Skip to main content

Αντώνης Κλάψης: Η κυβέρνηση Κανελλόπουλου

Αντώνης Κλάψης

Η κυβέρνηση Κανελλόπουλου

Στις 20 Δεκεμβρίου 1966 ο αρχηγός της ΕΡΕ, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ανακοίνωσε την άρση της εμπιστοσύνης του κόμματός του προς την κυβέρνηση του Στέφανου Στεφανόπουλου, η οποία μοιραία οδηγήθηκε άμεσα σε παραίτηση. Η πρωτοβουλία του Κανελλόπουλου προέκυψε ως αποτέλεσμα της μυστικής συμφωνίας, στην οποία είχε καταλήξει λίγες ημέρες νωρίτερα, κατόπιν μεσολάβησης του βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄, με τον ηγέτη της Ενωσης Κέντρου Γεώργιο Παπανδρέου. Η συμφωνία προέβλεπε τον σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης, η οποία, αφού ψήφιζε εκλογικό νόμο βασιζόμενο στην απλή αναλογική, θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές το αργότερο μέχρι το τέλος Μαΐου του 1967. Επιπλέον, ο Γ. Παπανδρέου δεσμευόταν ότι εάν στις εκλογές η Ενωση Κέντρου δεν κατόρθωνε να συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών, δεν θα δεχόταν να στηριχθεί από την ΕΔΑ προκειμένου να σχηματίσει κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση Κανελλόπουλου. Αποτέλεσε την ύστατη προσπάθεια να αποτραπεί η διατάραξη της δημοκρατικής ομαλότητας, αλλά ανατράπηκε από τους συνταγματάρχες το μοιραίο πρωί της 21ης Απριλίου 1967
Η κυβέρνηση Κανελλόπουλου. Αποτέλεσε την ύστατη προσπάθεια να αποτραπεί η διατάραξη της δημοκρατικής ομαλότητας, αλλά ανατράπηκε από τους συνταγματάρχες το μοιραίο πρωί της 21ης Απριλίου 1967

Η κατάρρευση της συμφωνίας ΕΡΕ – Ε.Κ.

Στις 22 Δεκεμβρίου 1966 ορκίστηκε υπηρεσιακή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Ιωάννη Παρασκευόπουλο, η οποία στηρίχθηκε τόσο από την ΕΡΕ όσο και από την Ενωση Κέντρου. Η εξέλιξη αυτή έμοιαζε να ανοίγει τον δρόμο για την ομαλοποίηση της πολιτικής κατάστασης, η οποία από τον Ιούλιο του 1965 και μετά είχε σοβαρά επιδεινωθεί. Ωστόσο, οι ελπίδες θα αποδεικνύονταν τελικά φρούδες, διότι η σύμπραξη ΕΡΕ και Ενωσης Κέντρου δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ. Στα τέλη Μαρτίου του 1967, με αφορμή διαφωνία επί τροπολογίας για την ασυλία των βουλευτών, η συνεργασία των δύο κομμάτων διακόπηκε και η κυβέρνηση Παρασκευόπουλου δεν στάθηκε δυνατόν να ολοκληρώσει την αποστολή της και να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές.

Η πτώση της κυβέρνησης Παρασκευόπουλου εγκαινίασε έναν νέο κύκλο διεργασιών, οι οποίες κατέληξαν στις 3 Απριλίου 1967 στον σχηματισμό κυβέρνησης μειοψηφίας της ΕΡΕ, με πρωθυπουργό τον Κανελλόπουλο. Ο Κανελλόπουλος είχε ήδη από την επαύριον της συμφωνίας του με τον Γεώργιο Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1966 υπαινιχθεί με σαφήνεια το ενδεχόμενο να αναλάμβανε, εφόσον οι συνθήκες το απαιτούσαν, ο ίδιος την πρωθυπουργία. Ο αρχηγός της ΕΡΕ είχε τότε κάνει νύξη για την ύπαρξη «δεύτερης φάσης», υπονοώντας ακριβώς τον σχηματισμό κυβέρνησης του κόμματός του πριν από τη διεξαγωγή των εκλογών. Οπως εξηγούσε, τις σκέψεις του περί ενδεχόμενης «δεύτερης φάσης» είχαν υπαγορεύσει δύο παράγοντες: Πρώτον, η πιθανότητα αποτυχίας της κυβέρνησης Παρασκευόπουλου λόγω ασυμφωνίας στην πορεία ανάμεσα στην ΕΡΕ και στην Ενωση Κέντρου. Και δεύτερον (και σημαντικότερο), η αποτροπή ενδεχομένου συνταγματικής εκτροπής, η οποία –κατά τη γνώμη του Κανελλόπουλου– θα καθίστατο για πολλούς λόγους δυσχερέστερη εφόσον ο ίδιος βρισκόταν στην πρωθυπουργία.

Οι φόβοι και οι στόχοι του αρχηγού της ΕΡΕ

Ο αρχηγός της ΕΡΕ διαισθανόταν τους κινδύνους που ελλόχευαν για τη δημοκρατία. Τους φόβους του τους ανέλυε σε επιστολή που απηύθυνε στα μέσα Μαρτίου του 1967 (δηλαδή περίπου είκοσι ημέρες πριν αναλάβει την πρωθυπουργία) προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Στην επιστολή αυτή αναφερόταν εξίσου σε κύκλους που δεν επιθυμούσαν τις εκλογές και επιδίωκαν να ωθήσουν τον βασιλιά σε αντισυνταγματικές λύσεις, όσο και άλλους που επιχειρούσαν να δημιουργήσουν το κατάλληλο κλίμα στην κοινή γνώμη ώστε να αποδεχθεί ευκολότερα μία ενδεχόμενη συνταγματική εκτροπή. Ο Κανελλόπουλος, εξάλλου, είχε ήδη από τον Ιούλιο του 1966, κατά τη διάρκεια συνομιλίας του με τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα Phillips Talbot, επισημάνει την ύπαρξη προσώπων στο περιβάλλον του βασιλιά Κωνσταντίνου (μεταξύ αυτών και στελέχη της ΕΡΕ), τα οποία τον ενθάρρυναν να προχωρήσει σε κάποια «εξωκοινοβουλευτική λύση». Ο αρχηγός της ΕΡΕ εκτιμούσε ότι μια τέτοια απόπειρα όχι μόνο ήταν επικίνδυνη, αλλά ότι σε τελική ανάλυση θα είχε ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα από εκείνα που επιδίωκαν οι εμπνευστές της, καθώς θα συνέτεινε στην ενίσχυση (και όχι στην αποδυνάμωση) της θέσης της Αριστεράς στην Ελλάδα.

Ο Κανελλόπουλος πίστευε ότι από τη θέση του πρωθυπουργού θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ομαλή πορεία της χώρας προς εκλογές, αφενός λειτουργώντας ως ο εγγυητής της ομαλότητας και αφετέρου πείθοντας τον βασιλιά Κωνσταντίνο να μην πέσει στην παγίδα της εκτροπής. Αυτός ήταν ασφαλώς ο κυριότερος στόχος του Κανελλόπουλου όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, γεγονός που ο ίδιος κατέστησε απολύτως σαφές στο διάγγελμα που απηύθυνε αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του: « […] η κυβέρνησις», διακήρυττε, «θα εκπληρώση την αποστολήν της, η οποία θα είναι μονοσήμαντος: Θα οδηγήσωμεν την χώραν εις την ομαλότηταν».

Ο Κανελλόπουλος προφανώς ήλπιζε ότι, αναλαμβάνοντας στις αρχές Απριλίου του 1967 την πρωθυπουργία, θα είχε την ευκαιρία να υλοποιήσει την ατελέσφορη πρωτοβουλία που είχε αναλάβει στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1965 (πριν από την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Στεφανόπουλο), όταν είχε προτείνει τον σχηματισμό δικής του κυβέρνησης με αποκλειστική αποστολή τη διεξαγωγή αδιάβλητων εκλογών. Υπήρχε όμως μια καθοριστική διαφορά: το σχέδιο του 1965 βασιζόταν στη συναίνεση της Ενωσης Κέντρου για τον σχηματισμό κυβέρνησης της ΕΡΕ που θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές. Αντίθετα, τον Απρίλιο του 1967 ούτε είχε εξασφαλιστεί αυτή η συναίνεση (όπως και κανενός από τα υπόλοιπα κόμματα), ούτε είχε καν τεθεί ως προϋπόθεση από τον Κανελλόπουλο για την πραγματοποίηση του σχεδίου του. Με αυτά τα δεδομένα, η αδυναμία της κυβέρνησης Κανελλόπουλου να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή ήταν η μοιραία κατάληξη. Εν όψει αυτής της αδυναμίας, η νέα κυβέρνηση δεν εμφανίστηκε καν ενώπιον της εθνικής αντιπροσωπείας και προκήρυξε εκλογές για τις 28 Μαΐου 1967.

Το ζήτημα του νέου εκλογικού νόμου

Με τον τρόπο που υλοποιήθηκε η «δεύτερη φάση» δεν πληρούσε μία βασική προϋπόθεση, η οποία, εάν τα πράγματα είχαν κυλήσει ομαλά, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τα σχέδια του Κανελλόπουλου. Ενα από τα σημεία της συμφωνίας του αρχηγού της ΕΡΕ με τον Γ. Παπανδρέου τον Δεκέμβριο του 1966 ήταν η ψήφιση νέου εκλογικού νόμου, έτσι ώστε οι επερχόμενες εκλογές να διεξάγονταν με το σύστημα της απλής αναλογικής. Ο Κανελλόπουλος είχε ήδη από τις αρχές του 1965 προσανατολιστεί προς αυτό το σύστημα προκειμένου να διευκολύνει την αυτόνομη εκλογική παρουσία πολιτικών προσωπικοτήτων που θα επέλεγαν να αποσκιρτήσουν από την Ενωση Κέντρου. Λίγους μήνες αργότερα, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση Στεφανόπουλου, ο Κανελλόπουλος είχε και δημόσια εκδηλώσει την πρόθεσή του να δεχθεί την απλή αναλογική. Οπως εξηγούσε τον Μάρτιο του 1966 στους βουλευτές του κόμματός του, η απλή αναλογική θα ενίσχυε τις γραμμές των «αποστατών», οι οποίοι στο μεταξύ είχαν συμπήξει δικό τους κομματικό οργανισμό, το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κέντρο, διότι με αυτήν οι ελπίδες εκλογικής τους επιτυχίας θα ήταν αυξημένες, ενώ ταυτόχρονα θα μειώνονταν και οι πιθανότητες έμμεσης υποστήριξης της Ενωσης Κέντρου από την ΕΔΑ (όπως είχε συμβεί στις εκλογές του 1964). Με αυτόν τον τρόπο, η Ενωση Κέντρου θα έχανε κάποιο –έστω και μικρό– μέρος των δυνάμεών της, το οποίο ήταν πολύ πιθανό να της στερούσε την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία.

Ωστόσο, η κατάρρευση της κυβέρνησης Παρασκευόπουλου και η απροθυμία όλων των υπόλοιπων κοινοβουλευτικών κομμάτων τον Απρίλιο του 1967 να στηρίξουν μια κυβέρνηση της ΕΡΕ με πρωθυπουργό τον Κανελλόπουλο δεν επέτρεψε την ψήφιση του νέου εκλογικού νόμου. Κατά συνέπεια, οι εκλογές του Μαΐου θα διεξάγονταν με σύστημα ενισχυμένης αναλογικής. Η αποτυχία αυτή, πάντως, κάθε άλλο παρά κλόνισε την αποφασιστικότητα του αρχηγού της ΕΡΕ να αποτρέψει κάθε ενδεχόμενο διατάραξης της δημοκρατικής ομαλότητας και να οδηγήσει, όπως διακήρυττε, τη χώρα σε εκλογές «με τους νόμους της Δημοκρατίας εν πλήρει και αυστηρά λειτουργία». Την εκπλήρωση αυτής της αποστολής, εξάλλου, ο ίδιος είχε προκαταβολικά φροντίσει να αποσυσχετίσει από την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης της Βουλής. Η επικράτηση του στρατιωτικού πραξικοπήματος που πραγματοποιήθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 21ης Απριλίου 1967 δεν επέτρεψε στον Κανελλόπουλο να επιχειρήσει, έστω και με όρους δυσμενέστερους απ’ ό,τι θα το είχε πράξει το φθινόπωρο του 1965, την υπέρβαση της πολιτικής κρίσης μέσω της ομαλής διεξαγωγής των εκλογών. Η πρόθεσή του δεν στάθηκε ικανή να αποτρέψει την εκδήλωση της συνωμοσίας, η οποία στο μεταξύ εξυφαινόταν στα παρασκήνια από επίορκους αξιωματικούς. Η τραγική κατάληξη της Ιστορίας επιβεβαίωσε με τον πλέον επώδυνο τρόπο τις δηλώσεις που περίπου ενάμιση χρόνο νωρίτερα είχε κάνει ο Κανελλόπουλος: «Η αναποφασιστικότης των κομμάτων, η υπερβολική προσήλωσις εις τους κομματικούς εγωισμούς, τα προσωπικά ή κομματικά πείσματα, η αδικαιολόγητος υποτίμησις του υψηλόφρονος Ελληνικού Λαού, ως δήθεν ανικάνου να κατανοήση ανιδιοτελείς αποφάσεις, τας οποίας ακριβώς αι ηγεσίαι δεν είχον πάντοτε την ικανότητα να λαμβάνουν, όλα αυτά εστοίχισαν συχνότατα πολύ ακριβά εις την χώραν, ιδία εις τον κοινοβουλευτισμόν. Τα ελαττώματα αυτά είχον, κατά το έτος 1936, ως αποτέλεσμα την κατάλυσιν του ελευθέρου πολιτεύματος».

 

Ο Αντώνης Κλάψης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.
Ο Αντώνης Κλάψης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ