Skip to main content

Ανακοίνωση αποτελεσμάτων Δημόσιας Πρόσκλησης για χρηματοδότηση ερευνών για το έτος 2016

Το Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες (ΚΕΑΕ) έχει τη χαρά να ανακοινώσει τα αποτελέσματα της πρώτης του Δημόσιας Πρόσκλησης για την υποβολή ερευνητικών προτάσεων προς χρηματοδότηση για το έτος 2016.

Οι ερευνητικές προτάσεις που θα χρηματοδοτηθούν από το ΚΕΑΕ είναι οι εξής (σε αλφαβητική σειρά με βάση το επώνυμο του αιτούντος και οργανωμένες ανά κατηγορία ένταξης):

ΜΕΤΑΔΙΔΑΚΤΟΡΕΣ

– Νικόλαος Δημάκης: «Η αρχαιολογία του παιδικού θανάτου: παιδικές ταφές στην Αττική από την κλασική και την ελληνιστική περίοδο»

Σύμφωνα με γραπτές πηγές, τα ταφικά έθιμα και στην αρχαία Ελλάδα θεωρούνταν sine qua non για την ομαλή  μετάβαση της ψυχής στον Κάτω Κόσμο. Προβληματίζει όμως η σιωπή των πηγών για τον παιδικό θάνατο (έως περίπου τον 4ο αι. π.Χ.) αν και οι γνωστές παιδικές ταφές σε νεκροταφεία της Κλασικής και Ελληνιστικής περιόδου ουδόλως αντικατοπτρίζουν αδιαφορία της κοινωνίας προς την πρόωρη απώλεια ενός παιδιού. Παραδοσιακές αρχαιολογικές προσεγγίσεις των παιδικών ταφών έτειναν να ερμηνεύουν την τελευταία φροντίδα των παιδιών ως ιδιαίτερα αποκαλυπτική για την κοινωνική και οικονομική θέση τους μέσα σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες καθώς και των ίδιων των κοινωνικών ομάδων και πληθυσμών. Πιο πρόσφατες μελέτες έχουν επικεντρωθεί στις συμβολικές πτυχές της ανάμνησης, του συναισθήματος, της συγκίνησης και το βαθμό της γονικής συμμετοχής. Ο θάνατος στη περίπτωση των παιδιών είναι πιο δραματικός καθώς περιβάλλεται από έντονη συγκίνηση και συναισθήματα που γεννώνται από το αίσθημα της πρόωρης απώλειας. Στην παρούσα μελέτη τα δυο παραπάνω ερμηνευτικά μοντέλα συνδυάζονται σε μια προσπάθεια ανασύνθεσης, κατά το δυνατόν πιστότερα, του ταφικού τελετουργικού που συνόδευε την απώλεια ενός παιδιού στην Αττική κατά την Κλασική και Ελληνιστική περίοδο. Μελετώντας κυρίως δημοσιευμένες ταφές θα εξεταστεί αν και κατά πόσο η σύγχρονη υπόθεση του συναισθηματικού δεσμού με το παιδί κατά την αρχαιότητα είναι αποτέλεσμα σύγχρονων «ευαισθησιών» ή πεποίθηση της κοινωνίας κατά την Κλασική και Ελληνιστική περίοδο, αν η έκφραση του συναισθήματος σχετίζεται με την ταυτότητα και το status που αποδίδεται στο παιδί, πιθανές διαφοροποιήσεις του συσχετισμού αυτού κατά περιόδους και κατά τόπους.

Το πρώτο βήμα της έρευνας είναι η αποδελτίωση ανασκαφικών εκθέσεων και συστηματικών δημοσιεύσεων σε επιστημονικά περιοδικά και μονογραφίες, και η συγκέντρωση των δεδομένων σε βάση δεδομένων MS Access. Η βάση δεδομένων θα στοιχειοθετήσει την αρχή για τη μελέτη των παιδικών ταφών σε έναν κεντρικό (Αθήνα) και έναν περιφερειακό (Αττική) άξονα, και θα διευκολύνει συγκριτική μελέτη με νεκροταφεία περιοχών εκτός Αττικής (Άργος, Αστυπάλαια, Κόρινθος, Άβδηρα, Όλυνθος). Με τη βοήθεια χαρτών ΓΥΣ, του Google Earth, σχεδιαστικών αποτυπώσεων και αυτοψιών θα διερευνηθεί η γεωγραφία του παιδικού θανάτου. Με την αντιπαραβολή και συνθετική παρουσίαση των δεδομένων που προκύπτουν θα εξεταστεί η διασπορά και η σχέση της θέσης των παιδικών ταφών μεταξύ τους, με ταφές ενηλίκων, καθώς και με το φυσικό, θρησκευτικό και αστικό τοπίο. Τη μελέτη της γεωγραφίας και της διασποράς του παιδικού θανάτου θα ακολουθήσει μακροσκοπική ανάλυση των δεδομένων (contextual analysis). Τα είδη τάφων, ταφών και τα κτερίσματα θα ερμηνευθούν στο πλαίσιο των σύγχρονων κάθε φορά κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών συνθηκών, και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Αρχαίες πηγές και εικονογραφικές μαρτυρίες δεν θα υιοθετούνται αδιαμφισβήτητα αλλά θα αντιπαραβάλλονται με τα ταφικά δεδομένα. Σύγχρονες κοινωνικο-ανθρωπολογικές και εθνογραφικές μελέτες του παιδικού θανάτου, θα συμβάλουν στην ερμηνευτική προσέγγιση.

Η συγκριτική μελέτη παιδικών ταφών από την Αθήνα, την ευρύτερη Αττική και περιοχές εκτός Αττικής, και η ερμηνεία τους θα συμβάλουν στη γνώση μας ταφικών εθίμων που αφορούν στον ευαίσθητο από κοινωνικής και συναισθηματικής απόψεως πληθυσμό μιας πόλης, τα παιδιά, θα επιτρέψει τη διερεύνηση τοπικών ταφικών εθίμων αλλά και των μηχανισμών «μεταφοράς» τους, υιοθέτησής τους, επιβολής τους ή και απόρριψής τους από μια περιοχή σε μια άλλη.

– Άννα Μαρία Δρουμπούκη: «Επανορθώνοντας το παρελθόν: Οι γερμανικές αποζημιώσεις για το Ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων»

Για τους περισσότερους επιζώντες της Σοά (Ολοκαύτωμα), το τέλος του πολέμου το 1945 δεν σηματοδότησε το τέλος της βίας, του φόβου, των διώξεων και της αδικίας. Αυτές οι παράμετροι υπογραμμίζουν με εντονότερα χρώματα το γεγονός ότι μένει ακόμα να γραφτεί μια πλήρης μεταπολεμική ιστορία των επιζώντων στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, μια καταγραφή της ανασύνθεσης της εβραϊκής ζωής απ’ το μηδέν. Η επιστροφή των επιζώντων υπήρξε δύσκολη, η επανένταξή τους δυσκολότερη και αντίστοιχη με τον αποκλεισμό της εμπειρίας τους από το εθνικό αφήγημα. Είναι απόλυτα ενδεικτικό των προθέσεων του ελληνικού κράτους το ότι παρέπεμπε τους επαναπατρισθέντες στην Υπηρεσία Αλλοδαπών για καταγραφή. Η ψυχρή υποδοχή των επιζώντων της ναζιστικής κόλασης ήταν το ελάχιστο προανάκρουσμα μιας μεταπολεμικής πολιτικής η οποία θα στρεφόταν σύντομα στο «πάγωμα» των μελλοντικών διεκδικήσεων για τη δίκαιη επιστροφή των κλαπεισών περιουσιών στους δικαιούχους τους. Στόχος είναι να δοθούν στη μελέτη οι διεθνείς διαστάσεις του φαινομένου που στη βιβλιογραφία έχει ονομαστεί «υλικές διαστάσεις του Ολοκαυτώματος» (material effects of the Holocaust). Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια έχουμε επιστρέψει σε μια κοινωνική και πολιτισμική ιστορία των Εβραίων στη Σοά, που αφήνει στην άκρη τα κλασικά ερωτήματα και δίνει έμφαση στα ιστορικά υποκείμενα και στον τρόπο με τον οποίο βίωναν τις συνθήκες της εποχής. Ποια ήταν τα μεταπολεμικά αιτήματα των Ισραηλιτικών Κοινοτήτων της Ελλάδας προς τη Δυτική Γερμανία; Μέσα από το αρχειακό υλικό που εντοπίστηκε στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών (Βερολίνο), αλλά και στα αρχεία της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης και του Κεντρικού Ισραηλιτικού Συμβουλίου, θα μελετηθεί η δύσκολη επιστροφή των Ελλήνων Εβραίων και τα μεταπολεμικά αιτήματα για την καταβολή των γερμανικών αποζημιώσεων. Θα αξιοποιηθούν επίσης για τη μελέτη αυτή το άγνωστο και ανεξερεύνητο ως τώρα αρχείο του Ο.Π.Α.Ι.Ε (Οργανισμός Περιθάλψεως και Αποκαταστάσεως Ισραηλιτών Ελλάδος) και της Υ.Δ.Ι.Π. (Υπηρεσία Διαχείρισης Ισραηλιτικών Περιουσιών).

– Μενέλαος-Δημήτριος Κούντουρας: «Μουσική και ποίηση των τροβαδούρων στο Λατινικό βασίλειο της Θεσσαλονίκης μετά το 1204»

Η τέταρτη σταυροφορία και τα ιστορικά γεγονότα της άλωσης της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204, είναι ευρέως γνωστά. Λίγο γνωστή έως άγνωστη παραμένει η δραστηριότητα των τροβαδούρων που ακολούθησαν τη σταυροφορία, καθώς και η μετέπειτα πορεία τους στον ελλαδικό χώρο, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει για την πολιτιστική ζωή στα λατινοκρατούμενα εδάφη της πρώην Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η παραμονή των τροβαδούρων Raimbaut de Vaqueiras και Elias Cairel, καθώς και του τρουβέρου Conon de Béthune στην λατινοκρατούμενη Ρωμανία, εν πολλοίς άγνωστη ως σήμερα, μπορεί να φωτίσει μια άλλη πλευρά των πολιτιστικών δρωμένων της εποχής. Οι τρεις αυτοί σημαντικοί ποιητές-συνθέτες έφτασαν στο Βυζάντιο στις αρχές του 13ου αιώνα μαζί με τους ηγεμόνες τους, τους επικεφαλής της τέταρτης σταυροφορίας, παρέμειναν στο χώρο και πέρασαν μέρος της δημιουργικής τους περιόδου στην Ρωμανία. Άφησαν αξιόλογα έργα υψηλής μουσικής και λογοτεχνικής ποιότητας, τα οποία μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν ως πολύτιμες πρωτογενείς πηγές με ιδιαίτερο ιστορικό και φιλολογικό ενδιαφέρον. Η διερεύνηση της δράσης τους στη Θεσσαλονίκη, αλλά και τυχόν επαφών τους με μουσικούς ή ποιητές του χώρου μετεγκατάστασής τους, θα παρουσίαζαν μεγάλο ενδιαφέρον και μου έδωσαν το έναυσμα για την παρούσα ερευνητική μεταδιδακτορική πρόταση.

Σκοπεύω να καταγράψω την πορεία των τροβαδούρων και να αναζητήσω και άλλους Λατίνους μουσικούς που ενδεχομένως έδρασαν στο χώρο αυτό. Βασική επιδίωξή μου είναι να καταγράψω, να μεταφράσω και να αναλύσω τα έργα που γράφτηκαν στην λατινοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, τα οποία είναι πλούσια σε ενδιαφέρουσες πληροφορίες και αναφορές σε ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα της εποχής. Επίσης, πρόκειται να ερευνήσω τυχόν επαφές τους με ελληνόφωνους καλλιτέχνες, καθώς και το ευρύτερο πολιτιστικό πλαίσιο στην αυλή του Βονιφάτιου του Μομφερατικού.

Η πρωτότυπη αυτή πρόταση για μεταδιδακτορική έρευνα επιδιώκει να αναδείξει το ευρύτερο πολιτιστικό, μουσικό, λογοτεχνικό γίγνεσθαι στις αρχές του 13ου αιώνα στο λατινοκρατούμενο Βυζάντιο και ειδικότερα να καταγράψει το υλικό των Λατίνων δημιουργών που έδρασαν στo Βασίλειο της Θεσσαλονίκης. Στο πλαίσιο αυτό, προβλέπεται η συγγραφή και η δημοσίευση εκτενούς πονήματος, με εκτενείς αναφορές στα ιστορικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα και στους καλλιτέχνες, καθώς και η ηχογράφηση σε δίσκο ακτίνας (που θα συνοδεύει τη μονογραφία) των μουσικών έργων που σχετίζονται με τo λατινοκρατούμενο βασίλειο της Θεσσαλονίκης (1204-1224).

– Λέανδρος Κυριακόπουλος: «Επιτελώντας τον Ευφορικό Κοσμοπολιτισμό: Δημόσιος Χώρος και Νομαδισμός στην Ηλεκτρονική Χορευτική Μουσική»

Η παρούσα έρευνα επιθυμεί να μελετήσει τα πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα που κάνουν επιθυμητό το αποκαλυπτικό και ευφορικό ταξίδι στα πλαίσια της ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής και, ως εκ τούτου, τις επιτελεστικές διαδικασίες που έχουν συγκροτήσει το χάρτη των ευρωπαϊκών φεστιβαλικών προορισμών. Σκοπός της είναι να θέσει ερωτήματα που αφορούν στη συγκρότηση της κοινότητας και της αίσθησης του δημόσιου χώρου (public space), εστιάζοντας στην τεχνο-αισθητική του καρναβαλικού δρώμενου και τον ηθικό προσανατολισμό των μετεχόντων-μετεχουσών σε μια κοινή εμπειρία ψυχαγωγίας. Τα ερωτήματα αυτά αφορούν, κατά ένα μεγάλο βαθμό, στην κατανόηση της προβληματικής του κοσμοπολιτισμού ως διακύβευμα του συν-ανήκειν, όπως εκδραματίζεται κατά τη διεκδίκηση μιας (τεχνο)αισθητικής και συναισθηματικής συν-ταύτισης.

Η προβληματική του κοσμοπολιτισμού αναδεικνύεται ως καίρια στις μέρες μας όταν ιδωθεί υπό το πρίσμα των πολλαπλών μετατοπίσεων που επέφερε η κινητικότητα των νέων της δεκαετίας του 1960, η οποία συντελέστηκε στο πρότυπο της διαφώτισης του εαυτού μέσα από την εξερεύνηση του κόσμου και τη γνωριμία με το ξένο. Ο εν λόγω ψυχαγωγικός και, εν πολλοίς, χημικός νομαδισμός που τελείται στην Ευρώπη τους καλοκαιρινούς μήνες, στη βάση των φεστιβαλικών προορισμών, έχει ισχυρά ερείσματα στις προσδοκίες και στις αναζητήσεις των χίπηδων και travelers της δεκαετίας του 1960 για προσωπική ελευθερία και ηδονισμό. Είναι, επίσης, προϊόν της «αποκαλυπτικής» και εκστατικής χορευτικής διασκέδασης της μουσικής rave, η οποία εγκαθιδρύθηκε στο δημόσιο βίο των δυτικών μητροπόλεων κατά τη δεκαετία του 1980. Το δίκτυο των φεστιβάλ ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής, δηλαδή, ανήκει γενεαλογικά στην κουλτούρα των μαζικών μουσικών συναθροίσεων που εμπέδωνε ως πρότυπο την εγκαθίδρυση μιας, έστω και προσωρινής, ουτοπικής κοινότητας. Πιο συγκεκριμένα, είναι μια εξέλιξη που προέκυψε μέσα από τις πρακτικές των πάρτι και την κατανάλωση ψυχοδιεγερτικών ουσιών (ιδιαίτερα της κατανάλωσης LSD και MDMA), τον τεχνο-πολιτισμό των ηλεκτρονικών ήχων, τις διασταυρώσεις χορευτικών στιλ, τη διεκδίκηση μιας πολιτικής της ανεκτικότητας και την επιθυμία για αισθητική διαφορά.

Αντλώντας πρωτότυπο υλικό από την εκτενή εθνογραφική έρευνα που έχω πραγματοποιήσει ακολουθώντας τους/τις συνομιλητές/τριες μου στις φεστιβαλικές τους διαδρομές στην Ουγγαρία, το Μαρόκο, την Ολλανδία και την Ελλάδα, επιθυμώ να διευρύνω τα ερωτήματα που αφορούν τόσο στον ευφορικό-εκστατικό εορτασμό όσο και στις πολλαπλές επιτελέσεις της έννοιας του πολίτη και του κοσμοπολιτισμού. Ιδιαίτερα στις μέρες μας και καθώς τα σύνορα αποκτούν ειδικό βάρος λόγω της έντασης των οικονομικών κρίσεων, οι οποίες και σηματοδοτούν τα όρια της μεταπολεμικής ανάπτυξης και ανεκτικότητας στο δυτικό κόσμο, η κατανόηση της δυνατότητας συναισθηματικής ταύτισης ως ορίζοντα των τεχνο-πολιτισμών των ουσιών και της αισθητικής, είναι κρίσιμη.

Πράγματι, η διερεύνηση της αίσθησης κοσμοπολιτισμού και κοινότητας που συντελείται στα πλαίσια της ηθικής και τεχνο-αισθητικής των πάρτι ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής, διευκολύνει την κατανόηση της δυνατότητας οικειοποίησης του δημόσιου χώρου ως συνέπεια αισθητικοποίησης της πολιτικής – αισθητικοποίησης ενός τρόπου ζωής (lifestyle). Το ερώτημα, λοιπόν, της επιτέλεσης του ευφορικού κοσμοπολιτισμού των πάρτι είναι ένα ερώτημα πάνω στην έννοια του συνόρου· όχι ως αποτέλεσμα αποκλεισμού και προστασίας της ιδιωτικότητας, αλλά ως αποτέλεσμα ενός τεχνο-αισθητικού εγχειρήματος που βασίζεται στην επιθυμία για συναισθηματική οικειότητα.

– Πέτρος Πετρίδης: «Ψηφιακή Εργασία, Theorycraft και Βάσεις Δεδομένων στο πλαίσιο των Διαδικτυακών Παιχνιδιών»

Η παρούσα έρευνα στοχεύει στην εθνογραφική διερεύνηση των διαδικτυακών παιχνιδιών, γνωστότερων ως «MMOGs» (Massively Multiplayer Online Games), όπως αυτά βιώνονται και γίνονται αντιληπτά από τη σκοπιά των Ελλήνων παικτών. Παρόλο που τα διαδικτυακά παιχνίδια έχουν αποτελέσει δημοφιλές θέμα ακαδημαϊκής διερεύνησης, οι περισσότερες έρευνες αναφέρονται είτε στο παιχνίδι με την ταυτότητα (identity play), δηλαδή την εναλλακτική παρουσίαση του εαυτού αναφορικά με το φύλο, την εθνότητα, την ηλικία κ.λπ, είτε συνιστούν ολιστικές εθνογραφίες κατά το πρότυπο των κλασικών ανθρωπολογικών μελετών (ένα κεφάλαιο για την ταυτότητα, ένα κεφάλαιο για την κοινότητα, ένα κεφάλαιο για την οικονομία κ.ο.κ.). Σε θεωρητικό επίπεδο η σχετική συζήτηση έχει αναλωθεί σε σημαντικό βαθμό στη διαμάχη μεταξύ αφηγηματικών και λουδολογικών προσεγγίσεων. Προσεγγίσεων δηλαδή που εστιάζουν είτε αποκλειστικά στην αφήγηση (σενάριο του παιχνιδιού, ρητορική των παικτών) είτε αποκλειστικά στους κανόνες, στον προγραμματισμό και στις εφαρμογές των παιχνιδιών. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι η πρακτική του παίζειν διαδικτυακά παιχνίδια γνωρίζει τεράστια εξάπλωση στην Ελλάδα ακόμη και εντός της συνθήκης της Κρίσης, η διερεύνηση των τρόπων και των διαδικασιών μέσω των οποίων αυτή η πρακτική μεταφράζεται πολιτισμικά στο ελληνικό πλαίσιο είναι ουσιαστικά απούσα, τόσο από τη διεθνή όσο και από την εγχώρια βιβλιογραφία. Στο επίπεδο των μιντιακών και άλλων δημόσιων θεσμικών λόγων, το διαδικτυακό παιχνίδι τείνει υπεραπλουστευτικά να ταυτίζεται με τον τζόγο (νόμος 3037/2002), ή να ιατρικοποιείται μέσω της ένταξής του στο αμφιλεγόμενο Σύνδρομο Εθισμού στο Διαδίκτυο. Έτσι, συνήθως αναπαρίσταται ως αντικοινωνική και αντιπαραγωγική συμπεριφορά. Αυτό που φυσικά απουσιάζει από τις εν λόγω αναπαραστάσεις είναι η οπτική και το βίωμα των ίδιων των παικτών.

Η προτεινόμενη εθνογραφική έρευνα έχει ως αφετηριακό σημείο την υπόθεση ότι τα διαδικτυακά παιχνίδια σημειώνουν τεράστια επιτυχία στο πλαίσιο των πολιτιστικών/δημιουργικών βιομηχανιών επειδή ακριβώς δε γίνονται αντιληπτά ως σπατάλη χρόνου, αλλά ως εντατικές παραγωγικές δραστηριότητες (εργασία, μελέτη, παραγωγή θεωριών). Συγκεκριμένα, φιλοδοξεί να πραγματευθεί τρία ερωτήματα από τη σκοπιά των Ελλήνων παικτών. Α) Ποιες νέες μορφές ψηφιακής και απλήρωτης εργασίας αναδύονται από την εμπλοκή των παικτών με αυτά τα παιχνίδια μέσω πρακτικών όπως ο πληθοπορισμός (crowdsourcing), η δημιουργία machinima, οι δοκιμαστικές εκδόσεις κ.ά.; Β) Πώς επιτελείται η πρακτική του theorycrafting, της συστηματικής θεωρίας που παράγεται από τους ίδιους τους παίκτες (η οποία περιλαμβάνει τη διατύπωση κανόνων, προτύπων συμπεριφοράς, εξισώσεων, γραφημάτων, μαθηματικών τύπων, υπολογιστικών φύλων, ποσοτικών μετρήσεων, στρατηγικών και τακτικών) με σκοπό τη μεγιστοποίηση των επιδόσεων και την επίτευξη χρησιμοθηρικών αποτελεσμάτων και πώς ανασημασιοδοτείται η ίδια η πρακτική του παίζειν μέσα από αυτήν την πρακτική; Γ) Πώς κατασκευάζεται η υποκειμενικότητα του παίκτη μέσω της λογικής της βάσης δεδομένων; Θεωρητικά, η έρευνα συνθέτει την αφηγηματική με τη λουδολογική προσέγγιση δίνοντας έμφαση τόσο στο λόγο των παικτών και στα υπόλοιπα αφηγηματικά στοιχεία των παιχνιδιών όσο και στο τεχνικό τους υπόβαθρο (μηχανική των κανόνων, theorycrafting, εφαρμογές, βάσεις δεδομένων). Υπό αυτό το πρίσμα, τα διαδικτυακά παιχνίδια μπορούν να ιδωθούν ως τεχνο-κοινωνικές συναρμογές που απαρτίζονται από ανθρώπους και τεχνολογίες. Μεθοδολογικά, προτείνει την εφαρμογή πολυτοπικής ψηφιακής εθνογραφίας που δεν εστιάζει μόνο στους «κόσμους» των παιχνιδιών, αλλά και σε άλλα κρίσιμα –για τους παίκτες- ψηφιακά και γεωγραφικά περιβάλλοντα.

– Νίκος Ποταμιάνος: «Απόκριες στην Αθήνα 1800-1940: λαϊκή κουλτούρα, αστική κουλτούρα, ηγεμονία»

Οι απόκριες αποτελούν ένα πολύπλευρο πολιτισμικό φαινόμενο, στο οποίο η διασκέδαση και η κοινωνικότητα συνδυάζονται με την κοινωνική και πολιτική κριτική και με την τελετουργική αντιστροφή του κόσμου. Συνιστούν, λοιπόν, ένα προνομιακό σημείο παρατήρησης για την κοινωνική ιστορία. Οι απόκριες στην Αθήνα δεν έχουν ακόμα μελετηθεί επιστημονικά. Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα υπέστησαν σημαντικούς μετασχηματισμούς: στόχος της έρευνάς μου είναι τους ερμηνεύσω, εστιάζοντας ιδίως στη μεταβαλλόμενη σχέση μεταξύ της λαϊκής και της αστικής κουλτούρας.

Η κουλτούρα της ελίτ ήταν η πρώτη που μετασχηματίστηκε αφότου η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του νέου κράτους: Αυλή, πρεσβευτές και μεγαλοαστοί εισάγουν βασικές μορφές της δυτικοευρωπαϊκής αποκριάτικης κουλτούρας, όπως οι κομψές στολές και μεταμφιέσεις, οι χοροί μεταμφιεσμένων κλπ. Ως τα τέλη του 19ου αιώνα αυτή η εισαγόμενη αστική κουλτούρα είχε επικρατήσει εντός της αστικής τάξης και διαχεόταν προς τα κάτω. Η λαϊκή κουλτούρα άλλαζε κι αυτή, υπό την επίδραση τόσο της νέας αστικής κουλτούρας όσο και της αστικοποίησης. Μάσκες και στολές, νέα θεάματα και μασκαράτες που σατίριζαν την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα αντικατέστησαν τα αγροτικού τύπου «διονυσιακά» δρώμενα.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η εκσυγχρονιστική μερίδα της αστικής τάξης προσπάθησε να εμβαθύνει την ηγεμονία της, μετασχηματίζοντας το καρναβάλι του δρόμου και επιταχύνοντας τη «διαδικασία του (εκ)πολιτισμού», ιδίως με τη θεσμοθέτηση μιας παρέλασης. Παρά τις αντιστάσεις που προβλήθηκαν, οι οποίες πρέπει να μελετηθούν προσεκτικά, οι αστοί πέτυχαν τους στόχους τους. Στην έκβαση αυτή συνέβαλαν και πιο απρόσωπες διαδικασίες: η αύξηση του αλφαβητισμού, αλλαγές στις έμφυλες σχέσεις, η εμπορευματοποίηση και η επαγγελματοποίηση της διασκέδασης, και η απόσπαση των αποκριάτικων εκδηλώσεων από την κοινότητα.

Βασικές έννοιες που θα χρησιμοποιήσω είναι η κουλτούρα της ελίτ και η λαϊκή κουλτούρα. Δεν επρόκειτο, φυσικά, για σχηματισμούς αδιαπέραστους, αυτάρκεις, σταθερούς ή ιδιαίτερα συνεκτικούς. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν δομές που σχετίζονταν με τις επιδράσεις που ασκούσαν η οικονομική ανισότητα και η εξουσία στην κουλτούρα. Αυτό είναι ένα σημείο στο οποίο προτίθεμαι να εστιάσω, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων την έννοια της ηγεμονίας. Αυτή θα πρέπει να κατανοηθεί ως επιβολή όχι της κουλτούρας αλλά της πολιτισμικής κυριαρχίας της ελίτ. Ωστόσο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη την ποικιλία των σχέσεων που περιλαμβάνονται στην ευρύτερη έννοια της ηγεμονίας: φιλοδοξώ να δείξω ότι μία εκδοχή της μπορεί να περιλαμβάνει τη μετάδοση πολιτισμικών μορφών που οδηγούν στον μετασχηματισμό της κουλτούρας των ηγεμονευόμενων. Επιπλέον, και δεδομένου ότι η ηγεμονία δεν συνιστά μια ομοιογενή διαδικασία, εξίσου επιτυχημένη παντού, σκοπεύω να αναδείξω τις διαφοροποιήσεις στην επίδραση που είχε στις λαϊκές τάξεις και να εντοπίσω περιοχές όπου η λαϊκή κουλτούρα απολάμβανε σχετική αυτονομία.

Τέλος, θα θίξω ζητήματα που αφορούν τις χωρικές και έμφυλες διαστάσεις της αποκριάτικης κουλτούρας. Η αύξηση της σημασίας του κέντρου της πόλης για τις αποκριάτικες εκδηλώσεις, οι αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι γειτονιές της Αθήνας συνδέονταν και επικοινωνούσαν κατά τη διάρκεια του καρναβαλιού, η αύξηση της πρόσβασης των γυναικών στον δημόσιο χώρο, όλες αυτές ήταν εξελίξεις που σχετίζονταν, μεταξύ άλλων, με την ενίσχυση της αστικής τάξης μετά τα 1870 και με τις προσπάθειές της να δημιουργήσει ένα «πολιτισμένο περιβάλλον» στους κεντρικούς δρόμους.

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ

– Υπατία Βουρλούμη: «Performancescapes: Η Αθήνα της διαφυγής και οι τέχνες του εφικτού»

Η ερευνητική μου πρόταση με τον τίτλο «Performanscapes: Η Αθήνα της διαφυγής και οι τέχνες του εφικτού» αναλύει την ανάδυση, την επικράτηση αλλά και τον πολλαπλασιασμό των πειραματικών καλλιτεχνικών πρακτικών κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων στην Αθήνα. Πρόσφατα έχει υπάρξει μία αξιοσημείωτη αύξηση στην ποικιλομορφία των καλλιτεχνικών δρώμενων που αναδύονται από και ενάντια σε ένα πολιτικό σκηνικό καθοριζόμενο από μία συνεχιζόμενη οικονομική και κοινωνική κρίση —δρώμενα που, μεταξύ άλλων, σχετίζονται με το χορό, το πειραματικό θέατρο, τις queer ποιητικές αναγνώσεις και τις ομάδες αυτοσχεδιασμού των μεταναστών— και που έρχονται να καταλάβουν δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους ταυτόχρονα. Αυτές οι καλλιτεχνικές κινητοποιήσεις, που εμφανίζονται σε μια χώρα η οποία δεν αποτελεί συνήθως πόλο έλξης μιας σύγχρονης πολιτισμικής παραγωγής, λειτουργούν ως αντίποδας των ευρύτερων κοινωνικών κινημάτων των τελευταίων χρόνων. Η ερευνητική μου πρόταση επικεντρώνεται σε αυτές τις σημαντικές καλλιτεχνικές πρακτικές καθώς εκφράζονται μέσα από διάφορους χώρους όπως δρόμους και διαμερίσματα, και κατειλημμένους καλλιτεχνικούς χώρους. Το βασικό μου επιχείρημα είναι ότι αυτές οι εκδηλώσεις μπορεί να γίνουν κατανοητές ως τοπία επιτελεστικότητας τα οποία τα ονομάζω «performancescapes». Με τη χρήση αυτού του νεολογισμού θέλω να καταδείξω διαφορετικά ζητήματα ταυτόχρονα. Πρώτα απ’ όλα, τη δημιουργία αλλά και τη δυνατότητα φαντασίας διαφορετικών χρόνων και τοπίων που παράγονται μέσα από συλλογικοποιημένους χώρους, προσπάθειες και δράσεις, καθώς και τους τρόπους μέσα από τους οποίους διαδικασίες και εμπειρίες επισφάλειας αναπόφευκτα απελευθερώνουν νέες σωματικές θέσεις, σχέσεις, γλώσσες, ήχους, χειρονομίες και στάσεις. Αναλύοντας κριτικά, αλλά και θεωρητικοποιώντας διαφορετικές παραστάσεις, η έρευνά μου αφορά στους τρόπους με τους οποίους η διαμόρφωση υποκειμενικοτήτων ενσωματώνει κινήσεις και αντιστάσεις απαντώντας κατά κάποιο τρόπο στην έλλειψη υποδομών και οικονομικής στήριξης.

Πιο συγκεκριμένα, οι αναλυόμενες παραστάσεις μέσα από τις καλλιτεχνικές πρακτικές αποκαλύπτουν την καινοτομία, αλλά και την κριτική που αρχίζουν να αρθρώνουν περιθωριοποιημένες ομάδες —λόγω τάξης, φύλου, σεξουαλικότητας και φυλής— μέσα από τις καλλιτεχνικές τους πρακτικές. Επομένως, ο όρος performancescapes, που καταπιάνεται με όρους και υλικότητες βασικών συνόρων, υπερβάσεων, δυσαρμονίας και συγκρούσεων, αφορά μια συγκεκριμένη διαφυγή, μία απόδραση που προηγείται, ή εμφανίζεται ως απάντηση, διαδικασιών υποκειμενοποίησης. Επιπλέον, οι υπό μελέτη πειραματικές και αυτοσχεδιαστικές πρακτικές αποκαλύπτουν πώς τα τοπία επιτελεστικότητας, ή αλλιώς performancescapes, που παράγουν κατά τρόπο εφήμερο δε συνδέονται μόνο με ένα συγκεκριμένο αγώνα, ή μια απλουστευτική έξοδο-διαφυγή, αλλά αντιθέτως εκφράζουν μετασχηματιστικά ανοίγματα καταπιεστικών δομών και εντολών και, άρα, είναι επί της ουσίας δια-θεματικά και πολιτικά. Η ίδια η εγγραφή της λέξης performancescapes προσπαθεί να επιτελέσει μια λεκτική ρήξη-διαφυγή και υπονοεί ότι οι ριζικά διαφοροποιημένες καλλιτεχνικές πρακτικές είναι πάντα ένα ζήτημα που αφορά το θεωρητικό, το ποιητικό και το αισθητικό είναι.

ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ

– Αντώνης Βραδής, Γιώργος Ματτές: «Επιστήμη της Αστυνομίας σε ψηφιακά περιβάλλοντα»

Στις βιομηχανικές κοινωνίες, ο κλάδος της εγκληματολογίας καθορίζει ποιος υπολογίζεται ως παρεκκλίνων ενώ έχει αναπτύξει ταξινομικά συστήματα και άλλα εργαλεία για την αποτίμηση του βαθμού κοινωνικής ένταξης. Η παρέκκλιση στην πιο συμβατική της έννοια, είναι το αποτέλεσμα ενός πολύπλοκου δικαστικού/γραφειοκρατικού προτσές, και σε ένα τέτοιο πλαίσιο η αστυνόμευση συσχετίζεται με νόρμες κοινωνικής λειτουργικότητας και οικονομικής ευρυθμίας. Επομένως μια έρευνα που θέλει να μελετήσει την αστυνομία, τις επιλογές κοινωνικής παρέμβασης και συμμετοχής στο μητροπολιτικό πεδίο και στον τρόπο που τα διάφορα στατιστικά στοιχεία αποτιμούνται για την συνέχιση ή μη της άσκησης αντεγκληματικής πολιτικής θα έπρεπε ταυτόχρονα να εξετάζει τα ίδια τα μητροπολιτικά πεδία στα οποία η αστυνομία δρα. Επίσης θα πρέπει η ίδια έρευνα να μελετά προσεχτικά τις συγκεκριμένες μεθόδους των αστυνομικών επιχειρήσεων στην υλικότητά τους καθώς και το θεωρητικό /εννοιολογικό πλαίσιο το οποίο εξηγεί και μεθοδικά προετοιμάζει τις εφαρμογές του. Η επιστήμη της αστυνομίας ασχολείται με την πρακτική επίλυση προβλημάτων μέσω συστηματικών μεθοδολογιών και την επιστημονική θεμελίωση των μεθόδων αυτών. Παράλληλα, όμως, συνιστά επιτελεστικά ένα βασικό ρεπερτόριο δράσεων για την κατασκευή των προβλημάτων αυτών άρα και των αντίστοιχων προϋποθέσεων για την αυτοκατανόηση της ως εφαρμοσμένη επιστήμη και επιστημολογικό παράδειγμα.

Επίσης, ενώ παρατηρείται μια διάχυτη γοητεία με έννοιες όπως «επιστήμη του εγκλήματος» και η οποία αντιπροσωπεύεται από την ανάπτυξη τεχνικών τεκμηρίωσης ή/και πρόβλεψης του εγκλήματος μέσω της ιατροδικαστικής, της βιοτεχνολογία, της υπολογιστικής εξομοίωσης και της εικονικής πραγματικότητας και η οποία προωθείται ως ο νέος ριζοσπαστικός τρόπος να αντιληφτούμε το έγκλημα στις σύγχρονες κοινωνίες, η ίδια η έννοια της επιστήμης δεν μπαίνει κάτω από το φακό της κριτικής. Στην πραγματικότητα υπάρχει κάτι το λειψό ή σίγουρα όχι και τόσο ριζοσπαστικό. Αυτό που προτείνουμε είναι η ανάγκη μιας «εγκληματολογίας των υβριδίων» η οποία θα χαρτογραφεί τα τεχνο-επιστημονικά δίκτυα, τους δρώντες και τις διασυνδέσεις και θα δοκιμάζει τη διάλυση των διχοτομήσεων ανάμεσα στο ανθρώπινο και το τεχνικό κατά την κατανόηση του φαινομένου του εγκλήματος.

Σε αυτό το πλαίσιο επομένως είναι οι τεχνολογίες αστυνόμευσης, καταστολής και τεκμηρίωσης του εγκλήματος απλώς ένα ακόμα τεχνολογικό πακέτο μέσω των οποίων διεκπεραιώνεται η δουλεία της εφαρμογής του νόμου; Τι έχει να μας προσφέρει ο φακός των Θεωρίας Δικτύου Δρώντων κατά την θεωρητική και εμπειρική εξέταση αυτών των τεχνολογιών;

Στόχος της έρευνάς μας είναι η επέκταση και σε πεδία πρόβλεψης εγκλήματος σε ψηφιακά περιβάλλοντα βασισμένα στις σπουδές επιστήμης τεχνολογίας, στη γεωγραφία και την άσκηση δημόσιας πολιτικής. ‘Big data’, ‘data mining’, ‘crime analysis’, ‘geographic profiling’, ‘data visualization’, ‘crime mapping’, ‘predictive analytics’: η σημασία αυτών των τεχνικών βασίζεται στον τρόπο που ορίζουν την τεχνολογία. Αυτοπαρουσιάζονται ως ουδέτερες και απροβλημάτιστες. Με τον ίδιο τρόπο, όμως, μας ενδιαφέρει η ιστορία και η ιστοριογραφία της ελληνικής αστυνομίας (χωροφυλακή και αστυνομία πόλεων): η καθημερινή ζωή, η κουλτούρα και οι πρακτικές των αστυνομικών, η διάθρωση του θεσμού μέσα από το πρίσμα των Σπουδών Επιστήμης και Τεχνολογίας, τον εντοπισμό της σημασίας των υλικοτήτων, τη σύνδεση της τεχνολογίας και των δρώντων σε πράξη κλπ.

– Ζήσης Κοτιώνης, Ιωάννα Μπαρκούτα, Αντώνης Αντωνίου: «Πολιτικές στέγασης και πρακτικές κατοίκησης σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης στην πόλη του Βόλου (1922-2015)»

Βασική ιδέα της έρευνας είναι η «χωρικοποίηση» του θεωρητικού λόγου της «έκτακτης ανάγκης» με σημείο αναφοράς την πόλη του Βόλου. Η προσοχή εστιάζεται σε τρεις περιόδους κρίσης: την άφιξη των προσφύγων το 1922, τους βομβαρδισμούς του 1940-41 και τους σεισμούς της δεκαετίας του ’50, καταλήγοντας στη σύγχρονη οικονομική και κοινωνική συνθήκη (από το 2010 μέχρι τώρα). Αν με εργαλεία την έννοια της στέγασης και της κατοίκησης διατρέξουμε κάθετα το χρόνο -σε διάστημα ενός αιώνα- αλλά και οριζόντια το χώρο –στην πόλη του Βόλου– τότε οι τακτικές και οι στρατηγικές (στεγαστικής) διαβίωσης και επιβίωσης των κατοίκων της πόλης αναπεριγράφουν την ιστορία της. Από τη στεγαστική πραγματικότητα μέχρι την πρακτική της κατοίκησης οι κάτοικοι της πόλης παραμένουν έκθετοι στην επισφάλεια και την αποστέρηση, οργανώνονται, δημιουργούν, επαναχρησιμοποιούν και καταστρέφουν, αναδεικνύοντας την πολλότητα των αναγκών και των επιθυμιών.

Αν δούμε την πόλη του Βόλου ως ένα παλίμψηστο, όπου οι χρονικές περίοδοι συνυπάρχουν μέσω συνεχειών ή/και ασυνεχειών, ρήξεων και συμπληρώσεων μέσα στον αστικό χώρο, τα σημάδια της αναγκαιότητας για στέγαση επανέρχονται σταθερά και ενυπάρχουν στον ιστό της πόλης. Από το 1922, το 1940-41, τη δεκαετία του 1950 μέχρι και σήμερα, η χρησιμοποίηση ή αναχρησιμοποίηση του χώρου μέσα από το πρίσμα του επείγοντος αναδεικνύει όψεις της κατοικίας και της κατοίκησης σε «έκτακτες» ιστορικές συνθήκες. Βασικό ζητούμενο της πρότασης αποτελεί η «ιστορικοποίηση» των κρίσεων με άξονα την κατοικία και την κατοίκηση και, ταυτόχρονα, η «χωρικοποίηση» του ιστορικού χρόνου έτσι ώστε να έρθουν στην επιφάνεια «κρυφές» όψεις των πολιτικών της στέγασης και των εμπειριών της κατοίκησης. Η από κοινού εξέταση και συγκριτική διερεύνηση των επιπτώσεων της άφιξης και εγκατάστασης των προσφύγων του ’22, των βομβαρδισμών του 1940-41, των σεισμών του ’50 και της σύγχρονης οικονομικής κρίσης, είναι μία προσπάθεια για την ανίχνευση μιας «διαφορετικής» ταυτότητας κατοίκησης σχετιζόμενης με τις πολιτικές της στέγασης και τα βιώματα της κατοίκησης σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους, με απόληξη το σήμερα.

Σε αυτή τη βάση, προτείνεται μία συνθετική διεπιστημονική προσέγγιση, με αξιοποίηση εργαλείων από το χώρο της ιστορίας, της αρχιτεκτονικής και της γεωγραφίας. Η χρήση της προφορικής ιστορίας και η αξιοποίηση των προφορικών μαρτυριών θα επιτρέψει, μέσω της λεκτικής αναπεριγραφής, την εξέταση των εμπειριών στέγασης και κατοίκησης. Ταυτόχρονα, η διερεύνηση των όρων εξέλιξης της μνήμης των ίδιων των υποκειμένων θα βοηθήσει να δούμε πώς διαμορφώνονται οι αναπαραστάσεις του κοινωνικού νοήματος του χώρου, και ειδικά της κατοικίας. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούν να συσχετιστούν οι θεωρήσεις για την «κατάσταση εξαίρεσης» στο φόντο της σημερινής κρίσης, με το περιβάλλον ζωής και στέγασης των προσφύγων, τη «ρωγμή» του χώρου και της κατοικίας με τους βομβαρδισμούς του 1940 και την ανάληψη της ευθύνης για ανοικοδόμηση της πόλης από τον στρατό τη δεκαετία του 1950. Με άλλα λόγια, να εξεταστούν όψεις της κατοικίας και της κατοίκησης σε «έκτακτες» ιστορικές συνθήκες.

 

Θα θέλαμε να συγχαρούμε τους επιτυχόντες καθώς και να ευχαριστήσουμε θερμά όλους τους ερευνητές που μας τίμησαν με την αίτησή τους.

Σύντομα, στο site του Κέντρου θα αναρτηθεί ανακοίνωση για τη σύναψη διμερών συμφωνιών του ΚΕΑΕ με αντίστοιχα ερευνητικά ιδρύματα του εξωτερικού.

Επίσης στο site μας θα δημοσιευτεί μέσα στους επόμενους μήνες η δεύτερη Δημόσια Πρόσκληση για υποβολή ερευνητικών προτάσεων προς χρηματοδότηση για το έτος 2017 καθώς και πιθανές δραστηριότητες στις οποίες θα μπορούν να εμπλακούν ερευνητές.

Πηγή: Κέντρο Έρευνας για τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες