Skip to main content

Αρχείο

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης: Το Αγιασμένο και Προδομένο Εικοσιένα

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Το Αγιασμένο και Προδομένο Εικοσιένα

 

Πρόλογος

Πλησιάζουμε στη συμπλήρωση διακοσίων ετών από την έναρξη της Επαναστάσεως του 1821* (1821-2021), και δυστυχώς αυτά για τα οποία αγωνίσθηκαν και έχυσαν το αίμα τους οι ηρωικοί πρόγονοί μας, η χριστιανική δηλαδή πίστη και η εθνική ελευθερία, ακόμη δεν έχουν κατορθωθή. Από της πλευράς αυτής δικαιολογείται ο τίτλος Το αγιασμένο και προδομένο ’21, διότι ενώ ο αγώνας είχε αγιασμένες όντως ρίζες, γιατί προερχόταν από την αγιασμένη φύτρα της Ρωμιοσύνης των μεγάλων Αγίων και Πατέρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία είχε τραφή μετά την άλωση από το αίμα των Νεομαρτύρων της Τουρκοκρατίας, και ενώ ο πόθος της εθνικής ανεξαρτησίας, “το ποθούμενον” του Αγίου Κοσμά, ήταν η κινητήρια δύναμη του αγώνος, υπήρξε σταδιακά και συστηματικά σχεδιασμένη από ξένες δυνάμεις προδοσία των δυο αυτών βασικών στόχων της Επαναστάσεως.

Απελευθερωθήκαμε από τους Τούρκους και υποδουλωθήκαμε στους Φράγκους, στους Δυτικούς δήθεν συμμάχους μας, οι οποίοι και την Ορθόδοξη πίστη αφανίζουν με ντόπιους εκκλησιομάχους συνεργάτες τους στο χώρο της πολιτικής και της εκκλησιαστικής ηγεσίας και την εθνική ανεξαρτησία έχουν εκχωρήσει σε ξένα κέντρα ανθελληνικών δυνάμεων, τώρα δε και θεσμικά στην Ενωμένη Ευρώπη και στους σχεδιασμούς των Βρυξελλών. Ο στόχος της πολιτικής και πολιτιστικής ενσωμάτωσης της Ελλάδος στην Δύση έχει επιτευχθή πλήρως. Σε λίγο η Ελλάδα δεν θα έχει καμμία σχέση με το πνεύμα του αγιασμένου ’21, το οποίο προδόθηκε από την πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία του τόπου. Και μόνο το γεγονός ότι επί διακόσια χρόνια δεν έχουμε εκπληρώσει το “τάμα του έθνους” το κτίσιμο δηλαδή του ναού του Σωτήρος Χριστού ως ευχαριστήρια προσφορά για την απελευθέρωσή μας από τους Αγαρηνούς του Ισλάμ, ενώ είμαστε έτοιμοι να κτίσουμε μουσουλμανικά τεμένη στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη και να εισαγάγουμε τις ισλαμικές σπουδές στην μέχρι τώρα Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης, μεταξύ πολλών άλλων, δείχνει το μέγεθος της προδοσίας του ΄21.

Όσα αναπτύσσονται στο ανά χείρας τεύχος της σειράς Καιρός προέρχονται από εισήγηση που ανακοινώθηκε κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων για τα ΚΣΤ΄ Πάτρια, στη Ράχη Πιερίας, που ήταν αφιερωμένες στην επανάσταση του 1821. Αποτελούσε την γενική εισαγωγική εισήγηση της πρώτης ημέρας του επιστημονικού συνεδρίου, στο οποίο ανακοινώθηκαν και άλλες ενδιαφέρουσες εισηγήσεις (17-21 Οκτωβρίου 2013).

Τα επίθετα του τίτλου “αγιασμένο” και “προδομένο” Εικοσιένα είναι παρμένα το πρώτο από σχετικό άρθρο του Φώτη Κόντογλου “Η αγιασμένη Επανάσταση” στο βιβλίο του Η Πονεμένη Ρωμιοσύνη, Αθήναι, 1980, σελ. 275-279, και το δεύτερο από το βιβλίο του Γ. Βαλέτα, Το προδομένο Εικοσιένα. Η πνιγμένη Αναγέννηση. Η επαναστατική κληρονομιά, Αθήνα, 1979, εκδ. Φιλιππότη. Ο Βαλέτας έχει δίκαιο εκτιμώντας ότι το Εικοσιένα προδόθηκε και εντοπίζει σωστά μερικούς από τους προδότες, λόγω όμως της μαρξιστικής αριστερής ιδεολογίας του επεκτείνει την προδοσία και εκεί που δεν υπάρχει, στην Εκκλησία και στους Κοτζαμπάσηδες. Η προδοσία όμως εντοπίζεται, με βάση την εκκλησιαστική και εθνική αυτοσυνειδησία, σε άλλους παράγοντες, όπως φιλοδοξούμε να δείξουμε.

 

1. Μέσα στην βάρβαρη ανθρωπότητα κιβωτός πολιτισμού το Βυζάντιο

Σε λίγο θα γιορτάσουμε τα διακόσια χρόνια από την έναρξη της Επαναστάσεως του 1821 που είχε σαν συνέπεια την ίδρυση του μικρού τότε σε έκταση νεοελληνικού κράτους, που διευρύνθηκε στη συνέχεια σταδιακά με την προσάρτηση αρχικά της Επτανήσου και της Θεσσαλίας, κατόπιν της Κρήτης, Ηπείρου, Μακεδονίας και Θράκης, και τελευταία της Δωδεκανήσου, χωρίς πάντως να κατορθωθεί η κρατική ενοποίηση όλων των γεωγραφικών περιοχών, όπου σταθερά ήκμασε ο Ελληνισμός επί χιλιετίες. Και προ παντός, χωρίς να επιτευχθεί η επανάκτηση της αιώνιας πρωτεύουσας του Ελληνισμού, της κοσμοξάκουστης βασιλεύουσας, της Κωνσταντινούπολης.

Καυχώμαστε για την κλασσική Ελλάδα των προχριστιανικών χρόνων και τα επιτεύγματα των αρχαίων προγόνων μας στην φιλοσοφία, την επιστήμη, την τέχνη. Καυχώμαστε για το γιγάντιο εκπολιτιστικό έργο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και όλης της ελληνιστικής περιόδου, που προετοίμασε και διευκόλυνε με την χρήση της ελληνικής γλώσσης το κήρυγμα και την διάδοση του Ευαγγελίου σε όλη την ελληνίζουσα τότε Οικουμένη. Καυχώμαστε, γιατί κατά θεία ρύθμιση και πρόνοια ο τέλειος λόγος του Θεού ενυλώθηκε και εκφράσθηκε στα κείμενα της Καινής Διαθήκης με το τελειότερο μέχρι σήμερα γλωσσικό όργανο, την ελληνική γλώσσα. Μα περισσότερο καυχώμαστε, γιατί ο διεσπασμένος πάντοτε και διηρημένος Ελληνισμός, ακόμη και μετά την ολιγοχρόνια ενοποίησή του από τον Μακεδόνα στρατηλάτη, ενοποιήθηκε για πρώτη φορά και δοξάσθηκε και μεγαλούργησε όχι σε ένα μικρό κράτος-πόλη, αλλά σε μια οικουμενικών διαστάσεων με μεγαλειώδη πνευματικά κατορθώματα ελληνική αυτοκρατορία, την Ρωμιοσύνη του Βυζαντίου.

Ο Κύπριος ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης στο εξαιρετικό ποίημά του για τον μαρτυρικό εθνάρχη της Κύπρου Κυπριανό, ο οποίος μαρτύρησε το 1821, συμπαριστάμενος στην εξέγερση, βάζει στo στόμα του τα εξής λόγια, που εκφράζουν την συνείδηση και την περηφάνεια όλων των αγωνιστών του ΄21 για τις εθνικές και πολιτιστικές τους ρίζες, για την πολιτική και πολιτιστική τους ταυτότητα. Τα απευθύνει προς τον Τούρκο πασά που τον ανέκρινε και τον βασάνιζε:

Ἡ Ρωμιοσύνη ἔν φυλή συνόκαιρη τοῦ κόσμου.
Κανένας δέν εὑρέθηκε γιά νά τήν ἐξαλείψῃ,
κανένας, γιατί σκέπει την ᾿πό τἄψη ὁ Θεός μου.
Ἡ Ρωμιοσύνη θά χαθῇ, ὄντας ὁ κόσμος λείψει.

Ο Εθνομάρτυρας Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός (1756 – 1821).

Πέρασε δύσκολες ιστορικές περιόδους ο Ελληνισμός. Απέφυγε τον εκρωμαϊσμό μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση και με την δύναμη την πνευματική που διέθετε παρ’ ολίγον να εξελληνίσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, πολλοί λόγιοι της οποίας, ιδιαίτερα ποιηταί, διαμαρτύρονται, διότι η στρατιωτικά και πολιτικά κατακτημένη Ελλάδα, κατέκτησε και ενίκησε πολιτιστικά τον κατακτητή.¹ Ό,τι δεν κατορθώθηκε τότε με ανθρώπινες δυνάμεις κατορθώθηκε στην Ρωμιοσύνη του Βυζαντίου, με την εξ΄ ύψους δύναμη του Τιμίου Σταυρού και την ουρανόθεν, από τα ύψη, ενθάρρυνση του Μ. Κωνσταντίνου να ιδρύσει την ελληνική Ανατολή, με πωτεύουσα το ελληνικό μικρό Βυζάντιο, την μετέπειτα Κωνσταντινούπολη, το πρώτο χριστιανικό κράτος, το οποίο γρήγορα εξελληνίσθηκε.

Κατά τον Φώτη Κόντογλου, “μέσα στη βάρβαρη ανθρωπότητα το Βυζάντιο ήτανε η κιβωτός η σφραγισμένη, που φύλαγε μέσα της κάθε πνευματικό θησαυρό, αποχτημένον με τον πόνο και την πίστη. Σαν χάλασε αυτή η κιβωτός, και σκορπιστήκανε οι θησαυροί της, ο κόσμος θράφτηκε πνευματικά από τα ψίχουλα που μαζέψανε κάποιοι Έλληνες και τα πήγανε στα δυτικά έθνη”.²

Και αν τα δυτικά έθνη ετράφησαν εν μέρει πνευματικά με τα αγαθά της παιδείας που κουβάλησαν οι φυγάδες Έλληνες λόγιοι, πριν και μετά την άλωση του 1453, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η αρξάμενη ήδη εκεί ανθρωπιστική αναγέννηση, ενωρίτερα, μέχρι την εμφάνιση των Γερμανών-Φράγκων στο ιστορικό προσκήνιο τον 9ο αιώνα, ολόκληρη η λατινική Δύση ήταν προσκολλημένη και προσαρτημένη στην ελληνική Ανατολή, στην ενιαία ελληνορωμαϊκή αυτοκρατορία, τρεφόμενη όχι με τα ελάχιστα ψίχουλα των φυγάδων λογίων, αλλά με τον επιούσιο άρτο της Ορθοδόξου πίστεως και ζωής, ο οποίος κουβαλούσε συνθετικά και αφομοιωτικά και τα υγιή στοιχεία της αρχαιοελληνικής παιδείας, όπως αυτά είχαν προσληφθή ήδη από την εποχή της Καινής Διαθήκης και διατηρήθηκαν και αυξήθηκαν από τους Αγίους Πατέρες της Εκκλησίας. Μέχρι την εμφάνιση των Φράγκων η Δύση ήταν μαθήτρια της Ανατολής στα δόγματα, στη λατρεία, στην πνευματική ζωή. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι μεγάλες σύνοδοι, οι μεγάλοι Άγιοι Πατέρες, ο μεγαλειώδης θεσμός του Μοναχισμού, η εκκλησιαστική γραμματεία, η λατρεία, η υμνογραφία, η τέχνη και πολλά άλλα, στην Ανατολή κυρίως εμφανίσθηκαν και άνθισαν και από εκεί εφώτισαν και την “δυτικήν αμαυρότητα”³ κατά υμνογραφική έκφραση.

Ο ίδιος πνευματικά ζωοποιός άρτος μεταδόθηκε από το Βυζάντιο, ιδιαίτερα από την εποχή του Μ. Φωτίου και προς τους σλαβικούς λαούς του Βορρά, η προς τους οποίους επέκταση της Ορθοδοξίας διηύρυνε τα πνευματικά και γεωγραφικά όρια της Ρωμιοσύνης, έδωσε ανάσα ζωής στον Ελληνισμό, νέο ζωτικό χώρο, απέναντι δυο ισχυρών εχθρών που επιδίωκαν να συρρικνώσουν την αυτοκρατορία. Απέναντι στο Ισλάμ των Αράβων και κατόπιν των Τούρκων από την Ανατολή και απέναντι των Γερμανών-Φράγκων από τη Δύση. Είναι άκρως χαρακτηριστικό ότι την ίδια περίοδο που οι Τούρκοι αφαιρούν ανατολικές επαρχίες από τα ανατολικά της αυτοκρατορίας, την ίδια εποχή οι Φράγκοι όχι μόνον αποκτούν εδάφη και ιδρύουν φραγκικά κρατίδια, αλλά κατακτούν στρατιωτικά την Κωνσταντινούπολη το 1204 κατά τη διάρκεια των επαίσχυντων σταυροφοριών. Πριν από την άλωση του 1453, η Ρωμιοσύνη γνώρισε την άλωση του 1204, η οποία, κατά γενική σχεδόν εκτίμηση των ιστορικών συνετέλεσε, με την εξασθένηση που επέφερε, να πέσει τελικά η αυτοκρατορία στα χέρια των Τούρκων.

Eugène Delacroix, Entrée des Croisés à Constantinople (Είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη), 1840 Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Πάντως ούτε οι Φράγκοι, καθοδηγούμενοι από τον πάπα, παρά τις βιαιότητες και τις πιέσεις και τις υποσχέσεις βοηθείας, κατώρθωσαν να εκλατινίσουν, να φραγκέψουν τους Ορθοδόξους, γιατί αντέδρασαν μεγάλες μορφές του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, ο Μ. Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ο Άγιος Μάρκος Ευγενικός, ούτε να τους εξισλαμίσουν οι Τούρκοι μετά την άλωση της Πόλης το 1453, γιατί και πάλι εμποδίστηκαν από την εθναρχούσα Εκκλησία, που ανέλαβε να συντηρήσει το Γένος και το επέτυχε με μεγάλες μορφές αγίων κληρικών και διδασκάλων, όπως ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, οι Άγιοι Κολλυβάδες, ο Ηλίας Μηνιάτης, ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο Νικηφόρος Θεοτόκης και πλείστοι άλλοι. Έχει μάλιστα παρατηρηθή ότι, μολονότι ο Ελληνισμός του Βυζαντίου μεταξύ του 1204 και του 1453 πολιτικά είναι αδύναμος και εξασθενημένος, πολιτιστικά και πνευματικά παρουσιάζει επί της εποχής των Παλαιολόγων αξιοσημείωτο δυναμισμό σε όλους τους τομείς του πνευματικού βίου, ιδιαίτερα στον χώρο της Θεολογίας, όπου λόγω του κινήματος του Ησυχασμού και της προφητικής και δυναμικής παρουσίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αποτυγχάνει η Δύση να εκδυτικίσει, να φραγκέψει την Ανατολή, με τις ιδέες που μετέφερε εκείθεν ο ουμανιστής λόγιος μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός.⁴ Δεν ήσαν ευκαταφρόνητες οι δυνάμεις που επεδίωκαν από τότε τον εκδυτικισμό της Ανατολής, όπως φάνηκε στην συνέχεια από την διαμάχη μεταξύ Λατινοφρόνων και Ορθοδόξων, που κακώς από δυτική επίδραση τους ονομάζουμε ενωτικούς και ανθενωτικούς,⁵ που κατέληξε στην ταπεινωτική για τους Ορθοδόξους υπογραφή του όρου της συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας το 1438-39, δεκατέσσερα μόνο χρόνια πριν από την άλωση, η οποία ευτυχώς έμεινε στα χαρτιά, γιατί απορρίφθηκε από την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Αυτό οφείλεται στον πνευματικό δυναμισμό του Ορθοδόξου πολιτισμού, και ήταν συγχρόνως ένα σημάδι πως αυτός θα άντεχε, ακόμη και αν, όπως όλα έδειχναν, υπέκυπταν οι Ρωμιοί στους πολιτιστικά λιγώτερο επικίνδυνους Τούρκους. Ήταν μία άσκηση αντοχής των Ορθοδόξων, που τα κατάφερναν, όταν ο Θεός, λόγῳ της αξιωσύνης των, τους έστελνε άξιους ηγέτες. Η αποφυγή αυτή του εκλατινισμού, του φραγκέματος, αποτελεί την τρίτη νίκη του Ελληνισμού, μετά την αποφυγή του εκρωμαϊσμού και μετά τον εξελληνισμό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, για να ακολουθήσει και τέταρτη νίκη, η αποφυγή του εξισλαμισμού και ο παρ’ ολίγον εξελληνισμός της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Πριν περάσουμε σ’ αυτήν την περίοδο που οδηγεί κατά αγιαστικό και εξιλαστήριο τρόπο στην Επανάσταση του 1821, δεν πρέπει σημειολογικά να παραλείψουμε την επισήμανση, που έχει σχέση με κάποιες προδοτικές ισχυρές κινήσεις μετά το 1821, που επεδίωκαν την εις βάρος του χριστιανικού Ελληνισμού της Ορθοδοξίας αναβίωση του παγανιστικού Ελληνισμού της αρχαίας Ελλάδος. Αναφερόμαστε στην ουτοπική προσπάθεια του Ιουλιανού του Παραβάτη, τον 4ο αιώνα, να επαναφέρει τον παγανιστικό Ελληνισμό της αρχαίας Ελλάδος στην αρχή του βίου της ελληνορωμαϊκής βυζαντινής αυτοκρατορίας, την οποία επιτυχώς αντιμετώπισαν οι Τρεις Ιεράρχαι και άλλοι Πατέρες,⁶ και στην παρόμοια προσπάθεια στο τέλος του βίου της αυτοκρατορίας, του Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστού, τον 15ο αιώνα, που επιτυχώς και ακινδύνως αντιμετώπισε επίσης η μεγάλη προφητική φυσιογνωμία του Ελληνισμού, ο Γεννάδιος Σχολάριος, πρώτος από Θεού πατριάρχης και εθνάρχης μετά την άλωση.⁷ Με την δική του θεμελιώδη και αποφασιστική συμβολή η άλωση περιορίσθηκε στο σώμα της αυτοκρατορίας, στην στρατιωτική μόνο κατάκτηση, και δεν αφάνισε την ψυχή, το πνεύμα, τον πολιτισμό της. Τα έθνη χάνονται, όχι όταν χάσουν την κρατική τους υπόσταση, αλλά όταν χάσουν τον πολιτισμό, την ψυχή τους. Το Βυζάντιο επεβίωσε κατά την Τουρκοκρατία όχι μόνο πνευματικά, αλλά και πολιτικά. Η Εκκλησία ξαναέστησε την αυτοκρατορία κάτω από τη διοίκηση των Οθωμανών, ανέστησε το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, και εδημιούργησε ως εθναρχικό Κέντρο το Φανάρι, ένα από τα ισχυρότερα κέντρα εξουσίας που εγνώρισε ο κόσμος, όπως αναπτύσσει ο Ρουμάνος ιστορικός Γιόργκα στο βιβλίο του Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, εννοώντας την Ρωμιοσύνη της Τουρκοκρατίας.⁸

 

2. Η πονεμένη Ρωμιοσύνη. Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο. Θρύλοι και παραδόσεις

Αυτό το Βυζάντιο, αυτή η πονεμένη Ρωμιοσύνη του Κόντογλου, έφθασε, ακέραια και ατόφια, εξαγιασμένη μέσα στα αίματα των νεομαρτύρων και στην κακοπάθεια την ασύλληπτη από τους διωγμούς και την βαρβαρότητα των απολίτιστων Αγαρηνών, μέχρι το 1821, χωρίς να σκύψει το κεφάλι της και να παραδοθεί, χωρίς να προδώσει την πίστη της στον Χριστό και να λησμονήσει μέσα στην καταφρόνια και στην ταπείνωση την εθνική της αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια. Ακόμη και με τους βίαιους εξισλαμισμούς και την αφαίμαξη των δυνάμεων του Γένους με το φοβερό θεσμό του παιδομαζώματος και τα τάγματα των Γενιτσάρων, όχι μόνο αποφεύχθηκε η πολιτιστική, η αληθινή άλωση, αλλά τονώθηκε η πίστη της και αυξήθηκαν οι πνευματικές της δυνάμεις, ώστε ποτέ, ούτε μία στιγμή, να παύσει να πιστεύει ότι με την βοήθεια του Θεού θα αναστηθεί ο μαρμαρωμένος βασιληάς, ο παπάς που είναι κρυμμένος μέσα στ’ Άγιο Βήμα θα τελειώσει την λειτουργία στην Αγία Σοφία, που είχε μείνει ατέλειωτη, και θα βγη να κοινωνήσει τα ευζωνάκια που θα πάρουν την Πόλη. Την Παναγιά την Δέσποινα, που δάκρυσε, όταν πάρθηκε η Πόλη, την παρηγορεί ο αδάμαστος Έλληνας Ρωμιός: “Σώπασε κυρά Δέσποινα, και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θάναι”.

Ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς που στον Δωδεκάλογο του Γύφτου ύμνησε το μεγαλείο της Κωνσταντινούπολης, όπου με ερωτόπαθη μανία, λαχτάριζαν κόσμοι αντίμαχοι να αγκαλιάσουν την πανώρια Βοσπορίτισσα, τη μία, και όπου οι βάρβαροι δυσκολοταίριαστοι στη Ρωμαία των Κωνσταντίνων πολεμούσαν κάτω από το λάβαρο των Ελλήνων,⁹ στην Φλογέρα του Βασιληά αναφέρεται στον Μαρμαρωμένο βασιληά και στην Κόκκινη Μηλιά:

“Τι κι’ αν τον κρατάς, δεν τον έφαγες άδη.
Δεν πέθανε. Μαρμάρωσε. Κοιμάται. Θα ξυπνήση.
Μαρμαρωμένος βασιλιάς και θα ξυπνώ απ’ το μνήμα
το μυστικό και το άβρετο που θα με κλιή, θα βγαίνω
και την χτιστή Χρυσόπορτα ξεχτίζοντας θα τρέχω.
Και καλιφάδων νικητής και τσάρων κυνηγάρης
πέρα στην Κόκκινη Μηλιά θα παίρνω την ανάσα.”

Οι μύθοι του Μαρμαρωμένου Βασιλιά και της Κόκκινης Μηλιάς.

Λεπτομερέστερα για την Κόκκινη Μηλιά και ο ποιητής Γεώργιος Στρατήγης θα μας τραγουδήσει την ελπίδα του Γένους:

Το παραμύθι του παππού μου αλήθεψε,
Των δόλιων σκλάβων τ’ όνειρο κ’ ελπίδα,
Στην Κόκκινη Μηλιά θα φύγης, τύραννε,
Στην σκοτεινή, την πρώτη σου πατρίδα.
Το δέντρο εκείνο ο Σατανάς το φύτεψε
Και κόκκινα σαν αίμα έχει τα φύλλα
Και τον κορμό και τ’ άνθη και τους κλάδους του
Κι’ είναι σαν σάρκα ανθρώπινη τα μήλα.
Εκεί θα πας να στήσης τα τσαντήρια σου
Κι’ αυτών των Ατσιγγάνων καταφρόνια
Ώσπου μια μέρα το όνομά σου το άτιμο
Στην Ιστορία θα σβύση αιώνια, αιώνια.
Γιατί η Μηλιά που πέντε αιώνες θέριεψε,
Της μάννας σας της Κόλασης το θρέμμα,
Σαν πάψη να ρουφάη των σκλάβων δάκρυα
Και των παπάδων και παιδιών το αίμα
Μιά μέρα θα λιμάζη, κι’ απ’ την πείνα τους
Οι κλάδοι μύριες όχεντρες θα γείνουν
Και κάθε φύλλο βδέλλα, κι’ απ’ τις φλέβες σου,
Μαύρη γενιά, θα πίνουνε, θα πίνουν”.¹º

Για την “Κόκκινη Μηλιά”, τοποθεσία την οποία η φαντασία των υποδούλων έθετε στα βάθη της Μ. Ασίας, απ’ όπου ξεκίνησαν οι Τούρκοι, είναι γνωστή και η προφητεία του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού που λέγει: “Οι Τούρκοι θα φύγουν, αλλά θα ξανάρθουν πάλι και θα φθάσουν ως τα Εξαμίλια. Στο τέλος θα τους διώξουν εις την Κόκκινη Μηλιά. Από τους Τούρκους το 1/3 θα σκοτωθή, το άλλο τρίτο θα βαπτισθή, και μονάχα το 1/3 θα πάη στην Κόκκινη Μηλιά”. Σχολιάζοντας την προφητεία αυτή του Αγίου Κοσμά, άλλη προφητική μορφή των καιρών μας, ο όσιος Γέροντας μακαριστός μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης γράφει: “Και μήπως η ανωτέρω προφητεία δεν επλησίαζε να γίνη πραγματικότης, ότε το 1921 ο ελληνικός στρατός κατά την εις Μ. Ασίαν προέλασίν του έφθασε μέχρι των προθύρων της Αγκύρας; Όλοι τότε είχαν την εντύπωσιν, ότι επέκειτο η εκπλήρωσις της προφητείας. Αλλ’ αλλοίμονον!!! Η διχόνοια, η οποία κατά τον εθνικόν ποιητήν κρατεί το σκήπτρον, εματαίωσε τας ελπίδας”.¹¹

 

3. Η αληθινή άλωση μετά το 1821. Ο εκδυτικισμός της Ελλάδος

Εμείς ας προσθέσουμε ότι η ματαίωση των ελπίδων, εκτός από τη διχόνοια, οφείλεται και στο σχεδιασμό των Μεγάλων Δυνάμεων, των Φράγκων και των διαδόχων τους, οι οποίοι, αφού εσμίκρυναν τη Ρωμιοσύνη του Βυζαντίου, και λίγο πριν από την άλωση ήταν η σκιά του εαυτού της, με ελάχιστη εδαφική έκταση στην Θράκη, σε μερικά νησιά του Αιγαίου, στον Μυστρά και στην Τραπεζούντα, την άφησαν και μετά το 1821 μικρή και αδύναμη μέχρι σήμερα. Την εξασθενούν από τότε με δάνεια και οικονομική αφαίμαξη, ώστε να αναγκασθεί να υποκύψει, να ταπεινωθεί, να ασχολείται με την φτώχεια και την καθημερινή της επιβίωση, να λησμονήσει την μεγαλωσύνη της Αρχαίας Ελλάδος, της Ρωμιοσύνης του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας, και να καταντήσει μια φτωχή επαρχία των Βρυξελλών με τους πολίτες της ευχαριστημένους να περιποιούνται τους ξένους τουρίστες έναντι ενός πινακίου φακής, δούλοι των Δυτικών και Ανατολικών, από υπερήφανοι αφέντες και αρχόντοι. Και το χειρότερο, όπως θα δούμε και θα αναπτύξουμε, είναι ότι, ενώ στην Τουρκοκρατία με πολύ κόστος κρατήσαμε τον πολιτισμό μας, έμεινε άφθαρτη η φύτρα και έδωσε νέους βλαστούς και το δένδρο ξαναβλάστησε το 1821, εκτιμάται από πολλούς ότι τώρα κινδυνεύει και η φύτρα μας, ότι διανύουμε την χειρότερη περίοδο του ιστορικού μας βίου, ότι η αληθινή άλωση δεν έγινε το 1453 από τους Τούρκους. Η αληθινή άλωση και η προδοσία του 1821 άρχισε να γίνεται σταδιακά μετά το 1821 με πολλούς τους παράγοντες που προσπάθησαν και προσπαθούν να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του 1821, να το αποκόψουν από τις αγιασμένες ρίζες της Ρωμιοσύνης του Βυζαντίου και της Τουρκοκρατίας, να πλήξουν κυρίως την Εκκλησία και την Ορθόδοξη πίστη, η οποία διέσωσε την εθνική αυτοσυνειδησία των υποδούλων, ώστε αλλοτριωμένοι οι Έλληνες από το ιστορικό τους παρελθόν να είναι ευάλωτοι στις αντεθνικές και αντιεκκλησιαστικές επιδιώξεις, και προ παντός χωρίς αντιστάσεις στις αφομοιωτικές διαδικασίες και στους σχεδιασμούς των Μεγάλων.¹²

Προκαλεί εντύπωση η ειλικρίνεια σύγχρονων κοινωνιολόγων ότι “η ιστορία του σύγχρονου Ελληνισμού θα μπορούσε να ιδωθεί ως μία διαδικασία αποσύνδεσης της πολιτικής από την πολιτιστική ταυτότητα”¹³ και ότι “στις περισσότερες από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες το νέο φυτρώνει επάνω στο παλιό, και ο εκσυγχρονισμός σέβεται τις παραδόσεις και οικοδομεί επάνω τουςΣτην Ελλάδα αντίθετα η ίδια η έννοια της παράδοσης είναι προβληματική…επιδιώκεται μία ρήξη με το παρελθόν και ex nihilo κατασκευή μιας σύγχρονης ιδεατής δομής”.¹⁴ Και για να μην υπάρχει αμφιβολία που απέβλεπε και που αποβλέπει η διαδικασία αποσύνδεσης των Ελλήνων από την πολιτιστική τους ταυτότητα, η ρήξη με το παρελθόν και η εκ του μηδενός δημιουργία μιας σύγχρονης ιδεατής δομής, έρχεται άλλος πολιτικός επιστήμων και διπλωμάτης να μας εξηγήσει ότι αυτή η ρήξη με το παρελθόν πέτυχε, και ότι η Ελλάδα έπαυσε πλέον να είναι ένας ξεχωριστός χώρος με τις δικές του πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες. Ακούστε τι γράφει με αφοπλιστική όντως ειλικρίνεια ο Χ. Ροζάκης, ο οποίος βέβαια απαξιωτικά βλέπει τις αντιστάσεις των ντόπιων δομών, γιατί παραμόρφωσαν τις εκσυγχρονιστικές επεμβάσεις: “Μέσα στον δέκατο ένατο αιώνα και ως τις αρχές του εικοστού το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Το δίλημμα περιγράφεται σαφώς: είναι η Ελλάδα μια χώρα δυτικού προσανατολισμού που ασπάζεται και ενσωματώνει δυτικές αξίες και αρχές ή είναι μια ιδιότυπη περίπτωση, είναι χωριστός χώρος, με τις δικές του πολιτικές, κοινωνικές και βεβαίως πολιτιστικές ιδιαιτερότητες;…Οι απαντήσεις ευνοούσαν τον δυτικό προσανατολισμό, την δυτική της μοίρα και αφοσίωση. Η ελληνική πολιτική του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνος διακρίθηκε κυρίως για τη σαφή προτεραιότητα που έδωσε στον εκδυτικισμό των δομών του ελληνικού κράτους…Αν και αντιστάθηκαν οι ντόπιες δομές, που παραμόρφωσαν τις εκσυγχρονιστικές επεμβάσεις, ο δυτικός προσανατολισμός φαίνεται να επιβλήθηκε στην Ελλάδα”.¹⁵

Πριν από είκοσι χρόνια σε μία συλλογή άρθρων μου, που εξέφραζαν τους προβληματισμούς μου και της δεκαετίας του 1980 και της προηγουμένης έδωσα τον τίτλο “Φραγκέψαμε. Η ευρωπαϊκή μας αιχμαλωσία”,¹⁶ η νέα δηλαδή Φραγκοκρατία εντός της οποίας πορευόμαστε. Σεβαστός φίλος Αγιορείτης Μοναχός, ευγενικά μου είπε ότι ίσως θα έπρεπε το “Φραγκέψαμε” του τίτλου να είχε ερωτηματικό, γιατί είχε την γνώμη ότι δεν είχαμε φραγκέψει ολοκληρωτικά. Οι εκφρασθείσες πιο πάνω γνώμες εγκύρων κοινωνιολόγων και πολιτειολόγων συνηγορούν υπέρ του Φραγκέψαμε χωρίς ερωτηματικό· απλώς υπάρχουν κάποιες ντόπιες αντιστάσεις, που δείχνουν την άλλη Ελλάδα με τον δικό της ξεχωριστό χώρο, τις δικές της αρχές και αξίες, τις δικές της πολιτιστικές ιδιαιτερότητες. Οι αντιστάσεις, όμως αυτές διαρκώς μειώνονται και σήμερα, μετά από τριάντα και σαράντα χρόνια, που αυτός ο εκδυτικισμός έχει επιβληθή και θεσμικά με την ένταξή μας στην Ενωμένη Ευρώπη, τείνουν σχεδόν να εξαλειφθούν.

 

4. Ο Γεννάδιος Σχολάριος μεγάλη προφητική φυσιογνωμία

Πριν, όμως σας παρουσιάσω και τις άλλες πλευρές της προδοσίας του Εικοσιένα και της αποκοπής του από τις ιστορικές και εθνικές συντεταγμένες, επιτρέψτε με ενδεικτικά να αναφερθώ στην διαφύλαξη της φύτρας που το εγέννησε χρησιμοποιώντας εισαγωγικά την σχετική φρασεολογία του Φώτη Κόντογλου από το άρθρο του “Η ακατάλυτη ελληνική φύτρα”: “Η Ρωμιοσύνη”, γράφει, “βγήκε από το Βυζάντιο ή, για να πούμε καλύτερα, το Βυζάντιο στα τελευταία χρόνια του στάθηκε η ίδια η Ρωμιοσύνη… Ωστόσο, μ’ όλο που κόπηκε το μεγάλο εκείνο δέντρο της Ρωμιοσύνης, η φύτρα σώθηκε και πέταξε καινούριους βλαστούς, που λουλουδίσανε, κι’ ας πλάκωνε τον ραγιά η φοβέρα του θανάτου”.¹⁷

Ο πρώτος και καλύτερος που διαφύλαξε αυτήν την φύτρα μέσα στο χαλασμό και στο σκοτάδι μετά την άλωση ήταν ο πρώτος πατριάρχης-εθνάρχης Γεννάδιος Σχολάριος, η μεγάλη αυτή προφητική φυσιογνωμία του Γένους, της Ρωμιοσύνης, του οποίου την μορφή και το έργο σχεδιασμένα κακοποίησε η δυτική ιστοριογραφία, την οποία άκριτα ακολούθησαν μερικοί δικοί μας αφελείς ή στρατευμένοι ιστορικοί και γραμματολόγοι, γιατί ήταν μεγάλος αντίπαλος του εκδυτικισμού, όπως με τη χάρη του Θεού αποδείξαμε στην μεγάλη μονογραφία που γράψαμε γι’ αυτόν και εκδώσαμε το 1980.¹⁸ Έκανε το παν για να αποτρέψει την ανανέωση του προδοτικού όρου της Φερράρας-Φλωρεντίας και να ξυπνήσει την ηγεσία και τον λαό, που πίστευαν στον μύθο πως η Πόλη θα σωθεί με την δυτική βοήθεια, ενώ εκείνος συνιστούσε να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις και στη βοήθεια του Θεού. Απευθύνεται πολλές φορές στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο και στον μέγα δούκα Λουκά Νοταρά, αλλά και προς τον λαό, για να εξηγήσει ότι η Πόλη μπορεί να σωθεί χωρίς την προδοσία της Πίστεως, οπότε θα πρόκειται περί διπλής σωτηρίας, και από τον τουρκικό κίνδυνο και από τον εκλατινισμό. Χρειάζεται απλώς να ξυπνήσουν οι κάτοικοι που κοιμούνται και περιμένουν να τους σώσει ο πάπας· να διαθέσουν τα χρήματα και τις σωματικές τους δυνάμεις και να παύσουν να πιστεύουν σε υπερόριους μύθους και σκιές, αν χρειασθεί να δώσουν και την ίδια την ζωή τους.¹⁹

Κανένα έθνος δεν θέλησε ποτέ να προδώση την πίστη του, μόνο και μόνο για να ευημερεί. Αντιθέτως πολλά έθνη εγκατέλειψαν τις παλαιές θρησκευτικές τους δοξασίες μέσα σε διωγμούς και βασανιστήρια, για να ακολουθήσουν την αληθινή θρησκεία του Χριστού. Και όταν δεν κατάφερε να αποτρέψει την προδοτική ενωτική λειτουργία, το συλλείτουργο με τους παπικούς, που έγινε πέντε μήνες πριν από την άλωση στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, κλείσθηκε μέσα στο κελλί του, όπου προσευχόταν για την σωτηρία του Γένους, χωρίς να αναμιγνύεται καθόλου εις τα κοινά· ανήρτησε απλώς στην θύρα του κελλιού του το ελεγκτικό κείμενο, όπου επεσήμαινε ότι μαζί με την πατρίδα χάνουν και την πίστη τους.²º Εθρήνησε πικρά για την πτώση και την άλωση και, όταν θεόθεν παρακινηθείς ο Μωάμεθ του παρεχώρησε τα γνωστά προνόμια, προφητικά διέβλεψε ότι το Γένος θα επανεύρει την πνευματική του υγεία και θα αναστηθεί.

Ο πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος και ο Μωάμεθ Β΄ ο Πορθητής.

Είναι συγκλονιστική αυτή του η προφητεία, που επαληθεύθηκε πλήρως με την επανάσταση του 1821 και την πρωτοπορία του κλήρου και των μοναχών στην πνευματική εξυγίανση και στην μετά από αυτήν εθνεγερσία: “Ὃθεν, εἰ μέλλει ποτέ το δείλαιον ἡμῶν γένος τόν ἣλιον εὐτυχέστερον ὁρᾶν αὐτοῖς ἐπιλάμποντα, ἐξ ἡμῶν αὖθις τῶν ἱερωμένων καί μοναχῶν ἀνατεῖλαι δεῖ την τῆς πνευματικῆς ὑγείας ἀρχήν, ἐρρωμένως και μετά σπουδῆς τήν τοιαύτην ἀναλαβομένων προαίρεσιν, και πολλή ἐλπίς ἐστιν ἐπί τῇ θείᾳ φιλανθρωπίᾳ το γένος ἡμῶν ἃπαν παντοίως ἀναρρωσθήσεσθαι”.²¹

Και η ανάρρωση αυτή του πνευματικά ασθενήσαντος Γένους, όπως την ασθένεια αυτή περιγράφει καλύτερα από κάθε άλλον, μπροστά στην πολιτική και εκκλησιαστική ηγεσία της Κωνσταντινούπολης, ο μεγάλων επίσης διαστάσεων ηγέτης μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος,²² άρχισε με το έργο του Γενναδίου Σχολαρίου ως πατριάρχου και ιδιαίτερα με την ίδρυση της Πατριαρχικής Ακαδημίας, συνεχίσθηκε δε αδιάκοπα μέχρι το 1821. Από το σύνολο αυτής της πνευματικής και συγχρόνως εθνικής προσφοράς της Εκκλησίας, μέσα στην οποία προέχει η ίδρυση κρυφών και φανερών σχολείων, ανάλογα με τη δυσκολία των καιρών και των τόπων, προέχουν δυο μεγάλοι σταθμοί· το έργο του ισαποστόλου Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και την ίδια εποχή, το δεύτερο μισό του 18ου αιώνος, το αναγεννητικό ησυχαστικό κίνημα των Κολλυβάδων Αγίων, του Αγίου Μακαρίου Νοταρά, του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου και του Αγίου Αθανασίου του Παρίου.

Νικόλαος Γύζης, Το κρυφό σχολειό, 1885-1886, ιδιωτική συλλογή.

Με τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό ασχοληθήκαμε σε συνέδριο και εδώ στη Ράχη,²³ υπάρχουν μάλιστα εκδεδομένα και τα πρακτικά του, ενώ με τους Κολλυβάδες Αγίους ασχολήθηκαν πολλά συνέδρια, ιδιαίτερα στις πατρίδες των δυο, την Νάξο και την Πάρο, αλλά και στην Αθήνα και σε φερώνυμη του Αγίου Νικοδήμου Μονή,²⁴ εκατοντάδες δε μελετών εφώτισαν την προσφορά και του Αγίου Κοσμά και των Κολλυβάδων. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι ο Άγιος Κοσμάς με τις απλοϊκές αλλά δυνατές και καρποφόρες διδαχές του, ως και με την ίδρυση πολυαρίθμων σχολείων αναχαίτισε το κύμα των εξισλαμισμών και ενίσχυσε την αυτοσυνειδησία των υποδούλων απέναντι στον βάρβαρο κατακτητή. Όπως παρατηρεί ο Κώστας Σαρδελής στο βιβλίο του Το Συναξάρι του Γένους Ολόκληρα χωριά που είχαν εξισλαμιστεί επανέρχονται στην Ορθοδοξία, χιλιάδες Έλληνες που μιλάνε βλάχικα, που έχουν χάσει τον Εθνισμό τους, ξαναμιλάνε ελληνικά, ξαναγίνονται Έλληνες και πυκνώνουν τις τάξεις του σιωπηλού αγώνα για το ποθούμενο…ο συγκλονιστικός αυτός ιεραπόστολος και εθναπόστολος αποτελεί την μεγαλύτερη λαοπαιδευτική μορφή της τουρκοκρατίας, την αδευτέρωτη και ανεπανάληπτη, τον Άγιο της Παιδείας, τον μεγάλο μύστη της Λευτεριάς, τον κορυφαίο αναγεννητή του Γένους”.²⁵

Σε άλλο επίπεδο, αλλά με τα ίδια αποτελέσματα, οι Άγιοι Κολλυβάδες διέγνωσαν τον εκ της Δύσεως κίνδυνο με την ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, του αθεϊστικού και εκκλησιομάχου, και συγχρόνως την ευρεία δράση των παπικών και προτεσταντικών ιεραποστολών, και όπως έπραξε ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τον 14ο αιώνα, εξουδετερώνουν και αυτοί, ιδιαίτερα με την πληθωρική συγγραφική και εκδοτική παραγωγή έργων Πατέρων της Εκκλησίας, τον κίνδυνο του εκδυτικισμού, είτε ως εκλατινισμού και εκπροτεσταντισμού στην πίστη, είτε ως επαναφωτισμού του Γένους, με επιστροφή στην αρχαία Ελλάδα, όπως επεδίωξε ο Κοραής και οι συν αυτώ και οι μετ’ αυτόν, είτε του αθεϊστικού και εκκλησιομάχου Ορθολογισμού, χωρίς να αδιαφορήσουν βέβαια και για την αναχαίτιση των εξισλαμισμών, όπως ιδιαίτερα έπραξε ο Άγιος Νικόδημος ως αλείπτης νεομαρτύρων και συγγραφεύς του Νέου Μαρτυρολογίου. Το ίδιο ισχύει αναλογικά και για τον Άγιο Κοσμά, που δεν παρέλειπε να προβάλλει την Ορθόδοξη Πίστη έναντι των αιρετικών της Δύσεως, ιδιαίτερα εναντίον του πάπα με την γνωστή ρήση του “τον πάπα να καταράσθε, αυτός είναι η αιτία” και με την άλλη θέση του, που συνθέτει τους δυο κινδύνους, λέγοντας ότι ο Μωάμεθ και ο πάπας είναι πρόδρομοι του Αντιχρίστου.²⁶

Θα μνημονεύσουμε από όλα αυτά την γνωστή ρήση του Αγίου Κοσμά, η οποία συνδέει το Βυζάντιο με την Τουρκοκρατία και πιο πέρα με το 1821 και επισημαίνει τον μεγάλο, τον χειρότερο κίνδυνο που διέτρεχαν οι υπόδουλοι από τους Δυτικούς σε σχέση με την Τουρκοκρατία: “Τριακοσίους χρόνους μετά την Ανάστασιν του Χριστού μάς έστειλε ο Θεός τον άγιον Κωνσταντίνον και εστερέωσε βασίλειον χριστιανικόν· και το είχαν χριστιανοί το βασίλειον 1150 χρόνους. Ύστερον το εσήκωσεν ο Θεός από τους χριστιανούς και έφερε τον Τούρκον και του έδωσε δια ιδικόν μας καλόν, και το έχει ο Τούρκος 320 χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλο γένος; Δια ιδικόν μας συμφέρον· διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπτον εις την πίστιν, ο δε Τούρκος άσπρα άμα του δώσης, κάμνεις ό,τι θέλεις”.²⁷

Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός.

 

5. Από την φύτρα του Βυζαντίου οι κλάδοι των αγωνιστών

που έφεραν την άνοιξη του ΄21

Από αυτήν την φύτρα του χριστιανικού βασιλείου εβλάστησαν κατά τον Φώτη Κόντογλου οι Αρματωλοί και οι Κλέφτες οι οπλαρχηγοί του αγώνος στην επανάσταση του 1821. Μνημονεύει κατ’ αρχήν όσα γράφει ο αγωνιστής Νικόλαος Κασομούλης στο έργο του Ενθυμήματα Στρατιωτικά: “Από τα διάφορα ιστορικά και εκκλησιαστικά συγγράμματα και από αυτά τα πράγματα γνωρίζοντες ότι η Ελληνική γλώσσα, ο χαρακτήρ και τα έθιμα του ελληνικού λαού, μετά την πτώσιν του Βασιλείου μας, εδιατηρήθησαν υπό την επαγρύπνησιν του Κλήρου μας και των διαφόρων πεπαιδευμένων του Έθνους μας και δια της κοινής ευλαβείας προς την αγίαν ημών Θρησκείαν”.

Γράφει ο Κασομούλης πως αρχαίο χειρόγραφο στο μοναστήρι του Κλιβονού, στην επαρχία Ασπροποτάμου, έγραφε πως ο αρχαιότερος και περιφανέστερος από όλους τους αρματωλούς ήτανε ο Μεγδάνης ή Μεϊντάνης από την Κοζάνη (1660-1690), την ζωγραφιά του οποίου, συμπληρώνει ο Κόντογλου, “έβαλαν στην εκκλησιά της Κατούνας μαζί με τους άγιους, κι’ ίσως και τ’ άρματά του. Τις ζωγραφιές των Καπετανέων που σκοτωνόντανε για τη λευτεριά συνηθίζανε να τις βάζουνε στις εκκλησίες, όπως βρισκότανε η ζωγραφιά του Αντρούτσου, του πατέρα του Οδυσσέα, στο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως στα Μετέωρα, κι’ άλλων οπλαρχηγών στην Ήπειρο και σε άλλα μέρη”.²⁸

Αναφέρει στη συνέχεια ο Κασομούλης πολλά ονόματα οπλαρχηγών που ηγήθηκαν στα προεπαναστατικά κινήματα, ανάμεσα στους οποίους μνημονεύει και τον Λάζο από τον Όλυμπο. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον παπα-Θύμιο τον Βλαχάβα και στον ηρωικό του θάνατο, όπως επίσης και στον Νίκο Τσιάρα, ο οποίος ξεμπαρκάρισε στο Λιτόχωρο με τριακόσιους άντρες, περικυκλώθηκε όμως από τον τουρκικό στρατό, μα πολέμησε σαν λιοντάρι και στο τέλος τους νίκησε και τους κυνήγησε. Για να επιταχύνει την εκδίωξή τους όρμησε απροφύλακτα εναντίον τους, τον πυροβόλησαν όμως θανάσιμα και τον πλήγωσαν “εις το υπογάστριον και εις τρία άλλα μέρη, ώστε να χυθούν τα έντερά του κατά γης· βαστών αυτά εις τας χείρας του, και επιστρέψας αταράχως εις το πλοιάριον, μετά μίαν ώραν εξεψύχησε. Απέθανεν ούτως ηρωικώς ο Νίκος Τσιάρας, τριάντα εξ ετών, εις το άνθος της ανδρικής του ηλικίας και άφησε την μεγαλυτέραν λύπην προς όλους τους συναδέλφους του, το 1807, περί τον Φεβρουάριον ή Μάρτιον. Άφησε την σύζυγον με μίαν θυγατέραν και έναν υιόν εις τα σπάργανα”. Και κλείνει ο Κόντογλου με τα εξής:

Τέτοιοι άντρες, απλοί και ταπεινοί που πεθάνανε
για της πατρίδος την ελευθερίαν
για του Χριστού την πίστην την αγίαν
με τέτοια απλά και αληθινά λόγια πρέπει να ιστορηθούν”.²⁹

Ο Νικόλαος Κασομούλης και τα Ενθυμήματα Στρατιωτικά.

 

6. Κοινωνική ή εθνικοθρησκευτική Επανάσταση;

Η αναφορά αυτή στα προεπαναστατικά κινήματα και στους οπλαρχηγούς, που σαν κλάδοι εβλάστησαν από την φύτρα του Βυζαντίου, και ξανάνθισε το δένδρο της Ρωμιοσύνης, μας οδηγεί συνειρμικά στην πρώτη παρεξήγηση και παρερμηνεία του Εικοσιένα, κυρίως από μαρξιστάς και αριστερούς ιστορικούς και διανοούμενους, οι οποίοι ισχυρίζονται πως δήθεν η Επανάσταση του 1821 δεν είχε εθνικοθρησκευτικό χαρακτήρα, δεν απέβλεπε δηλαδή στην εκδίωξη του αλλόθρησκου και αλλοεθνούς κατακτητού, δεν ήταν πόλεμος “για του Χριστού την πίστη την αγία, για της πατρίδος την ελευθερία”, αλλά είχε κοινωνικά και υλιστικά κίνητρα, ήταν μια κοινωνική επανάσταση, ένας εμφύλιος πόλεμος, των πτωχών εναντίον των πλουσίων, των λαϊκών τάξεων εναντίον των αρχόντων, Τούρκων και ντόπιων Κοτζαμπάσηδων, και ότι οι πρωταγωνιστές του αγώνος εμπνεύσθηκαν από τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Για την τελείως ανιστόρητη αυτή, αντιεπιστημονική και ιδεολογικά κατασκευασμένη άποψη είναι τόσο βέβαιοι ώστε ισχυρίζονται πως όσοι δεν την δέχονται προδίδουν το εικοσιένα, όπως τιτλοφορεί το σχετικό βιβλίο του ο Γ. Βαλέτας Το προδομένο Εικοσιένα, με την διαφορά ότι η προδοσία επιστρέφει πίσω σ’ αυτούς που την εφεύραν. Δεν θα απαριθμήσουμε εδώ όσους εκπροσωπούν αυτήν την άποψη, η οποία συνοδεύεται μάλιστα και από αντιεκκλησιαστική αθεϊστική χροιά, με το επιχείρημα πως η Εκκλησία, ο κλήρος, δεν βοήθησαν την εξέγερση και ήταν με το μέρος των Τούρκων. Χρησιμοποιούν μάλιστα και το όνομα του πρωτομάρτυρος της ελευθερίας, του πατριάρχου Γρηγορίου του Ε΄, επικαλούμενοι τον γνωστό αναγκαστικό και διπλωματικό αφορισμό της Επαναστάσεως για το καλό των υποδούλων, τον οποίο μάλιστα σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες ο πατριάρχης κρυφά τον ακύρωσε σε κρυφή μυστική ακολουθία³º. Οι πιο γνωστοί ανάμεσα σ’ αυτούς τους στρατευμένους στην μαρξιστική ιδεολογία ιστορικούς είναι ο Γιάννης Κορδάτος και ο Γιάννης Σκαρίμπας, μεταξύ άλλων ευαρίθμων.

Οι Έλληνες όμως, όπως φάνηκε και από την μικρή μας αναφορά στα προεπαναστατικά κινήματα, δεν περίμεναν την Γαλλική Επανάσταση, για να αρχίσουν την εξέγερση εναντίον του αλλόθρησκου και αλλοεθνούς κατακτητού. Ο Κωνσταντίνος Νούσκας, στο μικρό αλλά περιεκτικό και δυνατό σε επιχειρήματα βιβλίο του Η πραγματική όψη του 1821,³¹ αριθμεί πάνω από τριάντα προεπαναστατικά κινήματα, στην συντριπτική τους πλειοψηφία πριν από την Γαλλική Επανάσταση, η οποία εκτός από ταξικό και κοινωνικό χαρακτήρα είχε και αντιχριστιανική και αθεϊστική χροιά με σφαγές κληρικών στην επαναστατική γκιλοτίνα. Ο αγώνας όμως του 1821 ήταν εθνικός και θρησκευτικός, των Ελλήνων εναντίον των Τούρκων, του Σταυρού εναντίον της ημισελήνου, ευλογημένος μέσα σε εκκλησιές και μοναστήρια με πρωτοστάτες και μπροστάρηδες τους κληρικούς. Είναι αμέτρητες οι σχετικές πληροφορίες μέσα από τα ίδια τα κείμενα του αγώνος και έχουν συγκεντρωθή από την σχετική βιβλιογραφία· με αφθονία μάλιστα βρίσκει κανείς πολλές απ’ αυτές στο εξαιρετικό βιβλίο του αγαπητού συμμαθητού, συναδέλφου στην Θεολογική Επιστήμη, κ. Πέτρου Γεωργαντζή, λαμπρού εκπαιδευτικού και ιστορικού της Θράκης και ιδιαίτερα της πατρίδος του Ξάνθης, που έχει τον τίτλο Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα. Αντίδραση ή προσφορά;³²

Και μόνο η σαφέστατη γνώμη του θρυλικού γέρου του Μωριά, ανάμεσα από πάμπολλες άλλες άλλων αγωνιστών, αρκεί να συντρίψει το ιδεολογικό κατασκεύασμα των αριστερών ιστορικών και διανοουμένων. Λέγει λοιπόν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: “Η επανάσταση η ειδική μας δεν ομοιάζει με καμμίαν απ’ όσες γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης οι επαναστάσεις είναι εναντίον των διοικήσεών των, είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο ιδικός μας πόλεμος ήταν ο πλέον δίκαιος, ήταν έθνος με άλλο έθνος”.³³ Και στον γνωστό λόγο του στην Πνύκα προς την σπουδάζουσα νεολαία μεταξύ άλλων είπε: “Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα…αλλ’ ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι, και οι κληρικοί και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν τον σκοπόν και εκάμαμε την επανάσταση”.³⁴

Είναι τόσο αστήρικτο το ιδεολογικό κατασκεύασμα για τον κοινωνικό χαρακτήρα της Επανάστασης, που κύριο στόχο βέβαια έχει να πλήξει την Εκκλησία, τους κληρικούς, που δήθεν δεν βοήθησαν στον αγώνα, ώστε σοβαροί νεώτεροι αριστεροί ιστορικοί το έχουν απορρίψει. Μνημονεύουμε από αυτούς μόνον την γνώμη που εξέφρασε ο Λέανδρος Βρανούσης, κλείνοντας τις εργασίες σχετικού συμποσίου που έγινε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1981 από το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών (Κ.Μ.Ε.): “Άκουσα ότι έγινε λόγος χτες για τον εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα του εικοσιένα και θα είναι νομίζω θετικό απόκτημα, αν με τις εργασίες αυτού του Συμποσίου εδραιωθεί η διαπίστωση και παγιωθεί ο ορισμός ότι το εικοσιένα ήταν αγώνας πρώτιστα και βασικά εθνικοαπελευθερωτικός. Αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία. Σε αυτό έγκειται όλο το μεγαλείο του, γι’ αυτό και μόνο είναι σταθμός στην ιστορία, σύμβολο και οδηγός. Δόξα λοιπόν στο αθάνατο εικοσιένα”.³⁵ Υπάρχει μάλιστα και η πληροφορία, που την οφείλουμε στον ιστορικό και βαλκανιολόγο Αχιλλέα Λαζάρου, ότι ακόμη και ο Γιάννης Κορδάτος “διόρθωσε την αρχική του άποψη ότι η Επανάσταση του 1821 ήταν κοινωνική. Παραδέχτηκε ότι ήταν εθνική”.³⁶ Αυστηρότερος, αλλά αληθινός, ο γνωστός μας χριστιανός λογοτέχνης Γεώργιος Βερίτης είπε σχετικά: “Εκείνοι που ισχυρίστηκαν την θέση αυτή ή είχαν χάσει εντελώς την αίσθηση του γελοίου ή δεν ήλθαν ποτέ στην παραμικρή ψυχική επαφή με τους ήρωες του ΄21… Εποποιίες όπως του Αρκαδίου, της Αλαμάνας και της Γραβιάς. Ολοκαυτώματα όπως του Μεσολογγιού δεν βρίσκουν την δικαίωση, αλλ’ ούτε και τη γενεσιουργό τους αιτία παρά μονάχα στην πίστη στα μεγάλα ιδανικά”.

Παναγιώτης Ζωγράφος, Η μάχη της Αλαμάνας.

 

7. Η αρχαιοπληξία του Κοραή συνδέει το Εικοσιένα με την αρχαία Ελλάδα

Ας έλθουμε σε μία άλλη σημαντική πλευρά του θέματος που αλλοίωσε τον χαρακτήρα του Εικοσιένα και εξακολουθεί να τον αλλοιώνει μέχρι σήμερα. Πρόκειται για την προσπάθεια να συνδεθεί το ΄21 αμέσως με την αρχαία Ελλάδα, ωσάν να είχαν αποκοπή τελείως οι ρίζες του Ελληνισμού επί δύο χιλιάδες χρόνια, και οι Έλληνες είχαν εξαφανισθή από το προσκήνιο της ιστορίας ή ήσαν υπόδουλοι και στον Μ. Αλέξανδρο και στην Ελληνική αυτοκρατορία του Βυζαντίου, δουλεία που συνεχίστηκε και στην Τουρκοκρατία. Πρόκειται για τον ψευτοκλασσικισμό του Κοραή και των ομοφρόνων του, των οποίων η σημαντική προσφορά προς τα ελληνικά γράμματα μειώνεται από την διχαστική αυτή εθνοπροδοτική στάση και θεωρία, που εξαλείφει τον Μακεδονικό Ελληνισμό και την Ρωμιοσύνη του Βυζαντίου από την ιστορία του Ελληνισμού. Ευτυχώς βρέθηκαν οι μεγάλοι εθνικοί ιστορικοί Σπυρίδων Ζαμπέλιος και Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος που αποκατέστησαν την διαχρονική ιστορική ενότητα του Ελληνισμού. Παρά ταύτα, αυτή η αρχαιολατρεία ή μάλλον αρχαιοπληξία του Κοραή, που μας παραπέμπει στις παρόμοιες ουτοπικές προσπάθειες του Ιουλιανού του Παραβάτη και του Γεωργίου Πλήθωνος Γεμιστού, είχε και έχει δυσμενέστατες συνέπειες στην παιδεία και στον πολιτισμό του νέου ελληνικού κράτους μετά το 1821, αφού συνετέλεσε στην δημιουργία εχθρικού κλίματος εναντίον του Βυζαντίου, έθρεψε τον αντιβυζαντινισμό και ειρωνεύθηκε τον Βυζαντινισμό, και εξοβέλισε τα φωτισμένα και απαράμιλλα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας από την σχολική παιδεία, όπου κυριαρχικά διδάσκονται μόνο κείμενα αρχαίων Ελλήνων κλασσικών. Με ένα ιστορικό άλμα μας πήγε από τον 19ο αιώνα στον αιώνα του Περικλή, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη με ένα κενό ιστορίας 2.300 ετών. Είναι φοβερό να διαβάζεις όσα ο ίδιος ο Κοραής λέγει: “Ουαί, ουαί! Τέκνα μου αγαπητά, δυστυχείς απόγονοι των Ελλήνων. Εσυντρίφθη τέλος πάντων και ο ρωμαϊκός ζυγός και οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες εκρημνίσθησαν από του Βυζαντίου τον θρόνον. Αλλά τους εκρήμνισαν τίνες; Τύραννοι ασυγκρίτως και βαρβαρώτεροι και σκληρότεροι απ’ εκείνους”. Σε άλλο σημείο: “Οι Έλληνες έπαθαν δια τας διχονοίας των, την δυστυχεστάτην απ’ όλας τας πολιτικάς μεταβολάς, την στέρησιν της προγονικής αυτονομίας και ισονομίας, κ’ εδέθησαν εις τον ζυγόν των Ρωμαίων, όστις έμελλε να φέρη έπειτα τον βαρύτατον ζυγόν των Γραικορωμαίων αυτοκρατόρων και τελευταίον τον οποίον σήμερον απετινάξατε ανυπόφορον ζυγόν των Τούρκων”. Αλλού ειρωνεύεται τους απλοϊκούς Ορθοδόξους, αυτούς τους χυδαίους, όπως λέγει, “οι οποίοι δι’ άλλο δεν επιθυμούν την καταστροφήν των Τούρκων παρά δια να ακούσωσιν την λειτουργίαν εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας”, εξευτελίζων δε τον Ιουστινιανό, τον κτίτορα της Αγίας Σοφίας, επιλέγει: “Α, Ιουστινιανέ, Ιουστινιανέ! Ήθελα να ξεύρω τίς ωνόμασε μέγαν τον Ιουστινιανόν τούτον”.³⁷

Αυτήν την πτώχευση της ιστορίας μας, το στένεμά της, τη μιζέρια των αρχαιοπλήκτων του Κοραή, που μέσα στην ιδεολογική τους τύφλωση βλέπουν μόνον τον Παρθενώνα και κλείνουν τα μάτια τους μπροστά στην Αγιά Σοφιά, την επεσήμαναν πολλοί στο παρελθόν και ο ομιλών. Καλύτερα από όλους θα μπορούσε να την παρουσιάσει η εκλεκτή ιστορικός και γραμματολόγος κ. Μαρία Μαντούβαλου, ειδική ερευνήτρια και γνώστρια του προσώπου και του έργου του Κοραή. Αντί για δική μου περαιτέρω ανάλυση διαβάζω σχετικό κείμενο του Γιώργου Θεοτοκά: “Φτωχός λοιπόν μας φαίνεται ο ζήλος των διανοητών που πασχίζουν να περιορίσουν την παράδοσή μας σ’ ένα μικρό διάστημα χρόνου, έξαφνα στις τρεις γενεές του 5ου αιώνα π.Χ. όσο κι αν είναι περίλαμπρη και καταπληκτική και μοναδική στην ιστορία του κόσμου η πνευματική συγκομιδή της κλασικής εποχής. Φτωχός και άγονος, γιατί στηρίζεται σε μια θεωρητική αφαίρεση, σε μια σύλληψη εργαστηριακή, αντίθετη στη ζωντανή πραγματικότητα του τόπου μας, που, εξόν από το πολύδοξο κλασικό ιδανικό, περιέχει, στη μνήμη της και στις κληρονομικότητές της, το θρύλο του Μεγαλέξανδρου, το απέραντο άνθισμα του ελληνιστικού κόσμου, την Ορθόδοξη Εκκλησία, τα χίλια χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τη μεγάλη της τέχνη, τον κοινοτικό μας πολιτισμό της Τουρκοκρατίας, τις περιπέτειες της Διασποράς, την Κλεφτουριά, τη δημοτική ποίηση, το Εικοσιένα, το καινούριο Κράτος με τους αγώνες του και τα παθήματά του, όλα αυτά δεμένα το ένα με το άλλο σ’ ενότητα οργανική”.³⁸

 

8. Η “Νέα Εποχή” του πολιτικού και θρησκευτικού Οικουμενισμού

προδίδει το Βυζάντιο και το ΄21

Η προβληματική, διαιρετική και πτωχευμένη θεώρηση της ιστορίας από τον Κοραή και τους λοιπούς του ψευτοκλασσικισμού, η οποία εν πάση περιπτώσει ήταν πατριωτική, μολονότι κουτσούρευε και κολόβωνε τον πατριωτισμό, περιορίζοντάς τον μόνον στην αρχαία Ελλάδα, βρίσκεται σήμερα σε υποχώρηση, πιεζόμενη στη σχολική παιδεία και στον πολιτισμό, αλλά και ακόμη και στον χώρο της Εκκλησίας, από μία πολύ χειρότερη και καλά σχεδιασμένη θεωρία και πράξη της Νέας Εποχής, η οποία με την Παγκοσμιοποίηση και τον συγκρητισμό επιχειρεί να καταργήσει τα έθνη και τις πατρίδες, να γκρεμίσει τα όρια των θρησκειών και των ομολογιών και να οδηγήσει σε ένα παγκόσμιο κράτος, σε μία πανθρησκεία. Οι εκλεκτοί της Νέας Εποχής στελεχώνουν πλέον θέσεις κλειδιά στο κράτος και στην Εκκλησία, έχουν την ευθύνη των αναλυτικών προγραμμάτων και των σχολικών εγχειριδίων, νοθεύουν και διαστρέφουν την ιστορία και το ορθόδοξο μάθημα των Θρησκευτικών, το οποίο προσπαθούν να μεταβάλουν σε θρησκειολογικό, εξοβελίζουν τους Πατέρες της Εκκλησίας με την γνωστή “Μεταπατερική Θεολογία”, προστατευόμενοι από πολιτικά κόμματα και κυβερνητικούς αξιωματούχους, αλλά και από πατριάρχες, αρχιεπισκόπους και επισκόπους. Σε τι διαφέρει η βουλευτής Ρεπούση, που νοθεύει την ιστορία, από τον θεολόγο Γιαγκάζογλου, που πρωτοστατεί εδώ και χρόνια στην κατάργηση του Ορθοδόξου μαθήματος και στην μεταβολή του σε θρησκειολογικό, ενώ εξακολουθεί να έχει επιτελικές θέσεις στην Εκκλησία, κάτω από την προστατευτική ομπρέλα του αρχιεπισκόπου; Είχα εκφράσει παλαιότερα με άρθρο μου την λύπη και την πίκρα για την επιλεκτική στάση πολλών δικών μας διανοητών με εθνικές και πατριωτικές ευαισθησίες απέναντι στον Οικουμενισμό της Νέας Εποχής, τον οποίον καταδικάζουν, γιατί καταργεί τα εθνικά όρια, τις πατρίδες, αλλά σιωπούν για τον θρησκευτικό Οικουμενισμό της Νέας Εποχής επίσης,³⁹ ο οποίος γκρεμίζει τα όρια ανάμεσα στις θρησκείες και στις χριστιανικές ομολογίες, ως διαθρησκειακός και διαχριστιανικός Οικουμενισμός, εξισώνει την αλήθεια του Χριστού με τις άλλες θρησκείες που τις θεωρεί επίσης ως οδούς σωτηρίας και την Ορθόδοξη Εκκλησία με τις αιρέσεις του Παπισμού, του Προτεσταντισμού, των Μονοφυσιτών, τις οποίες θεωρεί ως αδελφές Εκκλησίες, συνδιαχειρίστριες της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Αν οι άλλες θρησκείες και το Ισλάμ αποτελούν οδούς σωτηρίας, γιατί ήλθε ο Χριστός στον κόσμο, ως αποκλειστική αλήθεια και ζωή; Και αν το Κοράνι έχει σωτηριολογική αξία και το μοιράζουν οι πατριάρχες μας ως δώρο εδώ και εκεί, τότε γιατί οι Άγιοι Νεομάρτυρες έχυσαν το αίμα τους για να μη δεχθούν το Κοράνι και εξισλαμισθούν, και γιατί οι ήρωες του ΄21 αγωνίσθηκαν μέχρις αίματος για να διώξουν τον αλλόθρησκο κατακτητή; Δεν αποτελούν αυτά προσβολή των Αγίων μαρτύρων, άρνηση της αποκλειστικότητος του Ευαγγελίου του Χριστού, και προδοσία του πνεύματος της Επαναστάσεως του Εικοσιένα που έγινε πρώτα για του Χριστού την πίστη την Αγία και έπειτα για της πατρίδος την ελευθερία;⁴º

Αν ο Παπισμός και οι άλλες αιρέσεις είναι εκκλησίες αληθινές, είχαν τότε άδικο ο Μ. Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο Μάρκος Ευγενικός, όλος ο ορθόδοξος λαός που απέρριψε την σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, οι Άγιοι Κολλυβάδες, οι αγιασμένοι σ’ αυτήν την παράδοση Αρματωλοί και Κλέφτες και οι αγωνιστές του αγώνα. Χωρίς αυτούς όμως και ο εξισλαμισμός θα είχε επιτευχθή και ο εκλατινισμός μας· θα είχαμε τουρκέψει και φραγκέψει όλοι, και δεν θα υπήρχε ούτε το Εικοσιένα, ούτε ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία, για να τους εκπροσωπούν αναξίως πολιτικοί και εκκλησιαστικοί ηγέτες.

 

Επίλογος

Έθιξα ήδη με βάση τις διαπιστώσεις κοινωνιολόγων και πολιτειολόγων ότι η Ελλάδα μετά το 1821 έχει δεχθή, με ελάχιστες αντιδράσεις, τον εκδυτικισμό της, έχει σχεδόν πλήρως φραγκέψει· εγκατέλειψε τον δικό της πολιτισμό για την αναβίωση του οποίου έγινε το Εικοσιένα. Μετά την δολοφονία του μόνου άξιου κυβερνήτη, του Ιωάννου Καποδίστρια, και τον παραμερισμό μέχρι διωγμού και φυλακίσεων των αγωνιστών, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τον Κολοκοτρώνη και τον Μακρυγιάννη, το Εικοσιένα προδόθηκε, και η προδοσία αυτή κορυφώνεται και ολοκληρώνεται σήμερα με την πλήρη ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την δουλεία στους Τούρκους την ανταλλάξαμε με την δουλεία στους Φράγκους. Ας συμμερισθώ τελειώνοντας την αισιοδοξία του Ίωνος Δραγούμη, ο οποίος πιστεύει ότι και “Ένας Έλλην νάμενε και όλοι οι άλλοι να πέθαιναν και να ήρχονταν Σουηδοί ή Ιρλανδοί ή Αιγύπτιοι να κατοικούσαν στην Ελλάδα, στα νησιά και στη λεκάνη του Αιγαίου, θα γίνονταν Έλληνες. Ο ένας ζωντανός Έλλην θα τους μάθαινε τη γλώσσα, ο ελληνισμός του θα μοιράζονταν σ’ όλους, θα χύνονταν επάνω τους και κείνοι θα τον έπιναν σιγά-σιγά όπως η γη πίνει το νερό ή το στουπόχαρτο, το μελάνι”.⁴¹ Η ακατάλυτη ελληνική φύτρα του Κόντογλου, ας ελπίσουμε ότι θα διασωθεί και στη νέα αυτή περίοδο σκλαβιάς που είναι όπως έλεγε πολύ χειρότερη, γιατί δεν βρισκόμαστε μπροστά σε φανερούς εχθρούς, αλλά σε ήπιους και μαλακούς, σε κρυφοδαγκανιάρηδες. Ας ελπίσουμε ότι ο Θεός θα αναδείξει κάποιους σαν τον Μ. Φώτιο, τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά, τον Άγιο Μάρκο Ευγενικό, τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τους Αγίους Κολλυβάδες, νέους Κλέφτες και Αρματωλούς, Κολοκοτρωναίους, Παπαφλέσσες, Διάκους, Ανδρούτσους, Καραϊσκάκηδες, Μακρυγιάννηδες και Καποδίστριες, νέες Σουλιώτισσες και Μπουμπουλίνες. Χρειάζεται πολλή δουλειά για την λαϊκή αφύπνιση. Λίγο πριν την άλωση ο Γεννάδιος Σχολάριος λειτουργούσε ως ξυπνητήρι· “Ἐξυπνίσαι την πόλιν ἃπασαν δεινῶς ὑπνώττουσαν και το δεινόν ἐπιόν οὐκ αἰσθανομένην”.⁴² “Με λένε ξυπνητήρι και μ’ αρέσει αυτό το όνομα” γράφει ο Ίων Δραγούμης· “Ξυπνώ κάθε ύπνο, ανακατώνω κάθε στάχτη και βγάζω κάθε πνοή κουρασμένη και παίζω κάθε χορδή σιωπηλή. Ξυπνώ, ξυπνώ, ξυπνώ”.⁴³ Να γίνουμε όλοι ξυπνητήρια, σαν αυτό που χτυπά εδώ στη Ράχη πάνω από είκοσι χρόνια, για να μη προχωρήσει περισσότερο η νέα άλωση και για να ολοκληρωθεί το ανολοκλήρωτο Εικοσιένα του π. Γεωργίου Μεταλληνού, το αγιασμένο και πολυπροδομένο, όπως παρουσιάσαμε.⁴⁴

 

 

Ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης είναι Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε σε πολυτονικό σύστημα στη σειρά Καιρός. Θέματα Εκκλησιαστικής Επικαιρότητος, αρ. 22, Θεσσαλονίκη, 2015, 55 σελ. Διατηρήθηκε η αρχική ορθογραφία.

¹ Οράτιος: “Graecia capta ferum victorem cepit et artes intruit agresti Latio” (= “Η Ελλάς κατακτηθείσα κατέκτησε τον άγριον νικητήν και εισήγαγε τας τέχνας εις το αγροίκον Λάτιον”). Ιουβεννάλιος: “Non possum fere, Quirites, graecam urbem” (= “Δεν δύναμαι να ανεχθώ, πολίται, ελληνικήν την πόλιν”, εννοώντας την εξελληνισθείσα Ρώμη).

² Βλ. Το άρθρο “Η ακατάλυτη ελληνική φύτρα”, στο βιβλίο του Η Πονεμένη Ρωμιοσύνη, σελ. 270.

³ Βλ. Στιχηρό μικρού εσπερινού 29ης Ιουνίου, εορτής των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου: “Ἒδωκας καυχήματα τῇ Ἐκκλησίᾳ φιλάνθρωπε, τούς σεπτούς Ἀποστόλους σου, ἐν ᾗ ὑπερλάμπουσι νοητοί φωστῆρες, Πέτρος τε και Παῦλος, ὣσπερ ἀστέρες λογικοί τήν οἰκουμένην περιαυγάζοντες, δι’ ὧν ἐφωταγώγησας τήν δυτικήν ἀμαυρότητα, Ἰησοῦ παντοδύναμε, ὁ Σωτήρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν”.

⁴ Για την θαυμαστή αυτή πολιτιστική άνθηση βλ. Μεταξύ άλλων και Πρωτοπρεσβύτερου Θεοδώρου Ζήση, Θεολόγοι της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1997, σελ. 206ε.

⁵ Την ορολογία “ενωτικοί” και “ανθενωτικοί” την παραλάβαμε από τους δυτικούς ιστορικούς και θεολόγους, οι οποίοι ως ένωση εννοούν την ενσωμάτωση και υποταγή των Ορθοδόξων στον πάπα. Σ’ αυτήν την κακή ένωση όντως αντέδρασαν ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και πολλοί άλλοι, που χαρακτηρίζονται αρνητικά ως ανθενωτικοί. Εκτός όμως από την κακή ένωση υπάρχει και η καλή ένωση, η συνδεδεμένη με την αλήθεια, που προϋποθέτει την αποκήρυξη των καινοτομιών και των αιρέσεων εκ μέρους του Παπισμού και την επιστροφή των Λατίνων εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν. Από της πλευράς αυτής, της ορθοδόξου, ενωτικοί, υπέρ της αληθούς δηλαδή ενώσεως, είναι ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, οι προ αυτού, οι συν αυτῴ και οι μετ’ αυτόν Άγιοι Πατέρες, και ανθενωτικοί, εναντίον της αληθούς ενώσεως, ο Βησσαρίων και η παρέα του. Επομένως οι Ορθόδοξοι δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε το “ενωτικοί” και “ανθενωτικοί” των Δυτικών, αλλά το Λατινόφρονες και Ορθόδοξοι.

⁶ Βλ. σχετικώς Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Ἑπόμενοι τοῖς Θείοις Πατράσι. Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας, Θεσσαλονίκη, 1997, το κεφάλαιο “Οι Τρεις Ιεράρχαι και η πνευματική πορεία του Γένους”, σελ. 77ε.

⁷ Για τη μεγάλη προφητική αυτή μορφή του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας βλ. Την μονογραφία Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος. Βίος – Συγγράμματα – Διδασκαλία, Θεσσαλονίκη, 1988. Πρώτη έκδοση 1980.

⁸ Ν. Iorga, Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, Αθήνα 1985, εκδ. Gutenberg.

⁹ Από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου, “Ερχομός”:
Και ήταν πέρα κάπου σε μια γη,
σε πηγή λαών και χρόνων·
και ήτανε στη Θράκη.
Και ήταν όπου κόσμου αντίμαχοι
με την ίδια ερωτόπαθη μανία
ν’ αγκαλιάσουνε λαχτάριζαν
την πανώρια Βοσπορίτισσα, τη μία,
και κατάλαμπρα ντυμένοι καταστάλαζαν
και φιλούσανε τα χώματα
και τα πόδια της πατούσαν·
σαν ακρίδες πέφταν οι λαοί,
μέλισσες εκεί οι λαοί πετούσαν.
Και ήτανε η πανώρια, δυο γιαλών
αφροκάμωτη νεράιδα,
κι ήσουν εσύ Πόλη ω Πόλη!
Και ήτανε της γης το περιβόλι,
και ήταν όπου σε μία δόξα
των Εθνών εταίριαζαν οι πόλοι,
και ήταν όπου από τα πέρατα του κόσμου
βάρβαροι δυσκολοταίριαστοι
στη Ρωμαία των Κωνσταντίνων
πολεμούσαν κάτω από το λάβαρο των Ελλήνων.”

¹º Ολόκληρο το ποίημα για την “Κόκκινη Μηλιά”, βλ. εις Χαριλάου Αθανασιάδου, Η Μεγάλη Ιδέα, Αθήναι, 1977, σελ. 152.

¹¹ Επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτου, μητροπολίτου Φλωρίνης, Κοσμάς ο Ατωλος, Αθήναι, 2005, εκδ. “Ο Σταυρός”, σελ. 342-343, υποσημ. 111.

¹² Για τη μετά το 1821 αληθινή άλωση βλ. εις Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι, Θεσσαλονίκη, 1997, το κεφάλαιο “Η αληθινή άλωση”, σελ. 136εε.

¹³ Δ. Τσαούση, “Ελληνισμός και Ελληνικότητα” εις Ελληνισμός-Ελληνικότητα, Ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας, Αθήναι, 1982, εκδ. Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, σελ. 24.

¹⁴ Κ. Τσουκαλάς, “Παράδοση κει Εκσυγχρονισμός: Μερικά γενικότερα ερωτήματα” εις Ελληνισμός-Ελληνικότητα, ενθ’ανωτ., σελ.38.

¹⁵ Χρ. Ροζάκης, “Η Ελλάδα στο διεθνή χώρο”, εις Ελληνισμός-Ελληνικότητα, ενθ’ανωτ., σελ. 110-111.

¹⁶ Πρωτοπρεσβύτέρου Θεοδώρου Ζήση, Φραγκέψαμε. Η ευρωπαϊκή μας αιχμαλωσία, Θεσσαλονίκη, 1994.

¹⁷ Φώτη Κόντογλου, Η πονεμένη Ρωμιοσύνη, Αθήναι, 1984, Εκδοτικός οίκος “Αστήρ”. Σελ. 270.

¹⁸ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος, ένθ’ ανωτ., σελ 31ε.

¹⁹ Αυτόθι σελ. 176ε. Και μόνο το χωρίο που παραθέτουμε στη συνέχεια ανάμεσα από πολλά άλλα, συντρίβει τα μυθεύματα περί μοιρολατρικής δήθεν αντιμετωπίσεως του κινδύνου εκ μέρους του Σχολαρίου και αποθαρρύνσεως του λαού: “ Ἐξυπνίσαι την πόλιν ἅπασαν δεινῶς ὑπνώττουσαν καί τό δεινόν ἐπιόν οὐκ αἰσθανομένην, οὗ τήν ἀπαλλαγήν καί σώμασι καί χρήμασι καί πᾶσι τρόποις ἐξωνησάμενοι ἄν ὡς οἱ ἀπανταχοῦ σωφρονοῦντες, τοῖς μέν ἐντρυφῶσιν ὡς ἀπόνως σφίσι σωθησομένοις, σκιαῖς δέ τισι, καί μύθοις ὑπερορίοις τήν σωτηρίαν πιστεύουσιν, ὧν το μάλιστα προὒργου ἡ μετά τήν προδοσίαν τῆς ἀληθείας ἐκ τῶν παπικῶν χρημάτων ἐλπίς ἐστιν”. Άπαντα IV, 499. Περισσότερα για τη στάση του Γενναδίου πριν από την άλωση και κατ αυτήν βλ. εις Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, “Η άλωση της Πόλης κατά τον Γεννάδιο Σχολάριο”, Θεοδρομία 8 (2006) 219εε.

²º Το κείμενο του ελεγκτικού λιβέλλου, εξαιρετικό και παραδειγματικό κείμενο ορθοδόξου ομολογίας και παρρησίας, το οποίο διέστρεψε ο λατινόφρων ιστορικός Δούκας για να διαβάλει τον Γεννάδιο, δείχνει ότι όχι μόνο δεν επηρέαζε τον λαό τους τελευταίους μήνες προ της αλώσεως, αλλά εκινδύνευε ο ίδιος από τον λαό, που περίμενε την σωτηρία από την παπική βοήθεια, όπως τον είχαν πείσει οι άρχοντες βλ. εις Άπαντα ΙΙΙ, 165-166 και εις Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, “Η άλωση της Πόλης κατά τον Γεννάδιο Σχολάριο”, Θεοδρομία 8 (2006) 234-235.

²¹ Άπαντα Ι, 182.

²² Βλ. από το έργο του Κεφάλαια επτάκις επτά το κεφ. ΜΣΤ΄ “Περί των επιτεθέντων ημιν δεινών και τις ο τούτων σκοπός”, εις Ιωσήφ Μοναχού του Βρυέννιου, Τα Παραλειπόμενα, τομ. Γ., σελ. 126-132, εκδ. Βας. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη, 1991. Σχετικώς βλ. και Αρχιμ. Φιλοθέου Ζερβάκου, “Ο πρώτος μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως πατριάρχης Γεννάδιος ο Σχολάριος και ο τούτου διδάσκαλος Ιωσήφ Βρυέννιος Μοναχός”, εις Θεοδρομία 8 (2006) 252ε.

²³ Βλ. Πολιτιστικός Σύλλογος Ράχης Πιερίας “Τα Πάτρια”, ΙΓ΄ Πάτρια, Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Προσφορά στην Εκκλησία και το Γένος, Πρακτικά Δ΄ Επιστημονικού Συνεδρίου (Ράχη, 14 Οκτωβρίου 2000).

²⁴ Το Ιερό Κοινόβιο του Οσίου Νικοδήμου στον Πεντάλοφο Παιονίας (Γουμένισσα) οργάνωσε δυο επιστημονικά συνέδρια, το Α΄ στις 21-23 Σεπτεμβρίου 1999, του οποίου τα Πρακτικά εξεδόθησαν σε δυο τόμους, και το B; στις 3-5 Σεπτεμβρίου 2009, του οποίου τα Πρακτικά εξεδόθησαν σε ένα τόμο, όπου θα βρει κανείς παλαιά και νεώτερη βιβλιογραφία. Για τον Άγιο Κοσμά την μέχρι το 1973 βιβλιογραφία καλύπτει το έργο του Κώστα Σαρδελή, Αναλυτική βιβλιογραφία Κοσμά του Αιτωλού (1965-1973), ενώ υπάρχουν και πολλές έκτοτε μελέτες που πρέπει να καταγραφούν σε συμπληρωματική βιβλιογραφία. Για τον Άγιο Μακάριο Νοταρά, ενημερωμένες βιβλιογραφικά είναι οι νεώτερες μελέτες των Στ. Παπαδόπουλου, Άγιος Μακάριος Κορίνθου. Ο Γενάρχης του Φιλοκαλισμού, Αθήνα, 2000 και Αντ. Χαροκόπου, Ο Άγιος Μακάριος Νοταράς, Μητροπολίτης Κορίνθου (1731-1805), Αθήνα, 2001. Για τον Άγιο Αθανάσιο Πάριο βλ. τις εισηγήσεις που ανακοινώθηκαν σε συνέδριο της Πάρου, εις Πρακτικά Επιστημονικού ΣυνεδρίουΗ Εκατονταπυλιανή και η Χριστιανική Πάρος”, Πάρος, 1998 και Χρ. Αραμπατζή, Αθανασίου του Παρίου Βιβλιογραφικά, Θεσσαλονίκη, 1998.

²⁵ Κωστα Σαρδελή, Το Συναξάρι του Γένους, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα, σελ. 212.

²⁶ Βλ. Επισκόπου Αυγουστίνου Ν. Καντιώτου, μητροπολίτου Φλωρίνης, Κοσμάς ο Αιτωλός, ένθ’ ανωτ., σελ. 286: “Ο αντίχριστος είνε· ο ένας είνε ο Πάπας και ο έτερος είναι αυτός οπού είνε εις το κεφάλι μας, χωρίς να ειπώ το όνομά του· το καταλαμβάνετε”. Επίσης σελ. 348/90: “Τον πάπαν να καταράσθε, διότι αυτός είναι η αιτία”.

²⁷ Αυτόθι, σελ. 154 και Ιωάννου Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές. Φιλολογική μελέτη-Κείμενα, Αθήνα, εκδ. “Τήνος”, σελ. 269-270. Στο κείμενο που εκδίδει ο Μενούνος μνημονεύεται και η “Κόκκινη Μηλιά”: “Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, οπού ήτον τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινη Μηλιά, και του το εχάρισε;”.

²⁸ Φώτη Κόντογλου, Πονεμένη Ρωμιοσύνη, στο κεφάλαιο “Η ακατάλυτη ελληνική φύτρα”, σελ. 272.

²⁹ Αυτόθι, 273-274.

³º Σχετικώς βλ. Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ στη συνείδηση του Γένους, Θεσσαλονίκη, 1986, εκδ. Αφών Κυριακίδη. Του αυτού, Ιεράρχες Εθνάρχες, Θεσσαλονίκη, 2003, σελ. 34ε.

³¹ Κωνσταντίνου Νούσκα, Υποστρατήγου ε.α., Η πραγματική όψη του 1821, εκδ. “Λυδία”, Θεσσαλονίκη, 1987, σελ. 24ε.

³² Πέτρου Γεωργαντζή, Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα. Αντίδραση ή προσφορά;, Ξάνθη, 1985. Πλούσιο υλικό από τις πηγές υπάρχει επίσης στο βιβλίο: Κείμενα Πίστεως και ελευθερίας (Αυθεντικαί μαρτυρίαι επωνύμων και ανωνύμων Ελλήνων περί της Εθνεγερσίας του 1821, επιμ. Ηλ. Β. Οικονόμου, Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήναι, εκδ. περιοδικού Εκκλησία.

³³ Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής, “Πάπυρος Πρες”, Αθήναι, σελ. 159.

³⁴ Βλ. Γεωργίου Τερτσέτη, Άπαντα, Αθήναι, 1953, τόμ. Γ΄, σελ. 255.

³⁵ Βλ. εις Πέτρου Γεωργαντζή, ενθ’ ανωτ., σελ. 241.

³⁶ Βλ. Χριστιανική Ένωσις Εκπαιδευτικών Λειτουργών, Η Εθνική μας ταυτότητα, Αθήναι, 1985, σελ. 42.

³⁷ Βλ. περισσότερα και πηγές εις Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Επόμενοι τοις Θείοις Πατράσι, σελ. 88-90.

³⁸ Βλ. Η Ελληνική Παράδοση, Αθήνα, 1979, Ευθύνη. Κείμενα της Μεθορίου 2, σελ. 51.

³⁹ Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, “Πολιτικός και Θρησκευτικός Οικουμενισμός”, Θεοδρομία 9 (2007), σελ. 3-9.

⁴º Περισσότερα εις Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση, Διαθρησκειακές Συναντήσεις: Άρνηση του Ευαγγελίου και προσβολή των Αγίων Μαρτύρων, Θεσσαλονίκη, 2003.

⁴¹ Ίων Δραγούμης, Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες, εκδ. Ελεύθερη Σκέψη, Αθήναι 1984, σελ. 3.

⁴² Βλ. υποσημ. 19 παρούσης μελέτης.

⁴³ Ίων Δραγούμης, Αυτόθι 15.

⁴⁴ π. Γεωργίου Μεταλληνού, Παράδοση και αλλοτρίωση, Αθήνα, 2001. Υπάρχει κεφάλαιο με τίτλο “Το ανολοκλήρωτο ‘21”. Του αυτού, 1821, η κορύφωση της ιστορικής πορείας του Ελληνικού Έθνους, εκδ. “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη, 2011.

Φώτης Παπαθανασίου: Ο Hector Berlioz και ο Γαλλικός Φιλελληνισμός στη Μουσική

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Φώτης Παπαθανασίου

Ο Hector Berlioz και ο Γαλλικός Φιλελληνισμός στη Μουσική

 

Ο Φιλελληνισμός υπήρξε ένα μείζον πολιτικό, κοινωνικό και καλλιτεχνικό φαινόμενο που διαδόθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη με αφορμή την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Βεβαίως, κατ’ ουσία, ο Φιλελληνισμός, υπό την έννοια του θαυμασμού και της αγάπης προς το ελληνικό πνεύμα, έχει αρχαιότατες ρίζες και εκκινεί οπωσδήποτε, τουλάχιστον από την αρχαία Ρώμη, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον Κικέρωνα. Η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός περιείχαν ισχυρά φιλελληνικά στοιχεία, όπως άλλωστε ανευρίσκουμε και στους ηγέτες, στρατιωτικούς και πνευματικούς, της Αμερικανικής Επανάστασης.

Στην Γαλλία ο Φιλελληνισμός αναπτύσσεται ραγδαία μετά το 1780, χάρις στα βιβλία που εκδίδουν σημαντικοί περιηγητές. Ιδιαίτερη επιρροή ασκεί το Οδοιπορικό από το Παρίσι στα Ιεροσόλυμα του Chateaubriand (1768-1848)[i], διάσημου λογοτέχνη και πολιτικού θεμελιωτή του Γαλλικού Ρομαντισμού, καθώς και εκείνο του Αββά Barthélemy (1716-1795) με τίτλο Το ταξίδι του νεαρού Ανάχαρση στην Ελλάδα[ii].

Κατά τα πρώτα δύο χρόνια της Επανάστασης ο τύπος παρακολουθεί προσεκτικά τα γεγονότα. Βιβλία και μπροσούρες φιλελληνικού περιεχομένου πολλαπλασιάζονται και το Υπουργείο Εσωτερικών ανησυχεί και θέτει σε παρακολούθηση όσους διευκολύνουν την μετάβαση εθελοντών μέσω Μασσαλίας στην Ελλάδα. Στις 22 Νοεμβρίου καταγράφεται η επιβίβαση 132 εθελοντών στο πλοίο Σκιπίων με προορισμό την Ελλάδα. Λεπτομέρεια: οι 95 από αυτούς είναι Γερμανοί.

Η μοναδικότητα του φαινομένου, που ιστορικά ονομάζουμε «Φιλελληνικό Κίνημα», έγκειται στη μεγάλη εξάπλωσή του σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, καθώς και στην παντοειδή καλλιτεχνική του έκφραση μέσα από τις εικαστικές παραστατικές τέχνες, τη μουσική, τη λογοτεχνία, αλλά και το χώρο του δημοφιλούς και χρηστικού αντικειμένου τέχνης. Πολλές φορές, ιδιαίτερα στη Γαλλία, η διάρκεια του φιλελληνικού έργου τέχνης επεκτάθηκε σε ολόκληρες δεκαετίες και συνδυάστηκε και με το κίνημα του οριενταλισμού, ιδιαίτερα στη ζωγραφική.

Βεντάλια με φιλελληνικό θέμα.

Έκτοτε, στις ευρωπαϊκές κοινωνίες είδαμε αρκετές φορές φαινόμενα «συγκίνησης» της κοινής γνώμης και εκφράσεις φιλίας και αλληλεγγύης προς δοκιμαζόμενους λαούς, κανένα, όμως, δεν έλαβε, ούτε κατά προσέγγιση, την έκταση και την ένταση του φιλελληνικού κινήματος. Η εξήγηση είναι ότι η έκφραση αυτή αλληλεγγύης προς τους αγωνιζόμενους Έλληνες είχε ως υπέρτατη αιτία την αίσθηση ενός πνευματικού χρέους, ή ακόμα καλύτερα την αίσθηση ότι η υπόθεση αυτή αφορά στην ίδια την υπόσταση κάθε ευρωπαϊκού λαού, κάθε ανθρώπου και κάθε κοινωνίας που μετέχει αυτού που ονομάζουμε δυτικό πολιτισμό.

Ο κατάλογος των Φιλελλήνων στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών αφθονεί με συμμετέχουσες τις ηγετικές φυσιογνωμίες του φιλελληνικού κινήματος, όπως ο Πρόεδρος της Φιλελληνικής Επιτροπής του Παρισιού, François-René de Chateaubriand, ο Λόρδος Byron στην Αγγλία και ο Goethe στη Γερμανία, μαζί με έναν λιγότερο γνωστό, αλλά ένθερμο φιλέλληνα, τον Wilhelm Müller. Στον εικαστικό χώρο κορυφαία μορφή υπήρξε ο Eugène Delacroix, που παρουσίασε στην έκθεση «Υπέρ των Ελλήνων», το 1826, στο Παρίσι, στην Galerie Lebrun, το περίφημο έργο του Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου.

Στον τομέα της Μουσικής πολλοί συνθέτες, διάσημοι και άσημοι στο διάβα της ιστορίας, είτε εμπνευσμένοι από φιλελληνικά ποιήματα, είτε προσαρμόζοντας άλλα, υπηρέτησαν με τη μούσα τους το φιλελληνικό κίνημα. Κοινός παρανομαστής των κειμένων που τέθηκαν σε μουσική ήταν η ακράτητη επιθυμία των λαών για την επικράτηση του πολιτισμού πάνω στη βαρβαρότητα και του Σταυρού πάνω στην Ημισέληνο. Η θεματολογία περιλαμβάνει συχνές αναφορές και συγκρίσεις με την αρχαία ελληνική δόξα, καθώς και την ηρωική αντίσταση των αγωνιζόμενων Ελλήνων, ανδρών, γυναικών και παιδιών ενάντια στον βάρβαρο τύραννο.

Οι Φιλέλληνες συσπειρώνονταν σε διάφορες ομάδες, υπό μορφή εταιρίας (société) ή κομιτάτου (comité) και οργάνωναν εράνους, δημοπρασίες ή απλές συνδρομές. Μια μορφή συγκέντρωσης πόρων ήταν οι περίφημες μουσικές βραδιές, όπου εκτελούνταν τα φιλελληνικά τραγούδια και ακολουθούσε έρανος υπέρ του αγώνα των Ελλήνων. Σε αυτά πρωτοστατούσαν οι οικοδέσποινες, οι οποίες -κάτι που αγνοείται ευρέως- είναι αυτές που έραψαν την πλειοψηφία των μεταξωτών ελληνικών σημαιών του αγώνα.

Από τα 300 περίπου φιλελληνικά τραγούδια, που γράφτηκαν στην Ευρώπη και την Αμερική, πάνω από 200 γράφτηκαν στη Γαλλία. Από μεγάλους και διάσημους συνθέτες, όπως ο Hector Berlioz και ο Gioachino Rossini, ο Adolphe Adam και ο Charles Gounod, αλλά ακόμη και από ερασιτέχνες, αρκετοί εκ των οποίων ανήκαν στην τάξη των ευγενών, ακριβώς επειδή ο Φιλελληνισμός ήταν κοινωνικά και πολιτικά οριζόντιο φαινόμενο.

Μεγάλη έξαρση στην παραγωγή τραγουδιών παρατηρείται μετά την άλωση του Μεσολογγίου και μετά τη μάχη του Ναυαρίνου. Μετά το 1830, τα τραγούδια σπανίζουν, αφού ο σκοπός επετεύχθη.

Οι τίτλοι των τραγουδιών, τα οποία εκδίδονταν με εξώφυλλα διάσημων χαρακτών της εποχής, αποκαλύπτουν τις αιτίες της συγκίνησης και της δημιουργικής έμπνευσης των συνθετών: Το τραγούδι των Ελλήνων, Ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες, Το όνειρο ενός Έλληνα ήρωα, Η Γαλλία προς τους Έλληνες (La France aux Grecs), Ο νέος όρκος των Ελλήνων στις Θερμοπύλες (Le nouveau serment de Grecs à Thermopyles), Η αφύπνιση των Ελλήνων (Le réveil des Grecs), Η χήρα του Μάρκου Μπότσαρη στο βωμό της Παναγιάς (La veuve de Marko Botzaris devant lautel de la Vierge), Ο Βύρων στο στρατόπεδο των Ελλήνων (Byron au camp des Grecs), Η τελευταία μέρα του Μεσολογγίου, Ο αποχαιρετισμός του κλέφτη, Le Giaour, Αναχώρηση για τον Μοριά, Ο Σπαρτιάτης και άλλα παρόμοια.[iii]

Ειδική αναφορά αξίζει για τα μεγαλύτερης διάρκειας έργα, όπως είναι η ηρωική σκηνή της Ελληνικής Επανάστασης La Révolution grecque (Scène héroïque) του Hector Berlioz (1825), το μελόδραμα Η τελευταία ημέρα του Μεσολογγίου (Le dernier jour de Missolonghi) του Louis Ferdinand Hérold και το κορυφαίο, Η Πολιορκία της Κορίνθου (L‘assedio di Corinto) του Gioacchino Rossini, τρίπρακτη λυρική τραγωδία που παρουσιάστηκε στο θέατρο της Académie Royale de Musique στις 9 Οκτωβρίου του 1826, με μοναδικό σκοπό τη συλλογή χρημάτων για ενίσχυση των αγωνιζόμενων Ελλήνων. Το εντυπωσιακό αυτό έργο, διασκευή –μετασκευή, μάλλον- παλαιότερου έργου του συνθέτη, κλείνει με την ηρωική απόφαση των ηγετών, λαϊκών και κληρικών της Κορίνθου να πεθάνουν παρά να παραδοθούν στον Μωάμεθ τον Πορθητή.

O  Louis Ferdinand Hérold και Η τελευταία ημέρα του Μεσολογγίου.
O Gioachino Rossini και Η Πολιορκία της Κορίνθου.

Το έργο του Berlioz La Révolution Grecque, νεανικό έργο γεμάτο ρομαντική φλόγα, συνοψίζει μέσα στην μικρή χρονική του διάρκεια τα τρία θεμέλια του Φιλελληνισμού: το πνευματικό χρέος προς την Αρχαία Ελλάδα, το κοινό Χριστιανικό στοιχείο και τις φιλελεύθερες ιδέες του Διαφωτισμού.

Ο Héctor Berlioz, γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου του 1803, δέκα χρόνια πριν από τον Wagner και τον Verdi. Γονείς του ήταν ο τότε 27χρονος γιατρός Louis Berlioz από το La Côte Saint-André της επαρχίας Isère (κοντά στην Γκρενόμπλ), που πέθανε το 1848, χωρίς ποτέ να ακούσει τη μουσική του, και η Marie-Antoinette-Josephine, κόρη του Nicolas Marmion, δικηγόρου από το Meylan. Ο Έκτωρ ήταν το πρώτο από τα έξι τους παιδιά.

Ο πατέρας του ήταν ο πρώτος του δάσκαλος και το 1815, όταν ήταν 12 ετών του παρέδωσε μαθήματα μουσικής. Σπάνια περίπτωση για μεγάλο συνθέτη, ο Berlioz δεν διδάχτηκε πιάνο, αλλά φλάουτο και κιθάρα. Εξ’ αιτίας της επιμονής του πατέρα του γράφτηκε το 1821 στην ιατρική Σχολή στο Παρίσι. Μετά από δύο άγονα χρόνια, έπεισε τον πατέρα του να τον βοηθήσει να γραφτεί στο Conservatoire και να σπουδάσει σύνθεση και αντίστιξη.

Ήδη στα 1825 θα παρουσιάσει στην εκκλησία Saint-Roch στο Παρίσι το έργο του Μεγάλη Επίσημη Λειτουργία  (Grande Messe Solennelle), με 150 μουσικούς και χορωδούς, διευθύνοντας ο ίδιος. Για την συναυλία αυτή επιχείρησε να δανειστεί από τον Chateaubriand (1768-1848), τον οποίο θαύμαζε μαζί με τον στενό φίλο των νεανικών του χρόνων, Humbert Ferrand. Το γεγονός ότι αισθάνθηκε την οικειότητα να απευθύνει επιστολή στον μεγάλο φιλέλληνα συγγραφέα και πολιτικό, αποκαλύπτει πολλά για τον νεαρό συνθέτη και την ρομαντική του θεώρηση των πραγμάτων. Ο Chateaubriand μόλις είχε αποχωρήσει από την κυβέρνηση μετά από διετή θητεία ως Υπουργός Εξωτερικών και είχε αποκτήσει ηγετικό ρόλο στην φιλελεύθερη αντιπολίτευση.

Ο Berlioz είχε διαβάσει το Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ και από την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι, κατά την μετάβαση μέσω Ελλάδος και κατά την επιστροφή μέσω Αιγύπτου, Μπαρμπαριάς και Ισπανίας[iv], έργο θεμελιώδους συμβολής στην ανάπτυξη του Φιλελληνισμού. Πιθανότατα θα είχε διαβάσει και το Υπόμνημα περί της Ελλάδος που μόλις είχε κυκλοφορήσει στο Παρίσι[v]. Αυτή η ταύτιση ιδεών και ιδεωδών δικαιολογεί, μαζί με το νεαρόν της ηλικίας, το θάρρος του να απευθύνει επιστολή στον διάσημο ευγενή ζητώντας του το σημαντικό ποσό των 1200 φράγκων. Δυστυχώς δεν σώθηκε η επιστολή αυτή, αλλά σώθηκε η απάντηση του Chateaubriand:

«Κύριε,

Μου ζητάτε 1200 φράγκα, δεν τα έχω. Θα σας τα έστελνα αν τα είχα. Δεν διαθέτω κανένα μέσο για να σας εξυπηρετήσω με τους υπουργούς. Συμμερίζομαι, κύριε, τις λύπες σας. Αγαπώ τις τέχνες και λατρεύω τους καλλιτέχνες. Αλλά οι δοκιμασίες κάνουν συχνά το ταλέντο να θριαμβεύει και η μέρα της επιτυχίας αποζημιώνει, για όσα κανείς υπόφερε. Δεχθείτε, κύριε, την λύπη μου, που είναι ειλικρινής.

Σατωβριάνδος

Hector Berlioz.
François-René de Chateaubriand.

 

Τελικά o Berlioz δανείστηκε από έναν φίλο και παρουσίασε το έργο στην εκκλησία Saint-Roch. Η αξία του έργου, τού κέρδισε κάποια αναγνώριση, αλλά και έναν εχθρό αντίστοιχο του Salieri: τον διευθυντή του Ωδείου του Παρισιού Luigi Cherubini (συνθέτη της  Μήδειας ).

Βαθύτατα φιλελεύθερος, αλλά και πνευματικά φιλέλληνας, γνώστης όπως κάθε μορφωμένος Γάλλος, τότε και τώρα, της Ελληνικής κλασικής Ιστορίας και Λογοτεχνίας, o Berlioz συντάσσεται από την αρχή με τον Ελληνικό αγώνα. Η λογοτεχνία γενικά παίζει μεγάλο ρόλο στην ζωή και την μουσική του δημιουργία. Λατρεύει δύο μεγάλους Βρετανούς: Τον Shakespeare και τον Byron, αλλά και έναν Γερμανό, τον Goethe. Θα παντρευτεί άλλωστε σε πρώτο γάμο μια διάσημη Σαιξπηρική ηθοποιό, την Harriet Smithson.

Το αγαπημένο του έργο από όλη την ποιητική παραγωγή του Byron, δεν ήταν άλλο από το Child Harolds Pilgrimage, ίσως το κρισιμότερο έργο για την ανάπτυξη του Φιλελληνικού κινήματος. Ο τραγικός θάνατος του ποιητή στο Μεσολόγγι στις 19 Απριλίου του 1824 και η τρομερή επίδραση στον ψυχισμό του τού περίφημου πίνακα του Eugène Delacroix Η Σφαγή της Χίου που εκτέθηκε δημόσια στο Salon τον Αύγουστο του ίδιου έτους, τον συγκλονίζουν. Ο Victor Hugo θα σαλπίσει αργότερα «En Grèce, en Grèce; Adieu vous tous; il faut partir!»[vi]

Ο στενός φίλος του μιας ζωής, δικηγόρος Humbert Ferrand (1805-1868), μοιράζεται τις ιδέες του και γράφει, το 1825, το ποίημα Η Ελληνική Επανάσταση (Scène Héroïque: La Révolution Grecque) που ο Berlioz μελοποιεί για δύο Βαθύφωνους, Χορωδία και Ορχήστρα. Η μουσική είναι στο ύφος του Spontini, του αυτοκρατορικού συνθέτη της Vestale, όπως ο ίδιος ο νεαρός Berlioz τόνισε με υπερηφάνεια. Η επίδραση του Spontini, αλλά και του δασκάλου του Berlioz, Jean-François Le Sueur είναι πολύ εμφανής, σε όλη την έκταση του έργου. Η ενορχήστρωση όμως αποτελεί περίτρανη απόδειξη της αξίας του νεαρού συνθέτη.

Το κείμενο του ποιήματος έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, κυρίως γιατί αναδεικνύει τον τρόπο που ένας φιλελεύθερος ποιητής βλέπει την Ελληνική Επανάσταση, δηλαδή υπό την Ελληνοχριστιανική ματιά που την έβλεπαν και οι ήρωες της.

Τα αυθεντικά και άμεσα τέκνα του διαφωτισμού που ήταν ο Ferrand και ο Berlioz, έρχονται έτσι σε αντίθεση με μεταγενέστερες επινοητικές ιδεοληψίες.

Humbert Ferrand.
Scène Héroïque για μεγάλη χορωδία και μεγάλη ορχήστρα (Πηγή: Gallica, Bibliothèque Nationale de France).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στην αρχή του έργου, ένας Έλληνας Ήρωας επικαλείται την αφύπνιση των τέκνων της Σπάρτης που ο Λεωνίδας καλεί από τον τάφο του να ξεσηκωθούν για την ελευθερία τους! Κατόπιν ένας ορθόδοξος παπάς επικαλείται τον Μέγα Κωνσταντίνο κι έπειτα και οι δύο μαζί, στο όνομα του τελευταίου καλούν τους Έλληνες (Hellènes στο κείμενο) σε ξεσηκωμό.[vii]

Ο Berlioz δυσκολεύτηκε πολύ να παρουσιάσει το έργο γιατί ο Rodolphe Kreutzer, ο γνωστός μεγάλος βιολιστής που ήταν τότε Διευθυντής της Όπερας των Παρισίων, ως γνήσιος εκφραστής του κατεστημένου ούτε που ήθελε να ακούσει για την παρουσίαση ενός άσημου, τότε, συνθέτη.  Όπως γράφει στα απομνημονεύματα του: «Το έργο αυτό, όπου ήταν φανερή σε κάθε σελίδα του η ενεργή επιρροή του Spontini, αποτέλεσε την ευκαιρία της πρώτης σύγκρουσής μου προς ένα σκληρό εγωϊσμό, του οποίου αγνοούσα την ύπαρξη, εκείνου των περισσότερων διάσημων συνθετών και μου έδωσε να καταλάβω πόσο οι νέοι συνθέτες, ακόμη και οι πιο άσημοι, δεν είναι καθόλου ευπρόσδεκτοι από αυτούς». Μάταια ο διάσημος συνθέτης Le Sueur, ακόμη και ο περίφημος Κόμης de La Rochefoucauld (μέλος του Ελληνικού Κομιτάτου) παρενέβησαν στον αμείλικτο Kreutzer.  Η συνομιλία μαζί του άφησε μια πολύ πικρή ανάμνηση στον Berlioz. Μετέφερε στον φίλο του Charbonnel την εξής φράση του συνομιλητή του: «Τι θα απογίνουμε εμείς οι παλιοί αν υποστηρίζουμε τόσο εύκολα τους νέους»![viii] Τελικά, ο Berlioz, επίμονος, το ανέβασε μόνος του στις 26 Μαΐου του 1828.

 

Scène héroïque (La Révolution grecque), H21A/Michel Plasson

Η ηχογράφηση του 2003 με την Ορχήστρα του Καπιτωλίου της Τουλούζης υπό τη διεύθυνση του Michel Plasson.

Ένας άλλος ομότεχνος, ο Niccolò Paganini, θα του παραγγείλει ένα κονσέρτο για βιόλα, έναντι 20.000 φράγκων. Ο Berlioz αντλεί και πάλι από τον Byron και γράφει το περίφημο Ο Χάρολντ στην Ιταλία (Harold en Italie), το οποίο όμως ο Paganini δεν θα εκτελέσει ποτέ, άγνωστο γιατί. Ο Berlioz δυσκολεύτηκε πολύ να αναγνωριστεί στην χώρα του, την Γαλλία. Παρά την επιτυχία του να αποσπάσει, στην τρίτη προσπάθειά του, το περίφημο Prix de Rome το 1830, την σημαντικότερη υποτροφία και αναγνώριση για έναν Γάλλο μουσικό, ο οποίος θα πήγαινε για ένα χρόνο στο Γαλλικό Ινστιτούτο στη Ρώμη, για να γνωρίσει από κοντά την κλασική τέχνη, αλλά και κάποια αναγνώριση που έφερε η Φανταστική Συμφωνία (Symphonie Fantastique) την ίδια χρονιά, η οποία του κέρδισε έναν πιστό φίλο, τον πλέον γενναιόδωρο συνθέτη προς τους ομοτέχνους του σε όλη την Ιστορία της Μουσικής, τον Franz Liszt, έπρεπε να γράφει μουσική κριτική για να ζήσει. Χάρις στο λογοτεχνικό του ταλέντο κατάφερε να πάρει την θέση του μουσικοκριτικού στην σημαντικότερη Παρισινή εφημερίδα Journal des Débâts. Η θέση αυτή του έδωσε και κάποια πολιτική επιρροή, αλλά η αντικειμενικότητά του δημιούργησε και εχθρούς. Το κύρος αυτό του έδωσε την δυνατότητα να βοηθήσει τον Richard Wagner να βρει μια κάποια δημοσιογραφική δουλειά, όταν εκείνος αναζήτησε την τύχη του στο Παρίσι φθάνοντας στα πρόθυρα της πείνας.

Τον Δεκέμβριο του 1837, παρουσίασε το δικό του Ρέκβιεμ, στο μνημόσυνο του Στρατηγού Νταμρεμόν που σκοτώθηκε στην Αλγερία, με 200 μουσικούς και 200 χορωδούς, στην εκκλησία Saint-Louis des Invalides.

Requiem. Grande Messe des Morts, Dies Irae (Απόσπασμα)/Gustavo Dudamel

Édouard Detaille,  Les obsèques du général Damremont, 1910, Château de Vincennes, Pavillon du Roi.

Από Απρίλιο σε Απρίλιο το 1856-58 θα γράψει το κορυφαίο έργο του Οι Τρώες  (Les Troyens), σε δικό του λιμπρέττο από την Αινειάδα του Βιργίλιου. Μια λογοτεχνική αγάπη που κράτησε μια ζωή, όπως κι εκείνες με τον Shakespeare και τον Goethe. Δίχως αμφιβολία,  κάποια επιρροή  ασκούσε στον Berlioz και το γεγονός ότι έφερε το όνομα του μεγαλύτερου ήρωα των Τρώων. Μετά τις επανειλημμένες αποτυχίες του Benvenuto Cellini, της δραματικής Συμφωνίας Ρωμαίος και Ιουλιέττα (Roméo et Juliette) και της αριστουργηματικής δραματικής καντάτας H Καταδίκη του Φάουστ (La damnation de Faust), σε μετάφραση του Goethe από τον Gérard de Nerval, θα αναγκαστεί να αναζητήσει αναγνώριση στην Γερμανία, καλεσμένος του Liszt στην Βαϊμάρη, ο οποίος μάλιστα οργάνωσε «εβδομάδες Berlioz » το 1852 και 1853. Διηύθυνε έργα του σε δέκα πόλεις της Γερμανίας, στις Πράγα, Βουδαπέστη, Μόσχα, Αγία Πετρούπολη, Ρίγα και 4 φορές στο Λονδίνο, με το οποίο ανέπτυξε ιδιαίτερη σχέση λόγω της αγάπης του για τον Shakespeare και τον Byron.

Πρόκειται για ένα έργο σε πέντε πράξεις διάρκειας πλέον των τεσσάρων ωρών. Η Όπερα του Παρισιού ενώ την δέχτηκε στην αρχή, απέφυγε τελικά να την ανεβάσει! Ο Μπερλιόζ θλιμμένος αναγκάστηκε να παρουσιάσει μόνο τις τρεις τελευταίες πράξεις στο μικρότερο Théâtre Lyrique με τίτλο Les Troyens à Carthage (Οι Τρώες στην Καρχηδόνα), τον Νοέμβριο του 1863. Το έργο ολόκληρο θα παιχτεί για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του Berlioz στην Καρλσρούη, στα Γερμανικά, υπό την διεύθυνση του περίφημου Felix Mottl, το 1890!

Les Troyens, Πράξη Ι: Marche Troyenne (Τρωικό Εμβατήριο)/Paul Paray – 1959

Στο Παρίσι, θα παιχτεί ολόκληρο για πρώτη φορά μόλις το 2003, στο Théâtre du Châtelet υπό την διεύθυνση του John Eliot Gardiner.  Η μοίρα θέλησε ένας Έλληνας, ο Γιάννης Κόκκος, να αναλάβει την σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια! Ο ίδιος θα δηλώσει σε σχέση με την αυτοκτονία των Τρωάδων στην δεύτερη πράξη του έργου: «Σε αυτή την αυτοκτονία είδα την επιρροή από την ελληνική ιστορία του 1821, η οποία είχε πάρα πολύ επηρεάσει τους Ευρωπαίους καλλιτέχνες. Στην ομαδική αυτοκτονία ο Berlioz δίνει έναν απόηχο από το Μεσολόγγι ή το Ζάλογγο».

Les Troyens, Πράξη IV: Introduction, Chasse Royale et Orage/John Eliot Gardiner – 2003

Με συγκίνηση θυμάμαι την πρώτη παράσταση στην νεότευκτη, τότε, Όπερα της Βαστίλλης, υπό τον Κορεάτη αρχιμουσικό και καλλιτεχνικό διευθυντή της Όπερας, Myung-Whun Chung με κάποιες μικρές περικοπές, στα εγκαίνια του θεάτρου το 1990, με αφορμή την πρόσφατη, τότε, συμπλήρωση 200 ετών από τη Γαλλική Επανάσταση.

Οι Τρώες. Μέρος Α΄ (Πράξεις 1-3): Η Κατάληψη της Τροίας. Μέρος Β΄ (Πράξεις 4-5): Οι Τρώες στην Καρχηδόνα.

Μετά τους Τρώες θα γράψει το χορωδιακό έργο Le Temple Universel, όπου προφητεύει ότι «Η Ευρώπη μια μέρα θα έχει μια μόνο σημαία» (1861) και την Όπερα Βεατρίκη και Βενέδικτος (Béatrice et Bénédict), βασισμένη στο Σαιξπηρικό Πολύ κακό για το τίποτε (1862).

Θα ακολουθήσουν δύο μεγάλα χτυπήματα στην ζωή του, ο θάνατος της δεύτερης συζύγου του Marie Recio από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 48 ετών το 1862 και ο θάνατος του γιού του Louis, πλοιάρχου του εμπορικού ναυτικού, από κίτρινο πυρετό στην Αβάνα, το 1867. Ο Berlioz άφησε την τελευταία του πνοή στις 8 Μαρτίου του 1869 στο σπίτι στο Παρίσι, έπειτα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Το έργο του μεγάλου αυτού συνθέτη και Φιλέλληνα, θα βρει την αναγνώριση που του άξιζε 90 ολόκληρα χρόνια μετά τον θάνατο του. Το Λονδίνο που τόσο αγάπησε, θα είναι η πόλη των μεγάλων παραστάσεων των έργων του. Αρχίζοντας με το ανέβασμα των Τρώων  στη Βασιλική Όπερα του Κόβεντ Γκάρντεν το 1957, υπό την διεύθυνση του Rafael Kubelik  και σκηνοθεσία του Sir John Gielgud. Λίγο αργότερα, ο μεγάλος υποστηρικτής του έργου του Berlioz Sir Colin Davis θα ανεβάσει και ηχογραφήσει σχεδόν τα άπαντα του μουσικοσυνθέτη, ακολουθούμενος από τους, επίσης Βρετανούς,  John Nelson και John Eliot Gardiner.

 

Ο Berlioz στην Ελλάδα

Ιδού πώς παρουσιάζει η Ίσμα Τουλάτου στο Βήμα την παράσταση της Καταδίκης του Φάουστ σε σκηνοθεσία – χορογραφία του Maurice Béjart, από την Ορχήστρα και Χορωδία της  Όπερας του Παρισιού στην Επίδαυρο στις 31 Ιουλίου και 1η Αυγούστου 1965, υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Pierre Dervaux:

«Οι παραστάσεις της «Καταδίκης του Φάουστ» του Μπερλιόζ που έδωσε η Όπερα του Παρισιού στις 31 Ιουλίου και την 1η Αυγούστου 1965 στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου σε σκηνοθεσία-χορογραφία Μορίς Μπεζάρ υπερέβησαν το εγχώριο ενδιαφέρον. Λογικό: Επρόκειτο για την πρώτη εμφάνιση του διάσημου συγκροτήματος στο εξωτερικό στην πλήρη του σύνθεση αφού η προηγούμενη «εξόρμησή» του στην Ιαπωνία αφορούσε μόνο τους πρωταγωνιστές του. Αυτή τη φορά, όμως, θα ταξίδευε ολόκληρο το δυναμικό, από τους καλλιτέχνες ως τους τεχνικούς, πράγμα το οποίο δημιούργησε αίσθηση και προσμονή…

«Τέσσερα σιδηροδρομικά οχήματα με τα σκηνικά της όπερας του Μπερλιόζ «Η καταδίκη του Φάουστ» έφθασαν ήδη στην Αθήνα εν όψει της εμφάνισης της Όπερας των Παρισίων στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στο πλαίσιο των καλλιτεχνικών εκδηλώσεων του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού» γράφει το Βήμα στις 21 Ιουλίου 1965 χαρακτηρίζοντας το επικείμενο ανέβασμα ως το «μεγαλύτερο θεατρικό εγχείρημα με τη συμμετοχή του διάσημου συγκροτήματος». Για την παρουσίαση του έργου, διαβάζουμε σε άλλο σημείο του ρεπορτάζ, «θα συνεργασθούν 314 τεχνικοί και καλλιτέχνες της Όπερας των Παρισίων και 164 κομπάρσοι και διοικητικοί υπάλληλοι. Για τη μεταφορά των Γάλλων τραγουδιστών, χορευτών και τεχνικών διετέθησαν 4 αεροσκάφη, θα δημιουργηθή δε αερογέφυρα την νύκτα της 25ης προς την 26ην Ιουλίου μεταξύ της γαλλικής πόλεως Οράνζ – όπου εμφανίζεται το κλιμάκιο – και του Ελληνικού».

Οι συντελεστές της παράστασης, Maurice Béjart (αριστερά) και Pierre Dervaux.

Ακολούθησαν αρκετές παρουσιάσεις της Φανταστικής Συμφωνίας από την ΚΟΑ (η πρώτη το 1968), την ΚΟΘ και την Ορχήστρα του Καπιτωλίου της Τουλούζης, στο Ηρώδειο, υπό την διεύθυνση του Γάλλου ειδικού στον Berlioz, Michel Plasson, όπως επίσης στον ίδιο χώρο, με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης (ένα σύνολο με μεγάλη παράδοση στο γαλλικό ρεπερτόριο, ειδικότερα δε σε εκείνο του Berlioz), υπό τη διεύθυνση του διάσημου Ιάπωνα αρχιμουσικού Seiji Ozawa. Τέλος, το ίδιο έργο εκτελέστηκε σε δυο διαφορετικές περιστάσεις, από την κορυφαία γαλλική ορχήστρα, την Ορχήστρα του Παρισιού, μια πρώτη φορά στο Ηρώδειο, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το 1979, υπό τη διεύθυνση του Daniel Barenboim και μια δεύτερη, πολύ αργότερα, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με τον τότε μόνιμο αρχιμουσικό της, τον Γερμανό Christoph Eschenbach.

Michel Plasson.
Seiji Ozawa.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Daniel Barenboim.
Christoph Eschenbach.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Φανταστική Συμφωνία παρουσιάστηκε επίσης δυο φορές στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης από διεθνώς καταξιωμένους μαέστρους: τους Georges Prêtre και Myung-Whun Chung. Διηύθυναν αντίστοιχα την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης και την Φιλαρμονική Ορχήστρα της Γαλλικής Ραδιοφωνίας σε δυο υποδειγματικές, από κάθε άποψη, ερμηνείες. Πολλές φορές έχει παιχτεί επίσης ο κύκλος τραγουδιών Les Nuits d’été (Θερινές Νύχτες).

Georges Prêtre.
Myung-Whun Chung.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Ελληνική Επανάσταση παρουσιάστηκε στο Μέγαρο το 2011 από την Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων υπό τον Ελευθέριο Καλκάνη και το 2019 από τον Βύρωνα Φιδετζή, στο θέατρο Ολύμπια με την Φιλαρμόνια. Ο Λουκάς Καρυτινός με την Καμεράτα είχαν προγραμματίσει το έργο για το Μέγαρο Μουσικής εντός του 2020, αλλά η συναυλία ανεβλήθη λόγω πανδημίας.

Το έργο του Berlioz αποτελεί πλέον σταθερό μέρος του διεθνούς ρεπερτορίου, αλλά για μας τους Έλληνες, η παραγωγή του έχει επιπρόσθετη σημασία, αφού διαπνέεται ολόκληρη από την αγάπη για την ομορφιά και την ελευθερία, για τα υψηλά ανθρώπινα ιδανικά που αποτελούν την παρακαταθήκη του Ελληνισμού.

Les Troyens  at the Royal Opera, Covent Garden – Trailer

Ο Φώτης Παπαθανασίου σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύθηκε στην Αθλητιατρική στο Πανεπιστήμιο των Παρισίων. Κατόπιν σπούδασε Διεθνείς Σχέσεις στο Παρίσι. Εκεί έλαβε και το Διδακτορικό του από την Ανωτάτη Σχολή Διεθνών Σπουδών, όπου και δίδαξε Πολιτιστική Διπλωματία και Διπλωματία των Πόλεων ως Επισκέπτης Καθηγητής επί δεκαετία. Υπήρξε Ειδικός Συνεργάτης του Γαλλικού Υπουργείου Πολιτισμού (1985-1989), Σύμβουλος του ΥΠΕΞ (1991-93), Αντιδήμαρχος Αθηναίων (1995-2002), Γενικός Γραμματέας (1990-1994) και Αντιπρόεδρος του ΔΣ της ΕΛΣ (2006-2009), Εκτελεστικός Γραμματέας της Ένωσης των Δημάρχων των Πρωτευουσών της ΝΑ Ευρώπης (1995-2004). Είναι Γενικός Διευθυντής του ελληνικού τμήματος του Κέντρου Διπλωματικών και Στρατηγικών Μελετών των Παρισίων από το 1994. Ίδρυσε την Τεχνόπολη και το Μουσείο Μαρία Κάλλας. Από το 2009 είναι Γενικός Διευθυντής του Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη. Είναι επίσης μέλος του Δ.Σ. του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών και Πρόεδρος του Συλλόγου Φίλων του Richard Wagner. Έχει τιμηθεί με τα παράσημα της Λεγεώνος της Τιμής και του Ταξιάρχη Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας, καθώς και εκείνο των Επιστημών και Τεχνών της Αυστρίας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i]Itinéraire de Paris à Jérusalem et de Jérusalem à Paris, 1821.

[ii]Jean-Jacques Barthélemy, Le Voyage du jeune Anacharsis en Grèce, dans le milieu du quatrième siècle avant l’ère vulgaire, 1788.

[iii]βλ. Γ. Κωστάντζος, Μούσα Φιλελληνική, Academia.edu

[iv]βλ.παραπάνω. Μετάφραση του έργου από τον Εμμανουήλ Ροΐδη του 1860, επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αφοί Τολίδη» το 1979.

[v]Note sur la Grèce, Paris 1825, Υπόμνημα περί της Ελλάδος, Μετάφραση Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, Ελληνική Εθνολογική Εταιρεία, 2019

[vi]Victor Hugo, Les Orientales, Paris 1829.

[vii]Ακολουθεί το πρωτότυπο κείμενο στα γαλλικά.

Scène héroïque (La révolution grecque)

I.Récit et Air

Héros Grec: Lève-toi, fils de Sparte! allons!… N’entends-tu pas

Du tombeau de Léonidas

Une voix accuser ta vengeance endormie?

Trop longtemps de tes fers tu bénis l’infamie,

Et sur l’autel impur d’un Moloch effronté

On te vit, le front ceint de mépris et de honte,

Préparer, souriant comme aux jours d’Amathonte,

L’holocauste sanglant de notre liberté.

 

Ô mère des héros, terre chérie,

Dont la splendeur s’éteint sous l’opprobre et le deuil!

Ce sang qui crie en vain, ce sang de la patrie,

Nourrit de vils tyrans l’indolence et l’orgueil!

Ô mère des héros, terre chérie.

 

II.Choeur

Prêtre Grec: Mais la voix du Dieu des armées

A répandu l’effroi dans leurs rangs odieux.

Hellènes! rassemblez vos tribus alarmées;

L’astre de Constantin a brillé dans les cieux:

A ses clartés victorieuses, marchez en foule à l’immortalité!

 

Prêtre Grec et Héros Grec: Hellènes! rassemblez vos tribus alarmées;

L’astre de Constantin a brillé dans les cieux.

 

Prêtre Grec: A ses clartés victorieuses,

Héros! marchez en foule à l’immortalité!

Et demain de nos monts les cimes glorieuses

Verront naître l’aurore avec la liberté.

 

Héros Grec et Choeur: A ses clartés victorieuses,

Héros / Guerriers, marchons en foule à l’immortalité, etc.

 

Prêtre Grec et Choeur: Oui, la voix du Dieu des armées, etc.

 

III. Prière

Femmes: Astre terrible et saint, guide les pas du brave!

Que les rayons vaincus du croissant qui te brave

S’éteignent devant toi!

Héros, Prêtre, Choeur: Astre terrible et saint, etc.

Femmes: Que les fils de Sion, riches de jours prospères,

De la liberté sainte et du Dieu de leurs pères

Sans crainte bénisse la loi!

Choeur: Que les fils de Sion, etc.

 

IV. Final

Héros, Prêtre, Choeur: Des sommets de l’Olympe aux rives de l’Alphée

Mille échos en grondant roulent le cri de mort:

Partons /Partez !… le monde entier prépare le trophée

Que nous promet un si beau sort.

Quel bruit sur ces bords expire?…

Tyrtée éveille sa lyre,

Et la Grèce, en ce jour, oppose à ses bourreaux

Tout ce que son beau ciel éclaire de héros.

Ils s’avancent… et la victoire

Rayonne sur leurs fronts poudreux;

La terre, belle encor de son antique gloire,

Retentit sous leurs pas nombreux.

Partons / Partez!… Des sommets, etc.

Aux armes!… le ciel résonne…

Harpes d’or, marquez nos pas!

Peuples!… guerriers!… l’airain tonne.

Nos fers ont soif de combats!

 

Aux armes!

 

[viii] Hector Berlioz, Mémoires, Paris, Flammarion, 2010.

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης: Επτανησιακά για το 1821. Παραλειπόμενα και μη

 Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης

Επτανησιακά  για το 1821.

Παραλειπόμενα και μη

 

Η συμβολή των Επτανησίων ήταν γενναία στα συμβαίνοντα κατά την Επανάσταση του 1821 και τα μετά από αυτήν. Σε αυτούς αφιερώνεται η παρούσα μελέτη, μικρός έρανος στην μνήμη τους.

Από την αρχή του Αγώνος, με την Επανάσταση του Αλεξ. Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία, διακρίθηκαν οι Επτανήσιοι, όπως, για παράδειγμα, ο Κεφαλλονίτης Λουκάς Βαλσαμάκης και ο Ιθακήσιος Σπυρ. Δρακούλης, που επελέγησαν ως εκατόνταρχοι του στρατού του Υψηλάντη. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι από τα προεπαναστατικά χρόνια πολλοί Επτανήσιοι ήσαν εγκαταστημένοι στις παραδουνάβιες ηγεμονίες ως γραμματικοί και λογιστές εμπορικών οίκων, αλλά και ναυτικοί που με τα καράβια τους κυριαρχούσαν στην ναυσιπλοΐα του Δουνάβεως.[1] Ο Κεφαλλονίτης Ανδρέας Σφαέλλος, στην αρχή της Επαναστάσεως στην Μολδοβλαχία, κατά διαταγή του Αλέξ. Υψηλάντη, βλέποντας να πλέουν στον ποταμό Προύθο, δέκα τουρκικά καράβια, τέθηκε επικεφαλής ναυτικών, όρμησε και τα κυρίευσε, απελευθέρωσε τους Έλληνες ναύτες και επιβάτες, τους δε Τούρκους κλείδωσε σε ένα αμπάρι πλοίου τους και το βύθισε αύτανδρο.[2]

Στην Ζάκυνθο υφίστατο Επιτροπή Φιλικών, αποτελούμενη από τους Διονύσιο Ρώμα και τους τέκτονες (μασόνους) Παν. Στεφάνου και Κ. Δραγώνα,[3] που ανέπτυξαν «υπερελληνική», κατά τον Γ. Κουντουριώτη δραστηριότητα. Γνωστό, εξάπαντος, είναι ότι ο Κολοκοτρώνης έμεινε στην Ζάκυνθο την περίοδο 1806 – 1821, αξιωματικός του αγγλικού στρατού της αρμοστείας των Ιονίων Νήσων. Οι υιοί του Γενναίος και Πάνος πέρασαν απέναντι από την Ζάκυνθο στο Πάπαρι, τις παραμονές της αλώσεως της Τριπολιτσάς.

Joseph Cartwright (χαρακτικό Robert Havell), Ζάκυνθος, η πλατεία του Αγίου Μάρκου. Δημοσιεύθηκε στις 31.5.1821 στο Λονδίνο.

Στην Κέρκυρα είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία ο Βιάρος Καποδίστριας, αδελφός του Κυβερνήτη και ο Κ. Γεροστάθης, που είχαν την ευθύνη, ιδίως ο Βιάρος, αποστολής χρημάτων, προϊόν εράνων, στον Γενικό Πρόξενο της Ρωσίας Γ. Βλασσόπουλο και στον Ι. Παπαδιαμαντόπουλο.[4]

Προτομή του Ι. Ζαμπέλιου.

Στην Λευκάδα ξεχώριζε ως Φιλικός ο Ι. Ζαμπέλιος (1787 – 1856), πατέρας του Σπυρίδωνος Ζαμπέλιου (1815 – 1881), που πριν τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, έγραψε για την διαχρονική ενότητα του Ελληνισμού στο σχήμα Αρχαιότητα – Βυζάντιο – Νέος Ελληνισμός.[5] Ο Ιωάννης είχε την ευθύνη της μεταφοράς όπλων και πολεμοφοδίων, καθώς και την φροντίδα περιθάλψεως των προσφύγων, που έφθαναν στην Λευκάδα από τα μέρη της Ηπείρου και της Ακαρνανίας. Για τον σκοπό  του ταξιδίου του Καποδίστρια στην Κέρκυρα έγινε πολύς λόγος. Ο αείμνηστος καθηγητής Απ. Βακαλόπουλος θέτει το ερώτημα, αν συζήτησε με τον αδελφό του Βιάρο για τις ζυμώσεις περί Επαναστάσεως, οι οποίες, τελικά, τον οδήγησαν στην σύνταξη και κυκλοφορία, ανωνύμως βέβαια, εγκύκλιας επιστολής από 6 Απριλίου 1819, τιτλοφορούμενης Τέκνα της Αγίας Μητέρας Εκκλησίας, όπου ο λόγος για αλληλεγγύη, υπακοή στις αρχές του Ευαγγελίου, την ανάγκη να επιδοθούν οι Έλληνες στην ηθική και πνευματική μόρφωση, γιατί κάθε άλλο είναι μάταιο.[6] Στην φαντασία, πάντως, των Ελλήνων και ιδίως των Επτανησίων, η επίσκεψη αυτή του Καποδίστρια θεωρήθηκε προμήνυμα του Αγώνος και ότι πίσω του έβλεπαν την μορφή τουΤσάρου.[7]

Στις παραμονές της Επαναστάσεως (26 – 27 Φεβρουαρίου 1821), φαίνονταν, πλέον, καθαρά τα επερχόμενα και τότε πολλοί Επτανήσιοι, εγκαταστημένοι στην Πάτρα, έφυγαν με τις οικογένειές τους, από την παραλία του Αγίου Ανδρέα, για τα νησιά τους. Πράγματι, στις 7 Μαρτίου η Πάτρα είχε αναστατωθεί, οι Έλληνες  είχαν βγει στους δρόμους με πιστόλια και γιαταγάνια και την επομένη Επτανήσιοι της πόλεως ανέλαβαν την φρούρηση των προξενείων Ρωσίας, Πρωσίας, Σουηδίας, των οποίων οι πρόξενοι ήσαν Έλληνες και ενήμεροι γι’ αυτά που θα έρχονταν. Το ρωσικό προξενείο, με τον Πρόξενο Βλασσόπουλο, ήταν το κέντρο των Φιλικών και εδώ κατέφευγαν οι Έλληνες κάτοικοι της Πάτρας.[8] Εδώ είχε καταφύγει ο Μακρυγιάννης για να συντονίσει τους Φιλικούς της Άρτας και άλλων περιοχών με τους Πελοποννησίους. Οι Τούρκοι, που είχαν αντιληφθεί τις ελληνικές κινήσεις, τον αναζητούσαν, αλλά αυτός, με την βοήθεια του Κεφαλλονίτη Φιλικού Ν. Γερακάρη, κατόρθωσε να διαφύγει φθάνοντας, μες από τα πατρινά στενοσόκκακα, σε μια φελούκα, αραγμένη στο λιμάνι.[9]

Ο Απ. Ε. Βακαλόπουλος θεωρεί, στηριζόμενος στον Πρεβελάκη, ότι την Επανάσταση επέσπευσαν με την προκλητική τους στάση, οι εγκαταστημένοι στην Πάτρα Επτανήσιοι, οι πιο θερμοί υποστηρικτές της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, όπως γράφει, μαζί τους και πολλοί οπαδοί της Φιλικής Εταιρείας.[10]

Όταν τα γεγονότα στην Πάτρα έλαβαν την δραματική τους μορφή και οι Τούρκοι προσπάθησαν να καύσουν, ανεπιτυχώς, το σπίτι του ταμία Ιω. Παπαδιαμαντόπουλου και το μητροπολιτικό οίκημα, τότε μερικοί Έλληνες, με αρχηγούς τον Παν. Καρατζά, σανδαλοποιό στο παζάρι της Πάτρας και τους Επτανησίους, τον έμπορο Βαγγέλη Λιβαδά και τον φαρμακοποιό Γερακάρη, ξεχύθηκαν στους δρόμους και άρχισαν να κυνηγούν τους Τούρκους προς το κάστρο.[11] Από εκείνη την ημέρα Έλληνες οπλισμένοι από τα γύρω χωριά κατέφθασαν στην Πάτρα, για να πάρουν μέρος στον Αγώνα. Και ο Άγγλος πρόξενος Green, εμπρός στην κατάσταση αυτή, προσπαθούσε να αποτρέψει τους Επτανησίους (γύρω στους 400), ως Άγγλους υπηκόους, να μετάσχουν σε όλα τα δυσάρεστα, γι’ αυτόν, άλλωστε ανθέλληνας.[12] Ο Παν. Καρατζάς, που εκτιμούσαν και τον εμπιστεύονταν οι χωρικοί – πολεμιστές των γύρω από την Πάτρα χωριών, έχοντας μαζί του 150 περίπου Ζακυνθινούς, κρατούσε μία θέση έξω από την Πάτρα, την Ζωητάδα, εμποδίζοντας τους Τούρκους να βγαίνουν έξω από την πολιορκημένη πόλη και να προβαίνουν σε καταστροφές. Ο Καρατζάς γνώριζε την στρατιωτική τέχνη, καθώς είχε υπηρετήσει στον αγγλικό στρατό στην Ζάκυνθο. Τελικά, ο Γιουσούφ μπέης έλυσε την πολιορκία, έκαυσε τα σπίτια των προκρίτων, τα προξενεία Ρωσίας, Ολλανδίας, Σουηδίας, αποκεφάλισε Έλληνες, εσκλάβωσε γυναίκες και παιδιά.[13] Όσο για τον Παν. Καρατζά έπεσε θύμα της συνεχούς διαμάχης προκρίτων και στρατιωτικών, γιατί δολοφονήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1821 από ανθρώπους των Πετμεζαίων που τον υποπτεύονταν ως άνθρωπο των προκρίτων, αλλά και από φθόνο εξαιτίας της φήμης που απέκτησε στα γεγονότα της Πάτρας.[14]

Παραπάνω κάναμε λόγο για το πέρασμα Επτανησίων στις απέναντι πελοποννησιακές ακτές. Το 2011 δημοσίευσα στον τόμο προς τιμήν του Αρκάδος ιστορικού Τ. Αθ. Γριτσόπουλου (1911 – 2008) συναφές μελέτημα, που αφορούσε δύο Προκηρύξεις.[15]

Στην πρώτη Προκήρυξη, από 18 Ιουλίου 1821, υπογραφόμενη από τον Θωμά Λάνε, τον εξ απορρήτων του αρμοστού Φρειδερίκου Adam, γραμμένη στην (απλο)ελληνική και στην ιταλική μετάφρασή της, καταγγέλλεται η δράση «βαρκών» υπό βρετανική και ιονική σημαίες, που πέρασαν στα παραθαλάσσια της Πελοποννήσου για να πολεμήσουν κατά των Οθωμανών. Γι’ αυτό αυτοί, και άλλοι όμοιοί τους, έγραφε η Προκήρυξη, θα θεωρούνται «πειράται». Οι δύο «βάρκες», η μία με τον Κεφαλλονίτη Διονύσιο Φωκά και η άλλη με τον Ζακυνθινό Γιαννικέση, συνέχιζε η Προκήρυξη, θα συλληφθούν αυτοί και οι ναύτες και θα δικασθούν ως «πειράται». Και σε περίπτωση που οι ίδιοι και οι ναύτες τους βρίσκονται εντός του Κράτους (της Ιονικής Πολιτείας), διατάσσονται οι τοπικές αρχές να τους συλλάβουν και να τους οδηγήσουν στην Δικαιοσύνη.

Θεόδωρος Βρυζάκης, Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης, 1865, Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα.

Η δεύτερη Προκήρυξη, με την ίδια ημερομηνία, την φορά αυτή εξ ονόματος του Προέδρου Β. Θεοτόκη και των βουλευτών του ενωμένου κράτους των Ιονικών Νήσων, προειδοποιεί τους αρχηγούς και τους άλλους Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινούς που πέρασαν οπλισμένοι μαζί τους στην Πελοπόννησο για να λάβουν μέρος στον εκεί πόλεμο, ότι αν δεν παραιτηθούν από την «κακή» αυτή επιχείρηση και δεν επιστρέψουν στα νησιά τους, θα θεωρηθούν παντοτινά εξόριστοι και οι περιουσίες τους θα περιέλθουν στο κράτος. Όσο για εκείνους που πλανήθηκαν από τους αρχηγούς αυτούς, καλούνταν να επιστρέψουν, το συντομώτερο, στις οικογένειές τους. Αυτοί και οι αρχηγοί τους, συνέχιζε η Προκήρυξη, παραβιάζουν την αρχή της ουδετερότητος, τόσον του Ιονικού Κράτους, όσον και της Αγγλίας, που δεν έχουν πόλεμο με κανένα από τα δύο εμπόλεμα μέρη στην Πελοπόννησο. Επιπλέον, η ίδια  Προκήρυξη αναφέρει ότι εις χείρας της Διοικήσεως του κράτους βρίσκεται προκήρυξη από 1 Ιουνίου 1821, με την οποία ορίζονται ως αρχηγοί και οδηγοί των Κεφαλληνίτων (sic) και Ζακυνθίων οι: Κ. Μεταξάς, Ι. Φωκάς, Ανδρέας Μεταξάς, Βαγγέλης Πανάς, Διονύσιος Σεμπρικός, Παναγιώτης Στρούζας. Αυτοί, έγραφε η Προκήρυξη, είναι εκπληρωταί των προσταγών ενός ξένου χαρακτηριστικού Υποκειμένου.[16]

Όπως θα ιδούμε στην συνέχεια, όλοι οι αναφερόμενοι στις δύο παραπάνω Προκηρύξεις είχαν ενεργό ρόλο στην εξέλιξη της Επαναστάσεως του 1821.

Ο Ανδρέας Μεταξάς είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία το 1819, και ευθύς με την έναρξη του Αγώνος, συνεκρότησε σώμα από 400 Κεφαλλονίτες και με το πλοίο του Πανά Τσιμπούκη κατέπλευσε στην Κυλλήνη στις 5 Μαΐου 1821. Μαζί του ήσαν ο Ζακυνθινός Σολωμόν (Σολωμός) Μερκάτης και οι Κεφαλλονίτες Βαγγέλης Πανάς, Δανιήλ και Γεράσιμος Φωκάς.[17] Αυτοί όλοι έλαβαν μέρος, μαζί με Πελοποννησίους οπλαρχηγούς, στην νικηφόρα μάχη του Λάλα (17 Ιουνίου 1821). Επρόκειτο για ένα οικισμό στην περιοχή της αρχαίας Φολόης με 800 σπίτια, όπου είχαν εγκατασταθεί Αλβανοί επιδρομείς από την εποχή των Ορλωφικών (1770), που συχνά επέδραμαν στους κάμπους της Γαστούνης και της Ηλείας.[18] Ο Σπυρίδων Τρικούπης γράφει λεπτομερώς για την μάχη του Λάλα και την συμμετοχή των Επτανησίων. Ανάμεσά τους, πλην των παραπάνω, και οι Διονύσιος Σεμπρικός, Αναστάσης Γιαννικέσης και Παν. Στούρτσας, που κατονομάζει η αναφερθείσα παραπάνω δεύτερη Προκήρυξη. Αρχηγοί της πολιορκίας του Λάλα ήσαν οι Κωνστ. και Ανδρέας Μεταξάς, Γεράσιμος Φωκάς κ.α. και ήσαν αυτοί που ζήτησαν από τους Λαλιώτες να παραδοθούν.

Ανδρέας Μεταξάς.

Η ελληνική επίθεση έγινε καθ’ υπόδειξιν του Π. Π. Γερμανού. Στις μάχες που ακολούθησαν, σε μία από τις οποίες τραυματίσθηκε ο Ανδρέας Μεταξάς στο δεξί του χέρι, οι Λαλιώτες εγκατέλειψαν το χωριό τους, αφήνοντας τα πολυτελή αρχοντικά τους, προϊόν πλούτου από τις επιδρομές τους, οι δε Έλληνες πολιορκητές εισήλθαν στο έρημο χωριό και το λεηλάτησαν. Δεν φρόντισαν, όμως, να τους κυνηγήσουν ως την Πάτρα, όπου τελικά κατέφυγαν. Όσο για τους Έλληνες, αυτοί έφυγαν από την περιοχή και στρατοπέδευσαν στην Δίβρη. Το κακό, πάντως, είναι ότι σκόρπισε το επτανησιακό σώμα, που στην συνέχεια, όμως, μετείχε σε άλλες μάχες. Επανερχόμενοι στον Σπυρίδωνα Τρικούπη σημειώνουμε εδώ την εντύπωση που έκανε στους άλλους συμπολεμιστές τους η στρατιωτική πειθαρχία των Επτανησίων, που, ασφαλώς, ακολουθούσαν τους κανονισμούς του αγγλικού στρατού στα Επτάνησα. Ο Σπυρίδων Τρικούπης μας πληροφορεί, ωσαύτως, ότι στην Μεσσηνία αποβιβάσθηκαν Ζακυνθινοί υπό τον Μερκάτη, από τους οποίους, περί τους 150, υπό τους Δημήτρη Πεθαμένο και τον Κεφαλλονίτη Αντσετίρη (sic) μετέβησαν στον στρατόπεδο της Πάτρας, άλλοι 100 υπό τους Γεώργη Σολωμόν, Διονύσιο Σεμπρικό, Αναστάση Γιαννικέση και Παναγιώτη Στούρτσα παρέμειναν στην Γαστούνη. Στα τέλη Απριλίου 1821 αποβιβάσθηκε στην Γλαρέντσα ο Βαγγέλης Λιβαδάς με 100 εξοπλισμένους άνδρες και στις 9 Μαΐου οι Ανδρέας και Κωνσταντίνος Μεταξάς και Γεράσιμος Βίκτωρος Φωκάς με το πλοίο, υπό τουρκική σημαία, του Αναστάση Φωκά, έμφορτο με πολεμοφόδια και 350 εξοπλισμένους άνδρες. Όταν ελλιμενίσθηκε οι άνδρες του ύψωσαν την επαναστατική σημαία, έρριψαν κανονιές και ύστερα παρετάχθησαν πάνω στο κατάστρωμα, εψάλη δοξολογία από δύο ιερείς, που ήταν μαζί με το στράτευμα και τέλος αποβιβάσθηκαν. Την επομένη οι αρχηγοί αφού διέταξαν το πλοίο τους να παραπλέει στις ακτές της Πάτρας με 70 οπλοφόρους για κάθε ενδεχόμενο, ανεχώρησαν με τους υπόλοιπους 280 άνδρες και έφθασαν το απόγευμα στην Μανολάδα, όπου βρήκαν τον τοπικό μεγαλοκοτζάμπαση Σισίνη και τον Βαγγέλη Λιβαδά. Η παρουσία των Επτανησίων στην επαναστατημένη Πελοπόννησο ενεθάρρυνε τους εντοπίους και για τον επιπλέον λόγο από φήμες που κυκλοφορούσαν, ότι είχαν έλθει οι επισημότεροι της Κεφαλληνίας κομίζοντας πολλά χρήματα και πολεμοφόδια. Την φήμη ενίσχυε και μία προκήρυξη, πομπώδης κατά τον Τρικούπη, την οποία είχαν υπογράψει οι αρχηγοί και στρατηγοί των ηνωμένων δυνάμεων της Επτανήσου. Πρόκειται για την προκήρυξη, από 1 Ιουνίου 1821, που κυκλοφορήθηκε στα Επτάνησα και για την οποία η δεύτερη Προκήρυξη της Βουλής της Ιονίου Πολιτείας λέγει ότι έφθασε εις χείρας της.

Αλβανοί του Λάλα.

Στον Τρικούπη έκαμνε εντύπωση, όπως ήδη ελέχθη, η στρατιωτική πειθαρχία των Επτανησίων στα στρατόπεδά τους, αλλά και οι επωμίδες και οι περικεφαλαίες που έφεραν, κατά το αγγλικό στρατιωτικό πρότυπο. Γι’ αυτό και ο Τρικούπης γράφει: Την γ΄ ώραν μετά την δύσιν του ηλίου εψάλλετο η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ετάττοντο φυλακαί κράζουσαι εκ διαλειμμάτων «γρηγορείτε», έπιπτε μία κανονία, και οι στρατιώται αποχώρουν εις τας θέσεις των. Το πρωί εψάλλετο πάλιν η παράκλησις, εκρούοντο τα τύμπανα, ήχουν οι σάλπιγγες και έπιπτεν άλλη κανονία. Υπενθυμίζεται ότι το επτανησιακό σώμα συνόδευαν δύο ιερείς.[19]

Την ευθύνη της πολιορκίας του Λάλα είχαν οι Επτανήσιοι με επικεφαλής τον Ανδρέα Μεταξά. Ήταν αυτός που με γράμματά του, με κομιστή τους τον κυρ Παναγιώτη Μερκάτη, καλούσε τους Λαλιώτες να παραδοθούν σε αυτόν και τους λοιπούς καπεταναίους Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινούς.[20]

Με την ευκαιρία, σημειώνουμε τον πατριωτικό ενθουσιασμό των Επτανησίων, που ήσαν εγκαταστημένοι στα παράλια, κυρίως, της Σμύρνης, που με την έναρξη του Αγώνος, έφθαναν στο λιμάνι της για να μπαρκάρουν στην αγωνιζόμενη Ελλάδα, πιστεύοντας στις προφητείες των ιερέων της ότι ήλθε η ώρα της ελευθερίας.[21] Και ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός στην Ζάκυνθο, που οι κάτοικοί της αδιαφορώντας για την αυστηρότητα των αγγλικών αρχών, γιόρτασαν θορυβωδώς με δοξολογίες και πανηγυρισμούς μία είδηση, fake news των ημερών μας, ότι τάχα πάρθηκε η Πόλη.[22] Για μιαν ακόμη φορά οι Ζακυνθινοί ξέσπασαν σε εκδηλώσεις ενθουσιασμού, όταν είδαν τον ελληνικό στόλο, υπό τους Τομπάζη και Ανδρέα Μιαούλη με 60 περίπου καράβια, να φθάνει στο νησί τους καταδιώκοντας τον τουρκικό. Αυτός, ο τουρκικός, είχε διαλύσει την πολιορκία της Πάτρας, τροφοδοτήσει πολιορκημένα κάστρα, κατόπιν στράφηκε στο Γαλαξίδι, που ήταν ναυτική βάση των Ελλήνων και ύστερα κατευθύνθηκε στην Ζάκυνθο, όπου οι «ουδέτερες» αρχές του νησιού τον υπεδέχθησαν ευμενέστατα και από εκεί στην Κωνσταντινούπολη. Λίγο μετά την αναχώρηση του τουρκικού στόλου από το νησί, έφθασε έξω από την Ζάκυνθο ο στόλος του Τομπάζη και Μιαούλη. Στάλθηκε, τότε, από τους αρχηγούς αξιωματικός με λέμβο στο υγειονομείο, για να μάθει τις κινήσεις του εχθρικού στόλου. Οι αρχές, όμως, τον απέπεμψαν και του εφέρθησαν εχθρικά, απαγορεύοντας κάθε επαφή του στην θάλασσα και στην ξηρά και, ακόμη, να μη προβεί σε αγορές. Στο μεταξύ, ο τουρκικός στόλος, που έπλεε προς την Κωνσταντινούπολη, αναγκάσθηκε να ποδίσει προς την Ζάκυνθο, αλλά εξαιτίας της τρικυμίας ένα αλγερινό δικάταρτο ξεκόπηκε, δέχθηκε την επίθεση των πλοίων των Σαχίνη και Ραφαλή και ρίφθηκε στα νότια της Ζακύνθου, στην θέση Υψόλιθρο, σχεδόν κατεστραμμένο. Επιστρέφουμε στο Υψόλιθρο, όπου είδαμε τον ενθουσιασμό των Ζακυνθινών, που προκάλεσε η εμφάνιση του ελληνικού στόλου, την στιγμή που ήταν εκεί και το μισοκαμμένο αλγερινό. Τα χωριά σχεδόν ερήμωσαν, γιατί οι κάτοικοί τους έφθασαν στο Υψόλιθρο, προκειμένου να προλάβουν τυχόν υπεράσπιση των Αλγερινών εκ μέρους των Άγγλων, που έσπευσαν, είκοσι τον αριθμό στρατιώτες, για διατήρηση, δήθεν, των υγειονομικών διατάξεων. Ο Άγγλος αξιωματικός τους ζητούσε επίμονα να επιστρέψουν στα χωριά τους, αλλά αυτοί δεν υπάκουσαν και ο αξιωματικός κτύπησε ένα από αυτούς, οπότε οι ευερέθιστοι χωρικοί άρχισαν να πυροβολούν τους στρατιώτες, και αυτοί, ολιγάριθμοι καθώς ήσαν, υπεχώρησαν και οχυρώθηκαν σε κοντινούς πύργους. Αλλά και εκεί οι χωρικοί τους επετέθησαν. Τα γεγονότα του Υψολίθρου ανάγκασαν τον ύπαρχο Ζακύνθου να επιβάλει στα χωριά και σε όλα τα Επτάνησα στρατιωτικό νόμο. Ο ίδιος ο ύπαρχος μετέβη στην Ζάκυνθο και πέντε χωρικοί κρεμάσθηκαν ως υπαίτιοι των γεγονότων του Υψολίθρου. Ήσαν οι Θεόδωρος Πέτας Γλάφος, Διον. Κοντονίνης, Παν. Ρουμελιώτης, Αντ. Ζούκας και Γιάννης Κλαδιάνης. Τα σώματά τους ετέθησαν σε κλουβιά που τα ανέβασαν σε υψώματα της Ζακύνθου. Διατάχθηκε γενικός αφοπλισμός και αρκετοί, μεταξύ των οποίων και ιερείς, οδηγήθηκαν στο φρούριο ως ένοχοι και απειθείς στις διαταγές του Ιονικού Κράτους.[23]

Τον Μάρτιο και Απρίλιο 1822 η ελληνική κυβέρνηση και ο αρμοστής της Ιονίου Πολιτείας βρίσκονταν σε συζητήσεις για την απαγόρευση του διάπλου των ελληνικών πλοίων μεταξύ των πελοποννησιακών ακτών και της Κέρκυρας.

Σε μιαν άλλη μάχη, αυτήν της Γράνας (10 Αυγούστου 1821), στην πολιορκία της Τριπολιτσάς διακρίθηκε σώμα Ζακυνθινών, που νίκησε τους Τούρκους, που πολιορκημένοι και με έλλειψη τροφών, επιχείρησαν να εξέλθουν από την Τριπολιτσά σε αναζήτησή τους. Η μάχη της Γράνας επιτάχυνε την πτώση της Τριπολιτσάς.[24]

Τα γεγονότα της εκρήξεως της Επαναστάσεως στην Αθήνα (25  Απριλίου 1821), όπου οι επαναστάτες, μολονότι δεν διέθεταν πυροβόλα, κυρίευσαν τον λόφο του Φιλοπάππου και τον Άρειο Πάγο, με την ταυτόχρονη εισβολή 3.000 αυτοσχέδιων στρατιωτών από τα χωριά πέριξ των Αθηνών. Οι Τούρκοι είχαν αποσυρθεί στην Ακρόπολη, αφού, πρώτα, λεηλάτησαν ελληνικά μαγαζιά και σπίτια. Πέραν των εντοπίων, στην πολιορκία της Ακροπόλεως προσήλθαν κάτοικοι της Κέας και στις 5 Μαΐου κατέφθασαν Κεφαλλονίτες με πυροβόλα που τα τοποθέτησαν προς τον Ιλισσό, κάτω από τον ναό του Ολυμπίου Διός.[25]

Γενική άποψη της Αθήνας το 1821.

Όταν έπεσε το Αγρίνιο, μετά ολιγοήμερη πολιορκία (28 Μαΐου – 10 Ιουνίου 1821) ήλθε η σειρά δύο παλαιών ανοχύρωτων καστρών, του Τεκέ και της Πλαγιάς, μεταξύ Λευκάδος και Ακαρνανίας, στα οποία επιτέθηκε ο Γ. Τσάγκας με Λευκαδίτες που πέρασαν οπλισμένοι απέναντι από τα χωριά τους Κρανιά και Σφακιά.[26]

Ο Τρικούπης γράφει για την εκστρατεία στον Πύργο, όπου πολέμησαν 500 Έλληνες με εντόπιους αρχηγούς. Μαζί τους ήσαν οι Ζακυνθινοί Παναγ. και Δημ. Καμπασαίοι και οι δύο υιοί του Κολοκοτρώνη Πάνος και Γενναίος, που είχαν περάσει από την Ζάκυνθο στο Πυργί την 25 Μαρτίου 1821, απερχόμενοι προς τον πατέρα τους.[27]

Στην άτυχη περιπέτεια της ήττας των Ελλήνων στην μάχη του Πέτα, λίγο έξω από την Άρτα, πολέμησαν ηρωικά και Επτανήσιοι υπό τον Σπ. Πανά. Ο Μαυροκορδάτος εζήλωσε δόξα αρχιστράτηγου και ετέθη επικεφαλής στρατού για να νικήσει τους Τούρκους στην Ήπειρο. Μαζί του ήσαν τακτικοί, φιλέλληνες, πρόσφυγες από όλη την Ελλάδα, τακτικό σώμα Επτανησίων, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Γιατράκος, ο Κανέλλος Δεληγιάννης, που ξεκίνησαν από την Κόρινθο, μέσω του στρατοπέδου της Πάτρας και μετά τέσσερις ημέρες έφθασαν στο Μεσολόγγι (12 Μαΐου). Και τούτο εν μέσω πλήθους δυσκολιών, οικονομικών, εμφυλίων διαμαχών. Από εκεί, στις 10 Ιουνίου έφθασαν στο Κομπότι και στρατοπέδευσαν στο Πέτα, όπου ακολούθησαν αψιμαχίες με τους Τούρκους. Αυτοί, στις 4 Ιουλίου, με τον ικανό στρατηγό Μεχμέτ Ρεσίτ και 9.000 άνδρες επιτέθηκαν στο στράτευμα του απειροπόλεμου Μαυροκορδάτου και, βρίσκοντας αφρούρητη θέση στην κορυφή του βουνού, που είχε ανατεθεί στον οπλαρχηγό Γώγο, άρχισαν δριμύτατη επίθεση κατά των τακτικών και των Επτανησίων του Πανά, που οι μισοί τους, τουλάχιστον, έπεσαν ηρωικά.[28] Την ευθύνη της ήττας, ξένοι και Έλληνες, επιρρίπτουν στον Γώγο, που τον θεωρούν ένοχο προδοσίας. Οι Κεφαλλονίτες Γεράσιμος Β. Φωκάς και Δανιήλ Πανάς, που πιθανόν έλαβαν μέρος στην μάχη τόνιζαν, λίγες ημέρες μετά την μάχη, την ανδρεία των τακτικών και λιγότερο των Γώγου, Ράγκου και Δημοτσέλιου. Ο Γώγος μάταια προσπάθησε να δικαιολογηθεί και μην αντέχοντας την χλεύη και την περιφρόνηση των συμπατριωτών του, πήγε με τους Τούρκους ως το τέλος της ζωής του.[29] Στην μάχη του Προφήτη Ηλία (9 Αυγούστου 1822), λίγες ημέρες μετά από αυτήν του Πέτα, ο αμφιλεγόμενος οπλαρχηγός Βαρνακιώτης, προκειμένου να ανακόψει τον Κιουταχή, αντιμετώπισε τον στρατό του, έχοντας 700 άνδρες, εξ ων οι 30 και πλέον ήσαν Κεφαλλονίτες με επικεφαλής τον Γεράσιμο Φωκά.[30]

Στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου (12 Οκτωβρίου – 31 Δεκεμβρίου 1822) εμφανίσθηκαν στις 10 Νοεμβρίου υδραιοσπετσιώτικα καράβια που έλυσαν την από θαλάσσης πολιορκία. Στις 14 Νοεμβρίου πέρασαν στο Μεσολόγγι 700 Πελοποννήσιοι, μαζί με Κεφαλλονίτες, Ζακυνθινούς, Ιθακησίους. Είχαν προηγηθεί συζητήσεις του Μπότσαρη δήθεν για συμβιβασμό με τους Τούρκους και έγινε εκεχειρία οκτώ ημερών που έδωσε στους Έλληνες χρόνο, για να προετοιμασθούν.[31]

Τα επτανησιακά καράβια δεν έπαυαν να είναι παρόντα στις δύσκολες στιγμές της Επαναστάσεως. Έτσι, όταν κατά τα τέλη 1822 και αρχές του 1823 ο τουρκικός στόλος του Χοσρέφ πασά κινείται μεταξύ Μεσολογγίου και Πάτρας, Επτανήσιοι καραβοκύρηδες ξέφευγαν τον κλοιό του και εφοδίαζαν τα κάστρα της Δυτικής Στερεάς με τρόφιμα και άλλα γεννήματα.[32]

Από τους πολλούς Επτανησίους αγωνιστές σημειώνουμε εδώ τους κυριώτερους, αλλά πλην αυτών, άγνωστοι παραμένουν εκείνοι που τα ονόματά τους δεν διέσωσε η Ιστορία και που έπεσαν στα πεδία των μαχών, στην στεριά και την θάλασσα. Γι’ αυτούς ισχύει το Ανδρών γενναίων, πάσα γη τάφος.

Ο Ανδρέας Μεταξάς ήταν παρών στα πολεμικά και πολιτικά γεγονότα της Επαναστάσεως, αλλά η δράση του εξακολούθησε να είναι αξιοπρόσεκτη και μετά από αυτήν. Τον Δεκέμβριο του 1822 ήταν μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στο συνέδριο της Βερόνας, όπου η Ευρώπη της εποχής άφησε μόνη της την Ελλάδα στον άνισο αγώνα της. Η δράση του ήταν συνεχής στις Εθνοσυνελεύσεις, στα κυβερνητικά αξιώματα. Διετέλεσε πρεσβευτής στην Ισπανία και την Πορτογαλία το 1836, υπουργός Στρατιωτικών το 1841, πληρεξούσιος Αττικής, υπουργός Οικονομικών το 1844, αντιστράτηγος το 1850 και πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη την περίοδο 1850 – 1854. Απεβίωσε στις 8 Σεπτεμβρίου 1860 στην Αθήνα.[33] Με τον Μακρυγιάννη οι σχέσεις του ήσαν δύσκολες, γιατί άλλοτε τον ειρωνευόταν και τον χαρακτήριζε κόντε Λάλα, εκ της συμμετοχής του στην μάχη του Λάλα, όπου, όπως γράφει ο Μακρυγιάννης, μάτωσε το χέρι του (!) και άλλοτε ότι ήταν συμβουλάτορας του Κολοκοτρώνη, περιστασιακά φίλος του Μαυροκορδάτου, μέτοχος στο κίνημα της 3 Σεπτεμβρίου, όπου τώρα τον χαρακτηρίζει πατριώτη. Ο ίδιος γράφει πολλά για την πολιτική δραστηριότητα του Μεταξά.[34] Όποια γνώμη και αν έχει ο στρατηγός Μακρυγιάννης, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο Ανδρέας Μεταξάς ήταν μία προσωπικότητα του Αγώνος και τούτο διότι: όταν εισέβαλε ο Δράμαλης στην Πελοπόννησο, η κυβέρνηση θορυβημένη πέρασε στα καράβια και έμειναν μόνοι στο Άργος ο σεβάσμιος Αθαν. Κανακάρης, ο Μεταξάς και δυο – τρεις άλλοι, που προσπάθησαν να περισώσουν τα αρχεία της Κυβερνήσεως, μέρος του δημοσίου θησαυρού, τα ασημένια σκεύη των εκκλησιών και μονών που προορίζονταν να γίνουν νόμισμα για τις ανάγκες του Αγώνος.[35] Τις ημέρες της εισβολής του Δράμαλη ο Μεταξάς είχε σταλεί από την Κυβέρνηση να συνδιαλλαγεί με τον Κολοκοτρώνη για τους τρόπους που θα αντιμετωπιζόταν ο Δράμαλης (Γερμανός, 134, Σπηλιάδης, 1, 401, Φωτάκος, 1, 329 – 333). Ο (κόμης) Μεταξάς είχε σταλεί από την κυβέρνηση στο συνέδριο της Βερόνας, μαζί του ήταν ο Γάλλος φιλέλληνας Jourdain, που είχε αντικαταστήσει τον ασθενούντα Πίκκολο.[36] Στην Βερόνα ο Metternich μαζί με τους συναδέλφους του της Ιεράς Συμμαχίας, πέτυχε να μη συζητηθεί τό ελληνικό ζήτημα και ούτε που παραδόθηκαν οι επιστολές της Κυβερνήσεως που κόμιζε ο Μεταξάς για τους Παπικούς. Κατόπιν τούτων, η Κυβέρνηση έστειλε στην Βερόνα τον Π. Π. Γερμανό και τον Γ. Μαυρομιχάλη, υιό του Πετρόμπεη, όπου ο πρώτος θα συζητούσε με τον παπικό απεσταλμένο Benvenuti για την ένωση των Εκκλησιών, ζήτημα που δεν είχε συνέχεια (Σπηλιάδης, 440). Ο Μεταξάς, που έκανε μεγάλες προσπάθειες να πείσει τους ηγεμόνες ότι η Ελληνική Επανάσταση δεν έχει καμμία σχέση με τους Καρβονάρους, απογοητευμένος από το συνέδριο της Βερόνας, έγραψε στην Κυβέρνηση: Οι ηγεμόνες μας εγκαταλείπουν, μόνο στις δικές μας δυνάμεις πρέπει να στηριχθούμε.[37] Ο Μεταξάς μετείχε στις άγονες συζητήσεις, εκ μέρους της Κυβερνήσεως, με τους Ιππότες της Μάλτας για την σύναψη δανείου. Πίσω τους κρυβόταν η Αγγλία.[38]

Ο Ανδρέας Μεταξάς έφιππος στην μάχη του Λάλα. Έργο του Peter von Hess

Ο Κωνσταντίνος Μεταξάς γεννήθηκε στο Αργοστόλι το 1793, σπούδασε νομικά στην Ιταλία, όπου μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία. Ύστερα από συνεννόηση με τον Π. Π. Γερμανό, πέρασε στην Πελοπόννησο με το πλοίο των Γερασίμου και Αναστασίου Φωκά, όπου διακρίθηκε στην μάχη του Λάλα. Στις 2 Μαΐου διορίσθηκε από την προσωρινή Κυβέρνηση αρμοστής των Νησιών,[39] στα τέλη του 1823 ήταν έπαρχος Μεσολογγίου.[40] Όταν έφθασε στο Μεσολόγγι, ως έπαρχος Αιτωλίας – Ακαρνανίας, βρήκε μία κατάσταση απελπιστική και θέλησε να φύγει. Σκέφθηκε, όμως, το ενδεχόμενο εμφυλίου και την προέλαση του εχθρού γι’ αυτό και παρέμεινε. Ο διορισμός του Ν. Λουριώτη, ως γραμματέα του, η φιλική στάση του προς τον Μάρκο Μπότσαρη, η έκκλησή του προς τους δημογέροντες και τους προκρίτους για την πρέπουσα τροφοδοσία του στρατεύματος, ήσαν οι κύριοι λόγοι που ηρέμησαν τα πνεύματα στην ανήσυχη και ταραγμένη πόλη.[41] Στα μέσα Ιουλίου 1823 αντιμετώπισε με επιτυχία τουρκική επίθεση στο Κρυονέρι και στην θέση Τεκέ, έξω από το Μεσολόγι.[42] Ο Κ. Μεταξάς, ως έπαρχος Μεσολογγίου υποδέχθηκε το νεκρό του Μάρκου Μπότσαρη. Είχε εισέλθει στο κατάλυμά του ο γραμματικός του Μπότσαρη Βασίλης Γούδας αγγέλοντας την τραγική είδηση και ο Μεταξάς εξήλθε από την πόλη με όλους τους Μεσολογγίτες, για να προϋπαντήσουν τον μεγάλο νεκρό, που τον συνόδεψε ως το σπίτι του. Ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του περιγράφει αυθεντικά την μάχη όπου σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης (σσ. 136 – 143).[43] Από την θέση του επάρχου παραιτήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 1824, απογοητευμένος από την δυστυχία που άφησε στην πόλη η δίμηνη πολιορκία της (Οκτώβριος -Νοέμβριος 1824).[44]

Κατά την Επαναστατική περίοδο διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης, συνδέθηκε με τον Λόρδο Βύρωνα και τον Ι. Καποδίστρια. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, ανήλθε σε διάφορα αξιώματα, εγκαταστάθηκε για λίγο στο Αργοστόλι, επέστρεψε στην Αθήνα και πάλι στο Αργοστόλι, όπου απεβίωσε το 1870. Συνέθεσε τα Ιστορικά απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που εξέδωσε μετά τόν θάνατό του ο υιός του Επαμεινώνδας.[45]

Κωνσταντίνος Μεταξάς, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Ιωάννης Φωκάς διακρίθηκε μαχόμενος στην Αθήνα, Εύβοια, Νεόκαστρο, Ανατολικόν, Θήβα και Ναύπακτο. Το 1825 προήχθη σε χιλίαρχο. Το 1827 αντικατέστησε τον πεσόντα Γεράσιμο Φωκά, με διαταγή του Δημ. Υψηλάντη. Συγγενής του, προφανώς, ο Γεράσιμος, που είχε διακριθεί, και αυτός, στην μάχη του Λάλα.[46]

Ο Βαγγέλης Πανάς ήταν συμπολεμιστής του Κωνστ. Μεταξά, ο οποίος τον Απρίλιο του 1822 στο Μεσολόγγι είχε συστήσει ιδιαίτερο σώμα, αποτελούμενο από Κεφαλλονίτες, την αρχηγία του οποίου ανέθεσε στον Πανά. Ήταν πλοίαρχος, μέλος της Φιλικής Εταιρείας, συμμετείχε με τους λοιπούς συμπολεμιστές του στην μάχη του Λάλα, και αλλαχού, και συνέχισε την συμμετοχή του στον Αγώνα ως τον θάνατό του στο Ναύπλιο το 1825.[47]

Ηλίας και Δανιήλ Πανάς, συγγενείς του παραπάνω, με τον οποίο ήσαν συναγωνιστές του στην μάχη του Λάλα. Ο Δανιήλ και ο Ηλίας ζούσαν και μετά τον θάνατο του Καποδίστρια και ήσαν με τον Μακρυγιάννη, που τους χαρακτήριζε τίμιους και αγαθούς πατριώτες αξιωματικούς.[48]

Διονύσιος Σεμπρικός, τον γνωρίζουμε μόνο από την συμμετοχή του στην μάχη του Λάλα.

Διονύσιος Βούρβαχης (Denis Bourbaki), συγγενής του Μεταξά, αξιωματικός των ναπολεοντείων πολέμων, ήλθε στην Ελλάδα και εντάχθηκε στο σώμα του Καραϊσκάκη. Σκοτώθηκε στην μάχη του Καματερού (27 Ιανουαρίου 1826).[49]

Διονύσιος Βούρβαχης.

Ανεπιτυχής απόπειρα δανείου και ο πρωτοπαπάς Ζακύνθου Γαρτζώνης. Δύο αδέλφια ο Ανδρέας και Παναγιώτης Ζαριφόπουλοι, από την Ανδρίτσαινα, που οι οικογένειές τους ήσαν εγκατεστημένες στην Ζάκυνθο, παρακινημένοι, προφανώς, από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, έφθασαν περί τα τέλη 1822 στο νησί και, μέσω του πρωτοπαπά του Γαρτζώνη, υπέβαλαν την πρόταση στους Άγγλους να τεθεί η Επανάσταση υπό την προστασία τους.[50] Ο Σπηλιάδης γράφει ότι ο αρμοστής των Ιονίων Νήσων Maitland θα δεχόταν την πρόταση, αν οι Έλληνες επέτρεπαν στους Άγγλους να καταλάβουν τα κάστρα της Πελοποννήσου, αλλά ο ίδιος αμφέβαλε αν θα το δεχόταν, αφού οι Έλληνες ήσαν βέβαιοι για τον εαυτό τους μετά την κατάληψη της Τριπολιτσάς και της Κορίνθου.[51] Η όλη υπόθεση ξεκίνησε από πρωτοβουλία του πρωτοπαπά Γαρτζώνη, που έγραψε στον «μακελάρη», τον Κολοκοτρώνη δηλαδή, με κομιστή της επιστολής ένα εκ των Ζαριφόπουλων, ο οποίος Κολοκοτρώνης θεώρησε την πρόταση «καλήν και σωστικήν», αλλά την δεδομένη στιγμή τον απασχολούσε η πολιορκία της Άργους. Η γερουσία, μάλιστα, φυλάκισε τον κομιστή, αλλά γρήγορα τον αποφυλάκισε και αυτός επέστρεψε πίσω στην Ζάκυνθο. Λίγο μετά η γερουσία έστειλε τον επίσκοπο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιο, ίσως, για άλλη μυστική υπόθεση. Εκεί οι δύο άνδρες πληροφορήθηκαν, μέσω του Γαρτζώνη, ότι ο Maitland πρότεινε να του υποβληθεί το αίτημα εγγράφως και αυτός, κατόπιν, θα το έστελνε στο Λονδίνο, το οποίο θα απαντούσε σχετικά. Η όλη συζήτηση έκλεισε λόγω της εισβολής του Δράμαλη. Ο Π. Π. Γερμανός γράφει, επ’ αυτού, ότι κατά την φυλάκιση του ενός των Ζαριφόπουλων και κομιστή της προτάσεως η γερουσία τον ανέκρινε και Τοιαύτην απόκρισιν ακούσαντες οι Πελοποννήσιοι και ιδόντες του πράγματος το σαθρόν αδιαφόρησαν.[52] Οι συζητήσεις αυτές, πάντως, είχαν και κάποιαν επίδραση στους στρατιώτες του Κολοκοτρώνη, που, από τον φόβο της εισβολής του Δράμαλη, του έλεγαν να δώσει η Πελοπόννησος στους Άγγλους το 1/10 των προσόδων. Λίγο μετά, ωστόσο, στην Ζάκυνθο στάλθηκε ο Ν. Πονηρόπουλος και μίλησε για το ίδιο ζήτημα με τον Κ. Δραγώνα και τον Γαρτζώνη.[53] Ο ιστορικός της Επτανήσου Παν. Χιώτης, που έχει τις πληροφορίες του για το εν λόγω ζήτημα, γράφει ότι ο Κ. Δραγώνας συμβουλεύει τον Πονηρόπουλο να πάψουν οι Έλληνες να ζητούν την αγγλική προστασία Αν δύνασθε ή δεν δύνασθε, συλλογισθήτε να νικήσετε τους Τούρκους και πράξατε κατά συνέπειαν. Και ένας απλός υγειονομοφύλακας, παρών στην συζήτηση, πρόσθεσε: Κυττάξτε εις ημάς τους νησιώτας τα καλά που μας έκαμαν οι Άγγλοι και οδηγηθήτε. Ο Θεός των Χριστιανών σώζει τους Ορθοδόξους Έλληνας και όχι προστασία ανθρώπινος.[54] Το πόσο δίκαιο είχε το έδειξαν οι χρόνοι που ακολούθησαν έως τις ημέρες μας.

Προσθέτουμε, με την ευκαιρία, ότι η πρώτη δόση δανείου από την Αγγλία είχε φθάσει στην Ζάκυνθο στις αρχές Απριλίου 1824 με το βρίκι Florida, που την συνόδευε ο Φιλέλληνας λοχαγός Blaquière, που έφερνε και την εντολή των Ελλήνων πληρεξουσίων και των δανειστών που διόριζαν τον Λόρδο Byron, μαζί με άλλους επιτρόπους, για την διαχείριση του ποσού που έστελναν. Ο Stanhope, ως μέλος της αγγλικής επιτροπής στην Ελλάδα, αρνούνταν να υπογράψει την παράδοσή του στην Κυβέρνηση. Η Ιόνιος Πολιτεία, επικαλούμενη την ουδετερότητά της, κρατούσε το δάνειο, ώσπου τον Σεπτέμβριο 1824 ο ύπατος αρμοστής Frederick Adam διέταξε την απόδοσή του.[55]

Όσα εξετέθησαν παραπάνω, είναι, ούτως ειπείν, μία προσπάθεια αναδείξεως της προσφοράς των Επτανησίων στην Επανάσταση του 1821. Ο Σπ. Τρικούπης γράφει χαρακτηριστικά:[56]

Αναφέραμεν ήδη πόσον ανεφλέχθη το πνεύμα των Επτανησίων αρξαμένου του ελληνικού αγώνος· δεν ίσχυσαν δε να σβέσωσι τον υπέρ αυτού ενθουσιασμόν των, ούτε ο ανυπόκριτος φιλοτουρκισμός, ούτε η σιδηρά χειρ του τότε μεγάλου αρμοστού Μαιτλάνδου, αξίου ανδρός, αλλά τόσον δεσποτικού, ώστε αυτοί οι συμπατριώται του τον παρωνόμαζον Σουλτάνον – Θωμάν (King Tom). Εις μάτην ο αρμοστής ούτος εκήρυττεν ουδετερότητα, εδήμευεν υπάρχοντα και κατεδίκαζεν εις αειφυγίαν. Οι Κεφαλλήνες και οι Ζακύνθιοι και τας προκηρύξεις του εποδοπάτουν, και τας ποινάς του ωλιγότερον, κατά τας απειλάς του εχλεύαζαν, και τον ελληνικόν αγώνα υπεστήριζαν δια παντός τρόπου και δι’ αυτών των επ’ εκκλησίας πανδήμων δεήσεων υπό τον βροντώδη ήχον των κωδώνων εις επήκοον της δυσμενούς Αρχής.

Ο Απόστολος Βακαλόπουλος γράφει για την μεγάλη αγωνία και τον άπειρο ενθουσιασμό των Επτανησίων, που κατά εκατοντάδες έτρεξαν να βοηθήσουν τους ομοεθνείς τους της Πελοποννήσου, παρά τα αυστηρά απαγορευτικά μέτρα που έπαιρναν οι Άγγλοι της αρμοστείας για αφοπλισμό των κατοίκων. Ο ίδιος θεωρεί υπερβολικό τον αριθμό των 3.000 Επτανησίων που έσπευσαν εθελοντές στις απέναντι πελοποννησιακές ακτές. Η ψυχή τους, συνεχίζει ο Βακαλόπουλος, έπεφτε σε σκοτάδια απελπισίας και παραληρήματα χαράς, ανάλογα με τις αποτυχίες ή τις επιτυχίες των ομοεθνών τους. Εκεί είχαν μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία εξέχουσες προσωπικότητες, που φρόντιζαν για την αποστολή χρημάτων, τροφίμων, πολεμοφοδίων στους επαναστάτες. Και υπενθυμίζει ο αείμνηστος Δάσκαλος ότι εκεί, στην Ζάκυνθο, ακοίμητη είναι και η ψυχή του ποιητή, που συνταράζεται από τα μεγάλα γεγονότα που διαδραματίζονται στις απέναντι ακτές και που τα μετουσιώνει στις λαμπρότερες μελωδίες που ακούονται στην Ελλάδα μετά την Άλωση. Είναι ο Διονύσιος Σολωμός. Μετά την άφιξη του Καποδίστρια παρατηρήθηκε συρροή Επτανησίων στο ελληνικό κράτος, τους οποίους ο Κυβερνήτης χρησιμοποίησε στον στρατό, την διοίκηση, την δικαιοσύνη, γεγονός που προκάλεσε την δυσαρέσκεια των εντοπίων, που πίστευαν ότι ήσαν σαν τους Φαναριώτες, και εννοούσαν ότι, όπως αυτοί, οι Φαναριώτες, που είχε διαφθείρει η τουρκική τυραννία, έτσι και οι Επτανήσιοι από την βενετική καταπίεση. Αυτά ο Απ. Βακαλόπουλος.[57]

Από τα Παραλειπόμενα και μη σημειώνουμε εκ νέου εδώ την δραστηριότητα του Ανδρέα Μεταξά, που ως Υπουργός Στρατιωτικών, διατάχθηκε, κατά την προέλαση του Ιμπραήμ στην Αργολίδα, να προχωρήσει προς το Ναύπλιο και να το οχυρώσει. Η διαταγή αφορούσε και τον Μακρυγιάννη, που με το σώμα του, θα συνέδραμε τον Μεταξά στην οχύρωση. Ήταν Ιούνιος του 1825, και ο Μεταξάς είχε αναλάβει την γενική στρατιωτική διοίκηση, με διαταγή του εκτελεστικού, του Ναυπλίου και των φρουρίων. Η αποστολή του ήταν δύσκολη, γιατί στο Ναύπλιο, από τον πανικό που διέσπειρε στην Πελοπόννησο ο Ιμπραήμ, είχαν καταφύγει και πολλοί πρόσφυγες. Ο Μεταξάς είχε, άλλωστε, την εμπιστοσύνη του Κολοκοτρώνη, που αυτός τον επέβαλε ως Υπουργό Πολέμου, στην προσπάθειά του, μάλιστα, να συγκροτήσει, στην αντιμετώπιση του Ιμπραήμ, τακτικό στρατό.[58] Είναι συγκινητική η τελετή που έγινε στην πλατεία του Ναυπλίου, στις 22 Ιουνίου 1825, όπου ο Γάλλος συνταγματάρχης Fabrier (Φαβιέρος) ορίζεται διοικητής του τακτικού στρατού και ύστερα ο μητροπολίτης Διονύσιος και ο Μεταξάς μιλούν για την σημασία του στρατού αυτού.[59] Ο Μεταξάς, έχοντας την εμπιστοσύνη της κυβερνήσεως, είχε αναλάβει, μέσα Ιουνίου 1825, την καταδίωξη των Ψαριανών πειρατών – είναι η εποχή που ελληνικά πειρατικά ενεργούν κατά των ξένων εμπορικών πλοίων, αποκομίζοντας πλούσια λεία και εκθέτοντας στο εξωτερικό την Ελλάδα. Ο Μεταξάς περιπολούσε με στρατιωτική δύναμη μεταξύ Νάξου και Πάρου. Στην υπηρεσία αυτή έμεινε ως τα τέλη του 1826.[60]

Η Συνέλευση των πληρεξουσίων στην Τροιζήνα όρισε τον Καποδίστρια Κυβερνήτη, τον Church αρχιστράτηγο και τον Cochrane αρχηγό του στόλου και σχημάτισε Αντικυβερνητική Επιτροπή, δηλαδή επιτροπή ως την άφιξη του Καποδίστρια, στην οποία Υπουργός Πολέμου διορίσθηκε ο Μεταξάς.[61]

Τον Κωνσταντίνο Μεταξά βρίσκουμε επίσης απεσταλμένο της Κυβερνήσεως στην Ζάκυνθο, με την ιδιότητα του γενικού επιτρόπου, με 30.000 δολλάρια για την αγορά τροφίμων. Ήδη ο Ιμπραήμ είχε εισβάλει στην Πελοπόννησο.[62] Τα ίδια καθήκοντα (φροντιστής) ασκούσε και στην Γαστούνη (Μάρτιος – Απρίλιος 1825). Στα μέσα του 1826 τον απαντούμε πρόεδρο της Τριμελούς Διευθυντικής Επιτροπής, τα άλλα δύο μέλη ήσαν ο Υδραίος Μ. Τσαμαδός και ο Σίφνιος Χρυσόγελος, για την πάταξη της πειρατείας στο Αιγαίο.[63] Ο Μεταξάς απολάμβανε της εμπιστοσύνης της κυβερνήσεως, που μετά τα μέσα Ιουνίου 1825, τον είχε ορίσει, μαζί με τον Αναστάσιο Πολυζωΐδη και τον Ι. Πάγκαλο, μέλος της Επιτροπής «προς κατάπαυσιν των καταχρήσεων και πειρατειών και δραστηρίαν ενέργειαν της ειπράξεως του θεσπισθέντος δανείου».[64]

Η Επιτροπή Ζακύνθου, η πολιορκία του Μεσολογγίου, ο αγγλογαλλικός ανταγωνισμός. Η Επιτροπή Ζακύνθου, με κύρια πρόσωπα τον Διονύσιο Ρώμα, τον Κ. Δραγώνα, τον Στεφάνου, αποτελούσε, κατά τον εύστοχο χαρακτηρισμό ορισμένων, το άτυπο Υπουργείο Εξωτερικών του Αγώνος. Η προσφορά της ήταν ανεκτίμητη. Θα άξιζε να γραφεί ειδική μελέτη γι’ αυτήν.[65]

Σε αυτήν στρέφονταν σημαίνουσες προσωπικότητες της Επαναστάσεως, που είχαν συνεχή επικοινωνία μαζί της, πότε ζητώντας βοήθεια, πότε τις συμβουλές της και άλλα αιτήματα συναφή με τον Αγώνα. Η Ζάκυνθος ήταν, πολλές φορές, το καταφύγιο προσφύγων, γέρων, γυναικοπαίδων, αδυνάτων στις δύσκολες περιόδους της Πελοποννήσου, όπως, για παράδειγμα, συνέβη με την εισβολή του Ιμπραήμ. Είδαμε, προηγουμένως, τον πατριωτικό ενθουσιασμό των Επτανησίων και, ιδιαιτέρως, των Ζακυνθινών, που έσπευσαν στην Πελοπόννησο προς βοήθεια των συμπατριωτών τους, μόλις, κιόλας, άρχισε ο Αγώνας. Σημειώσαμε, επίσης, τον ενθουσιασμό των Ζακυνθινών, μόλις εμφανιζόταν ο ελληνικός στόλος, όπως συνέβη στις 17 Ιουλίου 1825, προκαλώντας, οι Ζακυνθινοί, και επεισόδια σε βάρος συμπολιτών τους, που γνώριζαν ότι είχαν εμπορικές δοσοληψίες με Τούρκους και Αιγυπτίους στο Αιγαίο. Κατά μίμηση, μάλιστα, του Μακεδονο – Θετταλο – Θρακικού σώματος συγκροτήθηκε στις 23 Ιουλίου 1826 Η φάλαγξ των Επτανησίων ή Κεφαλληνο – Ζακύνθιον σώμα, στην ίδρυση του οποίου πρωτοστατεί ο ιατρός και αγωνιστής Πέτρος Στεφανίτσης (1792 – 1863), για το οποίο έχουμε την ωραία μελέτη του Τριαντ. Ε. Σκλαβενίτη, «Συμβολή στη βιογραφία του Πέτρου Στεφανίτση», Μνήμων 1 (1971) 53 – 73. Ξεχωρίζουν οι πάντα θερμοί πατριώτες Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινοί, 500 τον αριθμό, που οπλίζονταν και συντηρούνταν με ιδικά τους έξοδα ή με δανεικά, γιατί το εθνικό ταμείο ήταν άδειο. Δυστυχώς, μετά από λίγους μήνες το σώμα διαλύθηκε. Απορεί κανείς για την απουσία εδώ της Επιτροπής Ζακύνθου. Στο πολιορκημένο Νεόκαστρο (Πύλος) αγωνίσθηκε ηρωικά λόχος Κεφαλλονιτών (Αύγουστος 1825). Το ίδιο και στην πολιορκία της Ακροπόλεως από τον Κιουταχή, όπου μαζί με τους πολιορκημένους αγωνίζονταν και Επτανήσιοι (13, 27 Σεπτεμβρίου 1826). Για την ευόδωση του Αγώνος εργάζονταν στην Κεφαλλονιά οι Γ. Τουρτούρης, Δρ. Καλύβας, Θεόδ. Λεονταρίτης και ο υιός του, Αναστ. Φλαμπουριάρης, Αντ. Μαρτινέγκος, κόμης Δελλαδέτσιμας.

Η Επιτροπή Ζακύνθου απευθύνεται στον Μαυροκορδάτο (16 Μαρτίου 1825) και του ζητεί «να ρίξει στην λήθη το φονικόν σπέρμα της διχονοίας» – είναι η εποχή που ο Ιμπραήμ απειλεί το Νεόκαστρο, το Παλαιόκαστρο, την Σφακτηρία. Από την Επιτροπή, που ονομάζεται στην αλληλογραφία συνθηματικά Τρισυπόστατον, καθώς την αποτελούσαν οι Διον. Ρώμας, Κ. Δραγώνας και Παν. Στεφάνου, ο Μαυροκορδάτος ζητεί την αποστολή πολεμοφοδίων και, ει δυνατόν, την στρατολόγηση ξένων στρατιωτών (Οκτώβριος 1825).

Είναι χαρακτηριστική η επιστολή προς αυτήν των Ελεύθερων Πολιορκημένων του Μεσολογγίου, που, βλέποντας τους Τούρκους να πλησιάζουν τα χαρακώματα, την παρακαλούν για την αποστολή τριών πυροσβεστικών σωλήνων με εξακοντισμό νερού για να τους πνίξουν μέσα σε αυτά (Μάιος – Ιούνιος 1825). Ανήσυχη η Επιτροπή έγραφε στον Κολοκοτρώνη και τον Ζαΐμη για τις κακές εντυπώσεις που θα δημιουργήσουν στο εξωτερικό οι επιτυχίες του Ιμπραήμ, αλλά και για την υπόθεση του δανείου, που η διαδικασία του είχε ήδη αρχίσει (22 Σεπτεμβρίου 1825).

Στους πρώτους μήνες (Απρίλιος – Ιούλιος 1825) της πολιορκίας του Μεσολογγίου η λεγομένη Διευθυντική Επιτροπή της πολιορκημένης πόλεως γράφει στον Φιλικό Γεώργιο Λαδόπουλο στην Ζάκυνθο, του εκθέτει την απελπιστική κατάστασή της και ζητεί αλεύρι και χρήματα – προφθάσατέ μας με αλεύρι, ότι δεν έχομεν πλέον, και με χρήματα, ότι δεν ημπορούμεν, πλέον, να βαστάξωμεν το στρατιωτικόν. Και οι Φιλικοί του νησιού κάμνουν ό,τι μπορούν για την συντήρηση της φρουράς του Μεσολογγίου και την διατήρηση της Επαναστάσεως στην Δυτική Ελλάδα.[66] Είναι η εποχή που ο Διονύσιος Σολωμός γράφει, καθισμένος κάτω από ένα πεύκο, τους Ελεύθερους Πολιορκημένους και την Γυναίκα της Ζακύνθος, που το άρχισε το 1826, εποχή που είχαν φθάσει στην Ζάκυνθο οι πρόσφυγες Μεσολογγίτισσες, που ντόπια και κακότροπη γυναίκα τις βρίζει και τις ειρωνεύεται αυτές, που στην αρχή εντρεπόντανε να ’βγούνε και επροσμένανε το σκοτάδι για ν’ απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες και είχανε δούλους και είχανε σε πολλές πεδιάδες και γίδια και πρόβατα και βόιδα πολλά… Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες, εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερίς. Και όταν εκουραζόντανε, εκαθόντανε στ’ ακρογιάλι κι ακούανε, γιατί εφοβόντανε μην πέσει το Μεσολόγγι…

Διονύσιος Σολωμός.

Είναι συγκινητική η επιστολή που παιδιά, στην Σαλαμίνα, άλλα που οι πατεράδες τους πολεμούσαν, άλλα ορφανά, ζητούσαν από την Επιτροπή πλάκες, πετροκόνδυλα, χαρτιά, πένες. Ήταν η εποχή που οι Τούρκοι πολιορκούσαν την Αθήνα και το σχολείο τους με τον δάσκαλο Ν. Νικητόπουλο συνέχισε το έργο του στην Σαλαμίνα (Ιούλιος – Αύγουστος 1826).

Και ενώ, παρά τους κινδύνους από την εισβολή του Ιμπραήμ συνεχίζονταν οι έριδες των οπλαρχηγών, που αγανακτούν την Επιτροπή, το πλέον δραστήριο μέλος της, ο Διον. Ρώμας,[67] γράφει στον Γ. Κουντουριώτη Ημείς ομιλούμεν με πράξεις και όχι με φράσεις κενάς από ουσίαν. Το εθνικόν συμφέρον λογίζεται ως ιδικόν μας (19 Μαΐου 1825). Δύο ημέρες αργότερα, με το ίδιο πνεύμα, γράφει και προς τον μόλις αποφυλακισθέντα Κολοκοτρώνη – Μεταχειρισθήτε τώρα τον ενθουσιασμόν του λαού και οδηγήσατέ τον εις την αληθινήν δόξαν και μην τον αφήσετε να ψυχρανθή και να πέση εις στοχασμούς και φατρίας.

Η Β.Δ. Πελοπόννησος, στο μεταξύ, ενόψει της προελάσεως του Ιμπραήμ, οχυρώνεται στα σπήλαια, τα δυνατά μοναστήρια, τους απότομους βράχους, ενώ οι οπλαρχηγοί Χ. Άχολος και Λ. Βιλαέτης ζητούν από την Επιτροπή τροφές (29 Δεκεμβρίου 1825). Από τον Οκτώβριο 1825 ως την Έξοδο (10 Απριλίου 1826) η στενή πολιορκία της ηρωικής πόλεως επιδεινώνει τον επισιτισμό, καθώς οι οικογένειες των αγωνιστών, που είχαν καταφύγει στον Κάλαμο, επέστρεψαν για να πεθάνουν μαζί τους. Η Διευθυντική Επιτροπή Μεσολογγίου γράφει στις 23 Οκτωβρίου 1825 στην Επιτροπή Ζακύνθου… καθ’ ημέραν δια τα εδώ και δια τα έξω θέλομεν, χωρίς άλλο, δέκα χιλιάδες οκάδες αλεύρι.

Ένας ριψοκίνδυνος Ζακυνθινός πατριώτης, ο Χρήστος η Χριστόφορος Ζαχαριάδης, που πουλούσε γλυκά στο στρατόπεδο του Ιμπραήμ, σταλμένος από την Επιτροπή, συνάντησε τρεις φορές τον Ιταλό μηχανικό του στρατού του Αιγύπτιου επιδρομέα, Romei, με το ψευδώνυμο Αριστογείτων, από τον οποίο παίρνει πληροφορίες για τον σχεδιασμό των επιθέσεών του και τις μεταφέρει στους πολιορκημένους.[68] Χάρη σε αυτές οι πολιορκημένοι οργάνωσαν την άμυνά τους. Την δεινή θέση των πολιορκημένων γνώριζε πολύ καλά ο Ανδρέας Μιαούλης, που αδυνατούσε να τους βοηθήσει και γι’ αυτό πρότεινε την μεταφορά των γυναικόπαιδων στον Κάλαμο. Το μικρό νησί της Λευκάδος απέναντι από την δυτική ακτή της Αιτωλοακαρνανίας, όπου από τα Ορλωφικά κατέφευγαν πρόσφυγες. Και ο Ιμπραήμ λεηλατώντας, αιχμαλωτίζοντας, καταστρέφοντας το παν είχε ήδη στραφεί προς το Μεσολόγγι, αλλά ο Ζαΐμης, γράφοντας προς την Επιτροπή, την διαβεβαίωνε ότι και μία πέτρα αν μένη εις την Ελλάδα, ημείς θα αντιπαλαίωμεν (15 Αυγούστου 1825). Ο Ιω. Παπαδιαμαντόπουλος (1766 – 1826), αυτή η γνήσια και ηρωική μορφή του 1821, που ήλθε και έμεινε στο Μεσολόγγι και θυσιάσθηκε μαζί με τους πολιορκημένους στην Έξοδο, έγραψε στους Φιλικούς της Ζακύνθου, στις 12 Δεκεμβρίου 1825, για το υψηλό φρόνημά τους και ότι μόνη η έλλειψις τροφών μπορεί να τους στενοχωρήση. Τροφάς, λοιπόν, τροφάς και πάλιν τροφάς.[69] Ο Ζαχαριάδης, εκπρόσωπος της Επιτροπής στην Ελλάδα, με την από 6 Μαρτίου επιστολή του προς αυτήν, εκφράζει την απογοήτευσή του για την αδράνεια του στόλου, που η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον στέλνει σε ανόητες εκστρατείες, στην Βηρυτό και την Κάρυστο, αντί να τον στείλει στο Μεσολόγγι, που τον έχει ανάγκη. Και λυπείται που τα καλλιώτερα πλοία και ναύται ευρίσκοντο εις το κούρσος (πειρατεία). Ο ίδιος δεν παραλείπει να ενεργεί για την τροφοδοσία των πολιορκημένων με καλαμπόκι, πολεμοφόδια, μπαρούτι, μολύβι. Ο Ελβετός, με γαλλική καταγωγή, Φιλέλληνας Jean Gabriel Eynard, εγκαταστημένος στην Γενεύη, όταν πληροφορήθηκε την έλλειψη τροφίμων στο Μεσολόγγι, έγραψε στους αρχηγούς των πολιορκημένων ότι έδωσε διαταγή στην Ζάκυνθο να τους στείλουν.[70]

Τα γεγονότα της Εξόδου είναι γνωστά. Η κατάσταση στην Πελοπόννησο ήταν τραγική, η Επανάσταση αιμορραγούσε και η διχόνοια δεν έπαυσε ούτε σε αυτές τις δύσκολες στιγμές. Στα Επτάνησα η Επιτροπή της Ζακύνθου και στην Κέρκυρα ο Βιάρος Καποδίστριας και ο Γεροστάθης συνέχιζαν να βοηθούν τον Αγώνα πριν και μετά την πτώση του Μεσολογγίου με εράνους και άλλες δραστηριότητες, όπως ήταν η περίθαλψη των προσφύγων, η απελευθέρωση των αιχμαλώτων, η ενημέρωση των φιλελληνικών σωματείων. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Άνθιμος, που παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη του Αγώνος γράφει στις 29 Σεπτεμβρίου 1826, πέντε μήνες μετά την Έξοδο, προς την Επιτροπή Ζακύνθου, που προφανώς γνωρίζει την δράση της, γνωστή, εξάπαντος, σε όλο τον Ελληνισμό, και, επικαλούμενος την φιλογένειά της, παρακαλεί να μεριμνήσει για την απολύτρωση των Ελλήνων αιχμαλώτων, που τους περιφέρουν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου προς πώληση. Όλοι τους σε αξιοθρήνητη κατάσταση και το Πατριαρχείο δεν έχει χρήματα, ούτε και οι άλλοτε ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες, που εξήντλησαν τα οικονομικά τους στις ανάγκες της Επαναστάσεως.[71] Την τραγική κατάσταση του Μεσολογγίου περιγράφει, με επιστολή του προς την Επιτροπή, ο Κ. Ζωγράφος (16 Μαΐου 1826).

Θεόδωρος Βρυζάκης, Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1853, Συλλογή Εθνικής Πινακοθήκης, Αθήνα

Δυστυχώς, η διχόνοια συνεχιζόταν και μετά την Έξοδο, όπου υπάρχει τέτοια η σύγχυση ως προς τα αντιπαλαίοντα πρόσωπα (Ζαΐμης, Λόντος, Νοταράς, Δεληγιάννης, Γεωργαντάς, Κολοκοτρώνης), ως προς ποιος δηλαδή και με ποιον είναι. Ο Μαυροκορδάτος στις 28 Ιουλίου 1826 ενημερώνει, με επιστολή του, την Επιτροπή Ζακύνθου, η οποία κατακλείεται με το: Όσοι χαίρονται εις τας διαιρέσεις σχετίζονται ή με το εν μέρος ή με το άλλο. Αλλοίμονον εις την αθλίαν Ελλάδα. Η Επιτροπή Ζακύνθου παρακολουθεί την διχόνοια, εν μέσω της αιμορραγούσης Επαναστάσεως, κατάσταση που δεν αντιλαμβάνονταν οι αρχηγοί της, πολιτικοί και στρατιωτικοί, γι’ αυτό και τους γράφει, με σκληρό τρόπο, επιτιμητικές επιτολές, μία προς τον Κολοκοτρώνη, από 2 Σεπτεμβρίου 1826 και την άλλη προς τον Ζαΐμη, από 3 Σεπτεμβρίου. Στον Κολοκοτρώνη γράφει στο τέλος της επιστολής: Άνοιξε τους οφθαλμούς σου και στον Ζαΐμη Ιδού και οι πατέρες του Έθνους, όπου γίνονται επίορκοι, καταντούντες εις προδοσίαν, επειδή προκρίνουν κάλλιον και ιδιαίτερον του κοινού το συμφέρον. Ο Ζαΐμης απήντησε παραπονούμενος για το ύφος της επιστολής, αλλά η Επιτροπή Ζακύνθου προτίμησε να του απαντήσει με σωφροσύνη μη παραλείποντας, όμως, να του θυμίσει τις πράξεις εκείνων (εν προκειμένω των Νοταράδων), που περιφρόνησαν τα δικαιώματα ενός λαού που πολεμά για την πίστη και την πατρίδα του.

Η ξένη προστασία προκάλεσε νέες έριδες και αναστατώσεις. Έτσι τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1825 οι Έλληνες, απογοητευμένοι από την επέλαση του Ιμπραήμ και τις ήττες τους, ζήτησαν την προστασία της Αγγλίας, τιθέμενοι υπό την απόλυτον υπεράσπισιν της Μεγάλης Βρετανίας. Επρόκειτο για ένα σχέδιο που είχε συντάξει η Επιτροπή Ζακύνθου, σε συνεργασία με τον μεγάλο αρμοστή των Ιονίων Fred. Adam, το οποίο είχε φέρει από την Ζάκυνθο ο δραστήριος Χρίστος Ζαχαριάδης και υπογεγραμμένο από τους Έλληνες, με πρώτο τον Κολοκοτρώνη, του το εγχειρίζουν και αυτός (ο Ζαχαριάδης) το μεταφέρει στην Ζάκυνθο. Ήταν ένα έγγραφο, θα έλεγε κανείς, προσεγγίσεως σε φιλικό ύφος, χωρίς, οπωσδήποτε, την έγκριση της επίσημης Αγγλίας.[72] Η αλήθεια, είναι, πάντως, ότι το έγγραφο, που κόμιζε στην Ζάκυνθο ο Ζαχαριάδης, το είχαν υπογράψει, πλην του Κολοκοτρώνη, Πελοποννήσιοι, Στερεοελλαδίτες και νησιώτες πρόκριτοι, καθώς και ο Μιαούλης, στον οποίο είχε σταλεί ένα αντίγραφο. Η προσπάθεια αυτή όλων των παραπάνω εμπλεκομένων δεν είχε συνέχεια, αφού η επίσημη Αγγλία το αποδοκίμασε και στην οποία έφθασε, ύστερα από ενέργειες του Hamilton, διοικητού της αγγλικής μοίρας του Αιγαίου, του Σπ. Τρικούπη, του Adam, του υιού του ναυάρχου Μιαούλη, Δημητρίου. Επιδόθηκε στον ίδιο τον Canning από τον Δημ. Μιαούλη, που είχε φθάσει στο Λονδίνο με το βρίκι Κίμων, στις 5 Οκτωβρίου. Στο μεταξύ, λίγες ημέρες πριν, η Βρετανία διακήρυττε σε αυστηρό τόνο την απαγόρευση στρατολογίας ανδρών για τον ελληνικό στρατό,  καθώς και τον εξοπλισμό πολεμικών σκαφών στα αγγλικά λιμάνια για λογαριασμό των Ελλήνων. Ωστόσο, την απόρριψη της αγγλικής προστασίας από την ίδια την Αγγλία, ισορροπούσε η άφιξη του δανείου στις 9 Ιουλίου 1826 εκ 40.000 λιρών. Ήταν η πρώτη δόση που την συνόδευαν εκπρόσωποι των δανειστών και διπλωμάτες.

Και όμως, στους Έλληνες, υπό τις δραματικές συνθήκες που ζούσαν, η ελπίδα της αγγλικής βοήθειας δεν είχε χαθεί. Δεν τελεσφόρησε για τον ίδιο σκοπό αποστολή του Σπ. Τρικούπη, απεσταλμένου της κυβερνήσεως Κουντουριώτη, στον αρμοστή Adam, την οποία η Επιτροπή Ζακύνθου, θεωρούσε, αγνοούμε γιατί, βλαπτική στην όλη υπόθεση. Εκτιμούσε, προφανώς, ότι η όποια θετική ανταπόκριση του Adam στα ελληνικά αιτήματα, ερχόταν σε αντίθεση με τις αγγλικές διακηρύξεις περί ουδετερότητος.[73]

Το αίτημα για αγγλική προστασία προκάλεσε την αντίδραση των γαλλόφιλων και ρωσόφιλων. Αίτηση προστασίας προς την Γαλλία υπέγραφαν ο Δημ. Υψηλάντης, ο Κωλέττης, ο Κ. Μαυρομιχάλης  κ.ά. και προς την Ρωσία ο Αναγνωσταράς και ο Νικηταράς. Την γαλλική προστασία επιθυμούσαν, φυσικό ήταν, οι Γάλλοι Φιλέλληνες στην Ελλάδα Jourdan, Roche κ.ά. Την αγγλική στήριζαν ο Μαυροκορδάτος, ο Σπ. Τρικούπης, ο Γ. Κανναβός, απεσταλμένος της φρουράς Μεσολογγίου. Ανήσυχα τα μέλη της Επιτροπής Ζακύνθου, σταθερά υπέρ των Άγγλων, γράφουν στον Κολοκοτρώνη και τον Ζαΐμη, διαμαρτυρόμενα για τις διαμάχες των Ελλήνων πολιτικών, που αντικείμενό τους ήταν η επιλογή του δείνα ή του τάδε προστάτη. Στην Ζάκυνθο, άλλωστε, οι φήμες οργίαζαν. Καθένας είχε την προτίμησή του προς πρόσωπο, πάντα ξένο: ο Κολοκοτρώνης πρότεινε στην Επιτροπή Πρόεδρον εις είδος Μονάρχου (21 Αυγούστου 1826), Έλληνες και Γάλλοι Φιλέλληνες και πράκτορες και το φιλελληνικό κομιτάτο του Παρισιού τον δούκα της Ορλεάνης, οι Βαυαροί κάποιον του κύκλου του βασιλέα Λουδοβίκου Α΄, η Επιτροπή Ζακύνθου, με διάκριση πάντως, προτιμούσε πρόσωπο της αγγλικής επιρροής. Δυστυχώς για την Πατρίδα, από τις έριδες, τις διχόνοιες και τα άλλα μειονεκτήματα του λαού μας, δεν αναδείχθηκε ο ηγέτης που θα ένωνε τις προσδοκίες του. Τα υπόλοιπα γνωστά ως τους καιρούς μας.

Και ενώ συνέβαιναν οι πολιτικές ανακαταράξεις, ο Κολοκοτρώνης συνέχιζε τον κλεφτοπόλεμο κατά του Ιμπραήμ, ο μόνος, άλλωστε, συντελεστικός τρόπος αντιμετωπίσεως, γι’ αυτό και παρακαλεί την Επιτροπή να του στείλει ζωοτροφίας προφθάσατέ μας, σας παρακαλούμεν, και σας υπόσχομαι να ακούσετε θαύματα από την προθυμίαν των Ελλήνων τον εφετεινόν χειμώνα. Ο Μιαούλης απευθύνεται στην Επιτροπή Ζακύνθου τον Ιούλιο 1826 και περιγράφει, με τα μελανώτερα χρώματα, ότι κανένας πόρος δεν φαίνεται από πουθενά, αφού μετά την πτώση του Μεσολογγίου εξοδεύθησαν όσα συνάχθησαν και δεν υπάρχει δυνατότητα δια την αγοράν και ετοιμασίαν πυρπολικών και εις μισθούς των ναυτών μας. Η Επιτροπή, πάντως, έστελνε τρόφιμα και χρήματα στο ελεύθερο Ναύπλιο, όπου όχι μόνον συνεχίζονταν η καχυποψία των Ρουμελιωτών έναντι των Πελοποννησίων, για δήθεν συμβιβασμό τους με τους Τούρκους, αλλά και οι καταχρήσεις ορισμένων. Δια τον Θεόν, να μη στείλετε γεννήματα εις Ναύπλιον, επειδή φθείρονται όλα, έγραφε ο Χρ. Ζαχαριάδης στις 25 Ιουνίου στην Επιτροπή.

Ιωάννης Καποδίστριας, πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος.

***

Τα Επτάνησα προσέφεραν γενναιόδωρα στον Αγώνα, παρά την αυστηρότητα και την «ουδετερότητα» της αγγλικής αρμοστείας. Θαρραλέοι άνδρες πέρασαν στην αρχή, κιόλας, της Επαναστάσεως στις απέναντι πελοποννησιακές ακτές και πολέμησαν με θερμό πατριωτισμό. Και από τα νησιά τους εφοδίαζαν τους αγωνιζόμενους στην Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα με τρόφιμα και πυρομαχικά. Στους επιτρόπους των νησιών και τους Φιλικούς απευθύνονταν στρατιωτικοί και πολιτικοί, ζητώντας υλική βοήθεια και συμβουλές, περιθάλποντας, παράλληλα, τους πρόσφυγες, που εύρισκαν στα Επτάνησα καταφύγιο.

Ο Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης είναι Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ και Καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Σπ. Γ. Φωκάς, Οι Έλληνες εις την ναυσιπλοΐαν του Κ. Δουνάβεως, εκδ. Ι.Μ.Χ.Α., Θεσσαλονίκη 1975.

[2] Σπ. Λουκάτος, «Κεφαλονίτες κ.λπ. κατά την Επανάσταση», Κεφαλληνιακά Χρονικά 1 (1976) 59 – 61.

[3] Για τον τεκτονισμό στην Ζάκυνθο και τα Ιόνια Νησιά βλ. Π. Κ. Κρητικός, «Συμβολή του Τεκτονισμού των Ιονίων Νήσων εις την απελευθέρωσιν του Έθνους», Πρακτικά Γ΄ Πανιονίου Συνεδρίου, τ. 1 (1967) 181 σημ. 1, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Ο Παπαδιαμαντόπουλος (1766 – 1826) από τις ευγενέστερες μορφές του 1821, πλούσιος έμπορος των Πατρών, εφοδίαζε τον Αγώνα με πολεμοφόδια από την Ιταλία και την Ζάκυνθο, φρούραρχος Πατρών (1822), ταμίας και διαχειριστής του στόλου, αγωνιστής με τους ελευθέρους πολιορκημένους του Μεσολογγίου, όπου κατά την Έξοδο, συνελήφθη και αποκεφαλίσθηκε.

[5] Αθ. Ε. Καραθανάσης, Η τρίσημη ενότητα του Ελληνισμού κ.λπ., εκδ. Κυριακίδη 1985, 1991, 62 – 73.

[6] Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού – Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821 – 1829), τ. Ε΄ , Θεσσαλονίκη 1980, 99 – 101.

[7] ό.π., 101.

[8] Για την δράση του Βλασσόπουλου εκείνες τις ημέρες βλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 82, 116, 321, 330, 331.

[9] Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, Εισαγωγή – Σχόλια Σπ. Ι Ασδραχά, εκδ. Α.  Καραβία, Αθήνα χ.χ., 116 – 119,  Ν. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1851, τ. 1, 82.

[10] Βακαλόπουλος, Ιστορία, τ. Ε΄ 330.

[11] Ι. Μακρυγιάννης, ό.π., 116 – 119.

[12] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. 1, Αθήνα 1859, 19.

[13] Γερμανός Π. Π., Υπομνήματα περί Επαναστάσεως κ.λπ., Αθήνα 1837, 33 – 38, Φιλήμων, ό.π., 16 -17.

[14] Γερμανός, ό.π., 77, Σπηλιάδης, ό.π., 235. Ο Φιλήμων, ό.π., 241 αποθεώνει, δικαίως, τον έντιμο αυτόν αγωνιστή.

[15] Αθ. Ε. Καραθανάσης, «Δύο Προκηρύξεις της Αγγλικής Αρμοστείας και της Επτανήσου Πολιτείας κατά της Ελληνικής Επαναστάσεως (Ιούλιος 1821)», Στέφανος εις Τάσον Αθ. Γριτσόπουλον, Πελοποννησιακά τ. Λ΄2 ,  2011, Αθήνα 139 – 152.

[16] Όπως θα ιδούμε παρακάτω, ο Παν. Μεσσάρης, που ήταν απεσταλμένος Κεφαλλονιτών και Ζακυνθίων, προς τους πολιορκημένους Αλβανούς του Λάλα, ενεχείριζε στους Λαλιώτες γράμμα, όπου σαφώς αναφέρεται ότι ο αρχηγός τους Αλέξ. Υψηλάντης – το ξένο χαρακτηριστικό Υποκείμενο, ήταν αυτός που διστάζει να ονοματίσει η αρμοστεία στην Προκήρυξή της.

[17] Όλοι αυτοί, παρά τις διαταγές των αγγλικών αρχών της Ιονίου Πολιτείας, αποβιβάσθηκαν ομάδες – ομάδες στις ακτές της Ηλείας και ενώθηκαν με 700 – 800 χωρικούς επαναστάτες, άνδρες του μεγαλοκοτζάμπαση Σισίνη και με 200 του οπλαρχηγού της Κυπαρισσίας Ι. Μέλιου. Βλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 390 – 392 και με την σχετική βιβλιογραφία.

[18] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ. Α΄- Β΄, εκδ. Χάρη Πάτση, Αθήνα 1959, 278 κεξ.

[19] Τρικούπης, ό.π., 278 – 288. Χαρακτηριστική είναι, πάντως, η ευγενής διατύπωση των γραμμάτων των δύο αντιπάλων. Πρβλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 390 – 392.

[20] Τρικούπης, ό.π., 278 – 288, Γερμανός, ό.π., 56 – 57.

[21] Richard Clogg, “Smyrnain in 1821 – Docaments from the Levant Company Archives in the Public Record Office”, Μικρασιατικά Χρονικά 15 (1972) 313 – 371. Για την συμμετοχή των Επτανησίων στον Αγώνα βλ. Βακαλόπουλος, ό.π., 391, 392, σημ. 252, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[22] Βακαλόπουλος, ό.π., 558.

[23] Τρικούπης, ό.π., 57 – 58.

[24] Βακαλόπουλος, ό.π., 652, Χρυσανθόπουλος Φώτιος ή Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858, 221 – 227, Σπηλιάδης, ό.π., 1, 225 – 227.

[25] Βακαλόπουλος, ό.π., 430, Τρικούπης, ό.π., 209 – 211. Χαρακτηριστικά ο Τρικούπης γράφει για φραγκοφορεμένους Έλληνες πολιορκητές που οι Τούρκοι από την Ακρόπολη νόμισαν ότι οι Φράγκοι βασιλείς κήρυξαν πόλεμο κατά του Σουλτάνου. Παρά την αρνητική απάντηση των προξένων, που ρώτησαν, πολλοί φραγκοφορήθηκαν για να τους παραπλανήσουν. Οι φραγκοφορεμένοι μήπως ήσαν οι Κεφαλλονίτες;

[26] Βακαλόπουλος, ό.π., 447, Τρικούπης, 260, όπου διαβάζουμε ότι άλλους Τούρκους εσκότωσε και άλλους, ως αιχμαλώτους, απέστειλε στην Άρτα, επ’ ανταλλαγή.

[27] Τρικούπης, ό.π., 271.

[28] Βακαλόπουλος, ΣΤ΄, 144 – 163.

[29] Ο Τρικούπης, ό.π., 271, γράφει επαινετικά για τον Γώγο και ότι οι συμπολεμιστές τον έλεγαν όπου ο Γώγος, εκεί και η νίκη.

[30] Βακαλόπουλος, ό.π., 172.

[31] Βακαλόπουλος, ό.π., 313 – 314.

[32] Βακαλόπουλος, ό.π., τ. ΣΤ΄, 556.

[33] Ηλίας Τσιτσέλης, Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, τ. Α΄, Αθήνα 1904, 410 – 423.

[34] Μακρυγιάννης, ό.π., passim.

[35] Σπηλιάδης, ό.π., 1, 384.

[36] Βακαλόπουλος, ό.π., ΣΤ΄, 370.

[37] Βακαλόπουλος, ό.π., 375.

[38] Σπηλιάδης, ό.π., 507 – 509, Φωτάκος, ό.π., 1, 478.

[39] Βακαλόπουλος, ΣΤ΄, 95, 223.

[40] ό.π., 34, 340, 551.

[41] Βακαλόπουλος ΣΤ΄, ό.π.

[42] ό.π., 462.

[43] ό.π., 566 – 568.

[44] ό.π., 574.

[45] Τσιτσέλης, 429 – 435.

[46] ό.π., 789.

[47] Τσιτσέλης, ό.π., 506.

[48] Μακρυγιάννης, 315, 330.

[49] ό.π., 252 – 255 και Τσιτσέλης, ό.π., στην λέξη Μπούρμπαχης, Στέφ. Ι. Παπαδόπουλος, «Διονύσιος Βούρβαχης (Denys Bourbaki), ένας Γάλλος φιλέλληνας του 1821, ελληνικής καταγωγής», Παρνασσός, περ. Β΄, τ. 5, (1963) 340 – 356.

[50] Γερμανός, ό.π., 128.

[51] Σπηλιάδης, 1, 377 –  378.

[52] Στους Έλληνες εκπροσώπους ο Γαρτζώνης, όπως γράφει ο καλά πληροφορημένος Σπηλιάδης, ό.π., 378 – 379, 405, είπε: αλλά προσέξατε.

[53] Σπηλιάδης, 1, 416 – 417.

[54] Π. Χιώτης, Ιστορία του Ιονικού Κράτους από συστάσεως αυτού μέχρι ενώσεως (έτη 1815 – 1864), τ. 1, Ζάκυνθος 1874, 466 – 467.

[55] Για το ζήτημα αυτό βλ. λεπτομέρειες Βακαλόπουλος, ΣΤ΄, 209, 210, 211, 232. Ο Κ. Δραγώνας, τέκτων βέβαια, ήταν εκ των δραστηρίων Φιλικών στην Ζάκυνθο, ό.π., 446, 632 και σ. 844, όπου διαβάζουμε ότι η Ζάκυνθος ήταν το ενωτικό σημείο, μέσω του οποίου έρχονταν σε επαφή με τον αγγλικό παράγοντα.

[56] Τρικούπης, Β΄, 57.

[57] Βακαλόπουλος, ό.π., 981 – 983.

[58] Σπηλιάδης, ό.π., 2, 323 – 325, Φωτάκος, ό.π., 2, 98, Βακαλόπουλος, ό.π., Ζ΄, 122.

[59] Βακαλόπουλος, ό.π., 307.

[60] ό.π., 392.

[61] ό.π., 701, κεξ.

[62] Βακαλόπουλος, ό.π., 19.

[63] ό.π., 391.

[64] Πρόκειται για ένα «βίαιο» δάνειο, που υποχρεούνταν να πληρώσουν οι Έλληνες – βλ. Αναστ. Δ. Λιγνάδης, «Έρανοι, δάνεια, εισφοραί, δασμοί κατά το 1825 εις το Αιγαίον», περιοδ. Νέον Αθήναιον 3 (1958 – 1960) 61 – 72.

[65] Για την Επιτροπή Ζακύνθου βλ. σχετικό λήμμα στην Ιστορία, τ. Ζ΄, του Βακαλόπουλου. Άμεσοι συνεργάτες του ήσαν οι εγκαταστημένοι στο Λιβόρνο και στην Ancona έμποροι Π. Πάλλης και Σπ. Βάλβης, που φρόντιζαν, με τον Γ. Παπαμανόλη, συνεργάτη του Eynard, για την μεταφορά τροφών και πολεμοφοδίων στην αγωνιζόμενη Πατρίδα.

[66] Βλ. και τις ειδικές επ’ αυτού μελέτες των: Ντίνου Κονόμου, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966 και την πιο πρόσφατη του Κ. Α. Βακαλόπουλου, Η επαναστατημένη Ελλάδα μεταξύ 1826 – 1829 κ.λπ., όπου έκδοση των εγγράφων της Επιτροπής Ζακύνθου, σσ. 229 – 234.

[67] Δ. Γρ. Καμπούρογλου, Ιστορικόν Αρχείον Διονυσίου Ρώμα, τ. 1 – 2, Αθήνα 1901, 1906 – ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει την περίοδο 1819 – 1825, ο δεύτερος το 1826, Ντίνος Κονόμος, Ο Διονύσιος Ρώμας και η Ελληνική Εθνεγερσία, Αθήνα 1972.

[68] Έγραψε ο Ζαχαριάδης και ένα μικρό ημερολόγιο για τις ημέρες εκείνες που εξέδωσε ο Κ. Αθ. Διαμάντης, «Ημερολόγιον της πολιορκίας του Μεσολογγίου του Χρίστου Ζαχαριάδου – Από 30 Δεκεμβρίου 1825 έως 30 Ιανουαρίου 1826», Στερεοελλαδική Εστία 1 (1960) 12 – 21.

[69] Ντίνος Κονόμος, Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, ο διοικητής των «Ελευθέρων Πολιορκημένων», Αθήνα 1972.

[70] Μνήμη Ιωάννη – Γαβριήλ Εϋνάρδου 1775 – 1863, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1977.

[71] Ο Άνθιμος βρισκόταν στο καράβι του πυρπολητού Μιαούλη, αγνοούμε σε ποια περίσταση και ο Γάλλος φιλέλληνας Max. Raybaud γράφει ότι η παρουσία αυτού του αγίου και θαρραλέου Ιεράρχου εμψύχωνε τους άξιους Έλληνες ναυτικούς, Max. Raybaud, Mémoires sur la Grèce, τ. 1 – 2, Παρίσι 1824 – 1825. Βλ. και Θεόδ. Δ. Μοσχονάς, «Πληροφορίαι περί των εν Αιγύπτω Ελλήνων δούλων της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκκλησιαστικός Φάρος, έτος Μ΄ (ΜΣΤ΄), τεύχος Γ΄, 228 – 253.

[72] Φωτάκος, ο.π., 2, 158 – 179, Σπηλιάδης, ό.π., 2, 35, όπου πολλά ενδιαφέροντα για τον Ζαχαριάδη. Το έγγραφο αυτό είχαν υπογράψει όλοι οι βουλευτές του εκτελεστικού, αρχιερείς, ιερείς, αλλά όχι οι στρατιωτικοί και πολιτικοί της Ανατολικής Στερεάς και ο Δημ. Υψηλάντης.

[73] Σπηλιάδης, ό.π., 2, 379.

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα’ νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου,

θα μιλήσω, θα’    νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» 

Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

 

article_15006
Ο Στρατηγός  Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη». 

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.

Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.

Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.

Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.

Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον. 

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».

Γεώργιος Μουρέλος: Ελευθερία και Ευθύνη: Η διπλή παρακαταθήκη του 1821

 Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Γεώργιος Μουρέλος

Ελευθερία και Ευθύνη: Η διπλή παρακαταθήκη του 1821

Πανηγυρικός λόγος, ο οποίος εκφωνήθηκε στο Α.Π.Θ. στις 25 Μαρτίου του 1978

Η Clio Tubata συμμετέχει στον εορτασμό της Εθνικής Παλιγγενεσίας, αναρτώντας το κείμενο του Πανηγυρικού λόγου, ο οποίος εκφωνήθηκε στις 25 Μαρτίου 1978 στην Αίθουσα Τελετών της παλαιάς Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης από τον Καθηγητή της Α΄ Έδρας Συστηματικής Φιλοσοφίας, Γεώργιο Μουρέλο. To πρωτότυπο είναι γραμμένο σε πολυτονικό σύστημα. Για τεχνικούς λόγους έχει μετατραπεί σε μονοτονικό, ενώ έχει διατηρηθεί η ορθογραφία της εποχής.

Ο Τερτσέτης, στην περίφημη απολογία του της 24ης Σεπτεμβρίου 1834, στο Εφετείο Ναυπλίου, απολογία, που είναι ένα από τα ωραιότερα δείγματα υψηλής εθνικής συμπεριφοράς, όπου το αίσθημα της ελευθερίας δένεται με το αίσθημα της ευθύνης, αποτεινόμενος στο Κυβερνητικό Επίτροπο του Δικαστηρίου, ανάμεσα στα άλλα λέει και τα ακόλουθα: «Ο Εθνισμός μας, ω Επίτροπε, είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων, φονευμένων εις τον Αγώνα».

Δεν ξέρω ως ποιο σημείο ο αριθμός είναι σωστός. Όπως και να είναι όμως, δεν θα βρίσκεται πολύ μακριά από τη πραγματικότητα. Από το άλλο μέρος, στα στατιστικά δελτία, που έχουμε, αναφέρεται ότι στα 1828 η Ελλάδα είχε συνολικά 753.400 κατοίκους.¹ Αυτό τι άλλο σημαίνει, παρά το ότι για να αποκτήσει η Ελλάδα την ελευθερία της είχαν θυσιαστεί περισσότεροι από ένας στους δύο Έλληνες από τους κατοίκους του τότε μικρού κράτους. Δεν ξέρω να έχουν γίνει, από άλλο λαό, σε αναλογία, τόσες θυσίες με τελικό τίμημα την ελευθερία. Θα έλεγα μάλιστα ότι στα 150 χρόνια της ζωής μας σαν ελεύθερου έθνους, αν προσθέσουμε τις απώλειες στα πεδία των μαχών, χωρίς να παραλείψουμε τη Μικρασιατική εκστρατεία και τον ελληνοιταλικό πόλεμο, δεν φτάνουμε σε αυτό το τρομακτικό αριθμό.

Η μεγάλη αυτή θυσία των αγωνιστών του ’21 δεν μπορεί να σημαίνει παρά δύο πράγματα: Πρώτο, ότι σαν λαός βάζουμε πάνω από όλα την ελευθερία μας, και, δεύτερο, ότι στους ώμους μας βαραίνει μια τεράστια ευθύνη: να τη διαφυλάξουμε με κάθε θυσία.

Για αυτό και πιστεύω ότι οι δύο έννοιες, ελευθερία και ευθύνη, είναι αδιάρρηκτα δεμένες μεταξύ τους. Γιατί ελευθερία χωρίς ευθύνη δεν μπορεί να εδραιωθεί επάνω σε σταθερές βάσεις, αλλά ούτε και να υπάρξει αληθινή ευθύνη χωρίς ελευθερία.

Μια συνοπτική όμως ματιά στη Νεοελληνική Ιστορία στα τελευταία 150 χρόνια, μας οδηγεί εύκολα στην ακόλουθη διαπίστωση. Ότι σπάνια κρατήθηκε αυτός ο δεσμός, και, ότι όλες οι μεγάλες τραγωδίες του τόπου μας οφείλονται, τις περισσότερες φορές, σε αυτή τη διάσπαση. Γιατί, κάθε φορά που επιτύχαμε κάτι στην πλατειά αυτή περιοχή, που περιλαμβάνει όλων των ειδών τις ελευθερίες, σχεδόν ποτέ δεν αναπτύξαμε και την ανάλογη ευθύνη.

Αλλά πριν αναφερθώ σε διαδοχικά παραδείγματα, παρμένα από τη Νεοελληνική Ιστορία, θα ξαναγυρίσω στο κείμενο του Τερτσέτη, όπου μέσα το θέμα της ευθύνης παίρνει συγκλονιστικές διαστάσεις. Όπως βέβαια όλοι ξέρετε, είναι δεμένο με τη δίκη του Κολοκοτρώνη, μια δίκη σκηνοθετημένη από τα πριν, χωρίς ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία, δίκη σαν αυτές που εμφανίζονται πολλές φορές στην Ιστορία των λαών, και τέτοιες δυστυχώς έχουμε να επιδείξουμε κι εμείς άφθονες, δίκες της λεγόμενης πολιτικής σκοπιμότητας. Με τη διαφορά του ότι στη περίπτωση του Κολοκοτρώνη, επρόκειτο εκ περισσού για τον μεγαλύτερο, γενναιότερο και σοφότερο αγωνιστή που γνώρισε η Νεοελληνική Ιστορία, για αυτόν, που έσωσε την Επανάσταση, και που η τότε ξενική κυβέρνηση ζητούσε τη καταδίκη του σε θάνατο. Και υπήρξαν τρεις Έλληνες δικαστές, που υπογράψανε αυτή τη καταδίκη. Και ο Γέρος του Μωρηά θα είχε εκτελεστεί, και το φοβερό αυτό έγκλημα θα βάραινε για πάντα πάνω στη συνείδηση του Έθνους, αν δύο ακέραιοι δικαστές, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Πολυζωΐδης και ο Τερτσέτης, σαν ελεύθεροι και υπεύθυνοι δικαστές, δεν έκαναν το καθήκον τους, αρνούμενοι να υπογράψουν. Δεν λογάριασαν τις συνέπειες αυτής της άρνησης, για τον εαυτό τους, γιατί ήξεραν ότι σήκωναν στους ώμους τους την ευθύνη ολόκληρου του Έθνους. Και μια τέτοια ευθύνη μόνο ένας ελεύθερος άνθρωπος είναι σε θέση να τη συλλάβει. Το ίδιο, άλλωστε, το κείμενο της απολογίας του Τερτσέτη, αφού τον ταλαιπώρησαν, τον κυνήγησαν, τον έπαυσαν από τη θέση του μαζί με τον Πολυζωΐδη και τους έσυραν και τους δύο στα δικαστήρια, το δείχνει φανερά: «αν ημείς, γράφει, εγκαλούμεθα από τον Επίτροπον, αν αυτός μας φοβερίζει φυλακισμός, το αίτιον είναι η σφοδρή μας λατρεία προς τη δικαιοσύνην, εις καιρούς τους οποίους κάλλιστα γνωρίζετε. Και η δικαιοσύνη είναι προνόμιον, είναι ιδιοκτησία της ανθρωπότητος και αρμόζει λοιπόν να αναφέρομεν ημείς σήμερον, ως εις βοήθειάν μας, το όνομα του ανθρωπίνου γένους, αφού δια αυτό αγωνίσθημεν».

Το κείμενο αυτό είναι χαρακτηριστικό, γιατί δείχνει ότι το αίσθημα της ευθύνης είναι συνυφασμένο με το αίσθημα της δικαιοσύνης και ότι η δικαιοσύνη είναι ένα πανανθρώπινο αίτημα που κατοχυρώνει την ανάγκη για ελευθερία.

Αλλά πριν προχωρήσω σε μια θεωρητική αντιμετώπιση του θέματος, νομίζω ότι είναι σκόπιμο, για την επέτειο, που γιορτάζουμε σήμερα, να αντλήσω τα δεδομένα μου από τη Νεοελληνική Ιστορία και μάλιστα από την Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης. Γιατί νομίζω, ότι η Ιστορία είναι το μεγάλο σχολείο στο οποίο ένα Έθνος πρέπει πάντα να μαθητεύει. Από αυτή αντλεί και τα διδάγματά του, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά. Και δυστυχώς τα αρνητικά, που δείχνουν τα σφάλματα, που έχει κάνει το παρελθόν, είναι πιο χρήσιμα από τα θετικά, γιατί φανερώνουν τους κινδύνους, από τους οποίους περνά ένας λαός. Για αυτό, ας μου επιτραπεί για το θέμα, που έχω να σας αναπτύξω, να αναφερθώ κυρίως στα τελευταία.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, ενώ στα πεδία των μαχών λάμπει ο ηρωισμός των Ελλήνων, στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής ενός ανύπαρκτου κράτους, φανερώνεται με τρόπο απελπιστικό μέσα από έντονες διαμάχες, η αδυναμία του Έλληνα να συλλάβει την τεράστια ευθύνη που φέρνει στους ώμους του από τις θυσίες που τόσο πρόθυμα ο ίδιος δέχεται να κάνει, για να αποκτήσει την ελευθερία του, που κινδυνεύει να χαθεί κάποια στιγμή, όχι από την ικανότητα και τη δύναμη του εχθρού, αλλά από δική του υπαιτιότητα.

Ακόμη δεν άρχισε καλά καλά η Επανάσταση και αρχίζουν οι πρώτες διχογνωμίες με τις τάσεις ανταρσίας, που παρουσιάζονται στο ελληνικό ναυτικό και την πραξικοπηματική ανατροπή, στις 12 Μαΐου του 1821, του Αντώνη Οικονόμου στην Ύδρα, στον οποίο οφείλεται κατά μέγα μέρος η έξοδος του νησιού αυτού στον Αγώνα. Είναι χαρακτηριστική η φράση που περιλαμβάνεται στο έγγραφο της 26ης Μαΐου που οι Υδραίοι στέλνουν στο Τομπάζη γνωρίζοντας τον διορισμό του σαν αντιναύαρχου του στόλου: «Η πατρίς παραγγέλει εσέ τον αρχηγό να διαφυλάξητε την ομόνοιαν και αγάπη μεταξύ των λοιπών αρχηγών και καπετανέων…». Και όμως, αμέσως μετά από τη πυρπόληση από τον Παπανικολή του Τουρκικού δίκροτου στο λιμάνι της Ερεσού στη Λέσβο, πυρπόληση που στέρησε τον τουρκικό στόλο από ένα από τα μεγαλύτερα και τα καλύτερα εξοπλισμένα πλοία του, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Σημειώνονται αντιγνωμίες ανάμεσα στους αρχηγούς του στόλου και τάσεις ανταρσίας στα πληρώματα, έτσι που ο στόλος, αντί να εκμεταλλευθεί την επιτυχία της Ερεσού και να παραμείνει κοντά στα Δαρδανέλλια, για να εμποδίσει την έξοδο του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο, επιστρέφει στην Ύδρα, αφήνοντας έκθετα τα Ψαριανά πλοία. Ανάλογη διαμάχη σημειώνεται λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 1821, όταν ο τουρκικός στόλος προσπαθεί να καταλάβει τη Σάμο και αποτυγχάνει. Ο Ελληνικός στόλος δεν είχε ένα αρχηγό, αλλά βρισκόταν κάτω από τις διαταγές 11 ναυάρχων, τεσσάρων της Ύδρας, δύο των Σπετσών και πέντε των Ψαρών. Ήταν φυσικό, ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες, η εξόρμηση του Ελληνικού στόλου λίγο έλειψε, στις 12 Ιουλίου 1821, να οδηγήσει σε καταστροφή.

Στις αρχές του 1822 έχουμε ένα άλλο χαρακτηριστικό γεγονός της διχογνωμίας των Ελλήνων, τη διάλυση της πολιορκίας της Καρύστου και την αναχώρηση του Οδυσσέα Ανδρούτσου από την Εύβοια στη Στερεά, κατά διαταγή του Άρειου Πάγου, που ήθελε να περιορίσει τη στρατιωτική φήμη του γενναίου οπλαρχηγού, που αν παρέμενε, θα μεγάλωνε με νέες επιτυχίες. Τον Αύγουστο του 1822, σκληρές διενέξεις για την αρχηγεία στην Εύβοια, καταλήγουν, τον επόμενο μήνα, σε σύγκρουση στα Καμάρια, ανάμεσα στο Διαμαντή, που διόρισε ο Άρειος Πάγος, και τους εντόπιους οπλαρχηγούς, οπαδούς του Ανδρούτσου. Το αποτέλεσμα ήταν οι Τούρκοι να ενεργούν σχεδόν ανενόχλητοι.

Τον επόμενο χρόνο, στα 1823, οι αντιθέσεις γίνονται ακόμη πιο έντονες. Στη σύνοδο της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως στο Άστρος, από τις 29 Μαρτίου ως τις 18 Απριλίου, όχι μόνο είναι πια καταφανής, μα οξύνεται ο ανταγωνισμός των κομμάτων. Από το ένα μέρος, έχουμε το κόμμα των λεγόμενων «Αρχοντικών», που το αποτελούν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας, με κύριο εκπρόσωπο τον Μαυροκορδάτο, και από το άλλο μέρος το κόμμα των «Στρατιωτικών», που το αποτελούν οι καπεταναίοι του Αγώνα, με κύριο εκπρόσωπο τον Κολοκοτρώνη. Οι αντιθέσεις φτάνουν σε τέτοιο βαθμό, που κινδυνεύει να εκραγεί εμφύλιος πόλεμος, που αποσοβήθηκε μόνο χάρη στον πατριωτισμό του Κολοκοτρώνη. Είναι θλιβερά τα λόγια, που του αποτείνουν οι εκπρόσωποι του Βουλευτικού, όταν του προσφέρουν την αντιπροεδρία, με την υστερόβουλη σκέψη να τον φθείρουν πολιτικά: «Εάν δεν δεχθής αυτό το οποίον το Έθνος και η κυβέρνησίς του σε προσφέρει και αν δεν γράψης των συνωμοτών  σου να ησυχάσουν και να παύσουν παν κατά της Κυβερνήσεως κίνημα, είναι εις την δυσάρεστον θέσιν  και τα δύο σώματα να σας αποκηρύξουν αντάρτας και να σας καταδιώξουν ως αποστάτας και εχθρούς της πατρίδος… και να φροντίσωμεν όλοι οι Ετεροελλαδίται και οι νησιώται να κάμωμεν ένα έντιμο συμβιβασμόν με τους Τούρκους οίτινες τον επιθυμούν και μας τον επρότειναν κτλ. κτλ…». Ολόκληρο, άλλωστε, το δεύτερο εξάμηνο του 1823 καλύπτεται από εσωτερικές διαμάχες, που είχαν σαν αποτέλεσμα, να ματαιωθεί ο σχηματισμός στρατιωτικού σώματος 7.000 ανδρών υπό την αρχηγία του Κολοκοτρώνη, που τόσο σωτήριο ρόλο θα μπορούσε να παίξει στην εξέλιξη του Αγώνα με τους Τούρκους. Αντί γι’ αυτό, έχουμε την ένοπλη σύγκρουση στην περιοχή της Καρύταινας ανάμεσα στους Δεληγιανναίους και τον Πλαπούτα.

Τα ίδια και χειρότερα στα 1824, τον τέταρτο χρόνο της Επανάστασης. Εδώ οι εσωτερικές διαμάχες παίρνουν τέτοιες διαστάσεις, που οι ιστορικοί τις ονομάζουν Πρώτο και Δεύτερο Εμφύλιο πόλεμο. Ο Πρώτος που πιάνει το πρώτο εξάμηνο του 1824, έχει ως επίκεντρο τη Πελοπόννησο και παρουσιάζεται με τη σύγκρουση ανάμεσα στο Κυβερνητικό κόμμα, που εκπροσωπείται από το λεγόμενο «Νέο Εκτελεστικό»,  με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη, και από το «Παλιό Εκτελεστικό», με τους έκπτωτους βουλευτές. Αποτέλεσμα οι μάχες που έγιναν έξω από το Ναύπλιο στην προσπάθεια των κυβερνητικών να καταλάβουν την πόλη. Όσο για τον Δεύτερο Εμφύλιο πόλεμο των τελευταίων μηνών του 1824, εδώ έχουμε τη διαμάχη ανάμεσα στους Πελοποννησίους από το ένα μέρος, και τους Υδραιοσπετσιώτες, που υποστηρίζονται από τους οπλαρχηγούς της Ρούμελης. Το κορύφωμά της είναι η εκστρατεία του Παπαφλέσσα, ο φόνος του γυιού του Κολοκοτρώνη και τα όσα επακολούθησαν τον επόμενο χρόνο, στα 1825, όπως οι βιαιοπραγίες των Κυβερνητικών στην Πελοπόννησο, η απεχθής συμπεριφορά του Γκούρα και του Κωλέττη, η σύλληψη και ο εξευτελισμός ένδοξων αρχηγών της Επαναστάσεως, όπως του Παλαιών Πατρών Γερμανού, και τελικά, η δολοφονία στο Γουλά της Ακροπόλεως του ήρωα της Γραβιάς Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μόνο ανατριχίλα μπορεί κανείς να νιώσει όταν αναλογίζεται τις πράξεις αυτές, που δείχνουν παντελή έλλειψη εθνικής ευθύνης όταν σκεφτούμε τί διακυβευόταν εκείνη τη στιγμή.

Στα 1826, με τις πρώτες εργασίες της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως, βρισκόμαστε μπροστά στη διάσπαση των πληρεξουσίων σε αντίπαλα στρατόπεδα, που είχε τόσο καταστρεπτικές συνέπειες για τα επόμενα χρόνια. Στα 1827, μετά από τη σύγκλιση της Γ΄ Εθνικής Συνελεύσεως στην Ερμιόνη και την Τροιζήνα, έχουμε τις συγκρούσεις του Ναυπλίου παρ όλη την εκλογή του Καποδίστρια σαν Κυβερνήτου της Ελλάδος. Τέλος, τη δυσαρέσκεια της οικογένειας Μαυρομιχάλη και τις πρώτες αταξίες στη Μάνη.

Δεν πέρασε, λοιπόν, ούτε ένας χρόνος σε όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, που να μην βρεθούμε μπροστά σε προστριβές ανάμεσα στα διάφορα κόμματα και τους αρχηγούς τους, που κατέληγαν συνήθως σε ένοπλες συγκρούσεις, από τις οποίες κινδύνευε κάθε στιγμή η Επανάσταση. Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε την κατάσταση που επικρατούσε στην Πελοπόννησο όταν εμφανίστηκε ο Ιμπραήμ.

Τί έγινε, όμως, μετά από την επικράτηση της Επανάστασης και τη δημιουργία του Ελληνικού Κράτους; Θα ήταν χρήσιμο, για το θέμα της ομιλίας μας, να τα θυμηθούμε κι αυτά.

Σε μια από τις πιο κρίσιμες για το Έθνος στιγμές, που ο Καποδίστριας, με μια πραγματικά μεγαλοφυή διπλωματική πολιτική, προσπαθούσε να καθοριστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα σύνορα της Ελλάδος, έχοντας να παλέψει με τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, στη φτωχή και κατεστραμένη Ελλάδα, πάντα με το πρόσχημα της ελευθερίας, εκδηλώνονται στάσεις κινούμενες από προσωπικές φιλοδοξίες και προσωπικά συμφέροντα. Θα ήταν πολύ διδακτικό να αναφερθούμε, στο σημείο αυτό, στις προθέσεις του Καποδίστρια και τις αιτίες που προκάλεσαν τις εσωτερικές αυτές ανωμαλίες.

Η στάση που εκδηλώθηκε, λόγου χάρη, στον Λιμένα της Μάνης, με απώτερο σκοπό να κρατήσει η οικογένεια των Μαυρομιχαλέων όλα τα δημόσια έσοδα, έγινε με το πρόσχημα ότι θα πλήρωναν τους στρατιώτες.

Ποια ήταν όμως τα σχέδια του Καποδίστρια, επάνω στα οποία στήριζε την εσωτερική του πολιτική; Να καταργήσει τα διάφορα προνόμια που είχαν τόσο η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων στη Πελοπόννησο όσο και οι Υδραίοι πρόκριτοι, που εισέπρατταν τους φόρους όλων των νησιών του Αιγαίου, και να μοιράσει στους ακτήμονες την εθνική γη. Γιατί ο Καποδίστριας πίστευε και διακήρυττε ότι «Οι Έλληνες δεν θα ένιωθαν πραγματικά ανεξάρτητοι», όπως γράφει ο Σπηλιάδης, «παρά μόνο όταν θα είχαν τουλάχιστον άφθονα τα προς το ζειν». Αυτή την οικονομική ανεξαρτησία του λαού, στήριγμα της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που επιθυμούσε ο Καποδίστριας για τους Έλληνες, αυτήν καταπολεμούσαν οι πρόκριτοι με το πρόσχημα, δήθεν, της ελευθερίας, αποκαλώντας τον Καποδίστρια τύραννο.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη στην Ύδρα. Στις παράλογες απαιτήσεις των Υδραίων πλοιοκτητών, που απαιτούσαν να καταβάλει σ’ αυτούς, κατά προτεραιότητα, το Κράτος όλα τα έξοδα, που έκαναν τον καιρό της Επανάστασης και να τους αποζημιώσει στο ακέραιο για όλες τις ζημιές, που έπαθαν τα πλοία τους, ο Καποδίστριας, ενώ άρχισε να τους καταβάλει σε δόσεις από τα άδεια τότε ταμεία του κράτους και με υποθήκευση των πιο εύφορων εθνικών κτημάτων, το μισό του συνολικού ποσού που είχε καθοριστεί για όλα τα νησιά του Αιγαίου, οι Υδραίοι δέχτηκαν μεν το ποσόν, δεν συμφώνησαν όμως με τον τρόπο της διανομής, που ο Καποδίστριας έχει ορίσει. Να δοθεί, δηλαδή, η πρώτη δόση στις οικογένειες των ναυτών, γιατί, όπως ο ίδιος έγραφε, θεωρούσε κοινωνικά άδικο «να λάβουν οι ευπορούντες μέρος των χρημάτων των προσδιορισμένων εις περίθαλψιν απόρων κατοίκων των ναυτικών νήσων». Στο σημείο αυτό οι πλοιοκτήτες της Ύδρας ήταν ανένδοτοι. Επέμειναν να μοιρασθούν τα χρήματα σ’ αυτούς, ανάλογα με τον αριθμό και τη χωρητικότητα των πλοίων, που είχαν προσφέρει στον Αγώνα. Οπότε το ποσό θα πήγαινε στους πλούσιους και ψίχουλα μόνο στους άνεργους ναυτικούς. Η επιμονή αυτή των πλοιοκτητών αποδείκνυε το ασύστατο των επιχειρημάτων του Κουντουριώτη, ότι απαιτούσε πιεστικά την καταβολή αποζημιώσεων, γιατί ενδιαφέρονταν για τον «δεινώς δυστυχούντα Υδραϊκόν λαόν».

H πιο συγκλονιστική, όμως, για το Έθνος συνέπεια της στάσης των Υδραίων προκρίτων, ήταν η μετέπειτα ανταρσία και κατάληψη του στόλου στο Ναύσταθμο του Πόρου, κατάληψη που είχε σαν αποτέλεσμα την τελική διαταγή του Μιαούλη να ανατιναχθεί στον αέρα όλος ο ελληνικός στόλος. Ευτυχώς η εγκληματική αυτή διαταγή δεν εκτελέστηκε στο ακέραιο. Ωστόσο, τα δύο λαμπρότερα πλοία του ελληνικού στόλου, η κορβέτα Ύδρα και η φρεγάτα Ελλάς ανατινάχτηκαν στον αέρα την 1η Αυγούστου 1831. Ήταν η μεγαλύτερη σε αναλογία καταστροφή, που έπαθε ποτέ ο ελληνικός στόλος. Και η διαταγή δόθηκε από ποιόν; Από τον Μιαούλη, τη μεγάλη αυτή μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που κινήθηκε από τις προσωπικές φιλοδοξίες των Μαυρομιχαλέων και από τα δικά του προσωπικά συμφέροντα. Και είναι εύλογη η κατακραυγή του Κανάρη, παρ’ όλους τους δεσμούς που τον συνέδεαν με τον Μιαούλη: «Είθε να παραδοθή το όνομα του αυτουργού τοιαύτης πράξεως βαρβαρωτάτης εις αιώνιον ανάθεμα». Πού ήταν η ευθύνη του μεγάλου αυτού ναυτικού του ’21, που τόσα και τόσα προσέφερε στην Επανάσταση;

Ακριβώς ένα μήνα και 27 μέρες μετά, την 27 Σεπτεμβρίου 1831, ο αδελφός και ο γυιός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, Κωνσταντίνος και Γεώργιος, δολοφονούσαν τον Καποδίστρια. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, τη στιγμή, που, προσπαθώντας να διαφύγει από την οργή του πλήθους, ζητούσε άσυλο στο σπίτι του Γάλλου αντιπρέσβυ: «Ο τύραννος δεν ζη πλέον, εξέπνευσεν από τας ιδικάς μου χείρας και από τας χείρας του θείου μου». Είναι φανερό, ότι όταν εκτελούσε το έγκλημά του, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης πίστευε πως θυσίαζε τη ζωή του για την ελευθερία, χωρίς ούτε στιγμή να αναλογιστεί, στο φανατισμό του επάνω, τις φοβερές για το Έθνος ευθύνες μιας τέτοιας πράξης.

Το πόσο λίγο η πράξη αυτή του Μαυρομιχάλη ανταποκρίνονταν στο αίσθημα της ελευθερίας του ελληνικού λαού, φαίνεται από τα λόγια αυτά του Κολοκοτρώνη: «Την αυγήν όπου το έμαθαν οι πολίτες της Τριπολιτσάς, έμειναν νεκροί. Άφησαν τα εργαστήριά τους, τις δουλειές τους, και επερπατούσαν στους δρόμους σαν τρελλοί…». Φαίνεται ακόμη και από τις αναφορές του ανώνυμου λαού, όπως διατυπώνονται στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους: «Είθε η 27η Σεπτεμβρίου 1831, ημέρα σκοτεινή… ημέρα του τάφου της τύχης των Ελλήνων να ήθελεν εκλείψει από τον χρόνον…». Ή ακόμα: «Θρηνεί η Ελλάς, διότι βλέπει εαυτήν χήραν, τα τέκνα της ορφανά, την ύπαρξίν της εις το άδηλον εκτεθειμένην, θρηνεί διότι έχασε το παν…». Ό «τύραννος» που δολοφονούσε ο Μαυρομιχάλης, εν ονόματι της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, ήταν ο άνθρωπος που ήθελε να μοιράσει τη γη στους ακτήμονες, να καταργήσει τα προνόμια ορισμένων επαρχιών, όπως της Μάνης και της Ύδρας, να επιβάλλει τους ίδιους φόρους παντού για το καλό και την προκοπή του Έθνους, να δώσει πρώτα τις πολεμικές αποζημιώσεις στους φτωχούς και άεργους ναύτες και κατόπι στους πλούσιους πλοιοκτήτες, ήταν όμως μαζί και ο μεγαλύτερος Έλληνας πολιτικός της εποχής εκείνης, ο θαυμάσιος διπλωμάτης και οργανωτής του ανύπαρκτου τότε κράτους. Το πόσο μεγάλη καταστροφή ήταν για τον τόπο η δολοφονία του Καποδίστρια φάνηκε αμέσως μετά, με την απολυταρχία που εδραίωσε η Αντιβασιλεία, που κατακλείδα της ήταν η δίκη, τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1834, και η καταδίκη σε θάνατο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Θα περιορίσω εδώ τις αναφορές μου στην Ιστορία, γιατί θέλησα να στηρίξω σε συγκεκριμένα γεγονότα όλα όσα έχω να σας πω για την ελευθερία και την ευθύνη. Διάλεξα επίτηδες τα παραδείγματά μου από την Ελληνική Επανάσταση, μια και γιορτάζουμε σήμερα τα 157 χρόνια της. Δεν θα επεκταθώ στην υπόλοιπη Ελληνική Ιστορία, που είναι κι’ αυτή γεμάτη με ανάλογες ενέργειες. Ποιες να πρωτοαναφέρει κανείς, που όλες οφείλονται σε ένα μειωμένο αν όχι ανύπαρκτο αίσθημα ευθύνης. Τις ενέργειες αυτών που κυβέρνησαν την Ελλάδα, την εποχή του Όθωνα, τις διαμάχες του Δεληγιάννη με τον Τρικούπη, που κατέληξαν σε απομάκρυνση του πιο υπεύθυνου πολιτικού που γνώρισε η Ελλάδα στο δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα, απομάκρυνση που είχε σαν συνέπεια την καταστροφή του ’97; Την αντιδικία Βενιζέλου και Κωνσταντίνου, με τελικό αποτέλεσμα τη Μικρασιατική καταστροφή: Τον εμφύλιο σπαραγμό στα μετακατοχικά χρόνια, που είχε κι’ αυτός ολέθριες συνέπειες για τον τόπο μας; Τις απόπειρες εναντίον του Μακάριου και την τραγωδία της Κύπρο; Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά μας σε όλο το μάκρος της Ιστορίας μας είναι ένα μειωμένο αίσθημα ευθύνης απέναντι στο αιώνιο αίτημα της ελληνικής ψυχής, την ανάγκη για ελευθερία. Σκληρή διαπίστωση, που μας ήταν όμως χρήσιμη για να προχωρήσουμε τώρα στην ουσία του θέματός μας. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της άσκησης της ελευθερίας, ποιοι είναι οι περιορισμοί της, ποιες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη;

Είναι φανερό ότι όταν θέτουμε ένα τέτοιο πρόβλημα, σκοπός μας δεν είναι να το θίξουμε σε όλες τις διαστάσεις του. Τόσο η έννοια της ελευθερίας, όσο και η έννοια της ευθύνης, ανταποκρίνονται σε μια σειρά ολόκληρη από θέματα: θεολογικά, μεταφυσικά, κοσμολογικά, βιολογικά, ψυχολογικά, κοινωνιολογικά, νομικά κλπ. Είναι ο άνθρωπος ελεύθερος να αποφασίζει και επομένως υπεύθυνος για τις πράξεις του, ή υπόκειται σε ένα οποιουδήποτε είδους ντετερμινισμό: θεολογικό, μεταφυσικό, φυσικό, βιολογικό, ψυχολογικό, κοινωνικό, οικονομικό ή άλλο; Ή, ακόμα, το αίσθημα της ευθύνης πηγάζει από την ελευθερία της βούλησης του ανθρώπου, ή είναι η εσωτερίκευση μιας αντικειμενικής κοινωνικής συμπεριφοράς, που αρχικά λειτουργεί συλλογικά και που με την εξέλιξη των κοινωνικών δομών περιορίζεται στο άτομο, όπως μας λεν οι εκπρόσωποι της Γαλλικής Κοινωνιολογικής Σχολής του Durkheim; Απομεινάρι του είδους αυτού της ευθύνης είναι η βεντέτα και σε πολλές περιπτώσεις η σύλληψη και η εκτέλεση ομήρων.

Δεν θα θίξω τέτοιου είδους προβλήματα. Η ελευθερία για την οποία σας μιλώ είναι η ελευθερία του Ελληνικού Έθνους, και η ευθύνη, αυτή που σχετίζεται με την απόκτηση και τη διαφύλαξη αυτής της ελευθερίας. Επειδή, όμως η ελευθερία ενός έθνους έχει άμεσο σχέση με την δράση των πολιτών του σαν ατόμων ή σαν κοινωνικών ομάδων, νομίζω ότι για να θέσουμε το θέμα μας επάνω σε μια στέρεη βάση, είναι σκόπιμο να εξετάσουμε ποιες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη σαν έκφραση μιας πανανθρώπινης συμπεριφοράς. Ας μου επιτραπεί εδώ να κάνω προσωρινά μια στροφή στη Φιλοσοφία.

Δακτυλογραφημένο απόσπασμα του Πανηγυρικού λόγου (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).

Λίγο πολύ, όλοι οι φιλόσοφοι έθεσαν το πρόβλημα της ελευθερίας και της ευθύνης, από τους πιο αρχαίους, όπως ο Πυθαγόρας και ο Ηράκλειτος, ως τους πιο σύγχρονους, όπως ο Sartre. Είναι μάλιστα ιδιαίτερα αξιόλογες οι απόψεις τόσο των σοφιστών όσο και των Σωκρατικών, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μα και του Επίκουρου και των Στωικών επάνω στο θέμα αυτό. Ο φιλόσοφος όμως που μας επιτρέπει να εισχωρήσουμε ως την ουσία του προβλήματος που εξετάζουμε εδώ, είναι, κατά τη γνώμη μου, ο Καντ. Γι αυτό θεωρείται άλλωστε ένας από τους κύριους θεμελιωτές του Διεθνούς Δικαίου. Γιατί έδειξε, με τον πιο καθαρό τρόπο, ποιοι είναι οι βασικοί όροι που πρέπει να διέπουν τις σχέσεις των ατόμων και των λαών μεταξύ τους, ώστε να εξασφαλίζεται μαζί με την αρμονική τους συμβίωση, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου, το μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό ελευθερίας. Και επειδή η φιλοσοφία του είναι μια φιλοσοφία ορθολογική, τόσο η αρμονική συμβίωση όσο και η εξασφάλιση της ελευθερίας, παρουσιάζονται σαν λογική συνέχεια της εφαρμογής ορισμένων ηθικών κανόνων, που, κι’ αυτοί με τη σειρά τους, είναι ορθολογικά εδραιωμένοι, γιατί δεν προκύπτουν από κανένα εξωτερικό παράγοντα, αλλά από την ίδια τη λογική φύση του ανθρώπου. Έτσι, ο άνθρωπος παρουσιάζεται σαν να είναι και αυτός ο ίδιος η πηγή και ο θεμελιωτής της ελευθερίας του και, κατά συνέπεια, απόλυτα υπεύθυνος γι’ αυτήν.

Ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά, όπως παρουσιάζονται στο έργο του «Κριτική του Πρακτικού Λόγου». Η βούληση του ανθρώπου, λέει ο Καντ, είναι η άμεση έκφραση του Λόγου, όχι όμως του Λόγου που διέπει τη θεωρητική γνώση, μα αυτού που προσδιορίζει την πράξη, δηλαδή την ανθρώπινη συμπεριφορά. Είναι όμως μέσα στη φύση του Λόγου να επιβάλλει γενικούς κανόνες που ο ίδιος ελεύθερα νομοθετεί. Και όταν λέμε γενικούς κανόνες, εννοούμε κανόνες που γίνονται ελεύθερα αποδεκτοί από όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, γιατί πηγάζουν άμεσα από την ελεύθερη βούλησή τους. Ακόμα, πρέπει να είναι τέτοιοι, που να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση και να κατοχυρώνουν την ανθρώπινη ελευθερία, γιατί αποτελούν την άμεση έκφραση της.

Οι κανόνες αυτοί παρουσιάζονται με τη μορφή της «κατηγορηματικής προσταγής», δηλαδή του νόμου του χρέους, της ευθύνης να εφαρμόζει ο άνθρωπος τους κανόνες που ο ίδιος, σαν μέλος της πανανθρώπινης κοινωνίας έχει ελεύθερα νομοθετήσει. Γι’ αυτό, για τον Κάντ, ελευθερία και ευθύνη, είναι δύο έννοιες αδιάρρηκτα δεμένες μεταξύ τους, ή καλύτερα, οι δυο πλευρές ενός ίδιου νομίσματος. Είμαι ελεύθερος, γιατί εγώ ο ίδιος επιβάλλω στον εαυτό μου τα καθήκοντά μου σαν λογικό ον, εν ονόματι όλης της ανθρωπότητας, και είμαι υπεύθυνος, γιατί εγώ ο ίδιος, με την ελεύθερη βούλησή μου, τα έχω προσδιορίσει.

Ποιοι είναι τώρα οι κανόνες αυτοί, που συνοψίζουν σε γενικές γραμμές τις σχέσεις της ελευθερίας με την ευθύνη;

Ο πρώτος είναι: «Να ενεργείς πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε ο κανόνας της δράσης σου, να μπορεί να αποτελέσει ένα νόμο καθολικής συμπεριφοράς». Δηλαδή, τότε μόνο κατοχυρώνεται ηθικά μια πράξη, όταν μπορεί να γενικευθεί. Κι αυτό, γιατί κάθε πράξη που πηγάζει από την ελεύθερη βούλησή μας και γίνεται υπεύθυνα και συνειδητά, εκφράζει τον ίδιο το λόγο, και η πρωταρχική λειτουργία του λόγου είναι ότι μπορεί και γενικεύει. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα από τα ιστορικά γεγονότα, που σας ανέφερα. Τη διαταγή του Μιαούλη να ανατιναχθεί όλος ο Ελληνικός στόλος. Αν ο κανόνας μιας τέτοιας πράξης, μπορούσε να γενικευθεί, τότε θα έπρεπε, ο κάθε αρχηγός του στόλου, κάθε φορά που θα ήταν δυσαρεστημένος, να δίνει διαταγή να βυθίζονται όλα τα πλοία που θα είχε κάτω από τη διοίκηση του. Καταλαβαίνετε πόσο μια τέτοια συμπεριφορά θα ήταν παράλογη.

Ο δεύτερος κανόνας είναι: «Να ενεργείς πάντα με τέτοιο τρόπο, ώστε να θεωρείς την ανθρωπότητα, τόσο μέσα από το άτομο σου όσο και μέσα από τους άλλους, σαν έναν σκοπό και ποτέ σαν ένα μέσο». Στον κανόνα αυτό στηρίζεται ο σεβασμός της ανθρώπινης ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δεν έχουμε δικαίωμα να χρησιμοποιούμε τους άλλους για τους δικούς μας σκοπούς. Και αυτό που είναι σωστό για το άτομο, είναι σωστό και για ένα λαό. Δεν έχει δικαίωμα ένα κράτος να χρησιμοποιεί ένα άλλο για τα δικά του συμφέροντα. Ένα τέτοιο νόημα έχει η Αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η συμφωνία του Ελσίνκι δεν είναι παρά μια προσπάθεια εφαρμογής του κανόνα αυτού της Καντιανής φιλοσοφίας.

Άμεση συνέπεια των κανόνων αυτών είναι η Τρίτη Αρχή που διατυπώνει ο Καντ σαν έκφραση της ελευθερίας της βούλησης, αρχή που αποτελεί και θεμέλιο λίθο κάθε δημοκρατικής πολιτείας: «Να ενεργείς με τέτοιο τρόπο, ώστε η ελευθερία σου να μην περιορίζει την ελευθερία των άλλων σε μια κοινωνία ελεύθερων και ορθοφρονούντων ανθρώπων». Είναι φανερό, ότι έτσι που είναι διατυπωμένος ο κανόνας αυτός, όχι μόνο καθορίζει τα όρια της άσκησης της ελευθερίας σε μια ευνομούμενη πολιτεία, αλλά, ταυτόχρονα, δηλώνει ότι τα μέλη της αναλαμβάνουν την ευθύνη να σεβαστούν τους περιορισμούς που επιβάλλει, μια και οι νόμοι μιας δημοκρατικής πολιτείας πηγάζουν από την ελεύθερη βούλησή τους.

Από όλα αυτά προκύπτει καθαρά, ότι η ελευθερία αυτοπεριορίζεται αναγκαστικά για να υπάρξει σαν ελευθερία, γιατί αν η ίδια δεν καθορίζει τους κανόνες του αυτοπεριορισμού της, καταργεί τον εαυτό της. Έτσι, όμως, μεταμορφώνεται σε μια σειρά από υποχρεώσεις, από καθήκοντα, μεταβάλλεται δηλαδή σε ευθύνη. Μόνο με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνεται η ελευθερία του συνόλου, γιατί μόνο μέσα από αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί η ελευθερία του ατόμου.

Έτσι βλέπουμε ότι η ελευθερία, αν δεν συνοδεύεται από την ευθύνη του περιορισμού της, που κάνει τη λειτουργία της αρμονική με την εξισορρόπηση που επιδιώκει των αντικρουόμενων τάσεων που πηγάζουν είτε από το άτομο είτε από μεμονωμένες κοινωνικές ομάδες, κλείνει μέσα της τους σπόρους της καταστροφής της. Γιατί από ελευθερία μεταβάλλεται σε ασυδοσία, που οδηγεί, τελικά, στην επιβολή μιας κοινωνικής ομάδας επάνω στις άλλες. Τι είναι όμως η εξισορρόπηση των επί μέρους ελευθεριών με τους περιορισμούς που συνεπάγονται; Τι άλλο από την άσκηση της δικαιοσύνης.

Τους κινδύνους που περικλείνει η ανεύθυνη ελευθερία τους περιγράφει θαυμάσια ο Πλάτων, δείχνοντας ότι η επιβολή μιας κοινωνικής ομάδας επάνω στις άλλες, καταργώντας κάθε έννοια δικαιοσύνης, καταλήγει στη καταστροφή της πολιτείας. Αν, μας λέει στο 4ο Βιβλίο της «Πολιτείας», κάποιος που ανήκει στη τάξη των τεχνικών ή των εμπόρων, με τα χρήματα, τους οπαδούς ή την κάθε είδους ισχύ που θα αποκτούσε, βάλει στο νου του να εξουσιάσει την τάξη των πολεμιστών, ή αν ένας από την τάξη των πολεμιστών, που σκοπός της είναι να διαφυλάττει την ακεραιότητα της πολιτείας, θελήσει να εισχωρήσει και να κατευθύνει την τάξη των κυβερνώντων, ενώ δεν έχει τα κατάλληλα προσόντα, ή, αν κάποιος επιχειρήσει να εξουσιάσει και τις τρεις αυτές τάξεις, το αποτέλεσμα θα είναι, καταλύοντας την αρμονία που είναι δικαιοσύνη, με την εγκληματική του αυτή πράξη, να οδηγήσει την πολιτεία στη καταστροφή.

Και νομίζω ότι είναι προτιμότερο να σας διαβάσω το ίδιο το πλατωνικό κείμενο:

Ο διάλογος γίνεται ανάμεσα στο Σωκράτη και το Γλαύκωνα (“Πολιτεία”, Βιβλίο Δ. 434 α κα β): “Αλλ’ όταν γε, οίμαι, δημιουργός ων η τις άλλος χρηματιστής φύσει, έπειτα επαιρόμενος ή πλούτω ή πλήθει ή ισχυι ή άλλω τω τοιούτω εις το του πολεμικού είδος επιχειρή ιέναι, ή των πολεμικών τις εις το του βουλευτικού και φύλακος ανάξιος ων, και τα αλλήλων ούτοι όργανα μεταλαμβάνωσι και τας τιμάς, ή όταν ο αυτός πάντα ταύτα άμα επιχειρή πράττειν, τότε οίμαι και σοι δοκείν ταύτην την τούτων μεταβολήν και πολυπραγμοσύνην όλεθρον είναι τη πόλει. Παντάπασι μεν ούν. Η τριων ρα όντων γενών πολυπραγμοσύνη και μεταβολή εις άλληλα μεγίστη τε βλάβη τη πόλει και ορθότατ’ αν προσαγορεύοιτο μάλιστα κακουργία. Κομιδή μεν ούν. Κακουργίαν δε τη μεγίστην της εαυτού πόλεως ουκ αδικίαν φήσεις είναι; Πως δ’ ου;

Σας το μεταφράζω πρόχειρα:

«Αλλά, όταν όμως, νομίζω, κάποιος είναι τεχνίτης ή οτιδήποτε άλλο, προορισμένος από τη φύση του να κερδίζει χρήματα, και θριαμβολογώντας είτε για τα πλούτη του, είτε για το πλήθος των σπουδών του, είτε για τη δύναμή του, είτε για οτιδήποτε άλλο, βάζει στο νου του να εισχωρήσει στο σώμα των πολεμιστών, ή αν κάποιος από τους πολεμιστές στο βουλευτικό και το σώμα των φυλάκων, μη έχοντας τα προσόντα γι’ αυτό, παίρνοντας ο ένας του άλλου τα όργανα και τις τιμές, ή ακόμα αν ένας ίδιος άνθρωπος επιχειρήσει να τα αναλύσει όλα αυτά, νομίζω, και θα συμφωνήσεις κι εσύ μαζί μου, ότι αυτή η αλλαγή και η πολυπραγμοσύνη θα είναι ολέθριος για την πόλη.

-Συμφωνώ απόλυτα με τη γνώμη σου.

<-Ώστε η πολυπραγμοσύνη τούτη και η μεταβολή που δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στις τρεις αυτές τάξεις και τις συγχέει, όντας καταστρεπτική για την πόλη, σίγουρα θα μπορούσε να την ονομάσει κανείς μέγιστο κακούργημα.

-Ασφαλώς, έτσι είναι.

-Δεν θα παραδεχτείς λοιπόν ότι το μεγάλο τούτο κακούργημα που διαπράττει κάποιος εναντίον της δικής του πόλης πρέπει να ονομαστεί αδικία;

Πώς να μην το παραδεχτώ;

Το θαυμάσιο αυτό πλατωνικό κείμενο μας δείχνει το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε για να εισχωρήσουμε βαθύτερα στο θέμα μας και να καθορίσουμε τις σχέσεις ελευθερίας και ευθύνης στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει εδώ, στην ελευθερία του Έθνους. Εισάγοντας τη δικαιοσύνη σαν βασική προϋπόθεση της διατήρησης της ακεραιότητας και της ελευθερίας μιας πολιτείας και την αδικία σαν κύριο αίτιο της καταστροφής της, καθορίζει ταυτόχρονα την ευθύνη των μελών της. Για να μπορέσει μια πολιτεία να παραμείνει ελεύθερη, δεν πρέπει η ελευθερία του ενός, που ταυτίζεται με την άσκηση των καθηκόντων που του έχει αναθέσει η πολιτεία, να εισχωρήσει στην περιοχή της ελευθερίας και των καθηκόντων του άλλου. Και αυτό ακριβώς που διασφαλίζει την ελευθερία του καθενός, προσδιορίζοντας τα όρια της, και επιτρέπει την αρμονική συμβίωση, είναι η δικαιοσύνη. Και για τον Πλάτωνα και γενικότερα για τους Αρχαίους Έλληνες. δικαιοσύνη και αρμονία είναι δύο έννοιες ταυτόσημες.

Ας ξαναγυρίσουμε τώρα σε ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία της Επανάστασης που σας ανέφερα. Στην ανατίναξη του ελληνικού στόλου από τον Μιαούλη και τη δολοφονία του Καποδίστρια. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με το είδος της αδικίας, που αναφέρει ο Πλάτων, που δεν μπορεί να οδηγήσει παρά σε μια καταστροφή. Την εισχώρηση ενός παράγοντα που ανήκει σε μιαν άλλη τάξη, στη τάξη των κυβερνώντων. Είτε τοποθετήσουμε τον Μιαούλη στη τάξη των πλοιοκτητών, που όπως λέει ο Πλάτων, σκοπός της είναι η απόκτηση πλούτου, είτε στη τάξη των στρατιωτικών, κυβερνήτης εντολοδόχος του λαού ήταν ο Καποδίστριας. Δίνοντας διαταγή να ανατιναχθεί ο στόλος, ο Μιαούλης θέλησε να οικειοποιηθεί το ρόλο του Κυβερνήτη, που δεν του ανήκε. Το ίδιο έκανε και η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων. Ενώ ανήκε στη τάξη των προκρίτων του πλούτου, θέλησε να παίξει αρνητικά το ρόλο του Κυβερνήτη του Έθνους, καταλύοντας τον ίδιο τον Κυβερνήτη με μια δολοφονική πράξη. Αποτέλεσμα: κατάλυση της δικαιοσύνης, κατάλυση της αρμονίας, με όλα τα καταστρεπτικά επακόλουθα που άλλαξαν την πορεία της ελληνικής ιστορίας.

Ελληνικός Βορράς, 28 Μαρτίου 1978 (Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών/Αρχείο Γεωργίου Μουρέλου/ Φάκ..VΙ.2[32] ).

Και για να τελειώσω με τις αναδρομές μου στη Φιλοσοφία, θα αναφερθώ και σε ένα άλλο φιλόσοφο, τον Αριστοτέλη, μια και το Πανεπιστήμιο μας γιορτάζει, όλες αυτές τις μέρες, τα δυο χιλιάδες τριακόσια περίπου χρόνια από τη γέννηση του. Γιατί, αν όπως φάνηκε, ελευθερία και ευθύνη έχουν έναν κοινό παρανομαστή, τη δικαιοσύνη, ο φιλόσοφος που μας έδωσε την πιο ολοκληρωμένη, μα και την πιο συγκεκριμένη εικόνα της δικαιοσύνης, είναι ο Αριστοτέλης. Όχι μόνο γιατί θεωρεί τη δικαιοσύνη σαν την υψηλότερη και τελειότερη αρετή, στην οποία περιλαμβάνονται όλες οι άλλες, και διακρίνει δύο είδη δικαιοσύνης, την διανεμητική και τη συναλλαγματική, χωρίς τις οποίες καμμιά κοινωνία δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά, μα γιατί με βάση τη δικαιοσύνη, μας δίνει μια γενική θεωρία της αρετής, που μπορεί να εφαρμοστεί στο εσωτερικό ενός κράτους για να διασφαλίσει την καλή λειτουργία του.

Έτσι, μας λέει, ότι η αρετή είναι μια συνήθεια προαιρετική, που δεν οδηγεί σε καμμίαν ακρότητα, αλλά βρίσκεται στο μέσο, γιατί στηρίζεται στη φρόνηση. «Έστιν άρα η αρετή έξις προαιρετική, εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς, ωρισμένη λόγω και ως αν ο φρόνιμος ορίσειεν». Τα κύρια χαρακτηριστικά της αρετής, επομένως και της δικαιοσύνης, είναι, λοιπόν, ότι πηγάζουν από την ελεύθερή μας βούληση, εφόσον είναι προαιρετικές, ότι δημιουργούνται χάρη στην συχνή επανάληψη, εφόσον είναι συνήθειες, ότι εκφράζουν τη μεσότητα, το σωστό δηλαδή μέτρο, και ότι πηγάζουν από τη φρόνηση και στηρίζονται στη λογική.

Μ’ αυτά που μας λέει ο Αριστοτέλης, με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη, καθορίζει τις σχέσεις ελευθερίας και ευθύνης. Γιατί στηρίζοντας την ελευθερία στη φρόνηση, δείχνει ταυτόχρονα, ότι η ευθύνη βρίσκεται στο ποσοστό της σωστής εκτίμησης μιας πράξης, εκτίμησης που πηγάζει, από την ίδια τη λογική, έτσι ώστε κάθε απόφασή μας να μην ξεπερνά τα δίκαια μέτρα. Και ακόμα, ότι ο τρόπος με τον οποίο κατοχυρώνεται η δικαιοσύνη, είναι η σωστή επανάληψη ελεύθερων και υπεύθυνων πράξεων.

Θα σταματήσω εδώ τις αναφορές μου στη Φιλοσοφία. Νομίζω όμως, ότι όσα σας είπα, είναι αρκετά για να καθορίσουμε το περιεχόμενο της ελευθερίας και της ευθύνης. Η σωστή άσκησή τους, προϋποθέτει τη φρόνηση. Και για να γυρίσω πάλι στα όσα σας είπα για την Ελληνική Επανάσταση, δεν ήταν η αγάπη για την ελευθερία, μα η φρόνηση, που έλειψε από ορισμένους αρχηγούς, γιατί ο καθένας θέλησε να εισχωρήσει στην περιοχή του άλλου, διαπράττοντας με κάποιο τρόπο το είδος της αδικίας, για το οποίο μας μίλησε ο Πλάτων.

Είναι γνωστός ο χαρακτηρισμός που δίνεται από μερικούς ξένους στους Έλληνες: «Δύο Έλληνες, πέντε καπεταναίοι».

>Πολύ φοβάμαι ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι σωστός, γιατί βγαίνει από όλη την ιστορία μας.  Γι’ αυτό, αν στη διατύπωση του θέματος της ομιλίας μου, «Ελευθερία και Ευθύνη», προσέθεσα τη φράση «Διπλή παρακαταθήκη του ’21», είναι γιατί νομίζω ότι, αν οι ήρωες του ’21 έβγαιναν από τον τάφο και μιλούσαν στη θέση μου, δεν θα μας παρουσίαζαν μόνο τα ανδραγαθήματά τους, αλλά και θα μας έλεγαν τί πρέπει να αποφύγουμε, που να εξαρτάται από εμάς, αν θέλουμε να διατηρήσουμε την ελευθερία, που με τόσες θυσίες μας παρέδωσαν. Τα λόγια, άλλωστε, του ίδιου του Κολοκοτρώνη από το Λόγο που εξεφώνησε στην Πνύκα στις 8 Οκτωβρίου 1838, είναι χαρακτηριστικά:

«Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια, και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εξύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμεν και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσο τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι, μιαν αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξεν». Και συνεχίζοντας προσθέτει: «… ένας έμπαινε πρόεδρος έξη μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο, και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό πλην καθένας κατά τη γνώμη του».

Κυρίες και Κύριοι,

Νομίζω ότι έπειτα από 140 χρόνια θα μπορούσε να επαναλάβει κανείς λέξη προς λέξη τα σοφά αυτά λόγια του Κολοκοτρώνη. Και οφείλω να σας ομολογήσω, ότι βλέποντας τα όσα συμβαίνουν γύρω μου σε τούτο τον τόπο, με τα μάτια ενός αντικειμενικού παρατηρητή που δεν θέλει να κομματίζεται, ώστε να μην επηρεάζεται η κρίση του από συναισθηματικά ή ταξικά δεδομένα, όμως και με τα μάτια ενός ανθρώπου που αγαπά την πατρίδα του, αισθάνομαι δέος. Η άσκηση της ελευθερίας σπάνια συνοδεύεται από την ανάλογη ευθύνη, από την απαραίτητη φρόνηση, από τη συνείδηση των δυνατοτήτων μας σαν ελεύθερου μα και μικρού κράτους. Όλοι τα θέλουν όλα. Ο ένας τραβά από δω, ο άλλος από κει. Ίσως βέβαια ο καθένας από την πλευρά του να έχει δίκαιο, όλοι όμως έχουν άδικο σε σχέση με τα πεπρωμένα αυτού του τόπου.

Οι στιγμές που ζούμε σήμερα είναι από τις πιο κρίσιμες και τις πιο επικίνδυνες για το Έθνος μας για χίλιους δυο λόγους, από τους οποίους θα σας αναφέρω μόνο μερικούς:

Γιατί βρισκόμαστε σε μια από τις πιο εκρηκτικές περιοχές του κόσμου, όπου συγκρούονται μεγάλα στρατιωτικά και πολιτικά συμφέροντα.

Γιατί βρισκόμαστε σε μια εποχή τεχνοκρατικού πολιτισμού, όπου ο ανθρώπινος ηρωισμός παίζει μικρό μόνο ρόλο και είναι πολύ δύσκολο να αναπτύξουμε μια τεχνολογία τέτοια, ώστε να μην έχουμε ανάγκη να εξαρτάμε την άμυνα μας από άλλους.

Γιατί δεν αναπτύξαμε ακόμα τις βιομηχανίες που μας χρειάζονται για να μπορούμε να προσαρμοζόμαστε άνετα στις γρήγορα μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες της εποχής μας.

Γιατί περιστοιχιζόμαστε από ύπουλους εχθρούς, και περιμένουμε τη βοήθεια μας από άσπονδους φίλους.

Γιατί έχουμε αφεθεί αμέριμνα στις συνθήκες μιας εύκολης και άκαρπης ζωής, που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές μας δυνατότητες, που αμβλύνει τις ικανότητές μας για αντίσταση και δεν εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον.

Γιατί επικρατεί σύγχυση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής μας ζωής και δεν είμαστε σε θέση να υπολογίζουμε τις απώτερες συνέπειες των αποφάσεων και των πράξεων μας.

Όλα αυτά προδιαγράφουν, δυστυχώς, ένα αβέβαιο μέλλον, ένα μέλλον που προετοιμάζεται στο σκοτάδι και μπορεί να ορθωθεί μπροστά μας ξαφνικά. Η εισβολή στην Κύπρο είναι ένα τραγικό παράδειγμα που πρέπει να μας κρατά σε διαρκή εγρήγορση.

Αν το πρώτιστο αγαθό για ένα λαό είναι να έχει την ελευθερία του, δεν πρέπει όμως κοντά σ’ αυτό να ξεχνά, ότι όλες οι άλλες ελευθερίες, η πολιτική, η οικονομική, η ελευθερία της γνώμης κλπ που είναι απαραίτητο να υπάρχουν σε μια ευνομούμενη πολιτεία για να διασφαλίζεται η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός κάθε ανθρώπου, όλες αυτές οι ελευθερίες παύουν αυτόματα να υπάρχουν όταν καταλυθεί η ελευθερία του κράτους. Πολλές, όμως, φορές, οι επί μέρους αυτές ελευθερίες, όταν δεν καθοδηγούνται από τη φρόνηση και το αίσθημα της συλλογικής ευθύνης, με τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις που δημιουργούν, αμβλύνουν την ενότητα ενός έθνους και προετοιμάζουν την καταστροφή του.

Νομίζω ότι ένα καλό μάθημα για μας τους Έλληνες, σε οποιαδήποτε παράταξη και αν ανήκουμε, θα ήταν να συμβουλευόμαστε από καιρό σε καιρό ένα ιστορικό χάρτη της Ευρώπης, για να βλέπουμε τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στα 157 αυτά χρόνια που μας χωρίζουν από την Ελληνική Επανάσταση. Θα διαπιστώναμε τότε, ότι τόσες και τόσες φορές άλλαξαν τα σύνορα όλων των κρατών, ότι ολόκληρες αυτοκρατορίες όπως η Αυστροουγγρική ή η Οθωμανική έχουν καταλυθεί, ότι καινούργια κράτη, όπως η Ιταλία, η Τσεχοσλοβακία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία, η Αλβανία έχουν εμφανιστεί και ότι άλλα έχουν εξαφανιστεί.

Οι πολιτισμοί, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Πωλ Βαλερύ, είναι θνητοί. Ακόμη περισσότερο τα διάφορα έθνη. Και η διατήρηση της ζωής τους εξαρτάται, νομίζω, σε μεγάλο βαθμό από τη θέλησή τους για ύπαρξη, και αυτή τους η θέληση από την ανάληψη των ευθυνών από όλους, τους Κυβερνώντες και τους Κυβερνόμενους, την κάθε κοινωνική ομάδα και το κάθε άτομο χωριστά. Και η φρόνηση λέει, ότι αυτό που πρέπει να πρυτανεύει, είναι η διαφύλαξη της ενότητάς μας με πράξεις δικαιοσύνης τέτοιες, που να εξασφαλίσουν την αρμονία στις σχέσεις μας, έτσι ώστε το συλλογικό συμφέρον να μην υποσκελίζεται και υποτάσσεται στο ατομικό. Και με ατομικό, δεν εννοώ μόνο τα μεμονωμένα άτομα, αλλά και όλες τις προνομιούχες ομάδες, που θυσιάζουν με κερδοσκοπικές ή άλλες πράξεις τα συμφέροντα του Έθνους στα προσωπικά τους συμφέροντα.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Ελληνικός Λαός είναι από τους λαούς εκείνους που έδειξαν με τις πράξεις τους ότι επάνω απ’ όλα βάζουν την ελευθερία, γιατί τη θεωρούν σαν το υπέρτατο ανθρώπινο αγαθό. Γι’ αυτό θα ήθελα να τελειώσω την ομιλία μου με την ακόλουθη διαπίστωση.

Έχουμε την τύχη, εμείς οι Έλληνες, να έχουμε τον ωραιότερο, ίσως, εθνικό ύμνο από όλους τους άλλους λαούς. Όχι μόνο γιατί γράφτηκε από έναν πολύ μεγάλο ποιητή, μα και γιατί είναι ένας ύμνος στην Ελευθερία. Δεν έχω, λοιπόν, παρά να επικαλεσθώ μερικούς από τους στίχους, για να τιμήσω τη μνήμη των ηρώων του ’21, για να εκφράσω αυτό που αποτελεί την πεμπτουσία της ελληνικής ψυχής, την αγάπη και την πίστη στην Ελευθερία:

«Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη

των Ελλήνων τα ιερά

και σαν πρώτα αντριωμένη

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά.»

 

O Γεώργιος Μουρέλος (Κωνσταντινούπολη, 1912 – Αθήνα, 1994) υπήρξε Τακτικός Καθηγητής της Α΄ έδρας της Συστηματικής Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ήταν ο πρώτος Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής έπειτα από την πτώση της χούντας, οπότε και αναγορεύτηκε ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος σε επίτιμο διδάκτορα (γεγονός με ύψιστη συμβολική σημασία για την εποχή). Πέραν της ακαδημαϊκής ιδιότητας, ο Γεώργιος Μουρέλος διετέλεσε, μεταξύ άλλων, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής, πρόεδρος του Συλλόγου “Οι Φίλοι του Μπουζιάνη”, μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Αισθητικής, μέλος της Διεθνούς Ενώσεως Κριτικών της Τέχνης (AICA) και ιδρυτικό μέλος του Τελλογλείου Ιδρύματος Τεχνών. Το 1976 εξελέγη Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας (Académie des Sciences Morales et Politiques) και το 1979 του απενεμήθη από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας το παράσημο του Τάγματος της Αξίας (Ordre du Mérite). Το ογκώδες αρχείο του (161 φάκελοι και σημαντικό οπτικοακουστικό υλικό), δωρήθηκε στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών από τον γιο του, Γιάννη Μουρέλο, και αποτελεί πολύτιμη συμβολή για τη μελέτη της ιστορίας του Α.Π.Θ., της Θεσσαλονίκης και των Γραμμάτων και των Τεχνών, γενικότερα, στη χώρα μας.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

¹ Η απογραφή του 1828 έγινε με γνώμονα τη διοικητική διαίρεση του έτους εκείνου (Πελοπόννησος και ορισμένα νησιά). Συνεπώς, ο αριθμός των 753.400 κατοίκων δεν αφορά παρά τις παραπάνω μόνο περιοχές. Μέσω του αποτελέσματος της απογραφής του 1828 επιχειρήθηκε εκτίμηση του πληθυσμού κατά το έτος 1821 (ή όπως αναφερόταν: “εξακριβώθη αναδρομικώς ο πληθυσμός κατά το 1821”): 938.765 κάτοικοι.

 

 

 

Dominique de Font-Réaulx: O Delacroix και η Ελλάδα. Το ιστορικό μιας εικαστικής στράτευσης

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

 

Dominique de Font-Réaulx

O Delacroix και η Ελλάδα.

Το ιστορικό μιας εικαστικής στράτευσης

 

Το παρακάτω κείμενο εκφωνήθηκε υπό μορφή διάλεξης στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών στις 14 Δεκεμβρίου 2016, με τίτλο: “Delacroix et la Grèce. Un engagement pictural”. H διάλεξη έλαβε χώρα στο πλαίσιο της έκθεσης “Ο Delacroix σκηνοθετεί το ΄21”. Η Clio Turbata εκφράζει τις ευχαριστίες της προς τη διακεκριμένη ομιλήτρια για την ευγενή παραχώρηση του κειμένου και προς την Γενική Γραμματέα του ΤΙΤ, Ομότιμη Καθηγήτρια του ΑΠΘ κ. Αλεξάνδρα Γουλάκη – Βουτυρά, χάρη στην μεσολάβηση της οποίας καθίσταται σήμερα δυνατή η ανάρτηση του τελευταίου στον διαδικτυακό τόπο μας.

Είναι γνωστό πως ο Eugène Delacroix (1798 – 1863) ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητος στη βούληση των Ελλήνων για ανεξαρτησία από τον οθωμανικό ζυγό. Αφιέρωσε στους αγώνες, αλλά και στις δοκιμασίες των τελευταίων δυο σημαντικούς πίνακες: Σκηνές των Σφαγών της Χίου το 1824 και Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου δυο χρόνια αργότερα, το 1826. Πέραν, όμως, αυτού, η ελληνική αρχαιότητα, όπως άλλωστε και η σύγχρονη για την εποχή του Ελλάδα, έτσι όπως εκφραζόταν δια μέσου της λογοτεχνίας και της απεικόνισης διατρέχουν το έργο του έως το τέλος. Η στράτευσή του υπήρξε εξολοκλήρου εικονογραφική. Προσκολλημένος στην πατρίδα του, δεν πραγματοποίησε παρά δυο, μονάχα, ταξίδια στο εξωτερικό, ένα πρώτο στην Αγγλία το 1825 και ένα δεύτερο στο Μαρόκο το 1832. Δεν επισκέφτηκε ποτέ την Ελλάδα, ούτε την Ιταλία. Κι όμως, το ενδιαφέρον του για την αρχαιότητα, ελληνική και ρωμαϊκή, υπήρξε συνεχές. Οι παραστάσεις που διέθετε ήταν μουσειακής, λογοτεχνικής και φωτογραφικής προέλευσης. Το πάθος του για την αρχαία και τη νεώτερη Ελλάδα τροφοδοτήθηκε από τις επισκέψεις του στα μεγάλα μουσεία (το Λούβρο, κυρίως, αλλά και το Βρετανικό Μουσείο), στις βιβλιοθήκες (υπήρξε τακτικός επισκέπτης της Βασιλικής Βιβλιοθήκης του Παρισιού, ειδικότερα δε του τμήματος Νομισμάτων της τελευταίας) και από τα διαβάσματά του (διέθετε ο ίδιος κλασσική παιδεία και έτρεφε ιδιαίτερη αδυναμία για τα κείμενα του Byron). Συνεπώς, χάρη στα παραπάνω, ο Delacroix κατασκεύασε μέσα στο νου του ένα ελληνικό όραμα, όπου συχνά η αρχαιότητα επικαλύπτεται με την πραγματικότητα της εποχής του, με αποτέλεσμα οι προσλήψεις της πρώτης, να διαπερνώνται από τις παραστάσεις της δεύτερης και αντίστροφα. Στα παραπάνω συμπεριέλαβε, με έναν αρκετά πρωτοπόρο τρόπο, το στοιχείο του οριενταλισμού. Όπως θα διαφανεί παρακάτω, εν τέλει κατάφερε να εντάξει στο έργο του, αναμιγνύοντάς τις, τόσο την αρχαία όσο και τη νεώτερη Ελλάδα.

Eugène Delacroix, Αυτοπροσωπογραφία, 1837, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.
Φωτογραφία του καλλιτέχνη από τον Félix Nadar, 1858.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένας από τους λόγους που εξηγούν τα απειροελάχιστα ταξίδια εκτός των συνόρων της Γαλλίας, τα οποία ο Delacroix πραγματοποίησε σε ολόκληρη τη ζωή του, είναι η κλίση του καλλιτέχνη προς το φαντασιακό. Κατά κάποιο τρόπο δίσταζε να μεταβεί επί τόπου, φοβούμενος μήπως η πραγματικότητα διαψεύσει την εικόνα που ο ίδιος είχε τόσο επιμελώς πλάσει για τον εαυτό του. Άλλωστε, δεν έκρυψε την απογοήτευση που ένιωσε στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Στη θέση της Αγγλίας του Shakespeare και του Walter Scott, που είχε κατά νου, συνάντησε εκείνη της βιομηχανικής επανάστασης (“Δεν υπάρχει τίποτα για να ζωγραφίσει κανείς εδώ”, δήλωσε χαρακτηριστικά). Αντίθετα, στο δεύτερο και τελευταίο του ταξίδι στο Μαρόκο, όχι μόνο συνάντησε την Ανατολή, έτσι όπως την φανταζόταν, αλλά και την Αρχαιότητα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πάντρεμα της φαντασίας με την πραγματικότητα υπήρξε απόλυτο. Παρά ταύτα, ο Delacroix απέφυγε επιμελώς να επισκεφθεί την Ελλάδα και την Ιταλία, επικαλούμενος εύθραυστη υγεία, κόπωση και κάθε άλλη προσφερόμενη δικαιολογία προκειμένου να πείσει πρωτίστως τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν υπάρχει αμφιβολία, επομένως, πως η Ελλάδα του Delacroix υπήρξε αποκύημα της φαντασίας του καλλιτέχνη. Όχι αποκλειστικά, ωστόσο, καθώς φρόντιζε συστηματικά να συλλέγει πληροφορίες γι’ αυτήν. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξέφραζε για τα διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα, που, με αξιοσημείωτη συχνότητα, η σκαπάνη έφερνε στο φως. Πέραν αυτού όμως, η Ελλάδα του Delacroix διαμορφώθηκε μέσα από ένα σύνολο στοιχείων που είχε στην κατοχή του.

Eugène Delacroix, Cavaliers arabes, Ιδιόχειρες σημειώσεις από την επίσκεψη του καλλιτέχνη στο Μαρόκο, Παρίσι, Μου-
σείο του Λούβρου.

Ανάμεσα στις πηγές έμπνευσης του καλλιτέχνη, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι λιθογραφίες, που κοσμούσαν το βιβλίο του φιλέλληνα ζωγράφου και αρχαιολάτρη Louis Dupré (1789 – 1837). Σε μια από αυτές απεικονίζεται ο πρόξενος της Γαλλίας [σημ. μεταφρ. και γνωστός αρχαιοκάπηλος] Louis-Sébastien Fauvel καθιστός μπροστά από ένα καβαλέτο στη βεράντα της οικίας του. Στο βάθος διακρίνεται η Ακρόπολη. Σε περίοπτη θέση, ακουμπισμένο στον τοίχο της βεράντας, αναδεικνύεται ανάγλυφα ένα τμήμα προερχόμενο από τη νότια ζωφόρο του Παρθενώνα. Πρόκειται για ένα θραύσμα, το οποίο φαίνεται πως είχε αποτελέσει στο παρελθόν αντικείμενο θυελλωδών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον Fauvel και τον λόρδο Elgin, προτού καταλήξει τελικά στα χέρια του πρώτου. Πραγματεύεται τη σύγκρουση μεταξύ Λαπίθων και Κενταύρων, ένα θέμα υψίστης συμβολικής σημασίας για τους αρχαίους Έλληνες, καθώς εκπροσωπούσε γι αυτούς την αντιπαράθεση του πολιτισμένου κόσμου με τους βαρβάρους. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι στην περίπτωση του συγκεκριμένου έργου του Dupré, το ίδιο θέμα υπαινισσόταν το ενδιαφέρον της δυτικής Ευρώπης έναντι της Ελλάδας.

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υδατογραφία του κόμη Palatiano με σουλιώτικη περιβολή, μιας παράξενης προσωπικότητας, που είχε το προνόμιο να αποθανατιστεί από καλλιτέχνες όπως ο Delacroix, ο Richard Parkes Bonington, o Paul Huet, ο Louis Boulanger, ο Alexandre Colin και, στην περίπτωση, ο ο Jules-Robert Auguste (1789-1850).

Ο νεαρός και πολλά υποσχόμενος Δημήτριος, κόμης Palatiano (1794-1849), γόνος γνωστής Κερκυραϊκής οικογένειας, ταξίδεψε αρχικά στην Αλβανία, στην Ήπειρο και στα νησιά του Ιονίου πελάγους προτού καταλήξει στην Ιταλία και στη Γερμανία. Εν συνεχεία εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου αναγορεύτηκε σε πρέσβη. Συνήψε δυο επωφελείς γάμους, το 1826 και το 1834, προτού επιστρέψει στη γενέτειρά του. Πέθανε βυθισμένος στα χρέη στην αυλή του βασιλείου της Νεαπόλεως. Όλες οι απεικονίσεις χρονολογούνται από την εποχή μιας επίσκεψης που πραγματοποίησε στο Παρίσι και τον εμφανίζουν με περιβολή των Σουλιωτών ηρώων της Ελληνικής Επανάστασης. Σε αντίθεση με τον Delacroix, o Jules-Robert Auguste ταξίδεψε πολύ και δημιούργησε μια πλούσια συλλογή από αντικείμενα και ενδυμασίες. Μέσω της τελευταίας, ο Delacroix πήρε μια γεύση της Ανατολής και σε αυτό το επίπεδο.

Αριστερά: Louis Dupré, L’Acropolis, vue de la maison du consul de France, M. Fauvel, 1819. Δεξιά: Jules-Robert Auguste, Portrait présumé du Comte Palatiano en costume souliote, 1825, Παρίσι, Μουσείο Delacroix.

Πηγή έμπνευσης υπήρξε και ο ζωγράφος Alexandre Colin (1798-1875). O Colin ξεκίνησε σπουδές το 1814 στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου εντάχθηκε στο εργαστήρι της Anne-Louis Girodet-Trioson, παλαιάς μαθήτριας του επίσημου ζωγράφου του Ναπολέοντα Α΄, Jacques-Louis David. Εκεί γνωρίστηκε περί το 1819 με τους Delacroix, Géricault και Bonington. Τον Μάιο του 1825, ο Colin συνόδευσε τον Delacroix στην Αγγλία. Οι δυο άνδρες συνδέθηκαν με βαθειά φιλία και αντάλλαξαν μια πλούσια αλληλογραφία έως τον θάνατο του δευτέρου, το 1863. Σε ηλικία μόλις 21 ετών, ο Alexandre Colin έκανε την πρώτη δημόσια εμφάνιση στο Σαλόνι Ζωγραφικής του 1819, με ένα έργο που έφερε τον τίτλο: Προσωπογραφία γυναίκας. Έκτοτε, εξέθετε τακτικά την δουλειά του στο Σαλόνι, με τελευταία φορά το έτος 1868. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φορές όπου απέσπασε βραβεία. Το ενδιαφέρον στοιχείο στην περίπτωση του Colin, είναι το ότι εμπνεύστηκε κατ’ επανάληψη από την Ελληνική Επανάσταση. Το 1826, όπως άλλωστε και ο Delacroix, συμμετείχε σε έκθεση εν είδει εράνου “Για την ενίσχυση των Ελλήνων”, την οργάνωση της οποίας είχε αναλάβει η γκαλερί Lebrun. Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε τρεις πίνακες: Επεισόδιο από τον τρέχοντα πόλεμο της Ελλάδας (Épisode de la Guerre actuelle en Grèce), Το Ελληνόπουλο (L’ Enfant grec) και Ο Γκιαούρης (Le Giaour). Το τελευταίο θέμα, εμπνευσμένο από ένα ποίημα του Byron, αξιοποιήθηκε αργότερα και από τον Delacroix.

Alexandre Colin, Le Giaour, 1826.
Eugène Delacroix, Combat du Giaour et du Pacha, 1835, δεύτερη εκδοχή, Παρίσι, Petit Palais.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η συγκεκριμένη έκθεση, συνοδευόμενη από έκδοση ειδικού καταλόγου, γνώρισε αξιοσημείωτη επιτυχία. Μέσα σε έξι μήνες, την τίμησαν με την παρουσία τους περί τους 29.000 επισκέπτες, γεγονός, το οποίο αποκαλύπτει το ζωηρό ενδιαφέρον της γαλλικής κοινής γνώμης για τα τεκταινόμενα, την ίδια ακριβώς εποχή, στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο πίνακας του Colin Επεισόδιο από τον τρέχοντα πόλεμο της Ελλάδας, υπήρξε από τους πόλους έλξης της έκθεσης, από κοινού με το μεγαλειώδες έργο του Delacroix, που έφερε τον τίτλο: Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου (La Grèce sur les ruines de Missolonghi).

Συνεπώς, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1820, ο νεαρός Delacroix, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες της γενιάς του, γοητεύτηκε από την Ανατολή, τα ήθη, τις συνήθειες, τις ενδυμασίες και τον τρόπο της εκεί ζωής. Το ενδιαφέρον και ο θαυμασμός του αυξήθηκαν κατακόρυφα από τις συχνές επισκέψεις του στο εργαστήρι του Jules-Robert Auguste, έναν χώρο γεμάτο από αντικείμενα, τα οποία ο ζωγράφος και γλύπτης είχε φέρει από το ταξίδι του στην Ελλάδα και στη Μέση Ανατολή. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Delacroix άρχισε να ασκείται στη ζωγραφική ανατολίτικων ενδυμάτων. Ως πηγή έμπνευσης χρησιμοποιήθηκαν επίσης περσικές και μογγολικές μικρογραφίες που φυλάσσονταν στη Βασιλική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, καθώς και χαρακτικά, τα οποία ανήκαν στην οικογένειά του. Ο ζωγράφος Charles Cournault, ο μετέπειτα κάτοχος των αντικειμένων που ο Delacroix συγκέντρωσε κατά την επίσκεψή του στο Μαρόκο το 1832, αλλά και γενικότερα ολόκληρης της ανατολίτικης συλλογής του καλλιτέχνη, αναφερόμενος στο φόρεμα της κεντρικής φιγούρας του πίνακα Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου, το περιγράφει ως ακολούθως: “Ελληνικό καφτάνι από μπλε βελούδο, με σειρήτι από χρυσό. Αυτό, ακριβώς, το φόρεμα χρησιμοποιήθηκε για τον πίνακα της Ελλάδας, ο οποίος βρίσκεται στο Bordeaux”. Πέραν πάσης αμφιβολίας, ο Delacroix δανείστηκε το εν λόγω όμορφο φόρεμα από τη συλλογή του φίλου του, Jules-Robert Auguste. Με αυτό έντυσε την υπερήφανη και αλληγορική φυσιογνωμία της Ελλάδας.

Αριστερά: Eugène Delacroix, La Grèce sur les ruines de Missolonghi, (λεπτομέρεια), 1826, Bordeaux, Μουσείο Καλών Τεχνών. Δεξιά: Eugène Delacroix, Scènes des Massacre de Scio, (λεπτομέρεια), 1824, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Στις Σκηνές των Σφαγών της Χίου (Scènes des massacres de Scio), τον μεγάλο πίνακα που αφιέρωσε στην επαναστατημένη Ελλάδα και τον οποίον εξέθεσε για πρώτη φορά στο Σαλόνι Ζωγραφικής του 1824, ο Delacroix επέλεξε να εμφανίσει τις γυναικείες μορφές με πουκάμισα από μουσελίνα μπαγιαντέρα, τουρμπάνι, πόρπη, γιλέκο και καφτάνι. Σε όλη του τη ζωή, ο Delacroix διατήρησε τα ανατολίτικα αντικείμενα και τα ρούχα που χρησιμοποίησε ως πρότυπα στους πίνακές του μέσα σε ένα σεντούκι. To είχε αγοράσει με αφορμή την επίσκεψή του στο Μαρόκο και τον ακολουθούσε παντού. Συνεπώς, τo είχε δίπλα του και στο ατελιέ της οδού Fürstenberg, στη συνοικία του Saint-Germain-des-Prés, στο έκτο διαμέρισμα του Παρισιού, όπου σήμερα βρίσκεται το μουσείο. Το 1952, το φόρεμα της Ελλάδας, καθώς και όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα, επέστρεψαν στον αρχικό τους χώρο, χάρη στη γενναιοδωρία της οικογένειας Cournault.

Το εργαστήρι του καλλιτέχνη στο Παρίσι, σήμερα Εθνικό Μουσείο Eugène Delacroix.

Πηγή έμπνευσης, όμως, για τον καλλιτέχνη υπήρξε και η αρχαιότητα. Στα διάφορα εργαστήρια του Delacroix, όπως άλλωστε και στα περισσότερα από εκείνα των συναδέλφων του, ήταν αισθητή η παρουσία εκμαγείων από αρχαία ευρήματα, τα οποία χρησίμευαν ως πρότυπα για άσκηση. Ο πίνακας του Archibald Archer (1791–1848 ) με τίτλο The Temporary Elgin Room in 1819 with portraits of staff, a trustee and visitors, αποτελεί μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών προκειμένου να αντιληφθούμε πως ακριβώς ήταν διαμορφωμένη η αίθουσα των Γλυπτών του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου, την οποία ο Delacroix επισκέφτηκε κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην βρετανική πρωτεύουσα το 1825. Η ίδια η αίθουσα, η οποία έφερε το όνομα “Αίθουσα Elgin”, λειτούργησε προσωρινά από το 1817 έως το 1835, οπότε τα εκθέματα μεταφέρθηκαν στο χώρο όπου βρίσκονται σήμερα. Στην αρχική αίθουσα, οι μετώπες είχαν τοποθετηθεί ψηλά, με σκοπό να αναπαραγάγουν την αίσθηση του χώρου προέλευσης. Ακριβώς κάτω από τις μετώπες, κατά μήκος των τοίχων, ξεδιπλωνόταν η ζωφόρος, με τρόπο ώστε να αναδεικνύεται η αφηγηματική διάσταση και αφετέρου, προκειμένου να διατηρείται η ενότητα του συνόλου. Τα μερικά αγάλματα που μεταφέρθηκαν από την Ελλάδα, όπως εκείνο του Θησέα, τοποθετήθηκαν βιαστικά και επιπόλαια μέσα στην υπόλοιπη αίθουσα. Στον πίνακα που φιλοτέχνησε, ο Archer συμπεριέλαβε τους επισκέπτες του Μουσείου (διακρίνονται στο βάθος). Το προσκήνιο καταλαμβάνουν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ευρισκόμενα σε σύσκεψη. Όλα τα παραπάνω πρόσωπα, από τον απλό τουρίστα έως τον επαγγελματία του κόσμου των μουσείων, αποπνέουν το ζωηρό ενδιαφέρον που προκάλεσε η άφιξη των Μαρμάρων του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο, ένα πραγματικά ιστορικό γεγονός για το Λονδίνο.

Archibald Archer, The Temporary Elgin Room in 1819 with portraits of staff, a trustee and visitors, 1819, Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

Τα γλυπτά του Παρθενώνα ενέπνευσαν και τον ίδιο τον Delacroix. Το παρακάτω σχέδιο, είναι μια μελέτη με πρότυπο τη νότια μετώπη του Παρθενώνα, όπου απεικονίζεται η σύγκρουση μεταξύ Λαπίθων και Κενταύρων. Το θραύσμα είχε μεταφερθεί από τον λόρδο Elgin στο Λονδίνο το 1806 και αγοραστεί από την βρετανική κυβέρνηση δέκα χρόνια αργότερα, το 1816. Σύμφωνα με τη γραπτή αναφορά στο πίσω μέρος του σχεδίου, ο Delacroix το είχε φιλοτεχνήσει κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στο Λονδίνο, στο χρονικό διάστημα μεταξύ των μηνών Μαΐου και Αυγούστου 1825, όταν ο καλλιτέχνης είχε μεταβεί στο Βρετανικό Μουσείο και ειδικότερα στην αίθουσα των Μαρμάρων.

Πολλά σχέδια που συμπεριλαμβάνονται σε ένα σημειωματάριο, το οποίο φυλάσσεται στο Μουσείο του Λούβρου, το αποδεικνύουν. Ωστόσο, σε κάποιο σημείο του Ημερολογίου του, ο Delacroix αναφέρει πως στις 30 Ιουνίου 1824 (προτού δηλαδή επισκεφθεί τη βρετανική πρωτεύουσα), είχε επισκεφθεί το εργαστήρι του φίλου του ζωγράφου Jules-Robert Auguste, όπου δεν έκρυψε τον θαυμασμό του αντικρίζοντας “τις όμορφες μελέτες του τελευταίου, εμπνευσμένες από τα Ελγίνεια Μάρμαρα”. Προσθέτει δε: “Τι εξαίσιοι ανδρικοί και γυναικείοι μηροί! Πόση ομορφιά δίχως ψεγάδια. Οι όποιες ατέλειες ούτε που γίνονται αντιληπτές”. Ας επανέλθουμε, όμως, στο συγκεκριμένο ανάγλυφο, το οποίο κέντρισε το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη, καθώς επέλεξε να το εκδώσει σε μορφή λιθογραφίας, την ίδια ακριβώς χρονιά που φιλοτέχνησε τη σειρά των αρχαίων νομισμάτων (βλ. παρακάτω). Η ανακάλυψη των Μαρμάρων του Παρθενώνα, ταυτόχρονα και εκείνη μιας τέχνης, που εισήγαγε για πρώτη φορά την κίνηση και το αφηγηματικό στοιχείο στο χώρο της γλυπτικής, είχε γοητεύσει τους καλλιτέχνες της δεκαετίας του 1820, γαλουχημένους με τη νεοκλασική γαλλική παράδοση της σχολής David, η οποία αντλούσε την έμπνευσή της από ένα ελληνικό ιδεώδες πολύ πιο αυστηρό. Ο Delacroix επανέρχεται πολύ αργότερα στο Ημερολόγιό του στο συγκεκριμένο θέμα, αναπαράγοντας ένα απόσπασμα από ένα άρθρο του κριτικού τέχνης Louis Vitet, όπου ο τελευταίος κατακεραυνώνει τους Caylus, Barthélémy, Winckelmann, ακόμα και τον ίδιο τον David, επειδή δεν είχαν επιδείξει ενδιαφέρον παρά μόνο για την αρχαϊκή Ελλάδα, με αποτέλεσμα το έργο τους να διέπεται “από ακηδία και πνευματική ξηρασία”. Αλλά και το θέμα της σύγκρουσης, βλέπουμε να επανέρχεται συχνά στο έργο του Delacroix, έως τις μνημειώδεις δημιουργίες της τελευταίας περιόδου: την τοιχογραφία του παρεκκλησιού των Αγίων Αγγέλων στην εκκλησία του Αγίου Σουλπικίου του Παρισιού, που έχει ως αντικείμενο την αναμέτρηση του Ιακώβ με τον άγγελο, την θεματολογία και τον σχεδιασμό της μετώπης, η οποία κοσμεί την πρόσοψη του εργαστηρίου της οδού Fürstenberg και την ιδιαίτερα φιλόδοξη και απαιτητική φιλοτέχνηση των πέντε θόλων της βιβλιοθήκης του κτηρίου του Γαλλικού Κοινοβουλίου.

Eugène Delacroix, Thésée, vainqueur du centaure Euryte, 1825, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Delacroix et l’Antique par Dominique de Font-Réaulx

Μεταξύ των ετών 1824 και 1825, ο Delacroix, τακτικός επισκέπτης της συλλογής νομισμάτων και μεταλλίων της Βασιλικής (μετέπειτα Εθνικής) Βιβλιοθήκης της Γαλλίας, φιλοτέχνησε μια σειρά σχεδίων, εμπνευσμένων από αρχαία ελληνικά μετάλλια. Στα σχέδια αυτά, ο καλλιτέχνης εκχωρεί στον εαυτό του ελευθερίες, μεγεθύνοντας αισθητά τις διαστάσεις των πρωτοτύπων. Ο τρόπος, με τον οποίο λειτουργεί καθώς και η άνεση, με την οποία κινείται ως προς το σχέδιο και τη σκίαση, αποκαλύπτουν τη βαθειά γνώση που είχε για το αντικείμενο. Στο Μουσείο του Λούβρου ανήκει μια σειρά από δέκα λιθογραφίες, σχετικές με το παραπάνω θέμα. Γνωστότερη είναι εκείνη, όπου απεικονίζονται δώδεκα μετάλλια της περιόδου 450 – 180 π.Χ.

Eugène Delacroix, Feuille de douze médailles grecques (2η εκδοχή, 1825), Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Όμως, το γεγονός εκείνο, το οποίο συνέδεσε άρρηκτα το έργο του Delacroix με την Ελλάδα, ήταν ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία της τελευταίας. Λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης δυο μεγάλων έργων, ενόσω ο αγώνας των Ελλήνων βρισκόταν σε εξέλιξη: Σκηνές των Σφαγών της Χίου – Scènes des massacres de Scio: familles grecques attendant la mort ou l’esclavage (1824) και Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου – La Grèce sur les ruines de Missolonghi (1826). Μια μορφή, η οποία, χάρη στoν γραπτό της λόγο αλλά και τη στράτευση στο πλευρό των Ελλήνων εξεγερθέντων, επηρέασε τα μέγιστα τον Delacroix, υπήρξε αναμφίβολα εκείνη του Byron. Μεγαλοαστικής προέλευσης (κυκλοφορούσαν ακόμα και φήμες πως ήταν νόθος γιός του Ταλλεϋράνδου), ο Delacroix αισθανόταν και κοινωνικά συγγενής με τον μεγάλο Βρετανό ποιητή. Τέλος, διόλου ευκαταφρόνητο, ο κάθε άλλο παρά πολυταξιδεμένος Γάλλος καλλιτέχνης, είχε εντυπωσιαστεί από τον παράτολμο χαρακτήρα του τελευταίου, μέχρι του σημείου να απωλέσει τη ζωή του στο Μεσολόγγι.

Επιλέγοντας ως πρότυπο ένα ποίημα του Byron, με θέμα την πάλη ανάμεσα σε έναν Γκιαούρη – χαρακτηρισμό που οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν αναφερόμενοι στους μη Μουσουλμάνους – και τον Πασά Hassan, υπεύθυνο για τον θάνατο της Leila, μιας από τις σκλάβες του, η οποία είχε δοθεί στον Γκιαούρη, γεγονός που έκανε τον τελευταίο να αναζητήσει εκδίκηση, ο Delacroix φιλοτέχνησε έναν πρώτο πίνακα το 1826. Έντεκα χρόνια αργότερα, το 1835, αμέσως έπειτα από την επιστροφή του από το Μαρόκο, τελειοποίησε τον πίνακα (βλ. σχετική εικόνα παραπάνω), προσθέτοντας ανατολίτικα εξαρτήματα (σέλες, αναβολείς, θήκες, όπλα), ορισμένα εκ των οποίων είχε ο ίδιος στο μεταξύ προμηθευτεί. Το γιαταγάνι και το σπασμένο σπαθί στο κάτω μέρος του πίνακα, θυμίζουν επίσης εκείνα που ανήκαν στην προσωπική συλλογή του καλλιτέχνη. Όσο για τη βίαιη έφιππη αντιπαράθεση που το έργο απεικονίζει, ο Delacroix είχε παραστεί στη διάρκεια της πρόσφατης σύντομης περιπλάνησής του σε μια παρεμφερή αναμέτρηση, την οποία πολύ αργότερα, γύρω στο 1847, περιέγραψε με τα ακόλουθα λόγια: “Όλα αυτά συνέθεταν ένα τέτοιο θέαμα […], που ούτε ο Gros ούτε ο Rubens, επιστρατεύοντας το σύνολο του παρορμητισμού της φαντασίας τους, θα ήταν ποτέ δυνατό να διανοηθούν”. Ο πίνακας εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1848.

Ο πρώτος μεγάλος πίνακας, εμπνευσμένος από τον ελληνικό Αγώνα Ανεξαρτησίας, υπήρξαν, το 1824, οι Σκηνές των Σφαγών της Χίου. Η πρόθεση του Delacroix, να αποθανατίσει εικαστικά το γεγονός, χρονολογείται από τις απαρχές της εξέγερσης. Συντασσόμενος με το ρεύμα του φιλελληνισμού, το οποίο μόλις είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, διέβλεψε μια ευκαιρία να αποσπάσει την προσοχή του κοινού και ταυτόχρονα να εντυπωσιάσει.

Eugène Delacroix, Scènes des massacres de Scio, 1824, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 1821, εκφράστηκε ως εξής, απευθυνόμενος στον φίλο του Charles Soulier: “Για το επόμενο Σαλόνι, σκοπεύω να φιλοτεχνήσω έναν πίνακα με θέμα την πρόσφατη αναμέτρηση των Ελλήνων με τους Τούρκους. Πιστεύω πως, δεδομένων των περιστάσεων, και στο ποσοστό, βέβαια, που ο πίνακας αυτός θα έχει κάποια αξία, είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να προσελκύσω την προσοχή του κόσμου”. Το έναυσμα προσέφερε, τον Απρίλιο του 1822, η σφαγή της Χίου, στο πλαίσιο της οποίας υπολογίζεται πως 25.000 άτομα έχασαν τη ζωή τους και άλλα 45.000 πουλήθηκαν ως δούλοι στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Ο Delacroix είχε επιτέλους στη διάθεσή του το θέμα που τόσο πολύ αποζητούσε.

Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από δυο πηγές: τον Τύπο και τα Απομνημονεύματα του τρέχοντος πολέμου των Ελλήνων (Mémoires sur la guerre actuelle des Grecs) του συνταγματάρχη Voutier, που κυκλοφόρησαν το 1823. Στις αρχές του επομένου έτους, ο Delacroix συναντήθηκε με τον συγγραφέα, ο οποίος τον εφοδίασε με επιπρόσθετα στοιχεία για τη σύνθεση, την οποία ετοίμαζε. Πολλαπλασιάζοντας τα προσχέδια (τόσο σε επίπεδο επιμέρους λεπτομερειών, όσο και σε επίπεδο συνόλου), ο καλλιτέχνης εργάστηκε ακατάπαυστα, κρατώντας, σχεδόν καθημερινά, σημειώσεις σχετικά με την πρόοδο του έργου. Αξίζει να σημειωθεί, πως, ενόσω ο καλλιτέχνης βρισκόταν εν ζωή, τα διάφορα προσχέδια, στα οποία προέβαινε, δεν ήταν προσβάσιμα στο κοινό της εποχής. Πρόκειται για μια ιδιαιτερότητα, που τον χαρακτηρίζει. Σε αντιδιαστολή με τον μεγάλο ανταγωνιστή του, τον ζωγράφο Jean-Auguste-Dominique Ingres, o οποίος εξέθετε σε δημόσια θέα πουλώντας, ακόμη, τα προσχέδιά του, ο Delacroix φύλαγε ερμητικά τα δικά του για προσωπική χρήση. Παρά ταύτα, διαισθανόταν πως τα προσχέδια (όπως και τα κείμενά του, άλλωστε, καθώς ήταν δεινός συγγραφέας), θα κυκλοφορούσαν κάποια στιγμή έπειτα από τον θάνατό του. Πράγματι, το 1864, έναν μόλις χρόνο έπειτα από τον θάνατό του, θα αρχίσουν να γίνονται ευρέως γνωστά, με αποτέλεσμα καλλιτέχνες όπως ο Edgar Degas και ο Paul Césanne να σπεύδουν να τα αγοράσουν. Επομένως, ο Delacroix, ως σχεδιαστής, ήταν παντελώς άγνωστος στο κοινό της εποχής του.

Μελέτη και αρχιτεκτονική των Σκηνών των Σφαγών της Χίου.

Η παραπάνω συνολική μελέτη (αριστερή εικόνα), αποκαλύπτει το έργο σε αρκετά προχωρημένο στάδιο. Ωστόσο, σε συνάρτηση με την τελική σύνθεση, το κενό στο κέντρο του πίνακα δείχνει μικρότερο. Ούτε έχει ακόμη επινοηθεί η τρομακτική φιγούρα της νεκρής μητέρας, με το παιδί της να προσπαθεί να θηλάσει, που καλύπτει το κάτω δεξιό άκρο του πίνακα. Ήδη διακρίνονται, όμως, σε πυραμιδοϊδές σχήμα (δεξιά εικόνα), οι διάφορες ομάδες προσώπων. Στο δεξί ήμισυ του προσχεδίου, το προσκήνιο καταλαμβάνει μια γυναικεία μορφή, η οποία κοιτάζει προς τα κάτω (σε πιο προχωρημένη ηλικία, ανάλογη μορφή κοιτάζει μακριά στον τελικό πίνακα). Αντίστοιχα, στο αριστερό ήμισυ, διακρίνεται ήδη σε πρώτο πλάνο ένα ζευγάρι, με την ανδρική φιγούρα να αναζητεί στήριγμα από τη γυναικεία σύντροφό της. Σε δεύτερο πλάνο, υφίστανται ήδη η μορφή του Έλληνα που περιστοιχίζεται από παιδιά, το ζευγάρι που αγκαλιάζεται και, βέβαια, ο Τούρκος καβαλάρης.

Ο Delacroix σκηνοθετεί το ’21- Σκηνές των Σφαγών της Χίου

https://www.youtube.com/watch?v=zwLrcV_K6sY

Από αισθητικής και υφολογικής απόψεως, ως πρόδρομος των Σκηνών των Σφαγών της Χίου μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ο πίνακας Ο Βοναπάρτης επισκέπτεται τους πανουκλιασμένους της Γιάφας. Φιλοτεχνήθηκε το 1804 από τον Antoine-Jean Gros, μαθητή του “επίσημου” ζωγράφου του αυτοκράτορα Jacques-Louis David, έπειτα από παραγγελία του ιδίου του Ναπολέοντα, ο οποίος επιθυμούσε να αποθανατιστεί με αυτό τον τρόπο ένα επεισόδιο από την εκστρατεία του στην Αίγυπτο (1798-1801). O Gros, για τον οποίο ο Delacroix έτρεφε μεγάλη εκτίμηση (πολύ αργότερα, το 1849, συνέγραψε γι’ αυτόν ένα μακροσκελές άρθρο στη Revue des Deux Mondes), θεωρείται από τους κορυφαίους καλλιτέχνες, τους κινούμενους στο μεταίχμιο μεταξύ κλασικισμού και ρομαντισμού. Ο συγκεκριμένος πίνακας του Gros αναδεικνύει τη σχέση ανάμεσα στην Τέχνη και την τρέχουσα Ιστορία, καθώς προβάλλει ανάγλυφα την προσωπικότητα εκείνου, που σύντομα έμελλε να ανέλθει στον αυτοκρατορικό θρόνο. Δυο είναι τα κεντρικά θέματα, στα οποία εστιάζει το έργο αυτό: 1) η ελπίδα της ίασης (την ενσαρκώνει ο ίδιος ο Βοναπάρτης, ο οποίος δεν διστάζει να αγγίξει έναν ασθενή, πιστός σε μια παράδοση που απέδιδε στους Γάλλους ηγεμόνες θαυματουργές, σχεδόν, ιδιότητες, ικανές να θεραπεύσουν δια της αφής ακόμα και ασθένειες) και 2) η εικόνα του πόνου και της απόγνωσης που αποπνέει η θέα των ημιθανών και νεκρών κορμιών σε πρώτο πλάνο.

Antoine-Jean Gros, Bonaparte visitant les pestiférés de Jaffa, 1804, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Όταν εκτέθηκαν για πρώτη φορά στο Σαλόνι Ζωγραφικής του 1824, οι Σκηνές των Σφαγών της Χίου προκάλεσαν θυελλώδεις αντιδράσεις. Δεν θα πρέπει να αναζητήσει κανείς την αιτία στην επιλογή του θέματος (άλλωστε, κι άλλοι πίνακες, τόσο στο Σαλόνι του 1824 όσο και σε εκείνο του 1827, είχαν αντλήσει τη θεματολογία τους από τον Αγώνα Ανεξαρτησίας των Ελλήνων), αλλά ούτε και στις μεγάλες διαστάσεις του έργου (4,19 x 3,54 μ.). Ως προς αυτό το τελευταίο, ο David είχε ήδη ανοίξει διάπλατα το δρόμο. Το πρόβλημα συνίσταται στην εν γένει επεξεργασία. Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι καλλιτέχνες εξακολουθούσαν να λειτουργούν με γνώμονα τα δεδομένα της εποχής του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Οι ισχύοντες, ακόμα, ακαδημαϊκοί κανόνες, υπαγόρευαν πως κάθε σύνθεση όφειλε να συγκλίνει προς τον ήρωα. Στην περίπτωση των Σκηνών των Σφαγών της Χίου ωστόσο, η σύνθεση συγκλίνει προς το κεντρικό κενό. Πρόκειται, επομένως, για έναν ζωγραφικό πίνακα, εμπνευσμένο από ένα ιστορικό γεγονός, δίχως ύπαρξη και παρουσία κάποιου ήρωα. Η δε κίτρινη, αρρωστημένη σχεδόν, απόχρωση, η οποία κυριαρχεί στο σύνολο του έργου, υπογραμμίζει το απάνθρωπο βίωμα που η μοίρα είχε επιφυλάξει στους κατοίκους του νησιού. Σε ηλικία 26 μόλις ετών, ο Delacroix καθιερώθηκε ως αιχμή του δόρατος μιας νέας σχολής. Αντλεί στοιχεία από το παρελθόν (χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα συγκεκριμένων μορφών, τις οποίες δανείζεται από πίνακες του Gros και άλλων καλλιτεχνών), επεξεργάζοντάς τα, κατόπιν, με έναν τρόπο εντελώς πρωτοποριακό για την εποχή του. Εγκαταλείπει την παραδοσιακή οριζόντια φόρμα προς όφελος μιας εντυπωσιακής, σε ύψος, σύνθεσης, η οποία, παρά ταύτα, στερείται κεντρικής σκηνής, κάτι που οι κριτικοί θα σπεύσουν ο ένας μετά τον άλλον να του προσάψουν. Αντιστρέφει τα δεδομένα, προτάσσοντας την έκφραση της οδύνης, της απελπισίας και της απόγνωσης των θυμάτων αντί της επιλογής μιας σκηνής στείρας και ωμής βίας. Θεωρώντας τους Έλληνες του 1824 ως κληρονόμους και συνεχιστές του αρχαίου παρελθόντος τους, αντιτάσσει στη βαρβαρότητα το ανάχωμα της σοφίας και της γνώσης, προσδίδοντας στην όλη σύνθεσή του διαστάσεις στοχασμού επάνω στην άνοδο και την παρακμή των πολιτισμών. Παρά το γεγονός ότι αγοράστηκαν τελικά από το κράτος, οι Σκηνές των Σφαγών της Χίου προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, κάτι που με τα τότε δεδομένα πρέπει να θεωρείται μάλλον αναμενόμενο. Από την άλλη πλευρά, έχοντας απόλυτη συναίσθηση της όλης κατάστασης, ο νεαρός ακόμη Delacroix, δεν έγινε μόνο ευρύτερα γνωστός. Το όνομά του αντιπαραβλήθηκε από τους κριτικούς με εκείνα μεγάλων και καταξιωμένων δημιουργών της εποχής, όπως του Ingres, o οποίος συμμετείχε επίσης στο Σαλόνι του 1824, με έναν πίνακα ιστορικής θεματολογίας (Le Vœu de Louis XIII – Η ευχή του Λουδοβίκου ΙΓ΄).

Επιμελής αναγνώστης και θαυμαστής του Byron, o Delacroix συνέθεσε το 1826 τον δεύτερο μεγάλο του πίνακα εμπνευσμένο από τον αγώνα των Ελλήνων. Πρόκειται για την Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Ελλάδα προσλαμβάνει τη μορφή μιας αποφασισμένης γυναίκας, μοντέρνας παραλλαγής της αρχαίας Νίκης, η οποία υψώνεται περήφανα πάνω από τα ερείπια που έχει προκαλέσει ο πόλεμος.

Την άνοιξη του ιδίου έτους, η αίθουσα Τέχνης Lebrun οργάνωσε στο Παρίσι μια έκθεση, τα έσοδα της οποίας από την πώληση των έργων επρόκειτο να διατεθούν προς ενίσχυση των επαναστατημένων Ελλήνων. Ο πίνακας του Delacroix υπήρξε το καταστάλαγμα μιας μακρόχρονης περιόδου προσπάθειας και στοχασμού. Αυτό προκύπτει και από τα διασωθέντα προσχέδια και μελέτες. Με ελάχιστες γραμμές, διαγράφονται γρήγορα τα χαρακτηριστικά της γυναικείας μορφής, η οποία υψώνεται υπεράνω όσων την περιστοιχίζουν. Η Ελλάδα του καλλιτέχνη είναι μια όμορφη γυναίκα με τραβηγμένα χαρακτηριστικά, η οποία υπομένει με μεγαλοπρέπεια, αρχοντιά και αξιοπρέπεια τον αβάστακτο πόνο, τον οποίον η μοίρα της επιφυλάσσει. Ωστόσο, η στάση των χεριών υποδηλώνει μια αίσθηση θλίψης και απόγνωσης. Η σύνθεση επικεντρώνει στη γεμάτη συμβολισμό γυναικεία αυτή μορφή, η οποία ξεπροβάλλει αγέρωχη μέσα από το χάος των ερειπίων και του θανάτου, κάτω από έναν σκοτεινό και απειλητικό ουρανό. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια Ελλάδα, η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ως έχουσα ηττηθεί. Παραμένει ωστόσο εν ζωή χάρη στη στάση του σώματος. Από τη θεματολογία και μόνο, το έργο αποτελεί επίσης σπονδή στον Byron. Τέλος, διαφαίνονται ήδη από τώρα οι καταβολές ενός από τους γνωστότερους πίνακες του καλλιτέχνη (La Liberté guidant le peuple – Η Ελευθερία οδηγεί τον Λαό) που φιλοτεχνήθηκε λίγους μήνες έπειτα από την εξέγερση του Ιουλίου 1830 στη Γαλλία και εκτέθηκε με μεγάλη επιτυχία στο Σαλόνι του 1831. Συνεπώς, για τον Delacroix, είτε επρόκειτο για την ελληνική είτε για τη γαλλική επανάσταση, η Ελευθερία διέθετε τα χαρακτηριστικά και την πνοή μιας Ελληνίδας γυναίκας, απογόνου της αρχαίας Νίκης.

Eugène Delacroix, La Grèce sur les ruines de Missolonghi, 1826, Bordeaux, Μουσείο Καλών Τεχνών.
Eugène Delacroix, La Grèce sur les ruines de Missolonghi (προσχέδιο), Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Ο Delacroix δεν ανήκε, ως χαρακτήρας, στην κατηγορία των ανθρώπων εκείνων που έπαιρναν τα όπλα προκειμένου να αγωνιστούν στις επάλξεις, στα οδοφράγματα ή όπου αλλού. Ήταν, ωστόσο, σε θέση να ασπαστεί τις αρχές και τις αξίες ενός δίκαιου και ευγενούς αγώνα με τον δικό του μοναδικό τρόπο: την απαράμιλλη πνοή του χρωστήρα του. Πάνω από όλα ήταν ζωγράφος. Ήξερε να διαχειρίζεται τον χρόνο όπως εκείνος έκρινε σκοπιμότερο, να αναμένει, να στοχάζεται, να επιτρέπει στην σκέψη του να ωριμάζει, με άλλα λόγια, να ερευνά, να δημιουργεί και να επεξεργάζεται σχολαστικά την αισθητική φόρμουλα εκείνη, η οποία σε επίπεδο σύνθεσης, χρώματος και ύλης, επέτρεπε στο κοινό να συμμεριστεί τα συναισθήματα, που ο ίδιος είχε νωρίτερα βιώσει.

Όπως Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου, έτσι και Η Ελευθερία οδηγεί τον Λαό εκπροσωπείται από μια αλληγορική γυναικεία μορφή, η οποία δεσπόζει στο κέντρο του πίνακα. Ανεμίζει τo τρίχρωμo λάβαρο των επαναστατών των τριών “ένδοξων ημερών” (Les trois Glorieuses – 27, 28 και 29 Ιουλίου 1830), το οποίο, λίγο αργότερα, ο Λουδοβίκος-Φίλιππος έμελλε να καθιερώσει ως επίσημη σημαία της Γαλλίας. Στην περίπτωση, ο Delacroix συνδυάζει τον συμβολισμό με την ιστορική πραγματικότητα εφόσον ο πίνακας απεικονίζει ένα ηρωικό στιγμιότυπο των συγκρούσεων των ημερών εκείνων στα παρισινά οδοφράγματα. Το αποδίδει με τόση μεγάλη πειστικότητα, ώστε κοινή υπήρξε αργότερα η πεποίθηση πως ήταν ο ίδιος αυτόπτης μάρτυς του συμβάντος, κάτι που δεν ισχύει. Στον πίνακα αυτόν, διακρίνονται στοιχεία και τεχνοτροπίες που παραπέμπουν ευθέως στη Σχεδία της Μέδουσας (Le radeau de la Méduse) του Théodore Géricault, στους Πανουκλιασμένους της Γιάφας του Gros και, φυσικά, στα δυο μεγάλα προαναφερθέντα έργα που ο Delacroix είχε αφιερώσει στον Αγώνα των Ελλήνων.

Eugène Delacroix, La Liberté guidant le peuple, 1830, Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Ο πίνακας αποκτήθηκε το 1831 από το κράτος. Ένα μόλις έτος αργότερα, τα ίχνη του χάθηκαν στις αποθήκες, καθώς το καθεστώς της Ιουλιανής Μοναρχίας (1830-1848) προσέλαβε αυταρχική μορφή, διαψεύδοντας τις αρχικές προσδοκίες. Επανεκτέθηκε στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Έκθεσης του 1855, προτού καταλάβει, το 1873 (δυο χρόνια έπειτα από την Παρισινή Κομμούνα και την ίδια ακριβώς στιγμή της τοποθέτησης, εκεί, της Νίκης της Σαμοθράκης), τη θέση, την οποία κατέχει έως σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου. Το παράδοξο της όλης υπόθεσης συνίσταται στο ότι η συντριπτική πλειοψηφία του κόσμου θεωρεί πως το εξαιρετικά δημοφιλές αυτό έργο (συμπεριλαμβάνεται στα σχολικά εγχειρίδια του κόσμου ολόκληρου σχεδόν, ενώ τυπώθηκε και σχετικό χαρτονόμισμα ευρείας κυκλοφορίας στη Γαλλία) αναφέρεται στην Επανάσταση του 1789, ίσως επειδή η τελευταία υπήρξε περισσότερο θεαματική από εκείνη του 1830. Κι εδώ θίγεται ένα αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο: εκείνο της αναγνώρισης του έργου ενός καλλιτέχνη ενόσω αυτός βρίσκεται εν ζωή, που συχνά τυγχάνει να είναι δυσανάλογα μικρότερη της απήχησης, την οποία γνωρίζει μετά θάνατον.

Εν κατακλείδι, στο έργο του Delacroix η πρόσληψη της Ελλάδας της εποχής του τρέφει το όραμα που ο ίδιος καλλιεργoύσε συστηματικά για την ελληνική αρχαιότητα (χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Μήδεια, πίνακας του 1838, όπου για μια ακόμη φορά ο καλλιτέχνης ανατρέχει και αξιοποιεί προσχέδια και μελέτες των προαναφερθέντων έργων) και αντίστροφα. Αντιπαραβάλλοντας τη μορφή της Ελλάδας στα ερείπια του Μεσολογγίου, καθώς και εκείνη της Ελευθερίας του Delacroix με τη Νίκη της Σαμοθράκης, διαπιστώνουμε τα πολλά κοινά σημεία που ενώνουν τις τρεις αυτές μεγαλοπρεπείς γυναίκες που μας εμπνέουν, μας οδηγούν και οι οποίες λειτουργούν συνάμα ως σύμβολα της εποχής τους, που, όπως κάθε εποχή, έχει απόλυτη ανάγκη ανεύρεσης σημείων αναφοράς. Το γεγονός ότι η εικόνα της Ελευθερίας έχει τις καταβολές της στους πίνακες τους αφιερωμένους στον Αγώνα των Ελλήνων, υπήρξε τελικά ο μεγαλύτερος φόρος τιμής που ο Delacroix μπορούσε να αποτίσει προς τη μαχόμενη Ελλάδα.

Les grands maîtres de la peinture: Delacroix – Toute L’Histoire

 

 

Η Dominique de Font-Réaulx είναι επιμελήτρια του Μουσείου του Λούβρου. Μέχρι πρόσφατα διετέλεσε διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Eugène Delacroix.

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος: Η Φιλική Εταιρεία

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

 

Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος

Η Φιλική Εταιρεία

 

Η ίδρυση 

Η ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας αποτελεί ως σήμερα δυσεπίλυτο, αν όχι άλυτο, πρόβλημα[1]. Τρεις είναι οι επικρατέστερες εκδοχές: Η πρώτη εδράζεται σε όσα έχει  υποστηρίξει ο Εμμανουήλ Ξάνθος στα κείμενα που μας έχει καταλίπει[2]. Σύμφωνα με τον τελευταίο, η εταιρεία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό της Ρωσίας από τον ίδιο, τον Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ[3]. Η δεύτερη εκδοχή εδράζεται στις πληροφορίες που έδωσε ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος στον Ιωάννη Φιλήμονα, τον ιστορικό που συνέγραψε την πρώτη μελέτη για τη Φιλική Εταιρεία[4]. Σύμφωνα με όσα υποστήριξε ο τελευταίος, την μυστική οργάνωση ίδρυσαν στην Οδησσό στα μέσα του 1814 ο Σκουφάς, ο Τσακάλωφ και ο Αναγνωστόπουλος[5].  Η τρίτη εκδοχή εδράζεται στις πληροφορίες που έδωσε ο Πέτρος Σκυλίτζης-Ομηρίδης και πάλι στον Ιω. Φιλήμονα, σύμφωνα με τις οποίες η Φιλική Εταιρεία αποτελούσε «αναμορφωμένη συνέχεια» του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου» του Παρισιού[6]. Η «αναμόρφωση» μάλιστα αυτή υποτίθεται ότι έγινε από τον Αθ. Τσακάλωφ, ο οποίος ήταν μέλος του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου», και από τον Ν. Σκουφά, τον οποίο μύησε στην οργάνωση αυτήν ο Τσακάλωφ.

Θ’ αρχίσω κάπως ανορθόδοξα από την τρίτη εκδοχή. Οι πληροφορίες του Π. Σκυλίτζη-Ομηρίδη περιέχουν αναμφίβολα «δόση αληθείας», σε ό,τι αφορά τις ομοιότητες ανάμεσα στο «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο» και τη Φιλική Εταιρεία. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του ότι ο Τσακάλωφ, αφού μύησε το 1815 στη Μόσχα τον Σκουφά στην εταιρεία του Παρισιού, στη συνέχεια οι δυο τους «κατέβησαν εις Οδησσόν […] όπου ανεμορφώθη το σύστημα επί ταις αυταίς ως επί το πολύ βάσεσι»[7], ελέγχεται ως ανακριβής.  Κι αυτό γιατί ο μεν Σκουφάς «κατέβηκε» από τη Μόσχα στην Οδησσό τον Νοέμβριο του 1815[8], ενώ ο Τσακάλωφ τον Ιούλιο του 1817[9]. Όσο για την «αναμόρφωσιν του συστήματος», γνωρίζουμε ότι η «τελειοποίησις του Κανονισμού» της εταιρείας έγινε από τους Τσακάλωφ και Σκουφά στη Μόσχα το 1815[10]. Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσω και το ότι ο Π. Σκυλίτζης-Ομηρίδης, αν έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας[11], δεν φαίνεται να υπήρξε ποτέ σημαίνον στέλεχός της. Συνεπώς, οι πληροφορίες του για την ίδρυση της οργάνωσης πρέπει να αντιμετωπιστούν με μεγάλη επιφυλακτικότητα.

Η πρώτη και η δεύτερη εκδοχή παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες και μία σημαντική διαφορά. Συγκεκριμένα, τόσο ο Ξάνθος, όσο και ο Αναγνωστόπουλος αποδέχονται ότι η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό. Συμφωνούν επίσης και στα δύο από τα τρία πρόσωπα που φέρονται ως ιδρυτές, τον Τσακάλωφ και τον Σκουφά[12]. Η διαφωνία τους έγκειται στο «τρίτο πρόσωπο»: Ο μεν Ξάνθος δεν μνημονεύει τον Αναγνωστόπουλο[13], ενώ ο τελευταίος δεν μνημονεύει τον Ξάνθο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε μακροχρόνια διαμάχη ανάμεσα στους δύο κορυφαίους Φιλικούς, οι οποίοι ως το τέλος της ζωής τους έριζαν για τα «πρωτεία» στην ίδρυση της μυστικής επαναστατικής οργάνωσης[14].

Χάρτης της Οδησσού (1814).

Ανεξάρτητα πάντως από την έριδα ανάμεσα στους δύο κορυφαίους Φιλικούς, στην οποία θα επανέλθω, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, οι ιστορικοί που ασχολούνται με τη Φιλική Εταιρεία θεωρούν ως επικρατέστερη την άποψη που έχει υποστηρίξει ο Ξάνθος σχετικά με την ίδρυσή της. Κι αυτό για τους εξής, κατά τη γνώμη μου, λόγους: 1)  Σήμερα γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι οι Ξάνθος, Σκουφάς και Τσακάλωφ παρεπιδημούσαν στην Οδησσό κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο ως τα τέλη Απριλίου του 1814[15]. 2) Ο Τσακάλωφ, σε επιστολή που έστειλε στις 8 Αυγούστου 1817 (π.ημ.) από την Οδησσό στον Ξάνθο που βρισκόταν στην ΚΠολη[16], ανέφερε ρητά ότι, πρώτον, είχαν συναντηθεί στο παρελθόν, δεύτερον, ότι τους συνέδεε «φιλία»[17] έστω και «ολιγοχρόνιος» και, τρίτον, ότι έκτοτε δεν είχαν ξανασυναντηθεί[18]. 3) Από τις τέσσερις επιστολές που έστειλε ο Τσακάλωφ από τον Βόλο και τη Σμύρνη στον Ξάνθο κατά το χρονικό διάστημα από τις 31 Μαρτίου ως τις 21 Μαΐου 1818 (π.ημ.)[19] προκύπτει ξεκάθαρα πως ο αποστολέας θεωρούσε τον παραλήπτη μέλος της μυστικής οργάνωσης, το οποίο μάλιστα γνώριζε τους κορυφαίους Φιλικούς. Και 4) οι ισχυρισμοί του Π. Αναγνωστόπουλου, δηλ. η δεύτερη εκδοχή, ότι ο Ξάνθος δεν είχε καμιά σχέση με την ίδρυση της εταιρείας αποδείχτηκαν ανακριβείς[20].

Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν έχουν βρεθεί γραπτά τεκμήρια της περιόδου 1814-1816, τα οποία να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του Ξάνθου, γεννά το εξής εύλογο ερώτημα: Ιδρύθηκε πράγματι η Φιλική Εταιρεία στην Οδησσό, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, ή απλώς εκεί έγιναν οι πρώτες συζητήσεις ανάμεσα στους τρεις Έλληνες που βρέθηκαν προφανώς τυχαία στη συγκεκριμένη πόλη; Αξίζει να θυμίσω εδώ πως ο Τσακάλωφ ήταν ήδη μέλος του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου» και, επομένως, θεωρώ πολύ πιθανό να προσέγγισε τους Σκουφά και Ξάνθο, προκειμένου να επιχειρήσει να τους μυήσει στην εταιρεία του Παρισιού.

Για να απαντήσω στο παραπάνω ερώτημα, ανέτρεξα στους καταλόγους των μελών της μυστικής επαναστατικής οργάνωσης. Από αυτούς προκύπτουν τα εξής αδιαμφισβήτητα στοιχεία: 1) Η Φιλική Εταιρεία άρχισε τη δράση της στη Μόσχα στις 13 Δεκεμβρίου 1814, όπου ο Σκουφάς[21] μύησε τον Γεώργιο Σέκερη, ένα νεαρό έλληνα που σπούδαζε στο Παρίσι και παρεπιδημούσε τότε στην πόλη[22]. 2) Κατά τη διάρκεια του 1815 οι μοναδικές μυήσεις μελών στη μυστική οργάνωση έγιναν στη Μόσχα από τον Σκουφά[23]. 3) Ο Ξάνθος προέβη στην πρώτη μύηση μέλους στη Φιλική Εταιρεία μόλις στις 25 Ιουλίου 1818 (π.ημ.)[24]. 4) Οι Σκουφάς και Τσακάλωφ είναι τα μόνα από τα 16 μέλη της «Αρχής», δηλ. του μυστικού «Διευθυντηρίου» της εταιρείας, τα οποία δεν εμφανίζονται σε κανέναν από τους τρεις γνωστούς καταλόγους των Φιλικών ότι έχουν μυηθεί στη  μυστική επαναστατική οργάνωση.

Αν στα στοιχεία αυτά προσθέσουμε και τα εξής: 1) Ο Τσακάλωφ βρισκόταν στη Μόσχα από τα τέλη Απριλίου ή τις αρχές Μαΐου του 1814 ως τον Ιούλιο του 1817[25], 2) ο Τσακάλωφ και ο Σκουφάς «τελειοποίησαν τον Κανονισμό» της εταιρείας στη Μόσχα, όπως παραδέχτηκε ο Ξάνθος[26], και 3) ο Τσακάλωφ και ο Σκουφάς πήραν τα «ψηφία του αλφαβήτου» ΑΒ και ΑΓ αντίστοιχα, δηλ. τα πρώτα συμβολικά γράμματα που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της «Αρχής» για την αλληλογραφία τους[27], καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι δύο αυτοί Φιλικοί υπήρξαν αναμφισβήτητα οι «θεμελιωτές»[28] της Φιλικής Εταιρείας.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Ξάνθος δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην ίδρυση της εταιρείας. Αντίθετα, το πιθανότερο είναι πως, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος σε όλα τα κείμενα που μας άφησε, συμμετείχε στις συζητήσεις που έγιναν στην Οδησσό με τον Σκουφά και τον Τσακάλωφ από τον Φεβρουάριο ως και τον Απρίλιο του 1814, κατά τη διάρκεια των οποίων «αποφάσισαν να συστήσωσι μίαν Εταιρίαν, σκοπόν αμετάτρεπτον έχουσαν την ελευθέρωσιν της Πατρίδος»[29]. Ωστόσο, στην οργάνωση και στη δράση της εταιρείας αυτής από τον Δεκέμβριο του 1814, όταν ο Ξάνθος έφυγε από την Οδησσό για την Κωνσταντινούπολη[30], ως τουλάχιστον τον Αύγουστο του 1817, όταν ο Τσακάλωφ του έστειλε από την Οδησσό την από 8 Αυγούστου επιστολή του[31], δεν είχε καμιά απολύτως συμμετοχή[32].

Έρχομαι τώρα στη διαμάχη Ξάνθου-Αναγνωστόπουλου για τα «πρωτεία» στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Όπως έχουμε ήδη δει, η παρουσία του Ξάνθου στην Οδησσό από τον Φεβρουάριο ως και τον Απρίλιο του 1814, όταν βρίσκονταν εκεί ο Τσακάλωφ και ο Σκουφάς, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Δεν μπορεί επίσης να αμφισβητηθεί η συνάντησή του κατά την ίδια περίοδο με τον Τσακάλωφ στην ίδια πόλη και η σύναψη φιλικών σχέσεων μαζί του. Βέβαιη είναι και η γνωριμία του με τον Σκουφά επίσης στην Οδησσό και κατά το ίδιο χρονικό διάστημα[33]. Βέβαιο είναι επίσης πως όσα έμαθε ο Ξάνθος για τη μυστική επαναστατική οργάνωση και τους Φιλικούς πριν από τον Απρίλιο του 1818 πρέπει να του τα είπε ο Τσακάλωφ, κατά την παραμονή του στην Κπολη από τον Δεκέμβριο του 1817 ως τον Μάρτιο του 1818[34].

Τα παραπάνω αδιαμφισβήτητα στοιχεία μαρτυρούν ότι ο ισχυρισμός του Αναγνωστόπουλου ότι ο Ξάνθος μυήθηκε στην εταιρεία από τον Σκουφά στην  ΚΠολη το 1818[35] είναι ανακριβής. Ακριβές είναι πως ο Σκουφάς πιθανότατα τον Μάιο του 1818 πρώτα «κατήχησε» τυπικά, σύμφωνα με τη «διδασκαλία» που είχαν εκπονήσει με τον Τσακάλωφ στη Μόσχα, τον Ξάνθο στον βαθμό του «ιερέα» και, στη συνέχεια, τον έκανε μέλος της «Κινητικής Αρχής» της Φιλικής Εταιρείας, δίνοντάς του τα στοιχεία «ΑΘ».

 

Το Σπίτι (σήμερα Μουσείο) της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό.

 

Η οργάνωση

Η «Κινητική Αρχή»

Η εσωτερική οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας στα πρώτα χρόνια της δράσης της ήταν εξαιρετικά απλή. Την εταιρεία διηύθυνε η «Αρχή», την οποία γνώριζαν μόνον τα μέλη που την αποτελούσαν. Αρχικά, σ’ αυτήν ανήκαν μόνον οι φερόμενοι ως «θεμελιωτές» της εταιρείας, δηλ. ο Τσακάλωφ και ο Σκουφάς. Με την πάροδο όμως του χρόνου τα πρώτα μέλη της ενέταξαν σ’ αυτήν και ορισμένους άλλους Φιλικούς άλλοτε για οργανωτικούς ή οικονομικούς λόγους και άλλοτε κάτω από την πίεση έκτακτων περιστάσεων.

Η «Κινητική Αρχή» εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως συγκροτημένο «σώμα» με συγκεκριμένες υποχρεώσεις και αρμοδιότητες στο «συνυποσχετικό» που υπέγραψαν τα μέλη της στις 22 Σεπτεμβρίου 1818 (π.ημ.)[36]. Μέλη της «Αρχής» αυτής ήταν, εκτός από τον Αθ. Ν. Τσακάλωφ, και οι Π. Α. Αναγνωστόπουλος, Παναγιώτης Σέκερης και  Εμμ. Ξάνθος, οι οποίοι υπέγραψαν το παραπάνω έγγραφο στην ΚΠολη[37]. Επιπλέον, στην «Αρχή» ανήκαν το 1818 οι Άνθιμος Γαζής και Αντώνιος Κομιζόπουλος, οι οποίοι υπέγραψαν εκ των υστέρων το «συνυποσχετικό», καθώς και ο Αθανάσιος Σέκερης[38], ο οποίος όμως για άγνωστους λόγους δεν υπέγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο. Πέρα απ’ αυτούς, το «συνυποσχετικό» το υπέγραψαν, επίσης εκ των υστέρων, οι Γεώργιος Λεβέντης και Νικόλαος Πατζιμάδης, οι οποίοι γνωρίζουμε πως έγιναν δεκτοί στους «Κινούντες όλην την μηχανήν της Φιλικής Εταιρείας», όπως ονομάζονταν τα μέλη της «Αρχής»,  μετά από το 1818[39]. Στην «Κινητική Αρχή» εντάχθηκαν επίσης μετά από το 1818, αλλά δεν υπέγραψαν το «συνυποσχετικό», οι Δομνάνδος και Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας[40], καθώς και ο Ιγνάτιος, πρώην μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας, και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος[41].

Σύμφωνα με το «συνυποσχετκό» της 22ας Σεπτεμβρίου 1818, οι «Κινούντες» όφειλαν: 1) Να μην αποκαλύψουν σε κανέναν τα ονόματα των μελών της «Κινητικής Αρχής», 2) να εγκαταλείψουν τις επαγγελματικές τους ασχολίες και να αφοσιωθούν εξολοκλήρου στο συνωμοτικό τους έργο[42], 3) να αλληλοενημερώνονται για τις ενέργειές τους, 4) να διαχειρίζονται τα «χρήματα της Εταιρίας» αποκλειστικά και μόνον «προς ωφέλειαν αυτής», 5) να τηρούν και να διαχειρίζονται την αλληλογραφία ανάμεσα στα μέλη της οργάνωσης, 6) να παίρνουν από κοινού αποφάσεις για σύναψη «συνθήκης με αλλοεθνείς», 7) να συναποφασίσουν για την κήρυξη «γενικής ή μερικής αποστασίας».

Από το «συνυποσχετικό» προκύπτει επίσης ότι, πρώτον, όλα τα μέλη της «Κινητικής Αρχής» ήταν ισότιμα και, δεύτερον, οι αποφάσεις τους έπρεπε να λαμβάνονται συλλογικά και, σε περίπτωση διαφωνίας, με βάση την αρχή της πλειοψηφίας. Από τις υποχρεώσεις αυτές δεν εξαιρέθηκε ούτε ο Ιω. Καποδίστριας[43], στον οποίον οι «Κινούντες» που υπέγραψαν το «συνυποσχετικό» αποφάσισαν να προτείνουν να γίνει  μέλος της «Αρχής».

 

Οι «Εφορείες»        

Η έλλειψη ενός διοικητικού οργάνου το οποίο θα κάλυπτε το κενό ανάμεσα στην «Κινητική Αρχή» και στα μέλη της Φιλικής Εταιρείας αποτελούσε σημαντικό οργανωτικό μειονέκτημα για τη λειτουργία της μυστικής οργάνωσης. Κι αυτό γιατί τα μέλη της εταιρείας για οποιοδήποτε ζήτημα έπρεπε να απευθύνονται στην «Αρχή», η οποία όμως δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως «διοίκηση», αφού οι «Κινούντες» ήταν εγκατεστημένοι σε διαφορετικούς τόπους και ορισμένοι απ’ αυτούς μετακινούνταν συνεχώς. Επομένως, τα ζητήματα που δημιουργούνταν στους κόλπους της οργάνωσης κατά τόπους είτε αντιμετωπίζονταν μεμονωμένα από τα μέλη της «Αρχής» που βρίσκονταν στο συγκεκριμένο τόπο, είτε δεν επιλύονταν, είτε, στη χειρότερη περίπτωση, προκαλούσαν τριβές ανάμεσα στους Φιλικούς. Τα πιο σοβαρά προβλήματα που εμφανίστηκαν ήταν οι καταχρήσεις εισφορών που οι νεοπροσήλυτοι εμπιστεύονταν στους μυητές τους[44], η μη τήρηση της διαδικασίας στις μυήσεις, οι πρωτοβουλίες που έπαιρναν ορισμένα στελέχη εν αγνοία της «Κινητικής Αρχής»[45], καθώς και οι «ομαδοποιήσεις» μελών σε ορισμένες πόλεις[46].

Το κενό που υπήρχε μεταξύ της «Κινητικής Αρχής» και των μελών της Φιλικής Εταιρείας ήρθαν να καλύψουν οι «εφορείες». Επρόκειτο για ολιγομελή διοικητικά όργανα που ιδρύονταν από τους «Κινούντες» στις πόλεις όπου η μυστική οργάνωση είχε πολλά και αξιόλογα μέλη. Οι «εφορείες», οι οποίες έφεραν αρχαιοελληνικά ονόματα[47], αποτελούσαν στην ουσία τοπικά ολιγομελή «συμβούλια», επιφορτισμένα κυρίως με τη συλλογή των συνεισφορών των νεοπροσηλύτων, τον έλεγχο των μυημένων μελών και των μυήσεων, καθώς και με την αλληλογραφία με την «Αρχή»[48]. Από τις πηγές προκύπτει ότι η πρώτη «εφορεία» συστήθηκε στο Γαλάτσι της σημερινής Ρουμανίας τον Φεβρουάριο του 1819 με πρωτοβουλία του Π. Αναγνωστόπουλου[49]. Στη συνέχεια, ιδρύθηκαν «εφορείες» σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ν. Ρωσίας κα των Ρουμανικών Πριγκιπάτων, καθώς και σε πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις οποίες ζούσαν πολλοί Έλληνες[50].

Με τον τρόπο αυτόν ολοκληρώθηκε το οργανωτικό σχήμα της Φιλικής Εταιρείας, το οποίο υιοθέτησε και ο Αλ. Υψηλάντης, όταν τον Απρίλιο του 1820 αποδέχτηκε την πρόταση να γίνει «Έφορος Γενικός της Ελληνικής Εταιρίας»[51].

 

Η «Διδασκαλία»       

Έρχομαι τώρα στο θέμα των μελών της μυστικής οργάνωσης. Η διαδικασία των μυήσεων, οι «βαθμοί» που απονέμονταν και τα έγγραφα που χορηγούνταν στους Φιλικούς περιγράφονται αναλυτικά στη λεγόμενη «Διδασκαλία» ή «Κατήχησις». Τρία τέτοια κείμενα έχουν σωθεί σε χειρόγραφα «τετράδια». Το πρώτο φυλάσσεται στα  Αρχεία του Κράτους στο Βουκουρέστι[52], το δεύτερο στα Γενικά Αρχεία του Κράτους στην Αθήνα[53] και το τρίτο στο Μουσείο της Μεγάλης Στοάς [των Τεκτόνων] της Ελλάδος[54]. Από την προσεκτική μελέτη τους προκύπτει ότι τα κείμενα παρουσιάζουν μικρές διαφορές μεταξύ τους, οι οποίες προφανώς οφείλονται στις συνεχείς αντιγραφές, αφού η «Διδασκαλία» δεν ήταν δυνατό να τυπωθεί σε φυλλάδιο[55].

Η προμετωπίδα της «Διδασκαλίας».

Μολονότι τα τρία αυτά «τετράδια» δεν φέρουν χρονολογία[56], μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι το αρχικό κείμενο συντάχτηκε μετά από το 1814. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με τον Ξάνθο, η «Κατήχησις» της Φιλικής Εταιρείας «σχεδιάστηκε» μεν από τους τρεις φερόμενους ως ιδρυτές της εταιρείας το 1814 στην Οδησσό[57], αλλά «τελειοποιήθηκε» στη Μόσχα από τους. Σκουφά και Τσακάλωφ κατά την εκεί παραμονή τους[58], η οποία, όπως είδαμε, τοποθετείται από τα τέλη του 1814 ως τα τέλη του 1815. Αν μάλιστα αληθεύει η πληροφορία του Ιω. Φιλήμονα, την οποία προφανώς του έδωσε ο Π. Αναγνωστόπουλος, ότι μετά από τον θάνατο του Σκουφά στην ΚΠολη στα τέλη Ιουλίου του 1818 «οι τρεις, Αναγνωστόπουλος, Τσακάλωφ και Ξάνθος, εφρόντισαν την τελειοποίησιν της Διδασκαλίας και τον σχηματισμόν της Σφραγίδος της Αρχής»[59], τότε μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα πως η «Διδασκαλία» έτυχε περισσότερες της μιας επεξεργασίες και πήρε την τελική της μορφή στο χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο ως και τον Οκτώβριο του 1818[60].

Η «Διδασκαλία» περιείχε λεπτομερείς οδηγίες για την επιλογή των υποψηφίων μελών, τη διαδικασία της μύησης ανάλογα με τον «βαθμό», τους όρκους που έπρεπε να καταθέσει ο μυούμενος, τις συνθηματικές χειρονομίες και λέξεις που έπρεπε να χρησιμοποιεί για να αναγνωρίζει τους ομοιόβαθμους ή χαμηλόβαθμους συντρόφους του, τις δεσμεύσεις που αναλάμβανε, τις υποχρεώσεις του, τους κανόνες που έπρεπε να ακολουθεί στην ζωή του ως Φιλικός, το κρυπτογραφικό αλφάβητο που έπρεπε να χρησιμοποιεί στην αλληλογραφία του με την οργάνωση, το περιεχόμενο των «αφιερωτικών» και «συστατικών» ή «εφοδιαστικών» επιστολών που έπρεπε να συντάξει και να έχει ο νεοπροσήλυτος κ.ά.[61].

Σύμφωνα με τη «Διδασκαλία», στα μέλη της εταιρείας απονέμονταν, ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο, το επάγγελμα και την οικονομική κατάσταση του υποψηφίου, οι εξής τέσσερις «βαθμοί», αρχίζοντας από τον κατώτερο: 1) Του Αδελφοποιτού ή Βλάμη, 2) του Συστημένου, 3) του Ιερέα και 4) του Ποιμένα. Ωστόσο, μετά από το 1818 καθιερώθηκαν τρεις ακόμη ανώτεροι «βαθμοί»: 1) του Αρχιποιμένα, 2) του Αφιερωμένου και 3) του Αρχηγού των Αφιερωμένων. Ο πρώτος απ’ αυτούς φαίνεται ότι «τελειοποιήθηκε» στο Βουκουρέστι, αλλά «δεν έλαβεν έκτασιν, ως οι άλλοι»[62], με αποτέλεσμα να τον καταργήσει το 1820 ο Αλ. Υψηλάντης. Οι δύο άλλοι «βαθμοί» καθιερώθηκαν και πάλι από τον Αλ. Υψηλάντη, για να απονέμονται στους «στρατιωτικούς διοικητάς»[63].

 

Κρυπτογραφικοί κώδικες, σύμβολα, ψευδώνυμα, σφραγίδες

Ο μυστικός χαρακτήρας της Φιλικής Εταιρείας επέβαλε για λόγους ασφαλείας τη χρήση ειδικών σημείων αναγνώρισης των μελών της, κρυπτογραφικών κωδίκων για την αλληλογραφία τους και συμβόλων για την προβολή των ιδεών της.

Συγκεκριμένα, στη «Διδασκαλία» της μυστικής οργάνωσης περιγράφονται με ακρίβεια τα σημεία αναγνώρισης των μελών της, τα οποία βέβαια ήταν διαφορετικά για κάθε βαθμό, καθώς και οι συνθηματικές λέξεις που έπρεπε να ανταλλάξουν κατά την συνάντησή τους οι Φιλικοί, προκειμένου να βεβαιωθούν ότι ανήκουν στη μυστική οργάνωση[64].

Για τη σύνταξη των «επισήμων» εγγράφων και, ιδιαίτερα, των «εφοδιαστικών», οι Φιλικοί δημιούργησαν ένα «κρυπτογραφικό αλφάβητο», στο οποίο συνδύασαν αριθμούς και γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου[65]. Το αλφάβητο αυτό το χρησιμοποιούσαν περιστασιακά και σε πολύ περιορισμένο βαθμό και στην αλληλογραφία τους, προφανώς για να μην προκαλέσουν το ενδιαφέρον των μυστικών υπηρεσιών της εποχής.

Για την αλληλογραφία τους τα μέλη της μυστικής οργάνωσης χρησιμοποιούσαν επίσης δύο «λεξικά» που είχαν επινοήσει οι ίδιοι: 1) Το μετωνυμικό, το οποίο περιείχε 112 συνολικά συνθηματικούς όρους που αντιστοιχούσαν σε πρόσωπα, αξιώματα, αντικείμενα, αφηρημένες έννοιες κ.ά. και 2) το κρυπτογραφικό, στο οποίο οι αριθμοί από το 1 ως το 115 αντιστοιχούσαν σε ονόματα πόλεων, περιοχών και προσώπων[66]. Επιπλέον, χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα αφενός για 27 συνολικά επιφανείς Φιλικούς[67] και, αφετέρου, για τα μέλη της «Αρχής»[68]. Οι τελευταίοι χρησιμοποιούσαν, επιπλέον, στην αλληλογραφία τους και δύο κεφαλαία γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου, από τα οποία το πρώτο ήταν για όλους το «Α», που προφανώς συμβόλιζε την «Αρχή», ενώ το δεύτερο, αρχής γενομένης από το «Β», τους απονεμόταν ανάλογα με τη σειρά εισδοχής τους στην «Αρχή». Έτσι, ο Αθ. Τσακάλωφ είχε πάρει τα γράμματα «ΑΒ», ο Ν. Σκουφάς τα γράμματα «ΑΓ» κ.ο.κ.[69].

Το μυστικό αλφάβητο της Φιλικής Εταιρείας.

Πέρα απ’ όλα αυτά, στα «επίσημα» έγγραφά τους (π.χ. στα «εφοδιαστικά»)[70] οι Φιλικοί χρησιμοποιούσαν διάφορα σύμβολα, όπως τον σταυρό, την άγκυρα, το φίδι, τις 16 ράβδους δεμένες χιαστί με δύο ταινίες, τα γράμματα ΗΕΑ (=Ή ΕλευθερίΑ) ΗΘΣ (=Ή ΘάνατοΣ) κ. ά..

Τέλος, τα έγγραφα που εξέδιδε η «Αρχή» τα επικύρωνε με τη σφραγίδα της που πιθανότατα καθιερώθηκε στα μέσα του 1818. Η σφραγίδα αυτή είχε στρογγυλό σχήμα και έφερε στην περιφέρειά της εννιά κεφαλαία γράμματα, ενώ στο κέντρο της τον αριθμό 16, ένα σταυρό και το γράμμα «Ε»[71].

Η σφραγίδα της Φιλικής Εταιρείας.

 

Ποια πρότυπα ακολούθησαν οι συντάκτες της «Διδασκαλίας» των Φιλικών;

Σύμφωνα με τον Ξάνθο, οι τρεις ιδρυτές της εταιρείας την σχεδίασαν «δανεισθέντες πολλούς κανόνας από την εταιρίαν των Φραγκ-Μασόνων»[72], της οποίας ο ίδιος είχε γίνει μέλος στη Λευκάδα το 1813[73]. Την ίδια άποψη διατύπωσε και ο Ιω. Φιλήμων, μιλώντας για τον «οργανισμό» της εταιρείας: «Οι αυτουργοί του εδανείσθησαν Κανόνας πολλούς από την Εταιρίαν των Μασσόνων, και τους εφήρμοσαν επιτηδείως εις το πνεύμα και τα πάθη του Έθνους»[74]. Πράγματι, οι «βαθμοί», οι κώδικες επικοινωνίας και ορισμένα από τα σύμβολα που χρησιμοποιούσαν οι Φιλικοί παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με εκείνα των Τεκτόνων[75]. Ωστόσο, οφείλω να επισημάνω εδώ ότι οι Φιλικοί, σε αντίθεση με τους Τέκτονες, δεν είχαν «στοές», δεν συνεδρίαζαν, δεν έφεραν κανενός είδους διακριτικά και δεν είχαν άλλες τελετές, εκτός από την τελετή μύησής τους στην εταιρία.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία και τα στάδια της μύησης, από τη σύγκριση της «Διδασκαλίας» των Φιλικών με εκείνη των Καρμπονάρων[76], προκύπτουν, κατά τη γνώμη μου, περισσότερες και σημαντικότερες ομοιότητες με την ιταλική μυστική οργάνωση[77].

Τέλος, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την πιθανότητα ορισμένα στοιχεία που εμφανίζονται στην οργάνωση της Φιλικής Εταιρείας να προέρχονται από το «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο». Στην υπόθεση αυτή μας οδηγεί το γεγονός ότι  ο Τσακάλωφ, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στο Παρίσι (1809-1811;), είχε υπάρξει μέλος της παραπάνω μυστικής εταιρείας[78]. Δεδομένου λοιπόν ότι ο Τσακάλωφ, όπως είδαμε, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην «τελειοποίηση» της «Διδασκαλίας» της Φιλικής Εταιρείας, δεν αποκλείεται, να χρησιμοποίησε στοιχεία από το οργανωτικό σχήμα του «Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου». Δυστυχώς όμως τα ελάχιστα στοιχεία που γνωρίζουμε για τη  συγκεκριμένη μυστική οργάνωση δεν μας επιτρέπουν να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα.

Απ’ όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η Φιλική Εταιρεία παρουσιάζει στο οργανωτικό της σχήμα πολλές ομοιότητες με τον Τεκτονισμό, καθώς και με τις ελληνικές και ξένες μυστικές εταιρείες της εποχής της[79], αλλά δεν αποτελούσε ούτε πιστό «αντίγραφο», ούτε ακόμη περισσότερο «παράρτημα»[80] κάποιας συγκεκριμένης από αυτές.

 

Οι Φιλικοί

Στη «Διδασκαλία» της Φιλικής Εταιρείας προβλέπεται ρητά ότι στη μυστική οργάνωση γίνονταν δεκτοί μόνον Έλληνες[81]. Εντούτοις, φαίνεται ότι σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις έγιναν δεκτοί και ορισμένοι «ξένοι», επειδή προφανώς το επέβαλαν συγκεκριμένες έκτακτες ανάγκες[82].

Η δεύτερη απαγόρευση αφορούσε στις γυναίκες. Μολονότι δεν υπάρχει ρητή αναφορά στη «Διδασκαλία», είναι βέβαιο πως η μύηση των γυναικών δεν επιτρεπόταν, λόγω αφενός της θέσης της γυναίκας στην κοινωνία της εποχής εκείνης και, αφετέρου, των προκαταλήψεων που τη συνόδευαν. Η απαγόρευση προκύπτει από τους γνωστούς καταλόγους των Φιλικών, από τους οποίους απουσιάζουν ονόματα γυναικών. Υπάρχει όμως και εδώ μία εξαίρεση: πρόκειται για τη σύζυγο ενός Φιλικού από τη Σμύρνη, την οποία μύησε αναγκαστικά στην εταιρεία ο ίδιος ο σύζυγός της, επειδή ανακάλυψε τα έγγραφα που επιμελώς της έκρυβε[83].

Η τρίτη απαγόρευση αφορούσε σε «όσους είχον μεγάλα συμφέροντα πλησίον των Τούρκων»[84]. Τέτοια διάταξη δεν υπάρχει βέβαια στη «Διδασκαλία». Ωστόσο, στον «μεγάλο όρκο» ο μυούμενος, ανάμεσα στα άλλα, υπόσχεται να «θρέφει εις την καρδίαν του αδιάλλακτον μίσος εναντίον των τυράννων της πατρίδος του και των οπαδών τους και ομοφρονούντων» (υπογρ. δική μου)[85]. Πιθανότατα ξεκινώντας από αυτήν την αναφορά, ο Αναγνωστόπουλος αντέδρασε στη μύηση των «αρχόντων της Πελοποννήσου»[86], ενώ άλλοι Φιλικοί απέκλεισαν από την εταιρεία τους Φαναριώτες και τον «ανώτατο κλήρο»[87]. Πάντως η «απαγόρευση» αυτή δεν ίσχυσε τελικά, αφού το 1819 και το 1820 αρκετοί πρόκριτοι και αρχιερείς της Πελοποννήσου και των νησιών[88], καθώς και ορισμένοι Φαναριώτες έγιναν μέλη της Φιλικής Εταιρείας[89].

Το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν όσοι ερευνητές ασχολούνται με την Φιλική Εταιρεία αφορά στον αριθμό των μελών της. Κι αυτό γιατί η μυστικότητα της οργάνωσης, η καταστροφή εγγράφων για λόγους ασφαλείας από τους ίδιους τους Φιλικούς, η απώλεια εγγράφων για πολλούς και διάφορους λόγους, η μη τήρηση όλων των προβλεπόμενων όρων κατά τη μύηση πολλών Φιλικών[90], και κυρίως η μη χρήση εγγράφων κατά τη μύηση στον πρώτο βαθμό, δηλ. των «αδελφοποιτών»[91], περιόρισαν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις πηγές που θα μας επέτρεπαν να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ορισμένοι ιστορικοί, επηρεασμένοι προφανώς από φήμες, υπέθεσαν πως τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας ανέρχονταν σε εκατοντάδες χιλιάδες[92].

Οι μόνες ασφαλείς πληροφορίες που έχουμε για τα μέλη της εταιρείας προέρχονται από τρεις καταλόγους που έχουν δημοσιευτεί ως σήμερα. Ο πρώτος περιλαμβάνει 520 ονόματα Φιλικών, την ημερομηνία μύησης, τον «κατηχητή» και «τα σημεία αφιερώσεως και καθιερώσεώς των» και δημοσιεύτηκε αυτούσιος από τον Ι. Α. Μελετόπουλο το 1967[93]. Ο δεύτερος εκπονήθηκε από τον Ιω. Φιλήμονα, περιλαμβάνει 692 ονόματα και δημοσιεύτηκε το 1859[94]. Ό τρίτος, τέλος, κατάλογος εκπονήθηκε από τον Βαλέριο Μέξα, περιλαμβάνει 541 ονόματα και δημοσιεύτηκε το 1937[95]. Ο συνολικός αριθμός των μελών της Φιλικής Εταιρείας που περιλαμβάνονται και στους τρεις αυτούς καταλόγους ανέρχεται στους 1033[96].

Από την προσεκτική μελέτη των στοιχείων που περιέχουν οι παραπάνω κατάλογοι και από την αξιοποίηση άλλων πηγών προκύπτουν τα εξής:

1. Κατά τη διάρκεια των τριών πρώτων ετών της δράσης των Φιλικών, δηλ. από τα τέλη του 1814 ως τα τέλη του 1817, οι μυήσεις ήταν μόλις 42[97] και είχαν γίνει όλες στη Ρωσία. Η συντριπτική πλειονότητα των προσηλύτων ήταν εγκατεστημένοι και δραστηριοποιούνταν στη Ρωσία, ενώ ελάχιστοι ήταν εκείνοι που ζούσαν στις ελληνικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[98].

2. Οι αθρόες μυήσεις άρχισαν από το 1818 και συνεχίστηκαν με ολοένα και αυξανόμενους ρυθμούς ως το 1821[99]. Κατά τη διάρκεια των τριών και πλέον αυτών ετών οι «κατηχητές» ανέπτυξαν τη δράση τους, εκτός από τη Ν. Ρωσία[100], στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα, στην ΚΠολη, στην Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου, στα παράλια της Μ. Ασίας, στα Επτάνησα, ακόμη και στην Αίγυπτο.

3. Η Φιλική Εταιρεία γνώρισε περιορισμένη διάδοση στη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία (εκτός από το Πήλιο, όπου έδρασε ο Άνθ. Γαζής), τη Μακεδονία και τη Θράκη.

4. Η μυστική επαναστατική οργάνωση δεν μπόρεσε να διεισδύσει στις ελληνικές παροικίες της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης. Μόνο στην Πίζα της Ιταλίας είχαμε έναν αξιόλογο πυρήνα Φιλικών και ελάχιστα μέλη σε κάποιες άλλες ιταλικές πόλεις[101].

5. Η πλειονότητα των γνωστών μελών της μυστικής οργάνωσης ήταν έμποροι[102].

6. Αν και στην ίδια χρονική περίοδο ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός γνώρισε τη μεγαλύτερή του ανάπτυξη, ελάχιστοι ήταν οι έλληνες διανοούμενοι που έγιναν Φιλικοί[103].

7. Οι περισσότεροι Φαναριώτες μυήθηκαν στην εταιρεία μετά από την ανάληψη της αρχηγίας της από τον Αλ. Υψηλάντη[104].

8. Οι περισσότεροι πρόκριτοι και αρχιερείς της Πελοποννήσου μυήθηκαν στα τελευταία δύο χρόνια πριν από την επανάσταση[105].

9. Η πλειονότητα των γνωστών μελών της μυστικής οργάνωσης κατάγονταν από την Πελοπόννησο[106].

Ο όρκος των τριών Φιλικών . Χαρακτικό του Βασίλη Φαληρέα.

Μολονότι δεν γνωρίζουμε – και κατά τη γνώμη μου δεν θα μάθουμε ποτέ – τον πραγματικό αριθμό των μελών της Φιλικής Εταιρείας, εντούτοις από τις πηγές προκύπτει ότι η μυστική επαναστατική οργάνωση γνώρισε μεγάλη διάδοση κυρίως κατά τα τρία χρόνια πριν από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Σημαντικό ρόλο στη διάδοση της εταιρείας από το 1818 ως το 1821, καθώς και στην προετοιμασία της επανάστασης έπαιξαν οι λεγόμενοι «απόστολοι»[107]. Πρόκειται για επιφανείς Φιλικούς, συμπεριλαμβανομένων και των περισσότερων μελών της «Αρχής», οι οποίοι εστάλησαν σε συγκεκριμένες περιοχές (π.χ. στην Πελοπόννησο, στη Μάνη, στην Ήπειρο, στη Μακεδονία, στα Επτάνησα, στα νησιά του Αιγαίου, στην Αλεξάνδρεια κ. α.) με τους εξής κύριους στόχους: 1) Να στρατολογήσουν νέα μέλη στη μυστική οργάνωση, 2) να συγκεντρώσουν όσα περισσότερα χρήματα μπορούσαν για την κάλυψη των μεγάλων αναγκών της εταιρείας 3) να οργανώσουν τους κατά τόπους Φιλικούς και 4) να μελετήσουν την πραγματική κατάσταση των περιοχών που θα συμμετείχαν στην επανάσταση. Η πρώτη αποστολή έγινε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1818 με εντολή της «Αρχής» από την Κωνσταντινούπολη[108], ενώ η δεύτερη το φθινόπωρο του 1820 με εντολή του Αλ. Υψηλάντη μετά από τη μυστικοσυνέλευση των Φιλικών στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας[109].

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ο «επαγγελματισμός» που επέδειξαν οι περισσότεροι «απόστολοι», οι οποίοι αφοσιώθηκαν κυριολεκτικά στο συνωμοτικό τους έργο, εγκαταλείποντας ακόμη και την οικογένειά τους[110]. Παρακολουθώντας μέσα από τις πηγές τις μετακινήσεις τους στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην τσαρική Ρωσία, στην Αυτοκρατορία των Αψβούργων και στα αγγλοκρατούμενα Επτάνησα, ο ερευνητής μένει κατάπληκτος από την ικανότητά τους να ξεγλιστρούν από τις μυστικές υπηρεσίες της εποχής εκείνης, προκειμένου να φέρουν σε πέρας ιδιαίτερα επικίνδυνες αποστολές με πολύ πενιχρά μέσα και ελάχιστη βοήθεια.

Καθοριστικό ρόλο στην επιτυχημένη μυστική δράση των επιφανών στελεχών της εταιρείας έπαιξε, πέρα από τις προσωπικές τους ικανότητες, και η αυστηρή τήρηση από όλους των δύο βασικών υποχρεώσεων των Φιλικών:  της απόλυτης εχεμύθειας και της υπακοής στις εντολές της «Κινητικής Αρχής» και των «εφόρων». Αξίζει να σημειώσω εδώ πως η παραβίαση των υποχρεώσεων αυτών συνεπαγόταν ακόμη και την ποινή του θανάτου, την οποία προέβλεπε ο «μέγας όρκος»[111].

Γνωρίζουμε μάλιστα δύο τουλάχιστον περιπτώσεις, στις οποίες εφαρμόστηκε αυτή η ποινή. Πρόκειται, πρώτον, για τον Ν. Γαλάτη[112], ο οποίος εκτελέστηκε τον Ιανουάριο του 1818 στην Ερμιονίδα της Πελοποννήσου[113], επειδή είχε δημιουργήσει βάσιμες υποψίες ότι θα αποκάλυπτε τα μυστικά της εταιρείας στις οθωμανικές αρχές[114]. Και, δεύτερον, για τον Καμαρηνό Κυριακό, τον οποίο έπνιξαν μέλη της εταιρείας στον ποταμό Δούναβη τον Δεκέμβριο του 1820, επειδή απειλούσε ότι θα αποκαλύψει αφενός την αλήθεια για την «Αρχή» και, αφετέρου, το ότι ο Ιω. Καποδίστριας ήταν αντίθετος με τα επαναστατικά σχέδια της μυστικής οργάνωσης[115].

Όρκος. Ορκωμοσία φιλικού, πιθανόν του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Ελαιογραφία σε ξύλο του Διονυσίου Τσόκου, 1849.

 

Η εκλογή του «αρχηγού»

Αμέσως σχεδόν μετά από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας οι «θεμελιωτές» της συνειδητοποίησαν την ανάγκη να αναθέσουν την «αρχηγία» της σε επιφανή Έλληνα, ο οποίος θα αποτελούσε αφενός εχέγγυο για την επιτυχή έκβαση των σχεδίων της μυστικής οργάνωσης και, αφετέρου, πόλο έλξης για τους Έλληνες.

Στα χρόνια εκείνα το πρόσωπο που αναμφισβήτητα πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας. Κι αυτό γιατί, εκτός από την ευγενική του καταγωγή και  την λαμπρή του σταδιοδρομία στην υπηρεσία του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄, είχε ήδη δείξει τα πατριωτικά του αισθήματά τόσο κατά τη θητεία του ως Γραμματέας της Επτανήσου Πολιτείας (1803-1807)[116], όσο και ως ο ιθύνων νους της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης[117]. Για όλους αυτούς τους λόγους ο Καποδίστριας φάνταζε ως η ιδανική λύση για την ανάληψη της «αρχηγίας» της Φιλικής Εταιρείας.

Η πρώτη προσπάθεια προσέγγισης του Καποδίστρια έγινε το 1817. Οι «θεμελιωτές» της μυστικής οργάνωσης χρησιμοποίησαν τον Νικόλαο Γαλάτη, ένα νεαρό φιλόδοξο Επτανήσιο, τον οποίο μύησε στην εταιρεία ο Σκουφάς στην Οδησσό το 1816 και τον έκανε μέλος της «Αρχής»[118]. Ο Γαλάτης πήγε στην Πετρούπολη, συναντήθηκε με τον επιφανή έλληνα διπλωμάτη τον Ιανουάριο του 1817 και του πρότεινε την «αρχηγία» της μυστικής οργάνωσης[119]. Ο Καποδίστριας φυσικά αρνήθηκε, επειδή, πρώτ’ απ’ όλα, ήταν αντίθετος με τις μυστικές εταιρείες που επιδίωκαν την βίαιη ανατροπή του καθεστώτος που είχε επιβάλλει η «Ιερή Συμμαχία»[120] και, δεύτερον, η θέση του δεν του επέτρεπε να αναμειχθεί σε κανενός είδους επαναστατικά σχέδια.

Ωστόσο, δύο χρόνια αργότερα οι ηγέτες της εταιρείας επανήλθαν στην πρότασή τους προς τον Καποδίστρια. Συγκεκριμένα, μετά από συζητήσεις που έγιναν στην Κωνσταντινούπολη τον Σεπτέμβριο του 1818 τα μέλη της «Αρχής» αποφάσισαν να σταλεί ο Εμμ. Ξάνθος στην Πετρούπολη, για να προτείνει στον Καποδίστρια την αρχηγία[121]. Αυτήν τη φορά μάλιστα συντάχτηκε και σχετικό «συνυποσχετικό», το οποίο, όπως είδαμε, υπέγραψαν τα περισσότερα από τα μέλη της «Αρχής». Πράγματι, ο Ξάνθος συναντήθηκε με τον Καποδίστρια τον Ιανουάριο του 1820, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε και πάλι κάθε ανάμειξή του στην εταιρεία[122].

Αριστερά: Αλέξανδρος Υψηλάντης. Δεξιά: Έγγραφο της Φιλικής Εταιρείας που φέρει στο τέλος την υπογραφή του Αλέξανδρου Υψηλάντη και την προσωπική σφραγίδα σε κόκκινο βουλοκέρι με το οικόσημο της οικογένειας του. Υπογεγραμμένο στο Κισνόβιο της Βεσαραβίας (σημερινό Κισινάου Μολδαβίας) στις 29 Δεκεμβρίου του 1820. (Αρχείο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος)

Ο Ξάνθος, για να ξεπεράσει το αδιέξοδο, στράφηκε προς τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, γιο του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, πρώην ηγεμόνα της Βλαχίας, ήρωα των ναπολεόντειων πολέμων, ο οποίος έφερε τον βαθμό του υποστρατήγου του ρωσικού στρατού και υπηρετούσε τιμής ένεκεν στη φρουρά του τσάρου[123]. Ο Αλ. Υψηλάντης δέχτηκε την πρόταση του Ξάνθου[124] και στις 12 Απριλίου 1820 ονομάστηκε «Έφορος Γενικός της Ελληνικής Εταιρίας»[125].

 

Οι πολιτικοί στόχοι της Φιλικής Εταιρείας

Οι «ιδρυτές» της Φιλικής Εταιρείας έθεσαν ευθύς εξαρχής ως μοναδικό σκοπό της ίδρυσής της την απελευθέρωση του ελληνικού έθνους. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τη «Διδασκαλία» της μυστικής οργάνωσης, στην οποία δηλώνεται ρητά ότι «ο σκοπός αυτών είναι η καλυτέρευσις του έθνους και, αν ο Θεός το συγχωρήση, η ελευθερία των»[126], δηλ. των Ελλήνων. Το ίδιο επανέλαβε και ο Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του.  Αναφερόμενος στην ίδρυσή της Φιλικής Εταιρείας, σημείωσε ότι πρότεινε στους Σκουφά και Τσακάλωφ την ιδέα «να συστήσωσι μίαν Εταιρίαν σκοπόν αμετάτρεπτον έχουσα την ελευθερίαν της Πατρίδος». Και, κλείνοντας την αφήγησή του, επανήλθε στο θέμα, για να τονίσει: «Αντικείμενον» της εταιρείας «ήτον η τω όντι απίθανος παρ’ όλων των πολιτικών και σοφών της Ευρώπης θεωρουμένη ανέγερσις και ελευθέρωσις του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδος μας»[127].

Οι Φιλικοί, για να επιτύχουν την «ελευθερία της Πατρίδος», έθεσαν μια σειρά από στόχους, οι οποίοι επρόκειτο να εξυπηρετήσουν τον ένα και μοναδικό αυτόν σκοπό.

Ο πρώτος και κύριος, κατά τη γνώμη μου, στόχος ήταν ο «αυτόνομος αγώνας». Δηλ. η επανάσταση των Ελλήνων κατά του σουλτάνου, χωρίς τη βοήθεια κάποιας ξένης δύναμης. Πολύ χαρακτηριστικά ο Ξάνθος τόνισε στα Απομνημονεύματά του: «Απεφάσισαν [οι τρεις «ιδρυτές» της μυστικής οργάνωσης-ΚΚΧ] να επιχειρισθώσι την σύστασιν τοιαύτης Εταιρίας […] διά να ενεργήσωσι μόνοι των, ό,τι ματαίως και προ πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων»[128].

Η ιδέα του αυτόνομου αγώνα δεν εμφανίστηκε βέβαια για πρώτη φορά στους Φιλικούς. Πρώτος την εισηγήθηκε στα τέλη του 18ου αιώνα ο Ρήγας Βελεστινλής, ο οποίος διακήρυξε την ανάγκη της επανάστασης όλων των υπηκόων του σουλτάνου[129], προκειμένου να καταλύσουν την τυραννία του τελευταίου και να εγκαθιδρύσουν στην «καθ’ ημάς Ανατολή» την «Ελληνική Δημοκρατία»[130]. Για δεύτερη φορά η ιδέα του αυτόνομου αγώνα – αυτή τη φορά μόνον των Ελλήνων – εμφανίστηκε το 1806 στον Ανώνυμο της «Ελληνικής Νομαρχίας»[131]. Επηρεασμένοι από τις ιδέες των δύο παραπάνω ελλήνων πατριωτών, οι Φιλικοί υιοθέτησαν την ιδέα «να ενεργήσωσι μόνοι των» την «ανέγερσιν και ελευθέρωσιν του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδος». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως είχαν εγκαταλείψει πλήρως την ιδέα της ρωσικής βοήθειας, η οποία επί ένα και πλέον αιώνα έτρεφε το όραμα των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου για απελευθέρωση. Η διαφορά ήταν πως οι Φιλικοί είχαν αποφασίσει να οργανώσουν και να πραγματοποιήσουν την επανάσταση μόνοι τους και μετά να ζητήσουν από την ομόδοξη Ρωσία να στηρίξει τον εθνικοαπελευθερωτικό τους αγώνα[132].

Εφοδιαστικό της Φιλικής Εταιρείας.

Ο δεύτερος στόχος των Φιλικών ήταν η κοινή εξέγερση όλων των ορθόδοξων βαλκανικών λαών[133], Σέρβων, Μαυροβουνίων, Ρουμάνων, Βουλγάρων[134] και Αλβανών[135], εναντίον των Οθωμανών. Γνωρίζοντας πολύ καλά πως μόνοι τους οι Έλληνες ήταν αδύνατο να αντιμετωπίσουν στρατιωτικά τους Οθωμανούς, οι επιφανείς Φιλικοί εκπόνησαν σχέδια κοινής επανάστασης όλων των Βαλκάνιων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις στρατιωτικές δυνάμεις του σουλτάνου. Ο στόχος αυτός, πρώτον, περιγράφεται ξεκάθαρα στο λεγόμενο «Σχέδιο Γενικό» που εκπόνησαν οι Φιλικοί και το οποίο εγκρίθηκε στη μυστική συνέλευση που συγκάλεσε στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας ο Αλ. Υψηλάντης την 1η Οκτωβρίου 1820 ενόψει της κήρυξης της επανάστασης[136]. Και, δεύτερον, επιχειρήθηκε να πραγματοποιηθεί με την υπογραφή «συμφωνιών» με τον Σέρβο Μίλος Ομπρένοβιτς[137] και με τον Ρουμάνο Tudor Vladimirescu[138].

Ο τρίτος στόχος των Φιλικών ήταν η αξιοποίηση κάθε ευνοϊκής συγκυρίας που θα μπορούσε να βοηθήσει στην επίτευξη του πρωταρχικού σκοπού. Αναφέρομαι, πρώτ’ απ’ όλα, στη σύγκρουση του Αλή-πασά των Ιωαννίνων με τον σουλτάνο (1820-1822), η οποία είχε προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στην Ήπειρο, τη Δυτική Στερεά Ελλάδα και τη Δυτική Μακεδονία[139]. Οι Φιλικοί εκμεταλλεύτηκαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτήν τη σύγκρουση, για να επιτύχουν αφενός την επάνοδο των εμπειροπόλεμων Σουλιωτών στην Ήπειρο και την ενίσχυση των στρατιωτικών σωμάτων των ελλήνων αρματολών και, αφετέρου, την απομάκρυνση των οθωμανικών στρατιωτικών δυνάμεων από τη νότια Ελλάδα και, κυρίως, από την Πελοπόννησο. Δεύτερη ευνοϊκή συγκυρία υπήρξε ο διορισμός του Μιχαήλ Σούτσου ως ηγεμόνα της Μολδαβίας. Επιτυγχάνοντας τη μύησή του στη μυστική οργάνωση, οι Φιλικοί εξασφάλισαν την αμέριστη συμπαράστασή του στην επικείμενη επανάσταση[140]. Τρίτη ευνοϊκή συγκυρία υπήρξε ο θάνατος τον Ιανουάριο του 1821 του ηγεμόνα της Βλαχίας Αλέξανδρου Σούτσου. Οι Φιλικοί εκμεταλλεύτηκαν το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε και βοήθησαν τον Tudor Vladimirescu να  ξεκινήσει την επιτυχημένη εξέγερση των Ρουμάνων της Βλαχίας[141]. Ευνοϊκή συγκυρία υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, και η κήρυξη το 1820 της επανάστασης στη Νάπολη και στο Πεδεμόντιο[142]. Κι αυτό γιατί οδήγησε τα μέλη της Ιερής Συμμαχίας να αποφασίσουν στο Λάϋμπαχ την κατάπνιξή της από τα αυστριακά στρατεύματα[143]. Αυτό ήταν ένα πολύ καλό προηγούμενο, επειδή κατ’ αντιστοιχία η Ρωσία θα μπορούσε να ζητήσει από την Ι. Συμμαχία να στείλει τα στρατεύματα της στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα δήθεν για να αποκαταστήσουν την «τάξη». Αυτό όμως θα προκαλούσε κατά πάσα πιθανότητα νέο ρωσοτουρκικό πόλεμο, ο οποίος βέβαια ευνοούσε τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας.

Αυτό που δεν προκύπτει από τις πηγές είναι το αν οι Φιλικοί είχαν διαμορφώσει άποψη για το κράτος που επρόκειτο να δημιουργηθεί μετά από την απελευθέρωση. Επειδή στις προκηρύξεις που εξέδωσε ο Αλ. Υψηλάντης μετά από την κήρυξη της επανάστασης γίνεται λόγος συνεχώς για την «Ελλάδα» και για το «έθνος των Ελλήνων», μπορούμε να υποθέσουμε βάσιμα ότι ο σκοπός ήταν η δημιουργία ενός «κράτους των Ελλήνων», δηλ. ενός ελληνικού εθνικού κράτους.  Ωστόσο, η έκταση που έπρεπε να έχει αυτό το κράτος και το πολίτευμά του δεν προσδιορίζονται[144]. Το πιθανότερο, κατά τη γνώμη μου, αίτιο ήταν το ότι οι Φιλικοί, έχοντας θέσει ως μοναδικό σκοπό τους την απελευθέρωση των Ελλήνων και γνωρίζοντας τις τεράστιες δυσκολίες που επρόκειτο να αντιμετωπίσουν για την επίτευξή του, έκριναν ως πολύ πρώιμη ή ακόμη και άκαιρη τη διατύπωση ιδεών για τη μορφή του κράτους που επρόκειτο να συσταθεί μετά από την επανάσταση.

Ο Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Μεταξύ των ετών 2014 και 2017 διετέλεσε Κοσμήτορας της αρτισύστατης τότε Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του ιδίου Πανεπιστημίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο τελευταίος που ασχολήθηκε με το πρόβλημα αυτό ήταν ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος στη μελέτη του με τίτλο «Η σύσταση της Φιλικής Εταιρείας. Μια επαναπροσέγγιση», την οποία δημοσίευσε στον τόμο με τίτλο Κατακτώντας την ανεξαρτησία. Δέκα δοκίμια για την Επανάσταση του 1821, Αθήνα, Πατάκης, 2010, σσ. 57-81.

[2] Το πρώτο κείμενο που συνέταξε ο Ξάνθος το 1835 δημοσιεύτηκε από τον Δ. Γρ. Καμπούρογλου με τίτλο «Ανέκδοτον υπόμνημα του Φιλικού Ξάνθου» στο περιοδικό Αρμονία 2(1901)529-540. Το δεύτερο το συνέταξε το 1837 και δημοσιεύτηκε από τον Τ. Αθ. Γριτσόπουλο στη μελέτη του με τίτλο «Φιλικά κείμενα: Εμμ. Ξάνθου Απολογία. Παν. Αναγνωστόπουλου Παρατηρήσεις» στη Μνημοσύνη 7(1979) (στη συνέχεια Φιλικά κείμενα) σελ. 45-105. Και το τρίτο δημοσιεύτηκε από τον ίδιο τον Ξάνθο το 1845 στην Αθήνα με τίτλο Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας (στη συνέχεια Απομνημονεύματα).

[3] Απομνημονεύματα, σ. 3.

[4] Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας (στη συνέχεια ΔΙΦΕ), Εν Ναυπλία 1834. Ο Ιω. Φιλήμων παραδέχτηκε αργότερα ότι συνέγραψε τη μελέτη του με τη βοήθεια του Π. Αναγνωστόπουλου [βλ. Δοκίμιον ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως (στη συνέχεια ΔΙΕΕ), Αθήναι, τ. Α΄, σ. 127].

[5] ΔΙΦΕ, σσ. 132-133.

[6] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τόμ. Δ΄, Αθήναι 1862, σ. ι΄.

[7] Στο ίδιο.

[8] Ars, G. L. και Pjiatigorski,  G. M., «Ορισμένα ζητήματα της ιστορίας της Φιλικής Εταιρείας υπό το φως νέων στοιχείων των σοβιετικών αρχείων», στο Παράρτημα του τόμου Γκριγκόρι. Λ. Αρς, Η Φιλική Εταιρεία στη Ρωσία, μτφρ. Παναγιώτα Ματέρη-Δημήτριος Πατέλης, επιμ. Κωνσταντίνος Παπουλίδης,  Αθήνα, Παπασωτηρίου, 2011, σ. 490.

[9] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 7.

[10] Στο ίδιο, σ. 4.

[11] Δεν μνημονεύεται σε κανέναν από τους τρεις γνωστούς καταλόγους [βλ. Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τόμ. Α΄, σσ. 387-416· Μέξας,  Βαλέριος, Οι Φιλικοί, Αθήναι 1937· Μελετόπουλος,  Ι. Α., «Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Παναγιώτου Δημ. Σέκερη», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 18(1967) (στη συνέχεια Αρχείο Σέκερη), σσ. 274-341]. Παρ’ όλα αυτά, ο Γιάννης Κόκκωνας στη μελέτη του Ο πολίτης Πέτρος Σκυλίτζης-Ομηρίδης (Αθήνα, ΕΜΝΕ, 2003), στηριζόμενος σε διάφορα στοιχεία, υποστήριξε πως ο τελευταίος ήταν Φιλικός (σσ. 92 & 104-5).

[12] Ο Αν. Γούδας, βιογραφώντας τον Αθ. Τσακάλωφ, σημείωσε: «Μόνοις δε τοις Ηπειρώταις Σκουφά και Τσακάλωφ […] ουδείς τα πρωτεία διεφιλονείκησεν» (Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τ. Ε΄, Αθήναι 1872, σ. 21).

[13] Οφείλω να σημειώσω εδώ ότι ο Ξάνθος, σε αντίθεση με όλα τα κείμενα απομνημονευματικού χαρακτήρα που μας κατέλιπε για τη Φιλική Εταιρεία, στην αναφορά που υπέβαλε στις 15 Δεκεμβρίου 1843 στην Εθνοσυνέλευση της Γ΄ Σεπτεμβρίου μνημονεύει και τον Π. Αναγνωστόπουλο ανάμεσα στους «ιδρυτές» της οργάνωσης (βλ. το κείμενο της αναφοράς στον Δημ. Μπογδανόπουλο, Φιλική Εταιρία, [Πάτρα] χ.χ.έ., σ. 205).

[14] Κανδηλώρος, Τάκης, Η Φιλική Εταιρία, 1814-1821, σσ. 3-12ˑ Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σσ. 3-42.

[15] Την πληροφορία αυτήν οφείλουμε στα στοιχεία που επεσήμαναν στα ρωσικά αρχεία οι ιστορικοί G. L. Ars και G. M. Pjiatigorski (βλ. ό.π., σσ. 490-496).

[16] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1997, τόμ. Α΄, σ. 7.

[17] Επιβεβαιώνονται έτσι όσα αναφέρει ο Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του (σ. 2) ότι στην Οδησσό «εφιλιώθη με τους εκεί τότε ευρεθέντας Νικόλαον Σκουφάν εκ της Άρτης και Αθανάσιον Ν. Τζακάλοφ Ιωαννίτην».

[18] Ο Ξάνθος έφυγε από την Οδησσό για την ΚΠολη τον Δεκέμβριο του 1814 (G. L. Ars και G. M. Pjiatigorski, ό.π., σ. 493). Ο Τσακάλωφ έφυγε από την ίδια πόλη για τη Μόσχα στα τέλη Απριλίου ή το πολύ στις αρχές Μαΐου του 1814 (στο ίδιο, σ. 496). Παρέμεινε εκεί ως τον Ιούλιο του 1817, στη συνέχεια πήγε στην Οδησσό, και τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς έφυγε για την ΚΠολη (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σσ. 7 και 8). Συνεπώς, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να έχουν συναντηθεί από το 1814 ως το 1817.

[19] Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, σσ. 8-14.

[20] Πρώτος το παραδέχτηκε ο Ιω. Φιλήμων αρχικά σε άρθρο του στην εφ. Αιών (βλ. αρ. φ. 49/19-3-1839) και, στη συνέχεια, στο ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 3 και 127.

[21] Από τα ρωσικά αρχεία προκύπτει ότι ο Σκουφάς έφτασε στη Μόσχα προερχόμενος από την Οδησσό στις 26 Ιουλίου 1814 (π.ημ.) και παρέμεινε εκεί ως τον Νοέμβριο του 1815, όταν οι ρωσικές αρχές τον υποχρέωσαν να επιστρέψει στην Οδησσό (βλ. G. L. Ars και G. M. Pjiatigorskij, ό.π., σ. 490).

[22] Μέξας, Β., ό.π., σ. 1 (αριθμ. 1)ˑ Μελετόπουλος, Ι. Α.,  Αρχείο Σέκερη, σ. 287 (αριθμ. 93).

[23] Το 1815 ο Ν. Σκουφάς μύησε τον Ν. Ουζουνίδη (Μέξας, Β., ό.π., αρ. 2) και πιθανότατα τον Αντ. Κομιζόπουλο «καί τινες άλλους» (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 5).

[24] Μέξας, Β., ό.π., αριθμ. 68.

[25] G. L. Ars και G. M. Pjiatigorski, ό.π., σ. 496ˑ Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σ. 156.

[26] Απομνημονεύματα, σ. 4.

[27] Στο ίδιο. Ο Ξάνθος ισχυρίζεται πως πήρε τα στοιχεία «ΑΔ», αλλά εκ των υστέρων αναγκάστηκε να πάρει τα στοιχεία «ΑΘ», επειδή εντωμεταξύ ο Γαλάτης «υπέκλεψε» τα στοιχεία «ΑΔ».  Ο ισχυρισμός αυτός του Ξάνθου, κατά τη γνώμη μου, είναι ανακριβής.

[28] Τον όρο χρησιμοποίησε πρώτος ο Ιω. Φιλήμων (βλ. ΔΙΦΕ, σ. 139).

[29]Καμπούρογλου, Δ. Γρ., «Ανέκδοτον υπόμνημα», σσ. 530-531. Πρβλ. Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 47 και Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 3.

[30] G. L. Ars και G. M. Pjiatigorskij, ό.π., σσ. 492-493.

[31] Βλ. τη σημείωση 15. Ο Τ. Κανδηλώρος επεσήμανε πως η επιστολή αυτή του Τσακάλωφ είναι το πρώτο «αυθεντικό εταιρικό έγγραφο» που έχει βρεθεί (ό.π., σ. 157).

[32] Πρβλ. τις επισημάνσεις του Κ. Σβολόπουλου για το ίδιο θέμα στη μελέτη του που μνημόνευσα στη σημ. 1 ( σσ. 68-69).

[33] Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από δύο επιστολές που εστάλησαν στον Ξάνθο, η πρώτη από τον Τσακάλωφ στις 31 Μαρτίου 1818 και η δεύτερη από τον Αθανάσιο Σέκερη στις 4 Απριλίου 1818, στις οποίες μνημονεύεται ο Σκουφάς (Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, τ. Α΄, σσ. 8 και 9).

[34] Ο Τσακάλωφ, όπως προκύπτει από την επιστολή που έστειλε από τον Βόλο στις 31 Μαρτίου 1818 στον Ξάνθο στην ΚΠολη, πρέπει να έφυγε από την οθωμανική πρωτεύουσα στα μέσα Μαρτίου του 1818 (Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, τ. Α΄, σ. 8).

[35] Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 106. Ο Αναγνωστόπουλος μάλιστα λανθασμένα σημειώνει πως ο Σκουφάς «κατήχησε» τον Ξάνθο στην ΚΠολη το 1817. Κι αυτό γιατί ο Σκουφάς είναι απολύτως βέβαιο πως έφτασε στην ΚΠολη στα μέσα περίπου Απριλίου του 1818. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από την επιστολή που έστειλε ο Αθ. Σέκερης από την Οδησσό στις 4 Απριλίου 1818 στον Εμμ. Ξάνθο στην ΚΠολη (βλ. Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, τ. Α΄, σ. 9).

[36] Πρωτοψάλτης, Εμμ. Γ., Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι, Αθήναι, Ακαδημία Αθηνών, 1964, σσ. 174 και 259· Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, τ. Α΄, σσ. 22-23.

[37] Ο Σκουφάς, ο οποίος ανήκε στην «Αρχή», δεν εμφανίζεται ανάμεσα σε όσους υπέγραψαν το «συνυποσχετικό», επειδή είχε πεθάνει στα τέλη Ιουλίου 1818 (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 9).

[38] Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 48 και Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 5.

[39] Τον Γ. Λεβέντη ενέταξε στην «Αρχή» ο Αναγνωστόπουλος στο Βουκουρέστι στα μέσα του 1819 (βλ. Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 246), ενώ τον Ν. Πατζιμάδη ο Ξάνθος ή/και ο Αντ. Κομιζόπουλος στη Μόσχα στις αρχές του 1820 (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 16).

[40] Τους μύησε ο Αναγνωστόπουλος στο Βουκουρέστι στα μέσα του 1819 (βλ. Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σσ. 247 και 252).

[41] Τους αποκάλυψε την «Αρχή» ο Τσακάλωφ στην Πίζα το 1819 (βλ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 14).

[42] Από την υποχρέωση αυτήν εξαιρέθηκε ο Π. Σέκερης, επειδή προφανώς ήταν ο καλύτερος χρηματοδότης της εταιρείας, και για λίγους μήνες οι Αντ. Κομιζόπουλος, Αθ. Σέκερης και Άνθ. Γαζής. Οφείλω πάντως να σημειώσω εδώ πως η υποχρέωση αυτή τελικά δεν τηρήθηκε από όλους.

[43] Προκαλεί πραγματικά μεγάλη εντύπωση το ότι οι συντάκτες του εγγράφου έθεσαν ως όρο στον Καποδίστρια να υπογράψει υποχρεωτικά το «συνυποσχετικό».

[44] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ.160 (σημ.)·Μέξας, Β., ό.π., σ. ι΄.

[45] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «συνωμοσία» που φέρονται ότι οργάνωσαν στο Βουκουρέστι στα μέσα του 1819 οι Γρ. Δικαίος, Γ. Ολύμπιος και Ιω. Φαρμάκης, με σκοπό να κηρύξουν την επανάσταση εν αγνοία της «Αρχής» (βλ. Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σσ. 248-250).

[46] Η πιο σοβαρή περίπτωση φαίνεται ότι υπήρξε η προσπάθεια του Ηλία Χρυσοσπάθη το 1818 να δημιουργήσει στην ΚΠολη  νέα μυστική οργάνωση που θα ανταγωνιζόταν τη Φιλική Εταιρεία (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 10).

[47] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 237 (σημ.α).

[48] Βλ. τον κατάλογο με τις αρμοδιότητες των «εφορειών» στον Φιλήμονα (ΔΙΦΕ, σσ. 235-238) και στα Απομνημονεύματα του Πρίγκιπος Νικολάου Υψηλάντη, μτφρ.-προλεγόμενα και σχόλια Ελ. Μωραϊτίνης-Πατριαρχέας, Αθήνα, Κέδρος, 1986, σσ. 137-145.

[49] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σσ. 235-236ˑ Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σσ. 26-27 και 73ˑ Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 67.

[50] Βλ. τις ενδιαφέρουσες απόψεις και τους χάρτες με τα κέντρα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και τις «εφορείες» της Φιλικής Εταιρείας, τις οποίες δημοσίευσε ο Π. Κιτρομηλίδης στην πρόσφατη μελέτη του με τίτλο «Η Φιλική Εταιρεία και η πολιτική γεωγραφία του Διαφωτισμού», στον τόμο Οι πόλεις των Φιλικών: οι αστικές διαδρομές ενός επαναστατικού φαινομένου, Πρακτικά ημερίδας που έγινε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2015, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2018, σσ. 28-32.

[51] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τόμ. Α΄, σ. 38.

[52] Δημοσιεύτηκε «ακέφαλο» στη σειρά Documente privind istoria României. Rãscoala din 1821, vol. IV, Eteria în Principatele române (Ντοκουμέντα που αφορούν στην ιστορία της Ρουμανίας. Η εξέγερση του 1821, τ. Δ΄, Η Εταιρεία στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα), Βουκουρέστι, Ρουμανική Ακαδημία Επιστημών, 1960, σσ. 32-39.

[53] Φέρει τον τίτλο «Διδασκαλία της μελλούσης Εταιρίας  των Φιλικών» και το δημοσίευσε ο Εμμ.. Πρωτοψάλτης τόσο στην πρωτότυπη μορφή του, όσο και μεταγραμμένο (βλ. ό.π., σσ. 135-144 και 245-251).

[54] Δημοσιεύτηκε στην πρωτότυπη μορφή του στο Τεκτονικό Δελτίο «Πυθαγόρας», τεύχ. 106/έτος 2016, σσ. 6-26.

[55] Ο Ιω. Φιλήμων μας πληροφορεί ότι  ο «κατηχούμενος» στο βαθμό του «Ιερέα» «ελάμβανεν αντιγεγραμμένα την Πρώτην Διδασκαλίαν, τον Πρώτον Όρκον, τα Άρθρα της Εξομολογήσεως, τον σκοπόν της Εταιρίας, και τέλος την εξακολούθησιν της Διδασκαλίας». Και σε υποσημείωση ότι πολλοί στην εποχή του, οι οποίοι είχαν μυηθεί στην εταιρεία, είχαν στην κατοχή τους αντίγραφα της «Διδασκαλίας» (ΔΙΦΕ, σ. 158).

[56] Μόνο στο τέλος του τετραδίου που φυλάσσεται στα ρουμανικά αρχεία αναγράφεται το έτος «1815», αλλά με ερωτηματικό, γεγονός που σημαίνει πως η χρονολογία πιθανότατα προστέθηκε εκ των υστέρων.

[57] Καμπούρογλους, Δ. Γρ., «Ανέκδοτον υπόμνημα του Ξάνθου», σ. 531ˑ Απομνημονεύματα, σ. 4 .

[58] Απομνημονεύματα, σ. 4.

[59] ΔΙΦΕ, σ. 197.

[60] Ο Ξάνθος αναχώρησε από την ΚΠολη στις 23 Οκτωβρίου 1818, για να πάει στο Πήλιο (Απομνημονεύματα, σ. 13).

[61] Λεπτομερή περιγραφή της «Διδασκαλίας» συνοδευόμενη με πολλές και ενδιαφέρουσες επεξηγήσεις μας έχει δώσει ο Φιλήμων στο ΔΙΦΕ, σσ. 142-177.

[62] Στο ίδιο, σσ. 169-170.

[63] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 37. Ο Ξάνθος ισχυρίστηκε ότι οι δύο αυτοί «βαθμοί» καθιερώθηκαν με δική του πρόταση το 1818 στην ΚΠολη (βλ. Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ.48).

[64] Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 248-249ˑ Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σσ. 145-146, 151, 158, 163, 167-168.

[65] Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 248ˑ Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 143. Ο Φιλήμων σημείωσε ότι το αλφάβητο αυτό ονομαζόταν «γράμματα των ιερέων», επειδή μόνον τα μέλη που έφεραν αυτόν τον βαθμό το γνώριζαν και μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν.

[66] Οι Λ. Ι. Βρανούσης και Ν. Καμαριανός, οι οποίοι επιμελήθηκαν την έκδοση των απομνημονευμάτων του Αθ. Ξόδιλου, στηριζόμενοι στα «λεξικά» που περιέχονται στα απομνημονεύματα του Εμμ. Ξάνθου και του Αθ. Ξόδιλου, καθώς και στο ΔΙΦΕ του Ιω. Φιλήμονα, εκπόνησαν τα δύο αυτά «λεξικά» στην πλήρη τους μορφή (βλ. Η Εταιρεία των Φιλικών και τα πρώτα συμβάντα του 1821, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, σσ. 107-110 και 116-117).

[67] Βλ. τον πλήρη κατάλογο των ονομάτων και ψευδωνύμων στον Αθ. Ξόδιλο, ό.π., σ. 119.

[68] Ορισμένα από αυτά τα ψευδώνυμα διέσωσε ο Ιω. Φιλήμων (βλ. ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 137-138).

[69] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 137ˑ Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 57ˑ Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σσ. 319-320.

[70] Βλ. Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 154-162.

[71] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 167ˑ Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 51ˑ Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 11.

[72] Καμπούρογλου, Δ. Γρ., «Ανέκδοτον υπόμνημα», σ. 531.

[73]Πέρα από τη διαβεβαίωση του ίδιου του Ξάνθου ότι ήταν τέκτονας (Απομνημονεύματα, σ. 2), έχουμε σήμερα και άλλα στοιχεία που το επιβεβαιώνουν [Παναγιωτόπουλος, Β. Π., «Οι τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία: Εμμ. Ξάνθος και Παν. Καραγιάννης», Ο Ερανιστής 2(1964)144-145].

[74] ΔΙΦΕ, σ. 142.

[75] Κρητικός, Π. Γ., «Φιλική Εταιρεία και τεκτονισμός», Παρνασσός 1(1965)128.

[76] Τη «διδασκαλία» των Καρμπονάρων δημοσίευσε ο Ντίνος Κονόμος στη μελέτη του Μυστικές εταιρείες στα χρόνια της Εθνεγερσίας (ανέκδοτα κείμενα), Αθήνα 1973, σσ. 23-32.

[77] Την άποψη αυτήν υποστήριξε και ο Τάσος Βουρνάς [βλ. Φιλική Εταιρεία (Απομνημονεύματα Γ. Λεβέντη),  Αθήνα, Αφοί Τολίδη,1982, σ. 17].

[78] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τόμ. Δ΄, σ. η΄.

[79] Frangos, G. D., «The Philiki Etairia: A Premature national Coalition», στον τόμο Clogg, R. (ed.), The Struggle for Greek Independence, London 1973, σ. 103 (σημ. 24).

[80] Ο Π. Γ. Κρητικός υποστήριξε ότι η Φιλική Εταιρεία αποτελούσε «τεκτονικό παράρτημα» (ό.π., σ. 131).

[81] Documente privind istoria României, τ. IV, σσ. 32, 34 και 35. Στη «διδασκαλία» που βρέθηκε στα ελληνικά ΓΑΚ αντί για «Έλλην» χρησιμοποιήθηκε ο όρος «Γραικός» (βλ. Πρωτοψάλτης,Εμμ., ό.π., σσ. 245 και 248).

[82] Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν: 1) ο Σέρβος Καραγιώργης, τον οποίο μύησε ο Γ. Λεβέντης (Βουρνάς, Τ., ό.π., σ. 275), 2) ο ρουμάνος βογιάρος Grigore Brîncoveanu, τον οποίο μύησε ο Σάββας Φωκιανός (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 91 και 247-248) και 3) ο ρουμάνος βογιάρος Iordache Rosetti Roznovanu  [Camariano, N., «Planurile revoluționare ale eteriştilor din Bucureşti şi colaborarea lor cu Tudor Vladimirescu» (Τα επαναστατικά σχέδια των Φιλικών του Βουκουρεστίου και η συνεργασία τους με τον Θεόδωρο Βλαδιμιρέσκου), Studii. Revista de istorie XX(1967)1165].

[83] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 170.

[84] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 199.

[85] Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 247.

[86] Γριτσόπουλος, Τ. Αθ., Φιλικά κείμενα, σ. 67.

[87] Αρς, Γ. Λ., ό.π., σσ. 310 σημ. 3 και 501.

[88] Καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό έπαιξε η ίδρυση των «εφορειών», η οποία, ειδικά στην Πελοπόννησο και στα νησιά,  προκάλεσε αναγκαστικά τη μύηση των προκρίτων και την ανάληψη από αυτούς της τοπικής «εξουσίας» στους κόλπους των Φιλικών (βλ. Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. Ε΄, σ. 78).

[89] Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη του ηγεμόνα της Μολδαβίας Μιχαήλ Σούτσου, ο οποίος μυήθηκε στην εταιρεία τον Νοέμβριο του 1820 (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 35 και 179-181).

[90] Ο Στ. Κουμπάρης στα απομνημονεύματά του μας πληροφορεί ότι λίγο πριν από την επανάσταση προέβη στη μύηση νέων μελών χωρίς «κατήχηση» και «διαβατήρια», δηλ. «συστατικά» γράμματα (βλ. Σακελλαρίου, Σακελλάριος, Γ., Φιλική Εταιρεία, Αθήνα, Νότης Καραβίας (φωτομηχανική ανατύπωση), 1967, σ. 70).

[91] Στους καταλόγους των Φιλικών που έχουμε στη διάθεσή μας οι «χωρικοί» και οι «χειρώνακτες» αντιπροσωπεύουν μόλις το 1,3% (Frangos, G. D., ό.π., σ. 88). Ο αριθμός αυτός δεν είναι βέβαια δυνατό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

[92] Ο Τ. Κανδηλώρος υπέθεσε ότι κυμαίνονταν από 80.000 ως 600.000 (ό.π., σ. 25 και 321)ˑ ο Ελ. Πρεβελάκης, στηριζόμενος σε αναφορά του William Meyer, άγγλου προξένου στην Πρέβεζα, έκανε λόγο για 200.000 («Η Φιλική Εταιρεία, ο Αλή-πασάς και οι Σουλιώτες», στον τόμο Μελετήματα στη μνήμη του Βασιλείου Λαούρδα, Θεσσαλονίκη 1975, σ. 457)ˑ ο Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία «έφτασε να αριθμεί χιλιάδες μέλη στην Ελλάδα και σε κάθε γωνιά του Ελληνισμού» («Η Φιλική Εταιρεία», Αρχείο Εμμ. Ξάνθου, τόμ. Α΄, σ. θ΄).

[93] Αρχείο Σέκερη, σσ. 181-352.

[94] ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 387-416. Πρέπει να επισημάνω εδώ ότι ο συγκεκριμένος κατάλογος παρουσιάζει αρκετά λάθη και ελλείψεις.

[95] Οι Φιλικοί. Κατάλογος των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη, Αθήναι 1937. Όπως σημειώνει ο ίδιος (σ. ιβ΄), ο κατάλογός του περιλαμβάνει τα ονόματα του καταλόγου του Π. Σέκερη, τα ονόματα 133 Φιλικών από έναν κατάλογο που είχε συντάξει ο Εμμ. Ξάνθος, καθώς και ορισμένα ονόματα Φιλικών που τα εντόπισε ο ίδιος ο Μέξας με βάση τα «αφιερωτικά» ή τα «εφοδιαστικά» τους διπλώματα.

[96] Frangos, G. D., ό.π., σ. 101 σημ. 1. Ο συγγρ. προσέθεσε σ’ αυτούς 60 επιπλέον ονόματα που εντόπισε ο ίδιος, ανεβάζοντας έτσι τον συνολικό αριθμό στους 1093.

[97] Φράγκος, Γ., «Φιλική Εταιρεία», στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ΄, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, σ. 432β.

[98] Μέξας, Β., ό.π., σσ. 1-5.

[99] Φράγκος, Γ., ό.π., σ. 432β. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σσ. 35 και 37ˑ Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σσ. 322-348ˑ Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 68-69, 78 και 83-84ˑ

[100] Φιλήμων, ΔΙΕΕ τ. Α΄, σ. 11ˑ Σακελλαρίου, Σ. Γ., ό.π., σσ. 37-38, 58 και 70ˑΠρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 78-79ˑΜαζαράκης-Αινιάν, Ι. Κ., ό.π., σ. νθ΄.

[101] Frangos, G. D., ό.π., σ. 94. Για τον πυρήνα των Φιλικών της Πίζας βλ. Παναγιωτόπουλος, Β., «Κάτι έγινε στην Πίζα το 1821», Ιστορικά 3(1986)179-180 και Θεοδωρίδης, Γ. Κ., Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ένας φιλελεύθερος στα χρόνια του εικοσιένα, Αθήνα, ΕΙΕ-Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών-Τμήμα Νεοελληνικών Ερευνών, 2012, σσ. 133-135.

[102] Frangos, G. D., ό.π., σ. 88.

[103] Στο ίδιο.

[104] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 35-36.

[105] Τζάκης, Διον., «Από την Οδησσό στη Βοστίτσα: Η πολιτική ενσωμάτωση των τοπικών ηγετικών ομάδων στη Φιλική Εταιρεία», στον τόμο Οι πόλεις των Φιλικών: οι αστικές διαδρομές ενός επαναστατικού φαινομένου, Πρακτικά ημερίδας που έγινε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2015, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2018, σ. 133.

[106] Φράγκος, Γ., ό.π., σ. 429 (πίνακας).

[107] Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι, πρώτον, δεν επρόκειτο για έναν ακόμη «βαθμό» στην ιεραρχία της μυστικής οργάνωσης. Δεύτερον, η ονομασία αυτή καθιερώθηκε προφανώς σε μια προσπάθεια να παραλληλιστεί η δράση τους με εκείνη των Δώδεκα Αποστόλων που είχαν αναλάβει τη διάδοση του χριστιανισμού. Τρίτον, στην πραγματικότητα μπορούμε να τους ονομάσουμε «απεσταλμένους ειδικού σκοπού». Ο Β. Παναγιωτόπουλος τους παρομοίασε με τους «commisseurs» της Γαλλικής Επανάστασης (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 3, σ. 23). Για τους «αποστόλους» και τη δράση τους βλ. επίσης τις εύστοχες επισημάνσεις του Π. Κιτρομηλίδη στη μελέτη του που μνημόνευσα στη σημ. 50 (σσ. 30-33).

[108] Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σσ. 189-190ˑ Παναγιωτόπουλος, Β., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 3, σ. 24.

[109] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 84-85ˑ Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 72-77.

[110] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ξάνθου, ο οποίος εγκατέλειψε την οικογένειά του στην ΚΠολη τον Φεβρουάριο του 1819 και την ξαναβρήκε στο Ισμαήλι της Βεσσαραβίας τον Φεβρουάριο του 1821 (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σσ. 38 και 45).

[111] Ο «μέγας όρκος» των Φιλικών κατέληγε ως εξής: «ο θάνατος ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, διά να μην μολύνω την αγιότητα της ιεράς Εταιρείας» (Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 248).

[112] Ο Νικόλαος Γαλάτης μάλιστα ήταν μέλος της «Αρχής» (Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σσ. 31 και 32).

[113] Μωραϊτίνης-Πατριαρχέας, Ελ., Νικόλαος Γαλάτης ο Φιλικός, Αθήνα, Κέδρος, 2002, σ. 227.

[114] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σσ. 227-228.

[115] Στο ίδιο, σσ. 265-267ˑ Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄. σσ. 277-278ˑ Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σ. 398-399.

[116] Κούκου, Ελ., Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – Ο διπλωμάτης, 1800-1828, Αθήναι, Εστία, 1978, σσ. 20-29.

[117] Κούκκου, Ελ., Ο Καποδίστριας και η παιδεία, 1803-1822. Α΄ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, Αθήναι 1958.

[118]  Μωραϊτίνης-Πατριαρχέας, Ελ., ό.π., σσ. 227-235.

[119] Τη συνάντηση των δύο ανδρών και όσα διημείφθησαν μεταξύ τους περιέγραψε ο ίδιος ο Καποδίστριας στην «Επισκόπησιν της πολιτικής μου σταδιοδρομίας από του 1798 μέχρι του 1822», Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, Κέρκυρα 1976, τ. Α΄, σσ. 36-37. Πρβλ. Αρς, Γ. Λ., Ο Ιω. Καποδίστριας στη Ρωσία, Αθήνα, Ασίνη, 2015, σσ. 207-211.

[120] [Ιω. Καποδίστρια] «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας», σ. 37ˑ Αρς, Γ. Λ., Ο Ιω. Καποδίστριας στη Ρωσία, σσ. 232-235.

[121] Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 16.

[122] Στο ίδιοˑ Φιλήμων, ΔΙΕΕ σσ. 29-31ˑ Αρς, Γ. Λ., Ο Ιω. Καποδίστριας στη Ρωσία, σσ. 232-235. Είναι πραγματικά εξαιρετικά περίεργο το ότι ο Καποδίστριας στην «Επισκόπησιν της πολιτικής του σταδιοδρομίας» αποσιώπησε τελείως τη συνάντησή του αυτή με τον Ξάνθο.

[123] Την πληρέστερη ως σήμερα βιογραφία του Αλ. Υψηλάντη οφείλουμε στον Ελ. Μωραϊτίνη-Πατριαρχέα (Αλέξανδρος Υψηλάντης, Αθήνα, Εξάντας, 1977). Ιδιαίτερα προσεγμένη είναι η βιογραφία που εκπόνησε ο Γιάννης Γιαννόπουλος με τίτλο Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης. Η βιογραφία αυτή δημοσιεύτηκε στη σειρά «Οι ιδρυτές της νεότερης Ελλάδας», την οποία εξέδωσε η εφημερίδα «Τα Νέα» το 2010.

[124] Ξάνθος, Εμμ., Απομνημονεύματα, σσ. 40-41ˑ Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 31-33.

[125] Η ανάθεση της αρχηγίας στον Αλ. Υψηλάντη έγινε με ιδιαίτερη «πράξη» που φέρει ημερομηνία 12 Απριλίου 1820 και υπογράφτηκε από τον ίδιο, τον Ξάνθο και τον Φιλικό Ιωάννη Μάνο (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 33).

[126] Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., 248.

[127] Απομνημονεύματα, σ. 3 και 29 αντίστοιχα.

[128] Στο ίδιο, σ. 3.

[129] Πανταζόπουλος, Ν., Ρήγας Βελεστινλής. Η πολιτική ιδεολογία του Ελληνισμού προάγγελος της Επαναστάσεως, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 25· Κιτρομηλίδης, Πασχάλης Μ., Ρήγας Βελεστινλής. Ο οραματιστής της Ελληνικής Δημοκρατίας, Αθήνα, εφ. ΤΑ ΝΕΑ-Ιστορική Βιβλιοθήκη-Οι ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, 2009, σσ. 48-50.

[130] Manessis, Arist. J., «L’ activité et les projets politiques d’ un patriote Grec dans les Balkans vers la fin du XVIIIe siècle», Balkan Studies 3(1962)75-118.

[131] Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί ελευθερίας, Κείμενο-σχόλια-εισαγωγή Γ. Βαλέτας, Μελετήματα, Ν. Α. Βέης-Μ. Σιγούρος, 4η έκδοση, Αθήνα, Αποσπερίτης, 1982, σσ. 198-200.

[132] Ακριβώς αυτό δηλώνει η αναφορά του Αλ. Υψηλάντη στην προκήρυξη «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» της 24ης Φεβρουαρίου 1821: «Κινηθήτε, ώ φίλοι, και θέλετε ιδεί μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας» (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τόμ. Β΄, σ. 80).

[133] Η ιδέα της επανάστασης όλων των βαλκανικών λαών ανήκε, όπως ήδη ανέφερα, επίσης στον Ρήγα.

[134] Για τον ρόλο των Βουλγάρων στα επαναστατικά σχέδια των Φιλικών βλ. Παπαδόπουλου, Στέφανου, «Τα επαναστατικά σχέδια της Φιλικής Εταιρείας και οι Βούλγαροι», Δωδώνη. Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων 7(1978)171-181 και Νικολάϊ Τόντορωφ, Η βαλκανική διάσταση της επανάστασης του 1821, Αθήνα, Gutenberg, 1982, σσ. 83-93.

[135] Βλ. τις επιστολές του Δημήτριου Υψηλάντη από 26 Ιουνίου και 23 Αυγούστου 1821 (π.ημ.) προς τους οπλαρχηγούς των Τσάμηδων και Τόσκηδων (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Δ΄,  σσ. 445 και 450-1).

[136] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 47-56 και 82-84· Παπαδόπουλος, Στέφανος, «Το “Σχέδιον Γενικόν” της Φιλικής Εταιρείας και οι επαφές με τους Σέρβους», Μακεδονικά 17(1977)40-53. Βλ. επίσης το «πολεμικόν σχέδιον του Σάββα [Φωκιανού]» στον Φιλήμονα, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 77-81.

[137] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 117-119

[138] Documente privind istoria României, τόμ. Α΄, σσ. 191-194.

[139] Σφυρόερας, Β. Β., «Ο Φιλικός Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος και ο Αλή πασάς», Ηπειρωτική Εστία 1(1952)667-671 και Αρς, Γρηγόρης Λ. (έκδ.-επιμ.), Η Ρωσία και τα πασαλίκια Αλβανίας και Ηπείρου, 1759-1831. Έγγραφα ρωσικών αρχείων, Αθήνα, ΕΙΕ/ΙΝΕ, 2007, σσ. 28-30.

[140] Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σσ. 35.

[141] Στο ίδιο, σσ. 106 και 111-116.

[142] Το μνημόνευσε ο ίδιος ο Αλ. Υψηλάντης στην από 2/14 Ιανουαρίου 1828 επιστολή του προς τον τσάρο Νικόλαο Α΄. Έγραψε συγκεκριμένα: «Με κατηγορούσι κατά μείζονα  λόγον, ότι κακώς εξελεξάμην την στιγμήν και εξώθησα λίαν τα πράγματα. Αλλ’ όταν η επανάστασις της Νεαπόλεως και του Πεδεμοντίου εξερράγη, μοι απέβη αδύνατος η αναχαίτισις της δοθείσης ωθήσεως, ωθήσεως εντελώς ξένης κατά την αρχήν εκείνης, δι’ ης παρεσύρθησαν τα ταραχώδη πνεύματα των δύο τούτων χωρών εις την αποστασίαν» (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Β΄, σ. 227).

[143] [Ιω. Καποδίστρια] «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας», σ. 65.

[144] Παρ’ όλα αυτά, στο «Σχέδιον Γενικόν» υπάρχει μια ένδειξη σχετικά με την πιθανή έκταση του ελληνικού κράτους. Στο άρθρο Ζ΄ σημειώνεται, ανάμεσα στ’ άλλα: «Οι δε Σέρβοι αρχινώντες μετά ταύτα (εν. την κήρυξη της επανάστασης στην Πελοπόννησο) ίσως διόλου δεν απαντήσουν εχθρόν, και εκ τούτου έπεται να προχωρήσουν, όσον δεν συμφέρει εις την Ελλάδα και Θράκην» (Φιλήμων, ΔΙΕΕ, τ. Α΄, σ. 50).

Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος: Ελληνικές «Εταιρείες» στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος

   Ελληνικές «Εταιρείες» στα τέλη του 18ου  και στις αρχές του 19ου  αιώνα

Η ίδρυση και η δράση «εταιρειών» στους κόλπους του Ελληνισμού εντοπίζεται στα τέλη του 18ου και στις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Το φαινόμενο αυτό βέβαια δεν ήταν ελληνικό, αλλά εντάσσεται στο εταιριστικό κίνημα που γνώρισε μεγάλη εξάπλωση  στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Αυτό που διαφοροποιεί το εταιριστικό κίνημα των Ελλήνων από εκείνο των άλλων Ευρωπαίων είναι το γεγονός ότι αυτό αναπτύχθηκε έξω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Πιο συγκεκριμένα, όλες σχεδόν οι ελληνικές εταιρείες ιδρύθηκαν αφενός στις παροικίες που είχαν δημιουργήσει οι έλληνες έμποροι στις ευρωπαϊκές πόλεις και, αφετέρου, στα Ρουμανικά Πριγκιπάτα, όπου βέβαια, εξαιτίας των Φαναριωτών, οι Έλληνες έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική και πνευματική ζωή.

Από τις πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας προκύπτει ότι για ορισμένες εταιρείες διαθέτουμε αδιάψευστες μαρτυρίες για την ύπαρξή τους, ενώ για άλλες οι πληροφορίες που έχουμε είναι είτε συγκεχυμένες, είτε αναξιόπιστες. Γι’ αυτόν το λόγο έκρινα σκόπιμο να χωρίσω την παρούσα εργασία σε δύο μέρη: στο πρώτο θα παρουσιάσω τις εταιρείες για τις οποίες διαθέτουμε αδιάσειστα στοιχεία και αξιόπιστες πληροφορίες, ενώ στο δεύτερο θα εξετάσω εκείνες για την ύπαρξη των οποίων έχω σοβαρές επιφυλάξεις.

 

 Μέρος Α΄

Στο πρώτο μέρος θα παρουσιάσω τις εξής εταιρείες: 1) Το «Αδελφάτο» του Ιασίου, 2) τη «Γραικοδακική Φιλολογική Εταιρεία» του Βουκουρεστίου, 3) τη «Φιλόμουσο Εταιρεία» των Αθηνών, 4) τη «Φιλόμουσο Εταιρεία» της Βιέννης, 5) το ανώνυμο «σύστημα» της Βιέννης και 6) το «Ελληνόγλωσσο ξενοδοχείο» του Παρισιού.

Το «Αδελφάτο» ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1805 από έλληνες εμπόρους στο Ιάσιο, πρωτεύουσα τότε της Ηγεμονίας της Μολδαβίας. Από το καταστατικό του, που  υπέγραψαν ο μητροπολίτης Ιασίου Veniamin Costache και ο επίσκοπος της πόλης Roman Gherasim Clipa, προκύπτει ότι επρόκειτο περισσότερο  για επαγγελματική συσσωμάτωση παρά για μυστική εταιρεία, η οποία μάλιστα είχε τεθεί κάτω από την προστασία της Εκκλησίας[1]. Στο σωματείο αυτό γίνονταν δεκτοί όχι μόνον Έλληνες, αλλά και ρουμάνοι βογιάροι (=ευγενείς) και πλούσιοι έμποροι. Στόχοι του ήταν η οργάνωση των εμπόρων που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή, η συγκέντρωση χρημάτων με τη μέθοδο των συνδρομών και των δωρεών, η αλληλεγγύη των μελών σε περίπτωση πτώχευσης, η υποστήριξη χηρών, ορφανών και ξένων, η φιλανθρωπία και η ευποιία, η οικονομική ενίσχυση της τοπικής εκκλησίας κ.ά.. Μολονότι από το καταστατικό δεν προκύπτει ότι το «Αδελφάτο» είχε και πολιτικούς στόχους, οι ρουμάνοι ιστορικοί που έχουν ασχοληθεί με το θέμα, λαμβάνοντας υπόψη όσα ακολούθησαν μετά από την κήρυξη του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1806-1812,  ισχυρίστηκαν ότι το σωματείο αυτό είχε ως σκοπό «να συγκεντρώσει χρήματα, προκειμένου να του χρησιμεύσουν, όταν θα σημάνει η ώρα της απελευθέρωσης των Ελλήνων»[2].

Μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος.

Η «Γραικοδακική φιλολογική εταιρεία» ιδρύθηκε στο Βουκουρέστι στις 7 Ιουλίου 1810 με πρωτοβουλία του τότε μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιου και διαλύθηκε το 1812 αμέσως μετά από την λήξη του ρωσοτουρκικού πολέμου και την αναχώρηση του ιδρυτή της. Από τον κατάλογο που δημοσιεύτηκε στον Λόγιο Ερμή προκύπτει ότι στα ιδρυτικά της μέλη συγκαταλέγονταν έλληνες και ρουμάνοι ανώτεροι κληρικοί, βογιάροι, αξιωματούχοι της Ηγεμονίας της Βλαχίας, λόγιοι, γιατροί και έμποροι. Το κύρος της εταιρείας μαρτυρεί η παρουσία ανάμεσα στα αντεπιστέλλοντα μέλη της του Αδαμάντιου Κοραή, του Άνθιμου Γαζή, του Δημήτριου Δάρβαρη και του Βαρθολομαίου Κόπιταρ[3]. Σκοπός της εταιρείας ήταν «να επαγρυπνώσιν» τα μέλη της «εις την πρόοδον των μαθήσεων, και να καλλιεργήσωσι την νεωτέραν Ελληνικήν γλώσσαν, αναβιβάζοντες αυτήν κατά μικρόν πλησίον της μητρός αυτής»[4]. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Ιγνάτιος προχώρησε στην εκ βάθρων μεταρρύθμιση της ηγεμονικής Ακαδημίας που λειτουργούσε στο Βουκουρέστι από τα τέλη του 17ου αι., την ονόμασε «Λύκειο», την προίκισε με τους απαραίτητους για τη λειτουργία της πόρους και έναν πρότυπο κανονισμό λειτουργίας[5] και, τέλος, την στελέχωσε με εξαιρετικούς έλληνες δασκάλους. Μολονότι από τις πηγές προκύπτει ότι η «Γραικοδακική εταιρεία» δεν ήταν μυστική και ο σκοπός της ήταν μορφωτικός και εκπολιτιστικός, η συγκυρία στην οποία ιδρύθηκε και έδρασε μας επιτρέπει να υποθέσουμε πως, αν μη τι άλλο, εξυπηρετούσε την πολιτική της τσαρικής Ρωσίας στα Βαλκάνια, η οποία τότε αντιμετώπιζε ευνοϊκά τους πόθους και τα οράματα των Ελλήνων[6].

Η «Φιλόμουσος Εταιρεία» ιδρύθηκε στην Αθήνα την 1η Σεπτεμβρίου 1813  από «τινες των φιλομούσων και φιλοκάλων ανδρών του Ελληνικού γένους»[7] και λειτούργησε ως το 1826, όταν ο Κιουταχής κατέλαβε την Αθήνα[8]. Σύμφωνα με το καταστατικό της, στόχοι της ήταν «η καλλιέργεια και ο φωτισμός του Ελληνικού πνεύματος των νέων διά της σπουδής των επιστημών, εις έκδοσιν χρησίμων βιβλίων, εις βοήθειαν ενδεών μαθητών, εις ανακαλύψεις Αρχαιοτήτων, εις συλλογήν επί λίθων Επιγραφών, Αγαλμάτων τε και Σκευών, και εις ό,τι άλλο των προσοχής αξίων»[9]. Στον κατάλογο των «συνδρομητών» που ενεγράφησαν κατά το πρώτο έτος της λειτουργίας της περιλαμβάνονται συνολικά 104 ονόματα Ελλήνων και Ευρωπαίων, από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν Βρετανοί[10]. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία 11 ονομάτων γυναικών – ανάμεσά τους 5 Ελληνίδες – γεγονός εξαιρετικά σπάνιο για την εποχή[11].

Οι προϋποθέσεις εγγραφής των μελών στην εταιρεία, τα συμβολικά δαχτυλίδια και τα διπλώματα[12] που τους χορηγούνταν, οι αρμοδιότητες και οι υποχρεώσεις τους, ο τρόπος διοίκησης και λειτουργίας της εταιρείας, η διαχείριση των οικονομικών, ο τρόπος εκλογής και τα καθήκοντα των εφόρων, η οργάνωση, στελέχωση και λειτουργία της «Δημοσίας Σχολής» της Αθήνας, ο εμπλουτισμός της Βιβλιοθήκης και η ίδρυση Μουσείου καθορίζονται με λεπτομέρειες από τον κανονισμό της εταιρείας, ο οποίος δυστυχώς είναι αχρονολόγητος[13].

Μολονότι η «Φιλόμουσος Εταιρεία» της Αθήνας δεν ήταν μυστική, το γεγονός ότι χορηγούσε στα μέλη της δαχτυλίδια με συμβολικές παραστάσεις και επιγραφές[14] την περιέβαλε με έναν πέπλο μυστηρίου. Το μυστήριο αυτό έπαιρνε στα μάτια των αδαών μεγάλες διαστάσεις, εξαιτίας του ότι ανάμεσα στα μέλη της εταιρείας υπήρχαν πολλοί Βρετανοί[15], ενώ από τους πέντε εφόρους της οι δύο, σύμφωνα με τον κανονισμό της, έπρεπε να είναι «Φράγκοι»[16]. Δεν ήταν λοιπόν καθόλου τυχαίο το ότι η ίδρυση και η λειτουργία της συνδέθηκε με την πολιτική διείσδυση της Μ. Βρετανίας στην Ανατολή.

Η «Φιλόμουσος Εταιρεία» της Βιέννης ιδρύθηκε στα τέλη του 1814 με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια και τη σύμφωνη γνώμη του τσάρου Αλεξάνδρου Α΄[17] κατά τη διάρκεια του συνεδρίου των Μ. Δυνάμεων της εποχής, το οποίο γινόταν τότε στην πρωτεύουσα των Αψβούργων. Επισήμως όμως η εταιρεία ιδρύθηκε την 1η Ιανουαρίου 1815, όταν εννιά επιφανείς Έλληνες – ανάμεσά τους ήταν, εκτός από τον Καποδίστρια, ο μητροπολίτης Ιγνάτιος και ο Άνθιμος Γαζής – και ο ρώσος ευγενής Σέργιος Γκαγκάριν υπέγραψαν την ιδρυτική της πράξη[18].

Σημαντικό ρόλο στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης έπαιξε ο Άνθιμος Γαζής, τον οποίο οι έφοροι της αντίστοιχης εταιρείας της Αθήνας είχαν ορίσει ως «επίτροπό» της στη Βιέννη, για να συγκεντρώνει τις συνδρομές των μελών της «Γερμανίας»[19]. Με την ιδιότητά του αυτήν ο Γαζής επισκέφτηκε τον Καποδίστρια, ο οποίος βρισκόταν στη Βιέννη από τον Οκτώβριο του 1814 ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας[20], και, αφού τον ενημέρωσε για την ίδρυση και τους σκοπούς της Φιλομούσου Εταιρείας των Αθηνών, του ζήτησε να τον βοηθήσει στη συγκέντρωση χρημάτων αφενός για το σχολείο της Αθήνας και, αφετέρου, για την ίδρυση ενός «Γυμνασίου» στις Μηλιές του Πηλίου[21].

Η έντονη ανάμειξη των Βρετανών στην ίδρυση και δράση της Φιλομούσου Εταιρείας των Αθηνών προφανώς θορύβησε τον Καποδίστρια, ο οποίος υποπτεύθηκε τον κίνδυνο για τα ρωσικά συμφέροντα από την πολιτική διείσδυση της Μ. Βρετανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Γι’ αυτόν τον λόγο, ζήτησε από τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄ να εγκρίνει την ίδρυση στη Βιέννη μιας νέας εταιρείας[22], η οποία θα φαινόταν ότι αποτελεί «συνέχεια» της Φιλομούσου των Αθηνών, αλλά θα λειτουργούσε κάτω από τον δικό του έλεγχο και φυσικά θα υπηρετούσε τη ρωσική πολιτική στην Ανατολή[23]. Η εταιρεία αυτή θα είχε ως κύριο σκοπό την οικονομική ενίσχυση αφενός του σχολείου της Αθήνας και, αφετέρου, του Γυμνασίου του Πηλίου, ενώ, ταυτόχρονα, θα χορηγούσε υποτροφίες σε νεαρούς Έλληνες για να σπουδάσουν σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Παράλληλα, θα χρηματοδοτούσε την έκδοση έργων των «κλασικών λεγομένων συγγραφέων» και την «αναζήτησιν παντός είδους αρχαιοτήτων»[24].

Σύμφωνα με το «καταστατικό» της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης, τα μέλη της, ανάλογα με το ύψος της συνδρομής που κατέβαλλαν, έπαιρναν τον τίτλο του «Συνηγόρου» ή του «Ευεργέτη», ενώ ως σημείο αναγνώρισης τούς χορηγούνταν ένα χάλκινο ή ένα χρυσό δαχτυλίδι αντίστοιχα. Τα δαχτυλίδια αυτά έφεραν την παράσταση του Κενταύρου και του Αχιλλέα και «έσωθεν την επιγραφή Μουσαγέτων»[25]. Σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη της εταιρείας, κατά το πρώτο έτος της λειτουργίας της ενεγράφησαν ως μέλη 200 περίπου πρόσωπα, ανάμεσα στους οποίους εστεμμένοι και πολλοί ευγενείς[26]. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου το ενδιαφέρον για την εταιρεία των ευρωπαίων ευγενών ατόνησε[27], με αποτέλεσμα λίγο πριν από την επανάσταση του 1821 η οικονομική της κατάσταση να είναι προβληματική[28]. Προφανώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Καποδίστριας αναγκάστηκε να περιορίσει τη δράση της εταιρείας στη χρηματοδότηση νεαρών Ελλήνων που σπούδαζαν σε πανεπιστήμια της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας[29].

Μολονότι η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης δεν ήταν μυστική οργάνωση και ο διακηρυγμένος σκοπός της ήταν καθαρά μορφωτικός, ο αυστριακός καγκελάριος Μέτερνιχ ήταν πεπεισμένος πως η εταιρεία αυτή εξυπηρετούσε τα πολιτικά σχέδια της τσαρικής Ρωσίας στα Βαλκάνια, τα οποία αποσκοπούσαν στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους[30]. Γι’ αυτόν τον λόγο αφενός ανέθεσε στη μυστική αστυνομία της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων να θέσει υπό αυστηρή παρακολούθηση τα μέλη της[31] και, αφετέρου, υπονόμευσε με κάθε τρόπο τις δραστηριότητές της[32].

Παρ’ όλα αυτά, η εταιρεία συνέχισε τη λειτουργία της ως τον Αύγουστο του 1822, όταν ο Ιω. Καποδίστριας, ο οποίος υπήρξε ο ιθύνων νους της καθ’ όλη τη διάρκεια της δράσης της, παραιτήθηκε από το αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας και αποσύρθηκε στη Γενεύη[33].

Η λειτουργία της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης την ίδια ακριβώς περίοδο με τη δράση της Φιλικής Εταιρείας (1815-1821), καθώς και η παρουσία στις τάξεις της δεύτερης σημαντικών στελεχών της πρώτης, όπως ο Άνθιμος Γαζής, ο μητροπολίτης Ιγνάτιος και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης[34], γέννησαν τη φήμη ότι υπήρχε υπόγεια διασύνδεση ανάμεσα στις δύο αυτές εταιρείες. Τη φήμη αυτή φαίνεται ότι την καλλιεργούσαν και οι ίδιοι οι Φιλικοί, προκειμένου να πείσουν τους Έλληνες ότι πίσω από τη μυστική επαναστατική οργάνωση «κρυβόταν» ο Ιω. Καποδίστριας και ο ίδιος ο τσάρος[35]. Ωστόσο, από τις πηγές προκύπτει ότι ανάμεσα στις δύο αυτές εταιρείες δεν υπήρξε κανενός είδους συνεργασία ή διασύνδεση[36].

Ερμής ο Λόγιος. Δεκαπενθήμερο φιλολογικό περιοδικό στην ελληνική γλώσσα που εκδιδόταν από το 1811 έως το 1821 στη Βιέννη φέρνοντας κοντά τους Έλληνες λόγιους της διασποράς. Εμπνευστής του περιοδικού ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής και πρώτος διευθυντής ο Άνθιμος Γαζής (δεξιά). Θεωρείται ως το σημαντικότερο περιοδικό της περιόδου πριν την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

Συγγενική με τη Φιλόμουσο Εταιρεία της Βιέννης ήταν η ανώνυμη οργάνωση, την οποία αποφάσισαν να ιδρύσουν στα τέλη του 1816 «άνδρες φιλογενείς και φιλόκαλοι» επίσης στην πρωτεύουσα των Αψβούργων[37]. Η ιδρυτική της πράξη φέρει ημερομηνία «1η Ιανουαρίου 1817» και υπογράφεται από τον Ιωάννη Μαυρογένη, πρεσβευτή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Βιέννη, τον Γεώργιο Σταύρο, τον Βασίλειο Ρίζου και τον Ζηνόβιο Πωπ[38]. Σκοπός του «συστήματος», όπως ονομάζεται η οργάνωση στον «κανονισμό» λειτουργίας της[39], ήταν η συγκέντρωση χρημάτων με τη μέθοδο των συνδρομών, προκειμένου να χορηγούνται υποτροφίες σε νεαρούς Έλληνες, για να σπουδάσουν σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, κατά προτίμηση της Αυστρίας, εκτός από τις επιστήμες, και τις παιδαγωγικές μεθόδους. Οι νεαροί αυτοί Έλληνες, μετά από την ολοκλήρωση των σπουδών τους, όφειλαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, για να εργαστούν ως δάσκαλοι στα «κοινά» σχολεία της πατρίδας τους[40].

Οι μεγάλες ομοιότητες που παρουσιάζει η νέα αυτή εταιρεία με εκείνη της Φιλομούσου της Βιέννης γεννούν το εξής εύλογο ερώτημα: Για ποιο λόγο «οι φιλογενείς και φιλόκαλοι» ομογενείς της πρωτεύουσας των Αψβούργων, ανάμεσα στους οποίους και μέλη της Φιλομούσου[41], αποφάσισαν δύο μόλις χρόνια μετά από την ίδρυση της τελευταίας να ιδρύσουν μια νέα εταιρεία που είχε τον ίδιο σχεδόν σκοπό με την προηγούμενη; Η Ελ. Κούκκου, επικαλούμενη την αποστολή στον Ιω. Καποδίστρια στις 15 Σεπτεμβρίου 1816 του «κανονισμού» της νέας εταιρείας, υποστήριξε ότι αυτή ιδρύθηκε με τη σύμφωνη γνώμη του τελευταίου, επειδή η Φιλόμουσος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της, εξαιτίας της εχθρικής στάσης του Μέτερνιχ[42]. Ωστόσο, από τις πηγές γνωρίζουμε ότι η μεν Φιλόμουσος εξακολούθησε να λειτουργεί με επιτυχία ως το 1822, ενώ η νέα εταιρεία δεν ανέπτυξε κανενός είδους δράση. Κατά την προσωπική μου άποψη, η παρουσία του Ιωάννη Μαυρογένη ανάμεσα στους ιδρυτές του «συστήματος» του 1817 μας επιτρέπει να υποθέσουμε πως η νέα εταιρεία ιδρύθηκε πιθανότατα με πρωτοβουλία των Ελλήνων της Βιέννης που ήταν οθωμανοί υπήκοοι ως «απάντηση» στην προσπάθεια Ρώσων και Βρετανών να προσεταιριστούν τους νεαρούς Έλληνες που σπούδαζαν στην Ευρώπη με υποτροφία είτε της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης είτε εκείνης των Αθηνών[43].

Σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες εταιρείες, η οργάνωση με την ονομασία «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο» ή «Ελληνική Εταιρεία των Παρισίων»  είχε αναμφισβήτητα σχέση με της Φιλική Εταιρεία. Κι αυτό γιατί, πρώτον, παρουσιάζει πολλές ομοιότητες ως προς την οργάνωσή της (μύηση με όρκο, βαθμοί, σύμβολα, σημεία αναγνώρισης κ.ά.), τη χρήση κρυπτογραφικού κώδικα και ψευδωνύμων, καθώς και τη μυστικότητα στη δράση των μελών της. Και, δεύτερον, επειδή μέλη της εταιρείας αυτής μυήθηκαν αργότερα στη Φιλική Εταιρεία και μάλιστα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση και δράση της[44].

Από τις ελάχιστες πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας προκύπτει ότι το «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο» ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1809[45] με πρωτοβουλία του νεαρού έλληνα λογίου Γρηγορίου Ζαλύκογλου,  του γάλλου διπλωμάτη, ιστοριοδίφη και φιλέλληνα Choiseul Gouffier και ορισμένων Ελλήνων που παρεπιδημούσαν στο Παρίσι[46]. Η εταιρεία είχε ως φανερό σκοπό «τον φωτισμό της ελληνικής νεολαίας, κύριον δε τον προσηλυτισμό υπέρ της ελευθερίας της πατρίδος»[47], προφανώς με τη βοήθεια της Γαλλίας[48]. Οι ιδρυτές της εκπόνησαν τον οργανισμό της οργάνωσης, εξέλεξαν «τριμελές διευθυντήριο» και όρισαν ως «Επίτροπό» της, δηλ. πρόεδρο, τον Choiseul Gouffier[49]. Μέλη της έγιναν γάλλοι φιλέλληνες[50] και έλληνες σπουδαστές και έμποροι, αλλά, όπως φαίνεται, σε περιορισμένο αριθμό[51]. Ωστόσο, ελάχιστα μας είναι γνωστά για τη δράση της εταιρείας, αφού ούτε το καταστατικό της έχει βρεθεί ως σήμερα, ούτε η αλληλογραφία των μελών της[52]. Πάντως, η δράση της πρέπει να ατόνησε μετά από το 1816, εξαιτίας, πρώτον, της ήττας του Ναπολέοντα και της συνακόλουθης αλλαγής της γαλλικής πολιτικής λόγω της παλινόρθωσης των Βουρβώνων, δεύτερον, του διορισμού το 1816 του Γρ. Ζαλύκογλου ως γραμματέα της οθωμανικής πρεσβείας στο Παρίσι[53] και, τρίτον, του θανάτου το 1817 του προέδρου της εταιρείας Choiseul Gouffier[54].

Marie-Gabriel-Florent Auguste de Choiseul – Gouffier.

Συμπέρασμα Ι.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 30 χρόνων πριν από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης οι Έλληνες συμμετείχαν στο εταιριστικό κίνημα που γνώριζε ευρεία διάδοση στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι εταιρείες που ίδρυσαν είχαν πρωτίστως μορφωτικό χαρακτήρα, γεγονός που οφειλόταν στο πνευματικό κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού το οποίο γνώρισε τη μεγάλη του ανάπτυξη ακριβώς κατά την ίδια περίοδο. Εξαίρεση αποτελεί το «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο» του Παρισιού, το οποίο είχε χαρακτηριστικά μυστικής οργάνωσης και πολιτικούς στόχους. Ωστόσο, η περιορισμένη εμβέλεια και δράση του αποδεικνύει πως οι έλληνες λόγιοι και έμποροι που ζούσαν στις ελληνικές παροικίες της Δυτικής και της Κεντρικής Ευρώπης δεν είχαν υιοθετήσει τις ιδέες και τις μεθόδους των Καρμπονάρων. Η στάση τους αυτή, κατά τη γνώμη μου, οφειλόταν, πρώτον, στην εδραιωμένη πεποίθησή τους ότι οι Έλληνες πρώτα έπρεπε να μορφωθούν και μετά να απελευθερωθούν, δεύτερον, στην ήττα της Γαλλικής Επανάστασης και στην επικράτηση των συντηρητικών δυνάμεων της Ι. Συμμαχίας, τρίτον, στην καταδίωξη κάθε φιλελεύθερου και δημοκρατικού στοιχείου από τις μυστικές υπηρεσίες της εποχής και, τέταρτον, στην τραγική κατάληξη της επαναστατικής προσπάθειας του Ρήγα Βελεστινλή.

 

Μέρος Β΄

Πέρα από τις εταιρείες που μνημόνευσα παραπάνω, έχουμε στη διάθεσή μας ορισμένες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες κατά τη διάρκεια του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα φαίνεται ότι ιδρύθηκαν και έδρασαν στους κόλπους του Ελληνισμού και άλλες οργανώσεις. Ωστόσο, επειδή οι πληροφορίες που έχουμε προέρχονται κυρίως από πηγές μεταγενέστερες της περιόδου που προαναφέρθηκε και σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι αξιόπιστες, διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις για την ύπαρξη των περισσοτέρων από αυτές. Ωστόσο, για να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα για το ελληνικό εταιριστικό κίνημα πριν από το 1821, έκρινα σκόπιμο να επιχειρήσω να καταγράψω αμέσως παρακάτω όλες τις «εταιρείες» που έχει υποστηριχθεί, με ή χωρίς στοιχεία, ότι ιδρύθηκαν κατά την περίοδο που εξετάζουμε.

Η Εταιρία του Σεραφείμ «Πωγωνάτου». Σύμφωνα με τον Σταύρο Σκοπετέα, που την μνημονεύει σε ολιγοσέλιδη, αλλά ενδιαφέρουσα εργασία του αφιερωμένη στις εταιρείες πριν από την Φιλική, ιδρύθηκε στα πρώτα χρόνια του 18ου αιώνα. Την ύπαρξή της υποστήριξε, ανακρινόμενος από τις ρωσικές αρχές το 1732, ο κληρικός Σεραφείμ «Πωγωνάτος»[55]. Ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι είχε παρουσιαστεί το 1704  ως εκπρόσωπός της «Εταιρίας» στον τσάρο Πέτρο τον Μεγάλο, ζητώντας του να βοηθήσει τους Έλληνες, για να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους[56]. Ωστόσο, από τις πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας προκύπτει ότι ο Σεραφείμ υπήρξε απατεώνας και τυχοδιώκτης[57], ο οποίος μάλιστα είχε φτάσει στο σημείο να υποστηρίζει πως ήταν απόγονος του βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου. Ο Σεραφείμ, αφού περιηγήθηκε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, διαπράττοντας διάφορα αδικήματα, κατέληξε το 1732 στη Ρωσία, όπου συνελήφθη, ανακρίθηκε, κρίθηκε ένοχος για κατασκοπεία, φυλακίστηκε και πέθανε στη Σιβηρία[58]. Συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, η «Εταιρία», εκπρόσωπος της οποίας εμφανιζόταν ο Σεραφείμ ήταν προϊόν της δικής του φαντασίας και μόνον.

Η «μυστική εταιρία» του Πέτρου Μελισσηνού». Σύμφωνα και πάλι με τον Στ. Σκοπετέα, την εταιρία αυτήν ίδρυσε ο «γιατρός» Πέτρος Μελισσηνός  «στα χρόνια της Αικατερίνας Β΄», με σκοπό να «υποθάλψη τα σχέδια του Παπάζογλου για την απελευθέρωση της Ελλάδος»[59]. Η δράση της, δηλαδή,  τοποθετείται στις παραμονές του ρωσοτουρκικού πολέμου των ετών 1768-1774 και συνδέεται με τα «Ορλωφικά». Την ύπαρξη της εταιρίας αυτής αποδέχτηκε και ο Εμμ. Πρωτοψάλτης, ο οποίος μάλιστα υποστήριξε πως είχε ιδρυθεί στη Μόσχα[60].

Από τις πηγές όμως που έχουμε στη διάθεσή μας δεν προκύπτει η ύπαρξη παρόμοιας «εταιρίας». Αυτό που προκύπτει είναι το ότι ο κόμης Πέτρος Μελισσηνός, ο οποίος ήταν ανώτερος αξιωματικός του ρωσικού στρατού, μαζί με τον επίσης κόμητα Μαρίνο Χαρβούρη – και όχι Χαρβούνη, όπως γράφει ο Σκοπετέας, – «υπέθαλψαν» τις προτάσεις του Γεωργίου Παπάζωλη, ο οποίος είχε εισηγηθεί στην Αικατερίνη Β΄ να στείλει τον ρωσικό στόλο στη Μεσόγειο, για να προκαλέσει εξέγερση των Ελλήνων της Πελοποννήσου[61].

Ο Σκοπετέας υποστήριξε επίσης –χωρίς τεκμηρίωση – πως «στον ίδιο καιρό» ιδρύθηκε και άλλη «μυστική εταιρία», αυτή τη φορά στη Μάνη, αντιπροσωπεία της οποίας, αποτελούμενη «από το Μούρτζινο, Κρεββατά και Χρυσοπάθη (sic), παρουσιάσθηκε στην τσαρίνα Αικατερίνη Β΄, για να ζητήσουν βοήθεια και συνδρομή». Διαβλέπει μάλιστα στην ίδρυσή της και «δάκτυλο των Μελισσηνών»[62].

Ούτε παρόμοια «εταιρία» μπόρεσα να εντοπίσω στις πηγές. Υποθέτω ότι πιθανώς ο Σκοπετέας αναφέρεται στην τριμελή αντιπροσωπεία που εστάλη στην Αικατερίνη Β΄ το 1788, για να της ζητήσει να βοηθήσει τον Λάμπρο Κατσώνη στη ναυτική εκστρατεία του στο Αιγαίο[63], αλλά συγχέει τα ονόματα των απεσταλμένων. Εκτός αν ο Σκοπετέας συγχέει τόσο πολύ τα πράγματα και αναφέρεται στην αποστολή των μανιατών στρατιωτικών Αναγνωσταρά, Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλου στη Πετρούπολη το 1817, με σκοπό να ζητήσουν «αντιμισθία» για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στους Ρώσους το 1806[64].

Τάξις μεμυημένων ή Μυστική ομάδα ή Μυστικός δεσμός. Σύμφωνα με τον ιστοριοδίφη Βασίλειο Μπαρά, τη «συνωμοτική» αυτήν «οργάνωση», στην οποία συμμετείχαν «30 διαλεχτοί κληρικοί», ίδρυσε ο Ευγένιος Βούλγαρης στα Γιάννενα, όπου υπηρέτησε ως δάσκαλος από το 1742 ως το 1744[65]. Ο Μπαράς μάλιστα ισχυρίστηκε ότι ο «Μυστικός δεσμός» είναι «χρονολογικά η Βάβω ή η προσμαλέκω της Φιλικής Εταιρείας»[66]. Την πληροφορία αυτήν ο παραπάνω ιστοριοδίφης αλίευσε από παλαιότερο δημοσίευμα, στο οποίο ο συγγραφέας του αναφέρει πως ο Ευγένιος Βούλγαρης «εθεώρησε καλόν και τάξιν μεμυημένων εκ του ιερού κλήρου να σχηματίση» όχι όμως στα Γιάννενα, αλλά στον Άθωνα[67], κατά την εκεί σχολαρχία του στην Αθωνιάδα Σχολή. Από τη βιβλιογραφία που παρέθεσαν οι παραπάνω ιστοριοδίφες προκύπτει ότι η αρχική πηγή στην οποία γίνεται αναφορά στον Ευγένιο Βούλγαρη και στην «ομάδα των μαθητών» του είναι ο Χριστόφορος Περραιβός. Ο τελευταίος στη βιογραφία του Ρήγα, αναφερόμενος στη φοίτηση του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού στην Αθωνιάδα, όταν ήταν σχολάρχης εκεί ο Ευγένιος Βούλγαρης, έκανε λόγο για μια «ομάδα μαθητών» του, οι οποίοι αποφάσισαν «να βοηθήσουν το έθνος διά της μαθήσεως των γραμμάτων»[68]. Επομένως, ο Ευγένιος Βούλγαρης δεν ίδρυσε μυστική οργάνωση ούτε κατά τη θητεία του στα Γιάννενα, ούτε στην Αθωνιάδα[69]. Ούτε βέβαια οι μαθητές του ίδρυσαν μυστική οργάνωση.

Ευγένιος Βούλγαρης.

Η ελληνική λέσχη «Αλέξανδρος» στο Hermannstadt της Τρανσυλβανίας (σημερινό Sibiu της Ρουμανίας). Σύμφωνα με τον Στ. Σκοπετέα, ήταν «τεκτονοπατριωτική» οργάνωση που ιδρύθηκε το 1777 από τον Αλέξανδρο Μουρούζη «οσποδάρο της Βλαχίας και Μολδαβίας»[70]. Το ίδιο υποστήριξε και ο Εμμ. Πρωτοψάλτης, διορθώνοντας μόνον τον τίτλο του Αλ. Μουρούζη σε «ηγεμόνα της Βλαχίας»[71]. Ωστόσο, σχετικά πρόσφατα η Ίλια Χατζηπαναγιώτου-Sangmeister απέδειξε ότι οι παραπάνω πληροφορίες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κι αυτό γιατί, πρώτ’ απ’ όλα, ο Αλέξανδρος Μουρούζης, στον οποίο αναφέρονται οι δύο παραπάνω ιστορικοί, δεν ήταν ο ίδιος ηγεμόνας, αλλά αδελφός ηγεμόνα και, συγκεκριμένα, του Κωνσταντίνου Μουρούζη που κατείχε τον θρόνο της Μολδαβίας από το 1777 ως το 1782[72]. Και, δεύτερον, στο Hermannstadt δεν ίδρυσε τεκτονική στοά, αλλά το 1776 είχε μυηθεί στη στοά της πόλης αυτής, η οποία έφερε την επωνυμία «St. Andreas zu den drei Seeblättern»[73]. Η σύγχυση που παρατηρείται στις πηγές οφείλεται προφανώς στο γεγονός ότι ο Αλ. Μουρούζης ίδρυσε πράγματι τεκτονική στοά με την επωνυμία «St. Alexander zu den drei silbernen Ankern», αλλά στην Πέστη το 1782. Η στοά αυτή δεν ήταν βέβαια «ελληνική λέσχη» και, μάλιστα, λόγω των καταχρήσεων του Αλ. Μουρούζη, διέκοψε τη λειτουργία της ένα χρόνο μετά από την ίδρυσή της[74].

Η Εταιρία των Φίλων. Σύμφωνα με τους έλληνες ιστορικούς και ιστοριοδίφες που υποστήριξαν την ύπαρξή της, η συγκεκριμένη εταιρία ιδρύθηκε το 1780 στο Βουκουρέστι[75]. Στη «μυστική» αυτήν «απελευθερωτική οργάνωση […] μετείχον πλην των Ελλήνων και εντόπιοι Βλάχοι», ενώ μέλος της υπήρξε και ο Ρήγας[76]. Ωστόσο, αν οι παραπάνω ιστορικοί είχαν προσέξει λίγο περισσότερο τις ξένες πηγές τις οποίες συμβουλεύτηκαν, θα διαπίστωναν πως η «Εταιρία  των Φίλων» δεν ήταν άλλη από την λεγόμενη «Εταιρία» του Ρήγα. Συγκεκριμένα, ο ρουμάνος ιστορικός Alexandru Xenopol σε έργο του που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1896 ισχυρίστηκε ότι η «Εταιρία των Φίλων» ιδρύθηκε στο Βουκουρέστι από τον Ρήγα[77]. Προφανώς όμως εκ παραδρομής σημείωσε ως έτος ίδρυσης το 1780, αντί του ορθού 1790[78]. Την πληροφορία αυτήν ο Xenopol την αλίευσε από έναν άλλο ρουμάνο ιστορικό, τον G. I. Ionescu-Gion, ο οποίος υποστήριξε ότι η «Εταιρία των Φίλων» είχε ιδρυθεί «γύρω στο 1791», «έχοντας επικεφαλής της τον Ρήγα»[79]. Ο G. I. Ionescu-Gion με τη σειρά του είχε βρει την πληροφορία αυτή σε μελέτη του γάλλου ερευνητή M. A. Ubicini αφιερωμένη στη «Χάρτα» του Ρήγα. Στη μελέτη του αυτήν όμως ο Ubicini δεν έκανε λόγο για την «Εταιρία των Φίλων», αλλά για την «hétairie de Rhigas», η οποία ισχυρίστηκε πως είχε ιδρυθεί στο Βουκουρέστι το 1790 ή 1791[80]. Συνεπώς, η «Εταιρία των Φίλων» που μνημονεύουν οι έλληνες ιστορικοί και ιστοριοδίφες δεν υπήρξε ποτέ, αλλά ταυτίζεται με την λεγόμενη «εταιρία» του Ρήγα, στην οποία θα αναφερθώ αμέσως παρακάτω.

Εταιρεία του Ρήγα. Την ύπαρξή της υποστήριξαν λίγα μόλις χρόνια μετά από την επανάσταση του 1821 πρώτος ο Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός[81] και, στη συνέχεια,  ο Χριστόφορος Περραιβός[82], ο οποίος είχε υπάρξει σύντροφος του Ρήγα. Αξίζει να σημειωθεί πως και οι δύο ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση. Έκτοτε οι περισσότεροι έλληνες και ξένοι ιστορικοί και ιστοριοδίφες που ασχολήθηκαν με τον Ρήγα και με την Ελληνική Επανάσταση υιοθέτησαν την άποψη των δύο παραπάνω αγωνιστών σχετικά με την ύπαρξη της «Εταιρείας του Ρήγα». Ωστόσο, η ως σήμερα έρευνα δεν μπόρεσε να βρει στοιχεία[83] που να  επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό εκείνων που κατά καιρούς υποστήριξαν την άποψη ότι ο Ρήγας πράγματι είχε ιδρύσει και οργανώσει μυστική επαναστατική οργάνωση. Συνεπώς, το μόνο που μπορούμε να δεχτούμε είναι το ότι γύρω από τον Ρήγα είχε συγκροτηθεί μια ομάδα συντρόφων που συμμερίζονταν τις ιδέες και το όραμά του, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι αποτελούσαν ένα οργανωμένο συνωμοτικό δίκτυο με ιδιαίτερο καταστατικό, κανόνες μύησης, κώδικα αλληλογραφίας, σημεία αναγνώρισης και ιδιαίτερα σύμβολα[84].

Εταιρεία του Φοίνικος. Την ύπαρξη της εταιρίας αυτής, όπως και ορισμένων από αυτές που θα δούμε αμέσως παρακάτω, υποστήριξε σε δύο πολύ περίεργα κείμενά του που δημοσίευσε το 1856 και το 1869 αντίστοιχα[85] ο Παναγιώτης Καλεβράς, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας[86] και αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης. Σύμφωνα με το πρώτο κείμενο του Καλεβρά, την εταιρία «Φοίνιξ» ίδρυσε ο Ιω. Καποδίστριας στη Ρωσία μετά από την καταστροφική υποχώρηση των Γάλλων από εκεί το 1812. Ο φανερός σκοπός της οργάνωσης ήταν «ο φωτισμός του γένους», ενώ ο πραγματικός «η τελεία και ειλικρινής απελευθέρωσις των Ελλήνων». Μέλος της εταιρείας έγινε και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ο Φιραρής[87]. Στο δεύτερο κείμενό του ο Καλεβράς ισχυρίστηκε ότι «η εταιρεία του Φοίνικος εσχηματίσθη φανερά από τον Καποδίστριαν προεδρεύοντα αυτήν υπό το πρόσχημα Φιλόμουσος Εταιρεία των Αθηναίων»[88]. Αργότερα έλληνες ιστορικοί και ιστοριοδίφες ταύτισαν την εταιρεία του «Φοίνικος» με την «Ελληνική Εταιρία», η οποία φέρεται ότι ιδρύθηκε στη Μόσχα το 1787 από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Φιραρή με σκοπό «την ελευθερίαν της Ελλάδος». Το 1807 ο τελευταίος μύησε σ’ αυτήν τον Κωνσταντίνο Υψηλάντη και το 1812 και τον Ιω. Καποδίστρια[89].

Thomas Lawrence: πορτραίτο του Ιωάννη Καποδίστρια.

Από όλα τα παραπάνω γίνεται φανερό, κατά την γνώμη μου, ότι η εταιρία του «Φοίνικος» κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρξε ποτέ ως μυστική «πατριωτική» οργάνωση. Ίσως, γύρω από τον Αλ. Μαυροκορδάτο στη Μόσχα να σχηματίστηκε μια ομάδα Ελλήνων – και Ρώσων; – που συζητούσαν διάφορα σχέδια για την «αποκατάσταση του Γένους», αλλά οργανωμένη εταιρεία με καταστατικό, κώδικα, σύμβολα κλπ., κατά τη γνώμη μου, δεν υπήρξε.  Όσο για την επωνυμία «Φοίνιξ», πιθανώς αυτή να οφείλεται στο ότι το μυθικό αυτό πτηνό ήταν «έμβλημα των Μαυρκορδάτων από της εποχής του εξ Απορρήτων»[90].

Εταιρεία του Λέοντος. Σύμφωνα με τον Καλεβρά, η συγκεκριμένη μυστική εταιρία είχε «σχηματιστεί» από τον Μέτερνιχ και τον υπουργό εξωτερικών της Μ. Βρετανίας R. St. Castlereagh και είχε γίνει αποδεκτή από τον Ιωάννη Καρατζά, πρώην ηγεμόνα της Βλαχίας, τον Αλ. Μαυροκορδάτο, μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας, και τον πρώην μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο. Σκοπός της εταιρίας ήταν «να μεταρρυθμίση την πολιτικήν και θρησκευτικήν διοίκησιν ως προς τους Φαναριώτας και τους αρχιερείς, να τους καταστήση κυριάρχους […] ώστε εις κάθε οικογένειαν έμελλε να δοθή από τον Σουλτάνον […] ανά μία επαρχία κυριαρχικώς κατά διαδοχήν, ως ιδιοκτησία αυτής, ώστε εξ αυτής της οικογενείας να χειροτονήται ο αρχιερεύς της επαρχίας ταύτης και να λαμβάνη όλα τα εισοδήματα αυτής η οικογένεια αύτη […] Τα δε έτερα μέλη της οικογενείας ταύτης να εμβαίνωσι και εις πολιτικάς θέσεις της Τουρκίας αποκλειστικώς […] να συνεργήση η εταιρεία του Λέοντος εις αιωνίαν εξασφάλισιν της Τουρκικής δυναστείας επί του Ελλ. έθνους»[91]. Μόλις ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ πληροφορήθηκε το καταχθόνιο σχέδιο της εταιρείας του «Λέοντος», ενημέρωσε τον Ιω. Καποδίστρια, ο οποίος με τη σειρά του ενημέρωσε τον τσάρο Αλέξανδρο Α΄, ο οποίος παρενέβη και «κατέστρεψε την εταιρείαν»[92].

Πρέπει να προσθέσω ότι, σύμφωνα με το πρώτο κείμενο που δημοσίευσε το 1856 ο Καλεβράς, οι «Αγγλοαυστριακοί» είχαν ορίσει ως αρχηγό της εταιρείας του «Λέοντος» τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο «επί υποσχέσει να αναδείξωσιν αυτόν Ηγεμόνα διαδοχικόν εκ της οικογενείας αυτού εν Βλαχία, εάν κατορθώση να εμποδισθή και μηδενισθή πάσα επανάστασις ενεργηθησομένη εκ μέρους της Ρωσίας»[93].

Όλα αυτά τα στοιχεία για την εταιρεία του «Λέοντος» ο Καλεβράς ισχυρίστηκε ότι τα  πληροφορήθηκε στο Βουκουρέστι το 1818, όταν, θέλοντας να γίνει «ευγενής τρίτης τάξεως», ο «υπάλληλος» που τον συνόδευε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιχείρησε να τον μυήσει στη μυστική αυτήν οργάνωση[94].

Είναι φανερό πως οι ανυπόστατοι αυτοί ισχυρισμοί δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Ο Καλεβράς είτε είχε πέσει «θύμα μωρολόγου τινος», όπως επεσήμανε ο Κανδηλώρος[95], είτε κατασκεύασε ο ίδιος την «ιστορία» για την εταιρεία του «Λέοντος», επιθυμώντας αφενός να αυτοπροβληθεί ότι δήθεν γνώριζε τα πάντα για τις μυστικές οργανώσεις που ανέπτυξαν δράση πριν από την επανάσταση και, αφετέρου, να κατηγορήσει τον «αγγλόφιλο» Αλ. Μαυροκορδάτο.

Το Ρόπαλον του Ηρακλέους. Τα μόνα στοιχεία που έχουμε για την εταιρεία αυτήν προέρχονται – και πάλι – από τον Καλεβρά. Αξίζει να παραθέσω αυτολεξεί όσα έγραψε το 1869: «Η εταιρεία η ονομασθείσα το ρόπαλον του Ηρακλέους ή της Αθηνάς, ήτο όλως γαλλική συστηθείσα από τον Ρήγα και έπειτα υπεστηρίχθη υπό του Α. Κοραή και επαρεδέχθη και ανεγνωρίσθη υπό του Ναπολέοντος Βοναπάρτου, εσκόπει δε την απελευθέρωσιν της Ελλην. Φυλής υπό του Οθωμανικού ζυγού, υπό τον όρον να διοικηθή από Γάλλους και να εγκαθιδρυθή ο αυτάδελφος του Ναπολέοντος Αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως και απάσης της Ελλάδος και της Μικράς Ασίας»[96].

Μολονότι οι ισχυρισμοί του Καλεβρά είναι καταφανέστατα ανυπόστατοι, ορισμένοι ιστορικοί και ιστοριοδίφες θεώρησαν ότι πράγματι υπήρξε εταιρεία που έφερε την ονομασία «Το ρόπαλον του Ηρακλέους», η οποία μάλιστα πιθανώς συνδεόταν με τον Ρήγα[97]. Κατά την γνώμη μου, η πλήρης έλλειψη στοιχείων μας υποχρεώνει να δεχτούμε πως μυστική οργάνωση με την ονομασία αυτήν δεν υπήρξε. Ωστόσο, δεδομένου ότι «Ρόπαλον του Ηρακλέους φαίνεται ότι έλεγαν», σύμφωνα με τον Λ. Βρανούση, «όχι μόνον το επαναστατικό έντυπο του Ρήγα, αλλά και το επαναστατικό του σχέδιο και τους κύκλους των οπαδών του»[98], δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ορισμένοι από τους οπαδούς του Ρήγα, μετά από τον θάνατό του, να παρέμειναν σε επαφή, χρησιμοποιώντας το συμβολικό αυτό όνομα.

Η τρίχρωμη σημαία του Ρήγα σχεδιασμένη στο χειρόγραφο του Συντάγματός του, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας της Ρουμανίας με το ρόπαλο του Ηρακλέους και τους τρεις σταυρούς.

«Εταιριστικός πυρήνας» του Λιβόρνου. Την ύπαρξη μυστικής επαναστατικής οργάνωσης – με άγνωστη επωνυμία –, η οποία έδρασε στο Λιβόρνο και στα Επτάνησα στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα, υποστήριξε πρώτος, απ’ όσο μπόρεσα να ελέγξω, ο Γ. Βαλέτας το 1948 στην «Εισαγωγή» του στην έκδοση της Ελληνικής Νομαρχίας[99]. Πρωταγωνιστικό ρόλο στον «εταιριστικό» αυτόν «πυρήνα» έπαιξε, σύμφωνα με τον Βαλέτα, ο Χριστόφορος Περραιβός, ενώ ενεργό συμμετοχή είχε και ο «παπα-Ιδρωμένος» στην Κέρκυρα. Την ύπαρξη ελληνικής μυστικής εταιρείας στο Λιβόρνο υποστήριξε και ο Notis Botzaris[100], ο οποίος μάλιστα μας έδωσε και τον χρόνο ίδρυσής της: 1806. Ο τελευταίος υποστήριξε πως η εταιρεία αυτή «υπολόγιζε στη βοήθεια του Ναπολέοντα» και το σχέδιό της ήταν «η απελευθέρωση της Ελλάδας». Πέρα όμως από τις πληροφορίες αυτές, δεν έχουμε άλλα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ελληνικής επαναστατικής εταιρείας στο Λιβόρνο[101].

Εταιρεία των Καλών Εξαδέλφων (Bons Cousins ή Buonos Cuginos). Πρόκειται πράγματι για μυστική επαναστατική οργάνωση, αλλά όχι ελληνική. Η συγκεκριμένη «αδελφότητα» ιδρύθηκε από τους Καρμπονάρους στην ανατολική Γαλλία και μετά από το 1806 εξαπλώθηκε στη Νότια Ιταλία[102]. Παρ’ όλα αυτά, ορισμένοι έλληνες ιστορικοί και ιστοριοδίφες υποστήριξαν λανθασμένα ότι ήταν ελληνική μυστική οργάνωση, η οποία μάλιστα είχε – και πάλι – σχέση με τον Ρήγα[103].

Εταιρεία των Πέντε ή Σιωπή των Ελλήνων. Η ύπαρξη αυτής της εταιρείας μαρτυρείται σε έγγραφο της αυστριακής αστυνομίας από τη Βενετία με ημερομηνία 11 Ιουνίου 1817[104]. Ο αυστριακός ανακριτής σημείωσε πως «υπάρχει η υποψία εναντίον του Έλληνα καταστηματάρχη Βασίλη Σπυριδώνη ότι επιχείρησε στο νησί της Lesina[105] να στρατολογήσει αυστριακούς υπηκόους σε μια μυστική εταιρία η οποία ονομάζεται Των Πέντε ή Σιωπή των Ελλήνων». Ωστόσο, σημειώνει πως τίποτα άλλο δεν είναι γνωστό για τη συγκεκριμένη εταιρεία ούτε για τον σκοπό της. Παρ’ όλα αυτά, διατυπώνει την υπόθεση ότι η ελληνική μυστική οργάνωση είναι «αδερφή των Ιταλών Kαρμπονάρων» και «έχει ως σκοπό την ελληνική ανεξαρτησία».

Κατά τη γνώμη μου, δεν αποκλείεται πράγματι η συγκεκριμένη εταιρεία να ήταν παρακλάδι των Καρμπονάρων, στο οποίο συμμετείχαν Έλληνες εγκατεστημένοι στην Ιταλία. Δυστυχώς όμως η έλλειψη άλλων στοιχείων και πληροφοριών δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα[106].

Φιλαθηναϊκή Ακαδημία 1813.

Φιλαθηναϊκή Ακαδημία. Σύμφωνα με τον Δημήτριο Γρ. Καμπούρογλους, ο οποίος πρώτος μνημόνευσε την ύπαρξή της, επρόκειτο για «βιβλιοθήκη» που δημιουργήθηκε στην Αθήνα το 1812, για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των ξένων περιηγητών που επισκέπτονταν την πόλη[107]. Συνεπώς, δεν ήταν μυστική οργάνωση, ούτε βέβαια ανέπτυξε συνωμοτική δράση. Μάλιστα, διέκοψε τη λειτουργία της το 1813, έξι μόλις μήνες μετά από την ίδρυσή της, όταν ιδρύθηκε η Φιλόμουσος Εταιρεία. Παρ’ όλα αυτά, ο Στ. Σκοπετέας[108] και ο Εμμ. Πρωτοψάλτης διείδαν – προφανώς λανθασμένα – πίσω από τους «μορφωτικούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς» της «Ακαδημίας» «την επιδίωξη του εθνικού πόθου των Ελλήνων»[109].

Η εταιρεία «Αθηνά». Γύρω από αυτήν την οργάνωση επικρατεί μεγάλη σύγχυση στις πηγές που έχουμε στη διάθεσή μας. Την ύπαρξή της μνημόνευσε και πάλι ο Καλεβράς, ο οποίος στο πρώτο κείμενό του ισχυρίστηκε ότι τον μύησαν σ’ αυτήν το 1812 στη Μόσχα δύο έλληνες «κατάσκοποι» των Γάλλων κατά τη διάρκεια της γαλλικής κατοχής της πόλης[110]. Σύμφωνα πάντα με τον Καλεβρά, την εταιρεία «Αθηνά» γνώριζε και ο Ναπολέων, ενώ σκοπός της ήταν «η απελευθέρωσις της Ελληνικής φυλής από των Τούρκων» με τον όρο να γίνει αυτοκράτορας στην ΚΠολη ένας από τους αδελφούς του Ναπολέοντα[111]. Λίγο παρακάτω όμως ο Καλεβράς σημείωσε πως, μετά από την αποχώρηση των Γάλλων από τη Μόσχα, ο έλληνας έμπορος Ζωσιμάς του αποκάλυψε πως η συγκεκριμένη εταιρεία είχε τον «ολέθριο σκοπό» να υποδουλώσει πολιτικώς και θρησκευτικώς το ελληνικό έθνος στους «δυτικούς» Γάλλους[112]. Στο δεύτερο κείμενό του που δημοσιεύτηκε το 1869 ο ευφάνταστος αγωνιστής του 1821 ισχυρίστηκε, όπως είδαμε, πως η εταιρεία της «Αθηνάς» ταυτιζόταν με την εταιρεία «Το ρόπαλον του Ηρακλέους», «ήτο όλως Γαλλική συστηθείσα από τον Ρήγαν», την υποστήριζε ο Κοραής και είχε αναγνωριστεί από τον Ναπολέοντα. Σκοπός της ήταν «η απελευθέρωσις της Ελληνικής φυλής υπό του Οθωμανικού ζυγού υπό τον όρο να διοικηθή από Γάλλους, και να εγκαθιδρυθεί ο αυτάδελφος του Ναπολέοντος Αυτοκράτωρ της ΚΠόλεως και απάσης της Ελλάδος και της Μικράς Ασίας»[113]. Όταν ο Ιω. Καποδίστριας πληροφορήθηκε την ύπαρξη αυτής της μυστικής οργάνωσης, την «κατέστρεψε» «συνεργεία Ρωσσίας, Αγγλίας και Αυστρίας», επειδή προέβλεψε ότι «το Ελληνικόν έθνος εκινδύνευε ν’ απωλέση και γλώσσαν και θρησκείαν και τον εθνισμόν του υπό το Γαλλικόν σκήπτρον και ότι η Γαλλική δυναστεία θα ήτο χειροτέρα της Τουρκικής»[114]. Στο γεγονός αυτό μάλιστα απέδωσε την αντιπολίτευση του Κοραή και των ομοφρόνων του προς τον Καποδίστρια[115], υπονοώντας προφανώς την περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος ήταν Κυβερνήτης της Ελλάδας.

Τους ανυπόστατους ισχυρισμούς του Καλεβρά υιοθέτησε ο Ν. Botzaris, αποφεύγοντας όμως να επαναλάβει τα περί «υποδουλώσεως του ελληνικού έθνους» στους Γάλλους, καθώς και τα περί Καποδίστρια και «καταστροφής» της εταιρείας «συνεργεία Ρωσσίας, Αγγλίας και Αυστρίας»[116].

Την ύπαρξη εταιρείας με την επωνυμία «Αθηνά» υποστήριξαν επίσης οι Στ. Σκοπετέας[117] και Εμμ. Πρωτοψάλτης[118], χωρίς όμως να υιοθετήσουν τους πέραν πάσης λογικής ισχυρισμούς του Καλεβρά.

Παρά τη σύγχυση που δημιούργησε με τους ανυπόστατους ισχυρισμούς του ο Καλεβράς, διαθέτουμε, λίγες έστω, αδιάψευστες μαρτυρίες ότι πράγματι υπήρξε  εταιρεία με την επωνυμία «Αθηνά». Συγκεκριμένα, στο Λόγιο Ερμή της 15ης Απριλίου 1819 δημοσιεύτηκε «Αγγελία» με ημερομηνία 15 Σεπτεμβρίου 1818, με την οποία οι «εκδόται» πληροφορούσαν τους «φιλομούσους ομογενείς Έλληνας» ότι, κινούμενοι «από Πατριωτισμόν και Ελληνικά φρονήματα», σκόπευαν να θέσουν σε κυκλοφορία νέα εφημερίδα, η οποία θα ονομάζεται «Αθηνά» και θα «περιέχει Φιλολογικάς, Επιστημονικάς, Πολιτικάς και Εμπορικάς Αγγελίας»[119].

Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως την έκδοση της εφημερίδας αναλάμβανε «εταιρεία» την οποία συγκροτούσαν «μέλη, τα οποία προς τοις άλλοις [είναι] ειδήμονα και των φιλολογωτέρων και κλασικωτέρων της Ευρώπης γλωσσών, διατρίψαντα εις πολλά της Ευρώπης μέρη»[120]. Η εταιρεία αυτή έφερε την ονομασία «Αθηνά», όπως προκύπτει και από τη σελίδα τίτλου της εφημερίδας.

Η ύπαρξη της παραπάνω εταιρείας επιβεβαιώνεται και από την αλληλογραφία του Αδ. Κοραή, ο οποίος για ποικίλους λόγους στράφηκε εναντίον των εκδοτών της εφημερίδας, προκαλώντας μάλιστα σε σύντομο χρονικό διάστημα τη διακοπή της έκδοσής της[121].

Επομένως, καταλήγουμε ότι πράγματι υπήρξε εταιρεία με την ονομασία «Αθηνά», με τη διαφορά ότι δεν ήταν ούτε μυστική, ούτε επαναστατική. Προφανώς είχε μορφωτικό χαρακτήρα και τα μέλη της ήταν λόγιοι που ζούσαν το 1819 στο Παρίσι, αλλά δεν ανήκαν στον κύκλο του Κοραή.

 Συμπέρασμα ΙΙ

Παλαιότερα οι έλληνες ιστορικοί και ιστοριοδίφες, στην προσπάθεια τους να αποδείξουν ότι η Φιλική Εταιρεία ήταν το αποκορύφωμα ενός ρωμαλέου ελληνικού εταιριστικού κινήματος, υποστήριξαν την ύπαρξη και δράση καθ’ όλη τη διάρκεια του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα ελληνικών μυστικών επαναστατικών οργανώσεων, οι περισσότερες από τις οποίες μάλιστα είχαν ως σκοπό τους την «απελευθέρωση του έθνους». Ωστόσο, η έλλειψη αδιάψευστων μαρτυριών ή/και αξιόπιστων πληροφοριών μας υποχρεώνει να αντιμετωπίζουμε με μεγάλη επιφύλαξη τα συμπεράσματα της αφιερωμένης στις μυστικές εταιρείες παλαιότερης ελληνικής ιστοριογραφίας. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε πως κατά την ίδια χρονική περίοδο ένας αξιοσημείωτος αριθμός Ελλήνων μυήθηκε σε τεκτονικές στοές που λειτουργούσαν στην Ευρώπη, αλλά και στην Ανατολή, με αποτέλεσμα εύλογα να δημιουργήθηκε στους συγχρόνους τους η εντύπωση πως αυτοί συμμετείχαν σε μυστικές επαναστατικές εταιρείες. Το ίδιο ισχύει και για τους Έλληνες – αναμφίβολα πολύ λιγότερους – που έγιναν μέλη της μυστικής οργάνωσης των Καρμπονάρων. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω και ύστερα από προσεκτική μελέτη των πηγών κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι περισσότερες από τις «μυστικές εταιρείες» που μνημονεύονται στην παλιότερη ελληνική ιστοριογραφία ως «πρόδρομοι της Φιλικής Εταιρείας» είτε δεν υπήρξαν, είτε είχαν μορφωτικό χαρακτήρα και φυσικά δεν ήταν μυστικές. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως αποκλείω την ύπαρξη μυστικών οργανώσεων με πολιτικό χαρακτήρα πριν από το 1814. Αυτό όμως, κατά την γνώμη μου, εξακολουθεί να είναι ζητούμενο για την ιστορική έρευνα.

Ο Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Μεταξύ των ετών 2014 και 2017 διετέλεσε Κοσμήτορας της αρτισύστατης τότε Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του ιδίου Πανεπιστημίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το καταστατικό δημοσιεύτηκε στα ρουμανικά από τον Constantin Erbiceanu στο έργο του  Istoria mitropoliei Moldaviei şi Sucevei  (Ιστορία της μητροπόλεως Μολδαβίας και Σουτσεάβας), Βουκουρέστι 1888, σσ. 342-345.

[2] Στο ίδιο, σ. 342 και Al. Elian, «Les écrits politiques de Rhigas en Moldavie», Revue roumaine d’ histoire I(1962)488-489.

[3] Ερμής ο Λόγιος 1(1811)63-64.

[4] Στο ίδιο, σ. 6.

[5] Στο ίδιο, σσ. 65-76.

[6] Για τη «Γραικοδακική φιλολογική εταιρεία» βλ. την πολύ καλή μελέτη του N. Camariano  με τίτλο «Sur l’ activité de la “société littéraire Greco-dacique”» στη Revue des études sudest européennes VI(1968)139-162. Πρβλ. και στον Πρωτοψάλτη, Εμμ., Ιγνάτιος μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), Αθήναι, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 1961, σσ. 56-59.

[7] Ερμής ο Λόγιος, τόμ. Δ-Ε(1814)98-99.

[8] Βελλιανίτης, Τηλέμαχος Θ., Η Φιλόμουσος Εταιρεία των Αθηνών, Αθήνα, εκδ. Στεφ. Δ. Βασιλόπουλος, 1993, σσ. 291-294.

[9] Ερμής ο Λόγιος, τόμ. Δ-Ε (1814)98.

[10] Στο ίδιο, σσ. 100-103.

[11] Στο ίδιο, σσ. 101-102.

[12] Πανομοιότυπο του διπλώματος που είχε χορηγηθεί το 1817 στον Αθανάσιο Ξόδιλο βλ. στου ιδίου, Η Εταιρεία των Φιλικών και τα πρώτα συμβάντα του 1821, εκδίδουν Λ. Ι. Βρανούσης και Ν. Καμαριανός, Αθήναι, Ακαδημία Αθηνών, 1964, σ. 21.

[13] Βελλιανίτης, Τ. Θ., ό.π., σσ. 54-60.

[14] Ανάλογα με το ύψος της συνδρομής που υπόσχονταν να καταβάλουν, τα μέλη έπαιρναν ένα χάλκινο ή χρυσό δαχτυλίδι με παράσταση της γλαύκας και την επιγραφή «Φιλομούσων» [Ερμής ο Λόγιος, τόμ. Δ-Ε(1814)99].

[15] Αξίζει να θυμίσω εδώ πως οι έφοροι και τα μέλη της Φιλομούσου Εταιρείας εξέλεξαν το 1813  τον λόρδο Guilford «προστάτην και διαυθεντευτήν» της  [βλ. Βελιανίτης, Τ. Θ., ό.π., σ. 103. Βλ. επίσης την επιστολή που έστειλε στις 5 Ιανουαρίου 1815 ο ίδιος o Guilford στον Λόγιο Ερμή, η οποία δημοσιεύτηκε στον τόμο Θ(1819) 179-180].

[16] Βελλιανίτης, Τ. Θ., ό.π., σ. 56.

[17] «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας από του 1798 μέχρι του 1822», Αρχείον Ιωάννου Καποδίστρια, τόμ. Α΄, Κέρκυρα 1976, σ. 23.

[18] Η ιδρυτική πράξη («Σύστασις») περιέχεται στο «φυλλάδιο» που κατέθεσε ο γνωστός έμπορος και λόγιος της Βιέννης Αλέξανδρος Βασιλείου στην αυστριακή λογοκρισία, προκειμένου η τελευταία να εγκρίνει την εκτύπωσή του. Στο ίδιο φυλλάδιο δημοσιεύεται επίσης ο «κανονισμός («Διαταγή»), καθώς και η επιστολή, με την οποία ο Καποδίστριας όρισε τον Αλ. Βασιλείου «Επιστάτη» στο «Γενικό Γραφείο» της εταιρείας στη Βιέννη [βλ. Λάιος, Γεώργιος, «Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης (1814-1820). (Νέα έγγραφα)», Επετηρίς του Μεσαιωνικού Αρχείου 12(1965)205-211].

[19] Ερμής ο Λόγιος, τομ. Δ-Ε(1814)99-100.

[20] [Ιω. Καποδίστριας], «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας», σ. 21.

[21] Λάιος, Γ., ό.π., σ. 167.

[22] Ο Γαζής σε επιστολή του από 14 Οκτωβρίου 1814 (π.ημ.) προς τους εφόρους της Φιλομούσου Εταιρείας των Αθηνών ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος μαζί με τον Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Δανιήλ Φιλιππίδη είχαν συστήσει «Εταιρεία» που είχε ως σκοπό την ίδρυση «Φιλοσοφικής Σχολής» στις Μηλιές του Πηλίου. Γι’ αυτόν τον λόγο πρότεινε, όπως «αι δύο Εταιρείαι των Μελίων και Αθηνών ενωθώσι όχι κατ’ άλλον τρόπον αλλ’ ως Αδελφαί» (Βελιανίτης, Τ. Θ., ό.π., σ. 80). Μπορούμε, επομένως, βάσιμα να υποθέσουμε πως ο Καποδίστριας αξιοποίησε την ανεπίσημη «σύσταση»  αυτής της «Εταιρείας», για να δημιουργήσει τη «Φιλόμουσο Εταιρεία της Βιέννης», η οποία πράγματι εμφανίζεται ως «Αδελφή» εκείνης των Αθηνών.

[23] Ο Καποδίστριας στη λεγόμενη «αυτοβιογραφία» του αφήνει να εννοηθεί ποιος ήταν ο πραγματικός  λόγος για τον οποίο προέβη στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης (βλ. «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας», σ. 23).

[24] Βλ. τα άρθρα Ζ ΄και Η΄ του «καταστατικού» της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης (Λάιος, Γ., ό.π., σσ. 207-8) και το άρθρο Α΄ της «Σύστασης» της εταιρείας (στο ίδιο, σ. 209).

[25] Βλ. το άρθρο Θ΄ της «Σύστασης» της Φιλομούσου Εταιρείας της Βιέννης (Λάιος, Γ., ό.π., σ. 210, καθώς και την υποσημείωση (α) στη σελ. 99 του Λόγιου Ερμή, τόμ. Δ-Ε(1814).

[26] Βλ. τη σημείωση στο άρθρο Θ΄ της «Σύστασης» (Λάιος, Γ., ό.π., σ. 210).

[27] Στούρτζα, Ρωξάνδρα, Απομνημονεύματα, μτφρ. Μαρία Τσάτσου, πρόλογος-σημειώσεις Κ. Χατζηαντωνίου, γεν. επιμ. Κ. Ι. Μπελέζος, Αθήνα, Ιδεόγραμμα, 2006, σσ. 172-173. Αξίζει να σημειώσω εδώ πως ο κατάλογος των συνδρομητών του 1815 περιλαμβάνει 74 ονόματα, ενώ εκείνος του 1816 μόλις 17 (βλ. Κούκκου, Ελ., Ο Καποδίστριας και η παιδεία (1803-1822), Α΄ Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, Αθήναι 1958,σσ. 164-165 και 170).

[28] Κούκκου, Ελ., ό.π., σ. 142. Όπως φαίνεται, από το 1816 και μετά την εταιρεία στήριζαν οικονομικά κυρίως έλληνες έμποροι της διασποράς (στο ίδιο, σσ. 104, 118 passim).

[29] Στο ίδιο, σσ. 54 κεξ. Βλ. και στον Πρωτοψάλτη, Εμμ., Ιγνάτιος μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας, σσ.72-73.

[30] Αυτό ακριβώς υποστήριξε σε ειδική μελέτη που εκπόνησε το 1819, ύστερα από εντολή του Μέτερνιχ, ο βαρώνος Βασίλειος von Balsch (Λάιος, Γ., ό.π., σ. 200).

[31] Κούκκου, Ελ., ό.π., σσ.46-47 και Λάιος, Γ., ό.π., σσ. 172 και 179.

[32] Περιορίζομαι να αναφέρω δύο χαρακτηριστικές ενέργειες του Μέτερνιχ:  Στην πρώτη περίπτωση οι αυστριακές αρχές αρνήθηκαν να χορηγήσουν στην εταιρεία ατέλεια χαρτοσήμου, ενώ στη δεύτερη απέτρεψαν δύο Δανούς να εγγραφούν στον κατάλογο των συνδρομητών της (Λάιος, Γ., ό.π., σσ. 184 και 194-198).

[33] Κούκκου, Ελ., ό.π., σσ.149-151.

[34] Ο Αλ. Υψηλάντης εμφανίζεται στον κατάλογο των συνδρομητών των ετών 1815 και 1816 (Κούκκου, Ελ., ό.π., σσ. 164 και 170). Επιπλέον, το 1820 ο Καποδίστριας σκόπευε να τον ορίσει ως μέλος της τριμελούς επιτροπής που θα αναλάμβανε τη διαχείριση των οικονομικών  της Φιλομούσου (Αρς, Γκριγκόρι, Ο Καποδίστριας στη Ρωσία, Αθήνα, Ασίνη, 2015, σ. 192).

[35] Ο Ιω. Καποδίστριας σε επιστολή του προς τον ρώσο πρόξενο Βουκουρεστίου Al. Pini με ημερομηνία 3/15 Ιανουαρίου 1820 κάνει ρητά λόγο για τα ψεύδη που διέδιδαν οι Φιλικοί (βλ. Αρς, Γκριγκόρι, ό.π., σ. 338). Τα ίδια επανέλαβε και στην «αυτοβιογραφία» του  (βλ. «Επισκόπησις της πολιτικής μου σταδιοδρομίας», σ. 61). Πρβλ. Τρικούπης, Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, Θεσσαλονίκη, 1935, σ. 10·Πρωτοψάλτης, Εμμ., Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, σ.74· Βακαλόπουλος, Απ., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Η Μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821-1829), τόμ. Ε΄, Οι προϋποθέσεις και οι βάσεις της (1813-1822), Θεσσαλονίκη  1980, σ. 72.

[36] Κανδηλώρος, Τάκης, Η Φιλική Εταιρία, 1814-1821, Αθήναι 1926, σ. 89·Αρς, Γκριγκόρι, ό.π., σσ. 224-225.

[37] Κούκκου, Ελ., ό.π., σ. 58. Η συγγρ. την ονόμασε «Χριστιανική βοήθεια ενδεών ομογενών».

[38] Ερμής ο Λόγιος, τόμ. Ζ(1817)8.

[39] Βλ. το εδάφιο 4 του άρθρου Β του κανονισμού λειτουργίας (στο ίδιο σ. 11).

[40] Βλ. τα άρθρα  Γ΄, Δ΄, Ε΄ και Στ΄ του  «κανονισμού» (Ερμής ο Λόγιος, τόμ. Ζ(1817)11-12.

[41] Αναφέρομαι στον Γ. Σταύρου, ο οποίος ήταν ο επιστάτης της Φιλομούσου στη Βιέννη, και στον Ζηνόβιο Πωπ, ο οποίος ήταν από τα πρώτα μέλη της (Κούκκου, Ελ., ό.π., σσ. 58 και 164).

[42] Ό.π., σ. 59.

[43] Η αποστολή εκ μέρους του Γ. Σταύρου του «κανονισμού» της νέας εταιρείας στον Ιω. Καποδίστρια έγινε πιθανότατα, για να ενημερωθεί ο τελευταίος για την ίδρυση μιας νέας οργάνωσης που θα λειτουργούσε ανταγωνιστικά προς τη Φιλόμουσο.

[44] Πρόκειται για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, τον Γρηγόριο Ζαλύκογλου και τον Πέτρο Σκυλίτση-Ομηρίδη. Για τον τελευταίο βλ. Την πολύ καλή μελέτη του Γιάννη Κόκκωνα, Ο πολίτης Πέτρος Σκυλίτζης-Ομηρίδης, Αθήνα, ΕΜΝΕ, 2003.

[45] Ρουσσώ, Ιωάννης Ιάκωβος, Περί της κοινωνικής συνθήκης ή Αρχαί του πολιτικού δικαιώματος […] Εκ της γαλλικής γλώσσης κατά πρώτον μεταφρασθέν υπό του Γρηγορίου Γεωργιάδου Ζαλύκη και εκδοθέν μετά προλεγομένων υπό Κωνσταντίνου Νικολοπούλου, Εν Παρισίοις 1828, σ. κα΄.

[46] Σύμφωνα με τον Ιωάννη Φιλήμονα, αυτοί ήταν ο Στέφανος Χατζημόσχου, ο Πέτρος Ομηρίδης και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ (βλ. Δοκίμιον ιστορικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Δ΄, Αθήναι 1862, σ. η΄). Πρβλ. Κόκκωνας, Γ., ό.π., σ. 63.

[47] Φιλήμων, Ιω., ό.π., σ. θ΄.

[48] Ο Πέτρος Σκυλίτζης-Ομηρίδης, ο οποίος έδωσε στον Ιω. Φιλήμονα τις πληροφορίες για το «Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο», ανέφερε ότι η υποστήριξη που είχε παράσχει η γαλλική κυβέρνηση και ο ίδιος ο Ναπολέοντας σε «Δημήτριο τινά Κομνηνό», ο οποίος εμφανιζόταν ως απόγονος των βυζαντινών αυτοκρατόρων, «εθέρμαινον κατά πολύ τας υπέρ πατρίδος ιδέας των εκεί παρεπιδημούντων Ελλήνων» (ό.π., σ. ζ΄).

[49] Φιλήμων, Ιω., ό.π., σ. η΄-θ΄ και  Σάθας, Κωνσταντίνος, Νεοελληνική φιλολογία. Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων (1453-1821), Αθήναι 1868, σ. 686.

[50] Φιλήμων, Ιω., ό.π., σ. ι΄ και σημ. α της σ. ια΄· Botzaris, N., Visions balkaniques dans la préparation de la révolution grecque, 1789-1821, Genève-Paris, 1962, σ. 76.

[51] Από έγγραφο με ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 1816 που παραθέτει ο Ιω. Φιλήμων προκύπτει ότι τη χρονιά εκείνη η εταιρεία αριθμούσε μόλις 30 μέλη (βλ. ό.π., σ. στ΄. Πρβλ. Botzaris, N., ό.π., σ. 76).

[52] Δυστυχώς τα απομνημονεύματα που συνέγραψε ο Γρ. Ζαλύκογλου,  τα οποία η σύζυγος του παρέδωσε μετά τον θάνατό του στον Κ. Νικολόπουλο, δεν δημοσιεύθηκαν από τον τελευταίο (βλ. Ρουσσώ, Ιω. Ιάκ., ό.π., σ. κα΄).

[53] Στο ίδιο, σ. ιε΄.

[54] Botzaris, N., ό.π., σ. 76.

[55] «Οι πρόδρομοι της Φιλικής Εταιρίας», Ελληνική Δημιουργία, τεύχ. 99 (15 Μαρτίου 1952)372β και 373α.

[56] Παλαιολόγος, Κ., «Ο Έλλην κληρικός Σεραφείμ (μετάφρασις εκ του ρωσικού)», Παρνασσός 4(1880)33. Πρβλ. Κοντογιάννης, Παντελής, Οι Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β΄ ρωσσοτουρκικον πόλεμον (1768-1774), Αθήναι 1903 (φωτομηχανική ανατύπωση από το βιβλιοπωλείο Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα 1989), σσ. 17-18.

[57] Σάθας, Κ. Ν., Νεοελληνική Φιλολογία. Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων από της καταλύσεως της βυζαντινής αυτοκρατορίας μέχρι της ελληνικής εθνεγερσίας (1453-1821), Αθήναι 1868, σσ. 451-452.

[58] Παλαιολόγος, Κ., ό.π., σσ. 45-51.

[59] Ό.π., σ. 373α.

[60] Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1964, σ. 16.

[61] Κοντογιάννης, Παντ., ό.π., σ. 69. Για τους Π. Μελισσηνό και Μ. Χαρβούρη βλ. στο ίδιο, σ. 35.

[62] Ό.π., σ.  373α. Από τους τρεις απεσταλμένους που μνημονεύει ο Σκοπετέας μόνον ο Κρεββατάς εντοπίζεται στις πηγές που αφορούν στην εξέγερση του 1770.

[63] Σάθας, Κωνσταντίνος, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, Αθήναι 1869,  σσ. 539-541.

[64] Φιλήμων, ΔΙΦΕ, σ. 185.

[65] «Πρόδρομοι του Ρήγα και της Φιλικής Εταιρείας», Ηπειρωτική Εστία τόμ. Ε΄, τεύχ. 47 (1956)257. Πρβλ. και Σκοπετέας, Στ., ό.π., σ. 373β.

[66] Ό.π., σ. 257.

[67] Πετρίδης, Αθανάσιος, «Το τυχηρόν του Αλή-πασά και η ‘ξηντάρα του παπα-Κώστα. Ιστορική παράδοση», στο περιοδικό του Πειραιά Απόλλων, έτος Ε΄, τεύχ. 56 (1888)868 σημ. 1.

[68] Σύντομος βιογραφία του αοιδίμου Ρήγα Φεραίου του Θετταλού, Αθήναι 1860, σς. 49-50.

[69] Ο Ευγένιος Βούλγαρης υπηρέτησε στα Γιάννενα δύο φορές, την πρώτη από το 1742 ως το 1746 και τη δεύτερη από το 1750 ως το 1752. Στην Αθωνιάδα υπηρέτησε από το 1753 ως το 1759 (βλ. Χατζόπουλος, Κωνσταντίνος, Ελληνικά σχολεία στην περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, 1453-1821, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1991, σ. 73).

[70] Ό.π., σ. 373β.

[71] Ό.π., σ. 16.

[72] Ο τεκτονισμός στην ελληνική κοινωνία και γραμματεία του 18ου αιώνα. Οι γερμανόφωνες μαρτυρίες, Αθήνα, Περίπλους, 2010, σσ. 195-197.

[73] Στο ίδιο, σ. 197.

[74] Στο ίδιο, σσ. 200-201.

[75] Οικονομίδης, Δημήτριος, «Ο Ρήγας εν Βλαχία», Αθηνά 53(1949)131· Σκοπετέας, Στ., ό. π., σ. 373β· Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 16· Κορδάτος, Γιάννης, Ο Ρήγας και η Βαλκανική Ομοσπονδία, Αθήνα, Επικαιρότητα, 1974, σ. 57.

[76] Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 16. Ο Δ. Οικονομίδης και ο Στ. Σκοπετέας υποστήριξαν ότι η οργάνωση ήταν, εκτός από απελευθερωτική, και τεκτονική.

[77] Histoire des Roumains de la Dacie Trajane, vol. II (1633-1859), Paris 1896, σ. 286.

[78] Ο Ρήγας πήγε στη Βλαχία το 1786 (βλ. Βρανούσης Λ. Ι., Ρήγας Βελεστινλής, 1757-1798, β΄ έκδ., Αθήναι, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, 1963, σ. 19). Επομένως ήταν αδύνατο να ιδρύσει την «Εταιρία των Φίλων» στο Βουκουρέστι το 1780.

[79] Din istoria Fanarioților. Studie şi cercetãri (Από την ιστορία των Φαναριωτών. Μελέτες και έρευνες), Bucuresci 1891, σ. 220.

[80] «La grande carte de la Grèce par Rhigas», Revue de Géographie, 4eme année, Paris 1881, σ. 247.

[81] Histoire moderne de la Grèce, Genève 1828, σσ. 241-242.

[82] Απομνημονεύματα πολεμικά, τόμ. Α΄, Αθήναι 1836, σ. η΄.

[83] Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι από την ανάκριση του Ρήγα και των συντρόφων του από τις αυστριακές αρχές δεν προέκυψαν στοιχεία που να μας οδηγούν στην ύπαρξη μυστικής οργάνωσης (Legrand, Emile, Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή και των συν αυτώ μαρτυρησάντων, μτφρ. Σπυρίδων Λάμπρος, Αθήναι 1891).

[84] Την άποψη αυτήν πρώτος, απ’ όσο γνωρίζω, υποστήριξε ο Notis Botzaris (ό.π., σσ. 30-31).

[85] Πρόκειται για τα έργα 1) Επιστολαί ή τα κατά την επανάστασιν της Ελλάδος και τα προ αυτής συμβάντα ανέκδοτα πολιτικά και θρησκευτικά μυστικοσυμβούλια ήτοι εταιρείαι της Ασίας, της Ευρώπης και της Αμερικής ως προς την Ελλάδα και της Ελλάδος ως προς εαυτήν, Αθήναι 1856 και 2) Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, Αθήναι 1869. Κατά τη γνώμη μου, τα δύο αυτά κείμενα υπήρξαν η κύρια πηγή, στην οποία στηρίχθηκαν έλληνες ιστορικοί και ιστοριοδίφες, για να υποστηρίξουν την ίδρυση και δράση αυτών των πολύ αμφίβολης ύπαρξης μυστικών οργανώσεων.

[86] Το όνομά του πάντως δεν εμφανίζεται στους γνωστούς καταλόγους των Φιλικών [βλ. Φιλήμων, Ιω., ό.π.,  τόμ. Α΄, σσ. 387-416· Μέξας, Βαλέριος, Οι Φιλικοί, Αθήναι 1937· Μελετόπουλος, Ιω., «Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Παναγιώτου Δημ. Σέκερη», Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 18(1965-1966)274-341].

[87] Επιστολαί ή τα κατά την επανάστασιν της Ελλάδος, σ. 11.

[88] Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, σ. 33.

[89] Την εκδοχή αυτήν υποστήριξε πρώτος ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο οποίος συνέδεσε  την εταιρεία του «Φοίνικος» με τη Φιλική Εταιρεία (Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, Αθήναι 1839, σσ. 71-73). Πρβλ. και. Κανδηλώρος, Τάκης, Η Φιλική Εταιρία, 1814-1821, Αθήναι 1926, σσ. 61,62 και 123· Σκοπετέας, Στ., ό.π., σσ. 373β και 374α· Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σσ. 16-17· Μαζαράκης-Αινιάν,Ι. Κ., «Η Φιλική Εταιρία», Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τόμ. Α΄, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1997, σ. ιθ΄.

[90] Κανδηλώρος, Τ., ό.π., σ. 127.

[91] Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, σ. 41.

[92] Στο ίδιο.

[93] Επιστολαί ή τα κατά την επανάστασιν της Ελλάδος, σσ. 13-14.

[94] Στο ίδιο, σ. 12· Τα ίδια επανέλαβε και στην Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, σ. 41.

[95] Ό.π., σ. 136.

[96] Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, σσ. 48-49.

[97] Σκοπετέας, Στ., ό.π., σ. 374α· Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 17.

[98] «Η σημαία, το εθνόσημο και η σφραγίδα της «Ελληνικής Δημοκρατίας» του Ρήγα», Δελτίο Εραλδικής και Γενεαλογικής Εταιρίας της Ελλάδος 8(1992) 362-363.

[99] Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας, Φιλολογική απομνημείωση-κείμενα-σχόλια-εισαγωγή Γ. Βαλέτας, Μελετήματα Ν. Α. Βέης-Μ. Σιγούρος, δ΄ έκδοση, Αθήνα, Αποσπερίτης, 1982, σσ. κη΄-λ΄.

[100] Ό.π., σ. 74.

[101] Αξίζει να σημειώσω εδώ πως ο Χρ. Περραιβός στα Απομνημονεύματά του δεν μνημονεύει συμμετοχή του σε μυστική οργάνωση που είχε την έδρα της στο Λιβόρνο.

[102] Πορφύρης, Κ., Ο Ανδρέας Κάλβος Καρμπονάρος, Αθήνα, Θεμέλιο, 1975, σσ. 54-55· Hobsbawm, E. J., Η εποχή των επαναστάσεων, 1789-1848, μτφρ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, Αθήναι, ΜΙΕΤ, 1992, σ. 169· Γεωργαντά, Αθηνά, «Ο Κάλβος και οι Καρμπονάροι. Συμβολικές λέξεις των Ωδών», Μνήμων 27(2005)58-59.

[103] Σκοπετέας, Στ., ό.π., σ. 374α· Πρωτοψάλτης, Εμμ., ό.π., σ. 17.

[104] Carte segrete e atti ufficiali della Polizia Austriaca in Italia, Capolago 1851, τόμ. Ι, σ. 132.

[105] Βρίσκεται στα παράλια της Κροατίας και ονομάζεται Hvar (Φάρος).

[106] Παρά την έλλειψη ικανοποιητικών στοιχείων ο Στ. Σκοπετέας (ό.π., σ. 375β)  και ο Εμμ. Πρωτοψάλτης (ό.π., σ. 18) θεώρησαν βέβαιη την ύπαρξη της συγκεκριμένης εταιρείας.

[107] Μνημεία της ιστορίας των Αθηναίων, τόμ. Γ΄, Αθήναι 1892, σ. 3.

[108] Ό.π., σ. 375α.

[109] Ό.π., σ. 18.

[110] Επιστολαί ή τα κατά την επανάστασιν της Ελλάδος, σ. 7.

[111] Στο ίδιο.

[112] Στο ίδιο, σ. 11.

[113] Ιστορία των διαφόρων πολιτικών και θρησκευτικών εταιρειών, σ. 48.

[114] Στο ίδιο, σ. 49

[115] Στο ίδιο.

[116] Ό.π., σσ. 72-73.

[117] Ό.π., σ. 377 σημ. 26.

[118] Ό.π., σ. 17.

[119] Τόμ. Θ(1819)305-307.

[120] Στο ίδιο, σ. 307.

[121] Κόκκωνας, Γ., ό.π., σ. 95.

Σοφία Ηλιάδου – Τάχου: Κομμουνισμός, αντικομμουνισμός και εκπαίδευση από την κατοχή του Άξονα ως τον πρώιμο Ψυχρό Πόλεμο (1944-1967)

Σοφία Ηλιάδου – Τάχου

Κομμουνισμός, αντικομμουνισμός και εκπαίδευση από την κατοχή του Άξονα ως τον πρώιμο Ψυχρό Πόλεμο (1944-1967)

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν απέφυγε τη συμμετοχή της στις  διεθνείς αντιπαραθέσεις, για παράδειγμα στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, στον Ψυχρό Πόλεμο ή ακόμα υπέστη τη δοκιμασία ενός στον εμφυλίου σπαραγμού (1943-1949), εντούτοις υπάρχει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία  που σχετίζεται με την Iστορία της Eκπαίδευσης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, μολονότι η ιστορία της εκπαίδευσης αποτελεί αποδεδειγμένα  αναπόσπαστο τμήμα της Νεοελληνικής Ιστορίας. Τα επιστημονικά άρθρα που σχετίζονται με την επιλογή του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος  (ΚΚΕ) να ιδρύσει μειονοτικά σλαβομακεδονικά σχολεία στις σλαβόφωνες  κοινότητες της Δυτικής Μακεδονίας είναι λιγοστά.[1]  Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει σημαντική ακαδημαϊκή συμβολή στην περιγραφή της  διπλωματικής ιστορίας του Ψυχρού Πολέμου στην Ελλάδα, [2] και στο θεματικό πεδίο της κοινωνικής ιστορίας του Ψυχρού Πολέμου, που αναφέρεται στον αντικομουνισμό και στην αμερικανική επεμβατική πολιτική, [3] με ιδιαίτερη εστίαση στη Δυτική Μακεδονία. [4] Υπάρχουν επίσης αξιοσημείωτες μελέτες σχετικές με την καλλιέργεια της ιδεολογίας της «εθνικοφροσύνης» στην Ελλάδα, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. [5] Ωστόσο, το επιστημονικό πεδίο της Ιστορίας της Εκπαίδευσης στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ιστορικής έρευνας. [6]

Η παρούσα έρευνα εκτείνεται χρονικά από το 1944 έως το 1967. Το 1944  είναι το έτος κατά το οποίο δημιουργήθηκε ο θεσμός του  σλαβομακεδονικού σχολείου  στην περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας. Πρόκειται για τα σχολεία τα οποία υπάγονταν στην   διοίκηση του ΕΑΜ / ΚΚΕ. Η έρευνα τελειώνει το 1967, έτος κατάλυσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα  και επιβολής ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, της χούντας των συνταγματαρχών.

Η συγκεκριμένη μελέτη στοχεύει στην εξέταση της κομμουνιστικής εκπαίδευσης στην κατεχόμενη από τον Άξονα Ελλάδα της περιόδου 1944-1945. Εστιάζει ακόμα  στην αντικομμουνιστική εκπαίδευση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967). Ειδικότερα διεξέρχεται πρώτα  τους σκοπούς και τους στόχους της ίδρυσης των σλαβομακεδονικών σχολείων από το ΕΑΜ/ΚΚΕ, με εστίαση στα χαρακτηριστικά τους. Έπειτα καθορίζει τις ιδιαιτερότητες του αμερικανικού αντικομμουνιστικού εκπαιδευτικού μοντέλου και  τις επιπτώσεις του στην διαμόρφωση του χαρακτήρα της ελληνικής εκπαίδευσης: εστιάζει δηλαδή στην προσπάθεια για ανασύσταση του ελληνικού έθνους, στην απόπειρα συγκρότησης του αντικομμουνιστικού νομοθετικού πλαισίου, στο αίτημα για την  προώθηση μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, στην ανάγκη για εκσυγχρονισμό  των δομών του κράτους και στην προαγωγή του στόχου της τεχνολογικής και οικονομικής προόδου. Σε αυτή τη μελέτη χρησιμοποιήθηκε πρωτογενές αρχειακό υλικό, το οποίο εντοπίστηκε σε δημόσια και τοπικά αρχεία και εξετάστηκε διεξοδικά. [7]

 

Η κομμουνιστική εκπαίδευση στην κατεχόμενη Ελλάδα (1944-1945)

Το συγκείμενο

Η επανάσταση των μπολσεβίκων επικράτησε, την ώρα που η Ευρώπη βρισκόταν στα πρόθυρα της οικονομικής και πολιτικής κατάρρευσης. Η Σοβιετική Ένωση ίδρυσε δύο μεγάλες οργανώσεις προκειμένου να προωθήσει την πολιτική της ατζέντα και να μεγιστοποιήσει την επιρροή της στα Βαλκάνια από τη μια και στο διεθνές προσκήνιο από την άλλη:  τη «Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία» (1920/21-1939) και την «Κομμουνιστική Διεθνή (Comintern)» (1919–1943 ). [8]

Αφίσα της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Στην πραγματικότητα, το 1935, η στρατηγική της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» -η οποία αργότερα υιοθετήθηκε και από το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) – ήταν να ενθαρρύνει την πολιτική συνεργασία μεταξύ των κομμουνιστών και των σοσιαλιστών, με σκοπό τη δημιουργία μετώπου κατά του φασισμού.[9]

Αυτή η στρατηγική δημιούργησε ένα ευφάνταστο, ευέλικτο πρόγραμμα, στο οποίο οι κομμουνιστές είχαν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τα σύμβολα του πατριωτισμού και να αναλάβουν τον ρόλο των υπερασπιστών της εθνικής ανεξαρτησίας, προκειμένου να επιτεθούν στον φασισμό. [10]  Κατά συνέπεια, η 7η σύνοδος της «Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας» αποδέχθηκε τη νέα πολιτική πλατφόρμα της «Κομμουνιστικής Διεθνούς», η οποία σχετιζόταν με την παροχή ίσων δικαιωμάτων στις μειονότητες, εντός των εθνικών ορίων. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1935, το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα[11] αναγνώρισε την ύπαρξη σλαβομακεδονικής μειονότητας και διεκδίκησε  την παροχή ίσων δικαιωμάτων σε αυτήν, εντός των ορίων του ελληνικού κράτους. [12]

Νέος Ριζοσπάστης, 19 Σεπτεμβρίου 1932.

Έμμεση συνέπεια της αναγνώρισης ήταν η ίδρυση, τον Οκτώβριο του 1944, από το ΕΑΜ / ΚΚΕ, των σλαβομακεδονικών σχολείων στη Δυτική Μακεδονία,  παρά το γεγονός ότι  δεν τεκμηριώνεται ότι είχε τεθεί   ανάλογο θέμα στο πλαίσιο της αναγνωρισμένης τότε από το ΕΑΜ/ΚΚΕ «Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας». Πραγματικά το θέμα της ίδρυσης σλαβομακεδονικών σχολείων υλοποιήθηκε από την  περιφερειακή επιτροπή του ΚΚΕ της Φλώρινας-Καστοριάς, με πρωτοβουλία του τοπικού κομισάριου της παιδείας Γιάννη Καλαϊτζίδη.  Εικάζουμε ότι το συγκεκριμένο γεγονός  αποτελεί πολιτική επιλογή του  τοπικού κομισάριου που αποσκοπούσε στο να δοθεί απτή διαβεβαίωση στους σλαβόφωνους της Δυτικής  Μακεδονίας που είχαν συμμαχήσει  με το ΕΑΜ/ΚΚΕ ότι εκπληρώνονταν έμπρακτα οι δεσμεύσεις του ΕΑΜ/ΚΚΕ απέναντί τους  στην ουσία όμως ως δέλεαρ για να αποτραπεί, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, η προσχώρησή τους  στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους των Τέμπο-Τίτο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της κομμουνιστικής εκπαίδευσης στην Ελληνική Μακεδονία (1941-1944)

Τα κύρια χαρακτηριστικά του κομμουνιστικού εκπαιδευτικού μοντέλου ήταν τα εξής:

α) Η κατασκευή της «σλαβομακεδονικής μειονότητας»  με εργαλείο τον εκπαιδευτικό μηχανισμό: Στην Τριανταφυλλιά, στις 24 Οκτωβρίου 1944, οι αξιωματικοί του επαρχιακού γραφείου του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος ενημέρωσαν τους Έλληνες δασκάλους ότι έπρεπε να παραδεχτούν και να αναγνωρίσουν την ύπαρξη «σλαβομακεδονικής μειονότητας με τα έθιμα, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία και τον χαρακτήρα της, ως μειονότητας διαφορετικής από το ελληνικό έθνος.» [13]

β) H αναζήτηση του «σλαβομακεδόνα δασκάλου» ανάμεσα στους δασκάλους με σλαβόφωνη καταγωγή: Σύμφωνα με το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το ζήτημα της καθιέρωσης της  «μειονοτικής εκπαίδευσης» παρουσιάστηκε στους εκπαιδευτικούς κατά την «1η Εκπαιδευτική Συνάντηση» που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1944 στον Πολυπόταμο, ένα χωριό της Φλώρινας. [14]

Στο επόμενο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Τριανταφυλλιά, οι αντιδράσεις των εκπαιδευτικών που είχαν σλαβόφωνη προέλευση, σύμφωνα με την εφημερίδα Εκπαιδευτικός Ακρίτας, ήταν οι ακόλουθες : « (α) Εμείς, οι εκπαιδευτικοί, που συμμετείχαμε στο εκπαιδευτικό συνέδριο, απορρίπτουμε τη σλαβομακεδονική  ταυτότητα και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μας αποκαλεί έτσι, επειδή είμαστε Έλληνες (β) Το σλαβομακεδονικό έθνος δεν υπάρχει (γ) Η γλώσσα στη Μακεδονία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κριτήριο της εθνικής συνείδησης κάποιων (δ) Η επιμονή των αγροτών να αυτοαποκαλούνται Σλαβομακεδόνες δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μάσκα για να καλύψουν τα βουλγαρικά, αυτονομιστικά και γενικά ανθελληνικά αισθήματά τους…» [15]

Λαοκρατία, Φλώρινα 3 Αυγούστου 1944.

γ) Η επιλογή των  εκπαιδευτικών εγχειριδίων: Τα μέλη του ΕΑΜ / ΚΚΕ παρουσίασαν ένα «Βουλγαρικό Αλφαβητάριο», το οποίο είχε εκδοθεί το 1936 στη Σόφια και προοριζόταν για τα σλαβομακεδονικά σχολεία της περιοχής. Ο Επιθεωρητής Καλαϊτζίδης πρότεινε, μεταξύ άλλων, τη σύσταση Επιτροπής για τη σύνταξη ενός Αλφαβήτου στη σλαβομακεδονική γλώσσα για τους μαθητές των σλαβομακεδονικών σχολείων.

δ) Οι δημιουργία σχολής για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών των σλαβομακεδονικών σχολείων: Η έλλειψη εκπαιδευτικών για τα σλαβομακεδονικά σχολεία αντιμετωπίστηκε με τη βραχύβια λειτουργία του Φροντιστηρίου στο Άργος Ορεστικό. Το «Φροντιστήριο» προετοίμασε δασκάλους  για τα σλαβομακεδονικά σχολεία, οι οποίοι φαίνεται ότι προέρχονταν από τα σλαβόφωνα χωριά, κυρίως της περιφέρειας  της Καστοριάς. [16]

Χαιρετισμός του Νίκου Ζαχαριάδη στο 2ο συνέδριο του ΝΟΦ (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο) στις 25-26 Μαρτίου 1949 στο χωριό Ψαράδες των Πρεσπών.

Η αντικομμουνιστική εκπαίδευση την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967)

Το συγκείμενο

Η κυριαρχία ενός διπολικού πολωτικού λόγου  ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον αντικομμουνισμό καθόρισε τις επιλογές του ελληνικού κράτους στην διάρκεια της πρώιμης φάσης του Ψυχρού Πολέμου. [17] Ο Εμφύλιος Πόλεμος τελείωσε με τη νίκη της Δεξιάς, χάρις και στην αμερικανική παρέμβαση[18] που ξεκίνησε με το «Δόγμα  Τρούμαν»,[19] το οποίο θεωρήθηκε ως ουσιαστικό σημείο καμπής της Νεοελληνικής Ιστορίας. [20] Στην πραγματικότητα, η διακήρυξη του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Χάρυ Τρούμαν το 1947[21] υπογράμμισε τη δέσμευση των ΗΠΑ  να προστατέψουν τους λαούς και να τους στηρίξουν στον αγώνα τους για την «ανάσχεση του κομμουνιστικού κινδύνου» [22]

Επομένως την εποχή του Ψυχρού Πολέμου ο αντικομμουνισμός ως ιδεολογία συσπείρωνε έναν κόσμο στον οποίο τα ανεξάρτητα έθνη, όπως το ελληνικό, ενώνονταν ενάντια στην κομμουνιστική απειλή. [23] Σε αυτό το πλαίσιο, το «Σχέδιο Μάρσαλ» [24]εκπονήθηκε ως ένα σχέδιο οικονομικής βοήθειας που στόχευε στο να βοηθήσει τα έθνη της Δυτικής Ευρώπης.[25]Έτσι, δημιουργήθηκε η συμμαχία του «Δυτικού Μπλοκ» ή του «Ελεύθερου Κόσμου»[26]  ή του «Δυτικού κόσμου» με τις Ηνωμένες Πολιτείες[27] και το ΝΑΤΟ,[28] ενάντια στην απειλή που αντιπροσώπευε η  Σοβιετική Ένωση. [29]

Η εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν (12 Μαρτίου 1947).

Τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής αντικομμουνιστικής εκπαίδευσης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967)

Τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν: α) Ο επαναπροσδιορισμός  της έννοιας του ελληνικού έθνους[30]:Η εφαρμογή του αντικομμουνιστικού μοντέλου οδήγησε στην κυριαρχία ενός εθνικιστικού μοντέλου εκπαίδευσης. [31] Η κυριαρχία του εθνικισμού ως αξίας του πρώιμου Ψυχρού Πολέμου είναι ένα προϊόν που εισάγεται στην Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και σχετίζεται άμεσα με την ιδεολογία, η οποία είχε επικρατήσει σε ολόκληρο το δυτικό μπλοκ, σύμφωνα με την οποία έπρεπε «να αντιμετωπιστεί και να ανασχεθεί η απειλή του κομμουνισμού»

Στην περίπτωση του ελληνικού αντικομμουνισμού, όπως αποδεικνύεται από μελέτες, τόσο του αμερικανικού όσο και του ιταλικού εκπαιδευτικού μοντέλου, η αναβίωση του ελληνικού εθνικισμού είχε ως στόχο να αναδημιουργήσει «το έθνος», ως ασπίδα για την καταπολέμηση του κομμουνιστικού διεθνισμού. Συμπερασματικά, στην Ελλάδα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου ο εθνικισμός  θεωρήθηκε ως  η ισχυρότερη συλλογική εναλλακτική λύση που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στην κομμουνιστική ιδεολογία. Για αυτό τον λόγο  είχε  εξελιχτεί σε σημείο σύγκλισης για ένα ευρύ φάσμα εθνικών ελίτ. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις συγκροτήθηκε το αντικομμουνιστικό μέτωπο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε μια άλλη διάσταση του ελληνικού αντικομμουνιστικού μοντέλου, τον «πατριωτισμό» ο οποίος στην ελληνική περίπτωση θεωρήθηκε κυρίαρχη εθνική και υπερεθνική αξία. Μπορούμε ακόμα να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το αντικομμουνιστικό μέτωπο υποσχέθηκε να αποκαταστήσει τις αξίες της ελληνορθόδοξης παράδοσης,   η οποία θεωρήθηκε  ως  βασική συνιστώσα του ελληνικού έθνους και  της  ελληνικής εθνικής ταυτότητας, αφού το 1951 ψηφίστηκε ένας νόμος από το ελληνικό κοινοβούλιο[32] που διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό από το δημόσιο εκείνων που δεν είχαν  ενστερνιστεί τις αξίες του ελληνορθόδοξου πολιτισμού, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νέου Συντάγματος του 1952, ο ελληνορθόδοξος προσανατολισμός της εκπαίδευσης θεωρήθηκε καθοριστικός.

Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι η ιδιαιτερότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού μοντέλου έγκειται κυρίως στην έμφαση που δίνεται στον αντισλαβισμό ο οποίος θεωρείται  συνιστώσα του αντικομμουνισμού. [33] Η ταυτοποίηση του εσωτερικού εχθρού, των κομμουνιστών, με τον εξωτερικό εχθρό, τους Σλάβους, προσλήφθηκε εύκολα από το συλλογικό υποσυνείδητο του Έλληνα, επειδή βασίστηκε στις μακροχρόνιες αξιώσεις των Σλάβων  για τη διεκδίκηση της ελληνικής Μακεδονίας.

Αναμόρφωσις, 2 Οκτωβρίου 1948.

β) Η Ανασυγκρότηση του κράτους[34]: το μοντέλο της αμερικανικοποίησης[35] ή της δυτικοποίησης[36] Όσον αφορά στον πολιτικό τομέα, αξίζει να σημειωθεί ότι το αντικομμουνιστικό πολιτικό μέτωπο είχε σαφή φιλοδυτικό προσανατολισμό και ως εκ τούτου υποστήριξε την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στα όργανα της Δυτικής Ευρώπης. Έτσι, η αντικομμουνιστική ιδεολογία στην πρώιμη εποχή του Ψυχρού Πολέμου υποστήριξε τις στρατηγικές της δυτικής συμμαχίας και τις αξίες του δυτικού κόσμου. Κατά συνέπεια, κατά την πρώιμη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρήθηκαν ως η Μεγάλη Δύναμη του Προστατευτισμού που περιφρουρούσε  το νόμο, την τάξη και την ασφάλεια της Ελλάδας και η οποία διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την οικονομική πρόοδο και ανάπτυξή της.

Οι κύριοι στόχοι της αμερικανικής παρέμβασης ή της προστατευτικής πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην Ελλάδα καταβλήθηκε προσπάθεια να ενσωματωθούν άμεσα στην ελληνική κοινωνία. Οι στόχοι αυτοί ήταν οι εξής: α) η επιστροφή και η αποκατάσταση των παιδιών που μεταφέρθηκαν από τον εθνικό στρατό κατά τη διάρκεια εμφύλιων συγκρούσεων από τις αγροτικές περιοχές στα αστικά κέντρα και παράλληλα η επιστροφή των παιδιών που μεταφέρθηκαν στις κομμουνιστικές χώρες από τους αντάρτες.[37] β) η παροχή γεωργικής και τεχνικής εκπαίδευσης που στόχευε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων γ) η ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας, [38] δ) η δημιουργία συνθηκών σωματικής και ψυχικής υγιεινής, ε) η βελτίωση  των υποδομών.

Προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες για την αμερικανική πολιτισμική διείσδυση, κατασκευάστηκε μια ελίτ τεχνοκρατών επιφορτισμένη με  τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την προώθηση του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης.[39] Επιπλέον στον πολιτικό τομέα προετοιμάστηκε μια φιλοαμερικανική ηγεσία,  η οποία εκμεταλλεύτηκε ένα ευρύ δίκτυο εκπαιδευτικών δομών, που χρηματοδοτήθηκε από τις ΗΠΑ.[40] Οι δραστηριότητες οι οποίες αναπτύχθηκαν, ακολούθησαν τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίστηκαν και χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του «Σχέδιο Marshal» από την δράση «Εξωτερική Βοήθεια», η οποία παρεχόταν από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι ομοιότητες αυτού του εκπαιδευτικού μοντέλου με εκείνες που εφαρμόστηκαν στην Ιταλία, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με την συνδρομή του αμερικανικού παράγοντα και της παρέμβασής του  στη χώρα είναι καθοριστικές. Όπως έγραψε ο Andrea Mariuzzo, [41]σχετικά με την ιταλική εκπαιδευτική πολιτική τη δεκαετία του 1950, μια ομάδα συμβούλων χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Ford το 1960 για τη στήριξη των  εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, οι αρχές των οποίων βασίστηκαν στον «αξιοκρατικό εκδημοκρατισμό» της εκπαίδευσης. [42]

γ) Η προώθηση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης: Η ανάγκη εκσυγχρονισμού και η απαίτηση για τεχνολογική και οικονομική πρόοδο: Η δημιουργία των συνθηκών για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης  ωρίμασε μετά τον καταστροφικό Εμφύλιο Πόλεμο στην ελληνική κοινωνία. Η  ανάδυση της ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών, σε συνδυασμό με τη σύνδεση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, κατά την περίοδο Καραμανλή (1955-1961), η οποία οδήγησε στην επικείμενη ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα την περίοδο  1979-1981, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις στροφής της χώρας  προς την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση.

Κατά συνέπεια, τα μέτωπα που σχηματίστηκαν στην κοινωνία ήταν δύο: το μέτωπο της φιλελεύθερης αστικής τάξης και το μέτωπο των συντηρητικών. Οι φιλελεύθεροι υποστήριξαν την ανάγκη για θεσμικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής εκπαίδευσης, προκειμένου αυτή να ανταποκριθεί στις  νέες κοινωνικές και οικονομικές απαιτήσεις. Οι συντηρητικοί αντίθετα προέκριναν  την ανάγκη προστασίας της ανθρωπιστικής εκπαίδευσης. Ακόμα οι ίδιοι υπερεκτίμησαν την χρήση  της καθαρεύουσας γλώσσας ως επίσημης γλώσσας  του κράτους,  προκειμένου να διασφαλισθεί «η ενότητα του Ελληνισμού». [43]

Η άνοδος της φιλελεύθερης αστικής τάξης στην εξουσία το 1963,  κατέστησε κυρίαρχο το αίτημα για θεσμικές και διαρθρωτικές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία,  και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του 1964. [44] Η ορμή της μεταρρύθμισης αυτής ανακόπηκε το 1967,   εξαιτίας  της επιβολής της «δικτατορίας των συνταγματαρχών», όπως είναι ευρύτερα γνωστή η στρατιωτική χούντα. [45]

δ) Η συγκρότηση του αντικομουνιστικού νομοθετικού πλαισίου[46] :Παρά το γεγονός ότι η οικοδόμηση νομικών κανόνων υπήρξε ανέκαθεν απαραίτητη προϋπόθεση για την ανοικοδόμηση του κράτους, στο ελληνικό αυταρχικό κράτος της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, διαμορφώθηκε ένα νομοθετικό πλαίσιο που αποσκοπούσε στον έλεγχο μέσω του εκπαιδευτικού μηχανισμού  των φρονημάτων των πολιτών. Προέκυψαν έτσι οι νόμοι που έλεγχαν τη νομιμοφροσύνη των εκπαιδευτικών και τιμωρούσαν αυτούς που εμφορούνταν από κομμουνιστικές ιδέες.

Εκπαιδευτικός Ακρίτας, 23.6.1945.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκκαθάριση της εκπαίδευσης από τους αριστερούς δασκάλους ήταν η δημιουργία του κατάλληλου νομικού πλαισίου που θα εναρμονιζόταν με τις αξίες του αντικομμουνισμού. Αρχικά η δημιουργία ενός κατάλληλου ιδεολογικού κλίματος για την αποδοχή των διώξεων κατά  των αριστερών δασκάλων προετοιμάστηκε από τις εφημερίδες των εθνικοφρόνων. Συγκεκριμένα, μέσω των άρθρων του Εκπαιδευτικού Ακρίτα κατασκευάστηκε  το μοντέλο του αντικομμουνιστή δασκάλου που προοριζόταν να πραγματοποιήσει «μια ανώτατη εθνική αποστολή». [47][48]

Είναι προφανές ότι σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές κυβερνήσεις της πρώιμης φάσης του Ψυχρού Πολέμου,[49] διαμόρφωσαν ένα καθεστώς στέρησης της ατομικής ελευθερίας: Σε αυτό το σημείο  πρέπει να συμπεριληφθεί το «Γ Ψήφισμα», [50] το οποίο σηματοδότησε την αρχή της δίωξης των κομμουνιστών [51] και το οποίο συνέχισε την παράδοση του «Ιδιωνύμου» του Ελευθέριου Βενιζέλου ή τη νομοθεσία του Ιωάννη Μεταξά. [52]

Τέλος, το κράτος   της εθνικοφροσύνης και του αντικομμουνισμού προσπάθησε να εκκαθαρίσει τον δημόσιο τομέα, μέσω της έκδοσης των «πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων»,  τα οποία παρέχονταν αυστηρά στον κόσμο των «εθνικοφρόνων πολιτών». Βάσει του προαναφερθέντος νομοθετικού πλαισίου, η κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Παπάγου προχώρησε το 1953 σε εκτεταμένη απόλυση των «μη εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών«. Ο Αλέξανδρος Δελμούζος χαρακτήρισε την κατάσταση ως απαράδεκτη. [53]

 

Αντικρουόμενα συνθήματα στις προσόψεις κτηρίων στην ύπαιθρο.

Συμπεράσματα

Η εκπαιδευτική πολιτική του ΕΑΜ / ΚΚΕ σχετικά με την ίδρυση των σλαβoμακεδονικών σχολείων κατά το τελευταίο έτος της γερμανικής κατοχής ήταν απόλυτα σύμφωνη με την απόφαση της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» το 1935 που αφορούσε στην αναγνώριση σλαβομακεδονικής μειονότητας  εντός του ελληνικού κράτους.

Το εγχείρημα της κομμουνιστικής αριστεράς για την λειτουργία αυτών των σχολείων απέβη εξαιρετικά δυσχερές και ανατράπηκε από τις μετέπειτα εξελίξεις. Στη συνέχεια τα σχολεία αυτά θεωρήθηκαν προϊόντα του κομμουνιστικού διεθνισμού και ενίσχυσαν την πεποίθηση του συντηρητικού τμήματος της κοινωνίας, ότι μια πιθανή νίκη του κομμουνισμού θα σήμαινε απώλεια εθνικών ελληνικών εδαφών και απειλή για την εθνική ακεραιότητα της χώρας.

Συμπερασματικά, στον ιδεολογικό τομέα, οι δραστηριότητες των Ηνωμένων Πολιτειών αποτέλεσαν μια επιτυχημένη κοινωνική παρέμβαση μεγάλης κλίμακας, με επίκεντρο κυρίως τις βόρειες επαρχίες της χώρας. Η αμερικανική παρέμβαση και η ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενοποιήθηκαν και έγιναν δεκτές, όχι μόνο χάρις σε μια σειρά οικονομικών πακέτων, υποσχέσεων  που αποσκοπούσαν στην ανάπτυξη στρατηγικών βοήθειας για τον «εκσυγχρονισμό» της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και χάρις στο γεγονός ότι είχε προωθηθεί η δημιουργία των προϋποθέσεων οικονομικής και κοινωνικής προόδου, βάσει του «δυτικού αναπτυξιακού μοντέλου». [54]

Εντούτοις σε ότι αφορά στο αντικομμουνιστικό εκπαιδευτικό μοντέλο, πρέπει να επισημάνουμε ότι  πρωταρχικός στόχος της  πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών υπήρξε ο μετασχηματισμός της Ελλάδας σε πρότυπο εφαρμογής των δυτικών θεσμών και  περιφρούρησης της αμερικανικής και δυτικής κουλτούρας, στο πλαίσιο της «πολιτισμικής διπλωματίας». [55]

Κατά συνέπεια πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ελληνική εκπαίδευση στην πρώιμη εποχή του Ψυχρού Πολέμου είχε ως στόχο, αφενός, την πολιτισμική αφομοίωση της νέας γενιάς βάσει των αμερικανικών προτύπων και, αφετέρου,  τον συνδυασμό αυτών των προτύπων με την ελληνική παράδοση της ορθοδοξίας και  του εθνικισμού.

Ειδικότερα, το μοντέλο του αντικομμουνισμού, όπως διαμορφώθηκε στην ελληνική εκπαίδευση, περιείχε μια εγγενή αντίφαση: ενώ προσπαθούσε να ακολουθήσει τα αμερικανικά πρότυπα εκσυγχρονισμού, φάνηκε να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα  σε αυτά και στα ξεπερασμένα πρότυπα του νεοελληνικού εθνικισμού και της παραδοσιακής Ορθοδοξίας. Έτσι η σύγκρουση μεταξύ της αμερικανικής διαδικασίας εκσυγχρονισμού από την μια και του ελληνικού εθνικισμού από την άλλη, απέβη καταλυτική για την ελληνική εκπαίδευση: η αντιμεταρρυθμιστική τάση κυριάρχησε κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, με κύρια χαρακτηριστικά την υιοθέτηση των παρωχημένων αντιλήψεων, την επιβράδυνση κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, την παρεμπόδιση  της προόδου.

Χρειάστηκαν πολλά χρόνια και πολλή προσπάθεια για να απαλλαγεί η ελληνική κοινωνία από τα αντικομμουνιστικά της σύνδρομα και να προχωρήσει προς το μέλλον.

 

Η Σοφία Ηλιάδου-Τάχου είναι Καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Ιστορίας και Ιστορίας της Εκπαίδευσης στη Σχολή Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων. (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2008);  Ανδρέας Ανδρέου, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ιωάννης Μπέτσας, «Από το παιδομάζωμα στην βασιλική προστασία του παιδιού: μεταπολεμικές όψεις κοινωνικής δικαιοσύνης στις βόρειες επαρχίες της χώρας» στο  Σήφης Μπουζάκης (εκδ). Πρακτικά του 5ου επιστημονικού συμποσίου της Ιστορίας της Εκπαίδευσης. Εκπαίδευση και κοινωνική δικαιοσύνη. (Patra, 2009) http// www. eriande. elemedu. upatras. Gr (accessed June 7, 2008); Andreas Andreou, Sofia Iliadou-Tachou, Ioannis Mpetsas, ‘Inclusive Education as a Concept of Social Inclusion or a method of Assimilation? The case of Frederica’s Children’, in Proceedings of 12th International Conference of BASOPED, Athina Sipitanou and N. Galevska-Angeloska (ed). Inclusive Education in the Balkan Countries: Policy and Practice, (Thessaloniki: Kyriakidis, 2011), 709-718; Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου «Όψεις της εκπαιδευτικής πολιτικής στη Δυτική Μακεδονία. Τα σχολεία της εκπαίδευσης των σλαβοφώνων», στο Κωνσταντίνος Φωτιάδης, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Βλάσης Βλασίδης (επιμ), Πρακτικά του Διεθνούς συνεδρίου Δυτική Μακεδονία. Από την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος μέχρι σήμερα.  (Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο, 2014), 253-275; Sofia Iliadou – Tachou, Ioannis Mpetsas, ‘Children in the Maelstrom of the Greek Civil War. Educational and Social Practices at the Beginning of the Cold War’, in Pantelis Kiprianos, Jean Pierre Pourtois (eds) Actes du XVeme Congres de l’ AIFREF a Patras en Mai 2013, Family, School, and Local Societies: Policies and Practices for Children, (Patra 2015), 221-229.

[2] Mark Mazaower. “The Cold War and the Appropriation of Memory: Greece after Liberation”. In Deák I., Gross J., & Judt T. (Eds.), The Politics of Retribution in Europe: World War II and Its Aftermath. (Princeton, New Jersey: Princeton University Press, 2000), 212-232, http://www.jstor.org/stable/j.ctt7s01h.12;  Andreas Stergiou, (2008). ‘Greece during the cold war’. Southeast European and Black Sea Studies, 8, 1, (2008): 67–73; Pelt Mogens, Tying Greece to the West: US–West German–Greek Relations, 1949–1974. (Copenhagen: Museum Tusculanum Press, 2006); Evanthis Hatzivassiliou, Greece and the Cold War: Frontline state, 1952–1967, London and New York: Routledge, 2006).

[3] Ricci Van Boeschoten, ‘Enemies of the Nation—A Nation of Enemies: The Long Greek Civil War’. In Kissane B. (Ed.), After Civil War: Division, Reconstruction, and Reconciliation in Contemporary Europe  (University of Pennsylvania Press, 2015), 93-120, http://www.jstor.org/stable/j.ctt13x1ntm.7; James Miller, ‘The Right (1953-1963)’. In The United States and the Making of Modern Greece: History and Power, 1950-1974, (Chapel hill: University of North Carolina Press, 2009), 66-83, http://www.jstor.org/stable/10.5149/9780807887943_miller.1 (accessed February 3, 2020); Polymeris Voglis, ‘The Civil War: A Case of Nation-State Rebuilding’,  in Becoming a Subject: Political Prisoners during the Greek Civil War, 1945-1950, (New York; Oxford: Berghahn Books,2002), 52-73; Neni Panourgia, ‘1945–1946: White Terror’,  in Dangerous Citizens: The Greek Left and the Terror of the State, (New York: Fordham University 2009), 78-80,  http://www.jstor.org/stable/j.ctt13x011k.12, (accessed February 3, 2020); Efi Avdela, ‘Youth in moral danger: (re)conceptualizing delinquency in post-Civil-War Greece’, Social History, 42 no 1 (2017): 73-93; Νίκος Μαραντζίδης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου  (επιμ). Η Ελλάδα και ο Ψυχρός πόλεμος. Επέκταση των ερμηνειών. (Θεσσαλονίκη : Επίκεντρο, 2018).

[4] Ricci Van Boeschoten, ‘When difference matters: sociopolitical dimensions of ethnicity in the district of Florina’, in Jane Cowan  (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference,  (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 28-46; Piero Vereni, ‘Os Ellin Makedonas: Autobiografy, memory and national identity in western Greek Macedonia’, in Jane Cowan (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference, (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 47-67; Iakovos Michailidis, ‘On the other side of the river: the defeated slavophones and Greek history’,  in Jane Cowan (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference,  (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 68-84;

[5]Βασίλης Γούναρης. Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων. Κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικομμουνισμού στην Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου (1945-1949). (Θεσσαλονίκη: Επίκεντρo, 2005).

[6] Χαράλαμπος Νούτσος, Ο δρόμος της καμήλας και το σχολείο. Εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα 1944-1946. (Αθήνα:Βιβλιόραμα, 2003); Loukianos Hassiotis, ‘The views of Franco’s regime on the ‘children’s issue’ during the Greek civil war’, Byzantine and Modern Greek Studies, 33 no 2 (2009): 204-218, Andrea Mariuzzo,  ‘American cultural diplomacy and post-war educational reforms: James Bryant Conant’s mission to Italy in 1960’, History of Education, 45, no 3 (2016): 352-371; Zinovia Lialiouti, ‘American cultural diplomacy in Greece, 1953–1968’, Journal of Transatlantic Studies, 15 no 3  (2017); 229-250; Ιωάννης Μπέτσας, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου «Πολιτικές των Βασιλικών Ιδρυμάτων σχετικά με την νεολαία, την έρευνα και την εκπαίδευση στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο. Η εφαρμογή του αμερικανικού μοντέλου της πολιτισμικής αφομοίωσης» στο Νίκος Μαραντζίδης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου  (επιμ). Η Ελλάδα και ο Ψυχρός πόλεμος. Επέκταση των ερμηνειών.(Θεσσαλονίκη : Επίκεντρο, 2018), 259-275.

[7] Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων, Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Ιούλιος 29, 1945, «Επί του ψηφίσματος διαμαρτυρίας που έκανε η οργάνωση των εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών της περιοχής της Φλώρινας»; ΦΕΚ 407/τ. Α,  Νοέμβριος 14, 1941,   ΦΕΚ 67,τ.Α,  Μάρτιος 21, 1941, ΦΕΚ 93, τ. Α, Απρίλιος 13, 1945;

Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (=ΑΣΚΙ), Φάκελος ΚΚΕ, F 23/8/253, 1944. Περιφερειακή Επιτροπή Φλώρινας στο Επαρχιακό Γραφείο Μακεδονίας, Θάνος στον Αλέκο, F : 23. 8. 221 a, Σημείωση του Θάνου στον Θεόφιλο (χωρίς αναφορά δεδομένων), Κ:415, F:23.8.75α, Σημείωση, του Περικλή στο Μακεδονικό γραφείο, (χωρίς αναφορά δεδομένων), Κ:415, F :23. 8. 258, Περιφερειακή Επιτροπή Φλώρινας στο Επαρχιακό Γραφείο Μακεδονίας, «Οργανωτική Κατάσταση 1944«, Θάνος προς Αλέκο, Ιανουάριος 10, 1945;

Electronical sources, http://www.yourarticlelibrary.com/international-politics/study-of-international-politics-areas-and-scope/48466, University of Siena, Department of Social, Political and Cognitive Sciences European Union National, Institutes for Culture / EUNIC, Cultural diplomacy “… should be something that is limited to what state actors do, that is what government, government agents, or governmental institutions do to pursue diplomatic goals through cultural tools.

In https://www.cultureinexternalrelations.eu/2017/01/20/cultural-diplomacy-as-discipline-and-practice-concepts-training-and-skills/, http://www.marxists.org/history/international/comintern/7th-congress/index.htm The Seventh Congress, Marxist Inernet Alliance, http://libcom.org/library/1914-1946-third-camp-internationalists-france-during-world-war-ii .

[8]Leften Stavros Stavrianos, Balkan Federation: A History of the Movement toward Balkan Unity in Modern Times (1942, 1944), (Smith College studies in history: Archon Books, 1964).

[9]Archie Brown, the rise and fall of communism, (New York: Paperback, 2011), 88-100; Peter Joyce, ‘The Liberal Party and the Popular Front: an assessment of the arguments over progressive unity in the 1930sJournal of Liberal Democrat History 28 (2000): 11-16.

https://liberalhistory.org.uk/wp-content/uploads/2014/10/28_joyce_the_liberal_party_and_the_popular_front.pdf (Accessed September 24, 2018).

[10]Kermit E. McKenzie, Comintern and World Revolution, 1928-1943: The Shaping of a Doctrine, (London and New York: Columbia University Press, 1964), 159-160.

[11]Ελληνικό Κομουνιστικό Κόμμα  (=KKE)

[12]Evaggelos Kofos, Nationalism and Communism in Macedonia, (Thessaloniki: Institute for Balkan studies, 1964).

[13]  Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων, Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Ιούλιος 29, 1945, «Επί του ψηφίσματος διαμαρτυρίας που έκανε η οργάνωση των εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών της περιοχής της Φλώρινας».

[14] Ηλιάδου-Τάχου κα., «Όψεις της Εαμικής εκπαιδευτικής πολιτικής»; Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Απρίλιος 21, 1945, «Περί του ιστορικού συνεδρίου της Τριανταφυλλιάς».

[15] Στο ίδιο

[16] Στο ίδιο.

[17] David Close, ‘Conservatism, authoritarianism and fascism in Greece, 1915-45’, in Martin Blinkhorn (ed.), Fascists and Conservatives. The radical right and the establishment in twentieth-century Europe. (London: Routledge, 1990), 200-217.

[18] Alan P. Dobson, Steve Marsh, US foreign policy since 1945. (London: Routledge, 2002); Robert Frazier, British and American policy with regard to Greece 1943-1947: the transition from British to American patronage, (PhD thesis, University of Nottingham, 1989).

[19] Robert Frazier, (1984). ‘Did Britain Start the Cold War? Bevin and the Truman Doctrine’ The Historical Journal, 27 no 3 (1984): 715-727.

[20] Alan P. Dobson, Steve Marsh, US foreign policy since 1945…, (PhD thesis, University of Nottingham, 1989).

[21] Michael Cox, ‘From the Truman Doctrine to the Second Superpower Detente: The Rise and Fall of the Cold War’, Journal of Peace Research, 27 no 1 (1990): 25-41;

[22] Leften S. Stavrakis, (1989). Moscow and Greek Communism, 1944–1949, (Ithaca and London: Cornell University Press, 1989); Matthias Esche, Die kommunistische Partei Griechenlands 1941–1949, (Munich, Germany: Oldenburg, 1982); John Lewis Gaddis, ‘Containment: Its Past and Future’, International Security, 5, no 4 (1981): 74-102; David Mayers, ‘Containment and the Primacy of Diplomacy: George Kennan’s Views, 1947-1948, International Security, 11 no 1(1986): 124-162; John Lewis Gaddis, Strategies of containment, (Oxford University Press: New York, 2005); Fredrik Logevall, ‘A Critique of Containment’, Diplomatic History, 28 no 4 (2004): 473-499.

[23] Walter LaFeber, America, Russia, and the Cold War, 1945-1966. (New York: Wiley, 1967); Simon J. Ball, The cold war. (London: Arnold, 2004), Melvyn P. Leffler and David S., Origins of the Cold War. (London: Routledge, 2002); John W. Mason, The Cold War, 1945-1991, (London: Routledge, 1996).

[24] Apostolos Vetsopoulos, The economic dimensions of the Marshall Plan in Greece, 1947-1952, (Doctoral thesis , University of London, 2002) ; Stephen Mc  Glinchey, The Marshall Plan, the Truman Doctrine, and the Division of Europe, (2009) in https://www.e-ir.info/2009/10/13/the-marshall-plan-the-truman-doctrine-and-the-division-of-europe; Edwin Borchard, ‘The Truman Doctrine and the Marshall Plan’, The American Journal of International Law, 41 no 4 (1947):  885-888, Kathleen Burk, ‘The Marshall Plan: Filling in Some of the Blanks’, Contemporary European History, 10 no 2 (2001): 267-294; William C. Cromwell, ‘The Marshall Non Plan, Congress and the Soviet Union’, The Western Political Quarterly, 32 no 4 (1979):  422-443.

[25] Michael Cox, and Caroline Kennedy-Pipe, ‘The Tragedy of American Diplomacy? Rethinking the Marshall Plan’, Journal of Cold War Studies, 7, no 1(2005): 97-134.

[26] John Spanier, American foreign policy since World War II. (Washington, D.C.: CQ Press, 1988).

[27] Warren I. Cohen, America in the age of Soviet power, 1945-1991. (Cambridge: Cambridge University Press, 1993); James Edward Miller, The United States and the Making of Modern Greece: History and Power, 1950–1974. (Chapel Hilll. University of North Carolina Press, 2009); Alexander Kitroef. ‘Greece and the U.S. during the Cold War’, Diplomatic History, 35, no 5, (2011):  929–932.

[28]  Diego A. Ruiz Palmer, Constancy on purpose and Strategy-Making in NATO, 1949-2019. Research Division, n.3, June 2019.NDC Research paper-NATO defense College-Rome, in NDC_RP_03pdf. Accessed 22.8.2020.

[29] Francesca Gori and Silvio Pons, The Soviet Union and Europe in the Cold War, 1943-53. (New York: St. Martin’s Press, 1996); Caroline Kennedy-Pipe, Stalin’s Cold War, (Manchester: Manchester University Press, 1995); Vojtech Mastny, The Cold War and Soviet insecurity, (New York: Oxford University Press., 1996)

[30] Mazower Marc, Μετά τον Πόλεμο. Η ανακατασκευή της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960. (Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2004).

[31] Β. Anderson, Imagined communities. Reflections on the Origin and the Spread of Nationalism, London 1983, p. 3;

[32] Αναγκαστικός Νόμος 1811, ΦΕΚ 141, τ. Α, Μάιος 16, 1951 «Σχετικά με τον κώδικα κατάστασης των υπαλλήλων δημόσιας διοίκησης».

[33] Βασίλης Γούναρης. Εγνωσμένων κοινωνικών… (Θεσσαλονίκη Επίκεντρο, 2005).

[34] Mazower Marc. Μετά τον Πόλεμο…Στο ίδιο.

[35]Volker R. Berghahn, ‘The Debate on “Americanization” among Economic and Cultural Historians’, Cold War History 10 (2010); 107-130, Constantina Botsiou (2007), ‘The interface between Politics and Culture in Greece’ in Alexander Stefan (ed). The Americanization of Europe: Culture, Diplomacy and Anti-Americanism after 1945. (New York: Berghahn, 2007): 277-306.

[36] Holger Nehring, ‘Westernization’: A new paradigm for interpreting west European History in a cold war context’, Cold war History 4 (2004); 175-191.

[37]Ανδρέας Ανδρέου, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ιωάννης Μπέτσας «Από το παιδομάζωμα..» στο ίδιο.

[38]Στο ίδιο

[39]Μπέτσας, Ηλιάδου, Ανδρέου, «Πολιτικές των βασιλικών ιδρυμάτων..», στο ίδιο, 259-275.

[40]Στο ίδιο

[41] Andrea Mariuzzo (2016) «American cultural diplomacy and post-war educational

reforms: James Bryant Conant’s mission to Italy in 1960», History of Education, 45:3, 352-371, Fabio Pruneri (2016) ibid.

[42]Στο ίδιο

[43] Αλέξης Δημαράς. Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε: τεκμήρια Ιστορίας, τ. B, 1895-1967, (Athens: Εστία), 1973-1974, 229-233.

[44] Διάταγμα 4379/1964. «Σχετικά με τον Οργανισμό Γενικής Στοιχειώδους και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης», ΦΕΚ, τ. Α, Μάϊος  1965. Περί της τεχνικής εκπαίδευσης και της καθιέρωσής της στα πανεπιστήμια.

[45] Σήφης Μπουζάκης, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821-1998). (Αθήνα: Gutenberg, 2002),  118-119.

[46] Νίκος Αλιβιζάτος, Πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. (Αθήνα: Θεμέλιο, 1995).

[47]Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Απριλίου 21, 1945, «ο δάσκαλος, ως φορέας των ιδεών του νέου ελληνικού κράτους, ο οποίος πρέπει να συμμετάσχει στον αγώνα της δικής του ανοικοδόμησης»

[48]Στο ίδιο

[49]John V. Kofas, (1983). Authoritarianism in Greece. The Metaxas-Regime. (New York; Columbia University Press, 1983); Heinz Richter, Griechenland zwischen Revolution und Konterrevolution (1936 – 1946). (Europäische Verlagsanstalt, 1973)

[50]Mark Mazower, The Policing of Politics in the 20th century. Historical Perspectives. (Providence: Berghahn Books, 1997)

[51]Evi Gkotzaridis, A pacifist’s life and death. Grigorios Lambrakis and Greece in the long shadow of the Civil War, (Cambridge Scholar Publishing, 2016), 173.

[52] Kofas, (1983). Authoritarianism; Richter, Griechenland zwischen Revolution…, Στο ίδιο

[53] Χρήστος Κάτσικας, Κώστας Θεριανός, Ιστορία της Σύγχρονης Ελληνικής Εκπαίδευσης.  (Αθήνα: Σαβάλας, 2007).

[54] George Politakis, The Post-War Reconstruction of Greece: A History of Economic Stabilization and development 1944-1952. (New York: Palgrave Macmillan, 2018);  Evanthis Hatzivassiliou, Cold War Allegiances and Societal Pressures: Post-war Reconstruction and Greece’s Position in the International Economic System, in https://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/10413/3465_02_2.5.1 (accessed February 3, 2020).

[55]Richard T. Arndt, The First Resort of Kings.: American cultural Diplomacy in the 20th century, (Potomac Books Inc, Dulles Va, 2005); Ιωάννης Μπέτσας, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου, «Πολιτικές των βασιλικών ιδρυμάτων…», Στο ίδιο

Ιωάννης Δασκαρόλης: Ο φονικός σεισμός της Κορινθίας (1928). Η ίδρυση και η δραστηριότητα του Α.Ο.Σ.Κ. για την ανοικοδόμηση της περιοχής

Ιωάννης Δασκαρόλης

Ο φονικός σεισμός της Κορινθίας (1928).

Η ίδρυση και η δραστηριότητα του Α.Ο.Σ.Κ. για την ανοικοδόμηση της περιοχής

                                

Πρόλογος

Στην ευρύτερη περιοχή του Κορινθιακού κόλπου είχε σημειωθεί έντονη σεισμική δραστηριότητα ήδη από την Αρχαιότητα. Ο Θουκυδίδης το 420 π.Χ. καταγράφει σεισμό στην περιοχή της Νεμέας που δεν επέτρεψε να ευοδωθούν οι συζητήσεις μεταξύ Κορίνθιων και Αργείων για συμμαχία καθώς θεωρήθηκε κακός οιωνός.[1] Ακολούθησε μια σειρά καταστρεπτικών σεισμών κατά την Βυζαντινή περίοδο (521 μ. Χ., 543 μ. Χ. 1402 μ.Χ.) που καταγράφηκαν από τους χρονικογράφους της εποχής.[2] Το 580 γίνεται λόγος για ένα σεισμό στην περιοχή της Κορίνθου, για τον οποίο δεν υπάρχουν ιστορικές καταγραφές ή άλλες έγκυρες πηγές. Ωστόσο, το γεγονός πιστοποιήθηκε από ευρήματα αρχαιολόγων (νομίσματα, σκελετοί και σχετικές θέσεις αυτών), τα οποία ύστερα από εκτενείς μελέτες οδήγησαν στο παραπάνω συμπέρασμα.[3]

Στη σύγχρονη εποχή, ο πρώτος μεγάλος σεισμός στην περιοχή σημειώθηκε το 1858 και προκάλεσε εκτεταμένες κατολισθήσεις βράχων από τον Ακροκόρινθο και καταστροφές στην ευρύτερη περιοχή της Κορινθίας. Δύο ώρες πριν τον κύριο σεισμό, οι κάτοικοι άκουγαν θορύβους, υπήρχε σκόνη και θόρυβος από τις κατοικίες που κατέρρεαν, ενώ 21 άτομα σκοτώθηκαν από τη θεομηνία και 65 τραυματίστηκαν.[4] Αν και οι εκκλησίες, το μουσουλμανικό τέμενος και τα καλύτερα χτισμένα σπίτια έπαθαν μόνο ελαφριές ζημιές, οι κίονες, τα κιονόκρανα και το επιστύλιο του ναού του Απόλλωνα μετατοπίστηκαν και ένας μεγάλος αριθμός σπιτιών με πλίνθινους τοίχους τα οποία ανήκαν σε φτωχές οικογένειες, έπαθαν πολύ σοβαρές ζημιές. Οι πυρκαγιές που ξέσπασαν στα συντρίμμια αποτελείωσαν το καταστροφικό έργο του μεγάλου σεισμού, φέρνοντας ακόμη περισσότερη δυστυχία και απόγνωση στους κατοίκους των δύο χωριών.[5] Λόγω αυτού, η πόλη μεταφέρεται σε νέα θέση, με το όνομα Νέα Κόρινθος, στο ΝΑ μέρος του Αρχαίου Λιμανιού του Λεχαίου.[6] Η σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή δεν σταμάτησε, αλλά έγιναν μεγάλοι σεισμοί το 1861 και το 1876 προκαλώντας σημαντικές ζημιές στις κατοικίες της περιοχής.

 Το δραματικό γεγονός (22 Απριλίου 1928)

Το βράδυ της 22ης Απριλίου 1928 εκδηλώθηκε ο πανίσχυρος τεκτονικός σεισμός της Κορίνθου που κατέστρεψε ολοσχερώς την πόλη, το γειτονικό Λουτράκι, καθώς και πολλά χωριά και οικισμούς της ευρύτερης περιοχής. Ο πρώτος προάγγελος ήταν μια μικρή δόνηση που καταγράφηκε στις 06:19 της ίδιας ημέρας στον Πατραϊκό. Η πρώτη ισχυρή δόνηση σημειώθηκε στην Κόρινθο στις 21:00 το ίδιο βράδυ και την ακολούθησαν 18 ασθενείς δονήσεις. Στις 22:00 σημειώθηκε ο δεύτερος ισχυρός σεισμός τον οποίο διαδέχθηκαν 6 μικρές δονήσεις. Ο κυρίως σεισμός, ο οποίος κατέστρεψε την πόλη της Κορίνθου, εκδηλώθηκε στις 22:14. Η μέγιστη έντασή του ήταν 9-10 βαθμοί της κλίμακας Μερκάλι ενώ το μέγεθος ήταν 6,3 βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ. Ήταν επιφανειακός, βάθους 5 χλμ. και το επίκεντρό του υπολογίστηκε 70 χλμ. δυτικά της Αθήνας, κοντά στη διώρυγα και εντός του τριγώνου Κόρινθος-Καλαμάκι-Λουτράκι. Έγινε αισθητός σε όλη σχεδόν της Πελοπόννησο, το μεγαλύτερο μέρος της Εύβοιας και της Στερεάς Ελλάδας, τα νησιά του Σαρωνικού, τις Κυκλάδες, τον Βόλο, την Πρέβεζα, ακόμα και την Κρήτη. Καθώς ο σεισμός ήταν υποθαλάσσιος, ακολούθησε τσουνάμι που προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στο λιμάνι της Κορίνθου.

Γενική άποψη της Κορίνθου μετά τον σεισμό (πηγή: Αρχείο ΕΡΤ).

Ο κυρίως σεισμός κατεδάφισε σχεδόν ολοσχερώς την Κόρινθο και το Λουτράκι, ενώ στην Κόρινθο υπήρξαν 20 νεκροί και 30 τραυματίες, σχετικά μικρές απώλειες για το μέγεθος της καταστροφής.[7] Αυτό συνέβη γιατί οι ισχυρές προσεισμικές δονήσεις είχαν τρομοκρατήσει τους κατοίκους της περιοχής που είχαν εγκαταλείψει εγκαίρως τα σπίτια τους. Τα σπίτια της περιοχής δεν είχαν την παραμικρή αντισεισμική θωράκιση με αποτέλεσμα στην πλειοψηφία τους να γκρεμιστούν (καταστράφηκαν πάνω από 2.000 κατοικίες). Όρθια έμειναν μόνο όσα είχαν χτιστεί τα τελευταία χρόνια και διέθεταν θεμέλια από σκυρόδεμα. Οι περιγραφές των αυτοπτών μαρτύρων της καταστροφής κάνουν λόγο για στιγμές Δαντικής κόλασης με το έδαφος να υποχωρεί στην κυριολεξία κάτω από τα πόδια τους. Εκτός των νεκρών, τραυματίστηκαν στρατιώτες που βρίσκονταν στο στρατόπεδο της Κορίνθου, ενώ διακόπηκε η τηλεγραφική σύνδεση της περιοχής με την υπόλοιπη Ελλάδα, με αποτέλεσμα οι πληροφορίες για την καταστροφή να είναι συγκεχυμένες τις πρώτες ημέρες.[8] Το τελευταίο μήνυμα που εξέπεμψε το τηλεγραφείο της Κορίνθου, ελήφθη από το τηλεγραφείο στο Ξυλόκαστρο και ήταν «Παναγία μου βοήθα. Βοήθεια. Βοήθεια. Μεγάλη καταστροφή γίνεται».[9] Όλα τα δημόσια κτήρια της Κορίνθου, ανάμεσά τους το πρωτοδικείο, το τηλεγραφείο, το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, η Εισαγγελία και η Διεύθυνση της Αστυνομίας καταστράφηκαν ολοσχερώς,[10] ενώ από τις φυλακές της πόλης βρήκαν ευκαιρία να αποδράσουν πολλοί φυλακισμένοι, οι οποίοι όμως συνελήφθησαν αμέσως, χάρις την επέμβαση των κατοίκων.[11]

Στο Λουτράκι από 500 σπίτια είχαν μείνει όρθια μόλις τα 100, από τα οποία όμως πολλά είχαν υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Οι κάτοικοι έζησαν ένα ακόμη μαρτύριο καθώς στις εφιαλτικές στιγμές του σεισμού είχαν δει μια πυκνή κόκκινη φλόγα να «γδέρνει» τον ουρανό. Οι γυναίκες έκλαιγαν, οι άνδρες σταυροκοπιούνταν λέγοντας ότι είχε έρθει η Δευτέρα Παρουσία, αλλά τελικώς όπως αποδείχθηκε οι φλόγες προέρχονταν από τον τοπικό ηλεκτρικό σταθμό που υπέστη σοβαρές ζημιές.[12] Μετά τον σεισμό οι κάτοικοι της περιοχής βρέθηκαν σε απόγνωση, καθώς έβλεπαν τα σπίτια τους να έχουν μεταβληθεί σε σωρούς ερειπίων, ενώ δεν διέθεταν ούτε τρόφιμα για να επιβιώσουν. Πολλοί δεν απομακρύνονταν από τα χαλάσματα καθώς φοβούνταν ότι θα τους έκλεβαν τα έπιπλα τους, ενώ ο στρατός μετά τις πρώτες ημέρες είχε βάλει ισχυρές περιπολίες στην περιοχή για την αποφυγή κλοπών.[13] Η επικοινωνία του Λουτρακίου με την Αθήνα είχε επίσης διακοπεί καθώς όλες οι τηλεγραφικές υπηρεσίες είχαν παύσει, όλα τα κρατικά κτήρια είχαν είτε καταστραφεί ολοσχερώς, είτε είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας.

Σοβαρές ζημιές είχαν σημειωθεί και στα γύρω χωριά, όπως στην Παλαιά Κόρινθο, το Καλαμάκι, το Κιάτο,  τα Εξαμίλια, όπου έπεσαν πολλές κατοικίες, ενώ στο Βραχάτι καταστράφηκε όλη η αγορά του χωριού. Στο χωριό Κοκκώνι γκρεμίστηκαν όλες οι οικίες, εκτός μιας που ήταν από σκυρόδεμα. Σύμφωνα με ένα πρώτο πρόχειρο υπολογισμό, οι ζημιές στην Κορινθία σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Συγκοινωνιών Μεταξά στον Τύπο ξεπερνούσαν τα 600 εκατομμύρια δρχ.[14] αλλά υπήρξε πολύ θετικό το γεγονός ότι δεν έγιναν κατολισθήσεις στον Ισθμό της Κορίνθου, που παρέμεινε ανοικτός στη ναυσιπλοΐα.[15]

Οι καθυστερημένες (;) αντιδράσεις της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού (23-25 Απριλίου 1928)

Η καταστροφή του τηλεγραφείου στην Κόρινθο και η διακοπή των συγκοινωνιών με την πληγείσα περιοχή, δεν επέτρεψαν στην κυβέρνηση να αποκτήσει αμέσως σαφή εικόνα της καταστροφής. Αναμφίβολα το δραματικό νέο αιφνιδίασε την κυβέρνηση και τους αρμόδιους υπουργούς. Αρχικώς έγιναν πολλές διυπουργικές συναντήσεις με τον Καφαντάρη (υπουργός Οικονομικών), Μεταξά (Συγκοινωνιών), Εξηντάρη (Γεωργίας), Μαρή (Εσωτερικών) και τον καθ΄ ύλην αρμόδιο Μιχαήλ Κύρκο (Πρόνοιας). Στις συναντήσεις αυτές συζητήθηκαν λύσεις για να δοθεί άμεση βοήθεια στις σεισμόπληκτες περιοχές οπότε ο Καφαντάρης έδωσε διαταγή στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους να αποδεσμεύσει πίστωση 5 εκατομμυρίων δρχ. για την υποστήριξη των σεισμοπαθών και πρόσθετες πιστώσεις στα υπουργεία για δαπάνες υπέρ των σεισμόπληκτων. Όλοι οι υπουργοί μετέβησαν στην Κόρινθο την επομένη με ειδική αμαξοστοιχία για να αντιληφθούν και οι ίδιοι το μέγεθος των ζημιών,[16] προσπαθώντας να δώσουν κουράγιο στους σεισμόπληκτους.[17] Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Παύλος Κουντουριώτης με δηλώσεις του, εξέφρασε την συγκίνησή του για την καταστροφή, ζήτησε από όλους τους πολίτες να βοηθήσουν οικονομικά για να ανακουφιστούν οι πληγέντες, ενώ πρόσφερε πρώτος ο ίδιος 20.000 δρχ.[18]                                   

Σύμφωνα με τον αντιπολιτευόμενο Τύπο τίποτε δεν λειτούργησε αποτελεσματικά και το Κράτος βραδυκίνητο και γραφειοκρατικό απέτυχε να βοηθήσει αποτελεσματικά τους Κορίνθιους τις κρίσιμες δύο πρώτες μέρες μετά τον σεισμό.[19] Πράγματι, παρατηρήθηκαν αστοχίες, συγκρούσεις αρμοδιοτήτων, αναποτελεσματικότητα, που αναδείχθηκαν έντονα από τον αντιπολιτευόμενο Τύπο και τους αρχηγούς της αντιπολίτευσης Παπαναστασίου[20] και Τσαλδάρη.[21]  Στο στόχαστρό τους βρέθηκε κυρίως ο υπουργός Πρόνοιας Μιχαήλ Κύρκος στον οποίο χρεώθηκε όλη η κρατική ανεπάρκεια για την ανακούφιση των σεισμοπαθών.[22] Πάντως δεν είναι σαφές αν όντως η κυβέρνηση ολιγώρησε, όπως την κατηγορούσε με δριμύτητα ο αντιπολιτευόμενος Τύπος. Αναμφίβολα σημειώθηκαν καθυστερήσεις, αλλά αυτές δεν φαίνεται να είχαν να κάνουν με την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης και τα ανακλαστικά της, αλλά με τις περιορισμένες δυνατότητες του πρωτόγονου κρατικού μηχανισμού να υλοποιήσουν ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης.[23] Ακόμη και ο Μητροπολίτης Κορινθίας Δαμασκηνός που βρισκόταν επί τόπου τηλεγράφησε στον Τύπο ότι η κυβέρνηση πήρε όλα τα απαραίτητα μέτρα υπέρ των σεισμοπαθών για την πρόχειρη στέγαση και διατροφή τους.[24]

Πάντως και ο στρατός που διέθετε μηχανισμούς για να βοηθήσει σε μια περίπτωση έκτακτης ανάγκης όπως αυτή, απέτυχε να συνδράμει έγκαιρα τους σεισμόπληκτους καθώς τόσο ο Στρατηγός Κλάδος, διοικητής του Β΄ Σώματος στρατού στην Πάτρα, όσο και ο υπουργός Στρατιωτικών Αλέξανδρος Μαζαράκης επέδειξαν αδράνεια σε πρώτο χρόνο. Λίγο μετά η ηγεσία του στρατού χολώθηκε από το γεγονός ότι της αφαιρέθηκε η περίθαλψη των σεισμόπληκτων και επέδειξε χαρακτηριστική βραδύτητα στην δράση της.[25] Στο κρίσιμο αυτό διάστημα των πρώτων ημερών οι κάτοικοι βρίσκονταν κυριολεκτικά στο χώμα και την απελπισία τους, επέτεινε η διήμερη κακοκαιρία που ακολούθησε. Η πλειοψηφία των σεισμόπληκτων στην Κόρινθο και στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές[26] υπέστησαν αληθινά μαρτύρια διανυκτερεύοντας στην ύπαιθρο υπό κακές καιρικές συνθήκες,[27] ενώ την νύχτα η κατάσταση ήταν τρομερή καθώς δεν υπήρχε ρεύμα και το βαθύ σκοτάδι δημιουργούσε μια καταθλιπτική ατμόσφαιρα στην περιοχή. Το απόκοσμο σκηνικό συμπλήρωναν δεκάδες μικροί και μεγάλοι μετασεισμοί[28] που όταν σημειώνονταν τη νύχτα τρομοκρατούσαν τους δυστυχείς κατοίκους.

Ο συντονισμός των ενεργειών ανακούφισης των σεισμοπαθών (26 Απριλίου – 20 Μαΐου 1928)

Στην ερειπωμένη Κόρινθο τις επόμενες δύο ημέρες σημειώθηκαν πάνω από 40 μικροί μετασεισμοί που πανικόβαλαν τους κατοίκους, κάποιοι εκ των οποίων είχαν καταφύγει στους λόφους της περιοχής. Άλλοι οδυρόμενοι περιφέρονταν στους δρόμους της ερειπωμένης πόλης ως μισότρελοι, αναζητώντας συγγενικά τους πρόσωπα, ενώ κάποιοι άλλοι πανικόβλητοι απομακρύνονταν από την περιοχή χωρίς να γνωρίζουν που πηγαίνουν. Την κρατική αδυναμία αναπλήρωσε η ιδιωτική πρωτοβουλία,[29] ο Ερυθρός Σταυρός και ο Αγγλικός στόλος. Η πρώτη βοήθεια στην Κόρινθο κατέφθασε από το Ναύπλιο, από όπου ιδιωτικά αυτοκίνητα μετέφεραν τρόφιμα, φάρμακα και ιατρούς υπό τον συντονισμό του νομάρχη Ναυπλίου Βούτση. Ο οργανισμός του Ερυθρού Σταυρού ανέλαβε την περίθαλψη των τραυματιών, ενώ οργάνωσε συσσίτια στην Κόρινθο και τις γύρω περιοχές.[30] Πολύ σημαντική βοήθεια τις πρώτες μέρες πρόσφερε ο Σιδηροδρομικός Οργανισμός Πελοποννήσου και οι εργαζόμενοί του. Παρά τις μεγάλες ζημιές που είχαν υποστεί οι σταθμοί και τα κτήρια του οργανισμού, οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι πρόσφεραν αληθινό έργο στην εξισορρόπηση της κατάστασης χάρις στα συνεχή δρομολόγια που διεξήγαγαν από την Κόρινθο προς Αθήνα και Πάτρα μεταφέροντας χιλιάδες άτομα και πολλούς τόννους τροφίμων και υλικών.[31]

Χάρις στην πρωτοβουλία του ημερήσιου Αθηναϊκού Τύπου αλλά και πολλών εύπορων ιδιωτών, οργανώθηκαν άμεσα κάποιοι έρανοι και συγκεντρώθηκαν ποσά που αμέσως δαπανήθηκαν για την αγορά και διανομή τροφίμων.[32] Λίγες ημέρες αργότερα οργανώθηκε τριακονταμελής ειδική επιτροπή για την διεξαγωγή πανελληνίων εράνων υπέρ των σεισμοπαθών, με μέλη της τους Κουντουριώτη, Παναγή Τσαλδάρη, Ντίνο Τσαλδάρη, Ανδρέα Χατζηκυριάκο, Απόστολο Δοξιάδη, Παναγιώτη Τρανταφυλλάκο, Αντώνη Χριστομάνο, Φίλιππο Δραγούμη και Εμμανουήλ Μπενάκη.[33] Ανάμεσα στους δωρητές ήταν τραπεζικά ιδρύματα, η Γαλλική στρατιωτική αποστολή, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο εκπεσών Βασιλιάς Γεώργιος από την Αγγλία,[34] ο Παναγής Τσαλδάρης και ο Ιωάννης Δροσόπουλος.[35] Τις επόμενες εβδομάδες εκδηλώθηκε ενεργότερη και η κρατική υποστήριξη στις σεισμοπαθείς περιοχές. Φορτηγά με ξυλεία και ειδικά συνεργεία κατέφθασαν επί τόπου για την ανοικοδόμηση ξύλινων παραπηγμάτων στην κεντρική πλατεία, όπου στεγάστηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες και η επιτροπή στέγασης.

Αλλά η καταστροφή στην Κόρινθο συγκέντρωσε και την διεθνή αρωγή. Όταν πληροφορήθηκε την καταστροφή, ο Βρετανός πρέσβης ενημέρωσε την Αγγλική μοίρα ναυτικού στην Μάλτα και εντός 48 ωρών δύο αντιτορπιλικά βρέθηκαν στον Κορινθιακό κόλπο. Τα πληρώματα κατάφεραν εντός 24 ωρών να στεγάσουν σε σκηνές όλους τους κατοίκους στο Λουτράκι και τουλάχιστον τους μισούς άστεγους στην Κόρινθο.[36] Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βρετανοί διέθεταν αρκετό ακόμη υλικό για τους άστεγους όπως ρούχα και τρόφιμα, όμως δεν υπήρχε αρμόδιος επί τόπου για να τα παραλάβει! Ο Benito Mussolini από την Ιταλία κατέβαλλε χρηματικό ποσό ώστε να ανεγερθεί κτήριο για να στεγάσει επαγγελματική σχολή στην Κόρινθο όταν θα γινόταν η ανοικοδόμησή της.[37] Τηλεγραφήματα συμπαράστασης απέστειλαν ο πρόεδρος των ΗΠΑ John Calvin Coolidge, ο βασιλιάς της Ιταλίας Vittorio Emanuele, ο Γενικός Γραμματέας της ΚτΕ James Eric Drummond.[38]

Μητροπολίτης Κορινθίας Δαμασκηνός.

Αλλά η μεγάλη φυσιογνωμία που αναδείχθηκε στα ερείπια της καταστροφής βάζοντας υποθήκη για την μελλοντική του ανέλιξη στα κορυφαία αξιώματα της χώρας, ήταν αναμφίβολα ο Μητροπολίτης Κορίνθου Δαμασκηνός. Ο Δαμασκηνός, χάρις στην επιβλητική φυσιογνωμία του (ηθική αλλά και σωματική καθώς ήταν ιδιαίτερα ψηλός), κατάφερε να καλύψει το μεγάλο κρατικό κενό και να συντονίσει επί τόπου με αρκετή επιτυχία τις κρατικές προσπάθειες ανακουφίζοντας άμεσα τους σεισμοπαθείς. Καθοδήγησε την διανομή των σεισμόπληκτων στις σκηνές, διοργάνωσε συσσίτια, μοίρασε τα διαθέσιμα ρούχα, οργάνωσε στοιχειωδώς την ζωή των ντόπιων που είχαν παραλύσει από την καταστροφή. Ο ίδιος παρέμεινε στο πλευρό του δοκιμαζόμενου λαού στις πρώτες πολύ δύσκολες ημέρες μετά την καταστροφή κερδίζοντας την αναγνώριση όσων είχαν εμπλοκή.

Μια γλαφυρή περιγραφή του Δαμασκηνού προέρχεται από αναφορά του νομάρχη Κορινθίας Γ. Παρασκευόπουλου προς το υπουργείο Εσωτερικών στις 20 Μαΐου 1928: «Τον είδα ιστάμενον ορθόν, τον γίγαντα τούτον σωματικώς και ψυχικώς Κληρικόν, να κυκλοφορεί εις το μικροσκοπικόν αυτό καταφύγιον (δηλαδή εις το βαγόνι του τραίνου που είχε εγκατασταθεί), εν μέσω διαφόρων επιτροπών σεισμοπαθών, δημοσιογράφων, αντιπροσώπων εταιρειών, υποβαλλουσών προτάσεις περί ανοικοδομήσεως της πόλεως, αντιπροσώπων διαφόρων Οργανώσεων Αθηνών και Πειραιώς, αι οποίαι έσπευσαν να παράσχουν την αρωγή των εις τους σεισμοπλήκτους κατοίκους. Εις έκαστον τούτων έδιδε την κατάλληλον απάντησιν, οδηγίαν, πληροφορίαν ή παραμυθίαν ο εκ Θείας Προνοίας ευρεθείς εν μέσω τοιαύτης καταστροφής εμπνευσμένος ούτος Ιεράρχης, λύων δια της ευθυκρισίας, της αντιλήψεως, της θεληματικότητος, της συμβιβαστικότητος, της ευπροσηγορίας, της δημιουργικότητος, όλα τα περίπλοκα προβλήματα, τα οποία κάθε ώραν και στιγμήν παρουσιάζοντο, προς εξοικονόμησιν και διεκπεραίωσιν…».[39]

Αλλά και το Ελεύθερον Βήμα έγραφε για τον Μητροπολίτη: «Ο Δαμασκηνός όταν τα πάντα κατέλυε η αναπάντεχη συμφορά των σεισμών, δεν εκάθησε να θρηνήση στους ερειπωμένους τοίχους. Αντίθετα, ύψωσε την πίστη και την ελπίδα, έγινε ο παραμυθητής της δυστυχίας. Ημέρα και νύκτα εργάζεται. Αεικίνητος, πανταχού παρών, με το στρατηγείο του σ’ ένα βαγονάκι του κατεστραμμένου σιδηροδρομικού σταθμού, δίνει τα σωτήρια παραγγέλματα της βοηθείας και περιθάλψεως. Ο κρίκος, που συνεκράτησε τη διαρροή του πληθυσμού. Στο απελπιστικό κήρυγμα να εγκαταλειφθεί η σεισμόπληκτη πόλις αντιτάσσει το δόγμα της κοινωνικής ενότητος και της συνεχίσεως της ιστορίας της Κορίνθου. Δαμασκηνός, ο ήρωας της κορινθιακής τραγωδίας».[40]

Where The Earth Trembled (1928) – British Pathé (Film ID:726.04)
 

Το προσωπικό ενδιαφέρον του Παναγή Τσαλδάρη και του Ελευθέριου Βενιζέλου για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου

Στη Βουλή, το Λαϊκό κόμμα δεν έχασε την ευκαιρία και να υπογραμμίσει την καθυστέρηση της κυβέρνησης να αντιδράσει στους καταστροφικούς σεισμούς της Κορίνθου βοηθώντας έγκαιρα τους πληγέντες.[41] Άλλωστε η Κόρινθος υπήρξε ανέκαθεν πολιτικό προπύργιο των αντιβενιζελικών ως ανήκουσα στην Παλαιά Ελλάδα, ενώ υπήρξε η άτυπη πρωτεύουσα των αντεπαναστατών κατά το κίνημα Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου το 1923.[42] Ο Παναγής Τσαλδάρης επικεφαλής του Λαϊκού κόμματος, ως βουλευτής Κορίνθου ο ίδιος, αλλά και καταγόμενος από το Σοφικό Κορινθίας, είχε προσωπικό πολιτικό και ιδιωτικό ενδιαφέρον στο ζήτημα. Από την πρώτη στιγμή της καταστροφής, μετέβη στην Κόρινθο και συμπαραστάθηκε στους συμπατριώτες του, ενώ περιόδευσε και στις γύρω περιοχές για να διαπιστώσει την κατάσταση.[43] Ακολούθως, από το βήμα της Βουλής διεκτραγώδησε την κατάσταση της ερειπωμένης πόλης και των σεισμόπληκτων κατοίκων της, στηλιτεύοντας την, κατά τον ίδιο, κυβερνητική παραλυσία προς ανακούφισή τους.[44]  Ζήτησε από τον υπουργό Παιδείας Θεολόγο Νικολούδη να επέμβει άμεσα καθώς λόγω της ερείπωσης των σχολείων γίνονταν μαθήματα στο νεκροταφείο της πόλης, από τον υπουργό Οικονομικών Βελέντζα να επιταχυνθούν οι διαδικασίες προσωρινής στέγασης των σεισμοπαθών και από τον Μεταξά να ληφθούν άμεσα μέτρα υπέρ των σεισμοπαθών της Κορίνθου και να αποκατασταθεί η ηλεκτροδότηση της πόλης, ενώ ο ίδιος τις επόμενες εβδομάδες συνέχισε να περιοδεύει στην ευρύτερη περιοχή με κλιμάκιο βουλευτών.[45]

Παναγής Τσαλδάρης
Ελευθέριος Βενιζέλος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσω των αναλυτικών εξηγήσεων των κυβερνητικών στελεχών στη Βουλή και στον Τύπο η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι έκανε ό,τι περισσότερο μπορούσε στο πλαίσιο των δυνάμεων του Κράτους[46] για να ανακουφίσει τους πληγέντες,[47] ενώ η Πολιτεία, επίσημο δημοσιογραφικό όργανο των Ελευθεροφρόνων, κατηγόρησε τον Τσαλδάρη για δημοκοπία.[48] Πάντως υπήρξαν καταγγελίες σεισμοπαθών για καθυστερήσεις στις κυβερνητικές δράσεις, οι οποίες φιλοξενήθηκαν εκτεταμένα στον αντικυβερνητικό Τύπο, προκαλώντας μεγάλη ζημιά στην κυβέρνηση, αφού η τραγωδία των σεισμοπαθών είχε συγκλονίσει το Πανελλήνιο. Ο Τσαλδάρης παρακολούθησε στενά το ζήτημα που αφορούσε την εκλογική του περιφέρεια, ενώ βρισκόταν σε επαφή και με τον Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνό με τον οποίο συντόνιζαν τις ενέργειές τους για το ζήτημα,[49] ακόμα και μετά τη συντριβή του Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές του 1928.[50] Έτσι, κατά τη συζήτηση της Βουλής για το νομοσχέδιο υπέρ των σεισμοπαθών της Κορίνθου, ζήτησε να δοθεί η κρατική αρωγή σε όλους τους Κορίνθιους χωρίς εξαίρεση.[51]

Η δεύτερη πολιτική προσωπικότητα που επέδειξε έντονο ενδιαφέρον για το δράμα της Κορίνθου ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Από την πρώτη στιγμή που επανεμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο, ο Κρητικός πολιτικός έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για το δράμα των σεισμοπαθών της Κορίνθου. Ο ίδιος περιόδευσε προεκλογικά τόσο στην σεισμόπληκτη πόλη όσο και στα περίχωρα του νομού όπου και υποσχέθηκε να λάβει μέτρα για την ανακούφιση των σεισμοπαθών. Το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου απασχόλησε ιδιαίτερα τον Βενιζέλο όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, όπως φαίνεται από το αρχείο του, όπου υπάρχει ξεχωριστός φάκελος[52] με σχετικά έγγραφα.[53] Επίσης υπάρχουν ιδιόχειρες σημειώσεις του με σκέψεις για τον δίκαιο τρόπο ανοικοδόμησης των οικιών των σεισμοπαθών, με την καταβολή των τόκων των στεγαστικών δανείων επί οκταετία (όχι και για τα εμπορικά καταστήματα).[54]

27 Οκτωβρίου 1929: η τελετή θεμελίωσης της Νέας Κορίνθου. Διακρίνονται ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός
και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος

Στις 27 Οκτωβρίου 1929 σε μια πανηγυρική τελετή θεμελιώνεται η Νέα Κόρινθος από τον Μητροπολίτη Δαμασκηνό, παρόντος του πρωθυπουργού πλέον Ελευθέριου Βενιζέλου. Οι πρωτοβουλίες του Βενιζέλου φάνηκε ότι έλυναν το ζήτημα και έθεταν το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου και του Λουτρακίου σε ασφαλείς βάσεις. Έτσι, το δημοτικό συμβούλιο Κορίνθου απέστειλε ευχαριστήριο ψήφισμα στον Βενιζέλο και στο Υπουργικό Συμβούλιο για το ενδιαφέρον που επέδειξαν, υποσχόμενοι ότι κεντρικός δρόμος της πόλης θα έφερε τιμητικά το όνομά του.[55] Ο εμπορικός σύλλογος της Κορίνθου επίσης απέστειλε ευχαριστήριο ψήφισμα στον Βενιζέλο για την συνεισφορά του στην ανοικοδόμηση της πόλης,[56] ενώ το σύστημα προσκόπων της πόλης τον ανακήρυξε επίτιμο μέλος.[57]

Ο Αυτόνομος Οργανισμός Σεισμοπαθών Κορίνθου (Α.Ο.Σ.Κ.)  και οι μεγάλες δυσκολίες για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου (Δεκέμβριος 1928 – Δεκέμβριος 1930)

Ουσιαστικά το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου έμεινε στάσιμο τους πρώτους οκτώ μήνες, αφού μετά τον Μάιο προκλήθηκε πολύμηνη πολιτική κρίση που διήρκεσε μέχρι τις εκλογές του Αυγούστου που έφεραν θριαμβευτικά τον Βενιζέλο στην εξουσία. Αλλά και όταν η νέα κυβέρνηση ήρθε στην εξουσία προώθησε το ζήτημα της ανοικοδόμησης, έχοντας ως βάση τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί από τους εράνους. Αυτό δημιούργησε μεγάλη δυσαρέσκεια στους σεισμόπληκτους της Κορίνθου που εκδηλώθηκε με το αιματηρό συλλαλητήριο της 13ης Δεκεμβρίου 1928. Την ημέρα εκείνη κάτοικοι της Κορίνθου συγκεντρώθηκαν αυθόρμητα στο κέντρο της γκρεμισμένης πόλης για να διαμαρτυρηθούν για τη μη διανομή των χρημάτων των εράνων. Ισχυρή αστυνομική δύναμη προσπάθησε να διαλύσει το πλήθος και ακολούθησε συμπλοκή καθώς οι κάτοικοι λιθοβόλησαν τους αστυνομικούς, ενώ έγιναν 16 συλλήψεις.[58] Αναβρασμός επικράτησε τόσο στην Κόρινθο, όσο και στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές, καθώς οι σεισμοπαθείς ήταν εξοργισμένοι ζητώντας την άμεση διανομή των χρημάτων των εράνων. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να στείλει μονάδες στρατού από την Πάτρα, τόσο στην Κόρινθο όσο και στο Λουτράκι για να επιβάλλει την τάξη, καθώς υπήρχαν αξιόπιστες πληροφορίες ότι θα συνέρρεαν στην Κόρινθο ένοπλοι χωρικοί από τα γύρω κατεστραμμένα χωριά και θα γινόταν εξέγερση κατά των Αρχών.[59]

Ο αναβρασμός στην Κορινθία εξανάγκασε την Κυβέρνηση να επιταχύνει τις σχετικές διαδικασίες, ώστε να μην εκτραχυνθεί άλλο η κατάσταση. Το έργο της ανοικοδόμησης της Κορίνθου, του Λουτρακίου και των γύρω περιοχών ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο και η κυβέρνηση Βενιζέλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν πρακτικά αδύνατο να το αναλάβει είτε κάποιο υπουργείο είτε κάποια κρατική υπηρεσία. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου 1928 ιδρύθηκε ο Αυτόνομος Οργανισμός Σεισμοπαθών Κορίνθου (Α.Ο.Σ.Κ.) με αποστολή την ανοικοδόμηση της Κορίνθου, των γύρω χωριών, του Λουτρακίου και την ανάδειξη των λουτρών του τελευταίου.[60] Μετά την αναμφίβολες οργανωτικές αρετές και τα διοικητικά προσόντα που επέδειξε ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός κατά τις πρώτες κρίσιμες ημέρες μετά τον σεισμό, ορίστηκε επικεφαλής του Οργανισμού, του οποίου η σύνθεση  ήταν εννεαμελής. Ο νόμος προέβλεπε τριμερή χρηματοδότηση για τον Α.Ο.Σ.Κ. μεταβιβάζοντας τα έσοδα του καζίνο και των λουτρών του Λουτρακίου, ενώ προβλεπόταν και ποσό κρατικής χρηματοδότησης 5 εκατομμυρίων δρχ. ετησίως, που θα αναφερόταν στον κρατικό προϋπολογισμό.[61] Ο νόμος προέβλεψε τη σύναψη δανείων από τον οργανισμό υπό την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, ενώ απάλλαξε όλα τα υλικά που θα χρησιμοποιούνταν για τις ανεγέρσεις από εισαγωγικούς δασμούς και οι ανεγειρόμενες οικίες απαλλάσσονταν από οποιονδήποτε δασμό για μια δεκαετία. Η διάρκεια του Οργανισμού προβλεπόταν 40ετής μετά το πέρας της οποίας η περιουσία του οργανισμού επανερχόταν στο ελληνικό Δημόσιο.

Ο Οργανισμός ανέλαβε ένα τιτάνιο και συγχρόνως πολύπλοκο έργο που απαιτούσε συντονισμό σε πολλά επίπεδα. Το πρώτο ζήτημα που έπρεπε να λυθεί, ήταν η εξεύρεση πόρων πέραν της κρατικής χρηματοδότησης. Εκτός από τον πανελλήνιο έρανο που διεξήγαγε η επιτροπή που είχε συγκροτηθεί στην Αθήνα, ο Δαμασκηνός ταξίδεψε στην Αμερική όπου μετά από σκληρές προσπάθειες κατάφερε να συγκεντρώσει σημαντικά κεφάλαια από την Ομογένεια για να χρηματοδοτηθεί η ανοικοδόμηση της Κορίνθου. Συνολικά το ποσό που συγκεντρώθηκε από τους εράνους ανήλθε σε 52 εκατομμύρια δρχ.[62] και αποτέλεσε τη βάση της χρηματοδότησης του Οργανισμού.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες ο Α.Ο.Σ.Κ. κατάφερε να οργανώσει έστω στοιχειωδώς τις υπηρεσίες του και ακολούθως αφιέρωσε όλη του τη δραστηριότητα για να επισκευαστούν και να επαναλειτουργήσουν τα λουτρά στο Λουτράκι, ώστε να μην χαθεί η θερινή περίοδος του 1929 και ο Οργανισμός να έχει σταθερά έσοδα. Τα λουτρά αποκαταστάθηκαν και λειτούργησαν κανονικά μετά την 1η Μαΐου 1929, επιτρέποντας στον Οργανισμό να ασχοληθεί με την ανοικοδόμηση των δύο πόλεων προσλαμβάνοντας μηχανικούς για να επεξεργαστούν νέα σχέδια πόλης τόσο για την Κόρινθο όσο και για το Λουτράκι που θα επέτρεπε στην λουτρόπολη να αυξήσει την εμπορική και τουριστική της αξία με την καλύτερη εκμετάλλευση των ιαματικών πηγών.

Στο πλαίσιο αυτό οι αναγκαίες εργασίες ήταν η κτηματογράφηση των τόπων, η εκτίμηση των καταστροφών που είχαν γίνει στις οικοδομές και στις υποδομές της πόλης, η μελέτη αντισεισμικών κατασκευών, η σειρά ανοικοδόμησης των κτηρίων και τέλος το ακανθώδες ζήτημα μιας νέας λειτουργικής ρυμοτομίας για τις δύο πόλεις. Ο Α.Ο.Σ.Κ. αποπεράτωσε τα πρώτα στάδια της διαδικασίας μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 1929, αλλά η αλλαγή στη ρυμοτομία των δύο πόλεων με μεγαλύτερους δρόμους και κεντρικές αρτηρίες συνάντησαν μεγάλες αντιδράσεις καθώς μοιραία έθιξαν ατομικά συμφέροντα.[63] Στο Λουτράκι, η νέα ρυμοτομία της πόλης, αλλά και η απόφαση να μην επιτραπεί η ανοικοδόμηση οικιών σε ένα μεγάλο τμήμα του παραλιακού μετώπου, εξανάγκασε την επιτροπή να δώσει αποζημιώσεις ύψους 1 εκατομμυρίου δρχ. Αλλά και οι αντισεισμικές προδιαγραφές των ακινήτων δημιούργησαν μεγάλες καθυστερήσεις στην ανέγερση των κατοικιών, ενώ πολλές διατάξεις τους ήταν ασαφείς με αποτέλεσμα οι μηχανικοί του Οργανισμού να ζητούν συνεχώς επεξηγήσεις. Τελικά ο κανονισμός ανέγερσης κτηρίων σε Κόρινθο και Λουτράκι αναθεωρήθηκε  το 1931 με μερικές τροποποιήσεις στις προβλέψεις του.[64] Ο Οργανισμός επέβλεψε την κατασκευή των κτηρίων με βάση τους νέους αντισεισμικούς κανονισμούς, που εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα ενώ ανέλαβε και την χορήγηση δανείων και χρηματικής βοήθειας για την κατασκευή τους. Στις 7 Νοεμβρίου 1928 δημοσιεύεται το ΦΕΚ 234Α με τίτλο «Περί Αντισεισμικού Οικοδομικού Κανονισμού Κορίνθου Λουτρακίου». Ο Νόμος αυτός προέβλεπε επακριβώς την αντισεισμική θωράκιση όλων των οικιών που θα ανεγείρονταν στην Κόρινθο, στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές.

Αριστερά: Επιστολή προς τον Μητροπολίτη Κορινθίας και Πρόεδρο του Αυτόνομου Οργανισμού Σεισμοπαθών Κορινθίας, Δαμασκηνό, σχετικά με την πληροφορία ότι ο Οργανισμός χρησιμοποιεί τσιμέντα από το εξωτερικό. Δεξιά: Αίτηση υπαγωγής άστεγων επιτηδευματιών του Λουτρακίου σε νόμο περί αποκατάστασης των επιτηδευματιών της Κορίνθου (άρθρο 5 του νόμου 5703). Πηγή: Μουσείο Μπενάκη – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”.

Ο Α.Ο.Σ.Κ. μέχρι τον Απρίλιο του 1930 είχε αναθέσει την ανέγερση οκτώ  οικοδομικών τμημάτων στην Κόρινθο και ενός στο Λουτράκι με κόστος 15 εκατομμύρια δρχ. το καθένα. Ως εκείνη την περίοδο δεν είχε πράξει απολύτως τίποτε για την ανοικοδόμηση των χωριών των γύρω περιοχών της Κορίνθου, με αποτέλεσμα τις έντονες διαμαρτυρίες των περιοίκων. Ακόμη και ο ίδιος ο Δαμασκηνός βρέθηκε στο στόχαστρο κριτικής και διαμαρτυριών κατοίκων που θίγονταν τα συμφέροντά τους, και που τον έφτασαν στο χείλος της παραίτησης.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Α.Ο.Σ.Κ., το κόστος ανέγερσης των δύο πόλεων θα άγγιζε τα 385 εκατομμύρια δρχ., ενώ διεκδικούσε πρόσθετη κρατική χρηματοδότηση για την κατασκευή λιμανιού, συστήματος ύδρευσης και υπονόμων στην Κόρινθο.[65] Ο Οργανισμός προσπάθησε να συνάψει δάνειο 60 εκατομμυρίων δρχ. υπό την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, αλλά απέτυχε, καθώς οι όροι που πρόσφεραν οι τράπεζες ήταν επαχθείς. Μετά από επέμβαση της κυβέρνησης ορίστηκε ότι θα γινόταν άμεση σύναψη δανείου 30 εκατομμυρίου δρχ. εκ μέρους όλων των ελληνικών τραπεζών, αλλά μέχρι την 30η Απριλίου δεν είχε γίνει απολύτως τίποτε.[66] Έτσι, ενώ ο Α.Ο.Σ.Κ. είχε αναλάβει υποχρεώσεις 135 εκατομμυρίων περίπου ως εκείνη τη στιγμή, το ποσό που διέθετε στα ταμεία του δεν ξεπερνούσε τα 40 εκατομμύρια δρχ. Στην παρουσίαση του απολογισμού, ο Δαμασκηνός κατέληγε με την προειδοποίηση ότι αν δεν εκταμιευόταν άμεσα το δάνειο των 30 εκατομμυρίων δρχ. μέχρι να γίνει η σύμβαση του οριστικού δανείου για την ανοικοδόμηση, ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναγκαζόταν να αναστείλει τις εργασίες του με απρόβλεπτες επιπτώσεις στις σεισμοπαθείς περιοχές.[67]

Η κυβέρνηση όμως δεν ανταποκρίθηκε σε όσα ζητούσε ο Α.Ο.Σ.Κ. αναφορικά με την άμεση χρηματοδότησή του, ενώ δεν επέτρεψε στον Οργανισμό ούτε καν να προσλάβει έναν διοικητικό υπάλληλο που είχε κριθεί απαραίτητος για να προχωρήσουν οι εργασίες του. Η έλλειψη χρηματοδότησης οδήγησε τον Α.Ο.Σ.Κ. στο χείλος της χρεοκοπίας, καθώς ενώ είχαν εξαντληθεί οι πόροι του, εξακολουθούσε να έχει εκκρεμείς υποχρεώσεις: είχε ήδη συνάψει συμβάσεις με εργολάβους που προχωρούσαν την ανοικοδόμηση κατοικιών και η αθέτησή τους συνεπαγόταν ιλιγγιώδεις αποζημιώσεις υπέρ τους. Ο Δαμασκηνός αναγκάστηκε να στείλει νέα επιστολή στην κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1930, ενημερώνοντας για τη δραματική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο Οργανισμός, ζητώντας επειγόντως οικονομική ενίσχυση και την πρόσληψη του διοικητικού υπαλλήλου, προειδοποιώντας ότι σε άλλη περίπτωση ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναγκαζόταν να διακόψει τη δραστηριότητά του. Επίσης στην επιστολή τόνιζε την σταδιακή κόπωση των σεισμόπληκτων από την στασιμότητα στο ζήτημά τους.[68]

Η κυβερνητική αδράνεια συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 1930, καθώς φαίνεται ότι υπήρχε οικονομική στενότητα στα δημόσια ταμεία. Καθώς το ζήτημα των σεισμοπαθών δεν έβρισκε λύση,  η Ένωση Αστικής Ιδιοκτησίας Κορίνθου απέστειλε επιστολή στον Βενιζέλο διαμαρτυρόμενη για την αναστολή των εργασιών ανέγερσης κατοικιών στην Κόρινθο. Η επιστολή εμπεριείχε και διαμαρτυρίες για τον Α.Ο.Σ.Κ. εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είχε την έδρα του στην Κόρινθο, ενώ οι αποφάσεις του δεν ήταν δίκαιες και έθιγαν το καθεστώς ιδιοκτησίας πολλών σεισμοπαθών.[69] Στα τέλη του 1930 σημειώθηκαν και οι πρώτες δημόσιες διαμαρτυρίες των σεισμοπαθών στην Κόρινθο που έτυχαν ευρείας προβολής από τις εφημερίδες της αντιπολίτευσης, αναγκάζοντας το Υπουργείο Πρόνοιας να εκδώσει ανακοίνωση για να υπερασπιστεί την κρατική πολιτική.[70]

Πρόχειρη στέγαση του τηλεγραφείου έπειτα από τον σεισμό της 22ας Απριλίου 1928.

Δεύτερος σεισμός στην Κορινθία και νέες περιπλοκές στην ανοικοδόμηση της περιοχής (4 Ιανουαρίου – 4 Νοεμβρίου 1931)

Η τελική ώθηση στην οριστική διευθέτηση του ζητήματος των σεισμοπαθών της Κορίνθου δόθηκε απρόσμενα από τους σεισμούς της 4ης Ιανουαρίου 1931 που έγιναν στην Κορινθία. Συγκεκριμένα, από τις 11 το βράδυ της 3ης Ιανουαρίου ξεκίνησε έντονη σεισμική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Κορίνθου που έγινε αμέσως αισθητή από τους κατοίκους της Κορίνθου. Στις 2 τα ξημερώματα της 4ης Ιανουαρίου εκδηλώθηκε ο μεγάλος σεισμός που σύμφωνα με το αστεροσκοπείο Αθηνών είχε επίκεντρο στην περιοχή του Ακροκορίνθου. Ο σεισμός έγινε αντιληπτός στην Αθήνα με αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι να βγουν από τα σπίτια τους πανικόβλητοι και να διανυκτερεύσουν στις πλατείες.[71] Ο σεισμός προκάλεσε νέες καταστροφές στην Κορινθία, γκρεμίστηκαν εκατοντάδες κατοικίες στην ευρύτερη περιοχή της Κορίνθου, ενώ έγιναν ζημιές σε υποδομές και κρατικά κτήρια.[72] Πάνω από 200 οικίες στα χωριά της Κορινθίας είτε έπεσαν είτε κατέστησαν ακατοίκητες, όσα σπίτια της Κορίνθου ήταν μισογκρεμισμένα από τον σεισμό του 1928 γκρεμίστηκαν εντελώς, ήταν όμως πολύ σημαντικό ότι όσες κατοικίες είχαν ανεγερθεί από τον Α.Ο.Σ.Κ. με τον νέο αντισεισμικό νόμο δεν έπαθαν την παραμικρή ζημιά.[73] Οι νέες ζημιές κοστολογήθηκαν σε 100 εκατομμύρια δρχ. εκτίμηση που οδήγησε την κυβέρνηση στην απόφαση να κινήσει τις διαδικασίες για ένα δεύτερο δάνειο προς τον Α.Ο.Σ.Κ. του ύψους αυτού από την Αγροτική Τράπεζα, η οποία δεν είχε συμμετάσχει στο πρώτο δάνειο.

Οι νέες ζημιές κινητοποίησαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να δώσει μια οριστική λύση στο ζήτημα των δανείων ώστε να ρυθμιστεί οριστικά το ζήτημα της ανοικοδόμησης, καθώς το τελευταίο λάμβανε πλέον πολιτικές διαστάσεις. Έτσι στις 15 Ιουνίου 1931 συνήφθη η σύμβαση για το οριστικό δάνειο ύψους 215 εκατομμυρίων δρχ. μεταξύ Α.Ο.Σ.Κ. και ενός ομίλου ελληνικών τραπεζών υπό την αιγίδα της Τράπεζας της Ελλάδος (Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Αθηνών, Εμπορική Τράπεζα, Τράπεζα Ανατολής, Ιταλοελληνική Τράπεζα, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο). Το πρώτο ποσό (90 εκατομμύρια δρχ.) θα εκταμιευόταν στις 8 Ιουλίου 1931 και το υπόλοιπο ποσό του δανείου στις 8 Ιουλίου 1932. Η διάρκεια του δανείου ήταν 46 έτη και θα αποπληρωνόταν από τους ιδιοκτήτες των ανεγερθεισών κατοικιών, αλλά ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναλάμβανε να αποπληρώσει τους τόκους των πρώτων ετών.[74]

Έτσι ο Α.Ο.Σ.Κ. έλαβε άμεσα 90 εκατομμύρια δρχ. το καλοκαίρι του 1931 αλλά ένα ακριβώς έτος αργότερα, το καλοκαίρι του 1932, οπότε έπρεπε να γίνει η δεύτερη εκταμίευση, ορισμένες τράπεζες αρνήθηκαν να καταβάλλουν το ποσό που τους αναλογούσε λόγω ταμειακής στενότητας, αλλά και λόγω της πτώσης των εγγυήσεων του Δημοσίου μετά τη χρεοκοπία του Μαΐου του 1932. Η κυβέρνηση προσπάθησε να δώσει λύση εξαιρώντας με νόμο της 14ης Αυγούστου 1932 το εν λόγω δάνειο από το χρεοστάσιο που είχε κηρύξει, δίχως αποτέλεσμα,  καθώς οι τράπεζες δεν μετέβαλλαν τη στάση τους.[75] Το αποτέλεσμα ήταν ο Α.Ο.Σ.Κ. να μην λάβει 26 εκατομμύρια δρχ. από τη δεύτερη δόση και συνεπακόλουθα να μην έχει τους πόρους να αποπερατώσει τις εργασίες ανοικοδόμησης, δημιουργώντας ένα σοβαρό ψυχικό χάσμα μεταξύ των κατοίκων, των οποίων είχαν ανεγερθεί τα σπίτια και σε εκείνων που εξακολουθούσαν να παραμένουν στις σκηνές. Έτσι ο Α.Ο.Σ.Κ. έκανε έκκληση προς την κυβέρνηση και τον Βενιζέλο προσωπικά στις 14 Οκτωβρίου 1932 να εξαναγκάσει τις τράπεζες να καταβάλλουν το μέρος του δανείου που υπολειπόταν, ούτως ώστε ο Οργανισμός να ολοκληρώσει τις εργασίες του στην Κόρινθο και να κοπάσει ο κοινωνικός σάλος που είχε προκληθεί.[76]

Μόλις δύο εβδομάδες μετά, στις 4 Νοεμβρίου 1932, η κυβέρνηση Βενιζέλου υπέβαλλε την παραίτησή της, πυροδοτώντας την μεγαλύτερη πολιτική κρίση του Μεσοπολέμου….

Ο Ιωάννης Δασκαρόλης είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου και συγγραφέας της πραγματείας Δημοκρατικά τάγματα. Οι «πραιτωριανοί» της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας 1923-1926, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση, 2019.

              

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]«Μετά την εορτήν των Ολυμπίων, οι Αργείοι ήλθαν μετά των άλλων συμμάχων των εις την Κόρινθον, δια να πείσουν τους Κορινθίους να λάβουν μέρος εις τη συμμαχίαν. Και πρέσβεις των Λακεδαιμονίων έτυχαν ωσαύτως να ευρίσκωνται εκεί. Μετά μακράς όμως διαπραγματεύσεις, εις ουδέν κατέληξαν, και ένεκα επισυμβάντος σεισμού, οι πρέσβεις των διαφόρων πόλεων επέστρεψαν εις τα ίδια. Και το θέρος έληξε.» Θουκυδίδη Ιστορία, Βιβλίο Ε΄, Έτος 12ον: 420–419 π. Χ.

(μετάφραση Ελευθέριος Βενιζέλος).

[2] Καβύρης Γεώργιος, Μελέτη ιδιοτήτων σεισμικών πηγών ανατολικού Κορινθιακού κόλπου (διδακτορική διατριβή Καποδιστριακού πανεπιστημίου Αθηνών), Αθήνα 2003, σελ. 41.

[3] Καλέση Χαρά – Βίγλα Θεοδώρα, Ψηφιακή πλατφόρμα δεδομένων του δικτύου επιταχυνσιογράφων του εργαστηρίου σεισμολογίας στον Κορινθιακό κόλπο (διπλωματική εργασία Καποδιστριακού πανεπιστημίου Αθηνών), Αθήνα 2015, σελ. 23-24.

[4] Ο.π.

[5]  Πανδώρα, 15.8.1858.

[6]ΦΕΚ Α9, 20.3.1958.

[7] Βραδυνή, 24.4.1928.

[8] Βραδυνή, 23.4.1928.

[9] ΕΜΠΡΟΣ, 23.4.1928.

[10] Έθνος, 23.4.1928.

[11] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[12] Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Λοβέρδο, Διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας «Ήτο κάτι που δύσκολα μπορεί κανείς να περιγράψη. Ευρισκόμεθα εις την παραλίαν, οπότε ακούσαμε μια δυνατή βοή, μετ’ ολίγας δε στιγμάς η γη ήρχισε να φεύγη. Συγχρόνως μια λάμψις τεραστία εφώτισε όλην την περιφέρειαν, Την ίδιαν στιγμήν κρότοι εκκωφαντικοί, τρομεροί ηκούοντο. Ήταν τα σπίτια τα οποία κατέρρεον. Ο κόσμος δεν μπορούσε να εξηγήση τι εσήμαινεν εκείνη η φλόγα. Αργότερα εμάθαμε, ότι η φλόγα ωφείλετο εις την ένωσιν του ηλεκτρικού της Κορίνθου. Το κτίριον του ηλεκτρικού παρά την παραλία κατεστράφη τελείως. Ουρανομήκη σύννεφα σκόνης εσηκώθηκαν από τους βράχους που κατέρρεον, τα δε σύννεφα αυτά καθώς τα περνούσε η λάμψις του ηλεκτρικού, επηύξανον την τραγικότητα του θεάματος». ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[13] Έθνος, 24.4.1928.

[14] Έθνος, 24.4.1928.

[15] Έθνος, 23.4.1928.

[16] «Κόρινθον. Επί τόπου. Τελεία καταστροφή. Λουτράκι. Λήψις μέτρων. Καφαντάρης επιστροφήν άρρωστος», βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 23ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[17] Έθνος, 24.4.1928.

[18] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[19] Βραδυνή, 24,4,1928, ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[20] ΣΚΡΙΠ, 26.4.1928, δηλώσεις Παπαναστασίου για κυβερνητική ολιγωρία.

[21] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[22] ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[23] «Επίθεσις εφημερίδων της αντιπολιτεύσεως κατά Κυβερνήσεως διά Κόρινθον. Τι αηδία!» , βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 24ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[24] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[25] Ριζοσπάστης, 27.4.1928.

[26] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[27] Έθνος, 25.4.1928.

[28] «Διαρκώς μικροί σεισμοί» , βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 27ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[29] ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[30] Έθνος, 24.4.1928.

[31] ΣΚΡΙΠ, 24.4.1928.

[32] Βραδυνή, 24.4.1928.

[33] Έθνος, 25.4.1928.

[34] ΣΚΡΙΠ, 27.4.1928.

[35] Έθνος, 25.4.1928.

[36] Έθνος, 25.4.1928.

[37] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση από του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνό προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη με τα πεπραγμένα του ΑΟΣΚ αναφορικά με την ανοικοδόμηση της σεισμόπληκτης περιοχής και των σεισμοπαθών και την εκμετάλλευση του Λουτρακίου (30ης Απριλίου 1930).

[38] ΣΚΡΙΠ, 27.4.1928.

[39] Κούκουνας Δημοσθένης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2004, σελ. 30.

[40] Ελεύθερον Βήμα, 27.4.1928.

[41] Καθημερινή, 23.4.1928, άρθρο: Αναλγησία.

[42] Δασκαρόλης Ιωάννης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1923-1926), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019, σελ. 73.

[43] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[44] Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 14ης Δεκεμβρίου 1928.

[45] Καθημερινή, 26.4.1928.

[46] Πολιτεία, 26.4.1928.

[47] Πολιτεία, 27.4.1928.

[48] Πολιτεία, 9.5.1928.

[49] Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκελος 1α (έγγραφο 5/1), ΙΚΚ, Επιστολή Δαμασκηνού προς Παναγή Τσαλδάρη 27ης Απριλίου 1928.

[50] Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκελος 1α (έγγραφο 6/2), ΙΚΚ, Επιστολή Δαμασκηνού προς Παναγή Τσαλδάρη 13ης Ιουλίου 1928.

[51] Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 5ης Μαΐου 1928.

[52] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 283/98. Μουσείο Μπενάκη, Φάκελος Ανέγερσης Κορίνθου (1930).

[53] Ανάμεσά τους και ένας πίνακας με όλους τους σεισμοπαθείς της Κορίνθου ονομαστικά. Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 225/11-12. Μουσείο Μπενάκη, Πίνακας με τους σεισμοπαθείς ιδιοκτήτες της Κορίνθου.

[54] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 173/11. Μουσείο Μπενάκη, Σημείωμα Βενιζέλου για τον τρόπο ανοικοδόμησης της Κορίνθου.

[55] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 168/1. Μουσείο Μπενάκη, Πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Κορινθίας με την οποία αποφασίζει να συντάξει ευχαριστήριο ψήφισμα προς τον Ε. Βενιζέλο για το ενδιαφέρον του σχετικά με την αποκατάσταση των καταστροφών (2 Ιανουαρίου 1930).

[56] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 172/36. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του Φιλοπροοδευτικού Συνδέσμου Ο Απόλλων προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία τον ευχαριστεί για την μέριμνά του για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου (31ης Δεκεμβρίου 1929).

[57] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 172/36. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του Τοπικού Εφόρου Κορίνθου, Γ. Βλάχου, προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία του προσφέρει τον τίτλο του επίτιμου μέλους του Α’ Συστήματος Προσκόπων Κορίνθου.2. (13ης Οκτωβρίου 1930).

[58] ΕΜΠΡΟΣ, 14.12.1928, Ριζοσπάστης, 14.12.1928.

[59] ΕΜΠΡΟΣ, 17.12.1928.

[60] ΦΕΚ 276/28-12-1928 («Περί ιδρύσεως Αυτόνομου Οργανισμού προς αποκατάστασιν των σεισμοπαθών της επαρχίας Κορίνθου»).

[61] Ό.π.

[62] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/16. Μουσείο Μπενάκη, Σημείωμα με ανάλυση οικονομικών στοιχείων για το έργο του Α.Ο.Σ.Κ. (10ης Μαΐου 1930).

[63] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνού προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη με τα πεπραγμένα του ΑΟΣΚ αναφορικά με την ανοικοδόμηση της σεισμόπληκτης περιοχής και των σεισμοπαθών και την εκμετάλλευση του Λουτρακίου (30ης Απριλίου 1930).

[64] ΠΔ 2-10-1931 (ΦΕΚ 375Α/29-10-1931) «Περί του Αντισεισμικού Οικοδομικού Κανονισμού της σεισμοπλήκτου περιοχής Κορίνθου-Λουτρακίου».

[65] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/14. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνού προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη για τα οικονομικά μεγέθη της ανοικοδόμησης του ΑΟΣΚ (30ης Απριλίου 1930).

[66] Ό.π.

[67] Ό.π.

[68]Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/17. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του προέδρου του Ο.Α.Σ.Κ. Μητροπολίτη Δαμασκηνού προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία του ζητά την άμεση οικονομική ενίσχυση του Οργανισμού και το διορισμό υπαλλήλου.

[69] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη,  Επιστολή Ένωση Αστικής Ιδιοκτησίας Κορίνθου προς Βενιζέλο (20ης Νοεμβρίου 1930).

[70] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 135/45. Μουσείο Μπενάκη,  Ανακοίνωση υπουργείου Πρόνοιας για τους σεισμοπαθείς της Κορίνθου.

[71] Εστία, 5.1.1931. Άρθρο: Σεισμοφοβία. (Χρονογράφημα Παύλου Νιρβάνα).

[72] Εστία, 4.1.1931.

[73] Ημερήσιος Τύπος, 5.1.1931.

[74] Νόμος 5268, ΦΕΚ 277/14-8-1931.

[75] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, Φάκελος 194/13. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή Α.Ο.Σ.Κ. προς Βενιζέλο (14ης Οκτωβρίου 1932),

[76] Ό.π.

 

 ΠΗΓΕΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή (ΙΚΚ).

Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Μουσείο Μπενάκη.

Εφημερίδες ΣΚΡΙΠ, Βραδυνή, ΕΜΠΡΟΣ, Ελεύθερον Βήμα, Έθνος, Εστία, Πολιτεία, Καθημερινή, Ημερήσιος Τύπος.

Δασκαρόλης Ιωάννης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1923-1926), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019.

Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 5ης Μαΐου 1928 & 14ης Δεκεμβρίου 1928.

Κούκουνας Δημοσθένης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2004.

Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

 

Σημ. συγγραφέα: Το άρθρο αυτό το έγραψα με αφορμή μια  διήμερη εκδρομή στο Λουτράκι με τους κουμπάρους μου στις 9/4/2016. Σε αυτούς είναι και αφιερωμένο…