Skip to main content

«Πέθαναν μυριάδες και οι καλύτεροι»

Το 1920, δύο χρόνια μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Εζρα Πάουντ εκδίδει το συνθετικό ποίημα «Χιου Σέλγουιν Μώμπερλυ», το οποίο μαζί με την «Ερημη Χώρα» του Τ. Σ. Ελιοτ αποτελεί, ως γνωστόν, το μανιφέστο του αγγλοσαξονικού μοντερνισμού. Ανοίγοντας ως νεκρολογία του ποιητή για τον εαυτό του ή ως παρωδία του εαυτού του στο πρόσωπο του ηθογραφικού του ήρωα, εξελίσσεται σε καταγγελία για τον πόλεμο και σάτιρα για τις μεταπολεμικές λογοτεχνικές αξίες του Λονδίνου. Ο Πάουντ στον «Μώμπερλυ» αφιερώνει δύο συγκλονιστικά ποιήματα στους νεκρούς αυτού του πολέμου, αντιπαραβάλλοντας τη θυσία της νεανικής ζωντανής σάρκας με τη «φαφούτα γριά σκύλα» (Αγγλία), με τον «πολιτισμό», που λόγω της παρακμής του δεν είναι παρά «δυο γρόσες σπασμένα αγάλματα» και «μερικές χιλιάδες στραπατσαρισμένα βιβλία», η πραμάτεια δηλαδή ενός παλαιοπωλείου: «Αυτοί πάντως πολέμησαν,/και μερικοί πιστεύοντας,/pro domo, πάντως…/Αλλοι πρόθυμοι για τα όπλα,/άλλοι για περιπέτεια,/άλλοι απ’ το φόβο της αδυναμίας,/άλλοι απ’ το φόβο της αποδοκιμασίας,/άλλοι από αγάπη για τη σφαγή, στη φαντασία,/μαθαίνοντας αργότερα…/άλλοι με φόβο, μαθαίνοντας την αγάπη της σφαγής/Μερικοί έπεσαν, pro patria,/non “dulce” non “et decor”… […]/Τόλμη όσο ποτέ άλλοτε, σπατάλη όσο ποτέ άλλοτε./Νέο αίμα κι ευγενικό αίμα,/ρόδινα μάγουλα, κι ωραία σώματα·/σθένος όσο ποτέ άλλοτε/ειλικρίνεια όσο ποτέ άλλοτε,/απογοητεύσεις ανείπωτες στο παρελθόν, /υστερίες, εξομολογήσεις χαρακωμάτων,/καγχασμός μέσα από νεκρές κοιλιές». Και ο επίλογος: «Πέθαναν μυριάδες,/Κι ανάμεσά τους, οι καλύτεροι,/Για μια φαφούτα γριά σκύλα,/Για έναν μπαλωμένο πολιτισμό,/Γοητεία, χαμόγελο στο ευγενικό στόμα,/Γοργή ματιά που χάθηκε κάτω απ’ της γης το βλέφαρο,/Για δυο γρόσες σπασμένα αγάλματα,/Για μερικές χιλιάδες στραπατσαρισμένα βιβλία». Ποιοι είναι αυτοί οι «καλύτεροι» στους οποίους αναφέρεται ο Πάουντ, που έπεσαν άδικα pro domo (υπέρ βωμών); Ποιοι έχυσαν το «νέο και ευγενικό τους αίμα» μέσα στα χαρακώματα;

«Το παλιό ψέμα»

Οταν ανακαλούμε τον «Μεγάλο Πόλεμο» (όπως τον αποκαλούσαν όσοι τον έζησαν) και τους ποιητές που πολέμησαν και χάθηκαν σ’ αυτόν, τα ονόματα που έρχονται αμέσως στον νου είναι: Γουίλφρεντ Οουεν, Ρούπερτ Μπρουκ, Αϊζακ Ρόζενμπεργκ, Εντουαρντ Τόμας, Τσαρλς Σόρλεϊ (Αγγλία), Γκέοργκ Τρακλ (Αυστρία) και Σαρλ Πεγκί (Γαλλία). Και κοντά σε αυτούς και μερικοί που έζησαν τη φρίκη του, αλλά κατάφεραν να επιζήσουν: Σίγκφριντ Σασούν, Ρόμπερτ Γκρέιβς, Αϊβορ Γκέρνεϊ. Ο Πάουντ στα δύο αυτά ποιήματα μνημονεύει όλους αυτούς τους ποιητές (και φυσικά τον φίλο του γλύπτη Ανρί Γκοτιέ-Μπρζέσκα που σκοτώθηκε τον Ιούνιο του 1915 στη Γαλλία), αλλά κάνει και μια ειδική μνεία στον Οουεν, όταν γράφει: «pro patria,/non “dulce” non “et decor”», αντιστρέφοντας τον περίφημο στίχο του Οράτιου: «Είναι γλυκό και πρέπον για την πατρίδα να πεθαίνεις». Το πιο γνωστό ίσως ποίημα του Οουεν (που σκοτώθηκε μια εβδομάδα πριν από το τέλος του πολέμου) φέρει τον ενδεικτικό τίτλο «Dulce et Decorum Est», αλλά καταλήγει με τους φοβερούς στίχους: «Φίλε μου, δεν θα πεις με ενθουσιασμό πλέον/σε παιδιά παθιασμένα για λίγη ανέλπιστη δόξα/το παλιό ψέμα: Dulce et decorum est/ Pro patria mori».

Σε μια επιστολή προς τη μητέρα του, τον Δεκέμβριο του 1914, ο Οουεν της γράφει: «Ξέρεις τι θα με στήριζε την ώρα της μάχης; Η αίσθηση πως κρατάω ζωντανή τη γλώσσα στην οποία έγραψε ο Κιτς». Για τους Αγγλους ποιητές η μάχη ανάμεσα σε αυτούς και τους Γερμανούς θα δινόταν –έτσι πίστευαν– κυρίως στο πεδίο του πολιτισμού, και δη της ποίησης· το 1916, εξάλλου, μεσούντος του πολέμου, η Αγγλία γιόρταζε τα 300 χρόνια από τον θάνατο του Σαίξπηρ. Ευκαιρία, λοιπόν, για ορισμένους να τιμήσουν την «πλούσια παράδοση» και την «ηθική ανωτερότητα» του πολιτισμού τους.

O Κίπλινγκ, για παράδειγμα, στο πιο δημοφιλές πολεμικό του ποίημα που κυκλοφόρησε μόλις έναν μήνα μετά το ξέσπασμα των εχθροπραξιών («For All We Have and Are») γράφει: «Για ό,τι είμαστε, για ό,τι μας ανήκει/Για τη μοίρα των δικών μας παιδιών/Με θάρρος ας πάμε προς τη νίκη/Οι Ούννοι βρίσκονται προ των πυλών». Η ποίηση που έγραψαν οι ποιητές αυτοί μεταμορφώθηκε άρδην όταν γνώρισαν το αποτρόπαιο πρόσωπο του πρώτου στην ιστορία σύγχρονου πολέμου. Μπορεί ο ωραίος Μπρουκ («Απόλλωνα της αγγλικής ποίησης» τον είχε αποκαλέσει ο Γέιτς), που πέθανε νωρίς και άδοξα από τσίμπημα κουνουπιού καθ’ οδόν προς τα Δαρδανέλλια (είναι θαμμένος σε κοιμητήριο της Σκύρου), να μην πρόλαβε να ζήσει την φρίκη του (εξ ου και τα περισσότερα ποιήματα που έγραψε φαντάζουν σήμερα αθώα και λίγο ανούσια), ωστόσο οι υπόλοιποι –ακόμη και ο αριστοκρατικής καταγωγής Σασούν– κατήγγειλαν, όπως ο Πάουντ, την «απάνθρωπη θυσία τόσων αθώων χάριν ανήθικων πολιτικών σχεδιασμών». Ο Σασούν έφτασε μάλιστα να στείλει τον Ιούλιο του 1917 την περίφημη «Δήλωσή» του στις Βρετανικές Στρατιωτικές Αρχές, με την οποία αποκήρυττε τον πόλεμο και γνωστοποιούσε την απόφασή να μην πολεμήσει πλέον για την πατρίδα του. Γλίτωσε λόγω διασυνδέσεων το απόσπασμα και στάλθηκε σε ψυχιατρική κλινική κοντά στο Εδιμβούργο (όπου παρεμπιπτόντως γνώρισε τον Οουεν, που κι αυτός νοσηλευόταν για ένα διάστημα εκεί).

Mια παράλογη εμφύλια σύρραξη

Ενα από τα συγκινητικότερα ποιήματα που γράφηκε την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είναι το «Καθώς χαράζει στα χαρακώματα» του Εβραίου Αϊζακ Ρόζενμπεργκ (δημοσιεύθηκε με προτροπή του Πάουντ στο περιοδικό «Poetry»!), στο οποίο ένας αρουραίος (έτσι αποκαλούσαν οι αντισημίτες τους Εβραίους) θα βγει μέσα από τα χαρακώματα για «ν’ αγγίξει πρώτα το χέρι ενός Αγγλου στρατιώτη» και, λίγο μετά, διασχίζοντας την «έρημη χώρα» που τους χώριζε, «αυτό ενός Γερμανού». Γιατί τι ήταν τελικά αυτός ο πόλεμος, παρά μια παράλογη εμφύλια σύρραξη, «μια νύχτα» που, όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Τρακλ (αυτοκτόνησε έξω από την Κρακοβία από υπερβολική δόση κοκαΐνης τον Νοέμβριο του 1914), «αγκάλιασε όλους τους πολεμιστές που ξεψυχούσαν»;

Ο κ. Χάρης Βλαβιανός είναι ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Ποιητική». Το τελευταίο του βιβλίο και πρώτο πεζό είναι «Το αίμα νερό» (εκδ. Πατάκης).

Πηγή:Καθημερινή