Skip to main content

Αρχείο

Έλλη Λεμονίδου: Οι δίκες για το καθεστώς του Βισύ στη μεταπολεμική Γαλλία

 Έλλη Λεμονίδου

 

Οι δίκες για το καθεστώς του Βισύ στη μεταπολεμική Γαλλία

 

Το καθεστώς του Βισύ εγκαθιδρύθηκε στις μη κατακτημένες από τους Ναζί νότιες περιοχές της Γαλλίας από τις 10 Ιουνίου 1940 έως τις 25 Αυγούστου 1944. Αρχηγός του ήταν ο στρατάρχης Philippe Pétain, ήρωας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Βασικοί εχθροί του ήταν οι αντιστασιακοί, ενώ, εξαιτίας των αντισημιτικών μέτρων που έλαβε το Καθεστώς, εξοντώθηκαν περισσότεροι των 60.000 Εβραίοι πολίτες στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου, δηλαδή το 20-25% περίπου του συνολικού εβραϊκού πληθυσμού της Γαλλίας.

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Pétain και άλλοι ανώτατοι αξιωματούχοι του Καθεστώτος, όπως ο Pierre Laval, δοτός πρωθυπουργός του Βισύ από την άνοιξη του 1942, καταδικάστηκαν ως συνεργάτες του εχθρού. Οι δίκες έγιναν στο Παρίσι, τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του 1945, αντίστοιχα, από ένα νέο Ανώτατο Δικαστήριο, ένα νέο όργανο απόδοσης δικαιοσύνης, με τη συμμετοχή δικαστών και ενόρκων, κοινοβουλευτικών και αντιστασιακών που εκπροσωπούσαν τον λαό και τα θύματα αντίστοιχα.[1] Αυτό ήταν το πρώτο κύμα των δικών του Βισύ, στο πλαίσιο μιας γρήγορης διαδικασίας Κάθαρσης που κρίθηκε επιβεβλημένη αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου. Στο πλαίσιο αυτής της Κάθαρσης δικάστηκαν υπουργοί, άλλοι πολιτικοί και στρατιωτικοί που είχαν συνεργαστεί με το Καθεστώς, συνολικά 108 άτομα, καθώς και απλοί Γάλλοι πολίτες, που πλέον θα σημαδεύονταν από την ετικέτα «collabo» (συντομογραφία της λέξης «collaborateur»), δηλαδή: συνεργάτης. Μεταξύ κυρίως των ετών 1944-1945 δικάστηκαν συνολικά (είτε από το Ανώτατο Δικαστήριο είτε από άλλα δικαιοδοτικά όργανα) 57.000 Γάλλοι. Εκδόθηκαν συνολικά 6.763 θανατικές καταδίκες, από τις οποίες εκτελέστηκαν οι 767. Οι υπόλοιπες καταδίκες ήταν σε ισόβια δεσμά ή σε ορισμένης διάρκειας καταναγκαστικά έργα, σε φυλάκιση ή σε επιβολή «εθνικής ταπείνωσης», ενώ δεν έλειψαν βεβαίως και οι αθωωτικές αποφάσεις.[2]

 

Η δίκη του Philippe Pétain (Ιούλιος-Αύγουστος 1945).

Ωστόσο, γρήγορα αυτή η διαδικασία της Κάθαρσης διακόπηκε, με την κινητοποίηση κυρίως των κομμάτων της Δεξιάς. Στα χρόνια που ακολούθησαν δόθηκαν δύο διαδοχικές αμνηστίες, το 1951 και το 1953, με τις οποίες απελευθερώθηκαν όσοι είχαν δικαστεί και φυλακιστεί, παρά τις έντονες αντιδράσεις των αντιστασιακών. Όμως, οι αντιδράσεις αυτές δεν μπόρεσαν να ανακόψουν το κύμα της «πλασματικής» εθνικής συμφιλίωσης, την οποία διευκόλυνε ούτως ή άλλως ο Ψυχρός Πόλεμος, αναστέλλοντας στην ουσία τις διεργασίες επεξεργασίας (νοητικής και ψυχικής) του τραύματος της γαλλικής κοινωνίας. Ο μύθος της παλλαϊκής αντίστασης του γαλλικού λαού ενάντια στον Γερμανό κατακτητή, που απωθούσε στη λήθη το Καθεστώς του Βισύ και την πρόθυμη συνεργασία μιας μερίδας Γάλλων, πολιτικών και άλλων πολιτών, με τους Ναζί, –μύθος ο οποίος υπήρξε επινόηση του στρατηγού De Gaulle στα μέσα της δεκαετίας του 1950–, θα αποδειχθεί πολύ ισχυρός τα επόμενα χρόνια, καθώς δεν θα αμφισβητηθεί ούτε από τους επόμενους Προέδρους της Γαλλικής Δημοκρατίας (Georges Pompidou, François Mitterrand).[3]

Η σορός του Pierre Laval μεταφέρεται έξω από την φυλακή Fresnes αμέσως έπειτα από την εκτέλεσή του (Οκτώβριος 1945).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η δικαιοσύνη ήρθε και πάλι στο προσκήνιο, για να γίνει ο κατεξοχήν φορέας της μνήμης και, για κάποιους, πρωτεργάτης στη «συμπλήρωση» των σελίδων που είχαν μείνει λευκές στην ιστορία. Από τη δικαιοσύνη ζητήθηκε, λοιπόν, να κρίνει, έστω και με καθυστέρηση, τα εγκλήματα που είχαν μείνει ατιμώρητα· να ξανανοίξει ορισμένους φακέλους, σε ένα πλαίσιο εντελώς διαφορετικό από ό,τι αυτό που ίσχυε μεταπολεμικά, για να έρθουν στο φως, αυτήν την φορά, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα οποία είχαν στο μεταξύ καταστεί απαράγραπτα, με νόμο που ψηφίστηκε ομόφωνα από το Γαλλικό Κοινοβούλιο, στις 26 Δεκεμβρίου 1964.

Η αφορμή δόθηκε από ένα άρθρο του περιοδικού LExpress, τον Ιούνιο του 1972, το οποίο αποκάλυπτε ότι το 1971 είχε δοθεί χάρη από τον πρόεδρο Pompidou στον Paul Τouvier. Ο Τouvier υπήρξε συνεργάτης των Γερμανών, αρχηγός της Milice στην περιοχή του Ροδανού (Rhône). Η αποκάλυψη του περιοδικού προκάλεσε αίσθηση στην κοινή γνώμη και οργή σε μεγάλο τμήμα της γαλλικής κοινωνίας, την οποία οι δηλώσεις του τότε Προέδρου, Pompidou, δεν κατάφεραν να κατασιγάσουν.

Έτσι ξεκίνησε μια νέα διαδικασία αναζήτησης ευθυνών για το Καθεστώς του Βισύ, η οποία λάμβανε πλέον υπόψη και το νέο νομικό πλαίσιο που είχε διαμορφωθεί. Η διαδικασία αυτή, μετά από μακρά περίοδο προετοιμασίας και επώασης, οδήγησε σε ένα δεύτερο κύμα δικών, που τοποθετείται χρονολογικά στην περίοδο από το 1987 έως το 1998. Αυτή την φορά οι πρώην αξιωματούχοι του Καθεστώτος του Βισύ θα δικάζονταν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, που αφορούσαν κυρίως δράσεις και ενέργειες στο πλαίσιο της «Τελικής Λύσης».

Δικάστηκαν ένας Γερμανός και δύο Γάλλοι :

Ο Γερμανός ήταν ο Κlaus Barbie. Πρόκειται για τον αρχηγό της Gestapo στη Λυών, ο οποίος συνέλαβε και βασάνισε μέχρι θανάτου τον αρχηγό της Γαλλικής Αντίστασης Jean Moulin. Μετά την ήττα της Γερμανίας, o Barbie εγκαταστάθηκε στη Βολιβία, απ’ όπου και μεταφέρθηκε το 1983 στη Γαλλία για να φυλακιστεί στη Λυών και να δικαστεί. Η δίκη του Barbie διήρκεσε από την άνοιξη έως τις αρχές του καλοκαιριού του 1987. Κρίθηκε ένοχος για 17 εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, για «τον εκτοπισμό εκατοντάδων Εβραίων της Γαλλίας» στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου και καταδικάστηκε σε ισόβια. Πέθανε στη φυλακή στη Λυών τον Σεπτέμβριο του 1991.

Ο προαναφερθείς Paul Τouvier διέφευγε τη σύλληψη για πολλά χρόνια, όντας υπό την προστασία υψηλόβαθμων αξιωματούχων της Καθολικής Εκκλησίας. Τελικά συνελήφθη στη Νίκαια το 1989 και κλείστηκε στις φυλακές, αφέθηκε όμως ελεύθερος το 1991, επικαλούμενος λόγους υγείας. Το 1994 εισήχθη και πάλι σε δίκη και πέθανε στη φυλακή το 1996.

Τέλος, ο Maurice Papon, ο οποίος διατέλεσε ανώτατος αξιωματούχος της Τέταρτης και της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, καθώς και υπουργός στην κυβέρνηση Raymond Barre (1976-1981). Ο Papon υπήρξε Γενικός Γραμματέας στη διοικητική περιφέρεια του Bordeaux κατά την περίοδο του Καθεστώτος του Vichy και ήταν ο βασικός υπεύθυνος για τον εκτοπισμό, μεταξύ των ετών 1942-1944, 1.600 Εβραίων της περιοχής στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Drancy. Στη δίκη του το 1997, η οποία διήρκεσε έξι μήνες, δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας και συμπάθειας για τα θύματά του. Απελευθερώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2002 λόγω σοβαρής βλάβης της υγείας του και πέθανε τον Φεβρουάριο του 2007, σε ηλικία 96 ετών. Αν και ο Papon κρίθηκε ένοχος για διάπραξη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, εντούτοις τού αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό ότι «δεν μπορούσε να γνωρίζει την ολέθρια μοίρα των εκτοπισμένων Εβραίων»!

Maurice Papon.

Υπήρξαν και δύο περιπτώσεις αξιωματούχων του Βισύ, που είδαν να τους απαγγέλλεται η κατηγορία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όμως απεβίωσαν πριν δικαστούν: πρόκειται για τον Jean Leguay, τον άνθρωπο της αστυνομίας του Βισύ που συνομιλoύσε απευθείας με τους Γερμανούς για την οργάνωση των συλλήψεων και των εκτοπισμών. Ήταν ο πρώτος που είδε να του απαγγέλλεται η κατηγορία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ωστόσο έμελλε να πεθάνει υπόδικος τον Ιούλιο του 1989, πριν δικαστεί. Ο δεύτερος ήταν ο René Bousquet, Γενικός Γραμματέας της Αστυνομίας του Καθεστώτος του Βισύ, που κρίθηκε υπεύθυνος για τη μαζική σύλληψη στο Χειμερινό Ποδηλατοδρόμιο του Παρισιού (Vélodrome d’Hiver), τον Ιούλιο του 1942, και τον εκτοπισμό στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου 13.000 Εβραίων. Αυτός κατέστη υπόδικος τον Μάρτιο του 1991, αλλά δολοφονήθηκε τον Ιούνιο του 1993, επίσης πριν δικαστεί.

Οι «νεότερες» αυτές δίκες δεν έθεταν βεβαίως σε κίνδυνο την «εθνική ενότητα» της γαλλικής κοινωνίας, όπως είχε υποστηριχτεί για τις παλαιότερες δίκες την εποχή της μεταπολεμικής Κάθαρσης. Το διακύβευμα βρισκόταν πλέον αλλού. Αφορούσε τον τρόπο με τον οποίον μια χώρα τολμούσε να αντιμετωπίσει το παρελθόν της, καθώς και τη θέση που έδινε στην Ιστορία, στη μνήμη και τη δικαιοσύνη. Αφορούσε το αίτημα να εκπληρωθεί ένα «καθήκον μνήμης», αλλά και τον παιδαγωγικό ρόλο που θα μπορούσε αυτή η διαδικασία να έχει για τις νεότερες γενιές και την πολιτειακή τους αγωγή.[4]

Ωστόσο, στη διάρκεια αυτού του δευτέρου κύματος δικών προέκυψαν μια σειρά από ζητήματα, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ιδίως σε ό,τι αφορά τη νομική και δικαστική πτυχή του θέματος. Στη συνέχεια του κειμένου θα επιχειρηθεί μια επισκόπηση των βασικών αξόνων του προβληματισμού που αναπτύχθηκε γύρω από τη συγκεκριμένη διάσταση.

 

  1. Tόσον καιρό μετά…

Το πρώτο ζήτημα αφορά την καθυστέρηση στη δικαστική διαδικασία, η οποία ερχόταν σε αντίθεση με μια από τις θεμελιακές αρχές του Cesare Beccaria, αυτήν περί της αμεσότητας στην απόδοση της δικαιοσύνης. Είναι άραγε δυνατόν, αναρωτήθηκαν πολλοί, να κριθούν πράξεις και δράσεις μετά από παρέλευση τόσων πολλών ετών; Είναι δυνατόν μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου να ανασυσταθεί το πλαίσιο μιας εποχής, να αξιολογηθούν αναδρομικά τα γεγονότα; Είναι δυνατόν να κριθούν μια εγκληματική πολιτική ή ένα εγκληματικό Καθεστώς μέσα από την περίπτωση ατόμων που δεν ήταν όλοι «αντιπροσωπευτικές» περιπτώσεις αυτού που θέλαμε να καταδικάσουμε;

Σύμφωνα με μια άλλη ένσταση που διατυπώθηκε, υπήρχε κίνδυνος μια τόσο  καθυστερημένη δίκη να αποδομήσει τον συνεκτικό ιστό της χώρας, η αποκατάσταση του οποίου είχε συντελεστεί ενίοτε με πολλές παραχωρήσεις και θυσίες της γαλλικής κοινωνίας. Καλή ή κακή, πρώιμη ή όχι, η επιλογή της αμνηστίας υπήρξε, παρά τα όποια μειονεκτήματα, εν πολλοίς αναγκαία και ένα βασικό στάδιο στην ηθική ανασυγκρότηση της χώρας. Εξέφραζε μία πλειοψηφική βούληση για αλλαγή σελίδας. Πώς θα μπορούσε, άραγε, μια άλλη γενιά να εκμηδενίσει αυτή την επιλογή;

H δίκη του Klaus Barbie στο Δικαστικό Μέγαρο της Λυών (Μάιος-Ιούνιος 1987).

Οι αντιρρήσεις για αυτές τις «αργοπορημένες» δίκες δεν προέρχονταν μόνο από όσους εκπροσωπούσαν μια ακραία νοσταλγική δεξιά, που έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου πως αυτές οι πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να αναζωπυρώσουν εμφύλιες διαμάχες του παρελθόντος. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Simone Veil, μιας προσωπικότητας που αγωνίστηκε πολύ για τη διατήρηση της ενθύμησης του Ολοκαυτώματος. Από τη στιγμή ήδη της έκδοσης του Barbie, η Veil υποστήριζε τα εξής: «Πάντα σκεφτόμουν ότι η δουλειά των  ιστορικών μπορεί να συνεισφέρει περισσότερα από όποιες καθυστερημένες δίκες, ενώ πρέπει να λάβουμε ιδιαιτέρως υπόψη μας και την ερμηνεία που δίνεται στην έννοια του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας». Η δραματοποίηση που υπεισέρχεται στη διάρκεια μιας δίκης έχει, χωρίς αμφιβολία, ένα ενισχυμένο συναισθηματικό αποτέλεσμα. Αλλά, ως πρώην δικαστικός, παραμένω σε σύγχυση σε σχέση με τα μέσα και την παραδειγματική αξία μιας δικαιοσύνης που παρεμβαίνει πολύ μετά τα εγκλήματα, ενώ οι μάρτυρες δεν έχουν πλέον πολύ συγκεκριμένες αναμνήσεις, οι δε δικαστές και ένορκοι δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαπράχθηκαν τα γεγονότα. […] Παραμένω εντούτοις επιφυλακτική σε ό,τι αφορά την έννοια του απαράγραπτου, ακόμη και για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας».[5]

O Klaus Barbie μεταφέρεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου (11 Μαίου 1987).

Ομοίως και ο τότε Πρόεδρος François Mitterrand, σε πολυσυζητημένη συνέντευξη που έδωσε στον Olivier Wieviorka μεσούσης της υπόθεσης Touvier, υποστήριξε πως δεν είναι δυνατόν μια κοινωνία να ζει συνέχεια με τις αναμνήσεις ή με τα μίση και τις έχθρες για το παρελθόν και επιχειρηματολόγησε περαιτέρω, λέγοντας πως στην ιστορία της Γαλλίας οι μεγαλύτερες κοινωνικές διαιρέσεις ξεπεράστηκαν με αμνηστίες ή με ηθελημένη λήθη, μέσα σε διάστημα είκοσι ετών από τα γεγονότα. Ακόμη και στην περίπτωση της Παρισινής Κομμούνας, που υπήρξε το πιο δραματικό εσωτερικό ορόσημο στην ιστορία της Γαλλίας μετά την Επανάσταση, οι κομμουνάριοι, –όσοι τουλάχιστον δεν τυφεκίστηκαν–, αφέθηκαν ελεύθεροι 20 χρόνια μετά, σχολίασε χαρακτηριστικά ο Mitterrand.[6]

Πέρα όμως από τα ηθικά ζητήματα, προέκυψαν και πρακτικά ζητήματα νομικής φύσης εξαιτίας αυτής της καθυστερημένης διαδικασίας. Ο Paul Touvier, στο παράδειγμα του οποίου ήδη αναφερθήκαμε, δικάστηκε και καταδικάστηκε τρεις φορές: το 1946, το 1947 και το 1994, καταρχάς σε θάνατο, έπειτα σε ισόβια. Επωφελήθηκε στο μεταξύ από την παραγραφή της κύριας ποινής του, το 1967, στη συνέχεια από μια προεδρική χάρη που του αποδόθηκε για δευτερεύουσες ποινές, το 1971, όπως είδαμε, καθώς και από ένα γενικό απαλλακτικό βούλευμα, το 1992, το οποίο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ακυρώθηκε την ίδια χρονιά. Αυτή η πορεία δεν είναι και τόσο συνηθισμένη. Επίσης, ο Touvier είδε τον χαρακτηρισμό των εγκλημάτων που του αποδόθηκαν να αλλάζει πολλές φορές, κάτι που αποτέλεσε και ένα από τα πιο καίρια επιχειρήματα της υπεράσπισής του.

Αντιστοίχως, στην περίπτωση του Papon, η δίκη έγινε επίσης με μεγάλη καθυστέρηση από τα γεγονότα, μισό και πλέον αιώνα μετά. «Σαν να δικάζαμε τους λιποτάκτες του 1917 τον Μάη του 68!», όπως έχει γράψει χαρακτηριστικά ο Jean-Noel Jeanneney,[7] ή, για να δώσουμε ένα ελληνικό παράδειγμα, σαν οι κατηγορούμενοι στη Δίκη των Εξ να δικάζονταν το 1973 ή στην αρχή της Μεταπολίτευσης…

 

  1. Ο ορισμός του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας»

 

Σε αυτές τις αργοπορημένες δίκες υπάρχει και μία άλλη δυσκολία, εξαιτίας του περίπλοκου χαρακτήρα της έννοιας του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας, με το οποίο βαρύνονταν οι κατηγορούμενοι. Επρόκειτο για όρο που επινοήθηκε ενόψει της διαδικασίας της Νυρεμβέργης και μπήκε ως παράρτημα στη διασυμμαχική συμφωνία του Λονδίνου, που υπογράφηκε στις 8 Αυγούστου του 1945 μεταξύ της προσωρινής γαλλικής κυβέρνησης και των κυβερνήσεων των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας και της ΕΣΣΔ. Το κείμενο αυτό του 1945 αφορούσε καταρχάς τους πολίτες του Τρίτου Ράιχ και τους συνεργάτες τους, κάθε εθνικότητας, και η αρμοδιότητα για να δικαστούν ανήκε στο Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο. Στην υπόθεση λοιπόν του Touvier, που αποτέλεσε τον πρώτο Γάλλο στον οποίον απαγγέλθηκε αυτή η κατηγορία, προέκυψαν μια σειρά από ερωτήματα:

  • Ποιο δικαστήριο μπορούσε να δικάσει αυτά τα εγκλήματα, εφόσον το Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης δεν υπήρχε πλέον;
  • Επρόκειτο για μια κατηγορία που απέρρεε από το εσωτερικό δίκαιο, ενώ αυτό δεν την είχε καθορίσει;
  • Δεν επρόκειτο για έναν νόμο αναχρονιστικό, καθώς εισήχθη εκ των υστέρων μια νέα παράμετρος –ο απαράγραπτος χαρακτήρας των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, με βάση τον νόμο του 1964–, κάτι που απουσίαζε από το κείμενο του 1945;

Αυτές ακριβώς οι δυσκολίες προκάλεσαν και την περίεργη εξέλιξη στη δίκη του Touvier.

 Ο Touvier δικάστηκε για ένα μόνο έγκλημα, το οποίο αποφασίστηκε ότι εμπίπτει στην κατηγορία του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας» – οι άλλες κατηγορίες είχαν διαγραφεί λόγω έλλειψης επαρκών αποδείξεων. Αυτό το ένα έγκλημα ήταν η στυγερή εκτέλεση επτά Γαλλοεβραίων στο Rillieux-la-Pape, κοντά στη Λυών, τον Ιούνιο του 1944, σε αντίποινα για τη δολοφονία ενός επιφανούς συνεργάτη των κατακτητών. Το έγκλημα αυτό το είχε παραδεχτεί και ο ίδιος ο Touvier. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1992, το δικαστήριο εξέδωσε ένα γενικό απαλλακτικό βούλευμα για τον κατηγορούμενο, αποφασίζοντας με βάση τον ορισμό του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που είχε δοθεί από τον Άρειο Πάγο (Cour de cassation) το 1988, κατά την δίκη Barbie, και που έλεγε πως για να τεκμηριωθεί ως τέτοιο ένα έγκλημα θα έπρεπε να έχει γίνει στο όνομα ενός Κράτους που ασκούσε μια «πολιτική ιδεολογική ηγεμονία». Το δικαστήριο έκρινε, λοιπόν, ότι, το Βισύ δεν υιοθέτησε μια τέτοια πολιτική, επομένως οι αξιωματούχοι του δεν μπορούσαν να δικαστούν όπως αυτοί του Τρίτου Ράιχ. Επιπλέον, το Βισύ δεν όριζε τους Εβραίους ως εχθρούς του Κράτους.

Paul Touvier.

Η απόφαση προκάλεσε σάλο και ιδιαίτερα έντονες αντιδράσεις στους κόλπους της γαλλικής κοινωνίας. Λίγους μήνες μετά, τον Νοέμβριο του 1992, ο Άρειος Πάγος ακύρωσε εν μέρει την απόφαση. Ακολούθως, τον Ιούνιο του 1993, δόθηκαν μια σειρά από διευκρινίσεις εκ μέρους του Αρείου Πάγου στον νόμο περί «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας». Για να εμπίπτει πλέον στην κατηγορία «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας», ήταν απαραίτητο να αποδειχθεί πως ο Touvier δεχόταν επιρροή από τον κατακτητή, ήταν συνεργός της ναζιστικής Γερμανίας στο πλαίσιο της πολιτικής της ιδεολογικής ηγεμονίας και της εξόντωσης των Εβραίων και πως δεν λειτουργούσε αυτόνομα. Όλη η ουσία λοιπόν ήταν να αποδειχτεί πως υπήρξε παρέμβαση των Γερμανών στην υπόθεση του εγκλήματος στο Rillieux. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα μπορούσε να γίνει λόγος για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Αν, αντίθετα, επρόκειτο για μία πράξη μόνο της Milice και ο Paul Touvier είχε δράσει μόνος, το έγκλημα στο Rillieux δεν θα ήταν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, θα ήταν ένα «γαλλικό» έγκλημα.

Έτσι, το κακουργιοδικείο των Βερσαλλιών, στο οποίο ο Touvier προσήλθε για να δικαστεί από τις 17 Μαρτίου έως τις 20 Απριλίου του 1994, είδε την υπερασπιστική γραμμή του κατηγορουμένου να έχει αλλάξει άρδην, είδε τον Εισαγγελέα και το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικώς εναγόντων να επιμένουν στην άμεση σχέση του Touvier και την εξάρτησή του από τους Ναζί, ενώ η μέχρι τότε ανακριτική έρευνα είχε τονίσει, με απολύτως πειστικά επιχειρήματα, την αυτονομία του άλλοτε αρχηγού της Μilice, καθώς έτσι (με τα έως τότε δεδομένα) αποδεικνυόταν και η μεγαλύτερη ευθύνη του. Δόθηκε μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι οι αρχηγοί της γερμανικής αστυνομίας και τα SS συνεργάζονταν με Γάλλους συναδέλφους τους, τους αρχηγούς της Milice, κυρίως με τη Milice της Λυών. Τελικά, αποδείχθηκε πως τo Rillieux ήταν ένα έγκλημα που διαπράχθηκε για λογαριασμό των Γερμανών και ο Touvier, που είχε βρεθεί υπό τις διαταγές τους, καταδικάστηκε σε ισόβια στις 19 Απριλίου 1994.[8]

Με αυτόν τον τρόπο, όμως –και αυτό μας οδηγεί στο τρίτο πρόβλημα που ανέκυψε από τις ύστερες δίκες–, παραποιήθηκε η ιστορική αλήθεια.

 

  1. Παραποίηση της ιστορικής αλήθειας

Στη συζήτηση που άνοιξε για τη φύση του Καθεστώτος Βισύ έγινε αντιληπτό ότι, αντί η δίκη Touvier να φωτίσει την αυτονομία του ρόλου του Καθεστώτος στο Ολοκαύτωμα και το γεγονός ότι ήταν Γάλλοι πολίτες αυτοί που συμμετείχαν στο Βισύ, ανεξάρτητα από τις πράξεις των γερμανικών αρχών Κατοχής, εμφάνιζε, αντίθετα, το Βισύ αθωωμένο.[9]

Οι δικαστές που αθώωσαν το 1992 τον Touvier έδειξαν επιείκεια για το καθεστώς του Pétain, που σίγουρα δεν έχρηζε υπεράσπισης στα μάτια κάθε ειδικού ή μη, ακόμη και στα μάτια ενός μαθητή σχολείου που είχε στα χέρια του ένα καλό εγχειρίδιο ιστορίας. Επρόκειτο αναμφίβολα, όπως έχει υποστηριχθεί, για κατάχρηση αρμοδιότητας.[10] Το δικαστήριο είχε επομένως αποφανθεί εν γένει για το Καθεστώς του Βισύ, την ιστορία, τη φύση, τον χαρακτήρα, την ιδεολογία, τη δράση και τη σημασία του. Και η ετυμηγορία ήταν αντίθετη με την άποψη των ιστορικών της περιόδου, που γνώριζαν βεβαίως την αντικομμουνιστική και αντισημιτική ιδεολογική ταυτότητα του Βισύ, αλλά και πως η Milice ήταν μεν, πράγματι, μία δύναμη βοηθητική προς τους Ναζί, εντούτοις, σε πολλές περιπτώσεις δρούσε με ιδία πρωτοβουλία και έφερνε μόνη της σε πέρας τις εγκληματικές δράσεις της.[11]

Επομένως, η καταδίκη του Touvier δεν κατέστη δυνατή παρά μόνο με παραποίηση της ιστορικής αλήθειας – ήταν βασισμένη σε ένα ιστορικό ψέμα. Ειπώθηκαν βεβαίως και πολλές άλλες ανακρίβειες στις δίκες αυτές: ο Bousquet παραποίησε την ιστορία, αποκρύπτοντας την αντισημιτική ιδεολογία του Βισύ και το γεγονός ότι στόχος των Γάλλων αξιωματούχων του Καθεστώτος υπήρξαν και τα παιδιά, ήδη από την άνοιξη του 1942. Από τη μεριά του, ο Papon είχε ισχυριστεί πως οι Γάλλοι ιθύνοντες δεν γνώριζαν την απαίσια αλήθεια για τις εκτοπίσεις και την τύχη των Εβραίων, μέχρι την άνοιξη του 1945, κάτι που φυσικά δεν ίσχυε.[12]

Η δίκη του Maurice Papon (Ιανουάριος 1997).

 

Είναι αλήθεια ότι στις δίκες Papon και Touvier, οι ιστορικοί κλήθηκαν ως μάρτυρες και όχι ως ειδικοί. Σκοπός ήταν να βοηθήσουν τους δικαστές να προβούν σε μια συνολική εκτίμηση του Καθεστώτος του Βισύ, όχι μόνο σε σχέση με μία ατομική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Εντούτοις, δεν εισακούστηκαν.

Η διαπίστωση αυτή μας οδηγεί και πάλι σε μια συζήτηση που επανέρχεται συνεχώς στις τάξεις των ιστορικών – και όχι μόνο: Είναι άραγε αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης ή της Ιστορίας, των δικαστών ή των ιστορικών να γράφουν ή να ξαναγράφουν και να αναθεωρούν την Ιστορία; Και ποιος είναι ο ρόλος που παίζει η νομοθετική εξουσία σε αυτή την εξίσωση; Πρόκειται για ένα καίριο ερώτημα, που έχει βρεθεί στο επίκεντρο του δημόσιου και του ακαδημαϊκού διαλόγου τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες, αποτελεί δε κλειδί για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η προσέγγιση και ερμηνεία του παρελθόντος στη δημόσια σφαίρα.

La traque et le procès de Klaus Barbie | Archive INA

 

Η Έλλη Λεμονίδου είναι Μόνιμη Επίκουρη Καθηγήτρια
Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Jean-Marc Varaut, Le Procès Pétain. 1945-1995, Παρίσι, Perrin, 1995.

[2] Fred Kupferman, Le Procès de Vichy. Pucheu, Pétain, Laval, Παρίσι, Editions Complexe, 2006, σ. 30.

[3] Γιώργος Κόκκινος, Μαρία Βλαχού, Βασιλική Σακκά κ.ά., Προσεγγίζοντας το Ολοκαύτωμα στο ελληνικό σχολείο, Αθήνα, Ταξιδευτής, 2007, σ. 106-121: Σύμφωνα με τον Henry Rousso, υπάρχουν τα εξής τέσσερα διακριτά στάδια αναφορικά με την επεξεργασία του τραύματος του Βισύ και τη συλλογική μνήμη στη Γαλλία ως προς τη σημασιοδότηση του Καθεστώτος: 1) 1944-1954: Απώθηση – Αποσιώπηση – Ενοχή, 2) 1954-1971: Απώθηση (το απόγειο της αντιστασιοκεντρικής γκωλικής – κομμουνιστικής οπτικής), 3) 1971-1974: Η επιστροφή του απωθημένου, με τη βοήθεια της ιστοριογραφικής και δημοσιογραφικής έρευνας και της κινηματογραφικής αποτύπωσης, με ορόσημα την ταινία του Marcel Ophuls, Le Chagrin et la Pitié (1971) και το βιβλίο του ιστορικού Robert Paxton, Η Γαλλία του Βισύ/La France de Vichy (1973, έτος κυκλοφορίας της γαλλικής μετάφρασης), 4) 1974 και εξής: Η ψύχωση (το στοιχειωμένο παρελθόν επανέρχεται, όπως και το αίσθημα της ενοχής, μεταξύ άλλων με την αναγνώριση από τον Jacques Chirac, τον Ιούλιο 1995, της ευθύνης του γαλλικού κράτους για τον αφανισμό των Εβραίων της Γαλλίας στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, αλλά και με τον καταλογισμό ποινικών ευθυνών, σε ατομικό επίπεδο, στις δίκες των αξιωματούχων του Βισύ που έλαβαν χώρα τις δεκαετίες του 1980 και του 1990).

[4] Éric Conan, Henry Rousso, Vichy, un passé qui ne passe pas, Παρίσι, Librairie Arthème Fayard/Pluriel, 2013, σ. 110-111.

[5] Στο ίδιο, σ. 114.

[6] Στο ίδιο, σ. 116-117.

[7] Jean-Noël Jeanneney, Le passé dans le prétoire. L’historien, le juge et le journaliste, Παρίσι, Éditions du Seuil, 1998, σ. 69 (βλ. γενικά όλο το σχετικό κεφάλαιο: σ. 69-78).

[8] Éric Conan, Henry Rousso, ό.π., σ. 124-158. Sorj Chalandon, «Proceedings», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), The Bousquet and Touvier Affairs, Ανόβερο-Λονδίνο, University Press of New England, 1996, σ. 147-149, 152-154. Sorj Chalandon, Pascale Nivelle, Crimes contre l’humanité. Barbie – Touvier – Bousquer – Papon, Παρίσι, Plon, 1998, σ. 212-214.

[9] Bertram M. Gordon, «Afterword: Who Were the Guilty and Should They Be Tried?», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), ό.π., σ. 192-193.

[10] Jean-Noël Jeanneney, ό.π., σ. 20-22, 43-45.

[11] Henry Rousso, «The Stakes in the Summer of 1944», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), ό.π., σ. 160-161.

[12] Sorj Chalandon, Pascale Nivelle,  ό.π., σ. 251-280, 376-512.

Σοφία Ηλιάδου-Τάχου: Η κατοχική βία στην Δυτική Μακεδονία: Μεθοδολογικά ζητήματα και εννοιολογικοί προσδιορισμοί

Σοφία  Ηλιάδου-Τάχου

Η κατοχική βία στην Δυτική Μακεδονία: Μεθοδολογικά ζητήματα  και εννοιολογικοί προσδιορισμοί

Μέχρι σήμερα η  ιστοριογραφία είχε την τάση να διερμηνεύει τα γεγονότα της κατοχικής περιόδου δημιουργώντας ένα μεγάλο ενιαίο αφήγημα, στο πλαίσιο του οποίου παρέχονταν αναφορικά με κάθε συγκείμενο οι ίδιοι αδιαφιλονίκητοι κώδικες προσέγγισης και αποτίμησης των τραυματικών εμπειριών της περιόδου. Όπως αποδείχτηκε όμως στη συνέχεια τα εργαλεία αυτά και διαμεσολαβημένα από την μετέπειτα εμπειρία ήταν και αδόκιμα, αφού δεν λάμβαναν υπόψη τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Στο συμπέρασμα της σημασίας που θα είχε μια αποκωδικοποίηση των τοπικών κοινωνιών την κατοχική περίοδο οδηγηθήκαμε μέσα από τη διερεύνηση της δράσης της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης,[1] η οποία αποδείχτηκε μια υπόθεση διαφορετική από την αντίστοιχη εμπειρία της ΟΠΛΑ που έδρασε στην Αθήνα.

Για να θέσουμε όμως τον όλο προβληματισμό στις ουσιαστικές του διαστάσεις πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η διερεύνηση των αποχρώσεων της κατοχικής βίας, όπως εμφανίστηκε από  τους Καθηγητές Νίκο Μαραντζίδη και Στάθη Καλύβα πολύ πρόσφατα,[2] βάζει ανάμεσα στα άλλα στο τραπέζι, με το παράδειγμα της Πελοποννήσου, τη συζήτηση για τη σημασία του  τοπικού συγκείμενου, δηλαδή της μικροϊστορικής εστίασης και εκκινεί τον διάλογο για το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που έχει μια ουσιαστική αποτύπωση/ερμηνεία των συνιστωσών που προσδιορίζουν το πλαίσιο αυτό. Παρακολουθώντας η επιστημονική κοινότητα τη διαμάχη ανάμεσα στους ιστορικούς που προαναφέρθηκαν και στους Ηλία Νικολακόπουλο[3] και  Χάγκεν Φλάϊσερ [4] στάθηκε κατά την εκτίμησή μου περισσότερο σε ζητήματα όπως η άρση της πνευματικής ηγεμονίας της δεξιάς ή η ανάδυση της πνευματικής ηγεμονίας της αριστεράς, ή ακόμα η σημασία της ερευνητικής εμμονής στις ανθρωποκτονίες, παρά σε αυτό το οποίο, χωρίς ίσως να το ιεραρχούν ως προτεραιότητα, εντούτοις το έβαλαν, από την πίσω πόρτα στο τραπέζι, οι μελέτες των «αναθεωρητών» : αυτό αφορούσε στη σημασία που είχε η εστίαση στους παράγοντες που διαμόρφωσαν το τοπικό συγκείμενο, άρα η αποτύπωση και η ερμηνεία των ιδιαίτερων συνθηκών των τοπικών κοινωνιών, η αιτιολόγηση των επιλογών αυτών από τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες και η κατάδειξη της πολυπαραγοντικής εξίσωσης του ποιος, γιατί, πότε, με ποιου την καθοδήγηση παρήγαγε ποια μορφή βίας. Γιατί η βία ως κοινωνικό φαινόμενο προϋποθέτει την περιγραφή της κοινωνίας μέσα στην οποία ασκείται, δηλαδή των υποκειμένων της βίας και των θυμάτων, που μέχρι να υποστούν τη βία, είχαν ασκήσει και αυτά τη δική τους βία, για κάποιους κοινωνικούς, ταξικούς, εθνοτικούς, οικονομικούς κλπ λόγους. Βέβαια ο Χάγκεν Φλάϊσερ τονίζει ότι το  αναθεωρητικό ρεύμα στη θεώρηση της κατοχής δεν έδωσε παρά μερικές αξιόλογες τοπικού χαρακτήρα μελέτες οι οποίες δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά το περιτύλιγμα μιας διεπιστημονικής παλιάς συνθηματολογίας δοσμένης με οίηση. Έχει πει όμως και το έχει πολύ γρήγορα προσπεράσει, κάτι που είναι πιο σημαντικό από όλα τα άλλα, την σημασία της εστίασης, κατανόησης και ερμηνείας της «τοπικότητας» με πεδίο εφαρμογής την κατοχή.  Και οπωσδήποτε, μετά την κατάλυση της χούντας, η ιστορική σκέψη βγήκε από τον γύψο και αναζήτησε τον δρόμο της, πέρα από τις κίβδηλες παραχαράξεις της «νομιμόφρονος εθνικοφροσύνης», υιοθετώντας την κριτική σκέψη και αποδεχόμενη την οπτική των «πολλαπλών αναγνώσεων». Κατά συνέπεια η μικροϊστορική εστίαση μέσα στο πλαίσιο της νέας πολιτισμικής ιστορίας μπορεί κατά τη γνώμη μου να φωτίσει το τοπικό και μέσα από αυτό το εθνικό. Και μπορεί να μας δώσει ακόμα και αυτό που ορίστηκε ως η ιστορία από τα κάτω, δηλαδή να σκύψει πάνω από την οπτική των απλών ανθρώπων, αυτών που δεν υπήρξαν οι πρωταγωνιστές στα δρώμενα εθνικής εμβέλειας.

Έχοντας αυτά κατά νου,  επιχειρούμε μια αποτύπωση των παραμέτρων Κατοχή-Αντίσταση-Εθνοτικές και Εμφύλιες συγκρούσεις, όπως αυτή υλοποιήθηκε στη Δυτική Μακεδονία, με την προσδοκία να δημιουργήσουμε ένα ερμηνευτικό σχήμα, το οποίο να μπορεί να ανταποκρίνεται στη συγκεκριμένη περιοχή και να λαμβάνει υπόψη τις ιδιάζουσες συνθήκες που διαμορφώθηκαν σε αυτήν, όπως για παράδειγμα τα εθνοτικά ζητήματα, ή οι διεκδικήσεις των εμπλεκομένων δυνάμεων στο πολιτικό πάζλ της περιόδου. Οπωσδήποτε όπως είναι αναγκαίο, λαμβάνονται υπόψη και προσμετρούνται κριτήρια όπως η δημογραφική σύνθεση της Δυτικής Μακεδονίας, η κοινωνική/ταξική διαστρωμάτωση της πόλης και της υπαίθρου, οι εθνοτικές ταυτότητες που κατασκευάστηκαν μέσα από τις ιστορικές συνθήκες  ή επανακαθορίστηκαν μέσα στη δυναμική της κατοχικής συγκυρίας και καθόρισαν στη συνέχεια τις στάσεις του πληθυσμού απέναντι στην ελληνική ή τη γερμανική διοίκηση της κατοχικής περιόδου.

Ο απαγχονισμός 15 Ελλήνων στην Κλαδοράχη Φλώρινας στις 9 Αυγούστου 1943 ως αντίποινα για την ενέδρα αντιστασιακής ομάδας στον δημόσιο δρόμο Φλώρινας – Κλαδοράχης εναντίον Γερμανικού αποσπάσματος.

Η πρώτη βασική αρχή της έρευνάς μας είναι ότι  για να μπορούμε να ερμηνεύσουμε  τα χρώματα ή τις αποχρώσεις της βίας είναι  αναγκαία η ένταξή της στο συγκείμενο και η καταγραφή των χαρακτηριστικών των χρονικών περιόδων άσκησής της. Καθίσταται έτσι δυνατή η συσχέτιση της βίας  με τη δυναμική της «συγκυρίας» μέσα στην οποία εντάσσεται για να την ερμηνεύσουμε. Επομένως το πρώτο ζητούμενό μας είναι να δούμε τί έγινε στην Δυτική Μακεδονία την περίοδο της κατοχής, δηλαδή ποιος και γιατί άσκησε βία και κάτω από ποιες συνθήκες. Η δεύτερη αρχή στην έρευνά μας σχετίζεται με το περιεχόμενο της έννοιας «βία». Γιατί ως «βία» η μελέτη μας δεν αντιλαμβάνεται αποκλειστικά τις δολοφονίες, αλλά όλες τις εκφάνσεις του φαινομένου: δηλαδή τις φυλακίσεις, τις σωματικές ποινές, τις εκτελέσεις, τους τραυματισμούς, τις μαζικές εξοντώσεις, τα ολοκαυτώματα,  τα αντίποινα, τις εθνοκαθάρσεις, τις εθνοτικές-εξοντώσεις, τα χρηματικά πρόστιμα/ποινές, τις δικαστικές διώξεις, τους  εκτοπισμούς, την οικονομική εξόντωση, την καταστροφή του παραγωγικού ιστού, τις πυρπολήσεις, τις ομηρίες, την παρακολούθηση των εκτελέσεων, τον στρεβλό επισιτισμό, τις λαθροχειρίες, τις επιτάξεις ζώων, αυτοκινήτων, σπιτιών, περιουσιακών στοιχείων, γεννημάτων, την ηθική βία, τους βιασμούς όλων των μορφών, την τρομοκρατία, τη διασπορά φόβου, και όλα τα ανάλογα. Επομένως σε αυτή τη μελέτη επιλέξαμε να αναφερθούμε σε όλες τις μορφές αυτής της βίας, είτε ασκούνται από τα κράτη και τα κρατικά ή διοικητικά μορφώματα που έχουν το μονοπώλιο της έννομης βίας, είτε από εκείνους που την αμφισβητούν, δίνοντας έμφαση στα υποκείμενα της βίας και στις χρωματικές συνυποδηλώσεις που την συνοδεύουν.  Και η τρίτη αξιωματική αρχή που υιοθετήθηκε είναι η εκ προοιμίου αποδοχή του «αδόκιμου» χαρακτήρα κάθε συμψηφισμού. Η δυναμική της κατοχικής περιόδου ειδικά στη Δυτική Μακεδονία που ήταν διαρκώς στο κόκκινο επιτάσσει κατά τη γνώμη μας την εκ προοιμίου καταγγελία όλων των πολιτικών προθέσεων που μπορεί να ελλοχεύουν πίσω από την έρευνα. Η βία δεν έχει κατά τη γνώμη μας ποσοτικά χαρακτηριστικά  αλλά ποιοτικά. Και από μόνη της αποτελεί ιστορικό δρώμενο, η νομιμότητα του οποίου απορρέει από την αντίληψή μας για τη νομιμότητα του κράτους ως θεσμού που την ασκεί ή εναντίον του οποίου τα υποκείμενα της βίας επαναστατούν. Γιατί ήδη από την εποχή του «κοινωνικού συμβολαίου» του Ζαν Ζακ Ρουσώ η επανάσταση ενάντια σε ένα κράτος του οποίου οι άρχοντες δεν αποβλέπουν στο όφελος των πολιτών είναι «νόμιμη». Επομένως εκείνο που νομιμοποιεί την βία που ασκήθηκε την περίοδο της κατοχής προϋποθέτει την απάντηση στο ερώτημα ποιανού το συμφέρον υπηρετούσε το κατοχικό κράτος, το συμφέρον των κατακτητών ή αυτό των πολιτών.  Αν υπηρετούσε το πρώτο, τότε η βία των πολιτών ήταν νόμιμη, αν υπηρετούσε  το δεύτερο, τότε η βία του κράτους ήταν νόμιμη.

Στο μεθοδολογικό πεδίο επιλέξαμε την μικροϊστορική εστίαση της κατοχικής βίας, η οποία εστιάζει στις συνιστώσες του χώρου της Δυτικής Μακεδονίας, αποτυπώνει τον γεωγραφικό καταμερισμό της και αποπειράται να καταλήξει σε αξιόπιστα συμπεράσματα. Ωστόσο, επειδή έχουν εντοπιστεί από τη βιβλιογραφία μειονεκτήματα της μικροϊστορικής εστίασης αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στα εξής σημεία αναφοράς: Πρώτα πρώτα προσπαθούμε να αποτρέψουμε στην ανάλυσή μας αυτό που θα μπορούσαμε ίσως να ονομάσουμε «α-πολιτικοποίηση της βίας»[5] αποτέλεσμα στο οποίο είναι πιθανόν να οδηγήσει ο εγκλωβισμός ενός κοινωνικού φαινομένου όπως η βία στο πεδίο της «τοπικότητας». Για να το πετύχουμε αυτό χρησιμοποιούμε στην κατάταξή μας ως κυρίαρχο δομικό στοιχείο την προέλευσή της, το υποκείμενο δηλαδή που την ασκεί. Έτσι η βασική διάκριση είναι Μαύρη βία, σημαίνον που αντιστοιχεί στη βία των αρχών κατοχής άρα στην τύποις έννομη εξουσία από τη μια και την κόκκινη βία, άρα τη βία των αντιστασιακών κινημάτων ή της επανάστασης, η οποία, όσο και αν δεν απορρέει από την έννοια του κράτους, έχει το δικό της ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο.

Άντον Κάλτσεφ (1910-1948), Βούλγαρος στρατιωτικός, ο οποίος έδρασε στην ελληνική Μακεδονία ως απεσταλμένος της βουλγαρικής κυβέρνησης με σκοπό την υποκίνηση του σλαβικού στοιχείου και την προσάρτησή της στη Βουλγαρία.

Μέσα σε αυτό το βασικό σχήμα εντάσσονται και δομούνται τα επί μέρους που εκκινούν από το γενικό, το πανελλήνιο και εστιάζουν στο περιφερειακό-τοπικό.

Κατά τη γνώμη μας η μικροϊστορική εστίαση στην ερμηνεία της βίας έχει εκτός από τα μειονεκτήματα που προαναφέρθηκαν και πολλά και σημαντικά πλεονεκτήματα. Συγκεκριμένα, η εστίαση του ερευνητή στο πεδίο της «τοπικότητας» δεν αναιρεί  εξ ορισμού τις διαστάσεις της πολιτικοποίησης της βίας. Αν οι ευκαιρίες εμβάθυνσης που δημιουργούνται, στην περίπτωση βέβαια που υπάρξει η καλή γνώση των τοπικών παραμέτρων, συνδυαστεί με την πολιτική δυναμική της συγκυρίας, η τοπικότητα ενσωματώνεται κατά την άποψή μας σε ένα εθνικό/διεθνές συγκείμενο και  η έρευνα  δεν οδηγεί στην α-πολιτικοποίηση της βίας, αλλά  στη διαμόρφωση ενός ερμηνευτικού σχήματος με πολιτικές συνιστώσες.  Ακόμα επειδή στην υπάρχουσα βιβλιογραφία η βία αντιμετωπίζεται ως μηχανιστική αντίδραση που δεν συναντά τα συλλογικά ιδεολογικά προτάγματα [6], στη μελέτη μας η βία αποδίδεται σε αντιπαρατιθέμενες ιδεολογίες και ομάδες που εμφορούνται από αυτήν. Είναι για παράδειγμα η βία της ελληνικής κατοχικής  διοίκησης, ή η βία του ΕΑΜ, αλλά πίσω από τις λογικές των ομάδων ελλοχεύει η  διαφορετική πολιτική ή ιδεολογική κουλτούρα, η διαφορετική εθνοτική κουλτούρα και όλα αυτά καταβάλλεται προσπάθεια να συσχετιστούν και να αναδειχτούν. Άρα μέσα στο συγκεκριμένο ερμηνευτικό σχήμα η βία δεν αντιμετωπίζεται ως μηχανιστική αντίδραση που δεν συναντά τα συλλογικά ιδεολογικά προτάγματα, αλλά ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα της αντίστασης/αποδοχής των συλλογικών ιδεολογικών προταγμάτων.

Η βουλγαρική κοινότητα της Φλώρινας υποδέχεται το 1942 τον Κάλτσεφ και τους Γερμανούς στην κεντρική πλατεία της πόλης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι ενώ στην πρόσφατη βιβλιογραφία η βία θεωρήθηκε  προνομιακό εργαλείο για την ερμηνεία των στάσεων της τοπικής κοινωνίας απέναντι στην κατοχή ή στο ΕΑΜ,[7]στην παρούσα μελέτη οι συνιστώσες της τοπικής κοινωνίας, οι ταξικοί διαχωρισμοί, οι εθνοτικές διακρίσεις, ο καταμερισμός της εργασίας αποτελούν παράγοντες που μπορούν να βοηθήσουν στην ερμηνεία της βίας, δηλαδή να απαντήσουν στο ερώτημα γιατί ο τοπικός  παράγοντας Α καταλήγει στο να επιλέγει την βία. Επομένως η βία δεν ερμηνεύει κατά τη γνώμη μας τις στάσεις της τοπικής κοινωνίας, αλλά η τοπική κοινωνία και οι συνιστώσες της μας οδηγούν στο να καταλάβουμε γιατί επιστρατεύεται η βία. Ακόμα σε ότι αφορά στο συγκεκριμένο ερμηνευτικό σχήμα η βία θεωρείται  ως αυτοσκοπός  ενώ η ερμηνεία της εδράζεται τόσο  στα τοπικά όσο και στα συλλογικά ιδεολογικά προτάγματα που καθορίζουν την συγκυρία. Έτσι για παράδειγμα  μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη βία με βάση τη μεταβλητή  «μειονότητα» /«εθνοτικά ζητήματα» αλλά και  να αποκωδικοποιήσουμε την ανα-σηματοδότηση παλιών ταυτοτήτων κάτω από τη δυναμική των νέων εθνικών/διεθνών συγκυριών. Γιατί θεωρούμε πως μέσα από αυτό το σχήμα μπορούν να ερμηνευτούν τα είδη/μορφές της βίας ως κοινωνικού φαινομένου στην διαχρονικότητά του  και να οδηγηθούμε στην καταγραφή μιας νέας ανάγνωση του παρελθόντος υπό το φως των νέων δεδομένων. Και ακριβώς αυτή η διαχρονία καθιστά τη βία ένα ιστορικό φαινόμενο και την προσέγγισή της ένα κατεξοχήν αντικείμενο του ιστορικού. Τέλος αν για ένα μέρος των ιστορικών η  βία συνιστά ένα κοινωνικό πεδίο πρόσφορο για ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, [8]η δική μας μελέτη δεν θέτει ανάλογους στόχους, αλλά αρκείται στην πλαισίωσή της, στην κατανόησή της και στην επισήμανση των πολιτισμικών της διαστάσεων και χαρακτηριστικών.

Ο ελληνομαθής  Όσβαλντ Πούσιχ, από μητέρα Ελληνίδα, υπεύθυνος για τις συλλήψεις στα προσφυγικά χωριά και τις εκτελέσεις στον Άγιο Γεώργιο Φλώρινας.

Ειδικότερα η μικροϊστορική εστίαση στη Δυτική Μακεδονία έχει εξορισμού τις προϋποθέσεις για να συναχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα για πολλούς λόγους. Ο κυριότερος είναι κατά τη γνώμη μας το γεγονός ότι η περιοχή διακρίνεται για την παρουσία σλαβόφωνων πληθυσμών, η στάση απέναντι στους οποίους  καθόρισε όχι μόνο τη βία/αντι-βία της βουλγαρικής διοίκησης ή την βία/αντι-βία της ελληνικής διοίκησης και κατ επέκταση τη συνακόλουθη βία της γερμανικής ή της ιταλικής  αλλά και τη διαχείριση της βίας των άλλων από το ΕΑΜ/ΚΚΕ ή τη έκφραση της δικής του βίας/αντι-βίας.  Και οπωσδήποτε  σε αυτό το πολυπαραγοντικό πλαίσιο έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον η πολιτική διαχείριση της βίας. Επίσης η ευρύτερη περιοχή της Δυτικής  Μακεδονίας κατοικήθηκε μετά από το 1923 από μεγάλο αριθμό προσφύγων, οι οποίοι αποκαταστάθηκαν αγροτικά από την ΕΑΠ. Οι σχέσεις τους με τους σλαβόφωνους γηγενείς κατοίκους απέβησαν προβληματικές, κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας του ελληνικού κράτους να διαχειριστεί ζητήματα της αποκατάστασης που αποτελούσαν αντικείμενο διεκδίκησης από τις δύο πλευρές και εξαιτίας της μεροληπτική ή προνομιακής μεταχείρισης των προσφύγων έναντι των σλαβόφωνων. Η συγκυρία της Κατοχής ειδικά σε αυτή την περιοχή αναπαρήγαγε παλιές ταυτότητες, αναθέρμανε διαφορές και δημιούργησε χαρακώματα. Κατά συνέπεια η μικροϊστορική εστίαση στη Δυτική Μακεδονία μπορεί να αποτελέσει ένα παράδειγμα για τον προσδιορισμό των χρωμάτων ή των αποχρώσεων της κατοχικής βίας. Για την επίτευξη των στόχων που προαναφέρθηκαν χρησιμοποιήθηκαν α) η ιστορική-ερμηνευτική μέθοδος που βασίζεται στη μελέτη πρωτογενούς αρχειακού υλικού και β) η ημιδομημένη συνέντευξητων πρωταγωνιστών ή των συγγενικών τους προσώπων.

Από την  έρευνα που έγινε προέκυψε με σαφήνεια μια κατηγοριoποίηση των υποκειμένων αλλά και των αποδεκτών της βίας στη Δυτική Μακεδονία. Γιατί όπως τονίστηκε από την αρχή οι θύτες που μετασχηματίζονταν κατά περίσταση σε αποδέκτες της βίας την περίοδο της κατοχής στη Δυτική Μακεδονία και τανάπαλιν, ήταν όλοι εκείνοι που ασκούσαν τη βία, ή δέχονταν τις επιπτώσεις της κατ’ εντολήν των ιθυνόντων. Τέτοιοι στη Δυτική Μακεδονία ήταν οι κάτοικοι των αγροτικών και αστικών κέντρων της περιοχής, που άλλοτε λειτουργούσαν ως θύτες και άλλοτε ως θύματα. Επιχειρώντας λοιπόν μια πρώτη ανάγνωση οφείλουμε να τονίσουμε πως η μαύρη βία ήταν η βία των κατοχικών αρχών, ενώ η κόκκινη βία ήταν η βία των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και πρώτιστα του ΕΑΜ/ΚΚΕ το οποίο και κυρίως έδρασε στη Δυτική Μακεδονία, εξοβελίζοντας στο πλαίσιο εμφύλιων συγκρούσεων τις λοιπές εθνικιστικές αντιστασιακές οργανώσεις της περιοχής.

Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε ως υποκείμενα της μαύρης βίας θεωρήθηκαν α) η ελληνική κατοχική διοίκηση β) η γερμανική κατοχική διοίκηση (γερμανικό φρουραρχείο) γ) η βουλγαρική κατοχική διοίκηση (Βούλγαροι αξιωματικοί-σύνδεσμοι στο γερμανικό φρουραρχείο)[9] δ) η ιταλική κατοχική διοίκηση. Ξεκινάμε λοιπόν από την περιγραφή της κατοχικής συγκυρίας, την οποία διαμόρφωσε κατά κύριο λόγο ο γερμανικός παράγοντας.[10] Όπως αποδείχτηκε από την έρευνα οι στόχοι της βίας που άσκησαν οι Γερμανοί στην Κοζάνη και στη Φλώρινα ήταν συνυφασμένοι με τα γεωστρατηγικά σχέδια τους και εξυπηρετούσαν πρώτιστα τις ανάγκες ανεφοδιασμού του στρατού τους. Έτσι μια μελλοντική προοπτική ελέγχου των Βαλκανίων συμπεριλάμβανε για τους Γερμανούς όχι μόνο το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ως κόμβο ενός γερμανικού δικτύου πόλεων, αλλά και την οδό Φλώρινας-Μοναστηρίου ως διόδου διέλευσης από και προς την Ευρώπη. Για όλους αυτούς τους λόγους που προαναφέρθηκαν οι Γερμανοί δεν ήταν διατεθειμένοι επ’ ουδενί να βοηθήσουν τους συμμάχους τους Βούλγαρους να υλοποιήσουν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου του 1878 και να τους προσφέρουν «έτοιμη στο πιάτο» την υλοποίηση του εθνικού τους οράματος για τη Μεγάλη Βουλγαρία.

Ο εορτασμός των τριάντα ετών από  την απελευθέρωση της Φλώρινας στις 8 Νοεμβρίου 1942, τελετή με συμβολική σημασία σε περίοδο ξένης κατοχής.

Αλλά στην περιοχή υπήρχαν και οι «βουλγαρόφρονες». Πραγματικά η προσέγγιση των ιστορικών στοιχείων τεκμηριώνει τον μετασχηματισμό της ταυτότητας μερίδας των σλαβόφωνων σε «βουλγαρόφρονες» ή εκδηλωθέντες ότι ανήκουν εις την βουλγαρικήν εθνικότητα. Τα αίτια του μετασχηματισμού της ταυτότητας των σλαβόφωνων θα πρέπει να αναζητηθούν στην ισχυρή παρουσία του βουλγαρικού παράγοντα στην περιοχή, στις ισχυρές προκλήσεις που η παρουσία αυτή θεωρήθηκε ότι διασφάλιζε, για παράδειγμα κοινωνικό κύρος για τους αστούς εξ αυτών και δυνατότητες επιβίωσης μέσα από το δίκτυο παροχής τροφίμων που είχε συσταθεί για τους κατοίκους των χωριών. Εξίσου σημαντική όμως παράμετρος που επιτάχυνε τη διαδικασία διχοτόμησης της ταυτότητας των σλαβόφωνων και μετασχηματισμού της σε ταυτότητα «βουλγαροφρόνων» στο νομό της Φλώρινας ήταν η λειτουργία της συλλογικής μνήμης της ομάδας των σλαβόφωνων. Η συγκυρία της κατοχής και ο διαχωρισμός σε «γνήσιους Έλληνες και ύποπτους σλαβόφωνους» από την ελληνική διοίκηση της κατοχικής περιόδου οδήγησε στην ανανοηματοδότηση παλιών βιωμάτων της μεταξικής περιόδου, αλλά και των αδικιών που είχαν συμβεί σε βάρος τους, εξαιτίας της προσφυγικής εγκατάστασης.[11] Κατά συνέπεια η μνήμη της εθνοτικής ομάδας, υπό το κράτος της τραυματικής συγκυρίας της κατοχής, ακύρωσε την προσέγγιση που είχε επιτευχθεί στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Οι προκλήσεις και οι υποσχέσεις στη συνέχεια του εθνικιστικού και φασιστικού βουλγαρικού κράτους δια των εκπροσώπων του Βούλγαρων συνδέσμων, εκλήφθηκαν από εκείνη τη μερίδα της εθνοτικής ομάδας των σλαβόφωνων, που εκδηλώθηκαν ως βουλγαρόφρονες, ως ελκυστικές. Οι διαδικασίες «ταυτοποίηση» με την έννοια που προσδίδει στον όρο ο Barth είχαν ξεκινήσει.[12]

Εν κατακλείδι  η έρευνα απέδειξε την ισχυρή παρουσία των βουλγαρικών βλέψεων για την περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και ειδικά για τις σλαβόφωνες κοινότητες της Φλώρινας και της Καστοριάς, στις οποίες κυρίως η βουλγαρική πολιτική απευθυνόταν. Απέδειξε όμως πως ο κίνδυνος αυτός, ήταν διαχειρίσιμος από την ελληνική πλευρά, επειδή τα συμφέροντα των Γερμανών και της ελληνικής διοίκησης συνέκλιναν σε ένα σημείο: στο ότι η περιοχή της Φλώρινας δεν έπρεπε να περιέλθει υπό βουλγαρικό έλεγχο. Αυτό αντέβαινε στα σχέδια των Γερμανών, τους έφερνε σε σύγκρουση με την ελληνική διοίκηση και δημιουργούσε σε αυτούς πρόσθετα προβλήματα.

Η Σοφία Ηλιάδου-Τάχου είναι Καθηγήτρια Ιστορίας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

Υποσημειώσεις

[1] Ηλιάδου-Τάχου Σ. (2013). Μέρες της ΟΠΛΑ στη Θεσσαλονίκη. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

[2] Καλύβας Στάθης (2000). Κόκκινη τρομοκρατία. Η βία της αριστεράς στην Κατοχή.  στο συλλογικό, Μαζάουερ Μαρκ (επιμ.) Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα 1943-1960. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σ.142-183, Καλύβας Στάθης ( 2002). Μορφές, Μορφές, Διαστάσεις και Πρακτικές της Βίας στον Eμφύλιο (1943-1949): Μια πρώτη Προσέγγιση. Στο Ηλίας Νικολακόπουλος, Άλκης Ρήγος και Γρηγόρης Ψαλίδας (επιμ.) Ο εμφύλιος πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο. Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1945. Αθήνα: Θεμέλιο, σ. 188-207. Ακόμα εις http://www.greekhistoryrepository.gr/archive/item/4170, Καλύβας Στάθης, Μαραντζίδης Νίκος  (2004). Δεκάλογος της φρέσκιας ματιάς. Τα Νέα. 20.3.2004, Kalyvas Stathis N (2006). The logic of violence in civil war. Cambridge University Press,  Kalyvas  Stathis N (2008) Armed collaboration in Greece, 1941–1944. European Review of History—Revue européenne d’histoire Vol. 15, No. 2, April 2008, π. 129–142, Καλύβας Στάθης (2009).Η Ιστορία ως τυμβωρυχία. Το Βήμα, 20.12.2009. Καλύβας Στάθης (2009 ). Η γεωγραφία της εμφύλιας βίας στη κατοχική Μεσσηνία. Μια ποσοτική προσέγγιση. Εις Καρακατσιάνης Ιωάννης (επιμ.). Νότια Πελοπόννησος 1935-1950. Αλφειός, σ. 1-19.

[3] Νικολακόπουλος Ηλίας , Τα Νέα, 28.11.2009.Wallace J. David, Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα], «Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 28.11.2009.

[4] Τα Νέα» (28.11.2009). Έκθεση ταγματάρχη Ντέιβιντ Γουάλας για τις ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις (1943). Καλύβας «Βήμα της Κυριακής», 20 Δεκεμβρίου 2009. «Η Ιστορία ως τυμβωρυχία». Φλάισερ Χάγκεν «Βήμα της Κυριακής» 10 Ιανουαρίου 2010 « Η “κόκκινη” και η “μαύρη” βία».

[5] Skocpol Theda (1979). State and social Revolutions. A comparative analysis of France, Russia and China. Cambridge: Cambridge University Press, p. 4.

[6] Βόγλης Πολυμέρης (2016). Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου. Αθήνα : Αλεξάνδρεια, σ. 25-26.

[7] Skocpol. State and social Revolutions, ό.π.,  p. 4.

[8] Βόγλης. Η αδύνατη επανάσταση, ό.π. , σσ.25.

[9] Ενώ η βιβλιογραφία μέχρι σήμερα αναφέρεται στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η περιοχή της Φλώρινας είχε γερμανική διοίκηση, ότι υπήρχε ιταλική διοίκηση στην Καστοριά και στην Κοζάνη γερμανική, επιμένω πως ειδικά στη Φλώρινα και στην Καστοριά η παρουσία του βουλγαρικού παράγοντα ήταν τόσο συχνή, ώστε δικαιούμαστε να μιλάμε και για βουλγαρική παρέμβαση στις περιοχές αυτές.

[10] Hλιάδου-Τάχου Σ. & Ανδρέου Α. (2017). “Μετασχηματισμός των ταυτοτήτων των σλαβόφωνων της Δυτικής Μακεδονίας (1941-1944): ο ρόλος των τοπικών ελίτ και η δυναμική της συγκυρίας”, Συνέδριο Η Δυτική Μακεδονία στη δεκαετία 40-50. Θεσσαλονίκη-Επίκεντρο

[11] Κωστόπουλος Τάσος (2008). Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων. Αθήνα: Βιβλιόραμα .

[12] Ηλιάδου-Τάχου – Ανδρέου, Μετασχηματισμός…, ό.π

Η ανταρσία του “Bounty”

 

Η ανταρσία του “Bounty”

Στις 28 Απριλίου 1789, στο Νότιο Ειρηνικό, εκδηλώθηκε στάση επάνω στο HMS Bounty. Δυο εβδομάδες νωρίτερα, το πλοίο είχε αποπλεύσει από την Ταϊτή, έχοντας εκπληρώσει το πρώτο σκέλος της αποστολής του, δηλ. τη φόρτωση αρτόδεντρων, τα οποία ευδοκιμούσαν στη συγκεκριμένη περιοχή της Πολυνησίας. Το δεύτερο σκέλος της αποστολής συνίστατο στη μεταφορά και εκφόρτωση του πολύτιμου φορτίου στις Βρετανικές κτήσεις της Καραϊβικής, με την βάσιμη ελπίδα πως οι εκεί κλιματολογικές συνθήκες θα προσφέρονταν για την καλλιέργεια του αρτόδεντρου και την χαμηλού κόστους παραγωγή ψωμιού για τους σκλάβους. Το Bounty είχε αποπλεύσει από τις Βρετανικές Νήσους στις 15 Οκτωβρίου του 1787 με κυβερνήτη τον William Bligh και υποπλοίαρχο τον Fletcher Christian. Ο διάπλους προς την Ταϊτή αποδείχθηκε περιπετειώδης, καθώς η προσπάθεια προσπέλασης του Ακρωτηρίου Χορν, στο νότιο άκρο της Αμερικανικής Ηπείρου (πρόκειται για τη συντομότερη διαδρομή) απέτυχε εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών. Το πλοίο αναγκάστηκε να στραφεί προς τον Ινδικό Ωκεανό, μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, επιλογή, η οποία επέφερε μεγάλη χρονική καθυστέρηση και ταλαιπωρία. Αγκυροβόλησε στον κόλπο Matavai της Ταϊτής στις 26 Οκτωβρίου 1788, έχοντας συμπληρώσει ένα έτος από τη στιγμή της αναχώρησης και διατρέξει μια απόσταση 31.170 ναυτικών μιλίων (50.163 χλμ.). Στην Ταϊτή παρέμεινε επί πέντε μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων φυτεύτηκαν και ακολούθως μεταφέρθηκαν στο πλοίο άνω των χιλίων αρτόδεντρα. Τα αίτια της ανταρσίας αποδίδονται σε ένα συνδυασμό πολλών παραγόντων: 1) Κόπωση του πληρώματος εξαιτίας της μακροχρόνιας απουσίας από την πατρίδα, 2) απροθυμία επανόδου στους κανόνες της καθημερινής πειθαρχίας έπειτα από μια πολύμηνη διαμονή στην Ταϊτή, κατά τη διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν πολλά κρούσματα επιμειξίας με τους ιθαγενείς, 3) υπέρμετρα σκληρή συμπεριφορά εκ μέρους του κυβερνήτη κλπ. Η τελευταία είναι και η επικρατέστερη εκδοχή, που μονοπωλεί το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας και το σύνολο των κινηματογραφικών εκδοχών. Σχετικά πρόσφατες, ωστόσο, μελέτες, αναθεωρούν την παραπάνω εκτίμηση, επιρρίπτοντας ευθύνες στον υποκινητή της ανταρσίας, υποπλοίαρχο Fletcher Christian (Richard Hough 1972, Caroline Alexander 2003) και επιδεικνύοντας μεγαλύτερη επιείκεια και κατανόηση έναντι του πλοιάρχου Bligh. Σύμφωνα με τις παραπάνω εκτιμήσεις, ο Christian, κατά τις άμεσες παραμονές εκδήλωσης της στάσης, είχε υπερβεί κάθε όριο λογικής, έχοντας προσβληθεί (όπως, άλλωστε, μεγάλο τμήμα του πληρώματος) από αφροδίσιο νόσημα εξαιτίας ερωτικών συνευρέσεων με Ταϊτινές.

Η ανταρσία δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα, μόνο, κεφάλαιο της οδύσειας του Bounty και του πληρώματός του. Άξιες μνείας είναι άλλες τρεις πτυχές του δράματος: 1) Η περιπέτεια της λέμβου, όπου στοιβάχθηκαν ο Bligh και οι νομιμόφρονες ναυτικοί και η οποία διένυσε μια πορεία 3.500 ναυτικών μιλίων (6.500 χλμ) έως τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (σημερινή Ινδονησία), με σύντομες στάσεις στα νησιά του Νοτίου Ειρηνικού, εξαιτίας του φόβου των κανιβάλων ιθαγενών (ο Bligh, ως κατώτερος αξιωματικός, υπήρξε αυτόπτης μάρτυς του μαρτυρικού θανάτου του James Cook το 1779 στη Χαβάη). 2) Η εξίσου περιπετειώδης αποστολή του πλοίου Pandora, επιφορτισμένου με την αναζήτηση και σύλληψη των στασιαστών. Έπειτα από μια άκαρπη αναζήτηση εννέα μηνών στον αχανή Νότιο Ειρηνικό, το Pandora τερμάτισε άδοξα την αποστολή του, προσκρούοντας σε ύφαλο στα ανοικτά των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών. Μεταξύ των θυμάτων ήταν τέσσερα μέλη του πληρώματος του Bounty, που είχαν συλληφθεί στην Ταϊτή. Άλλα εννέα διασώθηκαν και μεταφέρθηκαν στα Βρετανικά Νησιά, όπου προσήχθησαν σε Ναυτοδικείο. 3) Ακόμα πιο εντυπωσιακή υπήρξε η μοίρα του Christian και των περισσοτέρων στασιαστών. Έπειτα από δυο σύντομες παραμονές στην Ταϊτή, το Bounty, με μεικτό πλήρωμα καθώς είχαν επιβιβασθεί σε αυτό ιθαγενείς (μεταξύ των οποίων και γυναίκες), περιπλανήθηκε άσκοπα επί τέσσερις μήνες στον Ειρηνικό. Ως τελικό καταφύγιο επελέγη η νήσος Pitcairn, χάρη σε ένα χαρτογραφικό σφάλμα (το στίγμα της παρουσίαζε μια απόκκλιση 348 χλμ. από εκείνο που αναφερόταν στους χάρτες του Βρετανικού Ναυαρχείου). Επιπρόσθετα, το νησί ήταν ακατοίκητο με πλούσια πανίδα και χλωρίδα και άφθονο νερό. Στις 23 Ιανουαρίου 1790, δώδεκα, μόλις ημέρες έπειτα από την άφιξη στο Pitcairn, το Bounty καταστράφηκε από φωτιά. Επρόκειτο για σκόπιμη ενέργεια, η οποία υπαγορεύτηκε από λόγους προστασίας έναντι των τιμωρητικών αποστολών που ήταν βέβαιο πως θα εξαπέλυαν οι Βρετανικές αρχές, είτε προκειμένου να αποτραπεί κάθε υπόνοια επιστροφής στην πατρίδα ένεκα νοσταλγίας. Όταν το αμερικανικό ιστιοφόρο Topaz (το πρώτο κατά σειρά, που προσέγγισε τη νήσο Pitcairn), κατέπλευσε τον Φεβρουάριο του 1808, βρήκε μια αποικία δεύτερης γενιάς, η οποία είχε προκύψει από επιμειξία. Από το πλήρωμα του Bounty είχε επιζήσει ένα, μόνο, άτομο. Οι περισσότεροι (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Christian) είχαν χάσει τη ζωή τους από συμπλοκές με τους Ταϊτινούς. Όσο για τον έτερο πρωταγωνιστή, τον William Bligh, αφού αθωώθηκε από το Ναυτοδικείο, προήχθη σε κυβερνήτη πολεμικού σκάφους. Διετέλεσε διοικητής της Νέας Νοτίου Ουαλίας (Αυστραλία) μεταξύ των ετών 1806 και 1808 και τερμάτισε την σταδιοδρομία του με τον βαθμό του αντιναυάρχου.

Η πολυδιάστατη περιπέτεια του Bounty, σε συνδυασμό με το στοιχείο του εξωτισμού, που την διατρέχει από άκρου σε άκρο, δεν μπορούσε παρά να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης. Στις αναρίθμητες μελέτες και άρθρα που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα, ήρθαν να προστεθούν πέντε κινηματογραφικές ταινίες με καταξιωμένους ηθοποιούς (η πρώτη, βωβή Αυστραλιανή του 1916, δεν έχει αφήσει κανένα ίχνος). Αυτήν ακριβώς τη διάσταση φιλοδοξεί να αναδείξει το παρόν αφιέρωμα.

William Bligh (1754-1817), κυβερνήτης του Bounty

 

 

Fletcher Christian (1764-1793), υποπλοίαρχος του Bounty, υποκινητής της στάσης.

 

 

Το ιατρικό ημερολόγιο του Bounty, Royal Museums Greenwich

 

Η πορεία του Bounty. Με μπλε συνεχόμενη γραμμή σημειώνεται η διαδρομή από τα ανοιχτά της Τασμανίας έως τον τελικό προορισμό της αποστολής (Ταϊτή). Με μπλε διακεκομένη γραμμή, η πορεία από την Ταϊτή έως το σημείο εκδήλωσης της ανταρσίας. Με μπλε κουκίδες, η πορεία από το σημείο της ανταρσίας έως τον τελικό προορισμό (νήσος Pitcairn) με δυο ενδιάμεσες σταθμεύσεις στην Ταϊτή. Με πράσινες κουκίδες σημειώνεται η οδύσσεια (6.500 χλμ. – 3.500 ναυτικά μίλια) της λέμβου του Bligh από το σημείο της ανταρσίας έως τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες.

 

Ιδιόχειρη ονομαστική κατάσταση των εμπλεκομένων στην ανταρσία. Πρώτο αναγράφεται το όνομα του Fletcher Christian. Η κατάσταση συντάχθηκε από τον Bligh κατά τη διάρκεια του περίπλου με τη λέμβο του Bounty. Το πρωτότυπο φυλάσσεται στα Εθνικά Αρχεία της Αυστραλίας.

 

Bernard Finnigan Gribble: The Loyal Men of the ‘Bounty’,1915, Bournemouth, Russell-Cotes Art Gallery and Museum

 

Η μεταφορά στην οθόνη

1. In The Wake of The Bounty (1933)

 

Σενάριο – Σκηνοθεσία: Charles Chauvel
Mayne Lynton (Bligh)
Errol Flynn (Christian)
Arthur Grenaway (αφήγηση)

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Errol Flynn στην παρθενική κινηματογραφική του εμφάνιση στο ρόλο του Fletcher Christian

 

In The Wake of The Bounty (απόσπασμα)

 

2. Mutiny on the Bounty (1935)

Σενάριο: Talbot Jennings, Jules Furthman, Carey Wilson
Σκηνοθεσία: Frank Lloyd
Charles Laughton (Bligh)
Clark Gable (Christian)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Clark Gable (Christian) και Charles Laughton (Bligh).

 

 

Mutiny on the Bounty (η σύγκρουση Bligh – Christian)

 

 

Mutiny on the Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας)

 

3. Mutiny on the Bounty (1962)

Σενάριο: Charles Lederer

Σκηνοθεσία: Lewis Milestone

Trevor Howard (Bligh)

Marlon Brando (Christian)

Richard Harris (Mills)

Eddie Byrne (Fryer)

Henry Daniell (ναύαρχος Hood)

 

 

 

 

 

 

Trevor Howard (Bligh) και Marlon Brando (Christian).

 

Mutiny on the Bounty (η άφιξη στην Ταϊτή)   

 

 

Mutiny on the Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας)

 

4. The Bounty (1984)

Σενάριο: Robert Bolt

Σκηνοθεσία: Roger Donaldson

Μουσική: Βαγγέλης Παπαθανασίου

Anthony Hopkins (Bligh)

Mel Gibson (Christian)

Daniel Day-Lewis (Fryer)

Liam Neeson (Churchill)

Sir Lawrence Olivier (ναύαρχος Hood)

 

 

Mel Gibson (Christian) και Anthony Hopkins (Bligh)

 

The Bounty (η άφιξη στην Ταϊτή)  

The Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας) 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Alexander, Caroline: The Bounty. London, Harper Collins, 2003.

 

Boyne, John: Mutiny on the Bounty, Doubleday Canada Limited, Toronto, Ontario, 2009.

 

Dening, Greg: Mr Bligh’s Bad Language: Passion, Power and Theatre on the Bounty, Cambridge University Press, 1994.

 

Hough, Richard: Captain Bligh and Mr Christian: The Men and the Mutiny, London, Hutchinsons, 1972.

 

McKinney, Sam: (1999). Bligh!: The Whole Story of the Mutiny Aboard H.M.S. Bounty, Victoria, British Columbia, Touch Wood Editions, 1999.

 

Charles Nordhoff, James Norman Hall: The Bounty Trilogy, New York, Little, Brown and Company, 1940 (2η έκδοση).

 

Anne Salmond: BLIGH. William Bligh in the South Seas, University of California Press, 2011.                                         

 

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Νίκος Μισολίδης

 

Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης: Η γενετική σχέση Χριστιανών και Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης*

Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης

Η γενετική σχέση Χριστιανών και Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης*

Το DNA του ανθρώπου: Ένα ανεξίτηλο μήνυμα από τους προγόνους μας.    Το ανθρώπινο γονιδίωμα (DNA) είναι μια τεράστια συλλογή πληροφοριών, οι οποίες οργανώνονται στα διαφορετικά μακρομόρια DNA (44 αυτοσωματικά και  2 φυλετικά χρωμοσώματα, τα X και Y) στον πυρήνα του κυττάρου (Εικόνα 1) και στο DNA των μιτοχονδρίων. Οι πληροφορίες αυτές καταγράφονται με τον κώδικα των τεσσάρων γραμμάτων Α, Τ, C και G, που αποτελούν συντομογραφίες των βάσεων αδενίνη, θυμίνη, κυτοσίνη και γουανίνη, αντίστοιχα (Εικόνα 1). Η διαδοχή των βάσεων δίνει την πρωτοδιάταξη του μακρομόριου του DNA, που έχει την ιδιότητα να είναι μοναδική για κάθε άνθρωπο και περιέχει τις πληροφορίες εκείνες που είναι υπεύθυνες για την εκδήλωση των βιολογικών χαρακτηριστικών μας, αλλά και τη διαφοροποίηση και εξέλιξη των οργανισμών.

Εικόνα 1. Σχηματική απεικόνιση της δομής  ενός κυττάρου (cell) με τα χρωμοσώματα (chromosomes) εντός του  πυρήνα  που εμπεριέχει το DΝΑ, ενός γονιδίου (gene), και της μοριακής δομής του DNA. Πηγή. U.S. Department of Energy Genomic Science, ηλεκτρονική διεύθυνση: http://genomicscience.energy.gov.

Στο σώμα κάθε ενήλικου ατόμου υπάρχουν 1014 κύτταρα  που περιέχουν όλα το ίδιο γενετικό υλικό. Η ολοκλήρωση της ανάλυσης του γονιδιώματος  του ανθρώπου, το 2003, έδειξε ότι το DNA σε κάθε πυρήνα ανθρώπινου  κυττάρου αποτελείται από 3,2 δισεκατομμύρια  ζευγάρια νουκλεοτιδίων. Ακόμα και  δύο τελείως ξένα μεταξύ τους άτομα έχουν ίδιες αλληλουχίες DNA  σε ποσοστό τουλάχιστον 99,0%. Η ανάλυση του DΝΑ χιλιάδων ατόμων έδειξε ότι το DNA κάθε ατόμου διέφερε από τη πρότυπη ακολουθία ανθρώπινου γονιδιώματος από 4,1 έως 5,0 εκατομμύρια νουκλεοτιδικές θέσεις. Υπολογίζεται πως υπάρχει  μία διαφορά στο DΝΑ δύο οποιωνδήποτε ατόμων  κάθε 100 ζεύγη βάσεων.

Γενετικοί δείκτες χρησιμοποιούμενοι στην ανάλυση της γενετικής σύστασης ανθρώπινων πληθυσμών. Για να μελετηθεί η γενετική σύσταση κάποιου πληθυσμού μπορούν να χρησιμοποιηθούν πολλοί και διαφορετικοί γενετικοί  δείκτες.  Η επιλογή των κατάλληλων γενετικών δεικτών για μια πληθυσμιακή μελέτη εξαρτάται από μια σειρά κριτηρίων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά τον αρχικό σχεδιασμό ενός ερευνητικού έργου. Μεταξύ αυτών τα κυριότερα είναι: Το είδος του επιστημονικού ερωτήματος, ο αριθμός και η συχνότητα των αλληλομόρφων (παραλλαγών) του γενετικού δείκτη, το κόστος ανάλυσης, κτλ. Στην πράξη, κατά την ανάλυση της γενετικής σύστασης ενός πληθυσμού, επιλέγονται εκείνοι οι πολυμορφικοί γενετικοί δείκτες που προσφέρουν τις περισσότερες πληροφορίες.

Μέχρι τη δεκαετία του 1980, οι εκτιμήσεις για  τη  γενετική  σύσταση και τη συγγένεια ανάμεσα στους πληθυσμούς του ανθρώπου βασίζονταν κυρίως στην εκτίμηση των συχνοτήτων των αλληλομόρφων  πολλών κλασικών  γενετικών δεικτών, όπως είναι τα γονίδια που καθορίζουν ομάδες αίματος.

Το 1987 διαπιστώθηκε ότι οι τότε νέες τεχνολογίες επέτρεπαν να αναλυθεί σχετικά εύκολα το μιτοχονδριακό DNA, που κληρονομείται μόνο από τη μητέρα στα παιδιά της (μητροπλευρικός τρόπος κληρονόμησης). Ακολούθησε  η ανάλυση του DNA που κληρονομείται από τον πατέρα μόνο στον γιο του   (πατροπλευρικός τρόπος κληρονόμησης).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι τεχνικές μελέτης της γενετικής ποικιλομορφίας στον άνθρωπο βελτιώθηκαν και χαρακτηρίστηκαν χιλιάδες διαδοχικά επαναλαμβανόμενες ακολουθίες DNASTRs). Αργότερα, με τη μετέπειτα ανάπτυξη της τεχνολογίας του υβριδισμού DNA σε μικροδιατάξεις (microchips) κατέστη δυνατόν να εξετάζονται σε DNA αναλυτές  ταυτόχρονα χιλιάδες απλοί νουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί ή SNPs.

H ανάλυση της αλληλουχίας των βάσεων του DNA γίνεται πλέον σε αυτόματα μηχανήματα. Η δαπάνη μάλιστα για την ανάλυση όλου του DNA ενός ατόμου μειώνεται  με ραγδαίους ρυθμούς (3.000 ευρώ σήμερα), ενώ η ακρίβειά της μεθοδολογίας βελτιώνεται σημαντικά. Η επιτυχία αυτή σηματοδοτεί την απαρχή νέας εποχής, τόσο στην πληθυσμιακή γενετική, όσο και στην εφαρμοσμένη γενετική στην υγεία, τη γεωργοκτηνοτροφία και το περιβάλλον. Η ραγδαία ανάπτυξη των εργαστηριακών τεχνικών ανάλυσης του γονιδιώματος και της βιοπληροφορικής παρέχει πλέον τη δυνατότητα ανάλυσης του συνόλου της αλληλουχίας του DNA, που αποτελεί τον χρυσό κανόνα για τις γενετικές αναλύσεις. Η ανάλυση αυτή προσφέρει τις περισσότερες πληροφορίες, αφού επιτρέπει τον προσδιορισμό όλων των μεταλλάξεων (αλλαγών)  στο DNA, καθώς επίσης άμεση ποσοτική καταγραφή του μεγέθους των γενετικών πολυμορφισμών.

Η πληθυσμιακή σύνθεση των κατοίκων της Δυτικής Θράκης. Η σημερινή πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής χαρακτηρίζεται από  μωσαϊκό διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων  που διαμορφώθηκε από τις μετακινήσεις πληθυσμών, λόγω της συνθήκης της Λωζάννης (1923), αλλά και των πρόσφατων εισροών Ελληνικών πληθυσμιακών ομάδων προερχομένων από τη Γεωργία, την Αμπχαζία, το Ουζμπεκιστάν και το Καζακστάν.  Οι πληθυσμιακές ομάδες  που κατοικούν στην περιοχή κατατάσσονται βάσει της θρησκείας σε Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, και διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη γλώσσα, τις   πολιτιστικές παραδόσεις και τα πρότυπα αναπαραγωγικών συμπεριφορών. Σύμφωνα με τη διδακτορική διατριβή της Σιμιτοπούλου-Κοτζαμάνη,1 η διαστρωμάτωση αυτή δημιουργήθηκε από το 1.400 μ.Χ., με τη κατάληψη της περιοχής από τους Οθωμανούς, οπότε προκλήθηκαν  πολιτιστικοί φραγμοί επιμειξίας λόγω της διαφορετικής θρησκείας, γλώσσας και των παραδόσεων των δύο πληθυσμών, που ενδέχεται να επηρέασαν σημαντικά τις επιμεικτικές συμπεριφορές των πληθυσμιακών ομάδων. Κατά συνέπεια ενδέχεται οι υποπληθυσμοί αυτοί να εμφανίζουν διακριτά γενετικά πρότυπα.

Οι Χριστιανικοί πληθυσμοί απαρτίζονται κυρίως από ΄Ελληνες γηγενείς και πρόσφυγες με διαφορετικά γεωγραφικά σημεία προέλευσης, όπως την Ανατολική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία, τον Πόντο, την Καππαδοκία και πρόσφατα από  πρώην σοσιαλιστικές δημοκρατίες.

Η Μουσουλμανική κοινότητα του Νομού Ροδόπης απαρτίζεται από τρεις κυρίως πληθυσμιακές υποομάδες με διαφορετική δομή, τόσο βιολογική, όσο και πολιτιστική. Η πρώτη υποομάδα αποτελείται από αγροτικούς  πληθυσμούς Μουσουλμάνων που ζουν στις πεδινές περιοχές νομών της Δυτικής Θράκης. Η δεύτερη πληθυσμιακή ομάδα είναι οι Πομάκοι, που ζουν στον καταπράσινο ορεινό όγκο της Ροδόπης, κατά μήκος των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Η τρίτη υποομάδα είναι οι Ρομά.  Πριν παραθέσω τα γενετικά στοιχεία για κάθε πληθυσμιακή υποομάδα, και επειδή αρκετές φορές παρερμηνεύονται τα γενετικά δεδομένα, σπεύδω να προσθέσω ότι: ως γενετιστής γνωρίζω ότι η εθνοτική ιθαγένεια είναι θέμα πολιτισμού, παιδείας, θρησκείας, γλώσσας και συνειδήσεως και δεν εντοπίζεται στο DNA ή στο αίμα.

Α. Η γενετική σύσταση των Roma

Οι Roma, γνωστοί επίσης ως Τσιγγάνοι ή Αθίγγανοι  είναι ένας νομαδικός λαός. Η πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα καταγράφεται το 1320 μ.Χ. στην Κρήτη.   Στην Ελλάδα ο πληθυσμός τους υπολογίζεται σε 120.000-150.000  και είναι διασκορπισμένος  σε όλη τη χώρα. Οι περισσότεροι ΄Ελληνες Roma καταγράφονται ως Χριστιανοί Ορθόδοξοι, εκτός από εκείνους που ζουν στη Δυτική Θράκη που η πλειονότητά τους είναι Μουσουλμάνοι. Μια μικρή πληθυσμιακή ομάδα Χριστιανών Roma κατοικεί στο χωριό ΄Αρατος. ΄Ολοι μιλούν τη μητρική τους γλώσσα, ενώ πολλοί την Ελληνική με στοιχεία από τη γλώσσα των προγόνων τους.

Οι μελέτες στα γλωσσικά ιδιώματα των Roma επιβεβαιώνουν την πολύπλοκη κοινωνική δομή τους και μέχρι πρότινος αποτελούσαν τη μόνη αξιόπιστη μέθοδο διαχωρισμού των κατά τόπους πληθυσμιακών ομάδων. Οι γενετικές μελέτες στράφηκαν κυρίως προς δυο στόχους: α) Στη σύγκριση της γενετικής σύστασης των Roma με την αντίστοιχη των τοπικών πληθυσμών των περιοχών όπου διαμένουν, και β) Στην αναζήτηση της γενετικής ταυτότητας των Roma ανά την Ευρώπη και ίσως τη διαλεύκανση του ζητήματος της καταγωγής τους.

Εικόνα 2. Φυλογενετικό δενδρόγραμμα  με βάση τις γενετικές αποστάσεις σε επίπεδο συχνοτήτων των απλοτύπων του χρωμοσώματος Υ μεταξύ των διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων Ρομά, αλλά και μεταξύ του πληθυσμού των Ρομά και του Ελληνικού πληθυσμού. Τροποποίηση από Δεληγιαννίδη.3

 Αντιπροσωπευτικό δείγμα Ελλήνων Roma αναλύθηκε για τέσσερα είδη DNA (γενετικών) δεικτών.2,3,4 α) Μικροδορυφορικοί δείκτες. H γενετική σύσταση των Roma συγκρίθηκε με ανάλογα αποτελέσματα από την Ελλάδα και προέκυψαν στατιστικά σημαντικές διαφορές σε 11 από τους 13 γενετικούς δείκτες που εξετάστηκαν. β) Δείκτες του χρωμοσώματος Υ. Οι  συγκρίσεις μεταξύ του πληθυσμού των Roma και αντίστοιχων αποτελεσμάτων από τον υπόλοιπο Ελληνικό πληθυσμό έδειξαν στατιστικά σημαντικές διαφορές σε όλους τους γενετικούς δείκτες. Με βάση τις συχνότητες των απλοτύπων υπολογίστηκαν οι γενετικές αποστάσεις μεταξύ  διαφορετικών ευρωπαϊκών πληθυσμών των Ρομά, αλλά και μεταξύ του πληθυσμού των Ρομά και του Ελληνικού πληθυσμού και κατασκευάστηκε δενδρόγραμμα (Εικ. 2). Οι Ρομά από 6 Ευρωπαϊκές χώρες δεν ομαδοποιούνται σε ενιαία ομάδα και εντάσσονται σε ξεχωριστούς φυλογενετικούς κλάδους από αυτόν των Ελλήνων. Η πιο συχνή (~71%) γενετική σύσταση στο χρωμόσωμα Υ των Ελλήνων Roma ανήκει στην υποαπλοομάδα Η-Μ82. Η γενετική σύσταση αυτή εντοπίστηκε κυρίως  στην Ινδία και στο Πακιστάν. Επιπλέον, οι παραλλαγές DNA του πληθυσμού των Roma έδειξαν μεγαλύτερη συγγένεια (85,2%)  με τους Ινδούς, παρά με τους υπόλοιπους Έλληνες. γ) Αλληλουχία μιτοχονδριακού DNA. Η σύγκριση των συχνοτήτων αρκετών παραλλαγών του mtDNA του πληθυσμού των Roma με αντίστοιχες για τον Ελληνικό πληθυσμό έδειξε  στατιστικά σημαντικές διαφορές. δ) Ανάλυση όλου του DNΑ.  Η γενετική σύσταση των Roma, που προέρχονταν από 13 Ευρωπαϊκές χώρες, αναλύθηκε χρησιμοποιώντας χιλιάδες απλούς νουκλεοτιδικούς πολυμορφικούς δείκτες προκειμένου να διερευνηθεί η δημογραφική ιστορία τους και η συσχέτισή τους με άλλους Ευρασιατικούς πληθυσμούς. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι πληθυσμοί Roma της Ευρώπης μοιράζονται κοινή γενετική καταγωγή και  δείχνουν μεγαλύτερη γενετική συγγένεια με πληθυσμούς της Ινδίας, παρά με γηγενείς πληθυσμούς της Ευρώπης. Επιπλέον, όλοι οι Ευρωπαϊκοί υποπληθυσμοί Roma παρουσιάζουν χαμηλότερη γενετική ποικιλομορφία σε σχέση με τους μη-Ρομά τοπικούς Ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, λόγω γάμων ανάμεσα σε συγγενικά άτομα, του νομαδικού τρόπου ζωής τους και της κοινωνικής απομόνωσης  από τους γειτονικούς τοπικούς πληθυσμούς.      

Το γεγονός ότι επί χίλια χρόνια περίπου οι Roma ζούσαν δίπλα με άλλους μη Roma Ευρωπαϊκούς πληθυσμούς αναμένεται να οδήγησε σε κάποιο βαθμό επιμειξίας μεταξύ τους. Πράγματι, φαινόμενα DNA ροής μεταξύ Roma και τοπικών πληθυσμών έχουν παρατηρηθεί  στα Βαλκάνια, όπου το γενετικό υπόβαθρο των Roma είναι αρκετά επηρεασμένο από τους τοπικούς πληθυσμούς.

Συμπερασματικά,   τα γενετικά δεδομένα των Ρομά, σε συμφωνία με τα αποτελέσματα γλωσσικών, ανθρωπολογικών και πολιτιστικών μελετών, υποδεικνύουν ότι οι πληθυσμοί των Ρομά διαφοροποιούνται από τους τοπικούς Ευρωπαϊκούς λαούς, όσον αφορά τη γενετική σύστασή τους και υποστηρίζουν την προέλευσή τους από την Ασία. Μάλιστα φαίνεται ότι οι Roma της Ελλάδας, αλλά και όλης της Ευρώπης, είναι απόγονοι ενός προγονικού πληθυσμού της Ινδίας που παραδοσιακά σήμερα αναφέρεται ως Doma ή Domna. Οι πρόγονοι των Ευρωπαίων Roma ξεκίνησαν την «έξοδό» τους από την επαρχία Παντζάμπ  της ΒΔ Ινδίας πριν από 1.500 χρόνια. Με απλά λόγια, οι γενετικές ρίζες των προγόνων των Roma βρίσκονται στη ΒΔ Ινδία.

Β. Η γενετική σύσταση και καταγωγή των Πομάκων

Οι Πομάκοι είναι Μουσουλμανική πληθυσμιακή ομάδα που ζει στη Θράκη εδώ και χιλιάδες χρόνια. Κατοικούν στον ορεινό όγκο της Ροδόπης, κατά μήκος των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Μερικά από τα 80 χωριά και οικισμοί τους είναι: Οργάνη, Βυρσίνη,  Δρανιά, Δροσύνη, Εχίνος, Κένταυρος, Κερασιά, Σάτρες, Σμιγάδα, Ραγάδα, Κάρδαμος, Μύτικας, Μύκη.  Σήμερα η πληθυσμιακή αυτή ομάδα είναι διασκορπισμένη κυρίως  μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας, Τουρκίας και π.Γ.Δ.Μ. Η πλειοψηφία των Πομάκων ζει από την άλλη πλευρά των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων, στη Νότια Βουλγαρία. Ομιλούν την Πομακική γλώσσα, ένα αμιγώς προφορικό γλωσσικό ιδίωμα. Ανήκει στην Ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών. Βέβαια, σήμερα οι περισσότεροι Πομάκοι μιλούν Τουρκικά ή Ελληνικά.

Oι υποπληθυσμοί των Πομάκων έχουν κοινά μορφολογικά, γλωσσικά, θρησκευτικά, κοινωνικό-οικονομικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Παρέμειναν για πολλούς αιώνες γενετικά απομονωμένοι εξαιτίας των ορεινών περιοχών όπου ζούσαν, των λαογραφικών εθίμων τους, του ενδογαμικού τρόπου της οργάνωσης της κοινωνίας τους και του παραδοσιακού τρόπου ζωής τους. Από αυτή τη σκοπιά ο πληθυσμός των Πομάκων παρουσιάζει τεράστιο επιστημονικό ενδιαφέρον. Άλλα στοιχεία που αυξάνουν το ενδιαφέρον για την επιστημονική  μελέτη τους αποτελούν: Η δημιουργία των πληθυσμών/οικισμών από μικρό αριθμό γεννητόρων,  καθώς και η περιορισμένη γονιδιακή ροή (μετακίνηση ανθρώπων) προς και από γειτονικούς πληθυσμούς. Αυτό συνεπάγεται ότι μικρό μέγεθος του πληθυσμού συμμετέχει ως γεννήτορες στη δημιουργία κάθε επόμενης γενιάς και οδηγεί τελικά σε αυξημένα επίπεδα ομοζυγωτίας. Η γενετική δομή/αρχιτεκτονική των απομονωνόμενων πληθυσμιακών ομάδων μπορεί να επηρεαστεί περαιτέρω από φαινόμενα γενετικής παρέκκλισης** που συνήθως έχουν ως αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση του βαθμού της γενετικής ποικιλότητας.

Η γενετική καταγωγή των Πομάκων. Η ιστορική προέλευση των Πομάκων παραμένει αδιευκρίνιστη. Σχετικά με την προέλευσή τους  έχουν διατυπωθεί διάφορες αντικρουόμενες θεωρίες/υποθέσεις, περισσότερο ή λιγότερο δόκιμες, λόγω της έλλειψης επαρκών γραπτών στοιχείων τεκμηρίωσης. Δύο είναι οι επικρατούσες θεωρίες όσον αφορά την καταγωγή τους: α) οι Πομάκοι αντιπροσωπεύουν απογόνους γηγενών Βαλκανικών πληθυσμών, π.χ. αρχαίων Θρακών,5  και β) Οι Πομάκοι  κατάγονται από Μογγολικές φυλές που κατοικούσαν στην Ασία  ή ακόμα ότι κατάγονται από αρχαίες “φυλές” της Αφρικής. Το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για γηγενείς πληθυσμούς, εγκατεστημένους στην ορεινή Ροδόπη γεωγραφικά απομονωμένους οι οποίοι εξισλαμίστηκαν τον 17ο  – 18ο  αιώνα κατά την Οθωμανική περίοδο.6

Γεγονός είναι ότι οι χώρες όπου κατοικούν οι Πομάκοι διεκδικούν την εθνική τους καταγωγή. Τόσο η Ελλάδα, όσο και η Βουλγαρία, αλλά και η Τουρκία έχουν διεκδικήσει τους Πομάκους, παρουσιάζοντας διαφορετικά ιστορικά στοιχεία προκειμένου να ενισχύσουν τους εθνικούς μύθους προσεταιρισμού τους. Στην Ελλάδα ιστορικοί υποστηρίζουν ότι οι Πομάκοι είναι απόγονοι του Παιονικού φύλου των Ροδοπαίων Αγριάνων. Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν τους Πομάκους Βούλγαρους Σλάβους, οι οποίοι εξισλαμίστηκαν. Κατά τους Τούρκους ιστορικούς είναι Τουρκογενούς προέλευσης, π.χ.  Πετσενέγοι   ή Κουμάνοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Ροδόπης πριν την Οθωμανική κατάκτηση της περιοχής. Βέβαια, κάθε μια από τις προηγούμενες υποθέσεις  έχει ως αποτέλεσμα οι Πομάκοι να έχουν διαφορετική γενετική σύσταση. Ας δούμε τι δείχνουν τα αποτελέσματα των γενετικών αναλύσεων πάνω στο θέμα:

Β.1 Κλασικοί γενετικοί δείκτες

Ο Καθηγητής Νικόλαος Ξηροτύρης, το 1971,6  και μετά μία εικοσαετία ο ίδιος με συνεργάτες του μελέτησαν τις γονιδιακές συχνότητες διάφορων ομάδων αίματος (ΑΒΟ, Rhesus) στους Πομάκους και άλλους τοπικούς πληθυσμούς. Τα γενετικά αποτελέσματα εμφάνισαν  ομαδοποιήσεις των πληθυσμών ανάλογα με τη γεωγραφική θέση και του τρόπου ζωής τους

Β.2. DNA γενετικοί δείκτες

Β.2.1. Μικροδορυφορικοί γενετικοί δείκτες. Η κ. Σιμιτοπούλου- Κοτζαμάνη1  εξέτασε στη διδακτορική της διατριβή τη γενετική σύσταση τυχαίων και  αντιπροσωπευτικών δειγμάτων Χριστιανών, Πεδινών Μουσουλμάνων και Πομάκων του Νομού Ροδόπης με τη χρησιμοποίηση 15 αυτοσωματικών μικροδορυφορικών γενετικών δεικτών (STRs) προκειμένου να διερευνήσει την πιθανή ετερογενή γενετική σύστασή τους.

Οι εκτιμήσεις των γενετικών αποστάσεων ανάμεσα στα  πληθυσμιακά δείγματα έδειξαν πολύ μικρές τιμές ανάμεσα στους τρεις υποπληθυσμούς, αν και διαπιστώθηκε  μεγαλύτερη γενετική απόσταση καθενός από τους δύο υποπληθυσμούς με τους Πομάκους. Το αποτέλεσμα αυτό επιβεβαιώνει την εμπειρική γνώση, ότι οι Πομάκοι της ορεινής Ροδόπης – λόγω και της μακρόχρονης γεωγραφικής απομόνωσης –  διαφέρουν από τις άλλες δύο πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες παρουσιάζουν κοινά γενετικά χαρακτηριστικά.

Β.2.2.  Απλοί νουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί. Η γενετική σύσταση μεγάλου αριθμού  Πομάκων από   Πομακοχώρια του Νομού Ξάνθης εξετάστηκε με την ανάλυση  733.202 απλών νουκλεοτιδικών πολυμορφισμών (SNPs).7 ΄Επειτα, η γενετική σύσταση των Πομάκων συγκρίθηκε με την αντίστοιχη του γενικού Ελληνικού πληθυσμού, Ευρασιατικών πληθυσμών, καθώς και  πληθυσμιακού δείγματος  που προερχόταν από την περιοχή Μυοποτάμου-Ανωγείων Κρήτης.  Η έρευνα κατέληξε στα ακόλουθα ενδιαφέροντα συμπεράσματα:

Στον τοπολογικό γενετικό χάρτη, που  κατασκεύασαν οι συγγραφείς, οι δύο απομονωμένοι υποπληθυσμοί σχημάτισαν δύο ανεξάρτητες καλοκαθορισμένες ομάδες δίπλα – αλλά εκατέρωθεν –  της θέσης του γενικού Ελληνικού πληθυσμού.

Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι: Ο βαθμός γενετικής διαφοροποίησης ήταν υψηλότερος, αν και ακόμη σχετικά μικρός, μεταξύ  των δύο απομονωμένων πληθυσμών   (Fst = 0.005),  από ότι ανάμεσα σε κάθε απομονωμένο πληθυσμό και  το γενικό πληθυσμιακό δείγμα από την Ελλάδα, π.χ. για τους κατοίκους του Μυλοποτάμου/Ανωγείων σε σχέση με τον πληθυσμιακό δείγμα από την Ελλάδα, Fst = 0,002, και ανάμεσα στους Πομάκους σε σχέση με τον πληθυσμιακό δείγμα από την Ελλάδα, Fst = 0,003. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι οι Πομάκοι ομαδοποιούνται μαζί με άλλα Ευρωπαϊκά πληθυσμιακά δείγματα.

Ο συντελεστής ομομιξίας ήταν πολλαπλάσιος στο πληθυσμιακό δείγμα των Πομάκων και αυτού από τον Μυλοπόταμο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμιακό δείγμα από την Ελλάδα (0,014, 0,007 και 0,0004, αντίστοιχα). Παρόμοια, ο βαθμός ομοζυγωτίας στο γονιδίωμα των Πομάκων ήταν λίγο υψηλότερος από τον αντίστοιχο του γενικού Ελληνικού πληθυσμού (0,643 και 0,635, αντίστοιχα). Ο βαθμός απομόνωσης των Πομάκων τεκμηριώνεται και από το γεγονός ότι  88% του πληθυσμιακού δείγματος έχει τουλάχιστον ένα «υποκατάστατο (surrogate)  γονέα» σε σύγκριση με το 6% του γενικού Ελληνικού πληθυσμού. Μάλιστα εκτιμήθηκε πως  η μέση ηλικία των κοινών προγόνων ήταν  8.56  και  89,7 γενιές πριν από σήμερα, αντίστοιχα. Με βάση αυτά τα στοιχεία υπολογίστηκε πως το  δραστικό*** πληθυσμιακό μέγεθος  ήταν 2.400 και 32.000 άτομα, αντίστοιχα.  Με απλά λόγια, το ποσοστό της γενετικής παρέκκλισης στον απομονωμένο πληθυσμό των Πομάκων είναι τουλάχιστο  10 φορές μεγαλύτερο από αυτό του γενικού Ελληνικού πληθυσμού.

Β.2.3. HLA δείκτες. Η ανάλυση της γενετικής σύστασης των Πομάκων με τον DNA προσδιορισμό των αλληλομόρφων γονιδίων που καθορίζουν λευκοκυτταρικά αντιγόνα (HLA) έδειξε8 ότι  οι πληθυσμιακές ομάδες που βρίσκονται γενετικά πλησιέστερα προς τους Πομάκους είναι οι  Έλληνες και οι Βούλγαροι, παρά οι Τούρκοι.

Β.2.4.  Συσχέτιση γενετικών παραλλαγών με αιματολογικά χαρακτηριστικά. Διαπιστώθηκε9 στους Πομάκους υψηλός βαθμός συσχέτισης ανάμεσα σε τέσσερις παραλλαγές αλληλουχιών DNA (rs13382259,  rs6131100, rs79748197 rs557129696) που επηρεάζουν τη διαστολική αρτηριακή πίεση, τα επίπεδα της γλυκόζης (σακχάρου), τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων και τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης, αντίστοιχα.

Νωρίτερα, είχε διαπιστωθεί7 υψηλός βαθμός συσχέτισης ανάμεσα  σε δύο άλλες γενετικές παραλλαγές (rs 6913631 και rs7116019) που εδράζονται στο κοντό βραχίονα του 11ου χρωμοσώματος και στην περιοχή 15.41 του ίδιου χρωμοσώματος (στην οποία βρίσκεται και το γονίδιο που κωδικοποιεί την αλυσίδα β της αιμοσφαιρίνης) και σε αιματολογικά χαρακτηριστικά, όπως τον μέσο όγκο ερυθρών, τη μέση συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης και τη μέση περιεκτικότητα αιμοσφαιρίνης. Τo αλληλόμορφο π.χ. rs 6913631 είχε 32 φορές υψηλότερη συχνότητα (4,41%) στους Πομάκους σε σχέση με τον γενικό πληθυσμιακό δείγμα από την Ελλάδα (0,14%).

Τα προηγούμενα αιματολογικά χαρακτηριστικά ίσως αποτελούν θετικές προσαρμογές της γενετικής σύστασης των Πομάκων στη μακρόχρονη  κατοίκησή τους σε υψηλά ορεινά υψόμετρα, όπως συμβαίνει με τους κατοίκους του Θιβέτ που  επιβιώνουν σε μεγάλο υψόμετρο (υψόμετρο 4.900 μέτρων)  σε οροπέδιο  της Κεντρικής Ασίας. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι δύο γονίδια ρυθμίζουν την παραγωγή αιμοσφαιρίνης των ερυθροκυττάρων ως απόκριση στις χαμηλές συγκεντρώσεις οξυγόνου που υπάρχουν σε μεγάλα υψόμετρα.

Στο ίδιο πλαίσιο, ένα γενετικό στοιχείο χαρακτηριστικό για τους ΄Ελληνες Πομάκους αποτελεί η παραλλαγή της αιμοσφαιρίνης που ονομάζεται αιμοσφαιρίνη HbO-Arab.10 Αυτή παρουσιάζει τη μεγαλύτερη συχνότητα παγκοσμίως στους ΄Ελληνες Πομάκους.11 H συγκεκριμένη μετάλλαξη, η HbO-Arab, δημιουργήθηκε στους ΄Ελληνες Πομάκους περίπου 2.000 χρόνια πριν.12 Η συχνότητά της στον απομονωμένο πληθυσμό είναι αυξημένη ως συνέπεια της  ενδογαμίας και της υψηλής γενετικής παρέκκλισης σε αυτόν τον πληθυσμό. Η σύγκριση των απλότυπων HbO-Arab των Πομάκων με αντίστοιχα δεδομένα από άλλους πληθυσμούς (΄Ελληνες, Ευρωπαίους, Ασιάτες, Ινδιάνους των Η.Π.Α., Αφρικανούς)  υποδεικνύουν ότι οι Πομάκοι βρίσκονται γενετικά πλησιέστερα στους Ευρωπαίους και στους ΄Ελληνες, παρά σε Αφρικανούς ή Ασιάτες. Το στοιχείο αυτό υποδεικνύει ότι οι ΄Ελληνες Πομάκοι είναι Ευρωπαϊκής (καλύτερα Βαλκανικής) καταγωγής και όχι Ασιατικής ή Αφρικανικής  προέλευσης, ενισχύοντας την υπόθεση που διατυπώθηκε από τον Θεοχαρίδη5 ότι πρόκειται για γηγενή πληθυσμό, πιθανώς απογόνων Θρακοελληνικών “φύλων”.

Γ. Η γενετική σύσταση των Χριστιανών και των Μουσουλμάνων που ζουν στις πεδινές περιοχές

Προκειμένου να διερευνηθεί η πιθανώς ανομοιογενής γενετική δομή των Χριστιανών και των  πεδινών Μουσουλμάνων, η κ. Σιμιτοπούλου-Κοτζαμάνη1  προσδιόρισε σε  πληθυσμιακά δείγματα από τους δύο υποπληθυσμούς τις συχνότητες των αλληλομόρφων σε αρκετούς αυτοσωματικούς μικροδορυφορικούς δείκτες.

Η γενετική μελέτη αποκάλυψε ότι ο συνολικός αριθμός των αλληλομόρφων που παρατηρήθηκε στους 15 γενετικούς δείκτες σε κάθε έναν από τους δύο πληθυσμούς ήταν 165 και 173, αντίστοιχα.  Ο μέσος αριθμός αλληλομόρφων που ανιχνεύτηκε σε κάθε πληθυσμό ήταν σχεδόν παρόμοιος μεταξύ Χριστιανών και Πεδινών Μουσουλμάνων. Επίσης, ο μέσος βαθμός ετεροζυγωτίας ήταν παρόμοιος ανάμεσα στα πληθυσμιακά δείγματα των Πεδινών Μουσουλμάνων και των Χριστιανών.

Η σύγκριση του Χριστιανικού υποπληθυσμού με αντίστοιχα δεδομένα από γειτονικές πληθυσμιακές ομάδες από την Ελλάδα, τη Βουλγαρία και την Τουρκία έδειξε ότι:  Ο Χριστιανικός πληθυσμός του Νομού Ροδόπης εναρμονίζεται με τα γενετικά δεδομένα του ευρύτερου Ελληνικού πληθυσμού, ενώ δεν διαφέρει σημαντικά από αντίστοιχα  δείγματα Ελληνικών πληθυσμών Μικρασιατικής καταγωγής, αλλά και  πληθυσμών από περιοχές των ακτών του Αιγαίου και του Μαρμαρά. Το γεγονός ότι το δείγμα Χριστιανών από τη Ροδόπη δεν διαφέρει στατιστικά σημαντικά από τα γενετικά δεδομένα του ευρύτερου Ελληνισμού μάλλον οφείλεται στη δημογραφική επίρρωση της Θράκης, μετά τον 16ον αιώνα, από Ελληνικούς πληθυσμούς ολόκληρου του ελλαδικού γεωγραφικού χώρου.13

Το πληθυσμιακό δείγμα των πεδινών Μουσουλμάνων του Νομού Ροδόπης  δείχνει ελάχιστες γενετικές αποκλίσεις  από το δείγμα του Ελληνικού πληθυσμού. Οι γενετικοί δηλαδή αυτοί δείκτες δεν αποκάλυψαν  γενετική διαφοροποίηση ανάμεσα στους Χριστιανούς και τους πεδινούς Μουσουλμάνους, οι οποίοι διαφοροποιήθηκαν πολιτισμικά στη διάρκεια των τελευταίων 6  περίπου αιώνων.

Τα συνολικά αποτελέσματα,1 στο επίπεδο του DNA, δεν καταδεικνύουν σημαντικές διαφορές  στη γενετική σύσταση των δύο θρησκευτικών κοινοτήτων (Χριστιανοί και πεδινοί Μουσουλμάνοι) του Νομού Ροδόπης. Προφανώς σε αυτές τις περιπτώσεις οι διαφορές στη θρησκεία ή και στη γλώσσα δεν αντιστοιχούν σε γενετικές διαφορές, αλλά οφείλονται σε προσηλυτισμό μέρους του Χριστιανικού πληθυσμού στη Μωαμεθανική θρησκεία κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Η υιοθέτηση της Μουσουλμανικής θρησκείας  από τον αυτόχθονα πληθυσμό δεν οδήγησε βέβαια και στην αλλαγή της γενετικής του σύστασης. Από γενετικής δηλαδή άποψης ο εξισλαμισμός αυτός αποτελεί μια πρόσφατη εξέλιξη  η οποία διατηρείται σήμερα, ως παρόμοια συχνότητα γενετικών δεικτών­ μεταξύ των δύο ομάδων πληθυσμού που διαμένουν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Αξίζει να ειπωθεί πως η ανάλυση της γενετικής κληρονομιάς των κατοίκων της Κύπρου αποκάλυψε,14 επίσης, ότι οι Ελληνοκύπριοι  και οι Τουρκοκύπριοι  μοιράζονται μια κοινή πατρική καταγωγή από την περίοδο πριν από την Οθωμανική κυριαρχία στο νησί. Έτσι, αυτή η μεταξύ τους γενετική ομοιότητα (μεγαλύτερη από ό,τι με οποιονδήποτε άλλο πληθυσμό της γύρω περιοχής) θα μπορούσε να αποδοθεί  στην κοινή προ-οθωμανική καταγωγή και των δύο κοινοτήτων που διαφοροποιήθηκε (αλλά ακόμη διατηρούνται σημαντικές ομοιότητες) μετά την Οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου.

Δ. Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας, τα βασικά συμπεράσματα της γενετικής έρευνας των πληθυσμών της Δυτικής Θράκης με τη χρήση ποικίλων γενετικών DNA δεικτών είναι:

  • Oι Ρομά διαφοροποιούνται από τους υπόλοιπους ΄Ελληνες, όσον αφορά τη γενετική σύστασή τους. Οι Ρομά είναι απόγονοι ενός προγονικού πληθυσμού της ΒΔ Ινδίας, που μετανάστευσε προς την Ευρώπη πριν από 1.500 χρόνια.
  • Οι πληθυσμοί των Πομάκων παρουσιάζουν μικρότερη γενετική ποικιλότητα και βαθμό ετεροζυγωτίας σε σχέση με άλλους Βαλκανικούς πληθυσμούς, γεγονός που υποδεικνύει δράση γενετικής παρέκκλισης ή μειωμένη αρχική ιδρυτική πληθυσμιακή ομάδα δημιουργίας τους ή και τα δύο.
  • Οι Πομάκοι παρουσιάζουν διακριτό γενετικό πρότυπο σε σχέση με τις άλλες δύο πληθυσμιακές ομάδες της Δυτικής Θράκης (Χριστιανούς και Πεδινούς Μουσουλμάνους).
  • Τα πολλαπλά γενετικά στοιχεία ενισχύουν την υπόθεση ότι οι Πομάκοι αποτελούν γηγενή πληθυσμό της Βαλκανικής χερσονήσου.
  • Οι πληθυσμιακές ομάδες που βρίσκονται γενετικά πλησιέστερα προς τους Πομάκους είναι οι Έλληνες και οι Βούλγαροι, παρά οι Τούρκοι. Ως εκ τούτου τα γενετικά στοιχεία απορρίπτουν το σενάριο που προβλέπει ότι οι Πομάκοι έχουν Τουρκογενή προέλευση. Οι Πομάκοι ζουν από την αρχαιότητα στην περιοχή της οροσειράς της Ροδόπης. Πρόκειται για απογόνους ενός  προγονικού πληθυσμού της Θράκης, που ζει στην περιοχή για εκατοντάδες χρόνια.
  • Τα γενετικά στοιχεία, στο επίπεδο του DNA, δεν αποδεικνύουν σημαντικές διαφορές στο γονιδιακό απόθεμα των δύο θρησκευτικών κοινοτήτων (Χριστιανοί και πεδινοί Μουσουλμάνοι) της Δυτικής Θράκης.

Η μεγάλη γενετική ομοιότητα ανάμεσα στις δύο θρησκευτικές κοινότητες (Χριστιανοί και πεδινοί Μουσουλμάνοι) της Δυτικής Θράκης θα μπορούσε να αποδοθεί  στην κοινή προ-οθωμανική καταγωγή τους.

Ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Γενετικής και Γενετικής του Ανθρώπου, Τμήμα Βιολογίας Α.Π.Θ.

Υποσημειώσεις

*Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του άρθρου προέρχεται από το βιβλίο μου με τίτλο: The Genetic Origins of the Greeks, 2018, Εκδόσεις Δέσποινας Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη.

**Γενετική παρέκκλιση. Οι τυχαίες αλλαγές στις γονιδιακές συχνότητες ενός πληθυσμού από τη μια γενιά στην άλλη, που οφείλονται σε τυχαίες διακυμάνσεις στο δείγμα των γαμετών που συμβάλλουν στη δημιουργία της επόμενης γενιάς. ΄Οσο μικρότερος είναι ένας πληθυσμός, τόσο εντονότερη είναι η γενετική παρέκκλιση. Το τελικό αποτέλεσμα της γενετικής παρέκκλισης είναι η διαφοροποίηση μεταξύ πληθυσμών.

***O αριθμός των ενεργά αναπαραγόμενων ατόμων σε ένα πληθυσμό  που συμβάλλει στη δημιουργία της επόμενης γενιάς. Είναι μικρότερος από τον πραγματικό αριθμό των ατόμων του πληθυσμού.

Βιβλιογραφία

  1. Σιμιτοπούλου-Κοτζαμάνη Κ. (2011). Μελέτη γενετικών δεικτών σε πληθυσμιακές ομάδες της Θράκης. Τμήμα Ιστορίας-Εθνολογίας. Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. (Διδακτορική Διατριβή), Κομοτηνή.
  2. Deligiannidis P., Triantaphyllidis C., et al. (2006). Forensic Sci. Int. 157: 198-200.
  3. Δεληγιαννίδης Π. (2007). Πληθυσμιακή ανάλυση DNA δεικτών και Ιατροδικαστική αξιολόγησή τους. Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Βιολογίας ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, σελ. 200.
  4. Martinez-Cruz B., Mendizzabal I., et al. (2016). Origins, admixture and founder lineages in European Roma. J. Human Genetics 24: 937-943.
  5. Θεοχαρίδης Π. (1995). ΠΟΜΑΚΟΙ. Οι Μουσουλμάνοι της Ροδόπης: Ιστορία, Καταγωγή, Γλώσσα, Θρησκεία, Λαογραφία. ΄Εκδοση Πολιτιστικού Αναπτυξιακού Κέντρου Θράκης, Ξάνθη 1995, σελ. 600.
  6. Ξηροτύρης Ν.Ι. (1971). ΄Ιδιαι παρατηρήσεις επί της κατανομής των συχνοτήτων των ομάδων αίματος εις τους Πομάκους. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Διδακτορική διατριβή), Θεσσαλονίκη.
  7. Panoutsopoulou K., Hatzikotoulas K., Xirafa D., et al. (2014). Genetic characterization of Greek population isolates reveals strong genetic drift at missense and trait-associated variants. Nature Commun. 5: 5345, σελ. 11.
  8. Khdair Sawsan (2013). Πολυμορφισμός των HLA τάξης Ι-ΙΙ γονιδίων στους Πομάκους της Ανατολικής Θράκης. Τμήμα Ιατρικής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Διδακτορική διατριβή),  Αθήνα , σελ. 151.
  9. Sautharm L., Gilly A., Suveges D., et al. (2017). Whole genome sequencing and imputation in isolated populations identity genetic associations with medically-relevant complex traits. Nature Commun.  8: 15606
  10. Skaragas G., Koliakos G., et al. (1996). Haemoglobin O Arab in the Pomak Population of Thrace. Gene Geography 10, σελ. 123-133.
  11. Papadopoulos , Dermitzakis E., et al. (2005). HbO-Arab mutation originated in the Pomak population of Greek Thrace. Haematologica 90 , σελ. 255-257.
  12. Papadopoulos , Dermitzakis E., et al. (2006). The origin Greek Pomaks based on HbO-Arab mutation history. Haema 9, σελ. 380-394.
  13. Βακαλόπουλος Κ. (2004). Ιστορία της Μείζονος Θράκης. Εκδότης Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη, σελ. 1-32, 40-41.
  14. Heraclides A.et al. (2017). Y-chromosomal analysis of Greek Cypriots reveals a primarily common pre-Ottoman paternal ancestry with Turkish Cypriots), PLoS One 12:e0179474.

Μαριάννα Δ. Χριστοπούλου: «Ο πρωθυπουργός παραιτήθη. Ζήτω ο πρωθυπουργός!».Ο Δημήτριος Γούναρης και η συγκρότηση μιας μεταρρυθμιστικής προσδοκίας (1902-1915)

Μαριάννα Δ. Χριστοπούλου

«Ο πρωθυπουργός παραιτήθη. Ζήτω ο πρωθυπουργός!»
Ο Δημήτριος Γούναρης και η συγκρότηση μιας μεταρρυθμιστικής προσδοκίας (1902-1915)
[1]

«Ο πρωθυπουργός παραιτήθη. Ζήτω ο πρωθυπουργός!».[2] Με αυτή τη φράση υποδέχτηκε ο εκδότης της εφημερίδας Ακρόπολις, Βλάσης Γαβριηλίδης την άνοδο του Δημητρίου Γούναρη στο πρωθυπουργικό αξίωμα τον Μάρτιο του 1915. Πρόκειται για παράφραση της γνωστής ρήσης «Ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς!», η οποία πέρα από την τυπική ανακοίνωση της διαδοχής, ενέχει την αίσθηση της συνέχειας και τη βεβαιότητα της ομαλότητας. Υπό αυτήν την έννοια, η χρήση της παράφρασης αυτής από τον Γαβριηλίδη σήμαινε ότι ο ίδιος δεν προέβλεπε ούτε ασυνέχεια, ούτε βέβαια ρήξη αλλά μάλλον ομαλή εναλλαγή εξίσου ικανών πολιτικών ηγετών με παρόμοιο όραμα και πολιτική στοχοθεσία.

Ίσως μια τέτοια τοποθέτηση να εκπλήσσει ένα σημερινό αναγνώστη, καθώς οι δύο αυτοί άνδρες όχι μόνο αναδείχθηκαν σε σφοδρούς αντιπάλους της ελληνικής πολιτικής ζωής αλλά ταυτίστηκαν με έναν από τους βαθύτερους διχασμούς της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Στις αρχές του 1915, όμως, τα πράγματα ήταν ακόμη διαφορετικά. Ο Δ. Γούναρης και ο Ελ. Βενιζέλος παρέμεναν στη συνείδηση των πολλών ως ικανοί, αν όχι ισάξιοι, ηγέτες της αλλαγής και της πολύ αναμενόμενης, αν και ασαφώς θεωρημένης, μεταρρύθμισης.

Δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει την παρόμοια εκκίνηση της πολιτικής σταδιοδρομίας τους. Ηλικιακά ήταν σχεδόν συνομήλικοι, ο Βενιζέλος μεγαλύτερος κατά τρία χρόνια, αμφότεροι ήσαν γόνοι εμπορικών οικογενειών μεσαίας κλίμακας, οι οποίοι επέλεξαν να ασχοληθούν με τη δικηγορία. Πρέπει μάλιστα να υπήρξαν και συμφοιτητές στη Νομική Αθηνών, αλλά σε διαφορετικά έτη. Ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους με αξιώσεις και επιδόθηκαν και οι δύο στη δικηγορία στα Χανιά και στην Πάτρα αντίστοιχα. Εμφανές σημείο διαφοροποίησής τους σε αυτό το πρώιμο στάδιο ήταν ότι ο Ελ. Βενιζέλος ενεπλάκη άμεσα με την πολιτική κατεβαίνοντας ως υποψήφιος στις εκλογές για την Κρητική βουλή το 1889, δύο χρόνια δηλαδή μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Αθήνα, ενώ ο Γούναρης συνέχισε τις σπουδές του στο εξωτερικό με στόχο μάλλον την ακαδημαϊκή καριέρα.

Αν αναζητήσει κανείς έναν κοινό παρονομαστή στη δράση των δύο αυτών ανδρών μέχρι να βρεθούν αντιμέτωποι στα έδρανα του ελληνικού κοινοβουλίου το 1910, θα κατέληγε στην ανήσυχη φύση τους. Ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος ήταν πολιτικοί του μέσου όρου. Η δράση του Ελ. Βενιζέλου ήταν βέβαια η περισσότερο εντυπωσιακή και επιτυχής ως προς τους στόχους της. Ο κρητικός πολιτικός αποτέλεσε έναν από τους βασικότερους παράγοντες της πολιτικής ζωής της Κρήτης. Συμμετείχε στην Κρητική επανάσταση (1897), αντιπροσώπευσε τους επαναστατημένους Κρητικούς στους ξένους, έλαβε σημαντικά δημόσια αξιώματα στην Κρητική Πολιτεία, ήρθε σε σύγκρουση με τον Ύπατο Αρμοστή πρίγκιπα Γεώργιο, ποδηγέτησε την επανάσταση στο Θέρισο (1906) και εν τέλει το 1910 εκλέχθηκε πρωθυπουργός της Κρητικής Πολιτείας.[3] Επρόκειτο για ένα ρεαλιστή πολιτικό με εθνικό όραμα και πολιτικό πρόγραμμα που εμπνεόταν κυρίως από τις αρχές του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού.[4] Η συμμετοχή του στην κατάρτιση του συντάγματος της Κρητικής Πολιτείας του είχε δώσει από νωρίς τη δυνατότητα να μετατρέψει κάποιες από τις θεωρητικές αντιλήψεις του σε εφαρμόσιμες πολιτικές προτάσεις. Όταν το 1910 προσκλήθηκε από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο στην Αθήνα και τελικά ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1911, ύστερα από εκλογές, ήταν ένας πολιτικός έμπειρος και «δοκιμασμένος» στην αντιμετώπιση ιδιαίτερα σύνθετων ζητημάτων.

Αν και η πολιτική δράση του Δημήτριου Γούναρη μέχρι το 1910 ήταν πολύ πιο περιορισμένη ήταν επίσης ξεχωριστή. Ο αχαιός πολιτικός ήδη από την πρώτη του θητεία στο ελληνικό κοινοβούλιο έδειξε ότι δεν είχε καμία πρόθεση να περιοριστεί σε ρόλο δευτερεύοντα ή παθητικό. Ήταν αποφασισμένος να υποστηρίξει ό,τι ο ίδιος έκρινε ορθό με ελάχιστη διάθεση ελιγμών ή παρεκκλίσεων, ακόμη και αν το σπίτι του λιθοβολούταν από εξοργισμένους συμπολίτες του, όπως έγινε δύο φορές το 1904 και 1906, λόγω των απόψεων του για το σταφιδικό και της υποστήριξης της απόφασης του Γ. Θεοτόκη για αύξηση της φορολογίας.[5]

Επρόκειτο για πολιτικό με πολλές ιδέες και θεωρητική σκέψη, μπολιασμένη από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και ειδικότερα από αυτές στη Γερμανία, όπου είχε πραγματοποιήσει το κύριο μέρος των ανώτερων σπουδών του. Η πολιτική του φιλοσοφία, μολονότι δεν διατυπώθηκε ποτέ συγκροτημένα, φαίνεται ότι αναπτυσσόταν με επίκεντρο το κράτος, στο οποίο έβλεπε τον διασφαλιστή των δικαιωμάτων του πολίτη, του πολιτεύματος, τον μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας και το μέσο της εξισορρόπησης των κοινωνικών αντιθέσεων. «παντοῦ το κράτος ὑπάρχῃ χάριν τῆς κοινωνίας, την ἀνάπτυξιν τῆς ὁποίας κατά πάντα τρόπον καλεῖται να ὑποβοηθήσῃ».[6] Το ελληνικό κράτος όμως νοσούσε βαθιά. Τούτο το είχε υποστηρίξει ήδη από το 1902, όταν παραχώρησε την πρώτη του προγραμματική συνέντευξη ως υποψήφιος βουλευτής Αχαΐας.[7] Δυσλειτουργούσε εξαιτίας των κομματικών πεδών του και κυρίως της παράδοσής του στα χέρια μιας πολιτικής και κοινωνικής ολιγαρχίας, η οποία νεμόταν τα αξιώματα και καρπωνόταν τα οφέλη από την εργασία των πολλών.[8] Είχε καταντήσει να είναι:

‘Ἕνα παμπάλαιο γέλασμα νόμων ἕνας μεσαιωνικός πύργος ἐρειπωμένος με πνεῦμα κυβερνητικόν πρωτογονικόν, με μεθόδους βίου δανεισμένας ἀπό ὅ,τι στάσιμον, ὀπισθοδρομικόν και βάρβαρον ὑπάρχει εις τον κόσμον τοῦ πολιτισμοῦ.»[9]

Πολιτικός στόχος του Δ. Γούναρη ήταν αυτό το δυσλειτουργικό, άδικο και οπισθοδρομικό κράτος να το ανακαινίσει. Ξεκίνησε να το πράττει τα πρώτα χρόνια με ενεργητική βουλευτική δράση. Αξίζει να σημειωθεί ότι χάρις κυρίως στην πίεσή του συστάθηκε επιτροπή, στην οποία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, με στόχο την εκπόνηση προτάσεων νόμων για την μετανάστευση, θέμα καίριο για την ελληνική κοινωνία και οικονομία το 1904 αλλά παραγκωνισμένο από τις μέχρι τότε κυβερνήσεις.

Η συμμετοχή του στην ομάδα των Ιαπώνων (Αύγουστος 1906 – Απρίλιος 1908) και η εννιάμηνη θητεία του ως υπουργός Οικονομικών (Ιούνιος 1908- Φεβρουάριος 1909) συνιστούν τα σημαντικότερα σημεία της πολιτικής του πορείας έως το 1915. Οι «Ιάπωνες» ήταν μια ομάδα βουλευτών θεραπόντων της τρικουπικής παράδοσης η πλειονότητα των οποίων είχαν εκλεχθεί με το θεοτοκικό κόμμα. Μαγιά της ομάδας ήταν ο Γούναρης μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, οι οποίοι σύντομα πλαισιώθηκαν από τους Εμμανουήλ Ρέπουλη, Χαράλαμπο Βοζίκη και Ανδρέα Παναγιωτόπουλο. Επικεφαλής ετέθη ο πεπειραμένος Στέφανος Δραγούμη, ο οποίος μετά την ήττα του από τον Γεώργιο Θεοτόκη στις εκλογές διαδοχής του Χαρίλαου Τρικούπη, πολιτευόταν ανεξάρτητα.[10]

Η ομάδα αυτή έχει χαρακτηριστεί ως «πρόπλασμα της ανόρθωσης»,[11] και όχι άδικα. Η κοινοβουλευτική δράση των Ιαπώνων έμοιαζε να κομίζει στην ελληνική πολιτική ζωή ένα νέο ήθος. Ο συστηματικός και επί της ουσίας έλεγχος του κυβερνητικού έργου, η προσεχτική μελέτη των προς ψήφιση νομοσχεδίων, η απαίτηση μιας «νομοθετικής και διοικητικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής»[12], η ανελέητη κριτική των κακώς κειμένων και οι γόνιμες αντιπροτάσεις τους έκαναν τη μερίδα εκείνη του Τύπου που ευαγγελιζόταν την μεταρρύθμιση και την ανόρθωση να αναφέρεται σ’ αυτούς όλο προσδοκία.

Μολαταύτα, αν και εντυπωσιακό, το προϊόν του κοινοβουλευτικού έργου των Ιαπώνων υπέφερε από μια σημαντική δυσαναλογία. Οι Ιάπωνες προσηλώθηκαν σε ένα ρόλο κατ’ εξοχήν αντιπολιτευτικό χωρίς να επιχειρούν το μεγάλο βήμα, που οι υποστηρικτές τους περίμεναν, τη συγκρότηση κόμματος με αξιώσεις διακυβέρνησης. Ακριβώς αυτή η αδυναμία οδήγησε και στον σχετικά εύκολο διεμβολισμό τους, όταν ο τότε πρωθυπουργός Θεοτόκης ζήτησε από τον Γούναρη να συμμετάσχει στην κυβέρνησή του στη θέση του παραιτηθέντος υπουργού Οικονομικών Ανάργυρου Σιμόπουλου την άνοιξη του 1908.[13]

Ο Δημήτριος Γούναρης με τον ανηψιό του Παναγιώτη Κανελλόπουλο το 1909.

Ο Γούναρης αποδέχτηκε την πρόκληση με στόχο να αποδείξει ότι μπορούσε να περάσει ουσιαστικότερα στη δράση και ότι οι απόψεις του ήταν εφαρμόσιμες. Δούλεψε με ζήλο για να δικαιώσει την απόφασή του. Μέσα σε έξι μήνες κατέθεσε εννέα νομοσχέδια με τα οποία στόχευε στον εκσυγχρονισμό του τομέα διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, στην πάταξη του λαθρεμπορίου και στη φορολογική μεταρρύθμιση. Επρόκειτο για σημαντική προσπάθεια, τολμηρή όμως και με μεγάλο ρίσκο, η οποία επιχειρούσε όχι μόνο να δώσει λύσεις σε παθογένειες της ελληνικής οικονομίας αλλά και να εφαρμόσει φορολογική δικαιοσύνη, ζήτημα το οποίο απασχολούσε τον Γούναρη από την αρχή της πολιτικής του καριέρας. Την περίοδο κυρίως της «ιαπωνικής» του δράσης, είχαν επαναφέρει μαζί με τον Πρωτοπαπαδάκη το ζήτημα της επιβολής φόρου εισοδήματος και της φορολογικής ελάφρυνσης των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων, αντιτιθέμενοι παράλληλα στον άκρατο δασμολογικό προστατευτισμό.[14]

Μια πρώτη ενέργεια του Γούναρη, ως υπουργού Οικονομικών, ήταν να μειώσει κατά 40% τον δασμό της ζάχαρης, που ήταν προϊόν ευρείας κατανάλωσης. Αυτή η συμβολικού χαρακτήρα κίνηση ήταν δηλωτική των προθέσεών του να ελαφρύνει την φορολογία και σε άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Παράλληλα, προχώρησε στη φορολόγηση προϊόντων «ἅτινα ἀτόπως και ἀδίκως μένουσιν ἀφορολόγητα»[15]: κυρίως τις φωτιστικές ύλες, το εισόδημα από τα ομόλογα των ανωνύμων εταιρειών και το οινόπνευμα.

Η πρόθεση εφαρμογής, ωστόσο, μιας δικαιότερης φορολογικής πολιτικής προσέκρουε στην ανάγκη των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Όσα ο Γούναρης ευαγγελιζόταν απαιτούσαν οικονομική ευελιξία και αυτή δεν υπήρχε. Η απόφασή του να φορολογήσει για λόγους εισπρακτικούς τα παράγωγα της σταφίδας και κυρίως το φωτιστικό οινόπνευμα, το οποίο χρησιμοποιούταν ευρέως από τα κατώτερα στρώματα συνιστούσαν μια ενέργεια ανάγκης αλλά ταυτόχρονα και μια στιγμή «αυτοαναίρεσης» σε σχέση με όσα είχε εξαγγείλει. Η εφημερίδα Σκριπ σχολίαζε σκωπτικά στις στήλες της:

Με την ἐλλάτωσιν τοῦ ἐπι τῆς ζακχάρεως φόρου, ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπι τοῦ λαϊκοῦ φωτισμοῦ ἀποτελεῖ αὐτοκαταδίκην πλέον τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος. […] Ἔρχεται και λαμβάνει δια τῆς ἑτέρας χειρός ὅ,τι ἔδωκεν δια τῆς μίας.[16]

Τα καλομελετημένα και άρτια νομοσχέδιά του για τον εκσυγχρονισμό του υπουργείου Οικονομικών και των υπηρεσιών, όσο και τα «γενναία» νομοθετήματά του για την πάταξη του λαθρεμπορίου δεν μπόρεσαν είτε να αντισταθμίσουν την απογοήτευση είτε να υπερκεράσουν τη δυναμική αντίδραση όλων όσων θίγονταν τα συμφέροντά τους, και αυτοί ήταν πολλοί. Η απροθυμία του πρωθυπουργού Θεοτόκη να υποστηρίξει τον υπουργό του, οδήγησε τον Γούναρη σε παραίτηση τον Φεβρουάριο του 1909.

Γελοιογραφία στον Ρωμηό, 21 Φεβρουαρίου 1909.

Με την επιλογή συνεργασίας με το κόμμα του Θεοτόκη, το περιεχόμενο των νομοσχεδίων του και το άδοξο τέλος της θητείας του στο υπουργείο Οικονομικών ο Γούναρης απώλεσε μέρος της δημοτικότητάς του, χωρίς ωστόσο να ακυρώνεται η φήμη του προοδευτικού. Για μερίδα άλλωστε του φιλοπρόοδου Τύπου, όπως η Ακρόπολις, η παραίτηση συνιστούσε μια γενναία άρνηση συσχηματισμού με το σύστημα. Ο Γούναρης παρέμεινε, δηλαδή, ένας μεταρρυθμιστής, που προσπάθησε να εφαρμόσει ένα πρωτοπόρο πρόγραμμα αλλά η κοινωνία δεν ήταν ώριμη να το υποστηρίξει.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η αντίδραση των υποστηρικτών του, όταν λίγα χρόνια αργότερα ο Ελ. Βενιζέλος κατόρθωσε να εφαρμόσει παρόμοια μέτρα. Σχολιάζοντας για παράδειγμα την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1912, ο δημοσιογράφος Μ. Σακελλαρίου επεσήμανε ότι πολλές ιδέες είχαν αντληθεί από το ευρύ οικονομικό πρόγραμμα του 1908 με τη διαφορά ότι: «Ὁ Γούναρης ὑπῆρξε μόνον ἀτυχής. Δεν εὐτύχησε να τα ψηφίσει. Ὁ Βενιζέλος ὑπῆρξε κατα τοῦτο εὐτυχής. Είχε βοηθόν την επανάστασιν…»[17]

Για τον Γούναρη, προσωπικά, η εμπειρία της αποτυχημένης αυτής μεταρρυθμιστικής του προσπάθειας τον σημάδεψε καθώς έκτοτε πορεύτηκε με μεγάλη επιφυλακτικότητα, προσεκτική προσμέτρηση του πολιτικού κόστους και βραδύτητα κατά τη λήψη σημαντικών αποφάσεων.[18] Αν και πικράθηκε από τη στάση του Γ. Θεοτόκη, παρέμεινε στο κόμμα του. Παρά τις εκκλήσεις της Ακροπόλεως να ποδηγετήσει το ογκούμενο λαϊκό αίτημα για μεταρρύθμιση, ηγούμενος μιας «εἰρηνικῆς ἐπαναστάσεως»,[19] παρέμεινε αμέτοχος στις ραγδαίες εξελίξεις που ακολούθησαν το καλοκαίρι του 1909 και οδήγησαν τελικά τον Αύγουστο στο στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί. Η ηγεσία του κινήματος, που ως σημαία του είχε την μεταρρύθμιση, αποτάθηκε και στον Γούναρη για να αναλάβει τα ηνία, ο ίδιος όμως το αρνήθηκε. Είναι πολύ πιθανό η άρνηση εμπλοκής να προέκυψε όχι λόγω επιφυλακτικότητας αλλά και επειδή, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο φίλος και υποστηρικτής του Γούναρη, Αρ. Καμπάνης «δεν φανταζότανε την ἐπανάσταση στρατοκρατική. Την ἤθελε κάπως ἀλλιῶς, την εὑρῆκε κατώτερη ἀπο τα ἰδανικά του».[20]

Σε οποιαδήποτε περίπτωση με την αποχή του ο δρόμος έμεινε ανοιχτός για τον Βενιζέλο, πρωθυπουργό τότε της Κρητικής πολιτείας, ο οποίος προσκλήθηκε από το Σύνδεσμο να επαναφέρει τον τόπο στην ομαλότητα, εφαρμόζοντας παράλληλα ευρείες μεταρρυθμίσεις.[21] Αν και σύντομα ο Βενιζέλος προσέλκυσε γύρω του φιλοπρόοδα και καινούργια πρόσωπα, βρέθηκε αντιμέτωπος και με πολλούς που τον αμφισβητούσαν και ένας εξ’ αυτών ήταν ο Γούναρης.

Αρχικά, τουλάχιστον, το βαθύτερο αίτιο της αμφισβήτησης του Βενιζέλου από τον Γούναρη δεν ήταν ιδεολογικής υφής. Ο αχαιός πολιτικός δεν τον ακολούθησε, επειδή δεν πίστεψε ότι θα κατόρθωνε να επιτύχει όλα όσα τα παλαιά κόμματα και ο ίδιος, είχαν αποτύχει να κάνουν. Όπως ανέφερε σε ιδιωτική επιστολή του αν κάτι τον σκανδάλιζε ήταν η «ἀναίδεια» του Βενιζέλου, που συγκέντρωσε στο πρόγραμμά του «εἰς μίαν και μόνη ὁμολογίαν πᾶν ὅ, τι ἀπετέλεσε το ἀντικείμενο τοῦ ἀγῶνος τῶν καταδικαζόμενων κομμάτων ἐπι τόσα ἔτη», χωρίς να αναφέρει το αίτιο της αποτυχίας και τον τρόπο που: «θα το ἄρῃ ἀπό την πολιτικη μηχανή. Δι’ αὐτό οὐδέ λέξιν. Ἠρκέσθη ὡς θαυματοποιός να ὑποσχεθῇ τα πάντα».[22]

Όντας, επίσης, βαθύτατα ενοχλημένος από την πλήρη απαξίωση των παλαιών κομμάτων μέρος των οποίων, έστω και «έκκεντρο», υπήρξε και ο ίδιος, ο Γούναρης παρέμεινε ένα τα μαχητικότερα και εργατικότερα στελέχη του σχηματιζόμενου αντιβενιζελικού στρατοπέδου. Έως τις εκλογές του Αυγούστου του 1910 για τη σύγκληση αναθεωρητικής βουλής, ο Δ. Γούναρης εργάστηκε στην επιτροπή του θεοτοκικού κόμματος σχετικά με τα αναθεωρητέα άρθρα του Συντάγματος και συγκρούστηκε με τον συνάδελφό του Δ. Βοκοτόπουλο, όταν ο τελευταίος πρότεινε να συμπεριληφθεί διάταξη για την περιστολή των ελευθεριών του Τύπου.[23] Συμμετείχε παράλληλα και στον κοινοβουλευτικό διάλογο κατά την ψήφιση διάφορων νομοσχεδίων. Αν και οι προωθημένες σκέψεις του για τη μεταρρύθμιση στη διοίκηση δεν εισακούστηκαν, [24] όπως και εκείνες για τη διανομή γης στους ακτήμονες της Θεσσαλίας,[25] οι παρεμβάσεις του απηχούσαν το “ιαπωνικό” παρελθόν του, φυλάσσοντας γι’ αυτόν μια ξεχωριστή θέση στον χώρο των παλαιών κομμάτων.

Για τις εκλογές του Αυγούστου 1910, ο Γούναρης αναγνώρισε ότι το εκλογικό κλίμα ήταν «νεοανδρικόν»,[26] όμως δεν κατέβηκε ως ανεξάρτητος. Σύμφωνος με τη συνεργασία με το κόμμα του Δ. Ράλλη και του Γ. Θεοτόκη, συνασπίστηκε με τους βασικούς κομματάρχες της Πάτρας στο κοινό ψηφοδέλτιο των Ηνωμένων Κομμάτων. Προσηλώθηκε στον συνασπισμό, αλλά ταυτόχρονα διεκδικούσε τη νεωτερικότητα. Η απόφασή του, ωστόσο, να μη συμμετάσχει, όπως και η πλειονότητα των αντιβενιζελικών, στις εκλογές που προκηρύχτηκαν για τη σύγκληση δεύτερης αναθεωρητικής βουλής στις 28 Νοεμβρίου/11 Δεκεμβρίου 1910, του στέρησε τη δυνατότητα να διατυπώσει συγκροτημένα τις απόψεις του και να προωθήσει μια προοδευτική πολιτική..

Γενικότερα την περίοδο που οι φιλελεύθεροι αναθεωρούσαν το σύνταγμα και ο Βενιζέλος προχωρούσε σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο διενεργούνταν έντονες κομματικές ζυμώσεις. Στο διάσελο μιας νέας πολιτικής εποχής ο Δ. Γούναρης βρέθηκε μπροστά σε δύο δρόμους, είτε της διεκδίκησης της αρχηγίας στο θεοτοκικό κόμμα, είτε της δημιουργίας ενός νέου.[27] Για κανένα, όμως, δεν έκρινε τις συνθήκες κατάλληλες, ιδιαίτερα όσο αφορούσε στη συγκρότηση νέου κόμματος. Ο ίδιος ενδιαφερόταν να συγκροτήσει ένα κόμμα αρχών, όμως σύμφωνα με δηλώσεις του στις αρχές του 1912, η γένεση κομμάτων αρχών προϋπέθετε συγκεκριμένα πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά δεδομένα, όπως η ύπαρξη λαϊκών εκλογικών ομάδων, που θα καθόριζαν «τους ἱκανούς να ἐκπροσωπίσωσι τας λαϊκάς ἀνάγκας και να προασπίσωσι τα λαϊκά συμφέροντα».[28] Εφόσον στην χώρα δεν υπήρχε μεγάλη βιομηχανία, άρα και μεγάλες εργατικές ενώσεις, τέτοιες ομάδες δεν μπορούσαν ακόμη να συγκροτηθούν.

Αντίστοιχα έκρινε, κάπως περιοριστικά, ανούσιο τον σχηματισμό αγροτικού κόμματος, καθώς κανείς δεν ήταν αντίθετος με τη «φυσική επίλυση» του ζητήματος στη Θεσσαλία. Τέλος, όσον αφορούσε στο πολίτευμα, ο Γούναρης υποστήριζε ότι ο βασιλικός θεσμός δεν αμφισβητούταν από πολιτικούς, οπαδούς της αβασιλεύτου δημοκρατίας, κατά συνέπεια ούτε κόμμα με βασική αρχή την αλλαγή του πολιτεύματος μπορούσε να συγκροτηθεί.. Με άλλα λόγια, εφόσον στον πολιτικό κόσμο της Ελλάδας του 1911-1912 «εις τα θεμελιώδη ὑπάρχῃ συμφωνία», εξέλιπε αιτία δημιουργίας ενός νέου κόμματος αρχών. Τα υπάρχοντα κόμματα όφειλαν να αμιλλώνται στην επιβολή των καλύτερων μέτρων για τη βελτίωση της παιδείας, του στρατού, της δικαιοσύνης, της συγκοινωνίας και των οικονομικών.[29]

Ο Δημήτριος Γούναρης, αργότερα, κατά την εποχή της πρωθυπουργίας του.

Με τις παρατηρήσεις του παραδεχόταν έμμεσα ότι για τη σύγκρουση με τον Βενιζέλο θα στεκόταν κυρίως σε ελάσσονα σημεία και όχι σε ιδεολογικά προτάγματα. Όμως ακόμη και έτσι, στις αρχές του 1912, ο Γούναρης δεν φαίνεται να είχε κατασταλάξει στο περιεχόμενο της αντιπρότασής του. Προτίμησε να κατέβει στις εκλογές του Μαρτίου του 1912 ως ανεξάρτητος και να αποφασίσει ανάλογα και με τα εκλογικά αποτελέσματα για την κατοπινή του πορεία, η οποία θα ήταν αντιβενιζελική.[30] Το βασικό του πρόβλημα ήταν ωστόσο ότι το νομοθετικό έργο των Φιλελευθέρων έμοιαζε να “αποψιλώνει” τους παλαιούς από τις νεωτερικές τους ιδέες και είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γούναρης επέμενε να διεκδικεί την πατρότητά τους.

Σε ομιλία του στο Διακοφτό τον Μάρτιο του 1912 υπογράμμισε ότι οι επικρατούσες «ἀνακαινιστικαὶ ἰδέαι» δεν συνιστούσαν έργο της επανάστασης του 1909, αλλά προϊόν σποράς παλαιότερων πολιτικών ανδρών, οι οποίοι θα έμεναν άγνωστοι στον λαό. «Ἡ ἐπελθοῦσα ἐπανάστασις ἔφερεν εἰς την ἐπιφάνειαν τας ἰδέας ταύτας. Ὁ σπόρος ἐβλάστησε». Δίκαια διεκδίκησε έπειτα μια θέση μεταξύ των συνετών σπορέων του έθνους σχολιάζοντας, ωστόσο, ότι ο λαός όφειλε να έχει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και να μην αναζητά μεσσίες: «Τα πάντα ἀπό τον λαόν ἐξαρτῶνται και αὐτός ὁ λαός εἶνε ὁ Μεσσίας, αὐτός ἔχει την δύναμιν τῆς δημιουργίας».[31] Ο υπαινιγμός για τον Ελ. Βενιζέλο ήταν προφανής.

Η παταγώδης αποτυχία των αντιβενιζελικών στις εκλογές του Μαρτίου του 1912 δικαίωσαν τις ανησυχίες πολλών για την αδυναμία των παλαιών κομμάτων να ανακτήσουν τα ερείσματά τους στο εκλογικό σώμα. Ερμηνεύοντας το εκλογικό αποτέλεσμα ο Δ. Γούναρης παραδέχτηκε ότι ο λαός αφαίρεσε από τον αγώνα της αντιπολίτευσης «την προς ἄμεσον κατάληψιν τῆς ἀρχῆς ἔφεσιν», ενώ όσο αφορούσε την κυβέρνηση της κατέδειξε ότι επιθυμεί να τελεί υπό τον έλεγχο του κοινοβουλίου.[32] Έντιμα τέλος αναγνώρισε ότι ο λαός με την ψήφο του χάραξε την «ὁριστικήν κατεύθυνσιν τῆς θετικῆς ἐργασίας τοῦ μέλλοντος». Η Ἀκρόπολις ανακουφισμένη από την ώριμη αυτή προσέγγιση, του αφιέρωσε πρωτοσέλιδο άρθρο με τον τίτλο «Αὐτός εἶναι». Εκεί ο Γαβριηλίδης, ελπίζοντας ενδεχομένως στην ανασύσταση του δικομματισμού υπό ικανές ηγεσίες, υποστήριξε ότι ο Δ. Γούναρης «ἀνευρέθη» και ότι εμπνεόταν εξ ολοκλήρου από «νεοϊδεατισμὸ», προβλέποντας αισιόδοξα: «Εὐτυχής ἡ Ἑλλάς που θα κυβερνᾶται ἀλληλοδιαδόχως ἀπό Βενιζέλον και ἀπό Γούναρην. Ἀπό Γούναρην καὶ Βενιζέλον».[33]

Έκτοτε και μέχρι το 1915, ο Γούναρης παρέμεινε μια μαχητική προσωπικότητα της αντιβενιζελικής παράταξης. Πορεύτηκε την αντιπολιτευτική οδό με τον τρόπο που είχε κάνει ως «Ιάπων», δηλαδή με την εξονυχιστική μελέτη των νομοσχεδίων και την ανάδειξη σημείων προς βελτίωση. Δεν έλειψαν όμως και οι δημιουργικότερες παρεμβάσεις, όπως οι προτάσεις που διατύπωσε εκ νέου υπέρ της τοπικής αυτοδιοίκησης κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού του 1914. Με αφορμή τον τρόπο διάθεσης των κρατικών δαπανών, υποστήριξε την ανάγκη εισαγωγής διοικητικού συστήματος «ἐπιτρέπον[τος] να γεννηθῶσι αὐτοδιοικούμενοι κύκλοι με ζωήν πραγματικήν» και χορήγησης στους πολίτες της δυνατότητας να μπορούν να «ἐνεργήσωσιν ἰδίᾳ βουλήσει και ἐξ ἰδίων μέσων προς ἱκανοποιήσιν αὐτῶν».[34] Με αυτόν τον τρόπο η ευπείθεια στους νόμους και το ενδιαφέρον για το κοινό καλό δεν θα ήταν προϊόν κρατικής επιβολής αλλά επιλογής των πολιτών. Πέρα από την “πολιτική διαπαιδαγώγηση”, θα διευκολυνόταν και το έργο του κράτους, είτε για τη φορολογία, είτε για την κατανομή των δαπανών.

Γνωστότερη παρέμεινε, ωστόσο, η ομιλία του Δ. Γούναρη για το δικαίωμα της απεργίας, την οποία εκφώνησε στις 30 Σεπτεμβρίου/13 Οκτωβρίου 1914. Η κοινοβουλευτική συζήτηση ξεκίνησε με αφορμή την κατάθεση νομοσχεδίου που περιόριζε το δικαίωμα των υπαλλήλων και των εργατών των τροχιοδρόμων και των σιδηροδρόμων να προβαίνουν σε απεργία, προβλέποντας τη δυνατότητα της κυβέρνησης να τους επιστρατεύσει. Ο Δ. Γούναρης δεν αντιτάχθηκε στην ουσία του νομοσχεδίου. Αναγνώρισε ότι «κοινωνική ἀνάγκη ὑπερτάτη, ὅρος ὑπάρξεως ἵσως τῆς κοινωνικῆς ζωῆς ἐπιβάλλει να χορηγηθῇ ἡ ἐξουσία αὕτη»,[35] δηλαδή το δικαίωμα περιορισμού της απεργίας από την εκτελεστική εξουσία, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, τον «ξαιρετικόν» του χαρακτήρα και την ανάγκη να διασφαλίζονται από το κράτος τα συμφέροντα των εργατών.

Ο Δημήτριος Γούναρης με τον βασιλέα Κωνσταντίνο (Πηγή: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο).

Στην εκτενή ομιλία του, ο Γούναρης υπογράμμισε ότι η σύγκρουση του κεφαλαίου και των εργατών για τη διεκδίκηση της «μείζονος ἀξίας», δηλαδή του κέρδους ήταν «φυσική κατάστασις τῶν πραγμάτων» στην κοινωνία[36] και στάθηκε αρκετά στο ρυθμιστικό ρόλο του κράτους. Όπως ανέφερε, εφόσον το κράτος αποφάσιζε να θίξει το αγαθό της απεργίας, έπρεπε να βρει έναν τρόπο να αποζημιώσει τον εργάτη, όπως έκανε όταν έθιγε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, και να μην τον αφήσει έκθετο στους κεφαλαιούχους. Έκρινε εσφαλμένη την αντίληψη ότι, όταν το αποτέλεσμα της παύσης της εργασίας εκ μέρους των εργατών ήταν επιζήμιο για την επιχείρηση, θα έπρεπε να περιοριστεί το δικαίωμα της απεργίας, υποδεικνύοντας ότι δεν υπήρχε μέριμνα για το αντίστροφο, δηλαδή για τον εργάτη, όταν ο εργοδότης αποφάσιζε να παύσει την επιχείρηση. Τέλος υποστήριξε το δικαίωμα στη συλλογική απεργία.[37]

Οι απόψεις του Δ. Γούναρη για το εργατικό ζήτημα χαρακτηρίζονταν από φιλεργατικό πνεύμα και συνιστούσαν συνέχεια των προγραμματικών του δηλώσεων το 1902 στην Ἀκρόπολη για τη σημασία της προστασίας των εργατών, του «σημαντικοτέρου κεφαλαίου» του τόπου.[38] Ήταν επίσης σύντονες με τις προτάσεις του 1906 για την οργάνωση των εργατών σε συνδικάτα για την καλύτερη προάσπιση των δικαιωμάτων τους. [39] Προϊόν εμβριθούς μελέτης και γνώσης των ευρωπαϊκών τάσεων, οι αντιλήψεις αυτές δεν προϋπέθεταν, ωστόσο, και μη ταύτισή του, συνολικά, με τον αστικό πολιτικό χώρο. Αποδέχτηκε, άλλωστε, τον περιορισμό του δικαιώματος της απεργίας για «ἐξαίρετες» περιστάσεις. Το σημαντικότερο ωστόσο ήταν ότι οι απόψεις αυτές τον έφερναν πιο κοντά στις αντίστοιχες του Ελ. Βενιζέλου, παρά σε εκείνες των αντιβενιζελικών συναδέλφων του, η πλειονότητα των οποίων αντιτάχθηκε επί της ουσίας στο δικαίωμα της απεργίας.[40]

Απέναντι σε ένα τέτοιο κοινοβουλευτικό παρελθόν δεν ήταν παράλογος ο πανηγυρισμός του Γαβριηλίδη για τη «διαδοχή» του Βενιζέλου από τον Γούναρη τον Μάρτιο του 1915. Δεν ήταν ο μοναδικός. Σημαντική μερίδα των Βενιζέλικων έδειξαν θετική προαίρεση για τον αχαιό πολιτικό, ο οποίος «παρέσχε κάποτε δείγματα μεταρρυθμιστικοῦ και ἀναμορφωτικοῦ πνεύματος».[41] Η θετική προαίρεση και η αγαθή προσδοκία δεν έμελλε βέβαια να συντηρηθεί για πολύ. Ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος αποστέρησε τη δυνατότητα να σταθούν οι δύο άνδρες δημιουργικά αντιμέτωποι για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής και μεταρρύθμισης. Αντίθετα, το ζήτημα της επιλογής στρατοπέδου μεταξύ των δύο εμπόλεμων συνασπισμών, απετέλεσε την αφορμή για να αναδειχθούν με οξύτητα οι αντιθέσεις, οι αποκλίσεις αλλά και τα όρια των δυνατοτήτων τους.

Σκίτσο για τις εκλογές 1915 με Γούναρη και Βενιζέλο να διεκδικούν την κάλπη.

H Μαριάννα Χριστοπούλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας της πραγματείας Δημήτριος Γούναρης, Αθήνα, Εκδόσεις του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2017.

Υποσημειώσεις

[1]Θα ήθελα να ευχαριστήσω τις καθηγήτριες Λύδα Παπαστεφανάκη και Άννα Μαχαιρά που τον Νοέμβριο του 2015 μου έδωσαν τη δυνατότητα να παρουσιάσω τις σκέψεις μου πάνω σε αυτό το θέμα στον κύκλο διαλέξεων Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του τομέα Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

[2]Ακρόπολις, 24 Φεβρουαρίου 1915.

[3]Για τη ζωή και τη δράση του Ελ. Βενιζέλου μέχρι το 1910 βλ. ειδικότερα Λιλή Μακράκη, Ελευθέριος Βενιζέλος 1864-1910 Η διάπλαση ενός εθνικού ηγέτη, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2001 και της ιδίας το συντομότερο “Venizelos’ early life and political carrier in Crete 1864-1910” στο Paschalis Kitromilidis (επιμ.), Eleftherios Venizelos The Trials of Statesmanship, Edinburgh University Press, Edinburgh 2006, σ. 37-83.

[4]Νικόλαος Παπαδάκης, «Ανιχνεύοντας την ιδεολογική ταυτότητα του Βενιζέλου» Ελευθέριος Βενιζέλος Η διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του, ιδεολογικές αφετηρίες και επιρροές. Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2014, σ. 15-19. Βλ. επίσης στον ίδιο τόμο το Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Ο φιλελευθερισμός του Βενιζέλου: στοχοθεσία και πολιτική πράξη, 1910-1916», σ. 143-169.

[5]Βλ. ειδικότερα, Μαριάννα Δ. Χριστοπούλου, Δημήτριος Γούναρης, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2017, σ. 43.

[6]Ακρόπολις, 12 Νοεμβρίου 1902.

[7]Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις στις 11, 12, 13 Νοεμβρίου 1902.

[8]Ό.π.,

[9]Απόσπασμα από την ομιλία του Γούναρη στις 23 Απριλίου 1907. Διονύσιος Αλικανιώτης, Δημήτριος Γούναρης, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1983,σ. 82.

[10]Ειδικότερα για την ιστορία αυτής της ομάδας βλ. Nanako Sawayanagi, The team of the Japanese, A concept and Politics of Reform in Greece (1906-1908), αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, New York University 2009.

[11]Θανάσης Διαμαντόπουλος, Οι πολιτικές δυνάμεις της βενιζελικής περιόδου, τ. 1: Ο Βενιζελισμός, τχ. 1: Ο Βενιζελισμός της ανόρθωσης, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1985, σ. 26-28.

[12]Πατρίς, 26 Ιουνίου 1908.

[13]Χριστοπούλου, Δημήτριος Γούναρης, σ. 84-89.

[14]Νεολόγος Πατρών, 6 Δεκεμβρίου 1906.

[15]Εφημερίδα Συζητήσεων της Βουλής, Παράρτημα της Γ´ Συνόδου, της 18ης βουλευτικής περιόδου, Αιτιολογική έκθεσις του νομοσχεδίου περί οργανώσεως της κεντρικής υπηρεσίας του Υπ. Οικονομικών, 17 Νοεμβρίου 1908, σ. 48. [Στο εξής ΕΣΒ].

[16]Σκριπ, 4 Δεκεμβρίου 1908.

[17]Κραυγή του εκπνέοντος Ελληνισμού, 19 Φεβρουαρίου 1912.

[18]Mark Mazower, “The Messiah and the Bourgeoisie: Venizelos and Politics in Greece, 1909-1912”, The Historical Journal, 35.4(Δεκ. 1992), σ. 894.

[19]Ακρόπολις, 16 Φεβρουαρίου 1909.

[20]Άρθρο του Αρ. Καμπάνη για τον Δ. Γούναρη στο Νουμάς, 7 Μαρτίου 1915, τ. 13, σ. 109-110.

[21]Για το μεταρρυθμιστικό έργο του Βενιζέλου βλ. ενδεικτικά Γιώργος Μαυρογορδάτος- Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1988.

[22]Δ. Γούναρης προς Γ. Μπαλτατζή, 15 Νοεμβρίου 1910, ΙΑΜΜ, Αρχείο Γ. Μπαλτατζή, αρ. εισ. 399, φάκ.: Αλληλογραφία 1910.

[23]Νικόλαος Λεβίδης, Σημειώσεις και Απομνημονεύματα (χειρόγρ. αδημοσίευτο), επεξεργασία – μεταγραφή: Ζωή Χρ. Εξάρχου, Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός», τ. 10, σ. 3415.

[24]Gunar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004, τ. 2, σ. 772-773.

[25]Ιωάννης Μάλλωσης, Η πολιτική ιστορία του Δημητρίου Π. Γούναρη, τ. 1, 1902-1920, Νέα Εποχή, Αθήνα 1926, σ. 215-217.

[26]Αρίστος Καμπάνης, Ο Δημήτριος Γούναρης και η ελληνική κρίσις των ετών 1918-1922, Πυρσός, Αθήνα 1946, σ. 50.

[27]Αναλυτικότερα βλ. Χριστοπούλου, Δημήτριος Γούναρης, σ. 118-124.

[28]Νεολόγος Πατρών, 3 Ιανουαρίου 1912.

[29]Ακρόπολις, 17 Μαρτίου 1912.

[30]Καιροί, 29 Δεκεμβρίου 1912.

[31]Νεολόγος Πατρών, 5 Μαρτίου 1912.

[32]Νεολόγος Πατρών, 19 Μαρτίου 1912.

[33]Ακρόπολις, 20 Μαρτίου 1912.

[34]Μάλλωσης, Η πολιτική ιστορία του Δημητρίου Π. Γούναρη, ό.π., σ. 291-292.

[35]ΕΦΣΒ, Συνεδρίαση 14, 30 Σεπτεμβρίου 1914,, ό.π., σ. 287.

[36]ΕΦΣΒ, Συνεδρίαση 14, 30 Σεπτεμβρίου 1914, ό.π., σ. 286.

[37]Βλ. ειδικότερα, Χριστοπούλου, Δημήτριος Γούναρης, σ. 136-138.

[38]Ακρόπολις, 14 Νοεμβρίου 1902.

[39]Παναγιώτης Νούτσος (επιμ.), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 έως το 1974, τ. 1, Γνώση, Αθήνα 1990, σ. 86.

[40]Χριστοπούλου, Δ. Γούναρης, σ. 136.

[41]23 Φεβρουαρίου 1915, Ημερολόγιο 1914-1915, σ. 97, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Γ. Μελά, φάκ. 1.1. Παρόμοια εκφράστηκε στον Ελ. Βενιζέλο και ο στρατηγός Π. Δαγκλής. Βλ. Π. Γ. Δαγκλής, Αναμνήσεις- Έγγραφα-Αλληλογραφία- το Αρχείον του, Ξ. Λευκοπαρίδης (επιμ.), τ. 2, Αθήνα 1965, σ. 128-129. Βλ. επίσης Εστία, 24 Φεβρουαρίου 1915 και Έθνος, 24 Φεβρουαρίου 1915, το οποίο επισήμανε ότι η επιλογή του Δ. Γούναρη «ἐνεποίησεν ἀγαθὴν ἐντύπωσιν».

“L’ Agonie de Byzance”: Γαλλική κινηματογραφική ταινία του 1913

Με αφορμή την επέτειο της Άλωσης

LAgonie de Byzance

Γαλλική κινηματογραφική ταινία του 1913

Η Αγωνία του Βυζαντίου (L’ Agonie de Byzance) είναι μια βωβή κινηματογραφική ταινία του 1913, διάρκειας 29 λεπτών της ώρας. Ο σκηνοθέτης Louis Feuillade, έχει επιλέξει ένα μεγίστης σημασίας ιστορικό γεγονός, προκειμένου να το αποδώσει με τα (πενιχρά) τεχνικά μέσα της εποχής. Πρόκειται για ένα φιλόδοξο εγχείρημα, καθώς χρησιμοποιούνται εκατοντάδες κομπάρσοι, ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια όχι μόνο αποδίδουν πιστά την εποχή, αλλά είναι ιδιαίτερα μελετημένα και φροντισμένα. Ο Feuillade ανταπεξέρχεται με επιτυχία στο γύρισμα σκηνών με μεγάλη τεχνική δυσκολία όπως είναι οι σκηνές των μαχών. Φυσικά, όλες οι λήψεις έχουν πραγματοποιηθεί με γνώμονα το ανθρώπινο ύψος του εικονολήπτη. Προκειμένου, ωστόσο, να υπάρχει κάποια σχετική ποικιλία, επινοήθηκε ολόκληρη σειρά από τεχνάσματα. Πρόκειται για κορυφαίο κινηματογραφικό έργο της εποχής με ιστορικό θέμα. Ξεκινά με την έναρξη της πολιορκίας και την τοποθέτηση, από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, των στρατευμάτων του στα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ακολουθούν οι κατά κύματα επιθέσεις των Οθωμανών, με χρήση του γιγαντιαίων διαστάσεων πυροβόλου, του οποίου δεν διακρίνεται παρά μόνο η άκρη στην ταινία. Στην τρίτη σκηνή, ο Μωάμεθ ο Πορθητής έχει συγκαλέσει πολεμικό συμβούλιο, όπου σχεδιάζεται η τελική επίθεση. Γύρω από την τελική αυτή επίθεση στρέφεται το δεύτερο ήμισυ του έργου με το επεισόδιο της Κερκόπορτας, τον θάνατο του αυτοκράτορα, τις λεηλασίες, στις οποίες επιδίδονται οι κατακτητές, την είσοδο του Πορθητή στην Πόλη, την ανακάλυψη της σορού του αυτοκράτορα και τον αποκεφαλισμό της τελευταίας, τέλος, τη θριαμβευτική επίσκεψη του Πορθητή στη βασιλική της Αγίας Σοφίας. Παίζουν οι ηθοποιοί Luitz Morat (Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος), Albert Reusy (Μωάμεθ ο Πορθητής), Georges Melchior (Ιωάννης Ιουστινιάνης), καθώς και οι Edmond Bréon, Jeanne Briey, Fabienne Fabrèges και Émilien Richard. Το σενάριο είναι του ίδιου του σκηνοθέτη, τα σκηνικά του Robert Jules-Garnier και η μουσική του Léon Moreau. Το έργο προβλήθηκε για πρώτη φορά στην αίθουσα Gaumont Palace του Παρισιού στις 24 Οκτωβρίου του 1913.

Gaumont Palace
H αίθουσα Gaumont Palace το 1912.
Το πρόγραμμα του έργου.
Ο σκηνοθέτης Louis Feuillade (1873-1925).
Ο ηθοποιός Luitz Morat στο ρόλο του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.
Η τελευταία δοξολογία εντός του ναού της Αγίας Σοφίας
Το γιγαντιαίο πυροβόλο.
Στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Το στρατόπεδο του Πορθητή
Η θριαμβευτική είσοδος του Πορθητή στην Αγία Σοφία. Του παραδίδουν την κεφαλή του Αυτοκράτορα.

L’ Agonie de Byzance

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Κώστας Τσίβος: H προσωπική σχέση του Νίκου Ζαχαριάδη με την Τσεχοσλοβακία

Κώστας Τσίβος

H προσωπική σχέση του Νίκου Ζαχαριάδη με την Τσεχοσλοβακία

Ο Νίκος Ζαχαριάδης αποτελεί την κυριότερη όσο και αντιφατικότερη μορφή του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Απουσιάζει ωστόσο κάποια εμπεριστατωμένη βιογραφία του Έλληνα κομμουνιστή ηγέτη από την οποία θα αναδεικνυόταν η προσωπικότητα του Ζαχαριάδη και θα φωτίζονταν καλύτερα κάποιες κρίσιμες στιγμές της νεότερης ιστορίας μας. Περισσότερο άγνωστη παραμένει η προσωπική ζωή του Ζαχαριάδη, ειδικά η σχέση του με την Τσέχα γυναίκα του Μαρία Νοβάκοβα, όσο και η σχέση που – μέσω αυτής – απέκτησε με την Τσεχοσλοβακία. Από το γάμο του Ζαχαριάδη με τη Νοβάκοβα γεννήθηκαν δύο παιδιά: ο Κύρος (1934 – 2006) και η Όλγα (1947), η οποία ζει σήμερα στην Πράγα. Το παρόν κείμενο, στηριγμένο σε έρευνα των σχετικών φακέλων του Εθνικού Αρχείου  της Πράγας καθώς και στην προσωπική μαρτυρία της Όλγας Ντιουρίτσοβα – Ζαχαριάδη, επιχειρεί να φωτίσει κάποιες πλευρές της προσωπικής ζωής του έλληνα κομμουνιστή ηγέτη.

Η Μαρία Νοβάκοβα, την οποία ο Ζαχαριάδης φώναζε χαϊδευτικά με το τσεχικό υποκοριστικό «Μάνια», γεννήθηκε το 1907 στην Πράγα, σε οικογένεια εργατών. Μετά την ολοκλήρωση της βασικής εκπαίδευσης άρχισε να δουλεύει σε βιοτεχνία ζαχαροπλαστικής. Το 1926 εντάχθηκε στο ΚΚ Τσεχοσλοβακίας και άρχισε να δουλεύει στο μηχανισμό του. Το 1928 εγκατέλειψε παράνομα την Τσεχοσλοβακία προκειμένου να λάβει μέρος στο 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα. Στο συνέδριο συμμετείχε πολυμελής τσεχοσλοβακική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον μετέπειτα κομμουνιστή ηγέτη της Τσεχοσλοβακίας, Κλέμεντ Γκότβαλντ.  Απ΄ ό,τι φαίνεται, κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου της Κομιντέρν έγινε η πρώτη γνωριμία της Μαρίας Νοβάκοβα με το Νίκο Ζαχαριάδη. Σύμφωνα με όσα μας διηγείται η κόρη τους Όλγα, ο Νίκος Ζαχαριάδης έμελλε να γίνει «ο πρώτος κι ο τελευταίος άνδρας» που γνώρισε η μητέρα της.

Το 1929 η Νοβάκοβα επέστρεψε από τη Μόσχα στην Τσεχοσλοβακία όπου συνέχισε να εργάζεται στο μηχανισμό του τσεχοσλοβακικού κόμματος, ενώ ένα χρόνο αργότερα πρωταγωνίστησε στη διοργάνωση μιας μεγάλης πορείας εργατών στα προάστια της Πράγας. Οι διαδηλωτές διαμαρτύρονταν για τις επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης και η πορεία τους χτυπήθηκε άγρια από την τσεχοσλοβακική χωροφυλακή, η οποία έστρεψε τα όπλα της εναντίον των διαδηλωτών με αποτέλεσμα να υπάρξουν αρκετοί τραυματισμοί.[1]

Μαρία Νοβάκοβα (1907-1981).

Η Νοβάκοβα μετά τον έρχομό της στην Πράγα συνέχισε να διατηρεί αλληλογραφία με τον Ζαχαριάδη, ο οποίος στο μεταξύ είχε αναδειχθεί σε ηγέτη του ΚΚΕ. Στις αρχές του 1932, μόλις η Μαρία Νοβάκοβα απέκτησε νόμιμο τσεχοσλοβακικό διαβατήριο, αναχώρησε αμέσως για την Αθήνα, προκειμένου να μπορέσει να ξανανταμώσει τον αγαπημένο της Νίκο. Μετά από ένα μήνα επέστρεψε και πάλι στην Πράγα. Μαρία και Νίκος ξανασυναντήθηκαν στη Μόσχα δύο χρόνια αργότερα, το Φεβρουάριο του 1934, οπότε και η σχέση τους επισημοποιήθηκε με γάμο, κάτι που δεν συνηθιζόταν από τα στελέχη της Κομμουνιστικής Διεθνούς τα οποία ως επί το πλείστον συζούσαν με τους / τις συντρόφους τους, αποφεύγοντας το γάμο. Στη ληξιαρχική πράξη γάμου η Μαρία και ο Νίκος χρησιμοποίησαν τα πλαστά ονόματα Βλάστα Κραούζοβα και Γκιόργκι Ντιμιτρίεφ αντίστοιχα. Το ζευγάρι συνεννοούνταν στα ρωσικά, τα οποία μιλούσε με μεγάλη άνεση τόσο η Μαρία όσο κι ο Νίκος, ο οποίος μετά από κάποιο χρονικό διάστημα επέστρεψε στην Ελλάδα. Η Μαρία, έγκυος πια, έμεινε πίσω στη Μόσχα εργαζόμενη στο μηχανισμό της Κομιντέρν. Στη Μόσχα γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1934 το πρώτο παιδί του ζεύγους Ζαχαριάδη, ο Κύρος.

Τον Αύγουστο του 1935 η Μαρία και ο μικρός Κύρος αναχώρησαν από τη Μόσχα για την Ελλάδα, προκειμένου να συναντήσουν τον Ζαχαριάδη, ο οποίος στο μεταξύ είχε αναδειχθεί σε σημαντική πολιτική φυσιογνωμία της εποχής. Ο Ζαχαριάδης, που με τη γυναίκα του και το γιό του έμειναν σε μυστικό σπίτι στο Παγκράτι, εμφανιζόταν προς τα έξω με το ψευδώνυμο Κατρής. Μαζί η οικογένεια «Κατρή» έμεινε έναν ολόκληρο χρόνο: επρόκειτο μάλλον για το μακρύτερο χρονικό διάστημα που έζησαν από κοινού Μαρία και Νίκος, μολονότι – όπως αντιλαμβανόμαστε – η συμβίωση κάθε άλλο παρά ανέφελη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, καθώς βρίσκονταν σε εξέλιξη συνταρακτικά πολιτικά γεγονότα που στις 4 Αυγούστου 1936 οδήγησαν στην επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά. Το ΚΚΕ τέθηκε αμέσως εκτός νόμου, ενώ στα μέσα Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς συνελήφθη ο Νίκος Ζαχαριάδης. Απελπισμένη από αυτή την εξέλιξη η Μαρία, η οποία έμεινε μόνη με τον μικρό Κύρο στο παράνομο σπίτι στο Παγκράτι, χωρίς επαφές και πόρους αναγκάστηκε να καταφύγει μετά από δύο εβδομάδες στην τσεχοσλοβακική πρεσβεία της Αθήνας, όπου ζήτησε την έκδοση προσωρινού διαβατήριου προκειμένου να επιστρέψει στους γονείς της στην Πράγα. Στην τσεχοσλοβακική Πρεσβεία η Μαρία, η οποία δεν είχε μαζί της κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει την ταυτότητα της ίδιας και του γιού της, αποκάλυψε ότι είναι σύζυγος του φυλακισμένου κομμουνιστή ηγέτη Ζαχαριάδη και ζήτησε από τους διπλωμάτες να τη διευκολύνουν να επιστρέψει στην Τσεχία.

Λίγο μετά την περιπετειώδη επιστροφή της στην Πράγα η Μαρία Νοβάκοβα συνελήφθη και ανακρίθηκε από την τσεχοσλοβακική Αστυνομία. Το Φεβρουάριο του 1938 αναχώρησε εκ νέου με τον Κύρο για τη Μόσχα. Όπως είναι γνωστό, λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1938, με το Σύμφωνο του Μονάχου η Τσεχοσλοβακία διαμελίστηκε και οι γερμανόφωνες περιοχές της (Σουδητία) αποδόθηκαν στη ναζιστική Γερμανία, με τη σύμφωνη γνώμη της Αγγλίας και της Γαλλίας, σε μια προσπάθεια «εξημέρωσης» του Χίτλερ. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον γερμανό ηγέτη να καταλάβει λίγους μήνες αργότερα ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία, στην οποία βρήκε άθικτες πολεμικές βιομηχανίες και πολύτιμο στρατιωτικό υλικό που στη συνέχεια η Βέρμαχτ χρησιμοποίησε στις επιχειρήσεις που άρχισαν το Σεπτέμβριο του 1939.

Καθ΄ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και ενώ ο Νίκος Ζαχαριάδης βρισκόταν φυλακισμένος στις φυλακές της Κέρκυρας αρχικά και στο στρατόπεδο Νταχάου μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς, η Μαρία Νοβάκοβα και ο μικρός Κύρος έζησαν αρχικά στη Μόσχα και μετά το 1942 στο Κουϊμπίσεφ, όπου η Μαρία εργαζόταν στις τσεχοσλοβακικές εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας.

Μετά τη λήξη του πολέμου η Μαρία και ο Κύρος αναχώρησαν και πάλι για την Αθήνα, προκειμένου να ξανασμίξουν με τον Νίκο, ο οποίος στο μεταξύ είχε απελευθερωθεί και με αγγλικό αεροσκάφος είχε επιστρέψει στην Ελλάδα. Η τριμελής οικογένεια εγκαταστάθηκε το καλοκαίρι του ΄45 σε μια μονοκατοικία που βρήκε ο κομματικός μηχανισμός στην Αγία Παρασκευή. Σε διπλανή μονοκατοικία είχε εγκατασταθεί ο Νίκος Πλουμπίδης. Σύμφωνα με την περιγραφή της Ηρώς Μπαρτζιώτα, συζύγου του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Βασίλη Μπαρτζιώτα, η Μάνια Ζαχαριάδη ήταν μια ωραία, υψηλή Τσέχα, καστανή, κομψή, ο Κύρος ξανθός κι αδύνατος. Το ζευγάρι θα πρέπει να ήταν από άποψη εμφάνισης αρκετά παράταιρο, καθότι ο Ζαχαριάδης ήταν αρκετά μικροκαμωμένος. Κι όπως λέει η κόρη του Όλγα, την πρώτη και τελευταία φορά που συνάντησε τον πατέρα της στη Σιβηρία δυσκολεύτηκε να τον αναγνωρίσει ακριβώς επειδή δεν φανταζόταν ότι θα ήταν «τόσο μικροσκοπικός».

Ο Νίκος Ζαχαριάδης (καθιστός) με στελέχη του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ λίγο μετά την επιστροφή του από το  στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου.

Το Μάρτιο του 1946 προκηρύχτηκαν οι πρώτες μεταπολεμικές βουλευτικές εκλογές και σημειώθηκε η πρώτη επίθεση αριστερών ανταρτικών ομάδων στο Λιτόχωρο. Την ίδια περίοδο ο ηγέτης του ΚΚΕ επέλεξε να μην βρίσκεται στην Αθήνα αλλά στην … Πράγα, προκειμένου να παρακολουθήσει τις εργασίες του 8ου Συνεδρίου του αδελφού ΚΚ Τσεχοσλοβακίας. Στην Πράγα ο Ζαχαριάδης είχε κατ΄ ιδίαν συνάντηση με τον τσεχοσλοβάκο κομμουνιστή ηγέτη και τότε ακόμα πρωθυπουργό της κυβέρνησης Εθνικού Μετώπου, Κλέμεντ Γκότβαλντ. Στα αρχεία δεν βρέθηκαν ακόμα στοιχεία για το περιεχόμενο της συνομιλίας που είχαν οι δύο ηγέτες. Ενδέχεται να μην κρατήθηκαν πρακτικά λόγω του προσωπικού ή ιδιαίτερα εμπιστευτικού χαρακτήρα της συνομιλίας τους. Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι ο Γκότβαλντ υποσχέθηκε στο Ζαχαριάδη να τον εφοδιάσει με ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο, το οποίο παρέλαβε αργότερα στην Πράγα ειδικός απεσταλμένος του ΚΚΕ. Στις συναντήσεις της Πράγας ο Ζαχαριάδης συνοδεύονταν από το Μιλτιάδη Πορφυρογέννη, που κι αυτός στο μεταξύ συνδέθηκε με την επίσης Τσέχα σύντροφό του Μαρία Τριφουνοβίτσοβα.

Αρχές Απριλίου του 1946 ο Ζαχαριάδης αναχώρησε από την Πράγα με προορισμό διαδοχικά το Βελιγράδι, τη Σόφια και τη Μόσχα, όπου ενημέρωσε τους ηγέτες των ΚΚ της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας και της Σοβιετικής Ένωσης για την απόφασή του να αρχίσει το δεύτερο αντάρτικο. Στο μεταξύ τον Οκτώβριο του ΄46, ενόσω φούντωνε ο Εμφύλιος,  η Μαρία και ο Κύρος εγκατέλειψαν την Αθήνα και αναχώρησαν οριστικά για την Πράγα. Η αναχώρηση αυτή αποδίδεται σε λόγους ασφαλείας. Ορισμένοι ωστόσο αποδίδουν την αναχώρηση της Μάνιας και του Κύρου στην παράνομη σχέση που στο μεταξύ σύναψε ο Ζαχαριάδης με τη Ρούλα Κουκούλου. Στο δεσμό του Ζαχαριάδη με την Κουκούλου δεν στάθηκε εμπόδιο ούτε το γεγονός ότι και οι δυό τους ήταν παντρεμένοι, μάλιστα ο σύζυγος της Κουκούλου βρισκόταν φυλακισμένος την περίοδο που η ίδια ερωτοτροπούσε με τον Ζαχαριάδη στα βουνά της «Ελεύθερης Ελλάδας». Το ειδύλλιο Ζαχαριάδη – Κουκούλου αποτέλεσε όχι μόνο πρόκληση για τα «χρηστά ήθη» του αστικού κόσμου αλλά παραβίαζε κατάφορα τις πουρατινικές σχέσεις που επέβαλε το ΚΚΕ μεταξύ των ανταρτών, καθώς είχαν αυστηρά απαγορευθεί οι όποιες ερωτικές σχέσεις μεταξύ μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ.

Τελευταία φορά που η Μαρία είδε το Ζαχαριάδη ήταν το 1948, σε μια άλλη σύντομη επίσκεψη που πραγματοποίησε ο ηγέτης του ΚΚΕ στην Πράγα. Στο μεταξύ η Μαρία είχε γεννήσει την Όλγα, την οποία όμως ο Ζαχαριάδης δεν πρόλαβε να δει. Λίγο αργότερα «άνθρωποι του κόμματος», σύμφωνα με όσα διηγείται η Όλγα, ήρθαν και πήραν από το σπίτι τους στην Πράγα τον τότε 13χρονο Κύρο, προκειμένου να τον οδηγήσουν στην καλύβα του Αρχηγού στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Όλγας, ο Ζαχαριάδης επιθυμούσε να απομακρύνει τον Κύρο από τη φούστα της μάνας του, λέγοντας του ότι έφτασε η ώρα να γίνει μαχητής. Ο Κύρος στο βουνό φοίτησε στη Σχολή Αξιωματικών του ΔΣΕ. Ο Ζαχαριάδης όμως δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του προκειμένου να του απονεμηθεί το σχετικό δίπλωμα και ο βαθμός του ανθυπολοχαγού στην ειδική τελετή της σειράς του, κάτι που ο Κύρος θεώρησε βαριά προσβολή.

Όλγα Ντουρίσοβα, κόρη της  Μαρίας Νοβάκοβα και του Νίκου Ζαχαριάδη.

Μετά την ήττα του ΔΣΕ στο Γράμμο ο Κύρος κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση, όπου με προτροπή του πατέρα του φοίτησε σε σοβιετική Στρατιωτική Ακαδημία. Ελάχιστες φορές ο Κύρος συναντήθηκε με τη μητέρα του και την νεώτερη αδελφή του. Οι επισκέψεις του Κύρου στην Πράγα έπρεπε προηγουμένως να εγκριθούν όχι μόνο από την ηγεσία του ελληνικού αλλά και του τσεχοσλοβακικού κόμματος. Η μητέρα του ζούσε στην Πράγα με μια μικρή σύνταξη που της είχε χορηγήσει το τσεχοσλοβάκικο κόμμα για την προπολεμική της δραστηριότητα. Ποτέ δεν επέστρεψε στην παραγωγή, ποτέ δεν επαναδραστηριοποιήθηκε στη δημόσια ζωή. Ποτέ, πάντα σύμφωνα με την Όλγα, δεν είπε άσχημη κουβέντα για τον άνδρα της. Ο Ζαχαριάδης τις λίγες φορές που επισκέφτηκε την Πράγα την περίοδο ακόμα της μετεμφυλιακής παντοδυναμίας του (1949-1956), απέφυγε να συναντήσει τόσο την επίσημη σύζυγό του – από την οποία δεν πήρε ποτέ διαζύγιο – όσο και την κόρη του Όλγα. «Οι πολιτικοί δεν πρέπει να κάνουν παιδιά» λέει σήμερα η Όλγα. «Ο πατέρας μου έγραψε βιβλία, τόμους εισηγήσεων και ομιλιών, σε μένα όμως δε βρήκε χρόνο να γράψει ούτε πέντε αράδες», αναφέρει με παράπονο.

Ο Ζαχαριάδης πραγματοποίησε τρεις επισκέψεις στην Πράγα μετά τη λήξη του Εμφυλίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις επισκέψεις του αυτές ο Ζαχαριάδης δεν είχε συναντήσεις με κανένα από τα υψηλόβαθμα στελέχη της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας, η οποία κατά το διάστημα 1951-52 κυριολεκτικά αποδεκατίστηκε στις δίκες σκοπιμότητας που οργάνωσαν ειδικοί σύμβουλοι του Στάλιν.[2] Μεταξύ των εκτελεσθέντων συμπεριλαμβάνονταν και ο γερμανο-εβραϊκής καταγωγής Φρίντριχ Γκέμιντερ, προπολεμικά εκπρόσωπος Τύπου της Κομιντέρν και στενός συνεργάτης του Γκιόργκι Ντιμιτρόφ, επικεφαλής του Διεθνούς Τμήματος της ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας από το 1948 – και με την ιδιότητα αυτή – υπεύθυνος γα την επιχείρηση υποδοχής και εγκατάστασης των 12.000 Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στη χώρα.

Το 1952 εκτελέστηκε και ο Κάρελ Σβαμπ, υφυπουργός Εθνικής Ασφάλειας, στον οποίο από το Νοέμβριο του 1949 είχε ανατεθεί η εποπτεία της «Σχολής δολιοφθορέων» του ΚΚΕ, που σε συνθήκες άκρας μυστικότητας άρχισε να λειτουργεί από τις αρχές του 1950 στο στρατόπεδο Μικουλοβίτσε της Μοραβίας. Από την πρώτη σειρά αυτής της Σχολής αποφοίτησαν 40 μαχητές με ειδίκευση στις επικοινωνίες, τις δολιοφθορές και την κατασκοπεία. Οι μαθητές της Σχολής επιλέχτηκαν προσωπικά από τον Γ. Ιωαννίδη, δεξί χέρι του Ζαχαριάδη στην ηγεσία του ΚΚΕ και αποφοίτησαν μετά από εξάμηνη εκπαίδευση. Στα τσεχοσλοβακικά αρχεία διασώζεται ιδιόχειρη επιστολή του Νίκου Ζαχαριάδη με την οποία ζητά από τους Τσέχους να επιτρέψουν στους αποφοίτους της Σχολής να ξεκουραστούν σε κάποια λουτρόπουλη πριν αναλάβουν δράση στην Ελλάδα. Στο μεταξύ, προετοιμάζονταν εντατικά τα μαθήματα της δεύτερης σειράς, στην οποία επρόκειτο να συμμετάσχουν γυναίκες προχωρημένης ηλικίας, οι οποίες θα στέλνονταν στην Ελλάδα προκειμένου να δουλέψουν ως υπηρέτριες ή βρεφοκόμοι σε σπίτια υψηλά ιστάμενων κυβερνητικών και στρατιωτικών στελεχών, με σκοπό να αποσπούν απόρρητες πληροφορίες, διοχετεύοντας τες στη συνέχεια με ασυρμάτους στην εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ. Η λειτουργία της Σχολής διεκόπη ξαφνικά το 1952, όταν η ΚΥΠ συνέλαβε έναν από τους αποφοίτους της πρώτης σειράς, ο οποίος «έσπασε» στις ανακρίσεις καταθέτοντας λεπτομερειακές πληροφορίες για τη Σχολή, τους αποφοίτους και τις αποστολές τους.

Επιστολή του Νίκου Ζαχαριάδη προς την ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας με την οποία ζητεί να δοθεί άδεια σε αποφοίτους της σχολής ώστε  να ξεκουραστούν πριν από την αποστολή  τους στην Ελλάδα.

Στη διάρκεια των επισκέψεων που πραγματοποίησε ο Νίκος Ζαχαριάδης στην Τσεχοσλοβακία την περίοδο 1951-1956 συζητούσε μόνο με στελέχη του Διεθνούς Τμήματος του τσεχοσλοβακικού κόμματος που είχαν την ευθύνη για την ελληνική προσφυγιά, δείγμα του γενικότερου ξεπεσμού όχι μόνο του ΚΚΕ αλλά και του άλλωτε πανίσχυρου ηγέτη του. Η πρώτη μετεμφυλιακή επίσκεψη του Ν. Ζαχαριάδη στην Τσεχοσλοβακία καταγράφεται στις 6 Σεπτεμβρίου 1951, όταν προερχόμενος από την Πολωνία, ενημέρωσε τα στελέχη του τσεχοσλοβακικού κόμματος για τις εκλογές που επρόκειτο να διεξαχθούν στην Ελλάδα τρεις μέρες αργότερα. Ο Ζαχαριάδης ανέφερε ότι το ΚΚΕ, το Αγροτικό Κόμμα (ΑΚΕ) και ορισμένες ομάδες του ΕΑΜ συμμετείχαν στις εκλογές με το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ. Επεσήμανε ότι πολλοί από τους υποψηφίους της ΕΔΑ ήταν φυλακισμένοι, ακόμα και καταδικασμένοι σε θάνατο, ενώ χαρακτήριζε «καλές τις προοπτικές της παράταξης».

Η δεύτερη επίσκεψη του Ν. Ζαχαριάδη στην Πράγα πραγματοποιήθηκε το Φεβρουάριο του 1953. Από την επίσκεψη αυτή διασώθηκε έγγραφο με αιτήματα του Ζαχαριάδη προς το τσεχοσλοβάκικο κόμμα. Τα αιτήματα ήταν κυρίως τεχνικού και λιγότερου πολιτικού χαρακτήρα, π.χ. εκπαίδευση νέων ασυρματιστών για τις ανάγκες του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ, αποστολή πρόσκλησης στον Πρόεδρο της ΕΔΑ Γ. Πασαλίδη να επισκεφτεί την Τσεχοσλοβακία, αποστολή δεμάτων και χρηματικής βοήθειας σε φυλακισμένους Έλληνες αγωνιστές κλπ.

Λίγο μετά το θάνατο του Στάλιν το Μάρτιο 1953 – και λίγες μέρες αργότερα και του Τσεχοσλοβάκου σταλινικού ηγέτη Κλέμεντ Γκότβαλντ – άρχισε να τρίζει και η καρέκλα του Νίκου Ζαχαριάδη. Προς το τέλος του 1955 έφτασε στην κοινότητα των προσφύγων της Τσεχοσλοβακίας ο απόηχος των αιματηρών γεγονότων της Τασκένδης (Σεπτέμβριος 1955).  Τα γεγονότα αυτά ώθησαν ορισμένους νεαρούς πρόσφυγες, ιδιαίτερα τα μέλη της κομματικής οργάνωσης φοιτητών της Πράγας, να αρχίσουν εκστρατεία αμφισβήτησης του Ζαχαριάδη στις προσφυγικές κοινότητες της Τσεχοσλοβακίας. Η ηγεσία του ΚΚΕ ζήτησε αμέσως από το τσεχοσλοβακικό κόμμα να μεσολαβήσει για την αποβολή των αντιζαχαριαδικών φοιτητών από το Πανεπιστήμιο, εξετάζοντας ακόμα και το ενδεχόμενο απέλασής τους από τη χώρα. Το θέμα αυτό επρόκειτο να το θέσει προσωπικά ο Ζαχαριάδης στους Τσέχους συντρόφους σε επίσκεψη που πραγματοποίησε στην Πράγα στις αρχές του 1956.

Λίγο πριν την επίσκεψη του Ζαχαριάδη στην Πράγα, κατέφτασε από τη Μόσχα ο Βασίλι Μοσέτοφ, Νο 2 του Διεθνούς Τμήματος του ΚΚΣΕ, ο οποίος ενημέρωσε τον Α΄ Γραμματέα του τσεχοσλοβάκικου κόμματος Αντονίν Νόβοτνι για τα γεγονότα της Τασκένδης. Επέρριψε την ευθύνη των αιματηρών γεγονότων στους χειρισμούς της ζαχαριαδικής ηγεσίας και χωρίς προφάσεις άφησε στα στελέχη του ΚΚΤσ. να καταλάβουν ότι σύντομα επρόκειτο να ακολουθήσουν σημαντικές αλλαγές στην ηγεσία του ελληνικού κόμματος. Στην ενημέρωσή του ο Μοσέτοφ δεν δίστασε να κατηγορήσει τον Ζαχαριάδη για ηθική κατάπτωση, καθώς, όπως ανέφερε, ζούσε με τρίτη γυναίκα, έσπερνε παιδιά εδώ κι εκεί, για το μεγάλωμα των οποίων έπρεπε να φροντίζουν τα αδελφά κόμματα κλπ. Οι Τσέχοι ανέφεραν στον Μοσέτοφ ότι στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματός τους καταφτάνουν εκατοντάδες γράμματα Ελλήνων προσφύγων, με τα οποία άλλοι υπερασπίζονταν τον Ζαχαριάδη, ενώ άλλοι καταφέρονταν εναντίον του. Ο Μοσέτοφ σημείωσε ότι τα ίδια παρατηρούνταν και στη Σοβιετική Ένωση και γι αυτό συνέστησε στα στελέχη των Τσεχοσλοβάκων να επαγρυπνούν προκειμένου να αποφύγουν την επανάληψη γεγονότων παρόμοιων με αυτών της Τασκένδης. Όταν οι Τσέχοι ζήτησαν τη συμβουλή του Μοσέτοφ για το τι πρέπει να πράξουν με τους Έλληνες φοιτητές, το κεφάλι των οποίων ζητούσε επίμονα η ελληνική καθοδήγηση, ο Μοσέτοφ συνέστησε ψυχραιμία: «περιμένετε και θα δείτε», τους είπε συβιλλικά.

Τρεις μήνες αργότερα, το Μάρτιο του 1956, το τσεχοσλοβακικό κόμμα κλήθηκε να εκπροσωπηθεί στην λεγόμενη «Επιτροπή των έξι αδελφών κομμάτων», η οποία συγκάλεσε την 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Σε αυτή, με έξωθεν παρότρυνση, αποφασίστηκε η αποκαθήλωση του Ζαχαριάδη και των συνεργατών του από την ηγεσία του ΚΚΕ. Είναι ενδεικτικό ότι οι Τσεχοσλοβάκοι σύντροφοι σε αυτή την επιτροπή εκπροσωπήθηκαν από τον πλέον «αρμόδιο»: τον τότε υπουργό Εσωτερικών, Ρούντολφ Μπάρακ.

Ο διχασμός που ακολούθησε την αποκαθήλωση του Ν. Ζαχαριάδη μετά το 1956 ήταν κάθετος κι επηρέασε τη ζωή όλων των κομματικών οργανώσεων και όλων των προσφυγικών κοινοτήτων. Οι αμετανόητοι ζαχαριαδικοί αποπέμφθηκαν από τις θέσεις τους, κάποιοι κυνηγήθηκαν από τις δουλειές τους (π.χ. αρκετοί δάσκαλοι σε ελληνικούς παιδικούς σταθμούς υποχρεώθηκαν σε παραίτηση), ενώ άλλοι εξορίστηκαν σε απόμερα μέρη της Σλοβακίας. Μετά το Μάρτιο του 1956 στις κοινότητες των προσφύγων οι εορτασμοί των εθνικών και των κομματικών επετείων γίνονταν χωριστά. Στο Εθνικό Αρχείο της Πράγας βρίσκονται ταξινομημένες περίπου 300 επιστολές Ελλήνων πολιτικών προσφύγων εκείνης της περιόδου. Οι συντάκτες τους απευθύνονταν στους ηγέτες της Σοβιετικής Ένωσης, της Τσεχοσλοβακίας, της Κίνας, της Αλβανίας, ζητώντας τους να παρέμβουν υπέρ της μιας ή της άλλης ομάδας. Τους ζητούσαν να ψάξουν να βρουν τους ενόχους της ταπεινωτικής ήττας του 1949, των Δεκεμβριανών, της Καζέρτας κλπ., ενώ άλλοι έβγαζαν απωθημένα για αδικίες που υπέστησαν οι ίδιοι. Η έξαψη των παθών οδήγησε τον Οκτώβριο 1958 στη δολοφονία του ζαχαριαδικού Δημήτρη Κουφάκη στη μικρή ελληνική κοινότητα του Μπερόουν, 30 χιλιόμετρα δυτικά της Πράγας.[3]

Ο εορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς από Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία.

Μετά από μια δεκαετία τα «πάθη των Ελλήνων» κυριάρχησαν εκ νέου στην Τσεχοσλοβακία, σε συνδυασμό με τις δραματικές εξελίξεις της 12ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (Φεβρουάριος 1968), που οδήγησαν στην οριστική διάσπαση του ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος, σε συνδυασμό και με την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας από τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας (Αύγουστος 1968). Τα γεγονότα του 1968 ενέπνευσαν τον Αλέξη Πάρνη, πιστό συνεργάτη του Νίκου Ζαχαριάδη, να γράψει το μυθιστόρημα «Μια Πράγα στον καθένα», όπου καταδικάζεται απερίφραστα η εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία. Δεν έγινε ωστόσο γνωστή η άποψη του Νίκου Ζαχαριάδη για την εισβολή του 1968, καθώς ο ίδιος κρατούνταν στο Σοργκούτ της Σιβηρίας σε αυστηρή απομόνωση.

Δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1970, η Όλγα έλαβε πρόσκληση από τον Κύρο να πάει στη Μόσχα, προφασιζόμενη ότι θέλει να γνωρίσει τα πεθερικά του. Φτάνοντας στη Μόσχα ο Κύρος της αποκάλυψε ότι θα μετέβαινε μυστικά στο Τιούμεν προκειμένου να συναντήσει, για πρώτη φορά, τον πατέρα τους και τον ετεροθαλή αδελφό τους Σήφη. Μετά από περιπετειώδες ταξίδι, η Όλγα μετέβη αεροπορικώς στο Τιούμεν και από εκεί στο Σουργκούτ, όπου κρατούνταν υπό αστυνομική επιτήρηση ο πατέρας της. Στο Σουργκούτ η Όλγα έμεινε με τον πατέρα της δυό εβδομάδες, «διάστημα πολύ μικρό για να μπορέσεις να χορτάσεις τον γονιό», όπως λέει. Σύμφωνα με την ίδια, βρήκε τον πατέρα της πικραμένο και απογοητευμένο. Ο Ζαχαριάδης της εκμυστηρεύτηκε ότι οι άνθρωποι τον απογοήτευσαν. «Δεν αγαπάω τους ανθρώπους… Εάν υπάρχει κάποιος που πραγματικά αγάπησα στη ζωή μου, αυτός είναι η Μάνια», ανέφερε στην κόρη του. Την ημέρα που η  Όλγα θα αναχωρούσε από το Σουργκούτ, ο Ζαχαριάδης της παρέδωσε ένα γράμμα, το οποίο θα το παραλάμβανε απεσταλμένος του στην Πράγα. Στο αεροδρόμιο της Μόσχας, όμως, άνδρες της σοβιετικής Ασφάλειας έκαναν εξονυχιστικό έλεγχο στις αποσκευές της, κατάσχεσαν το γράμμα καθώς κι ένα ραδιόφωνο που της είχε χαρίσει, «το μοναδικό δώρο που πήρα ποτέ από τον πατέρα μου», λέει η Όλγα.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης με τον γιό του, Σήφη, στη Μόσχα.

Όπως είναι γνωστό ο Ζαχαριάδης έθεσε τέρμα στη ζωή του την 1η Αυγούστου 1973. Λίγες μέρες αργότερα η Μαρία Νοβάκοβα, η οποία ποτέ δεν τον αποκήρυξε, έλαβε από την ηγεσία του ΚΚΕ ένα επίσημο συλλυπητήριο τηλεγράφημα, με το οποίο την πληροφορούσαν για το θάνατο του συντρόφου της Νίκου. Η ίδια πέθανε ξεχασμένη στην Πράγα οκτώ χρόνια αργότερα, στις 8 Ιουνίου 1981

 

 

 

Ο Κώστας Τσίβος είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
και επικεφαλής του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

[1]  Το συγκεκριμένο γεγονός ενέπνευσε τη δεκαετία του ΄50 τον γνωστό Τσέχο σκηνοθέτη Γίρζι Σέκβενς να γυρίσει την ταινία «Μολυβένιο ψωμί», βάσει ακριβώς της μαρτυρίας της Μαρίας Νοβάκοβα – Ζαχαριάδη.

[2] Στις δίκες-παρωδία καταδικάστηκε σε θάνατο, μεταξύ άλλων, και ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας Ρούντολφ Σλάνσκι, Νο 2 στην ιεραρχία του τσεχοσλοβάκικου κόμματος, καθώς και αρκετά ακόμα κομματικά και κυβερνητικά στελέχη, πρώην αγωνιστές των Διεθνών Ταξιαρχιών στην Ισπανία, κρατούμενοι των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης ή αντιφασίστες αγωνιστές. Μετά από βασανιστήρια απίστευτης βαρβαρότητας τα στελέχη αυτά αναγκάστηκαν να «ομολογήσουν» τη συνεργασία τους με τον ταξικό εχθρό, με σιωνιστικές ή τροτσκιστικές οργανώσεις, ή ότι άλλο σκέφτονταν οι εντεταλμένοι σταλινικοί ανακριτές.

[3] Τον Κουφάκη έσφαξαν με μαχαίρι τη μέρα της ονομαστικής του εορτής, μπροστά στα μάτια της οικογενειάς του, μέλη ομάδας κολιγιαννικών, τους οποίους λίγο νωρίτερα η νέα κομματική καθοδήγηση τους είχε ζητήσει να «συμμαζέψουν» τους αντιπάλους ζαχαριαδικούς.

 

Ελισάβετ Χατζηαντωνίου: Ο θεσμός της δουλείας κατά τους βυζαντινούς χρόνους

Ελισάβετ Χατζηαντωνίου

Ο θεσμός της δουλείας κατά τους βυζαντινούς χρόνους*

Η δουλεία είναι ένα φαινόμενο πανάρχαιο, σχεδόν τόσο παλιό όσο ο άνθρωπος και σίγουρα όσο ο πόλεμος. Στον χώρο της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής η άνθησή του τοποθετείται στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Το βυζαντινό κράτος, αποτελώντας τη συνέχεια και εξέλιξη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, κληρονόμησε πλήθος θεσμών που ίσχυαν στους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους. Μεταξύ αυτών οπωσδήποτε συγκαταλέγεται και η δουλεία, που ως κοινωνική, οικονομική και νομική πραγματικότητα υφίστατο σε όλη τη βυζαντινή περίοδο, αν και με φθίνουσα πορεία από τα τέλη του 11ου αιώνα και εφεξής.

Η  νομική θέση των δούλων – εξελίξεις στο νομικό πλαίσιο

Θα αναφερθούμε στη δουλεία ως έννοια και ως κατάσταση ξεκινώντας από τα δεδομένα που προκύπτουν μέσα από την εξέταση του βυζαντινού Δικαίου. Η επιλογή αυτή καθίσταται απαραίτητη, από τη μια πλευρά, επειδή το νομικό status των δούλων επηρέαζε καθοριστικά την ποιότητα της ζωής τους και, από την άλλη, διότι οι εξελίξεις στη νομοθεσία προφανώς αντικατόπτριζαν επίκαιρες πολιτικές ή κοινωνικές καταστάσεις ή/και διαμόρφωναν νέες αντιλήψεις και πρακτικές.

Γενική αρχή του θεσμού της δουλείας είναι ότι επέτρεπε τη μετατροπή ή την εξαρχής αντιμετώπιση ενός ανθρώπου ως έμψυχου περιουσιακού στοιχείου προς κατοχή και χρήση. Έτσι, κατά το ρωμαϊκό και βυζαντινό Δίκαιο, οι δούλοι κατείχαν μια ρευστή θέση ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα και στην κινητή περιουσία. Παρότι ο νομοθέτης κάνει αναφορά στον φυσικό νόμο σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι άνθρωποι είναι καταρχήν ίσοι, ωστόσο  αποδέχεται τη διάκριση των ανθρώπων σε ελεύθερους και δούλους: «πάντες οἱ ἄνθρωποι ἢ δοῦλοί εἰσιν ἢ ἐλεύθεροι» (Βασιλικά 46.1.1). Σε αντίθεση λοιπόν με τον ελεύθερο άνθρωπο, που αποτελεί υποκείμενου του Δικαίου, ο δούλος αποτελεί αντικείμενο του Δικαίου (res), που αγοράζεται και πωλείται ως ζωντανό εμπόρευμα, ενεχυριάζεται, κληροδοτείται, δωρίζεται, χρησιμοποιείται κατά τη βούληση του ιδιοκτήτη του.

Ως περιουσιακό στοιχείο, σε περίπτωση που ένας δούλος υφίστατο οποιουδήποτε είδους φθορά ή παράνομη χρήση, ο δεσπότης του θα έπρεπε να αποζημιωθεί. Έτσι, αν ένας ερχόταν σε σαρκική επαφή με δούλη ή δούλο κάποιου, όφειλε να καταβάλει χρηματική αποζημίωση στον κύριό τους. Βέβαια, δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για την προάσπιση της προσωπικότητας του θύματος, αν η επαφή ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Αντίθετα, ο δεσπότης μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος ή να παραχωρήσει τη δούλη ή τον δούλο του σε ένα τρίτο (φιλικό ή συγγενικό) πρόσωπο ως σεξουαλικό αντικείμενο. Αντιστοίχως, σε περίπτωση κλοπής δούλου, ο νόμος επέβαλλε την επιστροφή του, την καταβολή αποζημίωσης ίσης με το τίμημα του δούλου καθώς και αποζημίωση για το προϊόν εργασίας που δεν είχε παραχθεί λόγω της απουσίας του. Ο νόμος επίσης προέβλεπε ότι, αν κάποιος σκότωνε αναίτια δούλο ή ένα τετράποδο ζώο άλλου ιδιοκτήτη, θα έπρεπε να αποζημιώσει τον τελευταίο καταβάλλοντας τίμημα ίσο με την ακριβότερη τρέχουσα τιμή της αγοράς.

Δεδομένου ότι οι δούλοι δεν συνιστούσαν υποκείμενα του Δικαίου, δεν μπορούσαν να εμπλακούν σε δικαστική διένεξη με έναν ελεύθερο πολίτη – είτε ως ενάγοντες είτε ως εναγόμενοι. Συνεπώς, δεν μπορούσαν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη ούτε εναντίον του δεσπότη τους, ακόμη και αν επρόκειτο για ποινικές υποθέσεις. Ο δε κύριός τους ήταν υπόλογος για αδικήματα του δούλου του, όπως θα ήταν και για άλλη κινητή περιουσία του (λ.χ. αν ένα από τα παραγωγικά ζώα του προκαλούσε ζημία στο κτήμα του γείτονα). Βέβαια, για σοβαρά αδικήματα, ο δεσπότης προφανώς δεν επιθυμούσε να αναλάβει την ευθύνη για τις πράξεις του δούλου του και να καταβάλει σχετική αποζημίωση. Σε αυτή την περίπτωση, μπορούσε να αποποιηθεί του περιουσιακού του δικαιώματος, ο δε δούλος περιερχόταν στην ιδιοκτησία του δημοσίου, οπότε παραδιδόταν στην κρατική δικαιοσύνη.

Τέλος, εφόσον ο δούλος δεν υφίστατο ως νομική προσωπικότητα, δεν του αναγνωριζόταν το δικαίωμα να εμφανίζεται ως μάρτυρας κατηγορίας ή υπεράσπισης στο δικαστήριο, ακόμα και αν μπορούσε να αποδείξει την αλήθεια των πληροφοριών του. Άλλωστε, κατά το βυζαντινό Δίκαιο, δεν γινόταν δεκτή ούτε και η μαρτυρία πενήτων και οικονομικά εξαρτημένων, άρα προσώπων αναξιόπιστων και χωρίς ελευθερία συνειδήσεως. Σε υποθέσεις ωστόσο που αφορούσαν εγκλήματα καθοσίωσης και γενικώς για εγκλήματα σε βάρος του δημοσίου ήταν δυνατό να κατατεθεί και η μαρτυρία δούλων. Αυτού του είδους και άλλες εξαιρέσεις, που όμως εδώ δεν είναι δυνατό να αναφέρουμε για οικονομία χώρου, δείχνουν ότι τα στεγανά ανάμεσα στις δύο νομικές ομάδες δεν ήταν πάντοτε απόλυτα.

Όπως προαναφέρθηκε, παρότι ο νόμος αντιμετώπιζε τον δούλο ως ένα έμψυχο περιουσιακό στοιχείο και εργαλείο, ταυτόχρονα του αναγνώριζε την ανθρώπινή του υπόσταση. Μάλιστα, ήδη από τα ρωμαϊκά χρόνια άρχισαν να εισάγονται διατάξεις που στόχευαν στην αντιμετώπιση των δούλων π τ φιλανθρωπότερον. Οι ρυθμίσεις αυτές αυξήθηκαν και εμπλουτίστηκαν κατά τη βυζαντινή περίοδο. Αποσκοπούσαν στον περιορισμό των απάνθρωπων τιμωριών (με επιβολή ποινής στον δεσπότη – ειδικά σε περίπτωση θανάτωσης δούλου), στη διασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διατροφής και διαβίωσης, στην αποτροπή της εκπόρνευσης γυναικών δούλων καθώς και του ευνουχισμού ανδρών. Μάλιστα, στις δύο τελευταίες περιπτώσεις αναγνωριζόταν στους παθόντες το δικαίωμα απελευθέρωσης. Το μέσο για την απαλλαγή από σκληρό και βάναυσο δεσπότη ή ακόμη και για τη διεκδίκηση της ελευθερίας τους ήταν ο θεσμός του ασύλου, που βέβαια ίσχυε ήδη από την αρχαιότητα. Στο ζήτημα θα επανέλθουμε παρακάτω.

Επίσης, η νομοθεσία αναγνώρισε συνήθεις πρακτικές και μάλιστα συνέβαλε στην εξέλιξή τους, όπως λ.χ. το δικαίωμα των δούλων να κατέχουν και να εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος τμήμα της περιουσίας του κυρίου τους (peculium). Την κυριότητα του πεκούλιου εξακολουθούσε βέβαια να έχει ο δεσπότης, ο οποίος μπορούσε να το αποσπάσει οποτεδήποτε επιθυμούσε. Ωστόσο, οι δούλοι απολάμβαναν το παραγόμενο προϊόν και ενίοτε αποκόμιζαν έσοδα από το πλεόνασμα της παραγωγής. Έτσι, ήταν δυνατό να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσής τους, ακόμη και να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Στα τέλη του 9ου αιώνα, ο αυτοκράτορας Λέοντας Στ΄ (886-912) όρισε με Νεαρά του ότι οι αυτοκρατορικοί δούλοι μπορούσαν να διαθέτουν κατά το δοκούν το πεκούλιον τους. Ταυτόχρονα, ο αυτοκράτορας παρότρυνε τους κρατικούς αξιωματούχους να μιμηθούν το παράδειγμά του και να παραχωρήσουν ανάλογα δικαιώματα στους δικούς τους δούλους. Ο εν λόγω νόμος εισάγει μια καινοτομία στον θεσμό της δουλείας: για πρώτη φορά γίνεται λόγος για περιουσία του δούλου, καθώς έως τότε η ιδιότητά του ως αντικειμένου του περιουσιακού Δικαίου ήταν ασυμβίβαστη με την έννοια της απόκτησης προσωπικής περιουσίας (με άλλα λόγια, ένα περιουσιακό στοιχείο δεν μπορούσε να είναι ιδιοκτήτης άλλου περιουσιακού στοιχείου). Μάλιστα, η συγκεκριμένη Νεαρά συνιστά ένα ενδεικτικό παράδειγμα για το πώς η αυτοκρατορική πρακτική μπορούσε να επηρεάσει σταδιακά τις αντιλήψεις των υπηκόων. Έτσι, στα τέλη του 12ου αιώνα ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος σε ομιλία προς το ποίμνιό του σημειώνει ότι ο δεσπότης δεν θα πρέπει να ζητά πίσω το πεκούλιον από τον δούλο, διότι πλέον του ανήκει.

Η Νεαρά 38 του Λέοντα Στ΄ (886-912) συνιστά καινοτομία για τον θεσμό της δουλείας στο Βυζάντιο, καθώς αντιμετωπίζει τον δούλο ως υποκείμενο του Δικαίου που μπορεί να αποκτήσει δική του περιουσία. Ωστόσο, η εφαρμογή του νόμου αφορά μόνο στους βασιλικούς δούλους. Είναι φανερή η επιφυλακτικότητα του αυτοκράτορα να απαιτήσει την  καθολική επιβολή μιας διάταξης που θα προκαλούσε σημαντικές αντιδράσεις από πλούσιους και μη δουλοκτήτες.

Βέβαια, δεν αρκεί να γνωρίζουμε μόνο το θεωρητικό πλαίσιο για τη μελέτη ενός θεσμού. Και αυτό διότι συχνά υπάρχει διάσταση ανάμεσα στις νομικές προβλέψεις και την κοινωνική πραγματικότητα. Αξιοποιώντας πηγές που απεικονίζουν την εφαρμογή των νόμων (Πείρα Ευστάθιου Ρωμαίου, 11ος αι.), αντλώντας δεδομένα από το εκκλησιαστικό Δίκαιο και τα σχόλια των κανονολόγων του 12ου αιώνα (Βαλσαμώνος, Ιωάννη Ζωναρά, Αριστηνού) και συνδυάζοντας μαρτυρίες από αγιολογικά κείμενα, χρονικές συγγραφές, ομιλίες και επιστολές αρχιερέων κ.λπ., είμαστε σε θέση να διαμορφώσουμε μια πληρέστερη εικόνα σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης των δούλων, τη μεταχείρισή τους από τους δεσπότες καθώς και για την ιδιωτική τους ζωή.

Η μεταχείριση των δούλων από τους δεσπότες

Από τη συνοπτική αναφορά στο νομικό status των δούλων, αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι καθημερινές τους δραστηριότητες και η ποιότητα της ζωής τους εξαρτώνταν απόλυτα από τη βούληση, την προσωπικότητα και την ηθική του κυρίου τους. Πέρα από ορισμένους περιορισμούς που του επέβαλλε η νομοθεσία (λ.χ. υποχρέωση παροχής βασικού ρουχισμού και στοιχειώδους διατροφής και ιατρικής φροντίδας, απαγόρευση εκπόρνευσης και ευνουχισμού, αποφυγή βάναυσων τιμωριών και ποινή σε περίπτωση θανάτωσης), κατά τα άλλα ο δεσπότης μπορούσε να χρησιμοποιήσει και να διαθέσει τους δούλους του όπως εκείνος επιθυμούσε.

Για παράδειγμα, αρκετά συχνό ήταν το φαινόμενο των σαρκικών επαφών – τόσο με τη χρήση της δούλης ως παλλακίδας, όσο και με την περιστασιακή ή και συχνή ερωτική επαφή, που μπορεί να έπαιρνε και τη μορφή σεξουαλικής κακοποίησης εάν γινόταν με τη βία. Πέρα από την απαγόρευση για την εκπόρνευση και τον ευνουχισμό των δούλων, δεν υπήρχε άλλη νομική προστασία τους όσον αφορά την εκμετάλλευσή τους στον γενετήσιο τομέα. Το αυτοκρατορικό Δίκαιο περιοριζόταν μόνο σε προβλέψεις που θα απέτρεπαν τις ερωτικές επαφές ελεύθερων ή έγγαμων γυναικών και δούλων, με στόχο οι δύο νομικές ομάδες να παραμείνουν στεγανές και απόλυτα διακριτές. Απαγορευτικές προβλέψεις για σχέσεις έγγαμου δεσπότη με δούλη του δεν υπήρχαν. Σε αυτό το πλαίσιο δύσκολα μπορούσε να προστατεύσει κανείς τους δούλους, κυρίως γυναικείου φύλου, από τις σεξουαλικές ορέξεις των κυρίων τους. Μόνο η χριστιανική ηθική και οι εκκλησιαστικοί κανόνες μπορούσαν να αποτελέσουν μια δικλείδα ασφαλείας, καθώς κατά το κανονικό Δίκαιο η μοιχεία και η πορνεία (= κάθε εξώγαμη σαρκική σχέση) θεωρούνταν σοβαρά αμαρτήματα. Στόχος πάντως των σχετικών προβλέψεων του εκκλησιαστικού Δικαίου και πάλι δεν ήταν η προστασία των δούλων αλλά η προστασία των θεσμών του γάμου και της οικογενείας.

Ένα άλλο ζήτημα που σχετίζεται με τη μεταχείριση των δούλων από τους κυρίους τους είναι οι βάναυσες τιμωρίες που τους επιβάλλονταν. Βέβαια, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η σωματική ποινή προβλεπόταν από το αυτοκρατορικό και εκκλησιαστικό Δίκαιο για υπηκόους και πιστούς, ενώ συνιστούσε και μέθοδο διαπαιδαγώγησης τέκνων. Ως εκ τούτου, θεωρούνταν συνηθισμένη πρακτική για τον σωφρονισμό ενός απειθούς δούλου ή για την τιμωρία ενός απρόσεκτου ή αφελούς δούλου που ζημίωσε με κάποιον τρόπο τον κύριό του. Όπως προαναφέρθηκε, ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους άρχισαν να επιβάλλονται ποινές στον δεσπότη που θανάτωσε για ασήμαντη αιτία (!) τον δούλο  του. Ο Μέγας Κωνσταντίνος (306/324-337) όρισε ότι επιτρέπεται μεν στους δεσπότες να τιμωρούν τους σκλάβους για να τους σωφρονίσουν, ωστόσο δεν θα πρέπει να εξαντλούν την αυστηρότητά τους πάνω στα σώματά τους. Μάλιστα ο κύριος που σκόπιμα χτύπησε τον δούλο του με θανάσιμο τρόπο (με χτύπημα στο κεφάλι, ανελέητο μαστίγωμα, κάψιμο μελών, δηλητηρίαση, φρικτά βασανιστήρια) θεωρούνταν ένοχος για ανθρωποκτονία. Παρά τις σχετικές νομικές διατάξεις αλλά και, όπως θα δούμε, τις συμβουλές των ιεραρχών για επιεική αντιμετώπιση, ο καθένας αντιλαμβανόταν διαφορετικά τη μετριοπάθεια. Συνηθισμένες τιμωρίες ήταν η στέρηση τροφής και ενδυμάτων ή/και ο εγκλεισμός σε απομονωμένο χώρο. Σώζονται ωστόσο και μαρτυρίες για υπερβολικά σκληρές τιμωρίες (ξερίζωμα του τριχωτού της κεφαλής, μαστίγωμα, αλυσοδέσιμο, απαγχονισμός) – ακόμη και τον 12ο και τον 14ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία ο θεσμός έφθινε στο Βυζάντιο και ενώ οι Βυζαντινοί όλο και συχνότερα καθίσταντο πλέον θύματα αιχμαλωσίας και δουλείας.

Η απάνθρωπη μεταχείριση των κυρίων ενίοτε οδηγούσε τους δούλους σε φυγή. Οι νόμοι απέτρεπαν φυσικά και νομικά πρόσωπα (γαιοκτήμονες, μονές κ.λπ.) να υποδέχονται και να θέτουν στην υπηρεσία τους άγνωστα πρόσωπα, καθώς μπορεί να επρόκειτο για φυγάδες δούλους, που απέκρυπταν την ιδιότητά τους. Μάλιστα, ο νομοθέτης όριζε ότι η περίθαλψη φυγάδα δούλου ισούταν με κλοπή. Προφανής στόχος ήταν να μην του παρέχεται δυνατότητα επιβίωσης, γεγονός που οπωσδήποτε λειτουργούσε αποθαρρυντικά για τη σύλληψη ενός σχεδίου διαφυγής.

Αρκετοί δούλοι αναζητούσαν άσυλο σε εκκλησίες, όπως άλλωστε συνέβαινε και στην εποχή της κλασικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας οπότε οι δούλοι κατέφευγαν σε ναούς και αγάλματα αυτοκρατόρων. Ειδικοί εκκλησιαστικοί οφφικιάλιοι, οι έκδικοι/ιεροέκδικοι και ο πρωτέκδικος, διερευνούσαν τους λόγους για τους οποίους ένας δούλος είχε ζητήσει άσυλο. Αν όντως η προσφυγή οφειλόταν σε κακομεταχείριση και βάναυση συμπεριφορά, ο κύριος έχανε την κυριότητα επί του δούλου και αποζημιωνόταν στοιχειωδώς, ο δε δούλος πωλούνταν σε άλλο δεσπότη. Όπως προαναφέρθηκε, σε ειδικές περιπτώσεις (εκπόρνευση, ευνουχισμός) ο δούλος μπορούσε ακόμη και να απελευθερωθεί. Αν είχε υποπέσει σε σφάλμα (κλοπή ή ζημία) και απλώς φοβούνταν την οργισμένη αντίδραση του κυρίου του, τότε ο δεύτερος μπορούσε να υποσχεθεί ενόρκως ότι δεν θα τον τιμωρούσε σκληρά και ο δούλος επιστρεφόταν σε αυτόν. Σε περίπτωση βέβαια που η αιτία προσφυγής αποδεικνυόταν ασήμαντη, ο δούλος αποδιδόταν στον δεσπότη, αφού μάλιστα υφίστατο σωματική ποινή από τον έκδικο. Τον 5ο και 6ο αιώνα το φαινόμενο αναζήτησης εκκλησιαστικού ασύλου ήταν ιδιαίτερα συχνό και απασχόλησε αρκετές φορές τους αυτοκράτορες. Ο Ιουστινιανός Α΄ (527-565) διέταξε την επιτάχυνση των διαδικασιών, καθώς αυξανόταν ο αριθμός των δούλων που κατοικούσαν σε ναούς και προσκτίσματα, φέροντας προσκόμματα στη λειτουργία τους και στις υπηρεσίες που όφειλαν να προσφέρουν αλλά και προκαλώντας εντάσεις.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και περιγραφές δεσποτών σε γραπτές πηγές κυρίως ηθικοπλαστικού χαρακτήρα (λ.χ. Βίους αγίων, ομιλίες αρχιερέων), που αναφέρονται σε κυρίους που αντιμετώπιζαν τους δούλους τους σχεδόν ως μέλη της οικογένειάς τους: ενδιαφέρονται γι’ αυτούς όταν αρρώσταιναν και έσπευδαν σε αγίους εκλιπαρώντας για τη θεραπεία τους, είχαν στενούς συναισθηματικούς δεσμούς με ορισμένους από αυτούς, σε βαθμό μάλιστα που αποφάσιζαν να τους χαρίσουν την ελευθερία τους. Τα συγκεκριμένα κείμενα προβάλλουν το πρότυπο του καλού δεσπότη, που θα μπορούσε να εμπνεύσει και τους υπόλοιπους πιστούς. Βέβαια, η συμπεριφορά του κυρίου απέναντι στους δούλους, όπως άλλωστε και προς τους έμμισθους υπηρέτες, εξαρτιόταν από τον χαρακτήρα, την κοινωνική και οικονομική θέση, το μορφωτικό και ηθικό του επίπεδο, αλλά και από το γενικότερο πνεύμα της εποχής.

Σε κάθε περίπτωση, και άλλες αφηγηματικές πηγές αλλά και δικαιοπρακτικά έγγραφα (διαθήκες, έγγραφα απελευθέρωσης) παρέχουν μαρτυρίες για δεσπότες προσηνείς και συμπονετικούς – ιδίως απέναντι σε δούλους με τους οποίους είχαν μεγαλώσει και ζήσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή τους. Ήδη αναφέρθηκε ότι συχνά δεσπότες παραχωρούσαν πεκούλια σε δούλους τους, γεγονός που δημιουργούσε τις προϋποθέσεις να βελτιώσουν τους όρους διαβίωσής τους και να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Άλλοι δεσπότες συμβίωναν με τις παλλακίδες δούλες τους έως τον θάνατό τους ή (σπανιότερα) τις παντρεύονταν – πράξεις που νομικά ισοδυναμούσαν με απελευθέρωση των γυναικών. Ακόμη, μαρτυρούνται πάμπολλες περιπτώσεις δούλων που είχαν αποκτήσει την εμπιστοσύνη των κυρίων τους. Ο αριστοκράτης Κεκαυμένος (11ος αι.) συστήνει μάλιστα στους γιους του να φροντίζουν ώστε να έχουν πάντοτε δίπλα τους έναν έμπιστο άνθρωπο, δούλο ή ελεύθερο, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ήταν εφικτό να αναπτυχθεί μια τέτοια σχέση. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αρκετοί δούλοι αναλάμβαναν υπεύθυνες θέσεις στο σπίτι ως τροφοί και παιδαγωγοί των τέκνων της οικογένειας ή ως οικονόμοι του σπιτιού, επιστάτες των καλλιεργειών ή υπεύθυνοι καταστημάτων, ως γραμματείς, διερμηνείς, έμπιστοι σωματοφύλακες κ.λπ. Από τον Ιωάννη Ζωναρά και τον Αριστηνό πληροφορούμαστε ότι δεσπότες ανέθεταν σε παιδαγωγούς-ιερωμένους τη διδασκαλία όχι μόνο των παιδιών αλλά και των δούλων τους. Αυτή η ευνοϊκή μεταχείριση εξυπηρετούσε προφανώς δύο σκοπούς. Πρώτον, την εξασφάλιση προσωπικού υψηλού μορφωτικού και διανοητικού επιπέδου, το οποίο θα ήταν χρησιμότερο για τους κυρίους τους και, δεύτερον, την αύξηση της αξίας των δούλων λόγω της απόκτησης επιπλέον προσόντων. Παράλληλα όμως, δείχνει τη βελτίωση της αντιμετώπισης των δούλων, ενδεχομένως στο πλαίσιο της ηθικής διδασκαλίας της εκκλησίας για τις σχέσεις των κυρίων με τους δούλους τους.

Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι σωζόμενες διαθήκες όπου μεταξύ άλλων οι δεσπότες διατύπωναν την επιθυμία να απελευθερωθούν ορισμένοι, τουλάχιστον, από τους δούλους τους. Φρόντιζαν μάλιστα να αφήσουν στους απελεύθερους και ένα κληροδότημα, προκειμένου να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι στον υπόλοιπο βίο τους. Βέβαια, εκτός από τον συναισθηματικό δεσμό που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, στους λόγους που οδηγούσαν έναν δεσπότη να απελευθερώσει έναν ή περισσότερους δούλους θα πρέπει να συμπεριληφθούν οι μεταφυσικές του ανησυχίες ενόψει του τέλους της ζωής του – οπότε αποφάσιζε να προβεί σε πράξεις ελεημοσύνης και φιλανθρωπίας που θεωρούσε ότι θα διασφάλιζαν τη σωτηρία της ψυχής του. Για ίδιους λόγους, άλλοι ιδιοκτήτες επιθυμούσαν να λάβουν το μοναχικό σχήμα, οπότε θεωρούσαν ορθό (και όφειλαν) να αποδεσμευτούν από τα εγκόσμια και, άρα, από κάθε περιουσιακό στοιχείο. Άλλοι πάλι κύριοι δεν περιορίζονταν σε τόσο καθυστερημένες πράξεις ευεργεσίας και απελευθέρωναν δούλους τους νωρίτερα. Σώζονται μάλιστα τύποι συμβολαιογραφικών εγγράφων, με τα οποία τους εκχωρούνταν η ελευθερία (ἀκτος ἐλευθερίας ψυχαρίου). Στα κείμενα αυτά τονίζεται ότι η δουλεία είναι αντίθετη προς τον νόμο του Θεού, που έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο.

Στον παραπάνω τύπο συμβολαιογραφικής πράξης απελευθέρωσης δούλου τονίζεται ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο, η δε κατάσταση της δουλείας αποτελεί συνέπεια της ανθρώπινης πλεονεξίας.  Επισημαίνεται ότι η ευεργεσία του δεσπότη οφείλεται στη μακροχρόνια σχέση με τον δούλο του και στα αισθήματα εκτίμησης και συμπάθειας που είχε αναπτύξει γι’ αυτόν. Αυτό διακρίνεται και από το γεγονός ότι του παρέχεται άνευ όρων ελευθερία, χωρίς καμία υποχρέωση του απελεύθερου προς τη δεσποτική οικογένεια και χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό κινήσεων.

Η ιδιωτική ζωή των δούλων – οι οικογενειακές σχέσεις

Κατά τους ελληνορωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους, ο γάμος συνιστούσε νομική πράξη. Εφόσον όμως οι δούλοι στερούνταν του δικαιώματος δικαιοπραξίας, νομικά δεν μπορούσαν να συνάψουν έγγαμες σχέσεις και, άρα, να έχουν οικογένεια και συγγενείς. Ωστόσο, καθώς σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητούνταν η ανθρώπινή τους υπόσταση, τους αναγνωριζόταν το δικαίωμα να ζουν ἐν συντροφίᾳ – με την άδεια βέβαια του δεσπότη. Με αυτόν τον τρόπο θεωρούνταν ότι οι δούλοι θα κάλυπταν ευπρεπώς τις γενετήσιες ορμές τους, χωρίς να προσβάλουν την τιμή της οικογένειας στην οποία ανήκαν. Πέρα από το ηθικό όφελος, υπήρχε βέβαια και πρακτικό όφελος, καθώς τα τέκνα των δούλων ανήκαν επίσης στον δεσπότη των γονέων. Έτσι, σε διάφορες πηγές απαντά ο όρος φαμίλια/οικογένεια δούλων και άλλοι βαθμοί συγγένειας. Ενίοτε, ακόμη και σε νομικά κείμενα χρησιμοποιούνται καταχρηστικά όροι που δηλώνουν οικογενειακούς δεσμούς, ενώ εντοπίζουμε και προβλέψεις περί μη διαχωρισμού των μελών της οικογένειας σε περίπτωση πώλησής της.

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, αν και η Πολιτεία αντιμετώπιζε τη δουλεία και τον γάμο ως δύο έννοιες ασυμβίβαστες, η Εκκλησία απαιτούσε από όλους τους χριστιανούς, ελευθέρους και δούλους, να συμμετέχουν στο θρησκευτικό μυστήριο του γάμου. Πρόβλημα κυρίως προκύπτει από τα τέλη του 9ου αιώνα, οπότε η αυτοκρατορική νομοθεσία επέβαλε όλοι οι υπήκοοι να τελούν θρησκευτικό γάμο, εξισώνοντάς τον ταυτόχρονα με πράξη αστικού Δικαίου. Αρκετοί λοιπόν δεσπότες δεν επέτρεπαν την ιερολόγηση της συμβίωσης δύο δούλων, φοβούμενοι ότι, αν τους αναγνώριζαν το δικαίωμα να συνάπτουν συμβόλαιο γάμου (άρα, το δικαίωμα να προβούν σε μια δικαιοπραξία ως υποκείμενα του Δικαίου), έμμεσα θα τους αναγνώριζαν την ελευθερία τους. Το θέμα διευθετήθηκε από τον Αλέξιο Α΄  Κομνηνό (1081-1118), ο οποίος αναγνώρισε ότι ο θρησκευτικός γάμος ήταν υποχρεωτικός για όλους τους χριστιανούς, ελεύθερους και δούλους. Tαυτόχρονα όμως, διαβεβαίωσε τους δεσπότες ότι τα δικαιώματά τους επί των δούλων τους δεν θίγονταν, καθώς, όπως διευκρίνιζε ρητά, η ιερολογία δεν συνιστούσε τεκμήριο απελευθέρωσής τους.  Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι η σχετική απροθυμία των δεσποτών δεν ήταν εύκολο να καμφθεί, καθώς κανονολόγοι των μέσων του 13ου αιώνα εξακολουθούν να απασχολούνται με το εν λόγω ζήτημα. Βέβαια, θα πρέπει να τονιστεί ότι τόσο η Εκκλησία, που αντιμετώπιζε όλους τους πιστούς ισότιμα όσον αφορά στα θρησκευτικά τους καθήκοντα και δικαιώματα, όσο και η Πολιτεία με τον νόμο του Αλεξίου Α΄ συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην ηθική εξίσωση δούλων και ελευθέρων.

Η στάση της Εκκλησίας απέναντι στον θεσμό της δουλείας

Με αφορμή το προαναφερθέν σχόλιο, θα περάσουμε σε ένα άλλο θέμα, δηλαδή στη στάση που τήρησε η Εκκλησία απέναντι στον θεσμό της δουλείας. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, μια και η χριστιανική διδασκαλία κηρύττει την ισότητα όλων των ανθρώπων ενώπιον του Θεού, ενώ βασικές αρχές της είναι η εν Χριστώ αγάπη και αδελφότητα, η αλληλεγγύη, η ελεημοσύνη και η φιλανθρωπία. Ωστόσο, η Εκκλησία αντιμετώπισε τη δουλεία ως μια μη αμφισβητήσιμη κοινωνικο-οικονομική και νομική πραγματικότητα. Ο Απόστολος Παύλος  κάλεσε τους χριστιανούς δούλους να υπηρετούν τους κοσμικούς κυρίους τους με υπακοή και σεβασμό, τους δε δεσπότες να ασκούν την εξουσία τους με έλεος και φιλανθρωπία αναλογιζόμενοι ότι όλοι ανεξαιρέτως είναι δούλοι του Κυρίου και ότι θα κριθούν για τη σκληρή ή απάνθρωπη συμπεριφορά τους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Ιωάννης Χρυσόστομος, επανέλαβαν εν πολλοίς τα λόγια του Αποστόλου, εξηγώντας ότι η πνευματική ελευθερία είναι ανώτερη της κοσμικής ελευθερίας. Η δε προσπάθεια του πιστού για ηθική εξύψωση και πνευματική προετοιμασία για τη μεταθανάτια ζωή δεν έχει σχέση με τις εξωτερικές (νομικές, οικονομικές, κοινωνικές κ.ά.) συνθήκες. Ένας δούλος και ένας ελεύθερος, ένας πένης και ένας πλούσιος δυνητικά μπορούσαν εξίσου να επιτύχουν την πνευματική τους ολοκλήρωση. Ο καθένας αντιμετωπίζει τις δικές του προκλήσεις και οφείλει να τις ξεπεράσει, για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα, που είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Έμφαση λοιπόν πρέπει να δίνεται στην επιδίωξη της αρετής, στον έλεγχο των παθών, στην πνευματική ελευθερία, με την επίτευξη της οποίας κατ’ όνομα κανείς ήταν σκλάβος· ο δε δούλος της αμαρτίας κατ’ όνομα μόνο ήταν αφέντης.

Η παραπάνω προσέγγιση επεξηγεί την οπτική της Εκκλησίας, που επέλεξε να μην στραφεί κατά του θεσμού της δουλείας καθώς και άλλων κοινωνικών ζητημάτων. Στόχος της δεν ήταν η αναμόρφωση της κοινωνίας, ώστε να λειτουργεί πιο δίκαια και αρμονικά, αλλά η προσωπική, εσωτερική αναμόρφωση του κάθε πιστού. Από την άλλη, βέβαια, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η Εκκλησία, ως αναγνωρισμένος και επίσημος θεσμός του Βυζαντίου ήδη από τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, δεν ήταν απαλλαγμένη από σκοπιμότητες και δεν επιθυμούσε τη σύγκρουση με την καθεστηκυία τάξη. Σε κάθε περίπτωση, δεν αμφισβήτησε τις διατάξεις του αυτοκρατορικού Δικαίου που αφορούσαν τη δουλεία και δεν έκανε καμία προσπάθεια να καταργηθεί ο θεσμός της. Αντιθέτως, το 340 η τοπική σύνοδο της Γάγγρας καταδίκασε την αίρεση των Ευσταθιανών, οπαδών του μητροπολίτη Σεβαστείας Ευσταθίου, που μεταξύ άλλων παρότρυναν τους δούλους να εγκαταλείπουν τα καθήκοντά τους και να δείχνουν απείθεια προς τους κυρίους τους. Η υποχρέωση των δούλων για υποταγή στους κυρίους αποτελούσε λοιπόν επιταγή και του κανονικού Δικαίου. Καταδικαστέα ήταν μόνο η κατοχή χριστιανού δούλου από αιρετικό ή αλλόθρησκο – κανόνας που επηρέασε και το αυτοκρατορικό Δίκαιο.

Στο παραπάνω πλαίσιο, τόσο εκκλησιαστικά ιδρύματα όσο και πρόσωπα ήταν επιτρεπτό να κατέχουν και όντως διέθεταν δούλους. Βέβαια, ο ηγούμενος της μονής Στουδίου Θεόδωρος (τέλη 8ου-αρχές 9ου αι.), ο οποίος συνέταξε μοναστικούς κανόνες με μεγάλη και διαχρονική απήχηση, θεωρούσε ανεπίτρεπτο μοναχοί και μονές να κατέχουν δούλους, που ως άνθρωποι είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση δημιουργήματα του Θεού. Ωστόσο, και μάλιστα παρά τον κανόνα ακτημοσύνης που ισχύει για τους μοναχούς, εντοπίζουμε αναφορές σε πρόσωπα που συνέχιζαν να απολαμβάνουν τις υπηρεσίες δούλου/-ων τους και μετά τη μοναχική κουρά τους.

Βέβαια, όπως κατέστη ήδη φανερό, αν και η επίσημη Εκκλησία δεν προέβη σε καταδίκη του δικαιώματος κατοχής ανθρώπου από άνθρωπο, ωστόσο καταδίκαζε την κατάχρησή του, επικρίνοντας τη βάναυση συμπεριφορά δεσποτών. Σύμφωνα με τις χριστιανικές αρχές της δικαιοσύνης, της πραότητας και της φιλανθρωπίας, καλούνταν οι ιδιοκτήτες να αντιμετωπίζουν τους δούλους τους με ήπιο τρόπο. Υπήρξαν μάλιστα πεφωτισμένοι αρχιερείς, όπως ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός ή ο Ιωάννης Χρυσόστομος, που μίλησαν για ισότητα των ανθρώπων ως τέκτων του ιδίου πατέρα και ως αδελφών, προέτρεψαν τους κατόχους δούλων να αποκαταστήσουν τον θείο νόμο και να ελευθερώσουν τους δούλους τους παρέχοντάς τους παράλληλα και τα απαραίτητα εφόδια για να επιβιώσουν στο μέλλον. Πέρα από την ηθική διδασκαλία και τις προτροπές, η Εκκλησία, όπως σημειώθηκε παραπάνω, είχε αναλάβει θεσμικό ρόλο για την παροχή ασύλου. Ουσιαστικά, το άσυλο ήταν ο μοναδικός νόμιμος τρόπος μέσω του οποίου ο δούλος μπορούσε να διεκδικήσει την απαλλαγή του από τον απάνθρωπο αφέντη ή και να αποκτήσει την ελευθερία του.

Τέλος, το εκκλησιαστικό Δίκαιο αντιμετώπιζε ισότιμα όλους τους πιστούς, ελευθέρους και δούλους. Έγινε ήδη λόγος για το δικαίωμα τέλεσης θρησκευτικού γάμου εκ μέρους τους. Επίσης, σε αντίθεση με το αυτοκρατορικό Δίκαιο που δεν αναγνώριζε στους δούλους να παρουσιαστούν σε δικαστικό βήμα, η Εκκλησία τούς δεχόταν ακόμη και ως ενάγοντες σε βάρος ιερωμένων και επισκόπων. Με βάση την αρχή της ισότητας όλων των πιστών ενώπιον του Θεού, ήταν επίσης δυνατή η χειροτονία ενός δούλου σε κληρικό ή η κουρά του σε μοναχό – υπό τον όρο βέβαια ότι είχε τη συναίνεση του κυρίου του, καθώς η υποχρέωση υποταγής σε εκείνον αντετίθετο στην υποχρέωση απόλυτης υπακοής στον επίσκοπο ή στον ηγούμενο, αντίστοιχα.

Συμπερασματικά, οι απόψεις της Εκκλησίας περί ισότητας και εν Χριστώ αδελφοσύνης όλων των πιστών καθώς και η χριστιανική διδασκαλία που υπαγόρευε μια πιο φιλάνθρωπη μεταχείρισή τους συνέτειναν, από τη μια πλευρά, στην ηθική τους εξίσωση με τους ελεύθερους και, από την άλλη, στην καλύτερη αντιμετώπισή τους – τουλάχιστον από τους δεσπότες, που επιθυμούσαν να διάγουν ένα χριστιανικό βίο. Παρότι λοιπόν η Εκκλησία δεν ήρθε ποτέ σε ρήξη με το αυτοκρατορικό Δίκαιο και δεν διατάραξε τις ισχύουσες κοινωνικο-οικονομικές ισορροπίες, θα πρέπει να δεχτεί κανείς ότι μέσα από τους επίσημους και ευρύτερους κύκλους της ασκήθηκε θετική επίδραση στις κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής.

Οι διαστάσεις του φαινομένου – ο ρόλος των δούλων στον οικονομικό βίο

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη περιγραφή του θεσμού της δουλείας κατά τους βυζαντινούς χρόνους, θα αναφερθούμε στον τρόπο απόκτησης δούλων και στον ρόλο τους στον οικονομικό και κοινωνικό βίο των Βυζαντινών.

Τέσσερις ήταν οι βασικές πηγές δούλων: α) οι πολεμικές εχθροπραξίες, από όπου προέκυπταν οι αιχμάλωτοι πολέμου·

Από τις πολεμικές εχθροπραξίες προέκυπταν αιχμάλωτοι πολέμου, που αν δεν εξαγοράζονταν, μετατρέπονταν σε δούλους. Οι αντίπαλοι του Βυζαντίου σπάνια προέβαιναν σε εξαγορά των αιχμαλώτων τους. Εξαίρεση αποτελούσαν οι Άραβες, οι οποίοι τελούσαν αλλάγια (ανταλλαγές αιχμαλώτων) με τους Βυζαντινούς. Στην εικόνα απεικονίζονται Άραβες αιχμάλωτοι, που αποδίδονται στον αυτοκράτορα Ρωμανό Γ΄ Αργυρό (1028-1034). Σύνοψη Ιστοριών Ιωάννη Σκυλίτζη (11ος αι.), μικρογραφία από το χειρόγραφο των μέσων του 13ου αι. (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη).

β) η πειρατεία και η ληστεία, που απέφεραν και ανθρώπινη λεία, γ) η φυσική αναπαραγωγή, καθώς η ιδιότητα του δούλου ήταν κληρονομική και δ) η αδυναμία αποπληρωμής χρεών, οπότε ο οφειλέτης πωλούσε τον εαυτό του ή τα τέκνα του ως δούλους – παρότι αυτό αντέκειτο στη νομοθεσία.

Κάποιος που επιθυμούσε να αποκτήσει έναν ή περισσότερους δούλους προσέφευγε στην αγορά, που τροφοδοτούνταν με ανθρώπινο εμπόρευμα με τους προαναφερθέντες τρόπους.  Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε καθορισμένος χώρος για τη διεξαγωγή δουλεμπορίου, αν και δεν γνωρίζουμε αν επρόκειτο για περιοδική ή μόνιμη αγορά. Το δεύτερο φαίνεται πιθανότερο, καθώς η πόλη ήταν κόμβος διακίνησης

Ελαιογραφία με τίτλο «Η αγορά σκλάβων» του Γάλλου ζωγράφου Jean-Léon Gérôme (περ. 1866). Clark Art Institute, Williamstown, Massachusetts, USA.

δούλων μεταξύ Ανατολής και Δύσης και μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου. Επίσης, τα μεγάλα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου (Τραπεζούντα, Θεοδοσία/Καφάς, Τάνα), της Αδριατικής (Ραγούσα), των νοτίων παραλίων της Μικράς Ασίας (Αττάλεια, Ταρσός, Σελεύκεια), η Θεσσαλονίκη, η Κόρινθος, η Κρήτη καθώς και σημαντικά αστικά κέντρα, όπως η Αδριανούπολη, λειτουργούσαν ως διαμετακομιστικοί σταθμοί αλλά και ως τοπικές αγορές δούλων.

Οι τιμές κυμαίνονταν ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση καθώς και με το φύλο, την ηλικία, τα σωματικά και άλλα προσόντα του κάθε δούλου. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι επί Ιουστινιανού Α΄ ένας νεαρός δούλος (10-20 ετών) είχε αξία 20 χρυσών νομισμάτων, ενώ αν ήταν ειδικευμένος κόστιζε 30 νομίσματα. Αν ήταν εγγράμματος, οπότε μπορούσε να απασχοληθεί ως γραμματέας ή παιδαγωγός, πωλούνταν 50 νομίσματα. Τέλος, αν είχε ιατρικές γνώσεις έφτανε τα 60 νομίσματα. Το κοστολόγιο αυξανόταν αντιστοίχως, αν επρόκειτο για ευνούχο δούλο, καθώς θεωρούνταν αξιόπιστοι και χρήσιμοι για οικιακή απασχόληση αλλά και έμπιστοι ακόλουθοι του κυρίου τους. Παραβάλλοντας δεδομένα από τον 6ο, 9ο και 11ο-12ο αιώνα, συνάγεται ότι σε γενικές γραμμές η αξία των δούλων παρέμεινε διαχρονικά σταθερή. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, θα αναφέρουμε ότι ένας ελεύθερος υπήκοος που στη μέση βυζαντινή περίοδο ανήκε στην κοινωνικο-οικονομική τάξη των πενήτων διέθετε συνολική περιουσία κάτω από 50 χρυσά νομίσματα.

Όσον αφορά στις διαστάσεις του υπό εξέταση φαινομένου, δεν έχουμε βέβαια στη διάθεσή μας συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία. Μπορούμε ωστόσο να διακρίνουμε ορισμένες φάσεις σε σχέση με το δυναμικό των δούλων και τη χρησιμοποίησή τους ως εργατικής δύναμης.

Σε γενικές γραμμές, οι μελετητές θεωρούν ότι κατά την περίοδο από τον 4ο αιώνα έως το α΄ μισό 7ου αιώνα δεν υπήρξε τόση εισροή δούλων όση στη διαρκώς διευρυνόμενη αυτοκρατορία των ρωμαϊκών χρόνων. Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική κατάσταση του πρωτοβυζαντινού κράτους ήταν τέτοια που επέτρεπε, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, τον επαρκή ανεφοδιασμό της αγοράς σε δούλους. Παράλληλα, είχε σαφώς κοπάσει ο ενθουσιασμός και ο ζήλος των εύπορων πιστών των πρωτοχριστιανικών χρόνων, που για να εξασφαλίσουν την αιώνια ζωή έσπευδαν να απελευθερώσουν τους δούλους τους ή και να διαθέσουν τον πλούτο τους για την εξαγορά ομόθρησκων δούλων. Έτσι, ο διδάσκαλος ρητορικής και φιλοσοφίας Λιβάνιος (β΄ μισό 4ου αι.) στην ομιλία του Περί δουλείας παρουσιάζει το φαινόμενο ως ευρέως διαδεδομένο. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη ιουστινιάνεια νομοθεσία, που πραγματεύεται το ζήτημα επανειλημμένα. Το ίδιο προκύπτει και από τις αναφορές των Πατέρων της Εκκλησίας του 4ου και 5ου αιώνα, οι οποίοι επικρίνουν τους άρχοντες, τους πλούσιους γαιοκτήμονες και αριστοκράτες της εποχής τους, που έχουν στην κατοχή τους πλήθος δούλων από επιθυμία για πολυτελή βίο αλλά και από ματαιοδοξία, καθώς οι δούλοι αποτελούσαν πάντοτε ένδειξη πλούτου και μέσο κοινωνικής προβολής.

Συνεπώς, παρότι είχε αρχίσει να μειώνεται ο αριθμός τους σε σχέση με τη ρωμαϊκή περίοδο, οι δούλοι εξακολουθούσαν στο Βυζάντιο να αποτελούν μείζονα εργατική δύναμη τόσο στην οικιακή όσο και στην αγροτική και αστική οικονομία. Όσον αφορά στους δούλους του δημοσίου, πλήθος αυτών απασχολούνταν στην αυτοκρατορική αυλή. Έτσι επιδεικνυόταν ο πλούτος της αυτοκρατορίας και εμπνεόταν δέος στους υπηκόους για το μεγαλείο και την ισχύ της αυτοκρατορικής εξουσίας, αν και η κατάσταση αυτή επιβάρυνε σημαντικά το αυτοκρατορικό ταμείο. Επίσης, οι δούλοι εργάζονταν σε βασιλικά εργαστήρια για την παραγωγή και βαφή των πολύτιμων μεταξωτών, χρυσοποίκιλτων και πορφυρών υφασμάτων και ενδυμάτων, στα νομισματοκοπεία, στη βιοτεχνία όπλων, σε μεταλλεία, λατομεία και αλυκές, ενώ μεγάλος αριθμός αξιοποιούνταν στα δημόσια αρτοποιεία για την παρασκευή άρτου που θα διανεμόταν στον πληθυσμό της πρωτεύουσας. Γενικά, η χρησιμοποίηση δουλικής εργασίας γινόταν από το κράτος σε κλάδους όπου απαιτούνταν σκληρή εργασία (που ισοδυναμούσε με κάτεργα ή και θανατική ποινή) ή τεχνογνωσία (που δεν έπρεπε να διαδοθεί τόσο στην ευρύτερη αγορά όσο και εκτός του Βυζαντίου).

Στη μέση βυζαντινή περίοδο, ιδίως από τον 9ο αιώνα και εξής, ο θεσμός φαίνεται ότι γνωρίζει μια νέα άνθηση ή κατ’ άλλους μια τελευταία αναλαμπή. Με τις στρατιωτικές επιτυχίες επί Ισαύρων και Μακεδόνων αυτοκρατόρων εναντίον των Αράβων και των Βουλγάρων καθώς και

Η Δανιηλίδα, πλούσια χήρα από την Πάτρα, πάτρωνας του μετέπειτα αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ (867-886), μεταφερόμενη και συνοδευόμενη από πλήθος δούλων της κατά το ταξίδι της στην Κωνσταντινούπολη. Σύνοψη Ιστοριών Ιωάννη Σκυλίτζη (11ος αι.), μικρογραφία από το χειρόγραφο των μέσων του 13ου αι. (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη).

άλλων εξωτερικών εχθρών εισέρεε πλήθος αιχμαλώτων, που ενίσχυαν τον προϋπάρχοντα πληθυσμό των δούλων. Ταυτόχρονα, το ανθηρό ήδη από τον 10ο αιώνα εξωτερικό εμπόριο των Βυζαντινών εξασφάλιζε την αγορά των πόλεων με δούλους, κυρίως από τα παράλια της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας. Παράλληλα με τους Βυζαντινούς εμπόρους και οι Βενετοί ανέπτυσσαν ανάλογη δραστηριότητα. Τα σκλαβοπάζαρα τροφοδοτούνταν και από τη δράση των Αράβων και άλλων πειρατών, που λυμαίνονταν το Αιγαίο και γενικά τη Μεσόγειο. Φυσικά, η ανάκαμψη του φαινομένου δεν θα μπορούσε απλώς να αποδοθεί σε αυξημένη προσφορά δούλων. Κατά τους 10ο-12ο αιώνες τοποθετείται η ακμή της βυζαντινής οικονομίας, γεγονός που δημιούργησε μια πολυπληθή εύπορη τάξη, με αγοραστική ικανότητα και διάθεση να διάγει έναν πολυτελή βίο. Τέλος, το φαινόμενο της δουλείας φαίνεται ότι ενισχυόταν και από τις συνεχείς πιέσεις των δυνατών γαιοκτημόνων προς τις αδυνάτους/πένητες (μικρογαιούχους), οι οποίοι υπό το βάρος των διογκούμενων χρεών περιέρχονταν στην κατάσταση του δούλου. Στη θεραπεία αυτού του προβλήματος ενδεχομένως να στόχευαν και οι Νεαρές του Λέοντα Στ΄ (886-912) και Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1143-1180) που απαγόρευαν ελεύθερους υπηκόους να πωλούν τον εαυτό τους.

Από τα χρόνια των Κομνηνών (τέλη 11ου αι. – τέλη 12ου αι.) άρχισε και πάλι να φθίνει ο θεσμός. Κατ’ αρχάς, εισάγονται νομοθετικές ρυθμίσεις που ευνοούσαν τις απελευθερώσεις – αν και για τους δούλους του δημοσίου μια τέτοια τάση διακρίνεται ήδη από τον 9ο αι­ώνα. Το 1095, ο Αλέξιος Α΄ όρισε ότι κατά την εκδίκαση υπόθεσης εκκλησιαστικού ασύλου θα προσάγονταν μόνο μάρτυρες του εγκαλούντος, δηλαδή του δούλου, ώστε να τερματίζεται γρήγορα η διαδικασία και να μην θίγεται ο ασθενέστερος. Επίσης, θέσπισε ότι όσοι μπορούσαν να αποδείξουν με δύο μάρτυρες ότι είχαν γεννηθεί από ελεύθερους γονείς στον τόπο καταγωγής τους θα κέρδιζαν την ελευθερία τους. Ο ίδιος αυτοκράτορας απελευθέρωσε πλήθος Πετσενέγγων αιχμαλώτων, τους οποίους εγκατέστησε στα Μογλενά και στρατολόγησε. Με τον ίδιο στόχο, δηλαδή την ενίσχυση του βυζαντινού στρατεύματος – ίσως όμως και για λόγους άσκησης κοινωνικής πολιτικής, ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός απελευθέρωσε πλήθος Βυζαντινών που είχαν υποπέσει στην κατάσταση του δούλου λόγω χρεών. Η απελευθέρωσή τους έγινε με χρηματική αποζημίωση από το αυτοκρατορικό ταμείο, ώστε να μην υπάρξει δυσαρέσκεια από τους δεσπότες τους.

Πάντως, φαίνεται να μην είναι τυχαίο που ο Μανουήλ Α΄ ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας που εισήγαγε ρυθμίσεις σε σχέση με τον θεσμό της δουλείας. Οι νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που προκάλεσε η συνεχής απορρόφηση της μικρής έγγειας ιδιοκτησίας από τους μεγαλογαιοκτήμονες (10ος-12ος αι.) είχαν μάλλον ευνοήσει την αντικατάσταση των δούλων ως εργατικού δυναμικού από πρώην μικρογαιούχους. Σε αυτοκρατορικά, δικαιοπρακτικά και απογραφικά έγγραφα καθώς και σε οικονομικές πραγματείες της περιόδου απαντούν κυρίως ενοικιαστές γαιών (προσωρινοί/εκλήπτορες ή μόνιμοι/πάροικοι), μίσθιοι εργάτες (δουλευτές, δουλευτοπάροικοι, δουλοπάροικοι) και απελεύθεροι. Υπάρχουν λοιπόν ενδείξεις ότι η χρησιμοποίηση των δούλων στις αγροτικές εργασίες ήταν αρκετά περιορισμένη σε σχέση με τους πρώιμους και μέσους βυζαντινούς χρόνους. Κατά μία άποψη, αυτό θα πρέπει να αποδοθεί και σε οικονομικούς λόγους: η δουλική εργασία ήταν κατώτερης ποιότητας, άρα όχι τόσο αποδοτική, η δε συντήρηση των δούλων ήταν δαπανηρή σε σχέση με το παραγόμενο έργο. Έτσι, προκρίθηκε ως πιο αποδοτική και συμφέρουσα μια άλλη μορφή εξαρτημένης εργατικής δύναμης, εκείνης των παροίκων και δουλευτοπαροίκων, που άλλωστε την περίοδο αυτή ήταν πολυάριθμη και επαρκώς προσφερόμενη.

Κατά τους 13ο-15ο αιώνες, ο θεσμός της δουλείας συνέχισε βέβαια να υφίσταται νομικά και πρακτικά, ωστόσο οι διαστάσεις του φαινομένου ήταν πλέον μικρές. Μετά την κατάλυση της αυτοκρατορίας στο πλαίσιο της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204, το Βυζάντιο εισήλθε σε μια φάση κρίσης. Κυρίαρχα χαρακτηριστικά της περιόδου ήταν ο αγώνας για συσπείρωση και επιβίωση του βυζαντινού στοιχείου και η προσπάθεια ανασύστασης του κράτους και ανάκτησης των χαμένων εδαφών. Η βυζαντινή οικονομία δέχτηκε σοβαρά πλήγματα λόγω της συνεχούς και πανταχόθεν εμπόλεμης κατάστασης αλλά και εξαιτίας της επικράτησης των ιταλικών ναυτικών δυνάμεων στο Αιγαίο και γενικά στην Ανατολική Μεσόγειο. Εκ των πραγμάτων λοιπόν οι Βυζαντινοί δεν είχαν δυνατότητα να αποκτήσουν μεγάλο αριθμό δούλων. Ο οικονομικός τους ρόλος ήταν πλέον αμελητέος, με τους περισσότερους να απασχολούνται κυρίως ως οικιακοί υπηρέτες. Τα κέντρα δουλεμπορίου μετατοπίστηκαν προς τις εύπορες ιταλικές πόλεις, την Ισπανία και τους μουσουλμάνους της Βόρειας Αφρικής, όπου υπήρχε ικανό αγοραστικό κοινό.

Άλλωστε, είχε αρχίσει ολοένα και περισσότερο να εμπεδώνεται η αντίληψη ότι επρόκειτο για έναν απάνθρωπο και αντιχριστιανικό θεσμό, ιδίως από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Βυζαντινοί έπεφταν ολοένα και συχνότερα θύματα εξανδραποδισμού και δουλεμπορίου. Ήδη από τα τέλη του 11ου αιώνα, η σελτζουκική κατάκτηση στη Μικρά Ασία, αργότερα η λατινική κυριαρχία στον ελλαδικό χώρο και τέλος η οθωμανική και γενικά τουρκική επεκτατικότητα, σε συνδυασμό με την ανεξέλεγκτη πειρατεία στις θάλασσες του Αιγαίου και του Ευξείνου Πόντου και το δραστήριο ιταλικό δουλεμπόριο, είχαν ως αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε σκλαβοπάζαρα Ανατολής και Δύσης πλήθη Βυζαντινών, κάθε ηλικίας, φύλου, ιδιότητας και κοινωνικής τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο, μεμονωμένα πρόσωπα μιας οικονομικής επιφάνειας προσπαθούσαν να εξαγοράσουν τους οικείους τους, προτού χαθούν τα ίχνη τους οριστικά. Οι δε Βυζαντινοί αυτοκράτορες, ανήμποροι λόγω στρατιωτικής αδυναμίας να προστατεύσουν τους επαρχιακούς τους πληθυσμούς, μάταια επιχειρούσαν να κάμψουν το θλιβερό φαινόμενο με σχετικές εκκλήσεις προς τους πάπες και τους αρχηγούς δυτικών και λατινοκρατούμενων χωρών. Ωστόσο, τα επανειλημμένα παπικά και σπανιότερα κρατικά θεσπίσματα, που άλλοτε αφορούσαν στην απελευθέρωση Βυζαντινών σκλάβων από Δυτικούς και άλλοτε στην απαγόρευση διακίνησης χριστιανών δούλων προς τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου, ελάχιστα άμβλυναν το κυρίαρχο κίνητρο που συνιστούσε το οικονομικό συμφέρον.

Η Ελισάβετ Χατζηαντωνίου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

* Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της διάλεξης που δόθηκε στο πλαίσιο του μαθήματος «Δουλεία και δουλεμπόριο στη νεότερη και σύγχρονη εποχή», Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σεμιναρίων, Τομέας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας / οργάνωση: καθηγητές Β. Γούναρης και Αθ. Σφήκας ΑΠΘ (Μάρτιος 2014).

 ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πηγές

Codex Justinianus, έκδ. P. Krüger, Berlin 1877 (ανατ. Dublin-Zürich 1970).

Digesta (Πανδέκτης), έκδ. Th. Mommsen, Berlin 1892 (ανατ. Dublin-Zürich 1973).

Novelles Justiniani, έκδ. P. Schoell – Kroll, Berlin 1895 (ανατ. Dublin-Zürich 1972).

Πρόχειρος Νόμος, έκδ. I. και Π. Ζέπος, Jus Graecoromanum (= JGR), τ. 1-8, Αθήνα 1931 (ανατ. Αalen 1962), τ. 2, σ. 107-228.

Επαναγωγή του Νόμου υπό Βασιλείου και Λέοντος και Αλεξάνδρου, JGR 2, σ. 236-369.

Basilicorum Libri LX, έκδ. Η. J. Scheltema – Ν. van der Wal, τ. Ι-VIII, Groningen 1955-1988.

Les novelles de Leon VI le Sage, έκδ. P. Noailles – A. Dain, Paris 1944.

Novellae et aureae bullae imperatorum post Justinianum, JGR, τ. 1, σ. 291-429 (Νεαρές Κομνηνών, 1081-1185).

Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, έκδ. Γ. Α. Ράλλης – Μ. Ποτλής, τ. 1-6, Αθήναι 1852-1859, ανατ. 1966.

Το επαρχικόν βιβλίον, έκδ. J. Koder, Das Eparchenbuch Leons des Weisen, Wein

Στρατηγικόν Κεκαυμένου, έκδ. G. Litavrin, Sovety is rasskazy Kekavmena, Moskva

Πείρα ήγουν διδασκαλία εκ των πράξεων του μεγάλου κυρού Ευσταθίου του Ρωμαίου, στο: JGR, τ. 4, σ. 9-260.

Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου, Πρόχειρον νόμων ή Εξάβιβλος, έκδ. Κ. Γ. Πιτσάκης, Αθήνα 1971.

Α. Veselovskij, Razyskanija ν’ oblasti russkago dukhovnago stikha, Sbornik Otd. Russ. Jaz. i Imp. Akad. Nauk 46, S. Peterburg 1899, αρ. 6, Priloženije, σ. 10-76 (Βίος οσίου Βασιλείου του Νέου).

Le testament d’Eustathios Boïlas, έκδ. P. Lemerle, στο: Cinq études sur le XIe siècle byzantin, Paris 1977, σ. 15-63.

Άκτος ελευθερίας ψυχαρίου, έκδ. Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Βενετία 1877, τ. 6, σ. 617-618.

Β. Βοηθήματα

Χριστίνα Αγγελίδη, Δούλοι στην Κωνσταντινούπολη τον 10ο αι. Η μαρτυρία του Βίου του οσίου Βασιλείου του Νέου, Βυζαντινά Σύμμεικτα 6 (1985) 33-51.

  1. Glancy, Slavery in early Christianity, Oxford University Press 2002.

Anne Hadjinicolaou-Marava, Recherches sur la vie des esclaves dans le Monde Byzantin, Athènes 1950.

Helga Köpstein, Μερικές παρατηρήσεις για τη νομική κατάσταση των δούλων κατά την Πείρα, στο: Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, Αθήνα 1989, σ. 409-419.

Helga Köpstein, Zur Slaverei im ausgehenden Byzanz, Berlin 1966.

Σοφία Μεργιαλή-Σαχά, Οι Βυζαντινοί ως εμπορεύσιμο αγαθό στο δουλεμπόριο της Μεσογείου τον 14ο αιώνα, στο: Αντικήνσωρ, Τιμητικός τόμος Σ. Τρωιάνου, Αθήνα 2013, τ. Β΄, σ. 971-996.

  1. Meijjering, Molesting priests, castrating slaves. Justinianic Novels in the lexicon Ρωμαϊκαι αγωγαί, Subseciva Groningana 4 (1990) 141-162.

Ν. Μοσχονάς, Η αγορά των δούλων, στο: Χρήμα και Αγορά στην εποχή των Παλαιολόγων, Αθήνα 2003, σ. 249-272.

Π. Μπούμης, Η απελευθέρωσις των δούλων, Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ 24 (1980) 695-708.

Ελευθερία Παπαγιάννη, Τo πρόβλημα τωv δoύλωv στo έργo τωv καvovoλόγωv τoυ 12oυ αιώvα, στo: Τo Βυζάvτιo κατά τov 12o αιώvα: Καvovικό Δίκαιo, κράτος και κoιvωvία, Αθήvα 1991, σ. 405-445.

St. Perentidis, L’ordination de l’esclave à Byzance : droit officiel et conceptions populaires, Revue historique de droit français et étranger 59 (1981) 231-248.

  1. Prinzing, On slaves and slavery, στο: The byzantine world, London – New York 2010, σ. 92-102.
  2. Rotman, Les Esclaves et l’esclavage de la Méditerranée antique à la Méditerranée médiévale, VIe – XIe siècles, Paris 2004 (= Byzantine Slavery and the Mediterranean World, αγγλ. μτφρ. J.-M.Todd, Cambridge 2009).

Ch. Verlinden, La traite des esclaves dans l’espace byzantine au XIVe siècle, στο: Actes du XIVe Congrès International des Etudes Byzantines, Bucarest, 6-12 Septembre 1971, σ. 281-284.

Ch. Verlinden, L’esclavage dans l’Europe médiévale, τ. II, Gent 1977, σ. 978-1009.

Ιωάννης Κοντάκης: Η στρατηγική σημασία της Κρήτης στον πολεμικό σχεδιασμό των αντιπάλων Δυνάμεων (1939 – 1940)

Ιωάννης Κοντάκης

Η στρατηγική σημασία της Κρήτης στον πολεμικό σχεδιασμό των αντιπάλων Δυνάμεων

(1939 – 1940)

 

Πριν από 77 χρόνια, το πρωινό της 20ης Μαΐου 1941, περίπου 600 αργοκίνητα Junkers Ju 52 της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας (Luftwaffe) απελευθέρωσαν κατά κύματα σχεδόν 14.000 άνδρες της επίλεκτης δύναμης των αλεξιπτωτιστών, με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της Κρήτης, την οποία υπερασπίζονταν 41.435 άνδρες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας (κυρίως Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και Βρετανοί) και Έλληνες. Δέκα μέρες αργότερα, μετά από σφοδρές μάχες, οι Συμμαχικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να εκκενώσουν το νησί και οι Γερμανοί επικράτησαν αλλά με βαριές απώλειες. Περισσότεροι από 8.000 άνδρες και των δύο πλευρών έχασαν τη ζωή τους και 17.155 άνδρες των Συμμάχων πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Εξίσου υψηλές ήταν και οι υλικές ζημιές: 220 αεροσκάφη της Luftwaffe καταστράφηκαν και 140 ακόμη υπέστησαν σοβαρές ζημιές, 36 βρετανικά αεροσκάφη είχαν καταρριφθεί, 9 πολεμικά πλοία του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου είχαν βυθιστεί, ένα αεροπλανοφόρο και ένα θωρηκτό αποσύρθηκαν για επισκευές και 2 ιταλικά αντιτορπιλικά είχαν υποστεί σημαντικές ζημιές.

 

Η Γερμανική κατάληψη της Κρήτης τον Μάιο του 1941.

 

Η νίκη των Γερμανών ήταν Πύρρειος, είχαν όμως επιτύχει τον στόχο τους: ο έλεγχος της Κρήτης είχε χαθεί για τους Συμμάχους και οι δυνάμεις του Άξονα είχαν τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τα πλεονεκτήματα που προσέφερε η στρατηγική θέση του νησιού. Η Κρήτη είναι το πέμπτο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου και το μεγαλύτερο της Ελλάδας, με την οποία ενσωματώθηκε το 1913. Το ανάγλυφο είναι ιδιαίτερα ορεινό, το σχήμα της είναι μακρόστενο με μήκος 260 χιλιόμετρα και πλάτος που κυμαίνεται από 12 έως 60 χιλιόμετρα. Αυτό που την καθιστά πολύτιμη δεν είναι η μορφολογία αλλά η στρατηγική της θέση. Δυτικά της Κρήτης βρίσκεται το Στενό των Αντικυθήρων και Ανατολικά το Στενό της Κάσου, οι δύο προσβάσεις από τις οποίες ελέγχεται η είσοδος και η έξοδος στο Αιγαίο. Βορειοδυτικά, σε απόσταση μικρότερη των 100 χιλιομέτρων είναι η Πελοπόννησος, στα Βόρεια, περίπου 300 χιλιόμετρα μακριά η Αθήνα και περίπου 600 η Θεσσαλονίκη, στα Βορειανατολικά τα Δωδεκάνησα και η Ρόδος βρίσκονται σε απόσταση περίπου 150 χιλιομέτρων και λίγο πιο μακριά είναι οι ακτές της Τουρκίας. Δυτικά του Νησιού βρίσκονται η Μάλτα και η Σικελία, Ανατολικά η Κύπρος, η Συρία, ο Λίβανος και η Παλαιστίνη. Τέλος στα Νότια, σε απόσταση μικρότερη των 350 χιλιομέτρων βρίσκεται η Κυρηναϊκή (Λιβύη) και Νοτιοανατολικά, 600 περίπου χιλιόμετρα μακριά η Αλεξάνδρεια και το Δέλτα του Νείλου[1]. Η ανάπτυξη των αερομεταφορών κατά τον 20ο αιώνα μείωσε τον χρόνο που απαιτούνταν για να καλυφθούν οι παραπάνω αποστάσεις, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη σημασία του νησιού. Κατά συνέπεια, όποιος κατείχε την Κρήτη και διέθετε ναυτικές και αεροπορικές βάσεις εκεί, μπορούσε να ελέγξει την ναυσιπλοΐα μεταξύ Αιγαίου, Κεντρικής και Ανατολικής Μεσογείου και να απειλήσει όλες τις εχθρικές δυνάμεις που βρίσκονταν στις παρακείμενες ακτές. Εξαιτίας αυτών των πλεονεκτημάτων η Κρήτη από πολύ νωρίς συγκέντρωσε το ενδιαφέρον των δυνάμεων εκείνων που εποφθαλμιούσαν την κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή.

Ήδη από τον Μεσοπόλεμο, το φασιστικό καθεστώς της Ρώμης είχε υιοθετήσει μια ιμπεριαλιστική ρητορική σύμφωνα με την οποία το ιταλικό έθνος έπρεπε να επεκταθεί και να αποκτήσει τον απαιτούμενο «ζωτικό χώρο» (spazio vitale) προκειμένου να μεγαλουργήσει. Μέρος του χώρου αυτού ήταν και η Κρήτη. Από την έκρηξη του πολέμου τον Σεπτέμβριου του 1939 μέχρι και την εισβολή στην Ελλάδα, το νησί και ειδικότερα οι κινήσεις του αντίπαλου Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου παρακολουθούνταν από την Ιταλική Αεροπορία (Regia Aeronautica). Φαίνεται ότι οι Ιταλοί φοβόντουσαν το ενδεχόμενο κατοχής του Νησιού από τους Βρετανούς και τη συνακόλουθη ισχυροποίηση που προσέφερε η γεωγραφική του θέση. Αποτέλεσμα ήταν σε πολλές περιπτώσεις η ιταλική Κυβέρνηση να διαμαρτυρηθεί στην ουδέτερη Ελλάδα για τον δήθεν ελλιμενισμό βρετανικών πλοίων στην Κρήτη αλλά και αλλού.

Σμήνος αεροσκαφών της Regia Aeronautica σε αναγνωριστική αποστολή το 1940.

Παράλληλα, από τον Ιούνιο του 1940, όταν και η Ιταλία εξήλθε στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, οι ιταλικές δυνάμεις τέθηκαν αντιμέτωπες με τις βρετανικές στη Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική. Στο πλαίσιο των σχεδιαζόμενων επιχειρήσεων εναντίον της Αιγύπτου, ο επικεφαλής των εκεί μονάδων, στρατηγός Rodolfo Graziani, είχε εκφράσει την επιθυμία να καταληφθεί η Κρήτη. Η κατοχή του νησιού θα επέτρεπε στους Ιταλούς να διαθέτουν ένα ορμητήριο-βάση ανεφοδιασμού στα πλευρά των βρετανικών θέσεων. Με τον τρόπο αυτόν θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν τον δια θαλάσσης ανεφοδιασμό των εχθρικών δυνάμεων και να απειλήσουν τις βάσεις του βρετανικού στόλου και την ναυσιπλοΐα στη Διώρυγα του Σουέζ. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 1940 η έλλειψη εφοδίων ανέκοψε πρόωρα την προέλαση του Graziani και δεν εκπονήθηκε κανένα επίσημο σχέδιο για κατάληψη της Κρήτης.

Την ίδια περίοδο οι Ιταλοί σχεδίαζαν να επιτεθούν στην Ελλάδα. Η στρατιωτική κατάκτηση της χώρας, εφόσον κρινόταν απαραίτητη, θεωρούταν εύκολη και η κατοχή της θα προσέφερε μια σειρά από πλεονεκτήματα στην Ρώμη με κυριότερα την απόκτηση των στρατηγικής σημασίας ελληνικών λιμανιών, την ένταξη της χώρας στην ιταλική οικονομική σφαίρα και τον έλεγχο των μοναδικών αποθεμάτων νικελίου στην Νότια Ευρώπη, υλικού χρήσιμου στην κατασκευή των θωρακίσεων.

Ωστόσο, στα σχέδια επίθεσης που καταρτίστηκαν δεν γινόταν λόγος για την Κρήτη. Μια επιχείρηση με μοναδικό στόχο την κατάληψη του νησιού απαιτούσε την συμμετοχή μεγάλου μέρους του ιταλικού στόλου, ισχυρή αεροπορική υποστήριξη και τις απαραίτητες χερσαίες δυνάμεις που θα αναλάμβαναν την κατάκτηση και τη διατήρηση του νησιού. Επιπλέον η απειλητική παρουσία του βρετανικού στόλου έπρεπε να συμπεριληφθεί στις όποιες δυσχέρειες παρουσίαζε η επιχείρηση. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η κατάληψη της Κρήτης είχε υψηλό οικονομικό κόστος και παρουσίαζε μεγάλη επικινδυνότητα. Παρά το ενδιαφέρον που είχε εκδηλωθεί από την ηγεσία της Ιταλικής Αεροπορίας για την απόκτηση βάσεων στο νησί, οι Ιταλοί δίσταζαν  να εκθέσουν σε τόσο μεγάλο κίνδυνο το ναυτικό τους, επειδή δεν ήταν σε θέση να αναπληρώσουν εύκολα τις όποιες απώλειες. Επιπρόσθετα, θεωρήθηκε από την ιταλική ηγεσία ότι η σφοδρότητα με την οποία ετοιμαζόταν να διεξαγάγει την επιχείρηση κατά της Ελλάδας, θα ήταν αρκετή για να προκαλέσει την γρήγορη κατάρρευση της άμυνας και τη συνακόλουθη κυριαρχία επί του συνόλου της ελληνικής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένης επομένως και της Κρήτης. Η μόνη δράση που αφορούσε το νησί ήταν αποτρεπτικής φύσης, προερχόταν από τη Regia Aeronautica και προέβλεπε την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απόπειρας των Βρετανών να αποβιβάσουν δυνάμεις στο νησί και να ενισχύσουν την άμυνά του.

Francesco Pricolo (1891-1980), Διοικητής της Ιταλικής Πολεμικής Αεροπορίας (1939-1941). Τις παραμονές της ιταλικής επίθεσης στην Ελλάδα είχε εκφράσει στον Μουσολίνι την επιθυμία να δημιουργηθεί αεροπορική βάση στην Κρήτη, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Όμως, την 1η Νοεμβρίου 1940 οι Βρετανοί κατάφεραν να αποβιβάσουν στρατεύματα στην Κρήτη. Η προσπάθεια αποτροπής εκ μέρους της Ιταλικής Αεροπορίας δεν ήταν ιδιαίτερα δυναμική καθώς με μόλις 15 βομβαρδιστικά οι Ιταλοί δεν προκάλεσαν απώλειες ή σοβαρά προβλήματα. Έκτοτε, η όποια δράση των ιταλικών δυνάμεων περιορίστηκε σε μικρής κλίμακας αεροπορικές και ναυτικές επιθέσεις. Η αιτία αυτής της υποτονικής δράσης ήταν η αρνητική εξέλιξη των πολεμικών γεγονότων σε όλα τα μέτωπα. Πρώτα οι Έλληνες αντεπιτέθηκαν στην Αλβανία, αναγκάζοντας τους Ιταλούς να υποχωρήσουν, έπειτα οι Βρετανοί επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά στις δυνάμεις του Graziani στη Βόρεια Αφρική και ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος προκάλεσε σοβαρά πλήγματα στον αντίστοιχο ιταλικό.

Η κατάσταση ανατράπηκε και άρχισε να εξελίσσεται θετικά για τις δυνάμεις του Άξονα από την άνοιξη του 1941. Στις 6 Απριλίου γερμανικές δυνάμεις εξαπέλυσαν ταυτόχρονη επίθεση εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας και μέχρι τα τέλη του μήνα είχαν επικρατήσει παντού. Η Κρήτη, όμως παρέμενε υπό συμμαχική κατοχή και από γερμανικής πλευράς κρίθηκε απαραίτητη η κατάληψη της. Ενώ η μάχη της Κρήτης βρισκόταν σε εξέλιξη, οι Ιταλοί αποφάσισαν να στείλουν ένα εκστρατευτικό σώμα (1500-1600 άνδρες) προκειμένου να καταλάβει την Ανατολική Κρήτη. Η συμμετοχή τους έγινε για λόγους γοήτρου, ώστε οι Ιταλοί να συνεισφέρουν τον απαραίτητο «φόρο αίματος» στην επιχείρηση, καθώς η Κρήτη ανήκε στον ιταλικό ζωτικό χώρο και για λόγους προπαγάνδας το φασιστικό καθεστώς επιθυμούσε να φανεί ότι λαμβάνει μέρος στην επίθεση. Ειδικότερα η Ρώμη ενδιαφερόταν να αποκτήσει τον έλεγχο του ανατολικού άκρου του νησιού, καθώς αυτό λειτουργούσε ως ένα «φυσικό» συμπλήρωμα στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, επιτρέποντας τον πλήρη έλεγχο του Στενού της Κάσου, της ανατολικής εισόδου στο Αιγαίο Πέλαγος.

Αντίθετα με τους συμμάχους τους, οι Γερμανοί επέδειξαν εντονότερο ενδιαφέρον για την κατάληψη του νησιού. Από πολύ νωρίς και χωρίς να έχει άμεσα συμφέροντα στη Μεσόγειο, το Βερολίνο θεώρησε ότι η κατοχή της Κρήτης ήταν ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τις δυνάμεις του Άξονα. Ωστόσο, η Μεσόγειος δεν συμπεριλαμβανόταν στο στόχαστρο του Hitler, ο οποίος είχε αναγνωρίσει την ιταλική προτεραιότητα στην περιοχή. Αντίθετα, το Βερολίνο θεωρούσε την Βαλκανική Χερσόνησο δικό του οικονομικό χώρο και όσο η υφιστάμενη κατάσταση εξυπηρετούσε τα συμφέροντά του, οποιαδήποτε διαταραχή εκεί ήταν ανεπιθύμητη. Για τον λόγο αυτόν, όταν από τα τέλη Μαΐου του 1940 οι Ιταλοί ετοιμαζόταν να εξέλθουν στον πόλεμο, οι Γερμανοί προσπαθούσαν να τους αποτρέψουν από επιχειρήσεις στη Βαλκανική. Εναλλακτικά, προωθούσαν την κατάληψη της Κρήτης επισημαίνοντας τις δυνατότητες που προσέφερε η κατοχή της στις επιχειρήσεις εναντίον της Αιγύπτου. Με τον τρόπο αυτόν οι ισορροπίες στη Βαλκανική δεν θα διαταράσσονταν και παράλληλα οι Βρετανοί θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν μια διπλή, ταυτόχρονη επίθεση στην Αίγυπτο και στα Βρετανικά Νησιά, με αποτέλεσμα την γενικότερη εξασθένισή τους.

Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, όταν πλέον είχε γίνει σαφές ότι οι Ιταλοί δεν συμμερίζονταν την άποψη των Γερμανών, η ηγεσία του Γερμανικού Ναυτικού επεξεργαζόταν την προοπτική μιας έγκαιρης κατάληψης του Νησιού από γερμανικές δυνάμεις, προτού προλάβουν οι Βρετανοί να αποβιβάσουν στρατεύματα εκεί. Την ίδια περίοδο διεξαγόταν η Μάχη της Αγγλίας. Η Luftwaffe δεν είχε καταφέρει να κάμψει την αντίσταση της RAF και η αδυναμία κυριαρχίας στους βρετανικούς αιθέρες καθιστούσε αδύνατη την προοπτική απόβασης στα βρετανικά νησιά. Τότε (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1940) το ενδιαφέρον του Βερολίνου στράφηκε νότια με στόχο την πραγματοποίηση ενός ισχυρού έμμεσου χτυπήματος στην βρετανική Μέση Ανατολή. Στα σχέδια αυτά η κατοχή της Κρήτης θα διαδραμάτιζε ουσιαστικό ρόλο στις επιχειρήσεις εναντίον της Αιγύπτου και της Αλεξάνδρειας ειδικότερα, επειδή μπορούσε να λειτουργήσει ως βάση ανεφοδιασμού και ορμητήριο της Γερμανικής Αεροπορίας. Παράλληλα όμως, η κατάληψη της υπολογιζόταν ότι θα απαιτούσε μεγάλο αριθμό αεροπορικών και χερσαίων δυνάμεων.

Ωστόσο, τα γεγονότα οδήγησαν στην εγκατάλειψη αυτών των σχεδίων. Η ιταλική εισβολή στην Ελλάδα έδωσε την δυνατότητα στους Βρετανούς να χρησιμοποιήσουν τα ελληνικά λιμάνια και αεροδρόμια. Η εξέλιξη αυτή σήμαινε ότι απειλούνταν οι ζωτικής σημασίας για τους Γερμανούς πετρελαιοπηγές του Πλόεστι στη Ρουμανία. Το αποτέλεσμα ήταν να σταματήσουν τα οποιαδήποτε επιθετικά σχέδια αφορούσαν τη Μεσόγειο. Παράλληλα, οι σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση άρχισαν να παίρνουν διαφορετική τροπή από αυτή που επιθυμούσε ο Hitler με αποτέλεσμα στις 18 Δεκεμβρίου του 1940, ο Führer να κοινοποιήσει την υπ΄ αριθμό 21 Οδηγία, με στόχο την άμεση συντριβή της Ρωσίας, πριν ακόμα τη λήξη του πολέμου με την Αγγλία.

Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα», όπως ονομάστηκε το παραπάνω εγχείρημα, ήταν η απομάκρυνση των Βρετανών από τα Βαλκάνια, διαφορετικά, τα πλευρά της γερμανικής νότιας στρατιάς που θα επιτιθόταν στην ΕΣΣΔ θα βρισκόταν εκτεθειμένα και οι πετρελαιοπηγές του Πλόεστι υπό την συνεχή απειλή της RAF. Για τον λόγο αυτόν, στις 13 Δεκεμβρίου 1940 είχε προηγηθεί η έκδοση της υπ’ αριθμόν 20 Οδηγίας (επιχείρηση «Μαρίτα») με στόχο την εκδίωξη των Βρετανών από την Ελλάδα. Οι Γερμανοί πλέον ενδιαφέρονταν για την εξασφάλιση των κεκτημένων τους και για τον λόγο αυτόν τα όποια επιθετικά σχέδια είχαν καταρτίσει για την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου έμειναν στα χαρτιά.

Hermann Göring (1893-1946). Μεταξύ άλλων αξιωμάτων που κατείχε, ήταν ο επικεφαλής της Luftwaffe (1933-1945).  Απέδιδε μεγάλη σημασία στην κατοχή της Κρήτης και θεωρούσε την επιχείρηση Ερμής ως μια εξαιρετική ευκαιρία προκειμένου να αποδειχθεί η ισχύς των αλεξιπτωτιστών.

Όταν στα τέλη Απριλίου του 1941 οι Γερμανοί είχαν ολοκληρώσει επιτυχώς την επιχείρηση «Μαρίτα» και θέσει  τα Βαλκάνια υπό τον έλεγχό τους, η Κρήτη επανήλθε στο προσκήνιο. Στο Νησί βρίσκονταν οι τελευταίες ισχυρές δυνάμεις των Συμμάχων, οι οποίες, δυνητικά, ήταν ακόμη σε κατάσταση να προκαλέσουν προβλήματα στην διεξαγωγή της επιχείρησης «Μπαρμπαρόσα» και στην ασφάλεια των πετρελαιοπηγών και της ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο. Γι’ αυτό, στις 25 Απριλίου 1941, ο Hitler εξέδωσε την Οδηγία υπ’ αριθμόν 28 (Επιχείρηση Ερμής – Unternehmen Merkur) με αντικειμενικό στόχο την κατάληψη της νήσου Κρήτης, ώστε η νήσος να χρησιμοποιηθεί ως βάση για αεροπορικές επιχειρήσεις εναντίον των Βρετανών στην Ανατολική Μεσόγειο. Την ευθύνη της επιχείρησης και την διοίκηση των μονάδων θα είχε η Luftwaffe. Η επίθεση – για πρώτη φορά στην ιστορία – θα γινόταν σχεδόν εξολοκλήρου από αλεξιπτωτιστές και αερομεταφερόμενες μονάδες. Ο Hitler κατέστησε σαφές, ότι η προετοιμασία της επιχείρησης δεν έπρεπε με κανένα τρόπο να παρακωλύσει την συγκέντρωση υλικού και δυνάμεων ενόψει της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα. Τέλος, η εντολή για την έναρξη της επίθεσης θα διδόταν από τον ίδιο.

Φαινομενικά υπάρχει μια αντίφαση μεταξύ της ρητορικής του Hitler και του στόχου της επιχείρησης «Ερμής». Μια πιθανή εξήγηση θα μπορούσε να αποτελεί η περιγραφή των στόχων της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα , που όριζε την συντριβή της ΕΣΣΔ, προτού ολοκληρωθεί ο πόλεμος με την Βρετανία. Βάσει αυτού ο επιθετικός χαρακτήρας, που δίδεται στην κατάληψη της Κρήτης δεν είναι ασυμβίβαστος με τις μετέπειτα σκέψεις του Hitler, καθώς το Νησί μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν επιθετικό ορμητήριο εναντίον των Βρετανών μετά την ολοκλήρωση των επιχειρήσεων στην Σοβιετική Ένωση. Όμως, όπως αναφέρθηκε, οι λόγοι που η Κρήτη έπρεπε να καταληφθεί άμεσα, ήταν λόγοι οικονομικής και στρατιωτικής ασφάλειας και επομένως, αμυντικού χαρακτήρα.

Γερμανικές δυνάμεις ετοιμάζονται να επιβιβαστούν στα Junkers Ju 52 με προορισμό την Κρήτη. Η επιχείρηση που είχε σχεδιαστεί ήταν πρωτοφανής για τα στρατιωτικά δεδομένα της εποχής.

Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έπρεπε να οργανωθεί μια πρωτόγνωρη επιχείρηση για τα στρατιωτικά δεδομένα. Επρόκειτο για μια πολύ τολμηρή ενέργεια η οποία προετοιμάστηκε με ταχύτητα, ακρίβεια και μεθοδικότητα και σε ελάχιστο χρόνο. Οι Γερμανοί όμως είχαν παντελώς ανακριβείς πληροφορίες για τις δυνατότητες των αμυνόμενων και τη στάση των Κρητικών και όταν στις 20 Μαΐου 1941 ήρθαν αντιμέτωποι με την πραγματικότητα συνειδητοποίησαν το μέγεθος της παραπλάνησής τους.

 Από την πλευρά τους οι Σύμμαχοι είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον έλεγχο της Κρήτης λίγους μήνες μετά το ξέσπασμα του πολέμου. Παρίσι και Λονδίνο θεωρούσαν σχεδόν δεδομένη την θέληση των Ιταλών να καταλάβουν το Νησί και γι’ αυτό, από την άνοιξη του 1940, επεξεργάζονταν σχέδια για προλάβουν να αποβιβαστούν εκείνοι πρώτοι, με την ταχύτητα δράσης να διαδραματίζει κομβικό ρόλο. Οι Γάλλοι ειδικότερα, από το ξέσπασμα του πολέμου μέχρι και την συνθηκολόγηση της χώρας, τον Ιούνιο του 1940, απέδιδαν ολοένα και αυξανόμενη σημασία στην κατοχή της Κρήτης. Η αποβίβαση δυνάμεων στο Νησί πρωτίστως είχε στόχο να εμποδίσει τους Ιταλούς να το καταλάβουν και με τον τρόπο αυτόν να ισχυροποιήσουν τη θέση τους στην Ανατολική Μεσόγειο. Ειδικότερα, το Παρίσι ενδιαφερόταν για την δημιουργία ενός «νέου» Μακεδονικού μετώπου στη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο αυτό ο έλεγχος της Κρήτης καθιστούσε ασφαλέστερη τη μετακίνηση εφοδίων και στρατευμάτων μεταξύ των γαλλικών εδαφών στην Ανατολική Μεσόγειο (Συρία και Λίβανος) και της Θεσσαλονίκης. Επιπλέον, ο επικεφαλής των γαλλικών δυνάμεων στην Ανατολή, στρατηγός Weygand, είχε εκφράσει τη σκέψη να χρησιμοποιηθεί η Κρήτη ως κέντρο επιχειρήσεων εναντίον των Δωδεκανήσων και πιθανόν ως ναυτική βάση υποβρυχίων.

Maxime Weygand (1867-1965). Διοικητής των Γαλλικών στρατευμάτων στην υπό Γαλλική εντολή Συρία, θεωρούσε τον έλεγχο της Κρήτης απαραίτητη προϋπόθεση για την διασφάλιση της ναυσιπλοΐας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ανάλογη σημασία απέδιδαν στην Κρήτη και οι Βρετανοί, οι οποίοι μέχρι και την πτώση της Γαλλίας τον Ιούνιο του 1940, σχεδίαζαν από κοινού με τους Γάλλους τις επιχειρήσεις που θα είχαν στόχο τον έλεγχο επί του νησιού. Για τους Βρετανούς η Κρήτη θα χρησίμευε πρωτίστως ως ενδιάμεση βάση εφοδιασμού μεταξύ των ναυτικών τους βάσεων στην Αλεξάνδρεια και τη Μάλτα. Με τον τρόπο αυτόν θα απέτρεπαν την κατάληψη της από τους Ιταλούς και ταυτόχρονα θα προσέφεραν στον Στόλο της Μεσογείου περισσότερο επιχειρησιακό χρόνο. Επιπλέον, σε μεταγενέστερο στάδιο, η Κρήτη θα μετατρεπόταν σε μια ισχυρή βάση κυρίως για τον Στόλο και δευτερευόντως για τη RAF.  Από τα παραπάνω, γίνεται φανερό ότι για τους Συμμάχους, στα πρώτα στάδια του πολέμου, πριν ακόμη η Ιταλία εξέλθει στον πόλεμο, η Κρήτη αποτελούσε μια περιοχή ο έλεγχος της οποίας θα εξασφάλιζε τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο και θα μετατόπιζε το πεδίο συγκρούσεων με τους Ιταλούς προς την Κεντρική Μεσόγειο, εγγύτερα στις ιταλικές ακτές. Έτσι, τον Μάιο του 1940 εκπόνησαν από κοινού ένα σχέδιο δράσης για την έγκαιρη απόβαση γαλλικών δυνάμεων (από βρετανικά πλοία) στην Κρήτη, μόνο σε περίπτωση που η Ιταλία ενεργούσε κατά της Ελλάδας, ώστε οι Σύμμαχοι να μην παραβιάσουν την ελληνική ουδετερότητα στέλνοντας δυνάμεις νωρίτερα. Σε ό,τι αφορά τη στάση τους απέναντι στην Αθήνα, οι επιτελείς είχαν αποφασίσει να ενημερώσουν την ελληνική κυβέρνηση για την πρόθεσή τους, μόνο εφόσον είχαν ήδη αναχωρήσει τα πλοία, προκειμένου να μην προκαλέσουν περισσότερες απαιτήσεις από την πλευρά των Ελλήνων και ταυτόχρονα να αποτρέψουν τυχόν διαρροή πληροφοριών προς τους Ιταλούς.

Τα γεγονότα όμως πήραν διαφορετική τροπή. Υπό την πίεση της γερμανικής επίθεσης οι Γάλλοι ανέβαλαν τα όποια σχέδια. Όταν τελικά στις 22 Ιουνίου η Γαλλία υπέγραψε ανακωχή με το Βερολίνο και δύο μέρες αργότερα με τη Ρώμη, οι Βρετανοί απέμειναν μόνοι ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα και μέσα σε αυτό το πλαίσιο έπρεπε να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις τους στη Μεσόγειο.

Αρχικά, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η οπτική των Βρετανών για τη Μεσόγειο ήταν απαισιόδοξη και έφτανε μέχρι το σημείο να επεξεργάζονταν σχέδια εγκατάλειψης της και μεταφορά του Στόλου στη Σιγκαπούρη. Όμως τα σχέδια αυτά διακόπηκαν εξαιτίας της αποφασιστικής στάσης του ναυάρχου του Στόλου της Μεσογείου, A. B. Cunningham και του πρωθυπουργού Winston Churchill. Αμφότεροι απέδιδαν μεγάλη σημασία στην στρατηγική θέση της Κρήτης και κύριος φόβος τους ήταν να μην περιέλθει στα χέρια των Ιταλών σε περίπτωση που ξεσπούσαν εχθροπραξίες με την Αθήνα. Για τον λόγο αυτό παρακολουθούσαν διαρκώς τις εξελίξεις στις ελληνοϊταλικές σχέσεις και όταν στις 28 Οκτωβρίου 1940 εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση η έγκαιρη αποστολή δυνάμεων (την οποία αιτήθηκε και ο Μεταξάς) στην Κρήτη αποτέλεσε προτεραιότητα .

Sir Andrew B. Cunningham (1883-1963). Ναύαρχος και διοικητής του Βρετανικού Στόλου στη Μεσόγειο (1939-1946). Ο Cunningham εξαρχής επέμενε στην εγκατάσταση βρετανικών δυνάμεων στην Κρήτη, προκειμένου  το ναυτικό να επωφεληθεί από την στρατηγική θέση του νησιού μεταξύ Αλεξάνδρειας και Μάλτας.

Για τους επόμενους έξι μήνες (Νοέμβριος 1940 – Απρίλιος 1941) οι Βρετανοί είχαν αναλάβει επίσημα την άμυνα του νησιού. Ο Churchill θεωρώντας ότι «… Επιτυχημένη άμυνα της Κρήτης σημαίνει ανυπολόγιστη βοήθεια στην Αίγυπτο, απώλειά της θα σήμαινε τεράστια κλιμάκωση όλων των δυσχερειών μας στη Μεσόγειο…». οραματιζόταν τη μετατροπή της Σούδας σε «μια αμφίβια ακρόπολη με οχυρό την Κρήτη… ένα δεύτερο Σκάπα[2]». Πράγματι οι Βρετανοί επιτελείς σχεδίαζαν τη μεταφορά ισχυρών δυνάμεων στο νησί, προκειμένου να μετατραπεί σε μια μεγάλη και καλά εξοπλισμένη και επανδρωμένη αεροναυτική βάση. Σε πρώτη φάση όμως η Κρήτη θα λειτουργούσε ως βάση ανεφοδιασμού για τον Στόλο της Μεσογείου και τη RAF, προσφέροντας περισσότερο επιχειρησιακό χρόνο στο ναυτικό και την αεροπορία. Παράλληλα η βρετανική παρουσία στην Κρήτη δυσκόλευε αισθητά τον ανεφοδιασμό των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς, σε σημείο που να επισημαίνεται εκεί μεγάλη έλλειψη εφοδίων. Επιπλέον, δυνητικά, τα αεροδρόμια του Νησιού προσέφεραν στην RAF την δυνατότητα προσβολής των πετρελαιοπηγών του Πλόεστι στη Ρουμανία, οι οποίες ήταν ύψιστης σημασίας για τον Άξονα.

Ωστόσο η εξέλιξη των πραγμάτων ήταν διαφορετική. Η ανεπάρκεια μέσων και ανθρώπινου δυναμικού στον τομέα της Μέσης Ανατολής και η ταυτόχρονη επιχειρησιακή δραστηριότητα στη Βόρεια Αφρική και αλλού είχε σαν συνέπεια την διαρκή αναβολή αποστολής των απαραίτητων εφοδίων που θα μετέτρεπαν την Κρήτη σε ισχυρή αεροναυτική βάση. Παράλληλα, οι πληροφορίες για επικείμενη κάθοδο γερμανικών δυνάμεων στα Βαλκάνια με τον ερχομό της άνοιξης, αν και θεωρητικά οδήγησαν στην αναβάθμιση της στρατηγικής σημασίας της Κρήτης – ως της πλέον προκεχωρημένης βάσης των Συμμαχικών δυνάμεων στη Νοτιανατολική Ευρώπη –  στην πράξη δεν υπήρξε κάποια ουσιαστική αλλαγή επειδή τον ενδιαφέρον του Λονδίνου στράφηκε και πάλι προς διαφορετική κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα ήταν να μην ενισχυθεί η φρουρά της Κρήτης, όπως προγραμματιζόταν και να μην υπάρχουν οι απαραίτητες εγκαταστάσεις και υποδομές που απαιτούνταν, ώστε η Κρήτη να αποτελέσει τη βάση που οι Βρετανοί σχεδίαζαν. Η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ του Λονδίνου και του Στρατηγείου της Μέσης Ανατολής στο Κάιρο είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία μιας ασαφούς εικόνας για την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε στο νησί, η οποία δεν ξεκαθάρισε παρά μόνο στα τέλη Απριλίου του 1941, όταν η γερμανική επίθεση στην Κρήτη ήταν πλέον προ των πυλών.

To Βρετανικό θωρηκτό HMS Barham ανεφοδιάζεται στα ανοιχτά του Κόλπου της Σούδας (Φεβρουάριος 1941). Οι εγκαταστάσεις στο λιμάνι της Σούδας δεν ήταν επαρκείς ώστε να φιλοξενήσουν πλοία μεγαλύτερα από τα καταδρομικά.

Παρόλα αυτά, η σπουδαιότητα που είχε το νησί για τον Στόλο της Μεσογείου, η στρατηγική του θέση στην Ανατολική Μεσόγειο και οι (λανθασμένες) πληροφορίες που είχαν οι Βρετανοί, ότι οι Γερμανοί σχεδίαζαν μια μεγάλης κλίμακας επίθεση στη Μέση Ανατολή, συνέβαλλαν στην απόφαση των Βρετανών να προβάλλουν λυσσαλέα άμυνα και να υπερασπιστούν το νησί με κάθε κόστος, προκαλώντας στους Γερμανούς (και ειδικά στο σώμα των αλεξιπτωτιστών) όσο το δυνατόν μεγαλύτερες απώλειες μπορούσαν.

 Κλείνοντας, και για τους τέσσερις εμπόλεμους, η Κρήτη στις διάφορες φάσεις του στρατηγικού σχεδιασμού, αποτελούσε το μέσο για την επίτευξη ενός άλλου ευρύτερου στρατηγικού στόχου, που συνήθως σχετιζόταν με τη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Ο λόγος ήταν προφανής: η κατοχή της Κρήτης θα ισχυροποιούσε αισθητά την θέση του κατόχου της στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε φορά που τα επιτελεία έστρεφαν το ενδιαφέρον τους στην Ανατολική Μεσόγειο, αυτόματα το Νησί εμφανιζόταν στα σχέδιά τους. Σε κάθε περίπτωση, οι επιτελάρχες των παραπάνω χωρών αφιέρωσαν λιγότερο ή περισσότερο χρόνο, προκειμένου να διερευνήσουν την αξία της Κρήτης και να την τοποθετήσουν σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο, ανεξάρτητα από το εάν τελικά τα σχέδια αυτά έγιναν πραγματικότητα ή όχι. Πολιτικοί και στρατιωτικοί πραγματοποίησαν ανταλλαγή αλληλογραφίας, συναντήσεις και συζητήσεις με ομολόγους τους, και εκπόνησαν σχέδια και μελέτες. Πόροι, εφόδια, υλικά, μηχανές και ανθρώπινες ζωές (με εξαίρεση τους Γάλλους) κινητοποιήθηκαν και ενώ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αλλού, δεσμεύτηκαν, αξιοποιήθηκαν και σε μεγάλο βαθμό χάθηκαν για την επίτευξη του εκάστοτε στόχου που σχετιζόταν με το Νησί. Όλα τα παραπάνω υπογραμμίζουν τη σημασία του. Η Κρήτη δεν αποτέλεσε το κλειδί για την νίκη στον πόλεμο, ήταν όμως μια πολύτιμη συνιστώσα όλων εκείνων που θα συνέβαλλαν στην τελική επικράτηση επί του εκάστοτε εχθρού.

Ο Ιωάννης Κοντάκης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πρωτογενείς πηγές

Ι) Αδημοσίευτες πηγές

Service Historique de la Dėfense , Section Armėe de Terre, Serie 27N, carton 16, 248.

Service Historique de la Dėfense, Section Marine, Sėrie TTE, carton No 101

Αρχείο Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών (Foreign Office): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (Τhe National Archives-UK), Λονδίνο, Σειρά 371: Γενικοί Φάκελοι.

Αρχείο Βρετανικού Υπουργικού Συμβουλίου (Cabinet Minutes and Memoranda): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (The National Archives-UK), Λονδίνο.

Αρχείο Γραφείου Βρετανού Πρωθυπουργού (PREM: Records of the Prime Minister’s Office): Εθνικά Αρχεία Ηνωμένου Βασιλείου (The National Archives-UK), Λονδίνο.

Γενικό Αρχείο του Κράτους, Αρχείο Μεταξά, Φάκελοι 66, 83.

 

ΙΙ) Δημοσιευμένες πηγές

Documenti Diplomatici Italiani, Nona Serie, Vol. V-VII (Libreria Dello Stato: Roma, 1965, 1986, 1987).

Documents on German Foreign Policy, 1918 – 1945, Series D, (The War Years, 1937-1945) Vol. XI – XII, (Washington, DC: Government Printing Office, 1961, 1962 κ.ε).

Βασιλικόν Υπουργείον των Εξωτερικών, Διπλωματικά Έγγραφα, Η Ιταλική Επίθεση κατά της Ελλάδος, (Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία: Αθήναι, 1940).

 

Β. Ημερολόγια – Απομνημονεύματα – Αυτοβιογραφίες

Halder Diaries, War Journal of Franz Halder, Vol, IV-VI. Archives Section, Library Services, Fort Leavenworth, Kansas, 1950.

Τσώρτσιλ, O. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, τ. 2ος . Εκδοτικός Οργανισμός «Ελληνική Μορφωτική Εστία»: Αθήνα, 1948.

Cunningham, Viscount of Hyndhope, A Sailor’s Odyssey, Hutchinson & Co Publishers Ltd: London, 1951.

Γ. Δευτερογενείς πηγές

Baldi, G. Dolce Egeo, Guerra Amara, Ricordi della spedizione italiana a Creta nel 1941. Rizzoli: Milano, 1988.Beevor, A. Κρήτη, Η Μάχη και η Αντίσταση. Γκοβόστη: Αθήνα, 2004.

Butler,J. R. M. Grand Strategy, Vol. II: September 1939-June 1941. HMSO: London, 1957.

Clark, A. The Fall of Crete. Cassel Military Paperbacks: London, 1962.

Joll, J. Η Ευρώπη, 1870 – 1970. Βάνιας: Θεσσαλονίκη, 2006.

Knox, M.  Mussolini Unleashed, 1939-1941, Politics and strategy in Fascist Italy’s last war. Cambridge University Press: New York, 1986.

Liddell Hart, B. H. The other side of the Hill, Germany’s Generals, their rise and fall, with their own account of the military events, 1939 – 1945. Cassel and Company Ltd: London, 1948.

Mourelos, Y. Fictions et realites, La France, La Grece et la strategie des operations peripheriques dans le sud-est europeen (1939-1940). Institute for Balkan Studies: Thessaloniki, 1990.

Rodogno, D. «Το spazio vitale του φασισμού και η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο», στο Ιστορία της Ελλάδος του 20ου αι.  Χρ. Χατζηιωσήφ, Πρ. Παπαστράτης, Γ’ τόμος, Α μέρος, Αθήνα, 2007, σ. 49-69.

Van Creveld, M. Η στρατηγική του Χίτλερ 1940-1941, Το Βαλκανικό ζήτημα. Γκοβόστη: Αθήνα, 2013.

ΓΕΣ/ΔΙΣ. Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον, Η Μάχη της Κρήτης. ΔΙΣ: Αθήναι, 1993 ανατύπωση.

Κολιόπουλος, Γ. Η δικτατορία του Μεταξά και ο πόλεμος του ’40. Παρατηρητής: Θεσσαλονίκη 1996.

Κοπανιτσάνος, Θ. «Στρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας – Γαλλίας (1939-1940). Το σχέδιο δημιουργίας Βαλκανικού θεάτρου επιχειρήσεων», στο Οι πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας – Γαλλίας (19ος – 20ος αι.). ΓΕΣ/ΔΙΣ, ΔΙΣ: Αθήνα, 2011.

Σφέτας, Σ. Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, τ.Β΄, Από τον Μεσοπόλεμο στην λήξη του Ψυχρού πολέμου (1919-1989. Βάνιας: Θεσσαλονίκη, 2011.

Φλάϊσερ,  Χ. « Γεωστρατηγικά σχέδια της Ναζιστικής Γερμανίας για τη μεταπολεμική Κρήτη», στο Ιστορικά. Μέλισσα: Αθήνα Ιούνιος 1992. τ. 9, τεύχος 16. σ. 135-158.

 

[1]Όλες οι αποστάσεις είναι υπολογισμένες σε ευθεία γραμμή.

[2]To Σκάπα Φλόου (Scapa Flow) είναι ένα εξαιρετικό φυσικό λιμάνι που σχηματίζεται από μια ομάδα νησιών στη Βόρεια Σκωτία. Την περίοδο εκείνη λειτουργούσε ως μεγάλη βάση του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού.

Γιάννης Μουρέλος: Ο Μάης του ’68 και η παρακαταθήκη του πενήντα χρόνια μετά

Γιάννης Μουρέλος

Ο Μάης του ’68 και η παρακαταθήκη του πενήντα χρόνια μετά

Όταν, περί τα τέλη Ιουλίου 1970, σε ηλικία 18 ετών, κατέφθασα στο Παρίσι, με την προοπτική να ακολουθήσω σπουδές στον κλάδο της Ιστορίας, η γαλλική πρωτεύουσα κινείτο σε ρυθμούς θερινής ραστώνης. Πλήθος από τουρίστες, συνδυασμός αφόρητης ζέστης και αποπνικτικής υγρασίας, μηδενικό κυκλοφοριακό πρόβλημα, πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις κλειστές, εν ολίγοις, μια απαστράπτουσα από ομορφιά μεγαλούπολη με ρυθμούς χαλαρούς, υποτονικούς, στα όρια της νωχέλειας. Το μόνο που από την αρχή προσέλκυσε την προσοχή μου, ήταν οι αφίσες με τα πορταίτα του Μαρξ, του Μάο, του Κάστρο και του Τσε, τοποθετημένες σε περίοπτη θέση στις προθήκες των καταστημάτων του Quartier Latin, της παραδοσιακής φοιτητικής συνοικίας, όπου, δυο χρόνια νωρίτερα, είχαν λάβει χώρα οι βιαιότερες συγκρούσεις του Μαΐου. Μαζί με τις περιστασιακές περιφορές, μέσα στους έρημους δρόμους της ίδιας συνοικίας, ομάδων των Hare Krishna με τα ξυρισμένα κεφάλια, την βουδιστική αμφίεση, τα ντέφια και τα μονότονα τραγούδια και λικνίσματα, στα μαγεμένα μάτια κάποιου, που μόλις είχε απεμπλακεί από τους ψυχοφθόρους περιορισμούς της χουντικής Ελλάδας, όλα αυτά φάνταζαν σαν το απαύγασμα της κοινωνίας της πρωτοπορίας στο επίκεντρο του λίκνου της ελευθερίας σκέψης και έκφρασης, του Παρισιού. Μη γνωρίζοντας πρόσωπα και πράγματα, θεώρησα πως κάπως έτσι η γαλλική κοινωνία, είχε αφομοιώσει τις δραματικές και οριακές καταστάσεις, τις οποίες είχε βιώσει λίγο νωρίτερα. Χρειάστηκε να ξαναβρεί η πόλη τους φθινοπωρινούς της ρυθμούς, περί τα μέσα Οκτωβρίου, προκειμένου να αντιληφθώ πόσο έξω, ελλείψει παραστάσεων, είχα πέσει στις εκτιμήσεις μου. Με την επάνοδο στα έδρανα των σχολείων και των πανεπιστημίων ξεκίνησαν οι αμφισβητήσεις, οι διαδηλώσεις και οι διαμαρτυρίες. Ταυτόχρονα, στο κέντρο της πόλης, έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα μπλόκα μιας αστυνομίας, που η θέα τους και μόνο, έκανε το αίμα να παγώνει μέσα στις φλέβες. Ο περίβολος της Σορβόννης ήταν γεμάτος πεταμένες προκηρύξεις, οι τοίχοι καλυμένοι με αφίσες και τα αγάλματα περιλουσμένα με συνθήματα από μπογιά. Ήμουν, πλέον, αυτόπτης μάρτυς σκηνών, εφάμιλλων σχεδόν με εκείνες που η τηλεόραση της απριλιανής δικτατορίας είχε προβάλει δειγματοληπτικά και με φειδώ (για λόγους ευνόητους), δυο χρόνια νωρίτερα. Ανακάλυπτα, γεμάτος δέος, την πραγματική εικόνα του Παρισιού, μιας πρωτεύουσας μπαρουτοκαπνισμένης, πλημυρισμένης από δυναμισμό, νευρικότητα και ένταση, που εξακολουθούσε να κινείται στον αστερισμό των γεγονότων του Μαΐου. Η εικόνα δεν έμελλε να μεταβληθει έως τη μεγάλη ενεργειακή κρίση του 1973. Μια δεύτερη συγκυρία με έκανε να αντιληφθώ βαθιά μέσα μου πως βίωνα ιστορικές στιγμές. Νωρίς το μεσημέρι της 10ης Νοεμβρίου 1970, εξερχόμενος από την παρθενική μου πανεπιστημιακή παράδοση, το βλέμμα μου έπεσε στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που, με πηχαίους τίτλους, ανήγγειλαν τον θάνατο του στρατηγού De Gaulle. Άνθρωποι έκλαιγαν στους δρόμους. Άλλοι, όπως οι γείτονές μου στο διπλανό διαμέρισμα, επαναπατρισθέντες από την Αλγερία, πανηγύριζαν, ανοίγοντας σαμπάνιες. Τέλος εποχής, χαραυγή μιας άλλης…

Μπλόκο των ειδικών ταγμάτων εφόδου της Αστυνομίας (CRS) κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Μαΐου.

Τί ήταν, όμως, ο Μάης του ’68; Ένα αυθόρμητο ξέσπασμα; Μια σύγκρουση γενεών; Μια επιμελώς προσχεδιασμένη ενέργεια υπονόμευσης εκ των έσω του καθεστώτος της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας; Ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών, με στόχο την εκδίωξη από την εξουσία του προέδρου De Gaulle; Ένας συνδυασμός των παραπάνω; Κάτι άλλο; Πενήντα χρόνια είναι, άραγε, ένα εύλογο χρονικό διάστημα, προκειμένου να αξιολογηθεί, με επιστημονικά δεδομένα πλέον, μια κατάσταση, η οποία, ούτως ή άλλως, έχει αποκτήσει διαστάσεις ιστορικού φαινομένου, με ό,τι κάτι τέτοιο συνεπάγεται ;

Είναι γεγονός πως, αφού προηγουμένως λίγο έλειψε να συμπαρασύρει την Γαλλία στο απόλυτο χάος, ο Μάης του ΄68 κατέλαβε τη θέση, που του αναλογεί στην Ιστορία. Όπως συμβαίνει με κάθε ιστορικό φαινόμενο, έτσι κι εδώ, πρέπει κανείς να επιχειρήσει, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, να εντοπίσει τις καταβολές του. Γιατί ο Μάης του ΄68 δεν είναι μια αποκλειστικά γαλλική υπόθεση, αλλά ούτε και μια κατάσταση, η οποία, ουρανοκατέβατη, αιφνιδίασε μιαν ωραία πρωία τους πάντες.

Το 1968 η υφήλιος σείεται. Είναι το επακόλουθο μιας εικοσαετούς περιόδου ύφεσης, η οποία διαδέχθηκε τον τερματισμό του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Τα προβλήματα και οι εντάσεις δεν απουσιάζουν. Μόνο που εκδηλώνονται υπόκωφα, βρίσκοντας διέξοδο στην περιφέρεια (Ψυχρός – και όχι θερμός – πόλεμος, τα επακόλουθα της διαδικασίας της αποαποικιοποίησης των δεκαετιών του ’50 και του ΄60, περιφερειακές συγκρούσεις με προεξέχοντα τον πόλεμο του Βιετνάμ και τις περιστασιακές αναζοπυρώσεις του Μεσανατολικού, ανάδειξη του Τρίτου Κόσμου κλπ.). Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν (σε ό,τι αφορά τον Δυτικό κόσμο, τουλάχιστον) οι επιπτώσεις του λεγομένου Baby boom, με πιο απλά λόγια, της έξαρσης της γεννητικότητας σε περίοδο παρατεταμένης ειρήνης. Ειδικότερα στην περίπτωση της Γαλλίας, ο συνολικός πληθυσμός γνώρισε μια αύξηση της τάξεως του 25% μέσα σε μια εικοσαετία (40,5 εκατομμύρια το 1946, σχεδόν 50 εκατομμύρια το 1968). Πέραν από την άνοδο του δείκτη των γεννήσεων, το εντυπωσιακό αυτό ποσοστό οφείλεται και σε συλλογική εισροή πληθυσμών από τις απωλεσθείσες αποικιακές κτήσεις της Ινδοκίνας και της Βορείου Αφρικής. Περί το τέλος της δεκαετίας του ΄60, η υπερπληθής μεταπολεμική γενιά έχει φτάσει σε ηλικία σπουδών και επαγγελματικής αποκατάστασης. Δομημένα επάνω σε παρωχημένα (όπως αποδείχθηκε) δεδομένα, το εκπαιδευτικό σύστημα και οι επιχειρήσεις της χώρας στάθηκε πρακτικά αδύνατον να καταφέρουν να ανταποκριθούν σε μια τόσο αυξημένη ζήτηση και να απορροφήσουν αυτής της κλίμακας τα μεγέθη.

Στο πλαίσιο, πάντοτε, του διπολικού συστήματος ισορροπίας, η αμφισβήτηση είναι έκδηλη. Οι ΗΠΑ έχουν εμπλακεί σε μια άνευ προηγουμένου περιπέτεια, διαρκείας και φθοράς, στη ΝΑ Ασία. Στο εσωτερικό σπαράζονται από σοβαρότατες κοινωνικές και φυλετικές αντιπαραθέσεις. Στην αντίπερα όχθη, η μετασταλινική ΕΣΣΔ έχει πάψει προ πολλού να λειτουργεί, στη συνείδηση των νέων, ως το αδιαφιλονίκητο σημείο αναφοράς, ο θεματοφύλακας των αρχών και των αξιών του σοσιαλισμού. Αντίθετα, έχει σημάνει η ώρα του επαναστατικού ρομαντισμού. Τα νέα ινδάλματα ακούν στο όνομα Μάο, Τρότσκι και Τσε Γκεβάρα. Μαζί με αυτά, έχει ανατείλει η εποχή της απελευθέρωσης των ηθών, της μουσικής των Beatles αλλά και της διάδοσης των ναρκωτικών. Αρκεί μια επιγραμματική σκιαγράφηση του διεθνούς περιγράμματος, προκειμένου να γίνει αντιληπτό ότι το 1968 είναι ένα κομβικό έτος:

  • 1η Φεβρουαρίου, γενική απεργία των πανεπιστημίων στην Ιταλία.
  • 19 – 23 Φεβρουαρίου, συγκρούσεις φοιτητών με την αστυνομία στη Ρώμη και σε άλλες πόλεις.
  • 8 Μαρτίου, έναρξη της Πολωνικής πολιτικής κρίσης, με εξεγέρσεις φοιτητών, διαδηλώσεις και  βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία. Είκοσι ημέρες αργότερα, οι αρχές προχώρησαν στην αναστολή λειτουργίας του συνόλου των πανεπιστημίων σε εθνική κλίμακα.
  • 4 Απριλίου, δολοφονία του Martin Luther King, υπέρμαχου του αγώνα υπέρ των δικαιωμάτων των μαύρων, στη Μέμφιδα των ΗΠΑ. Η είδηση πυροδότησε βίαιες συγκρούσεις με 46 νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες.
  • 23 Απριλίου, κατάληψη του Πανεπιστημίου Columbia από φοιτητές, όταν διαπιστώθηκε παρασκηνιακή σύνδεση του ιδρύματος με κύκλους, οι οποίοι υποστήριζαν ενεργά τον πόλεμο του Βιετνάμ. Οι εγκαταστάσεις εκκενώθηκαν, κατόπιν δυναμικής παρέμβασης της αστυνομίας.
  • 6 Ιουνίου, δολοφονία του Robert Kennedy, υποψηφίου για το χρίσμα του Δημοκρατικού Κόμματος στις προεδρικές εκλογές του ιδίου έτους, στο Λος Άντζελες.
  • 20 Αυγούστου, εισβολή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Τσεχοσλοβακία. Με τον τρόπο αυτό τίθεται δυναμικά πρόωρο τέλος στη λεγόμενη “Άνοιξη της Πράγας”, ένα εγχείρημα εγκαθίδρυσης μιας περισσότερο ανθρώπινης παραλλαγής του υπαρκτού σοσιαλισμού. Απολογισμός: 50 νεκροί και 300 τραυματίες.
  • Σεπτέμβριος, οι στρατιωτικές δυνάμεις της Νιγηρίας κατέστειλαν την εξέγερση της επαρχίας της Μπιάφρας με την ισχύ των όπλων αλλά και με την επιβολή εμπορικού αποκλεισμού, που καταδικάζει τον άμαχο πληθυσμό σε λιμοκτονία. Υπολογίζεται ό,τι ένας μέσος όρος 8.000 έως 10.000 ατόμων (κυρίως παιδιά) έχαναν, τότε, τη ζωή τους σε καθημερινή κλίμακα.
  • Οκτώβριος, η Ολυμπιάδα των άκρων στο Μεξικό. Δέκα ημέρες προτού ξεκινήσουν οι Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες, δολοφονήθηκαν κατ εκτίμηση 30 έως 300 φοιτητές και πολίτες στο Τλατελόλκο, προάστιο της Πόλης του Μεξικού, από τον στρατό και την αστυνομία. Το επεισόδιο αποτελεί κεφάλαιο του ονομαζόμενου Μεξικανικού Βρώμικου Πολέμου, με τις αρχές να προστρέχουν σε ακραία μέσα, προκειμένου να καταστείλουν την πολιτική αντίθεση.Την ίδια ημέρα (2 Οκτωβρίου), πραγματοποιήθηκαν 1.345 συλλήψεις. Λίγο αργότερα, στην ανάκρουση του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ, οι νέγροι δρομείς Tommie Smith και John Carlos, φορώντας μαύρα γάντια, ύψωσαν τη γροθιά και έσκυψαν το κεφάλι τους. Επρόκειτο για τον χαιρετισμό της ριζοσπαστικής οργάνωσης “Μαύρη Δύναμη” (Black Power).
Συνθήματα του Μαΐου

Ο Μάης βρήκε τη Γαλλία στο δέκατο έτος ζωής της 5ης Δημοκρατίας, ενός καθεστώτος, το οποίο νοσεί. Στις προεδρικές εκλογές του 1965, ο αδιαφιλονίκητος ενσαρκωτής του, Charles De Gaulle, δεν κατάφερε να εκλεγεί κατά τον πρώτο γύρο, προς έκπληξη των πάντων. Δυο χρόνια αργότερα, το 1967, στις βουλευτικές εκλογές, το γκωλικό κόμμα είδε την πλειοψηφία του να περιορίζεται σε δυο, μόλις, έδρες. Το Κέντρο στηρίζει την κυβέρνηση υπό προϋποθέσεις (το “Οui, mais” του Valéry Giscard d’ Estaing), οι χριστιανοδημοκράτες είναι σαφώς αντίθετοι, η άκρα δεξιά προσάπτει στον Γάλλο πρόεδρο τη δικαστική δίωξη των πρωτεργατών του καθεστώτος του Vichy και την εγκατάλειψη της Αλγερίας. Ο μεσσιανικός τρόπος άσκησης της εξουσίας από έναν γηραιό (78 ετών το 1968) αρχηγό κράτους, διευρύνει το χάσμα με μια κοινή γνώμη, την οποία αφήνει παγερά ασυγκίνητη η γεμάτη αίγλη εξωτερική πολιτική, που ο τελευταίος ασκεί (αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, μετασχηματισμός της Γαλλίας σε πυρηνική δύναμη, διατήρηση ομαλών σχέσεων με την ΕΣΣΔ, άνοιγμα προς τον αραβικό κόσμο). Οι προτεραιότητες του απλού πολίτη στρέφονται προς τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της καθημερινής πραγματικότητας. Αμηχανία, όμως, επικρατεί και στους κόλπους του γκωλικού κόμματος, καθώς έχει δρομολογηθεί ένας υπόγειος αγώνας διαδοχής, τον οποίο επιτείνει η αινιγματική σιωπή του ιδίου του De Gaulle γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα. Οι ορθόδοξοι γκωλικοί προβληματίζονται από την παραμονή στην πρωθυπουργία, από το 1962 ήδη, του Georges Pompidou, ενός υπέρμετρα συντηρητικού τεχνοκράτη, πρώην γενικού διευθυντή της τράπεζας  Rothschild (1956-1962). Στα μάτια τους δεν ενσαρκώνει ούτε κατά διάνοια τα γκωλικά ιδεώδη. Το ΚΚΓ (μακρόθεν η κυρίαρχη δύναμη στον χώρο της Αριστεράς), μη δυνάμενο να αποσταλινοποιηθεί, έχει προ πολλού εγκαταλείψει κάθε είδους επαναστατική προοπτική. Οι σοσιαλιστές είναι διχασμένοι ανάμεσα στην μετριοπαθή παραδοσιακή ηγεσία (Pierre Mendès-France) και τα στελέχη της νέας γενιάς (François Mitterrand), που θεωρούν πως η ώρα τους έχει σημάνει. Επόμενο ήταν να αφεθεί ελεύθερος χώρος σε διάφορες εξωκοινοβουλευτικές αριστερίστικες οργανώσεις, ανάξιας  βαρύτητας σε εθνική κλίματα ίσως, αλλά με αξιοσημείωτη επιρροή στον προβληματικό και πάσχοντα κόσμο της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Η ένταση και η πολιτικοποίηση άρχισαν να καλλιεργούνται εκεί συστηματικά από ομάδες τροτσκιστών ή μαοϊκών φοιτητών και μαθητών, που καταφέρονταν ενάντια στον καταναλωτισμό και τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Εν ολίγοις, “η Γαλλία πλήττει”. Αυτός είναι ο τίτλος  ενός προφητικού άρθρου του  Pierre Viansson-Ponté, το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 15 Μαρτίου 1968. “Σε μια μικρή Γαλλία”, καταλήγει το εν λόγω άρθρο, “απομονωμένη στο εξάγωνό της, ούτε δυστυχισμένη αλλά ούτε και ευδοκιμούσα, ευρισκόμενη σε ειρήνη με όλο τον κόσμο, μια Γαλλία, που δεν δείχνει να την αγγίζουν οι παγκόσμιες εξελίξεις, η ζέση και η φαντασία είναι εξίσου επιτακτικές με την ευεξία και με την εξάπλωση. Αυτό ισχύει τόσο για την αντιπολίτευση όσο και για την εξουσία. Άλλωστε, το έχουμε δει να συμβαίνει στο παρελθόν, μια χώρα μπορεί να αφανιστεί από πλήξη”. Αργότερα, το άρθρο αυτό εκλήφθηκε από πολλούς ως προπομπός της έκρηξης του Μαΐου.

Τα γεγονότα κατέλαβαν τους πάντες εξαπίνης. Οι δυο κορυφαίοι πυλώνες της πολιτικής ιεραρχίας βρίσκονταν εκτός Γαλλίας σε επίσημη επίσκεψη, ο μεν πρόεδρος στη Ρουμανία, ο δε πρωθυπουργός στο Αφγανιστάν. Το χρονικό των επεισοδίων έχει ως ακολούθως:

  • Παρασκευή 3 Μαΐου, η Αστυνομία εκκενώνει την ευρισκόμενη υπό φοιτητική κατάληψη Σορβόννη, έπειτα από πρόσκληση των πρυτανικών αρχών. Γίνεται χρήση δακρυγόνων.
  • Δευτέρα 6 Μαΐου, περί τους 5.0000 φοιτητές διαδηλώνουν στο Quartier Latin. Υψώνονται οδοφράγματα και ακολουθούν ολονύκτιες συγκρούσεις με τα ειδικά τάγματα εφόδου της Αστυνομίας (CRS). Απολογισμός: 945 τραυματίες και από τις δυο πλευρές.
  • Πέμπτη 9 Μαΐου, μαζικές φοιτητικές διαδηλώσεις στις κυριότερες πανεπιστημιακές πόλεις της επαρχίας (Στρασβούργο, Ναντ, Ρεν και Τουλούζη). Στη Λυών και στη Ντιζόν, οι φοιτητές πλαισιώνονται από εργάτες.
Παρασκευή 3 Μαΐου 1968. Η αστυνομία εκκενώνει την Σορβόννη κατόπιν προσκλήσεως των πρυτανικών αρχών
  • Παρασκευή 10 Μαΐου, νέες ολονύκτιες συγκρούσεις στην καρδιά του Quartier Latin, με 1.087 τραυματίες (367 βαριά) και περίπου 500 προσαγωγές. Η βίαιη συμπεριφορά της Αστυνομίας προκαλεί γενική κατακραυγή και για πρώτη φορά ηχεί το σύνθημα: “CRS = SS”.
  • Κυριακή 12 Μαΐου, ο πρωθυπουργός Pompidou προαναγγέλει την επαναλειτουργία της Σορβόννης για την επομένη.
  • Δευτέρα 13 Μαΐου, γενική απεργία έπειτα από έκκληση των εργατικών συνδικάτων. Περί τα 800.000 άτομα διαδηλώνουν σε ολόκληρη τη χώρα.
  • Τρίτη 14 Μαΐου, η Σορβόννη τελεί εκ νέου υπό φοιτητική κατάληψη διαρκείας.
  • Πέμπτη 16 Μαΐου, οι εργαζόμενοι της Renault κατέρχονται σε απεργία. Οι πρώτες κόκκινες σημαίες κάνουν την εμφάνισή τους. Η Γαλλία απειλείται από παράλυση.
  • Παρασκευή 17 Μαΐου, τα συνδικάτα απαιτούν αύξηση των ημερομισθίων και μείωση του χρόνου εργασίας. Οι διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση θα καταλήξουν σε αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 35%. Το ΚΚΓ εκλιπαρεί για επάνοδο στην ομαλότητα, αλλά δεν εισακούεται από τη βάση. Η κρίση προσλαμβάνει πολιτικές διαστάσεις με κίνδυνο για το ίδιο το καθεστώς.
  • Κυριακή 19 Μαΐου, ο De Gaulle επιστρέφει από τη Ρουμανία, και προβαίνει στην πρώτη του δημόσια δήλωση: “Ναι στη μεταρρύθμιση, όχι στη μασκαράτα!” (“La réforme, oui, la chienlit, non!”). Tην ίδια ώρα, περί τα 2 εκατομμύρια απεργοί κατακλύζουν τους δρόμους.
  • Δευτέρα 20 Μαίου, ο αριθμός των απεργών ανεβαίνει στα 4 εκατομμύρια.
  • Τρίτη 21 Μαΐου, το γαλλικό φράγκο καταρρέει. Ο αριθμός των απεργών εκτιμάται μεταξύ 8 έως 10 εκατομμύρια άτομα.
  • Τετάρτη 22 Μαΐου, χορήγηση αμνηστείας σε όσους συνελήφθησαν κατά τη διάρκεια των συμπλοκών. Ο Daniel Cohn-Bendit, ηγετικό στέλεχος του φοιτητικού κινήματος, απελαύνεται στην πατρίδα του, την Δυτική Γερμανία.
Συναπάντημα διαδηλωτών και Aστυνoμίας στη διασταύρωση των λεωφόρων Saint-Michel και Saint-Germain.
Η οδός Gay-Lussac, πλησίον του κήπου του Λουξεμβούργου. Εικόνα βομβαρδισμένου τοπίου.
  • Παρασκευή 24 Μαΐου, βίαιες συγκρούσεις στην Λυών. ‘Eνας επιθεωρητής της Αστυνομίας παρασύρεται από φορτηγό δίχως οδηγό, που εξαπέλυσαν οι διαδηλωτές. Είναι το πρώτο άτομο, το οποίο χάνει τη ζωή του. Νέες συμπλοκές στο Παρίσι με 456 τραυματίες. Πρώτο διάγγελμα του προέδρου De Gaulle προς τον γαλλικό λαό.

Το διάγγελμα του στρατηγού De Gaulle προς τον γαλλικό λαό (24 Μαΐου 1968)

  • Τετάρτη 29 Μαΐου, ο πρόεδρος De Gaulle εξαφανίζεται επί ένα 24ωρο. Ουδείς γνωρίζει (ούτε καν ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση) που βρίσκεται. Έχει μεταβεί στην στρατιωτική βάση του Baden-Baden της Δυτικής Γερμανίας, όπου έχει συνάντηση με τον στρατηγό Massu, ανώτατο διοικητή των γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων, που σταθμεύουν επί του γερμανικού εδάφους. Εξετάζεται το ενδεχόμενο προσφυγής στη χρήση των ενόπλων δυνάμεων με σκοπό την αποκατάσταση της τάξης.
  • Πέμπτη 30 Μαίου, η αναστροφή του κλίματος. Ο De Gaulle επιστρέφει στην πρωτεύουσα, και εξαγγέλει με δεύτερο (ραδιοφωνικό) διάγγελμα τη διάλυση της βουλής και τη διενέργεια πρόωρων εκλογών. Η λεωφόρος των Ηλυσίων Πεδίων κατακλύζεται από ένα εκατομμύριο κόσμο, που εκφράζει την στήριξή του προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ουσιαστικά, πρόκειται για το τέλος των επεισοδίων, που στοίχισαν συνολικά τη ζωή σε 5 άτομα, μεταξύ των οποίων έναν μαθητή ηλικίας 17 ετών.
  • 30 Ιουνίου, το κυβερνητικό κόμμα καταγράφει μια άνευ προηγουμένου επιτυχία στις βουλευτικές εκλογές. Νέος πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο ακραιφνής γκωλικός Maurice Couve de Murville. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης της κοινής γνώμης αποκτά πολιτική έκφραση.
Το φοιτητοκρατούμενο Κεντρικό Αμφιθέατρο της Σορβόννης.

Μισό αιώνα μετά, με τη μεσολάβηση του πανδαμάτορα χρόνου, τα γεγονότα του Μαΐου έχουν απωλέσει μεγάλο μέρος από τη θεαματική, αλλά και την ιδεολογική τους διάσταση. Αναμφίβολα, δεν υπήρξαν μια μεγαλειώδης αφύπνιση, όπως πολλοί επιχείρησαν να τα παρουσιάσουν, ακόμα λιγότερο δε, μια επανάσταση. Ξεκίνησαν ως  φοιτητική κινητοποίηση, εν πολλοίς προβλέψιμη και αναμενόμενη. Ο αιφνιδιασμός προέκυψε από το γεγονός ότι η φοιτητική αυτή κινητοποίηση προσέλαβε, από τη μια στιγμή στην άλλη, διαστάσεις χιονοστιβάδας, προκαλώντας έναν ανεξήγητο πανικό στους κυβερνητικούς κύκλους. Κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων εβδομάδων του Μαΐου,το φαινόμενο εξαπλώθηκε ταχύτατα στο εργατικό στερέωμα, αλλά και σε ολόκληρη τη διαστρωμάτωση της γαλλικής κοινωνίας, όπου η βάση άρχισε να αμφισβητεί την κορυφή και η κορυφή την βάση. Όλα τα εμπλεκόμενα μέρη αποδείχθηκαν ανεπαρκή, έως παντελώς ανίκανα, να διαχειρισθούν την κρίση. Τα πολιτικά κόμματα συμπεριφέρθηκαν με ιδιοτέλεια, σε μια προσπάθεια να καρπωθούν οφέλη από την αναταραχή ή να περιορίσουν το κόστος (ανάλογα με τον ιδεολογικό τους προσανατολισμό και τη δύναμη που διέθεταν εντός του Κοινοβουλίου). Άτομα άγνωστα, αμφιβόλου προελεύσεως και αξίας, κατέλαβαν επί ένα μήνα το προσκήνιο των εξελίξεων, προτού επανέλθουν στο φυσικό τους περιβάλλον, δηλαδή στην αφάνεια (βλ. Cohn-Bendit). To ΚΚΓ, ανίκανο να ελέγξει την πελατεία του, υποκαταστάθηκε από διάφορες μαοϊκές και τροτσκιστικές οργανώσεις, οι οποίες διαδραμάτισαν, εν τέλει, κομβικό ρόλο. Από την δική της πλευρά, η κυβερνητική πλειοψηφία εξέπεμψε μηνύματα αποσύνθεσης, μη δυνάμενη να διαβλέψει την επερχόμενη θύελλα, ούτε να ελέγξει τη ροή των γεγονότων. Το θεσμικό πλαίσιο (εκείνο της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας), που είχε υιοθετηθεί με προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία δέκα χρόνια νωρίτερα, αποτέλεσε αντικείμενο έντονης αμφισβήτησης εκ μέρους της μετριοπαθούς Αριστεράς (Σοσιαλιστικό Κόμμα), η οποία, ενόσω η κρίση βρισκόταν σε φάση κορύφωσης, πρότεινε τον σχηματισμό μεταβατικής κυβέρνησης. Όλα τα παραπάνω δείχνουν πως, προς στιγμήν τουλάχιστον, οι Γάλλοι είχαν απωλέσει την αίσθηση του κράτους και της νομιμότητας και παραδοθεί αμαχητί στο έλεος της αναρχίας. Ακόμα και μετά την αποκλιμάκωση, η εμπειρία του Μαΐου εμφύσησε στη συνείδησή τους μια εικόνα θεσμικής και πολιτικής ανεπάρκειας. Προσφεύγοντας σε ολοένα και περισσότερο αψυχολόγητες μεθόδους καταστολής, η εξουσία αποκάλυψε, κατά τις κρίσιμες εκείνες ημέρες, την ανασφάλεια, από την οποία διακατεχόταν (βλ. σχετικό βίντεο στο τέλος του κειμένου).

Η συμφωνία της οδού Grenelle, έδρας του υπουργείου Εργασίας. Στο μέσο της φωτογραφίας διακρίνονται ο πρωθυπουργός Georges Pompidou και ο σύμβουλός του Jacques Chirac. Στο άκρο δεξιά, ο ΓΓ του μεγαλύτερου εργατικού συνδικάτου κομμουνιστικών αποκκλίσεων (CGT), Georges Séguy. Παρόλες της αγωνιώδεις προτροπές του τελευταίου, η βάση αρνήθηκε να συμμορφωθεί, με αποτέλεσμα να κλιμακωθούν οι εργατικές κινητοποιήσεις.

Καθοριστική, ως προς την τροπή των πραγμάτων, υπήρξε επίσης η διχογνωμία και η έλλειψη συντονισμού σε επίπεδο τακτικής, έτσι όπως εκδηλώθηκε στην κορυφή της ιεραρχίας. Ο ίδιος ο De Gaulle δεν απέκλειε την πρόσκαιρη προσφυγή σε ακραία μέτρα, προκειμένου η κατάσταση να μπορέσει να τεθεί το συντομότερο δυνατόν υπό έλεγχο. Σε αντιδιαστολή, ο Pompidou προτίμησε να αφήσει την τελευταία να εξελιχθεί από μόνη, πεπεισμένος πως αυτός ήταν ο αποτελεσματικότερος τρόπος, προκειμένου να αποκαλυφθεί στα μάτια του κόσμου ο ανεδαφικός χαρακτήρας και η έλλειψη σοβαρού ιδεολογικού και πολιτικού προσανατολισμού των κινητοποιήσεων. Θεωρητικά, η επιλογή του πρωθυπουργού ήταν ορθότερη. Είναι γεγονός, πως το μέγεθος και η θέα των καταστροφών ενεργοποίησαν το ένστικτο αυτοπροστασίας της κοινής γνώμης και την απέστρεψαν από ένα φοιτητικό κίνημα, έναντι του οποίου διακατεχόταν, σε αρχικό στάδιο τουλάχιστον, από συμπάθεια. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι η προσφιλής μέθοδος ομοιοπαθητικής του Γάλλου πρωθυπουργού, συνέδραμε στην έξαρση της βίας και στην χρονική παράταση των συγκρούσεων με ανθρώπινα θύματα και σοβαρές υλικές ζημιές.

Αξίζει να σταθεί κανείς στον τρόπο, με τον οποίο έδειξε να αφομοιώνει τα γεγονότα του Μαΐου ο στρατηγός De Gaulle. Ουδέποτε στο παρελθόν, ο τελευταίος είχε άφησει να διαφανούν τόσα πολλά σημάδια αμηχανίας και αιφνιδιασμού. Συγκυρίες του παρελθόντος, που τον είχαν αναδείξει, χάρη στην πυγμή που επέδειξε τότε, ως αδιαφιλονίκητο λαϊκό ηγέτη (1940, 1958), ήταν, πέραν πάσης αμφιβολίας, κατά πολύ πιο κρίσιμες και δραματικές από ό,τι εκείνη του 1968. Ωστόσο, η περιγραφή από τον στρατηγό Massu, της συνομιλίας που είχε μαζί του στη γαλλική στρατιωτική βάση του Baden-Baden, αποκαλύπτει έναν De Gaulle τρομοκρατημένο, αδύναμο, απογοητευμένο, στα πρόθυρα, ψυχολογικά,να υποταχθεί σε εξελίξεις, που τον είχαν ξεπεράσει, με υποβολή παραίτησης. Η προχωρημένη ηλικία του Γάλλου προέδρου δεν αρκεί, προκειμένου να κατανοήσει κανείς την αναπάντεχη

Η “φυγή” του προέδρου De Gaulle στη στρατιωτική βάση του Baden-Baden.

και εντυπωσιακή, ομολογουμένως,  αυτή μετάλλαξη. Η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί κάπου αλλού. Ο ιδιαίτερος τρόπος, κράμα αυταρχισμού και πατερναλισμού, με τον οποίο ασκούσε ανέκαθεν την εξουσία, είχε δημιουργήσει κορεσμό σε επίπεδο κοινής γνώμης. Το σύνθημα “Δέκα χρόνια De Gaulle είναι πολλά”, που για πρώτη φορά ακούστηκε τον Μάη, είναι ενδεικτικό. Η ένταση και η βία του ξεσπάσματος, τον προσγείωσαν απότομα και τον έκαναν να συνειδητοποιήσει με καθυστέρηση, πως, προ πολλού εξέπεμπε σε διαφορετικό μήκος κύματος από έναν λαό, με τον οποίο ήταν πεπεισμένος ότι βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία. Διαπίστωσε με τον πλέον σκληρό τρόπο, πως η αρχή του τέλους για τον ίδιο είχε σημάνει. Ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις του και επιστρατεύοντας όσα αποθέματα αντοχής του είχαν απομείνει, στράφηκε προς τη μοναδική, πλέον, υποχρέωση, που αισθανόταν πως είχε έναντι του γαλλικού λαού: την ανεύρεση ενός ασφαλούς τρόπου εξόδου από την κρίση. Αυτό ακριβώς έπραξε με το διάγγελμα της 30ής Μαΐου. Ο κόσμος το εξετίμησε και ανταποκρίθηκε αυθημερόν. Στη μεγαλειώδη διαδήλωση της λεωφόρου των Ηλυσίων Πεδίων, ένα εκατομμύριο Παριζιάνοι διακήρυξαν ηχηρά προς πάσα κατεύθυνση, πως δεν ήταν διατεθειμένοι να αφήσουν τη Γαλλία να βυθιστεί στο χάος και στην αναρχία. Ο θρίαμβος του γκωλικού κόμματος στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές, έναν μόλις μήνα αργότερα, εντάσσεται στην ίδια πάντοτε λογική. Τη λογική μιας ενστικτώδους αναλαμπής μπροστά στο χείλος της καταστροφής. Συνάμα, οι πάντες γνώριζαν, κατά βάθος, πως τα γεγονότα του Μαΐου είχαν θέσει την ταφόπλακα του γκωλικού κινήματος. Γεγονός, που επιβεβαιώθηκε περίτρανα τον Απρίλιο του 1969, με το αρνητικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και την συνακόλουθη υποβολή παραίτησης του De Gaulle από το προεδρικό αξίωμα.

30 Μαΐου 1968, η αναστροφή του κλίματος. Η μεγαλειώδης διαδήλωση υπέρ του De Gaulle στη Λεωφόρο των ΗλυσίωνΠεδίων. Η φωτογραφική λήψη είναι από την Αψίδα του Θριάμβου.

Το ραδιοφωνικό διάγγελμα του στρατηγού De Gaulle προς τον γαλλικό λαό

Μια τελευταία διαπίστωση κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου τα γεγονότα του Μαΐου να μπορέσουν να γίνουν περισσότερο κατανοητά. Κατά τις μέρες εκείνες, η Γαλλία κινήθηκε στις παρυφές ενός εμφυλίου πολέμου και αν ναι, κατά πόσο μια ανατροπή του καθεστώτος ήταν εφικτή; Η απάντηση σε αμφότερα τα ερωτήματα είναι καταφατική, υπό προϋποθέσεις, όμως, οι οποίες δεν έδειξαν να συντρέχουν ούτως ώστε να μπορέσει, τελικά, να συμβεί κάτι τέτοιο. Όσο και αν εντυπωσιάζουν με την έκταση και τη μορφή, που προσέλαβαν σε μια χώρα, η οποία κατείχε την τεχνογνωσία των επαναστάσεων του 1789, του 1830, του 1848 και της κομμούνας του 1871, οι διάφορες κινητοποιήσεις του Μαΐου στερούνταν εμφανώς μεθοδικής οργάνωσης, πολιτικής και ιδεολογικής καθοδήγησης. Διαποτισμένα από έναν άκρατο ρομαντισμό, τα διάφορα συνθήματα που ακούστηκαν, ήταν, ως επί το πλείστον, κενά περιεχομένου, πέραν, φυσικά, από τον εμπρηστικό τους χαρακτήρα (“Γίνετε ρεαλιστές. Διεκδικείστε το αδύνατο”, “Η φαντασία καταλαμβάνει την εξουσία”, “Η ομορφιά βρίσκεται στους δρόμους”, “Λέγοντας κανείς όχι, σημαίνει πως σκέπτεται”, “Ο καθένας είναι ελεύθερος να είναι ελεύθερος”, “Ακόμη και αν ο Θεός υπήρχε, θα έπρεπε να τον καταργήσουμε”, “Είμαστε όλοι Εβραίοι Γερμανοί” – αυτό το τελευταίο προς τιμήν του Cohn-Bendit). Μπορεί σε κάθε γωνιά του δρόμου να ήταν διάχυτη η (ψευδ)αίσθηση πως ξανακτίζεται ο κόσμος, ωστόσο, το στοιχείο εκείνο, που έλαμψε δια της απουσίας του, ήταν κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο, επάνω στο οποίο θα επιχειρείτο αυτή η περίφημη ανοικοδόμηση. Απουσίαζε, επειδή, απλούστατα, δεν υπήρχε. Εν ολίγοις, η αποδόμηση για την αποδόμηση και η αμφισβήτηση για την αμφισβήτηση.

Άραγε, ποιοι διέθεταν τις απαραίτητες προδιαγραφές, προκειμένου να αποκομίσουν οφέλη από μια κατάσταση αυτού του είδους; Σίγουρα όχι οι κύκλοι εκείνοι, οι οποίοι πυροδότησαν την ένταση, δηλαδή η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Έστω και αν το επιθυμούσε διακαώς, δεν διέθετε το απαραίτητο βεληνεκές για να πράξει κάτι τέτοιο. Το ΚΚΓ, όμως, ήταν κάλλιστα σε θέση.  Αν τελικά δεν συνέβη, αυτό οφείλεται στους εξής δυο λόγους: 1) την πόλωση, που είχε ουσιαστικά επιβάλει η κυβερνητική παράταξη, με αντίπαλο δέος την ορθόδοξη Αριστερά, γεγονός, το οποίο αναβάθμιζε εκ των πραγμάτων τον ρόλο και τη συμβολή του ΚΚ στα πολιτικά δρώμενα της χώρας έχοντας εμπεδώσει μια ισορροπία, η οποία ήταν ασύμφορο να διαταραχθεί και 2) το γεγονός ότι από όλα τα υπόλοιπα κόμματα, το γκωλικό ήταν το μόνο που είχε υιοθετήσει συμβιβαστική στάση έναντι της ΕΣΣΔ στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Εάν τα ελεγχόμενα από το ΚΚΓ συνδικάτα, κατά τη στιγμή της κορύφωσης της κρίσης, προχωρούσαν στη διακοπή της ηλεκτροδότησης σε εθνική κλίμακα, είναι πιθανό, μέσα στο γενικότερο χάος που θα επικρατούσε τότε, το καθεστώς να είχε ανατραπεί. Απέφυγαν να το πράξουν. Συνεπώς, το διακύβευμα για την Αριστερά, ήταν μια περιορισμένης, σχετικά, εμβέλειας σύμπραξη με τα όσα συνέβησαν, μόνο και μόνο προκειμένου να μην κατηγορηθεί ότι υπήρξε ανακόλουθη με τις ιδεολογικές της αρχές και αξίες. Μια άλλη εκδοχή, συνδέει την κοινή θρησκευτική προέλευση των πρωτοστατών των γεγονότων του Μαΐου (Daniel Cohn-Bendit, Alain Geismar, Henri Weber, Benny Lévy, Robert Linhardt, André Glucksmann, Bernard Kouchner) με την επικριτική δημόσια τοποθέτηση του προέδρου De Gaulle ένα χρόνο νωρίτερα, στο πλαίσιο του Πολέμου των Έξι Ημερών, σε βάρος του κράτους του Ισραήλ (http://www.juif.org/go-blogs-7533.php). Μια ανατροπή θα ήταν, συνάμα, και η τιμωρία του για τα όσα είχε τολμήσει να εκστομίσει.

Όπως και να έχει το ζήτημα, ο Μάης του ΄68 σηματοδότησε μια ρήξη με το παρελθόν. Ενδεχομένως η ρήξη αυτή να ήταν αναπόφευκτη. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι ο αδιαμφισβήτητος δυναμισμός των ημερών εκείνων και τα όποια οράματα αυτός παρήγαγε, εξανεμίστηκαν εν μέσω των κραδασμών της μεγάλης ενεργειακής κρίσης της δεκαετίας του ΄70, της κατάρρευσης του διπολικού συστήματος παγκόσμιας ισορροπίας της δεκαετίας του ΄80 και της σημερινής, καθόλα απάνθρωπης και αλαζονικής, κοινωνίας της παγκοσμιοποίησης.

Ο γαλλικός ΜΑΗΣ του ’68 – MAI ’68 à Paris (με ελληνικούς υπότιτλους)

Les Brulûres de l’Histoire – 29 mai 1968 : De Gaulle disparait

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ARON (Raymond), La Révolution introuvable : réflexion sur les événements de Mai [entretien réalisé par Alain DUHAMEL], Paris, Fayard, 1968.

BEDARIDA (François) et POLLAK (Mickaël), Mai 68 et les sciences sociales, Paris, Institut d’histoire du temps présent (IHTP), 1989.

BENSAID (Daniel) et WEBER (Henri), Mai 68 : une répétition générale, Paris, Maspéro, 1968.

CARON (Gilles), Mai 1968 : le journal, Paris, Calmann-Lévy, 1998.

COHN-BENDIT (Daniel), GEISMAR (Alain), SAUVAGEOT (Jacques), La révolte étudiante, les animateurs parlent, Paris, éditions du Seuil, 1968.

COHN-BENDIT (Daniel), Le gauchisme, remède à la maladie sénile du communisme, Combats, 1968.

COHN-BENDIT (Daniel), Nous l’avons tant aimée, la Révolution, Paris, Barrault, 1988.

COMBES (Patrick), La littérature et le mouvement de mai 68 : écriture, mythes, critique, écrivains, Paris, Seghers, 1984.

COUDRAY (Jean-Marc) (pseudonyme de Cornelius CASTORIADES), MORIN (Edgar), LEFORT (Claude), La Brèche, Fayard, 1968.

DEBRAY (Régis), Le pouvoir intellectuel en France, Paris, Ramsay, 1986.

DEBRAY (Régis),Mai 68: une contre-révolution réussie, Paris, Fayard, 2008.

DELPORTE (Christian),MARÉCHAL (Denis) ,  MOINE (Caroline) et  VEYRAT-MASSON (Isabelle) (dir), Images et sons de Mai 68, 1968-2008, Paris, Nouveau Monde éditions, 2014

DREYFUS-ARMAND (Geneviève) et GERVEREAU (Laurent) (dir.), Mai 1968 : les mouvements étudiants en France et dans le monde, Paris, Bibliothèque de documentation internationale contemporaine, 1988.

EPISTEMON (alias Didier ANZIEU), Ces idées qui ont ébranlé la France, Paris, Fayard, 1968.

FINK (Carole), GASSERT (Philipp), JUNKER (Detlef), 1968, the world transformed, Washington (D.C.), German historical institute, New York, Cambridge university press, 1998.

FOURNEL (Michelle), Les Années 68. Le temps de la contestation, Paris, Bruxelles, Institut d’histoire du temps présent, Paris, Complexe, 2000.

GLUCKSMAN (André), Stratégies et révolution en France en 1968, Paris, Bourgeois, 1968.

Mai 1968 : révolution ou psychodrame ? [tracts et documents présentés par Claude FOHLEN], Paris, PUF, 1973.

Mai 1968, [Préface de Marc FERRO], Paris, La Documentation française, 1988.

HAMON (Hervé) et ROTMAN (Patrick), Génération (vol. 1 : les années de rêve ; vol. 2 : les années de poudre), Paris, éditions du Seuil, 1987-1988.

LACOUTURE (Jean), De Gaulle, (3 volumes): 1 — Le Rebelle (1890-1944), 2 — Le Politique (1944-1959), 3 — Le Souverain (1959-1970), Le Seuil, 1984, 1985 et 1986. Paris, Points Histoire, 1990.

LEFEBVRE (Henri), Mai 68, l’irruption, Paris, Syllepse, 1998.

LE GOFF (Jean-Pierre), Mai 68, l’héritage impossible, Paris, La Découverte, 2002.

MORIN (Edgar) avec LEFORT (Claude) et COUDRAY (Jean-Marc), Mai 1968 : la brèche, premières réflexions sur les événements, Paris, Fayard, 1968.

MOURIAUX (René), PERCHERON (Annick), PROST (Antoine), TARTAKOWSKY (Danielle) (dir.), 1968, exploration du mai français. Actes du colloque «Acteurs et terrains du mouvement social de mai-juin 1968», Paris, L’Harmattan, 1992.

SAMSON (Florence), 1968-2008,l’héritage amer d’une génération, L’Harmattan, 2007

THIBAUDEAU (Jean), Mai 68 en France, Paris, éditions du Seuil, 1970.

TOURAINE (Alain), Le mouvement de Mai 1968 ou le communisme utopique, Paris, éditions du Seuil, 1968.

ZEGEL (Sylvain), Les idées de mai, Paris, Gallimard, 1968.