Skip to main content

Στράτος Δορδανάς: Οι ελληνογερμανικές σχέσεις κατά τη μεταπολεμική περίοδο αναπαράγουν έως σήμερα στερεότυπα παλαιάς κοπής

Στράτος Δορδανάς: Οι ελληνογερμανικές σχέσεις κατά τη μεταπολεμική περίοδο αναπαράγουν έως σήμερα στερεότυπα παλαιάς κοπής

 

Η συνέντευξη δόθηκε στον Νίκο Μισολίδη , υπ. διδάκτορα του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του ΑΠΘ & στον Χαράλαμπο Γάππα, προπτυχιακό φοιτητή του ίδιου τμήματος

 

Κύριε καθηγητά εξηγήστε μας καταρχάς τι εννοούμε με τον όρο τάγματα ασφαλείας και τον ρόλο που έπαιξαν στο φαινόμενο του δοσιλογισμού στην Ελλάδα της κατοχής;

Το φαινόμενο του δωσιλογισμού ισούται με τα τάγματα ασφαλείας, και τα τάγματα ασφαλείας ισούνται με το φαινόμενο του δωσιλογισμού. Είναι ένα και το αυτό. Είναι η άλλη διάσταση του φαινομένου του δωσιλογισμού σε πρακτικό επίπεδο, που οδηγεί στην έννοια των ταγμάτων ασφαλείας. Παλαιότερα ωστόσο, όταν μιλούσαμε για τα τάγματα ασφαλείας θεωρούσαμε ότι αυτά συνιστούσαν ένα ενιαίο φαινόμενο, χωρίς κανενός είδους πολυπλοκότητα, με κοινές διαστάσεις. Μάλιστα μέχρι πρότινος, βάζαμε τους λεγόμενους ταγματασφαλίτες- ή αλλιώς γερμανοτσολιάδες- μέσα σ’ ένα τσουβάλι, απέξω κολλούσαμε την ετικέτα τάγματα ασφαλείας και μάλιστα προνοούσαμε ώστε να ρίξουμε μέσα στο τσουβάλι και μια γάτα. Ήταν μια εύκολη προσέγγιση του δωσιλογισμού, τα τελευταία χρόνια όμως είμαστε στην ευχάριστη θέση να διαθέτουμε στα χέρια μας εξαιρετικές μελέτες, που έχουν αποδείξει ότι το φαινόμενο του δωσιλογισμού, ούτε ενιαία μορφή είχε, ούτε υφίσταντο οι κοινές αιτίες, οι ίδιοι λίγοι για τους οποίους κάποιος, την περίοδο της κατοχής συνεργάστηκε, ή επέλεξε να συνεργαστεί με τον κατακτητή. Άρα οι λόγοι και οι αιτίες της συνεργασίας με τον κατακτητή είναι διάφοροι. Η χρονική στιγμή στην παρούσα συγκυρία είναι ένας σημαντικός παράγων που θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας.

 Τώρα, όταν μιλούμε για τα τάγματα ασφαλείας πρέπει να έχουμε λάβει υπ’ όψιν και την γεωγραφική διάσταση του φαινομένου, αλλά όπως είπα και την χρονική στιγμή που κάποιος αποφασίζει να εξοπλιστεί και να συνεργαστεί με τους κατακτητές. Κι όταν αναφέρομαι στην γεωγραφική διάσταση του φαινομένου, θα πρέπει να σημειώσω ότι διαφορετικά ήταν τα τάγματα ασφαλείας- τα λεγόμενα ευζωνικά τάγματα- τα οποία συγκροτήθηκαν με πρωτοβουλία της κυβέρνησης Ράλλη. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, σε κάτι άλλο αναφερόμαστε όταν μιλούμε για τα τάγματα ασφαλείας που έδρασαν στην περιοχή της Πελοποννήσου, στην Εύβοια, ή γενικότερα στην νότια Ελλάδα. Και επίσης άλλη εικόνα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας όταν  μιλούμε για ένοπλα τμήματα τα οποία έδρασαν στην περιοχή της Μακεδονίας.

Για να ξεκινήσω από την τελευταία γεωγραφική περιοχή, ο χώρος της Μακεδονίας γενικότερα μας προσφέρει μια πάρα πολύ καλή εικόνα για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα του φαινομένου του δωσιλογισμού.

Τι σημαίνει δωσιλογισμός, τι σημαίνει δηλαδή η συνεργασία με τον κατακτητή; Σημαίνει εν ολίγοις, ότι έχουμε έναν εν εξελίξει γερμανικό προπαγανδιστικό μηχανισμό, και εδώ δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ποτέ την γερμανική προπαγάνδα, η οποία ασκείται πάνω κάτω με τον ίδιο τρόπο  σ’ όλες τις κατεχόμενες Ευρωπαϊκές χώρες. Έχουμε δηλαδή κατεχόμενες κοινωνίες τις οποίες οι Γερμανοί επιδιώκουν να τις διασπάσουν. Να διασπάσουν δηλαδή το κοινωνικό σώμα σε πολύ μικρά κομμάτια, και με αυτόν τον τρόπο να εξουδετερώσουν οποιαδήποτε πιθανότητα υπάρχει να εμφανιστεί ένα ενιαίο αντιστασιακό κίνημα, το οποίο εξ ολοκλήρου θα τραφεί εναντίον των κατακτητών. Άρα, εκεί όπου οι Γερμανοί ανιχνεύουν κοινωνίες όπου έχουν εμφανιστεί προπολεμικά ρηγματώσεις- ως επί το πλείστον ο Ευρωπαϊκός Μεσοπόλεμος είναι μια περίοδος η οποία πάλλεται από αντιθέσεις, αντιπαραθέσεις και προβλήματα- εκεί οι Γερμανοί, μέσω της προπαγάνδας κάνουν το πάν να διαρρήξουν όσον το δυνατόν περισσότερο την κοινωνία αυτή. Άρα τι διαβάζουν οι Γερμανοί στις κατεχόμενες κοινωνίες, όπως η ελληνική, διαβάζουν προπολεμικές αντιπαραθέσεις, αντιθέσεις, πικρίες, αποκλεισμούς, τραγικές πολιτικές, διαβάζουν εθνοτικές ομάδες, γλωσσικές και θρησκευτικές κοινότητες, πολιτικές αντιπαραθέσεις, κοινωνικού τύπου αντιθέσεις, ακόμη και οικογενειακές προσωπικές διαφορές. Επομένως με βάση αυτό το υπόστρωμα έρχεται η γερμανική προπαγάνδα να διαστρέψει το πραγματικό περιεχόμενο του πολέμου. Ο β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, γνωρίζουμε ότι είναι ένας πόλεμος μεταξύ των φασιστικών δυνάμεων και των δημοκρατιών του φιλελευθερισμού. Η γερμανική προπαγάνδα μεταλλάσσει το δίπολο σε έναν πόλεμο μεταξύ των Μπολσεβίκων και των αντικομμουνιστικών δυνάμεων ανά την Ευρώπη, ή των προθύμων να συνεργαστούν εναντίον του μπολσεβικισμού. Επομένως, ξεκινούμε από έναν βασικό παράγοντα ο οποίος είναι ο πολιτικός παράγοντας για να περάσουμε να δούμε για ποιόν λόγο η κυβέρνηση Ράλλη έθεσε ως βασική προϋπόθεση την δημιουργία των ευζωνικών ταγμάτων. Ήρθε λοιπόν να επιβεβαιώσει την γερμανική τάξη και ασφάλεια στην ύπαιθρο, που είχε διαταραχθεί εξαιτίας της εμφάνισης των αντιστασιακών οργανώσεων και να προσθέσει την δική της συμβολή. Δηλαδή, η κυβέρνηση Ράλλη, και ο Ράλλης προσωπικά, προσέγγισε τον γερμανικό παράγοντα, όχι από την οπτική του χειρότερου εχθρού. Θεωρούσε ότι αυτός ο εχθρός αργά ή γρήγορα, θα αποχωρούσε από την χώρα, άρα είχε στο μυαλό του τον ‘’εσωτερικό εχθρό’’, και αυτός δεν ήταν άλλος από τους κομμουνιστές και το ΚΚΕ. Αυτόν λοιπόν τον εσωτερικό εχθρό θα έπρεπε κάποια στιγμή να αντιμετωπίσει. Άρα τα τάγματα ασφαλείας, τα ευζωνικά τάγματα έρχονται ακριβώς να πληρώσουν αυτήν την ανάγκη της κατοχικής κυβέρνησης, των κατοχικών κυβερνήσεων που ουσιαστική διαβάζουν την επόμενη ημέρα. Τώρα, πόσοι απ’ αυτούς που συμμετέχουν στα τάγματα ασφαλείας γνωρίζουν το διακύβευμα του Πολέμου;

Μπορείτε εν συντομία να σκιαγραφήσετε την ταυτότητα του  Έλληνα ταγματασφαλίτη, ποια ήταν τα κίνητρα που τον ώθησαν να ενταχθεί σε αυτά τα ένοπλα σώματα, και να δεί τον Γερμανό ως τον λιγότερο επικίνδυνο εχθρό;

Ας προσπαθήσουμε να περιγράψουμε λόγους συνεργασίας με βάση την αρχή της κλιμάκωσης.

Έχω στο μυαλό μου το τι συμβαίνει στην Πελοπόννησο κατά την διάρκεια του Εθνικού Διχασμού. Εμείς γνωρίζουμε φυσικά ότι η διάσταση Βενιζελισμός-Αντιβενιζελισμός έρχεται και εξουδετερώνεται· ξεσπά όπως το κύμα στην ακτή κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής, και μετατρέπεται σε ένα δίπολο κομμουνισμός-αντικομμουνισμός, όπου αυτό το δίπολο τα χωνεύει όλα, και τις πρώην αντιπαραθέσεις. Εδώ βάζω μια οριστική τελεία. Τώρα, γιατί κάποιος που έχει έρθει το ’22 από τον Πόντο για παράδειγμα, και αναφέρομαι στους τουρκόφωνους Πόντιους που εμφανίζονται πράγματι να συνεργάζονται με τους κατακτητές κατά την περίοδο της κατοχής στην Μακεδονία- στην Κατερίνη, στο Κιλκίς, στην Κοζάνη και αλλού. Γιατί λοιπόν αυτός να δεχθεί να συνεργαστεί με τους κατακτητές, και τι είδους συνεργασία είναι αυτή; Οι αντάρτες του Πόντου, αυτοί που έχουν συμμετάσχει στο αντάρτικο του Πόντου δεν έχουν ξεχάσει την συνεργασία του Κεμάλ με τους Μπολσεβίκους, θεωρώντας ότι από αυτήν την συνεργασία οδηγήθηκε σε αποτυχία το αντάρτικο του Πόντου. Έχουν στο μυαλό τους πολύ φρέσκα τα γεγονότα του Πόντου. Έχουν έρθει λοιπόν στην Ελλάδα έχοντας χάσει την πρώτη πατρίδα τους. Μέσα σε διάρκεια 20 ετών- δηλαδή μέσα σε ένα πάρα πολύ μικρό χρονικό διάστημα ιστορικά- είναι αναγκασμένοι να λάβουν μια πάρα πολύ κρίσιμης σημασίας απόφαση για την ζωή τους, δηλαδή να συμμετάσχουν για μια ακόμη φορά σε έναν πόλεμο. Αρκετοί απ’ αυτούς, η έρευνα έχει δείξει, ότι το πρώτο τουλάχιστον διάστημα είναι δεκτικοί σε μια συνεργασία με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Κάποιοι μάλιστα, είτε πρόκειται για τουρκόφωνους Πόντιους, είτε πρόκειται για Βλάχους, ή Σαρακατσάνους, δηλαδή για συντηρητικά πληθυσμιακά κομμάτια, ενισχύουνε τον ΕΛΑΣ, μέχρι την στιγμή που η προπαγάνδα η γερμανική, μέσω κυρίως Ελλήνων αξιωματικών που βρίσκονται στο βουνό την περίοδο εκείνη, αφήνουν τεχνηέντως να διαρρεύσει η πληροφορία ότι πίσω από τον ΕΛΑΣ κρύβεται το ΕΑΜ, και πίσω από το ΕΑΜ κρύβεται το ΚΚΕ. Επομένως αυτοί αντιλαμβάνονται ότι στην ουσία ενισχύουν το ΚΚΕ. Άρα τα αντανακλαστικά τους λειτουργούν εκείνη την στιγμή προς την αντίθετη κατεύθυνση, και αντιλαμβάνονται ότι εκείνη την στιγμή έχουνε μπροστά τους εκείνον τον εχθρό που θεωρούν τον χειρότερο. Και εδώ ισχύει εκείνο που έχει γραφεί κατά κόρων, και μάλιστα έχει ειπωθεί αμέσως μετά- μεταπολεμικά, εννοώ- πως εμείς είμασταν δεκτικοί να λάβουμε όπλα και να συνεργαστούμε, ακόμη και αν αυτή η συνεργασία επρόκειτο για συνεργασία με τον διάβολο. Θεωρώντας λοιπόν, πως ο διάβολος είναι μεν ο κατακτητής, αλλά είναι ένας διάβολος που λίαν συντόμως δεν θα είναι αναγκασμένοι να τον δούν μπροστά τους, ενώ ο άλλος διάβολος, ο εσωτερικός, θα παρέμενε στην χωρά. Αυτοί λοιπόν, εξοπλίζονται από τους Γερμανούς, γιατί θεωρούν τους κομμουνιστές το χειρότερο κακό, εν σχέσει με τους Γερμανούς. Επομένως επιλέγουν μια συνεργασία στο επίπεδο του μη χείρον βέλτιστον. Κάποιοι απ’ αυτούς γνωρίζουν τι σημαίνει η συνεργασία με τον κατακτητή, δηλαδή γνωρίζουν τι σημαίνει να δεχθούν όπλα από τις γερμανικές αποθήκες. Σε επίπεδο ιδεολογικό όμως, δεν γνωρίζουν το διακύβευμα του πολέμου. Δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν τι διακυβεύεται αναφορικά με την νίκη ή με την ήττα στα σημαντικά μέτωπα του β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έχουν όμως στο μυαλό τους την μικρή εικόνα, την εικόνα της Ελλάδος, αυτό τους ενδιαφέρει και επομένως συμμετέχουν σε γερμανικές επιχειρήσεις, ή πολεμούν με φανατισμό εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, θεωρώντας ότι πίσω από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όπως και έτσι είναι, κρύβεται το ΚΚΕ. Σε πρώτη φάση αυτοί οι πληθυσμοί δεν γνώριζαν πως αυτός ο στρατός που πολεμά για τη  ελευθερία έχει και ένα πολιτικό σκέλος πίσω από το οποίο κρύβεται το ΚΚΕ. Έχουμε περιπτώσεις που με το που λαμβάνουν αυτήν την πληροφορία αποστασιοποιούνται, διαχωρίζουν την θέση τους, γίνονται πάρα πολύ εχθρικοί σε οποιαδήποτε πρόταση συνεργασίας από την πλευρά του ΕΛΑΣ, και μόλις ο ΕΛΑΣ διαπιστώνει ότι δεν έχει να κάνει με συμμάχους αλλά θα έχει να κάνει στο εξής με φανατικούς εχθρούς, εκεί δυσκολεύεται πάρα πολύ να προσεγγίσει τις διαφορετικές αυτές ομάδες με διαφορετικό τρόπο. Δηλαδή, γενικότερα το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ δυσκολεύεται να προσεγγίσει πληθυσμούς που εμφανίζονται από εχθρικοί, έως πρόθυμοι να αδρανοποιηθούν, ή μη φιλικοί στο να συνεργαστούν. Μιλούμε λοιπόν, για έναν μικρό εμφύλιο πόλεμο κατά την διάρκεια της Κατοχής. Μπορεί ο καθένας να το πει εμφύλιές διαμάχες, να τον πει κατοχικό εμφύλιο πόλεμο, αρκεί να μην τον πει έναν εμφύλιο πόλεμο που μπορεί κανείς να κάνει την σχετική περιοδολόγηση ξεκινώντας από το ’43 και καταλήγοντας γενικά μέχρι το ’49- εγώ είναι εχθρικός απέναντι σε αυτού του τύπου την γενίκευση. Άλλο χαρακτήρα έχει ο κατοχικός εμφύλιος πόλεμος, γιατί εδώ καθοριστικός παράγων όσο και να θέλει να περιθωριοποιήσει τον εαυτό του για να γλυτώσει πολύτιμο αίμα, είναι ο γερμανικός- η χώρα εξακολουθεί να κατέχεται από τους κατακτητές. Και άλλο χαρακτήρα έχει ο εμφύλιος πόλεμος της περιόδου ’46-’49.  

Οι Γερμανοί θέλοντας να γλυτώσουν αίμα φαίνονται θετικοί στις προτάσεις της ελληνικής κυβερνήσεως για την συγκρότηση των ταγμάτων ασφαλείας. Μπορούσαν να τα ελέγξουν απόλυτα αυτά τα τάγματα, ή από κάποια στιγμή και έπειτα στάθηκαν επιφυλακτικοί και οι ίδιοι φοβούμενοι την ισχύ τους; Ποια ήταν τελικά η στάση των Γερμανών;

Οι Γερμανοί δέχονται προτάσεις συνεργασίας ήδη από το πρώτο διάστημα της κατοχής, είναι όμως κατ’ αρχάς αρνητικοί γιατί θέλουν να διαβάσουν αν μεγαλύτερα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας είναι πρόθυμα να συνεργαστούν, και ο τρόπος με τον οποίο ακριβώς θα τα χρησιμοποιήσουν ως Δούρειους Ίππους εντός της ελληνικής κοινωνίας. Δεν θέλουν να διασπάσουν από την αρχή την ελληνική κοινωνία, γιατί τα αντιστασιακά κρούσματα του πρώτου διαστήματος έχουνε καταπνιγεί στο αίμα. Όλο το 1942 δεν έχουμε καμία αντιστασιακή πράξη στον ελληνικό χώρο, οπότε από την στιγμή που δεν υπάρχει αντίσταση δεν έχει κάποιο λόγο ο Γερμανός να μοιράζει όπλα δεξιά και αριστερά. Όταν επανεμφανίζεται η αντίσταση από τις αρχές του 1943 και στη συνέχεια ανδρώνεται και ενισχύεται ποικιλοτρόπως, κυρίως μετά την ιταλική συνθηκολόγηση το καλοκαίρι του 1943, άρα οι Γερμανοί έρχονται και οι ίδιοι να ενισχύσουν αυτό που θα ονομάζαμε ‘’την αντίδραση’’ απέναντι στην αντίσταση- την εσωτερική αντίδραση απέναντι στην συγκεκριμένη αντίσταση που ακούει στο όνομα ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Είναι πολύ φειδωλοί στον τρόπο με τον οποίο μοιράζουν τα όπλα από τις γερμανικές αποθήκες, και σε ποιους τα δίνουν, γιατί φοβούνται πως την στιγμή μιας συμμαχικής απόβασης- δεν γνωρίζουν ότι δεν θα γίνει απόβαση στην Ελλάδα, και την περιμένουν στις ακτές της Πελοποννήσου. Φοβούνται πως τα όπλα που έχουν δώσει στους Έλληνες συνεργάτες υπάρχει το ενδεχόμενο να στραφούν εναντίον τους. Εκείνους τους συνεργάτες που μπορούν να ελέγξουν πάρα πολύ καλά είναι τα ευζωνικά τάγματα, τα οποία συγκροτούνται από την κυβέρνηση των Αθηνών. Εκεί όπου μπορούν να ελέγξουν τα πράγματα ακόμη καλύτερα είναι όπου δεν μπορεί να απλώσει το χέρι της η κατοχική κυβέρνηση, και άρα μιλούμε για την γερμανική ζώνη κατοχής- μιλούμε για την Μακεδονία. Η κυβέρνηση Ράλλη θέλει να στείλει δύο ευζωνικά τάγματα στην Μακεδονία, οι Γερμανοί όμως δεν θέλουν να ακούσου για κάτι τέτοιο. Θέλουν στην δική τους ζώνη κατοχής μέχρι το καλοκαίρι του ’43 και στην συνέχεια να κάνουν ότι αυτοί θέλουν. Άρα συγκροτούν ένοπλα αντικομμουνιστικά τμήματα και τα εξοπλίζουν και τα ελέγχουν σε απόλυτο βαθμό, γατί θέλουν ουσιαστικά να τα αξιοποιήσουν για τους δικούς τους απόλυτα σκοπούς. Να μην έχει η κυβέρνηση Ράλλη ακόμη και την επίφαση της νομιμότητας και του ελέγχου επί των ταγμάτων αυτών.

Και για να συνδέσω αυτό το ερώτημα με το προηγούμενο. Γιατί, αναρωτιόμαστε αν κάποιος επιλέγει να συνεργαστεί με το κατακτητή; Δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν τμήματα της κοινωνίας που ήταν όχι μόνο εχθρικά, αλλά παρέμεναν μουδιασμένα απέναντι σε προτάσεις συνεργασίας από την πλευρά του ΕΛΑΣ, πρόκειται και για όσους θέλουν να αδρανοποιηθούν και να ουδετεροποιηθούν, και η ουδετερότητα σε στιγμές κρίσης και πολέμου είναι η χειρότερη επιλογή που μπορεί να κάνει κανείς γιατί κινδυνεύει να δεχθεί πυρά απ’ όλες τις αντιπαρατιθέμενες πλευρές. Το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ παρουσιάζει μια αδυναμία να προσεγγίσει τους πληθυσμούς αυτούς, που είναι συντηρητικοί, που είναι κλειστοί, που είναι εχθρικοί και δεν θέλουν να συνεργαστούν με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Εκεί υπάρχει μια πού μεγάλη δυσκολία και αυτό το βλέπουμε από εκθέσεις που αποστέλλονται απ’ το Μακεδονικό Γραφείο, και περιγράφουν αυτήν την δυσκολία να προσεταιριστούν αυτοί οι πληθυσμοί. Κάποιος συνεργάζεται με τον κατακτητή και για πολύ ιδιαίτερους λόγους, οικογενειακούς, άρα κάποιοι από αυτούς που δεν θα θελήσουν να συνεργαστούν, ή θα απορρίψουν τις προτάσεις συνεργασίας θα δεχθούν επιθέσεις. Μπαίνει πλέον και το προσωπικό διακύβευμα, και το ζήτημα ζωής και θανάτου, μπαίνουν μέσα και τα πλήγματα που θα υποστούν αυτοί από την πλευρά του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όπως οι επιθέσεις εναντίον χωριών και δεν θα δεχθούν να βοηθήσουν, και θα χαρακτηρισθούν συλλήβδην από το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ως αντιδραστικά. Αυτοί που θα πληγούν, από την στιγμή που μπαίνει και το μέσα και το αίμα της οικογένειας, πλέον αν θεωρήσουμε ότι υπήρχε ένας προσωπικός λόγος, αυτός πλέον παρακάμπτεται χάριν του προσωπικού, και αυτός είναι απόλυτα φανατικός λόγος, γιατί πλέον μπαίνει και ο παράγοντας αίμα, ο άνθρωπος λειτουργεί αλλιώς ζητώντας εκδίκηση. Η εκδίκηση είναι αυτό που παρακινεί πολλούς να λάβουν το όπλο εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Επίσης, άλλοι λόγοι είναι επιβίωσης. Το να ενταχθεί κάποιος σε αυτά τα τάγματα σημαίνει έναν σταθερό μηνιαίο μισθό, σημαίνει δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη- και καταλαβαίνουμε τι σημαίνει για τις συνθήκες κατοχής αυτό- σημαίνει ενδεχομένως ότι μετά την απώλειά του υπάρχει η πιθανότητα η οικογένειά του να συνταξιοδοτηθεί. Άρα λόγοι επιβίωσης, οπορτουνιστικοί λόγοι, βλέπουμε κλασσικά luben στοιχεία των μεγάλων πόλεων τον β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως μια μεγάλη περιπέτεια, ως μια ευκαιρία για τους ίδιους να πλουτήσουν, θέλει κανένας να εγγράψει το όνομά στις μεγάλες λίστες των μεσιτιούχων και στις καταστάσεις που μετέχουν στην διανομή των Εβραϊκών περιουσιών ανά την Ελλάδα και κυρίως στην Σαλονίκη; Διάφοροι είναι οι λόγοι που κανείς θα ενταχθεί στα τάγματα ασφαλείας. Και εδώ μπαίνει τα ζήτημα της συγκυρίας και του χρόνου. Θα περίμενε κανείς αυτός ο οποίος θα καταταγεί, θα γερμανοντυθεί ή θα δεχθεί όπλα από τις γερμανικές αποθήκες, να το κάνει μέχρι το ’43, εάν δεν έχει μάθει τι έχει συμβεί στο Στάλινγκραντ. Όχι όμως να εντάσσεται στα τάγματα ασφαλείας το καλοκαίρι του ’44. Γιατί λοιπόν, ενώ κάποιος προφανώς γνωρίζει ότι ο πόλεμος έχει κριθεί η Γερμανία έχει χάσει, να δεχθεί να βάλει το κεφάλι του στην γκιλοτίνα- γιατί αυτό κάνει στην ουσία, και πρέπει να το αντιλαμβάνεται εκείνη την εποχή. Η γερμανική προπαγάνδα λειτουργεί στη ύπαιθρο διασπείροντας ότι λίαν συντόμως οι κομμουνιστές θα έχουν τον απόλυτο έλεγχο και θα μπουν στα χωριά σας, θα τα κάψουν και θα σας σκοτώσουνε, άρα πρέπει να μπείτε στις πόλεις και να δεχθείτε γερμανικά όπλα. Και έτσι τίθεται ένα πολύ εκβιαστικό δίλημμά, οπότε με βίαιο τρόπο σύρονται στο εξοπλισμό, τα πράγματα έχουνε πολωθεί, η βία απαντάται με βία και το αίμα απαντάται με αίμα, σε μια Ελλάδα η οποία πλέον έχει βουτηχτεί σε συνθήκες κατοχικού εμφυλίου πολέμου. Οι πάντες πλέον πολεμούν εναντίον των υπολοίπων όχι για να ελευθερώσουν την χώρα, αλλά γιατί όλοι τους έχουνε στο μυαλό τους την επόμενη ημέρα, και αυτό το βλέπουμε και στις συγκρούσεις μεταξύ των αντιστασιακών οργανώσεων. Από τα τέλη του ’43 όλοι έχουνε στο μυαλό τους την επόμενη ημέρα, την ημέρα της Απελευθέρωσης. Αρκετοί από αυτούς που θα συνεργαστούν με τους Γερμανούς, δεν θα φύγουν από την χώρα, θα παραμείνουν, θα πολεμήσουν με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και πολλοί θα χάσουν την ζωή τους, γιατί το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είναι κυρίαρχο. Οι μεγαλύτερες συγκρούσεις με τα περισσότερα θύματα είναι αυτές των τελευταίων μηνών της Κατοχής- καλοκαίρι και πέρα, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος του ‘44.

Στο βιβλίο σας Έλληνες εναντίον Ελλήνων: Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στη κατοχική Θεσσαλονίκη 1941 1944» επικεντρώνεστε στη περιοχή της γερμανοκρατούμενης Μακεδονίας και στη Θεσσαλονίκη. Ποιές διαφορές παρουσιάζει αυτή η συγκεκριμένη περιοχή της Ελλάδας σε σχέση με άλλα τμήματα της κατεχόμενης χώρας;

Η Μακεδονία, όπως είπαμε και πριν, μπορεί να μας προσφέρει την συνολική πολυσυλλεκτική εικόνα διαφορετικών πληθυσμών, παραδόσεων, κουλτούρας, γλωσσών ή θρησκειών. Άρα το τι συμβαίνει στην Μακεδονία είναι ουσιαστικά ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε πλέον το φαινόμενο του δωσιλογισμού.  Δηλαδή δεν μιλούμε για ένα ενιαίο φαινόμενο, αλλά για διαφορετικές διαστάσεις και πτυχές ενός πολυσυλλεκτικού και πολυεπίπεδου φαινομένου. Από την Ήπειρο ως την Μακεδονία έχουμε τουκόφωνους Πόντιους, έχουμε τους Τσάμηδες, έχουμε τους Σλαβομακεδόνες, έχουμε συντηρητικά στοιχεία όπως τους Βλάχους και τους Σαρακατσάνους, διαφορετικές λοιπόν πληθυσμιακές ομάδες, με διαφορετικές προσδοκίες. Έχουμε ένα γεωγραφικό χωνευτήρι  πληθυσμών, που δεν έχει χωνεύσει όλους αυτούς τους πληθυσμούς, λόγω του πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος, που έχει προηγηθεί και έχει οδηγήσει στα γεγονότα της Κατοχής. Αποτέλεσμα είναι όλοι αυτοί οι πληθυσμοί την περίοδο αυτή να βρεθούν να πολεμούν μεταξύ τους, να κάνουν διαφορετικές επιλογές ακόμη και εντός της ίδια της κοινότητάς τους. Οι Σλαβομακεδόνες δεν τοποθετούνται συλλήβδην υπέρ της μιάς ή της άλλης πλευράς, ανάλογα με την γεωγραφία θα δεί κανείς να εντάσσονται στον ΕΛΑΣ, στους κόλπους του ΣΝΟΦ, να συγκροτούν τμήματα που θα εξοπλιστούν από τους Ιταλούς στην περιοχή της Καστοριάς, στην συνέχεια αυτά θα τα παραλάβουν οι Γερμανοί και θα τα επανεξοπλίσουν- υπάρχουν γενικά διαφορετικές τάσεις. Ο υπαρκτός κίνδυνος που υπάρχει εδώ είναι η απώλεια της Μακεδονίας. Και το ερώτημα τίθεται· ήταν υπαρκτός αυτός ο κίνδυνος; Κατά την άποψή μας ήταν υπαρκτός. Και γενικότερα ο κίνδυνος του εδαφικού και πληθυσμιακού ακρωτηριασμού της Ελλάδος ήταν απόλυτα υπαρκτός την περίοδο του β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εάν λοιπόν οι Γερμανοί νικούσαν η Ελλάδα θα ακρωτηριαζόταν- όπως θα συνέβαινε και στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, οι τρείς ζώνες Κατοχής, με τους Βουλγάρους και δευτερευόντως τους Ιταλούς, αυτό το πράγμα δείχνουν. Άρα ο κίνδυνος της απώλειας της Μακεδονίας ήταν υπαρκτός, όπως και κατά την διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου- για να συνδέσουμε τις δύο περιόδους, και να καταδείξουμε μια ειδοποιό διαφορά σε σχέση με άλλες περιοχές.  

Μετεμφυλιακά, βλέπουμε τις ελληνικές κυβερνήσεις να είναι ενδοτικές απέναντι στην Βόννη σε διάφορα ζητήματα- σκάνδαλο Siemens, υπόθεση Μέρτεν- ενέργειες που χαρακτηρίστηκαν »προδοτικές». Μπορούμε να παρατηρήσουμε κάποια σχέση ανάμεσα σε αυτές τις κινήσεις και την ανάγκη των ελληνικών κυβερνήσεων, για συμβολή των γερμανικών κεφαλαίων στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, και την διπλωματική στήριξη της Γερμανίας στο Κυπριακό;

Το τέλος του Εμφυλίου πολέμου σηματοδοτεί τον ελληνικό δρόμο που οδηγεί απευθείας στην Δύση. Η Ελλάδα είναι η ελληνική νησίδα μέσα στον κομμουνιστικό βαλκανικό κόσμο. Άρα η Ελλάδα τοποθετείται στον Δυτικό Συνασπισμό, έτσι θα βρεθεί στο ίδιο στρατόπεδο με την Δυτική Γερμανία, και από ’47 και μετά με την ανάδυση του διπολικού κόσμου, Γερμανία και Ελλάδα, οι δύο μέχρι πρότινος εχθροί, ο κατακτητής και ο κατεχόμενος, θα βρεθούν στο ίδιο πολιτικό-ιδεολογικό μετερίζι. Αποτελούν δε και τα σύνορα του Δυτικού Κόσμου, κάπως ανισοβαρώς βέβαια. Γιατί η Δυτική Γερμανία, έχει να αντιπαρατεθεί με την βιτρίνα του Ανατολικού Συνασπισμού- την Ανατολική Γερμανία- ενώ η Ελλάδα συνορεύει με την εσχατιά του Ανατολικού Συνασπισμού, και εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε και τον Γιουγκοσλαβικό σοσιαλιστικό δρόμο. Από αυτήν την άποψη λοιπόν ο πρώην κατακτητής και κατακτημένος θα βρεθούν στον ίδιο συνασπισμό. Άρα η ανάγκη και των δύο όπως σταδιακά θα την εντοπίσουν, θα είναι η ανάγκη της συνεργασίας. Αυτή η αναπόδραστη ανάγκη θα οδηγήσει τις δύο πλευρές και σε μια δεύτερη ανάγκη, σε αυτήν του να θαφτεί το παρελθόν. Να επέλθει δηλαδή, όπως έλεγαν νικητές και ηττημένοι του Εμφυλίου πολέμου, μια αναγκαστική συλλογική αμνησία. Να ξεχάσουμε ότι συνέβη και ότι μας πλήγωσε κατά την διάρκεια του β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ελλάδα επειδή θα ακολουθήσει ταχύτερους ρυθμούς ένταξης σε σχέση με την Γερμανία, και λόγω του γεγονότος ότι θα έχει βγεί από έναν εμφύλιο πόλεμο, θα εντοπίσει αυτήν την ανάγκη πολύ νωρίτερα, και μάλιστα θα συμβάλει διπλωματικά ώστε να γίνει αποδεκτή η Δυτική Γερμανία στα συλλογικά όργανα και στους συλλογικούς θεσμούς της Δύσης. Από αυτήν την άποψη οι Γερμανοί τονίζουν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 πως η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο κρατών, θα μας δώσει την δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε την σύμμαχο Ελλάδα για να προωθήσει η Γερμανία τα δικά της συμφέροντα που δεν μπορεί να το κάνει ως τώρα που ήταν εκτός των Ευρωπαϊκών συλλογικών οργάνων. Και από την άλλη πλευρά αυτό που μπορεί να κερδίζει η Ελλάδα είναι στο επίπεδο της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των δύο κρατών. Άρα σε διπλωματικό επίπεδο υπάρχει ένα δούναι και λαβείν, το οποίο διαπιστώνεται αργά η γρήγορα και από τις δύο πλευρές. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό η Ελλάδα είναι αναγκασμένη με οποιονδήποτε τρόπο να θάψει το παρελθόν, και να μην φέρνει στην επιφάνεια ζητήματα που αφορούν γεγονότα που συνέβησαν κατά την διάρκεια του β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην γερμανική κατοχή, για να μην φέρει έναν κρίσιμο σύμμαχο, κυρίως οικονομικό εταίρο, σε δύσκολη θέση- όπως σε διπλωματικό ή πολιτικό επίπεδο οι διμερείς σχέσεις αντιλαμβάνονται ότι μπορεί  να φέρει ο ένας το άλλο και τότε και σήμερα. Όταν λοιπόν ξεσπά η υπόθεση Μέρτεν- μια πολύ δύσκολη και επώδυνη υπόθεση και για τις δύο πλευρές-  τότε και οι δύο αντιλαμβάνονται τους κινδύνους που θα έχουν να αντιμετωπίσουν κάθε φορά που θα βρίσκονται ενώπιον αυτών των περιστατικών. Η αντιπολίτευση ξέρουμε πως χρησιμοποίησε την υπόθεση Μέρτεν για να πλήξει την ΕΡΕ και τον Καραμανλή. Όλοι θυμούνται το ζήτημα των εβραϊκών περιουσιών και την εμπλοκή του Μέρτεν, και το λεγόμενο θησαυρό του Μέρτεν. Όλα αυτά ο καθένας μπορεί να τα φέρει ακόμη και σήμερα και να τα επικαιροποιήσει- έτσι καταλήγουμε και πάλι να συζητούμε για την υπόθεση Μέρτεν, τον θησαυρό των Εβραίων, και αν αυτός διοχετεύτηκε στην Ελληνική οικονομία κατά την κατοχή για να την στηρίξει από την κατάρρευση, το κατοχικό δάνειο. Τι κρυβόταν πίσω από την υπόθεση Μέρτεν, και αν ο Μέρτεν είχε δίκιο που απελευθερώθηκε από την ελληνική πλευρά, και με ποιο αντάλλαγμα, υπήρχαν υπόγειες διεργασίες  και επαφές· αν αυτό συνδέονταν με την υπογραφή της συμφωνίας του δανείου των 150 εκατομμυρίων μάρκων. Είναι χίλια δυό πράγματα τα οποία ακόμη τα συζητούμε, αλλά τα συζητούμε με έναν τρόπο κυρίως σκανδαλοθηρικό και όχι τόσο ιστορικό.

Όλες αυτές οι υποθέσεις σαφέστατα έχουν να κάνουν και με την πολύ υποστηρικτική στάση της Δυτικής Γερμανίας στο Κυπριακό. Όπως και η ελληνική πλευρά ακολούθησε μια πολύ φιλική και υποστηρικτική διπλωματική στάση απέναντι στην Δυτική Γερμανία σε κάθε μεταπολεμικό της βήμα. Οι Γερμανοί το επισημαίνουν, διπλωματικοί κύκλοι των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης, η Βόννη το επισημαίνει σε κάθε περίπτωση πως ο καλύτερος και πιο θερμός σύμμαχός μας στον μεταπολεμικό κόσμο είναι η Ελλάδα. Έχουμε ένα πλήθος εγγράφων που από αυτά επισημαίνεται κάθε φορά η πολύ θετική στάση που κρατά η ελληνική πλευρά απέναντι σε οποιοδήποτε γερμανικό αίτημα, στο ευρύτερο γερμανικό ζήτημα, κρατάει μια πολύ θετική στάση στην υπογραφή της συμφωνίας του Λονδίνου- και αυτό το βλέπουμε ακόμα και σήμερα και αντιμετωπίζουμε τα απόνερα της ελληνικής στάσης τότε απέναντι στο κατοχικό δάνειο, την συμφωνία 2 συν 4 και τις γερμανικές αποζημιώσεις. Εμείς σήμερα έχουμε ξεθάψει μνήμες του παρελθόντος, και τις μεταχειριζόμαστε με τρόπο λανθασμένο, αφού αδυνατούμε να τις κρίνουμε εντάσσοντάς τες στον χρόνο κατά τον οποίο συνέβησαν.  Ουσιαστικά αναπαράγουμε παλαιά στερεότυπα νέας κοπής.

IMG_8164

Ο Στράτος Δορδανάς είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη μελέτη των σχέσεων της Γερμανίας με τις βαλκανικές χώρες τον 19ο-20ο αιώνα, καθώς και σε ζητήματα σχετικά με την ιστορία του ελληνικού μακεδονικού χώρου. Ειδικεύεται στην πολιτική-διπλωματική και κοινωνική ιστορία, στη μελέτη των πολεμικών συρράξεων και των εμφύλιων συγκρούσεων, με σημεία αναφοράς τους δύο παγκοσμίους πολέμους. Είναι συγγραφέας των μελετών: Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη, 1941-1944(Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006). Το αίμα των αθώων. Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944 (Εστία, Αθήνα 2007). Η γερμανική στολή στη ναφθαλίνη. Επιβιώσεις του δοσιλογισμού στη Μακεδονία, 1945-1974 (Εστία, Αθήνα 2011). Βιβλία με άλλους: Κώστας Φωτιάδης-Στράτος Δορδανάς-Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Αθώα θύματα στο Βέρμιο. Οι Πύργοι και το Μεσόβουνο στην Κατοχή, 1941-1944 (Δήμος Βερμίου/Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 2010). Συν-επιμελητής: Στράτος Ν. Δορδανάς-Βάιος Καλογρηάς (έρευνα, μετάφραση, επιμέλεια, εισαγωγή), Η Γερμανική Αυτοκρατορία και οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Άγνωστες πτυχές από τα γερμανικά αρχεία (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών/Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 2012). Το Μακεδονικό και η Γερμανία. Απόρρητα έγγραφα του Γερμανικού Υπουργείου Εξωτερικών, (Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών/Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 2013).