Skip to main content

Βιβλιοπαρουσίαση : Βλάσης Αγτζίδης, Μικρά Ασία: Ένας Οδυνηρός Μετασχηματισμός (1908-1923) , Αθήνα: Εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2015.

Μικρά Ασία: Ένας Οδυνηρός Μετασχηματισμός (1908-1923)

Η περίοδος μεταξύ της επανάστασης των Νεοτούρκων (1908) της de facto κατάρρευσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας (1918) και της γένεσης του τουρκικού κράτους (1923) χαρακτηρίσθηκε από σειρά διαδικασιών, των οποίων ο πρωταρχικός και τελικός σκοπός υπήρξε η δημιουργία ενός τουρκικού μουσουλμανικού εθνοκράτους, το οποίο θα διαδεχόταν την πολύ-εθνο-θρησκευτική οθωμανική αυτοκρατορία….

Η τελευταία αυτή φάση μετασχηματισμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε εθνοκράτος, η οποία συνδέθηκε με τη στρατιωτική ήττα του Ελληνικού Στρατού, προκάλεσε πληθώρα γεγονότων, εξελίξεων και συναισθημάτων, όπως η ολική καταστροφή των ελληνικών κοινοτήτων της μικρασιατικής Χερσονήσου και ο ξεριζωμός των αυτοχθόνων Ελλήνων, η οδυνηρή προσβολή του Ελληνικού στρατιωτικού εθνικού γοήτρου, η Δίκη και Εκτέλεση των Έξι κ.ά., γεγονότα τα οποία σημάδεψαν κατά τρόπο ανεξίτηλο τη συλλογική μνήμη των Ελλήνων, προσφύγων και μη.

Συσκοτισμένα από σειρά συναισθηματικών, πολιτικών, γεωπολιτικών και ιδεολογικών προσεγγίσεων ήδη από τη δεκαετία του ΄20, τα γεγονότα αυτά προκαλούσαν και συνεχίζουν εν πολλοίς να προκαλούν «αμφιθυμία»[1], μολονότι η παρέλευση 90 και πλέον ετών και η πρόοδος της ιστορικής έρευνας, ελληνικής και διεθνούς, θα έπρεπε να είχε ήδη αποκρυσταλλώσει την ιστορική αποτίμηση και αξιολόγησή τους….

Η εμπειρία των τραγικών γεγονότων της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η ένταξή τους στο συλλογικό ελλαδικό ιστορικό αφήγημα, άρχισε έμμεσα να τίθεται ως ζητούμενο ήδη από τη δεκαετία του 1960. Ο πρώτος, που έθεσε το θέμα ήταν ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, ο οποίος δημοσίευσε τα αυστριακά αρχεία.

Αποκορύφωμα των εξελίξεων αυτών υπήρξε η δεκαετία του 1980 και του 1990 με την αναγνώριση από τη Βουλή των Ελλήνων και την ορθή ιστορικο-νομική αποτίμηση και αξιολόγησή τους, ενώ αργότερα, στην εκστρατεία αυτή της αναγνώρισης προστέθηκε το αίτημα για δημόσια προβολή τους, ένταξή τους στη σχολική εκπαίδευση, αλλά και στην εξωτερική πολιτική της Χώρας (διεθνοποίηση).[2]

Παράλληλα, όμως, με τη διαδικασία αυτή παρουσιάσθηκε ή μάλλον αναζωπυρώθηκε και το φαινόμενο του εγχώριου αρνητισμού. Η ιστορία του αρνητισμού υπήρξε παλαιά, ήδη από τις δεκαετίες του ΄20 και του ΄3ο…

Ενώ, όμως, ο επίσημος κρατικός ελλαδικός αρνητισμός περιορίσθηκε και τείνει ενδεχομένως να εξαφανισθεί…, το φαινόμενο συνεχίζεται από έναν «αντι-προσφυγικό εσμό» με ιδεολογικές (παλαιο-μαρξιστικές, διεθνιστικές, μετα-εθνικές και εθνο-αποδομητικές), αλλά και γεωγραφικές και καταγωγικές  αφετηρίες, θεωρήσεις και αιτίες… καθώς επίσης και επιστημονική άγνοια του αντικειμένου της γενοκτονολογίας (genocidology, genocide studies).

Πτυχές των γεγονότων αυτών παρουσιάζει και μελετά ο συγγραφέας Βλάσιος Αγτζίδης, παρέχοντας νέες ενδιαφέρουσες ερμηνείες προσεγγίσεις των αιτίων, του ιδεολογικού υποβάθρου, επί του οποίου εδράζεται ή οφείλεται η αμφιθυμία, στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας. Υπό την έννοια αυτή, το πόνημα του Αγτζίδη προσφέρει ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο των γεγονότων, το οποίο διακρίνεται για την πρωτοτυπία, αλλά και τη διεισδυτικότητά του. Σε αυτό το σημείο εδράζεται η πολύτιμη συνεισφορά του συγγραφέως.

Πέραν, όμως, του νέου ερμηνευτικού πλαισίου και της παράλληλης – σε αντιδιαστολή – πραγμάτευσης του με το φαινόμενο του κρατικού, κομματο-ιδεολογικού και γενικότερα ιδεολογικού αναθεωρητισμού και αρνητισμού, ο συγγραφέας προσφέρει στον Έλληνα αναγνώστη ενδιαφέρουσες πληροφορίες αναφορικά με τη γενοκτονική φύση των γεγονότων (υπάρχουν διάσπαρτα πολύτιμα στοιχεία της γενοκτονικής πρόθεσης), ενώ ενδιαφέρουσες είναι και οι ερμηνείες και προσεγγίσεις του συγγραφέα αναφορικά με τις γενικότερες ιδεολογικές συγκρούσεις, που προέκυψαν κατά τη διάρκεια των γεγονότων 1908-1923.

Επιπλέον, από τη μελέτη του Αγτζίδη, ο Έλληνας αναγνώστης θα αντλήσει ικανοποιητικές εξηγήσεις αναφορικά με τους όρους Γενοκτονία και Εθνοκάθαρση. Ο συγγραφέας, χωρίς να υπεισέρχεται σε τεχνικές και διεξοδικές αναλύσεις των όρων, παρέχει ορθές εξηγήσεις, οι όποιες θα βοηθήσουν τον αναγνώστη να αντιληφθεί τη σημασία των όρων αυτών, τις μεταξύ των διαφορές, αλλά και την καταλληλότητα του ενός έναντι του άλλου. Άλλωστε σκοπός του βιβλίου δεν είναι η εξαντλητική θεώρηση της γενοκτονολογικής πτυχής, διότι αυτό θα εξήρχετο του πεδίου των αμέσων ενδιαφερόντων του συγγραφέως.    

Η πληθώρα των θεμάτων που ο συγγραφέας πραγματεύεται, αν και ενίοτε περιορισμένα, καθιστά το βιβλίο άκρως συναρπαστικό. Ο αναγνώστης θα ανακαλύψει στις σελίδες του πλήθος θεμάτων, πτυχών, διαστάσεων, ερμηνειών, των οποίων την ύπαρξη ίσως να αγνοούσε και των οποίων την πραγμάτευση θα βρει ενδιαφέρουσα και συναρπαστική.

Μολονότι τα κείμενα προέρχονται από αυτοτελή και αυθύπαρκτα άρθρα, που ο συγγραφέας δημοσίευσε σε προηγούμενες μελέτες, ο ίδιος έχει επιτύχει να τα δέσει με αξιέπαινη συστηματικότητα συνέχεια και συνέπεια, κατά τρόπο υποδειγματικό και λογικό. Γεγονός, το οποίο δεν οφείλεται μόνο σε έμφυτα χαρακτηριστικά οξυδέρκειας και λογικής ικανότητας, αλλά και σε άριστη γνώση του θέματος, το οποίο πραγματεύεται, των ιστορικών γεγονότων που έλαβαν χώρα, των αιτιών τους, αλλά και των ιδεολογικών συγκρούσεων, που αυτά κατόπιν προκάλεσαν.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, άνθρωπος με πνεύμα οξύ, διεισδυτικό και συστηματικό, προσέδωσε στη μελέτη του την ενάργεια μιας απόπειρας καθολικής θεώρησης του ζητήματος. Άριστος γνώστης των ιδεολογικών συγκρούσεων, οι οποίες προέκυψαν μετά το 1922 και οι οποίες δυστυχώς εν πολλοίς συνεχίζονται μέχρι σήμερα, παρέχει εξαιρετικά ενδιαφέρουσες προσεγγίσες, ερμηνείες και εξηγήσεις σύνολης της εξέλιξης του φαινομένου   

Η γλώσσα του βιβλίου είναι βατή και διαυγής, πραγματεύεται κατά τρόπο εύληπτο και απλό τα θέματα, διευκολύνοντας τον αναγνώστη στην πλούσια θεματολογία του βιβλίου και σε θέματα ενίοτε εξειδικευμένα. Τις ερμηνείες του ενισχύει πληθώρα παραθεμάτων από πρωτογενείς πηγές, με τα οποία ο συγγραφέας διανθίζει τα άρθρα του. 

Ακολούθως ας επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε το βασικό διάγραμμα της θεματολογίας του συγγραφέως και να καταγράψουμε τις βασικές συντεταγμένες, επί των οποίων ξεδιπλώνονται οι αναπτύξεις του για το θέμα το οποίο πραγματεύεται.

Τη θεωρητική και συνάμα αφετηριακή βάση των αναπτύξεων αυτών την παρέχουν η πολυετής ενασχόληση του Αγτζίδη με τα θέματα αυτά. Ενασχόληση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση και επιμέλεια 15 βιβλία, πολλαπλών άρθρων, διαλέξεων και εκπομπών.

Ως προς τη Δομή και τη Θεματολογία του, στο βιβλίο συντίθενται σε συγκεκριμένη δομή και θεματολογία άρθρα και κείμενα του συγγραφέως που έχουν δημοσιευθεί στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Τα επιλεγέντα κείμενα εντάσσονται  σε 5 επιμέρους μεγάλες θεματικές ενότητες, οι οποίες εν τούτοις διατηρούν την εννοιολογική αυτοτέλειά τους.

Το 1ο Μέρος λειτουργεί ως η εισαγωγή στο θέμα, που πραγματεύεται ο συγγραφέας, οποίος διακηρύσσει την πρόθεσή του να εισαγάγει μια νέα ματιά στην ιστορία. Το Μέρος αυτό αποτελεί τον θεωρητικό υπόβαθρο της νέας ερμηνευτικής προσέγγισης του συγγραφέως.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στα πρώτα κεφάλαια του Μέρους αυτού, τα οποία πραγματεύονται, έστω και εν συντομία, σημαντικά ιστοριογραφικά ζητήματα, τα οποία οφείλουν να απασχολήσουν τον επιστήμονα ιστορικό, αλλά και τον απλό αναγνώστη, ο οποίος προβληματίζεται για τα θέματα αυτά.

Στο 2ο Μέρος παρουσιάζονται τα ιστορικά γεγονότα τα οποία εκκινούν με την έκρηξη του Α΄ Π. Π., τη Συμμαχική Εκστρατεία στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης και τη στάση της Ελλάδος.

Το 2ο Μέρος πραγματεύεται σημαίνοντα ιστορικά γεγονότα της Γενοκτονικής Διαδικασίας, μεταξύ των οποίων τις σφαγές της Φωκαίας κ.α.. Χωρίς να αποτελεί διεξοδική ιστορική ανασκόπηση και εξιστόρηση των ιστορικών γεγονότων, το τμήμα αυτό του βιβλίου παρέχει ένα γενικό πανόραμα της διαδικασίας εξόντωσης, παρουσιάζοντας ορισμένες πτυχές αυτής.

Η παράλειψη ιστορικών γεγονότων δεν οφείλεται σε άγνοια του συγγραφέως, αλλά στο γεγονός ότι το βιβλίο αποτελεί συλλογή δημοσιευθέντων άρθρων, τα οποία κατά τη συγγραφή τους μελετούσαν το κατά περίπτωση γεγονός, το οποίο ήθελε να αναδείξει ο συγγραφέας.  

Πολλά και ενδιαφέροντα είναι τα επιμέρους ιστορικά στοιχεία, που αναδεικνύει ο Αγτζίδης στο τμήμα αυτό, μεταξύ των οποίων σημαντικά στοιχεία της γερμανικής συνευθύνης στη Γενοκτονική Διαδικασία κατά των Χριστιανικών Λαών ή στο θέμα της Κεμαλικής Ευθύνης στη Γενοκτονική Διαδικασία κατά των Ελλήνων.

Το 3ο Μέρος αναφέρεται στις πολιτικές ευθύνες όλων των πολιτικών δυνάμεων της εποχής, οι οποίες ενεπλάκησαν στη διαχείρηση της μικρασιατικής πρόκλησης είτε από θέση εξουσίας είτε από θέση της αντιπολίτευσης.

Πέραν της ιστορικής σημασίας το τμήμα αυτό της μελέτης του Αγτζίδη παρουσιάζει ιδιαίτερο διδακτικό ενδιαφέρον για την κατανόηση από τον αναγνώστη της ποιότητας των πολιτικών ανδρών και των πολιτικών τους, αλλά και την καταστροφική σημασία και συνέπειες των πολιτικών παθών και του διχασμού.

Σε συνδυασμό με το 2ο Μέρος, το 3ο Μέρος αναδεικνύει πως οι Έλληνες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατέστησαν θύματα του Ελλαδικής μυωπίας, του πολιτικού μικρόκοσμου των Αθηνών και της ανικανότητας της Ελλαδικής πολιτικής ελίτ να αντιληφθεί το μέγεθος της ιστορικής πρόκλησης για την Ελλάδα της εποχής εκείνης.

Το 4ο Μέρος ασχολείται με το Προσφυγικό Ζήτημα, όσον αφορά ορισμένες πτυχές της διεθνούς νομικής του υποστάσεως με τη Συνθήκη της Λωζάννης, αλλά και τις επιμέρους επιρροές στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής κοινωνικής πραγματικότητας.

Το Μέρος αυτό πραγματεύεται αφ’ ενός τραγικές στιγμές της μετα-γενοκτονικής πραγματικότητας, που βίωσαν οι επιζώντες/πρόσφυγες της μετά το 1922 εποχής. Στιγμές, οι οποίες δεν περιποιούν τιμή ούτε στο Ελληνικό Κράτος ούτε και στους Εντόπιους πληθυσμού, Αφ’ ετέρου δε, αποτελεί συμπυκνωμένη περιγραφή της συμβολής των προσφύγων στην κοινωνική και οικονομική πρόοδο της Ελλάδος.

Στο 5ο Μέρος παρουσιάζονται οι σύγχρονες ιδεολογικές συγκρούσεις αναφορικά με την ιστορική μνήμη, οι προσπάθειες ιστορικής αναθεώρησης, οι οποίες αποτυπώθηκαν τόσο στην αναψηλάφηση της Δίκης των Έξι και της δικαστικής αθώωσης τους σε μία μάλλον δίκη παρωδία, η οποία δεν τιμά τον δικαστικό κόσμο της Χώρας, όσο και στο φαινόμενο του γενοκτονικού αναθεωρητισμού και αρνητισμού.

Το 5ο μέρος πραγματεύεται διεξοδικά το θέμα της συλλογικής δημόσιας ιστορικής μνήμης στην Ελλάδα της εποχής μας. Το θέμα αυτό απασχολεί ιδιαιτέρως όχι μόνο την επιστήμη, αλλά και την ευρύτερη κοινωνία των πολιτών και από καιρού εις καιρό γίνεται θέμα. [Τελευταία αφορμή υπήρξε η επιεικώς ατυχής δήλωση του Υπουργού Παιδείας].

Όλες αυτές οι πτυχές και διαστάσεις του ζητήματος εξετάζονται και αναλύονται από τον συγγραφέα με σαφήνεια, πρωτοτυπία και επάρκεια, σκιαγραφώντας τα φαινόμενα και την πορεία εξέλιξης τους. Ωστόσο, οι παραπάνω αδρομερείς καταγραφές, μόνο ως μικρές ψηλαφήσεις της συμβολής του συγγραφέως πρέπει να εκληφθούν, που σε κάποιο βαθμό μάλιστα αδικούν την εμβέλεια των σκέψεων του και της συνολικής συμβολής του.

Για τον σύγχρονο Έλληνα αναγνώστη, ιστορικό και μη ιστορικό, ειδικό και μη ειδικό, η μελέτη της περιόδου 1908-1922 με ό,τι αυτή συνεπάγεται για τη διαμόρφωση του σύγχρονου Ελληνισμού, έχει πολλαπλή σημασία, καθώς συμβάλλει στην ατομική και συλλογική του αυτογνωσία και στην κατανόηση του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος.

Συμπερασματικά, το πόνημα του Αγτζίδη συνδυάζει την σοβαρή επιστημονική θεώρηση του θέματος, χωρίς, όμως, να υπεισέρχεται σε εξαντλητικές και ίσως ανούσιες λεπτομέρειες ή να χρησιμοποιεί τεχνικές έννοιες, οι οποίες να δημιουργούν δυσχέρεια στον μη-μυημένο αναγνώστη. Επιστημονικό και ταυτόχρονα εκλαϊκευμένο το βιβλίο αποτελεί ιδανικό ανάγνωσμα, το οποίο εξ αιτίας της πληθώρας των θεμάτων τα οποία πραγματεύεται, μπορεί να καλύψει τα ενδιαφέροντα του κάθε αναγνώστη. Ταυτόχρονα παρέχει ενδιαφέρουσες αναλύσεις και ερμηνείες, οι οποίες δίδουν ικανοποιητικές εξηγήσεις φαινομένων ή αποτελούν τη βάση για περαιτέρω γόνιμο προβληματισμό, ατομικό και συλλογικό.

Είμαι πεπεισμένος ότι το βιβλίο του Αγτζίδη θα αποτελέσει τη βάση για μια μονογραφικού τύπου θεώρηση του ζητήματος, αλλά και την αφετηρία για μια νέα θεώρηση του ζητήματος του αναθεωρητισμού και του αρνητισμού γενικότερα. 

 

Όλα τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τη χρονική στιγμή, το αναδεικνύουν σε έργο πολύτιμο, απαραίτητο για κάθε Έλληνα αναγνώστη, είτε έλκει είτε δεν έλκει την καταγωγή του από τη Μικρά Ασία.

9d7277b7-0b2d-40f6-a651-a179e3d62f4e
Ο Δρ. Βασίλειος Θ. Μεϊχανετσίδης είναι μέλος Διεθνούς Ενώσεως Γενοκτονολόγων (International Association of Genocide Scholars)

Παραπομπές:

[1] (H αμφιθυμία (δύο αντίθετα συναισθήματα που νιώθουμε ταυτόχρονα για ένα πρόσωπο ή μια κατάσταση) μπορεί να οφείλεται σε μια σύγκρουση ανάμεσα στην εικόνα που θέλουμε να προβάλλουμε προς τα έξω και στις πραγματικές ανάγκες που νιώθουμε ότι έχουμε).

[2] Σημαντική πάντως στη διαδικασία δημόσιας αναγνώρισης και ένταξης των γεγονότων υπήρξε και η συμβολή της Εκκλησίας, η οποία με τα μνημόσυνα, αλλά και την Αγιοκατάταξη του Χρυστοστόμου συνέβαλε στη δημόσια προβολή του θέματος, γεγονός το οποίο δικαίως αναγνωρίζει και ο Αγτζίδης.