Skip to main content

Επέμβαση του στρατού στην Τουρκία

Επέμβαση του στρατού στην Τουρκία

Στις 12 Μαρτίου 1971, οι στρατιωτικοί στην Τουρκία ανέτρεψαν την εκλεγμένη κυβέρνηση. Αυτό συνέβαινε για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο της δεκαετίας. Αντίθετα από το κλασικό στρατιωτικό κίνημα της 27ης Μαΐου 1960, η επέμβαση του στρατού τον Μάρτιο του 1971 υλοποιήθηκε μέσω ενός υπομνήματος που ζητούσε την παραίτηση του πρωθυπουργού Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και τον διορισμό μιας μη-πολιτικής κυβέρνησης. Η Βουλή θα εξακολουθούσε να λειτουργεί.

Το κίνημα του 1971 πραγματοποιήθηκε στο μέσον του τουρκικού «1968». Καταλήψεις πανεπιστημίων, συγκρούσεις μεταξύ των φοιτητών και της αστυνομίας αλλά και μεταξύ δεξιών και αριστερών ομάδων, καθώς και απεργίες βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Το ίδιο και ο αντιαμερικανισμός, οι ρίζες του οποίου βρίσκονταν στη δημοσίευση της περιβόητης επιστολής του προέδρου Λίντον Τζόνσον προς τον πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, με την οποία οι Αμερικανοί είχαν προειδοποιήσει, το 1964, ότι αν η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, οι ΗΠΑ δεν θα εγγυόνταν πως το ΝΑΤΟ θα προστάτευε την Αγκυρα σε περίπτωση σοβιετικής αντίδρασης.

Ο αντιαμερικανισμός είχε ενισχυθεί λόγω του πολέμου του Βιετνάμ αλλά και του Πολέμου των Εξι Ημερών μεταξύ του Ισραήλ και αραβικών χωρών. Στις 17 Ιουνίου 1967, μεγάλες διαδηλώσεις είχαν γίνει στην Κωνσταντινούπολη εναντίον του αμερικανικού Εκτου Στόλου που επισκεπτόταν την πόλη επιστρέφοντας από τη Μέση Ανατολή. Ανάλογες διαδηλώσεις έγιναν και τα επόμενα χρόνια και κλιμακώθηκαν με την απαγωγή τεσσάρων Αμερικανών στρατιωτικών το 1971.

Τα γεγονότα αυτά προβλήθηκαν για να ερμηνευθεί η παρέμβαση των στρατιωτικών τον Μάρτιο του 1971 ως πρωτοβουλία εναντίον της Αριστεράς. Η δραματική σύλληψη της ομάδας του αντάρτικου πόλης που είχε απαγάγει τους Αμερικανούς στρατιωτικούς επίσης συνεισέφερε σε μια τέτοια εξήγηση, καθώς η νέα κυβέρνηση εκτέλεσε τον αρχηγό της, Ντενίζ Γκεζμίς, και δύο συντρόφους του. Με τον τρόπο αυτόν, το κίνημα του Μαρτίου 1971 δημιούργησε τρεις μάρτυρες για την τουρκική Αριστερά, με τον Γκεζμίς στον ρόλο του Τούρκου Τσε Γκεβάρα.

Ο πρωθυπουργός Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ ανακοινώνει την παραίτησή του, μετά το τελεσίγραφο της στρατιωτικής ηγεσίας της Τουρκίας. (AP Photo)

Εντονες εσωτερικές εντάσεις μεταξύ των αξιωματικών

Ηταν όμως το κίνημα απλώς μια αντίδραση στο τουρκικό «1968»; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στις εσωτερικές διαφοροποιήσεις μεταξύ κατώτερων και ανώτερων αξιωματικών μετά την παράδοση της εξουσίας από τον στρατό στους πολιτικούς κατά την προηγούμενη στρατιωτική επέμβαση. Τότε, οι ένοπλες δυνάμεις και το κεμαλικό κατεστημένο είχαν δικαιολογήσει το κίνημα εναντίον της κυβέρνησης του Αντνάν Μεντερές (της πρώτης εκλεγμένης κυβέρνησης της Δημοκρατίας), με το επιχείρημα ότι είχε ενεργήσει αντισυνταγματικά και είχε παραβιάσει τις αρχές του Ατατούρκ. Αλλά οι κατώτεροι αξιωματικοί είχαν δυσαρεστηθεί από την επάνοδο στην πολιτική διακυβέρνηση και είχαν επιχειρήσει δύο νέα κινήματα το 1962 και το 1963. Φοβούνταν ότι οι ψηφοφόροι θα επανεξέλεγαν τους διαδόχους του Μεντερές και θα εκδικούνταν τον στρατό που τον είχε εκτελέσει.

Οι ανώτεροι αξιωματικοί έβλεπαν τα πράγματα διαφορετικά. Και αυτοί θεωρούσαν ότι οι πρώην υποστηρικτές του Μεντερές είχαν την εκλογική δύναμη να φέρουν έναν «νέο Μεντερές» στην εξουσία. Αλλά αντίθετα με τους υφισταμένους τους, οι ανώτεροι στρατιωτικοί πίστευαν ότι οι ένοπλες δυνάμεις θα ήταν σε θέση να κυριαρχήσουν επί των πολιτικών μέσω του νέου συντάγματος του 1961, το οποίο προσέφερε στον στρατό ισχυρότατη θεσμική θέση, καθώς και μέσω του φόβου, καθώς ο κάθε νέος πρωθυπουργός θα γνώριζε ότι καθόταν στην «καρέκλα του κρεμασμένου» (δηλαδή του Μεντερές).

Αυτοί ήταν οι λόγοι για τους οποίους οι ανώτεροι αξιωματικοί αποδέχθηκαν την άνοδο στην εξουσία του Ντεμιρέλ, διαδόχου του Μεντερές μετά τη μεγάλη εκλογική νίκη του Κόμματος της Δικαιοσύνης το 1965. Αλλά οι κατώτεροι αξιωματικοί είχαν μικρότερη αυτοπεποίθηση, και τούτο προκαλούσε τη συνέχιση των εντάσεων μέσα στις ένοπλες δυνάμεις. Γνωρίζουμε σήμερα ότι, στην προσπάθεια να προληφθούν απόπειρες των κατώτερων αξιωματικών να επιβάλουν μόνιμο και «καθαρό» στρατιωτικό καθεστώς, οι ανώτεροι αξιωματικοί είχαν εξετάσει το ενδεχόμενο της εγκαθίδρυσης μιας μη πολιτικής κυβέρνησης –στο πρότυπο της «Πολιτείας» του Πλάτωνα– με τους κεμαλικούς στον ρόλο των φιλοσόφων-βασιλέων και τους στρατιωτικούς ως τους φύλακες του καθεστώτος. Υπό αυτήν την έννοια το υπόμνημα του Μαρτίου 1971 μπορεί να ιδωθεί ως μία απόπειρα να κατευναστούν οι κατώτεροι αξιωματικοί και να αποφευχθεί μια ανοικτή δικτατορία όπως αυτήν των συνταγματαρχών στην Ελλάδα το 1967, που είχε μετατρέψει τη χώρα σε στόχο έντονων διαμαρτυριών στις δυτικές πρωτεύουσες, στο Συμβούλιο της Ευρώπης και στο ΝΑΤΟ.

Από αριστερά, στρατηγός Γκουρλέρ, ναύαρχος Εγιέσογλου, πτέραρχος Εκέν, οι αρχηγοί των τριών όπλων που ανέτρεψαν την κυβέρνηση Ντεμιρέλ. (AP Photo)

Το κίνημα, αιτία νέας κοινωνικής πόλωσης

Το γεγονός αυτό με τη σειρά του έπεισε την πολιτική παράδοση από την οποία προέρχεται ο Ταγίπ Ερντογάν ότι το κίνημα του 1971 ήταν μια κεμαλική συνωμοσία εναντίον της βούλησης του έθνους (milli irade) που εκπροσωπείτο από τον Ντεμιρέλ, σημειώνοντας επίσης ότι νέος (υποτιθέμενα μη-πολιτικός) πρωθυπουργός ο Νιχάτ Ερίμ, αποχώρησε από το CHP –το κόμμα του Ατατούρκ– μόλις λίγο πριν ορκιστεί στο νέο του αξίωμα. Η ίδια πλευρά τόνισε, ακόμη, ότι οι συνωμότες απλώς χρησιμοποίησαν τις φοιτητικές διαμαρτυρίες ως πρόσχημα για να ανατρέψουν τον Ντεμιρέλ, όπως ακριβώς είχε κάνει ο στρατός το 1960, όταν είχε πραγματοποιήσει το κίνημα εναντίον του Μεντερές έπειτα από φοιτητικές διαδηλώσεις που είχαν κρατήσει μία εβδομάδα.

Αν και οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν μια μεταγενέστερη περίοδο και πολιτική συγκυρία, είναι γεγονός ότι κατά τη δεκαετία του 1960 οι στρατιωτικοί εκθείαζαν τους φοιτητές ως «σωτήρες του έθνους», λόγω της κινητοποίησής τους εναντίον του Μεντερές. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι μία από τις σημαντικότερες αριστερές οργανώσεις, από τις οποίες προέρχονταν οι φοιτητές που είχαν αντιδράσει εναντίον του Ντεμιρέλ, η Dev-Genç (επαναστατική νεολαία), εόρταζε την 27η Μαΐου, επέτειο του κινήματος που είχε ανατρέψει τον Μεντερές, όπως ακριβώς έκανε και το κεμαλικό κατεστημένο, αντιμετωπίζοντας τον στρατιώτη ως εκπρόσωπο του λαού μαζί με τον χωρικό, τον εργάτη και τον δημόσιο υπάλληλο.

Οι κεμαλικές προδιαθέσεις αυτών των αριστερών οργανώσεων ήταν επίσης ξεκάθαρες στα φυλλάδιά τους, τα οποία τόνιζαν, μεταξύ άλλων: «Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας μας [δηλαδή το 1919-22] λειτουργεί ως το Πανεπιστήμιο του Σοσιαλισμού μας». Ο ίδιος ο Γκεζμίς ενέδυε τις επαναστατικές του δράσεις με κεμαλικά σύμβολα και παρουσίαζε τον Ατατούρκ ως επαναστάτη.

Ωστόσο, το κίνημα του 1971 κατέστρεψε την όποια αρμονία μεταξύ των στρατιωτικών και των φοιτητών. Η δίκη του Γκεζμίς και των συντρόφων του προκάλεσε πόλωση στη Βουλή, όταν ο Ντεμιρέλ και το Κόμμα Δικαιοσύνης απαίτησαν την εκτέλεσή τους με το σύνθημα «τρεις από μας-τρεις από αυτούς!», μια αχνά συγκαλυπτόμενη απαίτηση για εκδίκηση μετά τον απαγχονισμό του Μεντερές και των δύο στενών συνεργατών του.

Τούρκοι στρατιώτες λαμβάνουν θέσεις μάχης απέναντι στους εξεγερμένους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Αγκυρας. (AP Photo)

Σε μεγάλο βαθμό, η εκτέλεση του Γκεζμίς και των αριστερών συντρόφων του, καθώς και το γεγονός ότι το νέο καθεστώς στράφηκε εναντίον της Dev-Genç, όρισαν τις κληρονομιές του κινήματος του 1971. Πόλωσε τις σχέσεις μεταξύ της Αριστεράς και της κυβέρνησης, καθώς και μεταξύ της Αριστεράς και της Δεξιάς, και οδήγησε σε έναν περίεργο εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης. Κατά τη δεκαετία του 1970, εξελίχθηκε ένας επώδυνος ανταρτοπόλεμος στις πόλεις μεταξύ αριστερών ομάδων και των υπερεθνικιστών Γκρίζων Λύκων που είχαν δεσμούς με τους στρατιωτικούς και τον συνταγματάρχη Αλπαρσλάν Τουρκές, ιδρυτή του κόμματος ΜΗΡ, καθώς και συγκρούσεις στους δρόμους μεταξύ Αριστερών και Δεξιών φοιτητών, στις οποίες αναμείχθηκε και ο μέλλων πρόεδρος της Δημοκρατίας, Αμπντουλάχ Γκιουλ, ως ηγετικό στέλεχος της τουρκικής εθνικής φοιτητικής ένωσης.

Ο πρώην –πλέον– πρωθυπουργός Ερίμ δολοφονήθηκε από την επαναστατική οργάνωση Dev Sol ως εκδίκηση για τον απαγχονισμό των «Τριών». Ετσι, το κίνημα του 1971 προετοίμασε το έδαφος για το νέο στρατιωτικό κίνημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980, το οποίο απαγόρευσε τα πολιτικά κόμματα, εκτέλεσε έναν αριθμό Αριστερών και αποπειράθηκε να προωθήσει την ιδέα μιας τουρκο-ισλαμικής σύνθεσης. Αυτό θα άλλαζε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όταν η τουρκική πολιτική θα δομείτο στη βάση μιας διαίρεσης των στρατιωτικών και του κεμαλικού κατεστημένου εναντίον των κομμάτων που προσανατολίζονταν στον ισλαμισμό.

* Ο κ. Mogens Pelt είναι αναπληρωτής καθηγητής στο History Section του Saxo Institute, στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.

Πηγή: Η Καθημερινή