Skip to main content

50 χρόνια από το ιστορικό σχίσμα: Η διάσπαση του ΚΚΕ το ’68, οι συγκρούσεις και η διαμάχη Βουκουρεστίου – Μόσχας

Η κορύφωση της εσωκομματικής διαπάλης που εξελισσόταν τα προηγούμενα χρόνια μετά την ήττα του Εμφυλίου – Η μάχη για τη «Φωνή της Αλήθειας», το αρχείο του κόμματος και ο ρόλος του Τσαουσέσκου

Η διάσπαση του ΚΚΕ στη 12η Ευρεία Ολομέλεια της Κεντρικής του Επιτροπής, η οποία συνήλθε ακριβώς πριν από πενήντα χρόνια (5 έως 15 Φεβρουαρίου 1968 στη Βουδαπέστη), έλαβε διαστάσεις ιστορικού σχίσματος. Ηταν η κορύφωση της εσωκομματικής διαπάλης που εξελισσόταν τα προηγούμενα χρόνια – μετά την ήττα του εμφυλίου (1946-49) και τις εσωτερικές αναταράξεις που προκάλεσε η αποκαθήλωση του Νίκου Ζαχαριάδη (1956) με διεθνή παρέμβαση έξι «αδελφών» κομμουνιστικών κομμάτων στο πλαίσιο της αποκαλούμενης «αποσταλινοποίησης», ενώ επηρεαζόταν άμεσα και από τις ευρύτερες εξελίξεις και ισορροπίες στο τότε σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Ηταν μια περίοδος αμφισβήτησης της σοβιετικής πρωτοκαθεδρίας, κάτι που είχε ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται από το 1956 και την εξέγερση στην Ουγγαρία, για να κορυφωθεί ακολούθως το 1968 στην Τσεχοσλοβακία με την απόπειρα φιλελευθερισμού του καθεστώτος (Ανοιξη της Πράγας). Το εγχείρημα καταπνίγηκε μετά την εισβολή των Σοβιετικών τον Αύγουστο του ’68, λίγους μόλις μήνες μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ, προκαλώντας κλυδωνισμούς στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Παράλληλα, σε διάφορα δυτικοευρωπαϊκά κομμουνιστικά κόμματα, προεξάρχοντος του Ιταλικού ΚΚ, διαμορφωνόταν ένα ρεύμα αυτονόμησης και κριτικής στο σοβιετικό μοντέλο εξουσίας (ευρωκομμουνισμός). Κατά της επέμβασης των Σοβιετικών στην Πράγα τάχθηκε ανοιχτά και η σοσιαλιστική Ρουμανία, η ηγεσία της οποίας υπό τον Νικολάε Τσαουσέσκου έπαιξε τον ρόλο της στη διάσπαση του ΚΚΕ, από την οποία γεννήθηκε το ΚΚΕ Εσωτερικού, παρέχοντας πολιτική, υλική και όποια άλλη στήριξη χρειάστηκε στην ομάδα των καθαιρεθέντων από τη 12η Ολομέλεια – Μήτσου Παρτσαλίδη, Ζήση Ζωγράφου και Πάνου Δημητρίου.

Η αποστασιοποίηση των ρουμάνων κομμουνιστών από τη Μόσχα είχε ήδη διαφανεί σε κομβικά θέματα της εξωτερικής πολιτικής, ενώ η ανάμειξη του Τσαουσέσκου στα εσωτερικά του ΚΚΕ, παρά την επίφαση της ουδετερότητας, επιχειρήθηκε να αποτελέσει στοιχείο στη σκακιέρα της στρατηγικής της αυτονόμησής του από τους Σοβιετικούς. Ο ίδιος εκμεταλλεύτηκε την κρίση στο ΚΚΕ και τη χρησιμοποίησε ως όχημα για τις δικές του επιδιώξεις στην κατεύθυνση ενίσχυσης του κλίματος αμφισβήτησης της μονολιθικότητας του κυρίαρχου ΚΚ Σοβιετικής Ενωσης εντός του κομμουνιστικού κινήματος. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι οι Ρουμάνοι έθεσαν στη διεθνή συνδιάσκεψη των κομμουνιστικών κομμάτων στη Μόσχα (1969) θέμα να προσκληθούν σε αυτήν και όσα κόμματα διαφωνούσαν, κάτι όμως που απετράπη, ενώ τον ίδιο χρόνο το ΚΚΡ προσκάλεσε στο συνέδριό του και τους διαφωνούντες, αλλά ως επιτροπή της ΕΔΑ υπό τον Μπριλλάκη, με αποτέλεσμα η πλευρά Κολιγιάννη να αντιδράσει και να μην παραστεί τελικά σε αυτό.

Τα βαθύτερα αίτια

Πάντως τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν στην ανελέητη πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση στο εσωτερικό του ΚΚΕ ήταν οι δυο αντίπαλες απόψεις σχετικά με τη φυσιογνωμία και τον ρόλο του κόμματος σε εκείνη τη φάση, κατά την οποία το παράνομο από την εποχή του εμφυλίου ΚΚΕ είχε διοχετεύσει πλήρως τις δυνάμεις του στη νόμιμη ΕΔΑ (δημιουργήθηκε το 1951 με πρωτοβουλία του ως συνασπισμός ευρύτερων αριστερών κομμάτων), έχοντας μάλιστα λάβει μια απόφαση που εκ των υστέρων θα θεωρήσει μοιραίο λάθος «δεξιού οπορτουνιστικού χαρακτήρα»: τη διάλυση των (παράνομων) οργανώσεών του με απόφαση της 8ης Ολομέλειας του 1958. Οσο το ΚΚΕ συνειδητοποιούσε το μέγεθος του λάθους του, τόσο μορφοποιούνταν στο εσωτερικό της ΕΔΑ οι απόψεις εκείνων που θεωρούσαν ότι δεν πρέπει το ΚΚΕ μέσω των δυνάμεών του (τα λεγόμενα «κομματικά στηρίγματα» εντός της ΕΔΑ) να «καπελώνει» τη δράση της και ότι η προσπάθεια «ντε γιούρε ή ντε φάκτο νόμιμης ή μισονόμιμης ύπαρξης και λειτουργίας οργανώσεων του ΚΚΕ», που αποφασίστηκε από το κόμμα το 1965, ήταν μια λανθασμένη κίνηση καθώς θα αδυνάτιζε συνολικά το «ευρύχωρο» εγχείρημα της ΕΔΑ.

Κατά την άποψη όσων έβλεπαν με επιφυλάξεις την «εμμονή» της ηγεσίας του ΚΚΕ να ενισχύσει την αυτόνομη πολιτική και οργανωτική παρουσία του, ήταν προτιμότερο η ΕΔΑ να μετεξελιχθεί από συνασπισμό αριστερών κομμάτων σε κόμμα με μαρξιστικά χαρακτηριστικά, παρά να επιδιώξει το ΚΚΕ τη «νόμιμη ή μισονόμιμη» ύπαρξή του, η οποία, στις συνθήκες εκείνες κινδύνευε να δυναμιτίσει το ευρύ εγχείρημα της ΕΔΑ. Επί της ουσίας, στο εσωτερικό του ΚΚΕ συγκρούονταν δύο ιδεολογικά ρεύματα: το «ορθόδοξο», που εξέφραζε η ηγεσία Κολιγιάννη, το οποίο τασσόταν υπέρ της διατήρησης των μαρξιστικών – λενινιστικών αρχών του κόμματος με απόλυτη προσήλωση στη Σοβιετική Ενωση, και το «ανανεωτικό» («αναθεωρητικό»), το οποίο εμπνεόταν από τις αναζητήσεις άλλων δυτικών κομμουνιστικών κομμάτων, με κυρίαρχο πάντα το Ιταλικό ΚΚ, για τον «δημοκρατικό δρόμο προς τον σοσιαλισμό» και για «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο», αμφισβητώντας το σοβιετικό μοντέλο εξουσίας.

Ποιος διέγραψε ποιον – Η «είδηση» της διάσπασης

Η διάσπαση συντελέστηκε μέσα στη δικτατορία, γεγονός που επιβάρυνε περαιτέρω τις ήδη εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες παρουσίας και δράσης των κομμουνιστών, οι περισσότεροι εκ των οποίων έμαθαν τα κακά μαντάτα στις φυλακές και στις εξορίες όπου βρίσκονταν. Τα μέλη και οι συνοδοιπόροι του ΚΚΕ διχάστηκαν. Με τους διαφωνούντες συντάχθηκαν τα μέλη του Γραφείου Εσωτερικού που διατηρούσε στην Ελλάδα η εκδιωχθείσα μετά την ήττα του εμφυλίου ηγεσία του ΚΚΕ (με έδρα το Βουκουρέστι), μεταξύ των οποίων οι Μπάμπης Δρακόπουλος, Νίκος Καρράς, Αντώνης Μπριλλάκης, Τάκης Μπενάς κ.ά. Οι πρώτες πληροφορίες για τη διάσπαση δημοσιεύτηκαν στον ελεγχόμενο από το καθεστώς των συνταγματαρχών ελληνικό Τύπο τη Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 1968. Τα «Νέα» είχαν δημοσιεύσει στην πρώτη σελίδα σε ένα μικρό μονόστηλο με παραπομπή στην 8η σελίδα την είδηση: «Εσίγησεν ο σταθμός του ΚΚΕ. Διάσπασις της ηγεσίας» και ανέφερε ότι «ο εν λόγω σταθμός είχε ανακοινώσει εις εκπομπήν του Σαββάτου (σ.σ.: 17.2.1968) ότι ο Κώστας Κολιγιάννης, Γενικός Γραμματεύς του ΚΚΕ και τρία άλλα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, διεγράφησαν». Το ρεπορτάζ στις μέσα σελίδες συνέχιζε υπό τον τίτλο «Διεγράφη ο Κ. Κολιγιάννης από την ηγεσίαν του ΚΚΕ» και υπότιτλο «Και 3 μέλη του Πολιτικού Γραφείου». Σε αυτό αναφερόταν ότι: «Συμφώνως προς ανακοίνωσιν του ραδιοφωνικού σταθμού του ΚΚΕ, η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος διέγραψε τον Κώστα Κολιγιάννη, γενικόν γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος, και τρία άλλα μέλη του Πολιτικού Γραφείου του Κόμματος» και ότι «ως αιτία της διαγραφής αναφέρεται ότι ο Κώστας Κολιγιάννης και η ομάς του «έφερον εις δύσκολον κατάστασιν το Κόμμα, το οποίον εξ αιτίας των διεσπάθη»». Υπήρχε δε εκτενής αναφορά στην ανοιχτή καταγγελία της ομάδας Παρτσαλίδη, Ζωγράφου, Δημητρίου που μεταδόθηκε και στρεφόταν κατά της ηγεσίας Κολιγιάννη. Η πραγματικότητα για το… ποιος διέγραψε ποιον αποκαταστάθηκε τελικά μετά τη δημοσιοποίηση από τα σοβιετικά μέσα ενημέρωσης των επίσημων ανακοινώσεων της φιλοσοβιετικής ηγεσίας του ΚΚΕ.

Στις 19 Φεβρουαρίου 1968 το σοβιετικό πρακτορείο ειδήσεων «ΤΑΣ» και η εφημερίδα του ΚΚΣΕ «Πράβντα» μετέδωσαν τις αποφάσεις που έλαβε η 12η Ολομέλεια παίρνοντας έτσι ανοιχτά θέση υπέρ της ηγεσίας Κολιγιάννη. Με τίτλο «Στο όνομα των συμφερόντων του ελληνικού λαού» η «Πράβντα» δημοσίευσε στην 5η σελίδα την ανακοίνωση του προεδρείου της 12ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ για τη «φραξιονιστική επίθεση κατά της γραμμής και της καθοδήγησης του κόμματος από την πλευρά της ομάδας του Μήτσου Παρτσαλίδη, του Ζήση Ζωγράφου και του Παναγιώτη Δημητρίου» και την καθαίρεσή τους, καθώς και την ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος με την οποία καταδικαζόταν η δράση της ομάδας μετά την Ολομέλεια και οι «αντικομματικές προβοκατόρικες ενέργειες» στις οποίες είχε προβεί (κατάληψη του ραδιοσταθμού «Η φωνή της Αλήθειας») και οδήγησαν στη διαγραφή τους από το ΚΚΕ.

Το Αθηναϊκό Πρακτορείο μετέδωσε τις πληροφορίες του «ΤΑΣ» και της «Πράβντα» και οι εφημερίδες έγραψαν για το θέμα: «Βαθειά κρίσις εις την ηγεσίαν των κομμουνιστών. ΔΙΕΓΡΑΦΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΚΚΕ ΤΡΙΑ ΑΝΩΤΑΤΑ ΣΤΕΛΕΧΗ ΤΟΥ. Είχον επιτεθεί κατά του Κ. Κολιγιάννη» («Το Βήμα», Τρίτη 20.2.1968). «Η ύπαρξις δεινής κρίσεως ηγεσίας τις τους κόλπους του ΚΚΕ, παρ’ όλον ότι τούτο καταβάλλει προσπαθείας αποκρύψεως της πραγματικής σημασίας της, ομολογείται ευθέως και υπό του σοβιετικού Πρακτορείου Ειδήσεων «Τας» και υπό της «Πράβδα»» ανέφερε το δημοσίευμα. «Ο Κ. Κολιγιάννης διέγραψεν τρεις αντιπάλους του» ήταν ο τίτλος του δημοσιεύματος των «Νέων» της ίδιας ημέρας.

Το χουντικό καθεστώς δεν θα κρύψει την ικανοποίησή του για τα τεκταινόμενα στο ΚΚΕ διακηρύσσοντας πανηγυρικά ότι «εις τα επιτεύγματα της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου 1967 εντάσσεται και η πλήρης σχεδόν διάλυσις του ΚΚΕ με την διάσπασίν του εις αλληλοκατηγορουμένας φατρίας». Η (πανομοιότυπη) προπαγανδιστική θέση του καθεστώτος, όπως προωθήθηκε προς δημοσίευση στις εφημερίδες που τελούσαν υπό τον ασφυκτικό έλεγχό του, ήταν ότι: «Η διαμάχη στους κόλπους του ΚΚΕ συνεχίζεται και εντείνεται με φυσικόν επακόλουθον την δημιουργίαν πλήρους συγχύσεως μεταξύ των οπαδών του Κόμματος τούτου και την ολοσχερή σχεδόν οργανικήν εξάρθρωσίν των. Και τούτο είναι συνέπεια της εθνοσωτηρίου επεμβάσεως του Στρατού την 21ην Απριλίου 1967. Είναι επίσης σαφές ότι ο διχασμός εις τους κόλπους του διεθνούς κομμουνισμού επεξετάθη και εις τους κόλπους του ΚΚΕ με αμέσους και διαλυτικάς επιπτώσεις». Ηταν προφανές ότι για τη χούντα η διάσπαση των κομμουνιστών ήταν ένα ανέλπιστο δώρο…

Η αρπαγή του κομματικού αρχείου

Μία ακόμη διάσταση ενδεικτική της ανοιχτής σύγκρουσης που μαινόταν μεταξύ των δυο πλευρών και του ρόλου του ΚΚ Ρουμανίας ήταν η τύχη του κομματικού αρχείου το οποίο φυλασσόταν στην πόλη Σιμπίου, 282 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Βουκουρεστίου. Στις 19 Μαρτίου 1968 μια ομάδα από 10-15 μέλη των διαφωνούντων πήγε με δυο φορτηγά και «με τρόπο εντελώς γκανγκστερικό εισέβαλε μέσα στο οίκημα που φυλάσσονται τα αρχεία, κακοποίησε τους 3 συντρόφους που δούλευαν εκεί, τους κλείδωσε μέσα σε ένα δωμάτιο, έσπασε με λοστούς τον τοίχο μιας αποθήκης και πήρε γύρω στα 180 δέματα από το αρχείο που έχει απόρρητα υλικά από την παράνομη δράση του κόμματος», όπως περιέγραφε την κατάσταση σε σημείωμά του το ΚΚΕ. Το κόμμα κατήγγειλε την ενέργεια αυτή και έθεσε το θέμα επισήμως στο Τμήμα Διεθνών Σχέσεων του ΚΚΡ καταθέτοντας όλες τις λεπτομέρειες του συμβάντος και κατονομάζοντας τους δράστες ενώ ζήτησε τη δίωξή τους. Οι Ρουμάνοι όμως έκαναν και σε αυτή την περίπτωση τα στραβά μάτια. Ετσι κατατέθηκαν μηνύσεις και διατάχθηκαν ανάκριση και έρευνα. Αναγνωρίστηκαν πέντε δράστες και διατάχθηκε η σύλληψή τους με τη δέσμευση ότι θα γινόταν αυτοψία στον χώρο, κάτι που δεν έγινε και όλα σταμάτησαν εκεί.

«Είναι ολοφάνερο ότι με επέμβαση της καθοδήγησής σας εμποδίστηκε το έργο των αρμοδίων κρατικών αρχών» επεσήμαινε το ΚΚΕ στους ρουμάνους «συντρόφους», καταγγέλλοντας ότι «όταν σε μια ομάδα ανθρώπων δίνεται η δυνατότητα να κλέβουν και να ληστεύουν χωρίς να παίρνονται μέτρα, τότε αυτό δεν δικαιολογείται με το πρόσχημα της μη ανάμιξης». Και τους κατηγορούσε ότι η ομάδα Παρτσαλίδη – Ζωγράφου – Δημητρίου «εκμεταλλευόμενη την ασυδοσία που του εξασφαλίζουν τα κομματικά και τα κρατικά σας όργανα, έρχεται μεσάνυχτα στην έδρα της ΚΕ μας, στο Βουκουρέστι, και αποπειράται να πηδήσει τον φράχτη για να λεηλατήσει τα γραφεία μας». Ζητούσαν επίσης να δοθεί εντολή για «να πάμε να πάρουμε τα κλοπιμαία του Σιμπίου απ’ εκεί που τα έχουν κρυμμένα» και να τους εξασφαλιστούν τα απαραίτητα μέσα για να τα μεταφέρουν σε άλλη σοσιαλιστική χώρα, κάτι που δεν συνέβη. Παρά την εμπλοκή των Σοβιετικών στην υπόθεση, το αρχείο ουδέποτε παραδόθηκε, αντιθέτως οι διαφωνούντες διευκολύνθηκαν να το φυγαδεύσουν εκτός Ρουμανίας. Μετά από επαφές που είχαν με την Ενωση Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας, το αρχείο βρέθηκε στα Σκόπια, ενώ στην Ελλάδα επέστρεψε το 1988. Το τμήμα του κομματικού αρχείου που δεν πήραν οι «φραξιονιστές» και παρέμεινε στην κατοχή του ΚΚΕ μεταφέρθηκε το 1968 στην ΕΣΣΔ, στην πόλη Ιβάνοβο, 300 χλμ. βορειοανατολικά της Μόσχας, και μεταφέρθηκε στην Ελλάδα πολλά χρόνια αργότερα.

Πλήρης στήριξη

Για την ηγεσία Κολιγιάννη τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα: ο Τσαουσέσκου και το ρουμάνικο ΚΚ είχε ευθεία ανάμειξη στην υπόθεση της σύγκρουσης στο ΚΚΕ, κάτι που άρχισε να φαίνεται αργότερα και από τις επίσημες σχέσεις του Βουκουρεστίου με το ΚΚΕ Εσωτερικού. Ετσι, όταν ο Τσαουσέσκου συναντούσε επισήμως την ηγεσία του κόμματος που προέκυψε από τη διάσπαση του ‘68, το ΚΚΕ αντιδρούσε έντονα: «Η ενέργεια αυτή έρχεται να επισφραγίσει ανοιχτά πλέον την όχι σωστή πολιτική σχέσεων που ακολουθεί χρόνια τώρα η καθοδήγηση του κόμματός σας απέναντι στο κόμμα μας και ιδιαίτερα μετά τη 12η Ολομέλεια της ΚΕ μας στην οποία αντιμετωπίστηκε αποφασιστικά η δεξιά αναθεωρητική και διασπαστική ομάδα» ανέφερε σημείωμα που έστειλε η ΚΕ του ΚΚΕ στο ρουμάνικο ΚΚ τον Νοέμβριο του 1971 μετά τη συνάντηση και τις συνομιλίες που είχε ο Τσαουσέσκου «με “αντιπροσωπεία” της διασπαστικής δεξιάς αναθεωρητικής ομάδας που εμφανίζεται σαν “αντιπροσωπεία του ΚΚΕ (εσωτερικού)”». «Σας είναι καλά γνωστό ότι το ΚΚΕ είναι ένα και αυτό εκπροσωπείται (…) από τα νόμιμα όργανά του με επικεφαλής τον σ. Απόστολο Γκρόζο, πρόεδρο της ΚΕ και τον σ. Κώστα Κολιγιάννη, Πρώτο Γραμματέα» διαμαρτυρόταν η ΚΕ του ΚΚΕ.

Κύρκος «καλεί» Μόσχα

Για όλα αυτά ήταν πλήρως ενήμερο το ΚΚ Σοβιετικής Ενωσης: και για τις δράσεις των διαγραμμένων και για τη στήριξη των Ρουμάνων. Αυτό δεν εμπόδιζε πάντως τον σοβιετικό πρεσβευτή στην Ελλάδα Κ. Λεβίτσκιν να συναντά τον Λεωνίδα Κύρκο, εκ των πρωτεργατών του ΚΚΕ Εσωτερικού, ο οποίος σε συνάντηση του Ιουνίου 1972, του τόνιζε «τον τεράστιο ρόλο που μπορεί να παίξει το ΚΚΣΕ στην υπέρβαση της διάσπασης στο ΚΚΕ», όπως αναφέρεται σε απόρρητο σημείωμα από το ημερολόγιο του πρέσβη (περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Οι σχέσεις ΚΚΕ και ΚΚ Σοβιετικής Ενωσης στο διάστημα 1953-1977», 1999, εκδόσεις Παρατηρητής). Μάλιστα, ο Κύρκος του είπε ότι «πρέπει να σταματήσει να υποστηρίζει (σ.σ.: το ΚΚΣΕ) μόνο εκείνο το τμήμα των Ελλήνων κομμουνιστών, επικεφαλής των οποίων βρίσκεται ο Κολιγιάννης, και να τηρήσει ουδέτερη στάση απέναντι στις εσωκομματικές διαμάχες του ΚΚΕ». Κατά το σημείωμα του σοβιετικού πρεσβευτή «ο Κύρκος επιχείρησε να αποδείξει ότι η εμφάνιση του ΚΚΣΕ σε θέση πλήρους υποστήριξης του Κολιγιάννη προκαλεί δυσαρέσκεια στους Ελληνες κομμουνιστές και δημοκράτες» και ότι μεταξύ τους διαμορφώνεται η τάση ότι «εφόσον το ΚΚΣΕ υποστηρίζει εξ ολοκλήρου τη γραμμή Κολιγιάννη, συμπεραίνουν ότι οι Σοβιετικοί σύντροφοι έχουν υιοθετήσει λανθασμένες θέσεις».

Ο Κύρκος επέμεινε ότι «το ΚΚΣΕ πρέπει να εκδηλώσει ανοιχτά την ουδετερότητά του στα ζητήματα των εσωκομματικών διαφωνιών στο ΚΚΕ, να βρει τους αρμόζοντες τρόπους και να καλέσει του Ελληνες κομμουνιστές σε ενότητα και συσπείρωση των γραμμών τους», ενώ εξέφρασε την απορία και τη δυσαρέσκειά του «για το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί σύντροφοι θεωρούν όλους τους αντιπάλους του Κολιγιάννη σχεδόν ως εχθρούς του ΚΚΣΕ και της Σοβιετικής Ενωσης», κάτι, που όπως τόνισε, «στερείται οποιασδήποτε βάσης», ενώ κατηγορούσε την πλευρά Κολιγιάννη ότι διοχετεύει «λανθασμένες πληροφορίες» στη Μόσχα. Πάντως αναγνώρισε ότι «το μοναδικό θέμα για το οποίο υπήρξε διάσταση του ΚΚΕ (εσωτερικού) με το ΚΚΣΕ είναι το ζήτημα της κοινής ενέργειας των σοσιαλιστικών κρατών στην Τσεχοσλοβακία το 1968». Ο Λεωνίδας Κύρκος, φυσικά, δεν προσδοκούσε ότι το ΚΚΣΕ θα εγκατέλειπε την ηγεσία του ΚΚΕ (τον Κολιγιάννη πάντως τον εγκατέλειψε έξι μήνες αργότερα υιοθετώντας τη λύση του Χαρίλαου Φλωράκη ως διαδόχου του στο «τιμόνι» του ΚΚΕ). Επεδίωκε όμως την ουδετερότητα της Μόσχας μεταξύ όλων των άλλων και για να δημιουργηθούν τα απαραίτητα ερείσματα για την πολιτική ακτινοβολία του ΚΚΕ Εσωτερικού. Ωστόσο, η προσπάθεια «συμφιλίωσης» με τη Μόσχα απέτυχε.

Η εμπλοκή Τσαουσέσκου και η κατάληψη της «Φωνής της Αλήθειας»

Στις 3 Απριλίου 1968 πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ αντιπροσωπειών του ΚΚ Ρουμανίας υπό τον Τσαουσέσκου και του ΚΚΕ υπό τον Κολιγιάννη (μαζί με τους Α. Γκρόζο και Λ. Στρίγκο) όπου συζητήθηκαν οι ιδιόμορφες σχέσεις μεταξύ των δύο κομμάτων. Η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ ενημέρωσε το Πολιτικό Γραφείο και την ΚΕ για όσα τέθηκαν στο τραπέζι των συζητήσεων. «Διαπιστώνουμε με λύπη ότι τον τελευταίο καιρό οι σχέσεις μεταξύ των δυο κομμάτων έχουν διασαλευτεί και δεν βρίσκονται σε καλό επίπεδο εξαιτίας της στάσης της ηγεσίας του κόμματος απέναντι στο κόμμα μας» ανέφερε σχέδιο κειμένου της ΚΕ απευθυνόμενο προς τους ρουμάνους «συντρόφους» (Αλ. Δάγκας – Γ. Λεοντιάδης. «Το κομματικό αρχείο. Διαδρομές, εμπλοκές: Το “Αρχείο του ΚΚΕ εσωτερικού” και η αντιδικία του ΚΚΕ με τους επαγγελματίες ιστορικούς», 2009, εκδόσεις Επίκεντρο).

Μετά τη 12η Ολομέλεια, το ΚΚΕ εξέθεσε προφορικά και γραπτά στο ΚΚ Ρουμανίας τις θέσεις του για τη «δεξιά οπορτουνιστική γραμμή και τη φραξιονιστική δράση της ομάδας Παρτσαλίδη – Ζωγράφου – Δημητρίου» και την καθαίρεσή τους από το Πολιτικό Γραφείο. «Η ομάδα αυτή αντί να πειθαρχήσει στις αποφάσεις του κόμματος άρχισε αμέσως μετά την Ολομέλεια ανοιχτά μια οργανωμένη ασύστολη συκοφαντική εκστρατεία και φραξιονιστική-διασπαστική δράση κατά του κόμματός μας», κάτι που οδήγησε τελικά και στη διαγραφή τους. Στο ΚΚΕ δεν έκρυβαν τη δυσαρέσκειά τους για τη στάση που επιφύλαξε στους «φραξιονιστές» το «αδελφό» ρουμανικό κόμμα: «Θεωρούμε υποχρέωσή μας να σας πούμε, με όλη την ειλικρίνεια που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις μας, ότι η φραξιονιστική ομάδα, που αυτοανακηρύχτηκε “Ενωτική Κεντρική Επιτροπή” (σ.σ.: συγκροτήθηκε μετά τη διάσπαση από τους διαφωνούντες αμφισβητώντας τη νομιμότητα της κομματικής ηγεσίας υπό τον Κολιγιάννη), δεν θα τολμούσε να φτάσει εκεί που έφτασε και δεν θα μπορούσε να προξενήσει τόση ζημιά στο κόμμα μας και το κίνημά μας αν δεν είχε την ανοχή και την υποστήριξη της ηγεσίας του Κόμματός σας». Το ΚΚΕ μάλιστα αμφισβητούσε ευθέως τους ισχυρισμούς των Ρουμάνων ότι δεν έχουν καμία ανάμειξη ή επέμβαση στα εσωτερικά του κόμματος. Η επιχειρηματολογία αυτή «δεν μπορεί να σταθεί – την ανατρέπουν τα γεγονότα», διαπίστωνε το ΚΚΕ.

Η κατάληψη της «Φωνής της Αλήθειας»

Το Τμήμα Εξωτερικών της ΚΕ του ΚΚ Ρουμανίας ενημερώθηκε επισήμως από το ΚΚΕ για την καθαίρεση Παρτσαλίδη – Ζωγράφου – Δημητρίου τις πρώτες πρωινές ώρες της 16ης Φεβρουαρίου 1968. Τη νύχτα της 16ης προς 17η Φεβρουαρίου η ομάδα των διαφωνούντων κατέλαβε τον ραδιοσταθμό «Φωνή της Αλήθειας» και σε όλες τις εκπομπές της 17ης Φεβρουαρίου μετέδιδε το ανοιχτό γράμμα των τριών κατά των αποφάσεων της Ολομέλειας. «Τους φραξιονιστές τούς μετέφεραν στο Ραδιοσταθμό δικοί σας σωφέρ ενώ δεν παρέλαβαν το κανονικό προσωπικό του σταθμού. Επίσης οι φρουροί απαγόρευσαν την είσοδο στην πραγματική διεύθυνση και στο προσωπικό του σταθμού», διαμαρτυρόταν το ΚΚΕ, το οποίο μάλιστα είχε θέσει το θέμα στους Ρουμάνους από το πρωί της 17ης Φεβρουαρίου προκειμένου να διασφαλίσει την κανονική λειτουργία του ραδιοσταθμού, όμως εκείνοι είχαν άλλα σχέδια: τους ειδοποίησαν ότι «δεν βρίσκεται κανείς από την καθοδήγηση του κόμματος (ΕΕ και Γραμματεία) στο Βουκουρέστι» και ότι η καθοδήγηση του ΚΚΕ «δεν μπορούσε επί δυο μέρες να έρθει σε επαφή με κανένα υπεύθυνο πρόσωπο», ενώ και ένα γράμμα που επιχείρησαν οι Ελληνες να επιδώσουν δεν έγινε δεκτό. Ακόμα και ο αξιωματικός της φρουράς που ειδοποιήθηκε το απόγευμα της 17ης Φεβρουαρίου «αρνήθηκε να επέμβει». Τελικά οι εκπομπές των «φραξιονιστών» σταμάτησαν μόνο τα μεσάνυχτα της ίδιας ημέρας, όταν εισέβαλαν στο κτίριο όπου βρισκόταν ο πομπός μια ομάδα του συντακτικού προσωπικού μαζί με τον διευθυντή και ένα μέλος του Πολιτικού Γραφείου.

Το καίριο χτύπημα

Το ΚΚΕ κατηγορούσε την ηγεσία του «αδελφού» κόμματος ότι «παίρνει υπό την προστασία της τη φραξιονιστική ομάδα» και ότι «τη βοηθά, την υποστηρίζει, πραγματοποιεί συναντήσεις μαζί της και της χορηγεί μέσα με τα οποία επιτίθεται ενάντια στην ενότητα του κόμματος και του κινήματος». Το απόγευμα της 19ης Φεβρουαρίου 1968 πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ αντιπροσωπειών των δύο κομμάτων όπου τα θέματα τέθηκαν ωμά. Μετά τη συνάντηση τα μέλη και στελέχη του ΚΚΕ που βρίσκονταν στο κτίριο του ραδιοσταθμού το εγκατέλειψαν όπως συμφωνήθηκε. Οι «φραξιονιστές» όμως έμειναν εκεί μία-δύο ημέρες «και μπαινόβγαιναν κουβαλώντας δέματα στα χέρια τους και με αυτοκίνητο». Το ΚΚΕ απαιτούσε να του παραδοθούν τα αρχεία του ραδιοσταθμού. Ο Τσαουσέσκου τούς είπε ότι το ζήτημα του ραδιοσταθμού «θα το λύσει σε λίγες ημέρες η Εκτελεστική Επιτροπή και ότι θα λυνόταν εύκολα αν θα υπήρχε μια αντιφασιστική επιτροπή», σε μια προσπάθεια να υπερπηδηθούν τα εμπόδια που έθεταν η σφοδρή διαμάχη των αντίπαλων κομματικών «στρατοπέδων» και ο αρνητικός αντίκτυπος που δημιουργούσε σε σχέση με την πάλη κατά της δικτατορίας στην Ελλάδα.

Αυτά για το ΚΚΕ ήταν προσχήματα, αφού πίστευαν ότι «διαφαίνεται ο κίνδυνος να παραχωρηθεί ο ραδιοσταθμός στη φραξιονιστική ομάδα». «Δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι θα φτάσετε σ’ αυτό το σημείο» υπογράμμιζαν οι έλληνες κομμουνιστές, προειδοποιώντας ότι «εάν με οποιοδήποτε πρόσχημα και ψευδώνυμο δοθεί ο ραδιοσταθμός στη φραξιονιστική ομάδα, θα βρεθούμε στη δυσάρεστη θέση να καταγγείλουμε ανοιχτά στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, στην εργατική τάξη και σ’ όλο το λαό μας την πράξη αυτή σαν διασπαστική και εγκληματική για την ενότητα του κόμματός μας και για την ενότητα όλων των αντιδικτατορικών δυνάμεων». Υστερα απ’ όλα αυτά οι Ρουμάνοι αποφάσισαν να «σφραγίσουν» τον σταθμό, ενώ χρειάστηκαν περί τις δύο εβδομάδες μέχρι να εκπέμψει εκ νέου η «Φωνή της Αλήθειας», αυτή τη φορά όμως όχι από το έδαφος της Ρουμανίας, αλλά από τη Λειψία της Ανατολικής Γερμανίας και υπό τον έλεγχο του Κολιγιάννη.

Το Τμήμα Διαφώτισης του περιοδικού «Νέος Κόσμος»

Οι Ρουμάνοι διευκόλυναν τους διαφωνούντες να μπουν και στο οίκημα όπου βρισκόταν το Τμήμα Διαφώτισης και η Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού «Νέος Κόσμος» (πολιτικό και θεωρητικό περιοδικό του ΚΚΕ που ξεκίνησε να κυκλοφορεί το 1949), στα περίχωρα του Βουκουρεστίου. Το ΚΚΕ είχε διαμαρτυρηθεί ότι τα κρατικά όργανα επέτρεψαν να εισβάλουν σε αυτό οι «φραξιονιστές» και απαγόρευσαν την είσοδο στα στελέχη του κόμματος. «Μας δόθηκε η υπόσχεση ότι επειδή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί βία, να περιμένουμε να ησυχάσουν τα πράγματα και μετά θα μας παραδοθεί το οίκημα» παραπονιόταν το ΚΚΕ. Οι Ρουμάνοι όμως τους εξαπάτησαν: «Το οίκημα αυτό που έχει μέσα πολύτιμα υλικά και αρχεία του κόμματος παραμένει στα χέρια των φραξιονιστών. Πηγαίνουν σ’ αυτό και δουλεύουν με λεωφορείο που τους έχετε εσείς διαθέσει, βγάζουν σε χιλιάδες τιράζ έντυπα ενάντια στη γραμμή και την καθοδήγηση του ΚΚΕ και το χρησιμοποιούν σαν επίσημη έδρα τους που φρουρείται από τα όργανα της Ασφάλειας» τόνιζε το ΚΚΕ και δήλωνε στο «αδελφό» κόμμα: «Δεν ζητάμε την επιβολή βίας. Ζητάμε να απαγορευτεί στους φραξιονιστές η είσοδος σ’ αυτό το οίκημα και να παραδοθεί με τα αρχεία και την κομματική βιβλιοθήκη στο ΠΓ της ΚΕ μας, που είναι ο νόμιμος δικαιούχος».

Πηγή: Το Βήμα