Skip to main content

Τότε που Έβρεχε Ανθρώπινες Στάχτες στο Άουσβιτς

Τότε που Έβρεχε Ανθρώπινες Στάχτες στο Άουσβιτς

Ο Χάιντς Κούνιο είναι καθισμένος στην κουνιστή καρέκλα του σαλονιού, με την πλάτη γυρισμένη στο μεγάλο παράθυρο. Ο ήλιος στη Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης, λούζει με φως το διαμέρισμα της οικογένειας Κούνιο, στην οδό Κορομηλά. Ο 87χρονος άντρας είναι ο πατριάρχης μιας από τις πιο γνωστές εβραϊκές οικογένειες της Θεσσαλονίκης. Κι ένας από τους ελάχιστους πια εν ζωή Έλληνες Εβραίους, που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επέζησαν και επέστρεψαν για να διηγηθούν τη θηριωδία. Η σύζυγός του, Σέλλη, μας τρατάρει χυμό και μπισκότα, πριν ο ίδιος ξεκινήσει την αφήγηση. Είναι ευπροσήγορος και διαυγής. «Είναι μια πολύ μεγάλη και ταραχώδης ιστορία» λέει. «Ίσως, είναι καλύτερα να μου κάνετε ερωτήσεις».
Η οικογένεια του πατέρα του Χάιντς Κούνιο εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη στα τέλη του 15 ου αι. μετά τους διωγμούς των Εβραίων στην Ισπανία. Ο ίδιος γεννήθηκε το 1927 στη λουτρόπολη του Κάρλοβι Βάρι, στη γερμανόφωνη περιοχή της πρώην Τσεχοσλοβακίας, τόπο καταγωγής της μητέρας του. Η οικογένεια είχε ήδη μια κόρη ενός έτους και όλοι μαζί ήρθαν στη Θεσσαλονίκη λίγο καιρό μετά τη γέννηση του αγοριού. Ο πατέρας Κούνιο άνοιξε κατάστημα φωτογραφικών ειδών στην οδό Κομνηνών. Κατοικούσαν στην αρχή του δρόμου των Εξοχών, στο ίδιο σημείο που βρίσκεται το σημερινό σπίτι της οικογένειας. Τα χρόνια πριν από τον πόλεμο ήταν ανέφελα. «Στη Θεσσαλονίκη ανθούσε το εμπόριο και η εβραϊκή κοινότητα ήταν το πιο ζωντανό της κομμάτι. Αριθμούσε 60.000 άτομα, περισσότερα από τον μισό πληθυσμό της πόλης», περιγράφει ο Κούνιο.

Τον πρώτο χρόνο της γερμανικής Κατοχής δεν πειράχτηκε κανένας Εβραίος, μέχρι που εμφανίστηκαν στα καταστήματα πινακίδες που έγραφαν «Juden Unerwunsht» [ανεπιθύμητοι Εβραίοι]. Άρχισαν να δημιουργούνται γκέτο, γειτονιές οι οποίες άδειαζαν από χριστιανικό πληθυσμό για να συγκεντρωθούν εβραϊκές οικογένειες, που εξαναγκάζονταν να νοικιάσουν εκεί νέα στέγη. «Βρεθήκαμε στο γκέτο του βαρόνου Χιρς στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ζούσαν κυρίως οικογένειες εργατών. Ο πατέρας μου είχε δώσει το κατάστημα σε έναν μεσεγγυούχο, χριστιανό συνεργάτη του. Αυτό απαγορευόταν, είπαν οι Γερμανοί, και με αυτή την αφορμή βρεθήκαμε όλη η οικογένεια στην πρώτη αποστολή για το Άουσβιτς».

Η αφήγηση του Κούνιο γίνεται στο εξής σπαραχτική, μέχρι το τέλος δεν κάνει σχεδόν καμία παύση. Στις 15 Μαρτίου του 1943, περίπου 2.500 Εβραίοι συγκεντρώθηκαν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης πριν χαράξει, ανάμεσά τους και η οικογένεια του 16χρονου Κούνιο. Έμειναν όρθιοι, στοιχισμένοι σε πεντάδες. Οι Ναζί τους έλεγαν ότι θα μεταφέρονταν κάπου στη Σιλεσία. «Μπήκαμε σε εμπορικά βαγόνια, 80 άτομα στο καθένα. Σε κάθε βαγόνι βάλανε δύο στρατιώτες κι ένα καζάνι με φαγητό».


Ο Χάιντς Κούνιο στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς το 1945.

Η πρώτη αποστολή έφτασε μετά από έξι μέρες στο Μπίρκεναου, περίχωρο του Άουσβιτς, στη γερμανική επαρχία επί πολωνικού εδάφους. Οι Εβραίοι μιλούσαν σεφαραδίτικα [ισπανο-εβραϊκά] και δεν καταλάβαιναν τις εντολές των Γερμανών. Τους φώναζαν να κατέβουν από το τρένο, εκείνοι δεν κουνιούνταν και τους κλωτσούσαν στο κεφάλι, πολλούς τους σκότωσαν με περίστροφο. Αυτά έκαναν οι Totenkopf Brigade, τα Τάγματα Εφόδου των Ες-Ες, που είχαν στο κράνος μια νεκροκεφαλή.

«Όταν σκότωσαν αρκετούς στη ράμπα, αντιλήφθηκαν ότι δεν γνωρίζαμε γερμανικά. Ρώτησαν αν μιλά κάποιος τη γλώσσα και βγήκαμε μπροστά εμείς οι τέσσερις της οικογένειας, που γνωρίζαμε γερμανικά λόγω καταγωγής της μητέρας. «Εσείς θα είστε διερμηνείς» είπαν. Και αυτό μας έσωσε».

Όσους δεν έστειλαν την ίδια ώρα στα κρεματόρια -γέρους, αδύναμους, ανάπηρους- τους έβαλαν στη σειρά για να τους στιγματίσουν. Ήταν ένας Τσεχοσλοβάκος, που βουτούσε δύο βελόνες στο μελάνι και κεντούσε τον αριθμό στο αριστερό χέρι των Εβραίων. Ο Κούνιο σηκώνει το μανίκι και δείχνει το σημάδι. «Αριθμός 109565. Κρατούμενος 109565» λέει.

Ο ίδιος και ο πατέρας του έμειναν μέχρι το τέλος στο κεντρικό στρατόπεδο του Άουσβιτς. Έραβαν σε μηχανές στολές των Ες-Ες και διόρθωναν τα κουρέλια των κρατούμενων. «Τη μάνα μου και την αδερφή μου τις βλέπαμε μόνο όταν έφτανε νέα αποστολή και μας φώναζαν στη ράμπα για διερμηνεία. Έφτασαν 22 αποστολές από τη Θεσσαλονίκη. Μέχρι να αποβιβαστούν οι νεοφερμένοι, ορμούσαμε στα ψωμιά που είχαν αφήσει στα βαγόνια. Κι έφταναν πάντα νύχτα. «Nacht und Nebel», δηλαδή «νύχτα και ομίχλη». Ακόμη και αυτό ήταν υπολογισμένο από το γερμανικό μυαλό».

Ο Κούνιο συννεφιάζει. «Νύχτα και καταχνιά. Ομίχλη από τις φωτιές στα κρεματόρια. Δεν μπορώ να αποβάλω αυτή τη μυρωδιά. Τα κρεματόρια είχαν στη βάση θαλάμους αερίων και δίπλα ψηλές καμινάδες. Ένα μέτρο πάνω από την καμινάδα δεν έβλεπες τίποτα, όμως πιο πάνω φαινόταν φλόγα και μαύρος καπνός» λέει.

«Η μυρωδιά ήταν μόνιμη, όμως υπήρχε και κάτι άλλο. Στο Άουσβιτς έβρεχε πάντοτε. Και με γαλάζιο ουρανό και τη νύχτα με ξαστεριά. Έβρεχε νιφάδες από στάχτη ανθρώπων. Πέντε θάλαμοι αερίων και πέντε κρεματόρια. Εργοστάσια θανάτου, που στο ζενίθ έκαιγαν ως και 2.000 σκελετωμένα άτομα την ημέρα. Αργότερα, γίνονταν τόσες πολλές δολοφονίες, που δεν χωρούσαν οι θάλαμοι. Πυροβολούσαν τους κρατούμενους ή τους απαγχόνιζαν κι έπειτα τους έκαιγαν σε μεγάλους λάκκους. Η τελευταία μαζική εκτέλεση έγινε 19 μέρες πριν την απελευθέρωση του Άουσβιτς». Μαζική παραγωγή νεκρών. Όσοι δεν ήταν δυνατοί για δουλειά, είχαν μωρό στην αγκαλιά ή βαστούσαν άρρωστο, θανατώνονταν. Η επιλογή, selektion στα γερμανικά, γινόταν στα τυφλά. Ένα καθημερινό μαύρο παιχνίδι τύχης. Ο πατέρας του Κούνιο κούτσαινε, όμως σηκωνόταν στις μύτες για να μην αποκαλυφθεί η αναπηρία του.

Αναρωτιόμαστε αν σε όλη αυτή τη θηριωδία, υπήρχαν ανθρώπινες στιγμές από τους Ες-Ες. «Υπήρχαν. Μια φορά ένας δεκανέας ρώτησε από πού καταγόμαστε. Ήταν από το Κάρλοβι Βάρι και δέχτηκε να δίνουμε τα ρούχα μας για πλύσιμο. Αυτό ήταν κατά 50 τοις εκατό ο λόγος που σωθήκαμε. Δεν μας χτυπούσαν, γιατί ήμασταν καθαροί και όχι κουρελήδες».

Τον Ιανουάριο του 1945 είχε ξεκινήσει η οπισθοχώρηση των Γερμανών. Τα μάτια του Κούνιο φωτίζονται. Το Άουσβιτς εκκενώθηκε και ξεκίνησε η περιβόητη Πορεία του Θανάτου προς τα μετόπισθεν. Σκελετωμένοι κρατούμενοι βάδιζαν για μέρες. Όποιος έπεφτε και δεν σηκωνόταν, τον αποτελείωναν. Πατέρας και γιος Κούνιο έφτασαν στις φυλακές του Ματχάουζεν στην Αυστρία και από εκεί επιβιβάστηκαν στο τρένο για τον τελευταίο σταθμό, το Έμπενζε (που σημαίνει απάνεμη λίμνη), ένα χωριουδάκι χωμένο στις Άλπεις, όπου κρατούνταν και πολλοί Έλληνες αντιστασιακοί.

«Στο τρένο για το Έμπενζε υπήρχαν Ρώσοι αιχμάλωτοι. Το βράδυ άρχισαν να τραγουδούν το «Βόλγα-Βόλγα», όμως ταυτόχρονα έκαναν μια τρύπα στο βαγόνι και άνοιξαν την πόρτα. Ξύπνησα γιατί μύρισα καθαρό αέρα, το βαγόνι είχε σχεδόν αδειάσει. Οι φρουροί άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα, όμως οι περισσότεροι πήδηξαν. Όταν φτάσαμε, εμάς του βαγονιού μας πήγαν σε ένα αλσύλλιο για εκτέλεση. Όμως ο πόλεμος τελείωνε και οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να φοβούνται. Ο διοικητής του στρατοπέδου είπε «εγώ δεν παραλαμβάνω πτώματα»».

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Αβραμίδης

Κώστας Κουκουμάκας

Πηγή : VICE/Κώστας Κουκουμάκας