Skip to main content

Λυκούργος Κουρκούβελας: Ο θάνατος του Γιώργου Θεοτοκά

gkka_24_1203-e-thumb-largeΟ θάνατος του Γιώργου Θεοτοκά στις 30 Οκτωβρίου 1966 αποτέλεσε ένα σοβαρό πλήγμα όχι μόνο για την ελληνική διανόηση αλλά και για τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό βίο της Ελλάδας. Ο Θεοτοκάς, πολυσχιδής προσωπικότητα με ευρύτατη παιδεία και πνευματικά ενδιαφέροντα, σημάδεψε με τη δημόσια παρουσία του την πνευματική και πολιτική ζωή του τόπου για πάνω από τριάντα χρόνια αφήνοντας πίσω του πλούσια παρακαταθήκη, σημαντικό μέρος της οποίας παραμένει ανεκμετάλλευτο.

Σημαίνον μέλος της λεγόμενης «Γενιάς του ’30», ο Θεοτοκάς ήταν μόλις 24 ετών όταν εμφανίστηκε δυναμικά στη δημόσια σφαίρα με το ριζοσπαστικό για την εποχή «Ελεύθερο πνεύμα» (1929), μέσα από το οποίο ερχόταν σε ευθεία ρήξη με το πρόσφατο παρελθόν (από την κριτική του δεν ξέφυγε ούτε ο Καβάφης), το οποίο ο ίδιος θεωρούσε κυρίως υπεύθυνο για το τέλμα στο οποίο είχε βρεθεί η ελληνική κοινωνία. Πέρα από την κριτική, με το «Ελεύθερο πνεύμα» ο Θεοτοκάς προσπαθούσε να αρθρώσει έναν καινοφανή λόγο με τη μορφή ιδεολογικών και αξιακών κατευθύνσεων για τη «νέα γενιά», τη δική του, που θα αποτελούσαν το υπόβαθρο για την έξοδο του ελληνισμού από την κρίση και την ένταξή του, με όρους πολιτισμικά ισότιμους, στο ευρύτερο διεθνές, και κυρίως ευρωπαϊκό, γίγνεσθαι. Πάνω από όλα, το κείμενο εισήγαγε τον ακρογωνιαίο λίθο της σκέψης του, έναν αταλάντευτο φιλελευθερισμό, όχι μόνον πολιτικού αλλά οντολογικού χαρακτήρα, που «αγκάλιαζε» το σύνολο της ανθρώπινης ζωής. Για τον Θεοτοκά η ελευθερία, στην ευρύτερή της έννοια, αποτελούσε την ίδια τη «φύση» του ανθρώπου: εκεί όπου δεν υπήρχε ελευθερία, δεν υπήρχε και ο άνθρωπος. Αυτός ο φιλελευθερισμός αποτέλεσε ταυτόχρονα τη βάση αλλά και το μείζον ζητούμενο του στοχασμού του.

Απόλυτη εναντίωση σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού

Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να γίνει κατανοητή και η εναντίωση του Θεοτοκά σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, ιδίως τη δεκαετία του 1930, κατά την οποία ο σοβιετικός κομμουνισμός, ο φασισμός και ο ναζισμός αμφισβητούσαν όχι μόνο τον δυτικού τύπου κοινοβουλευτισμό (στον οποίο και ο ίδιος ο Θεοτοκάς είχε ασκήσει ουσιαστική κριτική στις αρχές της δεκαετίας του 1930), αλλά προέβαλλαν και ένα μοντέλο κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης το οποίο οδηγούσε στην πλήρη καταπάτηση της προσωπικής ελευθερίας εις βάρος συλλογικών, «μαζικών» σκοπών. Είναι αλήθεια ότι την προσοχή του τράβηξε κυρίως ο κομμουνισμός, κατά του οποίου στράφηκε στοχευμένα με συγκεκριμένα κείμενα («Εμπρός στο κοινωνικό πρόβλημα», 1932) και πράξεις (ίδρυση του περιοδικού «Ιδέα») και που τον θεωρούσε τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο στο εσωτερικό της Ελλάδας. Το ίδιο, όμως, έκανε και απέναντι στον φασισμό και τον ναζισμό, προτάσσοντας με τα κείμενά του κυρίως τη σημασία της ελευθερίας και προειδοποιώντας για τις καταστρεπτικές συνέπειες της απώλειάς της. Ασυμβίβαστος φιλελεύθερος και δημοκράτης, αντιπαρατέθηκε στα άκρα σε μια περίοδο κατά την οποία σημαντικό τμήμα της ελληνικής και ευρωπαϊκής διανόησης είχε στραφεί είτε στον κομμουνισμό είτε στην υποστήριξη αυταρχικών λύσεων. Η μετέπειτα ενασχόλησή του με το πρόβλημα της «ελληνικότητας» και της ελληνικής ταυτότητας πρέπει, επίσης, να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα των φιλελεύθερων ιδανικών του. Το ζήτημα, τουλάχιστον για τον Θεοτοκά, δεν είχε να κάνει με μια εθνική εσωστρέφεια ή με κάποιον ισχυρισμό περί πολιτισμικής ανωτερότητας του ελληνικού έναντι των άλλων εθνών, αλλά με το αίτημα για αυτοσυνειδησία, που θα αποτελούσε θεμελιώδη προϋπόθεση για την ισότιμη ένταξη του ελληνισμού σε μια υπερεθνική Ευρώπη, χωρίς, όμως, την απώλεια της ελληνικής ιδιοσυστασίας.

Εκπρόσωπος νέων κατευθύνσεων στον δημόσιο βίο

Η εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου Πολέμου, καθώς και η ανάδυση ενός καινοφανούς κοινωνικοπολιτικού τοπίου στον δυτικό κόσμο, με κύριο χαρακτηριστικό την κεϋνσιανή «συναίνεση», επηρέασαν βαθιά τη σκέψη του Θεοτοκά. Πλάι στον αδιαπραγμάτευτο φιλελευθερισμό του, ο Θεοτοκάς προέταξε τη σημασία της κοινωνικής δικαιοσύνης, ως βασικής πρακτικής προϋπόθεσης για την ατομική και συλλογική ελευθερία. Σε γενικές γραμμές, κοινωνική δικαιοσύνη σήμαινε για τον Θεοτοκά το τέλος του αποκλεισμού και την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή των «λαϊκών μαζών» στην οικονομική και πολιτική ζωή, που θα σηματοδοτούσε την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη περιστολή των κοινωνικών ανισοτήτων. Θα μπορούσε να ειπωθεί πως οι αντιλήψεις αυτές, και η ευρύτερη απόπειρά του να συγκεράσει τον φιλελευθερισμό με την κοινωνική δικαιοσύνη που εκφράστηκαν κυρίως μεταπολεμικά, ενέτασσαν τον Θεοτοκά αποφασιστικά στην Κεντροαριστερά.

Υποψήφιος βουλευτής

Σε πολιτικό και κομματικό επίπεδο ο ίδιος τάχθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1940 υπέρ του Γεωργίου Παπανδρέου, τον οποίο υποστήριξε μέχρι τον θάνατό του, παρεμβαίνοντας, μάλιστα, με δυναμικό τρόπο στη δημόσια συζήτηση που ξέσπασε μετά την κρίση του Ιουλίου 1965. Σε αυτό το πλαίσιο, σημειώθηκε η μία και μοναδική απόπειρά του να πολιτευτεί στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1956, όταν και υπέβαλε στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Χίο υποψηφιότητα με τη Δημοκρατική Ενωση, χωρίς όμως να καταφέρει να εκλεγεί. Οι δύο κύριοι πυλώνες της πολιτικής σκέψης του Θεοτοκά, ο φιλελευθερισμός και η κοινωνική δικαιοσύνη, δεν εξαντλούν, φυσικά, τον ποικιλόμορφο στοχασμό και την καλλιτεχνική δημιουργικότητα αυτού του ακαταπόνητου και πάντα ανήσυχου πνευματικού ανθρώπου. Ο Θεοτοκάς, βάσει της αρθρογραφίας και του δοκιμιακού του έργου (τα δοκίμια και άρθρα του ξεπερνούν τα επτακόσια), υπήρξε ένας από τους πιο παραγωγικούς διανοούμενους της σύγχρονης Ελλάδας, ενώ η ποικιλία των ζητημάτων με τα οποία καταπιάστηκε εκτείνονται σε πλήθος θεματικών: πολιτική ιδεολογία, εξωτερική πολιτική, το παρόν και το μέλλον του ελληνισμού, κοινωνιολογικά ζητήματα, πολιτισμική και λογοτεχνική κριτική. Επιπλέον, στα μη «πολιτικά» του έργα ο Θεοτοκάς ασχολήθηκε με την πεζογραφία, την ποίηση, το θέατρο, την ταξιδιωτική λογοτεχνία. Ανάμεσα στα λογοτεχνικά του έργα ξεχωρίζουν η «Αργώ» (1936 σε οριστική μορφή), «Το δαιμόνιο» (1938, απέσπασε το βραβείο πεζογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών), Λεωνής (1940) και «Ασθενείς και οδοιπόροι» (1964). Ο Θεοτοκάς διετέλεσε, επίσης, διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (1945-1946 και 1951-1952), τακτικός συνεργάτης του «Βήματος», πρώτος πρόεδρος του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος (ίδρυση το 1961) και μέλος της συντακτικής επιτροπής του σημαντικού πνευματικού περιοδικού της δεκαετίας του 1960 «Εποχές».

Θαρραλέο και ανοικτό πνεύμα

Η συνολική αποτίμηση του έργου του Θεοτοκά, λόγω της τεράστιας ποικιλομορφίας του, είναι αδύνατη. Αν μπορεί να ειπωθεί κάτι για τον Θεοτοκά αυτό έχει να κάνει με την εν γένει στάση του προς τα πολιτικά και πνευματικά ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκε. Αυτό που τον διέκρινε και έδινε στο έργο του ξεχωριστό χαρακτήρα ήταν η συνεχής και κριτική του στάση προς τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του εαυτού του. Αυτή η, σχεδόν «εμπειριστική», κριτική του προσέγγιση στα πράγματα και η συνεχής διαλεκτική σχέση με τα κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα της κάθε εποχής απέτρεψαν τη δημιουργία μιας συνεκτικής φιλοσοφικής πρότασης με αξιώσεις συνολικού ερμηνευτικού χαρακτήρα. Αυτό, ίσως, ήταν και κάτι που δεν τον ενδιέφερε πραγματικά. Κύριος στόχος του ήταν η ερμηνεία συγκεκριμένων, ενίοτε συγκυριακών, ζητημάτων και η προσπάθεια άρθρωσης συγκροτημένων προτάσεων, υπό την αίρεση, πάντα, της δικής του κριτικής ματιάς.

Παραδοχή σφαλμάτων

Και ο ίδιος ο πνευματικός βίος του ανθρώπου κατέτεινε προς αυτό: σε πολλές περιπτώσεις ο Θεοτοκάς αναίρεσε δημόσια παρελθούσες αντιλήψεις του παραδεχόμενος προσωπικά του σφάλματα. Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να ιδωθεί και η σχέση του με την Ορθοδοξία, η οποία κινήθηκε, αρχικά, στο πλαίσιο της αδιαφορίας τη δεκαετία του 1930, για να φθάσει από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 όχι μόνο στην πλήρη αποδοχή της αλλά και στην τοποθέτηση του ορθόδοξου χριστιανισμού στον πυρήνα του προσωπικού του στοχασμού. Γι’ αυτό και, πέρα από την τεράστιας σημασίας παραγωγή που άφησε πίσω του ο Θεοτοκάς
σε επιμέρους τομείς (ιδιαίτερα το ιδεολογικοπολιτικό του πρόταγμα εμφανίζεται στη σημερινή εποχή πιο σύγχρονο από ποτέ), η κύρια παρακαταθήκη του βασίζεται στην ηθική του στάση απέναντι στον στοχασμό που λίγοι πνευματικοί άνθρωποι κράτησαν στον ελληνικό χώρο: την αδιάλειπτη, κριτική και θαρραλέα σκέψη, που φθάνει στα όρια της αυτοκριτικής και προσωπικής αμφισβήτησης ως αυταξία για τη βελτίωση της πνευματικής ζωής ενός τόπου.

Ο κ. Λυκούργος Κουρκουβέλας ανήκει στο συνεργαζόμενο εκπαιδευτικό προσωπικό του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Πηγή: Καθημερινή