Skip to main content

Η πικρή επιστροφή των αιχμαλώτων Οι μαρτυρίες δύο μη Εβραίων, τέως ομήρων σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και η υποδοχή τους στην Ελλάδα

Σε μονόκλινο δωμάτιο του Εκκλησιαστικού Γηροκομείου Στυλίδας, μέσα σε ένα ντοσιέ με φωτογραφίες από τη νιότη της, η 90χρονη Βάσω Σταματίου φυλάει ένα σκίτσο. Δεν είναι ξεκάθαρο πότε το ζωγράφισε. Δείχνει όμως μια μακρινή και επώδυνη ανάμνησή της: ανθρώπινα σώματα μπλεγμένα μεταξύ τους, σε νεκρική ακαμψία. Αν και δεν ανήκει στους Ελληνες Εβραίους, πριν από επτά δεκαετίες βρέθηκε μαζί τους αιχμάλωτη στο Αουσβιτς.

«Οταν φτάσαμε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης είδαμε τα κρεματόρια. Σκεφτήκαμε μαζί με τα άλλα κορίτσια ότι εδώ θα φάμε καλά, έχει αρτοποιεία, έχει ψωμιά, γιατί πεινούσαμε πολύ στη Γιουγκοσλαβία όπου ήμασταν πριν κρατούμενες» λέει η κ. Σταματίου.

«Στο μεταξύ βλέπαμε και κάτι πλάσματα εκεί που δεν ήταν ανθρώπινα πλάσματα. Είχαν κάτι όψεις σκελετωμένες, κουρεμένες, με τσεμπέρια στο κεφάλι, με κάτι ριγέ ρούχα. Λέγαμε μήπως μας φέρνουν εδώ για να περιθάλψουμε αυτά τα άρρωστα πλάσματα. Μέσα στην άγνοια ήμασταν. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι έτσι θα γινόμασταν και εμείς».

Στο αριστερό της χέρι κουβαλάει από τότε το νούμερο 82224 που της έδωσαν στο ναζιστικό στρατόπεδο.

Η Βάσω Σταματίου δείχνει τον αριθμό που της είχαν δώσει κατά την αιχμαλωσία της.

Βόρεια της Στυλίδας, στον Βόλο, ο 93χρονος Νίκος Σαμούρης έχει στο ίδιο χέρι ένα σημάδι από εκείνη την εποχή. Εχασε τέσσερα δάχτυλα –εκτός του αντίχειρα– όταν Γερμανοί στρατιώτες τον πυροβόλησαν πισώπλατα το 1945 κατά την απόδρασή του από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Λάντσεντορφ. Πέρασε δύο ημέρες κρυμμένος σε ένα δάσος, φροντίζοντας πρόχειρα το τραύμα του, ώσπου τον ανακάλυψαν οι ρωσικές δυνάμεις. Δεν γλίτωσε τον ακρωτηριασμό. «Απορώ πώς επέζησα», λέει.

«Τρεις μήνες παραπάνω να κρατούσε ο πόλεμος δεν νομίζω ότι θα άντεχα».

Και αυτός ανήκει στην ομάδα των μη Εβραίων Ελλήνων που οδηγήθηκαν τότε στα στρατόπεδα του θανάτου. Ο συνολικός αριθμός όσων βρέθηκαν αιχμάλωτοι των ναζί, όπως η κ. Σταματίου και ο κ. Σαμούρης, παραμένει αδιευκρίνιστος. Επρόκειτο κυρίως για στρατιωτικούς, ή για κατηγορούμενους για αντιστασιακή δράση και αριστερά-κομμουνιστικά φρονήματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και άνθρωποι χωρίς σύνδεση με κάποια από αυτές τις κατηγορίες είχαν παρόμοια κατάληξη. Αρκούσε να τους υποδείξει στις κατοχικές δυνάμεις ως «ανατρεπτικά στοιχεία» κάποιος ταγματασφαλίτης.

Η «Κ» πήγε στη Στυλίδα και στον Βόλο για να συναντήσει τους δύο επιζήσαντες και να μιλήσει μαζί τους για τον εγκλεισμό, τα βασανιστήρια, αλλά και τη δυσκολία του επαναπατρισμού τους.

Ακόμη και σήμερα υπάρχουν πτυχές της ιστορίας τους, δυσκολίες και εμπόδια που συνάντησαν στο νέο ξεκίνημά τους στη διχασμένη Ελλάδα του εμφυλίου, για τα οποία δεν έχουν μιλήσει σε βάθος. Οι δύο επιζήσαντες δεν είχαν να διαχειριστούν μόνο τις τραυματικές τους εμπειρίες από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης – τις οποίες για χρόνια προσπαθούσαν να αποσιωπήσουν για να επικεντρωθούν στο νέο ξεκίνημά τους. Παρά τα όσα πέρασαν –όπως και τόσοι άλλοι πρώην αιχμάλωτοι των ναζί– όταν επέστρεψαν στην Ελλάδα ήταν για πολλούς ανεπιθύμητοι.

Στρατόπεδα Θανάτου

Στις 28 Μαρτίου 1944 η Γκεστάπο (μυστική αστυνομία της ναζιστικής Γερμανίας) εμφανίστηκε στο σπίτι της πρωτοετούς φοιτήτριας Νομικής Βάσως Σταματίου, στην οδό Τσιμισκή της Θεσσαλονίκης. Τρεις ημέρες πριν από τη σύλληψή της η νεαρή συμμετείχε σε μια απόπειρα διαδήλωσης για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου. «Απαγορευόταν τότε από τους ναζί οποιαδήποτε εκδήλωση ελευθερίας. Μόλις βγήκαμε στον δρόμο οι Γερμανοί πυροβόλησαν στον αέρα για να μας εκφοβίσουν και να διαλυθούμε, όπως και έγινε. Ημουν από τις πρώτες εκεί, με στάμπαραν, με πρόδωσαν; Δεν ξέρω», λέει.

Αρχικά οδηγήθηκε στο στρατόπεδο Παύλου Μελά. Από εκεί έστελνε γράμματα στους γονείς της προσπαθώντας να τους καθησυχάσει.

Σε μία από αυτές τις επιστολές γράφει η κ. Σταματίου προς τους γονείς της: «Τελευταία βραδιά που περνώ στη Θεσσαλονίκη. Ποιος ξέρει αύριο πού θα είμαι; Χάρη μεγάλη σας ζητώ, μην το πάρετε πολύ κατάκαρδα. Οπως είπα παραπάνω μπορεί να είναι για καλό μου. Θα κρατήσω την αξιοπρέπειά μου και την ψυχραιμία μου για όλα τα απρόοπτα. Εχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου και σεις να έχετε σε μένα. Να ‘στε βέβαιοι ότι γρήγορα θα ξανανταμωθούμε. (…) Μόλις βρω ευκαιρία θα σας γράψω».

Μέσα σε τρεις ημέρες οδηγήθηκε σε φυλακή της Γιουγκοσλαβίας μαζί με άλλες 22 Ελληνίδες και από εκεί στάλθηκε στο Αουσβιτς. Δεν είχε ξανακούσει γι’ αυτό το μέρος. Ούτε κάποιος της εξήγησε τι θα συναντήσει εκεί. Με το που έφτασε όμως ξεκίνησαν τα βάσανά της.

«Μας κούρεψαν όλες και όποια είχε ωραία μαλλιά τη βασάνιζαν περισσότερο» λέει και μας δείχνει μια παλιά φωτογραφία της. Είχε κυματιστά ξανθά μαλλιά και γι’ αυτό την έκαναν να υποφέρει.

Η Βάσω Σταματίου μετά την απελευθέρωσή της.

«Παίρναν το κεφάλι, το χτύπαγαν από εδώ και από εκεί, νόμιζες ότι οι ψαλιδιές θα μπουν στο μάτι. Μετά μας ζήτησαν να γδυθούμε. Φοβόμασταν μπροστά σε όλους αυτούς τους άντρες. “Βγάλτα” φωνάζανε και χτυπούσαν. Κράτησε όλη μέρα το μαρτύριο, ο εξευτελισμός. Αυτό ήταν το σύστημα των Γερμανών. Μέσα σε 24 ώρες να μπορέσουν να σου αφαιρέσουν όλη την ανθρώπινη ύπαρξη και την περηφάνια που είχες».

Τρεις μήνες παρέμεινε στο Αουσβιτς προτού μεταφερθεί σε άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης. «Παραπάνω δεν μπορούσες να ζήσεις εκεί. Η δουλειά, το ξύλο, η αρρώστια, σε έκαναν υπάνθρωπο» λέει. Τα πόδια της είχαν πληγιάσει από την αποβιταμίνωση. Τα βράδια έκρυβε μισό κομμάτι από το ψωμί που τους έδιναν στο προσκεφάλι της για να έχει κάτι το πρωί, αλλά όταν ξυπνούσε το είχαν κλέψει άλλες κρατούμενες.

Δεν άργησε να καταλάβει τι συνέβαινε και στα κρεματόρια. «Ηταν τόσο πολύς ο κόσμος, που δεν πρόφταιναν να τους οδηγήσουν όλους εκεί», λέει.

«Τα σίδερα πάνω στα φουγάρα σκάζανε από την υπερβολική θερμότητα γιατί καίγανε συνέχεια».

Καταναγκαστικά έργα

Λίγους μήνες μετά την κ. Σταματίου, τον δρόμο για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ακολούθησε ο Νίκος Σαμούρης. Συνελήφθη στον Βόλο ως συνεργάτης των Αγγλων και του ΕΛΑΣ. Οπως λέει, τροφοδοτούσε με όπλα, τρόφιμα και φάρμακα τις αντιστασιακές ομάδες που βρίσκονταν στο Πήλιο.

Ο Νίκος Σαμούρης (δεξιά) πριν από τη σύλληψή του.

Οταν δεν κατέδωσε τους συναγωνιστές του οδηγήθηκε στο στρατόπεδο του Λάντσεντορφ κοντά στη Βιέννη, όπου υποχρεώθηκε σε καταναγκαστικά έργα σκάβοντας ορύγματα για τις γερμανικές δυνάμεις που υποχωρούσαν. Συχνά τον έβαζαν μαζί με άλλους κρατούμενους να μαζεύει τις βόμβες των συμμαχικών δυνάμεων που δεν είχαν εκραγεί.

«Σκοτώθηκαν αρκετοί τότε», λέει. «Γινόταν έκρηξη και

μετά μαζεύαμε σε σακούλες ό,τι είχε μείνει».

Αποπειράθηκε μια φορά μαζί με άλλους κρατούμενους να αποδράσει. Ενας εξ αυτών παρέστησε τον νεκρό. Ζήτησαν από τους φρουρούς να τους επιτραπεί να πραγματοποιήσουν πομπή προς το νεκροταφείο που ήταν εκτός στρατοπέδου για να τον κηδέψουν. Μόλις όμως ξεκίνησαν την πορεία τους, ριπές των φρουρών στον αέρα διέλυσαν το πλήθος. Ο υποτιθέμενος νεκρός σηκώθηκε και έτρεξε μαζί τους.

«Η τιμωρία ξέρετε ποια ήταν; Με έβαλαν μέσα στην απομόνωση, σε ένα πράγμα που είχαν σκάψει σε έναν τοίχο και ούτε ανάσα μπορούσες να πάρεις. Αντεξα όμως εκεί μέσα 12 ώρες» θυμάται.

Η γνωριμία στα μαγειρεία

Στο ίδιο στρατόπεδο γνώρισε τη μετέπειτα γυναίκα του, τη Ρωσίδα αιχμάλωτη Αντωνία Σοφιγιένκο. Συναντήθηκαν πρώτη φορά στα μαγειρεία όπου οι κρατούμενες τους προσέφεραν το συσσίτιο.

Η Αντωνία Σοφιγιένκο σε φωτογραφίες μετά την απελευθέρωσή της.

«Τι να πούμε ρε παιδιά; Ερωτας; Σε αυτή την κατάσταση; Αυτή τώρα με συμπάθησε, με αγάπησε. Με τα μάτια… κατάλαβες;» λέει ο κ. Σαμούρης.

Στα τέλη Απριλίου οι δρόμοι τους χώρισαν όταν οι Γερμανοί ξύπνησαν τους άντρες κρατούμενους και τους οδήγησαν πεζοπορώντας προς άγνωστη κατεύθυνση. Οι συμμαχικές δυνάμεις προελαύνοντας είχαν πλησιάσει κοντά στο στρατόπεδο. Κατά τη διαδρομή οι Γερμανοί στρατιώτες εκτελούσαν όσους βραδυπορούσαν.

Ο κ. Σαμούρης όμως εκμεταλλευόμενος το σκοτάδι έτρεξε μακριά από το πλήθος για να δραπετεύσει. Μια ριπή του διέλυσε την αριστερή παλάμη. Η μαρτυρία του για όσα έγιναν εκείνη τη νύχτα πιστοποιήθηκε το 1982 από τις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις για την απονομή συντάξεως.

Το χρονικό της απόδρασης και του τραυματισμού του κ. Σαμούρη όπως περιγράφεται στην πιστοποίηση του 1982: «Μια βραδιά του Απρίλη 1945 περασμένα μεσάνυχτα τους ξύπνησαν οι Γερμανοί και αφού τους έβαλαν σε φάλαγγα τους οδήγησαν έξω από το στρατόπεδο του Λάντσεντορφ πεζοπορώντας προς άγνωστη κατεύθυνση και τούτο, διότι, οι Συμμαχικές δυνάμεις προελαύνοντας είχαν πλησιάσει πολύ κοντά στο στρατόπεδο. Κατά τη διαδρομή οι Γερμανοί στρατιώτες εκτελούσαν επιτόπου τους βραδυπορούντες πατριώτες ή τους μη δυναμένους να βαδίσουν. Υστερα από αυτό, χωρίς καθυστέρηση, τελείως ξαφνικά, πάρθηκε η απόφαση να δραπετεύσουν μια ομάδα από τρεις Ελληνες πατριώτες μεταξύ των οποίων ήταν και ο Νικόλαος Σαμούρης. Πράγματι, εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι που επικρατούσε και τη κάποια σαστιμάρα που επικρατούσε στις Γερμανικές τάξεις, άρχισαν να τρέχουν για να ξεφύγουν. Εγιναν όμως αντιληπτοί και πυροβολήθηκαν ξωπίσω από τους Γερμανούς συνοδούς φρουρούς με αποτέλεσμα να τραυματισθεί στη παλάμη του αριστερού του χεριού ο ένας από αυτούς, ο Νικόλαος Σαμούρης».

Στο νοσοκομείο, όπου οδηγήθηκε από τα ρωσικά στρατεύματα μετά τον τραυματισμό του, αντάμωσε την Αντωνία Σοφιγιένκο – και εκείνη είχε διασωθεί. Αποφάσισαν τότε να μην αποχωριστούν ξανά. Ζήτησαν από έναν καθολικό ιερέα σε μια βομβαρδισμένη εκκλησία να τους παντρέψει –να υπογράψουν έστω και τυπικά ένα πιστοποιητικό γάμου– για να μπορέσει έπειτα ο κ. Σαμούρης να τη φέρει ως σύζυγό του στην Ελλάδα.

Το ζευγάρι παντρεύτηκε ξανά με την επιστροφή του στην Ελλάδα.

Οι δυο τους απέκτησαν αργότερα μια κόρη, τη Ρίτα, και συχνά διηγούνταν τις εμπειρίες τους σε σχολεία της Μαγνησίας.

Το ζευγάρι σε παλιές φωτογραφίες.

Το 2010 η Αντωνία πέθανε, η παρουσία της όμως είναι αισθητή σήμερα σε κάθε γωνιά του σπιτιού του 93χρονου. Κορνίζες με τις φωτογραφίες της υποδέχονται τους επισκέπτες στον διάδρομο, στην τραπεζαρία, στους τοίχους του σαλονιού.

Κατηγορίες αντί για συμπόνια

Μαρτυρίες σαν και αυτές των δύο μη Εβραίων Ελλήνων αιχμαλώτων δεν ήταν πάντοτε εύκολα διαθέσιμες. Εδώ και τρία χρόνια η συγγραφέας Αννίτα Παναρέτου τις αναζητεί για να τις αποτυπώσει σε ένα συνολικό έργο. Η έρευνά της έμοιαζε με κυνήγι θησαυρού στα ράφια παλαιοβιβλιοπωλείων, καθώς πολλές από τις αυτοβιογραφίες πρώην κρατουμένων είχαν κυκλοφορήσει σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων για έναν στενό κύκλο συγγενών, γνωστών και φίλων των συγγραφέων τους. Τελικά κατάφερε να εντοπίσει 40 αυτοτελείς εκδόσεις – με ορισμένες διηγήσεις να ξεπερνούν τις 250 σελίδες.

Αρκετοί αιχμάλωτοι άργησαν να μιλήσουν για όσα έζησαν, είτε γιατί δεν τους πίστευαν οι συνομιλητές τους, είτε γιατί εισέπρατταν κατηγορίες αντί για θαυμασμό και συμπόνια.

Πρώην αιχμάλωτοι επιστρέφουν στην Ελλάδα με τρένα μετά την απελευθέρωση.

«Η υποδοχή των πολιτών τέως ομήρων ήταν από στρυφνή και καχύποπτη έως εχθρική. Η αιτιολόγηση της αποστολής αυτών των ανθρώπων στα στρατόπεδα υπήρξε κυρίως η αντιστασιακή τους δράση και οι αριστερές –που για τις αρχές κατοχής και τους συνεργάτες τους σήμαινε αδιακρίτως κομμουνιστικές– πεποιθήσεις» λέει η κ. Παναρέτου.

Αρκετοί πρώην κρατούμενοι ονειρεύονταν υποδοχή ηρώων, αλλά δεν τους περίμενε κανείς. Στις περισσότερες περιπτώσεις το καλωσόρισμά τους ήταν αδιάφορο και γραφειοκρατικό. Στα βόρεια σύνορα της χώρας η γυναίκα του κ. Σαμούρη προσποιήθηκε –για πρώτη και μοναδική φορά– ότι δεν ήταν Ρωσίδα για να την αφήσουν να περάσει μαζί του καθώς το πιστοποιητικό του γάμου τους δεν έπειθε τους υπεύθυνους.

Η… κομμουνίστρια

«Γύρισα στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο του 1945 με ένα παλιοπαντέλονο. Δουλειά δεν έβρισκα γιατί έλεγαν ήρθε η κομμουνίστρια… Κυνηγημένη μια ζωή» λέει η κ. Σταματίου. «Αν έλεγες ότι σε έπιασαν οι Γερμανοί ήσουν κομμουνίστρια. Ηταν ντροπή τότε να μιλήσεις. Ασε που δεν πίστευαν και γύριζαν το κεφάλι από την άλλη. Δεν ήθελαν να ακούσουν και γι’ αυτό τότε υπήρχε μια σιωπή».

Η Βάσω Σταματίου άργησε να μιλήσει για όσα έζησε ως κρατούμενη.

Για να καταφέρει να φτιάξει τη ζωή της έφυγε στην Ιταλία. Σπούδασε ενδυματολογία και σκηνογραφία στη Σχολή Καλών Τεχνών του Μιλάνου και όταν επέστρεψε στην Ελλάδα βρήκε δουλειά στην Εθνική Λυρική Σκηνή.

Παρόμοιες δυσκολίες συνάντησε και ο κ. Σαμούρης. Εργάστηκε ως κουρέας στον Βόλο παρά την αναπηρία του. Για να ανταποκριθεί στη δουλειά του έφτιαξε μια πατέντα με ένα ειδικό γάντι που στερέωνε τη χτένα στο ακρωτηριασμένο χέρι του, ενώ στο αρτιμελές χέρι χειριζόταν το ψαλίδι. Το γεγονός όμως ότι είχε γυρίσει στην Ελλάδα με Ρωσίδα γυναίκα έστρεψε περισσότερα καχύποπτα βλέμματα πάνω του.

Μετά τον μεγάλο σεισμό του 1955 στον Βόλο και την καταστροφή του σπιτιού του, το ζευγάρι αναγκάστηκε να αναζητήσει την τύχη του σε συγγενείς του στη Σοβιετική Ενωση.

Η οικογένεια Σαμούρη έζησε έξι χρόνια στη Σοβιετική Ενωση.

Οταν επέστρεψαν όμως στις αρχές του ’60 στην Ελλάδα δέχτηκαν πολλές πιέσεις – ειδικά ο κ. Σαμούρης. Η Αστυνομία τον ανέκρινε συχνά. Του ζητούσαν να αποκηρύξει το κομμουνιστικό κόμμα και εκείνος αρνιόταν, ποτέ άλλωστε δεν είχε υπάρξει μέλος του.

«Εφτασα σε απελπισία. Αποπειράθηκα δύο φορές να αυτοκτονήσω, αλλά σκεφτόμουν την οικογένεια» λέει.

«Με κουβάλησαν μέσα μια φορά, θα το πω κι ας είναι λυπηρό, με χτύπησαν. Πήγα στο κρατητήριο, με χτυπούσαν και όπως κρατιόμουν από το ένα χέρι έπεφτα…»

Για να μαθαίνουν οι νέοι

Αν και κάποτε υπήρξαν επιφυλακτικοί στο να διηγηθούν το παρελθόν τους, σήμερα και οι δύο επιζήσαντες θέλουν να μοιράζονται τις ιστορίες τους για να μαθαίνουν οι νεότεροι. Ο κ. Σαμούρης δεν αρνείται να μιλήσει σε σχολεία όποτε τον καλούν. Παραμένει διαυγής και πρόσχαρος. Υποδέχεται ακόμη στο σπίτι του τρεις πιστούς πελάτες που ζητούν να τους κουρέψει.

Στο Εκκλησιαστικό Γηροκομείο Στυλίδας, ένα διώροφο κτίριο με καμάρες και θέα στον Μαλιακό Κόλπο, η κ. Σταματίου προσπαθεί τα τελευταία τρία χρόνια απερίσπαστη να συνεχίσει το συγγραφικό της έργο.

Θέλει να αποτυπώσει την οδύσσεια των ομήρων μετά την απελευθέρωση. Εχει ήδη γράψει ένα βιβλίο για το Αουσβιτς, με τίτλο «Βαρούμ? » («Γιατί;»), τα αντίτυπα του οποίου εξαντλήθηκαν πριν από δύο δεκαετίες.

«Ζούσα σε μια κόλαση, όμως δεν ήξερα την έκταση της κόλασης αυτής» έγραφε σε εκείνο το βιβλίο, ελπίζοντας πως η μαρτυρία της «θα συμβάλει ίσως στον αγώνα για την πλήρη εξαφάνιση του φασισμού, που δυστυχώς πλανιέται ακόμα απειλητικά».

Το παρόν άρθρο αποτελεί αναδημοσίευση από την εφημερίδα : Καθημερινή

Ρεπορτάζ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Βίντεο: ENRI CANAJ 

Πηγή: Καθημερινή