Skip to main content

Βιασμοί σ’ ένα χωριό μετά τον πόλεμο

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει. Όμως με την είσοδο των Γάλλων σ’ ένα χωριό της Βάδης αρχίζουν νέα δεινά για τους κατοίκους. Ο δημοσιογράφος Γιόχεν Μέτσγκερ διηγείται μια πραγματική ιστορία.

Επί δεκαετίες ολόκληρες το θέμα ήταν ταμπού: μαζικοί βιασμοί Γερμανίδων μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν έγιναν μόνο από Ρώσους, αλλά και από στρατιώτες των δυτικών νικητριών δυνάμεων. Η ιστορικός Μίριαμ Γκέμπχαρντ αποκάλυψε ευρύτερα αυτά τα εγκλήματα το 2015 στο συγκλονιστικό βιβλίο της «Όταν ήρθαν οι στρατιώτες» με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια ολόκληρη δημόσια συζήτηση για το ζήτημα αυτό 70 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Όλα όσα ερεύνησε επιστημονικά η Μίριαμ Γκέμπχαρντ, τα περιγράφει τώρα λογοτεχνικά ο δημοσιογράφος Γιόχεν Μέτσγκερ στο μυθιστόρημά του «Κι όμως είναι πατρίδα».

Αναπλάθει πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν σε ένα χωριό της βόρειας Βάδης κατά τη διάρκεια της γαλλικής στρατιωτικής κατοχής και τα μετατρέπει σε μια συγκινητική ιστορία. Το γοητευτικό είναι το πώς ο συγγραφέας καταφέρνει να διαποτίσει τον μικρόκοσμο του χωριού με την αύρα της ιστορίας. Ο αναγνώστης μαθαίνει ελάχιστα, όπως ακριβώς και οι κάτοικοι του χωριού, για το τί ακριβώς συμβαίνει έξω στον μεγάλο κόσμο. Οι στρατιωτικές ήττες, οι πολιτικές αποφάσεις που κρίνουν τη μοίρα των ανθρώπων, όλα αυτά παραμένουν εκτός πλοκής. Μια μέρα απλά οι Γερμανοί στρατιώτες αποχωρούν και έρχονται οι γαλλικές δυνάμεις κατοχής. Έτσι τελειώνει ο πόλεμος.

Η συνέχεια του πολέμου με άλλα μέσα

Η Μ.Γκέμπχαρντ ερεύνησε τους βιασμούς Γερμανίδων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο βιβλίο: Όταν ήρθαν οι στρατιώτες(2015)

Η Μ.Γκέμπχαρντ ερεύνησε τους βιασμούς Γερμανίδων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο βιβλίο: «Όταν ήρθαν οι στρατιώτες»(2015)

Αλλά το μεγάλο κακό μόλις τώρα αρχίζει. Μέχρι τότε η ζωή στο χωριό ρυθμιζόταν από αρχαϊκούς κανόνες, τους νόμους της φύσης, τη διαδοχή των εποχών, παλιές παραδόσεις και έθιμα. Η εκκλησία διατηρεί ακόμα τη δύναμή της. Οι χωριανοί νιώθουν για τον Θεό ευλάβεια και φόβο. Έτσι και η νεαρή Μαρία που τη βρίσκει το κακό, όπως και άλλες γυναίκες του χωριού: βιάζεται από Μαροκινούς στρατιώτες. Η Μαρία μένει έγκυος. Και σαν θεοφοβούμενη γυναίκα πιστεύει ότι τρέφει μέσα της τον καρπό του διαβόλου.

Παρά τους ενδοιασμούς της καταφεύγει σε μια κομπογιαννίτισσα. Κάνει έκτρωση και επιβιώνει. Για τις εσωτερικές δηώσεις δεν μιλά κανείς. Κανένας στρατιώτης δεν λογοδοτεί. Ισχύει το δίκαιο της πυγμής. Όταν οι στρατιώτες αποσύρονται, όλα δείχνουν ότι το χωριό έχει ξεπεράσει τα χειρότερα. Οι άνθρωποι αναπνέουν. Το ίδιο και ο Χανς, που μόλις έχει επιστρέψει από το μέτωπο, ο μόνος γραμματιζούμενος στο χωριό, που απαγγέλλει Όμηρο από στήθους. Και όμως ο εφιάλτης συνεχίζεται. Όλοι οι άνδρες του χωριού καλούνται να παρουσιαστούν στη γαλλική διοίκηση. Ως αιχμάλωτοι πολέμου μεταφέρονται για καταναγκαστικά έργα στην Αλσατία, σαν αποζημίωση για τα εγκλήματα των Γερμανών, που επί χρόνια χρησιμοποιούσαν Γάλλους για καταναγκαστικά έργα στο Τρίτο Ράιχ.

Κατανόηση αντί για καταδίκη

Το μυθιστόρημα του Γ.Μέτσγκερ Κι όμως είναι πατρίδα
Το μυθιστόρημα του Γ.Μέτσγκερ «Κι όμως είναι πατρίδα»

 

Ο Μέτσγκερ δεν καταδικάζει κανέναν. Γιατί τελικά ούτε οι κάτοικοι του χωριού δεν είναι μόνο θύματα. Στην αρχή του βιβλίου γίνεται λόγος για μια εβραϊκή οικογένεια που αυτοκτονεί για να μην μεταφερθεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Όπως παντού έτσι και στο χωριό υπάρχουν οπορτουνιστές και κερδοσκόποι που επωφελούνται από το ναζιστικό καθεστώς. Οι Γάλλοι πάλι δεν είναι μόνο εχθροί και στυγνοί κατακτητές, κάθε τόσο εμφανίζονται ικμάδες ανθρωπιάς.

Η μεγάλη δύναμη αυτού του μυθιστορήματος έγκειται στην αυθεντικότητα των περιγραφών. Τα πορτραίτα των ανθρώπων είναι γεμάτα αντιφάσεις, όπως στην αληθινή ζωή. Ο αναγνώστης νιώθει ότι ο συγγραφέας ξέρει την περιοχή αυτή της Βάδης και έχει μιλήσει με αυτόπτες μάρτυρες. Το βιβλίο σίγουρα θα βρει γρήγορα τον δρόμο για την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο.

Ζιμπίλε Πάινε (dpa) / Σπύρος Μοσκόβου

Πηγή:Deutsche Welle