Skip to main content

Η σύγχρονη Ρωσία με τη ματιά Γκορμπατσόφ

Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και Μάργκαρετ Θάτσερ, την εποχή που ο πρώτος ήταν ηγέτης της ΕΣΣΔ και η δεύτερη πρωθυπουργός της Βρετανίας.
Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και Μάργκαρετ Θάτσερ, την εποχή που ο πρώτος ήταν ηγέτης της ΕΣΣΔ και η δεύτερη πρωθυπουργός της Βρετανίας.

MIKHAIL GORBACHEV
The New Russia
εκδ. Polity Press, σελ. 400

Το νεότερο βιβλίο του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, «The New Russia», δεν διακρίνεται για την αφηγηματική του ροή. Θα είχε ωφεληθεί από έναν επιμελητή που θα χρησιμοποιούσε πιο ελεύθερα το ψαλίδι του. Παρόλ’ αυτά, προσφέρει μια συναρπαστική ματιά στην εξέλιξη της σκέψης και της δράσης του τελευταίου ηγέτη της ΕΣΣΔ κατά την ταραχώδη 25ετία μετά την πτώση του από την εξουσία. 

Ογδόντα πέντε ετών σήμερα, ο Γκορμπατσόφ ήταν μόλις 60 ετών όταν, ανήμερα τα Χριστούγεννα το 1991, αποδέχθηκε το αναπόφευκτο και ανακοίνωσε σε τηλεοπτικό του διάγγελμα την παραίτησή του από την προεδρία και τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης. Η αφήγησή του ξεκινά αμέσως μετά, με τη μετακόμιση του αντιπάλου του και προέδρου της νεότευκτης Ρωσικής Ομοσπονδίας, Μπόρις Γέλτσιν, στο παλιό του γραφείο στο Κρεμλίνο. 

Στις σχεδόν 150 σελίδες που αφιερώνει στην περίοδο Γέλτσιν, ο συγγραφέας δεν βρίσκει τίποτα καλό να πει για τον διάδοχό του. Περιγράφει με μελανά χρώματα τις ζοφερές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της «θεραπείας σοκ» που επιβλήθηκε στη Ρωσία με σκοπό τον ραγδαίο μετασχηματισμό της σε οικονομία της αγοράς. Παραδέχεται ότι η οικονομική πολιτική που εφαρμόστηκε, εμπνεύσεως ΔΝΤ, πέτυχε την εξάλειψη των ελλείψεων σε αγαθά που είχαν εμφανιστεί στη δική του περίοδο, «αλλά με τι τίμημα!». Την πρώτη χρονιά της «θεραπείας σοκ», αναφέρει, ο πληθωρισμός έφτασε το 2.600% και το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 20%. 

Ο Γκορμπατσόφ ανατρέχει γλαφυρά, παραθέτοντας άρθρα, ομιλίες και συνεντεύξεις του από την εποχή εκείνη, την παράδοση της χώρας σε ένα καθεστώς ληστρικού καπιταλισμού, με τους ωφελούμενους ολιγάρχες να στηρίζουν την επανεκλογή του Γέλτσιν το 1996.

Στηλιτεύει τον τότε πρόεδρο επίσης για τον πόλεμο στην Τσετσενία, για την ανεπαρκώς σθεναρή αντίδρασή του στην επέκταση του ΝΑΤΟ αλλά και για τις οχλήσεις από τις δικαστικές αρχές που ο ίδιος υπέστη, για τα πεπραγμένα του ως επικεφαλής της ΕΣΣΔ.

Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το μέρος του βιβλίου που αφορά την εποχή Πούτιν. Ο Γκορμπατσόφ αρχικά έβλεπε θετικά τον νέο ηγέτη της Ρωσίας. Τον επαινούσε για τη σταθεροποίηση της οικονομίας και την ανόρθωση του κράτους και στήριξε τη νέα στρατιωτική επέμβαση στην Τσετσενία. Εφτασε στο σημείο, σε συνέντευξή του τον Σεπτέμβριο του 2002 με τη Novaya Gazeta, την εφημερίδα της οποίας είναι συνιδιοκτήτης μαζί με τον μεγιστάνα Αλεξάντερ Λεμπέντεφ, να δηλώσει πεπεισμένος για την προσήλωση του Πούτιν στη δημοκρατική διακυβέρνηση.

Η τελική ρήξη

Σταδιακά, το βιβλίο καταγράφει την αλλαγή στάσης του συγγραφέα. Ωστόσο, για αρκετά χρόνια ακόμα, δείχνει στις παρεμβάσεις του πρόθυμος να δικαιολογήσει πολλά, αποδίδοντας τις αυταρχικές αποκλίσεις της κυβέρνησης στον κύκλο των ανθρώπων γύρω από τον Πούτιν, αλλά όχι στον ίδιο τον πρόεδρο. Ελπίζει προσωρινά, ως φορέα δημοκρατικής αλλαγής, και στον Ντμίτρι Μεντβέντεφ.

Η τελική ρήξη με τον Πούτιν έρχεται με τις βουλευτικές εκλογές αχαλίνωτης νοθείας το 2011, όταν η πραγματικότητα είναι πλέον αναπόδραστη. Ο Γκορμπατσόφ τότε, όπως περιγράφει, είχε στηρίξει ενεργά τους διαδηλωτές που είχαν βγει στους δρόμους και είχε απαιτήσει να ακυρωθούν τα αποτελέσματα. Αναφερόμενος σε προεκλογική ομιλία του Πούτιν πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2012, στην οποία παρομοιάζει την κατάσταση στη Ρωσία με το 1812, λίγο πριν από την εισβολή του Ναπολέοντα, τη χαρακτηρίζει «απωθητική», ενώ καταγράφει με θλίψη τα αυξανόμενα μέτρα περιστολής των πολιτικών ελευθεριών με τα οποία αντιδρά το καθεστώς στις διαδηλώσεις.

Το βιβλίο καλύπτει πολλά ακόμα: τη σοσιαλδημοκρατική πολιτική φιλοσοφία του συγγραφέα, την κληρονομιά της Περεστρόικα, τις πρωτοβουλίες και τις σκέψεις του για την αποτροπή της διασποράς των πυρηνικών και την προστασία του περιβάλλοντος και τις απόψεις του -που λίγο διαφέρουν από τις επίσημες ρωσικές-  για τις στρατιωτικές επεμβάσεις του ΝΑΤΟ στην πρώην Γιουγκοσλαβία και στο Κόσοβο, τη σύρραξη στη Γεωργία το 2008 και την ουκρανική κρίση του 2014. Ο βραβευμένος με Νομπέλ Ειρήνης πολιτικός αναφέρεται επίσης εκτενώς στο έργο του Ιδρύματός του και στις διάφορες προσπάθειές τους να εμπλακεί ξανά στην πολιτική μετά το 1991, με μία σειρά κομμάτων που ίδρυσε. 

Η επιρροή που άσκησε με τη δραστηριότητά του αυτή ήταν μηδαμινή. Το γεγονός αυτό δίνει έναν αέρα μελαγχολίας στο βιβλίο. Είναι ίσως η τελευταία μαρτυρία ενός πραγματικού δημοκράτη, που προσπάθησε να απελευθερώσει τη χώρα του με ειρηνικά μέσα από τον ζυγό του Κομμουνισμού, καταστράφηκε πολιτικά στην απόπειρα και παρακολούθησε στην υπόλοιπη ζωή του τη νέα διολίσθηση της Ρωσίας στη σιδερένια λαβή του αυταρχισμού, ανήμπορος να αντιδράσει. 

Γιάννης Παλαιολόγος

Πηγή: Καθημερινή