Skip to main content

Αρχείο

Κώστας Τσίβος: Άνοιξη της Πράγας: από τη μεταρρυθμιστική ευφορία στη βίαιη καταστολή

Πριν από πενήντα χρόνια

Κώστας Τσίβος

 Άνοιξη της Πράγας: από τη μεταρρυθμιστική ευφορία στη βίαιη καταστολή

Το 1968 επρόκειτο να αποτελέσει για την Τσεχοσλοβακία μια χρονιά η οποία χαρακτηρίστηκε από πυκνά γεγονότα που οδήγησαν σε θυελλώδεις ανατροπές προσθέτοντας έτσι άλλο ένα «οχτάρι» στους μέχρι τότε ιστορικούς σταθμούς της χώρας: 1648 υποταγή της χώρας στους Αψβούργους, 1918 ανεξαρτησία της Τσεχοσλοβακίας, 1938 υπογραφή του συμφώνου του Μονάχου, 1948 έναρξη της μονοπωλιακής άσκησης της εξουσίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας.

Η Άνοιξη της Πράγας, ή κατά την κομμουνιστική ορολογία της εποχής, το αναγεννησιακό προτσές προέκυψε μεν απρόσμενα, αποτελεί όμως αναμφίβολα καρπό της γενικότερης χαλάρωσης του ψυχροπολεμικού κλίμακος που συνοδεύτηκε από μια χωρίς προηγούμενο φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Στην περίπτωση της Τσεχοσλοβακίας αυτή η φιλελευθεροποίηση εκφράστηκε κυρίως στον τομέα της τέχνης, με την εμφάνιση λογοτεχνικών βιβλίων και κινηματογραφικών ταινιών που άσκησαν άμεσα ή έμμεσα κριτική στο καθεστώς, αλλά και στην καθημερινότητα των Τσεχοσλοβάκων πολιτών. Είναι η εποχή που το καθεστώς αποκαθιστά εν ζωή ή μετά θάνατο ορισμένα από τα θύματα  – στην πλειονότητά τους «αιρετικούς» κομμουνιστές –  της «αμαρτωλής» δεκαετίας του ΄50. Η άκαμπτη λογοκρισία χαλαρώνει και επιτρέπεται η κυκλοφορία βιβλίων, η προβολή ταινιών, ντόπιων και ξένων, που νωρίτερα είχαν απαγορευτεί. Η καθημερινότητα των Τσέχων και των Σλοβάκων εμφανίζει ορισμένα δείγματα «καταναλωτισμού», απελευθέρωσης ή και γενικότερης χειραφέτησης των γυναικών, με την κυκλοφορία περιοδικών ελαφρού περιεχομένου και τη διοργάνωση των πρώτων καλλιστείων σε εργασιακούς χώρους (βλέπε π.χ. την ταινία «Ο χορός των πυροσβεστών» του πρόσφατα αποβιώσαντος Μίλος Φόρμαν). Δίνονται επίσης οι πρώτες άδειες, κυρίως σε επιστήμονες και καλλιτέχνες, για ολιγοήμερες επισκέψεις σε δυτικά κράτη.

Με την άρση της αυστηρής απομόνωσης ορισμένοι Τσεχοσλοβάκοι διανοούμενοι και στελέχη της διοίκησης αντιλήφθηκαν την υστέρηση της χώρας σε σχέση με την ανάπτυξη που την ίδια περίοδο κατέγραφαν οι γειτονικές καπιταλιστικές κοινωνίες, ειδικότερα η δυτικογερμανική και η αυστριακή. Η γενικευμένη δυσαρέσκεια για την καθυστέρηση της χώρας όχι μόνο στην οικονομία, ιδιαίτερα στον τομέα παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων, αλλά και σε ότι αφορά τους ασφυκτικούς περιορισμούς στον τομέα των προσωπικών ελευθεριών, ενισχύθηκε, ιδιαίτερα μεταξύ της νεολαίας και των διανοουμένων. Όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα δείγματα δημόσιας ανυπακοής (συνέδριο συγγραφέων, διαμαρτυρίες φοιτητών στην Πράγα) το καθεστώς παρενέβη κατασταλτικά, αν και όχι με τη βιαιότητα της προηγούμενης δεκαετίας. Γενικότερος αναβρασμός επικράτησε και στην ηγεσία του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας.

Πράγα, 1963. Το συνέδριο, αφιερωμένο στον Κάφκα, οι εργασίες του οποίου πραγματοποιήθηκαν στον πύργο Liblice, εκτός του ότι οδήγησε στην αποκατάσταση του Τσέχου συγγραφέα, θεωρείται από πολλούς ως η απαρχή της Άνοιξης της Πράγας.

Μια εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα του 1967 συνήλθε στην Πράγα μια από τις τακτικές Ολομέλειες της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, δηλαδή του ανώτατου καθοδηγητικού οργάνου του κόμματος μεταξύ δύο συνεδρίων, το οποίο αριθμούσε περί τα εκατό μέλη. Κατά τη διάρκειά του ο οικονομολόγος Ότα Σικ, αφού χαρακτήρισε «κρίσιμη» την κατάσταση της οικονομίας, επέρριψε ευθύνες στον κομματικό ηγέτη Αντονίν Νόβοτνι. Μεταξύ άλλων ζήτησε τον διαχωρισμό του αξιώματος του Α΄ γραμματέα του κόμματος και του Προέδρου της χώρας, αξιώματα που ασκούσε ο Νόβοτνι από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60. Στην πορεία της συζήτησης μεταξύ των επικριτών προστέθηκαν και τα κομματικά στελέχη της Σλοβακίας, επικεφαλής των οποίων ήταν ο μέχρι τότε άγνωστος Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ. Ενώ οι επικρίσεις του Ότα Σικ και ορισμένων ρεφορμιστών στελεχών αφορούσαν την οικονομική πολιτική, η κριτική των Σλοβάκων συντρόφων τους είχε να κάνει με την απροθυμία του Νόβοτνι να προχωρήσει σε ομοσπονδιακή διευθέτηση της χώρας. Οι μαρτυρίες κάνουν λόγο για μια άνευ προηγουμένου ζωηρή αντιπαράθεση στο ανώτατο κομματικό όργανο. Ο Νόβοτνι προκειμένου να εκτονώσει την ένταση που επικρατούσε, υποσχέθηκε ότι θα παραιτηθεί από το κομματικό αξίωμα, πρότεινε ωστόσο διακοπή της συνεδρίασης προκειμένου «οι συντρόφισσες να ψήσουν τους χριστουγεννιάτικους κουραμπιέδες». Οι εργασίες της Ολομέλειας επαναλήφθηκαν μετά την Πρωτοχρονιά. Το επικριτικό πνεύμα κυριάρχησε και πάλι καθώς ρεφορμιστές, Σλοβάκοι αλλά και ορισμένοι σκληροπυρηνικοί, δυσαρεστημένοι από την πολιτική του Νόβοτνι, συσπειρώθηκαν ζητώντας την παραίτησή του. Έτσι, στις 5 Ιανουαρίου οι Τσεχοσλοβάκοι πολίτες αλλά και οι ηγεσίες των σοσιαλιστικών χωρών πληροφορούνται την απρόσμενη εκλογή του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ στο αξίωμα του κομματικού ηγέτη, καθώς και την αλλαγή ορισμένων στελεχών στο Πολιτικό Γραφείο του κόμματος.

Alexander Dubček.
Antonín Novotný

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Σοβιετικός ηγέτης Λεονίντ Μπρέζνιεφ δέχτηκε μάλλον με ανακούφιση την είδηση της εκλογής του Ντούμπτσεκ επιλέγοντας, ωστόσο, την τακτική της μη ανάμιξης. Ο ίδιος δεν έκρυβε την αντιπάθειά του προς τον Νόβοτνι, καθώς ο τελευταίος είχε ταχθεί εναντίον του στην εσωκομματική διαμάχη που είχε προ τετραετίας ξεσπάσει στην ηγεσία του σοβιετικού κόμματος. Τότε, μετά την καθαίρεση του Νικήτα Χρουστσόφ, ο Νόβοτνι είχε ταχθεί στο πλευρό του ηττημένου Αλεξάντερ Κοσύγκιν. Η εκλογή Ντούμπτσεκ προκάλεσε ερωτηματικά στους σκληροπυρηνικούς ηγέτες της Πολωνίας και της Ανατολικής Γερμανίας, Βλάντισλαβ Γκομούλκα και Βάλτερ Ούλμπριχτ αντίστοιχα, καθώς δεν διέθεταν επαρκείς πληροφορίες για το ποιόν του νέου Τσεχοσλοβάκου ηγέτη, ο οποίος εκλέχτηκε χωρίς τις πρωθύστερες ευλογίες της σοβιετικής ηγεσίας. Οι δύο ηγέτες, όπως και ο Βούλγαρος ηγέτης Τόντορ Ζίβκοφ, παρέμειναν στη συνέχεια ιδιαίτερα αρνητικοί ως προς το πρόσωπο και τις επιλογές του Ντούμπτσεκ, σε αντίθεση με την αρκετά μετριοπαθή στάση που επέδειξε ο Ούγγρος ηγέτης Γιάνος Κάνταρ.

Η ξαφνική απομάκρυνση του Νόβοτνι από την κομματική ηγεσία προκάλεσε σειρά ερωτηματικών και σε ένα μεγάλο τμήμα Τσεχοσλοβάκων πολιτών που εξακολουθούσε να παρακολουθεί τις δημόσιες εξελίξεις. Ζητούσαν ενημέρωση για τους λόγους που οδήγησαν στην επιλογή του Ντούμπτσεκ. Από τον Φεβρουάριο άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες διαρροές στα ΜΜΕ οι οποίες μετέφεραν, διστακτικά στην αρχή, το κλίμα που επικράτησε στην Ολομέλεια της ΚΕ. Την ίδια περίοδο ο Ντούμπτσεκ επέδωσε τα διαπιστευτήρια του στη Μόσχα ενημερώνοντας σε γενικές γραμμές τον Μπρέζνιεφ για τα μεταρρυθμιστικά του σχέδια. Όταν τον Φεβρουάριο του 1968 προέβη στις πρώτες αντικαταστάσεις σκληροπυρηνικών στελεχών στον κομματικό μηχανισμό, ο σοβιετικός πρέσβης στην Πράγα Στιέπαν Τσερβονιένκο άρχισε σε εκθέσεις του προς τη Μόσχα να αναφέρει ότι στην ηγεσία του τσεχοσλοβακικού κόμματος κερδίζουν έδαφος «οι αντισοβιετικές, αντισοσιαλιστικές δεξιές δυνάμεις». Ο Τσερβονιένκο, αντλώντας πληροφορίες από τα παροπλισμένα σκληροπυρηνικά στελέχη και τους σοβιετικούς πράκτορες, άρχισε από τον Μάρτιο να βομβαρδίζει τη Μόσχα με τηλεγραφήματα περί «δεξιάς αντισοσιαλιστικής στροφής» στην τσεχοσλοβακική ηγεσία καλώντας σε εγρήγορση. Λίγο αργότερα, ο ίδιος αλλά και όλοι οι Τσεχοσλοβάκοι πολίτες έμειναν έκπληκτοι από τις διαστάσεις που προσέλαβε η ελευθερία έκφρασης λίγο μετά την ανεπίσημη, ωστόσο ουσιαστική, κατάργηση της λογοκρισίας.

Σημαντικό ρόλο στην κατάργηση της λογοκρισίας και στην οριστική απομάκρυνση του Νόβοτνι και από το αξίωμα του Προέδρου της Τσεχοσλοβακίας διαδραμάτισε η φυγή του στρατηγού Γιαν Σέϊνα, προσωπικού φίλου του Νόβοτνι, ο οποίος στις 25 Φεβρουαρίου ζήτησε άσυλο στη Δύση. Ο Σέϊνα κατέφυγε στη Δύση λίγο πριν αποκαλυφθούν διάφορες περιπτώσεις διασπάθισης δημοσίου χρήματος στις οποίες πρωταγωνιστούσε ο ίδιος. Το σκάνδαλο που προκάλεσε τη φυγή του Σέϊνα έδωσε το έναυσμα για την άρση κάθε μέτρου λογοκρισίας και στις 30 Μαρτίου οδήγησε στην παραίτηση του Αντονίν Νόβοτνι από το προεδρικό αξίωμα. Στη θέση του εκλέχτηκε ο δημοφιλής, και μέχρι τότε παραγκωνισμένος, στρατηγός Λούντβικ Σβόμποντα, ενώ ακολούθησαν κι άλλες αντικαταστάσεις σκληροπυρηνικών στελεχών στον κομματικό και στον κρατικό μηχανισμό.

Ο Alexander Dubček σε “ανθρώπινo” στιγμιότυπο: βουτιά σε δημόσιο κολυμβητήριο.

Η κατάργηση της λογοκρισίας επέφερε μια άνευ προηγουμένου άνθιση της πληροφόρησης καθώς οι εφημερίδες και τα περιοδικά άρχισαν να αναφέρονται σε θέματα απαγορευμένα μέχρι εκείνη την περίοδο. Φοιτητές και πολίτες συμμετείχαν μαζικά σε ανοιχτές συγκεντρώσεις στις οποίες για πρώτη φορά συζητούσαν με στελέχη του κόμματος και άλλους γνωστούς διανοούμενους για τα προβλήματα και τις προοπτικές της τσεχοσλοβακικής κοινωνίας. Η νέα ρεφορμιστική ηγεσία αγκαλιάστηκε από την πλειονότητα των πολιτών. Ο ίδιος ο Ντούμπτσεκ, κι άλλα κορυφαία στελέχη, βγήκαν από τα γραφεία τους και άρχισαν να εμφανίζονται σε δημόσιους χώρους. Βρέθηκαν αντιμέτωποι με συγκινητικές χειρονομίες αναγνώρισης, οι οποίες ασφαλώς τους κολάκευαν και ενίσχυαν την αυτοπεποίθησή τους. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα κατέρρευσε το κλίμα της γενικευμένης απάθειας και της ληθαργίας. Γίνεται λόγος για επανεμφάνιση της κοινωνίας των πολιτών. Η πλειονότητα των Τσεχοσλοβάκων υποστήριζε τις μεταρρυθμίσεις σε ένα πλαίσιο δημοκρατικού σοσιαλισμού, ενώ λίγοι ήταν αυτοί που αμφισβητούσαν το ρόλο των κομμουνιστών ή απέβλεπαν σε αλλαγή του καθεστώτος.

Από τις αρχές Μαρτίου του ΄68 ο Ντούμπτσεκ άρχισε να κάνει λόγο για την οικοδόμηση ενός ιδιαίτερου τσεχοσλοβακικού δρόμου προς έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Το πρόγραμμα των τσεχοσλοβάκων ρεφορμιστών αποτυπώθηκε στο «Πρόγραμμα δράσης» που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 1968. Συγγραφέας του «Προγράμματος» ήταν ο συνταγματολόγος Ζντένιεκ Μλύναρζ, συμφοιτητής του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην Νομική Σχολή της Μόσχας στα μέσα της δεκαετίας του ΄50. Το «Πρόγραμμα δράσης» χωρίς να αμφισβητεί την συνταγματικά κατοχυρωμένη πρωτοκαθεδρία του Κομμουνιστικού Κόμματος πρότεινε σειρά μέτρων που θα οδηγούσαν στην καθιέρωση δημοκρατικών διαδικασιών κατά την εκλογή εκπροσώπων στο Κοινοβούλιο, στα όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στις διοικήσεις των επιχειρήσεων. Ο Μλύναρζ απέκλεισε μεν την εμφάνιση άλλων πολιτικών κομμάτων, ανταγωνιστικών ως προς το Εθνικό Μέτωπο που λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση των κομμουνιστών, υποστήριξε ωστόσο τη δημιουργία τάσεων και ιδεολογικών πλατφορμών εντός του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μολονότι την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν δυο πολιτικές οργανώσεις (ΚΑΝ, Κ231), οι οποίες δεν είχαν σχέση με τους κομμουνιστές, η επιρροή τους παρέμεινε καθ΄ όλη τη διάρκεια του 1968 εντελώς περιθωριακή. Το «Πρόγραμμα δράσης» πρότεινε την μεταφορά εξουσιών από τον κομματικό μηχανισμό στα αρμόδια κυβερνητικά όργανα. Το κοινοβούλιο επρόκειτο να αποκτήσει ουσιαστικό νομοθετικό ρόλο και όχι απλώς ρόλο επικυρωτικό των κομματικών αποφάσεων. Παράλληλα, το «Πρόγραμμα δράσης» απέβλεπε στη δρομολόγηση μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, στην ουσιαστική κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και της ελεύθερης έκφρασης, στην παραχώρηση θρησκευτικών ελευθεριών καθώς και στην αποκατάσταση όσων είχαν φυλακιστεί ή καταδιωχτεί την δεκαετία του ΄50. Οι μεταρρυθμίσεις άγγιζαν όλο το φάσμα λειτουργίας της τσεχοσλοβακικής κοινωνίας καθώς περιλάμβαναν μέτρα που οδηγούσαν στην ομοσπονδοποίηση της χώρας στη βάση δημιουργίας δύο ισότιμων κρατών (Τσεχία και Σλοβακία), αλλά και μέτρα που άγγιζαν την καθημερινότητα των πολιτών, όπως π.χ. την καθιέρωση αξιοκρατικών εισαγωγικών εξετάσεων στα τριτοβάθμια ιδρύματα και την κατάργηση επιλογής φοιτητών βάσει κομματικών ή ταξικών κριτηρίων.

Η δρομολόγηση των μεταρρυθμίσεων στην Πράγα μπορεί να προκάλεσε κύματα ενθουσιασμού, στις ηγεσίες όμως των γειτονικών κομμουνιστικών καθεστώτων προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες για την περαιτέρω πορεία της Τσεχοσλοβακίας. Οι ανησυχίες προβλήθηκαν επισήμως και με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στην σύνοδο των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Δρέσδη στις 23 Μαρτίου του 1968. Σ΄ αυτή οι ηγέτες της Πολωνίας και της Ανατολικής Γερμανίας χαρακτήρισαν τις δρομολογούμενες μεταρρυθμίσεις ως «αντεπανάσταση», καθότι θεωρούσαν ότι υπονομεύουν τα σοσιαλιστικά θεμέλια της χώρας, υποσκάπτουν την πρωτοκαθεδρία του ΚΚ και εξασθενούν τους συμμαχικούς δεσμούς της Τσεχοσλοβακίας με τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη. Ο Ντούμπτσεκ εμφανίστηκε στη σύνοδο αρκετά συναινετικός και ήπιος, διαβεβαιώνοντας τον Μπρέζνιεφ και τους άλλους ηγέτες ότι έχει την κατάσταση υπό έλεγχο. Μετά την επιστροφή του στην Πράγα ο Ντούμπτσεκ δεν ενημέρωσε την κομματική ηγεσία, ούτε την κοινή γνώμη της χώρας για τις επικρίσεις που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της συνόδου. Η αντίφαση αυτή παρέμεινε χαρακτηριστική για τη συμπεριφορά του Ντούμπτσεκ καθ΄όλη τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου: Ενώ οι επικρίσεις της Μόσχας και των δορυφόρων της ενισχύονταν, αυτός εξακολουθούσε να διαβεβαιώνει ότι έχει τον έλεγχο της κατάστασης και ότι δεν προτίθεται να αμφισβητήσει τις υποχρεώσεις της Τσεχοσλοβακίας στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Από την άλλη μεριά, αρνούνταν να ενημερώσει την κοινή γνώμη της χώρας του για το εύρος της κριτικής που δεχόταν, όπως και για το ρίσκο που αναλάμβανε ο ίδιος σχετικά με την περαιτέρω πορεία της Τσεχοσλοβακίας.

H Πράγα το 1967: Καθημερινά στιγμιότυπα μιας ανορθόδοξης κομμουνιστικής πρωτεύουσας (Πηγή: Brtitish Pathé)

Η διχοτόμηση ανάμεσα στις επιδιώξεις της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας στο εσωτερικό και η αρνητική πρόσληψη αυτών των πρωτοβουλιών από τη Μόσχα και τους συμμάχους της, απέβη καθοριστική για το μέλλον της Άνοιξης της Πράγας. Η δρομολόγηση των μεταρρυθμίσεων δημιουργούσε μια μεθυστική ατμόσφαιρα στην Τσεχοσλοβακία και απογείωνε την αποδοχή του Ντούμπτσεκ και των συνεργατών του, ενισχύοντας την πεποίθησή τους ότι βρίσκονται σε καλό δρόμο. Όπως ήταν φυσικό δεν ήθελαν να αυτοκτονήσουν πολιτικά εισακούοντας τις συστάσεις ή τις απειλητικές προειδοποιήσεις της Μόσχας και των δορυφόρων της για ακύρωση της μεταρρυθμιστικής πορείας και επιστροφή στο απρόσωπο και γκρίζο μπρεζνιεφικό μοντέλο. Αυτή η διχοτόμηση στη συνέχεια εκφράστηκε και σε επίπεδο ηγεσίας του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας με τη δημιουργία μια μειοψηφικής ομάδας στελεχών με επικεφαλής τον Βασίλ Μπίλακ που άρχισε να απαιτεί συμμόρφωση με τις επιταγές της Μόσχας και επιστροφή στον ενδεδειγμένο δρόμο του σοβιετικού μοντέλου.

Brezhnev και Dubček. Το φιλί του Ιούδα.

Η ένταση μεταξύ των ρεφορμιστών και της Μόσχας κορυφώθηκε τους θερινούς μήνες του 1968. Αφορμή αποτέλεσε η δημοσίευση στις 27 Ιουνίου του κειμένου «Δυο χιλιάδες λέξεις», το οποίο συνέταξε ο συγγραφέας Λούντβικ Βάτσουλικ. Με το «μανιφέστο» αυτό εκατοντάδες επιστήμονες και καλλιτέχνες ζητούσαν επιτάχυνση και διεύρυνση των μεταρρυθμίσεων καθώς και παραίτηση του ΚΚ από το συνταγματικά κατοχυρωμένο μονοπώλιο της εξουσίας. Παράλληλα άρχισαν οι συνεδριάσεις των κομματικών οργανώσεων ενόψει του 13ου συνεδρίου του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, το οποίο επρόκειτο να πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις το συνέδριο θα οδηγούσε σε περαιτέρω ενίσχυση των ρεφορμιστών. Ενόψει αυτής της προοπτικής, ο μέχρι τότε μετριοπαθής Μπρέζνιεφ άρχισε να εγκαταλείπει τα σχέδια συναινετικής επίλυσης του «τσεχοσλοβακικού ζητήματος» και υπό την ασφυκτική πίεση των σκληροπυρηνικών στελεχών άρχισε να υιοθετεί σταδιακά την επιλογή της στρατιωτικής επέμβασης. Η κοινή στρατιωτική άσκηση 24 χιλιάδων στρατιωτών του Συμφώνου της Βαρσοβίας κοντά στο τσεχο-δυτικογερμανικά σύνορα τον Ιούνιο του ΄68 έμελλε να λειτουργήσει ως ύστατη προειδοποίηση προς τους Τσεχοσλοβάκους ρεφορμιστές για το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης.

Οι ηγέτες των πέντε κρατών-μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας έτοιμοι να μαχαιρώσουν ύπουλα τη μικρή Τσεχοσλοβακία (γελοιογραφία εποχής).

Στις αρχές Ιουλίου το Πολιτικό Γραφείου του ΚΚ Σοβιετικής Ένωσης απηύθυνε επιστολή στην τσεχοσλοβακική ηγεσία με την οποία εκτιμούσε ότι οι εξελίξεις στην Τσεχοσλοβακία θα οδηγήσουν σε «αντεπαναστατικό πραξικόπημα», σημειώνοντας σαφώς ότι η Μόσχα δεν προτίθεται να παρακολουθήσει αδρανής τις εξελίξεις. Το Κρεμλίνο κάλεσε στα μέσα Ιουλίου σε μυστική σύσκεψη στη Βαρσοβία τις υπόλοιπες τέσσερις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αποκλείοντας απ΄ αυτή την Τσεχοσλοβακία και τη Ρουμανία, καθώς η τελευταία είχε επιλέξει να υποστηρίξει διακριτικά την Πράγα.  Ο Σοβιετικός ηγέτης στην Βαρσοβία χαρακτήρισε την κατάσταση στην Πράγα ως «ανοιχτή αντεπαναστατική επίθεση», η οποία θα επέφερε την έξοδο της Τσεχοσλοβακίας από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, παρέχοντας την συγκατάθεσή του για την έναρξη των προετοιμασιών της στρατιωτικής παρέμβασης. Παράλληλα η σοβιετική ηγεσία επιχείρησε μια τελευταία προσπάθεια «συνετισμού» της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας λαμβάνοντας την πρωτοβουλία για συνάντηση αντιπροσωπειών των δυο χωρών στη μεθοριακή πόλη Τσιέρνα ναντ Νίσοου στα σλοβακικο-σοβιετικά σύνορα. Όταν οι Σοβιετικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι επιχειρήσεις συνετισμού δεν αποφέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα προσανατολίστηκαν αποκλειστικά στην προετοιμασία της στρατιωτικής επέμβασης.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 20ης Αυγούστου 1968, και ενόσω η τσεχοσλοβακική κομματική ηγεσία συνεδρίαζε στην Πράγα, ο υπουργός Άμυνας Μάρτιν Ντζουρ κλήθηκε να απαντήσει σε τηλεφωνική κλήση του σοβιετικού ομολόγου του Αντρέϊ Γκρέτσκο ο οποίος τον ενημέρωσε ότι άρχισε η επιχείρηση κατάληψης της Τσεχοσλοβακίας. Παράλληλα, τον προειδοποίησε να εκδώσει διαταγή μη προβολής αντίστασης προκειμένου να αποφευχθεί η αιματοχυσία μεταξύ στρατιωτών συμμαχικών κρατών. Λίγη ώρα αργότερα, σοβιετικοί αλεξιπτωτιστές εισέβαλαν στην έδρα του τσεχοσλοβακικού κόμματος, συνέλαβαν όλους τους παρόντες και τους οδήγησαν αεροπορικώς στη Μόσχα. Στην στρατιωτική επιχείρηση έλαβαν μέρος 160.000 στρατιώτες και 4.600 τανκς από τη Σοβιετική Ένωση, την Ανατολική Γερμανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Βουλγαρία. Οι τσεχοσλοβακικές ένοπλες δυνάμεις δεν αντέταξαν αντίσταση στους εισβολείς. Διαφορετική ήταν η κατάσταση την επόμενη μέρα στις πόλεις και τα χωριά της Τσεχοσλοβακίας, όταν οι πολίτες με προφανή έκπληξη διαπίστωσαν ότι η χώρα τους είχε καταλειφθεί από στρατιωτικές δυνάμεις. Εκδηλώθηκαν διαδηλώσεις και ενέργειες απείθειας με επίκεντρο την Πράγα, ειδικότερα την περιοχή του ραδιοφωνικού σταθμού, στην οποία είχαν καταγραφεί αιματηρές συγκρούσεις και κατά την περίοδο της επιχείρησης απελευθέρωσης της πρωτεύουσας από τους ναζί, με την διαφορά ότι τότε τα σοβιετικά στρατεύματα είχαν έρθει ως απελευθερωτές ενώ τώρα ως εισβολείς. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων καταστολής των διαμαρτυριών αλλά και από άλλες μεμονωμένες ενέργειες των εισβολέων προκλήθηκαν 130 θύματα, στο σύνολό τους άοπλοι πολίτες.

Η είσοδος των σοβιετικών αρμάτων μάχης στην Πράγα.
Τα σοβιετικά τεθωρακισμένα σε θέση μάχης στην πλατεία Wenceslas (Václavské náměstí) .
Αυθόρμητες αντιδράσεις του πλήθους.

Οι πολίτες της Πράγας παρεμποδίζουν με κάθε μέσο την προέλαση των τεθωρακισμένων.

Οι εισβολείς αμέσως μετά την κατάληψη νευραλγικών σημείων της χώρας ανακοίνωσαν τη σύσταση «εργατο-αγροτικής κυβέρνησης» χωρίς να αναφέρουν οτιδήποτε σχετικά με την σύνθεσή της. Σύντομα, οι Σοβιετικοί αντιλήφθησαν ότι οι ντόπιοι σκληροπυρηνικοί συνεργάτες τους στερούνταν οποιουδήποτε λαϊκού ερείσματος. Απέσυραν το εγχείρημα της «εργατο-αγροτικής κυβέρνησης» και επιχείρησαν να μεταπείσουν τους συλληφθέντες τσεχοσλοβάκους ηγέτες να συναινέσουν με την εισβολή, εγκρίνοντας την «προσωρινή» παραμονή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας και παρέχοντας εγγυήσεις για λήψη μέτρων που θα οδηγούσαν στην ακύρωση των μεταρρυθμίσεων της Άνοιξης της Πράγας. Η επιχείρηση συνετισμού των Τσεχοσλοβάκων διήρκησε ένα τριήμερο. Τελικά ο Ντούμπτσεκ και οι σύντροφοί του υπό το βάρος της εισβολής και των ψυχολογικών πιέσεων που τους ασκήθηκαν υποχρεώθηκαν να υπογράψουν το προτεινόμενο «Πρωτόκολλο της Μόσχας», βάσει του οποίου συμφωνούσαν ρητά με την εισβολή, ενώ καλούσαν τους πολίτες της χώρας τους να μην προβάλλουν αντίσταση. Η ταπεινωτική παράδοση της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για τους τσεχοσλοβάκους πολίτες που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμειναν πιστοί στο πνεύμα της Άνοιξης της Πράγας, εκφράζοντας ποικιλότροπα την αμέριστη υποστήριξή τους προς τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας. Ας σημειωθεί ότι το ταπεινωτικό σύμφωνο από την τσεχοσλοβακική αντιπροσωπεία δεν υπέγραψε μόνο ο Φράντισεκ Κρίγκελ, ηγέτης του Εθνικού Μετώπου.

“Θα μπορούσε να εισβάλλει και στη χώρα μας”

Στη συνέχεια, η τσεχοσλοβακική ηγεσία διασπάστηκε. Ορισμένα στελέχη αντιλαμβανόμενα ότι η σοβιετική εισβολή θα οδηγούσε σε σταδιακό «ξεδόντιασμα» της Άνοιξης της Πράγας, προτίμησαν να παραιτηθούν από τα αξιώματά τους αποσυρόμενοι από την πολιτική ζωή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ζντένιεκ Μλύναρζ, ο οποίος αποσύρθηκε στο Εντομολογικό Ινστιτούτο του Εθνικού Μουσείου της Πράγας. Άλλοι πάλι, όπως ο γνωστός συγγραφέας Μίλαν Κούντερα, προτίμησαν να εγκαταλείψουν την Τσεχοσλοβακία ζητώντας πολιτικό άσυλο στη Δύση. Από το 1968 έως τις αρχές του 1970 περίπου 100.000 Τσεχοσλοβάκοι, στην πλειονότητά τους επιστήμονες και διανοούμενοι, κατέφυγαν στη Δύση. Τα ηγετικά στελέχη των ρεφορμιστών, που θεώρησαν ότι συναινώντας «προσωρινά» με τους όρους των εισβολέων θα μπορούσαν να σώσουν «κάτι» από το πνεύμα της Άνοιξης της Πράγας διαψεύστηκαν οικτρά. Ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ αφού έκανε την «βρώμικη δουλειά» απαλλάχτηκε τον Απρίλιο του 1969 από τα κομματικά του καθήκοντα και για έναν χρόνο διορίστηκε πρέσβης της Τσεχοσλοβακίας στην Άγκυρα. Στη συνέχεια μετακλήθηκε στην Πράγα, διαγράφτηκε από το Κόμμα και διορίστηκε δασοφύλακας σε μια απομονωμένη περιοχή της Σλοβακίας. Αντίστοιχη μεταχείριση γνώρισαν όχι μόνο τα ρεφορμιστικά στελέχη της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του τσεχοσλοβακικού κόμματος που δεν συντάχθηκαν ανοιχτά με τους εισβολείς. Περίπου μισό εκατομμύριο ρεφορμιστές κομμουνιστές διαγράφτηκαν εντός του 1969 από το κόμμα. Οι πλέον δραστήριοι απ΄ αυτούς, όπως και οι απόγονοί τους, αποκλείστηκαν από τη δημόσια ζωή, οι περισσότεροι υποχρεώθηκαν να ασκούν χειρονακτικές εργασίες ή επαγγέλματα που δεν είχαν σχέση με την ειδίκευσή τους ή δεν απαιτούσαν επαφή με άλλους ανθρώπους. Κορυφαίο γεγονός διαμαρτυρίας όσον αφορά την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας και την επιβολή του καθεστώτος «ομαλοποίησης» που επέβαλαν οι Σοβιετικοί αποτέλεσε η αυτοπυρπόληση του εικοσάχρονου φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Καρόλου Γιαν Πάλαχ, τον Ιανουάριο του 1969 μπροστά από το κτίριο του Εθνικού Μουσείου της Πράγας. Από τον Απρίλιο του 1969 την ηγεσία της χώρας ανέλαβε, με τις ευλογίες των Σοβιετικών, μια σκληροπυρηνική ομάδα υπό τον Γκούσταβ Χούζακ, η οποία με την ίδια περίπου σύνθεση παρέμεινε στην ηγεσία της χώρας μέχρι τον Νοέμβριο του 1989, όταν παρασύρθηκε οριστικά από  τη βελούδινη επανάσταση.

Occupation – Prague Spring

Ο Κώστας Τσίβος είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας και επικεφαλής του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • SKILLING H. Gordon (1976): Czechoslovakia’s Interrupted Revolution, Princeton University Press.
  • WILLIAMS, Kieran (1997): The Prague Spring and its Aftermath: Czechoslovak Politics, 1968-1970. Cambridge University Press.
  • MLYNÁŘ, Zdeněk:  Nightfrost in Prague: The end of humane socialism (Mráz přichází z Kremlu), London, C. Hurst.
  • ΧΑΓΕΚ, Ίρζι (1978): Δέκα χρόνια μετά. Πράγα 1968/1978 Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο.
  • ΚΟΥΝΤΕΡΑ, Μίλαν (2016): Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Eίναι (Nesnesitelná lehkost bytí) – μυθιστόρημα, Αθήνα, Εστία

Θεοδόσης Τσιρώνης: Η επίκληση των εθνικών σκοπιμοτήτων για τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1942)

Θεοδόσης Τσιρώνης

Η  επίκληση των εθνικών σκοπιμοτήτων για τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1942)*

Στις 7 Φεβρουαρίου 1942, λίγους μόλις μήνες μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τις Δυνάμεις του Άξονα, η κατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου δημοσίευσε το Νομοθετικό Διάταγμα που όριζε ως χρόνο έναρξης της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το πανεπιστημιακό έτος 1941-1942. Η απόφαση είχε ληφθεί από το κατοχικό Υπουργικό Συμβούλιο, στις 10 Ιανουαρίου του ίδιου έτους.[1]

Η αρχική απορία μας για τη χρονική συγκυρία της έναρξης λειτουργίας αυτής της πανεπιστιμιακής Σχολής έστρεψε την προσοχή μας για την εύρεση των σχετικών απαντήσεων στην ίδια τη Σχολή. Στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις των δύο Τμημάτων της, της Θεολογίας και της Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, καθώς και στους οδηγούς σπουδών, οι σχετικές αναφορές είναι ισχνές.[2] Εκεί που παρέχονται περισσότερες πληροφορίες είναι στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Κοσμητείας της Σχολής. Εκεί υπάρχουν ψηφιοποιημένα ντοκουμέντα που αφορούν στην ίδρυση, τους πτυχιούχους και τους διατελέσαντες καθηγητές της.[3] Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ένα μικρό μόνο τμήμα της σχετικής εργασίας που έχει συντελεστεί τα τελευταία έτη. Πραγματικά, επί Κοσμητείας του καθηγητή Ιωάννη Κογκούλη (2007-2010) ξεκίνησε και προχώρησε σε μεγάλο βαθμό το έργο της θεματικής και χρονολογικής ταξινόμησης και ψηφιοποίησης του Αρχείου της Σχολής και της Κοσμητείας της.[4] Πρόκειται για μία προσπάθεια ανεκτίμητης ιστορικής αξίας, που διασώζει και αναδεικνύει σημαντικές πτυχές της πανεπιστημιακής ζωής της Θεσσαλονίκης. Παρόμοιο έργο στην πόλη μας έχει συντελεστεί μονάχα στη Φιλοσοφική Σχολή, με πρωτοβουλία του Κοσμήτορά της, κ. Φοίβου Γκικόπουλου και υπό την επιστημονική εποπτεία των καθηγητών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, κ. Βασίλη Γούναρη, Άρτεμης Ξανθοπούλου-Κυριακού και Αγγελικής Σφήκας-Θεοδοσίου.

Οι πρώτες εγγραφές των φοιτητών της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατά το πανεπιστημιακό έτος 1941-1942. Πηγή: Αρχείο Θεολογικής Σχολής (στο εξής: ΑΘΣ), Βιβλίο Ειδικού Μητρώου.

Στο Αρχείο της Θεολογικής Σχολής και στο περιοδικό της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς, που έχει συνεχή παρουσία από το 1917, το έτος ίδρυσής του δηλαδή, ανατρέξαμε για να λάβουμε τις απαντήσεις τις οποίες τόσο φειδωλά μας παρείχε η βιβλιογραφία. Πραγματικά, οι σχετικές αναφορές σχετικά με την έναρξη της λειτουργίας της Σχολής είναι αποσπασματικές και ελάχιστα διαφωτιστικές. Ακόμα και στο ‘κλασικό’ για το περιεχόμενό του, έργο του συγγραφέα  Γιώργου Καφταντζή, Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον καιρό της Κατοχής,[5] υπάρχει μία μόνο αναφορά στο θέμα που μας απασχολεί δίχως καμία περαιτέρω διευκρίνηση. Μεμονωμένες, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο διαφωτιστικές αναφορές, γίνονται και σε πονήματα που εκδόθηκαν με αφορμή τη συμπλήρωση κάποιων επετείων από την ίδρυση της Σχολής ή του Πανεπιστημίου.[6]

Δήλωση και φωτογραφία του Ιβηρίτη Παγκράτιου, πρώτου εγγεγραμμένου φοιτητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πηγή: ΑΘΣ.

Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στον χαιρετισμό που απηύθυνε, τόνισε πως η Θεολογική ήταν η πρώτη Σχολή που θα έπρεπε να είχε ιδρυθεί στο Πανεπιστήμιο, λόγω της στρατηγικής γεωγραφικής θέσης της πόλης της Θεσσαλονίκης: αυτή αποτελούσε το κέντρο της Ορθοδοξίας και των Βαλκανίων, μπορούσε δε να προσελκύσει την είσοδο φοιτητών από τα Βαλκάνια και βρισκόταν εγγύτερα σε σχέση με την Αθήνα, στο Άγιον Όρος.[7]  Το σίγουρο είναι ότι η απόφαση για την έναρξη λειτουργίας της Σχολής λήφθηκε εσπευσμένα. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως η πρώτη συνεδρίαση των καθηγητών της πραγματοποιήθηκε στις 16 Απριλίου 1942, λίγο δηλαδή πριν εκπνεύσει το ακαδημαϊκό έτος. Αν ανατρέξει δε κανείς στα Πρακτικά της Κοσμητείας της Σχολής του έτους 1942,[8] θα διαπιστώσει πως υπήρχαν αρκετές εκκρεμότητες που έπρεπε να διευθετηθούν, προκειμένου να δρομολογηθεί η ομαλή λειτουργία της. Τον επόμενο μήνα τέθηκε από το Υπουργείο της Παιδείας το ενδεχόμενο της μεταφοράς της Σχολής στη Μονή της Αγίας Αναστασίας  στο Νομό της Θεσσαλονίκης και της παράτασης των μαθημάτων κατά τους θερινούς μήνες. Οι καθηγητές αντέδρασαν και στις δύο προτάσεις, επικαλούμενοι ως επιχείρημα για πρώτη φορά τους λόγους εθνικής σκοπιμότητας, που εξυπηρετούσε η λειτουργία της Σχολής. Συγκεκριμένα, θεωρούσαν πως βασικός προορισμός της ήταν πνευματική και θρησκευτική επίδραση στην πόλη και η τόνωση της εθνικής συνείδησης των κατοίκων της, ιδιαίτερα κατά τις κρίσιμες κατοχικές συνθήκες. Οι ίδιοι παραδέχονταν για πρώτη φορά επίσημα πως αυτή η εθνική και κοινωνική αποστολή της Σχολής υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για την ίδρυσή της στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας.[9]

Συμπληρωματικά, φάινεται ότι καταλυτικός για τη ενίσχυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μέσω της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής[10] υπήρξε και ένας άλλος παράγοντας, αν και δεν κατονομαζόταν∙ αυτός ήταν η βουλγαρική εκπαιδευτική παρουσία στη Θεσσαλονίκη και κατ’ επέκταση, η βουλγαρική προπαγάνδα. Οι βουλγαρικές πολιτικές Αρχές είχαν λάβει την άδεια από τους Γερμανούς να ιδρύσουν στη Θεσσαλονίκη δύο Γυμνάσια με τρόφιμους που είχαν μεταφερθεί από βορειότερες σλαβόφωνες περιοχές, ενώ παράλληλα φέρονταν να πίεζαν για την ίδρυση Βουλγαρικού Πανεπιστημίου στην πόλη.[11] Ο κίνδυνος δεν αξιολογείτο ως αβάσιμος, καθώς είχαν επιτύχει ήδη να ιδρύσουν Πανεπιστήμιο στα γιουγκοσλαβικά Σκόπια. Η εξέλιξη αυτή τελικά αποτράπηκε χάρη στην έντονη συμπαράσταση των τοπικών ελληνικών Αρχών στις ενέργειες του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.[12]

Αν όμως ο βουλγαρικός παράγοντας και οι εθνικές σκοπιμότητες ή αναγκαιότητες είχαν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο και βαρύτητα στην απόφαση για τη λειτουργία της Σχολής τους πρώτους κατοχικούς μήνες, δεν σημαίνει ότι κυριαρχούσαν και την προπολεμική περίοδο στη σχετική επιχειρηματολογία. Το σημείο αυτό είναι κομβικό, δεν πρέπει δηλαδή να εκληφθεί ότι πρόκειται για μία στατική, αλλά για μία δυναμική και εξελισσόμενη κατάσταση, καθώς τα σχετικά επιχειρήματα επανέρχονταν ανά διαστήματα, προσαρμοζόμενα στην εκάστοτε πολιτική και ιδεολογική συγκυρία. Άλλωστε, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι από τη νομοθετική κατοχύρωση της ίδρυσης της Θεολογικής Σχολής έως την επίτευξη της λειτουργίας της μεσολάβησαν δεκαεπτά έτη, με επαναλαμβανόμενες απόπειρες της εκκλησιατικής ηγεσίας να πείσει και να πιέσει την πολιτική εξουσία προς την κατεύθυνση αυτή.

Συγκεκριμένα, ο ιδρυτικός Νόμος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο Νόμος 3341 της 14ης Ιουνίου 1925, προέβλεπε την ίδρυση της Σχολής, αναφέροντάς την μάλιστα πρώτη στη σειρά.[13] Η Εκλησία της Ελλάδος και η τοπική Μητρόπολη όχι μόνο δεν έμεναν ασυγκίνητες στην εξέλιξη αυτή, αλλά πίεσαν προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης πρωταγωνίστησε στην προσπάθεια αυτή, ήδη πριν τη ψήφιση του Νόμου για την ίδρυση του Πανεπιστημίου. Από το Σεπτέμβριο ήδη του 1924, όταν εφημολογείτο πως η αρμόδια Επιτροπή του Υπουργείου της Παιδείας δεν προέκρινε τη Θεολογική Σχολή στις υπό ίδρυση Σχολές,[14] ο Γεννάδιος απευθύνθηκε στον Πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ζερβό, επικαλούμενος τη μακραίωνα ιστορία και τη θέση της πόλης. Ο τελευταίος απάντησε πως θα λάμβανε υπόψη τους εθνικούς και ιστορικούς λόγους που συνηγορούσαν υπέρ της ίδρυσης της Σχολής. Όταν όμως ιδρύθηκε μεν το Πανεπιστήμιο, αλλά δεν λειτουργούσε ακόμα η Θεολογική, ο Γεννάδιος με επιστολή του στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων της Οικουμενικής κυβέρνησης του Αλέξανδρου Ζαΐμη, Αθανάσιο Αργυρό, προσπάθησε να εκμαιεύσει τη συναίνεσή του, κάνοντας λόγο για την «εις τα πάτρια προσήλωσίν» του.[15] Το Μάιο του 1927, συνεδρίασε η Ενοριακή Αντιπροσωπεία υπό την προεδρία του Γεννάδιου και εκτίμησε πως έπρεπε να εντείνει τις προσπάθειές της, καθώς «παρίσταται δ’ επιτακτική ανάγκη να παρασκευάσωμεν εγκαίρως μεμορφωμένον Κλήρον προς αντιμετώπισιν των μαλλιαροκομμουνιστικών τάσεων και της λυπής εκλύσεως της κοινωνίας».[16] Επομένως, από το 1927, εμπλουτίζεται το ιδεολογικό ‘οπλοστάσιο’ της εκκλησιαστικής ρητορικής με τον ‘αγώνα’ που θα διεξήγαγαν οι κληρικοί πλέον ως φορείς υπεράσπισης του υφιστάμενου κοινωνικού καθεστώτος, εναντίον των δημοτικιστών και των κομμουνιστών, στους οποίους αποδιδόταν η ευθύνη για την κοινωνική παρακμή.

Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης (1912-1951). Πηγή: http://athosphotoarchive.blogspot.gr/search?q=%CE%93%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82

Είχε προηγηθεί η υποβολή υπομνήματος εκ μέρους της Κοινοτικής Αντιπροσωπείας Θεσσαλονίκης στον Υπουργό της Παιδείας της δικτατορικής κυβέρνησης του Θεόδωρου Πάγκαλου. Εκεί αναπτύχθηκαν εννέα συνολικά επιχειρήματα, αλλά τα δύο από αυτά παρουσίαζαν την ιδιαιτερότητα ότι χρησιμοποιήθηκαν μόνο σε εκείνη τη συγκυρία∙ συγκεκριμένα, διαπυπωνόταν η εκτίμηση πως η λειτουργία του Πανεπιστημίου θα λειτουργούσε ως εγγύηση της συναδέλφωσης του ελληνικού και εβραϊκού πληθυσμού, καθώς πολλοί από τους τελευταίους θα φοιτούσαν σ’ αυτό και θα απέβαιναν φορείς του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας και επίσης, η λειτουργία των θεωρητικών ειδικά Σχολών του θα περιόριζε τη δράση των ξένων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στη Θεσσαλονίκη.[17]

Από το 1927, αναδεικνύεται ακόμα ένας παράγοντας που, σύφωνα με τους υπερασπιστές της λειτουργίας της Σχολής, ενισχύει τις θέσεις τους∙ αυτός είναι η Φιλοσοφική Σχολή του ίδιου Πανεπιστημίου, η οποία, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Λούβαρις, «όπως συνεκροτήθη είναι πραγματικός κίνδυνος».[18]

Κατά τη διάρκεια της τετραετούς Βενιζελικής διακυβέρνησης, παρατηρήθηκε μία σχετική κάμψη στην ανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους της Εκκλησίας, με εξαίρεση τους θερινούς μήνες της, οπότε και συζητήθηκε σοβαρά το ενδεχόμενο της άμεσης λειτουργίας της Σχολής από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος. Το αμέσως προσεχές διάστημα ωστόσο, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τις αντιβενιζελικές πολιτικές δυνάμεις, οι συνθήκες φαίνεται να ευνοούσαν τη δυναμικότερη προβολή του σχετικού αιτήματος. Από το 1932 και μετά, προβάλλονταν έντονα ο κομμουνισμός σε συνάρτηση με τις ξένες προπαγάνδες στη Μακεδονία και γενικότερα στη Βόρεια Ελλάδα,[19] που απαιτούσαν την ύπαρξη αποτελεσματικών θεσμών που θα λειτουργούσαν ως ανάχωμα απέναντί τους και συγκεκριμένα, η ύπαρξη μορφωμένων κληρικών, ιεροκηρύκων και καθηγητών-θεολόγων. Την ίδια περίοδο, διατυπώθηκε η προσδοκία προσέλκυσης φοιτητών από τη Σερβία και τη Ρουμανία, ενώ και η οικονομική κρίση αξιολογείται ως κίνητρο για την επίσπευση της λειτουργίας, καθώς θα διευκολύνονταν στη φοίτησή τους όσοι κατάγονταν από τη Μακεδονία, τη Θράκη και την Ήπειρο και αναγκάζονταν ως τότε να φοιτούν στην Αθήνα.[20]

Ο Γενάδιος πύκνωσε τις επαφές του με τους αντιβενιζελικούς κυβερνητικούς παράγοντες. Το καλοκαίρι του 1933, συνατήθηκε με τον αρμόδιο Υπουργό και του εξέθεσε την εκτίμησή του πως η Θεολογική Σχολή θα μπορούσε να έρθη «εις αντίρροπον της εν μέρει ελευθεριαζούσης Φιλοσοφικής Σχολής, θα στηρίξη τα Εθνικά, Θρησκευτικά και ηθικά φρονήματα της Ακαδημαϊκής νεολαίας και εν γένει του λαού της Βορείου Ελλάδος περιστοιχιζομένου υπό ποικίλων αντεθνικών και αντικοινωνικών προπαγανδών».[21] Το επόμενο έτος ξανασυναντήθηκε με τον ίδιο Υπουργό και του πρόβαλλε το φάσμα της επικράτησης των υλιστικών και ανατρεπτικών ιδεών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και των ποικίλων προπαγανδών στη Μακεδονία. Απέναντι στους κινδύνους αυτούς, μπορούσε να στηθεί ως ανάχωμα η Θεολογική Σχολή.[22] Η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, μέσα από το περιοδικό της, έκανε ένα βήμα παραπέρα στη συλλογιστική της, ανεβάζοντας τους τόνους της αντιπαράθεσης με όσους διαφωνούσαν με την έναρξη της λειτουργίας της Σχολής, κατατάσσοντάς τους στους εχθρούς του έθνους και τους υπονομευτές της εθνικής υπόστασης της Μακεδονίας.[23] Με τον τρόπο αυτό ωστόσο, φανέρωνε την εξάντληση της υπομονής της για μία απόφαση που διαρκώς αναβαλλόταν και ‘διαμονοποιούσε’ την εκφορά της αντίθετης άποψης και δεν άφηνε περιθώρια στο δημόσιο διάλογο που είχε αναπτυχθεί.

ΙΜΘ, φ. 59, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Υπουργό Θρησκευμάτων και Παιδείας, Θεσσαλονίκη, 15 Σεπτεμβρίου 1933.

Τα δεδομένα διαφοροποιήθηκαν ολοκληρωτικά με την κατάλυση του Κοινοβουλευτισμού από τη μεταξική δικτατορία. Το νέο καθεστώς δεν είχε τους ενδοιασμούς του καταλυθέντος ‘κομματικού κράτους’ και τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της ανάγκης λειτουργίας της Σχολής: «Αν ελειτούργει ευθύς εξ αρχής η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου, δεν θα εισεπήδων εις αυτό υλισταί, άθεοι, αριστεροί, αντίσοφοι, εχθροί των ηθικών και πνευματικών αξιών, διδάσκαλοι της ηθικής αποκαλούντες την ηθικήν ‘παραφροσύνην’». Ο υποθετικός αυτός συλλογισμός συσχετιζόταν και με τη σφοδρή και μακροχρόνια ιδεολογική αντιπαράθεση που είχε εν τω μεταξύ ξεσπάσει ανάμεσα σε ορισμένους πανεπιστημιακούς καθηγητές και την Εκκλησία της Ελλάδος από τη μια, και τον Καθηγητή της Κοινωνιολογίας στη Νομική Σχολή Αβροτέλη Ελευθερόπουλο από την άλλη.[24] Η νέα κυβερνητική θεώρηση στον τομέα της εκπαιδευτικής πολιτικής συνίστατο στον συνδυασμό της ‘εξυγίανσης’ και της συμπλήρωσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Οι δύο αυτοί άξονες, σύμφωνα με τον Υπουργό της Παιδείας, θα καθιστούσαν τη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα γενικότερα, το κέντρο και την αφετηρία «του εθνικού παλμού και του εθνικού φρονήματος και τον άξονα των ιδανικών και των εθνικών παραδόσεων της αναγεννωμένης και αναδημιουργημένης Ελλάδος».[25]

Το 1937, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος απευθύνθηκαν για το ίδιο θέμα στον αρμόδιο Υπουργό, προσθέτοντας την πληροφορία πως η λειτουργία της Θεολογικής θα επάνδρωνε με ικανά στελέχη τις Μητροπόλεις της Βόρειας Ελλάδας, καθώς τα υπάρχοντα, με επιστημονική κατάρτιση στελέχη, όχι μόνο δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες της Παλαιάς Ελλάδας, αλλά δεν δέχονται καν τον διορισμό τους στις Νέες Χώρες.[26] Στα αιτήματα της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης στάθηκε αρωγός και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου, που ζήτησε να λειτουργήσει η Σχολή από το ακαδημαϊκό έτος 1939-1940.[27] Οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας παρουσιάστηκαν για ακόμα μία φορά αρκετά ‘ευέλικτοι’: εμφάνισαν δηλαδή τα αιτήματά τους ως άκρως εξυπηρετικά για το «αναδημιουργικόν και εθνοσωτήριον έργον της Εθνικής ημών Κυβερνήσεως».[28] Με την τακτική τους αυτή ωστόσο ταυτίστηκαν με το δικτατορικό καθεστώς και τις πολιτικές και ιδεολογικές του στοχεύσεις. Η κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε θετικά, όχι από έλλειψη πολιτικής βούλησης,[29] αλλά εξαιτίας των απειλητικών συγκυριών, στις παραμονές του επερχόμενου Παγόσμιου Πόλεμου, που έθεταν σε άμεση προτεραιότητα την άμυνα της χώρας και όχι τη διευθέτηση των εκπαιδευτικών εκκρεμοτήτων.

Η Κατοχή της χώρας από τις Δυνάμεις του Άξονα διαφοροποίησε εντελώς τα δεδομένα. Η προσπάθεια όχι μόνο δεν ανεστάλη, αλλά τέθηκε σε νέες βάσεις. Η νέα κυβέρνηση φαίνεται πως από το καλοκαίρι άρχισε να εξετάζει τις προϋποθέσεις για την έναρξη λειτουργίας της Σχολής. Το Σεπτέμβριο δε του 1941, συνεδρίασε η Ανωτέρα Ενοριακή Αντιπροσωπεία της Θεσσαλονίκης, υπό την προεδρία του Γεννάδιου και απέστειλε υπόμνημα στον πρωθυπουργό Γιώργο Τσολάκογλου, ενώ την οριστική απόφαση της κυβέρνησης υπέρ της θέσης της Εκκλησίας, ανακοίνωσε στον Γεννάδιο, ο Υπουργός της Παιδείας Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος.[30]

Στις 19 Απριλίου 1942 τελέστηκε από τον Γεννάδιο ο αγιασμός για την έναρξη των μαθημάτων. Οι επίσημοι που απηύθυναν χαιρετισμούς εστίασαν στην εθνική αποστολή που είχε να επιτελέσει η Σχολή στη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα και χαρακτήρισαν τη λειτουργία της εθνική ανάγκη, ειδικά στις τραγικές συνθήκες της Κατοχής. Ο Πρύτανης δε του Πανεπιστημίου, σε ένα συγκινησιακά φορτισμένο λόγο του, συνέδεσε τη Θεολογική Σχολή με ευοίωνους οιωνούς για το μέλλον της πατρίδας: «είνε η απαρχή ενός ευτυχισμένου για τον τόπο μας μέλλοντος και ενισχύουν την κρυφή μου ελπίδα και τη χαρά πως όλες οι συμφορές που περνάει τώρα η πατρίδα μας, δεν είνε παρά μία προσωρινή νεροποντή που μας έφερε ένας ξαφνικός σίφουνας, που γρήγορα θα περάση, για να γλυκοχαράξη ολοκάθαρος ο ουρανός της ευτυχίας».[31]

Η προσπάθεια για την υλοποίηση του ιδρυτικού Νόμου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ήταν πολυετής. Το γράμμα του Νόμου έμενε κενό για πάνω από δεκαέξι έτη, εξαιτίας των κομματικών συγκυριών, της πολιτικής αστάθειας, της οικονομικής καχεξίας, των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και των δια-επιστημονικών ανταγωνισμών. Όλο αυτό το διάστημα, η Εκκλησία της Ελλάδος και ιδιαίτερα, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης επανέρχονταν στο πάγιο αίτημά τους. Ο ρόλος δε του τελαυταίου ήταν καθοριστικός.[32] Η αναγνώριση της προσφοράς του ήλθε σύντομα, όταν αποφασίστηκε από τους Καθηγητές της Σχολής να τον αναγορεύσουν σε πρώτο επίτιμο Διδάκτορά της, με το πρόσθετο επιχείρημα της συνολικής εθνικής, ποιμαντικής και κοινωνικής του δράσης.[33]

ΑΘΣ, Ψήφισμα της Θεολογικής Σχολής, με το οποίο αποφασίστηκε η αναγόρευση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης σε Διδάκτορά της, «τιμής ένεκεν». Θεσσαλονίκη, 30 Μαΐου 1942.

Η Θεολογική Σχολή, μετά την Απελευθέρωση, ‘ανασυγκροτήθηκε’, καθώς απολύθηκαν οι καθηγητές της επειδή είχαν διοριστεί επί Κατοχής και νομοθετήθηκε η πλήρωση των κενών πλέον πανεπιστημιακών εδρών με νέα διαδικασία.[34] Ένας από τους προσωρινά, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, απομακρυθέντες καθηγητές της ήταν ο Βασίλειος Έξαρχος, ο οποίος την περίοδο της Κατοχής ανέπτυξε πλούσια προπαγανδιστική δράση υπέρ των Γερμανών.[35] Στο έργο της ‘ανασυγκρότησης’ της Σχολής ενεπλάκη και ο Δαμασκηνός, υπό τη διπλή ιδιότητα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, όσο και του Αντιβασιλέα. Οι καθηγητές της Θεολογικής τον ευχαρίστησαν, διαβεβαιώνοντάς τον πως θα εξακολουθούσαν να επιτελούν το εθνικό τους έργο. Ο δε Δαμασκηνός τους απάντησε, επιδοκιμάζοντας τη μέχρι τότε συνεισφρορά τους και εκθέτοντας το ‘όραμά’ του για την επαναθεμελίωση της ελληνικής κοινωνίας στις χριστιανικές αρχές, με πρωτεργάτη την Εκκλησία:

«ολόκληρον το Έθνος παρακολουθεί, μετ’ ενδιαφέροντος, και θα εκτιμήση προσηκόντως το έργον, το οποίον επιτελείτε εις τα βόρεια διαμερίσματα της Ελληνικής Πατρίδος επ’ ωφελεία και των εθνικών συμφερόντων και της όλης χριστιανικής διαπαιδαγωγήσεως της ελληνικής πανεπιστημιακής νεότητος, η οποία θα ηγηθή, εις το εγγύς μέλλον, της ανασυνθέσεως του Εληνικού Οίκου επί τη βάσει των Αληθειών και των Αρχών της Αγίας ημών Θρησκείας. Διότι ουδενός, νομίζομεν, την προσοχήν διαφεύγει το γεγονός, ότι μόνον η οργάνωσις των ανθρωπίνων κοινωνιών συμφώνως προς τα ηθικά και κοινωνικά παραγγέλματα του Χριστιανισμού δύναται να εξασφαλίση γόνιμον ειρήνην και νήφουσαν ευημερίαν εις την τόσον δεινώς χειμασθείσαν ανθρωπότητα. Από ελληνικής δε πλευράς το τοιούτο επίτευγμα δύναται να πραγματοποιηθή, εάν η όλη εθνική δράσις τεθή υπό την καθοδήγησιν της Αγίας ημών Εκκλησίας, βοηθουμένης υπό της Επιστήμης».[36]

ΑΘΣ, Επιστολή του Κοσμητεύοντα Δημ. Μωραΐτη προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Αντιβασιλέα Δαμασκηνό, Θεσσαλονίκη, 19 Νοεμβρίου 1945.

Κύριο χαρακτηριστικό της επιχειρηματολογίας των εκκλησιαστικών παραγόντων ήταν η ικανότητα να την προσαρμόζουν στις εναλασσόμενες συγκυρίες, αλλά και η σταθερότητα στην επίκληση της εθνικής αναγκαιότητας και σκοπιμότητας[37] που εξυπηρετούσε, σύμφωνα μ’ αυτούς, η λειτουργία της ιδρυμένης, αλλά μη υφιστάμενης Θεολογικής Σχολής. Ό,τι δεν είχε επιτευχθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια, συντελέστηκε εντέλει μέσα στους πρώτους μήνες της Κατοχής∙ εξέλιξη που μαρτυρά και την έμφαση την οποία απέδιδε η νέα κυβέρνηση στην αντιμετώπιση των εθνικών κινδύνων, όπως τους αντιλαμβανόταν και τους αναπτύξαμε στην αρχή της εισήγησής μας.

Η θεμελίωση του κτηρίου της Θεολογικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη, παρουσία του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, το 1964. Η συγκεκριμένη φωτογραφία παρουσιάστηκε στην έκθεση «Η ιστορία του ΑΠΘ μέσα από τις φωτογραφίες» που πραγματοποιήθηκε, από τις 5 Ιουλίου 2016 έως τις 15 Οκτωβρίου 2016, στο γυάλινο περίπτερο του Κήπου του Απογευματινού Ήλιου, στη Νέα Παραλία Θεσσαλονίκης, με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων από την ίδρυση του ΑΠΘ. Πηγή: https://i2.wp.com/parallaximag.gr/wp-content/uploads/themeliosi_ktirioy_theologikis_sholis_apo_ton_g._papandreoy1964.jpg?resize=696%2C521
Ο Θεοδόσης Τσιρώνης είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.

Υποσημειώσεις

*Η παρούσα μελέτη αποτελεί επεξεργασμένη μορφή παλαιότερης εισήγησης, που δεν έχει δημοσιευθεί

[1] ΦΕΚ 21/7 Φεβρουαρίου 1942, τχ. 1ο, Ν.Δ. 964/1942.

[2] Βλ. http://www.theo.auth.gr/theo/gr/Documents/Student%20Guide%202011%20-%202012.pdf και http://www.past.auth.gr.

[3] http://www.theosch.auth.gr/digital_archive.htm.

[4] Ιωάννης Β. Κογκούλης, Διακονώντας ως Κοσμήτορας τη Θεολογική Σχολή του Αριστοτερλείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πεπραγμένα Κοσμητείας 2006-2010, Θεσσλονίκη 2010, σσ. 215-230.

[5] Γιώργος Καφταντζής, Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον καιρό της Κατοχής, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 14.

[6] Βλ. Χρίστος Κρικώνης, «Σύντομη Ιστορία της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με την ευκαιρία συμπληρώσεως 50 ετών λειτουργίας από την ίδρυσή της (1942-1992)», Εκκλησία, (1), 1/15 Ιανουαρίου 1993, 29-30. Θεόδωρος Ζήσης, Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης. Η πρόσφορά της (1942-1992), Θεσσαλονίκη 1999. Βασίλειος Δ. Κυριαζόπουλος, Αριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης (1926-1960), Θεσσαλονίκη 1960,  σσ. 25-26. Του ιδίου, Τα πενήντα χρόνια του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1926-1976), Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 47-48.

[7] Αρχείο Θεολογικής Σχολής (στο εξής: ΑΘΣ), Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος, 1η Συνεδρία, 16 Απριλίου 1942.

[8] ΑΘΣ, Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος .

[9] ΑΘΣ, Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος, 6η Συνεδρία, 23 Μαΐου 1942.

[10] Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η απόφαση, λίγες μόλις ημέρες αργότερα, για την ίδρυση της Ιατρικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, βλ. ΦΕΚ 28/18 Φεβρουαρίου 1942, τχ. 1ο, Ν.Δ. 1021/1942.

[11] Κρικώνης, ό.π., σ. 29

[12] Κυριαζόπουλος, Τα πενήντα χρόνια, σ. 48.

[13] ΦΕΚ 154/22 Ιουνίου 1925, τχ. 1ο, Νόμος 3341/1925.

[14] Η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης εκτιμούσε πως μετά την πτώση της κυβέρνησης Παπαναστασίου, επικράτησαν στο Υπουργείο της Παιδείας «αριστερίζουσαι αντιλήψεις», βλ. Γρηγόριος ο Παλαμάς (στο εξής: ΓΠ), 198-199 (Ιούλιος-Αύγουστος 1932), 266-267.

[15] Ιστορικό Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (στο εξής: ΙΜΘ), φ. 48, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Θεσσαλονίκη, 17 Φεβρουαρίου 1927.

[16] ΓΠ, 203 (Δεκέμβριος 1932), 392. Η Ανωτέρα Ενοριακή Αντιπροσωπεία απέστειλε επιστολή στον Υπουργό της Παιδείας, ο οποίος της απάντησε πως θα λάμβανε υπόψη τις απόψεις της, αλλά απέφευγε να δεσμευτεί για τις μελλοντικές του δράσεις.

[17] ΓΠ, 121 (Ιανουάριος 1926), 47.

[18] ΓΠ, 203 (Δεκέμβριος 1932), 394.

[19] Συγκεκριμένα, στον ΓΠ, 198-199 (Ιούλιος-Αύγουστος 1932), 266 υποστηριζόταν πως: «οργιάζουν οι παντοειδείς ξενικαί προπαγάνδαι, ο δε κομμουνισμός και ο κοινωνικός και ο ηθικός αριστερισμός απειλούν αποσύνθεσιν της οικογενειακής, της εθνικής και αυτής της κρταικής ζωής».

[20] ΓΠ, 202 (Νοέμβριος 1932), 356-357.

[21] ΙΜΘ, φ. 59, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Υπουργό Θρησκευμάτων και Παιδείας, Θεσσαλονίκη, 15 Σεπτεμβρίου 1933.

[22] ΓΠ, 221 (Ιούνιος 1934), 227-228.

[23] ΓΠ, 222-223 (Ιούλιος-Αύγουστος 1934), 270-271.

[24] ΓΠ, 262 (Ιανουάριος 1937), 47-48. Για το ζήτημα αυτό, βλ. Θεοδόσης Αθ. Τσιρώνης, «Εγνωσμένων αριστερών θεωριών και αλλοπροσάλων φρονημάτων: Ο Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αβροτέλης Ελευθερόπουλος και τα όρια ανοχής στην ελευθερία της ακαδημαϊκής έκφρασης» στο συλλογικό έργο, Βασίλης Κ. Γούναρης (επίμ.), Έθνος, Κράτος και Πολιτική, Θεσσαλονίκη 2009, σσ. 303-328.

[25] ΓΠ, 264 (Μάρτιος 1937), 181.

[26] ΓΠ, 271 (Οκτώβριος 1937), 348-349. Τα ίδια επιχειρήματα επανέλαβε η Ιερά Σύνοδος δύο έτη αργότερα, βλ. ΙΜΘ, φ. 89/9, η Ιερά Σύνοδος προς το Υπουργείο Θρησκευμάτων, Αθήνα, 16 Μαρτίου 1939.

[27] ΙΜΘ, φ. 89/9, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης προς το Υπουργείο Θρησκευμάτων,  Θεσσαλονίκη, 10 Μαΐου 1939.

[28] ΙΜΘ,  φ. 8/3, Επιστολή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρύσανθου προς το Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, Αθήνα, 23 Αυγούστου 1939.

[29] Ο Υφυπουργός της Παιδείας, σε συνάντησή του με το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, τον διαβεβαίωσε πως υιοθετούσε πλήρως την επιχειρηματολογλια της Εκκλησίας, βλ. ΙΜΘ, φ. 89/9, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Ιερά Σύνοδο, Θεσσαλονίκη, 16 Μαΐου 1939.

[30] ΓΠ, 209-211 και ΓΠ, 319 (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1941), 200.

[31] ΓΠ, 326-327 (Μάιος-Ιούνιος 1942), 78.

[32] Ζήσης, ό.π., σ. 20, υποσημ. 4.

[33] ΑΘΣ, Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος, 7η Συνεδρία, 30 Μαΐου 1942. Η επίδοση του τιμητικού διπλώματος στον Γεννάδιο, αναβλήθηκε εξαιτίας των ανωμάλων συνθηκών για «ευθετώτερον χρόνον», ώστε η τελετή να λάβει όσο το δυνατό επισημώτερο και πιο πανηγυρικό χαρακτήρα.

[34] Βλ. ΦΕΚ 150/13 Ιουνίου 1945, τχ. 1ο, Α.Ν. 361/1945.

[35] Στράτος Ν. Δορδανάς, Έλληνες ενατίον Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 2006.

[36] ΑΘΣ, φ. 121, ο Κοσμητεύων της Θεολογικής Σχολής προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Θεσσαλονίκη, 19 Νοεμβρίου 1945 και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών προς Κοσμήτορα Θεολογικής Σχολής, Αθήνα, 1 Δεκεμβρίου 1945, από όπου και το απόσπασμα.

[37] Στα πονήματα με επετειακούς απολογισμούς της προσφοράς της Θεολογικής Σχολής, τονίζεται και το εθνικό της έργο. Βλ. Ενδεικτικά, Ζήσης, ό.π., σσ. 24-25.

Η κόλαση των Σίντι και Ρομά στο Άουσβιτς

4.000 Σίντι και Ρομά εξοντώθηκαν τη νύχτα της 2ης Αυγούστου 1944 στο ναζιστικό στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Ο 10χρονος τότε Μάνο Χέλενραϊνερ από καθαρή τύχη δεν είχε την ίδια μοίρα με πολλούς συγγενείς του.

Ο Μάνο Χέλενραϊνερ είναι σήμερα 84 ετών. Στο σπίτι του, στο Μέτενχαϊμ της Βαυαρίας, κρέμονται φωτογραφίες του με τους πρώην γερμανούς προέδρους Κρίστιαν Βουλφ και Γιόαχιμ Γκάουκ. Στο χέρι του διακρίνεται το νούμερο κρατουμένου που του είχαν τυπώσει στο Άουσβιτς: Ζ 3526. Το Ζ σημαίνει «τσιγγάνος», από το αρχικό της αντίστοιχης λέξης στα γερμανικά. Ανήκε και αυτός στο μειονότητα των Σίντι και Ρομά που εκδιώχθηκαν και εξοντώθηκαν με κτηνώδη τρόπο από το ναζιστικό καθεστώς.

Η καθημερινότητα στο ναζιστικό στρατόπεδο ήταν απάνθρωπη και τραυματική. «Μας έβγαζαν έξω στις 4 τα ξημερώματα, ακόμη και το χειμώνα με πολύ χιόνι. Οι ηλικιωμένες κυρίες πάγωναν και έπεφταν νεκρές έξω ή μέσα στις τουαλέτες. Δεν υπήρχαν κανονικές τουαλέτες, ήταν κουβάδες, ήταν τραγικό. Είναι θαύμα το ότι είμαστε ακόμη ζωντανοί», λέει ο Μάνο Χέλενραϊνερ.

Λίγο πριν διαλυθεί ο αποκαλούμενος «καταυλισμός των τσιγγάνων» εντός του Άουσβιτς-Μπίρκεναου, όπου 4.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά Σίντι και Ρομά οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων και στη συνέχεια ρίχτηκαν στην πυρά, ο Μάνο Χέλεραϊνερ με τους γονείς του και την αδερφή του μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ράβενσμπρουκ. Στο Άουσβιτς έχασε πολλούς συγγενείς -36 μέλη της οικογένειας Χέλενραϊνερ άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Σκληρές εικόνες, με παιδιά να πεθαίνουν και μάνες να ουρλιάζουν και να θρηνούν ξαναζωντανεύουν ακόμη και σήμερα στο μυαλό του. Ο ίδιος ευγνωμονεί τη σύζυγό του, η οποία τον βοήθησε να αντεπεξέλθει απέναντι στους διαρκείς εφιάλτες του.

Η διατήρηση της μνήμης και οι σύγχρονοι τιμητές των ναζί

Ο Μάνο Χέλενραϊνερ με τη σύζυγό του Έλσα

Στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ χωρίστηκαν άνδρες και γυναίκες. Αργότερα ο Μάνο και ο πατέρας του μεταφέρθηκαν από το Ράβεσνμπρουκ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ζαξενχάουζεν, κοντά στο Βερολίνο. Ο πατέρας του και άλλοι πρώην στρατιώτες στάλθηκαν ξανά στο μέτωπο του πολέμου. Ο Μάνο και οι υπόλοιποι κρατούμενοι εξωθήθηκαν σε πορεία θανάτου προς τα δυτικά. Όποιος δεν άντεχε να προχωρήσει, εκτελούνταν άμεσα από άνδρες των SS. Όταν πλησίασαν τα προελαύνοντα ρωσικά στρατεύματα και οι μάχες μεταξύ Γερμανών και Ρώσων γίνονταν ολοένα σκληρότερες, ο μικρός Μάνο μαζί με άλλα παιδιά κατόρθωσαν να δραπετεύσουν. Με τη βοήθεια γάλλων στρατιωτών έφτασε στη Γαλλία. Μετά από κάποιο διάστημα σε μια οικογένεια στην Αλσατία, επέστρεψε τον Δεκέμβριο του 1946 στην οικογένειά του στο Μόναχο, η οποία τον αναζητούσε.

Ο Μάνο Χέλεραϊνερ θέλει σήμερα να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη των τραγικών γεγονότων που έζησε στα χέρια των ναζί –μεταξύ άλλων δίνει διαλέξεις σε σχολεία. «Για να ξέρουν οι νεαροί Γερμανοί τι περάσαμε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ότι το καθεστώς του Χίτλερ ήταν εγκληματικό. Και σήμερα υπάρχουν διάδοχοι που τιμούν τους ναζί και αυτό με φοβίζει. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να ξανασυμβεί», τονίζει.

Αντρέα Γκρούναου Άρης Καλτιριμτζής

Πηγή: Deutsche Welle

Γιάννης Μπέτσας: Η ελληνική εκπαίδευση και ο αμερικανικός παράγοντας στη μεταπολεμική περίοδο*

Γιάννης Μπέτσας

Η ελληνική εκπαίδευση και ο αμερικανικός παράγοντας στη μεταπολεμική περίοδο*

1.0. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Τα δεδομένα που σχετίζονται με την παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα στη μεταπολεμική Ελλάδα αναδεικνύουν μια πολύπλευρη προσέγγιση στα οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά ζητήματα της χώρας την περίοδο εκείνη. Πρόκειται για την κατάθεση νέων στοιχείων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί στη συζήτηση για τη μεταπολεμική εκπαιδευτική ιστορία του τόπου μας.

Τα  ερωτήματα  στα  οποία  επιχειρεί  να  απαντήσει  το  κείμενο  που  ακολουθεί  είναι  τα ακόλουθα:

Πώς υλοποιήθηκε η αμερικανική παρέμβαση και στις περιπτώσεις που επικεντρώθηκε στον τομέα της εκπαίδευσης ποιες μορφές πήρε;

Ποια νέα δεδομένα προκύπτουν στη συζήτηση για τη μεταπολεμική εκπαιδευτική ιστορία του τόπου μας;

2.0. ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το τελευταίο διάστημα, διάφορες αφηγήσεις της μεταπολεμικής ιστορίας περιλαμβάνουν πλέον στο ερμηνευτικό τους σχήμα την έννοια της «πολιτισμικής διπλωματίας», μιας διαδικασίας που θεωρείται ότι επικαθόρισε τη δημιουργία της συλλογικής συνείδησης και τον τρόπο διαβίωσης των κατοίκων τόσο του Δυτικού όσο και του Ανατολικού κόσμου αμέσως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έως και τις μέρες μας. Για την περίπτωση του Δυτικού κόσμου, η έννοια αυτή έχει οριστεί ως η αμφίδρομη εκπαιδευτική και πνευματική ανταλλαγή που είχε ως μακροπρόθεσμο στόχο τη βελτίωση της κατανόησης μεταξύ των λαών και η οποία, τελικά, εξυπηρέτησε τον «πολιτισμικό ιμπεριαλισμό», την πολιτισμική και οικονομική ηγεμονία της Αμερικής.[1]

Στο ίδιο πλαίσιο, διάφορες μελέτες επικεντρώθηκαν στην πολυπλοκότητα των διατλαντικών σχέσεων στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, τεκμηριώνοντας το εμπειρικό περιεχόμενο των όρων «αμερικανοποίηση» και «δυτικοποίηση».[2]Μεταξύ αυτών, οι μελέτες του Doering-Manteuffel προτείνουν  τον  όρο  «δυτικοποίηση»,  ο  οποίος  είναι  βαθύτερος  και  ευρύτερος  απ’ αυτόν  της «αμερικανοποίησης», καθώς αναφέρεται όχι μόνο στην υιοθέτηση ενός τρόπου ζωής και τεχνικών παραγωγής, όπως ο Φορντισμός και ο Τεϋλορισμός, αλλά, κυρίως, στη συνεργασία Αμερικανών με μη-Αμερικανούς για τη διαμόρφωση μιας «διατλαντικής κοινότητας αξιών», μέσω της πολιτισμικής διείσδυσης. Σε αντίθεση με την «αμερικανοποίηση», η «δυτικοποίηση» είναι μια πολυδιάστατη διαδικασία που περιλαμβάνει τη σύγκλιση των πολιτικών και πολιτισμικών αξιών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στη βάση αυτή, οι σχετικές μελέτες επιχειρούν να απαντήσουν σε ερωτήματα σχετικά με τις διαδικασίες οι οποίες συνέβαλαν σε μια δυτικοποιημένη«κοινότητα αξιών» την περίοδο αυτή όπως, επίσης, με τη συμβολή των ιδιαίτερων εθνικών παραδόσεων στο αποτέλεσμα της πολιτισμικής διείσδυσης.[3]

Το Δόγμα Τρούμαν

Κατά συνέπεια, η επιδίωξη της πολιτικής και πολιτισμικής ηγεμονίας των ΗΠΑ στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου είναι σκόπιμο να εξετάζεται όχι στη λογική ενός οδοστρωτήρα που σάρωσε όλες τις οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές δομές των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά σε διαλεκτική σχέση με τις αντιστάσεις που ενεργοποιήθηκαν στη διαδικασία αυτή σε κάθε κοινωνία, λόγω τόσο της παράδοσης όσο και του συστήματος αξιών της. Πάντως, στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτό που φαίνεται να επικράτησε είναι η μίξη των αυτόχθονων ιδεών, αξιών και πρακτικών με εκείνες που διείσδυσαν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μια μίξη που εμπότισε τις αυτόχθονες αξίες και οδήγησε στην «κρεολοποίησή τους».[4]

Tο είδος της αμερικανικής κουλτούρας που προβλήθηκε στο εξωτερικό από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, αλλά και από τα μεγάλα φιλανθρωπικά ιδρύματα, Rockefeller, Fulbright και Ford, ήταν κατά κύριο λόγο στον τομέα της «υψηλής» κουλτούρας, η οποία θεωρήθηκε καθοριστικής σημασίας στη δημιουργία μιας «κοινότητας αξιών». Ο «ιδιωτικός τομέας» αφιέρωσε σημαντικούς πόρους και προσπάθειες για την υποστήριξη ενός ευρέως φάσματος διεθνών εκπαιδευτικών και ακαδημαϊκών προγραμμάτων και οργανισμών. Ένας μεγάλος αριθμός μελετών σχετικά με τη στήριξη που παρέχουν τα αμερικανικά ιδρύματα σε πανεπιστήμια και ινστιτούτα, σε επιστημονικά συνέδρια και περιοδικά και σε προγράμματα ανταλλαγών ανά τον κόσμο, τεκμηριώνει τη συμβολή τους και αναδεικνύει την στρατηγική τους στη διαδικασία της πολιτισμικής διείσδυσης. [5]

Ωστόσο, η διάχυση της λαϊκής αμερικανικής κουλτούρας μέσω της τηλεόρασης, του κινηματογράφου, των μουσικών ρευμάτων, της ενδυμασίας, υπήρξε αυτή που εξυπηρέτησε καίρια την πολιτισμική διείσδυση στις λαϊκές μάζες, προσδιορίζοντας παράλληλα ένα προνομιακό πεδίο δραστηριοτήτων για τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Την ίδια περίοδο, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της Αμερικής προωθούσαν στην Ευρώπη τις αμερικανικές μεθόδους μάρκετινγκ για την επίτευξη μαζικής παραγωγής και την τόνωση της μαζικής κατανάλωσης. Ως προϋποθέσεις τέθηκαν ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και η εξειδικευμένη τεχνική κατάρτιση όπως και η δημιουργία ανάλογης κουλτούρας μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών.

Στη συγκυρία της άμεσης μεταπολεμικής περιόδου, το βασικό πρόταγμα της «πολιτισμικής διπλωματίας» από την αμερικανική  πλευρά υπήρξε η απώθηση του κομμουνιστικού κινδύνου, καθιστώντας κυρίαρχο ιδεολογικό βραχίονά της τον αντικομμουνισμό. H αμερικανική απάντηση στο σοβιετικό κίνδυνο συμπυκνώνεται, για τη συγκεκριμένη περίοδο, στο δόγμα ανάσχεσης κινδύνου (Containment),[6] σύμφωνα με το οποίο ο σοβιετικός επεκτατισμός θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί σε μια βάση μακροπρόθεσμη, μετριοπαθή, ευέλικτη και σταθερή, ανταποκρινόμενη στις μετατοπίσεις και τους ελιγμούς της πολιτικής της άλλης πλευράς. Για το σκοπό αυτό, θεωρήθηκε ότι η καταπολέμηση της σοβιετικής πίεσης κατά των ελεύθερων θεσμών του δυτικού κόσμου προϋπέθετε την ανασυγκρότηση των ευρωπαϊκών οικονομιών, ώστε οι λαοί να απαλλαγούν από το φάσμα της εξαθλίωσης και, κατ’ επέκταση, να θωρακιστούν απέναντι σε θελκτικές υποσχέσεις που έθεταν σε κίνδυνο την ελευθερία και την εθνική τους ανεξαρτησία.

Έκτοτε, διαδοχικά οργανωτικά σχήματα ενεργοποιήθηκαν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους πολύπλευρους στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Μετά την εφαρμογή του Δόγματος Truman (1947), το οποίο αφορούσε αποκλειστικά την Ελλάδα και την Τουρκία, ακολούθησαν το ευρύτερο European Recovery Program (1947-1949), γνωστό ως «Σχέδιο Μάρσαλ», το Point Four Program (1949-1952), ένα πρόγραμμα τεχνικής βοήθειας για τις «αναπτυσσόμενες χώρες», το Mutual Security Agency (1952-1961), που παρείχε στρατιωτική, οικονομική και τεχνική βοήθεια στις φιλικές προς τις ΗΠΑ χώρες και το United States Agency for International Development (1961 έως σήμερα). Στο ίδιο πλαίσιο, ο παρεμβατισμός της αμερικανικής πολιτικής ασκήθηκε και μέσω των διεθνών οργανισμών, τους οποίους από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου κηδεμονεύουν οι ΗΠΑ.

3.0. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η καθημαγμένη από τον Εμφύλιο Πόλεμο Ελλάδα, ένα από τα πρώτα πεδία αντιπαράθεσης HΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, αποτέλεσε «το πολιτικό εργαστήρι» για την εφαρμογή του αμερικανικού δόγματος της ανάσχεσης.[7]Η αμερικανική παρέμβαση στα ελληνικά πράγματα –παράλληλα με την παρέμβαση στην Τουρκία- όχι μόνο προβλήθηκε ως αναγκαιότητα ζωτικής σημασίας για να ανακοπεί η εξάπλωση του κομμουνισμού, αλλά σηματοδότησε, επίσης, το μεσσιανικό χαρακτήρα της αποστολής των ΗΠΑ σε ρόλο εγγυητή των αξιών του ελεύθερου κόσμου. Στην κατεύθυνση αυτή, το ελληνικό πρόγραμμα περιλάμβανε, αφενός, τη στρατιωτική βοήθεια για την επικράτηση των κυβερνητικών στρατευμάτων έναντι των υποστηριζόμενων από τη Σοβιετική Ένωση ανταρτών και, μετέπειτα, την αποκατάσταση της οικονομικής και της πολιτικής σταθερότητας της χώρας στη βάση μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προγραμμάτων ανασυγκρότησης, που θα βασίζονταν στην αμερικανική οικονομική βοήθεια και τεχνογνωσία.[8]

Οι τομείς στους οποίους επικεντρώθηκε η αμερικανική παρέμβαση στο διάστημα 1946- 1963 διαχέονται σχεδόν σε όλο το φάσμα της διακυβέρνησης του ελλαδικού κράτους, βάσει και των αναφορών των εντεταλμένων αμερικανών αποστολών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα στο διάστημα αυτό[9]. Πρόκειται διαδοχικά για τις εξής δομές: United Νations Relief and Rehabilitation Administration (UNRRA) 1943-1947, American Mission for Aid to Greece (AMAG), Economic Cooperation Administration / Greece (ECA/GREECE), Mutual Security Agency (MSA/GREECE), Foreign Operations Administration (FUAY/GREECE), International Cooperation Administration (ICA/GREECE). 1168 άτομα αποτελούν το προσωπικό της αμερικανικής αποστολής στα 1948.[10] 218 άτομα συγκροτούν τη μόνιμη αποστολή στην Ελλάδα ως υπάλληλοι του Αμερικανικού Υπουργείου των Εξωτερικών και της Υπηρεσίας Αμοιβαίας Ασφάλειας, στα 1953. Παράλληλα, εκατοντάδες άτομα συμμετέχουν σε αποστολές τεχνικής βοήθειας.[11] Σύμφωνα με τις αμερικανικές πηγές, 1 δισεκατομμύριο 785 εκατομμύρια δολάρια διοχετεύτηκαν στην Ελλάδα την περίοδο αυτή, από τα οποία 1,521,600,000 υπό τη μορφή δωρεών και 263,200,000 υπό τη μορφή δανείων.

Έκθεση του Τμήματος Κατάρτισης της Αμερικανικής Βοήθειας για την Ελλάδα (Απρίλιος 1963)

Πρόκειται, επομένως, για μια πολύπλευρη παρέμβαση που επικαθόρισε τον προσανατολισμό και τους ρυθμούς ανάπτυξης της μεταπολεμικής Ελλάδας συνιστώντας, παράλληλα, την επιτομή του δόγματος της ανάσχεσης. Από το 1947, ήδη, η έκθεση  Porter [12] απέδιδε την εμφύλια διαμάχη στην οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας και επεσήμανε ότι για την αποκατάσταση της πολιτικής σταθερότητας δεν αρκούσε απλά και μόνο η στρατιωτική καταστολή της κομμουνιστικής εξέγερσης, αλλά, επιπρόσθετα, απαιτούνταν βαθιές μεταρρυθμίσεις, που θα υπηρετούσαν την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.

4.0. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ

Τόσο η οικονομική ανάπτυξη όσο και η προοπτική της κοινωνικής συνοχής, ακόμη και ιδωμένες στο προσδιοριστικό πλαίσιο του αντικομμουνισμού που υιοθετούσαν οι αμερικάνοι, προϋπέθεταν μεταρρυθμίσεις στον εκπαιδευτικό τομέα. Το μοντέλο που είχε υιοθετηθεί από την Ουάσιγκτον για τις χώρες πέραν του Ατλαντικού περιλάμβανε παρεμβάσεις στο μορφωτικό και εκπολιτιστικό τομέα, με αρμόδια την Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (USIA), και στην παροχή τεχνογνωσίας, κυρίως μέσω των προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας της Υπηρεσίας Διεθνούς Ανάπτυξης ( USAID) και των προκατόχων της. Κοινοί τόποι των μορφωτικών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων που εκπονούσαν οι ιθύνοντες της αμερικανικής βοήθειας σε ολόκληρη την υφήλιο υπήρξαν: α) ο εγγραμματισμός, καθώς συνδεόταν με το στόχο της πολιτισμικής διείσδυσης, β) η ανάπτυξη της τεχνικής– επαγγελματικής εκπαίδευσης και η ανάπτυξη της έρευνας, ως προϋποθέσεις τεχνολογικού εκσυγχρονισμού και οικονομικής ανάπτυξης και γ) η εκπαίδευση για την αριστεία και την ηγεσία, προκειμένου να διαμορφωθεί η ομάδα των θεματοφυλάκων των κοινών διατλαντικών αξιών.

Για την περίπτωση της Ελλάδας, αν και στο οργανωτικό σχήμα των υπηρεσιών της αμερικανικής βοήθειας δεν υπήρξε ειδικό τμήμα αναφερόμενο στην εκπαίδευση, ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια υπάρχουν εγγραφές ποσών που αναφέρονται στα σχολεία [13] και αναφορές συγκεκριμένων παρεμβάσεων στις σχετικές εκθέσεις πεπραγμένων των αμερικανικών υπηρεσιών. Είναι, ωστόσο, ποσά που φαίνεται να διατίθενται κυρίως για την οικοδόμηση και την επισκευή σχολείων, καθώς περιλαμβάνονται στη χαρακτηριστική κατηγορία «Επενδύσεις για την προσφορά ανεκτής διαβίωσης». Άλλωστε, σε κάθε ευκαιρία, οι αμερικανοί παρατηρητές της περιόδου εκείνης αναφερόμενοι στην κατάσταση στην Ελλάδα περιγράφουν γλαφυρά μια χώρα της οποίας οι δομές είχαν καταστραφεί ανεπανόρθωτα στη διάρκεια του πολέμου και της γερμανικής κατοχής.

4.1. Εγγραμματισμός

Στον τομέα του εγγραμματισμού οι αναφορές των αμερικανών ειδικών αποδίδουν τα υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού μεταξύ του ελληνικού πληθυσμού, αφενός, στην έλλειψη εκπαιδευτικών δομών, εξαιτίας των πολέμων και, αφετέρου, στο γλωσσικό διχασμό μεταξύ διδασκόμενης και ομιλούμενης γλώσσας.[14] Στη σχετική συζήτηση τίθενται με σαφήνεια υπέρ της καθιέρωσης της ομιλούμενης γλώσσας ως γλώσσας του κράτους και, κατά συνέπεια, και της εκπαίδευσης. [15]

Στις πολιτικές για τον εγγραμματισμό προτείνoνται η σύσταση νηπιαγωγείων, μορφωτικών πυρήνων στους εργατικούς και αγροτικούς οικισμούς, σχολών αλφαβητισμού ενηλίκων. Πρόκειται για δραστηριότητες που γνωρίζουν ιδιαίτερη άνθιση με βασικούς φορείς υλοποίησης τα βασιλικά ιδρύματα και άλλες φιλανθρωπικές οργανώσεις και, δευτερευόντως, το ελληνικό κράτος. [16]

Παράλληλα, υπό την αιγίδα της UNESCO, τίθεται σε εφαρμογή και στην Ελλάδα ένα φιλόδοξο πρόγραμμα σύστασης βιβλιοθηκών. Το πρόγραμμα γνωρίζει ιδιαίτερη άνθιση από το 1960 και έπειτα, κι ενώ έχει μεσολαβήσει στα 1958 η σύσταση του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών για τη συνέχιση της λειτουργίας προγραμμάτων ενημέρωσης στην Ελλάδα, η οποία θα έπρεπε να περιλαμβάνει «(1) λειτουργία βιβλιοθηκών και προγραμμάτων βιβλιοθήκης (2) βοήθεια προς την ελληνική κυβέρνηση για τη δημιουργία δανειστικών βιβλιοθηκών (3) διανομή των βιβλίων, περιοδικών, ταινιών (4) παραγωγή των περιοδικών, φυλλαδίων και υλικού επικαίρων ».[17]

Στην ίδια κατεύθυνση βρίσκονται και οι πρωτοβουλίες για τη διάδοση της αγγλικής γλώσσας και της αμερικανικής γραμματείας. Τα προγράμματα που εκπονούνται στην Αμερική εμπλέκουν τον κρατικό και τον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να επιτευχθεί μια ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος πολιτισμικής διείσδυσης. Στην Ελλάδα, η διδασκαλία της αγγλικής ως ξένης γλώσσας εισάγεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση με σχετικό Νόμο το 1951.[18]

Το Αμερικανικό Κολλέγιο Ανατόλια της Θεσσαλονίκης κατά τη δεκαετία του ’40.

4.2.Τεχνική – Επαγγελματική Εκπαίδευση

Από το 1948 στο πλαίσιο της διοικητικής δομής της Αμερικανικής Βοήθειας λειτουργούσε«Γραφείο Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης», το οποίο υπαγόταν στο διοικητικό τομέα της Εργασίας.[19] Γενικότερα, άλλωστε, η Τεχνική– Επαγγελματική Εκπαίδευση γίνεται κατανοητή σε σχέση με τη βελτίωση της παραγωγής και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό στους χώρους εργασίας. Το 1948 το συγκεκριμένο Γραφείο εκπονεί σχέδιο Νόμου για την τεχνική, επαγγελματική και βιομηχανική εκπαίδευση, με τη σύσταση για άμεση ενεργοποίησή του από τη Βουλή.[20]Ένα σχέδιο Νόμου που σε πολλά του σημεία φαίνεται να προδιαγράφει κάποιες από τις ρυθμίσεις της νομοθεσίας του 1959. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης σε ζητήματα επαγγελματικού προσανατολισμού και συμβουλευτικής στους μαθητές, ώστε να ακολουθήσουν σπουδές σε τεχνικούς κλάδους, όπως επίσης και να προσδιοριστούν επαγγελματικά.

Χαρακτηριστική ώθηση δίνεται στη «γνωστική μαθητεία» για νεαρούς μαθητές 14-18 ετών υπό την εποπτεία των ειδικών της αμερικανικής τεχνικής βοήθειας. Οι αμερικανικές αναφορές υποστηρίζουν πως στο ευρύ δίκτυο γνωστικής μαθητείας που διοργάνωσαν σε τομείς όπως βιομηχανία, γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία, ξυλουργική, κομμωτική, ραπτική, κ.α. μεταξύ των ετών 1948 – 1954 συμμετείχαν περί τους 60000 μαθητές. Η διαδικασία της γνωστικής μαθητείας ήταν η εξής: οι μαθητές αποκτούσαν την τεχνική ικανότητα της δουλειάς κοντά σε μεγαλύτερους επαγγελματίες. Με συστηματική καθοδήγηση και διδασκαλία, μετά το ωράριο εργασίας, επιχειρούνταν οι μαθητές να εισαχθούν στην τεχνογνωσία του επαγγέλματος και να ενημερωθούν για τις εξελίξεις στο χώρο ενδιαφέροντός τους.[21]

Οι αναφορές των υπηρεσιών της αμερικανικής βοήθειας επισημαίνουν την προσπάθειά τους για συστηματική αναδιάρθρωση του τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης, που, ωστόσο, υπολείπεται των προσδοκιών και των αρχικών σχεδιασμών.[22] Στην αμερικανική βοήθεια πιστώνονται η επαναλειτουργία 22 επαγγελματικών σχολών, μετά την επισκευή και τον εξοπλισμό τους, η παροχή 1,5 εκατομμυρίων δολαρίων και 20,5 εκατομμυρίων δραχμών για την ανάπτυξη της τεχνικής – επαγγελματικής εκπαίδευσης.[23] Στη Διεθνή Τράπεζα αποδίδεται η δημιουργία των πρώην ανώτερων ιδρυμάτων τεχνικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (KATE).[24]

Σε γενικές γραμμές, ο αμερικανικός παράγοντας φέρεται να παίζει καθοριστικό ρόλο στον επαναπροσανατολισμό του παραδοσιακά μονοδιάστατου εκπαιδευτικού συστήματος προς την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην αναμόρφωση των περιεχομένων μάθησης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στο άνοιγμα των ανώτερων βαθμίδων του συστήματος σε όλες τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες και στην εγκαθίδρυση ενός πλαισίου έρευνας και παραγωγής γνώσης.

4.3. Ανάπτυξη της έρευνας

Με την αμερικανική καθοδήγηση, τεχνική υποστήριξη και χρηματοδότηση ή, τουλάχιστον, την καθοριστική συμβολή των υπηρεσιών της αμερικανικής βοήθειας φέρονται να συστήθηκαν μια σειρά σημαντικών πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων, που αποτελούν, έως και σήμερα, τους βασικούς πυλώνες της ερευνητικής παραγωγής στην Ελλάδα. Διάσπαρτες αναφορές σχετίζουν την αμερικανική βοήθεια με τη σύσταση φορέων, όπως το Πανεπιστήμιο Πατρών, την Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης, το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, το Εθνικό (τότε Βασιλικό) Ίδρυμα Ερευνών, το Τεχνολογικό Ίδρυμα Δοξιάδη, το Κέντρο Προγραμματισμού και Έρευνας (ΚΕΠΕ), το Ελληνικό Κέντρο Παραγωγικότητας (ΕΛΚΕΠΑ), το Κέντρο για την Ψυχική Υγεία και Έρευνα, το Κέντρο Ανωτέρας Φυσικής και Φιλοσοφίας της Επιστήμης. [25]4.4. Εκπαίδευση για την Αριστεία και την Ηγεσία

Κέντρα μελέτης και ανάδειξης των αμερικανικών ιδεών και πρακτικών στο εξωτερικό χαρακτηρίζει το άρθρο 214 του Νόμου για την Εξωτερική Βοήθεια του 1961 τα σχολεία εκτός των Η.Π.Α., που ιδρύθηκαν ή χρηματοδοτούνται από αμερικανούς πολίτες. Ως τέτοια κέντρα στην Ελλάδα θεωρήθηκαν η «Γεωργική Αμερικανική Σχολή» και το «Κολλέγιο Ανατόλια» στη Θεσσαλονίκη, το «Αμερικανικό Κολλέγιο Αθηνών», «το Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδας- Pierce», το «Κολλέγιο Deree» και η «Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών» στην Αθήνα. [26] Στη μεταπολεμική περίοδο –και όχι μόνο- τα σχολεία αυτά χρηματοδοτήθηκαν αδρά από την αμερικανική κυβέρνηση, εφάρμοσαν και εστίασαν στην εκπαίδευση για την αριστεία και  την ηγεσία, καθώς, μεταξύ των δεκάδων χιλιάδων της ελιτίστικης πελατείας τους, σημαντικό μέρος αυτών συνιστά την πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ελίτ της Ελλάδας.

Ίσως τα σχολεία  αυτά  και η λειτουργία  τους στο κοινωνικοπολιτικό  πλαίσιο  της μεταπολεμικής Ελλάδας είναι το πιο απτό παράδειγμα της αποτελεσματικότητας της αμερικανικής πολιτισμικής διπλωματίας στη χώρα. Επιπρόσθετα, ωστόσο, η εικόνα συμπληρώνεται από τις δεκάδες χιλιάδες των Ελλήνων που στην ίδια περίοδο εκπαιδεύτηκαν ή καταρτίστηκαν στην Αμερική, στο πλαίσιο διαφόρων προγραμμάτων εκπαιδευτικών ανταλλαγών που οργάνωσαν οι ΗΠΑ σε συνεργασία με τις χώρες του Δυτικού κόσμου. Οι απόφοιτοι των αμερικανικών κολλεγίων είχαν, ούτως ή άλλως, μια προνομιακή μεταχείριση στις υποτροφίες που εξασφάλιζαν τη φοίτηση σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ.

Η Ελλάδα, άλλωστε, είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που το 1948 υπέγραψε συμφωνία με το ίδρυμα Fulbright, το οποίο υλοποίησε το πιο φιλόδοξο αμερικανικό πρόγραμμα υποτροφιών και πανεπιστημιακών ανταλλαγών.[27] Από το 1948 έως το 1968, το Ίδρυμα στην Ελλάδα φέρεται να είχε απονείμει υποτροφίες σε περισσότερους από 1,800 Έλληνες και Αμερικανούς και να είχε προσφέρει δωρεάν συμβουλευτικές υπηρεσίες για σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες σε χιλιάδες άτομα.

Προγράμματα ανταλλαγών στην Ελλάδα ανέπτυξαν, επίσης,  διάφοροι  κρατικοί  και ιδιωτικοί αμερικανικοί φορείς, το πλήθος των οποίων δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί με ακρίβεια. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα υπήρξε η έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την USIA μεταξύ των 754 Ελλήνων που είχαν εκπαιδευτεί στο πλαίσιο του Προγράμματος Τεχνικής Συνεργασίας στην Αμερική. Ο μεγαλύτερος αριθμός των συμμετεχόντων ήταν στον τομέα της γεωργίας και ακολουθούσαν οι τομείς της πολιτικής αεροπορίας, του ηλεκτρισμού και της βιομηχανίας. Περίπου το 70% των συμμετεχόντων εργάστηκαν ως υπάλληλοι της ελληνικής κυβέρνησης ή κρατικών υπηρεσιών. Επιπρόσθετα, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων από τον ιδιωτικό τομέα ήταν νέοι άντρες προερχόμενοι από την εργατική τάξη.[28]

5.0. ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Έως το τέλος της μεταπολεμικής περιόδου όλες αυτές οι πολιτικές στο πεδίο της πολιτισμικής διπλωματίας αποδείχτηκαν αρκετά αποτελεσματικές. Μεγάλο μέρος της πνευματικής, επιστημονικής και πολιτικής ελίτ της Ελλάδας είχε διατηρήσει στενές επαφές με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και συνέβαλε στη μετατόπιση της αξιολογίας της ελληνικής κοινωνίας προς τις αμερικανικές αξίες. Ωστόσο, η στήριξη της στρατιωτικής δικτατορίας της περιόδου 1967-1974 από τον αμερικανικό παράγοντα συνετέλεσε στη διαμόρφωση ενός ισχυρού αντιαμερικανισμού με την έλευση της μεταπολίτευσης, ο οποίος πολλές φορές επικαθόρισε την αφήγηση και τη συνολική αποτίμηση της μεταπολεμικής περιόδου.

Στην ιστορική εκείνη μετεμφυλιακή καμπή, όταν η υπαρξιακή ανασφάλεια του αστικού κράτους όριζε ως αδιαπραγμάτευτο κριτήριο πατριωτισμού τον αντικομμουνισμό, κάθε έκφανση της εκπαιδευτικής διαδικασίας  είχε κληθεί να συμβάλλει σε μια ανάλογη πολιτική κοινωνικοποίηση. Ωστόσο, από τα δεδομένα που αναδείχτηκαν παραπάνω φαίνεται ότι, εκτός από την περιθωριοποίηση όποιου στοιχείου θεωρούνταν ότι αλλοιώνει το ανθρωπιστικό ιδεώδες της αγωγής και το ελληνοχριστιανικό πρόταγμά της (τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση – δημοτική γλώσσα), είχε προταθεί, παράλληλα, και στο πλαίσιο της εκπαίδευσης ένα αρκετά διαφορετικό μοντέλο απώθησης του «κομμουνιστικού κινδύνου». Πρόκειται για το γενικότερο σχέδιο που εκπορεύτηκε από την αντίληψη που εξέφραζε η αμερικανική βοήθεια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου πως η ενίσχυση των θεσμών κοινωνικής πρόνοιας και η συντεταγμένη εμπλοκή των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων στην παραγωγική διαδικασία αποτελούσαν τα σημαντικότερα εχέγγυα για την κοινωνική ενσωμάτωση και τη θωράκιση της αστικής δημοκρατίας. Από τη σκοπιά της εκπαίδευσης, τα σχετικά αρχεία των υπηρεσιών της αμερικανικής βοήθειας αναδεικνύουν πως η θέση αυτή υπηρετήθηκε κυρίαρχα μέσα από την ανάπτυξη της κατώτερης τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, την προώθηση του αλφαβητισμού, την εκπαίδευση αριστείας και την ενσωμάτωση μειονοτικών ομάδων μέσω μοντέλων και πρακτικών που είχαν γνωρίσει επιτυχία στις ΗΠΑ.

Στη βάση των δεδομένων αυτών, φαίνεται πως η ελληνική εκπαίδευση στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια κλήθηκε να συμβάλει στην προτεραιότητα του αντικομμουνισμού μέσω συμπληρωματικών, αντικρουόμενων πολλές φορές, εκπαιδευτικών στρατηγικών, δεδομένης της ιδιαίτερης  βαρύτητας  που  είχε  η  αμερικανική  παρέμβαση  την  περίοδο  εκείνη.  Ωστόσο,  το «ελληνοχριστιανικό» κράτος και η ελληνική κοινωνία επέδειξαν σημαντικές αντιστάσεις ή, τουλάχιστον, εμφανή απροθυμία στην υλοποίηση των προτεινόμενων εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών, οι οποίες, κατά κανόνα, περιλάμβαναν μέτρα απαραίτητα για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης και της οικονομίας. Ως εκ τούτου, προκύπτει το δεδομένο η αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πολιτισμικής διπλωματίας στον εκπαιδευτικό τομέα να είναι απολύτως σαφής μόνο εκεί όπου η διαρκής κρατική συνέργεια δεν υπήρξε προϋπόθεση, δηλαδή στα  ιδιωτικά σχολεία και στα προγράμματα εκπαιδευτικών ανταλλαγών.

Τα δεδομένα αυτά δεν εγγράφονται σε κάποιο ερμηνευτικό κενό σε σχέση με την εκπαιδευτική ιστορία της μεταπολεμικής περιόδου. Αντίθετα, σύμφωνα με μια απόπειρα ανάγνωσης, έρχονται να επιβεβαιώσουν τη διαδεδομένη αντίληψη πως οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που είχαν τον έλεγχο του κράτους μεταπολεμικά επέδειξαν εμμονές και αντιστάσεις στο ενδεχόμενο αναπροσανατολισμού της εκπαίδευσης. Η στάση τους αποδίδεται στο συμφέρον που είχαν να χειραγωγούν ιδεολογικά τους μαθητές μέσω της εγχάραξης ενός ιδεολογικοποιημένου παρελθόντος, ώστε να αποτρέπεται διαχρονικά κάθε κριτική αντιμετώπιση του παρόντος. Ωστόσο, μια διαφορετική ανάγνωση προκύπτει για την περίοδο της μεταπολίτευσης, όταν η ενδοαστική σύγκρουση καθιστά κυρίαρχες εκείνες τις πολιτικές και κοινωνικές ομάδες που στα μεταπολεμικά χρόνια κοινωνικοποιήθηκαν ποικιλότροπα στο πλαίσιο της αμερικανικής  πολιτισμικής διπλωματίας. Οι ομάδες αυτές, αν και περιέλαβαν στον εκπαιδευτικό τους λόγο και την αναγκαιότητα της εργαλειακής-ινστρουμενταλιστικής γνώσης και της τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης, εν τούτοις, παρέμειναν πιστές σε έναν εκπαιδευτικό φορμαλισμό που παραπέμπει σε προηγούμενες περιόδους διατηρώντας το σχολικό θεσμό παιδαγωγικά και κοινωνικά δυσλειτουργικό. Ενδεχομένως, η «αποκάλυψη» της σύστασης των «κρεολοποιημένων αξιών και πρακτικών» της ελληνικής κοινωνίας, με τη βοήθεια της κοινωνιολογίας και της ιστορίας του πολιτισμού, να συμβάλει στην απόπειρα ερμηνείας των εκπαιδευτικών πρακτικών και της μεταπολιτευτικής περιόδου. Με την εργασία αυτή επιχειρήθηκε, σε ένα πρώτο στάδιο, να αναδειχθεί ακριβώς αυτή η αναγκαιότητα, να ενσωματωθεί στη συζήτηση για τη μεταπολεμική εκπαιδευτική ιστορία του τόπου και η αμερικανική παρέμβαση, αφού διερευνηθεί σε βάθος και σε όλες τις διαστάσεις της.

Ο Γιάννης Μπέτσας είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

*Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο: Κ. Δαλακούρα, Σ. Χατζηστεφανίδου, Α. Χουρδάκης, (επιµ.), Ιστοριογραφία της ελληνικής εκπαίδευσης: Επανεκτιµήσεις και προοπτικές, Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστηµίου Κρήτης, Ρέθυµνο 2015, σσ. 311-339.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Richard T. Arndt, The First Resort of Kings: American Cultural Diplomacy in the Twentieth Century (Dulles, Va.: Potomac Books, Inc, 2005) 40.
  2. Volker R. Berghahn, “The debate on ‘Americanization’ among economic and cultural historians”, Cold War History 10:1 (2010) 107-130.
  3. Anselm Doering – Manteuffel, “Transatlantic exchange and Interaction – The Concept of Westernization” (Paper Presented at the Conference The American Impact on Western Europe: Americanization and Westernization in Transatlantic Perspective, German Historical Institute, Washington D.C., March 25-27, 1999) 7.
  4. Peter Burke, Cultural Hybridity (Cambridge: Polity Press, 2009) 61-64.
  5. Konstantina Botsiou, “The Interface between Politics and Culture in Greece”, The Americanization of Europe: Culture, Diplomacy and Anti-Americanism after 1945, ed. Alexander Stephan (New York: Berghahn, 2007), 277-306, Έφη Κουατροτσιόκι, “Η Αμερικανική Πολιτισμική Διπλωματία στην Ελλάδα” (Μεταπτυχιακή Εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2012) 16.
  6. J. L. Gaddis, Strategies of Containment: A Critical Appraisal of Postwar American National Security Policy (New York: Oxford University Press, 1982), 24-52.
  7. Konstantina Botsiou, όπ.π. 277.
  8. Ioannis D. Stephanides, Stirring the Greek Nation: Political Culture, Irredentism and Anti-Americanism in Post-War Greece, 1945-1967 (Hampshire: Ashgate Publishing Limited, 2007), 18.
  9. Foreign Operations Administration, The American Aid Programs in Greece. A Summary Account of the American Economic Aid Programs to Greece from 1947 to the spring of 1954 (Washington: U.S. Government Printing Office, 1954). E. Gruening, Report of a Study of United States Foreign Aid in Ten Middle Eastern and African Countries (Washington: U.S. Government Printing Office, 1963).
  10. American Mission for Aid to Greece, A Factual Summary Concerning the American Mission for Aid to Greece (Athens: 1948), 20.
  11. U.S. Department of State, Foreign Service List (Washington: U.S. Government Printing Office, 1953), 45-47.
  12. P. Porter, Ζητείται: ένα θαύμα για την Ελλάδα : Ημερολόγιο ενός προεδρικού απεστελμένου, 20 Ιανουαρίου – 27 Φεβρουαρίου 1947, επιμ. Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Σπύρος Βρετός (Αθήνα: Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, 2008).
  13. Στο τετραετές πρόγραμμα που εκπονήθηκε για την εφαρμογή του «Σχεδίου Μάρσαλ» είχαν προβλεφθεί από κοινού για τη Δημόσια Υγεία και την Εκπαίδευση 39,7 εκ. $, ποσό που αναλογούσε στο 6,9% του συνολικού προγράμματος, Μεταξύ των κλάδων που χρηματοδοτούνται από το πρόγραμμα αμερικανικής βοήθειας στο διάστημα 1946-1953 περιλαμβάνεται και η εκπαίδευση σε μικρό συγκριτικά ποσοστό (1,7%), Foreign Operations Administration, όπ.π. 7.
  14. International Cooperation Administration, Summary of the Labor Situation in Greece (Office of Labor Affairs, 1955), 1.
  15. International Cooperation Administration, Economic development in Greece: the human resources problem, (Washington: International Cooperation Administration, 1957), 7.
  16. A. Andreou, S. Iliadou, I. Mpetsas, Frederica’s Children or Marshall Plan’s Kids? Students of the Royal Educational Institutions in Post-War Greece (Saarbrucken: Lambert Academic Publishing, 2012), 103-105.
  17. U.S. Department of State, Foreign Relations of the United States, 1958-1960. Eastern Europe; Finland; Greece; Turkey, vol. X, Part 2 (Washington: Government Printing Office, 1960), 629.
  18. Έφη Κουατροτσιόκι, όπ.π. 44.
  19. Th. Wilson, Oral History Interview with Spyros Markezinis (Missouri: Harry S. Truman Library Independence, 1970), 47.
  20. American Mission for Aid to Greece, όπ.π. 13.
  21. Foreign Operations Administration, όπ.π. 26-27. European Cooperation Administration, ECA Mission to Greece. Chronicle American Aid Achievements in Greek Labor Movement (Athens: USIS, 1952), 3-4.
  22. «Το ποσοστό εγγραφής για την τεχνική εκπαίδευση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι το χαμηλότερο στην Ευρώπη- παρά τη ζήτηση για τεχνικά καταρτισμένους ανθρώπους σε όλους τους τομείς. Ενώ ο αριθμός των μαθητών σε τεχνικά-επαγγελματικά σχολεία έχει αυξηθεί κατά περίπου 2,25 φορές μεταξύ 1937 και 1964 -από 31.692 σε 71.917- ο αριθμός στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είχε αυξηθεί 4,66 φορές -από 10,561 σε 49,532. Έτσι, η τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει δείξει μια ταχύτερη αύξηση από ό,τι η πολυπόθητη τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση», D.C. Myrick, L.A. Witucki, How Greece Developed its Agriculture, Foreign Agricultural Economic Report No.67 (Washington: U.S. Government Printing Office, 1971), 72-73.
  23. Foreign Operations Administration, όπ.π. 15.
  24. N. Patiniotis, D. Stavroulakis, “The development of vocational education policy in Greece: a critical approach”, Journal of European Industrial Training Vol. 21 No 6/7 (1997): 196.
  25. Konstantina Botsiou, όπ.π. 284-285. N. Patiniotis, D. Stavroulakis, όπ.π. 196. A. Andreou, S. Iliadou, I. Mpetsas, όπ.π. 95-96.
  26. Έφη Κουατροτσιόκι, όπ.π. 44. Konstantina Botsiou, όπ.π. 286.
  27. Νικόλας Μανιτάκης, “Ξένες Κρατικές Υποτροφίες”, Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αι., τομ. 4ος, επιμ. Χατζηιωσήφ, Χ. (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2009) 133-157, 136.
  28. USIA, Survey Report of Returned Participants, Training Division (Athens: United States Aid Mission to Greece, 1963).

“Το τραμ το τελευταίο». Τα μέσα μαζικής μεταφοράς του παρελθόντος.

 

“Το τραμ το τελευταίο”. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς
του παρελθόντος

Θα σου διηγηθώ – μου γράφει καθημερινός αναγνώστης – ένα επεισόδιο που μου συνέβη το βράδυ της τετάρτης Αυγούστου στο τραμ. Μέσα στη μονοτονία της πορείας του τραμ, αν δεν συντροφεύεσαι, τι άλλο έχεις να κάνεις, παρά να κυττάζης τους συνεπιβάτες σου; Πολλά μπορείς να μάθης απ’ τη σπουδή τους. Ο μακαρίτης ο Νιρβάνας, ολόκληρο το πνευματικό του το υλικό, το πήρε από αυτήν την παρακολούθηση των συνεπιβατών του. Έτσι έγραψε και τους περίφημους «Εφαψίες» του. Βέβαια, ο Π. Νιρβάνας, καθημερινός ταξιδιώτης με τραμ, ηλεκτρικό και το «θηρίο», κατέγραψε δεκάδες «επεισόδια» στα μέσα αυτά, δημιουργώντας μια μοναδική ηθογραφία του μεσοπολέμου. «Καθώς πλησιάζομεν, ανύποπτοι, προς την Γαργαρέτταν, το τραμ σταματά αποτόμως. Τι συμβαίνει; Συνηθισμένη ιστορία. Κόπηκε το ρεύμα. Το γεγονός γίνεται δεκτόν, κατά τόσους τρόπους, όσοι είνε και οι επιβάται. Και δημιουργείται αμέσως, εκ του προχείρου, μέσα στον στενόν εκείνον χώρον, μία έκθεσις ψυχών…
[Σπύρος Μελάς]

…Υπήρχε τότε η διάδοση –κάτι σαν προφητεία– πως θαρθεί καιρός που από την Αγ. Δημητρίου θα περάσει το τραμ και πως για να φαρδύνει ο δρόμος θα γκρεμιστεί όλη η δεξιά γραμμή των σπιτιών από την οδό Σοφοκλέους ώς την Ευαγγελίστρια (…) Το πέρασμα του τραμ όμως δεν εκπληρώθηκε γιατί στο μεταξύ καταργήθηκαν τα ίδια τα τραμ…
[Γιώργος Ιωάννου]

Αλλά και το τέταρτον υπ’ αριθ. 12 τραμ εδήλωσεν ότι… «δεν πάει Παγκράτι». Αλλ’ ιδού το πέμπτον, το οποίον θα πάη. Αυτό θα πάη πράγματι, αλλ’ από τους αναμένοντας μάρτυρας δεν θα πάη κανείς. Διότι το πέμπτον έρχεται πλέον κατάφορτον. Το φορτίον του είνε μια μάζα από ανθρώπινες σάρκες. Άλλοι κρέμονται από τις σκάλες και άλλοι από το όπισθεν μέρος του εξώστου. Ο νόμος του αδιαχωρήτου έχει καταργηθή. Το θέαμα, το συγκοινωνιακόν αίσχος δηλαδή, προκαλεί την αγανάκτησιν του πλήθους που περιμένει. Και το οποίον θα περιμένη. Διότι η πόλις αυτή έχει λαμπράς, καλλιμαρμάρους οικοδομάς, έχει άφθονον ηλεκτρικόν φως, έχει ραδιόφωνα, κινηματογράφους, θέατρα, ντάνσιγκ αλλά… δεν πάει Παγκράτι.
[Τίμος Μωραϊτίνης ]

 

Η Αθηνά Ταρσούλη ταξίδεψε με το τραμ της Καλαμάτας, ο Μπάμπης Άννινος παραβρέθηκε στις δοκιμές του πρώτου ηλεκτροκίνητου οχήματος στην Ελλάδα, του τραμ της Πάτρας (1902) και ο Γιάννης Καιροφύλλας μας μετέφερε πολλές φορές, με νοσταλγία όπως πάντα, στην μπελ επόκ της Αθήνας του ιππήλατου, ατμήλατου και ηλεκτρικού τροχιόδρομου. Ο Μ. Καραγάτσης μας προέκυψε αντίπαλος του τραμ και με ένα τεχνοκρατικό κείμενο στο περιοδικό Συγκοινωνία (1950), όπου και αρθρογραφούσε, προτείνει: «Διεύρυνσις αρτηριών και κατάργησις τροχιοδρόμων». Βέβαια βρισκόμαστε στην εποχή που τα τραμ είχαν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους για μια δεκαετία περίπου και είχαν αρχίσει ήδη οι πρώτες φωνές για την κατάργησή τους ή μάλλον για τον περιορισμό τους σε συγκεκριμένες διαδρομές. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Ν. Σ. Κτενιάδη για τη ιστορία της πρώτης περιόδου του ελληνικού σιδηροδρόμου στην Πρωία, (10-05-1936) μας δίνει μια πληροφορία για έναν «σιδηρόδρομο της Πεντέλης»: «Ο συντάκτης του ημερολογίου “Νέα Ελλάς” (1894, σελ. 428) λογάριαζε να ταξιδέψη με το σιδηρόδρομο στην Πεντέλη το καλοκαίρι του 1898. Εμείς μπορούμε με την ίδια βεβαιότητα να λογαριάζουμε όχι μονάχα το ταξιδάκι της Πεντέλης μα κι’ ένα δεύτερο σιδηροδρομικό ταξιδάκι από την Καλαμπάκα στη Βέρροια στα 1998. Τι τα θέλετε ! Σε μερικούς τόπους “οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους».

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε πάνω σε ένα τραμ (1940) διεκδικώντας λίγη από τη φήμη του Αντόνι Γκαουντί, του περίφημου Καταλανού αρχιτέκτονα και μεγάλου λάτρη των τραμ, ο οποίος παρασύρθηκε από ένα τραμ το 1926, αφήνοντας ημιτελή την Sagrada Familia («… έπειτα, τι αλλόκοτη σύμπτωση αυτή η συγκοπή μες σ’ ένα τραμ! Θα νόμιζε κανείς πως ο αλησμόνητος χιουμοριστής, που τόσες φορές ακόνισε την πένα του στ’ αναξιοπαθήματα συνανθρώπων ανύποπτων, έδωσε πεθαίνοντας στους διαδόχους του ένα θέμα ολόπικρης ειρωνίας, που ταίριαζε περίφημα στο ύφος του». — Γ. Κοτζιούλας, Ο άνθρωπος της μοναξιάς, Νεοελληνικά Γράμματα, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 1940, φύλλο αφιερωμένο στη μνήμη του Ζαχαρία Παπαντωνίου).

Ο Κ. Ταχτσής περιέγραψε σε ένα Παρασκήνιο τη «σκαλομαρία» στα «τραμβάϋ» των παιδικών του χρόνων, την οποία θυμήθηκε αργότερα και στα ποιήματά του. Ο Σ. Κουγιουμτζής αγαπούσε πολύ τα τραμ και ο Ν. Καμμώνας απευθύνεται με οδύνη «Προς τα τραμ…» (της Θεσσαλονίκης, 1954):

…Βαθύτατα συγκεκινημένοι από την εις βάρος σας καταδικαστικήν απόφασιν, σας απευθύνομεν το ύστατον «χαίρε» και σας βεβαιούμεν ότι δεν θα λησμονήσωμεν ποτέ την φιλεργίαν σας και τας πολυτίμους υπηρεσίας που μας προσφέρατε επί τόσα συνεχή έτη, παρέχοντες παράδειγμα φιλοπονίας εις τους Νεοέλληνας.
Σας παρακαλούμεν δε να λησμονήσετε την μοχθηρίαν ημών των δημοσιογράφων, οι οποίοι όλας τας ευθύνας για του Ψύλλου πήδημα τας επιρρίπταμε στα τραμ… Αλλοιώς εγνωρισθήκαμε και αλλοιώς χωριζόμαστε…

Από της 6ης πρωϊνής της 1ης Σεπτεμβρίου του 1908, όταν τέθηκε σε λειτουργία το πρώτο ηλεκτροκίνητο τραμ, μέχρι της 15ης Δεκεμβρίου 1959 (10 μήνες πριν από την κατάργηση και της τελευταίας γραμμής), συνολικά εξυπηρετήθηκαν δύο δισεκατομμύρια οκτακόσια είκοσι πέντε εκατομμύρια (2.825.000.000) Αθηναίοι και άλλοι επιβάτες, στις δεκαέξι γραμμές της πρωτευούσης και των περιχώρων της.

Πηγή:
“Το τραμ στη λογοτεχνία”
—του Σάκη Κουρουζίδη—

Ένθετο Επτά Ημέρες της Καθημερινής, το 2005, σε ένα ειδικό αφιέρωμα για το τραμ

Αθήνα (πλατεία Συντάγματος), 1911.
Θεσσαλονίκη – Χορτιάτης, αρχές του Μεσοπολέμου.
Θεσσαλονίκη (διασταύρωση Μεγ. Αλεξάνδρου και Εγνατίας), Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, οδός Αθηνάς, 1945.
Αθήνα, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Πειραιάς, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Αθήνα, 1952.
Ομόνοια-Πετράλωνα, Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας.
Καλύβια Αγρινίου.
Βαθύ-Καρλόβασι, Σάμος.
Καβάλα
Ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος στο σταθμό του Νέου Φαλήρου.
Ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Πειραιά-Κηφισιάς, εσωτερικό οχήματος.
Ο τερματικός σταθμός του Πειραιά το 1981.
Τα πράσινα λεωφορεία του Πειραιά, δεκαετία του ’60.
Το τρόλλεϋ της Αθήνας….
…και του Πειραιά.
Ανθρωποκυνηγητό μέσα στους δρόμους της Αθήνας με τον Jean-Paul Belmondo (Le casse, 1971).
Εισπράκτορας λεωφορείου, δεκαετία του ΄70.
Πειραιάς, δεκαετία του ΄70.
ΚΤΕΛ Καρδίτσας κάτω από την Ακρόπολη, δεκαετία του ΄70.
Θεσσαλονίκη (Επταπύργιο), δεκαετία του ΄80.
Αθήνα, διώροφα λεωφορεία, 1982.
Το τραμ του Περάματος.
Το τραμ το τελευταίο. Το κλείσιμο της γραμμής το 1977.

Αθάνατα στιγμιότυπα από ελληνικές κωμωδίες

Ο ζηλιαρόγατος, 1956

Η θεία από το Σικάγο, 1957.

Η διεθνής διάσταση

Le casse, 1971.

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Κυριάκος Χατζηκυριακίδης: Μετοικεσίες των Ελλήνων της Ρωσίας και της ΕΣΣΔ στη Μακεδονία στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα

Κυριάκος Χατζηκυριακίδης

 Μετοικεσίες των Ελλήνων της Ρωσίας και της ΕΣΣΔ στη Μακεδονία

στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα

 

 

 

Κανενός τμήματος του εν διασπορά Ελληνισμού η ιστορία δεν συνδέεται τόσον στενά

με την καθόλου ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους, όσον στενά και αδιάσπαστα

είναι συνδεδεμένη με αυτήν η ιστορία του Ελληνισμού της Ρωσίας.

        Ελευθέριος Παυλίδης (1876-1974)

 

Μερικές γενικές παρατηρήσεις

Εδώ και μισόν αιώνα περίπου η νεοελληνική ιστοριογραφία άρχισε να στρέφει σταδιακά την προσοχή της και σε ένα μάλλον παραμελημένο κεφάλαιο της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς: στις τύχες των Ελλήνων της τσαρικής Ρωσίας και της διαδοχικής της Σοβιετικής Ένωσης. Πολλές πτυχές τής ιστορικής εξέλιξης των ελληνικών εστιών τής αχανούς (παρά τις εδαφικές της αναμορφώσεις και αναδιπλώσεις) αυτής χώρας παραμένουν ακόμα ακατάγραφες. Ωστόσο η εικόνα που διαθέτουμε σήμερα για την τύχη τού σημαντικού αυτού τμήματος του απόδημου Ελληνισμού είναι γενικά ικανοποιητική. Οι σχετικά πρόσφατες επίσης έρευνες έχουν επίσης κάνει γνωστά και τα κύματα της «παλινόστησης» που σάρωσαν κυριολεκτικά τον Ελληνισμό της πρώην ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα των επιμέρους Σ. Σ. Δημοκρατιών, μετά την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος και τη διάλυση της άλλοτε κραταιάς Συνομοσπονδίας. Λιγότερο γνωστές παραμένουν οι παλαιότερες παλινοστήσεις, προπάντων εκείνες που επιχειρήθηκαν στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται η παρούσα εργασία, η οποία πάντως αφορά τις εγκαταστάσεις των Ελλήνων της Ρωσίας στον μακεδονικό χώρο.

Οι εκτιμήσεις για τα δημογραφικά στοιχεία των ελληνικών πληθυσμών στη ρωσική επικράτεια στα τέλη του 19ου αιώνα παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση συγκριτικά με την επίσης αμφισβητούμενη πρώτη επίσημη ρωσική απογραφή του 1897. Ενώ δηλαδή ο αρχιμ. Πανάρετος Τοπαλίδης υπολόγιζε στις 350 χιλ. όλους τους Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί στην τσαρική Ρωσία, σύμφωνα με τη ρωσική απογραφή δεν ξεπερνούσαν τις 207.536 άτομα. Από τον πληθυσμό αυτόν (στη συντριπτική πλειονότητά του ελληνόφωνο), το μισό ήταν εγκαταστημένο στον Καύκασο και την Υπερκαυκασία· και προερχόταν κατά κύριο λόγο από τον τουρκοκρατούμενο Πόντο. Στις αρχές του 20ού αιώνα το ελληνικό στοιχείο της «Νέας Ρωσίας» (δηλαδή της περιοχής που κάλυπτε τις νότιες προς τον Εύξεινο Πόντο κτήσεις της Αυτοκρατορίας) είτε παρέμεινε στάσιμο είτε και μειώθηκε αριθμητικά. Η κατάσταση αυτή αποδίδεται στις εσωτερικές μετακινήσεις των Ελλήνων σε άλλα εμπορικά κέντρα της νότιας Ρωσίας και γενικότερα της ελληνικής Διασποράς, στον εκρωσισμό των παλαιότερων γενεών κ.λπ.

 

Ο Δημοσθένης Οικονομίδης, διευθυντής των ταχυδρομείων Καυκάσου, με τη σύζυγό του, αρχές 20ού αι. (αρχείο Ηρ. Τσακαλίδη)

Αντίθετα, ο ελληνικός πληθυσμός του βορείου Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας σημείωσε μερική ή και συνολική δημογραφική (και οικονομική) ανάπτυξη, με την ανανέωση παλιών και τη δημιουργία νέων συγκροτημένων ελληνορθόδοξων κοινοτήτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, ο Ελληνισμός των περιοχών αυτών έφθανε στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τους 180 χιλ. Η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος και η αποχώρηση του ρωσικού στρατού από την Τραπεζούντα και την ευρύτερη περιοχή της (1917) προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στο ελληνικό στοιχείο. Επρόκειτο όμως μόνο για την αρχή των δεινών του: τα διασταυρούμενα πυρά μεταξύ Ρώσων και Οθωμανών, μπολσεβίκων και εθνικιστών, Αρμενίων-Γεωργιανών και Αζέρων (διάλυση της Υπερκαυκασιανικής Ομοσπονδίας), οι ανηλεείς διώξεις των Οθωμανών ιδιαίτερα μετά και τη ρωσογερμανική συνθήκη του Brest-Litovsk (1918), η ελληνική στρατιωτική συμμετοχή στην αντιμπολσεβικική εκστρατεία στην Ουκρανία και τη νότια Ρωσία (1919), οι αποτυχημένες προσπάθειες σύστασης Αυτόνομης Δημοκρατίας του Πόντου ή δυαδικού ελληνο-αρμενικού ομοσπονδιακού κράτους (1917-1922), και η κεμαλο-μπολσεβικική συμφωνία (1920-1921), όλα αυτά δημιούργησαν συνθήκες που αποδείχτηκαν μακροπρόθεσμα καταστροφικές για την ανάπτυξη ή ακόμα και για την επιβίωση του ελληνικού στοιχείου στη ρωσική/σοβιετική επικράτεια. Μέσα στο κλίμα αυτό άρχισε να ανακύπτει και η ανάγκη για την καταφυγή ενός τμήματος των Ελλήνων των ρωσικών χωρών στην Ελλάδα.

 

Οι «επαναπατρισμοί» Ελλήνων της Ρωσίας στην Ελλάδα

Το ζήτημα της εγκατάστασης Ελλήνων της Ρωσίας στον ελλαδικό χώρο είχε απασχολήσει το ελληνικό κράτος και στα τέλη του 19ου αιώνα, κυρίως μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας (1881). Η πρώτη προσπάθεια έγινε στα 1894-1895, όταν ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Χαρ. Τρικούπης απέστειλε εκπροσώπους της κυβέρνησης στον Καύκασο, για να προκαλέσει το ενδιαφέρον των εκεί εγκαταστημένων Ελλήνων για τις ανεκμετάλλευτες εκτάσεις του θεσσαλικού κάμπου, όπου οι μέτοικοι θα μπορούσαν να μεταφέρουν την καλλιέργεια του καπνού, στην οποία είχαν από χρόνια ειδικευθεί. Ωστόσο όταν οι ειδικοί απεσταλμένοι των υποψήφιων μεταναστών του Καυκάσου έφτασαν στην Ελλάδα, διαπίστωσαν ότι οι διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων της κυβέρνησης Τρικούπη (ο οποίος στο μεταξύ είχε χάσει και την εξουσία) δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα· επιπλέον ότι οι συνθήκες στους χώρους της μετεγκατάστασης ήταν εξαιρετικά δύσκολες και απογοητευτικές. Αυτό τελικά βίωσαν οι 200 περίπου οικογένειες που άφησαν τον Καύκασο το 1895, για να στήσουν τα νοικοκυριά τους στη Θεσσαλία: οι περισσότεροι έμειναν χωρίς γη και στέγαση και ουσιαστικά αποδεκατίσθηκαν από τις ασθένειες και την έλλειψη φιλοξενίας.

Το κακό αυτό προηγούμενο (μεμονωμένο άλλωστε) δεν στάθηκε ικανό να στεγνώσει την αγάπη και τη νοσταλγία των Ελλήνων του Καυκάσου και όλης της Ρωσίας για το εθνικό κέντρο. Το ενδιαφέρον τους εκδηλώθηκε με ενάργεια στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Έτσι, από την αρχή κιόλας του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου (Οκτ. 1912), Έλληνες ομογενείς της Οδησσού συγκεντρώθηκαν με ενθουσιασμό στη Λέσχη «Ομόνοια», για να αποφασίσουν τον έμπρακτο και αποτελεσματικό τρόπο ενίσχυσης της μαχόμενης πατρίδας. Προχώρησαν στην άμεση σύσταση της δεκαπενταμελούς Εθνικής Πατριωτικής Επιτροπής Οδησσού, έργο της οποίας ήταν η συγκέντρωση και αποστολή υλικού (κλινοσκεπάσματα, εσώρουχα, τρόφιμα κ.ά.), και χρημάτων για την ενίσχυση και την κάλυψη ποικίλων αναγκών του ελληνικού στρατού (περίθαλψη τραυματιών, ιατροφαρμακευτικό υλικό κ.λπ.). Αξίζει σχετικά να σημειωθεί ότι η Πατριωτική Επιτροπή κατάφερε να συγκεντρώσει 17 χιλ. ρούβλια σε μία μόλις ημέρα, διενεργώντας έρανο σε εύπορους Έλληνες ομογενείς, ενώ η ελληνική κοινότητα της Οδησσού προσέφερε στον ελληνικό στρατό 90 χιλ. χρυσά φράγκα μέχρι τα τέλη του Νοεμβρίου 1912. Έρανοι πραγματοποιήθηκαν επίσης και σε άλλες ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας (Μόσχας, Ταγανρόγκ, Κιέβου κ.ά.). Έγγραφα του Ελληνικού Προξενείου της Οδησσού πιστοποιούν ότι ο Ελληνισμός της Ρωσίας συγκέντρωσε το καθόλου ευκαταφρόνητο συνολικό ποσό των 535.730,16 δραχμών, συμβάλλοντας τα μέγιστα στις προσπάθειες του ελληνικού στρατού.

Παράλληλα με τη χρηματική βοήθεια η Πατριωτική Επιτροπή Οδησσού και γενικά η ομογένεια της Ρωσίας μερίμνησαν και για την αποστολή-μεταφορά κληρωτών και εθελοντών στην Ελλάδα. Άλλωστε όλοι οι Έλληνες κληρωτοί που διαβιούσαν εκτός Ελλάδας όφειλαν, με βάση εγκύκλιο της ελληνικής κυβέρνησης, να παρουσιαστούν σε διάστημα δύο μηνών στα κατά τόπους ελληνικά προξενεία ή στις ελληνικές κοινοτικές αρχές.

Η ανταπόκριση των κληρωτών καθώς και των εθελοντών των αλύτρωτων περιοχών ήταν εξαιρετικά συγκινητική, όπως βέβαια συνέβαινε πάντοτε σε κάθε «κάλεσμα» της πατρίδας. Για παράδειγμα, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 1912, 150 κληρωτοί, 100 έφεδροι και 350 εθελοντές (οι τελευταίοι προερχόμενοι από τον Καύκασο) στάλθηκαν από την Οδησσό στην Ελλάδα, ενώ ο συνολικός αριθμός εφέδρων-εθελοντών ανήλθε στους χίλιους μέχρι την 1 Νοεμβρίου. Επιπλέον, σύμφωνα με την εφημερίδα Γιούζναγια Μισλ (Νότια Σκέψη, 1911-1912) του Κεφαλλονίτη επιχειρηματία και τραπεζίτη Ι. Ξυδία, που στην ποικίλη ειδησεογραφική ύλη της περιείχε πολλές πληροφορίες για τους Βαλκανικούς Πολέμους και ιδιαίτερα για την προσφορά των Ελλήνων ομογενών της Ρωσίας (οικονομική ενίσχυση, συμμετοχή στις μάχες κ.λπ.), μέχρι τις 25 Οκτωβρίου είχαν σταλεί από την Εθνική Πατριωτική Επιτροπή Οδησσού 1.678 εθελοντές. Για την αποστολή των κληρωτών-εφέδρων και εθελοντών χρησιμοποιήθηκαν ρωσικά ατμόπλοια, όπως το Chernomor (Μαύρη Θάλασσα), το Koroleva Olga (Βασίλισσα Όλγα, της Russian Steam Navigation & Trading Co.), το Czar Nicholas ΙΙ κ.ά., που πραγματοποιούσαν το δρομολόγιο Οδησσός – Κωνσταντινούπολη – Αλεξάνδρεια – Πειραιάς, καθώς και πλοία ελληνικής ιδιοκτησίας. Όταν όμως τα Στενά έκλεισαν, η άφιξή τους στην Ελλάδα γινόταν μέσω Βουλγαρίας, αρχικά ακτοπλοϊκώς (ως τη Βάρνα) και στη συνέχεια διά ξηράς (με το τρένο), ως την έναρξη βέβαια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.

Έλληνες του Καυκάσου, εθελοντές στους Βαλκανικούς Πολέμους (αρχείο Συλλόγου Καυκασίων Καλαμαριάς «Ο Προμηθέας»).

 

Αμέσως μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων 5 χιλιάδες (3.260 σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή) Έλληνες του Καυκάσου, κυρίως από το «Κυβερνείο» του Καρς, ήρθαν να εγκατασταθούν στην απελευθερωμένη Μακεδονία (1913-1914). Τα λόγια τους περιγράφουν ακριβώς τα συναισθήματα που τους κατέκλυζαν στην ιδέα και μόνο τής μετοικεσίας τους στη Μακεδονία:

«Ευθύς μόλις ακούσαμε για τη μάχη του Κιλκίς ξεσηκωθήκαμε. Δεν ακούσαμε τίποτα άλλο, ούτε για τη Θεσσαλονίκη, ούτε για τα Γιάννινα, ούτε για τη Φλώρινα. Βούιξε ο Καύκασος για την ελληνική νίκη του Κιλκίς. Δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί. Ξεσηκωθήκαμε! Λαχταρούσαμε για την Ελλάδα.»

Επίσης είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι οι αφίξεις σχετίζονταν και με τις αποστολές στη Ρωσία εκπροσώπων τής ελληνικής κυβέρνησης για προσέλκυση των εκεί ελληνικών πληθυσμών, γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτή τη φορά το ελληνικό κράτος υπό την ηγεσία του Ελ. Βενιζέλου είχε προβλέψει και σχεδιάσει τον εποικισμό των μακεδονικών εδαφών. Συγκεκριμένα ο γιατρός Κουτσοδημήτρης πήγε στη Νότια Ρωσία και τον Καύκασο (Μάιος-Ιούλιος 1914), για να αντλήσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες: για τον αριθμό και τις ασχολίες τού εκεί διαμένοντος Ελληνισμού, καθώς και για τις διαθέσεις του να μετεγκατασταθεί στη Μακεδονία. Μάλιστα ο Κουτσοδημήτρης εκτιμούσε ότι: «η εθνική αύτη μετανάστευσις των αρίστων γεωργών και κτηνοτρόφων, ακραιφνών πατριωτών» ήταν αρκετή για «να εξελληνίση την Μακεδονίαν και να μεταβάλη ταύτην εις χώραν γεωργικήν και κτηνοτροφικήν…».

Παρ’ όλα αυτά δεν έλειψαν δυστυχώς και πάλι οι απογοητεύσεις για τους Έλληνες του Καυκάσου, όπως είχε συμβεί μια εικοσαετία πριν στα εδάφη της Θεσσαλίας. Δεν ήταν λίγοι δηλαδή εκείνοι που επέστρεψαν πολύ γρήγορα στα χωριά τους (στην Τσάλκα και στο «Κυβερνείο» του Καρς). Όμως αναγκάσθηκαν ξανά να τα εγκαταλείψουν στην ταραγμένη περίοδο από το 1917 και μετά, αν και υπήρξαν προσπάθειες οργάνωσης αντίστασης (Ελληνική Μεραρχία Καυκάσου, 1917), οι οποίες, παρά τις προσδοκίες, δεν απέφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Θεωρήθηκε ότι, δεδομένων των συνθηκών, προτιμότερη ήταν η φυγή προς τα ανατολικά και τα βόρεια (παράλια Μ. Θάλασσας, βόρειο Καύκασο και Κουμπάν).

Για την ανακούφιση των δεκάδων χιλιάδων προσφύγων από τον Πόντο και για το μέλλον τους στην παρευξείνια ζώνη συγκινητική ήταν η ανταπόκριση των ίδιων των ελληνικών κοινοτήτων της Ρωσίας, ενώ το ελληνικό κράτος οργάνωσε δύο αποστολές in situ: στη νότια Ρωσία και το βόρειο Καύκασο η πρώτη, και την Υπερκαυκασία και τον Πόντο η δεύτερη (1919). Όμως παρά τις προσπάθειες των ελληνικών επιτροπών αφενός για ενίσχυση και παρότρυνση του ελληνικού στοιχείου, που βίωνε διώξεις και προσφυγιά, να παραμείνει στις ρωσοκρατούμενες περιοχές μέχρι την επιστροφή του στις εστίες του, κυρίως στον Πόντο, και αφετέρου για αποτροπή κάθε τάσης «παλινόστησης» στην Ελλάδα, τα πράγματα άλλαξαν εντελώς μετά τη γρήγορη επικράτηση των Κεμαλικών, που απέκλεισαν οποιοδήποτε ενδεχόμενο επιστροφής των Ελλήνων στα «ανατολικά βιλαέτια».

Οι τραγικές συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων προσφύγων του Πόντου στη Νότια Ρωσία και τον Καύκασο δεν άφησαν όμως και κανένα περιθώριο, ακόμη και στους εκπροσώπους των Ποντίων (που είχαν την έδρα τους στο Βατούμ), να πείσουν τους συμπατριώτες τους να παραμείνουν μέχρι να οργανωθεί η κατά τα δυνατό πιο ασφαλής μεταφορά τους στα παράλια (Βατούμ, Σοχούμ και Νοβοροσίσκ) και στη συνέχεια στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα στο Βατούμ, το καλοκαίρι του 1920, τόσο η συγκέντρωση χιλιάδων προσφύγων και η αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να αποστείλει περισσότερα πλοία και με συχνότερα δρομολόγια για τη διαπεραίωσή τους στην Ελλάδα, όσο και η εχθρική συμπεριφορά των τοπικών αρχών της Γεωργίας δημιούργησαν συνθήκες «ασφυξίας».

Η απόγνωση αλλά και ο διακαής πόθος των προσφύγων να βρουν καταφύγιο στην Ελλάδα εκφράζεται εύγλωττα στα ακόλουθα λόγια:

Ας πάμε σην Ελλάδαν και ας αποθάνουμ’ εκές» και «Η Ελλάδα εν η Πατρίδα ‘μουν κι έναν πατρίδαν όσον εφτωχόν και όσον μικρόν κι αν εν, εν εφτά κάτια ασά ξένας Πατρίδας.

(Ας πάμε στην Ελλάδα κι ας πεθάνουμε εκεί. Η Ελλάδα είναι η πατρίδα μας, και μια πατρίδα όσο φτωχή και όσο μικρή κι αν είναι, είναι εφτά φορές ανώτερη από τις ξένες πατρίδες).

Από τους περίπου 52 χιλ. Έλληνες που πέρασαν από το Βατούμ (οι μισοί προερχόμενοι από την Αρμενία), υπολογίζεται ότι το ένα τρίτο έχασε τη ζωή του από τις επιδημίες, την ασιτία και το κρύο. Οι αποστολές Ελλήνων της Υπερκαυκασίας και του βορείου Καυκάσου στην Ελλάδα, κυρίως στη Μακεδονία, ξεκίνησαν από τον Απρίλιο του 1920 και διήρκεσαν μέχρι το Μάιο του 1921, μέχρι δηλαδή την οριστική επικράτηση των μπολσεβίκων στην Υπερκαυκασία. Ελληνικά ατμόπλοια (Κέα, Κωνσταντίνος, Ελευθερία, Χίος, Θέμις κ.ά.) μετέφεραν τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους και βοοειδή. Η μεγάλη σε έκταση μακεδονική γη παρουσιαζόταν μάλιστα ως η ενδεδειγμένη λύση για να υποδεχθεί τους πρόσφυγες, ειδικά μετά την αραίωση του πληθυσμού της από την επαναπροώθηση των Θρακιωτών και των Μικρασιατών στις εστίες τους (1919-1920) και την εξωτερική μετανάστευση γηγενών (κυρίως στην Αμερική).

Σημαίνοντα ρόλο την εποχή εκείνη στο προσφυγικό ζήτημα ανέλαβε ο Νίκος Καζαντζάκης:

Tο βαπόρι [γράφει στην Αναφορά στον Γκρέκο] ήταν γεμάτο ψυχές που ξεριζώθηκαν από τα χώματά τους και πήγαινα να τις φυτέψω στην Ελλάδα. Ανθρώποι, αλόγατα, βόδια, σκάφες, κούνιες, στρώματα, αξίνες, άγια κονίσματα, Βαγγέλια, τσάπες έφευγαν τους μπολσεβίκους και τους Κούρδους και δρόμωναν κατά τη λεύτερη Ελλάδα. Η Μαύρη θάλασσα κυμμάτιζε αλαφριά σκούρα, λουλακιά και μύριζε σαν καρπούζι∙ ζερβά μας τ’ ακρόγιαλο και τα βουνά του Πόντου. Μια φορά κι έναν καιρό δικά μας∙ δεξιά αστραφτερό, απέραντο το πέλαγο. Ο Καύκασος είχε σβύσει μέσα στο φως, μα οι γέροι, με τη ράχη γυρισμένοι, κάθονταν στην πρύμνα και δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από τ’ αγαπημένο ακροθάλασσο. Ο Καύκασος είχε χαθεί, φάντασμα ήταν και σκόρπισε, μα απόμεινε ασάλευτος, αβασίλευτος, βαθιά στις λαμπυρίθρες των ματιών τους. Δύσκολο πολύ η ψυχή να ξεκολλήσει από την πατρίδα. Βουνά θάλασσες, αγαπημένοι άνθρωποι, φτωχό αγαπημένο σπιτάκι. Ένα χταπόδι είναι η ψυχή του ανθρώπου κι όλα ετούτα απλοκαμοί της.

Ο Νίκος Καζαντζάκης (δεξιά), ο Γιάννης Σταυριδάκης και ο Ηρακλής Πολεμαρχάκης το καλοκαίρι του 1919 στην Κωνσταντινούπολη, στο πλαίσιο της αποστολής για τη σωτηρία του Ποντιακού Ελληνισμού.

Την ίδια περίοδο που ο Ελληνισμός του Αντικαυκάσου και του Πόντου χειμαζόταν στις εστίες του, κρίσιμα γεγονότα καθόριζαν την τύχη και του ελληνικού στοιχείου στην Ουκρανία και τη Νότια Ρωσία. Η έστω υποβοηθητική για τα σχέδια των συμμάχων παρουσία, από τον Ιανουάριο του 1919, του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Ουκρανία (που δυστυχώς συνοδεύθηκε και από ορισμένες προκλητικές ενέργειες σε βάρος του γηγενούς στοιχείου) και η ενθουσιώδης υποδοχή τής περιορισμένης του δύναμης (2 μεραρχίες) από την ελληνική κοινότητα στην Οδησσό, είχαν ως συνέπεια, μετά την αποτυχία της εκστρατείας, την αναγκαστική εγκατάλειψη τη πόλης, σχεδόν από το σύνολο του ελληνικού της στοιχείου (υπολογιζόταν στις 25-30 χιλ.). Υπολογίζεται ότι 10-12 περίπου χιλιάδες επιβιβάσθηκαν σε ελληνικά πολεμικά και φορτηγά πλοία με προορισμό κάποιοι για την Κωνστάντζα και οι περισσότεροι για τη Θεσσαλονίκη (Απρ. 1919), ενώ η εκκένωση διήρκεσε μέχρι και τις αρχές του επόμενου έτους.

Παρόμοια προβλήματα με αυτά των Ελλήνων της Οδησσού και των άλλων πόλεων της Νότιας Ρωσίας αντιμετώπισε κι ο Ελληνισμός της Κριμαίας. Μετά από διερευνητικές αποστολές «πολιτικών εκπροσώπων» της ελληνικής κυβέρνησης, στάλθηκε στη Σεβαστούπολη απόσπασμα της ελληνικής εκστρατευτικής δύναμης για την προστασία των Ελλήνων τής κριμαϊκής χερσονήσου (Μάρτιος 1919). Ελπίδες για οργάνωση άμυνας και προστασίας τού εκεί ελληνικού στοιχείου με τη συμμετοχή Ελλήνων εθελοντών αποδείχθηκαν ανεδαφικές. Η επέλαση των μπολσεβίκων διέλυσε κάθε αντίσταση και, μετά από συμφωνία, προκρίθηκε η απρόσκοπτη «εθελοντική έξοδος» και η ασφάλεια όσων θα παρέμεναν. Τελικά ένα μεγάλο τμήμα των Ελλήνων της Κριμαίας κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά (Απρ. 1919-αρχές 1920). Το ρεύμα της εξόδου συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια, κυρίως στα 1921-1922, με τις ίδιες δυσκολίες και τα ίδια ανθρώπινα δράματα.

Υπολογίζεται ότι μέχρι το 1928 εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα (ουσιαστικά στη Μακεδονία) περίπου 60 χιλ. Έλληνες της Ρωσίας (47 χιλ. από Καύκασο και 11 χιλ. από την υπόλοιπη Ρωσία). Ακολούθησε ένα ακόμη κύμα 7 χιλ στα 1929-1933. Το γεγονός ότι μετά από αυτές τις συνεχείς «εξόδους» του Ελληνισμού της Ρωσίας προς την Ελλάδα, το ελληνικό στοιχείο στις υπό ρωσική κυριαρχία περιοχές παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο (σύγκριση απογραφών 1897 και 1926, λίγο πάνω από τις 200 χιλ.) οφείλεται στην αναπλήρωση του αριθμού εκείνων που «επαναπατρίσθηκαν» στην Ελλάδα, με τους Έλληνες του Πόντου που κατέφυγαν εκεί στο διάστημα 1918-1920. Η ειδοποιός διαφορά όμως στα τριάντα χρόνια που μεσολάβησαν ήταν ότι μειώθηκε στο ελάχιστο το αστικοποιημένο ελληνικό στοιχείο των παλιότερων εγκαταστάσεων στη «Νέα Ρωσία», με καταγωγή από το Αιγαίο, το Ιόνιο και τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, σε αντίθεση με την αύξηση των «Ανατολιτών Ελλήνων», που κατέφυγαν στα ρωσοκρατούμενα εδάφη και που ήταν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, Έλληνες του Πόντου.

 

Η προσφυγική εγκατάσταση

Έχοντας βιώσει εξαιρετικά άσχημες συνθήκες, τόσο κατά την πολύμηνη αναμονή της επιβίβασης στα πλοία της φυγής όσο και κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους με πλοία, οι πρόσφυγες άρχισαν να αποβιβάζονται στην Ελλάδα ενθουσιασμένοι, μολονότι σε οικτρή κατάσταση. Πρόσφυγες από το Καράουργαν του Καυκάσου, επιβάτες του πλοίου «Παρθιάν» θυμούνται:

…στο άκουσμα πως το πλοίο μπήκε στον Θερμαϊκό κόλπο [21 Μαΐου 1920], ανέβηκαν όσοι τα κατάφεραν από το μεγάλο συνωστισμό, από τα αμπάρια του πλοίου πάνω στο κατάστρωμα που ήταν γεμάτο κόσμο. Όλοι φρόντιζαν να δουν με αχόρταγο μάτι και να απολαύσουν και αυτοί μαζί με τους άλλους την ωραία Θεσσαλονίκη. Την πόλη του Αγίου Δημητρίου, που μόνο ακουστά την είχαν ως τώρα….

Όλοι οι πρόσφυγες οδηγούνταν στους υποτυπώδεις χώρους υποδοχής του Καράμπουρνου (καραντίνες) για απολύμανση, και στη συνέχεια στους περιχαρακωμένους πρόχειρους καταυλισμούς και τους θαλάμους των εγκαταλελειμμένων συμμαχικών στρατευμάτων στην Καλαμαριά και το Χαρμάνκιοϊ.

Αλλά και αποβιβαζόμενοι στο Καραμπουρνού για απολύμανση, εισέρχονται στο λουτρό και εξέρχονται άλλοι μισόγυμνοι και άλλοι ανυπόδητοι ανεβαίνουν οδό 400 μέτρων περίπου, μέσα στον αέρα. Άλλοι μεταφέρονται στην πλάτη άλλων γιατί δεν μπορούν να βαδίσουν. Μετά από ένα τέταρτο της ώρας φτάνουν στο παράπηγμα που τους υπέδειξαν -γυμνό από κάθε έπιπλο- για να διανυκτερεύσουν, δίχως σκεπάσματα.

 

Το απολυμαντήριο στο Καραμπουρνού.

  

Δυστυχώς οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης και η ανεπαρκής ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η πείνα και το ψύχος κατέστησαν τους θανάτους καθημερινό φαινόμενο. Υπολογίζεται ότι μόνον στους χώρους υποδοχής χάθηκε το 13% των προσφύγων.

Είναι συγκλονιστικές οι περιγραφές-θρήνοι των προσφύγων:

…Σην Ελλάδαν έρθαμε, ζεστά έταν τα μήνας,

ενέσπαλαμ’ το βούτυρον και τρώγαμ’ τα κινίνας.

Και τσολ κι έρημον Γαραπουρούν και τρι(γ)ύλ, τρι(γ)ύλ ταφία

και ν’ ανοίξτε και τερέστε ατα, όλια Γαρσί παιδία.

[Ήρθαμε στην Ελλάδα και είχε πολλή ζέστη

Ξεχάσαμε το βούτυρο και τρώγαμε τις κινίνες.

Καταραμένο κι έρημο Καραμπουρνάκι, γύρω γύρω τάφοι

κι ανοίξτε και δείτε τα, όλα παιδιά του Καρς].

Κι ενώ αυτή ήταν η κατάσταση που βίωναν για μήνες οι πρόσφυγες, υπήρξαν ανάμεσά τους και εκείνοι που ζήτησαν να καταταγούν στον ελληνικό στρατό (640 εθελοντές μέχρι τον Οκτώβριο 1919), να λάβουν μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Πολλοί από αυτούς χάθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Οι ανθρώπινες απώλειες δε σταμάτησαν ούτε όταν άρχισε η διάχυση των προσφύγων στη Μακεδονία και τη Θράκη με τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (Ε.Α.Π.), καθώς η ελονοσία από τους «ανωφελείς κώνωπες» αποδεκάτισε κυρίως όσους εγκαταστάθηκαν ως αγρότες στον κάμπο και στους βάλτους. Επιτροπές δημογερόντων και ιερέων από τους οικισμούς της Ρωσίας αναζήτησαν κατάλληλους τόπους οριστικής εγκατάστασης, εξετάζοντας μάλιστα περιοχές που συνήθως είχαν κοινά στοιχεία με εκείνες που είχαν εγκαταλείψει. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σημαντικές εγκαταστάσεις Καυκασίων πραγματοποιήθηκαν κυρίως στον νομό Κιλκίς καθώς και στους αντίστοιχους της Φλώρινας, της Κοζάνης (Εορδαία), της Πιερίας και της Δράμας. Δεν ήταν, βέβαια, λίγοι αυτοί που παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη και σε οικισμούς λίγο έξω από αυτή (Καλαμαριά, Πολίχνη, Ελευθέριο, Διαβατά, Ωραιόκαστρο κ.λπ.). Εντάχθηκαν στην τοπική κοινωνία, μολονότι διατήρησαν τα ιδιαίτερα στοιχεία τής προέλευσής τους (Σύλλογος Νεολαίας Καυκασίων Καλαμαριάς (1924), Σύλλογος Ποντίων εκ Ρωσίας στο Ελευθέριο (1950) κ.ά.) Συνολικά πάντως σε όλη τη Β. Ελλάδα εγκαταστάθηκαν 19.532 οικογένειες (71.165 άτομα) από τον Καύκασο μέχρι το 1921.

Έλληνες του Καυκάσου εγκατεστημένοι στο Κιλκίς. Αγροτική εργασία (σπάσιμο καπνού) (αρχείο Βλ. Αγτζίδη).

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης, αντιμετωπίζοντας εξίσου σοβαρά προβλήματα και πιέσεις στις εστίες τους, αναζήτησαν και πάλι καταφύγιο στην Ελλάδα. Για παράδειγμα στα 1938-1939, λόγω των σταλινικών διώξεων, περίπου 20 χιλιάδες πρόσφυγες κατέφθασαν στα ελληνικά λιμάνια και εγκαταστάθηκαν κυρίως στις περιοχές της Μακεδονίας όπου βρίσκονταν, ήδη από τις προηγούμενες «εξόδους», οι συγγενείς και οι συγχωριανοί τους και, γενικότερα, πληθυσμοί προσφυγικής καταγωγής. Μικρά ή μεγάλα κύματα «επαναπατρισμού» όμως, κυρίως στη Μακεδονία, επισυνέβησαν και μεταπολεμικά, με αποκορύφωμα βέβαια τη μαζική «παλινόστηση» από τη διάλυση της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. και μετά, μέχρι και τις ημέρες μας.


Ο Κυριάκος Χατζηκυριακίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής της Επώνυμης Έδρας Ποντιακών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής  του Α.Π.Θ

                                                     

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Βλ. Αγτζίδης, Παρευξείνιος Διασπορά. Οι ελληνικές εγκαταστάσεις στις βορειοανατολικές περιοχές του Ευξείνου Πόντου, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 2001.

Βλ. Αγτζίδης, «Οι Έλληνες του Καυκάσου», στο Η ιστορία των Ελλήνων του Καυκάσου στο Καρς και στο Κιλκίς. Εικονογραφημένη διαδρομή ενός αιώνα (1900-2000), Αθαν. Διαμαντόπουλος (επιμ.), Αθήνα, Τεχνόγραμμα, 2001, σ. 15-72.

Κ. Αυγητίδης, «Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Ελληνισμός της Ρωσίας», εφημ. Ριζοσπάστης – 7 Μέρες Μαζί, Κυριακή 8 Οχτώβρη 2006, σ. 10.

Ελ. Ιωαννίδου (επιμ.), Η Καλαμαριά στο Μεσοπόλεμο (1920-1940). Πρόσφυγες. Δημιουργώντας τη νέα Πατρίδα, Θεσσαλονίκη, Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού – University Studio Press, 1998.

Ι. Καζταρίδης, Η «έξοδος» των Ελλήνων του Καρς της Αρμενίας (1919-21), Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 1996.

Ισ. Λαυρεντίδης, «Η κατά το 1895-1907 μετοικεσία Ελλήνων Ποντίων του Καυκάσου εις Ελλάδα», Αρχείο Πόντου, 31 (1971-1972), 450-514.

Άρτ. Ξανθοπούλου-Κυριακού, «Μεταναστεύσεις Ελλήνων στον Καύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 10 (1993), 91-172.

Κωνστ. Κ. Παπουλίδης, «Ο Ελ. Βενιζέλος και ο Ελληνισμός του Καυκάσου το 1914», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 3 (1989), 131-171.

Κωνστ. Κ. Παπουλίδης, «Οι Έλληνες της Ρωσίας τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα», Χίλια χρόνια Ελληνισμού-Ρωσίας, Αθήνα, Γνώση, 1994, σ. 213-249.

Ελ. Παυλίδης (επιμ.), Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια τού εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, έκδοση Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, Αθήνα 1953.

Ευστ. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη δυτική Μακεδονία 1923-1930, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 1994.

Πανάρ. Τοπαλίδης, Ο Πόντος ανά τους αιώνας,  Δράμα, χ.ε., 1929.

Κων. Φωτιάδης, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, β΄ έκδοση, Θεσσαλονίκη, ΚΕ.ΠΟ.ΜΕ.-εκδοτικός οίκος Αντ. Σταμούλη, 2003.

Ι. Κ. Χασιώτης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Μετοικεσίες και Εκτοπισμοί. Οργάνωση και Ιδεολογία, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1997.

Θεοχ. Κ. Χάρης, Το Καράουργαν του Καρς και η ζωή μου, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 2001.

Art. Xanthopoulou-Kyriakou, “The Emigration of Pontic Greeks from the Russian Caucasus to Macedonia”, Balkan Studies, 37/2 (1996), 371-388.

 

Σοφία Βουτσίδου: Η εξέλιξη του Νοσοκομείου στην Κύπρο από την Αγγλοκρατία έως το 1974

Σοφία Βουτσίδου

Η εξέλιξη του Νοσοκομείου στην Κύπρο από την Αγγλοκρατία έως το 1974

  1. Εισαγωγή

Το επίπεδο των υπηρεσιών υγείας σε κάθε χώρα συνιστά παραδοσιακά έναν από τους κρισιμότερους δείκτες για τη στάθμιση του βιοτικού επιπέδου της αλλά και του πολιτισμού της. Ιδιαίτερα τους τελευταίους δύο αιώνες η ανάπτυξη του «κοινωνικού κράτους» αποτέλεσε μία κατάκτηση της σύγχρονης ευνομούμενης πολιτείας, η οποία επέτρεψε τη θεαματική βελτίωση των συνθηκών ζωής. Στο εν λόγω άρθρο επιχειρήθηκε μία σφαιρική παρουσίαση και αποτίμηση του συστήματος της υγειονομικής περίθαλψης στην Κύπρο από την Αγγλοκρατία έως το 1974.

  1. Η περίοδος της Αγγλοκρατίας (1878-1960)

Η άφιξη των Βρετανών στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1878, συνέπεσε με μία άσχημη χρονική συγκυρία, λόγω των απανωτών θανάτων από τη λέπρα. Καθώς η έως τότε μέριμνα για τη δημόσια υγεία ήταν ελλιπής, οι υγειονομικές υπηρεσίες έπρεπε να οργανωθούν από την αρχή. Έγραφε χαρακτηριστικά ο Βρετανός γιατρός Μακναμάρα: «…υγειονομικές συνθήκες απλώς δεν υπάρχουν, ο κόσμος είναι υποσιτισμένος, φτωχός, ακάθαρτος και τα παιδιά σχεδόν παντού είναι πολύ αδύνατα και άρρωστα… η μαλάρια αποδεκατίζει τον κυπριακό λαό» (Γεωργιάδης, 2001: 7). Έτσι, αναπόφευκτα, οι επιδημικές ασθένειες χτύπησαν σύντομα και τους Βρετανούς στρατιώτες.

Μπροστά στη ζοφερή αυτή κατάσταση οι βρετανικές αρχές προχώρησαν στη λήψη των πρώτων μέτρων για τη σύσταση μιας νοσηλευτικής υπηρεσίας. Ήδη από το 1878 σε όλες τις πόλεις του νησιού διορίστηκαν γιατροί στην κεντρική υπηρεσία, λειτούργησαν τα πρώτα νοσοκομεία ενώ ιδρύθηκαν τα πρώτα φαρμακεία από κοινού με εξωτερικό ιατρείο. Ιδιαίτερη μέριμνα επιδείχθηκε και για την ύπαιθρο, όπου είκοσι χρόνια αργότερα, το 1898, διορίσθηκαν οι πρώτοι Αγροτικοί Ιατρικοί Λειτουργοί (Μαραγκού & Γεωργιάδης, 2006: 241-242). Στη Λευκωσία διορίστηκαν πέντε στρατιωτικοί γιατροί, ένας για κάθε επαρχία, και ισάριθμοι φαρμακοποιοί. Το 1878 ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής διόρισε τον Dr Anthony D. Home ως τον πρώτο Ιατρικό Λειτουργό. Την ίδια χρονιά το Αββαείο του Μπέλλα Πάις μετατράπηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Το λεπροκομείο συνέχισε τη λειτουργία του. Μάλιστα στη διάρκεια του 1879 νοσηλεύονταν εκεί συνολικά 46 λεπροί. Αρκετοί από τους λεπρούς παντρεύονταν μεταξύ τους, απαγορευόταν όμως η τεκνοποίηση. Οι βρετανικές αρχές του νησιού έδειχναν σαφή προτίμηση στο διορισμό Άγγλων γιατρών, παρόλο που αυτοί πληρώνονταν περισσότερο. Οι Έλληνες ή οι Τούρκοι γιατροί που επιλέγονταν ήταν λίγοι.

Βασιλικό Σώμα Στρατιωτικών Γιατρών.

Το 1883 στο χώρο του παλιού οθωμανικού στρατιωτικού νοσοκομείου λειτούργησε το πρώτο νοσοκομείο Λευκωσίας. Σύντομα σε αυτό προστέθηκε μία νέα αίθουσα ως οφθαλμιατρείο. Ωστόσο, οι αυξημένες ανάγκες καθιστούσαν τη λειτουργία του προβληματική και ανεπαρκή. Έτσι το 1888 ξεκίνησαν οι εργασίες ανέγερσης του νέου Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Ιούλιο του 1890. Το νοσοκομείο ήταν διώροφο. Διέθετε πέντε θαλάμους και 49 κλίνες. Είχε οφθαλμολογική κλινική, χειρουργείο και Τμήμα Πρώτων Βοηθειών ενώ αργότερα απέκτησε μαιευτικό τμήμα και Εξωτερικά Ιατρεία. Οι πρώτοι γιατροί που υπηρέτησαν σε αυτό ήταν Άγγλοι, Λεβαντίνοι και Έλληνες από τα νησιά του Αιγαίου. Υπηρετούσε επίσης ένας φροντιστής, μία προϊσταμένη νοσοκόμα και δύο νοσοκόμες με έξοδα της αγγλικής κυβέρνησης. Έως το 1926 δεν διορίστηκε σ’ αυτό κανένας Κύπριος γιατρός.

Τμήμα του παλαιού Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας.

Στις 9 Ιανουαρίου του 1882 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Ασύλου Φρενοπαθών στην εντός των τειχών Λευκωσία, στο Κονάκι. Αρχικά το Φρενοκομείο διέθετε τέσσερα μονά δωμάτια, τα οποία σύντομα αποδείχθηκαν ανεπαρκή για να στεγάσουν τους ασθενείς. Έτσι, στη διάρκεια του 1887 άρχισε τη λειτουργία του το νέο Άσυλο Φρενοπαθών, το Τουμαρχανέ, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, στην κατοικία του Δερβίς Εφέντη. Διέθετε οκτώ αίθουσες, που αργότερα αυξήθηκαν σε 19, συνήθως για τον εγκλεισμό των ασθενών χωρίς την παράλληλη παροχή συστηματικών θεραπευτικών αγωγών ή στοιχειωδών ανέσεων. Για τη φροντίδα των νοσηλευομένων δεν υπήρχαν νοσοκόμοι αλλά φρουροί-βαρδιάνοι, οι οποίοι χρησίμευαν κυρίως για τη φρούρηση και φύλαξή τους. Η παρακολούθησή τους γινόταν από γενικούς γιατρούς που επισκέπτονταν τους θαλάμους.

Tο άσυλο δεν διέθετε μόνιμο εσωτερικό γιατρό ούτε και ψυχίατρο. Συνέχισε να λειτουργεί έως το 1912, όταν και μεταστεγάστηκε στο Άσυλο της Αγίας Παρασκευής, χωρητικότητας 100 ατόμων, με 10 δωμάτια προορισμένα για άνδρες και 5 για γυναίκες, εξαιτίας διαμαρτυριών των περιοίκων για την παρουσία του ασύλου στην περιοχή τους. «Η όχληση και ο θόρυβος είναι τόσο δυνατά όσο και ανυπόφορα. Για μιάμιση ώρα μια φρενοβλαβής γυναίκα τραγουδούσε, φώναζε, γελούσε και έκλαιε αδιάκοπα, ενώ εδώ και εκεί χτυπούσε τα πόδια της στο έδαφος και χτυπούσε ένα κομμάτι ξύλο» σημείωνε στην αναφορά του ο Βρετανός αξιωματούχος που είχε επιφορτισθεί να διαλευκάνει την υπόθεση (Γεωργιάδης, 2001: 231). Το Άσυλο της Αγίας Παρασκευής λειτούργησε μέχρι το 1964. Από το 1947, με πρωτεργάτη τον νευρολόγο-ψυχίατρο Ανδρέα Μικελλίδη, ξεκίνησε μία συστηματική προσπάθεια για την υιοθέτηση δομικών και λειτουργικών αλλαγών στο χώρο του ψυχιατρείου, βασισμένων σε ευρωπαϊκά πρότυπα, με απώτερο σκοπό τη βελτίωση της περίθαλψης και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των ψυχικά ασθενών.

Η ίδρυση νοσοκομείων με ενέργειες των Βρετανών επεκτάθηκε και σε άλλες πόλεις της Κύπρου. Το 1878 ιδρύθηκε στη Λάρνακα ένα δεύτερο νοσοκομείο, το οποίο στεγάστηκε κοντά στην περιοχή της Ακρόπολης, στο ιδιόκτητο σπίτι της Ελπίδας Λέφα. Πρώτος γιατρός διορίστηκε ο Dr F. Heidenstam, με ετήσιο μισθό 50 αγγλικές λίρες. Τη χρηματοδότηση του νοσηλευτικού ιδρύματος εξασφάλιζαν τόσο οι βρετανικές αρχές όσο και εθελοντικές ιδιωτικές εισφορές. Το 1880 το νοσοκομείο μεταφέρθηκε σε χώρο που δώρισε ο Ριχάρδος Ματτέι, απέναντι από τη σημερινή Αμερικανική Ακαδημία. Εκεί παρέμεινε έως το 1896, όταν και μεταστεγάστηκε για έναν χρόνο στο λοιμοκαθαρτήριο.

Το 1879 λειτούργησε στη Λεμεσό φαρμακείο και εξωτερικό ιατρείο. Έναν χρόνο αργότερα, το 1880, εγκαινιάσθηκε στην ανατολική πλευρά της πόλης, στο Κομεσσαριάτο, το πρώτο νοσοκομείο. Διέθετε συνολικά 28 κλίνες. Σε αυτό εργάστηκε ως νοσοκόμος και επιστάτης ο Κύπριος εμβληματικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης. Το νοσοκομείο επιχορηγούνταν ετησίως από τις βρετανικές αρχές με το ποσό των 100 αγγλικών λιρών. Εθελοντική υπηρεσία προσέφεραν γυναίκες της πόλης, ενώ διάφορα λειτουργικά έξοδα καλύπτονταν από τη διοργάνωση χοροεσπερίδων. Το 1898 η Δημαρχία αγόρασε το ξενοδοχείο του Κυριάκου και μετέφερε εκεί το νοσοκομείο. Στη Λεμεσό ιδρύθηκε επίσης το 1881 ειδικό νοσοκομείο για τα αφροδίσια νοσήματα, το οποίο ανήκε στο δήμο της πόλης ενώ οι δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την αμοιβή του γιατρού καλύπτονταν κεντρικά από την κυβέρνηση.

Στις 8 Φεβρουαρίου του 1883 λειτούργησε το πρώτο νοσοκομείο στην πόλη της Αμμοχώστου, σε κτίριο που αγοράστηκε από τις δημοτικές αρχές κοντά στην Φραγκοεκκλησιά. Σύντομα οι χώροι του αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες περίθαλψης των ασθενών της περιοχής κι έτσι το 1897 αποφασίστηκε η θεμελίωση νέου νοσοκομείου. Ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη υπήρξε ο διορισμός το 1893 των δύο πρώτων Κυπρίων νοσοκόμων, της Ελένης Θεοχαρίδου και της Ρεβέκκας Φανή, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας.

Στην Κερύνεια το 1898 λειτούργησε το πρώτο νοσοκομείο, το οποίο διέθετε 22 κλίνες. Το 1878 εγκαινιάσθηκε στην Πάφο το πρώτο εξωτερικό ιατρείο. Τρία χρόνια αργότερα, το 1881, λειτούργησε το πρώτο νοσοκομείο σε ένα μικρό σπίτι που διέθετε τρία μεγάλα δωμάτια, στη σημερινή οδό Γεωργίου Γρίβα-Διγενή, ιδιοκτησίας του Όθωνα Τριχάκη. Αρχικά το νοσοκομείο είχε μόνο έναν νοσοκόμο και μία νοσοκόμα ως προσωπικό. Η τοπική κυβέρνηση το επιχορηγούσε με το ετήσιο ποσό των 50 αγγλικών λιρών, ενώ άλλες 30 λίρες ετησίως κατέβαλλε το Δημαρχείο. Το νοσοκομείο διοικούνταν από επιτροπή, στην οποία προέδρευε ο Βρετανός διοικητής και είχε ως μέλη τον δήμαρχο της πόλης, τον κυβερνητικό γιατρό και τον πρόεδρο του δικαστηρίου. Κύρια πρόβλεψη της αγγλικής διοίκησης ήταν η δημιουργία νοσοκομειακών μονάδων στα αστικά κέντρα ενώ οι κάτοικοι της υπαίθρου εξυπηρετούνταν από αγροτικά υγειονομικά ιατρεία. Η παροχή της ιατρικής περίθαλψης ήταν δωρεάν.

Από τις διενεργούμενες αλλαγές στο χώρο της δημόσιας υγείας κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας αξίζει να αναφερθεί η έκδοση του πρώτου νόμου για τη ρύθμιση της άσκησης της ιατρικής και της χειρουργικής. Σε εφαρμογή των διατάξεών του, συγκροτήθηκε στο νησί Ιατρικό Συμβούλιο με μέλη που διόριζε ο Άγγλος κυβερνήτης και εξουσίες έκδοσης αδείας του ιατρικού ή χειρουργικού επαγγέλματος κατόπιν ελέγχου. Επίσης, ιδιαίτερη σημασία προσέλαβε η θέσπιση το 1892 του Νόμου περί Δημόσιας Υγείας (Χωρίων), με τον οποίο διαμορφώθηκε η δομή της δημόσιας υγείας στην Κύπρο. Με βάση τον συγκεκριμένο νόμο ιδρύθηκαν επιτροπές υγείας με διευρυμένες αρμοδιότητες, οι οποίες στόχευαν στη βελτίωση της υγειονομικής κατάστασης σε κάθε επαρχία.

Η είσοδος του 20ού αιώνα συνοδεύτηκε από εντατικοποίηση της οργάνωσης της ιατρικής υπηρεσίας. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, σε ένα σύνολο πληθυσμού 237.022 ατόμων, είχαν καταγραφεί 1.732 τυφλοί, 490 φρενοπαθείς, 323 κωφοί και 135 λεπροί. Τόσο το Άσυλο Φρενοπαθών όσο και το Λεπροκομείο συνέχισαν τη λειτουργία τους, καθώς οι διάφορες επιδημικές ασθένειες δεν ήταν δυνατόν ακόμη να καταπολεμηθούν αποτελεσματικά. Μάλιστα στη διάρκεια του 1907 έγιναν προσπάθειες για την ίδρυση Φθισιατρείου, ενώ ομάδες πολιτών διοργάνωσαν στη Λευκωσία συναυλία για τη συλλογή χρημάτων. Τελικά το 1909 χτίστηκε ένα μικρό Φθισιατρείο στις όχθες του Πεδιαίου ποταμού. Συνολικά, από το 1900 έως το 1910 λειτούργησαν δώδεκα ιατρικά κέντρα στα χωριά Λεύκαρα, Μόρφου, Λεύκα, Πόλη Χρυσοχούς, Βατυλή, Ακανθού, Γιαλούσα, Κοιλάνι, Άχνα, Κελλάκι, Κελοκέδαρα και Αγρό. Ωστόσο η ευλογιά, η διεφθερίτιδα και ο τυφοειδής πυρετός συνέχιζαν να μαστίζουν τον πληθυσμό, παρά το γεγονός ότι καταβλήθηκαν σημαντικές προσπάθειες για τον εμβολιασμό μεγάλου τμήματός του. Το 1908 η βρετανική κυβέρνηση εισήγαγε στην Κύπρο μεγάλες ποσότητες κινίνου και τις διένειμε στους κατοίκους. Οι περιγραφές του νησιού είναι άκρως αποκαλυπτικές των άθλιων συνθηκών διαβίωσης που επικρατούσαν: «Η Λευκωσία παρουσιάζει όψιν της μάλλον ρυπαράς και αθλίας αφρικανικής πόλεως. Αι οδοί της είναι βορβορώδεις παριστώσαι οικτρόν και απαίσιον θέαμα, των πολιτών βυθιζομένων μέχρι αστραγάλων εντός της βρωμεράς λάσπης» έγραφε η εφημερίδα Ελευθερία το 1909 (Μαραγκού & Γεωργιάδης, 2006: 299).

Άποψη της Λευκωσίας κατά τα πρώτα έτη της Αγγλοκρατίας.

Ταυτόχρονα, τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα ιδρύθηκαν αρκετές ιδιωτικές κλινικές και ιατρεία. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν στη Λευκωσία η χειρουργική κλινική του Γεώργιου Θ. Σταυρινίδη, ο οποίος είχε σπουδάσει στην Αθήνα και εν συνεχεία μετεκπαιδεύτηκε στη Μ. Βρετανία (Χριστοδούλου, 2006: 182), η κλινική «Λευκωσία» των γιατρών Γλυκύ και Μούλλερ, η Πολυκλινική του Τουρκοκύπριου γιατρού Χαφούζ Τζεμάλ, η «Νέα Κλινική» του Χρ. Δ. Πετρίδη κοντά στο Παρθεναγωγείο της Φανερωμένης και η Ειδική Χειρουργική, Ορθοπεδική, Γυναικολογική Κλινική του Χριστάκη Αριστ. Ιερωνυμίδη. Ιδιαίτερη δραστηριότητα ανέπτυξε επίσης η Μεγάλη Γενική Χειρουργική και Γυναικολογική Κλινική των Θ. Φράγκου και Α. Γαβριηλίδη στη Λεμεσό.

Σύμφωνα με ιατρική έκθεση του 1921, η κατάσταση των νοσηλευτικών ιδρυμάτων στη Μεγαλόνησο είχε ως εξής (Μαραγκού & Γεωργιάδης, 2006: 309-313):

  • Το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, δυναμικότητας 57 κλινών, είχε αποκτήσει νέο χειρουργείο και γυναικολογικό θάλαμο. Συνολικά είχαν γίνει 1.178 εισαγωγές αρρώστων, με ποσοστό θνησιμότητας 5,4%, ενώ είχαν διενεργηθεί 206 χειρουργικές επεμβάσεις.
  • Το Νοσοκομείο της Λεμεσού ήταν δυναμικότητας 30 κλινών. Συνολικά είχαν νοσηλευθεί σε αυτό 402 ασθενείς, είχαν πραγματοποιηθεί 44 χειρουργικές επεμβάσεις ενώ είχαν αποβιώσει 16 άτομα. Ωστόσο το νοσοκομείο, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και για το λόγο αυτό είχε ξεκινήσει η ανέγερση νέου. Το 1923 τελέστηκαν τελικά στη Λεμεσό τα εγκαίνια του νέου νοσοκομείου, το οποίο διέθετε 45 κλίνες και λειτούργησε έως το 1957.
  • Το Νοσοκομείο της Αμμοχώστου ήταν δυναμικότητας 42 κλινών. Είχαν ήδη νοσηλευθεί σε αυτό 421 άτομα, είχαν διενεργηθεί συνολικά 49 χειρουργικές επεμβάσεις ενώ είχαν αποβιώσει 16 ασθενείς.
  • Το Νοσοκομείο της Πάφου διέθετε 22 κλίνες. Είχαν γίνει 316 εισαγωγές ασθενών σε αυτό, είχαν πραγματοποιηθεί συνολικά 49 χειρουργικές επεμβάσεις ενώ 16 νοσηλευόμενοι έχασαν τη ζωή τους.
  • Τέλος, το Νοσοκομείο της Κερύνειας είχε δυναμικότητα 22 κλινών. Είχαν νοσηλευθεί σε αυτό 340 άτομα, είχαν διενεργηθεί 37 χειρουργικές επεμβάσεις ενώ είχαν αποβιώσει πέντε ασθενείς.
  • Επίσης, στο Άσυλο Φρενοβλαβών είχαν νοσηλευθεί συνολικά 96 άτομα.

Τη χρονική περίοδο 1921-1925 το Νοσοκομείο Λευκωσίας επεκτάθηκε και η κτιριακή του υποδομή βελτιώθηκε. Σταδιακά προστέθηκαν σε αυτό Αρχιατρείο, Φαρμακείο, Κλινική για αφροδίσια νοσήματα, εξωτερικά ιατρεία και άλλες υπηρεσίες. Το 1925 άρχισε να λειτουργεί στο δάσος της Αθαλάσσας στα περίχωρα της Λευκωσίας το πρώτο Σανατόριο για την περίθαλψη των φυματικών, το οποίο αποτελούνταν από τέσσερα ξεχωριστά συμπλέγματα. Στους φωτισμένους γιατρούς της εποχής με πολύπλευρη δράση και προσφορά ανήκει ο Φίλος Ζαννέτος, ο οποίος είχε διατελέσει και δήμαρχος της Λάρνακας καθώς και ο παθολόγος Θεμιστοκλής Δέρβης, ο οποίος υπηρέτησε και ως δήμαρχος Λευκωσίας.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά. Σ’ αυτό συνέβαλε και η ίδρυση Τμήματος Υγείας, το οποίο υποδιαιρούνταν στον κλάδο Υγιεινής, τον κλάδο Νοσοκομείων, τον κλάδο της Φαρμακευτικής Υπηρεσίας, τον κλάδο της Νοσηλευτικής και τη θέση της Νοσηλεύτριας Δημόσιας Υγείας. Το Λεπροκομείο της Λευκωσίας αναδιοργανώθηκε με τη βοήθεια της Ένωσης Λεπρών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Οι κλινικές για αφροδίσια νοσήματα έγιναν τέσσερις, ενώ νέες πτέρυγες προστέθηκαν στο σανατόριο της φυματίωσης. Το Ψυχιατρείο επεκτάθηκε ενώ στο Νοσοκομείο Λευκωσίας προστέθηκε πτέρυγα νεογέννητων και παράλληλα αυξήθηκε το ιατρικό και το νοσηλευτικό προσωπικό που υπηρετούσε σ’ αυτό.

Το κτήριο διοίκησης του Νοσοκομείου Λεμεσού το 1924.

Στη διάρκεια του 1931 λειτουργούσαν στην Κύπρο συνολικά πέντε κρατικά νοσοκομεία, τα οποία επιχορηγούνταν εξ ολοκλήρου από την αγγλική κυβέρνηση. Ήταν το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, το Νοσοκομείο Λεμεσού, το Άσυλο Φρενοπαθών, το Σανατόριο και το Λεπροκομείο. Τα νοσοκομεία Πάφου, Λάρνακας και Κερύνειας επιχορηγούνταν μερικώς από την κυβέρνηση και διευθύνονταν από συμβούλια. Ταυτόχρονα, ευκατάστατοι Κύπριοι συνέχισαν να προσφέρουν δωρεές προς τα νοσηλευτικά ιδρύματα. Αξιομνημόνευτη είναι η χορηγία της Ευανθίας Ι. Πιερίδη στο Νοσοκομείο της Λάρνακας. Τέλος, δύο ιδιωτικά νοσοκομεία που ιδρύθηκαν στον Αμίαντο και την Πεντάγυια συνεισέφεραν στην αποτελεσματικότερη παροχή υπηρεσιών υγείας.

Στα τέλη του 1931 οι βρετανικές αρχές του νησιού θέσπισαν μια σειρά από νόμους που αναδιοργάνωναν τη νοσοκομειακή περίθαλψη. Ο Νόμος του Ασύλου Φρενοπαθών που αντικατέστησε τον απαρχαιωμένο οθωμανικό του 1876, ο Νόμος περί μαιών του 1932 και ο Νόμος για τη ρύθμιση του ιατρικού επαγγέλματος, που ψηφίστηκε το 1936, επέφεραν καταλυτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας. Το 1935 συστάθηκε το Νοσοκομείο Μόρφου. «Αν επισκεφτήτε το μικρό όμορφο σπιτάκι με την πρόσχαρη βεράντα θα δήτε όλη τη θαυμαστή τάξη και καθαριότητα, που δε θα περιμένατε ποτές από ένα επαρχιακό νοσοκομείο» έγραφε ο Κύπριος ποιητής Κώστας Μόντης (Μαραγκού & Γεωργιάδης, 2006: 352).

Το 1936 άρχισαν οι εργασίες ανέγερσης του νέου Νοσοκομείου Λευκωσίας, το οποίο θα διέθετε χώρους για την περίθαλψη 104 εσωτερικών ασθενών και 18 ιδιωτικών εσωτερικών ασθενών σε δωμάτια 1ης και 2ης τάξεως. Το επόμενο έτος ξεκίνησαν τη λειτουργία τους οι Αντιφυματικές Κλινικές στη Λευκωσία και τη Λάρνακα καθώς και το νοσοκομείο στη Λύση. Στη διάρκεια του 1938 διορίστηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας οι πρώτες Κύπριες αδελφές νοσοκόμες, μετά από τριετή εκπαίδευση στη Γενική Νοσηλευτική Σχολή της Βηρυτού.

Το 1942 εγκαινιάσθηκε το Σανατόριο της Κυπερούντας, ενώ έναν χρόνο αργότερα εγκαθιδρύθηκε προσωρινό σανατόριο για φυματικούς στην Αγύρτα. Το Σανατόριο της Κυπερούντας ήταν δυναμικότητας 100 κλινών. Η θεραπεία που εφαρμοζόταν βασιζόταν στην παροχή βιταμινών, το καλό φαγητό και τον καθαρό αέρα. Στο σανατόριο αυτό πρόσφερε τις υπηρεσίες της ως προϊσταμένη η Τουρκοκύπρια νοσηλεύτρια Τουρκάν Αζίζ, η οποία είχε εξειδικευτεί στη θεραπεία της φυματίωσης στη Μ. Βρετανία. Η δραστηριότητα του σανατορίου ήταν μεγάλη και γρήγορα επεκτάθηκε στη δημιουργία κέντρων ανάπαυσης και χορήγησης φαρμάκων στις παράλιες πόλεις της Λάρνακας, της Λεμεσού και της Αμμοχώστου. Στη διάρκεια του 1949 ξεκίνησε η λειτουργία της πρώτης Κινητής Μονάδας Υγείας με έδρα το χωριό Αρμίνου στην Πάφο. Επρόκειτο στην ουσία για ένα αυτοκίνητο «Μόρις» Βαν με ιπποδύναμη 28 αλόγων, που ήταν εξοπλισμένο με όλα τα αναγκαία και παρείχε τις ευκολίες ενός μικρού χειρουργείου. Το 1950 λειτούργησαν τα νέα νοσοκομεία της Αμμοχώστου και της Πάφου καθώς και μικρό νοσοκομείο στην πόλη της Χρυσοχούς.

Επίσκεψη της Mary Harding, συζύγου του Κυβερνήτη της Κύπρου Sir John Harding στο Σανατόριο της Κυπερούντας.

Το 1945 ιδρύθηκε η Νοσηλευτική Σχολή, η οποία παρείχε διετή εκπαίδευση στη Γενική Νοσηλευτική. Οι σπουδαστές εκπαιδεύονταν ως βοηθοί νοσοκόμοι ενώ συνάμα τους δίνονταν η δυνατότητα μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους να μεταβούν για την παρακολούθηση τριετών προγραμμάτων σπουδών γενικής νοσηλευτικής στη Μ. Βρετανία, απ’ όπου επέστρεφαν με τον τίτλο του ανώτερου νοσηλευτή (Μίτσιγγα, 2005). Πρώτη εκπαιδεύτρια υπήρξε η Αγγλίδα Elizabeth Waller. Έτσι σταδιακά οι Κύπριες νοσηλεύτριες αντικατέστησαν τις Αγγλίδες νοσηλεύτριες στα κυπριακά νοσοκομεία.

Στη διάρκεια του 1948 η αποικιοκρατική κυβέρνηση σχεδίασε ένα δεκαετές πρόγραμμα Ανάπτυξης Υγείας, το οποίο ανάμεσα στα άλλα περιελάμβανε τη βελτίωση της Νοσηλευτικής, την επέκταση των Κέντρων Ευημερίας Βρεφών, την επέκταση του θεσμού των Κινητών και Αγροτικών Μονάδων Υγείας και την κατάργηση της άσκησης ιδιωτικής ιατρικής από κυβερνητικούς γιατρούς. Επιπλέον, τη δεκαετία του 1940 σημειώθηκε εντυπωσιακή πρόοδος αναφορικά με την καταπολέμηση της ελονοσίας.

Τo 1955 αποφασίστηκε η μετακίνηση του Λεπροκομείου από τη Λευκωσία στη Λάρνακα. Το νέο Λεπροκομείο, το οποίο ονομάστηκε «Στέγη Άγιος Χαράλαμπος», διέθετε νοσοκομείο με θάλαμο γυναικών και ανδρών, οδοντιατρείο, λέσχη ψυχαγωγίας, συνεργατικό παντοπωλείο, γραφεία προσωπικού, δωμάτια διανυκτέρευσης καθώς και οικία για τον διευθυντή και τον ιερέα.

Η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ δοκίμασε έντονα τις σχέσεις ανάμεσα σε Βρετανούς, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους γιατρούς και νοσηλευτές. Αποδράσεις αγωνιστών της ΕΟΚΑ από τα νοσοκομεία κίνησαν υποψίες εναντίον πολλών Ελλήνων γιατρών και νοσηλευτών. Η απόδραση του αγωνιστή Πολύκαρπου Γεωρκάτζη από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στις 31 Αυγούστου 1956, αποτέλεσε την πιο χαρακτηριστική περίπτωση, στη διάρκεια της οποίας εκτός από τον θάνατο δύο στελεχών της ΕΟΚΑ, σκοτώθηκε και ένας Έλληνας νοσηλευτής. Το κλίμα της εποχής αποτύπωσε εύγλωττα ο χειρουργός Γεώργιος Μαραγκός, ο οποίος υπηρετούσε την εποχή εκείνη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας: «…Πολλάκις, ιδίως κατά τας διακοινοτικάς ταραχάς, παρέστι ανάγκη οι ιατροί να μεταφερθούν εις τας οικίας των κατά τας νυκτερινάς ώρας του Νοσοκομείου, συνοδεία φρουρών. Υπεβλήθησαν εις πολύωρους και εξαντλητικάς ανακρίσεις κατόπιν αποδράσεως νοσηλευομένων πολιτικών καταδίκων. Θάλαμοι περιφράχθησαν υπό συρματοπλεγμάτων και εφρουρούντο νυχθημερόν υπό ενόπλων φρουρών» (Μαραγκού & Γεωργιάδης, 2006: 392-393).

Η μάχη του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στον Τύπο της εποχής.
Οι δυο αγωνιστές της ΕΟΚΑ, που έπεσαν στη μάχη του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας.
  1. Από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι το 1974

Μετά την ανεξαρτητοποίηση της Κύπρου εξακολούθησε να εφαρμόζεται στο νησί το σύστημα υγείας που είχε δομηθεί κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατικής διοίκησης (μοντέλο Beveridge), ενώ σύντομα αναδείχθηκαν καινούργιες προκλήσεις. Πρώτος Υπουργός Υγείας διετέλεσε ο Τουρκοκύπριος γιατρός από την Αμμόχωστο Νιαζί Μανιέρα, από τις 16 Αυγούστου 1960 μέχρι τον Ιανουάριο του 1964. Η ίδρυση του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου αλλά και μιας σειράς άλλων εταιρειών καθώς και η παροχή από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας υποτροφιών για εξαετείς σπουδές στην Ιατρική στο Ισραήλ βοήθησε στη βελτίωση των παροχών υγείας.

Το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας συνέχισε να αποτελεί τη «ναυαρχίδα» των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της χώρας. Από κοντά και το δυναμικότητας 60 κλινών Νοσοκομείο της Κυπριακής Μεταλλευτικής Εταιρείας στην Πεντάγυια, λίγα μίλια δυτικά από τη Μόρφου, που ήταν στελεχωμένο με γιατρούς υψηλού επιπέδου ενώ διέθετε και άρτιο εξοπλισμό. Όμως η τουρκική ανταρσία στη διάρκεια του 1964 και οι συγκρούσεις που ακολούθησαν ανάσχεσαν προς στιγμήν το έργο του εκσυγχρονισμού. Υπουργός Υγείας ανέλαβε η Στέλλα Σουλιώτη, η οποία διατήρησε και το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Τα νοσοκομεία της Λευκωσίας, της Πάφου και της Πεντάγυιας σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος της περίθαλψης των τραυματιών.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η επιστροφή της ειρήνης ευνόησε την εκ νέου πρόοδο στον τομέα της υγείας. Τότε ιδρύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας η πρώτη ογκολογική κλινική στην Κύπρο με επικεφαλής την ογκολόγο–ακτινοθεραπεύτρια Χέλεν Σωτηρίου (Δημητριάδης & Αναστασιάδης, 2011: 219). Συστάθηκε επίσης η μονάδα νευροχειρουργικής με επικεφαλής τον Δρ. Νίκο Σπανό αλλά και η καρδιοθωρακοχειρουργική μονάδα με επικεφαλής τον Δρ. Ανδρέα Δημητριάδη. Ο ίδιος πραγματοποίησε στις 9 Σεπτεμβρίου 1968 την πρώτη εγχείρηση καρδιάς στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Είχε βεβαίως προηγηθεί από τον ίδιο, στις 5 Ιουνίου του 1962, η πραγματοποίηση της πρώτης εγχείρησης καρδιάς στην Κύπρο σε ιδιωτική κλινική. Το 1980 το νοσοκομείο ενισχύθηκε με την Πτέρυγα Παραπληγικών, ως προέκταση του Νευροχειρουργικού Τμήματος. Λίγα χρόνια αργότερα χτίστηκε μάλιστα ξεχωριστό Νοσοκομείο Παραπληγικών, δίπλα στη Σχολή Τυφλών της Λευκωσίας, με εισφορές Κυπρίων της Μ. Βρετανίας.

  1. Η τουρκική εισβολή

Το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας έζησε τις δραματικότερες στιγμές του στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, το καλοκαίρι του 1974, η οποία πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις με την κωδική ονομασία Αττίλας 1 και Αττίλας 2. Κατά τη διάρκεια της άνισης πολεμικής αναμέτρησης των δέκα περίπου ημερών (20-25 Ιουλίου, 14-16 Αυγούστου 1974) εισήχθησαν στο Γενικό Νοσοκομείο της πρωτεύουσας 2.195 τραυματίες, από τους οποίους οι 138 ήταν σοβαρά τραυματισμένοι. Οι αμέτρητοι τραυματίες χρειάζονταν επείγουσα περίθαλψη. Για την εξυπηρέτηση των αναγκών οι διάδρομοι και οι θάλαμοι μετατράπηκαν σε πρόχειρα χειρουργεία. «Το Γενικό Νοσοκομείο ήταν ένας μόνιμος στόχος του πυροβολικού. Τα τζάμια του χειρουργείου έσπασαν, τα ντεπόζιτα νερού αχρηστεύτηκαν. Οι διάδρομοι έγιναν τα χειρουργεία μας.», έγραφε ο γιατρός Ανδρέας Δημητριάδης (Δημητριάδης, 2005: 51).

Ανδρέας Δημητριάδης.

Οι γιατροί, το νοσηλευτικό και το παραϊατρικό προσωπικό κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες κάτω από τις πλέον αντίξοες συνθήκες. «Αυτή η κατάσταση επικρατούσε στο Νοσοκομείο τις πρώτες ώρες της εισβολής. σύγχυση και πανδαιμόνιο από την καταιγίδα των βλημάτων, των αεροπλάνων και του πυροβολικού. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα εμείς οι χειρουργοί γιατροί έπρεπε να αντιμετωπίσουμε τους πληγωμένους με καρδιά λιονταριού. Σε πολλούς από μας υπήρχε αρκετή πείρα…», συμπλήρωνε ο θωρακοχειρουργός Ανδρέας Δημητριάδης (Δημητριάδης, 1983: 135).

Ο Ανδρέας Δημητριάδης είναι αναμφίβολα η εμβληματικότερη μορφή ιατρού που έχει καταγράψει τα τεκταινόμενα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974: «Επειδή ψίθυροι για την κατάληψη της Λευκωσίας είχαν διαδοθεί πειστικά, γίνονταν πολλές συζητήσεις για μεταφορά του νοσοκομείου. Η απάντησή μας ήταν καθαρή: ‘εφόσον έστω και ένας στρατιώτης θα πολεμά, το Γενικό Νοσοκομείο θα είναι παρόν’» (Παπαπολυβίου 2011: 116).

Κατά τη δεύτερη τουρκική εισβολή μετακινήθηκαν τα νοσοκομεία Αμμοχώστου, Πέλλα Πάις, Μόρφου και Πεντάγυιας, ακολουθώντας τη μαζική οπισθοχώρηση του πληθυσμού. Το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας αποκόπηκε από την περιφέρεια και διατέθηκε για την περίθαλψη των στρατιωτών της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛΔΥΚ) και του Τάγματος 336 Αμμοχώστου, που έδιναν τη μάχη στην πράσινη γραμμή και το διεθνές αεροδρόμιο για την επιβίωση του κυπριακού κράτους.

Οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν στις 16 Αυγούστου. «Οι σφοδρές μάχες άρχισαν στις 12 το μεσημέρι. Οι φωτιές στο διεθνές αεροδρόμιο της Λευκωσίας υψώνονταν στους ουρανούς. Ο ήλιος καλύφθηκε από καπνούς, η ατμόσφαιρα μαύρισε, τα αεροπλάνα πηγαινοέρχονταν, τα φορεία συνεχώς μετέφεραν τους τραυματίες και τα καμιόνια ξεφόρτωναν συνεχώς τους νεκρούς στο νεκροτομείο, Ελλαδίτες και Ελληνοκυπρίους», θυμάται ο Δημητριάδης (Δημητριάδης, 2005: 54). Η παρουσία του Υπουργού Υγείας Ζήνωνα Σεβέρη ήταν συνεχής στο νοσοκομείο μαζί με τον Γενικό Διευθυντή Δρ. Β. Βασιλόπουλο, τον Αρχίατρο Δρ. Ι. Χριστοδουλίδη και τον Διευθυντή του Νοσοκομείου Δρ. Κ. Οικονόμου. Συνολικά από τους 2.195 τραυματίες που δέχθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας καθ’ όλο το εμπόλεμο διάστημα, μόνο 62 υπέκυψαν στα τραύματά τους ενώ η θνησιμότητα δεν ξεπέρασε το 2,8% (Δημητριάδης, 1983: 133-137; Δημητριάδης, 2005: 41). Συγκινητική υπήρξε επίσης η προσέλευση εθελοντών κάθε ηλικίας για προσφορά αίματος, καθώς καταγράφηκαν γύρω στους 9.000 δότες.

Πάμπολλα περιστατικά με τραυματίες που νοσηλεύτηκαν στα νοσοκομεία της Κύπρου ανέδειξαν την αυτοθυσία και τον ηρωισμό του νοσηλευτικού προσωπικού. Ένα από αυτά καταγράφει και πάλι ο Δημητριάδης: «Στις 5.45 μ.μ. ένα ασθενοφόρο με ιλιγγιώδη ταχύτητα κατέφθασε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών με τον τελευταίο τραυματία του πολέμου, ένα ξανθό μεγαλόσωμο και ωραίο άνδρα, τραυματισμένο από όλμο στο θώρακα. Είχε χάσει πολύ αίμα. Έτρεξε όλο το νοσηλευτικό προσωπικό και γρήγορα μεταφέρθηκε στο χειρουργείο. Έβαλα τα χειρουργικά γάντια και ο αναισθησιολόγος ενδοτραχειακό σωλήνα. Άνοιξα γρήγορα το θώρακα. Αιμορραγούσε η πνευμονική αρτηρία. Με μια ατραυματική λαβίδα σταμάτησε η αιμορραγία. Βαριά ήταν η βλάβη, ο πνεύμονας υπέστη θλάση σαν συκώτι, το περικάρδιο αιμορραγούσε, το θωρακικό τοίχωμα είχε πολλά κατάγματα. Ο αναισθησιολόγος διαρκώς να χορηγεί υγρά και αίμα με πίεση. Ξαφνικά η καρδιά σταμάτησε να πάλλει, καρδιακή ανακοπή. Με τα δυο μου χέρια άρχισα εντατικά το μασάζ της καρδιάς. Οι μεταγγίσεις γίνονταν πιο γρήγορα. Η αγωνία να κυριεύει όλους μας μέσα στο χειρουργείο. Για μια ώρα οι προσπάθειές μας δεν έφεραν αποτέλεσμα. Κατακουρασμένος και απογοητευμένος δήλωσα το στρατιώτη νεκρό. Τα δάκρυα άρχισαν να ρέουν από τα μάτια όλων μας, ο νοσηλευτής Χριστόφορος να σκουπίζει τα δάκρυα της Ρουπίνας και τα δικά μου για την αδυναμία μου να τον κρατήσω στη ζωή. Τι ατυχία και τι αδικία ο τελευταίος τραυματίας. Στο μητρώο του χειρουργείου κατέγραψα τα χειρουργικά ευρήματα, όνομα του ασθενούς: ΑΓΝΩΣΤΟΣ. Όλο το προσωπικό του νοσοκομείου, είκοσι ως τριάντα άτομα, συγκεντρωθήκαμε στο γραφείο απέναντι από το χειρουργείο, άλλοι καθισμένοι στο πάτωμα, άλλοι ιστάμενοι με τα μάτια δακρυσμένα ως ο τελευταίος φόρος τιμής στον άγνωστο στρατιώτη της Λευκωσίας εκ μέρους του προσωπικού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας» (Παπαπολυβίου 2011: 117-118).

Ο πρόεδρος της Βουλής και προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Γλαύκος Κληρίδης, επισκέπτεται τους τραυματίες της τουρκικής εισβολής στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας.

Αλλά και πολλές ιδιωτικές κλινικές της Λευκωσίας, ως επί το πλείστον χειρουργικές, ορθοπεδικές και γυναικολογικές, έσπευσαν να νοσηλεύσουν ασθενείς συνεισφέροντας στην αποσυμφόρηση του Γενικού Νοσοκομείου. Μεταξύ των ιδιωτικών νοσηλευτικών ιδρυμάτων ξεχώριζε η Κλινική «Λευκωσία» των γιατρών Χρίστου Χριστόπουλου και Κώστα Χριστοδουλάκη καθώς και οι ορθοπεδικές κλινικές του Λεόντιου Παπασάββα και του Νίκου Ιωάννου.

Στα υπόλοιπα κρατικά νοσοκομεία της Κύπρου οι εισαχθέντες τραυματίες υπολογίζονται ως εξής: στο Νοσοκομείο Κερύνειας περίπου 300 άτομα, στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου 215, στο Νοσοκομείο Λάρνακας 170, στο Νοσοκομείο Πεντάγυιας 150, στο Νοσοκομείο Μόρφου 100 και στο Νοσοκομείο Λεμεσού 100. Η αναλογική σχέση του αριθμού των τραυματιών προς τους φονευθέντες, που υπολογίστηκε σε περίπου 1:1, μαρτυρά τον τρόπο συμπεριφοράς των εισβολέων.

Κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής βομβαρδίστηκε επίσης το Ψυχιατρείο Αθαλάσσας, όπου 31 ασθενείς και δύο μέλη του προσωπικού βρήκαν τον θάνατο. Δύο θάλαμοι του ιδρύματος κατεδαφίστηκαν ενώ εκτεταμένες ζημιές προξενήθηκαν σε όλη σχεδόν την κτιριακή του υποδομή. Το Νοέμβριο του 2017 στο πλαίσιο του προγράμματος για την ανεύρεση των αγνοουμένων της κυπριακής τραγωδίας ξεκίνησαν εργασίες εκσκαφής στο χώρο του Ψυχιατρείου Αθαλάσσας, οι οποίες σύντομα απέδωσαν καρπούς. Τον Ιανουάριο του 2018 εντοπίσθηκαν οστά αγνοουμένων καθώς και πλήθος από ιατρικά αντικείμενα όπως ορός, χτένες, ακτινογραφίες, μπουκάλια φαρμάκων, ένεση, και άλλα ιατρικά αναλώσιμα καθώς και είδη ρουχισμού, υπόδησης και κουβέρτες (http://www.riknews.com.cy/index.php/news/kinonia/item/61658-entopistikan-osta-trofimon-tou-nos-athalassas-se-perioxi-tou-gn-lefkosias). Όπως μάλιστα δήλωσε στις 23 Μαρτίου ο Επίτροπος Προεδρίας για Ανθρωπιστικά Θέματα και Θέματα Αποδήμων κ. Φώτης Φωτίου σύντομα θα ξεκινούσαν οι ανθρωπολογικές διαδικασίες κι ακολούθως οι επιστημονικές διαδικασίες στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (ΙΝΓΚ) για την ταυτοποίηση των οστών των ένδεκα ατόμων που βρέθηκαν στο χώρο εκταφής.

Ο χειρουργός Ανδρέας Δημητριάδης είναι ο πρωταγωνιστής μιας από τις συγκλονιστικότερες σελίδες της κυπριακής τραγωδίας. Ήταν 16 Αυγούστου 1974 και η μάχη της Λευκωσίας μαινόταν. Ο Τουρκοκύπριος πολεμικός ανταποκριτής Ergin Konuksever, τραυματισμένος σοβαρά στον δεξί θώρακα φθάνει αιχμάλωτος στο νοσοκομείο της Λευκωσίας οδηγώντας ένα όχημα. Μαζί του βρισκόταν ένας συνάδελφός του καθώς και μια έγκυος Τουρκοκύπρια η οποία βρισκόταν στο στάδιο γέννας. Οι τρεις τους είχαν χάσει τον προορισμό τους, κατευθύνθηκαν στο Καϊμακλί όπου έπεσαν σε ελληνική περίπολο, η οποία έβαλε εναντίον τους, τραυμάτισε τον Konuksever και τους συνέλαβε. Η κατάστασή του κρίθηκε από τους Έλληνες γιατρούς κρίσιμη και αμέσως εισήχθη στο χειρουργείο. «Ήταν η πιο δύσκολη μέρα στο χειρουργείο» θυμάται ο Δημητριάδης. Η επέμβαση ολοκληρώθηκε με επιτυχία και μετά από λίγες μέρες ο Konuksever παραδόθηκε στα Ηνωμένα Έθνη και επέστρεψε στην Τουρκία.

Τα χρόνια πέρασαν και η υπόθεση ξεχάσθηκε. Όχι όμως από τον Konuksever ο οποίος εξελίχθηκε στον πιο διάσημο Τούρκο πολεμικό ανταποκριτή. Για πολλά χρόνια προσπαθούσε να ανακαλύψει ποιος ήταν ο Έλληνας γιατρός, ο οποίος του είχε σώσει τη ζωή. Έτσι ανέθεσε στον Τουρκοκύπριο ογκολόγο Ahmet Algin τη σχετική έρευνα, η οποία σύντομα απέδωσε καρπούς. Αμέσως ο Konuksever διαμήνυσε στον Δημητριάδη ότι ήθελε να τον συναντήσει. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2009, στο δημοσιογραφικό κέντρο «Ανατόλια», στο ξενοδοχείο Ledra Palace. Οι δύο άντρες συναντήθηκαν, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και για ώρα πολύ διηγούνταν ιστορίες ο ένας στον άλλο. «Αιμορραγούσα συνεχώς. Φτάνοντας στις πρώτες Βοήθειες κατάλαβα ότι οι νοσοκόμοι συζητούσαν αν θα με άφηναν να πεθάνω από αιμορραγία. Τότε εμφανίστηκε ένας νεαρός γιατρός με αστραφτερά γαλάζια μάτια, ο οποίος αποτεινόμενος στους νοσηλευτές του είπε: ‘Πήρα τον όρκο του Ιπποκράτη και για εμένα δεν έχει σημασία αν είναι Έλληνας ή Τούρκος’», περιέγραψε σε συνέντευξη του ο Konuksever (http://www.reporter.com.cy/politics/article/226208/).

Η συγκεκριμένη υπόθεση θα ήταν απλώς μια περίπτωση ιατρικής εντιμότητας και ευσυνειδησίας αν ο Konuksever δεν σχετιζόταν με μια από τις πιο συγκλονιστικές υποθέσεις αγνοουμένων Ελληνοκυπρίων στρατιωτών που είχαν συλληφθεί από τον τουρκικό στρατό. Τον Αύγουστο του 1974 κοντά στο τουρκοκυπριακό χωριό Τζιάος στην περιοχή της Μεσαορίας, πέντε Ελληνοκύπριοι στρατιώτες, οι Κορέλλης Αντώνης, Νικολάου Παναγιώτης, Σκορδής Χριστόφορος, Παπαγιάννης Ιωάννης και Χατζηκυριάκος Ιωάννης συνελήφθησαν από τον τουρκικό στρατό. Τη σκηνή αποτύπωσε ο Konuksever με την κάμερά του, η οποία λίγο αργότερα κατασχέθηκε από τους στρατιώτες της Εθνικής Φρουράς. Τα επόμενα χρόνια η φωτογραφία με τους πέντε Ελληνοκύπριους στρατιώτες να στέκονται αιχμάλωτοι στα γόνατα έκανε το γύρο του κόσμου και έγινε σύμβολο του αγώνα διακρίβωσης της τύχης των αγνοουμένων. Οι οικογένειές τους ζούσαν επί χρόνια με την αγωνία του τι απέγιναν, αφού κανείς δεν μπορούσε να τους δώσει κάποια πληροφορία. Σε συνέντευξη του σε τηλεοπτικό σταθμό της Κυπριακής Δημοκρατίας ο Konuksever δήλωσε πως οι πέντε στρατιώτες ήταν νεκροί, αφού εκτελέσθηκαν λίγο μετά τη σύλληψή τους. Υπογράμμισε μάλιστα ότι στα κατασχεμένα από τις κυπριακές αρχές φιλμ υπήρχαν και άλλες φωτογραφίες που απεικόνιζαν τους στρατιώτες νεκρούς (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=73269).

Η γνωστή φωτογραφία από τον  Ergin Konuksever
Τα λείψανα των αγνοουμένων κατά τη διαδικασία ταυτοποίησης με τη μέθοδο DNA.

Τα λείψανα των πέντε αγνοουμένων στρατιωτών βρέθηκαν σε πηγάδι κοντά στο χωριό Τζιάος και ταυτοποιήθηκαν λίγους μήνες αργότερα με τη μέθοδο του DNA. Η εκταφή τους έγινε από την Επιτροπή Αγνοουμένων Προσώπων που συνέστησε ο ΟΗΕ. Η Τουρκοκύπρια δημοσιογράφος Σεβκιούλ Ουλουντάκ μεταφέρει μια ανατριχιαστική πληροφορία, που την άκουσε από Τουρκοκύπριο του Τζιάος: «Τους έθαψαν εντελώς πρόχειρα και τους ξέθαψαν τα αδέσποτα σκυλιά της περιοχής, οπότε τους μετακίνησαν και τους έριξαν στο πηγάδι». Στο ίδιο πηγάδι βρέθηκαν άλλοι 14 Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=73538). Ήταν το τέλος μιας ιστορίας που δίχως αμφιβολία αποτελεί όνειδος για τον πολιτισμένο κόσμο.

H Σοφία Βουτσίδου είναι ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ και κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών στον κλάδο της Υγείας (MSc in Health Management)

Βιβλιογραφία

Βρυωνίδης, Δ. (2006) «Η Νομοθετική Ρύθμιση της Ιατρικής και της Δημόσιας Υγείας στην Κύπρο». Στο Βρυωνίδου-Γιάγκου Μ. (επιμ.) Η Ιατρική στην Κύπρο. Από την Αρχαιότητα μέχρι την Ανεξαρτησία, Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής, εκδόσεις Ι.Γ. Κασουλίδης και Υιός, Λευκωσία, σελ. 423-444.

Γεωργιάδης, Α. (2001) Ιστορία της κυπριακής ιατρικής και νοσηλευτικής κατά την Αγγλοκρατία (1878-1960). Με ιδιαίτερη αναφορά στην ψυχιατρική περίθαλψη. Κοινωνικοί και νομοθετικοί θεσμοί, ιδρύματα, κοινωνικό πλαίσιο και κοινωνικές αντιλήψεις. Λιθογραφεία Κυριακίδη, Λευκωσία.

Δημητριάδης, Α. (1983) Αγώνες και αγωνίες. Εμπειρίες ενός θωρακοχειρουργού στην Κύπρο. Τομές στην Ιατρική και το ιατρικό επάγγελμα. Εκδόσεις Πρόοδος, Λευκωσία.

Δημητριάδης, Α. (2005) Τα Ιατρικά Κύπρια 1962-2002. Αυτόπτης μάρτυρας. Εκδόσεις Κ. Επιφανίου, Λευκωσία.

Δημητριάδης, Α. και Αναστασιάδης, Λ. (2011) «Σταθμοί στην ιστορία της Ιατρικής της Κύπρου, 1960-2010». Στο Παπαπολυβίου Π. (επιμ.) Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας 1960-2010, τόμ. 4, εκδόσεις Ο Φιλελεύθερος, Λευκωσία, σελ. 214-263.

Κυριαζής, Ν. (1934-1935) Νοσοκομεία στην Κύπρο. Κυπριακά Γράμματα, έτος Α΄, αρ. 1-24, σελ. 562-664.

Κυριαζής, Ν. (1934-1935) Η χολέρα στην Κύπρο και το λοιμοκαθαρτήριο. Κυπριακά Γράμματα, έτος Α΄, αρ. 1-24, σελ. 98-700.

Κυριαζής, Ν. (1946) Συλλογή ιστορικών ειδήσεων της πόλεως Λάρνακα–Σκάλα. Εκδόσεις Γ. Μ. Χατζηιωάννου, Λάρνακα.

Κυριαζής, Ν. (1947) Κοινωνική δράσις της πόλεως Σκάλα–Λάρνακα. Λάρνακα: εκδ. συγγρ.

Κυριαζής, Ν. (1995) Ο Δήμος της Λάρνακος εντός μιας πεντηκονταετίας (1878-1928). Έκδοση Δήμου Λάρνακας, Λάρνακα.

Κυριαζής, Μ. (2001) Η Ιατρική στο αρχαίο Κίτιο και την παλιά Λάρνακα. Έκδοση Δήμου Λάρνακας, Λάρνακα.

Μαραγκού, Α. και Γεωργιάδης, Α. (2006) «Η Ιατρική στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας». Στο Βρυωνίδου-Γιάγκου Μ. (επιμ.) Η Ιατρική στην Κύπρο. Από την Αρχαιότητα μέχρι την Ανεξαρτησία, Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής, εκδόσεις Ι.Γ. Κασουλίδης και Υιός, Λευκωσία, σελ. 217-400.

Μίτσιγγα, Μ. (2005) Ιστορική αναδρομή 60 χρόνων Νοσηλευτικής Σχολής Κύπρου. Κυπριακά Νοσηλευτικά Χρονικά, 6(3), σελ. 37-43.

Παπαλοΐζου, Χ. (χ.χ.) Κύπρος Ανεξάρτητη Δημοκρατία, τόμ. 4. Θεσσαλονίκη: εκδ. συγγρ.

Παπαπολυβίου Π. (επιμ.) (2011) Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας 1974. Μάρτυρες και μαρτυρίες, τόμ. 1, εκδόσεις Ο Φιλελεύθερος, Λευκωσία.

Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής (2006) Γιατροί της Κύπρου. Βιογραφικός οδηγός 1737-1960, Χριστοδούλου Χ. (επιμ.). Εκδόσεις Ι.Γ. Κασουλίδης και Υιός, Λευκωσία.

Σταυρίδης, Φ. (2006) «Η Φαρμακευτική στην Κύπρο κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας». Στο Βρυωνίδου-Γιάγκου Μ. (επιμ.) Η ιατρική στην Κύπρο. Από την Αρχαιότητα μέχρι την Ανεξαρτησία, Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής, εκδόσεις Ι.Γ. Κασουλίδης και Υιός, Λευκωσία, σελ. 445-459.

Χρυσάνθης, Κ. (2009), Ιατρικά Σύμμεικτα Κύπρου. Εκδόσεις Theopress, Λευκωσία.

Χρυσάνθου, Χρ. (2014), Ο άλλος πόλεμος των γιατρών το 1974. Προσωπικές μαρτυρίες για την περίθαλψη τραυματιών κατά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο», έκδοση ιατρικού συλλόγου «Ιπποκράτης», Λευκωσία.

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ: Η Aθήνα σε τροχιά αστικού εκσυγχρονισμού, 1875-1922:Πολεοδομική εξέλιξη και αρχιτεκτονική δημιουργία

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ

Η Aθήνα σε τροχιά αστικού εκσυγχρονισμού, 1875-1922.

Πολεοδομική εξέλιξη και αρχιτεκτονική δημιουργία

Η πολεοδομική εξέλιξη της ελληνικής πρωτεύουσας και η έντεχνη αρχιτεκτονική της από την εποχή του Τρικούπη έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, αποτελούν το θέμα αυτού του άρθρου. Ύστερα από την αναγκαία σύνδεση με την προηγούμενη περίοδο, η οποία υπήρξε αντικείμενο εμπεριστατωμένων ερευνών, θα σκιαγραφηθεί ο πολεοδομικός και αρχιτεκτονικός εκσυγχρονισμός της Αθήνας στα σαράντα επτά αυτά χρόνια. Πρόκειται για μια περίοδο της αθηναϊκής πολεοδομίας και αρχιτεκτονικής η οποία, παρά τη σημασία της, έχει απασχολήσει πολύ λιγότερο την επιστημονική έρευνα από ότι η οθωνική περίοδος και ο Μεσοπόλεμος.

Προλεγόμενα

Η ελληνική πρωτεύουσα είναι μια νέα πόλη που δημιουργήθηκε επάνω στα ερείπια της αρχαίας Αθήνας και στα συντρίμμια της οθωμανικής κωμόπολης η οποία αριθμούσε μόλις 10 χιλιάδες κατοίκους. Η πολεοδομία και η νεοκλασική αρχιτεκτονική της κατά την oθωνική περίοδο διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση της ταυτότητας του νεοελληνικού κράτους. Η προσπάθεια  οργάνωσης του χώρου σύμφωνα με τις αρχές της ευρωπαϊκής πολεοδομίας και η μέριμνα για την ανάδειξη των μνημείων της κλασικής αρχαιότητας σηματοδοτούν τη ρήξη με το oθωμανικό παρελθόν. Χάρη στην εθνικο-ρομαντική αντιμετώπιση του  παρελθόντος κλέους, τις θεσμοθετημένες παρεμβάσεις μέσω των ρυθμιστικών σχεδίων και της νομοθεσίας και με τα νεωτερικά κτίριά της, η ελληνική πρωτεύουσα λειτούργησε ως σύμβολo πολιτισμικής αναγέννησης και εξευρωπαϊσμού. H αστικότητα της νεοκλασικής Αθήνας, που υπήρξε πρότυπο για τις υπόλοιπες πόλεις της παλαιάς Ελλάδας, βοήθησε  τους κρατικούς θεσμούς να ισχυροποιήσουν την παρουσία τους και αποδείχθηκε χρήσιμο εργαλείο για την ομογενοποίηση ενός πληθυσμού πολλαπλών και ετερογενών καταβολών (Παπαγεωργίου-Βενετάς 1996: 135-164· Μαρμαράς 2004: 390, Fessas-Emmanouil, 2017, Hastaoglou-Martinidis, 1993: 99-123 και Αργυρόπουλος, 1983: 49-53).

Για τη σύνταξη των πολεοδομικών σχεδίων, την εποπτεία της ανοικοδόμησης και την εκτέλεση των δημοσίων έργων συστάθηκαν το 1833 δύο ειδικές υπηρεσίες: το αρχιτεκτονικό και το τοπογραφικό τμήμα του Υπουργείου  των Εσωτερικών, που θα διευθύνουν για δέκα χρόνια ο αρχιτέκτων Eduard Schaubert το πρώτο, με υφισταμένους τους ομοτέχνους του Hans Christian Hansen, J. Hoffer και C. Rοeser, και ο γεωμέτρης D. A. Guebhard το δεύτερο. Mετά την παύση των Βαυαρών, τo 1843 και έως το 1878,  τη θέση τους θα πάρουν Έλληνες αξιωματικοί του Σώματος του Mηχανικού αποσπασμένοι στο Υπουργείο των Εσωτερικών (Μπίρης Κ.: 43, 82 και Δανιήλ 2017: 212).

Hans Christian Hansen, αρχιτέκτων (1803-1883)
Τheohilus Hansen, αρχιτέκτων (1813-1891)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι ρυθμίσεις  του 19ου αιώνα οι οποίες αφορούσαν στην παραγωγή του κτισμένου περιβάλλοντος είχαν συνέχεια και επάρκεια για τα δεδομένα της εποχής τους (Μονιούδη-Γαβαλά : 27, 85-88).  Το πρώτο μεγαλόπνοο σχέδιο πόλης των Σταμάτη Κλεάνθη και Eduard Schaubert (1933-1834) τροποποιήθηκε από τον Leo von Klenze, συντάκτη του δεύτερου εγκεκριμένου σχεδίου του 1834, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για τα επόμενα (Μπίρης Κ.: 26-39, Παπαγεωργίου-Βενετάς, 2001: 45-113, 147- 201, Δανιήλ 2017:  80, Σαρηγιάννης 2000: 71-74, Σαρηγιάννης 2010). Η ισχύς των νομοθετικών διαταγμάτων του 1835 («Περί υγιεινής οικοδομής πόλεων και κωμών»), του 1836 για την εκτέλεση του σχεδίου της Αθήνας και του 1867 («Περί εκτελέσεως των σχεδίων των πόλεων και κωμών»), όπως διαμορφώθηκαν με τις ολιγάριθμες μεταγενέστερες συμπληρώσεις τους, επεκτάθηκε στις πόλεις που ενσωματώθηκαν στον εθνικό κορμό το 1864 και το 1881. Οι διατάξεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση και για τις ρυθμίσεις του νόμου του 1923 «Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών» (Μονιούδη-Γαβαλά, 2012: 23-27 και 2017: 21-22· Μαρμαράς, 2004: 390).

Όμως, σε αντίθεση με την Ευρώπη όπου η αύξηση του αστικού πληθυσμού οφείλεται κυρίως στην εκβιομηχάνιση, η δημογραφική ανάπτυξη της ελληνικής πρωτεύουσας ήταν αποτέλεσμα της μεγέθυνσης του τριτογενούς τομέα και της εντατικής οικοδομικής δραστηριότητας. Σε αυτό συνέβαλε το πελατειακό κράτος, η ισχυρή σχέση των Νεοελλήνων με την έγγεια ιδοκτησία και η αντιμετώπιση των ακινήτων ως των κατεξοχήν επενδυτικών αντικειμένων. Μια άλλη ιδιαιτερότητα της Αθήνας ήταν η έλλειψη της αναγκαίας δημόσιας γης για την ορθολογική συγκρότησή της. Επιπλέον, με την αυθαίρετη δόμηση, η ανάπτυξη της πόλης προηγήθηκε συχνά της επέκτασης  του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου (Τραυλός, 1993: 255). Στις ιδιαιτερότητες αυτές οφείλονται, μεταξύ άλλων,  οι δυσκολίες εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδιασμών που προϋπέθεταν την επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων, την ευθυγράμιση και διαπλάτυνση οδών, τη μεταρρύθμιση ιδιοκτησιών κ.λπ. Εξ’ ού η αμφιθυμία της αθηναϊκής κοινωνίας απέναντι στη νέα πολεοδομική πραγματικότητα: η φιλοδοξία της άρχουσας τάξης, των πολεοδόμων και αρχιτεκτόνων της για μια νέα πρωτεύουσα ευρωπαϊκών προδιαγραφών συνυπάρχει με την αντίθεση των κατοίκων προς τις αυταρχικές παρεμβάσεις της oθωνικής περιόδου (Μονιούδη-Γαβαλά: 23-24).

Κάτω από την πίεση των ιδιοκτητών της αστικής και περιαστικής γής, η οικιστική ανάπτυξη της πρωτεύουσας μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 άρχισε να γίνεται εις βάρος των ελεύθερων χώρων και των μνημείων της (Μπίρης Κ.:191-193, 226). Αυτό αποκαλύπτει το τρίτο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης, το οποίο προσπάθησε να εξορθολογίσει τις επεκτάσεις του σχεδίου Klenze. Εκπονήθηκε το 1864-1865 από τη Διεύθυνση Μηχανικού του Στρατού για λογαριασμό του Υπουργείου Εσωτερικών και με βάση την πρόταση Επιτροπής υπό τον συνταγματάρχη Δ. Σταυρίδη, η οποία συγκροτήθηκε το 1860 με πρωτοβουλία του Δήμου Αθηναίων (Δανιήλ 2017: 289-290). Το εγκεκριμένο σχέδιο εκφράζει την αποδοχή μιας ελαστικότερης ρύθμισης του χώρου προσαρμοσμένης στα καθ’ ημάς. Άλλωστε όλες οι κρατικές παρεμβάσεις στην αθηναϊκή πολεοδομία εξακολούθησαν να είναι αφενός επεκτάσεις των ρυθμιστικών σχεδίων της και αφετέρου τροποποιήσεις μικρότερης ή μεγαλύτερης σημασίας — διανοίξεις δρόμων και πλατειών, διευθετήσεις μικροπεριοχών εκτός σχεδίου, κ.λπ. (Σαρηγιάννης 2000: 76) Επομένως, οι συνθήκες του αστικού εκσυγχρονισμού κάθε άλλο παρά ομαλές και ανώδυνες υπήρξαν για την αθηναϊκή κοινωνία του 19ου αιώνα.

Ο Δήμος Αθηναίων δεν κατόρθωσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της πόλης, παρά την επιθυμία του και τη στελέχωση της τεχνικής του υπηρεσίας με αξιόλογους μηχανικούς και αρχιτέκτονες. Βασικοί λόγοι αυτής της αδυναμίας ήταν η έλλειψη κτηματικής περιουσίας και οικονομικών πόρων σε συνδυασμό με την ανοχή της  κερδοσκοπίας της γης από τους δημότες – ψηφοφόρους και τη διαρκή αντιμαχία του με την Κυβέρνηση. Στα θέματα της πολεοδομίας ειδικότερα είχε μόνο δικαίωμα γνώμης, μη δεσμευτικής για τις Κυβερνήσεις (Μπίρης Κ. 21995: 86-87 και Δανιήλ 2017: επίλογος).

Τέλος, αρκετά από τα αξιολογότερα δημόσια και εκλησιαστικά κτίρια της Αθήνας σχεδιάστηκαν, ανεγέρθηκαν ή θεμελιώθηκαν στα χρόνια του Όθωνα.  Πολλά από αυτά χρηματοδοτήθηκαν από εύπορους Έλληνες της διασποράς και ήταν έργα διακεκριμένων αρχιτεκτόνων οι οποίοι εμπνεύστηκαν από την επιτόπια μελέτη των αρχαιολογικών μνημείων της. Στις κορυφαίες μορφές της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής αυτών των χρόνων ανήκουν οι Γερμανοί Friedrich von Gärtner —αρχιτέκτων των αρχετυπικών Ανακτόρων [1836-1843]— και Leo von Klenze, οι Δανοί αδελφοί Hans Christian και Theophilus Hansen που σχεδίασαν την  Αθηναϊκή Τριλογία στο πνεύμα του ρομαντικού κλασικισμού, ο Έλληνας δημιουργός του Πολυτεχνείου Λύσανδρος Καυταντζόγλου, οι συμπατριώτες του Σταμάτιος Κλεάνθης, Παναγής Κάλκος  και Δημήτριος Ζέζος κ.ά. (Μπίρης Κ. 21995: 113-158, Τραυλός 1967: 22-24 & 27-34, Loyer 2017: 141-156, Παπανικολάου-Κρίστενσεν 1993, Μπαδήμα-Φουντουλάκη 2002 & 2011, Σκαρπιά-Χόϊπελ 1976).

Η Αθηναϊκή Τριλογία, υδατογραφία Th. Hansen, 1885. H.C.Hansen, Πανεπιστήμιο Αθηνών (1839-1843, κέντρο). Th. Hansen, [Σιναία] Ακαδημία των Επιστημών (1859-1887, δεξιά) και Εθνική Βιβλιοθήκη (1883-1888, αριστερά).
Λύσανδρος Καυταντζόγλου, αρχιτέκτων(1811-1885).
Λ. Καυταντζόγλου. Κεντρικό Κτίριο Αβέρωφ του Πολυτεχνείου, 1862-1876.

Πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι η κυριαρχία του νεοκλασικισμού στην πολεοδομία, τα δημόσια κτίρια και τα αστικά μέγαρα της οθωνικής περιόδου δεν θα εξαλείψει τις  παραδοσιακές τυπολογίες και πρακτικές. Στη κατοικία του μέσου Αθηναίου με τη νεοκλασική συχνά όψη επιβιώνει η δυναμική συγκρότηση των χώρων γύρω από μια αυλή, ενώ στην εκτός σχεδίου δόμηση συνεχίζεται αθηναϊκή παράδοση της οργανικής χρήσης του χώρου (Μπίρης Μ. 1987: 29-34, Τραυλός 21993: 247-248, Κωνσταντινίδης 1950).

  1. Η αθηναϊκή πολεοδομία από την εποχή του Τρικούπη έως το 1922

Αποφασιστικό βήμα για τον εκσυγχρονισμό της πολεοδομίας και των δημοσίων έργων υπήρξε ο νόμος ΧΠΗ΄ του 1878 «Περί συστάσεως σώματος των πολιτικών μηχανικών» ο οποίος ανεξαρτητοποιoύσε πλήρως τις τεχνικές υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών από τον στρατό, έχοντας ως πρότυπο την οργάνωση της αντίστοιχης γαλλικής γραφειοκρατίας. Έκτοτε, και έως το 1914 που ιδρύθηκε το Υπουργείο Συγκοινωνίας, ο πολεοδομικός σχεδιασμός μεταφέρθηκε στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών μηχανικών του Υπουργείου των Εσωτερικών (Μπίρης 21995: 82-83, Δανιήλ 2017: 212).

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1870, που στην πολιτική ζωή της χώρας κυριαρχεί ο Χαρίλαος Τρικούπης, καταγράφεται μεγάλη αύξηση στον αριθμό των τροποποιήσεων και επεκτάσεων του τρίτου ρυθμιστικού σχεδίου, η οποία συμβαδίζει με την αλματώδη αύξηση του πληθυσμού, τις απαρχές της συγκρότησης του ελληνικού κεφαλαιοκρατικού συστήματος και την αστικοποίηση της αθηναϊκής κοινωνίας. Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού ανάμεσα στο μεταρρυθμιστικό Τρικουπικό κόμμα, υπέρμαχο του εξευρωπαϊσμού και της ελεύθερης οικονομίας, και το παραδοσιακό Δηλιγιαννικό κόμμα, οπαδό της κρατικής και κομματικής γραφειοκρα­τίας, η ρύθμιση του αστικού χώρου γίνεται μια ελαστικότερη διαδικασία από εκείνη της προηγούμενης περιόδου. Βασικοί λόγοι αυτής της χαλάρωσης ήταν αφενός η αύξηση των επενδυόμενων κεφαλαίων στην αγορά γης και την ανέγερση οικοδομών και αφετέρου η διεύρυνση του πελατειακού κράτους.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η Aθήνα θα έχει προωθήσει αποφασιστικά την πολεοδομική συγκρότηση και τον αρχιτεκτονικό εκσυγχρονισμό της που ενίσχυσαν τη χωρική διαφοροποίηση. Στην ανατολική περιοχή της πόλης υπήρχε το επίσημο κέντρο και η κατοικία της άρχουσας τάξης, ενώ στη δυτική της οι βιοτεχνίες, τα εργαστήρια και οι φτωχογειτονιές. Ο παλαιός πυρήνας —Πλάκα, Ψυρρή, Καλαμιώτη κ.λπ.— θα παραμείνει τόπος διαμονής γηγενών όλων  των τάξεων  (Μπίρης M. 1987: 1- 7, Σαρηγιάννης 2000: 66). Από το 1869 λειτουργούσε ο σιδηρόδρομος Αθηνών-Πειραιώς και από το 1885 οι γραμμές του ατμήλατου σιδηροδρόμου Αθηνών-Κηφισιάς — του περίφημου «θηρίου»— και Αθηνών-Νέου Φαλήρου. Το Νέο Φάληρο γίνεται το κατεξοχήν θέρετρο της πρωτεύουσας με πολυτελείς κατοικίες, ενώ τους εύπορους Αθηναίους και τους ομογενείς προσελκύει και η εξοχική Κηφισιά (Μπίρης Κ. 21995: 196-198, Σαρηγιάννης 2000: 80-87). Παράλληλα θα έχει παραγματοποιηθεί αξιόλογο έργο στην ανάδειξη των μοναδικών αρχαίων μνημείων της ελληνικής πρωτεύουσας (Μπίρης Κ. 21995: 183-185, 226-228). Παρά τις περιπέτειες και την πτώχευση του 1893 η Αθήνα ήταν πλέον μια μεσογειακή πρωτεύουσα ικανή να φιλοξενήσει το 1896 τους πρώτους Oλυμπιακούς Aγώνες των νεότερων χρόνων. Είχε εξελιχθεί σε μια ελκυστική πόλη με ειδυλλιακές εξοχές και αξιόλογα νέα κτίρια, ιδιωτικά και κυρίως δημόσια, που οφείλονταν εν πολλοίς στη γεναιοδωρία Eλλήνων της διασποράς και στους εξαίρετους  αρχιτέκτονες της άρχουσας αστικής τάξης. Aυτή την περιορισμένη σε έκταση Aθήνα των 200.000 περίπου κατοίκων, με τα διώροφα ή τριώροφα το πολύ σπίτια με αυλές και μέγαρα περιτριγυρισμένα από κήπους, παρέδωσε ο 19ος αιώνας στον 20ό (Μπίρης Κ. 21995: 202-205, 219-224, 210).

Πανοραμική φωτογραφία της Αθήνας από την Ακρόπολη, 1890 (φωτ. Αφών Ρωμαΐδη).

Aπό την αυγή του 20ού αιώνα έως το 1922, που ο πληθυσμός της εγγίζει τις 500.000 κατοίκους, η Aθήνα γίνεται ο μοχλός αλλά και ο κύριος αποδέκτης των ιστορικών αλλαγών της χώρας. Το ανορθωτικό έργο του Γεωργίου Θεοτόκη, το ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Bενιζέλου, οι δύο νικηφόροι Bαλκανικοί Πόλεμοι του 1912 και 1913 και η εισαγωγή πληθώρας νεωτερισμών στην καθημερινή ζωή των Aθηναίων, θα φέρουν την πόλη τους πλησιέστερα προς τα ευρωπαϊκά της πρότυπα. Δεν θα αναιρέσουν όμως τον πολιτισμικό δυισμό της αθηναϊκής κοινωνίας στην οποία η δυτική νεωτερικότητα συνυπάρχει με την ανατολικο-μεσογειακή παράδοση. Ως πόλη που βρίσκεται στο μεταίχμιο της Ανατολής και της Δύσης, χωρίς να ανήκει ευκρινώς σε καμία, περιγράφει την Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα ο δημοσιογράφος Σπυρίδων Παγανέλης (Παγανέλης, 1907: 52-53).

Το αστικό τοπίο αρχίζει να μεταβάλλεται καθώς η ελληνική πρωτεύουσα προσελκύει τον μεγαλύτερο όγκο της εσωτερικής μετανάστευσης και των επαναπατριζόμενων ομογενών. Την εντατικότερη εκμετάλλευση του αστικού εδάφους θα διευκολύνει το διάταγμα του 1919 για τα ύψη των οικοδομών (το μέγιστο ύψος τους καθορίστηκε στα 12/10 του πλάτους του δρόμου, και πάντως όχι μεγαλύτερο των 23 μ.). Παράλληλα, η Αθήνα επεκτείνεται άναρχα και εμφανίζει ορισμένα από τα προβλήματα της βιομηχανικής πόλης: κακές συνθήκες κατοικίας των φτωχών μεταναστών, ανεπαρκείς υποδομές κ.ά. (Μαρμαράς 1991: 44, 77-83, Πολύζος 1985: 24-26).

Tο αισιόδοξο κλίμα της δεκαετίας του 1910 ευνοεί τη συστηματική προσπάθεια για μια σχεδιασμένη ανάπτυξη της πρωτεύουσας ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Όμως τόσο τα μεγαλεπήβολα σχέδια εκσυγχρονισμού της φυσιογνωμίας της που συντάχθηκαν από τον Γερμανό Ludwig Hoffmann (1908-1910) και τον Άγγλο Thomas Mawson (1914-1918) όσο και οι ρεαλιστικότερες προτάσεις του Αριστείδη Μπαλάνου (1917) και του Στυλιανού Λελούδα (1918, 1921) έμειναν στο χαρτί (Schmidt 1979, Πολύζος 1985: 37-39, Μανούδη 1985: 47-54). Ακυρώθηκαν κυρίως το 1922 λόγω του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος των 230.000 ομογενών προσφύγων από τη Mικρά Aσία και των μεταναστών από την επαρχία και το εξωτερικό (περιοχές της πρώην Οθωμανικής και της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας).

  1. 1875-1922: H αρχιτεκτονική δημιουργία

2.1. To έργο των αρχιτεκτόνων κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα

Η αρχιτεκτονική κοσμογονία της Αθήνας θα επιταχυνθεί κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα.  H έντεχνη αρχιτεκτονική της εκσυγχρονίζεται τυπολογικά, κατασκευαστικά, αλλά και μορφολογικά καθώς απομακρύνεται από τον κλασικισμό κάτω από την επίδραση των νέων ρευμάτων της Ευρώπης: του ιστορισμού και του εκλεκτικισμού. Σε αυτό δεν συνέβαλαν μόνο οι αρχιτέκτονες που δραστηριοποιήθηκαν κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, όπως ο Σάξων Ernst Ziller (1837-1923), ο μαθητής του Πάνος Καραθανασόπουλος, οι Γάλλοι Eugène Troump (1846-1929), Piat, Χ. Girard, οι στρατιωτικοί αρχιτέκτονες Ιωάννης Σέχος και Αναστάσιος Θεοφιλάς, κ.ά. (Μπίρης Κ. 21995: 173-183, Σκαρπιά-Χοϊπελ 1976 & 2010: 33-37, Loyer 2017: 165-185). Σημαντικό ρόλο είχαν και οι προτιμήσεις των πελατών τους οι οποίοι ανήκαν στην ανανεωμένη αστική τάξη της εποχής του Τρικούπη.

Ernst Ziller, αρχιτέκτων (1837-1923).

Ωστόσο, η αθηναϊκή αρχιτεκτονική —η έντεχνη και κυρίως η ανώνυμη— θα μείνουν για πολύ περισσότερα χρόνια στον κλασικισμό από ό,τι η αρχιτεκτονική άλλων ευρωπαϊκών πόλεων (Μπίρης Μ.: 153). Χαρακτηριστικά κτίρια όψιμου αθηναϊκού κλασικισμού είναι  το Δημαρχείο (π. 1872-1874, αρχιτέκτων Π. Κάλκος), το Αρεταίειο Νοσοκομείο του Πανεπιστημίου Αθηνών (1896-1898, αρχιτέκτονες Η. Αγγελόπουλος και Ι. Ιωάννου), το νέο Δημοτικό Νοσοκομείο Αθηνών «Η Ελπίς» (1904-1912, αρχιτέκτων Ι. Κολλινιάτης) και το Μαράσλειο Διδασκαλείο (π. 1905, αρχιτέκτων Δ. Καλλίας), ενώ στο πνεύμα του πιο περίτεχνου κλασικισμού της παρισινής École des beaux-arts σχεδιάστηκαν περί το 1873  από τον V.-E. Poitrineau τα μέγαρα Σκουλούδη και Βούρου της πλατείας Συντάγματος, τα οποία κατασκευάστηκαν με επιβλέποντες τους Troump και Piat και κατεδαφίστηκαν μεταπολεμικά για την ανέγερση των ξενοδοχείων King George και Athens Plaza   (Μπίρης Κ. 21995: 178-179, 207-209 & 266, Αναγνωστοπούλου 2013: 524, 536, 680 & 687,  Καλλίας 1906: 103-107 και Loyer 2017: 172-173).

Στα χρόνια του Τρικούπη ολοκληρώθηκαν, ανεγέρθηκαν και θεμελιώθηκαν αξιόλογα δημόσια κτίρια. Το 1887 αποπερατώθηκε, με δωρεές Σίμωνος και Ιφιγένειας Σίνα και επίβλεψη E. Ziller, το εμβληματικό μέγαρο της Ακαδημίας Αθηνών, το αποκαλούμενο τότε «[Σιναία] Aκαδημία των Επιστημών».  To έργο σχεδιάστηκε τo 1856-1859 από τον Τheophil Hansen σε εκλεκτικιστικό πνεύμα με αρχαιοελληνικές αναφορές που ο ίδιος χαρακτήρισε “Hellenische Renaissance” [«Ελληνική Αναγέννηση»] (Φατσέα, 2015: 233-259 και Κασιμάτη – Πανέτσος 2015). Το 1889 ολοκληρώθηκε η κεντρική πτέρυγα και η πρόσοψη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ludwig Lange, τροποποιημένων από τους Π. Κάλκο και Ε. Ziller, οι οποίοι ήταν και οι βασικοί επιβλέποντες των εργασιών ανέγερσής του. Το οικόπεδο δώρησε η Ελένη Τοσίτσα και τη χρηματοδότηση προσέφεραν το ελληνικό δημόσιο, η Αρχαιολογική Εταιρεία και οι ομογενείς Δ. και  Ν. Βερναρδάκης από την Πετρούπολη. Ο Τρικούπης προώθησε, μεταξύ άλλων, την ανέγερση δύο σημαντικών δημοσίων κτιρίων, της Εθνικής Βιβλιοθήκης και του Εθνικού Χημείου του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Σχεδιασμένο το 1883-1888 από τον Τheophil Hansen σε παρόμοιο πνεύμα με την Ακαδημία  Αθηνών, το μέγαρο της Βιβλιοθήκης θεμελιώθηκε το 1888, ανεγέρθηκε με δωρεά των Κεφαλλήνων Αφών Βαλλιάνων και επίβλεψη του Ziller και αποπερατώθηκε το 1902, ολοκληρώνοντας  την Αθηναϊκή Τριλογία  (Mπίρης K., 21995: 214-216).

Στο, ευρωπαϊκών προδιαγραφών κτίριο του Εθνικού Χημείου του Πανεπιστημίου Αθηνών, που ανεγέρθηκε το 1887-1890 με πρωτοβουλία του σπουδαίου καθηγητή της Χημείας Αναστάσιου Χρηστομάνου,  ο Ziller  θα χρησιμοποιήσει μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή του αρχιτεκτονικού ιδιώματος του μέντορά του Τh. Hansen (Πανέτσος 2010: 38-42, Καρδαμίτση-Αδάμη 2006: 168-171).

Με σχέδια του Ziller ανεγέρθηκαν το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα τα δύο μνημειώδη Θέατρα της Αθήνας, το Δημοτικό και το Βασιλικό. Το πρώτο άρχισε να κτίζεται το 1873 με πρωτοβουλία μετοχικής εταιρείας εύπορων Αθηναίων, η οποία ανέλα­βε να χρηματοδοτήσει την κατασκευή του σε τμήμα της πρώην πλατείας του Λαού (μετέπειτα Λουδοβί­κου και σήμερα Κοτζιά) που παραχωρήθηκε από τον Δήμο Αθηναίων. Οι εργασίες σταμάτησαν για οικονομικούς λόγους τον επόμενο χρόνο, συνεχίστηκαν από τον Δήμο μετά 13 χρόνια και ολοκληρώθηκαν το 1888 χάρη στη δωρεά του Ανδρέα Συγγρού. Tο μυθοποιημένο αυτό αρχιτεκτόνημα του Ziller δεν αποτελούσε μόνο τον φτωχό συγγενή των ομοειδών θεάτρων της Ευρώπης και των Βαλκανικών πρωτευουσών από άποψη κατασκευής, σκηνικού χώρου, εξοπλισμού και διακόσμου. Ήταν επίσης παρωχημένης για την εποχή του τυπολογίας, τεχνολογίας και τεχνοτροπίας. Το εξωτερικό του Δημοτικού Θεάτρου, σχεδιασμένο στο πνεύμα του σαξονικού και βιεννέζικου εκλεκτικισμού της περιόδου 1860-1870, δεν έλυσε με ιδιαίτερη τέχνη ή πρωτοτυπία τα μορφολογικά προβλήματα που έθετε μια αρχιτεκτονική μεγάλων αξιώσεων και περιορισμένων μέσων στην Αθήνα εκείνης της εποχής με τις έντονες νεοκλασικές μνήμες. Μοιραία για την τύχη του κτιρίου στάθηκε η εγκατάσταση σε αυτό 1.500 Μικρασιατών προσφύγων, παρά την αντίθετη γνώμη του δημάρχου Σπύρου Πάτση και της αθηναϊκής κοινής γνώμης (Φεσσά-Εμμανουήλ 1994, Α´: 280-302).

Το εκλεκτικιστικής τεχνοτροπίας Δημοτικό Θέατρο, έργο του E. Ziller (1873/1886-1888), γύρω στα 1900. Επιστολικό δελτάριο.
Το Δημοτικό Θέατρο στα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Αντίθετα, το Βασιλικό —και από το 1932 Εθνικό— Θέατρο (1891-1901), δικαίωσε τελικά τις προσδοκίες των δημιουργών του, παρά τις αδυναμίες του: οικόπεδο απόκεντρο και ανεπαρκών διαστάσεων, μικρή αίθουσα, κ.ά. Την πρωτοβουλία για την ανέγερσή του είχε ο Γεώργιος Α´, διαθέτοντας για τον σκοπό αυτό τις δωρεές των ευεργετών Στ. Ράλλη, Μ. Κοργιαλένιου και κρατικά κονδύλια. Το Βασιλικό (Εθνικό) Θέατρο δεν ανήκει στα σημαντικότερα έργα του Ziller, παρά τη σοβαρή μελέτη και την επιμελημένη εκτέλεση των σχεδίων του. Βασική λ.χ. αδυναμία του αρχιτεκτονήματος αυτού ήταν το μπαροκίζον ύφος των των όψεων που τους έδινε μια πλαστικότητα δυσανάλογη προς την κλίμακά τους (Φεσσά-Εμμανουήλ 1994, Α: 302-317).

Ε. Ziller. Πρόσοψη Βασιλικού —σήμερα Εθνικού—Θεάτρου, υδατογραφία 1892. Η ασυμμετρία της οφείλεται στο προϋπάρχον κτίσμα στην δεξιά γωνία του οικοδομικού τετραγώνου.
Το Εθνικό Θέατρο το 2009, μετά την τελευταία ανακαίνιση.

Η ανακατασκευή του Παναθηναϊκού Σταδίου (329-330 π.Χ. και 140-144 μ.Χ.) με χορηγία Γ. Αβέρωφ και σχέδια του Αν. Μεταξά  για τη φιλοξενία των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων των νεότερων χρόνων (1896), υπήρξε το κατεξοχήν έργο γοήτρου της νέας Αθήνας  (πύλη Οδυσσεύς, Μπίρης K. 21995: 219-221, Κασιμάτη 2010:  17, 110-111).

Άποψη του ανακατασκευασμένου Παναθηναϊκού Σταδίου κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 (αρχιτέκτων ανακατασκευής 1894-1896 Αν. Μεταξάς, ανασκαφή 1864-1869 και αποτύπωση Ε. Ziller).

Η κατοικία ήταν το κύριο θέμα της έντεχνης αρχιτεκτονικής κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα  και δεσπόζουσα μορφή της ο παραγωγικότητος Ziller. Τα νέα ηγετικά  στρώματα της αθηναϊκής κοινωνίας προτιμούσαν να προβάλονται με τις ιδιωτικές κατοικίες τους —μέγαρα και επαύλεις— και λιγότερο με την ανέγερση κτιρίων δημόσιας χρήσης, όπως το έκαμαν οι ρομαντικότεροι προκάτοχοί τους της οθωνικής περιόδου (Μπίρης Κ. : 179-183, Loyer 2017: 165, Κασιμάτη 2010: 164-179, 180-235 και Fessas-Emmanouil 2017). Στα αξιολογότερα παραδείγματα αυτής της κατηγορίας ανήκουν τέσσερα νεοαναγεννησιακής μορφολογίας έργα του Ziller —το μέγαρο Schliemann  (1878-1880), σήμερα στέγη του Νομισματικού Μουσείου· το μέγαρο Στ. Ψύχα (1885-1904), μετ. κατοικία πρίγκιπος Νικολάου και σήμερα Ιταλική Πρεσβεία· το μέγαρο του Διαδόχου (1891-1897), σήμερα Προεδρικό μέγαρο και το εκλεκτικιστικό μέγαρο Σταθάτου (μελέτη 1895) που αποτελεί παράρτημα του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης— καθώς και το εκλεκτικιστικής μορφολογίας μέγαρο Λουριώτη – Νεγρεπόντη που ανεγέρθηκε περί το 1880 με σχέδια του Troump, χρησιμοποιήθηκε ως προσωρινό ανάκτορο του διαδόχου Κωνσταντίνου, στέγασε  το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας και κατεδαφίστηκε το 1956 (Τραυλός 1967: 182-186, Καρδαμίτση-Αδάμη 2006:  68-72,  98-109, Κασιμάτη 2010: 185-188, 192-196 και Loyer 2017: 165-176).

E. Ziller. Το νεοαναγεννησιακής μορφολογίας μέγαρο Schliemann —«Ιλίου Μέλαθρον»—, επί της λεωφ.Πανεπιστημίου 12 (1878-1880), σήμερα στέγη του Νομισματικού Μουσείου
E. Ziller. Το εκλεκτικιστικό μέγαρο Όθωνος Σταθάτου στη γωνία της λεωφ. Βασ. Σοφίας και Ηροδότου (μελέτη
1895), σήμερα παράρτημα του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης.
E. Troump. Το εκλεκτικιστικής μορφολογίας μέγαρο Λουριώτη – Νεγρεπόντη στη γωνία των οδών Αμαλίας και
Όθωνος που ανεγέρθηκε περί το 1880 και κατεδαφίστηκε το 1956.

2.2. 1900-1922. Η μετάβαση από τον γαλλικό εκλεκτισμό στον μετριοπαθή μοντερνισμό και το μανιφέστο του αρχιτεκτονικού δημοτικισμού

Τα χρόνια αυτά είναι μια εποχή αλλαγών για τη φύση και την άσκηση της αρχιτεκτονικής. Η ανάδυση του νεωτερικού αρχιτέκτονα-σχεδιαστή οφείλεται σε διάφορους λόγους. Ο σημαντικότερος ήταν η εισαγωγή ξένων βιομηχανικών προϊόντων και κατασκευαστικών μεθόδων (οπλισμένο σκυρόδεμα, μεταλλικές κατασκευές κ.ά.) που μόνο όσοι είχαν εκπαιδευτεί στα Πολυτεχνεία της Ευρώπης και της Ελλάδας γνώριζαν να χρησιμοποιούν. Επιπλέον, ο σχεδιασμός κτιρίων ευρωπαϊκού τύπου απαιτούσε επικαιροποιημένες γνώσεις που οι εμπειροτέχνες και οι παλιοί αρχιτέκτονες δεν είχαν. Στο ελληνικό κράτος η κίνηση για την αναβάθμιση των αρχιτεκτόνων έναντι των εμπειροτεχνών και για την κατοχύρωση του επαγγέλματός τους σε σχέση με εκείνο των πολιτικών μηχανικών, εκτός από αργοπορημένη υπήρξε και αλυσιτελής. Παρά την ίδρυση της Σχολής Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών του Πολυτεχνείου της Αθήνας το 1917 και του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών (ΣΑΔΑΣ) το 1922, οι κανόνες άσκησης του επαγγέλματος διαμορφώθηκαν τελικά μέσα από θεσμούς συλλογικής εκπροσώπησης των μηχανικών, όπως ήταν ο Πολυτεχνικός Σύλλογος (έτος ιδρύσεως 1899) και το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (έτος ιδρύσεως 1923), στους οποίους οι αρχιτέκτονες αποτελούσαν αμελητέα μειοψηφία (Αντωνίου 2006:181-193 και Φεσσά-Εμμανουήλ 2001: 313-321).

Οι νέοι τύποι κτιρίων για το εμπόριο και τη βιομηχανία, οι τράπεζες, οι ναοί, οι τόποι και χώροι αναψυχής –λουτροπόλεις, θέρετρα, ξενοδοχεία–, οι μονοκατοικίες –αστικές, προαστιακές, παραθεριστικές– και οι πολυκατοικίες αποτελούν τα βασικά αντικείμενα των αρχιτεκτόνων και αρχιτεκτονούντων μηχανικών αυτής της περιόδου που εργάζονται κυρίως ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

Η προσπάθεια ευθυγράμμισης με τα σύγχρονα ρεύματα  και προσαρμογής τους στα τοπικά δεδομένα παραμένει η βασική τάση της αστικής αρχιτεκτονικής των ετών 1900-1922. Στις καλύτερες περιπτώσεις η προσπάθεια κατορθώνει να αφομοιώσει δημιουργικά τις ευρωπαϊκές τυπολογίες και τεχνοτροπίες τόσο τις ακαδημαϊκές όσο και τις νεωτερικές. Στις χειρότερες περιπτώσεις έχουμε την αναχρονιστική ή αδόκιμη εφαρμογή των ευρωπαϊκών κτιριακών τύπων, συνθετικών κανόνων και στιλ. Οι κυρίαρχες τεχνοτροπίες της μεταβατικής αυτής περιόδου είναι ο εκλεκτικισμός του Ziller, το νεομπαρόκ της École des beaux-arts του Παρισιού και ο ανανεωμένος κλασικισμός. Αντίθετα, η επιρροή των νεωτερικών ρευμάτων της  belle époque —art nouveau, Secession, Jugendstil κ.ά— στην αθηναϊκή αρχιτεκτονική θα είναι καθυστερημένη, επίπλαστη και περιορισμένη σε διακοσμητικά μοτίβα (Μπίρης Μ. 1987: 128-139).

Από τους αρχιτέκτονες των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα ξεχωρίζουν ο ανανεωτής του αθηναϊκού κλασικισμού Αναστάσιος Μεταξάς (1862-1937), δημιουργός του Αιγινήτειου Νοσοκομείου (θ. 1900, απ. 1905/1909), της Χαροκοπείου Σχολής (μελέτη 1906-1909, αποπεράτωση 1920), της Ιονικής Τράπεζας (1911-1916) και πολλών αστικών μεγάρων — Πάλλη στην πλατεία Συντάγματος  (περί το 1910-1911), Χαροκόπου-Μπενάκη (1911) στη γωνία των οδών Βασ. Σοφίας και Κουμπάρη κ.ά.· ο παλαίμαχος Ernst Ziller με την πολυκατοικία Πεσμαζόγλου στη γωνία των οδών Βασ. Σοφίας 4 και Ηρώδου Αττικού (1900) και το Νέο Αρσάκειο (κτίριο γραφείων και καταστημάτων) επί της οδού Σταδίου (1911-1917) και τα δύο τεχνοτροπίας νεομπαρόκ· ο εκλεκτικιστής μαθητής του Πάνος Καραθανασόπουλος, αρχιτέκτων του νεομπαρόκ ξενοδοχείου Ακταίον στο Νέο Φάληρο που εγκαινιάστηκε το 1903 και της Λαϊκής Τράπεζας επί της οδού Πανεπιστημίου απέναντι περίπου από το παλιό Αρσάκειο (1908)· και ο Παναγιώτης Ζίζηλας με την πολυκατοικία Ησαΐα στη γωνία Πατησίων και Ιουλιανού (1923) («Μεταξάς, Αναστάσιος» 1987, Καρδαμίτση-Αδάμη 2006:256-261  και Μπίρης Κ.: 291-292).

Μεταξάς Α. Η Ιονική Τράπεζα επί της οδού Πεσμαζόγλου (1911-1916, δεξιά) και Λαϊκή Τράπεζα στη γωνία της λεωφόρου Πανεπιστημίου και της οδού Πεσμαζόγλου (π. 1927, αριστερά). Προοτικό σκίτσο.

Στο προσκήνιο εμφανίζονται και οι απόφοιτοι της École des beaux-arts του Παρισιού που θα πρωταγωνιστήσουν στους διαγωνισμούς και στην αστική αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου. Ο πρώτος από αυτούς ήταν ο δεξιοτέχνης Αλέξανδρος Νικολούδης (1874-1944) ο οποίος διετέλεσε  καθηγητής της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου. Η βράβευσή του σε τρεις από τους σημαντικότερους διαγωνισμούς της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα θα εκτινάξει τη φήμη του στα ύψη, παρά το γεγονός ότι οι προτάσεις του ήταν εκτός ελληνικής πραγματικότητας και γι’ αυτό έμειναν στο χαρτί. Θέματα των τριων διαγωνισμών ήταν: το Υπουργείο Οικονομικών στο οικοδομικό τετράγωνο που όριζαν η λεωφόρος Πανεπιστημίου και οι οδοί Αρσάκη, Σταδίου και Σανταρόζα   (1902, αρχιτέκτων Α. Νικολούδης, β΄ βραβείο) και το Δικαστικό Μέγαρο Αθηνών σε οικόπεδο επί των οδών Κηφισίας και Ρηγίλλης (αρχιτέκτονες Α. Νικολούδης και P. Guidetti, 1901, β΄ βραβείο και 1910-1911, α΄ βραβείο) (Κωτσάκη 2007: και μορφολογικό 27-32, 34—50, 78-82). Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα τα γνωστά έργα του Νικολούδη που προώθησαν τον εκσυγχρονισμό της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής ήταν τέσσερις μονοκατοικίες εύπορων αστών και ένας κινηματογράφος. Ακολουθώντας τις συνθετικές αρχές της École des beaux-arts, ο αρχιτέκτων προσάρμοσε δημιουργικά τις ορθολογιστικές διατάξεις, τις τεχνολογικές καινοτομίες και τη μορφολογία των γαλλικών προτύπων του στα αθηναϊκά δεδομένα. Το μέγαρο Λιβιεράτου στη γωνία των οδών Πατησίων και Ηπείρου (1906-1909), τεκμήριο των συνθετικών και μορφοπλαστικών ικανοτήτων του Νικολούδη, είναι σήμερα ευρύτερα γνωστό ως μέγαρο «Υπατία» που το 2011 φιλοξένησε μετανάστες απεργούς πείνας. Ο κινηματογράφος Αττικόν της οδού Σταδίου (1916), πρώτη αίθουσα αξιώσεων της έβδομης τέχνης στην Αθήνα, έγινε στόχος εμπρηστών στις ταραχές του 2007 και παραμένει έκτοτε μια χαίνουσα πληγή του ιστορικού κέντρου (Κωτσάκη 2007: 168-173 & 144-149, Φεσσά-Εμμανουήλ 1994 Β: 108-113).

Nικολούδης Α. και Guidetti P. Μελέτη Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών, όψη επί της λεωφόρου Κηφισίας (1910, α΄
βραβείο διεθνούς [;] αρχιτεκτονικού διαγωνισμού).
Nικολούδης Α. Το μέγαρο Λιβιεράτου, Πατησίων και Ηπείρου,  1906-1909.

Παράλληλα το πνευματικό κλίμα, το οποίο από τα τέλη του 19ου αιώνα στήριξε την ανάπτυξη της λαογραφίας και τον αστικό δημοτικισμό, θα επηρεάσει και τους αρχιτέκτονες.  Το αίτημά τους για αυθεντικότητα βασίζεται στη θέση ότι ο αέναος και μιμητικός εκσυγχρονισμός δεν διευκολύνει τη νεοελληνική αρχιτεκτονική να αποκτήσει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της, αλλά και τους δημιουργούς της να αναπτύξουν ένα προσωπικό ύφος. Ο πολιτισμικός αντίλογος στον επίπλαστο εξευρωπαϊσμό θα ενισχύσει το αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον για το Βυζάντιο και τη σύνδεσή του με την αυτόχθονη λαϊκή παράδοση ως στοιχείων της νεοελληνικής ταυτότητας. Το ενδιαφέρον αυτό δεν συνδέεται μόνο με τον εθνικό αλυτρωτισμό. Συμβαδίζει και με μεταρρυθμιστικές κινήσεις της belle époque που διαπνέονται από όραμα κοινωνικό, πολιτισμικό και αισθητικό, όπως ήταν τα αγγλικά κινήματα Τέχνες και Χειροτεχνία (Arts and Crafts, 1880-1920) και Domestic revival και o γερμανικός σύνδεσμος Deutscher Werkbund. Τις κινήσεις αυτές γέννησε η αντίθεση προς τα δεινά της βιομηχανικής κοινωνίας. H επιστροφή στη φύση και στις αξίες της παράδοσης ως μέσον αλλαγής αισθητικών κριτηρίων αλλά και ως διαδικασία αυτοπροσδιορισμού —πολιτισμικού ή εθνικού—, ήταν μια κίνηση του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, επηρεασμένη από τη φιλοσοφία της ιστορίας και την αισθητική του Johann Gottfried von Herder (Φεσσά-Εμμανουήλ 2013: 14-16, 70-71)

Βασικός εκφραστής αυτού του νέου πνεύματος στην αρχιτεκτονική από το 1908 ήταν ο γερμανοσπουδασμένος αρχιτέκτων Αριστοτέλης Ζάχος (1871-1939), ηγετική μορφή του αρχιτεκτονικού δημοτικισμού. Στη επιτόπια μελέτη της λαϊκής αρχιτεκτονικής παράδοσης και του παρελθόντος της —βυζαντινού και παλαιοχριστιανικού́— ο Ζάχος αναζήτησε τη γνήσια έκφραση της ψυχής του ελληνικού λαού. Από τη βαθιά αυτήν δεξαμενή άντλησε συναισθηματική δύναμη, πρότυπα και εκφραστικά μέσα για την αρχιτεκτονική μεταρρύθμισή του, η οποία προαναγγέλλεται με το άρθρο του «Λαϊκή Αρχιτεκτονική» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο Καλλιτέχνης, τον  Αύγουστο του 1911. Το μεταρρυθμιστικό όραμα του Ζάχου θα υλοποιηθεί την περίοδο του Μεσοπολέμου στους τομείς της μονοκατοικίας, της ναοδομίας και των εκπαιδευτικών κτιρίων (Φεσσά-Εμμανουήλ  2001: 76-95 και 2013: 43-64).

Ο αρχιτέκτων Αριστοτέλης Ζάχος (1871-1939). Ελαιογραφία Ευ. Ιωαννίδη, 1911.

Βιβλιογραφικές αναφορές

  • Αναγνωστοπούλου Γεωργία Μ. (2013), Κτίρια δημόσιας υγείας στην Αθήνα, 1833-1923, διδακτορική διατριβή ΕΜΠ.
  • Αντωνίου Γιάννης (2006), Οι Έλληνες Μηχανικοί. Θεσμοί και Ιδέες, 1900-1940, Εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα.
  • Αργυρόπουλος Θαλής (1983), «Η χαμένη πολεοδομική παράδοση του Νεοκλασικισμού», στο: Νεοκλασική Πόλη και Αρχιτεκτονική, Πρακτικά Πανελλήνιου Συνεδρίου, Σπουδαστήριο Ιστορίας Αρχιτεκτονικής, Θεσσαλονίκη, σ. 49-53.
  • Δανιήλ, Μαρία (2017), Το έργο της Αρχιτεκτονικής Υπηρεσίας του Δήμου Αθηναίων κατά την περίοδο 1835-1912. Παρεμβάσεις και συμβολή του Δήμου Αθηναίων στη διαμόρφωση της πόλης των Αθηνών, διδακτορική διατριβή ΕΜΠ.
  • Fessas-Emmanouil, Helen (2017), “Neohellenic architecture”, in: Encyclopedia of Romantic Nationalism in Europe, ed. Joep Leerssen (electronic version; Amsterdam: Study Platform on Interlocking Nationalisms, www.romanticnationalism.net : http://ernie.uva.nl/viewer.p/21/56/object/122-280144)
  • Hastaoglou-Martinidis, V. (1995), “City Form and National Identity: Urban Designs in Nineteenth Century Greece”, Journal of Modern Greek Studies, 13, 99-123.
  • Καλλίας, Δημήτριος (1906), «Το Μαράσλειον διδασκαλείον», Αρχιμήδης, 106, σ. 103-106.
  • Καρδαμίτση-Αδάμη, Μάρω (2006), Ερνστ Τσίλλερ 1837-1923. Η Τέχνη του Κλασικού, Εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, Αθήνα.
  • Κασιμάτη, Μαριλένα (επιμ.) (2010), Ερνέστος Τσίλλερ Αρχιτέκτων (1837-1923), Κατάλογος έκθεσης, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Αθήνα.
  • Κασιμάτη, Μαριλένα Ζ. – Πανέτσος, Γεώργιος Α. (επιμ.) (2015), Hellenische Renaissance: Η αρχιτεκτονική του Θεοφίλου Χάνσεν / The Architecture of Theophil Hansen, Ίδρυμα Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1950), Τα παλιά αθηναϊκά σπίτια, Αθήνα.
  • Κωτσάκη, Αμαλία (2007), Αλέξανδρος Νικολούδης, 1874-1944. Αρχιτεκτονικά οράματα – Πολιτικές χειρονομίες, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα.
  • Loyer, François (2017), L’architecture de la Grèce au XIXe siècle (1821-1912), École Française d’Athènes, Athènes.
  • Μανούδη, Μαρία (1985), «Οι προτάσεις Hoffmann και Mawson και ο αθηναϊκός Τύπος», στο: Η Αθήνα στον 20ό αιώνα. 1900-1940: Αθήνα ελληνική πρωτεύουσα, Kατάλογος έκθεσης, ΥΠΠΟ – Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, Αθήνα, σ. 47-57.
  • Μαρμαράς, Μανόλης Β. (1991), Η αστική πολυκατοικία της μεσοπολεμικής Αθήνας. Η αρχή της εντατικής εκμετάλλευσης του αστικού εδάφους, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα.
  • Μαρμαράς, Εμμανουήλ (2004), «Ελληνική πόλη και μοντερνισμός. 1900-1940», σε: Λαγόπουλος Α.-Φ. (επιμ.), Η ιστορία της ελληνικής πόλης, «Αρχαιολογία & Τέχνες», Εκδοτική Ερμής ΕΠΕ, Αθήνα.
  • «Μεταξάς, Αναστάσιος» (1987), Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος 6, Εκδοτική Αθηνών., σ. 155.
  • Μονιούδη-Γαβαλά,  Δώρα (2012), Πολεοδομία στο ελληνικό κράτος 1833-1890 / Urban Planning in the Greek State 1833-1890, έκδοση Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Δυτικής Ελλάδας (σήμερα Τμήμα του Πανεπιστημίου Πατρών), Αγρίνιο.
  • Μονιούδη-Γαβαλά, Δώρα (2017), Σχεδιασμός και έγγειος ιδιοκτησία στην Αθήνα, 1833-1922, Εκδόσεις Παρασκήνιο, Αθήνα.
  • Μπίρης, Κώστας Η. (21995), Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, Εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, Αθήνα.
  • Μπίρης, Μάνος (1987), Μισός αιώνας αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, Αθήνα.
  • Μπαδήμα-Φουντουλάκη, Όλγα (2002), Σταμάτης Κλεάνθης (1802-1862). Αρχιτέκτων, επιχειρηματίας, οραματιστής, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα.
  • Μπαδήμα-Φουντουλάκη, Όλγα (2011), Η Δούκισσα της Πλακεντίας και οι αρχιτέκτονές της, Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήνα.
  • Παγανέλης, Σπυρίδων (1907), Αθηναϊκαί ημέραι, Αθήνα.
  • Πανέτσος, Γεώργιος Α. (2010), «Ζητήματα μαθητείας: Η σχέση Θ. Χάνσεν – Ε. Τσίλλερ και ο αθηναϊκός νεοκλασικισμός», στο: Κασιμάτη Μ. (επιμ.), Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων (1837-1923), Κατάλογος έκθεσης, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Αθήνα.
  • Πανέτσος, Γεώργιος Α. – Κασιμάτη, Μαριλένα Ζ. (2015), «Η “Hellenische Renaissance” του Θεοφίλου Χάνσεν», στο: Hellenische Renaissance: Η αρχιτεκτονική του Θεοφίλου Χάνσεν / The Architecture of Theophil Hansen, Κατάλογος έκθεσης, Ίδρυμα Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα, σ.  29-34 /35-3
  • Παπαγεωργίου-Βενετάς, Αλέξανδρος (2001), Αθήνα. Ένα όραμα του κλασικισμού, Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα.
  • Παπανικολάου-Κρίστενσεν, Αριστέα (1993), Χριστιανός Χάνσεν. Επιστολές και σχέδια από την Ελλάδα, Ωκεανίδα, Αθήνα.
  • Πολύζος, Γιάννης (1985), «Η Αθήνα πρωτεύουσα του ελληνισμού» και «Μεταρρυθμιστικά όνειρα και πολεοδομικές ρυθμίσεις» στο: Η Αθήνα στον 20ό αιώνα. 1900-1940: Αθήνα ελληνική πρωτεύουσα, Κατάλογος έκθεσης, ΥΠΠΟ – Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, Αθήνα, σ. 24-31, 36-46.
  • Πύλη Οδυσσεύς – Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού: odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=1777
  • Σαρηγιάννης, Γεώργιος, Μ. (2000), Αθήνα 1830-2000. Εξέλιξη – Πολεοδομία – Μεταφορές, Εκδόσεις Συμμετρία, Αθήνα.
  • Σαρηγιάννης, Γεώργιος, Μ. 2010. Τα ρυθμιστικά σχέδια Αθηνών και οι μεταβολές των πλαισίων τους, greekarchitects.gr (http://www.greekarchitects.gr/gr/αρχιτεκτονικες-ματιες/τα-ρυθμιστικά-σχέδια-αθηνών-και-οι-μεταβολές-των-πλαισίων-τους-id3464).
  • Schmidt, Hartwig (1979), “Das ‘Wilhelminische’ Athen. Ludwig Hoffmanns Generalbebauungsplan für Athen”, Zeitschrift für Geschichte der Baukunst / Journal of the History of Architecture, 9/1979, S. 30-44, Deutscher Kunstverlag, München – Berlin.
  • Σκαρπιά-Χόϊπελ, Ξ. (1976), Η μορφολογία του γερμανικού κλασσικισμού (1789-1848) και η δημιουργική αφομοίωσή του από την ελληνική αρχιτεκτονική (1833-1897), διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη.
  • Σκαρπιά-Χόϊπελ, Ξ. (2010), «Ο Ερνέστος Τσίλλερ, το μοντέλο της πλουραλιστικής ιδέας και η συμβολή του στη διαμόρφωση του ώριμου νεοελληνικού κλασικισμού», στο: Κασιμάτη, Μ. (επιμ.) (2010), Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων (1837-1923), Κατάλογος έκθεσης, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Αθήνα, σ. 33-37.
  • Τραυλός, Ιωάννης (1967), Νεοκλασική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Έκδοσις Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήναι.
  • Τραυλός, Ιωάννης (21993), Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών. Από των προϊστορικών χρόνων μέχρι των αρχών του 19ου αιώνος, Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα.
  • Φατσέα, Ειρήνη [Ρένα] (2015), «Το κτήριο της Ακαδημίας Αθηνών του Θεόφιλου Χάνσεν στο πλαίσιο του ρομαντικού κλασικισμού του δέκατου ένατου αιώνα », στο: Hellenische Renaissance. Η αρχιτεκτονική του Θεοφίλου Χάνσεν / The Architecture of Theophil Hansen, Ίδρυμα Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα, σ.   233-259.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη  (1994), Η Αρχιτεκτονική του Νεοελληνικού Θεάτρου, 1720-1940, τόμοι Α´και Β´, Αθήνα.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2001), Δοκίμια για τη νέα ελληνική αρχιτεκτονική, Αθήνα, 2001, σ. 313-321 («Η περιθωριοποίηση των αρχιτεκτόνων στη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής πόλης και των σημαντικών κτιρίων της»).
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη  (2013), Αριστοτέλης Ζάχος & Josef Durm. Η αλληλογραφία ενός πρωτοπόρου αρχιτέκτονα με τον  μέντορά του, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα.
Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της Αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών

Πύργος του Άϊφελ: το χρονικό της ανέγερσης ενός εμβληματικού μνημείου

Πύργος του Άϊφελ: το χρονικό της ανέγερσης ενός εμβληματικού μνημείου

Ό,τι είναι η Ακρόπολη για την Αθήνα, το Κολοσσαίο για τη Ρώμη, το Κρεμλίνο για τη Μόσχα, ο Big Ben για το Λονδίνο, το άγαλμα της Ελευθερίας για τη Νέα Υόρκη, η όπερα για το Σύδνεϋ, αντιπροσωπεύει ο πύργος του Άϊφελ για το Παρίσι. Πρόκειται για το αδιαμφισβήτητο σήμα κατατεθέν της πόλης. Αρχικά, ωστόσο, τα πράγματα κάθε άλλο παρά προοιώνιζαν μια εξέλιξη αυτού του είδους. Αναπόσπαστο τμήμα της Παγκόσμιας Έκθεσης του 1889, την οποία οργάνωσε το Παρίσι προκειμένου να τιμήσει τα πρώτα εκατό χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση, η ζωή του μνημείου θα είχε εφήμερη διάρκεια. Διασώθηκε χάρη στα πλεονεκτήματα που παρείχε, λόγω ύψους, στον νέο και διαρκώς ανερχόμενο κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Αλλά ούτε και ο δημιουργός του, ο μηχανικός Gustave Eiffel (1832-1923), έδειχνε, σε μια πρώτη φάση, να συγκινείται ιδιαίτερα από την προοπτική μιας τέτοιας κατασκευής. Η σταδιοδρομία του βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο και έχαιρε άκρας αναγνώρισης στη χώρα του αλλά και εκτός γαλλικών συνόρων. Έχοντας ειδικευθεί στις κατασκευές από σίδηρο, ήταν ο εφευρέτης μιας τεχνικής, ιδιαίτερα οικονομικής και αποτελεσματικής: της τεχνικής των προκατασκευασμένων υλικών με την έννοια της συναρμογής εξαρτημάτων με στόχο την κατασκευή ενός οργανωμένου συνόλου. Έργα του βρίσκονταν στην Ευρώπη, στην Ασία, στη Λατινική Αμερική, ενώ είχε αναλάβει και φέρει εις πέρας τις εργασίες της εσωτερικής στήριξης ενός άλλου εμβληματικού μνημείου: του αγάλματος της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη. Πείστηκε τελικά, από τον ενθουσιασμό δυο άμεσων συνεργατών του: των Maurice Koechlin και Emile Nouguier.Τα έργα κατασκευής ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1887. Ολοκληρώθηκαν δυο χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1889, κι ενώ η Παγκόσμια Έκθεση είχε ήδη ανοίξει τις πύλες της. Επρόκειτο για το ψηλότερο μνημείο στον κόσμο (300 μέτρα), στο μέγεθος της προσπάθειας της Γαλλίας να ανακτήσει την αίγλη, την οποία είχε απωλέσει εξαιτίας της ήττας της από την Πρωσία στον πόλεμο του 1870. Ο πύργος του Άϊφελ ήταν ένα σχέδιο γεμάτο όραμα αλλά και μεγάλο ρίσκο. Κανείς δεν ήξερε κατά πόσο μπορούσε να αντισταθεί στα φαινόμενα της φύσης, ειδικότερα δε στον άνεμο. Παρά το βάρος του (10.100 τόνοι), η κατασκευή του είναι τόσο σταθερή, ώστε παρεκκλίνει μόλις έως 7,5 εκατοστά με σφοδρό άνεμο. Ας σημειωθεί, επίσης, πως η οξυγονοκόλληση ήταν ακόμη άγνωστη μέθοδος. Συνολικά 300 εργάτες ένωσαν 18.038 κομμάτια σφυρήλατου σιδήρου με 2,5 εκατομμύρια πριτσίνια, με βάση μια στατική μελέτη του Maurice Koechlin. Ο κίνδυνος ατυχήματος ήταν μεγάλος, καθώς ο πύργος ήταν εκτεθειμένος σε ανοιχτό πλαίσιο, χωρίς κανέναν ενδιάμεσο όροφο, εκτός από δύο πλατφόρμες. Ωστόσο, επειδή ο Eiffel είχε λάβει προληπτικά μέτρα ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των κινητών ικριωμάτων, προστατευτικών κιγκλιδωμάτων και διαχωριστικών πλεγμάτων, μόνο ένας εργάτης έχασε τη ζωή του. Ο πύργος επικρίθηκε από το κοινό όταν κατασκευάστηκε, καθώς πολλοί είχαν την άποψη πως ήταν αντιαισθητικός. Οι καθημερινές εφημερίδες γέμισαν με οργισμένες επιστολές από την καλλιτεχνική κοινότητα του Παρισιού. Σήμερα, είναι το δημοφιλέστερο μνημείο στη Γαλλία, ο δε μέσος όρος των επισκεπτών ετησίως έχει ξεπεράσει τα 7 εκατομμύρια.

Απρίλιος 1888, ένα έτος και τρεις μήνες έπειτα από την έναρξη των έργων.
Η πρόοδος των έργων
Gustave Eiffel
Το αρχικό σχέδιο του Maurice Koechlin.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο πύργος στο αρχικό του φυσικό περιβάλλον.
Τα εγκαίνια.
Ουρά των επισκεπτών στην είσοδο του μνημείου.
Η εξέδρα του πρώτου ορόφου, σημείου σύγκλισης των τεσσάρων αψίδων της βάσης του μνημείου.
Το εστιατόριο του πρώτου ορόφου στην αρχική του εκδοχή.
Ο Gustave Eiffel (αριστερά), στο υψηλότερο επισκέψιμο σημείο του μνημείου.
Οι διασώστες του μνημείου. Τηλεγραφική δραστηριότητα στην κορυφή του πύργου.
Έργα συντήρησης στο κενό.
Ο επαναστατικός για την εποχή ανελκυστήρας.

 

Ο ανελκυστήρας σήμερα.

O αυστριακής καταγωγής Γάλλος ράπτης και εφευρέτης Franz Reichelt (1879-1912) επέλεξε τον πύργο του Άϊφελ, προκειμένου να αποδείξει τη χρηστικότητα ενός δικής του επινόησης αλεξιπτώτου, ενσωματωμένου στη στολή ενός πιλότου, ικανού να σώσει ζωές σε περίπτωση εκδήλωσης βλάβης εν πτήσει και επείγουσας ανάγκης εγκατάλειψης του αεροσκάφους. Οι αστυνομικές αρχές του Παρισιού δίστασαν να εκδόσουν τη σχετική άδεια χρήσης του πύργου, θέτοντας, ως προϋπόθεση τη χρησιμοποίηση ανδρείκελου, ούτως ώστε να αποφευχθεί ο όποιος κίνδυνος για ανθρώπινη τραγωδία. Ο Reichelt αποδέχτηκε τον όρο. Φθάνοντας, όμως, στον πύργο το πρωΐ της 4ης Φεβρουαρίου 1912, εξέπληξε τους παρισταμένους δηλώνοντας ότι θα επιχειρούσε αυτοπροσώπως το άλμα. Παρά τις προσπάθειες να μεταπειστεί και βέβαιος για την αποτελεσματικότητα της εφεύρεσής του, έπεσε στο κενό πηδώντας από τον πρώτο όροφο, ύψους 57 μ. από το έδαφος. Το αλεξίπτωτο δεν λειτούργησε και ο Reichelt σκοτώθηκε ακαριαία. Η σκηνή αποθανατίστηκε φωτογραφικά και κινηματογραφικά.

 

Death Jump – PARIS – TOUR EIFFEL – 1912 – Franz Reichelt        

Les marriés de la Tour Eiffel. Εικονογράφηση του προγράμματος από την Irène Lagut.

To 1921, στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων (Théâtre des Champs-Élysées) ανεβάστηκε το μπαλέτο Οι νεόνυμφοι του Πύργου του Άιφελ ( Les marriés de la Tour Eiffel), βασισμένο στο λιμπρέτο του ποιητή Jean Cocteau, μουσική των Georges Auric, Arthur Honegger, Darius Milhaud, Francis Poulenc και Germaine Tailleferre (πέντε από τους μουσικοσυνθέτες, που είχαν συγκροτήσει τη λεγόμενη “Ομάδα των έξι”), χορογραφία του Jean Börlin και σκηνικά της Irène Lagut. Ένα νιόπαντρο ζευγάρι απολαμβάνει το πρόγευμά του σε έναν από τους εξώστες του πύργου, ακούγοντας τον πομπώδη λόγο ενός στρατηγού. Ξαφνικά, εισβάλλει ένα συνεργείο από τηλεγραφιστές, αλλά και ένα λιοντάρι, το οποίο κατασπαράζει τους περισσότερους θαμώνες. Το μακάβριο έργο ολοκληρώνει ένα μυστήριο άτομο, που φέρνει τον χαρακτηρισμό “Παιδί του μέλλοντος” και το οποίο σκοτώνει όσους έχουν επιζήσει από την έφοδο του θηρίου. Χαρακτηριστική του σουρεαλιστικού και αποδομητικού στυλ του Cocteau, η υπόθεση καταρρίπτει με καυστικό τρόπο όλα τα στερεότυπα της εποχής: οικογένεια, αστική τάξη, στρατό, ακόμα και τον ίδιο τον πύργο. Η επιτυχία του θεάματος υπήρξε περιορισμένη. Σήμερα, εκτελούνται τα μικρά αποσπάσματα των πέντε συνθετών σαν να επρόκειτο για συμφωνικά έργα.

Les marriés de la Tour Eiffel (πλήρες)

Jean Béraud, L’entrée de l’Exposition Universelle de 1889, 1889, Musée Carnavalet, Histoire de Paris
Marc Chagall. Paris vu par la fenêtre, 1913, S.R. Guggenheim Museum New York.
Robert Delaunay, La Tour Eiffel, 1926, ιδιωτική συλλογή.
Raoul Duffy, La Tour Eiffel, 1935, ιδιωτική συλλογή.
Bernard Buffet, Le pont Alexandre III et la tour Eiffel, λιθογραφία, 1988.
Ιούνιος 1940. Ένας απρόσμενος επισκέπτης αμέσως μετά την κατάρρευση της Γαλλίας
Ο πύργος, όπως δεσπόζει σήμερα πάνω από την Πόλη του Φωτός.

1898: H ανάβαση με τον ανελκυστήρα. Ιστορικές λήψεις των Auguste και Louis Lumière

Tour Εiffel : la grande epopée – Documentaire arte 2016

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Χρίστος Στεργ. Μπελλές: Οι Γενοβέζοι κατακτητές – δυνάστες της Χίου Giustiniani (1346 – 1566) και το προϊόν της μαστίχας

Χρίστος Στεργ. Μπελλές

Οι Γενοβέζοι κατακτητές – δυνάστες της Χίου Giustiniani

(1346 – 1566)

και το προϊόν της μαστίχας

 

Η Γένουα τις παραμονές της κατάκτησης της Χίου

Το 1344 εκλέγεται Δόγης της Γένουας ο Giovanni Murta. Ενώ διαρκούσαν στη Γένουα οι εμφύλιοι σπαραγμοί και οι εξωτερικοί πόλεμοι, μια μερίδα των επαναστατών κατέφυγε στο Μονακό. Το 1346 ο Δόγης και το Συμβούλιο μαθαίνουν ότι 10.000 επαναστάτες έχοντας εξοπλί­σει στόλο τριάντα γαλερών, βοηθούμενοι υπό των ευγενών Grimaldi (Γριμάλδη), σκοπεύουν να πολιορκήσουν τη Γένουα.

Ο Δόγης Murta εκλέγει μια επιτροπή τεσσάρων αξιωματικών, με σκοπό την εξεύρεση των μέσων κατά των στασιαστών. Ελλείψει χρη­μάτων η επιτροπή αποφασίζει να εξοπλισθεί ένας αριθμός γαλερών με ιδιωτική πρωτοβουλία. Τα πλοία θα προετοιμάζονταν από κάθε πλοιο­κτήτη και το κράτος θα εξασφάλιζε τους πλοιοκτήτες-εφοπλιστές και θα τους αποζημίωνε για κάθε βλάβη που ήθελε προκύψει στις γαλέρες. Τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένου και του στρατού, θα αναλάμβανε το κράτος εξ ολοκλήρου. Η πόλη εγγυάται, επί υποθήκη των προσόδων των τελωνείων, το ποσό των 20.000 λιβρών που θα ελάμβαναν οι πλοι­οκτήτες (armatori). Πιο συγκεκριμένα, οι πλοιοκτήτες θα ελάμβαναν αποζημιώσεις για όλα τα έξοδά τους και τις όποιες απώλειες, αλλά μέχρις ότου ικανοποιηθούν θα μπορούσαν να εκμεταλλεύονται οποιοδήποτε τόπο καταλάμβαναν.

Εξοπλίστηκαν, τελικά, 29 γαλέρες 3 ευγενών (nobili) και 26 λαϊκών (popolari) και εκλέχτηκε αρχηγός των παραπάνω πλοιοκτητών ο Simone Vignoso. Στις 24 Απριλίου 1346, ο Simone Vignoso επικεφα­λής του στόλου των 29 γαλερών, επί των οποίων επιβαίνουν 6.000 άντρες, απέπλευσε από τη Γένουα για Μονακό, όπου διέλυσε τους απροετοίμαστους επαναστάτες. Ο στόλος επιστρέφει θριαμβευτής στη Γένουα.

Christoforo de Grassi, Άποψη της Γένουας και του στόλου της (1597, αντίγραφο σχεδίου του 1481), Galata Museo del Mare, Genoa.

Η κατάκτηση της Χίου από τον Simone Vignoso

Στις 3 Μαΐου 1346 ο στόλος των Γενουατών υπό το Simone Vignoso απέπλευσε για την Ανατολή με σκοπό να ενισχύσει τη θέση της Γένου­ας στην περιοχή, όπου πρωταγωνιστούσαν τότες οι ανταγωνιστές τους Ενετοί, και να βοηθήσει τις αποικίες των Γενουατών στην Κριμαία που απειλούνταν από τους Μογγόλους. Στις 8 Ιουνίου κατέπλευσε στον πορθμό του Ευρίπου, όπου συνά­ντησε το συμμαχικό στόλο των Ενετών, Ιωαννιτών και άλλων συμμά­χων υπό τον Humbert (Ουμπέρτο). Ο Ουμπέρτο με τους συμμάχους του — και με τις ευλογίες του Πάπα — σκόπευε να καταλάβει τη Χίο, δή­θεν για τρία έτη, για να τη χρησιμοποιήσει σαν βάση στον αγώνα κατά των Τούρκων και ζήτησε από το Vignoso να συνεργαστούν για τον πα­ραπάνω σκοπό. Ο Vignoso αρνήθηκε την προτεινόμενη συνεργασία, υποστηρίζο­ντας ότι η Χίος και η Φώκαια ήταν γενουατικές κτήσεις μέχρι το 1329, που αποσπάστηκαν δολίως υπό των Ελλήνων και ότι σκοπός της επι­χείρησής του ήταν η ένταξη και πάλι των δυο παραπάνω τόπων στη γενουατική κυριαρχία. Από το 1304-1329 κυρίαρχοι του νησιού, ως γνωστόν, υπήρξαν και πάλι οι Γενουήνσιοι Zaccaria de Castro (Ζαχαρία του Κάστρου, από το χωροταξικό παρτέρι Castro της Γένουας, όπου διέμε­ναν τούτοι οι ευπατρίδες), με επικυρίαρχο το Βυζαντινό Αυτοκράτορα. 

Το 1346 ο εμφύλιος πόλεμος στο Βυζάντιο συνεχίζεται με τον Καντακουζηνό να στέφεται Αυτοκράτορας ως Ιωάννης ο ΣΤ΄ στην Ανδριανούπολη από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, ενώ στην Κωνσταντι­νούπολη η κυβέρνηση ήταν στα χέρια αυτών που υποστήριζαν την Αντιβασίλισσα Άννα και το δεκαπενταετή Αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο (1). Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Vignoso απέπλευσε από τη Χαλκί­δα, με προορισμό τη Χίο. Κατεπάνω (Αυτοκρατορικός Επίτροπος) της Χίου ήταν τότες ο Καλογιάννης Ζυβός. Σ’ αυτόν, εν τω μεταξύ, προα­νήγγειλε τις δόλιες προθέσεις του, αποστέλλοντας τρεις γαλέρες. Ντυ­μένος φίλος και προστάτης της Χίου, τον προειδοποιεί για τις προθέ­σεις του Ουμπέρτο να καταλάβει τη Χίο. Στη συνέχεια, ζητεί να του παραδώσει το νησί με την υπόσχεση να το επιστρέψει στο Ζυβό μετά την πάροδο του κινδύνου. Οι άρχοντες της Χίου απέρριψαν την πρόταση-προσφορά του Vignoso, τονίζοντας ότι είναι αρκετά ισχυροί και δεν έχουν ανάγκη προστατών. Στις 15 Ιουνίου καταπλέει στη Χίο ο Vignoso και με την αποστολή νέων πρέσβεων επαναλαμβάνει τις δόλιες προτάσεις του, για να λάβει την ίδια απάντηση από τους Χιώτες ιθύνοντες. Τότε ο Γενουάτης ναύ­αρχος προβαίνει σε δεύτερη δόλια πρόταση, ζητώντας την άδεια να παραμείνει στο λιμάνι, για να προσφέρει τις καλές του υπηρεσίες όταν ο Ουμπέρτο θα επιτίθετο. Και αυτή η προσφορά απορρίπτεται συνοδευόμενη με εκτόξευση λίθων, βελών, ακοντίων από το κάστρο κατά των Γενουατών. Την άλλη μέρα, Παρασκευή 16 Ιουνίου, την αυγή, ο Vignoso απο­καλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο επιτιθέμενος με όλες του τις δυ­νάμεις — θαλάσσιες και χερσαίες — εναντίον της πόλης με ένα σώμα από χίλιους άντρες. Όπως μας πληροφορεί ο Νικηφόρος Γρηγοράς, οι Χιώτες πολέμησαν με αντρεία(2), τραυμάτισαν περισσότερους από 500 του αντίπαλου στρατοπέδου, αλλά η ατείχιστη πόλη έπεσε στα χέρια των Γενουατών  (3). Από τις 21 Ιουνίου ο Γενουάτης αρχηγός του στόλου πολιορκεί το κάστρο από ξηρά και θάλασσα κι αναγκάζει τους γενναίους πολιορκημένους να παραδοθούν από πείνα και δίψα  (4) στις 12 Σεπτεμβρίου 1346.

Χειρόγραφος χάρτης της Χίου από τον Cristoforo Buodelmonte, 1422. Αντίγραφο από το Βρετανικό Μουσείο (πηγή: Συλλογή Αργέντη, Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»)

Την ίδια μέρα μέσα στο κάστρο, στο ναό του Αγίου Νικολάου, έλα­βαν χώρα δύο συμφωνίες μεταξύ Χιωτών και των νέων κυριάρχων. Η πρώτη συμφωνία υπογράφεται μεταξύ των Κώστα Ζυβού, αντιπροσώπου του αδερφού του Καλογιάννη Ζυβού, του Vignoso και των λοιπών πλοιοκτητών και αφορά στην τύχη και τη διατήρηση των μέχρι τότε κεκτημένων του Κατεπάνω και των συγγενών του, στα πλαίσια του νέου status.

«(…) Τα χρυσόβουλλα και αι προνομίαι του (του Καλοϊωάννη Ζυβού), αι χορηγηθείσαι παρά των Βυζαντινών, θα έχουν την αυτήν ισχύν και το αυτό κύρος και παρά Γενουάταις, όπως και αυτός θα έχη έναντι της Γενούης τας υποχρεώσεις τας οποίας είχε προς τον αυτοκράτορα. Τα δικαιώματα ταύτα, θα είναι κληρονομικά». (5)

Η δεύτερη συμφωνία-συνθήκη παράδοσης της Χίου στους Γενουά­τες — υπογράφεται από την τετράδα των αρχόντων σαν εκπροσώπων της Χίου (απουσίαζαν Καλογιάννης Ζυβός και Δαμαλάς) και το ναύαρχο Vignoso και τους λοιπούς πλοιοκτήτες, και αφορά στις σχέσεις των Χιωτών χρυσοβουλλάτων ευγενών, στα πλαίσια του νέου καθεστώτος. «Οι ευγενείς όλοι του κάστρου και της πόλεως (nobiles civitatis et castri), οι οποίοι είχον λάβει δωρεάς και προνομίας παρά του αυτοκράτορος των Ρωμαίων και περί των οποίων υπάρχουν διατάξεις και χρυσόβουλλα είτε ερυθραί γραφαί, τα λεγόμενα προστάγματα εις την ελληνικήν γλώσσαν, αυτοί θα έχουν ασφαλείς και ακεραίας τας παρα­χωρήσεις ταύτας, απολαμβάνοντες των αυτών προνομιών παρά της γενουατικής πολιτείας, τας οποίας απελάμβανον παρά των αυτοκρατόρων των Ρωμαίων». (6)

Το κατά πόσο τηρήθηκαν από τούτη τη στρατιωτικοοικονομική εταιρεία οι συμφωνίες και οι συμβάσεις είναι μια άλλη ιστορία, την οποία αποκαλύπτουμε στην παρακάτω αφήγησή μας. Στις 17 Σεπτεμβρίου κατέλαβε αμαχητί την παλαιά Φώκαια, η οποία βρισκόταν υπό τη διοίκηση του Αυτοκρατορικού Έπαρχου Καλογιάννη Ζυβού, ο οποίος παραμένει στη θέση του κυβερνήτη εκπρο­σωπώντας στο εξής γενουατικά συμφέροντα. Στις 20 Σεπτεμβρίου παραδόθηκε και η νέα Φώκαια, η οποία βρι­σκόταν υπό τη δικαιοδοσία του Κατεπάνω Λέοντος Πετρωνά.(7) Η συνθήκη που υπογράφτηκε μεταξύ των αρχόντων της Νέας Φώκαιας, του Vignoso και των συντρόφων του ήταν αυστηρότερη εκείνης της Χίου .(8) Έτσι καταλύθηκε το βυζαντινό καθεστώς στη Χίο και τις δύο Φώκαιες και στο εξής όλα υπόκεινται στη στυγνή εκμετάλλευση των νέων εμπόρων-κατακτητών.

Το οικόσημο της πεντάδας (βασιλικός επίτροπος στη μέση και η φεουδαρχική τετράδα γύρω). Οι άρχοντες τούτοι υπέγραψαν το 1566 τη συνθήκη παράδοσης της Χίου στο Simone Vignoso

Η Εταιρεία Μαοna της Χίου

Μετά την κατάκτηση της Χίου και των δύο Φωκαιών (Focea Vecchia, Focea Nuova) και την εξασφάλιση νευραλγικών σταθμών για το εμπόριο της Ανατολής, ο Vignoso επιστρέφει στη Γένουα στις 29 Νοεμβρίου 1346, με σκοπό να διαπραγματευτεί με το Κομούνιο τα χρέη που εκκρεμούσαν γι’ αυτόν και τους λοιπούς πλοιοκτήτες, σχετικά με τις υπη­ρεσίες τους στην κατάκτηση των συμφωνηθέντων εδαφών.

Επειδή το Κυβερνητικό Ταμείο «ήτο μείον», ύστερα από μακρές συσκέψεις μεταξύ αντιπροσώπων του Κομουνίου της Γένουας και των αντιπροσώπων των πλοιοκτητών, συμφωνήθηκε το ύψος του χρέους της πολιτείας προς τους τελευταίους στο ποσό των 203.000 λιβρών (7.000 λίβρες για καθένα από τους 29 πλοιοκτήτες).(9)

Στις 26 Φεβρουάριου 1347 (10) υπογράφτηκε σύμβαση μεταξύ του Κομουνίου της Γένουας και των αντιπροσώπων των πλοιοκτητών, με επικεφαλής το Simone Vignoso. Με βάση τη συμφωνία αυτή, η Γένουα αναγνωριζόταν επικυρίαρχος του άλλοτε ανατολικού κράτους των Zaccaria (1304-1329) και οι πλοιοκτήτες αναλαμβάνουν την επικαρπία του, μέχρι της εξοφλήσεως του ποσού της συμφωνηθείσας αποζη­μίωσης, που προβλεπόταν να λάβει χώρα μετά από 20 έτη. Η Χίος αποτελούσε επί Zaccaria το οικονομικό και πολιτικό κέντρο μιας περιφέρειας που συμπεριλάμβανε τα νησιά των Οινουσσών, των Ψαρών, της Σάμου, της Ικαρίας, της Κω, της ευρισκόμενης στην απέ­ναντι Ιωνία Παλαιάς και Νέας Φώκαιας και το λιμάνι του Περάματος ή Κρήνης ή Passagio, όπως το αποκαλούσαν οι Zaccaria.(11) Βάσει της σύμβασης, λοιπόν, η μητρόπολη της Γένουας έχει επί 20 συναπτά έτη την υπέρτατη πολιτική και δικαστική δικαιοδοσία στη Χίο και τις δύο Φώκαιες. Κατέχει, επίσης, τα φρούρια και διορίζει τον Podestà (Διοικητή)(12), ο οποίος κυβερνά το νησί μαζί με το Συμβούλιό του, από έξι άντρες που επιλέγουν οι Συνέταιροι, σύμφωνα με τους νό­μους και τα έθιμα της Γένουας, και σε περίπτωση μη επάρκειας αυτών σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο. Διορίζει επίσης η Μητρόπολη – με τον ίδιο τρόπο που επιλέγει τον Podestà – και το Castellano ή Castellanus (Φρούραρχο)(13), ο οποίος ορκίζεται να φυλάει το φρούριο για λογαριασμό των Συνεταίρων, του Δόγη του και του Συμβουλίου του. Για τις απαιτήσεις της παραπάνω σύμβασης οι πλοιοκτήτες ιδρύουν εταιρεία με το όνομα Mahona ή Maona (Μαόνα).(14)

Το 1155 υπήρχαν επτά τέτοιες εταιρείες με την ονομασία «Μαόνα», στις οποίες η Γένουα παραχωρούσε το δικαίωμα εκμετάλλευσης των αποικιών της. Στις εταιρείες αυτές δε συμμετείχαν αλλοδαποί, εκτός αν είχαν προσφέρει υπηρεσίες στο κράτος και το Συμβούλιό τους άλ­λαζε ανά 3 ή 4 έτη. Οι παραπάνω εταιρείες διέθεταν τα κέρδη στους «μετόχους» τους, ανάλογα με τα μερίδια των μετοχών τους.(15) Η Μαόνα του 1347, αποτελούμενη από τα πρώτα μέλη – τα περισ­σότερα διέμεναν στη Γένουα – μίσθωσε τις προσόδους της Χίου σε άλ­λη μετοχική εταιρεία που ιδρύθηκε το 1349(16) και για να ξεχωρίζει από την άλλη έλαβε την ονομασία Νέα Μαόνα (Maona Nuova), σε αντίθε­ση με την παλιά Μαόνα (Maona Vecchia). Τα μέλη της παλαιάς Μαόνα πουλούν καθημερνά τις μετοχές τους και το 1358, που πεθαίνει ο Vignoso, το νησί περιέρχεται στην κυριότη­τα 8 Μαονέζων, από τους οποίους μόνο ένας ανήκε στα ιδρυτικά μέλη. Οι οκτώ μέτοχοι της Maona Vecchia και οι δώδεκα της Maona Nuova βρίσκονται σε διαρκείς διαφωνίες και αντιθέσεις, λόγω διαφοράς αντιλή­ψεων και συμφερόντων μεταξύ τους, με αποτέλεσμα πολλές φορές να παρεμβαίνει η γενουατική κυβέρνηση για να διευθετήσει τα πράγματα.

Οικονομικός και διοικητικός χάρτης της Χίου, που περιλαμβάνει τις 12 συνδεσποτείες του νησιού που αντιστοιχούν στις 12 μετοχικές μερίδες, τα δωδεκατημόρια (duodeni) της Μαόνας των Guistiniani (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Στις 8 Μαρτίου 1362 (17), με τη σύμφωνη γνώμη της παλιάς και της νέας Μαόνα, η Χίος μισθώνεται για δώδεκα έτη σε εταιρεία, που αποτελείται από δώδεκα Γενουήνσιους πολίτες, αφού πρώτα εγκρίνονται από το Δόγη και τους Μαονέζους. Ο καθένας θα ελάμβανε το 1/12 (δωδεκατημόριο ή duodenum) των συνολικών προσόδων και η εταιρεία υποχρεωνόταν να πληρώσει στους παλαιούς μετόχους τα χρήματα που τους όφειλε η κυβέρνηση. Ήταν, λοιπόν, οι μετοχές της εταιρείας δώδεκα και ονομάζονταν δωδεκατημόρια (duodeni). Κάθε μετοχή (duodenum) υποδιαιρούνταν σε τρεις μικρότερες, που ονομάζονταν «grossi caratti». Κάθε μια απ’ αυ­τές υποδιαιρούνταν σε οκτώ μικρότερες, ονομαζόμενες «piccoli caratti». Αργότερα τα δωδεκατημόρια έγιναν 13 και το δέκατο τρίτο διαι­ρούνταν σε 2 grossi caratti και το καθένα από τα τελευταία σε 8 piccoli caratti. Επομένως ο συνολικός αριθμός των μεγάλων μετοχών ήταν 13, των grossi caratti 38 και των picolli caratti 304.(18) Στις 14 Νοεμβρίου 1372 οι μέτοχοι συνιστούν Albergo (19), αντικαθιστώ­ντας όλα τα επώνυμά τους με το Ιουστινιάνι (Giustiniani) κι έτσι έμειναν στο εξής στην Ιστορία Albergo di Giustiniani = (Albergo των Ιουστινιάνι). 

Στις 14 Νοεμβρίου 1372 οι μέτοχοι της Maona de Scio συγκροτούν το Albergo di Guistiniani (Albergo των Ιουστινιάνι). Δ. Ροδοκανάκη «Ιουστινιάναι-Χίος» (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Η Μaona και το μονοπώλιο της μαστίχας

Οι Μαονέζοι αποτελούσαν μια στρατιωτικοοικονομική δύναμη που οι φορείς της, αυτόνομοι ή με τη βοήθεια της Μητρόπολης, πολιτεύθηκαν κρατώντας με το ’να χέρι τη ζυγαριά και με τ’ άλλο το σπαθί. Εκμε­τάλλευση στους δουλοπάροικους του μαστιχοφόρου σχίνου και σπαθί για τους αντιρρησίες-επαναστάτες κατοίκους του νησιού, όπως και για τους κατοίκους των δυο Φωκαιών, μα και για τους Ενετούς ανταγωνι­στές, αν χρειαζόταν. Ο Simone Vignoso, ο οποίος διοίκησε τη Μαόνα μέχρι το θάνατό του το 1358, κυρίευσε την Κάρυστο, την οποία κατεί­χαν οι Ενετοί και μετέφερε «εν θριάμβω» τα κλειδιά του Ευρίπου στη Χίο.(20)

Όλα αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με κάποια ακόμη που θα αναπτύξουμε στη συνέχεια, οδήγησαν τον καθηγητή Βασίλη Φίλια να επιλέξει με απόλυτη συνείδηση του πράγματος τον όρο «γενοβέζικη κα­τοχή στο νησί της Χίου», κατά την περίοδο 1346-1566, όσον αφορά στους αγροτικούς πληθυσμούς του νησιού και κατά συνέπεια στους μαστιχοκαλλιεργητές (21).

Σύμφωνα με τον ίδιο, είναι αναμφισβήτητο ότι οι Γενοβέζοι, όταν έρχονται στη Χίο, δημιουργούν αμέσως μια σχέση τραχύτατης κατα­πίεσης σε βάρος των αγροτικών πληθυσμών και επίσης αναμφίβολα παρατηρείται μια τεράστια οικειοποίηση — ή ακριβέστερα, υφαρπαγή — των γαιών τους. Δεν υπάρχει καμία πράξη παραχώρησης των χιώτικων γαιών στη Maona. Άρα, αυθαίρετα οι γαίες αυτές αφαιρέθηκαν από τους καλλιεργητές τους, στους οποίους ανήκαν και στους οποίους επε­τράπη στο εξής στοιχειωδώς απλά και μόνο να καλλιεργούν τη γη σε μια σχέση ιδιαίτερα βαριάς κολληγίας. Πρόκειται, δηλαδή, για μια τυ­χοδιωκτική κατάκτηση, που διαμόρφωσε συνθήκες σε βάρος του αγροτικού πληθυσμού χειρότερες από εκείνες που ίσχυαν στη Δύση στην ακμή του φεουδαρχικού συστήματος. Αυτό είναι εμφανές και από το είδος των οικισμών οι οποίοι δημιουργήθηκαν αυτή την περίοδο. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Χιώτες αγρότες μόνιμα και σταθερά ήταν υπέρ του Βυζαντινού Αυτοκράτορα.

Τούτοι οι Μαονέζοι έμποροι-κατακτητές επέφεραν την πλήρη κα­τάργηση της λειτουργίας της κοινότητας και κάθε κοινοτικού θε­σμού, αφού ίχνη κοινότητας μαρτυρούνται τόσο επί Βυζαντίου όσο κι επί Zaccaria (22). Δεν επέτρεψαν στους αγρότες, στους μαστιχοπαραγωγούς να λειτουργήσουν κάτω από ένα σύστημα στοιχειώδους έστω αυ­τοδιοίκησης, αλλά τους υποχρέωσαν να βρίσκονται κάτω από την επι­κυριαρχία του Podestà. Η πολιτική τους βασιζόταν ουσιαστικά στην εκμετάλλευση πρώτων υλών και γενικά αγροτικών προϊόντων και εμπο­ρευμάτων, τα οποία υφάρπαζαν στην κυριολεξία από τους ιθαγενείς των περιοχών που κατακτούσαν.

Το κυριότερο προϊόν του νησιού επί των ημερών των Μαονέζων ήταν η μαστίχα, της οποίας η παραγωγή και η πώληση ανήκε στη Μα­όνα. Σε κανένα μαστιχοκαλλιεργητή δεν επιτρεπόταν να κόψει έστω κι ένα μικρό δενδρύλλιο σχίνου που βρισκόταν στα κτήματα εκμετάλλευ­σής του κι ο παραβάτης του νόμου τιμωρούνταν ως κοινός εγκλημα­τίας. Δεν επιτρεπόταν ακόμα σε κάποιον να σταθεί κοντά στο μαστιχάρη χωρίς εργασία, όταν αυτός κεντούσε τους σχίνους ή μάζευε τη μα­στίχα. Σε κανένα παραγωγό δεν επιτρεπόταν να πουλήσει μαστίχα ή να αποκρύψει ή να κρατήσει για δική του χρήση έστω και ελάχιστη πο­σότητα χωρίς να λάβει άδεια. Εάν κάποιοι μαστιχοπαραγωγοί για διάφορους λόγους — εκουσίους ή ακουσίους — δεν κατόρθωναν να δώ­σουν το ποσό της μαστίχας το οποίο υποχρεούνταν κάθε χρόνο, ετιμωρούνταν με πρόστιμο το οποίο ανερχόταν στο διπλάσιο της τιμής της μαστίχας.

Οι απάνθρωπες ποινές και η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής σαν αυταξίας δεν έχουν το προηγούμενό τους τουλάχιστον στην ιστορία του νησιού, αλλά και της βυζαντινής επικράτειας θα λέγαμε. Τούτοι οι Μαονέζοι Ιουστινιάνι οργάνωσαν το εμπόριο της μαστί­χας συστηματικά και παρέμειναν ιστορικές οι ωμές και απάνθρωπες ποινές — οι ιστορικές ειδήσεις και οι παραδόσεις μιλούν για περσικά πρότυπα — για τους κλέπτες της μαστίχας. Ο Κάρολος Αραγκής Ιουστινιάνι, ο οποίος έγινε Επίσκοπος στο μητροπολιτικό θρόνο της Χίου σε ηλικία 16 χρόνων (εκκαιδεκαετής), το 1394, μας δίνει τέσσερις πα­ραινετικές επιστολές προς τους Χιώτες καλλιεργητές της μαστίχας γραμμένες στην καθομιλουμένη γλώσσα της εποχής. Στις επιστολές αυτές, πέρα από τις οδηγίες που δίνει ο συγγραφέας στους μαστιχοπαραγωγούς για την επιτυχή και αποδοτική καλλιέργεια των μαστιχόδενδρων, μας ιστορεί και κάθε τι που έχει άμεση ή έμμεση σχέση με τη μα­στίχα την οποία ονομάζει σχοινίνην. Δεν παραλείπει επίσης να υπεν­θυμίσει στους αγρότες τις συνέπειες από την κλοπή του προϊόντος: ο κλέπτης μέχρι δέκα λίτρες (3,2 κιλά) καταδικάζεται από τον ποδεστάτη σε πρόστιμο ενός μέχρι έξι υπερπύρων για κάθε ουγκιά, που εάν δεν μπορούσε να το πληρώσει μαστιγωνόταν και του έκοβαν το ένα αυτί. Εάν έκλεβε από δέκα έως είκοσι πέντε λίτρες, στιγματιζόταν στο μέτω­πο με πυρακτωμένο σίδερο. Εάν έκλεβε είκοσι πέντε μέχρι σαράντα πέ­ντε λίτρες, του έκοβαν τη μύτη. Από σαράντα πέντε μέχρι πενήντα του έκοβαν το δεξιό αυτί και τη μύτη. Από πενήντα έως ογδόντα λίτρες του έκοβαν τα δυο αυτιά και τη μύτη και τον στιγμάτιζαν στο μέτωπο με τον παραπάνω τρόπο. Από εκατό μέχρι διακόσιες λίτρες του έβγαζαν το ένα μάτι και του έκοβαν το πόδι ή το χέρι. Κλέπτης άνω των διακοσίων λίτρων απαγχονιζόταν. Επίσης, κρέμαγαν και αυτόν που είχε τι­μωρηθεί για την κλοπή εκατό λιτρών εάν επαναλάμβανε το ίδιο έγκλη­μα. Οι καταδότες ανταμείβονταν πλουσιοπάροχα, οι δε κλεπταποδό­χοι τιμωρούνταν με τις ίδιες, ακόμα και αυστηρότερες ποινές από εκεί­νες των αυτουργών (23).

Τις παραπάνω ποινές επιβεβαιώνει ο Κυριακός Πιτσενικόλλας (24) (Kiriacus Picenicolleus) από την Αγκώνα σε μια από τις επιστολές του που έγραψε στη Χίο, άγνωστο προς ποιον και πότε, με το «ελληνιστί και λατινιστί» δίστιχο του:

Ει, όστις αν, σώος εν Χίω ζην εθέλεις,

Μαστίχων φύλαξαι μήποτε κλέπτης πέλεις».

«Si vis impune Chion, quisquis es, frequentare,

Mastices caveto numquam fraudare».

[«Όποιος θέλει να ζει σώος στη Χίο

να φυλάσσει τη μαστίχα και ποτέ να μην την κλέβει».]

Ο Κυριακός επισκέφθηκε δύο φορές την Ανατολή, το 1435 και το 1444. Την πρώτη φορά έμεινε περίπου δέκα μήνες και τη δεύτερη τρία χρόνια. Από τη Χίο έφυγε για πάντα στις 27 Φεβρουάριου του 1446.

Όλοι οι χωρικοί των Μαστιχοχώρων ήταν υποχρεωμένοι να δουλέ­ψουν για τη μαστίχα, της οποίας το αποκλειστικό μονοπώλιο ανήκε στη Maona. Οι καλλιεργητές της μαστίχας (μαστιχάρης και μαστιχάρισσα) δούλευαν υπό την επίβλεψη των Masticarii, οι οποίοι ήταν συ­νήθως μετανάστες από τη Γένουα με γυναίκα από τη Χίο και οι οποίοι αναλαμβάνοντας μια Masticaria (περιοχή με μαστιχόδεντρα) τελούσαν υπό τις διαταγές των αξιωματούχων των επιφορτισμένων με τη μαστί­χα, οι οποίοι εκλέγονταν είτε από τον Podestà είτε από τους Μαονέζους.

Συγκεκριμένα, ο Podestà εξέλεγε τους επόπτες των Μαστιχοχωρίων που λέγονταν Λογαριαστές (Logariastitae), όπως και τον επί της σταθμίσεως και απογραφής της μαστίχης Ελεγκτή (Scriba Masticis), του οποίου έργο ήταν ο έλεγχος της ποσότητας κι η απογραφή της μαστίχας. Όπως υποστηρίζει ο Hopf, Scriba Masticis (Γραμματέας των Μαστιχοχωρίων) ορίσθηκε το 1409. Τούτος ο θώκος διατηρήθηκε μέχρι και το 1700, όπου συναντάμε τον I. Μαυροκορδάτο — αδελφό του εξ Απορρήτων – να τον κατέχει. Οι κυβερνήτες της Μαόνας εξέλεγαν τους Εξεταστές (Perquisitores) με σκοπό να ελέγχουν τα αναχωρούντα πλοία για τυχούσα ύπαρξη μαστίχας και τους επί της συγκομι­δής της μαστίχης Επιστάτες (Officiales Super Recullectionem Masticis) (25), οι οποίοι επιστατούσαν για τη σύναξη και την καταμέτρηση της μαστίχας, την οποία μοίραζαν στους μετόχους ανάλογα με τις με­τοχές τους στην εταιρεία Μαόνα.

Η κυριότερη πηγή πλούτου για την εταιρεία Μαόνα υπήρξε το εμπόριο. Το σημαντικότερο όμως κι επικερδέστερο γι’ αυτή εμπόριο ήταν εκείνο της μαστίχας. Η ετήσια μέση παραγωγή της μαστίχας ανερχόταν σε 434 στατήρες (καντάριοι) (26). Την εκμετάλλευση της μαστίχας μονοπωλούσε αδιάλειπτα η Μαόνα και οι ετήσιες πωλήσεις (27) ανέρχονταν βάσει της παραπάνω παραγωγής σε:

120 στατήρες για την Ευρώπη

114 στατήρες για την Αρμενία, Κύπρο, Ρόδο, Συρία, Αίγυπτο και

200 στατήρες για την Ελλάδα, Κωνσταντινούπολη, Τουρκία και Μικρά Ασία.

Οι Μαονέζοι διατηρούσαν, για τις ανάγκες του εμπορίου της μαστίχας, σε μερικές πόλεις ιδιαίτερα πρακτορεία, όπως για παράδειγμα στην Αλεξάνδρεια και τη Δαμασκό.

Στη Δύση οι κύριες περιοχές εξαγωγής ήταν η Βαρβαρία (Βορειοδυ­τική Αφρική) και η Ιταλία (Σικελία, Καλαβρία, Πούλια, Μάρκες, Το­σκάνη και Λομβαρδία). Η κεντρική αποθήκη όλης της συγκομιδής βρι­σκόταν στη Χίο στο «Casa del Mastice». Στη Γένουα χτίστηκαν αποθή­κες για τη Δύση και στη Ρόδο για τις ανατολικές χώρες.

Το εμπόρευμα το συγκέντρωναν, το επεξεργάζονταν και το πουλού­σαν σε «Cuffini» (σεντούκια ή κιβώτια) κλεισμένα και τυλιγμένα με καναβάτσες. Ένα «cuffino» (κοφίνι) ζύγιζε ακαθάριστο 57 κιλά περίπου, ενώ το φορτίο του σε καθαρή καλής ποιότητας μαστίχα ισοδυναμούσε με 46 περίπου κιλά. Το «πλοίο της μαστίχας» της Maona μετέφερε από 14 έως 30 «coffini».

Αξίζει να μνημονεύσουμε εδώ και την περίπτωση της απόσυρσης του προϊόντος από τη «Μαόνα» για να διατηρηθεί η τιμή σε υψηλά επίπεδα. Ο Κ. Μ. Κατλάς (28) λέγει σχετικά: «Αν η συλλεγομένη ποσότης ήτο μεγαλυτέρα της οριζομένης εκ των προτέρων, το περίσσευμα εφυλάσσετο εις τας αποθήκας διά το επόμενον έτος, ή εκαίετο αμέσως». Τα παραπά­νω είναι αρκετά για να συμπεράνουμε πόσο καλά ήταν οργανωμένο το εμπόριο της μαστίχας στα χρόνια των Γενουατών, ώστε οι μεγάλοι αυ­τοί έμποροι ήταν σε θέση με μεθόδους, που και σήμερα γίνονται απο­δεκτές στο παιχνίδι της οικονομίας, να ελέγχουν την προσφορά και τη ζήτηση του προϊόντος. Η Μαόνα φρόντιζε, επίσης, για τον έλεγχο και την παραγωγή της μαστίχας στα πλαίσια μη εξάντλησης των μαστιχοφόρων σχίνων.

Την εμπορική εκμετάλλευση των παραπάνω ποσοτήτων μαστίχας είχαν συνήθως ιδιώτες ή εταιρείες, οι οποίες στη συνέχεια πουλούσαν με δικό τους κίνδυνο το προϊόν στις παραπάνω χώρες. Δηλαδή, οι πωλήσεις γίνονταν από τη Μαόνα σ’ αυτές τις ατομικές ή εταιρικές επι­χειρήσεις, επί πιστώσει τριών, έξι, οκτώ, δέκα ή και περισσοτέρων ετών, έναντι εξαμηνιαίων συναλλαγματικών σε διαταγή της Μαόνα και πληρωτέες στην Κύπρο, η οποία ήταν γενουατική αποικία ή τη Γένουα. (29)

Δεν ήταν ασύνηθες το φαινόμενο της πώλησης της μαστίχας προκαταβολικά. Όταν οι Μαονέζοι είχαν ανάγκη από χρήματα, ανέθεταν την πώληση της μαστίχας σε ιδιωτικές εταιρείες, εισπράττοντας την αξία της προκαταβολικά (30).

Από το 14ο αιώνα η μαστίχα, μέσω των δικτύων των Μαονέζων Giustiniani, γίνεται γνωστή σ’ όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα να αυξη­θεί η ζήτησή της και συνακόλουθα η τιμή της. Η ετήσια πρόσοδος από τη μαστίχα ανερχόταν σε 30.000 δουκάτα, βάσει των μαρτυριών του Ιερώνυμου Giustiniani(31) και, σύμφωνα με άλλη μαρτυρία από το ημερο­λόγιο του Χριστόφορου Κολόμβου, πάνω από 50.000.

Ο παρακάτω πίνακας α’ μας δίνει τις διακυμάνσεις της τιμής της μαστίχας από το 1362 και μετά:(32)

                                                                                 

ΤΙΜΕΣ ΜΑΣΤΙΧΑΣ ΕΠΙ GIUSTINIANI(³³)

Χρονολογία Μονάδα βάρους Τιμή
1 10 Οκτωβρίου 1362 Στατήρας 40 λίβρες
2 31 Μαΐου 1364 Στατήρας 40 λίβρες
3 1391 Στατήρας 51,5 λίβρες
4 17 Ιουνίου 1394 Στατήρας 190 δουκάτα
5 1407 Στατήρας 45 λίβρες
6 19 Απριλίου 1417 Στατήρας 45 λίβρες
7 1 Μαΐου 1516 Capsion 61 δουκάτα
8 1532 Capsion

100 δουκάτα


Κατά τον ΙΣΤ’ αιώνα πωλούνταν ετήσια 300 κιβώτια, που το καθέ­να ζύγιζε 320 λίβρες ή 3.840 ουγκιές, προς 100 δουκάτα το κιβώτιο. Από τον Ιερώνυμο Ιουστινιάνι(34) μπορούμε να λάβουμε, παρά τις υπερβολές του, την εικόνα των εισοδημάτων και εξόδων της Χίου, όπως και του ρόλου του προϊόντος της μαστίχας στον παρακάτω ισο­λογισμό:

Εισοδήματα

                          Χρυσά Δουκάτα

Έκαστος εκ των 13 αρχόντων (συναριθ-

μουμένου και του Υπάτου) εσύναζε κατ’

έτος παρά του λαού 2000 χρυσά δουκάτα˙

όλα ομού……………………………………………………………………………………….26,000

Εσυνάζοντο τριακοσίαι κιβωτοί μαστίχης

(εκάστη κιβωτός εζύγιζε 320 λίτρας η δε

λίτρα δώδεκα ουγγίας) προς εκατόν δου-

κάτα η κιβωτός……………………………………………………………………………..30,000

Εκ των τελωνείων…………………………………………………………………………..30,000

                                                                                                                    86,000

Έξοδα

                       Χρυσά Δουκάτα

Οι δεκατρείς Άρχοντες ελάμβανον…………………………………………………..26,000

Κεφαλητιών(35) διδομένη εις τον Σουλτάνον

(περί τα τέλη της κυριαρχίας των Ιουστιάνων)………………………………….14,000

Προς πληρωμήν του τόκου του διά παρελθόντας

πολέμους γενομένου χρέους, διά τε τον περιτειχι-

σμόν της πόλεως και άλλα έξοδα αναγκαία………………………………………20,000

Όσα εξοδεύοντο κατ’ έτος προς δώρα γινόμενα εις

τον Σουλτάνον, τους Πασάδας, τον Αρχιναύαρχον

(οσάκις προσωρμίζετο εις την Χίον) και προς αποστο-

λήν πρέσβεων εις την Κωνσταντινούπολιν.

Όσα εχρειάζοντο προς μίσθωσιν των δημοσίων Υπουργών      

                                                                                                                          60,000

 

Όσα χρήματα περίσσευαν, τα διαμοιράζονταν οι Μαονείς(36) ανάλογα με το μερίδιο που είχε καταθέσει ο καθένας με σκοπό την κατάκτηση της Χίου από τους Βυζαντινούς το 1346.

 Η αρχιτεκτονική προδίδει τον ιδιότυπο φεουδαλισμό των Giustiniani

Επειδή η ιστορία απεικονίζεται κραυγαλέα στην αρχιτεκτονική, οι οι­κισμοί των Μαστιχοχώρων, όπως δημιουργήθηκαν από τους Μαονέζους, παραμένουν αδιαφιλονίκητοι ζωντανοί μάρτυρες τούτης της αδυ­σώπητης κατοχής και της κερδώας φρενίτιδας των εμπόρων-κατακτητών. Στέλνουν, λοιπόν, σχέδια, πολεοδόμους, μηχανικούς κι αρχιτέκτο­νες, τεχνικούς, ίσως ακόμη κι εργάτες και δημιουργούν τούτα τα μεσαι­ωνικά χωριά, τα Καστροχώρια. «Εργατικές πολυκατοικίες» τα αποκαλεί η αγαπητή μου Μαρία Ξύδα, στα πλαίσια εξευμενισμού του «κακού»(37).

Το Καστροχώρι-Μαστιχοχώρι Μεστά, από το Francisco Lupazzulo, 1639 (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»)

 Αν λάβουμε σαν αντιπροσωπευτικό τύπο αυτών των χωριών τα Με­στά, μιας κι ο πανδαμάτορας χρόνος τα σεβάστηκε πιότερο από τ’ άλλα, θα δούμε ότι έχουν δομηθεί στη λογική των φρουρίων. Πρόκειται για ένα κλειστό παραλληλόγραμμο — το εμβαδόν του οποίου ποικίλλει ανάλογα με το πλήθος των κατοίκων κάθε χωριού — με πυκνό πολεοδομικό ιστό. Τα ακραία σπίτια – ο ξώγυρος του χωριού – αυτού του πα­ραλληλόγραμμου είναι χτισμένα σε συνεχή κι αδιάσπαστη σειρά, χωρίς πόρτες και παράθυρα προς τα έξω, δημιουργώντας ένα εξωτερικό τεί­χος. Οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών βλέπουν στο εσωτερικό του χωριού. Σε κάθε γωνία του παραλληλόγραμμου υπάρχει ο γνωστός μικρός πύργος (πυργόπουλο). Δύο συνήθως σιδερένιες πόρτες, που έκλειναν το βράδυ (με το ηλιοβασίλεμα), «φυλάκιζαν κι ελευθέρωναν» τους κατοίκους του χωριού.


    Η επιβλητική εξώπορτα του πύργου Αργέντη στον Κάμπο της Χίου, όπως σώζεται σήμερα  (φωτ. Γιάννης Βούλγαρης)

 Στο μέσο του χωριού δέσποζε ο πύργος, που περιβαλλόταν κι αυτός από παραλληλόγραμμο περιτείχισμα με τέσσερις πυργίσκους (πυργόπουλα) στις τέσσερις κορυφές του περιτειχίσματος. Ενώ οι οικισμοί ήταν χτισμένοι σε εκτάσεις που τους έκαναν μη ορατούς απ’ τη θάλασ­σα, για τους ευνόητους λόγους, ο τελευταίος όροφος του κεντρικού πύργου μπορούσε να δει τα διάφορα παρατηρητήρια (βίγλες), που επόπτευαν τις θάλασσες, δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα δίκτυο επι­κοινωνίας μεταξύ χωριών και παραλίων.

Στενοί δρόμοι, σκοτεινοί, ανήλιαγοι, αδιέξοδοι, διασχίζουν τον πυ­κνό ιστό του χωριού κι εμποδίζουν τη δυνατότητα μαζικών συγκεντρώ­σεων σε περίπτωση εξεγέρσεων των κατοίκων. Ακόμα και η καθιερωμέ­νη, στις μέρες μας, πλατεία του χωριού απουσίαζε για τους ίδιους ευ­νόητους λόγους.

Με τον τρόπο αυτό οι δυνάστες εξασφάλιζαν την εξωτερική επι­βουλή, αλλά κύρια ήλεγχαν το εργατικό δυναμικό, όπως και την παρα­γωγή και διάθεση του πολύτιμου και κερδοφόρου, γι’ αυτούς, προϊό­ντος της μαστίχας.

Τα μεσαιωνικά χωριά της Λιγουρίας (Dolce Acqua, Ventimiglia, San Remo κλπ.), που χτίστηκαν περίπου την ίδια χρονική περίοδο με τα χιώτικα, παρουσιάζουν ίδια δομή, λογική κι οργάνωση. Μοιάζουν σαν «δυο σταγόνες νερό».

Ενισχυτικός κι επιβεβαιωτικός των παραπάνω ο λόγος του Ιγνάτιου Πάσκουα Ιουστινιάνι, διά στόματος του de Coulanges:

«η οχύρωσις των χωρίων της νήσου ημών, προς τη κατά των πειρατών αμύνη, σκοπόν είχε, την διευκόλυνσιν της επιτηρήσεως της μαστίχης υπό των Μαονέων, της τε συγκομιδής και της πωλήσεως του προϊόντος εις ουδένα επιτρεπομένης άνευ αδείας αυτών επί ποινή θανάτου»(38).

Τις ποινές για τους παραβάτες της μαστίχας ο Κ. Σγουρός τις συγκρίνει με τα κρατούντα στη Γαλλία προ της μεγάλης επαναστάσεως, όπου η απο­κοπή χεριού αναγραφόταν στον ποινικό κώδικα μέχρι της βασιλείας του Φιλίππου(39). Ο Hopf τις αποδίδει καθαρά στη μονοπωλιακή φύση της μα­στίχας, από την οποία η πρόσοδος έφτανε τα 30.000 δουκάτα. Για τούτους τους δυνάστες του «ξίφους και της ζυγαριάς» το χρήμα μόνο μετρούσε.

Το Καστροχώρι-Μαστιχοχώρι Αρμόλια απ’ το μολύβι του Francisco Lupazzulo, 1639. Τούτο το χωριό υπήρξε παράλληλα και μεγάλο βιοτεχνικό κέντρο στο νησί την υπό εξέταση εποχή, συνεχίζοντας αδιάλειπτα την παράδοση αυτή μέχρι και σήμερα. Στην κορυφή του λόφου δεσπόζει το κάστρο των Απολίχνων ή Ωργηάς (Ωραίας), που διατηρείται στις μέρες μας σε ερειπιώδη κατάσταση (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Αλλά ας ακούσουμε το Γάλλο διπλωματικό υπάλληλο Victor Fontanier να μας ξεναγεί «εν έτει 1827», καταθέτοντας το δικό του χρώμα:

«(…) Το χωρίον τούτο (Μαστιχοχώρι) είχε κτισθή προ της κατοχής των Τούρκων· έβλεπέ τις πύλας και φρούριον όμοια προς εκείνα τα οποία υπενθυμίζουν εισέτι εν Γαλλία τους χρόνους του φεουδαλισμού. Κατώκει αυτό ο αγάς, ο επιτετραμμένος την επίβλεψιν της μαστίχης και διήρχετο ευχαρίστως την ημέραν του εις το υψηλότερον διαμέρι­σμα μικρού πύργου, οπόθεν έβλεπε την εξοχήν, της οποίας η φύλαξις του ήτο εμπεπιστευμένη˙ωπλισμένος με καλόν τηλεσκόπιον εξέτεινε τας παρατηρήσεις του μέχρι της θαλάσσης και εζήτει να αναγνωρίσει μήπως τα εμφανιζόμενα εις τον ορίζοντα πλοία ανήκωσιν εις τους Έλληνας επαναστάτας (…)»(40)

Ο Δημ. Βικέλας στο εκτενές αφήγημά του «Λουκής Λάρας» γράφει για τα μεσαιωνικά χωριά της Χίου:

«Τα χωριά της Χίου ήσαν ως φυλακαί. Δεν έχουν τείχη, αλλά κατά τας τέσσαρας εξωτερικάς πλευράς των οικιών τα οπίσθια συνεχόμενα αποτελούν αδιάκοπον προτείχισμα. Αι θύραι των οικιών κείνται εντός του χωρίου, η κεντρική δε αυτού οδός τέμνουσα των οικιών την συνέχειαν σχηματίζει τον οχυρώματος την πύλην. Οδοί λίαν στεναί και οικοδομαί συνεσφιγμέναι πληρούσι τον χώρον, τον οποίον περιστοιχίζει η εξωτερική πλευρά των οικιών. Εις το μέσον ευρίσκονται οι πύρ­γοι»(41).

Οι οικισμοί με τέτοια φιλοσοφία αναφέρονται και από το Θουκυδί­δη (στα «Πλαταϊκά», βιβλίο 2, παράγραφος 3-4) κι από τον Πλάτωνα (στους «Νόμους» του):

«Αλλ’ ει δη τείχος γε τι χρεών ανθρώποις είναι, τας οικοδομίας χρη τας των ιδίων οικήσεων ούτως εξ αρχής βάλλεσθαι, όπως αν η πάσα η πόλις εν τείχος, ομαλότητί τε και ομοιότησιν εις τας οδούς πασών των οικήσεων εχουσών ενέρκειαν, ιδείν τε ουκ αηδές μιας οικίας σχήμα εχούσης αυτής, εις τε την της φυλακής ραστώνην όλω και παντί προς σωτηρίαν γίγνοιτ’ αν διάφορος».

[«Αλλ’ αν εν πάση περιπτώσει είναι ανάγκη να υπάρξουν τείχη για τους ανθρώπους, πρέπει το χτίσιμο των ιδιωτικών κατοικιών να είναι καμωμένο από την αρχή έτσι, ώστε ολόκληρη η πόλη ν’ αποτελεί ένα συμπαγές τείχος, όλες δε οι οικίες να έχουν ασφά­λεια, κτισμένες κατά τρόπο ομαλό και ομοιόμορφο, με όψη στους δρόμους, δεδομένου ότι δεν είναι άσχημο το θέαμα πόλης η οποία να έχει σχήμα μιας οικίας, και ότι όταν διευκολύνεται η φρούρησή της, θα παρέχει ξεχωριστή ασφάλεια, εξ ολοκλήρου σε όλους».]

Επειδή η ιστορία απεικονίζεται κραυγαλέα στην αρχιτεκτονική, οι οικισμοί των Μαστιχοχώρων, όπως δημιουργήθηκαν από τους Giustiniani – Ιουστινιάνι  παραμένουν αδιαφιλονίκητοι ζωντανοί μάρτυρες τούτης της αδυσώπητης κατοχής και της κερδώας φρενίτιδας των εμπόρων-κατακτητών. Στέλνουν, λοιπόν, σχέδια, πολεοδόμους, μηχανικούς κι αρχιτέκτονες, τεχνικούς, ίσως ακόμη κι εργάτες και δημιουργούν τούτα τα μεσαιωνικά χωριά, τα Καστροχώρια, στην υπηρεσία του ιδιότυπου φεουδαλισμού τους.  Η αρχιτεκτονική, η δομική φυσιογνωμία και η ομοιότητα των παραπάνω χωριών (μοιάζουν σαν μια σταγόνα νερού), προδίδουν – πέραν των άλλων – τους   «πρωτομάστορές» τους…
Νόμισμα του 14ου αιώνα. Στο μπροστινό μέρος διακρίνεται ο Δόγης. Στο πίσω, ο σταυρός της Δημοκρατίας της Γένουας.
(https://www.vcoins.com/en/stores/pavlos_s_pavlou_numismatist/131/product/crusader_statesgreeceisland_of_chios_under_genoathe_mahona_1347_and_laterargigliato/521635/Default.aspx).
Ο Χρίστος Στεργ. Μπελλές είναι Δρ Ιστορίας και
 Πρόεδρος Δ.Ε. Ελεύθερου Πανεπιστημίου «Ιωνία»

 

YΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε στις 3 Φεβρουάριου 1347.
  2. Ν. Γρηγορός, «Ρωμαϊκή Ιστορία», σελ. 765.
  3. Α. Δαμαλάς, «Ο Οικονομικός Βίος της Νήσου Χίου», σελ. 749.
  4. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Β’, σελ. 385.
  5. Α. Δαμαλάς, «Ο Οικονομικός Βίος της Νήσου Χίου», σελ. 753.
  6. Αυτόθι, σελ. 756.
  7. Αυτόθι, σελ. 764.
  8. Ο Βενέδικτος, μετά το θάνατο του αδερφού του Εμμανουήλ το 1288, για να ενισχύσει την Παλαιά Φώκαια (Focea Vecchia) από την τουρκική απειλή, έχτισε βορειοδυτικά της και σε απόσταση 12 χιλιομέτρων άλλο φρούριο, το οποίο κατοικήθηκε από 300 Έλληνες της Ιωνίας που εργάζονταν στα ορυχεία της στυπτηρίας. Τούτο απετέλεσε τη Νέα Φώκαια (Focea Nuova).
  9. 9. Hopf, «Les Guistiniani», σελ. 37. – Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 2.
  10. Αυτόθι, σελ. 3. – Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της Νήσου Χίου», σελ. 190.
  11. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Β’, σελ. 396-398.
  12. Podestà και ελληνικά ποδεστάτος ή ποτεστάτος ή ποδεστάς ή εξουσιαστής ή αρμοστής ή προεστός.
  13. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 3, 15. – C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 39.
  14. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 8 – Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της Νήσου Χίου», σελ. 190 – C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 98.
  15. Λ. Θ. Χουμανίδης, «Οικονομία και Εμπόριον εις το Βυζάντιον», σελ. 304-305 – L. Cioli, «Histoire économique», σελ. 110.
  16. Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 60.
  17. Αυτόθι, σελ. 61.
  18. Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 62.
  19. Albergo = σύνολο πολιτών αριστοκρατών (nobili) και λαϊκών (popolari), που στο βωμό ενός σκοπού ή στόχου άλλαζαν τα επώνυμά τους κι ελάμβαναν ένα άλλο άσχετο των μελών ή το επώνυμο ενός κορυφαίου από τα μέλη. Ας πούμε πως γινόταν αδερφοποιτοί στα καθ’ ημάς. Τα alberghi πέτυχαν να αμ­βλύνουν τις αντιθέσεις μεταξύ nobili και popolari. Το 14ο αιώνα υπήρξαν στη Γένουα 70 alberghi.
  20. Π. Λάμπρου, «Μεσαιωνικά Νομίσματα των Δυναστών της Χίου», σελ. 17.
  21. «Χίος-Γένοβα», Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Χίου για την Ιστορία και τον Πολιτισμό του Νησιού, Β. Φίλιας, σελ. 95-98.
  22. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Γ1, σελ. 58.
  23. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι — Χίος», σελ. 65, 66.
  24. Αυτόθι, σελ. 75, 76.
  25. Κ. Σγουρός, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Γ’, σελ. 221, 228.
  26. Ένας στατήρας (cantarium) = 150 λίβρες = 37,5 οκάδες

       1 λίβρα =100 δράμια

       1 οκά = 400 δράμια

       1 οκά = 1280 γραμμάρια

  1. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 129 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150.
  2. Αυτόθι.
  3. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 129 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150.
  4. Ph. Argenti, τόμ. 1, σελ. 485.
  5. Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της νήσου Χίου», σελ. 221, υποσ. 2.
  6. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 130 – Ph. Argenti, τόμ. 1, σελ. 487.
  7. Α. Σ. Δαμαλάς, «Οικονομικός Βίος της νήσου Χίου», σελ. 1052 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150-151.
  8. Ιερώνυμος Ιουστινιάνι: υπήρξε γιος του Βικέντιου Ιουστινιάνι και γεννήθηκε στη Χίο το 1544. Έγραψε την ιστορία της Χίου «πρώτον γραικιστί, έπει­τα δε ιταλιστί, λατινιστί και γαλλιστί». Το ιστορικό του έργο διακρίνει η υπερ­βολή. Δεν παύει όμως να αποτελεί μια ιστορική είδηση, που μπορεί ο καθένας να τη σταθμίσει ανάλογα.
  9. Κεφαλητιών ή χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.
  10. Α. Μ. Βλαστός, «Χιακά», σελ. 169-170.
  11. «Χίος-Γένοβα», Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Χίου για την Ιστορία και τον Πολιτισμό του Νησιού, Μ. Ξύδα, σελ. 93-94.
  12. Κ. Σγουρός, «Ιστορία της νήσου Χίου», σελ. 221.
  13. Αυτόθι, σελ. 220.
  14. Φ. Π. Αργέντη – Σ. Π. Κυριακίδη, «Η Χίος παρά τοις Γεωγράφοις και Περιηγηταίς», σελ. 1135.
  15. Σύλλογος Πυργούσων Αττικής, «Ένα κειμήλιο. Το Πυργί της Χίου», σ. 48.