Skip to main content

Αντώνης Κλάψης: Η «Συμφωνία» Τούμπα-Τσαγλαγιανγκίλ

Αντώνης Κλάψης

Η «Συμφωνία» Τούμπα-Τσαγλαγιανγκίλ

Το φθινόπωρο του 1965 υπήρξε περίοδος σημαντικών πολιτικών εξελίξεων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία. Τον Σεπτέμβριο σχηματίστηκε και έλαβε –έστω οριακή– ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή η κυβέρνηση του Στέφανου Στεφανόπουλου, κλείνοντας έτσι τον κύκλο των αποτυχημένων προσπαθειών, οι οποίες είχαν αναληφθεί μετά την ιουλιανή κρίση διαδοχικά από τους Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα και Ηλία Τσιριμώκο. Τον Οκτώβριο το Κόμμα Δικαιοσύνης θριάμβευσε στις τουρκικές εκλογές, λαμβάνοντας σχεδόν το 53% των ψήφων και εξασφαλίζοντας συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, με αποτέλεσμα την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον ηγέτη του, Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Αυτές οι εσωτερικές ανακατατάξεις στις δύο γειτονικές χώρες θα γίνονταν η αφορμή για την έναρξη συνομιλιών, με αντικείμενο την προσπάθεια κατάληξης σε συμφωνία για τη διευθέτηση του Κυπριακού, η ανάφλεξη του οποίου είχε απειλήσει να οδηγήσει ακόμα και σε ελληνοτουρκικό πόλεμο το 1964.

Οι βασικοί στόχοι και οι στρατηγικές των δύο πλευρών

Ως προς τη διαχείριση του Κυπριακού, πρωταρχικός στόχος της κυβέρνησης Στεφανόπουλου ήταν η κατάληξη σε έναν συμβιβασμό με την Αγκυρα, ο οποίος θα επέτρεπε την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, με ταυτόχρονη παροχή ανταλλαγμάτων προς την Τουρκία (όπως μία στρατιωτική βάση στη νήσο). Θα επρόκειτο, δηλαδή, για μία παραλλαγή των σχεδίων Ατσεσον, τα οποία είχαν υποβληθεί και απορριφθεί το καλοκαίρι του 1964.

Η λύση του Κυπριακού αναμενόταν ότι θα οδηγούσε σε άμεση βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων: προς αυτή την κατεύθυνση πίεζαν ήδη οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, ώστε να απομακρυνόταν το ενδεχόμενο ένοπλης σύρραξης ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Εξάλλου, η αναθέρμανση των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα επέτρεπε την αποτελεσματικότερη προστασία της ελληνικής μειονότητας της Τουρκίας (στην Κωνσταντινούπολη, στην Ιμβρο και στην Τένεδο), η οποία είχε δεινοπαθήσει λόγω της περιπλοκής του Κυπριακού.

Ευνοϊκή συγκυρία

Η συγκυρία έμοιαζε να είναι ευνοϊκή για την ελληνική πλευρά. Στην Κύπρο, οι Ελληνες βρίσκονταν σε πλεονεκτική θέση: οι Τουρκοκύπριοι είχαν από τις αρχές του 1964 απομονωθεί σε θυλάκους διάσπαρτους στο κυπριακό έδαφος, ενώ η κρατική εξουσία είχε μείνει αποκλειστικά στα χέρια των Ελληνοκυπρίων. Τον Μάρτιο του 1964 το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ είχε αναγνωρίσει ως μόνη νόμιμη κυπριακή κυβέρνηση εκείνη του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (Ψήφισμα 186/1964). Τον Δεκέμβριο του 1965, η Γενική Συνέλευση επιβεβαίωσε την προσήλωσή της στον σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, καταφέροντας έτσι πλήγμα στις τουρκικές βλέψεις για διχοτόμηση του νησιού και προσφέροντας ένα επιπλέον διαπραγματευτικό πλεονέκτημα στην Αθήνα. Με αυτά τα δεδομένα, υπόψη, τον Φεβρουάριο του 1966 ο Μακάριος συναίνεσε στην έναρξη ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων, υπό τον όρο ότι θα κατέτειναν σε ενωτική λύση.

Η Αγκυρα

Τις διμερείς διαπραγματεύσεις επιθυμούσε, για διαφορετικούς λόγους, και η Αγκυρα. Οι Τούρκοι ιθύνοντες προτιμούσαν σταθερά την απευθείας συνεννόηση με την Ελλάδα, καθώς εκτιμούσαν ότι με αυτή τη μέθοδο θα μπορούσαν να αποκομίσουν περισσότερα κέρδη, ασκώντας πίεση στην Αθήνα. Αντίθετα, στο επίπεδο της πολυμερούς διπλωματίας, η τουρκική θέση εξασθένιζε μπροστά στην επίκληση των αρχών του διεθνούς δικαίου: οι συζητήσεις στο πλαίσιο του ΟΗΕ και η συστηματική υποστήριξη που παρείχαν –μέσω της ψήφου τους– προς την κυπριακή κυβέρνηση τα κράτη των Αδεσμεύτων, αποτελούσαν τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα. Βέβαια, οι αποφάσεις του ΟΗΕ δεν ήταν από μόνες τους ικανές να επιλύσουν το Κυπριακό προς όφελος των ελληνικών συμφερόντων. Ομως, σε κάθε περίπτωση δυσχέραιναν την τουρκική τακτική, η οποία συνοψιζόταν στην επιδίωξη κατάλυσης της κυπριακής ανεξαρτησίας και της απόκτησης μέσων στρατηγικού ελέγχου ολόκληρου του νησιού.

Παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις

Ο κύκλος των μυστικών ελληνοτουρκικών επαφών άνοιξε τον Μάρτιο του 1966 στις Βρυξέλλες, όπου συναντήθηκαν ο Ελληνας υπουργός Συντονισμού (και ισχυρός παράγοντας της κυβέρνησης Στεφανόπουλου) Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Ιχσάν Σαμπρί Τσαγλαγιανγκίλ. Η συζήτηση είχε διερευνητικό χαρακτήρα και αποσκοπούσε στο να τεθούν οι βάσεις των περαιτέρω συνομιλιών. Ο Μητσοτάκης υποστήριξε ότι στόχος των διαπραγματεύσεων δεν μπορούσε να είναι άλλος από τη λύση της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Ταυτόχρονα, τόνισε την ανάγκη τερματισμού των απελάσεων Ελλήνων υπηκόων από την Κωνσταντινούπολη. Οι προτεραιότητες του Τσαγλαγιανγκίλ ήταν εντελώς διαφορετικές. Εκείνο που πρωτίστως τον απασχολούσε ήταν η αποχώρηση των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν αποσταλεί το 1964 από την κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου στην Κύπρο προκειμένου να αποτρέψουν μία ενδεχόμενη τουρκική εισβολή: ήταν σαφές ότι η Αγκυρα ήθελε να θέσει την Κύπρο υπό καθεστώς στρατηγικής ομηρίας. Προσπαθώντας να αποφύγει την επί της ουσίας συζήτηση του θέματος, ο Μητσοτάκης απάντησε ότι αυτές οι δυνάμεις αποτελούσαν στην πραγματικότητα μέσο ελέγχου της Αθήνας επί του Μακαρίου και ότι σε περίπτωση απόσυρσής τους, οι πιέσεις των Ελληνοκυπρίων εις βάρος των Τουρκοκυπρίων πιθανότατα θα εντείνονταν. Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση στις Βρυξέλλες: αυτή τη φορά ανάμεσα στον Τσαγλαγιανγκίλ και στον Ελληνα ομόλογό του Ιωάννη Τούμπα. Αντικείμενο της συζήτησης ήταν ο προσδιορισμός της διαδικασίας που θα ακολουθείτο για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων. Οι δύο υπουργοί συμφώνησαν να ορίσουν διπλωματικούς εκπροσώπους, οι οποίοι θα αναλάμβαναν να προλειάνουν το έδαφος για την κατάληξη σε μία συμφωνία. Οι συνομιλίες σε πρεσβευτικό επίπεδο ξεκίνησαν άμεσα και συνεχίστηκαν για περίπου έξι μήνες. Κατά τη διάρκειά τους, η ελληνική κυβέρνηση εμφανίστηκε θετική στην εγκαθίδρυση ενός είδους ομοσπονδιακής ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Σε αυτή την περίπτωση, θα υπήρχε πρόβλεψη για τη λειτουργία μιας τοπικής κυπριακής Βουλής, στην οποία θα εκπροσωπούνταν τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι. Επιπλέον, σε αντάλλαγμα για τη συγκατάνευση της Αγκυρας στην ενωτική λύση, η Αθήνα πρότεινε την παραχώρηση στην Τουρκία της βρετανικής βάσης της Δεκέλειας υπό καθεστώς πλήρους τουρκικής κυριαρχίας. Από την πλευρά τους, οι Τούρκοι επέμεναν στην αποστρατιωτικοποίηση της Κύπρου σε περίπτωση ένωσης με την Ελλάδα. Ομως, η Αθήνα απέρριπτε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, καθώς η ύπαρξη τουρκικής βάσης στο νησί θα σήμαινε ότι η Τουρκία θα είχε ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα άμεσης στρατιωτικής επέμβασης, χωρίς η Ελλάδα να μπορεί να αντιδράσει σε τοπικό επίπεδο.

Συνυπογραφή του Πρακτικού των Παρισίων

Στις 17 Δεκεμβρίου 1966 ο Τούμπας και ο Τσαγλαγιανγκίλ συναντήθηκαν στο Παρίσι. Το ίδιο βράδυ συνυπέγραψαν ένα Πρακτικό «επί των στοιχείων μιας ενδεχόμενης λύσης» του Κυπριακού. Στην πραγματικότητα, τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία δήλωναν ότι διατηρούσαν στο ακέραιο τις θεμελιώδεις θέσεις τους. Η Αθήνα επιζητούσε την ένωση, ενώ η Αγκυρα επέμενε είτε στη διατήρηση του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, είτε στην καθιέρωση καθεστώτος συγκυριαρχίας στο νησί. Ωστόσο, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα περαιτέρω διαπραγματεύσεων, οι δύο υπουργοί Εξωτερικών κατέγραψαν στο Πρακτικό τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν η Αθήνα και η Αγκυρα σε περίπτωση που επερχόταν μεταξύ τους συμφωνία. Ο Τούμπας προσδιόρισε και πάλι ως μείζον αντάλλαγμα για την ένωση την παραχώρηση της βάσης της Δεκέλειας κατά πλήρη κυριαρχία στην Τουρκία. Παράλληλα, θα ήταν δυνατόν να καθιερωθεί ένα ειδικό καθεστώς τοπικής αυτοδιοίκησης σε περιοχές στις οποίες κατοικούσε σημαντικός αριθμός Τουρκοκυπρίων.

Το Πρακτικό δεν αποτύπωνε την επίτευξη ελληνοτουρκικής συμφωνίας για το Κυπριακό, πολύ απλά διότι οι εκατέρωθεν απόψεις παρέμεναν διιστάμενες. Το κείμενο δεν ήταν δεσμευτικό για τις δύο πλευρές.   Ακόμα χειρότερα, δεν είχαν δημιουργηθεί ούτε καν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα επέτρεπαν έστω τη μελλοντική συμφωνία. Εμφορούμενη από υπερβολική αισιοδοξία, η Αθήνα είχε λανθασμένα εκτιμήσει ότι η Αγκυρα θα μπορούσε να δεχτεί έναν συμβιβασμό, σαν εκείνο που πρότεινε ο Τούμπας: ωστόσο, από πουθενά δεν προέκυπτε ότι οι Τούρκοι θα συναινούσαν χωρίς να λάβουν πολύ μεγαλύτερα ανταλλάγματα. Επιπλέον, η λύση που προωθούσε ο Τούμπας ήταν θεμελιωμένη στο σαθρό έδαφος της προσφοράς της βάσης της Δεκέλειας στην Τουρκία: όμως, η βάση ανήκε στη Μεγάλη Βρετανία, η οποία ποτέ δεν είχε δεσμευτεί ότι θα την εγκατέλειπε· επομένως όλη η συζήτηση ήταν «στον αέρα».

Τέλος, δεν είχε εξασφαλισθεί η σύμφωνη γνώμη του Μακάριου, ο οποίος σταθερά κατήγγειλε το ενδεχόμενο εκχώρησης στρατιωτικής βάσης –και μάλιστα κατά κυριαρχία– στην Τουρκία ως συγκαλυμμένη διχοτόμηση: το μέγιστο που θα μπορούσε να δεχθεί ήταν η δημιουργία βάσης του ΝΑΤΟ στην Κύπρο, η οποία θα επανδρωνόταν από Τούρκους· αλλά τέτοια πιθανότητα δεν εξεταζόταν από την Αγκυρα.

Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα έμελλε να δώσουν τη χαριστική βολή στο Πρακτικό. Τρεις ημέρες μετά τη σύναψή του, η κυβέρνηση Στεφανόπουλου απώλεσε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και λίγο αργότερα αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Το Πρακτικό παρέμεινε γράμμα νεκρό, καθώς οι διάδοχες κυβερνήσεις του Ιωάννη Παρασκευόπουλου (Δεκέμβριος 1966 – Απρίλιος 1967) και του Παναγιώτη Κανελλόπουλου (Απρίλιος 1967) δεν έδωσαν συνέχεια στις διαπραγματεύσεις. Ετσι, οι συνομιλίες ανάμεσα στον Τούμπα και στον Τσαγλαγιανγκίλ θα αποτελούσαν την τελευταία προσπάθεια ειρηνικής επίλυσης του Κυπριακού πριν η επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών το θέσει στην πορεία προς την άβυσσο.

αρχείο λήψης
Ο κ. Αντώνης Κλάψης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου.

 

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ