Skip to main content

Αρχείο

Βασίλης Κ. Γούναρης: Αναζητώντας την ταυτότητα της Θεσσαλονίκης στις στάχτες της πυρκαγιάς του 1917

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη μεγάλη πυρκαγιά

Βασίλης Κ. Γούναρης

Αναζητώντας την ταυτότητα της Θεσσαλονίκης

στις στάχτες της πυρκαγιάς του 1917

 

Χάρη στις μελέτες των ιστορικών και στις προσπάθειες των συλλεκτών, μετά από 100 χρόνια ξέρουμε πάμπολλα στοιχεία για την καταστροφική πυρκαγιά της 5/18ης Αυγούστου 1917. Από πού ξεκίνησε, πώς κατευθύνθηκε και πότε σταμάτησε. Ξέρουμε ποιες προσπάθειες έγιναν για να περισταλεί και γιατί απέτυχαν, ποια σημαντικά κτήρια και πόσα πολλά «ασήμαντα» σπίτια και καταστήματα καταστράφηκαν. Γνωρίζουμε τις περιπέτειες των ασφαλιστικών εταιρειών να μειώσουν το ποσό των οφειλομένων αποζημιώσεων και τις ακόμη δραματικότερες των πυρόπληκτων να στεγαστούν και να ανακουφισθούν. Μαθαίνουμε επίσης όλο και περισσότερα στοιχεία για τον τρόπο με τον οποίο τα επόμενα χρόνια μεταβλήθηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς στο κέντρο της πόλης καθώς και για τις ποικίλες οργανωτικές και αισθητικές όψεις της ανοικοδόμησης. Φυσικά όλοι συμφωνούμε ανεπιφύλακτα ότι ήταν μια ιστορική τομή. Όσο κι αν έχει κανείς επιφυλάξεις για το τι συνιστά πραγματική τομή στην ιστορία, τέτοιας κλίμακας καταστροφή, ανάλογη με αυτές της Λισσαβόνας το 1755 και του Αγίου Φραγκίσκου το 1906, αμφότερες λόγω σεισμών, δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Η γενική εκτίμηση είναι πως η πυρκαγιά του 1917 άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της Θεσσαλονίκης, από άποψη κοινωνική, δημογραφική και οικονομική, πως εγκαινίασε τη σύγχρονη εποχή της πόλης, μετέβαλε την ταυτότητά της και παρέδωσε στη λήθη την παράδοσή της. 

Χάρτης της Θεσσαλονίκης του 1905.

Η παραπάνω διαπίστωση είχε και έχει ακόμη διάφορα συναισθηματικά συμφραζόμενα. Για μερικούς η πόλη «καθάρισε», εξαγνίστηκε από την τουρκοκρατία, εκσυγχρονίστηκε, ανέκτησε τον ελληνικό της χαρακτήρα, τη συμβολική της θέση ως συμπρωτεύουσα βυζαντινής κοπής και ως πρωτεύουσα των προσφύγων. Ξαναπήρε τη θέση που της άξιζε. Για άλλους η φωτιά του 1917 κατέστρεψε ένα βιωμένο πρότυπο αγαστής συμβίωσης ετεροδόξων, μια ιδανική πολυπολιτισμικότητα, μια ευημερούσα οικονομία, μια πολύχρωμη παράδοση, μια πόλη «τραβηχτική», μια ευκαιρία διαφορετικής ανοικοδόμησης αλλά και εναλλακτικής ιδεολογικής συγκρότησης. Γι’ αυτό κλαίνε ακόμη στα ερείπια της.

Τα απομεινάρια από την πυρκαγιά, 18-21 Αυγούστου 1917

Αν σταθούμε στα δεδομένα, θα δούμε πως η μεταβολή της Θεσσαλονίκης είχε δρομολογηθεί ήδη. Η πόλη αποτελούσε μέρος του εκσυγχρονιστικού πειράματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που είχε ξεκινήσει δυο γενιές πριν. Η μορφή της άλλαζε ήδη. Τα τείχη της είχαν ήδη κατεδαφιστεί. Η πόλη είχε απλωθεί στον δρόμο των εξοχών για την Καλαμαριά. Νέα διοικητικά κτήρια είχαν ήδη οικοδομηθεί όπως και αστικές κατοικίες διαφόρων αρχιτεκτονικών ρυθμών. Ευθύγραμμες αρτηρίες, οριζόντιες και κάθετες, είχαν επαναχαραχτεί και διανοιχτεί. Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1890 η ρυμοτομία του κέντρου είχε αλλάξει όπως και η κοινωνική διαστρωμάτωση στον άξονα της οδού Αγίας Σοφίας και Εθνικής Αμύνης. Νέες συνοικίες είχαν προστεθεί στα ανατολικά και δυτικά. Προφανώς η διαδικασία θα συνεχιζόταν, όπως έγινε και σε όσες πόλεις, είτε οθωμανικές είτε ελληνικές, δεν καταστράφηκαν βίαια.

Η οικονομική παρακμή της Θεσσαλονίκης ήταν επίσης δεδομένη. Η απώλεια της οικονομικής ενδοχώρας, λόγω των συνόρων που πρόσφατα είχαν χαράξει οι Βαλκανικοί Πόλεμοι αλλά και των αναστατώσεων που έφεραν ο Ιταλο-Οθωμανικός και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, είχε προδιαγράψει το ζοφερό μέλλον της πόλης. Η τραπεζική πίστη είχε ήδη κλονιστεί. Χρεώστες και πιστωτές κατοικούσαν πλέον σε διαφορετικές επικράτειες. Το δίκτυο του εμπορίου των καπνών είχε διαρραγεί. Οι χαμηλοί εισαγωγικοί δασμοί, το αποτέλεσμα των προαιώνιων διομολογήσεων, δηλαδή των συμφωνιών της Πύλης με τις Μεγάλες Δυνάμεις, ήταν υπό αναθεώρηση. Ο Πειραιάς δεν μπορούσε να αφήσει συγκριτικά πλεονεκτήματα στη Θεσσαλονίκη και η Ελλάδα δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει «ελεύθερη πόλη» μια πόλη που μόλις είχε απελευθερωθεί. Το τέλος της αυτοκρατορίας ήταν μοιραίο για την πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Ας σημειωθεί πάντως πως η εντυπωσιακή οικονομική της ακμή ήταν φαινόμενο  πρόσφατο, οριοθετημένο από τη σύνδεσή της με το ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο, το 1888.

Το ζήτημα της συμβίωσης ως πολυπολιτισμικότητας, βασικό σημείο αναφοράς στο σύγχρονο δημόσιο λόγο, είναι υπερτιμημένο. Αφορούσε τη δημιουργία μιας ανώτερης οθωμανικής αστικής τάξης, ειδικά κατά την κοινοβουλευτική περίοδο, μετά το 1908, αλλά ο τρόπος και τα κίνητρα όσων συμμετείχαν σ’ αυτήν απείχε πολύ από το να θεωρείται τάξη με συνοχή. Ό,τι υπήρχε, όπως και στην περίπτωση της οικονομίας, δεν είχε βάθος χρόνου πάνω από μια γενιά, όταν η δυτικότροφη και δυτικόστροφη εκπαίδευση άρχισε να καρποφορεί και να αντιμάχεται με αξίωση τις ισχυρές παραδόσεις. Η ίδια επιφανειακή σύγκλιση χαρακτήριζε και τα εργατικά στρώματα. Συνυπήρχαν και συνεργάζονταν πράγματι όλες οι θρησκευτικές κοινότητες στην πόλη αλλά δεν επικοινωνούσαν σε βάθος. Ο Μακεδονικός Αγώνας και το νεοτουρκικό καθεστώς το είχαν ήδη καταστήσει σαφές με πολλούς και βίαιους τρόπους. Οι πολιτισμοί της «διαγκωνίζονταν», αλλά δεν διείσδυαν ο ένας στον άλλον. Οι πύλες της Θεσσαλονίκης ήταν ανοιχτές όχι μόνον στις καινοτομίες αλλά και στους εθνικισμούς που έφερνε η εκπαίδευση και τα τρένα. Γράφει ο Νεχαμά στην Περιπόθητη πόλη, περίπου το 1914, για τους Θεσσαλονικείς: «Κανένας δεσμός δεν υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους αυτούς. Ο καθένας ζει κλεισμένος μέσα στο όνειρό του. Καμία ενότητα, καμία κοινότητα απόψεων, κανένας συντονισμός στις προσπάθειες. Ο καθένας έχει την ιδεατή του πατρίδα, ο καθένας κατασκευάζει με τον τρόπο του την μέλλουσα πολιτεία. Τους ανθρώπους αυτούς τους χωρίζει ένας ολόκληρος κόσμος σκέψεων και συναισθημάτων. Πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, κουβεντιάζουν αυστηρά για τις ανάγκες των εμπορικών δοσοληψιών. Ποτέ δεν συζητούν. Και τι θα μπορούσαν να πουν ο ένας στον άλλον, αυτοί οι άνθρωποι από τόσο διαφορετικές φυλές, με τόσα ανόμοια συμφέροντα; Είναι ανεξιχνίαστοι οι μεν για τους δε. Δεν καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον. Η ίδια είδηση στενοχωρεί τους μεν και δίνει στους άλλους άφατη χαρά».[1]

Ήταν επόμενο ότι η κρίση αυτή της δεκαετίας του 1910 δημιούργησε προϋποθέσεις εξόδου των Εβραίων. Έβλεπαν καθαρά ότι το μέλλον δεν τους ανήκε κι ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης δύσκολα θα επανέρχονταν. Οι Μουσουλμάνοι το έβλεπαν ακόμη πιο καθαρά. Δημιούργησαν επίσης τα πολεμικά γεγονότα της ίδιας περιόδου προϋποθέσεις αύξησης του αστικού πληθυσμού από τους πρόσφυγες της υπαίθρου αλλά και της Ανατολικής Μακεδονίας, του Μοναστηρίου, της Θράκης, της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Η μεταβολή της δημογραφικής σύνθεσης υπέρ των Χριστιανών ήταν ορατή πριν από το 1917, ίσως όχι τόσο στο κέντρο της πόλης, αλλά σίγουρα στα νέα προάστια που ξεφύτρωναν γύρω-γύρω.

Προφανώς η πυρκαγιά δεν «καθάρισε» τη Θεσσαλονίκη. Η αντίληψη περί «εξαγνισμού» της πόλης διά πυρός οδηγεί αναπόφευκτα στην αποδοχή του Ολοκαυτώματος ως του δευτέρου και τελικού σταδίου της διαδικασίας αυτής. Ο συλλογισμός είναι απαράδεκτος. Πίσω του λανθάνουν πολλά και ανομολόγητα πάθη, αλλά κυρίως η αναδρομική και εσφαλμένη πεποίθηση πως δεν υπήρχε εναλλακτικό μέλλον για την πόλη ως είχε. Κι όμως υπήρχε. Εννοώ πως η Θεσσαλονίκη, όπως όλες οι πόλεις, επρόκειτο να αλλάξει από κάθε άποψη και μάλιστα πολύ γρήγορα ούτως ή άλλως. Δεν ήταν μόνον η πυρκαγιά αλλά και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Παγκόσμιος καθώς και ο επόμενος Παγκόσμιος, μαζί με τεράστιες εξελίξεις στην κοινωνία και την οικονομία της Ευρώπης και του πλανήτη. Το couleur locale θα ξεθώριαζε ούτως ή άλλως, όποια κι αν ήταν η δημογραφική της σύνθεση. Αυτό που έκανε η πυρκαγιά ήταν να επιταχύνει τις εξελίξεις, να κάνει πιο ριζική τη μεταβολή και πιο διαχειρίσιμο το παρελθόν της πόλης είτε για αυτούς που θέλουν να το ξεχάσουν είτε γι αυτούς που θέλουν να το εξιδανικεύσουν.

Φωτογραφία από την καταστροφή της μεγάλης πυρκαγιάς της Θεσσαλονίκης του Αυγούστου 1917

Με ή χωρίς την πυρκαγιά η Θεσσαλονίκη της belle époque ήταν μια από τις πολλές όψεις ή ταυτότητες της πόλης. Το ότι ήταν η πιο ζωντανή και η καταλληλότερη για εξιδανίκευση έχει να κάνει με το άφθονο φωτογραφικό υλικό, με τις πρώτες κινηματογραφικές λήψεις, με τα άπειρα υλικά τεκμήρια, τον ημερήσιο Τύπο και τις γραπτές αναμνήσεις που συσσωρεύτηκαν για τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις πρώτες του 20ού, ειδικά κατά την παραμονή της Μεγάλης Στρατιάς. Ο φωτογραφικός φακός της Δύσης, που βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο εκβιομηχάνισης, γοητεύτηκε από τις εικόνες και τα πρόσωπα της Ανατολής, από το μουσείο των ιδιωμάτων και των πολιτισμών που συνάντησε εδώ. Η Δύση νοσταλγούσε τη δική της παράδοση. Ο φακός των Θεσσαλονικέων, από την άλλη, μετά μανίας απαθανάτιζε τον κοσμοπολιτισμό και την αστική πρόοδο της Ανατολής που γινόταν Δύση. Ασχέτως της οπτικής γωνίας, το προϊόν των φωτογραφικών καταγραφών και όλων των περιγραφών της περιόδου 1890-1917 γενικώς είναι θαυμαστό. Με άνεση επικάλυψε κάθε άλλη ανταγωνιστική παράδοση. Εύκολα, λοιπόν, δημιουργήθηκε η εικόνα ότι αυτή η Θεσσαλονίκη της belle époque ήταν η γνήσια πόλη μας, η χαμένη αλλά αληθινή παράδοσή μας. Σίγουρα ήταν μια από αυτές τις παραδόσεις, ίσως η πιο κολακευτική. Τη διατηρήσαμε με ευλάβεια όπως κάποια «στημένη» φωτογραφία των νεανικών μας χρόνων, που θέλουμε να κρατούμε ως απόδειξη μιας χαμένης και άδολης νεότητας στην ηλικία της προχωρημένης παρακμής.

 

Ο Βασίλης Κ. Γούναρης είναι Καθηγητής
της Ιστορίας των Νεωτέρων Χρόνων στο
Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

H Πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης του 1917

Video copyright: Μηχανή του Χρόνου 

[1] Π. Ριζάλ [Ιωσήφ Νεχαμά], Θεσσαλονίκη, η περιπόθητη πόλη, μετάφρ. Βασίλης Τομανάς, Σκόπελος, 1997, σ. 11-2 και 211-2.

Το πραξικόπημα της 19ης Αυγούστου 1991. Ο επιθανάτιος σπασμός της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας

Το πραξικόπημα της 19ης Αυγούστου 1991.

Ο επιθανάτιος σπασμός της  Σοβιετικής Αυτοκρατορίας

 

Το πραξικόπημα του Αυγούστου 1991, υπήρξε μια ετεροχρονισμένη, σπασμωδική και αψυχολόγητη ενέργεια εκτροπής μιας δυναμικής, η οποία, στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ΄80 είχε αναδείξει ανάγλυφα τις αντιφάσεις και τις εγγενείς αδυναμίες του κομμουνιστικού συστήματος διακυβέρνησης όχι μόνο στην ΕΣΣΔ, αλλά στο σύνολο των κρατών του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Δυο χρόνια νωρίτερα, το 1989, είχαν λάβει χώρα τρεις σημαδιακές εξελίξεις,  με ό,τι συνεπάγονταν σε επίπεδο συμβολισμού και όχι μόνο: η εξέγερση της πλατείας Tian’anmen του Πεκίνου (Απρίλιος-Ιούνιος),  η  αλυσίδα αμφισβητήσεων στην Πολωνία, Ουγγαρία και Ανατ. Γερμανία, η οποία, τον Νοέμβριο οδήγησε στην πτώση του τείχους  του Βερολίνου, τέλος, η ανατροπή, με δραματικό  και βίαιο τρόπο, του καθεστώτος Ceauşescu στη Ρουμανία (Δεκέμβριος).

Υπό την άγρυπνη παρακολούθηση της Δύσης, ο Κομμουνισμός είχε περιέλθει σε διαδικασία αποσύνθεσης. Ωστόσο, η απαρχή του όλου φαινομένου εντοπίζεται τέσσερα χρόνια νωρίτερα, το 1985, με την ανέλιξη του Mikhail Gorbachev στο ανώτατο αξίωμα της ΕΣΣΔ. Θεωρώντας ως ύστατη ελπίδα επιβίωσης του κομμουνιστικού συστήματος διακυβέρνησης την εισαγωγή ενός φιλόδοξου προγράμματος μεταρρυθμίσεων, με άξονα τις έννοιες της πολιτικο-οικονομικής ανασυγκρότησης (perestroika) και της ειλικρίνειας (glasnost), ο Gorbachev επιχείρησε, με εμφανή καθυστέρηση, να εμφυσήσει ζωή σε έναν υπερτροφικό και αναχρονιστικό οργανισμό, ο οποίος έπνεε τα λοίσθια. Το αποτέλεσμα υπήρξε ακριβώς το αντίθετο από το αναμενόμενο. Η πρωτοβουλία αυτή απελευθέρωσε ανεξέλεγκτες δυνάμεις, καταπιεσμένες από μια εβδομηντακονταετία συγκεντρωτικής διακυβέρνησης, προκαλώντας, ταυτόχρονα, και την αντίδραση της αρτηριοσκληρωτικής και αδύναμης να αντιληφθεί το μέγεθος του διακυβεύματος, νομενκλατούρας. Από την άλλη πλευρά, η επικοινωνιακή υποδοχή, της οποίας έτυχε, για λόγους ευνόητους, το πείραμα του Gorbachev από την πλευρά της Δύσης, συνέβαλε στην εκδήλωση μιας αίσθησης αμηχανίας στις τάξεις των παραδοσιακών κύκλων της ΕΣΣΔ, η οποία, με την πάροδο του χρόνου, άρχισε να μετουσιώνεται σε ανοικτή αντιπαλότητα. Το πραξικόπημα της 19ης Αυγούστου 1991 ενσαρκώνει και αντανακλά όλες τις παραπάνω παραμέτρους.

Το 1991, η ΕΣΣΔ ήταν αντιμέτωπη με μια σοβαρή οικονομική και πολιτική κρίση. Τη χιονοστιβάδα των θεαματικών εξελίξεων του 1989, διαδέχθηκε μια έξαρση του φαινομένου των (μη ρωσικής προέλευσης) εθνικισμών: μέσα στο 1990, οι τρεις Βαλτικές δημοκρατίες, η Αρμενία και η Γεωργία δήλωσαν την απόσχισή τους από τη Σοβιετική Ένωση. Στη Λετονία και στη Λιθουανία καταβλήθηκε προσπάθεια αποκατάστασης της Σοβιετικής κυριαρχίας δια της βίας. Με το δημοψήφισμα της 17ης Μαρτίου 1991, ωστόσο, οι υπόλοιπες δημοκρατίες επέλεξαν να παραμείνουν στους κόλπους μιας περισσότερο αποκεντρωμένης ΕΣΣΔ, υπό τη μορφή μιας Συνομοσπονδίας ανεξάρτητων κρατών με κοινό πρόεδρο και κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική. Το σχετικό Σύμφωνο επρόκειτο να υπογραφεί από τη Ρωσία, το Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν στις 20 Αυγούστου. Συνεπώς, η ημερολογιακή επιλογή των πραξικοπηματιών (άμεση παραμονή της τελετής της υπογραφής) μόνο ως τυχαία δεν δύναται να θεωρηθεί. Αν και υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις, που συνηγορούσαν υπέρ μιας επικείμενης εκτροπής (ακόμα και ο ίδιος ο Gorbachev προσεγγίστηκε, δίχως επιτυχία, από τους επίδοξους κινηματίες, ίσως δε και γι αυτό το λόγο εγκατέλειψε τη Μόσχα, μεταβαίνοντας στη θερινή του κατοικία στην Κριμαία), τα ξημερώματα της 19ης Αυγούστου οι Μοσχοβίτες αιφνιδιάστηκαν από τη θέα των τεθωρακισμένων. Το πραξικόπημα οργανώθηκε πρόχειρα και αψυχολόγητα, η δε αποτυχημένη έκβασή του σηματοδοτήθηκε από τις πρώτες, κιόλας, ώρες, εξαιτίας της αδικαιολόγητης υποβάθμισης δυο θεμελιωδών παραμέτρων: 1) Της σθεναρής αντίδρασης της κοινής γνώμης, μη διατεθειμένης να βιώσει εκ νέου τη στυγνή διακυβέρνηση του παρελθόντος και 2) της αδυναμίας έγκαιρης θέσης υπό έλεγχο του ιδιοσυγκρασιακού Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, Boris Yeltsin, ο οποίος, κατά τη διήμερη διάρκεια του πραξικοπήματος, αναδείχθηκε σε σύμβολο αμφισβήτησης και δυναμικής αντίστασης, εμπνέοντας και παρασύροντας τα πλήθη. Γύρω από το θέατρο των εξελίξεων, το κτήριο του Ρωσικού Κοινοβουλίου (Λευκός Οίκος), υψώθηκαν προστατευτικά οδοφράγματα και κατέστη ταχύτατα σαφές πως μια επίθεση των τεθωρακισμένων θα κατέληγε σε λουτρό αίματος. Η διστακτικότητα, η ολιγωρία, αλλά και η έλλειψη ομοφωνίας, που επέδειξαν οι πραξικοπηματίες σε κρίσιμες στιγμές, οδήγησαν, τελικά, το όλο εγχείρημα σε πλήρη αποτυχία, 48 ώρες αργότερα. Η διεθνής κοινότητα κατήγγειλε από την πρώτη στιγμή το πραξικόπημα, απαιτώντας την άμεση αποκατάσταση της νομιμότητας. Στην Ελλάδα σημειώθηκε σύμπραξη σύσσωμου του πολιτικού κόσμου με εξαίρεση το ΚΚΕ, το οποίο, σπεύδοντας να χαρακτηρίσει το πραξικόπημα ως “θετική εξέλιξη”, εκτέθηκε ανεπανόρθωτα. Επιστρέφοντας στη Μόσχα το βράδυ της 21ης Αυγούστου, ο Mikhail Gorbachev, γνώριζε πολύ καλά πως οι δραματικές εξελίξεις του τελευταίου διημέρου είχαν συμπαρασύρει και τις δικές του προσπάθειες. Ισχυρός άνδρας των περιστάσεων, αλλά και αξιόπιστος συνομιλητής με τη Δύση είχε, πλέον, αναδειχθεί ο Boris Yeltsin. Τα όσα συνέβησαν κατά το επόμενο τετράμηνο επιβεβαιώνουν την περίφημη θεωρία του “ντόμινο”.

Μέσα σε ένα δίμηνο (27 Αυγούστου – 27 Οκτωβρίου), τα ανώτατα Σοβιέτ της Μολδαβίας, του Αζερμπαϊτζάν, του Κιργιστάν, του Τατζικιστάν και του Τουρκμενιστάν ανακοίνωσαν την απόσχισή τους από την ΕΣΣΔ και την ανεξαρτησία τους. Την 1η Δεκεμβρίου, στο πλαίσιο σχετικού δημοψηφίσματος, το 90% του πληθυσμού της Ουκρανίας τάχθηκε επίσης υπέρ της ανεξαρτησίας. Στις 8 του ιδίου μήνα, οι Πρόεδροι της Ρωσίας, της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας συναντήθηκαν στο Μινσκ και προχώρησαν στη συγκρότηση της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, στην οποία προσχώρησαν αμέσως η Γεωργία, η Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν και οι Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας. Στις 24 Δεκεμβρίου, η Ρωσική Ομοσπονδία δήλωσε πως επρόκειτο να υποκαταστήσει την ΕΣΣΔ στη Γενική Συνέλευση και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Στον Πρόεδρο της (ανύπαρκτης πλέον) Σοβιετικής Ένωσης, δεν απέμενε παρά μια μόνο κίνηση. Ανήμερα  Χριστούγεννα  του 1991, ο  Mikhail Gorbachev υπέβαλε την παραίτησή του, εκτρέποντας, άθελά του, τον ρου της Ιστορίας με την ταφόπλακα, την οποία αναγκαστηκε εκ των πραγμάτων να θέσει επάνω σε 74 ετών κομμουνιστική διακυβέρνηση.

 

1985: Η ανέλιξη του  Mikhail Gorbachev στην ηγεσία του Politburo χαιρετίζεται από τον διεθνή Τύπο.

 

Mikhail Gorbachev και George Bush: Η αναθέρμανση των σχέσεων της ΕΣΣΔ με τις ΗΠΑ περί τα τέλη της δεκαετίας του ΄80.

 

19 Αυγούστου 1991: Μονάδες τεθωρακισμένων στους δρόμους της Μόσχας.

 

Η συνέντευξη Τύπου των πραξικοπηματιών. Στο μέσο διακρίνεται ο Guennadij Yanayev, Αντιπρόεδρος της ΕΣΣΔ. Περιστοιχίζεται από τους  Boris Pugo, Υπουργό Εσωτερικών (αριστερά) και Oleg Baklanov, Αναπληρωτή Υπουργό του Συμβουλίου Άμυνας. Ο Pugo αυτοκτόνησε στις 23 Αυγούστου. Οι υπόλοιποι δυο αμνηστεύθηκαν το 1994.

 

Η θερινή κατοικία του Gorbachev στο Foros της Κριμαίας, όπου ο Πρόεδρος της ΕΣΣΔ παρέμεινε αιχμάλωτος καθ όλη τη διάρκεια του πραξικοπήματος.

 

Το διάγγελμα του Gorbachev προς τον έξω κόσμο. Τελικά, η κασέτα δεν κατέστη δυνατό να φυγαδευθεί εκτός της θερινής κατοικίας, με αποτέλεσμα να προβληθεί έπειτα από το πέρας του πραξικοπήματος.

 

Τα τεθωρακισμένα αναπτύσσονται στην περιοχή της Ερυθράς Πλατείας (επάνω) υπό τις αποδοκιμασίες των κατοίκων της Μόσχας (κάτω).

  

Πολίτες εμποδίζουν τη διέλευση των τεθωρακισμένων και σέρνουν δια της βίας τα πληρώματα έξω από αυτά.

 

Ο Πρόεδρος της Ομοσπονδίας της Ρωσίας, Boris Yeltsin, καταγγέλει το πραξικόπημα σκαρφαλωμένος σε ένα τεθωρακισμένο στον περίβολο του κτηρίου της Ρωσικού Κοινοβουλίου (Λευκός Οίκος).

 

Το πλήθος υψώνει οδοφράγματα μπροστά από τον Λευκό Οίκο, προκειμένου να αποτρέψει πιθανή έφοδο των τεθωρακισμένων.

 

Η μακρά νύκτα της 20ής προς 21η Αυγούστου (επάνω), με τα πρώτα ίχνη ανατροπής της ισορροπίας των πραγμάτων.

21 Αυγούστου 1991: Τα πληρώματα των τεθωρακισμένων αρνούνται να υπακούσουν στις διαταγές.

 

Ο Mikhail Gorbachev επιστρέφει στη Μόσχα με εμφανή τα ίχνη της ταλαιπωρίας.

 

Ο Boris Yeltsin πανηγυρίζει την αποτυχία του πραξικοπήματος από τον εξώστη του Λευκού Οίκου . 

 

Η κηδεία των τριών θυμάτων, που πυροβολήθηκαν από στρατιώτες.

 

26 Αυγούστου 1991: O Boris Yeltsin απαιτεί την αναστολή λειτουργίας του Κομμουνιστικού Κόμματος.

 

25 Δεκεμβρίου 1991: O Mikhail Gorbachev αναγγέλει από την τηλεόραση την παραίτησή του από το αξίωμα του Προέδρου της Σοβιετικής Ένωσης.

 

26 Δεκεμβρίου 1991; Η Ρωσική σημαία κυματίζει στον τρούλο του Κρεμλίνου, θέτοντας επισήμως τέλος σε 74 έτη κομμουνιστικού καθεστώτος

A Very Russian Coup (documentary)

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Νίκος Μισολίδης

 

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο της περιοδικής του έκθεσης «ΕΙΔΩΛΙΟ. Ένας μικρόκοσμος από πηλό» διοργανώνει για τον Οκτώβριο του 2018 διεθνές επιστημονικό συμπόσιο με τίτλο: «Το ειδώλιο στον Βορειοελλαδικό χώρο  από την Προϊστορία έως τους Ρωμαϊκούς Χρόνους»

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο της περιοδικής του έκθεσης «ΕΙΔΩΛΙΟ. Ένας μικρόκοσμος από πηλό» διοργανώνει για τον Οκτώβριο του 2018 διεθνές επιστημονικό συμπόσιο με τίτλο

«Το ειδώλιο στον Βορειοελλαδικό χώρο  από την Προϊστορία έως τους Ρωμαϊκούς Χρόνους»

Σκοπός του συμποσίου είναι η διαχρονική και πολυεπίπεδη προσέγγιση των ειδωλίων, μίας από τις σημαντικότερες και πιο χαρακτηριστικές κατηγορίες αρχαιολογικών ευρημάτων. Στόχος είναι μέσω της παρουσίασης νέων αρχαιολογικών δεδομένων, καθώς και μέσω της συνθετικής επανεξέτασης παλαιότερων ευρημάτων, να συγκεντρωθούν και να συζητηθούν οι κυριότερες πτυχές της έρευνας σχετικά με τα ειδώλια αλλά και να αναδειχθούν οι ανάγκες και οι προοπτικές για το μέλλον.

Έμφαση θα δοθεί στην παρουσίαση αδημοσίευτου υλικού, κατά προτίμηση από καλά χρονολογημένα ανασκαφικά σύνολα, που προέρχεται από τον βορειο-ελλαδικό χώρο και ευρύτερα από τους πολιτισμικούς κύκλους του Βόρειου Αιγαίου.

Προσκαλούμε τους Έλληνες και ξένους συναδέλφους να πλαισιώσουν αυτή την προσπάθεια συμμετέχοντας στο συμπόσιο με πρωτότυπες εργασίες. Τον Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους με τη δεύτερη εγκύκλιο θα ανακοινωθεί η ακριβής ημερομηνία διεξαγωγής του συμποσίου, θα ζητηθεί η αποστολή συμμετοχών και περιλήψεων και θα διευκρινιστούν οργανωτικά ζητήματα.

Σας ευχαριστούμε για τη συνεργασία και σας ευχόμαστε καλό υπόλοιπο καλοκαιριού.

 

Περισσότερες Πληροφορίες : 
Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης
Μ. Ανδρόνικου 6,
Τ.Θ  506 19
T.K  540 13, Θεσσαλονίκη
Τηλ.:2313 310201
Fax : 2310 861306

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΥΡΕΛΟΣ: Με αφορμή την επέτειο της έκρηξης του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. Η ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΛΕΘΡΟ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΥΡΕΛΟΣ

Με αφορμή την επέτειο της έκρηξης

                         του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου                    

Η ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΗ ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΛΕΘΡΟ

 

Αν με την έκρηξή του συμβολίζει το επιστέγασμα της κρίσης της κοινωνίας του 19ου αιώνα, με τον τρόπο, με τον οποίο διεξήχθη, ο Α΄  Παγκόσμιος πόλεμος αποτελεί αναμφίβολα προϊόν του απάνθρωπου 20ού αιώνα. H αναπόφευκτη απελευθέρωση ενέργειας, η οποία επί δεκαετίες ολόκληρες είχε επικίνδυνα συσσωρευθεί, οδήγησε την υφήλιο να διαβεί το κατώφλι μιας νέας εποχής, περνώντας από μια ιστορική πραγματικότητα σε μια άλλη, με τρόπο απίστευτα βίαιο και σπαρακτικό.

Η αλλαγή του αιώνα το έτος 1900 σημαδεύτηκε από θεαματικές μεταβολές στο χώρο της οικονομίας. Οι επιπτώσεις των μεταβολών αυτών στον τομέα των διακρατικών σχέσεων ήταν αναπόφευκτες.

Συγκεκριμένα, γύρω στο 1890 ολοκληρώθηκε μια εικοσαετής περίοδος ύφεσης, με κυρίαρχο γνώρισμα τη συνεχή πτώση των τιμών και την επιβράδυνση της παραγωγής και των συναλλαγών. Η κατάσταση αυτή παραχώρησε τη θέση της σε μια περίοδο ανάκαμψης, στα όρια σχεδόν της ευφορίας, η οποία παρατάθηκε ως το 1914, έτος κήρυξης του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Με ελάχιστα διαλείμματα (1900-1901 και 1907-1908), οι τιμές αυξήθηκαν σταθερά διεγείροντας τη βιομηχανική παραγωγή. Η αναζήτηση πηγών ενέργειας έγινε ολοένα και πιο επιτακτική: άνθρακας αλλά και νέες, αξιοποιήσιμες και πολλά υποσχόμενες πηγές όπως το πετρέλαιο και ο ηλεκτρισμός. Παραδοσιακοί τομείς, όπως η μεταλλουργία και η υφαντουργία, ακολούθησαν σταθερά ανοδική πορεία.  Δίπλα σε αυτούς, άλλοι, πρωτόγνωροι, όπως η ηλεκτροχημική βιομηχανία εκτινάχθηκαν εντυπωσιακά. Ο αντίκτυπος όλων αυτών υπήρξε αισθητός στην Ευρώπη κατά κύριο λόγο αλλά και στην Αμερική. Γύρω στο 1890, οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία έλεγχαν αντίστοιχα το 28% και το 27% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής. Το 1913, βλέπουμε τις ΗΠΑ να διατηρούν τα σκήπτρα (35%), ενώ η Μεγάλη Βρετανία (14%) έχει υπερφαλαγγιστεί από τη Γερμανία (15%). Χώρες με οικονομία κατ εξοχή αγροτική βλέπουμε να εισέρχονται σε διαδικασία εκβιομηχάνισης, άλλες με χαρακτηριστική άνεση (Ιαπωνία), άλλες με δυσκαμψία (Ιταλία, Ρωσία). Γεγονός πάντως είναι ότι αυτή η μέσα σε μια εικοσαετία ευρείας κλίμακας ανακατανομή του πλούτου μετέβαλε ριζικά το βιομηχανικό χάρτη του πλανήτη.

Η ανάπτυξη της γερμανικής βιομηχανίας. Το εργοστάσιο Krupp στην Έσση το 1890

Δίχως να υιοθετήσει ανάλογους ρυθμούς, η αγροτική οικονομία, των προηγμένων κυρίως χωρών, ευνοήθηκε και εκείνη από τις παραπάνω εξελίξεις. Σύγχρονα εργαλεία, χρήση λιπασμάτων και αποτελεσματικότερα αρδευτικά έργα βελτίωσαν αισθητά την απόδοση της γης. Επίσης, η ταχύτατη ανάπτυξη των σιδηροδρόμων και της ναυσιπλοΐας, πέρα από τη μείωση του χρόνου κάλυψης των αποστάσεων, πολλαπλασίασε τις συναλλαγές και προώθησε μια παραγωγή, την οποία βλέπουμε να βρίσκεται σε συνεχή ανοδική πορεία. Οι επιπτώσεις στο χώρο των διακρατικών σχέσεων υπήρξαν άμεσες. Η εγχώρια ζήτηση υπερκαλύφτηκε, με αποτέλεσμα να αναζητούνται νέες αγορές, ικανές να απορροφήσουν τα πλεονάσματα. Πρώτη από όλους η Μεγάλη Βρετανία είχε βρεθεί, από παλιά, αντιμέτωπη με αυτό το πρόβλημα, το οποίο είχε καταφέρει να ξεπεράσει χάρη στην εξαιρετική ποιότητα και τις χαμηλές τιμές των προϊόντων της. Στο γύρισμα του αιώνα όμως, το 1900, η κατάσταση είχε αλλάξει. Κράτη όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, πιο πρόσφατα και επομένως αποτελεσματικότερα εφοδιασμένα από τεχνολογική άποψη, άρχισαν να φαντάζουν ως επικίνδυνοι ανταγωνιστές για την κατάκτηση νέων αγορών.

Άλλο σημείο τριβής ήταν η διασφάλιση και ο έλεγχος των πρώτων υλών, καθώς οι ΗΠΑ ήταν το μοναδικό κράτος σε παγκόσμια κλίμακα που διέθετε αυτάρκεια στο συγκεκριμένο τομέα. Αντίθετα, τα ευρωπαϊκά κράτη ήταν υποχρεωμένα να στραφούν προς αναζήτηση πρώτων υλών και πηγών ενέργειας μακριά από τη Γηραιά Ήπειρο, κάτι που τα ανάγκαζε να ασκούν άμεσο ή έμμεσο έλεγχο πάνω στις περιοχές όπου οι πηγές αυτές εντοπίζονταν. Έως το 1900 υπήρχε ακόμα διαθέσιμος χώρος στην Αφρική, στην Ασία και στην Άπω Ανατολή. Σύντομα όμως τα περιθώρια άρχισαν να στενεύουν, ειδικότερα για κράτη -όπως η Γερμανία- νεοφερμένα και με υπέρμετρες φιλοδοξίες στο χώρο του αποικιακού επεκτατισμού. Κατά συνέπεια, δεν απέμενε παρά η ενεργός συμμετοχή σε διεθνείς κρίσεις ή ακόμη και η δημιουργία τεχνητών εντάσεων με απώτερο σκοπό την απόσπαση εδαφών από των έλεγχο των αντιζήλων κρατών. Τέλος, υπήρχε και η περίπτωση των λεγομένων «Μεγάλων Ασθενών» (Οθωμανική Αυτοκρατορία και Κίνα), κρατών αχανών, σε κατάσταση διοικητικής αποσύνθεσης, ικανών να απορροφήσουν μεγάλο μέρος από τα ευρωπαϊκά πλεονάσματα. Στην περίπτωση αυτή, η προσάρτηση εδαφών και η δημιουργία προτεκτοράτων υποκαθίσταται από ένα διαφορετικό τρόπο παρέμβασης: δανεισμό, επενδύσεις, ανάληψη μεγάλων κατασκευαστικών έργων, εμπορικά προνόμια πάσης φύσεως, εξοπλισμό και εκπαίδευση ενόπλων δυνάμεων κ.ο.κ. Ανεξάρτητα από την προέλευσή τους (κρατική ή ιδιωτική), όλες αυτές οι παρεμβάσεις επηρέαζαν την άσκηση της διπλωματίας πολλαπλασιάζοντας επικίνδυνα τις εστίες έντασης.

 Αποικιακές κτήσεις στην Αφρικανική Ήπειρο. 

Η αλλαγή του αιώνα συνοδεύτηκε, παράλληλα, από μια κάθετη έξαρση του φαινομένου των εθνικισμών. Μέσα στους κόλπους των πολυεθνικών κρατών, οι διάφορες μειονότητες εξέφραζαν ολοένα και πιο δυναμικά τη γλωσσική, θρησκευτική και πολιτισμική τους ιδιαιτερότητα. Η αντίθεσή τους σε κάθε είδους αφομοιωτική πρωτοβουλία εκ μέρους της κεντρικής διοίκησης άρχισε να προσλαμβάνει νέες διαστάσεις.  Συνακόλουθη υπήρξε η αποδυνάμωση των κρατών εκείνων, που περιέκλειαν μειονότητες, οι οποίες διεκδικούσαν την καθιέρωση ειδικού καθεστώτος. Για τη Γερμανία λ.χ. το πρόβλημα εντοπιζόταν στις δυο επαρχίες της Αλσατίας και της Λωρραίνης, που είχαν αποσπαστεί από τη Γαλλία το 1871. Μια αρχική περίοδος ύφεσης, η οποία πιστώνεται στη σχετικά ελαστική στάση των γερμανικών αρχών, που επέτρεψαν και αυτή ακόμη τη λειτουργία τοπικού κοινοβουλίου, διαδέχτηκε η εντυπωσιακή συσπείρωση του πληθυσμού, ο οποίος, το 1913, εξέφρασε απερίφραστα την αντίθεσή του στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών.

Στην τσαρική Ρωσία, ανάλογα φαινόμενα οργανωμένης αντίστασης σε αφομοιωτικές κινήσεις εκδηλώθηκαν γύρω από τη Βαλτική (Πολωνία, Φινλανδία, Βαλτικές χώρες). Όπως και στην περίπτωση της Γερμανίας όμως, το πρόβλημα περιορίστηκε στην περιφέρεια, με αποτέλεσμα οι όποιες παρενέργειες να μην απειλούν ουσιαστικά τη συνοχή των δυο αυτών αυτοκρατοριών.

Εκ διαμέτρου διαφορετική ήταν η περίπτωση της Αυστροουγγαρίας, η οποία διέτρεχε άμεσο κίνδυνο διάσπασης. Το από τη φύση του εξωπραγματικό διαρχικό σύστημα διακυβέρνησης υπονομευόταν από τις διεκδικητικές προθέσεις Τσέχων, Ρουμάνων και Ιταλών, που κατοικούσαν στις παρυφές της αυτοκρατορίας. Εκείνη όμως που προκαλούσε στη Βιέννη οξύτατους περισπασμούς ήταν η κίνηση των Γιουγκοσλάβων, στενά συνδεδεμένη με το φαινόμενο του σερβικού αλυτρωτισμού.

 

Οι εθνότητες εντός της Αυστρο-Ουγγρικής Αυτοκρατορίας.

 

Η έξαρση των εθνικισμών δεν αποτελούσε, ωστόσο, προνόμιο των πολυεθνικών κρατών. Προσέβαλε εξίσου και χώρες με ομοιογενή πληθυσμό με τη μορφή συλλογικής έκφρασης ισχύος, ανωτερότητας και κύρους σε παγκόσμια κλίμακα. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα βλέπουμε να αναδύεται ένας ιδιόρρυθμος βρετανικός εθνικισμός, ο οποίος όφειλε την ύπαρξή του στην οικονομική τότε πρωτοκαθεδρία της Μεγάλης Βρετανίας. Επομένως, δεν ήταν τυχαία η επανεμφάνιση, αργότερα, ανάλογων φαινομένων σε χώρες, οι οποίες είχαν να επιδείξουν εντυπωσιακούς ρυθμούς ανάπτυξης (ΗΠΑ, Γερμανία, Ιαπωνία). Το νέο στοιχείο, τη φορά αυτή, ήταν η ολοένα και μεγαλύτερη πίεση που η κοινή γνώμη ασκούσε ως προς τις επιλογές της εξουσίας, καθώς ο εθνικισμός, στην πιο επιθετική του μορφή έκφρασης, άρχισε να βρίσκει πρόσφορο έδαφος στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, τα οποία ευαισθητοποιούνταν σχετικά με τα διάφορα εθνικά και διεθνή ζητήματα. Ο δε Τύπος της εποχής, για ιδιοτελείς προφανώς σκοπούς -αύξηση της κυκλοφορίας των εφημερίδων και των διαφόρων εντύπων- μετατράπηκε σε κυρίαρχο φορέα ενίσχυσης και διάδοσης των κατά τόπους σοβινιστικών εκδηλώσεων. Οι κυβερνήσεις άρχισαν, επομένως, να υπολογίζουν σοβαρά τις πιθανές αντιδράσεις της κοινής γνώμης. Πρόκειται για ένα γνώρισμα που χαρακτήριζε εξίσου τα κοινοβουλευτικά και τα απολυταρχικά καθεστώτα της εποχής. 

Παραλλαγή των εθνικιστικών εξάρσεων αποτελεί, τέλος, και το φαινόμενο του αλυτρωτισμού. Καλύπτει ένα ευρύ πεδίο: Δυνάμεις ταπεινωμένες στο πρόσφατο παρελθόν με έντονο συναίσθημα αποκατάστασης της νομιμότητας (Γαλλία), κράτη νεοσύστατα, με υπερφίαλες προθέσεις προσχώρησης στην κατηγορία των ισχυρών (Ιταλία), χώρες μικρότερες, με έκδηλες υπαρξιακές ανησυχίες και φιλοδοξίες δυσανάλογες με τις πραγματικές τους δυνατότητες για εθνική ολοκλήρωση (βαλκανικά κράτη). Με το πέρασμα του χρόνου, η εθνικιστική παράμετρος άρχισε να επηρεάζει αποφασιστικά τη διαμόρφωση των διακρατικών σχέσεων, ενισχύοντας παράλληλα τις πάμπολλες πολιτικές και οικονομικές αντιπαραθέσεις, που βρίσκονταν σε εξέλιξη.

Όττο φον Μπίσμαρκ και Γουλιέλμος Β΄

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω, η διολίσθηση προς μια γενικευμένη σύγκρουση ήταν πλέον ζήτημα χρόνου.  Το καλοκαίρι του 1888 ο μόλις 28 ετών Γουλιέλμος Β’  στέφτηκε αυτοκράτορας της Γερμανίας. Με έκδηλη την πρόθεσή του να ασκήσει απερίσπαστος την εξουσία, ήρθε σε κατά μέτωπο αντιπαράθεση με τον καγκελάριο Όττο φον Μπίσμαρκ, εξαναγκάζοντάς τον ουσιαστικά σε υποβολή παραίτησης. Η νέα παγκόσμια πολιτική (Weltpolitik), η οποία άρχισε να σφυρηλατείται, παραγνώριζε τη διασφάλιση της γερμανικής ηγεμονίας στην Ευρώπη προς όφελος της κατάκτησης ξένων αγορών και της εφαρμογής φιλόδοξων αποικιοκρατικών εγχειρημάτων.Η απότομη αυτή εισβολή της Γερμανίας στο πεδίο των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων και ανταγωνισμών επιχειρήθηκε με μεγάλη χρονική καθυστέρηση, εφόσον η «μοιρασιά» του πλανήτη βρισκόταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο. 

Αυτή ακριβώς η αλλαγή πλεύσης της γερμανικής διπλωματίας προσέφερε άθελά της τη δυνατότητα στη Γαλλία να εξέλθει από την απομόνωση, στην οποία επί είκοσι ολόκληρα χρόνια την είχε καταδικάσει η πολιτική του Μπίσμαρκ. Πρώτος κατά σειρά αποδέκτης των γαλλικών βολιδοσκοπήσεων υπήρξε η Ρωσία, με την οποία μεταξύ των ετών 1891 και 1892 υπογράφηκε μια σειρά από σημαντικές διμερείς συμφωνίες. Η θαλασσοκράτειρα Βρετανία, θορυβημένη από τον ξέφρενο ρυθμό, με τον οποίο η Γερμανία είχε επιδοθεί στον τομέα των ναυτικών εξοπλισμών, συνομολόγησε το 1904 με τη Γαλλία τη Συνθήκη της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Entente Cordiale), ενώ το τρίγωνο συμπληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα, το 1907, με την προσέγγιση ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία και τη Ρωσία. Ο συνασπισμός της Τριπλής Συνεννόησης (Triple Entente) είχε γεννηθεί. Η Ιταλία, δίχως να αποστασιοποιηθεί πλήρως από τις συμμάχους της Γερμανία και Αυστροουγγαρία, υποσχέθηκε μυστικά, το 1902, στη Γαλλία τη τήρηση ουδέτερης στάσης σε περίπτωση διεξαγωγής ενός γαλλογερμανικού πολέμου. 

Η παγκοσμίου βεληνεκούς νέα πολιτική του Γουλιέλμου Β΄ ήταν προφανώς αναπόφευκτη. Εξασφάλιζε διέξοδο στο δυναμισμό της οικονομίας ικανοποιώντας, συνάμα, τις φιλοδοξίες και τα όνειρα του γερμανικού λαού και του νεαρού αυτοκράτορα. Ωστόσο, η βιασύνη και η αδεξιότητα, με τις οποίες εφαρμόστηκε στην πράξη, οδήγησαν σε συσπείρωση μεταξύ τους τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές Δυνάμεις, με εξαίρεση την πάντοτε προβληματική και ιδιαίτερα ευάλωτη Αυστροουγγαρία και την αναξιόπιστη, όπως αποδείχτηκε, Ιταλία.

Με το σκηνικό να έχει στηθεί ήδη από το 1907, η Ευρώπη ολόκληρη ζούσε ήδη από τότε επί ποδός πολέμου. Κάθε νέα κρίση ήταν ικανή να προσλάβει διεθνείς διαστάσεις και να εξωθήσει τα πράγματα σε γενικευμένη ανάφλεξη. Κυβερνήσεις, επιτελεία αλλά και η κοινή γνώμη είχαν άλλωστε εξοικειωθεί με την ιδέα πως η επίλυση των διαφόρων εκκρεμοτήτων με δυναμικό τρόπο ήταν απλώς ζήτημα χρόνου. Κάτι τέτοιο μπορούσε κάλλιστα να έχει συμβεί το 1908, με την προσάρτηση των υπό οθωμανικό, τότε, έλεγχο επαρχιών της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία, το 1911 εξαιτίας της κρίσης του Μαρόκου, το 1912-1913 με τη διενέργεια των Βαλκανικών Πολέμων. Συνέβη τελικά το καλοκαίρι του 1914, με αφορμή ένα ελάσσονος, συγκριτικά, σημασίας επεισόδιο: τη δολοφονία στο Σεράγεβο του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου, διαδόχου του αυστριακού θρόνου, από Σέρβο εθνικιστή.

Η δολοφονία στο Σεράγεβο (28 Ιουνίου 1914)

 Τελευταίο αφήσαμε το ερώτημα “Γιατί το 1914;”. Ερώτημα εύλογο, καθώς οι πάντες έδειχναν να αιφνιδιάζονται από την κάθετη έξαρση της έντασης κατά τις εβδομάδες που διαδέχθηκαν τη δολοφονία στην πρωτεύουσα της Βοσνίας. Είναι γεγονός πως η γερμανική βιομηχανική παραγωγή ακολουθούσε φρενήρεις ρυθμούς καθόλη τη διάρκεια της πρώτης δεκαπενταετίας του 20ού αιώνα. Οι δείκτες της πλησίαζαν επικίνδυνα τους αντίστοιχους βρετανικούς, σε ορισμένους δε τομείς, τους είχαν υπερφαλαγγίσει. Το γεγονός αυτό προκάλεσε εύλογη ευφορία στη Γερμανία (ειδικότερα μεταξύ των οπαδών της Παγκόσμιας πολιτικής), ενώ, αντίστροφα, σκόρπισε ρίγη ανησυχίας και ανασφάλειας στις Βρετανικές Νήσους, όπου πολλαπλασιάστηκαν τα γερμανόφοβα αισθήματα ηγεσίας και κοινής γνώμης. Πάραυτα, οι ανησυχίες των επιχειρηματικών κύκλων εκφράζονταν σε μακροπρόθεσμη κλίμακα, καθώς, αν και απειλούμενη, η βρετανική οικονομία δεν κινδύνευε άμεσα από ασφυξία. Άλλωστε, φαινόμενο διόλου συμπτωματικό, κατά τη στιγμή της κορύφωσης της κρίσης του Ιουλίου, το περιβάλλον του City ήταν εκ διαμέτρου αντίθετο με την προοπτική επίλυσης με δυναμικό τρόπο των διαφορών με τη Γερμανία. Κάτι ανάλογο συνέβαινε και στους κόλπους του αντίπαλου στρατοπέδου. Η ικανοποίηση των γερμανικών επιχειρηματικών κύκλων ήταν έκδηλη, βλέποντας την ψαλίδα να κλείνει με ταχείς ρυθμούς. Ωστόσο, το μόνο που μπορούσε να επιφέρει η διενέργεια ενός πολέμου, ήταν η ανακοπή αυτής της ξέφρενης πορείας και τίποτα παραπάνω.

Σε διακρατικό επίπεδο, το σύνολο, σχεδόν, των αποικιακών εκκρεμοτήτων, εστία επικίνδυνων εντάσεων και αντιπαραθέσεων στο παρελθόν, είτε είχε διευθετηθεί οριστικά, είτε περιοριστεί σε σημαντικό βαθμό. Βρετανοί, Γάλλοι και Ρώσοι, δεν είχαν πλέον μεταξύ τους διαφορές αυτού του είδους. Τις είχαν επιλύσει μέσω της συνομολόγησης του Συμφώνου της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Entente Cordiale) το 1904 και του Αγγλορωσικού Συμφώνου τρία χρόνια αργότερα. Η Ιταλία είχε επιτέλους ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες της, με την προσάρτηση της Τριπολίτιδας, της Κυρηναϊκής και των Δωδεκανήσων, λάφυρα της επικράτησής της επί της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά τον ιταλοτουρκικό πόλεμο του 1911-1912. Κυρίως, όμως, οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγνώριζαν το γεγονός της καθυστερημένης εισόδου της Γερμανίας στο αποικιακό στερέωμα. Έχοντας διασφαλίσει τα δικά τους συμφέροντα, δεν αντέδρασαν βλέποντας την τελευταία να δραστηριοποιείται σε χώρες όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Συνεπώς, το καλοκαίρι του 1914, η εποχή, όπου αποικιακής φύσεως ζητήματα κινδύνευαν να προκαλέσουν γενικευμένη ανάφλεξη (π.χ. υποθέσεις του Αφγανιστάν, του Σιάμ ή του νοτίου Σουδάν), φάνταζε, πλέον, ξεπερασμένη. Μια μόνιμη εστία έντασης αποτελούσε, ανέκαθεν, το Ζήτημα των δυο επαρχιών της Αλσατίας και της Λωρραίνης. Ακόμα και στον τομέα αυτό, το 1914 τα πράγματα έδειχναν να βρίσκονται σε ύφεση. Παρά την εκπεφρασμένη αντιπάθεια του ντόπιου πληθυσμού έναντι της γερμανικής διοίκησης, αλλά και τα διαρκώς αυξανόμενα κρούσματα φυγής νέων, σε ηλικία, ατόμων με προορισμό τη Γαλλία, προκειμένου να αποφύγουν τη στρατολόγηση από τις αρχές, η ένταση είχε περιοριστεί αισθητά σε σύγκριση με τις δεκαετίες του 1870 και 1880. Το πάνω χέρι είχαν οι λεγόμενοι “μεταρυθμιστές”, οι οποίοι προσέβλεπαν σε αυξημένη αυτονομία και όχι σε αποτίναξη της γερμανικής διοίκησης.

Συνεπώς, το ερώτημα παραμένει αναπάντητο: ποιά είναι η παράμετρος εκείνη, η οποία, το καλοκαίρι του 1914 οδήγησε την Ευρώπη στον όλεθρο; Επικεντρώνοντας στις τέσσερις εβδομάδες, οι οποίες μεσολάβησαν, μεταξύ της δολοφονίας στο Σεράγεβο και της γενίκευσης του πολέμου η εξήγηση είναι δυνατό να ανιχνευθεί στις πέντε παρακάτω διαπιστώσεις:

  1. Την εντελώς λανθασμένη αίσθηση πως, όπως ένας γενικευμένος πόλεμος είχε αποφευχθεί στο παρελθόν σε παρόμοιες περιπτώσεις, με μεγαλύτερο συγκριτικά, μάλιστα, δείκτη επικινδυνότητας, το ίδιο θα συνέβαινε και τώρα.
  2. Το γεγονός ό,τι, από όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις, η μόνη έτοιμη, στρατιωτικά, προκειμένου να ανταποκριθεί στην πολυτέλεια ενός πολέμου, ήταν η Γερμανία. Μοιραία, επομένως, παρείσφρησε στα ηγετικά κλιμάκια του Βερολίνου, η ιδέα για τη διενέργεια ενός μικρής διάρκειας ελεγχόμενου προληπτικού πολέμου, προτού απωλεσθεί το παραπάνω πλεονέκτημα έναντι των υπολοίπων Δυνάμεων.
  3. Από το ίδιο, ακριβώς, σκεπτικό διαπνέεται και η οπτική της Αυστροουγγαρίας έναντι της Σερβίας: Καταφορά ενός αποφασιστικού κτυπήματος σε βάρος ενός ασθενέστερου αντιπάλου, προτού προλάβει η Ρωσία να προστρέξει σε βοήθεια του τελευταίου.
  4. Οι αγωνιώδεις προσπάθειες διαμεσολάβησης των κρατών του συνασπισμού της Τριπλής Συνεννοήσεως (Μεγ. Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία) προς την κατεύθυνση της διαφύλαξης της ειρήνης, στις άμεσες παραμονές του πολέμου, αξιολογήθηκαν λανθασμένα από το Βερολίνο ως ένδειξη αδυναμίας προσφυγής σε ένοπλη αντιπαράθεση.
  5. Την υποκατάσταση, υπό τις παραπάνω συνθήκες, της πολιτικής ηγεσίας από τη στρατιωτική σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες.

Όλα αυτά, πάντοτε, με την προοπτική ενός περιορισμένου σε διάρκεια πολέμου. Πρώτη παταγώδη διάψευση των εκατέρωθεν εκτιμήσεων αποτελούν οι προβλέψεις ως προς την έκταση της αναμέτρησης. Μέσα σε επτά, μόλις ημέρες (28 Ιουλίου έως 4 Αυγούστου 1914), ο πόλεμος μετεξελίχθηκε από διμερή αυστρο-σερβικό σε γενικευμένο ευρωπαϊκό. Ο τρόπος, με τον οποίο τέθηκε σε λειτουργία ο μηχανισμός του ολέθρου επαληθεύει τη θεωρία του «ντόμινο» προτού αυτή κάνει την εμφάνισή της: στις 28 Ιουλίου 1914, η Αυστροουγγαρία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Σερβίας. Τρεις μέρες αργότερα, η Ρωσία, φυσικός προστάτης της Σερβίας, προέβη σε γενική επιστράτευση. Γερμανία και Γαλλία τη μιμήθηκαν την 1η Αυγούστου. Την επομένη, η κυβέρνηση του Βερολίνου κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ρωσίας, ζητώντας ταυτόχρονα από το Βέλγιο να επιτρέψει τη διέλευση του γερμανικού στρατού από το έδαφός του. Στις 3 Αυγούστου, κήρυξε τον πόλεμο και κατά της Γαλλίας. Η Ιταλία επέλεξε την τήρηση ουδέτερης στάσης, ενώ η Μεγάλη Βρετανία παρενέβη τελικά στις 4 Αυγούστου και μόνο αφότου τα γερμανικά στρατεύματα, επιχειρώντας ελιγμό προκειμένου να πλήξουν τα βόρεια γεωγραφικά διαμερίσματα της Γαλλίας, παραβίασαν την ουδετερότητα του Βελγίου.

Η ενεργοποίηση του μηχανισμού του ολέθρου (28 Ιουνίου-4 Αυγούστου 1914).

 

Μια δεύτερη παταγώδη διάψευση των εκτιμήσεων αποτελούν οι προβλέψεις ως προς τη χρονική διάρκεια του πολέμου. Οι πάντες ήταν πεπεισμένοι πως οι εχθροπραξίες δεν θα ξεπερνούσαν το όριο μερικών, μόνο, μηνών. Έτσι εξηγείται, άλλωστε, και η σχετική ευκολία, με την οποία οι διάφορες κυβερνήσεις παρασύρθηκαν σε τόσο ακραίες επιλογές. Κανένας δεν φανταζόταν πως ο πόλεμος θα διαρκούσε, τελικά, 52 ολόκληρους μήνες, βυθίζοντας την ανθρωπότητα σύσσωμη σε μια άνευ προηγουμένου συλλογική δοκιμασία.

Η εκατόμβη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας  στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

 

Apocalypse World War 1

 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

– J. Droz, Les causes de la Première Guerre mondiale. Essai d’ historiographie, Παρίσι, 1973

– P. Miquel, La Grande Guerre, Παρίσι, 1983

– R. Poidevin, Les origines de la Première Guerre mondiale, Παρίσι, 1985

– A. Pribam, England and the international policy of the Great European Powers, 1871-1914, Οξφόρδη, 1931

– P. Renouvin, Histoire des relations internationales, Τόμος ΣΤ΄, Le XIXe siècle. L’ apogée de l’ Europe, 1871-1914, Παρίσι, 1955

Sir Hew Strachan: Με αφορμή την επέτειο της έκρηξης του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου. «Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος εξακολουθεί να παράγει αντιθέσεις ανάμεσα στα κράτη. Αντίθετα, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είναι ένας πόλεμος δικαιοσύνης»

Sir Hew Strachan

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος εξακολουθεί

να παράγει αντιθέσεις ανάμεσα στα κράτη.

Αντίθετα, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος

είναι ένας πόλεμος δικαιοσύνης

afisa.gr_

 

Sir Hew Strachan, I would like to ask you about the meaning of the centenary of WW1

That’s a big question. I think there are two meanings in what we are doing here, what we celebrate.  The first one is the remembrance because actually very few of us have any remembrance, except possibly in my generation for some people, but in your generation you don’t remember anything about the war. So what are we doing? We are remembering on how to remember, which can be achieved with patterns of collaboration. The British are very fortunate because they did not have the levels of disruption like the rest of Europe. For Britain it was easy to fall into a pattern of remembrance because of their history. For other countries, this is very different. And of course what the war means to the Balkans is very different and there are others, like the Austro-Hungarians in whom the sense of victory and independence is particularly important. Their foundations, fast forward a century, were made upon the collapse of the Austro-Hungarian Empire.  The other aspect which is much more international, this is a war which is so complicated, so different in many ways that the people could not expect it to be. The actions are a much more instructive tool and the war is viewed in different angles. On the contrary, the Second World war, for example about the USA, is the war of justice, the right war to fight and many other countries have adopted that idea and gave the necessary justification for that point of view. The First World War causes deep controversy between countries, it is extraordinarily difficult to bring to an end what has began.  Despite having losses, the numbers continued to grow, especially in 1915-1917, and then the peace settlement which begun so optimistically, also did not work. This war is a really interesting one, especially for students in international studies to explore because it shows how complicated some issues are and how often the decision to engage to war is one for the lesser or the greater evil.

Do you believe that the First World War gave birth to new fields of science, like international affairs and political science?

 Firstly, the First World War did that. The shock of the war was sufficiently great. In the late nineteenth century to the early twentieth, war is mostly studied only by professional soldiers, like Clemenceau, the Prime Minister of France who had said that “matters of war should be left to the generals”. Absolutely international affairs rowed out from this war. So, it’s really an attempt to establish international organizations and the League of the United Nations is an attempt of this procedure. And that’s how the meaning of ‘international war’ grew, especially after 1918. In political sciences, as also in other part of human sciences have been enhanced by the war. For instance, some other sectors of science have been improved by the war such as engineering, aviation and of course war industry.  In fact, some of those practices today that are applied in Afghanistan and Syria in areas of combat, have their origins here in First World War.

The last few years, some historians strongly believe that we have to review the history of World War One. To my mind, the latest book of Mr. Christopher Clarke under the title “Sleepwalkers” constitutes an excellent example of this new trend in historiography.  What is your opinion about this revisionist trend?

 Let’s see the things generally; revisionism is in the nature of history. Each generation of historians revises the judgements of the previous generation or is in need of this revision. And in many aspects what Clark is doing in the “Sleepwalkers”, was taking us back to the 1930’s where Germany in contrast to the 1920’s was not the only guilty party. In 1930’s the prevailing theory was that the First World War was a collective failure of international affairs. For many historians, Clark is obviously revising the motion of “German guilt” and this is something which has been tackled in the last 25 years. Also, some others historians argue that we have to see what happened to the other Europeans capitals.  For example, I support the idea in which there is a need of information about what happened in Vienna. To my mind, and documents also showed that Austria wanted a limited war with Serbia, not an extended war with Russia. The reason was quite simple, that Austro-Hungarians knew that they could not win that war. If you observe Conrad’s mobilization, you may see that he was preparing for a war against Serbia and at the same time was giving time to Germany to keep Russia neutral. Of course, we are speaking of an extraordinary miscalculation. Clark supports the idea which is based on a logical assumption, that Russia wanted the war more than Germany and more than France. Christopher Clark subscribes to this argument going as far as saying that the Russian Empire desperately needed to control Constantinople and the Straits and they went to war in order to do that. But, I don’t see direct evidence of that at all. You need to distinguish between the positions of the states before the war started and after it broke up. Actually, the challenge here is that we have no significant new evidence to produce further results, so there are just theories. Cristofer Clark had not given new evidence, so as I said those theories are just that and the conversation about that stops here.

Allow me a supplementary question, Christopher Clark in his book supports that today’s situation globally is similar to the situation in which Europe was in 1914. What is your opinion?

I think that all the stories move upon the parallels but history itself is not repeated. History gives you the benefits of experience and of course gives you judgement. If I see similarities between today and 1914, I do. But this is because as in 1914, today there are many factors in international play. There are so many moving parts which are so difficult to control. Albertini in the 1940’s said about the origins of the WW1, that there was no Bismark, a strong statesman to take control of this crisis. He supported that the diplomats on July 1914 were pygmies.  To my mind, we are in a similar situation. In previous decades, we had an international order which was based on two pillars and a collective responsibility through the United Nations. But now, the UN are not functioning well and the American supremacy is in question and the US itself wants to keep a distance from Europe and Middle East. So, this situation creates a very complicated environment. Now, if we want to see the parallel with 1914, I think that we have to focus on the capacity of small actions to engineer a crisis between major factors of the international system. Today, we have some regions, some small actions – crises like South China Sea. So do China and US has to challenge each other? I believe that they can possibly do that. But the factor which is much more significant is who has the capacity to manipulate the US and its strength   to engineer a crisis like in 1914.  Take Syria, for example, how many actors participate in the crisis each of them stronger than the Syrian state. So Syria has the capacity to generate an international crisis To sum up, what the WW1 offers us today, is exactly the experience of a similar international environment. The value of history is exactly in this point.

What was the position of the Salonika front at World War One? Specifically, I would like to ask you about its importance for the outcome of the Great War?

The very nature of a World War and especially of the First World War is that everything matters, each one interacts with everything else. There is also the matter of the ‘bad questions’ which many times we ask ourselves. So the bad question would be: “Is Salonika the decisive theatre for the end of the War?” The answer is no it’s not, but that is as bad as the question “Is the Eastern front decisive for the end of the War?”  But I would say it’s both of them. Both the Western Front and Salonica Front had determined the course of war. Let’s think about Germany. Germany was in the Centre of Europe, Germany had to deal with the east and west, the north and south. What happened to the South East is equally important to what happened to the North West. Salonika is not irrelevant since there is a sequence of armies coming in and particularly in 1918 the Germans are where still trying to open up in Asia, through the Ottoman Empire in order to get close to the oil in Baku. They wanted to change the war and to take it to Britain’s colonies like India. All that going on in August 1918 is extraordinary. But as a result of all these events and expectations, war lost dramatically what unity it had. The Germans expectations in summer of 1918 in the East were falling apart due to the events of the Salonika Front.

To conclude, our last question Sir Hew. What is the position of Salonika front in the international historiography?

Well, Salonika’s front has been massively neglected and I think that’s partly a linguistic question. The main reason in my point of view is that in order to treat well the history of Salonika Front, you have to be in command of several languages.  Even if you see it from the part of the Ottoman Empire you need to know  Greek, Italian, French and English. Thus, when you try to view it from the side of Austria, Bulgaria and Serbia, there is the other problem because all the sides have a strong interest for this Front. So to do it properly, you need to know all these languages and this is something extremely difficult for one person accomplice.  The other reason is how the science itself does encourage those particularly who are outside of Balkans to understand the history of this forgotten part of the First World War. So, some important aspects of the war are neglected and this absence has created a gap in historiography. To conclude, the final reason is that also the Greek historians are in difficulty to approach the history of the War.  We have to consider that the First World War occupied a very complicated position in Greece’s history mainly due to the situation between King Konstantine and Venizelos. Moreover, the war didn’t end for Greece in 1918 like the other countries. It ended in 1922. This is actually a very small episode for Greece in a war which began in 1912. Greece was in war for more than a decade, so was the Ottoman Empire as well and they were neighbors.

strachan
Ο μεγαλύτερος, ίσως, εν ζωή ιστορικός, ειδικός για την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Σήμερα είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο St. Andrews της Σκωτίας. Στο παρελθόν δίδαξε επί σειρά ετών στο Κολέγιο All Souls του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

 

 

 

H συνέντευξη παραχωρήθηκε στον Νίκο Μισολίδη και τον Κώστα Γιαννακόπουλο, μέλη της συντακτικής ομάδας της Clio Turbata στο περιθώριο του Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου » Το θέατρο επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου», το οποίο έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη, 22 – 24 Οκτωβρίου 2015 – http://www.hist.auth.gr/el/macedonianfrontconference 

 

Αντώνης Κλάψης: Η Συνθήκη της Λωζάννης είναι αντίστροφη πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας

Αντώνης Κλάψης

Η Συνθήκη της Λωζάννης είναι αντίστροφη πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας

 

 

Πως προσέλαβε η ελληνική κοινωνία, τόσο ο λαός, όσο και ο πολιτικός κόσμος τη Συνθήκη της Λωζάννης(1923);

Η διαπραγμάτευση της Λωζάννης προέκυψε μετά από μια μεγάλη ελληνική ήττα στη Μικρά Ασία, η οποία συναρτάται με την εκδίωξη ενός τεράστιου αριθμού Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης. Έτσι πάνω από 1.000.000 άνθρωποι ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα. Κάποιοι εκδιωγμένοι άμεσα λόγω της Καταστροφής, κάποιοι αργότερα λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών.

Ο διακανονισμός της Λωζάννης έχει δυο σκέλη:

Το πρώτο σκέλος είναι η Σύμβαση περί Ανταλλαγής Πληθυσμών, που υπογράφεται πρώτη κατά σειρά στις 30 Ιανουαρίου του 1923, και το δεύτερο η Συνθήκη Ειρήνης, η οποία υπογράφεται στις 24 Ιουλίου 1923, άρα υπάρχει μια εξάμηνη διαφορά ανάμεσα στα δύο σκέλη. Ως προς το πρώτο, βασικοί ενδιαφερόμενοι ήταν όσοι είχαν καταστεί πρόσφυγες και οι ανταλλάξιμοι. Αλλά, στην Ελλάδα είχαν εισρεύσει ούτως ή άλλως μερικές εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και η επικείμενη υπογραφή προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις στους κόλπους των προσφύγων. Ο Βενιζέλος, που ηγείτο της ελληνικής αντιπροσωπείας κατά τις εργασίες της Συνδιάσκεψης, λάμβανε επιστολές και ψηφίσματα από προσφυγικούς συλλόγους και οργανώσεις που του ζητούσαν να μην υπογράψει τη Σύμβαση Ανταλλαγής και να ζητήσει την επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους. Κάτι τέτοιο προφανώς δεν έγινε, διότι απλούστατα ήταν πρακτικά αδύνατο να γίνει. Η Σύμβαση τοποθετούσε ταφόπλακα στην προοπτική της επιστροφής των προσφύγων στον τόπο τους και άνοιγε την πόρτα για την μετακίνηση μερικών εκατοντάδων χιλιάδων ακόμη ανθρώπων. Σημειωτέον, κατ’ εφαρμογή της Σύμβασης μετακινήθηκαν ακόμη 180 χιλιάδες Έλληνες από το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, πιο συγκεκριμένα από περιοχές που δεν είχαν ενταχθεί στη ζώνη των πολεμικών επιχειρήσεων.

Το ξενοδοχείο Beau Rivage, όπου διεξήχθησαν οι εργασίες της Συνδιάσκεψης.

Οι πρόσφυγες εξέλαβαν τη Σύμβαση περί Ανταλλαγής ως πραγματική κατάρα. Στο εσωτερικό της χώρας όμως η Σύμβαση αυτή αφορούσε και ένα ακόμη κομμάτι Ελλήνων υπηκόων, που πέρα από το αν είχαν ελληνική εθνική συνείδηση κατοικούσαν στην Ελλάδα. Περίπου, 350.000 Έλληνες μουσουλμάνοι θα υπάγονταν στην Ανταλλαγή και προφανώς και αυτοί δεν είδαν θετικά την προοπτική εφαρμογής της Σύμβασης, και προσπάθησαν να πείσουν τις ελληνικές αρχές να μην την υπογράψουν. Υπάρχουν περιπτώσεις μουσουλμάνων που προσπάθησαν να πείσουν τις αρχές να τους εξαιρέσουν της Ανταλλαγής ή και άλλοι που θέλησαν να βαπτιστούν χριστιανοί προκειμένου να μην εγκαταλείψουν την ελληνική επικράτεια. Όπως γνωρίζετε, ούτε και αυτό κατέστη δυνατόν.

Στο δεύτερο σκέλος τώρα, τη Συνθήκη του Ιουλίου, αυτή αφ’ ενός έβαζε τέλος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο, αλλά παράλληλα ήταν και ταφόπλακα της Μεγάλης Ιδέας. Ωστόσο, η υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης έγινε δεκτή, εν πολλοίς με ανακούφιση, από μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης, γιατί χάρη σε αυτήν, έκλεινε μια μεγάλη εκκρεμότητα, με έναν μάλλον έντιμο τρόπο.  Οι Έλληνες πολύ γρήγορα συμβιβάστηκαν με την ιδέα της ήττας, και την ιδέα του τέλους της Μεγάλης Ιδέας, παρόλο που γενεές επί γενεών είχαν γαλουχηθεί με αυτό το όραμα. Βέβαια, υπήρξαν κάποιοι που είδαν τη Συνθήκη σχεδόν ως προδοσία, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Θεόδωρο Πάγκαλο. Ενός επιφανούς στελέχους της ‘’Επαναστατικής’’ κυβέρνησης που είχε προκύψει από το κίνημα του στρατού και του στόλου, ο οποίος χαρακτήρισε την Συνθήκη, «Ανταλκίδειο Ειρήνη». Ο Πάγκαλος ήταν και ο μόνος ο οποίος και στην συνέχεια υπήρξε ο κύριος εκφραστής της ιδέας της αναβίωσης της Μεγάλης Ιδέας. Όταν επέβαλε την δικτατορία του προσπάθησε να ανατρέψει την συνθήκη της Λωζάννης, αλλά βέβαια απέτυχε.

Αν θεωρήσουμε λοιπόν πως η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν ο θάνατος της Μεγάλης Ιδέας, τότε  η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης υπήρξε η ληξιαρχική πράξη θανάτου της. Μετά τη Συνθήκη Ειρήνης η Ελλάδα έκανε μια μεγάλη στροφή στην εξωτερική της πολιτική. Μέχρι το 1923 ήταν μια χώρα αναθεωρητική, που επιθυμούσε μεταβολή των συνόρων με την λογική της επέκτασης, ενώ από εκείνο το σημείο και μετά μετεξελίχθηκε σε μια χώρα υπέρμαχο του status quo, και της διατήρησης των κεκτημένων. Η Ελλάδα ασφαλώς είχε εδαφικές διεκδικήσεις- Δωδεκάνησα, Κύπρος  Β.Ήπειρος- αλλά αυτές ήταν οριακές, με πολύ συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς, και δεν τις προέβαλε άμεσα μετά την Συνθήκη. Τέτοιου είδους διεκδικήσεις θα τις επανάφερε μόνο μετά από ένα καταλυτικό γεγονός, τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, που επέφερε μια ανακατανομή εδαφών.

Άρα η Συνθήκη της Λωζάννης είναι μια τομή στην ελληνική ιστορία, τόσο σε ότι αφορά την εσωτερική όσο και στην εξωτερική πολιτική. Άλλαξε τον προσανατολισμό ενός ολόκληρου έθνους. Από μια αντεστραμμένη άποψη η Συνθήκη της Λωζάννης είναι αντίστροφη πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας. Δεν είναι το κράτος πλέον που μεγαλώνει και επεκτείνεται για να συμπεριλάβει το έθνος, αλλά συρρικνώνεται το έθνος, ώστε να ταυτιστεί με το κράτος.

Μουσουλμάνοι ανταλλάξιμοι αποβιβάζονται στη Σμύρνη.        

 

 Πως ρύθμισε το καθεστώς των μουσουλμάνων της Δ.Θράκης και των ελληνορθόδοξων της Πόλης το Σύμφωνο του ’30;

Με βάση τη Σύμβαση περί Ανταλλαγής των Πληθυσμών του Ιανουαρίου 1923 επιβλήθηκε υποχρεωτική ανταλλαγή μεταξύ όλων των ελληνορθοδόξων υπηκόων της Τουρκίας και των Ελλήνων υπηκόων μουσουλμάνων στο θρήσκευμα. Μάλιστα, πέρα από τον υποχρεωτικό χαρακτήρα, η ισχύς της ήταν και αναδρομική, με χρονική αφετηρία τον Οκτώβριο του 1912. Έτσι αθροιστικά ο πληθυσμός που κάλυπτε η Σύμβαση έφτανε τα 2.000.000 ανθρώπους. Όμως υπήρχαν δυο μεγάλες εξαιρέσεις. Οι Έλληνες ορθόδοξοι της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Στην πράξη, τα δύο μεγέθη περίπου εξισώθηκαν, και κάπου 100 με 120 χιλιάδες άνθρωποι εξαιρέθηκαν από την κάθε πλευρά. Παράλληλα, η Συνθήκη Ειρήνης περιέγραφε τα μειονοτικά τους δικαιώματα. Το καθεστώς που επιβλήθηκε στους πληθυσμούς ήταν ένας καθεστώς εξαίρεσης από την διαδικασία της Ανταλλαγής, και διαφύλαξης των μειονοτικών, θρησκευτικών και εκπαιδευτικών κυρίως, δικαιωμάτων. Ωστόσο, οι δύο πληθυσμοί ήταν διαφορετικοί, παρά την ομοιότητα μεγέθους. Οι Έλληνες ορθόδοξοι της Πόλης ήταν κατά βάσιν αστικός πληθυσμός και ασχολιόνταν με τον δευτερογενή και τριτογενή τομέα της οικονομίας, ενώ οι μουσουλμάνοι της Θράκης ήταν σχεδόν αμιγώς αγροτικός, με ενασχόληση με τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα. Η μειονότητα της Κωνσταντινούπολης είχε και μια άλλη ιδιαιτερότητα. Συνδεόταν άμεσα με την εκεί παρουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και αυτός ήταν ένας θεμελιώδης λόγος, για τον οποίο η Ελλάδα επιδίωξε την παραμονή της μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη. Για την παραμονή της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη πίεσε πάρα πολύ η τουρκική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη, που αρχικά ζητούσε δημοψήφισμα για την περιοχή. Με δεδομένο ότι εκεί ο μουσουλμανικός πληθυσμός αποτελούσε πλειοψηφία, θεωρείτο ότι θα επέλεγε την προσχώρηση στην Τουρκία. Βέβαια, αυτό το αίτημα απορρίφθηκε και από τους Έλληνες αλλά και οι υπόλοιπες αντιπροσωπείες. Υπήρχε ακόμη ένας μειονοτικός ελληνικός πληθυσμός, αυτός της Ίμβρου και της Τενέδου, που υπαγόταν σε διαφορετικό καθεστώς από εκείνο των Ελλήνων της Πόλης, με πολύ ευρύτερα μειονοτικά δικαιώματα, δηλαδή καθεστώς ευρύτατης τοπικής αυτονομίας. Μάλιστα τόσο ευρείας που ακόμη και οι δυνάμεις της χωροφυλακής θα έπρεπε να στρατολογούνται από τον ντόπιο πληθυσμό. Βέβαια, ουδέποτε εφαρμόστηκε αυτό το καθεστώς από την πλευρά του τουρκικού κράτους.

Η Σύμβαση περί Ανταλλαγής προέβλεπε συγκεκριμένη διαδικασία, ως προς την διαπίστωση του ποιος θα εξαιρείτο από την ανταλλαγή και ποιος όχι. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια μικτή επιτροπή, από 3 ουδέτερους, 4 Έλληνες και 4 Τούρκους, αργότερα όμως οι Έλληνες και οι Τούρκοι μειώθηκαν σε 2, και έτσι από 11μελής έγινε 7μελής. Μια από τις αρμοδιότητες ήταν η έκδοση των πιστοποιητικών μη ανταλλαξιμότητας. Αυτή η διαδικασία δεν ήταν απλή. Για παράδειγμα η τουρκική αντιπροσωπεία προσπάθησε να εισαγάγει έναν ορισμό για το ποιος μπορεί να θεωρηθεί κάτοικος της Κωνσταντινούπολης. Προϋπόθεση ήταν να προσκομίσει ένα πιστοποιητικό από τον δήμο της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου να αποδείξει ότι είναι κάτοικος της Κωνσταντινούπολης και να αποκτήσει πιστοποιητικό μη ανταλλαξιμότητας. Όμως αυτό ήταν ένας ελιγμός της τουρκικής πλευράς, καθώς μέχρι το 1923 οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης δεν συνήθιζαν να γράφονται στα δημοτολόγια, αλλά στα μητρώα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Κατά συνέπεια ένας τεράστιος αριθμός των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, σχεδόν το 1/4 , ίσως και το 1/3, δεν ήταν Τούρκοι υπήκοοι, αλλά Έλληνες υπήκοοι και κατοικούσαν στην Πόλη ως αλλοδαποί, επομένως έπρεπε να απελαθούν. Πέραν αυτού υπήρχε και ακόμη μια κατηγορία. Κάπου 30.000-40.000 Έλληνες εγκατέλειψαν άρον -άρον την Κωνσταντινούπολη, μετά τη λήξη του διασυμμαχικού ελέγχου και την επικείμενη είσοδο του τουρκικού στρατού, φοβούμενοι την επανάληψη των εκτρόπων της Σμύρνης. Αυτοί έφυγαν με διάφορα ταξιδιωτικά έγγραφα, άλλος με ελληνικό διαβατήριο, άλλος με οθωμανικό, άλλος με κάποιο συμμαχικό, άλλος και χωρίς. Σε όλους αυτούς, οι τουρκικές αρχές απαγόρεψαν την επάνοδο τους και τους χαρακτήρισαν φυγάδες, δημεύοντας τις περιουσίες του. Έτσι, προέκυψε ένα μεγάλο ζήτημα, για το αν θα επέστρεφαν ή όχι.

Αντίθετα, οι μουσουλμάνοι της Δ. Θράκης ήταν όλοι Έλληνες υπήκοοι. Από νομικής απόψεως είχαν ότι δικαίωμα είχε και ο κάθε Έλληνας υπήκοος. Αυτή η διαφορά ήταν εξαιρετικά σημαντική. Υπήρξαν μακρές διαπραγματεύσεις για να λύσουν τα αυτού του είδους τα προβλήματα· δηλαδή ποιοι θα θεωρούνταν ανταλλάξιμοι και ποιοι όχι, το καθεστώς όλων αυτών και η θέση τους. Ως  κατάληξη των διαπραγματεύσεων αυτών θεωρείται η υπογραφή του περιώνυμου Οικονομικού Συμφώνου της 10ης Ιουνίου του 1930. Το αντικείμενο των διαπραγματεύσεων από το ’24 έως το ’30 μπορεί να καθοριστεί σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Πρώτον οι περιουσίες των ανταλλάξιμων· πως θα υπολογιστούν, κλπ. Και δεύτερον τα μειονοτικά ζητήματα· ποιοι φεύγουν, ποιοι μένουν κλπ.

Όσον αφορά τις περιουσίες η Σύμβαση της Λωζάννης προέβλεπε ότι οι περιουσίες των ανταλλάξιμων θα περιέρχονταν στην κυριότητα του κράτους αναχώρησης, ενώ στη συνέχεια η κάθε πλευρά θα υπολόγιζε την αξία των περιουσιών, ώστε τελικά να καταβληθεί η διαφορά  στην κυβέρνηση που τη δικαιούνταν. Αυτή ακριβώς η εκτίμηση της αξίας των περιουσιών των ανταλλαξίμων συγκροτούσε την αποστολή της μικτής επιτροπής. Αν και το παραπάνω ακούγεται ωραίο και εύκολο ήταν στη πραγματικότητα απίστευτα δύσκολο. Κατ’ αρχάς δημιουργήθηκε στην ελληνική πλευρά, στον προσφυγικό κόσμο, μια αυταπάτη, η οποία καλλιεργήθηκε και από του λεγόμενους προσφυγοπατέρες, ότι  δηλαδή θα αποζημιώνονταν στο ακέραιο για την περιουσία τους. Όμως, κάτι τέτοιο δεν προέβλεπε η Συνθήκη. Η οποία ουσιαστικά έλεγε ότι θα λάβουν περιουσία  ίσης αξίας με αυτές που είχαν εγκαταλείψει στη γενέτειρά τους. Βέβαια, και αυτή η αποζημίωση, αν διαβάσει κανείς με προσοχή τις σχετικές διατάξεις, θα δίνονταν κατ’ αρχήν, in principle, άρα συνέτρεχε κίνδυνος να μη δοθεί. 

Ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα αποδείχθηκε η διαδικασία εκτίμησης, καθώς οι διασταυρώσεις στοιχείων και πληροφοριών απέδειξαν ότι πολλές εκτιμήσεις των ανταλλάξιμων ήταν υπερβολικές, αφού πρακτικά ο καθένας δήλωνε ότι ήθελε. Ζήτημα επίσης αποτελούσε και η τιμή με την οποία θα γίνονταν ο υπολογισμός. Η τιμή δηλαδή θα υπολογίζοντα βάσει της αξίας που είχε η περιουσία όταν εγκαταλείφθηκε, ή βάσει της αξίας που είχε τον καιρό υπογραφής της συμφωνίας. Ακόμα και σε πιο απλά ζητήματα υπήρχαν διαφορές. Όπως, τι θεωρούταν κινητή και τι ακίνητη περιουσία. Το ζήτημα αυτό τέθηκε κατ’ επανάληψη στην μικτή επιτροπή. Για παράδειγμα, οι μη συναποκομισθείσες σοδειές, και διάφορα άλλα. Όλα αυτά τα θέματα καθιστούσαν πρακτικά αδύνατη την εκτίμηση. Επιπλέον, με τον καιρό αποδείχθηκε ότι ήταν αυταπάτη η αντίληψη της ελληνικής πλευράς ότι οι ελληνικές περιουσίες θα είχαν μεγαλύτερη αξία από τις τουρκικές, διότι οι ελληνικές περιουσίες ήταν κατά κύριο λόγο κινητές, ενώ οι αντίστοιχες μουσουλμανικές ήταν ακίνητες περιουσίες, χωράφια, άρα εύκολο να αποδειχθούν. Τα ζητήματα αυτά διευθετήθηκαν με το Οικονομικό Σύμφωνο του 1930, με τη λογική του Γόρδιου Δεσμού. Ότι δεν λύνεται, κόβεται. Πρόκειται για την αρχή του αποσβεστικού συμψηφισμού της αξίας των περιουσιών. Με βάση τις διατάξεις του Συμφώνου του Ιουνίου 1930 προσδιορίζεται κατά έναν τρόπο καταπληκτικό και εντελώς αυθαίρετο πως οι δύο περιουσίες εκτιμήθηκαν και βρέθηκαν ισόποσες. Με άλλα λόγια, η ελληνική πλευρά αποποιήθηκε την είσπραξη της διαφοράς, η οποία θα προέκυπτε από την εκτίμηση της αξίας των περιουσιών, δικαίωμα που της παρείχε η Σύμβαση περί Ανταλλαγής του 1923. Πρόκειται για μια θυσία στο βωμό της ελληνοτουρκικής φιλίας. Αν κάποιος διαβάσει πιο προσεκτικά θα παρατηρήσει πως η Ελλάδα πλήρωσε επιπλέον περί τις 440 χιλιάδες αγγλικές λίρες, προς αποζημίωση κάποιων Ελλήνων ή Τούρκων υπηκόων. Η ίδια λογική ίσχυσε και για τους ανταλλάξιμους. Έτσι, όποιος ήταν στο τόπο του, την ημέρα της υπογραφής, έμενε, χωρίς να χρειαστεί να προσκομίσει κάποιο έγγραφο μη ανταλλαξιμότητος. Όποιος, δεν ήταν, κακώς δεν ήταν, γιατί δεν μπορούσε να επιστρέψει πια. Με τον τρόπο αυτό διευθετήθηκαν τα εκκρεμή ζητήματα.

 

Πάνω σε ποιους άξονες στηρίχθηκε η ελληνική εξωτερική πολιτική μετά τη Λωζάννη;

Όπως ανέφερα νωρίτερα, η Συνθήκη της Λωζάννης ήταν η ταφόπλακα της Μεγάλης Ιδέας. Αυτό έγινε δεκτό από το σύνολο του ελληνικού κόσμου. Είναι αξιοθαύμαστο αν το μελετήσει κανείς πως η ελληνική εξωτερική πολιτική, όσο απίστευτο και αν φαίνεται, έχει μεγάλη σταθερότητα και δεν επηρεάζεται από την αλλαγή των κυβερνήσεων, πράγμα, που ίσχυε και στον Μεσοπόλεμο, και ισχύει σε μεγάλο βαθμό μέχρι και σήμερα. Οι ελληνικές πολιτικές δυνάμεις του Μεσοπολέμου δέχτηκαν αμέσως τη συνθήκη της Λωζάννης ως οριστική και προσαρμόστηκαν σε μια εξωτερική πολιτική διατήρησης των κεκτημένων. Πλέον οι άξονες ήταν η διατήρηση του status quo και η ασφάλεια, ενώ ο φόβος δεν ήταν πλέον η Τουρκία, αλλά η Βουλγαρία, και ίσως δευτερευόντως η Γιουγκοσλαβία. Η ελληνική εξωτερική πολιτική ήθελε να δημιουργήσει ένα διπλωματικό αντίβαρο στο βουλγαρικό αναθεωρητισμό και επεκτατισμό, που δεν δεχόταν την απώλεια της Δυτικής Θράκης, και ήθελε έξοδο στο Αιγαίο. Επιπλέον, η Ελλάδα στόχευε στη βελτίωση των σχέσεων της με Τουρκία και Γιουγκοσλαβία, κυρίως και δευτερευόντως, με Αλβανία και Βουλγαρία. Τρίτον, η βελτίωση των σχέσεων με την Ιταλία, λόγω της εγγύτητας αλλά και της ισχύος της. Και ταυτόχρονα, η Ελλάδα επιδίωκε να μείνει εκτός της συμμετοχής στους νέους υπό εκκόλαψη ευρωπαϊκούς διεθνείς συνασπισμούς, ώστε να εξασφαλίσει την ουδετερότητα της σε έναν ίσως επικείμενο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η εμπειρία του Α΄Π.Π ήταν πολύ τραυματική και αφού προοπτική σημαντικής εδαφικής επέκτασης δεν υπήρχε, πλέον, η Ελλάδα κατά συνέπεια δεν στόχευε στην εμπλοκή σε ένα νέο πόλεμο.

Τα πρώτα χρόνια μετά τη Λωζάννη η Ελλάδα αντιμετώπιζε ένα αντικειμενικό πρόβλημα, ήταν διεθνώς απομονωμένη. Παράλληλα αντιμετώπιζε και εσωτερικά ζητήματα. Πρώτο και κύριο ήταν το ότι έπρεπε να στεγάσει και να αποκαταστήσει ένα εκατομμύριο πρόσφυγες. Κατά συνέπεια η εσωτερική πολιτική ήταν μια προτεραιότητα, ειδικά με την αναμόχλευση των παθών του διχασμού στον Μεσοπόλεμο, η πολιτική όξυνση έχει μεγαλώσει, έτσι το 1924 έχουμε την κατάργηση της μοναρχίας. Ένα χρόνο αργότερα, το καλοκαίρι το 1925 θα προκύψει και μια ακόμη εσωτερική αναταραχή με μεγάλη επίδραση στην εξωτερική πολιτική· η δικτατορία του Παγκάλου, που θα διαρκέσει 14 μήνες. Ο Πάγκαλος ήταν η μόνη εξαίρεση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο Μεσοπόλεμο, καθώς επιδίωκε την αναβίωση της Μεγάλης Ιδέας, δεν δέχεται την ήττα και προσπαθεί να αναθεωρήσει την συνθήκη της Λωζάννης επιδιώκοντας ένα νέο πόλεμο με την Τουρκία. Για αυτό άλλωστε προσέγγισε αρχικά την Ιταλία του Μουσολίνι, η οποία έχει εκφράσει αναθεωρητικές τάσεις. Όταν η προσέγγιση αυτή δεν θα ευδοκημίσει θα στραφεί προς την Γιουγκοσλαβία, με σκοπό να καλύψει τα νώτα του στον πόλεμο που ετοιμάζει με την Τουρκία και θα υπογράψει τις λεγόμενες παγκαλικές συμφωνίες. Οι παγκαλικές συμφωνίες ήταν εξαιρετικά επαχθείς για την Ελλάδα, λόγω των πλεονεκτημάτων που εκχωρούσαν στη Γιουγκοσλαβία σχετικά με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και τον σιδηρόδρομο προς την Γευγελή, καθώς επίσης και λόγω του γεγονότος ότι η Ελλάδα καλείτο να αναγνωρίσει ύπαρξη Σερβικής μειονότητας στα εδάφη της. Αυτές οι συμφωνίες υπήρξαν και η αφορμή της κατάρρευσης του δικτατορικού καθεστώτος.

Ελευθέριος Βενιζέλος και Ισμέτ Ινονού την εποχή της ελληνοτουρκικής φιλίας.

Όμως ο Πάγκαλος ήταν εξαίρεση σε αυτό το πλαίσιο, καθώς όλη η υπόλοιπη ελληνική εξωτερική πολιτική υπήρξε σταθερή. Πλέον βασικός στόχος είναι η συνεννόηση με τα γειτονικά κράτη, με σκοπό την σταθερότητα στα κεκτημένα.  Σε αυτό κορυφαίο παράδειγμα συνιστά η εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου μεταξύ των ετών 1928 και 1932. Τα θεμέλια αυτής της πολιτικής θα τεθούν νωρίτερα κατά την φάση της λεγόμενης Οικουμενικής Κυβέρνησης του Ζαΐμη, με υπουργό Εξωτερικών τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο, οπότε η Ελλάδα προσπαθεί να επανακάμψει στο διεθνές στερέωμα. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής θα υπογραφεί κατά την τετραετή διακυβέρνηση της χώρας από τον Βενιζέλο το Σύμφωνο Φιλίας με την Ιταλία, το Σύμφωνο Φιλίας με την Γιουγκοσλαβία, με αποκορύφωμα, βεβαίως, το Σύμφωνο Ελλάδας-Τουρκίας, το 1930, που θα αποτελέσει τον άξονα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μέχρι τον Β’ ΠΠ. Έχει ενδιαφέρον ότι τη πολιτική του Βενιζέλου ακολούθησαν και την επέκτειναν οι πολιτικοί του αντίπαλοι. Το 1933 ο Τσαλδάρης θα υπογράψει την λεγόμενη Εγκάρδια Συνεννόηση με την Τουρκία, το 1938 ο Μεταξάς θα υπογράψει την λεγόμενη Συμπληρωματική Συνθήκη επίσης με την Τουρκία, η οποία θα επεκτείνει ακόμη περισσότερο το πεδίο της διμερούς συνεργασίας.

Ο Αντώνης Κλάψης είναι διδάκτορας Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

 

H υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης

Πηγή:  British Pathe

Η συνέντευξη δόθηκε στον Χαράλαμπο Γάππα, φοιτητή του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Διεθνές Θερινό Σχολείο Αρχαιολογίας και Ελληνικής Γλώσσας στο ΑΠΘ

Διεθνές Θερινό Σχολείο Αρχαιολογίας και Ελληνικής Γλώσσας

Το Διεθνές Θερινό Σχολείο Αρχαιολογίας και Ελληνικής Γλώσσας 2017 διοργανώνεται για πρώτη φορά από την Πανεπιστημιακή Ανασκαφή του ΑΠΘ στην Τούμπα Θεσσαλονίκης και το Σχολείο Νέας Ελληνικής Γλώσσας του ΑΠΘ, στο πλαίσιο της Δομής Διά Βίου Μάθησης του ΑΠΘ. Στο Θερινό Σχολείο, που θα ολοκληρωθεί στις 28 Ιουλίου 2017, συμμετέχουν προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές πανεπιστημίων του εξωτερικού (Arizona, Cincinnati, Durham, Glendon, Harvard, Michigan, Oxford), που σπουδάζουν αρχαιολογία, ιστορία της τέχνης, ανθρωπολογία, κλασικές σπουδές και ιστορία.

Στόχοι του προγράμματος είναι η εκμάθηση βασικών στοιχείων επικοινωνίας στη νέα ελληνική γλώσσα με εισαγωγή στο καθημερινό λεξιλόγιο, η εξοικείωση με την ιστορία και αρχαιολογία της Μακεδονίας, η εκπαίδευση σε ζητήματα ανασκαφικής μεθοδολογίας, καθώς και η απόκτηση ειδικών δεξιοτήτων σε σχέση με την τεκμηρίωση, καταγραφή και επεξεργασία ποικίλων κατηγοριών αρχαιολογικών καταλοίπων.

Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην εκπαίδευση των συμμετεχόντων στη μεθοδολογία και στις τεχνικές ανασκαφής μέσω της πρακτικής άσκησης στην ανασκαφή του προϊστορικού οικισμού της Τούμπας Θεσσαλονίκης, ειδικών σεμιναρίων μακρο- στρωματογραφίας και μικρο-στρωματογραφίας των ανθρωπογενών επιχώσεων, καθώς και μέσω σύγχρονων τεχνικών αποτύπωσης, τεκμηρίωσης και διαχείρισης αρχαιολογικών καταλοίπων (Φωτογραμμετρία, Γεωγραφικά  Συστήματα Πληροφοριών – GIS), ταφικής αρχαιολογίας και οστεοαρχαιολογίας, αρχαιοβοτανικής, αρχαιοζωολογίας, μορφολογικής και τεχνολογικής ανάλυσης της κεραμικής.

Το πρόγραμμα θα κινηθεί σε τρεις άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορά τη διδασκαλία της νέας ελληνικής γλώσσας με στόχο την εκμάθηση και ανάπτυξη βασικών επικοινωνιακών δεξιοτήτων. Στον δεύτερο άξονα περιλαμβάνονται διαλέξεις για την ιστορία και αρχαιολογία της περιοχής από μέλη ΔΕΠ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ξεναγήσεις σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας και ειδικά εργαστήρια σχετικά με την καταγραφή, τεκμηρίωση και επεξεργασία διαφορετικών κατηγοριών αρχαιολογικών καταλοίπων από ειδικευμένους συνεργάτες της ανασκαφής. Ο τρίτος άξονας αφορά την πρακτική άσκηση των συμμετεχόντων στο πεδίο και το εργαστήριο.

Περισσότερες πληροφορίες στους συνδέσμους: http://smg.web.auth.gr/wordpress/?page_id=6998

 και http://toumba.web.auth.gr/-/index.php/el/ 

 

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ: Μνήμες αυτοπεποίθησης και δημιουργίας. Ο αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης και τα Ξενία του ΕΟΤ

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ

Μνήμες αυτοπεποίθησης και δημιουργίας.
Ο αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης και τα Ξενία του ΕΟΤ

 

Προοίμιο

Ο Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993) ανήκει στις κορυφαίες μορφές της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής λόγω της στοχαστικής προσέγγισής του η οποία υπερβαίνει χαρακτηριστικά γνωρίσματα του διεθνούς μοντερνισμού: τη ρήξη με την παράδοση και την υποτίμηση της γεωγραφικής και πολιτισμικής διάστασης της αρχιτεκτονικής (Achleitner, 1965˙ Φεσσά-Εμμανουήλ, 1993β: 23-24). Στο κείμενο αυτό επαναπροσεγγίζεται το έργο του στον τομέα του τουρισμού. Αρχίζοντας με τη σκιαγραφία της συγκρότησης και της φιλοσοφίας του Κωνσταντινίδη και τελειώνοντας με συμπερασματικές παρατηρήσεις για τα ξενοδοχεία και μοτέλ Ξενία της δεκαετίας 1957-1967, που σχεδιάστηκαν από τον ίδιον και άξιους ομοτέχνους του, θα δοθεί έμφαση στις πτυχές εκείνες της ξενοδοχειακής αρχιτεκτονικής του που επιβεβαιώνουν την εξής γνώμη του ποιητή και ζωγράφου Νίκου Εγγονόπουλου (1907-1985): «Τα χρόνια, λέω, μας διδάσκουν πως όσο μια τέχνη έχει πιο τοπικό χαρακτήρα τόσο πιο παγκοσμίου ενδιαφέροντος είναι. Πως όσο είναι πιο προσωπική τόσο κι έχει πιο πανανθρώπινη αξία. Κι όσο είναι περισσότερο του καιρού της τόσο και το περιεχόμενό της είναι πιο αιώνιο». (Εγγονόπουλου Ν., 1999: 15 [1938, συνέντευξη] & http://www.engonopoulos.gr/_homeEN)

Ο αρχιτέκτων Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993)

O αρχιτέκτων

Αρχιτέκτων ικανός να συνδυάσει τη θεωρία με την πράξη, ο Άρης Κωνσταντινίδης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στον ποιοτικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής αρχιτεκτονικής των ετών 1955-1967 (Achleitner, 1965· Φεσσά-Εμμανουήλ, 1993β, 23-24). Ο χαρακτήρας και η αρχιτεκτονική φιλοσοφία του διαπλάστηκαν μέσα από έντονα βιώματα. Ως έφηβος συγκλονίστηκε από το δράμα του 1.200.000 Μικρασιατών προσφύγων σε μια Ελλάδα 5.000.000 κατοίκων, εξουθενωμένων από τρεις διαδοχικούς πολέμους (τους Βαλκανικούς του 1912 και 1913 και τον Α´ Παγόσμιο Πόλεμο), έναν εθνικό διχασμό και τη Μικρασιατική εκστρατεία. Ενηλικιώθηκε και άρχισε να εργάζεται κατά τη δεύτερη δεκαετία του Μεσοπολέμου, περίοδο μεγάλης δοκιμασίας για την κοινωνία και τους φιλελεύθερους θεσμούς στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ο Κωνσταντινίδης σπούδασε αρχιτεκτονική στο Πολυτεχνείο του Μονάχου την περίοδο 1931-1936. Κατά τα πρώτα τρία έτη της φοίτησής του οι νέοι καθηγητές  Adolf Abel (1882-1968) και κυρίως Robert Vorhölzer (1884-1954) προσπάθησαν να εκσυγχρονίσουν το συντηρητικό πρόγραμμα των αρχιτεκτονικών σπουδών. Η προσπάθεια όμως αυτή ανεκόπη από του Εθνικοσοσιαλιστές το 1933 (Nerdinger, 1993: 87-109 & 1985: 147-180; http://eng.archinform.net/arch/120.htm; http://www.architekten portrait.de/robert_vorhoelzer/index.html.).

Ο Άρης Κωνσταντινίδης την εποχή των αρχιτεκτονικών σπουδών του στο Πολυτεχνείο του Μονάχου (1931-1936)

Ανικανοποίητος από την ακαδημαϊκή του εκπαίδευση, ο Κωνσταντινίδης επεδίωξε να γνωρίσει τις νέες τάσεις μέσα από προσωπική μελέτη αλλά και ταξίδια στη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ιταλία, την Αυστρία και την Ουγγαρία, αρκετά από τα οποία έγιναν με τη μοτοσυκλέτα του. Αυτή η διαδικασία αυτοδιδαχής του επέτρεψε να γνωρίσει από πρώτο χέρι την πρωτοποριακή αρχιτεκτονική της Ευρώπης και να συναντήσει τον Mies van der Rohe και άλλες μορφές του μοντέρνου κινήματος (Κωνσταντινίδης  1981 & 1992: 38-56, 274) .

Η αρχιτεκτονικά ανενεργός περίοδος της Γερμανο-ιταλικής κατοχής (1941-1944) και του εμφυλίου πολέμου (1946-1949) υπήρξαν ένα εποικοδομητικό  διάλειμμα. Τα χρόνια αυτά έδωσαν στον Κωνσταντινίδη την ευκαιρία για ένα μοναχικό αλλά γόνιμο οδοιπορικό αυτογνωσίας με σκοπό την αναζήτηση μιας σύγχρονης αληθινής αρχιτεκτονικής (Κωνσταντινίδης, 1978· Κωνσταντινίδης, 1981 & 1992: 46-87). Όργωσε την Ελλάδα με τη φωτογραφική μηχανή και τα μπλόκ σχεδίου του προκειμένου να μελετήσει την αρχιτεκτονική γλώσσα του τόπου του, εφοδιασμένος με τις αρχιτεκτονικές γνώσεις που απέκτησε στο εξωτερικό.  Έτσι ανακάλυψε την αρχαϊκή λιτότητα, την καθαρότητα και την καλλιτεχνική σοφία σωφροσύνη της ανώνυμης αρχιτεκτονικής –τόσο της παραδοσιακής όσο και της σύγχρονης–, αλλά και τα κύρια χαρακτηριστικά του ελληνικού τοπίου, όπως για παράδειγμα, την την ηλιόλουστη αρμονία και την πνευματικότητά του. Συνειδητοποίησε επίσης την πεμπτουσία της μακραίωνης αρχιτεκτονικής παράδοσης της χώρας του και συγκεκριμένα: την ικανότητά της να αφομοιώνει  επιρροές από τη Δύση και την Ανατολή· τη μετριοπάθεια και την ανοχή της ποικιλίας· και την αρμονική συνύπαρξη των κτισμάτων με τη Φύση (Κωνσταντινίδης A., 1975: 309-313 1981 & 1992: 274,:117-118· Φεσσά-Εμμανουήλ, 1993α: 15-17· Fessas-Emmanouil, 2010: 57-58).

Η ακεραιότητα, η αίσθηση κοινωνικής ευθύνης και η πολιτισμική ευαισθησία αποτελούν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της προσωπικότητάς του. Ο Κωνσταντινίδης είχε δυνατό χαρακτήρα με εγωκεντρικές πτυχές,  καλλιτεχνικό αισθητήριο και μια φυσική κλίση προς το σχέδιο και την κατασκευή πραγμάτων με τα χέρια του. Συνδέθηκε φιλικά με σημαντικούς Έλληνες εικαστικούς καλλιτέχνες και ποιητές –π.χ. τους ζωγράφους Διαμαντή Διαμαντόπουλο και Γιάννη Μόραλη και τους ποιητές Ανδρέα Εμπειρίκο και Οδυσσέα Ελύτη– και παντρεύτηκε τη γλύπτρια Ναταλία Μελά. Η αρχιτεκτονική προσέγγιση του Κωνσταντινίδη επηρεάστηκε γόνιμα από μεγάλους στοχαστές της αρχαιότητας και των νεότερων χρόνων. Η ρήση του ποιητή Πινδάρου «Γένοιοίος εσσί μαθών» («Είθε να γίνεις αυτός που είσαι μαθαίνοντας») ήταν ένα από τα αγαπημένα του γνωμικά. Η πίστη του στην αξία της  γνήσιας (αυθεντικής) αρχιτεκτονικής του παρόντος και του παρελθόντος παραπέμπει σε Γερμανούς ποιητές και στοχαστές, όπως: στον ρομαντικό ποιητή Friedrich Schiller (1759-1805) o οποίος μίλησε για «τη διαχρονική αξία του αυθεντικά λαϊκού»· στο απόφθεγμα του φυσικού επιστήμονα Georg Christoph Lichtenberg (1742-1799) «ό,τι είναι καινούργιο είναι σπάνια αληθινό και ό,τι είναι αληθινό είναι σπάνια καινούργιο»· στη ρήση του ποιητή Rainer Maria Rilke (1875-1926) «όσο κι’ αν μεταμορφώνεται και ο κόσμος γρήγορα / όπως τα σύννεφα στον ουρανό / ότι είναι τέλειο επιστρέφει / στο πολύ παλιό» κ.ά. (Κωνσταντινίδης, 1989: εσώφυλλο-εσωτερική πλευρά …˙ Φεσσά-Εμμανουήλ, 1993α: 54-56˙ Fessas-Emmanouil, 2010: 57-58)

Ο Άρης Κωνσταντινίδης εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος και ως ελεύθερος επαγγελματίας. Η περιπετειώδης σταδιοδρομία του άρχισε το 1939 και τελείωσε το 1978. Απασχολήθηκε σε δύο δημόσιους φορείς –στην Πολεοδομική Υπηρεσία του Υπουργείου Διοικήσεως Πρωτευούσης (1936-1937, 1939-1940) και σε διάφορες υπηρεσίες του Υπουργείου Δημοσίων Έργων (1942-1953)– και διηύθυνε τις υπηρεσίες αρχιτεκτονικών μελετών του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ, 1955-1957) και του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ, 1957-1967, 1975-1977). Στα χρόνια αυτά θα διακόψει δύο φορές τη δημοσιουπαλληλική του σταδιοδρομία –το 1937 για να κάνει τη στρατιωτική θητεία του και το 1940 για να πολεμήσει στο Αλβανικό μέτωπο– και θα παραιτηθεί τρεις φορές – το 1957 από τον ΟΕΚ και από τον ΕΟΤ το 1967 και το 1977. Κατά την τριετία 1967-1970 εργάστηκε ως επισκέπτης καθηγητής στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης.

Ο κύριος όγκος του αρχιτεκτονικού έργου του πραγματοποιήθηκε στις δεκαετίες του 1950 και 1960. Κατά τη δωδεκαετή απασχόλησή του στον ΟΕΚ και τον ΕΟΤ κατόρθωσε να ολοκληρώσει 31 κτίρια ή κτιριακά συγκροτήματα που αντισπροσωπεύουν το 66% του πραγματοποιημένου έργου του. Ο αρχιτέκτων στάθηκε λιγότερο τυχερός στην άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος, η οποία άρχισε το 1936 και απέδωσε μόνο 16 κτίρια, κυρίως μονοκατοικίες. (Κωνσταντινίδης, 1981 & 1992: 5-11, 274-275; και Κωνσταντινίδης, 1957). Αυτό οφείλεται στην απροθυμία του να ακολουθεί τις μόδες και να συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις των πελατών του.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι τον θάνατό του, η δραστηριότητα του αρχιτέκτονα στρέφεται αποκλειστικά στις εκθέσεις και διαλέξεις για το έργο του, στην έκδοση βιβλίων και στην μαχητική αρθρογραφία. Κύρια αντικείμενα των δημοσιεύσεών του είναι η διατύπωση των αρχιτεκτονικών του απόψεων και εμπειριών, ο οξύς αντίλογος στις μόδες του μεταμοντερνισμού και της αποδόμησης και η μετωπική επίθεση στα έργα γοήτρου της μεταπολίτευσης.  Το οξύτερο κείμενό του δημοσιεύτηκε δύο  χρόνια πριν από τον θάνατό του. Τίτλος του Η άθλια επικαιρότητα. Η χρυσή Ολυμπιάδα – Το Μουσείο της  Ακρόπολης.

 

Η αρχιτεκτονική προσέγγιση του Κωνσταντινίδη

Κεντρικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής προσέγγισης του Κωνσταντινίδη είναι η βούλησή του να συμφιλιώσει τον μοντερνισμό με την παράδοση. Αυτή η επιδίωξη θα του επιτρέψει να ξεφύγει από τις δύο αντιτιθέμενες πορείες της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα: την κυρίαρχη προσπάθεια ευθυγράμμισης με τα διεθνή ρεύματα –πρωτοποριακά ή συντηρητικά– και την αμυντική τάση του τοπικισμού – φολκλορικού ή κριτικού.  Θα αποδοκιμάσει μετά λόγου γνώσεως τόσο τη μεταπρατική και ηγεμονιστική «παράδοση της νεωτερικότητας» όσο και την αναχρονιστική γραφικότητα των τοπικιστών. Πιστεύοντας από νωρίς ότι μόνο το μοντέρνο παύει να είναι της μόδας, θα υποστηρίξει ότι η εξέλιξη δεν αποκλείει τις νέες προσεγγίσεις σε νέα θέματα (Konstantinidis, 1981: 58-269; Φεσσά-Εμμανουήλ, 1993: 50). Η αρχιτεκτονική γι αυτόν δεν είναι μόνον υπόθεση κατασκευής, αισθητικής και προσωπικής έκφρασης. Είναι τέχνη πρωτίστως πνευματική, πολιτισμική και κοινωνική (Konstantinidis, 1987a: 113-117, 163-183).

Το αρχιτεκτονικό έργο του Άρη Κωνσταντινίδη κατόρθωσε να είναι σύγχρονη αλλά συνάμα και διαχρονικής αξίας. Αυτό οφείλεται στη σφαιρική φιλοσοφία του αρχιτέκτονα η οποία εμπεριέχει ανθεκτικές αξίες της εποχής και του τόπου του. Ο Κωνσταντινίδης υποστήριζε ότι το αληθινό αρχιτεκτονικό έργο όσο είναι σύγχρονο —δηλαδή της εποχής του— από την άποψη της τεχνικής οικονομίας, κατασκευής κ.ά., «άλλο τόσο είναι και αιώνιο από την άποψη της καλλιτεχνικής του ταυτότητας»  (Κωνσταντινίδης, Α., 1987: 162). Πίστευε ότι  βασικός σκοπός της αρχιτεκτονικής είναι η δημιουργία εφήμερων «δοχείων ζωής», δηλαδή οργανικών κατασκευών στα μέτρα του ανθρώπου και όχι ο σχεδιασμός όψεων ή μνημείων (Κωνσταντινίδης, A., 1987: 243· AD, 1964· Κωνσταντινίδης, 1985· Γεωργουσόπουλος, 1986). Η αρχιτεκτονική φιλοσοφία του υιοθέτησε το κατασκευαστικό, εικονοκλαστικό και αντι-αναγεννησιακό πνεύμα του μοντέρνου κινήματος, όπως αυτό εκφράστηκε στο πρωτοποριακό έργο  των A. Perret, R. Schindler, R. Neutra, J. Duiker και W. Gropius, . Συμμεριζόταν επίσης την άποψη του F.L. Wright για την καθοριστική σχέση του τοπίου και του κλίματος με την αρχιτεκτονική.

Παράλληλα, η προσέγγιση του Κωνσταντινίδη εμπεριέχει αρχές της μακραίωνης αρχιτεκτονικής παράδοσης της χώρας του, όπως είναι η εναρμόνιση των κτισμάτων με τη φύση και η τριμερής δομή του μεγάρου της αρχαιότητας με τον κλειστό, ημιυπαίθριο και υπαίθριο (αύλιο) χώρο, αρχές που είχαν επιβιώσει στην ανώνυμη αρχιτεκτονική της Ελλάδας.

Εμπνεόμενος από την παράδοση αυτή, χωρίς να τη μιμείται, ο Κωνσταντινίδης έκτισε λιτά «δοχεία ζωής» επιλέγοντας τα κατάλληλα για κάθε τοποθεσία μέσα — κατασκευαστικό σύστημα και δομικά υλικά. Πίστευε ότι η αναζήτηση του κοινού ή καθολικού και της τελειότητας στην αρχιτεκτονική σημαίνει αναζήτηση ενός Τύπου  ή ενός Κανόνα, όπως συνέβαινε λ.χ. στον αρχαίο δωρικό ναό. Επιδιώκοντας τον αρχιτεκτονικό Τύπο ως έκφραση της ιδεώδους μορφής, επινόησε ένα κατασκευαστικό και λειτουργικό σύστημα ικανό να δώσει λύσεις σε κτίρια διαφορετικών χρήσεων καθώς και κτιριακούς τύπους για κατοικίες, μουσεία, ξενοδοχεία και άλλες λειτουργίες (Κωνσταντινίδης, 1987: 164· Κωνσταντινίδης, 1981 & 1992:  220-222· Achleither, 1968). Επιτομή αυτού του συστήματος ήταν το πρόπλασμα του ξύλινου σκελετού που υποδεχόταν τους επισκέπτες της αναδρομικής έκθεσης του έργου του Κωνσταντινίδη στην Εθνική Πινακοθήκη, τον Φεβρουάριο του 1989 (Φεσσά-Εμμανουήλ, 2001: 182, 103).

Tα ριζοσπαστικά ξενοδοχεία Ξενία

Το πρόγραμμα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) που αφορά στην ανέγερση των ξενοδοχείων Ξενία και άλλων τουριστικών μονάδων ανήκει στα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά έργα του δημόσιου τομέα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πρόγραμμα άρχισε το 1950 με πρώτο διευθυντή του Τμήματος Μελετών του ΕΟΤ τον αρχιτέκτονα Χαράλαμπο Σφαέλλο (1950-1958). Ωστόσο, ήταν επί διευθύνσεως Άρη Κωνσταντινίδη που τα Ξενία και οι λοιπές τουριστικές εξυπηρετήσεις του ΕΟΤ κέρδισαν τη διεθνή αναγνώριση χάρη στην ποιότητα και την ιδιαιτερότητά τους. Η ιδεολογία, η χαρισματική ηγεσία, η τυποποίηση και η επικοινωνία αποτελούν έννοιες κλειδιά για την κατανόηση αυτής της επιτυχίας (Φεσσά-Εμμανουήλ, 2001: 117). Ως προϊστάμενος ικανών αρχιτεκτόνων –του Γιώργου Νικολετόπουλου, του Γιάννη Τριανταφυλλίδη, του Διονύση Ζήβα, του Φίλιππου Βώκου, της Καίτης Διαλεισμά κ.ά.–, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση σε αξίες και αρχές που ενίσχυσαν τη δημιουργικότητα των υφισταμένων του. Θιασώτης της πειθαρχημένης ελευθερίας, διαμόρφωσε ένα σύστημα σχεδιασμού που διευκόλυνε την αρχιτεκτονική ταυτότητα και ποικιλία των σύγχρονων εγκαταστάσεων του ΕΟΤ. Τέλος, χάρη στον Κωνσταντινίδη, τα ξενοδοχεία Ξενία γνώρισαν μια επιτυχία και δημοσιότητα χωρίς προηγούμενο για τη σύγχρονη ελληνική αρχιτεκτονική. Πέραν της κοινωνικής και οικονομικής σημασίας της, αυτή η σύνθεση ποιοτικής αρχιτεκτονικής και τουρισμού υπήρξε ένα επίτευγμα που διακρίθηκε και σε διεθνές επίπεδο (π.χ. World Architecture 3, 1965: 145-146; Yarwood, 1974: 529, 558;  DBZ, 1970: 79-81).

Οι αρετές των ξενοδοχείων και μοτέλ Ξενία εκθειάστηκαν σε πολλές ελληνικές και ξένες δημοσιεύσεις και εκθέσεις (Κωνσταντινίδης, 1987: 329-352).  Οι αρχιτέκτονες του ΕΟΤ συμμετείχαν στην επιλογή των τοποθεσιών και οικοπέδων η οποία είχε μεγάλη σημασία, καθώς όλοι τους συμμερίζονταν την άποψη του Κωνσταντινίδη ότι η νέα κατασκευή «δεν πρέπει να προβάλει παράξενη και αταίριαστη, αλλά να δείχνει σαν να υπήρχε από πάντοτε στη θέση που κατασκευάστηκε» (Κωνσταντινίδης, 1987: σ. 185). Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πολλά ξενοδοχεία Ξενία να κτιστούν σε τοποθεσίες μοναδικού φυσικού κάλλους. Κατασκευασμένα με σκελετό οπλισμένου σκυροδέματος και τοίχους πληρώσεως από επιχρισμένη οπτοπλινθοδομή και σε λίγες περιπτώσεις από λιθοδομή, τα Ξενία του Κωνσταντινίδη και αρκετών αρχιτεκτόνων του ΕΟΤ ενσωματώθηκαν οργανικά στο περιβάλλον τους.

Η τυποποίηση και η προσπάθεια να κρατηθεί το κόστος χαμηλά αποτελούν βασικές αρχές σχεδιασμού αυτού του τύπου ξενοδοχείου. Τα υποστυλώματα του σκελετού, και κατ’ εξαίρεση οι λιθόκτιστοι φέροντες τοίχοι, διατάσσονται σε έναν ορθογωνικό ή τετράγωνο κάναβο (=4Χ6 ή 4Χ4). Επάνω σε αυτόν τον κάναβο συντίθενται όλοι οι χώροι, από τα δωμάτια που οργανώνονται συνήθως σε πτέρυγες των εννέα έως τους κοινόχρηστους χώρους, και καλύπτονται με επίπεδη στέγη. Τη σύνθεση συμπληρώνουν τα υπόλοιπα κατασκευαστικά στοιχεία —παράθυρα, πόρτες, σκάλες, κιγκλιδώματα στους εξώστες κ.λπ.— που έχουν επίσης κατά κάποιον τρόπο τυποποιηθεί. Με αυτές τις κοινές αρχές σύνθεσης και με τη χρήση των ίδιων κατασκευαστικών στοιχείων, το κάθε ξενοδοχείο παίρνει διαφορετική μορφή ανάλογα με το πρόγραμμα, το σχήμα του οικοπέδου, τον προσανατολισμό και τη θέα (Κωνσταντινίδης, 1987: 187-188). Το περίπτερο του ΕΟΤ που σχεδίασε ο Κωνσταντινίδης για τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης του 1959, αποτελεί το μανιφέστο αυτού του συστήματος αρχιτεκτονικής σύνθεσης (Baumeister, 1960: 76-78; AD, 1964: 217).

Ο πρωτεύων ρόλος της κατασκευής, η έντονα αρθρωτή διάταξη των χώρων και η ρυθμική οργάνωση των όψεων στα Ξενία του Κωνσταντινίδη  απαλύνονται συνήθως από τις εξής αρχιτεκτονικές αρετές: τη μουσικότητα της μορφής, την έντεχνη χρήση απλών υλικών –ανεπίχριστου μπετόν, σίδερου, πέτρας, ξύλου, πλακοστρώσεων– και τη χρησιμοποίηση των Πολυγνώτειων χρωμάτων με έναν κατασκευαστικά αρμόζοντα τρόπο. Ο αρχιτέκτων σχεδίασε επίσης και τα τυποποιημένα έπιπλα των ξενοδοχείων του. Με δική του πρωτοβουλία ένα μικρό μέρος της δαπάνης των Ξενία εξοικονομείτο για την αγορά έργων αξιόλογων γλυπτών (Κωνσταντινίδης, 1981 & 1992: 214-238). Το γεγονός ότι ο Κωνσταντινίδης και οι αρχιτέκτονες του ΕΟΤ είχαν την απόλυτη ευθύνη της μελέτης και επίβλεψης των ξενοδοχείων τους παραπέμπει στην έννοια του «ολικού έργου τέχνης» του Bauhaus.

Τέσσερα κορυφαία επιτεύγματα της ριζοσπαστικής προσέγγισής του ήταν τα Ξενία του ΕΟΤ στην Καλαμπάκα (1960), τη Μύκονο (1960) το  Παληούρι Χαλκιδικής (1962) και τον Πόρο (1964) και οι ξενώνες του ΕΟΤ στην Επίδαυρο (1960, 1962) (Κωνσταντινίδης, 1981 & 1992:  98-101, 108-111, 128-131, 103-105, 152-155)

Ως προς τον χαρακτήρα και τον ρόλο των ξενοδοχειακών μονάδων του ΕΟΤ, ο αρχιτέκτων επισημαίνει ότι «Τα ξενοδοχεία ‘Ξενία’ … δεν εξυπηρετούν μονάχα λειτουργικά, με τις πρακτικές ανέσεις και ευκολίες που προσφέρουν, αλλά γίνονται και πυρήνες για αισθητική απόλαυση και πνευματική ξεκούραση». Επισημαίνει επίσης ότι «οι χώροι διαμονής, –σαλόνι, εστιατόριο κ.λπ., έχουνε αναπτυχθεί σε μεγάλη έκταση, ώστε να εξυπηρετούν μεγάλο αριθμό θαμώνων … Αυτό γίνεται για να μετέχουν στη ζωή του ξενοδοχείου και περαστικοί, –ντόπιοι ή ξένοι–, ώστε στην κάθε ξενοδοχειακή μονάδα να έρχονται σε επαφή οι ένοικοι του ξενοδοχείου και με εξωτερικά στοιχεία και να συναναστρέφονται με τους κατοίκους της περιοχής, ώστε να μπορούν και αυτοί να ζήσουν την ατμόσφαιρα του ξενοδοχείου» (Κωνσταντινίδης, 1987: 186-187). Το όραμα του αρχιτέκτονα πραγματοποιήθηκε κατά τις δεκαετίες του ’60 και ’70, αφού πολλά ξενοδοχεία Ξενία υπήρξαν κέντρα κοινωνικής ζωής της περιοχής τους.

 

Επιλεγόμενα

Τα ξενοδοχεία Ξενία του ΕΟΤ που σχεδίασε ο Κωνσταντινίδης αποτελούν έργα αναφοράς της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα. Αρκετά μάλιστα από αυτά έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία. Στις υποθήκες του αρχιτέκτονα ανήκουν το ομαδικό πνεύμα και το δημιουργικό κλίμα που καλλιέργησε ως προϊστάμενος του τμήματος μελετών του ΕΟΤ. Καρπός του κλίματος αυτού ήταν ένα έργο με το οποίο η ανασυγκροτούμενη χώρα του κατόρθωσε να είναι παρούσα στη διεθνή σκηνή της τουριστικής αρχιτεκτονικής του ’60. Οι ξενοδοχειακές μονάδες που σχεδιάστηκαν από τον ίδιον και τους αρχιτέκτονες του ΕΟΤ προσέλκυσαν το ενδιαφέρον του Τύπου της εποχής τους ως αξιόλογη αντιπρόταση στον ισοπεδωτικό κοσμοπολιτισμό των ξενοδοχειακών αλυσίδων Hilton, Intercontinental κ.ά. (Κωνσταντινίδης, 1987: 329-352· Echstein, 1968· World Architecture, 1965: 145-146). 

Ως προϊόντα μεταβλητών παραγόντων, οι τουριστικές μονάδες του ΕΟΤ ήταν μοιραίο να υποστούν τη φθορά του χρόνου. Στους παράγοντες αυτούς ανήκουν οι τεχνικές δυνατότητες της εποχής τους, αλλά και  οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε. Το μέλλον εκείνων των ξενοδοχείων Ξενία που έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία προδιαγράφεται ζοφερό, καθώς ο εκσυγχρονισμός τους από ιδιώτες επιχειρηματίες έρχεται σε σύγκρουση με την προστασία της αρχιτεκτονικής τους ποιότητας.

Εντούτοις, το επαρκώς τεκμηριωμένο έργο του Κωνσταντινίδη στον χώρο του τουρισμού κ.λπ., ενισχυμένο από τα στοχαστικά κείμενά του, αποτελεί στέρεη βάση για την αντιμετώπιση διαχρονικών προβλημάτων της αρχιτεκτονικής, όπως είναι: η εναρμόνιση κτίσματος και φύσης˙ η έκφραση του πνεύματος του τόπου˙ τα ζητήματα της τυπολογίας, του κανόνα και της ελευθερίας˙ η μελέτη κτιρίων για τους πολλούς, αντί για τους λίγους εύπορους ή ισχυρούς. Τέλος, η φιλοσοφία του αρχιτέκτονα που εκφράστηκε στα ξενοδοχεία Ξενία δεν αφορά μόνον τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή που τη γέννησε, αλλά και χώρες με μακραίωνες και αξιόλογες αρχιτεκτονικές παραδόσεις. 

Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της Αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών

 

 

Ντοκιμαντέρ: Ο Αρχιτέκτονας ΑΡΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Βιβλιογραφικές αναφορές

  • Achleitner, Friedrich (1965), “Ein Griechischer Baumeister. Neues Bauen kritisch betrachtet: Aris Konstantinidis”, in: Die Presse, Wien, 13/14.02.1965.
  • Achleitner, Friedrich (1968), “Vielfalt und Typus. Neues Bauen kritisch betrachtet: Ausstellung Aris Konstantinidis”, in: Die Presse, Wien.
  • AD (1964), “Architecture. The Work of Aris Konstantinidis”, Architectural Design, 5/1964.
  • Baumeister (1960), 2/1960, σ. 76-78 (Περίπτερο ΕΟΤ στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης).
  • Γεωργουσόπουλος, Κώστας (1986), «Δοχεία ζωής», Τα Νέα, 14.1.1986.
  • DBZ (1970) – Baufachbücher  8: Hotel-und Restaurantbauten, Bertelsmann Fachverlag Reinhard Mohn, Gütersloch, σ. 79-81 (Ξενοδοχείο Ξενία Μυκόνου / Xenia Hotel Mykonos) .
  • Εγγονόπουλος, Nίκος (1999), οι άγγελοι στον παράδεισο μιλούν ελληνικά … Συνεντεύξεις, σχόλια και γνώμες, ύψιλον / βιβλία, Αθήνα, σ. 15 (συνέντευξη, 1938).
  • Echstein, Hans (1968), “Moderne Griechische Hotelbauten in: Einklag mit der Landschaft”, Architektur und Wohnform, 6/1968, Stuttgart.
  • Fessas-Emmanouil, Helen (2010), “Il mondo di Aris Konstantinidis”, in: Cofano, Paola & Konstantinidis, Dimitri (eds.), Aris Konstantinidis 1913-1992, Electaarchitettura, Milano, σ. 54-73.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1957), «Έτσι το θέλουμε εμείς», Αρχιτεκτονική, 5-6 / 1967, σ. 52-53.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1978), Σύγχρονη αληθινή αρχιτεκτονική, Αθήνα.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1981 & 1992), Άρης Κωνσταντινίδης. Μελέτες και Κατασκευές, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1985), “Χτίζω προσωρινά καταφύγια της ζωής”, Το Τέταρτο, 8 / Ιούλιος 1985, σ. 87-93.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1987), Για την Αρχιτεκτονική: δημοσιεύματα σε εφημερίδες, σε περιοδικά και σε βιβλία, 1940-1982 – Βιβλιογραφία, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1989), Άρης Κωνσταντινίδης, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα, Φεβρουάριος 1989 (Κατάλογος έκθεσης).
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1981 & 1992), Άρης Κωνσταντινίδης. Μελέτες και Κατασκευές, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα.
  • Nerdinger, Winfried (1993, ed.), Architekturschule München, 1868-1993. 125 Jahre Technische Universität München, Ausstellungskatalog, Architekturmuseum der Technischen Universität München, Verlag Klinkhardt & Biermann, Leipzig.
  • Peters P. (1939), Hotels Feriendörfer, Baumeister Querschnitte 7, München.
  • World Architecture I, (1964), edited by J. Donat,
  • World Architecture 3, (1965), edited by J. Donat,
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (1993α), «Άρης Κωνσταντινίδης (1913-1993). Ενας μεγάλος αρχιτέκτων του 20ού αιώνα», Δελτίο Συλλόγου Αρχιτεκτόνων, 9/1993, p. 50-59.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (1993β), Κτίρια για δημόσια χρήση στη νεότερη Ελλάδα, 1827-1992, Παπασωτηρίου, Αθήνα.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ Ελένη (2001), Δοκίμια για τη Νέα Ελληνική Αρχιτεκτονική, σ. 96-117 («Η αρχιτεκτονική φιλοσοφία του ριζοσπάστη Άρη Κωνσταντινίδη [1913-1993]»).
  • Yarwood, Dreen (1974), The Architecture of Europe, Chancellor Press, London.
  • http://eng.archinform.net/arch/120.htm;
  • http://www.architekten-portrait.de/robert_vorhoelzer/index.html.).

 

 

Ελευθέριος Αρβανίτης – Επαμεινώνδας Γιαβάλκας: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ (1944-1945). ΜΕΡΟΣ Β΄: Η ΠΡΟΕΛΑΣΗ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΙΑΠΩΝΙΚΕΣ ΝΗΣΟΥΣ

Ελευθέριος  Αρβανίτης – Επαμεινώνδας Γιαβάλκας

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ (1944-1945)

ΜΕΡΟΣ Β΄: Η ΠΡΟΕΛΑΣΗ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΙΑΠΩΝΙΚΕΣ ΝΗΣΟΥΣ

 

 

Η κατάληψη της Iwo Jima      

Στις αρχές του 1945 η Ιαπωνία εναπόθετε τις όποιες ελπίδες διέθετε αποκλειστικά σε μία μεγάλη μάχη που θα της έδινε τη δυνατότητα να περισώσει τμήματα της μεγάλης αυτοκρατορίας της μέσω της συνθηκολόγησης. Μετά την ανακατάληψη των Φιλιππίνων από τα στρατεύματα του Douglas MacArthur, το Ιαπωνικό Ναυτικό είχε σχεδόν διαλυθεί και ο πόλεμος είχε μετατραπεί σε ολοκληρωτικό εφιάλτη. Πλέον το ιαπωνικό μητροπολιτικό έδαφος ήταν ακάλυπτο και οι Αμερικανοί συνέχισαν την πορεία προς την επίτευξη του στόχου τους: την ολοκληρωτική ήττα της Ιαπωνίας. Το αμερικανικό επιτελείο είχε θέσει ως επόμενο στόχο το νησί της Iwo Jima, το οποίο βρίσκεται βόρεια των Μαριάνων Νήσων και ανατολικά της αλυσίδας των Ryukyus, που περιλαμβάνει την Okinawa όπως θα παρατηρήσουμε παρακάτω. Η συγκεκριμένη απόφαση για επίθεση λήφθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1944, δηλαδή προτού ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις για την ανακατάληψη των Φιλιππίνων. Ο βασικός και κύριος λόγος για την επιλογή αυτή ήταν η ανάγκη για βάσεις κοντά στην μητροπολιτική Ιαπωνία, έτσι ώστε τα καινούργια βομβαρδιστικά, τα περίφημα B-29, να έχουν τη δυνατότητα να επιχειρούν με ασφάλεια και άνεση. Μέχρι τότε, τα B-29 απογειώνονταν από την Saipan και την Tinian[1] προκειμένου να πλήξουν το μητροπολιτικό έδαφος της Ιαπωνίας, ωστόσο, κατά την επιστροφή τους υπήρχε ο κίνδυνος αφενός να μην φτάσουν τα καύσιμα και αφετέρου να πέσει η νύκτα. Στις 3 Μαρτίου 1945 για παράδειγμα, τα αμερικανικά αεροσκάφη έπληξαν το Τόκυο σκορπίζοντας το θάνατο σε 83.793 ανθρώπους (ο απίστευτος αυτός αριθμός αμάχων θυμάτων οφείλεται στο συνδυασμό της ρίψης εμπρηστικών βομβών και των κατασκευασμένων από ξύλο και ριζόχαρτο ιδιωτικών οικιών), ενώ και στις 27 του ίδιου μήνα χτυπήθηκαν ιαπωνικά λιμάνια προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Πολλά βομβαρδιστικά έπεσαν στη θάλασσα εξαιτίας των παραπάνω λόγων με τα 3/4 των πιλότων όμως να περισυλλέγονται από τα αμερικανικά πλοία με ασφάλεια. Συνεπώς, η ανάγκη για μία βάση που θα προσέφερε μεγαλύτερη ασφάλεια στις επιχειρήσεις ήταν επιτακτική. Η βάση αυτή ήταν η Iwo Jima, από την οποία τα B-29 θα είχαν τη δυνατότητα να πλήξουν με χαρακτηριστική άνεση μία περιοχή έκτασης από  το Τόκυο μέχρι και τα Νησιά Truk.[2]

Αεροφωτογραφία της Iwo Jima. Στο κάτω άκρο δεσπόζει το ηφαίστειο Suribashi.

Το στρατηγικής σημασίας νησί της Iwo Jima είναι ένα μικρό σε μέγεθος ηφαιστειακό νησί, καθώς διαθέτει το ηφαίστειο του Suribashi με ύψος 169 μέτρα, γεγονός που σημαίνει ότι είναι σεισμογενές. Για το λόγο αυτό οι Αμερικανοί το ονόμαζαν χαρακτηριστικά “The Hard Rock”. Η βλάστηση απουσιάζει και όπου αυτή υπάρχει είναι χαμηλή. Το αφιλόξενο αυτό νησί δεν διέθετε λιμάνι. Αντίθετα, διέθετε δύο ολοκληρωμένες αεροπορικές βάσεις και μία τρίτη υπό κατασκευή. Οι Ιάπωνες είχαν οχυρώσει τόσο το όρος Suribashi, όσο και τα υψώματα στα βορειοανατολικά του νησιού, είχαν εγκαταστήσει ραντάρ και είχαν δημιουργήσει και εδώ σύστημα λαβυρίνθων και σπηλαίων, προκειμένου να αμυνθούν μέχρι τέλους και να δυσκολέψουν τον εχθρό επιφέροντάς του όσο το δυνατόν περισσότερες απώλειες. Ο έμπειρος Ιάπωνας διοικητής Tadamichi Kuribayashi [3] είχε οργανώσει ένα άρτιο δίκτυο άμυνας. Φρόντισε δε να απομακρύνει τους αξιωματικούς που δεν ήταν υπάκουοι και προετοίμασε τους άνδρες του για μία μάχη μέχρις εσχάτων. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή, που ο ίδιος έστειλε στη σύζυγό του στην Ιαπωνία, γράφοντάς της: “Do not plan for my return”. Όλοι γνώριζαν ότι αργά ή γρήγορα το νησί θα έπεφτε στα χέρια των αμερικανικών στρατευμάτων και ως εκ τούτου οι Ιάπωνες είχαν προετοιμαστεί ψυχολογικά για την τελευταία τους μάχη. Η φρουρά της Iwo Jima αριθμούσε περί τους 21.000 στρατιώτες, 23 τεθωρακισμένα οχήματα, 438 πυροβόλα, 33 ναυτικά όπλα, 69 αντιαρματικά και 300 περίπου αντιαεροπορικά όπλα. Το αμερικανικό σχέδιο με την κωδική ονομασία “Detachment” προέβλεπε την απόβαση 110.000 πεζοναυτών με παράλληλη υποστήριξη από 500 περίπου πλοία.[4]

 Η μάχη της Iwo Jima. 

Το αμερικανικό επιτελείο έθεσε ως στόχο την απομόνωση του όρους Suribashi την πρώτη ημέρα, έτσι ώστε στη συνέχεια τα στρατεύματα να στραφούν προς τις αεροπορικές βάσεις στα ανατολικά του νησιού, όπου έδρευε και το αρχηγείο του Kuribayashi. Οι τριήμεροι ναυτικοί βομβαρδισμοί του Αμερικανικού Στόλου απέτυχαν να καταστρέψουν ή ακόμα και να φθείρουν τις αντίπαλες οχυρώσεις. Έτσι, στις 19 Φεβρουαρίου 1945, οι πεζοναύτες ξεκίνησαν την απόβαση στη μεγάλη νότια παραλία της Iwo Jima εν μέσω κακών καιρικών συνθηκών αφού έπνεαν θυελώδεις άνεμοι. Η ακτή είχε χωριστεί σε επτά επιμέρους τομείς με τις κωδικές ονομασίες από τα δυτικά προς τα ανατολικά: Green, Red 1, Red 2, Yellow 1, Yellow 2, Blue 1 και Blue 2. Την ημέρα της απόβασης οι 30.000 πεζοναύτες αντιμετώπισαν προβλήματα καθώς «κόλλησαν» στην ηφαιστειακή άμμο με αποτέλεσμα οι Ιάπωνες από το όρος Suribashi να τους αποδεκατίσουν κυριολεκτικά. Η κατάσταση χειροτέρεψε και έγινε πιό δραματική με συνέπεια να χαθούν την πρώτη ημέρα συνολικά 2.000 άνδρες. Το γόρδιο δεσμό έκοψαν οι εκσκαφείς, οι οποίοι δημιούργησαν ταχύτατα σταθερό έδαφος ώστε να ξεκολλήσουν οι πεζοναύτες και παράλληλα να αποβιβαστούν και τα αμερικανικά οχήματα στην παραλία. Οι πεζοναύτες κατόρθωσαν μέσα σε 90 λεπτά της ώρας να απομονώσουν το όρος Suribashi, ενώ τη δεύτερη ημέρα με τις καιρικές συνθήκες εκ νέου δυσμενείς, ξεκίνησαν την ανάβαση, στη διάρκεια της οποίας ανακαλύφθηκαν 70 ιαπωνικά θωρακισμένα φυλάκια και 50 οχυρωμένες θέσεις. Παράλληλα με τις παραπάνω αρχικές επιθετικές ενέργειες, τα αμερικανικά πλοία στα ανοιχτά της Iwo Jima δέχτηκαν επιθέσεις καμικάζι, πρακτική, η οποία, όπως θα  φανεί παρακάτω, κορυφώθηκε στην Okinawa. Μετά από πέντε ημέρες σφοδρών συγκρούσεων, το όρος Suribashi καταλήφθηκε από τους πεζοναύτες, οι οποίοι ύψωσαν την αμερικανική σημαία στην κορυφή του.[5]   

Η απόβαση των Αμερικανικών δυνάμεων.

Όσον αφορά την ιστορία γύρω από την αμερικανική σημαία, υπάρχει ολόκληρο παρασκήνιο που γενικά δεν είναι ευρέως γνωστό. Όταν η περίφημη 5η μεραρχία ανήλθε στο όρος στις 23 Φεβρουαρίου 1945 και ύψωσε στις 10.20 το πρωί την σημαία με τα 48 τότε αστέρια (Χαβάη και Αλάσκα δεν είχαν ενσωματωθεί ακόμα ως πολιτείες), ακούστηκε μία μεγάλη ιαχή από τους στρατιώτες που βρίσκονταν στις ακτές, ενώ ήχησαν οι σειρήνες των αμερικανικών πλοίων. Ο Kuribayashi καθώς και όλοι οι Ιάπωνες αντιλήφθηκαν τότε το κατόρθωμα των Αμερικανών. Λίγες ώρες αργότερα, ο Υπουργός Ναυτικών των ΗΠΑ, James Forrestal, ο οποίος παρακολούθησε τις μάχες από τη θάλασσα, αποβιβάστηκε στην παραλία και ζήτησε να του παραχωρηθεί η σημαία που υψώθηκε ως αναμνηστικό. Όταν η πληροφορία μεταφέρθηκε στον διοικητή της 5ης μεραρχίας στο Suribashi, εκείνος εξέφρασε έντονα το θυμό και την αγανάκτησή του καθώς έδινε τη σημαία αναφωνόντας: “To hell with that!”. Ωστόσο, πολύ γρήγορα ζήτησε να του δοθεί μία νέα μεγαλύτερη σημαία: “Give me a new one and make it bigger”, τόνισε χαρακτηριστικά. Το αίτημά του ικανοποιήθηκε και το απόγευμα της ίδιας ημέρας ξεκίνησε η πομπή με τη νέα σημαία μαζί με τρεις φωτογράφους. Γύρω στις 6 με 7 το απόγευμα η δεύτερη μεγαλύτερη σημαία υψώθηκε εκ νέου στην κορυφή του όρους Suribashi με τον Joe Rosenthal[6] να απαθανατίζει το στιγμιότυπο  τη στιγμή που οι πεζοναύτες την ύψωναν. Η φωτογραφία ήταν στημένη και μάλιστα ο ίδιος ο Rosenthal παραδέχτηκε αργότερα πως παραλίγο να χάσει τη στιγμή. Ο δεύτερος φωτογράφος, ο Bob Campbell, φωτογράφισε τον ίδιο τον Rosenthal, που με τη σειρά του φωτογράφιζε τους πεζοναύτες μπροστά απο την υψωμένη σημαία, ενώ ο τρίτος, o Bill Genaust, που απώλεσε τη ζωή του 9 ημέρες αργότερα, κατέγραψε το φιλμ της στιγμής που αυτή υψωνόταν. Οι δύο σημαίες βρίσκονται σήμερα στο Ιστορικό Κέντρο των Πεζοναυτών, στην Washington. Μάλιστα είναι ενδιαφέρον το γεγονός πως οι ΗΠΑ, τον Ιούνιο του 2016, αποκατέστησαν τη λάθος ταύτιση ενός πεζοναύτη της φωτογραφίας αυτής. Ο εν λόγω πεζοναύτης, που τελικά εικονιζόταν στη φωτογραφία, δεν βρίσκεται εν ζωή καθώς απεβίωσε το 2004. Η φωτογραφία της στιγμής που υψώνεται η σημαία έγινε αμέσως δημοφιλής στις ΗΠΑ. Τυπώθηκαν αναμνηστικά γραμματόσημα με αυτήν, τα οποία έσπασαν κάθε ρεκόρ πωλήσεων, ενώ το σημερινό χάλκινο μνημείο των 100 τόνων του Felix de Weldon κοσμεί το κοιμητήριο στην περιοχή του Arlington στην αμερικανική πρωτεύουσα.[7]   

Η δεύτερη (στημένη) φωτογραφία.

Μετά την κατάκτηση του όρους Suribashi, ο καιρός βελτιώθηκε αισθητά και τα αμερικανικά στρατεύματα συνέχισαν την πορεία τους προς τις δύο αεροπορικές βάσεις στα ανατολικά του νησιού. Τη δέκατη ημέρα από την απαρχή της απόβασης, οι Αμερικανοί είχαν κατορθώσει να ελέγξουν το μισό νησί και να καταλάβουν τις δύο ολοκληρωμένες αεροπορικές βάσεις. Τα αμερικανικά στρατεύματα αναγκάστηκαν για μία ακόμα φορά να χρησιμοποιήσουν φλογοβόλα και καύσιμα προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους Ιάπωνες, οι οποίοι ήταν οχυρωμένοι μέσα στις σπηλιές και στους λαβυρίνθους που είχαν δημιουργήσει. Στις 3 Μαρτίου 1945 πέτυχαν τον έλεγχο των 2/3 της Iwo Jima με το τίμημα μέχρι εκείνη τη στιγμή να είναι αρκετά βαρύ: 3.000 νεκροί σε έντεκα ημέρες, ενώ οι Ιάπωνες διέθεταν πλέον 7.000 άνδρες από τους  αρχικούς 21.000.[8]

Τη δέκατη τρίτη ημέρα, άρχισαν να φτάνουν οι πρώτες προμήθειες για τους Αμερικανούς συμπεριλαμβανομένου και του αίματος, αφού η κυβέρνηση των ΗΠΑ καλούσε τους πολίτες σε εθελοντική αιμοδοσία. Αντίθετα, οι Ιάπωνες υπέφεραν εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης και για το λόγο αυτό προέβαιναν σε ληστρικές ενέργειες κατά του αμερικανικού στρατοπέδου τη νύχτα. Την ίδια ημέρα έλαβε χώρα ένα πολύ σημαντικό γεγονός: προσγειώθηκε για πρώτη φορά στην Iwo Jima το βομβαρδιστικό Β-29 “Superfortress” λόγω μηχανικής βλάβης και το οποίο ήταν το πρώτο από τα εκατοντάδες που θα προσγειώνονταν στο νησί μέχρι τη λήξη του πολέμου. Είναι χαρακτηριστική η φωτογραφία με τους στρατιώτες συγκεντρωμένους γύρω από το νέο αμερικανικό όπλο, το οποίο αντίκρυζαν για πρώτη φορά από τέτοια απόσταση. Μετά από δύο εβδομάδες σκληρών μαχών οι Αμερικανοί αποφάσισαν να τοποθετήσουν για μία ακόμα φορά μάγειρες, μηχανικούς, υπαλλήλους και οδηγούς προκειμένου να συνεχιστεί η πίεση κατά των αντίπαλων γραμμών άμυνας.[9]Έτσι, μετά από δεκαεπτά ημέρες μαχών 800 Ιάπωνες που είχαν εγκλωβιστεί σε ύψωμα του νησιού  έλαβαν την απόφαση για εφόρμηση αυτοκτονίας τη νύχτα. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό καθώς όλοι τους βρήκαν μοιραίο θάνατο, ενώ για τους Αμερικανούς ήταν η μέρα που πέτυχαν τις περισσότερες απώλειες στον εχθρό. Οι απώλειες για τους Αμερικανούς ήταν ανησυχητικά μεγάλες με αποτέλεσμα το ξέσπασμα έντονων αντιδράσεων στις ΗΠΑ και γι`αυτό το λόγο αποφασίστηκε στις 14 Μαρτίου 1945 το νησί να κηρυχθεί ασφαλές. Δέκα ημέρες αργότερα, στις 24 Μαρτίου, ο Ιάπωνας διοικητής Kuribayashi εγκλωβίστηκε σε περιορισμένο χώρο μαζί με τους εναπομείναντες στρατιώτες του. Τότε, έστειλε το τελευταίο του μήνυμα στο αρχηγείο της Chichi Jima αναφέροντας: “All officers and men, goodbye from Iwo!”. Έτσι, στις 26 Μαρτίου ο  Kuribayashi εξαπέλυσε τη νύχτα την τελευταία επίθεση κατά των Αμερικανών, οι περισσότεροι από τους οποίους κοιμούνταν. Όλοι οι Ιάπωνες εξοντώθηκαν, ωστόσο, η Iwo Jima έλαβε την σκυτάλη από τα Palaus και έγινε ο τόπος στον οποίο το Σώμα των Πεζοναυτών αρίθμησε τις περισσότερες απώλειες στην ιστορία του: 6.000 περίπου έχασαν τη ζωή τους και 17.272 τραυματίστηκαν, ενώ εξαιτίας των καμικάζι σκοτώθηκαν και 1.917 ναύτες. Οι Ιάπωνες αρίθμησαν 19.977 νεκρούς, ενώ περίπου 1.000 αιχμαλωτίστηκαν. Η Iwo Jima πιστώνεται, όμως, τη σωτηρία περίπου 22.000 αμερικανών πιλότων των B-29 καθώς πλέον είχαν τη δυνατότητα της ασφαλούς προσγείωσης στις βάσεις του νησιού.[10] 

Μετά τον πόλεμο οι ΗΠΑ διατήρησαν στην Iwo Jima στρατιωτική βάση για είκοσι χρόνια, ενώ το Αμερικανικό Λιμενικό εξασφάλισε την παρουσία του μέχρι το 1968. Το 1993 η δικαιοδοσία του νησιού παραχωρήθηκε στην Ιαπωνία, η οποία σήμερα διαθέτει ναυτική βάση. H Iwo Jima αποτελεί μνημείο πολέμου, είναι ακατοίκητη, δεν υπάρχουν εγκαταστάσεις για φιλοξενούμενους και ο μόνος τρόπος για τους Δυτικούς να επισκεφτούν το νησί είναι μέσω των ετήσιων εκδρομών που οργανώνει το Σώμα των Πεζοναυτών. Ωστόσο, οι συμμετέχοντες είναι αποκλειστικά βετεράνοι του πολέμου. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνει χώρα το ετήσιο reunion μεταξύ των βετεράνων των δύο χωρών στην κορυφή του Suribashi,  όπου έχουν τοποθετηθεί και τα ανάλογα μνημεία. Το 1945 είχε δημιουργηθεί κοιμητήριο στο νησί, το οποίο αργότερα μεταφέρθηκε στη Χαβάη (Punchbowl Cemetery), ενώ οι σοροί κάποιων πεσόντων επαναπατρίστηκαν στις ΗΠΑ. Δυστυχώς, ιαπωνικό κοιμητήριο δεν κατέστη δυνατό να δημιουργηθεί επειδή οι νεκροί είχαν ταφεί σε μαζικούς τάφους ή είχαν χαθεί στα βάθη των σπηλαίων. Αξίζει, τέλος, να κάνουμε μία αναφορά στον υιό του Tadamichi Kuribayashi, Taro Kuribayashi, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην προσπάθεια σύσφιξης των σχέσεων ΗΠΑ και Ιαπωνίας, ενώ διατήρησε και ένα πλούσιο φωτογραφικό αρχείο του νησιού. Οι τρεις αεροπορικές βάσεις σήμερα έχουν συγχωνευθεί σε μία μεγάλη. Το όρος Suribashi στέκεται επιβλητικά στο άκρο του νησιού, ενώ η ηφαιστειακή άμμος βρίσκεται εκεί για να θυμίζει στους βετεράνους τις δύσκολες ώρες που βίωσαν όταν αποβιβάστηκαν. Ο μεγάλος Αμερικανός σκηνοθέτης Clint Eastwood σκηνοθέτησε δύο υπέροχες ταινίες για την Iwo Jima το 2006. Η πρώτη φέρει τον τίτλο “Flags of our Fathers” και προβάλλει την αμερικανική εκδοχή και οπτική και η δεύτερη “Letters from Iwo Jima” παρουσιάζει την αντίστοιχη ιαπωνική.[11]  

Okinawa: Η τελευταία μάχη

Στις αρχές του 1945, προτού, δηλαδή, ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις για την Iwo Jima, το αμερικανικό επιτελείο πραγματοποιούσε συσκέψεις σχετικά με τα επόμενα βήματα του στρατού στον Ειρηνικό Ωκεανό. Πλέον ήταν γνωστό σε όλους ότι για την Ιαπωνία ο χρόνος μετρούσε απλά αντίστροφα. Σε μία από τις συσκέψεις αυτές ο αντιναύαρχος Raymond Spruance έθεσε στο τραπέζι των συζητήσεων την πρόταση για την Okinawa και γενικότερα την αλυσίδα των νησιών Ryukyus. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή και εγκρίθηκε από το αμερικανικό επιτελείο λαμβάνοντας το κωδικό όνομα “Operation Iceberg”. Όταν οι επιχειρήσεις στην Iwo Jima ολοκληρώθηκαν με επιτυχία αλλά και με πολλές απώλειες παράλληλα, οι αμερικανικές δυνάμεις κινήθηκαν εναντίον της αλυσίδας των νησιών Ryukyus, της οποίας μεγαλύτερο είναι η Okinawa. Τα νησιά βρίσκονται νότια του μητροπολιτικού εδάφους της Ιαπωνίας και θεωρούνται η πύλη εισόδου για το τελευταίο. Οι Αμερικανοί θα πατούσαν πλέον σε ιαπωνικό έδαφος γνωρίζοντας πως η ήταν θέμα χρόνου μέχρι να υποταχθεί η αυτοκρατορία. Η Okinawa ήταν ιαπωνική από το 1879 και η απόστασή της τόσο από τις ακτές της Κίνας όσο και από της Formosa είναι η ίδια.

Οι αναγνωριστικές πτήσεις των αμερικανικών αεροπλάνων είχαν υποτιμήσει όμως τις ιαπωνικές δυνάμεις στο νησί. Τον Ιούλιο του 1944 ο διοικητής Mitsuru Ushijima[12] αντικατέστησε τον Masao Watanabe και εγκατέστησε το αρχηγείο του στην πόλη Shuri, την δεύτερη μεγαλύτερη του νησιού, η οποία ήταν η αρχαία πρωτεύουσα. Ο Ushijima διέθετε την 32η Ιαπωνική Στρατιά, η οποία αριθμούσε περί τους 120.000 άνδρες. Διέθετε επίσης ισχυρή αεροπορική δύναμη μαζί με μερικά πλοία, όσα είχαν απομείνει, συμπεριλαμβανομένου και του θωρηκτού Yamato. Οι αμερικανικές εκτιμήσεις ανέφεραν την παρουσία 60-70.000 Ιαπώνων, δηλαδή τους μισούς από όσους βρίσκονταν στο νησί στην πραγματικότητα. Από την πλευρά τους οι Αμερικανοί συγκέντρωσαν τη μεγαλύτερη αποβατική δύναμη μέχρι τότε στον Ειρηνικό Ωκεανό για την εφαρμογή του σχεδίου με διοικητή τον Buckner, ο οποίος διέθετε την 10η Αμερικανική Στρατιά: τρεις μεραρχίες πεζοναυτών και τέσσερις μεραρχίες πεζικού με συνολικό αριθμό 155.000 ανδρών. Ωστόσο, στις μάχες θα εμπλέκονταν περίπου 300.000 Αμερικανοί. Όσον αφορά τις ναυτικές επιχειρήσεις, αυτές τις είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου ο αντιναύαρχος Raymond Spruance, ο οποίος χώρισε το στόλο σε τέσσερα τμήματα: η κύρια δύναμη είχε ανατεθεί στον ναύαρχο Richmond Turner[13] (με 300 πολεμικά πλοία και 1.000 μεταφορικά), η δύναμη του Marc Mitscher (με τέσσερις ομάδες αεροπλανοφόρων), η δύναμη του αντιναύαρχου William Bludy και η βρετανική δύναμη του Sir Bernard Rawlings (με βρετανικά αεροπλανοφόρα) που είχε επιφορτιστεί με το ρόλο της κάλυψης του Turner. Στις επιχειρήσεις στην Okinawa συμμετείχε συνεπώς και το Βρετανικό Ναυτικό παρά τις έντονες αντιδράσεις του King, ο οποίος ήταν αγγλοφοβικός και είχε πολλές διαφωνίες. Αντίθετα, τόσο ο Nimitz, όσο και ο Spruance ήταν θετικότατοι στη συμμετοχή αυτή. Ο Winston Churchill είχε πιέσει έντονα, έτσι ώστε τα βρετανικά πλοία να γίνουν αποδεκτά στον Ειρηνικό για καθαρά πολιτικούς λόγους.[14]

Το αμερικανικό σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη του νησιού προκειμένου να δημιουργηθούν οι αεροπορικές βάσεις από όπου τα B-29 θα έπλητταν ακόμα πιό άμεσα το μητροπολιτικό έδαφος της Ιαπωνίας. Αρχικά η δύναμη του Bludy θα διεξήγαγε τους προπαρασκευαστικούς βομβαρδισμούς, ενώ θα απογειώνονταν από τα αεροπλανοφόρα αεροσκάφη, τα οποία θα κατέστρεφαν τις αντίπαλες υποδομές και οχυρώσεις. Εν συνεχεία, τα ναρκαλιευτικά πλοία θα απομάκρυναν τις νάρκες έτσι ώστε τα μεταγωγικά πλοία να κατορθώσουν να πλησιάσουν άνετα τις ακτές. Μόλιε εξασφάλιζαν την απόλυτη αεροπορική κυριαρχία, όπως ακριβώς επιθυμούσε ο ναύαρχος Nimitz, τότε θα ετίθετο σε ισχύ το σχέδιο με την κατάκτηση πρώτα κάποιων μικρών νησιών στα δυτικά της Okinawa. Στη συνέχεια, τα αμερικανικά στρατεύματα θα στρέφονταν ενάντια στον κύριο στόχο. Η όλη επιχείρηση χωρίστηκε σε τρία επιμέρους τμήματα: αρχικά κατάληψη του νότιου μέρους, εν συνεχεία κατάληψη της Ie Shima και της βόρειας Okinawa και τέλος δημιουργία αεροπορικών βάσεων στο νησί καθώς και σε άλλα γειτονικά. Όπως θα παρατηρήσουμε, πρώτα καταλήφθηκε το βόρειο τμήμα και στη συνέχεια οι Αμερικανοί κινήθηκαν προς το Νότο.[15]

Η απόβαση ορίστηκε για την Πρωταπριλιά του 1945, ημέρα του Πάσχα., ενώ η δύναμη του Bludy είχε ήδη διεξαγάγει τους προκαταρκτικούς βομβαρδισμούς. Οι βομβαρδισμοί αυτοί περιλάμβαναν και τα γειτονικά νησάκια, τα οποία ισοπεδώθηκαν κυριολεκτικά κι έτσι η 77η μεραρχία κατάφερε να καταλάβει τα νησιά Kerama και να εξουδετερώσει διακόσιες περίπου  ιαπωνικές βάρκες αυτοκτονίας, οι οποίες ήταν γεμάτες με εκρηκτικά. Οι Ιάπωνες καμικάζι ,για τους οποίους θα γίνει εκτενής αναφορά παρακάτω, κατόρθωσαν λίγη ώρα πριν την εκδήλωση της απόβασης να πλήξουν τέσσερα αμερικανικά αεροπλανοφόρα, τα οποία υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Έτσι, λοιπόν, λίγα λεπτά μετά τις 04.00 τα χαράματα, τα αμερικανικά στρατεύματα ξεκίνησαν την πορεία τους προς στην Okinawa και πιό συγκεκριμένα προς την ακτή Hagushi, όπου θα αποβιβάζονταν. Στις 8.30 οι πρώτες δυνάμεις του Buckner είχαν αποβιβαστεί με ασφάλεια χωρίς να συναντήσουν την παραμικρή αντίσταση, με αποτέλεσμα για πρώτη φορά στο μέτωπου του Ειρηνικού Ωκεανού να μην υπάρξει καμία απώλεια και κανένας τραυματισμός.

Απόβαση στην Okinawa. Ένας περίπατος που εξελίχθηκε σε εφιάλτη.

Οι πεζοναύτες δημιούργησαν την πρώτη ημέρα ένα προγεφύρωμα δεκατριών χιλιομέτρων, το οποίο περιλάμβανε 60.000 άνδρες. Μεταξύ τους κυριαρχούσε η συζήτηση σχετικά με το που βρίσκονται οι Ιάπωνες και γιατί δεν συνάντησαν καμία αντίσταση μέχρι τη στιγμή εκείνη. Τη δεύτερη ημέρα οι Αμερικανοί κατέλαβαν την κεντρικό τομέα του νησιού μαζί με τα δύο αεροδρόμια, ενώ τότε πληροφορήθηκαν από τους ντόπιους κατοίκους πως οι ιαπωνικές δυνάμεις βρίσκονταν συγκεντρωμένες στο νότιο τμήμα του νησιού. Η σχέση της Ιαπωνίας με την Okinawa ήταν και εξακολουθεί να είναι σε κάποιο βαθμό προβληματική γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από τη στάση ανοχής των κατοίκων έναντι των Αμερικανών εισβολεων. Μέσα σε τρεις μόλις ημέρες οι πεζοναύτες κατάφεραν να καλύψουν τον προγραμματισμό τριών εβδομάδων! Ωστόσο, οι εξελίξεις παρέμειναν ευνοϊκές και στη συνέχεια. Σε αντίθεση με τον Kyribayashi, ο Ushijima διέθετε περισσότερο οπλισμό και προμήθειες.[16] Κατά τις πρώτες ημέρες, το 24ο Αμερικανικό Σώμα κινήθηκε προς Νότο, όπου συνάντησε τους αμυνόμενους Ιάπωνες στην γραμμή Machinato, βόρεια της πόλης Shuri. Το μέτωπο στο νότιο τμήμα θα διαρκούσε πολλές εβδομάδες και θα είχε μεγάλο βαθμό δυσκολίας για τους Αμερικανούς, αφού οι ιαπωνικές δυνάμεις μάχονταν μέχρι θανάτου. Παράλληλα με την έναρξη των επιχειρήσεων στο Νότο, ο Buckner αποφάσισε να στείλει μία μεραρχία πεζοναυτών στο Βορρά, προκειμένου να διασφαλιστεί η περιοχή και μία μεραρχία πεζικού στο νησάκι Ie Shima. Η Ie Shima θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως αεροπορική βάση για επιπλέον κάλυψη προς όφελος των δυνάμεων, οι οποίες μάχονταν στην Okinawa. Το συγκεκριμένο νησάκι υπερασπίζονταν 3.000 Ιάπωνες μαζί με 1.500 οπλισμένους πολίτες και απαιτήθηκαν δεκαεπτά ολόκληρες ημέρες, με τις πέντε τελευταίες να περιλαμβάνουν τις πιο σκληρές μάχες του μετώπου, προτού καταληφθεί οριστικά στις 21 Απριλίου 1945. Οι Ιάπωνες έχασαν 4.700 στρατιώτες και πολίτες, ενώ οι Αμερικανοί 218 άνδρες και είχαν 900 τραυματίες. Οι πεζοναύτες στο Βορρά μάχονταν για ημέρες κατά των Ιαπώνων που είχαν οχυρωθεί στο ύψωμα Yae Take (365 μέτρα) στη χερσόνησο Motobu. Κατόπιν προδοσίας των ντόπιων, οι οποίοι αποκάλυψαν το κρησφύγετο των Ιαπώνων, οι Αμερικανοί κατόρθωσαν να τους εξουδετερώσουν και να διασφαλίσουν το βόρειο τμήμα της Okinawa. Εδώ επιβίωσαν μόνο 46 Ιάπωνες, οι οποίοι αιχμαλωτίστηκαν. Τα αμερικανικά στρατεύματα είχαν, από την πλευρά τους 246 νεκρούς και 1.000 τραυματίες.[17]  

Η μάχη της Okinawa.

Στις 6 Απριλίου 1945 εκδηλώθηκε ιαπωνική αεροπορική και ναυτική αντεπίθεση, ως απάντηση στις αμερικανικές ενέργειες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Εγκαινιάστηκε η επιχείρηση “Ten-Go”, δηλαδή “Heavenly Operation”, η οποία περιλάμβανε δέκα κύματα καμικάζι με 3.000 αεροσκάφη κατά των αμερικανικών πλοίων. Τη μέρα εκείνη οι πιλότοι αυτοκτονίας κατάφεραν να βυθίσουν έξι αντίπαλα πλοία και να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές σε άλλα εικοσι ένα, με αποτέλεσμα τα τελευταία να τεθούν εκτός μάχης. Η λέξη καμικάζι σημαίνει στα Ιαπωνικά θεϊκός άνεμος (kamikaze: kami=θεός, kaze= άνεμος) και ήταν οι πιλότοι αυτοκτονίας, ηλικίας 17-23 ετών αποφασισμένοι να προσφέρουν τη ζωή τους στον αυτοκράτορα και την πατρίδα τους.  Το σώμα των καμικάζι δημιουργήθηκε τον Οκτώβριο του 1944 ως ύστατο όπλο. Έτσι εξηγείται γιατί άρχισε να χρησιμοποιείται όταν η κατάσταση είχε περιέλθει, πλέον, σε αδιέξοδο. για να αρχίσουν τα χτυπήματα, έχοντας πλέον βρεθεί σε δυσχερή θέση και αδιέξοδο. Υπήρξαν και επικρίσεις, με το επιχείρημα πως με τον τρόπο αυτό καταστρεφόταν το μέλλον της Ιαπωνίας. Το σύνθημα των καμικάζι ήταν το εξής: «Κι αν ακόμη σκοτωθούμε χωριστά, θα τα ξαναπούμε στο Γιασουκούνι, στην πρωτεύουσα των λουλουδιών, μιαν ανοιξιάτικη μέρα». Το Γιασουκούνι ήταν το περίφημο «Τέμενος του Θεού Στρατιώτη», το οποίο δημιουργήθηκε το 1868 αποτελούσε το δομικό συστατικό της αυταρχικής εθνικής οικοδόμησης υπό τον αυτοκρατορικό θεσμό. Οι Ιάπωνες  Β` Παγκόσμιο πόλεμο πίστευαν ότι μαχόμενοι για την ίδια τους την πατρίδα και θυσιάζοντας τη ζωή τους, η ψυχή τους θα μεταβεί στο Γιασουκούνι. Ο αυτοκράτορας και οι στρατιώτες που συμμετείχαν πόλεμο  στον πόλεμο επισκεπτόταν το Τέμενος και προσεύχονταν για τις ψυχές των πεσόντων. Γι`αυτό και όταν οι καμικάζι αναχωρούσαν για το ταξίδι χωρίς επιστροφή, χαιρετούσαν τους υπόλοιπους λέγοντας χαρακτηριστικά: Ραντεβού στο «Γιασουκούνι». Οι καμικάζι χρησιμοποιούσαν ειδικό τύπο αεροσκάφους, το περίφημο Ohka, που σημαίνει άνθος κερασιάς. Διέθετε τρεις πυραυλοκίνητους κινητήρες, ήταν προσδεδεμένο κάτω από το βομβαρδιστικό και όταν πλησίαζε το στόχο αφηνόταν ελεύθερο αναπτύσσοντας ταχύτητα 990 χιλιομέτρων την ώρα. Οι Αμερικανοί ναύτες το αποκαλούσαν Baka, δηλαδή «ανόητο» στα Ιαπωνικά, καθώς πίστευαν ότι οι πιλότοι ήταν είτε ναρκωμένοι είτε υπνωτισμένοι. Δεν μπορούσαν να κατανοήσουν το λόγο, για τον οποίο επιχειρούσαν τις αποστολές αυτοκτονίας αυτού του είδους. Η νοοτροπία των Δυτικών είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με την αντίστοιχη των Ασιατών και αυτό φάνηκε αναδύθηκε ανάγλυφα σε πολλές περιπτώσεις στο μέτωπο του Ειρηνικού. Οι ΗΠΑ, μία ισχυρή χώρα, πρότυπο Δημοκρατίας και κράτους δικαίου απέναντι στην Ιαπωνία, μία αυτοκρατορία προσηλωμένη στις παραδόσεις,  με αυταρχική ιδεολογία και απόλυτο φανατισμό.[18] 

Ιάπωνες Καμικάζι.

Την επομένη, στις 7 Απριλίου 1945 το θωρηκτό Yamato, το οποίο είχε σταλεί στη μάχη μόνο με 67% καύσιμα, μαζί με άλλα οκτώ αντιτορπιλικά και ένα καταδρομικό δέχτηκαν επίθεση από τα αμερικανικά μαχητικά κάθετης εφόρμησης και τα τορπιλοπλάνα, με συνέπεια να βυθιστούν. Τα ιαπωνικά πλοία επιχείρησαν μία αποστολή αυτοκτονίας καθώς δεν διέθεταν αεροπορική κάλυψη. Όσον αφορά τις προσπάθειες των στρατευμάτων του Buckner στο νότιο τμήμα της Okinawa, οι Ιάπωνες είχαν καταφέρει να τις επιβραδύνουν αισθητα, με αποτέλεσμα μια στασιμότητα των επιχειρήσεων. Από τις 12 Απριλίου και επί έναν ολόκληρο μήνα οι δυο αντίπαλοι αναλώθηκαν σε ατέλειωτες μάχες με αμέτρητα θύματα για αμφότερες τις πλευρές. Παράλληλα, στις 19 Απριλίου, διατάχθηκε ο μεγαλύτερος βομβαρδισμός του μετώπου, τόσο από αέρος, όσο και από θαλάσσης, προκειμένου να διασπαστεί η ιαπωνική γραμμή άμυνας (η γραμμή Machinato). Στις 23 Απριλίου, ο Nimitz αποβιβάστηκε στο νησί καθώς η καθυστέρηση της προέλασης τον ανησυχούσε ιδιαίτερα. Κατέστησε σαφές στον Buckner πως διέθετε πέντε ημέρες για να διασπάσει την αντίπαλη άμυνα, διαφορετικά θα απομακρυνόταν από το μέτωπο. Ωστόσο, οι Ιάπωνες την επόμενη ημέρα αποσύρθηκαν από τη γραμμή αυτή και οχυρώθηκαν λίγο νοτιότερα στην γραμμή Shuri. Στις 3 και 4 Μαΐου, επιχείρησαν αντεπίθεση, στην οποία έχασαν 7.000 άνδρες. Οι Αμερικανοί κινήθηκαν έτσι στις 11 Μαΐου για τη δεύτερη γραμμή άμυνας των Ιαπώνων, τη Shuri.[19]

Mitsuru Ushijima

Μετά από δέκα ημέρες σκληρών μαχών στη συγκεκριμένη γραμμή ο Ushijima αποφάσισε να υποχωρήσει νοτιότερα και να αφήσει 5.000 στρατιώτες να την υπερασπιστούν. Η υποχώρηση έλαβε χώρα με άριστο τρόπο καθώς οι καιρικές συνθήκες ήταν άσχημες και οι Αμερικανοί καθυστερούσαν να προωθηθούν. Η γραμμή Shuri διασπάστηκε οριστικά στις 31 Μαΐου. Ο Ιάπωνας διοικητής, έχοντας, πλέον, μόνο 12.000 άνδρες, έστησε την τελευταία γραμμή άμυνας στην χερσόνησο του Kiyan στο νοτιότερο άκρο της Okinawa, όπου η μορφολογία του εδάφους τον ευνοούσε. Τα αμερικανικά αεροπλάνα ήταν καθηλωμένα στις βάσεις λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και δεν μπορούσαν να προσφέρουν υποστήριξη στην 32η Στρατιά του Buckner που μαχόταν στο βαλτώδες από τις βροχοπτώσεις έδαφος. Η επίθεση στην τελική γραμμη άρχισε στις 12 Ιουνίου 1945, ενώ παράλληλα δύναμη  πεζοναυτών κατέλαβε στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου Oroku, όπως ονομάζεται το νότιο τμήμα της Okinawa, ένα μεγάλο αεροδρόμιο. Μέσα σε μία εβδομάδα η άμυνα των Ιαπώνων κατέρρευσε και τότε οι Αμερικανοί έχασαν τον διοικητή τους Buckner, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα στο ύψωμα Gaezu-Dake. Τρεις ημέρες αργότερα, ο Ushijima απέρριψε την αμερικανική πρόταση παράδοσης που προσέφερε ασυλία σε όλους τους Ιάπωνες και στις 21 Ιουνίου μαζί με τον επιτελάρχη του διέπραξε χαρακίρι μέσα στο ιαπωνικό αρχηγείο. Έπειτα από περίπου 82 ημέρες άγριων μαχών η Okinawa είχε καταληφθεί οριστικά από τα αμερικανικά στρατεύματα, τα οποία επιδόθηκαν εν συνεχεία σε μικρής κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, καθώς πολλοί Ιάπωνες παρέμεναν εγκλωβισμένοι σε σπηλιές. Ο πόλεμος στην Ευρώπη είχε ήδη λήξει όσο Αμερικανοί και Ιάπωνες μάχονταν στο νότιο τμήμα της Okinawa. Οι Ιάπωνες απώλεσαν 110.000 στρατιώτες, οι Αμερικανοί 7.203 νεκρούς στρατιώτες, 5.000 νεκρούς ναύτες λόγω των επιθέσεων των καμικάζι, ενώ είχαν και 31.000 τραυματίες. Συνολικά οι καμικάζι από το Leyte μέχρι την Okinawa κατάφεραν να βυθίσουν 57 Συμμαχικά πλοία, με τα 22 να χάνονται στις επιχειρήσεις της Okinawa (τα περισσότερα ήταν αμερικανικά και όχι βρετανικά, διότι τα δεύτερα ήταν μεγαλύτερα και είχαν ατσάλινο κατάστρωμα, γεγονός που ελαχιστοποιούσε τις ζημιές, ενώ αντίθετα τα πρώτα ήταν μικρότερα και διέθεταν ξύλινο κατάστρωμα), ενώ άλλα 254 υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές και αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από το πεδίο της μάχης.[20]

Κάτοικοι της Okinawa παραδίδονται στους Αμερικανούς.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μετά το πέρας των επιχειρήσεων στην Okinawa και την αλυσίδα των Ryukyus, η Ιαπωνία είχε κυριολεκτικά καταρρεύσει,αφού ήταν εντελώς ακάλυπτη απέναντι στις ΗΠΑ και είχε απωλέσει το μεγαλύτερο τμήμα του ανθρώπινου δυναμικού της καθώς και των εξοπλισμών-υποδομών της. Τα γεγονότα που ακολούθησαν στους επόμενους μήνες είναι γνωστά: τον Αύγουστο οι ΗΠΑ έπληξαν την Ιαπωνία με το νέο υπερόπλο τους, την ατομική βόμβα, προκαλώντας το θάνατο χιλιάδων αθώων και την ισοπέδωση δύο μεγαλουπόλεων. Η Ιαπωνία υπέγραψε την ταπεινωτική συνθηκολόγηση με τις ΗΠΑ στις 2 Σεπτεμβρίου 1945 στο κατάστρωμα του θωρηκτού Missouri στον κόλπο του Τόκιο.

Ο Β` Παγκόσμιος Πόλεμος είχε λήξει τόσο στην Ευρώπη, όσο και στον Ειρηνικό Ωκεανό με τρομακτικές συνέπειες για την ανθρωπότητα. Ένας ολοκληρωτικός πόλεμος περιλαμβάνει μεταξύ των θυμάτων και αμάχους. Περιλαμβάνει, επίσης, τη χρήση κάθε διαθέσιμου μέσου καθώς και τη μαζική επιστράτευση ή την γενική κινητοποίηση των πολιτών. Τα στοιχεία αυτά είναι κοινά τόσο για το μέτωπο της Ευρώπης όσο και για το αντίστοιχο του Ειρηνικού, ωστόσο η παράμετρος εκείνη, η οποία διαφοροποιεί το ένα από το άλλο είναι η ακόλουθη: στο αχανές περιβάλλον του Ειρηνικού Ωκεανού παρατηρείται ο συνδυασμός δράσης τόσο του Ναυτικού και του Στρατού Ξηράς, όσο και της Αεροπορίας στο πλαίσιο μεικτών επιχειρήσεων. Ειδικότερα, στην έναρξη της σύγκρουσης Ιαπωνίας-ΗΠΑ με αφορμή την επίθεση στο Pearl Harbor και μέχρι την έκβαση της ναυμαχίας του Midway, είμαστε μάρτυρες μιάς  αεροναυτικής επιχείρησης, ενώ, στη συνέχεια, όταν ξεκινάει η αμερικανική αντεπίθεση στο Γκουανταλκανάλ βρισκόμαστε ενώπιον συνδυασμού μεταξύ Στρατού Ξηράς και Ναυτικού. Σταδιακά στις επόμενες επιχειρήσεις μέχρι την Okinawa, παρατηρείται η συμμετοχή και των εναέριων μέσων και των ναυτικών μαζί με τον στρατό που δρα στο έδαφος. Κορύφωση του συνδυασμού αυτού, που συνιστά τομή στην στρατιωτική Ιστορία, αποτελεί η σύγκρουση στο Leyte, όπου μέσα σε διάστημα τριών ημερών διεξάγονται ταυτόχρονα αερομαχίες, ναυμαχίες, συνδυασμός αυτών καθώς και απόβαση του στρατού στις ακτές των Φιλιππίνων. Πρόκειται, συνεπώς για ένα νέο στοιχείο, που αντικατοπτρίζει και την σφοδρότητα των συγκρούσεων του συγκεκριμένου επιχειρησιακού θεάτρου.

 Καταληκτικά, δύνανται επίσης να εξαχθεί το συμπέρασμα πως οι Ιάπωνες στρατιώτες ήταν περισσότερο εξοικειωμένοι στο περιβάλλον του Ειρηνικού Ωκεανού, αφενός λόγω της προγενέστερης παρουσίας τους στην περιοχή (αρχές του 20ου αιώνα) και αφετέρου λόγω του πανομοιότυπου σχεδόν κλίματος που διαθέτει η ίδια η Ιαπωνία. Σε αντίθεση, οι Αμερικανοί κλήθηκαν να πολεμήσουν κάτω από συνθήκες πρωτόγνωρες για τους περισσότερους, αν όχι όλους, που περιλάμβαναν θερμοκρασίες άνω των 40 βαθμών Κελσίου καθώς και περιβάλλον ζούγκλας με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Επιπρόσθετα, η διαχείριση των υφάλων και των προβλημάτων που ανέκυπταν με την παλίρροια ήταν μία πρωτόγνωρη εμπειρία γι αυτούς, ενώ, αρχικά τουλάχιστον, δεν διέθεταν καμία απολύτως τεχνογνωσία σε επίπεδο αμφίβιων επιθέσεων. Ένα ακόμα συμπέρασμα, τέλος, συνιστά η διαφορετική νοοτροπία και ψυχοσύνθεση των δύο εθνών, Ιαπώνων και Αμερικανών, που αποτυπώθηκε κατά κύριο λόγο τόσο με το φαινόμενο των αποστολών, όσο και των εφορμήσεων αυτοκτονίας.

Η Αποκάλυψη και η είσοδος της Ανθρωπότητας στην πυρηνική εποχή.

 

 

Οι Επαμεινώνδας Γιαβάλκας και Ελευθέριος Αρβανίτης είναι σπουδαστές του Α΄ κύκλου .Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

WWII in Color Part 13: Victory in the Pacific

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Α΄ ΚΑΙ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

 

Bailey, L. Jennifer, Philippine Islands, University of Michigan, Michigan 1992.

Black, Jeremy, World War II, A Military History, Routledge, London 2003.

Dzwonchy, M. Wayne & Skates, John Ray, A Brief History of the U.S. Army in World War II: the U.S. Army Campaigns of World War II, Center of Military History, United States Army, Washington DC 1992.

Gatchel, Theodore, “The Shortest Road to Tokyo, Nimitz and the Central Pacific War”, σσ. 158-178 στο συλλογικό έργο (ed. Daniel Marston) The Pacific War Companion, From Pearl Harbor to Hiroshima, Osprey Publishing, Oxford 2005.

Goldberg, J. Harold, D-Day in the Pacific, The Battle of Saipan, Indiana University Press, Bloomington 2007.

Hane, Mikiso & Perez, G. Louis, Modern Japan, A Historical Survey, Western Press, Philadelphia 2009.

Henshall, Kenneth, A History of Japan, From Stone Age to Superpower, Palgrave Macmillan, New York 2012.

Iriye, Akira, Power and Culture, The Japanese-American War, 1941-1945, Harvard University Press, Cambridge 1981.

James, D. Clayton & Wells, Sharp, From Pearl Harbor to V-J Day, The American Forces in World War II, The American Ways Series, Chicago 1995.

MacDonald, John, Β` Παγκόσμιος Πόλεμος, οι μεγάλες μάχες, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2005.

Manchester, William, American Caesar, Douglas MacArthur 1880-1964, Back Bay Books, New York 2008.

Nalty, C. Bernard, The Pacific War, The Story of the Bitter Struggle in the Pacific Theatre of World War II, Salamander Books Limited, London 1999,

Newell, R. Clayton, Central Pacific, University of Michigan, Michigan 1992.

Robert Anderson, Charles, Western Pacific, University of Michigan, Michigan 1994.

Roehrs, D. Mark & Renzi, A. William, World War II in the Pacific, Routledge, New York 2004.

Stephen, J. Lofgren, Southern Philippines, U.S. Army Center of Military History, Washington DC 1996.

Toland, John, The Rising Sun, The Decline and the Fall of the Japanese Empire, 1936-1945, Modern Library Paperback Edition, New York 2003.

Who`s Who in World War II, Routledge, London 1995.

Wright, Derrick, Pacific Victory. Tarawa to Okinawa 1943-1945, Sutton Publishing Press, Cambridge 1981.

Wright, Derrick, Iwo Jima 1945, The Marines Raise the Flag on Mount Suribashi, Osprey Military Publishing, Oxford 2001.

http://www.history.com

http://britannica.com

 

Παραπομπές

[1]Γύρω από τις αεροπορικές βάσεις στα νησιά των Μαριάνων είχαν δημιουργηθεί μικρές πόλεις με μαγαζιά, τράπεζες, ταχυδρομεία, κινηματογράφους καθώς και άλλες ποικίλες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση του προσωπικού και για την ψυχαγωγία των στρατιωτών. Βλ. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 149.

[2]Roehrs & Renzi, ο.π., σσ. 200-201. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 149.

[3]Ο Στρατηγός Tadamichi Kuribayashi διορίστηκε τον Ιούνιο του 1944 διοικητής της Iwo Jima. Με την 109η μεραρχία δημιούργησε σύστημα λαβυρίνθων και οχυρώσεων σε όλο το νησί. Ο ίδιος και η φρουρά του βομβαρδίζονταν συνεχόμενα ήδη από το 1944, ενώ είναι αξιοσημείωτο πως είχε ζήσει για 3 χρόνια στις ΗΠΑ και γνώριζε τη βιομηχανική δύναμή τους. Ένα από τα τελευταία του μηνύματα ήταν το εξής: “Have not eaten or drunk for five days. But fighting spirit is running high. We are going to fight bravely to the last moment!”. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 94.

[4]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 153, 157.

[5]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 160-165, 169-172. Derrick Wright, Iwo Jima 1945, The Marines Raise the Flag on Mount Suribashi, Osprey Military Publishing, Oxford 2001, σσ. 41-43.

[6]Λίγες ημέρες μετά ο Rosenthal κλήθηκε πίσω στις ΗΠΑ, όπου έγινε διάσημος, έλαβε αύξηση στο μισθό του, του απενεμήθη βραβείο Pulitzer, ενώ συναντήθηκε και με τον Πρόεδρο Harry Truman. Μέσα στα επόμενα χρόνια ο Rosenthal κατηγορήθηκε ότι η φωτογραφία ήταν στημένη, ενώ αμφισβητήθηκε ακόμα και το γεγονός πως ο ίδιος την τράβηξε. Σε συνέντευξή του μετά τον πόλεμο, ο Rosenthal τόνισε πως δεν είχε την παραμική σημασία αν ήταν στημένη ή όχι καθώς και αν την τράβηξε ο ίδιος. Η πιό χαρακτηριστική και σημαντική του φράση ήταν η εξής: “America’s fighting men had to die on that island and on other islands, and off the shore, and in the air. What difference does it make who took the picture? I took it, but the Marines took Iwo Jima”. Βλ. Wright, Iwo Jima, ό.π., σ. 84.

[7]Wright, Iwo Jima, ό.π., σσ. 83-84.

[8]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 176, 181. James & Wells, ό.π., σσ. 168-172.

[9]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 182-185.

[10]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 187, 190-194, 196.

[11]Wright, Iwo Jima, ό.π., σ. 77.

[12]Ο Στρατηγός Mitsuru Ushijima ήταν πρώην διοικητής της Στρατιωτικής Ιαπωνικής Ακαδημίας και ορίστηκε ως διοικητής της Okinawa στα τέλη του 1944. Δημιούργησε εξαιρετικό σύστημα οχυρώσεων εκμεταλλευόμενος άριστα το έδαφος του νησιού, ενώ προέβλεψε ορθώς το αμερικανικό σχέδιο απόβασης. Κατόρθωσε να δημιουργήσει στρατό 120.000 ανδρών στρατολογώντας ντόπιους κατοίκους όλων των ηλικιών. Αυτοκτόνησε στις 21 Ιουνίου 1945 όταν η μάχη είχε πλέον κριθεί. Βλ. Who`s Who, ό.π., σσ. 164-165.

[13]Ο ναύαρχος Richmond Kelly Turner ή αλλιώς “Crazy Turner” διορίστηκε διοικητής της Αμφίβιας Δύναμης του Νότιου Ειρηνικού Ωκεανού (TF62). Πρώτη του επιχείρηση αποτέλεσε η απόβαση στο Γκουανταλκανάλ στις 7 Αυγούστου 1942, ενώ συμμετείχε στη συνέχεια στις επιχειρήσεις για το νησί της New Georgia καθώς είχε προσβληθεί από ελονοσία. Διήυθυνε την απόβαση στα Νησιά Gilbert και το 1944 μεταφέρθηκε στον τομέα του Κεντρικού Ειρηνικού Ωκεανού. Συμμετείχε τέλος και στις επιχειρήσεις στα Νησιά Marshall και στην Iwo Jima. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 162.

[14]Roehrs & Renzi, ό.π., σσ. 203-205. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 200. John MacDonald, Β` Παγκόσμιος Πόλεμος, οι μεγάλες μάχες, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2005, σ. 180.

[15]MacDonald, ό.π., σ. 181.

[16]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 204, 206. MacDonald, ό.π., σ. 182. «Ατσαλένιος Τυφώνας: Η μάχη της Οκινάουα», Καθημερινή, 5.6.2011.

[17]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 208-209. McDonald, ό.π., σ. 184.

[18]Roehrs & Renzi, ό.π., σ. 208. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 226. Wayne M. Dzwonchyk & John Ray Skates, A Brief History of the U.S. Army in World War II: the U.S. Army Campaigns of World War II, Center of Military History, United States Army, Washington DC 1992, σ. 43. «Το Τέμενος του Θεού Στρατιώτη», Εφημερίδα των Συντακτών, 31.7.2016.

[19]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 211-216. MacDonald, ό.π., σ. 184. James & Wells, ό.π., σσ. 173-178.

[20]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 218-220, 223-225. MacDonald, ό.π., σ. 186.

Παγκόσμιο Επιστημονικό Συμπόσιο στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών υπό τον τίτλο: «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ: Ιστορικά δεδομένα και σύγχρονες προκλήσεις»

Η Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών σας προσκαλεί στις Εργασίες του Παγκοσμίου Επιστημονικού Συμποσίου της με θέμα «Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ: Ιστορικά δεδομένα και σύγχρονες προκλήσεις» την Κυριακή 23 Ιουλίου 2017. Το εν λόγω Επιστημονικό Συμπόσιο συμπίπτει με την Έναρξη του 12ου Παγκοσμίου Συνεδρίου Παμμακεδονικών Ενώσεων και του 71ου Παμμακεδονικού Συμποσίου Αμερικής.

 

 

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ