας τον Ιανουάριο του 1917. Η επαναστατική του διεθνιστική ρητορική δεν ήταν αρεστή στους Ευρωπαίους Σοσιαλδημοκράτες που είχαν ψηφίσει τους προϋπολογισμούς των κυβερνήσεών τους, κάτι που προκάλεσε τον επιθανάτιο ρόγχο της Β΄ Διεθνούς.

Ο Λένιν, εκτός των κύκλων της Σοσιαλδημοκρατίας και αστυνομίας της Πετρούπολης, δεν ήταν ευρύτερα γνωστός. Πληροφορίες για Ρώσους επαναστάτες, πολιτικούς φυγάδες, άρχιζε να συγκεντρώνει η γερμανική κυβέρνηση από τα τέλη του 1914. Μετά την αποτυχία των γερμανικών επιχειρήσεων στο δυτικό μέτωπο το 1914, η Γερμανία σχεδίαζε την απεμπλοκή της από το ανατολικό μέτωπο. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί ή με την υπογραφή χωριστής ειρήνης με την τσαρική Ρωσία και την έξοδο της Ρωσίας από την Αντάντ ή με την εσωτερική υπονόμευση της τσαρικής Ρωσίας, υποστηρίζοντας επαναστατικές δυνάμεις. Από τα τέλη του 1914 οι γερμανικές πρεσβείες στη Βέρνη, στην Κοπεγχάγη και στη Στοκχόλμη άρχισαν να συγκεντρώνουν πληροφορίας για Ρώσους επαναστάτες. Βασικός πληροφοριοδότης ήταν ο Σοσιαλδημοκράτης Alexander Helphand, ένας μικροκαμωμένος, στρουμπουλός Λευκορώσος εβραϊκής καταγωγής, γνωστός με το ψευδώνυμο Parvus, που ως υπερχρεωμένος ‘’επιχειρηματίας’’ διείδε στην υπόθεση μια ευκαιρία πλουτισμού.

Αlexander Parvus.

Έζησε χρόνια στη Γερμανία την οποία λάτρευε και το διαμέρισμά του στο Μόναχο ήταν κέντρο διέλευσης Ρώσων επαναστατών. Τυχοδιωκτική φύση, χάθηκε για ένα διάστημα στα Βαλκάνια και έφθασε απένταρος στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 1910. Τον Ιανουάριο του 1915 το Υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Γερμανό πρέσβη Hans von Wangenheim στην Κωνσταντινούπολη στο οποίο αναφερόταν ότι ένας επιχειρηματίας, ο Alexander Helphand, είχε ένα σχέδιο για την ανατροπή του τσαρισμού, τονίζοντας ότι τα συμφέροντα της γερμανικής κυβέρνησης ήταν ταυτόσημα με αυτά των Ρώσων επαναστατών. Ο Helphand πίστευε ότι θα ενεργούσε γρήγορα, μολύνοντας με αντιτσαρική προπαγάνδα τα ρωσικά στρατεύματα πριν αυτά σταλούν στο μέτωπο και συγκαλώντας ένα συνέδριο των Ρώσων επαναστατών στο εξωτερικό για να ενεργούν ως ενιαίο σώμα. Ήταν πρόθυμος να κάνει τα απαραίτητα πρώτα βήματα για το σκοπό αυτό, έγραφε ο Wangenheim στο Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά θα χρειαζόταν σημαντικά ποσά. Η προσφορά του Parvus εκτιμήθηκε θετικά στο Βερολίνο. Τέλη Μαρτίου 1915 έλαβε 1.000.000 μάρκα και μετακόμισε στην Κοπεγχάγη, συνεργαζόμενος υπό την ασυλία του επιχειρηματία με την εκεί γερμανική πρεσβεία για τον κοινό σκοπό και έχοντας ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών.

Το όνομα του Λένιν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 25 Μαρτίου 1915 σε έκθεση πληροφοριοδότη προς την γερμανική πρεσβεία της Βέρνης. Αργότερα δόθηκαν και άλλα στοιχεία για το πρόγραμμα του Λένιν που προέβλεπε, πέρα από τις κοινωνικές αλλαγές στη Ρωσία, την υπογραφή χωριστής ειρήνης της Ρωσίας με τη Γερμανία, χωρίς να ληφθεί υπόψη η Γαλλία. Στο Βερολίνο εκτιμούσαν ότι από όλους τους Ρώσους επαναστάτες οι Μπολσεβίκοι ήταν οι πλέον έμπιστοι για την υπόθεση της υπογραφής χωριστής ειρήνης. Το Βερολίνο έκρινε ότι έπρεπε να τηρήσει επί του παρόντος στάση αναμονής και να συγκεντρώνει πληροφορίες. Σημαντικός αποδείχτηκε εδώ ο ρόλος του Γερμανού πρέσβη στην Κοπεγχάγη Urlich Graf von Brockendorff – Rantzau που γνώριζε καλά τη Ρωσία και είχε στενή συνεργασία με τον Parvus.

Hans von Wangenheim.
Urlich Graf von Brockendorff – Rantzau

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Φεβρουριανή επανάσταση του 1917  και η δυαδική εξουσία Προσωρινής Κυβέρνησης και Σοβιέτ, η επιστροφή του Λένιν και το Οκτωβριανό Πραξικόπημα/Οκτωβριανή Επανάσταση.

Στο μέτωπο η Ρωσία υφίστατο ήττες . Η επίθεση του Brusilov  στη Γαλικία το καλοκαίρι του 1916,  παρά την αρχική της επιτυχία, τελικά απέτυχε. Η δυσαρέσκεια ήταν γενική  και ένας σπινθήρας αρκούσε να προκαλέσει  γενικευμένη  εξέγερση.

Η Επανάσταση ξέσπασε εντελώς αυθόρμητα στις 23 Φεβρουαρίου/8 Μαρτίου 1917, όταν κυκλοφόρησε στην Αγία Πετρούπολη η φήμη ότι αρχίζει η πείνα. Μεγάλες ουρές γυναικών σχηματίστηκαν μπροστά από τα καταστήματα και σε λίγο άρχισαν να κραυγάζουν, ζητώντας ψωμί. Χιλιάδες  εργάτες άφησαν τις δουλειές τους και έτρεξαν να  συνενωθούν με τα πλήθη. Η αστυνομία  επέδειξε αυτοσυγκράτηση. Τις επόμενες ημέρες υπήρξαν νέες διαδηλώσεις και απεργίες  με 40 περίπου νεκρούς. Παρατηρήθηκαν και συμπτώματα διάλυσης στο στράτευμα και η φρουρά της Πετρούπολης προσχώρησε στην Επανάσταση. Τα συνθήματα ήταν Ψωμί, Γη,  Ειρήνη,  δεν είχαν καμία σχέση με τον Μαρξισμό.  Στις 2/15 Μαρτίου ο τσάρος παραιτήθηκε και η Ρωσία για πρώτη φορά στην ιστορία της ανακηρύχθηκε σε Δημοκρατία.

Διαδήλωση στη λεωφόρο Nevski της Αγίας Πετρούπολης κατά τη διάρκεια της Φεβρουαριανής επανάστασης.

Σχηματίσθηκε Προσωρινή Κυβέρνηση, αποτελούμενη από Φιλελεύθερους της Δούμας με αριστοκρατική και αστική καταγωγή. Για παράδειγμα  πρωθυπουργός ήταν ο πρίγκηπας Λβώφ και υπουργός Εξωτερικών ο Μιλγιούκωφ. Ο μόνος σοσιαλιστικής απόχρωσης υπουργός ήταν ο Κερένσκυ, υπουργός  Δικαιοσύνης, που ανήκε  στο  μικρό, ειρηνικό,  σοσιαλιστικό  κόμμα των Τρουντοβίκων.

Όπως και το 1905, έτσι και τώρα  συγκροτήθηκαν τα επαναστατικά συμβούλια  των  σοβιέτ  (εργάτες, αγρότες, στρατιώτες), στα οποία συμμετείχαν κυρίως  οι Σοσιαλδημοκράτες ( Μενσεβίκοι και  Μπολσεβίκοι) και οι Σοσιαλεπαναστάτες. Οι Μπολσεβίκοι ήταν μειοψηφία στα σοβιέτ και  σε ιδεολογική σύγχυση.  Μετά τη πτώση  του τσαρισμού στη Ρωσία υπήρχαν  επί της ουσίας δύο πολιτικές  δυνάμεις , η φιλελεύθερη δημοκρατία και η σοσιαλδημοκρατία.   Τα σοβιέτ ασκούσαν πίεση στην Προσωρινή   Κυβέρνηση.  Στις 16 Μαρτίου 1917 η Προσωρινή Κυβέρνηση  ανήγγειλε την προσήλωσή της στη Δημοκρατία και την ελευθερία,  την πολιτική αμνηστία,  τη διεξαγωγή εκλογών για Συντακτική Συνέλευση η οποία θα έλυνε τα φλέγοντα ζητήματα: το πολιτειακό, τη συνέχιση του πολέμου ή την ειρήνη, το αγροτικό, τα εργατικό, το εθνικό  και άλλα. Τα σοβιέτ   κατά βάση συναινούσαν στη γενική θέση ότι η Συντακτική Συνέλευση  ήταν αρμόδια, χωρίς βία, να  αποφασίσει  για τα  βασικά ζητήματα. Η Προσωρινή Κυβέρνηση απελευθέρωσε  όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους,  μεταξύ αυτών και τους Μπολσεβίκους. Επίσης επέτρεψε  τον  επαναπατρισμό  των  φυγάδων από το  εξωτερικό και τη νόμιμη δράση των  πολιτικών κομμάτων, την ελευθερία λόγου, Τύπου και συγκεντρώσεων . Εκτόξευσε όμως την απειλή ότι όσοι επέστρεφαν με γερμανική βοήθεια θα θεωρούνταν εχθροί.

Βασικό θέμα ήταν ο πόλεμος. Μπορεί  την οριστική απόφαση να την έπαιρνε η Συντακτική Συνέλευση , αλλά η θέση των σοβιέτ ‘’ειρήνη ‘χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις’’ δεν ήταν η θέση του υπουργού  Εξωτερικών  Μιλγιούκωφ. Σε συνέντευξή του σε κυβερνητική εφημερίδα, στις 5 Απριλίου, μία ημέρα μετά την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο (4.4.1917), τόνιζε τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ρωσίας στη Δυτική Ουκρανία (Γαλικία), για να ενωθεί με την Ανατολική Ουκρανία, στην Κωνσταντινούπολη όπου «το τουρκικό έθνος, παρά τους πέντε αιώνες κυριαρχίας, δεν έχει εξαπλώσει  βαθιά τις ρίζες του εκεί» . Η κατοχή των Στενών ήταν ένα μέτρο  «προστασίας των  πυλών  της ρωσικής πατρίδας». Με άλλα λόγια δεν παρουσίαζε τις εδαφικές  διεκδικήσεις της Ρωσίας ως προσάρτηση ξένων εδαφών, αλλά είτε ως ιστορικά δίκαια της Ρωσίας είτε ως ζωτικούς λόγους ασφάλειας. Είναι γνωστά τα προβλήματα που προκλήθηκαν στην Ρωσία από το κλείσιμο  των Στενών το 1914.

Στο μέτωπο ωστόσο  υπήρχαν μονάδες  που  συνέχιζαν να μάχονται, αλλά και μονάδες στις οποίες σημειώνονταν λιποταξίες και φαινόμενα ανυπακοής, στρατιώτες διέταζαν τους αξιωματικούς,  και  στις πόλεις εργάτες είχαν καταλάβει τα εργοστάσια. Πολλοί στρατιώτες διερωτώντο, τι νόημα  είχε να λάβουν γη, αν είχαν σκοτωθεί  στον πόλεμο. Το ζήτημα του πολέμου εκμεταλλεύτηκε επιδέξια ο Λένιν . Η επιστροφή του Λένιν μετέβαλε την κατάσταση και απέδειξε τη σημασία του ρόλου  της προσωπικότητας στην ιστορία.

O Λένιν πληροφορούνταν τα τεκταινόμενα στη Ρωσία από τις εφημερίδες.  Ήταν τόσο  έντονη η επιθυμία να επιστρέψει στη  Ρωσία ώστε τα  βράδια  ξυπνούσε με τους εφιάλτες του Κερένσκυ και του Μιλγιούκωφ! Ήρθε σε επαφή με τη γερμανική πρεσβεία της Βέρνης  και τελικά επήλθε συμφωνία ανάμεσα στον Λένιν και τους Γερμανούς στους οποίους δεν ήταν τώρα άγνωστος. Οι Γερμανοί αναλάμβαναν να επιτρέψουν στο Λένιν και στους  συνεργάτες του να περάσουν από γερμανικό έδαφος και έθεταν στη διάθεσή τους ειδικό  σιδηροδρομικό όχημα  για να φθάσουν στη Ρωσία.

Υπεύθυνη δήλωση των Ρώσων επαναστατών ότι γνωρίζουν 1) πως η Προσωρινή Κυβέρνηση θεωρεί όσους επιστρέφουν μέσω Γερμανίας ως εθνικούς προδότες, 2) ότι επωμίζονται την πολιτική ευθύνη του ταξιδιού, 3) ότι το ταξίδι από τη Ζυρίχη μέχρι τη Στοκχόλμη είναι εγγυημένο. Διακρίνεται πρώτη η χειρόγραφη υπογραφή του Λένιν, Ζυρίχη 9 Απριλίου 1917

Το ειδικά σφραγισμένο βαγόνι θα θεωρούνταν “ουδέτερο έδαφος” και δεν θα  ελέγχονταν. Υπολόγιζαν ότι ο Λένιν  και οι συνεργάτες του θα εξαπέλυαν μια  επανάσταση, κάτι που θα τους διευκόλυνε να θέσουν εκτός μάχης  τη Ρωσία. Για τη Γερμανία το ζήτημα αυτό ήταν επείγον μετά και την είσοδο της Αμερικής  στον πόλεμο. Η επαφή   του Λένιν με τη γερμανική κυβέρνηση έγινε μέσω Γερμανών  Σοσιαλιστών και  το Γενικό Επιτελείο έδωσε τη συγκατάθεσή του.

Η αναχώρηση του Λένιν και των 32 συνεργατών του από τη Ζυρίχη έγινε στις 9 Απριλίου 1917, Μεγάλη Δευτέρα των Ορθοδόξων, για να φθάσουν τις ημέρες του Πάσχα στη Ρωσία, όταν ίσως οι  συνοριακοί  έλεγχοι θα ήταν χαλαροί. Το τραίνο έφθασε στη Στοκχόλμη στις 13 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή.

Pyotr Vasiliev, Ο Λένιν καθ οδόν προς την Πετρούπολη, 1949
Η διαδρομή του σφραγισμένου συρμού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σουηδοί Σοσιαλδημοκράτες υποδέχτηκαν τον Λένιν και την ομάδα του, δίνοντας χρηματική βοήθεια και αγοράζοντάς τους καινούργια ρούχα. Το βασικότερο όμως ήταν ότι από την Κοπεγχάγη στη Στοκχόλμη αφίχθη και ο μυστηριώδης Parvus και συναντήθηκε με τον αυστριακό Karl Radek που ανήκε στην ομάδα του Λένιν. Ο Radek έμεινε στη Στοκχόλμη και δεν εισήλθε σε ρωσικό έδαφος. Πρόβλημα της ομάδας του Λένιν ίσως θα ήταν η διέλευση από τη Σουηδία στο Μεγάλο Δουκάτο της Φινλανδίας που ανήκε στη ρωσική επικράτεια. Ο συνοριακός σταθμός του Tornio ήταν ένα στρατιωτικό φυλάκιο της Αντάντ. Άγγλοι αξιωματικοί αναγνώρισαν τον Λένιν που ισχυρίστηκε ότι ήταν δημοσιογράφος. Απευθύνθηκαν στη ρωσική κυβέρνηση. Κατά μία εκδοχή ο Κερένσκυ, υπουργός Πολέμου, απάντησε ότι η Δημοκρατική Ρωσία επιτρέπει στους πολίτες της να επιστρέψουν στη Ρωσία. Έτσι, δεν ίσχυσε η ρητορική του αποκλεισμού όσων είχαν επιστρέψει με γερμανική βοήθεια! Κατά μία άλλη εκδοχή αναζητήθηκε ο Μιλγιούκωφ που όμως δεν βρέθηκε. Πλησίαζε το Πάσχα. Τελικά ο Λένιν και η ομάδα του εισήλθαν σε φιλανδικό/ ρωσικό έδαφος και στις 16 Απριλίου έφθασαν στην Αγία Πετρούπολη. Την επόμενη ημέρα ο Λένιν κάλεσε τους Μπολσεβίκους και ανήγγειλε τις περιβόητες «θέσεις του Απρίλη» με τις οποίες υποστήριζε την άμεση παύση του πολέμου, τη μη στήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης από τη μειοψηφία των Μπολσεβίκων, τη μετατροπή της δημοκρατικής επανάστασης σε κομμουνιστική και το πέρασμα όλης της εξουσίας στα σοβιέτ.

Ο μεθοριακός σταθμός Tornio.

Οι Μπολσεβίκοι ήταν μια μειοψηφία στα σοβιέτ της Πετρούπολης  και της Μόσχας. Είχαν όμως μια σταδιακή άνοδο.  Αυτό οφειλόταν  στη ενισχυμένη προπαγάνδα  που ασκούσαν με  την εφημερίδα τους, την Πράβδα, χάρη στη γερμανική οικονομική βοήθεια, στην εκμετάλλευση  του πολέμου  και στη διορατικότητα και οξύνοια του Λένιν που ήξερε να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες της Προσωρινής Κυβέρνησης  και να κρίνει πότε ήταν η κατάλληλη στιγμή για δράση.

H ατμομηχανή του συρμού που μετέφερε τον Λένιν εκτίθεται στον σιδηροδρομικό σταθμό της Φινλανδίας, στην Αγία Πετρούπολη.

Μαύρο γερμανικό  χρήμα διακινούνταν  τους επόμενους μήνες από τον Parvus  και τον Radek στους Μπολσεβίκους. Δεν είναι γνωστό μέσω ποιών διαύλων, μάλλον σε εταιρείες-φαντάσματα  του  Parvus  στη Ρωσία. Πολλά έγγραφα έχουν καταστραφεί.  Η ρωσική κυβέρνηση  με τη βοήθεια  πρακτόρων  της Αντάντ είχε υποκλέψει τηλεγραφήματα  για  τη διακίνηση   μαύρου χρήματος  στη Ρωσία από το εξωτερικό, αλλά  πουθενά δεν υπήρχε το όνομα του Λένιν. Όλες οι υποψίες όμως φωτογράφιζαν  τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους.

Τον Μάιο (1-3.05.1917) η Προσωρινή Κυβέρνηση διήλθε την πρώτη της κρίση. Ο υπουργός Εξωτερικών Μιλγιούκωφ επέδωσε  διπλωματική διακοίνωση  στη Αντάντ  στην οποία διαβεβαίωνε τους συμμάχους ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση θα συνέχιζε τον πόλεμο μέχρι  την τελική νίκη. Η διπλωματική διακοίνωση προκάλεσε διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες στις οποίες έλαβαν μέρος εκπρόσωποι όλων των σοσιαλιστικών κομμάτων. Οι Καντέ  ανακοίνωσαν την πάταξη της αναρχίας και κάλεσαν τους πολίτες να στηρίξουν τον Μιλγιούκωφ  και την Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι Μπολσεβίκοι κάλεσαν εργάτες και στρατιώτες  σε ξεχωριστή διαδήλωση  για την καταδίκη της διπλωματικής διακοίνωσης του Μιλγιούκωφ και της πολιτικής της Προσωρινής Κυβέρνησης.  Ένα μέρος των Μποσλεβίκων της Πετρούπολης κάλεσε τους διαδηλωτές να καταλάβουν την εξουσία.  Εκδηλώθηκαν  και   ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των διαδηλωτών, καθώς άλλοι στήριζαν την κυβέρνηση και άλλοι ζητούσαν την ανατροπή της  με αποτέλεσμα να υπάρξουν  και τα πρώτα θύματα μετά τη Φεβρουριανή Επανάσταση. Η κρίση προκάλεσε την παραίτηση  του Μιλγιούκωφ και του υπουργού  των Στρατιωτικών  Γκουτσκώφ.  Το υπουργείο των Στρατιωτικών ανέλαβε ο Κερένσκυ. Η Προσωρινή Κυβέρνηση συνεχώς διευρυνόταν με Σοσιαλιστές υπουργούς, με αποτέλεσμα να απαρτίζεται από 6 Σοσιαλιστές και 10 Φιλελεύθερους. Υπουργός Γεωργίας, για παράδειγμα, έγινε ο Σοσιαλεπαναναστάτης Τσερνώφ, για να επεξεργαστεί το πρόγραμμα  του κόμματος για την αγροτική μεταρρύθμιση.

Οι Μπολσεβίκοι επιδόθηκαν σε ανηλεή πόλεμο φθοράς της κυβέρνησης, των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστών (Εσαίρων). Τον Ιούνιο  διοργάνωσαν νέες αντικυβερνητικές  διαδηλώσεις  σε μια προσπάθεια  να εξασφαλίσουν   την πλειοψηφία  στην Πρώτη  Πανρωσική  Σύνοδο των σοβιέτ. Αλλά είχαν μόνο  35 μέλη, 250 μέλη ήταν  Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες. Η Πρώτη Πανρωσική Σύνοδος  εξέφρασε την στήριξη στην κυβέρνηση και τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του πολέμου. Μόλις άρχισε την 1η Ιουλίου η  ρωσική επίθεση στο μέτωπο της Γαλικίας-αρχικά με επιτυχίες- αναρχικοί   συμμάχησαν με τους Μπολσεβίκους στην Πετρούπολη. Στο μέτωπο Μποσλεβίκοι προπαγανδιστές και Γερμανοί πράκτορες   καλλιεργούσαν ηττοπάθεια  στο ρωσικό  στρατό, καλώντας τους στρατιώτες να μην πολεμήσουν και να μην υπακούουν στις διαταγές των αξιωματικών στον ιμπεριαλιστικό αυτό πόλεμο, αλλά να τον μετατρέψουν  σε εμφύλιο.  Η  ρωσική επίθεση στη Γαλικία απέτυχε. Στις 15 Ιουλίου οι αναρχικοί  στην Αγία  Πετρούπολη  αποφάσισαν ένοπλη εξέγερση για την ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης,  διεισδύοντας  στη  φρουρά της πόλης και στους ναύτες της Κροστάνδης. Άρχισαν  ένοπλες συγκρούσεις. Οι Μπολσεβίκοι, μετά από μερικές αμφιταλαντεύσεις, στήριξαν τελικά τους αναρχικούς.  Κατά το Λένιν ήταν προτιμότερο   να κάνεις λάθος στο πλευρό των επαναστατημένων μαζών παρά να έχεις δίκαιο και να είσαι εναντίον τους. Τότε η  Προσωρινή Κυβέρνηση διέταξε τη σύλληψη των ηγετών  των Μπολσεβίκων,  αποκαλώντας τον Λένιν κατάσκοπο των Γερμανών. Εναντίον του Λένιν είχε διαταχθεί εισαγγελική παραγγελία για τη διερεύνηση των σχέσεών του με τους Γερμανούς.   Ο Λένιν,  μεταμφιεσμένος ως χωρικός,  διέφυγε στη Φιλανδία, ο Τρότσκυ, που μόλις  το καλοκαίρι του 1917 είχε προσχωρήσει στους  Μπολσεβίκους, συνελήφθη και φυλακίστηκε, όπως και άλλοι ηγέτες  των Μπολσεβίκων.  Στη Φινλανδία ο χαλκέντερος   Λένιν συνέθεσε  τον Ιούλιο-Αύγουστο  του 1917 την πραγματεία Κράτος και Επανάσταση,  στην οποία εισήγαγε τον όρο του  Σοσιαλσωβινιστή για τους Μενσεβίκους  και τους Σοσιαλεπαναστάτες, όπως για τους Ευρωπαίους  Σοοσιαλδημοκράτες  που στήριζαν τον πόλεμο των κυβερνήσεών τους. Διευκρίνισε: «Το ρεύμα αυτό, σοσιαλισμός στα λόγια, σωβινισμός στην πράξη,  το διακρίνει η πρόστυχη λακεδίστικη προσαρμογή «των αρχηγών του σοσιαλισμού» στα συμφέροντα όχι μόνο της «δικής του» εθνικής αστικής τάξης , μα και του «δικού κράτους», γιατί  οι περισσότερες από τις λεγόμενες μεγάλες Δυνάμεις από καιρό εκμεταλλεύονται και  υποδουλώνουν πολλές μικρές και αδύναμες εθνότητες. Κι ο  ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι ίσα-ίσα πόλεμος για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα αυτού του είδους της λείας. Η πάλη για την απαλλαγή των εργαζομένων μαζών από την επιρροή της αστικής γενικά τάξης γενικά, και της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης  ιδιαίτερα, δεν είναι δυνατή χωρίς την καταπολέμηση των οπορτουνιστικών  προλήψεων για το κράτος… Οι παλιάνθρωποι  του σοσιαλσωβινισμού  το 1914-1917 σκέπαζαν την υπεράσπιση των ληστρικών συμφερόντων  της «δικής τους» αστικής τάξης με φράσεις για «την υπεράσπιση της πατρίδας», για  «άμυνα  της δημοκρατίας και της επανάστασης» και με άλλα παρόμοια». Δίνοντας μια ασαφή εικόνα για την Κομμούνα των Παρισίων, ο Λένιν υποστήριζε ότι «η αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού» θα συνέτριβε  το αστικό κράτος.

Αleksantr Fyodorovich Κerenski.

Στις 27 Ιουλίου 1917 σχηματίστηκε η δεύτερη Προσωρινή Κυβέρνηση Συνασπισμού με πρωθυπουργό τον ίδιο τον Κερένσκυ που διατήρησε και το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Ανώτατος διοικητής του ρωσικού στρατού διορίστηκε ο στρατηγός Λ. Κορνίλωφ. Στο μέτωπο εισήχθηκε η θανατική ποινή. Ο Κορνίλωφ ήταν υπέρ της λήψης σκληρών μέτρων , απαραίτητων για την πολιτική σταθερότητα και την αποτροπή της αποσύνθεσης της χώρας και του στρατού.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1917 ο Κορνίλωφ θέλησε να μετακινήσει το Τρίτο Σώμα Ιππικού στην Αγία Πετρούπολη για την επιβολή της τάξης. Αρχικά ο Κερένσκυ συμφωνούσε, αλλά κατόπιν άλλαξε γνώμη, φοβούμενος ότι ο Κορνίλωφ προετοίμαζε πραξικόπημα, ότι θα χάνονταν τα κεκτημένα της επανάστασης, ότι θα μετατρεπόταν σε Βοναπαρτιστή. Πανικοβλημένος ο Κερένσκυ, καθαίρεσε τον Κορνίλωφ και ζήτησε τη βοήθεια των ηγετών της επανάστασης, συμπεριλαμβανομένων και των Μπολσεβίκων που πρόσφατα είχε φυλακίσει . Τους απελευθέρωσε και τους επέτρεψε να εξοπλιστούν. Μη διαθέτοντας πολιτική πείρα και οξύνοια, και με κακό σύμβουλο τον πανικό, ο Κερένσκυ ‘’ πήγε στο στόμα του λύκου’’. Στις 13 Σεπτεμβρίου ο Κορνίλωφ συνελήφθη. Η απειλή στρατιωτικού πραξικοπήματος που ήγειρε η υπόθεση Κορνίλωφ έπαψε πολύ γρήγορα να υφίσταται. Οι σιδηροδρομικοί αρνήθηκαν να μεταφέρουν τα στρατεύματα του Κορνίλωφ στην πρωτεύουσα, ενώ και περισσότεροι από τους στρατιώτες δεν έβλεπαν με ενθουσιασμό την προοπτική κατάλυσης των σοβιέτ που δεν εξισώνονταν με τους Μπολσεβίκους. Από τη ρήξη Κορνίλωφ-Κερένσκυ κερδισμένος βγήκε ο Λένιν. Στις αρχές Οκτωβρίου επέστρεψε από την κρυψώνα του στη Ρωσία και οι Μπολσεβίκοι άρχισαν να αποκτούν την πλειοψηφία στα σοβιέτ της Πετρούπολης,, επισείοντας τον κίνδυνο παλινόρθωσης του τσαρισμού.

Στις 10/23 Οκτωβρίου 1917 η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων αποφάσισε την κατάληψη της εξουσίας, μετά από εισήγηση του Λένιν, που έκρινε ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη λόγω της αποδυνάμωσης της θέσης του Κερένσκυ. Ο Ζηνόβιεφ και o Κάμενεφ αντέδρασαν, επικαλούμενοι ότι οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν την πλειοψηφία του ρωσικού λαού στα σοβιέτ σε πανρωσικό πλαίσιο, και είχαν ήδη προκηρυχτεί εκλογές για Συντακτική Συνέλευση. Τελικά υπέκυψαν στην πίεση του Λένιν Για την προετοιμασία της κατάληψης της εξουσίας είχε συγκροτηθεί μια Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή. Κρίσιμη ίσως σημασία είχε το γεγονός ότι ο Κερένσκυ είχε αποξενώσει τους στρατιώτες της φρουράς της Πετρούπολης, όταν θέλησε να τους στείλει στο μέτωπο. Η κατάληψη της εξουσίας είχε χρονικά προσδιοριστεί έτσι ώστε να συμπέσει με τη Δεύτερη Πανρωσική Σύνοδο των σοβιέτ η οποία θα επικύρωνε την κατάληψη της εξουσίας. Τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου 1917 (6ης προς 7η Νοεμβρίου) οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν σιδηροδρομικούς σταθμούς, γέφυρες, το κεντρικό ταχυδρομείο, το τηλεγραφικό πρακτορείο, το τηλεφωνικό κέντρο και ορισμένα δημόσια κτήρια, εργοστάσια ηλεκτρικού ρεύματος αποθήκες τροφίμων , την Εθνική Τράπεζα . Κατέλαβαν τα Χειμερινά Ανάκτορα και συνέλαβαν τους υπουργούς. Ο κόσμος δεν είχε αντιληφθεί τι είχε συμβεί. Το πρωί της 7ης Νοεμβρίου η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή εξέδωσε την ακόλουθη προκήρυξη «Η Προσωρινή Κυβέρνηση καθαιρέθηκε. Η εξουσία πέρασε στα χέρια της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής που βρίσκεται επικεφαλής του προλεταριάτου και της φρουράς της Πετρουπόλεως. Όλα τα επίκαιρα σημεία της πόλης έχουν καταληφθεί. Ζήτω η Επανάσταση».

O Λένιν απευθύνεται στο πλήθος.

Και στη Δεύτερη Πανρωσική Σύνοδο των σοβιέτ οι Μπολσεβίκοι δεν διέθεταν την απόλυτη πλειοψηφία. Η πλειοψηφία των αντιπροσώπων ήταν πρόθυμη να ψηφίσει υπέρ της μεταβίβασης της εξουσίας στα σοβιέτ, όχι όμως να εγκρίνει όλες τις πρωτοβουλίες των Μπολσεβίκων, όπως τη βίαιη ανατροπή του Κερένσκυ ή το ελεγχόμενο πλήρως από τους Μπολσεβίκους Συμβούλιο των Λαϊκών Κομισάριων που εκτελούσε τυπικά χρέη κυβέρνησης. Ορισμένοι Σοσιαλεπαναστάτες και Μενσεβίκοι άσκησαν δριμύτατη κριτική στους Μπολσεβίκους και χαρακτήρισαν την ενέργειά τους πραξικόπημα. Τελικά όμως καμιά επαναστατική δύναμη δεν αμφισβήτησε το μονοπώλιο της εξουσίας των Μπολσεβίκων που υπό την κάλυψη των σοβιέτ θα επέβαλλαν ένα μονοκομματικό σύστημα.

H κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων και η καθαίρεση της κυβέρνησης Κερένσκυ χωρίς ουσιαστική αιματοχυσία έχει σαφή χαρακτηριστικά πραξικοπήματος. Ο χαρακτηρισμός Επανάσταση απηχεί την γενικότερη επαναστατική ζύμωση που υπήρχε στη Ρωσία. Αλλά σε τελευταία ανάλυση τι ζητούσε ο κόσμος όταν τον Φεβρουάριο του 1917 κατήλθε στο δρόμο και ανέτρεψε τον τσάρο; Ψωμί, Γη και Ειρήνη, συνθήματα που ελάχιστη σχέση είχαν με τον Μαρξισμό. Τι εξασφάλισαν οι Μπολσεβίκοι; Όχι μια ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις, αλλά μια ταπεινωτική ειρήνη με εδαφικές παραχωρήσεις, όπως θα δούμε, οι χωρικοί δεν απέκτησαν γη ως ελεύθεροι ιδιοκτήτες καλλιεργητές, η γη περιήλθε στο κράτος και δεν διανεμήθηκε στους χωρικούς, παρά τα αρχικά διατάγματα, οι κουλάκοι που προϋπήρχαν, αργότερα εξοντώθηκαν, η πλήρης παράλυση του κράτους και της οικονομίας οδήγησε τον Λένιν στη Νέα Οικονομική Πολιτική ( 1920) που ήταν μια soft αναβίωση καπιταλισμού. Οι Μπολσεβίκοι δεν έλαβαν υπόψη τη λαϊκή ετυμηγορία, όπως αυτή εκφράστηκε στις πρώτες ελεύθερες πανρωσικές εκλογές της 25ης Νοεμβρίου/8ης Δεκεμβρίου 1917, που είχαν προκηρυχθεί ακόμα από την Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι Μπολσεβίκοι έλαβαν το 25%, τα σοσιαλιστικά κόμματα το 62%, τα αστικά κόμματα το 13% των ψήφων. Στη Συντακτική Συνέλευση από τους 715 βουλευτές μόνο οι 183 ήταν Μπολσεβίκοι. Οι Ρώσοι ψήφισαν για μια φιλελεύθερη σοσιαλιστική δημοκρατία. Αλλά η τόσο προ πολλού αναμενόμενη Συντακτική Συνέλευση διαλύθηκε γρήγορα από τους Μπολσεβίκους με τη βία. Ο Λένιν γνώριζε ότι η Ρωσία χωρίς ισχυρό προλεταριάτο δεν ήταν ώριμη για προλεταριακή επανάσταση, αλλά ανέμενε ότι η ρωσική επανάσταση θα αποτελούσε τη θρυαλλίδα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάσταση με πρώτη χώρα τη Γερμανία. Ο Λένιν διαψεύστηκε, όπως και ο Μάρξ.

Η εξόφληση των γερμανικών λογαριασμών: Από την ανακωχή της 15ης Δεκεμβρίου 1917 με τους Γερμανούς στην ταπεινωτική συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ της 3ης Μαρτίου 1918.

Ιδιαίτερους λόγους να επιχαίρουν για τα τεκταινόμενα στη Ρωσία είχαν φυσικά οι Γερμανοί. Επειδή θεωρούσαν επισφαλή τη θέση των Μπολσεβίκων, βιάζονταν για την ανακωχή και την υπογραφή συνθήκης ειρήνης.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών Kühlmann έγραφε σε αξιωματικό-σύνδεσμο του Υπουργείου Εξωτερικών στις 3 Δεκεμβρίου 1917: «Η διάσπαση της Αντάντ και στη συνέχεια η διαμόρφωση ευνοϊκών γι’ μας συνθηκών είναι , από διπλωματικής απόψεως, ο σπουδαιότερος πολιτικός μας σκοπός. Ως ασθενέστερος κρίκος της εχθρικής αλυσίδας εμφανιζόταν η Ρωσία. Επομένως ενδεικνυόταν για μας η χαλάρωση και η απόσπασή του , αν αυτό ήταν δυνατόν. Τον σκοπό αυτό εξυπηρετούσε η αποσυνθετική εργασία που φροντίσαμε να αναληφθεί πίσω από το μέτωπο, στο εσωτερικό της Ρωσίας, η ενθάρρυνση των διασπαστικών τάσεων και η υποστήριξη των Μπολσεβίκων. Μόνο τα μέσα που στείλαμε στους Μπολσεβίκους δια διαφόρων οδών και με εναλλασσόμενη διαρκώς ετικέτα, τους επέτρεψαν να συγκροτήσουν και να εκδώσουν το κυριώτερο δημοσιογραφικό τους όργανο, την Πράβδα, να αναπτύξουν ενεργητική δράση και να διευρύνουν τη στενή αρχική βάση του κόμματός τους. Οι Μπολσεβίκοι βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Δεν μπορούμε φυσικά να προβλέψουμε πόσο καιρό θα μπορέσουν να παραμείνουν στην εξουσία. Για την ενίσχυση των θέσεών τους τούς είναι απαραίτητη η ειρήνη. Είναι ευνόητο για την πλευρά μας ότι έχουμε κάθε συμφέρον να εκμεταλλευτούμε την βραχεία ίσως παραμονή τους στην εξουσία για να καταλήξουμε πρώτον σε μια ανακωχή και στη συνέχεια, αν είναι δυνατόν, στη συνομολόγηση της ειρήνης. Η σύναψη μιας χωριστής ειρήνης θα σήμαινε την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου πολεμικού μας σκοπού, τη ρήξη των σχέσεων της Ρωσίας με τους συμμάχους της….».. (Α. Β. Ζeman (ed), Germany and the Revolution in Russia, 1915- 1918. Documents from the Archives of the German Foreign Ministry, London 1958, p. 94. Επίσης βλ. Γ. Κ. Γεωργαλά, Ο Κομμουνισμός. Θεωρία , Πράξις, Ιστορία και Κριτική, Αθήναι 1968, σσ.226-227 ) .

H πρωτοβουλία για τη σύναψη ανακωχής προήλθε από τη ρωσική πλευρά. Οι Μπολσεβίκοι προσέγγισαν τους Γερμανούς στις 13/26 Νοεμβρίου 1917 κοντά στο Dvink και άρχισαν διαπραγματεύσεις στο Γενικό Επιτελείο των Κεντρικών Δυνάμεων του Ανατολικού Μετώπου στο Brest-Litovsk, όπου στις 2/15 Δεκεμβρίου συνήφθηκε η ανακωχή. Αρχικά είχε διάρκεια 10 ημερών, αλλά συνεχώς παρατεινόταν. Για τη ρωσική πλευρά ήταν απλά η νομιμοποίηση μιας προ πολλού υπάρχουσας κατάστασης.

Πολύ δύσκολη αποδείχτηκε η συνομολόγηση της ειρήνης, οι σχετικές διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 9/22 Δεκεμβρίου 1917. Ήταν η πρώτη φορά που η νεαρή μπολσεβίκικη σοβιετική εξουσία ερχόταν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο για ένα σημαντικό θέμα. Οι Μπολσεβίκοι απαίτησαν δημόσιο διάλογο και από την πρώτη μέρα κατέστη σαφές ότι οι δύο αντιπροσωπείες εξέφραζαν δύο διαφορετικούς κόσμους και μιλούσαν διαφορετική γλώσσα. Ο Γερμανός υφυπουργός Εξωτερικών Kühlman, o Επιτελάρχης της Ανώτατης Γερμανικής Διοίκησης στο Ανατολικό Μέτωπο Hoffman, ο υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας Czernin, όπως και οι επικεφαλής της τουρκικής και της βουλγαρικής αντιπροσωπείας επιδίωκαν ανταλλάγματα, κυρίως εδαφικά.

H ρωσική αντιπροσωπεία στο Brest-Litovsk. Διακρίνονται οι Trotsky (1), ναύαρχος Altfater (2) και Joffe (3). Η φωτογραφία τραβήχτηκε μεταξύ 3 και 15 Δεκεμβρίου 1917

Για τον Α. Joffe, που στις 27 Δεκεμβρίου 1917/9 Ιανουαρίου 1918 είχε αντικαταστήσει προσωρινά τον Τρότσκυ ως Λαϊκός Κομισάριος για εξωτερικά θέματα, η ειρήνη ήταν ένα βήμα για την παγκόσμια επανάσταση, ο ακρογωνιαίος λίθος για τη νέα σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων. Επίτηδες ασκούσε μια παρελκυστική τακτική με αόριστα κηρύγματα για την αυτοδιάθεση των λαών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ήταν υπό καθεστώς αποικιοκρατίας. Στα μέσα Ιανουαρίου 1918 ο Hoffman απαίτησε την εκχώρηση συγκεκριμένων εδαφών, ως conditio sine qua non, και προανήγγειλε χωριστές συνομιλίες με την εθνική Ουκρανική Εθνοσυνέλευση (Rada) που είχε την εξουσία στο Κίεβο και επιδίωκε μια Ανεξάρτητη Ουκρανία. Ως πρωτεύουσα της Ουκρανίας οι Μπολσεβίκοι είχαν ανακηρύξει το Χάρκοβο τον Δεκέμβριο του 1917. Στην Ουκρανία υπήρχε μια δυαδική εξουσία. Μετά την πτώση του τσαρισμού είχε τεθεί σε κίνηση η διαδικασία ανεξαρτητοποίησης των μη ρωσικών εθνοτήτων, ιδιαίτερα στον Καύκασο (1918-1921). Ο Hoffman έθεσε τους Μπολσεβίκους ενώπιον του διλήμματος ή εξαγορά της ειρήνης με την εκχώρηση εδαφών ή επανάληψη των εχθροπραξιών. To θέμα αυτό προκάλεσε εντός των Μπολσεβίκων μια έντονη διένεξη . Ο Λένιν τάχθηκε αμέσως υπέρ την αποδοχής των όρων και θεώρησε ως ανεύθυνη τυχοδιωκτική πολιτική τη διακύβευση της σοβιετικής εξουσίας μπροστά στην αμυδρά ελπίδα της παγκόσμιας επανάστασης! (Θέσεις της 7ης / 20ής Ιανουαρίου 1918). Είχε όμως ελάχιστους οπαδούς και με κόπο, συνεπικουρούμενος και από τον Μπουχάριν, κατάφερε να αποτρέψει έναν επαναστατικό πόλεμο εναντίον των Ιμπεριαλιστών. Η πλειοψηφία ακολούθησε την έξυπνη, αλλά μη ρεαλιστική θέση του Τρότσκυ ‘’ ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη’’. «Ελπίζοντας σταθερά στην επικείμενη παγκόσμια επανάσταση, αποσύρουμε το στρατό μας και το λαό μας από τον πόλεμο…..είμαστε όμως εξαναγκασμένοι … να μην βάλουμε την υπογραφή μας», δήλωσε εμφατικά ο Τρότσκυ στις 10 Φεβρουαρίου 1918. Αναχώρησε από το Brest- Litovsk και επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη, γενόμενος δεκτός με επευφημίες. Η Παγκόσμια Επανάσταση όμως δεν ξέσπασε και οι Κεντρικές Δυνάμεις αντέδρασαν, αναγνωρίζοντας την 1η Φεβρουαρίου 1918 την εθνική Λαϊκή Δημοκρατία της Ουκρανίας και συνάπτοντας την 9η Φεβρουαρίου τη λεγόμενη ‘’ Ειρήνη του Ψωμιού’’( Brotfrieden), δηλαδή αναγνώριση της Ουκρανίας με αντάλλαγμα τρόφιμα. «Η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία, η Βουλγαρία και η Τουρκία από μη μια πλευρά η Ουκρανική Λαϊκή Δημοκρατία από την άλλη, δηλώνουν, ότι η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους έχει τερματιστεί. Τα συμβεβλημένα μέρη είναι αποφασισμένα, από τώρα και στο εξής, να ζουν σε αμοιβαία ειρήνη και φιλία», τονιζόταν στο κείμενο της χωριστής ειρήνης.

Με τη δικαιολογία ότι η συμπεριφορά της ρωσικής αντιπροσωπείας έθεσε τέρμα στην ανακωχή, άρχισε στις 18 Φεβρουαρίου 1918 η γερμανική επίθεση σε όλο το μέτωπο χωρίς την παραμικρή αντίσταση, και ενώ ο Τρότσκυ είχε ήδη διατάξει την αποστράτευση. Ενώπιον του άμεσου κινδύνου συντριβής της επανάστασης από τους Γερμανούς, υπερίσχυσε η γνώμη του Λένιν, ο Τρότσκυ υπαναχώρησε και με την ψήφο του ο Λένιν το απόγευμα της 18ης Φεβρουαρίου 1918 εξασφάλισε την πλειοψηφία στην Κεντρική Επιτροπή. Η σοβιετική κυβέρνηση ζήτησε αμέσως τη συνομολόγηση ειρήνης. Οι Κεντρικές Δυνάμεις απάντησαν αργά, στις 23 Φεβρουαρίου, σε ένδειξη απαξίωσης. Η παρελκυστική τακτική των Μπολσεβίκων με την χιμαιρική προσδοκία της παγκόσμιας επανάστασης (με σπινθήρα το γερμανικό στρατό) απέβη μοιραία. Οι Γερμανοί συνέχισαν την προέλαση και έθεσαν σκληρότερους όρους, τους οποίους αποδέχτηκε και πάλι ο Λένιν. Στην Κεντρική Επιτροπή εξασφάλισε μια οριακή πλειοψηφία (7 Ναι, 4 Όχι, 4 Αποχές).

Μετά την υπογραφή της “Ειρήνης του Ψωμιού – Brotfrieden”, γερμανικά και αυστροουγγρικά στρατεύματα εξαπέλυσαν επίθεση κατά των Μπολσεβίκων φθάνοντας, τον Μάρτιο του 1918, μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, η οποία μετατράπηκε σε γερμανική λίμνη. Η γερμανική επίθεση εξανάγκασε τους Μπολσεβίκους να συνθηκολογήσουν με τους σκληρούς γερμανικούς όρους στο Brest-Litovsk

Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Λένιν χρηματίστηκε από τους Γερμανούς για την αποδοχή και επιβολή γενικά στην Κεντρική Επιτροπή των σκληρών γερμανικών όρων. Τα λεγόμενα Sisson Documents είναι πλαστά, όπως απέδειξε πειστικά και ο George E. Kennan, ο ιδεολογικός πατέρας του Ψυχρού Πολέμου. [Βλ. ‘’ The Sisson Documents’’, Journal of Modern History, 28: 2 (June 1956), pp.130-154 ]. Κέρδιζε όμως λεφτά από τη μαύρη αγορά μολυβιών και προφυλακτικών. «What is beyond doubt is that Lenin accepted 2, 000 rubles from Fürstenberg in April when he was planning his journey to Russia, and he took 800 more for Zinoviev. He did not balk at that variety of German gold. For those who still refuse to credit that the greatest socialist on earth could ever lie about a wad of German notes, the alternative is to concede that he subsidized himself with profits from the war’s black- market trade in lead pencils and condoms (with teat end)». (Catherine Merridale, Lenin on the Train, Penguin Books, Penguin Random House UK, 2017, p. 261).

Στις 3 Μαρτίου 1918 υπογράφτηκε η συνθήκη ειρήνης στο Brest-Litovsk και στις 15 Μαρτίου επικυρώθηκε από το Τέταρτο Πανρωσικό Συνέδριο των σοβιέτ. Σύμφωνα με τους όρους, η σοβιετική κυβέρνηση έπρεπε να εκχωρήσει τη Λιθουνία, τη Λεττονία, την Εσθονία και την Πολωνία , να αναγνωρίσει την Ουκρανία και τη Φιλανδία ως κυρίαρχα κράτη και να αποσύρει τα στρατεύματα και τις ερυθρές φρουρές και στο μέλλον να μη διεξάγει προπαγάνδα εναντίον των εθνικών κυβερνήσεων των χωρών αυτών. Η Τουρκία προσάρτησε το Καρς, το Αρδαχάν και το Μπατούμ. Η προσάρτηση της Βεσσαραβίας, που ήδη από τον Δεκέμβριο του 1917 είχε καταληφθεί από το ρουμανικό στρατό, στη Ρουμανία αναγνωρίστηκε σε ειδική συνθήκη μεταξύ της Ρουμανίας και των Κεντρικών Δυνάμεων στις 9 Μαρτίου 1918. Η Ρωσία έχασε ένα μεγάλο μέρος της επικράτειά της με την ταπεινωτική ειρήνη του Brest- Litovsk. Λόγω της γερμανικής απειλής η σοβιετική κυβέρνηση μετέφερε την πρωτεύουσα από την Πετρούπολη στη Μόσχα στις 12 Μαρτίου 1918.

Ο χάρτης του Brest-Litovsk (Μάρτιος 1918).

Εν τέλει, δεν ήταν η Παγκόσμια Προλεταριακή Επανάσταση που έσωσε τον Λένιν από τα δεσμά της ταπεινωτικής Συνθήκης του Brest- Litovsk, αλλά η συνθηκολόγηση της Γερμανίας το Νοέμβριο του 1918. Η Γερμανία έπρεπε να διατηρεί στρατεύματα στις νέες χώρες, κάτι που αποδυνάμωσε το δυτικό μέτωπο, όπου κυρίως κρίθηκε ο Μεγάλος Πόλεμος. Η είσοδος της Αμερικής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε κυρίως οικονομική και δευτερευόντως στρατιωτική σημασία για την Αντάντ. Η δημιουργία εθνικών κρατών στην Ανατολική Ευρώπη μετά τη διάλυση των Αυτοκρατοριών, κρατών εχθρικών προς τη Σοβιετική Ένωση, κατέστησε την επαγγελία της Παγκόσμιας Επανάστασης της Τρίτης Διεθνούς (1919) θνησιγενή, ο Λένιν, βλέποντας τη διάψευση των προσδοκιών του και το χάος που προκάλεσε στη Ρωσία, υπέστη καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια μέχρι που πέθανε τον Ιανουάριο του 1924 σε ηλικία μόλις 54 ετών και ο Στάλιν, εξουδετερώνοντας πολιτικά τον Τρότσκυ, αποδέχτηκε την σταθεροποίηση του καπιταλισμού και περιορίστηκε στο σοσιαλιστικό πείραμα σε μια μόνο χώρα.

Мирные переговоры в Брест-Литовске / Peace talks In Brest-Litovsk: 1917-1918

             

 

Ο Σπυρίδων Σφέτας είναι Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Α.Π.Θ.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Hahlweg W. (Ed.), Der Friede von Brest-Litowsk – Ein unveröffentlichter Band aus dem Werk des Untersuchungsausschusses der Deutschen Verfassungsgebenden Nationalversammlung und des Deutschen Reichstages, Düsseldorf, 1971.

Merridale C., Lenin on the Train, Penguin Books, Penguin Random House UK, 2017.

Warth, R. D., The Allies and the Russian Revolution from the Fall of the Monarchy to the Peace of Brest-Litovsk. Durham, N. C., Duke University Press, 1954.
Wheeler-Bennett, J.WThe Treaty of Brest-Litovsk and Germany’s Eastern Policy (Oxford Pamphlets of World Affairs), Claredon Press, Oxford, 1939.

 

Πάρτι ουσιών στο Τρίτο Ράιχ

«Τα ναρκωτικά δεν άλλαξαν τον Χίτλερ, απλώς διατήρησαν αυτό που ήταν», λέει ο Νόρμαν Ολερ, που αποκαλύπτει στο βιβλίο τις ενέσεις με οπιούχα και διεγερτικά που έκανε ο Φύρερ πριν πάρει σημαντικές αποφάσεις.

«Με κάλεσε το πρωί στις 4.30: Ο Φύρερ έχει πάλι σπασμό. Eudokal – Eupaverin ε.φ. Οι συναρπαστικότερες μέρες μιας ολόκληρης ζωής. Πρέπει να κερδίσουμε τη μεγάλη νίκη! […] Σοβαρές ενέσεις στο τρένο όχι δυνατές, λόγω απαραίτητης φρεσκάδας κατά την αποβίβαση, αλλά σύμφωνα με την αντίληψή του απολύτως απαραίτητη ακόμα μία ενδοφλέβια ένεση».

Το παραπάνω κωδικοποιημένο αλλά γλαφυρό απόσπασμα προέρχεται από τις σημειώσεις του δρος Τέο Μορέλ, του προσωπικού γιατρού του Αδόλφου Χίτλερ, που γέμιζε τις φλέβες και το αίμα του «Ασθενή Α» με ένα κοκτέιλ διεγερτικών φαρμάκων, ζωικών ορμονών και ναρκωτικών, όπως αναλυτικά περιγράφει ο Γερμανός συγγραφέας Νόρμαν Ολερ στο βιβλίο του «Υπερδιέγερση: Τα ναρκωτικά στο Τρίτο Ράιχ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε μετάφραση των Χρήστου Κοκκολάτου και Βασίλη Τσαλή.

Τη στιγμή που μοιάζει να έχουν όλα ειπωθεί για τη σκοτεινή πλευρά της Γερμανίας, ο 48χρονος συγγραφέας φωτίζει για πρώτη φορά μια άγνωστη πλευρά της Ιστορίας, με την οποία οι μελετητές δεν είχαν ασχοληθεί στο παρελθόν. «Οι ιστορικοί δεν είναι εκπαιδευμένοι να ψάχνουν για πράγματα, όπως τα ναρκωτικά, και μάλλον δεν είχαν καταλάβει ότι μπορεί να άφησαν ένα σημαντικό αποτύπωμα», μας λέει κ. Ολερ στη συνάντησή μας στην Αθήνα. Ο ίδιος είχε πειραματιστεί για λίγο με τις επιδράσεις των ουσιών στην εφηβεία του και όταν ένας φίλος του ντι-τζέι του μίλησε για τη σύνδεση των ναζί με τα ναρκωτικά, ο ψηλόλιγνος 48χρονος συγγραφέας πέρασε πέντε χρόνια έρευνας στα κρατικά αρχεία της Γερμανίας και των ΗΠΑ για να μάθει για το τοξικό, από κάθε άποψη, ναζιστικό καθεστώς.

Η στροφή του 1936

Η «Υπερδιέγερση» ξεκινάει με την ανακάλυψη της μορφίνης από τον Φρίντριχ Βίλχελμ Ζέρτιρνερ στις αρχές του 19ου αιώνα και την εξάπλωση των ναρκωτικών στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν «το έθνος είχε ανάγκη από τόνωση». Το ναζιστικό κόμμα όμως εφάρμοσε μια σκληρή πολιτική κατά των ναρκωτικών, στέλνοντας εξαρτημένους σε στρατόπεδα εξόντωσης.

Τα πράγματα άλλαξαν μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936 και την αμερικανική αμφεταμίνη που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στους Αγώνες. Η απάντηση της φαρμακοβιομηχανίας Τέμλερ ήταν η πρώτη γερμανική μεθαμφεταμίνη με την εμπορική ονομασία «Περβιτίν», το «ναρκωτικό του λαού», όπως το ονομάζει ο συγγραφέας, που καταναλώθηκε σε μεγάλες ποσότητες και ανεξέλεγκτα από τους Γερμανούς στρατιώτες, ανάμεσα στους οποίους και ο εξαρτημένος νομπελίστας Χάινριχ Μπελ. To «τριπ» όμως ήταν μόλις στην αρχή του και ξεκίνησε με την πτώση της Γαλλίας.

Το σχέδιο για τη διάσπαση του συμμαχικού μετώπου προϋπέθετε την εισβολή μιας αρμάδας τεθωρακισμένων από την απροσπέλαστη, έως τότε, οροσειρά των βελγικών Αρδενών και την επίθεση με «κεραυνοβόλο πόλεμο», τον λεγόμενο «Blitzkrieg». Το πρόβλημα ήταν ο χρόνος. Η προέλαση έπρεπε να γίνει ταχύτατα για να μην προλάβουν να αντιδράσουν οι Σύμμαχοι. Επειτα από συζητήσεις το διεγερτικό Περβιτίν έγινε «μέρος του υγειονομικού εξοπλισμού» με επίσημη διαταγή και τη νύχτα της εισβολής «χιλιάδες στρατιώτες έβγαλαν το σκεύασμα από το ρεβέρ του δίκοχου» και η μεθαμφεταμίνη έβαλε «φωτιά στον εγκέφαλο». Θα είχε πέσει η Γαλλία χωρίς ναρκωτικά;

«Τα ναρκωτικά ήταν το τέλειο μέσο για αυτό το σχέδιο. Είναι πολύ πιθανό ότι χωρίς αυτά η επιχείρηση θα κατέρρεε, αλλά δεν μπορούμε να το πούμε με σιγουριά. Το σχέδιο απαιτούσε από τους στρατιώτες να μείνουν ξύπνιοι για τρία μερόνυχτα. Είναι φανερό ότι τα ναρκωτικά βοήθησαν και ήταν σημαντικό κομμάτι της εκστρατείας τους», μας λέει ο Νόρμαν Ολερ. Στο βιβλίο περιγράφεται η σταδιακή εξάρτηση του στρατού από τα διεγερτικά και οι ακρότητες στις οποίες υπέβαλαν όχι μόνο τους στρατιώτες αλλά και κρατούμενους.

Δύο περιστατικά ξεχωρίζει ο ίδιος ως τα πλέον σοκαριστικά καθώς άνοιξαν τον δρόμο για νέες πολεμικές τακτικές: το πρώτο ήταν το σχέδιο του ναυτικού να επιτεθεί με μίνι υποβρύχια σε στρατηγικούς στόχους, όπως στον Τάμεση, χορηγώντας υπερδιεγερτικά σε νεαρούς εθελοντές για να μείνουν ξύπνιοι τέσσερις μέρες, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι να πνιγούν αποτρελαμένοι και με ισχυρές παραισθήσεις.

Το δεύτερο ήταν οι δοκιμές των Ες Ες σε κρατούμενους στρατοπέδων συγκέντρωσης για την ανάπτυξη τεχνικών πλύσης εγκεφάλου. «Είναι πολύ σκοτεινά περιστατικά γιατί σχετίζονται με μεταπολεμικά γεγονότα. Οι Αμερικανοί ανέπτυξαν περαιτέρω τις τεχνικές πλύσης εγκεφάλου, ενώ πολλοί στρατοί στον κόσμο πειραματίστηκαν με διάφορες μεθόδους για να κρατάνε τους στρατιώτες σε εγρήγορση».

Ο γιατρός Τέο Μορέλ

Μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στη σχέση του Αδόλφου Χίτλερ με τον γιατρό του Τέο Μορέλ και περιγράφει τα διεγερτικά κοκτέιλ που δεχόταν στο σώμα του σε ολοένα και αυξανόμενες ποσότητες. Οσο ο πόλεμος κλιμακωνόταν και η ήττα της Βέρμαχτ φαινόταν αναπόφευκτη τόσο ο «Ασθενής Α» στρεφόταν στον προσωπικό του γιατρό για μια ένεση «ευφορίας».

«Ο Χίτλερ δεν εμπιστευόταν τους ειδικούς, τους ανθρώπους που ήξεραν πιο πολλά από τον ίδιο. Ο Μορέλ ήταν ένας παχουλός, φιλικός, όχι ειδικός γιατρός, που στην πραγματικότητα δεν εξέτασε ποτέ τον Χίτλερ αλλά με μια ένεση τον έκανε να αισθάνεται όμορφα. Ηταν, θα λέγαμε σήμερα, ένας γιατρός των σελέμπριτις, ένας Dr. Feelgood», μας λέει ο κ. Ολερ.

Οπιοειδή, τεστοστερόνη, διεγερτικά, μέχρι και ορμόνες για αυξημένη σεξουαλική απόδοση έκαναν πάρτι στον οργανισμό του Χίτλερ, με αποκορύφωμα τα δύο τελευταία χρόνια πριν από τον θάνατό του.

«Το οπιούχο που έπαιρνε ο Χίτλερ τότε και τώρα υπάρχει στην Αμερική κάνει τον χρήστη να νιώθει ήρεμος, έξυπνος, αυτοπεποίθηση και αυτό τον βοήθησε να διατηρήσει την πορεία του παρά τις αντιρρήσεις των στρατηγών του που έβλεπαν την καταστροφή της Γερμανίας. Τα ναρκωτικά δεν άλλαξαν τον Χίτλερ, απλώς διατήρησαν αυτό που ήταν, αυτό προκύπτει από την έρευνα».

Το σκοτεινό παρελθόν

Το ζήτημα του παρελθόντος απασχόλησε νωρίς τον 48χρονο συγγραφέα. Η σκοτεινή γερμανική περίοδος ήταν κομμάτι της δημόσιας εκπαίδευσης και όταν ο μαθητής Νόρμαν ρώτησε τον παππού του για εκείνα τα χρόνια «εκείνος πήγε στο σπίτι κι έφερε έναν φάκελο που είχε μέσα τα ναζιστικά διακριτικά του και ένα κομματικό δελτίο με τις σφραγίδες ότι πλήρωνε τη συνδρομή του». Αντιδρώντας, μίσησε κάθε τι γερμανικό στην εφηβεία του, τον τράβηξε η ριζοσπαστική αριστερά και ξεκίνησε να γράφει ως δημοσιογράφος στην αρχή και ως συγγραφέας στη συνέχεια.

Η πρώτη έκδοση του βιβλίου κυκλοφόρησε το 2015, αποσπώντας θετικές εντυπώσεις από τον διακεκριμένο ιστορικό και μελετητή της περιόδου, Ιαν Κέρσοου, και έχει μεταφραστεί σε 25 γλώσσες. Μέσα από το βιβλίο φαίνονται επίσης τα σαθρά θεμέλια του ναζιστικού ιδεολογήματος το οποίο για να στηρίξει ο αρχηγός του κατέφυγε στη χημεία. Αν και η άκρα δεξιά απολαμβάνει μια ιδιαίτερη δυναμική στη Γερμανία, ο ίδιος δεν ανησυχεί για την «επικινδυνότητα» της AfD. Πολιτικά πιστεύει ότι χρειάζονται πιο οικολογικές, σοσιαλιστικές πολιτικές στην Ευρώπη, καθώς το πολιτικό πρόβλημα για τον ίδιο είναι το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Στην ερώτηση για το πιο διαχρονικό «ιδεολογικό ναρκωτικό», ο Ολερ απαντά με μια φράση: «Ο φόβος για τον άλλον».

Πηγή: Η Καθημερινή