Skip to main content

Αρχείο

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου: Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67) Μέρος Α΄: Η πρόσκρουση σε νάρκη και η προσάραξη στα Μικρασιατικά παράλια

Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου

Πτυχές από την πολεμική δράση του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ (L67)
Μέρος Α΄: Η πρόσκρουση σε νάρκη και η προσάραξη στα Μικρασιατικά παράλια

To ανέκδοτο κείμενο που ακολουθεί, είναι μια ομιλία του αντιναυάρχου Κωνσταντίνου Σ. Σωτηρίου (Καβάλα 1918 – Αθήνα 2008), ο οποίος, το 1943, υπηρέτησε με τον βαθμό του ανθυποπλοιάρχου στο Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, βιώνοντας από κοντά μια απίστευτη περιπέτεια, από τις πλέον ένδοξες της ιστορίας του ελληνικού πολεμικού ναυτικού. Η ομιλία έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2004 στην Αθήνα. Ο προφορικός λόγος, η γλώσσα, η στίξη, ο τονισμός και η ορθογραφία του πρωτοτύπου διατηρήθηκαν στο ακέραιο. Η Clio Turbata δημοσιεύει σήμερα για πρώτη φορά τη σημαντική αυτή μαρτυρία στο σύνολό της, ως ελάχιστο φόρο τιμής στη μνήμη όσων συμμετείχαν σε αυτή την ηρωϊκή επιχείρηση.

Κυρίες και Kύριοι,

Ακόμη διερωτώμαι πού με θυμήθηκε ο κ. Μπελώνιας και μπήκε στον κόπο να μ’ εντοπίση, για να μου απευθύνη αυτή την τόσον τιμητικήν πρόσκλησιν. Ομολογώ ότι κατ’ αρχάς εδίστασα, αφού αμέσως εσκέφθην ότι η αποδοχή της θα εσήμαινε την διαταραχή της νιρβάνας που απορρέει από το προνόμιον της αφανείας που δικαιούται να απολαμβάνη ο κοινός πρεσβύτης. Μετά όμως μ΄εκυρίευσεν η ιδέα ότι ίσως να ήταν σκόπιμον να την αποδεχθώ, γιατί έτσι θα μου εδίδετο η ευκαιρία να εκπληρώσω ένα μεγάλο χρέος. Να γίνω δηλαδή για λίγο η φωνή των αγαπημένων μου φίλων και συμπολεμιστών που χάθηκαν σε τόσον νεαράν ηλικίαν και στα 86 μου χρόνια – ίσως για τελευταία φορά δημοσίως – να θυμίσω την ιστορία τους και να τους τιμήσω για την μεγάλη τους προσφορά στην πατρίδα.
Σε μία ηλικία που οι άνθρωποι συνήθως γλεντούν την ανεμελειά της νιότης, εμείς οι ολοένα απερχόμενοι επιζώντες του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου ζήσαμε εμπειρίες δύσκολες και σκληρές, απ’ αυτές που σημαδεύουν για πάντα την ψυχήν του ανθρώπου. Τότε, η κάθε μας ημέρα θα μπορούσε να ήταν η τελευταία και στην πορεία εκείνου του μακροχρόνιου αγώνος, εβιώσαμε τις πλέον ακραίες εκδηλώσεις της ανθρωπίνης φύσεως.

Αν και πάντα απεύχομαι την πιθανότητα να εκτεθούν σε παρόμοιες καταστάσεις οι νεώτερες γενιές, θεωρώ ότι κάποια χρήσιμα διδάγματα που εμείς απεκομίσαμεν από τον πόλεμον ίσως δεν θα έπρεπε να τα πάρουμε μαζί μας ησύχως. Αυτό, για να μην χάνεται ποτέ από τις συνειδήσεις των νεωτέρων η επαφή με την φρίκην του πράγματος, σαν ένα μήνυμα αποτρεπτικόν ώστε να μην γίνονται πόλεμοι ελαφρά τη καρδία, σαν αυτούς που δυστυχώς βλέπομεν τελευταία. Επίσης, αλλά εξ ίσου σημαντικόν, για να μην λησμονείται από τις νέες γενιές μας η δικαιολογημένη υπερηφάνεια που θα πρέπει να διατηρούν στην ψυχή τους για το πως συμπεριεφέρθησαν τότε οι Έλληνες.

Βρέθηκα λοιπόν σήμερα εδώ για να θυμηθούμε μαζί τον ΑΔΡΙΑ, επί του οποίου είχα την τιμή σαν νεαρός Ανθυποπλοίαρχος, πριν από 60 ολόκληρα χρόνια, να υπηρετήσω στην θέσιν του Αξιωματικού Πυροβολικού. Η ομιλία μου κυρίως θα επικεντρωθή σε γεγονότα, καθώς θα σας αφηγηθώ μιά από τις πολλές ιστορίες, που σαν περιπεπλεγμένες ίνες συνθέτουν το ύφασμα της όλης εμπειρίας ενός πολέμου. Όμως, πίσω από τα ψυχρά ίσως δεδομένα της αφήγησης μου, θα πρέπει και σείς να ταξειδέψετε για λίγο μέσα στον χρόνο. Να προσπαθήσετε δηλαδή “να μπείτε στο πετσι” των ανθρώπων που ζούσαν εκείνη την εποχή και να φαντασθήτε – πράγμα σχεδόν αδύνατον σήμερα – μιαν Ελλάδα υπό Γερμανικήν και Ιταλικήν κατοχήν και ένα τότε Β.Ν. – μαζί με κάποια διαφυγόντα τμήματα του Ελληνικού Στρατού – να εξακολουθούν μίαν ένδοξον δράσιν από την Αίγυπτον.

Το Ναυτικό μας, προκειμένου να μεγιστοποιηθή η επιχειρησιακή του συμβολή, είχε προσαρτηθεί οργανικώς στον Αγγλικόν Στόλον και κάτω από την Διοίκησιν του συνέχισε να συμμετέχη σημαντικώς στον όλον συμμαχικόν αγώνα κατά του Άξονα. Έτσι, εκτός από επιχειρήσεις σ’ όλην την Μεσόγειον, Ελληνικά πολεμικά πλοία ευρέθησαν να επιχειρούν και σε πολύ μακρυνές περιοχές στον Ατλαντικό, Ειρηνικό και Ινδικό Ωκεανούς, σα αποστολές ακόμη και κατά των Ιαπώνων.

Όλα τα πλοία του ναυτικού και ιδιαιτέρως τα αντιτορπιλλικά – που οι Άγγλοι συνήθιζαν ν’ αποκαλούν και τσοπανόσκυλα του στόλου – ανελάμβαναν πλήθος αποστολών. Ήταν σύνηθες κατά την εκτέλεσιν των αποστολών των αυτών να υπάρχουν εμπλοκαί με εχθρικά πλοία, αλλά και να δέχονται επιθέσεις από αέρος ή ακόμη και από ξηράς, σε περιπτώσεις υποστηρίξεως αποβατικών ή επιδρομικών επιχειρήσεων.

Άν και με τον ΑΔΡΙΑ εβίωσα πολλές και επικίνδυνες αποστολές, για την σημερινή μου ομιλία επέλεξα ένα εξέχον επεισόδιο από την δράσιν του που έχει χαραχθεί πολύ βαθειά στην μνήμη μου. Ήταν η περιπέτεια του βαρύτατου τραυματισμού του πλοίου στις επιχειρήσεις των Δωδεκανήσων και ο εν συνεχεία αγωνιώδης πλούς μας προς Αλεξάνδρειαν.

Κυρίες και Kύριοι,

Ένα πολεμικό πλοίο, εκτός από την τεχνολογία που το απαρτίζει, μεταφέρει και μίαν ομάδα ανθρώπων που επιδιώκουν έναν κοινόν σκοπόν. Για να επιτευχθή όμως ο κοινός αυτός σκοπός, χρειάζεται ένας ηγέτης με την ικανότητα να προάγη ένα επίπεδο συλλειτουργίας και οργανώσεως τέτοιο, ώστε και η συνεργασία μεταξύ ανθρώπων, αλλά και η εμπλοκή μεταξύ ανθρώπων και τεχνολογίας ν’ αξιοποιούνται στο έπακρον της αποδόσεως των. Είναι επίσης ευθύνη του ηγέτου αυτού να εμπνέη την ομόνοιαν ως προς την εμμονήν στον σκοπόν, αλλά και την ομοψυχίαν ακόμη και στις πλέον κρίσιμες και χαλεπές στιγμές. Το πλήρωμα του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ είχε την τύχην να έχη έναν τέτοιον ηγέτην στον τότε Αντιπλοίαρχον Ιωάννην Ν. Τούμπαν, μετέπειτα Ναύαρχον.

Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Τούμπας, κυβερνήτης του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ.

Στην συνέχειαν της ομιλίας μου δεν θ’ αναφερθώ σ’ άλλα ονόματα, γιατί θα ήταν άδικο να προβάλλω μόνον την δράσιν των ανδρών του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ ή να μνημονεύσω μόνον τους νεκρούς του και έτσι να κάμω μίαν ασεβήν διάκρισιν προς όλους τους άλλους άνδρες του Ναυτικού μας που εξ ίσου προσέφεραν πολλά στην πατρίδα και βέβαια, πολλοί εξ αυτών, ακόμη και την ζωήν τους.

Το στρατηγικό υπόβαθρο του επεισοδίου που θα σας αφηγηθώ είχεν ως εξής. Τον Σεπτέμβριον του 1943 η Ιταλία κατέρρευσεν, το δε Συμμαχικόν Στρατηγείον του Καϊρου – που επίστευεν στην πιθανότητα της Τουρκικής βοηθείας – εκ των πραγμάτων διεψεύσθη και θα έπρεπε στο εξής να βασιστή μόνον στις δικές του δυνάμεις για τις επιχειρήσεις του στο Αιγαίον. Δεδομένων λοιπόν όλων αυτών, ο Στρατηγός Ουϊλσων διέταξεν την άμεσον κατάληψιν των νήσων Λέρου, Κώ και Σάμου, διαβλέπων μίαν ευνοϊκήν συγκυρίαν στο εκεί υπεράριθμον των Ιταλικών Φρουρών, έναντι των Γερμανικών. Τότε, πολλές Ιταλικές μονάδες εστασίαζαν ή παρεδίδοντο και επικρατούσε μία γενική ανωμαλία στις φρουρές κατοχής που αποσπούσε την προσοχήν των Γερμανικών δυνάμεων.

Παρά ταύτα, στο σχέδιον Ουϊλσων αντέδρασεν ζωηρώς η Ναυτική ηγεσία, καθώς οι στόχοι του ήσαν εκτός ακτίνος δράσεως των συμμαχικών καταδιωκτικών Α/Φ και τα πολεμικά πλοία θα ήναγκάζοντο να επιχειρήσουν άνευ καλύψεως σε μία περιοχή πλήρους από αέρος κυριαρχίας του εχθρού. Η ανησυχία της Ναυτικής ηγεσίας δεν διεψεύσθη, αφού σ’ ένα διάστημα μόλις 2 μηνών εβυθίσθησαν 6 Α/Τ, μεταξύ των οποίων και το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, δυστυχώς με βαρειές απώλειες. Επίσης, υπέστησαν σοβαρές ζημίες 4 καταδρομικά και 3 Α/Τ, μεταξύ των οποίων και ο ΑΔΡΙΑΣ.

Το σήμα βύθισης του Α/Τ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ.

Ούτως έχόντων των πραγμάτων, την 20ην Οκτωβρίου 1943 ο ΑΔΡΙΑΣ κατέπλευσεν στην Αλεξάνδρειαν. Εκεί αμέσως παρεβάλαν φορτιγίδες και ήρχισεν φόρτωσις πυρομαχικών και άλλων υλικών, όπως π.χ. συρματοπλεγμάτων, προφανώς για τον ανεφοδιασμόν Αγγλικών χερσαίων δυνάμεων που συμμετείχαν στην εν εξελίξει επιχείρησιν καταλήψεως των νήσων που προανέφερα. Παρ’ όλον που δεν είχαμε ακόμη επισήμως ενημερωθεί, όλο το πλήρωμα του ΑΔΡΙΑ είχεν αντιληφθεί ότι η επόμένη αποστολή μας θα ήταν στα Δωδεκάνησα, εκεί όπου προ ολίγων ημερών χάθηκε το Α/Τ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ.

Τα χαράματα της 21ης Οκτωβρίου, τέσσαρα Α/Τ, δηλαδή τα Α/Τ Στόλου ΤΖΕΡΒΙΣ και ΠΑΘΦΑΪΝΤΕΡ και τα Α/Τ/ Συνοδείας ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ και ΑΔΡΙΑΣ, απέπλευσαν από την Αλεξάνδρεια. Επί του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ επέβαινε ο Άγγλος Διοικητής του 22ου Στολίσκου Α/Τ, στον οποίον ανήκε ο ΑΔΡΙΑΣ. Ο Κυβερνήτης εκάλεσεν τους Αξιωματικούς για να τους ενημερώσει σχετικώς με το σχέδιον ενεργείας, που είχεν ως εξής:

Η πρώτη ομάς – με τα δύο Α/Τ Στόλου – θα επιχειρούσε να εισέλθη στον όρμον Λάκη της Λέρου, για να εφοδιάση την εκεί Αγγλικήν Φρουράν. Για να προσελκύσουν την προσοχήν του εχθρού μακρυά από την ενέργειαν αυτήν, τα άλλα δύο Α/Τ θα εξετέλουν παραπλανητικήν επιχείρησιν στην Κάλυμνον. Την επομένη νύκτα θα αντηλλάσσοντο οι ρόλοι, οπότε τα δύο Α/Τ Συνοδείας θα απεβίβαζαν τα δικά τους εφόδια στη Λέρο, ενώ η πρώτη ομάς θα ανελάμβανεν την παραπλάνησιν του εχθρού.

Με το σκότος της νυκτός της 21ης Οκτωβρίου είχαμε πλέον καταπλεύσει στην περιοχή των Δωδεκανήσων και οι δύο ομάδες απεχωρίσθησαν, η μεν πρώτη με κατεύθυνσιν προς Λέρον, η δε δευτέρα – με τον ΑΔΡΙΑ – προς τον όρμον του Βαθέως Καλύμνου. Οι πληροφορίες μας ανέφερον ότι στον όρμον αυτόν ήσαν 4 εμπορικά πλοία, που θα έπρεπε να βυθίσωμεν. Επί μιάμισυ ώρα ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ και ΑΔΡΙΑΣ ηρεύνουν την περιοχή με τους μεγάλους προβολείς τους αναμμένους, αλλά δεν ευρέθη τίποτε και ούτε υπήρξεν αντίδρασις εκ μέρους του εχθρού.

Περί την 3ην πρωϊνήν ώραν ο Διοικητής μας απεφάσισεν ν’ αποσυρθούμε και να κινηθούμε προς το προκαθορισμένον σημείον συναντήσεως με την πρώτη ομάδα. Τότε ακριβώς είδαμε φώτα στο αεροδρόμιον της Κώ, πράγμα που εσήμαινεν απογείωσιν Α/Φ και επικείμενην αεροπορικήν επίθεσιν. Σχεδόν αμέσως ηκολούθησεν βόμβος Α/Φ και το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ εδέχθη την πρώτην επίθεσιν. Εν συνεχεία, η συμπάθεια των αεροπόρων επεκεντρώθη στον ΑΔΡΙΑ και μιά δέσμη βομβών περιέβαλεν το πλοίον μας. Στήλαι θαλασσίου ύδατος κατέπεσαν στην πρώραν μας, αλλά καμμία άλλη ζημία δεν υπέστημεν πλην τριών ελαφρώς τραυματιών που επλήγησαν από το βάρος της πτώσεως του ύδατος.

Επί 30 λεπτά βομβαρδιζόμεθα αδιακόπως από αέρος, μαζί και με πυροβολισμούς, ευτυχώς όμως άνευ αποτελέσματος. Πλέοντες με ελιγμούς δεξιά και αριστερά καταφέραμε να δυσχεράνωμεν κατά πολύ την σκόπευσιν των αεροπόρων, αλλά στην ασφαλή διαφυγήν μας συνέβαλεν πολύ η φαεινή ιδέα του Διοικητού μας να ρίψη στην θάλασσαν έναν καπνογόνο κάδο. Εν μέσω νυκτός οι Γερμανοί πιλότοι εύλογα θεώρησαν ότι ο καπνός προήρχετο από βληθέν πλοίον και ήρχισαν να επιτίθενται λυσσωδώς κατά του κάδου, με αποτέλεσμα ν’ απωλέσουν εμάς.

Διαφυγόντες λοιπόν ασφαλώς από εκεί, λίγο αργότερα συνηντήθημεν με τ’ άλλα δύο Α/Τ και με το φως της ημέρας αγκυροβολήσαμεν στο εσωτερικόν του όρμου της ομάδος νήσων ΓΕΝΤΙ ΑΤΑΛΑ, όπου παρεμείναμεν όλην την ημέραν χωρίς ενοχλήσεις από Γερμανούς ή Τούρκους. Μετά από μιά τέτοιαν ολονύκτιον διασκέδασιν, ήταν λογικόν να επιζητηθή ολίγος χρόνος αναπαύσεως.

Το ηθικόν του πληρώματος ήταν άριστο και οι άνδρες ενεθυμήθησαν το παλαιό τραγούδι: “Δεν ξαναπάω στην Κάλυμνο”, που ετραγουδούσαν όμως σε παράφρασιν με τα λόγια: “Άλλη μια βραδυά στην Κάλυμνο”. Αυτό γιατί λόγω εχθρικής πιέσεως η πρώτη ομάς δεν είχεν καταφέρει να εισέλθη στη Λέρο την προηγούμενη νύκτα και η επιχείρησις θα έπρεπε οπωσδήποτε να επαναληφθή εξ αρχής. Τα πυρομαχικά της Αγγλικής Φρουράς της Λέρου εξηντλούντο και έπρεπε πάσει θυσία εκείνην την νύκτα να εφοδιασθούν επιτυχώς.

Εχθρικά αεροδρόμια στο νοτιο-ανατολικό Αιγαίο.

Ο Διοικητής εσήμανε τις προθέσεις του, που συνίσταντο στο αναμενόμενον ότι εμείς θα εκινούμεθα πάλι στην περιοχήν της Καλύμνου – επαληθεύοντας το τραγούδι των ναυτών μας – και μάλιστα αυτή τη φορά θα έπρεπε να προκαλέσουμε ακόμη περισσότερον θόρυβον, ώστε να προσελκύσωμεν την προσοχήν του εχθρού καθ’ ολοκληρίαν. Στο σήμα αυτό ο Κυβερνήτης μας απήντησεν προς τον Άγγλον Διοικητήν να μην ανησυχή διόλου όσον αφορά την παραγωγή θορύβου, γιατί αν είναι κάτι για το οποίον φημιζόμεθα εμείς οι Έλληνες είναι ότι είμεθα θορυβώδεις.

Πρό του απόπλου εκλήθησαν οι αξιωματικοί του ΑΔΡΙΑ. Ο Κυβερνήτης έδωσεν τις τελευταίες του οδηγίες και αποχωρών μας είπε: “Κύριοι, σας εξήγησα ότι έχουμε ν’ αντιμετωπίσωμεν εχθρικά πλοία, Τ/Κ, αεροπλάνα, πυροβολεία και ναρκοπέδια. Ειλικρινώς λυπούμαι που δεν έχω να σας προσφέρω τίποτε περισσότερον”.

Με την δύσιν του ηλίου απεπλεύσαμεν και στις 22:00 ακριβώς θα ήρχιζε η διαδικασία της δημιουργίας θορύβου με βομβαρδισμούς άνευ στόχου, ρίψεις βομβών βυθού, κλπ. Όμως ο ΑΔΡΙΑΣ δεν επρόλαβεν, γιατί στις 21:56 ακριβώς και καθώς έπλεεν προς την αποστολήν του, συνεκλονίσθη από ισχυροτάτην διπλήν δόνησην. Μέσα σε ολίγα δευτερόλεπτα πραγματικής φρίκης η πρώρα του πλοίου μας απεκόπη πλήρως και ο πρώτος πύργος των πυροβόλων εξετινάχθη, προσκρούοντας βιαίως επί της γεφύρας. Παντού υπήρχαν πολλοί νεκροί και τραυματίαι, μερικοί δε εξ αυτών σε θανάσιμο εναγκαλισμό με παραμορφωμένα ελάσματα.

Σύντομα αντελήφθημεν ότι επρόκειτο περί νάρκης. Ο Κυβερνήτης, παρά τον καταιγισμό καταπιπτόντων ελασμάτων και την πρόσκρουσιν των δυο πυροβόλων του εκτιναχθέντος πύργου επι της ανοικτής γεφύρας, είχεν εκ θαύματος τραυματισθεί μάλλον ελαφρώς και μετεκινήθη ταχέως στην πρυμναίαν θέσιν διευθύνσεως. Επί του πλοίου επεκράτη απόλυτος σιγή, καθώς όλοι συνειδητοποιούσαν ότι τα πάντα εξηρτώντο από την ταχεία και ακριβή εκτέλεσιν διαταγών που θα έπρεπε να ηκούγοντο ευκρινώς. Όταν όμως η ησυχία διεκόπη από κάποια αναπόφευκτα βογγητά πόνου, ο Κυβερνήτης ανεφώνησεν: “Μην ξεχνάτε ότι είσθε Έλληνες!” και οι δυστυχείς τραυματίαι ηρωϊκώς εσίγησαν.

Εκείνην την στιγμήν ο οπτήρ αναφέρει Τ/Κ δεξιά! Αμέσως δίδεται η διαταγή στον πρυμναίο πύργο “έτοιμοι δια βολήν” και διαβιβάζεται η αναφορά του οπτήρος στο ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, που αμέσως κινείται προς τον στόχον. Δεν επρόκειτο όμως περί Τ/Κ, αλλά περί του μόλις επιπλέοντος τμήματος της αποκοπείσας πρώρας του ΑΔΡΙΑ. Εάν αντί της διαταγής “έτοιμοι δια βολήν” είχε δοθεί “αρχίσατε πυρ”, τότε θα είχε συμβή το πρωτοφανές στα παγκόσμια ναυτικά χρονικά φαινόμενο τα πρυμναία πυροβόλα να βυθίσουν την πρώραν του ιδίου πλοίου.

Με την ισχυροτάτην έκρηξιν της προσκρούσεως στην νάρκη εξετινάχθησαν στην θάλασσαν και τρεις ναύται μας, εκ των οποίων περισυνελέγησαν μόνον οι δύο και εν συνεχεία ερρίφθησαν μία σχεδία και σωσίβια για τυχόν άλλους εκτιναχθέντας. Στην περιπέτειαν του τρίτου – ο οποίος δεν περισυνελέγη – θα αναφερθώ παρακάτω.

Ο Διοικητής επί του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ είδεν αμέσως την κακήν κατάστασιν του πλοίου μας και εσήμανε δύο φοράς: “παραβάλω δια να παραλάβω το προσωπικόν και εν συνεχεία το πλοίον θα βυθισθή”. Το σήμα όμως που έλαβεν από τον ΑΔΡΙΑ ήταν: “Να παραλάβετε τους τραυματίες, το πλοίο δεν θα βυθισθή, θα πλεύση προς τα Τουρκικά παράλια”. Τότε, καθώς το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ εκινείτο προς τον ΑΔΡΙΑ για να παραβάλη, μία εκτυφλωτική λάμψις εφάνη προς το μέρος του και ύστερα από έναν ανατριχιαστικό συριγμό – κάτι σαν να ξεφυσούσε ένα τεράστιο κήτος – ήρθε να μας συγκλονίση μία εκκωφαντική έκρηξις. Το ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ είχεν ανατιναχθεί και στην συνέχεια βυθισθεί σχεδόν αύτανδρο…Προφανώς είμεθα παγιδευμένοι μέσα σε ναρκοπέδιον.

Το αντιτορπιλικό συνοδείας HMS Hurworth αποπλέει από το λιμάνι της Αλεξανδρείας.

Με μεγάλον κίνδυνο προσκρούσεως και σ’ άλλην νάρκην, ο κολοβός από πρώρας ΑΔΡΙΑΣ εκινήθη με μεγάλη δυσκολία προς το σημείον ανατινάξεως του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, για την περισυλλογή τυχόν επιζώντων. Όμως, συντόμως κατέστη αδύνατον να παραμείνωμεν άλλο στην περιοχήν, καθώς το πλοίον ελάμβανε μεγάλην κλίσιν προς τα δεξιά και η πλοήγησις του ήταν άκρως δυσχερής λόγω παραμορφώσεως ελασμάτων στο πρωραίον τμήμα του. Βεβαίως, πάλι ερρίφθησαν σχεδίαι και σωσίβια για τους Άγγλους ναυαγούς, εάν υπήρχαν.

Προσκλητήριο νεκρών του HMS Hurworth, από το πλήρωμα του ομώνυμου πλοίου, στο Ναυτικό Μνημείο του Southsea.

Καθώς απομακρυνόμεθα η κατάστασις του πλοίου μας ολοένα επεδεινούτο, με τα ύδατα να εισρέουν ζωντανά από το χάσμα που είχε δημιουργηθεί από την αποκοπήν της πρώρας. Η μόνη φρακτή που αντιστέκετο ήταν του λεβητοστασίου, η οποία εάν υπεχώρει τα ύδατα θα κατέκλυζαν το λεβητοστάσιον και θ’ ανετινάσσοντο οι λέβητες. Ο ΑΔΡΙΑΣ έπρεπε να πλεύση τάχιστα προς τα Τουρκικά παράλια, για να προσαράξη. Πού όμως;

Με την έκρηξιν, το γραφείον χαρτών διελύθη και χάρτες δεν υπήρχον. Επίσης η γυροσκοπική πυξίς είχεν καταστραφεί, οι μαγνητικές πυξίδες είχαν διαλυθεί, ακόμη και η μικρή επιλέμβιος πυξίς στην πρυμναίαν θέσιν διευθύνσεως είχε κατακερματιστεί. Ευτυχώς ήταν μία νύκτα σκοτεινή και έναστρος, οπότε δίδοντας μίαν απόκλισιν πορείας 90 μοιρών από του Πολικού Αστέρος εκινήθημεν με μικράν ταχύτηταν Ανατολικώς.

Αναγκαστικώς η διεύθυνσις του πλοίου εγένετο μόνον με τις μηχανές του, οπότε αυτό εκινείτο με σαρωτικούς ελιγμούς δεξιά και αριστερά, πράγμα που ενίσχυεν ανησυχητικώς την πιθανότητα να προσκρούσωμεν και σε άλλην νάρκην. Καθώς επλέαμε εναγωνίως προς την ακτήν ελπίζοντες στην ταχείαν εξεύρεσιν ασφαλούς σημείου προσαράξεως, η κλίσις του πλοίου ηύξανε με άμεσον πλέον τον κίνδυνον ανατροπής.

Μέσα στο βαθύ σκότος της νυκτός εκείνης, αίφνης παρετηρήθησαν – ως πυγολαμπίδες – κάποια μικρά φωτάκια που υπεδείκνυαν ίσως κάποιο ψαροχώρι όπου μάλλον θα υπήρχεν ομαλός αιγιαλός. Ο ΑΔΡΙΑΣ αμέσως κατευθύνθη προς τα φωτάκια αυτά και παρ’ όλο που κανείς μας δεν εγνώριζε πού ευρισκόμεθα, τελικώς προσηράξαμεν σε ομαλό αιγιαλό την πρωϊαν της 23ης Οκτωβρίου – 1:10 για την ακρίβειαν – και το πλοίον προσωρινώς εσώθη.

Όμως, ο βαρύτατα τραυματισμένος ΑΔΡΙΑΣ δεν θα εσώζετο εάν άπαντες οι μη τραυματίες και οι ελαφρώς τραυματισμένοι δεν ελειτούργουν με εντυπωσιακήν εντέλειαν και μίαν ψυχραιμίαν, σχεδόν σαν να ήταν απλό γυμνάσιο. Τα παρακάτω δύο μικρά παραδείγματα δίδουν μίαν πραγματικήν αίσθησιν αυτών που λέγω. Το ένα ήταν το επισκευαστικό θαύμα που επέτυχεν κάτω από φοβερήν πίεσιν το άγημα αντιμετωπίσεως βλαβών, με την στερέωσιν και στεγανοποίησιν της φρακτής του λεβητοστασίου. Το άλλο αφορά την εμμονή στο καθήκον του διόπου ηλεκτρολόγου υπηρεσίας. Ο άνδρας αυτός παρέμεινεν στο ηλεκτροστάσιον μέχρις ότου τα ύδατα έφθασαν στο στόμα του και έτσι το πλοίον μας δεν εστερήθη ηλεκτρικού ρεύματος μέχρι της προσαράξεως του. Μόνον τότε ο αξιοθαύμαστος αυτός δίοπος εγκατέλειψε την υγράν θέσιν του.

Κυρίες και Κύριοι,

Από το σημείον αυτό ας μου επιτρέψετε ν’ αρχίσω με τον αφορισμόν “από Θεού άρξασθαι”. Η απίστευτος συρροή ευνοϊκών συγκυριών που επηκολούθησαν δεν πιστεύω ότι ήσαν απλώς τυχαίαι και η συνέχεια της διηγήσεως μου θα σας επιβεβαιώση του λόγου μου το αληθές.

Κατόπιν λοιπόν μιάς αγωνιώδους νύκτας, το πλοίο δυσκυβέρνητο και έτοιμο ν’ ανατραπή, επλεύσαμε σχεδόν στα τυφλά μέσα από ναρκοπέδιο και βρεθήκαμε προσηραγμένοι σε ομαλό αιγιαλό. Είμεθα μεν για την ώρα σώοι, αλλά χωρίς ναυτιλιακά βοηθήματα – όπως προανέφερα – η ακριβής θέσις μας ήταν άγνωστος και υπήρχε πολύ μεγάλη πιθανότης να είμεθα τραγικώς καθηλωμένοι στην παραλία μίας εκ των πολλών Γερμανοκρατούμενων νήσων της περιοχής. Ευτυχώς η πρόσθετος αυτή αγωνία δεν εκράτησεν πολύ, καθώς σύντομα ήρχισαν να συγκεντρώνωνται κάτοικοι στην ακτήν και με ανακούφισιν διεπιστώσαμεν ότι ωμιλούσαν Τουρκικά. Δεν γνωρίζω άν ήταν θαύμα, πάντως είμασταν επί ουδετέρου Τουρκικού εδάφους.

Ένας από τους ναύτες μας ωμιλούσε Τουρκικά και έτσι έγινε η πρώτη επικοινωνία μας με τους ντόπιους. Επληροφορήθημεν ότι ευρισκόμεθα στο χωριό ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ και μόλις δύο ώρας οδικώς από την πλησιεστέραν επαρχιακήν πόλιν, δηλαδή το ΜΠΟΝΤΡΟΥΜ ή για μας την αρχαία Αλικαρνασσό. Επίσης για την ιστορία, το ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ ευρίσκεται στην θέσιν της αρχαίας ΜΥΝΔΟΥ, γνωστής μέχρι και τούς Βυζαντινούς χρόνους για τα πλούσια μεταλλεία αργύρου που είχε, εξ ού και το όνομα του χωριού που σημαίνει στα Τουρκικά ΑΣΗΜΟΛΙΜΑΝΟ.

Καθώς η επαφή μας με τους ντόπιους προόδευε, σύντομα ανεκαλύψαμεν ότι πολλοί ωμιλούσαν καλά Ελληνικά και ήταν ιδιαιτέρως φιλικοί. Ήταν Τουρκοκρήτες που ευρέθησαν εκεί ύστερα από την τραγικήν ανταλλαγήν πληθυσμών που επηκολούθησε της Μικρασιατικής Καταστροφής του ’22. Αυτοί οι άνθρωποι, για όσους δεν γνωρίζουν, έτρεφαν μεγάλην συμπάθειαν προς τους Έλληνες και ενοσταλγούσαν πολύ την πατρίδα τους, δηλαδή την Κρήτην. Με μεγάλην προθυμίαν μας είπαν πολλά και χρήσιμα και έτσι εμάθαμεν ότι υπήρχεν Άγγλος Προξενικός υπάλληλος στο ΜΠΟΝΤΡΟΥΜ, με τον οποίον βεβαίως άμεσα επικοινωνήσαμεν τηλεφωνικώς. Αυτός μας επληροφόρησεν ότι στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ ευρίσκετο Έλλην έφεδρος αξιωματικός που υπηρετούσε ως Άγγλος πράκτωρ.

Επί του πλοίου, από την στιγμήν της προσαράξεως όλοι οι εκτός υπηρεσίας άνδρες, με επικεφαλής τον Ύπαρχον και τους Αξιωματικούς, είχαν επιληφθεί του δυσκόλου και ανατριχιαστικού έργου απεγκλωβισμού των τραυματιών που είχαν την ατυχίαν να ευρεθούν παγιδευμένοι ανάμεσα σε μάζες παραμορφωμένων ελασμάτων. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, γιατί ούτε εγώ αντέχω να τις φέρω στο μυαλό μου ξανά, αρκεί όμως να σας πώ ότι δυστυχώς υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις όπου ο απεγκλωβισμός δεν κατέστη δυνατός. Επίσης, το ιατρείον και το φαρμακείον του πλοίου είχαν πλήρως καταστραφεί και έτσι ο ιατρός μας, μαζί με έναν νοσοκόμον και μερικούς αυτόκλητους ναύτες-νοσοκόμους, ηναγκάσθη να εκτελέση σειράν από επείγουσας επεμβάσεις και ακρωτηριασμούς σ’ ένα πρόχειρο χειρουργείον και δυστυχώς άνευ ναρκώσεως. Φαντασθείτε, το μόνον αντισηπτικόν που υπήρχε ήσαν κάποιες κολώνιες ξυρίσματος.

Καθ’ ον χρόνον εκείνη την νύκτα ο Κυβερνήτης επεσκέπτετο τους τραυματίες, έτυχεν η στιγμή όπου ο ιατρός ετοιμάζετο ν’ ακρωτηριάση το χέρι ενός Υπαξιωματικού Μηχανικού. Όταν ησθάνθη την ανάγκην να ενθαρρύνη τον εν λόγω Μηχανικόν, αυτός αμέσως του απήντησεν: “Τόσοι νεκροί Κύριε Κυβερνήτα, τι είναι ένα χέρι γιά την πατρίδα”.

Εν μέσω όλων αυτών, ήρθεν και κάποια στιγμή το φώς της ημέρας. Ενωρίς εκείνην την πρωϊαν μας επεσκέφθη ο ΧΑΣΑΝ ΜΠΕΗΣ, ο οποίος δεν ήταν άλλος παρά ο Έλλην συμμαχικός πράκτωρ. Μέσω αυτού απεκατεστάθη η επικοινωνία μας με την Αλεξάνδρειαν, όπου αμέσως αναφέραμεν την τραγικήν απώλειαν του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ, την ακριβήν θέσιν του ναρκοπεδίου και την δικήν μας τύχην.

Ύστερα από μίαν τόσον δραματικήν νύκτα και παρά το αντίξοον της όλης καταστάσεως στην οποίαν ευρισκόμεθα, η λειτουργία επί του πλοίου μας έμοιαζεν εκπληκτικώς με μίαν κανονικήν εν όρμω υπηρεσίαν. Ακόμη και σήμερα διερωτώμαι για αυτήν την απίστευτον ψυχραιμίαν που επεκράτει μέσα σε τόσο δύσκολες, τραγικές, αλλά και πολύ αβέβαιες συνθήκες.

Επίσης, καθώς ανακαλώ όλα αυτά τα γεγονότα ξανά στην μνήμη μου για να σας τα αφηγηθώ, εξακολουθώ να εκπλήσσωμαι για το πόση καλή τύχην είχαμε μέσα στην φοβερήν μας ατυχίαν. Από το σημείον της προσκρούσεως στην νάρκην επετύχαμε το σχεδόν ακατόρθωτο να διανύσωμεν 16 ναυτικά μίλια και να προσαράξωμεν, εντελώς συμπτωματικώς, στην πλέον ιδανικήν – δια τα τότε δεδομένα – ακτήν. Όχι μόνον δεν επέσαμε επάνω σε μία από τις παραπλήσιες υπό Γερμανικήν κατοχήν νήσους, αλλά στο “μέσον του πουθενά” όπου ευρέθημεν έτυχε να υπήρχουν ένας Έλληνας συμμαχικός πράκτωρ και Ελληνόφωνοι κάτοικοι που ήσαν πρόθυμοι να μας βοηθήσουν. Τέλος, εξ ίσου θαυμαστόν είναι το γεγονός ότι παρ’ όλες τις πολλές και σοβαρές ιατρικές επεμβάσεις που έγιναν χωρίς στοιχειώδη ιατρικά εφόδια, ούτε ένας τραυματίας μας δεν υπέφερεν την παραμικράν επιπλοκήν. Ήσαν όλα αυτά τυχαία; Και έπεται συνέχεια…

Αργότερον την ιδίαν ημέραν μας επεσκέφθη Τούρκος Υπολοχαγός, ο οποίος μας ανέφερεν ότι εάν εντός 24 ωρών δεν αποπλεύσομεν, συμφώνως προς το Διεθνές Δίκαιον το πλοίον θα παροπλισθή. Ο Κυβερνήτης μας του απήντησεν ότι κατα το αυτόν Δίκαιον θα πρέπει να αποπλεύσωμεν όταν το πλοίον καταστή πλόϊμον. Βεβαίως η δήλωσις του αυτή δεν ήτο απολύτως ακριβής, αλλά διεμήνυεν υπαινικτικώς ότι οιαδήποτε κίνησις παροπλισμού εκ μέρους των Τούρκων θ’ αντιμετωπίζετο δι’ όλων των μέσων που διέθετεν ακόμη το πλοίον.

Η ουδετερότης της Τουρκίας και οι λεπτές γραμμές νομιμότητος της παρουσίας μας εκεί είναι μία ολόκληρος ιστορία στην οποίαν δεν θα εισέλθω για την οικονομίαν του χρόνου. Ίσως κάποιοι δισταγμοί των τοπικών αρχών, προερχόμενοι από τις πολυσύνθετες διακρατικές σχέσεις της Τουρκίας με τις εμπλεκόμενες δυνάμεις, να ήταν αυτό που μας εχάρισε τον πολύτιμον χρόνον που τελικώς απολαύσαμε με σχετικήν ηρεμίαν στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ. Βεβαίως η πίεσις των αρχών για να φύγουμε δεν ήταν ποτέ πολύ μακρυά, ενώ παράλληλα ο εχθρός – με την γνωστήν Γερμανικήν του συνέπειαν – μας έστελνε καθημερινώς το αναγνωριστικόν Α/Φ του, στις 12:00 και στις 16:00 ακριβώς. Έτσι επιβεβαίωνε την θέσιν μας, καθώς μας “περίμενε στη γωνία” μόλις τολμήσουμε να εγκαταλείψουμε την ουδέτερη αγκαλιά του όρμου. Μία περίεργη και δυσάρεστη αίσθηση οπωσδήποτε…

Ο όρμος Gümüslük σήμερα.

Την επομένην της προσαράξεως ενοικιάσαμεν έναν μικρόν χώρον στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ, όπου έγινεν η ταφή των νεκρών μας σε κοινόν τάφον και με λεπτομερές σχέδιον ταφής για την μελλοντικήν αναγνώρισιν των οστών. Επίσης απεδόθησαν όλες οι τιμές, με τους γνωστούς ναυτικούς συριγμούς και την ανάγνωσιν του προσκλητηρίου νεκρών.

Όλων οι καρδιές ήσαν σφιγμένες από το πένθος, αλλά καθώς ο πόλεμος χαρακτηρίζεται από έναν καταιγισμό αντικρουωμένων συγκινήσεων και συναισθημάτων, αργότερα την ιδίαν ημέραν ήρθαν και κάποιες ευχάριστες εκπλήξεις για να μας απαλύνουν τον ψυχικόν μας φόρτον. Είδαμε την βενζινάκατον του ΧΑΙΡΓΟΥΩΡΘ να μας πλευρίζη με επιζώντες και στη συνέχεια, ένα καϊκι να μας φέρνη σώους τον τραυματία Άγγλον Διοικητήν και τον τρίτον ναύτη μας που δεν είχεν περισυλλεγεί την νύκταν της προσκρούσεως.

Καθώς ενωρίτερον σας υπεσχέθην την αφήγησιν της περιπέτειας του, ο ναύτης αυτός περιπλανόμενος εν μέσω σκότους με μίαν σχεδίαν, είχεν εντοπίσει τον τραυματία Διοικητήν και τον είχε μεταφέρει σώον στην παραλία κάποιας νησίδος, όπου όμως συνετρίβη η σχεδία. Έτσι ηναγκάσθη να τον αφήσει προσωρινώς εκεί. Στην συνέχειαν εκολύμβησεν μόνος όλην την νύκτα και σχεδόν όλην την επομένην ημέραν από ακτής σε ακτήν γιά να εξεύρη βοήθειαν. Ύστερα από πολλές απογοητεύσεις ανάμεσα στις ερημικές βραχονησίδες της περιοχής, επι τέλους συνήντησε ένα Ελληνικό καϊκι που προσεφέρθη να τον βοηθήση με την κάλυψιν της νυκτός. Όταν ήρθεν το σκότος, τότε ο ναύτης μας ωδήγησεν το καϊκι στο σημείον όπου ο Διοικητής – με σοβαρά κατάγματα στην σπονδυλικήν στήλην – ανέμενε στωϊκώς επί 44 ώρες. Μία συγκινητική ιστορία ανθρωπιάς, αλλά και ένας πραγματικός κολυμβητικός άθλος…

Επανερχόμενος στην τρέχουσαν αφήγησιν, ο Κυβερνήτης διέταξεν τους Αξιωματικούς, μ’ επικεφαλής τον Πρώτον Μηχανικόν, να εκπονήσουν σχέδιον επισκευών που θα καθιστούσε τον ΑΔΡΙΑ και πάλιν πλόϊμον. Εντός ολίγων ημερών το σχέδιον είχεν καταρτιστεί και απεστάλη – μέσω ΧΑΣΑΝ ΜΠΕΗ – στην Αλεξάνδρειαν, προς τελικήν έγκρισιν. Όταν ήρθε η έγκρισις, ο Κυβερνήτης ενήργησε δραστηρίως μέσω του Άγγλου Ναυτικού Ακολούθου που ευρίσκετο στην Σμύρνη και επετεύχθη η διάθεσις ενός ναυαγοσωστικού πλοίου. Εδώ πρέπει να διακόψω πάλι τον ειρμόν και να σας πώ δύο λόγια για τις κύριες ζημίες του πλοίου, μαζί με μία ακόμη μικρή ανθρώπινη ιστορία ανεκδοτικώς, σαν πινελιά της εποχής εκείνης.

Το πλοίον λοιπόν, εκτός από τις συνέπειες της αποκοπής της πρώρας του, είχε και ένα σοβαρό πρόβλημα με τα πυροβόλα του πρωραίου πύργου που είχαν εκτιναχθεί όρθια και κυριολεκτικώς εφάπτοντο επί της γεφύρας.

Η γέφυρα του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ μετά την πρόσκρουση (Αρχείο Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος).

Εκτός λοιπόν από την στεγανοποίησιν και την ενίσχυσιν που θα έπρεπε να γίνει στο χάσμα του πρωραίου μέρους – μαζί με ένα εκτενές “μάζεμα” παραμορφωμένων ελασμάτων – θα έπρεπε επίσης να ευρεθή λύσις για τους 22 τόνους των δύο πυροβόλων μετά της βάσεως των, που όρθια σε μεγάλο ύψος συνέβαλαν πολύ στην αστάθειαν του πλοίου.

Καθώς λοιπόν εμελετάτο η όλη κατάστασις, εναυλώθη ένα καϊκι για να μεταφέρη τους Πρώτον Μηχανικόν, Αξιωματικόν Πυροβολικού και Άγγλον Σύνδεσμον του ΑΔΡΙΑ στην Σμύρνη, για να συζητήσουν τις λεπτομέριες της επισκευής με τον εκεί Άγγλον Ναυτικόν Ακόλουθον και έναν επίσης Άγγλον ναυπηγόν.

Όμως, καθ’ ον χρόνον έπλεαν προς την Σμύρνην το καϊκι εβλήθη από Τουρκικό φυλάκιο και παρεδόθη, με αποτέλεσμα η φρουρά να συλλάβη τους τρείς αξιωματικούς του ΑΔΡΙΑ και να τους παραδώση στην τοπική Χωροφυλακή. Εκεί ερρίφθησαν σ’ ένα βρωμερότατο κελί όπου οι χωροφύλακες τους συμπεριεφέρθησαν βαναύσως και τους αφήρεσαν και όλα τους τα τιμαλφή. Μπορείτε μόνοι σας να φαντασθήτε τις συνθήκες που επικρατούσαν σε μία Τουρκική φυλακή το 1943. Ευτυχώς, σε μερικές ημέρες και ύστερα από περιπεπλεγμένες διαδικασίες και απιθάνους συμπτώσεις, οι τρείς Αξιωματικοί εξηγοράσθησαν μέσω της διπλωματικής οδού και συνέχισαν την αποστολήν των στην Σμύρνη και κατόπιν στον ΑΔΡΙΑ.

Όμως το πραγματικόν ενδιαφέρον της ανεκδότου αυτής ιστορίας δεν είναι όλα τα παραπάνω, αλλά το τι συνέβη όταν τελικώς επέστρεψαν με τον ΑΔΡΙΑ στην Αλεξάνδρειαν. Εκεί όλοι μας εφθάσαμεν χωρίς χρήματα, αφού το ταμείο του πλοίου είχεν ακολουθήσει την πρώραν στον βυθόν, μαζί και με το μεγαλύτερο μέρος της ενδιαίτησης πληρώματος και Αξιωματικών. Καθώς λοιπόν οι δύο Έλληνες Αξιωματικοί της μικρής ιστορίας μας έπρεπε να πληρώσουν για την αναγκαστικήν διαμονήν τους σε ξενοδοχείο και για να ξανα-αγοράσουν τις στολές που έχασαν όταν βυθίστηκαν οι καμπίνες τους, επήγαν επειγόντως για να εισπράξουν μισθούς από το ανάλογο γραφείο του Ναυαρχείου. Τότε έμαθαν με μεγάλην έκπληξιν ότι ήσαν χρεωμένοι 1000 λίρες έκαστος και αυτό, όταν ο μισθός τους ήταν τότε περίπου 30 λίρες το μήνα. Είχαν προφανώς χρεωθή τα χρήματα της εξαγοράς τους από τους Τούρκους…

Επανέρχομαι στο ΓΚΙΟΥΜΟΥΣΛΟΥΚ…Με την βοήθειαν του ναυαγοσωστικού πλοίου επετεύχθη τελικώς η αποκοπή των περισσοτέρων παραμορφωμένων ελασμάτων, η ενίσχυσις των κρισιμοτέρων αδυνάμων σημείων και ο εγκιβωτισμός του χάσματος του πρωραίου τμήματος μ’ ενισχυμένο τσιμέντο ταχείας πήξεως. Όσο για τα πυροβόλα, άν και παρέμειναν όρθια, καταφέραμεν να τα χαμηλώσωμεν τόσον, ώστε να μειωθή σημαντικώς το πρόβλημα ευσταθείας που προεκάλουν. Ο τρόπος που αυτό επετεύχθη δεν έχει αξίαν ν’ αναφερθή καθώς είναι αρκετά περίπλοκος στην εξήγησιν του. Τέλος, κατεσκευάσθη και ένα μικρόν μνημείον με σταυρόν για την σήμανσιν του κοινού τάφου των νεκρών μας, στην βάσιν του οποίου ανεγράφη:

ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ
Πεσόντες υπέρ πατρίδος εκ του πληρώματος του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ
22α Οκτωβρίου 1943

Το μνημείο του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ στο Λακκί της Λέρου.

[ Συνεχίζεται ]

Ο αντιναυάρχος Κωνσταντίνος Σ. Σωτηρίου (Καβάλα 1918 – Αθήνα 2008) υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις. Μεταξύ άλλων, διετέλεσε κυβερνήτης της κορβέτας ΤΟΜΠΑΖΗΣ (1949), του ζεύγους αντιτορπιλικών ΙΕΡΑΞ και ΠΑΝΘΗΡ (1956-1957), ΚΡΗΤΗ (1967), Διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων (1964-1967), Υπαρχηγός ΓΕΝ (1968-1970). Στις 15.01.1944, τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄Τάξης, “για την εξαιρετικήν ψυχραιμίαν, απτόητον και ατάραχον εμφάνισίν του, αναλαβών με πλήρη ηρεμίαν και ακρίβειαν, αν και τραυματισθείς, την διεύθυνσιν του απομείναντος οπλισμού του Α/Τ ΑΔΡΙΑΣ, κατά την πρόσκρουσιν σε νάρκη στις 22.10.1943”.

Ιωάννης–Χιου Σειραδάκης: Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ιωάννης–Χιου Σειραδάκης

Η επανεκκίνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων συνεχίζεται με αμείωτο ενδιαφέρον, φέρνοντας καθημερινά νέα δεδομένα τα οποία δικαιολογούν απόλυτα ότι η συσκευή αυτή είναι τόσο σημαντική για την εξέλιξη της Τεχνολογίας, όσο και ο Παρθενώνας για την Αρχιτεκτονική. Ήταν μια μικρού μεγέθους, εκπληκτικής τεχνολογίας συσκευή που μπορούσε εύκολα να μεταφερθεί στη ξηρά ή στη θάλασσα. Ανήκει στην κατηγορία των αναλογικών υπολογιστών. Μετέφερε και προσομοίωνε τις θεωρητικές γνώσεις για τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων των αρχαίων Ελλήνων, αναπαράγοντάς τις πιστά και με μεγάλη ακρίβεια. Χρησιμοποιείτο για τον υπολογισμό της θέσης του Ηλίου, της Σελήνης και, πιθανώς, των 5 γνωστών από την αρχαιότητα πλανητών, στον ουρανό. Ας σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν βρεθεί συρμοί γραναζιών για την κίνηση των 5 πλανητών, τα ονόματά τους, όμως, έχουν εντοπισθεί στις επιγραφές. Ο χειριστής ήταν σε θέση να υπολογίσει τις φάσεις της Σελήνης, να προβλέψει εκλείψεις (τόσο του Ηλίου όσο και της Σελήνης) και να προσδιορίσει την ημερομηνία έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων.

Με την αποκωδικοποίηση των λειτουργιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων αναθεωρείται και ξαναγράφεται η ιστορία της Τεχνολογίας. Η μελέτη του μοναδικού αυτού ευρήματος, που χρονολογείται πριν από δύο χιλιετίες, επιβεβαίωσε, όχι μόνο τις λιγοστές μέχρι τώρα γραπτές μαρτυρίες για τις άριστες γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων στις αέναες αλλά δαιδαλώδεις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, αλλά και την ικανότητά τους να εφαρμόζουν τις γνώσεις αυτές σε τεχνολογικές συσκευές, που ακόμα και σήμερα θα δυσκολευόμασταν να κατασκευάσουμε. Η μελέτη των θραυσμάτων, που ανασύρθηκαν από το βυθό της θάλασσας πριν από 100 περίπου χρόνια, έχει δώσει μια νέα διάσταση στο ζήτημα της εξέλιξης της Τεχνολογίας δια μέσου των αιώνων. Για την κατασκευή του πρέπει να συνεργάστηκαν δύο μεγαλοφυΐες: ένας άριστος γνώστης και ερευνητής της επιστήμης της Αστρονομίας και ένας ταλαντούχος τεχνίτης με πολύ καλές γνώσεις Μαθηματικών.

                           Η ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων

Ας δούμε, όμως, πως εξελίχθηκε η ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου και αργότερα ο εντοπισμός και η μελέτη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Τη Μεγάλη Τρίτη του έτους 1900, δηλαδή στις 4 Απριλίου, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που ίσχυε στη χώρα μας μέχρι το 1923,  Συμιακοί σφουγγαράδες, πλέοντες με δύο καΐκια στις συχνά φουρτουνιασμένες θάλασσες ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο, με κατεύθυνση προς τις ακτές της Β. Αφρικής, αναγκάστηκαν να αγκυροβολήσουν στον Ποταμό, το λιμανάκι των Αντικυθήρων (λόγω σφοδρής θαλασσοταραχής). Εκεί, ορμώμενοι είτε από επαγγελματική περιέργεια είτε για να μαζέψουν νηστίσιμα θαλασσινά, βούτηξαν, και σε βάθος 40 – 50 μέτρων, ανακάλυψαν έναν από τους πιο διάσημους θησαυρούς της αρχαιότητας. Προς μεγάλη τους έκπληξη βρέθηκαν μπροστά σε ένα αρχαίο ναυάγιο, διάσπαρτο στο βυθό της θάλασσας σε μήκος τουλάχιστον 40 μέτρων (δηλαδή επρόκειτο για ένα τεράστιο καράβι), με πλούσιο περιεχόμενο. Τέτοια μεγάλα καράβια (ολκάδες) χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για τη μεταφορά σιταριού από την Αίγυπτο προς τα μεγάλα λιμάνια της βορείου Μεσογείου, αλλά και για γενικό εμπόριο και εξυπηρέτηση επιβατών. Ας σημειωθεί ότι ο έμπειρος αρχαιολόγος και δύτης σε ναυάγια της Μεσογείου, Brendan Foley, σε μία διάλεξή του, το σύγκρινε με τον Τιτανικό της εποχής μας!

Σχήμα 1. Η θέση Ποταμός στα Αντικύθηρα

Το Ναυάγιο πρώτος ανακάλυψε ο έμπειρος δύτης Ηλίας Λυκοπάντης (Σχήμα 2), επονομαζόμενος και Σταδιάτης (επειδή καταγόταν από τα Σταδιά της Μ. Ασίας), λίγο έξω από τον Ποταμό.  Για του λόγου το αληθές, απέσπασε και ανέσυρε τον βραχίονα ενός μπρούτζινου αγάλματος. Βούτηξε και ο καπετάνιος, Δημήτριος Κοντός, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη πλήθους μαρμάρινων αγαλμάτων, τα οποία, αναδυόμενος, τα ανέφερε ως Νεράιδες. Η πληροφορία της ανακάλυψης διαβιβάστηκε στην Κυβέρνηση, στην Αθήνα. Ας δούμε, όμως, πιο αναλυτικά την ιστορία της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων.

Σχήμα 2. Ο Ηλίας Λυκοπάντης ή Σταδιάτης, ο οποίος ανακάλυψε το ναυάγιο των Αντικυθήρων .

Υπάρχει σχέση μεταξύ της Κρητικής εξέγερσης του 1897 και της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων;

Η Κρήτη ανακηρύχθηκε επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το 1646. Έκτοτε υπήρξαν πολλές προσπάθειες από τους Κρήτες να ανακτήσουν την ελευθερία τους, ιδίως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας το 1821. Τον Ιανουάριο του 1897 μετά από σκληρά διοικητικά μέτρα και εξοντωτικούς φόρους που επέβαλαν οι οθωμανικές αρχές, ξέσπασε εξέγερση που σύντομα επεκτάθηκε σε όλες υπαίθριες περιοχές του νησιού. Η εξέγερση υποστηρίχθηκε από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία εγκατέστησε ένα οπτικό τηλέγραφο (Goode 1875) μεταξύ της Γραμβούσας στην ΒΔ Κρήτη, τα Αντικύθηρα και τα Κύθηρα. Η Τουρκία εισέβαλε στην Ελλάδα και τελικά ο πόλεμος τελείωσε καταστροφικά για την Ελλάδα, μετά την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Μετά το τέλος του πολέμου, όλος ο στρατός αποσύρθηκε από τα Αντικύθηρα. Για κάποιο λόγο, όμως, παρέμεινε ο χειριστής του οπτικού τηλέγραφου, απολαμβάνοντας τη φτηνή και απλή ζωή του νησιού και το μηνιαίο μισθό του. Ο οπτικός τηλέγραφος ήταν ένα απλό, αλλά αποτελεσματικό μέσο επικοινωνίας για μεγάλες αποστάσεις κατά τα τέλη του 19ου και αρχές του 20ου αιώνα. Η επικοινωνια επιτυγχάνονταν με τη μετάδοση οπτικών παλμών (συνήθως με κωδικοποίηση σημάτων Μορς), χρησιμοποιώντας το ανακλώμενο φως του ήλιου από καθρέφτες. Οι οπτικοί παλμοί παράγονταν είτε με στιγμιαία κλίση του καθρέφτη κατά λίγες μοίρες προς τα πάνω ή προς τα κάτω, είτε με τη χρήση ενός σκίαστρου.

Δέκα ημέρες μετά την ανακάλυψη του ναυαγίου, την Παρασκευή 14 Απριλίου 1900, εορτή της Ζωοδόχου Πηγής, οι κάτοικοι του Καψαλίου (του λιμανιού των Κυθήρων) διαπίστωσαν, προς μεγάλη έκπληξή τους, ότι ο τηλεγραφητής των Αντικυθήρων ζητούσε επείγουσα επικοινωνία. Μετά από λίγο η επικοινωνία αποκαταστάθηκε και διήρκεσε περίπου μία ώρα, κατά την οποία οι κάτοικοι και οι διοικητικές αρχές των Κυθήρων ενημερώθηκαν για την ανακάλυψη του ναυαγίου των Αντικυθήρων με την επίμονη παράκληση να προωθήσουν το μήνυμα στην Αθήνα, πράγμα το οποίο έγινε. Για το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος, βλέπε το Σχήμα 3. Στο Υπουργείο Παιδείας (αρμόδιο για πολιτιστικά θέματα) και στους αρχαιολογικούς κύκλους η ανακοίνωση της ανακάλυψης έφερε κάποια δικαιολογημένη δραστηριότητα, αλλά μετά από διερεύνηση του πρόσφατου βίου και της φήμης του τηλεγραφητή των Αντικυθήρων απορρίφθηκε ως «προϊόν κρασοκατάνυξης»!

Σχήμα 3. Περίληψη του τηλεγραφήματος, όπως δημοσιεύθηκε στην Επιθεώρηση «Ήλιος» το 1950

Υπάρχουν ορισμένες αντιφάσεις στην παραπάνω ανακοίνωση¹. Ωστόσο, πρόκειται για μια ζωντανή περιγραφή της ανακάλυψης του ναυαγίου των Αντικυθήρων. Ο συντάκτης του άρθρου (Λυκούδης, 1950) το οποίο δημοσιεύθηκε στο τεύχος της 9ης Δεκεμβρίου 1950 στην Επιθεώρηση «Ήλιος»,  είναι ο Στυλιανός Λυκούδης (1878-1958), ο οποίος μαζί με τον πατέρα του Εμμανουήλ Λυκούδη (1849 – 1925) παρακολουθούσε, ως νεαρός ναυτικός την ανέλκυση των ευρημάτων  του ναυαγίου των Αντικυθήρων, επί του οπλιταγωγού «Μυκάλη», το 1900 – 1901. Θεωρείται ως ένα συνεπές και αξιόπιστο πρόσωπο. Το 1939 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Σχήμα 4. Εκπρόσωποι της κυβέρνησης, άνδρες του Πολεμικού Ναυτικού και σφουγγαράδες πάνω στο οπλιταγωγό Μυκάλη έξω από τα Αντικύθηρα (Χειμώνας 1900-1901). Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Η οικονομική υποχρέωση να μαζέψουν σφουγγάρια και το καθήκον, επέβαλε τη συνέχιση της πορείας προς τις ακτές της Β. Αφρικής. Σύμφωνα με πληροφορίες από παλαιούς σφουγγαράδες και απογόνους αυτών, η αλιεία σφουγγαριών άρχιζε τον Απρίλιο (όταν ο καιρός βελτιωνόταν) και κρατούσε μέχρι το Φθινόπωρο². Λίγους μήνες αργότερα, επέστρεψαν στο νησί τους, το οποίο, όπως είναι γνωστό, βρισκόταν τότε υπό Οθωμανική κυριαρχία. Ως καλοί  Έλληνες, υπό την παρότρυνση του Συμιακού καθηγητή αρχαιολογίας Αντώνη Οικονόμου και τη συμβουλή της δημογεροντίας, αντιπροσωπία των δυτών υπό τον καπετάνιο Κοντό, επισκέφτηκε το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, στην Αθήνα, τον Υπουργό Παιδείας και Εκκλησιαστικών (υπεύθυνο και για θέματα Πολιτισμού), Σπυρίδωνα Στάη, εξάδελφο του Διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών, Βαλερίου Στάη. Η επίδειξη του βραχίονα και οι αναφορές για τα διάσπαρτα αγάλματα, έπεισε τον Υπουργό ότι επρόκειτο για ένα σημαντικό ναυάγιο.

Σχήμα 5. Ο Φιλόσοφος των Αντικυθήρων. Αριστερά: Αρχαιολογική Εφημερίς-Πρακτικά (1900). Δεξιά: Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, (Κ. Ξενικάκης, 2017).

Μόλις δύο μήνες αργότερα, το Νοέμβριο του 1900, υπερβαίνοντας οποιαδήποτε γραφειοκρατία (κατόρθωμα ζηλευτό ακόμα και στις μέρες μας!), η Εφορεία Αρχαιοτήτων ξεκίνησε μια σειρά συστηματικών ενάλιων ανασκαφών, με τη βοήθεια του οπλιταγωγού Μυκάλη και άλλων βοηθητικών πλοίων, η οποία διήρκεσε μέχρι το Σεπτέμβριο του 1901. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών ανασύρθηκαν σημαντικά ευρήματα πολλά από τα οποία εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών, όπως ο Έφηβος των Αντικυθήρων, ο περίφημος Φιλόσοφος των Αντικυθήρων (Σχήμα 5), κ.α. Ανασύρθηκαν και πολλά άλλα αγάλματα, ορειχάλκινα ή μαρμάρινα, σκεύη διατροφής και διασκέδασης (π.χ. μια μικρή λύρα), αμφορείς, ξύλινα και μολύβδινα τμήματα του πλοίου, κεραμίδες, τμήματα σωλήνων άντλησης υδάτων από το αμπάρι, υάλινα σκεύη, κοσμήματα, κ.α. Λίγο πριν το τέλος των ενάλιων ανασκαφών, ανάμεσα στα ευρήματα που ανασύρθηκαν ήταν και ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων (Σχήμα 6), ο οποίος, διαβρωμένος, σπασμένος και απολιθωμένος πλέον, μετά από 2000 χρόνια στο βυθό της θάλασσας, έμελλε να αλλάξει τη γνώμη πού είχαμε μέχρι σήμερα για τις τεχνολογικές ικανότητες των προγόνων μας. Πιθανώς, όταν ανασύρθηκε έμοιαζε με ένα απολιθωμένο όγκο με πρασινίζοντα δείγματα μπρούτζου (κρατερώματος – κράμα χαλκού και κασσίτερου).

Σχήμα 6. Tα θραύσματα Α, Β και C του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Ο εντοπισμός του Μηχανισμού των Αντικυθήρων στο Αρχαιολογικό Μουσείο

Το Μάϊο 1902, σχεδόν όλες οι Αθηναϊκές εφημερίδες αναφέρονται σε μία σημαντική είδηση: στο ναυάγιο των Αντικυθήρων υπήρχε ένας «χάλκινος» μηχανισμός, με επιγραφές που ανάγονται στον 1ο π.Χ. αιώνα. Πρόκειται για τον εντοπισμό των θραυσμάτων του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Παρακάτω αναπαράγεται το ακριβές κείμενο της εφημερίδας Εστία, 22.5.1902.

Η ΠΛΑΞ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΣ

ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ

Ὁ πρῴην ὑπουργός τῆς Παιδείας κ. Στάης μετά τοῦ ἐφόρου τῶν Ἀρχαιοτήτων τοῦ Μουσείου ἐνῷ περιεργάζοντο το Σάββατον τεμάχια ἐκ τῶν ἀρχαιοτήτων τῶν Ἀντικυθήρων, διέκριναν χάλκινον μηχάνημα καθ’ ὁλοκληρίαν ὅμως ὀξειδωμένον.

Το μηχάνημα τοῦτο, ὡς φαίνεται ἀνάγεται εἰς τους Ῥωμαϊκούς χρόνους, δεν εἶνε δε ἐξηκριβωμένον ἐάν εἶνε ἐξάρτημα τοῦ πλοίου ἢ σκεῦος αὐτοῦ καλλιτεχνικόν.

Ἤδη προκεῖται δι’ ἀντιγραφῆς, διότι ἡ πλαξ φέρει ἀρνητικά ἀποτυπώματα δυσδιάκριτα, ν’ ἀναγνωσθοῦν ἢ ἐρμηνευθοῦν εὐκρινέστερον τα ἐπ’ αὐτῆς γράμματα ὑπό τῶν διαφόρων ἐπιγραφικῶν και ἀρχαιολόγων μας.

Σήμερον ὁ διευθυντής τοῦ Αὐστριακοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου κ. Βίλελμ ἐξήτασεν ἀμφότερα τα τεμάχια, κατώρθωσε δε να διακρίνῃ ἐπί τοῦ μικροτέρου τεμαχίου την ἑξῆς ἐπιγραφήν׃

ἀκτῖνα ἡλίου.

Ἀλλά τοῦτο δεν δύναται νa θεωρηθῇ ὡς ὁριστικόν, θα ἐπακολουθήσουν δe καi ἄλλαι μελέται ἀμφοτέρων τῶν τεμαχίων προς πληρεστέραν ἀνάγνωσιν τῶν γραμμάτων τῶν δύο πλακῶν.

  ΑΛΛΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΙ

Κατά νεωτέρας πληροφορίας τa δύο μετάλλινα τεμάχια τα εὑρεθέντα ἐν τῷ Μουσείῳ εἶνε γνώμονες και αἱ ἐπ’ αὐτῶν ἐπιγραφαι φαίνεται να εἶνε ὁδηγίαι προς χρῆσιν τοῦ ὀργάνου.

Τα γράμματα εἶνε τοῦ Ἀου προ Χριστοῦ αἰῶνος.

Συνεπῶς ἐξ ὅλων τούτων ἐξάγεται ὅτι και το ναυάγιον εἶνε τῆς ἰδίας ἐποχῆς.

Τι είχε συμβεί; Ο τέως (εδώ και λίγες εβδομάδες) Υπουργός Παιδείας και Εκκλησιαστικών, Σπυρίδων Στάης, επισκέφθηκε οικογενειακώς τον εξάδελφό του Βαλέριο και το Μουσείο, για να παρακολουθήσει τις εργασίες αναστήλωσης του θαυμάσιου αγάλματος του Εφήβου των Αντικυθήρων από τον Γάλλο ειδικό André. Ο Γάλλος είχε ζητήσει από τους συντηρητές να προσκομίσουν γύρω από το άγαλμα όλα τα κιβώτια που περιείχαν μπρούτζινα αντικείμενα τα οποία δεν είχαν ακόμα ταυτοποιηθεί. Ο Στάης παρατηρώντας ένα από αυτά τα αντικείμενα εντόπισε γρανάζια και ίσως επιγραφές. Τη σημαντική αυτή παρατήρηση αναπαρήγαγαν οι εφημερίδες της εποχής, όπως φαίνεται παραπάνω.

              Η εξελικτική πορεία της μελέτης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Η ανακάλυψη του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρξε το αντικείμενο πλήθους δημοσιευμάτων σε αρχαιολογικά και άλλα περιοδικά αλλά και σε εκατοντάδες δημοσιεύματα στον ελληνικό (κυρίως) και ξένο τύπο. Από σχετικά πρώιμες και ιδιαιτέρως πρόσφατες μελέτες πολλών ερευνητών, έχουμε σήμερα ασφαλή αντίληψη του τρόπου λειτουργίας και των ενδείξεων που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων.

Το 1903 ο υποπλοίαρχος Περικλής Ρεδιάδης δημοσίευσε ένα εκτενές άρθρο για το Μηχανισμό (Ρεδιάδης 1903). Στο δημοσίευμα αυτό, αλλά και σε άλλα της ίδιας εποχής, ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων περιγράφεται ως αστρονομικό όργανο, ως αστρολάβος και ως όργανο ναυσιπλοΐας.

Λίγο μετά ο Γερμανός φιλόλογος και επιγραφολόγος Albert Rehm μελετά εντατικά το Μηχανισμό. Το σημαντικό αδημοσίευτο έργο του έχει εντοπιστεί στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Βαυαρίας (Albert Rehm 1905)ς και έχει μελετηθεί (Almagest 2016).

Κατά τη δεκαετία του 1930 ο  ναύαρχος Ι. Θεοφανίδης μελέτησε τα θραύσματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Theophanidis 1934) και επιχείρησε την κατασκευή του πρώτου αντιγράφου, το οποίο, δυστυχώς, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει.

Κατά τη δεκαετία του 1970, ο εξερευνητής Jacques-Yves Cousteau συνέβαλε στην ανασκαφή με το βαθυσκάφος του Καλυψώ (Dumas 1976) και ομάδα εκπαιδευμένων δυτών, μεταξύ των οποίων και οι Τοπογράφοι Μηχανικοί (φοιτητές τότε) Λευτέρης Τσαβλίρης και Βασίλης Βιτάλης. Ιδιαίτερα χρήσιμη για τη χρονολόγηση του ναυαγίου ήταν η εύρεση νομισμάτων από την Πέργαμο, κοπής μεταξύ 86 – 67 π.Χ., μερικών αγαλματιδίων και η ανέλκυση ενός μεγάλου ξύλινου τμήματος του καραβιού. Από πρόσφατη μελέτη των επιγραφών και των νομισμάτων (Τσέλεκας 2012) το ναυάγιο χρονολογείται κατά τον 1ο π.Χ. αιώνα. Πάντως, όχι αργότερα από το 60 π.Χ.

Σχήμα 7. Η πορεία του πλοίου και το σημείο του ναυαγίου. Κόκκινη γραμμή: πιθανή πορεία του πλοίου μέχρι το ναυάγιο, Μπλε γραμμή: Η αβέβαιη πορεία του πλοίου μέχρι τον τελικό προορισμό του. Με x σημειώνονται οι πόλεις με αθλητικούς αγώνες που αναφέρονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Στην σπείρα του Μέτωνος (βλέπε παρακάτω) ήταν χαραγμένο ένα πλήρες ημερολόγιο δώδεκα μηνών. Η αριθμητική σύμπτωση του αριθμού των μηνών του ημερολογίου με τους μήνες διαφόρων αρχαίων ελληνικών πόλεων, είναι ανάλογη του μεγέθους των τετραγωνιδίων του σχήματος. Είναι προφανές ότι την μεγαλύτερη σύμπτωση παρουσιάζουν η Κέρκυρα, το Βουθρωτό, το Ταυρομένιον και η Δωδώνη (όλες Κορινθιακές αποικίες). Πρόσφατα απορρίφθηκε το ημερολόγιο του Ταυρομενίου (Iversen 2017). Οι υπόλοιπες βρίσκονται στη ΒΔ Ελλάδα. Εύλογα γεννάται το ερώτημα: μήπως ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων χρησιμοποιείτο στη ΒΔ Ελλάδα; Τα χρώματα των τετραγωνιδίων αντιστοιχούν στη σύμπτωση ορισμένων σπανίων ονομασιών μηνών (βλέπε Freeth et al. 2008).

Τα δημοσιεύματα του τύπου κέντρισαν το ενδιαφέρον του Βρετανού Φυσικού και Φιλόσοφου των Επιστημών, Derek de Solla Price, που εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο Yale  των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Derek de Solla Price, με τη συνεργασία και βοήθεια του Χαράλαμπου Καράκαλου, από το Ερευνητικό Κέντρο «Δημοκριτος», (πλησίον των Αθηνών), μελέτησε διεξοδικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων, χρησιμοποιώντας ακτινογραφίες που είχε πάρει ο Καράκαλος με ένα μηχάνημα δικής του κατασκευής. Το 1959 δημοσίευσε ένα σχετικό άρθρο στο περιοδικό Scientific American (de Solla Price 1959) και το 1974 ένα εκτενέστερο (70 περίπου σελίδων) στο περιοδικό της Αμερικανικής Φιλοσοφικής Εταιρείας, με τίτλο «Γρανάζια από τους Έλληνες» (de Solla Price 1974). Στο άρθρο αυτό ισχυριζόταν  ότι ο Μηχανισμός είναι ένα πολύπλοκο αστρονομικό όργανο, το οποίο μάλιστα  περιείχε μια διάταξη γραναζιών, όπως αυτή που υπάρχει στα διαφορικά γρανάζια που χρησιμοποιούμε σήμερα στα αυτοκίνητα. Ο de Solla Price εργάστηκε πάνω από 30 χρόνια, μελετώντας το Μηχανισμό και στο άρθρο του αναφέρει επιγραμματικά ότι «είναι το παλαιότερο δείγμα επιστημονικής τεχνολογίας που διασώζεται μέχρι σήμερα και αλλάζει τελείως τις απόψεις μας για την αρχαία ελληνική τεχνολογία«. Παρόλο που το άρθρο του de Solla Price περιέχει μερικά λάθη (για παράδειγμα στον Μηχανισμό των Αντικυθήρων δεν υπάρχει διαφορικό γρανάζι), χωρίς αυτό, πιθανώς, δεν θα διαβάζατε αυτό το κείμενο.

Τη σκυτάλη από τον de Solla Price πήραν στις αρχές του 1980 οι Alan Bromley  και Michael Wright (Wright, Bromley & Magou 1995, Wright & Bromley 1997). Ο δεύτερος μάλιστα εξακολουθεί να μελετά εντατικά τo Μηχανισμό μέχρι σήμερα. Η ομάδα αυτή, μετά από πολυετή  μελέτη, απέρριψε την ύπαρξη του διαφορικού γραναζιού και εισήγαγε μερικές καινοτόμες ιδέες για τη χρήση του Μηχανισμού (Wright 2004, 2005, 2006, 2011, 2012, 2013). Για παράδειγμα, πρότεινε ότι οι κλίμακες στην πίσω πλευρά του Μηχανισμού, περιλαμβάνουν ελικοειδείς σπείρες και όχι ομόκεντρους κύκλους. Τη σημασία αυτής της διαφοράς θα την αναλύσουμε παρακάτω.

Σχήμα 8. Οι Derek de Solla Price και Michael Wright με ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στις αρχές του 2001 μια ομάδα Ελλήνων και ξένων ερευνητών, στην οποία συμμετείχαν επιστήμονες από το Πανεπιστήμιου του Cardiff της Μ. Βρετανίας (Mike Edmunds, Antony Freeth), το Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ξενοφών Μουσάς, Ιωάννης Μπιτσάκης) και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Ιωάννης Σειραδάκης) δημιούργησαν την «Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων». Μετά από αλλεπάλληλες, άκαρπες αιτήσεις προς το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (Μάρτιος 2001 – Αύγουστος 2004) η άδεια, τελικά, υπεγράφη από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού Πέτρο Τατούλη, τον Απρίλιο 2005. Το έργο ετέθη υπό την αιγίδα του Υπουργείου Πολιτισμού και, με την ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Leverhulme της Μ. Βρετανίας, πραγματοποιήθηκε μια νέα διερεύνηση του Μηχανισμού χρησιμοποιώντας σύγχρονα μέσα τεχνολογίας (π.χ. τομογραφία ακτίνων Χ με διακριτική ικανότητα 0.04 mm, οπτική φωτογράφιση με περιφερειακό φωτισμό, κ.α). Στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο έχει εγκατασταθεί και χρησιμοποιείται εντατικά μία από τις 4 βάσεις των τομογραφικών δεδομένων που υπάρχουν στον κόσμο. Με την έναρξη των μετρήσεων, η ομάδα ενισχύεται με  την Ελένη Μάγκου και τη Μαρία Ζαφειροπούλου από το  Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθηνών και αργότερα με τον Αγαμέμνονα (Μέμο)  Τσελίκα από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης. Στις 30 Νοεμβρίου 2006 (14 μήνες μετά την έναρξη της λήψης των μετρήσεων) η ερευνητική ομάδα ανακοίνωσε τα πρώτα αποτελέσματα της μελέτης στο διεθνές περιοδικό “Nature” και συγχρόνως σε ένα συνέδριο που έλαβε χώρα στην Αθήνα, σε συνεργασία με το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης (Freeth et al. 2006) και συνεχίζει να δημοσιεύει (Allen et al. 2016, Seiradakis & Edmunds 2018).

Μετά το 2006, σημαντική αποδείχθηκε η συνεργασία με τον Καθηγητή Ιστορίας και Αρχαιοτήτων του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, Alexander Jones (Jones 2017), έδωσε νέα ώθηση στη μελέτη των εγχάρακτων επιγραφών και συμβόλων που φέρει ο Μηχανισμός. Το 2016 δημοσιεύθηκε  ένας μνημειώδης τόμος 300 σελίδων με αναλυτική και λεπτομερή αποκωδικοποίηση όλων των μέχρι τότε αναγνωσμένων επιγραφών (Almagest 2016).

            Η διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων–Βασικά στοιχεία

Τα αποτελέσματα της έρευνας, είναι εκπληκτικά: βρέθηκαν άγνωστες επιγραφές στο εσωτερικό του Μηχανισμού και διαβάστηκαν κείμενα χαμένα για πάνω από 2000 χρόνια! Η υψηλή διακριτική ικανότητα των μετρήσεων και η προσεκτική μελέτη των επιγραφών και των γραναζιών επέτρεψε στην ερευνητική ομάδα να παρουσιάσει μια συνολική, κατά το δυνατόν, λύση στο μυστήριο της λειτουργίας του Μηχανισμού. Τα μέχρις στιγμής συμπεράσματα επιβεβαιώνουν ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα μικρών διαστάσεων (32cm×16cm×~10cm) φορητό αστρονομικό όργανο, τόσο περίπλοκο που δεν είναι περίεργο πως θεωρείται ως ο πρώτος σύνθετος (αναλογικός) υπολογιστής με γρανάζια που κατασκευάστηκε ποτέ. Έκανε πράξεις (π.χ. πολλαπλασιασμούς, διαιρέσεις)  με τη βοήθεια οδοντωτών τροχών (γραναζιών). Ήταν δηλαδή ένα Laptop  της εποχής του!

Σχήμα 9. Αναπαράσταση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Πως γίνονται πολλαπλασιασμοί και διαιρέσεις με γρανάζια;

Αν συνδέσουμε ένα γρανάζι με 64 οδόντες με ένα μικρότερο με 32 οδόντες και περιστρέψουμε το μεγαλύτερο κατά μια πλήρη περιστροφή, τότε το μικρότερο θα έχει κάνει δύο περιστροφές. Ουσιαστικά έχουμε πολλαπλασιάσει  επί 2. Αντιστρέφοντας την κίνηση (από το μικρότερο προς το μεγαλύτερο γρανάζι) θα διαιρούσαμε δια 2. Επιλέγοντας καταλλήλως τον αριθμό των οδόντων των γραναζιών και χρησιμοποιώντας συρμούς γραναζιών, μπορούμε να κάνουμε οποιαδήποτε πράξεις!

Ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων πλαισιωνόταν πιθανώς από ένα ξύλινο κουτί (πυξίδα) διαστάσεων 35 εκ.×20 εκ.×10 εκ. (Σχήμα 9). Επί πλέον η εμπρόσθια και η πίσω πλευρά προστατευόταν με δύο μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες. Ο μπρούτζος ήταν αρκετά μαλακός (περιείχε 4 – 10 % κασσίτερο).

Χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πιθανοί υπολογισμοί για την τροχιά των 5 γνωστών, κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα, πλανητών, η διάταξη  που χρησιμοποιήθηκε στις πρόσφατες ανακατασκευές (Freeth et al. 2008, Efstathiou et al., 2012) περιλαμβάνει: 39 γρανάζια (29 υπάρχοντα, συμπεριλαμβανομένων 2 γραναζιών, των οποίων οι οδόντες προεξέχουν σε ορθή γωνία ως προς το επίπεδο του τροχού (κορώνες) και 10 γραναζιών η ύπαρξη και χρήση των οποίων έχει τεκμηριωθεί από τις κλίμακες τω δεικτών), 17 άξονες, ένα διπλό άξονα και 7 οξύληκτους δείκτες (Efstathiou et al. 2013). Στο Σχήμα 10 παρουσιάζεται μία λειτουργική διάταξη των γραναζιών του Μηχανισμού των Αντικυθήρων.

Σχήμα 10. Λειτουργικό διάγραμμα των ημερολογιακών, ηλιακών και σεληνιακών συρμών γραναζιών. Οι 7 δείκτες καθώς και η σφαίρα των φάσεων Σελήνης απεικονίζονται σχηματικά (αναπαράγονται από την εργασία (Efstathiou M. 2013). Τα ζεύγη γραναζιών παρουσιάζονται με το γρανάζι κίνησης αριστερά και το κινούμενο γρανάζι, δεξιά (με ελάχιστες εξαιρέσεις: το a1 οδηγεί το b1 και το τριπλό σύμπλεγμα όπου το b2 οδηγεί συγχρόνως το c1 και το l1. Ο αριθμός των οδοντων κάθε γραναζιού δίνεται στην (παρένθεση). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο επικυκλικός σεληνιακός μηχανισμός με τον πείρο και τη σχισμή βρίσκεται στο ζεύγος e3 / e4 προκειμένου να αναπαραχθεί η σωστή, μεταβαλλόμενη (λόγω ελλειπτικής τροχιάς) κίνησης της Σελήνης.

                         Η εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στην εμπρόσθια πλευρά υπήρχαν δύο ομόκεντρες κυκλικές κλίμακες (Σχήμα 11).

Η εξωτερική κλίμακα ήταν αποσπώμενη και είχε 365 υποδιαιρέσεις (όσες οι μέρες ενός έτους), ταξινομημένες σε 12 μήνες των 30 ημερών συν 5 επαγόμενες ημέρες, σύμφωνα με το αιγυπτιακό ημερολόγιο της εποχής (12 × 30 + 5 = 365). Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ετήσια κλίμακα. Στην κλίμακα αυτή, σε μία από τις υποδιαιρέσεις υπήρχε μία μικρή οπή διαμέτρου περίπου 0.8 χιλιοστών μέσα από την οποία περνούσε ένα μικρός πείρος (σαν καρφιτσούλα). Οι μήνες που ήταν χαραγμένοι στην εξωτερική κλίμακα, έφεραν τα ονόματα των μηνών του αιγυπτιακού ημερολογίου (ΠΑΧΩΝ, ΠΑΥΝΙ, κτλ.), με ελληνικά γράμματα. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι όλες οι επιγραφές που έφερε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν χαραγμένες με ελληνικά γράμματα.

Η εσωτερική κλίμακα είχε 360 υποδιαιρέσεις (όσες οι μοίρες ενός κύκλου). Ήταν ταξινομημένη σε 12 τμήματα των 30 μοιρών (12 × 30 = 360). Τα 12 τμήματα έφεραν τα ονόματα των 12 ζωδιακών αστερισμών, με τα ονόματα τους, όπως ονομάζονται σήμερα («ΠΑΡΘΕΝΟΝ», «ΧΗΛΑΙ», «ΣΚΟΡΠΙΟΝ», κτλ.). Εξαίρεση αποτελεί ο Ζυγός που στην αρχαιότητα ονομαζόταν «ΧΗΛΑΙ» και θεωρείτο ότι απεικόνιζε τις δαγκάνες του Σκορπιού, του επόμενου δηλαδή ζωδιακού αστερισμού. Την κλίμακα αυτήν θα την ονομάζουμε από εδώ και στο εξής ζωδιακή κλίμακα.

Σχήμα 11. Οι κλίμακες της εμπρόσθιας πλευράς. Φαίνονται η ετήσια (εξωτερική) και η ζωδιακή (εσωτερική) κλίμακα που αναφέρονται στο κείμενο

Πριν, όμως, προχωρήσουμε στην αναλυτική περιγραφή των αστρονομικών φαινομένων που προσομοίωνε ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων, ας παραθέσουμε μερικές απλές γνώσεις αστρονομίας.

Λόγω της περιστροφής της Γης  γύρω από τον άξονά της, τα ουράνια σώματα (ο Ήλιος, η Σελήνη, οι πλανήτες και τα αστέρια) φαίνονται κινούνται στον ουρανό, ανατέλλοντας, μεσουρανώντας (προς το Νότο για το βόρειο ημισφαίριο) και δύοντας.

Πιο γρήγορα κινούνται τα αστέρια(μία πλήρη περιφορά (360°) την ημέρα).

Ο Ήλιος κινείται λίγο πιο αργά από τα αστέρια (κατά μία μοίρα την ημέρα) διότι, συγχρόνως με την περιστροφή της, η Γη περιφέρεται γύρω από τον Ήλιο, διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 365.25 ημέρες, δηλαδή σε μία ημέρα ο Ήλιος καθυστερεί κατά 360/365.25 = 0.986 ≈ 1 μοίρα. Το επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο ονομάζεται εκλειπτική. Εκ του ορισμού αυτού, είναι προφανές ότι τόσο ο Ήλιος όσο και η Γη βρίσκονται πάνω στην εκλειπτική. Στην προέκταση της ζώνης της εκλειπτικής βρίσκονται όλοι οι 12 γνωστοί ζωδιακοί αστερισμοί οι οποίοι αποτελούνται από σχετικά λαμπρά αστέρια.

Πάνω ή κοντά στην εκλειπτική κινείται  Σελήνη, ακόμα πιο αργά (καθυστερεί κατά περίπου 13 μοίρες την ημέρα), διότι  επί πλέον περιφέρεται και γύρω από τη Γη διαγράφοντας μια πλήρη περιφορά σε 27.32 ημέρες (η περίοδος αυτή ονομάζεται αστρικός μήνας). Η τροχιά της έχει μικρή κλίση (~5 μοίρες) ως προς την εκλειπτική.

Και οι πλανήτες κινούνται πάνω ή κοντά στην εκλειπτική, αλλά πολύ πιο αργά.

Κατά την περιφορά της γύρω από τη Γη, η Σελήνη άλλοτε βρίσκεται διαμετρικά αντίθετα από τον Ήλιο και άλλοτε ανάμεσα στον Ήλιο και την Γη. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε Πανσέληνο, καθώς ο Ήλιος φωτίζει ολόκληρο το ορατό (από τη Γη) ημισφαίριο της Σελήνης. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε Νέα Σελήνη. Η περίοδος των φάσεων τα Σελήνης, π.χ. από Πανσέληνο σε Πανσέληνο ή, γενικά, για να επανέλθει στη ίδια φάση) ονομάζεται συνοδικός μήνας και διαρκεί 29.53 ημέρες (την περίοδο αυτή οι γεωργοί την ονομάζουν φεγγάρι). Αν κατά την Πανσέληνο ή τη Νέα Σελήνη, αυτή τύχει να βρίσκεται ακριβώς πάνω στην εκλειπτική, τότε είτε η Γη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει την επιφάνεια της Σελήνης και έχουμε έκλειψη Σελήνης είτε η Σελήνη εμποδίζει το φως του Ήλιου να φωτίσει τη Γη και έχουμε έκλειψη Ήλιου. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι εκλείψεις συμβαίνουν όταν τα τρία σώματα, ο Ήλιος, η Γη και η Σελήνη, ευθυγραμμίζονται. Επειδή αυτό συμβαίνει πάντα στο επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο, το επίπεδο αυτό ονομάστηκε από τους αρχαίους προγονούς μας εκλειπτική: το επίπεδο στο οποίο ενίοτε εκλείπει ο Ήλιος ή η Σελήνη.

Οι παραπάνω γνώσεις για τις κινήσεις του Ήλιου, της Σελήνης, των πλανητών και των αστεριών ήταν γνωστές στην αρχαιότητα και τα φαινόμενα που εξαρτώνται από τις κινήσεις τους περιγράφονται ή προβλέπονται στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων!

Στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων υπήρχαν επίσης δύο ανεξάρτητοι μεταξύ τους δείκτες (ένας για τον Ήλιο και ένας για τη Σελήνη). Ο δείκτης του Ήλιου έφερε πιθανώς ένα «χρυσούν σφαιρίον», το οποίο περιγράφεται στις επιγραφές που πλουσιοπάροχα έφερε ο Μηχανισμός. Χρησιμοποιώντας ένα στροφείο (χειριστήριο) και με τη βοήθεια του δείκτη αυτού, ο χειριστής μπορούσε να επιλέξει οποιαδήποτε ημέρα από τις 365 υποδιαιρέσεις που περιείχε η εξωτερική ετήσια κλίμακα της εμπρόσθιας πλευράς. Κάθε ημέρα, βέβαια, ο Ήλιος, καθώς κινείται προς τα πίσω (κατά μία μοίρα) ανάμεσα στα αστέρια, καταλαμβάνει μια διαφορετική θέση ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς (βλέπε Σχήμα 6). Τη θέση αυτή «διάβαζε» ο χειριστής του Μηχανισμού στη εσωτερική ζωδιακή κλίμακα και έτσι γνώριζε ακριβώς (με ακρίβεια μιας μοίρας) σε ποιο αστερισμό και σε ποιο τμήμα αυτού βρισκόταν ο Ήλιος. O δείκτης της Σελήνης, ο οποίος έδειχνε τη θέση της στη ζωδιακή κλίμακα (με την ίδια ακρίβεια), έφερε επίσης ένα μικρό (ελάσσον), πιθανώς αργυρούν, σφαιρίον. Στο άκρον του δείκτη υπήρχε μια ημισφαιρική κοιλότητα εντός της οποίας υπήρχε μία μικρή περιστρεφόμενη σφαίρα, μισή λευκή και μισή μαύρη, που έδειχνε τις φάσεις της Σελήνης. Η σφαίρα αυτή έκανε μια πλήρη περιστροφή σε 29.53 ημέρες. Όταν φαινόταν το λευκό ημισφαίριο, ο Μηχανισμός ενημέρωνε τον χειριστή ότι  ήταν Πανσέληνος. Το μαύρο ημισφαίριο σήμαινε Νέα Σελήνη. Το Πρώτο και Τρίτο Τέταρτο της Σελήνης αντιπροσωπευόταν από μισό μαύρο και μισό άσπρο.

Επειδή η διάρκεια του έτους είναι 365.25 ημέρες (και όχι 365), κάθε τέσσερα χρόνια προσθέτουμε μία ημέρα. Ο Φεβρουάριος έχει 29 (αντί 28) ημέρες και το έτος έχει 366 ημέρες (δίσεκτα έτη). Βεβαίως, δεν ήταν δυνατό ο εξωτερικός ετήσιος κύκλος να έχει άλλοτε 365 και άλλοτε 366 υποδιαιρέσεις. Στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με ένα πολύ απλό και έξυπνο τρόπο: Κάθε τέσσερα χρόνια ο χειριστής αποσπούσε την εξωτερική ετήσια κλίμακα και με τη βοήθεια του πείρου τη μετατόπιζε προς τα πίσω κατά μια οπή (μία ημέρα). Ο επόμενος χρόνος θα είχε πλέον 366 ημέρες… Με ένα τόσο απλό τρόπο ο χειριστή του Μηχανισμού των Αντικυθήρων, λάμβανε υπόψη τα  δίσεκτα έτη!

                              Η πίσω πλευρά του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Στην πίσω πλευρά υπήρχαν δύο ελικοειδείς κλίμακες (σπείρες). Η πάνω, με 5 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 235 τμήματα και η κάτω, με 4 έλικες, το συνολικό μήκος της οποίας διαιρείτο σε 223 τμήματα). Εσωτερικά, της πάνω ελικοειδούς κλίμακας υπήρχαν δύο μικρότερες κλίμακες με 4 υποδιαιρέσεις, ενώ εσωτερικά της κάτω κλίμακας υπήρχε ακόμα μία μικρότερη κλίμακα με 3 υποδιαιρέσεις (Σχήμα 12).

Σχήμα 12. Λεπτομέρεια των κλιμάκων της πίσω πλευράς. Εμφανίζεται τμήμα της κλίμακας του Μέτωνος (άνω) και τμήμα της κλίμακας του Σάρου (κάτω). Απεικονίζονται και οι δευτερεύουσες κλίμακες που αναφέρονται στο κείμενο.

Από το κέντρο όλων των κλιμάκων (2 ομόκεντρες κυκλικές στην εμπρόσθια πλευρά και 5 στην πίσω πλευρά (2 σπειροειδείς και 3 κυκλικές), διερχόταν άξονες οι οποίοι καθώς περιστρέφονταν κινούσαν τους δείκτες. Και οι 7 δείκτες ήταν μεταλλικά ελάσματα, με οξύληκτα –μυτερά- άκρα). Θεωρώντας ότι η περιστρεφόμενη σφαίρα της εμπρόσθιας πλευρά είναι και αυτή ένας δείκτης (δείχνει τις φάσεις της Σελήνης), στο Μηχανισμό των Αντικυθήρων έχουν εντοπισθεί μέχρι σήμερα, συνολικά, 8 δείκτες.

Κατά την επιλογή της ημερομηνίας με τη βοήθεια του στροφείου και του δείκτη του Ήλιου που αναφέρθηκε παραπάνω, τουλάχιστον επτά άλλοι δείκτες κινούνταν και έδειχναν:

(α) Στη εμπρόσθια πλευρά, τη θέση της Σελήνης ανάμεσα στους ζωδιακούς αστερισμούς με ακρίβεια μιας μοίρας.

(β) Στην ίδια πλευρά, τη φάση της Σελήνης με τη βοήθεια του ελάσσονος σφαιρίου που αναφέρθηκε παραπάνω.

(γ) Στην πάνω ελικοειδή κλίμακα (σπείρα) της πίσω πλευράς, τη μηνιαία θέση της Σελήνης στον επονομαζόμενο κύκλο του Μέτωνος. Οι 235 υποδιαιρέσεις της έλικας αντιστοιχούν στους 235 συνοδικούς μήνες (φεγγάρια) της Σελήνης, που με αρκετά καλή προσέγγιση διαρκούν 19 έτη μείον ένα τέταρτο της ημέρας (6 ώρες). Την αντιστοιχία αυτή, πρώτος εντόπισε ο Μέτων ο Αθηναίος (5ος π.Χ. αιώνας). Κάθε 235 φεγγάρια η Σελήνη επανέρχεται στον ίδιο αστερισμό, και έχει την ίδια φάση. Ήταν πολύ σημαντική αυτή η πληροφορία για τους γεωργούς και τους ναυτικούς στην αρχαιότητα, οι οποίοι  μπορούσαν, όταν είχε Πανσέληνο, να συνεχίσουν τις εργασίες τους. Σήμερα, που υπάρχει το ηλεκτρικό ρεύμα η πληροφορία αυτή είναι ήσσονος σημασίας, καθώς με τη χρήση ενός διακόπτη, μπορούμε να φωτίσουμε το χώρο της εργασίας μας οποιαδήποτε ώρα της ημέρας. Η κλίμακα αυτή ονομάζεται «Σπείρα του Μέτωνος».

(δ) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (αριστερά στη μικρή κυκλική κλίμακα), ο δείκτης έδειχνε τον 76-ετή κύκλο του Καλλίππου. Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα ο Κάλλιππος (από την Κύζικο της Μικράς Ασίας), έχοντας σπουδάσει υπό τον Εύδοξο τον Κνίδιο, στη Σχολή του Πλάτωνος και το Λύκειον του Αριστοτέλη διόρθωσε τον κύκλο του Μέτωνος, πολλαπλασιάζοντάς τον επί 4 και αφαιρώντας μία ημέρα (= 4×6 ώρες). Ο κύκλος του Καλλίππου διαρκεί 76 έτη και υπάρχει σαφής αναφορά για αυτόν στις επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Αν και η κλίμακα και ο δείκτης του Καλλίππου δεν έχουν βρεθεί, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι υπήρχε στο κατεστραμμένο τμήμα της σπείρας του Μέτωνος, (α) επειδή αναφέρεται στις επιγραφές και (β) η ύπαρξή του απαιτεί ένα πολύ απλό συρμό γραναζιών που να πολλαπλασιάζει τον κύκλο του Μέτωνος επί τέσσερα.

(ε) Εσωτερικά της Σπείρας του Μέτωνος (δεξιά στη μικρή κυκλική κλίμακα), τον 4-ετή κύκλο των Στεφανιτών Αγώνων. Ο δείκτης της κλίμακας αυτής έκανε μία περιστροφή κάθε τέσσερα έτη. Στις υποδιαιρέσεις υπήρχαν τα σύμβολα «5A», «5B», «5Γ», «5Δ». Το σύμβολο 5, σημαίνει έτος. Είναι προφανές ότι η κλίμακα αυτή αφορά ένα τετραετές ημερολόγιο. Σύντομα, περιμετρικά της κλίμακας διαβάστηκαν τα εγχάρακτα ονόματα των τεσσάρων σημαντικών στεφανιτώναθλητικών αγώνων της αρχαιότητας: ΟΛΥΜΠΙΑ, ΠΥΘΙΑ, ΝΕΜΕΑ, ΙΣΘΜΙΑ. Οι δύο πρώτοι είναι τετραετείς αγώνες. Οι άλλοι δύο είναι διετείς και το όνομά τους αναφέρεται δύο φορές (Σχήμα 12). Μεγάλη εντύπωση μας κάνει η αποκωδικοποίηση δύο ακόμα τετραετών αγώνων, οι οποίοι δεν θεωρούνταν ιδιαιτέρως σημαντικοί: τα ΝΑΑ (στην δωρική τους γραφή) – ονομάζονται και ΝΑΪΑ – και τα ΑΛΙΕΙΑ. Τα ΝΑΑ τελούνταν στη Δωδώνη (οι αγώνες του Ναού) και τα ΑΛΙΕΙΑ τελούνταν στη Ρόδο προς τιμή του Απόλλωνα Ήλιου.

(στ) Στην κάτω ελικοειδή σπείρα της πίσω πλευράς, την περίοδο επανάληψης των εκλείψεων, η οποία ονομάζεται κύκλος ή περίοδος του Σάρου, και διαρκεί 223 συνοδικούς μήνες (18 έτη,  11 ημέρες και 8 ώρες).  Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για να έχουμε έκλειψη (Ηλίου ή Σελήνης) πρέπει ο Ήλιος, η Σελήνη και η Γη να βρίσκονται περίπου σε ευθεία γραμμή. Αυτό συμβαίνει τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο: όταν η Σελήνη βρίσκεται πάνω στην εκλειπτική και συγχρόνως απέναντι (σεληνιακή έκλειψη) ή σε σύνοδο (ηλιακή έκλειψη) με τον Ήλιο. Επειδή η διεύθυνση της παραπάνω ευθείας περιστρέφεται στον ουρανό και κάνει μια πλήρη περιστροφή σε 223 μήνες (περίοδος του Σάρου), εξυπακούεται ότι η διαδοχή των εκλείψεων επαναλαμβάνεται κάθε 223 μήνες. Ο κατασκευαστής του Μηχανισμού, γνωρίζοντας εκλείψεις του παρελθόντος είχε βαθμονομήσει τη σπείρα του Σάρου και έτσι ο χειριστής ήταν σε θέση να προβλέψει μελλοντικές εκλείψεις. Πράγματι, σε μερικές από τις 223 υποδιαιρέσεις (που αντιστοιχούσαν σε μήνες που έγιναν ή θα γίνουν εκλείψεις) υπάρχουν συμβολικές επιγραφές, που αναφέρουν το είδος της έκλειψης ηλιακή (Η) ή σεληνιακή (Σ) και την ώρα της έκλειψης (π.χ. ΙΒ – δηλ. 12 η ώρα)! Η ημέρα της έκλειψης ήταν αυτή που έδειχνε ο δείκτης του Ήλιου στην εμπρόσθια πλευρά του Μηχανισμού…

(ζ) Εσωτερικά της Σπείρας του Σάρου (στη μικρή κυκλική κλίμακα με τις 3 υποδιαιρέσεις), ο δείκτης έδειχνε τον 54-ετή κύκλο του Εξελιγμού. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο κύκλος του Σάρου διαρκεί 18 έτη, 11 ημέρες και 8 ώρες. Είναι προφανές ότι μετά από 18 έτη και 11 ημέρες αναμένεται να συμβεί η επόμενη έκλειψη, η οποία, όμως θα λάβει χώρα 8 ώρες, δηλαδή 1/3 της ημέρας αργότερα. Μετά από 8, όμως, ώρες, η Γη θα έχει περιστραφεί κατά 120° (1/3 μιας πλήρους περιστροφής) και επομένως η έκλειψη θα συμβεί 120° δυτικότερα από την προηγούμενη, όχι πάντως στον ίδιο τόπο. Στον ίδιο τόπο θα επανέλθει μετά από τρεις κύκλους του Σάρου και μία ημέρα. Η νέα αυτή περίοδος των εκλείψεων διαρκεί 54 έτη και ήταν γνωστή στην αρχαιότητα με το όνομα κύκλος του Εξελιγμού. Στη 2η και στην 3η υποδιαίρεση της κλίμακας του Εξελιγμού ήταν χαραγμένα τα σύμβολα Η και Ι6, που αντιστοιχούν στους αριθμούς 8 και 16. Η ακριβής ώρα της έκλειψης υπολογιζόταν με τη συνεργασία των ενδείξεων του δείκτη της σπείρας του Σάρου και του δείκτη του κύκλου του Εξελιγμού. Ο χειριστής έπρεπε να προσθέσει στην ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση της σπείρας του Σάρου, 8 ώρες ή 16 ώρες, αν ο δείκτης του Εξελιγμού βρισκόταν στη 2η ή στην 3η υποδιαίρεση, αντίστοιχα. Αν βρισκόταν στην 1η υποδιαίρεση, η ώρα που ανέφερε η υποδιαίρεση του Σάρου δεν χρειαζόταν καμία διόρθωση.

                                Οι επιγραφές του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Ακόμα και με σημερινά δεδομένα, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων ήταν ένα εξαιρετικά περίπλοκο όργανο. Οι μπρούτζινες προστατευτικές πλάκες του Μηχανισμού των Αντικυθήρων ήταν καλυμμένες με επιγραφές που περιέγραφαν αστρονομικά φαινόμενα, τεχνικούς όρους και οδηγίες χρήσεως (βλέπε Σχήμα 13). Οι οδηγίες αυτές ήταν αναλυτικές και εκτεταμένες και μάλλον αποτελούσαν  ένα εγχειρίδιο χρήσεως (user’s manual) για τον χρήστη του Μηχανισμού. Εγχάρακτες επιγραφές και σύμβολα υπάρχουν σε κάθε ελεύθερη επιφάνεια του Μηχανισμού. Μέχρι σήμερα (Φθινόπωρο 2018) έχουν διαβαστεί περίπου 3500 γράμματα όλα, ανεξαιρέτως  της ελληνικής αλφαβήτου, τα οποία βεβαίως, σχηματίζουν λέξεις και προτάσεις, που αναφέρονται σε αστρονομικούς, γεωγραφικούς  και τεχνικούς όρους. Το ύψος των περισσοτέρων γραμμάτων είναι, κατά μέσο όρο, 2.17 χιλιοστά. Φαίνεται ότι ήταν σμιλευμένα με πολύ λεπτά εργαλεία.

Μία λεπτομερής μελέτη όλων των μέχρι σήμερα αποκωδικοποιημένων επιγραφών δημοσιεύθηκε πρόσφατα σε ένα πολυσέλιδο τόμο (Almagest, 2016). Στην πολύ προσεκτική αυτή μελέτη χρησιμοποιήθηκαν οι κανόνες της Σύμβασης του Leiden.

Σχήμα 13. Επιγραφές από την εμπρόσθια προστατευτική πλάκα. Αναφέρονται στην κίνηση των εσωτερικών πλανητών, ιδιαιτέρως στην αποχή αυτών από τον Ήλιο.

Η συμβολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στη διερεύνηση του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, αναγνωρίζοντας την αξία και τη σπουδαιότητα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων για την ανάδειξη της επιστημονικής και τεχνολογικής κληρονομιάς της χώρας μας, θέσπισε το 2008 μία υποτροφία για την εκπόνηση Διδακτορικής Διατριβής για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Η Διδακτορική αυτή διατριβή εκπονήθηκε και περατώθηκε το 2016  στο Τμήμα Φυσικής της Σχολής θετικών Επιστημών, με έδρα στο Εργαστήριο Αστρονομίας του Τομέα Αστροφυσικής, Αστρονομίας και Μηχανικής. Ήταν η πρώτη Διδακτορική Διατριβή, παγκοσμίως, για το Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Μια δεύτερη Διατριβή, υποστηρίχθηκε επιτυχώς φέτος στον Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής (η δεύτερη παγκοσμίως).

Κατά την τελευταία δεκαετία, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο δραστηριοποιείται μια ισχυρή ερευνητική ομάδα που μελετά συστηματικά το Μηχανισμό των Αντικυθήρων με πολυάριθμες δημοσιεύσεις σε έγκριτα διεθνή περιοδικά. Η ισχύς της ομάδας οφείλεται στο γεγονός ότι είναι διεπιστημονική και προσεγγίζει και μελετά το Μηχανισμό από πολλές πλευρές, αστρονομική, αρχαιολογική και μηχανολογική.

Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο κατασκευάζονται τα πλέον πιστά τριδιάστατα ομοιώματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (Efstathiou 2018), τα οποία κοσμούν διάφορα Μουσεία στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, προβάλλοντας με τον καλύτερο τρόπο τόσο την επιστημονική όσο και την τεχνολογική κατάρτιση των αρχαίων Ελλήνων.

Βεβαίως υπάρχει σημαντικός αριθμός μεμονωμένων ερευνητών σε άλλα Πανεπιστήμια του εσωτερικού ή εξωτερικού, οι οποίοι μελετούν το Μηχανισμό ατομικά. Με τους ερευνητές αυτούς υπάρχει συνεχής συνεργασία, τόσο σε θεωρητικές γνώσεις όσο και σε τεχνικές ανάλυσης των δεδομένων.

Ανταποκρινόμενη  η Ομάδα Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων (που αναφέρθηκε παραπάνω) στην πιεστική αναζήτηση πληροφοριών σχετικών με την πρόοδο της μελέτης, έχει δημιουργήσει την ιστοσελίδα: Antikythera Mechanism Research Project για την ενημέρωση του κοινού και των ειδικών. Η ιστοσελίδα ανανεώνεται περιοδικά και περιλαμβάνει τελευταία νέα, απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα, άρθρα, εικόνες, βίντεο και άλλες πληροφορίες.

Από τη σύντομη αυτή περιγραφή, είναι προφανές ότι ο Μηχανισμός των Αντικυθήρων αποτελεί ένα σημαντικότατο τεκμήριο για τις ικανότητες των αρχαίων Ελλήνων. Λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες της εποχής, θα μπορούσε εύκολα να καταταχθεί ισοδύναμα μεταξύ των επτά θαυμάτων της αρχαιότητας, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, η γνώση που απαιτείται είναι σαφώς υψηλότερου επιπέδου και η κατασκευή του σαφώς δυσκολότερη από τις αντίστοιχες  για το Φάρο της Αλεξάνδρειας ή το Ναό της Αρτέμιδος στη Έφεσο. Αποτελεί μοναδική μαρτυρία για τις εξαιρετικές μαθηματικές, γεωμετρικές, μηχανολογικές, τεχνικές και ιδιαιτέρως αστρονομικές δεξιότητες των αρχαίων Ελλήνων πριν 2000 χρόνια. Ακόμα και σήμερα, σε ένα κόσμο προηγμένης τεχνολογίας, στεκόμαστε με δέος μπροστά στις ευφυείς προσομοιώσεις που περιέχει  και τις εκπληκτικές θεωρητικές γνώσεις του πολιτισμού που τις επινόησε.

 

 Γιάννης Σειραδάκης – ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ

Ο Ιωάννης – Χιου Σειραδάκης είναι Ομότιμος Καθηγητής Αστροφυσικής
του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ και σημαίνον στέλεχος
της Ομάδας Διερεύνησης του Μηχανισμού των Αντικυθήρων

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹    Μικρές διαφορές που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης: (α) Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως κατά τον Απρίλιο τα σφουγγαράδικα πρέπει να όδευαν προς τις ακτές της Αφρικής και είναι απίθανο να «έκαναν αμέσως πανιά για τη Σύμη». (β) Ο δύτης που ανακάλυψε το ναυάγιο των Αντικυθήρων και απέσπασε και έφερε στην επιφάνεια το χάλκινο βραχίονα ήταν ο Ηλίας Λυκοπάντης με το ψευδώνυμο Σταδιάτης (και όχι «Σταδιώτης»). Αυτό επιβεβαιώθηκε όταν το 2006 ο Ξενοφών Μούσας και ο συγγραφεύς συνάντησαν στη Ρόδο την ανιψιά του, η οποία μας είπε επίσης ότι, μετά την ανακάλυψη, ο θείος της δεν επέτρεπε σε κανένα να αγγίξει το χάλκινο βραχίονα και ότι κοιμόταν με αυτόν στην κουκέτα του, έως ότου επέστρεψαν στη Σύμη. (γ) Είναι εξαιρετικά απίθανο, ο δύτης να φορούσε στολή. Θα ήταν πολύ άβολο να ψαρεύει θαλασσινά με στολή δύτη. Είναι πιθανότερο να είχε βουτήξει για να δοκιμάσει μία καινούργια στολή ή για να δείξει τη χρήση της σε ένα αρχάριο και άπειρο νεαρό δύτη. Βεβαίως, είναι επίσης πιθανόν να βούτηξε για θαλασσινά, να ανακάλυψε το ναυάγιο και αμέσως μετά φόρεσε τη στολή για καλύτερη διερεύνηση του ναυαγίου. (δ) Ο Ηλίας Λυκοπάντης ήταν ο πιο έμπειρος δύτης, αλλά δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ήταν ο καπετάνιος του δεύτερου σκάφους. (ε) Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα τα δύο πλοία δεν απέπλευσαν για τη Σύμη, αμέσως μετά την ανακάλυψη. Ταξίδεψαν πρώτα έως την ακτή της Αφρικής για να συλλέξουν σφουγγάρια. Αυτό έχει νόημα, αλλιώς θα υπήρξε πολλή σημαντική καθυστέρηση, επτά μηνών, μεταξύ της επανόδου (από την Αφρική) των σκαφών στη Σύμη (προς το τέλος του Απριλίου) και την ανακοίνωση της ανακάλυψης στον (Κυθήριο) Υπουργό Παιδείας, κ. Σπυρίδωνα Στάη, στις 6 Νοεμβρίου 1900, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου.

² Ο Derek de Solla Price, στην εργασία που αναφέρεται παραπάνω, αναφέρει ότι οι σφουγγαράδες απέπλευσαν αμέσως μετά την ανακάλυψη του ναυαγίου για τη Σύμη. Η πληροφορία αυτή αντιτίθεται στις πληροφορίες που μας έδωσαν παλαιοί Συμιακοί σφουγγαράδες ή οι απόγονοι αυτών, δηλαδή ότι η αλιευτική περίοδος των σφουγγαριών άρχιζε κατά τον Απρίλιο, όταν ο καιρός βελτιωνόταν και κρατούσε μέχρι το Φθινόπωρο. Οι πληροφορίες αυτές μας δόθηκαν στις 31 Αυγούστου 2008, όταν η ερευνητική ομάδα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων μετέβη στη Σύμη για να αποτίνει φόρο τιμής στους Συμιακούς δύτες του 1900, ένας εκ των οποίων πέθανε και δύο έμειναν παράλυτοι κατά την ενάλια ανασκαφή από την (άγνωστη τότε) ασθένεια των δυτών.                                                              

                                                                ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Λυκούδης, Στ. (1950), “Αρχαιολογικά Σημειώματα. Ο περίφημος θησαυρός της νήσου των Αντικυθήρων”. Επιθεώρηση Ήλιος, 345, 563.

Ρεδιάδης, Π. (1903). Άρθρο στον τόμο Σβορώνος. I.N. (1903), “Ὁ Θησαυρὸς τῶν Ἀντικυθήρων”, Beck & Barth, Athens, 44-52.

Allen, M., Ambrisco, W., Anastasiou, M., Bate, D., Bitsakis, Y., Crawley, A., Edmunds, M.G., Gelb, D., Hadland, R., Hockley, P., Jones, A., Malzbender, T., Mangou, H., Moussas, X., Ramsey, A., Seiradakis, J.H., Steele, J.M., Tselikas, A. & Zafeiropoulou M., (2016), “General Preface to the Inscriptions” in Almagest VII, 1.

Almagest (2016), “The Inscriptions of the Antikythera Mechanism”, VII,1.

Dumas, F. (1976) “30 Centuries Under the Sea: Exciting underwater explorations by Jacques Cousteau’s Associates”, Crown Publishers Inc, N.York

Efstathiou, K., Basiakoulis, A., Efstathiou, M., Anastasiou, M. & Seiradakis, J. H. (2012), “Determination of the gears geometrical parameters necessary for the construction of an operational model of the Antikythera Mechanism” Mech. Mach. Theory, 52, 219-231.

Efstathiou, K. & Efstathiou M. (2018), “Celestial gearbox”, ASME, 140, 31-33.

Efstathiou, M., Basiakoulis, A., Efstathiou, K., Anastasiou, M., Boutbaras P. & Seiradakis J.H. (2013), “The Reconstruction of the Antikythera Mechanism” International Journal of Heritage in the Digital Era, 2, 306–334.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, MM., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, M., Crawley, A., Hockley, P., Malzbender, T., Gelb, D., Ambrisco, W.  &  Edmunds, M.G. (2006), “Decoding the ancient Greek astronomical calculator known as the Antikythera Mechanism”, Nature, 444, 587–91.

Freeth, T., Bitsakis, Y., Moussas, X., Seiradakis, J.H., Tselikas, A., Mangou, H., Zafeiropoulou, M., Hadland, R., Bate, D., Ramsey, A., Allen, A., Crawley, A., Hockley, P., 34. Freeth, T., Jones, A., Steele, J. M. & Bitsakis, Y. (2008) “Calendars with Olympiad display and eclipse prediction on the Antikythera Mechanism” Nature, 454, 614-617.

Goode, Samuel (1875), “Mance’s Heliograph, or Sun-Telegraph”, The Journal of the Royal United Service Institution, 19, 533-548.

Iversen P. (2017) “The calendar of the Antikythera Mechanism and the Corinthian family of calendars” Hesperia, 86, 129-203.

Jones, A. (2017), A Portable Cosmos (Oxford Univ. Press, New York).

Rehm, A. (1905) “Meteorologische Instrumente der Alten” (unpublished manuscript), Bayerische Staatsbibliothek, Rehmiana III/7.

Seiradakis, J.H. & Edmunds, M.G. (2018), “Our current knowledge of the Antikythera Mechanism” Nature Astronomy, 2, 35–42.

De Solla Price, D. (1959), “An Ancient Greek Computer”, Scientific American, June 1959, 60-67.

de Solla Price, D. (1974), “Gears from the Greeks: The Antikythera Mechanism – A calendar computer from ca. 80 BC”. American Philosophical Society, Transactions, N.S., 64.7.

Theophanidis, I. (“Jean Théophanidis“) (1934), “Sur l‘instrument en cuivre dont les fragments

se trouvent au Musée Archéologique d‘Athènes et qui fut retiré du fond de la mer

d‘Anticythère en 1902“, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 9, 140-149.

Tselekas, P.  (2012), “The coins” in The Antikythera Shipwreck. The Ship, the Treasures, the Mechanism — Exhibition Catalogue (eds Kaltsas, N., Vlachogianni, E. & Bouyia, P.) 216-226 (National Archaeological Museum, Athens).

Wright, M.T., Bromley, A.G., Mangou, H. (1995), “Simple X-Ray Tomography and the Antikythera Mechanism”, PACT, 45, 531-543.

Wright, M.T., Bromley, A.G. (1997), “Current Work on the Antikythera Mechanism”, Ancient Greek Technology. 1st Inernational Conference. Proceedings, Thessaloniki, 19-25.

Wright, M.T. (2004), “The Scholar, the Mechanic and the Antikythera Mechanism: Complementary Approaches to the Study of an Instrument”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 80, 4-11.

Wright, M.T. (2005), “Counting Months and Years: The Upper Back Dial of the Antikythera Mechanism”, Bulletin of the Scientific Instrument Society, 87, 8-13.

Wright, M. T. (2006), “The Antikythera Mechanism and the Early History of the Moon-Phase Display”, Antiquarian Horology, 29, 319-329.

Wright, M.T. (2011), “The Antikythera Mechanism: Reconstruction as a Medium for Research and Publication”, in Staubermann, K. (ed.), Reconstructions: Recreating Science and Technology of the Past, Edinburgh, 1-20.

Wright, M.T. (2012), “The Front Dial of The Antikythera Mechanism”, Springer Science + Business Media, Dordrecht.

Wright, M. T. (2013), “The Antikythera Mechanism: Compound Gear-Trains for Planetary Indications” in Almagest IV, 2.

Iωάννης Σ. Παπαφλωράτος «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Πολιτική Βιογραφία (1915-1964)»

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Εκδόσεων Λειμών, Νικηταρά 2-4, Αθήνα

Iωάννης Σ. Παπαφλωράτος

«ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, Πολιτική Βιογραφία (1915-1964)

Το βιβλίο του Δρος Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου «Γεώργιος Παπανδρέου, Πολιτική Βιογραφία (1915-1964)» εμπλουτίζει την ελληνική ιστοριογραφία, αναφερόμενο σε γεγονότα που καλύπτουν μία κρίσιμη περίοδο της νεότερης και σύγχρονης ιστορίας της Ελλάδας. Ο βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών συγγραφέας βιογραφεί με νηφαλιότητα και αντικειμενικότητα τον Αχαιό πολιτικό. Το έργο αυτό φωτίζει όλες τις πτυχές του βίου του αρχηγού της «Ενώσεως Κέντρου» και προσφέρει, βάσει πλούσιας αρχειακής ερεύνης και πλήθους μαρτυριών, νέα στοιχεία για τον βίο και την πολιτική του σταδιοδρομία. Επίσης, στο βιβλίο αναδεικνύεται με επιστημονικό τρόπο το κοινωνικό πλαίσιο όλης της σχετικής εποχής που πραγματεύεται ο συγγραφέας.

Το έργο συμπληρώνεται με ένα εκτεταμένο παράρτημα, στο οποίο εμπεριέχονται πολλά κείμενα του Γεωργίου Παπανδρέου, που καταδεικνύουν την θέση του σε μείζονα ζητήματα, όπως αυτό υπό τον τίτλο «Ο Βασιλεύς και το Έθνος» του 1921, η προκήρυξή του προς τις Ένοπλες Δυνάμεις του Απριλίου 1944, «Ο λόγος της απελευθερώσεως» του Οκτωβρίου 1944 κ.α. Επιπλέον, παρατίθενται κείμενα και ντοκουμέντα που σημάδεψαν την πορεία του νεότερου ελληνικού κράτους όπως «Το Δημοκρατικό μανιφέστο» του 1922, το τηλεγράφημα του Churchill προς τον Άγγλο Αντιστράτηγο Scobie της 7ης Δεκεμβρίου 1944, το πόρισμα του Αντιστρατήγου Λουκάκη για το σχέδιο «Περικλής» κ.α.. Τέλος, στο βιβλίο υπάρχουν αφίσες, σπάνια φυλλάδια και φωτογραφίες της εποχής.

15ο Εθνικό Συνέδριο Χαρτογραφίας 2018: Η Χαρτογραφία των Κρίσεων

15ο Εθνικό Συνέδριο Χαρτογραφίας 2018: Η Χαρτογραφία των Κρίσεων

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Οι κρίσεις δεν είναι ένα φαινόμενο σπάνιο ή ιδιαίτερο, αποτελούν οργανικό τμήμα και συστατικό των ανθρώπινων κοινωνιών. Κρίση είναι η φτώχεια, η ανεργία, η κοινωνική ανισότητα, ο διαχωρισμός, οι αρρώστιες, οι πόλεμοι, η περιβαλλοντική υποβάθμιση και οι φυσικές καταστροφές. Ειδικότερα τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, αλλά και σ’ όλο τον κόσμο, υπάρχει μία ένταση των κρίσεων σε όλα τα επίπεδα (κοινωνία, περιβάλλον, οικονομία). Παράλληλα η Χαρτογραφία εξελίσσεται και δεν παραμένει απλός θεατής των κρίσεων αυτών. Ήδη από τον 16ο αιώνα, (π.χ. με τις πρώτες θεματικές χαρτογραφήσεις πολιορκίας πόλεων και πολεμικών επιχειρήσεων) και στη συνέχεια με την γεωχωρική απεικόνιση κοινωνικών και οικονομικών δραστηριοτήτων συμμετέχει ενεργά και συμβάλλει, σε επιστημονικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο, στην καλύτερη κατανόηση, ανάλυση και αποτύπωση των κρίσεων αυτών και κατά συνέπεια στις διαδικασίες πρόληψης, αντιμετώπισης και αποκατάστασης των συνεπειών τους. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται το αντικείμενο που θέλει να αναδείξει το 15ο Συνέδριο της ΧΕΕΕ, την Χαρτογραφία ως μία σύνθετη και διαθεματική επιστήμη με έντονη συμβολή στην κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της κοινωνίας μας και την δυνατότητα να αναλύει και να προβάλλει εποπτικά την πολλαπλότητα και τις διακυμάνσεις των εμπλεκόμενων παραμέτρων στον γεωχώρο.

 

Πληροφορίες και εγγραφές στην ιστοσελίδα του συνεδρίου

Dušan T. Bataković: Η Σερβική εξέγερση του 1804. Μια Γαλλική Επανάσταση Βαλκανικών προδιαγραφών

Dušan T. Bataković

  Η Σερβική εξέγερση του 1804. Μια Γαλλική Επανάσταση      

  Βαλκανικών προδιαγραφών  

 

Η πρώτη, κατά σειρά, βαλκανική εξέγερση της εποχής των εθνικισμών έλαβε χώρα στη Σερβία. Σε κανένα άλλο σημείο των ευρωπαϊκων κτήσεων της οθωμανικής επικράτειας η κεντρική διοίκηση δεν υπήρξε τόσο αδύναμη και η ξένη επιρροή τόσο ισχυρή, όσο σε αυτή την όμορη με την αυτοκρατορία των Αψβούργων βόρεια επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στη συμβολή των ποταμών Δούναβη και  Σάβου. Συχνοί πόλεμοι, αναγκαστικές εκτοπίσεις πληθυσμών και τιμωρητικές εκστρατείες κατά μήκος των ρευστών συνόρων ανάμεσα στις δυο αυτοκρατορίες, ενίσχυσαν, εν τέλει, τους δεσμούς μεταξύ των ορθοδόξων Σέρβων, παρά τις διαφορές (πολιτικές είτε κοινωνικές) των καθεστώτων, στα οποία υπάγονταν.¹

Σε ένα πρώϊμο στάδιο, η εξέγερση πραγματοποιήθηκε από χωρικούς εναντίον των τοπικών γενίτσαρων. Ωστόσο, ο εθνικός της χαρακτήρας άρχισε σταδιακά να διαμορφώνεται από το 1805 και κατόπιν, καθώς χρησιμοποίηθηκε, ως σύμβολο, ο θυρεός του μεσαιωνικού βασιλικού οίκου των Νεμάνια (Nemanjić) , ο οποίος μεταξύ των ετών  1166 και 1371 παρήγαγε έντεκα Σέρβους μονάρχες, ενώ οι συνεδριάσεις του πρώτου Κυβερνητικού Συμβουλίου (Praviteljtvujušči sovjet) του 1805, πραγματοποιήθηκαν κάτω από την εικόνα του αυτοκράτορα Στεφάνου Δουσάν (1331-1355) στο  Smederevo, “την πρωτεύουσα των δεσποτών και των αυτοκρατόρων μας”. Οι επίσημες επιστολές και πράξεις του ηγέτη της εξέγερσης, Karađorđe Petrović, ιδρυτή της δυναστείας των  Karađorđević, προς τους τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές, οι διακηρύξεις καθώς και η αλληλογραφία, την οποία αντάλλαξε με εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων, κατέληγαν με τη φράσηστο όνομα σύσσωμου του Σερβικού έθνους”.²

Άποψη του Βελιγραδίου, γερμανικό έγχρωμο χαρακτικό του τέλους του 18ου αιώνα.

Μια αλληλουχία επιτυχιών σε βάρος του τακτικού οθωμανικού στρατού είχε ανυψώσει αισθητά το ηθικό των Σέρβων επαναστατών. Επρόκειτο για τις μάχες του  Ivankovac (1805), του Mišar και του  Deligrad (1806) καθώς και για την κατάληψη του ιδίου του Βελιγραδίου, της σημαντικότερης, δηλαδή, οχυρής θέσης της ευρύτερης περιοχής (Ιανουάριος 1807). Σε μια έκκληση προς τον τσάρο της Ρωσίας, αναφερόταν χαρακτηριστικά πως σε περίπτωση αποστολής ρωσικών ενισχύσεων στα Βαλκάνια, “όλοι οι Σέρβοι της Σερβίας, Βοσνίας, Ερζεγοβίνης, Μαυροβουνίου και Αλβανίας θα ένωναν με ενθουσιασμό τις δυνάμεις τους, συγκροτώντας έναν ισχυρό στρατό 200.000 ανδρών”.³

Ωστόσο, οι παραπάνω πολιτικές διεκδικήσεις στηρίζονταν σε μια αδιάκοπη επαφή και συνεργασία με αντίστοιχες εξεγέρσεις ενάντια στην οθωμανική διοίκηση, τις οποίες είχαν οργανώσει διάφορες Σερβικές φατρίες τόσο στην Ερζεγοβίνη όσο και στο Μαυροβούνιο. Ήδη από καιρό, υπήρχε στρατιωτικός συντονισμός με τον ηγέτη του Μαυροβουνίου, πρίγκιπα-επίσκοπο του Μαυροβουνίου  Petar I Petrović-Njegoš, ο οποίος θεωρούσε τους υπηκόους του ως “ανήκοντες στο έθνος των Σέρβων”.⁴ Την επομένη της ήττας των οθωμανικών στρατευμάτων από τους Μαυροβούνιους το 1796 (μάχες του  Krusi και Martinići), το ημι-αυτόνομο καθεστώς των τελευταίων ενισχύθηκε περαιτέρω, με προοπτικές ακόμη πιο δυναμικής και σημαίνουσας συμμετοχής σε μελλοντικά αντι-οθωμανικά κινήματα.

Petar I Petrović-Njegoš, πρίγκιπας-επίσκοπος του Μαυροβουνίου (1748-1830).

Κατά το αρχικό στάδιο της εξέγερσης στη Σερβία, το μικροσκοπικό Μαυροβούνιο, εν μέρει εξαιτίας της εμπλοκής Ρώσων απεσταλμένων, παρέμεινε, σε γενικές γραμμές, αδρανές. Παρά ταύτα, μια αλυσίδα από ξεσηκωμούς τοπικής εμβέλειας παρατηρήθηκαν στο σαντζάκι του Novi Pazar, μια στενή λωρίδα γης, η οποία χώριζε το πασαλίκι [πρόκειται για οθωμανική διοικητική διαίρεση, αντίστοιχη της σημερινής περιφέρειας] του Βελιγραδίου από τα βουνά του Μαυροβουνίου. Στα όπλα προσέφυγαν και φατρίες Σέρβων από τη γειτονική Ερζεγοβίνη (Drobnjaci, Nikšići, Bjelopavlići  και Moračani). Άλλες από το Μαυροβούνιο (Kuči και Piperi) και από την ορεινή Αλβανία (Klimenti ή Kelmendi) ξεσηκώθηκαν, με στόχο να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη αυτονομία έναντι της κεντρικής εξουσίας. Στο διοικούμενο με σιδηρά πυγμή από τοπικούς Αλβανούς πασάδες Κοσσυφοπέδιο, παρατηρήθηκαν σημεία αναταραχής στις τάξεις του εκεί Σερβικού πληθυσμού, ένα μέρος του οποίου έσπευσε να επανδρώσει τις δυνάμεις του Karađorđe.

Ήδη από το 1804, είχαν ξεκινήσει στην Ερζεγοβίνη οι επιθέσεις εναντίον της υπό οθωμανικό έλεγχο πόλης Podgorica από την φατρία των Drobnjaci. Ένα χρόνο αργότερα, το 1805, η κατάσταση εξελίχθηκε σε εξέγερση διαρκείας, η οποία ανακόπηκε μόνο όταν οι οθωμανικές αρχές της περιοχής συνέλαβαν ως ομήρους, μέλη των οικογενειών της συγκεκριμένης φατρίας.⁶ Σε προκήρυξη, που απέστειλε το 1806 προς τους εξεγερθέντες της Ερζεγοβίνης, ο Karađorđe τους καλούσε να ενώσουν τις δυνάμεις τους με τις δικές του “για τις εκκλησίες και τα μοναστήρια μας, για την απελευθέρωση της μητέρας πατρίδας”. Ταυτόχρονα, σε επιστολή του προς τον πρίγκιπα-επίσκοπο του Μαυροβουνίου, έκανε λόγο για συγκρότηση ενός κοινού κράτους, με διακριτικό γνώρισμα την ορθόδοξη πίστη και το Σερβικό αίμα. Τους παρότρυνε να γίνουν μαζί με τους Σέρβους “ένα σώμα, μια καρδιά και μια ψυχή”.⁷ Ανταποκρινόμενα στην έκκληση, τα στρατεύματα του Μαυροβουνίου προσέβαλαν μια σειρά από οθωμανικά οχυρά κατά μήκος της μεθορίου μεταξύ Σερβίας και Μαυροβουνίου. Η πολυπόθητη ένωση δεν κατόρθωσε τελικά να επιτευχθεί υπό ευνοϊκές συνθήκες, δηλαδή ενόσω διαρκούσε η προέλαση του Karađorđe στο γειτονικό σαντζάκι του Novi Bazar το 1809. Η αιφνιδιαστική, τότε, εκδήλωση επίθεσης από τους Οθωμανούς στο νότιο μέτωπο, ανάγκασε τους Σέρβους να αποσύρουν τα στρατεύματά τους από εκεί.

Το όραμα των Σέρβων επαναστατών, μείγμα σύγχρονου ρεαλισμού και ρομαντικού παρορμητισμού με ιστορικές καταβολές, προσέβλεπε στην ανασύσταση του μεσαιωνικού Σερβικού κράτους, το οποίο είχε σταδιακά πάψει να υφίσταται έπειτα από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389). Ο Jovan Rajić, κύριος εκφραστής της ιστορικής μοναστικής παράδοσης, είχε επιλέξει ως πρότυπο την αυτοκρατορία του Στεφάνου Δουσάν, παρά το ότι το κέντρο της τελευταίας βρισκόταν νοτιότερα, μεταξύ Κοσσυφοπεδίου και Σκοπίων. Το τετράτομο έργο του Rajić “Ιστορία των διαφόρων Σλαβικών Εθνών, Βουλγάρων, Κροατών και Σέρβων”, που δημοσιεύθηκε μεταξύ των ετών 1794 και 1795 στη Βιέννη, εξελίχθηκε σε πραγματικό πυλώνα της Σερβικής εθνικής ιδεολογίας των αρχών του 19ου αιώνα. Σύμφωνα με μια μαρτυρία του 1806, προερχόμενη από έναν Οθωμανό κρατούμενο σε Σερβική

Ο Jovan Rajić (1726-1801).
Η τετράτομη “Ιστορία των διαφόρων Σλαβικών Εθνών, Βουλγάρων, Κροατών και Σέρβων”.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

φυλακή, το διακύβευμα για τους εξεγερθέντες είχε ως ακολούθως: «Όπως κάποτε ο βασιλέας [πρίγκιπας] Λάζαρος μετέβη στο Κοσσυφοπέδιο [το 1389, προκειμένου να αναμετρηθεί με τους Οθωμανούς], έτσι όλοι οι Σέρβοι θα επανέλθουν εκ νέου στην ίδια περιοχή. Κάνουν συνεχώς χρήση βιβλίων σχετικών με την ιστορία τους [πρόκειται για την Ιστορία του Jovan Rajić] και ειδικότερα εκείνη του προαναφερθέντα βασιλέα [πρίγκιπα Λαζάρου], που στο νου τους αποτελεί πηγή έμπνευσης και προτροπής για εξέγερση”.⁸

Οι επαναστάτες χωρικοί στερούνταν ισχυρής πνευματικής καθοδήγησης. Ο κυριότερος ιδεολόγος, στην περίπτωση, ήταν ο ιερέας  Matija Nenadović, άτομο, το οποίο διακατεχόταν από Σερβικές μεσαιωνικές παραδόσεις. Το παραπάνω κενό καλύφθηκε από πολιτική υποστήριξη, προερχόμενη από την πεφωτισμένη Σερβική διανόηση της γειτονικής αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Ήδη από το 1790, οι Σέρβοι κάτοικοι των νοτίων επαρχιών της αυτοκρατορίας των Αψβούργων (πρόκειται για τη σημερινή Vojvodina), θεωρούσαν υποχρέωση να παρέχουν πολιτική και ιδεολογική υποστήριξη σε ολόκληρο το Σερβικό εθνικό κίνημα, με σημαία τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ήταν δε τόσο ενθουσιώδης η συστράτευσή τους, ώστε προκάλεσε εύλογο προβληματισμό στις Αυστριακές τοπικές αρχές. Οι μυστικοί δεσμοί παγιώθηκαν εκατέρωθεν των συνόρων μέχρι σημείου προμήθειας οπλισμού και πολεμοφοδίων, με σκοπό την ενίσχυση της επανάστασης. Υφιστάμενοι, με τη σειρά τους, τις καταπιεστικές πρακτικές της διοίκησης των Αψβούργων, οι Σέρβοι της νοτίου Ουγγαρίας όχι μόνο επικρότησαν την εξέγερση, αλλά άρχισαν να συνδέουν το δικό τους μέλλον με την προοπτική δημιουργίας ενός ανεξάρτητου και κυρίαρχου Σερβικού κράτους.⁹

Dositej Obradović (1739-1811).

Ο επονομαζόμενος “Σέρβος Βολταίρος” ποιητής Dositej Obradović, συνέθεσε μια ωδή, η οποία έμελλε να χρησιμεύσει ως ύμνος των επαναστατών: “Σήκω Σερβία/ αγαπημένη μητέρα όλων μας/ για να ξαναγίνεις αυτό που υπήρξες κάποτε/ τα τέκνα σου κλαίνε για σένα/ πολεμούν γενναία για σένα”.¹º Παρακάτω στο ίδιο ποίημα, ο Obradović επισημαίνει πως η εξέγερση των Σέρβων αναπτέρωσε τις ελπίδες για απελευθέρωση της Βοσνίας, της Ερζεγοβίνης, του Μαυροβουνίου “και άλλων γειτονικών περιοχών, θαλασσών και νήσων”. Την ίδια στιγμή που επικαλούνταν το μεσαιωνικό κράτος του Στεφάνου Ντουσάν, οι Σέρβοι διανοούμενοι σχεδίαζαν νέες εδαφικές διεκδικήσεις, με γνώμονα τη σύγχρονη, για την εποχή εκείνη, αντίληψη της εθνικής ταυτότητας, που συνεπαγόταν εννιαία γλώσσα καθώς και κοινές θρησκευτικές, πολιτισμικές και ιστορικές καταβολές και παραδόσεις. Όμως, πρώτος ο Obradović αναγνώρισε ως κυρίαρχο διακριτικό γνώρισμα εθνικής ταυτότητας τη γλώσσα, που, με τη σειρά της, ήταν σε θέση να σφυρηλατήσει θρησκευτικούς δεσμούς. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε, “η επικράτεια, όπου η Σερβική γλώσσα χρησιμοποιείται, δεν είναι μικρότερη  από εκείνη της Γαλλίας ή της Αγγλίας, στο ποσοστό που μπορεί κανείς να παραβλέψει ορισμένες ανεπαίσθητες διαφορές σε επίπεδο προφοράς. Ανάλογες διαφορές εντοπίζονται σε όλες τις υπόλοιπες γλώσσες […] Οσάκις αναφέρομαι σε πληθυσμούς, οι οποίοι κατοικούν στα συγκεκριμένα βασίλεια και στις συγκεκριμένες επαρχίες, εννοώ τα μέλη της Ελληνικής και της Λατινικής Εκκλησίας δίχως να εξαιρώ ακόμα και Τούρκους [Βόσνιους Μουσουλμάνους]  της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, στο ποσοστό που το θρήσκευμα και η πίστη μπορούν να αλλάξουν.Όμως η φυλή και η γλώσσα ουδέποτε μπορούν.¹¹

Στο ίδιο πάντοτε πνεύμα, ο κόμης  Sava Tekelija, ευκατάστατος Σέρβος προύχοντας από την Ουγγαρία, δημοσίευσε το 1805 στη Βιέννη, σε 2000 αντίτυπα, έναν “Γεωγραφικό χάρτη της Σερβίας, Βοσνίας, Ντουμπρόβνικ, Μαυροβουνίου και όμορων περιοχών”. Τα πρώτα 500 είχαν ως αποδέκτες τους ηγέτες της εξέγερσης μέσα στην ίδια τη Σερβία. Μάλιστα, ο Tekelija στράφηκε και προς τους Αυστριακούς και Γάλλους κυβερνώντες (παρά το γεγονός ότι ως φυσικός σύμμαχος των Σέρβων εθεωρείτο ανέκαθεν η τσαρική Ρωσία) και ζήτησε τη συνδρομή τους για μια ανασύσταση ενός Σερβικού κράτους, το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πυρήνας μιας ακόμη πιο διευρυμένης πολιτικής οντότητας. Σε υπόμνημα, που απέστειλε το 1804 προς τον μόλις ενθρονισθέντα αυτοκράτορα Ναπολέοντα Α΄, πρότεινε την ίδρυση ενός αχανούς βασιλείου της Ιλλυρίας, το οποίο θα συμπεριλάμβανε στο σύνολο σχεδόν των Σερβικών και γενικότερα Σλαβικών πληθυσμών της Βαλκανικής. Ανάλογη πρόταση απηύθυνε, ένα χρόνο αργότερα, προς τον αυτοκράτορα των Αψβούργων Φραγκίσκο Α΄.¹²

Η Σερβία του Karađorđe το 1809.

Πάντοτε σύμφωνα με τον Tekelija, το περίφημο αυτό βασίλειο της Ιλλυρίας, απαρτιζόμενο κατά κύριο λόγο από Σέρβους, ως την κυρίαρχη σλαβική εθνότητα στα Βαλκάνια, θα ήταν σε θέση να συμβάλλει στη εν γένει σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής. Εκτεινόμενο από την Αδριατική έως τη Μαύρη Θάλασσα, θα λειτουργούσε ως ανάχωμα έναντι του Ρωσικού και του Αυστριακού επεκτατισμού. Συνεπώς η Ευρώπη όφειλε να εγγυηθεί “τη σημαίνουσα θέση και την επιτυχή συνέχειαενός έθνους, που διέθετε όλες τις προδιαγραφές προκειμένου να προσφέρει αυτή την σταθερότητα. “Σήμερα”, ανέφερε ο Tekelija στο υπόμνημά του προς τον Ναπολέοντα Α΄, “ένα τέτοιο έθνος έχει εξεγερθεί, αποτινάσσοντας τον ζυγό, τον οποίο ουδέποτε, πλέον, είναι διατεθειμένο να αποδεχθεί εκ νέου για οποιοδήποτε λόγο. Πρόκειται για ένα Σερβικό έθνος, στο ποσοστό που περιοριστεί κάποιος μόνο σε όσους κατοικούν εντός της Σερβικής επικράτειας […] Όταν, όμως, διαθέτοντας την υποστήριξη της Γαλλίας, ενώσει σε ένα ευρύ βασίλειο της Ιλλυρίας τη Βοσνία, τη Βουλγαρία, τη Δαλματία, την Κροατία, τη Σλοβενία, το Μαυροβούνιο, τη Μακεδονία, την Αλβανία, το Ντουμπρόβνικ και τις επαρχίες της Ουγγαρίας, όπου κατοικούν Σερβικοί πληθυσμοί, με τη Σερβία, τότε, το εν λόγω βασίλειο θα αποτελεί ισχυρό ανάχωμα ενάντια στις χώρες εκείνες, και συγκεκριμένα στην Αυστρία και στη Ρωσία, οι οποίες θα επιχειρούσαν να επιβάλλουν τη δική τους κυριαρχία στα Βαλκάνια”. Πάντως, στο αντίστοιχο υπόμνημα προς τον Αυστριακό αυτοκράτορα Φραγκίσκο Α΄, ο κόμηςTekelija κάνει ονομαστική αναφορά μόνο στη Ρωσία, ως εν δυνάμει απειλή στη χερσόνησο των Βαλκανίων, για λόγους ευνόητους.¹³

Όσο και αν στερούνται ρεαλισμού, οι παραπάνω φιλοδοξίες δεν είναι απλά σχέδια με ισχυρό ιστορικό υπόβαθρο. Πολύ γρήγορα η σημασία τους επαληθεύθηκε από την αναστάτωση, η οποία εκδηλώθηκε στις τάξεις των Σέρβων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και εκείνης των Αψβούργων. Σύμφωνα με Γαλλικές εκθέσεις, ήδη από το 1805 ακούγονταν στη Δαλματία τραγούδια για τον “ήρωα-ελευθερωτή” Karađorđe, ακριβώς εκεί όπου η ίδια η έννοια της ελευθερίας ταυτιζόταν με το πρόσωπό του. Η απήχηση της εξέγερσης των Σέρβων υπήρξε τεράστια, από άκρη σε άκρη των Βαλκανίων, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια του πασαλικίου του Βελιγραδίου, όπου είχε εκδηλωθεί. Η συγκίνηση μεταφέρθηκε και μεταξύ των Σέρβων κατοίκων των νοτίων επαρχιών της Ουγγαρίας, όπως και μεταξύ των Σέρβων στρατιωτών των παραμεθορίων ευρωπαϊκών κτήσεων (Vojna Krajina, Vojna Granica)  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κατά μήκος του Σάβου ποταμού γύρω από τη Βοσνία και τη Δαλματία.

Το χωριό Orašac, όπου στις 14 Φεβρουαρίου 1804 εκδηλώθηκε η εξέγερση με την ανάθεση της ηγεσίας στον Karađorđe Petrović.

Οι Αυστριακές αρχές κατέγραψαν πολλές περιπτώσεις Σέρβων αγροτών, στρατιωτικών, ιερέων, δασκάλων και δικηγόρων, κατοίκων των νοτίων επαρχιών της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, οι οποίοι διέσχισαν τα σύνορα προκειμένου να ενταχθούν στις δυνάμεις των επαναστατών. Ορισμένοι, μάλιστα, από αυτούς στελέχωσαν τα ανώτατα κλιμάκια της εξέγερσης. Πρώτος, κατά σειρά, υπουργός Παιδείας ανέλαβε ο Dositej Obradović, εξέχουσα φυσιογνωμία του Σερβικού Διαφωτισμού. Από τη δική τους πλευρά, διαθέτοντας και την σιωπηρή ανοχή των τοπικών αρχών κατά το αρχικό στάδιο της εξέγερσης, Σέρβοι έμποροι των όμορων επαρχιών της Αυστρίας (Srem, Banat, Bačka), δεν έχαναν ευκαιρία να εφοδιάζουν τους επαναστάτες με πολεμοφόδια και οπλισμό. Ιθύνων νους και συντονιστής της όλης προσπάθειας οικονομικής και στρατιωτικής υποστήριξης των δυνάμεων του Karađorđe ήταν ο Stevan Stratimirović, πνευματικός ηγέτης των Σέρβων της αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Στον απόηχο των αρχικών επιτυχιών στο πεδίο των εχθροπραξιών, ένας κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητος αριθμός πεπειραμένων Σέρβων αξιωματικών και στρατιωτών, που υπηρετούσαν στις τάξεις του Αυστριακού στρατού άρχισε, με τη σειρά του, να καταφθάνει στην επαναστατημένη Σερβία. Μεγάλος προβληματισμός κατέλαβε τη διοίκηση των Αψβούργων. Τον Απρίλιο του 1807, ο στρατιωτικός διοικητής του Ζάγκρεμπ ανέφερε πως οι ειδήσεις, σχετικά με την εξέλιξη της εξέγερσης, που μετέφεραν Ορθόδοξοι Χριστιανοί (δηλ. Σέρβοι), είχαν αντίκτυπο σε ολόκληρο τον πληθυσμό της περιφέρειάς του. Ο τελευταίος έδειχνε να δελεάζεται από την ελευθερία, της οποίας έχαιραν, πλέον, οι επαναστάτες.¹⁴ Ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός των προσχωρήσεων στις τάξεις των Σέρβων έφθανε τους 515 άνδρες, συμπεριλαμβανομένων 188 με προέλευση μονάδες του Αυστριακού τακτικού στρατού. Σε αυτούς θα έπρεπε να προστεθούν όλοι όσοι είχαν διασχίσει τα σύνορα προερχόμενοι και από άλλες περιοχές, όπως λ.χ. η Δαλματία.¹⁵

Ο άμεσος αντίκτυπος στη σημερινή Βοϊβοντίνα, ήταν δυο μικρής διάρκειας εξεγέρσεις χωρικών  το 1807 και 1808. Αμφότερες προσέβλεπαν σε εθνική και κοινωνική απελευθέρωση. Λίγο νωρίτερα, οι επίδοξοι επαναστάτες είχαν ενημερώσει, στέλνοντας υπόμνημα, τον Ρώσο αυτοκράτορα για την πρόθεσή τους να ξεσηκωθούν “ενάντια στον Γερμανικό [Αυστριακό] ζυγό”. Το αρχηγείο τους κοσμούσε ένας από τους χάρτες του Sava Tekelija [βλ. παραπάνω], όπου διαφαίνονταν όλα τα εδάφη εκείνα, τα οποία έπρεπε να ελευθερωθούν και να ενωθούν με τη Σερβία.

Μεγάλος υπήρξε ο αντίκτυπος της επανάστασης και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, όπου, σύμφωνα με στατιστικές, ο αριθμός των εξεγερθέντων Σέρβων Ορθοδόξων ξεπερνούσε ακόμη και αυτόν των ομολόγων τους μέσα στην ίδια τη Σερβία.¹⁶ Μυστικές επαφές είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1803 στο Σεράγεβο, με αντικείμενο την ανάληψη κοινής δράσης. Το καλοκαίρι του 1804, τραγούδια, που εξυμνούσαν τα ανδραγαθήματα του Karađorđe, ακούγονταν από άκρη σε άκρη μέσα σε ολόκληρη τη Βοσνία. Την ίδια στιγμή, μεγάλος αριθμός εθελοντών διέσχιζε ακατάπαυστα τα σύνορα με τη Σερβία. Η είδηση της επικράτησης 12.000 Σέρβων ενάντια σε 20.000 πάνοπλους Οθωμανούς στη μάχη του Mišar το 1806, δημιούργησε, μεταξύ των Σέρβων της Βοσνίας, βάσιμες ελπίδες πως το καθεστώς του Karađorđe επρόκειτο σύντομα να υποκαταστήσει την Οθωμανική διοίκηση της Βοσνίας. Ενδεικτικά είναι τα όσα έγραψε την ίδια χρονιά ένας ιερομόναχος από το Prijedor: “Υπέμενα καρτερικά τον Τουρκικό ζυγό, με την ελπίδα πως ο Karađorđe θα μας απελευθέρωνε και θα μας έθετε υπό την προστασία του”.¹⁷ Η εξέγερση των Σέρβων λειτουργούσε ως έναυσμα για την άμυνα των Σέρβων της Βοσνίας ενάντια στην Μουσουλμανική βία.¹⁸

Δυο, μικρού βεληνεκούς, εξεγέρσεις εκδηλώθηκαν τελικά στη Βοσνία. Αμφότερες κατεστάλησαν από τις τοπικές αρχές, με τη χρήση μονάδων του τακτικού Οθωμανικού στρατού. Η πρώτη από αυτές ξέσπασε το 1807 ανατολικά, κατά μήκος του ποταμού Δρίνου, ο οποίος αποτελεί και το φυσικό σύνορο με τη Σερβία. Η δεύτερη, πιο αξιόλογη, έλαβε χώρα το 1809 στην Κράϊνα.¹⁹

Η μάχη του Mišar (12–15 Αυγούστου 1806), πίνακας του Afanasij Scheloumoff.

Οι Σέρβοι ηγέτες, στερούμενοι στρατιωτικής υποστήριξης έπειτα από την υπογραφή της Συνθήκης του Πρεσβούργου (Δεκέμβριος 1805), στράφηκαν προς άλλους Χριστιανικούς πληθυσμούς της Βαλκανικής, προς αναζήτηση βοήθειας στον αγώνα τους κατά των Οθωμανών. Η παραπάνω μεταστροφή αποφασίστηκε από τη Συνέλευσή τους, που ως έδρα είχε το Smederevo. Κατόπιν τούτου, αναταράξεις παρατηρήθηκαν σε διάφορες περιοχές κατοικούμενες από Σλάβους της Μακεδονίας. Στη Βουλγαρία, ειδικότερα στις όμορες επαρχίες, κατά μήκος του Δούναβη με τη Σερβία (Βιδίνιο και  Belogradčik) ξέσπασαν προσωρινές εξεγέρσεις φιλειρηνικών, έως τότε, χωρικών. Το ίδιο έτος (1805), ο Έλληνας οπλαρχηγός Νικοτσάρας διέσχισε με το ένοπλο σώμα του ολόκληρη, σχεδόν, τη Βαλκανική, από τον Όλυμπο έως τον Δούναβη, προκειμένου να ενωθεί με τις δυνάμεις του Karađorđe. Σύμφωνα με εκθέσεις του προξένου της Γαλλίας στη Θεσσαλονίκη, οι Οθωμανικές αρχές προχώρησαν σε αθρόες συλλήψεις Ελλήνων και Σλάβων, με την υποψία και μόνο ότι παρείχαν υποστήριξη προς τους Σέρβους επαναστάτες.²º

Υπολογίζεται πως εντός του 1806, 5000 ένοπλοι Βούλγαροι είχαν την πρόθεση να προσχωρήσουν στην εξέγερση. Από τους 4000, που διέσχισαν τελικά τα σύνορα την επόμενη χρονιά, οι 800 ενώθηκαν αμέσως με τον στρατό του Karađorđe. Πέρα από τους τελευταίους, στις τάξεις των Σέρβων επαναστατών καταγράφηκε παρουσία Ελλήνων και Βλάχων, οι οποίοι, νωρίτερα, είχαν πολεμήσει στο πλευρό των Ρώσων εναντίον των Οθωμανών. Σε αρκετές περιπτώσεις, έφτασαν από τη Ρουμανία εκκλήσεις για αποστολή βοήθειας κατά των Οθωμανικών αρχών, ενώ το παράδειγμα των Σέρβων ενέπνευσε πολλαπλώς τον εκκολαπτόμενο αγώνα ανεξαρτησίας των Ελλήνων. Ο πρώτος ιστορικός της Σερβικής εξέγερσης ήταν ο ελληνικής καταγωγής Τριαντάφυλλος Δούκας, ο οποίος, το 1807, δημοσίευσε στη Βουδαπέστη ένα βιβλίο με τίτλο :“Ιστορία των Σερβο-Σλάβων”.

O Karađorđe, απογοητευμένος αφενός από τους δισταγμούς των Αυστριακών και αφετέρου από την προσπάθεια των Ρώσων να θέσουν την εξέγερση αποκλειστικά υπό τον δικό τους έλεγχο, έστρεψε τις ελπίδες του προς την κατεύθυνση μιας πιθανής συμμαχίας με τη Γαλλία. Είναι αλήθεια πως οι Γάλλοι θεωρούσαν τη Βοσνία ως κατεξοχήν κομβικό σημείο για τη διακίνηση των δικών τους αγαθών προς τη Μικρά Ασία, ενόσω βρισκόταν σε ισχύ ο ηπειρωτικός αποκλεισμός. Αντίθετα, μια Σερβία υπό Ρωσικό έλεγχο συνιστούσε απειλή για τα συμφέροντά τους. Το 1809, αφότου οι Σέρβοι επαναστάτες εισέπραξαν βαριές απώλειες σε όλα τα μέτωπα, ο  Karađorđe κάλεσε τον Ναπολέοντα να εισέλθει στο Šabac (Σερβική κωμόπολη κοντά στα σύνορα με τη Βοσνία) συνοδευόμενος από τα στρατεύματά του, ώστε να μπορέσουν να δρομολογηθούν διαπραγματεύσεις με την Υψηλή Πύλη.

 

Karađorđe Petrović (1762-1817).
Janko Popović (1779–1833) εκ των πρωτεργατών της εξέγερσης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα χρόνο αργότερα, το 1810, ο Σέρβος ηγέτης εισηγήθηκε προς τον Ναπολέοντα μέσω του ειδικού απεσταλμένου του στο Παρίσι, λοχαγού Rade Vučinić, την ένωση της Σερβίας με τη Βοσνία, την Ερζεγοβίνη, τις επαρχίες της Ιλλυρίας από τη Λιουμπλιάνα έως το Ντουμπρόβνικ (συμπεριλαμβανομένης της Δαλματίας μαζί με το Ντουμπρόβνικ καθώς και τμημάτων της Κροατίας και της Σλοβενίας). Θέση μεταξύ των διεκδικήσεών του είχαν και σερβοκατοικημένες επαρχίες της αυτοκρατορίας των Αψβούργων (Banat, Srem, Σλαβονία). Τα πάντα υπό την προστασία της Γαλλίας. Ο Ναπολέων ήταν αδύνατο να συναινέσει σε μια παρόμοια προοπτική, που έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητα της συμμάχου του Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να προτρέψει τον πρόξενο της Γαλλίας στο Βουκουρέστι να συνεργαστεί διακριτικά με τους Σέρβους. Η πρόταση του Karađorđe, παρά το ανέφικτο του περιεχομένου της, αποδεικνύει πως μια υποστήριξη από πλευράς Γαλλίας, αποτελούσε τη μοναδική διέξοδο για απαλλαγή από την επιρροή της Ρωσίας και της Αυστρίας. Από τη δική του πλευρά, ωστόσο, ο Γάλλος αυτοκράτορας εκλάμβανε την εξέγερση των Σέρβων ως μοχλό για την διάδωση της Ρωσικής επιρροής στη Βαλκανική. Ίσως γι αυτό και αναδιοργάνωσε τις Γαλλικές κτήσεις στη Δαλματία, την Κράϊνα και τη Σλοβενία σε επαρχίες της Ιλλυρίας (1809-1814), με απώτερο σκοπό να αντικρούσει τη Σερβική επανάσταση.²¹

Απογοητευμένοι από τις εξελίξεις, οι Σέρβοι αναγκάστηκαν να στραφούν εκ νέου προς τη Ρωσία. Η εναλλακτική λύση μιας ενδεχόμενης συμμαχίας με την Αυστρία ήταν από μόνη της θνησιγενής, καθότι για πολλούς και ποικίλους λόγους, η Σερβία βρισκόταν στρατιωτικά  σε θέση εξάρτησης από τους Ρώσους. Εγκαταλειμμένοι ακόμα και από τους τελευταίους μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου του 1812, οι Σέρβοι, αν και έτοιμοι να αποδεχθούν ένα ημι-αυτόνομο καθεστώς ανάλογο με εκείνο της Μολδαβίας και της Βλαχίας, απέρριψαν τελικά την πρόταση που τους υποβλήθηκε και η οποία έκανε λόγο για ακόμα πιο περιορισμένη αυτονομία: “Δεν αναγνωρίζουμε τις διατάξεις της [Οθωμανικής] Συνθήκης με τη Ρωσία [Συνθήκη του Βουκουρεστίου]. Διεκδικούμε τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους και δεν είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχθούμε οποιασδήποτε μορφής άλλη λύση”.²²

Το φθινόπωρο του 1813, στερούμενη όποιας ξένης υποστήριξης, η Σερβική εξέγερση καταπνίγηκε βάρβαρα από τον τακτικό Οθωμανικό στρατό. Συμπιεσμένη ανάμεσα στη γενική αδιαφορία των ευρωπαϊκών χωρών και την αίγλη των Ναπολεοντίων πολέμων, η ιστορική της σημασία είναι πολυδιάστατη. Για τα έθνη της Βαλκανικής, αρχής γενομένης από τους Έλληνες και τους Νοτιοσλάβους, επρόκειτο για μια Γαλλική επανάσταση, προσαρμοσμένη σε τοπικές προδιαγραφές. Η αρχή της εθνικής κυριαρχίας ερχόταν σε αντιδιαστολή με εκείνη της νομιμοποίησης. Μια νέα μορφή κοινωνίας αναδείχθηκε παντού όπου, ελλείψει αριστοκρατίας και ανεπτυγμένης μεσαίας τάξης, η ισονομία μεταξύ ελεύθερων χωρικών συνέπιπτε με εκκολαπτόμενες διεκδικήσεις ενός σύγχρονου, για την εποχή, έθνους. Οι μακροχρόνιες πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την ευρύτερη περιοχή, επέτρεψαν στον έγκριτο Γερμανό ιστορικό Leopold von Ranke, να κάνει χρήση του όρου “Σερβική Επανάσταση”, αντιπαραβάλλοντας την τελευταία με την ομώνυμη Γαλλική.²³

O Dušan T. Bataković (Βελιγράδι 1957-Βελιγράδι 2017) ήταν ιστορικός και διπλωμάτης. Έπειτα από μια πλούσια σταδιοδρομία στον χώρο της επιστήμης της Ιστορίας, διετέλεσε πρέσβυς της Σερβίας στην Ελλάδα, στον Καναδά, στη Γαλλία και ειδικός σύμβουλος της Προεδρίας της Δημοκρατίας για το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Από το 2008 έως τον θάνατό του, υπήρξε διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας.

 

 ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Βλ. G. Yakchitch, L’ Europe et la resurrection de la Serbie (1804-1834), Paris: Hachette 1917, σσ. 7-35; D. Djordjevic, Les revolutions nationals des peoples balkaniques 1804-1914, Belgrade, Institut d’histoire  1965, σσ. 23-38, W. S. Vucinich (ed.), The First Serbian Uprising 1804-1813, Boulder-New York: Columbia University Press 1982.

[2]  R. Perović, Prvi srpski ustanak; Akta i pisma na srpskom jeziku, vol. I, (1804-1808), Beograd: Narodna knjiga 1978, σσ. 124, 125, 149.

[3]   M.  Djordjević, Oslobodilački rat srpskih ustanika 1804-1806, Beograd: Vojnoizdavački zavod 1967

[4]   J. M. Milović, “Titule vladike Petrovića’, Istorijski zapisi, vol. LX  (1), Titograd 1987, σ. 57.

[5]  D. T. Bataković, The Kosovo Chronicles, Belgrade: Plato 1992, σσ.42-45.

[6]  A. Aličić, « Ustanak u Drobnjacima 1805. godine »,  Godišnjak društva istoričara BiH,  vol. XIX, Sarajevo 1973, σσ. 51-54.

[7]  R. Perović, Prvi srpski ustanak. Akta i pisma na srpskom jeziku, vol. I, 1804-1808, σσ. 175-177.

[8]  R. Tričković, «Pismo travničkog vezira iz 1806. godine», Politika, Beograd,  21. 02.  1965.

[9]  A. Ivić, Spisi bečkih arhiva o Prvom srpskom ustanku, vol. III, BeogradČ Srpska kraljevska akademija 1937, σ. 349.

[10]  J. Mitrović,  Istorija Srba, Beograd: Privatno izdanje 1993

[11]  D. Obradovic, “Letter to Haralampije.” The Life and Adventures of Dimitrije Obradovic. Ed. and transl. G. R. Noyes. Berkeley, Los Angeles: University of California Press, 1953, σ. 135.

[12]  S. Tekelija, Opisanije života, Beograd: Prosveta 1966, σσ. 171-187, 379-396.

[13]  S. Gavrilović, Vojvodina i Srbija u vreme prvog srpskog ustanka,  Novi Sad: Institut za istoriju 1974 σσ.20-24.

[14] F. Šišić, «Karadjordje, Južni Sloveni i Napoleonova Ilirija», in: Karadjordje, Beograd: Geca Kon 1923, σσ. 55-56.

[15] Ibid.

[16]  Ο M. Ekmečić επικαλείται στατιστικές, οι οποίες εκτιμούν τον συνολικό πληθυσμό της Βοσνίας σε 1,3 εκατομ. κατοίκους (M. Ekmečić, Stvaranje Jugoslavije 1790-1918, vol. I, Beograd: Prosveta 1989,  σ. 77. )

[17] J. Tošković, Odnosi izmedju Bosne i Srbije 1804-1806 i boj na Mišaru, Subotica 1927, σ. 72.

[18] M. Šamić, Francuski putnici o Bosni na pragu XIX stoljeća i njihovi utisci o njoj, Sarajevo: Svjetlost 1966,  σ. 206.

[19]  V. Čubrilović, Prvi srpski ustanak i bosanski Srbi, Beograd: Geca Kon 1939, σσ. 115-125. 

[20]  C. A. Vacalopoulos, La Macédoine vue  en début du XIX siècle par les consuls Européens de Thessalonique, Thessalonique: Institut des eétudes balkaniques 1980, σ. 65.

[21]  Cf. D. Roksandić, Vojna Hrvatska La Croatie militaire. Krajiško društvo u Francuskom carstvu (1809-1813), vol. I, Zagreb : Školska knjiga 1988, σσ. 151-153.

[22]  S. Hadžihuseinović-Muvvekit, Tarih-i Bosna, quoted in : M. Ekmečić, Stvaranje Jugoslavije 1790-1918, vol. I, σ. 157.

[23] Leopold von Ranke, A history of Servia and the Servian Revolution. Translated by Mrs. Alexander Kerr.New York, Da Capo Press, 1973.

                            

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

 

  • Savremenici o Kosovu i Metohiji 1850-1912 (Contemporaries on Kosovo and Metohija 1850-1912), Belgrade: Srpska književna zadruga 1989.
  • Kolubarska bitka (The Battle of Kolubara 1914), Belgrade: Litera 1989 (with N. B. Popović). 210 p.
  • Kosovo i Metohija u srpskoj istoriji (Kosovo and Metohia in Serbian History), Belgrade: Srpska književna zadruga 1989, (co-author); German translation: Kosovo und Metochien in der serbischen Geschichte, Lausanne: L’Age d’Homme 1989 (co-author; four chapters); French translation: Le Kosovo-Metohija dans l’histoire serbe, Lausanne: L’Age d’Homme 1990 (co-author, four chapters).
  • Kosovo i Metohija u srpsko-arbanaškim odnosima (Kosovo and Metohija in Serb-Albanian Relations), Priština: Jedinstvo 1991. (2nd updated edition: Čigoja štampa, Belgrade 2006.) 391 р.
  • The Kosovo Chronicles, Belgrade: Plato Books 1992.
  • La spirale de la haine, Lausanne: L’Age d’Homme 1993 (2nd Edition 1998), 106 p. [3];
  • La Yougoslavie : nations, religions, idéologies, Lausanne: L’Age d’Homme 1994.
  • Bataković, Dušan T. (1996). The Serbs of Bosnia & Herzegovina: History and Politics. Paris: Dialogue.
  • The Serbs and Their National Interest, N. Von Ragenfeld-Feldman & D. T. Batakovic (eds.), San Francisco & Belgrade 1997, 140 p.
  • Cronica de la Kosovo, prefaţă de academician Dan Berindei; Buçuresti: Editura biblioteca bucurestilor 1999, 207 p.
  • Kosovo i Metohija. Istorija i ideologija, (Kosovo and Metohija: History and Ideology), Belgrade: Hrišćanska misao 1998. (2nd updated edition: Belgrade: Čigoja štampa 2006). 469 p.
  • Нова историја српског народа (A New History of the Serbian People), Belgrade: Naš Dom 2000 (co-authors: A. Fotić, M. St. Protić, N. Samardžić); Second updated edition: Belgrade 2002, ; Korean translation: Seoul 2001, ;
  • Histoire du peuple serbe, Lausanne: L’Age d’Homme 2005. 395 p.
  • Kosovo and Metohija. Living in the Enclave, D. T. Bataković (ed.), Institute for Balkan Studies, SASA, Belgrade 2007, 314 p.
  • Un conflit sans fin? Lausanne: L’Age d’Homme 2008. 322 p.
  • Kosovo And Metohija. Living in the Enclave (with added multimedia content and original documents) T. Bataković (ed.), Institute for Balkan Studies, Serbian Academy of Sciences and Arts, Belgrade 2008. (cd-rom)
  • Istorija za sedmi razred osnovne škole Belgrade, Zavod za udžbenike, 2009, 175 p.
  • La Serbie et la France : une alliance atypique. Les relations politiques, économiques et culturelles,1870-1940 T. Bataković (dir.), Institut des Études Balkaniques, Académie serbe des Sciences et des Arts, Belgrade 2010. 613.p.
  • Косово и Метохия : история и идеология, перевод с сербского Д. Кокотович, Екатеринбург : Издательство Уральского университета, 2014, 399 p.
  • Minorities in the Balkans. State Policy and Inter-Ethnic Relations (1804-2004) T. Bataković (ed.), Belgrade, Institute for Balkan Studies, Serbian Academy of Sciences and Arts, 2011, 364 p.
  • Serbia’s Kosovo Drama. A Historical Perspective, Belgrade, Čigoja Štampa, 2012, 369 p.
  • Qeveria serbe dhe Esat Pashe Toptani, e perktheu nga anglishtja Maklen Misha, Tirane, Botimet IDK, [2012], 70 p.
  • Les sources françaises de la democratie serbe (1804-1914), Paris, CNRS Editions, 2013, 570 p.
  • A Turbulent Decade.The Serbs in Post-1999 Kosovo, Paris, Dialogue, 2014, 324 p.
  • The Foreign Policy of Serbia (1844-1867). Ilija Garašanin’s Načertanije, Institute for Balkan Studies SASA, Belgrade 2014, 308 p.
  • Christian Heritage of Kosovo and Metohija. Historical and Spiritual Heartland of Serbian People, Chief contributing editor Dušan T. Bataković, Los Angeles: Sebastian Press & Belgrade: Institute for Balkan Studies, 2015, 1007 p.
  • Serbia in the Great War. Anglo-Saxon Testimonies and Historical Analysis. Edited by Dušan T. Bataković, Belgrade: National Library of Serbia 2015, 374 p.
  • Srbija i Balkan. Albanija, Bugarska, Grčka 1914-1918 (Serbia and the Balkans: Albania, Bulgaria, Greece 1914-1918), Prometej-RTS, Novi Sad-Belgrade 2016, 572 р.
  • Dešifrovanje prošlosti. Pisci, svedoci, pojave (Deciphering the Past. Witnesses, Writers, Phenomenons), Čigoja štampa, Belgrade 2016, 436 р.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πηγή: http://www.batakovic.com/en/full-story/21/2012/02/22/the-1804-serbian-revolution_-a-balkan-size-french-revolution.html

                           Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

MEXICO ’68. Η Ολυμπιάδα της αμφισβήτησης και των άκρων

Πενήντα χρόνια από τότε

MEXICO ’68. Η Ολυμπιάδα της αμφισβήτησης και των άκρων

 Tον Οκτώβριο του 1963, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, η οποία συνήλθε στο Baden-Baden της Δυτικής Γερμανίας, επέλεξε με άνετη πλειοψηφία την Πόλη του Μεξικού ως τόπο τέλεσης των αγώνων της 19ης  Ολυμπιάδας, προγραμματισμένων για το έτος 1968. Η σειρά κατάταξης των υποψηφίων πόλεων πέραν της νικήτριας ήταν: Ντητρόϊτ, Λυών και Μπουένος  Άϊρες. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους, οι αγώνες θα πραγματοποιούνταν σε χώρα της Λατινικής Αμερικής. Για τρίτη φορά (είχαν προηγηθεί οι περιπτώσεις της Μελβούρνης το 1956 και του Τόκιο το 1964), επελέγη ως ημερομηνία διεξαγωγής το τελευταίο τρίμηνο του έτους και συγκεκριμένα ο μήνας Οκτώβριος. Ο λόγος ήταν η κλιματολογική ιδιαιτερότητα των παραπάνω πόλεων σε σύγκριση με τις συνθήκες, που επικρατούσαν στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική.

Η επιλογή της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. Η Πόλη του Μεξικού επρόκειτο να λειτουργήσει ως πειραματικό εργαστήριο για το μέλλον, καθώς για πρώτη φορά οι αγώνες διεξάγονταν σε τόσο μεγάλο υψόμετρο (2.240 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας). Επιπρόσθετα, αποφασίστηκε η χρήση  χυτού συνθετικού τάπητα (το επονομαζόμενο ταρτάν στίβου) για τα αγωνίσματα ταχύτητας, αντοχής, σκυταλοδρομίας και αλμάτων. Επρόκειτο για ένα μίγμα ελαστικών σε μορφή κόκκων, το οποίο καθιστούσε αντιολισθηρή την επιφάνεια του τάπητα. Ουδείς ήταν σε θέση να εκτιμήσει τις συνέπειες των δυο παραπάνων παραμέτρων στις επιδόσεις των αθλητών. Ο συνθετικός τάπητας χρησιμοποιήθηκε για δεύτερη συνεχή φορά τον Σεπτέμβριο του 1969, στο στάδιο Καραϊσκάκη, στο πλαίσιο της διεξαγωγής του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού.

Το ολυμπιακό στάδιο της Πόλης του Μεξικού και το λογότυπο των αγώνων.

Ο μεγαλύτερος, ωστόσο, ανασταλτικός παράγοντας ήταν η πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό μιας χώρας, η οποία δεν φημιζόταν για την υποδειγματική λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Ειδικότερα η πενταετία, που μεσολάβησε ανάμεσα στην ανάθεση της οργάνωσης και την τέλεση των αγώνων λειτούργησε ως εστία έντασης και συγκρουσιακών καταστάσεων. Η κυβέρνηση του προέδρου Gustavo Diaz Ortaz είχε επενδύσει το μεγάλο, για την εποχή εκείνη, ποσό των 150 εκατομ. αμερικανικών δολαρίων (με γνώμονα τα σημερινά δεδομένα, το ποσό αυτό ισοδυναμεί με 11 δισεκατομμύρια δολάρια) για τα κατασκευαστικά έργα και για την εν γένει προετοιμασία των αγώνων. Επιλέγοντας προληπτικά τη μέθοδο της καταστολής, οι αρχές επιχείρησαν να θέσουν υπό έλεγχο το συνδικαλιστικό και το φοιτητικό κίνημα. Η κατάσταση αποδείχθηκε λιγότερο διαχειρίσιμη στη δεύτερη περίπτωση. Μεταξύ των φοιτητών ήταν διάχυτη η δυσφορία και η κατακραυγή ενάντια στις αυθαιρεσίες της εξουσίας. Στους κόλπους της αστυνομίας είχε ιδρυθεί ένα ειδικό σώμα (granaderos), άρτια εκπαιδευμένο, με αρμοδιότητα την αντιμετώπιση τυχόν ταραχών. Το καλοκαίρι του 1968, καθώς πλησίαζε η έναρξη των αγώνων, και με νωπές τις μνήμες από τον γαλλικό Μάη, καταγράφηκαν συγκρούσεις ανάμεσα σε φοιτητές και την αστυνομία στο κέντρο της πρωτεύουσας. Συγκεκριμένα, την 1η Αυγούστου, μια μεγάλη πορεία 50.000 φοιτητών ενάντια στις κυβερνητικές μεθόδους καταστολής και στην παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, έληξε ομαλά.  Οι διαδηλώσεις, οργανωμένες απότο ονομαζόμενο Εθνικό Συμβούλιο Απεργιών (Consejo 

Φοιτητική διαδήλωση στο κέντρο της Πόλης του Μεξικού τον Αύγουστο του 1968.

Nacional de Huelga ή CNH), έναν αυτοσχέδιο φορέα, συνεχίστηκαν κλιμακούμενες, καθώς το CNH, έκανε συνεχώς εκκλήσεις για μαζική συμμετοχή σε αυτές φοιτητών, εργατών, αγροτών και σύσσωμου του μεξικανικού λαού. Με τους αγώνες επί θύραις, η κυβέρνηση Ortaz θέλησε να θέσει τέλος στην έκρυθμη αυτή κατάσταση, διατάσσοντας τον στρατό να εισβάλλει στις εγκαταστάσεις του  Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (UNAM), κοιτίδα της αμφισβήτησης. Η κατάληψη έλαβε χώρα δίχως επεισόδια. Ωστόσο, οι φοιτητές περιχαρακώθηκαν σε άλλες σχολές, σε μια προσπάθεια αποτροπής ανάλογων καταστάσεων. Επί δώδεκα ολόκληρες ώρες, μεταξύ 23 και 24 Σεπτεμβρίου, διεξήχθησαν πραγματικές μάχες ανάμεσα σε οπλισμένους φοιτητές και επίλεκτες μονάδες του στρατού στους χώρους της Πολυτεχνικής Σχολής (IPN). O απολογισμός ήταν βαρύς: 15 νεκροί (3 σύμφωνα με τις επίσημες κυβερνητικές ανακοινώσεις) και 45 τραυματίες, όλοι φοιτητές. Όμως, τα χειρότερα έπονταν.

Η σφαγή στο Τλατελόλκο

Στις 2 Οκτωβρίου το απόγευμα έλαβε χώρα μια συγκέντρωση 10.000 περίπου ατόμων στην Plaza de las Tres Culturas , στη συνοικία Τλατελόλκο της πόλης του Μεξικού. Το CNH είχε επιλέξει ως κεντρικό σύνθημα της συγκέντρωσης την αντίθεση στην τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων (“Δεν θέλουμε τους αγώνες. Θέλουμε επανάσταση!” – “¡No queremos olimpiadas, queremos revolución! “). Ενώ τα πράγματα έδειχναν να εξελίσσονται ομαλά, περί τις 18.00 μ.μ. άρχισαν να υπερίπτανται του χώρου της συγκέντρωσης ελικόπτερα της αστυνομίας. Την ίδια στιγμή, η περιοχή αποκλείστηκε από μονάδες του στρατού και από τεθωρακισμένα, που εισήλθαν στην πλατεία. Οι πρώτοι πυροβολισμοί αιφνιδίασαν το ανυποψίαστο πλήθος. Προέρχονταν από ελεύθερους σκοπευτές, οι οποίοι είχαν

Λήψη από αέρος της Plaza de las Tres Culturas του Τλατελόλκο. Ο χώρος προσφέρεται για τον εγκλωβισμό του πλήθους.

ακροβολιστεί στα παρακείμενα κτήρια, ειδικότερα δε σε εκείνο του υπουργείου Εξωτερικών. Άλλες πληροφορίες υποστηρίζουν πως το σύνθημα δόθηκε από τα ελικόπτερα με ρίψη φωτοβολίδων, καθώς το σκοτάδι είχε αρχίσει να πέφτει. Η αρχική έκπληξη μετεξελίχθηκε σε πανικό, όταν ο στρατός έβαλε αδιάκριτα, σε έναν χώρο, ιδανικό για ενέδρα (η πλατεία περιβαλλεται από ψηλές κατασκευές).  Η σφαγή διήρκησε ολόκληρη τη νύκτα, με συνεχείς εφόδους στα γειτονικά κτήρια. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων εξακολουθεί να παραμένει έως σήμερα άγνωστος. Οι εφημερίδες της επομένης μέρας έκαναν λόγο για 20 έως 28 νεκρούς. Το 1998, με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών, οι μεξικανικές αρχές δημοσιοποίησαν τα επίσημα κρατικά έγγραφα, από τα οποία αποδείχθηκε πως την πλήρη ευθύνη έφερε ο στρατός, και πως ο αριθμός των νεκρών κυμαινόταν μεταξύ 300 και 400 ατόμων. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και άλλοι 1.300 περίπου, που συνελήφθησαν και υπέστησαν βάναυση μεταχείρηση στα κρατητήρια. Ως ηθικός αυτουργός κατηγορήθηκε ο τότε υπουργός Εσωτερικών και μετέπειτα πρόεδρος της χώρας (1970-1976) Luis Echeverría. Το 2009 η Δικαιοσύνη τον απάλλαξε από την κατηγορία. Παρά τον αποτροπιασμό της διεθνούς κοινότητας, η ΔΟΕ αποφάσισε την τέλεση των αγώνων όπως ακριβώς αυτοί είχαν προγραμματιστεί.

Masacre en Tlatelolco, 2 De octubre 1968 (αγγλικοί υπότιτλοι)

Ο στρατός επί το έργον.
Η εκκένωση των σορών.
Ταπεινωτική μεταχείριση των συλληφθέντων.
Οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις φυλάσσονται από ειδικές μονάδες του στρατού.

Οι αγώνες με τις εξωπραγματικές επιδόσεις

Το μεγάλο υψόμετρο και ο αραιός σε πυκνότητα αέρας ευνόησαν ορισμένα αθλήματα (δρόμοι μικρών και μεσαίων αποστάσεων, άλματα) λειτούργησαν, ωστόσο, ανασταλτικά σε ορισμένα άλλα (δρόμοι ημιαντοχής και αντοχής, με εξαίρεση τους αθλητές προερχόμενους από χώρες με υψόμετρο, όπως η Αιθιοπία και η Κένυα). Στον κλασσικό αθλητισμό ανδρών και γυναικών καταρρίφθηκαν συνολικά 14 παγκόσμια και 12 ολυμπιακά ρεκόρ. Τα αθλήματα κλειστού χώρου ουδόλως επηρρεάστηκαν από τις κλιματολογικές συνθήκες. Οι αγώνες της  19ης  Ολυμπιάδας έχουν να επιδείξουν και ορισμένες καινοτομίες. Για πρώτη φορά η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας εκπροσωπήθηκαν με ξεχωριστές αποστολές. Για πρώτη φορά επίσης, οι αγώνες μεταδόθηκαν τηλεοπτικά έγχρωμα. Στο Μεξικό εισήχθη το μέτρο του ελέγχου ντόπινγκ. Τέλος, για πρώτη φορά στην ιστορία των αγώνων, η πολιτική διάσταση, με τη μορφή της αμφισβήτησης, έκανε την εμφάνισή της εντός του χώρου τέλεσης των αθλημάτων.

12 Οκτωβρίου 1968. Η Enriqueta Basilio υπήρξε η πρώτη γυναίκα αθλήτρια στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων που άναψε τη φλόγα κατά την τελετή έναρξης.
Ο εντυπωσιακός δρόμος των 100 μέτρων με τους οκτώ νέγρους αθλητές και τον ολυμπιονίκη  Jim Hines από τις ΗΠΑ να σπάει για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά το φράγμα των 10 δευτερολέπτων (9.95).

Οι πρώτος και τρίτος ολυμπιονίκες του δρόμου των 200 μέτρων Tommie Smith και John Carlos, φορώντας μαύρα γάντια, υψώνουν τη γροθιά τους κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ (χαιρετισμός της ριζοσπαστικής οργάνωσης “Μαύρη Δύναμη” – Black Power), ως ένδειξη διαμαρτυρίας κατά των φυλετικών διακρίσεων στη χώρα τους. Ο δεύτερος ολυμπιονίκης, Peter Norman από την Αυστραλία, υπήρξε ο εισηγητής της ιδέας. Αμφότεροι οι αθλητές τιμωρήθηκαν από τις ομοσπονδίες των χωρών τους γι αυτή την ενέργεια.
Το απίστευτο άλμα του Bob Beamon στο άλμα εις μήκος με 8 μέτρα και 90 εκατοστά. Η έως τότε καλύτερη επίδοση στον κόσμο βελτιώθηκε κατά 55 εκατοστά. Το ρεκόρ έσπασε το 1991, έχοντας αντέξει επί 23 ολόκληρα χρόνια.
Το άλμα τριπλούν υπήρξε το πλέον δραματικό άθλημα των αγώνων, καθώς το παγκόσμιο ρεκόρ καταρρίφθηκε πέντε φορές κατά την τελική φάση από τους τρεις ολυμπιονίκες, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου νικηφόρου άλματος. Πρωταγωνιστές ήταν ο Viktor Saneyev από την ΕΣΣΔ, ο Nelson Prudêncio από την Βραζιλία και ο Giuseppe Gentile από την Ιταλία.
Το ανορθόδοξο για την εποχή στυλ του Αμερικανού Dick Fosbury στο άλμα εις ύψος. Με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκε ως “Fosbury Flop”.
Το παγκόσμιο ρεκόρ  (48.12΄΄) του Βρετανού David Hemery στον δρόμο 400 μέτρων μετ εμποδίων.

Η Věra Čáslavská (αριστερά) από την Τσεχοσλοβακία, χαμηλώνει το κεφάλι της κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου της ΕΣΣΔ, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην πατρίδα της, δυο μήνες νωρίτερα. Ως αντίποινα, η Ομοσπονδία Γυμναστικής της Τσεχοσλοβακίας την εξανάγκασε σε υποβολή παραίτησης. ¨Επειτα από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989, η Čáslavská ανέλαβε ειδική σύμβουλος του Προέδρου της Δημοκρατίας Václav Havel για θέματα αθλητισμού. Αργότερα εκλέχθηκε πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής της Τσεχίας και μέλος της ΔΟΕ.

Mexico City 1968 Olympic Games

Μισό αιώνα έπειτα από την τέλεσή τους, τι έχει, άραγε, απομείνει ως κατάλοιπο των αγώνων της 19ης Ολυμπιάδας; Σε αμιγώς αθλητικό επίπεδο, το διακριτικό γνώρισμα είναι αναμφίβολα ο αριθμός και η ποιότητα των επιδόσεων, ορισμένες εκ των οποίων (Beamon, Hines) έχουν αφήσει το στίγμα τους στην Ιστορία. Όμως, οι αγώνες του Μεξικού είναι εκείνοι, που άνοιξαν διάπλατα το δρόμο για την πολιτικοποίηση του θεσμού (είχε προηγηθεί, βέβαια, η Ολυμπιάδα του Βερολίνου το 1936, ιδανική συγκυρία, που η ναζιστική προπαγάνδα αξιοποίησε στο έπακρο). Σε αυτό συνέβαλε και η απευθείας τηλεοπτική μετάδοση, η οποία, έκτοτε, χάρη της εκ των πραγμάτων προσφερόμενης μεγάλης ακροαματικότητας σε παγκόσμια κλίμακα, μετέτρεψε τους Ολυμπιακούς Αγώνες σε εφαλτήριο προβολής και δημοσιοποίησης των ανά τον κόσμο προβλημάτων και αντιπαραθέσεων. Παρά το γεγονός ότι τα αναρίθμητα θύματα της σφαγής του Τλατελόλκο κατέστησαν τους αγώνες του 1968 τους πλέον αιματηρούς της Ιστορίας, εντός των αθλητικών εγκαταστάσεων, το προαναφερόμενο γνώρισμα θα έλεγε κανείς πως εκδηλώθηκε με την αμηχανία του πρωτόπειρου. Παίρνοντας τη σκυτάλη τέσσερα χρόνια αργότερα, το Μόναχο και η παλαιστινιακή οργάνωση “Μαύρος Σεπτέμβρης”, έμελλαν να προσδώσουν μια επιπρόσθετη διάσταση στην πολιτικοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων: εκείνη της τρομοκρατίας.

Μόναχο, 1972. Η σκυτάλη.

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Μια λησμονημένη άγρια Κατοχή

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1918 η βουλγαρική συνθηκολόγηση επέφερε και την απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας, την οποία τα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα είχαν καταλάβει τον Αύγουστο του 1916. Αυτή ήταν η δεύτερη από τις τρεις βουλγαρικές κατοχές της περιοχής (πρώτη το 1912-13, τρίτη το 1941-44). Παρά το γεγονός ότι, αντίθετα με τις άλλες δύο, κατά την κατοχή του 1916-18 δεν έγιναν μαζικές εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού, επρόκειτο, με μεγάλη διαφορά, για τη σκληρότερη από τις τρεις. Το 14% του πληθυσμού των 300.000 κατοίκων (Ελλήνων, μουσουλμάνων, Εβραίων) πέθανε από πείνα, αρρώστιες ή κακομεταχείριση. Περισσότερα από 500 παιδιά Ελλήνων απήχθησαν και πολλά από αυτά δεν επιστράφηκαν ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου. Επιπλέον, αμέσως μετά την απελευθέρωση του 1918, έντρομες οι ελληνικές και συμμαχικές αρχές ανακάλυψαν ότι σε όλη την περιοχή, οι κατακτητές είχαν αφαιρέσει τη σοδειά, τους σπόρους, τα αροτριώντα κτήνη, τα οικόσιτα ζώα και τα γεωργικά εργαλεία. Ο πληθυσμός στερείτο κάθε μέσου διατροφής και επίκειτο τρομερός λιμός, ικανός να αφανίσει όλους όσοι είχαν απομείνει. Η εφιαλτική αυτή προοπτική απετράπη μόνον χάρη στη γιγαντιαία προσπάθεια του ελληνικού κράτους, των Συμμάχων και της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, με κρίσιμη τη δράση του βρετανικού Ερυθρού Σταυρού πρωτίστως στις Σέρρες και του αμερικανικού στη Δράμα και κυρίως στην Καβάλα. Επειτα από ελληνικό αίτημα, η κατοχή έγινε αντικείμενο εξέτασης από διασυμμαχική επιτροπή.

Χιλιάδες θύματα μεταξύ των αμάχων

Η άφιξη των γερμανοβουλγαρικών δυνάμεων τον Αύγουστο του 1916 αποτέλεσε μια νέα τραυματική εμπειρία – ιδίως για όσες πόλεις της περιοχής (Σέρρες, Νιγρίτα, Δεμίρ Χισάρ/Σιδηρόκαστρο, Δοξάτο, Σαρή Σαμπάν/Χρυσούπολη) είχαν καταστραφεί από τον βουλγαρικό στρατό κατά τη διάρκεια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου το 1913, και είχαν πρόσφατες τρομερές μνήμες. Από την αρχή της κατοχής αναπτύχθηκε ένα μοτίβο: καταστροφή των ελληνικών κρατικών αρχείων και αφαίρεση των κειμηλίων των μονών (κυρίως των Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες και Παναγίας Εικοσιφοινίσσης στο Παγγαίο)· λεηλασία οικιών και καταστημάτων των Ελλήνων· πείνα, σε βαθμό ώστε να κείτονται ετοιμοθάνατοι στους δρόμους· συνακόλουθη μαύρη αγορά, στις συνθήκες της οποίας οι πιο ευκατάστατοι έχαναν τις περιουσίες τους και οι φτωχότεροι τη ζωή τους· αγγαρείες και ξυλοδαρμοί· και σειρά βιασμών ή σεξουαλικών εξαναγκασμών, κυρίως φτωχών γυναικών που δεν μπορούσαν να διαθρέψουν τα μικρά τους, ιδιαίτερα αφότου οι άνδρες τους μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία το 1917 ως όμηροι.

Οι περιοχές που υπέφεραν περισσότερο ήταν αυτές που βρίσκονταν κοντά σε εδάφη ελεγχόμενα από τους Συμμάχους. Εκεί, οι κάτοικοι αντιμετωπίστηκαν ως «πράκτορες» των Αγγλογάλλων. Ετσι, οι Σέρρες (με πληθυσμό 35.000 πριν από τον πόλεμο), μετά τη φυγή πολλών, τον θάνατο και την ομηρία άλλων, αριθμούσαν κατά την απελευθέρωση μόλις 5.793 κατοίκους: τόσοι λάμβαναν συσσίτιο από τις ελληνικές Αρχές. Συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες του Ακήλ μπέη, του μουσουλμάνου δημάρχου Σερρών το 1916, ο οποίος απομακρύνθηκε από τους Βουλγάρους τον Ιούνιο του 1917 και επανεγκαταστάθηκε στη δημαρχία από την κυβέρνηση Βενιζέλου το 1918: αναφέρει ότι στην πόλη έθαβαν 40-50 νεκρούς από την πείνα κάθε ημέρα. Τα χωριά του Παγγαίου – Ροδολείβος, Σέμαλτο (Μικρό Σούλι), Κιούπκοϊ (Πρώτη), Πραβίστα, Μουσθένη, Πράβι (Ελευθερούπολη, της οποίας ο μητροπολίτης συνελήφθη ως πράκτορας των Συμμάχων) κ.ά. – υπέστησαν τεράστιες καταστροφές και απώλειες, τις οποίες κατέγραψε σε ειδική αποστολή του, τον Δεκέμβριο 1918, ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολόγους της παγκόσμιας ιστορίας, ο Καρλ Μπλέγκεν, που (όπως και άλλοι επιστήμονες της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα) άφησε την έρευνά του για να υπηρετήσει ως εθελοντής του αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Ανατολική Μακεδονία.

Δράμα, τέλη 1918: Ομηροι που επιστρέφουν από τη Βουλγαρία, σε καταυλισμό κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό.

Η μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή έγινε στην Καβάλα, την παράκτια πόλη της περιοχής, η οποία βρισκόταν απέναντι από το νησί της Θάσου που ελεγχόταν από τους Συμμάχους. Λόγω της μαζικής φυγής κατοίκων όσο κατέβαινε ο βουλγαρικός στρατός, ο πληθυσμός αριθμούσε μόλις 32.000 τον Δεκέμβριο του 1916 (προφανώς, όχι όλοι Ελληνες). Οι Ελληνες κάτοικοι της Καβάλας αντιμετωπίστηκαν ως πράκτορες των Συμμάχων: τους απαγορεύθηκε να προσεγγίζουν τη θάλασσα και να μετακινούνται στην ενδοχώρα, ενώ χρησιμοποιήθηκαν σε οχυρωματικά έργα που χτίστηκαν προς αντιμετώπιση μιας συμμαχικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να τους λείπουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους. Αλλεπάλληλες σχετικές καταγραφές αναφέρονται σε 12-14.000 θανάτους από πείνα και αρρώστιες στην Καβάλα – πολλοί έμειναν άταφοι και φαγώθηκαν από τους αρουραίους οι οποίοι πολλαπλασιάστηκαν και εν μέρει ευθύνονται για το ξέσπασμα επιδημίας εξανθηματικού τύφου κατά την Κατοχή. Οι αριθμοί αυτοί παραπέμπουν σε ένα εφιαλτικό ποσοστό απωλειών σχεδόν ενός στους δύο Ελληνες κατοίκους το 1916-18: την ώρα της απελευθέρωσης στην πόλη είχαν απομείνει μόλις 8.500 άνθρωποι. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρουραίοι κατά την απελευθέρωση ήταν τόσο πολλοί, ώστε τμήμα της ανθρωπιστικής βοήθειας προς την Καβάλα ήταν η άφιξη τριών καραβιών με γάτες (!) από τα νησιά του Αιγαίου. Αλλά οι αρουραίοι εξόντωσαν τις γάτες, και τελικά εξοντώθηκαν οι ίδιοι χάρη σε φάρμακα που έφεραν οι Σύμμαχοι…

«Ομηροι» σε καταναγκαστικά έργα επί 16 μήνες

Από το τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου 1917, δηλαδή αμέσως μετά την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, όλοι οι Ελληνες άνδρες ηλικίας από 15 έως 70 ετών μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία ή στη βουλγαροκρατούμενη σερβική Μακεδονία σε καταναγκαστικά έργα

Οι «όμηροι» μεταφέρονταν με τρένα στους τόπους συγκέντρωσης στη Βουλγαρία, τα περιβόητα «λάγκερ», όπου διαβίωναν με ελάχιστη τροφή, σε καλύβες με χορτάρινες σκεπές που δεν κρατούσαν έξω τη βροχή. Ανάλογες ήταν οι συνθήκες κράτησης στους τελικούς προορισμούς, όπου εξαναγκάζονταν να εργαστούν από τα ξημερώματα έως το βράδυ σε κατασκευή δρόμων, σιδηροδρομικών γραμμών έως και στο ξεφόρτωμα πλοίων στον Δούναβη. Σε τέτοιες συνθήκες οι αρρώστιες και ειδικά ο τύφος έκαναν θραύση. Καταγράφονται τρομακτικές απώλειες: π.χ. ο πρώην νομάρχης Δράμας (ο ίδιος κρατούμενος) ανέφερε μετά την απελευθέρωση ότι από τους 96 ομήρους από το Σουμπάσκιοϊ (Νέο Σούλι, στους πρόποδες του Μενοικίου), μόνον τρεις επέζησαν… Από τα στρατόπεδα, διαβόητο έχει μείνει στην ανατολικομακεδονική μνήμη αυτό του Κίτσεβο, στη βουλγαροκρατούμενη σερβική Μακεδονία, όπου το εγερτήριο γινόταν με ξυλοδαρμό, ενώ σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες ξυλοκοπούνταν ακόμη και όσους είχαν πεθάνει στη διάρκεια της νύχτας… Η διασυμμαχική επιτροπή υπολόγισε σε 12.000 τους Ελληνες που απεβίωσαν ως όμηροι σε καταναγκαστικά έργα. Αλλά ο πόνος της ομηρίας ήταν τεράστιος και για όσους έμειναν πίσω. Οπως αναφέρει ένα τραγούδι από τη Χωριστή Δράμας, που καταχωρίζεται από τη Χρυσούλα Καραντζή, στο Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών: «Της Βουλγαρίας τα βουνά/ Θεέ μ’ χαμήλωσέ τα/ Να δω τα ελληνόπουλα/ Και πάλι ψήλωσέ τα».

Οκτώβριος 1918: Τα σημάδια της αιχμαλωσίας είναι εμφανή στον 35χρονο όμηρο Θ. Λιούσα.

Μια νέα φάση του μακεδονικού ζητήματος

Το ελληνικό κράτος παρασημοφόρησε τους ξένους ανθρωπιστές –όπως τους καθηγητές της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα – που έφτασαν εθελοντικά στη δοκιμαζόμενη περιοχή και, με διανομές τροφίμων για ένα περίπου έτος, απέτρεψαν μια καταστροφή ανείπωτων διαστάσεων. Παρέμειναν εκεί ακόμη και όταν ξέσπασε μια νέα επιδημία τύφου: πολλοί αρρώστησαν, ένας πέθανε, αλλά δεν έφυγαν. Μια κεντρική οδός της Καβάλας ονομάστηκε «Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού», μνημονεύοντας τους ανθρώπους που με απεγνωσμένη προσπάθεια κυριολεκτικά κράτησαν την πόλη στη ζωή. Ομως, τελικά, η δεύτερη κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας περίπου ξεχάστηκε: οι εντάσεις του Εθνικού Διχασμού κατέφαγαν τα πάντα και κυριάρχησαν στην εθνική μνήμη. Και η οδός Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Καβάλα μετονομάστηκε (σε «Νυρεμβέργης»). Πάντως, σήμερα, σειρά εξαίρετων ιστορικών, στις Σέρρες, στη Δράμα και στην Καβάλα, προωθεί τη σχετική έρευνα για την εποχή.

Ο βασιλιάς Φερδινάνδος της Βουλγαρίας (κέντρο), μαζί με τους επιτελείς του, στο Φρούριο της Καβάλας

Η δεύτερη Κατοχή δεν ήταν απλώς ένα επεισόδιο του «Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου». Δεν ήταν μια Κατοχή που αποσκοπούσε μόνον στον στρατηγικό έλεγχο της περιοχής για τη διεξαγωγή πολέμου – όπως π.χ. η γερμανική κατοχή στο Βέλγιο και στη Βόρεια Γαλλία. Επρόκειτο για μια νέα φάση του μακεδονικού ζητήματος, η οποία «κρύφθηκε» μέσα στο παγκόσμιο ιστορικό γεγονός. Η Βουλγαρία έκανε μια αποφασισμένη προσπάθεια όχι απλώς να ελέγξει, αλλά να εθνοκαθάρει την περιοχή. Ωστόσο, οι βουλγαρικές αρχές αντιμετώπιζαν ένα αξιέξοδο: αντίθετα με το 1941-44 (οπότε μπορούσαν να «σπρώξουν» τον ελληνικό πληθυσμό πέραν του Στρυμόνα), το 1916-18 αυτό ήταν αδύνατον, καθώς εκεί υπήρχε ενεργό στρατιωτικό μέτωπο. Ετσι, προσπάθησαν συστηματικά να διαχύσουν τον ελληνικό πληθυσμό, ιδίως τους άνδρες, σε μια ευρύτερη περιοχή μέσα σε δικούς τους πληθυσμούς. Η ιδιάζουσα σκληρότητα προερχόταν από τις λειτουργίες του μακεδονικού ζητήματος, όχι του Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν ήταν η πρώτη, και δεν θα ήταν η τελευταία φορά…

Ελληνικό άγημα παρουσιάζει όπλα, καθώς οι συμμαχικές Αρχές εισέρχονται στις απελευθερωμένες Σέρρες, 21.9.1918 (π. ημ.), μετά την άνευ όρων παράδοση της Βουλγαρίας.

Είναι όμως σημαντικό να επισημανθεί ότι αυτή η κληρονομιά του αγώνα ζωής και θανάτου τελικά ξεπεράστηκε από τις δύο χώρες, Ελλάδα και Βουλγαρία. Ξεπεράστηκε στη μεταπολεμική εποχή, όταν και οι δύο αναγνώρισαν οριστικά τα υφιστάμενα σύνορα και οριοθέτησαν ξεκάθαρα την ταυτότητά τους στον μακεδονικό χώρο. Οι σοβαρές, ακριβείς και έντιμες λύσεις, αυτές που μπορούν να αποτελέσουν την εδραία βάση της συμφιλίωσης, απαιτούν αυτά ακριβώς τα στοιχεία.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Καθημερινή

Μίλτος Λογιάδης: Μουσική και πολιτική

Μίλτος Λογιάδης

Μουσική και πολιτική

Το ότι η μουσική, όπως και όλες οι μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης, μπορεί να αποτελέσει φορέα πολιτικών απόψεων και μηνυμάτων, είναι προφανές ακόμα και στους λιγότερο μυημένους ακροατές. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι κάθε μουσική δημιουργία επιτελεί αυτό το σκοπό.Tις περισσότερες φορές το αν η μουσική έχει και πολιτικό περιεχόμενο εξαρτάται από την πρόθεση του δημιουργού της, αν και πολλές φορές αυτό μπορεί να συμβεί υποσυνείδητα, χωρίς την πρόθεσή του. Συμβαίνει όμως και η πιο «απολιτικοποιημένη»  μουσική σύνθεση να υποδηλώνει εμμέσως μια πολιτική θέση από τη μεριά του συνθέτη  ακόμα και αν αυτή είναι, η μουσική να μην διαθέτει πολιτικό περιεχόμενο. Γιατί πάντα μπορούμε να ανιχνεύουμε  πολιτικές αποχρώσεις σε όλα τα δημιουργήματα του ανθρώπου, αφού «ο άνθρωπος από τη φύση του είναι ον πολιτικό».¹

Η σχέση της μουσικής με την πολιτική μπορεί να αναλυθεί με δύο προσεγγίσεις. Αυτές έχουν να κάνουν με το ξεχωριστό τρόπο με τον οποίο η μουσική μπορεί να σχετίζεται με την πολιτική. Η πρώτη αφορά στο λειτουργικό ρόλο που μπορεί να έχει αυτή όταν χρησιμοποιείται για πολιτικούς σκοπούς ( πολλές φορές και εν αγνοία του συνθέτη ) και η δεύτερη αφορά στο  συνειδητό από τη μεριά του συνθέτη πολιτικό περιεχόμενο που προσδίδει στο μουσικό του δημιούργημα. Ένα γνωστό παράδειγμα στην πρώτη περίπτωση είναι η χρήση της μουσικής του L.v.Beethoven από τους οπαδούς του ναζισμού ως ιδεολογικά ταυτόσημης με αυτούς , χωρίς ούτε η πρόθεση του συνθέτη, ούτε το περιεχόμενο των έργων του να έχουν την οποιαδήποτε σχέση μ’αυτούς ,ενώ χρονικά τους χωρίζει περισσότερο από ένας αιώνας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για τη δεύτερη περίπτωση είναι ο Βάγκνερ και το καλλιτεχνικό του «μανιφέστο» με συνειδητό πολιτικό και ιδεολογικό περιεχόμενο.

Στο παρόν άρθρο θα εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στη μουσική και την πολιτική αναλύοντάς  την παράλληλα και σε ότι αφορά στη χρήση της για πολιτικούς σκοπούς αλλά και σε ότι αφορά το ίδιο το πολιτικό της περιεχόμενο. Θα εξετάσουμε διαχρονικά τη σχέση αυτή  μελετώντας ενδεικτικές περιπτώσεις από την ιστορική μουσική εξέλιξη οι οποίες έχουν πολιτικό ενδιαφέρον.

Ο «υβριστής» Μαρσύας

Η ικανότητα της μουσικής να επηρεάζει την πολιτική και κοινωνική εξέλιξη μιάς κοινωνίας αναγνωρίστηκε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εμφάνισης του ανθρώπινου πολιτισμού. Πολλοί στοχαστές του αρχαίου κόσμου αναφέρονται σε αυτήν την επίδραση, όπως ο Πλάτων, όπου στην «Πολιτεία» (Βιβλίο 4 : 424) αναφέρει πως « οι μουσικοί τρόποι²  δεν αλλοιώνονται ποτέ δίχως να διαταράξουν τις πιο βασικές πολιτικές και κοινωνικές συμβάσεις».

Τι είναι όμως αυτό που δίνει τέτοια δύναμη στους μουσικούς τρόπους  να διαταράσσουν πολιτικές και κοινωνικές συμβάσεις σύμφωνα με τον Πλάτωνα; Είναι κάποια μεταφυσική ιδιότητα που έχουν αυτοί ή μήπως είναι «το κοινά αποδεκτό» που αντιπροσωπεύουν; Μήπως δηλαδή αυτές οι μουσικές κλίμακες και οι μελωδικές και αρμονικές διαστάσεις τους αποτελούν μέρος μιας κοινά αποδεκτής παράδοσης και στοιχεία κοινωνικής συνοχής ή ακόμα  περισσότερο, πολιτικοκοινωνικά θέσφατα που ορίζουν και διατηρούν την ενότητα και τα χαρακτηριστικά ενός λαού; Αν συμβαίνει αυτό τότε οποιοσδήποτε νεωτερισμός στη τέχνη της μουσικής, διαταράσσοντας τις κοινωνικές και πολιτικές συμβάσεις, αποκτά και πολιτική σημασία και αναπότρεπτα θα βρεθεί αντιμέτωπος με την καθεστηκυία κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικός γι αυτό ο μύθος του Μαρσύα.

Στην ελληνική μυθολογία ο Μαρσύας ήταν ένας Σάτυρος από τη Φρυγία και δεξιοτέχνης στον Αυλό, που προκάλεσε τον Θεό Απόλλωνα σε σύγκριση της μουσικής τους τέχνης. Ο Απόλλωνας έπαιξε Λύρα και οι Μούσες και ο Μίδας³ , που ήταν κριτές της μονομαχίας, ανέδειξαν νικητή τον θεό. Ο Μαρσύας γδάρθηκε ζωντανός, ως τιμωρία για την Ύβρη που διέπραξε, να προκαλέσει τον Απόλλωνα.

Απόλλων και Μαρσύας, σαρκοφάγος του 3ου αι. μ.Χ., Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Ο μύθος του Μαρσύα δείχνει πέρα από τη διαμάχη ανάμεσα στη Λύρα και στο δωρικό τρόπο έναντι του  Αυλού και του φρυγίου τρόπου, την πολιτική και κοινωνική σημασία του νεωτερισμού στη μουσική. Ο υβριστής Μαρσύας αμφισβήτησε τα μουσικά θέσφατα (μουσικούς τρόπους) και ακόμα περισσότερο αμφισβήτησε την απόλυτη εξουσία ,τον ίδιο το θεό. Η πράξη του είχε σαφές πολιτικό περιεχόμενο και ο μύθος του είναι χαρακτηριστικός της πολιτικής διάστασης του νεωτερισμού στη μουσική.

Ο  «διαφωτιστής»  Ludwig van Beethoven

Ο  Beethoven αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση στην ιστορία της μουσικής. Χαρακτηρίζεται συχνά ως  ο πρώτος ρομαντικός συνθέτης και η μουσική του ιδιαίτερα την τελευταία περίοδο της ζωής του  έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ρομαντισμού, όπως η έμφαση στην πρόκληση ισχυρής συγκίνησης καθώς και η μεγαλύτερη ελευθερία στη φόρμα. Στον «όψιμο» Beethoven, όπως και στον ρομαντισμό, κυρίαρχο στοιχείο είναι το συναίσθημα αντί της λογικής. Ο  Beethoven, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των συνθετών της εποχής, δεν ανήκε στην Αυλή ούτε εργάστηκε για την εκκλησία, αλλά διατήρησε την ανεξαρτησία του ως συνθέτης. Κατόρθωνε να συντηρείται είτε με έσοδα από τις δημόσιες συναυλίες του, είτε παράγοντας μουσικά έργα κατά παραγγελία. Η δυνατότητα αυτή, του να απευθύνεται ένας μουσικός δημιουργός απευθείας στο λαό μέσω συναυλιών δόθηκε για πρώτη φορά την χρονική περίοδο των αρχών του 19ου αιώνα, με τη δημιουργία των πρώτων συναυλιακών θεάτρων (Concert Halls). Προηγούμενα η μουσική επικοινωνία του δημιουργού με τον κόσμο  πέρναγε από τον έλεγχο και τις ανάγκες τις αυλής ή της εκκλησίας. Είναι αυτονόητο ότι οι επαναστατικές ή καινοτόμες ιδέες δύσκολα θα πέρναγαν από το φίλτρο τους.  Η επιλογή του Beethoven να μη συνδεθεί μαζί τους και η «νέα εποχή» που έφερναν τα συναυλιακά θέατρα, του έδωσαν τη διέξοδο επικοινωνίας που χρειαζόταν. Σε ότι αφορά στο πολιτικό περιεχόμενο του έργο του, βρίσκουμε σ’αυτό πολλά στοιχεία που φανερώνουν το πνεύμα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, παρόλο που ο ίδιος δεν εξέφρασε ποτέ δημόσια σαφείς πολιτικές απόψεις εν είδει μανιφέστου, αλλά περιορίστηκε, ίσως συνειδητά, να τις εκφράσει μόνο μέσα από τη μουσική του. Μια ένδειξη για αυτές του τις απόψεις είναι η αρχική του πρόθεση να αφιερώσει την 3η Συμφωνία του στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη και η διαγραφή της αφιέρωσης ύστερα από την αυτοκρατορική στέψη του Ναπολέοντα. Άλλο παράδειγμα είναι η θεματική της μοναδικής  όπερας του Beethoven  Fidelio. Κεντρικός χαρακτήρας της είναι η Λεονόρα, η οποία μεταμφιεσμένη σε άνδρα σώζει τον σύζυγο της από τη φυλακή, ρόλος που ενσαρκώνει τα ιδανικά της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού.

Παράσταση του Fidelio από την Κρατική Όπερα της Βιέννης.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικού περιεχομένου στο έργο του όμως, αποτελεί η 9η Συμφωνία, όπου η χρήση των στίχων από την Ωδή προς την Ελευθερία του Schiller και γενικότερα τα κείμενα του 4ου μέρους της Συμφωνίας που προτρέπουν τους λαούς να ενωθούν και να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους, εκφράζει ξεκάθαρα τα πολιτικά πιστεύω ενός «πολιτικοποιημένου» καλλιτέχνη. Είναι χαρακτηριστικός άλλωστε ο αντίκτυπος που είχε η πρώτη εκτέλεση της Συμφωνίας του, όπου οι αρχές αναγκάστηκαν να ηρεμήσουν με τη βία τους θεατές και όπως αναφέρουν οι Dennis (1996,σελ.31) και  Solomon (1977, σελ.256) θα συλλάμβαναν και τον ίδιο, αν δεν φοβόντουσαν τον αντίκτυπο που θα είχε κάτι τέτοιο λόγω της φήμης του.

Ο Beethoven ως οπαδός του Διαφωτισμού δεν θα μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του αν έβλεπε τη χρήση της μουσικής του και του ονόματός του στα χέρια της ναζιστικής προπαγάνδας την εποχή της ανόδου του Hitler στην εξουσία. O Beethoven και ο Wagner υπήρξαν χαρακτηριστικές περιπτώσεις διαμόρφωσης μιας ψεύτικης ταυτότητας και για τους δύο από το ναζιστικό καθεστώς, σα να ήταν ανέκαθεν και αυτοί οπαδοί του εθνικοσοσιαλιστικού ιδεώδους και της γερμανικής ανωτερότητας. Στην περίπτωση του Beethoven μάλιστα «κατασκεύασαν» ένα ψεύτικο οικογενειακό περιβάλλον μέσα στο οποίο δήθεν μεγάλωσε, με ένα στοργικό πατέρα όλο αφοσίωση και φροντίδα, κάτι που απέχει βέβαια πολύ από την πραγματικότητα του μέθυσου πατέρα που και ο ίδιος ο Beethoven απεχθανόταν. Ακόμα πέρα από την ευρεία χρήση της μουσικής του σε ομιλίες και συγκεντρώσεις του ναζιστικού κόμματος, έγινε προσπάθεια και από τον Joseph Goebbels⁴ προσωπικά να εμφανίσουν τον Hitler σε παραλληλισμό με τον ηρωικό χαρακτήρα του Fidelio, όπως και να ενθαρρύνουν τους μουσικολόγους να υποστηρίξουν τη σύνδεση του συνθέτη με την ναζιστική ιδεολογία γενικότερα. (βλ. Dennis 1996)

Ο Daniel Barenboim αφηγείται τη συναυλία με έργα Beethoven, που διηύθηνε στο Βερολίνο τον Νοέμβριο του 1989, την επομένη της πτώσης  του τείχους.
                                     

Ο «αναρχικός» Richard Wagner

Οι πολιτικές πεποιθήσεις του R. Wagner μας είναι γνωστές μέσα από τα κείμενά του όπως το: Das Judenthum in der Musik (1850) όπου εκφράζει ένα βαθύ αντισημιτισμό, κάτι που αργότερα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καθιέρωσή του από το χιτλερικό καθεστώς ως του κατεξοχήν συνθέτη εκφραστή του γερμανισμού και της ναζιστικής ιδεολογίας. Πέρα όμως από τα αντισημιτικά κείμενα του συνθέτη υπάρχουν άραγε πολιτικές απόψεις μέσα στα ίδια του τα έργα που να φανερώνουν αντισημιτισμό ή ίσως και κάποια άλλη πολιτική κατεύθυνση ή ιδεολογία; Την απάντηση σ’αυτό το ερώτημα θα την βρούμε εξετάζοντας το κυριώτερο μουσικό έργο του Wagner, την επική τετραλογία του Το Δαχτυλίδι του Νιμπελούνγκεν. Ο ίδιος ο συνθέτης έγραψε το λιμπρέτο και για τις τέσσερις όπερες του «Δακτυλιδιού» και στην αυτοβιογραφία του περιγράφει τις επιρροές του από τις απόψεις του φιλοσόφου και στοχαστή Ludwich Feuerbach τις οποίες και ενέταξε στο λιμπρέτο (βλ. Magee 2000 Κεφάλαιο 4). Ο Feuerbach και κατ’επέκταση και ο Wagner έβλεπαν τη θρησκεία και το Θεό σαν έναν τρόπο προσωποποίησης των διεξόδων στα προβλήματα που αφορούν στην ανθρώπινη φύση, έναν τρόπο δημιουργίας τάξης στο χάος και την αβεβαιότητα της ανθρώπινης υπόστασης. Το θρησκευτικό περιεχόμενο του «Δακτυλιδιού» αντανακλά την πολιτική και κοινωνική σημασία της θρησκείας ως μέσο οργάνωσης τάξης και εξουσίας. Έτσι οι θεοί στις όπερες του Wagner έχουν λιγότερο «θεϊκή» υπόσταση αλλά αντανακλούν περισσότερο την ίδια την ανθρώπινη φύση. Ο θεός Wotan θα μπορούσε άνετα να συγκριθεί με τον «κακό» νάνο Alberich. Παρόλο που οι μέθοδοι του δεύτερου διαφέρουν σε «κακία» από τον πρώτο, στο τέλος και οι δυό είναι διεφθαρμένοι και πρέπει να ηττηθούν, γιατί και οι δύο αντιπροσωπεύουν την παρέκκλιση από αυτό που ο Wagner  αποκαλούσε φυσικό Νόμο.

Για το Wagner ο φυσικός αυτός Νόμος δεν αφορά μια χαώδη επισφαλή κατάσταση, όπου κανείς χρειάζεται την εξουσία για να αποτρέψει την επερχόμενη καταστροφή, αλλά ένα περιβάλλον που θα παρέχει εξασφάλιση όλων των φυσικών και πνευματικών αναγκών των ανθρώπων υπό την προϋπόθεση ότι οι άνθρωποι θα ζούν με αρμονία μέσα σ’αυτό το φυσικό πλαίσιο με οδηγό την αγάπη. Αυτή η άποψη του Wagner που προσεγγίζει τη διδασκαλία του Χριστού αλλά και αναρχικές απόψεις τις εποχής του, φαίνεται ξεκάθαρα στις επιστολές του προς τον τενόρο August Roeckel, όπου αναφέρει πως «η εξουσία στην τέλεια πολιτεία της Φύσης δεν είναι ο Νόμος της επιβολής των κανόνων αλλά ο Νόμος της αγάπης». Ο κύριος εκφραστής αυτού του Νόμου στις όπερες του  Wagner  είναι ο αναρχικός χαρακτήρας του Siegfried. Ο ήρωας αυτός δε γνωρίζει φόβο, κάτι που για το Wagner είναι ταυτόσημο της «φυσικής» του υπόστασης και είναι ακριβώς αυτό που του προσδίδει τέτοια δύναμη. Ωστόσο, η φυσική δύναμη του Siegfried τον κάνει αφελή, εξαπατάται και θανατώνεται από τους δόλιους εχθρούς του «γιατί η φυσική δύναμη χρειάζεται τη σοφία σε ανθρώπινη μορφή για να πολεμήσουν μαζί την καταπίεση. Αυτή εμφανίζεται με τη μορφή της αγαπημένης του Brunnhilde, η οποία χρησιμοποιεί τις δυνάμεις της φύσης, μέσα από την αγάπη της προς το Siegfried και την ανθρώπινη σοφία, για να αντιμετωπίσει τελικά τους εχθρούς της». (βλ. Brown 2008, σελ.52)

Η τελική σκηνή από το “Λυκόφως των Θεών” στην πολιτικοποιημένη εκδοχή του σκηνοθέτη Patrice Chéreau (φεστιβάλ του Bayreuth, 1980).

Η πίστη του Wagner στους φυσικούς νόμους με οδηγό την αγάπη δεν εκφράζεται μόνο στα μουσικά του δημιουργήματα, αλλά και στις πολιτικές του δραστηριότητες. Η γνωριμία του με τον ρώσο επαναστάτη Mikhail Bakunin και η συμμετοχή του στην επανάσταση της Δρέσδης το Μάιο του 1849, που οδήγησε στην εξορία του στην Ελβετία, είναι χαρακτηριστικές ενός πολιτικά ενεργού καλλιτέχνη. Πέρα από τον αντισημιτισμό του για τον οποίο είναι ευρύτερα γνωστός, ο Wagner ταιριάζει περισσότερο πολιτικά με τον αριστερό αναρχικό χώρο της εποχής του παρά με τον δεξιό φασιστικό χώρο στον οποίο συνήθως εμφανίζονται αντισημιτικές ή ρατσιστικές απόψεις. Ο αντισημιτισμός του έχει περισσότερο ταξικές και λιγότερο ρατσιστικές καταβολές. Για αυτόν οι Εβραίοι αντιπροσωπεύουν τους διαχειριστές της εξουσίας και του χρήματος, οι οποίοι δεν αφήνουν τους νόμους της φύσης να λειτουργήσουν προς όφελος του ανθρώπου. Αυτό φυσικά δεν παύει να αποτελεί προκατάληψη, αλλά δεν ταυτίζεται σε καμμία περίπτωση με τη ναζιστική ιδεολογία περί φυλετικής κατωτερότητας των Εβραίων, όπως χρησιμοποιήθηκε αργότερα από την ναζιστική προπαγάνδα.

Richard Wagner.
Mikhail Bakunin.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο «αντιφατικός» Dmitri Shostakovich

Η περίπτωση του Shostakovich είναι ασφαλώς ιδιαίτερη. Σ’αυτόν έχει σημασία όχι μόνο να δεί κανείς πως εκφράζονται (ή είναι καλά κρυμμένες) πολιτικές απόψεις μέσα στη μουσική του, αλλά και πως το πολιτικό καθεστώς επηρέασε ή και καθόρισε την καλλιτεχνική του δημιουργία. Η ζωή του Shostakovich σημαδεύτηκε από μια σύνθετη και αντιφατική σχέση με το σοβιετικό καθεστώς, το οποίο δυο φορές αποκήρυξε τη μουσική του, το 1936 και το 1948, και κατά καιρούς απαγόρευε έργα του. Ταυτόχρονα, υπήρξε ο δημοφιλέστερος Σοβιετικός συνθέτης της γενιάς του και παρέλαβε πολυάριθμες τιμητικές διακρίσεις και κρατικά βραβεία, ενώ επίσης θήτευσε και στο «Ανώτατο Σοβιέτ». Το πρώτο έργο του με ενδεχόμενο πολιτικό περιεχόμενο, ο Shostakovich το έγραψε σε ηλικία 12, μόλις, ετών. Πρόκειται για το Πένθιμο Εμβατήριο στη μνήμη των δύο ηγετών του κόμματος Καντέτ, που δολοφονήθηκαν από Μποσελβίκους ναύτες. Αντίθετα, 9 χρόνια αργότερα, συνέθεσε τη Δεύτερη Συμφωνία του (με υπότιτλο: Στον Οκτώβρη), έπειτα από παραγγελία για τις εκδηλώσεις εορτασμού της δέκατης επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης. Παράλληλα με αυτό το έργο ξεκίνησε την όπερα Η Μύτη, η οποία βασιζόταν στην ομώνυμη ιστορία του Nikolai Gogol και σατίριζε την σοβιετική γραφειοκρατία. Αυτές οι πολιτικές παλινδρομήσεις χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου του συνθέτη ενώ και η σχέση του με το σοβιετικό καθεστώς είναι εξίσου παλινδρομική. Η πρώτη εκτέλεση της όπερας Η λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1934 στο Λένινγκραντ και δύο μέρες μετά στη Μόσχα και γνώρισε αμέσως επιτυχία, από άποψη λαϊκής, αλλά και επίσημης, αποδοχής. Ειπώθηκε ότι υπήρξε «αποτέλεσμα της γενικότερης επιτυχίας του Σοσιαλιστικού οικοδομήματος, της σωστής πολιτικής του Κόμματος» και ότι μια τέτοια όπερα «θα μπορούσε να έχει γραφτεί μόνο από Σοβιετικό συνθέτη, μεγαλωμένο μέσα στο καλύτερο κομμάτι της παράδοσης της Σοβιετικής κουλτούρας». (βλ. Dmitrii Shostakovich, 1981)

Κατά τα δύο επόμενα χρόνια η φήμη και η δημοτικότητα του συνθέτη αυξάνονταν και το έργο του δεχόταν επαίνους από κριτικούς και κοινό. Το 1936 ο Shostakovich όμως έχασε την εύνοια του καθεστώτος. Αφορμή ήταν η επίσκεψη του Stalin στο θέατρο όπου παρουσιαζόταν η Λαίδη Μάκμπεθ στις 26 Ιανουαρίου. Λέγεται ότι ο ηγέτης παρακολούθησε το έργο κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας , κρυμμένος πίσω από μια κουρτίνα, για την αποφυγή ενδεχόμενης απόπειρας δολοφονίας και ότι εγκατέλειψε το θέατρο κατά την διάρκεια της παράστασης. Αυτό το γεγονός έμοιαζε με καταστροφή, μέσα στο κλίμα των εκκαθαρίσεων, των νυχτερινών συλλήψεων και του διαρκούς φόβου της δυσμένειας από το κόμμα. Το αν ο Stalin ενοχλήθηκε από τις φιλελεύθερες θέσεις της όπερας, από τον πρωτοποριακό χαρακτήρα της μουσικής ή από την αυξανόμενη δημοτικότητα του Shostakovich, παραμένει αδιευκρίνιστο. Η εκστρατεία δυσφήμισης, που ήταν υποκινούμενη από τον ίδιο τον Stalin, ξεκίνησε με μια σειρά επιθέσεων εναντίον του συνθέτη στην εφημερίδα Πράβδα και συγκεκριμένα στις 28 Ιανουαρίου με ένα άρθρο υπό τον τίτλο Σύγχυση αντί Μουσικής, που καταδίκαζε το έργο ως φορμαλιστικό. Οι παραστάσεις διακόπηκαν αμέσως και ο συνθέτης τους επόμενους μήνες κοιμόταν ντυμένος, με μια βαλίτσα κάτω από το κρεβάτι, για να είναι έτοιμος σε περίπτωση σύλληψής του από την αστυνομία. Η απάντηση του Shostakovich στην απαξίωσή του ήταν η 5η Συμφωνία του 1937, η οποία συνθετικά ήταν συντηρητικότερη από τα προηγούμενα έργα του και δεν διέθετε ανοιχτά πολιτικό περιεχόμενο. Μετά την πρεμιέρα το έργο παρουσιαζόταν ως επιστροφή του συνθέτη στην επίσημη «γραμμή» του κόμματος.

H  Λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ από την Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης.

Με το ξέσπασμα του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας το 1941, ο Shostakovich αρχικά παρέμεινε στο Λένινγκραντ στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης, διάστημα κατά το οποίο έγραψε τα τρία πρώτα μέρη της 7ης Συμφωνίας του (της επονομαζόμενης Συμφωνίας του Λένινγκραντ). Συνεισέφερε επίσης στην κρατική εκστρατεία εμψύχωσης, εκφωνώντας μεταξύ άλλων ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον ρωσικό λαό. Τον Οκτώβριο του 1941, ο συνθέτης και η οικογένειά του μεταφέρθηκαν στο Kyubishev (σημερινό Samara), όπου η συμφωνία ολοκληρώθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 5 Μαρτίου 1942. Η πρεμιέρα του έργου στη Μόσχα, στις 27 Μαρτίου, έγινε κάτω από επικίνδυνες συνθήκες, όμως οι θεατές δεν εγκατέλειψαν τις θέσεις ούτε και έπειτα από συναγερμό αεροπορικής επιδρομής. Ο Stalin ήθελε να κάνει το έργο γνωστό και εκτός Σοβιετικής Ένωσης: τον Ιούνιο και τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς το έργο παρουσιάστηκε στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη και έγινε σύμβολο της ρωσικής αντίστασης τόσο στην Ε.Σ.Σ.Δ. όσο και στη Δύση. Η επιθυμία του Shostakovich να γίνει συναυλία και στο Λένινγκραντ εκπληρώθηκε αργότερα όταν ένα αεροσκάφος έσπασε τον αεροπορικό αποκλεισμό και μετέφερε τις παρτιτούρες στην πόλη. Η συναυλία έλαβε χώρα στις 8 Αυγούστου και μεταδόθηκε από όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Σοβιετικής Ένωσης.

Το 1948 ο Shostakovich καταγγέλθηκε και πάλι για φορμαλισμό στο πλαίσιο του “δόγματος Ζντάνοφ” (η απάντηση της ΕΣΣΔ στο δόγμα Τρούμαν). Τα περισσότερα από τα έργα του απαγορεύτηκαν, πιέστηκε να μετανοήσει δημόσια και η οικογένειά του στερήθηκε τα προνόμιά της. Οι περιορισμοί στη μουσική και την ιδιωτική ζωή του Shostakovich χαλάρωσαν το 1949, προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμετοχή του σε μια αντιπροσωπεία επιφανών σοβιετικών στις Η.Π.Α.. Εκείνη τη χρονιά έγραψε και την καντάτα Το τραγούδι των δασών, το οποίο εγκωμίαζε τον Stalin σαν «μεγάλο κηπουρό». Το 1951 ο συνθέτης ορίστηκε αντιπρόσωπος στο «Ανώτατο Σοβιέτ». Ο θάνατος του Stalin το 1953 αποδείχτηκε το σημαντικότερο βήμα για την επίσημη αποκατάσταση του Shostakovich, η οποία επισφραγίστηκε με την 10η Συμφωνία του. Το έργο περιλαμβάνει μια σειρά από μουσικές «αναφορές» και κωδικούς, το νόημα των οποίων είναι ακόμα αντικείμενο συζητήσεων, ενώ το άγριο και δραματικό δεύτερο μέρος θεωρείται ότι είναι μουσικό πορτρέτο του ίδιου του Stalin.

Το δεύτερο μέρος της Συμφωνίας αρ.10

Το έτος 1960 σηματοδότησε άλλη μια κρίσιμη καμπή στη πολιτική ζωή του Shostakovich: την προσχώρησή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Το γεγονός αυτό έχει ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως, είτε ως ένδειξη συμμόρφωσης και αφοσίωσης, είτε ως σημάδι δειλίας, είτε ως αποτέλεσμα πολιτικής πίεσης. Όποιος και να ήταν ο λόγος, η σχέση του Shostakovich με το σοβιετικό καθεστώς λειτούργησε καταλυτικά και επηρέασε την καλλιτεχνική δραστηριότητα του συνθέτη σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είμαστε σε θέση σήμερα να μιλούμε με σιγουριά για τις πολιτικές προθέσεις των έργων του, αλλά και για το ποιά μορφή θα είχαν αυτά, αν ο ίδιος αφηνόταν να δημιουργήσει μέσα σε ένα πιό φιλελεύθερο πολιτικό περιβάλλον.

Η avant garde και η «απολιτική μουσική» της σχολής του Darmstadt

Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και μέσα απ’τα συντρίμια του πολέμου οι ελπίδες μιας ευρώπης για ένα νέο ξεκίνημα επηρεάζουν και τα μουσικά δόγματα της εποχής. Το μεγάλο κίνημα πειραματισμού και αλλαγής των δομών και του τρόπου σύνθεσης και αντίληψης της μουσικής δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία της την περίοδο αυτή. Πέρα όμως από τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις των δημιουργών και του κοινού τους υπήρξε και μια σαφής πολιτική και ιδεολογική απόχρωση στο κίνημα αυτό, μερικές φορές υποσυνείδητη, μέσα και στο γενικό πλαίσιο μιας ιστορικής περιόδου γεμάτης αμφισβήτηση. Αρκετοί συνθέτες από την μεταπολεμική γενιά ασχολήθηκαν στο έργο τους συνειδητά με  πολιτικά ζητήματα, όπως ο Hans Werner Henze και ο Luigi Nono. Ο τελευταίος στο έργο του La Fabbrica Illuminata (1964) επεξεργάστηκε ήχους από εργοστάσια για να δείξει την αποξένωση και τη δυστυχία των Ιταλών εργατών, ενώ στο Musica Manifesto No 1 (1968-69) εκφράζει την υποστήριξή του στο φοιτητικό κίνημα του Μαίου του 1968. Άλλοι πάλι συνθέτες όπως ο Pierre Boulez ή ο Karlheinz Stockhausen αλλά και ο ίδιος ο  Luigi Nono γράφοντας τη μουσική τους αμέσως μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, δημιούργησαν τη «σχολή του Darmstadt». Σκοπός της ήταν, η μουσική να κρατηθεί «καθαρή», μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες και από οποιασδήποτε μορφής εξουσία (κάτι που δεν συνέβη σε συνθέτες όπως ο Beethoven o Wagner ή ο Richard Strauss από τους Ναζί). Η «σχολή» αυτή ήταν μια χαλαρή ομάδα από συνθέτες που συμμετείχαν στα Διεθνή Σεμινάρια Σύγχρονης Μουσικής του Darmstadt και που πίστευαν  στο δωδεκαφθογγικό συνθετικό τρόπο μουσικής σύνθεσης, αναζητώντας την «απόλυτη» μουσική τέχνη πέρα από εθνικές και πολιτικές επιρροές. Ήδη από το ξεκίνημά της η «σχολή του Darmstadt» αντιμετώπισε έντονη κριτική λόγω του δογματισμού της και της εμμονής της με τον δωδεκαφθογγισμό, με αποτέλεσμα στο τέλος να μην εξελιχθεί έτσι όπως πίστευαν οι ιδρυτές της. Ίσως ο λόγος που η προσπάθεια να κρατηθεί η μουσική μακριά από οποιαδήποτε πολιτική απόχρωση έμελλε να αποτύχει, είναι ότι προσέκρουε στην ίδια την

Από αριστερά προς δεξιά: οι Pierre Boulez, Bruno Maderna και  Karlheinz Stockhausen στο Darmsadt το 1955.

αναγκαιότητα της τέχνης να εκφράζει ελεύθερα τη ζωή και τον άνθρωπο. Έτσι όλο και περισσότερο η avant garde της περιόδου αυτής συνδέθηκε με πολιτικά γεγονότα με αποκορύφωμα το Μάη του ‘68 στο Παρίσι. Οι πειραματικές και σχεδόν προβοκατόρικες δημιουργίες των συνθετών τις εποχής εκείνης είχαν πλέον και πολιτική διάσταση, αυτή της αμφισβήτησης και προέρχονταν από τον αριστερό κυρίως ιδεολογικό χώρο. Αυτό δεν αφορούσε όμως μόνο τους δημιουργούς, αλλά και το κοινό. Οι αμφισβητίες του πολιτικού κατεστημένου από οποιαδήποτε πολιτική πτέρυγα και αν προέρχονταν, επεδίωκαν να παρακολουθούν τέτοιους πειραματισμούς, θεωρώντας ότι έτσι εκφράζουν την αντίθεσή τους με το συντηρητικό δυτικοευρωπαικό κατεστημένο καθώς και τη διάθεσή τους για πολιτικές αλλαγές γενικότερα. Για παράδειγμα, στις συναυλίες «σύγχρονης» μουσικής την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα το κοινό κατέκλυζε της αίθουσες συναυλιών όχι μόνο για να ακούσει την μουσική του Ιάνη Ξενάκη ή του Γιάννη Χρήστου και άλλων  που χαρακτήριζαν την ελληνική avant garde, αλλά και για να δείξει έτσι την αντίθεσή του στο κατεστημένο της χούντας των συνταγματαρχών.

Ο «ακτιβιστής» Μίκης Θεοδωράκης

Ο Μίκης Θεοδωράκης αποτελεί έναν από τους πιο πολιτικοποιημένους συνθέτες τις εποχής μας. Το μουσικό και το πολιτικό του έργο αποτελούν μια αδιαίρετη ενότητα αφού και τα δύο θεωρούνται αναπόσπαστα τμήματα της προσωπικότητάς του. Ο Μίκης Θεοδωράκης  είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες μουσικοσυνθέτες ενώ παράλληλα διετέλεσε 4 φορές βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου και ακτιβιστής, τιμημένος με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν (1983). Ο Μίκης Θεοδωράκης, ήδη σε ηλικία 17 ετών, δίνει την πρώτη του πολιτική συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του Κασσιανή και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών. Στη μεγάλη διαδήλωση της 25ης Μαρτίου 1943 συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στο ΕΑΜ και αγωνίζεται κατά των Γερμανών κατακτητών. Μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο ο Θεοδωράκης, λόγω των προοδευτικών του ιδεών, συλλαμβάνεται και στέλνεται εξορία στην αρχή στην Ικαρία και στη συνέχεια στη Μακρόνησο. Επιστρέφοντας από τις σπουδές του στο Παρίσι και μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ιδρύει τη «Νεολαία Λαμπράκη» και εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ. Την 21η Απριλίου του 1967 με το πραξικόπημα των συνταγματαρχών περνά στην παρανομία και τον επόμενο μήνα ιδρύει την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση κατά της Δικτατορίας, το ΠΑΜ. Συλλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1967 και ακολουθεί η κράτησή του στην οδό Μπουμπουλίνας, η απομόνωση, οι φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, το νοσοκομείο, η αποφυλάκιση και ο κατ’ οίκον περιορισμός, η εκτόπιση με την οικογένειά του στη Ζάτουνα Αρκαδίας, και τέλος το στρατόπεδο Ωρωπού.

Μίκης Θεοδωράκης, Πέτρος Πανδής και Pablo Neruda (στιχουργός του Canto General), Παρίσι, Αύγουστος 1972.

Πολλά από τα καινούργια έργα του κατορθώνει με διάφορους τρόπους να τα στείλει στο εκτός συνόρων, όπου τραγουδιούνται από τη Μαρία Φαραντούρη και τη Μελίνα Μερκούρη. Στο εξωτερικό, έπειτα από την αποφυλάκισή του, αφιερώνει όλο το χρόνο του σε περιοδείες ανά τον κόσμο με συναυλίες, συναντήσεις με αρχηγούς κρατών και προσωπικότητες, συνεντεύξεις, δηλώσεις για την πτώση της δικτατορίας και την επαναφορά της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Οι συναυλίες του γίνονται βήμα διαμαρτυρίας και διεκδίκησης και για τους άλλους λαούς που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα: Ισπανούς, Πορτογάλους, Ιρανούς, Κούρδους, Τούρκους, Χιλιανούς, Παλαιστίνιους. Το 1974 μετά την πτώση της Δικτατορίας γυρίζει στην Ελλάδα. Ενώ συνεχίζει να συνθέτει μουσική, παράλληλα συμμετέχει και στα κοινά είτε ως απλός πολίτης, είτε ως βουλευτής (τις περιόδους 1981-86 και 1989-92) είτε ως υπουργός Επικρατείας (1990-92). Το 2010 και σε ηλικία 85 ετών ιδρύει την κίνηση πολιτών «Σπίθα» και εμπλέκεται ενεργά στην αντιμνημονιακή πολιτική για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που χτύπησε την Ελλάδα.

Είναι φανερό ότι θα ήταν λάθος αν ο Μίκης Θεοδωράκης χαρακτηριζόταν απλά ως ένας μουσικός δημιουργός με πολιτικές ανησυχίες. Αποτελεί διεθνώς το σύμβολο του μουσικού δημιουργού και ακτιβιστή σε μια περίοδο της διεθνούς πολιτικής ιστορίας με έντονες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στο καπιταλιστικό και στο κομμουνιστικό ιδεώδες, χαρακτηριστική του ψυχρού πολέμου. Το μουσικό και το πολιτικό του έργο ως αδιαίρετη οντότητα αποτελούν το πιο εύγλωττο παράδειγμα προσέγγισης της πολιτικής με τη μουσική δημιουργία.

         Άξιον Εστί , 1977. “Ένα το χελιδόνι” (Μίκης Θεοδωράκης – Γρηγόρης Μπιθικώτσης)

Επίλογος

Η διερεύνηση της σχέσης της μουσικής με την πολιτική δεν μπορεί να εξαντληθεί ασφαλώς στα περιορισμένα πλαίσια του παρόντος άρθρου. Ασφαλώς προκύπτουν αναπάντητα ερωτήματα που αφορούν στις ενδεικτικές περιπτώσεις που αναφέρθησαν, αλλά υπάρχει και πληθώρα άλλων τόσων, άξιων αναφοράς, σε μουσικές κατευθύνσεις πέραν του «κλασσικού» χώρου της μουσικής, οι οποίες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τέτοιες είναι για παράδειγμα ο πολιτικός ρόλος της δημοτικής μουσικής, τα μουσικά κινήματα διαμαρτυρίας του 60-70, οι μουσικές των υπόδουλων λαών, το Hip-hop, οι μουσικές  των πολιτικών κινημάτων κ.α.

Η σχέση της μουσικής με την πολιτική είναι βαθειά και διαχρονική και θα αποτελεί πάντα ενδιαφέρον πεδίο έρευνας και δράσης τόσο για τους πολιτικούς, όσο και για τους καλλιτέχνες, γιατί η μουσική όπως και η πολιτική ανταποκρίνεται πάντα στις ανάγκες μιας βαθύτερης ένωσης και επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους, αποτελώντας, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, μια αδιαίρετη ενότητα έκφρασης του ανθρώπινου πολιτισμού.

Ο Μίλτος Λογιάδης είναι Αρχιμουσικός, Καθηγητής Διεύθυνσης Ορχήστρας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών

Μουσικές Μορφές «Μίλτος Λογιάδης, Αρχιμουσικός» (05/06/2016)

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Αριστοτέλης.

²   Μουσικοί τρόποι= μουσικές κλίμακες τις αρχαιότητας.

³   Ο Μίδας ήταν μυθικός βασιλιάς της Φρυγίας.

⁴   Ο Joseph Goebbels ήταν υπουργός προπαγάνδας στην κυβέρνηση του Α. Hitler.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πλάτων, Πολιτεία, βιβλίο IV, 1982. Loeb Classical Library, Plato, Republic I, Great Britain 1982

Brown, Courtney. 2008. Politics in Music.  Farsihgt Press, Atlanda, Georgia

Dennis, David. B. 1996. Beethoven in German Politics, 1870-1989. New Haven, Conn.: Yale University Press.

Dmitrii Shostakovich, Shostakovich: About Himself and His Times, compiled by L. Grigoryev and Ya. Platek, trans. Angus and Neilian Roxburgh (Moscow: Progress Publishers, 1981)

Magee, Bryan. 2000. The Tristan Chord: Wagner and Philosophy. New York: Metropolitan Books.

Solomon, Maynard. 1968. “Beethoven and Napoleon” Music Review 29:96-105

Γιάννης Μουρέλος: Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Γιάννης Μουρέλος

Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και πατέρας του κλάδου της Στρατιωτικής Ιστορίας Sir Michael Howard, θεωρεί πως η επιχείρηση “Κιμάς” (Operation Mincemeat) υπήρξε η επιτυχέστερη ενέργεια παραπληροφόρησης εκ μέρους των Συμμάχων, σε ολόκληρη τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια επιχείρηση αποπροσανατολισμού του αντιπάλου προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, φαντασία, αληθοφάνεια, διορατικότητα, διαίσθηση και άριστη προετοιμασία. Πράγματι, ο εκβρασμός, στις ακτές ενός ουδετέρου κράτους, μιας σορού με ψεύτικη ταυτότητα, φέρουσας, ωστόσο, γνήσια διαβαθμισμένα έγγραφα με παραπλανητικό περιεχόμενο, είναι μια ιδέα, η οποία δεν στερείται πρωτοτυπίας. Αν και υλοποιήθηκε προκειμένου να καλυφθεί η επικείμενη Συμμαχική απόβαση στη Σικελία το 1943, η ιδέα αυτή διαθέτει μια αξιοπρόσεκτη προϊστορία, η οποία αξίζει να αναφερθεί εν προκειμένῳ.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1939, και ενώ ο πόλεμος δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τον πρώτο του μήνα, η Υπηρεσία Πληροφοριών του Βρετανικού Ναυτικού συνέταξε ένα εμπιστευτικό υπόμνημα με τον τίτλο Trout (“Πέστροφα”), το οποίο περιέγραφε διάφορες  μεθόδους παραπληροφόρησης των Γερμανών.  Η υπ αριθμόν 28 εισήγηση (“όχι πολύ κομψή”, όπως χαρακτηριστικά αναφερόταν) προέβλεπε την τοποθέτηση παραπλανητικών εγγράφων σε ένα πτώμα, με απώτερο στόχο τα έγγραφα αυτά να περιέλθουν εν γνώσει του αντιπάλου. Αν και ως συντάκτης του υπομνήματος φερόταν ο τότε διευθυντής της υπηρεσίας, υποναύαρχος John Godfrey, πιστεύεται πως αυτό γράφτηκε από έναν υφιστάμενο του τελευταίου, ονόματι Ian Fleming, τον μετέπειτα εμπνευστή και δημιουργό του προσώπου του James Bond. Ως προς την πρόταση αρ. 28, ο πλωτάρχης Ian Fleming δεν χρειάστηκε να αναλωθεί σε εκτεταμένης κλίμακας έρευνες. Ξεσήκωσε την ιδέα από το βιβλίο ενός ειδήμονα στο χώρο των Μυστικών Υπηρεσιών, του Sir Basil Thomson: ένα πτώμα, με περιβολή αεροπόρου, φέροντας έγγραφα στις τσέπες του, θα εκβραζόταν στην ακτή, δήθεν ως απώλεια αλεξιπτώτου, το οποίο δεν είχε ανοίξει. “Γνωρίζω πως δεν υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες, προκειμένου να προμηθευθεί κανείς ένα πτώμα από το ναυτικό Νοσοκομείο, αρκεί, φυσικά, να είναι πρόσφατο”, κατέληγε ο Thomson. Με ελάχιστες παραλλαγές, πρόκειται για τη μέθοδο, η οποία επιλέχθηκε το 1943 για την επιχείρηση “Κιμάς¨.

Πλωτάρχης Ian Fleming.
Sir Basil Thomson.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά και ο ίδιος ο Basil Thomson είχε εμπνευστεί από ενέργειες του παρελθόντος, καθώς η “διαρροή” εγγράφων, με απώτερο αποδέκτη τον εχθρό, υπήρξε μια πρακτική, η οποία γνώρισε ευρεία εφαρμογή στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αρκετούς, δε, μήνες πριν από τη δρομολόγηση της επιχείρησης “Κιμάς”, κάτι αντίστοιχο δοκιμάστηκε με αξιομνημόνευτη επιτυχία στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής.

Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1942, στη μάχη της Alam Halfa, ένα πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα όχημα, το οποίο εγκαταλείφθηκε μπροστά από τις γερμανικές γραμμές. Έφερε έναν χάρτη, στον οποίον επάνω ήταν σημειωμένα, υποτίθεται, όλα τα βρετανικά ναρκοπέδια της περιοχής. Ο χάρτης εκλήφθηκε ως γνήσιος από τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να οδηγήσουν τα τεθωρακισμένα κατευθείαν επάνω στην παγίδα, που είχε επιμελώς στηθεί σε βάρος τους. Ένα μήνα αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1942, ένα άλλο επεισόδιο μπορεί να εκληφθεί ως προπομπός της επιχείρησης “Κιμάς”. Ένα αεροσκάφος καθ οδόν προς το Γιβραλτάρ, κατέπεσε στη θάλασσα στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, με αποτέλεσμα  να βρουν τον θάνατο όλοι οι επιβαίνοντες, μεταξύ των οποίων ένας  Βρετανός  αξιωματικός και ένας πράκτορας των Ελευθέρων Γάλλων. Ο πρώτος έφερε αυθεντικά έγγραφα προς τον Κυβερνήτη του Γιβραλτάρ και ο δεύτερος ένα σημειωματάριο. Οι δυο σοροί εκβράστηκαν σε μια ακτή κοντά στην πόλη Tarifa και, όπως ήταν επόμενο, της υπόθεσης επιλήφθηκαν οι ισπανικές αρχές. Όταν οι σοροί επαναπατρίστηκαν, έφεραν επάνω τους τα έγγραφα. Έπειτα από έναν εξονυχιστικό έλεγχο, αποδείχθηκε πως οι επιστολές του Βρετανού είχαν παραμείνει άθικτες. Από άλλες, ωστόσο, πηγές, προέκυψε πως το σημειωματάριο του Γάλλου είχε φωτογραφηθεί από τους Γερμανούς. Η όλη υπόθεση υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τον σχεδιασμό της επιχείρησης “Κιμάς”, καθώς είχε αποκαλυφθεί η ύπαρξη ενός δικτύου συνεργασίας ανάμεσα στις ισπανικές αρχές και τις γερμανικές Μυστικές Υπηρεσίες.

                            Α. Σχεδιασμός και προετοιμασία της επιχείρησης “Κιμάς”

Στη Συνδιάσκεψη της Καζαμπλάνκας (Ιανουάριος 1943), με δεδομένη την τελική υπέρ αυτών έκβαση των επιχειρήσεων στο θέατρο της Βορείου Αφρικής, οι Σύμμαχοι αποφάσισαν τη διάνοιξη ενός νέου μετώπου στην Ιταλία, αρχής γενομένης από τη νήσο Σικελία. Σε αντιδιαστολή με ό,τι έμελλε να ακολουθήσει, αργότερα, στη Νορμανδία, όπου η επιχείρηση ήταν σχεδιασμένη παράτολμα με γνώμονα τα στοιχεία της ανακολουθίας και του αιφνιδιασμού, η επιλογή της Σικελίας (επιχείρηση Husky) ανταποκρινόταν σε όλους τους κανόνες της λογικής: μικρή απόσταση από τις ακτές της Βορείου Αφρικής, ανεπαρκής άμυνα της νήσου από ιταλικές (κυρίως) μονάδες, σχηματισμός ενός  προγεφυρώματος στο μαλακό υπογάστριο των δυνάμεων του Άξονα με προοπτικές περαιτέρω αξιοποίησης, δημιουργία προϋποθέσεων για ανατροπή του φασιστικού καθεστώτος και συνακόλουθη αποδέσμευση της Ιταλίας από τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Γερμανίας. Η ρήση του Winston Churchill, έπειτα από το πέρας της Συνδιάσκεψης, είναι χαρακτηριστική ως προς το προβλέψιμο της σχεδιαζόμενης επιχείρησης: «Everyone but a bloody fool would know that it’s Sicily».

Επιχείρηση Husky. Τελική εκδοχή.

Έχοντας αυτή την προοπτική κατά νου, οι βρετανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών αναλώθηκαν σε μια προσπάθεια ανεύρεσης τρόπων, ικανών να οδηγήσουν σε έναν αποπροσανατολισμό των Γερμανών. Σκοπός ήταν να στραφεί η προσοχή των τελευταίων προς τις δυο εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες προσφέρονταν την ίδια στιγμή στους Συμμάχους για τη διάνοιξη ενός επιχειρησιακού θεάτρου στη νότιο Ευρώπη: τη νήσο Σαρδηνία και τις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου. Ήδη από τον Οκτώβριο 1942, ο Charles Cholmondeley, αξιωματικός της RAF, αποσπασμένος στην Υπηρεσία Πληροφοριών, με νωπό ακόμα το επεισόδιο της πτώσης του αεροσκάφους στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, άρχισε να επεξεργάζεται μια παραλλαγή του Trout Memo του Ian Fleming, στην οποία έδωσε το χαρακτηριστικό συνθηματικό όνομα Trojan Horse (“Δούρειος Ίππος”). Σύμφωνα με την παραλλαγή αυτή, ένα πτώμα, με τους πνεύμονες γεμάτους νερό και με επίσημα έγγραφα στις τσέπες του, θα ριχνόταν από αέρος στη θάλασσα, με αντικειμενικό στόχο τα έγγραφα να περιέλθουν σε γνώση των γερμανικών Μυστικών Υπηρεσιών.

Ο Cholmondeley, έμπειρο στέλεχος της περιβόητης ΜΙ5 (Military Intelligence 5), ανήκε σε μια ενδο-υπηρεσιακή μονάδα, την “Επιτροπή των Είκοσι”, επιφορτισμένη με τη διαχείριση των διπλών κατασκόπων (πρακτόρων των Γερμανών, που είχαν στο μεταξύ αυτομολήσει και τεθεί στη διάθεση των Βρετανών). Τον μήνα Νοέμβριο, η Επιτροπή απέρριψε το σχέδιο, ως ανεπαρκές. Θεωρώντας, ωστόσο, ότι περιείχε αξιοποιήσιμα στοιχεία, και επειδή διέθετε μια σημαντική ναυτική διάσταση, όρισε τον πλωτάρχη Ewen Montagu, ως συνεργάτη του  Cholmondeley, με αποστολή να το επεξεργαστούν από κοινού και να το τελειοποιήσουν. Σε ένα αρχικό στάδιο, η επιχείρηση “Κιμάς” (η επιλογή του συνθηματικού ονόματος οφείλεται στον Montagu), επανήλθε στην   ιδέα της ρίψης του πτώματος με αλεξίπτωτο. Επειδή όμως οι Γερμανοί γνώριζαν την πολιτική των Συμμάχων για απαγόρευση μεταφοράς διαβαθμισμένων εγγράφων πάνω από εχθρικό έδαφος, προκρίθηκε η ιδέα της υποτιθέμενης πτώσης αεροσκάφους στα ανοικτά των ακτών ενός ουδετέρου κράτους. Αυτό θα εξηγούσε τόσο την πολυήμερη παραμονή του πτώματος στο νερό, όσο και την ύπαρξη εγγράφων επάνω του. Από το σημείο αυτό και πέρα, η όλη προετοιμασία αποτελεί υπόδειγμα σχολαστικής δουλειάς.

Ο Montagu ήρθε σε επικοινωνία με τον διακεκριμένο παθολόγο Sir Bernard Spilsbury, προκειμένου να πληροφορηθεί το είδος του πτώματος, που χρειαζόταν, ούτως ώστε να παραπλανηθούν οι Ισπανοί ιατροδικαστές σχετικά με την αιτία του θανάτου. Προς μεγάλη του ικανοποίηση άκουσε πως για κάποιον ιατροδικαστή, γαλουχημένο με την ιδέα πως ο θάνατος επήλθε από πνιγμό, η αυτοψία σε ένα άψυχο σώμα, ευρισκόμενο σε διαδικασία αποσύνθεσης, δύσκολα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποιο διαφορετικό συμπέρασμα. Πρόκειται για μια απάντηση, η οποία τον χαροποίησε ιδιαίτερα, καθώς πολλαπλασίαζε, θεωρητικά, τον αριθμό των προσφερόμενων προς επιλογή σορών. Η ευεξία δεν άργησε να μετατραπεί σε απογοήτευση, όταν πληροφορήθηκε από τα χείλη του ιατροδικαστή Bentley Purchase πως η επιχείρηση θα προσέκρουε σε νομικό κώλυμα, καθώς για κάθε υποψήφιο πτώμα, θα έπρεπε, προηγουμένως, να εξασφαλιστεί η συγκατάθεση των συγγενών. Δεν ήταν μόνο αδύνατο να εξηγηθούν οι πραγματικοί λόγοι. Κινδύνευε το ίδιο το απόρρητο της επιχείρησης, καθώς η τελευταία θα εξαρτάτο, πλέον, από την εχεμύθεια των, έστω και μερικώς, ενημερωθέντων συγγενών. Πάντως, ο Purchase δεσμεύτηκε να ξεκινήσει μια έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού, τεχνικά κατάλληλης, και δίχως την ύπαρξη συγγενών, ικανών να τη διεκδικήσουν. Είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του, καθώς η επιχείρηση “Κιμάς” βρισκόταν ακόμα σε προκαταρκτικό επίπεδο, δίχως ουδείς να γνωρίζει εάν και πότε επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή. Οι πάντες, ωστόσο, όφειλαν να τελούν υπό συνεχή ετοιμότητα.

Charles Cholmondeley (αριστερά) και Ewen Montagu.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1943, οι  Cholmondeley και  Montagu ανέπτυξαν την ολοκληρωμένη μορφή του σχεδίου τους ενώπιον της Επιτροπής των Είκοσι και τη φορά αυτή έτυχαν της έγκρισης της τελευταίας. Το σχέδιο προέβλεπε την τοποθέτηση αυθεντικών εγγράφων σε μια σορό, η οποία θα μεταφερόταν με υποβρύχιο έως τα ανοικτά της πόλης Huelva, λιμένα της νοτιοδυτικής Ισπανίας, κοντά στα σύνορα με την Πορτογαλία. Η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής οφειλόταν σε πολλαπλούς λόγους. Πρώτος ήταν το είδος των θαλασσίων ρευμάτων, ικανών να μεταφέρουν τη σορό από το υποβρύχιο στην ακτή. Δεύτερος λόγος ήταν η επιβεβαιωμένη, επιτόπου, παρουσία του Adolf Clauss, ενός δραστήριου πράκτορα, στελέχους της Abwehr, της γερμανικής Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Τέλος, στην Huelva υπηρετούσε ως υποπρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας ο Francis Haselden, ένας έμπιστος και ικανός διπλωμάτης, στη συνδρομή του οποίου ο Montagu θεωρούσε πως μπορούσε να υπολογίζει. Δίχως χρονοτριβή, η Επιτροπή των Είκοσι διαβίβασε με θετική εισήγηση το σχέδιο στα ανώτερα κλιμάκια της Υπηρεσίας και ο Montagu διατάχθηκε να ξεκινήσει την έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού. Η τελευταία είχε εντοπιστεί ήδη από τις 28 Ιανουαρίου, χάρη στις προσπάθειες του Bentley Purchase. Επρόκειτο για την περίπτωση ενός άστεγου, ονόματι Glyndwr Michael, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει πίνοντας ποντικοφάρμακο, δίχως να έχει αφήσει πίσω του κανένα συγγενή. O Purchase διαβεβαίωσε πως το δηλητήριο δεν υπήρχε περίπτωση να εντοπιστεί σε ένα σώμα, το οποίο υποτίθεται πως θα έπλεε στη θάλασσα επί πολλές ημέρες. Για τους διενεργούντες την νεκροψία, ο πνιγμός θα ήταν η κυρίαρχη εκδοχή. Δέχθηκε να διατηρήσει τη σορό στο ψυγείο του νεκροθαλάμου, επισημαίνοντας πως έπειτα από την παρέλευση τριών μηνών, η αποσύνθεση θα είχε ξεπεράσει το όριο ασφαλείας και το σώμα θα ήταν, πλέον, άχρηστο. Η συγκυρία ήταν, πράγματι, ευτυχής. Δεν απέμενε παρά η σορός του Michael να αποκτήσει μια νέα ταυτότητα και να σφυρηλατηθεί ένας πειστικός μύθος γύρω από αυτή.

Η σορός του William Martin, κατά κόσμον Glyndwr Michael.

                          Β. Ο “ταγματάρχης William Martin” αναχωρεί για τον πόλεμο

Τόσο το όνομα όσο και ο βαθμός, που επιλέχθηκαν τελικά, είχαν ως σκοπό να καταστήσουν δυσχερή μια αναμενόμενη γερμανική έρευνα ως προς το γνήσιο της (νέας) ταυτότητας της σορού και την αυθεντικότητα των εγγράφων, τα οποία η τελευταία θα έφερε πάνω της. Το όνομα William Martin, ήταν αρκετά κοινό, όχι, όμως, σε σημείο, που να κινεί υποψίες. Ο δε βαθμός του ταγματάρχη, επέτρεπε σε όποιον τον έφερε, να είναι κομιστής διαβαθμισμένων εγγράφων. Η όλη πλεκτάνη στήθηκε με άξονα δυο καθ όλα πρωτότυπες επιστολές με παραπλανητικό, ωστόσο, περιεχόμενο. Η πρώτη, έφερε την υπογραφή του υποστράτηγου  Archibald Nye, υπαρχηγού του Βρετανικού Αυτοκρατορικού Επιτελείου. Αποδέκτης ήταν ο στρατηγός  Harold Alexander, ανώτατος διοικητής του θεάτρου επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής. Αφού έθιγε διάφορες (αληθείς) εκκρεμότητες, η επιστολή κατέληγε ως εξής: “Πρόσθετες πληροφορίες θέλουν τους Γερμανούς να ενισχύουν την άμυνά τους στην Κρήτη και στην Ελλάδα. Το Αυτοκρατορικό Επιτελείο θεωρεί ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι διαθέσιμες δυνάμεις μας για την απόβαση είναι ανεπαρκείς. Οι Αρχηγοί του Επιτελείου συμφώνησαν πως η 5η Μεραρχία πρέπει να ενισχυθεί με μια Ταξιαρχία για την απόβαση στις ακτές νοτίως του Ακρωτηρίου Αράξου και πως ανάλογης ενίσχυσης πρέπει να χαίρει η 56η Μεραρχία για την Καλαμάτα”. Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου σημείου του εγγράφου άφηνε να εννοηθεί πως οι προετοιμασίες ενόψει μιας Συμμαχικής απόβασης στην Ελλάδα βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο και ήταν πέρα ως πέρα αναληθές. Επρόκειτο για το δόλωμα της επιχείρησης “Κιμάς”.

Η επιστολή Mountbatten προς Cunningham

Προκειμένου δε να πειστούν οι Γερμανοί ως προς την ταυτότητα του κομιστή του εγγράφου, μέσα στον χαρτοφύλακα (δεμένου με χειροπέδες στο χέρι της σορού), τοποθετήθηκε μια δεύτερη, εξίσου γνήσια με την προηγούμενη, επιστολή του λόρδου Louis Mountbatten, διευθυντή του κλάδου των Ειδικών Επιχειρήσεων, προς το ναύαρχο Andrew Cunningham, διοικητή του Στόλου της Μεσογείου. Ο συντάκτης της επιστολής σύστηνε τον ταγματάρχη Martin ως ειδικό για αμφίβιες επιχειρήσεις και τον έθετε στη διάθεση του ναυάρχου έως ότου η “απόβαση στην Ελλάδα” ολοκληρωθεί. Ήταν, αναμφίβολα, μια προληπτική κίνηση, προκειμένου να μην εγερθούν αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα της σορού. Στο τέλος, μάλιστα, της δεύτερης επιστολής, υπήρχε μια χαριτολογία περί σαρδελλών (sardines), που κάλλιστα μπορούσε να εκληφθεί ως καλυμμένη αναφορά στον έτερο υποψήφιο στόχο των Συμμάχων, τη νήσο Σαρδηνία. Με τον τρόπο αυτό, η σύγχυση στις τάξεις των Γερμανών θα ήταν πλήρης. Τέλος, το γνήσιο της υπογραφής και τα δακτυλικά αποτυπώματα των συντακτών πάνω στις δυο επιστολές, καθιστούσαν τις τελευταίες ακόμα πιο αληθοφανείς. Ο Montagu δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτές τις προληπτικές   ενέργειες.  Προχώρησε μέχρι σημείου να κατασκευάσει μια ολόκληρη ιδιωτική ζωή γύρω από τον ταγματάρχη Martin.  Μέσα  στο πορτοφόλι της σορού, τοποθέτησε δυο ερωτικές επιστολές της υποτιθέμενης μνηστής του ταγματάρχη, ονόματι Pam, καθώς και μια φωτογραφία της τελευταίας, η οποία, στην πραγματικότητα, ανήκε σε μια υπάλληλο της ΜΙ5. Πρόσθεσε την απόδειξη αγοράς από ένα κοσμηματοπωλείο της Bond street, ενός δακτυλιδιού αρραβώνων, αξίας 53,10 λιρών. Μέσα στον χαρτοφύλακα, πέραν από τις επίσημες επιστολές υπήρχε και μια τρίτη, γραμμένη από έναν φανταστικό πατέρα, όπου είχε επισυναφθεί μια ειδοποίηση από τον δικηγόρο της οικογένειας για την εξόφληση ενός χρέους ύψους 79,19 λιρών. Ως προς το μελάνι που χρησιμοποιήθηκε, ο Montagu επέλεξε, κατόπιν συμβουλής των ειδικών της ΜΙ5, το είδος εκείνο που ήταν περισσότερο ανθεκτικό στο θαλασσινό νερό. Μέσα στις τσέπες της στολής τοποθετήθηκαν κλειδιά, ένας ασημένιος σταυρός, τσιγάρα, σπίρτα, μια απόδειξη αγοράς πουκαμίσων και ένα εισιτήριο θεατρικής παράστασης με ημερομηνία κοντινή με εκείνη της μεταφοράς της σορού στα ανοικτά των ισπανικών ακτών. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ταγματάρχης Martin, έφερε πάνω του και έγγραφα, τα οποία πιστοποιούσαν την ιδιότητά του, συγκεκριμένα μια στρατιωτική ταυτότητα. Την αποστολή επισήμανσης ενός προσώπου, για τη φωτογραφία της ταυτότητας, το οποίο να μοιάζει με εκείνο της σορού, έφερε σε πέρας με επιτυχία ο Cholmondeley. Στις 17 Απριλίου 1943, οι Cholmondeley και Montagu ολοκλήρωσαν τις προετοιμασίες, φορώντας τη στολή και το σωσίβιο στη σορό. Κατόπιν τούτου, ο ταγματάρχης William Martin ήταν πανέτοιμος να αναχωρήσει για τον πόλεμο.

Το πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα αεροστεγές μεταλλικό δοχείο, γεμάτο με ξηρό πάγο (στερεή μορφή του διοξειδίου του άνθρακα σε θερμοκρασία -78,5 βαθμών Κελσίου), προκειμένου να μπορέσει να διατηρηθεί κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς τη Huelva. Το δοχείο έφερε την ένδειξη:“Προσοχή, ευαίσθητο οπτικό υλικό”. Η αρχική σκέψη χρήσης αεροπλάνου εγκαταλείφθηκε νωρίς, εξαιτίας του κινδύνου κατάρριψης, τον οποίον ενείχε. Προκρίθηκε η περισσότερο χρονοβόρα μεταφορά με υποβρύχιο. Το υποβρύχιο Seraph, το οποίο ανέλαβε την αποστολή, κατά τη διάρκεια της διαδρομής δέχτηκε δυο φορές επίθεση με βόμβες βυθού. Τα χαράματα της 30ής Απριλίου 1943 αναδύθηκε έξω από τα ανοικτά της Huelva. Ο κυβερνήτης Bill Jewell, αφού διέταξε την εκκένωση του καταστρώματος από το πλήρωμα, με τη βοήθεια των αξιωματικών άνοιξε το δοχείο, ανέγνωσε τον προσήκοντα Ψαλμό και έριξε τη σορό στη θάλασσα. Ο παφλασμός από τον έλικα, έσπρωξε την τελευταία προς την ακτή. Τη συνέχεια ανέλαβαν τα ρεύματα της περιοχής. Η επιχείρηση “Κιμάς”είχε εισέλθει στο αποφασιστικότερο στάδιο, εκείνο της εκτέλεσης, όπου η ανθρώπινη οξυδέρκεια παραμέριζε τη θέση της στον παράγοντα τύχη.

HMS Seraph.
Bill Jewell.


 

 

 

 

 

 

                                           

                                         Γ.  “Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”

Η σορός εντοπίστηκε στις 9.30 π.μ. από έναν ψαρά και μεταφέρθηκε αμέσως στο κτήριο του Ναυτοδικείου. Ταυτόχρονα, ειδοποιήθηκε από τις τοπικές αρχές ο υποπρόξενος, Francis Haselden. Δίχως χρονοτριβή, ξεκίνησε μια ανταλλαγή τηλεγραφημάτων ανάμεσα στο Foreign Office και το υποπροξενείο της Huelva. Υποψιαζόμενο τον κίνδυνο υποκλοπής, το Λονδίνο ύψωσε επίτηδες τους τόνους, διατάσσοντας τον Haselden να αποσπάσει πάση θυσία από τους Ισπανούς τον χαρτοφύλακα, επειδή περιείχε σημαντικά έγγραφα. Η νεκροψία διενεργήθηκε, παρουσία του Haselden, το μεσημέρι της 1ης Μαΐου και η τελική διάγνωση έκανε λόγο για θάνατο από πνιγμό. Η σορός παραδόθηκε στον Βρετανό υποπρόξενο και την επομένη, ο ταγματάρχης William Martin κηδεύτηκε με απόδοση στρατιωτικών τιμών στο κοιμητήριο της Huelva. Ο χαρτοφύλακας ακολούθησε μια περισσότερο δαιδαλώδη πορεία έως ότου επιστραφεί και αυτός, εννέα μέρες αργότερα, στον Haselden. Τα όσα διαδραματίστηκαν μέσα σε αυτές τις εννέα μέρες στοιχειοθετούν την πλήρη επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”. Στην ίδια τη Huelva, παρά τις έντονες παραστάσεις του πράκτορα της Abwehr, Adolf Clauss, τίποτα απολύτως από το περιεχόμενο του χαρτοφύλακα δεν περιήλθε στη διάθεσή του. Ο χαρτοφύλακας στάλθηκε στη Μαδρίτη για περαιτέρω εξέταση. Εκεί, κινητοποιήθηκε η Γερμανική πρεσβεία, καθώς ένας από τους κορυφαίους πράκτορες της Abwehr στην ισπανική πρωτεύουσα, ο Karl-Erich Kühlenthal, ενημέρωσε σχετικά τον προϊστάμενό του στο Βερολίνο, τον ναύαρχο Wilhelm Canaris, προτρέποντάς τον να μεσολαβήσει, ώστε να ασκηθεί πίεση προς την κυβέρνηση της Μαδρίτης, προκειμένου η τελευταία να παραδώσει τα έγγραφα. Οι Ισπανοί τα είχαν, στο μεταξύ, στεγνώσει και φωτογραφίσει. Εν συνεχεία, τα βούτηξαν επί 24 ώρες μέσα σε θαλασσινό νερό, για να προσλάβουν εκ νέου την αρχική τους μορφή. Στις 8 Μαΐου, το περιεχόμενο αποκαλύφθηκε στον Kühlenthal. Η περίπτωση του τελευταίου, όπως και των υπολοίπων χειριστών της υπόθεσης σε ανώτερο επίπεδο, αποδείχτηκε αποφασιστική για την τελική έκβαση της επιχείρησης “Κιμάς”. Κατά το ήμισυ Εβραίος, ο Kühlenthal είχε κάθε λόγο να παραμένει εκτός γερμανικών συνόρων αλλά και να βομβαρδίζει το Βερολίνο με ευχάριστες ειδήσεις, δίχως να αξιολογεί σε βάθος την κάθε υπόθεση που συναντούσε μπροστά του. Διακατεχόμενος από αυτή την ψυχολογία, μετέφερε αυτοπροσώπως το περιεχόμενο των εγγράφων στη γερμανική πρωτεύουσα με τη γνωμοδότηση πως ήταν γνήσιο.

Ακολούθως, του όλου θέματος επελήφθη βαρόνος  Alexis von Roenne. O von Roenne προΐστατο της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Γενικού Επιτελείου, Fremde Heer West (FHW). Εθεωρείτο ειδήμων στον τομέα της αποκρυπτογράφησης των προθέσεων των Συμμάχων. Ο ίδιος ο Hitler, προσωπικά, πίστευε πως ο von Roenne διέθετε ένα αλάθητο αισθητήριο και είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση του. Όμως, τα αισθήματα δεν ήσαν αμοιβαία. Γόνος παλαιάς αριστοκρατικής οικογένειας και ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Roenne αντιπαθούσε σφόδρα τον Γερμανό δικτάτορα. Ευκαιρίας δοθείσης, υπονόμευε συστηματικά την πολεμική προσπάθεια των Ναζί. Άλλωστε, ήταν σε θέση να το πράξει, χάρη στο αξίωμα που κατείχε. Αν και έτρεφε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την αυθεντικότητα των εγγράφων, διαβεβαίωσε τον Hitler πως αυτά ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας αληθινά. Εν κατακλείδι, δυο κομβικά πρόσωπα, υπερεκτίμησαν, για να μην πει κανείς πως διαστρέβλωσαν, την σημασία των εγγράφων. Το πρώτο, μεριμνώντας για την δική του ασφάλεια, τo δεύτερο για ιδεολογικούς λόγους.

Adolf Clauss, o πράκτορας της Abwehr στην Huelva.

 

Karl-Erich Kühlenthal.
Alexis von Roenne.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μόλις ο χαρτοφύλακας επιστράφηκε στο Λονδίνο, τα έγγραφα υποβλήθηκαν σε εξονυχιστικό έλεγχο, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είχαν περιέλθει εν γνώσει των αντιπάλων. Από τον έλεγχο προέκυψε πως οι φάκελοι, οι οποίοι περιείχαν τα δυο κύρια έγγραφα, είχαν παραβιαστεί και πως τα έγγραφα αυτά είχαν φωτογραφηθεί. Τίποτα, ωστόσο, δεν μαρτυρούσε πως οι Γερμανοί ήταν ενήμεροι για το περιεχόμενο των τελευταίων. Ένα νέο τηλεγράφημα στάλθηκε προς τον Haselden, με την προοπτική, πάντοτε, να υποκλαπεί από τον εχθρό. Περιείχε την αναφορά ότι οι φάκελοι είχαν υποστεί έλεγχο, δεν είχαν, ωστόσο, ανοιχτεί. Ο Haselden φρόντισε, επιπρόσθετα, να διαρρεύσει την ίδια πληροφορία σε ισπανικούς κύκλους, που γνώριζε πως ήταν προσκείμενοι στους Γερμανούς. Τη φορά αυτή, η αδημονία στο Λονδίνο ήταν ειλικρινής και ως εκ τούτου, ακριβώς, ελλόχευε ο μέγας κίνδυνος να αποκαλυφθούν τα πάντα.

Η λύτρωση από την αγωνία ήρθε τελικά στις 14 Μαΐου από το Bletchley Park, όπου έδρευε η υπηρεσία αποκρυπτογράφησης των γερμανικών ραδιοσημάτων. Το υποκλαπέν τηλεγράφημα, το οποίο είχε αποσταλεί δυο μέρες νωρίτερα, έκανε λόγο περί επικείμενης Συμμαχικής απόβασης στα Βαλκάνια, με μια επιχείρηση αντιπερισπασμού στα Δωδεκάνησα. Στις 21 του ίδιου μήνα, υποκλάπηκε η διαταγή του Hitler περί μετακίνησης από τη Γαλλία στη Θεσσαλονίκη της έμπειρης 1ης Μεραρχίας Panzer. Σε αντιδιαστολή με τον Mussolini, ο οποίος επέμενε ως προς την επιλογή της Σικελίας, ο Γερμανός καγκελάριος ήταν πεπεισμένος πως το επόμενο Συμμαχικό πλήγμα θα καταφερόταν στην Ελλάδα, στη Σαρδηνία ή στην Κορσική. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και ο ναύαρχος Dönitz, ο οποίος, στις 14 Μαΐου, είχε συζήτηση με τον Hitler σχετικά με τα έγγραφα της επιχείρησης “Κιμάς”. Μόλις όλες οι παραπάνω πληροφορίες συγκεντρώθηκαν από την υπηρεσία του Bletchley Park, ενημερώθηκαν αμέσως οι αρχηγοί των επιτελείων. Το συνθηματικό τηλεγράφημα, που στάλθηκε στον Churchill, ο οποίος την ίδια στιγμή βρισκόταν στις ΗΠΑ, έγραφε: «Mincemeat swallowed rod”(“Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”).

Με κανένα τρόπο, ωστόσο, οι υπηρεσίες των Συμμάχων δεν έπρεπε να χαλαρώσουν, καθώς ο κίνδυνος αποκάλυψης της πλεκτάνης παράμενε, ακόμη, ισχυρός. Ο Montagu συνέχισε την εκστρατεία παραπληροφόρησης φροντίζοντας να προστεθεί το όνομα του ταγματάρχη Martin στην κατάσταση των απωλειών, η οποία δημοσιεύτηκε στις 4 Ιουνίου από τους Times. Επρόκειτο για την πρώτη πηγή, που θα έλεγχαν οι Γερμανοί, προκειμένου να διαπιστώσουν κατά πόσο επρόκειτο για υπαρκτό πρόσωπο. Κατά καλή του τύχη, την ίδια μέρα δημοσιεύθηκε και η (αληθινή τη φορά αυτή) είδηση της πτώσης ενός βρετανικού αεροσκάφους στον Βισκαϊκό κόλπο και της συνακόλουθης απώλειας του πληρώματος. Επρόκειτο για ένα συγκυριακό γεγονός, που καθιστούσε περισσότερο πειστική την ύπαρξη του ταγματάρχη Martin. Έως σήμερα, δεν έχει αποτιμηθεί επακριβώς η συνεισφορά της επιχείρησης “Κιμάς” στη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Είναι γεγονός, πως η άμυνα των Βαλκανίων και της Σαρδηνίας ενισχύθηκε από επίλεκτες μονάδες, οι οποίες μεταφέρθηκαν εκεί από αλλού. Ενδεικτικό της εμμονής του Hitler για επικείμενο Συμμαχικό πλήγμα στα Βαλκάνια, είναι το γεγονός της αποστολής εικοσιενός αεροσκαφών από τη Σικελία στην Ελλάδα στις 9 Ιουλίου, τέσσερις ώρες έπειτα από την έναρξη της Συμμαχικής απόβασης. Ακόμα και τότε, η επιχείρηση Husky, λειτουργούσε στα μάτια των Γερμανών ως αντιπερισπασμός. Περί τα τέλη δε του μήνα, ο στρατάρχης Erwin Rommel στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη, με αποστολή να διερευνήσει τρόπους ενίσχυσης της άμυνας στα Βαλκάνια. Όταν το Γερμανικό επιτελείο αντιλήφθηκε το λάθος, ήταν πλέον πολύ αργά.

Κατά πόσο όλα τα παραπάνω οφείλονται στην επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”, ή είναι προϊόν της εμμονής του Hitler περί επικείμενης Συμμαχικής επέμβασης στα Βαλκάνια, δεν θα το πληροφορηθούμε ποτέ. Το πιθανότερο είναι πως αποτελούν συνδυασμό αυτών των δυο, όπως και άλλων πολλών παραμέτρων. Πρόκειται για μια διαπίστωση, η οποία ουδόλως υποβαθμίζει την αξία μιας υποδειγματικά σχεδιασμένης επιχείρησης παραπληροφόρησης. Τέλος, θα ήταν άδικο να μη γίνει ειδική μνεία στην περίπτωση του  Glyndwr Michael, ενός άστεγου ξεχασμένου από Θεό και ανθρώπους, ο οποίος, θέτοντας με τραγικό τρόπο τέλος στη ζωή του, μετουσιώθηκε, δίχως να το έχει υποψιαστεί ούτε κατά διάνοια, στον άνθρωπο που δεν υπήρξε ποτέ και που με αυτή την ιδιότητα προσέφερε ανεκτίμητη υπηρεσία τον αγώνα των Συμμάχων.

9 Ιουλίου 1943: Οι Σύμμαχοι αποβιβάζονται στη Σικελία

 

                                                        Δ. Η μεταφορά στην οθόνη

                                        The man who never was (1956), trailer

                                

Το κινηματογραφικό έργο The man who never was, προβλήθηκε για πρώτη φορά στις αίθουσες το 1956. Βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ewen Montagu, το οποίο είχε κυκλοφορήσει τρία χρόνια νωρίτερα. Σε αρκετά σημεία, ωστόσο, το σενάριο παίρνει αποστάσεις από την πραγματικότητα, πιθανόν για εμπορικούς λόγους. Οι Montagu, Jewell, Nye, Mountbatten και Haselden εμφανίζονται με τα πραγματικά τους ονόματα. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον  Cholmondeley, τον οποίο υποκαθιστά ένας αξιωματικός του Ναυτικού ονόματι George Acres, η δε φανταστική Pam, μνηστή του ταγματάρχη Martin, εμφανίζεται με το ίδιο όνομα ως υπάλληλος της ΜΙ5. Τη σύνταξη της ερωτικής επιστολής έχει αναλάβει εδώ η ανυποψίαστη φίλη της, Lucy Sherwood, εφεύρημα εξ ολοκλήρου του σεναριογράφου. Κυρίως, όμως, ολόκληρο το δεύτερο μέρος του έργου κινείται στο χώρο του φαντασιακού. Περιγράφει την άφιξη στο Λονδίνο  του Patrick O’ Reilly, ενός ιρλανδικής καταγωγής πράκτορα των Γερμανών, ο οποίος έχει αναλάβει την αποστολή να εξιχνιάσει την ταυτότητα του ταγματάρχη Martin. Όταν ο Montagu διάβασε το σενάριο, δεν εξέφρασε την παραμικρή αντίρρηση γι αυτή την ηθελημένη εκτροπή από την πραγματικότητα, υποστηρίζοντας πως οι βρετανικές υπηρεσίες θεωρούσαν μια εξέλιξη του είδους ως απόλυτα εφικτή και βρίσκονταν σε διαρκή εγρήγορση, προκειμένου να μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά. Η έκπληξη της ταινίας είναι η φευγαλέα εμφάνιση του ιδίου του Montagu, ο οποίος υποδύεται έναν υποπτέραρχο, κατά την καλύτερη παράδοση του Alfred Hitchcock να σημαδεύει τα έργα του με μια δική του στιγμιαία παρουσία. Ο Άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον από άκρη σε άκρη, καθώς το σενάριο διατηρεί συνεχή την ένταση και οι ερμηνείες όλων των συντελεστών είναι υποδειγματικές.

 

                The man who never was (1956), ο εκβρασμός της σορού στην ακτή

 

Η ταφή του ταγματάρχη William Martin στο Κοιμητήριο της Huelva.

 

Ο εργαστηριακός έλεγχος των εγγράφων έπειτα από τον επαναπατρισμό τους.

 

                    Operation Mincemeat. WWII deception prior to invading Italy

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Howard, Michael, British Intelligence in the Second World War, London, 1990

Howard, Michael, Strategic Deception in the Second World War, New York, 1995

Latimer, Jon, Deception in War, London, 2001

Macintyre, Ben, Operation Mincemeat, London, 2010

Montagu, Ewen, The Man Who Never Was, Philadelphia, 1953

Smyth, Denis, Deathly Deception: The Real Story of Operation Mincemeat, London, 2010

 

 

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

Μαρία Δημητρίου: Βαρθολομαίος Μίτρε. Ο ελληνικής καταγωγής ιδρυτής της Αργεντινής Δημοκρατίας

Μαρία Δημητρίου

Βαρθολομαίος Μίτρε.

Ο ελληνικής καταγωγής ιδρυτής της Αργεντινής Δημοκρατίας

 

Ο στρατηγός Βαρθολομαίος Μίτρε (1821-1906), απόγονος Έλληνα μετανάστη, ήταν ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος (1862-1868) της ενοποιημένης Αργεντινής.  Θεωρείται  ο ιδρυτής της σύγχρονης Αργεντινής, καθώς πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του εθνικού κράτους, εγκαινιάζοντας μια εποχή θεσμικής οργάνωσης, οικονομικής ανάπτυξης, πολιτικού και κοινωνικού  εκσυγχρονισμού της χώρας.

Πολυσχιδής προσωπικότητα, υπήρξε πολιτικός, στρατιωτικός, διπλωμάτης, ιστορικός, δημοσιογράφος, λογοτέχνης και μεταφραστής. Έχει χαρακτηριστεί ως ο “Αργεντινός Ηρόδοτος”, λόγω της πολύτιμης συνεισφοράς του στην εθνική ιστοριογραφία.  Οι σύγχρονοί του αναφέρονταν σε αυτόν με σεβασμό και τον περιέγραψαν ως ένα “άντρα ψηλό, λεπτό, πολύ κομψό, με φαρδύ μέτωπο, όψη στοχαστική και εμφάνιση ιπποτική, υπερβολικά εκλεπτυσμένη”.  Σε αναφορά του προς το Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών ο τότε πρέσβης στο Μπουένος Άιρες έγραφε: “Είναι ένας άνδρας πολύ δραστήριος  και λέγεται ότι τον χαρακτηρίζει κάτι ιδιαίτερα σπάνιο: είναι έντιμος.  Από τότε που πήρε την εξουσία ο στρατηγός Μίτρε η χώρα γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση. Η διακυβέρνηση αυτού του φωτισμένου άνδρα είναι ισχυρή, καλή και ευεργετική”

                                          Οι ελληνικές ρίζες και ο πολυτάραχος βίος

Γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες στις 26 Ιουνίου 1821 και ήταν το πρωτότοκο από τα τέσσερα παιδιά του Abrosio Estanislao de la Concepción Mitre y Campos και της Josefa Martínez Whetherton, ισπανο-ιρλανδικής καταγωγής.  Από την πλευρά του πατέρα του είχε ελληνική καταγωγή. Ως προς το όνομα του Έλληνα μετανάστη προγόνου του, ο οποίος από τη Βενετία ήρθε στο Μπουένος Άιρες στα τέλη του 17ου αιώνα, κάποιοι γενεαλόγοι υποστηρίζουν ότι ονομαζόταν Βεντούρα Δημήτριος Μητρόπουλος και το όνομα Μίτρε προήλθε από την ισπανοποίηση του επιθέτου Μητρόπουλος.  Άλλοι δεν αναφέρουν το επίθετο Μητρόπουλος, επειδή δεν αναγράφεται στις ληξιαρχικές πράξεις των δύο γάμων του, που τελέστηκαν στον καθεδρικό ναό του Μπουένος Άιρες, όπου αναφέρεται ως Βεντούρα Δημήτριος. Ο πρώτος έγινε στις 7-11-1693 με την Isabel González.  Μετά το θάνατο της Isabel, νυμφεύτηκε την Catalina Ruiz de Ocaña την 1-4-1698.  Επιπλέον, στο πιστοποιητικό μιας βάπτισης με ημερομηνία 14-10-1722, όπου παρέστη ως μάρτυρας, σημειώνεται: “Το επίθετο Mitre είναι κάποιου Ventura Demetrio, που τον προηγούμενο αιώνα ήταν Έλληνας”.  Επίσης, ο αργεντινός γενεαλόγος Hernán Carlos Lux Wurm, μελετώντας τα πρακτικά μιας δίκης, ανακάλυψε την κατάθεση του Demetre Ventura, με ημερομηνία 19-10-1712.  Σε αυτήν αναγράφεται ότι ο μάρτυρας “έχει ελληνική καταγωγή, είναι 50 ετών περίπου και δεν υπέγραψε επειδή δεν γνωρίζει”.  Τα έγγραφα αυτά τεκμηριώνουν την ελληνική καταγωγή του Βεντούρα Δημητρίου, αλλά ακόμη δεν είναι γνωστό αν γεννήθηκε στη Βενετία ή στις βενετοκρατούμενες περιοχές της Ηπείρου και των Επτανήσων.

Άποψη του Μπουένος Άιρες το 1820.

Και τα οκτώ παιδιά του  Βεντούρα Δημητρίου έφεραν το επίθετο Mitre, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά από διαδοχικές τροποποιήσεις: de Metrio, de Mitrio, de Mitre.  Ένα από αυτά, ο José Francisco Xavier Mitre y Ruiz συμμετείχε στην  πρώτη αποίκηση του Μοντεβιδέο το 1727.  Από το γάμο του με την Josefa María Martínez de los Santos απέκτησε επτά παιδιά, μεταξύ αυτών και τον Bartolomé Mitre (1740-1828), που υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της πόλης Santa Lucia (σε απόσταση 50 χιλ. από το Μοντεβιδέο) και ήταν ο παππούς του προέδρου Μίτρε.  Ένα από τα οκτώ παιδιά του Bartolomé και της Catalina María Campos ήταν ο Abrosio Estanislao (1774-1845), που διακρίθηκε στον αγώνα της ανεξαρτησίας της Αργεντινής.

Ο Μίτρε σε νεανική και σε ώριμη ηλικία.

To 1829 ο Abrosio Estanislao έστειλε τον οκτάχρονο γιο του Βαρθολομαίο στο αγρόκτημα του φίλου της οικογένειας Gervasio Rosas, αδελφού του αργεντινού δικτάτορα Juan Manuel de Rosas, προκειμένου να εκπαιδευτεί στις αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες, για τις οποίες τον προόριζε.  Ωστόσο, πολύ σύντομα, ο Rosas τον έστειλε πίσω στο Μπουένος Άιρες με τα εξής σχόλια: “Πείτε στον Ντον Αμβρόσιο ότι αυτός ο νεαρός δε χρησιμεύει ούτε πρόκειται να χρησιμεύσει σε τίποτε, καθώς όταν βλέπει μια σκιά, ξεκαβαλικεύει και στρώνεται στο διάβασμα”.

Η κλίση του για τα γράμματα  εκδηλώθηκε σε νεαρή ηλικία, όταν δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα σε μία εφημερίδα του Μοντεβιδέο, όπου μετακόμισε η οικογένειά του το 1831.  Εκεί, το 1836 φοίτησε στη στρατιωτική ακαδημία, το 1839 έγινε ανθυπολοχαγός του πυροβολικού και παράλληλα ενεπλάκη με την πολιτική,  ως μέλος του Έγχρωμου κόμματος.  Το 1841 νυμφεύτηκε την Delfina María Luisa de Vedia y Pérez, με την οποία απέκτησε  δύο κόρες και τέσσερις γιους.  Το 1842, ήδη λοχαγός, πήρε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο της Αργεντινής, όταν ο Ουρουγουανός Πρόεδρος José Rivera, ιδρυτής του Εγχρώμου κόμματος, ένωσε τις δυνάμεις του με τους αργεντινούς αντικαθεστωτικούς που επαναστάτησαν κατά του δικτάτορα της Αργεντινής Rosas, αλλά ηττήθηκαν.  Το 1846 ήρθε σε σύγκρουση με τον Rivera και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Μοντεβιδέο για να πάει στη Βολιβία, όπου προσελήφθη ως εκπαιδευτής στο πυροβολικό, εντάχθηκε στο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον του προέδρου José Ballivián και ανέπτυξε δράση κατά της αντιπολίτευσης.  Όταν ο Ballivián ανατράπηκε, στον Μίτρε δόθηκε προθεσμία δύο ωρών για να εγκαταλείψει τη χώρα.  Επέστρεψε στα τέλη του 1847, όταν άλλαξε η πολιτική κατάσταση, αλλά και πάλι απελάθηκε, αυτή τη φορά στο Περού, όπου κρίθηκε ανεπιθύμητος και τελικά κατέφυγε στη Χιλή.  To 1851 πήρε μέρος στην εξέγερση των φιλελεύθερων κατά του εκλεγμένου προέδρου Manuel Montt, με συνέπεια την απέλασή του από τη Χιλή.  Κατά τη διάρκεια της εξορίας του σε Ουρουγουάη, Βολιβία, Περού και Χιλή, μελέτησε τις γλώσσες των ιθαγενών και άσκησε τη δημοσιογραφία.  Το 1852, ως επικεφαλής μιας μεραρχίας πυροβολικού αργεντικών αντικαθεστωτικών, συμμετείχε στη μάχη της Caseros, η οποία έθεσε τέλος στην πολυετή εξουσία του Rosas στην Αργεντινή.  Επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες και συμμετείχε ενεργά στο κίνημα της αντιπολίτευσης, που είχε αναπτυχθεί στην πόλη κατά του νικητή της μάχης στην Caseros, Justo José de Urquiza.  Μετά τη νίκη του ο  Urquiza ίδρυσε τη Συνομοσπονδία του Έθνους της Αργεντινής και εξελέγη πρόεδρός της.  Σε αυτήν προσχώρησαν όλες οι επαρχίες (13) εκτός της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, που ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος, διατηρώντας την αποκλειστική εκμετάλλευση του μεγαλύτερου λιμανιού εξωτερικού εμπορίου της χώρας.  Οικονομικοί παράγοντες των porteños (κάτοικοι του λιμανιού), όπως χαρακτηριστικά αποκαλούνται από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα οι πολίτες του Μπουένος Άιρες,  δεν επιθυμούσαν την εθνικοποίηση του τελωνείου του λιμανιού, καθώς αυτή θα επέφερε το μοίρασμα των υπέρογκων  εσόδων του με την υπόλοιπη χώρα, που ήταν οικονομικά και κοινωνικά υποβαθμισμένη.  Όταν τα στρατεύματα των Ομοσπονδιακών πολιόρκησαν το Μπουένος Άιρες, προκειμένου να το εξαναγκάσουν να ενσωματωθεί στη Συνομοσπονδία, ο Μίτρε συμμετείχε στην υπεράσπιση της πόλης και πληγώθηκε στη μάχη.

11 Σεπτεμβρίου 1852. Η ανακήρυξη του Κράτους του Μπουένος Άιρες (Estado de Buenos Aires).

Το Μπουένος Άιρες κατάφερε να παραμείνει ανεξάρτητο κράτος και ο Μίτρε ως υπουργός Στρατιωτικών ηγήθηκε δύο ανεπιτυχών εκστρατειών.  Η πρώτη κατά των Ινδιάνων στο νότο της επαρχίας τον Μάιο του 1855, που κατέληξε σε ήττα, όπως και η δεύτερη, κατά του στρατού της Συνομοσπονδίας στις 23 Οκτωβρίου 1859 στη Cepeda. Ο νικητής στρατηγός Urquiza δεν προχώρησε σε κατάληψη του Μπουένος Άιρες, αλλά διαπραγματεύτηκε την προσχώρησή του στη Συνομοσπονδία.  Το 1860 ο Μίτρε εξελέγη κυβερνήτης του κράτους του Μπουένος Άιρες, υποσχόμενος την ολοκλήρωση της διαδικασίας ενοποίησης, εφόσον πραγματοποιηθεί αναθεώρηση του συντάγματος που είχε θεσπίσει η Συνομοσπονδία το 1853.  Ως πρόεδρος της εισηγητικής επιτροπής, συνέβαλε καθοριστικά στη σύνταξη των τροποποιητικών προτάσεων, που διαμορφώθηκαν με πρότυπο το σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών.

1860: Το κράτος του Μπουένος Άιρες και οι 13 επαρχίες της  Συνομοσπονδίας. Στο Νότο ζούσαν φυλές ινδιάνων.

Το 1860 το σύνταγμα αναθεωρήθηκε, οι προτάσεις της επιτροπής υιοθετήθηκαν, αλλά το Μπουένος Άιρες συνέχισε να αντιστέκεται στην ενοποίηση, διεκδικώντας τον πλήρη έλεγχο των εσόδων του λιμανιού.  Η μάχη της Pavón στις 17 Σεπτεμβρίου 1861 έδωσε τη λύση στο πολιτικό αδιέξοδο.  Ο Μίτρε νίκησε αυτή τη φορά τον  Urquiza, η κυβέρνηση της Συνομοσπονδίας παραιτήθηκε και ο ίδιος επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες θριαμβευτής.  Για πρώτη φορά, μετά από σχεδόν πενήντα χρόνια διχασμού, το όραμα της ένωσης δεν φάνταζε πια ουτοπικό.  Το 1862 προκηρύχθηκαν εκλογές στις 14 επαρχίες όλης της χώρας και ο Μίτρε εξελέγη πρώτος πρόεδρος της ενοποιημένης Αργεντινής. Με την ανάληψη των προεδρικών του καθηκόντων στις 12 Οκτωβρίου 1862 ξεκίνησε η πιο σημαντική περίοδος της ιστορίας της χώρας, η οργάνωση και σταθεροποίηση του νεοσύστατου εθνικού κράτους.  Μολονότι οι εξεγέρσεις δεν σταμάτησαν, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία και επιτεύχθηκε η οριστική υποταγή των επαρχιών στην κεντρική εξουσία. Μετά το τέλος της θητείας του το 1868, το έργο της εθνικής ολοκλήρωσης συνέχισαν με ζήλο και συνέπεια οι δύο επόμενοι πρόεδροι Domingo Faustino Sarmiento (1868-1874) και Nicolás Avellaneda (1874-1880). Με κοινό σύνθημα το τρίπτυχο “Έθνος, Σύνταγμα, Ελευθερία” οι τρεις πρόεδροι έθεσαν τα θεμέλια της σύγχρονης Αργεντινής. Τα 18 συνολικά χρόνια της διακυβέρνησής τους αποκαλούνται Ιστορικές ή Ιδρυτικές Προεδρίες.

Η μεταβαλλόμενη έκταση της Αργεντινής από το 1816 έως το 2000.

                    Από την ανεξαρτησία στο σχηματισμό του αργεντινού κράτους

Για να γίνουν αντιληπτές οι συνθήκες που επέτρεψαν την άνοδο του Μίτρε στην εξουσία και την ίδρυση του εθνικού κράτους το 1862, θα πρέπει να εξεταστούν οι αιτίες της αποτυχίας των μέχρι τότε προσπαθειών για εθνική συγκρότηση.

Ως αποικία της Ισπανικής Αυτοκρατορίας η Αργεντινή αποτελούσε μέρος της Αντιβασιλείας του Rio de la Plata.  Με την επανάσταση του Μαΐου του 1810 ξεκίνησε ο αγώνας της ανεξαρτησίας, αλλά η ρήξη με την αυτοκρατορική μητρόπολη δεν προήλθε από την εθνική ωρίμανση και έτσι δε δημιουργήθηκε άμεσα η ανάγκη σύστασης εθνικού κράτους.  Η Αντιβασιλεία του Rio de la Plata απαρτιζόταν από ένα σύνολο περιφερειών και επαρχιών που μεταξύ τους εμφάνιζαν πολύ έντονες γεωγραφικές, πολιτικο-οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές, συνθήκες αντίξοες για τη διαμόρφωση συλλογικής συνείδησης.

Τον Ιούλιο του 1816 οι επαναστάτες συνήλθαν για να ανακηρύξουν την πλήρη ανεξαρτησία από την ισπανική κυριαρχία και την ίδρυση των Ηνωμένων Επαρχιών της Νότιας Αμερικής.   Η κυβερνητική συνέλευση απέτυχε να επιβάλει την εξουσία της στα υπόλοιπα μέρη της πρώην Αντιβασιλείας ‒Άνω Περού(Βολιβία), Παραγουάη, Banda Oriental (Ουρουγουάη)‒ αλλά και στις επαρχίες της Αργεντινής, καθώς ήρθε αντιμέτωπη με συμφέροντα οικονομικά και πολιτικά, που δεν συνέπιπταν με αυτά της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, που βάσιζε την οικονομία της στο λιμάνι και στα έσοδα του τελωνείου από το εξωτερικό εμπόριο.  Η σύνδεσή του διά θαλάσσης με την Ευρώπη, έφερνε τους porteños σε επαφή με τις σύγχρονες ιδέες και προσέφερε οικονομικές ευκαιρίες ενώ η ενδοχώρα παρέμενε πιο συντηρητική και υπανάπτυκτη, κλίνοντας προς τη διατήρηση του παλαιού φεουδαρχικού κοινωνικού και πολιτικού συστήματος.

Η αντιπαλότητα μεταξύ porteños και caudillos (επαρχιακών αρχηγών) εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο από τον ανταγωνισμό μεταξύ των δύο κομμάτων, των Ενωτικών και των Ομοσπονδιακών, τα οποία διαφωνούσαν ως προς την πολιτική οργάνωση του κράτους.  Ως προς τη διαχείριση της οικονομίας η διαμάχη ήταν μεταξύ των Φιλελεύθερων (Ενωτικών), οπαδών της ελεύθερης αγοράς, και των οπαδών του Προστατευτισμού (Ομοσπονδιακών), οι οποίοι υπεραμύνονταν της προστασίας της εγχώριας παραγωγής έναντι του ξένου ανταγωνισμού.  Πίσω από αυτόν τον ανταγωνισμό κρύβονταν τα οικονομικά συμφέροντα των ηγετικών ομάδων κάθε επαρχίας, προς υπεράσπιση των οποίων διεξάγονταν ένοπλες συγκρούσεις.

Μέχρι το 1829 οι προσπάθειες τερματισμού του εμφυλίου δεν ευδοκίμησαν. Το οικονομικο-πολιτικό μοντέλο που θέλησαν να επιβάλουν οι porteños δεν έγινε αποδεκτό από τους caudillos, επειδή βασιζόταν στα ευρωπαϊκά πρότυπα του Φιλελευθερισμού και αγνοούσε τα συμφέροντα των επαρχιών.  Όλα τα σχέδια εθνικού συντάγματος και εθνικής συγκρότησης που προτάθηκαν απορρίφθηκαν, επειδή δεν προσέφεραν τη δυνατότητα ενσωμάτωσης των επαρχιών σε μία ενιαία εθνική οικονομία, αλλά και δεν υπήρχαν υλικοί και πολιτισμικοί δεσμοί μεταξύ τους, ώστε να μπορούν να μιλούν για ενιαία πατρίδα.  Η Αργεντινή δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη στη συλλογική συνείδηση ως πατρίδα ούτε ως έθνος.  Κάθε επαρχία έγινε πατρίδα και έθνος που κυβερνιόταν από τοπικούς αρχηγούς, είχε το δικό της στρατό, το δικό της νόμισμα, τη δική της οικονομική διαχείριση.  Οι Φιλελεύθεροι porteños θεωρούσαν ότι ήταν οι φορείς της προόδου και του πολιτισμού, ενώ κατηγορούσαν τους ομοσπονδιακούς caudillos ότι αποτελούσαν κατάλοιπα της αποικιοκρατικής περιόδου και ήταν εκφραστές της βαρβαρότητας.

Η περίοδος από το 1829 μέχρι το 1850 (με ένα διάλειμμα τριών ετών μεταξύ 1832 έως 1835) χαρακτηρίζεται ως δικτατορία, λόγω της αυταρχικής εξουσίας του Juan Manuel de Rosas στην επαρχία του Μπουένος Άιρες και της μη θεσμοθετημένης επιβολής της εξουσίας του στις υπόλοιπες επαρχίες, βασισμένη σε de facto συμφωνίες που ο Rosas είχε συνάψει με τους caudillos.  Το 1852 οι επαρχίες, αντιδρώντας στο συγκεντρωτικό καθεστώς του Rosas, ένωσαν τις δυνάμεις τους και υπό την ηγεσία του Urquiza νίκησαν το Rosas στη μάχη της Caseros.  Αλλά ούτε η πτώση του Rosas, ούτε η συνένωση των 13 επαρχιών που συγκρότησαν την Αργεντινή Συνομοσπονδία  με πρόεδρο τον Urquiza, οδήγησαν στη δημιουργία εθνικού κράτους, επειδή η επαρχία του Μπουένος Άιρες συνέχισε να λειτουργεί ως ανεξάρτητο κράτος.  Το σύνταγμα, που θέσπισε η Συνομοσπονδία το 1853, όριζε ως πολιτικό σύστημα την αντιπροσωπευτική, ομοσπονδιακή δημοκρατία, εξασφάλιζε τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών και εγγυόταν την αυτονομία των επαρχιών, αποτελώντας την πρώτη σοβαρή απόπειρα ειρήνευσης μεταξύ των αντιμαχόμενων ισχυρών κέντρων εξουσίας της χώρας, με στόχο την ενοποίηση και τη δημιουργία κράτους.  Οι προσπάθειες του Urquiza για εθνική συγκρότηση συνεχίστηκαν μέχρι τη λήξη της θητείας του το 1860 χωρίς όμως τη στήριξη της 14ης επαρχίας, που συνέχισε να διαχειρίζεται τα έσοδα του πιο προσοδοφόρου τελωνείου της χώρας, παραμένοντας εκτός της Συνομοσπονδίας.  Έτσι συνεχίστηκε η αστάθεια και η χώρα παρέμενε χωρισμένη σε δύο κέντρα εξουσίας που το ένα προσπαθούσε να επιβληθεί στο άλλο, άλλοτε στο στίβο της πολιτικής και άλλοτε στο πεδίο της μάχης.

Από το 1859 μέχρι το 1862 οι Φιλελεύθεροι με αρχηγό τον Μίτρε απέκτησαν σταδιακά μεγάλη επιρροή στα οικονομικά εύρωστα κέντρα εξουσίας του Μπουένος Άιρες και μερικών επαρχιών. Άρχισε να ωριμάζει η αντίληψη ότι έπρεπε να τεθεί τέρμα στις συγκρούσεις με τη Συνομοσπονδία, και ως μόνη διέξοδος πρόβαλε η δημιουργία μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, υπεράνω όλων των τοπικών εξουσιών, το εθνικό κράτος.  Για να μην παραμείνει η ενοποίηση όνειρο ανεκπλήρωτο, θα έπρεπε να γίνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις και οι porteños να δώσουν πρώτοι το παράδειγμα, αποδεχόμενοι την εθνικοποίηση του λιμανιού και τη δίκαιη κατανομή των εσόδων του σε όλη την επικράτεια.   Η αριστοκρατία του Μπουένος Άιρες συνειδητοποίησε ότι ο ηγετικός ρόλος που φιλοδοξούσε να έχει στην συγκρότηση του κράτους, απαιτούσε τη συναίνεση των επαρχιακών ολιγαρχιών.

Πορτραίτο του Μίτρε φιλοτεχνημένο από τον Ignacio Manzoni το 1861 κατά τη διάρκεια της μάχης της Pavón.

                  1861-1868: Η οργάνωση της δημοκρατίας και η εθνική ολοκλήρωση

Η νίκη των porteños στη μάχη της Pavón στις 17 Σεπτεμβρίου 1861 έθεσε τέλος στο διαχωρισμό της εξουσίας μεταξύ Ομοσπονδιακών και Μπουένος Άιρες και άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία εθνικού κράτους.  Ωστόσο δεν ήταν ένας δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα, λόγω της απροθυμίας των Ομοσπονδιακών να αναγνωρίσουν την εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης και να αποδεχθούν τη συγκεντρωτική πολιτική της.  Η επίτευξη της εθνικής ενότητας και η καθιέρωση της κυριαρχίας της κυβέρνησης Μίτρε σε εθνικό επίπεδο ήταν δύο στόχοι που προϋπόθεταν την ειρήνευση στο εσωτερικό της χώρας.  Οι μακροχρόνιοι εμφύλιοι πόλεμοι είχαν καταστήσει εμφανές ότι η κεντρική εξουσία δεν μπορούσε να επιβληθεί μόνο με τη δύναμη των όπλων.  Αλλά και η διακυβέρνηση του Rosas έδειξε ότι ούτε οι καιροσκοπικές συμμαχίες με τους caudillos μπορούσαν να αποτελέσουν μία σταθερή βάση για την εθνική ολοκλήρωση.

Ως πρώτη κίνηση εθνικής συμφιλίωσης, ο Μίτρε συγκάλεσε τους εκλεγμένους εκπροσώπους όλων των επαρχιών σε συνέλευση, προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού για την εθνική διακυβέρνηση της χώρας. Στις 5 Οκτωβρίου 1862 η συνέλευση, αποτελούμενη από  133 εκλέκτορες από όλη την επικράτεια, εξέλεξε ομόφωνα ως Πρόεδρο του Έθνους τον Μίτρε. Στην ορκωμοσία του στις  12 Οκτωβρίου, κατέστησε σαφές ότι άξονας του κυβερνητικού του έργου θα ήταν η συνταγματική οργάνωση του κράτους.  Δίνοντας προτεραιότητα στην επίτευξη της εθνικής ολοκλήρωσης, ο Μίτρε επιστράτευσε μηχανισμούς υλικού και πολιτικο-ιδεολογικού χαρακτήρα:

α) Κατασταλτικούς: την κατάπνιξη κάθε προσπάθειας διατάραξης της επιβληθείσας τάξης από το εθνικό κράτος.

β) Έμμεσα παρεμβατικούς: η αύξηση στην επαρχία του πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού, διορισμένου από την εθνική κυβέρνηση, της επέτρεψε να ασκήσει έλεγχο στην εξέλιξη των εσωτερικών ζητημάτων των επαρχιών.   Επιπλέον, η ελεγχόμενη διάθεση πόρων στόχευε στον προσεταιρισμό των ντόπιων ηγετικών ομάδων και των επαρχιακών κυβερνήσεων.

γ) Υλικούς: η κατασκευή δημοσίων έργων, υποδομών και υπηρεσιών απαραίτητων για την οικονομική πρόοδο των επαρχιών, που παράλληλα συνέβαλαν στην ευημερία της εθνικής οικονομίας.

δ) Ιδεολογικούς: η δημιουργία και διάδοση γνώσεων, αξιών και συμβόλων που απέβλεπαν στην καλλιέργεια εθνικής συνείδησης και κατά συνέπεια, τη νομιμοποίηση του εθνικού συστήματος διακυβέρνησης.  Όχημα αυτού του ιδεολογικού μηχανισμού ήταν η κρατική εκπαίδευση, που αποτέλεσε το βασικό εργαλείο στη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης, καθώς και στην “αργεντινοποίηση ” των παιδιών των μεταναστών, που συνέρρεαν μαζικά στη χώρα.

Ο Μίτρε (στο μέσο), επισκέπτεται το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο το έτος 1901.

Η σταθεροποίηση της εθνικής εξουσίας

Όταν ο Μίτρε εξελέγη Πρόεδρος, το κράτος δεν ήταν παρά μόνο μία επέκταση της ισχύος της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, ως αποτέλεσμα της νίκης της στη μάχη της Pavón.  Για την εδραίωση της κεντρικής εξουσίας και την επίτευξη της εθνικής ενότητας, ο Μίτρε εφάρμοσε την τακτική “όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος”: επιβράβευε όσους επιδείκνυαν προθυμία υπακοής στην κεντρική εξουσία, ενώ όσοι αντιστέκονταν, αντιμετώπιζαν ανελέητη τιμωρία και συχνά φυσική εξόντωση από τον εθνικό στρατό.  Η ίδρυση εθνικού στρατού το 1864 και η μόνιμη εγκατάσταση στρατιωτικών σωμάτων σε καίρια σημεία  σε όλη την επικράτεια, ήταν το μέτρο που λειτούργησε αποτελεσματικά στην καταστολή των εξεγέρσεων στις επαρχίες.  Οι εθνικές ένοπλες δυνάμεις εξελίχθηκαν σε ένα από τους ακρογωνιαίους λίθους του νέου καθεστώτος, καθώς ο ρόλος που διαδραμάτισαν όχι μόνο στην εσωτερική ασφάλεια και ειρήνευση, αλλά και στον πόλεμο κατά της Παραγουάης, είχε ως αποτέλεσμα την καθιέρωσή τους ως θεσμού με σημαντική πολιτική βαρύτητα στην εδραίωση της ισχύος του εθνικού κράτους.

Η πρώτη μεγάλης έκτασης εξέγερση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Μίτρε ήταν αυτή του caudillo Ángel Vicente Peñaloza, που ασκούσε σημαντική επιρροή στις βόρειες επαρχίες και είχε στο πλευρό του μεγάλο αριθμό εμπειροπόλεμων ομοσπονδιακών. Η εξέγερση έληξε με νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων το Νοέμβριο του 1863.

Όταν στην αντίσταση των επαρχιών στο συγκεντρωτισμό του Μπουένος Άιρες προστέθηκε και  η πλήρης αντίθεσή τους στον πόλεμο κατά της Παραγουάης (οι επιστρατευμένοι στον εθνικό στρατό λιποτακτούσαν μαζικά), ξέσπασε ένοπλη εξέγερση  των βορείων επαρχιών το 1866. Ο νεοσύστατος εθνικός στρατός αντιμετώπισε αποτελεσματικά τους εξεγερμένους και τον Απρίλιο του 1867 ο βορράς επανήλθε στον πλήρη έλεγχο της εθνικής κυβέρνησης.

Εκτός από τους caudillos με τους οποίους η κυβέρνηση Μίτρε ήρθε αντιμέτωπη, καθώς δεν ήταν καθόλου πρόθυμοι να στερηθούν την αυτονομία και τα προνόμια που απολάμβαναν χάρη σε αυτήν, αντιμετώπισε προβλήματα και από τους porteños, όταν προτάθηκε το Μπουένος Άιρες ως πρωτεύουσα του κράτους. Ο Μίτρε δεν κατάφερε να πείσει την εσωκομματική αντιπολίτευση ότι το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει το Μπουένος Άιρες για την επίτευξη της εθνικής ενότητας, ήταν η ομοσπονδιοποίηση της πόλης, ο ορισμός της ως πρωτεύουσα του κράτους και η εθνικοποίηση των εσόδων του τελωνείου.  Η αντίδραση των μελών επέφερε τη διάσπαση του Φιλελεύθερου κόμματος σε δύο νέα σχήματα: το Αυτονομιστικό, με επικεφαλής τον Adolfo Alsina, που επιζητούσε τον περιορισμό της κεντρικής εξουσίας και τη διατήρηση της αυτονομίας των επαρχιών, και το Εθνικιστικό, με επικεφαλής τον Μίτρε, που υπεραμυνόταν της κυριαρχίας της εθνικής κυβέρνησης επί των επαρχιών.  Εκείνη την εποχή ο όρος εθνικισμός είχε καθιερωθεί ως τάση δημιουργίας εθνικού κράτους.

Η θεσμική οργάνωση

Οι εσωτερικές συγκρούσεις, δεν απομάκρυναν τον Μίτρε από το κύριο στόχο του που ήταν η θεσμική αναδιοργάνωση του κράτους και της κοινωνίας.  Θεωρούσε ότι δύο ήταν οι σταθεροί πυλώνες στήριξης μιας ευνομούμενης κοινωνίας: αφενός η ανεξαρτησία των εξουσιών της κυβέρνησης, αφετέρου η ελευθερία του Τύπου, η οποία θα λειτουργούσε ως η εξουσία-ελεγκτής των ορίων εντός των οποίων θα πρέπει να λειτουργεί η δημοκρατία, προκειμένου να αποφύγει τον αυταρχισμό και να μην εκφυλιστεί σε δικτατορία. Ως φιλελεύθερος διανοούμενος, επηρεασμένος από το Διαφωτισμό, έθεσε ως προτεραιότητα την προάσπιση των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, το κράτος Δικαίου και το Συνταγματισμό.  Ανέθεσε σε καταξιωμένους νομικούς τη σύνταξη αστικού και ποινικού κώδικα και την προσαρμογή του ισχύοντος εμπορικού κώδικα του Μπουένος Άιρες στις ιδιαιτερότητες της εθνικής επικράτειας.  Στις 16 Οκτωβρίου 1862, τέσσερις μόνο μέρες μετά την ορκωμοσία του, ψηφίστηκε ο Νόμος 27 που αφορούσε στην οργάνωση της Δικαστικής Εξουσίας του Έθνους.  Με αυτόν τον νόμο, ιδρύθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο και τα κατώτερα δικαστικά όργανα.  Με τη σύμφωνη γνώμη της Βουλής, ο Μίτρε διόρισε ως μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου άτομα που όχι μόνο δεν ανήκαν στο πολιτικό του περιβάλλον, αλλά είχαν συνεργαστεί με τους κομματικούς του αντιπάλους ή υπήρξαν δραστήρια μέλη των Ομοσπονδιακών, προκειμένου να εξασφαλίσει την υποδειγματική λειτουργία της Δικαιοσύνης.  Ο ίδιος, όταν ρωτήθηκε ποιά ήταν τα κίνητρα που τον ώθησαν στη λήψη αυτής της απόφασης, απάντησε: “Ως Πρόεδρος του Έθνους αναζήτησα τους άνδρες που θα εξασφάλιζαν ότι το Ανώτατο Δικαστήριο θα ασκούσε αμερόληπτο έλεγχο  στις αυθαιρεσίες των άλλων εξουσιών του Κράτους, και επιπλέον, προερχόμενοι από την αντιπολίτευση, θα παρείχαν στους συμπολίτες τους τη μέγιστη βεβαιότητα για την ευρεία προστασία των δικαιωμάτων τους και την εγγύηση της συνολικής και απόλυτης ανεξαρτησίας της Δικαστικής Εξουσίας”.²

Η διαλλακτική πολιτική του Μίτρε προκάλεσε την αντίδραση των Porteños, κυρίως των θερμοκέφαλων Ενωτικών, που απαιτούσαν την κατάργηση του συντάγματος του 1853 και την αντικατάστασή του από άλλο, που θα καταργούσε την ομοσπονδία και θα επέβαλε την ένωση και την ολοκληρωτική πολιτική κυριαρχία του Μπουένος Άιρες επί των επαρχιών.  Ωστόσο, ο συνετός Μίτρε δεν θέλησε να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου.  Άλλωστε, θεωρούσε ότι μετά την αναθεώρηση του 1860, το σύνταγμα του 1853 έθετε τα θεμέλια της εθνικής συγκρότησης, γι αυτό το διατήρησε σε πλήρη ισχύ μέχρι το 1866.

Η ανάπτυξη της Οικονομίας

Ο Μίτρε έθεσε ως προτεραιότητα τον οικονομικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό της χώρας και ως υπέρμαχος του κλασικού Φιλελευθερισμού προώθησε το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, το οποίο προέβλεπε απελευθέρωση της οικονομίας από τον κρατικό έλεγχο.  Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών εξόδων, η κυβέρνηση διατήρησε την κεντρική διαχείριση των κυριοτέρων πλουτοπαραγωγικών πηγών του κράτους.  Εθνικοποίησε τα τελωνεία όλης της χώρας και παραχώρησε προνόμια στο εμπόριο με την Ευρώπη, μέτρο που διπλασίασε τα δημόσια έσοδα από 7 σε 14 εκατομμύρια χρυσά πέσος. Η εθνικοποίηση της δασμολογίας των ποτάμιων συγκοινωνιών και η ανάπτυξη των επίγειων συγκοινωνιών, μέσω της επέκτασης του σιδηροδρομικού δικτύου, και την κατασκευή μεγάλων έργων, όπως δρόμων και γεφυρών, επέφεραν την οικονομική ανάπτυξη των επαρχιών, που αύξησαν την παραγωγή τους, επωφελούμενες από την απρόσκοπτη εμπορική διακίνηση των προϊόντων τους. Προς διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών, αναπτύχθηκαν οι ταχυδρομικές υπηρεσίες σε όλη τη χώρα και το τηλεγραφικό δίκτυο επεκτάθηκε και εκσυγχρονίστηκε.  Επίσης εκδόθηκε ενιαίο εθνικό νόμισμα, μέτρο που δεν έγινε άμεσα αποδεκτό από τις επαρχίες που εξακολούθησαν να τυπώνουν τα τοπικά νομίσματα για λίγα χρόνια ακόμη.  Επιπλέον, τα αποικιακά μέτρα και σταθμά αντικαταστάθηκαν από το δεκαδικό μετρικό σύστημα.

Το Μουσείο Μίτρε στο Μπουένος Άιρες.

Για τη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης και τη λειτουργία των ταχυδρομείων και των σιδηροδρόμων διορίστηκαν δημόσιοι υπάλληλοι. Έτσι προέκυψε μία νέα τάξη, φίλα προσκείμενη στην εθνική κυβέρνηση, η οποία μαζί με το στρατό αποτέλεσε το κύριο μέσο ελέγχου και διείσδυσης της κυβέρνησης σε όλη την επικράτεια.

Για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και της οικονομίας διευκολύνθηκε η εισαγωγή ξένων κεφαλαίων (κυρίως βρετανικών) σε μορφή δανείων και επενδύσεων.  Η ευφορία της ταχείας ανάπτυξης εμπόδισε τους νεόκοπους φιλελεύθερους της κυβέρνησης να προβλέψουν τις αρνητικές συνέπειες του υπερδανεισμού, που έγιναν οδυνηρά αισθητές την επόμενη δεκαετία, όταν ξέσπασε η πρώτη οικονομική κρίση.  Στην άνθηση της οικονομίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο η άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων ευρωπαίων μεταναστών, για την προσέλκυση των οποίων είχαν αρχίσει να προσφέρονται κίνητρα  ήδη από το 1853, προκειμένου να καλλιεργηθούν οι τεράστιες εκτάσεις γης, που έμεναν ανεκμετάλλευτες είτε επειδή ανήκαν σε φυλές ινδιάνων, είτε λόγω της έλλειψης πληθυσμού. Ο εποικισμός αποτέλεσε προτεραιότητα  τόσο της κυβέρνησης Μίτρε όσο και των επομένων κυβερνήσεων, που υιοθέτησαν το σύνθημα “κυβερνώ σημαίνει εποικίζω”.  Οι επόμενες κυβερνήσεις προέβησαν σε ανελέητες εκστρατείες αφανισμού των ινδιάνων και ενσωμάτωσης των εδαφών τους στο εθνικό κράτος, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες σε καλλιεργήσιμη γη.

Η εκπαίδευση ως φορέας εκσυγχρονισμού

Στον τομέα της εκπαίδευσης ο Μίτρε έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τη θεωρούσε όχημα προόδου.  Ενισχύθηκε η πρωτοβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στη δευτεροβάθμια με την ίδρυση το 1863 του  Εθνικού Κολλεγίου του Μπουένος Άιρες και στη συνέχεια την ίδρυση παρόμοιων ιδρυμάτων στις μεγάλες επαρχιακές πόλεις. Ωστόσο, ο Μίτρε δεν θεωρούσε ότι η εκπαίδευση θα έπρεπε να απευθύνεται σε όλους, αλλά στις ηγετικές τάξεις, ώστε να έχουν επαρκή κατάρτιση τα στελέχη των υπηρεσιών του αναπτυσσόμενου κράτους, που θα προέρχονταν από αυτές.  Επιπλέον ήταν πεπεισμένος ότι η δημιουργία μιας πνευματικής πρωτοπορίας θα μπορούσε να εμπνεύσει τις μάζες και να εξασφαλίσει τη συναίνεσή τους, με στόχο τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και τάξης.  Η “αριστοκρατική” αντίληψή του σχετικά με τη λειτουργία και το σκοπό που όφειλαν να εκπληρώσουν τα εθνικά κολέγια καταγράφηκε στο λόγο που εκφώνησε στη Γερουσία στις 16 Ιουλίου 1870:

Είναι ζήτημα επείγουσας και ζωτικής σημασίας να δράσουμε κατά της αμάθειας πριν η άξεστη μάζα κυριαρχήσει ασύδοτη και μας στερήσει το κουράγιο να την κατευθύνουμε προς την οδό της σωτηρίας.  Αυτός είναι ο λόγος που εκτός από τα δημοτικά σχολεία, έχουμε και τα εθνικά κολέγια για να προσφέρουν δευτεροβάθμια εκπαίδευση που καθιστά ικανό το άτομο να διάγει κοινωνικό βίο, αναπτύσσοντας τις ικανότητές του σε ύψιστο βαθμό, ανυψώνοντας το διανοητικό του επίπεδο με τρόπο ώστε η συσσωρευμένη γνώση ορισμένου αριθμού ατόμων δράσει επί της αμόρφωτης μάζας, προκειμένου να διαδώσει σε αυτήν το φώς της γνώσης και να υποστηρίξει με πιο ήπια όπλα τις θέσεις με τις οποίες κυβερνώνται οι λαοί ”.³

Διεθνείς Σχέσεις

Στην εξωτερική πολιτική ο Μίτρε επέλεξε την τακτική της μη ανάμειξης στα ζητήματα των άλλων νεοσύστατων κρατών με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, προκειμένου να εξασφαλίσει την ένταξη τη χώρας του στη διεθνή πολιτική σκηνή.  Έτσι δεν συμμετείχε στο Παναμερικανικό Συνέδριο που συνήλθε στη Λίμα το 1862, με θέματα την γαλλική επέμβαση στο Μεξικό και την επανενσωμάτωση της Δομινικανής Δημοκρατίας στην Ισπανική Αυτοκρατορία. Επίσης δεν πήρε θέση στην άρνηση της Ισπανίας να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Περού. Η στάση αυτή αποδοκιμάστηκε έντονα στο εσωτερικό της χώρας, αλλά εκτιμήθηκε από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, με πρώτη την Ισπανία, που το 1863 αποδέχθηκε το δικαίωμα της Αργεντινής στην αυτοδιάθεση και υπέγραψε σύμφωνο αναγνώρισης της ανεξαρτησίας της.

Το 1865 ο Μίτρε εγκατέλειψε την αρχή της μη ανάμειξης και ενέπλεξε τη χώρα του στη σύρραξη δύο γειτονικών χωρών της Παραγουάης και της Βραζιλίας που εξελίχθηκε στο πιο αιματηρό πόλεμο στη Λατινική Αμερική.

Ο καταστροφικός πόλεμος της Παραγουάης (1865-1870)

Όταν η Αντιβασιλεία του Ρίο ντε λα Πλάτα κατέρρευσε, στις αρχές της δεκαετίας του 1810, σχηματίστηκαν σταδιακά τα κράτη της Αργεντινής, της Παραγουάης, της Βολιβίας και της Ουρουγουάης με συνεχείς εδαφικές διαμάχες μεταξύ τους.  H Παραγουάη, παρόλο το μικρό μέγεθός της, είχε εξελιχθεί στην πιο ανεπτυγμένη χώρα της Νότιας Αμερικής και κατάφερε να είναι αυτάρκης σε βασικά και βιομηχανικά προϊόντα, η μοναδική χωρίς εξωτερικό δανεισμό.  Η οικονομία της εκσυγχρονίστηκε και έγινε ιδιαίτερα ανταγωνιστική όχι μόνο ως προς τις οικονομίες των γειτόνων της, αλλά και των ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Ο πόλεμος της Παραγουάης. Διακρίνονται τα εδαφικά κέρδη της Αργεντινής και της Βραζιλίας.

Ο πόλεμος ξέσπασε με αφορμή την εισβολή της Βραζιλίας στην  Ουρουγουάη.  Η Παραγουάη έσπευσε προς βοήθεια της συμμάχου Ουρουγουάης, αλλά τα στρατεύματά της πέρασαν μέσα από το έδαφος της Αργεντινής, αψηφώντας την αρνητική απάντηση του Μίτρε στο αίτημα διέλευσης που είχαν υποβάλει.  Αυτή η αυθαιρεσία αποτέλεσε την αφορμή για τη συσπείρωση των δύο γιγάντων της περιοχής, Αργεντινής και Βραζιλίας οι οποίες μαζί με την υποτελή πλέον Ουρουγουάη συνυπέγραψαν το 1865 το Σύμφωνο Τριπλής Συμμαχίας και επιτέθηκαν στην Παραγουάη.  Ο Μίτρε παρέδωσε προσωρινά τη διακυβέρνηση της χώρας στον αντιπρόεδρο Marcos Paz, προκειμένου ο ίδιος να διευθύνει προσωπικά τις πολεμικές επιχειρήσεις, ως επικεφαλής των στρατευμάτων της Συμμαχίας, δηλώνοντας ότι σε τρεις μήνες θα έχει επιστρέψει θριαμβευτής.  Ωστόσο, επέστρεψε σχεδόν τρία χρόνια μετά, μεσούντος του πολέμου, επειδή τον Ιανουάριο του 1868 απεβίωσε ο Paz.

Η Παραγουάη αντιστάθηκε ηρωικά επί 5 χρόνια, αλλά αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει όταν σκοτώθηκε στη μάχη ο Πρόεδρός της Francisco Solano  López.  Οι συνέπειες του πολέμου ήταν καταστροφικές.  Ο πληθυσμός της μειώθηκε κατά το ήμισυ, η γεωργία και η κτηνοτροφία εγκαταλείφθηκαν, η ακμάζουσα βιομηχανία της κατέρρευσε και υποχρεώθηκε να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις.  Επιπλέον, έχασε σημαντικό μέρος των εδαφών της, τα οποία προσάρτησαν η Βραζιλία και η Αργεντινή.

Αλλά και για την Αργεντινή οι συνέπειες του πολέμου δεν ήταν αμελητέες.   Στις ανθρώπινες απώλειες προστέθηκαν και αυτές του εμφυλίου, που προκλήθηκε από την άρνηση των Αργεντινών να πολεμήσουν κατά της Παραγουάης.  Η οικονομία της δοκιμάστηκε, η παραγωγή μειώθηκε και το εξωτερικό χρέος της χώρας αυξήθηκε, καθώς ο πόλεμος χρηματοδοτήθηκε με δάνεια βρετανικών τραπεζών.   Αλλά και ο Μίτρε δεν βγήκε αλώβητος από αυτήν την περιπέτεια.  Η ολοκληρωτική καταστροφή της μικρής αλλά ηρωικής Παραγουάης και η σφαγή του πληθυσμού της προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης.  Επιπλέον, η απομάκρυνσή του από την πολιτική δράση τον αποδυνάμωσε, με αποτέλεσμα να μη μπορέσει να επιβάλλει τον ευνοούμενό του στις προεδρικές εκλογές του 1868,  που διεξήχθησαν λίγους μήνες μετά την επιστροφή του.  Νικητής αναδείχθηκε ο Domingo Faustino Sarmiento με την υποστήριξη του Alsina, πολιτικού αντιπάλου του Μίτρε.

      1862-1868 Presidentes Argentinos – Bartolomé Mitre

            Πολιτικά ενεργός μετά την Προεδρία – Δημοσιογράφος και συγγραφέας

Ο Μίτρε, μετά τη λήξη της Προεδρίας του, εξελέγη γερουσιαστής στις εκλογές του 1868.  Αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτό, καθώς ήταν αποφασισμένος να μην παραχωρήσει το μερίδιό του στην εξουσία.  Είχε ασκήσει τη δημοσιογραφία σε όλες τις χώρες που είχε ζήσει, οπότε γνώριζε πολύ καλά τη σπουδαιότητα που είχε ο τύπος τον 19ο αιώνα σε όλη την αμερικανική ήπειρο, καθώς αποτελούσε το βασικό όργανο έκφρασης και παράλληλα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.  Απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας για όποιον ήθελε να πολιτευτεί ήταν να έχει δική του εφημερίδα.  Την πολιτική εκστρατεία του Μίτρε το 1862 στήριξε η εφημερίδα La Nación Argentina που εκδόθηκε την ίδια χρονιά.  Το 1869 αγοράστηκε από το Μίτρε και στις 4 Ιανουαρίου 1870 κυκλοφόρησε ανανεωμένο το πρώτο φύλλο με το όνομα La Nación.  “Τέκνο της εργασίας, κρεμώ προς το παρόν το σπαθί, που πλέον δεν το χρειάζεται η πατρίδα μου, και κραδαίνω το τυπογραφικό συνθετήριο Franklin”, έγραψε σε μία επιστολή του στα τέλη του 1869, αναγγέλλοντας την επιστροφή του στον Τύπο.  Δε δίστασε να  πουλήσει μεγάλο μέρος των επίπλων και των βιβλίων του, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την δημοσιογραφική του επιχείρηση.  Σε επιστολή προς το φίλο του  Wenceslao Paunero, έγραφε σχετικά με την απόφασή του: “Είμαι αποφασισμένος να γίνω εκδότης.  Θα ξεπουλήσω τα πολυτελή έπιπλά μου, μέρος των βιβλίων μου, μερικούς πίνακες και διάφορα αντικείμενα αξίας που βαραίνουν τις αποσκευές ενός εργατικού ατόμου, για να πληρώσω τις επιχειρηματικές μου δραστηριότητες και να παραμείνω μάχιμος.”⁴

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας La Nación στις 4 Ιανουαρίου 1870

Το 1871 αρρώστησε βαριά από μια επιδημία κίτρινου πυρετού.  Μόλις αποκαταστάθηκε η υγεία του, ο πρόεδρος Sarmiento του ανέθεσε μία διπλωματική αποστολή στη Βραζιλία για να διαπραγματευτεί τον καθορισμό των συνόρων, καθώς μετά τη λήξη του πολέμου οι δύο χώρες διαφώνησαν στο διαμερισμό των κατακτημένων εδαφών της Παραγουάης.

Στις εκλογές του 1874 έθεσε υποψηφιότητα για την Προεδρία, αλλά δεν κατάφερε να εκλεγεί.  Κατήγγειλε τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο Nicolás Avellaneda για νοθεία, οργάνωσε πραξικόπημα και ηγήθηκε στρατιωτικής δύναμης που κινήθηκε κατά της κυβέρνησης.  Αλλά την ήττα του στις κάλπες διαδέχτηκε η ήττα στο πεδίο της μάχης.  Η εφημερίδα του έκλεισε, ο ίδιος φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο.  Ωστόσο, χάρη στην πολιτική συμφιλίωσης του προέδρου Avellaneda, σύντομα αμνηστεύτηκε, αφέθηκε ελεύθερος, επανακυκλοφόρησε την εφημερίδα του και συνέχισε να αρθρογραφεί καθημερινά, ασκώντας επιρροή στα πολιτικά πράγματα.

Στα επόμενα 15 χρόνια αφιερώθηκε στη δημοσιογραφία και την ιστορική έρευνα για τη συγγραφή των βιβλίων του.  Αλλά ως άνθρωπος της δράσης, επανήλθε στην ενεργό πολιτική το 1890, όταν συσπείρωσε την αντιπολίτευση σε ενιαίο μέτωπο κατά του προέδρου Miguel Juárez Celman.  Ο Μίτρε από κοινού με τον Leonardo Alem ηγήθηκαν ενός μεγάλου συνασπισμού, που ονομάστηκε Ένωση Πολιτών.  Στις 26 Ιουλίου 1890 ξέσπασε η αποκαλούμενη Επανάσταση του Πάρκου υποκινούμενη και καθοδηγούμενη από την Ένωση Πολιτών.  Ο Μίτρε, έχοντας τη πικρή εμπειρία του παρελθόντος, προτίμησε να απουσιάζει από τη χώρα, προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες σε περίπτωση αποτυχίας.  Παρόλη τη συμμετοχή μερίδας του στρατού, η επανάσταση κατεστάλη από τις αρχές.  Αυτή η στάση του Μίτρε, καθώς και οι μετέπειτα διαπραγματεύσεις του με άλλα μέλη της αντιπολίτευσης, που κατέληξαν στην παραίτηση του Celman και την εκλογή στην προεδρία του Carlos Pellegrini, θεωρήθηκαν προδοσία από τον Alem και οδήγησαν στη διάσπαση της Ένωσης Πολιτών.  Οι δύο νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που προέκυψαν ήταν η Εθνική Ένωση Πολιτών, με επικεφαλής τον Μίτρε και η Ριζοσπαστική Ένωση Πολιτών με επικεφαλής τον Alem.

Η Επανάσταση του Πάρκου (Revolución del Parque).

Το 1894 επανεξελέγη γερουσιαστής, χωρίς να εγκαταλείψει την άλλη του μεγάλη αγάπη, τη συγγραφή.  Δημοσίευσε μια αναλυτική μελέτη των γηγενών γλωσσών όλης της αμερικανικής ηπείρου, από τη Γη του Πυρός ως την Αλάσκα.  Έγραψε πεζά, ποιητικά και θεατρικά έργα και έκανε σημαντικές μεταφράσεις έργων, όπως τη Θείας Κωμωδίας του Δάντη.  Παράλληλα συνέλεξε 4.000 περίπου νομίσματα και το 1893 ίδρυσε τη Νομισματική Ένωση, που μετά το θάνατό του μετονομάστηκε σε Εθνική Ακαδημία Ιστορίας.

Από το 1890 και μέχρι τον θάνατό του ο Μίτρε επηρέασε αποφασιστικά την πολιτική ζωή του τόπου δια μέσου των κυβερνήσεων της περιόδου αυτής, οι οποίες ανήκαν στο συντηρητικό στρατόπεδο και είχαν την ένθερμη στήριξη της εφημερίδας La Nación.  Τίποτα δεν συνέβαινε στις γραμμές των συντηρητικών χωρίς πρώτα να συμβουλευτούν τον “Don Bartolo”, όπως τον αποκαλούσαν όλοι με σεβασμό και συγκρατημένη οικειότητα.

Το κύρος του αυξήθηκε με το πέρασμα του χρόνου και έφτασε στο απόγειό του το 1901, όταν με αφορμή τα 80κοστά γενέθλιά του, η κυβέρνηση ανακήρυξε αργία την ημέρα γέννησής του, η πρωτεύουσα σημαιοστολίστηκε και το πλήθος παρήλαυνε επί 16 ώρες μπροστά από το σπίτι του. Ο στρατηγός, όπως προτιμούσε να τον αποκαλούν, εκφώνησε ένα συγκινητικό απόσπασμα κλασικής ρητορικής τέχνης.

Απεβίωσε στις 19 Ιανουαρίου 1906 στο σπίτι του, στην οδό San Martín 336.  Τεράστιο πλήθος συνόδευσε τη σορό του μέχρι το κοιμητήριο Recoleta, όπου βρίσκεται ακόμη ο τάφος του.

Ο τάφος του Mitre στο Cementerio de la Recoleta του Μπουένος Άιρες.

                                                                 Ο Μίτρε ως ιστορικός

Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ο Μίτρε ποτέ δεν εγκατέλειψε τη δράση του ως διανοούμενος.  Μελετούσε ακατάπαυστα, όπως μαρτυρά η τεράστια βιβλιοθήκη του με τα ταξινομημένα βιβλία γεμάτα σημειώσεις.  Η συστηματική ιστορική του έρευνα είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση πολυάριθμων ιστορικών μελετών, με κορυφαία έργα την Historia de Belgrano y de la independencia argentina (1858-1859)  και Historia de San Martín y de la emancipación sudamericana (1887).  Μέσα από τις βιογραφίες των δύο κορυφαίων ηρώων του αγώνα της ανεξαρτησίας, του José de San Martín και του Manuel  Belgrano, επιχείρησε να αναλύσει την πορεία του αγώνα από την επανάσταση του Μαΐου 1810 έως τις ιστορικές μάχες της Caseros και Pavón σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης της διχασμένης Αργεντινής.  Θεωρούσε ότι η γνώση του κοινού εξιδανικευμένου παρελθόντος και οι άθλοι των αγωνιστών της ανεξαρτησίας θα δημιουργούσαν μια συνείδηση εθνικού “συνανήκειν” και  θα ενίσχυαν την εθνική υπερηφάνεια.  Η σύμπτωση έθνους και κράτους θα επέφερε τη εθνική ομογενοποίηση της χώρας και τη νομιμοποίηση της κεντρικής εξουσίας.

Το έργο του έτυχε ευρείας αποδοχής από τους συμπατριώτες του:

Το 1876, όταν κυκλοφόρησε η τρίτη (πρώτη ολοκληρωμένη) έκδοση της Ιστορίας του Μπελγράνο, έγινε δεκτή με την ίδια ιερή ευλάβεια που προκαλεί η βροχή μετά την ξηρασία. Υπήρχαν προγενέστερα έργα, αλλά όχι μια ιστορία της γέννησης της Δημοκρατίας αποδεκτή από τους περισσότερους ως κληρονομιά |…| έσπειρε στη συλλογική ψυχή μία άνθηση κατευθυντήριων ιδεών |…| που αφύπνισαν και ενίσχυσαν την συνείδηση όλου του λαού”.⁵

Τα Άπαντα του Βαρθολομαίου Μίτρε.

Τα βιβλία του διδάχτηκαν ως επίσημη ιστορία από τα σχολικά εγχειρίδια και αποτέλεσαν τη βάση της αργεντινής εθνικής ταυτότητας. Οι σύγχρονοι ερευνητές, που επιχειρούν μία αναθεωρητική προσέγγιση της ιστορίας, κρίνουν ότι το ιστορικό του έργο είναι ποιοτικής λογοτεχνίας, αλλά στερείται αντικειμενικότητας,  επειδή έθεσε ως προτεραιότητα τις ανάγκες του έθνους, στήριξε την εθνική ιδεολογία και αποσκοπούσε στη δικαίωση της πολιτικής και στρατιωτικής του δράσης.  Ωστόσο, ο Μίτρε δεν κατέγραψε απλά τα γεγονότα, αλλά με επιστημονικό ζήλο αναζήτησε σε όλη τη χώρα ντοκουμέντα για να αντλήσει τεκμηριωμένη πληροφόρηση. Μολονότι αναγνωρίστηκε η συνεισφορά του στην ιστορική έρευνα, κατηγορήθηκε ότι οικειοποιήθηκε πλήρη αρχεία, αλλά εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η πολιτική ούτε η συνείδηση διατήρησής τους ως ιστορικές πηγές και είναι πολύ πιθανό να είχαν καταστραφεί. Χάρη στο Μίτρε διασώθηκαν και εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα στην ιστορική έρευνα. Μετά το θάνατό του, το αρχείο του χαρακτηρίστηκε ιστορική κληρονομιά, δωρίστηκε στο κράτος μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του και ιδρύθηκε το μουσείο Μίτρε, που στεγάστηκε στο σπίτι του.

Το ιστορικό του έργο σφράγισε τις συνειδήσεις πολλών γενεών και κατάφερε να επισκιάσει την τεράστια συνεισφορά του στο πολιτικό γίγνεσθαι της νεώτερης Αργεντινής, όπως επισημαίνει ο αργεντινός ιστορικός Tulio Halperín Donghi:

Έχει ίσως τους περισσότερους τίτλους από οποιονδήποτε άλλο για να του αναγνωρισθεί δικαίως ο τίτλος του πατέρα της σύγχρονης Αργεντινής, μολονότι πιο συχνά αναφέρεται ως ο ιδρυτής της νεώτερης αργεντινής ιστοριογραφίας, καθώς το ιστορικό έργο του χαρακτηρίζεται από ευρυμάθεια, αξιοπιστία και επιστημονική αντικειμενικότητα, ιδιότητες που έλειπαν μέχρι τότε”.⁶

Η πολιτική του δράση εξακολουθεί να έχει μέχρι σήμερα θαυμαστές αλλά και επικριτές, ωστόσο σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν τη συνεισφορά του στη δημιουργία του κράτους της Αργεντινής και στη διαμόρφωσή της ως έθνος.  Προς τιμήν του έχουν ανεγερθεί αγάλματα σε πολλές πόλεις, το όνομά του έχει δοθεί σε εκατοντάδες δρόμους και πλατείες σε όλη την Αργεντινή, ακόμη και στην Ισπανία, όπου το 1929 μια κεντρική λεωφόρος της Βαρκελώνης ονομάστηκε Ronda del General Mitre.  Στη Γη του Πυρός υπάρχει η χερσόνησος Mitre και στις νήσους Μαλβίνας (Φώκλαντ) το λιμάνι Mitre. Η μορφή του είναι τυπωμένη στο χαρτονόμισμα των 2 πέσος.  Οι απόγονοί του εξακολουθούν να επηρεάζουν την πολιτική ζωή της Αργεντινής μέσα από την εφημερίδα La Nación και το ραδιοφωνικό σταθμό Mitre που ιδρύθηκε το 1925 από την οικογένεια Μίτρε, σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδρυση της αργεντινής ραδιοφωνίας.

 Visita del presidente Bartolome Mitre al Museo de Historia (1901)

Ο στρατηγός Μίτρε έφιππος στην ομώνυμη πλατεία του Μπουένος Άιρες.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

¹ David Rock, La construcción del estado y los movimientos políticos en la Argentina, 1860-1916, Buenos Aires, Prometeo Libros, 2006, σ.33.

²  http://www.lanacion.com.ar/2037252-la-leccion-de-mitre

³  Marta Bonaudo (διεύθ.) Nueva Historia Argentina, Liberalismo, Εstado y Orden Burgués (1852-1880), Buenos Aires: Sudamericana, 1999, σ. 554

⁴  http://www.museomitre.gob.ar/biografia.htm

⁵ Sergio Mejía, Las historias de Bartolomé Mitre: operación nacionalista al gusto de los argentinos, HISTORIA CRÍTICA No 33, Bogotá, 2007, σσ. 98-121

⁶ Tulio Halperin Donghi, Mitre y la formulación de una historia nacional para la Argentina, anuario IEHS, No 11, Tandil, 1996, σσ. 57-69

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Marta Bonaudo (διεύθ.) Nueva Historia Argentina, Liberalismo, Εstado y Orden Burgués (1852-1880), Buenos Aires: Sudamericana, 1999

Fernando Devoto & Nora Pagano, Historia de la Historiografía Argentina, Buenos Aires: Sudamericana, 2009

Haydée Gorostegui de Torres, La organización nacional, vol.4, Buenos Aires: Paidós, 1972

Tulio Halperin Donghi, Una nación para el desierto argentino, Buenos Aires: Prometeo Libros, 2010

Adriana Puiggrós, Qué pasó en la educación argentina, Buenos Aires: Galerna, 2003

David Rock, La construcción del estado y los movimientos políticos en la Argentina, 1860-1916, Buenos Aires: Prometeo Libros, 2006

Άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά

Alejandro Eujanian, La Nación, la Historia y sus usos en el Estado de Buenos Aires, 1852-1861, anuario IEHS No 27, Tandil, 2012

Tulio Halperin Donghi, Mitre y la formulación de una historia nacional para la Argentina, anuario IEHS No 11, Tandil, 1996

Sergio Mejía, Las historias de Bartolomé Mitre: operación nacionalista al gusto de los argentinos, HISTORIA CRÍTICA No 33, Bogotá, 2007

 

Η Μαρία Δημητρίου διδάσκει Ισπανική Γλώσσα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
Ανήκει στο Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό (ΕΕΠ) του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών