Skip to main content

Γιώργος Μαργαρίτης: Το «περίπλοκο» παρελθόν

Ανεξάρτητα από τις σημερινές καταστάσεις, οι ελληνο-γερμανικές σχέσεις έχουν οπωσδήποτε μακρά ιστορία. Βεβαίως υπήρξαν καλές στιγμές στις σχέσεις αυτές, όσες έστω μπορούν να υπάρξουν στην άνιση συνάντηση μιας ισχυρής δύναμης με ένα περιθωριακό –και συνήθως προβληματικό– κράτος.

Εκείνο όμως που κυριαρχεί, κάθε φορά που έρχεται στο προσκήνιο η μεταξύ των δύο χωρών ιστορική σχέση, είναι η τραγική περίοδος της γερμανικής κατοχής της Ελλάδας στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η περίοδος αυτή σφραγίστηκε έντονα από τον αστερισμό του ναζισμού, που εκείνο τον καιρό κανοναρχούσε την πολιτική και στρατιωτική συμπεριφορά των νικητών απέναντι στους ηττημένους.

Το γεγονός όμως αυτό σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Γερμανία ως κράτος, ως πολιτική οντότητα, ήταν –και είναι– πλήρως αμέτοχη των τότε καταστάσεων. Ο ναζισμός δεν έπεσε από τον ουρανό, ούτε ήταν τυχαία η σχέση του με τη Γερμανία.

Οι οικονομικές, πολιτικές, πνευματικές, επίσης, ελίτ της χώρας αυτής έφεραν στην εξουσία τους ναζί για να εξυπηρετήσουν στόχους και συμφέροντα του γερμανικού καπιταλισμού. Εκείνου δηλαδή που και σήμερα, ευτυχώς χωρίς τον ναζισμό, κυβερνά τη Γερμανία.

Επειδή τα πράγματα έτσι συνέβησαν και επειδή οι συνέπειες ήταν –κάτω από τη στενή σύμπλευση ναζιστικών αντιλήψεων και γερμανικής στρατιωτικής κυριαρχίας– τραγικές για τους κατακτημένους λαούς της Ευρώπης και για τον λαό της χώρας μας, οι σημερινές γερμανικές ελίτ κάνουν οτιδήποτε περνά από το χέρι τους για να «βελτιώσουν» τις τότε εικόνες και να «διορθώσουν» τη σχετική ιστορική αφήγηση.

Σήμερα που η γερμανική πολιτική ηγεσία επιθυμεί να γίνει αποδεκτή από τις «ισότιμες» κυβερνήσεις και τους λαούς της Ευρωπαϊκής Ενωσης η πολιτική της ηγεμονία, η εκστρατεία «βελτίωσης» του παρελθόντος έχει πάρει διαστάσεις αληθινής σταυροφορίας.

Στο πλαίσιο ετούτης της επιχείρησης, στην ελληνική διαδικτυακή σελίδα της Deutsche Welle, στις 23 Νοεμβρίου, παρουσιάστηκε ένα νέο ερευνητικό πρόγραμμα με τίτλο «Μνήμες Κατοχής στην Ελλάδα». Το γενικό ιστορικό πλαίσιο το περιέγραψε με ενδεικτικό τρόπο ο συντάκτης του άρθρου Δημήτρης Ελευθεράκης.

Από την πρώτη σειρά του κειμένου η Ιστορία εμφανίζεται ολότελα διαφορετική από όσα ώς σήμερα ξέραμε: «Στις 28 Οκτωβρίου 1941 -διαβάζουμε- εορτάστηκε στην Αθήνα η πρώτη επέτειος της έναρξης του ελληνοϊταλικού πολέμου». Το «εορτάστηκε» είναι τόσο αόριστο που ο απληροφόρητος αναγνώστης μπορεί εύλογα να υποθέσει ότι στους εορτασμούς μετείχαν και οι Γερμανοί, ίσως να τους οργάνωσαν κιόλας!

Παρακάτω, επισημαίνεται ότι οι «εορτασμοί επαναλήφθηκαν και το 1942», «στην ιταλοκρατούμενη Αθήνα», αν και εδώ –ως «παραχώρηση»– αναφέρεται ότι τους οργάνωσε το «νεοϊδρυθέν Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο». Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι οι τότε Ελληνες είχαν προβλήματα αποκλειστικά και μόνο με τους Ιταλούς, οι Γερμανοί –τίποτε δεν αποκλείεται– ίσως να ήταν συνιστώσες του ΕΑΜ! Α, ναι!

Υπήρχαν και άλλα προβλήματα: οι Ελληνες είχαν πρόβλημα με τους Ελληνες. «Ωστόσο η ιστορία είναι περισσότερο περίπλοκη. Ο δωσιλογισμός, οι συγκρούσεις μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων, ο αφανισμός του ελληνικού εβραϊσμού και ευθύνη (sic) της ελληνικής πλευράς σχετικά με αυτόν…»!

Εάν δεν καταλάβατε καλά, ας το επαναλάβουμε. Για όσα συνέβησαν στην Κατοχή φταίνε όλοι εκτός από τους Γερμανούς. Οι τελευταίοι ως όρος, όπως και οι όροι ναζί, ναζισμός και τα τοιαύτα απουσιάζουν τελείως από το κείμενο της DW.

Μέσα από αυτήν την επίσημη παρουσίαση διαγράφονται με απόλυτη διαύγεια οι στόχοι του ερευνητικού προγράμματος. Το τελευταίο θα φωτίσει την Ιστορία της περιόδου. Πώς θα τη φωτίσει;

Θα περίμενε κανείς ότι θα αξιοποιήσει την τεράστια σχετική βιβλιογραφία, θα αναδείξει τις επιστημονικές αναλύσεις για τον ναζισμό, τον πόλεμο και τα έργα των Γερμανών κατακτητών στη διάρκειά του, θα εκδώσει ή μεταφράσει κάποιες από τις αμέτρητες καταγραμμένες μαρτυρίες, θα αξιοποιήσει το τεράστιο φωτογραφικό υλικό κ.λπ.

Λοιπόν όχι, τίποτε από όλα αυτά δεν θα γίνει. Η «ερευνητική ομάδα» πολύ απλά θα ξαναρχίσει την ιστορική έρευνα από την αρχή!

Θα εξαπολυθεί στην Ελλάδα για να συλλέξει «προφορικές μαρτυρίες» ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα. Επεξηγεί η κ. Αννα-Μαρία Τρουμπούκη, επιστημονική υπεύθυνη του προγράμματος, ότι θα συλλεγούν μαρτυρίες από «αντιστασιακούς, μάρτυρες σφαγών (…) επιζώντες του Ολοκαυτώματος» και κάθε άλλο «εμπλεκόμενο».

Στη βάση όλων αυτών θα δημιουργηθούν «βάσεις δεδομένων», οι οποίες φυσικά θα φωτίσουν επιτέλους την Ιστορία της περιόδου, η οποία προφανώς για τους επιστημονικούς φορείς του προγράμματος είναι απολύτως άγνωστη!

Θα ήταν μάλλον μάταιο να επισημάνει κανείς ότι από το 1941 έχουν ήδη περάσει 75 χρόνια και από το 1944 μόνο 72. Πολύ βολικό αυτό. Ο λόγος ανθρώπων 90 ώς 100 χρόνων είναι απόλυτα διαχειρίσιμος. Προφανώς, οι στόχοι του προγράμματος δεν έχουν σχέση ούτε με τη λογική, ούτε με την επιστήμη.

Από την άλλη μεριά προκαλεί εντύπωση πώς ένα πρόγραμμα κραυγαλέα ασήμαντης σοβαρότητας υιοθετήθηκε και, συνακόλουθα, χρηματοδοτήθηκε από τόσους διάσημους φορείς: Ιδρυμα Νιάρχου, Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας, Ινστιτούτο Γκέτε κ.λπ.

Ακούγεται ότι ο προϋπολογισμός του προγράμματος ανέρχεται σε εξαψήφιους αριθμούς και ότι προτείνονται πλουσιοπάροχα συμβόλαια σε υποψήφιους «συνεργάτες».

Δεν θα ήθελε να πιστέψει κανείς ότι σε ετούτα τα ποσά που ακούγονται βρίσκεται η εξήγηση για την εμπλοκή γνωστών ιστορικών στο πρόγραμμα. Ημέρες που ζούμε ας μη δεχτούμε ότι άνθρωποι και αξίες έχουν απλώς τη (σωστή) τιμή τους!

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών