Skip to main content

Γιάννης Στεφανίδης: Ο αλυτρωτισμός συγκινεί τον μέσο Έλληνα και ωφελεί πολιτικά όσους τον καλλιεργούν

Η συνέντευξη δόθηκε στον Χαράλαμπο Γάππα, προπτυχιακό φοιτητή του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Ο αλυτρωτισμός και ο εκσυγχρονισμός αποτελούν τα δύο βασικά οράματα/ζητούμενα του ελληνισμού από ιδρύσεως κράτους. Πώς θα σχολιάζατε την παράλληλη πορεία τους; Η ύπαρξη του ενός τελικώς υπονόμευε την υπόσταση και την εξέλιξη του άλλου;

Τα δύο αυτά αιτήματα είχαν κοινή αφετηρία, με την έννοια ότι αφορούσαν την απελευθέρωση εδαφών για τη συγκρότηση έθνους κράτους, αφ’ ενός, και είχαν ένα κοινό πρότυπο, το δυτικό συγκεντρωτικό έθνος-κράτος. Βέβαια, ο όρος εκσυγχρονισμός είναι νεότερος, αλλά μπορούμε να δεχτούμε ότι οι ιθύνοντες του κινήματος της Ανεξαρτησίας δεν εννοούσαν να ανασυστήσουν μια αυτοκρατορία ή μια δεσποτεία ανατολικού τύπου. Βέβαια, υπάρχει και η παρατήρηση ενός Βρετανού ιστορικού που λέει ότι τουλάχιστον οι αρματωλοί, οι κλέφτες και οι καπεταναίοι του Αγώνα, πολύ δε λιγότερο οι κοτζαμπάσηδες, δεν είχαν σκοπό να αντικαταστήσουν την οθωμανική εξουσία με την πολύ πιο συγκεντρωτική ενός κράτους δυτικού τύπου. Κυρίως απέβλεπαν στη διεύρυνση της δικής τους τοπικής ισχύος. Εν τέλει, το ελληνικό έθνος κράτος καταστάθηκε ως ένα υβρίδιο που αντανακλούσε τις αντιφάσεις ανάμεσα στο πρότυπό του και μια παραδοσιακή κοινωνία με πολλά στοιχεία ανατολικά. Μπορεί να ήρθαν διανοούμενοι και ακτιβιστές και να έφεραν τα πρότυπα της δυτικής διανόησης για το πως πρέπει να οργανωθεί ένα σύγχρονο κράτος, ωστόσο τις ιδέες αυτές κλήθηκαν να τις εφαρμόσουν άνθρωποι που ζούσαν στα πλαίσια μιας παραδοσιακής κοινωνίας. Οι επείσακτοι δυτικοί θεσμοί αλώθηκαν εκ των ένδον από τις ελίτ αυτής της κοινωνίας που αντιμετώπισαν το κράτος ως ένα μηχανισμό διανομής πελατειακού «μερίσματος».

Αυτό που διαπιστωνόταν κατά καιρούς, και ιδίως μετά από κάθε εθνικό «ατύχημα», όπως μια ήττα σε πόλεμο, μια οικονομική κρίση, μια χρεοκοπία, ήταν ότι την Ελλάδα χώριζε μια απόσταση από τα κατά τεκμήριο πετυχημένα κράτη της Ευρώπης. Σε τέτοιες στιγμές εθνικής ταπείνωσης επανερχόταν το αίτημα η Ελλάδα να μοιάσει με τα κράτη αυτά. Ως ένα βαθμό, οι κρίσεις αυτές συνδέονταν με το αίτημα του αλυτρωτισμού, π.χ. ο Κριμαϊκός Πόλεμος, ο «ειρηνοπόλεμος» του 1885-6, και το «Μαύρο ’97». Ο Τρικούπης συνειδητοποίησε ότι αυτοί οι δύο στόχοι, ο εκσυγχρονισμός ή εκδυτικισμός του κράτους και η επιδίωξη εδαφικής επέκτασης ήταν μάλλον ασυμβίβαστοι, ιδίως από τη στιγμή που το κράτος υστερούσε και ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε να στηρίξει ριψοκίνδυνες πολιτικές. Γι’ αυτό άλλωστε και την προώθηση αλυτρωτικών στόχων στην Ελλάδα του 19ου και των αρχών του 20ού δεν την αναλαμβάνει τόσο το κράτος όσο ιδιώτες. Διάφορες «εθνικές εταιρείες» που προσπαθούν να δράσουν σε αλύτρωτες περιοχές με τον τρόπο που αυτές καταλαβαίνουν, χωρίς πάντα να εξυπηρετούν την κρατική πολιτική – υπάρχει αυτός ο δυϊσμός στην εξωτερική πολιτική. Επιπλέον, οι περιπέτειες στις οποίες η Ελλάδα ενεπλάκη στοίχισαν και ανταγωνίστηκαν την επιδίωξη δημιουργίας σοβαρού κράτους, με την έννοια ενός κράτους που ισοσκελίζει τον προϋπολογισμό του, εξυγιαίνει τα οικονομικά του, προωθεί το εμπόριο και τις οικονομικές δραστηριότητες των κατοίκων του, που προσελκύει επενδύσεις, προάγει την εκπαίδευση, προσφέρει ασφάλεια στους πολίτες του – όλα αυτά τα πράγματα παραμένουν ζητούμενα. Αρκεί να σκεφθεί κανείς πώς λειτούργησε η ληστεία στο πλαίσιο αυτό, ένα φαινόμενο που ήταν συγκοινωνούν δοχείο με την αλυτρωτική δραστηριότητα, καθώς λήσταρχοι γινόντουσαν αρχηγοί σωμάτων και όταν τελείωνε η αποστολή τους επέστρεφαν στην παρανομία (όπως τα αναλύσει πολύ γλαφυρά και εύστοχα ο Ιωάννης Κολιόπουλος). Οι αλυτρωτικές επιδιώξεις ανταγωνίζονταν τους μη πολεμικούς στόχους, και αυτό το πράγμα συνεχίστηκε μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα.

Η περιπέτεια των Βαλκανικών ανέστειλε καθόλου αυτήν την προσπάθεια εκσυγχρονισμού;

Όχι, γιατί εκεί δημιουργήθηκε ένα παράθυρο ευκαιρίας, δηλαδή τα αδιέξοδα του παλαιού πολιτικού συστήματος, η ταπείνωση στον πόλεμο του ’97, είχαν δημιουργήσει συνθήκες ώστε να εμφανιστεί μια κρίσιμη μάζα υπέρ του εκσυγχρονισμού,  και να στηρίξει την άνοδο στην εξουσία ενός νέου ηγέτη, του Ελευθερίου Βενιζέλου. Σχηματίστηκε μια πλειοψηφία που δεχόταν να δοκιμασθεί κάτι διαφορετικό από την πεπατημένη, μια σειρά μεταρρυθμίσεων που διάνοιγαν νέες προοπτικές, και αυτό είναι το εντυπωσιακό.

Το άλλο μισό του παράθυρου ευκαιρίας ήταν βέβαια ο βαλκανικός συνασπισμός, γιατί, κακά τα ψέματα, η Ελλάδα μόνη της ποτέ δεν μπόρεσε να προωθήσει αποτελεσματικά αλυτρωτική πολιτική. Πάντα το πετύχαινε σε συνδυασμό με άλλες δυνάμεις, είτε στα Βαλκάνια, είτε ευρύτερα.

Εκεί φάνηκε ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να πάρει την στροφή·ως παγιωμένο κράτος δυτικού τύπου. Τελικά αυτό δεν επετεύχθη. Στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποδείχτηκε το εγχείρημα του βενιζελικού εκσυγχρονισμού ήταν σε αναντιστοιχία με τις δυνατότητες και τις διαθέσεις μιας μεγάλης μερίδας Ελλήνων, που έγινε πλειοψηφία όταν έκρινε πως καλούντα να επωμιστεί υπέρμετρες θυσίες και επέστρεψε στη θαλπωρή της παραδοσιακής πολιτικής εκπροσώπησης. Αυτό αποτυπώθηκε στις εκλογές του 1920. Βέβαια το οξύμωρο και τραγικό είναι ότι οι αντίπαλοι του Βενιζέλου τότε – όπως θα συνέβαινε και σε άλλες φάσεις της ελληνικής ιστορίας – επιχείρησαν να συνεχίσουν την πολιτική του αντιπάλου τους αντί να εκπληρώσουν τις εξαγγελίες με τις οποίες κέρδισαν τις εκλογές, με αποτέλεσμα να οδηγήσουν τη χώρα στην καταστροφή.

Παρά την Μικρασιατική Καταστροφή, το αίσθημα του αλυτρωτισμού παραμένει ζωντανό και κατά τον Μεσοπόλεμο – αποτυπώνοντας κυρίως το λαϊκό αίσθημα, παρά την κυβερνητική πολιτική. Μεταπολεμικά όμως, αποτελεί τμήμα της ατζέντας των κυβερνήσεων, κυρίως λόγω του Κυπριακού. Πως θα σχολιάζατε τις διακυμάνσεις στον χρόνο και τις εκφάνσεις αυτού του φαινομένου;

Αυτό το θέμα με απασχόλησε ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, με αφορμή τις εγχώριες αντιδράσεις για το Μακεδονικό και τις περιπλοκές που δημιουργήθηκαν για την ελληνική πολιτική, εξωτερική και εσωτερική. Με εντυπωσίαζε το γεγονός ότι η πολιτική ηγεσία αδυνατούσε να διαχειριστεί ένα τέτοιο θέμα που δεν είχε βέβαια σχέση με τον αλυτρωτισμό,  αλλά είχε να κάνει κυρίως με την προάσπιση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας και της πολιτισμικής κληρονομιάς.

Πίσω στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 επιβίωνε το όραμα της μεγέθυνσης του ελληνικού κράτους, μια «μικρή» Μεγάλη Ιδέα, με κύρια δικεδίκηση την Κύπρο. Ήταν πολύ σύντομος ο μεσοπόλεμος για να θεωρήσει κανείς πως, ακόμα και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και χωρίς την καλλιέργεια εναλλακτικού οράματος μπορούσε να αλλάξει δραστικά η κουλτούρα ενός λαού που είχε γαλουχηθεί γενιές ολόκληρες με το όραμα τα Μεγάλης Ιδέας. Μπορεί η επιδίωξή της σε επίπεδο πολιτικής να είχε καταστεί μη ρεαλιστική, αλλά φαίνεται, με βάση τεκμήρια από το δημόσιο λόγο, σχολικά βιβλία και τον Τύπο της εποχής, ότι ο πόθος πως «πάλι με χρόνια με καιρούς…» ακόμα κρυφόκαιγε.

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άνοιξε και πάλι το παιχνίδι για διεκδικήσεις σε βάρος γειτόνων που βρέθηκαν στη λάθος πλευρά. Αφού τάχθηκε στο πλευρό των συμμάχων και υπέστη τρομερές θυσίες, η Ελλάδα προσήλθε στο τραπέζι των  νικητών με την πεποίθηση ότι εκτός από την αποκατάσταση των υλικών καταστροφών που είχε υποστεί, μπορούσε να διεκδικήσει την εδαφική της επέκταση για μια ακόμη φορά στην ιστορία της, ίσως την τελευταία. Τότε προβλήθηκαν διεκδικήσεις στη Βόρεια Ήπειρο, τη Νότια Βουλγαρία, και στα Δωδεκάνησα. Η Κύπρος έμεινε εκτός για ευνόητους λόγους – την κατείχε η Βρετανία. Το γεγονός ότι η Ελλάδα αποκόμισε μόνο τα Δωδεκάνησα άφησε μια πικρία και ένα απωθημένο, το οποίο, μετά από λίγα χρόνια, θα διοχετευθεί στην Κύπρο. Και αυτό γιατί η Βρετανία δεν ενεργούσε πλέον ως ο προστάτης του ελληνικού κράτους- είχε παραχωρήσει τη θέση της στις ΗΠΑ. Ήδη από την δεκαετία του ’40, εκτός από τους κομμουνιστές, και εθνικιστικές οργανώσεις προέβαλλαν το αίτημα της Κύπρου, και φυσικά οι ίδιοι οι Κύπριοι.

Τι ήταν αυτό που έκανε την ελληνική πολιτική ηγεσία – πρώτα τον Παπάγο – να ανακινήσει τόσο δυναμικά το Κυπριακό ζήτημα μετά τον Β’ ΠΠ;

Ο Παπάγος, ο δαφνοστεφής Αρχιστράτηγος κατά την τελευταία φάση του Εμφυλίου, ήταν φυσικά και αυτός φορέας της παραδοσιακής ελληνικής κουλτούρας, σύμφωνα με την οποία κάποια εθνικά δίκαια ήταν αυταπόδεικτα και αυτονόητα, οφείλαμε δε να τα διεκδικήσουμε όσο περνούσε από το χέρι μας. Μετά την ήττα των κομμουνιστών στον Εμφύλιο και την εκλογή σταθερής κυβέρνησης υπό την ηγεσία του ο Παπάγος υπερεκτίμησε τις ικανότητες του ίδιου και της ελληνικής διπλωματίας. Το περιβάλλον του και κυρίως ο Σπύρος Μαρκεζίνης του καλλιέργησαν την ιδέα ότι μπορεί να περάσει στην Ιστορία όχι απλώς ως αρχιστράτηγος σε δύο πολέμους, έναν εξωτερικό και έναν εμφύλιο, αλλά και ως ο άνθρωπος που ένωσε την Κύπρο με την Ελλάδα. Ο Μαρκεζίνης και ο Αλέξης Κύρου, συγγενείς εξ αγχιστείας, ήταν οι βασικοί θιασώτες της διεκδίκησης της Κύπρου. Αλλά είχε προηγηθεί ολόκληρη κινητοποίηση ήδη από το 1950, όταν, μετά το ενωτικό δημοψήφισμα της Εθναρχίας, είχαν έρθει στην Ελλάδα κυπριακές αποστολές, είχε δημιουργηθεί η Πανελλήνια Επιτροπή Ενώσεως Κύπρου, είχαν συγκροτηθεί διαδηλώσεις, πορείες, αλλεπάλληλα δημοσιεύματα, με αποτέλεσμα το Κυπριακό να μένει ψηλά στην ατζέντα της ειδησεογραφίας. Καλλιεργήθηκε ένα κλίμα στο οποίο συνέβαλε τόσο από την Κύπρο όσο και κατά τις ετήσιες, πολυήμερες επισκέψεις του στην Ελλάδα ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄, μετά την εκλογή του το Οκτώβριο του ’50. Ο Μακάριος επιτακτικά ζητούσε από την ελληνική κυβέρνηση να φέρει το θέμα πρώτα για συζήτηση με τους Βρετανούς, κι αν αυτοί αρνούνταν, να προσφύγει στα Ηνωμένα Έθνη, δηλαδή, να το διεθνοποιήσει. Αυτή ήταν μια σημαντική πίεση που δεν μπορούσαν εύκολα να αγνοήσουν οι κυβερνήσεις της εποχής. Οι κυβερνήσεις του Κέντρου – οι ανίσχυρες εκείνες κυβερνήσεις συνεργασίας – αντιστάθηκαν. Ο Παπάγος θεώρησε ότι του δινόταν μια ευκαιρία να δοξαστεί. Αλλά, βέβαια, η έγερση του κυπριακού σε διεθνές επίπεδο δεν ήταν απόφαση ενός ανθρώπου, όσο καθοριστικό ρόλο και να έπαιζε. Επίσης δεν δέχομαι ότι ήταν τόσο καθοριστική η συνάντησή του με τον Anthony Eden, τον Σεπτέμβριο του ’53. Τότε ο Παπάγος προσπάθησε να ανοίξει συζήτηση για το Κυπριακό, αλλά ο Eden την έκοψε με απότομο ύφος. Υπήρχαν και κάτι προηγούμενα από το 1941, και ο Παπάγος χολώθηκε, αλλά προφανώς, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Οπωσδήποτε, η άκαμπτη στάση των Βρετανών δεν βοηθούσε την ελληνική κυβέρνηση, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο.

Υπήρξε λοιπόν, μεγάλη κινητοποίηση για το Κυπριακό μέσα στη δεκαετία του ’50: διαδηλώσεις, και αιματηρές συγκρούσεις με την αστυνομία, με θύματα, σε μια Ελλάδα που μόλις έβγαινε από τον Εμφύλιο και την οικονομική εξαθλίωση. Αυτά σε ένα ξένο παρατηρητή φαινόντουσαν ακατανόητα.

 Ήταν τελικά ο φλογερός πατριωτισμός ένα ακατανίκητο αίσθημα που ωθούσε τους Έλληνες να παραγνωρίζουν τα πιεστικά τους προβλήματα, βιοτικά και άλλα, και να δίνουν προτεραιότητα σε μια αλυτρωτική επιδίωξη; Και πώς καλλιεργήθηκε η σχετική προδιάθεση; Σκεφθείτε: η Ελλάδα βγαίνει από Παγκόσμιο Πόλεμο, Κατοχή και Εμφύλιο, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζει σε συνθήκες φτώχιας, η Ανασυγκρότηση βρίσκεται σε εξέλιξη, η χώρα χρειάζεται και από το εξωτερικό για να ορθοποδήσει, το πολιτικό σύστημα δεν είναι ό,τι πιο δημοκρατικό, και την ίδια στιγμή χιλιάδες βγαίνουν στους δρόμους και συμπλέκονται με την αστυνομία για το Κυπριακό. Αυτό το φαινόμενο θέλει μια εξήγηση. Αλλά σε ένα πληθυσμό που έχει γαλουχηθεί με αλυτρωτικά οράματα, μπορεί κανείς έστω για πρόσκαιρα, να ρίξει το κατάλληλο σύνθημα και να τον «συνεγείρει» και να τον κατεβάσει στους δρόμους. Το γεγονός αυτό κατά κανόνα έχει αντίκτυπο στις αποφάσεις των πολιτικών, στο βαθμό που οι πολιτικοί όχι μόνο συμμερίζονται παρόμοιες αντιλήψεις, αλλά αντιλαμβάνονται ότι η παρέκκλισή τους από το κοινό αίσθημα συνεπάγεται πολιτικό κόστος. Έτσι εξηγείται όχι τόσο γιατί ο Παπάγος ανακίνησε το Κυπριακό, αλλά γιατί οι διάδοχες κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή συνέχισαν στον ίδιο δρόμο. Γνωρίζουμε ότι ο Καραμανλής προσωπικά δεν θεωρούσε φρόνιμη κίνηση την όξυνση των σχέσεων της Ελλάδος με τη Βρετανία, την  Τουρκία, και άλλους συμμάχους. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε στον ίδιο δρόμο και κάθε χρόνο έδινε μια άνιση μάχη στα Ηνωμένα Έθνη. Και αυτό διότι το πολιτικό κόστος μιας αναδίπλωσης αναμενόταν να είναι τεράστιο. Άλλωστε, η εκάστοτε αντιπολίτευση ήταν έτοιμη να πλειοδοτήσει και να καταγγείλει την Κυβέρνηση για μειοδοσία – και έτσι έγινε: Όποτε η κυβέρνηση επιχειρούσε μια κίνηση που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως συμβιβαστική, η αντιπολίτευση έβγαινε και κατήγγειλε τους «προδότες». Βέβαια όταν η αντιπολίτευση γινόταν κυβέρνηση, όπως και έγινε το 1963-’64, βρέθηκε μπροστά στα ίδια προβλήματα. Με την αναζωπύρωση του Κυπριακού και τις κινητοποιήσεις στην Ελλάδα, ο Γεώργιος Παπανδρέου έπαιξε με το ενωτικό αίσθημα του κόσμου τη στιγμή που ξεκινούσε νέα διαπραγμάτευση με τη διαμεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Εν τέλει, η κυβέρνηση Παπανδρέου υιοθέτησε στάση διγλωσσίας, όπως συχνά κάνουν κυβερνήσεις όταν βρίσκονται μπροστά στα δύσκολα. Δηλαδή άλλα λένε στην εσωτερική κοινή γνώμη, και άλλα στους συνομιλητές τους στο εξωτερικό.

Όλη αυτή η μάχη για το Κυπριακό από τη δεκαετία του ’50 απέφερε έναν συμβιβασμό που αποδείχθηκε βραχύβιος. Στο μεταξύ, σπαταλήθηκε διπλωματικό και άλλου είδους κεφάλαιο, το οποίο θα μπορούσε πιο επωφελώς να είχε διοχετευθεί στην ανασυγκρότηση της χώρας. Αξίζει να σκεφτεί κανείς την αντιστοιχία με το Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι το ’46-’47, ή και με το Μακεδονικό στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι η δικτατορία των Συνταγματαρχών, τόσο στην αφετηρία της, το ’67, όσο και πριν από το τέλος της, επεχείρησε να παίξει με το αλυτρωτικό αίτημα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Κάποιας μορφής Ένωση θα πουλούσε στην κοινή γνώμη με την ελπίδα ότι θα αποκόμιζε λαϊκή υποστήριξη. Έτσι, ο Παπαδόπουλος επεχείρησε να διαπραγματευτεί απευθείας με τους Τούρκους. Ήταν το φιάσκο της ελληνοτουρκικής συνάντησης κορυφής στον Έβρο, τον Σεπτέμβριο του ’67. Ακολούθησε η ταπείνωση του Δεκέμβριου 1967, όταν η Άγκυρα απείλησε με πόλεμο και η Αθήνα αναγκάστηκε να αποσύρει την ελληνική μεραρχία και τον στρατηγό Γρίβα. Ακόμη πιο οικτρά απέτυχε η απόπειρα του Ιωαννίδη να δρέψει δάφνες στην Κύπρο ανατρέποντας τον Μακάριο και επιβάλλοντας ένα δικό του καθεστώς με προοπτική κάποιας μορφής ένωση. Όλα αυτά τα εγχειρήματα εγγράφονται στην ίδια παραδοσιακή προσέγγιση, με βάση την οποία ο αλυτρωτισμός αντιμετωπίζεται ως ένα αίτημα γενικής αποδοχής που συγκινεί το μέσο Έλληνα και είναι βέβαιο ότι θα αποφέρει πολιτικό όφελος για όποιον το προωθήσει. Την ίδια στιγμή αυτό ελάχιστα βοηθά ώστε να αντιμετωπιστούν προβλήματα, σε άλλα επίπεδα όπως η οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Μια εθνική υπερδιέγερση, όμως, αποσπά την προσοχή από αυτά ακριβώς τα προβλήματα, ενώ, σε περίπτωση επιτυχίας, δημιουργεί γενικά αισθήματα ευφορίας. Βέβαια, τα αισθήματα ευφορίας έχουν μικρή διάρκεια, όμως κατά κανόνα οι πολιτικοί δεν σκέφτονται και τόσο μακροπρόθεσμα.

Τι ήταν εν τέλει αυτό που προκάλεσε το φαινόμενο του αντιαμερικανισμού στην Ελλάδα;

Στην Ελλάδα υπάρχει μια καχυποψία απέναντι στην  Δύση γενικά, μια σχέση αγάπης-μίσους, η οποία ίσως ανάγεται στην εποχή του φημολογούμενου άκαρπου συνοικεσίου ανάμεσα στον Καρλομάγνο και την Ειρήνη την Αθηναία, ή, πιο πρόσφατα, της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους, 1204. Ή ίσως να ανάγεται στη δογματική διάσταση Ορθοδοξίας και Καθολικισμού, τη γλωσσική και ευρύτερη πολιτισμική διαφορά, ακόμα και στη διαμάχη για την κληρονομιά του ρωμαϊκού imperium.

Στην νεότερη περίοδο, η Ελλάδα δέχθηκε βοήθεια από την Δύση. Πέρα από τη συμβολή των ιδεών του Διαφωτισμού ή τη συμμετοχή των φιλελλήνων Ευρωπαίων στον Αγώνα, ας μη ξεχνάμε ότι η Ελλάδα απέκτησε ανεξαρτησία τη συγκεκριμένη περίοδο χάρη στη στρατιωτική («ανθρωπιστική» θα ονομαζόταν σήμερα) επέμβαση τριών Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Χωρίς το Ναβαρίνο είναι αμφίβολο κατά πόσο η Ελλάδα θα γινόταν ανεξάρτητη το 1830. Ένας κρίσιμος συνασπισμός μελών του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου επενέβη για να ανατρέψει τα κέρδη των Οθωμανών και των Αιγυπτίων απέναντι στους επαναστατημένους και βαθύτατα διαιρεμένους Έλληνες. Η επέμβαση του Διευθυντηρίου στο σύνολό του απέτρεψε την ταπεινωτική εξουθένωση της χώρας μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Ακόμη και ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος που επιβλήθηκε τότε για να εγγυηθεί την αποπληρωμή δανείων προς τις ευρωπαϊκές χρηματαγορές – όσο και αν αυτό θεωρείται ασύμβατο με την εθνική αξιοπρέπεια ενός λαού – βοήθησε την Ελλάδα να εξυγιάνει τα οικονομικά της μέσα σε σύντομο διάστημα ώστε να καταστεί ικανή να διεξαγάγει δύο βαλκανικούς πολέμους. Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλα παραδείγματα, όπως το δόγμα Truman και το σχέδιο Marshall. Αυτή η πτυχή του εθνικού παρελθόντος δεν αναγνωρίζεται γενικά στη σχολική και τη δημόσια ιστορία. Αντίθετα, καλλιεργείται η αίσθηση ότι ανά τους αιώνες οι «ισχυροί της γης» επιβουλεύονται τη μικρή αυτή χώρα και τον λαό της – αποκλείουν λιμάνια και ο κόσμος πεθαίνει της πείνας, όπως συνέβη στον Κριμαϊκό, ή αποβιβάζουν αγήματα για να εξώσουν ένα λαοφιλή μονάρχη, όπως το 1916-17. Και αυτό που μένει στη μνήμη των πολλών είναι πως για όλα φταίνε οι ξένοι – για τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Εμφύλιο, τη Δικτατορία ή την τραγωδία της Κύπρου. Σε όλα αυτά υπάρχει μια δόση αλήθειας, αλλά αυτό πολύ απέχει από το να αποτελεί την πλήρη ιστορία, όπως τεκμηριώνεται από την έρευνα. Είναι ευεξήγητη η τάση να χρεώνουμε δικές μας αποτυχίες σε αποδιοπομπαίους τράγους. Η αυτοκριτική δεν είναι μια αυθόρμητη ανθρώπινη αντίδραση.

Ο αντιαμερικανισμός, λοιπόν, εντάσσεται σε αυτήν την παράδοση αντιδυτικισμού,  για λόγους πολιτικούς, δογματικούς,  ιδεολογικούς. Έχω την αίσθηση ότι, μέχρι σήμερα, δεν έχει ακόμη αποκρυσταλλωθεί κατά πόσον η ελληνική κοινωνία επιθυμεί να μετέχει στην κουλτούρα της Δύση, της Ανατολής, ή και στα δύο, α λα καρτ. Ο αντιαμερικανισμός για μεν την Αριστερά είναι ευεξήγητος, καθώς μπορεί να αναχθεί στην αμερικανική επέμβαση στον Εμφύλιο. Ως φαινόμενο, όμως, που διαπερνά οριζόντια το πολιτικό φάσμα, οι αιτίες του φαινομένου ανάγονται στη δεκαετία του ’50. τότε η κοινή γνώμη χρέωσε στις ΗΠΑ την αποτυχία να κατανοήσουν και να υποστηρίξουν το αίτημα για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν απέτυχε η πρώτη ελληνική προσφυγή στα Ηνωμένα Έθνη, πλήθη διαδηλωτών στη Θεσσαλονίκη στράφηκαν εναντίον της Αμερικανικής Βιβλιοθήκης και την κατέστρεψαν. Σφυγμομετρήσεις της εποχής δείχνουν ότι επρόκειτο για μαζικό ρεύμα κατά των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και υπέρ της ουδετερότητας, λιγότερο από μια δεκαετία μετά τη λήξη του Εμφυλίου.

Από το 1967 και μετά, η ανοχή και, εν συνεχεία, η συνεργασία της Ουάσιγκτον με τη Δικτατορία επιβάρυνε το κλίμα. Και βέβαια, σχεδόν ανεξαιρέτως, οι Έλληνες έβγαλαν το συμπέρασμα ότι αμερικανοκίνητοι ήταν οι Συνταγματάρχες, το ίδιο και το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και η τουρκική εισβολή. Αυτό το οποίο θα μπορούσε να προσάψει κάποιος στους Αμερικανούς είναι ότι δεν παρενέβησαν για να καταστείλουν το πραξικόπημα, ότι δεν πίεσαν αργότερα τη Δικτατορία να δώσει τη θέση της σε πολιτική διακυβέρνηση, ότι δεν απέτρεψαν το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και ότι δεν έστειλαν τον Έκτο Στόλο να παρεμποδίσει την απόβαση των τουρκικών δυνάμεων στην Κύπρο. Ταυτόχρονα, όμως, οφείλουμε να κοιτάξουμε και προς αυτήν άλλη κατεύθυνση, να δούμε πώς μια μεγάλη δύναμη καθορίζει την πολιτική της και ποιους παράγοντες λαμβάνει υπ’ όψιν προκειμένου να προβεί στη μια ή στην άλλη ενέργεια. Στο Κυπριακό, για παράδειγμα, οι Αμερικανοί επιδίωκαν να διατηρήσουν τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ αλώβητη και να αποτρέψουν τη διείσδυση των Σοβιετικών στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης της Κύπρου. Αν οι ηγεσίες Ελλάδας και Τουρκίας οδηγούσαν τα πράγματα στα άκρα και υποχρέωναν την Ουάσιγκτον να λάβει θέση, γίνεται φανερό ότι, άσχετα με τη ηθική ή το δίκαιο, η γεωστρατηγική σύγκριση δεν ευνοούσε την Ελλάδα. κατά την κρίση του 1964, οι Αμερικανοί εξάντλησαν τα όρια προσέγγισης προς την ελληνική πλευρά. Δεν θα διακινδύνευαν να επαναλάβουν μια παρέμβαση που θα δυσαρεστούσε την Τουρκία – όπως είχαν πράξει με το μήνυμα του προέδρου Johnson προς τον İnönü, ώστε να αποτραπεί ενδεχόμενη τουρκική επέμβαση στο νησί. Το 1967 το είπαν σαφώς στην ελληνική πλευρά.

Από εκεί και πέρα, πρέπει να δούμε τι είναι αυτό που ωθεί ηγεσίες να προχωρούν σε επιλογές που αψηφούν την πραγματικότητα και φέρνουν τη χώρα αντιμέτωπη με έναν προφανώς αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων. Μιλάμε για επιλογές σε ειρηνικές περιόδους, όταν δηλαδή δεν διακυβεύεται η εθνική κυριαρχία και ακεραιότητα. Οπωσδήποτε υπάρχουν και άλλοι λόγοι εκτός από την υπερβολική πίστη στον από μηχανής θεό.

Tite Street 2009 (1)  Ο Ιωάννης Στεφανίδης γεννήθηκε το 1961 στη Θεσσαλονίκη. Έλαβε το πτυχίο του από το Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1984), πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές (MSc in European Studies, 1986) και εκπόνησε διδακτορική διατριβή (PhD in International History, 1989) στη London School of Economics and Political Science του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Διετέλεσε συνεργάτης του ελληνικού τμήματος του BBC (1988-9) και του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (1990-3). Από το 1993 διδάσκει Διπλωματική Ιστορία στο Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Έχει διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και στο Hebrew University της Ιερουσαλήμ.