Skip to main content

Κ. Ε. Μπότσιου: Η Ελλάδα στην Ευρώπη. Αλληλουχίες χαμένων μεταρρυθμίσεων

Η συνέντευξη δόθηκε στον Κώστα Γιαννακόπουλο, προπτυχιακό φοιτητή του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Μετά από 41 χρόνια ευρωπαϊκής πορείας της χώρας μας θα ήθελα να αναλύσετε συνοπτικά τις διακυμάνσεις της διαχείρισης των σχέσεων μας τόσο με την Ευρώπη όσο και με τον υπόλοιπο κόσμο.

Όταν η Ελλάδα επιχείρησε να ενταχθεί πλήρως στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεν μπορούμε να πούμε πως όλες οι πολιτικές δυνάμεις στην χώρα μας ήταν στην ίδια κατεύθυνση. Τότε αφενός η Ευρώπη βρισκόταν σε μια εσωτερική κρίση, αφετέρου η Ελλάδα περνούσε τη δική της κρίση με τη Μεταπολίτευση. Οι συντηρητικές, κεντροδεξιές δυνάμεις συνέδεσαν τη σταθεροποίηση της Μεταπολίτευσης με την ευρωπαϊκή προοπτική, ενώ οι πιο ριζοσπαστικές δυνάμεις που έρχονταν από την κεντροαριστερά με κυρίαρχο τότε το ΠΑΣΟΚ -ολοένα και πιο κυρίαρχο στη δεκαετία του ΄70- θεώρησαν πως δεν ήταν λύση η ΕΟΚ, γιατί η Ελλάδα δε μπορούσε να καταταχθεί στην κλασική διαίρεση του κόσμου (Ανατολή – Δύση) αλλά ανήκε σε μια ημιπεριφέρεια του καπιταλισμού που είχε άλλες ανάγκες και άλλα προβλήματα. Αυτή είναι η πρώτη «κρίση γνωριμίας» με την ευρωπαϊκή προοπτική στην Ελλάδα, η οποία θα ξεπεραστεί μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, διότι το ΠΑΣΟΚ απεδέχθη de facto την παραμονή μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα μετά την εκλογική του επικράτηση. Όμως εμφανίζονταν αποκλίσεις ως προς τις πολιτικές. Ενώ η ευρωπαϊκή ενοποίηση απαιτούσε από την Ελλάδα να συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, άρα να προβούμε σε μεταρρυθμίσεις σε επίπεδο κράτους, οργάνωσης οικονομίας, κοινωνικές μεταρρυθμίσεις κοκ., η Ελλάδα με δικαιολογία τη μεταπολίτευση και την ανάγκη που είχε η χώρα να επικεντρωθεί στις εσωτερικές της ανάγκες και σε αναγκαίες πράγματι μεταρρυθμίσεις, καθυστερούσε αυτή την προσαρμογή. Αυτό αποτέλεσε και ιδεολογικό δόγμα τη δεκαετία του ΄80: η Ελλάδα πρέπει να ανήκει στους Έλληνες, πρέπει να κοιτάξει πρώτα τις δικές της ανάγκες κλπ. Ουσιαστικά η Ελλάδα ήθελε να κερδίσει χρόνο επί ΠΑΣΟΚ και να ασχοληθεί με τις εσωτερικές αναδιαρθρώσεις, άρα απέφευγε πιεστικές ευρωπαϊκές δεσμεύσεις προσαρμογής. Σαν συνέπεια, αναβλήθηκαν επ΄αόριστον οι  αναγκαίες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα έδιναν την ευκαιρία στην Ελλάδα να εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο τρόπο την συμμετοχή της στην Ευρώπη. Η πολιτική αυτή ακολουθήθηκε επανειλημμένα στη συνέχεια και από άλλες κυβερνήσεις και των δύο μεγάλων κομμάτων.

Στα τέλη της δεκαετίας του ΄80, αρχές της δεκαετίας του ΄90 οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας συνέκλιναν ως προς την αναγκαιότητα να συμμετέχουμε στην Κοινότητα, άρα ξεπεράστηκε το ιδεολογικό πρόβλημα που είχαμε τις δύο προηγούμενες δεκαετίες. Δεν ομονοήσαμε, βέβαια, όλοι στο τι εννοούσαμε «ευρωπαϊκή προοπτική». Επειδή βρισκόμασταν στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου έπρεπε, επίσης, να αναδιαμορφώσουμε τις προτεραιότητες μας σαν χώρα σε όλα τα επίπεδα, μεταξύ αυτών και στην Ευρώπη.  Η Ευρώπη δεν άλλαξε στάση ως προς την αναγκαιότητα των μεταρρυθμίσεων διότι με την Συνθήκη του Μάαστριχτ που αναθεώρησε τις παλιές συνθήκες μπήκε σε τροχιά μεγαλύτερης διεθνούς οικονομικής ανταγωνιστικότητας οικονομικής, άρα απαιτούσε ακόμα περισσότερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και από τα μέλη που ήταν ήδη πιο ανεπτυγμένα από εμάς. Η Ελλάδα και πάλι δεν προσαρμόστηκε σε αυτή τη λογική με αποτέλεσαμ να γίνουν σπασμωδικές κινήσεις: ορσιμένες μεταρρυθμίσεις έμειν στάσιμες ή ακυρώθηκαν, άλλες προχώρησαν μισές, όμως η χώρα μένει στο ίδιο σημείο· το να αντιμετωπιζόμαστε ως μια χώρα με πολύ μεγάλες ιδιαιτερότητες κατέληξε να γίνει στρατηγική αδράνειας και αναβολής μεταρρυθμίσεων . Βέβαια οι «εθνικές ιδιαιτερότητες» είναι μέρος της ευρωπαϊκής ενοποίησης γιατί όλες οι χώρες έχουν ιδιαιτερότητες και εθνικά συμφέροντα για τα οποία επιδιώκουν τη συμμετοχή στην Ευρώπη. Εμείς όμως υποτιμήσαμε τα προβλήματα που θα αντιμετωπίζαμε αργότερα με όλες αυτές τις αναβολές.

Μια άλλη μεγάλη κρίση εκείνης της εποχής ήταν  η διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όπου βρεθήκαμε εν πολλοίς  σε απόκλιση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης και εκεί φάνηκε πόσο λίγοι είχε προετοιμαστεί η πολιτική ηγεσία της χώρας για το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, το οποίο της ενέπνεε επίσης τιν φόβο του αγνώστου για το μέλλον.

Σαφώς, η τελευταία μεγάλη κρίση στις σχέσεις μας με την ΕΕ είναι η χρηματοπιστωτική κρίση των τελευταίων ετών όπου και πάλι είμαστε αντιμέτωποι με μια  λανθασμένη εκτίμηση των προηγούμενων κυβερνήσεν. Είχαμε το στοίχημα πως όντας στην ΕΕ,  δε θα μας συμβεί ποτέ κάτι κακό ούτε σε οικονομικό επίπεδο και όταν ήρθε η κρίση απέδειξε το πόσο ευάλωτοι ήμασταν.

Ο Σάμιουελ Χάντιγκτον στο -από πολλούς αμφιλεγόμενο- έργο του «Η σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης» διαχωρίζει τον κόσμο σε εννέα πολιτισμούς. Το σημείο το οποίο ενδιαφέρει εμάς κυρίως και προξένησε πλήθος αντιδράσεων είναι η τοποθέτηση της Ελλάδος στην Ανατολή. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη γνωστή ρήση του Κ. Καραμανλή «Η Ελλάς ανήκει εις την Δύσιν». Ποια η γνώμη σας επί τούτου;

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που βρίσκεται στο μεταίχμιο με βάση την Ιστορία της. Δε διαθέτουμε την ιστορική εμπειρία της δυτικής Ευρώπης (φεουδαρχία, θρησκευτικοί πόλεμοι, Διαφωτισμός) και έχουμε τελείως διαφορετικές παραδόσεις πολιτικής οργάνωσης. Γι’ αυτό και οι όροι Δεξιά-Αριστερά-Κέντρο, δεν αντιστοιχούν απόλυτα στις ελληνικές πραγματικότητες. Είμαστε όμως μια χώρα που από τη στιγμή που δημιουργήθηκε είχε ως πρότυπο την Δύση –εκείνης της εποχής. Αυτό διαχρονικά σημαίνει δυτικοί θεσμοί, δυτικό κράτος, αστική κοινοβουλευτική Δημοκρατία, εκπαίδευση που έχει ως στόχο μια εκκοσμικευμένη αντίληψη του κόσμου, χωρίς αυτό να καταργεί το θρησκευτικό συναίσθημα. Αυτό θεωρούσαμε εκσυγχρονισμό (Modernité) όχι μόνο εμείς αλλά και όλοι οι λαοί του ύστερου ρομαντισμού που στην ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια προσπάθησαν να δημιουργήσουν κράτος τον 19ο αιώνα. Άρα είμαστε μια χώρα που βρίσκεται ριζωμένη στο μεταίχμιο αλλά πάντα κοιτούσε προς τη Δύση.

Σε άρθρο σας που δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» το 2000 αναφέρετε πως «κατά την αντίληψη του Κ. Καραμανλή και του Σαρλ ντε Γκωλ η ιδέα και η αποστολή της Ευρώπης υπερβαίνουν την άθροιση οικονομικών μεγεθών, και η ολοκλήρωση είναι πρωτίστως μια συνεχής διεργασία, μια κατ’ εξοχήν διαπραγμάτευση διαρκείας και όχι θεσμικός χειρισμός». Μετά από 15 χρόνια και βιώνοντας μια περίοδο έντονης αμφισβήτησης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, θεωρείτε πως η παραπάνω αντίληψη έχει μεταβληθεί;

Θεωρώ πως δεν έχει μεταβληθεί καθόλου αυτή η αντίληψη. Δεν πρέπει να χάνουμε το δάσος για το δένδρο. Στη ρίζα της ευρωπαϊκής ενοποίησης υπάρχει μια ζωτική ανάγκη όλων μας, η ειρήνη. Αυτό είναι το βασικό διακύβευμα. Επομένως είναι βαθιά πολιτικός ο στόχος της Ευρώπης και υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου η Ευρώπη πέρασε κρίσεις. Πάντα όμως τις ξεπέρασε. Υπάρχει πάντα τρόπος η Γαλλία και η Γερμανία -που είναι οι βασικοί πυλώνες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και  δίχως αυτές δε θα μπορούσε να υπάρξει αυτή η ενοποίηση- να διαπραγματευτούν τους ρυθμούς και τους μικρούς στόχους, δίχως όμως να αλλάζει αυτός ο βασικός στόχος. Δίχως την Ευρωπαϊκή Ένωση είμαστε πολύ μικροί τόσο εμείς όσο και η Γερμανία, η Γαλλία και όλες οι άλλες χώρες-μέλη της. Η πολιτική στόχευση είναι βαθιά και μόνο έτσι είμαστε δυνατοί και ενωμένοι και καθίσταται δυνατή η ύπαρξη κοινωνικής ειρήνης μέσα στην οποία μόνον είναι εφικτή η παραγωγικότητα και η δημιουργικότητα.

Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου: Αναπληρώτρια καθηγήτρια σύγχρονης ιστορίας. Γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και έλαβε το διδακτορικό της δίπλωμα στη νεώτερη και σύγχρονη ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Tubingen (1998). Από το 1999 έως το 2008 δίδαξε νεώτερη και σύγχρονη ιστορία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 2008 είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια σύγχρονης ιστορίας και διεθνούς πολιτικής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στη νεώτερη και σύγχρονη ελληνική ιστορία, στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, των διατλαντικών σχέσεων και του ψυχρού πολέμου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *