Skip to main content

Απεβίωσε πριν από λίγες ημέρες (22 Φεβρουαρίου 2016), ο πρύτανης της κυπριακής ιστοριογραφίας, Θεόδωρος Παπαδόπουλλος

Απεβίωσε πριν από λίγες ημέρες (22 Φεβρουαρίου 2016), ο πρύτανης της κυπριακής ιστοριογραφίας, Θεόδωρος Παπαδόπουλλος. Γεννημένος το 1921 στη Λευκωσία, ήταν γιος του εκπαιδευτικού Χαράλαμπου Παπαδόπουλου, από τα Μέσανα, δάσκαλου και διευθυντή της Αστικής Σχολής Αγίου Σάββα και, κατόπιν, του Ελενείου, συγγραφέα δεκάδων σχολικών εγχειριδίων και με σπουδαίο παιδαγωγικό έργο, και της Φωτεινής Αχ. Αργυρίδου, από τη Βάσα Κοιλανίου. Κληρονόμησε από τον πατέρα του την αγάπη για τα ελληνικά γράμματα και τη μελέτη, και από τη μητέρα του τους δεσμούς με τη Βάσα, την οποία θεωρούσε φυσική του γενέτειρα. Στην παρούσα στήλη δεν είναι δυνατόν να επιχειρηθεί μια αποτίμηση της τεράστιας συμβολής του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου στην κυπριακή ιστοριογραφία. Οι τακτικοί μας αναγνώστες θα θυμούνται, ίσως, τα τρία άρθρα που του αφιερώσαμε στο παρελθόν, στον «Φιλελεύθερο», είτε με αφορμή νέα βιβλία του, είτε για τιμές που του απονεμήθηκαν από Πανεπιστήμια, πνευματικά ιδρύματα και Ακαδημίες. Με το θεμελιώδες του έργο κατέστη, ουσιαστικά, ο εθνικός ιστορικός για τον Κυπριακό Ελληνισμό και ο πνευματικός πατέρας των Ελλήνων Κυπρίων ιστορικών. Αφήνει ένα ασύλληπτα ογκώδες έργο, με διεθνή απήχηση, τόσο σε τίτλους όσο και σε ευρύτητα θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκε. Εργάστηκε συστηματικά και ακούραστα για να πραγματοποιήσει το όραμά του, την έκδοση βασικών πηγών της νεότερης ιστορίας της Κύπρου, με τη σειρά «Κυπριολογική βιβλιοθήκη», και την επιμέλεια και ολοκλήρωση, σχεδόν, της μνημειώδους πολύτομης «Ιστορίας της Κύπρου», από το Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ΄. Πάνω από όλα, δίδαξε μέθοδο, εργατικότητα, συνέπεια, ήθος.

Ο Θεόδωρος Παπαδόπουλλος συντηρούσε με τη ζωή του την αυθεντική παράδοση της Κύπρου, όπως την γνώρισε στην παλιά αστική Λευκωσία και στην αγροτική Βάσα, έχοντας αποκομίσει, παράλληλα, πλούσιες εμπειρίες ως μετανάστης στην Αφρική και στην Ευρώπη. Με την έμφυτη λιτότητα και ολιγάρκειά του, ξεχώριζε μέσα στις υπερβολές της σύγχρονης κερδοθηρίας και επιδειξιομανίας. Φανατικός βιβλιομανής, είχε φροντίσει, εδώ και χρόνια, με την ανιδιοτέλεια που τον διέκρινε, να τακτοποιήσει το μέλλον της πλουσιότατης βιβλιοθήκης του. Προικισμένος με την «αγία απλότητα» των παλιών Κυπρίων, είχε πάντα ανοικτό το γραφείο του, τις τελευταίες δεκαετίες, στο Ίδρυμα Μακαρίου, στην Αρχιεπισκοπή, σε όλους, και στους νέους ερευνητές, τους οποίους  ήξερε πώς να εμπνεύσει και να καθοδηγήσει, και στους καταξιωμένους ομότεχνούς του από το εξωτερικό, αλλά και στον κάθε ταπεινό αρχάριο ερευνητή από το πιο ασήμαντο κυπριακό χωριό, που κτυπούσε την πόρτα του για συμβουλές. Επέμενε να ζει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αρνούνταν πεισματικά να δώσει έστω και μια συνέντευξη, ανοίγοντας δρόμους για τους νεότερους, μέσα από το πλούσιο συγγραφικό του έργο. Ένας αληθινός πνευματικός άνθρωπος, από αυτούς που σπανίως συναντούμε πια στην Κύπρο, παρά τους τόσο πολλούς «τιτλούχους», «ακαδημαϊκούς», «ιστορικούς» και άλλους ευκαιριακούς κενόδοξους θορυβούντες.

Στην κηδεία του παρευρέθηκαν λίγοι και εκλεκτοί. Η σεμνότητά του θα το χάρηκε διπλά. Τόσο για αυτούς που ήταν παρόντες, όσο και για αυτούς που απουσίασαν, ανίκανοι να αντιληφθούν ποιον άνθρωπο αποχαιρετήσαμε την περασμένη Τετάρτη. Το συγγραφικό του έργο θα παραμένει ανεκτίμητη παρακαταθήκη και κιβωτός, πολύτιμη προσφορά στην πατρίδα του και αξεπέραστο μέτρο σύγκρισης για τους νεότερους ιστορικούς.

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος» στις 27 Φεβρουαρίου 2016

Πηγή:Papapolyviou.com