Skip to main content

Ήρθαν πιο κοντά Ε/Κ και Τ/Κ

Είκοσι πέντε συνολικά έρευνες οι οποίες έγιναν από το 2006 μέχρι και σήμερα από το Εργαστήριο Γενετικής Κοινωνικής Ψυχολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστήμιου Κύπρου και του Πανεπιστημιακού Κέντρου Ερευνών Πεδίου (ΠΑΚΕΠΕ), σε συνεργασία με διάφορους φορείς στην Κύπρο και το εξωτερικό, οι οποίες μελετούν τις διακοινοτικές σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, καταλήγουν σε σημαντικά επιστημονικά ευρήματα.

Δεδομένα τα οποία, εάν αξιοποιηθούν θετικά από την κυβέρνηση κι από άλλα θεσμικά σύνολα διαμορφωτές της κοινής γνώμης, όπως για παράδειγμα τα πολιτικά κόμματα και φορείς που επιδιώκουν την επανένωση της Κύπρου, θα ενισχύσουν την κατανόηση της εσωτερικής πτυχής του κυπριακού ζητήματος. Μια πτυχή υποβαθμισμένη έως προσφάτως, αλλά άκρως σημαντική για τη θεμελίωση και τη βιωσιμότητα πιθανής λύσης του Κυπριακού, δεδομένου ότι μια συμφωνημένη λύση θα περάσει μέσα από δημοψηφίσματα για την τελική έγκριση από το κοινό, το οποίο βέβαια θα καθορίσει τις εξελίξεις.

Ο Χάρης Ψάλτης, επίκουρος καθηγητής στο τμήμα ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου και υπεύθυνος του ΠΑΚΕΠΕ, απαριθμεί τα συμπεράσματα που προέκυψαν μετά από την ανασκόπηση όλων των ερευνών που πραγματοποίησε το Κέντρο την τελευταία δεκαετία. Σύμφωνα λοιπόν με τις έρευνες:

1. Η επαφή οδηγεί σε μείωση των προκαταλήψεων και στις δύο κοινότητες. Επίσης, δημιουργεί συνθήκες εμπιστοσύνης και εμπεδώνει την επιθυμία για συμβίωση με την άλλη κοινότητα.

2. Η επαφή είναι σε χαμηλά επίπεδα μεν, έχουν αναπτυχθεί αρκετές φιλίες μεταξύ των ανθρώπων των δύο κοινοτήτων που είναι απαραίτητη επένδυση για τη βιωσιμότητα μιας μελλοντικής λύσης, δε.

3. Υπάρχει ανάγκη διάνοιξης περισσοτέρων οδοφραγμάτων και χάραξης πολιτικών από την πολιτεία οι οποίες να εμπεδώνουν ακόμη περισσότερο τη στήριξη της διακοινοτικής επαφής ειδικά μέσα στη νεολαία και το εκπαιδευτικό σύστημα.

4. Καταγράφεται ανατροπή του στίγματος της επίσκεψης στην άλλη πλευρά που υπήρχε μέχρι πρόσφατα στην ε/κ κοινότητα και ταυτόχρονα φαίνεται η ανάγκη για ουσιαστική και ποιοτική επαφή μεταξύ των ανθρώπων των δύο κοινοτήτων.

5. Υπάρχει ανάγκη για εκ βάθρων αναθεώρηση της εκπαιδευτικής πολιτικής στον τρόπο που προσέγγιζαν μέχρι σήμερα τις διακοινοτικές σχέσεις γιατί δυστυχώς οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν μέχρι σήμερα ήταν αντιπαραγωγικές.

Όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει, τα πιο πάνω ευρήματα υποστηρίζουν σε βάση επιστημονική τις νέες πολιτικές που υιοθέτησαν τον τελευταίο χρόνο οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων πάνω στα θέματα της φιλίας και της ανάπτυξης πιο στενών ανθρώπινων σχέσεων σε όλα τα επίπεδα και ηλικίες. Ταυτόχρονα υποστηρίζονται κι από τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης που προωθούνται εδώ και καιρό.

Ωστόσο, η κουλτούρα της ειρηνικής συμβίωσης που φαίνεται να εμπεδώνεται σιγά-σιγά και να δίνει ελπίδα για μια βιώσιμη λύση εξακολουθεί να απαιτεί ακόμα περισσότερη σκληρή δουλειά, ειδικά στις κοινωνικές ομάδες στις οποίες σύμφωνα με την ανάλυση υπάρχει έλλειψη επαφής, που οδηγεί στην προκατάληψη και στα στερεότυπα. Τέτοιες κοινωνικές ομάδες είναι οι νέοι, μια μεγάλη δεξαμενή της Δεξιάς και των κεντρώων κομμάτων και μερίδα των αριστερών που δεν ενεπλάκησαν στην επαναπροσέγγιση.

Οι επίσημες αφηγήσεις

Προσεγγίζοντας ιστορικά το ζήτημα, ο Χάρης Ψάλτης εξηγεί πως «μέχρι σήμερα η επίσημη πολιτική έδινε ώθηση κυρίως στην εξωτερική πτυχή του Κυπριακού. Υπερίσχυε δηλαδή το αίσθημα ότι το Κυπριακό είναι ΜΟΝΟ πρόβλημα εισβολής, κατοχής και παραβίασης του διεθνούς δικαίου». Διαχρονικά, αυτό πέρασε και στη συλλογική μνήμη της ε/κ πλευράς και έχει μάλιστα διαπεράσει όλες τις ιδεολογικές αποχρώσεις και στηρίζει μια αφήγηση μονόπλευρης θυματοποίησης η οποία οδηγεί σε φοβικά σύνδρομα και ενίοτε σε θεωρίες συνωμοσίας. «Όλα αυτά καταλήγουν σε αίσθημα ανημποριάς και παθητική στάση, απουσία επιθυμίας για συνεργασία με την άλλη κοινότητα και κοινή συμβίωση», εξηγεί.

Ας σημειωθεί ότι περίπου 20% των Ε/Κ, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, θα προτιμούσαν διαχωριστικές λύσεις (συνέχιση status quo, δύο κράτη), και αυτά τα άτομα στην πλειονότητά τους εκφράζουν φοβικές θέσεις για την άλλη κοινότητα και προκατάληψη (δηλαδή αρνητικά συναισθήματα για την άλλη κοινότητα).

Οι Τ/Κ έχουν κι αυτοί τις δικές τους λευκές σελίδες. Ευθύνες για τον διαχωρισμό αποδίδουν κυρίως στους Ε/Κ και στο αίτημά τους για ένωση με την Ελλάδα. «Στην επίσημή τους αφήγηση δεν βλέπουμε αναγνώριση της δράσης των δικών τους εθνικιστών ούτε των αγριοτήτων που διέπραξε ο τουρκικός στρατός το 1974 και τον πόνο που η εισβολή προκάλεσε στους Ε/Κ», σημειώνει ο Χάρης Ψάλτης.

Η διομαδική επαφή

«Πιστεύω πως πλέον αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε τη σημασία της εσωτερικής διάστασης του Κυπριακού και τις αρνητικές συνέπειες της χρόνιας παράβλεψής του. Αντιλαμβανόμενοι πλέον ότι η διαδικασία των συνομιλιών πιθανόν να καταλήξει σε ένα δημοψήφισμα κι ο πολίτης είναι ένας άνθρωπος που θα ψηφίσει με βασικά κριτήρια τα συναισθήματά του, τις φοβίες του και τον βαθμό εμπιστοσύνης προς την άλλη κοινότητα, γίνεται αντιληπτό πόσο μεγάλη σημασία αποκτά η κατανόηση αυτού που ονομάζουν οι κοινωνικοί ψυχολόγοι διομαδικές σχέσεις. Η αξιολόγηση μιας οποιασδήποτε λύσης του Κυπριακού σε δημοψήφισμα θα φιλτραριστεί μέσα από όλους αυτούς τους κοινωνιοψυχολογικούς παράγοντες και είναι γνωστό ότι τα άτομα με ακραίες θέσεις δύσκολα μπορούν να ζυγίσουν αντικειμενικά τα υπέρ και τα κατά σε δημοψηφίσματα», μας εξηγεί.

Η μεταανάλυση των ερευνών που έγιναν από το εργαστήριο του Τμήματος Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, σε συνεργασία και με άλλες οργανώσεις που ασχολούνται με τα θέματα των διακοινοτικών σχέσεων, έγιναν στη βάση της πλέον εμπειρικά τεκμηριωμένης θεωρίας του Αμερικάνου κοινωνικού ψυχολόγου Gordon Allport (1954), η οποία θέτει ως βασική υπόθεση ότι η διομαδική επαφή (επαφή των μελών διαφόρων ομάδων) μπορεί να μειώσει την προκατάληψη μεταξύ τους. Θέτει μάλιστα τέσσερις ιδεατές συνθήκες για επαφή (χωρίς να είναι απαραίτητο να τηρούνται όλες, όπως έδειξαν πιο πρόσφατες έρευνες): την ευκαιρία γνωριμίας κι εξοικείωσης των ατόμων σε ανθρώπινο επίπεδο, την επαφή κάτω από συνθήκες ίσου στάτους ή κύρους, τους κοινούς στόχους και τη θεσμική στήριξη από νόμους, περιρρέουσα ατμόσφαιρα, νόρμες κ.λπ.

Μείωση προκατάληψης

«Από τη μεταανάλυση των δικών μας ερευνών –το ένα τρίτο από αυτές έγιναν στην τ/κ κοινότητα και οι υπόλοιπες στην ε/κ κοινότητα– διαπιστώνουμε ότι η σχέση που υπάρχει εδώ είναι πως περισσότερη επαφή σχετίζεται με μειωμένη προκατάληψη. Κι αυτό το βλέπουμε να συμβαίνει από το 2006 μέχρι και σήμερα, σε όλες τις έρευνες, με συνέπεια, ασχέτως ηλικίας και χώρου που λαμβάνει χώρα η επαφή», αναφέρει. «Διαχρονικές και πειραματικές έρευνες στηρίζουν την αιτιακή επίσης σχέση που υποστηρίζει ότι η επαφή μειώνει την προκατάληψη». 

Το μήνυμα που στέλνει ουσιαστικά αυτή η μεταανάλυση των ερευνών είναι πως εάν εμπεδωθεί σε ακόμη περισσότερους ανθρώπους και από τις δύο κοινότητες η επαφή, αλλά και σε περισσότερους κοινωνικούς χώρους, όπως για παράδειγμα στο εκπαιδευτικό σύστημα, εάν καλλιεργηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό η εμπιστοσύνη, θα δούμε ακόμη πιο θετικά αποτελέσματα σε ό,τι αφορά την αποδόμηση των στερεοτύπων και ακόμη μεγαλύτερη επιθυμία επανένωσης της Κύπρου και από τις δύο κοινότητες.

«Στην ε/κ κοινότητα είμαστε σε μια πορεία βελτίωσης των διακοινοτικών σχέσεων τα τελευταία τρία χρόνια», εκτιμά ο κ. Ψάλτης. «Παρότι ακούσαμε από πολιτικούς και το αντίθετο. Ότι δήθεν το άνοιγμα των οδοφραγμάτων νομιμοποιεί τα τετελεσμένα της κατοχής και μας συμφιλιώνει με την ιδέα του διαχωρισμού. Τα ερευνητικά δεδομένα μας δείχνουν ακριβώς το αντίθετο».

Διαφοροποιήσεις στον χρόνο

Όπως εξηγεί ο κ. Ψάλτης, το 2007, αυτό που παρατηρούσαμε ήταν μεγάλη δυσπιστία μεταξύ των μελών των δύο κοινοτήτων και στροφή μακριά από τη συμβιβαστική λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας προς μαξιμαλιστικές θέσεις. Στην ε/κ κοινότητα υπήρξε μια ενδυνάμωση της επιδίωξης του ενιαίου κράτους, ενώ στην κ/κ κοινότητα μια αντίθετη στροφή προς τη λύση των δύο κρατών, κυρίως ως έκφραση της απογοήτευσης για το ε/κ «όχι» στο δημοψήφισμα το οποίο οι Τ/Κ εισέπραξαν ως επιθυμία μας για μη λύση.

Από το 2007 μέχρι το 2010 παρατηρείται σημαντική βελτίωση της στάσης και της εμπιστοσύνης των Τ/Κ έναντι των Ε/Κ, ενώ ο τουρκοκεντρισμός των Τ/Κ παρουσιάζει σημαντική πτώση. Ενδεικτικό της βελτίωσης των διακοινοτικών σχέσεων είναι ότι το 2007 το 25% των Τ/Κ δήλώνε ότι έχει έναν τουλάχιστον Ε/Κ φίλο, ενώ το 2010 το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 35%.

Ακόμη πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι θετικότερες στάσεις μεταφράζονται σε θετικότερες αντιλήψεις για τον επιδιωκόμενο τρόπο επίλυσης του Κυπριακού. Χαρακτηριστικά, αναφέρεται ότι όταν τους ζητήθηκε να καταδείξουν την καλύτερη μόνιμη λύση στο Κυπριακό, από 68% που προτιμούσαν τα δύο ξεχωριστά κράτη το 2007, η αντίστοιχη προτίμηση πέφτει στο 35% το 2010.

Τα συναισθήματα

Η τάση για βελτίωση των σχέσεων στην κοινότητα των Ε/Κ φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τους δείκτες που καταγράφονται κυρίως από το 2013 και μετά, όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Ν. Αναστασιάδης, και ακόμη περισσότερο με την άνοδο του Μ. Ακιντζί στην ηγεσία των Τ/Κ. Το 2007, οι έρευνες με αντιπροσωπευτικό δείγμα της κοινότητας έδειχναν το 35% των Ε/Κ να έχουν αρνητικά συναισθήματα απέναντι στους Τ/Κ, το 36% ουδέτερα και το 29% θετικά συναισθήματα. Σε ανάλογη έρευνα του ΠΑΚΕΠΕ τον Αυγούστου του 2015 βλέπουμε να γίνεται η ανατροπή. Τα αρνητικά συναισθήματα εκφράζονταν από 17% του δείγματος, τα ουδέτερα από 32% και τα θετικά ανέβηκαν στο 51%.

«Ακριβώς εδώ βλέπουμε να πλησιάζουμε την άλλη κοινότητα ακόμη περισσότερο και μάλιστα όπως είδαμε στην έρευνα του ΠΑΚΕΠΕ του Ιανουαρίου 2016, που μόλις ολοκληρώθηκε, το ποσοστό αυτό παραμένει σταθερό. Αυτό συνάδει με το εύρημα ότι η πλειοψηφία των Ε/Κ τον Αύγουστο δήλωναν σίγουροι για αυτά τα συναισθήματά τους. Θεωρώ πως είναι σημαντικός παράγοντας για τους Ε/Κ ποιος είναι στην ηγεσία των Τ/Κ. Ο Μουσταφά Ακιντζί αναγνωρίζεται ως άνθρωπος ο οποίος θέλει λύση και που δούλεψε για τη δικοινοτική συνεργασία σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης σε καιρούς δύσκολους. Είναι για αυτό που πιστεύω πως δεν φαίνεται να πείθουν τα άτομα που προσπαθούν να ταυτίσουν τον Ακιντζί με τον Έρογλου».

Συμφιλίωση διά αντιπροσώπου 

Ρωτήσαμε τον Χάρη Ψάλτη πόσο επηρέασε η προσωπική επαφή των Νίκου Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί τους τελευταίους δέκα μήνες αυτήν τη σταθεροποίηση στα συναισθήματα ειδικά των Ε/Κ έναντι των Τ/Κ. «Αυτό το ονομάζουμε επαφή διά αντιπροσώπου. Ποιος είναι ο καλύτερος αντιπρόσωπος από τον ίδιο τον ηγέτη της κοινότητάς σου; Σίγουρα επηρέασε θετικά την κοινωνία. Ένας λόγος για τον οποίο βλέπουμε αυτή την αλλαγή είναι γιατί υπάρχει και έμμεση επαφή των πολιτών μέσω των δύο ηγετών. Ειδικά για εκείνους που δεν έχουν επαφές και φιλίες με την άλλη πλευρά η επαφή διά αντιπροσώπων τούς επηρεάζει θετικά. Μάλιστα, όταν βλέπουν ότι αυτή η σχέση έχει ποιότητα, έχει χημεία και μέλλον τούς επηρεάζει ακόμη πιο θετικά», κατέληξε.

Αναγνώριση του πόνου

Αλλαγές βλέπουμε και στην αναγνώριση του πόνου των Τ/Κ από πλευράς Ελληνοκυπρίων τον τελευταίο χρόνο. «Λόγω ακριβώς της επίσημης μονόπλευρης αφήγησης θυματοποίησης τα περισσότερα άτομα παραγνωρίζουν ότι και οι Ε/Κ φέρουν ευθύνη για το κυπριακό πρόβλημα. Αυτός είναι ένας δείκτης εξαιρετικά σημαντικός», αναφέρει ο κ. Ψάλτης. Ο βαθμός λοιπόν της ενσυναίσθησης έχει αλλάξει μεταξύ των Ε/Κ προς το θετικότερο.

Στην έρευνα του Αυγούστου του 2015, στο ερώτημα «οι Τ/Κ επίσης υπέφεραν ως αποτέλεσμα του κυπριακού προβλήματος;», το 40% συμφωνεί με αυτή τη δήλωση και το 12,2% συμφωνεί απόλυτα. Συνεπώς, το 52,2% των Ε/Κ συμφωνούν ότι και οι Τ/Κ υπέφεραν λόγω του κυπριακού προβλήματος και αυτό σημειώνεται ως θέση για πρώτη φορά στην ε/κ κοινότητα. Ανάλογα, στο ερώτημα «Μετανιώνω για τις οδυνηρές πράξεις που έκανε η κοινότητά μου στο παρελθόν εις βάρος της άλλης κοινότητας;» το 35,8% συμφώνησε, το 18,8% συμφώνησε απόλυτα, άρα ένα ποσοστό 54,6% συμφώνησε με αυτή τη δήλωση.

Ζητήματα ταυτότητας

Ίσως τα θέματα ταυτότητας να μην επηρεάζουν τόσο την τάση για το τι θα ψηφίσει κάποιος στο δημοψήφισμα, μας εξηγεί ο Χάρης Ψάλτης. «Αυτό που επηρεάζει πάρα πολύ είναι η εμπιστοσύνη και η προκατάληψη που νιώθεις για την άλλη κοινότητα». Ωστόσο, είναι κι αυτό ένας δείκτης που δίνει βαρύτητα στην κατανόηση των αλλαγών της κοινωνίας στις δύο κοινότητες.

«Γενικά είμαστε πιο έτοιμοι να δούμε με πιο θετικό μάτι την κυπριακή ταυτότητα απ’ ό,τι στο παρελθόν, χωρίς να παραγνωρίζουμε ότι η πλειονότητα και στις δύο κοινότητες συνήθως δηλώνει ταύτιση με την κοινοτική ταυτότητα (τον όρο «Ελληνοκύπριος/α» ή «Τουρκοκύπριος/α») παρά την υπερκείμενη ταυτότητα του Κυπρίου/α». Ο τουρκοκεντρισμός και ο ελληνοκεντρισμός στη λογική της «μητέρας πατρίδας» είναι τάσεις που έχουν προσπεράσει και οι δύο κοινωνίες την τελευταία δεκαετία», επισημαίνει ο ερευνητής. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ένα 6% περίπου των Ε/Κ δηλώνει «περισσότερο Έλληνας/Ελληνίδα παρά Κύπριος/Κυπρία» και ένα 13% των Τ/Κ «περισσότερο Τούρκος/Τουρκάλλα παρά Κύπριος/Κυπρία». Είναι ένα στοιχείο ενθαρρυντικό αυτό στον βαθμό που μπορεί να φέρνει πιο κοντά σε ένα αίσθημα κοινής πολιτότητας και ευθύνης για το κοινό μας σπίτι που είναι η Κύπρος. «Αυτό το αίσθημα συνταγματικού πατριωτισμού, ασχέτως εθνοτικής καταγωγής, θα αποτελέσει ενοποιητικό στοιχείο μεταξύ των δύο κοινοτήτων σε περίπτωση λύσης του κυπριακού προβλήματος».

Απομακρύνονται οι Τ/Κ;

Σύμφωνα με μια άλλη, ανεξάρτητη έρευνα, του Cyprus 2015, στην οποία έκανε αναφορά ο Χάρης Ψάλτης, η τάση που βλέπουμε μεταξύ των Ε/Κ είναι η αύξηση από το 2013 του ποσοστού θετικής πρόθεσης ψήφου σε ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα. Αυτό, ωστόσο, δεν συμβαίνει ανάμεσα στου Τ/Κ, όπου τα δεδομένα των προηγούμενων ετών, τα τελευταία δύο χρόνια άρχισαν να αναστρέφονται. Μεταξύ των Ε/Κ η τάση προς το  «ναι» σε δημοψήφισμα ανατράπηκε το 2013, όταν άρχισε να καταγράφει ανοδικές τάσεις φτάνοντας το 29% το 2015 από 20% το 2013 σε αυτές τις έρευνες του Cyprus 2015. Μεταξύ των Τ/Κ η τάση προς το «ναι» άρχισε το 2014 να έχει καθοδική πορεία πέφτοντας από το 41% το 2013 στο 28% το 2015.

«Είναι κάπως ανησυχητικά τα πράγματα τον τελευταίο χρόνο μεταξύ των Τ/Κ», σημειώνει ο κ. Ψάλτης. «Φαίνεται να είναι σε πολύ δύσκολη θέση να αποδεχτούν μια διαφαινόμενη λύση, κι αυτό μας στέλνει το μήνυμα πως έχουν κι εκείνοι τις ευαισθησίες τους και τις κόκκινες γραμμές τους». Μας εξηγεί πως κάτι σημαντικό που πρέπει να κατανοήσουμε για τη στάση των Τ/Κ -και αυτό καταγράφεται μέσα από τις έρευνες, όσο παράδοξο κι εάν είναι- είναι πως κάθε φορά που έχουν κάποιον εθνικιστή στην εξουσία να διαπραγματεύεται έρχονται πιο κοντά τους Ε/Κ γιατί νιώθουν ότι τους κρατά πιθανόν στην απομόνωση χωρίς προοπτική. «Αντίθετα, όποτε έχουν έναν μετριοπαθή πολιτικό στην εξουσία, πιο εύκολα απομακρύνονται από εμάς. Πιστεύω πως αυτό έχει να κάνει με το εξής: από τη μια θέλουν να γίνει λύση, να τελειώνουμε, να βγουν από την απομόνωση, να ομαλοποιηθεί η κατάσταση. Από την άλλη, όμως, φοβούνται μήπως ο μετριοπαθής πολιτικός ξεπεράσει με υποχωρήσεις τις κόκκινες γραμμές τους και αυτό τους βάζει σε αμυντική στάση».

Θέλουν δουλειά οι νέοι

Οι έρευνες δείχνουν επίσης σημαντικές διαφοροποιήσεις στην πρόθεση ψήφου σε ένα δημοψήφισμα αναλόγως της ηλικίας. Η άρνηση αντανακλάται κυρίως μεταξύ των νέων, αφού τα ποσοστά ανάμεσα στους νέους διαφοροποιούνται σημαντικά από τα ποσοστά που παρατηρούνται σε όλο το δείγμα.

Όπως μας εξηγεί ο Χάρης Ψάλτης, στην ηλικιακή ομάδα των 18-25 η τάση προς το «όχι» φτάνει το 40,5%, οι αναποφάσιστοι το 21,4% και η τάση προς το «ναι» το 38,1%. Τα αντίστοιχα ποσοστά στις ηλικιακές ομάδες των 65-74 είναι 12,7% το «όχι», 21,9% οι αναποφάσιστοι και 58,2% η τάση προς το «ναι».

«Βλέπουμε να υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι οι νέοι δεν είχαν εμπειρία επαφής στο παρελθόν με τους Τ/Κ, μεγάλωσαν στον διαχωρισμό και την άγνοια για την άλλη κοινότητα, συνεπώς είναι πιο εύκολα θύματα στα στερεότυπα και την προκατάληψη σε αντίθεση με τους μεγαλύτερους. Αυτό το γεγονός μαζί με τη μονόπλευρη αφήγηση θυματοποίησης από τα βιβλία Ιστορίας μάς κάνουν ένα εκρηκτικό μίγμα. Θέλει πολλή δουλειά στις μικρές ηλικίες, εάν θέλουμε την επανένωση της Κύπρου », καταλήγει ο κ. Ψάλτης, γιατί δυστυχώς πολλοί νέοι σήμερα προτιμούν πλέον τα δύο κράτη.

 

Πηγή: Εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ»

ΜΙΡΑΝΤΑ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ

21/02/2016 – 11:18