Skip to main content

Αρχείο

Νίκος Χατζηϊωακείμ: Ο «Βράχος» που απέβη Βρόγχος. Η επίδραση του Γιβραλτάρ στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντιμαχόμενων κατά την πρώτη διετία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Μέρος B΄)

Νίκος Χατζηϊωακείμ

Ο «Βράχος» που απέβη Βρόγχος. Η επίδραση του Γιβραλτάρ στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντιμαχόμενων κατά την πρώτη διετία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Μέρος B΄)

 

II. Φθινοπωρινές Βροχοπτώσεις: Το Γιβραλτάρ στο μέσον ευρωατλαντικών εξελίξεων

Οι τάσεις που επικρατούσαν στις ΗΠΑ συνδαύλισαν τις γερμανικές ανησυχίες: στις 2 Σεπτεμβρίου υπογράφηκε η αμερικανοβρετανική Συμφωνία «[μεταβίβασης 50 αμερικανικών] Αντιτορπιλικών έναντι [μακροχρόνιας εκχώρησης δικαιώματος σε 8 νησιά υπό βρετανική κατοχή στον δυτικό Ατλαντικό για την ίδρυση] Βάσεων», μία συμφωνία-ορόσημο που εκτιμάται πως θα παράγει πολιτικές συνέπειες όταν εξεταστεί η ανανέωσή της ή μη, πριν τα μέσα του 21ου αιώνα, γι’ αυτό και θα παρουσιαστεί σε χωριστή μελέτη. Τρεις μέρες αργότερα, ο Hitler διέταξε την εκπόνηση σχεδίων κατάληψης των Αζόρων και των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου˙ ειδικά οι πρώτες, θα αποτελούσαν πρώτης τάξης εφαλτήριο για τα υπό σχεδιαστική ολοκλήρωση μακράς ακτίνας δράσης στρατηγικά βομβαρδιστικά της Luftwaffe, τα οποία σχεδιαζόταν να παραχθούν μαζικά και να πλήττουν το ηπειρωτικό έδαφος των ΗΠΑ. Στις 7/9 ο Raeder τού ανέλυσε την εισήγηση μίας Μεσογειακής (Mittelmeer) στρατηγικής. Την επομένη, ο Hitler εξέδωσε Οδηγία προς την ηγεσία της Luftwaffe να μελετήσει την αξιοποίηση της Καζαμπλάνκας και του Ντακάρ, μάλιστα γερμανικές αποστολές επισκέφθηκαν γι’ αυτόν τον σκοπό τις προσεχείς εβδομάδες τα δύο λιμάνια.1

Ακριβώς όπως και ο στρατηγός Jodl, η ηγεσία του Kriegsmarine τασσόταν υπέρ της υιοθέτησης της περιφερειακής στρατηγικής περίσφιγξης του ΗΒ, μέσω αφενός μεν του συντονισμού των διπλωματικών ενεργειών μεταξύ του Βερολίνου, της κυβέρνησης του Vichy, της Ρώμης και της Μαδρίτης κι αφετέρου της άσκησης στρατιωτικής πίεσης στις δύο εσχατιές της Μεσογείου υπό βρετανική κατοχή, στο Γιβραλτάρ και στο Σουέζ, το πολύ καταλαμβάνοντας τα Κανάρια. Ο Raeder και οι συνεργάτες του ήταν επιφυλακτικοί στην προοπτική κατάληψης των πιο μακρινών νησιών του Ατλαντικού, καθώς λάμβαναν υπ’ όψιν τους την καταθλιπτική υπεροχή του Royal Navy, που εύκολα θα εφάρμοζε το ναυτικό αποκλεισμό τους. Οι μνήμες από την σοβαρή αποψίλωση που υπέστη το Kriegsmarine στο πλαίσιο υλοποίησης της «Άσκησης Weser» (της κατάληψης της Νορβηγίας) ήταν πρόσφατες, όταν το ναυτικό αξιοποιήθηκε μεν επιτυχώς ανορθόδοξα ως κύριο μέσο μεταφοράς στρατευμάτων, ωστόσο η δράση των βρετανικών υποβρυχίων συνδυαστικά με την επιβολή των απόψεων του Göring (ο οποίος παρείχε ανέφικτες δεσμεύσεις για την αερομεταφορά διοικητικής μέριμνας στα υπό γερμανική κατοχή προγεφυρώματα ανά τις νορβηγικές ακτές που είχαν μεταπέσει σε θύλακες μετά τις αιφνιδιαστικές αποβάσεις), κατέληξαν να οδηγήσουν στη σφαγή των λίγων, πολύτιμων μονάδων του. Ακόμη κι αν τα γερμανικά υποβρύχια αναλάμβαναν να υπερασπιστούν μαζί με την Luftwaffe τα νησιά αφότου θα είχαν εγκατασταθεί φρουρές σε αυτά, η αποστολή αυτή θα μείωνε σοβαρά τη διαθεσιμότητά τους για τις στρατηγικού χαρακτήρα επιθετικές επιχειρήσεις τους και κατά την εποχή εκείνη οι αριθμοί των U-boote ήταν ήδη ανεπαρκείς, εξαιτίας εύστοχων βρετανικών ενεργειών και γερμανικών σφαλμάτων κατά την προπολεμική περίοδο. Καταληκτικά, ο Γερμανός Α/ΓΕΝ εκτίμησε ότι τα πορτογαλικά νησιά ίσως γίνονταν στόχος αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης, εάν μία ή και οι δύο χώρες της Ιβηρικής εισέρχονταν στον πόλεμο (στο πλευρό του Άξονα εννοείται) και διαβεβαίωσε τον καγκελάριο ότι το ναυτικό ήταν σε θέση να εξασφαλίσει τον ανεφοδιασμό των Καναρίων με όλα τα χρειώδη –κυρίως δε να μεταφέρει εκεί (αεροπορικά) καύσιμα, όχι το ίδιο, αλλά συνοδεύοντας ισπανικά tankers ως εκεί. Δηλαδή, αντικατοπτρίζοντας τους αμερικανοβρετανικούς φόβους, η ηγεσία του γερμανικού ναυτικού αντιλαμβανόταν ότι εφόσον το Βερολίνο προχωρούσε είτε σε επιτυχείς διπλωματικές ενέργειες, είτε σε κάποια επιθετική κίνηση στην Ιβηρική, οι αδημονούντες αντίπαλοί τους θα απαντούσαν με την κατάληψη τουλάχιστον των Αζόρων. Οι σκοποί και τα άγχη του Kriegsmarine ήταν ξεκάθαρα (όλα τα προαναφερθέντα αποκρυσταλλώθηκαν σε εκτενές υπόμνημα τον Οκτώβριο), ενώ οι επιδιώξεις του Hitler ήταν συνθετότερες κι εγγενώς αντιφατικές, αφού η συστέγαση των γερμανικών επιθυμιών με τις γαλλικές και τις ισπανικές αντίστοιχες, την οποία θεωρητικά προσυπέγραφε, προϋπέθετε συμβιβασμούς στους οποίους ο Γερμανός δικτάτορας δεν ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει, σεβόμενος προς το παρόν μόνον τις ιταλικές –και όλα αυτά, ενόσω η εισβολή στην ΕΣΣΔ είχε αρχίσει να τον απορροφά. Μοιραία, θνησιγενές υποκατάστατο αποτέλεσαν οι χειριστικοί τακτικισμοί στους οποίους αποδύθηκε και που έγιναν αντιληπτοί από αμφότερους τους Franco – Pétain, αποκρούστηκαν δε με σχετική ευκολία.2

Ο Churchill συνέχιζε να κατατρύχεται από μέγιστο άγχος σχετικά με την τύχη του Γιβραλτάρ το ίδιο διάστημα. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά στον λόρδο Halifax (τότε ακόμη υπουργό Εξωτερικών), αδιαφορούσε για το αν οι Ισπανοί θα επιχειρούσαν να καταλάβουν το γαλλικό Μαρόκο και ήταν έτοιμος να τους παράσχει «οικονομικά και άλλα κίνητρα», αρκεί να παρέμεναν ουδέτεροι. Επ’ ουδενί δεν ήθελε να δημιουργηθεί κλίμα προσδοκιών εξέτασης μεταβολής του καθεστώτος του Γιβραλτάρ μεταπολεμικά, καθώς τόνιζε. Η δυνατότητα επίβλεψης των διά θαλάσσης μεταφορών και εισαγωγών της Ισπανίας αξιοποιήθηκε «χειρουργικά» από πλευράς Λονδίνου, το οποίο επέτρεπε την μεταφορά πετρελαίου στη χώρα και παρέβλεπε το τεράστιας έκτασης παράκτιο λαθρεμπόριο που διεξαγόταν υπό την ανοχή του, καθώς μέσω του Γιβραλτάρ έλεγχε ό,τι κινείτο στο «μαλακό υπογάστριο» της Ισπανίας.3 Οι Γάλλοι του Vichy κατάφεραν σημαντικό πλήγμα στο βρετανικό γόητρο εκείνες τις μέρες, όταν μοίρα τριών ελαφρών καταδρομικών κι ισάριθμων μεγάλων αντιτορπιλικών κατάφερε να δραπετεύσει από τη βρετανική απαγορευτική εποπτεία, διαπλέοντας με ταχύτητα το Στενό (11/9) με προορισμό τη Λιμπρεβίλ της Γκαμπόν (γαλλική αποικία στη δυτικοαφρικανική ακτή, η οποία είχε δεν προσχωρήσει στο Γκωλλικό στρατόπεδο των Ελεύθερων Γάλλων), αγκυροβολώντας μάλιστα προκλητικά στο Ντακάρ (15/9), πριν καταπλεύσει στον τελικό της προορισμό. Η μοίρα είχε αποπλεύσει από τον μεσογειακό ναύσταθμο της Τουλών με γερμανική άδεια, υπό τον όρο να αντισταθεί πάση δυνάμει, εάν οι βρετανικές ένοπλες δυνάμεις επιχειρούσαν να της κλείσουν τον δρόμο. Μεταξύ Ντακάρ και Λιμπρεβίλ παρεμβάλλεται γεωγραφικά το υπό βρετανική κατοχή λιμάνι του Φρητάουν, από το οποίο θα ήταν δυνατόν να επιχειρηθεί η ανακοπή των γαλλικών πλοίων, όμως το Royal Navy δεν καραδοκούσε εκεί. Εξιλαστήριο θύμα της αβελτηρίας θεωρήθηκε ο επικεφαλής της Ναυτικής υποδιοίκησης του Ατλαντικού με έδρα Γιβραλτάρ sir D. North (η «Δύναμη Η» είχε ξεχωριστό, δικό της διοικητή), ο οποίος απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του τον Δεκέμβριο, αδικούμενος καταφανώς, μια κι η αδράνεια είχε υψηλούς υπαίτιους (το Ναυαρχείο, το Foreign Office και το πρωθυπουργικό περιβάλλον).4

Langmaid, Rowland; Force H off Gibraltar, 1940; National Maritime Museum, Greenwich.

Στις 16/9/1940 ο R. S. Suñer αφίχθηκε στο Βερολίνο για συναντήσεις με τον Hitler και τον υπουργό Εξωτερικών J. von Ribbentrop. Ενόσω ο Suñer βρισκόταν στο Βερολίνο (παρέμεινε εκεί επί 12 ημέρες), έλαβε επιστολή του Franco σχετική με τις επαφές του (μάλλον προβληματισμούς παρά οδηγίες). Οι κύκλοι των σημαντικών συζητήσεων ήταν επίπονοι, εδικά με τον Ribbentrop (ο διάλογος μεταξύ των δύο ανδρών διεξάχθηκε απόντος του Ισπανού πρεσβευτή, κατ’ απαίτηση του Γερμανού αξιωματούχου). Πέραν της αμοιβαίας αντιπάθειας που αναπτύχθηκε σύντομα σε προσωπικό επίπεδο, ο Suñer άκουσε από τον («μισητό εγωιστή») Ribbentrop τις απαιτήσεις του Ράιχ γύρω από την παροχή δικαιώματος ανάπτυξης στρατιωτικής βάσης σε ένα από τα Κανάρια νησιά, στο Αγκαντίρ, μάλιστα «με επάρκεια εδαφικού βάθους» εκεί, καθώς και στο εγγύς νησί του Μογκαντόρ (και τα δύο στο γαλλικό Μαρόκο, αφότου αυτό θα προσαρτάτο από την Ισπανία), ως αντάλλαγμα για την βοήθεια που αναζητούσε η Ισπανία. Ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών θα πρότεινε την κατάληψη του Γιβραλτάρ, αν δεν προεξοφλούσε ότι τυχόν ισπανική συναίνεση θα προξενούσε ανταπαντητικά την κατάληψη από πλευράς Βρετανών όλων των υπόλοιπων νησιωτικών ερεισμάτων στρατηγικού ενδιαφέροντος στον Ατλαντικό (των ισπανικών Καναρίων, αλλά και των πορτογαλικών νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου, κυρίως δε των Αζόρων). Ο ίδιος ο Hitler πάντως, σε επιστολή του προς τον Franco εκείνες τις μέρες (18/9) υπήρξε πιο τολμηρός κι ευθύς: αφού τόνισε την αξία της άμεσης κατάληψης του Γιβραλτάρ (εξαίροντας τα ισπανικά συμφέροντα), υπογράμμισε επίσης την σημασία της παροχής μίας βάσης στα Κανάρια, ως έδρας για γερμανικά αεροσκάφη κάθετης εφόρμησης και μακράς ακτίνας αναχαίτισης, κατ’ ελάχιστον, ώστε να αποκρουστεί η βέβαιη βρετανική αντεπίθεση εκεί. Επιπλέον, ο Ribbentrop απαίτησε την αποπληρωμή των υψηλών χρεών του Φρανκικού καθεστώτος προς την Γερμανία που ανάγονταν στον Ισπανικό Εμφύλιο (οι Ιταλοί ήταν ελαστικότεροι σε αυτό το ζήτημα), καθώς και την εξασφάλιση πρόσθετων εξορυκτικών δικαιωμάτων στο ισπανικό προτεκτοράτο του Μαρόκου.

Με πλήρη κάλυψη από τον Franco, ο Suñer αντέστη στις πιέσεις του Ribbentrop κι απέρριψε τα γερμανικά αιτήματα. Ο (επίσης παρών) Ιταλός υπουργός Εξωτερικών G. Ciano υποστήριξε αργότερα ότι οι Γερμανοί δίστασαν να ανταποκριθούν ακόμη και στο ισπανικό αίτημα παροχής αλεύρων, λόγω ανεπάρκειας των δικών τους αποθεμάτων, ενώ ο Hitler σε επιστολή του προς τον Ciano σχολίασε με (πέρα για πέρα δικαιολογημένο) σαρκασμό τις -εν γνώσει τους- χιμαιρικές απαιτήσεις των Ισπανών. Η αλήθεια ήταν ότι ο κατάλογος των υλικών τους απαιτήσεων ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες των παραληπτών του (για την ακρίβεια, ήταν ακριβώς η ένδεια σε πρώτες ύλες που επικαλούνταν πάγια οι Γερμανοί για την νομιμοποίηση των κατακτητικών τους πολέμων, ακόμη και εκείνη την εποχή της κατ’ εξαίρεση δραματικής αύξησης των σοβιετικών εξαγωγών προς το Ράιχ): πέραν των αμιγώς στρατιωτικών τελικών προϊόντων (τριών μοιρών υδροπλάνων κι εκατοντάδων πυροβόλων κάθε κατηγορίας), οι Ισπανοί ζητούσαν 600-700 χιλ. τόνους σιτάλευρων, 625 χιλ. τ. αζωτούχων λιπασμάτων, 200 χιλ. τ. λιθάνθρακα, 320 χιλ. τ. πετρελαίου κάθε επιμέρους κατηγορίας (θέρμανσης, κίνησης, βιομηχανικής παραγωγής), 40 χιλ. τ. λιπαντικών, 100-150 χιλ. τ. σκράπ, 100 χιλ. τ. χαρτοπολτού, άλλους τόσους βάμβακα, 48 χιλ. τ. ξυλοπολτού, 25 χιλ. τ. ακατέργαστου καουτσούκ, δεκάδες χιλιάδες τόνους φυτικών πρώτων υλών για στρατιωτικές χρήσεις, ορυκτά (25 χιλ. τ. μαγγάνιο) κλπ. Η απόρριψη της λίστας ήταν αυτονόητη. Συμβιβαστική επιστολή του Franco στον Hitler (22/9) δεν άλλαξε τα πράγματα.5

Συγκαταβατικά χαμόγελα, αμοιβαία αισθήματα. Ουδέποτε επιχειρήθηκε η άμβλυνση της εκατέρωθεν αντιπάθειας μεταξύ του Γερμανού υπουργού Εξωτερικών Joachim von Ribbentrop (στο κέντρο) και του Ισπανού ομολόγου του Ramón Serrano Suñer (δεξιά). Η φωτογραφία προέρχεται από την πολυήμερη επίσκεψη του δευτέρου στο Βερολίνο, τον Σεπτέμβριο του 1940. Πηγή: https://img.welt.de/img/geschichte/zweiter weltkrieg/mobile125069406/5182505657- ci102l-w1024/Ram-n-Serrano-Ser-in Berlin-1940-Ribbentrop-Foto.jpg 

Ο τελευταίος, απογοητευμένος, έγραψε στον Mussolini ήδη στις 17 του μήνα ότι σκεπτόταν την δημιουργία στρατιωτικού προγεφυρώματος στη βορειοδυτική Αφρική, ώστε να επιτηρεί τις γειτονικές γαλλικές αποικίες, διότι ειδάλλως ίσως έμπαιναν στον πειρασμό να κηρύξουν απόσχιση από την κυβέρνηση του Vichy, φοβούμενος μυστική συναίνεση του Pétain σε αυτό το σενάριο. Σε δική του επιστολή προς τον Ιταλό εκείνες τις μέρες (20/9), ο Ribbentrop παραπονιόταν ότι οι αντιλήψεις των Ισπανών, όσο κι αν αυτοί ήταν «πιστοί φίλοι», δεν συμβάδιζαν με τις στρατηγικές ανάγκες του Άξονα. Η Ρώμη απ’ την πλευρά της, προσέβλεπε στις γερμανικές πιέσεις, υπαινισσόμενη ότι αν οι Ισπανοί ενέδιδαν και το Γιβραλτάρ έπεφτε, η δυτική Μεσόγειος θα μετατρεπόταν σε «Αξονική λίμνη», με αποτέλεσμα η Regia Marina, να είναι έπειτα σε θέση να ξεχυθεί ανεμπόδιστα στον Ατλαντικό. Το δέλεαρ ήταν μεγάλο, μια κι οι ιταλικές μονάδες επιφανείας αποτελούσαν σοβαρή γερμανική ελπίδα (τότε ακόμη) αντίβαρου στο Royal Navy, ο ισχυρισμός όμως ήταν ανυπόστατος, μια και το βρετανικό πολεμικό ναυτικό διατηρούσε άθικτες της βάσεις του στην ανατολική Μεσόγειο, όπου υφίσταντο απτά ιταλικά συμφέροντα κι επομένως η ναυτική ισχύς των Ιταλών θα εξακολουθούσε να είναι απασχολημένη εντός της Μεσογείου.Το θέμα θα συνέχιζε να απασχολεί τον Hitler το επόμενο διάστημα. Ο Βρετανός πρεσβευτής πιστοποιούσε τις ίδιες μέρες, βάσει των εμπιστευτικών συζητήσεών του με τον Ισπανό υπουργό Εξωτερικών Beigbeder, ότι η δική του (και όσων στους ισπανικούς κυβερνητικούς κύκλους ομοφρονούσαν μαζί του) προτεραιότητα παρέμενε μάλλον το Μαρόκο, παρά το Γιβραλτάρ. Υποτίθεται ότι τους Ισπανούς απασχολούσε η κατάρρευση της γαλλικής «έννομης τάξης» στην μαροκινή επικράτεια υπό την κατοχή της, που ίσως διαχεόταν ως κρίση κι εν τέλει επανέναρξη εξέγερσης των ντόπιων στο ισπανικό Μαρόκο. Οι Ισπανοί δίσταζαν να εκφράσουν ευθέως τον μαροκινό αναθεωρητισμό τους στους Βρετανούς, εκείνοι όμως τον λάμβαναν ήδη πλήρως υπ’ όψιν –εξ ου και αρχειοθέτησαν τις σκέψεις απόβασης στο Μαρόκο («Επιχείρηση Threat»), για να μην ωθήσουν τους αμφιταλαντευόμενους Ισπανούς στις γερμανικές αγκάλες μια ώρα αρχύτερα. Άλλωστε, όπως το έθεσε η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία στο Λονδίνο, ήταν ζήτημα προτεραιοτήτων: δεν υφίσταντο επαρκείς δυνάμεις και για την κατάληψη «ιβηρικών νησιών στον Ατλαντικό [sic]» προς δημιουργία υποκατάστατου της βάσης στο Γιβραλτάρ αν αυτή χανόταν και για την υποστήριξη μίας ενέργειας των Γκωλλικών στο γαλλικό Μαρόκο –οι στρατιωτικοί ιεραρχούσαν αδιαμφισβήτητα πολύ υψηλότερα την πρώτη αποστολή.7

Στα τέλη του μήνα (23-25/9), βρετανικές αεροναυτικές δυνάμεις επιτέθηκαν στο Ντακάρ («Επιχείρηση Menace»). Για όλους τους πολιτικούς λόγους που σημειώθηκαν ακροθιγώς ανωτέρω, η επιχείρηση εκτελέστηκε με περιορισμούς και καθυστερήσεις, δεν αιφνιδίασε τους Γάλλους του Vichy, οι οποίοι αντέδρασαν με αποτελεσματική αποφασιστικότητα και γι’ αυτό απέτυχε (από στρατιωτικής άποψης). Η αεροπορία Armée de l’Air de Vichy και η αεροπορία του ναυτικού Marine nationale de Vichy (οι αεροπορικοί βραχίονες των ένοπλων δυνάμεων του καθεστώτος) επανέλαβαν σε απάντηση τις επιδρομές κατά του Γιβραλτάρ εξορμώντας από την Αλγερία και το Μαρόκο (μία ημερήσια με 64 αεροσκάφη και μία νυκτερινή με 83), ρίπτοντας άνω των 100 τόνων βομβών, που προξένησαν σοβαρές ζημιές στις οχυρώσεις αλλά πέτυχαν να βυθίσουν μόλις ένα μικρό βρετανικό πλοίο. Το ισπανικό υπουργείο Eξωτερικών πληροφόρησε τους Βρετανούς ότι από τις αρχές του Vichy είχε ζητηθεί η πρόσβαση σε αεροπορικές βάσεις στο ισπανικό Μαρόκο και η χρήση του ισπανικού εναέριου χώρου, αλλά ότι η Μαδρίτη είχε απορρίψει τα αιτήματα. Στον Pétain ο Franco διαμήνυσε ότι είχε την ηθική έγκριση βομβαρδισμού «αυτού του τμήματος της ισπανικής επικράτειας που τελούσε υπό κατοχή», ενώ ο Τύπος της χώρας υπογράμμιζε ότι μετά την ήττα της Γαλλίας σύντομα θα ερχόταν και η σειρά του ΗΒ.Η γερμανική ηγεσία ήταν πεπεισμένη ότι οι ΗΠΑ κρύβονταν πίσω από την βρετανική επίθεση,πάντως η ισχυρή αντίσταση των γαλλικών δυνάμεων έπεισε αρκετούς Γερμανούς ότι η κυβέρνηση του Vichy έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως εταίρος και να μην πιεστεί υπερβολικά σε επώδυνες παραχωρήσεις (στρατιωτική πρόσβαση σε υπερπόντιες γαλλικές  κτήσεις) ώστε  να διατηρηθεί νομιμόφρων στην Αξονική πλευρά –μέχρι τουλάχιστον η τροπή των επιχειρήσεων σε πλανητικό επίπεδο να επέτρεπε την απροσχημάτιστη προβολή των γερμανικών απαιτήσεων. Αν αυτό ίσχυε, τότε πολύ περισσότερο δεν έπρεπε να τρομοκρατείται το Vichy ότι επέκειτο η παραχώρηση στους Ισπανούς εδαφών στο γαλλικό Μαρόκο. Όμως αυτό με τη σειρά του σήμαινε ότι το Βερολίνο δεν γινόταν να υποσχεθεί στη Μαδρίτη τη μόνη ανταμοιβή που θα συνιστούσε κίνητρο εισόδου της Ισπανίας στον πόλεμο και κατάληψης του Γιβραλτάρ. Η βρετανική βάση στον «Βράχο» επιβίωσε λόγω της ανωτέρω αλληλουχίας υπολογισμών και λεπτών ισορροπιών εκείνη τη στιγμή. Αντίστοιχα, η βρετανική ενέργεια ερμηνεύθηκε από τον Franco ως ένδειξη ότι η κατάρρευση του ΗΒ κακώς θεωρείτο επερχόμενη, από την άποψη της βούλησης του Λονδίνου (αν και η εν εξελίξει αεροπορική «Μάχη της Βρετανίας» τον έκανε να πιστεύει πως σύντομα οι Βρετανοί θα υποχρεώνονταν να καμφθούν). Πάγια προτίμηση του ισπανικού καθεστώτος ήταν να εισέλθει μεν στον πόλεμο στην Αξονική πλευρά, όταν όμως αυτός θα όδευε προς τη λήξη του –κι αυτή η προοπτική παρουσίαζε μειούμενες πιθανότητες. Η Μαδρίτη ενίσχυσε σημαντικά την φρουρά των Κανάριων (έφθανε πια τους 40.000 άνδρες), τα αποθέματα πόσιμου νερού στα νησιά αυξήθηκαν και 2 μεραρχίες προστέθηκαν στις υπάρχουσες 5 επί μαροκινού εδάφους. Οι ενέργειες αυτές είχαν πολλαπλούς αποδέκτες και για να καθησυχαστούν οι Γερμανοί, τους διαμηνύθηκε ότι πολύ ευχαρίστως, σύντομα, θα υπογραφόταν 10ετής συμμαχία με τον Άξονα. Το καθεστώς του Vichy διόρισε ένα ισπανόφιλο ως πρεσβευτή του στη Μαδρίτη και κατατέθηκαν προτάσεις διακανονισμού σχετικά με τις ζώνες κατοχής στο Μαρόκο, που άφησαν ασυγκίνητους τους Ισπανούς.10

Αριστερά: ο στρατηγός de Gaulle στα ανοικτά του Ντακάρ παρακολουθεί την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Δεξιά: “Με αυτόν τον de Gaulle δεν θα πάρετε τίποτα”, προπαγανδιστική αφίσα του καθεστώτος του Vichy.

Στις 26 Σεπτεμβρίου ο Hitler, σε συζήτησή του με τον Raeder, επανήλθε στο ζήτημα της αναγκαιότητας κατάληψης των Καναρίων, «ίσως και των πορτογαλικών νησιών στον Ατλαντικό, εκ των προτέρων, τουλάχιστον προς όφελος της Luftwaffe» πριν η Ισπανία εισέλθει στη σύρραξη. Ο Α/ ΓΕΝ τού απάντησε ότι αυτό (ειδικά η κατάληψη των Αζόρων) προαπαιτούσε την σημαντική ενίσχυση του ναυτικού με πολλές μονάδες κάθε τύπου πολεμικών σκαφών επιφανείας, εν όψει μάλιστα της πιθανής εμπλοκής των ΗΠΑ. Εκτός του να εκμαιεύσει κονδύλια για το εθνικό ναυπηγικό πρόγραμμα της Γερμανίας, ο Raeder πρότεινε και την συνολική επανεξέταση των σχέσεων με τη Γαλλία του Vichy, μία και η άθικτη ναυτική ισχύς της ήταν κίνητρο ειδικά για τους Γερμανούς ναυτικούς να την θεαθούν ως υποψήφιο σύμμαχο. Προσπαθώντας να πείσει τον καγκελάριο, ο ναύαρχος έδωσε μία χερσαία χροιά στην ανάλυσή του, προβάλλοντας τα οφέλη που θα προέκυπταν για την γερμανοϊταλική πολεμική προσπάθεια μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό, εφόσον το Vichy ρυμουλκείτο σε μία στρατιωτική σύμπραξη, έστω κι αν αυτό θα ενοχλούσε με βεβαιότητα τους Ιταλούς. Μέσω της υπό γαλλική κατοχή Συρίας εξάλλου, η Τουρκία θα πειθαναγκαζόταν να επανεξετάσει τη στάση της και αυτό θα επιδρούσε ευνοϊκά στην από Νότο απομόνωση της Σοβιετικής Ένωσης, πριν αναληφθεί οποιαδήποτε στρατιωτική πρωτοβουλία εναντίον της. Ο Hitler δέχθηκε να εξετάσει ευνοϊκά τις εισηγήσεις εκείνες, όμως δεν έπαυε να είναι δέσμιος των δικών του οραματισμών, τους οποίους υποστήριζε δουλικά η ούτως ή άλλως «ηπειρωτικά σκεπτόμενη» μερίδα της ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας υπό τον στρατηγό Keitel.11 Πέραν αυτού, οι συζητήσεις επισκιάστηκαν από την υπογραφή του Τριμερούς Συμφώνου την επομένη, στο οποίο οι άλλοι δύο (πλην της Γερμανίας) συμβαλλόμενοι, η Ιαπωνία και η Ιταλία, εισέφεραν το βασικό ποσοστό της ναυτικής ισχύος της νεότευκτης συμμαχίας.

Τον Οκτώβριο ενισχύθηκε επιτέλους σημαντικά η άμυνα του Γιβραλτάρ, οι υποδομές του λιμανιού απέκτησαν τη δυνατότητα υποστήριξης κι επισκευών πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος, μεταφέρθηκαν σεβαστές ποσότητες εφοδίων κάθε είδους και παράλληλα ο επικεφαλής της «Δύναμης Η» ναύαρχος Somerville διατάχθηκε να διαθέσει ένα καταδρομικό για διαρκείς περιπολίες στα νερά μεταξύ των Καναρίων και των Αζόρων. Επίσης, ο Churchill ανακοίνωσε ότι αν οι Γάλλοι του Vichy επαναλάμβαναν τις αεροπορικές επιθέσεις τους κατά του «Βράχου», θα υπήρχαν αντίποινα και συγκεκριμένα ότι θα βομβαρδιζόταν η Καζαμπλάνκα. Εγκρίθηκε ακόμη (κατά πλειοψηφία) ανακοίνωση γενικόλογης αναγνώρισης της προβολής μεταπολεμικά «των ισπανικών δικαίων στη Μεσόγειο και την βόρειο Αφρική», αψηφώντας το κόστος στις σχέσεις του Λονδίνου με το Vichy ─αλλά και με τον De Gaulle. Από γερμανικής πλευράς το ίδιο διάστημα, το ΓΕΣ κατέθεσε επιτελική μελέτη στην οποία καθορίζονταν το ύψος και η σύνθεση των δυνάμεων που θα συμμετείχαν στην απόπειρα κατάληψης του Γιβραλτάρ με ημερομηνία έναρξης την 10η Δεκεμβρίου. Μετά τις αναγκαίες διορθώσεις του, το σώμα θα ήταν μεγέθους 65.383 ανδρών, με 26 μοίρες μέσου και βαρέως πυροβολικού και κλιμάκια εφόδου ένα σύνταγμα πεζικού κι ένα ορεινών κυνηγών, άφθονη λογιστική και λοιπή υποστήριξη από 8 πρόσθετες μονάδες (από μηχανικό μέχρι κλιμάκιο ανορθόδοξων επιχειρήσεων). Οι αεροπορικές πρόνοιες των θερινών επιτελικών πρωτολείων παρέμειναν αμετάβλητες (βλ. αναφορά τους παρακάτω, στην αρμόδια Οδηγία του Hitler), προστέθηκε όμως το εξής στοιχείο: ενώ θα είχε ξεκινήσει η χερσαία επίθεση, τμήματα επί λέμβων θα εξορμούσαν από το λιμάνι της Αλχεθίρα, ώστε να κορεστεί με βεβαιότητα η ήδη αποδυναμωμένη βρετανική άμυνα, η οποία ίσως δέσμευε εφεδρικά τμήματα συγκεντρωμένα για την απόκρουση αλεξιπτωτιστών. Μία τεθωρακισμένη μεραρχία προβλεπόταν να αρκέσει για την απόκρουση τυχόν βρετανικής αντεπίθεσης. Η ειδική εκπαίδευση των κλιμακίων εφόδου ξεκίνησε τον επόμενο μήνα σε γαλλικές εγκαταστάσεις. Ο Hitler επανήλθε στο ζήτημα της κατάληψης των Κανάριων και των Αζόρων στις 14/10 διερωτώμενος κατά πόσον το ναυτικό θα μπορούσε να εγγυηθεί την μεταφορά στρατευμάτων και διοικητικής μέριμνας, οπότε ο Raeder αποκρίθηκε καταφατικά με προϋπόθεση η μεταφορά να λάμβανε χώρα προτού η Luftwaffe αποστείλει τις μοίρες της για μεταστάθμευση στα νησιά.12 Ο αποχωρών Ισπανός υπουργός Εξωτερικών Beigbeder, που είχε μόλις αντικατασταθεί από τον φιλογερμανό Suñer, σε αποχαιρετιστήρια συνάντησή του με τον Βρετανό πρεσβευτή Hoare (18/10), εκτίμησε ότι σύντομα οι Γερμανοί θα απαιτούσαν το δικαίωμα διέλευσης στρατευμάτων από ισπανικό έδαφος προκειμένου να επιτεθούν στο Γιβραλτάρ και τού υπογράμμισε την αξία της διατήρησης επαφών με την ηγεσία των ισπανικών ένοπλων δυνάμεων, ώστε το Λονδίνο να μην χρειαζόταν να βασιστεί σε οργανωμένη αντίδραση της Αριστεράς και των εθνοτικών συλλογικοτήτων με αποσχιστικές τάσεις (των Βάσκων και των Καταλανών), σε περίπτωση που οι Βρετανοί σκέφτονταν να ενισχύσουν την ισπανική αντίσταση.13

Το σύμπλεγμα της Μακαρονησίας: Αζόρες, Μαδέρα, Κανάριοι Νήσοι και Πράσινο Ακρωτήριο.

Ο μήνας της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα υπήρξε διάστημα σημαντικών συναντήσεων για τον Hitler: αρχικά με τον Mussolini (στο Πέρασμα Μπρέννερο, στις 4/10), όπου επικύρωσε την αναγνώριση της ιταλικής πρωτοκαθεδρίας στην βόρειο Αφρική. Δύο εβδομάδες αργότερα, ο Ιταλός δικτάτορας τού έγραψε (μάλλον υστερόβουλα) ότι η οικονομική κατάσταση της Ισπανίας καθιστούσε την ουδετερότητά της προτιμότερη. Ο Mussolini προσπάθησε διακριτικά να υπονομεύσει και την γερμανική πρόθεση συνεργασίας με τους Γάλλους του Vichy, καθώς θεωρούσε κι εκείνους ανταγωνιστές των ιταλικών επιδιώξεων. Ενεργοποιώντας την ιδέα «εμπιστευτικές συναντήσεις σε απομακρυσμένους σιδηροδρομικούς σταθμούς», ο Hitler είδε έπειτα στο Μοντουάρ τον αρχιτέκτονα της γαλλοϊταλικής προσέγγισης του 1935 P. Laval, αντιπρόεδρο πλέον του Pétain (στις 22/10) και τον ίδιο τον στρατάρχη δύο μέρες αργότερα στην ίδια τοποθεσία. Ενδιαμέσως, στις 23/10 στο Αντάι , συναντήθηκε με τους Franco – Suñer. Πρόθεσή του ήταν υποτίθεται να δελεάσει όλους τους συνομιλητές του σε «ενεργητική συμπόρευση» (είσοδο στον πόλεμο στο πλευρό του Άξονα), εξαπατώντας τους ταυτόχρονα. Σύμφωνα με τις προγραμματικές ονειρώξεις του Γερμανού δικτάτορα, οι συναντήσεις του με τους Γάλλους και τους Ισπανούς επρόκειτο να αποτελέσουν υλοποίηση μίας προμελετημένης «Μεγάλης Παραπλάνησης»–εν τέλει αποδείχθηκαν άσκοπη σιδηροδρομική περιπλάνηση, υπό τη σκιά της ήττας της Luftwaffe στην αεροπορική «Μάχη της Βρετανίας», που ολοκληρωνόταν εκείνες τις μέρες (και την οποία ο Hitler απέδωσε στις μετεωρολογικές συνθήκες). Ο καγκελάριος επιδίωξε να πείσει τους υποψήφιους εταίρους του να συμπλεύσουν με τα (δήθεν καταχθόνια) σχέδιά του εκθέτοντας τις σκέψεις του ως εξής: το μεν καθεστώς του Vichy προοριζόταν να προασπιστεί το αποικιακό του κληροδότημα στην Αφρική έναντι των «αγγλοσαξωνικών επιβουλών», υποτίθετο αρκούμενο να προσβλέπει σε τήρηση υποσχέσεων μεταπολεμικής ανταμοιβής (διάσωσης ποσοστού στις γαλλικές κτήσεις, των οποίων η πλειοψηφία θα διαμοιραζόταν μεταξύ Γερμανίας – Ιταλίας), το δε Φρανκικό καθεστώς καλείτο να επιτρέψει την χρήση της επικράτειάς του έναντι συμβολικών κερδών (του Γιβραλτάρ και περιορισμένων στο γαλλικό Μαρόκο), αλλά ούτε εκείνο αποφεύγοντας τις απώλειες (παραχωρήσεις άλλων υπερπόντιων ισπανικών κτήσεων στο Ράιχ).

Ο Laval στάθηκε γλοιωδώς κολακευτικός προς τον καγκελάριο (έφτασε στο σημείο να αποτιμήσει την κήρυξη πολέμου στο Ράιχ ως το «μεγαλύτερο έγκλημα στη γαλλική Ιστορία») και τοποθετήθηκε ανοικτά υπέρ της γαλλογερμανικής συνεργασίας. Στον Pétain ο Hitler απευθύνθηκε με σεβασμό και προέβαλε τις γερμανικές υποβρυχιακές δυνατότητες (πρωτίστως) μαζί με την αεροπορική ισχύ ως εχέγγυα επικράτησης στον πόλεμο κατά του ΗΒ. Προσέθεσε ότι οι τεχνολογικές καινοτομίες που παράγονταν αμέσως από την σφριγηλή γερμανική βιομηχανία, θα έπρεπε να βεβαιώσουν φίλους κι εχθρούς πως ειδικά σε ό,τι αφορούσε την μαζική κατασκευή αεροσκαφών, η γερμανική επικράτηση σε αυτό το στρατηγικό πεδίο αναφοράς μπορούσε να προεξοφλείται ακόμη κι έναντι της αντίστοιχης δυνατότητας των ΗΠΑ. Ο στρατάρχης, αφού ανταπέδωσε τις αβρότητες κι εξέφρασε έναν δυνάμει πικρόχολο θαυμασμό για το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Γερμανίας, στα επί της ουσίας ζητούμενα υπεξέφυγε εύκολα, περιοριζόμενος να δεσμευτεί ότι οι δυνάμεις του καθεστώτος του θα συνέχιζαν να αντιστέκονται σε οποιαδήποτε επίθεση των πρώην συμμάχων της χώρας του. Έναντι αυτού, οι Γερμανοί υποσχέθηκαν να απελευθερώσουν συγκεκριμένες κατηγορίες Γάλλων αιχμαλώτων πολέμου (έτσι τουλάχιστον ερμηνεύθηκε το σχετικό πρωτόκολλο που υπογράφηκε λίγες μέρες αργότερα, στις 16/11). Δεδομένης της σοβαρής μειονεξίας ισχύος που βάραινε τον Pétain (οι κατακτητές Γερμανοί διέθεταν το θεμελιωδέστερο ενέχυρο ανά χείρας, τον γαλλικό πληθυσμό), η συνολική διαπραγματευτική του επιτυχία αξιολογείται ως πρώτου μεγέθους.

Η περίφημη χειραψία ανάμεσα στους Hitler και Pétain στη Μοντουάρ. Οι Γάλλοι την έχουν χαρακτηρίσει ως εθνικό όνειδος.

Ο Franco αφετέρου, επιθυμώντας να αποσπάσει τα ανταλλάγματα που θεωρούσε εύλογα, συμφώνησε να υπογράψει, «μόλις το κείμενο αποκτούσε οριστικά αμοιβαία αποδεκτή μορφή», ένα πρωτόκολλο που σύντομα αποδείχθηκε κενό περιεχομένου. Θεωρητικά, ο Hitler πέτυχε στο διμερές πρωτόκολλο με τους Ισπανούς να συνομολογηθούν (όταν θα υπογραφόταν οριστικά) η υπό όρους είσοδος της Ισπανίας στον πόλεμο, χωρίς όμως να καθορίζεται προθεσμία γι’ αυτό και η παροχή εδαφικών κερδών στην Αφρική, παράλληλα όμως με αποζημιώσεις προς την Γαλλία, που θα αποφάσιζαν η Γερμανία με την Ιταλία, για τις οποίες ρητά σημειωνόταν ότι διατηρούσαν άθικτες τις διεκδικήσεις τους επί των γαλλικών αποικιών. Ο υπαινιγμός ήταν πως όλοι οι Αξονικοί σύμμαχοι θα ικανοποιούνταν όταν θα διαμοιράζονταν τα ιμάτια της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, οι Ισπανοί και οι Γάλλοι πάντως θα υποχρεώνονταν σε αποδοχή των γερμανοϊταλικών επιθυμιών, χάνοντας εδάφη και κερδίζοντας αντισταθμιστικές αποζημιώσεις βρετανικής αποικιακής προέλευσης. Ο Hitler εξομολογήθηκε στον Ribbentrop ότι αν ήταν σαφέστερος σε αυτό το σημείο (έστω και ψευδόμενος), υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να μαθευτεί από ισπανικές ακριτομυθίες, με βέβαιο επακόλουθο την εν σώματι προσχώρηση της γαλλικής αποικιακής αυτοκρατορίας στο Γκωλλικό στρατόπεδο. Οι Ισπανοί επανήλθαν την επομένη, με πρόταση υπογραφής συμπληρωματικού πρωτοκόλλου, που κατοχύρωνε εξορυκτικά δικαιώματα στη Γερμανία επί του υπεδάφους του γαλλικού Μαρόκου, αφότου όμως αυτό θα είχε προσαρτηθεί από την Ισπανία. Ζητούσαν επιπλέον, κατά πάγια τακτική τους, τα δύο αγαθά που σπάνιζαν στη χώρα τους, σύγχρονο βαρύ οπλισμό («για να καταλάβουμε μόνοι μας το Γιβραλτάρ ˙ είναι ζήτημα εθνικής υπερηφάνειας») κι άλευρα. Η γερμανική ηγεσία παρέμεινε αμετάπειστη στο ζήτημα της Αφρικής κι αρνήθηκε να τινάξει στον αέρα την εύθραυστη συστέγαση συμφερόντων του Βερολίνου με το Vichy. Ήδη στην πρώιμη μεταπολεμική εργογραφία δημοσιεύθηκε η άποψη πως η επιφυλακτική στάση του Franco υπήρξε μεταξύ άλλων προϊόν εκ των προτέρων ενημέρωσής του από τον παλιό του φίλο Canaris, ο οποίος γενικότερα δεν ενέκρινε τις ναζιστικές φιλοδοξίες κι ότι επιπλέον πληροφόρησε την ισπανική ηγεσία για τις σοβαρές αδυναμίες του Ράιχ. Επισήμως πάντως, η έκβαση των ισπανογερμανικών συνομιλιών χαιρετήθηκε αρχικά ως επιτυχία, ενώ μεταγενέστερα αξιολογήθηκε ορθά ως επί της ουσίας φιάσκο από τον ίδιο τον Hitler, ο οποίος χαρακτήρισε απαξιωτικά τον Franco αφόρητα βαρετό μείγμα απλοϊκότητας κι απληστίας (σε αυτά τα σχόλια εντάσσονται και οι παραδιδόμενες συγκρίσεις με επώδυνες οδοντιατρικές εργασίες). Αξιολογώντας στον Göbbels τις προσωπικότητες που είχε μόλις συναντήσει, βρήκε τον μεν Pétain συγκροτημένο και διαυγή, τον δε Franco ανασφαλή.

Οι Hitler και Franco συναντώνται στον σιδηροδρομικό σταθμό του Αντάι στα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας.

Ο (επίσης παρών) Ribbentrop, με εμφανώς περιφρονητική διάθεση κακολόγησε τον μεν Suñer ως «Ιησουΐτη», τον δε Franco ως «δειλό κι αχάριστο υποχείριο του Suñer». Το μόνο που μπορούσαν να τάξουν σε εκείνη τη φάση οι Γερμανοί (κι αυτό προφορικά) ήταν η αλλαγή κυριότητας του Γιβραλτάρ. Οι έμπειροι και κυνικοί εκφραστές του ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών παραδόσεων (όσο κι αν αυτές παρήκμαζαν οφθαλμοφανώς), στρατιωτικού επαγγελματικού υποβάθρου αμφότεροι και οι δύο (επιπλέον οι Pétain και Franco γνωρίζονταν14 –χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι είχαν ενορχηστρώσει τις αντιδράσεις τους), δεν συνέχεαν τις ιδεολογικές τους συνάφειες προς τον Hitler, δηλαδή τις προσωπικές τους ροπές προς υπερσυντηρητικές θέσεις πολιτικού αυταρχισμού (ο Γάλλος) και πρακτικές ολοκληρωτισμού (ο Ισπανός), με τον στυγνό πραγματισμό των διεθνών σχέσεων. Είναι πάντως γεγονός ότι α) ο Franco διατήρησε φιλική προς τον Άξονα ουδετερότητα, β) ενώ αφετέρου η Ισπανία ταλανιζόταν όντως από σοβαρά οικονομικά προβλήματα, σύντομα δε, θα άρχιζε να εξαρτιέται οικονομικά (επισιτιστικά) απ’ τους Συμμάχους, χάρη στην βρετανική επιτηδειότητα (βλ. παρακάτω) και τέλος γ) πράγματι, οι Γερμανοί ήταν εμφανώς απρόθυμοι να καταβάλουν το αντίτιμο της στρατιωτικής συνεργασίας που οι Ισπανοί όρισαν ως εύλογο, προτάσσοντας την εξασφάλιση της βραχυπρόθεσμης έστω νομιμοφροσύνης των Γάλλων του Vichy. Αυτό το τελευταίο κυρίως στοιχείο ήταν που εντυπωσίασε αρνητικά τον Franco. Στα δικά του μάτια η γαλλική αυτοκρατορία ήταν οριστικά χρεωκοπημένη, μα προς μεγάλη του απογοήτευση, ο Γερμανός συνοδοιπόρος του δεν προσέβλεπε σε σαρωτική διαδοχή της με ισπανική συμμετοχή, ούτε συμμεριζόταν τα άγχη του αναφορικά με την βρετανική ισχύ (η δεύτερη εντύπωση δεν ίσχυε). Εν ολίγοις, οι μεν Ισπανοί αναζητούσαν βοήθεια για την ευόδωση όσων φιλοδοξιών τους δεν διέθεταν αυτάρκεια για να υλοποιήσουν, οι δε Γερμανοί ήταν διατεθειμένοι να συνάψουν πρόσκαιρες κι ετεροβαρείς συμμαχίες με εταίρους που αντιμετώπιζαν ως ελάσσονες.15

Los acercamientos de Franco con Hitler y Mussolini | Franco. La vida del dictador en color

Λίγες μέρες πριν ή μετά την συνάντηση στο Αντάι, η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία της Ισπανίας κατέθεσε ολοκληρωμένα σχέδια εκπόρθησης του Γιβραλτάρ («Επιχείρηση C») τα οποία περιελάμβαναν συστηματικό βομβαρδισμό πυροβολικού κι αεροπορίας που θα ακολουθούνταν από μαζικές επιθέσεις πεζικού – τεθωρακισμένων υπό την κάλυψη εκτεταμένου προπετάσματος καπνού, ενώ τέθηκε επί τάπητος και η προσφυγή σε χημικά όπλα (το θέμα της δημιουργίας παρασκευαστικών υποδομών και δημιουργίας αποθεμάτων χημικών όπλων με σκοπό την χρήση τους κατά την προσπάθεια εκπόρθησης του «Βράχου», ήταν γνωστό στους Βρετανούς από αρκετά νωρίτερα). Η γερμανική συνδρομή αναζητιόταν στην αεροπορική της έκφανση, ώστε η Luftwaffe να απαγόρευε στο Royal Navy την προσπάθεια εξουδετέρωσης της ισπανικής επίθεσης. Μόλις έγινε γνωστή η έναρξη της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα, οι Γερμανοί ανησύχησαν για το ενδεχόμενο αντιγραφής του ιταλικού αιφνιδιασμού, στην ισπανική εκδοχή διά της εισβολής είτε στην Πορτογαλία είτε στο γαλλικό Μαρόκο. Αφετέρου, όταν συναντήθηκαν εκείνη την ημέρα στη Φλωρεντία (28/10) για να ανασκοπήσουν μαζί τις εξελίξεις, ο Hitler (που είχε πληροφορηθεί την είδηση της ιταλικής επίθεσης δύο ώρες νωρίτερα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι ιταλικές προθέσεις δεν ήταν από πριν σε γνώση της γερμανικής ηγεσίας) επισήμανε στον Mussolini ανεστραμμένα τον κίνδυνο υπερφαλάγγισης των ασθενών ισπανικών φρουρών στο ισπανικό Μαρόκο, εάν το γαλλικό Μαρόκο αποσχιζόταν από το Vichy με την βοήθεια κάποιας βρετανικής απόβασης. Το υπονοούμενο ήταν σαφές: υπήρχε κίνδυνος η νέα ιταλική εκστρατεία να πυροδοτούσε δυσμενείς αντιδράσεις άγνωστων επιπτώσεων. Τουλάχιστον, τα γεγονότα του Ντακάρ είχαν διαλύσει τις υποψίες του καγκελάριου περί μυστικής σύνδεσης του Pétain με τον De Gaulle όπως είπε, προσθέτοντας ότι λόγω της ναυτικής υπεροχής των αντιπάλων τους (άλλη μία μειωτική για τους Ιταλούς νύξη), οι δύο σύμμαχοι ίσως υποχρεώνονταν σύντομα να εξαναγκάσουν την Ισπανία να συμμετέχει στην πολεμική τους προσπάθεια, λόγω του Γιβραλτάρ, εάν πραγματοποιούνταν απαντητικές ενέργειες των Βρετανών στη βορειοδυτική Αφρική. Από το Vichy ο Hitler σκόπευε να ζητήσει μόνον την παροχή αεροναυτικών διευκολύνσεων κι όχι ενεργό ανάμιξη στις επιχειρήσεις, παρόλο που η είσοδος των καθεστωτικών Γάλλων στον πόλεμο κατά του ΗΒ θα διευκόλυνε πολύ την κατάληψη του Γιβραλτάρ όπως σημείωσε, προσθέτοντας (αντιφατικά και ψευδόμενος) ότι οι στρατιωτικοί του σύμβουλοι τον είχαν διαβεβαιώσει πως ούτως ή άλλως η εκπόρθηση του «Βράχου» θα αποδεικνυόταν εύκολη υπόθεση και θα στηριζόταν σε περιορισμένες δυνάμεις. Η θετική αποτίμηση που επιφύλαξε στον Pétain δεν πέρασε απαρατήρητη. Ο Mussolini αποκρίθηκε ότι, συμμεριζόμενος (δήθεν) τις απόψεις του συνομιλητή του, η Ιταλία είχε [sic] περιορίσει τις απαιτήσεις της στην Σομαλία, την Τυνησία, την Κορσική και την Νίκαια. Τις ίδιες μέρες, στο Λονδίνο εξέτασαν σοβαρά τόσο σκέψεις απόβασης στην Πορτογαλία όσο και μυστικές προτάσεις του Beigbeder να συγκροτηθεί εξόριστη ισπανική κυβέρνηση εθνικής ενότητας με πολιτειακή νομιμοφάνεια (αντιβασιλεία) που θα έθετε υπό τον έλεγχό της περιοχές της ηπειρωτικής Ισπανίας, το Μαρόκο και τα Κανάρια, ενώ ο αντιγερμανός πρώην υπουργός διατύπωσε και πρόσθετες προτάσεις στρατιωτικών δράσεων στρεφόμενων ευθέως κατά του Ράιχ. Πολλά από αυτά θα είχαν ίσως υλοποιηθεί, μα τίποτε δεν προχώρησε τελικά, ένεκα του μόνιμου προβλήματος που αντιμετώπιζε το ΗΒ της περιόδου: έλλειψη πόρων (προσωπικού και υλικού εξίσου), λόγω της υπερεπέκτασης των τρεχουσών αμυντικών υποχρεώσεων.16

Ταυτόχρονα, οι ήδη ισχνές γερμανικές ευαισθησίες σχετικά με τις προτεραιότητες των δυνάμει ή ενεργεία συμμάχων τους συρρικνώνονταν περαιτέρω με ταχείς ρυθμούς, υπό το βάρος των γεγονότων: όπως σημείωνε στο ημερολόγιό του ο F. Halder, επιτελάρχης του ΓΕΣ (ΟΚΗ) την 1η Νοεμβρίου, η άρνηση των Ισπανών να παραχωρήσουν στους Γερμανούς «…έστω και μία βάση στα Κανάρια, φανέρωνε μονόπλευρη πλεονεξία». Στη διάρκεια επιτελικής σύσκεψης που έλαβε χώρα στις 4 Νοεμβρίου, ο Γερμανός δικτάτορας για πρώτη φορά έδειξε να παραμερίζει τις επιφυλάξεις του μήπως προσβαλλόταν ο Duce και ανέλυσε διεξοδικά τις (βραχύβιες) σκέψεις του για μία επιθετικότερη συνολική στρατηγική «προς Νότο», που συμπεριελάμβαναν την αποστολή δυνάμεων στη Λιβύη, την κατάληψη όλων των πορτογαλικών νησιών στον Ατλαντικό, την απόκτηση αεροπορικών βάσεων στην μητροπολιτική Ισπανία και στα Κανάρια, την απομόνωση κι εν συνεχεία την εκπόρθηση του Γιβραλτάρ, αδιαφορώντας για τον αντίκτυπο αυτών των κινήσεων στα καθεστώτα του Franco και του Salazar, σχετικά με τα οποία σημειωνόταν απλώς η πρόθεση «να βοηθηθούν στρατιωτικά για να αποκρούσουν βρετανικές επιθέσεις» μόλις τα γερμανικά στρατεύματα θα κινούνταν προς την Ιβηρική (ενώ το ζήτημα ήταν η τυχόν αντίσταση που θα προέβαλλαν οι δύο χώρες στην επαπειλούμενη γερμανική προέλαση). Ο στρατηγός Jodl εκτιμούσε ότι η πτώση του Γιβραλτάρ θα είχε ευεργετικά αποτελέσματα στις επιχειρήσεις στην ανατολική Μεσόγειο, όμως η αυτονομημένη (λόγω του πολιτικού εκτοπίσματος του αρχηγού της) Luftwaffe αρνήθηκε ακόμη και να εκτελέσει αναγνωριστικές πτήσεις τότε πάνω από τον «Βράχο». Η αποτυχία της ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδας εντωμεταξύ, επιτάθηκε μετά τα ταπεινωτικά πλήγματα που υπέστη ο ιταλικός στόλος κατά την αιφνιδιαστική προσβολή του από τα βρετανικά τορπιλοπλάνα στον Τάραντα τη νύχτα της 10ης προς 11η Νοεμβρίου. Όλα συνηγορούσαν υπέρ της άμεσης βρετανικής ανάμιξης στο αλβανικό μέτωπο προσεχώς, κατά τις γερμανικές εκτιμήσεις. Την επομένη, το ισπανικό ΓΕΕΘΑ (ΑΕΜ) εισηγήθηκε γενική επιστράτευση, την προώθηση προς τις Γερμανία-Ιταλία αιτήματος εξοπλιστικής βοήθειας και την εν συνεχεία ναρκοθέτηση του Στενού του Γιβραλτάρ. Υπήρχαν αφετέρου σοβαρές αντίρροπες τάσεις: ο υπουργός Ναυτικών (απόστρατος ναύαρχος) εξέφρασε φόβους ότι αν η σύμπραξη με τους Γερμανούς γινόταν ορατή, η βρετανική ναυτική υπεροχή θα μετουσιωνόταν σε διά θαλάσσης αποκλεισμό της χώρας και βομβαρδισμούς παράκτιων ισπανικών αστικών κέντρων (αμφότερες , ενέργειες εντός των δυνατοτήτων και των προθέσεων του ΗΒ). Παράλληλα, ολόκληρο τον μήνα η στάση των Ισπανών έναντι της σφριγηλής γερμανικής παρουσίας στο «δικό τους» Μαρόκο σκλήρυνε εμφανώς (εν πολλοίς με υπαιτιότητα του Βερολίνου, μια και η διείσδυση και προπαγανδιστική προβολή της γερμανικής ισχύος στην ισπανική αποικία ήταν προκλητική). Το ίδιο επί τα χείρω μεταβλήθηκε και η ισπανική στάση σε ένα άλλο ζήτημα ζωτικής σημασίας για τους Γερμανούς: πάγωσαν (προσωρινά) οι διευκολύνσεις ανεφοδιασμού του γερμανικού ναυτικού στα μητροπολιτικά νερά της χώρας η οποία, υπενθυμίζεται ότι βρέχεται τόσο από στη Μεσόγειο όσο και στον Ατλαντικό.17 Εκείνες τις μέρες έλαβαν χώρα στο Βερολίνο οι συνομιλίες Hitler – Molotov, το ναυάγιο των οποίων (με επίκεντρο τις σοβιετικές διεκδικήσεις στην Τουρκία και στον Περσικό Κόλπο) επισφράγισε την απόφαση του Hitler για την εξαπόλυση του κατακτητικού πολέμου κατά της ΕΣΣΔ το συντομότερο. Από τις γερμανοσοβιετικές συζητήσεις σταχυολογείται η αναφορά του Hitler στο υπό βρετανική κατοχή Γιβραλτάρ ως σημείου ανάσχεσης των ιταλικών κατά θάλασσα φιλοδοξιών, στις 12/11.18 Τότε ακριβώς (12/11) ο Αμερικανός ναύαρχος Stark υπέβαλε στον πρόεδρο Roosevelt περιώνυμο υπόμνημα στο οποίο εξεταζόταν 5 διαφορετικά σενάρια εισόδου των ΗΠΑ στον ευρωπαϊκό πόλεμο και προκρινόταν ως πιθανότερο εκείνο που θα έφερε τις ΗΠΑ στο πλευρό του ΗΒ να αγωνίζονται κατ’ αρχάς εναντίον των Γερμανοϊταλών και μετέπειτα και κατά των Ιαπώνων. Το υπόμνημα καθιερώθηκε να αναφέρεται ιστοριογραφικά ως «Plan Dog Memo» και οδήγησε στην υιοθέτηση της κοινής αμερικανοβρετανικης στρατιωτικής στρατηγικής το επόμενο έτος (βλ. παρακάτω). Στις θεμελιώδεις αιρέσεις για την επιτυχή έκβαση της πρώτης φάσης του πολέμου που αποσκοπούσε στην εξάλειψη της γερμανικής απειλής, ο Stark περιέλαβε ως ζωτικές προϋποθέσεις την διατήρηση του Γιβραλτάρ και της Αιγύπτου υπό βρετανικό έλεγχο.19 Στις 14 Νοεμβρίου ο Hitler επανέφερε για μία ακόμη φορά το θέμα της κατάληψης των Αζόρων, ώστε να θέσει τις ΗΠΑ σε κατάσταση ομηρίας από την άποψη των αεροπορικών βομβαρδισμών των αστικών κέντρων της ανατολικής τους Ακτής. Ο Raeder υπήρξε πιο φειδωλός αυτή τη φορά στις εκτιμήσεις του: χαρακτήρισε την επιχείρηση «παρακινδυνευμένη, αλλά με πιθανότητες επιτυχίας». Ο επικεφαλής του ΟΚΜ παρέμενε υπέρ της πρόταξης της κατάληψης των Κανάριων. Εκείνο που διέκρινε στην επιμονή του καγκελάριου να καταληφθούν οι Αζόρες, ήταν η ευκαιρία να αξιοποιήσει την εξάρτηση της εκπλήρωσης του σκοπού της επιχείρησης από την επιτυχή συνδρομή του Ναυτικού. Οι απορρέουσες ελπίδες του Α/ΓΕΝ ήταν να αρχίσει η υλοποίηση του μεγαλεπήβολου ναυπηγικού προγράμματος (του «Σχεδίου Ζ») του Kriegsmarine. Στις ιταλογερμανικές στρατιωτικές επαφές κορυφής το διήμερο 14-15 Νοεμβρίου οριστικοποιήθηκε η άρνηση των Ιταλών να συμμετάσχουν σε οποιαδήποτε ενέργεια κατά του Γιβραλτάρ.20

Ο Juan Luis Beigbeder y Atienza (στο κέντρο) την εποχή της θητείας του ως Ύπατου Αρμοστή του Ισπανικού Προτεκτοράτου του Μαρόκου, φωτογραφίζεται στο κατάστρωμα του γερμανικού θωρηκτού Admiral Graf Spee τον Μάιο του 1939 στο λιμάνι της Θέουτα. Πλαισιώνεται από τον ναύαρχο Hermann Böhm και τον κυβερνήτη του σκάφους Hans Langsdorff. Επτά μήνες αργότερα το Graf Spee αυτοβυθίστηκε στον όρμο του Μοντεβιδέο, έπειτα από σύντομη εμπλοκή με το βρετανικό βασιλικό ναυτικό.

Στις 18 Νοεμβρίου, οι υπουργοί Eξωτερικών της Ιταλίας και της Ισπανίας προσήλθαν στο Μπερχτεσγκάντεν για συνομιλίες με τους Hitler – Ribbentrop (σε εξ αναβολής συνάντηση που είχε αρχικά οριστεί για τις 11 του μήνα), η πορεία των οποίων θεωρήθηκε υπεύθυνη για τον καταποντισμό των σχεδίων κατάληψης του Γιβραλτάρ: οι Γερμανοί επέμειναν να μην παρέχουν στους Ισπανούς τις ποθητές γραπτές εγγυήσεις κατάληψης του γαλλικού Μαρόκου, ενώ αφετέρου απαίτησαν την έναρξη της επίθεσης για την κατάληψη του Γιβραλτάρ «εντός 6, το πολύ 8 εβδομάδων». Ο Hitler δικαιολογήθηκε ότι αν το γαλλικό Μαρόκο καταλαμβανόταν, αυτό θα πυροδοτούσε την αποστασία όλων των υπόλοιπων γαλλικών αποικιών «προς το ΗΒ, τον De Gaulle και τις ΗΠΑ». Αποξένωση των Ισπανών προξένησε η αποκάλυψη (απ’ τον ίδιο τον καγκελάριο) ότι αντιμετώπιζε το Γιβραλτάρ ως απλό σημείο περαίωσης στρατευμάτων προς το Μαρόκο. Το ζήτημα είχε διαστάσεις quid pro quo («Μαρόκο έναντι Γιβραλτάρ»), όμως μόνον για τους Ισπανούς. Όπως το έθεσε με καθ’ υπερβολή ωμότητα ο Hitler, υπ’ αυτό το πρίσμα θα προτιμούσε το Γιβραλτάρ να παρέμενε σε βρετανικά χέρια και οι αποικιακές κτήσεις της Γαλλίας στην Αφρική υπό τον έλεγχο του Vichy. Από πλευράς του, ο Suñer επικαλέστηκε την κούραση της Κοινής Γνώμης της χώρας του από τον πρόσφατο Εμφύλιο, τα υπαρκτά οικονομικά προβλήματα (που δεν είχαν εντούτοις μετριάσει τον παρακλητικό οίστρο των Ισπανών να εισέλθουν στον πόλεμο, 4 μήνες νωρίτερα) και την σχετικότητα της αποπομπής των Βρετανών από τη Μεσόγειο για όσο κατείχαν το Σουέζ, ακόμη κι αφότου θα είχαν εκδιωχθεί από το Γιβραλτάρ. Οι Γερμανοί μνημόνευσαν το πρωτόλειο του πρωτοκόλλου του Αντάι , χωρίς αποτέλεσμα: οι Ισπανοί αρνούνταν να ορίσουν ημερομηνία εισόδου τους στη σύρραξη. Αυτό το κολοβό έγγραφο ήταν που συνομολόγησαν τότε, διατηρώντας ουσιαστικά πλήρη ελευθερία κινήσεων. Οι συζητήσεις έκλεισαν με την εξέταση τεχνικών λεπτομερειών (της αποστολής γερμανικών ενισχύσεων στη φρουρά των Καναρίων, του τύπου πυροβολικού που θα εγκαθίστατο στο Γιβραλτάρ μετά την κατάληψή του κλπ), ενώ το πολιτικό πρόβλημα σοβούσε ακέραιο.21 Την ίδια ημέρα (18/11), ο Hitler εξέδωσε την Οδηγία Αρ. 18, στο πλαίσιο της οποίας ο αρχηγός του στρατού διατασσόταν να ξεκινήσει προετοιμασίες κατάληψης του ελληνικού ηπειρωτικού εδάφους «βορείως του Αιγαίου» ώστε η Luftwaffe να αποκτήσει επιθετικές βάσεις για δράση στην ανατολική Μεσόγειο (μοίρες της άλλωστε μεταστάθμευσαν στην ιταλοκρατούμενη Ρόδο πριν εκπνεύσει το έτος, με πρωτεύουσες αποστολές την προσβολή ναυτικών στόχων και την αεροναρκοθέτηση του Σουέζ) και παράλληλα για να διευρυνθεί η περίμετρος ασφάλειας των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας έναντι αεροπορικών βομβαρδισμών. Η Οδηγία ξεκινούσε με αναφορά στη Γαλλία του Vichy, για την οποία προβλεπόταν η «ενεργητική ουδετερότητά της» σε πρώτη φάση, ώστε να μην αποσχισθούν περισσότερες αποικίες της. Το κύριο αντικείμενο όμως της Οδηγίας Αρ. 18 ήταν η περιγραφή της «Επιχείρησης Felix» για την γερμανική επέμβαση στην Ιβηρική, που θα είχε δύο κύριους σκοπούς: την κατάληψη του Γιβραλτάρ και την αδρανοποίηση κάθε βρετανικής απόπειρας κατάληψης των νησιών του Ατλαντικού υπό ισπανική και πορτογαλική κατοχή. Στελέχη των αρμόδιων υπηρεσιών θα συνέλεγαν τις πιο πρόσφατες πληροφορίες όσο πλησιέστερα γινόταν αλλά κι εντός του ίδιου του Γιβραλτάρ, στρατεύματα θα συγκεντρώνονταν μυστικά σε σχετική απόσταση από την γαλλοϊσπανική μεθόριο, η Luftwaffe θα επιτίθετο αιφνιδιαστικά εξορμώντας από γαλλικά αεροδρόμια (ο Hitler δεν αποσαφήνισε αν εννοούσε τις αεροπορικές βάσεις στο μητροπολιτικό γαλλικό έδαφος ή αν σκόπευε να αξιοποιήσει και εκείνες στη Βόρειο Αφρική), απερίφραστα όμως οριζόταν ότι τα αεροσκάφη εκείνα θα προσγειώνονταν μετά σε ισπανικά αεροδρόμια. Πρόσθετες χερσαίες δυνάμεις θα τελούσαν σε ετοιμότητα προέλασης στο έδαφος της Πορτογαλίας, εάν διαπιστώνονταν βρετανικές προθέσεις απόβασης εκεί, ενώ μία ακόμη μικρή στρατιωτική δύναμη θα ήταν έτοιμη να συνδράμει τους Ισπανούς αμυντικά, σε περίπτωση βρετανικής αντεπίθεσης επί ισπανικού εδάφους και μοίρες πυροβολικού θα προωθούνταν ταχέως επί των ισπανικών ακτών για να προσθέσουν ισχύ πυρός στους αμυνόμενους Ισπανούς. Αμέσως μετά τις αεροπορικές επιδρομές, τα γερμανικά στρατεύματα θα προέλαυναν μέσω ισπανικού εδάφους (θα ήταν μηχανοκίνητα σε ικανό βαθμό, λόγω του φτωχού σιδηροδρομικού κι οδικού δικτύου της χώρας) και θα έφθαναν στη γραμμή εξόρμησης. Μεγαλύτερες δυνάμεις της Luftwaffe θα προωθούνταν τότε σε ισπανικά αεροδρόμια, με σκοπό την απομόνωση του πεδίου της μάχης πριν την τελική επίθεση στη βρετανική βάση, προσβάλλοντας το Royal Navy και παρέχοντας εγγύς υποστήριξη στις χερσαίες μονάδες εφόδου. Ένα 24ωρό νωρίτερα, το πυροβολικό που θα είχε ήδη αναπτυχθεί, θα αναλάμβανε να κονιορτοποιήσει όλα τα προαποφασισμένα σημεία ενδιαφέροντος της βρετανικής άμυνας. Γερμανικά υποβρύχια που θα ενέδρευαν έξω απ’ το Γιβραλτάρ (τόσο τη βάση, όσο και το Στενό) θα βύθιζαν όσες μοίρες του βρετανικού ναυτικού προσπαθούσαν να διαφύγουν.22

Operation Felix

Ενσωματώνοντας την απόφαση της πρόσφατης γερμανοϊταλικής διαβούλευσης, δεν προβλεπόταν ιταλική ανάμιξη στις επιχειρήσεις. Το Γιβραλτάρ θα καταλαμβανόταν «με ή χωρίς ισπανική αρωγή», πάντως ρητά καθοριζόταν ότι εν συνεχεία οι Ισπανοί θα βοηθιούνταν να σφραγίσουν τη δυτική έξοδο της Μεσογείου. Σχετικά με τα νησιά του Ατλαντικού, συστηνόταν στους αρχηγούς του ναυτικού και της αεροπορίας να εξετάσουν τη σκοπιμότητα κατάληψης σε πρώτη φάση των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου και την παροχή βοήθειας στους Ισπανούς για την υπεράσπιση των Κανάριων. Ο Hitler ζητούσε ακόμη να σταθμιστούν τα πλεονεκτήματα και οι κίνδυνοι που θα απέρρεαν από την κατάληψη των υπό πορτογαλική κατοχή νησιωτικών συμπλεγμάτων της Μαδέιρας και των Αζόρων.23 Επανερχόμενος, προσέθεσε δύο μεραρχίες τεθωρακισμένων και μία μηχανοκίνητη στα σχέδια ανάσχεσης τυχόν βρετανικής απόβασης στην Πορτογαλία.

Βυθομετρικός χάρτης της ευρύτερης περιοχής του Στενού του Γιβραλτάρ (Πηγή: Global Ocean Associates, An Atlas of Oceanic Internal Solitary Waves, Strait of Gibraltar. Prepared for the Offive of Naval Research – Code 322 PO, February 2004).

 

 

[Συνεχίζεται]

 

 

Ο Νίκος Χατζηϊωακείμ είναι Διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει συγγράψει δυο βιβλία σχετικά με τη στρατιωτική ιστορία της σύγχρονης Κύπρου και το Μεσανατολικό και το Ψυχροπολεμικό υπόβαθρο της μεταπολεμικής ιστορίας του νησιού, μονογραφίες κι άρθρα στρατιωτικής Ιστορίας. Διδάσκει αντικείμενα της ειδίκευσής του στη Σχολή Πολέμου του Π.Ν. από το 2008 και στην αντίστοιχη της Π.Α. από το 2016.

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

 

1. N. J. W. Goda 1993 ibid σ 302.

2. H. Herwig 1971 op cit σ 657, K. G. Weiss 1980 op cit σ 6, H. H. Herwig, The Failure of German Sea Power, 1914– 1945: Mahan, Tirpitz, and Raeder Reconsidered, The International History Review, Vol. 10, Iss. 1 (1988), σ 101, N. J. Goda 1993 ibid σσ 303-304, G. Schreiber 1995 op cit σσ 212-217, S. G. Payne 2008 op cit σσ 80-81.

3. R. Wigg 2005 op cit σσ 4-5, 18.

4. Roskill 1977 op cit σσ 161-169, M. Simpson 1997 op cit σ 66, M. Simpson 2004 op cit σ 176, M. Murfett, Naval Warfare 1919-1945 /An operational History of the volatile war at sea, Abingdon – N. York: Routledge, 2009, σσ 88-89.

5. D. Smyth 1986 op cit σσ 87-90, P. Preston, Franco and Hitler: the myths of Hendaye 1940, Contemporary European History, Vol. 1, Iss. 1, 1992, σσ 5-7, N. J. W. Goda 1993 op cit σ 304, N. J. W. Goda 1998 op cit σσ 177-178, S. G. Payne 2008 op cit σσ 82-83, M. H. Murfett, Casting Doubt on the Inevitability Syndrome, στο M. H. Murfett (επιμέλ.), Imponderable but Not Inevitable / Warfare in the 20th Century, Santa Barbara-Denver-Oxford: ABC-Clio, 2010, σσ 18- 19, D. W. Pike 2008 op cit σ 41.

6. J. Garcia 1979 op cit σ 11, N. J. W. Goda 1993 ibid σ 303, N. J. W. Goda 1998 ibid σσ 177-178.

7. D. Smyth 1986 op cit σσ 47-50, 95-96.

8. Ενδεικτικά: Captain (RN –Retd) S. W. Roskill, The Strategy of Sea Power /Its Development and Application, London: Collins, 1962, σ 166, J. Garcia 1979 op cit σ 31, D. W. Pike 2008 op cit σ 52, M. H. Murfett, 2009 op cit σσ 90, 98. Λόγω του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει το πολιτικό υπόβαθρό της, η «Επιχείρηση Menace» θα αναλυθεί σε ξεχωριστό άρθρο.

9. N. J. W. Goda 1993 op cit σσ 304-305.

10. J. Garcia 1979 op cit σ 12, P. Preston 1992 op cit σ 6, N. J. W. Goda 1998 op cit σ 179, D. W. Pike 2008 op cit σ 42.

11. H. H. Herwig 1971 op cit σσ 657-658, D. Smyth 1986 op cit σ 141, G. Schreiber 1995 op cit σσ 220-223.

12. H. Herwig 1971 ibid σ 658, J. Garcia 1979 op cit σσ 15, 31, D. Smyth 1986 ibid σσ 97-98, G. Schreiber 1995 ibid σ 224, S. G. Payne 2008 op cit σσ 99-100. Υφίσταται καλογραμμένο άρθρο στα ελληνικά, σχετικά με λεπτομέρειες των επίμαχων γερμανικών σχεδίων εκπόρθησης του «Βράχου», ατυχώς χωρίς παραπομπές σε πηγές: Γ. Δούκας, Επιχείρηση «Φέλιξ» /το γερμανικό σχέδιο για την κατάληψη του Γιβραλτάρ, Πόλεμος & Ιστορία, τ. 12, 1998, ειδικά βλ. σσ 72-74.

13. M. Simpson 1997 op cit σ 65, D. Smyth, The politics of asylum, Juan Negrin and the British Government in 1940 στο R. Langhorne (επιμέλ.) op cit σ 138.

14. Είχαν συστηθεί στη Θέουτα το 1923 και συμπολεμήσει στην καταστολή της ηρωικής Μαροκινής εξέγερσης κατά τον 3ο Πόλεμο του Ριφ, το 1925 (όταν οι δύο ανταγωνίστριες Δυνάμεις παραμέρισαν ευκαιριακά τον αβυσσαλέο διαγκωνισμό τους και συνέπραξαν αναπτύσσοντας εκατοντάδες χιλιάδες ανδρών, καταφεύγοντας σε αποβάσεις με χρήση τεθωρακισμένων, εκτεταμένους αεροπορικούς βομβαρδισμούς και ρήψη χημικών όπλων, πριν καταφέρουν να καταβάλουν το επταετούς συνολικά διάρκειας επιτυχές αντάρτικο των υστερούντων από κάθε άποψη ορεσίβιων εξεγερμένων) ˙ πιο πρόσφατα, το 1939, ο Pétain είχε υπηρετήσει ως πρεσβευτής της Γαλλίας στη Μαδρίτη

15. Η αρχειακή τεκμηρίωση όλων των παραπάνω συναντήσεων παρουσιάζει σοβαρά κενά. Ακόμη και η παραδοχή της ύπαρξης του ισπανογερμανικού πρωτοκόλλου συνέβη μετά τον θάνατο του Οι συζητήσεις έλαβαν χώρα απουσία των εκατέρωθεν διαπιστευμένων διπλωματών και με ιδιαιτερότητες από πλευράς της παρουσίας μεταφραστών. Εκτενείς αναφορές στις γαλλογερμανικές και τις ισπανογερμανικές επαφές των ημερών, απαντώνται μεταξύ άλλων στα: J. Garcia 1979 op cit σσ 12-13, P. Preston 1992 op cit σσ 3-4, 8-14, N. J. W. Goda 1993 op cit σ 305, G. Schreiber 1995 op cit σσ 190-195, N. J. W. Goda 1998 op cit σσ 180-181, S. G. Payne 2008 op cit σσ 89-94, 99, D. W. Pike 2008 op cit σσ 41-44, 47, R. L. Miller (εισαγωγή – επιμέλ.), Hitler at War /Meetings and Conversations 1939-1945, N. York: Enigma Books, 2015, σσ 81-110, E. Moradiellos 2018 op cit σσ 57-58. Ειδικά για την διάσταση της εκδοχής της ενημέρωσης του Franco από τον Canaris, βλ. το έργο του βρετανού δημοσιογράφου J. Colvin, του οποίου η μετάφραση στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 1960 ως: J. Colvin (με πρόλογο από τον L. Rivet, πρώην επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών του γαλλικού ΓΕΕΘΑ -Deuxième Bureau de l’État-major général), Φον Κανάρης /Το Αίνιγμα του θρυλικού Αρχηγού της γερμανικής Αντικατασκοπίας, Θεσσαλονίκη: Εστία του Βιβλίου, 1960, σσ 129-134. Το πιθανότερο είναι να πρόκειται μετάφραση αναθεωρημένης έκδοσης του J. Colvin, Master spy / The incredible story of Admiral Wilhelm Canaris, who, while Hitler’s chief of intelligence, was a secretly ally of the British , New York: McGraw-Hill, 1951. Για πιο πρόσφατη αναπαραγωγή της ίδιας (πιστευτής) άποψης, βλ. Ενδεικτικά: J. Bryden, Fighting to Lose: How the German Secret Intelligence Service Helped the Allies Win the Second World War, Toronto: Dundurn Press, 2014.

16. D. Smyth 1986 op cit σσ 105-106, G. Schreiber 1995 ibid σσ 195-196, 226-230, D. W. Pike 2008 ibid σ 15, R.L.Miller (εισαγωγή – επιμέλ.) 2015 ibid σσ 111-126.

17. Smyth 1986 ibid σ 111, P. Preston 1992 op cit σ 15, N. J. W. Goda 1993 ibid σ 307, N. J. W. Goda 1998 ibid σσ 184-185, D. W. Pike 2008 ibid σ 20, S. G. Payne 2008 op cit σσ 94-95, 100.

18. Tο θέμα είναι κομβικής σημασίας και δεν αναλύεται περαιτέρω στην παρούσα μελέτη. Για μία εισαγωγική προσέγγισή του με βάση δημοσιευμένο αρχειακό υλικό, βλ. ενδεικτικά: R. J. Sontag and J. S. Beddie (επιμέλ.), NAZI- SOVIET RELATIONS, 1939-1941 /Documents from the Archives of the German Foreign Office, Washington DC: Government Printing Office, Department of State Publication 3023, 1948, σ 229, R. L.Miller (εισαγωγή – επιμέλ.) 2015 op cit σ 132.

19. A. N. Buchanan, “We Have Become Mediterraneanites” Washington’s Grand Strategy in the Mediterranean, 1940– 1945, unpublished PhD Thesis, Graduate School-New Brunswick Rutgers, The State University of New Jersey, 2011, σσ 23-24.

20. H. Herwig 1971 op cit σ 658, G. Schreiber 1995 op cit σσ 233-235.

21. Garcia 1979 op cit σ 33, N. J. W. Goda 1993 op cit σσ 306-307, G. Schreiber 1995 ibid σσ 193-194, N. J. W. Goda 1998 op cit σσ 181-182, S. G. Payne 2008 op cit σσ 101-102.

22. Προφανώς εννοείτο ότι τα υποβρύχια θα περιπολούσαν στον Ατλαντικό, αλλά κυρίως εντός της Μεσογείου, ακριβώς έξω από την βάση (ειδάλλως δεν είχε νόημα η ενέδρα: τα βρετανικά σκάφη θα προσπαθούσαν να φτάσουν στον ναύσταθμο της Αλεξάνδρειας). Για να απειληθούν οι εν λόγω πλόες σε ανοικτή θάλασσα θα έπρεπε να υλοποιηθεί ένα σενάριο πέραν κάθε πολιτικής φαντασίας (να συνέπρατταν οι Γάλλοι του Vichy με τους Ιταλούς και να έχουν συντονίσει εκ των προτέρων αεροναυτικές δράσεις ολκής ˙ αυτό δεν κατορθώθηκε καν επαρκώς, μεταξύ των θεωρητικά εν όπλοις συμμάχων γερμανοϊταλών, καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου στη Μεσόγειο). Τα πλησιέστερα στην επιφάνεια ρεύματα στο σημείο συνάντησης του Ατλαντικού με τη Μεσόγειο κινούνται τόσο προς Ανατολάς όσο και προς Δυσμάς, εξαρτώμενα από πολλούς παράγοντες (κυρίως την θερμοκρασία, την αλατότητα και την πίεση του νερού, τους ανέμους, τις φάσεις κίνησης των ουράνιων σωμάτων, την εποχή και το ρυθμό εξάτμισης των Μεσογειακών νερών που συνήθως υπερβαίνει τις εκβαλλόμενες ποσότητες των ποταμών). Στο μέσο του Στενού, ισχυρότερο κι επικρατέστερο χρονικά είναι το πρώτο (το προς Ανατολάς), το οποίο εκτείνεται σε όλο το ανώτερο μέρος της υδάτινης στήλης, επιτρέποντας την σχετικά ασφαλή κίνηση υποβρυχίων εν καταδύσει με σβηστές μηχανές και κατ΄ επέκταση παραμένοντας ανεντόπιστα από sonar. Τα πολύ υψηλότερης αλατότητας μεσογειακής προέλευσης ύδατα, ως βαρύτερα, εξέρχονται με αντίθετη φορά, δημιουργώντας κατώτερο (εγγύτερα προς τον πυθμένα) υποθαλάσσιο ρεύμα προς Δυσμάς και μάλιστα διατηρώντας για τα πρώτα μίλια την θερμότητά τους ενόσω η πυκνότητά τους εξισώνεται. 25 χλμ δυτικά του Στενού του Γιβραλτάρ, υφίσταται φυσική έξαρση του βυθού (το «Camarinal Sill») που επιδρά κι αυτή στα ρεύματα και η οποία θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την εγκατάσταση δικτύου υδρόφωνων (ηχοεντοπιστών παθητικής λειτουργίας) στα υφαλοπρανή εκείνου του σημείου, επιτρέποντας την εξονυχιστική επιτήρηση των εισερχομένων κι εξερχομένων υποβρυχίων, όμως η τεχνολογία της περιόδου διερχόταν ακόμη τα στάδια ωρίμανσης: ούτε καν οι φερόμενες στους υδροδυναμικούς θόλους των τροπίδων των σκαφών επιφανείας (ASDIC – τα ενεργητικά sonar της εποχής) δεν είχαν επαρκή εμβέλεια. Από τον Σεπτέμβριο του 1941 μέχρι το Μάιο του 1944, 62 συνολικά γερμανικά υποβρύχια εισήλθαν στη Μεσόγειο μέσω του Στενού του Γιβραλτάρ (ορισμένα από αυτά συγκρότησαν τον 23ο Στολίσκο με ορμητήριο την κατειλημμένη Σαλαμίνα, απ’ τον Σεπτέμβριο του 1941 ως τον Μάιο του 1942, ενώ μεμονωμένα υποβρύχια παρέμειναν εκεί ως τα τέλη του 1943), 9 εντοπίστηκαν και βυθίστηκαν, ενώ άλλα 10 εντοπίστηκαν και υπέστησαν ζημιές εξαναγκαζόμενα να εγκαταλείψουν την προσπάθειά τους (αυτό ήταν το τίμημα των πλόων πλησιέστερα στην επιφάνεια: μπορούσαν να εντοπιστούν ευκολότερα από συγκεκριμένη κατηγορία αισθητήρων, εκείνων που ανιχνεύουν μαγνητικές ανωμαλίες –MAD). Σύντομη, εισαγωγική αναφορά στα θεμελιώδη των συνθηκών στο Στενό από την άποψη της Φυσικής Ωκεανογραφίας, ενδεικτικά: P. G. Pierpaoli Jr., Gibraltar, Strait of, στο S.C. Tucker, WORLD WAR II / The Definitive Encyclopedia and Documents Collection, Vol. I, Santa Barbara- Denver: ABC-Clio LLC, 2016, σσ 698-699. Βλ. επίσης: M. Simpson 1997 op cit σ 70.

23. Στην επίμαχή Οδηγία ο Hitler καταπιανόταν και με άλλα θέματα (την σχεδιαζόμενη επίθεση κατά της ΕΣΣΔ και την εν καιρώ επανεξέταση των σχεδίων απόβασης στα μητροπολιτικά νησιά του ΗΒ, καθώς και την πορεία των ιταλικών επιχειρήσεων στο βορειοαφρικανικό έδαφος): R. Trevor-Roper, Hitler’s War Directives 1939-1945, London: Sidgwick and Jackson, 1964, σσ 39-43.

 

Νίκος Χατζηϊωακείμ: Ο «Βράχος» που απέβη Βρόγχος. Η επίδραση του Γιβραλτάρ στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντιμαχόμενων κατά την πρώτη διετία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Μέρος Α΄)

Νίκος Χατζηϊωακείμ 

Ο «Βράχος» που απέβη Βρόγχος. Η επίδραση του Γιβραλτάρ στους στρατηγικούς σχεδιασμούς των αντιμαχόμενων κατά την πρώτη διετία του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (Μέρος Α΄)

 

Εισαγωγικά

Η κατοχή κρίσιμης σημασίας αμφιγείωναποτέλεσε παραδοσιακά ζωτική προϋπόθεση ασφαλούς ανάπτυξης δραστηριοτήτων της εμπορικής ναυτιλίας και ορμητήριο της δράσης ενός πολεμικού ναυτικού. Γνωστή τοποθεσία αυτής της κατηγορίας είναι η χερσόνησος του Γιβραλτάρ, στο ανατολικό άκρο του κόλπου Algeciras, έκτασης 6,7 τετρ. χλμ, προστατευμένη από την βόρεια στεριά με την οποία ενώνεται μέσω επίπεδου, αμμώδους ισθμού μήκους ~1 χλμ, που καταλήγει σε έξαρση υψομέτρου χαμηλού βουνού (κορυφή: 426 μ.), εξ ου το προσωνύμιο «Βράχος» –The Rock» κι εποπτεύει το προς Δυσμάς απώτατο σημείο επικοινωνίας της Μεσογείου με άλλες μείζονες θαλάσσιες εκτάσεις, το ομώνυμο Στενό, εύρους 7,7 νμ στο στενότερο σημείο του.2 Κατά την αρχαιότητα επισκιάστηκε από το μοναδικό άλλο φυσικό άνοιγμα της Μεσογείου, το βορειοανατολικό, που με σημεία αναφοράς τις λεκάνες της θάλασσας του Μαρμαρά και την Αζοφική, αποτέλεσε μείζονα εκμεταλλεύσιμη έκταση (την πλούσια σε φυσικούς πόρους Μαύρη θάλασσα, που επέτρεπε επικοινωνία με κατοικημένες ακτές και παρείχε επικοινωνιακές οδεύσεις προς ενδοχώρα, ενώ και η ίδια η επίμαχη θάλασσα προσέφερε διατροφικούς θησαυρούς εύκολης αλιείας). Το Γιβραλτάρ απέκτησε την αίγλη του από την εποχή της ανάδυσης της ποντοπόρου ναυτιλίας κατά τον ύστερο Μεσαίωνα αποτέλεσε έκτοτε αδιαφιλονίκητο δέλεαρ, αξιολόγηση που ενισχύθηκε περαιτέρω μετά τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ, ως οι δύο παρυφές οριοθέτησης της σημαντικότερης ίσως εμπορικής κι ευρύτερα επικοινωνιακής αρτηρίας των νεώτερων ευρωπαϊκών Χρόνων. Η Μεσόγειος παρέχει μία αναντικατάστατη δέσμη Θαλασσίων Οδών Διέλευσης (ΘΟΔ ), με το Γιβραλτάρ, τις Βαλεαρίδες, τη Μάλτα, τα διπλά Στενά της Σικελίας (Μεσσήνης και Παντελλερίας-Χαμμαμέτ), το αντίστοιχο του Οτράντο, την Ζάκυνθο, την Κρήτη, τα Στενά Ελλησπόντου- Βοσπόρου, το Στενό του Κέρτς στη Μαύρη Θάλασσα, την Κύπρο και το Σουέζ να την οριοθετούν ως σημεία ελέγχου.

Johannes Covens en Cornelis Mortier, The Harbor and Strait of Gibraltar (1710).

Η σημασία κατοχής ενός σημείου ελέγχου μίας θαλάσσιας λεωφόρου τέτοιας ολκής και ταυτόχρονα τιθάσευσης ενός μεμονωμένου ανταγωνιστή (της Ισπανίας, της Γαλλίας) ή συνδυασμού αυτών των δύο για τον έλεγχο των Ωκεανών, αποτυπώθηκε στην προσοχή με την οποία το περιέβαλλε η Βρετανική Αυτοκρατορία και οδήγησε στην κατάληψη του Γιβραλτάρ κι αργότερα της Μάλτας. Η υλοποίηση της βρετανικής στρατηγικής ολοκληρώθηκε με την κατοχή των Επτανήσων και της Κύπρου στις αρχές και στα τέλη του 19ου αιώνα. Προηγουμένως, από τα μέσα του 15ου αιώνα (1462) και για τους επόμενους 2,5 αιώνες, το Γιβραλτάρ είχε περιέλθει στην κυριαρχία των Ισπανών, οι οποίοι το κατέλαβαν από τους Μαυριτανούς, που ήταν κύριοι του μετά το 711. Η Χανσεατική Ένωση και το Αγγλικό βασίλειο εμφανίστηκαν στην Μεσόγειο την ίδια περίοδο, αξιοποιώντας κατά κόρον το ισπανικό Γιβραλτάρ ως σημείο διέλευσης,4 το οποίο όμως άλλαξε χέρια έπειτα από την επιτυχή συνδυασμένη δράση βρετανικών και ολλανδικών μοιρών το 1704, μία μεταβολή που έλαβε χαρακτήρα μονιμότητας με την Συνθήκη της Ουτρέχτης εννέα χρόνια αργότερα. Οι Βρετανοί επέκτειναν σημαντικά τις προϋπάρχουσες αραβικές και ισπανικές οχυρώσεις, οι οποίες ενίσχυαν την δυσπρόσιτη, φυσικά οχυρή θέση του. Ο συνδυασμός ισθμού – βουνού, καθιστούσε τον «Βράχο» πρακτικά απόρθητο για όποια δύναμη τον κατείχε, εφόσον διέθετε ναυτική υπεροχή. Διαρκείς έκτοτε απόπειρες ανακατάληψής του από ισπανικής πλευράς (στρατιωτικά κυρίως μεταξύ 1779-1783), στάθηκαν μονίμως ανεπιτυχείς κι αντιθέτως οδήγησαν στην επέκταση της βρετανικής περιμέτρου ασφαλείας (ο ισθμός κατέχεται από το 1814, αν και δεν περιλαμβανόταν στη Συνθήκη της Ουτρέχτης και σε εκείνο το σημείο, το μόνο πρόσφορο για τέτοια χρήση, αποπερατώθηκε διάδρομος αποπροσγειώσεων, ο οποίος επεκτάθηκε αργότερα, τον Οκτώβριο του 1941).5 Όπως προσφυώς παρατηρήθηκε, μετά την σταδιακή παρακμή της Βενετίας και των υπόλοιπων ιταλικών πόλεων, η Μεσόγειος βρέθηκε να ελέγχεται από «εξωΜεσογειακές» δυνάμεις για πρώτη φορά στη μακραίωνη Ιστορία της, κατάσταση που συνεχίστηκε αδιάλειπτα μέχρι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

John Singleton Copley, Siege and Relief of Gibraltar (1810).

Κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ο «Βράχος» υπήρξε έδρα ελαφρών μονάδων περιπολίας, επιτήρησης και συνοδείας νηοπομπών του βρετανικού πολεμικού ναυτικού, με αμερικανική συνεισφορά μετά το 1917. Την εποχή εκείνη η βάση διέθετε ολιγάριθμο πυροβολικό, πάντως το λιμάνι της είχε αποκτήσει μέσα παθητικής άμυνας έναντι των ύφαλων όπλων (ναρκών και τορπιλών). Την μεσοπολεμική περίοδο, λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων, οι Βρετανοί εξέτασαν την προοπτική ανταλλαγής του Γιβραλτάρ με τον ισπανικό θύλακα της Θέουτα (στις Μεσογειακές ακτές του ισπανικού Μαρόκου), για να μετεγκατασταθεί εκεί η μεγάλη βρετανική βάση. Ο Ισπανός δικτάτορας Primo de Rivera, ο οποίος θεωρούσε την αδυναμία εκδίωξης των Βρετανών απ’ το Γιβραλτάρ «εξευτελιστικό σύμπτωμα γενικότερης απραγίας», αντιμετώπισε ευνοϊκά το σενάριο, τελικά όμως αυτό προσέκρουσε στην αντίθεση της Κοινής Γνώμης και του κοινοβουλίου του ΗΒ. Την επόμενη δεκαετία το Στενό και η βρετανική βάση διατήρησαν αλώβητη την αίγλη τους: ενδεικτικά, στους περισσότερους ιαπωνικούς χάρτες στρατηγικού ενδιαφέροντος (χώρας με πλανητικές φιλοδοξίες και πανίσχυρη ναυτιλία κάθε κατηγορίας), από όλη την Ιβηρική χερσόνησο, το μόνο σημείο που θεωρείτο άξιο αποτύπωσης ήταν το Γιβραλτάρ. Η χρήση του «Βράχου» όμως ως έδρας βαρέων μονάδων μάχης παρέμεινε εξαιρετικά περιορισμένη, όπως και κατά την περίοδο του Α΄ Παγκόσμιου, με το ίδιο σκεπτικό: η δύναμη που εγγυάτο την κατά βούληση αξιοποίηση της δυτικής Μεσογείου ήταν η (σύμμαχος πλέον) Γαλλία και οι μοίρες του ισχυρού πολεμικού της ναυτικού που ναυλοχούσαν στις μεγάλες βάσεις της Τουλών (στις μεσογειακές ακτές της μητροπολιτικής Γαλλίας) και του Μερς-ελ-Κεμπίρ (στην υπό γαλλική κατοχή αποικία της Αλγερίας).6

Στις αρχές του 20ού αιώνα, την επαύριον της απώλειας των Φιλιππίνων και της Κούβας, το ισπανικό ναυτικό έμεινε μικρό: ήταν χρήσιμος μεν βραχίονας υλοποίησης οιουδήποτε αναθεωρητισμού /επεκτατισμού που τυχόν υλοποιείτο προς την Αφρική, αλλά όχι απαραίτητος λόγω της ιδιόμορφης γεωγραφικής διαμόρφωσης, καθώς μεταξύ ηπειρωτικής Ισπανίας – Μαρόκου παρεμβάλλονται περιορισμένες θαλάσσιες εκτάσεις. Σημαντικότερος ήταν ο ρόλος του ναυτικού σε ό,τι αφορούσε τα νησιωτικά συμπλέγματα που είχαν μείνει υπό ισπανική κατοχή στον ανατολικό Ατλαντικό. Ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα ναυτικού επανεξοπλισμού είχε ξεκινήσει πριν την έναρξη τον Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, το οποίο, παρά τα οικονομικά προβλήματα, απέφερε ενδιαφέρουσες μονάδες ισπανικής κατασκευής σε βάθος χρόνου (τα κρατικά ναυπηγεία είχαν ιδιωτικοποιηθεί και πωληθεί σε βρετανοϊσπανική κοινοπραξία). Μέχρι τις παραμονές της έναρξης του Εμφυλίου είχαν καθελκυστεί και τεθεί σε υπηρεσία 2 μικρά θωρηκτά, 2 βαριά και 3 ελαφρά καταδρομικά, άνω των 20 σύγχρονων αντιτορπιλικών και 12 υποβρύχια. Το Ναυτικό διχάστηκε μετά το ξέσπασμα του Εμφυλίου, με την πλειοψηφία του να μένει πιστή στη νόμιμη κυβέρνηση, πάντως φθάρθηκε σημαντικά στη διάρκειά του, παρόλο που οι μεν Δημοκρατικοί αξιοποίησαν πολύ επιφυλακτικά το δικό τους φοβούμενοι απώλειες, οι δε Εθνικιστές (που προοδευτικά έφτασαν να διαθέτουν σημαντικές μονάδες και βάσεις) έλαβαν σημαντική ξένη ναυτική συνδρομή, κυρίως γερμανική, αλλά και ιταλική (σε υποβρύχια). Οι Δημοκρατικοί, αν και αρχικά έσπευσαν να αποκλείσουν για τους αντιπάλους τους το Στενό του Γιβραλτάρ, εν συνεχεία το άφησαν σχεδόν αφύλακτο, με αποτέλεσμα οι Εθνικιστές να καταφέρουν να περαιώσουν μέσω αυτού σημαντικό αριθμό αξιόμαχων στρατευμάτων από το Μαρόκο στο μητροπολιτικό έδαφος. Οι Βρετανοί έμειναν αμέτοχοι στα τεκταινόμενα (όπως και οι Γάλλοι). Κατά την διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου οι Ιταλοί ανέπτυξαν ναυτική επιθετική δράση στις Βαλεαρίδες προς όφελος των Εθνικιστών συμμάχων τους και προσπάθησαν να αποσπάσουν από τη νόμιμη Δημοκρατική κυβέρνηση το μόνο νησί του συμπλέγματος που παρέμεινε νομιμόφρον, τη Μινόρκα.7 Βάσει μυστικής συμφωνίας που συνάφθηκε μεταξύ της Ιταλίας και των Εθνικιστών (26/11/1936), οι τελευταίοι δεσμεύονταν πως αν κέρδιζαν θα υιοθετούσαν ευμενώς ουδέτερη στάση έναντι της Ιταλίας σε περίπτωση εμπλοκής της σε διενέξεις με «άλλες Δυνάμεις». Αργότερα, στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η ιταλική πολεμική αεροπορία RAI εξαργύρωσε εκείνη τη βοήθεια, όταν χρειάστηκε κατά τις σποραδικές επιθέσεις που εξαπέλυσε με στόχο τη βρετανική βάση στο Γιβραλτάρ.

Gibraltar during the Spanish Civil War

Στις προγραμματικές επιδιώξεις του Franco μετά την επικράτησή του στον ισπανικό Εμφύλιο, η ανάκτηση του Γιβραλτάρ περιλαμβανόταν μεν, αλλά χωρίς να τονίζεται. Όπως ανέφερε σε Πορτογάλο διπλωμάτη, ο «εδαφικός ωφελιμισμός του θα ήταν πιο πολύ πραγματιστικός παρά προγραμματικός και η εξωτερική του πολιτική θα διεπόταν περισσότερο από γεωγραφικά παρά ιδεολογικά κριτήρια». Το νέο καθεστώς εξέφρασε τις αναθεωρητικές του απόψεις σχετικά με το Γιβραλτάρ αρχικά μέσω του Τύπου. Τον Αύγουστο του 1939 συγκροτήθηκε Επιτροπή με σκοπό τη δημιουργία επιθετικών βάσεων στο νότο της χώρας ως αφετηριακών σημείων για την εκπομπή επίθεσης, σύντομα όμως έγινε δεκτό ότι λόγω των βρετανικών οχυρώσεων θα ήταν προτιμότερο να εφαρμοστεί μακροχρόνιος αποκλεισμός τους. Μόλις ξέσπασε ο πόλεμος στην Ευρώπη, ο Franco έσπευσε να διαβεβαιώσει τις ΗΠΑ ότι ήλπιζε η ειρήνη να επανέλθει σύντομα. Επίσης, εκμεταλλευόμενος την πρόσφατη εξομάλυνση στις διμερείς οικονομικές σχέσεις, αιτήθηκε επισιτιστική βοήθεια (την οποία είχε διαρκώς μεγάλη ανάγκη ολόκληρη εκείνη την περίοδο). Αφετέρου, στις 31 Οκτωβρίου, σε μυστική σύσκεψη της ηγεσίας της ισπανικής χούντας αποφασίστηκε η ραγδαία αναβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της χώρας, προκειμένου οι ένοπλες δυνάμεις να είναι μεταξύ άλλων σε θέση να αποκλείσουν σε πρώτη φάση το Στενό του Γιβραλτάρ και στη συνέχεια να καταλάβουν τον «Βράχο». Επιθετικές (κατά πολύ σοβαρότερες μάλιστα) ήταν οι προθέσεις κι έναντι της Γαλλίας, με στόχους κυρίως το γαλλικό Μαρόκο και τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών γαλλικού ενδιαφέροντος.

Ισπανοί αντιφρονούντες αναζητούν καταφύγιο στο Γιβραλτάρ έπειτα από την επικράτηση του Franco στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο

Σε ό,τι αφορούσε τους δύο βασικούς μονομάχους της πρώτης περιόδου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ορισμένες κορυφαίες προσωπικότητες είχαν ξεκάθαρη αντίληψη της κατάστασης: για τον Βρετανό ηγέτη W. Churchill, όπως και για τον επικεφαλής (Oberbefehlshaber der Marine) του Kriegsmarine (γερμανικού πολεμικού ναυτικού) E. Raeder, το Γιβραλτάρ συνιστούσε τον πλησιέστερο στα μητροπολιτικά νησιά του ΗΒ προμαχώνα της Μεσογείου, ο έλεγχος της οποίας με τη σειρά του ήταν ο ζωτικότερος ίσως πυλώνας της διηπειρωτικής βρετανικής αυτοκρατορίας. Όπως το είχε συνοψίσει ο διακεκριμένος στρατιωτικός ιστορικός και στοχαστής στρατηγικής sir B. H. Liddell Hart ήδη το 1938, απευθυνόμενος στον Βρετανό υπουργό Στρατιωτικών, «σε περίοδο Πολέμου, η ισπανική φιλία είναι επιθυμητή˙ η ουδετερότητά της, ζωτική». Η ανώτατη ηγεσία των βρετανικών ένοπλων δυνάμεων (COS) διεπόταν από ταυτόσημες αντιλήψεις. Τον Ιανουάριο του 1939 αποφασίστηκε πως αμέσως μετά την αναβάθμιση της αντιαεροπορικής άμυνας των μητροπολιτικών νησιών του Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ), ανάλογη μέριμνα ενίσχυσης όφειλε να ληφθεί επίσης για τρεις υπερπόντιους ναυστάθμους: το Γιβραλτάρ, την Αλεξάνδρεια και το Άντεν (και για τα τρία λιμάνια αναφέρθηκε η σκοπιμότητα εξοπλισμού τους με τις ριζοσπαστικές συσκευές ραδιοεντοπισμού της εποχής, τα radar). Στις γαλλοβρετανικές επαφές κορυφής (17/3) κι ενώ οι δύο κυβερνήσεις είχαν αναγνωρίσει τους πραξικοπηματίες Εθνικιστές, οι Βρετανοί στρατιωτικοί εκτίμησαν πως μία εχθρική Ισπανία θα αποτελούσε απειλή τόσο για το Γιβραλτάρ όσο και για την Πορτογαλία, προσθέτοντας ότι η προοπτική πρόσβασης του ιταλικού και του γερμανικού πολεμικού ναυτικού σε λιμάνια της ηπειρωτικής Ισπανίας, των Βαλεαρίδων και των Καναρίων Νήσων, ειδικά η αξιοποίησή τους από υποβρύχια, θα συνιστούσε σοβαρό κίνδυνο για τις κατά θάλασσα συγκοινωνίες του ΗΒ και της Γαλλίας, στον Ατλαντικό και στη δυτική Μεσόγειο εξίσου. Τον επόμενο μήνα, όταν οι Γάλλοι επιχείρησαν να ρυμουλκήσουν τους Βρετανούς στην παροχή εγγυήσεων προς τη Ρουμανία και την Ελλάδα, τους αποκάλυψαν ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν υποκλέψει, υφίσταντο μεταξύ άλλων ιταλικά σχέδια επίθεσης σε βάρος του Γιβραλτάρ. Στις 19/5 το ίδιου έτους, ο πρώτος λόρδος του Ναυαρχείου (ο πολιτικός επικεφαλής του Royal Navy) δήλωσε επιγραμματικά πως «από τότε που το μεγάλου βεληνεκούς πυροβολικό εντάχθηκε σε υπηρεσία παγκοσμίως, η συνολική μας θέση στη Μεσόγειο κατέστη εξαρτημένη από την κατάσταση της Ισπανίας, που έπρεπε να είναι είτε φιλική είτε [έστω] ευάλωτη». Τη διαπίστωση αυτή μπορούσαν να την συλλάβουν, έστω κι αν δεν την είχαν πληροφορηθεί άμεσα, ακόμη και οι πλέον φιλοβρετανοί Ισπανοί αξιωματούχοι. Σύμφωνα με τον Γερμανό αεροπορικό ακόλουθο που υπηρετούσε στην πρεσβεία του Ράιχ στη Μαδρίτη (την γερμανική πρεσβεία με τον μεγαλύτερο αριθμό προσωπικού παγκοσμίως εκείνη τη στιγμή, 5/6/1939), ο Franco ήταν βαθύτατα πεπεισμένος ότι το μέλλον του καθεστώτος του ταυτιζόταν με την ιταλογερμανική πλευρά, απεχθανόταν τους Γάλλους και αντιπαθούσε τους Βρετανούς. Επίσης, πίστευε ότι σε περίπτωση σύρραξης το ΗΒ δεν θα ήταν σε θέση να υπερασπιστεί τη βάση του στο Γιβραλτάρ. Εξάλλου, επαληθεύοντας τα γαλλοβρετανικά άγχη, η ναυτική συνεργασία των νέων κυβερνώντων με τους διεθνείς υποστηρικτές τους (επαν)εκκίνησε εκείνη την περίοδο, λίγο πριν το Βερολίνο βρεθεί σε εμπόλεμη κατάσταση με το Παρίσι και το Λονδίνο: άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για να δοθεί άδεια σε γερμανικά πλοία γενικής υποστήριξης να αγκυροβολούν εντός ισπανικών χωρικών υδάτων, ώστε να ανεφοδιάζουν υποβρύχια υπό ασφαλές νομικά καθεστώς (Επιχείρηση «Moro»). Η υλοποίησή της καθυστέρησε λόγω δισταγμών, πάντως αξίζει να σημειωθεί ότι οι Γερμανοί ζήτησαν διευκολύνσεις εκτός από τα Κανάρια νησιά, σε 3 ατλαντικά λιμάνια της Ισπανίας ανοιχτά των οποίων διέρχονταν θαλάσσιοι δρόμοι πυκνής κυκλοφορίας (στο Φερρόλ, στο Βίγο και κυρίως στο Κάντιθ, εγγύτατα στο Γιβραλτάρ). Κατόπιν αυτού, όπως ήταν αναμενόμενο, η εναρκτήρια επίδειξη της σημασίας που απέδιδαν οι Γερμανοί στον ρόλο του Στενού έλαβε χώρα πλησίον του: η πρώτη επίθεση αγέλης υποβρυχίων («Rudeltaktik»: συντονισμένη, ομαδική προσβολή στόχων) δοκιμάστηκε με στόχο νηοπομπή στη ζώνη ευθύνης της βάσης του «Βράχου», τον Οκτώβριο. Τον Νοέμβριο, το Kriegsmarine είχε μεριμνήσει για την υπερπόντια προαποθήκευση 50.000 τόνων diesel σε δυο χώρες: την ΕΣΣΔ και την Ισπανία. Μεταγενέστερα, την άνοιξη του 1941, ο Churchill συμφωνούσε κι εκείνος απολύτως με τις αντιλήψεις των υπόλοιπων Βρετανών που παρατέθηκαν παραπάνω –εντούτοις, την αμέσως προηγούμενη περίοδο παραλίγο να ενέδιδε σε πολεμικούς πειρασμούς έναντι της παλιάς αποικιακής ανταγωνίστριας. Αναμφίβολα θα τον είχε προβληματίσει έντονα η ευρωπαϊκή περιοδεία του Αμερικανικού υφυπουργού Εξωτερικών S.Welles, έμπιστου του F. D. Roosevelt στις αρχές Μαρτίου του 1940 (πριν ακόμη ο Bρετανός ηγέτης αναλάβει το πρωθυπουργικό πηδάλιο), όταν, ως προσωπικός απεσταλμένος του προέδρου των ΗΠΑ συναντήθηκε μεταξύ άλλων με τον B. Mussolini και συζήτησαν ακόμη και την παραχώρηση του Γιβραλτάρ στην Ιταλία, μία εξωφρενική σκέψη της οποίας την απήχηση ο ενθουσιασμένος με την προσωπικότητα του Iταλού δικτάτορα Aμερικανός αξιωματούχος ανέλαβε να διερευνήσει στο Λονδίνο .

Ο Ναύσταθμος του Γιβραλτάρ τον Μάρτιο του 1931.

Ι. Ο «Ψευτοπόλεμος» παύει – αναδύονται τα ουσιώδη προβλήματα

Όταν ξεκίνησε η κύρια γερμανική επίθεση κατά της Γαλλίας τον Μάιο του 1940, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών έφθασε στο σημείο να υπαινιχθεί πως ίσως το ΗΒ επέστρεφε το Γιβραλτάρ στην Ισπανία, προκειμένου να εξασφαλίσει την ουδετερότητά της. Σύμφωνα με τον Chamberlain, ο Churchill φέρεται να δήλωσε στις 26/5 πως «πολύ ευχαρίστως θα συναινούσα, αν γινόταν να απεμπλακούμε από το όλο πρόβλημα [εννοώντας τον πόλεμο με τον Άξονα] διά της αποχώρησης από το Γιβραλτάρ, την Μάλτα κι ορισμένες αποικίες στην Αφρική, όμως δεν βλέπω αυτά να αρκούν για κάτι τέτοιο». Οι Ισπανοί έσπευσαν να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για το ζήτημα, μέσω του Τύπου. Σημειώνεται ότι η πρώτη αναφορά του Hitler σε αξιώσεις ανάκτησης της Καϊζερικής αποικιακής αυτοκρατορίας στην κεντρική Αφρική, ήδη στις 7-3-1936, απλώς αναζωπύρωσε το προϋπάρχον ενδιαφέρον για μία συζήτηση με περιεχόμενο τον «ιμπεριαλιστικό αλυτρωτισμό», που ούτως ή άλλως είχε ξεκινήσει στο εσωτερικό της Γερμανίας την επαύριον της λήξης του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Εντός των ένοπλων δυνάμεων της χώρας, ένθερμος πρωτοστάτης αυτών των σκοπών ήταν ο Κλάδος με την μικρότερη απήχηση στο καθεστώς: το πολεμικό ναυτικό, του οποίου ο αρχηγός έδωσε εντολή εκπόνησης υπηρεσιακών μελετών επί του θέματος τον Μάιο του 1940. Την άνοιξη και το θέρος του 1940 ο Hitler ενθάρρυνε περαιτέρω αυτές τις σκέψεις και το πρώτο εκτενές υπόμνημα κατατέθηκε σύντομα.9 Αποδείχθηκε πως δεν συνεπήρε τον καγκελάριο.

Χάρτης του Στενού του Γιβραλτάρ. Δημοσιεύθηκε το 1939 στο περιοδικό The Illustrated London News.

Τον μήνα εκείνο (ένα πολιτικό μεταίχμιο για τα πολιτικά πράγματα στο Λονδίνο), οι συνέπειες του πολέμου βιώθηκαν για πρώτη φορά από τους διαμένοντες στον «Βράχο», όταν 1.400 μέλη οικογενειών της φρουράς κι άνω των 13.000 άμαχοι μόνιμοι κάτοικοι μεταφέρθηκαν προληπτικά για την ασφάλειά τους αρχικά στο γαλλικό Μαρόκο και στα υπό πορτογαλική κατοχή νησιά της Μαδέιρα κι έπειτα στο μητροπολιτικό έδαφος του ΗΒ και στη Jamaica (τα μέλη της ινδικής κοινότητας μεταφέρθηκαν στην Ινδία, ακόμη και οι ινδικής καταγωγής γηγενείς).10 Μία ημέρα πριν η Ιταλία εισβάλει στη Γαλλία, ο Mussolini ενημέρωσε με επιστολή του τους Ισπανούς ότι αναγνώριζε ως δίκαιες τις διεκδικήσεις τους επί του Γιβραλτάρ. Τού απάντησαν ότι επισήμως μεν θα έμεναν αμέτοχοι στον πόλεμο, αλλά θα προσέφεραν στους Ιταλούς απεριόριστες στρατιωτικές διευκολύνσεις στην επικράτειά τους. Λόγω των δυσμενών εξελίξεων, εκείνη τη στιγμή εξετάστηκε στο Λονδίνο η ιδέα που πολύ σύντομα θα εφαρμοζόταν: κάποια ισχυρή ναυτική δύναμη έπρεπε να φράζει τον δρόμο σε κάθε ιταλική σκέψη επιδρομών στον Ατλαντικό και η φυσική επιλογή προωθημένου ορμητηρίου γι’ αυτήν ήταν η βάση στο «Βράχο».

Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1940 αφετέρου, η ανώτατη στρατιωτική ηγεσία της ναζιστικής Γερμανίας, με πρωτοστάτες το στρατό και το ναυτικό, υπέβαλε κατ’ επανάληψη στον Hitler εισηγήσεις κατάληψης του Γιβραλτάρ, στο πλαίσιο μίας περιφερειακής στρατηγικής απογύμνωσης της Βρετανίας από τις πηγές της στρατιωτικής ισχύος της. Ηχεί εκ πρώτης όψης παράδοξο, πάντως ο Hitler εξέτασε θετικά τις εισηγήσεις εκείνες έχοντας κατά νου άλλο κύριο σκοπό του: την διασφάλιση των νώτων του εν όψει της εξαπόλυσης της επίθεσης κατά της ΕΣΣΔ. Καθώς η κατάρρευση της Γαλλίας τον Ιούνιο δεν είχε οδηγήσει το ΗΒ σε διαπραγματεύσεις ειρήνης όπως ήλπιζε, το σχέδιο εξάρθρωσης της βρετανικής παρουσίας στη Μεσόγειο τού είχε φανεί επαρκές ως κίνητρο για τη νέα κι αποφασισμένη κυβέρνηση του Λονδίνου να «λογικευθεί» και να υποκύψει στις επιθυμίες του. Εκτός αυτού, ο Γερμανός δικτάτορας ενέταξε την κατάληψη του Γιβραλτάρ ως φάση ενός ευρύτερου σχεδίου επίθεσης κατά των ΗΠΑ, το οποίο θα υλοποιείτο μεταγενέστερα – ο Χίτλερ έβλεπε αυτόν τον πόλεμο ως κληροδότημα προς τους επιγόνους του. Λίγο αργότερα εκείνη την ίδια περίοδο, συνέλαβε, ως πρόσθετη νομιμοποίηση για την εισβολή στην Σοβιετική Ένωση, την ρηξικέλευθη (κι εκ του αποτελέσματος αίολη) ιδέα ότι η εξουδετέρωση της ΕΣΣΔ και η επακόλουθη γερμανική προέλαση ως την Ινδία, επιτεύγματα που προφανώς θεωρούσε εύκολη υπόθεση, θα εξανάγκαζαν το ΗΒ σε συνθηκολόγηση και αποδοχή του ρόλου του ως ελάσσονος συμμάχου του Ράιχ (απομονώνοντας εν τέλει τις ΗΠΑ).11

Τρεις διορατικοί σύμμαχοι: αριστερά ο Γερμανός ναύαρχος E. Raeder, στο μέσον ο ομοεθνής του στρατηγός A. Jodl, δεξιά ο Ιταλός στρατηγός M. Roata. Ήταν οι βασικοί εισηγητές της πρόταξης της Μεσογείου στους Αξονικούς σχεδιασμούς που ευτυχώς δεν εισακούστηκαν.

Στις 14 Ιουνίου, τη μέρα που οι Γερμανοί καταλάμβαναν το Παρίσι και 4 μέρες αφότου η φασιστική Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην παραπαίουσα Γαλλία (επισύροντας την δημόσια μήνι του F. D. Roosevelt), ισπανικά στρατεύματα κατέλαβαν «προσωρινά» τη «Διεθνή Ζώνη της Ταγγέρης», μόλις 17 μίλια νότια των ισπανικών ακτών και κοντά στα δύο οχυρωμένα λιμάνια της βορειοδυτικής Αφρικής ήδη υπό ισπανική κατοχή, τη Θέουτα και τη Μέλιγια. Η ενέργεια, θεωρητικά εκ των προτέρων εγκεκριμένη από γαλλοβρετανικής πλευράς σε περίπτωση εισόδου της Ιταλίας στον πόλεμο, αποτελούσε εν πάση περιπτώσει εύγλωττο προοίμιο των εκφρασμένων επεκτατικών προθέσεων της Ισπανίας στην ευρύτερη βορειοδυτική Αφρική.12 Καθώς όμως τα ερείσματα αυτά θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν επίσης ως εφαλτήριο στραγγαλισμού του Γιβραλτάρ -και όντως ο Franco εξέφρασε νέες αλυτρωτικές απόψεις σχετικά με τον Βράχο μόλις 4 μέρες αργότερα-, ο Churchill διέταξε το Αυτοκρατορικό Γενικό Επιτελείο και το Ναυαρχείο κατά προτεραιότητα, να εκπονήσουν σχέδια κατάληψης των Κανάριων νησιών, σε περίπτωση που ο Franco αποφάσιζε είτε να εισέλθει επίσημα στον πόλεμο συμπράττοντας με τους φυσικούς του συμμάχους, είτε επιτρέποντας στους Γερμανούς να προελάσουν μέσω Ισπανίας για να καταλάβουν την Πορτογαλία. Ο Bρετανός ηγέτης εκτιμούσε ότι η κατοχή των Καναρίων (το επίμαχο αρχιπελαγικό σύμπλεγμα στον ανατολικό Ατλαντικό απέχει ~1350 χλμ από το νοτιοδυτική εσχατιά της Ευρώπης και ~100 χλμ από τις νοτιοδυτικές μαροκινές ακτές) θα αντιστάθμιζε τυχόν απώλεια του Γιβραλτάρ. Τα σχέδια αυτά επικαιροποιούνταν έως και το 1942, προέβλεπαν δε τη αντιμετώπιση είτε των Ισπανών μόνων τους είτε ακόμη και αν προσέτρεχαν σε βοήθειά τους οι Γερμανοί, γι’ αυτό και στις πρόνοιές τους περιλαμβανόταν η απόβαση ευμεγέθους εκστρατευτικού σώματος δύναμης 50.000 ανδρών (λόγω ανεπάρκειας στρατευμάτων ωστόσο, πραγματική δύναμη απόβασης για τα Κανάρια θα συγκροτείτο αργότερα, το 1941, η οποία διατηρείτο σε ετοιμότητα ως τις αρχές του 1943). Η κατευναστική μερίδα του Foreign Office όμως, θεωρούσε τη στάση του Churchill ριψοκίνδυνη και προκλητική, εκτιμώντας ότι ο Franco δεν έπρεπε να εξωθηθεί σε σύμπραξη με τον Άξονα. Η βρετανική διπλωματία συνυπολόγιζε επίσης το δεκαετές σύμφωνο φιλίας – μη επίθεσης που είχε συνομολογήσει με τον Πορτογάλο ομόλογό του Α. Salazar την επαύριον την λήξης του Ισπανικού Εμφυλίου, με σκοπό να διατηρήσουν από κοινού την Ιβηρική εκτός των ευρωπαϊκών ανταγωνισμών. Λίγο αργότερα, όταν το σύμφωνο ενισχύθηκε με επιπλέον διμερές πρωτόκολλο που υπογράμμιζε την πρόθεση τους να περιφρουρήσουν την ουδετερότητα των δύο κρατών, οι Βρετανοί ανέβαλλαν την ολοκλήρωση των σχεδίων κατάληψης των Καναρίων, ιεραρχώντας ως προτεραιότητα τα σχέδια κατάληψης των πορτογαλικών Αζόρων (αν και είχαν αρχικά δηλώσει ότι θα σέβονταν την πορτογαλική ουδετερότητα). Προς το παρόν, ο αντιναύαρχος sir A. B. Cunningham που μόλις είχε οριστεί Στόλαρχος Μεσογείου και ήταν εξοικειωμένος από ετών με την επίμαχη Θάλασσα, απέρριψε ως ηττοπαθείς τις εισηγήσεις του συναδέλφου του Pound να εγκαταλειφθεί η Αλεξάνδρεια και το Royal Navy να αναδιπλωθεί στο Γιβραλτάρ (16-18/6). Ο Cunningham ήταν υπέρ της συγκρότησης μίας ad hoc, ολιγάριθμης ισχυρής δύναμης με έδρα τη βάση στο «Βράχο», ώστε να αποτρέψει τυχόν αιφνιδιαστική έξοδο της Regia Marina (του ιταλικού πολεμικού ναυτικού), στον Ατλαντικό, όμως κατά τα άλλα να διατηρηθεί ο όγκος των βρετανικών ναυτικών δυνάμεων στην ανατολική Μεσόγειο.13 Ο Βρετανός πρεσβευτής sir H. Hoare προσέγγισε τον R. S. Suñer, υπουργό Εσωτερικών, γαμπρό κι έμπιστο του Franco (που από τα μέσα Οκτωβρίου επρόκειτο να θα αναλάβει το χαρτοφυλάκιο των Εξωτερικών), με ασαφείς προτάσεις επανεξέτασης του καθεστώτος του Γιβραλτάρ μεταπολεμικά, οι οποίες δεν έπεισαν τον βέβαιο για την γερμανική επικράτηση στενό συνεργάτη του Ισπανού δικτάτορα. Διά παν ενδεχόμενο, οι Βρετανοί (ομονοώντας σε αυτήν την τακτική ανεξαρτήτως της κατάταξής τους σε «ιέρακες» ή «περιστέρες»), επιστράτευσαν μία ακόμη μέθοδο ελέγχου των ισπανικών διαθέσεων, παραδοσιακότερη: ξεκίνησαν την συστηματική δωροδοκία στενών συνεργατών του Franco, 8 κορυφαίων κι αρκετών αξιωματούχων μεσαίων βαθμίδων, που εν συνεχεία τον επηρέασαν σε κρίσιμες στιγμές αποφάσεων. Ο χρηματισμός, μέσω αμερικανικού εδάφους μάλιστα, αποδείχθηκε εξαίρετη ασπίδα του βρετανικού Γιβραλτάρ σε βάθος χρόνου, μαζί με τις οχυρώσεις του (αν και όχι εφάμιλλή τους, παρότι η συνεισφορά της υπερτονίστηκε). Ούτως ή άλλως εξάλλου, οι λήπτες αποφάσεων στη Μαδρίτη είχαν δικές τους διακριτές προτιμήσεις, ιεραρχήσεις, στερεότυπα και προκαταλήψεις, όντας παράλληλα δέσμιοι της εμπειρικής σκευής τους και των μεθοδολογικών εργαλείων ανάλυσης που τους ήταν οικεία ˙ ήταν εντέλει σε θέση να επιβάλουν τις αποφάσεις τους και μακράν απείχαν του να είναι πειθήνιοι υπήκοοι της ιδεολογίας τους, επομένως δεν θα προχωρούσαν σε παρακινδυνευμένες κινήσεις.14

Ο στρατηγός Juan Vigón.

Πράγματι πάντως, εκείνο το διάστημα, στις αρχές του θέρους του 1940, η φιλογερμανική μερίδα της ισπανικής ηγεσίας «πολιόρκησε» τους Γερμανούς, με θέμα την είσοδο της Ισπανίας στον πόλεμο -έναντι υψηλών ανταλλαγμάτων όμως. Στις 12 Ιουνίου η Μαδρίτη κήρυξε επίσημα την μετάπτωση της εξωτερικής της πολιτικής από το status της ουδέτερης σε εκείνο της «μη-εμπόλεμης [sic]». Αρχικά ο Franco έστειλε τον Α/ΓΕΕΘΑ στρατηγό Vigón στο Βερολίνο για την προπαρασκευή των σχετικών συνομιλιών και με πρώτο αίτημα την παροχή εξοπλιστικής βοήθειας ώστε να αντιμετωπιστεί τυχόν αιφνιδιαστική απόβαση των Βρετανών, ίσως ακόμη και με αμερικανική συνδρομή όπως αναφέρθηκε κινδυνολογικά, στην Πορτογαλία ή στο Μαρόκο. Στις 19 Ιουνίου κατατέθηκαν επίσημα οι ισπανικές απαιτήσεις κατάληψης τοποθεσιών στο γαλλικό Μαρόκο και στο Οράν της Αλγερίας, αυτονόητα του Γιβραλτάρ, καθώς και η επέκταση της υπάρχουσας ισπανικής επικράτειας στη Σαχάρα και την Ισημερινή Γουϊνέα, ενώ ζητήθηκαν ναυτική βοήθεια (υποβρύχια για την υπεράσπιση των Κανάριων) και οικονομική ενίσχυση, προκειμένου η Μαδρίτη να κηρύξει τον πόλεμο κατά του ΗΒ στο πλευρό της Γερμανίας. Συλλαλητήρια στην πρωτεύουσα είχαν ως βασικό τους σύνθημα «το Γιβραλτάρ ισπανικό». Ο Chrurchill αναγνώρισε στις 21/6 ότι οι ισπανικές επιθυμίες σχετικά με τον «Βράχο» ταυτίζονταν με την ήττα της Βρετανίας. Ειδικά πάντως το θέμα της διεύρυνσης του υπό ισπανική κατοχή Μαρόκου κατείχε περίοπτη θέση στις σκοποθεσίες των «Αφρικανιστών» του Φρανκικού καθεστώτος, που είχαν σταδιοδρομήσει δρώντας στο ισπανικό Μαρόκο (όπως άλλωστε κι ο ίδιος ο Franco, ο οποίος είχε οικοδομήσει τη φήμη του ανεκτικού και συμπαθούς στους γηγενείς πληθυσμούς ). Στα μάτια αυτών των αξιωματικών, το Μαρόκο υπερέβαινε μονίμως σε αξία το Γιβραλτάρ. Αναμφίβολα το καθεστώς της Μαδρίτης επιδίωξε σταθερά την αποκατάσταση όσων «αδικιών» είχε υποστεί εκεί ο ισπανικός επεκτατισμός, με υπαίτιο τον γαλλικό ιμπεριαλισμό, ήδη απ’ τις αρχές του 20ού αιώνα. Στο Μαρόκο οι Ισπανοί ήταν έτοιμοι να αναλάβουν μονομερώς δράση, όπως ήταν σε θέση να γνωρίζουν οι Γερμανοί, οι οποίοι ήξεραν επίσης ότι η ισπανική αδημονία συγκρατιόταν μόνον λόγω της γαλλικής στρατιωτικής ισχύος στην περιοχή, που παρέμενε υπολογίσιμη (γι’ αυτό κι εκφράστηκε έντονη ενόχληση για την ενίσχυση της γαλλικής αεροπορικής παρουσίας τοπικά, με γερμανική ανοχή). Εν πάση περιπτώσει, ο Franco ενημέρωσε για όλες τις παραπάνω επιδιώξεις και τον Mussolini, διά τηλεγραφήματος. Ο Ιταλός δικτάτορας αντιμετώπισε με εχθρική αμηχανία τις διευρυμένες ισπανικές αξιώσεις, χαρακτηρίζοντάς τες υπερβολικές και δυνάμει ανταγωνιστικές (οι Ιταλοί είχαν εξάλλου εκφρασμένο ενδιαφέρον ακόμη και για τη Μαγιόρκα). Η γερμανική αντίδραση ήταν φιλόφρων, αλλά κενή περιεχομένου: το Βερολίνο δήλωνε προς το παρόν ασυγκίνητο στις ισπανικές διαθέσεις, με κύριο μέλημά του την διατήρηση των γερμανικών εξορυκτικών δικαιωμάτων στο ισπανικό Μαρόκο. Η ηγεσία το Ράιχ δήλωσε έτοιμη μόνον να παράσχει βοήθεια σε περίπτωση αμερικανικής απόβασης στο Μαρόκο.15 Στις δυτικές ακτές του Ατλαντικού οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες: μετά από συζήτηση διάρκειας μικρότερης της μίας ώρας, η αμερικανική βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε παμψηφεί (18/6) τον νόμο που είχε φέρει προς ψήφιση η κυβέρνηση F. D. Roosevelt, με ισχύ από την επομένη κιόλας. Βάσει του «Two-Ocean Navy Expansion Act», άνω των 8,5 δισ. $ (σε τιμές εποχής) θα διατίθεντο για το εξοπλιστικό πρόγραμμα του αμερικανικού πολεμικού ναυτικό, που, όπως φανέρωνε το ίδιο το όνομα του νομοθετήματος, εξέφραζε την πρόθεση απόκτησης ναυτικής υπεροχής σε αμφότερους και τους δύο ωκεανούς που βρέχουν τη χώρα. Οι ΗΠΑ άρχιζαν την επίδειξη της δύναμής τους που θα κλιμακωνόταν ακατάπαυστα τα επόμενα χρόνια.

Στις 20 Ιουνίου, ενόψει της υπογραφής της ανακωχής με την Γαλλία, ο Hitler συζήτησε με τον αρχηγό του γερμανικού ΓΕΝ (OKM) E. Raeder την προοπτική απόκτησης βάσεων στο γαλλικό Μαρόκο και τη Σενεγάλη, όπως και στα νησιά του Ατλαντικού υπό ισπανική και πορτογαλική κυριαρχία (τα Κανάρια, τις Αζόρες και το Πράσινο Ακρωτήρι), πάντως ως εκείνη τη στιγμή οι Γερμανοί απέφυγαν να το θέσουν ευθέως, από φόβο μήπως οι τοπικοί Γάλλοι κυβερνήτες κήρυτταν απόσχιση από την υπό συγκρότηση κυβέρνηση με επικεφαλής τον Ph. Pétain. Το Γιβραλτάρ δεν αναφέρθηκε καν, καθώς το Λονδίνο αναμενόταν να υποκύψει σύντομα, είτε λόγω ηττοπάθειας είτε εξαναγκαζόμενο μέσω πολεμικών ενεργειών. Γερμανικά στρατεύματα αφίχθηκαν στην γαλλοϊσπανική μεθόριο στις 27 Ιουνίου και προτάθηκε «αδελφοποιημένη» παρέλαση με ισπανικά αγήματα στο ισπανικό Σαν Σεμπαστιάν.O επιτελάρχης επιχειρήσεων του γερμανικού ΓΕΕΘΑ (OKW) στρατηγός Jodl υπέβαλε τότε (30/6) στον Hitler αναλυτικό υπόμνημα στο οποίο εισηγήθηκε την εφαρμογή εξίσου μίας άμεσης και μίας «έμμεσης» στρατιωτικής στρατηγικής εξαναγκασμού του Λονδίνου σε συνθηκολόγηση. Η πρώτη σχετιζόταν με τις επιθέσεις στα μητροπολιτικά νησιά, ενώ η δεύτερη προϋπέθετε τη συνεργασία με διεθνείς εταίρους (πρωτίστως την Ιταλία και την Ισπανία). Η γερμανική συνδρομή θα περιοριζόταν στη ναρκοθέτηση του Σουέζ και την κατάληψη το Γιβραλτάρ αντίστοιχα. Σε δύο μήνες, η ηγεσία του ναυτικού θα προχωρούσε σε ταυτόσημου περιεχομένου παρατηρήσεις και προτάσεις. Πιθανόν επηρεασμένος από τις σκέψεις του Jodl, την 1η Ιουλίου ο Hitler ανέφερε στον ιταλό πρεσβευτή πως η ισπανική συμμετοχή στην πολεμική προσπάθεια του Άξονα θα ήταν χρήσιμη για την κατάληψη του Γιβραλτάρ, την οποία χαρακτήρισε απαραίτητη.16

Ο «Βράχος» ήρθε εκ νέου στο προσκήνιο κατά δραματικό τρόπο, όταν η βρετανική κυβέρνηση για στρατιωτικούς και πολιτικούς λόγους (πρωτίστως για να επιδείξει στην απρόθυμη Κοινή Γνώμη των ΗΠΑ την αταλάντευτη αποφασιστικότητά της να συνεχίσει τον πόλεμο κατά του Άξονα), προχώρησε (παρά τις αντιρρήσεις που εξέφρασαν εξέχοντες Βρετανοί ναύαρχοι), σε δύο πολύνεκρες επιθέσεις κατά όσων μοιρών του γαλλικού πολεμικού ναυτικού ναυλοχούσαν στον αλγερινό ναύσταθμο του Μέρς-ελ-Κεμπίρ («Επιχείρηση Catapult», 3 και 8 Ιουλίου). Η βρετανική δύναμη που εκτέλεσε την αεροναυτική17 επιχείρηση με στόχους τα σύγχρονα και ισχυρά πλοία της γαλλικής «Επιδρομικής Δύναμης -Force de Raid», ήταν η «Δύναμη Η -Force H» που είχε μόλις ιδρυθεί (27/6) εξαιτίας της γαλλικής κατάρρευσης, για να ελέγχει τη δυτική Μεσόγειο με μόνιμο ορμητήριο το ναύσταθμο του Γιβραλτάρ (κατά προτεραιότητα να προστατεύει την ίδια την βάση του «Βράχου» και τις νηοπομπές προς την Μάλτα). Η σύνθεσή της μεταβαλλόταν αναλόγως των συνθηκών και των διαθέσιμων μονάδων, πυρήνας της πάντως ήταν σχεδόν μονίμως ένα μεγάλο αεροπλανοφόρο κι ένα παλιό μικρότερο, δύο παλιά θωρηκτά, ένα καταδρομικό μάχης και λίγα σκάφη μικρότερων τύπων (βαριά καταδρομικά κι αντιτορπιλικά). Επικεφαλής της είχε οριστεί ο αντιναύαρχος sir J. Somerville, ένας άνδρας που συνδύαζε πολιτική διορατικότητα με ηγετικά προσόντα και υψηλή τεχνική κατάρτιση.18 Οι Γάλλοι εκτέλεσαν αντεκδικητικές αεροπορικές επιδρομές με στόχο το Γιβραλτάρ και ασήμαντα αποτελέσματα. Όσοι κάτοικοι του Γιβραλτάρ είχαν μεταφερθεί στο γαλλικό Μαρόκο για την δική τους ασφάλεια προληπτικά τον Μάιο, μετά τα γεγονότα εκκενώθηκαν αναίμακτα, κατόπιν εύλογης γαλλικής απαίτησης, καταλήγοντας στο μητροπολιτικό έδαφος του ΗΒ, έπειτα από σύντομη, συναισθηματικά φορτισμένη στάση στην «περίπου πατρίδα» τους.

Επιχείρηση “Catapult”. Η βύθιση του γαλλικού πολεμικού στόλου στο Μερς-ελ-Κεμπίρ στις 3 Ιουλίου 1940.

Σε έναν από τους πολλούς αντικατοπτρισμούς σκέψεων που σημειώνονταν στο Βερολίνο και στο Λονδίνο ολόκληρο εκείνο διάστημα των κινήσεων, θυμίζοντας ολοκλήρωση σκακιστικών ανοιγμάτων, τέθηκε από τον Hitler το ζήτημα της επέκτασης στην Ιβηρική, την βορειοδυτική Αφρική και τον ανατολικό Ατλαντικό. Τότε, στις 11 Ιουλίου, αφότου ανέλυσε με τον Raeder το διευρυμένο ναυπηγικό πρόγραμμα της χώρας (το χιμαιρικών διαστάσεων «Σχέδιο Ζ» του Ιανουαρίου του 1939 με ορίζοντα ολοκλήρωσης τη διετία 1946-48) και την ανάγκη εξασφάλισης βάσης στα Κανάρια νησιά, ο Hitler απαίτησε από τη Γαλλία την χρήση 8 στρατιωτικών αεροδρομίων στην ευρύτερη περιοχή της Καζαμπλάνκας, συνδυαστικά με την αξιοποίηση της σιδηροδρομικής σύνδεσης της Τύνιδας με το Ραμπάτ για την προώθηση των απαραίτητων υλικών ενίσχυσης κι αναβάθμισης αυτών των αεροπορικών υποδομών, υποτίθεται ώστε να είναι σε θέση να επέμβει άμεσα σε περίπτωση επανάληψης των βρετανικών επιθέσεων. Με το ίδιο σκεπτικό είχε κατ’ αρχάς ζητηθεί πρόσβαση και στις στρατιωτικού ενδιαφέροντος υποδομές του Οράν (τις οποίες όμως ορέγονταν επίσης οι Ιταλοί). Όταν ο Pétain αρνήθηκε (προσεκτικά, χωρίς να αποκλείει κατηγορηματικά κάποιο είδος «ελεύθερης συνεργασίας» επ’ αυτού), ο Γερμανός δικτάτορας σκέφθηκε να στραφεί στην Ισπανία ως εναλλακτική λύση, συζητώντας συνολικά το Γιβραλτάρ, τα Κανάρια και το ισπανικό Μαρόκο. Τα πρωτόλεια των σχεδίων κατάληψης του «Βράχου» που εκπονήθηκαν υπό την επίβλεψη του στρατηγού Jodl ανάγονται σε εκείνο το διάστημα. Ο W. Canaris, επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας στρατιωτικών πληροφοριών Abwehr, βαθύτατα εξοικειωμένος με τα ισπανικά πράγματα από ετών λόγω α) της πρότερης δράσης του στη χώρα κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, β) των κατ’ εξακολούθηση επαφών του με το ευρύτερο ισπανικό Δημόσιο την επόμενη δεκαετία (η γερμανική ναυπηγική υποδομή και τεχνογνωσία ειδικά στον υποβρυχιακό τομέα, φυγαδεύτηκε ένεκα των περιορισμών της συνθηκολόγησης του 1918, σε 3 χώρες: την Ισπανία, την Ολλανδία και τη Φινλανδία), γ) της διαρκούς ανταλλαγής πληροφοριών με αντικείμενο τις γαλλικές δραστηριότητες, αλλά και δ) της ενεργού ανάμιξής του στον Εμφύλιο μετά το ξέσπασμά του, περιόδευσε εκείνο τον μήνα στην ευρύτερη περιβάλλουσα περιοχή του Γιβραλτάρ, επικεφαλής υψηλόβαθμου υπηρεσιακού κλιμακίου, για επιτόπια έρευνα και διαμόρφωση ιδίας αντίληψης.

Wilhelm Canaris
Η διάνοιξη των υπογείων σηράγγων και των θαλάμων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χρονικές φάσεις των έργων διάνοιξης των υπογείων σηράγγων και των θαλάμων στον “Βράχο” ως τα τέλη Σεπτεμβρίου 1943 από κάθε φορέα (Ναυαρχείο, στρατό, Δημοτικό Συμβούλιο). Το μήκος παρατίθεται σε πόδια και ο όγκος των εσκαφών σε κυβικές υάρδες (Πηγή: E.P.F. Rose, “Tunnelling Companies Royal Engineers in World War II: excavation of bomb-proof facilities in France, Gibraltar, Malta and the UK”, Geological Society, Vol. 473, 2019).

Οι στρατιωτικοί που τον συνόδευαν διαπίστωσαν  ότι η βρετανική βάση ήταν ισχυρά οχυρωμένη, η αιφνιδιαστική επίθεση αποκλειόταν εκ των πραγμάτων και θα έπρεπε να έχει στοιχεία εντελώς συμβατικής προσπάθειας εκπόρθησης ενός οχυρού, που θα συνεπαγόταν χρήση επίλεκτων δυνάμεων εφόδου, προικοδοτημένων με άφθονο πυροβολικό και χρήση ειδικών αυτοπροωθούμενων πυρομαχικών, μηχανικό για την εξουδετέρωση των ναρκοπεδίων κι εξεζητημένα μέσα (τηλεκατευθυνόμενα, μεταξύ άλλων) για την υπονόμευση των οχυρώσεων, ισχυρή αντιαεροπορική προστασία και ανάλογη αεροπορική συνδρομή. Υπολογίστηκε ότι θα χρειάζονταν ~167 σωλήνες, προκειμένου να επιτευχθεί υπεροχή 3:1 έναντι του βρετανικού πυροβολικού. Καθορίστηκαν επίσης οι άξονες επίθεσης και οι φάσεις της. Πέραν αυτών, σε εκείνη την επίσκεψή του ο Canaris έθεσε τα θεμέλια της άκρως αποτελεσματικής επιχείρησης επιτήρησης όλων των πλοίων των Συμμάχων, πολεμικών κι εμπορικών, που διέπλεαν το Στενό ή ναυλοχούσαν, ανεφοδιάζονταν, επισκευάζονταν στη ναυτική βάση του «Βράχου», όπως και της κίνησης του αεροδρομίου του. Στην οργανωμένη εκείνη προσπάθεια με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Bodden» αξιοποιήθηκαν τεχνολογικά μέσα αιχμής που εγκαταστάθηκαν σε επιλεγμένες τοποθεσίες, ενώ παράλληλα στρατολογήθηκαν τοπικοί Ισπανοί στρατιωτικοί (που ήταν πιο αξιόπιστοι από όσους πολίτες είχαν δοσοληψίες με τους Βρετανούς) για την συλλογή των σχετικών πληροφοριών. Η «Bodden» διήρκεσε ως το καλοκαίρι του 1942, οπότε εξουδετερώθηκε μερικώς, λόγω των βρετανικών επιτυχιών στον τομέα των υποκλοπών. Σε επετειακό διάγγελμά του στις 17/7, ο Franco διακήρυξε ότι οι στόχοι του καθεστώτος του περιελάμβαναν την επαναδιαπραγμάτευση του status του Γιβραλτάρ, τους αποικιακούς οραματισμούς στην Αφρική και την πολιτική ενότητα στο εσωτερικό της χώρας. Με γνώμονα το φάσμα της απώλειας του Γιβραλτάρ, η ανώτατη ηγεσία του ΗΒ, σε απόλυτη ταύτιση με τον Churchill, ετοιμάστηκε να διατάξει την κατάληψη των πορτογαλικών Αζόρων και των νησιών του Πράσινου Ακρωτηρίου. Προς στιγμήν οι Βρετανοί εξέτασαν επίσης το ενδεχόμενο κατάληψης των Κανάριων, καθώς το φάσμα της έλλειψης κάθε ενδιάμεσου διαθέσιμου λιμανιού μεταξύ Πλύμουθ και Φρητάουν (σημαντικό λιμάνι υπό βρετανική κατοχή, πρωτεύουσα της τότε βρετανικής αποικίας της Σιέρρα Λεόνε) ήταν υπαρκτό και η προοπτική αναγκαστικής αξιοποίησης επιμηκυμένων κι αντιοικονομικών θαλάσσιων διαδρομών για την μεταφορά ανθρώπων κι υλικών άρχισε να τους απασχολεί σοβαρά. Τελικά όμως επικράτησε και πάλι η άποψη του Foreign Office, που τόνισε ότι οποιαδήποτε από τις παραπάνω ενέργειες θα προξενούσε οπωσδήποτε κάθε δυνατή ισπανική αντίδραση, αλλά και την γερμανική εισβολή στο μητροπολιτικό έδαφος της Πορτογαλίας. Καθώς η τρέχουσα κατάσταση της στρατιωτικής ισχύος των Βρετανών δεν επέτρεπε την παροχή βοήθειας στη Λισσαβώνα, στις 22 Ιουλίου η κυβέρνηση αποφάσισε την αναβολή της επιχείρησης και την υλοποίησή της μόνον αν προηγείτο γερμανική επίθεση. Τις αμέσως επόμενες μέρες υπογράφηκε το πρόσθετο ισπανοπορτογαλλικό κείμενο (το Πρωτόκολλο της 29ης Ιουλίου), στο περιθώριο του οποίου ο Salazar παρείχε προφορικές διαβεβαιώσεις «ενεργητικής προστασίας» της πορτογαλικής ουδετερότητας όταν οι Ισπανοί θα προσπαθούσαν να καταλάβουν τον «Βράχο». Οι Γερμανοί, οι οποίοι το είχαν πληροφορηθεί από τότε ακόμη που η αναβαθμισμένη διμερής προσέγγιση ήταν στα σπάργανα, σκέφθηκαν να προβάλουν την είδηση αντίστροφα, ότι δηλαδή υπήρχε πρόθεση ανάπτυξης ισπανικών στρατευμάτων στην Πορτογαλία, για να την προστατεύσουν από τυχόν βρετανική απόβαση.19

Hitler’s Spies in Gibraltar | Operation Felix

Στις 2 Αυγούστου, ο Γερμανός υπουργός Eξωτερικών J. von Ribbentrop ενημέρωσε τον πρεσβευτή του Γ΄ Ράιχ στη Μαδρίτη ότι επειγόταν να ρυμουλκήσει την Ισπανία σε έξοδο στον πόλεμο κι ότι σκόπευε να επισκεφθεί σύντομα την ισπανική πρωτεύουσα για τις σχετικές συνομιλίες. Ο Canaris μετέβη στη Μαδρίτη για να συζητήσει τη δυνατότητα της εν κρυπτώ μετακίνησης γερμανικών στρατευμάτων εάν διενεργούσαν την επίθεση κατά του Γιβραλτάρ μαζί με τους Ισπανούς και ολιγομελής ομάδα στρατιωτικών ειδικών επισκέφθηκε στην Ισπανία εκείνες τις μέρες για να αξιολογήσει τα ισπανικά σχέδια κατάληψης του «Βράχου». Η αποτίμησή τους ήταν αποκαρδιωτική: τα σχέδια ήταν ανεφάρμοστα, οι ένοπλες δυνάμεις ήταν ανεπαρκώς εξοπλισμένες και πλημμελώς εκπαιδευμένες για την διεξαγωγή σύγχρονων επιθετικών επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο της «διπλωματίας εκ προσωπικοτήτων» ο Hitler απέστειλε επίσης στο Σαν Σεμπαστιάν τον πτέραρχο W. F. von Richthofen, διοικητή του 8ου Αεροπορικού Σώματος της Luftwaffe, με αποστολή να βυθομετρήσει τις προθέσεις του Franco (ο πτέραρχος είχε διατελέσει διοικητής της αεροπορικής συνιστώσας της «Λεγεώνας Κόνδωρ» στη διάρκεια του ισπανικού Εμφυλίου, όταν η συνεισφορά της Luftwaffe είχε εκτιμηθεί τα μέγιστα από τους Εθνικιστές). Η αυξημένη γερμανική στρατιωτική και λοιπή παρουσία στην Ισπανία υπέπεσε στην αντίληψη των Βρετανών, οι οποίοι διαμαρτυρήθηκαν φοβούμενοι την σταδιακή παραβύστω μεταφορά στρατευμάτων στη χώρα (η γερμανική κοινότητα στην Ισπανία ήταν υπολογίσιμη ποσοτικά, ήδη από την προπολεμική περίοδο, αριθμώντας πολλές δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων). Το ισπανικό υπουργείο Εξωτερικών τους καθησύχασε ότι η κατάσταση βρισκόταν υπό έλεγχο και τους διαβεβαίωσε ότι ειδικά οι γερμανικές δραστηριότητες στις Βαλεαρίδες, στο ισπανικό Μαρόκο και στην περιοχή πέριξ του Γιβραλτάρ τελούσαν υπό παρακολούθηση.20

Ο Αύγουστος κύλησε χωρίς το Λονδίνο να μεριμνήσει σοβαρά για την στρατιωτική ενίσχυση του «Βράχου» πέραν της συνέχισης των εργασιών διάνοιξης υπόγειων σηράγγων για το στρατωνισμό και την διοικητική υποστήριξη της φρουράς (επειδή δεν υπήρχαν επαρκείς πόροι για κάτι παραπάνω), η άλλη πλευρά όμως δεν έμεινε άπραγη: πρώτα μερίμνησε να συγκεντρωθούν πληροφορίες για το μέγεθος της φρουράς (υπολογίστηκε ορθά σε 10.000 άνδρες, με κορμό 5 μονάδες, εκτεταμένο δίκτυο υπόγειων οχυρώσεων, καταφυγίων και αποθηκευτικών χώρων σκαμμένων στον «Βράχο», με επάρκεια κάθε αναγκαίου είδους εφοδίων ώστε ένα σύνολο 16.000 ατόμων να μπορέσει να αντέξει 18μηνη πολιορκία). Εν συνεχεία, μεταξύ 13-24 Αυγούστου, εκπονήθηκε κι εγκρίθηκε από τον Hitler το πλήρες πρωτόλειο της επιτελικής μελέτης για την κατάληψη του Γιβραλτάρ («Επιχείρηση Felix»), χωρίς να αποκλειστεί τότε μία εναλλακτική εκδοχή, μάλλον απίθανη από πολιτικής άποψης, συγκεκριμένα μία συνδυασμένη ισπανοϊταλική επίθεση στη βρετανική βάση. Από το σχέδιο σταχυολογείται η εντατική χρήση του Μπορντώ εκ μέρους της Luftwaffe.

Επιχείρηση “Felix”. Το γερμανικό σχέδιο στρατιωτικής κατάληψης του Γιβραλτάρ διαμέσου του ισπανικού εδάφους.

Οι παράλληλες πολιτικές εξελίξεις κι εκτιμήσεις ήταν υπεύθυνες για την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος του Βερολίνου σχετικά με την τύχη του Γιβραλτάρ: αφενός μεν, ο De Gaulle είχε κατορθώσει να πείσει τους κυβερνήτες μίας κρίσιμης υποενότητας των γαλλικών αποικιών στην Αφρική (της «Ισημερινής Γαλλικής Αφρικής», Afrique Equatoriale Francaise –AEF) να προσχωρήσουν στο κίνημα των «Ελεύθερων Γάλλων» (εντός του «ένδοξου τριημέρου» όπως καθιερώθηκε να προσαγορεύεται, μεταξύ 26-28/8, το Vichy υπέστη την αποσκίρτηση του Τσαντ, του Καμερούν και του Κογκό ─ μόνον η Γκαμπόν χρειάστηκε να προσαρτηθεί στο συμμαχικό στρατόπεδο δια της βίας, τον Νοέμβριο).

Φιλοτεχνημένη αναπαράσταση της γαλλικής αποικιακής περιουσίας τοπικά: Σε πρώτο πλάνο η “Γαλλική Δυτική Αφρική” (AOF). Διακρίνεται και το μετέπειτα Γκωλλικό λίκνο, η “Γαλλική Ισημερινή Αφρική” (AEF). (Πηγή: https:// www.ideararemaps.com/wp-content/uploads/2017/01/vichy-africa-1600×1161.jpeg)

Αφετέρου, όπως πίστευαν τόσο η γερμανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον όσο και η ανώτατη ηγεσία του Kriegsmarine, η αμερικανική κυβέρνηση θα δραστηριοποιείτο σύντομα στην κατεύθυνση της κατάληψης των νησιών στον Ατλαντικό υπό ισπανική και πορτογαλική κατοχή. Επίσης, υπήρχαν ενδείξεις ότι η κυβέρνηση F. D. Roosevelt εποφθαλμιούσε και το μεγάλο λιμάνι του Ντακάρ στη Σενεγάλη. Ο Γερμανός πρεσβευτής στη Μαδρίτη εισηγήθηκε αρχικά (8/8) να μην ασκηθεί υπερβολική πίεση στον Franco για πρόωρη είσοδο της χώρας στον πόλεμο, φοβούμενος πως στις βρετανικές αντιδράσεις ήταν πιθανόν να περιληφθούν ανατρεπτικές ενέργειες στο ισπανικό Μαρόκο, την Ταγγέρη, πιθανόν και μία απόβαση στην Πορτογαλία (οι Ισπανοί δήλωναν αγχωμένοι ακόμη και για την εκδήλωση επίθεσης στις Βαλεαρίδες). Στις 20/8 όμως ανασκεύασε τις εκτιμήσεις του σημειώνοντας ότι οι ενδείξεις από αμφότερα τα «θερμόμετρα της περιοχής», το Μαρόκο και την Πορτογαλία, ήταν ενθαρρυντικές. Η ηγεσία του Βερολίνου εμφανιζόταν έτοιμη να ενδώσει έστω και παραπλανητικά στις ισπανικές απαιτήσεις περί οικονομικής και τεχνικής βοήθειας, όμως, σε ό,τι αφορούσε το ζέον ζήτημα των ισπανικών εδαφικών διεκδικήσεων, τα πράγματα ήταν διαφορετικά: σε αντάλλαγμα για την απρόθυμη και προσχηματική αποδοχή των απαιτήσεων στο Γιβραλτάρ, την Ταγγέρη, το Οράν κι εν μέρει στο γαλλικό Μαρόκο, οι Γερμανοί ζητούσαν αεροπορικές βάσεις στην Καζαμπλάνκα, σε ένα από τα Κανάρια νησιά και πρόσβαση σε δύο ακόμη λιμάνια του ισπανικού Μαρόκου επί των ατλαντικών ακτών. Εκτός αυτού, ο W. Canaris (για τις γενικότερες απόψεις του οποίου βλ. παρακάτω) ανέλυσε σε εκτενές, απαισιόδοξο υπόμνημά του που υπέβαλε εκείνες τις μέρες (27/8) ότι η οικονομική κατάσταση της Ισπανίας ήταν δεινή, το καθεστώς ασταθές («ο Κλήρος κι η στρατιωτική ηγεσία είναι εναντίον του Francoμόνος του πραγματικά έμπιστος είναι ο Suñer, αλλά ακόμη κι αυτός είναι μάλλον ιταλόφιλος παρά γερμανόφιλος») και γενικά πως η αναξιόπιστη και αδύναμη αυτή χώρα δεν προοιωνιζόταν ισχυρή συνεισφορά διαρκείας. Εντωμεταξύ, οι ικανοί Βρετανοί ναύαρχοι που διοικούσαν τις μοίρες του Royal Navy απέδειξαν ότι ήταν σε θέση να συντονίσουν αποτελεσματικά τις δράσεις τους από τις δύο άκρες της Μεσογείου και να επιβληθούν στο ιταλικό ναυτικό («Επιχείρηση Hats», 30/8-5/9/1940). Οι δύο στόλαρχοι, ο Cunningham από την Αλεξάνδρεια και ο Somerville από το Γιβραλτάρ εφάρμοσαν κατ’ επανάληψη τέτοιου είδους υψηλού επιπέδου συνεργασία.21

Χαμηλές προτεραιότητες. Οι αποικιακές φιλοδοξίες του Γ΄ Ράιχ στην Αφρική το 1940-1941. Αποτυπώνονται οι τρέχουσες κατοχές, το παρελθοντολογικό status και οι αναθεωρητικές φιλοδοξίες σε εκδοχές κάθε εύρους (Πηγή:G. Schreiber – B.Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.), Militärgeschichtliches Forschungsamt, Freiburg im Breisgau, Germany and the Second World War, Vol. III: The Mediterranean, South East Europe, and North Africa 1939-1941, Oxford: Clarendon Press, 1995, 279).

 

 

 

[Συνεχίζεται]

 

 

 

Ο Νίκος Χατζηϊωακείμ είναι Διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει συγγράψει δυο βιβλία σχετικά με την στρατιωτική ιστορία της σύγχρονης Κύπρου και το Μεσανατολικό και το Ψυχροπολεμικό υπόβαθρο της μεταπολεμικής ιστορίας του νησιού, μονογραφίες κι άρθρα στρατιωτικής Ιστορίας. Διδάσκει αντικείμενα της ειδίκευσής του στη Σχολή Πολέμου του Π.Ν. από το 2008 και στην αντίστοιχη της Π.Α. από το 2016.

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

1. Όρος της Ναυτικής Γεωγραφίας που περιγράφει πόρους (περάσματα) ανεξαρτήτως έκτασης-βάθους και συγκεκριμένα φυσικούς πορθμούς ή προϊόντα ανθρωπογενών παρεμβάσεων (διώρυγες, μεταβολές λόγω δραστηριοτήτων με συνεισφορά σε κλιματικές αλλαγές), δηλαδή υδάτινους διαδρόμους που διαμεσολαβούν χερσαία Στενά, συνδέουν πελάγη/θάλασσες/ωκεανούς και είναι πλεύσιμοι από υποβρύχια ή /και σκάφη επιφανείας, στελεχωμένα ή /και μη.

2. Ἡράκλειοι στῆλαι, Fretum Gaditanum (το Πέρασμα του Καντίζ), Az-Zuqāq (الزقاق –«το Πέρασμα»), Bāb al-Maghrib ( المغرب باب -«Μαροκινή Πύλη» ή «Πύλη της Δύσης»), the STROG (STRait Of Gibraltar –«το Στενό του Γιβραλτάρ»), το διάσημο αμφίγειο εποπτεύεται από «το βουνό του Τάρικ» (Jabal Ṭāriq [ibn Ziyad]), του βέρβερου ηγέτη που το αξιοποίησε πρώτος ως εφαλτήριο προέλασης στο εσωτερικό της Ιβηρικής. Παράφραση του ονόματός του αποτελεί το νεώτερο γνωστό όνομά της χερσονήσου του Γιβραλτάρ (αγγλικό προσωνύμιο: ο «Βράχος»).

3. Απόδοση του αντίστοιχου αγγλικού αρκτικόλεξου SLOC=Sea Lines of Communications.

4. Βλ. αναλυτικά στο επίτομο έργο του M. Du Jourdin, L’ Europe et la mer (ελληνική μετάφραση: Η Ευρώπη και η θάλασσα, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1998, ειδικά τα Κεφάλαια 4-6).

5. Οι αναδρομές στην νεώτερη ιστορία του είναι πολυάριθμες, με άξονες τη στρατηγική σημασία του και την κατοχή του από μη γειτνιάζουσα πολιτική οντότητα. Περιοριζόμαστε ενδεικτικά: Gold, Gibraltar /British or Spanish?, London & York: Routledge, 2005, Εισαγωγή – Κεφ. 2. Σύνοψη των στρατιωτικών πτυχών, ενδεικτικά στο: D. Fa ─ C. Fin- layson, The Fortifications of Gibraltar 1068-1945, London – N. York: Osprey, 2006, σσ 4-44.

6. Ενδεικτικά: Simpson, FORCE H AND BRITISH STRATEGY IN THE WESTERN MEDITERRANEAN 1939–42, The Mariner’s Mirror, Vol. 83, No. 1, 1997, σ 62, N. J. W. Goda, Franco’s bid for empire: Spain, Germany, and the western Mediterranean in World War II, Mediterranean Historical Review, Vol. 13, Iss. 1-2, 1998, σ 179, F. Rodao, Japan and the Axis, 1937—8: Recognition of the Franco Regime and Manchukuo, Journal of Contemporary History, Vol. 44, No. 3, 2009, σ 432.

7. Ενδεικτικά: C. Frank Jr., Naval Operations in the Spanish Civil War, 1936-1939, Naval War College Review, Vol. 37, No. 1, 1984, σσ 30, 45.

8. B. Burdick, “Moro”: The Resupply of German Submarines in Spain, 1939-1942, Central European History, Vo. 3, No. 3, 1970, σσ 256-262, D. Smyth, Diplomacy and Strategy of Survival /British Policy and Franco’s Spain, 1940-41, Cambridge-London-New York-New Rochelle-Melbourne-Sydney: Cambridge University Press, 1986,σσ 2-3, 5, 14-17, 42, S. Glynn, The European Great Powers and Spanish Civil War, 1936-1939, στο R. Boyce & E. M. Robertson (επι- μέλ.), Paths to War: New Essays on the Origins of the Second World War, Basingstoke & London: Macmillan, 1989, σσ 218-221, D. W. Pike, Franco and the Axis Stigma, Basingstoke – N. York: Palgrave Macmillan, 2008, σσ 3, 20, 153 υποσημ. 11, A. N. Buchanan, Washington’s ‘silent ally’ in World War II? United States policy towards Spain, 1939– 1945, Journal of Transatlantic Studies, Vol. 7, No. 2, 2009, σσ 95-97, R. Hammond, An enduring influence on imperial defence and grand strategy: British perceptions of the Italian Navy, 1935–1943, The International History Review, Vol. 39, Iss. 5, 2017, σ 10. D. M. Miller, Dark Waters: Britain and Italy’s Invasion of Albania,7 April 1939, International Journal of Intelligence and CounterIntelligence, Vol. 16 No. 2, 2003, σ. 310, A. Toprani, “THE NAVY’S SUCCESS SPEAKS FOR ITSELF”? /The German Navy’s Independent Energy Security Strategy, 1932–1940, Naval War College Review, Vol. 68, No. 3, 2015, σ. 117 υποσημ. 80.

9. H. Herwig, Prelude to Weltblitzkrieg: Germany’s Naval Policy toward the United States of America, 1939-41, The Journal of Modern History, Vol. 43, No. 4, 1971, σ 652, D. Reynolds, Churchill and the British ‘Decision’ to fight on in 1940: right policy, wrong reasons, στο R. Langhorne (επιμέλ.), Diplomacy and Intelligence during the Second World War /Essays in honour of F. H. HINSLEY, Cambridge-London-N. York et al: Cambridge University Press, 1985, σ 152, Smyth 1986 ibid σ 42, G. Schreiber, Ideas of German Ruling Circles concerning a Colonial Empire, στο G. Schreiber – B. Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.),Militärgeschichtliches Forschungsamt, Freiburg im Breisgau, Germany and the Second World War, Vol. III: The Mediterranean, South-East Europe, and North Africa 1939-1941, Oxford: Clarendon Press, 1995, σσ 278-301, L. A. Rose, Power at Sea, Vol. 2: The Breaking Storm 1919–1945, Columbia & London: Uni- versity of Missouri Press, 2007, σ 292, S. G. Payne, Franco and Hitler /Spain, Germany, and World War II, New Haven & London: Yale University Press, 2008, σσ 45, 49, 51-52, 62.

10. Ο πληθυσμός, πολυεθνικό αμάλγαμα επί αιώνες, ήταν ως το 1940 αρκετών γενεών αυτόχθονες, αλλά και πρόσφατοι μέτοικοι ισπανικής, ιταλικής, πορτογαλικής, αραβικής, εβραϊκής, μαλτέζικης, βρετανικής, ινδικής και γαλλικής κατα- γωγής. Το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, τα Γιανίτικα (La Línea: η περιοχή του Γιβραλτάρ βορείως του «Βράχου»), είναι αν- δαλουσιανό με έντονες αγγλικές και δευτερευόντως γενοβέζικες κι εβραϊκές προσμίξεις. Ανθρωπολογικά, το Γιβραλτάρ ουδέποτε έπαψε να είναι υπόδειγμα διαρκώς ανατροφοδοτούμενης «συνοριακής κουλτούρας», παλλαϊκού κοσμοπολιτι- σμού στην πράξη. Για το θέμα του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού των μόνιμων κατοίκων (αποκαλούνται Llanitos) βλ. ενδεικτικά: A. Canessa (επιμέλ.), Bordering on Britishness National Identity in Gibraltar from the Spanish Civil War to Brexit, London: Palgrave Macmillan, 2018. Η έκφανση αυτή δεν αναλύεται περαιτέρω, διότι εκφεύγει του εξεταζόμε- νου αντικειμένου. Αξίζει να προστεθεί ότι ντόπιοι εθελοντές συγκρότησαν ένοπλη δύναμη το 1938, την Gibraltar Defence Force (GDF), η οποία αξιοποιήθηκε ως μονάδα αντιαεροπορικού πυροβολικού (μετά το ξέσπασμα των εχθρο- πραξιών επάνδρωσε και άλλες μονάδες, επάκτιου πυροβολικού, διαβιβάσεων, υγειονομικού κλπ). Η δύναμη GDF, μετε- ξελισσόμενη, υφίσταται ως τις μέρες μας.

11. Ενδεικτικά: H. H. Herwig 1971 op cit σ 656, J. Garcia, Operation Felix /Hitler’s Plan to capture Gibraltar, Gibral- tar: Mediterranean Sun, 1979, σ 26, N. J. W. Goda, The Riddle of the Rock: A Reassessment of German Motives for the Capture of Gibraltar in the Second World War, Journal of Contemporary History, Vol. 28, 1993, σσ 297, 310, R. Ham- mond 2017 op cit σ 13, Kissinger, Διπλωματία, Αθήνα: «Νέα Σύνορα» Λιβάνης, 1995, σ 431.

12. Schreiber, Political and Military Developments in the Mediterranean Area, 1939-1940, /The Strategic Dilemma of summer and autumn 1940: an Alternative or Interim Strategy? στο G. Schreiber – B.Stegemann – D. Vogel (επιμέλ.) Vol. III 1995 op cit σ 183.

13. Σχετικά με τα βρετανικά σχέδια για τα Κανάρια, σε συνάρτηση με το φάσμα απώλειας της βάσης στο Γιβραλτάρ, σημειώνεται ότι οι αρχικές σκέψεις περιστράφηκαν γύρω από την απόβαση στο λιμάνι Puerto de la Luz (Puerto de Las Palmas) του νησιού Gran Canaria. Τα βρετανικά σχέδια κατάληψης των Καναρίων ουδέποτε εγκαταλείφτηκαν ως το τέλος του 1943, αντιθέτως επικαιροποιούνταν περιοδικά (Σχέδια «PUMA, Pilgrim, Adroit»), αρχικά στο πλαίσιο ανα- ζήτησης εναλλακτικής προς το Γιβραλτάρ βάσης, σε περίπτωση που αυτό καταλαμβανόταν κι εν συνεχεία λόγω της συ- στηματικής αξιοποίησης των νερών γύρω από τα νησιά ως ασφαλούς καταφυγίου των γερμανικών υποβρυχίων για επι- σκευές, ανεφοδιασμό από πλοία και συλλογή πληροφοριών. Το 1941, αφότου πιστοποιήθηκε η χρήση του Puerto de la Luz από γερμανικά πλοία μεταφορών κι υποστήριξης, σχεδιάστηκε η «Επιχείρηση Warden» με περιεχόμενο την κατα- στροφή των λιμενικών υποδομών, η οποία αναβλήθηκε για διπλωματικούς λόγους: C. B. Burdick 1970 op cit σ 279, M. Simpson, A Life of Admiral of the Fleet Andrew Cunningham /A Twentieth-Century Naval Leader, London – Portland, OR: F. Cass, 2004, σ 47, R. Wigg, Churchill and Spain /The survival of the Franco regime, 1940–45, Abingdon – N. York: Routledge, 2005 σσ 7, 15, G. Cabrera, Operation Warden: British sabotage planning in the Canary Islands dur- ing the Second World War, Intelligence and National Security, Vol. 35, Iss. 2, 2020, σσ 252-268.

14. D. Smyth 1986 op cit σσ 35-38, R. Wigg 2005 op cit σσ 6-7, 10-15, 33-34, 40-44, S. G. Payne 2008 op cit σσ 63, 66. Ο H. Hoare υπήρξε ηγετική προσωπικότητα των Συντηρητικών από την δεκαετία 1920-1930. Είχε διατελέσει υπουργός αεροπορίας, υπουργός αρμόδιος για θέματα Ινδίας και υπουργός εξωτερικών (ήταν υπεύθυνος για τον συμβιβαστικό γαλλοβρετανικό διακανονισμό στο ζήτημα του ιταλικού επεκτατισμού στην τότε Αβησσυνία το 1935 κι εξαιτίας των χειρισμών του οδηγήθηκε σε παραίτηση). Τοποθετήθηκε έπειτα Πρώτος Λόρδος του Ναυαρχείου και εισέφερε πολλά στην ενίσχυση του Royal Navy. Επανήλθε πρόσκαιρα στην ηγεσία του Foreign Office, αλλά απομακρύνθηκε λόγω έντονων διαφωνιών με τον Churchill, καθώς ο Hoare ανήκε στους κατευναστικούς. Η τοποθέτησή του στην Μαδρίτη το 1940 θεωρήθηκε «πολιτική εξορία», πάντως έφερε σε πέρας με μεγάλη επιτυχία τα καθήκοντά του, που απαιτούσαν λεπτούς χειρισμούς και τήρηση ισορροπιών, διατηρούμενος στο πρεσβευτικό του αξίωμα μέχρι το 1944.

15. Schreiber 1995 op cit σ 184, N. J. W. Goda 1998 op cit σσ 170-176, S. G. Payne 2008 ibid σ 72, D. W. Pike 2008 op cit σ 27, E. Moradiellos, Franco /Anatomy of a Dictator, London – N. York: I. B. Tauris, 2018, σσ 54-55.

16. J. Garcia 1979 op cit σ 6, G. Schreiber 1995 ibid σσ 198-200, 211, S. G. Payne 2008 ibid σσ 72-73.

17. Υπήρχε και αεροπορική διάσταση στη δράση των Βρετανών, από αέρος ναρκοθέτηση του Μέρς-ελ-Κεμπίρ, για τον αποκλεισμό ή τον εκβιασμό των γαλλικών πλοίων να εξέλθουν υπό δυσμενείς συνθήκες. Τα δραματικά εκείνα γεγο- νότα δεν αναλύονται περαιτέρω στο παρόν κείμενο, καθώς αξίζει να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής μελέτης, με βάση το πρόσφατα αποδεσμευμένο πρωτογενές αρχειακό υλικό που αξιοποίησαν γάλλοι και βρετανοί ερευνητές.

18. M. Simpson 1997 op cit σσ 64-65, D. Fa & C. Finlayson 2006 op cit σσ 46-47.

19. Απόρρητο τηλεγράφημα (3/7) του Γερμανού πρεσβευτή Stohrer, στο P. R. Sweet – M. Lambert – M. Baumont (επι- μέλ.), Documents on German Foreign Policy 1918-1945, Series D (1937-1945), X, The War Years, June 23-August 31, 1940, Department of State Publication 6491, Washington DC: United States Government Printing Office, 1957, σσ 105-106, S. Roskill, Churchill and the Admirals, London: Collins, 1977, σ 175, J. Garcia 1979 op cit σ 27, K. G. Weiss, The Azores in Diplomacy and Strategy, 1940-1945, Professional Paper 272, Alexandria VA: Center for Naval Analysis, 1980, σ 5, D. Smyth 1986 op cit σσ 35, 41, 66-67, G. Schreiber 1995 op cit σσ 200-203, 211, D. W. Pike 2008 op cit σ 33, S. G. Payne 2008 op cit σ 94.

20. J. Garcia 1979 ibid σσ 8-10, G. Schreiber 1995 ibid σσ 185-186, N. J. W. Goda 1998 op cit σ 176, A. Viñas and C. Seidel, Franco’s Request to the Third Reich for Military Assistance, Contemporary European History, Vol. 11, No. 2, 2002, σσ 195-196, M. E. Cokely, British counter-intelligence in Gibraltar: Deciphering Spanish ‘neutrality’ during the Second World War, International Journal of Iberian Studies, Vol. 20, Nο. 2, 2007, σσ 133-137, S. G. Payne 2008 ibid σ 78, D. W. Pike 2008 ibid σ 14, J. Best, Spying on the rock: an assessment of Abwehr clandestine operations against Gibraltar during the Second World War, Intelligence and National Security, Vol. 34, Iss. 2, 2019, σσ 3-11.

21. Άκρως απόρρητα υπόμνημα (8/8) και τηλεγράφημα (20/8) του γερμανού πρεσβευτή Stohrer, στο P.R. Sweet – M. Lambert – M. Baumont (επιμέλ.) op cit σσ 442-446, 514-515, J. Garcia 1979 ibid σ 29, N. J. W. Goda 1993 op cit σσ 299-301, Schreiber 1995 ibid σσ 205-208, 211-212, M. Simpson 2004 op cit σ 52, D. Fa & C. Finlayson 2006 op cit σ 47, S. G. Payne 2008 ibid σ 79, E. Moradiellos 2018 op cit σ 55.

Ανθή Γ. Λιμπιτσιούνη: Το ζήτημα της Κύπρου υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας (1950 – 1959)

Ανθή Γ. Λιμπιτσιούνη

Το ζήτημα της Κύπρου υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας (1950 – 1959)

 

Το δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950

H απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου της Εθναρχίας να προχωρήσει στις 15 Ιανουαρίου 1950 στη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος, προκειμένου ο λαός της Κύπρου να διακηρύξει την επιθυμία του για την Ένωση με την Ελλάδα, δεν θορύβησε διόλου τη γαλλική διπλωματία. Στο πλαίσιο αυτό, τόνιζε με περισσή βεβαιότητα ότι «εάν το τουρκικό στοιχείο δεν επιδιδόταν σε καμία απερίσκεπτη ενέργεια, ήταν σίγουρο ότι η 15η Ιανουαρίου δεν θα διέφερε από οιαδήποτε άλλη ημερομηνία και ότι το δημοψήφισμα δεν θα αποτελούσε παρά μία νέα πλατωνική εκδήλωση ενός πόθου για πολλοστή φορά εκπεφρασμένου από τον ελληνικό πληθυσμό του νησιού».

Η εκτίμηση αυτή ήταν απόρροια της πεποίθησής της ότι το ζήτημα της Ένωσης ήταν επίπλαστο, αφού η αναταραχή των Ελληνοκυπρίων, στην οποία ήθελε να πιστεύει ο ελληνικός Τύπος, αποτελούσε «περισσότερο μύθο παρά πραγματικότητα». Ως εκ τούτου, θεωρούσε ότι τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος δεν θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αξιόπιστα, αφού δεν τεκμαιρόταν ότι υφίστατο πράγματι μία διευρυμένη πλειοψηφία στον πληθυσμό της Μεγαλονήσου, που επιθυμούσε ειλικρινά την Ένωση με την Ελλάδα. Και τούτο διότι όχι μόνο το ¼ των κατοίκων της ήταν διαφορετικής εθνικής προέλευσης, αλλά και ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέρος των Ελλήνων της Κύπρου αντιτασσόταν στην προοπτική της Ένωσης. Ερωτήματα εγείρονταν και ως προς την εγκυρότητα της ψήφου των συμμετεχόντων, αφού ήταν πεπεισμένη ότι η βούλησή τους υπαγορευόταν από τις διαταγές του Ορθόδοξου Κλήρου και του Α.Κ.Ε.Λ.

Συν τοις άλλοις, η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος εξελήφθη ως μία ακόμη ηχηρή εκδήλωση των ψηφισμάτων, που διατράνωναν τα ενωτικά αισθήματα των Ελλήνων της Κύπρου. Με βάση το παρελθόν, δεν αναμενόταν να σηματοδοτήσει την απαρχή σημαντικών πολιτικών εξελίξεων ως προς το ζήτημα της Κύπρου, αφού ουδέποτε άλλοτε ανάλογου είδους διακηρύξεις, όπως επισήμαινε, είχαν οδηγήσει σε απτά αποτελέσματα, παραμένοντας πάντοτε ευσεβείς πόθοι.

Μολαταύτα, καταλυτικό ρόλο στις εκτιμήσεις της διαδραμάτισε πρωτίστως η αντίδραση των βρετανικών αρχών, οι οποίες, έχοντας τονίσει επανειλημμένως την πρόθεσή τους να μην εγκαταλείψουν την Κύπρο, αρνήθηκαν να λάβουν υπ’ όψιν τους το επικείμενο δημοψήφισμα, τονίζοντας ότι «το ζήτημα της Κύπρου θεωρείτο κλειστό» για την κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος. Όμως, εξίσου καθοριστικής σημασίας θεωρήθηκε η εφεκτική στάση που τήρησε επί του θέματος η Αθήνα, η οποία σε μία κρίσιμη συγκυρία για την ανασυγκρότηση της χώρας επ’ ουδενί λόγω επιθυμούσε την έγερση του ζητήματος της Κύπρου, η διευθέτηση του οποίου θα επιτυγχανόταν, σύμφωνα με την πάγια θέση της, εντός του πλαισίου της ελληνοβρετανικής φιλίας.

Το δημοψήφισμα του 1950 στην Κύπρο.

Εντούτοις, το ενδεχόμενο έγερσης του Κυπριακού στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, δεδομένου του υπομνήματος   που είχε υποβάλει στις 25 Νοεμβρίου 1949 ο Γενικός Γραμματέας του Α.Κ.Ε.Λ., Εζεκίας Παπαϊωάννου στον Γενικό Γραμματέα, ενέβαλε σε προβληματισμό τη γαλλική διπλωματία. Και τούτο διότι σε αυτήν την περίπτωση η Γαλλία θα καλείτο να λάβει θέση επί του θέματος, αφού σύμφωνα με το 4ο άρθρο της Σύμβασης της 23ης Δεκεμβρίου του 1920, η οποία διαμόρφωνε τα σύνορα των υπό εντολή εδαφών της Συρίας, της Παλαιστίνης και του Ιράκ, η Βρετανία δεσμευόταν να μην εκχωρήσει την Κύπρο σε μία τρίτη δύναμη, δίχως τη συναίνεσή της. Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμούσε ότι εάν διεθνοποιείτο το ζήτημα της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, η υποστήριξη των ελληνικών διεκδικήσεων θα μπορούσε όχι μόνο να θέσει σε κίνδυνο τη συμμαχία της Γαλλίας με τη Βρετανία, αλλά και να αποβεί μακροπρόθεσμα εις βάρος των γαλλικών συμφερόντων στη Μεσόγειο, αφού θα μπορούσε στο μέλλον να αντιταχθεί στην πολιτική που ακολουθούσε στην περιοχή της Βορείου Αφρικής.

Τηλεγράφημα του προξένου της Γαλλίας στη Λευκωσία σχετικό με το δημοψήφισμα (πηγή: Γαλλικά Διπλωματικά Αρχεία).

Η επίσημη ανακοίνωση στις 29 Ιανουαρίου 1950 των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος, σύμφωνα με τα οποία το 96% τασσόταν υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, άρχισε να προκαλεί προβληματισμό στους Γάλλους διπλωμάτες. Παρά τους ενδοιασμούς που διατηρούσαν ως προς τη διαδικασία διεξαγωγής του, δεν αμφισβητούσαν πλέον ότι αποτελούσε μία ηχηρή εκδήλωση υπέρ της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Παράλληλα όμως, δεν έκρυβαν την έντονη ανησυχία τους για τον αντίκτυπό του στις σχέσεις της Ελλάδας τόσο με την Τουρκία, όσο και με τη Βρετανία, εκτιμώντας ότι οι Έλληνες επέδειξαν έλλειψη πολιτικού πνεύματος, διεκδικώντας πρόωρα την Κύπρο. Μολονότι η Αθήνα διατεινόταν ότι η Τουρκία με την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης (24 Ιουλίου 1923), είχε παραιτηθεί επί παντός δικαιώματός της επί της Μεγαλονήσου, η αντίδραση της τουρκικής μειονότητας εναντίον οιασδήποτε τροποποίησης του υπάρχοντος εδαφικού καθεστώτος, καταδείκνυε, όπως επισήμαιναν, ότι αργά ή γρήγορα το ζήτημα της Κύπρου θα εξελισσόταν σε μία ελληνοτουρκική διαμάχη, γεγονός που θα είχε ανυπολόγιστες συνέπειες για τη σταθερότητα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.

Επιπλέον, ήταν πεπεισμένοι ότι η ανακίνηση του ζητήματος της Ένωσης, το οποίο περιπλεκόταν ακόμη περισσότερο από την ισχυρή παρουσία των κομμουνιστών στη Μεγαλόνησο, θα έφερνε εκ των πραγμάτων σε τροχιά σύγκρουσης την Ελλάδα με τη Βρετανία. Εντούτοις, έθεταν εν αμφιβόλω τη δυνατότητα του Λονδίνου να συνεχίσει επί μακρόν να αντιτάσσεται στις διεκδικήσεις των Ελλήνων, εάν η αναταραχή γύρω από το ζήτημα της Κύπρου προσλάμβανε τέτοιο εύρος, ώστε όχι μόνο η Ελλάδα, αλλά και τα Ηνωμένα Έθνη καλούνταν πλέον να παρέμβουν. Στο πλαίσιο αυτό, δεν απέκλειαν το ενδεχόμενο μεταβολής του status quo της Μεγαλονήσου, γεγονός που θα μπορούσε να ανατρέψει όλη την ισορροπία δυνάμεων στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου.

37, quai d’ Orsay. Η πρόσοψη του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών.

Οι προσπάθειες διεθνοποίησης του Κυπριακού (1950 – 1954)

Οι Γάλλοι διπλωμάτες άσκησαν δριμεία κριτική στους χειρισμούς, στους οποίους προέβησαν ως προς το ζήτημα της Κύπρου μέχρι το καλοκαίρι του 1954 τόσο οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, όσο και ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Καίτοι κατανοούσαν το αδιέξοδο, στο οποίο είχε εγκλωβιστεί η Αθήνα μετά το δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου, καθώς αδυνατούσε να αποκηρύξει δημοσίως τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονταν για την προώθησή της Ενωσης, προκειμένου να μην κατηγορηθεί για έλλειψη πατριωτισμού και εθνική μειοδοσία, στηλίτευαν τις παλινωδίες που παρουσίαζε η πολιτική της στο Κυπριακό. Και τούτο διότι η ελληνική κυβέρνηση κατέφευγε συχνά σε μεθοδεύσεις, δημιουργώντας ανεδαφικές προσδοκίες στην κοινή γνώμη περί δήθεν διευθέτησης του προβλήματος, οι οποίες όμως διαψεύδονταν εν τοις πράγμασι.

Παράλληλα, αλγεινή εντύπωση προκαλούσε στους Γάλλους διπλωμάτες η εκχώρηση ως μη όφειλε του ηγετικού της ρόλου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, επιτρέποντας τις άφρονες παρεμβάσεις της τελευταίας στο Κυπριακό, κριτική που δεν ήταν ολότελα ανεξάρτητη από τα αντικληρικαλιστικά αισθήματα, από τα οποία εμφορούνταν. Εξίσου επιτιμητικοί ήταν ως προς τον ρόλο που διαδραμάτισε ο Τύπος στην αναμόχλευση του Κυπριακού, αν όχι καθ’ υπόδειξιν, τουλάχιστον υπό την ανοχή των εκάστοτε ελληνικών κυβερνήσεων, προκειμένου να εξυπηρετηθούν διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες στο εσωτερικό της χώρας.

Τα πυρά τους εκτοξεύονταν και εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ο υπερβάλλοντας ζήλος του οποίου περιέπλεξε, όπως επισήμαιναν, το ζήτημα της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, διατείνονταν ότι το δημοψήφισμα που διοργάνωσε στην Κύπρο με «τρόπο περισσότερο δημαγωγικό παρά σοβαρό», αποδείχτηκε στα χέρια του ένα όπλο εξαιρετικά επικίνδυνο, το οποίο όχι μόνο αξιοποίησε, αλλά και «καταχράστηκε» στο έπακρο. Ψέγοντας τον τρόπο με τον οποίο μετερχόταν το ανώτατο θρησκευτικό του αξίωμα, προκειμένου να πραγματοποιήσει τις απώτερες επιδιώξεις του, διατείνονταν ότι ασκούσε αφόρητες πιέσεις έναντι της Αθήνας, ώστε να την εξαναγκάσει να εγείρει το ζήτημα της Κύπρου στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, εγχείρημα των δυσκολιών του οποίου είχε πλήρη επίγνωση ευθύς εξαρχής.

Εντούτοις, οι Γάλλοι διπλωμάτες δεν φείστηκαν κριτικής ούτε για την προκλητική αδιαλλαξία, που επέδειξε το Λονδίνο έναντι της Αθήνας, παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειές της να ξεκινήσει ένας απευθείας διάλογος για τη φιλική διευθέτηση του θέματος διά μέσου διμερών διαπραγματεύσεων, αποφεύγοντας έως την ύστατη στιγμή να προσφύγει στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών. Η κατηγορηματική άρνηση που προέτασσε ευκαιρίας δοθείσης στις εκκλήσεις της, αντικρούοντας τα επιχειρήματά της με μία έκδηλη διάθεση ειρωνείας, διαδραμάτισε, κατά την άποψή τους, καταλυτικό ρόλο στην όξυνση των πνευμάτων.

Και τούτο διότι προκάλεσε ένα αίσθημα βαθύτατης προσβολής, το οποίο επρόκειτο να αναδειχθεί σε καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων στο Κυπριακό. Υπό το πρίσμα αυτό, η απαξιωτική στάση του Anthony Eden κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον Αλέξανδρο Παπάγο τον Σεπτέμβριο του 1953 στην Αθήνα, αλλά και το «ουδέποτε» που διατύπωσε από το βήμα της Βουλής των Κοινοτήτων ο Henry Hopkinson τον Ιούλιο του 1954, είχαν επιφέρει ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα στην ελληνική υπερηφάνεια. Και τούτο διότι, όπως χαρακτηριστικά επισήμαιναν, «η ειρωνεία ουδέποτε εκτιμήθηκε στην Ελλάδα, ιδίως όταν επρόκειτο για εθνικά θέματα», εφιστώντας την προσοχή του Quai d’ Orsay στον καταλυτικό ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει στο Κυπριακό η ευθιξία των Ελλήνων, οι οποίοι δεν είχαν εισπράξει παρά μόνο κοφτές ή ειρωνικές αρνήσεις. «Inde ira et lacrimae».

 

Η προσφυγή της Αθήνας στα Ηνωμένα Έθνη (1954)

Οι Γάλλοι διπλωμάτες δεν υπερέβαλλαν στις εκτιμήσεις τους. Ενδεικτική της ολότελα διαφορετικής προσέγγισής που ακολουθούσαν επί του θέματος, ήταν η εισήγησή τους ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί ολότελα από τη γαλλική αντιπροσωπεία στους κόλπους της Γενικής Συνέλευσης, προσφέροντάς της την έμπρακτη συμπαράστασή της κατά τη διάρκεια των εργασιών εκτός συνόδου. Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμιζαν ότι οι παρεμβάσεις, στις οποίες εκ των πραγμάτων θα προέβαινε, θα έπρεπε να διακρίνονται από μετριοπάθεια και μία διάθεση συμφιλίωσης, σε μία προσπάθεια να αμβλυνθεί η αντιπαράθεση μεταξύ δύο χωρών, με τις οποίες η Γαλλία διατηρούσε στενούς δεσμούς στο πλαίσιο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος υποδέχεται τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο στην Αθήνα.

Παράλληλα όμως, η γαλλική διπλωματία δεν έκρυψε τους ενδοιασμούς της ως προς την απόφαση της Γαλλίας να ταχθεί υπέρ των βρετανικών θέσεων, καταψηφίζοντας τον Σεπτέμβριο του 1954 την εγγραφή της ελληνικής προσφυγής για την εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης του λαού της Κύπρου στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Βεβαίως, κατανοούσε τους λόγους, που την υποχρέωναν να ανταποκριθεί θετικά στο βρετανικό αίτημα, αφού τα ζητήματα του Μαρόκου και της Τυνησίας παρουσίαζαν, παρά τις όποιες διαφορές, σημαντικές ομοιότητες με εκείνο της Κύπρου. Επανειλημμένως, το Παρίσι είχε επισημάνει την πολύτιμη αρωγή που του προσέφερε αφειδώλευτα το Λονδίνο, εν αντιθέσει με την Αθήνα, κατά τη διάρκεια των σχετικών ψηφοφοριών που διεξήχθησαν για τα ζητήματα του Μαρόκου και της Τυνησίας.

Εντούτοις, οι Γάλλοι διπλωμάτες εκτιμούσαν ότι τα επιχειρήματα που προέτασσε το Λονδίνο εν έτει 1954, ήταν σαθρά. Και τούτο διότι ουδόλως ανταποκρίνονταν στα δεδομένα της καινούργιας πραγματικότητας, που είχε διαμορφωθεί διεθνώς μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ως εκ τούτου, θεωρούσαν ότι το υπόμνημα που κατέθεσε τον Αύγουστο του 1954 η κυβέρνηση Παπάγου στα Ηνωμένα Έθνη αναφορικά με το ζήτημα της Κύπρου, διέθετε ισχυρότερα ερείσματα από νομικής άποψης, εν συγκρίσει με την επίσημη βρετανική θέση, αφού «πολλές παράγραφοι του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών φαίνονταν να έχουν γραφτεί εις επίρρωσιν των ελληνικών θέσεων».

 

Οι απόπειρες διευθέτησης του Κυπριακού διά μέσου διμερών διαπραγματεύσεων (1955 – 1956)

Η γαλλική διπλωματία εξέφρασε τον αποτροπιασμό της για το πογκρόμ, που διενεργήθηκε εις βάρος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 6/7 Σεπτεμβρίου 1955. Καίτοι θεωρούσε ότι το καταστροφικό μένος που επέδειξε ο όχλος, δεν ήταν απόρροια αποκλειστικά και μόνο του μίσους που έτρεφε εναντίον των Ελλήνων, αλλά εν μέρει και του φθόνου του για τους κατέχοντες του πλούτου, ουδεμία αμφιβολία είχε ότι επρόκειτο για μια συστηματικά οργανωμένη επιχείρηση, που υλοποιήθηκε υπό την ανοχή, αν όχι την ενθάρρυνση των τουρκικών αρχών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί η πολιτική της Άγκυρας στο Κυπριακό.

Στην προσπάθειά της να απευθύνει κατά τη διάρκεια της Τριμερούς Διάσκεψης του Λονδίνου (29 Αυγούστου – 7 Σεπτεμβρίου 1955) μία αυστηρή προειδοποίηση προς την κυβέρνηση Eden για τις επιπτώσεις που θα επέσυρε η υιοθέτηση μίας λύσης, που θα απέβαινε εις βάρος των αξιώσεών της, υποδαύλισε τα ανθελληνικά αισθήματα της κοινής γνώμης διά μέσου του Τύπου, ο τόνος του οποίου προσέλαβε στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1955 έναν ιδιαίτερα βίαιο χαρακτήρα, αγγίζοντας τα όρια του παροξυσμού. Λειτουργώντας ως μαθητευόμενος μάγος, όπως υπογράμμιζε, εξαπέλυσε σφοδρές δυνάμεις, τη δράση των οποίων απέτυχε να θέσει υπό τον έλεγχό της.

Υπό το πρίσμα αυτό, η γαλλική διπλωματία δεν έκρυβε τον προβληματισμό της για τη ραγδαία επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, γεγονός που όχι μόνο καθιστούσε «τον πολιτικό ελληνοτουρκικό γάμο ένα εύθραυστο οικοδόμημα», αλλά και εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον της ελληνικής μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη, το οποίο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Παράλληλα όμως, ήταν πεπεισμένη ότι ούτε η ίδια η Τουρκία επρόκειτο να εξέλθει αλώβητη από τις ανθελληνικές ταραχές της 6ης/7ης Σεπτεμβρίου. Και τούτο διότι ετίθετο πλέον εν αμφιβόλω όλη η προσπάθεια που αναλήφθηκε τόσο από τους Κεμαλιστές, όσο και από την κυβέρνηση Menderes, προκειμένου να εκριζώσουν από τη χώρα τους τα «συμπλέγματα του μεγάλου ασθενούς», τα οποία κατέτρυχαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Τα “Σεπτεμβριανά” του 1955 στην Κωνσταντινούπολη.

Το κύμα οργής και αγανάκτησης που πυροδότησε στην Ελλάδα το πογκρόμ, το οποίο ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά την απόρριψη τον Σεπτέμβριο του 1955 της 2ης ελληνικής προσφυγής στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, ενέβαλε σε έντονη ανησυχία τη γαλλική διπλωματία. Με δεδομένα τα αντιδυτικά αισθήματα, από τα οποία είχε αρχίσει πλέον να εμφορείται η κοινή γνώμη, δεν αποκλειόταν το ενδεχόμενο αναθεώρησης της εξωτερικής πολιτικής της Αθήνας και στροφής της προς την κατεύθυνση της ουδετερότητας, ένα ελκυστικό παράδειγμα της οποίας αποτελούσε η Γιουγκοσλαβία. Η εξέλιξη αυτή θεωρείτο ότι θα απέβαινε εις βάρος της Δύσης, λόγω της προκεχωρημένης στρατηγικής θέσης της ελληνικής χερσονήσου, αλλά και της λανθάνουσας δύναμης που διέθετε στη χώρα ο κομμουνισμός.

Το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και τον Στρατάρχη Harding, (Οκτώβριος 1955 – Φεβρουάριος 1956) ενέτεινε τους φόβους της γαλλικής διπλωματίας για την εξέλιξη του Κυπριακού. Ανεξαρτήτως της δεδηλωμένης πρόθεσης του Λονδίνου να μην εκχωρήσει την κυριαρχία του στη Μεγαλόνησο, προτάσσοντας τη στρατηγική της σημασία για την υλοποίηση της βρετανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή, θεωρείτο ότι καθοριστικό ρόλο στο αδιέξοδο που επήλθε, διαδραμάτισαν οι αντιρρήσεις της Τουρκίας, η οποία φοβόταν, παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις των Βρετανών περί του αντιθέτου, μήπως εν τέλει προχωρούσαν στην εφαρμογή της αρχής της αυτοδιάθεσης στην Κύπρο, μέσω της εδραίωσης ενός καθεστώτος αυτοκυβέρνησης. Στο πλαίσιο αυτό, διακήρυττε ότι «τίποτε δεν μπορούσε να γίνει στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς την έγκρισή της», υπογραμμίζοντας ότι δεν προτίθετο να εγκαταλείψει την τουρκική μειονότητα στην τύχη της, αφού αισθανόταν υπεύθυνη για την ασφάλειά της.

Η γαλλική διπλωματία ανησυχούσε ιδιαιτέρως για το εύρος που θα μπορούσαν να προσλάβουν οι αντιδράσεις της, εάν αναγνωριζόταν η αυτοδιάθεση της Κύπρου. Πεποίθησή της ήταν ότι η Άγκυρα δεν θα δίσταζε να εξαπολύσει ακόμη και έναν πραγματικό εμφύλιο πόλεμο στη Μεγαλόνησο, δεδομένου ότι η τουρκική μειονότητα, η οποία ήταν ήδη οργανωμένη και εν μέρει εξοπλισμένη, τελούσε σε κατάσταση αναμονής. Ενδεικτικές των προθέσεών της θεωρούνταν όχι μόνο οι διακοινοτικές ταραχές που εκδηλώθηκαν στις 11 Ιανουαρίου 1956, με αφορμή τη δολοφονία ενός Τούρκου αστυνομικού από την Ε.Ο.Κ.Α, οι οποίες συνιστούσαν μία σαφή προειδοποίηση για το μέλλον, αλλά και οι στενές επαφές που άρχισε να αναπτύσσει η ηγεσία της με τους ιθύνοντες της μητέρας πατρίδας, υπό τη συστηματική καθοδήγηση των οποίων άλλωστε τελούσε. Απώτερος στόχος της κυβέρνησης Menderes ήταν να εξέλθει η τουρκική μειονότητα από τη συνήθη της παθητικότητα, καθιστώντας σαφή την πρόθεσή της να αντιταχθεί με οιοδήποτε μέσο στην Ένωση.

Μολονότι η απόφαση του Λονδίνου να προχωρήσει τον Μάρτιο του 1956 στη σύλληψη και την εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στις Σεϋχέλλες, της προκάλεσε προς στιγμήν ένα αίσθημα ανακούφισης και ικανοποίησης, ουδόλως αμβλύνθηκαν οι ανησυχίες της. Και τούτο διότι η απομάκρυνση του Αρχιεπισκόπου από το προσκήνιο, ο οποίος καθίστατο πλέον μάρτυρας, όχι μόνο δεν διευθετούσε το πρόβλημα της Κύπρου, αλλά αντιθέτως μετέθετε τη λύση του στο απώτερο μέλλον. Εξακολουθώντας, όπως επισήμαιναν οι Γάλλοι διπλωμάτες, να τρέφει σοβαρές αμφιβολίες για την ειλικρίνεια των βρετανικών προθέσεων, αδυνατούσε να λησμονήσει ότι είχε τεθεί στο περιθώριο των συνομιλιών Μακαρίου – Harding, παρά τις ρητές διαβεβαιώσεις του Λονδίνου ότι η συγκατάθεσή της θεωρείτο εκ των ων ουκ άνευ για τη σύναψη μίας ενδεχόμενης συμφωνίας.

Παράλληλα όμως, οι Γάλλοι διπλωμάτες εκτιμούσαν ότι η εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, η οποία σηματοδοτούσε τη σκλήρυνση της βρετανικής πολιτικής στο Κυπριακό, υποδηλώντας την αποφασιστικότητά της να προασπίσει πάση θυσία την κυριαρχία της επί της Μεγαλονήσου, συνιστούσε πέραν πάσης αμφιβολίας «σφάλμα έναντι της Ελλάδος». Και τούτο διότι επρόκειτο να δυσχεράνει το έργο της κυβέρνησης Καραμανλή, η οποία επιθυμούσε διακαώς την αποκλιμάκωση της έντασης που σοβούσε στις σχέσεις της τόσο με τη Βρετανία, όσο και με την Τουρκία, ούτως ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστη στο έργο της οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της χώρας. Εκ των πραγμάτων, θα ήταν πλέον υποχρεωμένη να σκληρύνει τη στάση της, αφού σε διαφορετική περίπτωση ελλόχευε ο κίνδυνος ανατροπής της.

Ο Μακάριος στις Σεϋχέλλες.

Το αδιέξοδο στο Κυπριακό μετά την εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου

Η αδιαλλαξία που επέδειξε το Λονδίνο μετά την εκτόπιση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, εμμένοντας στην πάταξη της «τρομοκρατίας» στη Μεγαλόνησο, η οποία θεωρείτο εκ των ων ουκ άνευ για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων με την ελληνοκυπριακή πλευρά, επέσυρε δριμεία κριτική εκ μέρους των γαλλικών διπλωματικών κύκλων. Και τούτο διότι όχι μόνο δεν συνετέλεσε στην αποκατάσταση της τάξης και της ηρεμίας στη Μεγαλόνησο, αλλά επιπλέον οδήγησε το Κυπριακό σε νεκρό σημείο.

Ενδεικτική της άτεγκτης στάσης που τηρούσε επί του θέματος, θεωρείτο η εκτέλεση διά απαγχονισμού στις 10 Μαΐου 1956 του Μιχάλη Καραολή και του Ανδρέα Δημητρίου. Οι Γάλλοι διπλωμάτες εξέφρασαν τη διαφωνία τους με την απόφαση του Στρατάρχη Harding να απορρίψει το αίτημα για την απονομή χάριτος στους καταδικασθέντες, η οποία προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Και τούτο διότι επρόκειτο για μία υπόθεση, που θα μπορούσε να εξάψει τα αντιδυτικά αισθήματα, από τα οποία εμφορείτο η ελληνική κοινή γνώμη μετά τα Σεπτεμβριανά και την απόρριψη της 2 ης ελληνικής προσφυγής στα Ηνωμένα Έθνη, οδηγώντας ακόμη και σε διάρρηξη των δεσμών της Αθήνας με τη Δύση.

Σε μία προσπάθεια να αποσοβηθεί ο κίνδυνος αυτός, η γαλλική διπλωματία θεωρούσε ότι το Παρίσι θα έπρεπε να έρθει αρωγός σε οιαδήποτε προσπάθεια, προκειμένου να «διευθετηθεί το θέμα ενδοοικογενειακά», όπως είχε επισημάνει ο Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος, Σπυρίδων Θεοτόκης. Και τούτο διότι η επανάληψη των διαπραγματεύσεων μεταξύ των εμπλεκομένων πλευρών θα απέβαινε προς όφελος της Γαλλίας, αφού «η διένεξη της Κύπρου δηλητηρίαζε την ατμόσφαιρα σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο».

Μολαταύτα, το Λονδίνο δεν ήταν διατεθειμένο να αναθεωρήσει την αδιάλλακτη πολιτική του. Ενδεικτικό θεωρείτο το γεγονός ότι παρέπεμψε τον Ιούλιο του 1956 στις ελληνικές καλένδες παρά τις προηγούμενες εξαγγελίες του την παρουσίαση ενός καινούργιου σχεδίου για την άρση του αδιεξόδου στο Κυπριακό. Καταλυτικό ρόλο στην υπαναχώρησή του διαδραμάτισαν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Γάλλων διπλωματών, οι αντιρρήσεις της Τουρκίας, η οποία αντιτίθετο σφόδρα στην εδραίωση καθεστώτος αυτονομίας στην Κύπρο. Και τούτο διότι παρόμοια εξέλιξη εκλαμβανόταν ως προάγγελος της αναγνώρισης της αρχής της αυτοδιάθεσης, εξέλιξη που απευχόταν η Άγκυρα. Στο πλαίσιο αυτό, δεν δίστασε να μετέλθει έναν απροκάλυπτο εκβιασμό, προκειμένου να καταστήσει σαφές στους δυτικούς της εταίρους ότι επ’ ουδενί λόγω ήταν διατεθειμένη να συγκατατεθεί σε οιονδήποτε συμβιβασμό ως προς το ζήτημα της Κύπρου που θα απέβαινε εις βάρος των συμφερόντων της, πυροδοτώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις.

Εξακολουθώντας να τρέφει αμφιβολίες για τις πραγματικές προθέσεις του Λονδίνου, αλλά και για την ασάφεια που χαρακτήριζε την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, η Τουρκία προειδοποίησε ότι η αλλαγή του status quo της Μεγαλονήσου θα συνεπαγόταν ipso facto την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάννης, γεγονός που θα μπορούσε να ανατρέψει όλη την εύθραυστη ισορροπία, στην οποία βασιζόταν το καθεστώς της Ανατολικής Μεσογείου. Η σκλήρυνση που παρατηρείτο πλέον στην στάση της, αλλά και η αναταραχή που υποδαύλιζε εντέχνως στη Μεγαλόνησο, η οποία θα μπορούσε να εκφυλιστεί σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ των δύο εθνικών κοινοτήτων, προκαλούσε έκδηλη ανησυχία στη γαλλική διπλωματία. Και τούτο διότι η διένεξη ως προς το ζήτημα της Κύπρου υπέσκαπτε τη συνοχή της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Δηλωτική της όξυνσης των πνευμάτων θεωρείτο η σφοδρή αντίδραση της Αθήνας στις δηλώσεις του Τούρκου Πρωθυπουργού. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση Καραμανλή διακήρυξε ότι σε περίπτωση που η Τουρκία έθετε ζήτημα αναθεώρησης της Συνθήκης της Λωζάννης, ήταν αποφασισμένη να προχωρήσει πάραυτα στην καταγγελία της Σύμβασης του Montreux, γεγονός που θα επέφερε αναπόδραστα αλλαγές στο καθεστώς των Στενών. Παράλληλα, προειδοποίησε τους εταίρους της ότι εάν δεχόταν την παραμικρή πρόκληση από την Άγκυρα, θα αντιδρούσε ακαριαία, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου.

Καίτοι οι Γάλλοι διπλωμάτες χαρακτήριζαν ως έναν βαθμό υπερβολικές τις εν λόγω απειλές, με δεδομένη την κατηγορηματική άρνηση της Μόσχας να προσυπογράψει οιαδήποτε μεταβολή του καθεστώτος των Στενών, θεωρούσαν αδήριτη ανάγκη να καθησυχάσουν την Αθήνα. Και τούτο διότι ελλόχευε ο κίνδυνος υπό το βάρος της απογοήτευσής της, αλλά και των συνομιλιών που επρόκειτο να διεξαχθούν το καλοκαίρι του 1956 με τους ηγέτες της Γιουγκοσλαβίας και της Αιγύπτου να προχωρήσει σε βεβιασμένες ενέργειες, που θα απέβαιναν εις βάρος της Δύσης, σε μία κρίσιμη χρονική συγκυρία, κατά την οποία επικρατούσε μία τεταμένη ατμόσφαιρα στη Μέση Ανατολή.

Υπό το πρίσμα αυτό, αναπτύχθηκε ένας έντονος προβληματισμός στους κόλπους της γαλλικής διπλωματίας για το ενδεχόμενο έναρξης απευθείας διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας, σε μία προσπάθεια να αρθεί το υφιστάμενο αδιέξοδο στο ζήτημα της Κύπρου. Και τούτο διότι εάν δεν διευθετείτο επειγόντως, ελλόχευε ο κίνδυνος ανατροπής της κυβέρνησης Καραμανλή, γεγονός που θα καθιστούσε αναπόφευκτη την απώλεια της Αθήνας για τη Δύση.

Εντούτοις, ο Γάλλος Πρέσβυς στην Άγκυρα, Jean-Paul Garnier ήταν εκ διαμέτρου αντίθετος σε τούτη την προοπτική. Με δεδομένη την ένταση που σοβούσε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και την αδιαλλαξία της Άγκυρας, η οποία δεν επρόκειτο να καμφθεί μεσούσης της κρίσης του Σουέζ, υπογράμμιζε ότι οιαδήποτε απόπειρα για την έναρξη ενός διαλόγου μεταξύ των δύο χωρών ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Ως εκ τούτου, εκτιμούσε ότι το Παρίσι όφειλε να επιδείξει ιδιαίτερη σύνεση επί του θέματος, υποστηρίζοντας την υιοθέτηση μίας συμβιβαστικής λύσης, που θα τύγχανε της αποδοχής και των τριών ενδιαφερομένων πλευρών.

Jean-Paul Garnier, πρέσβυς της Γαλλίας στην Άγκυρα (1955-1957).
Christian Pineau, υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας (1956-1958).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Κεντρική Υπηρεσία του Quai d’ Orsay συντασσόταν πλήρως με την άποψή του, τονίζοντας ότι το Παρίσι ήταν αδύνατον να παρεκκλίνει της γραμμής που ακολουθούσε στο Κυπριακό, λόγω όχι μόνο των συμμαχικών του δεσμών με τη Βρετανία, αλλά και της σοβαρής κρίσης που είχε ενσκήψει στη Μέση Ανατολή από το καλοκαίρι του 1956 μετά την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από τον Nasser, στο πλευρό του οποίου τάχθηκε η Αθήνα χωρίς περιστροφές. Εντούτοις, δεν έκρυβε τον προβληματισμό της για τους κινδύνους που ενείχε η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος στην Κύπρο. Όλη η προσοχή της γαλλικής διπλωματίας άρχισε εφεξής να επικεντρώνεται στην ανάδυση της ιδέας της διχοτόμησης, μετά τη δήλωση στις 19 Δεκεμβρίου του 1956 του επί κεφαλής του Colonial Office, Allan Lennox-Boyd περί ταυτόχρονης άσκησης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης και από τις δύο εθνικές κοινότητες της Μεγαλονήσου, στην περίπτωση που πραγματοποιείτο η προσάρτησή της στην Ελλάδα, την οποία έσπευσε να αξιοποιήσει στο έπακρο η Άγκυρα.

 

Οι άκαρπες προσπάθειες εξεύρεσης μίας λύσης στο Κυπριακό (1957)

Πράγματι, η αναγνώριση της αρχής της διπλής αυτοδιάθεσης μετέβαλε άρδην τα δεδομένα του Κυπριακού. Και τούτο διότι το Λονδίνο ομολογούσε για πρώτη φορά επισήμως ότι η προοπτική της διχοτόμησης, αν και απευκταία, αποτελούσε μία από τις πιθανές λύσεις του προβλήματος της Κύπρου, γεγονός που όχι μόνο υπονόμευσε τη σημασία του Σχεδίου Συντάγματος Radcliffe, το οποίο περιέπεσε σε τέλμα, αλλά και διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην ενίσχυση της τουρκικής αδιαλλαξίας.

Σε μία περίοδο που η Βρετανία βρισκόταν αντιμέτωπη με την εχθρότητα του Αραβικού κόσμου, απόρροια της βρετανογαλλικής επέμβασης στο Σουέζ το φθινόπωρο του 1956, είχε αρχίσει να εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την Τουρκία, η οποία αποτελούσε τον μόνο σταθερό της σύμμαχο στη Μέση Ανατολή. Με δεδομένη τη βαρύνουσα σημασία που αποκτούσε πλέον για την προάσπιση των βρετανικών συμφερόντων στην περιοχή, αλλά και την αναβάθμιση του στρατηγικού της ρόλου στο πλαίσιο του Ν.Α.Τ.Ο. μετά την εξαγγελία του Δόγματος Eisenhower τον Ιανουάριο του 1957, η κυβέρνηση Eden επ’ ουδενί λόγω ήταν διατεθειμένη να προκρίνει μία λύση για την άρση του αδιεξόδου στο Κυπριακό, η οποία θα αντιστρατευόταν τα συμφέροντα της Άγκυρας.

Δηλωτική των προθέσεων της κυβέρνησης Menderes θεωρείτο από τους Γάλλους διπλωμάτες η αποστολή του Nihat Erim στο Λονδίνο στις 24 Ιανουαρίου 1957, λίγο πριν από την έναρξη των εργασιών της 11η Συνόδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών. Απώτερος στόχος του ήταν να αποσπάσει από την κυβέρνηση Macmillan τη ρητή της δέσμευση ως προς την επιβολή της διχοτόμησης, η οποία θα αναγόταν εφεξής, όπως υπογράμμιζαν, στην αιχμή του δόρατος της τουρκικής πολιτικής στο Κυπριακό.

Στο πλαίσιο αυτό, εκτιμούσαν ότι η μετάβαση του Τούρκου νομομαθούς στη βρετανική πρωτεύουσα δεν μπορούσε να νοηθεί ανεξάρτητα από τις διακοινοτικές ταραχές, που εκτυλίχθηκαν στη Μεγαλόνησο το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του 1957. Και τούτο διότι αποτελούσαν αλληλοσυμπληρωματικές εκφάνσεις μίας και της αυτής πολιτικής. Απώτερος στόχος της Άγκυρας ήταν να καταδείξει στη διεθνή κοινή γνώμη ότι υπό τις υφιστάμενες συνθήκες καθίστατο εκ των πραγμάτων αδύνατη η αρμονική συμβίωση των δύο εθνικών κοινοτήτων, προτάσσοντας τη διχοτόμηση ως αδήριτη ανάγκη, προκειμένου να εδραιωθεί η ειρήνη και η ασφάλεια στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου.

Ο προβληματισμός της γαλλικής διπλωματίας για την επικίνδυνη τροπή που είχε αρχίσει πλέον να προσλαμβάνει το ζήτημα της Κύπρου, δεν αμβλύνθηκε ούτε μετά την απελευθέρωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου τον Μάρτιο του 1957. Καίτοι εκλαμβανόταν ως μία χειρονομία καλής θέλησης εκ μέρους της κυβέρνησης Macmillan, σε μία χρονική στιγμή που είχε επέλθει στασιμότητα στο διπλωματικό πεδίο, έτρεφε ενδοιασμούς ως προς την έκβασή της. Και τούτο διότι τόσο ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, όσο και η βρετανική κυβέρνηση δεν επιδείκνυαν καμία διάθεση συμβιβασμού, εμμένοντας κατηγορηματικά στις απόψεις τους.

Παράλληλα, εκτιμούσε ότι η παρουσία του στην Αθήνα όχι μόνο δεν θα διευκόλυνε τη διευθέτηση του Κυπριακού, αλλά αντιθέτως θα δυσχέραινε ακόμη περισσότερο τους χειρισμούς της κυβέρνησης Καραμανλή. Και τούτο διότι οι δηλώσεις του, θα καθίσταντο αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης από την αντιπολίτευση, σε μία περίοδο που μαίνονταν τα πολιτικά πάθη στην Ελλάδα, υποσκάπτοντας το κύρος όχι μόνο του ιδίου, αλλά και του Έλληνα Πρωθυπουργού.

 

Guy de Girard de Charbonnières, πρέσβυς της Γαλλίας στην Αθήνα (1957-1964).
Maurice Couve de Murville, υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας (1958-1968).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μολαταύτα, η προσοχή της γαλλικής διπλωματίας εστιαζόταν κυρίως στις αντιδράσεις της Άγκυρας, η οποία δεν έκρυβε τη βαθύτατη ενόχλησή της για την πρωτοβουλία του Λονδίνου. Και τούτο διότι θεωρείτο ως προάγγελος επικίνδυνων εξελίξεων, που θα απέβαιναν εις βάρος της. Ενδεικτικά ήταν τα καυστικά σχόλια του τουρκικού Τύπου, ο οποίος ισχυριζόταν ότι η εν λόγω απόφαση συνιστούσε μέγα σφάλμα, καθώς «ισοδυναμούσε με τη ρίψη μίας νάρκης στη Μεσόγειο».

 Όμως, ακόμη πιο ανησυχητική ήταν, κατά την άποψη της, η μεταστροφή που παρατηρείτο πλέον στις διαθέσεις της Τουρκίας έναντι της Βρετανίας. Η απελευθέρωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, η οποία εξελήφθη ως προσβολή απέναντί της, της προκάλεσε ένα αίσθημα βαθύτατης απογοήτευσης, αφού ήταν πεπεισμένη ότι εξαπατήθηκε σκοπίμως από την κυβέρνηση Macmillan, η οποία καταχράστηκε ως μη όφειλε την καλή της πίστη. Μέσω αλλεπάλληλων δηλώσεών του ο Menderes άφηνε να εννοηθεί ότι η συνεργασία της Τουρκίας στο Σύμφωνο της Βαγδάτης δεν θα έπρεπε εφεξής να θεωρείται δεδομένη, αφού ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τον σεβασμό των δικαιωμάτων της, τα οποία δεν προτίθετο να θυσιάσει στον βωμό της βρετανικής πολιτικής.

Στην προσπάθειά της να εγείρει φόβους για τις επιπτώσεις που θα είχε η υιοθέτηση μίας λύσης, η οποία θα αντέκειτο προς τις αξιώσεις της, η Άγκυρα άρχισε να υποδαυλίζει εντέχνως μία κρίση που άγγιζε πλέον, όπως επισήμαιναν οι Γάλλοι διπλωμάτες, τα όρια της εθνικής ψύχωσης. Στο πλαίσιο αυτό, δεν απέκλειαν ακόμη και το ενδεχόμενο ανάληψης ένοπλης δράσης από την πλευρά της τουρκικής μειονότητας, δεδομένου ότι οι Τούρκοι ιθύνοντες επανειλημμένως είχαν δηλώσει ότι δεν υπήρχε άλλη οδός για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της, πλην της στρατιωτικής κατοχής.

Αποτιμώντας τις αντιδράσεις της κυβέρνησης Menderes, θεωρούσαν ότι δεν θα έπρεπε να αναμένεται μία άμβλυνση των θέσεών της στο Κυπριακό, αφού ήταν πλέον αποφασισμένη να μετέλθει κάθε μέσο, προκειμένου να υπερασπιστεί τη λύση της διχοτόμησης, η οποία διασφάλιζε πλήρως τα συμφέροντά της. Υπό το πρίσμα αυτό, υπογράμμιζαν ότι η σκλήρυνση της στάσης της καθίστατο πλέον αναπόφευκτη.

Οι εκτιμήσεις των Γάλλων διπλωματών ήταν απολύτως εύστοχες. Ενδεικτική ήταν η οξύτατη αντίδρασή τους στην πρόταση που υπέβαλε ο Γενικός Γραμματέας του Ν.Α.Τ.Ο., Paul-Henri Spaak τον Ιούνιο του 1957 για την εδραίωση καθεστώτος εγγυημένης ανεξαρτησίας στην Κύπρο, σε μία προσπάθεια άρσης του αδιεξόδου που είχε επέλθει στο Κυπριακό, επιβεβαιώνοντας τους ενδοιασμούς τους για τη χρονική στιγμή που εκδηλωνόταν η παρέμβασή του. Ο Menderes κατέστησε σαφές ότι ουδέποτε επρόκειτο να συγκατατεθεί στην ανεξαρτησία της Μεγαλονήσου, ακόμη και εάν τελούσε υπό διεθνή εγγύηση, δεδομένου ότι αποτελούσε το προοίμιο για την πραγματοποίηση της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η μοναδική λύση που η Τουρκία ήταν διατεθειμένη να αποδεχτεί «στο όνομα της ειρήνης και της παγκόσμιας ασφάλειας», ήταν η διχοτόμηση, η οποία συνιστούσε την ύστατη παραχώρηση εκ μέρους της.

Νέα Υόρκη, 13 Φεβρουαρίου 1957: Το ζήτημα της Αλγερίας στα Ηνωμένα Έθνη. Ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Christian Pineau αγορεύει στο πλευρό του Έλληνα Μονίμου Αντιπροσώπου.

Εντούτοις, πίστευαν ακράδαντα ότι η αδιαλλαξία του Τούρκου Πρωθυπουργού υπαγορευόταν όχι μόνο από την προσπάθειά του να προασπίσει τα ζωτικά συμφέροντα της χώρας του, αλλά και από την αγωνία του για το προσωπικό του πολιτικό μέλλον εν όψει των βουλευτικών εκλογών που επρόκειτο να διεξαχθούν το επόμενο έτος. Σε μία κρίσιμη συγκυρία, κατά την οποία υπέβοσκε εναντίον της κυβέρνησής του ένα διογκούμενο κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας, ήταν αδύνατον να επιδείξει την παραμικρή διάθεση συμβιβασμού ως προς το ζήτημα της Κύπρου, αφού οιαδήποτε παραχώρησή του έναντι των ελληνικών αξιώσεων θα εκλαμβανόταν από τους Τούρκους ψηφοφόρους ως εθνική ταπείνωση.

 

Το Σχέδιο Macmillan και οι Συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου (1958 – 1959)

Η κλιμάκωση της τουρκικής αδιαλλαξίας, η οποία οδήγησε στις αρχές του 1958 σε ναυάγιο και το φιλελεύθερο σχέδιο του Κυβερνήτη της Κύπρου, Sir Hugh Foot για την εκχώρηση διοικητικής αυτονομίας στη Μεγαλόνησο, ενέβαλε σε έκδηλη ανησυχία τη γαλλική διπλωματία. Και τούτο διότι η κυβέρνηση Macmillan εμφανιζόταν διατεθειμένη να ικανοποιήσει τις αξιώσεις της Άγκυρας, η οποία ενέμενε αναφανδόν στη λύση της διχοτόμησης, προτάσσοντάς την ως την ύστατη παραχώρησή της επί του θέματος.

Οι Πρέσβεις της Γαλλίας τόσο στην Αθήνα, όσο και στην Άγκυρα έκρουαν από τον Φεβρουάριο του 1958 τον κώδωνα του κινδύνου για το ενδεχόμενο διχοτόμησης της Κύπρου, η οποία «συνιστούσε σε κάθε περίπτωση τη χειρότερη δυνατή λύση του Κυπριακού». Και τούτο διότι όχι μόνο θα αποτελούσε τη γενεσιουργό αιτία σοβαρών περιπλοκών σε τοπικό επίπεδο, το εύρος των οποίων ήταν αδύνατον να προβλεφθεί εκ των προτέρων, αλλά και θα συντελούσε στην αποκρυστάλλωση του ανταγωνισμού που ήδη σοβούσε μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας, καλλιεργώντας ένα κλίμα έντασης, που θα απειλούσε τη συνοχή της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Συν τοις άλλοις, η ισχυρή στρατιωτική παρουσία δύο χωρών μελών του Ν.Α.Τ.Ο. στο έδαφος της Μεγαλονήσου θα εκλαμβανόταν ως εν δυνάμει απειλή όχι μόνο από τη Συρία, οι ακτές της οποίας βρίσκονταν πλησίον της, αλλά και από το σύνολο του Αραβικού κόσμου, με αποτέλεσμα να εκδηλωθεί μία νέα κρίση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, της οποίας θα έσπευδε να επωφεληθεί ασμένως η Σοβιετική Ένωση.

Αποτιμώντας τις εμπρηστικές δηλώσεις της τουρκικής ηγεσίας, εκτιμούσαν ότι η ιδέα της διχοτόμησης καθίστατο ακόμη πιο επικίνδυνη, διότι δεν υπαγορευόταν μόνο από την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειάς της, αλλά από ένα συναίσθημα πολύ πιο βαθύ, που μπορούσε να γίνει κατανοητό μόνο υπό το πρίσμα της βίαιης αφύπνισης της παραδοσιακής εχθρότητας, από την οποία διαπνέονταν οι Οθωμανοί εναντίον των Ελλήνων. Αυτό το άκρως «εγωιστικό συναίσθημα», όπως υπογράμμιζαν, σε συνδυασμό με τον φόβο που της προκαλούσε ο κίνδυνος περικύκλωσής της από τα νησιά μίας χώρας που ήταν προαιώνιος αντίπαλός της, αποτελούσαν τα κίνητρα, από τα οποία υπαγορευόταν η πολιτική της Τουρκίας στο Κυπριακό.

Στο πλαίσιο αυτό, οι δυο Γάλλοι διπλωμάτες προειδοποιούσαν το Quai d’ Orsay ότι η πρόθεση της κυβέρνησης Macmillan να ικανοποιήσει τις παράλογες αξιώσεις της, συνιστούσε πέραν πάσης αμφιβολίας ολέθριο σφάλμα, θέτοντας σε κίνδυνο όχι μόνο τη συνοχή του δυτικού κόσμου, αλλά και τη διασφάλιση της ειρήνης σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Ως εκ τούτου, εισηγούνταν ότι το Παρίσι ως εξέχον μέλος του Ν.Α.Τ.Ο. θα έπρεπε, λόγω της εφεκτικής στάσης των Ηνωμένων Πολιτειών, να αναλάβει πάραυτα μία πρωτοβουλία επί του θέματος, προκειμένου να αποσοβηθεί ο κίνδυνος διχοτόμησης της Κύπρου, πρόταση που ισοδυναμούσε με αναθεώρηση της γαλλικής πολιτικής στο Κυπριακό.

Η εξαγγελία στις 19 Ιουνίου 1958 του Σχεδίου Macmillan, το οποίο καθιστούσε περισσότερο ορατό από ποτέ τον κίνδυνο διχοτόμησης της Κύπρου, ενέτεινε τις ανησυχίες των Γάλλων διπλωματών. Και τούτο διότι η κυβέρνηση De Gaulle, η οποία είχε μόλις ανέλθει στην εξουσία, προτίθετο να ταχθεί υπέρ της εφαρμογής του, εκτιμώντας ότι συνιστούσε «μία αδιαμφισβήτητη προσπάθεια εκ μέρους του Λονδίνου, προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα της Κύπρου, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερομένων πλευρών».

Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούσαν ότι η πρωτοβουλία της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία παρομοιαζόταν με μία προσπάθεια «τετραγωνισμού του κύκλου», ήταν όλως διόλου εσφαλμένη. Και τούτο διότι η ιδέα εδραίωσης ενός καθεστώτος τριπλής συγκυριαρχίας στη Μεγαλόνησο, με δεδομένες τις εκ διαμέτρου αντίθετες θέσεις που προέβαλλαν η Αθήνα και η Άγκυρα, ήταν εκ των προτέρων καταδικασμένη σε αποτυχία. Ως εκ τούτου, θεωρούσαν ότι η εφαρμογή του Σχεδίου Macmillan όχι μόνο δεν θα συνέβαλλε στη διευθέτηση του ζητήματος της Κύπρου, αλλά τουναντίον θα επέτεινε το αδιέξοδο, στο οποίο είχε υπεισέλθει.

Harold Macmillan, πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας (1957-1963).

Καίτοι διατείνονταν ότι μόνο η εφαρμογή του θεμελιώδους δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών συνιστούσε μία δίκαιη και δημοκρατική λύση του Κυπριακού, εκτιμούσαν ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή ήταν εκ των πραγμάτων ανέφικτη, λόγω των σφοδρών αντιρρήσεων της Τουρκίας, αλλά και της άρνησης του Λονδίνου να προχωρήσει στην εφαρμογή της. Υπό το πρίσμα αυτό, καλούσαν το Παρίσι να προκρίνει την υιοθέτηση μίας προσωρινής φόρμουλας διακυβέρνησης, ανάλογης με εκείνες που είχαν ήδη εφαρμοστεί με επιτυχία σε πρώην αποικίες του βρετανικού Στέμματος, η οποία δεν θα επιδίωκε, όπως το βρετανικό σχέδιο «συνεταιρισμού», να «συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα», αλλά αντιθέτως θα προσανατολιζόταν προς την κατεύθυνση της εκχώρησης ανεξαρτησίας στην Κύπρο εν ευθέτω χρόνω, αποκλείοντας a priori την κυβέρνηση τόσο της Ελλάδας, όσο και της Τουρκίας από τη διοίκηση της Μεγαλονήσου.

Εντούτοις, το Παρίσι εμφανιζόταν απρόθυμο να συγκατατεθεί στην υιοθέτηση μίας τόσο ρηξικέλευθης λύσης, ένεκα των σοβαρών προβλημάτων που καλείτο να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση De Gaulle, με αποκορύφωμα τη σύγκρουση που μαινόταν από το 1954 στην Αλγερία. Σε τούτη την ιδιαιτέρως κρίσιμη συγκυρία, επ’ ουδενί λόγω ήταν διατεθειμένο να έρθει σε αντιπαράθεση με τη Βρετανία για ένα δευτερεύον θέμα, όπως αυτό της Κύπρου, διακυβεύοντας ζωτικά συμφέροντά του. Η διασφάλιση της στήριξης του Λονδίνου, τη στιγμή που εκκρεμούσε η συζήτηση του ζητήματος της Αλγερίας στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, θεωρείτο μείζονος σημασίας για τη Γαλλία.

Στο πλαίσιο αυτό, η Κεντρική Υπηρεσία του Quai d’ Orsay αποσαφήνιζε στους Γάλλους Πρέσβεις ότι ήταν αδύνατον να ταχθεί αίφνης η Γαλλία υπέρ της αυτοδιάθεσης της Μεγαλονήσου. Εμμένοντας στην πάγια θέση της περί τήρησης ίσων αποστάσεων επί του θέματος, υπογράμμιζε μετ’ επιτάσεως ότι σε μία διένεξη, στην οποία εμπλέκονταν τρεις χώρες με τις οποίες διατηρούσε στενούς συμμαχικούς δεσμούς, ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον να λάβει θέση υπέρ μίας εξ αυτών, εις βάρος των σχέσεών της με τις υπόλοιπες. Θεωρώντας εφικτή την επίτευξη ενός συμβιβασμού, καθήκον της ήταν, όπως επισημαινόταν, να ενθαρρύνει τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ των τριών ενδιαφερομένων πλευρών, προτρέποντας παράλληλα τόσο την Αθήνα, όσο και την Άγκυρα να λάβουν τα προσήκοντα μέτρα για τον κατευνασμό των πνευμάτων, ο οποίος αποτελούσε conditio sine qua non για την εξεύρεση μίας λύσης στο πρόβλημα της Κύπρου.

O Γάλλος Πρέσβυς στην Αθήνα, Guy de Girard de Charbonnières εξέφρασε ρητώς την αντίθεσή του επί της απόφασης αυτής, προειδοποιώντας το Παρίσι ότι εάν εξακολουθούσε να εμμένει στην επίτευξη ενός συμβιβασμού μεταξύ των θέσεων των τριών ενδιαφερομένων πλευρών, δεν υπήρχε καμία απολύτως ελπίδα να αρθεί το αδιέξοδο στο Κυπριακό. Αντιθέτως, υποστήριζε μετ’ επιτάσεως ότι το Σχέδιο Macmillan θα έπρεπε να «τεθεί εν υπνώσει». Και τούτο διότι τορπίλιζε κάθε προσπάθεια φιλικής διευθέτησης του Κυπριακού, οδηγώντας όχι μόνο σε οριστική διάρρηξη τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και δημιουργώντας ένα αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στην Ελλάδα και τους δυτικούς της εταίρους, εξέλιξη που θα μπορούσε να πυροδοτήσει μία νέα σοβαρή κρίση στη Μέση Ανατολή, μία ιδιαιτέρως εύφλεκτη περιοχή που ήδη βρισκόταν σε αναβρασμό, μετά την επανάσταση στο Ιράκ τον Ιούλιο του 1958.

Οι ενδοιασμοί των Γάλλων διπλωματών για την εξέλιξη του Κυπριακού δεν ήρθησαν ούτε μετά την υπογραφή τον Φεβρουάριο του 1959 των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου, παρά το διάχυτο αίσθημα ανακούφισης που προκάλεσαν στη Δύση. Εκφράζοντας έναν έντονο προβληματισμό για το καθεστώς που επρόκειτο να εδραιωθεί στην Κύπρο, διατύπωσαν σοβαρές ενστάσεις ως προς καίριες διατάξεις τους. Ως εκ τούτου, υποστήριζαν ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως περιόριζε εκ προοιμίου την κυριαρχία του υπό σύσταση κράτους, το οποίο μόνο κατ’ όνομα θα ήταν ανεξάρτητο. Συν τοις άλλοις, με δεδομένο το δικαίωμα ανάληψης μονομερούς δράσης από κάθε μία από τις τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις, ουδείς μπορούσε να προδικάσει τι θα συνέβαινε, εάν μία διαφορά μεταξύ των δύο εθνικών κοινοτήτων εξελισσόταν σε ελληνοτουρκική διαμάχη.

Οι Κωνσταντίνος Καραμανλής (πρωθυπουργός), Ahmed Zorlu (υπουργός Εξωτερικών), Adnan Menderes (πρωθυπουργός) και Ευάγγελος Αβέρωφ (υπουργός Εξωτερικών) φωτογραφίζονται αμέσως μετά την μονογραφή της Συμφωνίας της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου 1959 στο ξενοδοχείο Ντόλτερ.

Όμως, πρωτίστως υπογράμμιζαν ότι καίτοι είχε αποφευχθεί η γεωγραφική διχοτόμηση της Κύπρου, οι εν λόγω συμφωνίες, οι οποίες απέβησαν εις βάρος τόσο των Ελλήνων της Κύπρου, όσο και της ίδιας της Ελλάδας, επέβαλαν μία πραγματική διχοτόμηση σε επίπεδο θεσμών. Και τούτο διότι εκχωρώντας καθεστώς αυτονομίας στην τουρκική μειονότητα, αποκτούσε πλήρη ισονομία εν συγκρίσει με την ελληνική πλειοψηφία, η οποία στην πραγματικότητα καθίστατο δέσμιά της. Καθιστώντας αδύνατη τη λήψη οιασδήποτε απόφασης χωρίς τη συγκατάθεσή της, μετατρεπόταν στην πραγματικότητα σε συνιδιοκτήτη της Μεγαλονήσου, απολαμβάνοντας όλα τα οφέλη που απέρρεαν εκ της νέας νομικής θέσεώς της.

Λευκωσία, 2 Μαρτίου 1959. Ο Μακάριος επιστρέφει την επομένη της συνομολόγησης των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου.

Οι Γάλλοι διπλωμάτες δεν έκρυβαν τον έντονο προβληματισμό τους για το νομικό καθεστώς του υπό σύσταση κράτους, δεδομένου ότι δεν υφίστατο κυπριακό έθνος. Ιδιαιτέρως ανησυχητικό θεωρούσαν το γεγονός ότι αντί να αναγάγει τον πληθυσμό του σε ένα ενιαίο και αλληλέγγυο έθνος, καθιστούσε απαγορευτική τη δημιουργία του. Υπό το πρίσμα αυτό ήταν πεπεισμένοι ότι ο πολιτικός του βίος δεν θα ήταν ανέφελος, εάν δεν κατοχυρωνόταν το αναφαίρετο δικαίωμα της πλειοψηφίας να ασκεί τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου κράτους. Και τούτο διότι το δικαίωμα της αρνησικυρίας, το οποίο παραχωρήθηκε στην τουρκική μειονότητα, θα παρέλυε πέραν πάσης αμφιβολίας τη λειτουργία όλων των θεσμών.

Η εφαρμογή των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου εξαρτάτο αποκλειστικά, όπως υπογράμμιζαν, από την καλλιέργεια ενός κλίματος αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας μεταξύ όχι μόνο των δύο εθνικών κοινοτήτων, αλλά και των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Εντούτοις, προειδοποιούσαν ότι εάν διατηρείτο η αντιπαλότητα που υπέβοσκε ανάμεσά τους, δίνοντας το έναυσμα σε έξωθεν παρεμβάσεις, τότε «θα κατέρρεαν σαν χάρτινος πύργος και όλες οι ελπίδες που βασίστηκαν σε αυτές, θα γίνονταν στάχτη».

Εκτιμήσεις του Henry Spitzmuller, πρέσβυ της Γαλλίας στην Άγκυρα, σχετικά με τη Συμφωνία του Λονδίνου (πηγή: Γαλλικά Διπλωματικά Αρχεία).

Η Ανθή Γ. Λιμπιτσιούνη είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Η διδακτορική της διατριβή φέρει τον τίτλο: Το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας, 1950 – 1960.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Αβέρωφ – Τοσίτσα Ευάγγελου, Ιστορία χαμένων ευκαιριών, (Κυπριακό, 1950 – 1963), Α’ Τόμος, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 1981.

Αργυρίου Σοφία, Το εθνικό κίνημα των Ελληνοκυπρίων κατά την τελευταία περίοδο της Αγγλοκρατίας (1950 – 1960), Πρόλογος Π. Παπαπολυβίου, Εκδόσεις Ασίνη, Αθήνα 2017.

Βλάχος Άγγελος Σ. Δέκα χρόνια Κυπριακού, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 2003.

Crouzet François, Η κυπριακή διένεξη, 1946 – 1959, Τόμος Α’, μτφρ. Αριστοτέλης Φρυδάς, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2011.

Hatzivassiliou Evanthis Britain and the international status of Cyprus, 1955 – 1959, University of Minnesota, Minneapolis Minnesota 1997.

Κρανιδιώτης Νίκος, Δύσκολα χρόνια, Κύπρος, 1950 – 1960, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 1981.

Λιμπιτσιούνη Ανθή Γ., Το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων υπό το πρίσμα της γαλλικής διπλωματίας, 1950 – 1960, Ανέκδοτη Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2020.

Παπαπολυβίου Πέτρος, Συρίγος Άγγελος, Χατζηβασιλείου Ευάνθης (επιμ.), Το Κυπριακό και το διεθνές σύστημα, 1945 – 1974: αναζητώντας θέση στον κόσμο, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013.

Stefanidis Ioannis D., Isle of discord, Nationalism, imperialism and the making of the Cyprus problem, Hurst & Company, London 1999.

Τενεκίδης Γιώργος, Κρανιδιώτης Γιάννος (επιμ.), Κύπρος, ιστορία, προβλήματα και αγώνες του λαού της, Βιβλιοπωλείον της “Εστίας”, Αθήνα 2000.

Χατζηβασιλείου Ευάνθης, Στρατηγικές του Κυπριακού, Η δεκαετία του 1950, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005.

Χατζηβασιλείου Ευάνθης, Εισαγωγή στην ιστορία του μεταπολεμικού κόσμου, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008.

Χόλλαντ Ρόμπερτ, Η Βρετανία και ο κυπριακός αγώνας, 1954 – 1959, μτφρ. Βίλλυ Φωτοπούλου, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα 2001.

Xydis Stephen G., Cyprus, Conflict and conciliation, 1954 – 1958, Ohio State University Press, Columbus Ohio 1967.

 

 

 

Καλοκαιρινή ανάπαυλα: Μεγάλες πόλεις – Αθάνατες μελωδίες

Καλοκαιρινή ανάπαυλα

Μεγάλες πόλεις – Αθάνατες μελωδίες

 

Ο χώρος εμπνέει τη μελωδία και η μελωδία παραπέμπει στον χώρο. Με την πάροδο του χρόνου η όσμωση είναι πλήρης. Αυτό ακριβώς πρεσβεύει το φετινό καλοκαιρινό αφιέρωμα, με την επιλογή εννέα μεγαλουπόλεων και τη σύνδεσή τους με πασίγνωστες μελωδίες, αφιερωμένες σε αυτές. Μαζί με τις ευχές για υγεία και ευτυχία, το επιτελείο της Clio Turbata σας προσκαλεί να απολαύσετε την οπτικοακουστική πανδαισία που ακολουθεί και να ταξιδέψετε με συνοδό όχι τα πράσινα πιστοποιητικά, τα εμβόλια και τις μεταλλάξεις, αλλά τη διεθνή γλώσσα της ελευθερίας, της ανιδιοτέλειας και της αξιοπρέπειας, που ονομάζεται Μουσική. Στις μέρες μας, όπου η απαξίωση των πάντων αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα, ας μη υποτιμάμε τις σταθερές ανθρώπινες αρχές και αξίες που μας αποκαλύπτει και προσφέρει απλόχερα η γνώση του παρελθόντος. Μια γνώση, η οποία μας διδάσκει πως μια κοινωνία, δομημένη επάνω στην έννοια του κέρδους δίχως φραγμούς και δίχως ηθική σαν τη σημερινή, είναι μια κοινωνία με προδιαγεγραμμένη ημερομηνία λήξης. Σας το υπενθυμίζουμε έχοντας επιλέξει έναν δροσερό κι ευχάριστο τρόπο, που θέλουμε να πιστεύουμε πως θα προσδώσει μια ηλιαχτίδα αισιοδοξίας και μια ανάσα οξυγόνου στην αποπνικτική ατμόσφαιρα των τελευταίων μηνών. Και ας μη ξεχνάμε: ο χρόνος δεν είναι στάσιμος, πολύ συχνά δε οι αστάθμητοι παράγοντες είναι εκείνοι που διαμορφώνουν τις εξελίξεις. Με πιο απλά λόγια, ο καιρός έχει γυρίσματα!

Σας ευχαριστούμε ολόψυχα για την εμπιστοσύνη με την οποία μας περιβάλετε πάνω από πέντε χρόνια τώρα και σας υποσχόμαστε ότι θα συνεχίσουμε με το κεφάλι ψηλά για πολύ καιρό ακόμα την περιήγησή μας μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο με σκοπό να γνωρίσουμε σφαιρικότερα το παρελθόν, γεγονός που θα μας επιτρέψει με τη σειρά του να κατανοήσουμε καλύτερα το παρόν και, γιατί όχι, να ριψοκινδυνεύσουμε κάποια πρόγνωση για το μέλλον.

Η σημερινή ανάρτηση αφιερώνεται σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μαζί με την ακράδαντη πεποίθηση ότι θα καταφέρουμε τελικά να τους κληροδοτήσουμε μια κοινωνία, μέσα στην οποία θα δικαιούνται να ζήσουν και να προκόψουν ως ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες.

Αθήνα

 

Μάνος Χατζιδάκις – Νανά Μούσχουρη – Αθήνα

 

 

 

 

Ρώμη

Renato Rascel – Arrivederci Roma

 

 

 

Βενετία

 

Stelvio Cipriani – Anonimo Veneziano

 

Charles Aznavour – Com’è Triste Venezia

 

 

 

 

Άμστερνταμ

 

Scott Walker – In the port of Amsterdam

 

 

 

Βρυξέλλες

 

Jacques  Βrel – Bruxelles

 

 

 

Παρίσι

 

Hubert Giraud – Sous le Ciel De Paris

 

Joe Dassin – Champs Élysées

 

 

 

Λονδίνο

 

George Gershwin – A Foggy Day In London Town

 

 

Ρίο ντε Τζανέιρο

Antônio Carlos Jobim – Garota de Ipanema

Barry Manilow – Copacabana

 

 

 

Νέα Υόρκη

 

Billy Joel – Barbra Streisand – New York State of Mind

 

Frank Sinatra – New York, New York

 

 

 

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

 

 

Στράτος Ν. Δορδανάς: Ο εμπνευστής της ιδέας; Ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος και ο ελληνικός Διχασμός

Αφιέρωμα στον Εθνικό Διχασμό

 

 

Στράτος Ν. Δορδανάς

Ο εμπνευστής της ιδέας;

Ο Γερμανός στρατιωτικός ακόλουθος και ο ελληνικός Διχασμός[1]

 

 

Εισαγωγικά: Η πρώτη και τελευταία άδεια

 Η 13η Σεπτεμβρίου 1915 είχε ξεκινήσει με τον καλύτερο τρόπο για τον Ernst von Falkenhausen, τον Γερμανό στρατιωτικό ακόλουθο στην πρεσβεία Αθηνών: Γύρω στις 09:30 έλαβε τα πρώτα ευχάριστα νέα ότι η αίτησή του για άδεια είχε εγκριθεί και έτσι μετά από ακριβώς δεκατέσσερις μήνες θα επέστρεφε στο αγαπημένο του Βερολίνο και στις αγκάλες της οικογένειάς του που τόσο είχε επιθυμήσει και στερηθεί εξαιτίας του πολέμου. Η ημέρα συνεχίστηκε εξίσου ευχάριστα και κατά το μεσημέρι έπαιρνε πρωινό με τη βασίλισσα στο Τατόι, συζητώντας για μία ώρα οι δύο τους, όπως συνήθιζαν άλλωστε να κάνουν όλο το προηγούμενο διάστημα, γύρω από τις τρέχουσες εξελίξεις. Όλα έβαιναν καλώς και ήσυχα μέχρι που έφτασε στα χέρια του η αναμενόμενη απάντηση από το υπουργείο Εξωτερικών σχετικά με τις γερμανικές εγγυήσεις που εναγωνίως περίμενε ο βασιλιάς για να συγκατανεύσει στη βουλγαρική στρατιωτική εμπλοκή (και να παραμείνει αδρανής) ενόψει της δεύτερης επίθεσης στη Σερβία.

Από εκείνη τη στιγμή ο Falkenhausen έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του και εξεμάνη –για πολλοστή φορά εναντίον των διπλωματών– γιατί δεν ζητούνταν μόνο η επαναβεβαίωση της ουδετερότητας εκ μέρους του βασιλιά, αλλά και από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης, δηλαδή από τον Βενιζέλο, τοποθετώντας στη σχετική ημερολογιακή σημείωσή του και δύο θαυμαστικά δίπλα στο όνομα του πρωθυπουργού. Για τον ίδιο, το γεγονός αυτό ήταν μία ακόμα ατράνταχτη απόδειξη ότι η Wilhelmstraße απείχε παρασάγγας από την κατανόηση της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας: «[…] Εμείς με τον βασιλιά και ορισμένους εμπίστους κάνουμε πολιτική εναντίον της κυβέρνησης Βενιζέλου· αυτό σημαίνει ότι όσο ο Βενιζέλος παραμένει στην εξουσία, δεν μπορούμε να έχουμε απτά αποτελέσματα της πολιτικής μας αυτής με τον βασιλιά Κωνσταντίνο». Η οργή του Falkenhausen δεν καταλάγιασε ούτε την επομένη, όταν ένας μαινόμενος βασιλιάς έστειλε τον Ιωάννη Μεταξά για να ζητήσει τον λόγο. Απέναντι στον καλό και πιστό φίλο του επανέλαβε όσα είχε πει πρώτα στον εαυτό του και μετά στον πρέσβη, ότι δηλαδή το υπουργείο Εξωτερικών έδειχνε να μην γνωρίζει ή να μην κατανοεί ότι στην Ελλάδα υφίστατο δυαρχία μεταξύ πρωθυπουργού και βασιλιά, με τον τελευταίο να έχει επανειλημμένως μέχρι τότε αποδείξει ότι κρατούσε τον λόγο του, κρατώντας την Ελλάδα ουδέτερη.

Στις 15 Σεπτεμβρίου άφησε προσωρινά τα προβλήματα πίσω του για να ξεκινήσει ως αδειούχος το μακρύ ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα. Μέσω Λάρισας-Αμυνταίου-Θεσσαλονίκης πέρασε στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (Δράμα-Αλεξανδρούπολη) και από εκεί συνέχισε για Σόφια-Βουκουρέστι-Βουδαπέστη για να αφιχθεί τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης στο Βερολίνο και να σφίξει τα παιδιά του στην αγκαλιά του. Όμως, οι προσωπικές-ανέμελες στιγμές δεν κράτησαν παρά λίγες ώρες γιατί μέσα στην ίδια ημέρα συναντήθηκε με τον Έλληνα πρέσβη Νικόλαο Θεοτόκη για να συμφωνήσουν αμέσως ότι επέκειτο η νέα πτώση Βενιζέλου. Δεν υπήρξε ημέρα για τον ίδιο που να μην έχει «άρωμα» Ελλάδας, σε βαθμό που έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε απομακρυνθεί ποτέ από την Αθήνα. Αυτό δεν ήταν πρωτόγνωρο για τον εργασιομανή Falkenhausen, που πέρασε σχεδόν όλο το διάστημα της άδειάς του διαβουλευόμενος με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία γύρω από το ελληνικό ζήτημα.

Βερολίνο, Ιούνιος 1915. Η συμβολή της λεωφόρου Unter den Linden με την Friedrichstrasse.

Στα τέλη του μήνα συναντήθηκε με τον Erich von Falkenhayn, έγινε δεκτός από τον ίδιο τον Kaiser και στις 4 Οκτωβρίου βρέθηκε με τον Θεοτόκη στο Γενικό Επιτελείο για να διευθετήσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες της επανορθωτικής γερμανικής απάντησης που αυτή τη φορά θα άφηνε απόλυτα ικανοποιημένο τον Κωνσταντίνο. Τα νέα της αποβίβασης της Αντάντ στη Θεσσαλονίκη οδήγησαν αργότερα τα βήματά του στο υπουργείο Εξωτερικών για ανταλλαγή απόψεων με τον υπεύθυνο επί των βαλκανικών θεμάτων Frederic Hans von Rosenberg. Κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους υποστήριξε αμέσως την άποψη ότι η σημαντική αυτή εξέλιξη συνιστούσε μία ακόμα «μπλόφα» του Βενιζέλου με σκοπό την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, αλλά και έδινε μία ακόμα αφορμή στον βασιλιά να εκδιώξει τον πρωθυπουργό. Ταυτόχρονα, άρχισε να επεξεργάζεται ενδεδειγμένους τρόπους αντίδρασης, αναγνωρίζοντας ότι επί του παρόντος δεν ήταν ρεαλιστική η ενεργή (στρατιωτική) αντίσταση στα σχέδια Βενιζέλου-Αντάντ. Αυτό θα μπορούσε να εξεταστεί υπό προϋποθέσεις και μόνο με τη γερμανική υποστήριξη, όταν και υπολογιζόταν ότι η επερχόμενη σερβική ήττα θα άνοιγε τον δρόμο για την άμεση (εδαφική) επικοινωνία με την Ελλάδα. Τότε θα άνοιγε επίσης ο δρόμος της στρατιωτικής αναμέτρησης του Κωνσταντίνου με την Αντάντ και στην περίπτωση αυτή χρειαζόταν: α) να αποτελέσουν οι Βουλγαρία-Ρουμανία τον ελληνικό σιτοβολώνα για να αντιμετωπίσει η χώρα τον συμμαχικό αποκλεισμό και να απαλλαγεί από τον εφιάλτη του λιμού, β) τα γερμανικά υποβρύχια στη νοτιοανατολική Μεσόγειο να τεθούν στη διάθεση του βασιλιά, γ) να προβλεφθούν αποζημιώσεις για τις ζημιές που θα προκαλούνταν σε περίπτωση βομβαρδισμού παραθαλάσσιων πόλεων από την Αντάντ. Η εκπλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων θα άναβε αυτομάτως το «πράσινο φως» για τη σύγκρουση στον κατάλληλο χρόνο, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ελληνικές στρατιωτικές αποθήκες θα συνέχιζαν να τροφοδοτούνται με γερμανικό πολεμικό υλικό και κυρίως οβίδες πυροβολικού. Αφού το σχέδιό του έτυχε της επιδοκιμασίας τόσο του Rosenberg όσο και στη συνέχεια του γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών Gottlieb Jagow, ενημέρωσε το Γενικό Επιτελείο και προσωπικά τον Falkenhayn, από τον οποίο έλαβε τη διαβεβαίωση ότι θα ασχολούνταν ο ίδιος με τις προοπτικές και τις παραμέτρους υλοποίησής του.

Gottlieb von Jagow.
Frederic Hans von Rosenberg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Είχε πλήρη επίγνωση ο Falkenhausen ότι οι προτάσεις του ήταν ικανές να αλλάξουν τον ρου των ελληνικών εσωτερικών εξελίξεων και να επιλύσουν τον γόρδιο δεσμό του δυϊσμού, αποκόπτοντας μια δια παντός τη βενιζελική κεφαλή από το πολιτικοκοινωνικό σώμα της. Παίρνοντας πρωινό με τον Θεοτόκη πληροφορήθηκαν από γαλλικές πηγές για την πτώση του υπουργείου Βενιζέλου και αγαλλίασαν με τη διαπίστωση ότι «όσα είχαν ευχηθεί, γίνονταν τώρα πραγματικότητα». Και δεν θα ήταν το μόνο που θα εκπληρωνόταν από τον γερμανικό κατάλογο των ευχών, αλλά και των σχεδιασμών επί χάρτου: Την ίδια ακριβώς ημέρα που τα πρώτα συμμαχικά τμήματα πατούσαν στο έδαφος της Θεσσαλονίκης και εγκαινίαζαν τη διάνοιξη ενός νέου μετώπου στην Ευρώπη, ετίθετο ο θεμέλιος λίθος όσων επρόκειτο να λάβουν χώρα κατά τη διάρκεια των Νοεμβριανών έναν και πλέον χρόνο αργότερα.

 

Προετοιμάζοντας τη σύγκρουση με όπλα τις λέξεις

Δύο μήνες μετά την έκρηξη του πολέμου ο Γερμανός πρέσβης στην Αθήνα Arco von Quadt (Graf/v. Quadt zu Wykradt und Isny) ήταν έτοιμος να προβεί στην πρώτη δυναμική δημόσια παρέμβασή του για να ζητήσει την ισότιμη μεταχείριση των εμπολέμων από την πλευρά των ελληνικών εφημερίδων. Μέχρι τότε είχε διαμαρτυρηθεί επανειλημμένως στον Βενιζέλο αλλά και (τυπικά) στον Κωνσταντίνο για τη μεροληπτική κάλυψη των γεγονότων από τον Τύπο, που συνέβαλε αποφασιστικά στο να γέρνει η πλάστιγγα της κοινωνικής συμπάθειας και των φιλικών αισθημάτων καταφανώς υπέρ των Αγγλογάλλων.

Δεν έτρεφε αυταπάτες η γερμανική πλευρά ότι η Ελλάδα θα αγνοούσε τους παραδοσιακούς συμμαχικούς δεσμούς της με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία και θα τηρούσε αυστηρή ουδετερότητα έναντι των εμπολέμων ή ότι η περιχαρακωμένη σε συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα γερμανοφιλία ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί τα εδραιωμένα πολιτικοοικονομικά ερείσματα των Εγγυητριών Δυνάμεων. Χρειαζόταν επομένως να μετατραπεί ο ελληνικός χώρος σε προπαγανδιστικό πεδίο μάχης και να καλυφθεί με κάθε πρόσφορο τρόπο το αγγλογγαλικό προβάδισμα στην ψυχή και το μυαλό των Ελλήνων. Επιπλέον, έναντι της «γριάς αλεπούς», του Βενιζέλου κατά τον Falkenhausen, έπρεπε να θωρακιστεί ο βασιλιάς και οι άνθρωποί του και να ενισχυθεί η ουδετερόφιλη πολιτική ως κόρη οφθαλμού, τις στιγμές κυρίως που ο αδύναμος εκ χαρακτήρα Κωνσταντίνος θα κινδύνευε να παρασυρθεί από τον γητευτή της πολιτικής πρωθυπουργό του. Η διπλή αυτή αποστολή ανατέθηκε στον πρώην αντιπρόσωπο της Krupp στην Αθήνα Carl Freiherrn Schenck von Schweinsberg, γνωστότερο ως βαρόνο Schenck, που γρήγορα έχτισε τον δικό μου μύθο μέχρι την απομάκρυνσή του από τη χώρα τον Σεπτέμβριο του 1916.

Την έφερε ομολογουμένως σε πέρας με μεγάλη επιτυχία ο επικεφαλής της γερμανικής προπαγάνδας στην Ελλάδα, ασχέτως αν άξιζε τελικά το Βερολίνο να δαπανήσει για τον σκοπό αυτόν συνολικά 6.000.000 μάρκα. Αν και έχουν διατυπωθεί αντικρουόμενες απόψεις αναφορικά με την αξιολόγηση της δράσης του βαρόνου, εκείνο που συνήθως δεν λαμβάνεται υπόψη είναι η πραγματική συμβολή του στη διάνοιξη και στη συνεχή τροφοδότηση του χάσματος μεταξύ των βασιλικών θέσεων και των πρωθυπουργικών επιδιώξεων. Άλλωστε, η πρώτη παραίτηση Βενιζέλου τον Μάρτιο του 1915 αποτέλεσε αποκλειστικό έργο των εντατικών προσπαθειών του δίπτυχου Schenck-Falkenhausen, που έδρασαν υπό την επίσημη κάλυψη του νέου πρέσβη Mirbach-Harff (Wilhelm Graf von), και χαιρετίστηκε (πανηγυρίστηκε για την ακρίβεια) ως μία μεγάλη γερμανική νίκη. Και παρά τις ισχυρές συγκρούσεις στο εσωτερικό της πρεσβείας, οι τρεις άνδρες ήταν πραγματικά άκρως αποτελεσματικοί: ο πρέσβης ως ο θεσμικός προασπιστής των γερμανικών συμφερόντων στην Ελλάδα και χρηματοδότης των μηχανισμών προπαγάνδας και κατασκοπείας, ο Schenck ως ο ανεπίσημος συνεργάτης της πρεσβείας και διαμορφωτής του προπαγανδιστικού και κατασκοπευτικού έργου, αλλά κυρίως ως ο ακλόνητος ενισχυτής της θέσης και στάσης του Κωνσταντίνου και μηχανικός της ψυχολογίας του, με τη σειρά του ο στρατιωτικός ακόλουθος επισήμως ως το αντίπαλο δέος των ομοτέχνων του στην Αθήνα και εξόχως παρασκηνιακά ως ο έμπιστος της Σοφίας και πρωταγωνιστής πίσω από τις μεγάλες μηχανορραφίες εναντίον του Βενιζέλου, με αποκορύφωμα το σχέδιο της δολοφονίας του.

Wilhelm Graf von  Mirbach-Harff.
Εφημερίδα Πατρίς, 11 Ιουλίου 1915.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συχνά υποστηρίζεται ότι η δυναμική της γερμανικής προπαγάνδας διογκώθηκε ανέλπιστα και τα όποια κέρδη της επί του πεδίου πολλαπλασιάστηκαν εξαιτίας της συμμαχικής αντίδρασης, που αργοπορημένα αντιλήφθηκε τους κινδύνους και στην προσπάθειά της να καλύψει το χαμένο έδαφος προέταξε περίσσια βιαιότητα, καταπατώντας το κύρος ενός ουδέτερου κράτους και προσβάλλοντας τις ελληνικές ευαισθησίες. Δεν απέχουν αυτές οι επισημάνσεις από την πραγματικότητα, κάτι άλλωστε που αναγνώριζαν με ικανοποίηση και οι Γερμανοί. Η παρατηρούμενη μεταστροφή του κλίματος, που παρακολούθησε τη σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων με την Αντάντ, δεν οφειλόταν ωστόσο αποκλειστικά στην πολιτική της κανονιοφόρου και στη συμπεριφορά έναντι της χώρας ως προτεκτοράτου· αποτελούσε σοβαρό απότοκο της γερμανικής εισχώρησης σε καίριους θεσμικούς οργανισμούς, όπως ήταν το Γενικό Επιτελείο και οι υπηρεσίες τήρησης της τάξης, όπως και στη προσβασιμότητα σε όλα τα τύποις στεγανά του κρατικού μηχανισμού. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα κατέστη «άντρο» των κάθε λογής πρακτόρων και κατασκόπων (εδώ ενδιαφέρει η γερμανική εμπλοκή) αφενός γιατί διατέθηκαν τα απαραίτητα ποσά για τη στρατολόγησή τους και αφετέρου γιατί υποστηρίχθηκαν σκανδαλωδώς από τον κρατικό μηχανισμό, ακόμα και με τη βασιλική προσωπική παρέμβαση όταν χρειάστηκε. Αν απουσίαζε η κρατική υποστήριξη των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων, είναι αμφίβολο κατά πόσο θα ήταν σε θέση τα μίσθαρνα όργανα των Schenck-Falkenhausen να φέρουν σε πέρας στοιχειωδώς την αποστολή τους, ιδιαίτερα στην αφιλόξενη Μακεδονία λόγω της παρουσίας των στρατευμάτων της Αντάντ.

Ο Falkenhausen (πρώτη σειρά δεύτερος από δεξιά) με συναδέλφους του στη Δράμα τον Αύγουστο 1918 [Πηγή: BArch, N 2068/38].

Αντίστοιχα, δεν αρκούσε από μόνη της η εξαγορά εφημερίδων και μεμονωμένων δημοσιογράφων και η αλλαγή της πολιτικής πλεύσης τους, οι αργυρώνητοι κατά τον Βενιζέλο, αν δεν συνοδεύονταν από την ενίσχυση και τη διάσωση, όποτε κρίθηκε επιβεβλημένο, του σώματος των αντιβενιζελικών πολιτικών· από τη διάσωση κατά κύριο λόγο του ίδιου του Θρόνου που ήταν η ισχυρότερη συγκολλητική ουσία του μαχόμενου αντιβενιζελισμού και διέθετε τον αρτιότερο προπαγανδιστικό δημόσιο λόγο για τον επηρεασμό της κοινής γνώμης και τη μετατροπή του στρατού σε πολιτικό παρεμβατικό μηχανισμό. Σε μία διψασμένη για χρήματα αγορά και σε μία ούτως ή άλλως κατακερματισμένη κοινωνία, το Βερολίνο μέσω των οργάνων του χρησιμοποίησε αρχικά ως όπλα τις λέξεις και στη συνέχεια επίλεξε να καταφύγει στα όπλα εξοπλίζοντας τους Επιστράτους και παρακινώντας/πείθοντας τον Κωνσταντίνο να πολεμήσει για την μακροημέρευση της δυναστείας του. Κληρονομημένες από το παρελθόν πολιτικοκοινωνικές αντιπαραθέσεις και υφιστάμενα ακόμα δομημένα αδιέξοδα στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής επρόκειτο να βρουν προσωρινή διέξοδο στις εμφύλιες συγκρούσεις υπό την σκέπη του παγκοσμίου πολέμου και με τις «ευλογίες» του Βερολίνου.

 

Από τον πόλεμο της προπαγάνδας στην αντίσταση διά των όπλων

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1916 και ενώ είχαν προηγηθεί τα δραματικά γεγονότα στην Ανατολική Μακεδονία, ο Falkenhausen εμφανίστηκε για πρώτη φορά απογοητευμένος από την εξέλιξη των πραγμάτων, κολλώντας λίγο από τον πεσιμισμό που κατέβαλε τις ημέρες εκείνες όλους τους σημαίνοντες αντιβενιζελικούς. Στρεφόμενος προς τον βασιλιά, φοβόταν για τα χειρότερα, ότι δηλαδή υπήρχε κίνδυνος να εγκαταλείψει και να παραδοθεί στα συμμαχικά τελεσίγραφα. Στην απευκταία αυτή περίπτωση δεν θα διέφερε, σημείωνε χαρακτηριστικά, σε τίποτε από τον πατέρα του που συνήθιζε να εγκαταλείπει εύκολα. Η απαισιοδοξία του στρατιωτικού ακόλουθου εξαιτίας των τελευταίων δυσμενών εξελίξεων εναλλασσόταν με τον φόβο ότι η «παράσταση» που εκτυλίσσονταν μπροστά στα μάτια τους ανά πάσα στιγμή μπορούσε να μετατραπεί σε τραγωδία και να επιφέρει την τέλεια καταστροφή της γερμανικής παρουσίας.

Ξαφνικά όλες οι μαύρες σκέψεις διαλύθηκαν και οι ελπίδες του αναζωπυρώθηκαν, καθώς οι αμυδρώς διαφαινόμενες πιθανότητες για την αναστροφή του κλίματος έδιναν ξανά νόημα στη συνέχιση του αγώνα. Ο καταλυτικός παράγοντας για τη ραγδαία αυτή αλλαγή στα συναισθήματα και την ψυχολογία του ήταν η μακρά συνομιλία με τον καλύτερο φίλο του και τον πιο έμπιστο άνθρωπό του, τον Ιωάννη Μεταξά. Από τον ίδιο πληροφορήθηκε ότι νωρίτερα είχε συναντηθεί με τον Κωνσταντίνο, από τον οποίο ζήτησε μετά επιτάσεως να επιλέξει την ένοπλη αντίσταση στην περίπτωση που οι απαιτήσεις της Αντάντ καθίσταντο υπερβολικές, σχεδόν ταπεινωτικές για να γίνουν αποδεκτές. Στην ερώτηση του Μεταξά αν στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα θα μπορούσε να υπολογίζει στη γερμανική βοήθεια, ο Falkenhausen απάντησε με έμφαση καταφατικά και όταν έμεινε μόνος σημείωσε στο ημερολόγιό του: «Το παλιό μου σχέδιο!». Όσα είχε εμπνευστεί, οραματιστεί και προτείνει ενόσω ήταν αδειούχος στο Βερολίνο (σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα), έβλεπε τώρα να επανέρχονται στο τραπέζι των συζητήσεων και να τίθενται ως σοβαρό ενδεχόμενο και πιθανή επιλογή όχι από κανέναν ανάξιο λόγου αλλά από τον Μεταξά. Ο εμπνευστής του σχεδίου ενός πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Αντάντ εύρισκε τώρα σοβαρό συμπαραστάτη στο πρόσωπο του Μεταξά για να δικαιωθεί για μία ακόμα φορά σε παλαιότερη επισήμανσή του ότι οι δύο τους συνέπλεαν σε όλα και αλληλοσυμπληρώνονταν τέλεια.

Ο Ιωάννης Μεταξάς (δεξιά) την εποχή των σπουδών του στη Στρατιωτική Ακαδημία του  Βερολίνου.
Ο Κωνσταντίνος ως σύγχρονος Ζίγκφρηντ αποκρούει  τον δράκο του συνασπισμού της Συνεννοήσεως.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήνοντας τον Μεταξά να αφοσιωθεί στην οργάνωση και τον εξοπλισμό των Επιστράτων, πύκνωσε έκτοτε τις επαφές του με τη Σοφία, που με τη σειρά της είχε διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην αποτροπή της λήψης επώδυνων αποφάσεων, όταν το σώμα του βασιλιά υπέφερε και η ψυχολογία του είχε καταρρεύσει. Με την επικοινωνία μεταξύ ανακτόρων και Βερολίνου σταδιακά να αποκαθίσταται, η Σοφία ήταν εκείνη που στην πραγματικότητα ανέλαβε να συνομιλήσει με τον αδελφό της, χαράσσοντας τη βασιλική πολιτική, για να διασφαλίσει ότι τη στιγμή που τα ελληνικά χέρια θα σήκωναν τελικά τα όπλα, δεν θα αφήνονταν μόνα τους στο πεδίο της μάχης.

Η βασίλισσα Σοφία σε πρωτοσέλιδο γερμανικού  περιοδικού.
Ο Κωνσταντίνος και ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ σε στρατιωτικά γυμνάσια του 1913.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Υπαγορεύοντας ο Falkenhausen στη Σοφία το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος προς τον Κάιζερ, εγκαινιάστηκε από τις αρχές Οκτωβρίου μία περίοδος ανταλλαγής τηλεγραφημάτων που κατέληξε με την «παράδοση», την αποδοχή των όρων της Αντάντ και την απογοήτευση. Κι όμως από τις πρώτες επαφές είχαν τεθεί τα θεμέλια για τον συντονισμό των κινήσεων με σκοπό την εκδήλωση μίας κοινής επίθεσης που θα εξανάγκαζε τους Αγγλογάλλους σε διμέτωπο πόλεμο και τελικά θα τους οδηγούσε στην εξόντωση. Πολύ γρήγορα αποδείχθηκε ότι η αυτοκρατορική κατάφαση για την ενίσχυση των γερμανικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο δεν ήταν στρατιωτικά υλοποιήσιμη και επομένως ο στρατηλάτης Κωνσταντίνος είχε αφεθεί στην πραγματικότητα στην τύχη του, αφού προηγουμένως είχε εξωθηθεί στη σύγκρουση των Νοεμβριανών.

Πεπεισμένος για την τελευταία αυτή εξέλιξη εγκατέλειψε ο Falkenhausen το ελληνικό έδαφος μετά την αναστολή λειτουργίας της γερμανικής πρεσβείας, αλλά λίγο αργότερα επέστρεψε στο Μακεδονικό Μέτωπο για να οργανώσει τη συνέχιση του ανένδοτου κατά της Αντάντ με άλλα μέσα. Μετά την αναγκαστική υποστολή της πολεμικής σημαίας από τον Κωνσταντίνο και τη Σοφία (τον Μεταξά και τους Επιστράτους του), όλες οι ελπίδες εναποτέθηκαν σε όσα ο πρώην στρατιωτικός ακόλουθος ήταν ικανός να αποδείξει ότι μπορούσε πλέον να πράξει στο πεδίο της μάχης.

Τα “Νοεμβριανά” στον βρετανικό Τύπο.

Ο πρόσκαιρος κλονισμός της εμπιστοσύνης των φιλοβασιλικών έναντι της Γερμανίας για τη στρατιωτική απουσία της κατά τη διάρκεια των Νοεμβριανών (εξαιρουμένης της οικονομικής βοήθειας) γρήγορα επουλώθηκε γιατί δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Αμέσως οι χίμαιρες των αντιβενιζελικών ελίτ ταυτίστηκαν με τις γερμανικές χίμαιρες πως ο στρατός των ατάκτων του Falkenhausen θα μπορούσε ίσως να διασώσει κάτι από την τιμή των όπλων και να προσφέρει έστω μία προσωρινή ανακούφιση στα βάσανα των πιστών Ελλήνων βασιλέων και πρωτίστως στο δράμα που βίωνε (μονίμως) η Σοφία. Η διαφορά εδώ έγκειτο στο γεγονός ότι οι Γερμανοί γρήγορα ανέκαμψαν και αναγνώρισαν την σκληρή πραγματικότητα, ενώ απεναντίας ο Κωνσταντίνος, η Σοφία και η στενή αυλή τους (με ελάχιστες εξαιρέσεις) θα συνέχιζαν μέχρι το τέλος του πολέμου να βυθίζονται ολοένα και βαθύτερα στον κόσμο με τις αυταπάτες.

 

Το απονενοημένο διάβημα: Με τους αντάρτες στα βουνά

Ο Κάιζερ είχε υποσχεθεί στην αδελφή του ότι δεν θα την άφηνε μόνη και αβοήθητη και ότι θα της έστελνε πίσω τον Falkenhausen, κρατώντας τουλάχιστον στην περίπτωση αυτή την υπόσχεσή του. Επιστρέφοντας στα γνώριμα μέρη, φρόντισε από τη Λάρισα να επικοινωνήσει με το Παλάτι και προσωπικά να μιλήσει με τη Σοφία. Και παρότι δεν κατάφερε να μεταβεί στην Αθήνα για να συναντήσει τον Μεταξά, κυβέρνηση και βασιλείς κρέμονταν πλέον από την επιτυχία της αποστολής του. Με τον Γεώργιο Τσόντο (Βάρδα) ιθύνοντα νου της κίνησης άλλων σημαινόντων Μακεδονομάχων πέτυχε σε ένα πρώτο στάδιο να οργανώσει ομάδες ατάκτων και να τις κατανείμει σε πεδία δράσης εντός της ουδετέρας ζώνης. Το πρόβλημα εδώ δεν ήταν η στρατολόγηση, καθώς έφεδροι και σποραδικά μόνιμοι έσπευσαν να καταταγούν, αλλά ο εφοδιασμός των ομάδων αυτών με πυρομαχικά και τρόφιμα για να επιβιώσουν αρχικά μέσα στις αντίξοες συνθήκες του χειμώνα στις ορεινές περιοχές και ακολούθως       να είναι σε θέση να διεξάγουν πόλεμο φθοράς στους Αγγλογάλλους, αποτελώντας το τελευταίο ανάχωμα αντίστασης μεταξύ των δύο «κρατών» της διχοτομημένης Ελλάδας. Οι «φιλότιμες» προσπάθειες μέσω των κατά τόπους στρατιωτικών διοικητών και σχηματισμών να προωθηθούν πολεμοφόδια στους αντάρτες της «αντιβενιζελικής νομιμότητας» και η χρηματοδότηση που διασφαλίστηκε από γερμανικής πλευράς συμπλήρωναν εμπράκτως όσα παρασκηνιακά έπραττε το κράτος των Αθηνών για να μη σπάσει το ανάχωμα αυτό μπροστά στη βενιζελική πλημμυρίδα της Θεσσαλονίκης.

Ο Falkenhausen εγκατέλειψε πρώτος την εξαρχής διαφαινόμενη ως καταδικασμένη σε αποτυχία προσπάθεια στα τέλη Ιανουαρίου του 1917, για να ασχοληθεί στη συνέχεια με τους πολλά υποσχόμενους αλβανούς ατάκτους του, και σταδιακά ένας ένας από τους μάχιμους νέους Μακεδονομάχους αναγκάστηκαν να κηρύξουν αποστράτευση και να επιστρέψουν στην ατομική παρανομία τους. Με το τέλος της άνοιξης εξανεμίστηκαν και οι τελευταίες (φρούδες) ελπίδες ότι η συνάντηση των ατάκτων θα μπορούσε να μετεξελιχθεί σε αξιόμαχο στρατό που θα συμπαρέσυρε στο διάβα του και την κοινωνία για να απελευθερώσουν από κοινού για λογαριασμό του βασιλιά τη σκλαβωμένη στους ξένους (Αντάντ) Μακεδονία και να την προσφέρουν ξανά στη νόμιμη (βασιλική) εξουσία. Πριν και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος αποδεχθεί τις συμμαχικές αποφάσεις και πάρει τον δρόμο της εξορίας, για να συνεχίσει από την Ελβετία πλέον να ονειρεύεται/μηχανεύεται την επιστροφή του, πρόλαβε να ασκήσει πιέσεις για να μην λογοδοτήσουν οι υπεύθυνοι, παρουσιάζοντας την ανταρσία στα μακεδονικά βουνά ως αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση που δεν ετύγχανε της κυβερνητικής συγκατάθεσης και άρα υποστήριξης.

Ιούνιος 1917. Η εκθρόνιση του  Κωνσταντίνου και η εξορία της βασιλικής οικογένειας στην Ελβετία.

Αν μέχρι τον Ιούνιο του 1917 το Βερολίνο είχε μετέλθει κάθε μέσο (δια της επίσημης πολιτικής, της κρυφής διπλωματίας, του πειθαναγκασμού αλλά και των ωμών εκβιασμών, της εξαγοράς εντύπων και συνειδήσεων, της προπαγάνδας, της συγκρότησης και χρηματικής ενίσχυσης του αντιβενιζελικού μετώπου, της διπλής εκδίωξης του Βενιζέλου, μέχρι και της οργάνωσης της δολοφονίας του, της πρόκλησης εμφυλίου πολέμου και της σύγκρουσης με την Αντάντ κ.λπ.) για να αποσπάσει την Ελλάδα από τον συμμαχικό έλεγχο, μετά την έξωση του βασιλιά και των υποστηρικτών του αγωνίστηκε να τους τιθασεύσει στον βαθμό που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο τους βαλκανικούς σχεδιασμούς και κατ’ επέκταση τη συμμαχία του με τη Βουλγαρία.

 

Αντί επιλόγου: «Άνω σχώμεν τας καρδίας»

Ο στενότερος συνεργάτης και σταθερός συνομιλητής των Schenck-Falkenhausen, η πιο αξιόπιστη πηγή πληροφοριών για τη γερμανική πρεσβεία, ο συνδιαμορφωτής σε ορισμένες περιπτώσεις καίριων κατευθύνσεων της προπαγάνδας και ποδηγέτησης της κοινής γνώμης, έμεινε άφωνος στο άκουσμα της είδησης για τη λήξη του πολέμου και τη γερμανική ήττα. Πώς θα δικαιολογούσε στον εαυτό του τις βεβαιότητες που κόμιζε κάθε φορά που έβλεπε τους βασιλείς για να τους μεταφέρει τις ειδήσεις των γερμανικών νικών ή να φιλτράρει τις ήττες, ώστε να μην κλονιστεί το υψηλό ηθικό; Ο Ιωάννης Μεταξάς είδε τον κόσμο του να θρυμματίζεται μονομιάς μπροστά στα πόδια του και τον Βενιζέλο (δίπλα στους συμμάχους του) να εξέρχεται νικητής και λίαν συντόμως εδαφικός τροπαιούχος. Τουλάχιστον μπορούσε να παρηγορηθεί με την ιδέα ότι η μεγάλη χώρα στην οποία είχε εναποθέσει τις ελπίδες του κατά τη διάρκεια του πολέμου για την επικράτηση στον πολιτικό στίβο μάχης έναντι του βενιζελισμού, κάποια στιγμή θα αναγεννιόταν ως άλλος Φοίνικας από τις στάχτες της. Εκείνο που τη δεδομένη στιγμή δεν μπορούσε ακόμα να δει, ήταν τον εαυτό του δύο και πλέον δεκαετίες αργότερα να δηλώνει με βεβαιότητα ενώπιον των ιδιοκτητών των αθηναϊκών εφημερίδων στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία (Γενικό Στρατηγείο) ότι ούτε «τη φορά αυτή η Γερμανία θα εξέλθει νικήτρια του παγκοσμίου πολέμου». Όσο για τον Falkenhausen, ο θάνατος τον βρήκε το 1944 και από αυτή την άποψη τον προφύλαξε από τη βιωμένη επόμενη μεγάλη ήττα…

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

[1] Το παρόν κείμενο βασίζεται στην πρόσφατα εκδοθείσα μονογραφία του γράφοντος Οι αργυρώνητοι. Η γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2020 (Οκτώβριος). Επιπλέον, αντλεί πολύτιμες πληροφορίες από το ανέκδοτο ημερολόγιο του στρατιωτικού ακόλουθου, που απόκειται στο Ομοσπονδιακό Στρατιωτικό Αρχείο του Φράιμπουργκ (Bundesarchiv-Militärarchiv Freiburg [BArch], N 2068, Nachlass Ernst von Falkenhausen), η μεταγραφή και ο κριτικός υπομνηματισμός του οποίου βρίσκονται σε εξέλιξη από τους Heinz Richter, Βάιο Καλογρηά, Wilma Gilbert-Winnes, Στράτο Δορδανά.

Ο Στράτος Ν. Δορδανάς είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Κινηματογραφικές εκδοχές των πρώτων Αμερικανών Προέδρων

4 Ιουλίου 1776: Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ 

Κινηματογραφικές εκδοχές των πρώτων Αμερικανών Προέδρων

 

Με αφορμή την διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (4η Ιουλίου 1776), το σημερινό αφιέρωμα της Clio Turbata  αναφέρεται στους πρώτους Προέδρους των ΗΠΑ. Είναι γεγονός ότι πολλά από τα πρόσωπα, τα οποία αναδείχθηκαν στο ύπατο αμερικανικό αξίωμα, ενέπνευσαν το ευρύ κοινό της εποχής τους και όχι μόνο, χάρη στην προσωπικότητά τους, την ιστορική τους συνεισφορά αλλά και τη δραματική, συχνά, δημόσια και ιδιωτική τους ζωή. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως σήμερα καταγράφονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, 59 κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες, ντοκυμαντέρ και μίνι-σειρές όπου, από το 1909 έως το 2015 γίνεται αναφορά, εκτενώς ή μερικώς, στον George Washington. O Thomas Jefferson διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε 24 αντίστοιχες, ο Abraham Lincoln σε 10  καθώς και σε πληθώρα ιστορικών ντοκυμαντέρ. Ανάλογης δημοτικότητας απολαμβάνουν στον 20ό αιώνα οι Franklin D. Roosevelt και John Fitzgerald Kennedy. Η παρουσίαση δεν είναι εξαντλητική. Κάτι τέτοιο θα ήταν, άλλωστε, πρακτικά αδύνατο. Η επιλογή έγινε με κριτήρια την ποιότητα του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, την αποδοχή του εκάστοτε έργου από το κοινό, την πειστική ερμηνεία αλλά και τη φυσιογνωμική ομοιότητα των πρωταγωνιστών με το πρόσωπο, το οποίο υποδύονται, τέλος, την οπτική ποιότητα των στιγμιοτύπων που παρατίθενται δειγματοληπτικά.

 

Α.  George Washington (1732-1799) [Προεδρική θητεία 1789-1797]

La Fayette (1961)

Πρόκειται για μια γαλλο-ιταλική παραγωγή του 1961 σε σκηνοθεσία του Jean Dréville, με θέμα την τρικυμιώδη βιογραφία του Gilbert du Motier, Μαρκησίου de La Fayette (1757-1834), ειδικότερα δε τη συνεισφορά του στον Αμερικανικό Αγώνα Ανεξαρτησίας. Μεταξύ άλλων παίζουν οι ηθοποιοί Michel Le Royet (La Fayette), Orson Welles (Benjamin Franklin), Pascale Audret (Adrienne de La Fayette) και Jack Hawkins (στρατηγός Cornwallis). Τον George Washington υποδύεται ο Howard St. John.

Howard St. John ως George Washington (αριστερά) και Michel Le Royet, ως Μαρκήσιος de La Fayette.

The Crossing (2000)

Καλογυρισμένη κινηματογραφική παραγωγή προορισμένη για την τηλεόραση, σε σκηνοθεσία του Robert Harmon. Πραγματεύεται ένα γνωστό επεισόδιο του Πολέμου Ανεξαρτησίας: τη διάβαση του ποταμού Delaware από τον ονομαζόμενο “Ηπειρωτικό Στρατό” (Continental Army) τον Δεκέμβριο 1776 και τη συνακόλουθη νικηφόρο μάχη του Trenton εις βάρος της φρουράς  από την Έσση, η οποία είχε διαβεί τον Ατλαντικό προκειμένου να πολεμήσει στο πλευρό των Βρετανών. Ο σχεδιασμός και η εκτέλεση της όλης επιχείρησης οφείλονται εξ ολοκλήρου στον George Washington, ο οποίος εκτελούσε τότε καθήκοντα διοικητή του Ηπειρωτικού Στρατού σε μια οριακή καμπή για το μέλλον της εξέγερσης. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος αναλογεί στον πειστικότατο Jeff Daniels.

O Jeff Daniels στο ρόλο του George Washington.

Η εμφάνιση του George Washington είναι συχνή στην θεαματική τηλεοπτική σειρά του 2008 με τίτλο John Adams (βλ. παρακάτω). Τον πρώτο κατά σειρά Πρόεδρο των ΗΠΑ υποδύεται ο ηθοποιός David Morse. Ακολουθεί το στιγμιότυπο της ορκωμοσίας στις 30 Απριλίου 1789, στο Federal Hall της Νέας Υόρκης.

Ο David Morse ως George Washington στην τηλεοπτική σειρά John Adams.

 

B. John Adams (1735-1826) [Προεδρική θητεία 1797-1801]

John Adams (2008)

Τηλεοπτική σειρά επτά επεισοδίων, συνολικής διάρκειας 501 λεπτών. Πραγματεύεται το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής ζωής του Αντιπροέδρου και, αργότερα, διαδόχου του George Washington στο αξίωμα του Προέδρου των ΗΠΑ, John Adams. Ουσιαστικά πρόκειται για την εξιστόρηση των πενήντα πρώτων ετών ζωής της νεότευκτης δημοκρατίας. Το σενάριο είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο του David McCullough και η σκηνοθεσία ανήκει στον Tom Hooper. Πρωταγωνιστούν οι: Paul Giamatti (John Adams), Laura Linney (Abigail Adams), Stephen Dillane (Thomas Jefferson), David Morse (George Washington) και Tom Wilkinson (Benjamin Franklin). Γυρίστηκε στο Williamsburg και στο Richmond της Πολιτείας Virginia καθώς και στην Ουγγαρία. Το στιγμιότυπο που ακολουθεί αναφέρεται στον ιστορικής σημασίας λόγο του Adams περί ανάγκης κήρυξης της ανεξαρτησίας και εγκαθίδρυσης ενός δημοκρατικού τρόπου διακυβέρνησης στηριζόμενου σε νόμους.

Ο Paul Giamatti υποδύεται τον John Adams.

 

Γ. Thomas Jefferson (1743-1826) [Προεδρική θητεία 1801-1809]

Jefferson in Paris (1995)

Το κινηματογραφικό έργο Jefferson in Paris είναι μια γαλλο-αμερικανική παραγωγή του 1995 του γνωστού σκηνοθέτη James Ivory (A Room with a View, Howards End, The Remains of the Day κλπ.). Πρόκειται για μια αρκετά υποκειμενική εκδοχή της πενταετούς διαμονής του Thomas Jefferson στο Παρίσι (1784-1789) ως Πληρεξουσίου Υπουργού του Κογκρέσου της Συνομοσπονδίας. Πέραν από την αξιοσημείωτη διπλωματική δραστηριότητα, ο έχοντας μόλις απωλέσει τη σύζυγό του Jefferson, συνδέθηκε στο Παρίσι με δυο γυναίκες: την Αγγλίδα μουσικό Maria Cosway και την μιγάδα οικιακή βοηθό, μέλος της συνοδείας του, Sally Hemings. Στη διάρκεια της διαμονής του συναντήθηκε πολλάκις με τον Lafayette (λέγεται, μάλιστα, πως συνέβαλε ενεργά στη σύνταξη της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη) και υπήρξε αυτόπτης μάρτυς της κατάληψης της Βαστίλλης. Επέστρεψε στην πατρίδα του δυο μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1789, καθώς ο George Washington τον αναβάθμισε σε υπουργό Εξωτερικών. Αν και απεχθανόμενος τις πρακτικές της τρομοκρατίας, ο Jefferson παρέμεινε μέχρι τέλους προσηλωμένος στις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Διετέλεσε Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ υπό τον John Adams ανεβαίνοντας, κατόπιν, στο ανώτατο αξίωμα. Αν και όλα τα γεγονότα, τα οποία θίγονται στην ταινία είναι ιστορικά αποδεδειγμένα, η έμφαση δίνεται, προφανώς για εμπορικούς λόγους, στη συναισθηματική παράμετρο. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό στις Βερσαλλίες, ενώ η πλειονότητα των Γάλλων ηθοποιών προέρχεται από το δυναμικό της Comédie Française. Τον ρόλο του Jefferson επωμίζεται ο Nick Nolte. To επιλεγέν στιγμιότυπο αναφέρεται στην επίδοση των διαπιστευτηρίων στον Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ (Michel Lonsdale).

Ο Nick Nolte ως Thomas Jefferson.

Όμως, εκτενής μνεία στο πρόσωπο και στην εν γένει δραστηριότητα του Thomas Jefferson γίνονται και στην προαναφερθείσα τηλεοπτική σειρά John Adams. Τον ρόλο υποδύεται ο ηθοποιός Stephen Dillaine.

Stephen Dillaine.

 

Δ. Andrew Jackson (1767-1845) [Προεδρική θητεία 1829-1837]

The President’s Lady (1953)

To 1788, ο μετέπειτα έβδομος κατά σειρά Πρόεδρος των ΗΠΑ Andrew Jackson ερωτεύτηκε τη νεαρής ηλικίας – πλην όμως ήδη παντρεμένη – Rachel Donelson Robards. Η τελευταία είχε εμπλακεί σε έναν ατυχή γάμο και, ως εκ τούτου, ανταποκρίθηκε στα αισθήματα, τα οποία εξέφρασε ο Jackson. Δυο χρόνια αργότερα, χώρισε από τον σύζυγό της και παντρεύτηκε τον Jackson. Ωστόσο, κατέστη δίγαμη, καθώς ο δεύτερος γάμος έλαβε χώρα προτού ολοκληρωθεί η  διαδικασία έκδοσης του διαζυγίου. To 1794, αφότου το διαζύγιο επισημοποιήθηκε, το ζευγάρι ξαναπαντρεύτηκε. Σε αυτό το επεισόδιο της ιδιωτικής ζωής αλλά και γενικότερα στη σταδιοδρομία του Andrew Jackson αναφέρεται η ταινία  The President’s Lady. Στηρίζεται στη νουβέλα του Irving Stone. Σκηνοθέτης είναι ο Henry Levin και τους δυο πρωταγωνιστές υποδύονται ο Charlton Heston και η Susan Hayward.

              

 

O Charlton Heston ως Andrew Jackson το 1953.

The Buccaneer (1958) 

Πέντε χρόνια αργότερα, ο Charlton Heston υποδύθηκε εκ νέου τον Andrew Jackson, τη φορά αυτή, όμως, όχι σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία The Buccaneer αποτελεί το πρώτο και συνάμα τελευταίο σκηνοθετικό εγχείρημα του δημοφιλούς ηθοποιού Anthony Quinn. Αρχικά, η θέση του σκηνοθέτη προοριζόταν για τον Cecil B. DeMille, που φιλοδοξούσε να γυρίσει μια επανέκδοση του έργου, το οποίο ο ίδιος είχε σκηνοθετήσει το 1938 με τον ίδιο τίτλο. Η κακή κατάσταση της υγείας του τον ανάγκασε να αναθέσει, είκοσι χρόνια αργότερα, τη σκηνοθεσία στον τότε γαμπρό του Anthony Quinn. Η υπόθεση διαδραματίζεται το 1812 και πραγματεύεται τη μάχη της Νέας Ορλεάνης, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι Αμερικανοί και Βρετανοί. Πρωταγωνιστής είναι ο πειρατής Jean Lafitte (Yul Brynner), ο οποίος επιχειρεί στον κόλπο του Μεξικού για δικό του όφελος, συντάσσεται, ωστόσο, την ύστατη στιγμή στο πλευρό του στρατηγού Jackson, κάνοντας τη διαφορά. Σήμερα, υπάρχει πόλη στη Λουιζιάνα, η οποία φέρει το όνομα του πειρατή, ως φόρο τιμής στη συνδρομή του τελευταίου στον αγώνα κατά των Βρετανών.

O Charlton Heston ως Andrew Jackson το 1958. Δεξιά ο Yul Brynner στο ρόλο του πειρατή Jean Lafitte.

To 2015 ανακοινώθηκε πως στον προγραμματισμό του αμερικανικού τηλεοπτικό καναλιού HBO συμπεριλαμβανόταν η παραγωγή μιας σειράς, συνολικής διάρκειας 6 ωρών, με τίτλο American Lion. Πρόκειται για διασκευή της βιογραφίας του Andrew Jackson, από τον ιστορικό Jon Meacham, ειδικό στις βιογραφίες των Προέδρων των ΗΠΑ, όπως του Thomas Jefferson και του προσφάτως θανόντα George Herbert Walker Bush. Η γνωστότερη, ωστόσο, πραγματεία του Meacham, η οποία και βραβεύτηκε με το βραβείο Pulitzer, φέρει ως τίτλο: American Lion: Andrew Jackson in the White House (2008). Έχει διεκπεραιωθεί με γνώμονα όλους τους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας. Αγέρωχος πολεμιστής, υπέρμαχος της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, δημοφιλής στο ευρύ κοινό, ο Jackson άφησε πίσω του μια αντιφατική κληρονομιά, ειδικότερα σε κρίσιμα ζητήματα όπως ήταν η μεταχείριση των Ινδιάνων (πρόκειται για τον αρχιτέκτονα της εκδίωξης των τελευταίων από τις περιοχές όπου ήταν εγκατεστημένοι) αλλά και εκείνη των σκλάβων, όπου επέδειξε υπέρμετρη αυστηρότητα. Η προσαρμογή της μελέτης του Meacham ανατέθηκε στους Doug Miro και Carlo Bernard και ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον ηθοποιό Sean Penn. Μέχρι στιγμής, η τύχη της σειράς αγνοείται…

 

Sean Penn και Andrew Jackson

 

Ε. Abraham Lincoln (1809-1865) [Προεδρική θητεία 1861-1865]

Abraham Lincoln (1930)

Κινηματογραφική ταινία του D.W. Griffith με τον ηθοποιό Walter Huston στον ομώνυμο ρόλο. Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στα νεανικά χρόνια, το ενδιαφέρον εστιάζει στη θητεία του 16ου Προέδρου των ΗΠΑ με αποκορύφωμα τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, την παράδοση του στρατηγού των Νοτίων Robert E. Lee και τη δολοφονία της 14ης Απριλίου 1865 στο Ford’s Theatre της Ουάσιγκτον. Η φυσιογνωμική ομοιότητα του πρωταγωνιστή με το πρόσωπο που υποδύεται είναι εντυπωσιακή, πόσο μάλλον για την εποχή, κατά την οποία γυρίστηκε η ταινία, όταν οι δυνατότητες του μακιγιάζ ήταν συγκριτικά περιορισμένες. Σημειωτέον πως η ταινία κυκλοφορεί επίσης στο εμπόριο και στο Διαδίκτυο, έχοντας προηγουμένως υποστεί ψηφιακή επεξεργασία.

Walter Huston.

Young Mr. Lincoln (1939)

O σε νεανική ηλικία Abraham Lincoln μεταφέρεται στην οθόνη από τον εξίσου ευρισκόμενο σε νεανική ηλικία Henry Fonda, σε μια ταινία σκηνοθετημένη από τον John Ford. Σε πολύ μεταγενέστερη συνέντευξη, ο πρωταγωνιστής περιγράφει το δέος, που αισθάνθηκε αρχικά έναντι του ρόλου αλλά και του διάσημου σκηνοθέτη, καθώς και την απομυθοποίηση, στην οποία προέβη χάρη στις παροτρύνσεις του ιδίου του Ford και που κατέστησαν, τελικά, εφικτή την ολοκλήρωση του γυρίσματος.

Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, το σενάριο εστιάζει στα πρώτα βήματα του Lincoln στο χώρο της δικηγορίας, πολύ προτού αναδειχθεί στο προεδρικό αξίωμα. Το 2003, το Young Mr. Lincoln χαρακτηρίστηκε από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και από τον Εθνικό Φορέα Καταχώρισης Κινηματογραφικών Ταινιών (National Film Registry) ως μείζονος σημασίας, εξαιτίας του ιστορικού περιεχομένου και της υψηλής αισθητικής που το διατρέχουν. Η επιλογή αυτή συνεπάγεται ειδική κρατική μέριμνα για τη συντήρηση και περαιτέρω δημοσιοποίηση της ταινίας.

 

Ο Henry Fonda ως νεαρός Lincoln.

Lincoln (2012)

O Lincoln του Steven Spielberg (παραγωγή και σκηνοθεσία), αποτελεί, ίσως, ό,τι πιο πλήρες έχει, μέχρι στιγμής, να επιδείξει η Έβδομη Τέχνη σχετικά με τη θητεία του 16ου Προέδρου των ΗΠΑ. Εστιάζει στους τέσσερις μήνες, που προηγήθηκαν της δολοφονίας του, ειδικότερα δε στο ζήτημα της 13ης Τροπολογίας του Αμερικανικού Συντάγματος (Thirteenth Amendment to the United States Constitution), που αφορούσε την κατάργηση της δουλείας. Η Τροπολογία ψηφίστηκε πανηγυρικά από τη Γερουσία στις 8 Απριλίου 1864 (38 ψήφοι έναντι 6), όχι όμως και από το Κογκρέσο, όπου στις 15 Ιουνίου δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα δυο τρίτα της ολομέλειας (93 θετικές ψήφοι έναντι 65 αρνητικών). Μάλιστα, απρόβλεπτοι συσχετισμοί έλαβαν χώρα, καθώς υπήρξαν άτομα, προερχόμενα από τους Δημοκρατικούς, τα οποία την καταψήφισαν, ενώ μέλη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος τοποθετήθηκαν υπέρ! Έχοντας αναγάγει το όλο θέμα ως υψίστης προτεραιότητας, ιδιαίτερα έπειτα από την επανεκλογή του στο προεδρικό αξίωμα το 1864, ο Lincoln επανεισήγαγε την Τροπολογία προς ψήφιση, στις αρχές του 1865. Έπειτα από έντονες παρασκηνιακές πιέσεις, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας της 31ης Ιανουαρίου συγκέντρωσε οριακά την απαιτούμενη πλειοψηφία (119 έναντι 56). Το σενάριο του Tony Kushner στηρίζεται στη βιογραφία της Doris Kerns Goodwin: Team of Rivals: The Political Genius of Abraham Lincoln (2005). Το προσκήνιο καταλαμβάνει επάξια ο ηθοποιός Daniel Day-Lewis (βραβείο Όσκαρ  Α΄ ανδρικού ρόλου το 2013 για τη συγκεκριμένη ερμηνεία), έχοντας στο πλευρό του τη Sally Field στο ρόλο της Mary Ann Todd Lincoln.

 

Daniel Day-Lewis.

Killing Lincoln (2013)

To 2011 κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ μια πραγματεία των Bill O’ Reilly και Martin Dugard με τίτλο: Killing Lincoln: The Shocking Assassination That Changed America Forever.

Τον Ιανουάριο του επομένου έτους ανακοινώθηκε πως ο πρώτος εκ των συγγραφέων επρόκειτο να αναλάβει την παραγωγή ενός δίωρου ντοκυμαντέρ για λογαριασμό του National Geographic Channel. Γρήγορα το όλο σχέδιο προσέλαβε διαστάσεις δραματοποιημένου έργου με χρήση ηθοποιών και με την προσθήκη στην ομάδα των παραγωγών των, έμπειρων στο είδος, αδελφών Tony και Ridley Scott. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιούλιο στο Richmond, της Πολιτείας Virginia. Για το ρόλο του Abraham Lincoln επελέγη ο Bill Campbell, εκείνον του δολοφόνου John Wilkes Booth ο Jesse Johnson, ενώ την αφήγηση και τον ιστορικό σχολιασμό ανέλαβε ο Tom Hanks. Η τηλεοπτική αυτή ταινία, κάτι ανάμεσα σε ιστορικό ντοκυμαντέρ και κινηματογραφικό έργο (εύστοχα χρησιμοποιήθηκε για την περίσταση ο όρος political docudrama), αφηγείται το παρασκήνιο, το οποίο περιέβαλε τόσο την προεδρική θητεία του Lincoln όσο, κυρίως, τη δολοφονία του τελευταίου στις 14 Απριλίου 1865.

O Bill Campbell στο ρόλο του Abraham Lincoln.

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

 

 

 

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου – Βενετάς: Αθήνα – Βιέννη. Ο αρχιτέκτων Θεόφιλος Χάνσεν φορεύς του ιδεώδους του κλασικισμού στο μεταίχμιο δύο θετών πατρίδων

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου – Βενετάς

Αθήνα – Βιέννη. Ο αρχιτέκτων Θεόφιλος Χάνσεν φορεύς του ιδεώδους του κλασικισμού στο μεταίχμιο δύο θετών πατρίδων*

 

Η αναβίωση του κλασικού ιδεώδους στην κεντρική Ευρώπη κατά τον 18° και 19° αιώνα δεν εστήριξε μόνον ηθικά τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Έδωσε και την αποφασιστική ώθηση στην επανασύνδεση της νέας Ελλάδος με τον πολιτιστικό χώρο της Δύσης.

Τα αρχαία κατάλοιπα – στην διανόηση, τον λόγο και την τέχνη – έγιναν με την λάμψη τους το κίνητρο για την ανάπτυξη της κλασικιστικής θεώρησης του κόσμου, της απόπειρας δηλαδή αναβιώσεως στην Ευρώπη του πνεύματος της αρχαίας Ελλάδος. Η θεώρηση αυτή – σε αντίθεση με την Αναγέννηση στην Ιταλία, τρεις αιώνες νωρίτερα, που ανεζήτησε τα πρότυπά της στην ρωμαϊκή αρχαιότητα – εξιδανίκευσε με ατελή γνώση τα επιτεύγματα της κλασικής Ελλάδος και τα προέβαλε, με μια συχνά αφελή υπεραπλούστευση, ως απόλυτο πολιτιστικό ιδεώδες.

Μία πανίσχυρη αλλά και ασαφής νοσταλγία – κυρίως στην γερμανική διανόηση – με τελείως ανεπαρκή εάν όχι ανύπαρκτη γνώση του πραγματικού Ελλαδικού χώρου στην νεώτερη εποχή, εξώθησε, κυρίως τις τέχνες, σε έναν άκριτο μιμητισμό αρχαίων μορφών, σε μία ακαδημαϊκή συμβατικότητα. Η λατρεία της αρχαιότητος, στην σχηματοποιημένη αυτή μορφή της, επανεισάγεται σαν αντίδωρο από την Δύση στην αναστημένη Ελλάδα, η οποία καλείται – εκ των πραγμάτων – να την οικειοποιηθεί.

Πώς πραγματώνεται όμως η αποδοχή της αρχαιολατρείας, πώς “εισπράττεται” το ιδεώδες αυτό στην νέα Ελλάδα; Εάν στην Δύση “κλασικισμός” σημαίνει, ως πνευματική στάση, στροφή προς την αρχαιοελληνική αντίληψη της ζωής, δηλαδή προς την φιλελεύθερη στάση του πολίτη, την ανθρωποκεντρική αντίληψη του κόσμου και την αισθητική θεώρησή του, στην μετεπαναστατική Ελλάδα μεταβάλλεται κυρίως σε φορέα μιας ιστορικά όψιμης αυτογνωσίας και μιας ακραίας πατριωτικής προγονολατρείας.

Ο κλασικισμός αντικατοπτρίζεται στην Ελλάδα πρώτιστα στην νέα αρχιτεκτονική της χώρας (την λεγόμενη “νεοκλασική”), η οποία μαζί με την εκ νέου μελέτη της αρχαίας γλώσσας και ιστορίας, κυριαρχεί κατά τον πρώτο αιώνα ελεύθερου εθνικού βίου. Και η μεν στροφή προς την αρχαιοελληνική γραμματεία, καταλήγει στην άγονη προσπάθεια νεκραναστάσεως της αρχαίας γλώσσας με την δημιουργία της υβριδικής “καθαρεύουσας” που χαρίζει στη χώρα την απαράδεκτη διγλωσσία. Η νεοκλασική αρχιτεκτονική της Ελλάδος, όμως, αποτελεί καινοφανές επίτευγμα μορφολογικής ευρυθμίας που άνθησε επί έναν ολόκληρον αιώνα στην χώρα μας, εκφράζοντας την νέα ταυτότητά της.

Το σχέδιο της Αθήνας των Κλεάνθη-Σάουμπερτ, 1833.

Οι αρχαιοπρεπείς αρχιτεκτονικές μορφές που επανεισήχθησαν στην Ελλάδα, στην χώρα της αρχικής προέλευσής τους, κατηγγέλθησαν αργότερα συχνά, ως ξενόφερτος μορφοκρατικός συρμός, που δήθεν επεβλήθη με πολιτικά κίνητρα στον τόπο μας. Έτσι π.χ. ο αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης επιτίθεται με εμπάθεια κατά της “εισαγωγής από την Δύση” πολεοδομικών προτύπων κατά τον σχεδιασμό της νέας Αθήνας:

Και έτσι λοιπόν, με την όχι και τόσο εύστοχη μιμητική φαντασία των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, θα μεταφέρονταν και στη νέα Ελλάδα (με το σχέδιο για την πρωτεύουσα) ό,τι έπλαθε και ζούσε (και χόρευε), εκείνα τα χρόνια, ένας δυτικοευρωπαϊκός “πολιτισμός”, […] για να εξωραϊστεί λοιπόν ο νεοελληνικός τόπος, […] και για αποκτήσει κι αυτός τις δικές του Βερσαλλίες […] που όμως δεν τις είχε καθόλου ανάγκη […].

Ωστόσο, είτε το δέχονται είτε όχι οι θιασώτες ενός ανιστόρητου φανατικού ελληνοκεντρισμού, παραμένει γεγονός πως στην Ελλάδα μετά την επανάσταση άνθησε ένας αυθεντικός κλασικισμός ιδιαίτερου χαρακτήρος που με τις αρχιτεκτονικές μορφές και τους κτηριακούς του τύπους επέτυχε την συγχώνευση των αρχαιοελληνικών προτύπων με παραδοσιακές μορφές κατοικίας και τεχνικές δομήσεως υιοθετημένες από την ζωντανή λαϊκή αρχιτεκτονική της χώρας. Η όσμωση αυτή, η οποία στον σχεδιασμό των αστικών κατοικιών είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία ενός αρχιτεκτονικού ιδιώματος προσαρμοσμένου στις κλιματικές και τις τοπικές συνθήκες διαβιώσεως, συνιστά μια ελληνική ιδιαιτερότητα αναμφισβήτητης αξίας: η νεαρή ελληνική κοινωνία, με περιορισμένη τεχνική και αρχιτεκτονική εμπειρία, αλλά με υγιές αισθητήριο και με ενθουσιώδη θέληση της εθνικής αναβιώσεως, κατόρθωσε να αφομοιώσει δημιουργικά τον εισαχθέντα κλασικισμό και να τον αναπτύξει προσαρμόζοντάς τον στα εθνικά δεδομένα.

Πολλοί νέοι και ταλαντούχοι αρχιτέκτονες – Έλληνες και αλλοδαποί – υπήρξαν φορείς και αγωνισταί στην υπηρεσία του κλασικού ιδεώδους στην νεοελληνική του έκφανση. Ένας από τον κύκλο τους, ο Θεόφιλος Χάνσεν (Theophil von Hansen, 1813-1891), ξεχωρίζει με το έργο του για πολλούς λόγους: καλύπτει πρώτον ένα μακρύ χρονικό διάστημα 50 ετών δράσης στην Αθήνα (1840-1890), στην οποία χάρισε με το τάλαντό του μνημειώδη κτήρια-τοπόσημα˙ μένει δεύτερον, μέσα στον εκλεκτιστικό αρχιτεκτονικό συρμό της εποχής του, πιστός στον κλασικισμό του οποίου γίνεται ο τελευταίος μεγάλος θιασιώτης στην Ευρώπη˙ μεταφέρει, τρίτον, στην Βιέννη, στην κεντρική Ευρώπη δηλαδή, τα πρότυπα των αρχαιοελληνικών αλλά και των βυζαντινών μορφών και γίνεται ο καλλιτεχνικός κήρυξ της Ελληνικής τέχνης, όπως την εγνώρισε και την εβίωσε ο ίδιος, επί τόπου, στην Ελλάδα.

Christian Griepenkerl (1839-1916), Theophil Hansen, 1873, Gemäldegalerie der Akademie der bildenden Künste, Wien.

Αξίζει λοιπόν να παρακολουθήσουμε σε αδρές γραμμές την σταδιοδρομία του Δανού αυτού αρχιτέκτονος που γεφύρωσε, με τα παράλληλα έργα του, το αρχιτεκτονικό γίγνεσθαι της Οθωνικής νέας Αθήνας με την ανάπλαση της αυτοκρατορικής Βιέννης, δίνοντας ένα αξιοθαύμαστο παράδειγμα της μεταφοράς εμπειριών από χώρα σε χώρα αλλά και την απόδειξη της συνοχής της Ευρωπαϊκής παιδείας και τέχνης έναν αιώνα πριν από την πολιτική της ενοποίηση.

Γεννημένος το 1813 στην Κοπεγχάγη, ο Θεόφιλος Χάνσεν εσπούδασε στην εκεί Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Γερμανό Φρειδερίκο Χετς (Friedrich Hetsch), μαθητή των Περσιέ και Φονταίν (Charles Percier και Pierre Fontaine) στο Παρίσι και θιασώτη του ναπολεόντειου κλασικισμού. Πηγαίο σχεδιαστικό ταλέντο και έντονη επαγγελματική φιλοδοξία χαρακτηρίζουν τον νεαρό αρχιτέκτονα που ολοκληρώνει τις σπουδές του σε ηλικία μόλις 22 ετών το 1835. Το 1838 ταξιδεύει με υποτροφία στην Γερμανία για να μελετήσει τον καλλιτεχνικό σχεδιασμό επίπλων. Στο Βερολίνο θαυμάζει τα έργα του Σίνκελ (K. K. Schinkel), τον οποίον δεν έμελλε ποτέ να γνωρίσει προσωπικά, αλλά που παρέμεινε για ολόκληρη τη ζωή του το καλλιτεχνικό του πρότυπο.

Στο Μόναχο δέχεται την πρόσκληση του κατά δέκα έτη πρεσβυτέρου αδελφού του Χριστιανού Χάνσεν (Christian Hansen) να έλθει στην Αθήνα όπου ο τελευταίος πραγματώνει το μετά τα βασιλικά ανάκτορα σημαντικότερο δημόσιο κτήριο, το Οθώνειο Πανεπιστήμιο, για να τον βοηθήσει στο έργο του.

Στις 8 Οκτωβρίου 1838 ο Θεόφιλος Χάνσεν καταπλέει σε ηλικία 25 ετών στον Πειραιά. Συγκεκριμένοι πρακτικοί λόγοι, δηλαδή ο εμπλουτισμός της αρχιτεκτονικής του εμπειρίας και το ξεκίνημα της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας των ωθούν προς την Ελλάδα. Εδώ θα περάσει οκτώ δημιουργικά χρόνια που θα διαμορφώσουν την προσωπικότητά του και θα τον οδηγήσουν από ενωρίς σε μια πολύπλευρη δράση: αρχιτεκτονικός σχεδιασμός, αρχαιογνωσία και διδακτικό έργο θα αποτελέσουν τους άξονες του βίου του.

Ο πρώτος εορτασμός της 25ης Μαρτίου στην Αθήνα το 1838, έτος άφιξης του Θεόφιλου Χάνσεν.

Το 1838 είχε μόλις ολοκληρωθεί από τους Λουδοβίκο Ρος (Ludwig Ross), Εδουάρδο Σάουμπερτ (Eduard Schaubert) και Χριστιανό Χάνσεν το πρώτο αναστυλωτικό κατόρθωμα, η ανασύνταξη των διασπάρτων μελών του ναού της Απτέρου Νίκης στην Ακρόπολη. Ο Θεόφιλος εξοικειώνεται – όπως και όλοι οι άλλοι νέοι αρχιτέκτονες που δρουν στην Αθήνα – με τα αυθεντικά αρχαιοελληνικά πρότυπα, επί τόπου. Αποτυπώνει αρχαία μέλη, ζωγραφίζει με υδρόχρωμα αρχαία σύνολα, ταξιδεύει και ενδιαφέρεται έντονα και για την βυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Αργότερα, σε άρθρο του, του έτους 1853 στην έγκυρη επιθεώρηση Allgemeine Bauzeitung της Βιέννης, θα δημοσιεύσει εκτενή περιγραφή με πρωτότυπα σχέδια αποτυπώσεως της Μονής του Οσίου Λουκά στην Φωκίδα.

Το 1840 εκπονεί σχέδια – που δεν σώζονται στην πλειονότητά τους – για τον ορθόδοξο μητροπολιτικό ναό στην Αθήνα, στην θέση όπου αργότερα κτίσθηκε ο καθεδρικός ναός του Αγίου Διονυσίου των καθολικών από τον Κλέντσε (Leo von Klenze). Σε μια προοπτική απεικόνιση της συνθέσεως αυτής, την μόνη που διασώζεται, αναγνωρίζουμε την βασική διάταξη και ογκομετρία που διέπει εξ άλλου και τον τελικώς ανεγερθέντα ναό του Ευαγγελισμού (ορθόδοξη μητρόπολη) από τους αρχιτέκτονες Φ. Μπουλανζέ (F. Boulanger) και Δ. Ζέζο. Το σχέδιο του Θεοφίλου Χάνσεν, βυζαντινού ρυθμού με στοιχεία ρωμανικής αρχιτεκτονικής, χαρακτηρίζεται από σαφώς επιτυχέστερες αναλογίες και ενότητα ύφους σε σύγκριση με το κτήριο της Μητροπόλεως που γνωρίζουμε.

Ο ορθόδοξος μητροπολιτικός ναός της Αθήνας, σχέδιο του Θεοφίλου Χάνσεν (1840).

Το 1843 κτίζεται στο Ηράκλειο Αττικής, γερμανική τότε αποκία αποστράτων Βαυαρών, σε σχέδια του Θεοφίλου, η μικρή εκκλησία του Ευαγγελιστού Λουκά των καθολικών, σε λιτό γοτθικό ρυθμό, που σώζεται μέχρι σήμερα. Είναι το μόνο θρησκευτικό κτίσμα του Θ. Χάνσεν στην Ελλάδα.

Ο ναός του Ευαγγελιστού Λουκά στο Ηράκλειο Αττικής σήμερα.

Από το έτος 1839 έως το 1843, οπότε απολύονται όλοι οι αλλοδαποί υπάλληλοι από τις δημόσιες υπηρεσίες, οι δυο αδελφοί Χάνσεν διδάσκουν αρχιτεκτονικό σχέδιο στο Σχολείο των Τεχνών στην Αθήνα, που υπό την διεύθυνση του υπολοχαγού Φρειδερίκου Τσέντνερ (Friedrich von Zentner) λειτουργούσε ήδη από το 1836 ως πρόδρομος του Μετσοβίου Πολυτεχνείου.

Το 1842 τα βασιλικά ανάκτορα (σημερινή Βουλή) σε σχέδια του Φρειδερίκου Γκαίρτνερ (Friedrich von Gaertner) ευρίσκονται στην φάση της ολοκλήρωσής τους μετά από μία εξάχρονη περίοδο ανεγέρσεώς των. Η πλατεία Συντάγματος είχε επίσης διαμορφωθεί σύμφωνα με το σχέδιο του λοχαγού Χοχ (Hoch) που επέβλεπε τις εργασίες ανεγέρσεως των ανακτόρων. Το ανώτερο τμήμα της πλατείας δεν ήταν οριζόντιο ταράτσωμα (όπως σήμερα μετά από την διαμόρφωση του χώρου του μνημείο του αγνώστου στρατιώτου κατά τα έτη 1929-1930) αλλά ομαλά κεκλιμένο πρανές που ανεδείκνυε αρμονικά το ανάκτορο. Το κατώτερο τμήμα της πλατείας με την μνημειακή κλίμακα στη μέση, τα δύο εκατέρωθεν κεκλιμένα επίπεδα (σήμερα οι οδοί Όθωνος και Γεωργίου Α΄) και οι πρασιές είχαν λάβει την μορφή που έχουν διατηρήσει μέχρι σήμερα.

Με βασιλικό διάταγμα είχε ορισθεί ως ανωτάτη στάθμη στέψεως των προς ανέγερσιν κτισμάτων επί της “Πλατείας Ανακτορίων” (έτσι ονομάζετο τότε η Πλατεία Συντάγματος) το επίπεδο του μεγάλου εξώστου του πρώτου ορόφου των ανακτόρων, ούτως ώστε να εξασφαλισθεί η θέα της Ακροπόλεως από τα ανάκτορα. Με την δέσμευση αυτή (που δεν τηρήθηκε δυστυχώς αργότερα κατά την πρόοδο του 20ού αιώνος) έλαχε ο κλήρος στον Θεόφιλο Χάνσεν να σχεδιάσει στον περίοπτο αυτό χώρο, στην βορειοδυτκή γωνία της πλατείας, το πρωτόλειο έργο του κατά τα έτη 1842-43, την τριόρωφη δηλαδή διπλοκατοικία του πλουσίου Τεργεστίνου εμπόρου Αντωνίου Δημητρίου.

Πρόσοψις της οικίας Αντωνίου Δημητρίου (1842-1843) στην πλατεία των Μουσών (Συντάγματος). Υδατογραφία του Θ. Χάνσεν.

Το κτήριο ανεδείχθη, με τον ανάλαφρο ρυθμό των επαλλήλων τοξοστοιχιών του, σε πρότυπο μεγαλοαστικής κατοικίας της οθωνικής περιόδου και χαρακτηρίζεται από λιτότητα και ευρυθμία ανεπανάληπτη. Ο Βασιλεύς Όθων εξέφρασε την επιθυμία – που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ – να ανεγερθεί δίδυμο κτίσμα στην νότια πλευρά της πλατείας απέναντι στην οικία Δημητρίου. Το κτήριο εστέγασε αργότερα την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή και μετετράπη, τέλος, στο περιώνυμο Ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας. Επέζησε μέχρι το έτος 1959 οπότε αντικατεστάθη από το πολυόροφο σημερινό κτίσμα που διετήρησε ως “ανάμνηση” μόνο την σειρά των τοξοστοιχιών προς την πλατεία.

Σε ένα θαυμάσιο προοπτικό σχέδιο από το χέρι του Θεοφίλου Χάνσεν απεικονίζεται η Πλατεία Ανακτορίων από τα νοτιοδυτικά με τα ανάκτορα και την οικία Δημητρίου σε άμεση γειτνίαση. Με το σχέδιο αυτό ο νεαρότατος αρχιτέκτων τεκμηριώνει το ενδιαφέρον του για την πολεοδομική εικόνα του συνόλου στο οποίον έρχεται να ενταχθεί το κτήριό του. Η υποθετική πρόσοψη του γειτονικού προς την οικία Δημητρίου κτηρίου (που δεν κτίσθηκε ποτέ) υποδηλώνει την λανθάνουσα πρόθεση του Χάνσεν για μια ενιαία διαμόρφωση – με μικρές παραλλαγές – των όψεων των κτηρίων της πλατείας ώστε να τονισθεί ο μνημειακός της χαρακτήρας.

Η Πλατεία Ανακτορίων σε φωτογραφία του 1848 έπειτα από την μετονομασία της σε Πλατεία Συντάγματος.

Σχεδόν συγχρόνως προς την οικία Δημητρίου ανατίθεται στον Θ. Χάνσεν το 1843 και ο σχεδιασμός του κτηρίου του Αστεροσκοπείου, που επρόκειτο να ανεγερθεί με δωρεά του Έλληνος τραπεζίτου και προξένου στη Βιέννη, μεγάλου εθνικού ευεργέτου Γεωργίου Σίνα. Τον τριαντάχρονο αρχιτέκτονα προτείνει στον Σίνα ο Αυστριακός πρέσβυς στην Αθήνα και βαθύς γνώστης της ελληνικής πραγματικότητος Πρόκες-Όστεν (Anton Prokesch-Osten). Για να εξασφαλισθεί ελεύθερο  οπτικό πεδίο είχε αρχικώς προταθεί η κορυφή του Λυκαβηττού ως η καταλληλότερη θέση για το κτήριο. Κατά την μαρτυρία του ιδίου του Χάνσεν, πρώτος εξεπόνησε ένα σχέδιο σε νεογοτθικό ρυθμό ο Ε. Σάουμπερτ ως διευθυντής του αρχιτεκτονικού τμήματος του Υπουργείου των Εσωτερικών, αντιπροτείνοντας συγχρόνως τον πιο προσιτό λόφο των Νυμφών ως τόπο ανεγέρσεως του Αστεροσκοπείου. Το μεσαιωνικού ρυθμού σχέδιό του δεν ικανοποιούσε τελικώς ούτε τον Βασιλέα ούτε και τον ίδιο και με μεγάλη ανιδιοτέλεια πρότεινε τον νεαρό Θεόφιλο ως αρχιτέκτονα για το έργο. Το Αστεροσκοπείο κτίσθηκε στα χρόνια 1843-1846 και είναι το πρώτο δημόσιο κτήριο που εσχεδίασε ο Χάνσεν στην μακρόχρονη σταδιοδρομία του.

Η επιλογή της ακριβούς θέσεως, της μορφής και του διακριτικού όγκου του Αστεροσκοπείου αποτελούν και πάλι ασφαλείς αποδείξεις για το πολεοδομικό αισθητήριο του Θεοφίλου Χάνσεν. Στο πέρασμα της εξελίξεως της νέας Αθήνας, κανένας ιστορικός λόφος της πόλης δεν εστέφθη από κτίσματα. Η μοναδικότητα της Ακρόπολης, της “αρχιτεκτονημένης” στέψης της πόλης έμεινε αλώβητη, χωρίς ανεπίτρεπτες αντιπαραθέσεις με νεώτερα “κτίσματα επί κορυφών”. Έναν σοβαρό κίνδυνο, την επίστεψη του Αγχέσμου (δηλαδή των Τουρκοβουνίων) από το υπερφίαλο “Τάμα” των συνταγματαρχών, οι οποίοι εσχεδίαζαν το 1970 την όψιμη εκπλήρωση της υποσχέσεως του γένους για την ανέγερση του ναού του Σωτήρος Χριστού, απέφυγε ευτυχώς η πόλις ως εκ θαύματος. Την μόνη παραβίαση της αρχής της μη επιστέψεως των κορυφών αποτελεί το πρώιμο έργο του Χάνσεν. Και όμως η παραβίαση αυτή είναι ένα ευτύχημα για την Αθήνα!

Το κτήριο του Αστεροσκοπείου στη κορυφή του λόφου των Νυμφών.

Το μικρό σταυροειδές κτήριο με τον κομψό του θόλο εντάσσεται με διακριτικότητα στο περίγραμμα του λόφου. Ο ανάλαφρος και μικρός του όγκος, χωροθετημένος σαφώς χαμηλότερα από το πλάτωμα της Ακροπόλεως, υποτάσσεται αρμονικά και προβάλλεται σαν αρχαίος περίοπτος μικρός ναός με φόντο τα αρχαία μνημεία.

Την προσεκτική χωροθέτηση του Αστεροσκοπείου σε σχέση με την Ακρόπολη και τον λόφο του Μουσείου με το μνημείο του Φιλοπάππου σε βάθος, τεκμηριώνει και πάλι ένα προοπτικό σχέδιο του Χάνσεν. Σχεδιασμένο με απόλυτη τοπογραφική ακρίβεια, χωρίς εξωραϊστικά τερτίπια που τόσο συχνά μετέρχονται οι αρχιτέκτονες, το σχέδιο αυτό μιλάει από μόνο του: το νέο κτίσμα είναι λειτουργικό, οι τέσσερις κεραίες της σταυροειδούς διατάξεως στηρίζουν τον πυρήνα που φέρει τον θόλο του τηλεσκοπίου και καθιστούν το κτήριο ανθεκτικό στους σεισμούς. Η αρχαιοπρεπής μορφολογία του είναι αφαιρετική: έλλειψη πομπωδών κιονοστοιχιών και αιθρίων, αντ’ αυτών συμπαγείς όγκοι, μικρά ανοίγματα μεταξύ παραστάδων, θυρώματα, επίκρανα και επιστύλια από μάρμαρο, τοίχοι επιχρισμένοι με μαρμαροκονία, εφαρμογή της πολυχρωμίας στις όψεις. Στην περίοπτη θέση του, το κτήριο προβάλλεται αλλά δεν επιβάλλεται, αντιθέτως υποτάσσεται στο genius loci.

Το Αστεροσκοπείο της Αθήνας, μικρό το δέμας, είναι ίσως το πιο ιδιοφυές κτήριο του Χάνσεν. Δείγμα του αμιγούς αθηναϊκού κλασικισμού, ευρίσκεται μακριά από κάθε ιστορίζουσα ρητορικότητα και φέρει στο επιστύλιό του χαραγμένο το γνωμικό SERVARE INTAMINATUM (Δηλαδή: “Τηρείν [το κτίσμα] αμίαντον”) που διακηρύττει με σαφήνεια την πεποίθηση του δημιουργού του για τη σημασία του συγκεκριμένου έργου. Ενός έργου στο οποίο διαφαίνεται ήδη η έμφυτη κλίση του Χάνσεν προς μια λιτή επιβλητικότητα, προς αυτό που ονομάζουμε “μνημειώδη αρχιτεκτονική”.

Το Αστεροσκοπείο (1843-1846). Υδατογραφία του Θ. Χάνσεν. Προοπτική απεικόνιση από Δυτικά.

Ο Θεόφιλος Χάνσεν έφυγε από την Ελλάδα το 1846, αφού τον προηγούμενο χρόνο προέβη στην αποτύπωση του μνημείου του Λυσικράτους, εντεταγμένου τότε στα ερείπια της μονής των Καπουκίνων. Στην λεπτομερέστατη εργασία, με σχέδια σε φυσικό μέγεθος, που διήρκεσε τρεις μήνες, περιέλαβε και μια πρόταση αναπαραστάσεως του μνημείου στην οποία με συνθετική φαντασία προτείνει την τοποθέτηση του χαμένου τρίποδος-επάθλου στην κορυφή επί του γλυπτού ανθεμίου της στέψης, και όχι στο κυκλικό επιστύλιο όπως οι παλαιότερες αναπαραστάσεις.

Με την μεσολάβηση και πάλιν του φιλότεχνου πρέσβυ της Αυστρίας στην Αθήνα Πρόκες-Όστεν, του προτείνεται η συνεργασία με τον καθηγητή Λούντβιχ Φέρστερ (Ludwig Förster) στην Βιέννη, τον εκδότη του περίφημου αρχιτεκτονικού περιοδικού Allgemeine Bauzeitung. Ο Χάνσεν αποδέχεται την πρόσκληση και δεν επιστρέφει στην Δανία. Η επιλογή του αυτή θα αποτελέσει αποφασιστικό βήμα στην σταδιοδρομία του. Η ιστορική συγκυρία τον φέρνει στην Βιέννη στην εποχή της ριζικής της αναπλάσεως με τον σχεδιασμό του περιφερειακού βουλεβάρτου, της Ringstrasse.

Από το 1852 ο Χάνσεν εργάζεται ανεξάρτητα ως ελεύθερος επαγγελματίας-αρχιτέκτων στην Βιέννη. Στα πρώτα κτίσματά του όπως το πολεμικό Μουσείο του Οπλοστασίου (Artillerie-Arsenal, 1850-1856) και την ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Τριάδος (1859) εφαρμόζει έναν βυζαντινίζοντα ρυθμό, τον οποίον μαζί με τον αδελφό του Χριστιανό (Ναύσταθμος Τεργέστης) εισήγαγε στην κεντρική Ευρώπη. Ιδιαιτέρως η πρόσοψις της εκκλησίας – που προέκυψε από την ανάπλαση παλαιοτέρου κτίσματος – με οκταγωνικό τύμπανο του τρούλου της και τα δίβολα παράθυρά της, έχει μορφολογική πρωτοτυπία, σε αντίθεση προς τις νεοβυζαντινές εκκλησίες στον ελληνικό χώρο που συνήθως αποτελούν άτεχνα αντίγραφα ιστορικών προτύπων.

Το κτίσμα της εκκλησίας που στέγαζε και το σχολείο της Ελληνικής κοινότητος είχε χρηματοδοτηθεί από τον Σίμωνα Σίνα, για τον οποίον ο Χάνσεν σχεδίασε και το επιβλητικό οικογενειακό μέγαρο στη Βιέννη σε αυστηρό αναγεννησιακό ρυθμό κατά το πρότυπο των ιταλικών Palazzi. Ο ίδιος ο Σίμων Σίνας εμφανίζεται το 1856 και ως μαικήνας-χορηγός για την ανέγερση της Ακαδημίας στην Αθήνα και αναθέτει τα σχέδια και πάλι στον Θεόφιλο Χάνσεν. Τα σχέδια της Σιναίας Ακαδημίας είχαν ολοκληρωθεί το 1859, οπότε και θεμελιώθηκε. Θα χρειαστούν 25 χρόνια για να ολοκληρωθεί το κτήριο, υπό την συνεχή επίβλεψη τόσον του Χάνσεν που ταξίδευσε 11 φορές μέσα στην περίοδο 1871-1889 στην Ελλάδα, όσον και του διευθυντού του εργοταξίου επί τόπου, Ερνέστου Τσίλλερ (Ernst Ziller).

Η Σιναία Ακαδημία Αθηνών λίγο πριν από την αποπεράτωση των έργων ανέγερσης.

Το κτήριο της Ακαδημίας, έργο που εκτελέσθηκε και ολοκληρώθηκε πλήρως κατά την βούληση του δημιουργού του, αποτελεί το υποδειγματικό έργο του οψίμου “ελληνίζοντος ιστορισμού” του Χάνσεν. Οι διαστάσεις του παραμένουν στα μέτρα των αρχαιοελληνικών συνθέσεων, αν και η διάταξη των όγκων, λόγω λειτουργικών αναγκών, χαρακτηρίζεται από μία έντονη κατάτμηση και διαπλοκή. Οι μορφολογικές λεπτομέρειες αλλά και οι οπτικές διορθώσεις εμπνέονται απ’ ευθείας από το Ερέχθειον, ενώ η ναόσχημη μορφή της κεντρικής πτέρυγος η οποία διασυνδέεται αναπόσπαστα με το υπόλοιπο κτίσμα, βεβαίως δεν βρίσκει το προηγούμενόν της στην Ελλάδα αλλά μάλλον στην Ρωμαϊκή αρχαιότητα.

Στην Ακαδημία ο Χάνσεν κατόρθωσε να εφαρμόσει και την προσωπική του, διαισθητική και όχι ιστορικά τεκμηριωμένη, ερμηνεία της κτηριακής πολυχρωμίας. Ο ίδιος απέρριπτε με έμφαση τις απόπειρες εγχρώμου αναπαραστάσεως αρχαίων μνημείων από τους Γάλλους αρχιτέκτονες της Beaux Arts που πρότειναν μίαν κραυγαλέα πολυχρωμία και υπεστήριζε τον υπαινικτικό τονισμό με χρώμα του αρχιτεκτονικού διακόσμου με συνδυασμό επιχρυσώσεων για την περαιτέρω ανάδειξη του χρώματος με το πολύτιμο αυτό υλικό. Ο Χάνσεν τονίζει την ανθεκτικότητα του χρυσού στις αλλοιώσεις από τις καιρικές συνθήκες και προβλέπει ότι “όταν θα ατονίσουν τα χρώματα, θα αναγνωρίζονται τα σχέδια των διακοσμήσεων από τα ίχνη της επιχρυσώσεως, πράγμα που θα επιτρέψει την σωστή επισκευή του διακόσμου εις το μέλλον”. Η πρόβλεψίς του αυτή επιβεβαιώθηκε μετά έναν αιώνα, κατά την διάρκεια των εργασιών συντηρήσεως της Ακαδημίας.

Πρωτότυπο και τολμηρό στοιχείο της συνθέσεως είναι η εμβληματική ένταξη των δύο μεγάλων μεμονωμένων ιωνικών κιόνων που στέφονται από τα αγάλματα της Αθηνάς και του Απόλλωνος, του γλύπτου Δρόση. Θριαμβικές, υπερμεγέθεις στήλες με ανδριάντες αυτοκρατόρων μάς είναι γνωστές από την ρωμαϊκή τέχνη. Ο ιωνικός ρυθμός των δυο κιόνων της Ακαδημίας και η παράσταση των αρχαίων θεών δίδουν όμως ένα τελείως νέο, συμβολικό περιεχόμενο, στην “ομιλούσα” αυτήν αρχιτεκτονική.

Η πρόσοψη του κτηρίου της Ακαδημίας Αθηνών σήμερα.

Στις δυο δεκαετίες μεταξύ 1860 και 1880 ο Χάνσεν θα σχεδιάσει πλήθος σημαντικών κτηρίων στην Βιέννη αλλά και σε άλλες πόλεις της Αυστροουγγαρίας. Ιδιαιτέρως ατα κτίσματά του της Ringstrasse συναντούμε τον τύπο του τετραώροφου μεγάρου που καταλαμβάνει συχνά ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο και που διατάσσει τις κλειστές του πτέρυγες γύρω από μίαν ή περισσότερες εσωτερικές αυλές. Δείγμα αυτής της μορφολογίας είναι η μνημειώδης πολυκατοικία του Χάνσεν, η επονομαζόμενη Heinrichshoff (1861-1862) που κατεστράφη στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και της οποίας μακρινός επίγονος στην Αθήνα θα είναι το Μέγαρον Μελά του E. Ziller.

Heinrichshoff, πλησίον της Όπερας.

Η παρουσίαση των σημαντικών κτηρίων της περιόδου ακμής του αρχιτέκτονος στην Βιέννη, όπως του κτηρίου του Συλλόγου Μουσικής (Haus des Musikvereins), των μεγάρων των τραπεζιτών Epstein και Ephrussi, της Ακαδημίας των Τεχνών και του Χρηματιστηρίου, δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της προκείμενης θεώρησης. Έχουν συλληφθεί όλα σε ρυθμό Νεοαναγεννησιακό, με αρχιτεκτονικές και γλυπτικές λεπτομέρειες (πρόπυλα, ζεύγη καρυατίδων, στηθαία, θυρώματα) εμπνευσμένες από αρχαιοελληνικά πρότυπα. Η γενική τους σύνθεση και μορφολογία υπακούουν ωστόσο σαφώς σε μια άλλη, όχι καθαρά νεοκλασική, νομοτέλεια.

Το κτήριο του Συλλόγου Μουσικής (Haus des Musikvereins), το οποίο ανεγέρθη χάρη σε δωρεά του Νικολάου Δούμπα.

Ο Θεόφιλος Χάνσεν έδρασε στο δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνος, σε ένα κλίμα μορφολογικού πλουραλισμού, δηλαδή ποικιλορυθμίας. Το ρωμαλέο του αισθητήριο και η “καθαρεύουσα” (puriste) τάση του τον απέτρεψαν πάντοτε από την αυθαίρετη σύμμιξη ασυμβιβάστων ιστορικών μορφών και ρυθμών σε ένα και το αυτό κτήριο. Στο έργο του μεταχειρίσθηκε εν τούτοις, σε διάφορα κτίσματα, κατά περίπτωση υπακούοντας στο λειτουργικό αλλά και συμβολικό χαρακτήρα κάθε έργου, διαφόρους ρυθμούς: τον Κλασικιστικό, τον Βυζαντινό-ρωμανικό, τον Αναγεννησιακό, τον “Ελληνίζοντα”.

Ο Χάνσεν εξ άλλου υπεστήριζε ότι ο “Ελληνίζων” ρυθμός του, παρά τον ιστορικά φορτισμένο μιμητισμό του, βασιζόταν στις διαχρονικές αξίες των αρχαίων μορφών και ως εκ τούτου έμενε ανεπηρέαστος και υπεράνω των ρυθμολογικών συρμών (μόδες) του 19ου αιώνος. Γι’ αυτό θεωρούσε και την κλασική μορφολογία ως τη μόνη ενδεδειγμένη για δημόσια κτήρια με θεσμική λειτουργία και συμβολικό χαρακτήρα.

Αυτό θέλησε να αποδείξει και στην Βιέννη σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη δυνατότης για την ανάθεση ενός δημοσίου κτηρίου ιδιαιτέρας ακτινοβολίας τού εδόθη με τον κλειστό διαγωνισμό του 1867 για την σύγχρονη ανέγερση των μουσείων φυσικής ιστορίας και εικαστικών τεχνών της αυτοκρατορικής αυλής (Kaiserliche Königliche Hofmuseen). Ο Χάνσεν, πιστεύοντας στην δημιουργική ελευθερία του καλλιτέχνου, αλλοιώνει αυτοβούλως τα δεδομένα του κτηριακού προγράμματος. Αντί ενός διδύμου συγκροτήματος εκατέρωθεν του κατά μήκος άξονος του Hofgarten (μνημειακό προαύλιο των ανακτόρων) – λύσις που εζητείτο και εν τέλει εφηρμόσθη – προτείνει την δημιουργία ενός επιβλητικού Forum των Τεχνών και Επιστημών (Kulturforum) επί της Ringstrasse, διατεταγμένου μετωπικώς απέναντι από τα ανάκτορα (Hofburg). Το τεράστιο αυτό συγκρότημα σχήματος Π, συνολικού μήκους 250μ., είναι μεν ακραιφνώς αρχαιοελληνικής μορφολογίας, η σύνθεσίς του εν τούτοις αναπτύσσεται με αυστηρή συμμετρία γύρω από δύο κυρίους άξονες υπό ορθήν γωνίαν, όπως στα ρωμαϊκά fora. Τρία ναόσχημα Μουσεία (ο Χάνσεν προσθέτει ως τρίτο, κεντρικό στοιχείο, την Γλυπτοθήκη σε μορφή περιστύλου ιωνικού ναού) ευρίσκονται στο κέντρον των τριών πτερύγων οι οποίες κοσμούνται από συνεχείς στοές, και περιβάλλουν την μεγάλη πλατεία-προαύλιο στην οποία προβλέπονται δύο μνημειώδεις κρήνες.

Theophil Hansen – der Ringstraßenarchitekt und Vater des Zinshauses würde 200 Jahre alt

Το ιδανικό αυτό σχέδιο, το οποίον ο Χάνσεν υπεστήριξε πεισματικά και με σχετική αρθρογραφία, αποτελεί το δικό του “όνειρο θερινής νυκτός ενός μεγάλου αρχιτέκτονος”, για να μεταχειριστούμε το σχόλιο του Klenze για το ανάκτορο του Schinkel στην Ακρόπολη. Δυο χρόνια αργότερα έρχεται η μεγάλη ώρα στην ζωή του Χάνσεν. Ο αυτοκράτωρ Φραγκίσκος-Ιωσήφ του αναθέτει την μελέτη του κτηρίου του Κοινοβουλίου (Parlamentsgebaüde) του οποίου η ανέγερση θα διαρκέσει μία δεκαετία (1874-1883). Το κτήριο στεγάζει και τα δύο νομοθετικά σώματα, την Βουλή των Αντιπροσώπων (Abgeordnetenhaus) και την Γερουσία (Herrenhaus). Προηγούμενο τέτοιου διδύμου κτηρίου, με δύο μεγάλα αμφιθέατρα συνεδριάσεων, μας είναι μόνο ένα γνωστό: το Καπιτώλιο στην Ουάσιγκτων. Ο Χάνσεν ακολούθησε μία παρεμφερή λειτουργική λύση με την συμμετρική διάταξη των δύο αιθουσών συνεδριάσεων εκατέρωθεν ενός δεσπόζοντος όγκου, ο οποίος αποτελεί επίστεψη του συνόλου. Ο κεντρικός πυρήν του Κοινοβουλίου σχηματίζεται όμως όχι από μία θόλο (όπως στο Καπιτώλιο) αλλά από ένα επιβλητικό κλαιστό αίθριο με διαφώτιστη υάλινη οροφή και εσωτερική περιφερειακή κιονοστοιχία 24 μεγάλων κορινθιακών κιόνων από βαθύχρωμο ερυθρό μάρμαρο. Το αίθριο αυτό είχε προβλεφθεί με καθαρά συμβολική λειτουργία: επρόκειτο να δεχθεί, ως ηρώον της αυτοκρατορίας, τους ανδριάντας των επιφανών ανδρών, πρόγραμμα που εν τέλει δεν επραγματοποιήθη. Η κεντρική υπερυψωμένη πτέρυξ με μορφή οκταστύλου ναού κορινθιακού ρυθμού δεσπόζει της προσόψεως που έχει μήκος 135μ. Ο Χάνσεν πραγματοποιεί εδώ εμμέσως το όραμα που είχε διατυπώσει για το Kulturforum που έμεινε ανεκτέλεστο. Το κτήριο του Κοινοβουλίου έχει εμβληματικό χαρακτήρα για την πόλη της Βιέννης και αποτελεί το αντιπροσωπευτικότερο δείγμα του “ελληνικού” προσανατολισμού στο έργο του Χάνσεν.

Πανοραμική άποψη του Αυστριακού Κοινοβουλίου.

Το 1883, στα εβδομήντα του χρόνια, τα δύο κατ’ εξοχήν μνημειακά έργα του Χάνσεν – η Ακαδημία στην Αθήνα και το Κοινοβούλιο στην Βιέννη – έχουν ουσιαστικά ολοκληρωθεί. Και τα δύο εφρόντισε να τα εντάξει σε μία “τριλογία” δημοσίων κτηρίων, σε παράταξη επί της μεγάλης αρτηρίας της νέας πόλεως – την οδό Πανεπιστημίου στην Αθήνα, την Ringstrasse στην Βιέννη. Και τα δύο στρέφουν το μέτωπό τους προς τον προϋπάρχοντα ιστορικό πυρήνα της πόλεως και “συνδιαλέγονται” με αυτόν.

Τα δύο κτηριακά συγκροτήματα έχουν, παρ’ όλη τη μεγάλη διαφορά τους ως προς τον συνολικό τους όγκο, μίαν έκδηλη συγγένεια: η τριμερής τους διάρθρωσις, ο κυρίαρχος όγκος της κεντρικής ναοσχήμου πτέρυγος, η αμιγής χρήσις αρχαιοελληνικών ρυθμών στην μορφολόγηση των προσόψεων, προσδίδουν και στα δύο κτίσματα τον χαρακτήρα του ιδιόμορφου ρυθμού, που εύστοχα ονομάσθηκε “ελληνίζων ρυθμός” του Θεοφίλου Χάνσεν.

Εάν συγκρίνομε τα δείγματα της όψιμης “ελληνικής αναγεννήσεως” του Χάνσεν με παλαιότερα κλασικίζοντα κτίσματα τόσο στην Αθήνα (π.χ. τα Ανάκτορα του Gaertner, το Πανεπιστήμιο του Χριστιανού Χάνσεν, το Βαρβάκειον του Κάλκου) όσο και στην κεντρική Ευρώπη (π.χ. Θέατρον του Schinkel στο Βερολίνο, Πανεπιστήμιο του Grosch στο Όσλο), πιστοποιούμε ότι ο κλασικισμός, στην αυστηρότερη αρχική φάση του, μετεχειρίζετο με πολύ μεγαλύτερη φειδώ τα αρχαιοελληνικά μορφολογικά στοιχεία (κιονοστοιχίες, αετώματα, αρχιτεκτονικό διάκοσμο) και ότι απέβλεπε κυρίως στην ήρεμη επιβλητικότητα συμπαγών αρχιτεκτονικών όγκων που δεν απεμιμούντο κατά κανέναν τρόπο την μορφή και διάταξη του αρχαίου ναού όπως τα έργα του Χάνσεν. Αλλά και ο χαρακτήρας της ελληνολατρείας του ιδίου του Χάνσεν άλλαξε με τα χρόνια. Μεταξύ του λιτού αλλά και παραδειγματικού κτίσματος του Αστεροσκοπείου και των μνημειακών “ελληνιζόντων” κτηρίων της ωριμότητός του, η απόστασις είναι εμφανής: στο μικρό κτίσμα της νεότητός του ξαναζεί η αρχαία απλότης, ευρυθμία και ερασμιότης, με τρόπο πρωτότυπο. Στα επιβλητικά κτίσματα της Ακαδημίας και του Κοινοβουλίου, διακηρύσσεται για τελευταία φορά, με τέχνη περισσή, η λαμπρότης των αρχαίων μορφών, με τρόπο όμως μιμητικό και ρητορικό.

Θα πρέπει να τονισθεί εδώ, ότι ο Χάνσεν δεν ήταν διανοητής, δεν έτεινε στην θεωρητική ανάλυση και επεξήγηση των συνθέσεών του, αλλά προχωρούσε επαγωγικά από μία διαισθητική γενική σύλληψη του συνόλου του κτίσματος, στην επί μέρους οργάνωσή του. Η αγαπητή του ρήση ήταν: “Δημιούργησε μορφές καλλιτέχνη. Μη μιλάς!”. Ιδιαίτερη ικανότητά του: η γενική κτηριολογική σύνθεση αλλά και ο σχεδιασμός – με το ίδιο του το χέρι – των διακοσμητικών λεπτομερειών. Αντιθέτως δεν φαίνεται να επεδίωξε να πρωτοτυπήσει δημιουργώντας νέες μορφές στα κτήριά του.

Μορφολογικές λεπτομέρειες του Ιωνικού ρυθμού με έγχρωμο διάκοσμο της Ακαδημίας Αθηνών. Υδατογραφία του Θ. Χάνσεν.

Εάν αντιπαραθέσουμε το Πανεπιστήμιο στην Αθήνα (σχεδιασμένο από τον νεαρό τότε αδελφό του Χριστιανό, το 1839), που με την συστοιχία των τετραγώνων πεσσών του, τις ημίκλειστες στοές, το απλό εμβληματικό του πρόστυλο και τους τυφλούς μετωπικούς τοίχους, αποτελεί την κατ’ εξοχήν λιτή αλλά και καινοφανή έκφανση του πρώιμου κλασικισμού στην νέα Αθήνα, με την Ακαδημία του ωρίμου Θεοφίλου Χάνσεν που παρουσιάζεται σαν μία με άκρα δεξιοτεχνία πραγματοποιημένη σύνθεση ποικίλων πτερύγων σε μορφή ιωνικών ναών, γίνεται αντιληπτό ότι ως προς την επινόηση αρχιτεκτονικών μορφών, ο Θεόφιλος είναι ένας επίγονος: ένας θαυμαστής και μιμητής των αρχαίων προτύπων, με αξιοθαύμαστη τεχνική αλλά και με άκρως περιορισμένη πρωτοτυπία, και πάντως όχι ένας καινοτόμος οραματιστής νέων μορφών.

Πέραν όμως των κατά περίπτωσιν μορφολογικών προτιμήσεών του, η προσωπική γραφή του Θεοφίλου Χάνσεν αναγνωρίζεται σε όλα του τα κτίσματα από ορισμένες χαρακτηριστικές του επιλογές, στις οποίες έμεινε πάντα πιστός. Ανεξαρτήτως ρυθμού, τα κτήριά του χαρακτηρίζονται από:

– την οργάνωση της κατόψεως συμφώνως προς έναν ορθογώνιο κάνναβο αναφοράς όπως τον εδίδασκε περί το 1800 στο Παρίσι ο Durand,

– την σύνθεση διαφόρων ανεξαρτήτων όγκων/πτερύγων γύρω από κλειστές ή ανοικτές αυλές, ώστε να προκύπτει ένα ήρεμα διαφοροποιημένο σύνολο,

– τον τονισμό της κεντρικής πτέρυγος με έξαρση του όγκου της και την μνημειακή διαμόρφωση της προσόψεως (εξωστρέφεια του κτίσματος, διάλογος με τον περιβάλλοντα χώρο),

– τον μνημειακό εμπλουτισμό και την κόσμηση των κτισμάτων με έργα γλυπτικής, ζωγραφικής και διακοσμητικής, με απώτερο στόχο την παράλληλη άνθιση των εικαστικών τεχνών.

Στην δεκαετία του 1870-1880 όταν στην Βιέννη κτίζονταν τα τρία μεγάλα του έργα, τα κτήρια της Ακαδημίας των Τεχνών, του Χρηματιστηρίου και του Κοινοβουλίου, ο Χάνσεν, ο οποίος παλαιότερα εσχεδίαζε πάντα ο ίδιος με ολίγους μόνον πιστούς βοηθούς, έφθασε να συντονίζει δύο μεγάλα ατελιέ με τριάντα συνεργάτες και πλήθος συνεργαζομένων καλλιτεχνών-ζωγράφων και διακοσμητών. Επί 16 χρόνια, από το 1868 έως το 1884 εδίδαξε στην Σχολή Καλών Τεχνών. Στην τάξη του φοιτούσαν 30 έως 50 σπουδασταί ετησίως. Το σύνολον των μαθητών του στα χρόνια της διδασκαλίας του έφθασε τους 400. Έτσι ο Θεόφιλος Χάνσεν δημιούργησε “σχολή”.

Αριστερά: προτομή του Θ. Χάνσεν εντός της Ακαδημίας Αθηνών, έργο του Βάσου Φαληρέα (1976). Δεξιά: προτομή του Θ. Χάνσεν στον προαύλιο χώρο του Αυστριακού Κοινοβουλίου, έργο του Hugo Haerdtl (1905).

Η μεγάλη εργατικότητα και η άκαμπτη θέληση ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του. Τον διέκρινε ο εγωκεντρισμός του καλλιτέχνου που έχει απόλυτη πίστη στο τάλαντό του και δεν είναι δεκτικός για τις αισθητικές απόψεις των συνεργατών του. Με έναν σχεδόν αφελή αυτοθαυμασμό επαινούσε το έργο του. “Αποτελούν τα κτήριά μου” έλεγε “τιμή για τους εργοδότες μου”. Παρ’ όλα αυτά ήταν ανιδιοτελής, ολιγαρκής και μιλήχιος με τους συνεργάτες του, για τους οποίους δεν ήταν το αφεντικό (Chef) αλλά ο δάσκαλος (Meister). Τιμήθηκε και αναγνωρίσθηκε – δύσκολο για αλλοδαπό – από την κοινωνία της Βιέννης αλλά και τις κρατικές αρχές, πράγμα που φάνηκε ιδιαίτερα στις τριήμερες τιμητικές εκδηλώσεις για τα 70χρονά του. Δεν συσσώρευσε πλούτο από το έργο του, αλλά τον σεβασμό των συγχρόνων του για το πάθος με το οποίον αφοσιώθηκε στην αποστολή του: την Αρχιτεκτονική. Κατά την κηδεία του η σορός του περιεφέρθη τιμητικά μπροστά από τα κτήριά του στην Ringstrasse: ύστατο χαίρε!

Μετά την λήξη της θητείας του στην Ακαδημία των Τεχνών ο Χάνσεν αναστέλλει και την ενεργό επαγγελματική του δράση. Αυτό δεν σημαίνει ότι παύει να παρακολουθεί ενεργά τις εξελίξεις αλλά και να εκπονεί μεγάλες μνημειακές συνθέσεις χωρίς τον άμεσο στόχο να τις δει πραγματοποιούμενες. Εργάζεται για την προσωπική του χαρά, οραματιζόμενος ιδεατά σχέδια, κατά το παράδειγμα του Schinkel που συνέθεσε και αυτός, στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, τα μεγάλα αρχιτεκτονικά του οράματα, τα ανάκτορα στην Ακρόπολη Αθηνών και το Παλάτι του Τσάρου στην Οριάντα της Κριμαίας.

Στον μεγάλο διεθνή διαγωνισμό για τα μουσεία του Βερολίνου το 1882, υποβάλλονται 52 συμμετοχές. Ο Χάνσεν εκπονεί – εκτός διαγωνισμού – μία χαρακτηριστική για αυτόν σύνθεση, παρατάσσοντας σε παράλληλη διάταξη τρία επιμήκη ναόσχημα κτήρια επιβλητικών διαστάσεων και προσθέτοντας στην βόρεια άκρη της “Νήσου των Μουσείων” (Museuminsel) ένα τέταρτο κτίσμα με τετράγωνη κάτοψη. Το κτίσμα αυτό θα αποτελούσε την βάση για την έδραση του πλήρως αναστηλωμένου μεγάλου βωμού της Περγάμου, τον οποίον προβλέπει σε ελεύθερη ανάπτυξη, ακάλυπτον στο ύπαιθρον, ως επίστεψη της συνθέσεώς του. Η τόλμη και η δημιουργική φαντασία που διέπουν την σύνθεση αυτή είναι εντυπωσιακές: η αρχαιολογική ανάδειξη των αυθεντικών τμημάτων της αρχαίας ζωοφόρου συνδυάζεται με την ιστορίζουσα και αρκετά αυθαίρετη ανοικοδόμηση ολοκλήρου του βωμού που εντάσσεται ως δεσπόζουσα πτέρυξ στην νέα σύνθεση.

Σε επιστολή του προς τον Ziller της 11.9.1884, ο Χάνσεν, αφού τα σχέδιά του είχαν εκτεθεί δημόσια, γράφει: “Οι Βερολινέζοι αρχιτέκτονες δεν μπορούν να πιστέψουν πώς μπορεί κάποιος να αποφασίσει να εργασθεί για τρεις μήνες, με μόνο σκοπό να απασχοληθεί με ένα θέμα που τον ενδιαφέρει (…)  και θα είναι θυμωμένοι με εμένα τον γέρο-γάιδαρο που δεν μπορεί ούτε στα 71 του χρόνια να κάτσει ήσυχος!”.

Το σχέδιο του Θεοφίλου Χάνσεν για το Μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο (1884).

Στην δεκαετία του 1880-1890, στην τελευταία φάση της ζωής του, ο Χάνσεν επισκέπτεται, με αμείωτη ενεργητικότητα, τρεις ακόμη φορές την Αθήνα. Το 1885 έρχεται για να δει ολοκληρωμένο το κτήριο της Ακαδημίας, το κόσμημα αυτό της νέας Αθήνας, που χρειάστηκε άλλα 40 χρόνια για να εκπληρώσει τον προορισμό του με την ίδρυση του θεσμού της Ακαδημίας μόλις το 1926.

Η αίθουσα τελετών της Ακαδημίας Αθηνών.
Η Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη στην Αθήνα (1885-1902). Κάτοψις του κυρίου ορόφου.

Μια μεγάλη χαρά περιμένει τον Χάνσεν στην Αθήνα: ο Χαρίλαος Τρικούπης του αναθέτει την μελέτη της Εθνικής Βιβλιοθήκης που θα ανεγερθεί με χορηγία του Θ. Βαλλιάνου και θα είναι το τελευταίο πραγματοποιημένο έργο του δασκάλου. Με καθυστέρηση 25 ετών ολοκληρώνεται τώρα η αθηναϊκή τριλογία. Ο Χάνσεν παραμένει πιστός στο αρχικό του συνολικό όραμα του 1859: το κτήριο προβλέπεται διώροφο ούτως ώστε να εξισορροπηθεί η κλίσις του χώρου προς τα δυτικά και ο όγκος του να φθάσει στο ύψος των δύο άλλων κτηρίων της τριλογίας. Η ματιά του Χάνσεν είναι συνθετική, αποβλέπει στην ενιαία μνημειακή εικόνα του πολιτιστικού κέντρου (Kulturforum) της Αθήνας.

Η αίθουσα του αναγνωστηρίου, το κεντρικό σώμα του κτηρίου, διαμορφώνεται σε διάταξη σηκού αρχαίου ναού, με εσωτερική περιμετρική κιονοστοιχία και διαφώτιστη υάλινη οροφή – γνωστή ήδη επιλογή του Χάνσεν από το επιβλητικό κλειστό αίθριο του Κοινοβουλίου της Βιέννης. Το αυστηρού δωρικού ρυθμού κτήριο βασίζεται στην οικοδομική τεχνολογία του τέλους του 19ου αιώνος: τα βιβλιοστάσια είναι σιδηρά και εκτείνονται σε οκτώ επάλληλες σειρές καθ’ όλον το ύψος των δύο ορόφων των πλαγίων πτερύγων. Η στέγασις διαμορφώνεται με σιδηρά ζευκτά και οι χώροι θερμαίνονται με ένα σύστημα αγωγών θερμού αέρος που παράγεται από μεγάλους καυστήρες στο υπόγειο.

Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη. Κεντρικό αναγνωστήριο.

Κατά την επίσκεψη του 1885 η επιτροπή ανεγέρσεως του Ζαππείου μεγάρου απευθύνεται στον Χάνσεν με την παράκληση να γνωμοδοτήσει επί του τρόπου ολοκληρώσεως του ημιτελούς τότε κτηρίου του αρχιτέκτονος F. Boulanger που είχε εν τω μεταξύ αποθάνει. Το σχέδιο του Boulanger προέβλεπε ένα μεγάλο διώροφο κυκλικό κεντρικό κτίσμα με επίστεψη κωνικού θόλου φερομένου από μία εμφανή σιδηρά κατασκευή. Η σύνθεση, εμπνευσμένη από τα κτήρια εκθέσεως του γαλλικού εκλεκτισμού, δεν ανταπεκρίνετο βεβαίως στις πεποιθήσεις του Θεοφίλου Χάνσεν καθ’ όσον αφορούσαν μίαν επιθυμητή νεοελληνική αρχιτεκτονική. Οι αλλαγές που ο τελευταίος επέφερε στην διάταξη του κτηρίου ήταν αποφασιστικές.

Το αρχικό σχέδιο χαρακτηρίζετο από μεγάλα, αμήχανα διατεταγμένα κλιμακοστάσια που προέβαλλαν στο μέσον των δύο όψεων του κτηρίου. Ο Χάνσεν κατήργησε τον δεύτερο όροφο του κτηρίου εκθέσεων και ως εκ τούτου και τα κλιμακοστάσια, προέταξε μία νέα ισόγειο μετωπική πτέρυγα στο μέσον της οποίας έστησε την μεγαλοπρεπέστερη κιονοστοιχία της νεώτερης Αθήνας, το οκτάστυλο πρόστυλο κορινθιακού ρυθμού, που έλκει την μορφή του από τους απέναντί του υψούμενους τεράστιους κίονες του Ναού του Ολυμπίου Διός. Συγχρόνως μετέτρεψε τον κεντρικό κυκλικό χώρο σε ασκεπές αίθριο με ιωνικό περιστύλιο, δημιουργώντας έναν χώρο πολλαπλών χρήσεων, τον ιδεωδέστερο και μέχρι σήμερα ωραιότερο χώρο δημοσίων τελετών στην Αθήνα. Η δημιουργική αυτή ανάπλαση του Ζαππείου, πριν από την ολοκλήρωσή του, είναι ένα ευρηματικό δώρο του γηραιού Θεοφίλου Χάνσεν προς την Αθήνα, την πνευματική του πατρίδα.

Το 1888 ο Χάνσεν έρχεται και πάλι στην Αθήνα για να επιβλέψει την πρόοδο του κτηρίου της Βιβλιοθήκης και το 1889, για τελευταία φορά, για να αποθαυμάσει την έγχρωμη ζωοφόρο στην πρόσοψη του Πανεπιστημίου που είχε συνθέσει προ 25 ετών ο φίλος του Karl Rahl και που εξετελέσθη τελικά χάρις στην επιμονή του Θεοφίλου από τον ζωγράφο Lebiedsky με τεχνική γυαλιστερής νωπογραφίας (stucco lustro). Στην εποχή αυτή τοποθετούνται και οι δύο τελευταίες προτάσεις του Χάνσεν για κτήρια στην Αθήνα, στις οποίες επέτρεψε στον εαυτό του απόλυτη ελευθερία, μη δεσμευόμενος από επιβεβλημένο οικοδομικό πρόγραμμα. Το 1888 παραδίδει στην Κυβέρνηση, η οποία του είχε ζητήσει την βοήθειά του για την ολοκλήρωση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου στην οδόν Πατησίων, μία δική του ριζική αντιπρόταση: τοποθετεί το Μουσείο στην νότια κλιτύ της Ακροπόλεως, σε άμεση οπτική αντιπαράθεση προς αυτή.

Ένα επίμηκες περίκλειστο αίθριο με δίδυμη κιονοστοιχία 32 κιόνων και δύο κυκλοτερείς αίθουσες διαμέτρου 25μ. εις τις δύο απολήξεις του σχηματίζουν ένα τεράστιο συγκρότημα μήκους 180μ. που εξουθενώνει με τον συνολικό του όγκο και την πολύπλοκη δομή του τα παρακείμενα αρχαία μνημεία. Η πρόταση συνδυάζει με τους επί μέρους όγκους της, με τόλμη, τρεις βασικές μορφές της αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής: την στοά, τον αμφιπρόστυλο ναό και την θόλο. Στο εκτός κλίμακος αυτό αρχιτεκτονικό όραμα, του οποίου το υπολογιζόμενο απαγορευτικό κόστος των 7 εκατομμυρίων χρυσών δραχμών απέκλεισε – ευτυχώς – κάθε προοπτική πραγματοποιήσεως, δεν έλειπε ωστόσο η ευρηματικότητα και η χάρη. Αρκεί να το συγκρίνομε με το σημερινό κτήριο του νέου μουσείου της Ακροπόλεως για να αντιληφθούμε ότι η αθηναϊκή αρχιτεκτονική του 19ου αιώνος συνεδιαλέγετο μορφολογικώς με τον ιστορικό χώρο, ενώ το σύγχρονο αρχιτεκτόνημα στέκει αυτάρεσκο και ασύνδετο, εκτός τόπου.

Η πρόταση του Θεοφίλου Χάνσεν για το Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας.

Τέλος ο Χάνσεν παρουσιάζει στον Βασιλέα Γεώργιο Α΄ το έτος 1889 μία σειρά εξόχως επιμελημένων εγχρώμων σχεδίων στα οποία απεικονίζεται η πρότασίς του για ένα βασιλικόν ανάκτορον στην Πειραϊκή Χερσόνησο, κοντά στην είσοδο του λιμένος, εκεί όπου ανηγέρθη το κτήριο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Το ανακτορικό συγκρότημα συνολικών διαστάσεων 117Χ65μ. είναι μεγαλύτερο και πολυπλοκότερο στην διάταξή του από τα υφιστάμενα ανάκτορα του Gaertner. Η σύνθεσις, αυστηρώς συμμετρική, διατάσσει δύο πανομοιότυπες τριώροφες κεντρικές πτέρυγες, καθώς και τέσσερις μονώροφες, περιφερειακώς, γύρω από ένα επίμηκες κεντρικό αίθριο, κοσμημένο με στοές. Τέσσερις, σχεδόν ισότιμοι, είσοδοι επιτρέπουν την πρόσβαση προς το πανταχόθεν ελευθέρως ιστάμενο κτήριο.

Πρόταση για ένα βασιλικό ανάκτορο στην Πειραϊκή Χερσόνησο (1889).

Ο Χάνσεν δεν έλαβε ούτε ευχαριστήριο επιστολή για την προσφορά του αυτή και εζήτησε το επόμενο έτος την επιστροφή των σχεδίων του. Τα 25 σχέδια ευρίσκονται σήμερα στο αρχείον της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Βιέννης. Ας σημειωθεί ότι τα νέα ανάκτορα ή ανάκτορα διαδόχου (το σημερινό προεδρικό μέγαρο), που ανηγέρθησαν σε σχέδια του E. Ziller κατά τα έτη 1891-1897, αποτελούν σχεδόν πιστόν αντίγραφον της κεντρικής πτέρυγος του απραγματοποίητου τελευταίου σχεδίου του Χάνσεν!

Με τρία από τα δημιουργήματα της ωρίμου ηλικίας του – την Ακαδημία και την Βιβλιοθήκη στην Αθήνα και το Κοινοβούλιο στην Βιέννη – ο Θεόφιλος Χάνσεν δεν έδωσε μόνο τα τελευταία περίλαμπρα δείγματα ενός αυστηρού “ελληνικού” ιστορισμού στον ευρωπαϊκό χώρο. Ανέδειξε τα δημόσια αυτά κτηριακά συγκροτήματα σε συνολικά έργα τέχνης (Gesamtkunstwerke), σε οιονεί ιερούς περιβόλους της σύγχρονης εποχής, στην υπηρεσία ενός ευρωπαϊκού πολιτιστικού ιδεώδους. Οι ναόσχημοι κύριοι όγκοι αυτών των συνθέσεών του διαπλέκονται με χρηστικές παράπλευρες πτέρυγες, κεκλιμένα επίπεδα, μνημειώδεις κλίμακες, και κοσμούνται με γλυπτικές και ζωγραφικές συνθέσεις, αλλά και με την διακριτική πολυχρωμία του αρχιτεκτονικού διακόσμου.

Τα μνημειακά αυτά κτήρια, αν και για λειτουργικούς λόγους είναι διώροφα, μορφολογούνται ως ψευδομονώροφα συγκροτήματα επί επιβλητικών βάθρων. Τα κτηριακά βάθρα, οι εμφανείς κλίμακες και κεκλιμένες προσβάσεις εξαίρουν τα κτίσματα, που χωρίς να έχουν ιδιαίτερον ύψος κυριαρχούν επί των όγκων των γειτονικών αστικών κτισμάτων. Η ευγένεια των μορφών, η πολυτιμότητα των δομικών υλικών και η έντεχνη ανάδειξη των όγκων στον χώρο της πόλης προσδίδουν στα δημιουργήματα αυτά τον χαρακτήρα τοποσήμων, συμβολικών σημείων αναφοράς μέσα στον πολεοδομικό ιστό.

Η ναόσχημη μορφή του κεντρικού σώματος των κτηριακών αυτών συγκροτημάτων είναι μία σαφής υποδήλωσις της “ιερότητός” των. Η ιερότης αυτή δεν έχει, ωστόσο, θρησκευτικό αλλά πολιτικό και ηθικό περιεχόμενο. Σκοπός του αρχιτέκτονος ήταν η έξαρση βιωματικών αξιών της σύγχρονής του ευρωπαϊκής παιδείας και η αναγωγή τους στην αρχαιοελληνική τους προέλευση: η τέχνη, η επιστήμη και η κοινωνική συναίνεση που βασίζεται στην λαϊκή βούληση είναι οι ηθικές αξίες που εγκαθιδρύονται στα κτίσματα και αυτές οι αξίες προβάλλονται και με την αρχιτεκτονική μορφολογία.

Ο Θεόφιλος Χάνσεν μίλησε, στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνος, την δική του αρχιτεκτονική γλώσσα, μία γλώσσα “κοινή”, την lingua franca του μνημειώδους κλασικισμού, γλώσσα κατανοητή τότε, αποδεκτή και σεβαστή από την αστική τάξη παντού στην Ευρώπη. “Άμεση αλλά και περισπούδαστη, γαλήνια και σοβαρή, εύχαρις αλλά και υψηλή είναι η τέχνη του Χάνσεν και με τις ιδιότητες αυτές αποπνέει το αληθινό ελληνικό πνεύμα” μας λένε οι συνεργάτες του Niemann και Feldegg, που δημοσίευσαν το 1893, δύο χρόνια μόλις μετά τον θάνατό του την εκτενή εργασία τους Ο Θεόφιλος Χάνσεν και τα έργα του.

Δόξα τω Θεώ, έχω ακόμη την υγεία μου και εργάζομαι πάντα με χαρά. Και αυτό είναι μεγάλη ευτυχία, ιδίως διότι η εργασία δεν σου αφήνει χρόνο για ανοησίες” [για ανόητες δηλαδή σκέψεις και πράξεις], γράφει ο Χάνσεν σε ηλικία 71 ετών στον Ernst Ziller στην Αθήνα.

Αθηναϊκή τριλογία.

Τις ανοησίες, εάν όχι αθλιότητες, επεφύλαξε η ιστορία στον 20όν αιώνα, πρώτα με την κακοποίηση του κλασικισμού από την πομπώδη και καταπιεστική αρχιτεκτονική των ολοκληρωτικών καθεστώτων και αργότερα με την ισοπεδωτική μορφολογία του παρεξηγημένου κινήματος του μοντερνισμού. Σήμερα πορευόμαστε προς την “πόλη χωρίς ιδιότητες” που κηρύσσουν οι αρχιτέκτονες-προφήτες ενός κόσμου χαμένου στις ψευδαισθήσεις μιας εικονικής πραγματικότητας, εκτός τόπου, εκτός χρόνου και κυρίως χωρίς λόγο υπάρξεως…

Μέσα σε αυτή την παραζάλη, δεν στρεφόμεθα βέβαια – όσοι πιστεύομε στον ευρωπαϊκό ανθρωπισμό που κατακτήθηκε με πολλούς κοινωνικούς αγώνες και θυσίες – προς το παρελθόν, νοσταλγώντας τον ιστορισμό του Θεοφίλου Χάνσεν, που ανήκει ανεπίστρεπτα στην εποχή του. Αποβλέπομε όμως σε νέους δημιουργούς, οι οποίοι, με σχεδιαστικό τάλαντο και ηθικό κύρος, αντίστοιχο εκείνου του παραδειγματικού αυτού αρχιτέκτονος, θα προτείνουν νέα αρχιτεκτονήματα που θα είναι φορείς μιας εποικοδομητικής ιδέας, στην υπηρεσία μιας κοινωφελούς χρήσης, και όχι αυθαίρετα παιχνίδια που συντείνουν στην υποδούλωση του ανθρώπου στη νέα ολιγοφρένεια που αυτάρεσκα προβάλλει γύρω μας.

Η Ευρώπη του 19ου αιώνος, η Ευρώπη του Θεοφίλου Χάνσεν ήταν πολιτικά ακόμη διηρημένη, αλλά πολιτισμικά μία μεγάλη ενότης. Ας ελπίσουμε ότι ο 21ος αιώνας θα μας δώσει μίαν Ευρώπη όχι μόνο με ενιαία πολιτική συγκρότηση αλλά και πολιτισμικά ανανεωμένη με μία τέχνη στα μέτρα του ανθρώπου, μία τέχνη θαλερή.

Θεόφιλος Χάνσεν: Αρχιτεκτονικά Σχέδια & Κτήρια

Ο καθηγητής Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς είναι Αρχιτέκτων-πολεοδόμος και ιστορικός της πολεοδομίας.

*Διάλεξη, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 6 Απριλίου 2009.

 

ΕΠΙΛΟΓΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ganz, Jürgen, “Theophil Hansens hellenische Bauten in Athen und Wien”, Österreichische Zeitschrift für Kunst und Denkmalpflege, No 26 (1972), 67-81.

Jörgensen, Lisbet Balslev και Demetri Porphyrios, Neoclassical Architecture in Copenhagen and Athens, Architectural Design Profile 66, London, 1987.

Kienast, Hermann, “Athener Trilogie: Klassizstische Architektur und ihre Vorbider in der Haupstadt Griechenlands”, Antike Welt, Heft 3 (1995).

Λάιος Γεώργιος, Σίμων Σίνας, Αθήναι, 1972.

Μπίρης, Κώστας, Αι  Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, Αθήναι, 1966.

Niemann, Georg και Ferdinand von Feldegg, Theophilos Hansen und seine Werken, Wien, 1893.

Russack, Hans Herman, Deutsche bauen in Athen, Berlin, 1942.

Τραυλός, Ιωάννης, Νεοκλασσική αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Αθήναι, 1967.

Villadsen, Villads, “Close Encounter: Theophilus Hansen – Architect and Archeologist in Greece” στο Nielsen, Marjatta (επιμ.), The Classical Heritage in Nordict Art and Architecture, Acta Hyperborea, τόμ. 2 (1990), 219 κ.ε.

Wagner-Rieger, Renate, “Der Architekt Theophil Hansen” (Vortag in der Gesamtsitzung der  Österreichischen Akademie der Wissenschaften am 24. Juni 1977), Wien, 1977.

Wagner-Rieger, Renate (επιμ.) και Reissberger Mara, Die Wiener Ringstrasse: Bild einer Epoche, τόμ. VIII, Theophil von Hansen, Wiesbaden, 1980.

Margaret Thatcher: Ανέκδοτες Αναμνήσεις από τον Πόλεμο των Φώκλαντς (Μέρος Β΄: Οι πολεμικές επιχειρήσεις)

Margaret Thatcher

Ανέκδοτες Αναμνήσεις από τον Πόλεμο των Φώκλαντς
(Μέρος Β΄: Οι πολεμικές επιχειρήσεις)

 

Μας ταλαιπωρούσε μια σειρά από δύσκολα προβλήματα. Παραμέναμε απελπιστικά ανήσυχοι από την παρουσία του αεροπλανοφόρου, το οποίο έως τότε είχε εντοπιστεί δυο φορές στην ευρύτερη περιοχή και τις δυο φορές όμως έξω από τη Ζώνη Πλήρους Αποκλεισμού. Όπως και να είχε το ζήτημα, παρέμενε απειλή για τον στόλο μας και τον εν γένει ανεφοδιασμό μας από τη στιγμή που η ομάδα καταδρομικών, η οποία το συνόδευε, ήταν εξοπλισμένη με πυραύλους Exocet. Ήδη από τις 23 Απριλίου είχαμε προειδοποιήσει την Αργεντινή ότι οποιουδήποτε είδους κίνηση εκ μέρους των Αργεντινών πολεμικών πλοίων απειλούσε την αποστολή των Βρετανικών Δυνάμεων στο Νότιο Ατλαντικό θα εθεωρείτο εχθρική και θα τύγχανε ανάλογης αντιμετώπισης. Το αεροπλανοφόρο ήταν σε θέση να καλύψει μια απόσταση 500 μιλίων την ημέρα, τα δε αεροσκάφη του 500 επιπλέον. Κατόπιν τούτου, εκδώσαμε εντολή επίθεσης οπουδήποτε βρισκόταν σε γεωγραφικό μήκος 35 μοιρών νοτίως και 48 ανατολικώς και εκτός των [Αργεντινών] χωρικών υδάτων των 12 μιλίων. Μια επίθεση του είδους αυτού αποτελούσε αναφαίρετο δικαίωμα αυτοάμυνας ακριβώς έτσι όπως όριζε το Άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της διακοίνωσης της 23ης Απριλίου, δεν χρειαζόταν νέα προειδοποίηση. Οι Αρχηγοί των Επιτελείων είχαν επίσης αποφασίσει πως ήταν απαραίτητοι επιπλέον 3.000 έως 3.500 στρατιώτες. Εκείνες τις ημέρες είχαν επιλεγεί οι ακτές της απόβασης και θα είχαμε ανάγκη από πολλούς παραπάνω [στρατιώτες] από εκείνους που διαθέταμε επιτόπου για τις χερσαίες επιχειρήσεις. Το μόνο διαθέσιμο πλοίο ήταν το QEII [το υπερωκεάνιο Queen Elisabeth II].

Γνωρίζαμε επίσης ότι τα αεροδρόμιο του Πορτ Στάνλεϋ επρόκειτο να πληγεί από αέρος το ίδιο βράδυ [30 Απριλίου], στο ποσοστό που οι καιρικές συνθήκες το επέτρεπαν. Το απόγευμα έπρεπε να παραστώ σε μια μεγάλη πολιτική συγκέντρωση στην εκλογική περιφέρεια του Stephen Hastings.(…) Διανυκτερεύσαμε στο Milton – αυτή την ωραιότατη παλαιά κατοικία, η οποία ανήκει στη σύζυγο του Stephen. Την επομένη, την ώρα του πρωινού, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα. Τα Vulcans είχαν βομβαρδίσει το Πορτ Στάνλεϋ. Δεν είχαν καταγραφεί απώλειες, αλλά απέμεναν πολλές ώρες ακόμα έως ότου επιστρέψουν στη Νήσο της Αναλήψεως. Δεν μπορούσα να αναγγείλω τίποτα στους οικοδεσπότες μου. Φύγαμε σύντομα – ακούγοντας συνεχώς το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου καθ’ όλη τη διαδρομή μέχρι το Τσέκερς. Οποία ανακούφιση – 4 έως 5 ανεφοδιασμοί εν πτήσει και μια απίστευτα μακρά διαδρομή για το πλήρωμα. Επρόκειτο πράγματι για ένα μεγαλειώδες κατόρθωμα, έστω και αν αργότερα παρόμοια ανδραγαθήματα εθεωρούντο ως δεδομένα.

Βομβαρδιστικό τύπου Vulcan B2 XM607 στην αεροπορική βάση Wideawake της Νήσου της Αναλήψεως, έτοιμο προς αναχώρηση για τα Φώκλαντς.

XM607 Falklands’ Most Daring Raid. (Operation Black Buck)

Την ίδια ημέρα [Σάββατο] η Αργεντινή αεροπορία επιτέθηκε κατά της δικής μας Δύναμης Κρούσης. (…) Υπήρξαν ζημιές, όχι πολλές όμως. Παρά ταύτα, η επίθεση υπήρξε σφοδρή με αποτέλεσμα να αναρωτιόμαστε κατά πόσο διαθέταμε επαρκή αεροπορική κάλυψη. Είχα ήδη κανονίσει άλλη μια συνεδρίαση στο Τσέκερς την Κυριακή. Όφειλαν να ληφθούν αποφάσεις. (…) Συναντηθήκαμε υπό τη σκιά της σφοδρής επίθεσης της προηγουμένης. Ο Ναύαρχος Fieldhouse μας είχε ενημερώσει πως ένα από τα υποβρύχιά μας παρακολουθούσε από κοντά το Belgrano, το οποίο συνοδευόταν από δυο καταδρομικά φέροντα πυραύλους Exocet. Δεν απείχε πολύ από τη Ζώνη Αποκλεισμού. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαμε στη διάθεσή μας σχετικά με τις προθέσεις των Αργεντινών δεν υπήρχε αμφιβολία πως το πλοίο αποτελούσε μέγιστη απειλή. (…) Αποφασίσαμε ότι οι Βρετανικές Δυνάμεις έπρεπε να είναι έτοιμες να επιτεθούν εναντίον κάθε είδους Αργεντινού πολεμικού σκάφους με βάση όσα είχαμε συμφωνήσει την προηγούμενη ημέρα αναφορικά με το αεροπλανοφόρο. Έπειτα από το γεύμα συνεδριάσαμε εκ νέου και εγκρίναμε την αποστολή ενισχύσεων και του QEII στα Φώκλαντς. Από πολιτικής απόψεως οφείλαμε να αξιολογήσουμε τις νομικές συνέπειες σε περίπτωση που η Αργεντινή προχωρούσε σε κήρυξη πολέμου – πράγμα, το οποίο ουδέποτε έπραξε.

Την  επομένη,  Δευτέρα  3  Μαΐου,  το  υποβρύχιο  τορπίλισε  και  βύθισε  το  Belgrano.  Τα  δυο καταδρομικά συνοδείας δεν επλήγησαν, καθυστέρησαν όμως να περισυλλέξουν τους επιζώντες του Belgrano. Γνωρίζαμε πως κτυπήθηκε. Χρειάστηκε ωστόσο να περάσουν αρκετές ώρες έως ότου πληροφορηθούμε ότι είχε βυθιστεί.

Η βύθιση του βαρέως καταδρομικού General Belgrano και η αναγγελία της στον Τύπο.

Margaret Thatcher on Nationwide questioned over the Belgrano, 24th May 1983

Την επομένη, το HMS Sheffield κτυπήθηκε από έναν πύραυλο Exocet. Οι φωτιές έκαιγαν μανιασμένα. Δεν μπόρεσαν να τεθούν υπό έλεγχο και το πλοίο εγκαταλείφθηκε. Ήταν δύσκολο να έχουμε ακριβή αριθμό όσων απώλεσαν τη ζωή τους και όσων είχαν τραυματιστεί, προς μεγάλη αγωνία των συγγενών αλλά και του καθενός στη Βρετανία. Η επιχείρηση διάσωσης και η μεταφορά επί του HMS Hermes για νοσοκομειακή περίθαλψη διεκπεραιώθηκε γενναία – αλλά είχαμε όλοι συγκλονιστεί από το μέγεθος της πυρκαγιάς καθώς και από το γεγονός ότι δεν καταφέραμε να την δαμάσουμε – υπήρξαν τόσα πολλά άτομα που υπέφεραν από σοβαρά εγκαύματα. Το Sheffield δεν είχε χρόνο προκειμένου να εκτρέψει το Exocet, την προσέγγιση του οποίου αντιλήφθηκε όταν ήταν πλέον πολύ αργά. Αρχικά πληροφορηθήκαμε πως οι απώλειες είχαν περιοριστεί στους 20 – αργότερα στους 40. Δεν ήμασταν εξοικειωμένοι με τον τρόπο ανακοίνωσης δυσάρεστων ειδήσεων. Θέλαμε να ενημερώσουμε πρώτα τους πλησιέστερους συγγενείς. Αλλά οι Αργεντινοί είχαν εκδώσει ανακοινώσεις, άλλες ορθές άλλες ψευδείς, προτού πληροφορηθούμε τα γεγονότα, με αποτέλεσμα σύζυγοι και οικογένειες να περάσουν αγωνιώδεις ημέρες και νύκτες. Την ίδια ημέρα χάσαμε επίσης και ένα Harrier. Άσχημο εικοσιτετράωρο πράγματι.

Το HMS Sheffield λαβωμένο θανάσιμα.

HMS Sheffield Hit by Exocet Missile

O Francis είχε επιστρέψει από την Ουάσινγκτον και τη Νέα Υόρκη. Ο Al Haig και ο Perez de Cuellar είχαν επιδοθεί σε ένα νέο γύρο διαπραγματεύσεων προκειμένου να συμπληρώσουν το κενό στην προσπάθειά τους να αποσπάσουν κατάπαυση πυρός. Φυσικά, υπό την δική μας οπτική αυτό δεν αρκούσε – άφηνε τα Φώκλαντς υπό Αργεντινή κατοχή. Η κατάπαυση πυρός έπρεπε να συνοδεύεται από απόσυρση. Πάνω απ όλα, έπρεπε να γίνουν σεβαστές οι επιθυμίες των κατοίκων. Έλαβα μήνυμα από τον Πρόεδρο Reagan, με το οποίο μας προέτρεπε να λάβουμε σοβαρά υπόψη κάποιες κοινές προτάσεις των ΗΠΑ και του Περού. Στο μεταξύ, ένα από τα υποβρύχιά μας είχε εντοπίσει το Veinticinco de Mayo αλλά είχε ανακύψει ένα νομικό ζήτημα κατά πόσο ήταν ή όχι εντός των χωρικών υδάτων. Βρισκόταν στο μέσο ενός κόλπου και το ερώτημα ήταν εάν ολόκληρος ο κόλπος ανήκε στα χωρικά ύδατα [της Αργεντινής] ή μόνο τα 12 μίλια από την ακτή αφήνοντας “απέξω” το κέντρο. Οφείλαμε να συμβουλευτούμε τον A.G. [Attorney General = Γενικό Εισαγγελέα] καθώς και άλλους ειδικούς νομικούς. Συγκάλεσα στο Κοινοβούλιο την OD [Overseas and Defence Policy Committee] Επιτροπή και συμφωνήσαμε πως [το αεροπλανοφόρο] βρισκόταν εκτός χωρικών υδάτων και πως το υποβρύχιο έπρεπε να επιτεθεί στο ποσοστό που ήταν δυνατό. Δυστυχώς μετακινήθηκε – πιστεύουμε με κατεύθυνση προς τον βορρά και την ακτή – και έκτοτε δεν καταφέραμε πλέον να το εντοπίσουμε. Ωστόσο, η αγωνία μας ως προς τη δυνητική ζημιά, την οποία ήταν σε θέση να επιφέρει, παρέμεινε στο ακέραιο.

Sink Argentina’s Carrier 1982 – The Secret British Falklands War Mission

Εν συνεχεία, η Επιτροπή και το Υπουργικό Συμβούλιο που συγκάλεσα σε κοινή συνεδρίαση, έπρεπε να αξιολογήσουν τις αμερικανοπερουβιανές προτάσεις. Ο Υπουργός Εξωτερικών τάχτηκε υπέρ της αποδοχής. Ήταν της άποψης πως θα απέβαινε επιζήμιο να τις απορρίψουμε, ειδικότερα υπό το πρίσμα του πολέμου στον Νότιο Ατλαντικό. (…) Προσωπικά δεν μου άρεσαν. Ούτε και στο Υπουργικό Συμβούλιο – όλοι, ωστόσο, συμφωνήσαμε πως έπρεπε να συνταχθεί κάποια απάντηση. Οι προτάσεις δεν ήταν αναλυτικές και άφηναν πολλά ζητήματα εκκρεμή. Θα μπορούσαμε να τις αποδεχθούμε, θέτοντας ξεκάθαρα τρεις προϋποθέσεις: η Νότια Γεωργία και οι υπόλοιπες κτήσεις θα παρέμεναν εκτός διακανονισμού, οποιαδήποτε προσωρινή διοίκηση θα έπρεπε να τυγχάνει της έγκρισης του εκτελεστικού και νομοθετικού Σώματος των κατοίκων [των Νήσων] και ότι οι μακροπρόθεσμες επιθυμίες τους επρόκειτο να γίνουν σεβαστές. Συμφωνήσαμε να ζητήσουμε από τον Haig να προωθήσει τις θέσεις μας [στο Περού]. Ο Francis ήταν επιφυλακτικός, όμως ολόκληρη η υπόλοιπη Κυβέρνηση ήταν κατηγορηματική. Η αλήθεια είναι πως κανείς από εμάς δεν επικροτούσε τις προτάσεις. Εάν όμως μπορούσαμε να τις καταστήσουμε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα λογικές εξασφαλίζοντας την απόσυρση των Αργεντινών στρατευμάτων και την αποφυγή περαιτέρω απωλειών, τότε ήμασταν έτοιμοι να τις αποδεχτούμε. Η Αργεντινή ενδιαφερόταν περισσότερο για την ανάμειξη των Ηνωμένων Εθνών. Ο Perez de Cuellar είχε υποβάλει ορισμένες δικές του προτάσεις, οι οποίες δεν αποτελούσαν παρά μόνο ένα γενικό πλαίσιο. (…) Όπως ήταν αναμενόμενο, η Αργεντινή απέρριψε τις περουβιανές προτάσεις. Τουλάχιστον δεν ήμασταν εκτεθειμένοι στα μάτια της διεθνούς κοινότητας.

(…) Είχαμε όλοι μας απόλυτη συναίσθηση ότι πλησιάζαμε στην κρίσιμη στιγμή. Εάν επρόκειτο να αποβιβαστούμε και να ανακτήσουμε [τα Νησιά] έπρεπε να το πράξουμε κάπου μεταξύ 26 και 30 Μαΐου.  Αποφασιστικοί  παράγοντες  ήταν  ο  καιρός  και  η  κατάσταση  των  στρατευμάτων  μας. Επομένως, οι διαπραγματεύσεις μέσω των Ηνωμένων Εθνών έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί εντός των επομένων 10 ημερών περίπου. (…) Εάν καρκινοβατούσαν, τότε οι Αρχηγοί των Επιτελείων συμφωνούσαν πως ήμασταν υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε. (…) Εκείνο το Κυριακάτικο απόγευμα συζητήσαμε όλα αυτά τα ζητήματα καθώς και άλλα, στρατιωτικής φύσεως, τα οποία είχαν στο μεταξύ προκύψει. Αεροσκάφη της Αργεντινής πολιτικής αεροπορίας πετούσαν υπεράνω των γραμμών ανεφοδιασμού μας και δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία ότι διαβίβαζαν τα ευρήματά τους κατευθείαν στα υποβρύχια. Εάν καταρρίπταμε κάποιο πολιτικό αεροσκάφος ήταν βέβαιο πως θα επρόκειτο για Αργεντινό. Επιπρόσθετα, υπήρχε κίνδυνος η Νήσος της Αναλήψεως να υποστεί επιδρομή από κομάντος.

Εν τω μεταξύ, το πρόβλημα με τα ΜΜΕ συνεχιζόταν. Πολύς κόσμος (συμπεριλαμβανομένου και εμού) δεν εκτιμούσε την εν γένει συμπεριφορά ειδικότερα του BBC. Επρόκειτο για κάτι που με ενοχλούσε πολύ. Στις ανταποκρίσεις τους λειτουργούσαν ως ουδέτεροι μεταξύ Βρετανίας και Αργεντινής. Υπήρχαν στιγμές, όπου αισθανόμασταν πολύ ότι υποστήριζαν τον εχθρό με δημόσιες συζητήσεις με ειδικούς σχετικά με τα επικείμενα βήματα στον τομέα των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Το ίδιο ίσχυε εξίσου και με το ITV. Φυσικά, επρόκειτο για την πρώτη πολεμική αντιπαράθεση δίχως λογοκρισία. Τα ΜΜΕ και η Κυβέρνηση είχαν εκ διαμέτρου αντίθετο προσανατολισμό. Το κυρίαρχο δικό μας μέλημα ήταν η προστασία των δυνάμεών μας. Το δικό τους ήταν η είδηση. Η θέση μας δυσχέραινε και από το γεγονός ότι διαθέταμε περιορισμένες δορυφορικές επικοινωνίες. Όλες οι φωτογραφίες στέλνονταν με πλοία στη Νήσο της Αναλήψεως, από όπου διεκπεραιώνονταν αεροπορικά.

(…) Για μια ακόμη φορά είχαμε μια κρίσιμη Κυριακάτικη συνάντηση στο Τσέκερς. (…) Εξετάσαμε κάθε σημείο αναλυτικά. (…) Διαθέταμε πλήρη συνταγματική κάλυψη από τα Ηνωμένα Έθνη και από το Δίκαιο σχετικά με την μελλοντική διοίκηση των Φώκλαντς. Σκληρύναμε τους όρους μας με στόχο να προφυλάξουμε την μεταβατική περίοδο με χρήση του Άρθρου 73 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών για την εφαρμογή της αυτοδιάθεσης. (…) Συμφωνήσαμε πως ο Anthony Parsons [Μόνιμος αντιπρόσωπος στα Ηνωμένα Έθνη] θα παρουσίαζε το κείμενο ως την τελική μας διαπραγματευτική θέση, ζητώντας του να το προωθήσει στους Αργεντινούς. Αναμέναμε απάντηση έως την Τετάρτη το απόγευμα. Σε αντίθετη περίπτωση, ο Francis εισηγήθηκε να δημοσιεύσουμε το κείμενο. Η ιδέα ήταν καλή, και αυτό ακριβώς πράξαμε έτσι όπως εξελίχθηκαν τελικά τα πράγματα.

Η εξοχική πρωθυπουργική κατοικία στο Τσέκερς.

Το   πρωί   της   Τρίτης   18   [Μαΐου]   είχαμε   συνεδρίαση   της   Επιτροπής   με   πλήρη   σύνθεση, συμπεριλαμβανομένων των Αρχηγών των Επιτελείων. Μας απασχολούσαν οι σοβαρές αποφάσεις που μας περίμεναν μπροστά μας – έπρεπε να αποφασίσουμε κατά πόσο θα προχωρούσαμε με την απόβαση, για την οποία τόσο πολύ είχαμε συζητήσει την προηγούμενη εβδομάδα. Μας απασχολούσε το άγνωστο και το δυσβάστακτο βάρος, γνώριζα πως έπρεπε να ρωτήσω τον καθένα από τους Αρχηγούς να καταθέσει τη γνώμη και την εκτίμησή του. Η δυνατότητα ειρηνικής επίλυσης ίσχυε ακόμα, αλλά εξέπνεε αργά το απόγευμα της επομένης. Έπρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι για παν ενδεχόμενο. Ο καθένας προέβη σε σφαιρική αξιολόγηση της κατάστασης. Τίποτα δεν αφέθηκε στην τύχη – θα ήμασταν ευάλωτοι τη στιγμή της απόβασης, η κάλυψη από αέρος δεν θα ήταν επαρκής, τα πλοία θα ήταν σε σχηματισμό και οι θέσεις τους γνωστές – δεν είχαμε εξουδετερώσει όλα τα πλοία και τα αεροσκάφη που υπολογίζαμε πριν από την έναρξη της απόβασης, δεν γνωρίζαμε σε ποιο σημείο ακριβώς βρίσκονταν τα υποβρύχιά τους. Εάν όμως καθυστερούσαμε κι άλλο, θα καταγράφαμε βαρύτερες απώλειες. Πράγματι, υπό τη δική μας οπτική όσο πιο γρήγορα λάμβανε χώρα η απόβαση, τόσο θα ήταν καλύτερες οι συνθήκες για τα στρατεύματά μας. Οι αποφάσεις, τις οποίες λάβαμε, ήταν οι σωστές. Διαθέταμε εξαιρετικές εμπόλεμες δυνάμεις, οι δε Αρχηγοί είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στα σχέδια, τα οποία είχε εκπονήσει ο Διοικητής της Δύναμης Κρούσης. Κανένας τους δεν μπορούσε να εκτιμήσει το ύψος των απωλειών, επρόκειτο για κάτι το αδύνατο. Είχαν όμως συναίσθηση πως αν κάναμε πίσω, το στρατιωτικό κύρος της Βρετανίας θα δεχόταν θανάσιμο πλήγμα. Τα πλεονεκτήματα υπερτερούσαν, κατά την άποψή τους, των κινδύνων. Οι αποβάσεις έπρεπε να ξεκινήσουν τη νύκτα, όπως προέβλεπαν τα σχέδια. Όλοι οι κανόνες εμπλοκής είχαν ήδη γίνει αποδεκτοί από την προηγούμενη ημέρα. (…) Εγκρίναμε άπαντες την απόβαση με γνώμονα το σχέδιο του Διοικητή της Δύναμης. Μπορούσαμε να την αναστείλουμε έως αργά την Πέμπτη, γεγονός το οποίο μας διευκόλυνε αφάνταστα προσφέροντάς μας τη δυνατότητα να εκτιμήσουμε κάθε είδους απάντηση στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων και να συζητήσουμε, να ματαιώσουμε ή να επαναβεβαιώσουμε έπειτα από τη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου το πρωί της Πέμπτης. Από εκεί και έπειτα, το χρονοδιάγραμμα ανήκε στις αρμοδιότητες του Δοικητή της Δύναμης.

(…) Την Τετάρτη, τα Ηνωμένα Έθνη μας προώθησαν το κείμενο της απάντησης της Αργεντινής στις προτάσεις μας. Ήταν απορριπτικό. Σε μια ύστατη προσπάθεια να αποφευχθεί το ναυάγιο, ο ΓΓ [Perez de Cuellar] υπέβαλε προς τις δυο πλευρές ένα υπόμνημα με δικές του προτάσεις. Το πρωί της Πέμπτης, η Επιτροπή συνήλθε λίγο πριν από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η έγκριση για την απόβαση παρέμενε σε ισχύ εν αναμονή της υλοποίησης έπειτα από Κυβερνητική εντολή. Όμως, για μια φορά ακόμα ο ΥΕ [Υπουργός Εξωτερικών] υποστήριξε πως το υπόμνημα του ΓΓ περιείχε ουσιαστικές ομοιότητες με τις δικές μας προτάσεις και πως, κατόπιν τούτου, η διεθνής κοινότητα δεν θα μπορούσε να κατανοήσει την προσφυγή μας σε στρατιωτικά μέσα. Στην πραγματικότητα, οι προτάσεις του ΓΓ ήταν ατελείς και αόριστες, ικανές να μας ξαναφέρουν πίσω στην αρχή. (…) Κατέστησα σαφές ότι δεν υπήρχε περίπτωση να καθυστερήσει κι άλλο το στρατιωτικό χρονοδιάγραμμα. Θα ήταν ολέθριο για τα στρατεύματά μας. Εάν το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες, η απόβαση θα λάμβανε χώρα. Τόσο η Επιτροπή όσο, αργότερα, και το Υπουργικό Συμβούλιο συμφώνησαν.(…) Την ίδια ημέρα [Πέμπτη] ο ΓΓ, μη έχοντας λάβει κάποια απάντηση από τους Αργεντινούς δήλωσε πως οι ειρηνευτικές προσπάθειές του είχαν φτάσει στο τέλος τους. Η συζήτηση στο Κοινοβούλιο εξελίχτηκε καλά. Περιμέναμε τα νέα για τον καιρό. Είχαμε μπροστά μας μια αγωνιώδη ημέρα και νύκτα.

(…) Ο John Nott ήρθε στον αρ. 10 με πλήρη στοιχεία. Η Βρετανική σημαία κυμάτιζε στον κόλπο Σαν Κάρλος. Είχαμε επιστρέψει στα Φώκλαντς. Η απόβαση είχε πραγματοποιηθεί δίχως ούτε μια απώλεια. Είχε όμως ξημερώσει και αναμέναμε επίθεση από αέρος. Το πως κατάφερε να γλυτώσει το [μεταγωγικό] Canberra, ήταν θαύμα. Το αποσύραμε από την περιοχή την επόμενη νύκτα. Είχαμε εισέλθει σε ανώτερο στάδιο εμπλοκής. Η θέση των πλοίων μας ήταν γνωστή, το δε σύνολο της αεροπορικής κάλυψης προερχόταν από τα αεροπλανοφόρα Hermes και Invincible, τα οποία ναυλοχούσαν σε μεγάλη απόσταση για λόγους ασφαλείας. Το HMS Antelope κτυπήθηκε σοβαρά. Ακολούθησε το HMS Ardent. Οι απώλειες ήταν μικρότερες του αναμενόμενου χάρη στη γενναία επιχείρηση διάσωσης. Πολλά εχθρικά αεροπλάνα καταρρίφθηκαν, αλλά πολλά περισσότερα επρόκειτο  να  κάνουν  την  εμφάνισή  τους.  Η  Τρίτη  24  και  η  Τετάρτη  25  Μαΐου  αποδείχτηκαν εξαιρετικά δύσκολες ημέρες.

Το HMS Antelope ανατινάζεται στον όρμο του Σαν Κάρλος (24 Μαΐου 1982).

Εργαζόμουν στο γραφείο μου στο Κοινοβούλιο, όταν μπήκε ο John Nott για να μου ανακοινώσει πως το HMS Coventry είχε πέσει θύμα επίθεσης από ένα κύμα αεροσκαφών. Έξι, ίσως και παραπάνω, το βομβάρδισαν και είχε αρχίσει να βυθίζεται. (…) Η απώλεια ανακοινώθηκε την επομένη. Όταν αργότερα πήγα να πληροφορηθώ νεότερα για το Coventry, ο υπάλληλος υπηρεσίας μου είπε πως το Atlantic Conveyor είχε πληγεί από πυραύλους Exocet, φλεγόταν και είχε δοθεί διαταγή να εγκαταλειφθεί. Πόσες ακόμη τραγωδίες θα ακολουθούσαν; Πόσες ακόμη απώλειες θα μπορούσαμε να αντέξουμε; Επίσης, γνώριζα ότι επί του Atlantic Conveyor υπήρχαν 19 Harriers. Επρόκειτο για ενισχύσεις, τις οποίες είχαμε απελπιστικά ανάγκη. Άραγε είχαν παραμείνει εκεί; Εάν ναι, τότε τις είχαμε χάσει. Μπορούσαμε να συνεχίσουμε; Το πλοίο μετέφερε και ελικόπτερα, απαραίτητα για τον ανεφοδιασμό των πεζοπόρων μονάδων, οι οποίες επρόκειτο να αναπτυχθούν από το Σαν Κάρλος προς την ενδοχώρα. Προκειμένου να συμπληρωθεί το όλο σκηνικό κυκλοφορούσαν φήμες, σύμφωνα με τις οποίες είχε πληγεί και υποστεί ζημιές το HMS Invincible. Αναμφίβολα επρόκειτο για το χειρότερο βράδυ του πολέμου. Και κάπου ανατολικά των Φώκλαντς έπλεε το QEII μεταφέροντας 3.000 άνδρες.

Νωρίς το επόμενο πρωί περίμενα για νέα. Αξιοθαύμαστη επιχείρηση διάσωσης των πληρωμάτων του Coventry και του Atlantic Conveyor αν και, όπως ανακαλύψαμε, ο εξαιρετικός κυβερνήτης του είχε απωλέσει τη ζωή του. Ευτυχώς, τα 19 Harriers είχαν προλάβει να απογειωθούν και να αναζητήσουν καταφύγιο επί των Hermes και Invinvible (μια αίσθηση ανακούφισης με πλημμύρισε – δεν είχαμε πληγεί θανάσιμα). Είχαμε χάσει 8 ελικόπτερα, αλλά οι υπεύθυνοι με διαβεβαίωσαν πως είχαν προβλέψει εναλλακτικές λύσεις. Όμως, οι επίλεκτες δυνάμεις ήταν υποχρεωμένες να διασχίσουν τα Φώκλαντς πεζή. Είχαμε επίσης χάσει 4.500 χειμερινές σκηνές εκστρατείας, πολλές από τις οποίες προορίζονταν για τη στέγαση αιχμαλώτων πολέμου. Τέλος, οι φήμες περί επιδρομής κατά του Invincible αποδείχτηκαν παντελώς ανακριβείς. Είχαμε γευτεί τις οδύνες του πολέμου, οφείλαμε ωστόσο να συνεχίσουμε, προκειμένου να εκπληρώσουμε την αποστολή μας.

Είχαν περάσει αρκετές ημέρες έπειτα από την απόβαση. Στην τηλεόραση διεξάγονταν συζητήσεις κατά πόσο το επόμενο πλήγμα θα καταφερόταν κατά του Πορτ Στάνλεϋ διαμέσου του Ντάρβιν ή του Τηλ Ινλετ. Όλους μας απασχολούσε το γεγονός ότι παρατηρείτο μικρή δραστηριότητα έξω από το προγεφύρωμα. Γνωρίζαμε πως η όποια απόφαση ήταν της δικαιοδοσίας του τοπικού διοικητή σε συνδυασμό με τα αποθέματα σε εφόδια, τον καιρό, τις αναγνωριστικές επιχειρήσεις και την κρίση του. Ο στρατηγός Moore δεν είχε ακόμη αποβιβαστεί στο Σαν Κάρλος.

Χάρτης των χερσαίων επιχειρήσεων (21 Μαΐου – 14 Ιουνίου 1982).

Ένα άλλο ζήτημα, το οποίο μας προβλημάτιζε σοβαρά, ήταν το γεγονός των απωλειών στη θάλασσα και το ότι το ναυτικό της Αργεντινής είχε αποσυρθεί εντός των 12 μιλίων των χωρικών υδάτων. Καθώς δυο από τα δικά μας πλοία είχαν βυθιστεί εντός των δικών μας χωρικών υδάτων [Φώκλαντς] ζητήσαμε γνωμοδότηση του Γενικού Εισαγγελέα κατά πόσο μπορούσαμε να βυθίσουμε τα δικά τους πλοία εντός των δικών τους χωρικών υδάτων. Υπήρχαν σημεία πλησίον των ακτών [της Αργεντινής] όπου το βάθος επέτρεπε στα υποβρύχια να επιχειρήσουν. Ωστόσο, ο Γενικός Εισαγγελέας απάντησε κατ’ επανάληψη αρνητικά. Μόνο εφόσον εγκατέλειπαν τα χωρικά ύδατα με κατεύθυνση τα Φώκλαντς και μόνο τότε. Οι διοικητές των υποβρυχίων πηγαινοέρχονταν ιδιαίτερα απογοητευμένοι κατά μήκος της οροθετικής γραμμής. Γνωρίζαμε δε ότι το ναυτικό τους ήταν σε θέση να προβεί σε μια αιφνιδιαστική κίνηση – με κίνδυνο να μην μπορέσουμε να τους εντοπίσουμε εγκαίρως ώστε να αποφύγουμε τη ζημιά που ήταν ικανοί να προκαλέσουν.

(…) Περί το τέλος της εβδομάδος, το Ντάρβιν και το Γκους Γκρήν έπεσαν στα χέρια μας. Επρόκειτο για μια σκληρή και οδυνηρή μάχη. Οι θέσεις των αντιπάλων ήταν καλά οχυρωμένες και οργανωμένες. Οι επίλεκτες δυνάμεις μας [2° Σύνταγμα Αλεξιπτωτιστών] χρειάσθηκε να διασχίσουν έναν στενό ισθμό κάτω από ισχυρά πυρά. Κάποια στιγμή φάνταζε αδύνατη η διάσπαση του μετώπου. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο “H” [συνταγματάρχης H. Jones] προέβη στην περίφημη γεμάτη ανδρεία προέλασή του. Έχασε τη ζωή του, αλλά η γενναιότητα, την οποία επέδειξε, υπήρξε το κομβικό σημείο της μάχης. Τον αντικατέστησε ο υποδιοικητής του [ταγματάρχης Chris Keeble], εξασφαλίζοντας την παράδοση του εχθρού. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα γι αυτόν. Κάποια στιγμή υψώθηκε από τα αργεντίνικα χαρακώματα λευκή σημαία. Όταν δυο στρατιώτες μας πλησίασαν ανταποκρινόμενοι – πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν. Τελικά, ο διοικητής μας έστειλε μπροστά δυο Αργεντινούς αιχμαλώτους μεταφέροντας μήνυμα παράδοσης, λέγοντας πως θα αποδίδονταν τιμές όπλων, αλλά ότι [οι Αργεντινοί] έπρεπε να παραδοθούν. Κι έτσι συνέβη (…).

Ο συνταγματάρχης Herbert Jones και η επικράτηση των Βρετανών στη μάχη του Γκους Γκρην (28 – 29 Μαΐου 1982).

(…) Στην αρχή εκείνης της εβδομάδας είχαμε ακόμα μια σπαρακτική απώλεια. Ο στρατηγός Moore είχε στείλει τα μεταγωγικά Sir Tristram και Sir Galahad γεμάτα άνδρες, εφόδια και πυρομαχικά  στο Μπλαφ Κόουβ και στο Φιτζρόϋ. Υπό ομαλές συνθήκες η μεταφορά θα είχε πραγματοποιηθεί με ελικόπτερα αλλά ο καιρός δεν ήταν όσο καλός χρειαζόταν προκειμένου να συγκεντρωθεί εγκαίρως ικανοποιητική ποσότητα αποθεμάτων. Τα πλοία είχαν φτάσει στο Φιτζρόϋ και εκφόρτωναν τη συστοιχία αντιαεροπορικού πυροβολικού Rapier προκειμένου να προστατευτούν από εχθρική επιδρομή από αέρος. Τα σύννεφα διαλύθηκαν και εκδηλώθηκε ξαφνική αεροπορική επίθεση, η οποία κατάφερε σοβαρό πλήγμα σε βάρος του Sir Galahad προκαλώντας μεγάλες απώλειες και τρομερές πυρκαγιές και εγκαύματα.(…) Ο στρατηγός Moore ήταν συγκλονισμένος. (…) Για μια ακόμη φορά ήμασταν αντιμέτωποι με δύσκολες αποφάσεις σχετικά με τη δημοσιοποίηση των απωλειών. Κυκλοφορούσαν φήμες για τεράστιους αριθμούς – πολλές εκατοντάδες – οι οποίες διαδόθηκαν αστραπιαία, με αποτέλεσμα οι συγγενείς να ανησυχούν δικαιολογημένα. Αναγκαστήκαμε να καθυστερήσουμε την δημοσιοποίηση για αρκετές ημέρες. Γνωρίζαμε από πληροφορίες των μυστικών υπηρεσιών πως οι Αργεντινοί εκτιμούσαν ότι οι απώλειες ήταν πολύ μεγαλύτερες από εκείνες στην πραγματικότητα και πως το κτύπημα θα καθυστερούσε την προέλασή μας προς το Πορτ Στάνλεϋ. Παρ’ όλες τις κριτικές που ακούσαμε, αρνηθήκαμε να αποκαλύψουμε τα πραγματικά μεγέθη, αλλά ενημερώσαμε όσο πιο γρήγορα γινόταν τους οικείους. Γνωρίζαμε επίσης πως η επίθεση κατά του όρους Λάνγκντον, των Διδύμων Αδελφών και της κορυφογραμμής Ουάιρλες επρόκειτο να εκδηλωθεί τη νύκτα της Παρασκευής και το στοιχείο του αιφνιδιασμού ήταν απαραίτητο.

Το βράδυ της Παρασκευής (11 Ιουνίου) είχε φτάσει. Νωρίς το πρωινό του Σαββάτου, ο αξιωματικός υπηρεσίας ανέβηκε στο διαμέρισμά μου προσκομίζοντας ένα σημείωμα. Σχεδόν το άρπαξα από τα χέρια του νομίζοντας πως η επίθεση είχε ξεκινήσει. Δυστυχώς επρόκειτο για επιπλέον δυσάρεστες ειδήσεις. Το HMS Glamorgan είχε βάλει κατά των Αργεντινών θέσεων στο Πορτ Στάνλεϋ καθώς και κατά των λόφων προτού ξεσπάσει η μάχη. Είχαμε κανονίσει πως ο Καθεδρικός Ναός της πόλης θα λειτουργούσε ως καταφύγιο, αλλά δεν μετέβησαν όλοι εκεί. Τρεις πολίτες έχασαν τη ζωή τους. Το Glamorgan κτυπήθηκε από πύραυλο εδάφους Exocet και φλεγόταν. Απομακρύνθηκε από το πεδίο της μάχης με ταχύτητα 12 κόμβων. Υπήρχαν απώλειες – ακόμα και ορισμένοι νεκροί. Είναι αδύνατο να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα που νοιώθει σε τέτοιες στιγμές. Διαφέρουν από οτιδήποτε άλλο. Σε αγώνες για την ελευθερία – χάνουμε τους καλύτερους και τους πιο γενναίους. Πόσο άδικο και σπαρακτικό. (…) Προστατευμένη και ασφαλής στον αρ.10 αισθανόμουν ενοχές.

To μεταγωγικό Sir Galahad στις φλόγες (8 Ιουνίου 1982).

Την ημέρα εκείνη (Σάββατο) η Ανακτορική Φρουρά παρέλασε για να τιμήσει τα γενέθλια της Βασίλισσας. (…) Ο John Nott κατέφτασε λίγο προτού καθίσουμε στην εξέδρα. Έφερνε νέα; Τίποτα – πέραν των όσων γνώριζα ήδη. Πίστευε πάντως ότι θα είχαμε πληροφορηθεί πιθανή αναστολή της επίθεσης. Ο Rex Hunt [Κυβερνήτης των Φώκλαντς] βρισκόταν κοντά μας, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του – όλοι αδημονούσαμε για νέα. Μετά το πέρας της τελετής επιστρέψαμε όσο ταχύτερα γινόταν εν αναμονή ειδήσεων. (…) Λίγο πριν τις 13.00 μάθαμε πως όλοι οι αντικειμενικοί στόχοι είχαν εκπληρωθεί, αλλά είχε δοθεί σκληρή μάχη για των έλεγχο των Διδύμων Αδελφών. (…) Τα νεότερα για το Glamorgan ήταν αισιόδοξα. Οι φωτιές είχαν τεθεί υπό έλεγχο και έπλεε με ταχύτητα 20 κόμβων.

Η επόμενη κίνηση εναπόκεινταν στους Σκωτσέζους Φρουρούς [Scots Guards] – στο Τάμπλενταουν, κατόπιν δε στους Γκούρκας [Gurkhas] – στον λόφο Σάπερ, τελευταίο λόφο πριν από το Πορτ Στάνλεϋ. Η Επιτροπή συνήλθε το πρωί της Δευτέρας 14 Ιουνίου – πολύ νωρίς για νέα πέραν της είδησης πως η μάχη βρισκόταν σε εξέλιξη. Μάλιστα ήταν ιδιαίτερα σκληρή – όσο σκληρά το διαπίστωσα όταν, κοντά επτά μήνες αργότερα, επισκέφτηκα και περπάτησα στο πεδίο της μάχης νωρίς το πρωί υπό βροχή και αέρα. Η όλη περιοχή καλύπτεται από βραχώδεις προεξοχές, οι οποίες αποτελούν από μόνες τους φυσικές οχυρώσεις. Εγώ την επισκέφτηκα υπό το φως της ημέρας. Είχε καταληφθεί μέσα στη νύκτα με συνεχές χιονόνερο και χιόνι. Ένα αξιοθαύμαστο κατόρθωμα. Για ακόμα μια φορά, σε μια κρίσιμη καμπή της μάχης, το μέλλον βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από το θάρρος και την επαγγελματικότητα του επικεφαλής αξιωματικού.

Εκείνο που ακολούθησε αργότερα την ίδια ημέρα μοιάζει με θαύμα. Οι Αργεντινοί υποχώρησαν όχι μόνο από το Τάμπλενταουν, αλλά και από τον λόφο Σάπερ. Εγκατέλειψαν τα όπλα τους και εντοπίστηκαν να κατευθύνονται προς το Πορτ Στάνλεϋ διασχίζοντας τα ναρκοπέδια, τα οποία είχαν οι ίδιοι εγκαταστήσει. Οι δικοί μας τους ακολούθησαν και ο συνταγματάρχης Rose αναζήτησε τον στρατηγό Menéndez [στρατιωτικό διοικητή των Φώκλαντς] με αντικείμενο την παράδοση άνευ όρων των Δυτικών και Ανατολικών Φώκλαντς. Λάβαμε νέα. Η λευκή σημαία κυμάτιζε πάνω από το Πορτ Στάνλεϋ. Δεν τολμήσαμε να ελπίζουμε τόσο νωρίς. Συνέταξα μια σύντομη ανακοίνωση για το Κοινοβούλιο. Στις 10.00 π.μ., τη στιγμή, κατά την οποία είχα τον λόγο, πληροφορηθήκαμε ότι ο Στρατηγός Moore είχε μεταβεί στο Κυβερνείο και διαπραγματευόταν με τον Menéndez. Οι βουλευτές ξέσπασαν σε επευφημίες, η Ντάουνινγκ Στρητ είχε γεμίσει από κόσμο, κυρίως νέους. Η δική τους γενιά ήταν εκείνη, η οποία τα είχε καταφέρει.

Η έπαρση της σημαίας στον περίβολο του Κυβερνείου του Πορτ Στάνλεϋ (14 Ιουνίου 1982).

Καθώς έπεφτα για ύπνο πολύ αργά εκείνη τη νύκτα, αισθάνθηκα απαλλαγμένη από ένα τεράστιο βάρος. Οι υπόλοιπες έγνοιες για το μέλλον ήταν ασύγκριτα μικρότερες σε σχέση με εκείνες περί ζωής και θανάτου που μας βασάνιζαν αδιάκοπα επί έντεκα ολόκληρες εβδομάδες. Επρόκειτο για ένα θαύμα, η πραγμάτωση του οποίου οφειλόταν σε απλούς άνδρες και γυναίκες με εξαιρετικές αρετές. Για πάντα φωτεινά παραδείγματα, για πάντα γενναίοι, για πάντα αθάνατοι στις μνήμες μας. (…)

Margaret Thatcher’s victory in the Falklands

Η Margaret Thatcher (1925-2013) διετέλεσε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου (1979-1990) και αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος (1975-1990).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Margaret Thatcher: Ανέκδοτες Αναμνήσεις από τον Πόλεμο των Φώκλαντς (Μέρος Α΄: Το διπλωματικό προοίμιο)

Margaret Thatcher


Ανέκδοτες Αναμνήσεις από τον Πόλεμο των Φώκλαντς
(Μέρος Α΄: Το διπλωματικό προοίμιο)

 

Εργαζόμενη μόνη το Πάσχα του 1983 στην εξοχική πρωθυπουργική κατοικία του Τσέκερς, η Margaret Thatcher συνέταξε 128 ιδιόχειρες σελίδες, ανακαλώντας τις μνήμες της από τον πόλεμο των Φώκλαντς. Πρόκειται για ένα βαθιά προσωπικό τεκμήριο 17.000 περίπου λέξεων, το οποίο διαφέρει παρασάγγας από ό,τι είχε συγγράψει έως τότε. Το κείμενο στηρίζεται εν μέρει στα πρακτικά του War Cabinet. Πέραν όμως αυτού καθώς και ορισμένων δικών της προσωπικών σημειώσεων, φαίνεται πως εξήγαγε τα περισσότερα στοιχεία από την ασυνήθιστη για τα ανθρώπινα δεδομένα μνήμη της. Η συγγραφή πραγματοποιήθηκε μέσα σε απόλυτη μυστικότητα. Ακόμη και το στενό οικογενειακό της περιβάλλον τελούσε εν αγνοία του είδους της χρήσης που η Βρετανίδα πρωθυπουργός έκανε των πασχαλινών διακοπών. Η Thatcher ανέτρεξε εκ νέου στο αδημοσίευτο συγκεκριμένο κείμενο όταν, δέκα χρόνια αργότερα, συνέταξε τα απομνημονεύματά της, τα οποία φέρουν τον τίτλο The Downing Street Years. To 2012, προτελευταίο έτος της ζωής της, κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο Thatcher’s War: The Iron Lady on the Falklands μια επιτομή του προαναφερθέντος έργου, επικεντρωμένη στο επεισόδιο του πολέμου των Φώκλαντς. Το κείμενο του 1983 εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα ανέκδοτο. Έχει κυκλοφορήσει ηλεκτρονικά και υπό μορφή facsimile (σελίδα προς σελίδα το χειρόγραφο κείμενο και η μεταγραφή του) με μέριμνα του Margaret Thatcher Foundation. Παρατίθεται αυτούσιο στον σύνδεσμο:
https://www.margaretthatcher.org/archive/1982retpap2.asp

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ

1. Η σκέψη να γράψω όλα αυτά προήλθε κατόπιν συμβουλής του Harold Macmillan, ο οποίος την επομένη σχεδόν του Σαββατοκύριακου της εισβολής ήρθε να με επισκεφτεί και να μου προσφέρει τη στήριξή του με την ιδιότητα του αρχαιότερου πρωθυπουργού (…) Ο H.M. εισηγήθηκε σθεναρά τη δημιουργία μιας ολιγομελούς επιτροπής έκτακτης ανάγκης για τη διαχείριση της εκστρατείας στα Φώκλαντς, ενδεχομένως δε και μιας δεύτερης για τα οικονομικά ζητήματα, τα οποία θα προέκυπταν. Πρόσθεσε πως μια συγχώνευση των δυο θα απέβαινε μοιραία (…) Αποφάσισα να αφήσω τα οικονομικά απέξω. Ως εκ τούτου, η επιτροπή έκτακτης ανάγκης απαρτίστηκε από τους Υπουργούς Εσωτερικών [Willie Whitelaw], Εξωτερικών [Francis Pym], Άμυνας [John Nott], τον Καγκελάριο του Δουκάτου του Λάνκαστερ [Cecil Parkinson] και εμένα την ίδια. Ο Αρχηγός του Επιτελείου [Terry Lewin] και ο Μόνιμος Γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών [Sir Anthony Acland] παρέστησαν σε τακτά διαστήματα. Έπειτα από μερικές συνεδριάσεις προέκυψε ανάγκη παρουσίας και του Γενικού Εισαγγελέα [Sir Michael Havers] για ζητήματα που άπτονταν της χρήσης του νομίμου δικαιώματος αυτοάμυνας και του Άρθου 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Η αρχική σελίδα του χειρόγραφου κειμένου Πηγή:https://www.margaretthatcher.org/archive/1982retpa 2.asp2

Διαπιστώνοντας πως τα μακροπρόθεσμα προβλήματα των Φώκλαντς απαιτούσαν μια παρουσία σε μόνιμη κλίμακα, απευθύνθηκα προς τον Sir Michael Palliser [προκάτοχο του Acland στο Υπουργείο Εξωτερικών] (…) ο οποίος αποδέχτηκε και παρίστατο τακτικά στις συνεδριάσεις. Πρακτικά, η συμβολή και η πείρα του αφορούσαν τη διπλωματική διάσταση της δουλειάς μας με παροχή συμβουλών σχετικά με τις επαφές, διαβουλεύσεις και ανταλλαγές πληροφοριών με άλλες χώρες.

(…) Η επιτροπή προσέλαβε την ονομασία Overseas and Defence Policy Committee [συντομογραφία OD].(…) Συγκροτήθηκε την Τρίτη [6 Απριλίου 1982], η οποία μόλις είχε διαδεχθεί την εισβολή της προηγούμενης Παρασκευής [2 Απριλίου]. Η ημερήσια διάταξη περιλάμβανε Πρώτον. Άπαντα τα στρατιωτικά ζητήματα π.χ. (i) ενημέρωση για τις τελευταίες 24 ώρες (ii) άμεση λήψη αποφάσεων (iii) μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Δεύτερον. Διπλωματικού περιεχομένου ζητήματα, ιδιαίτερα σημαντικά ενόσω η Δύναμη Κρούσης βρισκόταν καθ’ οδόν προς τα Φώκλαντς και βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις σε διάφορα επίπεδα. Προς το τέλος δε Τρίτον. Προετοιμασίες για μετά την εισβολή εποχή και γενικότερα για το μέλλον.

Όταν συνήλθαμε για πρώτη φορά (7 Απριλίου), η Δύναμη Κρούσης είχε ήδη αποπλεύσει με μια ταχύτητα και μια αποτελεσματικότητα που εξέπληξαν ολόκληρο τον κόσμο και μας έκαναν να αισθανόμαστε υπερήφανοι και πολύ Βρετανοί. Η απόφαση είχε ληφθεί από την Κυβέρνηση το απόγευμα της ημέρας της εισβολής (Παρασκευή). Η κύρια δύναμη με τα αεροπλανοφόρα και τα σκάφη συνοδείας απέπλευσε τη Δευτέρα 5 Απριλίου, πλήρως εξοπλισμένη. Δυστυχώς, μέχρι την πρώτη σύγκληση της επιτροπής, ο Peter Carrington [Υπουργός Εξωτερικών] υπέβαλε την παραίτησή του [για λόγους ευθιξίας εξαιτίας της κατάληψης των Φώκλαντς από τους Αργεντινούς] παρόλες τις τιτάνιες προσπάθειες του Willie Whitelaw και εμού προκειμένου να τον πείσουμε να ανακαλέσει. Ο John Nott [Υπουργός Άμυνας για τον ίδιο ακριβώς λόγο] υπέβαλε και εκείνος την παραίτησή του, την οποία μου ήταν αδύνατο να αποδεχτώ τη στιγμή που η Δύναμη Κρούσης είχε ήδη ξανοιχτεί στον ωκεανό. Ευτυχώς που αρνήθηκα – ο John υπήρξε υπέροχος σε ολόκληρη τη διάρκεια της εκστρατείας.

John Nott.
Lord Peter Carrington.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αναρωτιόμασταν κατά πόσο έπρεπε να μεταφέρουμε αεροπορικώς τον Κυβερνήτη [των Φώκλαντς] στη Νήσο της Αναλήψεως [Ascension Island] ώστε να ηγηθεί της Δύναμης Κρούσης. Πολλοί πίστευαν πως κάτι τέτοιο θα τόνωνε το ηθικό των κατοίκων των Φώκλαντς, οι οποίοι, όπως φανταζόμασταν, είχαν περιέλθει σε κατάσταση απόγνωσης. Σε τελική ανάλυση (…) εκτιμήσαμε ότι θα μας ήταν περισσότερο χρήσιμος εάν παράμενε κοντά μας. Είχα συναντήσει τον Κυβερνήτη [Rex Hunt] όπως και τους δυο διοικητές των πεζοναυτών αμέσως μετά την επιστροφή τους. (…) Όταν συναντηθήκαμε οι τρεις μας στην πρωθυπουργική κατοικία, τον ρώτησα: “Είχατε το συναίσθημα πως επίκειτο εισβολή;”και μου απάντησε: “Όχι – νόμιζα πως ήταν ένας ακόμη συναγερμός, όπως όλοι όσους είχαμε βιώσει τον τελευταίο καιρό”. Ένας από τους διοικητές των πεζοναυτών σκιαγράφησε το όλο σκεπτικό της επιχείρησης [των Αργεντινών], η οποία, όπως είπε, ήταν καλά σχεδιασμένη καθώς το πρώτο κύμα ακροβολίστηκε [στο Πορτ Στάνλεϋ] από την πλευρά της ξηράς. Παρέμεινε κρυμμένο έως ότου καταφθάσουν ενισχύσεις και μηχανοκίνητες δυνάμεις. (…) Οι δυο διοικητές μας ανυπομονούσαν να επιστρέψουν επιτόπου. Ο ένας, μάλιστα, ήταν καλά εξοικειωμένος με την τοπογραφία της περιοχής. (…) Γρήγορα μεταφέρθηκαν αεροπορικώς στη Νήσο της Αναλήψεως, όπου προσχώρησαν στη Δύναμη Κρούσης. Σε αυτούς έγινε τελικά η παράδοση στο Κυβερνείο όταν το Πορτ Στάνλεϋ έπεσε στα χέρια μας. Ο Κυβερνήτης συνέδραμε τα μέγιστα στο Λονδίνο. Μέσω του BBC εξέπεμπε συχνά, διαβεβαιώνοντας τους κατοίκους των Φώκλαντς πως οι αποσκευές του ήταν έτοιμες προκειμένου να επιστρέψει εκεί με την πρώτη ευκαιρία.

Πορτ Στάνλεϋ, 2 Απριλίου 1982. Η έπαρση της σημαίας της Αργεντινής στον περίβολο του Βρετανικού Κυβερνείου.
Ο Κυβερνήτης των Φώκλαντς, Rex Hunt.

(…) Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στις 7 Απριλίου. Σύντομα πληροφορηθήκαμε πως ο Al Haig [Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ] επρόκειτο να μας επισκεφτεί την Πέμπτη [δηλ. την επομένη]. Συναντηθήκαμε στις 19.00 προκειμένου να συντονιστούμε ενόψει της επίσκεψης. Είχαμε μια ευρεία ανταλλαγή απόψεων. Ο Francis [Francis Pym, Υπουργός Εξωτερικών] ήταν κάθετα αντίθετος να ανακοινώσουμε το απόγευμα εκείνο [στη Βουλή των Κοινοτήτων] την επιβολή Ναυτικής Αποκλειστικής Ζώνης. Πίστευε πως κάτι τέτοιο θα ενοχλούσε τον Haig και πως έπρεπε να περιμένουμε να έρθει την επομένη, προτού αποφασίσουμε. Ο John Nott υποστήριξε σθεναρά τη ζώνη και χάρη στη δική του επιμονή οι υπόλοιποι καταφέραμε να αντικρούσουμε τους ενδοιασμούς του Francis. Η απόφαση υπήρξε σωστή. [Στη Βουλή των Κοινοτήτων] Ο John εκφώνησε έναν υπέροχο λόγο ανακοινώνοντας την επιβολή της ζώνης. Ούτε μια φωνή υψώθηκε εναντίον του και ο Jim Callaghan [ηγέτης των Εργατικών] ακούστηκε να λέει “απολύτως σωστό”. Έτσι, η ζώνη άρχισε να ισχύει από τα μεσάνυκτα της 11/12 Απριλίου.(…) Ο Haig ενημερώθηκε σχετικά λίγο πριν από την ανακοίνωση. Όταν συναντηθήκαμε την επομένη, μου είπε πως επρόκειτο για μια απόλυτα ορθή απόφαση.

(…) Πολύ φοβάμαι πως η υπέρμετρη αποφασιστικότητά μας προκάλεσε κάποιου είδους σοκ στον Al Haig και τους συμβούλους του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν ο στρατηγός Walters, οι κ.κ. Enders και Ed Seaton, μέλη της αμερικανικής πρεσβείας στο Λονδίνο (ο πρέσβυς απουσίαζε). Από την αρχή είχε διαφανεί πως είχε έρθει ως διαμεσολαβητής. Ωστόσο, επιθυμούσε προηγουμένως να ενημερωθεί για τις θέσεις μας προτού μεταβεί στο Μπουένος Άιρες. Κατ’ επανάληψη διευκρινίσαμε ότι έπρεπε πρώτα να αποσυρθούν [από τα Falklands] όλες οι στρατιωτικές δυνάμεις της Αργεντινής, να αποκατασταθεί η Βρετανική διοίκηση (τότε ακριβώς είχαμε συνειδητοποιήσει ότι η Βρετανική κυριαρχία δεν είχε από νομικής απόψεως, μεταβληθεί από το γεγονός της εισβολής) και μόνο κατόπιν ήμασταν διατεθειμένοι να διαπραγματευτούμε με την Αργεντινή με γνώμονα τις επιθυμίες των κατοίκων. Ο Al Haig επιθυμούσε διακαώς να καταλήξουμε στη σύνταξη κοινού ανακοινωθέντος προτού αποχωρήσει. Δήλωσε πως κατά πάσα πιθανότητα ένα ενδιάμεσο χρονικό διάστημα επρόκειτο να μεσολαβήσει ανάμεσα στην αποχώρηση των Αργεντινών και την αποκατάσταση της Βρετανικής διοίκησης. Δεν ήταν όμως προετοιμασμένος να ενεργήσει ανάλογα. Μόλις αποχώρησε, ο στρατηγός Walters μου είπε: “πραγματικά σας αρμόζει ο χαρακτηρισμός της σιδηράς κυρίας”. (…) Πάντοτε έβρισκα, σε ολόκληρη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ότι ο Al Haig ήταν δίκαιος. Σκληρός, όντως πολύ σκληρός διαπραγματευτής, αλλά έντιμος στις σχέσεις του με εμάς και με τον Τύπο.

(…) Αναχώρησε για το B.A. [Μπουένος Άιρες]. Η Δύναμη Κρούσης συνέχιζε την πορεία της, το ίδιο και ο στρατιωτικός σχεδιασμός, με αυτοσυγκέντρωση και ενθουσιασμό. Ουδείς γνώριζε εάν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί. Όσο όμως πλησίαζε στον προορισμό της, τόσο περισσότερο υπήρχαν ελπίδες πως οι Αργεντινοί θα αποσύρονταν. Οφείλω να ομολογήσω ότι ποτέ δεν πίστεψα πραγματικά ότι ένα στρατιωτικό καθεστώς επρόκειτο να αποσύρει τις δυνάμεις του. Οι σκηνές στις πλατείες του B.A. (δημόσιες εμφανίσεις από τον εξώστη ενώπιον ενός κραυγάζοντος πλήθους) ήταν τόσο στομφώδεις που δεν μπορούσα να διανοηθώ την χούντα να υποχωρεί, παρά μόνο εάν εξασφάλιζε την κυριαρχία ως αντιστάθμισμα της απόσυρσης. (…) Ο Al Haig πέρασε δύσκολες στιγμές στο B.A. (…) Αποδείχτηκε αδύνατο για τους Αμερικανούς φίλους μας να γνωρίζουν με ποιόν ακριβώς διαπραγματεύονταν. Πρώτα με τον Galtieri, κατόπιν με την υπόλοιπη χούντα, τέλος, με τους στρατιωτικούς (50 πάνω-κάτω) πίσω από τη χούντα.

(…) Έτσι άνοιξε ένας μακρύς κύκλος διαπραγματεύσεων. (…) Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ τον πρώτο “γύρο”. Ο Haig συνοδευόταν εκ νέου από τον στρατηγό Walters και τον Enders. Ξεκίνησε αναπτύσσοντας προφορικά δικές του προτάσεις, οι οποίες, όπως καταλάβαμε, συζητήθηκαν στο Μπουένος Άιρες και θα μπορούσαν να καταλήξουν σε ένα σύμφωνο περί απόσυρσης.(…) Γρήγορα αντιληφθήκαμε πως δεν είχαμε σφαιρική εικόνα. 1. Ο Galtieri ήθελε να δει τη Δύναμη Κρούσης να έχει πάρει ήδη τον δρόμο της επιστροφής τη στιγμή της υπογραφής της συμφωνίας. Για πάνω από δυο ώρες επιχειρηματολογήσαμε ως προς το συγκεκριμένο σημείο, έως ότου δήλωσα πως δεν ήμουν προετοιμασμένη να αποδεχτώ κάτι τέτοιο. Η Δύναμη Κρούσης θα συνέχιζε. Πιθανή συμφωνία δεν συμπεριλάμβανε τη Ναυτική Αποκλειστική Ζώνη, η οποία είχε προσδιοριστεί στα 150 ναυτικά μίλια γύρω από τα Νησιά Φώκλαντς, Νότια Γεωργία και Νότια Σάντουιτς. 2. Οι Αργεντινοί (…) ήθελαν οι ομοεθνείς τους να έχουν τα ίδια με τους κατοίκους δικαιώματα διαμονής, ιδιοκτησίας και εργασίας.(…) Απαντήσαμε πως η όποια μεταβατική περίοδος δεν έπρεπε να μεταβάλλει τον τρόπο διαβίωσης στα νησιά. Οι νόμοι και η διοίκηση που προϋπήρχαν έπρεπε να συνεχιστούν. 3. Οι Αργεντινοί επέμεναν στην αναγκαιότητα αναφοράς σε πολλά ονομαστικά ψηφίσματα της Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών και πως οι διαπραγματεύσεις για το μακροπρόθεσμο μέλλον όφειλαν να στηριχτούν στα παραπάνω κείμενα. Επρόκειτο για διακηρύξεις βάσει των οποίων η Αργεντινή εμφανιζόταν να διαθέτει τίτλους επί των νήσων, όπως επίσης ότι ήταν πλέον η ώρα να τερματιστεί η δυτική αποικιοκρατία! Ουδεμία αναφορά στην αυτοδιάθεση!

Η Margaret Thatcher και ο Alexander Haig έξω από την πρωθυπουργική κατοικία της Ντάουνινγκ Στρητ.

(…) Διαπιστώσαμε ότι δεν ήταν δυνατό να συνεχίσουμε έτσι, μερικοί από εμάς μάλιστα θεωρούσαν πως είχαμε ήδη προχωρήσει μακριά σχετικά με την Ειδική Επιτροπή, την απόσυρση – ή μάλλον συμφωνία πως δεν επρόκειτο να εισχωρήσουμε εντός των αποκλειστικών ζωνών σε περίπτωση αποχώρησης των Αργεντινών. (…) Προέκυψαν προβλήματα σχετικά με τη χρήση της Νήσου της Αναλήψεως. Σχεδιάζαμε να συγκεντρώσουμε εκεί έναν τεράστιο αριθμό υλικού, αεροσκαφών και πλοίων, που απαιτούσε επιπλέον προσωπικό, χώρους αποθήκευσης και δεξαμενές καυσίμων. Πρακτικά, οι ΗΠΑ βοήθησαν εξαιρετικά. Όμως, το Β.Α. αντέδρασε, ζητώντας μια δήλωση, σύμφωνα με την οποία θα επιτρέπονταν μόνο “κανονικές” διευκολύνσεις. Κάτι τέτοιο θα μας έκανε τη ζωή αφόρητη και χρειάστηκε να επιμείνω πως, αν και η βάση ήταν Αμερικανική, το νησί ήταν κυρίαρχο Βρετανικό έδαφος με αποτέλεσμα να δυνάμεθα να το χρησιμοποιήσουμε όπως επιθυμούσαμε. Ευτυχώς ο Al Haig υπήρξε ιδιαίτερα συνεργάσιμος και το ζήτημα αξιοποίησης της Νήσου της Αναλήψεως δεν συμπεριλήφθηκε στη δήλωση.

(…) Ήταν σημαντικό να γνωρίζουμε επακριβώς το μέγεθος και τη διάταξη των αντιπάλων δυνάμεων, τις δυνατότητές τους, τις συνέπειες του Ανταρκτικού χειμώνα και τις διαθέσιμες επιλογές. Πολύς κόσμος είχε τότε διαμορφώσει την ιδέα πως αν οι διαπραγματεύσεις απέβαιναν άκαρπες, η Δύναμη Κρούσης θα μπορούσε να θέσει τα Φώκλαντς υπό καθεστώς αποκλεισμού και να προχωρήσει σε επιδρομές από μονάδες ειδικών δυνάμεων. Όποιος έτρεφε τέτοιου είδους ιδέες έπρεπε γρήγορα να τις αποποιηθεί. Πέρα από τις απώλειες σε αεροσκάφη (και τα δυο αεροπλανοφόρα διέθεταν μονο 20 Harriers [αεροσκάφη καθέτου απογείωσης/προσγείωσης]) οι δυσκολίες να τα διατηρήσουμε υπό θυελλώδεις καιρικές συνθήκες ήταν τεράστιες. Είχαμε απόλυτη συναίσθηση πως διαθέταμε ένα χρονικό διάστημα 2-3 εβδομάδων μέσα στον Μάιο, εντός του οποίου έπρεπε να αποβιβαστούμε, στο ποσοστό που κάτι τέτοιο ήταν εφικτό δίχως βαριές απώλειες. Σχεδόν αμέσως βρεθήκαμε αντιμέτωποι με προβλήματα όπως η αποστολή περαιτέρω ενισχύσεων σε άνδρες, αεροσκάφη και οπλισμό, η διαχείριση των αιχμαλώτων πολέμου, όπως και τι ακριβώς είμασταν διατεθειμένοι να πράξουμε σχετικά με την Νότιο Γεωργία και πότε. Δεν υπήρχαν περιθώρια αναβολής. Οι αποφάσεις έπρεπε να ληφθούν ταχύτατα. (…) Το M.O.D. [Υπουργείο Άμυνας] έκανε εξαιρετική δουλειά σε επίπεδο επιχειρησιακού σχεδιασμού και λογιστικής. Συνεχείς εντολές για επιπλέον εμπορικά πλοία, κανόνες εμπλοκής, στρατεύματα, υλοποιούνταν αποτελεσματικά και γρήγορα. (…) Η αρχική Δύναμη Κρούσης έδειχνε μεγάλη, ωστόσο, η πραγματική Αρμάδα έμελλε να ακολουθήσει.

(…) Βρισκόμουν στο Τσέκερς για το Σαββατοκύριακο και χρειάστηκε να επιστρέψω το Σάββατο στον αρ. 10 [πρωθυπουργική κατοικία] προκειμένου να δεχτώ ένα τηλεφώνημα από τον Πρόεδρο Reagan. Για κάποιο λόγο η απευθείας τηλεφωνική γραμμή στο Τσέκερς δεν λειτουργούσε σωστά. Από ότι φαινόταν, το B.A. διεκδικούσε κι άλλες υποχωρήσεις εκ μέρους μας – έστω κι αν αυτοί ήταν οι επιτιθέμενοι. Είπα πως δεν μπορούσαμε να υποχωρήσουμε παραπάνω και ο Πρόεδρος Reagan συμφώνησε πως δεν ήταν λογικό να ζητήσει από εμάς να το πράξουμε. Την Δευτέρα θελήσαμε να πληροφορηθούμε επακριβώς σε ποιο σημείο βρίσκονταν τα πράγματα και τι είδους κείμενο συζητείτο στο B.A. Αργότερα μέσα στην ημέρα έφτασαν οι λεπτομέρειες. Δεν ανταποκρίνονταν με τις απαιτήσεις μας ειδικότερα ως προς την προτεραιότητα, η οποία έπρεπε να δοθεί στις επιθυμίες των Νησιωτών. Ήταν σαφές πως η Αργεντινή επιδίωκε να διατηρήσει ό,τι είχε αποσπάσει δια της βίας. (…) Την επομένη, έχοντας παραλάβει μήνυμα από τον Haig, συμφωνήσαμε να μεταβεί ο Francis [Francis Pym, Υπουργός Εξωτερικών] στην Ουάσινγκτον μεταφέροντας τις δικές μας αντιπροτάσεις στις προτάσεις του Haig έτσι όπως τις είχε διαμορφώσει στο B.A. Οι τελευταίες ήταν τρομακτικές – ακόμα και ο Haig ομολόγησε πως αποτελούσαν εμφανές πισωγύρισμα σε σχέση με το κείμενο του Λονδίνου στο κάθε σημείο υψίστης σημασίας – τις διαπραγματεύσεις σε βάθος χρόνου, την ενδιάμεση άσκηση της διοίκησης και την απόσυρση. Ο στόλος μας θα σταματούσε σε απόσταση 1.750 ναυτικών μιλίων και εντός 15 ημερών θα αποσυρόταν στις συνηθισμένες επιχειρησιακές βάσεις ή περιοχές. (…) Το δικαίωμα διαμονής, ιδιοκτησίας και αξιοποίησης της περιοχής θα προωθούνταν και θα διευκολύνονταν ανάμεσα στα Νησιά και την Αργεντινή. Προβλέπονταν δυνατότητες αποζημίωσης για όσους κατοίκους δεν επιθυμούσαν να παραμείνουν. Επρόκειτο για πραγματική ανάληψη του ελέγχου κατά τη μεταβατική περίοδο. Πόσο μάλλον, που με την απόσυρση της Βρετανικής Δύναμης Κρούσης, οι Αργεντινοί θα μπορούσαν να επανέλθουν στρατιωτικά ανά πάσα στιγμή.(…) Συμφωνήσαμε ο Francis να κινηθεί με γνώμονα τις δικές μας αντιπροτάσεις και να ζητήσει την εγγύηση των ΗΠΑ για την ασφάλεια των Νήσων.

Το Σάββατο 24 Απριλίου ο Francis επέστρεψε από την Ουάσινγκτον. Η ημέρα εκείνη έμελλε να αποδειχτεί ως μια από τις πλέον κρίσιμες στο όλο ζήτημα των Φώκλαντς αλλά και για μένα προσωπικά. Νωρίς το πρωί του Σαββάτου ο Francis με επισκέφτηκε στο γραφείο του στον αρ. 10 προκειμένου να με ενημερώσει για τα αποτελέσματα της επίσκεψής του. Το κείμενο που έφερε μαζί του αποτελούσε πραγματικό ξεπούλημα. Διέφερε παρασάγγας από εκείνο του B.A. Ειδικότερα σε ένα σημείο ήταν κατά πολύ χειρότερο – οι ναυτικές μας δυνάμεις έπρεπε να παραμείνουν σε απόσταση 2.000 ναυτικών μιλίων ή ακόμη μακρύτερα με τη συμπλήρωση επτά ημερών έπειτα από τη συνομολόγηση της συμφωνίας. (…) Απάντησα στον Francis πως οι όροι, τους οποίους έφερε μαζί του, ήταν εντελώς απαράδεκτοι. Αφαιρούσαν από τους κατοίκους των Φώκλαντς την ελευθερία τους και από την Βρετανία την τιμή και το κύρος της. Ήταν εμφανές πως ο Haig του είχε επιβληθεί με το επιχείρημα ότι οι εχθροπραξίες επίκειντο και πως αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία για πολιτική λύση. (…) Ο ίδιος [Haig] έτρεφε επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητά μας να εξασφαλίσουμε μια ικανοποιητική στρατιωτική λύση και πίστευε πως με τον πρώτο πυροβολισμό, κάθε είδους διεθνής υποστήριξη θα εξανεμιζόταν. Ζήτησε να του έχουμε απαντήσει έως το απόγευμα του Σαββάτου, ώρα Ουάσινγκτον.

Προγραμματίσαμε συνεδρίαση για τις 6.15 μ.μ. του Σαββάτου. (…) Κάλεσα στον αρ. 10 τον Γενικό Εισαγγελέα. Λιγότερο από μια ώρα πριν από τη συνεδρίαση έφτασε, για να επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους μου. Παρά τις ξεκάθαρες απόψεις μου, έτσι όπως του τις είχα εκθέσει το πρωΐ, ο Francis συνέταξε ένα υπόμνημα προς την Επιτροπή, με το οποίο εισηγείτο την αποδοχή των όρων του Haig. Στο υπόμνημα παραδεχόταν πως υπήρχαν αυτονόητες αντιρρήσεις επί της αρχής. Όμως, παρά τις τελευταίες καθώς και τις δυσκολίες που θα ανέκυπταν σε επίπεδο Κοινοβουλίου και κοινής γνώμης, τασσόταν υπέρ της αποδοχής του σχεδίου υποστηρίζοντας ότι ο συγκεκριμένος συμβιβασμός προσέφερε την καλύτερη ευκαιρία για μια πολιτική επίλυση, κατά πολύ προτιμότερη από την εναλλακτική στρατιωτική επιλογή. Ένας πρώην Υπουργός Άμυνας και νυν Υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας εισηγείτο την ειρήνη με τόσο μεγάλο κόστος. Εάν κατάφερνε να περάσει τη γραμμή του στους κόλπους της Επιτροπής θα έπρεπε να αποχωρήσω από την εξουσία.

Francis Leslie Pym.

(…) Η συνεδρίαση ξεκίνησε με τον Υπουργό Εξωτερικών να καταθέτει το υπόμνημά του εισηγούμενος την αποδοχή του τελευταίου. Όμως, 5 ώρες δικής μου προετοιμασίας δεν απέβησαν άσκοπες. Επανήλθα στο κείμενο άρθρο προς άρθρο, ζητώντας από εκείνον να εξηγήσει τι ακριβώς εννοούσε – πως φτάσαμε σε σημείο να αποδεχόμαστε όσα είχαμε προηγουμένως απορρίψει, για ποιο λόγο δεν επιμείναμε σε ένα μίνιμουμ αυτοδιάθεσης, γιατί φτάσαμε σε σημείο να αποδεχόμαστε ουσιαστικά απεριόριστο εποικισμό από τους Αργεντινούς και απόκτηση ιδιοκτησίας σε ισότιμη βάση. Ο Michael Havers [Γενικός Εισαγγελέας] στήριξε τις θέσεις μου. Ο Cecil [Parkinson] έδειξε προβληματισμένος με το σχέδιο της συμφωνίας, που δεν του άρεσε καθόλου. Ο John Nott [Υπουργός Άμυνας] επέσπευσε τη διαδικασία, υποστηρίζοντας πως δεν τον εκπροσωπούσε, συμφωνώντας ότι δεν μπορούσαμε να αποδεχθούμε το σχέδιο. Πρότεινε να μην το σχολιάσουμε καθόλου, λέγοντας στον Haig να το υποβάλει στους Αργεντινούς. Σε περίπτωση που το αποδέχονταν, θα περιερχόμασταν ασφαλώς σε δύσκολη θέση. Θα μπορούσαμε, όμως, να θέσουμε το όλο θέμα στο Κοινοβούλιο υπό το φως της προαναφερθείσας αποδοχής. Εάν (η χούντα) το απέρριπτε (πιστεύαμε πως αυτό ακριβώς θα έπραττε επειδή ήταν αδύνατο για ένα στρατιωτικό καθεστώς να αποσύρει τις δυνάμεις του), τότε θα ήμασταν σε θέση να προτρέψουμε τις ΗΠΑ να συνταχθούν με εμάς, κάτι που ο Haig είχε αφήσει να εννοηθεί αρκεί να μην ήμασταν εμείς εκείνοι που θα διέκοπταν τις διαπραγματεύσεις. Αυτό ακριβώς αποφασίσαμε. (…) Έτσι, η “κρίση” ξεπεράστηκε. Μια κρίση, η οποία είχε ως διακύβευμα την τιμή της Βρετανίας.

Κι άλλα συνέβησαν την εβδομάδα εκείνη. Την Πέμπτη ο Galtieri επισκέφτηκε τα Φώκλαντς και λουστήκαμε την παρουσία του εκεί μέσα από τις οθόνες της τηλεόρασής μας. Όμως, ένα άλλο ζήτημα έκανε τη διαφορά εκείνο το σαββατιάτικο απόγευμα, προκαλώντας βαθιά αίσθηση. Την Πέμπτη το απόγευμα (22 Απριλίου) ο Αρχηγός του Επιτελείου [ναύαρχος Lewin] με επισκέφτηκε επειγόντως, συνοδευόμενος από τον John Nott. Οι ειδικές μας δυνάμεις είχαν αποβιβαστεί σε έναν παγετώνα στη Νότιο Γεωργία προκειμένου να προβούν σε μια αναγνωριστική επιχείρηση. Ο ισχυρός άνεμος είχε διώξει το χιόνι μακριά και δεν υπήρχε δυνατότητα να σκάψουν και να προφυλαχθούν από το ψύχος. Διαμήνυσαν στο HMS Antrim ζητώντας να στείλει ελικόπτερα για να απεγκλωβιστούν. Το πρώτο ελικόπτερο, πλησιάζοντας, συνετρίβη εξαιτίας της χαμηλής ορατότητας. Το ίδιο συνέβη και με το δεύτερο. Δεν γνωρίζαμε κατά πόσο υπήρξαν απώλειες σε ανθρώπινες ζωές. Επρόκειτο για πολύ κακή αρχή της εκστρατείας. Άραγε το κουράγιο και η ανδρεία μας θα κάμπτονταν από τον καιρό; Προτού καλά-καλά ξεκινήσουμε είχαμε χάσει 2 ελικόπτερα και 16 ή 17 πληρώματα (…). Ένα τρίτο (τύπου Wessex) κατάφερε τελικά να προσγειωθεί αργότερα πάνω στον παγετώνα και να περιμαζέψει όλους τους άνδρες καθώς και τα πληρώματα των δυο ελικοπτέρων με ασφάλεια. Τι έξοχος πιλότος! Μήνες αργότερα, όταν τον Ιανουάριο του 1983 επισκέφτηκα τα Φώκλαντς, συναντήθηκα μαζί του επί του HMS Antrim. Θαυμάσιος άνθρωπος, μετριόφρων και γνήσιος επαγγελματίας. Μου διηγήθηκε πως ποτέ άλλοτε δεν είχαν επιβιβαστεί τόσο πολλά άτομα στο ελικόπτερό του. Όλα πήγαν καλά χάρη στο κουράγιο, την επιδεξιότητα και την ψυχραιμία του.

Ο στρατηγός Leopoldo Galtieri (αριστερά), επικεφαλής του στρατιωτικού καθεστώτος της Αργεντινής, επισκέπτεται τον Απρίλιο του 1982 τα τελούντα υπό κατάληψη νησιά Φώκλαντς. Συνοδεύεται από τον στρατιωτικό διοικητή της περιοχής, στρατηγό Mario Menéndez.

(…) Στη συνέχεια, έπειτα από το δύσκολο και αποφασιστικό Σάββατο, τα πράγματα άρχισαν να γυρίζουν ευνοϊκά για εμάς στη Νότιο Γεωργία. Οι δυνάμεις μας αποβιβάστηκαν την Κυριακή και κατέλαβαν το Γκρυτβίκεν. Ένας από τους ναυτικούς μας εντόπισε ένα Αργεντινό υποβρύχιο (Santa Fe) στην επιφάνεια, έτοιμο να καταδυθεί. Αιχμαλωτίστηκε εύκολα. (…) Πληροφορήθηκα τα νέα στο Τσέκερς αργά το απόγευμα και πήγα αμέσως να συναντήσω την Βασίλισσα στον πύργο του Ουίνδσορ. Αισθανόμουν υπέροχα που την ενημέρωσα προσωπικά πως η εξουσία της είχε αποκατασταθεί σε ένα από τα νησιά. Επέστρεψα στον αρ. 10 εν αναμονή της επιβεβαίωσης της είδησης και ενόψει της δημοσιοποίησής της. Ήμουν της άποψης πως η τιμή της ανακοίνωσης ανήκε στον John Nott, για αυτό και τον κάλεσα στον αρ. 10. Ο κ. Macdonald (Εκπρόσωπος Τύπου του Υπουργείου Άμυνας) ήρθε και εκείνος. Όλοι μαζί συντάξαμε το Δελτίο Τύπου. Βγήκαμε μπροστά από το κτήριο και ανακοινώσαμε την είδηση μπροστά στις συγκεντρωμένες εκεί κάμερες.

The Empire Strikes Back – Retaking South Georgia 1982

Η ανακατάληψη της Νοτίου Γεωργίας γέννησε στους κατοίκους των Φώκλαντς μεγάλες ελπίδες. Ο Τύπος συνήγαγε το συμπέρασμα πως η απελευθέρωσή τους ήταν απλό ζήτημα ημερών. Χρειάστηκε να περάσουν πολλές αγωνιώδεις ημέρες και εβδομάδες ολόκληρες έως ότου αυτό συμβεί. (…) Είχαμε ακόμα μπροστά μας πολύ σχεδιασμό. Μας ανησυχούσε απελπιστικά η παρουσία των Αργεντινών υποβρυχίων καθώς και εκείνη του αεροπλανοφόρου Veinticinco de Mayo και της συνοδείας του. Αποτελούσαν πραγματική απειλή για οποιουδήποτε είδους απόβαση. (…) Την επομένη, συμφωνήσαμε να αναγγείλουμε την επιβολή πλήρους Ζώνης Αποκλεισμού. Αφορούσε ολόκληρο τον θαλάσσιο και εναέριο χώρο. Σήμαινε πως έπρεπε να πράξουμε τα πάντα προκειμένου να καταστήσουμε ανενεργό το αεροδρόμιο του Πορτ Στάνλεϋ.

Το σύμπλεγμα των Νήσων Φώκλαντ, Νοτίου Γεωργίας και Νοτίων Σάντουιτς.

(…) Είχαμε όλοι μας απόλυτη συναίσθηση πως οι διαπραγματεύσεις δεν επρόκειτο να παραταθούν επ’ αόριστο. Σύντομα θα καλούμασταν να λάβουμε κρίσιμες αποφάσεις σχετικά με μια απόβαση. Ήμουν ενήμερη των διεργασιών, οι οποίες λάμβαναν χώρα στο MOD με αντικείμενο την εκπόνηση αναλυτικών σχεδίων δράσης και την επιλογή των ακτών απόβασης. Μια αίσθηση δυσφορίας ήταν διάχυτη μεταξύ των βουλευτών επειδή είχαμε ενδεχομένως υποχωρήσει πέραν του δέοντος στις διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, επικρατούσε η άποψη πως έπρεπε να συνεχίσουμε και να μην προχωρήσουμε σε χρήση στρατιωτικών μέσων παρά μόνο εφόσον οι διαπραγματεύσεις ναυαγούσαν ολοκληρωτικά. Έχοντας επίγνωση του περιορισμένου χρονοδιαγράμματος, δήλωνα διαρκώς ενώπιον του Κοινοβουλίου ότι καμία προσφυγή σε τέτοιου είδους μέσα δεν επρόκειτο να λάβει χώρα με τις διαπραγματεύσεις σε εξέλιξη. Και αυτό ακριβώς συνέβη.

(…) Ο Haig κοινοποίησε στους Αργεντινούς το κείμενό του την Τρίτη (27 Απριλίου) θέτοντας προθεσμία για απάντηση έως τα μεσάνυκτα (ώρα B.A.) της 27/28 Απριλίου. Βέβαια, έως τότε είχαμε ανακαταλάβει τη Νότιο Γεωργία αλλά οφείλαμε, σύμφωνα με το κείμενό του, να αποσύρουμε τις μισές από τις δικές μας δυνάμεις εντός των επομένων 7 ημερών. Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να αποδεχτούμε αυτή τη φόρμουλα. Ωστόσο, υπέβαλε το κείμενό του στη Χούντα με τρόπο ιδιαίτερα κατηγορηματικό. Ουδεμία τροποποίηση ήταν ανεκτή και υπήρξε κάθετος ως προς τον σεβασμό της χρονικής προθεσμίας. Πρόσθεσε ότι σε περίπτωση που δεν λάμβανε απάντηση εγκαίρως, θα θεωρούσε τις προτάσεις του ως απορριφθείσες. Στη συνεδρίαση της Επιτροπής την ίδια ημέρα (Τρίτη 27 Απριλίου) γνωρίζαμε πως τα χρονικά περιθώρια είχαν στενέψει. Ενεργοποιήσαμε την άλλη διαδικασία, εκείνη των πρώτων στρατιωτικών αποφάσεων – π.χ. θα διακινδυνεύαμε τη χρήση των ανεφοδιασμένων εν πτήσει βομβαρδιστικών Vulcan για να εξουδετερώσουμε το αεροδρόμιο του Πορτ Στάνλεϋ τη στιγμή της άφιξης της Δύναμης Κρούσης; Ο επιταχθείς εμπορικός στόλος είχε στο μεταξύ αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις η δε ταχύτητα, με την οποία είχαν ολοκληρωθεί οι εργασίες μεταποίησης στα σκάφη Canberra και Uganda, αποτελούσε τρανή απόδειξη του τι ήταν ικανή η Βρετανία να πετύχει. (…) Βεβαίως διακατεχόμασταν από αγωνίες. (…) Η Αρμάδα μας ήταν δυνατό να πληγεί από το δικό τους [Αργεντινό] αεροπλανοφόρο καθώς και από υποβρύχια. Το ενδεχόμενο βύθισης ενός πλοίου φορτωμένου με στρατιώτες ήταν εφιαλτικό. Την ίδια ημέρα επιτρέψαμε στα αεροσκάφη Vulcans & Hercules να μετασταθμεύσουν στη Νήσο της Αναλήψεως για παν ενδεχόμενο. Στον διπλωματικό τομέα τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν με την ταχύτητα που είχαμε προβλέψει – αν και οι στρατιωτικές προετοιμασίες συνεχίζονταν με τον ίδιο ρυθμό.

Η προθεσμία για απάντηση εκ μέρους των Αργεντινών είχε εκπνεύσει και δόθηκε παράταση 24 επιπλέον ωρών. Ως νέα προθεσμία είχαν οριστεί τα μεσάνυκτα (ώρα Ουάσινγκτον) της Πέμπτης προς Παρασκευή 29/30 [Απριλίου]. Αργότερα μέσα στην ημέρα ενημερώσαμε την Κυβέρνηση σε πλήρη σύνθεση. Όλοι συμμερίστηκαν την άποψή μας πως μια διαδοχή χρονικών παρατάσεων μπορούσε να αποβεί ολέθρια. Έπειτα από τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου διαμύνησα στον Πρόεδρο Reagan πως, κατά την άποψή μας, έπρεπε να θεωρήσει ότι οι Αργεντινοί είχαν απορρίψει τις Αμερικανικές προτάσεις. Είχαν αγνοήσει τις προθεσμίες, ο δε Costa Méndez [Υπουργός Εξωτερικών] είχε στείλει επιστολή προς τον Haig υποστηρίζοντας πως οι Αμερικανικές προτάσεις υπολείπονταν των Αργεντινών απαιτήσεων σχετικά με το θέμα της κυριαρχίας. Ο Al Haig είχε παλαιότερα δηλώσει στον Francis ότι είχε καταστήσει σαφές προς τη Χούντα πως σε περίπτωση απόρριψης, οι ΗΠΑ επρόκειτο να στηρίξουν εμάς. Θεωρούσαμε πως τα πράγματα είχαν φτάσει πλέον σε αυτό το σημείο. (…) Ο Πρόεδρος, ο Al Haig και πιστεύμε ο κ. Weinberger [Υπουργός Άμυνας] υπήρξαν υπέροχοι. Αργότερα την Παρασκευή, ο Haig ανακοίνωσε δημόσια την πλήρη υποστήριξή του, υπό την μορφή επιβολής εμπάργο όπλων σε βάρος της Αργεντινής, συνοδευόμενου από περιορισμούς οικονομικής φύσεως. (…) Αυθημερόν αποφασίσαμε να μεταβεί ο Francis στις ΗΠΑ προκειμένου να συναντηθεί με τον Haig, να επισκεφτεί τα Ηνωμένα Έθνη και να συνομιλήσει με τον Perez de Cuellar [ΓΓ του ΟΗΕ]. Εξετάσαμε και το ενδεχόμενο να μεταβεί στα Φώκλαντς κλιμάκιο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. (…) Την ίδια ημέρα τέθηκε σε ισχύ η Πλήρης Ζώνη Αποκλεισμού.

The Falklands War. Caspar Weinberger and Francis Pym Interviews,

Thames TV 27/5/1982

 

[Συνεχίζεται]

 

Η Margaret Thatcher (1925-2013) διετέλεσε πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου (1979-1990) και αρχηγός του Συντηρητικού Κόμματος (1975-1990)

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου: Ο πολιτισμός ως μοχλός ανάπτυξης στην Ελλάδα. Πολιτιστική πολιτική, διεθνής προσανατολισμός και σχεδιασμός οικονομικής ανάπτυξης (1952-1967)

 Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου

Ο πολιτισμός ως μοχλός ανάπτυξης στην Ελλάδα. 

Πολιτιστική πολιτική, διεθνής προσανατολισμός και σχεδιασμός οικονομικής ανάπτυξης (1952-1967)

 

 Πολιτική σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη 

Η δεκαετία του ’50 διαφοροποιείται σε μεγάλο βαθμό από την πρώτη φάση της μεταπολεμικής περιόδου για την Ελλάδα. Οι εκλογές του Νοεμβρίου του 1952 ουσιαστικά εγκαινίασαν μια νέα περίοδο[i] για τη χώρα, αφού, για πρώτη φορά, το πρώτο κόμμα είχε τη δυνατότητα δημιουργίας κυβέρνησης, στηριγμένης σε απόλυτη πλειοψηφία. Παρά τη «διττή υφή» (μεταρρύθμιση – π.χ. οι επιλογές των επιτελείων Μαρκεζίνη, Κανελλόπουλου και αργότερα Καραμανλή[ii], και αντικομμουνισμός – π.χ. οργανική σχέση Παπάγου με τον πυρήνα των δυνάμεων του στρατού και των Σωμάτων Ασφαλείας[iii]), ο Συναγερμός έθεσε τα θεμέλια για μια σειρά από σημαντικές επιλογές σε επίπεδο τόσο οικονομίας και ευρύτερης εσωτερικής πολιτικής, όσο και εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, αποτέλεσε τον πυρήνα δημιουργίας μιας «νέας Δεξιάς», η οποία τελικά συγκεντρώθηκε γύρω από το πρόσωπο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, διάδοχο του Παπάγου στον Συναγερμό, μετά το θάνατο του τελευταίου, το 1955. Στο νέο κόμμα που ίδρυσε ο Καραμανλής, την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ), το μεταρρυθμιστικό στοιχείο ήταν έντονο, αν και ο βασικός «αντικομουνιστικός» άξονας παρέμενε.[iv] Σε κάθε περίπτωση, η επικράτηση της ΕΡΕ στις εκλογές της 19ης Φεβρουαρίου 1956 (165 έδρες), χάρη στο νέο εκλογικό σύστημα, εξάλειψε τη διαιρετική τομή, που χαρακτήριζε την εκλογική γεωγραφία του Μεσοπολέμου (Παλαιά Ελλάδα – Αντιβενιζελικοί και Νέες Χώρες – Βενιζελικοί)[v], και, ταυτόχρονα, εξασφάλισε στην νεοεκλεγείσα κυβέρνηση τη δυνατότητα να υλοποιήσει τις βασικές επιδιώξεις της, χωρίς τις δυσκολίες της προηγούμενης περιόδου.[vi] Προτεραιότητα δόθηκε σε συγκεκριμένους «στρατηγικούς» τομείς, όπως οι υποδομές – συνεχίστηκε η γρήγορη βελτίωση του οδικού δικτύου της χώρας, που είχε ξεκινήσει ήδη από τη διετία 1952-3 –, η βιομηχανία – σημαντικός ήταν ο εξηλεκτρισμός της χώρας τόσο για τον πρωτογενή όσο και για τον δευτερογενή τομέα –, και η ενεργειακή πολιτική.[vii]

Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η Ελλάδα παρέμενε μια χώρα καθυστερημένη με ανεπαρκείς δομές για να υποστηρίξει τις αναπτυξιακές φιλοδοξίες, που ολοένα και αυξάνονταν. Υπό αυτό το πρίσμα, για τις κυβερνήσεις των αρχών της δεκαετίας του ’50, η ανάπτυξη δεν ήταν απλά ένας οικονομικός στόχος. Αντίθετα, μεταφραζόταν σε πολιτικό ζήτημα καθώς αποτελούσε ένα εργαλείο άμυνας απέναντι στον κομμουνισμό. Από την άλλη πλευρά, από το 1952, ως αποτέλεσμα της πολιτικής σταθερότητας, παρατηρήθηκε και οικονομική σταθερότητα. Το ορόσημο, που έθεσε την μεταπολεμική Ελλάδα σε τροχιά ανάπτυξης, ήταν η νομισματική μεταρρύθμιση της 9ης Απριλίου 1953. Μέσα από την τολμηρή υποτίμηση της δραχμής, και παρά τη σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση, επιτεύχθηκε η ζητούμενη νομισματική σταθερότητα, θέτοντας έτσι τις βάσεις για τον βαθμιαίο μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και τον σταδιακό αναπροσανατολισμό του κρατικού παρεμβατισμού.[viii] Ο «πρώτος» αυτός «εκσυγχρονισμός»[ix], στηριζόταν στην ιδέα της μικτής οικονομίας και επιζητούσε τις επενδύσεις, όπως μαρτυρά ο νόμος 2687/1953, ο οποίος θέσπιζε μια σειρά από κίνητρα για προσέλκυση ιδιωτικών ξένων επενδύσεων.[x] Το 1953, άλλωστε, υπήρξε και το έτος, που εγκαινιάστηκαν σημαντικές συνεργασίες με τις κυριότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, με πρώτες τη Δυτική Γερμανία και τη Γαλλία.[xi] Η χώρα γνώρισε ταχεία ανάπτυξη, ιδιαίτερα σε σχέση με τις ήδη αναπτυγμένες οικονομίες, που εν μέρει οφείλεται στο διαφορετικό επίπεδο αφετηρίας. Την περίοδο των κυβερνήσεων Καραμανλή, με κύριους οικονομικούς επιτελείς τους Ξενοφώντα Ζολώτα και Παναγή Παπαληγούρα[xii], παρατηρείται μια στροφή σε έναν πιο συμπαγή προγραμματισμό[xiii] και επιλογές που εξέφραζαν ένα διευρυμένο τμήμα του φιλελεύθερου χώρου.[xiv] Επιπλέον, η εξαγγελία – και εφαρμογή – ενός συγκροτημένου προγράμματος οικονομικής ανάπτυξης το 1960, όχι μόνο αποτελούσε ιδεολογική και θεμελιώδη επιλογή[xv], αλλά οι συνθήκες, τη διετία 1959-1960, περίοδο διαπραγματεύσεων για τη Σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ, την καθιστούσαν απαραίτητη. Η Σύνδεση με την ΕΟΚ[xvi] (1961), σε οικονομικό επίπεδο, θα προσέφερε την απαιτούμενη αρωγή για τον περαιτέρω εκσυγχρονισμό της οικονομίας, αφού τα στενά όρια της ελληνικής αγοράς δεν μπορούσαν να την επιτρέψουν.[xvii]

Παναγής Παπαληγούρας
Ξενοφών Ζολώτας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρά, όμως, την ταχεία οικονομική ανάπτυξη και τη νομισματική σταθερότητα, επιτάθηκε το μεταναστευτικό ρεύμα προς τη δυτική Ευρώπη – κύριος προορισμός ήταν η Δυτική Γερμανία –, ενώ παράλληλα, παρατηρούνταν ανισότητες στην τοπική ανάπτυξη. Διαπιστώθηκε συγκέντρωση των δραστηριοτήτων και, κατά συνέπεια, της πλειοψηφίας του πληθυσμού στην πρωτεύουσα, διαμορφώνοντας έτσι σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις αγροτικές περιοχές και σε ένα κέντρο σχετικού υπερκαταναλωτισμού, το οποίο επηρέασε την ελληνική κοινωνία και τις προτεραιότητές της.[xviii] Η έντονη κριτική απέναντι στη διακυβέρνηση της ΕΡΕ, εκφράστηκε από το σύνολο της αντιπολίτευσης και συγκεντρώθηκε στο πρόγραμμα της Ένωσης Κέντρου, που ιδρύθηκε το 1961. Ο «ανένδοτος αγώνας»[xix], που κήρυξε ο αρχηγός του νέου κόμματος, Γεώργιος Παπανδρέου, οι ολοένα και αυξάνουσες κατηγορίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης για αυταρχική διακυβέρνηση[xx], η σύγκρουση με το παλάτι και η διαφωνία για την πρόταση αλλαγής του εκλογικού νόμου και την αναθεώρηση του Συντάγματος το 1963[xxi], σε συνδυασμό με την αλλαγή του ευρύτερου κλίματος, στο οποίο, πλέον, οι βασικές αρχές της ΕΡΕ – ανάπτυξη και αντικομουνισμός – δεν ανταποκρίνονταν στην εποχή και τα ζητούμενα της ελληνικής κοινωνίας, οδήγησαν στην παραίτηση και φυγή Καραμανλή στο εξωτερικό, και άνοδο της Ένωσης Κέντρου στη διακυβέρνηση της χώρας το 1963. Η περίοδος, που εγκαινιάστηκε, χαρακτηρίστηκε από πολιτική αστάθεια, καθώς οι ενδοκομματικές διαφορές του κυβερνώντος κόμματος[xxii] οδήγησαν σε νέες εκλογές το 1964, και σε περαιτέρω κρίση το καλοκαίρι του 1965 με αποκορύφωμα την αποκαλούμενη Αποστασία του Ιουλίου.[xxiii]

Γεώργιος Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Καραμανλής. Οι δυο πόλοι της πολιτικής ζωής της χώρας.

Την περίοδο διακυβέρνησης από το Κέντρο, οι θεμελιώδεις επιλογές εξωτερικής πολιτικής σε γενικές γραμμές, παρέμειναν όμοιες με τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Σε οικονομικό επίπεδο, η Ένωση Κέντρου δεν έφερε ουσιαστικές αλλαγές αλλά προσπάθησε να θέσει την οικονομική πολιτική και τον μακροχρόνιο προγραμματισμό της σε πιο σταθερές βάσεις μέσα από μεταρρυθμίσεις.[xxiv] Σε κάθε περίπτωση, αξιοσημείωτο είναι το ότι, παρά τις επιμέρους διαφωνίες μεταξύ Δεξιάς και Κέντρου αναφορικά με τη διαχειριστική ικανότητα και τις προτεραιότητες[xxv], που θα έπρεπε να τεθούν, και οι δύο πλευρές συνέκλιναν στον πυρήνα της οικονομικής πολιτικής.

 

Εξωτερικός προσανατολισμός: από μια αμερικανοκεντρική προσέγγιση στη συνειδητή επιλογή της Ευρώπης 

Η επιλογή της Δύσης ήδη από την επαύριον του πολέμου καθόρισε τη θέση της Ελλάδας στον πρόσφατα διαμορφωμένο μεταπολεμικό κόσμο. Η συμφωνία που υπογράφτηκε με τις ΗΠΑ στις 20 Ιουνίου 1947, ύστερα από την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν, προέβλεπε την οικονομική ενίσχυση της χώρας – συνολικού ποσού 300 εκατομμυρίων δολαρίων – και τη συγκρότηση της Αμερικανικής Αποστολής Βοήθειας στην Ελλάδα (American Mission Aid for Greece, AMAG).[xxvi] Με εκτεταμένες εξουσίες και αρμοδιότητες η τελευταία ουσιαστικά «συγκυβερνούσε» μαζί με την ελληνική κυβέρνηση, γεγονός που προκάλεσε δυσκολίες, δυσφορίες αλλά και φαινόμενα ‘εξάρτησης’ στην ελληνική πλευρά.[xxvii] Μέχρι και τις αρχές του 1950 ο ελληνικός πολιτικός κόσμος, σε μεγάλο βαθμό, επιζητούσε την καθοδήγηση των Αμερικανών[xxviii] υπό το πρίσμα της εμπέδωσης της Ελλάδας ως χώρας που ανήκει στη Δύση. Η έντονη αμερικανική παρουσία στην μεταπολεμική πολιτική ζωή της χώρας καθώς και η οικονομική ενίσχυση από πλευράς των ΗΠΑ είχαν ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας εξωτερικής πολιτικής με σαφή αμερικανοκεντρικό προσανατολισμό, που επισφραγίστηκε με την επίσημη αίτηση για ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ της 4ης Απριλίου 1950 και την τελική ένταξή της, μαζί με την Τουρκία, στις 16 Φεβρουαρίου 1952.[xxix] Η υπερψήφισή της από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων στη βουλή[xxx] – πλην της ΕΔΑ – καταδεικνύει τη σημασία που της απέδιδε η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Η συμμετοχή της Ελλάδας σε μια συμμαχία, στην οποία συμμετείχαν οι μεγάλες δυτικές δυνάμεις θεωρήθηκε περαιτέρω  εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας και ασπίδα προστασίας της δημοκρατίας.[xxxi]

Έπαρση των σημαιών του ΝΑΤΟ στη Σύνοδο της Συμμαχίας το 1952 στη Λισαβόνα, όπου προστέθηκαν για πρώτη φορά η ελληνική και τουρκική ως 13ο και 14ο κράτη-μέλη (φωτογραφία: ΝΑΤΟ Archives) .

Η σταθερή φιλοδυτική γραμμή των αρχών της δεκαετίας του ’50 όμως δεν εκφράστηκε μόνο με τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα εκλέχτηκε σε θέση μη μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για την περίοδο 1952-1953[xxxii], ενώ, παράλληλα, επεδίωξε τη συμμετοχή και σε άλλους περιφερειακούς αμυντικούς οργανισμούς. Οι προσπάθειες για συμμετοχή στην γαλλικής έμπνευσης Ευρωπαϊκή Αμυντική Κοινότητα, η οποία, παρά την εξαγγελία, το 1952, απορρίφθηκε από τη γαλλική Εθνοσυνέλευση, αποτέλεσαν ένα πρώτο δείγμα της πολιτικής που θα ακολουθούσε η Ελλάδα από το 1955 και μετά.

Με την άνοδο του Καραμανλή στην εξουσία το 1955, παρατηρείται μια σταδιακή διαφοροποίηση των προτεραιοτήτων στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα. Αν και η επιλογή της Δύσης παρέμεινε αμετάβλητη, ο προσανατολισμός εμπλουτίστηκε με την μεταστροφή προς διεθνή σχήματα οικονομικής συνεργασίας στην Ευρώπη. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50, σε μεγάλο βαθμό χάρη στη μεταρρύθμιση του 1953, σημειώνονται τα πρώτα βήματα οικονομικής ανάπτυξης, γεγονός που συνέβαλε στην απομάκρυνση από την πολύ στενή επιρροή των ΗΠΑ, και, παράλληλα, έδωσε τη δυνατότητα στην Ελλάδα για εφαρμογή μιας περισσότερο ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Η επαναπροσέγγιση με τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες και οι διμερείς συμφωνίες, που υπογράφτηκαν με τη Δυτική Γερμανία και τη Γαλλία το 1953[xxxiii], μαρτυρούν με τον καλύτερο τρόπο τον σταδιακό ‘απεγκλωβισμό’ της Ελλάδας από τις ΗΠΑ.[xxxiv] Η Ελλάδα είχε την ευκαιρία να διαλέξει ως προτεραιότητα τον «οργανικό και φυσικό» της χώρο. Η σύσφιξη αυτή των σχέσεων με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις αποτέλεσε το ένα σκέλος επαναπροσέγγισης και επαναπροσδιορισμού των σχέσεων Ελλάδας-Ευρώπης.

Από την άλλη πλευρά, μια συνειδητή επιλογή της Ελλάδας υπήρξε, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, η επιδίωξη συμμετοχής σε ευρωπαϊκούς οργανισμούς.[xxxv] Μεταπολεμικά, μια πρώτη ένδειξη συνέχισης μιας φιλοευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής αποτέλεσε η ένταξη στο Συμβούλιο της Ευρώπης τον Αύγουστο του 1949. Ωστόσο, οι νέες συνθήκες, που διαμορφώθηκαν στην Ευρώπη στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1950, αποτέλεσαν ένα ακόμη κίνητρο γι’ αυτή τη μεταβολή σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής. Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) στις 25 Μαρτίου 1957 δεν αποτέλεσε απλά ένα ακόμη βήμα προς την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση. Για την Ελλάδα, συγκεκριμένα, η ίδρυσή της υπήρξε κομβικής σημασίας. Ενώ η προηγούμενη εκδοχή ευρωπαϊκού οργανισμού (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, ΕΚΑΧ) απέκλειε την Ελλάδα καθώς δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για δικαίωμα συμμετοχής (στην ΕΚΑΧ μετείχαν μόνο πλούσιες χώρες που διέθεταν βαριά βιομηχανία), η ΕΟΚ μετέτρεψε τη διεκδίκηση συμμετοχής σε πρακτική επιλογή. Αν και την ίδια περίοδο τοποθετείται και η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (1960), οργανισμός που ιδρύθηκε ως εναλλακτική επιλογή για όσα κράτη δίσταζαν να ενταχθούν πλήρως στην ΕΟΚ, βασικός εμπνευστής του οποίου ήταν το Ηνωμένο Βασίλειο, η επιλογή της ΕΟΚ αποτέλεσε για την Ελλάδα μονόδρομο. Σίγουρα, οι στενές εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με τα σημαντικότερα ιδρυτικά μέλη, και οι τεταμένες ελληνοβρετανικές σχέσεις υπό την επιρροή διεθνοποίησης του Κυπριακού[xxxvi] συνέβαλαν σε αυτόν τον προσανατολισμό. Ωστόσο, καίριας σημασίας ήταν οι βαθύτερες προοπτικές, που άνοιγαν για την Ελλάδα, με την είσοδό της στην ΕΟΚ. Ο απώτερος στόχος του Ζαν Μονέ (Jean Monnet) για ίδρυση μιας κοινωνίας βασισμένης σε κοινές πολιτικές και ηθικές αξίες, προϋπόθετε τον προσδιορισμό της ευρωπαϊκής ταυτότητας[xxxvii], και βρισκόταν σε σύμπλευση με την οπτική της κυβέρνησης Καραμανλή. Η επιλογή της ΕΟΚ από την ελληνική πλευρά μπορούσε να ιδωθεί και ως μια πράξη πίστης στην Ευρώπη, όπως αυτή θα διαμορφωνόταν σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης της Ρώμης. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι οι στενές σχέσεις Ντε Γκωλ-Καραμανλή[xxxviii] και η οπτική τους για το μέλλον της Ευρώπης, επικεντρωμένη περισσότερο σε πολιτικό επίπεδο[xxxix], επηρέασαν συμπληρωματικά την επιλογή της ΕΟΚ έναντι της ΕΖΕΣ.

Στις 8 Ιουνίου 1959, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στην επίσημη αίτηση για Σύνδεση, δίνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην ΕΟΚ τη δυνατότητα να αποδείξει ότι δεν επρόκειτο απλά για έναν κλειστό οργανισμό προνομιούχων αλλά για έναν οργανισμό ανοιχτό για την Ευρώπη του Νότου.[xl] Αν και οι διαπραγματεύσεις αποδείχτηκαν ιδιαίτερα δύσκολες, κυρίως εξαιτίας των επιφυλάξεων[xli], που εξέφρασε η πλειοψηφία των κρατών-μελών, χάρη στις επεμβάσεις του Γάλλου προέδρου και στις κοινές προσπάθειες Παρισιού-Βόννης για επίλυση των διαφορών, τελικά στέφθηκαν από επιτυχία.[xlii] Στις 9 Ιουνίου 1961 υπογράφτηκε η συμφωνία Σύνδεσης, ενώ από την 1η Νοεμβρίου 1962 τέθηκε σε ισχύ. Ο Καραμανλής πίστευε βαθιά ότι η Σύνδεση αποτελούσε ένα πρώτο, αλλά σημαντικό, βήμα προς την ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου, που θα εξασφάλιζε την επιτυχία των απαραίτητων, για τον ίδιο, μεταρρυθμίσεων για την πολιτική σταθερότητα και την κοινωνική ασφάλεια. Στόχος ήταν η επίτευξη της ανάπτυξης καθώς και η ανακούφιση από το αίσθημα της απομόνωσης.[xliii]

9 Ιουνίου 1961. Υπογραφή της Συνθήκης Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ από τον Π. Κανελλόπουλο.

Η αναβάθμιση των σχέσεων με τις ΗΠΑ, που παρατηρήθηκε με την άνοδο της Ένωσης Κέντρου στην εξουσία, υπό την πίεση των διεθνών συνθηκών – Κυπριακό και πολυφωνία απόψεων στο εσωτερικό της ΕΟΚ –, επηρέασε τον ευρύτερο προσανατολισμό της χώρας. Ωστόσο, η πτώση της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου και η ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνηση Στεφανόπουλου, επανάφερε την ισορροπία[xliv], καθώς και ο ισχυρός υπουργός Συντονισμού της κυβέρνησης, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ήταν της άποψης ότι ΝΑΤΟ και ΕΟΚ είχαν ρόλους συμπληρωματικούς παρά αντιτιθέμενους.[xlv]

 

Η πολιτιστική πολιτική αρωγός της ανάπτυξης και του εξευρωπαϊσμού

Μέχρι το 1952, οι όποιες προσπάθειες για πολιτιστική πολιτική βασίζονταν στην πλειοψηφία τους σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες.[xlvi] Χάρη, όμως, στην πολιτική σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη, η δεκαετία του ’50 εγκαινίασε μια πρώτη οργανωμένη προσπάθεια για αξιοποίηση του πολιτισμού με πολιτικούς όρους. Δύο ήταν οι βασικοί στόχοι των κυβερνήσεων της περιόδου σε επίπεδο πολιτιστικής πολιτικής: η εμπέδωση από τους Έλληνες πολίτες της ευρωπαϊκής τους ταυτότητας, και η προβολή της χώρας στο εξωτερικό. Προτεραιότητα ήταν η Ελλάδα να ιδωθεί από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους ως  μια χώρα, που πραγματικά άνηκε στην Ευρώπη, χάρη τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν της. Το ανήκειν στην Ευρώπη αποτελούσε άλλωστε τον πυρήνα της σκέψης των διανοουμένων του κυβερνητικού επιτελείου, που, σε ένα μεγάλο βαθμό, καθόρισαν τις επιλογές σε πολιτιστικό επίπεδο.[xlvii] Η έμφαση στην ευρωπαϊκότητα της χώρας εντατικοποιήθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, και ιδιαίτερα κατά την περίοδο των διαπραγματεύσεων για τη Σύνδεση με την ΕΟΚ. Το ζητούμενο ήταν να αποποιηθεί η Ελλάδα την εικόνα του παρελθόντος, που την συνέδεε σχεδόν αυτόματα με την Εγγύς Ανατολή, και να ξανασυστηθεί ως μια αμιγώς ευρωπαϊκή χώρα, χάρη τόσο στο παρελθόν, όσο και στο εξίσου σημαντικό παρόν της.

Στο παρελθόν, (…) οι Ευρωπαίοι όταν ταξίδευαν στην Ελλάδα έλεγαν ότι είχαν πάει στην Ανατολή. Αυτός ο διαχωρισμός δεν υπάρχει πια. (…) Η Ελλάδα είναι μια αληθινή ευρωπαϊκή χώρα, σε αντίθεση με άλλες εκτός του ευρωπαϊκού πολιτισμού.[xlviii]

Αυτό το απόσπασμα συνοψίζει τη βασική επιδίωξη του Κωνσταντίνου Τσάτσου, υπεύθυνου για τα πολιτιστικά ζητήματα, που επιζητούσε να παρουσιάσει την Ελλάδα ως μια χώρα με πλούτο σύγχρονου πολιτισμού, και όχι ως μια χώρα πνευματικά «νεκρή», γνωστή μόνο χάρη στον αρχαίο πολιτισμό της. Αυτός ήταν ο πρωτεύων λόγος, για τον οποίο κεντρικός άξονας στον σχεδιασμό της κυβέρνησης αποτέλεσε η σύνδεση αρχαίου και σύγχρονου.

Καθοριστικής σημασίας σε αυτήν την επιδίωξη υπήρξε η σύζευξη πολιτισμού και οικονομίας, η οποία διαφαίνεται πρωτίστως μέσα από τις επιλογές στον τομέα του τουρισμού. Η ανάπτυξή του, εκτός από τη θετική επίπτωση σε οικονομικό επίπεδο, θα λειτουργούσε και ως μέσο ενίσχυσης του ζητούμενου επαναπροσδιορισμού της χώρας στη συνείδηση των ξένων. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο τουρισμός ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. Η έλλειψη υποδομών, τόσο για την υποδοχή, όσο και τη διαμονή και μετακίνηση των τουριστών, καθιστούσε τις συνθήκες ιδιαίτερα δύσκολες.[xlix] Η οργάνωση της τουριστικής πολιτικής της περιόδου εγκαινιάστηκε με την επανασύσταση του ΕΟΤ (δημιουργημένου από την κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου το 1928-32) και την υπαγωγή του στο υπουργείο Προεδρίας της κυβερνήσεως. Η σύλληψη του τουριστικού προγράμματος της περιόδου 1956-1963, σε μεγάλο βαθμό, οφείλεται στον Κωνσταντίνο Τσάτσο. Για τον ίδιο, ο τουρισμός ήταν η εθνική βιομηχανία της Ελλάδας και ο καλύτερος δίαυλος επικοινωνίας, γνωριμίας και κατανόησης των λαών μεταξύ τους.[l] Στο πρόγραμμα, που εξαγγέλθηκε το 1956, προβλεπόταν, μεταξύ άλλων, η δημιουργία τουριστικών σχολών και σχολών ξεναγών, ανέγερση ξενοδοχείων – μεταξύ τους, αξίζει να σημειωθεί το «Χίλτον», καθώς κρινόταν απαραίτητο η ελληνική πρωτεύουσα να έχει μια μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα, αλλά και το πρόγραμμα ‘Ξενία’, που στόχευε στην ανέγερση ξενοδοχειακών μονάδων κατά μήκος των εθνικών οδών, αρχαιολογικών χώρων ή σημείων εξαίρετου φυσικού κάλλους –, συγκρότηση σύγχρονων τουριστικών υποδομών, όπως καζίνο στην Πάρνηθα και γήπεδο γκολφ στη Γλυφάδα, αλλά και βελτίωση της πρόσβασης στους χώρους πολιτισμού.[li] Στόχος ήταν η προσέλκυση, κατά βάση, των Ευρωπαίων.

Ενημέρωση για τα έργα οικοδόμησης του ξενοδοχείου «Χίλτον» (1959).

Η κυβέρνηση εγκαινίασε προωθητικές καμπάνιες στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως η Χάγη, οι Βρυξέλλες, το Αμβούργο, η Φρανκφούρτη, το Μόναχο, η Βιέννη, η Ρώμη, το Μιλάνο, η Γενεύη και η Ζυρίχη[lii], ενώ, παράλληλα, αύξησε την παρουσία της στην Ευρώπη με την ίδρυση γραφείων σε Λονδίνο, Ρώμη και Στοκχόλμη, εκτός των ήδη υπαρχόντων σε Παρίσι, Βρυξέλλες και Φρανκφούρτη.[liii]

Η έμφαση στην αρχαία Ελλάδα ήταν αναπόφευκτη, εφόσον, ακόμα σε αυτήν την περίοδο, αποτελούσε την πιο γνωστή και οικεία εικόνα της χώρας

Tα έργα ανάπλασης του χώρου της Ακρόπολης.

στο εξωτερικό. Προτεραιότητα δόθηκε στην αναβάθμιση των υποδομών των σημαντικότερων αρχαιολογικών χώρων. Πιο συγκεκριμένα, στις 17 Ιουνίου 1954,αποφασίστηκε η αποκατάσταση της Ακρόπολης και η αναβάθμιση, με πολιτιστικούς όρους, της ευρύτερης περιοχής γύρω από αυτήν, συμπεριλαμβανομένου του θεάτρου Ηρώδου του Αττικού, του λόφου Φιλοπάππου και του Αστεροσκοπείου.[liv] Στη σύλληψή του το σχέδιο υπήρξε καινοτόμο καθώς προέβλεπε την ανάδειξη του πιο γνωστού στοιχείου της ελληνικής πρωτεύουσας στο εξωτερικό. Τα έργα ξεκίνησαν στις 11 Ιανουαρίου 1955 υπό την επίβλεψη ομάδας αρχαιολόγων και αρχιτεκτόνων, με γενικό υπεύθυνο, τον καθηγητή Δημήτρη Πικιώνη, και  επιβλέποντα ανασκαφών, τον αρχαιολόγο, Ιωάννη Μηλιάδη. Προέβλεπαν τη δημιουργία της οδού Διονυσίου Αεροπαγίτου, που θα διευκόλυνε την πρόσβαση στην Ακρόπολη και, ταυτόχρονα, θα διεύρυνε τον αρχαιολογικό χώρο ενώνοντάς την με το θέατρο Ηρώδου του Αττικού, του οποίου οι εργασίες αποκατάστασης είχαν ξεκινήσει, και με την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη, που χρονολογείται στον 17ο αιώνα.[lv] Ωστόσο, τα έργα δεν περιορίστηκαν στην πρωτεύουσα. Για πρώτη φορά, έγινε μια οργανωμένη προσπάθεια για ανάδειξη του αρχαιολογικού πλούτου στο σύνολο της ελληνικής επικράτειας με ιδιαίτερη έμφαση στη Μακεδονία. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση αποκατάστασης του αρχαίου θεάτρου των Φιλίππων στην Καβάλα.[lvi]

Συμπληρωματικά προς τις εργασίες στους αρχαιολογικούς χώρους λειτούργησε η ίδρυση μουσείων, η οποία μέσα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50 γνώρισε πραγματική άνθιση, με στόχο την ανάδειξη της ιστορίας και της τοπικής τέχνης. Η τάση ‘αποκέντρωσης’, που παρατηρήθηκε στην περίπτωση των αρχαιολογικών χώρων, ακολουθήθηκε και σε αυτήν την περίπτωση. Από το 1960 και μετά ξεκίνησαν μελέτες για την ίδρυση μουσείων σε μια σειρά από πόλεις στο σύνολο της ελληνικής περιφέρειας, όπως η Βραυρώνα Αττικής, τα Ιωάννινα, η Καβάλα, οι Φίλιπποι, η Μυτιλήνη, η Κέρκυρα και η Κρήτη.[lvii]

Παράλληλα, επιδιώχθηκε η αναβάθμιση του θεάτρου τόσο μέσω της αξιοποίησης των σημαντικότερων αρχαίων θεάτρων της χώρας, όσο και μέσω της ίδρυσης  σύγχρονων σκηνών. Από τις πιο σημαντικές περιπτώσεις είναι η ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, στις 13 Ιανουαρίου 1961, έδρα του οποίου ορίστηκε η Θεσσαλονίκη.[lviii] Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα επιτυγχανόταν ακόμη περισσότερο η πολιτιστική αναβάθμιση της βόρειας Ελλάδας, καθώς προβλεπόταν η διοργάνωση παραστάσεων αρχαίου και σύγχρονου δράματος. Πρώτος διευθυντής υπήρξε ο Γιώργος Θεοτοκάς[lix], και τον ακολούθησε ο Λίνος Πολίτης, καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, αποδεικνύοντας μια θέληση για εκσυγχρονισμό και καινοτομία.[lx]

Λίνος Πολίτης
Γιώργος Θεοτοκάς

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Και σε αυτήν την περίπτωση, η έμφαση αυτή στον θεατρικό τομέα δεν ήταν απομονωμένη της λογικής σύζευξης πολιτισμού-οικονομίας, καθώς ως βασικός στόχος παρέμενε η προσέλκυση μεγαλύτερου αριθμού τουριστών.[lxi] Για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, η σημασία του θεάτρου έγκειται στη ικανότητά του να αποτελέσει «το πιο όμορφο λάβαρο διεθνούς προώθησης» της Ελλάδας.[lxii] Το αρχαίο δράμα, επομένως, ήδη γνωστό στο εξωτερικό, μπορούσε να αποτελέσει κεντρικό άξονα αυτής της προσπάθειας. Σε αυτήν τη λογική εντάσσονται και τα εγκαίνια των Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου το 1955. Στόχος ήταν να παρουσιαστούν στο ελληνικό και διεθνές κοινό «μια σειρά από καλλιτεχνικές παραστάσεις ποιότητας[lxiii] στο περιβάλλον όπου γεννήθηκε και αναπτύχθηκε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, και να συμβάλλουν στην προώθηση του ευρωπαϊκού πολιτιστικού θησαυρού».[lxiv] Ήδη στο πρόγραμμα του πρώτου Φεστιβάλ Αθηνών περιλαμβάνονταν παραστάσεις αρχαίου δράματος, όπερας, συναυλίες συμφωνικής μουσικής, καθώς και παραστάσεις εμπνευσμένες από την ελληνική ιστορία, μυθολογία και λογοτεχνία.[lxv] Τη δεύτερη χρονιά διεξαγωγής του Φεστιβάλ Αθηνών, η διάρκεια διπλασιάστηκε από ένα σε δύο μήνες, και συμμετείχαν συγκροτήματα ξένων καλλιτεχνών, όπως η κρατική όπερα της Βαυαρίας, η συμφωνική ορχήστρα του Αμβούργου και η ολλανδική ορχήστρα δωματίου.[lxvi] Παράλληλα, παραβρέθηκαν σημαντικές διεθνείς προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, αλλά και του τύπου[lxvii], ύστερα από πρόσκληση των υπευθύνων σε μια προσπάθεια προβολής των Φεστιβάλ στο εξωτερικό και εμπέδωσής τους, στη συνείδηση των Ευρωπαίων, ως πολιτιστικές εκδηλώσεις υψηλών προδιαγραφών.[lxviii]

Μια ακόμη σημαντική πρωτοβουλία της ελληνικής κυβέρνησης στα τέλη της δεκαετίας του ’50 με στόχο την προβολή της ευρωπαϊκότητας της χώρας, και την περαιτέρω σύζευξη πολιτισμού-οικονομίας αποτέλεσε η εκδήλωση «Ήχος και Φως» το 1959. Με κεντρικό άξονα την προτεραιότητα για προβολή της πολιτιστικής συνέχειας της Ελλάδας, το «Ήχος και Φως» ήρθε να δώσει μια ακόμη διάσταση στις ιδιαίτερα καλές διμερείς σχέσεις με τη Γαλλία, την περίοδο αίτησης για Σύνδεση με την ΕΟΚ, στην οποία η υποστήριξη Ντε Γκωλ υπήρξε αξιοσημείωτη. Η προσέγγιση δεν είναι τυχαία, αν αναλογιστεί κάποιος ότι, και στις δύο περιπτώσεις, υπεύθυνοι για τα πολιτιστικά ζητήματα ήταν δύο προσωπικότητες του πνεύματος – Κωνσταντίνος Τσάτσος και Αντρέ Μαλρώ (André Malraux) –, με σύγκλιση απόψεων.[lxix] Τον Μάρτιο του 1959, η ελληνική πλευρά ζήτησε τη τεχνογνωσία των Γάλλων για τη φωταγώγηση της Ακρόπολης, συνοδευόμενης από μουσική συναυλία και θεατρικές παραστάσεις. Η απάντηση ήταν θετική[lxx], καθώς, για τον Μαλρώ, η Ακρόπολη αποτελούσε σύμβολο της Δύσης[lxxi], αναδεικνύοντας την επικαιρότητα και την καθολικότητα του γεγονότος, και προσδίδοντας του, παράλληλα, πολιτική χροιά. Παρότι και σε αυτήν την περίπτωση, εμφανίστηκαν επικριτές, είναι γεγονός ότι το «Ήχος και Φως» προσέγγισε το ενδιαφέρον τόσο του εγχώριου όσο και του διεθνούς τύπου, με τα αφιερώματα στις ευρωπαϊκές και δη τις γαλλικές εφημερίδες να είναι πολυάριθμα ακόμη και στα μέσα Σεπτεμβρίου του 1959[lxxii], επιτυγχάνοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα στην Ευρώπη, σε μια κρίσιμη περίοδο με την ΕΟΚ λόγω των διαπραγματεύσεων για τη Σύνδεση. Επομένως, σε πολιτικό επίπεδο, αυτή η πρωτοβουλία – ιδιαίτερα ύστερα από την προσέγγιση του Κ. Τσάτσου και Α. Μαλρώ[lxxiii] – ενίσχυσε το μήνυμα της Ελλάδας του «ανήκειν στην Ευρώπη».

« Ήχος και Φως» (1959).
Το πρόγραμμα του πρώτου Φεστιβάλ Αθηνών (1955)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατά τα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας από το Κέντρο, αν και χρόνια πολιτικής κρίσης, κεντρική επιδίωξη της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1964, της σημαντικότερης πρωτοβουλίας σε ένα ευρύτερο πολιτιστικό επίπεδο, ήταν η δημιουργία «πολιτών του κόσμου». Με πρότυπο, την οργάνωση των σημαντικότερων δυτικοευρωπαϊκών κρατών, η ελληνική πλευρά επιδίωξε τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος, δίνοντας έμφαση στην τεχνολογία και στα σύγχρονα επαγγέλματα υψηλής ζήτησης, καθώς και στις διεθνείς συνεργασίες. Η προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις της εποχής αποτελούσε για τους υπεύθυνους – μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες ήταν ο Ευάγγελος Παπανούτσος – αναγκαιότητα, ώστε να είναι σε θέση η ελληνική κοινωνία να ανταγωνιστεί με ισάξιους όρους, στο ύψιστο δυνατό, τους άλλους Ευρωπαίους και να εξασφαλίσει ισάξιες ευκαιρίες για οικονομική ανάπτυξη.[lxxiv]

 

Συμπεράσματα

Κατά τα χρόνια 1952-1963 η χώρα βίωσε μια περίοδο πολιτικής σταθερότητας, η οποία συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός μακροπρόθεσμου πολιτικού σχεδίου και στρατηγικής. Οι διαδοχικές μεταρρυθμίσεις οδήγησαν σε ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, η οποία έδωσε σε πολιτικούς, που διέθεταν στρατηγική σύλληψη, τη δυνατότητα να  αναπτύξουν και να εφαρμόσουν τους κεντρικούς άξονες μιας ευρωπαϊκής και μιας πολιτιστικής πολιτικής, που, με τη σειρά τους, θα ενίσχυαν το επίπεδο ανάπτυξης. Ο πολιτισμός, ιδωμένος ως το θεμέλιο στοιχείο της ελληνικής ταυτότητας, αποτέλεσε έναν από τους πυλώνες του προγράμματος ανάπτυξης. Θεωρήθηκε ένα σημαντικό εργαλείο ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η Ελλάδα διεκδικούσε μια ουσιαστική θέση στην Ευρώπη, εφόσον η ίδρυση της ΕΟΚ λειτούργησε ως εφαλτήριο για την διεκδίκηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσής της. Το πολιτιστικό σχέδιο δράσης, που αναπτύχθηκε από τις κυβερνήσεις της εξεταζόμενης περιόδου, αποτύπωνε ακριβώς αυτές τις προτεραιότητες και την οπτική των υπευθύνων πίσω από αυτήν την αναβάθμιση του πολιτισμού τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Για τους Ευρωπαίους, η Ελλάδα ήταν κυρίως η αρχαία Ελλάδα, το λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Συνεπώς δεν θα μπορούσε να γίνει διαχωρισμός στον σχεδιασμό πολιτιστικής πολιτικής από την παράδοση που υπήρχε στη δυτική Ευρώπη. Αντίθετα, ήταν λογικό, στο πλαίσιο προσέλκυσης τουριστών, να προωθηθεί μια εικόνα, ήδη γνωστή και εύκολα αναγνωρίσιμη. Σε αυτήν τη λογική, μπορούν να συμπεριληφθούν και οι δύο σημαντικότερες πρωτοβουλίες του β’ μισού της δεκαετίας του ’50, τα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, καθώς και η εκδήλωση «Ήχος και Φως», που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού. Η προώθηση του τουρισμού ήταν απαραίτητο συστατικό στοιχείο για την ανάπτυξη της πολιτιστικής πολιτικής, που θα επέτρεπε την επίτευξη των σημαντικότερων στόχων της Ελλάδας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ουσιαστικό στοιχείο, πάντως, ήταν η εμφανής προσπάθεια για διάδραση μεταξύ της νέας συγκροτημένης πολιτιστικής πολιτικής και της οικονομίας, πρωτίστως μέσω της σύνδεσής της με τον τουρισμό, όσο και με άλλες ανάγκες της χώρας, π.χ. τη δημιουργία υποδομών και την περιφερειακή ανάπτυξη. Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’50 προσπαθούσε αγωνιωδώς να ανέλθει οικονομικά, μετά από μια εφιαλτική περίοδο (1922-1949). Οι λιγοστοί πόροι της, επομένως, όφειλαν να κατευθυνθούν σε τομείς που θα έφερναν αντίστοιχο οικονομικό αποτέλεσμα. Η νέα πολιτιστική πολιτική δεν συνόδευε απλώς την ευρύτερη εικόνα της οικονομικής ανόδου της χώρας μετά το 1953, και δεν ήταν μόνον το αποτέλεσμά της: είχε σκοπό παράλληλα να την υποστηρίξει, προσφέροντας και μέσα για την άσκηση μιας ήπιας δημόσιας διπλωματίας στο εξωτερικό και ειδικά στη δυτική Ευρώπη, που θα υποστήριζε τον στόχο της Σύνδεσης με την ΕΟΚ και την αποδοχή της Ελλάδας ως οργανικού τμήματος του ευρωπαϊκού συνόλου. Υπό αυτή την έννοια, η νέα πολιτιστική πολιτική αναπτύχθηκε ως μέρος του συνολικού σχεδιασμού για το μέλλον της χώρας.

Τέλος, αναφορικά με την υποπερίοδο 1963-1967, οι θέσεις της Ένωσης Κέντρου, εξαιτίας, κατά βάση, των εσωκομματικών διαφορών, δεν ήταν ούτε καλά καθορισμένες ούτε σταθερές. Είχε ένα πολύ πιο γενικό και θεωρητικό όραμα για την Ευρώπη, και δεν ανάπτυξε μια συνεκτική ευρωπαϊκή πολιτική. Αν και οι κυβερνώντες μετά  την κρίση του 1965 έκαναν ένα νέο άνοιγμα προς την ΕΟΚ, δεν υπήρχε ούτε ο χρόνος, αλλά ούτε και ο απαιτούμενος χώρος ώστε να γίνει η σωστή προετοιμασία, και να υπάρχει πολιτική σαφήνεια. Η μόνη περίπτωση μιας συνεκτικής πολιτικής από τον χώρο του Κέντρου ήταν αυτή της εκπαίδευσης, η μεταρρύθμιση της οποίας αποτελούσε ουσιαστικό μέτρο για εξευρωπαϊσμό και ανάπτυξη. Και αυτή όμως η πολιτική έπεσε θύμα των εσωτερικών αντιπαλοτήτων της παράταξης μετά το 1965. Επομένως, η θεμελιώδης ευρωπαϊκή ταυτότητα δεν αμφισβητήθηκε και ο στόχος της ανάπτυξης παρέμεινε μέσα στις προτεραιότητες των κυβερνήσεων του Κέντρου. Ωστόσο, η έλλειψη σαφούς προσανατολισμού και η πολιτική αστάθεια, που εντάθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’60, είχαν ως αποτέλεσμα την κατάληξη στην ταπεινωτική δικτατορία, οδηγώντας, έτσι, τα πράγματα σε βίαιη παύση της πορείας της χώρας μέσα στην μεταπολεμική εποχή.

H Αντιγόνη-Δέσποινα Ποιμενίδου είναι Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ και υπότροφoς του ΙΚΥ.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Βασιλάκης, Μανώλης (επιμ.), Από τον Ανένδοτο στη Δικτατορία, Αθήνα, Παπαζήσης, 2009
  • Botsiou, Konstantina, Griechenlands Weg nach Europa. Von der Truman-Doktrin bis zur Assoziierung mit der Europäischen Wirtschaftsgemeinschaft 1947-1961, Φρανκφούρτη, Peter Lang, 1999
  • Γεώργιος Παπανδρέου. Εξήντα χρόνια παρουσίας και δράσης στην πολιτική ζωή, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1994
  • Διαμαντόπουλος, Θανάσης, Η ελληνική συντηρητική παράταξη: Ιστορική προσέγγιση και πολιτικά χαρακτηριστικά. Από το Κόμμα των Εθνικοφρόνων του Γούναρη στη ΝΔ του Έβερτ, Αθήνα, Παπαζήσης, 1994
  • Ζορμπά, Μυρσίνη, Πολιτική του Πολιτισμού. Ευρώπη και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, Αθήνα, Πατάκης, 2016
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΣΤ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 2000
  • Καζάκος, Πάνος, Ανάμεσα σε Κράτος και Αγορά. Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1944-2000, Αθήνα, Πατάκης, 2001
  • Κωστής, Κώστας, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας». Η διαμόρφωση του Νεοελληνικού Κράτους 18ος-21ος αιώνας, Αθήνα, Πατάκης, 2015
  • Νικολακόπουλος, Ηλίας, Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές, 1946-1967, Αθήνα, Πατάκης, 2000
  • Ντε Γκωλ και Καραμανλής. Το Έθνος, το Κράτος, η Ευρώπη, Διημερίδα, Αθήνα, 5 και 6 Οκτωβρίου 2000, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής-Πατάκης, 2002
  • Ο Φιλελευθερισμός στην Ελλάδα, Φιλελεύθερη Θεωρία και Πρακτική στην πολιτική και στην κοινωνία της Ελλάδος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1991
  • Pelt, Mogens, Tying Greece to the West. US – West German – Greek Relations 1949-74, Copenhagen, Museum Tusculanum Press, 2006
  • Plassmann, Lorenz, Comme une nuit de Pâques ? Les relations franco-grecques 1944-1981, Βρυξέλλες, Peter Lang, 2012
  • Poimenidou, Antigoni-Despoina, La culture comme facteur d’européisation. Le rôle de l’argument culturel dans la politique européenne de la Grèce (1944-1979), Bruxelles, Peter Lang, 2020
  • Προβατά, Ανθή, Ιδεολογικά ρεύματα, πολιτικά κόμματα και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση (1950-1965). Ο λόγος για την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση και ανάπτυξη, Αθήνα, Gutenberg, 2002
  • Ρήγος, Άλκης, Σεφεριάδης, Σεραφείμ, Χατζηβασιλείου, Ευάνθης (επιμ.), Η «σύντομη» δεκαετία του ’60, Αθήνα, Καστανιώτης, 2008
  • Ριζάς, Σωτήρης, Παρατάξεις και κόμματα στην μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2016
  • Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2008
  • Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Μπότσιου, Κωνσταντίνα, Χατζηβασιλείου Ευάνθης (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ο αιώνα, τ. Α-Γ, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής, 2008
  • Stefanidis, Ioannis, Stirring the Greek Nation. Political Culture, Irredentism and Anti-Americanism in Post-War Greece, 1945-1967, Ashgate, 2007
  • Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Ελληνικός φιλελευθερισμός. Το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979, Αθήνα, Πατάκης, 2010

Σημειώσεις

[i] Η περίοδος από το 1952 μέχρι και το 1963 χαρακτηρίζεται από την επικράτηση της Δεξιάς – Ελληνικός Συναγερμός (1952-1956) και ΕΡΕ (1956-1963) –, η οποία κατέστησε φανερό, ήδη από τις εκλογές του 1952, ότι αντικατόπτριζε μια πολιτική κατεύθυνση συνολικού χαρακτήρα με μακροχρόνια προοπτική. [Νικολακόπουλος, Ηλίας, Η καχεκτική δημοκρατία. Κόμματα και εκλογές, 1946-1967, Αθήνα, Πατάκης, 2000, σ. 179. Βλ. ακόμα Δαφνής, Γρηγόριος, Σοφοκλής Ελευθερίου Βενιζέλος (1894-1964), Αθήνα, Ίκαρος, 1970].

[ii] Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Ελληνικός φιλελευθερισμός. Το ριζοσπαστικό ρεύμα, 1932-1979, Αθήνα, Πατάκης, 2010, σ. 269-270.

[iii] Βλ. Σταύρου, Νικόλαος, Συμμαχική πολιτική και στρατιωτικές επεμβάσεις: ο πολιτικός ρόλος των Ελλήνων στρατιωτικών, Αθήνα, Παπαζήσης, 1976.

[iv] Βλ. Κωστής, Κώστας, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας». Η διαμόρφωση του Νεοελληνικού Κράτους 18ος-21ος αιώνας, Αθήνα, Πατάκης, 2015, σ. 722 κ’ εξής / Ριζάς, Σωτήρης, Παρατάξεις και κόμματα στην μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2016, σ. 21

[v] Νικολακόπουλος, Ηλίας, «Η περίοδος της Ανάπτυξης 1949-1967. Από το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου έως την άνοδο της Ένωσης Κέντρου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΣΤ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 2000, σσ. 172-223, σ. 194.

[vi] Βλ. ανάμεσα σε άλλα, Διαμαντόπουλος, Θανάσης, Η ελληνική συντηρητική παράταξη: Ιστορική προσέγγιση και πολιτικά χαρακτηριστικά. Από το Κόμμα των Εθνικοφρόνων του Γούναρη στη ΝΔ του Έβερτ, Αθήνα, Παπαζήσης, 1994.

[vii] Βλ. Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, ό.π., σ. 345-361.

[viii] Βλ. Καζάκος, Πάνος, Ανάμεσα σε Κράτος και Αγορά. Οικονομία και οικονομική πολιτική στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1944-2000, Αθήνα, Πατάκης, 2001, σ. 128-169.

[ix] Ό.π., σ. 169.

[x] Ό.π.. σ. 169-176.

[xi] Η συμφωνία με τη Γαλλία υπογράφτηκε στις 15 Ιουλίου 1953 (Αναφορά της Ελληνικής Πρεσβείας στο Παρίσι για τις οικονομικές σχέσεις με τη Γαλλία, 15 Απριλίου 1959, Αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή [εφεξής ΑΚΚ], Φ. 12Α). Η συμφωνία με τη Γερμανία υπογράφτηκε στις 11 Νοεμβρίου 1953 και αφορούσε στην ανάπτυξη των διμερών εμπορικών συναλλαγών και ευρύτερα της οικονομικής συνεργασίας. (Συμφωνία για Οικονομική Συνεργασία ανάμεσα σε Ελλάδα και Δυτική Γερμανία, Νοέμβριος 1953, ΑΚΚ, Φ. 1Α).

[xii] Για τον Παπαληγούρα, βλ. Ψαλιδόπουλος, Μιχάλης, «Ο “ρεαλιστικός φιλελευθερισμός” του Παναγή Παπαληγούρα και η οικονομική πολιτική της περιόδου 1952-67», Η ελληνική κοινωνία κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, τ. Α’, Αθήνα, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 1994, σσ. 376-381.

[xiii] Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, ό.π., σ. 342.

[xiv] Βλ. Ψαλιδόπουλος, «Ο οικονομικός φιλελευθερισμός στην Ελλάδα», Φιλελεύθερη Έμφαση, 41 (2009), σσ. 114-125.

[xv] Αποτελούσε βασικό αίτημα των ριζοσπαστών ήδη από τη δεκαετία του ’30, πολλοί από τους οποίους ανήκαν στον πυρήνα της ΕΡΕ. [Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, ό.π., σ. 351].

[xvi] Για την αναλυτική παρουσίαση των διαπραγματεύσεων και της πορείας μέχρι τη Σύνδεση, βλ. Botsiou, Konstantina, Griechenlands Weg nach Europa: Von der Truman-Doktrin bis zur Assoziierung mit der Europäischen Wirtschaftsgemeinschaft, 1947-1961, Φρανκφούρτη, Peter Lang, 1999.

[xvii] Βλ. Ομιλία του Π. Παπαληγούρα «Η Σύνδεσις της Ελλάδος με την ΕΟΚ» (10/07/1961), στο Ψαλιδόπουλος, Μιχάλης (επιμ.), Παναγή Παπαληγούρα. Ομιλίες-Άρθρα, Αθήνα, Αίολος, 1996, σ. 246.

[xviii] Διαμαντόπουλος, Θανάσης, «Η Ένωση Κέντρου και η πολιτική κρίση του 1965», Γεώργιος Παπανδρέου. Εξήντα χρόνια παρουσίας και δράσης στην πολιτική ζωή, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1994, σ. 306.

[xix] Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Χρηστίδης, Χρήστος, Ανένδοτος Αγώνας. Η Ένωση Κέντρου ενώπιον της ρήξης 1961-1963, Αθήνα, Επίκεντρο, 2018.

[xx] Βλ. Αλιβιζάτος, Νίκος, «Πέραν του συνταγματικού ρεαλισμού: Καραμανλής και Ντε Γκωλ μπροστά στο Σύνταγμα», Ντε Γκωλ και Καραμανλής. Το Έθνος, το Κράτος, η Ευρώπη, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής-Πατάκης, 2001, σσ. 85-91.

[xxi] Βλ. Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, ό.π., σ. 501.

[xxii] Βλ. Διαμαντόπουλος, Θανάσης, «Η Ένωση Κέντρου: Κόμμα αρχών ή ομάδα εξουσίας;», Ο Φιλελευθερισμός στην Ελλάδα, Φιλελεύθερη Θεωρία και Πρακτική στην πολιτική και στην κοινωνία της Ελλάδος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1991, σσ. 131-149, σ. 131-133.

[xxiii] Βλ. ανάμεσα σε άλλα, Meynaud, Jean, Les forces politiques en Grèce, Lausanne, 1965 / Ρήγος, Άλκης, Σεφεριάδης, Σεραφείμ, Χατζηβασιλείου, Ευάνθης (επιμ.), Η «σύντομη» δεκαετία του ’60, Αθήνα, Καστανιώτης, 2008 / Βασιλάκης, Μανώλης (επιμ.), Από τον Ανένδοτο στη Δικτατορία, Αθήνα, Παπαζήσης, 2009.

[xxiv] Δύο σημαντικά παραδείγματα αποτελούν η αναβάθμιση του ΚΟΕ σε Κέντρο Προγραμματισμού και Ερευνών (ΚΕΠΕ) και η οργανική σύνδεσή του με το υπουργείο Συντονισμού, και, από την άλλη πλευρά, η καθιέρωση του «Πόθεν έσχες», σε μια προσπάθεια ελέγχου της πολιτικής διαφθοράς. [Βλ. Καζάκος, Πάνος, ό.π., σ. 262-263].

[xxv] Η ΕΡΕ επέμενε στην ανάγκη για προτεραιότητα της νομισματικής σταθερότητας, ενώ η Ένωση Κέντρου τόνιζε τη σημασία να ληφθούν υπόψη οι υπάρχουσες ανισότητες, και να υπάρξει μια συμμετοχή επί ίσοις όροις των εργαζομένων στα οφέλη της ανάπτυξης. [Καζάκος, Πάνος, ό.π., 176].

[xxvi] Βόγλης, Πολυμέρης, Ο Paul Porter και η Αμερικανική οικονομική αποστολή στην Ελλάδα (18 Ιανουαρίου-22 Μαρτίου 1947), τ. 27, Αθήνα, Μνήμων, 2005, σ. 285-300. Για το Σχέδιο Μάρσαλ βλ. Σταθάκης, Γιώργος, Το Δόγμα Τρούμαν και το Σχέδιο Μάρσαλ. Η Ιστορία της Αμερικάνικης Βοήθειας στην Ελλάδα, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2004.

[xxvii] Βλ. Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, «Καθοριστικές παράμετροι στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, 1936-1949 – Γενικές διαπιστώσεις και υποθέσεις», στο Φλάισερ, Χάγκεν (επιμ.), Η Ελλάδα ’36-’49. Από τη Δικτατορία στον Εμφύλιο. Τομές και Συνέχειες, Αθήνα, Καστανιώτης, 2003, σ. 37-43.

[xxviii] Βλ. Iatrides, John, «Αμερικανικές παρεμβάσεις στην Ελλάδα του πρώιμου Ψυχρού Πολέμου. Η αναζήτηση του «ισχυρού ανδρός» και η «λύση Παπάγου»», στο Μαραντζίδης, Νίκος, Μιχαηλίδης, Ιάκωβος, Χατζηβασιλείου, Ευάνθης (επιμ.), Η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος. Επεκτείνοντας τις ερμηνείες, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2018, σσ. 19-48.

[xxix] Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2008, σ. 30-33.

[xxx] Η σύγκλιση των απόψεων Πλαστήρα και Παπάγου είναι εμφανής. (Ελευθερία, 19 Φεβρουαρίου 1952).

[xxxi] Στεφανίδης, Ιωάννης, «Οι εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας 1949-1955. Σε αναζήτηση ασφάλειας», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΣΤ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 2000, σσ. 237-247.

[xxxii] Ό.π., σ. 247.

[xxxiii] Βλ. υποσημείωση 11.

[xxxiv] Βλ. Pelt, Mogens, Tying Greece to the West. US – West German – Greek Relations 1949-74, Copenhagen, Museum Tusculanum Press, 2006, p. 80-81. Για μεγαλύτερη ανάλυση, βλ. Stefanidis, Ioannis, Stirring the Greek Nation. Political Culture, Irredentism and Anti-Americanism in Post-War Greece, 1945-1967, Ashgate, 2007.

[xxxv] Το σημαντικότερο παράδειγμα είναι η ένθερμη υποστήριξη του Σχεδίου Μπριάν (1929) από την κυβέρνηση Βενιζέλου, που εκτός των άλλων συνέβαλε και στην επαναπροσέγγιση Ελλάδας-Γαλλίας. Βλ. Svolopoulos, Constantin, « L’attitude de la Grèce vis-à-vis du Projet Briand “d’Union Fédérale de l’Europe” », Balkan Studies, 29/1 (1988), pp. 29-38.

[xxxvi] Βλ. μεταξύ άλλων Αλεξάνδρου, Χαράλαμπος, «Βρετανική και ελληνική προπαγάνδα για την Κύπρο, 1954-1958: η διεθνής πτυχή», στο Παπαπολυβίου, Πέτρος, Συρίγος, Άγγελος, Χατζηβασιλείου, Ευάνθης (επιμ.), Το Κυπριακό και το Διεθνές Σύστημα, 1945-1974: Αναζητώντας θέση στον κόσμο, Αθήνα-Λευκωσία, Πατάκης/Κέντρο Μελετών Τάσσος Παπαδόπουλος, 2013, σσ. 85-95 / Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Στρατηγικές του Κυπριακού: Η δεκαετία του 1950, Αθήνα, Πατάκης, 2004.

[xxxvii] Βλ. Fontaine, Pascal, Jean Monnet. L’inspirateur, Paris, Jacques Grancher, 1988, p. 155-161.

[xxxviii] Η περαιτέρω σύσφιξη των ελληνογαλλικών σχέσεων, σε μεγάλο βαθμό χάρη στη στήριξη της Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ από τη Γαλλία ξεκίνησε το 1960 με την επίσημη επίσκεψη Καραμανλή στη γαλλική πρωτεύουσα και κορυφώθηκε με την επίσκεψη Ντε Γκωλ στην Ελλάδα τρία χρόνια αργότερα. (Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1945-1981, ό.π., σ. 167-181.)

[xxxix] Βλ. ανάμεσα σε άλλα, Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, «Η “Ευρώπη” του Καραμανλή», Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η Ευρωπαϊκή Πορεία της Ελλάδας, Διημερίδα 25-26 Νοεμβρίου 1999, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής-Πατάκης, 2000, σσ. 23-27 / Βαληνάκης, Γιάννης, «Η ευρωπαϊκή ενοποίηση στη σκέψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή», Ντε Γκωλ και Καραμανλής. Το Έθνος, το Κράτος, η Ευρώπη, Διημερίδα, Αθήνα, 5 και 6 Οκτωβρίου,  Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής-Πατάκης, 2002, σσ. 127-132 / Morelle, Chantal, «Les conceptions européennes du Général de Gaulle», Ντε Γκωλ και Καραμανλής. Το Έθνος, το Κράτος, η Ευρώπη, ό.π., σσ. 133-147.

[xl] Χαρίτος, Σπύρος, Ελλάδα-ΕΟΚ 1959-1979. Από τη Σύνδεση στην Ένταξη, Αθήνα, Παπαζήσης, 1981, σ. 15-17.

[xli] Οι επιφυλάξεις σχετίζονταν πρωτίστως με τα αγροτικά προϊόντα και τον πιθανό αρνητικό αντίκτυπο που θα είχε η σύνδεση με την Ελλάδα στις οικονομίες χωρών με παρόμοια παραγωγή, όπως π.χ. η Ιταλία. [Για μια αναλυτική παρουσίαση της πορείας των διαπραγματεύσεων, βλ. Botsiou, Konstantina, Griechenlands Weg nach Europa, ό.π.].

[xlii] Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, «Η ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδας και ο στρατηγός Ντε Γκωλ 1959-1963», Ντε Γκωλ και Καραμανλής. Το Έθνος, το Κράτος, η Ευρώπη, ό.π., σσ. 167-181, σ. 177-178.

[xliii] Μπότσιου, Κωνσταντίνα (επιμ.), Παναγής Παπαληγούρας. Η Κύρωση της Συμφωνίας Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ (1962), Τετράδια Κοινοβουκευτικού Λόγου Ι, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2010, σ. 13.

[xliv] Βλ. Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Ελληνική Ευρωπαϊκή Πολιτική, 1965-1966. Επαναδραστηριοποίηση στο Κοινοτικό Πλαίσιο, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, 2003.

[xlv] Ελευθερία, 13 Νοεμβρίου 1965.

[xlvi] Βλ. Poimenidou, Antigoni-Despoina, La culture comme facteur d’européisation. Le rôle de l’argument culturel dans la politique européenne de la Grèce (1944-1979), Βρυξέλλες, Peter Lang, 2020, σ. 69-76.

[xlvii] Η νέα αυτή τάση γεννήθηκε στην Ελλάδα μέσα στον μεσοπόλεμο. Οι εκπρόσωποί της – πολιτικά προσκείμενοι από τη Δεξιά/Κεντροδεξιά (π.χ. Κωνσταντίνος Τσάτσος, Παναγιώτης Κανελλόπουλος) μέχρι και το Κέντρο (π.χ. Γιώργος Θεοτοκάς), παρόμοιων απόψεων στο φάσμα του ριζοσπαστικού ρεύματος, έκαναν έκκληση στη νέα γενιά να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα· το βλέμμα τους στράφηκε στην Ευρώπη σχεδόν φυσικά. Για πρώτη φορά, εκφράστηκε στο Ελεύθερο Πνεύμα του Γιώργου Θεοτοκά (1929) και εκπροσωπήθηκε έντονα και στο μυθιστόρημα του ίδιου Αργώ (1936), στο οποίο υπογράμμισε τη σημασία της ελληνικότητας, και μιας Ελλάδας ικανής να υπερασπιστεί το παρελθόν και την ιστορία της έναντι του στους άλλους Ευρωπαίους. Σημαντικό είναι να υπογραμμιστεί ότι οι ιδέες τους πραγματοποιήθηκαν υπό την επήρεια σημαντικών γεγονότων. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’30, ο ελληνικός Ευρωπαϊσμός παρέμεινε μια θεωρητική επιλογή χωρίς εφαρμογή στην πολιτική ατζέντα, αφού η Ευρώπη παρέμενε διαιρεμένη βαθιά μεταξύ της δυτικής δημοκρατίας, του φασισμού και του κομμουνισμού. Στο τέλος του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου, όμως, ο θρίαμβος επί του φασισμού άνοιξε το δρόμο για την οικοδόμηση μιας νέας και δημοκρατικής Ευρώπης· υπήρχε πλέον η δυνατότητα για την εφαρμογή ενός πρακτικού Ευρωπαϊσμού. Προσχωρώντας δε στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις, μερικοί από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτής της νέας γενιάς διανοουμένων, είχαν τη δυνατότητα να μετατρέψουν τη θεωρία της ελληνικής προσέγγισης της Ευρώπης σε πράξη. [Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Poimenidou, Antigoni-Despoina, « Culture, Politique et Démocratie : Les Grecs à la recherche d’une option européenne, 1929-1982 », Les Cahiers IRICE, 12 (2014/2), σσ. 105-117].

[xlviii] Ομιλία Κ. Τσάτσου, Δεκέμβριος 1961, Αρχείο Κωνσταντίνου Τσάτσου [εφεξής ΑΚΤ], φ. 65/5.

[xlix] Ο τουρισμός στην Ελλάδα – Συνοπτική παρουσίαση για την ανάπτυξη και τη σύγχρονη κατάσταση, Αύγουστος 1965, ΑΚΤ, φ. 68/2.

[l] Ομιλία Κ. Τσάτσου ‘Ο Τουρισμός και η ανάπτυξή του στην Ελλάδα’, 30 Μαρτίου 1960, ΑΚΤ, φ. 57/4.

[li] Περίληψη εξαγγελίας Κ. Τσάτσου, 7 Απριλίου 1956, στο Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος (επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρχείο. Γεγονότα και κείμενα, τ. Β’, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής-Εκδοτική Αθηνών, 1992, σ. 50-51.

[lii] Ο τουρισμός στην Ελλάδα – Συνοπτική παρουσίαση για την ανάπτυξη και τη σύγχρονη κατάσταση, ό.π.

[liii] Τουριστικό πρόγραμμα, [196_], ΑΚΤ, φ. 63/3.

[liv] Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος (επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρχείο. Γεγονότα και κείμενα, ό.π., σ. 195-196.

[lv] Ό.π,, σ. 217-218.

[lvi] Από το 1957, στο συγκεκριμένο θέατρο ανέβηκαν παραστάσεις αρχαίου δράματος, αναβαθμίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο πολιτιστικά τη βόρεια Ελλάδα. [Κείμενο του τοπικού γραφείου τουρισμού Καβάλας-Θάσου, 19 Αυγούστου 1958, ΑΚΚ, Φ. 355Α].

[lvii] Αναφορά συνεδρίασης της επιτροπής της βουλής για το νόμο 35, 21 Ιουλίου 1961, ΑΚΤ, φ. 63/1.

[lviii] Για περισσότερη ανάλυση, βλ. Ευαγγελάτος, Σπύρος, «Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και η ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος», στο Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος, Μπότσιου, Κωνσταντίνα, Χατζηβασιλείου Ευάνθης (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ο αιώνα, τ. Γ’, Αθήνα, Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής, 2008, σσ. 274-277.

[lix] Ο ρόλος του Θεοτοκά στην ίδρυση του ΚΘΒΕ υπήρξε σημαντική καθώς ήταν πρότασή του, κατά τις συζητήσεις με τον Καραμανλή για την προώθηση της πολιτιστικής και πνευματικής ζωής στη Βόρεια Ελλάδα.

[lx] Έγγραφο για το ΚΘΒΕ, [196_], ΑΚΤ, φ. 57/1.

[lxi] Σημειώσεις Κ. Τσάτσου για το θέατρο, [196_], ΑΚΤ, φ. 57/3.

[lxii] Ό.π.

[lxiii] Αυτός ήταν και ο λόγος που οι προσκλήσεις συμμετοχής απευθύνονταν τόσο σε Έλληνες καλλιτέχνες, διεθνώς αναγνωρισμένους, όσο και σε ξένους.

[lxiv] Πρόγραμμα Φεστιβάλ Αθηνών του έτους 1958.

[lxv] Κείμενο σχετικό με τα Φεστιβάλ, 1956, Κωνσταντίνος Καραμανλής. Αρχείο. Γεγονότα και κείμενα, ό.π., σ. 175.

[lxvi] Πρόγραμμα Φεστιβάλ Αθηνών του έτους 1956.

[lxvii] Κατάλογος προσκεκλημένων, 1956, ΑΚΤ, φ. 55/6.

[lxviii] Πρέπει να τονιστεί ότι, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, παρά την επιτυχία των Φεστιβάλ και της ζητούμενης προβολής της χώρας στο εξωτερικό, οι φωνές, που ασκούσαν κριτική, υπήρξαν πολυπληθείς. Σε αρκετές περιπτώσεις προέκυψαν ερωτήματα αναφορικά με τις δαπάνες για τη συμμετοχή ορισμένων καλλιτεχνών διεθνούς φήμης, όπως στην περίπτωση της Μαρίας Κάλλας το 1957, καθώς και διαφωνίες σε ζητήματα εκμοντερνισμού. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις της χορογραφίας του Οικονομίδη στον Ορφέα, το 1956 [Τα Νέα, 7 Ιουνίου 1956], και η παράσταση των Ορνίθων του θεάτρου τέχνης, το 1959, το οποίο μάλιστα προκάλεσε δημόσιο διάλογο – Μάνος Χατζιδάκις, υπέρ (Τα Νέα, 1 Σεπτεμβρίου 1959) / Άγγελος Τερζάκης, κατά (Το Βήμα, 1 Σεπτεμβρίου 1959) –, και μια σειρά από καρικατούρες του Κωνσταντίνου Τσάτσου, ύστερα από την απόφασή του για απόσυρση της παράστασης από το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών. Είναι φανερό ότι σε μια κοινωνία, ακόμα διχασμένη από τον Εμφύλιο, και αρκετά συντηρητική, διαφωνίες και, σε αρκετές περιπτώσεις, η πόλωση ήταν αναπόφευκτες. [Βλ. Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, «Το πνευματικό υπόβαθρο των πολιτικών επιλογών του Κωνσταντίνου Τσάτσου», Κωνσταντίνος Τσάτσος, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, 2018, σ. 102]. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι την εξεταζόμενη περίοδο ακόμη υπήρχαν διαφωνίες ανάμεσα στους εκπροσώπους των διαφορετικών πολιτικών προσανατολισμών αναφορικά με την αντίληψη της έννοιας «πολιτισμός» και τι αυτός ο τελευταίος όφειλε να αντιπροσωπεύει. [Βλ., Ζορμπά, Μυρσίνη, Πολιτική του Πολιτισμού. Ευρώπη και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, Αθήνα, Πατάκης, 2016].

[lxix] Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Plassmann, Lorenz, Comme une nuit de ques ? Les relations franco-grecques 1944-1981, Βρυξέλλες, Peter Lang, 2012, σ. 125-128.

[lxx] Γράμμα του Μαλρώ στον Τσάτσο, 31 Μαρτίου 1959, ΑΚΤ, φ. 64/1.

[lxxi] Ομιλία του Μαλρώ στην Ακρόπολη, 28 Μαΐου 1959, ΑΚΤ, φ. 64/1.

[lxxii] Βλ. αποκόμματα τύπου, ΑΚΤ, φ. φ. 64/1.

[lxxiii] Βλ. ομιλίες των Τσάτσου και Μαλρώ στην Ακρόπολη, ΑΚΤ, φ. 64/1.

[lxxiv] Βλ. ανάμεσα σε άλλα, Παπανούτσος, Ευάγγελος, Αγώνες και αγωνία για την Παιδεία, Αθήνα, Ίκαρος, 1965 / Τουλούπης, Φάνης, «Τριάντα χρόνια από την Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. “Δίσεκτοι Χρόνοι”», Πρακτικά Συνεδρίου «Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964: Τριάντα χρόνια μετά», Πάτρα 12 και 13 Νοεμβρίου 1994, Πάτρα, Ένωση Φίλων του Ιδρύματος Γεωργίου Παπανδρέου, 1995, 81-101 / Γέρου, Θεόφραστος, «Η βαθύτερη σημασία της εκπαιδευτικής αλλαγής του 1964. Απαγκίστρωση από αγκυλώσεις», Πρακτικά Συνεδρίου «Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964: Τριάντα χρόνια μετά», ό.π., σ. 163-168 / Προβατά, Ανθή, Ιδεολογικά ρεύματα, πολιτικά κόμματα και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση (1950-1965). Ο λόγος για την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση και ανάπτυξη, Αθήνα, Gutenberg, 2002.