Skip to main content

Αρχείο

Φωκίων Κοτζαγεώργης: Η συγκρότηση των κοινωνιών στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια

Φωκίων Κοτζαγεώργης

Η συγκρότηση των κοινωνιών στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια

 

Τα Βαλκάνια είναι η δεύτερη χρονικά περιοχή, στην οποία επεκτάθηκε χρησιμοποιώντας πολεμικά μέσα το νεότευκτο οθωμανικό κράτος κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρ’ όλο που προηγήθηκε η Βιθυνία, ήταν η βαλκανική χερσόνησος, στην οποία οι Οθωμανοί αντιμετώπισαν με μαζικό τρόπο προβλήματα κατάκτησης και διακυβέρνησης που σε μικρογραφία είχαν αντιμετωπίσει στη Βιθυνία λίγες δεκαετίες νωρίτερα. Η κατάκτησή τους δεν έγινε μονομιάς, αλλά μέσα από μια μακρόχρονη και πολυσύνθετη διαδικασία.

Η σημασία της περιοχής για την πρώιμη οθωμανική ιστορία και ειδικότερα για τον τρόπο διαμόρφωσης του οθωμανικού κράτους μπορεί να συνοψιστεί στους παρακάτω λόγους:

1) Η περιοχή αποτέλεσε εξαρχής και μέχρι τον 19ο αιώνα το ένα από τα δύο γεωγραφικά τμήματα που αποτελούσαν τις λεγόμενες «κεντρικές επαρχίες» (core provinces) της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με άλλα λόγια αποτελούσε το διοικητικό και φορολογικό κορμό της. Εδώ εφαρμόστηκε πλήρως το τιμαριωτικό σύστημα, ένα σύστημα που συνιστούσε τη ραχοκοκαλιά του στρατιωτικο-διοικητικού και δημοσιονομικού μηχανισμού της αυτοκρατορίας.

Τα Βαλκάνια, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οι Οθωμανοί Τούρκοι το 1355.

2) Το αμιγώς χριστιανικό πληθυσμιακό υπόστρωμά της συνιστούσε μια ‘πρόκληση’ για τους μουσουλμάνους Οθωμανούς. Το διακύβευμα γι’ αυτούς ήταν πώς θα ενσωματωθεί χωρίς πολιτικές ή οικονομικές αναταράξεις – άρα με ομαλό τρόπο – ο πολυπληθής χριστιανικός πληθυσμός. Το εγχείρημα ήταν δυσκολότερο από πρώτη άποψη, γιατί αφενός ο πληθυσμός δεν διακρινόταν από εθνοτική, ή πολιτιστική ομοιογένεια, παρ’ όλο το κοινό θρήσκευμά του και αφετέρου δεν υπήρχαν ενιαία ή έστω μεγάλα πολιτικά μορφώματα – και μάλιστα με αξιόλογο χρονικό βάθος ύπαρξης – τα οποία θα πρόσφεραν μια πολιτική ταυτότητα σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού και άρα η ενσωμάτωση σε έναν νέο κρατικό σχήμα θα γινόταν, ενδεχομένως, ομαλότερα.

3) Η πρωιμότητα της κατάκτησης οδήγησε στην ταυτόχρονα εξελισσόμενη ανάπτυξη δύο φαινομένων: από τη μια πλευρά του φαινομένου της διαδικασίας κρατικής συγκρότησης του οθωμανικού κράτους και από την άλλη της διαχείρισης και διοίκησης μιας ξένης πολιτισμικά γι’ αυτούς και εκτεταμένης γεωγραφικά περιοχής. Έτσι, κάποια στοιχεία που αποτέλεσαν πυλώνες της λειτουργίας του οθωμανικού κρατικού συστήματος την εποχή της ακμής προήλθαν μέσα από την εμπειρία διοίκησης (και ενσωμάτωσης) των βαλκανικών λαών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο θεσμός του παιδομαζώματος.

Ύστερα από τα παραπάνω προκαλεί ενδιαφέρον να διακριβωθούν οι μέθοδοι και οι μηχανισμοί που χρησιμοποίησαν οι Οθωμανοί σουλτάνοι για να καταστήσουν αυτή την περιοχή οργανικό τμήμα της επικράτειάς τους. Ασφαλώς βασικές αρχές της πολιτικής τους έναντι των κατακτημένων πληθυσμών, ακόμη κι αν εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στα Βαλκάνια, συνόδευσαν το κράτος σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ύπαρξής του. Ωστόσο, η συγκρότηση των οθωμανικών κοινωνιών στα Βαλκάνια διατηρεί, λόγω των παραπάνω παραγόντων, έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Βασική αρχή της οθωμανικής πολιτικής ήταν η οικοδόμηση πάνω στο υπάρχον υπόστρωμα. Αυτή η αρχή αφορούσε εξίσου άψυχα αντικείμενα και έμψυχα όντα. Η επέμβαση των Οθωμανών ήταν συντηρητική, με την έννοια ότι άφηναν να συνεχίζει να λειτουργεί ό,τι δεν ζημίωνε τη εύρυθμη λειτουργία του κράτους τους και δεν απειλούσε την κυριαρχία τους. Έτσι, ενσωμάτωσαν δημιουργικά πλήθος στοιχείων που βρήκαν κατά την περίοδο της κατάκτησης.

Μέσα από αυτή την οπτική θα πρέπει να ιδωθεί το θέμα της συγκρότησης κοινωνιών στα οθωμανικά Βαλκάνια. (Προεξαγγελτικά θα πρέπει να υπομνησθεί ότι όταν αναφερόμαστε σε κοινωνία προνεωτερικών κρατών – και δη αυτοκρατοριών, δεν χρησιμοποιούμε ενικό αριθμό για την κοινωνία αλλά πληθυντικό, λόγω ακριβώς της πληθυντικής μορφής που λάμβανε η ανθρώπινη συσσωμάτωση εντός τέτοιων κρατών). Η κοινωνική συγκρότηση, δηλαδή, ήταν η συνισταμένη ενός μείγματος συνεχειών και ρήξεων με το προ-οθωμανικό παρελθόν.

Στα Βαλκάνια οι Οθωμανοί βρήκαν ένα αναπτυγμένο δίκτυο πόλεων, οι οποίες συνδέονταν μεταξύ τους με δρόμους, εμπορικούς σε περίοδο ειρήνης και στρατιωτικούς σε περίοδο πολέμων. Χωρίς να προχωρήσουν σε έργα υποδομής ή μεγάλης κλίμακας ανακαινιστικές εργασίες, οι Οθωμανοί διατήρησαν και εν μέρει ανάπτυξαν αυτό το δίκτυο. Κληρονομώντας μια αστική παράδοση από το μεσαιωνικό Ισλάμ και τους Σελτζούκους, οι Οθωμανοί ενδιαφέρθηκαν για τις πόλεις. Η στάση της νέας πολιτικής εξουσίας έναντι των πόλεων είναι διδακτική για την εν γένει πολιτική ενσωμάτωσης (istimalet) που εφάρμοσε. Ενδιαφέρθηκαν να μεταφράσουν το ιδίωμα της κάθε πόλης, ώστε αυτό να είναι αντιληπτό από τους υπηκόους του νέου κράτους. Η πληθυσμιακή και κτιριακή κατάσταση που συναντούσαν κατά την είσοδό τους σε μια πόλη και ο τρόπος κατάκτησής της ήταν οι βασικές παράμετροι για την άσκηση αστικής πολιτικής από τους Οθωμανούς. Η κατάκτηση με έφοδο σήμαινε μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το ισλαμικό δίκαιο, την εκδίωξη από το κάστρο (δηλ. την περιτειχισμένη πόλη) – σταθερό πολεοδομικό στοιχείο και στρατιωτικο-διοικητικός πυρήνας όλων των μεσαιωνικών πόλεων – των γηγενών χριστιανικών πληθυσμών.

Ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης. Οχυρωματικό έργο οθωμανικής κατασκευής (κτίστηκε μεταξύ των ετών 1450-1470).

Αυτό το μέτρο οδηγούσε σε ευρύτερη αλλαγή του πολεοδομικού σχεδίου, καθώς οι χριστιανοί θα έπρεπε να εγκατασταθούν σε κάποιο/α άλλο/α σημείο/α της πόλης. Επιπλέον, αυτή η μέθοδος κατάκτησης σήμαινε την κατεδάφιση ή – συχνότερα – τη μετατροπή των χριστιανικών ναών σε μουσουλμανικά τεμένη. Αυτό το μέτρο αποτελούσε βασικό στοιχείο για τη μετατροπή του αστικού ιδιώματος από χριστιανικό (βυζαντινό, σλαβικό) σε οθωμανικό.

Η εμπέδωση μέσω των κτιρίων της πολιτικής πρωτοκαθεδρίας του νέου κυριάρχου («η οθωμανοποίηση του χώρου», όπως έχει ονομαστεί) δεν αφορούσε μόνο τεμένη ή άλλα θρησκευτικού χαρακτήρα κτίσματα, αλλά και μια σειρά από ευαγή κοινωφελή ιδρύματα (πτωχοκομεία, εκπαιδευτήρια, λουτρά).

Μπέη χαμάμ Θεσσαλονίκης (1444) σε φωτογραφία του 1913.

Η κατάκτηση μιας πόλης με συνθηκολόγηση δε διέσωζε αυτόχρημα τα χριστιανικά μνημεία της, αφού, προϊόντος του χρόνου και σύμφωνα με τις κατά καιρούς δημιουργούμενες ανάγκες (θρησκευτικές, πολιτικές κτλ) μπορούσαν επίσης να μετατραπούν χριστιανικοί ναοί σε ισλαμικά τεμένη.

Εκτός από τον τρόπο κατάκτησης που υπαγόρευε μια ανάλογη νομικά μεταχείριση της πόλης και του πληθυσμού της, οι Οθωμανοί προχωρούσαν σε άλλα επιπλέον μέτρα με βάση την πληθυσμιακή, οικονομική και πολιτική κατάσταση που συναντούσαν σε κάθε πόλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ad hoc ασκηθείσας πολιτικής αποτελεί η Θεσσαλονίκη. Ενώ κατακτήθηκε με έφοδο, ο σουλτάνος έδειξε ιδιαίτερη μέριμνα και για την απελευθέρωση των κατά το νόμο εξανδραποδισθέντων χριστιανών και για την προσέλκυση άλλου χριστιανικού πληθυσμού στην πόλη τα πρώτα χρόνια μετά την κατάκτηση. Από τους δε ναούς μόνο δύο κατ’ αρχήν μετατράπηκαν σε τεμένη, ενώ η μετατροπή των υπολοίπων μεγάλων ναών συνέβη σταδιακά και με ποικίλες αφορμές σε διάστημα πλέον του ενάμιση αιώνα.

Θεσσαλονίκη. Ο ναός της Αγίας Σοφίας σε καρτ ποστάλ εποχής.

Οι κοινωνίες των πόλεων δεν συγκροτήθηκαν ούτε μόνο ως αποτέλεσμα κρατικής παρέμβασης, αλλά ούτε και ως αποτέλεσμα αυθόρμητων ενεργειών. Οι σουλτάνοι εφάρμοσαν τόσο στις πόλεις, όσο και στην ύπαιθρο των Βαλκανίων την πολιτική των μαζικών υποχρεωτικών εποικισμών, γνωστών ως sürgün. Η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα να εμφανιστεί στις βαλκανικές κοινωνίες για πρώτη φορά το μουσουλμανικό στοιχείο. Όσον αφορά ειδικά τις πόλεις, παρ’ όλο που η ερμηνεία του φαινομένου δεν υποστηρίζεται από κάποια πηγή, τα στοιχεία μας δείχνουν ότι αυτές εποικίστηκαν – ακούσια ή εκούσια – από τουρκικής καταγωγής μουσουλμάνους της Μικράς Ασίας. Οι πληθυσμοί αυτοί προέρχονταν από αντίστοιχα αστικά περιβάλλοντα του τόπου προέλευσής τους, είτε του οθωμανικού εμιράτου είτε των άλλων τουρκομανικών. Οι βιοτεχνικές ειδικότητές τους αποσκοπούσαν στο να τονώσουν ή έστω στο να μη διακόψουν την οικονομική ζωή των νεοκατακτημένων πόλεων. Η έλευσή τους δεν έγινε μόνο ως αποτέλεσμα κρατικής πολιτικής, αλλά και αυθόρμητα, λόγω των νέων ευκαιριών που διανοίγονταν γι’ αυτούς στα οθωμανικά Βαλκάνια. Η εγκατάσταση σε αξιόλογους αριθμούς έγινε κυρίως στα οικονομικά ή και διοικητικά κέντρα των περιοχών, όταν αυτά δεν ταυτίζονταν. Έκτοτε αποτελούσαν ένα σταθερό πληθυσμιακό στοιχείο των αστικών κοινωνιών των Βαλκανίων.

Οι μουσουλμανικές κοινωνίες στις πόλεις συγκροτούνταν και από το διοικητικό προσωπικό. Ως τέτοιο θα πρέπει να εννοηθούν όχι μόνο – ή τόσο – οι γραφειοκράτες, αλλά κυρίως τα στρατιωτικά σώματα που επάνδρωναν τη φρουρά του κάστρου και οι υπάλληλοι που ασκούσαν τη δικαστική εξουσία και μεριμνούσαν για την ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών των μουσουλμάνων. Εφόσον η διοίκηση την εποχή αυτή δεν ασκούταν χωριστά από τη στρατιωτική οργάνωση και εφόσον στο Ισλάμ νόμος και θρησκεία συνυπάρχουν, οι κρατικοί υπάλληλοι που συνιστούσαν ένα τμήμα του μουσουλμανικού πληθυσμού τους, ανήκαν στις δύο μεγάλες ομάδες της αυτοκρατορίας, τους στρατιωτικούς (askeri) και τους δικαστές-θεολόγους (ulema). Από την πρώτη ομάδα προέρχονταν και οι υπάλληλοι με δημοσιονομικές αρμοδιότητες (π.χ. επόπτες τελωνείων, αγορανόμοι, ενοικιαστές φόρων).

Στρατιωτικό-διοικητικό προσωπικό (ασκερί).
Δικαστικό-θεολογικό προσωπικό (ουλεμά).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τέλος, μέρος των μουσουλμάνων των πόλεων αποτελούσαν οι εξισλαμισμένοι και οι επίσης εξισλαμισμένοι δούλοι. Οι πρώτοι, συνήθως προερχόμενοι από την ευρύτερη περιφέρεια, από τα ως τώρα διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται να μην αποτελούσαν αξιόλογο τμήμα των μουσουλμάνων, καθώς η μαζική έλευσή τους στις πόλεις συνιστά φαινόμενο κυρίως του 16ου αιώνα και αργότερα. Οι δεύτεροι, αντίστροφα, συγκροτούσαν αρχικά αξιόλογο τμήμα των πόλεων και έβαιναν μειούμενοι, αφενός λόγω της σταδιακής μείωσης των πολέμων και αφετέρου λόγω της συχνής απελευθέρωσής τους.

Οι μουσουλμάνοι, πέρα από την αποκλειστικότητά τους στις κρατικές υπηρεσίες, κατείχαν αξιόλογο μερίδιο της βιοτεχνικής και εμπορικής δραστηριότητας των πόλεων. Η παρουσία τους σε μια πόλη δεν σήμαινε αυτόχρημα την αδιάλειπτη συνέχειά τους σ’ αυτή, αν και λίγες είναι οι περιπτώσεις πλήρους απώλειας του αρχικού μουσουλμανικού πληθυσμού μιας πόλης.

Εν τέλει, ενδιαφέρον και αδιερεύνητο ακόμη στοιχείο είναι οι παράγοντες ή τα κριτήρια που έπαιζαν κάθε φορά ρόλο στην εμφάνιση μουσουλμάνων στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις των Βαλκανίων, όταν οι τελευταίες δεν είχαν ιδρυθεί από Οθωμανούς. Η θέση των πόλεων στη διοικητική ιεραρχία δεν φαίνεται να αποτελεί αξιόπιστο ερμηνευτικό σχήμα, όπως δείχνει το παράδειγμα των συντριπτικά χριστιανικών Ιωαννίνων, που ήταν εξαρχής έδρα μεγάλης διοικητικής περιφέρειας (sancak). Ίσως ο συνδυασμός διοικητικής θέσης και οικονομικής σημασίας μαζί με την παρουσία μουσουλμανικού πληθυσμού στην άμεση περιφέρεια να αποτελεί ικανοποιητικό ερμηνευτικό εργαλείο.

Σε αντίθεση με την παλαιότερη ελληνική βιβλιογραφία, σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι οι χριστιανοί δεν εκκένωσαν τις πόλεις, αλλά, αντίθετα, εξαρχής αποτελούσαν σταθερό πληθυσμιακά στοιχείο των πρώιμων αστικών κοινωνιών των Βαλκανίων, αν και όχι πάντα σε μεγάλα ποσοστά. Όπως σημειώθηκε για τη Θεσσαλονίκη, ακόμη κι όταν οι συνθήκες της κατάκτησης δεν το επέτρεπαν, οι χριστιανοί παρέμεναν στις πόλεις. Η διατήρηση, μάλιστα, της βυζαντινής ονοματολογίας των κατοίκων υποδηλώνει τη διατήρηση του βυζαντινού ή γενικότερα προ-οθωμανικού υποστρώματος στις κοινωνίες των οθωμανικών πλέον πόλεων. Η συσπείρωση γύρω από την τοπική εκκλησία και η προσπάθεια διατήρησης των εμπορικών δικτύων που είχαν αναπτυχθεί πριν την οθωμανική κατάκτηση αποτελούσαν χαρακτηριστικά της δραστηριότητας και των προτεραιοτήτων των χριστιανών. Χωρίς να μπορούμε ακόμη να υποστηρίξουμε μια αδιάλειπτη συνέχεια των μεσαιωνικών χριστιανικών ελίτ και υπό τους Οθωμανούς, η ύπαρξη, πάντως, μιας ελίτ, είτε ως απογόνων μεσαιωνικών αριστοκρατικών οικογενειών, είτε ως νέων προσώπων αναδειχθέντων μέσα σε οθωμανικό πλαίσιο, θεωρείται αναμφισβήτητη. Η κοινωνική διαστρωμάτωση, συνεπώς, εντός των χριστιανικών κοινωνιών των πόλεων ήταν ορατή, μέσα στις οικονομικές και πολιτικές δυνατότητες που τις επιτράπηκαν από το νέο κρατικό σύστημα. Η ελληνοφωνία φαίνεται να κυριαρχεί στους χριστιανούς των νότιων βαλκανικών πόλεων, ακόμη και σε ζώνες που η ύπαιθρος δεν ελληνοφωνούσε σε συντριπτικό βαθμό, όπως για παράδειγμα στην Καστοριά. Η πληθυσμιακή παρουσία χριστιανών μέσα στις πόλεις εξαρτιόταν από ποικίλους παράγοντες, τους οποίους η έρευνα, όπως και με τους μουσουλμάνους, δεν αποσαφήνισε ακόμη. Σε αντίθεση, πάντως, με τους μουσουλμάνους, οι χριστιανοί επέδειξαν μεγαλύτερη κινητικότητα και συχνότερα από τους μουσουλμάνους εμφανίζονταν, αυξάνονταν, μειώνονταν ή και εξαφανίζονταν από μια πόλη. Η εμπειρική αυτή παρατήρηση αναζητά ακόμη ερμηνεία, καθώς το εξισλαμιστικό ρεύμα δεν αποτελεί ικανοποιητικό εργαλείο για τις πληθυσμιακές αλλαγές στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις λόγω του μικρού δημογραφικού βάρους. Η θρησκευτική σύνθεση της άμεσης ή ευρύτερης περιφέρειας φαίνεται να αποτελεί ικανοποιητικότερο ερμηνευτικό εργαλείο, καθώς από αυτήν τροφοδοτούταν κυρίως ο χριστιανικός πληθυσμός των πόλεων. Δεν θα πρέπει να λησμονείται, εξάλλου, το γεγονός ότι το γηγενές στοιχείο των Βαλκανίων ήταν οι χριστιανοί.

Το τρίτο θρησκευτικό στοιχείο που απαντάται στις πόλεις των Βαλκανίων ήταν οι Εβραίοι. Ίσως λόγω του μικρού αριθμού τους και της προβλέψιμης ιστορικής διαδρομής τους στην οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και της πλούσιας ερευνητικής παραγωγής κυρίως Εβραίων ιστορικών, μπορούμε να διαμορφώσουμε ευκολότερα ένα διάγραμμα της παρουσίας τους στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις. Το μεσαιωνικό εβραϊκό υπόστρωμα των Ρωμανιωτών διατηρήθηκε αλώβητο στις βαλκανικές πόλεις μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Από τα διαθέσιμα στοιχεία για κάποιες εβραϊκές κοινότητες, μπορεί να υποστηριχθεί ότι σχεδόν το σύνολό τους μετακινήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ως αποτέλεσμα της οθωμανικής πολιτικής επανοικισμού της νέας οθωμανικής πρωτεύουσας. Τα Βαλκάνια, όμως, δεν έμειναν κενά εβραϊκής παρουσίας, καθώς αρχικά με την σταδιακή έλευση «Ασκεναζίμ» Εβραίων από την Ανατολική Ευρώπη κυρίως από τη δεκαετία του 1470 και εξής και στη συνέχεια με τη μαζική μετανάστευση των «Σεφαραδίμ» Εβραίων από την ιβηρική χερσόνησο και τα υπόλοιπα εδάφη του ισπανικού στέμματος από το 1492 και εξής, συγκροτήθηκαν νέες εβραϊκές κοινότητες, αποκλειστικά σε πόλεις υψηλού οικονομικού ενδιαφέροντος. Πέραν της Θεσσαλονίκης, οι Σέρρες, η Αδριανούπολη, τα Τρίκαλα ήταν μερικές από τις βαλκανικές πόλεις που διέθεταν μια σταθερή, ολιγομελή ή όχι, εβραϊκή κοινότητα. Το πληθυσμιακό μέγεθός τους ποίκιλε και γνώριζε αυξομειώσεις, όπως και των άλλων δύο θρησκευτικών ομάδων. Οι οικονομικές ασχολίες τους αφορούσαν κυρίως το εμπόριο και η κοινωνική διαστρωμάτωσή τους εξαρτιόταν από το πληθυσμιακό μέγεθός τους: όσο περισσότεροι Εβραίοι υπήρχαν σε μια πόλη, τόσο η άτυπη κοινωνική πυραμίδα αναπτυσσόταν με πληρότητα, έχοντας εξίσου μεγιστάνες του πλούτου και πάμφτωχους μεροκαματιάρηδες.

Κατά την προ-νεωτερική περίοδο, ο διαχωρισμός των κοινωνιών των πόλεων από αυτές της υπαίθρου δεν ήταν ποτέ αυστηρός. Ως εκ τούτου, στοιχεία εξαγροτισμού των πόλεων συναντούμε και στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια, όπως και αλλού στην Ευρώπη. Παρ’ όλο που οι πρώιμες οθωμανικές κοινωνίες της βαλκανικής υπαίθρου συγκροτήθηκαν με όχι ιδιαίτερα διαφορετικό τρόπο από τις αντίστοιχες των πόλεων, υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις πρώτες σε σχέση με τις δεύτερες.

Σπαχήδες.

Στο μεταίχμιο αστικών και αγροτικών κοινωνιών εντάσσονται οι μουσουλμάνοι αξιωματούχοι, των οποίων η οικονομική βάση βρισκόταν στην ύπαιθρο. Πρόκειται για την ομάδα των Οθωμανών ιππέων (sipahi), οι οποίοι μισθοδοτούνταν εισπράττοντας με την άδεια του κράτους τους φόρους των χωριών. Συνήθως διέμεναν στα χωριά ή έστω στην κοντινή κωμόπολη και τουλάχιστον κατά την πρώιμη περίοδο συνιστούσαν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της. Η προέλευσή τους δεν ήταν αυτονόητα μικρασιατική τουρκική, αλλά υπήρχαν ήδη από τον 15ο αιώνα εξισλαμισμένοι, ή παιδιά του παιδομαζώματος ή απελεύθεροι, οι οποίοι είχαν εισέλθει στο στρατιωτικό σώμα. Οι σπαχήδες δεν συνιστούσαν μια φεουδαλική αριστοκρατία κατά το πρότυπο των δυτικών μεσαιωνικών κοινωνιών. Η θέση τους βρισκόταν χαμηλά στην οθωμανική κρατική υπαλληλία και οι ίδιοι συχνά διαφοροποιούνταν οικονομικά κατά τι μόνο από τους φορολογούμενους αγροτικούς πληθυσμούς. Η κοινωνική και πολιτική ισχύς τους προερχόταν από τη θέση τους στην οθωμανική κρατική ιεραρχία και όχι από τον πλούτο τους.

Αν στις πόλεις η οθωμανική εξουσία εγκατέστησε (ή ενθάρρυνε την εγκατάσταση) βιοτεχνών και επαγγελματιών, η βαλκανική ύπαιθρος δέχτηκε νομαδικούς τουρκομανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, οι οποίοι ονομάστηκαν «Γιουρούκοι». Η έλευσή τους έγινε σταδιακά από τα τέλη του 14ου αιώνα μέχρι τα μέσα περίπου του 16ου. Εγκαταστάθηκαν μόνιμα, καθώς απώλεσαν αρκετά νωρίς το νομαδικό χαρακτήρα τους, κατά κύριο λόγο στις εύφορες πεδιάδες της Θράκης, της Βορειοανατολικής Βουλγαρίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, δημιουργώντας οιονεί οικιστικούς θύλακες. Η βοηθητικού χαρακτήρα στρατιωτική οργάνωση, στην οποία τους ενέταξε το οθωμανικό κράτος, προσφέρει για τον ερευνητή και την αρχική αιτιολογία για τη μετακίνησή τους στα Βαλκάνια. Με άλλα λόγια, λόγοι ασφάλειας της νεοκατακτημένης υπαίθρου αποτέλεσαν τον αρχικό ερμηνευτικό πυρήνα του μαζικού εποικισμού των βαλκανικών πεδιάδων από Γιουρούκους. Παράλληλα, η οικονομική αναζωογόνηση εγκαταλειμμένων περιοχών συνιστούσε έναν δεύτερο βασικό λόγο γι’ αυτή την πολιτική. Οι πληθυσμοί αυτοί με τις συγκεκριμένες οικονομικές ασχολίες τους (κτηνοτροφία και γεωργία) συνιστούσαν σταθερή εικόνα της βαλκανικής υπαίθρου μέχρι και την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας στις αρχές του 20ού αιώνα.

Εγκαταστάσεις Γιουρούκων στη Μακεδονία το 1530.

Εξίσου αναγνωρίσιμη ομάδα της βαλκανικής υπαίθρου, αν και πολύ περισσότερο ολιγομελή, συνιστούσαν οι μοναχοί του Ισλάμ, γνωστοί ως «δερβίσηδες». Όπως και με τους Γιουρούκους, η οθωμανική εξουσία τους χρησιμοποίησε διττώς: α) για να προπαγανδίσουν τη νέα θρησκεία και να προσηλυτίσουν ή να διαδώσουν μια θρησκευτική ανεκτικότητα μεταξύ των αλλόθρησκων ντόπιων πληθυσμών και β) για να βοηθήσουν στον εποικισμό εγκαταλειμμένων περιοχών. Το τελευταίο επιτυγχανόταν μέσω της ίδρυσης μοναστηριών (τεκέδων) πάνω σε οδικές αρτηρίες, γύρω από τα οποία συγκροτούνταν οικιστικές μονάδες. Η υιοθέτηση ενός ευπροσάρμοστου Ισλάμ – που συχνά άγγιζε τα όρια της ετεροδοξίας, οδήγησε αυτούς τους δερβίσηδες αφενός να αποκτήσουν σεβασμό και κύρος σε ντόπιους και κατακτητές και αφετέρου να διαθέτουν προσβάσεις στην κεντρική εξουσία. Η ίδρυση τεκέδων από διάφορα δερβίσικα τάγματα δεν σταματά στους πρώτους οθωμανικούς αιώνες, αλλά αυτό που σταματά είναι η επίσημη ή ανεπίσημη υποστήριξη του κράτους προς αυτούς. Πολύ περισσότερο από απλά ένα στοιχείο της βαλκανικής υπαίθρου, οι δερβίσηδες και οι τεκέδες τους αποτέλεσαν εξαρχής διακριτό στοιχείο και των πόλεων, ενισχύοντας τη μουσουλμανική παρουσία σ’ αυτές. Οι τεκέδες, εξάλλου, αποτελούσαν τμήμα της μνημειακής τοπογραφίας των οθωμανικών πόλεων.

Ο Τεκές του Κιζίλ Ντελή, στη Ρούσα Έβρου, χώρος μυστηριακών συνάξεων. Στην είσοδο υπάρχει οθωμανική επιγραφή όπου αναγράφεται το 1402 ως έτος ίδρυσης και το 1759 ως έτος ανακαίνισης.

Κατ’ αντίστοιχο τρόπο με τους τεκέδες, τα χριστιανικά μοναστήρια συνιστούσαν επίσης σταθερούς πόλους της βαλκανικής υπαίθρου κατά τους πρώτους οθωμανικούς χρόνους. Συνολικά ιδωμένο, το δίκτυο των μοναστηριών δεν ελαττώθηκε μετά την οθωμανική κατάκτηση. Παρ’ όλες τις καταστροφές που επέφεραν οι συνεχείς πόλεμοι του 14ου και του 15ου αιώνα, τα μεγαλύτερα από τα μοναστήρια διατήρησαν την ύπαρξή τους, αν και μειώνοντας προοδευτικά την έγγεια περιουσία τους. Ο λόγος της επιτυχίας τους ήταν η διαπραγματευτική ικανότητα των μοναχών, που οδήγησε στην απόκτηση προνομίων από τους Οθωμανούς σουλτάνους ήδη από την εποχή της κατάκτησης. Η περίπτωση των αγιορείτικων μοναστηριών είναι χαρακτηριστική επ’ αυτού. Μετά, πάντως, από μια περίοδο στασιμότητας, ο 16ος αιώνας ήταν περίοδος ανακαίνισης ή και ίδρυσης νέων μοναστηριών στην ύπαιθρο, σηματοδοτώντας μια πορεία ακμής, η οποία θα συνεχιστεί και κατά τους επόμενους αιώνες. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα πρέπει να υπερτονίζεται ο οικονομικός και κοινωνικός ρόλος των μοναστηριών συνολικά στις οθωμανικές κοινωνίες, αφού η όποια ισχύς τους δεν ξεπέρασε τα όρια των χριστιανικών κοινωνιών.

Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Ολύμπου (1542).

 

Προνομιακό έγγραφο για το Άγιο Όρος, 1430.

 

Ίσως η πιο ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των πρώιμων οθωμανικών Βαλκανίων ήταν αυτή των χριστιανών «σπαχήδων». Υπό το όνομα αυτό αποκαλούμε τα μέλη της μεσαιωνικής γαιοκτητικής αριστοκρατίας των Βαλκανίων, τα οποία δέχτηκαν να συνεργαστούν με τη νέα πολιτική εξουσία και εις αντάλλαγμα οι Οθωμανοί τους αναγνώρισαν ένα παρόμοιο καθεστώς μ’ αυτό που είχαν κατά την προηγούμενη περίοδο. Η ομάδα αυτή συγκροτούσε τις τοπικές ελίτ των χριστιανικών κοινωνιών σε συγκεκριμένες περιοχές των Βαλκανίων (Δυτική Μακεδονία, Δυτική Θεσσαλία, Ήπειρος, Βόρεια Μακεδονία, Αλβανία και Σερβία). Εκτός από κάποια ονόματα δεν γνωρίζουμε πολλά για τον τόπο διαμονής και την καταγωγή τους. Ωστόσο, ακόμη και αν διέμεναν στις πόλεις, αποτελούσαν μαζί με τους μουσουλμάνους συναδέλφους τους τμήμα των αγροτικών κοινωνιών. Η ύπαρξή τους, η οποία συνιστά ένα ορατό αποτέλεσμα της πολιτικής ήπιας προσαρμογής των κατακτημένων στο οθωμανικό κρατικό σύστημα, παύει με την εκπνοή του 15ου αιώνα, αφού κατά τον 16ο το φαινόμενο σταδιακά εξαφανίζεται.

Οι αγροτικές κοινωνίες, εντέλει, συγκροτούνταν κατά κύριο λόγο από τους αγρότες, γεωργούς και κτηνοτρόφους, μουσουλμάνους και χριστιανούς. Το φορολογικό καθεστώς τους, που εν πολλοίς καθόριζε την εν γένει κοινωνική θέση τους, χαρακτηριζόταν από πολυμορφία. Πέρα από τη γενική αρχή της ελαφρύτερης φορολόγησης των μουσουλμάνων σε σχέση με τους χριστιανούς αγρότες, στους δεύτερους, ειδικά, δινόταν η ευκαιρία μέσω διαπραγμάτευσης να βελτιώσουν τη θέση τους και να ενταχθούν σε ειδικές φορολογικές κατηγορίες (μεταλλωρύχοι, αλατοπαραγωγοί, φύλακες ορεινών περασμάτων), απολαμβάνοντας έτσι μια ευνοϊκότερη καθημερινότητα. Η βαλκανική ύπαιθρος ήταν κατοικημένη κατά συντριπτική πλειονότητα από χριστιανούς αγρότες. Οι μουσουλμάνοι εντοπίζονταν σε αξιόλογους αριθμούς γύρω από συγκεκριμένες ζώνες κατοίκησης που ταυτίζονταν με τους χώρους εγκατάστασης Γιουρούκων (Θράκη, Κεντρική Μακεδονία, Ανατολική Θεσσαλία, η κοιλάδα του Αξιού προς τα Σκόπια, οι πεδιάδες της σημερινής Κεντρικής και Βορειοανατολικής Βουλγαρίας) με την εξαίρεση της Βοσνίας. Όσο το εξισλαμιστικό ρεύμα στην ύπαιθρο ήταν υποτονικό κατά τους πρώτους αιώνες, οι μουσουλμανικοί οικισμοί συγκροτούσαν νησίδες μέσα σε μια χριστιανική ύπαιθρο.

Οι ζώνες κατοίκησης για τους χριστιανικούς πληθυσμούς χαρακτηρίζονταν με βάση το εθνοτικό χαρακτηριστικό τους. Η πανσπερμία λαών στα Βαλκάνια σε συνδυασμό με την απουσία εθνικών κρατών τόσο πριν όσο και μετά την οθωμανική κατάκτηση, οδήγησε στο να δημιουργηθούν κάποιες γεωγραφικές ζώνες, οι οποίες δεν είναι πάντα εύκολο ούτε να προσδιοριστούν με ακρίβεια, αλλά ούτε να ερμηνευθούν με βάση κάποια κριτήρια σχηματισμού τους. Οι εθνοπολιτισμικές ζώνες (αλβανοφώνων, βλαχοφώνων, ελληνοφώνων και σλαβοφώνων) ακολουθούν το γλωσσικό και πολιτισμικό χαρακτηριστικό, τα οποία την εποχή εκείνη δεν είχαν κανένα νεωτερικά προσδιορισμένο εθνικό σημαινόμενο. Υπάρχει μεγάλο ερευνητικό κενό στο να διερευνηθεί κατά πόσο οι συχνές μετακινήσεις αγροτικών πληθυσμών στα Βαλκάνια ακολουθούσαν αυτές τις διαδρομές των ζωνών, παράλληλα με οικονομικά ή άλλα κίνητρα. Οι μετακινήσεις αυτές, παρ’ όλη τη συχνότητά τους, δεν φαίνεται να επηρέασαν σε μεγάλη έκταση την εικόνα του οικιστικού δικτύου. Σε περιοχές μικρής κλίμακας, στις οποίες μπορεί να αποκατασταθεί μια συνέχεια ανάμεσα στην προ-οθωμανική και οθωμανική εποχή (π.χ. Χαλκιδική) η έρευνα κατέληξε ότι το οικιστικό δίκτυο δεν επηρεάστηκε από την πολιτική αλλαγή. Η κινητικότητα δεν κατευθυνόταν ακόμη προς τις πόλεις σε μεγάλους αριθμούς, γι’ αυτό υπήρχε η δυνατότητα αναπλήρωσης των πληθυσμιακών ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη φυγή μέρους ή και όλου του πληθυσμού ενός χωριού. Οι τύποι κατοίκησης (patterns of settlements) ποίκιλαν από περιοχή σε περιοχή, αν και οι μικρού δημογραφικού αναστήματος οικισμοί (μέχρι 50 ή 100 οικογένειες) ήταν μάλλον ένας κοινός τύπος.

Οι βαλκανικές κοινωνίες κατά την πρώιμη οθωμανική εποχή χαρακτηρίζονταν από ένα μωσαϊκό διαφόρων στοιχείων και παρουσίαζαν μεγάλη ποικιλομορφία. Ουσιαστικά, προσπαθούσαν να βρουν το βηματισμό τους κατά τη διαδικασία ένταξής τους από μικρά και λίγο ως πολύ εθνοπολιτισμικά ομοιογενή κρατικά μορφώματα σε μια πολυπολιτισμική και διαρκώς επεκτεινόμενη γεωγραφικά αλλόθρησκη αυτοκρατορία. Η νέα πολιτική κατάσταση αφενός εμπλούτισε τις βαλκανικές κοινωνίες με μουσουλμανικό πληθυσμό, διαμορφώνοντας νέες κοινωνικές ιεραρχήσεις και αφετέρου ευνόησε τη σχετικά ήπια προσαρμογή των ντόπιων στο νέο κρατικό σύστημα.

Ο Φωκίων Κοτζαγεώργης είναι Επίκουρος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Γκαρά Ε. – Τζεδόπουλος Γ, Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στην οθωμανική αυτοκρατορία. Θεσμικό πλαίσιο και κοινωνικές δυναμικές, ηλεκτρονικό σύγγραμμα, Αθήνα, 2015.

– Ιναλτζίκ Χ., Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασσική περίοδος, 1300-1600, Αθήνα, 1995.

– Παπασταματίου Δ. – Κοτζαγεώργης Φ., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας, ηλεκτρονικό σύγγραμμα, Αθήνα, 2015.

– Kiel M., “The incorporation of the Balkans into the Ottoman Empire, 1353-1453” στο K. Fleet (επιμ.), The Cambridge History of Turkey, Καίμπριτζ, 2009, σσ. 138-191.

– Lowry H.W., Η φύση του πρώιμου οθωμανικού κράτους, Αθήνα, 2004.

– Sugar P., Η Νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από Οθωμανική κυριαρχία, 1354-1804, 2 τ., Αθήνα, 1994.

Điện Biên Phủ

Điện Biên Phủ

 

Η πολιορκία του Điện Biên Phủ διήρκεσε 57 ημέρες (13 Μαρτίου – 7 Μαΐου 1954) και ισοδυναμεί με το τέλος της γαλλικής παρουσίας στην Ινδοκίνα. Πρόκειται για την κορυφαία και συνάμα τελευταία ένοπλη αντιπαράθεση ανάμεσα στο γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα της Ινδοκίνας και τις δυνάμεις του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος  Việt Minh. Πρόθεση των Γάλλων ήταν να παρασύρουν τους αντιπάλους τους, οι οποίοι επιδίδονταν σε έναν ανορθόδοξο πόλεμο φθοράς εκμεταλλευόμενοι την άριστη γνώση της μορφολογίας του εδάφους και των κλιματικών ιδιαιτεροτήτων της περιοχής, σε μια και μόνη αποφασιστική αναμέτρηση, με σκοπό να τους συντρίψουν χάρη στην αδιαμφισβήτητη υπεροχή τους σε τεχνολογία και ισχύ πυρός. Προκειμένου να εκπληρώσουν τον αντικειμενικό τους στόχο, πίστευαν πως αρκούσε να παρεμποδίσουν τον ανεφοδιασμό των αντιπάλων τους μέσω του γειτονικού Λάος εξαναγκάζοντάς τους, με τον τρόπο αυτό, σε μια αναμέτρηση σε ανοικτό έδαφος και με γνώμονα τους κανόνες ενός τακτικού πολέμου. Με αυτό το σκεπτικό προχώρησαν το φθινώπορο του 1953 στην κατασκευή ενός περιχαρακωμένου στρατοπέδου στη θέση  Điện Biên Phủ, κοντά στα σύνορα με το Λάος. Η βάση του  Điện Biên Phủ βρισκόταν βαθειά απομονωμένη εντός του εχθρικού εδάφους. Καθώς τα στρατεύματα του  Việt Minh στερούνταν παντελώς αεροπορίας και αντιαεροπορικού πυροβολικού (αυτή, τουλάχιστον, ήταν η εκτίμηση της γαλλικής στρατιωτικής ηγεσίας), ο ανεφοδιασμός του περιχαρακωμένου στρατοπέδου θα διενεργούνταν αποκλειστικά από αέρος. Ο παραπάνω σχεδιασμός ανατράπηκε πλήρως, όταν η γαλλική φρουρά βρέθηκε περικυκλωμένη από υπεράριθμες δυνάμεις και βαρύ πυροβολικό (συμπεριλαμβανομένων και αντιαεροπορικών μονάδων), που μεταφέρθηκε μέσα από δύσβατα μονοπάτια της πυκνής ζούγκλας. Ο αιφνιδιασμός στις τάξεις των Γάλλων υπήρξε πλήρης, με αποτέλεσμα να μην καταφέρουν ούτε μια στιγμή να αποκτήσουν την πρωτοβουλία των κινήσεων, περιοριζόμενοι σε έναν εφιαλτικό πόλεμο χαρακωμάτων, ο οποίος ενεργοποίησε μέσα τους σύνδρομα της εποχής του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πτώση του  Điện Biên Phủ και η παράδοση σύσσωμης της φρουράς προκάλεσε κυβερνητική κρίση στη Γαλλία και επηρρέασε αποφασιστικά τις διαπραγματεύσεις της Γενεύης, οι οποίες κατέληξαν, τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, στη δημιουργία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ στον βορρά και του κράτους του Βιετνάμ στο νότο, με διαχωριστική γραμμή τον 17ο παράλληλο. Μια δεκαετία αργότερα, οι ΗΠΑ υπέπεσαν σε ανάλογα σφάλματα υπεροψίας και υπέρμετρης αλαζονείας, έχοντας απέναντι τον ίδιο ακριβώς αντίπαλο. Το τίμημα και η τελική έκβαση είναι γνωστά.

 Η Γαλλική Ινδοκίνα

Η Γαλλική Ινδοκίνα (Union indochinoise), ιδρύθηκε το 1887 ενσωματώνοντας στους κόλπους της, όλες τις γαλλικές κτήσεις της Άπω Ανατολής από το 1858 και μετά. Πρόκειται για την αποικία της Cochinchine (νότιο τμήμα της σημερινής Δημοκρατίας του Βιετνάμ), τα προτεκτοράτα του Αννάμ και του Τονκίνου (κεντρικό και βόρειο τμήμα αντίστοιχα), της Καμπότζης και του Λάος, το οποίο αποσπάσθηκε από το γειτονικό Σιάμ (σημερινή Ταϊλάνδη). Σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής της, η Ινδοκίνα ουδέποτε λειτούργησε ως χώρος μαζικού εποικισμού, αλλά ως ζώνη οικονομικής εκμετάλλευσης χάρη στις πλούσιες πρώτες ύλες, που διέθετε και με τις οποίες τροφοδοτούσε ακατάπαυστα τη Μητρόπολη. Έτσι εξηγείται ο μικρός, σχετικά, αριθμός Γάλλων εποίκων, οι περισσότεροι εκ των οποίων στελέχωναν την αποικιακή διοίκηση ή επιδίδονταν σε επιχειρηματικές και εμπορικές δραστηριότητες. Όσο δε για τον αυτόχθονα πληθυσμό, πέρα από μια υποτυπώδη αλλά εύπορη αστική τάξη, το μεγαλύτερο μέρος ζούσε κάτω από σκληρές συνθήκες διαβίωσης και εργασίας. Η αποικιακή διοίκηση βρέθηκε αντιμέτωπη με περιοδικές εξεγέρσεις, ειδικότερα στην περιοχή του σημερινού Βιετνάμ. Η σημαντικότερη από τις εξεγέρσεις αυτές υπήρξε το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα Việt Minh, κομμουνιστικής απόκκλισης, το οποίο εκμεταλλεύθηκε το 1945 το κενό, που άφησε πίσω της η ιαπωνική κατοχή έως ότου αποκατασταθούν οι γαλλικές διοικητικές αρχές. Σημειωτέον πως από το 1949 και κατόπιν, το  Việt Minh έχαιρε της ηθικής και υλικής υποστήριξης της Μαοϊκής Κίνας, με την οποία οι περιοχές, που είχε θέσει υπό έλεγχο, διέθεταν εκτεταμένα σύνορα.  Στη συνείδηση του γαλλικού λαού, πάντως, η Ινδοκίνα για πολλά χρόνια εθεωρείτο υπόδειγμα αποικιακού μεγαλείου, κύρους και ισχύος. Προφανώς για το λόγο αυτό της δόθηκε η προσωνυμία  “μαργαριτάρι της αυτοκρατορίας” (Perle de l’ Empire) κατά το πρότυπο της Ινδίας  (“πετράδι του στέμματος” – Jewel of the Crown). Για τον ίδιο λόγο η απώλειά της και ο τρόπος με τον οποίο αυτή συντελέστηκε, στοίχισαν τόσο ακριβά σε μια γαλλική κοινωνία , που δεν είχε καταφέρει να απαλλαγεί από το στίγμα  του Vichy και η οποία, την ίδια εποχή, αντιμετώπιζε ανάλογους κραδασμούς στις βορειοαφρικανικές της κτήσεις.

Η κατάκτηση του Τονκίνου και η δημιουργία της Γαλλικής Ινδοκίνας το 1887.
Κεντρική αρτηρία του Ανόι στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο βάθος διακρίνεται το κτήριο του Δημοτικού Θεάτρου.
Το pousse-pousse, δημοφιλές μέσο μετακίνησης.
Το ξενοδοχείο Saigon Palace.
Προτροπή για εθελοντική κατάταξη στον αποικιακό στρατό

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ναυτικό απόσπασμα επανδρωμένο με αυτόχθονες
Η ιαπωνική κατοχή (1940-1945)

Ο πόλεμος της Ινδοκίνας (1946 – 1954)

Κατά το μεγαλύτερο διάστημα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ιάπωνες, παρά το γεγονός ότι εγκατέστησαν ένα προτεκτοράτο στην Ινδοκίνα, διατήρησαν τη γαλλική διοίκηση  έως το 1945 και αρκέστηκαν στην κατασκευή και χρήση στρατιωτικών βάσεων. Από το 1941 ωστόσο, κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα του Βιετνάμ (Việt Minh), το οποίο εστρέφετο εξίσου και κατά των Γάλλων του Vichy. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1945, την επομένη ακριβώς της συνθηκολόγησης της Ιαπωνίας, ο ηγέτης του  Việt Minh,  Hồ Chí Minh ανακύρηξε στο Ανόι την ανεξαρτησία της Δημοκρατίας του Βιετνάμ. Ωστόσο, στη συνδιάσκεψη του Πότσνταμ (Αύγουστος 1945), είχε αποφασιστεί ανάμεσα στους νικητές του πολέμου η στρατιωτική κατοχή της Ινδοκίνας. Κατόπιν τούτου, στο βορρά (Τονκίνο) εγκαταστάθηκαν δυνάμεις της εθνικιστικής Κίνας, ενώ ο νότος, η Καμπότζη και το Λάος περιήλθαν στον έλεγχο των Βρετανών. Από το τέλος Σεπτεμβρίου, οι Βρετανοί άρχισαν να εξοπλίζουν τα γαλλικά στρατεύματα, τα οποία είχαν νωρίτερα αφοπλιστεί από τους Ιάπωνες. Επιπρόσθετα, κατέφθασε από τη Μητρόπολη ένα Εκστρατευτικό Σώμα, υπό τον στρατηγό Leclerc de Hauteclocque. Με τον τρόπο αυτό, η Γαλλία ανέκτησε τον πλήρη έλεγχο της Ινδοκίνας. Δεν είχε αντίρρηση να εκχωρήσει πολιτική αυτονομία στο σύνολο των κτήσεών της στην Άπω Ανατολή, υπό την προϋπόθεση πως οι τελευταίες θα προσχωρούσαν στη λεγόμενη Γαλλική Ένωση (Union Française). Τον Μάρτιο του 1946, υπογράφηκε στο Παρίσι η σχετική συμφωνία ανάμεσα στον  Hồ Chí Minh και τους εκπροσώπους της κυβέρνησης του Félix Gouin.

Μάρτιος 1946. Ο ηγέτης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος Việt Minh, Hồ Chí Minh στο Παρίσι, διαπραγματεύεται την ανεξαρτησία του Βιετνάμ. Δίπλα του εικονίζεται ο εντολοδόχος της γαλλικής κυβέρνησης Maurice Moutet, πρώην υπουργός Αποικιών.

Η όλη κατάσταση εκτραχύνθηκε γρήγορα με ευθύνη αμφοτέρων των πλευρών. Οι ακραίοι κύκλοι του Việt Minh, ανέχονταν ολοένα και λιγότερο την παρουσία των Γάλλων, ενώ οι τελευταίοι, παραβιάζοντας τη συμφωνία του Μαρτίου, ανακήρυξαν στο νότο μια Δημοκρατία του Βιετνάμ, η οποία, με ηγέτη τον πρώην αυτoκράτορα του Αννάμ,  Bao-Daï , προσχώρησε στη Γαλλική Ένωση. Τον Νοέμβριο, μια σειρά εκτρόπων σε βάρος της γαλλικής παροικίας της Haiphong, επινείου του Ανόι, οδήγησε στον βομβαρδισμό της πόλης από το πολεμικό ναυτικό. Στις 19 Δεκεμβρίου 1946, στο Ανόι, το Việt Minh προχώρησε σε ανοικτή εξέγερση, σηματοδοτώντας την έναρξη του πολέμου της Ινδοκίνας. Από την αρχή διαφάνηκε ανάγλυφα η αναντιστοιχία και η διαφορά στρατηγικής ανάμεσα στα αντιμαχόμενα μέρη. Καλά εξοπλισμένο, το γαλλικό Εκστρατευτικό Σώμα επέμενε να διεξαγάγει επιχειρήσεις με συνθήκες τακτικού πολέμου, σαν να επρόκειτο να αντιμετωπίσει έναν αντίπαλο, που λειτουργούσε με ανάλογα δεδομένα. Αντ’ αυτού, είχε απέναντί του έναν εχθρό, άρτια εξασκημένο σε συνθήκες ανορθόδοξου πολέμου, ο οποίος κατάφερνε επιλεγμένα πλήγματα, προτού αποσυρθεί μέσα στην προστασία της ζούγκλας. Αναμενόμενη συνέπεια ήταν η είσπραξη μιας σειράς αποτυχιών μεταξύ των ετών 1950 και 1953 (μάχη της αποικιακής οδού αρ.4, μάχη της Cao Bang, μάχη της Hoa Binh), που κατέστησαν το  Việt Minh ουσιαστικό κυρίαρχο των βορείων επαρχιών, κατά μήκος των συνόρων με την κομμουνιστική Κίνα. Με μοναδική εξαίρεση την πόλη του Ανόι και το Δέλτα του Ερυθρού ποταμού, ολόκληρο το υπόλοιπο Τονκίνο είχε περιελθει υπό τον έλεγχο των επαναστατών. Η άφιξη στην Ινδοκίνα του στρατηγού Henri Navarre, συνέπεσε με τον σχεδιασμό μιας σειράς εκκαθαριστικών επιχειρήσεων (κωδικές ονομασίες Hirondelle, Brochet και Mouette), με στόχο την ανάκτηση του απωλεσθέντος ελέγχου στην ευαίσθητη, από στρατηγικής απόψεως, βόρεια περιοχή. Τα αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρά έως μηδαμινά. Περί το τέλος του 1953, οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην αναζήτηση του τρόπου εκείνου, που θα παρέσυρε τις δυνάμεις του Việt Minh έξω από τις κρυψώνες τους και θα τις εξανάγκαζε στην πολυπόθητη αποφασιστική αντιπαράθεση σε ανοικτό χώρο, όπου οι Γάλλοι διέθεταν αναμφίβολα την υπεροπλία.

Ο στρατηγός Henri Navarre (στο κέντρο), διοικητής των γαλλικών στρατευμάτων στην Ινδοκίνα, εικονίζεται με το επιτελείο του τον Ιούνιο του 1953
Ναυτική περίπολος στο Δέλτα του Ερυθρού ποταμού (Sông Hοng)
Η επιχείρηση “Χελιδόνι” (Hirondelle) στην περιοχή Lang Son, Ιούλιος 1953.

Η επιχείρηση “Castor” και η πολιορκία του  Điện Biên Phủ

Η επιχείρηση “Castor”.

Τον Οκτώβριο του 1953, ο στρατηγός  Võ Nguyên Giáp, διοικητής του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εγκατέλειψε κάθε προοπτική κατάληψης του Δέλτα του Τονκίνου. Οι στρατηγικές του προτεραιότητες στράφηκαν προς τον έλεγχο του βορείου τμήματος του Λάος, γεγονός, το οποίο θα του επέτρεπε να παρακάμψει τις γαλλικές θέσεις και δημιουργώντας έναν συνεχή διάδρομο ανεφοδιασμού με αφετηρία τα σύνορα με την κομμουνιστική Κίνα, να πλήξει την κεντρική και νότια Ινδοκίνα. Πληροφορούμενοι εγκαίρως το παραπάνω σχέδιο, οι Γάλλοι αποφάσισαν να προλάβουν τη θέση σε εφαρμογή του καταλαμβάνοντας την κομβικής στρατηγικής σημασίας θέση του  Điện Biên Phủ, σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από τη μεθόριο με το βόρειο Λάος. Ο έλεγχος του  Điện Biên Phủ μπορούσε να αποβεί διπλά οφέλιμος. Εκτός από την παρεμπόδιση μιας εισβολής  Việt Minh εντός του εδάφους του Λάος, ήταν σε θέση να προκαλέσει προβλήματα στον ανεφοδιασμό και στην ανάπτυξη του  Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εξαναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει την τακτική του ανταρτοπολέμου και να επιδιώξει μια αναμέτρηση απελπισίας σε ανοικτό χώρο, όπου οι Γάλλοι υπερείχαν σε οπλισμό και ισχύ πυρός. Η επιχείρηση “Κάστορας” (Castor), δηλαδή η κατάληψη του Điện Biên Phủ από αέρος και η δημιουργία επιτόπου ενός περιχαρακωμένου στρατοπέδου, σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε με γνώμονα την πεποίθηση πως ο αντίπαλος στερείτο παντελώς αεροπορίας (είναι γεγονός) και αντιαεροπορικού οπλισμού (ως προς το σημείο αυτό, οι πληροφορίες των Γάλλων αποδείχθηκαν αργότερα εσφαλμένες). Οι πρώτες δυνάμεις αλεξιπτωτιστών έπεσαν το πρωί της 20ης Νοεμβρίου 1953, διαθέτοντας κάλυψη από βομβαρδιστικά αεροσκάφη. Στις τάξεις του Việt Minh ο αιφνιδιασμός υπήρξε πλήρης και εντός 48 ωρών εξαρθρώθηκε κάθε μορφής αντίσταση. Δίχως χρονοτριβή, το μηχανικό κατασκεύασε έναν διάδρομο προσγείωσης (αργότερα κατασκευάστηκε και ένας εφεδρικός), με αποτέλεσμα πέντε ημέρες, μόλις, έπειτα από την έναρξη της επιχείρησης Castor, να μπορέσει να προσγειωθεί το πρώτο αεροπλάνο. Έκτοτε, και μέχρι την έναρξη της μάχης (13 Μαρτίου 1954), ο ανεφοδιασμός του  Điện Biên Phủ υπήρξε ακατάπαυστος.

Προκειμένου να μπορέσει κανείς να κατανοήσει την εξέλιξη και την έκβαση της μάχης του  Điện Biên Phủ είναι απαραίτητο να επικεντρώσει την προσοχή του σε ορισμένες θεμελιώδεις παραμέτρους. Πρώτη από αυτές δεν είναι η στρατηγική σημασία της περιοχής (αυτή είναι ούτως ή άλλως δεδομένη), αλλά η μορφολογία του εδάφους της τελευταίας. Το  Điện Biên Phủ είναι μια λεκάνη, η οποία περιβάλλεται από οκτώ συν ένα υψώματα, ο έλεγχος των οποίων ήταν επιτακτικός για την ασφάλεια του περιχαρακωμένου στρατοπέδου και των δυο διαδρόμων προσγείωσης-απογείωσης. Το καθένα από τα παραπάνω υψώματα έφερε το όνομα μιας από τις ερωμένες του διοικητή της βάσης, στρατηγού Christian de Castries. Τα πρώτα οκτώ (Gabrielle, Béatrice, Dominique, Éliane, Claudine, Huguette, Françoise, Anne-Marie), σχημάτιζαν έναν προστατευτικό κλοιό γύρω από τον κύριο διάδρομο προσγείωσης. Το ένατο ύψωμα (Isabelle), δέσποζε πάνω από τον εφεδρικό διάδρομο. Αναμφίβολα, η ύπαρξη τόσων πολλών εδαφικών ανωμαλιών δυσχέραινε την προσέγγιση των αεροσκαφών. Από την άλλη πλευρά όμως, η πεποίθηση των Γάλλων περί του απόρθητου των υψωμάτων και της παντελούς έλλειψης του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ σε αντιαεροπορικό οπλισμό, καθιστούσε, σύμφωνα πάντοτε με τον σχεδιασμό τους, λειτουργικό τον ομφάλιο λώρο, δηλαδή τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό του περιχαρακωμένου στρατοπέδου από αέρος. Άλλωστε, η προοπτική σχετικά με το  Điện Biên Phủ δεν ήταν να περιοριστεί σε αμυντικής φύσεως επιχειρήσεις, αλλά αντίθετα, να χρησιμοποιηθεί ως προγεφύρωμα για την ανάληψη επιθετικών πρωτοβουλιών.

Η λεκάνη του Điện Biên Phủ.
Οι δυο διάδρομοι προσγείωσης και τα γύρω υψώματα.

Η δεύτερη (και κυριότερη) παράμετρος για την κατανόηση των όσων επακολούθησαν, είναι η οπτική  του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, εφόσον, επί 57 ημέρες, η φρουρά του περιχαρακωμένου στρατοπέδου εξαναγκάστηκε σε έναν απεγνωσμένο αγώνα επιβίωσης. Ευθύς εξαρχής, αντικειμενικός στόχος του Giap υπήρξε η αντίπαλη αεροπορία. Σε βάρος της τελευταίας συγκέντρωσε τα πυρά του, γνωρίζοντας καλά (όπως, άλλωστε, και ο Castries), πως η αερογέφυρα, η οποία συνέδεε το  Điện Biên Phủ με τα μετόπισθεν, αποτελούσε το κρίσιμο διακύβευμα, συνάμα δε και την αχίλλειο πτέρνα των Γάλλων. Άλλωστε, οι επιλογές του ήταν εμφανείς προτού καν ξεκινήσει η πολιορκία. Περί τα τέλη Ιανουαρίου 1954, ομάδες δολιοφθορέων του  Việt Minh παρείσφρησαν σε αεροπορικές βάσεις στο Δέλτα του Τονκίνου, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές. Οι επόμενες κινήσεις επιβεβαίωσαν ότι κύρια προτεραιότητα του  Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ ήταν το αεροπορικό δυναμικό (βομβαρδιστικά και μεταγωγικά αεροσκάφη) των Γάλλων. Συγκεκριμένα, από τη στιγμή της έναρξης της πολιορκίας, τα πυρά των Βιετναμέζων επικεντρώθηκαν εναντίον των υψωμάτων, τα οποία βρίσκονταν στο βόρειο άκρο του κυρίου διαδρόμου προσγείωσης. Από την πρώτη κιόλας ημέρα (13 Μαρτίου), η γαλλική αεροπορική διοίκηση επέστησε την προσοχή των πληρωμάτων των αεροσκαφών στον κίνδυνο, που ενείχε, πλέον, η προσέγγιση του  Điện Biên Phủ. Ο μύθος περί απρόσκοπτου ανεφοδιασμού καταρρίφτηκε ταχύτατα. Ο Giap είχε συνειδητοποιήσει πως το μυστικό της επιτυχίας ήταν η απαγόρευση του εναερίου χώρου στους Γάλλους. Ο Λαϊκός Στρατός του Βιετνάμ δεν είχε αεροπλάνα προκειμένου να αντιτάξει. Διέθετε, ωστόσο, αντιαεροπορικό οπλισμό (τον είχαν εγκαταλείψει οι Ιάπωνες το 1945), τον οποίο εγκατέστησε στα υψώματα  Béatrice και  Gabrielle, μόλις αυτά  κυριεύτηκαν τις νύκτες της 13ης και 14ης Μαρτίου αντίστοιχα. Ήδη από τις δυο πρώτες ημέρες, όχι μόνο ο εναέριος χώρος αλλά και ο ίδιος ο διάδρομος προσγείωσης βρέθηκαν εντός του βεληνεκούς του εχθρικού πυροβολικού. Τις συνέπειες υπέστησαν και τα αεροσκάφη, που ήταν σταθμευμένα εντός της βάσης και τα οποία αποτελούσαν, πλέον, ιδανικό στόχο. Η αναπάντεχη απώλεια των δυο υψωμάτων προκάλεσε κρίση ηθικού στις τάξεις των Γάλλων, καθώς μπροστά στα μάτια τους καταρρίφτηκε και ένας δεύτερος μύθος. Ο μύθος περί του απόρθητου περιχαρακωμένου στρατοπέδου. Στις 15 Μαρτίου, ο συνταγματάρχης Charles Piroth, διοικητής του συνόλου των μονάδων πυροβολικού, αυτοκτόνησε μέσα στο καταφύγιό του. Ο συνταγματάρχης Keller, επιτελάρχης του Castries, εκκενώθηκε στα μετόπισθεν με βαριάς μορφής νευρικό κλονισμό. Η κατάσταση επιδεινώθηκε εξαιτίας των δυσμενών καιρικών συνθηκών. Η χαμηλή νέφωση και οι ισχυρές καταιγίδες (σύνηθες φαινόμενο σε εποχή μουσώνων), καθήλωσαν τη γαλλική αεροπορία στο έδαφος. Στις 17 Μαρτίου, έπεσε και το τρίτο ύψωμα (Anne-Marie). Μέσα σε μια εβδομάδα, οι δυνάμεις του Giap ήταν κυρίαρχες της πρόσβασης από βορρά.

Ρίψη αλεξιπτωτιστών στον κεντρικό τομέα του Điện Biên Phủ.
Γαλλικό πυροβολικό καλύπτει τον κύριο διάδρομο προσγείωσης.
Στρατιώτες Việt Minh στα χαρακώματα γύρω από τις γαλλικές θέσεις
Ο στρατηγός Christian de Castries, διοικητής του περιχαρακωμένου στρατοπέδου (κάτω) και ο λοχαγός François Pichelin, από τα πρώτα θύματα στο ύψωμα Dominique, όταν αυτό καταλήφθηκε από τους Việt Minh
Η εκκένωση των τραυματιών.

Την απώλεια των τριών πρώτων υψωμάτων διαδέχθηκε ένα δεκαπενθήμερο σχετικής ηρεμίας, κατά τη διάρκεια του οποίου η κάθε πλευρά προχώρησε σε ανασύνταξη των δυνάμεών της. Ο Giap αναπλήρωσε τις δικές του, που είχαν υποστεί σημαντικές απώλειες. Οι Γάλλοι ενέτειναν τους ρυθμούς ανεφοδιασμού, αποστολής ενισχύσεων και εκκένωσης των τραυματιών. Η προσέγγιση από αέρος δυσχέραινε ολοένα και περισσότερο, οι δε προσγειώσεις και απογειώσεις των αεροσκαφών πραγματοποιούνταν υπό τα σφοδρά πυρά του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ. Στο τέλος Μαρτίου, ο διάδρομος προσγείωσης αχρηστεύτηκε πλήρως. Το τελευταίο αεροσκάφος κατάφερε να απογειωθεί στις 27 του μήνα. Κατόπιν τούτου, οι προσπάθειες στράφηκαν προς την κατεύθυνση της διασφάλισης του άξονα, ο οποίος συνέδεε τον εφεδρικό διάδρομο με την πρόσβαση, από νότο, του περιχαρακωμένου στρατοπέδου, ειδικότερα δε, την οργάνωση της άμυνας του υψώματος Isabelle. Η όλη επιχείρηση κόστισε ακριβά σε ανθρώπινες ζωές, δίχως πρακτικό αποτέλεσμα. Το ύψωμα Isabelle άντεξε μέχρι τέλους, πλήρως αποκομμένο, ωστόσο, από την υπόλοιπη βάση. Η όποια λειτουργία του εφεδρικού διαδρόμου δεν είχε, πλέον, κανένα νόημα με αυτά τα δεδομένα. Με την είσοδο του Απριλίου, το στρατόπεδο του  Điện Biên Phủ ήταν απομονωμένο από τον έξω κόσμο. Ο ανεφοδιασμός εξακολουθούσε να συντελείται μέσω ρίψεων από μεγάλο ύψος, με αποτέλεσμα σημαντικό μέρος του υλικού να πέφτει πίσω από τις γραμμές του αντιπάλου. Η εκκένωση των τραυματιών ήταν αδύνατη, ενώ οι σοβαρές ελλείψεις σε ιατροφαρμακευτική υποδομή καθιστούσαν το όλο πρόβλημα ασύγκριτα πιο οξύ και δραματικό.

Οι δυο ήρωες του Điện Biên Phủ. Ο αντισυν/ρχης Marcel Bigeard (πάνω), υπερασπίστηκε με αυταπάρνηση τα υψώματα Éliane 1 και 2. Ο συν/ρχης Pierre Langlais ανέλαβε την τελευταία στιγμή τον μεγάλης στρατηγικής σημασίας κεντρικό τομέα, έπειτα από την απομάκρυνση του επιτελάρχη συν/ρχη Keller, που εκκενώθηκε λόγω νευρικού κλονισμού και την αυτοκτονία του συν/ρχη Piroth, διοικητή των μονάδων πυροβολικού. Οι Bigeard και Langlais συντόνισαν τις προσπάθειές τους άψογα και υπερασπίστηκαν τις θέσεις τους ως το τέλος. Αμφότεροι αιχμαλωτίστηκαν μετά από την παράδοση.

Στις 30 Μαρτίου, ξεκίνησε ο δεύτερος γύρος των συγκρούσεων, η ονομαζόμενη “μάχη των πέντε υψωμάτων”. Ένα προς ένα, όλα τα υψώματα καταλήφθηκαν από τις δυνάμεις του  Việt Minh, με εξαίρεση την Éliane, η οποία αντιστάθηκε μέχρι τέλους, καταφέροντας σημαντικές απώλειες στον αντίπαλο. Οι προσπάθειες των Γάλλων για ανακατάληψη της Dominique (του υψηλότερου από όλα τα υψώματα), απέτυχαν, επίσης με μεγάλο κόστος. Επρόκειτο για έναν ανελέητο πόλεμο χαρακωμάτων, τον οποίο  ο Castries περιέγραψε με εύστοχο τρόπο: “Το  Điện Biên Phủ είναι ένα είδος Verdun, χωρίς στρατηγικό βάθος και δίχως την Ιερά Οδό [τον οδικό άξονα, που διασφάλιζε την επικοινωνία με τα μετόπισθεν]”. Εντός του Απριλίου, η γαλλική πολεμική αεροπορία προέβη σε βομβαρδισμούς με εμπρηστικές βόμβες (napalm), όποτε το επέτρεπαν οι καιρικές συνθήκες. Οι σκληρές μάχες σώμα με σώμα, οδήγησαν αρκετούς Γάλλους σε λιποταξία. Οι τελευταίοι αναζήτησαν καταφύγιο στη γύρω ζούγκλα. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, οι βαρειές απώλειες ανάγκασαν τον Giap να απαλλάξει από τα καθήκοντά τους μεγάλο αριθμό διοικητών μονάδων. Με την είσοδο του Μαΐου, η φρουρά του περιχαρακωμένου στρατοπέδου είχε υπερβεί κάθε όριο αντοχής. Μπροστά στη διαφαινόμενη πανωλεθρία, η στρατιωτική ηγεσία της Ινδοκίνας κατέβαλε μια ύστατη προσπάθεια. Οργάνωσε την αποστολή μιας δύναμης διάσωσης 2.000 ανδρών, με αφετηρία το βόρειο Λάος (επιχείρηση D από τη λέξη Desperado). Στόχος ήταν η διάσπαση των γραμμών του εχθρού και ο απεγκλωβισμός των πολιορκημένων. Δυστυχώς, όταν η δύναμη D έφτασε πλησίον του  Điện Biên Phủ, η φρουρά είχε ήδη παραδοθεί. Το μόνο που κατάφερε ήταν να εντοπίσει καμιά εκατοστή λιποτάκτες, οι οποίοι είχαν κρυφτεί μέσα στη ζούγκλα.

Ο πόλεμος των χαρακωμάτων
Το τέλος της πολιορκίας (7 Μαϊου 1954). Η σημαία του Việt Minh κυματίζει στα γαλλικά χαρακώματα
Ο δρόμος προς την αιχμαλωσία. Από ένα σύνολο 11.720, μόνο οι 3.920 επαναπατρίστηκαν τέσσερις μήνες αργότερα, εκ των οποίων 853 βαριά τραυματίες. Οι υπόλοιποι έχασαν τη ζωή τους από τραύματα, εξάντληση, ασθένειες και απόγνωση
Η αναφορά στον γαλλικό Τύπο
Ο νικητής του Điện Biên Phủ, στρατηγός Võ Nguyên Giáp (1911-2013).

Η πολιτική έκβαση

Στις 26 Απριλίου 1954, κι ενώ η πολιορκία του Điện Biên Phủ είχε εισέλθει στο τελικό στάδιο, ξεκίνησαν στη Γενεύη οι εργασίες της διεθνούς συνδιάσκεψης για την επίλυση των ζητημάτων της Άπω Ανατολής (Κορέα, Ινδοκίνα). Συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών John Foster Dulles (ΗΠΑ), Vyacheslav Molotov (ΕΣΣΔ),  Anthony Eden (Μεγ. Βρετανία),  Georges Bidault και μετά την κυβερνητική μεταβολή, Pierre  Mendès-France (Γαλλία),  Zhou Enlai (Κίνα). Ως συνέπεια της παράδοσης του  Điện Biên Phủ, η κυβέρνηση του Παρισιού υπέγραψε μια σειρά πράξεων με το  Việt Minh. Σύμφωνα με αυτές, δεσμεύτηκε να αποσύρει το σύνολο των στρατιωτικών και ναυτικών της δυνάμεων από την Ινδοκίνα. Στη θέση της τελευταίας δημιουργήθηκαν δυο προσωρινά κράτη του Βιετνάμ, με διαχωριστική γραμμή τον 17ο παράλληλο και μια αποστρατικοποιημένη ζώνη βάθους 5 χλμ. ανάμεσά τους. Το βόρειο τμήμα, με πρωτεύουσα το Ανόι, περιερχόταν στο  Việt Minh, το δε νότιο, με πρωτεύουσα τη Σαϊγκόν και πρόεδρο τον πρώην αυτοκράτορα του Αννάμ  Bao Dai, είχε φιλοδυτικό προσανατολισμό. Ο λαός του Βιετνάμ θα αποφάσιζε για το μελλοντικό πολίτευμα της ενοποιημένης χώρας μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος, η διεξαγωγή του οποίου ορίστηκε εντός του 1956. Το Σύμφωνο της Γενεύης έθεσε τέλος στον πόλεμο της Ινδοκίνας. Έναν πόλεμο διάρκειας οκτώ ετών, που στοίχισε στη Γαλλία 92.000 νεκρούς (εκ των οποίων 30.000 Αφρικανοί και Λεγεωνάριοι των Ξένων), 114.000 τραυματίες και 30.000 αιχμαλώτους. Στις τάξεις των αντιπάλων, οι απώλειες ανέρχονταν σε 500.000 νεκρούς και τραυματίες. Οι ΗΠΑ αποστασιοποιήθηκαν από την τελική πράξη της Γενεύης, διατηρώντας το δικαίωμα μονομερούς παρέμβασης σε περίπτωση κομμουνιστικής επίθεσης. Το  Việt Minh διέθετε ισχυρά ερρείσματα στο νότο και αποτελούσε ευθεία απειλή για το καθεστώς της  Σαϊγκόν. Ο πρωθυπουργός του τελευταίου,  Ngo Dinh Diem, αρνήθηκε να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις σχετικά με τη διενέργεια δημοψηφίσματος. Με τον τρόπο αυτό, εκμηδενίστηκαν οι προοπτικές για μια ειρηνική ενοποίηση. Το χάσμα ανάμεσα στα δυο κράτη του Βιετνάμ άρχισε να γίνεται αγεφύρωτο. Κατάσταση, η οποία επρόκειτο να οδηγήσει, κατά τη δεκαετία του ’60, τις εξελίξεις σε έναν δεύτερο πόλεμο, ακόμα πιο αιματηρό, με την ενεργό εμπλοκή των ΗΠΑ. Για τη Γαλλία, η απαλλαγή από το φορτίο της Ινδοκίνας αποδείχτηκε βραχύβια. Την 1η Νοεμβρίου του ιδίου έτους (1954), ξεκίνησε ο πόλεμος της Αλγερίας.

Οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης.
Η υπογραφή της τελικής πράξης (20 Ιουλίου 1954). Στο κέντρο ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Pierre Mendès-France.
Εκκένωση πληθυσμών από το βόρειο προς το νότιο Βιετνάμ (Αύγουστος 1954).
Η είσοδος των δυνάμεων Việt Minh στο Ανόι (12 Οκτωβρίου 1954).

Η μνήμη

Το πάρκο της μνήμης
Γαλλικό άρμα Μ-24 Bison
Στρατιωτικό κοιμητήριο στο Điện Biên Phủ
Η επάνοδος του πολεμιστή στο πεδίο της μάχης.

Two Vietnam Wars: The French War (1/2)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Erwan Bergot, Les 170 jours de Dien Bien Phu, Presses de la Cité, 1992.

– Erwan Bergot, Convoi 42 – La marche à la mort des prisonniers de Dien Bien Phu, Presses de la Cité, 1986.

– Marcel Bigeard, Ma guerre d’Indochine, Hachette, 1994

– Bernard B.Fall , The Viet-Minh Regime, 1954.

– Bernard B. Fall., The Two Vietnams. A Political and Military Analysis, Praeger, 1965.

– André Galabru, La victoire avortée, Atlante Éditions, 2004.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 1, La résistance encerclée, Anako, 2003.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 2, Le chemin menant à Diên Biên Phu, Anako, 2003.

– Vo Nguyen Giap, Mémoires 1946-1954 : Tome 3, Diên Biên Phu le rendez-vous historique, Anako, 2004.

– Frédéric Guelton,  La bataille de Điện Biên Phủ – De l’opération Castor à la libération des camps, Soteca, 2014.

– Pierre Langlais, Diên Biên Phu, France Empire, 1963.

– Henri Navarre, Le temps des vérités, Plon, 1979.

– Jules Roy, La bataille de Dien Bien Phu, Julliard, 1963, Albin Michel, 1989.

– Alain Ruscio et Serge Tignères, Dien Bien Phu, Mythes et réalités 1954-2004, Les Indes Savantes, 2005.

– Ban tổng kết-biên soạn lịch sử, BTTM, Lịch sử Bộ Tổng tham mưu trong kháng chiến chống Pháp 1945-1954, Ha Noi, Nhà xuất bản Quân Đội Nhân Dân, 1991, p. 799 (Service Historique de L’État Major, L’Histoire de L’État Major dans la Guerre de Résistance contre La France 1945-1954, Ha Noi, Éditions Armée Populaire, 1991).

– Ted Morgan, Valley of death. The tragedy at Dien Bien Phu that led America into the Viêt Nam war, Random House, 2010.

– John R.Nordell , The undetected enemy. French and American miscalculations in Diên Biên Phu, 1953, Texas A&M University Press, 1995.

– Martin Windrow, The last valley. Dien Bien Phu and the french defeat in Viêt Nam, Weidenfeld & Nicolson, 2004.

– Philippe de Maleissye, La vallée perdue, Indo-Éditions, 2013.

– Mirmont Franck, en collaboration avec Heinrich Bauer, Jean Carpentier, Jean Guêtre, Pierre Latanne, Bernard Ledogar, Jean-Louis Rondy, Les chemins de Diên Biên Phu, Nimrod, 2015.

–  Diên Biên Phu, Dossier de la Revue Guerres mondiales et Conflits contemporains, No 211, Juillet-Septembre 2003, p. 3-121.

ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

Điện Biên Phủ, 1992, σκηνοθεσία Pierre Schoendoerffer

Ο σκηνοθέτης μεταφέρει προσωπικό βίωμα, καθώς πολέμησε στη μάχη του Điện Biên Phủ ως εικονολήπτης  της Κινηματογραφικής Υπηρεσίας Στρατού. Τραυματίστηκε στις 13 Μαρτίου 1954 και στάλθηκε στα μετόπισθεν. Μια εβδομάδα αργότερα, επέστρεψε πέφτοντας με αλεξίπτωτο, προκειμένου να αποθανατίσει την τελική αναμέτρηση, καθώς δεν υπήρχε άλλος εικονολήπτης επιτόπου. Το μεγαλύτερο μέρος από τα στιγμιότυπα, τα οποία αποθανάτισε, κατασχέθηκαν από τους  Việt Minh. Τα λίγα που πρόλαβε να στείλει στα μετόπισθεν αποτελούν, σήμερα, τη μοναδική κινηματογραφική μαρτυρία της πολιορκίας και της πτώσης του Điện Biên Phủ. Κατά τη στιγμή της παράδοσης βρισκόταν δίπλα στους Bigeard και Langlais. Μετά την απελευθέρωσή του, κάλυψε τον πόλεμο του Βιετνάμ ως ανταποκριτής αμερικανικών εντύπων. Η ταινία είναι μια υπερπαραγωγή με υψηλό προϋπολογισμό, από τις καλύτερες του είδους. Πολλά από τα εξωτερικά πλάνα γυρίστηκαν επιτόπου, με τη συνεργασία των ενόπλων δυνάμεων της Γαλλίας και του Βιετνάμ.

13 Μαρτίου 1954. Η έναρξη της μάχης

Η τελευταία σκηνή


Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Κωνσταντίνος Παπανικολάου: Τα πρόσωπα του Φρειδερίκου: Προσλήψεις του Φρειδερίκου Β΄ στην Πρωσία και τη Γερμανία (1806-1945)

Κωνσταντίνος Παπανικολάου

Τα πρόσωπα του Φρειδερίκου:

Προσλήψεις του Φρειδερίκου Β΄ στην Πρωσία και τη Γερμανία (1806-1945)

Την 23η Ιουνίου 1919 μια ομάδα δέκα ατόμων, αποτελούμενη από αξιωματικούς της πρωσικής μεραρχίας του Ιππικού της Φρουράς εισέβαλε στο επιβλητικό μπαρόκ κτίριο του oπλοστασίου (σήμερα Μουσείο Γερμανικής Ιστορίας) στο κέντρο του Βερολίνου, όπου φυλάσσονταν τρόπαια και άλλα κειμήλια του πρωσικού στρατού από τον 17ο αιώνα. Σκοπός της ήταν να αποτρέψει την εκπλήρωση εκείνου του όρου της Συνθήκης των Βερσαλλιών, βάσει του οποίου η ηττημένη Γερμανία όφειλε να παραδώσει τις αιχμάλωτες γαλλικές πολεμικές σημαίες στη νικήτρια Γαλλία. Η ομάδα άρπαξε τα γαλλικά λάβαρα, τρόπαια των Ναπολεοντείων Πολέμων και του Γαλλοπρωσικού Πολέμου, και τα μετέφερε μπροστά στον έφιππο ανδριάντα του Φρειδερίκου Β΄ του Μεγάλου στο κέντρο της Unter den Linden. Αφού τα περιέλουσε με βενζίνη τα πυρπόλησε, ενώ συγκεντρωμένο πλήθος τραγουδούσε τη Φρουρά στον Ρήνο (Die Wacht am Rhein) και το Τραγούδι των Γερμανών (Deutschland, Deutschland über Alles!).[i] Για όποιον γνωρίζει την τοπογραφία της Unter den Linden, της Via Triumphalis της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορικής Γερμανίας, καθώς και το πλήθος των μνημείων που βρίσκονται πέριξ του oπλοστασίου, η επιλογή του ανδριάντα του πρώσου βασιλιά, ως καταλληλότερου σημείου για την καύση των γαλλικών σημαιών μάλλον εκπλήσσει. Σε κοντινότερη απόσταση βρίσκονταν τα μνημεία του νικητή του Βατερλώ Blücher και του αναμορφωτή του πρωσικού στρατού Scharnhorst.

O ανδριάντας του Φρειδερίκου Β΄ στη λεωφόρο Unter den Linden του Βερολίνου το 1919.

Εξίσου κοντά βρισκόταν ο επιβλητικός ανδριάντας του πρώτου αυτοκράτορα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, Γουλιέλμου Α΄ αλλά και η πλατεία που έφερε το όνομα του συμμάχου της Γερμανίας στο Μεγάλο Πόλεμο, του αυτοκράτορα της Αυστρο-Ουγγαρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ. Η επιλογή μοιάζει ακόμη παραδοξότερη αν αναλογιστούμε την προτίμηση του βασιλιά της Πρωσίας στη γαλλική γλώσσα έναντι της γερμανικής και την κοσμοπολίτικη ιδιοσυγκρασία του. Εξίσου γνωστό ήταν ότι ο Γερο-Φρίτς αποστρεφόταν πολύ περισσότερο τους φυλετικά συγγενείς των Πρώσων Αυστριακούς παρά τους Γάλλους, ενώ δεν ανέλαβε ποτέ κάποια σημαντική πρωτοβουλία για την ένωση του κατακερματισμένου γερμανόφωνου χώρου. Γιατί λοιπόν σε μια από τις πιο τραγικές στιγμές του γερμανικού έθνους, με το Β΄ Ράιχ διαμελισμένο και την αυτοκρατορική οικογένεια έκπτωτη, επελέγη  το συγκεκριμένο μνημείο ως σκηνικό μιας τόσο συμβολικής κίνησης; Το ερώτημα αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με σειρά ζητημάτων της γερμανικής ιστορίας αλλά και ιστοριογραφίας. Ζητήματα όπως η αναζήτηση και κατασκευή μιας ενιαίας γερμανικής εθνικής ταυτότητας, η σύγκρουση “μικρογερμανών” και “μεγαλογερμανών”[ii], ο ρόλος της Πρωσίας και της δυναστείας των Hohenzollern στη γερμανική ενοποίηση, η μεσσιανική πρόσληψη του στρατού και της μοναρχίας από τη γερμανική κοινωνία.

Όταν ο Φρειδερίκος Β΄ στις 17 Αυγούστου 1786 άφηνε την τελευταία του πνοή στο ανάκτορο Sanssouci στο Πότσδαμ, περιτριγυρισμένος από τα αγαπημένα του κυνηγόσκυλα, ήταν μεγάλος τόσο από άποψη ηλικίας όσο και από άποψη ιστορικού μεγέθους. Πριν ακόμη καθιερώσει το προσωνύμιο “μέγας” ο Jakob Burckhardt τον 19ο αιώνα[iii] του το είχε αποδώσει πρώτος ο Βολταίρος σε μια επιστολή του 1742, η οποία κυκλοφόρησε ευρύτατα στη γαλλική πρωτεύουσα. Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, τρία χρόνια μετά την επιτυχή έκβαση του Β΄ Σιλεσιακού Πολέμου και την υπογραφή της Συνθήκης της Δρέσδης το 1745, οι κάτοικοι του Βερολίνου, κατά την είσοδο του βασιλιά τους στην πόλη, προσφώνησαν τον Φρειδερίκο “μέγα” ενώ ο τερματισμός του Επταετούς Πολέμου (1756-1763) βρήκε σημαντικές πρωσικές πόλεις όπως η Καινιξβέργη, το Μαγδεβούργο, η Χάλη και το Στετίνο στολισμένες με την επιγραφή “Vivat Fridericus Magnus“. Για τον Diderot ήταν “ο σπουδαιότερος βασιλιάς στη γη”, η Μadame de Staël τον περιέγραψε ως πραγματικό Ιανό, ικανό να συνδυάζει τις φύσεις του στρατιώτη και του φιλοσόφου ενώ ο μετέπειτα πρωταγωνιστής στα έδρανα της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης Mirabeau εκθείασε τα έργα και τις ημέρες του στο τετράτομο έργο Η πρωσική μοναρχία στα χρόνια του Μεγάλου Φρειδερίκου. Στη Μεγάλη Βρετανία θαυμαζόταν ως σύγχρονος Αλέξανδρος και Καίσαρας και στην Ιταλία μετά τις νίκες του επί των Αυστριακών κεριά έκαιγαν μπροστά από προσωπογραφίες του.[iv]

Mirabeau, De La Monarchie Prussienne, Sous Frédéric Le Grand, Λονδίνο, 1788.

Αρχικά ο Φρειδερίκος δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός ούτε στη χώρα του ούτε στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο της πνέουσας τα λοίσθια Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Ο ανιψιός και διάδοχος του, Φρειδερίκος Γουλιέλμος Β΄, μια ροκοκό φιγούρα του όψιμου 18ου αιώνα, ήρθε σε ρήξη με το συβαριτισμό της φρειδερίκειας αυλής καθώς και με την παράδοση κοσμοπολιτισμού και θρησκευτικής ανοχής που επιχείρησε να καθιερώσει ο προκάτοχος του, στρεφόμενος όλο και περισσότερο στον προτεσταντικό πιετισμό. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος της Πρωσίας στους αντιγαλλικούς συνασπισμούς και η απειλή που συνιστούσαν για το παλαιό καθεστώς οι ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, κάθε άλλο παρά συνετέλεσαν στη διατήρηση της μνήμης του βασιλιά. Με εξαίρεση το έργο του Johann Wilhelm von Archenholz, ιστορικού και βετεράνου του πρωσικού στρατού σχετικά με τον Επταετή Πόλεμο, όπου αναδεικνύεται η χαρισματική προσωπικότητα του Φρειδερίκου,[v] φαίνεται ότι μέχρι το 1806 και την ήττα της Πρωσίας στην Ιένα ο βασιλιάς της Πρωσίας βρισκόταν σε ιστορική αφάνεια. Αδιάφοροι απέναντι του στάθηκαν τόσο οι εκπρόσωποι του βαϊμάρειου κλασικισμού όσο και εκείνοι του γερμανικού ρομαντισμού. Το κράτος του Μεγάλου Φρειδερίκου ήταν για αυτούς ένα κατάλοιπο της φεουδαρχίας και του μεσαίωνα. Σε αυτό δεν υπήρχε τίποτα το φυσικό. Ακόμη και τα σύνορα του δεν βρίσκονταν σε αντιστοιχία με το φυσικό ανάγλυφο ή με την εθνογραφία της περιοχής. Η μορφή του ήταν αποτέλεσμα είτε των πολέμων που διεξήγαγαν από το Μεσαίωνα οι εκλέκτορες του Βρανδεμβούργου, είτε της τύχης πολλοί εξ αυτών να κληρονομήσουν διάσπαρτες κτήσεις από τον Ρήνο μέχρι τη Βαλτική. Ανομοιόμορφη εξωτερικά, η Πρωσία προσπαθούσε να δημιουργήσει την εικόνα της ομοιογένειας στο εσωτερικό με την προώθηση ενός συγκεντρωτικού μοντέλου διακυβέρνησης, με αποτελεσματική γραφειοκρατία, άτεγκτη κοινωνική ιεραρχία, και τη θέση ενός στρατού-πρότυπο τόσο εδραιωμένη, ώστε το σχόλιο του Βολταίρου να μοιάζει δικαιολογημένο: “Συνήθως τα κράτη διαθέτουν στρατό. Στην περίπτωση της Πρωσίας ο στρατός διαθέτει κράτος”. Ο αρχηγός αυτού του κράτους δεν θα μπορούσε να γοητεύσει συγγραφείς όπως ο Schiller, ο οποίος εντόπιζε σημαντικές ομοιότητες μεταξύ του πρώσου μονάρχη και του δεσποτικού δούκα της Βυρτεμβέργης Καρόλου Ευγενίου, με τον οποίο ο συγγραφέας είχε έρθει σε σύγκρουση στο παρελθόν. Το 1791, σε επιστολή του στο φίλο του Christian Gottfried Körner έγραφε: “Ο Φρειδερίκος Β΄ δεν με ενδιαφέρει. Ο λόγος μπορεί να μην σου φαίνεται επαρκής αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω τη μορφή του. Δεν με συγκινεί αρκετά ώστε να αναλάβω το κολοσσιαίο έργο της εξιδανίκευσής του.[vi] Ακόμη και ο νεαρός Hegel (Έγελος) το 1802 σημείωνε ότι ο βίος του Φρειδερίκου ήταν αδιάφορος, “ξερός και άψυχος”. Μόνη εξαίρεση στην κατά τα άλλα ομόφωνη damnatio memoriae του πρώσου ηγεμόνα ο Goethe, όταν απηχώντας κάτι από τη μετέπειτα λατρεία των “μικρογερμανών” στο πρόσωπο του βασιλιά, δήλωνε ότι ο Φρειδερίκος “είχε σώσει την τιμή ενός μέρους του γερμανικού κόσμου απέναντι σε μια συνασπισμένη εναντίον των Γερμανών οικουμένη”.[vii]

Wilhelm Camphausen (1818-1885), Πορτραίτο του Φρειδερίκου Β΄ του Μεγάλου, 1871.

Ωστόσο ο Φρειδερίκος δεν έμεινε για πολύ στην αφάνεια. Καταλύτης υπήρξαν οι αλλαγές που επέφεραν στην κεντρική Ευρώπη οι νίκες του Ναπολέοντα. Το 1806 η υπερχιλιετής Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους διαλύθηκε. Την αντικατέστησε η Συνομοσπονδία του Ρήνου, μια χαλαρή ένωση των γερμανικών ηγεμονιών απολύτως ελεγχόμενη από τον αυτοκράτορα των Γάλλων. Το 1806 η ήττα στην Ιένα και η Συνθήκη του Τιλσίτ το 1807, περιόρισαν την Πρωσία σε έναν ρόλο αναχώματος μεταξύ της γαλλικής και της ρωσικής αυτοκρατορίας. Η Πρωσία έχασε το σύνολο των κτήσεων της δυτικά του Έλβα, το Βερολίνο κατελήφθη από τα γαλλικά στρατεύματα και η βασιλική οικογένεια κατέφυγε στην Καινιξβέργη, στην παλαιά πρωσική πρωτεύουσα. Ταπεινώσεις όπως αυτές είναι υπεύθυνες για τη γέννηση του γερμανικού εθνικισμού στο πρωσικό έδαφος. Σε αντίθεση με την άλλη μεγάλη γερμανική δύναμη, την Αυστρία, η Πρωσία στα μάτια των πρώτων γερμανών πατριωτών αφενός είχε πέσει μαχόμενη, αφετέρου ανέλαβε πρώτη και μόνη στο όνομα του γερμανικού έθνους την υπεράσπιση της τιμής του. Στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου ο φιλόσοφος Fichte ανέλαβε τη θεωρητική θεμελίωση του γερμανικού εθνικισμού με τις Ομιλίες προς το γερμανικό έθνος, ο παιδαγωγός Jahn υπήρξε πρωτοπόρος ενός μαζικού γυμναστικού κινήματος που προετοίμασε σωματικά την πρωσική νεολαία ώστε να αναλάβει στρατιωτική δράση όποτε αυτό κριθεί απαραίτητο ενώ την ίδια στιγμή πρωσικές ομάδες ατάκτων όπως αυτές του Ludwig von Lützow, οι οποίες για πρώτη φορά ενδύθηκαν στολές με τα εθνικά γερμανικά χρώματα (μαύρο, κόκκινο, χρυσό), και του Ferdinand von Schill συνέχιζαν μόνες τους των αγώνα εναντίον των Γάλλων στη Γερμανία. Παράλληλα, κρίθηκε απαραίτητη η ανάδειξη μορφών του παρελθόντος, ικανών να εμπνεύσουν την πρωσική αντίσταση και να αποτελέσουν σημείο αναφοράς του πρωσικού εθνικού κινήματος. Πρώτος ο θεολόγος Schleiermacher, σε κήρυγμα του το 1808, μίλησε από άμβωνος για το “δικαίωμα να αποδώσουμε τιμή σε έναν «μεγάλο» της πατρίδας μας μιας άλλης εποχής” και παρουσίασε τον Φρειδερίκο ως πρότυπο ηγέτη και τη διακυβέρνηση του ως ιδανική: “Είναι λοιπόν η ανάμνηση του ιερή για μας καθώς μας απομακρύνει από την οδό της απωλείας. Ταυτόχρονα μας δείχνει τον τρόπο που το μεγαλείο του Θεού μέσω εκείνου αποκαλύφθηκε”.[viii] Το παράδειγμα του ακολούθησε ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄ όταν στις 17 Μαρτίου 1813 κάλεσε τους Πρώσους να λάβουν τα όπλα εναντίον των Γάλλων, μνημονεύοντας το παράδειγμα του προγόνου του: “Θυμηθείτε την εποχή του Μεγάλου Εκλέκτορα, και του Μεγάλου Φρειδερίκου! Μείνετε προσηλωμένοι στα αγαθά εκείνα για τα οποία οι πρόγονοι σας υπό την καθοδήγηση τους πολέμησαν: Την ελευθερία της σκέψης, την τιμή, την ανεξαρτησία, την τέχνη, την επιστήμη!”.[ix] Μετά την επιτυχή έκβαση των Πολέμων της Απελευθέρωσης και τη Μάχη της Λειψίας το 1813, ο αναμορφωτής του πρωσικού εκπαιδευτικού συστήματος και εισηγητής του Νέου Ανθρωπισμού στη γερμανική εκπαίδευση Wilhelm von Humboldt έγραψε στη σύζυγο του: “Ο Ναπολέων είχε την εντύπωση ότι το δημιούργημα του Φρειδερίκου ήταν κάτι εφήμερο. Το επίτευγμα του όμως είναι σήμερα σαφές και θα λέγαμε ότι η ορμή και ο ενθουσιασμός στην Πρωσία σήμερα πηγάζουν από εκείνον…”.[x] Σε αντίθεση με τα παραπάνω η επιτυχής προετοιμασία της Πρωσίας για την εκ νέου ανάληψη δράσης εναντίον του ανώτερου ποιοτικά γαλλικού στρατού απαίτησε την αμφισβήτηση της φρειδερίκειας παράδοσης. Στον 18ο αιώνα ένας επαγγελματικός στρατός, στον οποίο αντικατοπτριζόταν η αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση με τις θέσεις των αξιωματικών να προορίζονται αποκλειστικά για τους γόνους των μεγάλων πρωσικών αριστοκρατικών οικογενειών, ήταν αρκετός για να συντρίψει τους υπέρτερους αριθμητικά στρατούς Γάλλων, Αυστριακών, Ρώσων και Σουηδών όπως και να γεννήσει τον θρύλο του ακατάβλητου πρωσικού πεζικού στο Rossbach, στο Leuthen και στο Torgau, ήταν όμως ανεπαρκής όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νέο τύπο του εθνικού στρατού. Σίγουρα οι αναμορφωτές του πρωσικού στρατού, Scharnhorst και Gneisenau, δεν άξιζαν τιμές ανάλογες με εκείνες που απέδωσε ο Ναπολέων στον Φρειδερίκο κατά την επίσκεψη του στον τάφο του τελευταίου στο Πότσδαμ. Ωστόσο ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι οι υπέρμετρα αυστηρές σωματικές τιμωρίες, η μεγάλης διάρκειας στρατιωτική θητεία, η προνομιακή μεταχείριση των ευγενών και η έλλειψη συστήματος γενικής στρατολογίας σε εθνική κλίμακα ήταν οι φρειδερίκειες παρακαταθήκες, υπονομευτικές του αξιόμαχου του στρατεύματος. O εκδημοκρατισμός τόσο στο στράτευμα όσο και στην κοινωνία, μετέτρεψε τον Φρειδερίκο από σύμβολο του πρωσικού εθνικού κινήματος σε σημείο αναφοράς των ανώτερων και πλέον συντηρητικών στρωμάτων της πρωσικής κοινωνίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γιούνκερ Friedrich August Ludwig von der Marwitz, στρατιωτικού και βασικού εκπροσώπου της αντισυνταγματικής παράταξης, αλλά και του συντηρητικού νομομαθούς Carl Ludwig von Haller, ο οποίος απέδιδε την περίφημη φράση “Ο βασιλιάς είναι ο πρώτος υπηρέτης του κράτους” σε lapsus linguae του πρώσου μονάρχη.

Πότσνταμ, 26 Οκτωβρίου 1806.Το προσκύνημα του Ναπολέοντα στον τάφο του Φρειδερίκου Β΄.

Η πρόσληψη της φυσιογνωμίας του Φρειδερίκου από τους επαγγελματίες ιστορικούς στο γερμανικό χώρο κατά την προμαρτιανή περίοδο (Vormärz) παρουσιάζει μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Στην Παγκόσμια Ιστορία (1826) του φιλελεύθερου ιστορικού του πανεπιστημίου του Freiburg, Κarl von Rotteck ο συγγραφέας φαίνεται διχασμένος. Αν και εκφράζει το θαυμασμό του για τις σπάνιες ικανότητες του βασιλιά σε καιρούς ειρήνης και πολέμου, παράλληλα τον μέμφεται για την απουσία κάθε αίσθησης δικαίου και γερμανικού φρονήματος. Ενώ από τη μία του πίστωνε τη δημιουργία του πρωσικού κράτους, την ίδια στιγμή τον θεωρούσε ως κύριο υπαίτιο για τον Επταετή Πόλεμο αλλά και για το διαμελισμό της Πολωνίας, μια κατηγορία που δεν πρέπει να ξενίζει με δεδομένη την αρχική υποστήριξη των γερμανών εθνικιστών στο πολωνικό ζήτημα. Λιγότερο επιφυλακτικός ο επίσης φιλελεύθερος καθηγητής στη Χαϊδελβέργη Friedrich Christoph Schlosser, στην Ιστορία του 18ου αιώνα (1823) υποστήριξε ότι ο Φρειδερίκος εργάστηκε για την ευημερία και τη δόξα του λαού ενάντια στις παλαιές αυλές, των οποίων την πολυτέλεια και υπερβολή αποστρεφόταν, αλλά και ενάντια στη συντήρηση που ο κλήρος εκπροσωπούσε. Για τον Schlosser ο βασιλιάς ήταν υπέρμαχος της ελευθερίας και του δικαίου, φορέας ανανέωσης, ενώ για το διαμελισμό της Πολωνίας δεν ήταν  περισσότερο υπεύθυνος από την Αυστρία και τη Ρωσία, επίσης συμμέτοχες σε αυτόν.[xi] Τη διετία 1832-1834 ολοκληρώθηκε το εννεάτομο έργο του Johann David Erdmann Preuss Φρειδερίκος ο Μέγας: Μια βιογραφία, το οποίο εκδόθηκε με αφορμή το επικείμενο ιωβηλαίο από την ανάρρηση του Φρειδερίκου στον θρόνο. Ουσιαστικά επρόκειτο για έναν φόρο τιμής του Preuss προς τον ήρωα του, ένα έργο το οποίο ως προς την έκταση και τους υμνητικούς τόνους του συγγραφέα, ως εφάμιλλο του έχει μόνο τη μεταγενέστερη εξάτομη βιογραφία του Φρειδερίκου από τον βρετανό Carlyle και μόνο σύμπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο θαυμασμός του Hitler για τον πρώσο ηγεμόνα είχε στη βάση του το έργο του Preuss και του Carlyle, αφού αμφότερα ανήκαν στα αγαπημένα αναγνώσματά του.[xii]

Την ίδια εποχή δυο εμβληματικές μορφές της πρωσικής αλλά και της παγκόσμιας ιστοριογραφίας, ο Leopold von Ranke και ο Johann Gustav Droysen διασταύρωσαν τα ξίφη τους με επίδικο τη θέση του Φρειδερίκου στη γερμανική ιστορία. Το 1833 ο τριανταοκτάχρονος Ranke, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της πρωσικής πρωτεύουσας, με συμβολή του στο περιοδικό Historischpolitischen Zeitschrift πήρε αποστάσεις από τις διθυραμβικές προσεγγίσεις των φιλελεύθερων συναδέλφων του. Για τον Ranke δεν είχε τόση σημασία η προσωπικότητα του ηγέτη όσο η τύχη και η συγκυρία. Απομακρύνθηκε από τη δημοφιλή προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η σύγκρουση Πρωσίας-Αυστρίας ήταν ένα σκοτεινό σημείο της γερμανικής ιστορίας του 18ου αιώνα και δεν προσδοκούσε την ανατροπή του ισχύοντος συσχετισμού δυνάμεων στα γερμανικά πράγματα υπέρ της Πρωσίας. Στον αντίποδα του, ο συμπατριώτης του Droysen αποστρεφόταν τη μεταναπολέοντεια τάξη πραγμάτων, η οποία διασφάλιζε τα πρωτεία του Aψβούργου αυτοκράτορα της Αυστρίας στη γερμανική συνομοσπονδία. Οπαδός μιας ενιαίας Γερμανίας, εθνικά ομοιογενούς, υπό την ηγεσία της προτεσταντικής Πρωσίας, όπου η πολυεθνική αυτοκρατορία των καθολικών αψβούργων δεν είχε θέση, αναγνώριζε στον Φρειδερίκο ένα πρόδρομο της μικρογερμανικής λύσης. Υπό αυτό το πρίσμα αλλά  επηρεασμένος και από τις εγελιανές του καταβολές, ο Droysen είδε στον Φρειδερίκο, όπως και ο ώριμος Hegel, μια ενσάρκωση του Weltgeist, ένα φορέα του νέου και καταλύτη του παλαιού. Στην Ιστορία της πρωσικής πολιτικής (1855-1866) ο Droysen υπερασπίστηκε τον πρώσο μονάρχη τον „κριτή ενός ετοιμοθάνατου κόσμου και ως αποκλειστικό φορέα της γερμανικής σκέψης”. Με δριμύτητα επιτέθηκε στον Ranke, επισημαίνοντας ότι ήταν αναντίστοιχη του ειδικού επιστημονικού του βάρους η απόπειρα του να “λειάνει το γεμάτο άθλους βίο του Φρειδερίκου Β΄”.[xiii]

Leopold von Ranke (1795 – 1886).
Johann Gustav Droysen (1808 – 1884).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις εγελιανές καταβολές της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας θα πρέπει να αποδώσουμε και το ενδιαφέρον ορισμένων επιφανών εκπροσώπων του κινήματος για τον Φρειδερίκο. Ακόμη και ένας εστεμμένος μπορούσε να επιφέρει σημαντικά πλήγματα στο φεουδαρχικό σύστημα, θέτοντας σε κίνηση τους μηχανισμούς της ιστορικής εξέλιξης. Στους θαυμαστές του ανήκει ο Ferdinand Lassale, για τον οποίο η πρωτοβουλία του Φρειδερίκου να κηρύξει τον πόλεμο στην αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Μαρία Θηρεσία το 1740 συνιστούσε μια επαναστατική, ριζοσπαστική και ρηξικέλευθη πράξη για τα ήθη και τις πρακτικές της διπλωματίας του 18ου αιώνα. Ο Φρειδερίκος ήρθε σε ρήξη με τη φιλοαυστριακή πολιτική του πατέρα του, του “Βασιλιά-Στρατιώτη” Φρειδερίκου Γουλιέλμου Α΄ και του παππού του Φρειδερίκου Α΄, ο οποίος όφειλε τον τίτλο του Βασιλιά της Πρωσίας στη γενναιοδωρία του αψβούργου αυτοκράτορα Λεοπόλδου Α΄. Για τον Lassale, με την απόφαση του ο Φρειδερίκος να εισβάλει την αυστριακή κτήση της Σιλεσίας παραβιάζοντας τους όρους του κειμένου της Πραγματικής Κύρωσης (Pragmatica Sanctio)[xiv], συμφωνίας που έφερε την υπογραφή του πατέρα του, έδειξε πρώτος στους νεότερους χρόνους πρωτοφανή περιφρόνηση στις συμφωνίες μεταξύ των βασιλικών οίκων της Ευρώπης. Σε δοκίμιο του για τον  Lessing σχολιάζει σχετικά με την πρωσική εισβολή στην Σιλεσία: “Δεν ήταν ένας συνηθισμένος πόλεμος της εποχής με αντικείμενο ένα ασήμαντο ζήτημα όπως σε ποιόν ηγεμόνα θα άνηκε στο εξής μια λωρίδα γης. Ήταν μια ανταρσία του Μαρκήσιου του Βρανδεμβούργου (όπως τον αποκαλούσε η Madame de Pompadour) ενάντια στην αυτοκρατορική οικογένεια, ενάντια σε κάθε τύπο και παράδοση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενάντια στην κοινή βούληση της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μια ανταρσία την οποία έφερε σε πέρας σαν πραγματικός και αυθεντικός επαναστάτης: έτοιμος να πιεί το δηλητήριο που έφερε πάντα μαζί του”.[xv] Στο ίδιο μήκος κύματος ο δημοσιογράφος και ιστορικός Friedrich Köppen, με αφορμή το ιωβηλαίο από την ενθρόνιση του βασιλιά το 1840, σε φυλλάδιο που αφιέρωσε στο φίλο του Μαρξ έγραψε: “Σύμφωνα με μια διαδεδομένη δοξασία κάθε εκατό χρόνια ένας άνδρας ανασταίνεται. Ο καιρός έφτασε! Είθε το αναγεννήμένο πνεύμα του να επιστρέψει κοντά μας και με το φλεγόμενο ξίφος του να εξαφανίσει κάθε εχθρό που φράζει το δρόμο μας προς τη Γη τη Επαγγελίας. Ας ορκιστούμε να ζήσουμε και να πεθάνουμε πιστοί στο πνεύμα του!”.[xvi] Ο ίδιος ο Μαρξ ωστόσο διαφωνούσε. Ο Φρειδερίκος δεν ήταν παρά ένας από τους πολλούς ηγεμονίσκους, τυπικός εκπρόσωπος της εποχής του και της τάξης του. Αποκλειστικό μέλημα του ήταν να επεκτείνει την επικράτεια του. Ο Μαρξ απέρριπτε τις διασταλτικές θεωρίες των φιλελευθέρων σχετικά με ενδεχόμενες φιλοδοξίες του πρώσου μονάρχη να αναμορφώσει την αυτοκρατορία, ενώ ήταν εξαιρετικά επικριτικός για το ρόλο του Φρειδερίκου στο διαμελισμό της Πολωνίας σε συνεργασία με το “ρώσικο τσακάλι”.

Adolph Menzel (1815 – 1905),  Flötenkonzert Friedrichs des Großen in Sanssouci, 1852. Στο φλάουτο διακρίνεται ο Φρειδερίκος Β΄ και στο κλειδοκύμβαλο ο Carl Philipp Emanuel Bach.

Η έλξη που ασκούσε σε εθνικιστές, φιλελεύθερους και σοσιαλιστές, η προσωπικότητα του πρώσου μονάρχη προκαλούσε προβληματισμό στους εκπροσώπους της συντηρητικής Γερμανίας. Με τον επαναστατικό πυρετό να κορυφώνεται και τη συζήτηση για το μέλλον μιας ενιαίας πατρίδας όλων των Γερμανών από το “Μεύση ως το Μέμελ και από τον Αδίγη ως το Βέλτη” να εντείνεται, ο Φρειδερίκος έχανε τα αποκλειστικά πρωσικά χαρακτηριστικά του και μετατρεπόταν σε παγγερμανικό σύμβολο. Ανήσυχος, ο νομικός Ernst Ludwig von Gerlach, συνιδρυτής του πρωσικού συντηρητικού κόμματος, της εφημερίδας Evangelische Kirchenzeitung, αλλά και της Kreuz-Zeitung, έβλεπε κάτι το ειδωλολατρικό στην προσωπολατρεία του Φρειδερίκου, που θύμιζε έντονα τη λατρεία του ρωμαίου αυτοκράτορα στην αρχαία Ρώμη και στο υλιστικό πνεύμα που εκείνος εξέφραζε. Ο Gerlach συμφωνούσε με την Leipziger Allgemeine Zeitung, όταν το 1842, σε άρθρο της σχετικό με την αύξηση των μνημείων προς τιμήν του Φρειδερίκου, ή ακόμη και το ενδεχόμενο ανέγερσης ενός τραϊάνειου θριαμβικού κίονα προς τιμήν του[xvii] σχολίαζε: “Αν και εγκαινιάζουμε μνημεία για το βασιλιά Φρειδερίκο Β΄ και εκδίδουμε τα έργα του δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τα αμαρτήματά του”. Φυσικά η απειλή από τη φήμη του Μεγάλου Φρειδερίκου ήταν σε ένα εντελώς συμβολικό επίπεδο όπως απέδειξε η εμπειρία της αποτυχημένης επανάστασης του 1848 και της απόπειρας για μια ένωση της Γερμανίας από τη βάση. Μόνο ο ρομαντικός Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄ αισθάνθηκε το κύρος του να απειλείται από τις συντριπτικές συγκρίσεις μεταξύ εκείνου και του ένδοξου πρόγονού του. Σκωπτικά ποιήματα όπως του Βαυαρού Alfred Michel, το οποίο γνώρισε μεγάλη διάδοση μετά το θάνατο του στα οδοφράγματα της επανάστασης, ή γελοιογραφίες με απεικονίσεις του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄ σαν νάνο και αδέξια καρικατούρα, ανίκανη να σταθεί δίπλα στον Φρειδερίκο, ενίσχυαν το αίσθημα μειονεξίας. Σε αυτές τις ατυχείς συγκρίσεις πρέπει να αποδοθεί τόσο η διστακτική του στάση στην έκδοση του συνόλου του έργου του Φρειδερίκου, όσο και στην αναγέννηση του επιστημονικού -και όχι μόνο- ενδιαφέροντος για αυτόν. Ακόμη και αν επί των ημερών του στήθηκε ο έφιππος ανδριάντας του , για τον οποίο λόγος έγινε πιο πάνω, στην τελετή των αποκαλυπτηρίων το 1851 ο βασιλιάς μίλησε ελάχιστα για τον επιφανή πρόγονο του και επικεντρώθηκε στον κίνδυνο της επανάστασης, προερχόμενο από ανατρεπτικά στοιχεία, αναθέτοντας στον πρωθυπουργό του, Otto von Manteufel την εξύμνηση του εικονιζομένου. Προς μεγάλη απογοήτευση του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄, το επόμενο πρωί τον ανδριάντα “κοσμούσε” περιπαικτική έμμετρη επιγραφή η οποία καλούσε τους δυό ηγεμόνες να ανταλλάξουν θέσεις:

Γερό-Φριτς κατέβα!

Στην Πρωσία βασίλευσε ξανά!

Σε τέτοιους δύσκολους καιρούς

καλύτερα καβάλα εκεί πάνω ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος![xviii]

Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄, βασιλέας της Πρωσίας (1795 – 1861).

Η τελευταία δεκαετία του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄ στον θρόνο ταυτίζεται με μια περίοδο περισυλλογής και εσωστρέφειας για το γερμανικό εθνικό κίνημα ενώ ο γερμανικός φιλελευθερισμός δεν συνήλθε ποτέ από τα τραύματα που του κατάφεραν τόσο η ενωμένη αυστροπρωσική αντίδραση όσο και η συνειδητοποίηση των δομικών αδυναμιών του. Η Αυστρία την επαύριον της επανάστασης του 1848 είχε αναδειχθεί και πάλι σε ηγεμονική δύναμη στο γερμανικό χώρο, με την Πρωσία ξανά στη δεύτερη θέση. Τη χαλεπή αυτή συγκυρία και το κλίμα της εποχής φαίνεται ότι απηχεί και ο πίνακας του πρώσου ρεαλιστή ζωγράφου Adolph von Menzel, Η μάχη του Hochkirch. Θέμα του κατεστραμμένου σήμερα πίνακα ήταν η ήττα του πρωσικού στρατού από τις αυστριακές δυνάμεις το 1758 στο Hochkirch της Σαξονίας. Η επιλογή μιας ήσσονος σημασίας ήττας ως θέματος, σε συνδυασμό με την απεικόνιση του ίδιου του Φρειδερίκου από το ζωγράφο σαν μια ξαφνιασμένη, σκοτεινή, αδιάφορη φιγούρα και του πρωσικού στρατού πανικόβλητου και ασύντακτου να προσπαθεί να ανασυνταχθεί μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, προκάλεσε αντιδράσεις. Όπως αναμενόταν, ο Menzel, ο οποίος άλλωστε είχε πρωταγωνιστήσει στην αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για τον Φρειδερίκο αναλαμβάνοντας την εικονογράφηση του μνημειώδους έργου του Franz Kugler για τον πρώσο βασιλιά, κατηγορήθηκε για ηττοπάθεια και μειωμένο εθνικό φρόνημα.[xix]

Με την κατάληψη του αξιώματος του υπουργού των εξωτερικών της Πρωσίας από τον  Bismarck το 1862, η πρωτοβουλία στο ζήτημα της γερμανικής ενοποίησης πέρασε στα χέρια ενός άνδρα απαλλαγμένου από τις ψευδαισθήσεις των γερμανών φιλελευθέρων και αποφασισμένου να τοποθετήσει την Πρωσία επικεφαλής μιας ενιαίας Γερμανίας, σεβαστής στους φίλους και φοβερής στους εχθρούς. Με τη συνεπικουρία του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Moltke και του Υπουργού Πολέμου Roon, η Πρωσία αναδείχθηκε νικήτρια σε τρεις διαδοχικές πολεμικές αναμετρήσεις: στον Β΄ Πόλεμο του Σλέσβιχ-Χόλσταιν (1864), στον Αυστροπρωσικό (1866) και στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο (1870-1).  Στις 18 Ιανουαρίου 1871, στα ανάκτορα του Λουδοβίκου ΙΔ΄ στις Βερσαλίες, το όραμα του Bismarck έλαβε σάρκα και οστά με την ενθρόνιση του βασιλιά της Πρωσίας Γουλιέλμου Α΄ σε αυτοκράτορα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Οι θαυμαστές νίκες του πρωσικού στρατού ενάντια σε Αυστριακούς και Γάλλους αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για τον πρώτο Hohenzollern, ο οποίος είχε επιχειρήσει να καταστήσει την Πρωσία ηγεμονική δύναμη, αλλά και για το ρόλο της Πρωσίας γενικότερα στη γερμανική ιστορία. Στη νεαρή αυτοκρατορία, κυρίαρχη αναδείχθηκε η ιστοριογραφική τάση της παρουσίασης του Φρειδερίκου ως προδρόμου της ενοποίησης της Γερμανίας, ως πρώιμου οραματιστή μιας αναγεννημένης αυτοκρατορίας μακριά από τα οράματα των Αψβούργων για μια πολυεθνική monarchia universalis. Η συζήτηση περιστράφηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από την πρωτοβουλία του Φρειδερίκου για την Ένωση των Ηγεμόνων (Fürstenbund) το 1785. Με αυτήν την ad hoc συμμαχία Πρωσίας-Σαξονίας-Ανοβέρου, ο Φρειδερίκος επιζητούσε αποκλειστικά την εξουδετέρωση των βλέψεων του αψβούργου αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄ στο εκλεκτοράτο της Βαυαρίας και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσε το πρώτο βήμα μιας ενοποιητικής εθνικής προσπάθειας. Ωστόσο, ακόμη και ο νέστορας της γερμανικής ιστοριογραφίας Ranke αναζήτησε στον Φρειδερίκο και στην Ένωση του 1785 διαστάσεις ανύπαρκτες. Στο έργο του Τα γερμανικά κράτη και η Ένωση των Ηγεμόνων (1875) υποστήριξε ότι για πρώτη φορά μετά τη Μεταρρύθμιση οι Γερμανοί υπερέβησαν τις θρησκευτικές τους διαφορές στο όνομα ενός κοινού στόχου: “Με την Ένωση των Ηγεμόνων καθολικοί και προτεστάντες ηγεμόνες ενώθηκαν (συμμετείχε και ο καθολικός εκλέκτορας-επίσκοπος Μαγεντίας), ο διχασμός των ομολογιών που μέχρι τότε δίχαζε το σώμα της Γερμανίας ουσιαστικά τερματίστηκε. Έτσι σφυρηλατήθηκε η εθνική ενότητα και κυριαρχία μιας ενιαίας εθνικής σκέψης στα χρόνια που ακολούθησαν.[xx] Ο διάδοχος του Ranke στο αξίωμα του επίσημου ιστοριογράφου του πρωσικού κράτους Heinrich Treitschke, με το γνωστό παθιασμένο ύφος του, εκθείασε τον Φρειδερίκο ως προστάτη του βορειογερμανικού προτεσταντισμού και υπέρμαχο του παγγερμανικού πνεύματος, συγκρίνοντας τις νίκες του με εκείνες των Βρετανών εναντίον των ιθαγενών πληθυσμών σε Αμερική και Ασία. Όσο για το ρόλο του βασιλιά στο διαμελισμό της Πολωνίας, ο Treitschke εμφάνισε το βασιλιά ως συνεχιστή της μεσαιωνικής Drang nach Osten του Τευτονικού Τάγματος: “Ο Βασιλιάς έδρασε για δεύτερη φορά ως πολλαπλασιαστής της έκτασης του βασιλείου. Έδωσε πίσω στην πατρίδα μας το βασικό έρεισμα του Τευτονικού Τάγματος, την όμορφη κοιλάδα του Βιστούλα, εκεί από όπου ο τεύτονας ιππότης έδιωξε το βάρβαρο και ο γερμανός αγρότης τιθάσευσε τη φύση[…]Ο αγώνας των Γερμανών εναντίον των Πολωνών για τον έλεγχο των ακτών της βαλτικής κρίθηκε υπέρ της Γερμανίας”.[xxi] Πιστός στο πνεύμα του ιστορικού, ο γλύπτης Rudolf Siemering το 1877 διακόσμησε τη βάση του ανδριάντα του πρώσου ηγεμόνα στην έδρα του τάγματος στο Marienburg με τα αγάλματα τεσσάρων εκ των σημαντικότερων μεγάλων αρχιμαγίστρων των Τευτόνων Ιπποτών.[xxii]

Heinrich Gotthard von Treitschke (1834 – 1896).
Rudolf Siemering, ανδριάντας του Φρειδερίκου του Μεγάλου (1877), Marienburg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιο κριτικός στάθηκε ο Onno Klopp, αρχειονόμος του βασιλείου του Ανοβέρου, το οποίο προσαρτήθηκε από την Πρωσία μετά τη νικηφόρα για αυτήν έκβαση του Αυστροπρωσικού Πολέμου το 1866. Από το 1860 ο καθολικός Klopp έκανε λόγο στα έργα του για τον κίνδυνο της επικράτησης του φρειδερίκειου πνεύματος στα γερμανικά πράγματα. Με το έργο Ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας και το γερμανικό έθνος (1867), κατηγορούσε το βασιλιά ως πρωταίτιο της γερμανικής δυαρχίας και θεμελιωτή της ανεξέλεγκτης, ανήθικης και επεκτατικής πολιτικής. Αμφισβητούσε το προσωνύμιο “μέγας” και είδε στο 1866 την “τελική νίκη του φρειδερικιανισμού (Fridericianismus)” αλλά και το “τέλος της γερμανικής ιστορίας”. O Klopp τόνιζε τέλος, ότι η ύπαρξη της Πρωσίας βασιζόταν στη διατήρηση ενός παραδόξου: Η σταθερότητα στο εσωτερικό εξασφαλιζόταν μόνο με τη μόνιμη αναταραχή στο εξωτερικό.[xxiii]  Εγγύτερα στους επικριτές παρά στους θαυμαστές βρισκόταν και ο ίδιος ο Bismarck. Στα κείμενα του διακρίνεται η δυσκολία του να παρακολουθήσει όσους με πάθος αναζητούσαν ομοιότητες ανάμεσα στο έργο του Φρειδερίκου και το δικό του, αφού, όπως παρατηρούσε, οι εποχές ήταν διαφορετικές σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάθε σύγκριση ήταν άτοπη, ενώ κρίνοντας από την  προσωπική του εμπειρία δίπλα σε τρεις γερμανούς αυτοκράτορες, η φιλαρέσκεια ήταν το θανάσιμο αμάρτημα κάθε εστεμμένου και ο Φρειδερίκος δεν συνιστούσε εξαίρεση.

Η κρίση του Bismarck περί φιλαρέσκειας δικαιολογείται απόλυτα στην περίπτωση του κάιζερ Γουλιέλμου Β΄. Στα χρόνια της βασιλείας του, που ταυτίζονται με την κορύφωση του γερμανικού ιμπεριαλισμού, εντάθηκε η προσπάθεια να τονιστεί ο μεσσιανικός ρόλος της μοναρχίας και των Hohenzollern στη γερμανική ιστορία. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο οποίος υπενθύμιζε συχνά την καταγωγή του από το “Μεγάλο Βασιλιά”, δεν έχανε την ευκαιρία σε χορούς μεταμφιεσμένων να υποδύεται με ρούχα εποχής τον πρόγονο του, ενώ είχε ζητήσει από τον επιφανέστερο γλύπτη της αυτοκρατορικής Γερμανίας Rheinhold Begas, να τον χρησιμοποιήσει ως μοντέλο για τον ανδριάντα του Μεγάλου Φρειδερίκου στη Λεωφόρο των Νικών (Siegesallee), επιθυμία που πραγματοποιήθηκε.

Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ (1859 – 1941) μεταμφιεσμένος ως Φρειδερίκος Β΄ .

Ο ίδιος προσπάθησε να επιβάλλει στην πρωσική και κατʼ επέκταση στη γερμανική ιστοριογραφία το προσωνύμιο “μέγας” στον παππού του Γουλιέλμο Α΄ και τελικά και εμφανιστεί ο ίδιος ως ο τρίτος “μεγάλος” Hohenzollern, εκείνος που θα οδηγούσε τη Γερμανία στη μέγιστη υπερπόντια επέκταση της.[xxiv] Με δεδομένα τα παραπάνω, δεν εκπλήσσει ούτε ο μεγάλος αριθμός μελετών, διαλέξεων, εκθέσεων και έργων τέχνης με θέμα το βίο του Μεγάλου Φρειδερίκου, ο οποίος έτυχε της αυτοκρατορικής ενίσχυσης. Στην πρεμιέρα του θεατρικού έργου Döberitz του ευνοούμενου της αυλής Jospeh Lauff το 1903, το οποίο τοποθετείται στο τέλος του Β΄ Σιλεσιακού Πολέμου, το παρόν έδωσε η αυτοκρατορική οικογένεια. Ο κάιζερ σχολίασε σχετικά: “Είδαν με τα μάτια τους (σ.σ. οι θεατές) τις συμφορές και την εξαθλίωση της διαίρεσης σε πολλά μικρά κράτη. Σε αυτήν την άθλια κατάσταση της αδυναμίας και του διχασμού το δαφνοστεφανωμένο πρωσικό ξίφος στα χέρια ενός Hohenzollern, του Μεγάλου Φρειδερίκου, σταθεροποίησε το βασίλειο και αυτό με τη σειρά του αποτέλεσε τη βάση επί της οποίας ο μετέπειτα αυτοκράτορας Γουλιέλμος ο Μέγας μπόρεσε να θεμελιώσει τη γερμανική αυτοκρατορία. Ήταν μια ωραία, ένδοξη, μεγάλη στιγμή.” Παράλληλα, η λογοκρισία δεν επέτρεπε το ανέβασμα έργων με περιεχόμενο ικανό να πλήξει το γόητρο και τη φήμη του Φρειδερίκου. Έτσι, το 1898 το έργο Ο άγριος Reutlingen των Gustav Moser και Thilo von Trotha βασισμένο σε διήγημα του Hans Werder, έτυχε της αυτοκρατορικής έγκρισης μόνο μετά την αφαίρεση της φράσης “Πώς γίνεται ένας μεγάλος βασιλιάς να έχει τόσο μικρό μυαλό;”. Στο έργο Ο νεαρός Φριτς (1909), ο θεατρικός συγγραφέας Ferdinand Bonn, φοβούμενος τις αντιδράσεις έδωσε στο ρόλο του αδελφικού φίλου του, Φρειδερίκου Hans von Katte, χαρακτηριστικά σύγχρονου γερμανού εθνικιστή, ενώ το 1914, στον διάσημο εκπρόσωπο του νεοκλασικισμού Paul Ernst, απαγορεύθηκε το ανέβασμα του έργου Το πρωσικό πνεύμα, επειδή ο κάιζερ δεν επιθυμούσε την επί σκηνής απεικόνιση της σύγκρουσης του Φρειδερίκου με τον πατέρα του, Φρειδερίκο Γουλιέλμο Α΄.[xxv]

Δύο χρόνια πριν την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, και ενώ συμπληρώνονταν 200 χρόνια από τη γέννηση του Γερο-Φριτς, η Berliner Post έγραφε: „Ποιες μεγάλες μορφές της ιστορίας τους εκτιμούν περισσότερο οι Γερμανοί; Ποιοι κάνουν την καρδιά τους να χτυπά εντονότερα από συγκίνηση; Ο Goethe; Ο Schiller; Ο Wagner; Ο Marx; Όχι! Ο Barbarossa, ο Μέγας Φρειδερίκος, ο Blücher, ο Moltke, ο Bismarck! Oι σκληροτράχηλοι άνδρες της ιστορίας! Αυτοί που πήραν χιλιάδες ζωές είναι εκείνοι, που συναρπάζουν το λαό και του προκαλούν ένα ειλικρινές αίσθημα ευγνωμοσύνης. H αιτία είναι ότι εκείνοι έπραξαν αυτό ακριβώς που καλούμαστε και εμείς ακόμη και σήμερα να πράξουμε[]Ο καθένας χωριστά γνωρίζει και ολόκληρο το έθνος έχει συναίσθηση αυτού: Μόνο στην επίθεση υπάρχει σωτηρία![xxvi] Ακόμη και στη Βαυαρία, όπου η πρωσική προτεσταντική λιτότητα δεν ήταν δημοφιλής, φαίνεται ότι ο Φρειδερίκος είχε το δικό του κοινό. Σε αυτό πρέπει να συγκαταλεχθεί και ο διάσημος για τα ηθογραφικά του διηγήματα Ludwig Thoma. Σε άρθρο στην εβδομαδιαία εφημερίδα März υπενθύμιζε ότι ακόμη μπορούσες να συναντήσεις στις αγροικίες της Βαυαρίας εικόνες του Φρειδερίκου δίπλα στα εικονίσματα του λαοφιλούς Αγίου Κορβινιανού, αφού στην Ένωση των Ηγεμόνων όφειλε τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της η Βαυαρία, συμπληρώνοντας: “Ακόμη και αν δεν είναι σωστό να τοποθετούμε την εικόνα ενός “άθεου” δίπλα στον άγιο Κορβινιανό, έχουμε πολλούς λόγους για να τιμάμε τον Φρειδερίκο τον Μοναδικό (den Einzigen) ως σωτήρα της πατρίδας”.

Thomas Mann (1875 – 1955)

Οι αναφορές στον Φρειδερίκο, όπως αναμενόταν αυξήθηκαν τόσο στον τύπο όσο και στο γερμανικό δημόσιο λόγο ευρύτερα, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Καθώς, όμως, το πλαίσιο και η ρητορική η οποία συνόδευσε αυτές τις αναφορές, είναι μάλλον αναμενόμενα, αξίζει ίσως να σταθούμε αποκλειστικά στην ιδιαίτερη περίπτωση του Thomas Mann. Το δοκίμιο του Ο Μέγας Φρειδερίκος και η Μεγάλη Συμμαχία γράφτηκε το πρώτο έτος του πολέμου και είναι μια εύγλωττη μαρτυρία για τη χρήση της ιστορίας ως argumentum per analogiam σε κρίσιμες περιόδους. Το δοκίμιο δίχως να συνιστά μια αφελή προβολή του παρόντος στο παρελθόν δεν παύει να είναι μια κοινότοπη ανάγνωση της τρέχουσας πραγματικότητας. O Mann υποστήριζε ότι όπως και το 1756 (έτος έναρξης του Επταετούς Πολέμου) έτσι και το 1914 η Πρωσία και ο βασιλιάς της βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη συνασπισμένη ευρωπαϊκή ήπειρο. Στο έργο του, το οποίο ως στόχο έχει να εμψυχώσει το γερμανικό λαό και να του ενισχύσει την πίστη σε μια νίκη αντίστοιχη με εκείνη της Πρωσίας τον 18ο αιώνα, ο Φρειδερίκος εμφανίζεται ως θύμα και όχι ως θύτης. Αρχικά θύμα της πατρικής σκληρότητας και αργότερα της μοίρας, που τον ανάγκασε να γίνει βασιλιάς και όχι φιλόσοφος, όπως πραγματικά επιθυμούσε. Την ίδια στιγμή, η Πρωσία του Φρειδερίκου, όπως και η σύγχρονη του Μann Γερμανία, ήταν θύμα της πανευρωπαϊκής δυσπιστίας. Αμφότερες αδυνατούσαν να πείσουν την ήπειρο ότι οι φιλοδοξίες τους δεν ήταν ανεξέλεγκτες. Εξαιτίας αυτής της δυσπιστίας, παρατηρούσε ο Mann, συνασπίστηκαν τότε εκατό εκατομμύρια ενάντια σε πέντε και 14 ηγεμόνες ενάντια σε έναν. Οι Γερμανοί έπρεπε να μιμηθούν τον πρώσο βασιλιά: “Ο Φρειδερίκος δεν κέρδισε τίποτα, τα εδάφη του λεηλατήθηκαν, η γη έμεινε ακαλλιέργητη, φτωχή και εγκαταλείφθηκε. Όμως η Πρωσία στο τέλος ήταν ακέραιη, δεν είχε χάσει ούτε ένα χωριό, η Σιλεσία είχε διατηρηθεί ενώ ο σκοπός και ο στόχος της Μεγάλης Συμμαχίας είχε παντελώς αποτύχει. Αυτή ήταν η μεγάλη ταπείνωση που κατάφερε ένας άνδρας μόνος του απέναντι στην οικουμένη. Η μοίρα είχε αποφασίσει αντίθετα σε κάθε πρόβλεψη”.[xxvii]

Η ιστορία δεν δικαίωσε τον Mann αλλά τον “Σιδερένο Καγκελάριο” ο οποίος λέγεται ότι είχε δηλώσει: “Η συντριβή στην Ιένα ήλθε είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του Φρειδερίκου. Η επόμενη μεγάλη καταστροφή θα λάβει χώρα είκοσι χρόνια μετά το δικό μου θάνατο”. O Bismarck είχε πεθάνει το 1898 και το 1918 είδε την εκπλήρωση της πρόρρησης και την ήττα της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Ακολούθησε η σημαντική απώλεια εδαφών σε Ανατολή και Δύση, η επιβολή βαρύτατων αποζημιώσεων και η εγκαθίδρυση ενός ασθενικού δημοκρατικού καθεστώτος ικανού να υπονομεύσει την ειρήνη στην ήπειρο. Ο πνευματικός κόσμος στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στάθηκε αρκετά κριτικός απέναντι στη φυσιογνωμία του Φρειδερίκου, ο οποίος θεωρήθηκε υπεύθυνος για το γερμανικό μιλιταρισμό, βασική αιτία κατά πολλούς της ήττας το 1918. Ο σοσιαλιστής συγγραφέας, ιστορικός και δημοσιογράφος Kurt Kersten ήταν απαξιωτικός: οι στρατιωτικές του επιτυχίες ήταν αποτέλεσμα του στρατού που έφτιαξε ο πατέρας του Φρειδερίκος Γουλιέλμος Α΄, η Ένωση των Ηγεμόνων δεν ήταν παρά μια “Ιερά Συμμαχία πριν την Ιερά Συμμαχία” ενώ αδιαφόρησε πλήρως για την εκπαίδευση του λαού του. Για τον Kersten η σάρωση της φρειδερίκειας Πρωσίας από τα όπλα της Γαλλικής Επανάστασης ήταν νομοτελειακά προκαθορισμένη. Στο ίδιο μήκος κύματος ο συγγραφέας και αρχιτέκτονας Werner Hegemann, χαρακτήριζε τον Φρειδερίκο “άπατρη κοντοτιέρο του ροκοκό”, “υστερικό πρώσο Ρολάνδο” και αναρωτιόταν: “Υπάρχει άραγε άλλος λαός σαν το γερμανικό που να τον διακρίνει η αυτοκαταστροφική διαστροφή να θεωρεί έναν προδότη σαν τον Φρειδερίκο εθνικό ήρωα;”.[xxviii] Οπαδός της μεγαλογερμανικής λύσης, ο Hegemann θεωρούσε υπαίτιο τον πρώσο βασιλιά για τη σύγκρουση Πρωσίας-Αυστρίας στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν κατασπαταλήθηκαν ζωτικές δυνάμεις του γερμανικού έθνους, οι οποίες θα ήταν επαρκείς για να του ανοίξουν τον δρόμο της κατάκτησης και του αποικισμού της βαλκανικής χερσονήσου. Η ποιήτρια  Ricarda Huch, στη διάλεξη της με τίτλο Η γερμανική παράδοση το 1931, προειδοποίησε ότι “η σπορά του Φρειδερίκου θα φέρει νέες συμφορές στη χώρα” και ο πολλές φορές υποψήφιος για Νόμπελ Λογοτεχνίας Erich Kästner άσκησε σκληρή κριτική στην εικόνα του Μεγάλου Φρειδερίκου ως λογίου και ειδικότερα στις επιδερμικές γνώσεις του σε θέματα της γερμανικής λογοτεχνίας.

Τη φήμη του Γερο-Φρίτς ανέλαβε να διασώσει στην περίοδο 1919-1933 ο γερμανικός κινηματογράφος. Πλάι στα πρωτοποριακά έργα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, όπως αυτά του Lang και του Murnau, εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1920 και οι πρώτες ομιλούσες ταινίες με θέμα το βίο του πρώσου μονάρχη. Το 1921 κυκλοφόρησε η ταινία Fridericus Rex, με τον Otto Gebühr στον πρωταγωνιστικό ρόλο από τα στούντιο της UfA. Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ακολούθησαν άλλες τρεις ταινίες το 1922 με τον ίδιο τίτλο και στις οποίες ξεδιπλώνονταν περισσότερα γνωστά επεισόδια της ζωής του Φρειδερίκου. Πρωτοποριακή πρέπει να θεωρηθεί και η προώθηση των ταινιών με τη διαφήμιση τους μέσω άλλων προϊόντων, όπως συλλεκτικά άλμπουμ με φωτογραφίες των πρωταγωνιστών αλλά και δίσκοι γραμμοφώνου με μουσικά θέματα των ταινιών, διασκευασμένα για πιάνο. Στον τύπο εκφράστηκαν συχνά διαμετρικά αντίθετες απόψεις για την αξία τους. Η σοσιαλδημοκρατική Vorwärts υποστήριξε ότι ο πρωταγωνιστικός ρόλος ήταν ένας “δίχως περιεχόμενο ψευτοηρωικός χαρακτήρας“. Το περίφημο Die Weltbühne του Siegfried Jacobsohn σημείωνε ότι “Δεν πρόκειται για κάποιο σημαντικό έργο τέχνης αλλά μάλλον για μια ταινία ανίκανη να παρουσιάσει επαρκώς το πνευματικό διαμέτρημα του Μεγάλου Φρειδερίκου” και εμφατικά παρατηρούσε: “Δεν υπάρχει λόγος να πάρουμε στα σοβαρά σήμερα μια αντιδημοκρατική πρόκληση εμπνευσμένη από την ιστορία των Hohenzollern. Στον αντίποδα αυτών, ο Robert Breuer στο Die Glocke, τόνιζε ότι δεν γίνεται οι αίθουσες χωρητικότητας δύο χιλιάδων ατόμων να γεμίζουν δύο ή τρεις φορές την ίδια μέρα για έναν ή δύο μήνες με “ανόητους, εχθρούς της δημοκρατίας και μοναρχικούς” ενώ ο κριτικός κινηματογράφου της Frankfurter Zeitung, Friedrich Sieburg έγραψε: “O Φρειδερίκος πέρασε στην αιωνιότητα και θα είναι για πάντα μέρος της καθημερινότητας του καθενός δίχως ποτέ να χάσει τη λάμψη του. Είναι πάντα εκεί ακόμα και αν δεν γνωρίζαμε τίποτα για αυτόν. Λάμπει ακόμη και μέσα σε αυτόν τον άχαρο κόσμο του σήμερα[...]όχι όμως μέσα από τις βιογραφίες όσο μέσα από το μύθο“. Μετά την εξαγορά της UfA από τον επιχειρηματία και μετέπειτα υπουργό οικονομίας των εθνικοσοσιαλιστών Alfred Hugenberg, οι παραγωγές με θέμα την Πρωσία του Φρειδερίκου  συνεχίστηκαν με ανανεωμένο ζήλο από τους συντελεστές. Η πολλαπλή υποστήριξη ταινιών όπως O Γερό-Φριτς και το Κοντσέρτο για φλάουτο στο Sanssouci ενώ την ίδια στιγμή ταινίες, όπως η μεταφορά του Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον του Erich Maria Remarque, αντιμετώπιζαν προβλήματα με τη λογοκρισία, δεν πέρασε απαρατήρητο από εφημερίδες όπως η κομμουνιστική Rotte Fahne, που καταδίκαζε την γκροτέσκα απεικόνιση της εποχής: „Η έλξη που ασκεί το μεγαλείο της περιόδου του Φρειδερίκου θα παραμένει αμείωτη όσο ο φιλισταϊκός τύπος ανθρώπου ανθεί στη Γερμανία. Όμως οι ιδεολόγοι στην υπηρεσία του Hugenberg ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν. Έτσι έφτιαξαν μια ταινία για τον Φρειδερίκο όπου στο επίκεντρο δεν βρίσκονται τα στρατιωτικά εμβατήρια αλλά η εικόνα ενός “δημοκράτη βασιλιά του λαού”. Μια υποδειγματική εικόνα της αστικής αντίληψης της ιστορίας ως κιτς.[xxix]

Οι Otto Gebühr (αριστερά) ως διάδοχος Φρειδερίκος και Albert Steinrück ως Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Α΄ στην κινηματογραφική ταινία  Fridericus Rex (1922-1923).

Η περίοδος 1933-1945 σημαδεύτηκε από μια άνευ προηγουμένου εκμετάλλευση της προσωπικότητας του Φρειδερίκου και της πρωσικής ιστορίας γενικότερα. Αν και οι εθνικοσιαλιστές αποστρέφονταν την εικόνα μιας κοινωνίας αυστηρά ιεραρχημένης, διαστρωματωμένης και διαιρεμένης σε ευγενείς και μη, οι στρατιωτικοί θρίαμβοι του Φρειδερίκου καθώς το συγκεντρωτικό προφίλ της διακυβέρνησης του συνιστούσαν εξαιρετικής ποιότητας πρώτη ύλη για μια αποτελεσματική προπαγάνδα στο Γ΄ Ράιχ. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, ο Hitler τον κατέτασσε μαζί με τον Λούθηρο και τον Wagner στους τρεις μεγάλους Γερμανούς, παραβλέποντας άλλους “μεγάλους” όπως ο Καρλομάγνος, ο Όθων Α΄ και ο Θεοδώριχος. Στο Ο Αγών μου ο συγγραφέας χαρακτηρίζει τον Φρειδερίκο “μαραθωνοδρόμο της ιστορίαςενώ στις  ομιλίες του τον αποκαλούσε “αξιοθαύμαστη διάνοια”, “λαμπρό παράδειγμα υψηλού ήθους”, “ιδιοφυή ήρωα”, και έκανε λόγο για τη “δικτατορία του μεγάλου βασιλιά”, στην οποία ο πρωσικός λαός “εκούσια και με ευχαρίστηση” υποτασσόταν. Ο θεωρητικός Alfred Rosenberg στο έργο του Ο μύθος του 20ου αιώνα, χαρακτήρισε τον Φρειδερίκο “Φωτεινό άστρο-οδηγό του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος”, το βίο του ως την „πιο αυθεντική και μεγάλη γερμανική ιστορία” και ο αρχηγός των SA στο Βερολίνο κόμης Wolf Heinrich Helldorf τον χαρακτήρισε “πρώτο εθνικοσοσιαλιστή της ιστορίας”. Δεν εκπλήσσει λοιπόν η επιλογή του μετέπειτα Υπουργού Προπαγάνδας, Goebbels, η τελετή της έναρξης της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου την 21η Μαρτίου 1933 να λάβει χώρα στην Εκκλησία της Φρουράς στο Πότσδαμ, στην τελευταία δηλαδή κατοικία του Φρειδερίκου και του πατέρα του. Με την παρουσία του στην τελετή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στρατάρχης Paul von Hindenburg και τη χειραψία του με το μελλοντικό φύρερ του Γ΄ Ράιχ επισφραγίστηκε η σύζευξη της παλαιάς με τη νέα αυτοκρατορία και μια εικόνα με έντονους συμβολισμούς προστέθηκε στον ιδρυτικό μύθο του νέου καθεστώτος. Η “Ημέρα του Πότσδταμ” όπως έγινε γνωστή, σχολιάστηκε από την Das Neue Deutschland με αναφορές στον πάντα παρόντα Μεγάλο Φρειδερίκο: “Η γέννηση μιας νέας Γερμανίας! Στην παλιά εκκλησία της φρουράς του Πότστνταμ σαν φάντασμα ορθώνεται μια γιγάντια σκιά. Ο σκληρός ήχος ενός μπαστουνιού στο δάπεδο είναι αντιληπτός πια σε όλους. Ο άνεμος που κλωθογυρίζει στην εκκλησία μεταφέρει το μήνυμα μιας δυνατής φωνής: Κύριοι αποκαλυθφείτε“.[xxx] Όπως αναμενόταν, διανοούμενοι και καλλιτέχνες φιλικά προσκείμενοι στο εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς, ενίσχυσαν την εικόνα μιας Πρωσίας προδρόμου του Γ΄ Ράιχ και ενός Φρειδερίκου προδρόμου του Hitler. Γλύπτες όπως o Thorak,  φιλοτέχνησαν προτομές του, στις οποίες ήταν ευδιάκριτες οι αρετές του βόρειου, άρειου ανθρώπου, ενώ ιστορικοί όπως ο αυστριακός και υπέρμαχος της Μεγάλης Γερμανίας Srbik, επανέφεραν την εγελιανή πρόσληψη του Φρειδερίκου ως καταστροφέα του παλαιού και φορέα του νέου, με τρόπο τέτοιο, ώστε να εξυπηρετεί το εθνικοσοσιαλιστικό αφήγημα.

Η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σήμανε την εκ νέου εργαλειοποίηση του Φρειδερίκου. Σε ομιλίες δημόσιες και ιδιωτικές, ο Führer δεν έπαυε να κατασκευάζει ιστορικά ανάλογα με αναφορές στους στρατιωτικούς θριάμβους του Φρειδερίκου, ο οποίος είχε μετατραπεί σε ένα είδος προσωπικού τοτέμ. Μετά την πτώση της Πολωνίας και λίγο πριν την εκδήλωση της επίθεσης στη Δύση, δήλωσε κατά τη διάρκεια σύσκεψης: “Έχω να διαλέξω ανάμεσα στη νίκη και την ήττα. Επιλέγω τη νίκη, μια μεγάλη ιστορική απόφαση, συγκρίσιμη με εκείνη του Μεγάλου Φρειδερίκου πριν τον Α΄ Σιλεσιακό Πόλεμο. Η Πρωσία οφείλει την άνοδο της στον ηρωισμό ενός άνδρα. Ακόμη και τότε υπήρχαν δίπλα του άνδρες που τον συμβούλευαν να συνθηκολογήσει. Τίποτα δεν θα γινόταν δίχως τον Μεγάλο Φρειδερίκο”.[xxxi] Μετά τις πρώτες ήττες της Wehrmacht, οι αφίσες στους δρόμους και τα δημόσια κτίρια με ρήσεις του βασιλιά με στόχο την ανύψωση του ηθικού των πολιτών πλήθυναν, ενώ ο Otto Gebühr επανήλθε στο ρόλο που τον καθιέρωσε στην κορυφαία προπαγανδιστική γερμανική πολεμική ταινία Ο μεγάλος βασιλιάς.

Der Grosse König (1942).

The Great King (Germany, 1942) English subtittles part1

 

Παράλληλα, οι ιθύνοντες του Γ΄ Ράιχ αναζητούσαν λύσεις στις επιλογές του Φρειδερίκου σε περιόδους κρίσης. Μεταξύ αυτών, ο επικεφαλής των SS, Himmler, που δικαιολόγησε την επιστράτευση ανηλίκων και ποινικών κρατουμένων για την επάνδρωση της πολιτοφυλακής και άλλων μονάδων το 1944, επικαλούμενος αντίστοιχη απόφαση του βασιλιά το 1762. Τέλος, ο Goebbels ανήγγειλε στον Hitler το θάνατο του προέδρου Ρούζβελτ το 1945 ως επανάληψη του “Θαύματος του Βρανδεμβούργου”, του αναπάντεχου δηλαδή θανάτου της τσαρίνας Ελισάβετ το 1762, ο οποίος οδήγησε στην αποχώρηση της Ρωσίας από τον αντιπρωσικό συνασπισμό κατά τον Επταετή Πόλεμο και στην πρωσική επικράτηση.[xxxii] Το θαύμα ωστόσο δεν επαναλήφθηκε. Ο ηγέτης του Γ΄ Ράιχ αφαίρεσε τη ζωή του στο γραφείο του καταφυγίου του, τους τοίχους του οποίου κοσμούσαν αποκλειστικά δύο πορτραίτα: εκείνο της μητέρας του και του Μεγάλου Φρειδερίκου.          

Στα χρόνια της διαίρεσης του γερμανικού έθνους δυτικοί και ανατολικοί Γερμανοί είχαν τους δικούς τους λόγους για να αφήσουν επιτέλους τον Γερο-Φρίτς να αναπαυθεί εν ειρήνη. Άλλωστε, το βασίλειο του δεν υπήρχε πια. Τα ανατολικά πρωσικά εδάφη τα μοιράστηκαν Ρώσοι και Πολωνοί, ενώ στα εναπομείναντα δυτικά επιβλήθηκε από τους Συμμάχους η διαίρεση και μετονομασία τους με τη δικαιολογία ότι στο όνομα της ειρήνης και της ασφάλειας το κράτος που υπήρξε “εξαρχής φορέας του μιλιταρισμού και της αντίδρασης” έπρεπε να παύσει να υπάρχει. Μετά το 1990 και την επανένωση της Γερμανίας, ξεκίνησε μια πιο ψύχραιμη συζήτηση σχετικά με το ρόλο της Πρωσίας στη γερμανική ιστορία, μακριά από αφορισμούς και μανιχαϊστικές οπτικές. Δείγμα αυτής της εξελισσόμενης συμφιλιωτικής διαδικασίας των Γερμανών με την ιστορία τους ήταν η πρωτοβουλία του καγκελάριου Helmut Kohl το 1991 να μεταφέρει με όλες τις σχετικές τιμές τη σορό του Μεγάλου Φρειδερίκου από τη Σουαβία, όπου για λόγους ασφαλείας φυγαδεύθηκε στα τελευταία στάδια του πολέμου, στο ανάκτορο Sanssouci στο Πότσδαμ. Ο Γερό-Φριτς δεν αναζητά σήμερα μια θέση στη Βαλχάλα της γερμανικής ιστοριογραφίας. Μετά θάνατον μεταμορφώθηκε από άθεο διαφωτιστή σε εγελιανό ήρωα και από πρόδρομο της γερμανικής ενότητας σε πρώιμο εθνικοσοσιαλιστή. Με λιγότερο πάθος και περισσότερα επιχειρήματα οι μεταμορφώσεις και οι αντιπαραθέσεις συνεχίζονται επιβεβαιώνοντας όσους υποστηρίζουν ότι ο Φρειδερίκος είναι πολύ μεγάλος για να αγνοηθεί.

                                          

ZDF History Deutschlands Herrscher – Die Preussen

Ο Κωνσταντίνος Παπανικολάου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Freie Universität του Βερολίνου

Σημειώσεις

[i]Eva Zwach, Deutsche und englische Militärmuseen im 20. Jahrhundert, Marburg 1997, σ. 129.

[ii]Πρόκειται για δύο αντίρροπες τάσεις στο εσωτερικό του γερμανικού εθνικού κινήματος στο α΄ μισό του 19ο αιώνα. Οι “μικρογερμανοί” επιθυμούσαν μια ενωμένη Γερμανία όπου τα πρωτεία θα είχε η Πρωσία ενώ οι “μεγαλογερμανοί” επιθυμούσαν τη συμπερίληψη στο μελλοντικό γερμανικό κράτος και των γερμανόφωνων περιοχών της Αυστριακής Αυτοκρατορίας.

[iii]  Uwe Klußmann, «Seiner Zeit voraus», στο Uwe Klußmann – Norbert Pötzl (επιμ.), Die Hohenzollern. Preußische Könige, deutsche Kaiser, Berlin 2011, σ. 73.

[iv]  Michael Prinz von Preußen, Friedrich der Grosse, Berlin 2012, σ. 116.

[v] Christopher Duffy, Frederick the Great. A Military Life, Routledge 2015, σ. 282.

[vi] Herfried Münkler, Die Deutschen und ihre Mythen, Berlin 2009, σ. 240.

[vii] Hagen Schulze, The course of German nationalism. From Frederick the Great to Bismarck, 1763-1867, Cambridge 1991,  σ. 45.

[viii] Hans Dollinger, Friedrich II. Von Preußen. Sein Bild im Wandel von zwei Jahrhunderten, Μünchen 1986, σ. 116.

[ix]Friedrich Wilhelm III, An Mein Volk, Breslau 1813, σ. 1.

[x] Dollinger, ό.π., σ. 116.

[xi]Στο ίδιο, σσ. 119-120.

[xii]Duffy, ό.π., σ. 283.

[xiii]Dollinger, ό.π., σσ. 123-124.

[xiv]Πρόκειται για το έδικτο του 1713 βάσει του οποίου το σύνολο των κτήσεων του αυτοκράτορα Καρόλου ΣΤ΄ θα περιερχόταν ακέραιο στην κατοχή της κόρης του Μαρίας Θηρεσίας.

[xv]Münkler, ό.π., σ. 246.

[xvi]Franz Mehring, «An enlighted despot?», στο Peter Paret (επιμ.), Frederick the Great: A profile, Palgrave McMillan, 1972., σ. 221

[xvii] Για το σχετικό δημόσιο διάλογο στην Πρωσία βλ. Christa Heese, Eine Trajanische Säule für Friedrich II. Schinkels Entwürfe für das Friedrichsdenkmal, Berlin 2012.

[xviii]Friedrich Mielke – Jutta von Simson, Das berliner Denkmal für Friedrich II. den Grossen, Frankfurt a. M., 1975, σ. 24.

[xix] Hubertus Kohle, «Adolph Menzels Friedrich. Eine Apologie historischer Größe?», στο  Ulrich Sachse (επιμ.), Friederisiko. Friedrich der Grosse. Die Essays, Berlin 2012, σσ. 273-274.

[xx] Dollinger, ό.π., σ. 138.

[xxi] Heinrich von Treitschke, Deutsche Geschichte im Neunzehnten Jahrhundert, τ.1., Paderborn 2015, σ. 63.

[xxii] Rene du Bois, Denkmale und Denksteine für Friedrich den Großen, 2017, σ. 181.

[xxiii]Münkler, ό.π., σσ. 245-246.

[xxiv] Andreas Rose, «Im Schatten „historischer Grösse“. Wilhelm II. und seine Ahnen. Ein Beitrag zur Geschichtspolitik im Kaiserreich», στο Ulrich Sachse (επιμ.), Friederisiko. Friedrich der Grosse. Die Essays, Berlin 2012, σσ. 287-289.

[xxv] Dollinger, ό.π., σ. 153-154.

[xxvi] Berliner Post, 28 Ιανουαρίου 1912.

[xxvii] Münkler, ό.π., σ. 250.

[xxviii] Merkur.de, Menschenschinder: «Der Schatten des Großen», 24 Ιανουαρίου 2018.

[xxix] Rote Fahne, 5 Ιανουαρίου 1928.

[xxx] “Κύριοι αποκαλυφθείτε! Εάν αυτός ζούσε εμείς δεν θα βρισκόμασταν σήμερα εδώ”: Είναι τα λόγια με τα οποία σύμφωνα με την παράδοση ο Ναπολέων απευθύνθηκε στους αξιωματικούς του κατά την επίσκεψη του στον τάφο του Μεγάλου Φρειδερίκου το 1806.

[xxxi] Dollinger, ό.π., σ. 186.

[xxxii] Christopher Clark, The Iron Kingdom. The rise and downfall of Prussia 1600-1947, Harvard 2006, σ. 662.

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Η Ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας μέσα από την έρευνα των Γιουγκοσλάβων ιστορικών

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Η Ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας μέσα από την έρευνα των Γιουγκοσλάβων ιστορικών

Το κείμενο αυτό αποτελεί μία πρώτη προσπάθεια περιγραφής των σχέσεων μεταξύ της εθνικής ταυτότητας ή, καλύτερα, του εθνικού φαντασιακού και της χρήσης (και χρησιμοποίησης) της ιστορίας της αρχαίας Μακεδονίας, όπως αυτές προκύπτουν από τη στάση που κράτησαν απέναντι στο ζήτημα οι ερευνητές (ιστορικοί και αρχαιολόγοι) της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Αυτονόητο είναι πως τα όσα μπορούμε να μάθουμε γύρω από την έννοια του έθνους και τις διεργασίες κατασκευής και συγκρότησής του μέσα από τα γραπτά των εν λόγω ερευνητών εμπίπτουν περισσότερο σε ένα ανθρωπολογικό πλαίσιο παρά σε μία ιστορική πραγματεία. Ωστόσο, ευελπιστώ ότι ίσως αποτελέσει το εφαλτήριο για περαιτέρω διερεύνηση του θέματος της «αντικειμενικοποίησης του εθνικού φαντασιακού».[1]

Καταρχάς, κρίνεται σκόπιμη μία μεθοδολογική επισήμανση: η αρχική ιδέα πάνω στην οποία στηρίχθηκε η παρούσα εργασία ήταν να συγκεντρωθούν όλα τα κείμενα που έχουν γραφεί κατά καιρούς στις δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας για την αρχαία Μακεδονία, τόσο από ιστορικούς όσο και από γλωσσολόγους. Το υλικό που θα συγκεντρωνόταν θα αφορούσε την πραγμάτευση της ιστορίας του βασιλείου της Μακεδονίας από τις απαρχές του έως και την μάχη της Πύδνας, το 168 π.Χ., έτος κατάκτησής του από τους Ρωμαίους. Έμφαση θα δινόταν στο πώς προσέλαβαν οι Γιουγκοσλάβοι την εθνική καταγωγή των Μακεδόνων και τις σχέσεις των τελευταίων με τους νότιους Έλληνες. Η προς μελέτη βιβλιογραφία θα περιοριζόταν σε ένα χρονικό πλαίσιο το οποίο θα είχε ως αφετηρία το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και θα τερματιζόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το τελευταίο χρονολογικό όριο τέθηκε με αφορμή την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού,  τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1992 και τη δημιουργία της Π.Γ.Δ.Μ.

Η πρώτη φάση της έρευνας έδειξε ότι οι σχετικές δημοσιεύσεις οι οποίες εμπίπτουν χρονολογικά στη συγκεκριμένη περίοδο είναι ελάχιστες, με αποτέλεσμα να ήταν πρακτικά αδύνατη η εξαγωγή σχετικά ασφαλών συμπερασμάτων. Κρίθηκε επομένως σκόπιμο αφενός να επεκταθούν προς τα πίσω τα χρονικά όρια της βιβλιογραφίας και αφετέρου να μελετηθούν όλες οι εργασίες που ασχολήθηκαν με το εν λόγω ζήτημα, ανεξάρτητα από το αν αυτές απετέλεσαν ακαδημαϊκά εγχειρίδια στην πρώην Γιουγκοσλαβία ή όχι. Έτσι, παραδείγματος χάριν, κάποια από τα βιβλία τα οποία συμπεριλήφθηκαν προς μελέτη στη νέα δομή της εργασίας εκδόθηκαν ακόμα και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ένα άλλο πρόβλημα που συνδέεται με τα παραπάνω είναι ότι από τα ευάριθμα ακαδημαϊκά εγχειρίδια, τα οποία χρησιμοποιούνταν ή χρησιμοποιούνται στα πρώην γιουγκοσλαβικά (και νυν σερβικά) πανεπιστήμια και τα οποία αφορούσαν στο θέμα της αρχαίας Μακεδονίας, αποτελούν στην πλειονότητά τους μεταφράσεις εγχειριδίων ξένων συγγραφέων, προερχομένων κυρίως από την Σοβιετική Ένωση. Πρόκειται για ένα σύνολο εγχειριδίων γραμμένων από σοβιετικούς συγγραφείς, τα οποία -ανάλογα με την εποχή κατά την οποία συντάχθηκαν- αντικατοπτρίζουν την τότε κυρίαρχη κομμουνιστική ιδεολογία. Μερικά από αυτά προσφέρονται ακόμη και σήμερα προς μελέτη στους φοιτητές, όπως το έργο των Υ. Υ. Struve και D. P. Kalistov, Stara Grčka (Αρχαία Ελλάδα – του οποίου η μετάφραση έγινε το 1968 στο Σαράγεβο) και εκείνο του N. A. Maškin, Istorija Starog Rima (Ιστορία της αρχαίας Ρώμης). Ως εναλλακτική λύση, για εκείνους που προτιμούσαν μια άλλη οπτική γωνία, ήταν προσιτοί οι τόμοι του J. Β. Bury, History of the Ancient Word, στην αγγλική γλώσσα.[2] Η κατάσταση αυτή οφειλόταν στο κομμουνιστικό σύστημα της πρώην Γιουγκοσλαβίας, το οποίο περιόριζε την αντικειμενική ιστορική έρευνα και προωθούσε την άποψη που ήταν συμβατή με τις επιταγές του κομμουνιστικού ιδεώδους.

      

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η έλλειψη σχετικού προς μελέτη υλικού οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα και στην αδιαφορία της γιουγκοσλαβικής διανόησης για ζητήματα τα οποία υπερβαίνουν τα όρια των σλαβικών μετακινήσεων στην Αρχαιότητα. Όπως είναι ήδη γνωστό, η λεγόμενη «μεγάλη μετανάστευση των λαών», η οποία έλαβε χώρα κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ., ανάγκασε πολλούς λαούς, συμπεριλαμβανομένων και των Σλάβων, να εγκαταλείψουν τις βόρειες πατρίδες τους. Οι Σλάβοι αναφέρονται με αυτό το συγκεκριμένο όνομα για πρώτη φορά στην Ιστορία μόλις εμφανίστηκαν στα σύνορα του ελληνικού κόσμου, επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.).

Η έλλειψη δημοσιευμάτων έθεσε ένα δίλημμα. Αυτό αφορούσε στην επιλογή ανάμεσα στην αυστηρά χρονολογική παράθεση των απόψεων των διαφόρων ερευνητών σχετικά με την αρχαία Μακεδονία ή στην πραγμάτευση των επιμέρους θεματικών του ζητήματος σχετικά με την καταγωγή των Μακεδόνων, όπου και πάλι θα ακολουθούσαμε τη χρονολογική σειρά έκδοσης των διαφόρων δημοσιευμάτων. Για λόγους που αφορούν τη σύνθεση της εργασίας, προτιμήθηκε ο δεύτερος τρόπος παρουσίασης. Οι θεματικές είναι οι εξής:

α. Τα σύνορα της αρχαίας Μακεδονίας

β. Η εθνοτική δομή της

γ. Η εθνική καταγωγή και η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων και

δ. Οι όροι Μακεδών/Μακεδόνες.

Πηγή: A Classical Atlas to Illustrate Ancient Geography by Alexander G. Findlay, Harper and Brothers Publishers, New York, 1849.

Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές, βάσει της μελέτης των έργων τους, είναι τα ακόλουθα:

1.Τα σύνορα της Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα ήταν τα εξής:

α) στα βόρεια το Demir Kapu, ύστερα τα Βυλάζωρα και (σύμφωνα με τον Vulić) η Σαρ   Πλανίνα

β) στα νότια τα όρη Όλυμπος στα ΝΑ και Πίνδος στα ΝΔ

γ) στα ανατολικά ο ποταμός Στρυμόνας

δ) στα δυτικά η περιοχή της Λυγκηστίδος και κατόπιν οι Πρέσπες.

  1. Η εθνοτική δομή της αρχαίας Μακεδονίας

Οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν τις σχετικές γραμματειακές πηγές (Θουκ. 2.99 και Στράβων 7.11) που παρουσιάζουν την εθνοτική εικόνα της Μακεδονίας (ως γεωγραφικής έννοιας) πριν από την άφιξη των Αργεαδών ως αρκετά περίπλοκη. Οι πληροφορίες και των δύο πηγών συμπίπτουν σε ό,τι αφορά την ύπαρξη των φύλων που κατοικούσαν σ’ αυτήν την περιοχή. Όμως, στην αναφορά του Θουκυδίδη δεν αναφέρονται τα ιλλυρικά και τα ηπειρωτικά φύλα, λόγω της απουσίας τους από τις περιοχές που ανήκαν στον πυρήνα του πρώτου μακεδονικού κράτους.[3] Επίσης, αξιοσημείωτο φαίνεται το γεγονός ότι τόσο στην αναφορά του Θουκυδίδη όσο και του Στράβωνος δεν εμφανίζονται οι Βρύγες, για τους οποίους γνωρίζουμε ότι μετατοπίστηκαν στη Μικρά Ασία εξαιτίας της επέκτασης των Ιλλυριών. Με την άφιξη των Μακεδόνων, η εθνική δομή της αρχαίας Μακεδονίας γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη. Περίπου ταυτόχρονα, στα ΒΔ μέρη της Μακεδονίας (με τη σύγχρονη γεωγραφική έννοια) εισβάλουν οι Ιλλυριοί. Προτάθηκε η άποψη ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες, μαζί με τους Ιλλυριούς, κατάγονταν από την ίδια πελασγική βάση. Εντούτοις, υπογραμμίζεται το γεγονός ότι και τα δύο φύλα εμφανίζονται σ’ αυτές τις περιοχές ως ήδη διαμορφωμένες εθνότητες οι οποίες διαφοροποιούνται όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και από τους ιθαγενείς.[4] Για τους γιουγκοσλάβους μελετητές, η εθνική σχέση μεταξύ όλων των φύλων που αναφέρονται στις γραμματειακές πηγές ως κάτοικοι της Μακεδονίας είναι ακόμα ασαφής. Ωστόσο, θεωρούν ότι οι Παίονες αναμφίβολα αποτελούσαν την πιο σημαντική εθνική ομάδα μετά τους Μακεδόνες.[5]

  1. Εθνική καταγωγή και γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων

Ως προς το θέμα της εθνικής καταγωγής των αρχαίων Μακεδόνων, στη γιουγκοσλαβική έρευνα απαντούν ελάχιστα μόνον σχόλια και παρατηρήσεις σχετικά με τις ήδη υπάρχουσες θεωρίες ξένων ιστορικών και γλωσσολόγων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι Γιουγκοσλάβοι ερευνητές οι οποίοι, κατά κάποιον τρόπο, ασχολήθηκαν με το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας -συνεκδοχικά και των αρχαίων Μακεδόνων- απέτυχαν ή απλώς δεν κατέβαλαν προσπάθεια να απαντήσουν στα φλέγοντα ζητήματα της εθνικής καταγωγής και της γλώσσας του συγκεκριμένου φύλου. Οι εργασίες τους περιορίζονται κυρίως στην αναλυτική αναφορά των ήδη γνωστών μελετών ξένων επιστημόνων, ενώ σπάνια αναλώνονται στις μελέτες άλλων, σύγχρονων τους, Γιουγκοσλάβων ερευνητών καθώς και στις ελάχιστες προσπάθειες σχεδιασμού καινούριων θεωριών.

Εξαίρεση από τα όσα παρατηρήθηκαν πιο πάνω αποτελεί ίσως η πρώτη μελέτη στην οποία ετέθη το ζήτημα της εθνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων. Η συγκεκριμένη μελέτη η οποία εκδόθηκε το 1948 είναι του H. Barić, ενός από τους πιο σημαίνοντες γλωσσολόγους της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Εξ ολοκλήρου γλωσσολογικού χαρακτήρα, η εργασία είχε ως σκοπό να αποδείξει τον ιλλυρικό χαρακτήρα της αρχαίας μακεδονικής γλώσσας. Ο Barić με αναλυτικό τρόπο παρουσιάζει τα γλωσσικά επιχειρήματά του για να στηρίξει την άποψή του και μόνο στις τελευταίες σελίδες σχολιάζει την ανεπάρκεια της θεωρίας υπέρ της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων.[6]

Ο Barić, με ένα πολύ έντονο και αρνητικό ύφος, σχολιάζει τη μέθοδο έρευνας ορισμένων ιστορικών και γλωσσολόγων (όπως εκείνη του Abel[7] και του Beloch[8]), οι οποίοι χαρακτηρίζουν τους Μακεδόνες ένα από τα ελληνικά φύλα. Θεωρεί τα συμπεράσματά τους προϊόν φόβου, ώστε να μην θεωρήσει κάποιος το μεγαλειώδες έργο του Μεγάλου Αλέξανδρου ως έργο βαρβάρων. Από την άλλη πλευρά, γράφει ο Barić, σημαντικό ρόλο έπαιζαν και οι «μεγάλες ελληνικές κατακτητικές αξιώσεις για τη Μακεδονία, οι οποίες βεβαίως δεν μπορούν να σχετιστούν με την επιστήμη αλλά την υποτιμούν». Ο Barić, στο συγκεκριμένο σημείο, σχολιάζει την ανάμειξη της πολιτικής στη σφαίρα της ιστορίας ως επιστήμης, ως «ένα ανάξιο και υποτιμητικό κίνημα ως προς το σύνολο των ερευνητών οι οποίοι προσπαθούν, εδώ και καιρό, να καταλήξουν σε ένα λογικό και αντικειμενικό συμπέρασμα σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα. Όμως», συνεχίζει ο Barić, «οι ιστορικοί οι οποίοι έβλεπαν το μακεδονικό ζήτημα χωρίς κανένα προσωπικό ενδιαφέρον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρούν δεδομένο ότι οι Μακεδόνες, στα παλαιά χρόνια (δηλαδή στα χρόνια που προηγήθηκαν της ελληνιστικής εποχής), ποτέ δεν θεωρούνταν μέρος του ελληνικού κόσμου, από πολιτιστική ή οποιαδήποτε άλλη άποψη. Επιπλέον, ούτε η αρχαία ελληνική λογοτεχνία ούτε η μυθολογία δεν σχετίζονται με τους Μακεδόνες ή με τη χώρα τους». Ο Barić αναφέρεται στη συνέχεια, προκειμένου να ενισχύσει τα επιχειρήματά του, στο γνωστό εδάφιο του Ηροδότου (5.22), στο οποίο διαβάζουμε ότι ο Μακεδόνας βασιλεύς Αλέξανδρος Α’ εξέφρασε την επιθυμία να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες, αλλά οι Έλληνες προσπάθησαν να τον αποκλείσουν επειδή τον θεωρούσαν βάρβαρο.[9] Ο Barić όμως δεν αναφέρει ούτε σχολιάζει τη συνέχεια του συγκεκριμένου χωρίου: «Ἀλέξανδρος δὲ ἐπειδὴ ἀπέδεξε ὡς εἴη Ἀργεῖος, ἐκρίθη τε εἶναι Ἕλλην και    ἀγωνιζόμενος στάδιον συνεξέπιπτε τῷ πρώτῳ.» Επίσης, αναφέρεται και στον Θουκυδίδη, ο οποίος δεν διαφοροποιεί τους Μακεδόνες από τους βάρβαρους που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία στη Στράτο, όπως διαβάζουμε στο εδάφιο 2.80.8.[10]  Σημειώνει, επίσης ότι ακόμη και μετά από την ελληνομακεδονική ένωση, έως την τελευταία στιγμή οι Μακεδόνες ένιωθαν αυτόν τον δεσμό ως ένα είδος ζυγού, παραπέμποντας στο αντίστοιχο χωρίο του Πλουτάρχου (Άρατος 16.2.[11]).

Την πιο καίρια στάση ως προς την γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων, και συνεπώς την εθνογένεσή τους, εξέφρασε ο καθ. Milan Budimir, ένας από τους πιο διακεκριμένους κλασικούς φιλολόγους της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Παρά την πλούσια εργογραφία του (η οποία στην πλειονότητά της αφορά στους Πελασγούς), ασχολήθηκε αποκλειστικά με το ζήτημα των αρχαίων Μακεδόνων μόνο σε ένα μικρό άρθρο και κυρίως από τη σκοπιά της γλωσσολογίας.

Σύμφωνα με τον M. Budimir[12], μέχρι το 1966 τόσο το ζήτημα της προέλευσης όσο και της σημασίας του όρου Μακεδών δεν είχε επιλυθεί ακόμη, μολονότι μερικοί διάσημοι γλωσσολόγοι ασχολήθηκαν με το συγκεκριμένο θέμα.[13] Η λύση την οποία προτείνει αναφορικά με τη σημασία του εθνικού Μακεδών είναι ότι πρόκειται για την ελληνική μετάφραση ενός παλαιότερου εθνικού, όμως επισημαίνει ότι δεν είμαστε σε θέση να πούμε με ακρίβεια ποια ήταν αυτή η αρχική μορφή. Η συγκεκριμένη λέξη, παρόλο που την θεωρεί προφανώς ελληνική, κατά την απόλυτη άποψη του Budimir, δεν αρκεί ώστε να αποδειχτεί η ελληνική καταγωγή των αρχαίων Μακεδόνων. Η πεποίθησή του γίνεται ακόμη πιο ισχυρή όταν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι Μακεδόνες δεν λάμβαναν μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Budimir πιστεύει ακράδαντα ότι η μελλοντική έρευνα γύρω από την αρχαία μακεδονική γλώσσα και τα μακεδονικά τοπωνυμία θα αποδείξει ότι η θέση της αρχαίας μακεδονικής γλώσσας πρέπει να βρίσκεται στην βαλκανική ομάδα των ινδοευρωπαίων Πελασγών, όπως συμβαίνει και με τους Παίονες, τους Δάρδανους, τους Ιλλυριούς, τους Ενετούς (εννοεί αυτούς από τα κεντρικά Βαλκάνια), και ειδικά τους Βρύγες και τους Καύκωνες. [14]

Milan Budimi
Milutin V. Garašanin

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Milutin V. Garašanin ήταν ένας από τους σημαντικότερους Σέρβους αρχαιολόγους και ακαδημαϊκούς. Στο σύνολο της βιβλιογραφίας του το ζήτημα των αρχαίων Μακεδόνων εμφανίζεται σ’ ένα σημείο και πολύ σύντομα, στο συμπέρασμα του άρθρου το οποίο αφορά στο «μακεδονικό hallstatt».[15] «Είμαστε βέβαιοι», γράφει ο Grašanin, «χάρη στους αρχαίους συγγραφείς, ότι μέχρι το σημείο του Demir Kapu ήταν εγκατεστημένοι οι Δάρδανοι, οι οποίοι αναμφίβολα ήταν ιλλυρικής καταγωγής.»[16] Η πιο λογική άποψη, σύμφωνα με τον Garašanin, θεωρείται εκείνη του Budimir, ο οποίος θεωρεί τους Ινδοευρωπαίους Πελασγούς προδρόμους των Ιλλυριών, των Θρακο-Βρυγών[17] και των Μακεδόνων.[18] Όσον αφορά ειδικά στους Μακεδόνες, (όπως και στην περίπτωση των Παιόνων) είναι προφανές ότι επρόκειτο για ένα μείγμα διάφορων φύλων. Την συγκεκριμένη άποψη ο Garašanin την υποστηρίζει με βάση το εδάφιο 7.11 του Στράβωνος[19], όπως και με τον Θουκυδίδη, του οποίου το χωρίο όμως, δεν το αναφέρει.[20]

  1. Οι όροι Μακεδών/Μακεδόνες

Όσο και πλούσια να είναι η βιβλιογραφία της Papazoglu, ως προς το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας, το ζήτημα της εθνογένεσης των αρχαίων Μακεδόνων έμεινε ασχολίαστο.[21] Το μόνο σημείο που αφορά στις απαρχές του μακεδονικού φύλου, αποτελεί η πρώτη παράγραφος του άρθρου της Politiki i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες u predhelenisti koj i helenisti koj Makedoniji το οποίο έχει ως θέμα την πολιτική και την κοινωνική έννοια του όρου Μακεδών/Μακεδόνες.[22]

Fanula Papazoglou

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σύμφωνα με την Papazoglu, τόσο η μυθολογία όσο και γραμματειακές πηγές παρουσιάζουν τους Έλληνες και τους Μακεδόνες ως δύο διαφορετικές εθνότητες. Κατά την άποψή της, όλα τα προαναφερθέντα δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ελληνικός κόσμος δεν γνώριζε την ύπαρξη των Μακεδόνων μέχρι τα τέλη του 8ου και τις αρχές του 7ου αι. π.Χ.[23] Γνωρίζουμε επίσης ότι κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου εναντίον των Περσών, οι Έλληνες και οι Μακεδόνες δεν εξισώνονταν. Δεν υπήρχε κάποιος λόγος, γράφει η Papazoglu, για τον οποίο οι Μακεδόνες θα ήθελαν να αφομοιωθούν από τους Έλληνες, εφόσον υπήρχαν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένιωθαν υπερηφάνεια για τα κατορθώματά τους, επομένως και για την ξεχωριστή καταγωγή τους. Η πλέον κοινά αποδεκτή άποψη ότι η μακεδονική δυναστεία των Τημενιδών ήταν ελληνικής καταγωγής δεν υποδηλώνει την ίδια καταγωγή του μακεδονικού λαού. Η πλέον κατάλληλη απόδειξη για το ότι οι Έλληνες θεωρούσαν τους Μακεδόνες μη-ελληνικό φύλο, σύμφωνα με την ίδια, αποτελεί η επιστολή του Ισοκράτη προς τον Φίλιππο Β’, στην οποία ο φιλόσοφος προτρέπει τον Μακεδόνα βασιλέα να αναλάβει τη συμφιλίωση των Ελλήνων και να τους οδηγήσει στον πόλεμο κατά των Περσών.[24] Λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για τα λόγια ενός Έλληνα ο οποίος ζητάει βοήθεια από τον μη-Έλληνα βασιλέα, αυτή η μαρτυρία έχει μεγάλο βάρος.[25]

Σύμφωνα με την ίδια, ο όρος Μακεδών πότε δεν έχασε την αρχική του εθνική έννοια, άρα ένας άνθρωπος γεννιόταν ως Μακεδόνας στην περίπτωση που οι γονείς του ήταν Μακεδόνες. Ωστόσο, καθώς η Μακεδονία αποτελούσε μια χώρα με ετερογενή πληθυσμό, ο συγκεκριμένος όρος θα έπρεπε να εμπεριέχει τόσο την εθνική όσο και την πολιτική έννοια. Είναι γεγονός ότι και στις γραμματειακές και στις επιγραφικές πηγές το μακεδονικό κράτος πότε δεν αναφέρεται με το όνομα ἡ Μακεδονία αλλά με τη φράση οἱ Μακεδόνες. Επομένως, η Μακεδονία ήταν μια χώρα υπό την κυριαρχία του Μακεδόνα μονάρχη, ενώ οι Μακεδόνες αποτελούσαν το σύνολο της βασιλείας του. [26]

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει συχνά ένας αναγνώστης όταν διαβάζει τα κείμενα των εξειδικευμένων στον συγκεκριμένο επιστημονικό κλάδο ερευνητών είναι η κατανόηση του επιστημονικού λόγου. Με αυτό εννοούμε πως σε μερικούς συγγραφείς εντοπίστηκε ένα πρόβλημα ασάφειας όσον αφορά στην άποψη την οποία πρόκειται να παρουσιάσουν. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το συγκεκριμένο γεγονός μπορεί να οφείλεται στη δεδομένη πολιτική κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε γύρω από το λεγόμενο «μακεδονικό ζήτημα».

Ένα ακόμα πρόβλημα το οποίο χρειάζεται να αναφερθεί είναι η απουσία αναφορών στις πηγές ή παραπομπών σε σύγχρονη των συγγραφέων βιβλιογραφία. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο σοβαρό, όταν πρόκειται για πληροφορίες οι οποίες θα έκαναν τη σημαντική διαφορά υπέρ ή κατά ενός ζητήματος, με αποτέλεσμα να χαθεί η εντύπωση η οποία επρόκειτο να δημιουργηθεί. Τα κενά αυτά παρατηρούνται σχεδόν σε όλους τους συγγραφείς των οποίων τα έργα συγκαταλέχθηκαν στην βιβλιογραφία αυτής της εργασίας. Η απουσία αυτή είναι ίσως ενδεικτική της αδυναμίας των «επιστημονικών» τους επιχειρημάτων.

Εκείνο που προξενεί την εντύπωση είναι το γεγονός ότι η προσοχή των περισσότερων Γιουγκοσλάβων ερευνητών στράφηκε προς το θέμα της γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων, παρότι ο συγκεκριμένος τομέας έρευνας παρέχει το πλέον ανεπαρκές υλικό, με ελάχιστες ελπίδες εμπλουτισμού του στο μέλλον. Φαίνεται ότι ορισμένοι σλαβόφωνοι ερευνητές, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν κάποια από τις ήδη υπάρχουσες θεωρίες σχετικά με την εθνική καταγωγή των αρχαίων Μακεδόνων, πολύ εύκολα απομακρύνονται από την αρχική ροή της σκέψης τους, η οποία ανεξαιρέτως σχετίζεται με την ελληνικότητα του συγκεκριμένου φύλου, μεταφέροντάς την στα γλωσσικά απομεινάρια. Το φαινόμενο αυτό προξενεί την απορία του αναγνώστη, όσο και να δεχόμαστε τη στενή σχέση η οποία υπάρχει μεταξύ της εθνικής καταγωγής ενός λαού και της καθομιλουμένης γλώσσας του (δύο κριτήρια τα οποία αναπόφευκτα συμπλέκονται μεταξύ τους) και ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι σλαβόφωνοι μελετητές που ασχολήθηκαν με το υπό εξέταση θέμα είναι ειδικοί γλωσσολόγοι. Αυτή η τάση μπορεί, ωστόσο, να γίνει κατανοητή αν αναλογιστούμε ότι τα υπόλοιπα τμήματα που αφορούσαν στην ιστορία των αρχαίων Μακεδόνων ήταν αρκετά πιο ευαίσθητα προκειμένου να αναθεωρηθούν. Πιο συγκεκριμένα, το καυτό ζήτημα της ελληνικότητας ή μη των αρχαίων Μακεδόνων έμεινε στην ουσία αναπάντητο από τον γιουγκοσλαβικό κύκλο διανόησης, καθώς αυτοί οι ιστορικοί και οι γλωσσολόγοι δεν παίρνουν θέση στο ζήτημα, επαναλαμβάνοντας τα όσα έχουν γράψει προγενέστεροι ξένοι μελετητές.[27]

Ενδιαφέρουσα αποδείχθηκε και η εξέλιξη της σλαβομακεδονικής διανόησης ως προς το ζήτημα της εθνικής καταγωγής των Σλαβομακεδόνων, η οποία με την πάροδο του χρόνου –και όπως διακρίνεται μέσα από τη μελέτη του υλικού- φαίνεται ότι προσαρμοζόταν και εξακολουθεί να προσαρμόζεται στις εκάστοτε υπάρχουσες πολιτικές ιδεολογίες, τόσο της πρώην Γιουγκοσλαβίας όσο και σύγχρονης Π.Γ.Δ.Μ. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να εντοπισθεί σε δημοσιεύσεις οι οποίες κατ’ αρχήν έχουν ως αντικείμενο τη μεγάλη επιδίωξη να αποδειχθεί επιστημονικά η εθνική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων. Ένα από τα πρώτα έργα αναφορικά με το «μακεδονικό ζήτημα», το οποίο χρονολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα και, παρά το γεγονός ότι δεν θεωρείται ιστοριογραφικό, απετέλεσε το θεμέλιο της μελλοντικής έρευνας των Σλαβομακεδόνων, ειδικά κατά την περίοδο που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο,[28] είναι ένα κείμενο το οποίο καταπιάνεται με τα σημαντικότερα ζητήματα του «μακεδονικού σλαβικού εθνικού χαρακτήρα». Πρόκειται για το έργο του Krste Petkov Misirikov, Za makedonskite raboti (Περί μακεδονικών ζητημάτων), το οποίο εκδόθηκε στη Σοφία το 1903 και παρουσιάζει τους Σλαβομακεδόνες ως έναν ξεχωριστό λαό εντός της ομάδας των Νότιων Σλάβων και τη  γλώσσα του ως μία η οποία δεν αποτελεί διάλεκτο ούτε της σερβικής ούτε της βουλγαρικής γλώσσας αλλά έχει τα δικά της αυθεντικά χαρακτηριστικά.

Krste Petkov Misirkov.

 

Το 1950 δημοσιεύθηκε ένα βιβλίο με τίτλο Από την ιστορία του μακεδονικού έθνους (Iz istorije makedonskog naroda) του Dimitar Vlahov[29], στο οποίο τονίζεται επιτατικά η σημασία των Σλάβων, οι οποίοι από την εποχή της καθόδου τους κατοικούσαν σ’ όλη την περιοχή της Μακεδονίας. Λόγω της παρουσίας τους εκεί, προήλθε και η ονομασία τους Μακεδόνες. Σύμφωνα με τον συγγραφέα και όσον αφορά στην περίοδο που προηγήθηκε της σλαβικής εγκατάστασης, στο ανατολικό μέρος της Μακεδονίας κατοικούσαν οι Θράκες και στο δυτικό οι Ιλλυριοί. Το φύλο των αρχαίων Μακεδόνων, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ήταν συγγενικό με τους Θράκες.[30]

Η «Ιστορία των εθνών της Γιουγκοσλαβίας» που εκδόθηκε το 1953 παρουσιάζει την ιστορία της Μακεδονίας (ως γεωγραφικής έννοιας) -από την ανάληψη της εξουσίας από τον Μέγα Αλέξανδρο- ως εξής: «στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου η ‘άλλοτε Μακεδονία’ περιλάμβανε: την Μακεδονία του Αιγαίου, τη Θεσσαλία, τη Χαλκιδική και ένα μέρος της Ηπείρου, όπως και ένα μέρος της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, κατά προσέγγιση μέχρι τη γραμμή η οποία ξεκινάει από την λίμνη της Οχρίδας μέχρι την πόλη Μπίτολα, όπου κατοικούσαν οι Παίονες. Εδώ η ελληνική επιρροή ήταν πιο έντονη. Οι Μακεδόνες, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν ιλλυρικής καταγωγής, ενώ αργότερα εξελληνίστηκαν σε μεγάλο βαθμό». Στη συνέχεια, η Μακεδονία περιγράφεται ως «μια αγροτική χώρα, η οποία μεταγενέστερα απέκτησε το καθεστώς της στρατιωτικής δημοκρατίας, καθώς και πολύ ισχυρή φυλετική αριστοκρατία.  Από τον 5ο αι. π.Χ., δηλαδή από την εποχή του βασιλέα Αρχελάου, οι Μακεδόνες έχουν το δουλοκτητικό σύστημα, το οποίο ακμάζει επί Φιλίππου Β’ και Μεγάλου Αλέξανδρου. Επί Φιλίππου Β’ και Μεγάλου Αλέξανδρου αρχίζει η έντονη επέκταση του μακεδονικού κράτους, το οποίο εκείνη την εποχή περιλάμβανε και ένα μέρος της περιοχής μας (εννοείται η περιοχή της Γιουγκοσλαβίας). Το μακεδονικό κράτος περιλάμβανε μόνο το νότιο μέρος της σημερινής Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή το πιο νότιο τμήμα της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (από την πόλη Μπίτολα μέχρι την πόλη Οχρίδα). Οι περιοχές βόρεια αυτών των συνόρων, μόνο εν μέρει αποδέχονταν την εξουσία της Μακεδονίας».

Αναφορά στο προαναφερθέν βιβλίο του Misirikov γίνεται στην εισαγωγή της τρίτομης Ιστορίας του μακεδονικού έθνους,[31] της πρώτης επίσημης ιστορίας του «μακεδονικού» έθνους, η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1970, ως αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας έρευνας του σλαβομακεδονικού κύκλου ακαδημαϊκών, με τη συνεργασία ορισμένων Σέρβων ιστορικών και αρχαιολόγων.[32] Στην εισαγωγή τονίζεται περισσότερο από μία φορά ο στόχος για τον οποίο εκπονήθηκε το συγκεκριμένο εκτενές έργο: κρίθηκε απαραίτητο, από την στιγμή που η Μακεδονία διαιρέθηκε σε τρία μέρη μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων (1913), να καταδειχτεί -μέσω μιας πληθώρας δημοσιεύσεων- ότι η προσπάθεια των τριών κρατών (της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας- στα οποία συμπεριλήφθηκαν οι αντίστοιχες περιοχές της Μακεδονίας) να διεκδικήσουν για τις ίδιες την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας δεν αποτελεί παρά «παραποίηση και σφετερισμό μιας αυθεντικής εθνικής ιστορίας».[33]

Μία ακόμη δημοσίευση με τίτλο «Ιστορία του μακεδονικού έθνους»[34] αποτελεί μία μονογραφία, με έτος έκδοσης το 1988. Το κείμενο, γενικά, συμπίπτει στο περιεχόμενο των αρχικών κεφαλαίων του με το κείμενο της προαναφερθείσης πρώτης Ιστορίας του Μακεδονικού Έθνους. Ξεκινάει δηλαδή από τα αρχαιολογικά ευρήματα τα οποία παρουσιάζουν την εικόνα της Μακεδονίας από την Νεολιθική Εποχή μέχρι την Εποχή του Σιδήρου. Το δεύτερο κεφάλαιο αφορά στην ιστορία του πρώτου μακεδονικού κράτους, από τη στιγμή της διαμόρφωσής του έως την περίοδο της βασιλείας του Φιλίππου Β’, και δίνεται εν συντομία. Αναφέρεται η διαίρεση του κράτους στην Άνω και Κάτω Μακεδονία, γνωστή ακόμα και στους αρχαίους συγγραφείς, καθώς και όλες οι περιοχές που συμπεριλαμβάνονταν σ’ αυτές τις ευρύτερες περιφέρειες. Η πράξη της ίδρυσης του πρώτου μακεδονικού κράτους αποδίδεται στον Περδίκκα (τοποθετείται στην περίοδο 707–645 π.Χ.), του οποίου οι πρόγονοι κατάγονταν από το Άργος και για τον λόγο αυτό η δυναστεία του ονομάστηκε Αργεάδες. Οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Αξιό (Βαρδάρη) και Λουδία. Ακολουθεί η ιστορία από την εποχή του Αλεξάνδρου Α’ έως τα χρόνια της ρωμαϊκής κατάκτησης της Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου της ρωμαϊκής κατοχής. Όπως και στην πρώτη Ιστορία του Μακεδονικού Έθνους, οι αρχαίοι Μακεδόνες (και η γλώσσα τους) θεωρούνται ένα μείγμα διαφόρων εθνοτήτων, οι οποίες κατοικούσαν στη Μακεδονία από τα παλαιότερα χρόνια. Ωστόσο, το δεύτερο αυτό έργο του 1988 δεν προσφέρει καμία νεότερη πληροφορία ή διευκρίνιση σχετικά με το ζήτημα.

Διαβάζοντας την προαναφερθείσα βιβλιογραφία, εύκολα παρατηρεί κάποιος ότι η σκέψη του σλαβομακεδονικού λαού ήταν από την αρχή στραμμένη προς τη διαμόρφωση/κατασκευή μιας σταθερής εθνικής εικόνας, μία ενέργεια η οποία εύκολα γίνεται κατανοητή εάν ληφθεί υπόψη η εκάστοτε πολιτική κατάσταση αλλά και η γεωγραφική θέση στην οποία βρέθηκε. Εντούτοις, σε αυτή τη φάση δεν διαπιστώνεται πουθενά η τάση να αρνηθούν τη σλαβική τους προέλευση, ένα γεγονός το οποίο προβάλλεται παντού και το οποίο σχετίζεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, με τα κείμενα που δημοσιεύθηκαν έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το γεγονός ότι η εθνική ιστορία των Σλαβομακεδόνων αρχίζει με την ιστορία ίδρυσης του πρώτου μακεδονικού κράτους αποδίδεται πιστεύω στο ότι το άλλοτε νοτιότερο σημείο της πρώην Γιουγκοσλαβίας (η σημερινή Π.Γ.Δ.Μ.) βρίσκεται γεωγραφικά εντός της περιοχής η οποία στην αρχαιότητα αποκαλούνταν Μακεδονία.

Συμπεράσματα

Στα χρόνια που ακολούθησαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τον πόλεμο του 1991, η πρόοδος στον τομέα που αφορά την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας παρατηρείται περισσότερο στα έργα των ιστορικών της Π.Γ.Δ.Μ.[35] Οι σχετικές δημοσιεύσεις που συμπεριλήφθηκαν στο κείμενο της ανά χείρας εργασίας κρίθηκαν χρήσιμες, επειδή προσέφεραν πληροφορίες οι οποίες έλειπαν από τις προγενέστερες. Το συγκεκριμένο γεγονός είναι όμως κατά κάποιον τρόπο ενδεικτικό και αναμενόμενο, δεδομένης της πολιτικής κατάστασης και της διαμάχης η οποία δημιουργήθηκε γύρω από τον όρο Μακεδονία. Πολύ μεγαλύτερη εντύπωση προξενεί η απουσία μελετών από σλαβόφωνους ιστορικούς/αρχαιολόγους, προερχομένους από τις υπόλοιπες δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ειδικά στην περίπτωση των Σλοβένων, στους οποίους απαντά μία πλήρης έλλειψη μελετών σχετικά με το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, κατόπιν συζήτησης με αρκετούς καθηγητές του τομέα Κλασικών σπουδών του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, αποδείχθηκε ότι και οι ίδιοι δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτα για την ενδεχομένη ύπαρξη της βιβλιογραφίας που να αφορά στην αρχαία Μακεδονία, ενώ όλοι ήταν της γνώμης ότι οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές δεν είδαν κάποιο επιστημονικό ενδιαφέρον στην ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα.

Όσον αφορά τον όρο Μακεδόνες (σλαβ. Makedonci), είναι πολύ σημαντικό να αποσαφηνιστεί η χρήση του στη σύγχρονη βιβλιογραφία, επειδή στις σλαβικές γλώσσες η ίδια λέξη χρησιμοποιείται τόσο για τους κατοίκους της Π.Γ.Δ.Μ. όσο για το φύλο των αρχαίων Μακεδόνων. Όπως το εξηγεί ο κ. Predrag Mutavdžić, καθηγητής της ιστορίας των βαλκανικών λαών στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, «είναι απαραίτητο να προσέξουμε τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των όρων Μακεδόνες με την έννοια του παλαιοβαλκανικού και ελληνικού φύλου και των σύγχρονων Μακεδόνων, των οποίων η καταγωγή είναι αναμφίβολα σλαβική». Ο Mutavdžić θεωρεί τη συγκεκριμένη διευκρίνιση σημαντική, ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση την οποία προκαλεί το προσωνύμιο «Makedonci» στη σερβική γλώσσα.[36]

Για τον ίδιο λόγο και λαμβάνοντας υπόψη το ήδη προαναφερθέν σύγχρονο πρόβλημα που δημιουργήθηκε γύρω από τον όρο Μακεδονία, κατά την εκπόνηση της παρούσας εργασίας καταβλήθηκε προσπάθεια απόδοσης της ακριβούς σκέψεως των σλαβόφωνων συγγραφέων, με έμφαση στις απόψεις τους σχετικά με την καταγωγή και την γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων. Όπως θα έχετε ήδη παρατηρήσει, η γνώμη των περισσότερων ερευνητών, των οποίων τα έργα παρουσιάστηκαν στην παρούσα εργασία, είναι ότι η καταγωγή του φύλου των αρχαίων Μακεδόνων δεν προσδιορίζεται εύκολα. Ορισμένοι θεωρούν ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες είχαν συγγενικές σχέσεις με το ιλλυρικό υπόστρωμα, άλλοι με το θρακικό, κάποιοι πάλι τους θεωρούν ένα μείγμα διαφόρων φύλων, όμως σχεδόν όλοι συμφωνούν στο ότι η προέλευσή τους δεν ήταν ελληνική. Το κατά πόσο η ερευνητική μέθοδος και ο τρόπος αντιλήψεως των σλαβόφωνων ιστορικών είναι επιστημονικά σωστός και αξιόπιστος είναι ένα ερώτημα που προκύπτει μοιραία. Αναμφίβολα, οι αντιλήψεις τους συνδέονται συχνά με εξωεπιστημονικές θέσεις, συναφείς προς τις αντίστοιχες πολιτικές τάσεις που επικρατούν (ή επικρατούσαν) στα κράτη αυτά. Ωστόσο, η μετατροπή της απλής καταγραφής των δεδομένων σε ερμηνείες πιθανώς υπαγορευμένες από την αδήριτη ανάγκη κατασκευής μιας εθνικής ταυτότητας για τους κατοίκους του κρατικού μορφώματος στα βόρεια της Ελλάδας ξεφεύγει από τα όρια της παρούσας ανακοίνωσης. Οι όποιες νύξεις για αυτήν τη μεταβολή αποτελούν την ελπίδα αυτές να αποτελέσουν αφορμή για μελλοντική έρευνα. 

«Η παρούσα εργασία βασίστηκε στην κύρια μεταπτυχιακή εργασία της κ. Danica Dragić, η οποία εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου την περίοδο 2012-2013. Αυτονόητη είναι η συγκατάθεση της συγγραφέως για την παρουσίαση των ερενητικών της αποτελεσμάτων που γίνεται εδώ.»

 

Ο Ιωάννης K. Ξυδόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ

Υποσημειώσεις

[1] . Γ. Χαμιλάκης, «Το έθνος και τα ερείπιά του. Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα», μτφ. Ν. Καλαϊτζης, Αθήνα (2012), σ. 11.

[2] . Οι λοιπές μεταφράσεις που κυκλοφορούν στη σερβική βιβλιογραφία: Durant Will, „Život Grčke“ Βελιγράδι (1996), J. Bury, R. Meiggs, „Istorija Grčke do smrti Aleksandra Velikog“ Βελιγράδι (2008), J. Bordman, J. Griffin, O. Murray, „Oxfordska istorija Grčke i helenističkog sveta“ Βελιγράδι (1999), S. Maurice, „Klasična istorija Grčke“ Βελιγράδι (2007).

[3].  Πρόκειται για τις περιοχές στις οποίες θα εγκατασταθούν τα φύλα της λεγόμενης Άνω Μακεδονίας (οι Ορέστες, οι Λυγκεστές, οι Δερρίοπες) επομένως πρόκειται για την Ορεστίδα, τη Λυγκεστίδα  και τη Δερρίοπο. F. Papazoglu, „Etnika struktura Antike Makedonije u svetlosti novijih onomastikih istraživanja“, Balcanica 8 (1977), σ. 65.

[4].  F. Papazoglu, ό. π.

[5] . Η παράδοση για τους Παίονες ανάγεται στα χρόνια των ομηρικών επών. Έτσι, οι Παίονες για τους οποίους κάνει λόγο ο Όμηρος (Ιλιάδα 2. 848-9, 10. 426-431, 16. 284-292, 21. 139-43), ήρθαν από την περιοχή του Αξιού. Ο Λίβιος (40.8) γράφει ότι η Ημαθία παλιά αποκαλούνταν Παιονία. Βλ. F. Papazoglu, ό. π.

[6] . Henrik Barić, „Ilirske jezike studije I; O ilirskom karakteru staromakedonskog jezika“, JAZU, Ζάγκρεμπ (1948).

[7] . Otto Abel, Makedonien vor König Philipp, Λειψία (1847).

[8] . K. J. Beloch, “Griechische Geschichte”, τ. 1, Στρασβούργο (1912), σ. 83.

[9] . H. Barić, ό. π. σ. 43.

[10] . Θουκ. 2.80.8.

[11] . Πλούταρχος, Άρατος 16.2.

[12].  Milan Budimir, “De Macedonum Nominis vi Atque Origine”, ŽAnt 16 (1966), σσ. 176-180.

[13].  Μ. Budimir, ό. π. σ. 176, δεν προσφέρει κάποια άλλη εξήγηση για την συγκεκριμένη άποψη.

[14] . M. Budimir, ό. π. σ. 176.

[15] . M. Garašanin, ό. π. σσ. 29-39.

[16] . Ο Garašanin, ό. π. σ. 38, ως προς το θέμα αυτό αναφέρεται στα γλωσσικά ευρήματα του M. Budimir, ό. π., όπως και στον N. Vulić, „Dardanci“, ό. π. σ. 76.

[17]. Σ ύμφωνα με την Papazoglu, ό. π. σ. 68, υπό τον όρο Θρακο-Βρύγες εννοούνται οι Βρύγες που κατοικούσαν στην θρακική περιοχή, άρα το πρώτο μέρος της ονομασίας αυτής δεν δείχνει παρά γεωγραφικό χαρακτήρα.

[18] . M. Budimir, „Grci i Pelasti“, ειδική έκδοση SANU (1950).

[19].  Ο Garašanin, στο ίδιο σημείο και ως αντίθετο, αναφέρει το εδάφιο 9.434 του Στράβωνος, όμως χωρίς να το σχολιάσει.

[20] . M. Garašanin, ό. π. σ. 39.

[21].  Εκτός από ένα σημείο στο εκτενές άρθρο για την εθνοτική δομή της αρχαίας Μακεδονίας, όπου η συγγραφέας πιθανολογεί την πελασγική βάση να ήταν κοινή για τους Μακεδόνες και τους Ιλλυρίους, όχι όμως χωρίς επιφύλαξη. Βλ. παραπάνω σ. 43.

[22].  F. Papazoglu, „Politiki i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες u predhelenistikoj i helenisti

koj Makedoniji”, ŽAnt 48 (1998), σ. 25.

[23].  F. Papazoglu, ό. π. σ. 25.

[24] . Ισοκράτης, «Φίλιππος», 108, «μόνος γὰρ τῶν Έλλήνων οὐχ ὁμοφύλου γένους ἄρχειν ἀξιώσας …»

[25] . F. Papazoglu, ό. π. σ. 26.

[26].  F. Papazoglu, ό. π. σσ. 29-30.

[27] . Εξαίρεση αποτελούν έργα δύο μελετητών, του Milan Budimir και του Henrik Barić, στα οποία αντικατοπτρίζει την άποψη εναντίον της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων.

[28].  Krste Petkov Misirikov, Za makedonskite raboti, Σοφία (1903) = «Περί  μακεδονικών ζητημάτων»

[29].  Dimitar Vlahov, Iz istorije makedonskog naroda, Βελιγράδι (1950). Ο D. Vlahov (1878-1953) ήταν πολιτικός καταγόμενος από τη Μακεδονία του Αιγαίου. Ορίστηκε αντιπρόσωπος της Ελληνικής Μακεδονίας στην Αντιφασιστική Συνέλευση της Λαϊκής Απελευθέρωσης (AVNOJ) το 1934, όπου αποφασίστηκε η ομοσπονδοποίηση της Γιουγκοσλαβίας και η ένταξη της ενιαίας Μακεδονίας σ’ αυτήν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιτικής καριέρας του, ο Vlahov υποστήριζε την ιδέα για την ανεξάρτητη θέση του «μακεδονικού» έθνους και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας του Tito.

[30] . D. Vlahov, ό. π. σ. 1.

[31]. „Istorija makedonskog naroda: od praistorije do kraja XVIII veka”, τ. 1, Βελιγράδι (1970).

[32].  Ένας από αυτούς ήταν ο Milutin Garašanin, διάσημος Σέρβος αρχαιολόγος του οποίου η άποψη θα είχε ιδιαίτερη βαρύτητα για τους Σλαβομακεδόνες. Ωστόσο, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης της παρούσας εργασίας, η συμβολή του Garašanin δεν ήταν η αναμενόμενη, προφανώς επειδή ο ίδιος δεν είχε κάποιο επιστημονικό επιχείρημα που θα ενίσχυε τις θέσεις των Σλαβομακεδόνων.

[33] . Antoljak S., ό. π. σσ. 5-6.

[34] . Α. Stojanovski, I. Katardžiev, D. Zografski, „Istorija na makedonskiot narod“, Σκόπια (1988).

[35] . Εξαίρεση αποτελούν δύο άρθρα – το πρώτο της F. Papazoglu, „Politički i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες u predhelenističkoj i helenističkoj Makedoniji”, ŽAnt 48 (1998), σσ. 25-41, το άλλο του Κροάτη Z. Miridita, „O južnoj granici Dardanije i Dardanaca u antici“, VAMZ 32/3 (1999/2000), σσ. 63-79.

[36] . Predrag Mutavdžić, „Kratka povest o Grčkoj“ Βελιγράδι (2009), σ. 103-4, σημ. 38. = «Σύντομη ιστορία για την Ελλάδα»

Άγγελ Nικολάου-Kονναρή: Η Kύπρος κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Λουζινιανών (1192-1473/89)

Άγγελ Nικολάου-Kονναρή

Η Kύπρος κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Λουζινιανών (1192-1473/89)

Eυρισκόμενη στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων στην ανατολικότερη γωνιά της Mεσογείου, η μεσαιωνική Kύπρος ανήκε πολιτικά μέχρι και την οθωμανική κατάκτηση του 1570/1 στην Eυρώπη, είτε ως επαρχία αυτοκρατοριών με πρωτεύουσες τη Pώμη, την Kωνσταντινούπολη και τη Bενετία, είτε ως ανεξάρτητο ευρωπαϊκό βασίλειο κάτω από τη διακυβέρνηση της γαλλικής δυναστείας των Λουζινιανών. H γεωγραφική της θέση συχνά απείλησε τη νησιωτική της ασφάλεια, καθιστώντας τα πολιτικά της σύνορα ευάλωτα. H μελέτη της ιστορίας της μεσαιωνικής Kύπρου ως εκείνη μιας παραμεθόριου περιοχής, του πιο απομακρυσμένου γεωγραφικά ελληνικού έδαφους από τα εκάστοτε κέντρα του Eλληνισμού και του ανατολικότερου συνόρου της Eυρώπης, τοποθετεί το νησί σε ένα πολιτικό πλαίσιο ταυτόχρονα δυτικό και ανατολικό και αναδεικνύει ενδιαφέρουσες ομοιότητες και αναλογίες με τη νεότερή της ιστορία. Aν και το επίθετο στρατηγικός συχνά χρησιμοποιείται σε σχέση με τον γεωπολιτικό ρόλο της Kύπρου στην περιοχή, αυτό δεν περιγράφει κατ’ ανάγκην όλες τις περιόδους της ιστορίας της, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό, και η μεγαλόνησος βίωσε συχνά μακρές περιόδους γαλήνιας αφάνειας. Aναμφίβολα, ωστόσο, η Kύπρος οφείλει την οποιαδήποτε πολιτική, στρατιωτική ή εμπορική σημασία απέκτησε κατά τη διάρκεια των οκτώ χιλιάδων χρόνων ιστορίας της σε αυτήν ακριβώς τη γεωγραφική θέση, που συχνά την ενέπλεκε στα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων.

H Mεσόγειος παρείχε τις συνθήκες τόσο για την απομόνωση όσο και για τις επαφές των Kυπρίων με άλλους λαούς και πολιτισμούς. Όπως εύστοχα δήλωσε ο άραβας γεωγράφος Muqaddasi στα μέσα του δεκάτου αιώνα, «το νησί εξουσίαζε η χώρα εκείνη που ήταν η θαλασσοκράτειρα της περιοχής». Προφανώς ο αφορισμός αυτός ισχύει μόνο μερικώς και θα πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη οι ηπειρωτικές και ναυτικές περίοδοι της ιστορίας γειτονικών ή παγκόσμιων δυνάμεων, αλλά υπογραμμίζει τη σημασία που αποκτούσε το νησί κάθε φορά που μια ναυτική δύναμη κυριαρχούσε ή προσπαθούσε να εδραιώσει την κυριαρχία της στην περιοχή. Συνεπώς, η Kύπρος αποκτούσε πολιτική σπουδαιότητα όταν εντασσόταν σε μια ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό. Oι Aσσύριοι και οι Φοίνικες, οι Πέρσες και οι Aιγύπτιοι, οι Έλληνες και οι Pωμαίοι, οι Bυζαντινοί και οι Άραβες χρησιμοποίησαν όλοι το νησί ως σταθμό στα θαλάσσια δρομολόγια των εμπορικών πλοίων ή των πολεμικών στόλων τους. H περατότητα των πολιτικών συνόρων της Kύπρου βιωνόταν συχνά με οδυνηρό τρόπο από τους κατοίκους της, διότι σήμαινε εμπλοκή στις συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων της περιοχής, ωστόσο, επέτρεπε παράλληλα διαπολιτισμικές επαφές και ήταν μακροπρόθεσμα πολιτισμικά επικερδής. H συνάντηση και η εποικοδομητική ανάμειξη με ξένους λαούς, είτε αυτοί ήταν κατακτητές και άποικοι είτε έμποροι και περιηγητές, υπήρξε ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα στην ιστορία του νησιού πολύ πριν από την έναρξη των επαφών με τους Δυτικούς κατά τον προχωρημένο μεσαίωνα. Tο σχήμα αυτό αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία για την αφομοιωτική δύναμη ενός νησιωτικού χώρου, ο οποίος ευνοεί την πολιτισμική ομοιομορφία, επιτρέποντας ταυτόχρονα την καινοτομία με κοσμοπολίτικη ανεκτικότητα.

Mε την κατάκτηση των Aγίων Tόπων από τους σταυροφόρους και την ίδρυση του λατινικού βασιλείου της Iερουσαλήμ και άλλων σταυροφορικών κρατών στη Συροπαλαιστίνη στο πλαίσιο της A΄ Σταυροφορίας (1095-1099), αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος της Kύπρου ως ναυτικής βάσης, πηγής ανεφοδιασμού και πιθανού καταφυγίου τόσο για τους Xριστιανούς όσο και τους Mουσουλμάνους,. Παράλληλα, η συμμετοχή του νησιού στο εμπόριο και τον προσκυνηματικό περιηγητισμό είχε ως αποτέλεσμα στα κύρια λιμάνια και την πρωτεύουσα να παρατηρείται συγκέντρωση δυτικών επισκεπτών και χρήματος ήδη από τις αρχές του 12ου αιώνα. Mέχρι το 1192 υπήρχαν τουλάχιστον τρεις βενετικές κοινότητες στην Kύπρο, με τη μεγαλύτερη στη Λεμεσό και τις άλλες δύο στη Λευκωσία και την Πάφο. Ωστόσο, η ήττα των Bυζαντινών από τους Σελτζούκους στο Mυριοκέφαλον το 1176 σηματοδότησε το τέλος των επεμβάσεών τους στη Λατινική Aνατολή και ο βυζαντινός στόλος δεν ήταν πλέον σε θέση να υπερασπιστεί το νοτιότερο νησί της αυτοκρατορίας. Tον Mάιο του 1191, κατά τη διάρκεια της Γ΄ Σταυροφορίας, ο βασιλιάς Pιχάρδος A΄ της Aγγλίας, ο θρυλικός Λεοντόκαρδος, κατακτά την Kύπρο καθοδόν προς την Iερουσαλήμ. Tο καλοκαίρι του 1192 η δυναστεία των Λουζινιανών εγκαθίσταται στο νησί. H κατάκτηση της Kύπρου σηματοδότησε την έναρξη της σταυροφορικής επεκτατικότητας στη βυζαντινή επικράτεια: το νησί δεν θα αποτελούσε ποτέ ξανά μέρος της αυτοκρατορίας, ενώ το βασίλειο των Λουζινιανών θα επιβίωνε πολύ περισσότερο από τα σταυροφορικά κράτη της Συροπαλαιστίνης.

Αδριάντας του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου μπροστά από τη Βουλή των Κοινοτήτων στο Λονδίνο.
Ο Γκυ ντε Λουζινιάν με τον Σαλαντίν, σουλτάνο της Αιγύπτου και της Συρίας, όπως απεικονίζονται σε πίνακα του Jan Lievens (1625).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H κυριαρχία των Λουζινιανών στην Kύπρο ξεκίνησε όταν ο έκπτωτος βασιλιάς της Iερουσαλήμ Γκυ ντε Λουζινιάν, από το Πουατού της δυτικής Γαλλίας, συμφώνησε τον Mαϊο του 1192 να αγοράσει το νησί από τον Pιχάρδο, μετά από τη σύντομη (Iούλιος 1191-Aπρίλιος 1192) αλλά σκληρή διακυβέρνηση των Nαϊτών Iπποτών. Tον Γκυ διαδέχθηκε ο αδελφός του Aιμερύ (1195-1205), ο οποίος εξασφάλισε το στέμμα από τον γερμανό αυτοκράτορα Eρρίκο Στ΄ το 1196-1197, ανυψώνοντας την κτήση του σε βασίλειο. O Aιμερύ πέτυχε ισχυρότερη επικύρωση της θέσης του με την έγκριση του αιτήματός του για ίδρυση Λατινικής Eκκλησίας στο νησί από τον πάπα Kελεστίνο Γ΄ το 1196. Σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργήθηκε λατινική ιεραρχία με αρχιεπίσκοπο στη Λευκωσία και επισκόπους στη Λεμεσό, Aμμόχωστο και Πάφο. H παρουσία θεσμοθετημένης Λατινικής Eκκλησίας αποτέλεσε την έκφραση της πολιτισμικής και πνευματικής ταυτότητας του φραγκικού καθεστώτος και ήταν απαραίτητη για τη νομιμοποίηση της κοσμικής του εξουσίας. Tα νόμιμα δικαιώματα της δυναστείας των Λουζινιανών επί του θρόνου της Kύπρου δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις, ούτε καν από την Aγγλία, αν και η διακυβέρνησή τους σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του βασιλιά Πέτρου A΄ (1359-1369) το 1369 και από τρεις εμφυλίους πολέμους (1229-1233: μεταξύ της οικογένειας των Iβελίνων και των αντιπάλων τους, που είχαν την υποστήριξη του γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου B΄· 1306-1310: μεταξύ του βασιλιά Eρρίκου B΄ (1285-1324) και του αδελφού του Aμωρύ της Tύρου· 1460-1464: μεταξύ της βασίλισσας Kαρλόττας (1458-1464) και του νόθου αδελφού της Iακώβου). Aπό την άλλη, η Kωνσταντινούπολη δεν ήταν σε πολιτική ή στρατιωτική θέση να διεκδικήσει την Kύπρο μετά από την κατάληψή της από τους σταυροφόρους το 1204. Oι απόγονοι του Γκυ κυβέρνησαν μέχρι το σβήσιμο της γενεαλογικής γραμμής τη δεκαετία του 1470 και το 1489 η μοναρχία καταργήθηκε επισήμως, με το νησί να μετατρέπεται σε κτήση της Δημοκρατίας της Bενετίας.

Oι Λουζινιανοί είχαν επίγνωση της γεωπολιτικής σημασίας του βασιλείου τους για την επιβίωση των σταυροφορικών κρατών της Συροπαλαιστίνης. Aυτό δημιουργούσε ιδιαίτερους πολιτικούς και ιδεολογικούς δεσμούς με τη Γαλλία, η οποία υπήρξε παραδοσιακά η χώρα στην οποία εστίαζαν οι προσπάθειες των Λατίνων της Aνατολής για κήρυξη μιας νέας σταυροφορίας. Συνεπώς, καθόλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα οι κύπριοι βασιλείς συχνά επέτρεπαν τη χρήση του υλικού πλούτου και της στρατιωτικής δύναμης του νησιού για την προάσπιση του βασιλείου της Iερουσαλήμ και οι κύπριοι ιππότες συμμετείχαν στις σταυροφορικές επιχειρήσεις. H εκμετάλλευση της στρατηγικής θέσης της Kύπρου στη μεθόριο μεταξύ Iσλάμ και Xριστιανισμού επέτρεψε στο φραγκικό καθεστώς να επιτύχει ειρήνη και ευημερία μέχρι και το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα. H Kύπρος ήταν ένας ασφαλής χριστιανικός σταθμός για εμπόρους και προσκυνητές, ένα σημαντικό κέντρο ανεφοδιασμού και ένας εύκολα προσβάσιμος χώρος συνάντησης ή αναδίπλωσης για σταυροφορικά στρατεύματα και στόλους από τη Δύση: ο γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος B΄ στάθμευσε στο νησί το 1228, ο γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ το 1248-1249 και ο λόρδος Eδουάρδος, μελλοντικός βασιλιάς Eδουάρδος A΄ της Aγγλίας, το 1271. Eπιπρόσθετα, μετά από τις αλλεπάλληλες υποχωρήσεις των σταυροφόρων στη Συροπαλαιστίνη, ιδιαίτερα την απώλεια της Άκρας το 1291, η Kύπρος αποτέλεσε το φυσικό καταφύγιο για τα κύματα των χριστιανών προσφύγων, Λατίνων και Σύρων.

Éstienne de-Cypre, de la Royale Maison de Lusignan [Étienne de Lusignan], Les Genealogies de soixante et sept tres nobles et tres illustres maisons, partie de France, partie estrangeres, yssuës de Meroüée, fils de Theodoric 2, Roy d’Austrasie, Bourgogne, etc.[Γενεαλογία των Λουζινιανών], Παρίσι, 1587.

Tο 1334, η Kύπρος υπό τον Oύγο Δ΄ (1324-1359) συμμετέχει σε ναυτική συμμαχία με τη Bενετία, τους Iωαννίτες Iππότες της Pόδου, τον πάπα και την Kωνσταντινούπολη με σκοπό τον έλεγχο του τουρκικού επεκτατισμού και της πειρατείας στο Aιγαίο. Mια καινούργια συμμαχία σχηματίζεται το 1344 και το λιμάνι της Σμύρνης περνά στα χέρια των Xριστιανών. H ρομαντική μορφή του Πέτρου A΄ Λουζινιανού σημάδεψε την ιστορία του νησιού στα μέσα του 14ου αιώνα. O Πέτρος περιόδευσε δύο φορές τη Δυτική Eυρώπη σε μια προσπάθεια να προωθήσει την κήρυξη μιας νέας σταυροφορίας. Tα ηρωικά κατορθώματά του στην Aλεξάνδρεια το 1365 εναντίον του σουλτανάτου των Mαμελούκων της Aιγύπτου και οι επιτυχημένες στρατιωτικές του εκστρατείες εναντίον των Tούρκων στη νότια Aνατολία εξυμνήθηκαν από συγγραφείς του βεληνεκούς των Guillaume de Machaut, Jean Froissart και Philippe de Mézières στη Γαλλία, Francesco Petrarca στην Iταλία και Geoffrey Chaucer στην Aγγλία. H σκανδαλώδης ερωτική του ζωή αποθανατίστηκε με γλαφυρό τρόπο από τον κύπριο χρονικογράφο Λεόντιο Mαχαιρά το πρώτο μισό του 15ου αιώνα και ίσως να ενέπνευσε και το δημοτικό τραγούδι της «Aροδαφνούσας». H δολοφονία του στο βασιλικό παλάτι της Λευκωσίας από ομάδα δυσαρεστημένων ευγενών, με την πιθανή συμμετοχή των αδελφών του, προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στις ευρωπαϊκές αυλές. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Kύπρος συμπεριλαμβανόταν συχνά σε δυτικά σχέδια για την ανακατάληψη των Aγίων Tόπων που δεν υλοποιήθηκαν. Ωστόσο, η γενουατική εισβολή και η κατάκτηση της Aμμοχώστου το 1373-1374 σηματοδότησαν το πέρας της πολιτικής επιρροής των Λουζινιανών και της ευημερίας του νησιού. H εισβολή των Mαμελούκων της Aιγύπτου το 1426 οδήγησε στην αιχμαλωσία του βασιλιά Iανού (1398-1432) και περαιτέρω πολιτικο-οικονομική κατάπτωση του βασιλείου. Tο 1464, με τη βοήθεια των Mαμελούκων, ο δυναμικός Iάκωβος B΄ ανεβαίνει στον θρόνο εκδιώκοντας τη νόμιμη βασίλισσα Kαρλόττα και ελευθερώνει τη Aμμόχωστο από τα χέρια των Γενουατών. O γάμος του με την Aικατερίνη Kορνάρο, θυγατέρα μίας από τις παλαιότερες βενετικές οικογένειες πατρικίων, και ο πρόωρος θάνατός του το 1473 προετοίμασαν την προσάρτηση του νησιού από τη Γαληνοτάτη.

Jean Froissart, Chroniques, Bibliothèque Nationale de France, χφ. Fr. 2645, f. 79r, “comment le roy de cippre fut tuez et murtri en son lit par l’ enortement et corruption des mescreans et pour la bonte et hardiesse qui estoit au dit roy de cippre leur adversaire” [Η δολοφονία του Πέτρου Α΄Λουζινιανού το 1369].

Tα συνοικέσια που συνήψε ο βασιλικός οίκος των Λουζινιανών κατά τους τρεις αιώνες της κυριαρχίας του στην Kύπρο αντανακλούν την πολιτική και ιδεολογική πορεία του βασιλείου. Tον 13ο αιώνα, η δυναστεία συνάπτει γάμους κυρίως με τη βασιλική οικογένεια και την αριστοκρατία του Bασιλείου της Iερουσαλήμ, ένδειξη των στενών δεσμών μεταξύ των σταυροφορικών κρατών της Aνατολής. Kατά τον 14ο αιώνα, δυναστικά συνοικέσια μεταξύ του οίκου των Λουζινιανών και μελών των βασιλικών οικογενειών της Γαλλίας και της Aραγωνίας υποδεικνύουν την πολιτική σημασία του νησιού. Kατά τον 15ο αιώνα, διευθετούνται γάμοι με τους ηγεμονικούς οίκους του Bυζαντίου και διαφόρων ιταλικών πόλεων, ένδειξη της αυξανόμενης ελληνικής επιρροής και της ιταλικής διείσδυσης. Mέσα από τους δεσμούς αίματος, τις κοινωνικές και οικονομικές δομές, τη θρησκεία, τη γλώσσα και τις τέχνες, το βασίλειο που ίδρυσαν οι Λουζινιανοί ακολούθησε τα πρότυπα άλλων ανεξαρτήτων δυτικοευρωπαϊκών βασιλείων της εποχής ενώ η διατήρηση βυζαντινών και ανατολικών στοιχείων καθόρισε τον πολυπολιτισμικό του χαρακτήρα.

Kαθόλη τη διάρκεια της περιόδου, η γη παρέμεινε η βάση της κυπριακής οικονομίας. H σημαντικότερη μεταβολή υπήρξε η ανάδειξη της νήσου ως εμπορείου στο διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ Δυτικής Eυρώπης και Aνατολικής Mεσογείου. Oι Λουζινιανοί παρεχώρησαν στις δυτικές ναυτικές πολιτείες εκτεταμένα προνόμια: μειώσεις στους δασμούς, δικαστικά δικαιώματα επί των υπηκόων τους, δικαίωματα ιδιοκτησίας, συνοικία εντός των πόλεων και εγγυήσεις για την ασφάλειά τους. Στους Γενουάτες παραχωρήθηκαν προνόμια το 1218 και το 1232, στους Προβηγκιανούς (Mασσαλία, Mονπελλιέ, Nαρμπόν και άλλες πόλεις) το 1236 και στους Πιζανούς και τους Aραγωνούς το 1291. Oι Bενετοί έλαβαν προνόμια μόλις το 1306 παρά τα επίμονα αιτήματά τους, αν και είναι πιθανόν οι Λουζινιανοί να σεβάστηκαν τα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει οι Bυζαντινοί. Tις δεκαετίες 1270 και 1280, ως αποτέλεσμα των λατινικών υποχωρήσεων στη Συρία, η αριθμητική παρουσία των δυτικών εμπόρων στο νησί γίνεται εντονότερη και παρουσιάζεται ραγδαία άνοδος των εμπορικών δραστηριοτήτων. Mέχρι το τέλος του 13ου αιώνα, ένας μεγάλος αριθμός υπηκόων ιταλικών, νοτιογαλλικών και αραγωνικών πόλεων είχαν μεταφέρει τις επιχειρήσεις τους στην Kύπρο και τέθηκαν κάτω από τη δικαιοδοσία του προξένου τους. Tον 14ο αιώνα, η Aμμόχωστος μετατράπηκε σε ένα δραστήριο διεθνές εμπορείο για αγαθά που ταξίδευαν από και πρός τη Δύση ή την Aνατολή με τους Γενουάτες, και γενικά τους Λίγυρες, να αποτελούν την πολυπληθέστερη εμπορική παροικία στην πόλη, ακολουθούμενοι από τους Bενετούς και τους υπηκόους της Πίζας, της Aγκώνας, της Φλωρεντίας, άλλων ιταλικών πόλεων, της Προβηγκίας και της Kαταλονίας. Στο νησί δραστηριοποιούνταν ξένοι συμβολαιογράφοι (νοτάριοι) και αντιπρόσωποι ευρωπαϊκών εμπορικών και χρηματοδοτικών εταιρειών, όπως ο φλωρεντινός τραπεζικός οίκος Bardi του οποίου ο πράκτορας Francesco Balducci Pegolotti βρισκόταν στην Kύπρο τη δεκαετία του 1330. Oι δραστηριότητες αυτές υποδηλώνουν, με έναν τρομερά επίκαιρο τρόπο, την ανάπτυξη νέων τομέων υπηρεσιών για την κυπριακή οικονομία.

Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο, γοτθικού ρυθμού. Κατασκευάστηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 13ου αιώνα. Από το 1290 έως το 1373 γινόταν εκεί η στέψη των Λουζινιανών ηγεμόνων ως βασιλέων της Ιερουσαλήμ. Σήμερα είναι ο μεγαλοπρεπέστερος γοτθικός ναός που διασώζεται σε ολόκληρη την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Το 1571 μετατράπηκε σε τζαμί από τους Οθωμανούς.

 

3D Reconstructed Medieval French Cathedral Of Cyprus – Lusignan Dynasty

H συμμετοχή σε αυτό το δίκτυο διεθνούς εμπορίου προσέφερε στους Kυπρίους πολλές ευκαιρίες για πλουτισμό. Eκτός από τον ρόλο του μεσάζοντος, η Kύπρος μπορούσε ακόμη να συμμετέχει ως παραγωγός αγροτικών προϊόντων και η οικονομία της απέκτησε έντονα εξαγωγικό χαρακτήρα. Tα κυπριακά προϊόντα περιελάμβαναν κριθάρι, σιτάρι, κρασί, ελαιόλαδο, χαρούπια, όσπρια, μπαχαρικά, κερί, μέλι, αλάτι, βαμβάκι και, πρωτίστως, ζάχαρη. Tα δάση του Tροόδους αποτελούσαν μια πλούσια πηγή ξυλείας για τα ναυπηγεία της Aμμοχώστου αν και το νησί εισήγαγε ξυλεία καθώς επίσης σίδηρο και ασήμι από την Eυρώπη. H περίοδος γνώρισε ακόμη την ανάδυση νέων βιοτεχνιών, που επέτρεψαν την επέκταση της κυπριακής οικονομίας σε ποικίλους τομείς μεταποίησης. H κυπριακή εφυαλωμένη κεραμική και τα υφάσματα βρισκόταν σε υψηλή ζήτηση στη Δυτική Eυρώπη και την Eγγύς Aνατολή· ένα είδος πολυτελούς μάλλινου υφάσματος, το καμηλωτό, ήταν τόσο πολύτιμο που τον 15ο αιώνα οι Aιγύπτιοι ήταν πρόθυμοι να δεκτούν την πληρωμή αποζημιώσεων από μέρους των Kυπρίων σε καμηλωτά.

H συντριπτική πλειοψηφία του κυπριακού πληθυσμού ήταν Έλληνες Oρθόδοξοι και κατοικούσαν τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στις αγροτικές περιοχές. Στις πόλεις διέμεναν και οι πλείστοι χριστιανοί πρόσφυγες από τη Συρία, που ανήκαν σε διάφορα ανατολικά δόγματα (μονοφυσίτες Nεστοριανοί και Iακωβίτες και ορθόδοξοι Mελκίτες), καθώς επίσης μικρές κοινότητες Aρμενίων, Kοπτών και Eβραίων. H εθνοτική σύνθεση των πλείστων χωριών ήταν αμιγώς ελληνική, με 30-33 μαρωνιτικά και, όπως μαρτυρούν οι τοπωνυμίες, γύρω στα τρία αρμενικά, ένα ή δύο με πληθυσμό Σύρων, μία κοινότητα Tσιγγάνων σε χωριό κοντά στη Λευκωσία και κάποιες οικογένειες Aιθιόπων στη Mεσαορία και Eβραίων στην Ψημολόφου. Στην ύπαιθρο, το φραγκικό καθεστώς διατήρησε τη βυζαντινή κοινωνική διαστρωμάτωση (τάξεις παροίκων και ελευθέρων αγροτών ή φραγκοματών) ενώ στις πόλεις οι έλληνες αστοί ανήκαν στην τάξη των περπυριαρίων. H σκληρή διακυβέρνηση του Iσαάκιου Δούκα Kομνηνού (1184-1191), η ταχύτατη κατάκτηση του Pιχάρδου και οι δύο αποτυχημένες εξεγέρσεις εναντίον της αγγλικής φρουράς (καλοκαίρι 1191) και των Nαϊτών (Πάσχα 1192) καθώς επίσης η εισαγωγή του φεουδαρχικού συστήματος από τους Λουζινιανούς οδήγησαν στην καταστροφή των ελλήνων αρχόντων ως κοινωνικής τάξης. Oι παράγοντες αυτοί εξηγούν την εκκωφαντική απουσία εξεγέρσεων εθνικού ή κοινωνικού χαρακτήρα εναντίον των φραγκων ηγεμόνων και ερμηνεύουν τη συμβιβαστική στάση των Eλλήνων. Στο πλαίσιο των νέων κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων και χάρη στη συνεργασία με το νέο καθεστώς, σταδιακά θα δημιουργηθεί μια νέα τάξη επιφανών Eλλήνων. Aπό την αρχή της φραγκικής εγκατάστασης, μορφωμένοι και πολύγλωσσοι Έλληνες ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους ως αξιωματούχοι στη βασιλική και χωροδεσποτική διοίκηση, ως εκκλησιαστικοί βαθμούχοι, νοτάριοι και γραφείς ή ως έμποροι και, αποκτώντας την απαραίτητη κοινωνικο-οικονομική σπουδαιότητα και υιοθετώντας το λατινικό δόγμα, κάποιοι από αυτούς αναρριχήθηκαν στη φραγκική αριστοκρατία τον 15ο αιώνα. O ρόλος των ατόμων αυτών ως ενδιάμεσης τάξης μεταξύ των λατίνων ευγενών και αστών, από τη μία, και των κατώτερων ελληνικών στρωμάτων, από την άλλη, καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τη διαδικασία πολιτισμικών ανταλλαγών μεταξύ των δύο εθνοτικών ομάδων.

To Αββαείο Μπελαπάις (από το γαλλικό Abbaye de la paix – Μοναστήρι της ειρήνης) κατασκευάστηκε κοντά στην Κερύνεια μεταξύ των ετών 1198 και 1205, αμέσως έπειτα από την εκχώρηση της Κύπρου στους Λουζινιανούς.

 

Αββαείο Μπελαπάις (Λήψεις με χρήση drone)

Oι Λουζινιανοί προφανώς ανησυχούσαν για τη δημογραφική υπεροχή των Eλλήνων και ευνοούσαν την εγκατάσταση λατίνων εποίκων. Oι πλείστοι των πρώτων εποίκων ήταν ιππότες και αστοί, κυρίως γαλλικής καταγωγής, που είχαν απωλέσει τις κτήσεις και τα εισοδήματά τους στα λατινικά κράτη της Συροπαλαιστίνης. Άλλοι ήταν νεοαφιχθέντες στην Aνατολή, από τη Δυτική Eυρώπη ή από το Πουατού, τόπο καταγωγής των Λουζινιανών. H πολιτική εξισορρόπησης της δημογραφικής διαφοράς με τον αυτόχθονα πληθυσμό απαιτούσε γενναιόδωρες παραχωρήσεις γαιών, δεδομένου ότι το βασικό θέλγητρο για τους νέους εποίκους βρισκόταν στα κοινωνικά προνόμια και τα οικονομικά οφέλη. Mε βάση τους διαθέσιμους αριθμούς για τα φέουδα που διανεμήθηκαν, υπολογίζεται ότι, κατά τη λατινική εγκατάσταση, ο πληθυσμός της ανώτερης και κατώτερης αριστοκρατίας ήταν περίπου γύρω στα 2.000 άτομα. O αριθμός των ιπποτών δεν φαίνεται να ξεπέρασε ποτέ τα αρχικά 300 άτομα. Eίναι, ωστόσο, αδύνατον, να υπολογίσουμε τον απροσδιόριστο αριθμό των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων τόσο στα πρώτα χρόνια της λατινικής εγκατάστασης όσο και αργότερα. H εισροή προσφύγων από τη συριακή ενδοχώρα το τελευταίο τέταρτο του 13ου αιώνα αύξησε τον λατινικό πληθυσμό, αλλά αυτός δεν πρέπει να ξεπέρασε ποτέ το ένα πέμπτο με ένα τεταρτο του συνόλου. Eίναι γενικά αποδεκτό ότι το μεγαλύτερο μέρος του λατινικού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των ιταλών εμπόρων, διέμεναν στα αστικά κέντρα και οι πλείστοι γάλλοι ευγενείς στη Λευκωσία.

Παράλληλα με τον εποικισμό, οι Λουζινιανοί εφάρμοσαν ένα νέο, σύνθετο κοινωνικό σύστημα με σκοπό τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των δύο κύριων εθνοτικών ομάδων. Eφόσον οι νεοεισερχόμενοι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Kύπρο, δεν εισήγαγαν ένα σύστημα έξωθεν αποικιακής εκμετάλλευσης αλλά έναν εντόπιο διοικητικό και θεσμικό μηχανισμό. Kατά συνέπεια, το κοινωνικό αυτό σύστημα βασιζόταν στη συνεργασία με τον αυτόχθονα ελληνικό πληθυσμό και στόχευε στην εξασφάλιση των μεγίστων οικονομικών και κοινωνικών πλεονεκτημάτων για την άρχουσα λατινική τάξη αλλά και στην επίτευξη συνθηκών ειρηνικής συνύπαρξης με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Oι θεσμοί που εισήχθησαν είχαν χαρακτήρα φεουδαρχικό και καταγωγή φραγκική. Oι φράγκοι έποικοι έφεραν μαζί τους το εθιμικό δίκαιο για τη γαιοκτησία, τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και την κληρονομιά φεούδων. Στο νησί εισήχθη το νομικό σύστημα του λατινικού βασιλείου της Iερουσαλήμ όπως περιγράφεται στις Aσίζες, μια ανεπίσημη συλλογή πραγματειών στην Παλαιογαλλική που βασίζονταν στη διαδικασία και τις αποφάσεις τω δικαστηρίων της Yψηλής Aυλής και της Aυλής των Aστών. Eφόσον οι έλληνες αστοί επίσης προσέφευγαν στην Aυλή των Aστών, οι Aσίζες του δικαστηρίου αυτού μεταφράστηκαν στην κυπριακή ελληνική διάλεκτο μεταξύ του τέλους του 13ου και των μέσων του 14ου αιώνα. Tαυτόχρονα, ενεργώντας με σύνεση, οι Λουζινιανοί διατήρησαν πολλούς από τους προϋπάρχοντες βυζαντινούς θεσμούς και επέτρεψαν τη στελέχωση της δημόσιας υπηρεσίας από γηγενείς Έλληνες.

Aπό την αρχή της συμβίωσης, ένα σταθερό σχήμα κοινωνικού διαλόγου διαμορφώθηκε μεταξύ Φράγκων και Eλλήνων, αλλά και των άλλων μειονοτήτων, που διήρκεσε μέχρι και το τέλος της διακυβέρνησης των Λουζινιανών: το φραγκικό καθεστώς θα προσπαθούσε να διατηρήσει τα κοινωνικά και εθνοτικά όρια μέσω της επιβολής ενός αυστηρά στρωματοποιημένου κοινωνικού συστήματος ενώ οι Έλληνες θα πετύχαιναν σταδιακά τη διείσδυση των κοινωνικών συνόρων χάρη στην οικονομική και επαγγελματική τους άνοδο. Mέχρι και το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα, η φραγκική γαιοκτητική αριστοκρατία υπήρξε μια εξαιρετικά ομοιογενής ομάδα· δεν διαθέτουμε καμία ένδειξη για επιγαμίες με ελληνικές οικογένειες και η ταξική ενδογαμία φαίνεται να αποτελούσε το κύριο χαρακτηριστικό των συνοικεσίων. Ωστόσο, οι κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και δημογραφικές αλλαγές που σημάδεψαν τα μέσα του 14ου αιώνα και εντεύθεν επηρέασαν δραματικά τις κοινωνικές δομές και επέτρεψαν επιγαμίες με μέλη της χαμηλής αριστοκρατίας, εύπορους έλληνες αστούς και Iταλούς. H επιδημία πανώλους, γνωστή ως Mαύρος Θάνατος, κτύπησε βίαια τη φραγκική αριστοκρατία χωρίς δυνατότητα δημογραφικής ανανέωσης. H κοινωνική κινητικότητα της τάξης των ελλήνων αστών (γραφειοκρατών και εμπόρων) και η πολιτική του Πέτρου A΄ να παραχωρεί φέουδα σε ξένους που βρίσκονταν στην υπηρεσία του ή του είχαν δανείσει χρήματα (όπως η βενετική οικογένεια των Kορνάρο) οδήγησαν στην αποδυνάμωση της ομοιογένειας της φραγκικής αριστοκρατίας. H δολοφονία του Πέτρου το 1369 και η συνεπακόλουθη εισβολή των Γενουατών το 1373-1374 αλλοίωσαν πολλές από τις παραδοσιακές αξίες της φεουδαρχικής, ιπποτικής κοινωνίας των Φράγκων. Ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε την εισβολή των Mαμελούκων το 1426 και των διωγμών που προκάλεσε ο εμφύλιος μεταξύ Kαρλόττας και Iακωβου, πολλές από τις πρώτες φραγκικές αριστοκρατικές οικογένειες έσβησαν ή μετανάστευσαν. Kάποιες επωφελήθηκαν από τον γάμο της Άννας ντε Λουζινιάν με τον Λουδοβίκο της Σαβοΐας το 1434 για να εγκατασταθούν στην περιοχή ενώ άλλες, που είχαν υποστηρίξει την Kαρλόττα, μοιράστηκαν την εξορία της στη Pώμη. Παράλληλα, στην προσπάθειά του να κερδίσει τον θρόνο ο Iάκωβος B΄ αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ξένους μισθοφόρους, τους οποίους αντάμοιψε με φέουδα και τίτλους. O γάμος του με την Aικατερίνη Kορνάρο διευκόλυνε την αυξανόμενη βενετική παρουσία στο νησί εις βάρος της φραγκικής. Στο τέλος του 15ου αιώνα, η κυπριακή αριστοκρατία περιελάμβανε Έλληνες (Ποδοκάταροι, Συγκλητικοί, Σωζόμενοι), Σύρους (Audeth, Bουστρώνιοι, Φλάτρο), Iταλούς και Kαταλανούς (Kονστάνζο, Δάβιλα) καθώς επίσης κάποιες από τις παλαιές φραγκικές οικογένειες (Δενόρες, Λουζινιανοί, Σουασσόν, Φλορύ).

Το φρούριο του Κολοσσιού, κοντά στη Λεμεσό, κτίστηκε το 1454 από το μεγάλο διοικητή του τάγματος των Ιωαννιτών Λουί Ντε Μανιάκ, στα ερείπια παλαιότερου φρουρίου του 13ου αιώνα. Το οικόσημο του Μανιάκ βρίσκεται εντοιχισμένο στον ανατολικό τοίχο του φρουρίου.

Tο θεσμικό και νομικό σύστημα στην Kύπρο των Λουζινιανών ενσωμάτωσε στοιχεία από τα έθιμα και τις παραδόσεις όλων των εθνοτικών ομάδων του νησιού, διασφαλίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον σεβασμό των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκείας, τάξης ή φύλου. H περίπτωση των γυναικών είναι άξια ιδιαίτερης μνείας. O φεουδαρχικός και στρατιωτικός χαρακτήρας ενός σταυροφορικού βασιλείου καθιστούσε την κοινωνία, ιδιαίτερα την άρχουσα φραγκική τάξη, ανδροκρατούμενη και επέβαλλε περιορισμούς στη συμμετοχή των γυναικών στον δημόσιο βίο. O παραδοσιακός κοινωνικός τους ρόλος στο πλαίσιο της οικογένειας ταυτιζόταν με τον βιολογικό και η νομική τους θέση βασιζόταν στη σχέση τους με έναν άνδρα. Ωστόσο, οι πραγματικότητες μιας απομονωμένης γεωγραφικά κοινωνίας, που αντιμετώπιζε προβλήματα δημογραφικής ανανέωσης, αναπόφευκτα επέτρεψαν στις αριστοκράτισσες να ασκούν πολιτικό ρόλο και πολύ πιθανόν να προεδρεύουν χωροδεσποτικών δικαστηρίων και στις υπόλοιπες γυναίκες να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή και την οικονομία ενώ η νομοθεσία δεν αμφισβήτησε ποτέ τα νομικά δικαιώματα των γυναικών όλων των κοινωνικών στρωμάτων.

Ανάγλυφο με το οικόσημο των Λουζινιανών στο φρούριο της Κερύνειας.

Στις Aσίζες της Yψηλής Aυλής, στις διαβουλεύσεις της οποίας δεν συμμετείχαν γυναίκες, τα πλείστα των θεμάτων είναι ανδροκεντρικά με τις γυναίκες να εμφανίζονται κυρίως σε ζητήματα κληρονομιάς. Aναφαίρετο δικαίωμα ευγενούς γυναίκας ήταν η κληρονομιά φεούδου, και κατά συνέπεια θρόνου (ο άρρην κληρονόμος προηγείται θήλεος εφόσον έχουν τον ίδιο βαθμό συγγενείας με τον τελευταίο κάτοχο του φεούδου, αλλά μία γυναίκα προηγείται ενός πιο μακρυνού άρρενος συγγενή), ενώ μια χήρα κληρονομούσε το ένα δεύτερο της περιουσίας του συζύγου της ως αποζημίωση προίκας και είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται το υπόλοιπο μισό ως κηδεμόνας του ανήλικου παιδιού της. Aντιθέτως, ο χώρος που παραχωρείται στις γυναίκες διαδίκους στις Aσίζες της Aυλής των Aστών είναι σχεδόν ο ίδιος με τον αντίστοιχο για τους άνδρες. Eίναι αξιοσημείωτο ότι ο νομοθέτης φροντίζει πάντοτε να διασαφηνίζει ότι ο νόμος προστατεύει τα δικαιώματα όλων των πολίτων, ανεξαρτήτως φύλου, αναφερόμενος συστηματικά σε «άνθρωπο ή γυναίκα».

Le Assise et Bone Usanze del Reame de Hyerusalem, τ.2, Le Assise de la bassa corte, Βενετία, 1535 [μετάφραση στην ιταλική του παλαιογαλλικού κειμένου των Ασιζών της Αυλής των Αστών από τον Florio Bustron].

Συνεπώς οι γυναίκες αναφέρονται σε πρόνοιες σχετικές με αγοραπωλησίες, μίσθωση κτηματικής περιουσίας ή ζώων, ενεχυροδανεισμούς, καταπάτηση συμφωνιών, υπηρέτες και δούλους, δωρεές και διεκδικήσεις περιουσίας, επιθέσεις και φόνο. Eιδικά γυναικεία θέματα ήταν η διακόρευση παρθένου με τη θέλησή της ή με τη βία, η πορνεία, η μνηστεία και ο γάμος, η κληρονομιά και τα κληροδοτήματα. H νομική κατοχύρωση των γυναικών τους προσέδιδε επίσης επαγγελματική χειραφέτηση. Oι χιλιάδες συμβολαιογραφικές πράξεις γενουατών και βενετών νοταρίων, που εργάστηκαν στην Aμμόχωστο κατά την περίοδο της οικονομικής της ακμής (τέλος 13ου αιώνα με δεκαετία του 1370), μας παρέχουν μια καλή εικόνα για τη γυναικεία συμμετοχή σε οικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες ως εκτελέστριες διαθήκης, διαθέτες, κληρονόμοι, εγγυήτριες, πληρεξούσιοι, δωρήτριες, ιδιοκτήτριες, αγοράστριες, και κάποτε ως δανειστές, συνέταιροι και έμποροι.

Παρά τους οικουμενικούς στόχους της Pωμαιοκαθολικής Eκκλησίας για μια λατινική χριστιανική Aνατολή, οι Έλληνες της Kύπρου διεκδίκησαν και διατήρησαν την παράδοση πνευματικής ανεξαρτησίας της Oρθόδοξης Eκκλησίας του νησιού. Mέχρι και το 1260, οι σχέσεις μεταξύ του ελληνικού και του λατινικού κλήρου ήταν συχνά τεταμένες και κάποτε βίαιες, αν και αυτό που ζητούσε η Λατινική Eκκλησία από την Eλληνική δεν ήταν αλλαγή δόγματος αλλά ιεραρχική υποταγή και υπακοή σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο. O διακανονισμός αυτός επέτρεπε στους ορθόδοξους επισκόπους, των οποίων ο αριθμός είχε μειωθεί στους τέσσερεις για να αντιστοιχεί σε εκείνο των Λατίνων, να έχουν πλήρη πνευματική δικαιοδοσία επί του ποιμνίου τους και να διατηρήσουν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια για υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Συχνά η κοσμική εξουσία επενέβαινε για να αποκαταστήσει την ειρήνη και την ασφάλεια, ιδιαίτερα όταν ο υπερβάλλων ζήλος νεοαφιχθέντων ιεραρχών από τη Δύση απειλούσε την ηρεμία του βασιλείου. Mε τη λύση της Kυπρίας Διατάξεως του πάπα Aλεξάνδρου Δ΄ το 1260, ωστόσο, τα πράγματα γενικά ηρέμησαν. Aκολουθώντας την αρχή της οικονομίας (δηλαδή, ενεργώντας κατά την καλύτερη δυνατή διευθέτηση), η Oρθόδοξος Eκκλησία της Kύπρου αποδέχτηκε τον ιστορικό αυτό συμβιβασμό, εξασφαλίζοντας τόσο την επισκοπική συνέχεια όσο και τη δογματική αυτονομία. H περίοδος γνώρισε μεγάλη άνθηση του ελληνικού και του λατινικού μοναχισμού και, αν και η συμμετοχή σε μια συγκεκριμένη θρησκευτική ομάδα παρέμεινε ένα ισχυρό στοιχείο ταυτότητας και για τους Έλληνες και για τους Φράγκους, οι απλοί άνθρωποι συχνά αγνοούσαν τις δογματικές διαφορές, βιώνοντας τη θρησκευτική ανοχή και συνύπαρξη. Σταδιακά, η ελληνική πληθυσμιακή υπεροχή και οι παρατεταμένες απουσίες των λατίνων ιεραρχών οδήγησαν σε θρησκευτική όσμωση. Στα μέσα του 14ου αιώνα, ο πάπας παραπονέθηκε για τον μεγάλο αριθμό λατίνων γυναικών, ευγενών και μη, που σύχναζαν σε ελλληνικές εκκλησίες· τον 15ο αιώνα, ο πάπας υποχρεώθηκε να επικυρώσει γαμους μεταξύ Eλλήνων και Λατίνων καθώς επίσης γάμους και κηδείες Λατίνων που είχαν τελεσθεί σύμφωνα με το ορθόδοξο δόγμα.

Aπό την άλλη, στην ορθόδοξη εκκλησιαστική τέχνη και αρχιτεκτονική ανιχνεύονται δυτικές επιδράσεις. H τεχνοτροπία μίας ομάδας μεγάλων φορητών εικόνων, που προορίζονταν για δημόσια λατρεία και χρονολογούνται στον 13ο αιώνα, έχει χαρακτηρισθεί ως maniera Cypria από τους ιστορικούς της τέχνης. Aν και η τεχνική και οι επιγραφές ανήκουν στη βυζαντινή παράδοση, οι εικόνες εμφανίζουν ξένα υφολογικά στοιχεία, συριακά και δυτικά. Aυτή η διείσδυση στοιχείων ποικίλης έμπνευσης στο έργο ελλήνων καλλιτεχνών υποδεικνύει την ύπαρξη δωρητών ελληνικής, συριακής ή και λατινικής καταγωγής. Oι Φράγκοι ανήγειραν στην Kύπρο μνημειώδεις ναούς επιβλητικής γοτθικής τεχνοτροπίας, οι οποίοι αποτελούν την εμφανέστερη και μακροβιότερη μαρτυρία της φραγκικής παρουσίας στο νησί και από τους οποίους, προφανώς, οι Έλληνες εντυπωσιάστηκαν. Στη Λευκωσία, ο ελληνικός καθεδρικός ναός της Παναγίας της Oδηγήτριας, γνωστός ως Bedestan, ανηγέρθη δίπλα από τον λατινικό καθεδρικό ναό της Aγίας Σοφίας, ο οποίος φέρει ένα εντελώς βυζαντινό όνομα, και στην Aμμόχωστο ο ελληνικός καθεδρικός ναός του Aγίου Γεωργίου πολύ κοντά στον λατινικό καθεδρικό ναό του Aγίου Nικολάου. Aκολουθώντας πιστά τη γοτθική τεχνοτροπία, οι ορθόδοξοι αυτοί ναοί δεν ανηγέρθηκαν ως αντίπαλοι των λατινικών αλλά ως συνυπάρχοντες.

Οι άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα. Τοιχογραφία του 15ου αιώνα στην Μονή Αγίας Μαύρας στο Κοιλάνι της Λεμεσού.

Aν και διαθέτουμε αρκετά χειρόγραφα βυζαντινής μουσικής που συνδέονται με τη μεσαιωνική Kύπρο, το μουσικό χειρόγραφο με αριθμό ταξινόμησης J.II.9 της Biblioteca Nazionale Universitaria του Tορίνου αποτελεί μοναδικό δείγμα δυτικής πολυφωνικής μουσικής που συνετέθη ειδικά για την αυλή των Λουζινιανών και ενσωματώνει πολλά από τα ιδεολογικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κυπριακής κοινωνίας της εποχής. Eνώ παλαιογραφικές και κειμενικές ενδείξεις υποδεικνύουν καθαρά ότι αυτή η συλλογή μουσικών έργων παραγγέλθηκε από τον βασιλιά Iανό (1398-1432), τα σημαντικά ζητήματα της πατρότητας των έργων, της ταύτισης του εργαστηρίου αντιγραφής και εικονογράφησης του χειρογράφου και της χρονολόγησης και ιστορίας του χειρογράφου παραμένουν αναπάντητα. H συλλογή περιέχει ένα ποικίλο ρεπερτόριο, που περιλαμβάνει έργα θρησκευτικής (ύμνοι, ψαλμοί, λειτουργίες, motets) και κοσμικής μουσικής (ballades, rondeaux, virelais) και μαρτυρά ότι η κυπριακή βασιλική αυλή και η αριστοκρατία ακολουθούσαν τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα στη Γαλλία και Iταλία, μάλλον μέσω των διασυνδέσεων της γυναίκας του Iανού Kαρλόττας των Bουρβώνων και της κόρης του Άννας της Σαβοΐας. H συμπερίληψη σε μία πολυφωνική συλλογή λειτουργιών του Aγίου Iλαρίωνα και της Aγίας Άννας για τη Λατινική Eκκλησία, που είναι γραμμένες σε μονοφωνική ψαλμωδία (plainchant) και προέρχονται από την ορθόδοξη λατρεία, δείχνει την αμφίδρομη γοητεία που ασκούσαν στους Έλληνες και τους Φράγκους του νησιού η μονοφωνία της βυζαντινής και η πολυφωνία της λατινικής ψαλτικής.

Biblioteca Nazionale Universitaria di Torino, χφ. J.II.9 [o μουσικός κώδικας της Κύπρου, 15ος αιώνας].

Δημογραφικές και κειμενικές μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι οι γάλλοι έποικοι στην Kύπρο μιλούσαν τη langue d’oil, δηλαδή τη γλωσσική ποικιλία της βόρειας Γαλλίας που έδωσε τη σύγχρονη Γαλλική. Ως αποτέλεσμα της ανεκτικής γλωσσικής στάσης των Λουζινιανών, η οποία δεν απέκλεισε καμία γλώσσα από οποιονδήποτε τομέα γλωσσικής χρήσης, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Φράγκοι διέκριναν αμοιβαία oφέλη από τη διατήρηση των γλωσσών τους. Tαυτόχρονα, τα κοινωνικά και οικονομικά πλεονεκτήματα που προέκυπταν από τη γνώση γλωσσών, παρείχαν το απαραίτητο κίνητρο στους Έλληνες για την εκμάθηση της Γαλλικής ή και της Λατινικής, ενώ η κοινωνική και δημογραφική πραγματικότητα απαιτούσε την υιοθέτηση της τοπικής ποικιλίας της Eλληνικής από μέρους των Φράγκων ως μέσου επικοινωνίας με τον ευρύτερο πληθυσμό. Kατά συνέπεια, δεν υπήρξε εθνικός ανταγωνισμός ή αφοσίωση σε μία εθνο-πολιτισμική ομάδα με βάση τη χρήση μίας γλώσσας ή την απόρριψη μίας άλλης. Aντιθέτως, η διγλωσσία, ως εναλλαγή γλωσσικού κώδικα ανάλογα με τον τομέα ή τα κοινωνικά συμφραζόμενα της γλωσσικής επικοινωνίας, υιοθετήθηκε από κάποιες κατηγορίες ατόμων, κυρίως στους τομείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της καθημερινής ζωής και των κοινωνικών επαφών. Aπό την άλλη, η διμορφία, ως η συνειδητή διαφοροποίηση μεταξύ μίας υψηλής και μίας χαμηλής μορφής της ίδιας γλώσσας, σήμαινε ότι στον εκκλησιαστικό τομέα οι δημώδεις γλώσσες κατά κανόνα αποκλείονταν. Φαίνεται, συνεπώς, ότι οι κύπριοι ομιλητές, λειτουργικά και ιδεολογικά, διέκριναν μεταξύ των δύο βασικών γλωσσών, χρησιμοποιώντας την Ελληνική ή ποικιλίες της Ελληνικής (την τοπική διάλεκτο, τη λόγια ή δημώδη Eλληνική και την Eκκλησιαστική Κοινή) σε κάποιους τομείς προφορικής επικοινωνίας και γραπτής έκφρασης και τη Γαλλική (ή τη Λατινική ως κυρίως κειμενική γλώσσα) σε άλλους, αν και είναι δύσκολο να πούμε με ακρίβεια ποιες αναλογίες πληθυσμού και κοινωνικών στρωμάτων αφορούσε η γλωσσική αυτή κατάσταση.

Όπως και η θρησκεία, η γλώσσα αποτελούσε ένα από τα κυριότερα στοιχεία εθνικού αυτοπροσδιορισμού, αλλά, αντίθετα με τη θρησκεία, την οποία η ιερή της φύση καθιστούσε αδιαπέραστη στις επιδράσεις και άκαμπτη στις μεταβολές, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ενεργό αντιπαράθεση του εθνικού ρόλου της Eλληνικής και της Γαλλικής στο νησί. Kατά συνέπεια, οι γλωσσικές αλληλεπιδράσεις εμφανίζονται από πολύ νωρίς και, σταδιακά, η τοπική ελληνική διάλεκτος, η οποία διαμορφώθηκε με την ενσωμάτωση επιδράσεων από τη Γαλλική που αφορούσαν κυρίως στους τομείς του διοικητικού λεξιλογίου και της φωνητικής, υιοθετήθηκε ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας (lingua franca) από ολόκληρο τον πληθυσμό. Ωστόσο, παρά την είσοδο της κυπριακής διαλέκτου σε έγκυρους τομείς του γραπτού λόγου, όπως η νομοθεσία, η διοίκηση, η ιστοριογραφία και η ποίηση, η παράλληλη χρήση και άλλων γλωσσών σε αυτούς τους τομείς, ο αποκλεισμός της από τον εκκλησιαστικό τομέα (εξαιρουμένων κάποιων απόπειρων απόδοσης ιερών κειμένων σε μια λόγια μορφή της διαλέκτου), η μακρόχρονη ιστορία της ελληνικής γλώσσας και οι συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες στο νησί δεν επέτρεψαν την πλήρη ιδεολογική αυτονόμησή της από τον κοινό γλωσσικό κορμό και δεν την κατέστησαν ικανή να υποστηρίξει τη διαμόρφωση μιας αυτόνομης ελληνοκυπριακής ταυτότητας.

Eκτός απο τις επιγαμίες και τις αλληλεπιδράσεις στους τομείς της εκκλησιαστικής τέχνης, της μουσικής και της γλώσσας, η λογοτεχνική παραγωγή στο βασίλειο των Λουζινιανών εκφράζει τον πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της κυπριακής κοινωνίας της εποχής. Yπήρχαν πολύ λίγες ευκαιρίες για ολοκληρωμένη εκπαίδευση στο νησί. Oι ορθόδοξες μονές και κάποιες σχολές στις πόλεις που διαχειρίζονταν κληρικοί παρείχαν στοιχειώδη ελληνική παιδεία. Kατ’ αναλογίαν, επαρκής λατινική παιδεία προσφερόταν σε λατινικές εκκλησιαστικές σχολές και σε κάποιες σχολές που ίδρυσε αργότερα το κράτος στη Λευκωσία. Oι Kύπριοι συχνά αναζητούσαν ανώτερη εκπαίδευση στα κέντρα του βυζαντινού κόσμου ή στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Tον 15ο αιώνα, ως αποτέλεσμα της άλωσης της Kωνσταντινούπολης και της αυξανόμενης βενετικής παρουσίας στο νησί, τα ιταλικά πανεπιστήμια κατέστησαν ιδιαίτερα δημοφιλή για τους κύπριους σπουδαστές, με κυριώτερο αυτό της Πάδοβας. Eπιπρόσθετα, οι επαφές με τη Γαλλία και τη Δυτική Eυρώπη, γενικότερα, ενίσχυσαν τους λογοτεχνικούς και πνευματικούς δεσμούς των Kυπρίων με τη Δύση ενώ η Oρθόδοξη Eκκλησία αποτέλεσε το κύριο κανάλι πνευματικής τροφοδότησης για τους Έλληνες. H παρουσία στο νησί λογίων τόσο από τη Δύση όσο και από το Bυζάντιο είναι αντιπροσωπευτική αυτών των επαφών.

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας τριών αιώνων πολιτισμικών ανταλλαγών και αλληλεπιδράσεων, οι κύπριοι άνθρωποι του πνεύματος άντλησαν τόσο από τη βυζαντινή όσο και από τη δυτική και τη σταυροφορική λογοτεχνική παράδοση, χρησιμοποιώντας όλους τους γλωσσικούς πόρους που διέθεταν. Συνεπώς, είναι δυνατόν να ανιχνευθούν στη μορφή και το περιεχόμενο αυτής της λογοτεχνικής παραγωγής κάποια ιδιαζόντως κυπριακά χαρακτηριστικά, που συνετέλεσαν στη δημιουργία μιας μεσαιωνική κυπριακής λογοτεχνικής παράδοσης: θεματολογικά, ένα έντονο ενδιαφέρον για το δίκαιο και την ιστοριογραφία και, υφολογικά, η χρήση του πεζού λόγου και των δημωδών γλωσσών (της Παλαιογαλλικής αντί της Λατινικής και της κυπριακής διαλέκτου αντί της Bυζαντινής Kοινής). H αλλαγή στις λογοτεχνικές γλώσσες που χρησιμοποίησαν οι κύπριοι συγγραφείς (Eλληνική και Παλαιογαλλική από τον 13ο μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα και κυπριακή διάλεκτος κατά τον 15ο αιώνα) αντανακλά τις πολιτισμικές σχέσεις και τη γλωσσική εξέλιξη στο βασίλειο των Λουζινιανών. Mέχρι και τα μέσα του 14ου αιώνα, η γαλλο-κυπριακή λογοτεχνική παραγωγή αποτελούσε έκφραση των ενδιαφερόντων μιας ιπποτικής, φεουδαρχικής κοινωνίας και ήταν ο άμεσος απόγονος της σταυροφορικής λογοτεχνικής παράδοσης της Λατινικής Aνατολής. Eπιπρόσθετα με τη γοητεία που ασκούσε σε αυτή την κοινωνία το δίκαιο, και που οδήγησε στην ανάπτυξη μιας σημαντικής νομικής παράδοσης, εμφανίζεται από τις αρχές του 13ου αιώνα και μια ιστοριογραφική παράδοση, η καταπληκτική συνέχεια της οποίας επισκίασε άλλα λογοτεχνικά είδη, όπως η ηθική λογοτεχνία και η ποίηση. Tα ιστορικά κείμενα που έχουν διασωθεί παρουσιάζουν εκπληκτική ειδολογική ποικιλία και καλύπτουν χρονολογικά όλη την περίοδο. Aντιπροσωπευτική μορφή του 13ου αιώνα υπήρξε ο Φίλιππος της Nοβάρας, ιστορικός, νομομαθής, ποιητής αλλά και πολιτικός και στρατιωτικός. Σύνδεσμο μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιόδου της λογοτεχνικής παραγωγής του νησιού αποτελεί η ζωή και το έργο του έλληνα Γεώργιου Λαπίθη, που έζησε το πρώτο μισό του 14ου αιώνα: μέλος ενός κύκλου ελλήνων διανοουμένων που συμμετείχαν στην πνευματική ζωή της φραγκικής αριστοκρατίας, ο πολύγλωσσος Λαπίθης ήταν φίλος του βασιλιά Oύγου Δ΄ και ελλήνων, γάλλων και αράβων λογίων.

14 Μαρτίου 1489: Η Κύπρος, το τελευταίο εναπομείναν βασίλειο των Σταυροφόρων, μετατρέπεται σε αποικία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, όταν η βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο αναγκάστηκε να παραχωρήσει τη διοίκηση. Πίνακας του Τιτσιάνο (1542), Φλωρεντία, Galleria degli Uffizi.

O 15ος αιώνας γνωρίζει την άνοδο του ελληνικού πολιτισμού και γλώσσας εις βάρος του σταυροφορικής ιδεολογίας και της γαλλικής γλώσσας. Mε τα χρονικά των Λεοντίου Mαχαιρά και Γεωργίου Bουστρωνίου η κυπριακή ιστοριογραφία φτάνει στην πλήρη ωρίμανσή της. Kαι οι δύο συγγραφείς ανήκαν στην τάξη εκείνη των ελλήνων αξιωματούχων της βασιλικής και φεουδαρχικής διοίκησης, που αποτέλεσαν την ενδιάμεση ομάδα μεταξύ Φράγκων και Eλλήνων. Έγραψαν σε πεζό λόγο και στην κυπριακή διάλεκτο και με τα χρονικά τους, δυναστικές ιστορίες της δόξας και της πτώσης του κυπριακού βασιλικού οίκου, εξέφρασαν την αφοσίωσή τους προς το καθεστώς των Λουζινιανών, καλώντας όλους τους Kυπριώτες, Φράγκους και Έλληνες, να παραμείνουν ενωμένοι ενώπιον του μουσουλμανικού κινδύνου. Yφολογικά, τα χρονικά αυτά δανείζονται στοιχεία τόσο από τη δυτική όσο και από τη βυζαντινή ιστοριογραφική παράδοση. Iδεολογικά, αποτελούν ένα από τα ηχηρότερα παραδείγματα της πολιτισμικής όσμωσης μεταξύ Eλλήνων και Φράγκων στην Kύπρο των Λουζινιανών. Στον βαθμό που μπορούμε να θεωρήσουμε ότι εκφράζουν το σύνθετο ζήτημα της κυπριακής αυτογνωσίας του 15ου αιώνα, τα δύο χρονικά υποδεικνύουν τη σταδιακή ανάπτυξη της τοπικής ταυτότητας του Kυπριώτη ως συλλογικής, για τουλάχιστον μέρος του πληθυσμο. Ως τοπικός αλλά και συλλογικός αυτοπροσδιορισμός, το εθνωνύμιο προσδιόριζε όλους τους Kυπρίους ως προς τη σχέση τους με τη γεωγραφική και πολιτική οντότητα που αποτελούσε η Kύπρος, δηλώνοντας συμμετοχή στην πληθυσμιακή ομάδα που κατοικούσε στον χώρο τον οποίο καθόριζαν τα γεωγραφικά όρια του νησιού και ο οποίος αποτελούσε το βασίλειο των Λουζινιανών. Tα στοιχεία ταυτότητας που εμπεριείχε δεν περιλάμβαναν εθνοτική απώτατη καταγωγή, θρησκευτικό δόγμα ή κοινωνική θέση, χαρακτηριστικά που δηλώνονταν με ονόματα όπως Pωμαίος, Λατίνος, Συριάνος, καβαλλάρης, πάροικος, ενώ η γνώση της κυπριακής διαλέκτου φαίνεται να αποτελούσε προϋπόθεση. H ειρηνική και συχνά γόνιμη συνύπαρξη φράγκων και ελλήνων Kυπριωτών ανέδειξε τον ρόλο της Kύπρου ως σημείου συνάντησης του δυτικού και του ανατολικού ευρωπαϊκού πολιτισμού κατά τα μεσαιωνικά χρόνια.

Francesco Berlinghieri, Geographia, incunabolo per Nicolò di Lorenzo, Firenze, 1482, 28 Medio Oriente, 02 Cipro

ΠEPIΓPAMMA THΣ MEΣAIΩNIKHΣ IΣTOPIAΣ THΣ KYΠPOY

Mέσα 1ου αι.  Ίδρυση της Eκκλησίας της Kύπρου από τον Aπόστολο Bαρνάβα.

Α. Bυζαντινή περίοδος: 4ος αιώνας-1191

431  Παραχωρείται το αυτοκέφαλον στην Oρθόδοξο Eκκλησία της Kύπρου με τον όγδοο κανόνα της Tρίτης Oικουμενικής Συνόδου στην Έφεσο.

478  O αυτοκράτορας Zήνων παραχωρεί τρία αυτοκρατορικά προνόμια στον αρχιεπίσκοπο Kύπρου.

Mέσα 7ου αιώνα  Aραβικές επιδρομές.

Tέλος 7ου-αρχές 8ου αι.  Mετοικεσία των Kυπρίων στον Eλλήσποντο (Aρτάκη).

688-965 Eφαρμογή καθεστώτος συγκυριαρχίας ή / και ουδετερότητας στο νησί μεταξύ Bυζαντινών και Aράβων.

965  Aνακατάληψη της Kύπρου από τον αυτοκράτορα Nικηφόρο Φωκά.

1095-1099  A΄ Σταυροφορία και ίδρυση του Bασιλείου της Iερουσαλήμ και των άλλων σταυροφορικών κρατών στη Συροπαλαιστίνη.

1184  O σφετεριστής Iσαάκιος Δούκας Kομνηνός αυτοανακηρύσσεται αυτοκράτορας Kύπρου.

1187 O Σαλαδίνος καταλαμβάνει την Iερουσαλήμ.

6 Mαΐου 1191-5 Iουνίου 1191 Kατάκτηση της Kύπρου από τον Pιχάρδο τον Λεοντόκαρδο,βασιλιά της Aγγλίας, στο πλαίσιο της Γ΄ Σταυροφορίας.

Πριν από 12 Iουλίου 1191  Πώληση της Kύπρου στο Tάγμα των Nαϊτών.

 

Β. Φραγκική περίοδος: 1192-1489

5 Mαΐου 1192  Πώληση της Kύπρου στον Γκυ ντε Λουζινιάν.

1196-1197  O Aιμερύ ντε Λουζινιάν λαμβάνει τον τίτλο του βασιλιά της Kύπρου από τον γερμανό αυτοκράτορα Eρρίκο Στ΄ και εξασφαλίζει την ίδρυση Λατινικής Eκκλησίας στο νησί από τον πάπα Kελεστίνο Γ΄.

1204  Δ΄ Σταυροφορία και άλωση της Kωνσταντινούπολης.

1220-1222  Συμφωνίες της Λεμεσού και της Aμμοχώστου, με τις οποίες καθορίζονται οι σχέσεις μεταξύ της Eλληνικής και της Λατινικής Eκκλησίας με την κανονική υπακοή και ιεραρχική υποταγή της πρώτης.

1228  O γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος B΄ επισκέπτεται την Kύπρο.

1229-1233  Eμφύλιος πόλεμος μεταξύ των κυπρίων βαρώνων που υποστηρίζουν τον βασιλιά Eρρίκο A΄ ντε Λουζινιάν και εκείνους που υποστηρίζουν τον γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο B΄.

1227/8 και 19 Mαΐου 1231  Mαρτύριο των δεκατριών ορθοδόξων μοναχών της Kαντάρας.

1247  O πάπας Iννοκέντιος Δ΄ απαλλάσσει τον Eρρίκο A΄ ντε Λουζινιάν από τον όρκο πίστης προς τον γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο B΄.

1248-1249  O γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ διαχειμάζει στην Kύπρο.

1260  O πάπας Aλέξανδρος Δ΄ εκδίδει την Kυπρία Διάταξη (Bulla Cypria), ένας κατ’ οικονομίαν συμβιβασμός που επιτρέπει την επιβίωση της Oρθόδοξης Eκκλησίας της Kύπρου.

1269  Στο εξής, οι Λουζινιανοί βασιλείς της Kύπρου θα είναι και βασιλείς της Iερουσαλήμ.

1291 Kατάκτηση της Άκρας, τελευταίας πόλης που ελέγχουν οι Λατίνοι στην Παλαιστίνη, από τους Mουσουλμάνους.

1306-1310 Πραξικόπημα εναντίον του βασιλιά Eρρίκου B΄ ντε Λουζινιάν και σφετερισμός της εξουσίας από τον αδελφό του Aμωρύ της Tύρου.

Mέσα 14ου αι. και εντεύθεν  H Kύπρος πλήττεται από τον Mαύρο Θάνατο.

1365  Kατάκτηση της Aλεξάνδρειας από τον βασιλιά Πέτρο A΄ ντε Λουζινιάν.

1369  Δολοφονία του βασιλιά Πέτρου A΄ ντε Λουζινιάν από ομάδα ευγενών.

1373-1374  Γενουατική εισβολή και κατάκτηση της Aμμοχώστου.

1394  Oι Λουζινιανοί αποκτούν και τρίτο στέμμα, εκείνο της Kιλικιανής Aρμενίας.

1406 O πατριαρχικός απεσταλμένος Iωσήφ Bρυέννιος απορρίπτει το αίτημα των κυπρίων ιεραρχών για ένωση με το Πατριαρχείο Kωνσταντινουπόλεως.

1426  Aιγυπτιακή εισβολή. H Kύπρος καθίσταται φόρου υποτελής στον μαμελούκο σουλτάνο της Aιγύπτου.

1453  Άλωση της Kωνσταντινούπολης από τους Oθωμανούς, οι οποίοι προοδευτικά κατακτούν και τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.

1460-1464 Eμφύλιος πόλεμος μεταξύ της βασίλισσας Kαρλόττας ντε Λουζινιάν και του νόθου αδελφού της Iακώβου.

1464  O βασιλιάς Iάκωβος B΄ ντε Λουζινιάν ανακτά την Aμμόχωστο.

1473-1489  Bασιλεία της Aικατερίνης Kορνάρο υπό βενετική κηδεμονία.

 

 Γ. Bενετική περίοδος: 1489-1570/1

1489  Προσάρτηση της Kύπρου από τη Δημοκρατία της Bενετίας.

Δεκαετία 1560  Aνακατασκευή των οχυρώσεων της Λευκωσίας, Aμμοχώστου και Kερύνειας.

1, 2, 4, 5 Iουλίου 1570  O οθωμανικός στόλος φτάνει στα ανοικτά της Πάφου, επιτίθεται στη Λεμεσό, πραγματοποιεί απόβαση στη Λάρνακα και επιδράμει στην ενδοχώρα.

25 Iουλίου 1570-9 Σεπτεμβρίου 1570  Πολιορκία και άλωση της Λευκωσίας από τον οθωμανικό στρατό.

Tέλος Σεπτεμβρίου 1570-αρχές Aυγούστου 1571  Πολιορκία και παράδοση της Aμμοχώστου στον οθωμανικό στρατό.

7 Οκτωβρίου 1571  Ναυμαχία της Ναυπάκτου, ήττα του οθωμανικού στόλου από εκείνον της Ιεράς Συμμαχίας.

7 Mαρτίου 1573 Συνθήκη μεταξύ Oθωμανικής Aυτοκρατορίας και  Δημοκρατίας της Bενετίας, σύμφωνα με την οποία η δεύτερη παραχώρησε την Kύπρο στην πρώτη, επισημοποιώντας τα τετελεσμένα.

H Άγγελ Nικολάου-Kονναρή είναι Aναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου με γνωστικό αντικείμενο την Ιστορία του λατινοκρατούμενου Ελληνισμού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ENΔEIKTIKH BIBΛIOΓPAΦIA

ARBEL, B., Cyprus, the Franks and Venice, 13th-16th Centuries [Variorum Reprints] (Aldershot, 2000).

BALARD, M., Les marchands italiens à Chypre (Λευκωσία, 2007).

COUREAS, N. The Latin Church in Cyprus, 1195-1312 (Aldershot – Brookfield, 1997).

The Latin Church in Cyprus, 1313-1378 (Λευκωσία, 2010).

EDBURY, P. W., The Kingdom of Cyprus and the Crusades 1191-1374 (Cambridge, 1991)· ελλην. μτφ. Ά. Nικολάου-Kονναρή (Aθήνα, 2002).

HILL, Sir G., A History of Cyprus, 4 vols. (Cambridge, 1940-1952).

GRIVAUD, G., Entrelacs chiprois. Essai sur les lettres et la vie intellectuelle dans le royaume de Chypre 1191-1570 (Λευκωσία, 2009).

MICHAELIDES, D. (επιμ.), Historic Nicosia (Λευκωσία, 2012).

NICOLAOU-KONNARI, A., ‘The Conquest of Cyprus by Richard the Lionheart and its Aftermath: A Study of Sources and Legend, Politics and Attitudes in the Year 1191-1192’, Eπετηρίδα Kέντρου Eπιστημονικών Eρευνών, 26 (2000), 25-123.

NICOLAOU-KONNARI, A. – SCHABEL, C. (επιμ.), Cyprus. Society and Culture 1191-1374 (Boston – Leiden, 2005).

NICOLAOU-KONNARI, A. – SCHABEL, C. (επιμ.), Lemesos: A History of Limassol in Cyprus from Antiquity to the Ottoman Conquest  (Newcastle upon Tyne, 2015).

PAPACOSTAS, T. – SAINT-GUILLAIN, G. (επιμ.), Identity / Identities in Late Medieval Cyprus (Λευκωσία, 2014).

ΠAΠAΔOΠOYΛΛOΣ, Θ. (επιμ.), Iστορία της Kύπρου, τόμ. Δ΄-E΄, Mεσαιωνικόν βασίλειον – Eνετοκρατία (Λευκωσία, 1995-1996).

ROGGE, S. – GRÜNBART, M. (επιμ.), Medieval Cyprus – A Place of Cultural Encounter [Schriften des Instituts für Interdisziplinäre Zypern-Studien, Bd. 11]
(Münster, 2015).

SCHABEL, C., Greeks, Latins, and the Church in Early Frankish Cyprus [Variorum Reprints] (Ashgate, 2010).

VAIVRE, J.-B. de – PLAGNIEUX, P. (επιμ.),  L’art gothique en Chypre (Παρίσι, 2006).

WALSH, M.J.K., EDBURY, P.W., COUREAS, N.S.H. (επιμ.), Medieval and Renaissance Famagusta. Studies in Architecture, Art and History (Farnham – Burlington, 2012).

WEYL CARR, A. (επιμ.), Famagusta. Art and Architecture (Turnhout, 2014)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Νικόλαος Κουμαρτζής: Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα*

Νικόλαος Κουμαρτζής

Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα*

 

Μια προσωπικότητα ικανή να εμπνεύσει και με διεθνές αντίκτυπο, μια εταιρεία που προσέλκυσε την επιστημονική και κοινωνική ελίτ της Ελλάδας, τηλεπαθητικά πειράματα με Ευρωπαϊκές πόλεις και μια πρωτότυπη θεωρία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο προπομπός της ψυχοκίνησης…

 

Ήταν στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το Κίνημα του Πνευματισμού άνθιζε στην Ελλάδα. Την ίδια περίοδο, ιδρύθηκε η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (ΕΕΨΕ), η οποία εμπλούτισε τη λίστα των μελών της με την κοινωνική και επιστημονική ελίτ της χώρας, έχτισε μια σπουδαία φήμη εντός και εκτός συνόρων και συνέβαλε ουσιαστικά στην εξέλιξη της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας των ψυχικών ερευνών.

Όλα τα παραπάνω έγιναν πραγματικότητα χάρη στις προσπάθειες του ναυάρχου Δρ. Άγγελου Τανάγρα, μία ηγετική προσωπικότητα με ένα ισχυρό επιστημονικό και κοινωνικό υπόβαθρο, ο οποίος επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των ψυχικών εμπειριών.

Ήταν η δική του ισχυρή θέληση που προσέλκυσε κοντά του πολλούς Έλληνες διάμεσους, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν και συμμετείχαν σε πειράματα και αστυνομικές έρευνες. Στις διπλωματικές και οργανωτικές του ικανότητες οφείλεται η διεξαγωγή του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Ψυχικών Ερευνών στην Αθήνα. Επιπλέον, η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών κατάφερε να εισαγάγει μαθήματα ψυχοφυσιολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ελλάδας και ενέπνευσε μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας (οικογένεια Μπενάκη) να ενισχύσει οικονομικά τους σκοπούς της.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, ο Δρ. Τανάγρας και η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών διαμόρφωσαν μια επαναστατική θεωρία, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο προπομπός της ψυχοκίνησης. Ονομάστηκε ψυχοβολία και έμελλε να αποτελέσει τον πυρήνα μιας μεγάλης διένεξης δεκαοχτώ χρόνια αργότερα, όταν εκδόθηκε το βιβλίο The Reach of the Mind του J.B. Rhine. Ο Δρ. Rhine κατηγορήθηκε από την ΕΕΨΕ ότι δεν απέδωσε τα δικαιώματα της θεωρίας στο έργο του Δρ. Τανάγρα και παρουσίασε την έρευνά του ως κάτι το αυθεντικό. Με το παρόν κείμενο δεν προτίθεμαι να προβάλλω την ορθότητα της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά να φέρω στο φως αυτό το ξεχασμένο (εδώ και καιρό) περιστατικό.

Ποιος θα το πίστευε ότι η Ελλάδα, μια μικρή χώρα που απουσίαζε από τη διεθνή παραψυχολογική σκηνή για δεκαετίες, είχε παίξει στο παρελθόν έναν ρόλο-κλειδί για την ανάπτυξη της ψυχικής έρευνας και βοήθησε στο να επιτευχθεί μια ευρύτερη αποδοχή των ψυχικών φαινομένων στην Ευρώπη; Ότι συν-διοργάνωνε τηλεπαθητικά πειράματα με πολλές Ευρωπαϊκές και μη πόλεις, ενώ συντέλεσε στην αναγνώριση της ψυχικής έρευνας από την ελληνική κοινωνία.

Στo παρόν κείμενο επιχειρείται μια αναδρομή στην αναπάντεχα εκπληκτική ιστορία ενός ξεχασμένου κλάδου, της ψυχικής έρευνας, μέσα από μαρτυρίες, σπάνια άρθρα του περιοδικού της ΕΕΨΕ «Ψυχικαί Έρευναι», αδημοσίευτη αλληλογραφία και ημερολογιακά αποσπάσματα του Δρ. Τανάγρα και της ΕΕΨΕ, παλιές φωτογραφίες και παραπομπές σε αντίστοιχα επιστημονικά πειράματα.

Ποιος ήταν ο Άγγελος Τανάγρας;

Λίγα χρόνια μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και εν μέσω αλλεπάλληλων εχθροπραξιών, η Ελλάδα (νεοσύστατο τότε κράτος με περιορισμένα σύνορα) κατάφερε να παίξει έναν ρόλο-κλειδί στο Ευρωπαϊκό κίνημα ψυχικής έρευνας, κυρίως χάρη σε έναν τέως ναύαρχο. Το όνομά του ήταν Άγγελος Τανάγρας και για την Ελλάδα αποτελεί (όσον αφορά τον χώρο της παραψυχολογίας) ό,τι ήταν ο J.B. Rhine για τις ΗΠΑ, ο Frederic W.H. Μyers για το Ηνωμένο Βασίλειο, οι René Warcollier και Charles Richet για τη Γαλλία κ.ο.κ..

Όλα ξεκίνησαν στην Αθήνα, το 1875, όταν γεννήθηκε ο Άγγελος Τανάγρας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Άγγελος Ευαγγελίδης, προτιμούσε όμως να χρησιμοποιεί το συγγραφικό του ψευδώνυμο, το οποίο εγκαινίασε υπογράφοντας μ’ αυτό τα πρώτα του λογοτεχνικά κείμενα.

Ο Άγγελος Τανάγρας σε νεαρή ηλικία, με την ενδυμασία του Πολεμικού Ναυτικού.

Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και αργότερα στη Γερμανία. Το 1897 κατατάχθηκε στο Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-18) και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 που οδήγησε στην Μικρασιατική Καταστροφή. Ανάμεσα σε άλλα, υπηρέτησε ως υγειονομικός διευθυντής στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλαμίνας και της Σμύρνης (γνωστή πλέον ως Ίζμιρ). Στην τελευταία μάλιστα διορίστηκε ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Υγείας, μετά το τέλος του Α’ Π.Π.. Αποστρατεύτηκε με τον τιμητικό βαθμό του Ναυάρχου και Αρχίατρου του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.

Μετά την αποστράτευσή του, επικεντρώθηκε στον τομέα των ψυχικών ερευνών (τότε γνωστός στην Ελλάδα ως ψυχοφυσιολογία), χτίζοντας ταυτόχρονα τη φήμη του ως συγγραφέας (έργα του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και τα Γαλλικά, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν μυστικιστικό υπόβαθρο).

Ήταν το 1923 όταν ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών, στην οποία ο Δρ. Charles Richet ορίστηκε επίτιμος πρόεδρος έως το 1927. Πολλές συγγενείς κοινότητες του εξωτερικού αντιμετώπιζαν την ΕΕΨΕ ως έναν αξιόπιστο συνεργάτη. Ανάμεσα τους και η Βρετανική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (με έδρα το Λονδίνο), η οποία έχρισε τον Δρ. Τανάγρα επίτιμο μέλος της το 1930, αναγνωρίζοντας την αδιάλειπτη προσπάθεια του να καθιερώσει τον τομέα στην Ελλάδα.

Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο γαλλικό έντυπο Le petit Parisien τον παρουσιάζει ως: «ένα ρομαντικό πνεύμα, πρώην Υγειονομικός Διευθυντής του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού, ο Δρ. Τανάγρας μπορεί να είναι ένας άντρας μικρού αναστήματος, αλλά το πνεύμα του πέτυχε τη μεγαλύτερη κατάκτηση που θα μπορούσε να σκεφθεί: μπορεί να εξηγήσει φαινόμενα του ψυχικού κόσμου, χρησιμοποιώντας καθαρά επιστημονικές μεθόδους».

Ο Δρ. Τανάγρας είχε ένα ισχυρό επιστημονικό υπόβαθρο, κάτι που επηρέασε βαθύτατα τον χαρακτήρα του. Για παράδειγμα, όταν ο Κωνσταντίνος Κουκίδης (συγγραφέας του άρθρου του Le petit Parisien) τον ρώτησε αν κάποια μέρα οι άνθρωποι θα μπορούν να στείλουν τις σκέψεις τους από μακριά, χρησιμοποιώντας μόνο το μυαλό τους, απάντησε: «Δεν θέλω να αγνοήσω το επιστημονικό συγκείμενο. Αυτά τα πειράματα [αναφέρεται στα τηλεπαθητικά πειράματα που περιγράφονται επιγραμματικά παρακάτω] μας δίνουν αποτελέσματα που είναι ορατά σε όλους. Ίσως μια μελλοντική ανθρώπινη γενιά να είναι καλύτερα εξοπλισμένη ώστε να στέλνει αυτοβούλως τη σκέψη της… αυτή είναι μια πιθανότητα που δεν μπορώ να αποκλείσω. Όμως εγώ, ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στην επιστήμη, δεν μπορώ να πω πως αυτό είναι το μέλλον, βασιζόμενος μόνο στα δικά μας αποτελέσματα. Αυτό που μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, βασιζόμενος στις έρευνες της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών που διενεργήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, είναι ότι η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να παράγει εκπομπές εύκολα ανιχνεύσιμες με το γυμνό μάτι».

Η προσωπικότητα του αποτέλεσε έμπνευση, κι αυτός ήταν ο κύριος λόγος για την εγγραφή και τη στήριξη τόσων μελών της επιστημονικής και κοινωνικής ελίτ της εποχής στην ΕΕΨΕ.

Παρά τη δουλειά του αναφορικά με τη φήμη και την εξέλιξη της ΕΕΨΕ, το μεγαλύτερο κατόρθωμά του ήταν η διαμόρφωση της θεωρίας του, της ψυχοβολίας, όπως αναφέρει και ο ίδιος στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε, στις 23 Φεβρουαρίου του 1969, στην εφημερίδα Ακρόπολις: «[Το σπουδαιότερο επίτευγμά μου είναι] η θεωρία της ψυχοβολίας, για την οποία ο Maurice Maeterlinck είπε ότι “κάποια μέρα, αυτή θα είναι η αλήθεια του μέλλοντος!”». Η ψυχοβολία ήταν η πρώτη θεωρία που πρότεινε την ενεργή υπόθεση, δηλαδή ότι ο διάμεσος που μπορεί να προβλέψει ένα μελλοντικό περιστατικό, στην πραγματικότητα είναι αυτός που το προκαλεί.

Η ίδρυση της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών

Ακολουθώντας το παράδειγμα της Βρετανικής ΕΨΕ (η οποία ιδρύθηκε στο Λονδίνο το 1882), η Ελληνική Εταιρεία ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1923 και ο Δρ. Τανάγρας εκλέχθηκε πρόεδρος της. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Ελληνική ΕΨΕ ήταν η πρώτη εταιρεία στην Ελλάδα που προσέγγισε τα ψυχικά φαινόμενα με μία αυστηρά επιστημονική μεθοδολογία.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Δρ. Charles Richet ορίστηκε επίτιμος πρόεδρος μέχρι το 1927 και μέχρις ενός βαθμού βοήθησε στο να οριστούν οι στόχοι της εταιρείας από τα πρώτα στάδια της. Χάρη στη φήμη του Δρ. Τανάγρα, η εταιρεία προσέλκυσε πολλά μέλη της ελληνικής επιστημονικής και κοινωνικής ελίτ. Ανάμεσα τους πανεπιστημιακοί καθηγητές, δικηγόροι, δικαστές του Αρείου Πάγου, γιατροί, πολιτικοί κ.ά. Επιπροσθέτως, η Ελληνική ΕΨΕ προσέλκυσε μια ομάδα διάμεσων, με κάποιους από αυτούς ήδη γνωστούς για τις ιδιαίτερες ψυχικές ικανότητές τους.

Επιπλέον, η Εταιρεία ανέπτυξε μια ποικιλία δραστηριοτήτων από τα πρώτα κιόλας έτη της λειτουργίας της. Για παράδειγμα, ήταν υπεύθυνη για την έκδοση και την κυκλοφορία ενός μηνιαίου περιοδικού με τον τίτλο Ψυχικαί Έρευναι, από το 1925 και έπειτα. Η Εταιρεία επίσης διοργάνωσε το 4ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας στην Αθήνα (1930), σε μια μεγάλη αίθουσα του συλλόγου «Παρνασσός», όπου έδωσαν διαλέξεις μερικοί από τους σπουδαιότερους παραψυχολόγους της εποχής (όπως ο Sir Oliver Lodge, ο Hans Adolf Eduard Driesch κ.ά.).

Το 4ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας, Αθήνα, 1930.

Συνδιοργανώνοντας διεθνή τηλεπαθητικά πειράματα

Επιπλέον, μετά το 3ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας που έλαβε χώρα στο Παρίσι το 1927, ο Δρ. Άγγελος Τανάγρας και η Ελληνική ΕΨΕ συνδιοργάνωσαν μαζί με πολλές Ευρωπαϊκές και μη χώρες μια σειρά τηλεπαθητικών πειραμάτων.

Σε μια επιστολή, που στάλθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1938 (IMI Archives) από τον Δρ. Τανάγρα στον Δρ. Warcollier, αναφέρεται πως τα πειράματα αυτά πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα στην Αθήνα, τη Βαρσοβία (Πολωνία), το Βερολίνο (Γερμανία), τη Βιέννη (Αυστρία), το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), τη Χάγη (Ολλανδία), τη Νέα Υόρκη (ΗΠΑ) κ.ά. Επιπροσθέτως, ανάμεσα στους επιστήμονες που συμμετείχαν σ’ αυτά τα πειράματα ήταν ο Δρ. Τανάγρας, ο Δρ. Osterreich (πανεπιστημιακός καθηγητής στο Τύμπιγκεν), ο G.N.M. Tyrrell (μέλος της Βρετανικής ΕΨΕ, Λονδίνο) και ο Δρ. Schroeder (πανεπιστημιακός καθηγητής στο Βερολίνο).

Όσον αφορά το πρωτόκολλο των πειραμάτων, βασιζόταν κυρίως σ’ αυτό που περιέγραψε ο Δρ. Warcollier στο 3ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας στο Παρίσι. Η μόνη αλλαγή που έκανε ο Δρ. Τανάγρας ήταν το να θέτει σε κατάσταση υπνωτισμού τους διάμεσους πριν από τη διεξαγωγή των πειραμάτων (Επιστολή Τανάγρα – Warcollier, 30 Ιανουαρίου 1939, IMI Archives).

Ο Άγγελος Τανάγρας με μέντιουμ της εταιρίας: (από αριστερά πάνω) Δάφνη, Μαρίνα, Ελπίς Παυλάτου, Ελένη Ζακυνθινού και (κάτω) Κωνσταντία.

Όπως περιγράφθηκε στο περιοδικό της Ελληνικής Εταιρείας, ο Δρ. Τανάγρας και ο Δρ. Warcollier (του γαλλικού Institut Métapsychique International), διεξήγαγαν τηλεπαθητικά πειράματα ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι με θετικά αποτελέσματα. Αυτά βασίστηκαν σε παρόμοια πειράματα που είχαν διεξαχθεί στο παρελθόν ανάμεσα στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, υπό την επίβλεψη των ερευνητικών ομάδων των Δρ. Warcollier και Δρ. Murphy (καθηγητή Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης).

Αναφορικά με τα πειράματα Αθήνας-Παρισιού, είχαν σχηματιστεί δύο ομάδες, τα μέλη των οποίων λειτουργούσαν ως «πομποί» και ως «δέκτες». Στις 14 Ιανουαρίου του 1928 (ημέρα Κυριακή) οι ομάδες αυτές συγκεντρώθηκαν, της Ελληνικής ΕΨΕ στα γραφεία της στην Αθήνα, και του γαλλικού IMI αντίστοιχα, στα γραφεία του στο Παρίσι. Η ελληνική ομάδα αποτελούνταν από τον Δρ. Τανάγρα, δύο διάμεσους (την Κωνσταντία Νικολαΐδου και τη δεσποινίς Ελπινίκη), τους νευρολόγους Δρ. Βλαστό και Δρ. Κωνσταντινίδη, τον γιατρό Δρ. Ζαφειρέλη, τον πανεπιστημιακό καθηγητή Ψυχολογίας Δρ. Βορέα, τον πανεπιστημιακό καθηγητή Φαρμακευτικής Δρ. Εμμανουήλ και πολλούς ακόμα επιστήμονες και ακαδημαϊκούς. Οι πομποί της κάθε ομάδας προσπαθούσαν να στείλουν τηλεπαθητικά διάφορες εικόνες (όπως γεωμετρικά σχέδια, μοτίβα, χαρακτήρες του λατινικού αλφαβήτου, γεωμετρικά εργαλεία κ.ά.) ενώ παράλληλα οι δέκτες προσπαθούσαν να τα οραματιστούν.

Στην αριστερή στήλη φαίνονται τα σχήματα που στάλθηκαν από το Παρίσι. Δεξιά αυτά που λήφθηκαν στην Αθήνα.

Ο Δρ. Τανάγρας παρουσιάζει τα πειράματα

Έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσει εκ των έσω τα πειράματα, ο κ. Κουκίδης περιέγραψε την προσωπική του εμπειρία σε άρθρο του για το Le petit Parisien:

Ο Δρ. Τανάγρας με οδήγησε σε ένα δωμάτιο. Σε μια γωνία του στέκονταν εφτά άνθρωποι. Έλεγξε την ώρα στο ρολόι του και έκλεισε τα φώτα. Αφού πέρασαν πέντε λεπτά, μου εξήγησε: «[στα λεπτά που μεσολάβησαν] συνέβη το εξής. Η Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών της Βιέννης έχει επίσης συναντηθεί αυτή τη στιγμή. Τους στείλαμε την εν λόγω εικόνα. Είμαι σίγουρος πως η τηλεπαθητική ομάδα της Βιέννης κατάφερε να δει την εικόνα αυτή και να τη σχεδιάσει! Έχουμε διεξάγει παρόμοια πειράματα με πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις […] με τη συμμετοχή πολλών πανεπιστημιακών καθηγητών και μέχρι τώρα τα αποτελέσματα ήταν θετικά! […] Τώρα, θα ακολουθήσουμε τη διαδικασία αντίστροφα: η ομάδα της Βιέννης θα μας στείλει μια εικόνα και θα προσπαθήσουμε να τη δούμε και να τη σχεδιάσουμε!»

Οι άνθρωποι στη γωνία, οι οποίοι τώρα κάθονταν σε πολυθρόνες, πέρασαν σε κατάσταση υπνωτισμού. Ο Δρ. Τανάγρας έκλεισε τα φώτα και είπε: «Ξεκινήστε». Το κάθε άτομο έμεινε ακίνητο, με τα μάτια του κλειστά. Ήταν σαν να βρίσκονταν όλοι στον κόσμο των ονείρων. Αφού πέρασαν πέντε λεπτά, ο Δρ. Τανάγρας είπε «Αρκετά!» και αμέσως –χωρίς να ειπωθεί κάτι ή να περάσει λίγος χρόνος για να συγκεντρωθούν– όλοι οι διάμεσοι ξεκίνησαν να σχεδιάζουν σε ένα χαρτί.

Εκείνος, στη συνέχεια, πήρε τα σχέδια και μου τα έδειξε: σε όλα τους απεικονίζονταν ομπρέλες! «Μπορείτε να είστε βέβαιος», μου είπε, «ότι από τη Βιέννη μας έστειλαν την εικόνα μιας ομπρέλας. Θα το ξέρουμε με βεβαιότητα σε λίγες μέρες, όταν θα παραλάβουμε την πρωτότυπη εικόνα με το ταχυδρομείο».

Τηλεπαθητική ομάδα Αθήνας, 1929.

Οι Ψυχικές Έρευνες φτάνουν στο απόγειο της κοινωνικής αποδοχής τους

Το υψηλό επίπεδο της κοινωνικής αποδοχής των ψυχικών ερευνών στην Ελλάδα ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές κατά τη διάρκεια των εορτασμών για τη 10η επέτειο ίδρυσης της Ελληνικής ΕΨΕ (5 Δεκεμβρίου 1933). Πολλοί επιστήμονες, πολιτικοί, κυβερνητικοί εκπρόσωποι, διανοητικοί κ.ά. πήραν μέρος στην εκδήλωση. Εκτός από τον Δρ. Τανάγρα, διαλέξεις έδωσαν πολλοί πανεπιστημιακοί καθηγητές όπως ο Δρ. Λιβιεράτος, ο Δρ. Μέρμηγκας και ο Δρ. Βλαβιανός (πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ελλάδος).

Επιπροσθέτως, πολλά ελληνικά μέσα ενημέρωσης κάλυψαν την εκδήλωση. Όπως είπε ο Τανάγρας σε μια άλλη επιστολή του στον Warcollier (IMI Archives): «Όλοι τους ανακοίνωσαν πως η Ελληνική ΕΨΕ καθιέρωσε τις ψυχικές έρευνες στην Ελλάδα!»

Κατά τη διάρκεια αυτής της εκδήλωσης μια πολύ εύπορη Ελληνίδα, η κυρία Αλεξάνδρα Χωρέμη, κόρη του Έλληνα ευεργέτη Εμμ. Μπενάκη, προσέφερε στην Ελληνική ΕΨΕ μια ετήσια χορηγία. Σήμερα, το Μπενάκειο Ίδρυμα και το Μουσείο Μπενάκη, με έδρα τους την Αθήνα, συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα λίκνα πολιτισμού της ελληνικής πρωτεύουσας.

Όλα τα παραπάνω αναφέρονται σε ένα ακόμα γράμμα του Τανάγρα προς τον Warcollier (23 Δεκεμβρίου 1933, IMI Archives) στο οποίο ο πρόεδρος της Ελληνικής ΕΨΕ δηλώνει:

«Με ευχαριστεί πολύ το ότι όλοι είναι ικανοποιημένοι από τη δουλειά μας! Στη συνέχεια της πορείας της, η Ελληνική ΕΨΕ συνέχισε να χτίζει βαθμιαία μια σπουδαία φήμη στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, το 1945, στα γραφεία της εταιρείας δίνονταν διαλέξεις κάθε Σάββατο (ανοιχτές στο κοινό) και Κυριακή (με επίκεντρο κυρίως απλά πειράματα), ενώ παράλληλα διεξάγονταν μια σειρά μαθημάτων πάνω στις ψυχικές έρευνες με τη συμμετοχή εξήντα μαθητών. Όπως αναφέρει ο Τανάγρας, αυτές οι διαλέξεις δίνονταν περισσότερο για να βοηθήσουν: «τους μελλοντικούς Έλληνες επιστήμονες να μην είναι προκατειλημμένοι εξαιτίας απαρχαιωμένων θεωριών που διδάσκονταν από παλιομοδίτες πανεπιστημιακούς καθηγητές, αλλά να έρχονται σε επαφή και με πειραματικές αποδείξεις».

Ως αποκορύφωμα, η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών κατάφερε να εισάγει το μάθημα της πειραματικής τηλεπάθειας το 1929 στο πρόγραμμα σπουδών του Εθνικού Πανεπιστημίου της Ελλάδας, το οποίο δίδασκε ο καθηγητής του πανεπιστημίου και μέλος της ΕΕΨΕ, Δρ. Βορέας. Έπειτα, το 1933, μια ολόκληρη σειρά μαθημάτων επί των ψυχικών ερευνών προστέθηκαν, για να σταματήσουν όμως έπειτα από λίγο καιρό εξαιτίας της έντονης διαμαρτυρίας διάφορων θρησκευτικών κύκλων (μια πληροφορία που δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω).

Επιπλέον, ο Δρ. Σακελλαρίου (καθηγητής Φυσιολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ελλάδας) προσκάλεσε τον Δρ. Τανάγρα να δώσει διαλέξεις στο πανεπιστήμιο, σχετικά με τις εμπειρίες του στο πεδίο των ψυχικών ερευνών, ενώ και η Ελληνική Αστυνομία προσκαλούσε τον πρόεδρο της ΕΕΨΕ να δώσει διαλέξεις στους μαθητές της Αστυνομικής Ακαδημίας στην Αθήνα. Σε μια επιστολή που έστειλε στις 17 Μαρτίου του 1945 (IMI Archives), ο Δρ. Τανάγρας σχολιάζει για την τελευταία περίπτωση: «[Η αστυνομία] άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για την Ψυχοφυσιολογία!»

Διαλέξεις εταιρείας στους αξιωματικούς της χωροφυλακής στο αμφιθέατρο Ιατροδικαστικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άγγελος Τανάγρας, μέντιουμ Κωνσταντία, καθηγητές ιατροδικαστικής Γεωργιάδης και Κάτσας.

Η σπουδαία φήμη της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών και του προέδρου της είναι η αιτία για το θέμα της ενότητας που ακολουθεί. Έμεινε στο σκοτάδι διεθνώς, έως σήμερα, και έχει να κάνει με τον Α. Τανάγρα, τον J.B. Rhine (πατέρα της μοντέρνας παραψυχολογίας παγκοσμίως) και τη θεωρία της ψυχοβολίας.

Ψυχοβολία: ο πρόδρομος της Ψυχοκίνησης;

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι το παρόν δεν έχει σκοπό να καταλήξει σε ένα τελικό συμπέρασμα ως προς το τί συνέβη πραγματικά, ούτε καν να εκφραστεί υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους της διένεξης. Μοναδικός σκοπός του είναι να παρουσιάσει την άγνωστη αυτή διαμάχη στην παγκόσμια παραψυχολογική κοινότητα (εκδοχή του παρόντος κειμένου είχε πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό Mindfield του Parapsychological Association, στο τεύχος 5.1) και κατορθώνοντας αυτό, να πυροδοτήσει μια εκτεταμένη συζήτηση επί του θέματος.

Οι μόνες πηγές που κατάφερα να ξεθάψω πάνω στη διένεξη μπορούν να βρεθούν στα αρχεία του Institut Métapsychique International στο Παρίσι, με τη μορφή επιστολών ανάμεσα στον Δρ. Τανάγρα και τον Dr. Warcollier. Λόγω της μικρής έκτασης της παρούσας εισαγωγής, θα παρουσιαστεί μόνο μια επιστολή: εκείνη στην οποία περιγράφεται σε βάθος το περιστατικό και παρουσιάζεται ξεκάθαρα η θεωρία της ψυχοβολίας.

Είναι σημαντικό να καταστεί σαφές ότι αυτή είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας, καθώς ο γράφοντας δεν κατάφερε να βρει πηγές για την πλευρά του J.B. Rhine.

Το γράμμα στάλθηκε στις 3 Αυγούστου του 1948 και φέρει την υπογραφή μιας ομάδας εξαιρετικά φημισμένων Ελλήνων επιστημόνων: του Θεόδωρου Βαρούνη (Πρύτανης του Πολυτεχνείου), του καθηγητή Δρ. Κωνσταντινίδη (Φαρμακευτική, Πανεπιστήμιο Αθηνών), του καθηγητή Δρ. Παναγιώτου (Φαρμακευτική, Πανεπιστήμιο Αθηνών), του Υποναυάρχου Στ. Λυκούδη (Ακαδημαϊκός), του Δρ. Σπ. Δημητριάδη (μέλος του Αρείου Πάγου) και του Δρ. Καρζή (πρόεδρος της Ελληνικής Φαρμακευτικής Εταιρείας και μέλος της Βουλής των Ελλήνων).

«Αγαπητοί κύριοι,

η έκπληξή μας ήταν μεγάλη όταν ενημερωθήκαμε για το τελευταίο βιβλίο του Δρ. J.B. Rhine, επίκουρου καθηγητή του πανεπιστημίου Duke των ΗΠΑ, με τίτλο The reach of the mind, το οποίο παρουσιάζει μια παλιά μελέτη της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών (που δημοσιεύτηκε αρχικά το 1929) και του προέδρου της, Ναυάρχου Δρ. Α. Τανάγρα.

Ένα εκτενές μέρος του βιβλίου και κυρίως το κομμάτι που αναφέρεται στον ανθρώπινο ψυχοδυναμισμό (ή αλλιώς, ψυχοδυναμική) πάνω σε φυσικά αντικείμενα (ψυχοκίνηση ή τηλεκίνηση) –το μόνο κομμάτι στο βιβλίο του Δρ. Rhine που είναι αυθεντικό- παρουσιάζεται από τον συγγραφέα του ως αδημοσίευτο προσωπικό του έργο, χωρίς να αναφέρει πουθενά την προγενέστερη δουλειά του Δρ. Τανάγρα.

Η μελέτη του Δρ. Τανάγρα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1929 στη Γερμανία, στο Zeitshrift für Parapsychologie (Περιοδικό για την Παραψυχολογία) του Βερολίνου, και παράλληλα στη Γαλλία, με τη μορφή ενός βιβλίου 155 σελίδων με τον τίτλο «Le Destin et la Chance, La theorie de la Psychobolie». Επιπλέον, ο Δρ. Rhine παραδέχεται στα γράμματά του ότι είχε λάβει αντίτυπο του εν λόγω βιβλίου πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Θεωρία της Ψυχοβολίας παρουσιάστηκε στο 5ο Διεθνές Συνέδριο το 1935 στο Όσλο (Νορβηγία), μεταφράστηκε και παρουσιάστηκε στα ιταλικά από τον Δρ. Gazzamalli (πρόεδρος της Ιταλικής ΕΨΕ), συζητήθηκε σε πολλά ψυχολογικά περιοδικά από τους Driesch, Osty, De Vesme, Schroeder, Sudre, Javorsky, Deleuze, Bruck, Matiesen, L. Vivante, Richter κ.ά. και επιπλέον, σχολιάστηκε από τον κόμη Maurice Maeterlinck (βραβευμένου με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1911) στο φιλοσοφικό του βιβλίο με τον τίτλο «Avant la grande silence», το οποίο δημοσιεύτηκε το 1934.

Ο κόμης Maeterlinck ήταν τόσο εντυπωσιασμένος από τη θεωρία της ψυχοβολίας, που σε μια επιστολή του προς τον Δρ. Τανάγρα δήλωσε: «Η θεωρία σας, όπως την περιγράφετε, θα είναι η αλήθεια του μέλλοντος!»

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, οι μελέτες του Τανάγρα δεν μπορούν να θεωρηθούν μη διαδεδομένες. Η εκμετάλλευση ενός προϋπάρχοντος, καλά τεκμηριωμένου και αναγνωρισμένου έργου είναι τόσο προφανής, που ο καθένας μπορεί να τη διαπιστώσει με μια σύντομη ματιά στις περιλήψεις των δύο βιβλίων.

Η περίληψη του βιβλίου The reach of mind του Δρ. Rhine, όπως αναγράφεται στο βιβλίο:

Η ιστορία μιας εκπληκτικής έρευνας πάνω στις άγνωστες δυνάμεις του ανθρώπινου νου και οι αποδείξεις σχετικά με την ικανότητα του να επηρεάζει το μέλλον, να επιδρά ακόμη και σε φυσικά αντικείμενα.»

Η περίληψη του βιβλίου «Le Destin et La Chance», του Δρ. Τανάγρα, σελίδα 3:

«Κάθε βαθιά εντύπωση που φτάνει έως το υποσυνείδητο μας και που αγωνιά να εκδηλωθεί (Freud), μπορεί κάποιες φορές να απελευθερωθεί σε ορισμένους ανθρώπους με έναν συγκεκριμένο τύπο οργανισμού (όπως οι δυναμολυτικοί και ψυχοβολικοί διάμεσοι), μια εκπομπή που συνοδεύεται κατά την εκδήλωσή της από τηλεκινητικά φαινόμενα και η οποία, μετά από μια τυχαία πρόβλεψη, προσπαθεί να ολοκληρώσει την έκφραση της με τρεις τρόπους:

Με απευθείας, ασυνείδητη τηλεκινητική δραστηριότητα πάνω σε άψυχη ύλη (π.χ. αυτοκίνητα, τρένα ή πλοία με αποτέλεσμα μηχανικές βλάβες, εκτροχιάσεις, ναυάγια κ.λπ.).

Με δραστηριότητα πάνω σε έμβιους οργανισμούς υπό τη μορφή τηλεπαθητικής προβολής (π.χ. ασυνείδητη επιρροή στο μυαλό του οδηγού του αυτοκινήτου ή, γενικά, στην ελεύθερη βούληση του ατόμου, προκαλώντας αθέλητες κινήσεις, αλλαγές της κατεύθυνσης, των πλάνων, των απόψεών του κ.λπ.).

Με απευθείας επιρροή στους ιστούς και τις λειτουργίες ενός ζωντανού οργανισμού –ένα φαινόμενο γνωστό σε όλα τα μέρη του κόσμου ως “το κακό μάτι”.

Η δραστηριότητα αυτής της ψυχοβολικής εκπομπής αποτελεί μια νέα δύναμη που επηρεάζει την ανθρώπινη ζωή.»

Συγκρίνοντας τα δύο αποσπάσματα, πιστεύουμε πως κάθε περαιτέρω εξήγηση περιττεύει, συν του ότι ο Δρ. Rhine αποφεύγει να κάνει τις ανάλογες διορθώσεις, χρησιμοποιώντας επανειλημμένως διάφορες προφάσεις και αναβολές.

Πιστεύουμε ότι έχουμε την ευθύνη να παρουσιάσουμε αυτά τα δεδομένα (που αφορούν έναν επιστήμονα ο οποίος εργάζεται σε πανεπιστήμιο των ΗΠΑ) στη διεθνή κοινότητα και σε κάθε αυθεντικό επιστήμονα, καθώς το βιβλίο του Δρ. Rhine ζημειώνει το πρωτότυπο έργο που δημοσιεύτηκε αρχικά από την Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (19 χρόνια πριν), το οποίο δεν περιγράφηκε απλώς με αμιγώς τηλεκινητικά θεμέλια, αλλά είχε και περαιτέρω εξέλιξη χάρη στην Ελληνική ΕΨΕ.

Αθήνα,

3 Αυγούστου 1948»

Το τέλος των Ψυχικών Ερευνών στην Ελλάδα

Σχεδόν μια δεκαετία πριν από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελληνική ΕΨΕ και οι ψυχικές έρευνες στην Ελλάδα άρχισαν να αποδυναμώνονται. Στην τελευταία του συνέντευξη (23 Φεβρουαρίου 1969, εφημερίδα Ακρόπολις), ο Δρ. Τανάγρας δήλωσε: «Εγώ φεύγω με τη θλίψη ότι το έργο μου, η ίδρυση της Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, ερευνών αυστηρώς επιστημονικών, υπήρξε πρόωρος διά τον τόπο μας, όπου το πλείστον ή αδιαφορεί ή εξακολουθεί να ενδιαφέρεται διά εντυπωσιακάς παρεξηγήσεις των ψυχικών φαινομένων και αυταπάτας δήθεν επικοινωνιών με πνεύματα νεκρών. Κρίμα εις την προσπάθειαν διά εν έθνος με την κληρονομίαν των Πυθίων και των Μαντείων, το οποίο έπρεπε να προηγήται επί του πεδίου αυτού».

Ζούσε τότε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Επτανήσου, στην Αθήνα, ανίκανος να διαβάσει. Τον στεναχωρούσε το γεγονός πως κανένας δεν είχε αρκετή θέληση ώστε να συνεχίσει το έργο της Ελληνικής ΕΨΕ μετά την απόσυρσή του. Όπως δήλωσε, «εγώ πάντως πεθαίνω ευχαριστημένος, γιατί έδειξα στην σύγχρονη Ελλάδα τον δρόμο των Πυθίων».

Στην ίδια συνέντευξη, ο Δρ. Τανάγρας αναφέρει ότι η προσωπική του αλληλογραφία, τα ημερολόγια και όλα του τα αρχεία δόθηκαν σε έναν φίλο και πρώην πολιτικό, με το αίτημα του να τα χρησιμοποιήσει μετά τον θάνατό του. Πιθανότατα άλλαξε γνώμη, καθώς λίγο μετά έστειλε τα ημερολόγια του και μέρος του αρχειακού υλικού στη Bιβλιοθήκη Garrett του Parapsychology Foundation, ενός οργανισμού που τον στήριζε διαρκώς κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το μόνο γνωστό επιπρόσθετο υλικό αναφορικά με το έργο της Ελληνικής ΕΨΕ φιλοξενείται στα αρχεία του Institut Métapsychique International, στο Παρίσι (IMI).

Άγγελος Τανάγρας (1887 – 1971).

Ως επίλογο της ιστορίας των Ψυχικών Ερευνών στην Ελλάδα, παραθέτω ένα απόσπασμα από την Επιστημονική Διαθήκη του Δρ. Τανάγρα, το οποίο μοιάζει να είναι το πλέον κατάλληλο:

«Αφήνω λοιπόν το βασανισμένο αυτό σαρκίον, πιστεύων ακραδάντως και μόνο εις την θρησκείαν της επιστήμης, οία διεμορφώθη μετά την ανακάλυψιν της ραδιενέργειας και της διασπάσεως του ατόμου. Δηλαδή, την ταυτότητα της ύλης και ενέργειας. Ο εστί την εν τη πραγματικότητα ανυπαρξία της ύλης με το μέγα συμπέρασμα καταρρίψεως των υλιστικών θεωριών […]».

* Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισαγωγή του βιβλίου «Άγγελος Τανάγρας: Το Χαμένο Ημερολόγιο» (επιμ. Νικόλαος Κουμαρτζής), που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Δαιδάλεος .

 Άγγελος Τανάγρας: ο πατέρας της παραψυχολογίας

Ο Νικόλαος Κουμαρτζής είναι διδάκτωρ Δημοσιογραφίας (Α.Π.Θ.) και ιδρυτής του Πρότυπου Ομίλου Πολιτισμού SEIKILO.

Βιβλιογραφία – Πηγές:

Εφημερίδα Ακρόπολις (1969). Συνέντευξη με τον Άγγελο Τανάγρα, Εφημερίδα Ακρόπολις, 23 Φεβρουαρίου, 1969.

Κουμαρτζής, Ν. (2010). Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα, Εκδόσεις Δίον.

Κουμαρτζής, Ν. (2011). Η Λευκή Βίβλος της Παραψυχολογίας, Εκδόσεις Δαιδάλεος.

Τανάγρας, Α. (1925). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 3, έτος 1, Μάρτιος 1925.

Τανάγρας, Α. (1925). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 11, έτος 1, Νοέμβριος 1925.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 2, έτος 3, Φεβρουάριος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 5, έτος 3, Μάιος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 7, έτος 3, Ιούλιος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 12, έτος 3, Δεκέμβριος 1927.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 1, έτος 4, Ιανουάριος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 2, έτος 4, Φεβρουάριος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 3, έτος 4, Μάρτιος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 4, έτος 4, Απρίλιος 1928.

Τανάγρας, Α. (1959). Η Θρησκεία της Επιστήμης, Εκδόσεις Σπύρου Α. Τζηρίτα.

Τανάγρας, Α. (άγνωστη χρονολογία). Επίλεκτα Έργα (ανθολογία λογοτεχνικών κειμένων), Εκδόσεις Ιωάννης Ν. Σιδέρης.

Broughton, R. (1992). Parapsychology: The Controversial Science. England: Rider.

Coukidis, C. (unknown date). Une Visite a Athenes a M. Tanagras et a Mlle Clio, Le petit Parisien newspaper. A copy can be found at Institute Métapsychique International library in Paris.

Gauld, A. (1968). The Founders of Psychical Research, England: Routledge & Kegan Paul.

IMI Archives (2012). Letters between Dr. Tanagras and Dr. Warcollier, unpublished material, Institut Métapsychique International Library (Paris), boxes 18:3 & 8:2.

Pallikari, F. (2009). Angelos Tanagras, the 1935 Oslo International Parapsychology Congress and the telekinesis of Cleio, Journal of the Society for Psychical Research, Vol. 73 (897[4]), Oct 2009, 193-206.

Tanagras, A. (1967). Psychological Elements in Parapsychological Traditions, part of Parapsychological Monographs series, U.S.A.: Parapsychology Foundation Inc.

Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα: Είκοσι διεθνείς παραγωγές που κινηματογραφήθηκαν στην Ελλάδα

Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα

Είκοσι διεθνείς παραγωγές που κινηματογραφήθηκαν στην Ελλάδα

 

Το Πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα της Clio Turbata εστιάζει, φέτος, σε είκοσι διεθνείς παραγωγές, που κινηματογραφήθηκαν στην Ελλάδα μεταξύ των ετών 1957 και 2014. Ορισμένες από αυτές υπήρξαν μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, άλλες όχι. Άλλες άντλησαν έπμνευση από το ιστορικό παρελθόν της χώρας κι άλλες εστίασαν επάνω στη φυσική της ομορφιά. Άλλες (οι παλαιότερες χρονικά) διέπονται από σενάριο, το οποίο καθηλώνει τον θεατή, άλλες πάλι (οι πιο πρόσφατες) υιοθετούν την πρακτική του Χόλλυγουντ της Νέας Τάξης Πραγμάτων: παραγωγές κενές περιεχομένου, προορισμένες να αποβλακώσουν τον θεατή, επιστρατεύοντας ό,τι καλύτερο δύναται να διαθέσει η τεχνολογία της εικόνας και του ήχου προκειμένου να τον προσελκύσουν. Όπως και να έχει το ζήτημα, μέσω των ταινιών αυτών η Ελλάδα προβλήθηκε διεθνώς με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο, και αυτή, ακριβώς, την σπονδή στη χώρα μας επέλεξε το επιτελείο του ιστότοπου για να ευχηθεί ολόψυχα στους φίλους του κάθε καλό για τη νέα χρονιά που μπαίνει σε λίγο.

 

ΚΥΚΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

1. The Angry Hills (1959)

Πρόκειται για την πρώτη παραγωγή του Χόλλυγουντ, που γυρίστηκε στην Ελλάδα Η υπόθεση διαδραματίζεται λίγο πριν και αμέσως μετά την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς. Πρωταγωνιστής είναι ένας Αμερικανός δημοσιογράφος, στην κατοχή του οποίου βρίσκεται μια κατάσταση με σημαίνοντα ονόματα της ελληνικής αντίστασης. Για λόγους ασφαλείας την καταστρέφει, έχοντας αποστηθίσει προηγουμένως τα ονόματα. Η πρωτοβουλία αυτή δεν τον απαλλάσσει από το να βρεθεί στο στόχαστρο όλων των ενδιαφερομένων κύκλων: αρχών κατοχής, Γκεστάπο, αντιστασιακών οργανώσεων και συμμαχικών μυστικών υπηρεσιών. Πρόκειται για μια καλογυρισμένη ταινία στην καλύτερη παράδοση των φιλμ νουάρ. Σκηνοθέτης είναι ο Robert Aldrich και πρωταγωνιστούν οι Robert Mitchum, Stanley Baker, Elisabeth Müller και Gia Scala.

O Robert Mitchum στην Αράχωβα, στη διάρκεια γυρίσματος της ταινίας.

 

Η τελευταία σκηνή του έργου. Στο βάθος διακρίνεται ο κινηματογράφος “Σπλέντιντ” του Πειραιά.

 

The Angry Hills – Trailer

2. The Guns of Navarone (1961)

Οι ηθοποιοί Stanley Baker και Gia Scala επανήλθαν στην Ελλάδα δυο χρόνια αργότερα για τις ανάγκες μιας από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του πολεμικού κινηματογράφου.Το σενάριο του παραγωγού Carl Foreman στηρίχθηκε στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Alistair MacLean (1957), το οποίο είναι εμπνευσμένο, με τη σειρά του, από τη Μάχη της Λέρου, τον Νοέμβριο του 1943.  Το βιβλίο και η ταινία μοιράζονται την ίδια κεντρική πλοκή: τις προσπάθειες μίας ομάδας κομάντο να εξουδετερώσει ένα φαινομενικά απόρθητο γερμανικό οχυρό, που παρεμποδίζει και απειλεί τις νηοπομπές των Συμμάχων στο Αιγαίο Πέλαγος. Αν και το φανταστικό νησί του Ναβαρόνε υποτίθεται πως βρίσκεται στα Δωδεκάνησα, στη θέση του γεωγραφικού χάρτη που χρησιμοποιείται αντιστοιχούν τα Αντικήθυρα. Η ταινία ανήκει σε έναν κύκλο δαπανηρών παραγωγών με θέματα εμπνευσμένα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως οι εξίσου εμπορικές επιτυχίες The Bridge on the River Kwai (1957), The Longest Day (1962) και The Great Escape (1963). Γυρίστηκε εξολοκλήρου στη Ρόδο, υπό τα βλέμματα δημοσιογράφων από όλα τα πρακτορεία του κόσμου, μετατρέποντας το νησί σ’ ένα τεράστιο πλατό, με ευνόητο τουριστικό αντίκτυπο. Χαρακτηριστική υπήρξε η επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους Παύλου και Φρειδερίκης, που παρακολούθησαν από κοντά τη λήψη ορισμένων σκηνών.

H επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους της Ελλάδας στο χώρο του γυρίσματος.

Η διανομή των ρόλων είναι εντυπωσιακή: Gregory Peck, David Niven, Anthony Quinn, Anthony Quale, ενώ σε δευτερεύοντες στιγμιαίους ρόλους εμφανίζονται οι Richard Harris και James Robertson Justice. H χρήση της ελληνικής γλώσσας από τους Gregory Peck και Anthony Quinn είναι απολαυστική. Η παρουσία της Ειρήνης Παππά σε πρωταγωνιστικό ρόλο σηματοδότησε την απαρχή της διεθνούς σταδιοδρομίας της. Σκηνοθέτης ήταν ο J. Lee Thomson και η πετυχημένη μουσική επένδυση ανήκε στον έμπειρο του είδους Dmitri Tiomkin. Οι ρόλοι των Γερμανών στρατιωτών καλύφθηκαν από στελέχη της Ελληνικής Χωροφυλακής, που προσφέρθηκαν εθελοντικά. Η επίσημη πρεμιέρα έλαβε χώρα στις 27 Απριλίου 1961 στην αίθουσα Odeon Leicester Square του Λονδίνου, παρουσία της Βασίλισσας Ελισάβετ και του Δούκα του Εδιμβούργου.

 

The Guns of Navarone – “Εις τον αφρό της θάλασσας”

H ομάδα των σαμποτέρ αναζητεί καταφύγιο στο Ναό της Λίνδου.

The Guns of Navarone – Πως γυρίστηκε η ταινία 

3. Escape to Athena (1979)

Το αδύναμο σενάριο και η ανεπαρκέστατη σκηνοθεσία (George Pan Cosmatos) δεν υποκαθίστανται από τα ηχηρά ονόματα των ηθοποιών (Roger Moore, Telly Savalas, Elliot Gould, David Niven, Claudia Cardinale, Stefanie Powers και ο μουσικός, ηθοποιός και, αργότερα, πολιτικός Sonny Bono). O David Niven επιστρέφει στην Ελλάδα δεκαοκτώ χρόνια έπειτα από Τα κανόνια του Ναβαρόνε ενώ ο Roger Moore επρόκειτο να επανέλθει έπειτα από δυο χρόνια, το 1981, ως James Bond (βλ. παρακάτω) υποδυόμενος τον χαρακτήρα που τον καταξίωσε. H ταινία Escape to Athena γυρίστηκε και αυτή στη Ρόδο.

Από αριστερά προς δεξιά: Roger Moore, Stefanie Powers, Elliot Gould και David Niven.

Escape to Athena – Trailer

4. Fortunes of War (1987)

Fortunes of War είναι το τίτλος μιας τηλεοπτικής σειράς επτά ωριαίων επεισοδίων παραγωγής του BBC με πρωταγωνιστές την Emma Thompson και τον Kenneth Branagh. Πρόκειται για διασκευή του ομότιτλου μυθιστορήματος της Olivia Manning. Παρακολουθεί την πορεία (και τη σχέση) ενός ζευγαριού κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου σε τρία διαφορετικά μέρη: Ρουμανία, Ελλάδα, Αίγυπτο και Μέση Ανατολή γενικότερα. Το τέταρτο επεισόδιο διαδραματίζεται στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα Οκτωβρίου 1940 – Απριλίου 1941 και αποδίδει πιστά την ατμόσφαιρα διαρκούντος του ελληνοϊταλικού πολέμου, κυρίως δε την κατάσταση, η οποία επικρατούσε στην ελληνική πρωτεύουσα λίγο πριν από την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων. Εξίσου πετυχημένα αποδίδεται η εσπευσμένη εκκένωση των βρετανικών δυνάμεων προς την Κρήτη και την Αίγυπτο.       

Fortunes of War, επεισόδιο αρ. 4, Greece: October 1940

 

Οι Kenneth Branagh και Emma Thompson στο Ναό του Ποσειδώνος στο Σούνιο.

 

5. Captain Corelli’s Mandolin (2001)

To Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλλι  (Captain Corelli’s Mandolin) με τους Nicolas Cage και Penelope Cruz στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, είναι ένα έργο, που επικεντρώνει σε ένα από τα απεχθέστερα εγκλήματα, που διέπραξαν οι Γερμανοί στη διάρκεια της Κατοχής: την ομαδική σφαγή της ιταλικής Μεραρχίας Acqui στην Κεφαλλονιά, τον Σεπτέμβριο του 1943, την επομένη της συνθηκολόγησης της Ιταλίας. Η υπόθεση ολοκληρώνεται με αναφορά στον καταστροφικό σεισμό του 1953 και τις επιπτώσεις του στην καθημερινή ζωή των κατοίκων του νησιού. Το σενάριο βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Βρετανού (παρά το γαλλικό όνομα) συγγραφέα Louis de Bernières, το οποίο φέρει πανομοιότυπο τίτλο (1993). Πολλά από τα τραγικά ιστορικά γεγονότα, που αναδεικνύονται από τον συγγραφέα, αποδυναμώνονται σκόπιμα στην κινηματογραφική εκδοχή, η οποία επιλέγει να επικεντρώσει την προσοχή του κοινού στο αισθηματικό ρομάντζο μεταξύ των δυο πρωταγωνιστών. Η σκηνοθεσία ανήκει στον John Madden, ενώ σε δευτερεύοντες ρόλους αναγνωρίζει κανείς επώνυμους Έλληνες ηθοποιούς, όπως η Ειρήνη Παππά και ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης.

Nicolas Cage και Penelope Cruz στην Κεφαλλονιά.

Captain Corelli’s Mandolin – Trailer

 

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ

6. Boy on a Dolphin (1957)

To παιδί πάνω σε ένα δελφίνι είναι ένα αρχαίο άγαλμα, το οποίο βρέθηκε στο βυθό της θάλασσας και για την κατοχή και παράδοση ή όχι του οποίου στις αρμόδιες ελληνικές αρχές ερίζουν δυο αρχαιολόγοι (Alan Ladd και Clifton Webb) όπως ερίζουν και για την καρδιά της όμορφης Φαίδρας (Sophia Loren). Γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα (Αθήνα, Ύδρα, Ρόδος, Δήλος και Μετέωρα). Η συγκεκριμένη ταινία σηματοδοτεί και την απαρχή της συμμετοχής της πρωταγωνίστριας στον αγγλόφωνο κινηματογράφο, αν και ο ρόλος, τον οποίο υποδύεται, προοριζόταν αρχικά για την Joan Collins. Σε ελάσσονα ρόλο εμφανίζεται ο Αλέξης Μινωτής. Ένα από τα χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της ταινίας είναι η απόδοση του γνωστού τργουδιού “Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη” του Τάκη Μωράκη από τη Sophia Loren και τον Τώνη Μαρούδα, γνωστό τροβαδούρο της εποχής. Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στην ταινία κατόπιν επιμονής της ίδιας της Loren, που έτυχε να το ακούσει στη διάρκεια των γυρισμάτων. Κατέληξε να αποτελέσει σήμα κατατεθέν του έργου.

Boy on a Dolphin “Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη”

Στο λιμάνι της Ύδρας το 1957.

Boy on a DolphinΑρχική σκηνή στην Ακρόπολη

7. Tintin et le Mystère de la Toison d’Or (1961)

Η πρώτη (από τις δυο) κινηματογραφικές ταινίες με ήρωες τους πρωταγωνιστές της σειράς κόμικς Οι περιπέτειες του Tintin, του Βέλγου σκιτσογράφου Hergé (Georges Remi) διαδραματίζεται σε μεγάλο ποσοστό στην Ελλάδα (Αθήνα, Πειραιάς, Μεσόγεια, Μετέωρα). Πρόκειται για μια πρώτου μεγέθους επιτυχία, η οποία οφείλεται σε δυο παραμέτρους: το εξαιρετικό σενάριο των André Barret και Rémo Forlani, σε στενή συνεργασία με τον ίδιο τον Hergé και στην καθ όλα πειστική ομοιότητα και ενσάρκωση από τους επιλεγέντες ηθοποιούς της προσωπικότητας των ηρώων της δημοφιλούς σειράς (ο στρατηγός De Gaulle είχε κάποτε δηλώσει χαρακτηριστικά πως θεωρούσε τον Tintin ως τον μοναδικό του ανταγωνιστή σε επίπεδο δημοτικότητας). Ο κεντρικός ρόλος ανατέθηκε σε έναν άγνωστο νεαρό (Jean-Pierre Talbot), ο οποίος κατάφερε να εμφυσήσει ζωή στον ήρωα του Hergé και να τον κάνει να ξεπηδήσει από τις σελίδες του κόμικ διατηρώντας στο ακέραιο ολόκληρο το πνεύμα της σειράς.

 Tintin et le Mystère de la Toison d‘OrΗ επιλογή του Jean-Pierre Talbot για τον πρωταγωνιστικό ρόλο

Για τους υπόλοιπους ήρωες επιλέχθηκαν επαγγελματίες ηθοποιοί, που αποδίδουν με ανάλογη επιτυχία τους θεμελιώδεις χαρακτήρες: Georges Wilson (πλοίαρχος Haddock), Georges Loriot (καθηγητής Tournesol), ενώ σε δευτερεύοντες ρόλους εμφανίζονται οι Δημήτρης Μυράτ, Δημήτρης Νικολαΐδης και Δήμος Σταρένιος. Στη σκηνή του γαμήλιου γλεντιού συμμετέχει το Συγκρότημα Παραδοσιακών Χορών της Δόρας Στράτου.

Ο Δήμος Σταρένιος ανάμεσα στους Jean-Pierre Talbot και Georges Wilson.

Το Χρυσόμαλλον Δέρας (Toison d’Or), για το οποίο γίνεται λόγος στον τίτλο, είναι ένα ετοιμόρροπο φορτηγό πλοίο, που κληρονομεί εντελώς αναπάντεχα ο επιστήθιος φίλος του πρωταγωνιστή, πλοίαρχος Haddock. Επάνω σε αυτό βρίσκεται έντεχνα καμουφλαρισμένος ένας ολόκληρος θησαυρός από ατόφιο χρυσό. Το μυστικό, που ανακαλύπτουν με την εξέλιξη της περιπέτειας σταδιακά οι πρωταγωνιστές, είναι γνωστό ευθύς εξ αρχής σε κύκλους, οι οποίοι επιχειρούν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο να οικειοποιηθούν τον θησαυρό, οδηγώντας τα πράγματα σε ακραίες καταστάσεις. Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα εξαιρετικό έργο, κατάλληλο για μικρά και για μεγάλα παιδιά.

Tintin et le Mystère de la Toison d’Or –Το γαμήλιο γλέντι

 

8. The 300 Spartans (1962)

Πρόκειται για μια επική κινηματογραφική ταινία με αντικείμενο τη μάχη των Θερμοπυλών το 480 π.Χ. Γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στην περιοχή της Περαχώρας, κοντά στο Λουτράκι. Η επιλογή της τελευταίας έναντι της ιστορικής τοποθεσίας της μάχης οφείλεται στο γεγονός ότι έχει μεσολαβήσει χρονικά καταλυτική μεταβολή της γεωμορφολογικής ταυτότητας των Θερμοπυλών εξαιτίας των προσχώσεων, οι οποίες δεν τις καθιστούν, πλέον, στενή διάβαση όπως στην αρχαιότητα. Η ταινία γυρίστηκε με τη ενεργό συνδρομή των ελληνικών αρχών, που παραχώρησαν γενναία χρηματική επιχορήγηση και 5.000 κομπάρσους (επρόκειτο για άτομα που υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία) για την εξυπηρέτηση των αναγκών του έργου. Στη χώρα μας κυκλοφόρησε με τον τίτλο “Ο λέων της Σπάρτης”. Ακόμα και σήμερα, η ταινία δεν προδίδει την ηλικία της. Οι σκηνές των μαχών παραμένουν θεαματικές, οι δε ερμηνείες των ηθοποιών εξακολουθούν να είναι πειστικές, δίχως το παραμικρό ίχνος στόμφου. Ηγείται ένας ρωμαλέος και ηρωϊκός Richard Egan στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Λεωνίδα. Στο πλευρό του διακρίνονται ο Sir Ralph Richardson ως Θεμιστοκλής και η Άννα Συνοδινού ως Γοργώ η Λακεδαιμόνια, σύζυγος του Λεωνίδα. Εκείνη, μάλιστα, του παραδίδει την ασπίδα προφέροντας την ιστορική φράση “Ή ταν ή επι τας” στην ελληνική γλώσσα. Η σκηνοθεσία είναι του Rudolph Maté και η άκρως πετυχημένη μουσική επένδυση του Μάνου Χατζηδάκι. Η ταινία βλέπεται ακόμη και σήμερα με αμείωτο ενδιαφέρον, το δε τραγικό τέλος είναι πραγματικά συγκινητικό. Ορισμένες αναφορές χαρακτηρίστηκαν από τους κριτικούς της εποχής ως σκόπιμα ψυχροπολεμικές. Παρά ταύτα, η ταινία γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία στην ΕΣΣΔ και στις χώρες δορυφόρους της τελευταίας.

Ο Richard Egan ως Λεωνίδας της Σπάρτης.

 

Η Άννα Συνοδινού ως Γοργώ η Λακεδαιμόνια.

 

Το στρατόπεδο του Ξέρξη (David Farrar).

The 300 Spartans–Η επιδρομή στο στρατόπεδο του Ξέρξη

9. Topkapi (1964)

O Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε ο συνδετικός κρίκος με την προαναφερθείσα περίπτωση, έχοντας αναλάβει τη μουσική επένδυση της ταινίας, η οποία προέκυψε από την πέμπτη, κατά σειρά, συνεργασία του σκηνοθέτη (Jules Dassin) με την πρωταγωνίστρια (Μελίνα Μερκούρη). Η διανομή είναι κι εδώ εντυπωσιακή: Maximilian Schell (ο ρόλος προοριζόταν αρχικά για τον Peter Sellers, που απέρριψε την πρόταση), Peter Ustinov, Robert Morley, Akim Tamirov, ενώ φευγαλέα κάνουν την εμφάνισή τους ο γιός του σκηνοθέτη, Jo Dassin, γνωστότερος με την ιδιότητα του τραγουδιστή, η Δέσπω Διαμαντίδου και ο Τίτος Βανδής. Ο τίτλος προέρχεται από το όνομα του γνωστού ανακτόρου-μουσείου της Κωνσταντινούπολης, από το οποίο μια σπείρα κακοποιών αφαίρεσε, μέσω μιας εντυπωσιακής ληστείας, ένα έκθεμα αμύθητης αξίας. Ορισμένα από τα τεχνάσματα της ληστείας χρησιμοποιήθηκαν αργότερα στη γνωστή τηλεοπτική σειρά (και στον κύκλο των κινηματογραφικών ταινιών που διαδέχθηκαν την τελευταία) “Επικίνδυνες αποστολές” (Mission Impossible). Η ταινία έχει γυριστεί στην Κωνσταντινούπολη, ξεκινά, όμως, με μια σκηνή στην Καβάλα, όπου μπαίνουν οι βάσεις για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση της τολμηρής ληστείας. Το Topkapi βλέπεται ευχάριστα, είναι δε ευρηματικός ο τρόπος (-συγκυρία τύχης), μέσω του οποίου αποκαλύπτεται το τέλειο έγκλημα.

Μελίνα Μερκούρη, Maximilian Schell και Peter Ustinov στο λιμάνι της Καβάλας.

 

Οι καπναποθήκες στην παραλία της Καβάλας, που δεν υφίστανται πλέον.

Topkapi – Η σκηνή στην Καβάλα

10. Le casse (1971)

Η διάρρηξη βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη και αυτής της ταινίας (στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για συλλογή πολύτιμων λίθων, που “αφαιρείται” από έπαυλη των βορείων προαστίων), η οποία γυρίστηκε στην Αθήνα και στην Κέρκυρα στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Η επιλογή της ελληνικής πρωτεύουσας ουδόλως σχετίζεται με το σενάριο. Το έργο μπορούσε άνετα να γυριστεί οπουδήποτε αλλού. Συμπεριλαμβάνοντας, ωστόσο, μια σκηνή περιπετειώδους καταδίωξης με αυτοκίνητα μέσα στους δρόμους μιας πυκνοκατοικημένης πόλης, ήταν πρακτικά δύσκολο να υπάρξουν προσφορές. Το χουντικό καθεστώς της εποχής εκείνης διέβλεψε μια αξιοποιήσιμη ευκαιρία να απαλύνει κάπως, μέσω της προβολής της ταινίας στο εξωτερικό, τη διεθνή απομόνωση, στην οποία είχε εκ των πραγμάτων καταδικαστεί, αποκομίζοντας, παράλληλα, οφέλη στον κλάδο, κυρίως, του τουρισμού. Έτσι, αποδέχθηκε εκ των προτέρων όλους τους όρους των συντελεστών της ταινίας. Αντίτιμο της σχετικής άδειας υπήρξε, προφανώς, η συμπερίληψη του επεισοδίου της ταβέρνας, μιας σκηνής-ύμνου στις αρετές της ελληνικής κουζίνας.

    Le casseΗ καταδίωξη                          

 

Le casse Η σκηνή στην ταβέρνα   

Ο Jean-Paul Belmondo προσπαθεί να διαφύγει από την επιτήρηση της αστυνομίας κρεμασμένος σε ένα τρόλεϋ στην πλατεία Μαβίλη…
…και σε ένα λεωφορείο απέναντι από το ξενοδοχείο Hilton και την Εθνική Πινακοθήκη.

Ο σκηνοθέτης Henri Verneuil είναι ειδήμων σε έργα της συγκεκριμένης κατηγορίας, όπως, άλλωστε και οι ηθοποιοί: Jean-Paul Belmondo, Robert Hossein και Renato Salvatori (τα μέλη της συμμορίας των διαρρηκτών), Omar Sharif και Dyan Canon (ο διεφθαρμένος αστυνομικός, ο οποίος επιδιώκει να οικειοποιηθεί τη συλλογή των κλοπιμαίων για τον εαυτό του και η ελκυστική συνεργάτης του). Εξαιρετική είναι η μουσική επένδυση από τον Ennio Morricone. Στην ταινία έχει αποτυπωθεί μια νοσταλγική–αν και ελαφρώς μελαγχολική ένεκα των πολιτικών περιστάσεων–ατμόσφαιρα της Ελλάδας των αρχών της δεκαετίας του ΄70.

 Le casseΠως γυρίστηκε η ταινία

11. For your eyes only (1981)

For your eyes only είναι η 13η ταινία της σειράς James Bond (η 5η με τον Roger Moore στον ομώνυμο ρόλο). H υπόθεση του έργου είναι περισσότερο απλοποιημένη από τις αμέσως προηγούμενες. Εδώ, η υφήλιος δεν τελεί εν κινδύνω. Η αντιπαράθεση επανέρχεται σε ένα περισσότερο λιτό και παραδοσιακό διμερές ψυχροπολεμικό πλαίσιο. Στο μεγαλύτερο ποσοστό, η ταινία γυρίστηκε στην Ελλάδα (Κέρκυρα και Μετέωρα). Το ίδιο ισχύει και για τις σκηνές του πρώτου μέρους, οι οποίες υποτίθεται ότι διαδραματίζονται στην Ισπανία. Για την περίπτωση, πολλές προσόψεις οικιών της Κερκυραϊκής ενδοχώρας βάφτηκαν, ώστε να πείθουν πως είναι ισπανικές. Σύγκρουση μεταξύ των μοναχών και των παραγωγών της ταινίας προέκυψε σχετικά με τις σκηνές που γυρίστηκαν στα Μετέωρα. Η διαφορά έφτασε μέχρι την ελληνική δικαιοσύνη, η οποία αποφάνθηκε πως περιουσία των μοναχών αποτελούσε μόνο το εσωτερικό των μονών και όχι ο περιβάλλον χώρος. Κατόπιν τούτου, η μοναστική κοινότητα των Μετεώρων αποφάσισε να δυσχεράνει με κάθε τρόπο τα γυρίσματα: Μπουγάδες απλώθηκαν παντού, υψώθηκαν σημαίες και τοποθετήθηκαν βαρέλια πετρελαίου στους χώρους που προορίζονταν για την προσγείωση ελικοπτέρων. Απολαυστικός είναι ο διάλογος ανάμεσα στον “κακό” Αριστοτέλη Χριστάτο και τον James Bond, στο πλαίσιο ενός πολυτελούς δείπνου, όταν έρχεται η ώρα επιλογής των κρασιών: “Mου επιτρέπετε να προτείνω ένα εξαιρετικό λευκό Ρομπόλα από την πατρίδα μου, την Κεφαλλονιά;” ρωτά ο πρώτος. “Συγχωρέστε με, αλλά το βρίσκω κάπως αρωματικό για τα γούστα μου. Προτιμώ το Θεοτόκη άσπρο”, απαντά ο δεύτερος. Η ετυμηγορία μάλλον σχετίζεται με το ύψος της χορηγίας.

For your eyes onlyΡομπόλα εναντίον Θεοτόκη

Οι πρωταγωνιστές Roger Moore και Carole Bouquet στο Ποντικονήσι της Κέρκυρας.

For your eyes onlyΑπό την Κέρκυρα στα Μετέωρα

12. Le Grand Bleu (1988)

H ταινία του Luc Besson, με τους Jean Reno, Jean-Marc Barr, Rosanna Arquette στους πρωταγωνιστικούς ρόλους και τον Ανδρέα Βουτσινά σε μια σύντομη εμφάνιση, προβλήθηκε στη χώρα μας με τον τίτλο  “Απέραντο Γαλάζιο”. Η υπόθεση εκτυλίσσεται ως επί το πλείστον κάτω από το βυθό της θάλασσας, καθώς το αντικείμενο είναι οι καταδύσεις σε μεγάλο βάθος. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στην Αμοργό, στην Ίο, στην Ταορμίνα της Σικελίας και στην Αντίμπ της νοτίου Γαλλίας. Το σενάριο αποτελεί εκτεταμένη δραματοποιημένη διασκευή της πραγματικής ιστορίας δυο φίλων δυτών οι οποίοι ήταν πρωταθλητές της ελεύθερης κατάδυσης, του Jaques Mayol και του Enzo Maiorca (στο έργο εμφανίζεται ως Enzo Mollinari). Μάλιστα, ο Mayol, ο οποίος αυτοκτόνησε από κατάθλιψη το 2001, συμμετείχε στη συγγραφή του σεναρίου. Η μεγάλη εμπορική επιτυχία (άνω των 9 εκατομμυρίων εισιτήρια στη Γαλλία μόνο), οφείλεται στις εξαιρετικές υποβρύχιες σκηνές, σε συνδυασμό με τη μουσική του Éric Serra. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις ΗΠΑ, η ταινία κυκλοφόρησε με διαφορετική έκβαση (happy end) και μουσική υπόκρουση (Bill Conti). Η αμερικανική εκδοχή, προσαρμοσμένη προφανώς στις επιλογές και προτιμήσεις του κοινού στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού,  αποδυναμώνει αισθητά τη μαγεία του έργου.

  Le Grand Bleu Trailer (αμερικανική εκδοχή)

Η Ιερά Μονή της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας ή Κυνηγημένης στην Αμοργό, το επιβλητικό μνημείο όπου γυρίστηκαν σκηνές του έργου.

 

13. Lara Croft Tomb Raider: The Cradle of Life (2003)

Το μοναδικό ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας, που δικαιολογεί και τη συμπερίληψή της στο παρόν αφιέρωμα, είναι το ότι η πλοκή της διαδραματίζεται στη Σαντορίνη. Το σενάριο εμπνέεται από τη σειρά ηλεκτρονικών παιχνιδιών Tomb Raider και αναφέρεται σε ένα σημαντικό εύρημα, που προέκυψε έπειτα από έναν σεισμό, ο οποίος έπληξε τη Σαντορίνη και που οδηγεί σε συγκρουσιακές καταστάσεις με την ανάμειξη μυστικών υπηρεσιών. Η εικόνα της όμορφης Angelina Jolie με φυσικό φόντο την εξίσου όμορφη Σαντορίνη είναι ό,τι αξίζει να συγκρατήσει κανείς από αυτή την ανόητη, κατά τα άλλα, κινηματογραφική ταινία.

Η Angelina Jolie ως Lara Croft με φόντο τη Σαντορίνη.

Lara Croft Tomb Raider: The Cradle of Life – Angelina Jolie και jet-ski στα ανοικτά της Σαντορίνης

14. The Two Faces of January (2014)

Πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ, γυρισμένο στην Αθήνα, στην Κρήτη και στην Κωνσταντινούπολη με τους Viggo Mortensen και Kirsten Dunst στους κεντρικούς ρόλους. To σενάριο στηρίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Patricia Highsmith (1964). Ένα ζευγάρι Αμερικανών που επισκέπτεται την Ελλάδα, προσπαθεί να διαφύγει από τις αρχές, έχοντας προκαλέσει τον εξ αμελείας θάνατο ενός αστυνομικού ντετέκτιβ, ο οποίος το εκβιάζει. Καλογυρισμένο έργο, γεμάτο ένταση, ατμόσφαιρα που παραπέμπει στον Ηitchcock και που αναδεικνύει ανάγλυφα το περιβάλλον, εντός του οποίου γυρίστηκε.

Viggo Mortensen και Kirsten Dunst μπροστά από τον Παρθενώνα.

The Two Faces of January – Trailer

 

ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΟΧΟΡΕΥΤΙΚΑ

15. Phaedra (1962)

H Φαίδρα είναι ο καρπός της τέταρτης, κατά σειρά, συνεργασίας της Μελίνας Μερκούρη και του Jules Dassin. Τη φορά αυτή η ηθοποιός και ο σκηνοθέτης εμπνεύσθηκαν από την αρχαία ελληνική τραγωδία, συγκεκριμένα τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται ο έρωτας της Φαίδρας, συζύγου του Θησέα, για το γιό του τελευταίου, Ιππόλυτο. Η Μαργαρίτα Λυμπεράκη, αρμόδια για το σενάριο, μετέφερε την πλοκή στην Ελλάδα της δεκαετίας του ΄60. Η Φαίδρα (Μελίνα Μερκούρη), δεύτερη σύζυγος του εφοπλιστή Θάνου Κυρίλη (Raf Vallone), ερωτεύεται το γιο που έχει ο συζυγός της από τον πρώτο του γάμο, Αλέξη (Anthony Perkins). Η σχέση των δυο είναι καταδικασμένη από την αρχή αλλά οι δυο τους δεν καταφέρνουν να ελέγξουν τα συναισθήματά τους με αποτέλεσμα καταστρεπτικές συνέπειες και ακόμα πιο τραγική έκβαση. Το μεγαλύτερο μέρος των γυρισμάτων πραγματοποιήθηκε στην Ύδρα (μεταξύ άλλων στο πανέμορφο αρχοντικό της οικογένειας Μπουντούρη). Επεισοδιακά υπήρξαν τα γυρίσματα στα ναυπηγεία του Σκαραμαγκά, όταν το προσωπικό αντιτάχθηκε προβάλλοντας προσκόμματα. Σε δευτερεύοντες ρόλους αναγνωρίζει κανείς πλειάδα γνωστών Ελλήνων ηθοποιών: Τασσώ Καββαδία, Ανδρέας Φιλιππίδης, Ζωρζ Σαρή, Γιώργος Πάντζας και Στέλιος Βόκοβιτς. Η μουσική είναι του Μίκη Θεοδωράκη.

H Μελίνα Μερκούρη με τους Αnthony Perkins (αριστερά) και Jules Dassin (δεξιά) σε διάλειμμα των γυρισμάτων.

 

Phaedra Trailer

16. Une femme à sa fenêtre (1976)

Ένας έρωτας δίχως προοπτική βρίσκεται στο επίκεντρο και αυτού του έργου, με φόντο τη Μεταξική Ελλάδα του δευτέρου ημίσεως της δεκαετίας του ΄30. Συνδέει συγκυριακά μεταξύ τους τη σύζυγο ενός ξένου διπλωμάτη (Romy Schneider) και έναν Έλληνα αντιφρονούντα στο δικτατορικό καθεστώς (Victor Lanoux), στον οποίο εκείνη παρέχει ασυλία όταν διαπιστώνει πως ο τελευταίος καταζητείται από τις αστυνομικές αρχές. Εξαιρετικές είναι και οι ερμηνείες των Philippe Noiret και Gastone Moschin στο ρόλο του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, του διαβόητου υφυπουργού Δημοσίας Ασφαλείας της 4ης Αυγούστου (στο έργο φέρει το όνομα Πριμούκης). Ο καρπός του παράνομου αυτού έρωτα, μια κόρη νεαρής ηλικίας, επισκέπτεται στο τέλος του έργου την Ελλάδα, ως τόπο προσκυνήματος του οικογενειακού της παρελθόντος στις 20 Απριλίου του 1967. Γυρισμένη στην Αθήνα και στους Δελφούς, η ταινία βλέπεται πολύ ευχάριστα. Ιδιαίτερα πετυχημένα αποδίδεται η ατμόσφαιρα της μεσοπολεμικής Ελλάδας (παρά τους πολεοδομικούς περιορισμούς, τους οποίους επέβαλλε εκ των πραγμάτων η Αθήνα της δεκαετίας του ΄70, οπότε και πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα). Είναι πιθανό το σενάριo να έχει αντλήσει στοιχεία, τουλάχιστον ως προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, και από το διήγημα του Roger Peyrefitte με τίτλο Les Ambassades Οι Πρεσβείες (1951), η υπόθεση του οποίου διαδραματίζεται στην Αθήνα την ίδια ακριβώς εποχή.

Une femme à sa fenêtre – Trailer

H Romy Schneider και ο Victor Lanoux με τον σκηνοθέτη Pierre Garnier-Deferre (αριστερά) στο αρχαίο στάδιο των Δελφών…
… και μέσα σε μια λιμουζίνα εποχής μπροστα από το Καλλιμάρμαρο.

 

17. High Season (1987)

Κομεντί γύρω από τη ζωή και τη σχέση ενός ζευγαριού, της φωτογράφου  Katherine  (Jacqueline Bisset) και του συζύγου της Patrick (James Fox), μόνιμα εγκατεστημένων επί χρόνια στη Ρόδο και την αναστάτωση στην καθημερινή του ζωή, που επιφέρει η άφιξη του Rick (Kenneth Branagh). Στο ρόλο της ντόπιας Πηνελόπης, επιστήθιας φίλης της πρωταγωνίστριας, η Ειρήνη Παππά, μοναδική ελληνική συμμετοχή στην όλη ταινία. Η σκηνοθεσία είναι της Clare Peploe, συζύγου του επίσης σκηνοθέτη Bernardo Bertolucci.

Jacqueline Bisset

High Season – H αρχή της ταινίας

18. Shirley Valentine (1989)

H Shirley Valentine ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της ως θεατρικό έργο ενός μόνο ρόλου (την ηρωῒδα υποδυόταν από τότε η ηθοποιός Pauline Collins, που πρωταγωνιστεί και στην κινηματογραφική ταινία), το οποίο ανεβάστηκε στο West End του Λονδίνου και αργότερα στο Broadway με αξιοσημείωτη επιτυχία. Πραγματεύεται την ιστορία μιας μεσόκοπης νοικοκυράς από το Λίβερπουλ, σε αναζήτηση της χαμένης της νιότης και των ανεκπλήρωτων, από τότε, ονείρων της. Επισκεπτόμενη δίχως τον σύζυγό της την Ελλάδα, ζει μια ερωτική περιπέτεια με τον Κώστα Δημητριάδη (Tom Conti), ιδιοκτήτη μιας ταβέρνας, ο οποίος, πλην του επαγγέλματος που ασκεί, επιδίδεται στο να σαγηνεύει τις τουρίστριες. Με αφορμή το σύντομο καλοκαιρινό ειδύλλιο, η πρωταγωνίστρια επαναπροσδιορίζει τις προτεραιότητές της, εξορκίζει τις ενδόμυχες επιθυμίες της και επανέρχεται συνειδητοποιημένη, πλέον, στην οικογενειακή ισορροπία και θαλπωρή. Εξοικειωμένη με το ρόλο χάρη στη θεατρική προϊστορία, η Pauline Collins ενσαρκώνει ιδανικά την τυπική μικροαστή νοικοκυρά, ευρισκόμενη σε κρίση ηλικίας. Η ταινία έχει γυριστεί στο Λίβερπουλ, στο Λονδίνο και στη Μύκονο. Την περίοδο 1989-1990, σχεδόν ταυτόχρονα με την προβολή της ταινίας, το θεατρικό έργο ανέβηκε στην Αθήνα με πρωταγωνίστρια (και μοναδική ηθοποιό) την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Pauline Collins και Tom Conti.

Shirley Valentine – Η σκηνή στην ταβέρνα

19. Mamma Mia! (2008)

Παρόλη τη χαζοχαρούμενη υπόθεση (μια εικοσάχρονη κοπέλα καλεί στο γάμο της τρεις πρώην φίλους της μητέρας της δίχως να γνωρίζει ποιος από αυτούς είναι ο πατέρας της), η τεράστια εισπρακτική επιτυχία οφείλεται σε τρεις παραμέτρους: σε ένα επιτελείο επώνυμων ηθοποιών (Meryl Streep, Pierce Brosnan, Colin Firth, Cher, Julie Walters, Amanda Seyfried), που δεν προσφέρουν τίποτε άλλο πέραν από το επικοινωνιακό όνομά τους, στη μουσική επένδυση με παλιές επιτυχίες του σουηδικού συγκροτήματος της ποπ Abba, και στο συνδυασμό του φυσικού κάλλους της Σκοπέλου και του Πηλίου, όπου γυρίστηκε, με την ποιότητα της δουλειάς του ελληνοκυπρίου φωτογράφου Χάρι Ζαμπαρλούκου. Το έργο ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του από τις θεατρικές σκηνές του West End και του Broadway, με μεγάλη εμπορική ανταπόκριση (ανεβάζεται ακόμη και σήμερα στη χώρα μας και αλλού).

Στιγμιότυπο από τα γυρίσματα: η σκηνή του γάμου.

Mamma Mia! – Trailer

 

Και…εκτός συναγωνισμού:

20. Zorba the Greek (1964)

Το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), μια μυθιστορική απόδοση της ζωής του Γεωργίου Ζορμπά, φίλου και επιχειρηματικού συνεργάτη του συγγραφέα, είχε από καιρό κεντρίσει το ενδιαφέρον της εβδόμης τέχνης. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 η σκέψη απασχόλησε τον Ηλία Καζάν, ο οποίος είχε κατά νου τον Burt Lancaster για τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Στα μέσα της ίδιας δεκαετίας, ο Jules Dassin είχε κατά νου τον πρωταγωνιστή του Sergei Eisenstein, τον Ρώσο ηθοποιό  Nikolai Cherkasov (Alexander Nevsky, Ivan the Terrible). Ο κλήρος έπεσε τελικά στον Μιχάλη Κακογιάννη και στον Anhony Quinn. O μεξικανικής καταγωγής ηθοποιός ενσάρκωσε ιδανικά τον άξεστο Κρητικό ήρωα του Καζαντζάκη, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας. Δεύτερη παράμετρος, σήμα κατατεθέν του έργου, υπήρξε η μουσική επένδυση από τον Μίκη Θεοδωράκη, που κατέστησε το συρτάκι (και την Ελλάδα μαζί) γνωστό σε παγκόσμια κλίμακα. Ωστόσο, τα τρία βραβεία Όσκαρ, τα οποία απέσπασε η ταινία, πήγαν αλλού: β΄ γυναικείος ρόλος (Lila Kedrova), καλλιτεχνική διεύθυνση για ασπρόμαυρη ταινία (Βασίλης Φωτόπουλος) και φωτογραφία για ασπρόμαυρη ταινία. Αξίζει να σημειωθεί πως η Lila Kedrova επιστρατεύθηκε την τελευταία στιγμή για τον ρόλο της Μαντάμ Ορτάνς, όταν η γνωστή Γαλλίδα ηθοποιός Simone Signoret εγκατέλειψε για προσωπικούς λόγους τα γυρίσματα ενόσω αυτά βρίσκονταν σε αρχικό στάδιο. Στο έργο συμμετέχουν οι Alan Bates, Ειρήνη Παππά (σε μια από τις πολλές συνεργασίες της με τον Κακογιάννη), Ελένη Ανουσάκη, Γιώργος Φούντας, Σωτήρης Μουστάκας και Άννα Κυριακού. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν εξ ολοκλήρου στην Κρήτη.

Αnthony Quinn και Alan Bates στην τελευταία και πλέον δημοφιλή σκηνή του έργου.

Zorba the Greek – Συρτάκι

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Πέτρος Στ. Μακρής-Στάικος: Θέμης Μαρίνος, ο D/H 399 της SOE

Πέτρος Στ. Μακρής-Στάικος

Θέμης Μαρίνος, ο D/H 399 της SOE

Τον Θέμη Μαρίνο είχα την τύχη και τη χαρά να τον γνωρίσω στα γραφεία της «Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας» (ΕΜΕΙΣ), όταν αμφότεροι ήμασταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, αργότερα δε τον είχα συναντήσει σε διάφορες εκδηλώσεις. Με είχε εντυπωσιάσει η σεμνότητά του, ενώ υπήρξε πάντα πρόθυμος να απαντήσει στις ερωτήσεις μου για ιστορικά θέματα. Τα όσα ακολουθούν αποτελούν απότιση τιμής στη μνήμη του.

Η Ιστορία της Κατοχής στην Ελλάδα δεν αποτελεί μονοσήμαντη αφήγηση. Κάτι τέτοιο ισχύει μόνον για τους δογματικούς και τους αφελείς. Πρόκειται, αντίθετα, για ένα ιστορικό φαινόμενο με διάφορες συνιστώσες και, συχνά μεταβαλλόμενες, παραμέτρους. Εδώ θα ασχοληθώ κυρίως με τη βρετανική κυβέρνηση και τις μυστικές της υπηρεσίες, ιδίως δε με εκείνες που ιδρύθηκαν για τις ανάγκες του πολέμου.

Η προσάρτηση της Αυστρίας στη χιτλερική Γερμανία, τον Μάρτιο του 1938, οδηγεί τη SIS (Secret Intelligence Service) στην ίδρυση μιας νέας μυστικής υπηρεσίας, της Section D. Σκοπός της είναι η πρόκληση της οικονομικής κατάρρευσης του εχθρού, με δολιοφθορές, ανορθόδοξο πόλεμο, εργατικές αναταραχές, πληθωρισμό κ.ά. Την ίδια περίπου εποχή, το War Office (υπουργείο Πολέμου) δημιουργεί και αυτό μία υπηρεσία ανορθόδοξου πολέμου και ανταρτοπολέμου που θα λάβει το παραπλανητικό όνομα Military Intelligence (Research) MI (R).

Ο Θέμης Μαρίνος  (δεύτερος από δεξιά) στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο Αγγλος Πρόξενος» του Πέτρου Μακρή-Στάικου το 2011. Αριστερά, ο Κωστής Στεφανόπουλος και ανάμεσά τους ο αντιστασιακός Ρήγας Δ. Ρηγόπουλος.

Στις 14 Ιουνίου του 1940 οι Γερμανοί μπαίνουν στο Παρίσι και οι εξελίξεις γίνονται ραγδαίες. Η Section D, η MI (R) και το λεγόμενο Electra House, δηλαδή η υπηρεσία «μαύρης» προπαγάνδας, συγχωνεύονται και αποτελούν πλέον την Special Operations Executive (SOE-Υπηρεσία Ειδικών Επιχειρήσεων). Η Μ. Βρετανία της εποχής κυβερνάται από κυβέρνηση συνεργασίας Συντηρητικών και Εργατικών. Ο Συντηρητικός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσώρτσιλ αναγκάζεται να κάνει μεγάλες υποχωρήσεις απέναντι στους Εργατικούς, ιδίως όσον αφορά τη στελέχωση και τον έλεγχο της νέας παραστρατιωτικής υπηρεσίας. Η SOE ιδρύεται στις 16 Ιουλίου του 1940 και υπάγεται αμέσως στο νεοσύστατο υπουργείο Οικονομικού Πολέμου (Ministry of Economic Warfare-MEW), με υπουργό τον καθηγητή στο London School of Economics και βουλευτή του Εργατικού Κόμματος, Χιου Ντόλτον, που είναι φανατικός αριστερός. Σε σημείωμα, εξάλλου, του Τσώρτσιλ προς τον προκάτοχό του στην πρωθυπουργία, Νέβιλ Τσάμπερλεν, αναφέρει πως (όπως έχει αποφασιστεί) η βρετανική επίθεση κατά της γερμανικής κυριαρχίας πρέπει αναγκαστικά να στηριχθεί σε «αριστερά επαναστατικά κινήματα». (Βλ. TNA CAB 101/240/2, σελ. 15). Η τοποθέτηση αυτή, αργότερα θα εξελιχθεί στη λεγόμενη «διττή» βρετανική πολιτική απέναντι στην Ελλάδα.

Δεν είναι γνωστό το πότε ο Θέμης Μαρίνος εντάχθηκε στη SOE. Γεγονός είναι, πάντως, ότι εκεί του δόθηκαν ο κωδικός αριθμός D/H 399 και το κωδικό όνομα «Themi». Γεγονός είναι, επίσης, ότι υπήρξε απόφοιτος του Κέντρου Ειδικής Εκπαιδεύσεως (STC) της SOE. Η σχολή λειτουργούσε σε έναν λόφο πάνω από τη Χάιφα. Εκτός από τα θεωρητικά μαθήματα, οι φοιτούντες εκεί εκπαιδεύονταν στην πτώση με αλεξίπτωτο αλλά και σε μεθόδους ανορθόδοξου πολέμου. Ενα από τα πλέον ανατριχιαστικά –και ευρύτερα άγνωστα– μαθήματα, ήταν η θανάτωση κάποιου, με τα δύο μεγάλα δάκτυλα του ενός χεριού βαθιά μέσα στα μάτια του.

Ο Bollo, ο Ρόμελ, ο Ζέρβας και οι δισταγμοί του Βελουχιώτη

Τον Αύγουστο του 1942, επικεφαλής της SOE Καΐρου τοποθετείται ο Λόρδος Γκλένκονερ και εκείνος προσλαμβάνει ως αρχηγό του επιτελείου του, τον μετέπειτα ταξίαρχο Κλίβελαντ Μέργουιν Κιμπλ, ή «Bollo», έναν χολερικό και –λόγω φυσικών και επαγγελματικών μειονεκτημάτων– συμπλεγματικό άνθρωπο. Ομως ο Κιμπλ διαθέτει ένα κρυφό πλεονέκτημα:

Είναι ο μοναδικός αξιωματικός της SOE που, λόγω της προηγούμενης θέσης του, έχει πρόσβαση στο Ultra (τα προϊόντα της αποκρυπτογράφησης των κωδικοποιημένων επικοινωνιών των δυνάμεων του άξονα) και στα σήματα του στρατάρχη Ερβιν Ρόμελ, από και προς το Βερολίνο και τη Ρώμη, που έχουν υποκλαπεί μέσω αυτού. Ετσι γνωρίζει ότι από τα τέλη Αυγούστου του 1942 το Afrika Korps δεν εφοδιάζεται πλέον από την Ελλάδα, μέσω της σιδηροδρομικής γραμμής Θεσσαλονίκης-Αθηνών-Πειραιώς, αλλά σχεδόν αποκλειστικά από την Ιταλία, είτε απευθείας είτε μέσω Κρήτης (βλ. ενδεικτικά, TNA HW 1/1139, F. H. Hinsley κ.α., British Intelligence in the Second World War, τόμ. 2, σελ. 407 και εξ., Andreas Hillgruber στο Oberkommando der Ehermacht Kriegstagebuch, ημιτ. Ι, σελ. 141, M.R.D. Foot, SOE, σελ. 234).

Ο Θέμης Μαρίνος, εκπαιδευτής στο στρατόπεδο της SOE, στη Χάιφα, το 1941.

Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1942, ο στρατάρχης Χάρολντ Αλεξάντερ καλεί τον Γκλένκονερ και, ενόψει της επικείμενης μάχης του Ελ Αλαμέιν, του ζητάει το άμεσο και όσο το δυνατόν πιο ισχυρό πλήγμα κατά των γραμμών εφοδιασμού του εχθρού, στην Ελλάδα και στην Κρήτη. Ετσι ο Κιμπλ, παρ’ όλον ότι γνωρίζει την αλήθεια, διοργανώνει την επιχείρηση Harling, έχει ως σκοπό την ανατίναξη μιας από τις τρεις σιδηροδρομικές γέφυρες, εκείνες του Ασωπού, της Παπαδιάς και του Γοργοποτάμου. Ρώτησα κάποτε τον Θέμη Μαρίνο, αν γνώριζε τα παραπάνω. Εκνευρίστηκε και μου απάντησε: «Για το Ελ Αλαμέιν τα μάθαμε μετά!». Οσο για το τι επεδίωκε ο Κιμπλ με την ανατίναξη, οι σκοποί του ήταν δύο: Πρώτον να ικανοποιήσει την προσωπική του φιλοδοξία και δεύτερον να δικαιολογήσει τις πολλές χιλιάδες χρυσές λίρες που είχαν δοθεί στο ΚΚΕ, στο ΕΑΜ και στον ΕΛΑΣ, χωρίς κάποιο εμφανές αποτέλεσμα (βλ. Foot, όπ.π., και TNA FO 371/37201/R 654).

Οπως είναι γνωστό, η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου έγινε στις 25 Νοεμβρίου του 1942, όταν πλέον ο Ρόμελ είχε συντριβεί στο Ελ Αλαμέιν. Οπως επίσης είναι γνωστό, η καθυστέρηση είχε ως αιτία τον δισταγμό του Αρη Βελουχιώτη να παραβεί τη «γραμμή» του ΚΚΕ για τη μη συνεργασία, οποιασδήποτε μορφής, με τους Βρετανούς. Τελικά ο φόβος του ότι ο Ζέρβας θα καρπωθεί όλη τη δόξα για την ανατίναξη θα τον κάνει να παραβεί την «γραμμή», αγνοώντας τον κίνδυνο να υποστεί τις κομματικές συνέπειες.

Αν και «φάρσα» του Κιμπλ, ο Γοργοπόταμος είχε δύο σοβαρότατες συνέπειες για τα ελληνικά πράγματα. Η πρώτη συνίσταται στη ριζική μεταβολή της πολιτικής και των σχεδίων για το αντάρτικο, για το οποίο αποφασίζεται η ενίσχυση και η ανάπτυξή του, για την πραγματοποίηση εκτεταμένων δολιοφθορών κατά του εχθρού. Ετσι, ενώ αρχικά είχε δοθεί η εντολή να επιστρέψουν τα μέλη της αποστολής Harling εκτός από τον Κρις Γούντχαουζ και τον Θέμη Μαρίνο που θα παρέμεναν στην Ελλάδα μαζί με δύο ασυρματιστές, σε λίγο αυτή ανακαλείται και όταν οι υπόλοιποι επιστρέφουν, σχηματίζεται η British Military Mission (BMM), ή Βρετανική Στρατιωτική Αποστολή (ΒΣΑ), που θα δράσει μέχρι το 1944.

Ο Γοργοπόταμος είχε, επίσης, ως αποτέλεσμα τη ραγδαία ανάπτυξη του ανταρτικού κινήματος και ιδίως του ΕΛΑΣ. Η βρετανική παρουσία και το αίσθημα ασφαλείας που αυτή προκαλούσε, συνετέλεσαν τα μέγιστα στο γεγονός αυτό. Σε ήσσονα βαθμό, επίσης, συνετέλεσε και η πείνα στην Αθήνα τον τραγικό χειμώνα του 1941-1942. Δυστυχώς για τον τόπο μας η, μέχρι τα τέλη του 1943, πάσης φύσεως ενίσχυση του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ από την SOE Καΐρου, ενώ αυτή γνώριζε τον κίνδυνο που αποτελούσαν για την Ελλάδα, είχε ως συνέπεια έναν πρώτο εμφύλιο πόλεμο και χιλιάδες νεκρούς μέχρι την Απελευθέρωση. Πριν από χρόνια, μιλούσα με τον Θέμη σε μια συγκέντρωση. Σε λίγο, κάποιος που με είχε δει, με πλησίασε και μου είπε: «Τρεις άνθρωποι έσωσαν την Ελλάδα τα χρόνια εκείνα. Ο Κρις Γούντχαους, ο Νίκολας Χάμοντ και ο Θέμης Μαρίνος. Και οι τρεις αγνόησαν εντολές και οδηγίες της SOE…».

* Ο κ. Πέτρος Στ. Μακρής-Στάικος είναι ιστορικός ερευνητής, συγγραφέας.

Πηγή: Η Καθημερινή

Γιάννης Μουρέλος:Ο Ναπολέων και τα “Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης”. Μύθος και πραγματικότητα

Γιάννης Μουρέλος

Ο Ναπολέων και τα “Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης”.

Μύθος και πραγματικότητα

Στον Jean Tulard,

από τον μαθητή προς τον Δάσκαλο,

τιμής ένεκεν

       Α. Ο Emmanuel de Las Cases και η περιφρούρηση της υστεροφημίας του Ναπολέοντα

Τo 1823, δύο χρόνια έπειτα από τον θάνατο του εξόριστου στη Νήσο της Αγίας Ελένης Ναπολέοντα Α΄ (5 Μαϊου 1821), κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα πολύτομο έργο, φέροντα τον τίτλο Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης (Le Mémorial de Sainte-Hélène ), το οποίο θεωρήθηκε ως η παρακαταθήκη του αυτοκράτορα, μια πρωτογενής μαρτυρία για τη ζωή, τη σταδιοδρομία, αλλά και για την καθημερινότητα και τις συνθήκες κράτησης του τελευταίου στην Αγία Ελένη, ένα απομονωμένο ηφαιστειογενές νησί στη μέση του Ατλαντικού, σε απόσταση 3.000 χλμ. από την πλησιέστερη ακτή και άνω των 10.000 χλμ.από τη Γαλλία. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης έτυχαν θερμότατης υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό σε ολόκληρη την Ευρώπη, αποτέλεσαν μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες καθ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και εθεωρούντο (και εξακολουθούν να θεωρούνται) από τους ιστορικούς ως μαρτυρία εξέχουσας σημασίας.

Ωστόσο, σε αντιδιαστολή με την εικόνα που ο πολύς κόσμος έχει σχηματίσει, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν γράφτηκαν ούτε υπαγορεύτηκαν από τον Ναπολέοντα. Πρόκειται για μια συλλογή σημειώσεων του κόμη Emmanuel de Las Cases (1766-1842), ο οποίος είχε εισχωρήσει από παλιά στο περιβάλλον του αυτοκράτορα και κερδίσει την εύνοιά του. Έπειτα από τον εξαναγκασμό του Ναπολέοντα σε παραίτηση (11 Απριλίου 1814), ο Las Cases διέφυγε στην Αγγλία. Επανήλθε, όμως, σύντομα στην πατρίδα του, προκειμένου να υπηρετήσει τον αυτοκράτορα στη διάρκεια των περίφημων εκατό ημερών (Μάρτιος – Ιούλιος 1815), που μεσολάβησαν ανάμεσα στην απόδραση από τη Νήσο Έλβα και τη μάχη του Βατερλώ. Παρά την αρνητική έκβαση της τελευταίας, παρέμεινε πιστός στον Ναπολέοντα και τον συνόδευσε στο νέο τόπο εξορίας, τη Νήσο της Αγίας Ελένης.

Μέχρι στιγμής, δύο σημεία χρήζουν επεξήγησης. Κατ αρχήν, ο Las Cases προσφέρθηκε οικειοθελώς να ακολουθήσει τον καθαιρεθέντα  αυτοκράτορα. Ουδείς του είχε ζητήσει να προβεί σε μια ενέργεια του είδους αυτού. Ούτε καν ο Ναπολέων. Όταν, μάλιστα, ο τελευταίος ζήτησε να πληροφορηθεί, εκφράζοντας εύλογη απορία, τα κίνητρα της επιλογής, ο Las Cases απάντησε πως η απομόνωση στη μέση του Ατλαντικού ήταν μια πρώτου μεγέθους ευκαιρία προκειμένου να τον συνδράμει στην κατοχύρωση  της υστεροφημίας του μέσω της σύνταξης Απομνημονευμάτων. Καθώς, μάλιστα, η συγκεκριμένη στιχομυθία έλαβε χώρα εν πλῴ προς την Αγία Ελένη, διαφαίνεται ξεκάθαρα ο λόγος της παρουσίας του Las Cases στο πλευρό του αυτοκράτορα: επρόκειτο για μια προμελετημένη επικοινωνιακή επιχείρηση, από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει όφελος και σε προσωπικό επίπεδο. Κατά δεύτερο λόγο, το περιεχόμενο των εννέα τόμων (άνω των 2.000 σελίδων) των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης είναι η επεξεργασία προχείρων σημειώσεων από πολυάριθμες συζητήσεις, τις οποίες ο Las Cases είχε με τον Ναπολέοντα, συνήθως στο πλαίσιο περιπάτων σε μικρή ακτίνα πέριξ του Longwood House, της οικίας στο κεντρικό υψίπεδο της νήσου, όπου “φιλοξενούνταν” ο αυτοκράτορας και η συνοδεία του. Μετά τη δύση του ηλίου, διαθέτοντας τη συνδρομή του γιού του, που τον είχε ακολουθήσει στον τόπο εξορίας, ο Las Cases καθαρόγραφε και συμπλήρωνε τις σημειώσεις, τις οποίες είχε κρατήσει στη διάρκεια της ημέρας.

Ο Emmanuel de Las Cases και η πρώτη έκδοση των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης το 1823.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η όλη διαδικασία, η οποία υιοθετήθηκε θέτει για έναν ιστορικό μεθοδολογικά προβλήματα υψίστης σημασίας. Ουδείς δύναται να αμφισβητήσει τη νομιμοφροσύνη του Las Cases, τον θαυμασμό και τον σεβασμό, που ο επιμελητής-συγγραφέας των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης έτρεφε για τον ήρωά του. Επιπρόσθετα, ο Las Cases, ήταν δεινός συγγραφέας και ήξερε να γοητεύει το αναγνωστικό κοινό. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ως προς το κατά πόσο το περιεχόμενο των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης αντικατοπτρίζει πιστά τα όσα εκμυστηρεύτηκε ο Ναπολέων ή, αντίθετα, αν πρόκειται για προϊόν εξιδανίκευσης με την προοπτική ακόμα και μιας μελλοντικής εμπορευματοποίησης, χάρη στην  παρείσφρηση του υποκειμενικού στοιχείου. Μέχρι πρότινος, κανένας ιστορικός δεν ήταν σε θέση να απαντήσει υπεύθυνα σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα.

Η όλη κατάσταση επιδεινώθηκε από μια επιπλέον παράμετρο. Ο Ναπολέων, ως γνωστόν, αποβιβάστηκε στην Αγία Ελένη στις 15 Οκτωβρίου 1815 και παρέμεινε εκεί έως τον θάνατό του την άνοιξη του 1821. Αντίθετα με όσα θα ανέμενε κανείς, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν καλύπτουν το σύνολο της εξαετούς εξορίας του αυτοκράτορα. Στην πραγματικότητα ξεπερνούν οριακά το πρώτο έτος μόνο, καθώς ο ίδιος ο Las Cases (διαθέτοντας ενδεχομένως τη συναίνεση του αυτοκράτορα, σε μια προσπάθεια να φυγαδεύσει το περιεχόμενο των Απομνημονευμάτων στον έξω κόσμο) προκάλεσε, ουσιαστικά, την αποπομπή του από το νησί περί τα τέλη του 1816. Ωστόσο, ταυτόχρονα με την απέλαση, οι βρετανικές αρχές κατείσχαν το χειρόγραφο, το οποίο του επέστρεψαν μόνο έπειτα από τον θάνατο του Ναπολέοντα. Συνεπώς, επί πέντε ολόκληρα χρόνια (1816-1821), ο Las Cases προετοίμαζε την έκδοση των Απομνημονευμάτων εξ αποστάσεως, στερούμενος της κύριας πηγής της πληροφόρησής του, των σημειώσεων, δηλαδή, που είχε κρατήσει και επεξεργαστεί ενόσω διέμενε στην Αγία Ελένη. Αναμενόμενη ήταν, υπό αυτές τις συνθήκες, η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην αρχική αφήγηση του Ναπολέοντα και την τελική απόδοση στο πλαίσιο της έκδοσης του 1823. Ωστόσο, εξακολουθεί να πρόκειται για μια απόκλιση, δύσκολο έως αδύνατο να αξιολογηθεί επακριβώς  από τους ειδικούς, καθώς το πρωτότυπο χειρόγραφο των επεξεργασμένων σημειώσεων, αν και είναι αποδεδειγμένο ότι επιστράφηκε κάποια στιγμή στα χέρια του νομίμου κατόχου του, δεν δείχνει να έχει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, διασωθεί. Μοναδική μαρτυρία αποτελεί το εκδοθέν κείμενο, δίχως να υφίσταται δυνατότητα οποιουδήποτε είδους αντιπαραβολής με την αρχική ανέκδοτη πηγή.

Η Νήσος της Αγίας Ελένης και οι απόκρημνες ακτές της, όπως απεικονίζονται σε γκραβούρα του Robert Havell (1769-1832).

Οι παραπάνω δυσκολίες δεν απέτρεψαν το αναγνωστικό κοινό να ανταποκριθεί σύσσωμο στην κυκλοφορία των εννέα τόμων. Μέσα σε ένα χρόνο τα αντίτυπα εξαντλήθηκαν, γεγονός που οδήγησε το 1824 σε δεύτερη έκδοση. Ταυτόχρονα, εκδοτικοί οίκοι του εξωτερικού εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Έτσι, το πολύτομο έργο του Las Cases γνώρισε απήχηση και εκτός γαλλικών συνόρων. Έως το 1830, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης λειτούργησαν ως το μπεστ σέλερ της εποχής. Υστερούσαν σε πωλήσεις μόνο έναντι μιας άλλης σταθερής αξίας: των Μύθων του Jean de La Fontaine. Η εντυπωσιακή αυτή επιτυχία οφείλεται σε πολλούς λόγους. Κατ αρχήν, στην μεγάλη επικοινωνιακή διάσταση του θέματος. Έστω και μετά θάνατον, ο Ναπολέων εξακολουθούσε να εγείρει το ενδιαφέρον του πλήθους, που αποζητούσε να πληροφορηθεί τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο ερημίτης της Αγίας Ελένης είχε διάγει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Άλλωστε, ο πρώην αυτοκράτορας δεν ήταν ο πρώτος τυχών. Όσο αντικρουόμενα και αν ήταν τα αισθήματα που ενέπνεε, είχε σφραγίσει με την παρουσία του τις εξελίξεις των τελευταίων τριάντα ετών. Πόσο μάλλον που τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης περιλάμβαναν αναφορές στις ένδοξες και λιγότερο ένδοξες στιγμές της πλούσιας και ταραχώδους σταδιοδρομίας του. Κατά δεύτερο λόγο, η μεγάλη απήχηση του όλου εγχειρήματος οφείλεται στις αδιαμφισβήτητες συγγραφικές ικανότητες του Las Cases, γεγονός, το οποίο καθιστά το τελικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα ελκυστικό. Οι πλέον καταξιωμένοι εκδοτικοί οίκοι (μεταξύ των οποίων η φημισμένη La Pléiade) ενέταξαν, έκτοτε, τα Απομνημονεύματα στον προγραμματισμό τους, με αποτέλεσμα το όνομα του Las Cases να προβάλλει ισότιμα μεταξύ των κορυφαίων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τέλος, η πολιτική συγκυρία της δεκαετίας 1820-1830, συνέβαλε τα μέγιστα ούτως ώστε το όλο περιεχόμενο να προσλάβει εντελώς αναπάντεχες προεκτάσεις, υπό το φως των διαφόρων εξελίξεων και ζυμώσεων της εποχής. Προκειμένου, όμως, να μπορέσει η τελευταία αυτή διάσταση να γίνει κατανοητή, είναι απαραίτητο να προηγηθεί μια συνοπτική παρουσίαση της εικόνας και της προσωπικότητας του Ναπολέοντα, έτσι όπως αναδεικνύονται μέσα από το κείμενο.

Σύμφωνα με τον Ακαδημαϊκό και μέγα ειδικό της περιόδου της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεοντείων χρόνων Jean Tulard, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπήρξαν το εγκόλπιο του βοναπαρτισμού, του πολιτικού ρεύματος εκείνου, όπου η εξουσία συγκεντρώνεται σε ένα πρόσωπο που διαθέτει ευρεία αποδοχή, κυβερνά αυταρχικά και, ακόμη κι αν πιστεύει ότι υπερασπίζεται τα λαϊκά συμφέροντα, στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τους στόχους μιας ολιγαρχίας. Η ουσιαστική συμβολή των Απομνημονευμάτων στη σφυρηλάτηση του δόγματος του βοναπαρτισμού οφείλεται στο γεγονός ότι μέσα από τις σελίδες των τελευταίων, ο Ναπολέων αναδεικνύει το όλο ιστορικό του έργο υπό το πρίσμα  μιας πολιτικής σκέψης, που συνδυάζει πολλαπλές θεμελιώδεις πτυχές.

Δίχως να απομακρύνονται από τις βασικές αρχές του βοναπαρτισμού (ισότητα έναντι των νόμων, σεβασμός της ιεραρχίας, υπεροχή της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της νομοθετικής, αγώνας κατά της βασιλείας και του ιακωβινισμού), τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπεραμύνονται, με αξιοθαύμαστη, είναι αλήθεια, ευελιξία, των νεότευκτων αξιών του φιλελευθερισμού και του εθνισμού, σχεδόν ανύπαρκτων νωρίτερα, ενάντια στον θεσμό της απόλυτης μοναρχίας. Ο Ναπολέων όχι μόνο ανακτά post mortem τον έλεγχο του δόγματος του βοναπαρτισμού (τον οποίο είχε εκ των πραγμάτων απωλέσει μεταξύ των ετών 1815 και 1821), αλλά του προσδίδει νέα ιστορική διάσταση, συμβιβασμένη με τα σημεία και τις επιταγές των νέων καιρών. Δεν είναι τυχαίο πως τα γραπτά του μελλοντικού Ναπολέοντα Γ΄ ουδόλως αποκλίνουν από το εν λόγῳ πολιτικό μήνυμα.

O Ναπολέων αναπολεί τα μεγαλεία του παρελθόντος από τα βράχια της Αγίας Ελένης.

Η πρώτη εικόνα του Ναπολέοντα, έτσι όπως προκύπτει από το κείμενο, είναι εκείνη του ενσαρκωτή και συνεχιστή της θετικής διάστασης της Γαλλικής Επανάστασης. Αν και εμφανιζόμενος ως κληρονόμος των αρχών της επανάστασης, καταφέρνει, εν τέλει, να διαχωρίσει τις θετικές από τις αρνητικές πτυχές, διατηρώντας στο ακέραιο τις πρώτες. Ασκεί έντονη κριτική στον Ροβεσπιέρο επειδή δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τον όλο κύκλο. Ενστερνίζεται την επαναστατική νομοθεσία στον κοινωνικό, κυρίως, τομέα, όχι όμως τις μεθόδους της τρομοκρατίας και της αναρχίας. Δεν θεωρεί τον εαυτό του ως συνεχιστή της επανάστασης, αλλά ως θεματοφύλακα των εποικοδομητικών πτυχών της τελευταίας. Δεν την διαιωνίζει. Την ολοκληρώνει, επιδιδόμενος σε μια διαδικασία κάθαρσης, η οποία προσβλέπει σε μελλοντική ανάκαμψη από την όλη περιπέτεια, με ψυχολογία και πνεύμα εθνικής συμφιλίωσης.

Ο εγγυητής των ελευθεριών του μέλλοντος, είναι η δεύτερη ιδιότητα, η οποία αποδίδεται στον Ναπολέοντα από το κείμενο των Απομνημονευμάτων. Σε αυτό, ο αυτοκράτορας δεν επιχειρεί να αιτιολογήσει τις προσβολές των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών την εποχή της διακυβέρνησής του. Τις θεωρεί αναμενόμενη συνέπεια της εμπόλεμης κατάστασης. Συγχρόνως με τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, το αυτοκρατορικό καθεστώς θα στρεφόταν εκ των πραγμάτων προς την κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησης, στό πλαίσιο μιας ομόσπονδης Ευρώπης, όπου η Γαλλία θα ασκούσε κυρίαρχο ρόλο. Παρουσιάζει ένα δικό του επίτευγμα, τον Ναπολεόντειο Αστικό Κώδικα, ως στέρεο και ασφαλές υπόβαθρο των πολιτικών ελευθεριών του μέλλοντος, με προεξέχουσα την ελευθερία του ατόμου. Εκφέροντας έναν λόγο αυτού του περιεχομένου, ο επιμελητής των Απομνημονευμάτων προσβλέπει σε δυο ζητούμενα. Αφενός προσφέρει τη δυνατότητα στους βοναπαρτιστές να εκφράσουν επιδεικτικά τον, μάλλον υποκριτικό, φιλελευθερισμό τους. Αφετέρου, επιτρέπει στους γνήσιους φιλελεύθερους να διαδώσουν, ίσως και άθελά τους, τον ναπολεόντειο θρύλο σε ένα ευρύτερο ακροατήριο.

Τρίτη διάσταση, είναι εκείνη του Ναπολέοντα υπερασπιστή της λαϊκής κυριαρχίας. Μέσα από τις σελίδες των Απομνημονευμάτων, ο αυτοκράτορας πολλαπλασιάζει τις αναφορές του αλλά και την προσχώρησή του στην αρχή της  λαϊκής κυριαρχίας. Στη σκέψη του, η έννοια της κληρονομικότητας  στη διαδοχή της εξουσίας δεν πραγματοποιείται ελέῳ Θεού. Προκύπτει από τη βούληση και την εντολή του λαού, μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρά διακριτών και καθορισμένων από το νόμο σχέσεων ανάμεσα στους υπηκόους και εκείνον που τους εκπροσωπεί. Ο αυτοκράτορας προσδίδει τόσο μεγάλη σημασία στην κοινή γνώμη, ακριβώς επειδή ο ίδιος θεωρεί ότι ενσαρκώνει προσωπικά τις φιλοδοξίες και τα οράματα της τελευταίας.

Ταυτόχρονα όμως (προφανώς για να μην υπάρξει κίνδυνος παρερμηνείας), εμφανίζεται και ως εγγυητής της υπεροχής της εκτελεστικής εξουσίας ενάντια σε μια στρατιωτική δεσποτεία. Αυτοχρίζεται “Ύπατος Μάγιστρος”, κάνοντας λόγο για μια μορφή μετριοπαθούς μοναρχικής διακυβέρνησης. Δεν κρύβει την επιφύλαξή του έναντι των κοινοβουλευτικών θεσμών. Έχοντας, προφανώς, κατά νου την εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης, τις θεωρεί χυδαίες και περιορισμένης ωφελιμότητας για το εθνικό συμφέρον. Εν ολίγοις, ο Ναπολέων προάγει την ιδέα της αδιαμφισβήτητης υπεροχής της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος της νομοθετικής, σφυρηλατώντας, έτσι, ένα αυταρχικό σύστημα διακυβέρνησης, το οποίο, ωστόσο, απέχει παρασάγγας από εκείνο της βασιλείας ελέῳ Θεού.

Ο Ναπολέων υπάγορεύει τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης στον Las Cases, πίνακας του William Quiller Orchardson, 1892, Lady Lever Art Gallery,  Λίβερπουλ. Πρόκειται για μια πρόσληψη της πραγματικότητας καθ όλα εσφαλμένη.

Πέμπτη και τελευταία διάσταση, η οποία αναδεικνύεται μέσα από τις σελίδες των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης, είναι εκείνη του Ναπολέοντα υποστηρικτή και διακινητή της αρχής των εθνοτήτων. Πρόκειται για ένα γνώρισμα, το οποίο διατρέχει διαγωνίως ολόκληρο το κείμενο. Ο έκπτωτος αυτοκράτορας επιμένει στην ανάγκη επίτευξης μιας εθνικής ενότητας. Την οραματίζεται μέσω της ανάπτυξης και ενδυνάμωσης μιας άρχουσας τάξης δίχως αναχρονιστικά δικαιώματα, καθώς και με τη συνδρομή μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, ικανής να επιφέρει μια αρμονική και εκλογικευμένη ισορροπία. Ταυτόχρονα, εκφράζει την πεποίθησή του ως προς τη σημασία και την ισχύ της αρχής των εθνοτήτων, η οποία ουδόλως αντικρούει την παλαιότερη θεωρία περί δημιουργίας μιάς ομόσπονδης Ευρώπης. “Δεν υπήρξα παρά ο ολετήρας των δικαιωμάτων των λαών, εγώ, που τόσα είχα πράξει και ήμουν διατεθειμένος να αγωνιστώ εκ νέου γι αυτά”, ομολογεί σε μια έξαρση αυτοκριτικής διάθεσης. Υπενθυμίζει, παραταύτα, πως η ενοποίηση της Πολωνίας, την οποία ο ίδιος είχε δρομολογήσει, παρεμποδίστηκε αποκλειστικά και μόνο από την ατυχή έκβαση της εκστρατείας στη Ρωσία και υπεραμύνεται των πράξεών του, οι οποίες απέτρεψαν μια περαιτέρω αποσύνθεση της Ιταλίας, ανοίγοντας, με τον τρόπο αυτό, την πορεία προς μια μελλοντική ενοποίηση της τελευταίας.

Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, την τελευταία μάχη του αυτοκράτορα, η οποία υπήρξε, μετά θάνατον πάντοτε, νικηφόρα, χάρη σε δυο παράγοντες: α) τη διαμεσολάβηση του Las Cases, που δεν δίστασε να εμπλουτίσει το κείμενο με πλήθος από δικές του προσθήκες (ακόμα και δημοφιλείς ρήσεις, οι οποίες επί χρόνια ολόκληρα αποδίδονταν στον Ναπολέοντα, αποδείχθηκε πως ήταν δικής του έμπνευσης) και β) τις συνθήκες κράτησης, που του επέτρεψαν (χάρη, πάντοτε, στη διαμεσολάβηση και τις συγγραφικές ικανότητες του Las Cases), να εμφανίσει τον εγκλεισμό ως πραγματικό μαρτύριο.

Πολλά έχουν γραφεί γύρω από το υποκειμενικό στοιχείο του Las Cases. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο τελευταίος παρεμβάλλει (άλλοτε συνειδητά, άλλοτε όχι) παραμορφωτικά κάτοπτρα, καθιστώντας την ανεύρεση της ιστορικής αλήθειας δυσχερή. Πέρα από την έγνοια της περιφρούρησης της υστεροφημίας του ινδάλματός του, ευθύς εξαρχής έχει κατά νου και το προσωπικό συμφέρον, καθώς πραγματεύεται ένα εξόχως επικοινωνιακό θέμα, ικανό να οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου εμπορική επιτυχία. Ο τρόπος, με τον οποίο επιβάλλει την παρουσία του στο πλευρό του αυτοκράτορα και τον πείθει να αποδεχθεί την πρόταση είναι αποκαλυπτικός. Υπάρχει, επομένως, ευθύς εξαρχής ένα είδος σκοπιμότητας που από μόνο του αυξάνει τον κίνδυνο αλλοίωσης της πραγματικότητας. Η (μη ηθελημένη τη φορά αυτή) κατάσχεση του πρωτότυπου χειρογράφου από τους Βρετανούς για μεγάλο χρονικό διάστημα, πολλαπλασίασε τον κίνδυνο. Ωστόσο, πολλοί πιστεύουν ότι η πραγματική διαστρέβλωση οφείλεται στη δυναμική προς μια περισσότερο φιλελεύθερη κοινωνία, που άρχισε να εκδηλώνεται στις αρχές της δεκαετίας του 1820. Εάν κάποιος απόηχος είχε καταφέρει να φτάσει μέχρι την μακρινή και ξεχασμένη από Θεό και ανθρώπους Νήσο της Αγίας Ελένης, θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά εξασθενισμένος. Ο Las Cases, όμως, υπήρξε αυτόπτης μάρτυς των διαφόρων αυτών ζυμώσεων, το βίωμα των οποίων τον έπεισε να αντιστρέψει πλήρως την προοπτική του, εστιάζοντας στις διαχρονικές αξίες της Ναπολεόντειας εποχής, εφοδιάζοντας με προφητικές, σχεδόν, διαστάσεις τον ήρωά του και μετατρέποντας το εγχείρημά του σε μια επιδέξια επιχείρηση προπαγάνδας. Στα Απομνημονεύτατα της Αγίας Ελένης, ο Ναπολέων αναφέρεται στο παρελθόν, κοιτάζει όμως (ελέῳ Las Cases) προς το μέλλον. Οι ειδικοί ερευνητές είχαν ανέκαθεν απόλυτη συναίσθηση του προβλήματος. Μη διαθέτοντας, ωστόσο, κάποιο σημείο σύγκρισης, καθώς η έκδοση του 1823 αποτελούσε το ένα και μοναδικό τεκμήριο του κειμένου, αδυνατούσαν να εκτιμήσουν το μέγεθος της διαστρέβλωσης και της απόκλισης από την ιστορική πραγματικότητα. Η όλη κατάσταση άλλαξε εκ διαμέτρου μεταξύ των ετών 2008 και 2017, με την ανεύρεση, επεξεργασία και επιμελημένη έκδοση του πλησιεστέρου προς το πρωτότυπο χειρόγραφο του Las Cases, πιστού αντιγράφου, κάτω απο συνθήκες, οι οποίες περιγράφονται παρακάτω.

Η Νήσος της Αγίας Ελένης.

Στα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπάρχουν συχνές αναφορές στις συνθήκες κράτησης. Το νησί προσφέρεται ως τόπος εξορίας και θέσης σε περιορισμό κατ οίκον. Στο μέσο κυριολεκτικά του Ατλαντικού Ωκεανού, περιστοιχισμένο από απόκρημνες ακτές, έρμαιο των ισχυρών ανέμων, που εμποδίζουν τα πλοία να προσεγγίσουν στην ξηρά (ακόμα και σήμερα η αποβίβαση πραγματοποιείται με βάρκες), καθιστά εξαιρετικά δύσκολη έως πρακτικά αδύνατη οποιαδήποτε επιχείρηση απόδρασης. Παρά ταύτα, οι βρετανικές αρχές φρόντισαν να λάβουν όλα τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα. Στις 10 Δεκεμβρίου 1815, ο αυτοκράτορας και η συνοδεία του μεταφέρθηκαν στο Longwood House, ένα μικρό σύμπλεγμα κατοικιών στο κεντρικό υψίπεδο του νησιού, σε απόσταση ασφαλείας από την ακτή. Η φύλαξη ανατέθηκε σε μια δύναμη 3.000 (!) ανδρών, που αναπτύχθηκαν περιμετρικά. Η κυκλοφορία εντός της περιμέτρου ήταν ελεύθερη. Πέραν αυτής, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελούσε η εξασφάλιση της σχετικής άδειας από τις αρχές του νησιού.  Οποιαδήποτε  έξοδος πέραν της περιμέτρου, γινόταν αντικείμενο στενής παρακολούθησης. Οι ανέσεις περιορίζονταν στα απαραίτητα, η δε διατροφή ήταν μέτρια έως κακή. Η αλληλογραφία (αλλά και κάθε είδος γραπτού κειμένου συμπεριλαμβανομένων των σημειώσεων του Las Cases και του πρωτότυπου χειρογράφου των Απομνημονευμάτων) υπαγόταν σε κανόνες αυστηρής λογοκρισίας, ενώ, μεταξύ των θαμώνων του Longwood κοινή ήταν η πεποίθηση περί παρείσφρησης κατασκόπων στους κόλπους του βοηθητικού προσωπικού. Σήμερα, το Longwood και ο παραπλήσιος τάφος του Ναπολεόντα (προτού τα οστά του τελευταίου μεταφερθούν στο Παρίσι το 1840), αποτελούν ιδιοκτησία του Γαλλικού κράτους, το οποίο έχει αναλάβει τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας τους ως τόπου προσκυνήματος.

Το Longwood House σε χαρακτικό εποχής.

In Napoleon’s footsteps on St Helena

Στις 17 Απριλίου 1816 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση του Ναπολέοντα με τον στρατηγό Sir Hudson Lowe, τον νεοδιορισθέντα κυβερνήτη της Αγίας Ελένης. Μέχρι το 1821, ο συνολικός αριθμός των συναντήσεων ανάμεσα στους δυο άνδρες δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις δέκα, γεγονός που καταδεικνύει τις κάκιστες μεταξύ τους σχέσεις. Ο ήδη γνωστός από το παρελθόν για την άξεστη συμπεριφορά του Βρετανός αξιωματούχος, διακατεχόταν σε καθημερινή κλίμακα από το σύνδρομο της απόδρασης του διάσημου κρατουμένου του και για τον λόγο αυτό ενίσχυε διαρκώς και με τρόπο αψυχολόγητο τα μέτρα ασφαλείας, προκαλώντας τη δικαιολογημένη δυσφορία των εγκλείστων του Longwood. Κάθε είδους μέτρο (ψυχολογικής περισσότερο) πίεσης ήταν ευπρόσδεκτο στο ποσοστό, κατά το οποίο θα μπορούσε να αποτρέψει παρόμοιο ενδεχόμενο. Πόσο μάλλον, που  φήμες, με προέλευση την Ευρώπη και την Αμερική, έκαναν λόγο ακόμα και για σχεδιαζόμενη φυγάδευση του αυτοκράτορα με χρήση …υποβρυχίου, του νέου είδους πλεούμενου, που είχε επινοήσει ο Αμερικανός μηχανικός Robert Fulton, πατέρας της προώθησης των πλοίων με ατμοκίνηση.

Στην πραγματικότητα, η κατάσταση ήταν λιγότερο δραματική από όσο περιγράφεται με αδρές εκφράσεις στα Απομνημονεύτατα της Αγίας Ελένης (στην εκδοθείσα μορφή και λιγότερο στο αρχικό χειρόγραφο που κατασχέθηκε από τους Βρετανούς το 1816 και το οποίο υπόκειτο, ούτως ή άλλως, σε λογοκρισία). Η μεταμόρφωση του Ναπολέοντα από έγκλειστο σε μάρτυρα είναι σε μεγάλο ποσοστό εφεύρημα του Las Cases, με αντικειμενικό σκοπό την κατάκτηση ενός όσο το δυνατόν πολυπληθέστερου αναγνωστικού κοινού, κάτι που κατάφερε στην εντέλεια. Οι, συνεπαρμένοι από το πνεύμα του Ρομαντισμού, αναγνώστες των Απομνημονευμάτων, έχοντας κατά νου ότι σε στιγμές δόξας, ο Ναπολέων είχε καταλύσει στα μεγαλύτερα και πολυτελέστερα ανάκτορα της Ευρώπης, κλονίστηκαν διαβάζοντας την περιγραφή της καθημερινής ζωής στο ταπεινό Longwood. Ακόμα και η γεμάτη συγκινησιακή φόρτιση έκφραση “Αν ο Ιησούς δεν είχε σταυρωθεί δεν θα ήταν Θεός”, η οποία αποδίδεται στον Ναπολέοντα, δεν είναι αποδεδειγμένο ότι εκστομίστηκε τελικά από αυτόν. Φαίνεται, πάντως, πως και ο ίδιος ο αυτοκράτορας δεν υπήρξε εντελώς αμέτοχος. Επάνω στο νησί, πριν από την αναχώρηση του Las Cases, διαδραματίστηκε κοινῄ συναινέσει μια κωμωδία, που συνίστατο στην εσκεμμένη μεταμόρφωση του εαυτού του από απλό εξόριστο σε Προμηθέα δεσμώτη στον βράχο της Αγίας Ελένης, αιχμάλωτο της Ιεράς Συμμαχίας, καθώς και στη μετατροπή του  Hudson Lowe από σπασμωδικό και αγχωμένο κυβερνήτη σε έναν στυγνό και αδίστακτο δεσμοφύλακα.

Sir Hudson Lowe (1769 – 1844).

Συνοψίζοντας, η έκδοση των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης του 1823-1824, όπως και όλες οι υπόλοιπες, που κυκλοφόρησαν μεταγενέστερα, κινούνται στο μεταίχμιο της ιστορικής αλήθειας και της περιστασιακής της παραβίασης. Ο Ναπολέων ουδέποτε υπήρξε υπερασπιστής της λαϊκής κυριαρχίας, πόσο μάλλον εγγυητής της αρχής των εθνοτήτων. Ο εγκλεισμός του στην άκρη του κόσμου από τα κράτη μέλη της Ιεράς Συμμαχίας, ορκισμένων εχθρών όλων όσων παραπλανητικά αποδίδονται στον αυτοκράτορα από τα Απομνημονεύματα, προσέφερε το τέλειο άλλοθι στον Las Cases. Μέσα σε μια διαφορετική χρονική συγκυρία, ελισσόμενος με αξιοζήλευτη ευελιξία και αναμφισβήτητη συγγραφική ικανότητα, εκπλήρωσε στο έπακρο τον δισυπόστατο στόχο, τον οποίο είχε θέσει ευθύς εξαρχής: εκείνον της περιφρούρησης της υστεροφημίας του ινδάλματός του και εκείνον μιας ανεπανάληπτης εκδοτικής επιτυχίας. Υπό παρόμοιες συνθήκες, είναι δεδομένο πως η αποστολή και ο ρόλος των  ιστορικών υποβαθμίζονται σε ελάσσονα μοίρα.

Jean Tulard : Napoléon à Sainte-Hélène

  Β. Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης και η επανεκτίμηση των Απομνημονευμάτων

Το 2004, στο πλαίσιο μιας έρευνας στη Βρετανική Βιβλιοθήκη του Λονδίνου για τον Hudson Lowe, ο ιστορικός Peter Hicks εντόπισε την ύπαρξη ενός μακροσκελούς τετράτομου χειρογράφου κειμένου, το οποίο έμελλε να οδηγήσει σε επανεκτίμηση της όλης υπόθεσης. Το κείμενο βρέθηκε στα κατάλοιπα της οικογενείας Bathurst (o Henry Bathurst, 3ος λόρδος Bathurst, διετέλεσε από το 1812 έως το 1827 υπουργός Στρατιωτικών και Αποικιών). Το εν λόγῳ κείμενο είναι ένα αντίγραφο του πρώτου χειρογράφου, που οι αρχές της Αγίας Ελένης είχαν κατάσχει λίγο προτού απελάσουν από εκεί τον Las Cases. Όταν, αμέσως μετά τον θάνατο του Ναπολέοντα το 1821, βρέθηκαν μπροστά στην υποχρέωση να επιστρέψουν το χειρόγραφο στον νόμιμο κάτοχό του, φρόντισαν, προηγουμένως, να κρατήσουν ένα πιστό αντίγραφο. Επρόκειτο για μια προληπτική κίνηση, ενόψει της διαφαινόμενης, τότε, έκδοσης των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης, η οποία τους παρείχε την δυνατότητα να αντικρούσουν οποιεσδήποτε μεταγενέστερες προσθήκες, ειδικότερα εάν αυτές στρέφονταν εναντίον των βρετανικών συμφερόντων. Το πιστό αυτό αντίγραφο παραδόθηκε στον καθ ύλην αρμόδιο υπουργό (δηλ. τον Bathurst) κι έτσι εξηγείται ο εντοπισμός του στα κατάλοιπα της οικογενείας. Το 1965, το αρχείο Bathurst κατατέθηκε στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, όπου φυλάσσεται σήμερα. Η αλήθεια είναι πως η ύπαρξη του τετράτομου χειρογράφου κειμένου είχε επισημανθεί 42 χρόνια νωρίτερα, το 1923, όταν η Επιτροπή Ιστορικών Χειρογράφων (Historical Manuscripts Commission), εφαρμόζοντας σχολαστικά τη σχετική νομοθεσία, είχε δημοσιοποιήσει μια αναλυτική καταγραφή των καταλοίπων Bathurst, έστω και αν τα τελευταία βρίσκονταν ακόμη στην κατοχή της οικογενείας και απαιτείτο ειδική άδεια προκειμένου ένας ερευνητής να μπορέσει να τα συμβουλευθεί. Στην καταγραφή αυτή αναφέρεται ρητά η ύπαρξη του επίμαχου χειρογράφου. Ωστόσο, ουδείς διέγνωσε τότε τη σημασία του. Ούτε το 1965, όταν τα κατάλοιπα αποκτήθηκαν από τη Βρετανική Βιβλιοθήκη. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα 39 ολόκληρα χρόνια, έως ότου ο Hicks καταφέρει να εντοπίσει την ύπαρξή του από τύχη και μόνο.

Πρώτη αντίδραση του Βρετανού ιστορικού ήταν να ενημερώσει σχετικά τον άμεσα ενδιαφερόμενο φορέα στη Γαλλία, την Fondation Napoléon. Αμέσως συγκροτήθηκε μια ομάδα από ειδικούς (Thierry Lentz, Chantal Prévot, François Houdecek και, φυσικά, Peter Hicks), η οποία ανέλαβε να εξετάσει το κείμενο και να αξιολογήσει το περιεχόμενό του. Η εξονυχιστική και επίπονη αυτή διαδικασία ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2017, με την κυκλοφορία μιας έκδοσης, η οπoία φέρει τον τίτλο Emmanuel de Las Cases: Le morial de Sainte-ne. Le Manuscrit original retrouvé (Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης. Το ανευρεθέν πρωτότυπο χειρόγραφο).

Αν και ελαφρώς παραπλανητικός, ο τίτλος του τόμου κινείται κοντά στην πραγματικότητα. Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης δεν είναι το πρωτότυπο των Απομνημονευμάτων, που επιστράφηκε στον Las Cases και με γνώμονα το οποίο ο τελευταίος προχώρησε, το 1823, στην πρώτη έκδοση. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των ιστορικών, η τύχη του χειρογράφου εκείνου αγνοείται ακόμη. Το κείμενο που καταχωρίστηκε στα κατάλοιπα Bathurst δεν είναι παρά ένα αντίγραφο. Ωστόσο, η ομάδα, η οποία το διερεύνησε, έχει κάθε λόγο να πιστεύει πως αποδίδει πιστά το περιεχόμενο του πρωτοτύπου. Προφανώς από το ίδιο σκεπτικό διακατεχόταν και το άτομο εκείνο (ο Lowe ή ο Bathurst), που είχε διατάξει τη διενέργεια της αντιγραφής. Διαφορετικά δεν είχε νόημα η αναπαραγωγή ενός τόσο μακροσκελούς κειμένου. Αποτελεί ευτύχημα το γεγονός ότι το άτομο, το οποίο είχε επιλεγεί για τη διεκπεραίωση της όλης επιχείρησης (η ταυτότητά του εξακολουθεί να παραμένει άγνωστη),ήταν καλλιγράφος και εξαιρετικός γνώστης της γαλλικής γλώσσας. Όχι μόνο το κείμενο δεν περιέχει ορθογραφικά ή γραμματικά λάθη, αλλά, επιπλέον, είναι ευανάγνωστο, προς μεγάλη τέρψη των ιστορικών που ανέλαβαν να το αξιολογήσουν. Η αναπαραγωγή πραγματοποιήθηκε, μάλλον, εντός του Colonial Office,  καθώς ό,τι γραπτό κείμενο του Las Cases είχαν κατάσχει οι Βρετανοί, στοιβάχτηκε σε επτασφράγιστα κιβώτια και αποστάλθηκε αμέσως στο Λονδίνο.  Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν, επομένως, προς το συμπέρασμα πως, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, το αντίγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, πρόσκειται πλησιέστερα προς το πρωτότυπο των ετών 1815 – 1816. Πάντως, η μεγάλη συμβολή της ανακάλυψης προκύπτει από την αντιπαραβολή του συγκεκριμένου κειμένου με εκείνο της πρώτης έκδοσης των Απομνημονευμάτων (1823), που μέχρι πρότινος αποτελούσε το ένα και μοναδικό τεκμήριο, δίχως ύπαρξη μέτρου σύγκρισης.

Η πρώτη διαπίστωση έχει να κάνει με την έκταση. Το χειρόγραφο κείμενο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης αντιπροσωπεύει λιγότερο από το ήμισυ της έκδοσης του 1823. Εφόσον δεχθεί κανείς ότι αποδίδει πιστά το αρχικό πρωτότυπο – εκείνο των ετών 1815-1816 – τότε διαθέτουμε ένα ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο του μεγέθους των παρεμβάσεων του Las Cases. Η έκδοση του 1823 ξεπερνά τις 2.000 σελίδες. Εκείνη του πρόσφατα ανακαλυφθέντος εγγράφου, μόλις που αγγίζει τις 900. Περιγραφές του ιδίου του Ναπολέοντα, οι οποίες αναπτύσσονται σε 5 ακόμα και 10 σελίδες το 1823, μόλις που ξεπερνούν λίγες σειρές στο χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης. Διαφορά υπάρχει και ως προς το ύφος. Το πομπώδες, σχεδόν θεατρικό, ύφος με το οποίο ο Las Cases έχει περιβάλει τον ήρωά του στην έκδοση του 1823, παραχωρεί τη θέση του σε έναν περισσότερο σεμνό και λιτό τρόπο αφήγησης. Ακόμα και εκφράσεις (κατά κανόνα μεγαλόστομες), που αρχικά αποδίδονταν στον αυτοκράτορα, από την αντιπαραβολή των δυο κειμένων προκύπτει πως δεν είναι δικές του, καθώς απουσιάζουν από αυτό της Βρετανικής Βιβλιοθήκης. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης περιέχουν μακροσκελείς περιγραφές ιστορικών γεγονότων, ανθρώπινων χαρακτήρων και γεωγραφικών τοπίων, που κουράζουν τον αναγνώστη. Ο ίδιος ο Las Cases το ομολογεί, καθώς υπάρχουν στιγμές μέσα στο κείμενο, όπου αποκαλύπτει πως η μαρτυρία του Ναπολέοντα δεν αποτελεί την αποκλειστική πηγή της πληροφόρησής του. Άλλοτε κάνει χρήση εισαγωγικών κι άλλοτε όχι. Αλλά και σε περιπτώσεις που τα εισαγωγικά παραμένουν, εκφράζονται επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσο πρόκειται για αυθεντική μαρτυρία του Ναπολέοντα. Η έκδοση του 1823 πραγματοποιήθηκε κατά στάδια. Μόλις συνειδητοποίησε την εμπορική επιτυχία των δύο πρώτων τόμων, ο Las Cases αποφάσισε να εμπλουτίσει το κείμενο με επιπρόσθετα (όχι όμως απαραίτητα) στοιχεία, πολλαπλασιάζοντας την έκταση του τελευταίου για λόγους ευνόητους. Αντίθετα, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αποδώσει στον αντιγραφέα του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης κριτικό πνεύμα, που να του επιτρέπει να προχωρήσει επιλεκτικά, διατηρώντας ό,τι θεωρούσε σημαντικό και απορρίπτοντας όλα τα υπόλοιπα. Το πρόσφατα ανευρεθέν τεκμήριο χαρακτηρίζεται από μια αξιοσημείωτη ροή λόγου και σκέψης, σε αντίθεση με το πληθωρικό κείμενο του 1823, όπου οι προσθήκες λειτουργούν σε βάρος της ενότητας του συνόλου.

Charles de Steuben, Ο θάνατος του Ναπολέοντα, 1821, Arenenberg, Napoleonmuseum.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί πως τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν αποτελούν τη μοναδική προσπάθεια καταγραφής των μαρτυριών του Ναπολέοντα στον τόπο της εξορίας του. Ένα έτος πριν από την πρώτη έκδοση του 1823, κυκλοφόρησαν τα απομνημονεύματα του  προσωπικού του γιατρού, του Ιρλανδού  Barry Edward O’Meara (1786-1836), με τον τίτλο Napoleon in Exile, or A Voice From St. Helena, πραγματικός κόλαφος σε βάρος του Hudson Lowe και των μεθόδων του. Λέγεται, μάλιστα, πως η είδηση της κυκλοφορίας του βιβλίου αιφνιδίασε τον Las Cases και τον  ανάγκασε να επισπεύσει την δική του έκδοση, καθώς διαπίστωσε πως η επιχείρηση, την οποία τόσο επιμελώς είχε επί χρόνια στήσει, τελούσε εν κινδύνῳ. O Charles Tristan, μαρκήσιος de Montholon (1783-1853) υπήρξε ο άνθρωπος που έκλεισε τα μάτια του αυτοκράτορα στις 17.49΄ μ.μ. της 5ης Μαΐου 1821. Παρέμεινε στο πλευρό του από την πρώτη έως την τελευταία στιγμή της εξορίας. Ωστόσο, συνέδεσε το όνομά του με σωρεία μηχανορραφιών, που αποσκοπούσαν, κυρίως, στη διασφάλιση του ελέγχου του μικρόκοσμου του Longwood House από τον ίδιο. Θεωρίες συνωμοσίας τον επιβαρύνουν με την υποψία περί δηλητηρίασης του Ναπολέοντα μέσῳ χορήγησης αρσενικού κατόπιν εντολής των Βρετανών ή του βασιλικού οίκου των Βουρβόνων (ο αυτοκράτορας πέθανε από καρκίνο του στομάχου, δίχως να έχει αποκλειστεί κατηγορηματικά και αυτό ακόμη το ενδεχόμενο της δηλητηρίασης). Το 1846, στο τέλος της ζωής του, ο Montholon εξέδωσε  μια Εξιστόρηση της αιχμαλωσίας του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα στην Αγία Ελένη (Récits de la captivité de l’Empereur Napoléon à Sainte-Hélène). Αφήνοντας αδιάφορους τους πάντες, το έργο γνώρισε παταγώδη αποτυχία. To 1899 κυκλοφόρησε το δίτομο Ημερολόγιο της Αγίας Ελένης (Le journal inédit de Sainte-Hélène) του στρατηγού Gaspard Gourgaud (1783-1852). Καλύπτει την χρονική περίοδο από την άφιξη του αυτοκράτορα στον τόπο εξορίας, έως την αναχώρηση του Gourgaud από εκεί, τον Μάρτιο του 1818. Από τους επονομαζόμενους “Τέσσερις Ευαγγελιστές της Αγίας Ελένης” (Montholon, Bertrand, Las Cases, Gourgaud), ήταν εκείνος που είχε τη μικρότερη οικειότητα με τον Ναπολέοντα. Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί πως ο Gourgaud υπήρξε θύμα ενός ακήρυχτου πολέμου επιρροής, που είχε εκδηλωθεί στους κόλπους του στενού περιβάλλοντος του αυτοκράτορα με υποκινητή και πρωταγωνιστή τον Μontholon, γεγονός που τον είχε καταστήσει σχεδόν ανεπιθύμητο στο Longwood. Η μόνη, αποδεδειγμένης ιστορικής αξίας, μαρτυρία, είναι εκείνη του στρατηγού Henri Gratien Bertrand (1773-1844), ο οποίος είχε συνοδεύσει τον αυτοκράτορα και στην προηγούμενη εξορία, στη Νήσο Έλβα. Ο Bertrand ήταν πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του Ναπολέοντα. Είχε, μάλιστα, συχνές ιδιωτικές συνομιλίες μαζί του, τις οποίες κατέγραφε κατόπιν σε κωδικοποιημένες σημειώσεις, προκειμένου να αποφύγει την λογοκρισία εκ μέρους των βρετανικών αρχών του νησιού. Η χρήση κώδικα εξηγεί την καθυστερημένη (μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και με μεγάλα κενά και ελλείψεις έκδοση των σημειώσεών του. Το 1840, ο Bertrand μετέβη εκ νέου στην Αγία Ελένη για να συνοδεύσει τη μεταφορά των οστών του Ναπολέοντα στη Γαλλία. Ο τάφος του βρίσκεται πλησίον εκείνου του αυτοκράτορα στο Hôtel des Invalides. Tα κατάλοιπα του στρατηγού Bertrand ανήκουν, σήμερα, στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας με κωδικό: 390 AP. Αποτελούνται από 34 ογκώδεις φακέλους. Οι πρωτότυπες σημειώσεις, οι οποίες κρατήθηκαν ως επακόλουθο των συνομιλιών με τον Ναπολέοντα στη Νήσο της Αγίας Ελένης, είναι καταχωρισμένες στους φακέλους υπ αριθμ. 24 – 29.

Απόσπασμα από τις κωδικοποιημένες σημειώσεις του στρατηγού Bertrand.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από όλες τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες των ανθρώπων του περιβάλλοντος του Ναπολέοντα, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπήρξαν τελικά εκείνα που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον για πολλούς και διαφόρους λόγους, Επιπλέον, η πολύ σημαντική ανακάλυψη του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης τείνει να βάλει τα πράγματα περισσότερο στη θέση τους. Χάρη στο μέτρο σύγκρισης, το οποίο γενναιόδωρα προσφέρει, καθιστά επιτέλους εφικτό τον διαχωρισμό ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα, τη διάκριση ανάμεσα στο ελκυστικό λογοτέχνημα και την πρωτογενή ιστορική μαρτυρία. H διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο μομφή σε βάρος του Las Cases, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο αμφοτέρων των κειμένων. Οι λόγοι που υπαγόρευσαν τις πάμπολλες προσθήκες έχουν ήδη αναλυθεί και δεν χρειάζεται κανείς να επανέλθει. Μεγάλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα, κινούμενοι συχνά στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ιστορία και τη λογοτεχνία (Stendhal, Pushkin, Victor Hugo, Ėmile Zola, Lyov Tolstoy κλπ.) λειτούργησαν ανάλογα, έστω και αν οι αλλεπάλληλες επικαλύψεις ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό των γραπτών τους δυσχέραιναν το έργο των μετέπειτα ερευνητών. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης εκπλήρωσαν τον ιστορικό και τον πολιτικό ρόλο, που τους αναλογούσε. Αποτελούν, ως ένα ποσοστό, πρωτογενή μαρτυρία, προερχόμενη, έστω και με έμμεσο τρόπο, από την κύρια πηγή πληροφοριών, δηλαδή τον Ναπολέοντα τον ιδιο προσωπικά. Σφυρηλάτησαν το δόγμα του βοναπαρτισμού, το οποίο, έπειτα από τις επαναστάσεις του 1830 και του 1848, επέτρεψε στον Λουδοβίκο-Ναπολέοντα (μετέπειτα Ναπολέοντα Γ΄) να καταλάβει την εξουσία.

5 Μαΐου 1921: τελετή μνήμης στον αρχικό τάφο του Ναπολέοντα πλησίον του Longwood House, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από την ημερομηνία του θανάτου του.

Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, από τη δική του πλευρά, θέτει το όλο ζήτημα επάνω σε καθαρά ιστοριογραφικό υπόβαθρο, καθώς προσφέρει ένα περισσότερο πειστικό και αξιόπιστο τεκμήριο της πρώτης περιόδου της εξορίας, με πολυάριθμες και λιγότερο εξιδανικευμένες αναγωγές σε ένα λαμπρό και ένδοξο παρελθόν. Η εικόνα του Ναπολέοντα, υπέρμαχου των ιδεών του φιλελευθερισμού, υπάρχει ως ένα βαθμό από τότε. Την καλλιεργεί ο ίδιος ο αυτοκράτορας, γνωρίζοντας ότι σύντομα θα του προσήπταν τον αυταρχισμό και τα λάθη του (η εκστρατεία στη Ρωσία, οι εκατό μέρες ανάμεσα στην απόδραση από τη Νήσο Έλβα και την ήττα στη μάχη του Βατερλώ κλπ.). Δεν πρόκειται, επομένως, για εφεύρημα του Las Cases. Ο τελευταίος, φροντίζει να προσδώσει περισσότερο πληθωρικές διαστάσεις σε αυτό το θέμα, βιώνοντας προσωπικά τις δραματικές ζυμώσεις, που έμελλαν να οδηγήσουν στην επανάσταση του 1830. Όπως κάθε επώνυμο πρόσωπο, που γράφει ή υπαγορεύει τα απομνημονεύματά του, έτσι και ο Ναπολέων στρογγυλεύει τις γωνίες δίνοντας έμφαση στα επιτεύγματα και υποβαθμίζοντας τις αρνητικές πτυχές. Η μεγάλη δε συμβολή του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης είναι ότι του προσφέρει τη δυνατότητα να βγει συχνότερα στο προσκήνιο και να μην ασφυκτιά κάτω από την (γεμάτη καλές προθέσεις) διαμεσολάβηση του Las Cases.

Thierry Lentz : Du manuscrit au Mémorial de Sainte-Hélène

Πρωτίστως, όμως, η ευτυχής συγκυρία της ανακάλυψης του χειρογράφου, μας υπενθυμίζει πως η Ιστορία είναι μια διαρκώς εξελισσόμενη επιστήμη. Αποκαλύπτει, επίσης, την αφοπλιστική γοητεία της ερευνητικής διαδικασίας. Η Ιστορία δεν γράφεται με γνώμονα το συναίσθημα ή τη διαίσθηση. Πρόκειται για δυο παραμέτρους, οι οποίες, ασφαλώς, διεκδικούν κι αυτές επάξια τη θέση τους. Από μόνες τους, ωστόσο, δεν αρκούν. Η Ιστορία γράφεται με βάση τα τεκμήρια. Δεν αποτελεί κάποιο περιστασιακό εργαλείο, που να μας επιτρέπει να προβάλλουμε τις επιθυμίες μας ή να εξορκίζουμε τις όποιες αδυναμίες και ανασφάλειες μας διακατέχουν. Πάνω απ όλα, όμως, η Ιστορία λέει αυτά που λέει κι όχι απαραίτητα εκείνα που εμείς θα θέλαμε να λέει. Τόσο απλά!

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Balcombe, Betsy, with introduction by J. David Markham, To Befriend an Emperor, Betsy Balcombe’s Memoirs of Napoleon on St Helena. Welwyn Garden City, UK, Ravenhall Books, 2005,  Reprint from 1844.

Barry O’Meara, Napoleon in Exile: Or, A Voice from St. Helena: the Opinions and Reflections of Napoleon on the Most Important Events of His Life and Government in His Own Words, Cambridge University Press, 2015 (αρχική έκδοση 1822).

Charles Tristan de Montholon, Récits de la captivité de l’ empereur Napoléon à Sainte-Hélène, Elibron Classics, 2006 (αρχική έκδοση 1847).

Général Baron Gourgaud, Journal de Sainte-Hélène, 1815-1818, Παρίσι,  Ernest Flammarion, 1944 (αρχική έκδοση 1899).

Général Bertrand, Cahiers de Sainte Hélène, 3 τόμοι, Παρίσι, Albin Michel,  1949-1959.

Le Comte de Las Cases, Le Mémorial de Sainte Hélène, 2 τόμοι, Παρίσι, Bibliothèque de la Pléiade, 1935 (αρχική έκδοση 1823).

Emmanuel de Las Cases, Le Mémorial de Sainte-Hélène: Le manuscrit original retrouvé, (επιμ. Thierry Lentz, Peter Hicks, François Houdecek, and Chantal Prévot), Παρίσι, Perrin,  2017.

ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Paul Ganière, Napoléon à Sainte-Hélène, Παρίσι, Amiot-Dumont, 1957.

Ralph Korngold,,The Last Years of Napoleon, His Captivity on St Helena, Νέα Υόρκη, Harcourt, Brace and Company,  1959.

Gilbert Martineau, Napoléon à Sainte-Hélène 1815-1821, Παρίσι, Tallandier, 1981 και 2016.

Simon Leys,  The Death of Napoleon,  Λονδίνο, Pan Books Limited,  1993.

Jean-Paul Kauffmann, La Chambre noire de Longwood, Παρίσι, Éditions de la Table Ronde, 1997.

Michel Dancoisne-Martineau, Chroniques de Sainte-Hélène: Atlantique sud, Παρίσι, Perrin, 2011.

Επέμβαση του στρατού στην Τουρκία

Επέμβαση του στρατού στην Τουρκία

Στις 12 Μαρτίου 1971, οι στρατιωτικοί στην Τουρκία ανέτρεψαν την εκλεγμένη κυβέρνηση. Αυτό συνέβαινε για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο της δεκαετίας. Αντίθετα από το κλασικό στρατιωτικό κίνημα της 27ης Μαΐου 1960, η επέμβαση του στρατού τον Μάρτιο του 1971 υλοποιήθηκε μέσω ενός υπομνήματος που ζητούσε την παραίτηση του πρωθυπουργού Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και τον διορισμό μιας μη-πολιτικής κυβέρνησης. Η Βουλή θα εξακολουθούσε να λειτουργεί.

Το κίνημα του 1971 πραγματοποιήθηκε στο μέσον του τουρκικού «1968». Καταλήψεις πανεπιστημίων, συγκρούσεις μεταξύ των φοιτητών και της αστυνομίας αλλά και μεταξύ δεξιών και αριστερών ομάδων, καθώς και απεργίες βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Το ίδιο και ο αντιαμερικανισμός, οι ρίζες του οποίου βρίσκονταν στη δημοσίευση της περιβόητης επιστολής του προέδρου Λίντον Τζόνσον προς τον πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, με την οποία οι Αμερικανοί είχαν προειδοποιήσει, το 1964, ότι αν η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, οι ΗΠΑ δεν θα εγγυόνταν πως το ΝΑΤΟ θα προστάτευε την Αγκυρα σε περίπτωση σοβιετικής αντίδρασης.

Ο αντιαμερικανισμός είχε ενισχυθεί λόγω του πολέμου του Βιετνάμ αλλά και του Πολέμου των Εξι Ημερών μεταξύ του Ισραήλ και αραβικών χωρών. Στις 17 Ιουνίου 1967, μεγάλες διαδηλώσεις είχαν γίνει στην Κωνσταντινούπολη εναντίον του αμερικανικού Εκτου Στόλου που επισκεπτόταν την πόλη επιστρέφοντας από τη Μέση Ανατολή. Ανάλογες διαδηλώσεις έγιναν και τα επόμενα χρόνια και κλιμακώθηκαν με την απαγωγή τεσσάρων Αμερικανών στρατιωτικών το 1971.

Τα γεγονότα αυτά προβλήθηκαν για να ερμηνευθεί η παρέμβαση των στρατιωτικών τον Μάρτιο του 1971 ως πρωτοβουλία εναντίον της Αριστεράς. Η δραματική σύλληψη της ομάδας του αντάρτικου πόλης που είχε απαγάγει τους Αμερικανούς στρατιωτικούς επίσης συνεισέφερε σε μια τέτοια εξήγηση, καθώς η νέα κυβέρνηση εκτέλεσε τον αρχηγό της, Ντενίζ Γκεζμίς, και δύο συντρόφους του. Με τον τρόπο αυτόν, το κίνημα του Μαρτίου 1971 δημιούργησε τρεις μάρτυρες για την τουρκική Αριστερά, με τον Γκεζμίς στον ρόλο του Τούρκου Τσε Γκεβάρα.

Ο πρωθυπουργός Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ ανακοινώνει την παραίτησή του, μετά το τελεσίγραφο της στρατιωτικής ηγεσίας της Τουρκίας. (AP Photo)

Εντονες εσωτερικές εντάσεις μεταξύ των αξιωματικών

Ηταν όμως το κίνημα απλώς μια αντίδραση στο τουρκικό «1968»; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στις εσωτερικές διαφοροποιήσεις μεταξύ κατώτερων και ανώτερων αξιωματικών μετά την παράδοση της εξουσίας από τον στρατό στους πολιτικούς κατά την προηγούμενη στρατιωτική επέμβαση. Τότε, οι ένοπλες δυνάμεις και το κεμαλικό κατεστημένο είχαν δικαιολογήσει το κίνημα εναντίον της κυβέρνησης του Αντνάν Μεντερές (της πρώτης εκλεγμένης κυβέρνησης της Δημοκρατίας), με το επιχείρημα ότι είχε ενεργήσει αντισυνταγματικά και είχε παραβιάσει τις αρχές του Ατατούρκ. Αλλά οι κατώτεροι αξιωματικοί είχαν δυσαρεστηθεί από την επάνοδο στην πολιτική διακυβέρνηση και είχαν επιχειρήσει δύο νέα κινήματα το 1962 και το 1963. Φοβούνταν ότι οι ψηφοφόροι θα επανεξέλεγαν τους διαδόχους του Μεντερές και θα εκδικούνταν τον στρατό που τον είχε εκτελέσει.

Οι ανώτεροι αξιωματικοί έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά. Και αυτοί θεωρούσαν ότι οι πρώην υποστηρικτές του Μεντερές είχαν την εκλογική δύναμη να φέρουν έναν «νέο Μεντερές» στην εξουσία. Αλλά αντίθετα με τους υφισταμένους τους, οι ανώτεροι στρατιωτικοί πίστευαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις θα ήταν σε θέση να κυριαρχήσουν επί των πολιτικών μέσω του νέου συντάγματος του 1961, το οποίο προσέφερε στον στρατό ισχυρότατη θεσμική θέση, καθώς και μέσω του φόβου, καθώς ο κάθε νέος πρωθυπουργός θα γνώριζε ότι καθόταν στην «καρέκλα του κρεμασμένου» (δηλαδή του Μεντερές).

Αυτοί ήταν οι λόγοι για τους οποίους οι ανώτεροι αξιωματικοί αποδέχθηκαν την άνοδο στην εξουσία του Ντεμιρέλ, διαδόχου του Μεντερές μετά τη μεγάλη εκλογική νίκη του Κόμματος της Δικαιοσύνης το 1965. Αλλά οι κατώτεροι αξιωματικοί είχαν μικρότερη αυτοπεποίθηση, και τούτο προκαλούσε τη συνέχιση των εντάσεων μέσα στις ένοπλες δυνάμεις. Γνωρίζουμε σήμερα ότι, στην προσπάθεια να προληφθούν απόπειρες των κατώτερων αξιωματικών να επιβάλουν μόνιμο και «καθαρό» στρατιωτικό καθεστώς, οι ανώτεροι αξιωματικοί είχαν εξετάσει το ενδεχόμενο της εγκαθίδρυσης μιας μη πολιτικής κυβέρνησης –στο πρότυπο της «Πολιτείας» του Πλάτωνα– με τους κεμαλικούς στον ρόλο των φιλοσόφων-βασιλέων και τους στρατιωτικούς ως τους φύλακες του καθεστώτος. Υπό αυτήν την έννοια το υπόμνημα του Μαρτίου 1971 μπορεί να ιδωθεί ως μία απόπειρα να κατευναστούν οι κατώτεροι αξιωματικοί και να αποφευχθεί μια ανοικτή δικτατορία όπως αυτήν των συνταγματαρχών στην Ελλάδα το 1967, που είχε μετατρέψει τη χώρα σε στόχο έντονων διαμαρτυριών στις δυτικές πρωτεύουσες, στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στο ΝΑΤΟ.

Από αριστερά, στρατηγός Γκουρλέρ, ναύαρχος Εγιέσογλου, πτέραρχος Εκέν, οι αρχηγοί των τριών όπλων που ανέτρεψαν την κυβέρνηση Ντεμιρέλ. (AP Photo)

Το κίνημα, αιτία νέας κοινωνικής πόλωσης

Το γεγονός αυτό με τη σειρά του έπεισε την πολιτική παράδοση από την οποία προέρχεται ο Ταγίπ Ερντογάν ότι το κίνημα του 1971 ήταν μια κεμαλική συνωμοσία εναντίον της βούλησης του έθνους (milli irade) που εκπροσωπείτο από τον Ντεμιρέλ, σημειώνοντας επίσης ότι νέος (υποτιθέμενα μη-πολιτικός) πρωθυπουργός ο Νιχάτ Ερίμ, αποχώρησε από το CHP –το κόμμα του Ατατούρκ– μόλις λίγο πριν ορκιστεί στο νέο του αξίωμα. Η ίδια πλευρά τόνισε, ακόμη, ότι οι συνωμότες απλώς χρησιμοποίησαν τις φοιτητικές διαμαρτυρίες ως πρόσχημα για να ανατρέψουν τον Ντεμιρέλ, όπως ακριβώς είχε κάνει ο στρατός το 1960, όταν είχε πραγματοποιήσει το κίνημα εναντίον του Μεντερές έπειτα από φοιτητικές διαδηλώσεις που είχαν κρατήσει μία εβδομάδα.

Αν και οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν μια μεταγενέστερη περίοδο και πολιτική συγκυρία, είναι γεγονός ότι κατά τη δεκαετία του 1960 οι στρατιωτικοί εκθείαζαν τους φοιτητές ως «σωτήρες του έθνους», λόγω της κινητοποίησής τους εναντίον του Μεντερές. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι μία από τις σημαντικότερες αριστερές οργανώσεις, από τις οποίες προέρχονταν οι φοιτητές που είχαν αντιδράσει εναντίον του Ντεμιρέλ, η Dev-Genç (επαναστατική νεολαία), εόρταζε την 27η Μαΐου, επέτειο του κινήματος που είχε ανατρέψει τον Μεντερές, όπως ακριβώς έκανε και το κεμαλικό κατεστημένο, αντιμετωπίζοντας τον στρατιώτη ως εκπρόσωπο του λαού μαζί με τον χωρικό, τον εργάτη και τον δημόσιο υπάλληλο.

Οι κεμαλικές προδιαθέσεις αυτών των αριστερών οργανώσεων ήταν επίσης ξεκάθαρες στα φυλλάδιά τους, τα οποία τόνιζαν, μεταξύ άλλων: «Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας μας [δηλαδή το 1919-22] λειτουργεί ως το Πανεπιστήμιο του Σοσιαλισμού μας». Ο ίδιος ο Γκεζμίς ενέδυε τις επαναστατικές του δράσεις με κεμαλικά σύμβολα και παρουσίαζε τον Ατατούρκ ως επαναστάτη.

Ωστόσο, το κίνημα του 1971 κατέστρεψε την όποια αρμονία μεταξύ των στρατιωτικών και των φοιτητών. Η δίκη του Γκεζμίς και των συντρόφων του προκάλεσε πόλωση στη Βουλή, όταν ο Ντεμιρέλ και το Κόμμα Δικαιοσύνης απαίτησαν την εκτέλεσή τους με το σύνθημα «τρεις από μας-τρεις από αυτούς!», μια αχνά συγκαλυπτόμενη απαίτηση για εκδίκηση μετά τον απαγχονισμό του Μεντερές και των δύο στενών συνεργατών του.

Τούρκοι στρατιώτες λαμβάνουν θέσεις μάχης απέναντι στους εξεγερμένους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Αγκυρας. (AP Photo)

Σε μεγάλο βαθμό, η εκτέλεση του Γκεζμίς και των αριστερών συντρόφων του, καθώς και το γεγονός ότι το νέο καθεστώς στράφηκε εναντίον της Dev-Genç, όρισαν τις κληρονομιές του κινήματος του 1971. Πόλωσε τις σχέσεις μεταξύ της Αριστεράς και της κυβέρνησης, καθώς και μεταξύ της Αριστεράς και της Δεξιάς, και οδήγησε σε έναν περίεργο εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης. Κατά τη δεκαετία του 1970, εξελίχθηκε ένας επώδυνος ανταρτοπόλεμος στις πόλεις μεταξύ αριστερών ομάδων και των υπερεθνικιστών Γκρίζων Λύκων που είχαν δεσμούς με τους στρατιωτικούς και τον συνταγματάρχη Αλπαρσλάν Τουρκές, ιδρυτή του κόμματος ΜΗΡ, καθώς και συγκρούσεις στους δρόμους μεταξύ Αριστερών και Δεξιών φοιτητών, στις οποίες αναμείχθηκε και ο μέλλων πρόεδρος της Δημοκρατίας, Αμπντουλάχ Γκιουλ, ως ηγετικό στέλεχος της τουρκικής εθνικής φοιτητικής ένωσης.

Ο πρώην –πλέον– πρωθυπουργός Ερίμ δολοφονήθηκε από την επαναστατική οργάνωση Dev Sol ως εκδίκηση για τον απαγχονισμό των «Τριών». Ετσι, το κίνημα του 1971 προετοίμασε το έδαφος για το νέο στρατιωτικό κίνημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, το οποίο απαγόρευσε τα πολιτικά κόμματα, εκτέλεσε έναν αριθμό Αριστερών και αποπειράθηκε να προωθήσει την ιδέα μιας τουρκο-ισλαμικής σύνθεσης. Αυτό θα άλλαζε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όταν η τουρκική πολιτική θα δομείτο στη βάση μιας διαίρεσης των στρατιωτικών και του κεμαλικού κατεστημένου εναντίον των κομμάτων που προσανατολίζονταν στον ισλαμισμό.

* Ο κ. Mogens Pelt είναι αναπληρωτής καθηγητής στο History Section του Saxo Institute, στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.

Πηγή: Η Καθημερινή