Skip to main content

Νίκος Τόμπρος: Πολιτικά μέτρα με θρησκευτικούς αποδέκτες. Ο μοναχισμός στο οθωνικό βασίλειο

Νίκος Τόμπρος

Πολιτικά μέτρα με θρησκευτικούς αποδέκτες. Ο μοναχισμός στο οθωνικό βασίλειο

 

Στις αρχές του 1833 η Εκκλησία και o μοναχισμός του νότιου ελλαδικού χώρου είχαν περιέλθει σε αποσύνθεση, καθώς η ελληνική Επανάσταση είχε πλήξει ποικιλότροπα τους προαναφερθέντες θεσμούς. Όσο για την εκκλησιαστική ιεραρχία της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, αυτή είχε αποκοπεί από τα παραδοσιακά της στηρίγματα: την οθωμανική εξουσία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η επιθυμία του ανώτερου -κυρίως- κλήρου να απαλλαγεί η ελληνική Εκκλησία από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου δεν ήταν κάτι καινούργιο. Είχε πρωτεκφραστεί κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού Αγώνα και συνεχίστηκε επί Καποδίστρια. Σε αυτή προφανώς τη θέση βασίστηκε η Αντιβασιλεία, προκειμένου να λάβει μέτρα για την Εκκλησία και τον μοναστικό θεσμό. Το νεοσύστατο κράτος χρειαζόταν -βάσει αντιλήψεων της εποχής- μια εθνική Εκκλησία και μια νέα σχέση Πολιτείας και Εκκλησίας. Υπό αυτό λοιπόν το πρίσμα ερμηνεύονται, σε μεγάλο βαθμό, τα πολιτικά μέτρα που ελήφθησαν την εξεταζόμενη χρονική περίοδο για τους ανωτέρω θεσμούς με τα οποία η Πολιτεία επεδίωξε -σύμφωνα με τον Ν. Διαμαντούρο- να τους μετατρέψει σε έναν «από τους διάφορους κοινωνικούς θεσμούς που λειτουργούσαν στο πλαίσιο του κράτους και όπου το κράτος θα μπορούσε να υποκαταστήσει τη θρησκεία με την κοσμική ιδεολογία ως την επικρατούσα δύναμη στην καθημερινή ζωή του πληθυσμού του»[1].

Τη δυσμενή κατάσταση στον εκκλησιαστικό χώρο επέτειναν οι επίσκοποι και οι μοναχοί που προσέρχονταν στο ελεύθερο βασίλειο από τις διάφορες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι πρόσφυγες αυτοί έπεφταν συχνά θύματα των δημαγωγών, που τους προσέφεραν εκκλησιαστικά αξιώματα με αντάλλαγμα την υποταγή τους[2]. Η παρουσία τους όμως στο βασίλειο υπονόμευε την ανεξαρτησία των γηγενών ιεραρχών, οι οποίοι με τη σειρά τους αναγκάζονταν να αποταθούν στην κοσμική εξουσία, επιζητώντας την εύνοιά της, για να προστατεύσουν τα αξιώματα που έως τότε κατείχαν. Αλληλοσυγκρουόμενα τέλος οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα, αλλά και αποκλίνουσες τοπικές υποχρεώσεις εμπόδιζαν τον ανώτερο κλήρο να δράσει ως συγκροτημένο και συμπαγές σώμα[3]. Αυτή ακριβώς την κατάσταση είχε να αντιμετωπίσει η Αντιβασιλεία (1833-1835), όταν ανέλαβε το έργο της στο νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο[4].

Peter von Hess, Einzug König Ottos von Griechenland in Nauplia, 1835, München, Neue Pinakothek.

Όσον αφορά τον μοναχισμό, αρκετές από τις πολιτικές αντιλήψεις στο ελληνικό βασίλειο θεωρούσαν τον θεσμό σε παρακμή. Κάποιες μάλιστα εξ αυτών τον χαρακτήριζαν ξεπερασμένο και αναχρονιστικό[5]. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο μοναστικός θεσμός χρειαζόταν πολιτική και εκκλησιαστική στήριξη, αφού αρκετές μονές είχαν ερημωθεί, είχαν καταστραφεί, ή είχαν απολέσει μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού τους. Οι περισσότερες μάλιστα εξ αυτών διέθεταν ελάχιστους μοναστές, που δεν ξεπερνούσαν τους τρεις. Εντούτοις για ορισμένους η αριθμητική μείωση των μοναχών δεν σχετιζόταν μόνο με τον θάνατο πολλών εξ αυτών στα πεδία των μαχών, αλλά και με το ότι η Επανάσταση -με την πρόκληση για περιπέτεια, τις ευκαιρίες που προσέφερε για πλουτισμό, την αποτίναξη των παραδοσιακών περιορισμών- ενεθάρρυνε την έξοδο μοναστών από τις μονές[6].

 

Μοναστηριακά μέτρα

Με την επιλογή των μελών της Αντιβασιλείας καθορίστηκαν και οι αρμοδιότητες του καθενός. Ο G. Maurer  επιφορτίστηκε με την οργάνωση της Δικαιοσύνης, της Παιδείας και της Εκκλησίας. Επρόκειτο για έναν γερμανικής καταγωγής προτεστάντη με νομική κατάρτιση, που απέκτησε στη Γαλλία του Ναπολέοντα. Συνεπώς το βασικό οργανωτικό έργο στους προαναφερθέντες τομείς -την περίοδο 1833-1834- έφερε αποκλειστικά τη δική του σφραγίδα. Ο Maurer παρουσίασε τις απόψεις του για την Εκκλησία και τον μοναχισμό σε πόνημα που εξέδωσε ύστερα από την αποχώρησή του από την Ελλάδα (1835)[7]. Σε αυτό ανέφερε ότι, όταν ήρθε στον ελλαδικό χώρο, όλα ήταν διαλυμένα και γι’ αυτό έπρεπε να επιβάλλει τάξη σε μια κατάσταση που ήταν συνώνυμη του χάους. Οι κληρικοί -κατ’ αυτόν- ήσαν «διεφθαρμένοι και πάμπτωχοι», ενώ για τις σχέσεις της αυτοκέφαλης ελλαδικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο υποστήριζε ότι η πρώτη όφειλε να είναι ανεξάρτητη από έναν Πατριάρχη που ήταν διορισμένος από τον Σουλτάνο[8]. Διέβλεπε και έναν δεύτερο κίνδυνο για το ελληνικό βασίλειο προερχόμενο από τη ρωσική πλευρά. Εξέφραζε την άποψη ότι, εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων του Τσάρου κατά των Οθωμανών, η Ρωσία μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους ορθοδόξους πληθυσμούς των Βαλκανίων, για την επίτευξη των σκοπών της. Επειδή μάλιστα αρκετοί από τους Έλληνες κληρικούς και μοναχούς ήσαν αφοσιωμένοι στην ομόδοξη Ρωσία, πίστευε ότι ήσαν πρόθυμοι να στηρίξουν τις όποιες ρωσικές φιλοδοξίες στην περιοχή. Ο αντιβασιλέας τέλος ισχυριζόταν ότι ο Τσάρος μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον διορισμό του Πατριάρχη, για να ελέγχει την ελληνική Εκκλησία. Συνεπώς ο μόνος τρόπος να αποφευχθούν τα ανωτέρω, ήταν να δημιουργηθεί μια ανεξάρτητη από την Κωνσταντινούπολη Σύνοδος[9].

Αγνώστου, Georg Ludwig von Maurer, c. 1860, München, Bayerische Akademie der Wissenschaften.
Διονυσίου Τσώκου, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Βουλή των Ελλήνων. Ο Φαρμακίδης, διδάσκαλος του Γένους, λόγιος κληρικός, υπήρξε στενός συνεργάτης του Maurer για εκκλησιαστικά ζητήματα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο G. Maurer εξελάμβανε την Εκκλησία ως δημόσια υπηρεσία, όπως όλες οι υπόλοιπες, υφισταμένη του κράτους. Η συγκεκριμένη αντίληψη είχε διαμορφωθεί από την κατάσταση που επικρατούσε στη Βαυαρία, στην οποία η κοσμική εξουσία κυριαρχούσε στην καθολική και την προτεσταντική Εκκλησία[10]. Ο τρόπος με τον οποίο επρόκειτο να ρυθμίσει τις εκκλησιαστικές και τις μοναστηριακές υποθέσεις διαφαίνεται σε βασιλικό διάταγμα (3.4.1833) στο οποίο οι εν λόγω θεσμοί περιέρχονταν στον άμεσο έλεγχο της Πολιτείας[11]. Ο αντιβασιλέας γνώριζε όμως ότι, για να έχουν νομιμότητα οι ενέργειές του, όφειλε -έστω και τυπικά- να διαθέτει την έγκριση των ιεραρχών. Με αυτό το σκεπτικό συνεκάλεσε σύνοδο αρχιερέων στο Ναύπλιο (15–26.7.1833), στην οποία παρουσίασε τις κυβερνητικές θέσεις[12]. Απότοκος της συνόδου αυτής υπήρξε η Διακήρυξις περί της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας με την οποία μπορούσε πλέον να αλλαχθεί ολόκληρη η δομή της ελλαδικής Εκκλησίας.

Η τελική διευθέτηση των εκκλησιαστικών και μοναστηριακών υποθέσεων περιελάμβανε τρία βασικά ζητήματα: α) την εγκαθίδρυση αυτοκέφαλης Εκκλησίας, β) τη δημιουργία καισαροπαπικού συστήματος, γ) τη μερική διάλυση των μονών της ελληνικής επικράτειας. Τα δύο πρώτα ενσωματώθηκαν στο διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1833[13], σύμφωνα με το οποίο η Εκκλησία του ελληνικού βασιλείου κήρυττε την ανεξαρτησία της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τμήμα του οποίου αποτελούσε έως την έναρξη της Επανάστασης. Επισημοποιείτο έτσι ένας de facto διαχωρισμός, που είχε επιβληθεί δώδεκα χρόνια πρωτύτερα, όταν ο Πατριάρχης υποκύπτοντας στις πιέσεις της οθωμανικής εξουσίας είχε αποκηρύξει τους επαναστατημένους Έλληνες[14].

Παρακάμπτοντας τις προαναφερθείσες πολιτικές ενέργειες, στρέφουμε το ενδιαφέρον μας στα μέτρα εκείνα που σχετίζονταν αποκλειστικά με τον μοναστικό θεσμό, τα οποία τον έπληξαν -σύμφωνα με τους επικριτές τους- άμεσα[15]. Το τρίτο λοιπόν ζήτημα διευθετήθηκε αργότερα σε τρεις φάσεις, με αντίστοιχα διατάγματα. Η Αντιβασιλεία, έχοντας εξασφαλίσει τα μέσα ελέγχου της Εκκλησίας, έθεσε στο επίκεντρό της τις μονές του βασιλείου. Το πρώτο βασιλικό διάταγμα, που αφορούσε τις ανδρικές μονές της ελληνικής επικράτειας, εκδόθηκε στις 7.10.1833[16]. Εντύπωση προκαλεί ότι το κείμενό του -με τον παραπλανητικό τίτλο περί φορολογίας και μισθώσεως των μοναστηριακών– δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το γεγονός αιτιολογείται από την προσπάθεια της Αντιβασιλείας να μην προκαλέσει το δημόσιο αίσθημα με τη δημοσιοποίηση ενός τόσο αντιλαϊκού μέτρου. Ο Maurer φοβόταν άλλωστε ενδεχόμενες εξεγέρσεις, τις οποίες τελικά και δεν απέφυγε (Απρίλιος 1834)[17]. Ας επισημανθεί επίσης ότι η κυβέρνηση δεν έλαβε υπόψη της για τη σύνταξη του συγκεκριμένου διατάγματος τις σχετικές προτάσεις της Συνόδου, που έκαναν λόγο για διάλυση μονών με έως τρεις εγκαταβιούντες[18], αφού κήρυξε διαλυτέες όσες είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς. Το διάταγμα ανέθετε τη διοίκηση των μοναστηριακών κτημάτων στην Πολιτεία, η οποία στερούσε πλέον από τους ιεράρχες μια από τις αρμοδιότητες που τους παρείχαν οι εκκλησιαστικοί κανόνες[19]. Όσο για τη φορολόγηση των διατηρούμενων μονών, αυτή περιερχόταν στην τοπική αυτοδιοίκηση και την κεντρική εξουσία.

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 1834 στα ελληνικά και στα γερμανικά.

Ύστερα από τις σχετικές οδηγίες του Κ. Σχινά, Γραμματέα των Εκκλησιαστικών, το διάταγμα τέθηκε σε ισχύ στις αρχές του 1834. Ο Χρυσ. Παπαδόπουλος σημειώνει ότι πολλοί υπήρξαν οι μοναχοί που λόγω του συγκεκριμένου πολιτειακού κειμένου κατελήφθησαν από φόβο και εγκατέλειψαν τις μονές τους. Επιπρόσθετα οι δόκιμοι, καθώς και όσοι είχαν απλή χειροθεσία ή ήσαν μικρότεροι των 25 ετών, εξαιρέθηκαν -βάσει του διατάγματος- από τον κατάλογο των μοναχών. Αρκετοί τέλος ηγούμενοι, θεωρώντας την καταγραφή των μοναχών υποκινούμενη από φορολογικά αίτια, απέκρυψαν τον πραγματικό αριθμό των εγκαταβιούντων στις μονές τους. Αποτέλεσμα των προαναφερθέντων ήταν να αυξηθούν οι μονές με λιγότερους των έξι μοναχών και συνεπώς να διαλυθούν[20].

Κωνσταντίνος Σχινάς.

Συγχρόνως η Γραμματεία των Εκκλησιαστικών ζήτησε από τη Σύνοδο στοιχεία για μοναστηριακά συγκροτήματα στα οποία διέμεναν μοναχοί και μοναχές (22.1.1834). Οι επιχώριοι επίσκοποι όφειλαν, όπου συνέβαινε αυτό, να διατάξουν τη μετάβαση των μοναζουσών σε γυναικείες μονές -άνω των 25 προσώπων- και την εκεί παραμονή τους. Στην ανταπάντησή της η Σύνοδος τόνισε ότι έκανε «προς τον σκοπόν της ηθικής βελτιώσεως» ανάλογες υποδείξεις (30.1.1834)[21]. Επιπρόσθετα υπέβαλλε στη Γραμματεία προτάσεις για τις γυναικείες μονές της επικράτειας που έπρεπε να διατηρηθούν. Συγκεκριμένα πρότεινε να καταργηθούν όλες οι μονές εκτός από μία σε κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα (Πελοπόννησο, Στ. Ελλάδα, νησιά). Στην περίπτωση που οι τρεις δεν επαρκούσαν, θα προσετίθετο μία τέταρτη ή και μία πέμπτη. Τα κτήματα όλων των γυναικείων μονών θα περιέρχονταν στο Εκκλησιαστικόν Ταμείον, εκτός από 4 έως 6 στρέμματα ανά μονή, τα οποία θα χρησιμοποιούνταν από τις μοναχές για φυτοκομία. Όσες μονάστριες ήσαν κάτω των 40 ετών μπορούσαν να εγκαταλείψουν τον μοναχισμό και να επιστρέψουν ακατακρίτως στον κοσμικό βίο. Οι άνω των 40 υποχρεούνταν να μεταβούν σε όποια από τις διατηρούμενες μονές επιθυμούσαν. Οι ανωτέρω προτάσεις απετέλεσαν το έναυσμα για την έκδοση του διατάγματος -από τη Γραμματεία των Εκκλησιαστικών– για τη διάλυση των γυναικείων μονών (25.2.1834)[22]. Το διάταγμα διαχώριζε τη διοίκηση των γυναικείων μονών σε πνευματική και κοσμική. Την πρώτη ανελάμβανε ο επιχώριος επίσκοπος, ενώ τη δεύτερη ο νομάρχης. Όσο για την οικονομική διαχείρισή τους, αυτή ανετίθετο σε κρατικό υπάλληλο, τον Οικονόμο[23]. Το προαναφερθέν πολιτειακό έγγραφο μετέβαλε ουσιαστικά τις γυναικείες μονές σε λαϊκά ιδρύματα, στα οποία θα περιθάλπονταν φτωχοί, ασθενείς και παράφρονες και υποχρέωνε τις μονάστριες να μορφώνουν άπορα κορίτσια.

Στα δύο ανωτέρω διατάγματα προστέθηκε σύντομα και ένα τρίτο (26.4.1834), με το οποίο ολοκληρώθηκαν τα μέτρα της Αντιβασιλείας για τον μοναχισμό. Σύμφωνα με αυτό, οι κάτοχοι όλων των ιδιωτικών μονών και ναών του ελληνικού βασιλείου, που μπορούσαν να αποδείξουν με τίτλους ιδιοκτησίας την κυριότητά τους, θα συνέχιζαν να τα κατέχουν ανενόχλητα. Αντίθετα, για όσα περιουσιακά στοιχεία δεν υπήρχαν τα σχετικά έγγραφα από τους κτήτορες των μονών ή τους απογόνους τους και είχαν αφιερωθεί από τρίτους, αυτά θα περιέρχονταν στο Εκκλησιαστικό Ταμείο. Έκτοτε απαγορεύτηκε η οποιασδήποτε μορφής αφιέρωση σε ιδιόκτητους ναούς και μοναστηριακά συγκροτήματα. Όσες τέλος από τις ιδιωτικές μονές διατηρούνταν θα λειτουργούσαν μόνο ως ιδιωτικά ευκτήρια και ησυχαστήρια των ιδιοκτητών τους[24].                                                                     

Χάρτης της Ελλάδας, 1835.

Έκνομη δράση, αντίδραση, αιτιολόγηση

Η καταγραφή και δήμευση της μοναστηριακής περιουσίας άρχισε ύστερα από την κοινοποίηση των διαταγμάτων και των σχετικών οδηγιών της Γραμματείας των Εκκλησιαστικών. Η εκτέλεσή τους ανατέθηκε σε κυβερνητικά όργανα (νομάρχες, εφόρους, επάρχους) που χρησιμοποίησαν μεθόδους, οι οποίες δεν προβλέπονταν ούτε από την Ιερά Σύνοδο, ούτε από την Πολιτεία. Αρκετές βιβλιογραφικές αναφορές περιγράφουν τις ενέργειες αυτές των κρατικών υπαλλήλων με τα μελανότερα χρώματα[25]. Συγχρόνως σημειώνονται περιπτώσεις στις οποίες μοναχοί και κυρίως μοναχές εκδιώχθηκαν με τη βία από τις μονές τους[26]. Τα κινητά περιουσιακά στοιχεία των διαλυμένων μονών, αφού συγκεντρώνονταν και καταγράφονταν, δημοπρατούνταν. Δεν έλειψαν πάντως -κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης διαδικασίας- συμβάντα παρακράτησης και οικειοποίησης ιερών σκευών από κρατικούς υπαλλήλους ή μετατροπής τους σε χρηστικά σκεύη[27]. Ενέργειες δηλαδή που προκαλούσαν το λαϊκό αίσθημα[28]. Ωστόσο ο υπερβάλλων ζήλος που επέδειξαν ορισμένοι κρατικοί υπάλληλοι κατά την εφαρμογή των διαταγμάτων, φτάνοντας ακόμη και σε ανομικές συμπεριφορές, δημιουργεί ερωτηματικά για το κατά πόσο οι συμπεριφορές αυτές υποκινούνταν από μίσος προς τους μοναχούς, από προσωπικά οικονομικά οφέλη, ή από επίδειξη «καλής διαγωγής» προς τους ανωτέρους τους και ευπείθειας στις κυβερνητικές εντολές.

Ας επισημανθεί πάντως ότι και η μετεγκατάσταση μοναχών από τις διαλυθείσες προς τις διατηρούμενες μονές δεν υπήρξε πάντοτε μια ανέφελη και εύκολη υπόθεση, καθώς οι μοναχοί που αναγκάσθηκαν να «μετακομίσουν» συνάντησαν την απροθυμία, ακόμα και την έντονη αντίδραση των ηγουμένων και των μοναστών στα διατηρούμενα μοναστηριακά συγκροτήματα. Συνέπεια αυτών των αντιδράσεων ήταν ακόμη και η πρόκληση επεισοδίων. Ενόψει μάλιστα αυτής της κατάστασης η Ι. Σύνοδος εξέδωσε εγκύκλιο προς τους επισκόπους (16.7.1835) με την οποία στηλίτευε τέτοιες συμπεριφορές[29].

Η απαλλοτρίωση της μοναστηριακής περιουσίας και η εκποίησή της σε ιδιώτες, επειδή πραγματοποιήθηκε από την περιφερειακή διοίκηση χωρίς σχεδιασμό και συχνά βίαια, ήταν λογικό να προκαλέσει έντονα τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Οι πιστοί αντιδρούσαν στις πωλήσεις των μοναστηριακών αντικειμένων όχι μόνο γιατί τις θεωρούσαν ανίερες, αλλά και διότι σε αρκετές περιπτώσεις τις δημοπρατήσεις χαρακτήριζε καταφανής ανεντιμότητα. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης κατέκρινε τις συγκεκριμένες ενέργειες και εξέφραζε τη συμπάθειά του στους μοναχούς, τους οποίους σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις είχε επικρίνει [30]. Πιθανότατα τις αντιδράσεις των πιστών υποκινούσαν οι μοναχοί των διατηρούμενων μονών που έβλεπαν την πολιτική εξουσία όχι μόνο να οικειοποιείται τα περιουσιακά τους στοιχεία, αλλά και να αντιμετωπίζει τον θεσμό ως κρατική υπηρεσία και μάλιστα απαλλαγμένη από τη θρησκευτική της υπόσταση. Από την άλλη πλευρά ο Finlay, που συμφωνούσε με τα μοναστηριακά μέτρα της Πολιτείας, απέδιδε τη λαϊκή δυσαρέσκεια εν μέρει στη μέθοδο συλλογής των φόρων, επειδή κατά τη γνώμη του οι ενοικιαστές τους ήσαν αυστηρότεροι από τους μοναχούς[31]. Πολιτικά πάντως η διάλυση των μονών και η δήμευση της περιουσίας τους συνετέλεσε ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον παράγοντα στη μείωση του κύρους της Αντιβασιλείας[32]. Από οικονομική άποψη οι συγκεκριμένες ενέργειες δεν βελτίωσαν το εκπαιδευτικό σύστημα, ούτε συνέδραμαν τον κατώτερο κλήρο του βασιλείου, επειδή το ετήσιο εισόδημα του νέου δημόσιου Ταμείου, που είχε δημιουργηθεί για την κάλυψη αυτών των αναγκών, δεν μπορούσε να ικανοποιήσει ούτε τις μισές.

Η εξομολόγηση.

Στις αντιδράσεις που προκάλεσαν οι εκκλησιαστικές και μοναστηριακές ενέργειες της Πολιτείας φαίνεται ότι ήταν αναμεμειγμένη και η ρωσική διπλωματία. Ο Χρόνος -φιλοκαποδιστριακή εφημερίδα- ενεθάρρυνε την αντίσταση στα επικείμενα μέτρα. Από την άλλη πλευρά η εφημερίδα Αθηνά πρότεινε να δοθεί στη συνέλευση του Ναυπλίου (15-26.7.1833) πλήρης δημοσιότητα των συζητήσεών της. Η πρόταση αυτή έβρισκε αντίθετο τον Μaurer, που φοβόταν την πρόκληση αναταραχών από τη δημοσιοποίηση ενός τόσο εκρηκτικού θέματος[33]. Οι δυσαρέσκειες πάντως για τα μοναστηριακά δεν σταμάτησαν -ακόμα και όταν με β. διάταγμα (21.7.1834) ο Μaurer παύθηκε από το αξίωμα του αντιβασιλέα και αποχώρησε από την Ελλάδα[34]– με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν ένοπλες εξεγέρσεις σε Μάνη και Μεσσηνία (άνοιξη – καλοκαίρι 1834)[35].

 

Ποσοτικοποιώντας τον θεσμό

Τα αριθμητικά δεδομένα του μοναστικού θεσμού και η ανάλυσή τους σκιαγραφούν τη δυναμική των κυβερνητικών αποφάσεων σε μονές και μοναχούς προ και μετά την έκδοση των διαταγμάτων. Επιπλέον αποτυπώνουν την επιρροή του εξεταζόμενου θεσμού στους πλησιόχωρους προς τις μονές πληθυσμούς, την ικανότητά του να ανανεώνεται, προσελκύοντας νέα μέλη, τους λόγους που ώθησαν τα πρόσωπα[36] να επιλέξουν τη μία ή την άλλη μονή, τα προβλήματα και τις δυσκολίες που ο μοναχισμός αντιμετώπισε στο νεοσύστατο κράτος -τις οποίες έπρεπε να ξεπεράσει, για να συνεχίσει τη μακραίωνη πορεία του-, την αντιμετώπιση του θεσμού και των φορέων του από την εκάστοτε πολιτική εξουσία κ.λπ. Υπό αυτό λοιπόν το πρίσμα η δημογραφική «περιέργεια» αποκτά ποικίλες διαστάσεις.

Παρά την υπάρχουσα πληθώρα βιβλιογραφικών αναφορών για τα ποσοτικά στοιχεία της ενότητας[37], δεν υπάρχει ταύτιση μεταξύ των πηγών. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό επιχειρείται ο προσδιορισμός των αριθμητικών δεδομένων του μοναχισμού. Την προσοχή μας προσελκύουν πρωτίστως τα διαλυμένα και τα διατηρούμενα μοναστηριακά συγκροτήματα του πλαισίου. Ένας από τους πρώτους ερευνητές που ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο θέμα υπήρξε ο Κ. Δυοβουνιώτης, ο οποίος αναφέρει ότι στον νότιο ελλαδικό χώρο υπήρχαν -πριν την ίδρυση του βασιλείου- 524 ανδρικά και 18 γυναικεία μοναστηριακά συγκροτήματα[38]. Από αυτά (542) τα 394 διαλύθηκαν (378 ανδρικά και 16 γυναικεία) και διατηρήθηκαν τα 148 (146 και 2 αντίστοιχα). Την ίδια σχεδόν εικόνα -με μικρές αποκλίσεις- παρουσιάζει ο J. Petropulos. Τα μοναστηριακά συγκροτήματα -κατ’ αυτόν- ήταν 524 μονές, εκ των οποίων διατηρήθηκαν τα 146. Όσον αφορά τα διατηρούμενα, τα 83 συνέχισαν να λειτουργούν, επειδή πληρούσαν τον όρο του σχετικού διατάγματος για τον ελάχιστο αριθμό των 6 μοναστών, και τα 63, επειδή βρίσκονταν στη Μάνη. Η Αντιβασιλεία δεν εφάρμοσε άμεσα τα σχετικά διατάγματα στη συγκεκριμένη περιοχή, γιατί φοβόταν το ενδεχόμενο εξέγερσης εξαιτίας της γενικότερης δυσαρέσκειας από τα εκκλησιαστικά μέτρα της κυβέρνησης[39]. Μοναστηριακά δεδομένα για την εξεταζόμενη περίοδο μάς παρέχει και ο G. Finlay. Οι μονές για τον Άγγλο ιστορικό -προ του 1833- ήταν 560 (542 ανδρικές και 18 γυναικείες). Από αυτές διαλύθηκαν έως τα 1835 οι 412 (396 ανδρικές και 16 γυναικείες) και συνέχισαν να λειτουργούν 148 (146 και 2 αντίστοιχα)[40].

Αρκετά μικρότερο αριθμό μονών καταγράφει ο Maurer, ο οποίος κάνει λόγο για 400 ανδρικές και για 30 με 40 γυναικείες. Από το σύνολο αυτό (430/440 μονές) διατηρήθηκαν οι 82 και έπαυσαν να λειτουργούν οι 348/358. Ωστόσο ο αντιβασιλέας δεν διευκρινίζει, αν στις 82 διατηρούμενες συμπεριλαμβάνονταν οι γυναικείες μονές, καθώς και το τι τελικά ίσχυσε στην ιδιάζουσα περίπτωση της Μάνης. Πίσω από τους συγκεκριμένους αριθμούς πάντως κρύβεται η πρόθεση του αντιβασιλέα να παρουσιάσει -συνειδητά- ψευδή στοιχεία, για να παραποιήσει την πραγματικότητα και να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη. Προφανώς ήθελε να αποδείξει ότι έκλεισαν περισσότερες μονές, επειδή δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις και συνεπώς κακώς λειτουργούσαν[41]. Ένας άλλος μελετητής που ασχολήθηκε με τα μοναστηριακά δεδομένα της περιόδου είναι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Α΄ (Χρυσόστομος Παπαδόπουλος). Βάσει των πορισμάτων του, τα μοναστηριακά συγκροτήματα προ των διαταγμάτων ήταν 563, εκ των οποίων τα 545 ανδρικά και τα 18 γυναικεία. Από αυτά διαλύθηκαν τα 398 και τα 14 αντίστοιχα, ενώ συνέχισαν το πνευματικό τους έργο τα 147 και τα 4 (151)[42].

Η πιο αξιόπιστη πηγή για αρκετούς ιστορικούς θεωρείται ο Α. Μάμουκας, ο οποίος υπολόγισε το σύνολο των μονών σε 592[43]. Τα προαναφερθέντα στοιχεία προσεγγίζουν αρκετά τα αποτελέσματα της αρχειακής έρευνας του γράφοντος στο αρχείο Μοναστηριακά των Γ.Α.Κ. (585)[44]. Σύμφωνα με τον Μάμουκα πριν την ίδρυση του βασιλείου υπήρχαν στον νότιο ελλαδικό χώρο 592 μονές, εκ των οποίων οι 574 ήταν ανδρικές και οι 18 γυναικείες. Ύστερα από την έκδοση των διαταγμάτων έπαυσαν τη λειτουργία τους οι 441 -427 ανδρικές και 14 γυναικείες-, ενώ διατηρήθηκαν οι 151 (147 και 4 αντίστοιχα)[45]. Τα συγκεκριμένα δεδομένα διαφοροποιούνται από ό,τι έχει έως τώρα παρουσιαστεί, με συνέπεια να αυξάνεται ο συνολικός αριθμός των μοναστηριακών συγκροτημάτων του νότιου ελλαδικού χώρου.

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Αυγού, Αργολίδα.

Αξιόλογη πηγή για τις μονές που υφίσταντο στο εξεταζόμενο πλαίσιο πριν τα έτη 1833-1834, καθώς και γι’ αυτές που διατηρήθηκαν, αποτελεί το ευρετήριο του αρχείου Μοναστηριακά[46]. Το συγκεκριμένο εργαλείο έρευνας εμπεριέχει τα μοναστηριακά συγκροτήματα που διατηρούν στο συγκεκριμένο αρχειακό σύνολο ξεχωριστό φάκελο εγγράφων με έτος σύνταξης από το 1833 και έπειτα. Σύμφωνα με την καταμέτρηση των φακέλων του ευρετηρίου στον νότιο ελλαδικό χώρο υπήρχαν πριν τα διατάγματα 520 μοναστηριακά συγκροτήματα. Η έρευνα όμως στους φακέλους των Γενικών και Σύμμικτων Μοναστηριακών κατέδειξε έναν πρόσθετο αριθμό μονών που ανέρχεται σε 65[47]. Αθροίζοντας τους δύο αριθμούς προκύπτει ένα μοναστικό σύνολο της τάξης των 585 μονών. Εντούτοις ο εν λόγω αριθμός δεν αποκλείει την ύπαρξη και ορισμένων άλλων. Και σε αυτή όμως την περίπτωση οι μονές του ελληνικού βασιλείου δεν θα υπερέβαιναν τις 600[48]. Ο πραγματικά μεγάλος όγκος μονών που ιδρύθηκε και λειτούργησε στον νότιο ελλαδικό χώρο κατά την προεπαναστατική περίοδο ερμηνεύεται αφενός από τη θρησκευτική πίστη των ορθόδοξων χριστιανών και αφετέρου από τους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς ρόλους που επιτελούσαν οι μονές στις περιοχές τους[49].

Με βάση λοιπόν το αρχειακό υλικό προκύπτει ότι στα όρια του ελληνικού βασιλείου λειτουργούσαν -έως τον Μάρτιο του 1834- 35[50] γυναικείες μονές και 560 ανδρικές. Από αυτές διαλύθηκαν οι 434 (413 ανδρικές και 21 γυναικείες), ενώ συνέχισαν το πνευματικό τους έργο οι 151 (147 και 4 αντίστοιχα)[51]. Όσο για τα ποσοστά διάλυσης, αυτά ανήλθαν σε 73,8% για τις ανδρικές και σε 84% για τις γυναικείες[52]. Η σαφής υπεροχή των ανδρικών μονών (95,7%) έναντι των γυναικείων (4,3%) αποδίδεται σε πληθώρα παραγόντων. Επιλεκτικά αναφέρουμε ότι ορισμένες γυναικείες μονές λειτουργούσαν άτυπα, χωρίς δηλαδή την επίσημη εκκλησιαστική και πολιτειακή έγκριση, με συνέπεια να μην συνυπολογίζονται στους χώρους εγκαταβίωσης[53]. Ορισμένες επίσης μονάζουσες επέλεγαν για λόγους ασφαλείας να μονάσουν σε κάποια ανδρική μονή από το να ιδρύσουν μία νέα, ή παρέμειναν στις οικίες τους ως κοσμοκαλόγριες[54]. Ωστόσο τίθεται ως υπόθεση εργασίας το αν η περιορισμένη ανάπτυξη του γυναικείου μοναχισμού στον νότιο ελλαδικό χώρο σχετίζεται με την εκκλησιαστική πολιτική της ενίσχυσης του οικογενειακού θεσμού κατά την οθωμανική περίοδο[55].

Από τη μελέτη του προαναφερθέντος εργαλείου έρευνας εντύπωση προκαλεί το ότι, αν και αρκετές από τις μονές χαρακτηρίζονται διαλελυμένες, φέρουν έγγραφα στους φακέλους τους με χρονολογίες πολύ μεταγενέστερες από την εφαρμογή των διαταγμάτων[56]. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει αφενός ότι κάποιες μονές συνέχισαν να λειτουργούν ανεπίσημα για αρκετά χρόνια μετά την έκδοση των κυβερνητικών μέτρων και αφετέρου ότι ατόνησαν οι πολιτειακές εντολές για τη διάλυση των μονών σε σύντομο χρονικό διάστημα, με συνέπεια να διατηρηθούν αρκετές ανεπίσημα. Βάσει άλλωστε του διατάγματος Περί εν τω Βασιλείω μοναστηρίων μπορούσαν να παραμείνουν μοναχοί σε διαλυμένες μονές ως ενοικιαστές[57]. Η κατάργηση πάντως του προαναφερθέντος διατάγματος με μεταγενέστερο (Δεκέμβριος 1834) φαίνεται ότι δεν στάθηκε ικανή να διακόψει άμεσα την παραμονή κάποιων μοναστών που διαβιούσαν σε διαλυμένες μονές[58]. Όσο για τους λόγους που παρέμειναν ορισμένοι εγκαταβιούντες στις μονές απόκαρσής τους, αυτοί σχετίζονταν με τους οικονομικούς ρόλους που επιτελούσαν τα μοναστηριακά συγκροτήματα στις περιοχές τους, αλλά και με τα συμφέροντα που είχαν όσοι νέμονταν τα μοναστηριακά εισοδήματα.

Οι πηγές είναι αντιφατικές και για το μοναστικό δυναμικό του πλαισίου. Συγκεκριμένα ο G. Maurer υπολόγιζε τους μοναχούς -έως και το 1833- σε λιγότερους από 8.000, ενώ τις μονάζουσες σε περίπου 100. Ο πολύ μεγάλος αριθμός των μοναχών καταδεικνύει ότι τα στοιχεία είναι παραποιημένα, αφού σύμφωνα με τον αντιβασιλέα οι μονές -στην πλειονότητά τους- διέθεταν μικρό αριθμό μοναχών και γι’ αυτό ανέστειλε τη λειτουργία τους. Ο δε Παπαδόπουλος υπολόγιζε τους μοναστές σε 3.277, εκ των οποίων οι 3.000 ήσαν άνδρες και οι 277 γυναίκες. Όσο για τον Finlay θεωρούσε το σύνολο των μοναστών στις διατηρούμενες μονές του βασιλείου σε 2.000 πρόσωπα[59]. Διαφοροποιημένη εικόνα -έστω και εν μέρει- παρουσιάζει η έρευνα στο αρχειακό υλικό των Γ.Α.Κ. Βάσει αυτής προκύπτει ότι το 1836 εγκαταβίωναν στο ελληνικό βασιλείου περίπου 1.750 μοναχοί[60]. Σε μια προσπάθεια υπολογισμού του συνόλου της ενότητας στα προ του 1833 έτη επιχειρείται ο ακόλουθος συλλογισμός. Με δεδομένο ότι οι 415 ανδρικές μονές που διαλύθηκαν διέθεταν ένα ανθρώπινο δυναμικό της τάξεως των 3 έως 5 προσώπων, προκύπτει ένα μέγεθος το μέγιστο του οποίου είναι 2.075 και το ελάχιστο 1.215 μοναχοί. Προσθέτοντας τους αριθμούς αυτούς στους περίπου 1.750 μοναχούς των διατηρούμενων μονών, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι οι εγκαταβιούντες πριν την έκδοση των διαταγμάτων -και ίσως προεπαναστατικά- κυμαίνονταν μεταξύ 3.825[61] και 2.995[62]. Συνεπώς το σύνολο των περίπου 3.000 προσώπων -σύμφωνα και με άλλες πηγές[63]– θεωρείται το πιθανότερο.

Όσο για τις καλογραίες, ο προσδιορισμός τους συναντά περισσότερες δυσκολίες συγκριτικά με των ανδρών, καθώς το αρχειακό υλικό σχετίζεται μόνο με το μοναστικό δυναμικό 17 γυναικείων μονών από το σύνολο των 25 που λειτουργούσαν προ του 1834 στο ελληνικό βασίλειο. Επιπλέον οι βιβλιογραφικές αναφορές παρουσιάζουν μεταξύ τους μεγάλες αποκλίσεις[64]. Σύμφωνα πάντως με την αρχειακή έρευνα στις αρχές της δεκαετίας του 1830 υπήρχαν σε διάφορες επαρχίες της επικράτειας περίπου 500 μοναχές, αρκετά δηλαδή περισσότερες από ό,τι σημειώνει η βιβλιογραφία. Οι περισσότερες εξ αυτών εγκαταβίωναν στις 17 μονές (384), οι 85 διέμεναν σε μη οργανωμένα μοναστηριακά συγκροτήματα και οι 32 σε ανδρικές μονές. Από τα προαναφερθέντα αριθμητικά δεδομένα προκύπτει ότι ο μοναχισμός στον νότιο ελλαδικό χώρο τις πρώτες τρεις δεκαετίες του 19ου αιώνα, αλλά και καθ’ όλη την οθωνική περίοδο (1833-1862), ήταν μια αμιγώς «ανδροκρατική υπόθεση».

Ιερά Μονή Παναγίας Ελώνης, Αρκαδία.

Απώτεροι σκοποί

Το ουσιαστικότερο πρόβλημα από την έκδοση των εξεταζομένων διαταγμάτων δεν ήταν το ποσοστό των μονών που διαλύθηκαν ή διατηρήθηκαν, καθώς μεγάλο μέρος αυτών είχε ερημωθεί -πριν ή κατά τη διάρκεια της Επανάστασης- ή διέθετε ελάχιστους μοναστές (1-3), αλλά το σκεπτικό με το οποίο η Αντιβασιλεία προχώρησε στη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων. Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι πρωτίστως οικονομική[65]. Τα μοναστηριακά συγκροτήματα του βασιλείου ήταν στην πλειονότητά τους φορείς αξιόλογης κινητής και ακίνητης περιουσίας, στοιχείο που φαίνεται ότι γνώριζαν καλά όλες οι μετεπαναστατικές κυβερνήσεις. Επιπρόσθετα ήταν γνωστό ότι η περιουσία αυτή γινόταν συχνά αντικείμενο κακοδιαχείρισης ή διασπάθισης από εγκαταβιούντες[66]. Το σημαντικότατο αυτό πάγιο κεφάλαιο ήταν λογικό να θεωρείται από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα, όπως προηγουμένως από τον Ι. Καποδίστρια, βασικό εργαλείο στην ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας, αν περιερχόταν υπό τον κρατικό διαχειριστικό έλεγχο. Την αξιοποίηση της μοναστηριακής περιουσίας θέλησε -ανεπιτυχώς- να επιτύχει η Αντιβασιλεία με τη δημιουργία Εκκλησιαστικού Ταμείου, στο οποίο -με πρόσχημα τη διαχείριση των εσόδων του υπέρ της Εκκλησίας και της δημόσιας εκπαίδευσης- συγκεντρώθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία όσων μονών διαλύθηκαν. Άποψη άλλωστε του αντιβασιλέα ήταν ότι το κράτος και όχι οι εκκλησιαστικοί ή οι μοναστηριακοί φορείς έπρεπε να εμπλέκεται με θέματα όπως η Παιδεία και η φιλανθρωπία[67].

Τα μέτρα για τις μονές του βασιλείου ενείχαν και πολιτική διάσταση· τον φόβο δηλαδή να δράσουν οι μοναχοί ενάντια στην κυβέρνηση ως σύνδεσμοι στην οργάνωση συνωμοσιών, ως ποιμένες–καθοδηγητές των λαϊκών ή ως φορείς των ρωσικών συμφερόντων[68]. Οι εγκαταβιούντες αντιτάσσονταν εξάλλου περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα στα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά μέτρα της Πολιτείας, ενώ ήσαν και οι πιο ένθερμοι οπαδοί των Ρώσων, τους οποίους θεωρούσαν πρότυπο ορθόδοξου έθνους. Εκτός αυτού μετακινούνταν εξαιρετικά εύκολα λόγω των ζητειών και βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τους αγροτικούς πληθυσμούς, το μεγαλύτερο δηλαδή ποσοστό των Ελλήνων πολιτών, συντηρώντας ακόμα και τη θρησκοληψία τους. Συνέπεια αυτών ήταν να προκαλούν εύκολα κινητοποιήσεις, όταν τα μέτρα που υιοθετούσαν οι κρατικές αρχές τούς έβρισκαν αντίθετους. Υπάρχουν επίσης μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι δρούσαν ως φορείς επικοινωνίας ανάμεσα στις διάφορες αντιπολιτευτικές ομάδες και ότι υποκινούσαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε ευαίσθητα πολιτικά θέματα[69]. Η επιτήρηση αυτών των τόσο επικίνδυνων για την κεντρική εξουσία ομάδων θα ήταν ευκολότερη, αν περιορίζονταν σε λιγότερους χώρους και ελέγχονταν οι μετακινήσεις τους. Απόδειξη αυτών αποτελεί το ότι η πρώτη εγκύκλιος (4.1.1834) που εξέδωσε η νεοσύστατη Σύνοδος αναφερόταν στις μετακινήσεις των μοναχών εκτός των μονών τους. Έκτοτε η Σύνοδος και η Γραμματεία των Εκκλησιαστικών εξέδωσαν αρκετές εγκύκλιους και διατάγματα Περί απαγορεύσεως των μοναχικών περιοδειών[70].

Φωτογραφία της Ιεράς Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου πριν από την καταστρεπτική πυρκαγιά του 1934.

                                                              

Εν κατακλείδι

Οι πολιτικές εξελίξεις που σημειώθηκαν στον νότιο ελλαδικό χώρο ύστερα από την Επανάσταση συνέβαλαν στην επικράτηση νέων αντιλήψεων για τη θρησκεία και τη διοίκηση του βασιλείου, οι οποίες σταδιακά επηρέασαν και τη βιοθεωρία των Ελλήνων[71]. Το συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας που επεδίωξαν οι μετεπαναστατικές κυβερνήσεις συνεπαγόταν την επιβολή της κεντρικής εξουσίας στην περιφέρεια. Η ελαχιστοποίηση όμως της δύναμης των περιφερειακών κέντρων εξουσίας και του τοπικιστικού πνεύματος -απότοκος εν μέρει της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας-σήμαινε την αναδιοργάνωση και τον έλεγχο θεσμών, όπως ο μοναχισμός, που ασκούσαν έως τότε επιρροή στους χριστιανικούς πληθυσμούς, προκειμένου να μην εμποδίσουν τον δυτικό προσανατολισμό του νεοσύστατου βασιλείου. Για ένα τμήμα μάλιστα Ελλήνων πολιτών, φορέα ιδεών του Διαφωτισμού, ο μοναχισμός εθεωρείτο απηρχαιωμένος και ανασταλτικός για το μέλλον του κράτους[72]. Οι μοναχοί επομένως -εξαιτίας των μακροχρόνιων και στενών επαφών με τους αγροτικούς πληθυσμούς- αποτελούσαν για την πολιτική εξουσία μία από τις σημαντικότερες περιφερειακές δυνάμεις, η δράση της οποίας έπρεπε άμεσα να περιορισθεί σε θρησκευτικά θέματα και συγχρόνως να ελεγχθεί πολιτικά και διοικητικά. Κατά συνέπεια οι όποιες πολιτικές ενέργειες ελήφθησαν από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα για τον μοναχισμό δεικνύουν σαφώς την πρόθεση της Πολιτείας να περιορίσει τη δυναμική των μοναχών και τη βούλησή της να τους εντάξει στον κρατικό μηχανισμό[73].

 

Με την εφαρμογή των μέτρων από την Πολιτεία ο μοναχισμός -χωρίς να χάσει τη θέση του ως πνευματική αναζήτηση- απώλεσε αρμοδιότητες σε θέματα που παραδοσιακά του ανήκαν. Πρωτίστως αποδυναμώθηκε η οικονομική δύναμη των μονών, με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά η οικονομική τους επιρροή στις περιοχές τους. Οι μοναστικές κοινότητες βέβαια διετήρησαν τις φιλανθρωπικές τους δράσεις, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις τους επεβλήθησαν από την πολιτική εξουσία[74]. Στην προκείμενη περίπτωση το κράτος μεταβίβασε ευθύνες -ηθικές και οικονομικές- που υπό άλλες συνθήκες όφειλε το ίδιο να επωμισθεί, εξασφαλίζοντας σίτιση και στέγαση σ’ ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, όπως τους αναξιοπαθούντες, τους ανάπηρους, τους ηλικιωμένους, τους φρενοβλαβείς, τα ορφανά, το οποίο δεν μπορούσε να συμβάλει στην οικοδόμηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

 

Τα πολιτικά μέτρα τέλος που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια των ετών 1833-1862 για τον μοναχισμό τα εκλαμβάνουμε όχι μόνο ως απότοκο των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε το ελληνικό βασίλειο από την ίδρυσή του -η μοναστηριακή άλλωστε περιουσία αποτελούσε μια αξιόλογη πηγή εσόδων για το κράτος, την οποία και είχε ανάγκη-, αλλά και ως συνέπεια των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων των δυνάμεων εκείνων που δρούσαν στο ελληνικό βασίλειο και οι οποίες σχεδίαζαν το μέλλον της Εκκλησίας και του μοναχισμού[75].

 

Ο Νίκος Τόμπρος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η παρούσα μελέτη αποτελεί συνοπτική παρουσίαση τμημάτων από μονογραφία του γράφοντος με τίτλο: Ο Μοναχισμός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (1833-1862), τόμ. Ι-ΙΙ, Ηρόδοτος, Αθήνα 2019.

Ν. Διαμαντούρος, Οι απαρχές της συγκρότησης σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα (1821-1827), ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002, σ. 240.

[2] Από τις 33 αρχιεπισκοπές και τις 23 επισκοπές του νεοσύστατου ελληνικού βασιλείου (1833), οι 10 και 9 αντίστοιχα παρέμεναν κενές. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο. (1833-1843), ΜΙΕΤ, Αθήνα 19972, σ. 214.

[3] Το 1833 υπήρχαν στο ελληνικό βασίλειο 52 ιεράρχες, εκ των οποίων μόνο οι 22 βρίσκονταν στον ελλαδικό χώρο πριν την Επανάσταση. Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄, Αθήνα 1864, σ. 103.

[4] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1920, σ. ε΄.

[5] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (1833-1862), τόμ. Ι, Ηρόδοτος, Αθήνα 2019, σ. 236.

[6] G. Finlay, History of Greece from its Conquest by the Romans to the Present Time, B.C. 146 to A.D. 1864, H.F. Tozer, τόμ. VIΙ, Οξφόρδη, 1877, σ. 130-131. Ι. Πετρόπουλος, Αικ. Κουμαριανού, Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους. Οθωνική περίοδος 1833-1843, Παπαζήσης Αθήνα 1982, σ. 104. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 214-215.

[7] G. Maurer, Das griechischer Volk in offentlicher, Kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe, vol. Ι-Ι, Χαϊδεμβέργη 1835.

[8] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 154.

[9] C. Frazee, Ορθόδοξος Εκκλησία και η ελληνική ανεξαρτησία 1821-1852, Αθήνα 1987, σ. 138-139.

[10] A. Chroust, Gesandtschaftsberichte aus München, 1814-1848, Abteilung I. Die Berichte der französischen Gesandten, τόμ. 2, Μόναχο 1935, σ. 275, 279. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 217.

[11] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Ναύπλιο 10.4.1833.

[12] Αθηνά, Ναύπλιο 12.7.1833.

[13] Ι. Πετρόπουλος, Αικ. Κουμαριανού, Η θεμελίωση…, ό.π., σ. 106.

[14] Δ. Σοφιανός, «Εγκύκλιοι (Αύγ. 1821-Ιαν. 1822) του Οικουμενικού Πατριάρχη Ευγένιου Β΄ περί δουλικής υποταγής των Ελλήνων στον Οθωμανό κατακτητή), Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού, τόμ. 2, Αθήνα 2000, σ. 21-41.

[15] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 538.

[16] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά. Ήτοι οδηγίαι, νόμοι, βασιλικά διατάγματα, …, και του καταστατικού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1859, σ. 77-79. Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα…, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 234-235.

[17] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 244-247, 257-262.

[18] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 137.

[19] Νικ. Μίλας, Το Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, (μτφρ. Μ. Αποστολόπουλος), Αθήνα 1906, σ. 957. Κ. Ράλλης, Εγχειρίδιον του Εκκλησιαστικού Δικαίου, κατά την εν Ελλάδι ισχύν αυτού, Αθήνα 1927, σ. 178-179.

[20] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 138.

[21] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 122-123.

[22] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 122-124. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 138-140.

[23] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 124.

[24] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 149-150. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 140.

[25] Πρόχειρα β. Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα…, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 269-274. Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος 1834 διάλυσις των μοναστηρίων εν τη ελευθέρα Ελλάδι», Ιερός Σύνδεσμος, 85 (1908), σ. 2-3.

[26] Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 2. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 141.

[27] Παν. Σούτσος, Κιθάρα, Αθήνα 1875, σ. 22.

[28] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 141-142. Τ. Αναστασιάδης, «(Αν)ίερη γη: Ηθική και πολιτική οικονομία των ορθόδοξων μοναστηριών στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος», στο Μοναστήρια, Οικονομία και Πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, Ηλ. Κολοβός (επιμ.), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011, σ. 265.

[29] Στ. Γιαννόπουλος, Συλλογή των Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος από 1833-1901, Αθήνα 1901, σ. 821-822.

[30] Ι. Μακρυγιάννης, Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη, Αρχεία της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας, Γ. Βλαχογιάννης (επιμ.), τόμ. Β΄, Αθήνα 1907, σ. 77.

[31] G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131.

[32] Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα…, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 268-278, 287-292. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 216-217.

[33] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 219.

[34] Ι. Πετρόπουλος, Αικ. Κουμαριανού, Η θεμελίωση…, ό.π., σ. 129-130. D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, Α. Ξανθόπουλος (μτφρ), ΜΙΕΤ, Αθήνα 19893, σ. 113-114. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 189.

[35] Χρ. Ρέππας, «Η Μεσσηνιακή Επανάσταση του 1834», Τριφυλιακή Εστία, 54 (1983), σ. 533-558. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 259.

[36] Επιλέγεται ο όρος πρόσωπο, αντί του όρου άτομο, καθώς είναι σύμφωνος με την ορολογία της ορθόδοξης θεολογίας.

[37] Με τον όρο ενότητα νοείται η κατηγορία που απαριθμείται. Αντίστοιχα πλαίσιο είναι ο χώρος και ο χρόνος που περιλαμβάνει η απαρίθμηση. Στην προκειμένη περίπτωση η ενότητα είναι οι μονές και οι μοναχοί και πλαίσιο το ελληνικό βασίλειο της οθωνικής περιόδου (1833-1862). Βλ. σχετικά J. Meuvret, «Τα δημογραφικά και στατιστικά δεδομένα στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία», Encyclopedie de la pleiade, Ιστορία και μέθοδοί της, διεύθυνση Charles Samaran, μτφρ. Ελ. Στεφανάκη, Μ.Ι.Ε.Τ., τόμ. Β, τχ. 3, Αθήνα 1988, σ. 205-206.

[38] Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 4.

[39] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 216-217.

[40] G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131.

[41] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 138-139, 178-180, 182.

[42] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 133-134, 142. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Η Εκκλησία της Ελλάδος. Απ’ αρχής μέχρι του 1934, Αθήνα 20003, σ. 230-231.

[43] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 148-150, 152.

[44] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1-621.

[45] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 152.

[46] Κ. Διαμάντης, Τα περιεχόμενα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, τόμ. 1, Αθήνα 1972, σ. 312-371.

[47] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1-4, 213, 228, 410, 456.

[48] Δεχόμαστε την απόκλιση αυτή -585 έως 600- εξαιτίας της ύπαρξης αρκετών μετοχίων στον νότιο ελλαδικό χώρο και των συχνών μεταβολών τους. Συγκεκριμένα κάποια από τα μετόχια μετατρέπονταν σε ανεξάρτητες μονές, ενώ κάποιες μονές συγχωνεύονταν με άλλες, ή μετατρέπονταν σε μετόχια τους. Ανάλογες περιπτώσεις βλ. στη Μεσσηνία στο Χρυσ. Θέμελης (Μητρ.), Η Ιερά Μητρόπολις Μεσσηνίας διά μέσου των αιώνων, Αθήνα 2003, σ. 114-119, 130-133.

[49] J. Emerson, P. Count, W. H. Humphreys, A picture of Greece in 1825, Λονδίνο 1826, τόμ. I, σ. 334-337. S. Runciman, Η μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, τόμ. Β΄, Αθήνα 1979, σ. 659-660. C. Frazee, Ορθόδοξος Εκκλησία…, ό.π., σ. 88-89. D. Dakin, Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833, Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου (μτφρ), Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 19892, σ. 30-31.

[50] Γ.Α.Κ., Αρχείο Μινιστερίου/Γραμματείας/Υπουργείου της Θρησκείας και Παιδείας (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια), Φ. 19. Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1-621. Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 319-320.

[51] Οι συγκεκριμένοι αριθμοί θα διατηρηθούν έως το 1845, οπότε και οι ανδρικές μονές αυξήθηκαν κατά μία. Έκτοτε και έως το 1862 ο αριθμός των μονών του βασιλείου παρέμεινε σταθερός (148 ανδρικές και 4 γυναικείες). Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 152, 161.

[52] Σχετικά με τη Μεσσηνία γνωρίζουμε ότι η εφαρμογή των μέτρων ολοκληρώθηκε στο πρώτο εξάμηνο του 1835. Αλ. Χρυσομάλλης, Ο δρόμος της αυταπάρνησης. Η ιστορία και η δράση της ιεράς μονής των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καλογραιών Καλαμάτας, Καλαμάτα 1992, σ. 178-179. Το ίδιο χρονικό διάστημα πιθανολογούμε ότι ολοκληρώθηκε και στο υπόλοιπο βασίλειο.

[53] Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η μονή Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης ή Καλογραιών στην Καλαμάτα. Χρυσ. Θέμελης (Μητρ.), Η Ιερά Μητρόπολις…, ό.π., σ. 226-227.

[54] Πρόχειρα βλ. Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1, 69, 302, 306, 308, 318.

[55] Βλ. σχετικά Αντ. Κιουσοπούλου, Χρόνος και Ηλικίες στη βυζαντινή κοινωνία. Η κλίμακα των ηλικιών από τα αγιολογικά κείμενα της μέσης εποχής (7ος-11ος αι.), Κ.Ν.Ε., Αθήνα 1997, σ. 135-136.

[56] Κ. Διαμάντης, Τα περιεχόμενα…, ό.π., σ. 314-358.

[57] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 78.

[58] Περί της ιδιοκτησίας των εν τοις διαλυθείσι μοναστηρίοις μοναχών και ιδίως περί μοναχών εν γένει (4.12.1834). Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 83.

[59] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 138-139, 178-180, 182. G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 133-134, 142. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Η Εκκλησία…, ό.π., σ. 230-231.

[60] Προσεγγίζει δηλαδή τα ποσοτικά στοιχεία του G. Finlay. G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131.

[61] Ο Δυοβουνιώτης αναφέρεται σε 542 μονές 4.111 μοναχών. Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 4.

[62] Θεωρούμε ότι οι περισσότερες διαλυμένες ανδρικές μονές του βασιλείου διέθεταν έως 3 μοναχούς. Πρόχειρα βλ. τα μοναστηριακά συγκροτήματα στις επαρχίες Οιτύλου και Γυθείου. Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 410, 456.

[63] Ο Χρυσ. Παπαδόπουλος υπολόγιζε τους μοναχούς σε περίπου 3.000. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 83-84, 133-134. Επιπρόσθετα βλ. Σπ. Κοκκίνης, Τα μοναστήρια της Ελλάδος, Αθήνα 1986, σ. 221.

[64] Ο G. Maurer αναφέρει 100 μοναχές, ενώ οι Κ. Δυοβουνιώτης και Χρυσ. Παπαδόπουλος 277. G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 138-139, 178-180, 182. Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 4. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Η Εκκλησία της Ελλάδος…, ό.π., σ. 230-231.

[65] Σχετικά με τη δημοσιονομική πολιτική της Αντιβασιλείας βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 208-214.

[66] Δ. Τσοποτός, Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1983, σ. 82. Τ. Γριτσόπουλος, Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν, Αθήνα 1992, σ. 432-436. Αλ. Χρυσομάλλης, Ο δρόμος…, ό.π., σ. 100-102.

[67] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 182. Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 539.

[68] Εν. Αμπού, Η Ελλάδα του Όθωνα. Η σύγχρονη Ελλάδα (1854), Α. Σπήλιου (μτφρ), πρόλογος-επιμέλεια Τ. Βουρνά, Αφοί Τολίδη, Αθήνα χ.χ, σ. 188.

[69] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 221.

[70] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 87-90, 92-96, 99-100. Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 539-540.

[71] Σχετικά με εκκοσμίκευση της πίστης, τη διαδικασία δηλαδή «απομάκρυνσης από τη θρησκευτική σκέψη, τη θρησκευτική πρακτική και τους θρησκευτικούς θεσμούς», που παρατηρείται και στην ελληνική κοινωνία τον 19ο αιώνα, βλ. T. Cauter, J.S. Downham, The communication of ideas, Λονδίνο 1954. T. Bottomore, Κοινωνιολογία. Κεντρικά προβλήματα και βασική βιβλιογραφία, εισαγωγή, μετάφραση, επιμέλεια Δ. Γ. Τσαούσης, Gutenberg, Αθήνα 1983, σ. 278-279. Δ. Τσαούσης, Χρηστικό λεξικό κοινωνιολογίας, Αθήνα 1989, σ. 78. Δ. Σταματόπουλος, Μεταρρύθμιση και εκκοσμίκευση. Προς μια ανασύνθεση της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003, σ. 375. Τ. Αναστασιάδης, «(Αν)ίερη γη…», ό.π., σ. 260-261.

[72] Β. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία. Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Αθήνα 19592, σ. 746-747. Κ. Λάππας, «Φιλορθόδοξοι και φιλελεύθεροι στην πρώτη δεκαετία της βασιλείας του Όθωνα», Επιστημονικές Ανακοινώσεις (22-30 Νοεμβρίου 1979), Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1984, σ. 121-122.

[73] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 540.

[74] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 302, όπου και το σχετικό αρχειακό υλικό.

[75] Ενδεικτικά βλ. Θ. Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών (1817-1967), τόμ. Α΄, Αθήνα 1967, σ. 38-41, 52-55. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 223-224, 421. Π. Ματάλας, Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003, σ. 50.

 

 

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Frazee C., Ορθόδοξος Εκκλησία και η ελληνική ανεξαρτησία 1821-1852, Αθήνα 1987.

Maurer G., Das griechischer Volk in offentlicher, Kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe, vol. Ι-Ι, Χαϊδεμβέργη 1835.

Petropulos J., Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο. (1833-1843), ΜΙΕΤ, Αθήνα 19972.

Αναστασιάδης Τ., «(Αν)ίερη γη: Ηθική και πολιτική οικονομία των ορθόδοξων μοναστηριών στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος», στο Μοναστήρια, Οικονομία και Πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, Ηλ. Κολοβός (επιμ.), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011, σ. 253-285.

Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.), Αρχείο Γραμματεία / Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως, Εκκλησιαστικά, Φ. 1-910.

Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.), Αρχείο Μοναστηριακά, Φ. 1-621.

Γιαννόπουλος Στ., Συλλογή των Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος από 1833-1901, Αθήνα 1901.

Διαμάντης Κ., Τα περιεχόμενα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, τόμ. 1, Αθήνα 1972, σ. 312-371.

Διαμαντούρος Ν., Οι απαρχές της συγκρότησης σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα (1821-1827), ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002.

Δυοβουνιώτης Κ., «Η κατά το έτος 1834 διάλυσις των μοναστηρίων εν τη ελευθέρι Ελλάδι», Ιερός Σύνδεσμος, 84 (1908), σ. 3-6, 85 (1908), σ. 1-4.

Μάμουκας Α., Τα μοναστηριακά. Ήτοι οδηγίαι, νόμοι, βασιλικά διατάγματα, …, και του καταστατικού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1859.

Μανίκας Κ., «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στη νεώτερη Ελλάδα», Θεολογία, 70 (1999), σ. 330-410.

Ματάλας Π., Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.

Οικονόμος Κ., Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄-Γ΄, Αθήνα 1864-1866.

Παπαδόπουλος Χρυσ., Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1920.

Πετρόπουλος Ι., Κουμαριανού Αικ., Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους. Οθωνική περίοδος 1833-1843, Παπαζήσης Αθήνα 1982.

Τόμπρος Ν. Ο Μοναχισμός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (1833-1862), τόμ. Ι-ΙΙ, Ηρόδοτος, Αθήνα 2019.

 

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης: Η μάχη του Βερολίνου (16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

 Μεγάλες πρωτεύουσες μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης

 

Η μάχη του Βερολίνου

(16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

 

Εισαγωγή

Η μάχη του Βερολίνου υπήρξε η τελευταία μεγάλη μάχη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Με την κατάληψη της πόλης από τον Κόκκινο Στρατό, έληξε ουσιαστικά ο πόλεμος στην Ευρώπη, αφού λίγες μέρες αργότερα η Γερμανία υπέγραψε άνευ όρων συνθηκολόγηση. Η μάχη του Βερολίνου τερματίστηκε ουσιαστικά με το θάνατο του Χίτλερ.

Η μάχη του Βερολίνου δεν περιορίζεται μόνο στις συγκρούσεις που έγιναν μέσα στην πόλη  μέχρι την ολοσχερή κατάληψη, αλλά περιλαμβάνει και μία σειρά μαχών, που έλαβαν χώρα από τον ποταμό Όντερ μέχρι το Βερολίνο. Λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα του Όντερ στα υψώματα του Ζέελοβ, όπου δόθηκε πολύνεκρη μάχη, είχε οργανωθεί η πρώτη γραμμή άμυνας των Γερμανών.

Οι τεράστιες απώλειες των αντιπάλων στη μάχη του Βερολίνου και η σκληρότητα των συγκρούσεων μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, τη θέληση πολλών Γερμανών να υπερασπιστούν την πρωτεύουσα του Ράιχ μέχρι το τέλος. Παρά τις προσπάθειες ορισμένων υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Χίτλερ να τον πείσουν να συνθηκολογήσει ή να προσπαθήσει να διαπραγματευτεί, ο τελευταίος ήταν ανένδοτος, πιστεύοντας ή, έστω, διατρανώνοντας την πίστη του στην τελική επικράτηση των Γερμανών. Οι περισσότεροι στρατηγοί της Βέρμαχτ, μολονότι είχαν ξεκάθαρη εικόνα για την έκβαση του πολέμου, τον ακολούθησαν στην πορεία της αυτοκαταστροφής.

Η κατάληψη του Βερολίνου από τον Κόκκινο Στρατό ήταν προϊόν συνεννόησης με τους δυτικούς Συμμάχους στη συνδιάσκεψη της Γιάλτας και δεν υπήρξε ανταγωνισμός μεταξύ σοβιετικών και αμερικανικών δυνάμεων για το ποιος θα φτάσει πρώτος.

 

Η κατάσταση στα μέτωπα της Ευρώπης από τα μέσα 1944 μέχρι τις αρχές 1945

Τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του Ανατολικού  Μετώπου το 1944 ήταν το τεράστιο μήκος του (2.400 περίπου χιλιόμετρα από τη Βαλτική Θάλασσα έως τα Καρπάθια Όρη) και η συντριπτική υπεροχή των δυνάμεων των Σοβιετικών. Υπολογίζεται ότι οι τελευταίοι διέθεταν έντεκα φορές περισσότερο πεζικό από του Γερμανούς, επτά φορές περισσότερα άρματα μάχης, είκοσι φορές περισσότερα πυροβόλα και αεροσκάφη. Η διαφορά αυτή ήταν μικρότερη στα βόρεια απ’ ότι στα νότια του μετώπου, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν τεράστια [1]. Πέραν αυτών των δεδομένων η Βέρμαχτ μειονεκτούσε και στο ζήτημα της διοίκησης και του συντονισμού, αφού υπήρχε χάσμα μεταξύ της ανώτατης διοίκησης (Oberkommando der Wehrmacht – OKW) και της ανώτατης διοίκησης του στρατού ξηράς (Oberkommando des Herres – OKH), με την πρώτη να είναι αρμόδια για τον στρατηγικό σχεδιασμό σε όλα  τα θέατρα επιχειρήσεων, ενώ η δεύτερη μόνο για το ανατολικό, το οποίο επιτείνονταν από το γεγονός ότι ο Χίτλερ, που διατηρούσε την αρχιστρατηγία, λάμβανε αποφάσεις και για τακτικά ζητήματα. Επιπλέον, στο Ανατολικό Μέτωπο δεν είχε οριστεί ένας αρχιστράτηγος, όπως ο στρατάρχης Γκερντ φον Ρούντστετ (Gerd von Rundstedt) στη δύση και ο στρατάρχης Αλμπερτ Κέσελρινγκ (Albert Kesselring) στην Ιταλία. Τα προβλήματα αυτά επισημάνθηκαν από τον στρατηγό Χάιντς Γκουντέριαν (Heinz Guderian) [2], αρχηγό του επιτελείου, αλλά συνάντησαν την άρνηση του Χίτλερ. Το ίδιο απορριπτικός ήταν ο Γερμανός καγκελάριος και στο αίτημα του Γκουντέριαν για ενίσχυση του Ανατολικού  Μετώπου, αφού δεν απέρριπτε ως ανακριβή και υπερβολικά τα στοιχεία για τις Σοβιετικές δυνάμεις που του παρέθετε ο Γκουντέριαν, τα οποία είχε επεξεργαστεί λεπτομερώς ο συνταγματάρχης Ράινχαρτ Γκέλεν [3].

To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.   
To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.

Η σοβιετική επίθεση στο κέντρο του ανατολικού μετώπου, που στόχευε στην ανακατάληψη  όλων των εδαφών που κατείχαν οι Γερμανοί από την αρχή του πολέμου, έλαβε την κωδική ονομασία επιχείρηση “Bagration“ και ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου 1944, λίγες ημέρες έπειτα από την απόβαση των  Συμμάχων στη Νορμανδία. Η επιχείρηση“Bagration“ έληξε επιτυχώς για τους Σοβιετικούς τον Αύγουστο του ιδίου έτους, με την προέλαση του Κόκκινου Στρατού μέχρι τη Βαρσοβία και είχε ως συνέπεια μεγάλες απώλειες για τους Γερμανούς (670.000 άνδρες) καθώς και την στέρηση πολύτιμων συμμάχων (Φινλανδία, Ρουμανία και Βουλγαρία). Κυρίως όμως, η επιχείρηση ήταν σημαντική γιατί άνοιξε τον δρόμο για την επίθεση στην καρδιά του τρίτου Ράιχ, στο Βερολίνο, η κατάληψη του οποίου θα σήμαινε την ολοκληρωτική επικράτηση των Συμμάχων [4]. Στο Δυτικό μέτωπο, τόσο η γερμανική επίθεση στις Αρδένες την 16 Δεκεμβρίου 1944 [5] όσο  και μία μικρότερη επίθεση στην περιοχή της Αλσατίας (Επιχείρηση Βόρειος Άνεμος  «Nordwind»), παρά τις πρώτες μικρές επιτυχίες που οφείλονται στον αιφνιδιασμό που προκάλεσαν στους Συμμάχους, απέτυχαν με ισχυρές απώλειες για τους Γερμανούς [6]. Στις 13 Ιανουαρίου οι γερμανικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει στις Αρδένες στις θέσεις από τις οποίες είχαν εξαπολύσει την επίθεσή τους.

Ορισμένες μεραρχίες τεθωρακισμένων της 6ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς (6. Panzerarmee), οι οποίες είχαν ήδη υποστεί σημαντικές απώλειες, μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στην Ουγγαρία, προκειμένου να διασπάσουν τον πολιορκητικό κλοιό, τον οποίο είχαν σχηματίσει οι σοβιετικές δυνάμεις στη Βουδαπέστη, τον Δεκέμβριο του 1944 (επιχειρήσεις «Konrad I-III»). Και οι τρεις προσπάθειες των γερμανικών δυνάμεων απέτυχαν εξαιτίας της σφοδρής αντίστασης που συνάντησαν από τις δυνάμεις του 3ου Ουκρανικού μετώπου υπό τον Στρατάρχη Φιόντορ Τολμπούχιν (Fjodor Tolbuchin). Κατόπιν τούτων, η Βουδαπέστη έπεσε ολοκληρωτικά στα χέρια του Κόκκινου Στρατού στις 13 Φεβρουαρίου 1945.

Μια ημέρα πριν από την οριστική υποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων  στις Αρδένες, οι Σοβιετικοί ξεκίνησαν την επίθεσή τους στις 12 Ιανουαρίου 1945 στον ποταμό Βιστούλα (Weichsel). Η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό την ηγεσία του αρχηγού των SS, Χάινριχ Χίμλερ (Heinrich Himmler), δεν κατάφερε να αναχαιτίσει τη σοβιετική επίθεση, με αποτέλεσμα ο Κόκκινος Στρατός να φτάσει σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες (2 Φεβρουαρίου) στον ποταμό Όντερ, μόλις 70 χιλιόμετρα ανατολικά του Βερολίνου [7].

Ωστόσο, παρά τη γρήγορη προέλαση, ο Στάλιν διέταξε τις δυνάμεις του να σταματήσουν στον ποταμό Όντερ. Την απόφαση αυτή υπαγόρευσαν οι δυσκολίες ανεφοδιασμού του αλλά και ο φόβος ότι ξαφνικές αντεπιθέσεις του γερμανικού στρατού θα μπορούσαν να του προξενήσουν μεγάλες απώλειες, όπως στις αρχές Αυγούστου 1944 στη Βαρσοβία. Βορειότερα, η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βορρά (16η και 18η Στρατιά), με δύναμη 250.000 ανδρών, ήταν από τον Σεπτέμβριο αποκλεισμένη στις ακτές τις Βαλτικής.

Παρά τις ήττες που είχε υποστεί η Βέρμαχτ μέχρι τα τέλη του 1944, παρέμενε μία αξιόμαχη στρατιωτική δύναμη. Υπολογίζεται ότι στις γραμμές της υπηρετούσαν 7,5 εκατομμύρια άνδρες, με 40 τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες μεραρχίες, ισχυρή αεροπορία και επαρκή εξοπλισμό. Άλλωστε, αυτό ακριβώς αποδεικνύουν οι σκληρές μάχες που έδωσε κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του πολέμου και ο μικρός, αναλογικά, αριθμός αιχμαλώτων και λιποτακτών [8].

 

Οι προετοιμασίες και τα σχέδια των Σοβιετικών για την επίθεση στο Βερολίνο

Τέλη Μαρτίου 1945 αφίχθησαν στη Μόσχα οι Στρατάρχες Γκεόργκι Ζούκοφ (Zhukov) διοικητής του 1ουΛευκορωσικού Μετώπου και Ιβάν Κόνιεφ (Konev) διοικητής του 1ου Ουκρανικού Μετώπου, προκειμένου να λάβουν από τον αρχηγό του Επιτελείου χερσαίων Δυνάμεων Αντόνοφ (Alexej Antonov) την έγκριση των σχεδίων κατάληψης του Βερολίνου. Ο Στάλιν διέταξε να ξεκινήσουν την επίθεση το αργότερο την 16η Απριλίου και να καταλάβουν το Βερολίνο ει δυνατόν στις 22 Απριλίου, επέτειο γενεθλίων του Λένιν. Συνδρομή θα παρείχε και το 2οΛευκορωσικό Μέτωπο υπό τον Στρατάρχη Κονσταντίν Ροκοσόφσκι (Konstantin Rokossowski). Ο Στάλιν υπέθαλπε και εκμεταλλευόταν τον ανταγωνισμό των δύο ικανότερων Στραταρχών του για το ποιος από αυτούς θα καταλάβει το Βερολίνο.

Η μάχη του Βερολίνου
Γκεόργκι Ζούκοφ και Ιβάν Κόνιεφ

Από τις αρχές του Φεβρουαρίου μέχρι τα μέσα Απριλίου οι Σοβιετικές Δυνάμεις συνέχιζαν τις επιχειρήσεις τους για την κατάληψη των τελευταίων περιοχών ανατολικά του Όντερ, που παρέμεναν ακόμα στα χέρια των Γερμανών. Μέχρι τα τέλη Μαρτίου καταλήφθηκε η Πομερανία, γεγονός που ήταν απαραίτητο για να καλυφθεί η βόρεια πλευρά του μετώπου του Βερολίνου, ενώ και στην ανατολική Πρωσία (Χάιλσμπεργκ, Κένιγκσμπεργκ) οι γερμανικές δυνάμεις έχαναν συνεχώς εδάφη με μεγάλες απώλειες. Ανατολικά του Όντερ η 9η Στρατιά του Στρατηγού Τέοντορ Μπούσε (Theodor Busse) προέβαλε ισχυρή αντίσταση στην πολύ καλά οχυρωμένη πόλη Κυστρίν (Küstrin – Kostrzyn), η οποία έπεσε στα χέρια των Σοβιετικών στις 30 Μαρτίου, γεγονός που περιόρισε του Γερμανούς στη δυτική όχθη  του Όντερ [9]. Η επιχείρηση κατάληψης του Βερολίνου συγκέντρωσε τον τεράστιο αριθμό των 2,5 περίπου εκατομμυρίων ανδρών (190 μεραρχίες), που αποτελούσαν τα τρία Μέτωπα. Τον Κόκκινο Στρατό ενίσχυαν και πολωνικές δυνάμεις. Η λογιστική υποστήριξη (ανεφοδιασμός) του τεράστιου αυτού στρατού αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία της επιχείρησης. Για το λόγο αυτό επισκευάστηκαν αμέσως οι κατεστραμμένες σιδηροδρομικές γραμμές των απελευθερωμένων περιοχών. Για τη μεταφορά των εφοδίων χρησιμοποιήθηκαν περίπου 100.000 φορτηγά, πολλά από τα οποία παραχωρήθηκαν από τις ΗΠΑ. Για την όλη επιχείρηση, ο Κόκκινος Στρατός διέθετε 7.250 άρματα μάχης, 40.000 πυροβόλα και όλμους, 7.500 αεροπλάνα και 16 μεγάλες πλωτές γέφυρες για τη ζεύξη του ποταμού Όντερ. Τα διατιθέμενα πυρομαχικά για το πυροβολικό ανέρχονταν σε 98. 000 τόνους μόνο για την πρώτη ημέρα, τα οποία μεταφέρθηκαν με 2.450 βαγόνια τρένων. Ο σχεδιασμός των σοβιετικών επιτελών προέβλεπε η κύρια επιθετική δράση να διεξαχθεί από το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 9 στρατιές. Ο τομέας ευθύνης του εν λόγω μετώπου είχε το πλεονέκτημα ότι υπήρχαν ήδη δύο προγεφυρώματα στη δυτική όχθη του Όντερ, σε ένα εκ των οποίων (Reitweiner Sporn) είχε τοποθετήσει και ο Ζούκοφ το προκεχωρημένο στρατηγείο του. Δευτερεύοντα ρόλο θα είχε το 1ο Ουκρανικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 7 στρατιές. Το ηθικό των σοβιετικών στρατιωτών ήταν υψηλό, διότι παρά τις απώλειες, γνώριζαν ότι η μάχη για το Βερολίνο θα ήταν η τελευταία και θα σήμαινε για πολλούς από αυτούς το πέρας του πολέμου. Στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού υπήρχε έντονο και το πνεύμα εκδίκησης για τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός κατά τη διάρκεια της γερμανικής εκστρατείας στη Σοβιετική Ένωση κατά τα έτη 1941-1944 [10].

Στις αρχές Απριλίου 1945, το δυτικό μέτωπο των Γερμανών άρχισε να καταρρέει. Μεγάλες περιοχές είχαν καταληφθεί από τους Συμμάχους, ενώ η σημαντική βιομηχανική περιοχή του Ρουρ είχε περικυκλωθεί. Μέχρι τα μέσα Απριλίου τα συμμαχικά στρατεύματα είχαν φθάσει μέχρι την κεντρική Γερμανία, στην περιοχή της Θουριγγίας. Τότε, ο στρατηγός Αϊζενχάουερ διέταξε τις δυνάμεις του να μη συνεχίσουν την προέλαση του προς το Βερολίνο, αλλά να κρατήσουν σταθερό το μέτωπο του Έλβα και να στραφούν νοτιο-ανατολικά προς την κοιλάδα του Δούναβη, προκειμένου να ενωθούν με του Σοβιετικούς, που βρίσκονταν ήδη στη Βιέννη. Η απόφαση αυτή, με την οποία διαφώνησε ο στρατηγός Μοντγκόμερι, αποτελεί ένα γεγονός που προκαλεί ακόμα σημαντικές διαμάχες [11]. Το ερώτημα που προκαλεί η απόφαση του Αϊζενχάουερ είναι εάν υπαγορεύτηκε από αμιγώς στρατιωτικά κριτήρια, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, δηλαδή να σταθεροποιηθεί το μέτωπο του Έλβα, να εκκαθαριστούν τα μετόπισθεν, να εμποδιστούν οι Γερμανοί να δημιουργήσουν νέο μέτωπο στις Άλπεις, ενδεχομένως και να αναλάβει ο Κόκκινος Στρατός την κατάληψη του Βερολίνου, η οποία θα προκαλούσε πολλές απώλειες, ή από πολιτικά, προκειμένου να μη δυσαρεστηθούν οι Σοβιετικοί ή ακόμα και για να τηρηθεί σχετική συμφωνία.

 

Οι προετοιμασίες και το σχέδιο άμυνας των Γερμανών

Οι συνεχείς ήττες των γερμανικών δυνάμεων το 1944 και το 1945 αποδυνάμωσαν τη Βέρμαχτ. Η στρατολόγηση περιλάμβανε πλέον έφηβους αλλά και ηλικιωμένους. Εξίσου δυσχερής ήταν η κατάσταση και στον τομέα των όπλων, των πυρομαχικών και των καυσίμων, όπου οι ελλείψεις καθιστούσαν πολλές φορές αδύνατη τη διεκπεραίωση των επιχειρήσεων. Πέραν αυτών όμως, οι γερμανικές δυνάμεις έπασχαν από αδυναμία συντονισμού: Ήδη από τα τέλη Μαρτίου, ο Χίτλερ είχε αποσυρθεί στο καταφύγιο του κάτω από την καγκελαρία του Βερολίνου, όπου πραγματοποιούνταν οι συσκέψεις με τους επιτελείς του. Ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel), αρχηγός του OKW, [12] και ο στρατηγός Άλμπρεχτ Γιοντλ (Albrecht Jodl), αρχηγός του OKH, [13] είχαν μέρος των στρατηγείων τους στο Ντάλεμ, μέσα στο Βερολίνο. Ο κύριος  όγκος των στρατηγείων τους, όμως, βρισκόταν στο Τσόσεν, στα νότια περίχωρα, ενώ υπήρχαν κλάδοι του ΓΕΣ, οι οποίοι έδρευαν στη Βαυαρία [14]. Οι προετοιμασίες των Γερμανών για την αναχαίτιση του Κόκκινου Στρατού είχαν ξεκινήσει αρκετές εβδομάδες πριν από την εκδήλωση της επίθεσης. Ο Χίτλερ, σε αντίθεση με την ηγεσία του στρατού, πίστευε ότι η επίθεση των Σοβιετικών θα εκδηλωνόταν από το νότο και πως η επίθεση στον τομέα του ποταμού  Όντερ θα λειτουργούσε περισσότερο ως αντιπερισπασμός[15]. Το βάρος της άμυνας στον συγκεκριμένο τομέα θα σήκωνε ό,τι είχε απομείνει από την Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό τη διοίκηση, πλέον, του στρατηγού Χάινριτσι (Heinrici), ειδήμονα σε διενέργεια αμυντικού πολέμου, από κοινού με ένα τμήμα της ομάδας Στρατιών Κέντρου, του Σέρνερ.    

Οι γερμανικές δυνάμεις  ανερχόταν πλέον σε ένα εκατομμύριο άνδρες, 1500 άρματα μάχης και τεθωρακισμένα, 10.400 πυροβόλα και 3.300 μαχητικά αεροσκάφη, αν και η έλλειψη καυσίμων περιόριζε σημαντικά τη χρήση τους [16]. Το κύριο βάρος της άμυνας ανήκε στην 9η Στρατιά υπό τον Στρατηγό Μπούσε, η οποία, μαζί με την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον φον Μαντόιφελ (Hasso Eccard von Manteuffel), αποτελούσαν Ομάδα Στρατιών Βιστούλα. Η κύρια γραμμή άμυνας στήθηκε δυτικά του Όντερ στα υψώματα Ζέελοβ (Seelower Höhen), όπου κατασκευάστηκαν σημαντικά οχυρωματικά έργα. Τα υψώματα του Ζέελοβ ήταν μία σειρά από απότομους λόφους ύψους μέχρι 90 μέτρων, που αποτελούσαν, ουσιαστικά, το τελευταίο φυσικό οχυρό πριν από το Βερολίνο. Πίσω από τα υψώματα υπήρχε μία μεγάλη ζώνη πλάτους 20 χιλιομέτρων, όπου στάθμευαν τεθωρακισμένα, μηχανοκίνητα και πυροβολικό για την εξαπόλυση αντεπιθέσεων.  

Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.
Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.

Ο Χίτλερ ανακήρυξε τον Φεβρουάριο το Βερολίνο σε φρούριο, που σήμαινε ότι οι άντρες του θα έπρεπε να το υπερασπιστούν μέχρι τέλους . Τα οχυρωματικά έργα είχαν το σχήμα τριών ομόκεντρων δακτυλίων με πολλά παρακλάδια [17]. Η άμυνα της πόλης του ανατέθηκε στον στρατηγό Ρέυμαν (Reymann). Ο Χίτλερ έδωσε οδηγίες για την προετοιμασία της άμυνας, αλλά δεν διέθεσε δυνάμεις για το σκοπό αυτό, ούτε οργανωμένο σχέδιο. Υπήρχε ακόμα η ψευδαίσθηση ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν δυνατό να ηττηθεί στον Όντερ. Πέραν αυτού σημαντικό πρόβλημα για γερμανική στρατιωτική διοίκηση ήταν η αδυναμία συντονισμού των πολλών κέντρων εξουσίας, που με τον έναν ή άλλο τρόπο συμμετείχαν στην άμυνα του Βερολίνου. Ο Χάινριτσι. έπρεπε να συνεννοηθεί με τον Φύρερ, τον Γκέμπελς, τον διοικητή μέρους του στρατού (Ersatzheer) Χίμλερ, το επιτελείο της ομάδας στρατιών του Βίστουλα, τα SS, τη χιτλερική νεολαία (Hitlerjugend), τη Λουφτβάφε αλλά και το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, που ήλεγχε τις μονάδες της λαϊκής πολιτοφυλακής (Volkssturm). Στις αρχές Απριλίου, υπολογίζεται πως στο Βερολίνο διέμεναν 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι, μεταξύ των οποίων 120.000 βρέφη, για τους οποίους δεν υπήρχαν αρκετά τρόφιμα [18]. Σχέδιο μεταφοράς του πληθυσμού έξω από την πόλη πρακτικά δεν υπήρχε, γεγονός που οδηγεί στην υπόνοια ότι η πρόθεση της ηγεσίας των ναζί ήταν να μείνουν οι άμαχοι στην πόλη προκειμένου να πολεμήσουν με μεγαλύτερο φανατισμό οι στρατιώτες [19].

 Το ηθικό το γερμανικού πληθυσμού ήταν ιδιαίτερα χαμηλό, παρά τις προσπάθειες του καθεστώτος για την ανύψωσή του [20]. Οι ανθρώπινες απώλειες, οι ελλείψεις σε τρόφιμα, οι συνεχείς βομβαρδισμοί, οι πρόσφυγες από την ανατολή, είχαν κατατροπώσει το ηθικό των Γερμανών. Λίγοι άνθρωποι έτρεφαν αυταπάτες για νίκη στον πόλεμο. Οι αξιωματούχοι, αλλά και πολίτες, ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν μέχρι τέλους τον αγώνα. Την αποφασιστικότητα αυτή δεν υπαγόρευαν μόνο η ιδεολογία και η πίστη στον Χίτλερ, αλλά και ο φόβος για αντίποινα από την πλευρά των Σοβιετικών [21]. Στον τομέα αυτό η γερμανική προπαγάνδα, μετά από αρχικούς δισταγμούς μήπως προκληθεί πανικός, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα  [22].

Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.
Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.

 

Οι φάσεις της μάχης του Βερολίνου

Η πρώτη φάση (16-22 Απριλίου)

Η επίθεση των σοβιετικών δυνάμεων εκδηλώθηκε με σφοδρό κανονιοβολισμό τα ξημερώματα της 16ης Απριλίου. Το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο (υπό τον Ζούκοφ) εξαπέλυσε την επίθεση με 8983 πυροβόλα, όλμους και εκτοξευτές ρουκετών. Υπολογίζεται ότι στον ισχυρότερο βομβαρδισμό ολόκληρου του πολέμου εκτοξεύτηκαν 1,236 εκατομμύρια βλήματα πυροβολικού [23]. Ο Ζούκοφ διέταξε να φωτιστούν οι θέσεις των Γερμανών με 143 προβολείς, προκειμένου να μπορούν να προσβληθούν ευκολότερα. Ωστόσο, η χρήση των προβολέων όχι μόνο δεν είχε το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, αλλά μάλλον το αντίθετο, αφού επέτρεπε στου Γερμανούς, που ήταν καλυμμένοι, να βλέπουν το σοβιετικό πεζικό την ώρα που αυτό προέλαυνε. Ούτε και η επίθεση του  πυροβολικού στέφτηκε με επιτυχία, διότι επικεντρώθηκε στην πρώτη γραμμή άμυνας των αντιπάλων, η οποία ήταν η ασθενέστερη, αφού πάγια τακτική των Γερμανών ήταν η διασπορά των δυνάμεων και η ενίσχυση των μετόπισθεν [24].

1200px-Battle_of_Berlin_1945-a
Η πρώτη φάση της μάχης του Βερολίνου.  

 Η επίθεση του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ ξεκίνησε από το προγεφύρωμα του Κυστρίν με έφοδο της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Βασίλι Τσουϊκόφ (Vasily Ivanovich Chuikov) από αριστερά και της 5ης Στρατιάς του Νικολάι Μπερσάριν (Nikolai Erastowitsch Bersarin) από δεξιά. Σύμφωνα με το σχέδιο του Ζούκοφ, μετά την κυκλωτική κίνηση των δύο αυτών στρατιών θα προέλαυνε δίπλα τους η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ (Mikhail Efimovich Katukov). Λόγω όμως της μη επαρκούς προόδου της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Τσουϊκόφ, ο Ζούκοφ διέταξε τα τεθωρακισμένα της 1ης Τεθωρακισμένης Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ να προελάσει πριν το πεζικό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κυκλοφοριακό χάος, εξαιτίας του τεράστιου αριθμού τεθωρακισμένων[25]. Η απόφαση του Ζούκοφ υπαγορεύτηκε και από τον φόβο μήπως ο Στάλιν αναθέσει την πρωτοκαθεδρία για την επίθεση σε βάρος του Βερολίνου στο 1ο Ουκρανικό Μέτωπο του Κόνιεφ. Μέχρι το βράδυ της 16ης Απριλίου η κατάσταση βελτιώθηκε μεν για τους Σοβιετικούς, πλην όμως ακόμα δεν είχαν φτάσει στα υψώματα Ζέελοβ, που ήταν ο στόχος της πρώτης ημέρας των επιχειρήσεων, γεγονός που απογοήτευσε τον Στάλιν [26].

 Η επίθεση του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ στο νότο είχε μεγαλύτερη επιτυχία, αφού οι δυνάμεις του δεν δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα να διασχίσουν τον ποταμό Νάισσε (Νίσα), παρά την ανυπαρξία σοβιετικών προγεφυρωμάτων στη δυτική όχθη του. Οι τεθωρακισμένες ταξιαρχίες του Κόνιεφ διέσπασαν τις γερμανικές γραμμές, αφήνοντας την εκκαθάριση στο πεζικό. Η ταχεία προώθηση των δυνάμεων του τον οδήγησε στον σχεδιασμό της κατάληψης του Βερολίνου από την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Πάβελ Ριμπάλκο (Pavel Semjonovich Rybalko) και την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ντιμίτρι Λελιουσένκο (Dmitry Danilovich Lelyushenko). Η ταχεία πρόοδος του Κόνιεφ σε αντίθεση με τον Ζούκοφ, ώθησε τον Στάλιν σε αλλαγή των σχεδίων: Διέταξε τον Κόνιεφ να προωθήσει την 3η και 4η Στρατιές Τεθωρακισμένων προς το Τσέλεντορφ (Zehlendorf). Η κίνηση αυτή οδήγησε τον Ζούκοφ στη λήψη ακόμα πιο βεβιασμένων αποφάσεων, προκειμένου να προλάβει εκείνος να κόψει πρώτος το νήμα στον αγώνα με έπαθλο την πρωτεύουσα [27]. Οι μάχες στα υψώματα Ζέελοβ ήταν σφοδρότατες και προκάλεσαν εκατόμβες νεκρών και στις δύο πλευρές. Από την πλευρά των Γερμανών το κύριο βάρος της άμυνας απέναντι στην 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ σήκωνε η 9η μεραρχία αλεξιπτωτιστών, η οποία όμως αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό όχι από αλεξιπτωτιστές, αλλά προσωπικό εδάφους της αεροπορίας, η μεραρχία Kurmark με άρματα Panther, η οποία πραγματοποιούσε αντεπιθέσεις, και από μέλη της τη χιτλερικής νεολαίας (Hitlerjugend), που ήταν οπλισμένα με Panzerfaust. Τότε έλαβαν χώρα και σποραδικές επιθέσεις αυτοκτονίας Γερμανών αεροπόρων, όπως οι Kamikaze, που αποτελούσαν τη διοίκηση “Λεωνίδας», με σκοπό την καταστροφή των γεφυρών του Όντερ. Οι επιθέσεις αυτές δεν είχαν ιδιαίτερη επιτυχία και τερματίστηκαν όταν η 4ηΤεθωρακισμένη Στρατιά κατέλαβε το αεροδρόμιο του στο Jüterborg[28]Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ (3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ριμπάλκο) ήταν ταχύτατη με αποτέλεσμα να πλησιάσουν από τη νότια πλευρά το Βερολίνο. Διέσχισαν εύκολα τον ποταμό Σπρέε προτού προλάβουν οι Γερμανοί να οχυρωθούν και πλησίασαν προς την πόλη Τσόσεν (Zossen), όπου είχε την έδρα της η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού. Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ δεν έγινε αντιληπτή από την Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού, η οποία είχε στραμμένη την προσοχή της στα υψώματα Ζέελοβ, όπου ο Χάινριτσι έριξε στη μάχη και την τελευταία του εφεδρεία, το 3ο Σώμα Τεθωρακισμένων των SS. Η τελευταία περιλάμβανε την 11η μεραρχία των SS, που αποτελούνταν από Σκανδιναβούς εθελοντές [29].

Seelow Heights Memorial
Το μνημείο στα υψώματα Ζέελοβ.

 Στις 18 Απριλίου ο Ζούκοφ, έχοντας πληροφορηθεί τις κινήσεις του Κόνιεφ, ενέτεινε τις επιθέσεις του, με αποτέλεσμα το απόγευμα εκείνης της ημέρας να διασπαστεί η άμυνα των Γερμανών στα υψώματα Ζέελοβ. Η 9η γερμανική στρατιά του στρατηγού Μπούσε έπαψε μετά από λίγο να υφίσταται. Το τίμημα βέβαια για τους Σοβιετικούς ήταν πολύ υψηλό, αφού το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο μετρούσε απώλειες άνω των 30.000 ανδτών έναντι 12.000 Γερμανών, που έχασαν τη ζωή τους. Την ίδια ημέρα, ο Κόνιεφ έπρεπε να αντιμετωπίσει την επίθεση των δυνάμεων του στρατάρχη Σέρνερ (Schörner), στη νότια πτέρυγα των δυνάμεων του, η οποία αποκρούστηκε άμεσα. Στην πόλη του Βερολίνου οι οπαδοί του ναζιστικού καθεστώτος συνέχιζαν το εγκληματικό τους έργο: Την 18η Απριλίου εκτελέστηκαν τριάντα κρατούμενοι πολιτικοί αντίπαλοι, ενώ άντρες των SS εκτελούσαν πολλές φορές άμεσα και δημόσια χωρίς δίκη όποιον θεωρούσαν λιποτάκτη [30]. Για την τιμωρία και αποτροπή των λιποταξιών οι Γερμανοί είχαν συστήσει έκτακτα στρατοδικεία για τα πεδία των μαχών αλλά και «μηχανοκίνητα στρατοδικεία», τα οποία κινούνταν συνεχώς στα μετόπισθεν και στις πόλεις προκειμένου να εντοπίσουν λιποτάκτες [31]. Την 19η Απριλίου η 1η Τεθωρακισμένη Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ, ενισχυμένη από την 8η Στρατιά  του στρατηγού Τσουικόφ, αφού διέσπασε στα δύο την 9η γερμανική Στρατιά που ήδη υποχωρούσε, έφτασε στα προάστια του Βερολίνου. Οι υπόλοιπες δυνάμεις του Ζούκοφ ξεκίνησαν με την περικύκλωση της πρωτεύουσας, σύμφωνα με τις διαταγές του Στάλιν. Η ενέργεια αυτή δεν στόχευε μόνο στην κατάληψη του Βερολίνου, αλλά και στην αποτροπή της προσέγγισης του τελευταίου από εκ μέρους των  Αμερικανών. [32]Η 20η Απριλίου, ημέρα γενεθλίων του Χίτλερ, ξεκίνησε με σφοδρό αεροπορικό  βομβαρδισμό της πόλης από του Συμμάχους. Την ίδια ημέρα, η 3η Στρατιά του μετώπου του Ζούκοφ άρχισε να βομβαρδίζει με το πυροβολικό της τα βόρεια προάστια. Παράλληλα ο Ζούκοφ διέταξε την 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ να εισβάλει οπωσδήποτε μέσα στην πόλη. Από την άλλη πλευρά, η προέλαση της 3ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων προς το νότιο Βερολίνο ανακόπηκε, καθώς συνάντησε τμήματα της υπό υποχώρηση 9ης Στρατιάς του Μπούσε [33].

3
Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του Αδόλφου Χίτλερ, την ημέρα των γενεθλίων του.

Την 21η Απριλίου το σοβιετικό πυροβολικό πλησίασε πλέον αρκετά ώστε να ξεκινήσει  ο βομβαρδισμός του διοικητικού κέντρου, γεγονός που αιφνιδίασε τον Χίτλερ [34]. Την ίδια μέρα η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού εγκατέλειψε το στρατηγείο του Τσόσεν. Η μάχη του Βερολίνου είχε εισέλθει πλέον στο τελικό της στάδιο. Η πόλη ήταν χωρίσμένη σε 8 τομείς άμυνας. Από τις δυνάμεις που μάχονταν έξω από το Βερολίνο, μόνο το 56ο Σώμα Τεθωρακισμένων του Weidling ενίσχυσε την άμυνα της πρωτεύουσας, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις των Γερμανών να ανέλθουν σε 80.000 άνδρες. Στο κέντρο της πόλης ο Χίτλερ διόρισε τον ταξίαρχο των SS Βίλχελμ Μόλκε (Wilhelm Molke) διοικητή της άμυνας του «προπυργίου», δηλαδή της συνοικίας των κυβερνητικών κτιρίων [35]. Ο πάλαι ποτέ πανίσχυρος δικτάτορας, έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα εξέδιδε, ανεφάρμοστες διαταγές. Την 22η Απριλίου 3ηΤεθωρακισμένη Στρατιά (Gardepanzerarmee) υπό τον Ριμπάλκο έφτασε στα νότια προάστια του Βερολίνου.

Η δεύτερη φάση (23 Απριλίου –  2 Μαΐου)

Την 23η Απριλίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλει στο Βερολίνο από ανατολικά και νότια. Την ίδια μέρα, ο Στρατάρχης Κάιτελ διέταξε τον διοικητή της 12ης Στρατιάς Βενκ (Wenck), που βρισκόταν στον Έλβα απέναντι από αμερικανικές δυνάμεις, να κινηθεί προς την πρωτεύουσα «για να απελευθερώσει» τον Χίτλερ. Όμως ο Βενκ σκόπευε να κινηθεί ανατολικά για να προσφέρει διέξοδο στην πιεζόμενη 9η στρατιά του Busse («Kessel von Halbe») [36]. Γενικά πάντως, ούτε η 12η Στρατιά του Βενκ, ούτε η 11η Στρατιά του στρατηγού των SS Στάινερ (Steiner), κατάφεραν να φτάσουν στο Βερολίνο. Την ίδια μέρα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ (Weidling), διοικητής του LVI. Τεθωρακισμένου Σώματος, ενημέρωσε ότι υποχώρησε στο Βερολίνο, γεγονός που επέφερε την καταδίκη του σε θάνατο. Ωστόσο, ο ίδιος προσήλθε στο καταφύγιο του Χίτλερ για να εξηγήσει προσωπικά τους λόγους υποχώρησης, τονίζοντας ότι δεν είχε μεταφέρει το στρατηγείο του δυτικά του Βερολίνου, όπως εσφαλμένα είχε κατηγορηθεί. Η στάση του αυτή εντυπωσίασε τον Χίτλερ, σε βαθμό που τον όρισε ανώτατο διοικητή όλων των μονάδων του Βερολίνου (Kampfkommandant) [37].

Ο κλοιός των σοβιετικών δυνάμεων έσφιγγε γύρω από το Βερολίνο. Στις 24 Απριλίου, οι δυνάμεις του Κόνιεβ διέσχισαν το κανάλι Τέλτοβ. Πλέον η μάχη είχε μετεξελιχθεί σε οδομαχίες. Η λαϊκή πολιτοφυλακή, η χιτλερική νεολαία και μονάδες SS μάχονταν από σπίτι σε σπίτι, ενώ έβαλαν κατά των σοβιετικών αρμάτων με Panzerfaust. Τα πληρώματα των σοβιετικών αρμάτων, με τη σειρά τους, τοποθετούσαν στην μπροστινή πλευρά των αρμάτων στρώματα για να εκπυρσοκροτούν τα Panzerfaust στα ελατήρια αυτών. Σημαντικό ρόλο στην άμυνα του Βερολίνου έπαιξαν οι τρεις αντιαεροπορικοί πύργοι (Flaktürme)[38]. Ο ανταγωνισμός των δύο σοβιετικών στραταρχών είχε ως συνέπεια ο Τσουικόφ να διατάξει τμήματα της 3ης στρατιάς του να προωθηθούν δυτικά για να ανακόψουν τη 3η τεθωρακισμένη στρατιά, γεγονός που προκάλεσε πολλά θύματα από φίλια πυρά [39]. Στις 25 Απριλίου, δυνάμεις του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ και του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ συναντήθηκαν στην πόλη Κετσίν (Ketzin), δυτικά του Βερολίνου ολοκληρώνοντας την περικύκλωση της πόλης. Την ίδια ημέρα, σοβιετικές και αμερικανικές  δυνάμεις συναντήθηκαν στο Τόργκαου (Torgau), στον ποταμό Έλβα, γεγονός που σήμαινε ότι το Γ’ Ράιχ είχε χωριστεί στα δύο [40].

  Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.
Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.

Στις 27 Απριλίου, η 8η Στρατιά και η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων διέσπασαν την άμυνα στο Landwehrkanal και έφτασαν στο διοικητικό κέντρο του Βερολίνου. Όσο όμως πλησίαζαν οι Σοβιετικοί στο κέντρο, τόσο πιο σκληρές και φονικές γινόταν οι μάχες [41]. Οι μάχες διεξάγονταν κυρίως στην πύλη Χάλλε (Hallensches Tor) και στην Alexanderplatz. Πολλοί αξιωματικοί των ναζί συνειδητοποιώντας το μάταιο της αντίστασης, κατέβαλαν προσπάθειες να αποφύγουν τη σοβιετική αιχμαλωσία. Οι 80.000 άνδρες της 9ης Στρατιάς του Μπούσε και υπολείμματα της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς συνέχισαν μαχόμενοι την πορεία προς τα δυτικά, ώσπου να συναντήσουν τη 12η Στρατιά του Βενκ, με τη βοήθεια της οποίας διέσχισαν τον Έλβα. Ο Χάινριτσι διέταξε τον στρατηγό  von Manteuffel να υποχωρήσει προς τα βόρεια για να αποφύγει το 2ο Λευκορωσικό Μέτωπο του Ροκοσόφσκι. Ο ίδιος ο Κάιτελ, ενώ αρχικά ζήτησε εξηγήσεις για τέτοιου είδους κινήσεις, πείστηκε από τους επιτελείς να κρυφτεί μέχρι το τέλος των εχθροπραξιών [42]. Πέραν αυτών και οι στενότεροι κάποτε συνεργάτες του Χίτλερ προσπαθούσαν να σώσουν τους εαυτούς τους: Ο Χίμλερ έκανε επαφές με τον σουηδικό Ερυθρό Σταυρό, μέσω του Σουηδού διπλωμάτη Φόλκε Μπερναντόττε, για να διαπραγματευτεί με τους Συμμάχους, ο Γκαίρινγκ, που είχε ήδη μεταβεί στη Βαυαρία, ζήτησε να αναλάβει την ηγεσία του Ράιχ, ενώ και ο αντιστράτηγος των SS Χέρμανν Φεγκελάιν, που είχε καθήκοντα συνδέσμου του Χίμλερ και των ΣΣ στο στρατηγείο του Χίτλερ και σύζυγος της αδερφής της Εύας Μπράουν, εντοπίστηκε να έχει έτοιμες βαλίτσες, γεγονός που του κόστισε τη ζωή [43].

Στις 30 Απριλίου, δυνάμεις της 3ης Στρατιάς κατέλαβαν το υπουργείο Εσωτερικών και επιτέθηκαν στο γεμάτο συμβολισμούς κτίριο του Ράιχσταγκ [44], το οποίο υπεράσπιζαν μέλη των SS, της χιτλερικής νεολαίας και ορισμένοι ναύτες. Η μάχη για το κτίριο του Ράιχσταγκ ήταν ιδιαίτερα σκληρή, αφού ακόμα και όταν οι Σοβιετικοί εισήλθαν στο κτίριο, οι Γερμανοί συνέχισαν την αντίσταση τους από όροφο σε όροφο ακόμα και από δωμάτιο σε δωμάτιο [45]. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας αυτοκτόνησε ο Χίτλερ και η Εύα Μπράουν, την οποία νυμφεύθηκε δύο ημέρες πριν. Διάδοχο του είχε ορίσει τον Ναύαρχο Καρλ Ντένιτς (Karl Dönitz) [46], ο οποίος βρισκόταν στην πόλη Φλένσμπουργκ, κοντά στα σύνορα με τη Δανία, όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση [47]. Την ώρα που οι Σοβιετικοί στρατιώτες πάσχιζαν να καταλάβουν το Ράιχσταγκ, για να υψώσουν τη σημαία με το σφυροδρέπανο την 1η Μαΐου, που εορτάζονταν με μεγαλοπρέπεια στη Μόσχα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ σκόπευε να διασπάσει τον σοβιετικό κλοιό και να αποχωρήσει από το Βερολίνο με όσους περισσότερους στρατιώτες ήταν εφικτό. Πλην όμως, ο Γκαίμπελς τον ενημέρωσε ότι ο στρατηγός Krebs θα ξεκινούσε διαπραγματεύσεις με τους Σοβιετικούς για ανακωχή. Οι Σοβιετικοί ωστόσο απαίτησαν την άνευ όρων συνθηκολόγηση, με αποτέλεσμα να συνεχιστούν οι εχθροπραξίες[48].

LyWbAnI
Αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού φωτογραφίζονται μπροστά από την πύλη του Βρανδεμβούργου.

 Η άσκοπη αιματοχυσία συνεχίστηκε και την 1η Μαΐου, αφού όσο ήταν εν ζωή ο Γκαίμπελς κανείς δεν τολμούσε να συνθηκολογήσει. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Γκαίμπελς και η σύζυγος του αυτοκτόνησαν, αφού προηγουμένως δολοφόνησαν τα έξι ανήλικα παιδιά τους [49]. Ο στρατηγός Βάιντλινγκ διαμήνυσε στους Σοβιετικούς ότι ο Γερμανικός Στρατός σκόπευε να παραδοθεί άνευ όρων και συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός την 12η βραδυνή. Τη νύχτα  της 1ης προς 2η Μαΐου διάφορες ομάδες αξιωματούχων των ναζί προσπάθησαν να διαφύγουν από το Βερολίνο, ελάχιστοι όμως τα κατάφεραν.

 

  Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.
Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.

 Στις 2 Μαΐου, ακούγονταν ακόμα σποραδικά πυρά στο Βερολίνο. Στην καγκελαρία του Χίτλερ αυτοκτόνησε ο στρατηγός Κρεμπς και ο υπασπιστής του Χίτλερ Μπούργκντορφ (Burgdorf). Στρατιώτες της 5ης Στρατιάς κατέλαβαν το κτίριο και ύψωσαν την κόκκινη σημαία. Όμοια σημαία υψώθηκε αργότερα και στο Ράιχσταγκ. Η μάχη του Βερολίνου που διήρκεσε από 16 Απριλίου έως 2 Μαΐου προκάλεσε στον Κόκκινο Στρατό απώλειες 352.425 ανδρών, εκ των οποίων το 1/3 ήταν νεκροί (78.291 νεκροί 274.184 τραυματίες). Από τα τρία μέτωπα (Ζούκοφ, Κόνιεφ και Ροκοσόφσκι), τις βαρύτερες απώλειες είχε το 1ο Λευκορωσικό εξαιτίας των σφοδρών μαχών στα υψώματα Ζέελοβ [50]. Η 1η και 2η πολωνική Στρατιά είχαν συνολικά 2.858 νεκρούς και 6.067 τραυματίες. Οι απώλειες των Γερμανών αριθμούσαν κατά προσέγγιση 92.000 νεκρούς, 200.000 τραυματίες, ενώ 479.000 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες υλικού των Σοβιετικών ήταν επίσης τεράστιες: Καταστράφηκαν περίπου 2.000 άρματα μάχης και αυτοκινούμενα πυροβόλα, 2.108 ρυμουλκούμενα πυροβόλα και εκτοξευτές ρουκετών, καθώς 917 πολεμικά αεροπλάνα.

 

Επίλογος

Η εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων δεν πρέπει να αφήνει στο περιθώριο τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός. Στο Βερολίνο υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους κατά της διάρκεια των 23 αυτών ημερών 22.000 άμαχοι. Αρκετοί εκτελέστηκαν από φανατικούς οπαδούς του καταρρέοντος ναζιστικού καθεστώτος. Μεγάλος αριθμός κατοίκων αυτοκτόνησε από το φόβο που προκαλούσε η προέλαση των Σοβιετικών. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού ευθύνονται για πολλούς βιασμούς γυναικών, βασανιστήρια και λεηλασίες, στις οποίες επιδίδονταν και επιτήδειοι ντόπιοι [51]. Υπολογίζεται ότι από 80.000 έως 130.000 γυναίκες και κορίτσια του Βερολίνου έπεσαν θύματα βιασμού από στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, ενώ συνολικά περίπου δύο εκατομμύρια σε όλη τη Γερμανία έτυχαν ανάλογης μεταχείρισης. Υψηλός ήταν και ο αριθμός των αυτοκτονιών, για τις οποίες ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η προπαγάνδα του Γκαίμπελς ως προς τη συμπεριφορά των Σοβιετικών στους κατακτημένους. Μόνο στο Βερολίνο οι καταγεγραμμένες αυτοκτονίες ανέρχονται σε 7.057 για ολόκληρο το 1945, ενώ κατά τη διάρκεια της μάχης σημειώθηκαν 3.881 [52]. Το πρώτο ερώτημα που πλανάται γύρω από κάθε αφήγηση της μάχης του Βερολίνου είναι για ποιους λόγους οι Γερμανοί, οι οποίοι πλέον τον Απρίλιο του 1945 θα πρέπει να είχαν συνειδητοποιήσει ότι ο πόλεμος χάθηκε, συνέχισαν να πολεμούν μέχρι το τέλος. Η απάντηση, όπως σε όλα τα μεγάλα ιστορικά ερωτήματα, είναι σύνθετη. Σίγουρα υπήρχε σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού φόβος για τα αντίποινα των Σοβιετικών, όπως φάνηκε και από μαρτυρίες προσφύγων από ανατολικές περιοχές της Γερμανίας που καταλήφθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό. Η γερμανική προπαγάνδα προέβαλε ιδιαίτερα τέτοιου είδους αναφορές. Ταυτόχρονα υπήρχαν αρκετοί Γερμανοί, ιδίως οπαδοί των Ναζί, οι οποίοι πίστευαν ότι η προέλαση των Σοβιετικών θα συντριβεί, όπως και η δική τους πριν από δυόμισι χρόνια στο Στάλινγκραντ. Εδώ πρέπει να αναφερθεί και η πίστη στα «μυστικά» θαυματουργά όπλα, τα οποία μόλις ολοκληρωνόταν η εξέλιξη τους θα έδιναν τη νίκη στους Γερμανούς. Τέλος δεν πρέπει να υποτιμηθεί και η σκληρή καταστολή που ασκούσε το καθεστώς σε όσους έδειχναν έστω σημάδια αμφισβήτησης σε βάρος του ιδίου και της πολιτικής του [53]. Είναι βέβαιο πάντως, ότι όποια στάση και να είχαν υιοθετήσει οι στρατηγοί απέναντι στον Χίτλερ και την ιδεολογία του (από αφοσίωση μέχρι και περιφρόνηση), δεν επιθυμούσαν σε καμία περίπτωση να ηττηθεί η Γερμανία, πόσο μάλλον από τους Σοβιετικούς. Το ίδιο ίσχυε βέβαια σε μεγάλο βαθμό και για τους υφισταμένους [54].

3412755b8616293918f41e0d079f8abf
Περίθαλψη τραυματιών σε υπαίθριο χώρο.

 Ένα δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούσε να αποφευχθεί η καταστροφή στην ανατολική Γερμανία και στο ίδιο το Βερολίνο. Η απάντηση είναι μάλλον προφανής: Μόνο η άμεση συνθηκολόγηση της Γερμανίας θα μπορούσε να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Πράγματι, η υπεροπλία των Σοβιετικών σε όλα τα επίπεδα, ο κατακερματισμός των γερμανικών δυνάμεων σε συνδυασμό με το ηθικό των αντιμαχομένων, δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης του νικητή. Βεβαίως μία πιο ορθολογική (και λιγότερο φιλόδοξη) αμυντική στρατηγική,  με την ταυτόχρονη εκκένωση περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό, θα μπορούσε να ανακόψει την προέλαση του Κόκκινου Στρατού για ορισμένο χρονικό διάστημα και να σώσει αμέτρητες ανθρώπινες ζωές [55]. Η προέλαση του Κόκκινου Στρατού πραγματοποιήθηκε σε συνεννόηση με τους Συμμάχους. Αγώνας δρόμου για το ποιος θα φτάσει πρώτος στο Βερολίνο ουδέποτε υπήρξε, παρά τις αντίθετες προβλέψεις – ανησυχίες του Winston Churchill.  Εναρμονιζόμενοι με τις διατάξεις των  συμφωνιών της Γιάλτας και του Πότσνταμ, Αμερικανοί και Βρετανοί αποχώρησαν τον Ιούλιο 1945 από όλα τα εδάφη της ανατολικής Γερμανίας, τα οποία είχαν καταλάβει τις τελευταίες εβδομάδες του πολέμου. Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, μία γραμμή «from the Baltic Sea to Trieste» (με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία) διαχώριζε την Ευρώπη σε δύο διαφορετικούς κόσμους, αντιμέτωπους, πλέον, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Vatalis-1
Ο Κωνσταντίνος Π. Βατάλης είναι δικηγόρος και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

 

 The Day Hitler Died 2016 Full Documentary

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012.
  2. Του ίδιου, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, Bertelsmann, Μόναχο 2014.
  3. Του ίδιου, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο
  4. Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.
  5. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605.
  6. J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005.
  7. C. Hett, Burning the Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.
  8. Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. Martin Richter, C.H.Beck, Μόναχο
  9. Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015.
  10. Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.
  11. Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000.
  12. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351
  13. Του ίδιου, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.
  14. Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.
  15. Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael ImhofVerlag, Petersberg 2008.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015, σ. 216.

[2]Για μία συνοπτική βιογραφία του Γκουντέριαν βλ. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351.

[3]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 218-219.

[4]Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. M. Richter, C.H.Beck, Μόναχο 2012, σ. 223-225.

[5]Η επιχείρηση έλαβε αρχικά την ονομασία «Φρουρά στο Ρήνο» (Wacht am Rhein) και στη συνέχεια «φθινοπωρινή ομίχλη» (Herbstnebel).

[6]Antony Beevor, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο 2015.

[7]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 221-225.

[8]Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. A. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000, σ. 458.

[9]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 314-316.

[10]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. F. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012, σ. 82.

[11] Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου,  εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010, σ. 116.

[12] Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.

[13] Keneth Macksey, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.

[14] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 124-125.

[15] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 125-126, Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 399.

[16] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[17] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[18]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 198, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005, σ. 43.

[19]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 199.

[20] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 338.

[21] Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 194.

[22] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π..

[23]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, C. Bertelsmann, Μόναχο 2014, σ. 839.

[24]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 839, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 19-20.

[25]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 20.

[26] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 840-841.

[27] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 25.

[28] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 843-844.

[29] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 844.

[30] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[31] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48.

[32] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[33] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 846.

[34] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 847, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 73.

[35] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 132.

[36] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 850.

[37]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 851, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 80-82.

[38]Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael Imhof Verlag, Petersberg 2008, σ. 146.

[39]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 853.

[40]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 435-436.

[41]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 119.

[42] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 855.

[43] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 856, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 123, 126-129.

[44]Για την πυρκαγιά τον Φεβρουάριου του 1933 που κατέστρεψε το Ράιχσταγκ (Reichstagsbrand) ο Χίτλερ είχε κατηγορήσει τους κομουνιστές. Βλ. για το ζήτημα αυτό B. C. Hett, Burning. The Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.

[45]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 152-154.

[46] Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.

[47] Για την κυβέρνηση του Ντένιτς και τις προθέσεις του αναφορικά με τη συνέχιση ή μη του πολέμου βλ. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605 και Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 450-455.

[48] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 858.

[49] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π.,  σ. 859, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 181-184.

[50] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 860.

[51] Günter Sagan, Kriegsende 1945, ό.π., σ. 144.

[52] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 457.

[53] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 118, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48, 99-102.

[54]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 400-401, 405.

[55]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 311-314.

 

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος: Η Ιστορία και οι χρήσεις της

 

Αναπαύθηκε χθες το βράδυ καθηγητής Ιωάννης Κολιόπουλος, ο Sir John, όπως τον αποκαλούσαμε, για τον ξεχωρίσουμε από τους πολλούς Γιάννηδες του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Με τα σπουδαία βιβλία του και τους πολλούς μαθητές του, έβαλε πολύ ψηλά τον πήχυ της ακαδημαϊκής επιτυχίας. Με πένα δυνατή, στα ελληνικά και τα αγγλικά, άνοιξε δρόμους στην ελληνική ιστορική επιστήμη. Όμως ήταν η αγάπη και η μεγάλη υποστήριξη που πρόσφερε στους μαθητές του αυτή που θα συντηρήσει τη μνήμη του. Ήμουν ο πρώτος μεταπτυχιακός φοιτητής του και υπήρξε ο μέντοράς μου για πολλά χρόνια. Του χρωστώ τα πάντα, κυρίως την απόφαση να ακολουθήσω μεταπτυχιακές σπουδές –εξωτική επιλογή το 1983– και μάλιστα εκτός του ΑΠΘ. Το σπίτι του ήταν ανοιχτό στους μαθητές του. Σε κάθε επίσκεψή, μαζί με τη Χριστίνα, φόρτιζαν τις μπαταρίες μας με αισιοδοξία και αυτοπεποίθησή. Θαυμάζαμε τον άνδρα που ξεκίνησε από ένα μικρό χωριό της Καστοριάς (όπου και θα κηδευτεί), ξενιτεύτηκε σε καιρούς δίσεκτους, δούλεψε, σπούδασε και διακρίθηκε ως ιστορικός παγκόσμιας κλάσης, απέκτησε θαυμαστή κουλτούρα και είχε τόσο μεγάλο περίσσευμα ψυχής να μας προσφέρει. Αυτό το περίσσευμα του Κολιόπουλου μας κίνησε για χρόνια. Μας πήγε πιο πέρα και πιο πάνω. Κατάλαβα και γω –ελπίζω και οι άλλοι μαθητές του– ότι ο μόνος τρόπος να του το ξεπληρώσουμε είναι να προσφέρουμε ανάλογα χωρίς όρους και ανταλλάγματα. Όταν έφυγα για την Αγγλία μου είπε: Βασίλη, just don’t betray my trust. Αυτά τα λόγια του τα σκέφτομαι ολόκληρη την επαγγελματική ζωή μου, πως να μην τον απογοητεύσω.

Βασίλης Κ. Γούναρης

 

 

Η Clio Turbata τιμώντας τη μνήμη του Ιωάννη Κολιόπουλου αναδημοσιεύει ένα παλαιότερο άρθρο, το οποίο είχε αναρτηθεί στις 29 Ιουνίου 2020.

 

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος: Η Ιστορία και οι χρήσεις της

Ιωάννης Δασκαρόλης: Δημοκρατικά Τάγματα. Από την δημιουργία της επίλεκτης φρουράς της Δημοκρατίας στο αιματοκύλισμα της 9ης Σεπτεμβρίου 1926

Ιωάννης Δασκαρόλης

 

 Δημοκρατικά Τάγματα. Από την δημιουργία της επίλεκτης φρουράς της

Δημοκρατίας στο αιματοκύλισμα της 9ης Σεπτεμβρίου 1926

 

Τα πρώτα δειλά βήματα (1922-1923) 

Τους πρώτους μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας, η Επαναστατική Επιτροπή λάμβανε αναφορές των νεοδιορισμένων οργάνων της στην επαρχία που ζητούσαν στρατιωτική ή αστυνομική βοήθεια για την αντιμετώπιση των πολυάριθμων αντιβενιζελικών πολιτών που παρέμεναν πιστοί στον Κωνσταντίνο. Η αποσύνθεση της Χωροφυλακής και η αποστολή όλων των διαθέσιμων μονάδων Στρατού στον Έβρο, προσανατόλιζε την κυβέρνηση στην ανάγκη δημιουργίας στρατιωτικών μονάδων ασφαλείας. Υπήρχε άλλωστε και το προηγούμενο του Τάγματος Ασφαλείας Γύπαρη που είχε καταφέρει με μικρές δυνάμεις να διατηρήσει την τάξη στην Αθήνα, προπύργιο των αντιβενιζελικών, όταν οι περισσότερες μονάδες του Στρατού βρίσκονταν στο Μικρασιατικό μέτωπο. Βασικό κίνητρο πίσω από τη δημιουργία των μονάδων αυτών ήταν η τρομοκράτηση των πολιτικά αντιφρονούντων, καθώς ειδικά κατά τους πρώτους μήνες το στρατιωτικό καθεστώς δεν ένιωθε εξασφαλισμένο έναντι όσων αντιδρούσαν.[1]

Ο πρώτος πυρήνας των Ταγμάτων Εθελοντών (μετέπειτα Δημοκρατικών Ταγμάτων) υπήρξε η σύσταση μιας στρατιωτικής μονάδας μεγέθους Τάγματος στη Λέσβο, του οποίου αρχικό πυρήνα αποτέλεσαν εθελοντές βενιζελικών φρονημάτων[2] που κατάγονταν από το νησί, με πρώτο διοικητή τον ταγματάρχη Καφάτο. Η δημιουργία της μονάδας ξεκίνησε στις 27 Σεπτεμβρίου 1922, με διαταγή του υπουργείου Στρατιωτικών (υπ΄ αριθμόν 239751) και προκήρυξη του συνταγματάρχη Γ. Παπαγεωργίου, στρατιωτικού διοικητή Λέσβου διορισμένου από την Επανάσταση. Ανάμεσα στους καταταγέντες ήταν και πρόσφυγες, ορισμένοι εκ των οποίων είχαν χάσει προσφιλή τους πρόσωπα στην καταστροφή και τα αναζητούσαν μέσω του Τύπου.[3]

Το Ανεξάρτητο Τάγμα Λέσβου μεταφέρθηκε στην Αθήνα στις αρχές Οκτωβρίου αναλαμβάνοντας την επιβολή της τάξης στην πρωτεύουσα και την ασφάλεια της Επανάστασης του 1922 έναντι οποιασδήποτε εσωτερικής επιβουλής, καθώς σύμφωνα με έκθεση του 2ου επιτελικού γραφείου στην περιοχή του λεκανοπεδίου υπήρχαν περισσότεροι από 12.000 ένοπλοι οπαδοί της Βασιλείας.[4] Το Τάγμα Λέσβου ανέλαβε την φύλαξη της αίθουσας όπου έγινε η Δίκη των Έξι, την διαφύλαξη της τάξης στις δύο πόλεις (Αθήνα και Θεσσαλονίκη), ενώ μαζί με το Τάγμα Φρουράς συμμετείχαν ενεργά στην κατάπνιξη του φιλοβασιλικού κινήματος Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου.

Οι στρατηγοί Γαργαλίδης (αριστερά) και Λεοναρδόπουλος, πρωτεργάτες του ομώνυμου κινήματος.

Στην πρωτοβουλία για τη δημιουργία μιας στρατιωτικής μονάδας ασφαλείας πιστής στην κυβέρνηση στο σκέλος που αφορούσε τη Θεσσαλονίκη, πρωτοστάτησε[5] αναμφίβολα ο Αλέξανδρος Οθωναίος όταν ανέλαβε τη διοίκηση του Γ΄ Σώματος Στρατού. Σύμφωνα με τον Οθωναίο, σκοπός της δημιουργίας του πρώτου Δημοκρατικού Τάγματος της Θεσσαλονίκης (που ονομάστηκε αρχικά Τάγμα Φρουράς) ήταν η τήρηση της τάξης στην πόλη μετά την αποχώρηση του Στρατού για το μέτωπο του Έβρου, καθώς η Χωροφυλακή δεν επαρκούσε. Και οι δύο σχηματισμοί χρησιμοποιήθηκαν σε κρίσιμες καταστάσεις την επόμενη διετία προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στην Επαναστατική Κυβέρνηση.

 

Η ενίσχυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων από την κυβέρνηση Καφαντάρη και ο περίφημος  Νόμος 3059

 Ακολούθησαν οι εκλογές της 17ης Δεκεμβρίου 1923, η αναγκαστική έξωση του Βασιλιά Γεώργιου Β΄ και η επιστροφή του Βενιζέλου στο πολιτικό προσκήνιο. Το πολιτικό σκηνικό δεν έδειχνε να ομαλοποιείται καθώς εκτός από τους αντιβενιζελικούς, αντιδρούσαν και οι ακραίοι δημοκρατικοί και ισχυροί στρατιωτικοί παράγοντες κατά της συμβιβαστικής πολιτειακής πολιτικής του Βενιζέλου. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε για λόγους υγείας, τον διαδέχθηκε ο Καφαντάρης που προσπάθησε να ενισχύσει την στρατιωτική θέση της κυβέρνησης ώστε να επιβάλλει τις θέσεις της. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η πρωτοβουλία του υπουργού Στρατιωτικών Κωνσταντίνου Γόντικα, που αφορούσε τη μετεξέλιξη του Ανεξάρτητου Τάγματος Λέσβου στην Αθήνα και του Τάγματος Φρουράς Θεσσαλονίκης σε μόνιμα σώματα ασφαλείας. Η μετατροπή αυτή έγινε όταν ο Γόντικας κατέθεσε σχέδιο νόμου στη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου με τίτλο «Περί εθελοντών». Το νομοσχέδιο αυτό υπεβλήθη με τη διαδικασία του κατεπείγοντος και ψηφίστηκε αυθημερόν επί της αρχής από την Εθνοσυνέλευση.[6]

Το νομοσχέδιο προέβλεπε αορίστως ότι ο υπουργός Στρατιωτικών είχε το δικαίωμα να προβεί σε στρατολογία εθελοντών είτε για να καλύψει έκτακτες ανάγκες του Στρατού, είτε για να «αντιμετωπίσει έκτακτες περιστάσεις»,[7] χωρίς βέβαια να προσδιορίζονται αυτές. Η διατύπωση του νομοσχεδίου περί εθελοντών ήταν τόσο γενικόλογη ώστε αρχικά δεν συγκέντρωσε την προσοχή του αντιπολιτευόμενου Τύπου. Όταν έγινε κατανοητό ότι οι εθελοντές μόνο εθελοντές δεν θα ήταν, αλλά προορίζονταν για σωματοφυλακή των βενιζελικών και της κυβέρνησης, ο αντιπολιτευόμενος Τύπος εξεγέρθηκε κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι εξόπλιζε πρόσφυγες στο πρότυπο του τάγματος ασφαλείας Γύπαρη, ώστε να εκβιάσει και να νοθεύσει την ψήφο των πολιτών στο επερχόμενο δημοψήφισμα.[8] Η Βραδυνή ξεπέρασε τα όρια της απλής διαμαρτυρίας παρουσιάζοντας τους λόχους ως συνεχιστές του έργου των “Γυπαραίων”, απειλώντας τους πρόσφυγες που τους στελέχωναν με αντίποινα όταν ο “συνταγματικός” κόσμος θα ξανάβρισκε τις πολιτικές του ελευθερίες.[9]

 

Η ενίσχυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων επί κυβερνήσεως Παπαναστασίου και η  οριστική τους μετονομασία (30 Ιουνίου – 17 Ιουλίου 1924)

 

Ακολούθησε η πτώση της κυβέρνησης Καφαντάρη λόγω ενός προνουντσιαμέντου του Στρατού, η άνοδος της κυβέρνησης Παπαναστασίου και το Πολιτειακό δημοψήφισμα του Απριλίου, που επισημοποίησε την κατάργηση της Βασιλείας. Ο ισχυρός παράγοντας της κυβέρνησης ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος με επιρροή σε ομάδα αξιωματικών του Στρατού και με πρόθεση να χρησιμοποιήσει την επιρροή του για να στηρίξει εξωθεσμικά την κυβέρνηση. Έτσι, όταν στα τέλη Ιουνίου ξεκίνησε η προσπάθεια της υπονόμευσης της κυβέρνησης Παπαναστασίου, ο Πάγκαλος αποφάσισε να στραφεί και προς τον Στρατό προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάσταση και την αποσταθεροποίηση της κυβέρνησης. Μεταξύ άλλων, προσπάθησε να ενισχύσει τα Δημοκρατικά Τάγματα μέσω της αύξησης της μισθοδοσίας τους, με σχετική τροποποίηση του νόμου 3059 ως προς το άρθρο 2.[10]

Παρέλαση της σημαίας των Δημοκρατικών Ταγμάτων.

Κατά την συζήτηση στην Εθνοσυνέλευση κατάφερε να περάσει αθόρυβα την εν λόγω τροπολογία που προέβλεπε αύξηση του ημερομισθίου των στρατιωτών κατά 20 δρχ., υπεραμυνόμενος της αποστολής αυτών των μονάδων, παρά τις αντιρρήσεις του Γονατά[11] που πρότεινε τη διάλυση των ταγμάτων εθελοντών, καθώς δεν είχαν πλέον καμία χρησιμότητα.[12] Με άλλη απόφασή του στα μέσα Ιουλίου, λίγο πριν την πτώση της κυβέρνησης Παπαναστασίου, ο Πάγκαλος μετονόμασε τα τρία τάγματα με τις επωνυμίες Πρότυπον Τάγμα Εκπαιδεύσεως ή Ανεξάρτητο Τάγμα Λέσβου, Τάγμα Εθελοντών και Τάγμα Φρουράς Θεσσαλονίκης και επίσημα πλέον σε Ι, ΙΙ και ΙΙΙ Τάγματα Δημοκρατικής Φρουράς αντίστοιχα.[13]

Εντελώς απρόσμενα, τα Δημοκρατικά Τάγματα στάθηκαν η κύρια αφορμή για την πτώση της κυβέρνησης Παπαναστασίου. Το βράδυ της 17ης Ιουλίου 1924 μια μικρή ομάδα στρατιωτών του Γ΄ Δημοκρατικού Τάγματος επιτέθηκαν στα γραφεία και στα τυπογραφεία των αντιβενιζελικών εφημερίδων της Θεσσαλονίκης με αφορμή ένα αρνητικό δημοσίευμα για την ηθική του διοικητή τους. Το νέο της επίθεσης έφτασε την ημέρα συζήτησης στη βουλή για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης της κυβέρνησης Παπαναστασίου και οδήγησαν στην καταψήφισή της στις 19 Ιουλίου 1924.

 

Τα Δημοκρατικά Τάγματα κατά την περίοδο των κυβερνήσεων Σοφούλη και  Μιχαλακόπουλου  

Παρά το γεγονός ότι ήδη τα Δημοκρατικά Τάγματα είχαν εδραιώσει μια κακή φήμη στην κοινή γνώμη, διατήρησαν τη δύναμή τους τόσο κατά την διακυβέρνηση Σοφούλη (Θερινών Διακοπών) όσο και κατά τη διακυβέρνηση του Μιχαλακόπουλου, ενώ συμπεριελήφθησαν κανονικά στον νέο οργανισμό του ελληνικού Στρατού όπως δημοσιεύτηκε στον Τύπο ως νομοσχέδιο στις αρχές του 1925. Η εισήγηση της κοινοβουλευτικής επιτροπής για τον οργανισμό του Στρατού, ζητούσε την κατάργηση των Δημοκρατικών Ταγμάτων με το σκεπτικό ότι όλος ο Στρατός αποτελεί φρουρά της Δημοκρατίας ενώ η ύπαρξη τριών ιδιαίτερων Ταγμάτων με αυτή την αποστολή προκαλούσε περισσότερη ζημιά παρά ωφέλεια.[14] Ο Γόντικας όμως υποστήριξε ότι η κατάργηση των Ταγμάτων δεν ήταν συμφέρουσα καθώς ήταν ιδιαίτερα αξιόλογοι και αξιόμαχοι στρατιωτικοί σχηματισμοί., ενώ ήταν αντίθετη με την εισήγηση του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου.[15]

 

Η ίδρυση των Κυνηγών του Κονδύλη (Απρίλιος 1925)

Αλλά η ενίσχυση παραστρατιωτικών σχηματισμών δεν περιορίστηκε στα Δημοκρατικά Τάγματα καθώς στις αρχές Απριλίου ο Κονδύλης προώθησε την ίδρυση τριών ταγμάτων Κυνηγών που θα είχαν ως μοναδική αποστολή την καταπολέμηση του φαινομένου και την εμπέδωση της ασφάλειας στην ύπαιθρο. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Κονδύλη, τα τρία Τάγματα Κυνηγών ειδικά εκπαιδευμένα και εξοπλισμένα για μια περιορισμένη διετή θητεία θα ανακούφιζαν την ύπαιθρο από τη ληστεία, παρέχοντας τον απαιτούμενο χρόνο στη Χωροφυλακή για να ανασυνταχθεί. Το νομοσχέδιο προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από τους πληρεξουσίους της αντιπολίτευσης, ενώ η αρμόδια επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης που εξέτασε το νομοσχέδιο για τη δημιουργία των Κυνηγών το απέρριψε παμψηφεί. Το σκεπτικό όσων το απέρριπταν ήταν ότι δεν χρειαζόταν να δημιουργηθεί μια νέα μονάδα δημόσιας ασφάλειας τη στιγμή που ήδη υπήρχε η Χωροφυλακή. Επίσης πολλοί πληρεξούσιοι υποστήριξαν – δικαίως – ότι το πιθανότερο ήταν οι Κυνηγοί αντί να καταπολεμήσουν τη ληστεία να εξελιχθούν σε κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια και μάστιγα για τους κατοίκους της υπαίθρου.

Τελικώς η Εθνοσυνέλευση σε μια ακόμη αμφιλεγόμενη νομοθετική πρωτοβουλία της, υπερψήφισε τη δημιουργία των τριών ταγμάτων Κυνηγών, αφού προηγήθηκε μεγάλο πολιτικό παρασκήνιο και συνεννοήσεις. Οι (κατά πολύ υψηλότερες από τις αντίστοιχες των Δημοκρατικών Ταγμάτων) μηνιαίες αποδοχές που προβλέπονταν ήταν 1.750 δραχμές για κάθε στρατιώτη, 1.850 δραχμές για τον δεκανέα, 2.000 δραχμές για τον λοχία, 2.250 δραχμές για τον επιλοχία, χωρίς τα πρόσθετα επιδόματα που προβλέπονταν για τις αποστολές εκτός της έδρας των λόχων. Την ίδια περίοδο ο μηνιαίος μισθός ενός χωροφύλακα ήταν περίπου 1.100 δραχμές σύμφωνα με τον Κονδύλη. Για να γίνει αντιληπτός ο προσχηματικός χαρακτήρας των κρατικών εξαγγελιών και της συζήτησης που προηγήθηκε στην Εθνοσυνέλευση, οι Κυνηγοί αντί να μεταφερθούν στις περιοχές της επαρχίας που προέβλεπε το νομοσχέδιο ώστε να καταπολεμηθεί η ληστεία, στρατωνίστηκαν στο Γαλάτσι, και χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για την ασφάλεια των κεντρικών κρατικών κτιρίων στην Αθήνα με τη χαρακτηριστική τους αποτυχία να ανταπεξέλθουν ακόμη και σε αυτή τη στοιχειώδη αποστολή κατά το κίνημα που ακολούθησε ένα μήνα μετά.

Γελοιογραφία για τους Κυνηγούς (εφημ. ΣΚΡΙΠ, 3.4.1925).

Η ισχυροποίηση και η εδραίωση των Δημοκρατικών Ταγμάτων επί της δικτατορίας του Παγκάλου (1925-1926)     

Η άνοδος του Πάγκαλου στην εξουσία επιβλήθηκε μετά από ένα επιτυχημένο κίνημα στις 25 Ιουνίου 1925 και την χαρακτηριστική αδράνεια της Κυβέρνησης Μιχαλακόπουλου και των πιστών σε αυτήν στρατιωτικών μονάδων να αντιδράσουν. Κατά το κίνημα τα Δημοκρατικά Τάγματα στήριξαν τον Πάγκαλο μετά από διακυμάνσεις και λόγω κυρίως της προσωπικής περιπετειώδους επέμβασης του Ντερτιλή. Ήδη κατά τη θητεία του ως υπουργός Στρατιωτικών, ο Πάγκαλος είχε συμβάλλει στην ισχυροποίηση των Δημοκρατικών Ταγμάτων, τα οποία θεωρούσε επίλεκτη στρατιωτική μονάδα και ασπίδα του κράτους εναντίον κάθε επιβουλής. Από την πρώτη ημέρα που σχημάτισε κυβέρνηση, έδειξε τη διάθεσή του να ενισχύσει και να στηριχτεί στα Δημοκρατικά Τάγματα, καθώς γνώριζε τον ιδιότυπο παραστρατιωτικό πολιτικό χαρακτήρα τους. Το πρώτο ΦΕΚ[16] το οποίο δημοσίευσε η “Επαναστατική Κυβέρνησή” του, αφορούσε τη συγχώνευση των Δημοκρατικών Ταγμάτων με τους Κυνηγούς, με το ύψος των αμοιβών τους να είναι αυτό που είχε ορίσει ο Κονδύλης για τους τελευταίους.[17] Επίσης το Τάγμα Κυνηγών έπαυε να υπάγεται στο υπουργείο Εσωτερικών, τιθέμενο πλέον υπό την αιγίδα του υπουργείου Στρατιωτικών και αναβαθμιζόμενο από μονάδα εσωτερικής ασφάλειας σε κανονική στρατιωτική μονάδα.[18] Έτσι, ο Πάγκαλος όχι μόνο αύξησε εκ νέου τη στρατιωτική δύναμη των Ταγμάτων αλλά και κατά 30% τις αποδοχές των αξιωματικών και στρατιωτών τους, ενώ ο σχετικός ισχυρισμός του δικτάτορα το 1928 ενώπιον ανακριτικής επιτροπής ότι δήθεν τις μείωσε είναι αναληθής.[19]

Η δεύτερη κίνηση του Παγκάλου ήταν να δημιουργήσει στην Αθήνα στις αρχές Οκτωβρίου τη μικτή Ταξιαρχία Δημοκρατικής Φρουράς την οποία έθεσε υπό ενιαία διοίκηση και την οποία προόριζε για φρουρά του νέου καθεστώτος. Συγκεκριμένα πλαισίωσε τα τρία Τάγματα με τον λόχο στρατηγείου των Δημοκρατικών Ταγμάτων ενώ για τον συντονισμό της Φρουράς δημιούργησε και την υπηρεσία της Ταξιαρχίας Δημοκρατικών Ταγμάτων. Οι πρόσθετοι δύο αυτοί σχηματισμοί είχαν δύναμη 300 ανδρών και με τις προσθήκες αυτές η συνολική δύναμη της ταξιαρχίας Δημοκρατικής Φρουράς στην Αθήνα έφτασε τους 2.500 άνδρες, τη μέγιστη δύναμη που παρέταξαν ποτέ αυτοί οι σχηματισμοί. Τα Δημοκρατικά Τάγματα χρησιμοποιήθηκαν από τον Πάγκαλο κατά την σύλληψη του Πλαστήρα, σε αστυνομικά καθήκοντα στην Αθήνα αλλά και για την διάλυση διαδηλώσεων, για την καταδίωξη ληστών αλλά και κατά την εισβολή στη Βουλγαρία.

Ο Παγκαλος επιθεωρεί τμήμα των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Δεξιά διακρίνεται ο Ναπολέων Ζέρβας.

Ο περίπατος της Αγίας Παρασκευής και τα Δημοκρατικά Τάγματα (3 Ιανουαρίου 1926)

Όταν ισχυροποίησε τη θέση του στον Στρατό και στη δημόσια διοίκηση, ο Πάγκαλος αποφάσισε να εγκαταλείψει και τα τελευταία δημοκρατικά προσχήματα, τα οποία ούτως ή άλλως με την πάροδο του χρόνου είχαν ξεφτίσει. Την απόφασή του για την κήρυξη δικτατορίας ο Πάγκαλος την υλοποίησε ξαφνικά στις 3 Ιανουαρίου 1926 με τον λεγόμενο «περίπατο της Αγίας Παρασκευής» των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Την ημέρα εκείνη οι οπλίτες των Α΄ και Β΄ Δημοκρατικών Ταγμάτων βγήκαν από τα παραπήγματά τους για στρατιωτικές ασκήσεις. Ακολούθως, στάθμευσαν στην Αγία Παρασκευή όπου είχε ετοιμαστεί το συσσίτιο αλλά και ένα γεύμα προς τιμήν του πρωθυπουργού για τον εορτασμό της έλευσης του νέου έτους. Το μεσημέρι έφθασε στην Αγία Παρασκευή ο Πάγκαλος με τη σύζυγό του και τρεις υπουργούς (Κούνδουρο, Ταβουλάρη, Φίλανδρο), οι οποίοι συμμετείχαν στο γεύμα καθισμένοι στο τραπέζι των αξιωματικών. Παρόντες ήταν όλοι οι στρατιωτικοί στυλοβάτες του καθεστώτος, σε παρακείμενα τραπέζια κάθονταν συνολικά 150 αξιωματικοί, κάποιοι από τους καλεσμένους συνοδεύονταν από τις συζύγους τους και οι συμποσιαζόμενοι ήταν περίπου 200 άτομα.

Το γεύμα κύλισε σε πολύ ευχάριστο κλίμα, και τίποτε δεν προϊδέαζε για ότι θα επακολουθούσε. Στις καθιερωμένες προπόσεις που διαδέχθηκαν την ολοκλήρωση του γεύματος, ο συνταγματάρχης Θ. Βουτσινάς, σε μια ολοφάνερα στημένη αλλά δήθεν αυθόρμητη μικρή ομιλία την οποία διάβαζε από χειρόγραφο,[20] ευχήθηκε στον Πάγκαλο να συνεχίσει και να ολοκληρώσει το κυβερνητικό έργο που έχει ξεκινήσει και τον κάλεσε να λάβει κάθε μέτρο που θα έκρινε απαραίτητο για να παραμερίσει τα εμπόδια που θα ορθώνονταν στην πολιτική του. Ο Πάγκαλος απάντησε με τον ίδιο στόμφο υπενθυμίζοντας τις καταστροφές που υπέστη ο ελληνισμός από τον κοινοβουλευτισμό τόσο πριν το 1909 όσο και μετά το 1920, και κατέληξε: «Επειδή βλέπω ότι είναι αδύνατον πλέον να εμπιστευόμεθα εις τον κοινοβουλευτισμόν, διά τούτο αποφάσισα να αλλάξω τη μέχρι τούδε πορεία μου. Εις το εξής στηρίζομαι εις την εμπιστοσύνην του Στρατού, όστις αποτελεί την νησίδα των εθνικών ελπίδων».

Μέσα στη βουή των χειροκροτημάτων των οπλιτών ακούγονταν φωνές από την πλευρά των αξιωματικών των Δημοκρατικών Ταγμάτων υπέρ της στρατιωτικής δικτατορίας. Ακολούθησε χορός με  δημοτικά άσματα και συμμετέχοντες στρατιώτες των Δημοκρατικών Ταγμάτων, τον δε Πάγκαλο να σέρνει τον χορό υπό τη μουσική της μπάντας της Δημοκρατικής Φρουράς. Αμέσως μετά το τέλος του γεύματος, τα Δημοκρατικά Τάγματα παρέλασαν στους δρόμους των Αθηνών υπό τους ήχους των σαλπιγκτών τους, με τέσσερα τεθωρακισμένα αυτοκίνητα να προηγούνται, καταλήγοντας στην πλατεία Ανακτόρων ενώπιον του Πάγκαλου και του Τσερούλη με τους οπλίτες τους να φωνάζουν στη διαδρομή συνθήματα υπέρ της στρατιωτικής δικτατορίας.[21]

 

Η ανατροπή του Πάγκαλου από τον Κονδύλη και τα Δημοκρατικά Τάγματα (21 Αυγούστου 1926)

Οι αρνητικές εξελίξεις στο οικονομικό πεδίο και στην κρατική μηχανή υπονόμευσαν αποφασιστικά την πιθανότητα του Πάγκαλου να διατηρηθεί στην εξουσία. Την ανατροπή του την επέφερε τελικά ο Κονδύλης στηριζόμενος στα Δημοκρατικά Τάγματα και στους διοικητές τους Ζέρβα και Ντερτιλή, που του έδωσαν κυριολεκτικά τα κλειδιά της εξουσίας. Το άρτια οργανωμένο κίνημα με κινητήριο μοχλό τα Δημοκρατικά Τάγματα, εκδηλώθηκε τα ξημερώματα της 21ης Αυγούστου 1926. Το σύνθημα για την εκκίνηση δόθηκε με μια σειρά από πυροβολισμούς σε διάφορα σημεία της πόλης και με έναν κανονιοβολισμό από τον Λυκαβηττό. Το σύνθημα των μυημένων ήταν Περικλής – Δημοκρατία[22] και το εναρκτήριο σύνθημα δόθηκε από δύο τεθωρακισμένα οχήματα με δύο αποσπάσματα οπλιτών Δημοκρατικών Ταγμάτων έχοντα επικεφαλής τον ίλαρχο Ζουμπουλάκη και τον ταγματάρχη Παυσανία Κατσώτα αντίστοιχα.[23] Στις 3 τα ξημερώματα, οι στρατιώτες των Α΄ και Β΄ Δημοκρατικών Ταγμάτων μαζί με τα τεθωρακισμένα οχήματά τους κινήθηκαν με τάξη και πειθαρχία για να καταλάβουν το υπουργείο Στρατιωτικών, το Τηλεγραφείο και τα υπόλοιπα σημαντικά κρατικά κτίρια.[24]

Τις πρώτες πρωινές ώρες μετά τις αρχικές επιτυχίες, εμφανίστηκε στα παραπήγματα των Δημοκρατικών Ταγμάτων ο Κονδύλης περιστοιχισμένος από στενούς του συνεργάτες, ο οποίος αποθεώθηκε από τους στρατιώτες.[25] Έως τις πρώτες πρωινές ώρες είχαν καταληφθεί από τα Δημοκρατικά Τάγματα όλα τα υπουργεία, το Ταχυδρομείο, η έδρα του Α΄ Σώματος Στρατού και η έδρα της Αστυνομίας χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Τα τεθωρακισμένα και τα αποσπάσματα των Δημοκρατικών Ταγμάτων κινούνταν με μαθηματική ακρίβεια στους δρόμους των Αθηνών επιτυγχάνοντας τους αντικειμενικούς σκοπούς βάσει σχεδίου με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, εντός των χρόνων που είχαν προβλεφθεί στο σχέδιο. Με το πρώτο φως της 21ης Αυγούστου, τα αποσπάσματα των Δημοκρατικών Ταγμάτων γκρέμιζαν από την εξουσία τον πανίσχυρο Πάγκαλο χωρίς να πέσει ούτε μια ντουφεκιά εντός Αττικής. Τα Δημοκρατικά Τάγματα είχαν εξελιχθεί σε ρυθμιστή της πολιτικής ζωής της χώρας και οι διοικητές τους ήλεγχαν πλήρως την κυβέρνηση. Ήταν ένας μεγάλος τους θρίαμβος!

Μηχανοκίνητες δυνάμεις των Δημοκρατικών Ταγμάτων κατά την εκδήλωση του κινήματος Κονδύλη.

Η έκρυθμη κατάσταση στις τάξεις του βενιζελισμού και του Στρατού λίγο πριν το οριστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών (21η Αυγούστου – 8η Σεπτεμβρίου 1926)

Μετά την άνοδό του στην εξουσία η θέση του Κονδύλη δεν ήταν εύκολη, καθώς όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί ήταν δυσαρεστημένοι με την ανάρρησή του, ενώ επίσης εναντίον του κινούνταν και αρκετοί ανώτεροι αξιωματικοί οι οποίοι επηρεάζονταν από τον Πλαστήρα. Ο τελευταίος με δημόσια επιστολή που απεύθυνε στον Κονδύλη ζητούσε την παραδειγματική τιμωρία όσων ανέλαβαν πολιτικά αξιώματα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.[26] Υπήρχε μεγάλη δυσαρέσκεια στην κοινή γνώμη για τη συνεχιζόμενη επέμβαση του Στρατού στην πολιτική, που υποδαυλιζόταν κυρίως από τις αντιβενιζελικές εφημερίδες που κατήγγειλαν τον Κονδύλη ως έναν ακόμη κινηματία που σφετερίστηκε την εξουσία. Οι κατηγορίες αυτές έβρισκαν απήχηση στην κοινή γνώμη λόγω του παρελθόντος του Κονδύλη και της πρωταγωνιστικής συμμετοχής του σε παλαιότερες επεμβάσεις του Στρατού στην πολιτική. Ακόμη και ο Βενιζέλος από το Παρίσι με επιστολή του συνιστούσε να διεξαχθούν αμέσως εκλογές για την αποφυγή της επανόδου είτε της στρατοκρατίας είτε της μοναρχίας.[27]

Στρατωνισμός Δημοκρατικών Ταγμάτων στις παρυφές της πρωτεύουσας.

Τα δύο Δημοκρατικά Τάγματα της Αθήνας και οι διοικητές τους Ζέρβας και Ντερτιλής, βρίσκονταν κυριολεκτικά στο απόγειο της δύναμής τους. Παρά τη μικρή μείωση που είχαν υποστεί, έχοντας συνολικά 1.600 άνδρες, με παρατακτή δύναμη 1.200 τυφέκια εκτός των 8 θωρακισμένων οχημάτων[28] αποτελούσαν τις ισχυρότερες στρατιωτικές μονάδες στο λεκανοπέδιο, σε μια εποχή που ο οργανισμός του Στρατού προέβλεπε δύναμη του συντάγματος πεζικού έως 500 οπλίτες.[29] Οι δύο αξιωματικοί διέθεταν ερείσματα (κυρίως μεταξύ παλαιών παγκαλικών αξιωματικών όπως οι Κατσώτας και Ζουμπουλάκης) σε όλες τις μονάδες των Αθηνών και στο υπουργείο Στρατιωτικών. Πολύ συχνά πραγματοποιούντο κλειστές συσκέψεις στο υπουργείο Στρατιωτικών στις οποίες δεν συμμετείχε κανείς άλλος εκτός από τους υποστηρικτές των Ταγμάτων.[30] Ο ρόλος τους και οι ενέργειές τους απασχολούσαν καθημερινά την ειδησεογραφία, που εύλογα τους αντιμετώπιζε ως παράγοντες διαμόρφωσης της πολιτικής επικαιρότητας.

Σύμφωνα με την κατάθεση του Κονδύλη στην προανάκριση για τα γεγονότα της 9ης Σεπτεμβρίου, οι δύο διοικητές των Δημοκρατικών Ταγμάτων τον πίεζαν να παραταθεί η θητεία της κυβέρνησής του τουλάχιστον για οκτώ μήνες ακόμη. Επίσης του ζητούσαν να ενισχύσει περισσότερο τα Τάγματα ώστε να μπορούν να αντιδράσουν αποτελεσματικά σε περίπτωση που ο Πλαστήρας έκανε νέο κίνημα εναντίον τους, όπως έλεγαν οι φήμες.[31] Οι δύο διοικητές των Δημοκρατικών Ταγμάτων θεωρούσαν τις μονάδες τους εγγυητές της τάξης και του πολιτεύματος και για τον λόγο αυτό πίεζαν να παραταθεί η θητεία τους. [32] Επίσης, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι διοικητές των Ταγμάτων είχαν ενεργό ρόλο ακόμη και στην επιλογή των πολιτικών προσώπων που θα συμμετείχαν στην κυβέρνηση.[33] Επίσης σοβαρή ένδειξη της πολιτικής τους επιρροής ήταν οι συνεχείς συναντήσεις και τα γεύματα των διοικητών των Δημοκρατικών Ταγμάτων με τον ίδιο τον Κονδύλη αυτή την περίοδο, που επιβεβαιώθηκαν από πολλούς μάρτυρες στη δίκη των Δημοκρατικών Ταγμάτων.

Γεώργιος Κονδύλης.

Η αδιαφιλονίκητη ισχύς των Δημοκρατικών Ταγμάτων εξόργιζε τους υπόλοιπους βενιζελικούς αξιωματικούς οπαδούς του Πλαστήρα, ο οποίος με δημόσιες δηλώσεις του[34] ζητούσε επίμονα την εκκαθάριση του Στρατού από τους παγκαλικούς και τα Δημοκρατικά Τάγματα, απειλώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση ίσως διοργάνωνε νέο κίνημα για να ανατρέψει τον Κονδύλη. Ακόμη και οι πολιτικοί αρχηγοί Καφαντάρης και Μιχαλακόπουλος ζητούσαν με αρθρογραφία τους στον Τύπο την παραδειγματική τιμωρία του Πάγκαλου και των υπουργών του για τις οικονομικές και άλλες ατασθαλίες κατά τον καιρό διακυβέρνησής τους, ενώ κατήγγειλαν τον Κονδύλη ότι αδρανούσε. Επίσης τον κατηγορούσαν ότι χρησιμοποίησε τα Δημοκρατικά Τάγματα για την ανατροπή του δικτάτορα προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος οφέλη, σώζοντας αυτούς που καταπίεζαν τις πολιτικές ελευθερίες του λαού. Ο Κονδύλης στην απάντησή του υπενθύμισε τα αποτυχημένα κινήματα της προηγούμενης περιόδου και δήλωσε ότι χωρίς τη συνεργασία των Δημοκρατικών Ταγμάτων θα ήταν αδύνατη η πτώση του δικτάτορα. Ο Καφαντάρης απάντησε με μια ανακοίνωση-ποταμό στην οποία επιτέθηκε στον Κονδύλη με πρωτόγνωρη σφοδρότητα χαρακτηρίζοντας «κακοποιούς» τους τέως παγκαλικούς συνεργάτες του, ενώ αναφέρθηκε ονομαστικά στα Δημοκρατικά Τάγματα ως «δορυφόρους της νέας καταστάσεως ρυθμιστάς». Χαρακτήρισε βλάσφημο τον ισχυρισμό του Κονδύλη ότι μόνο τα Δημοκρατικά Τάγματα μπορούσαν να ανατρέψουν τον Πάγκαλο, ενώ τον αποκάλεσε κατά συρροή ψεύτη και εντελώς ανίκανο ακόμη και για να επιβάλει δικτατορία.[35]

Ήταν ολοφάνερο ότι ο Κονδύλης είχε στριμωχτεί από τους πολιτικούς αρχηγούς που βυσσοδομούσαν εναντίον του επειδή είχε καταφέρει να αποσπάσει την εύνοια του Κουντουριώτη και να παραμείνει πρωθυπουργός. Ταυτόχρονα, ακόμη και αν ήθελε, δεν μπορούσε να τους συλλάβει ή να τους λογοκρίνει, γιατί έτσι θα ολίσθαινε προς μια μορφή δικτατορίας. Καθώς περνούσαν οι πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου, γινόταν φανερό πως ο Κονδύλης όφειλε να επιλέξει ανάμεσα στους πλαστηρικούς και τους παλαιούς παγκαλικούς, καθώς οι αμφίπλευρες πιέσεις που δεχόταν είχαν καταστεί ασφυκτικές. Τελικά επέλεξε να διαλύσει τα Δημοκρατικά Τάγματα θέτοντας ως όρο στους πλαστηρικούς αξιωματικούς ότι μετά θα έπαυαν την πολεμική εναντίον του. Πολύ σύντομα ο Κονδύλης κατέστρωσε σχέδιο μάχης που προέβλεπε τη συντονισμένη συμμετοχή όλων των διαθέσιμων αξιόμαχων μονάδων της Αττικής, προκειμένου να συντριβούν τα Τάγματα σε περίπτωση που δεν θα πειθαρχούσαν στη διαταγή της διάλυσής τους, κάτι που πολλοί αξιωματούχοι του υπουργείου Στρατιωτικών θεωρούσαν πολύ πιθανό. Ο Κονδύλης ενέκρινε ακόμη και τη χρήση του πυροβολικού μέσα στην Αθήνα, προκειμένου να μπορέσει να θέσει εκτός μάχης τα τεθωρακισμένα των Δημοκρατικών Ταγμάτων ορίζοντας ως ημερομηνία έναρξης της επιχείρησης την 9η Σεπτεμβρίου 1926.

 Το αιματοκύλισμα της 9ης Σεπτεμβρίου 1926 και η οριστική διάλυση των Δημοκρατικών  Ταγμάτων

Ακολούθησε μια αιματηρή μάχη στους δρόμους των Αθηνών που συνοδεύτηκε και από λαϊκή εξέγερση που λίγο έλλειψε να βυθίσει την Χώρα στο χάος και στην αναρχία. Η διάλυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων ήταν ιδιαιτέρως βίαιη κλείνοντας με αιματηρό τρόπο τον πρώτο κύκλο των μεσοπολεμικών στρατιωτικών επεμβάσεων στην πολιτική. Η επίσημη ανακοίνωση του Α΄ Σώματος Στρατού ανέφερε 29 νεκρούς και 75 τραυματίες, ωστόσο τα στοιχεία αυτά είναι προφανώς αναληθή, καθώς μόνο στην ομαδική κηδεία των στρατιωτών που ακολούθησε ενταφιάστηκαν 43 οπλίτες των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Δημοσιογραφικές πληροφορίες από το νεκροτομείο έκαναν λόγο για τουλάχιστον 49 νεκρούς[36] ανάμεσά τους  ο λοχαγός Ποιητίδης, σύζυγος της αδελφής του Ζέρβα. Ένας δημοσιογράφος του Έθνους μέτρησε 30 νεκρούς από βλήματα οβίδας μόνο στους θαλάμους του Α΄ Δημοκρατικού Τάγματος.[37] Ο Νεολόγος Πατρών έκανε λόγο για καταγεγραμμένους 47 νεκρούς και 147 τραυματίες με πληροφορίες του από το Α΄ Σώμα Στρατού να κάνουν λόγο για τουλάχιστον 70 νεκρούς.[38] Η Μακεδονία κατέγραφε 49 νεκρούς και 147 τραυματίες,[39] ο Ριζοσπάστης 200 νεκρούς και τραυματίες χωρίς όσους μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στα νεκροταφεία.[40] Σύμφωνα με τον δικηγόρο υπεράσπισης Αβραάμ, τα Δημοκρατικά Τάγματα είχαν συνολικά 258 νεκρούς και τραυματίες.[41] Πάντως το πιο πιθανόν είναι ότι τα Δημοκρατικά Τάγματα συνολικά είχαν πάνω από 100 νεκρούς και περισσότερους από 200 τραυματίες, ενώ απώλειες υπήρχαν και από την πλευρά των κυβερνητικών.

Η δίκη Ζέρβα – Ντερτιλή για τα αιματηρά επεισόδια της 9ης Σεπτεμβρίου 1926.

Οι νεκροί εκείνης της ταραχώδους ημέρας δεν περιορίστηκαν στους ένστολους, καθώς η εξέγερση των πολιτών και οι συγκρούσεις με τον Στρατό και τη Χωροφυλακή υπήρξαν ομοίως σφοδρές. Δημοσιογράφοι είχαν εξακριβώσει τον θάνατο επτά πολιτών, οι περισσότεροι από τους οποίους υπέκυψαν στα τραύματά τους μετά τον αρχικό σοβαρό τραυματισμό τους. Ανάμεσά τους ήταν ο απόστρατος ίλαρχος Κωνσταντίνος Χατζητόλιας με κάταγμα στο κρανίο, η νεαρή Αγγελική Μοριτσέλη που δέχθηκε σφαίρα στην καρδιά αν και ήταν απλώς περαστική από την οδό Σταδίου,[42] ο 14ετής Δημήτριος Σταματιάδης, ξυλουργός από το Αξάριο Μικράς Ασίας, και ο 12ετής Σπυρίδων Μήλιος, βοηθός κουρέα στην Ομόνοια.[43] Οι τραυματισμένοι πολίτες ήταν εκατοντάδες και οι περισσότεροι έφεραν διαμπερή τραύματα από σφαίρες. Ανάμεσά τους ήταν γυναίκες και έφηβοι ενώ αρκετοί, αν όχι η πλειονότητα, ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Τέλος, σύμφωνα με τις αναφορές των δημοσιογράφων της Προόδου, οι νεκροί της 9ης Σεπτεμβρίου από όλες τις πλευρές ήταν τουλάχιστον 200.[44]

    

Επίλογος – επιβιώσεις των Δημοκρατικών Ταγμάτων – Κατοχικά Τάγματα Ασφαλείας

Ο απόηχος της αιματηρής πορείας των Δημοκρατικών Ταγμάτων έφτασε μέχρι τα τελευταία χρόνια της Κατοχής. Μετά την πλήρη επικράτηση του ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο (εκτός της Ηπείρου) και τη συνεχή ενδυνάμωση του ΕΑΜ στα αστικά κέντρα, η κατοχική κυβέρνηση Ράλλη σε συνεννόηση με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής δημιούργησε ως αντίρροπό τους τα Τάγματα Ασφαλείας. Ο νόμος 260/18-6-1943 (ΦΕΚ Α΄ 180) προέβλεπε τη δημιουργία δύο Ταγμάτων Ασφαλείας στην Αθήνα και δύο στη Θεσσαλονίκη, ενώ περιέγραφε λεπτομερώς τους όρους της εθελοντικής κατάταξης οπλιτών στο νέο σώμα, αλλά και τις ανταμοιβές που θα εξασφάλιζαν μετά την απόλυσή τους.[45] Η κατοχική κυβέρνηση Ράλλη είχε την πρόθεση μέσω των Ταγμάτων Ασφαλείας να προστατέψει το υφιστάμενο κοινωνικό καθεστώς, να μην επιτρέψει την ανάληψη της εξουσίας από το ΕΑΜ και να διαφυλάξει την τάξη μέχρι την επιστροφή της εξόριστης ελληνικής κυβέρνηση στην Αθήνα.[46]

Άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας στους στρατώνες στο Γουδί, Αύγουστος 1944.

Στην αρχική τους σύλληψη τα Τάγματα Ασφαλείας είχαν τη μεσοπολεμική χροιά των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Αυτό γίνεται εύκολα φανερό, καθώς η βασική ιδέα της δημιουργίας τους προήλθε από τον Ιωάννη Βουλπιώτη, εμπορικό εκπρόσωπο της Siemens στην Ελλάδα, με ισχυρές διασυνδέσεις στις γερμανικές Αρχές κατοχής. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Βουλπιώτης είχε στενές επαφές με όλους τους πρωταγωνιστές των Δημοκρατικών Ταγμάτων, όπως οι Πάγκαλος, Ντερτιλής και Ζέρβας, του οποίου τη σύζυγο είχε προσλάβει ως προσωπική του γραμματέα.[47] Εκτός του Βουλπιώτη φαίνεται ότι στη δημιουργία τους συντέλεσε και ο ίδιος ο Θεόδωρος Πάγκαλος σε μια κοινή τους συνάντηση με τον Ντερτιλή και άλλους βενιζελικούς αξιωματικούς απότακτους του κινήματος του 1935.[48]

Πολλοί ερευνητές υποστήριξαν ότι στη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας βοήθησε και ο Στυλιανός Γονατάς,[49] ο οποίος ασκούσε αποφασιστική επιρροή στον ΕΔΕΣ Αθηνών. Στο αρχικό στάδιο της δημιουργίας τους απαλείφθηκε από την ονομασία των νέων μονάδων ο όρος «Δημοκρατικά», ώστε να μην απωθηθούν οι βασιλόφρονες αξιωματικοί. Στις συνεννοήσεις συμμετείχε και ο απόστρατος συνταγματάρχης Θεόφιλος Βουτσινάς, ο παλαιός διοικητής της ταξιαρχίας της Δημοκρατικής Φρουράς, που ως συντάκτης της εφημερίδας Ακρόπολις αρθρογραφούσε υπέρ της Ιταλίας. Λόγω της υποστήριξης του προς τους Ιταλούς, ο Βουτσινάς συνελήφθη μετά την απελευθέρωση και φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ ως δωσίλογος. Εκεί τον βρήκε έγκλειστο η επίθεση των Ελασιτών κατά τα Δεκεμβριανά, από όπου όμως κατάφερε να αποδράσει μαζί με τους υπόλοιπους κρατούμενους με περιπετειώδη τρόπο.[50]

Ο αρχικός χαρακτήρας των Ταγμάτων ήταν καθαρά αντιβασιλικός και αντικομουνιστικός, στρεφόμενος κατά της επιστροφής του Βασιλιά, και κατά της επικράτησης του ΚΚΕ στην Ελλάδα, είτε κατά την αποχώρηση των Γερμανών, είτε μετά. Πρώτος γενικός διοικητής τους ορίστηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1943 ο παλαιός διοικητής των Δημοκρατικών Ταγμάτων Βασίλειος Ντερτιλής προαχθείς σε υποστράτηγο, ο οποίος σε μια συμβολική τελετή μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη, παρέλαβε την πολεμική σημαία των Ταγμάτων Ασφαλείας από τον πρωθυπουργό Ράλλη. Αλλά δεν ήταν ο μόνος αξιωματικός των Δημοκρατικών Ταγμάτων που εντάχθηκε στα Τάγματα Ασφαλείας. Ήταν επίσης ο Θεόδωρος Λεοντοκανάκης, ο οποίος ανέλαβε την διοίκηση του τάγματος Ασφαλείας Ναυπάκτου. Ο Λεοντοκανάκης άνηκε στην παγκαλική φατρία, είχε αυτομολήσει το 1920 στην Εθνική Άμυνα Κωνσταντινούπολης,[51] είχε συμμετάσχει στο κίνημα Λούφα, είχε τραυματιστεί βαριά στη μάχη της 9ης Σεπτεμβρίου, ενώ μαζί με τον Λαγογιάννη είχαν καθίσει στο εδώλιο των κατηγορουμένων της δίκης των Ταγμάτων. Αλλά και ο Ιωάννης Λαγογιάννης που ως λοχαγός των Ταγμάτων Ασφαλείας σκοτώθηκε στο μπλόκο της Καισαριανής στις 11 Ιουλίου 1944.[52]

 

Ο Ιωάννης Δασκαρόλης είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου και συγγραφέας της πραγματείας Δημοκρατικά τάγματα. Οι «πραιτωριανοί» της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας 1923-1926, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση, 2019.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

[1] «Πρέπει κ. πρόεδρε να τους τρομοκρατήσωμεν», δήλωνε ο Χατζηκυριάκος σε συζήτηση του με τον Ζαΐμη, ενώ ο Πλαστήρας συμπλήρωνε ότι «πρέπει κ. πρόεδρε να τυφεκίζωμεν καμιά εκατοστή από αυτούς κάθε εβδομάδα δια να επιβληθώμεν» (Χαραλάμπης Σωτήρης, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1947, σελ. 114).

[2] Η επιλογή των οπλιτών με πολιτικά κριτήρια επιβεβαιώνεται και από τη στρατολόγηση του Λέσβιου σιτιστή Λεφτέρη Παρασκευαΐδη, ο οποίος στην αλληλογραφία του αναπτύσσει τα βενιζελικά πολιτικά του φρονήματα. Παρασκευαΐδης Λεφτέρης, «αδελφή στρατιώτου» (ημερολόγιο και αλληλογραφία ενός φαντάρου της μικρασιατικής εκστρατείας) επιμέλεια Γιώργου Παρασκευαΐδη, Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη 2008.

[3] Ελεύθερον Βήμα, 16.12.1923 και 11.1.1923.

[4] Περίπου 3.000 από αυτούς ήταν μέλη της οργάνωσης «Βασιλική Φάλαγγα» (βλ. Βλάσσης Δ. Κωνσταντίνος, Τα τεθωρακισμένα στον ελληνικό στρατό (1920-1940), Εκδόσεις Δούρειος Ίππος, Αθήνα, 2017).

[5] Συνέντευξη Οθωναίου, Ένωσις του Ελληνισμού, 25.7.1924

[6] Πρακτικά Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, συνεδρίαση 19ης Φεβρουαρίου 1924. Η οριστική ψήφιση των διατάξεων έγινε στη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 1924.

[7] Νόμος 3059, Φ.Ε.Κ. 57, 17ης Μαρτίου 1924.

[8] ΣΚΡΙΠ, 28.2.1924.

[9] Βραδυνή, 3.3.1924.

[10] Πρακτικά Δ΄ Εθνοσυνέλευσης συνεδρίαση 30ης Ιουνίου 1924.

[11] Αρχείο Θεόδωρου Πάγκαλου (τόμος Α΄) σελ. 455-456, πρακτικά Δ΄ Εθνοσυνέλευσης συνεδρίαση 14ης Ιουλίου 1924.

[12] Ελεύθερον Βήμα, 16.7.1924.

[13] ΦΕΚ 14ης Ιουλίου 1924, ΣΚΡΙΠ,17.7.1924.

[14] Αρχείο Γόντικα, έγγραφο 632/5/51, Μουσείο Μπενάκη.

[15] Σύμφωνα με την άποψη του Γόντικα τα Δημοκρατικά Τάγματα Πρακτικά Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, συνεδρίαση 18ης Ιουλίου 1924.

[16] ΦΕΚ 158, 27ης Ιουνίου 1925. Το επείγον του θέματος δείχνει τις πολιτικές προτεραιότητες του Παγκάλου.

[17] «..Οι εις τα τάγματα της δημοκρατικής φρουράς επί τη βάσει του νόμου 3059 καταταγέντες ως εθελονταί, καθώς και οι διοικητικώς οι εις τα αυτά τάγματα καταταγέντες τοιούτοι εξωμοιούνται ως προς τας αποδοχάς και τα λοιπά δικαιώματα προς τους επί τη βάσει του Νόμου τούτου «περί συντάγματος κυνηγών» καταταγέντες….» Εστία, 28.6.1925.

[18] Εμπρός, 16.7.1925.

[19] Αρχείο Θεόδωρου Πάγκαλου (τόμος Β΄), σελ. 287.

[20] Ελεύθερος Τύπος, 4.1.1926.

[21] Ελεύθερος Τύπος, 4.1.1926.Πρωία, 4.1.1926. «….Όλη τη μέρα παρελαύνουν τα Δημοκρατικά Τάγματα στην πλατεία των Ανακτόρων ζητωκραυγάζοντας υπέρ της δικτατορίας!» αποτύπωση στη λογοτεχνία στο έργο του Αθανασιάδη Τάσου, Τα παιδιά της Νιόβης, τόμος Δ΄, Εκδόσεις βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2014, σελ. 210.

[22] Εμπρός, 23.8.1926.

[23] Ελεύθερος Τύπος, 27.8.1926.

[24] Εμπρός, 23.8.1926.

[25] Απογευματινή, 22.8.1926.

[26] Βραδυνή, 3.9.1926.

[27] Μακεδονία, 6.9.1926.

[28] Κατάθεση συνταγματάρχη Αναγνωστόπουλου, Εμπρός, 22.9.1926.

[29] Εστία, 3.9.1926.

[30] Κατάθεση του λοχαγού Γερακάρη, υπασπιστή του Κονδύλη, στη δίκη των Ταγμάτων, ΣΚΡΙΠ, 23.9.1926.

[31] Πολιτεία, 19.9.1926.

[32] Απολογία Ντερτιλή, Πολιτεία, 30.9.1926.

[33] Σύμφωνα με την κατάθεση Τσαγγαρίδη στη δίκη των Δημοκρατικών Ταγμάτων, ο ίδιος ήταν αυτόπτης μάρτυρας όταν οι Ζέρβας, Ντερτιλής, Ζουμπουλάκης και Κατσώτας είχαν επιβάλλει τουλάχιστον έναν υπουργό (τον Αποσκίτη) στον Κονδύλη ενώ είχαν εκφράσει γνώμη και για τους υπόλοιπους (Εμπρός, 22.9.1926).

[34] Ελεύθερος Τύπος, 4.9.1926.

[35] Ελεύθερος Τύπος, 2.9.1926.

[36] Πολιτεία, 11.9.1926.

[37] Έθνος, 10.9.1926.

[38] Νεολόγος Πατρών, 11.9.1926.

[39] Μακεδονία, 11.9.1926.

[40] Ριζοσπάστης, 10.9.1926.

[41] Ελεύθερος Τύπος, 3.10.1926.

[42] Ριζοσπάστης, 11.9.1926.

[43] Εσπερινή, 10.9.1926.

[44] Η πρόοδος, 10.9.1926.

[45] Γασπαρινάτος Σπύρος, Οι ελληνικές κατοχικές κυβερνήσεις, δίκες κατοχικών δοσιλόγων και εγκληματιών πολέμου, Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2015, σελ. 106.

[46] Στο ίδιο, σελ. 107-108

[47] Λεπτομέρειες για τις επαφές αυτές στην δραματοποιημένη βιογραφία του Βουλπιώτη από την κόρη του. Παλάσκα Ιζαμπέλα, Άγγελος ή δαίμονας – ο αμφιλεγόμενος πατέρας μου, Εκδόσεις Α. Λιβάνη, Αθήνα 2012, σελ. 190-192 και 234-236.

[48] Παλάσκα Ιζαμπέλα, Άγγελος ή δαίμονας, σελ. 259.

[49] Κούκουνας Δημοσθένης, Ο Στυλιανός Γονατάς στην Κατοχή, περιοδικό Τότε, τεύχος 48.

[50] Αθανάσιος Παπακωνσταντίνου, Η επίθεση των Ελασιτών κατά των φυλακών Αβέρωφ, περιοδικό Τότε, τεύχος 62.

[51] ΣΚΡΙΠ, 22.12.1924

[52] Πριόβολος Γιάννης, Εθνικιστική «αντίδραση» και Τάγματα Ασφαλείας, Εκδόσεις Παττάκη, Αθήνα 2018.

 

ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Αρχεία

Αρχείο Κωνσταντίνου Γόντικα, Μουσείο Μπενάκη

Αρχείο Θεόδωρου Πάγκαλου, τόμος Β΄ (επιμέλεια Θησεύς Πάγκαλος), Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1973.

Απομνημονεύματα – Μαρτυρίες – Ημερολόγια

Μεταξάς Ιωάννης, Ημερολόγιο (τόμοι Γ1- Γ2, περίοδος 1921-1932), Εκδόσεις Γκοβόστης.

Πρακτικά Δ΄ Εθνοσυνέλευσης (1923-1925)

Παρασκευαΐδης Λεφτέρης, «αδελφή στρατιώτου» (ημερολόγιο και αλληλογραφία ενός φαντάρου της μικρασιατικής εκστρατείας) επιμέλεια Γιώργου Παρασκευαΐδη, Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη 2008.

Σαράφης Στέφανος, Ιστορικές αναμνήσεις, Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1980.

Σταυρίδης Ελευθέριος, Τα παρασκήνια του ΚΚΕ, Εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις, Αθήνα 2008.

Χαραλάμπης Αναστάσιος, Αναμνήσεις , Αθήνα 1947 ( http://cdn.sansimera.gr/media/files/Anastasios_Xaralampis-Anamniseis.pdf )

-Ημερήσιος Τύπος

Απογευματινή,

Βραδυνή,

Έθνος,

Εστία,

Ελεύθερος Τύπος

ΕΜΠΡΟΣ,

Ένωσις του Ελληνισμού,

Εσπερινή

Η πρόοδος

Μακεδονία,,

Πολιτεία,

Πρωία,

Ριζοσπάστης,

Νέα Ημέρα,

Νεολόγος Πατρών,

ΣΚΡΙΠ.

 

ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αθανασιάδης Τάσος, Τα παιδιά της Νιόβης, τόμος Δ΄, Εκδόσεις βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2014.

Βερέμης Θάνος, Ο στρατός στην ελληνική πολιτική, Κούριερ εκδοτική, Αθήνα 2000.

Βερέμης Θάνος, Οι επεμβάσεις του Στρατού στην πολιτική 1916-1936, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1977.

Βλάσσης Κωνσταντίνος, Τα τεθωρακισμένα στον ελληνικό στρατό (1920-1940), Εκδόσεις Δούρειος Ίππος, Αθήνα 2017.

Γασπαρινάτος Σπύρος, Οι ελληνικές κατοχικές κυβερνήσεις, δίκες κατοχικών δοσιλόγων και εγκληματιών πολέμου, Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2015.

Δαφνής Γρηγόριος, Η Ελλάς μεταξύ 2 πολέμων (τόμος Α΄), εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1999.

Δασκαρόλης Ιωάννης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας,  εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019.

Κούκουνας Δημοσθένης, Ο Στυλιανός Γονατάς στην Κατοχή, περιοδικό Τότε, τεύχος 48.

Μαυρογορδάτος Γιώργος, Μετά το 1922 – η παράταση του διχασμού, Εκδόσεις Παττάκη, Αθήνα 2017.

Παλάσκα Ιζαμπέλα, Άγγελος ή δαίμονας – ο αμφιλεγόμενος πατέρας μου, Εκδόσεις Α. Λιβάνη, Αθήνα 2012

Παπακωνσταντίνου Αθανάσιος, Η επίθεση των Ελασιτών κατά των φυλακών Αβέρωφ, περιοδικό Τότε, τεύχος 62.

Πριόβολος Γιάννης, Εθνικιστική «αντίδραση» και Τάγματα Ασφαλείας, Εκδόσεις Παττάκη, Αθήνα 2018.

 

 

 

 

Τάσος Χατζηαναστασίου: 1821: Ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης

Τάσος Χατζηαναστασίου

1821: Ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης

Μία από τις πρώτες ενέργειες του επαναστατημένου έθνους το 1821 ήταν η δημιουργία διοικητικών θεσμών οι οποίοι θα αναλάμβαναν τον συντονισμό των επαναστατικών κινήσεων καθώς και την οργάνωση της ζωής των Ελλήνων στις απελευθερωμένες περιοχές ενώ σχετικά σύντομα, στις αρχές του 1822, εκλέχτηκε κεντρική κυβέρνηση που εκτός των άλλων καθηκόντων της εκπροσωπούσε τους Έλληνες έναντι των Μεγάλων Δυνάμεων. Στην παρούσα ανακοίνωση θα αναφερθούμε στα ζητήματα ασφάλειας, σε μία προσπάθεια να ανιχνεύσουμε τις πρώτες απόπειρες αστυνόμευσης των απελευθερωμένων περιοχών, δηλαδή της Πελοποννήσου, της Στερεάς Ελλάδας των νησιών, καθώς η δικαιοδοσία των πρώιμων ελληνικών διοικητικών θεσμών αφορούσε κυρίως αυτές. Σπεύδω, δε, να επισημάνω ότι, εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχει ως τώρα μία συστηματική ειδική μελέτη για τα ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης στα χρόνια της Επανάστασης, οπότε θεωρήστε την παρούσα ανακοίνωση ως μία πρώτη μικρή συμβολή στην ιστορία της διασφάλισης της δημόσιας τάξης την περίοδο της Επανάστασης.

Για λόγους μεθοδολογίας το ζήτημα της πειρατείας, αποτελεί ένα ζήτημα που αξίζει να μελετηθεί ξεχωριστά και δε θα μας απασχολήσει εδώ. Και πάλι για λόγους μεθοδολογικούς θα εξαιρέσουμε τα εγκλήματα σε βάρος της ζωής, της τιμής και της περιουσίας που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων καθώς αυτά θεωρούνται εγκλήματα πολέμου, ανάλογα, δυστυχώς, με αυτά που διέπραξαν αργότερα σε μεγαλύτερη φυσικά έκταση στις ίδιες περιοχές, στην Πελοπόννησο κυρίως, τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Μιλάμε επομένως για αδικήματα που διαπράχθηκαν σε ατομικό επίπεδο και όχι σε περιστάσεις συλλογικής βίας μεταξύ ομάδων ενόπλων.

Όπως είναι γνωστό, η χωροφυλακή ιδρύθηκε το 1833 επί Όθωνα. Έως τότε, καθήκοντα φύλαξης εκτελούσαν οι Πολιταρχίες που ιδρύθηκαν από τον Καποδίστρια το 1829 πρώτα στο Ναύπλιο και ύστερα στην Πάτρα, την Καλαμάτα, τη Σύρο και την Τρίπολη, στις σπουδαιότερες δηλαδή πόλεις που βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο των Ελλήνων. 1 Ήδη όμως από την πρώτη ελληνική κυβέρνηση που ορίστηκε στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, υπήρχε Υπουργείο Αστυνομίας με υπουργό τον Λάμπρο Νάκο, που είχε υπηρετήσει στην αστυνομία της Πετρούπολης. 2 Ο Νάκος επαινείται θερμά από τον Γερμανό Φιλέλληνα Schrebian για το έργο του. Όπως γράφει ο ιστορικός Απόστολος Βακαλόπουλος: «με αυστηρές τιμωρίες, πρόστιμα και μπαστουνιές στις πατούσες, προσπαθούσε να φοβερίσει τους κερδοσκόπους και κλέφτες στο ζύγισμα, αρτοποιούς, γαλακτοπώλες, κρεοπώλες κ.λ., επιστατούσε στην ορθή εφαρμογή της διαταγής της 16ης Μαρτίου [1822], του υπουργείου οικονομικών για την αντιστοιχία της αξίας των διαφόρων νομισμάτων και αγρυπνούσε με τους ανθρώπους του στην επιβολή των κειμένων νόμων, της τάξης και της ασφάλειας». Ο ευσυνείδητος αυτός υπουργός, με αφορμή κάποια ασθένειά του, θα αντικατασταθεί από άλλον, κάτι που θα προκαλέσει την έντονη διαμαρτυρία του Νάκου.3 Ξεχωριστό σώμα χωροφυλακής ή αστυνομίας δεν υπήρχε, γνωρίζουμε όμως ότι στους προϋπολογισμούς των κυβερνήσεων της Επανάστασης προβλεπόταν δαπάνη για τη συντήρηση 4.000 αντρών ως «εσωτερική φρουρά» των πόλεων, που λογικά θα εκτελούσε, παράλληλα με τα στρατιωτικά, και αστυνομικά καθήκοντα.4

Λάμπρος Νάκος, Πληρεξούσιος Μινίστρος της Αστυνομίας.

Παρόλο που η ισχύς της κυβέρνησης και τα μέσα που διέθετε, ειδικά στην ύπαιθρο, ήταν περιορισμένη, προσπαθούσε να επιβάλει κάποια τάξη καθώς η οπλοφορία και τα ήθη της εποχής και μάλιστα σε συνθήκες ενός άγριου απελευθερωτικού πολέμου μετά από αιώνες σκλαβιάς, ήταν λογικό να υποθάλπουν τη βία και την εγκληματικότητα. Έχουμε, για παράδειγμα, την πληροφορία ότι συνελήφθη Έλληνας που σκότωσε μία Τουρκάλα με τα παιδιά της και εκτελέστηκε. Ένας άλλος εκτελέστηκε επειδή σκότωσε αιχμάλωτο μετά από φιλονικία.5 Εικάζουμε βάσιμα ότι θα ήταν αδύνατον να ελεγχθούν όλα τα παρόμοια περιστατικά τόσο έναντι Τούρκων αμάχων και αιχμαλώτων όσο και μεταξύ Ελλήνων. Και μόνο όμως από την απαγόρευση της κακοποίησης των αιχμαλώτων, αντιλαμβανόμαστε ότι γίνεται μία προσπάθεια έστω και σε συνθήκες πολέμου να γίνει σεβαστή η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια σε κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκεύματος κτλ. Εικάζουμε, τέλος, ότι η αρμονική συμβίωση και οι σχέσεις μεταξύ των κατοίκων σε μεγάλο βαθμό θα ρυθμίζονταν από τους άγραφους νόμους της κρατούσας ηθικής και της τιμής, όπως την αντιλαμβάνονταν τότε.

Ένα από τα γνωστότερα εγκλήματα στη διάρκεια της Επανάστασης ήταν ο φόνος του Πάνου Κολοκοτρώνη, γιου του Γέρου του Μοριά, στις αρχές Δεκεμβρίου 1824, που κι αυτό όμως συνδέεται με τα εμφύλια πάθη. Οι δολοφόνοι δεν συνελήφθησαν γιατί ανήκαν στο κυβερνητικό στρατόπεδο ενώ ο Πάνος θεωρείτο στασιαστής.6 Έγκλημα καθαρά ποινικό, έγκλημα τιμής κατ’ ακρίβεια, ήταν η δολοφονία της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Με βάση το επικρατέστερο από τα πολλά σενάρια για το συμβάν, τη διάσημη και στο εξωτερικό Μπουμπουλίνα σκότωσαν τ’ αδέρφια της Ευγενίας Κούτση, την οποία είχε ερωτευτεί και είχε κλέψει, με τη συναίνεσή της, ο γιος της ηρωίδας, Γιώργης Γιάννουζας, την Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 1825, στο «εξοχικό» της στην Κουνουπίτσα Σπετσών. Η Ευγενία ήταν λογοδοσμένη με νεαρό γόνο άλλης οικογένειας προκρίτων των Σπετσών. Το σόι της κοπέλας θεώρησε πως η Μπουμπουλίνα είχε ενεργό συμμετοχή στην αρπαγή της κοπέλας και πως την κρατούσε σπίτι της.

Peter Heinrich Lambert von Hess, Η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν, χαρακτικό του H. Kohler (Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής).

Μετά το συμβάν, ο Γιώργης θέλησε να διακόψει τη σχέση του με την Ευγενία, αλλά ο πατέρας της Χαράλαμπος Κούτσης, προκειμένου να σβηστεί η ντροπή της οικογένειας, με βάση τα ήθη της εποχής, υποσχέθηκε μεγάλη προίκα και ισότιμη συμπερίληψη του γαμπρού στην κληρονομιά της οικογένειας. Ο γάμος έγινε έναν μήνα μετά τη δολοφονία και παρά τους κακούς οιωνούς, άντεξε στον χρόνο. Σε ό,τι αφορά τους δράστες, δεν τιμωρήθηκαν, γεγονός πολύ χαρακτηριστικό και πάλι για τις αξίες της εποχής εκείνης. «…Ο φονιάς θεωρήθηκε σχεδόν ιερός και μην απορείτε που κανείς δεν τόλμησε να πειράξει ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά του, ούτε να τον καλέσουν να δικαιολογήσει σε δικαστήριο την πράξη του. Τόσο πολύ σ’ αυτό το νησί, όπως ακριβώς και στην Ύδρα, τιμούν την αρετή των γυναικών», γράφει ο Ιταλός λόγιος και ποιητής Tommaseo που στηρίζεται σε προσωπικές μαρτυρίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανείς δεν ανέφερε το όνομα του φονιά. Οι γιοι της Μπουμπουλίνας, από τον άλλο της γάμο, Νικόλαος και Ιωάννης Μπούμπουλης κατήγγειλαν τον πλοίαρχο Ιωάννη Χριστ. Κούτση, έστω και καθυστερημένα, στις 24 Ιανουαρίου του 1830 επί Καποδίστρια. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, πληροφορίες για το εάν τελικά η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο, κάτι μάλλον απίθανο καθώς γνωρίζουμε ότι ο Κούτσης το 1834 βρισκόταν ελεύθερος στις Σπέτσες.7

Το συμβάν είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για τον τρόπο με τον οποίον επιλύονταν οι διαφορές, ειδικά σε ζητήματα τιμής, κάτι βέβαια που δεν προξενεί εντύπωση, αφού τέτοιες αντιλήψεις και πρακτικές επιβιώνουν ακόμη και μέχρι τις μέρες μας. Μπορούμε επομένως να υποθέσουμε βάσιμα ότι τέτοια περιστατικά θα ήταν συνηθισμένα σε τέτοιο βαθμό που να μην θεωρούνται αξιοσημείωτα. Η σιωπή των πηγών δηλαδή στην περίπτωση αυτή δε θα πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η δολοφονία της Μπουμπουλίνας ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αντίθετα, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι εάν ακόμη και μια ηρωίδα με το κύρος και την περιουσία της Μπουμπουλίνας έπεσε θύμα εγκλήματος τιμής, πόσο περισσότερο έκθετοι σε ανάλογα περιστατικά θα ήταν οι ανώνυμοι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, της εποχής.

Αναπαράσταση της δολοφονίας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας στις 19 Σεπτεμβρίου 1825 στις Σπέτσες.

Το θέμα της τιμής των γυναικών βρισκόταν πολύ ψηλά στην κλίμακα αξιών της εποχής και όπως καταλαβαίνει κανείς, αν αυτό μπορούσε να «δικαιολογήσει» τη δολοφονία και μάλιστα ατιμώρητα, της Μπουμπουλίνας, πόσοι άλλοι άνθρωποι θα έπεσαν θύματα τέτοιου είδους ενεργειών. Με βάση τις διαθέσιμες πηγές, λίγο πριν την Έξοδο στις 11 Απριλίου 1826, είχε διατυπωθεί η σκέψη να σφαγούν όλα τα γυναικόπαιδα προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού και ατιμαστούν. Η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε, κυρίως εξαιτίας της σθεναρής αντίδρασης του Επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ, που θα σκοτωθεί τελικά κι αυτός μαζί με χιλιάδες άντρες και γυναικόπαιδα στην Έξοδο. Αποτράπηκε, ωστόσο, ένα μαζικό έγκλημα από ελληνικής πλευράς που θα βάραινε αιώνια τους Έλληνες επαναστάτες.8

Μια και αναφερθήκαμε στο Μεσολόγγι, όσο ακόμη ήταν ελεύθερο, είχαμε υπερσυγκέντρωση ατάκτων ενόπλων από διάφορες περιοχές του ελληνισμού και του εξωτερικού. Παρόλα αυτά, ο Ιταλός Φιλέλληνας P. Gamba εντυπωσιάστηκε από την τάξη και ησυχία που επικρατούσε, με εξαίρεση, την απείθαρχη συμπεριφορά των Σουλιωτών. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι οι χιλιάδες άτακτοι που βρίσκονταν στην πόλη στερούνταν συχνά και τα πιο αναγκαία.9 Οι Σουλιώτες αποτελούσαν ξεχωριστή περίπτωση και συμπεριφέρονταν συχνά με ιδιαίτερη αγριότητα. Αναφέρεται το επεισόδιο κατά το οποίο επιχείρησαν να εγκατασταθούν με τη βία στο σπίτι του Ποθητού Σιδέρη, μετέπειτα πεθερού τού αρχηγού των ντόπιων μεσολογγίτικων στρατευμάτων, Θανάση Ραζικότσικα. Κατά τη συμπλοκή που επακολούθησε, όπως αναφέρεται στη σχετική καταγγελία του Μεσολογγίτη ήρωα, σκοτώθηκε ένας άντρας του σώματος του Ραζικότσικα και γκρεμίστηκαν τρία σπίτια!10

Francois-Έmile de Lansac, Επεισόδιο από την έξοδο του Μεσολογγίου, 1828, Μεσολόγγι, Δημοτική Πινακοθήκη.

Ταραχές από ατάκτους που δρούσαν είτε ατομικά είτε σε ομάδες σημειώνονται σε διάφορες περιστάσεις. Όπως αναφέρει ο Χρήστος Βυζάντιος, μέλος του τακτικού σώματος στρατού της Ελληνικής Επανάστασης, άτακτοι προκαλούσαν επεισόδια σε βάρος των μελών του τακτικού σώματος στο Ναύπλιο, όπου είχε συρρεύσει πλήθος ενόπλων, το 1825. Τα επεισόδια τερματίστηκαν όταν ο επικεφαλής του τακτικού σώματος, Παναγιώτης Ρόδιος διέταξε επίθεση εναντίον τους κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο άτακτοι ενώ υπήρχαν και αρκετοί τραυματίες.11 Η έλλειψη πειθαρχίας στα σώματα των αγωνιστών ήταν ένα από τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα του επαναστατικού στρατού, που πολλές φορές έμενε χωρίς τα αναγκαία, κι επομένως η αρπαγή και η λεηλασία, η ληστεία με άλλα λόγια ήταν μονόδρομος. Όπως αναφέρει ο στρατηγός Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του, το φθινόπωρο του 1825, αναγκάστηκε να πληρώσει με δικά του χρήματα τους στρατιώτες του που απειλούσαν να λεηλατήσουν την πόλη της Ύδρας την οποία είχαν διαταχθεί να φρουρούν.12

Η λαφυραγωγία υπήρξε ένα φαινόμενο που χαρακτήριζε τόσο τους αγωνιστές όσο και τους αντιπάλους τους. Η αρπαγή και η λεηλασία ήταν φυσικά απολύτως αναμενόμενες και σ’ έναν βαθμό δικαιολογημένες με δεδομένη την εξαθλίωση του πληθυσμού και την πολύ συχνή στέρηση ακόμη και της τροφής των στρατιωτικών σωμάτων. Όμως, υπάρχουν αναφορές και για αρπαγές ελληνικών περιουσιών από Έλληνες, όπως κατά την υπό το κράτος του πανικού εγκατάλειψη κατοικημένων περιοχών στην Πελοπόννησο, την Τρίπολη, το Άργος κ.ά. με την είδηση και μόνο της εισβολής της στρατιάς του Δράμαλη. «Τα σπίτια τα οποία αυτοί εγκατέλειπαν, ληστεύονταν με ασυνείδητη απληστία» γράφει ο Φίνλεϊ, που είναι ιδιαίτερα επικριτικός προς τους Έλληνες.13 Αναφέρεται μάλιστα και η καταλήστευση των φυγάδων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και πολλοί άμαχοι πρόσφυγες από το Αϊβαλί και τη Χίο. Στην ίδια περίσταση, σημειώθηκε επίσης ο αφοπλισμός και η κακοποίηση καμιά εικοσαριά Φιλελλήνων, που λίγο αργότερα εγκατέλειψαν αγανακτισμένοι την Ελλάδα. Παράλληλα όμως αναφέρονται και συγκινητικές σκηνές βαθύτατης ανθρωπιάς με νέους να κουβαλούν στους ώμους τους τους ηλικιωμένους γονείς τους και μητέρες τα ανήλικα παιδιά τους.14 Ακόμη χειρότερη είναι η γνώμη του Finley για την κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1822 όταν απελευθερώθηκε από τους Τούρκους: Επικράτησε αναρχία καθώς διάφορες ομάδες οπλαρχηγών προσπαθούσαν να οικειοποιηθούν τους τοπικούς πόρους για ίδιον όφελος. Ένας Αθηναίος που είχε οριστεί να εισπράττει τους φόρους δολοφονήθηκε άγρια, ώσπου την τάξη επέβαλε τελικά, ακόμη και με τη βία, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος που αναγνωρίστηκε από τους τοπικούς παράγοντες φρούραρχος της Αθήνας.15  Κατά τον Μακρυγιάννη, ο Ανδρούτσος επέβαλε επίσης ένα καθεστώς αυθαιρεσίας και κατάχρησης του πλούτου που βρήκε στην Ακρόπολη. Ο ιστορικός Βακαλόπουλος θεωρεί ότι οι κατηγορίες αυτές είναι μάλλον υπερβολικές, αναγνωρίζει όμως ότι «ο Μακρυγιάννης με την αυστηρή, αλλά δίκαιη στάση του κατορθώνει να επιβάλει την τάξη και να συνετίσει τους παλληκαράδες, τους νταήδες που τρομοκρατούσαν τους φιλήσυχους πολίτες».16

Σε ό,τι αφορά τα οικονομικής φύσης αδικήματα, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το πιο συνηθισμένο αδίκημα ήταν αυτό της φοροδιαφυγής, ουσιαστικά της άρνησης καταβολής των φόρων που υποχρεωτικά επέβαλλε η επαναστατική κυβέρνηση. Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση, στις 13 Ιουλίου 1829, (επί Καποδίστρια και πριν από την Ανεξαρτησία του Φεβρουαρίου 1830) κατατέθηκε ο γενικός ισολογισμός της προηγούμενης περιόδου. Σ’ αυτόν καταγράφηκαν ποσά που είχαν καταστεί εισπρακτέα ή πληρωτέα αλλά δεν είχαν καταβληθεί. Μία άλλη συχνή περίπτωση ήταν οι καταχρήσεις από άτομα που είχαν αποκτήσει πολιτική ή/και στρατιωτική ισχύ κι από ενοικιαστές φόρων.17 Τέλος, υπάρχουν αρκετές αναφορές για ιδιοποίηση εθνικών κτημάτων από ισχυρά πρόσωπα χωρίς να τηρούνται οι επίσημοι όροι.18 Σήμερα, τέτοιου είδους γεγονότα, θα χαρακτηρίζονταν σκάνδαλα και θα απασχολούσαν την κοινή γνώμη και ενδεχομένως τις διωκτικές αρχές⸱ μπορούμε, ωστόσο, να υποθέσουμε ότι στη διάρκεια της Επανάστασης, ήταν εξαιρετικά απίθανο να διώκονταν οι καταχραστές δημοσίου χρήματος και περιουσίας. Και βέβαια θα ήταν μάλλον αφελές εκ μέρους μας, να περιμένουμε ότι οι πρόγονοί μας θα ήταν υπεράνω υλικών αγαθών και πως δε θα υπήρχαν αυτοί που εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους θα κοίταζαν να καλύψουν έστω ένα μέρος όσων είχαν ξοδέψει ή θυσιάσει για τον Αγώνα. Γιατί περί αυτού πρόκειται.

Αναφέρεται ενδεικτικά ότι το καλοκαίρι του 1823 στη Σύρο, τη Νάξο, στη Σαντορίνη κ.α., δεν αποδέχθηκαν τον έλεγχο των αστυνομικών αρχών που είχε εγκαταστήσει η διοίκηση, την πληρωμή τελωνειακών τελών και δεκάτων. Η διένεξη πάντως ξεπεράστηκε και σύντομα τα νησιά αποδέχτηκαν το νέο καθεστώς. Ειδικά όμως το ζήτημα της φορολογίας των επαρχιών εξαρτήθηκε κατά καιρούς από τις μεταβαλλόμενες αλλά και από τις τοπικές συνθήκες. Οι εμφύλιες συγκρούσεις, ο πόλεμος, οι ανάγκες άμεσης τροφοδοσίας των στρατευμάτων που πολεμούσαν και δεν μπορούσαν να περιμένουν τις διαδικασίες φορολόγησης της διοίκησης για να τους εξασφαλίσει τα αναγκαία, η επιρροή τοπικών αρχόντων, όλα αυτά δεν επέτρεπαν την ομαλή είσπραξη των φόρων όπως την είχε καθορίσει η κεντρική διοίκηση.19

Στις 29 Ιανουαρίου 1829 ο Καποδίστριας δημοσίευσε τον «Κανονισμόν της Αστυνομίας και των καθηκόντων αυτής». Για να έχουμε μια εικόνα των ζητημάτων ασφάλειας που απασχολούσαν την περίοδο του Καποδίστρια, τα καθήκοντα αυτά ήταν: ο έλεγχος των αλλοδαπών και των κατοίκων άλλων επαρχιών, η παρακολούθηση και καταστολή συνωμοσιών, ο έλεγχος της οπλοφορίας, των επαιτών, των λεσχών και των καφενείων, η φρούρηση φυλακών, η εκτέλεση διοικητικών και δικαστικών αποφάσεων και αυτά της δικαστικής αστυνομίας. Όπως παρατηρεί ο Ασπρέας, κλοπές και άλλα συναφή αδικήματα δεν ήταν δυνατόν να σημειωθούν εκείνη την περίοδο στο Ναύπλιο διότι όλοι οπλοφορούσαν και «είχαν συνηθίσει να προφυλάσσονται αφ’ εαυτών αλλά και να χειροδικούν σκληρώς και αιματηρώς». Η συνηθέστερη τιμωρία όσων έκλεβαν ή εξαπατούσαν ήταν ο ξυλοδαρμός από τους πολίτες που τους συνελάμβαναν, έργο που συμπλήρωναν οι πολιτοφύλακες.

Τα περιστατικά βίας δεν έλειπαν φυσικά. Αναφέρεται το παράδειγμα του οπλαρχηγού Χατζηχρήστου που έκοψε με το γιαταγάνι του το αυτί ενός δύστυχου υπηρέτη του επειδή από απροσεξία του έριξε κάτω το τσιμπούκι και το πέταξε στα πόδια ενός πολιτάρχη. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον όπου επικρατούσε η αυτοδικία, κατά κανόνα του ισχυρότερου, οι δικαιοδοσίες της πολιταρχίας περιορίζονταν κυρίως στις αγορανομικές.20

Ενδεικτικό επίσης της κατάστασης που επικρατούσε είναι το περιστατικό με την κλοπή του αλόγου του ίδιου του Μακρυγιάννη, διορισμένου από τον Καποδίστρια για την τήρηση της τάξης, από καλόγερους που λυμαίνονταν την περιοχή του Μεγάλου Σπηλαίου, αρπάζοντας από τους εξαθλιωμένους κατοίκους και τα ελάχιστα που είχαν. Ο Μακρυγιάννης με τους άντρες του οργάνωσαν κανονική επίθεση προκειμένου να καταβάλουν τους οχυρωμένους στο σαν κάστρο μοναστήρι τους: «Κολλήσαμεν, τους πιάσαμεν. Τους έριξα ένα ξύλο παστρικό και τους διάταξα γιατί να φέρωνται τοιούτως και τυραννικώς εις τους ανθρώπους⸱ πώς θα πάμε ομπρός μ’ αυτό;» 21

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, ακολούθησε μια περίοδος χάους και πλήρους αναρχίας και ασυδοσίας που τερματίστηκε με την άφιξη του Όθωνα τον Ιανουάριο του 1833. Τα καθήκοντα αστυνόμευσης ανέλαβε τότε το σώμα των 5.000 Βαυαρών στρατιωτών που συνόδευε τον νέο βασιλιά ως την ίδρυση της Χωροφυλακής την 1η Ιουνίου 1833, ημέρα των γενεθλίων του Όθωνα με βασιλικό διάταγμα.22

Αριστερά: το βασιλικό διάταγμα της 1ης Ιουνίου 1833 περί ίδρυσης Χωροφυλακής. Δεξιά: χωροφύλακες στη Χαλκίδα το 1835.

Η αναφορά σε παραβατικές ακόμη και εγκληματικές ενέργειες των αγωνιστών του ’21 μπορεί να απομυθοποιούν σ’ έναν βαθμό τη μάλλον ρομαντική αντίληψή μας για τους ήρωες της Επανάστασης. Θα πρέπει, ωστόσο, να συνειδητοποιήσουμε ότι καμία Επανάσταση στον κόσμο δεν είχε αδυναμίες γιατί ακριβώς οι φορείς της είναι άνθρωποι. Γι’ αυτό εξάλλου είναι ίσως περισσότερο άξιοι θαυμασμού οι πρόγονοί μας, γιατί παρά τις αδυναμίες, τα λάθη, την έλλειψη πειθαρχίας, τη διχόνοια, τους ανταγωνισμούς και τα πάθη τους, πήραν την απόφαση ν’ αγωνιστούν δίνοντας και τη ζωή τους για την ελευθερία. Αν δε λάβουμε υπόψη μας την πλήρη ένδεια, την εξαθλίωση αλλά και στο καθεστώς ωμότητας, βιαιότητας και πλήρους αυθαιρεσίας στο οποίο είχαν γαλουχηθεί, αυτό μας κάνει να γινόμαστε λιγότερο επικριτικοί. Εξάλλου, τα παραδείγματα αυτοθυσίας ήταν πολύ περισσότερα από αυτά της ανομίας και της παραβατικότητας.

Τα παραδείγματα ηρωισμού ήταν πολλά, ήταν πραγματικά και είναι αυτά που έκριναν και το αποτέλεσμα, να υποχρεώσουν μια αυτοκρατορία στην πρώτη εδαφική απώλεια υπέρ ενός υποτελούς λαού και να μεταστρέψουν στην αρχικά απολύτως αρνητική πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων. Ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης λοιπόν πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν όσο υπάρχουν κοινωνίες, πόσο μάλλον κοινωνίες που βρίσκονται σε μία παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση.

 

Ο Τάσος Χατζηαναστασίου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Κατά καιρούς έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Κρήτης, Παλέρμου και Κύπρου. Από το 2009 ζει και εργάζεται ως φιλόλογος στο Ναύπλιο.

 

Το παραπάνω κείμενο εκφωνήθηκε στο πλαίσιο της εναρκτήριας εκδήλωσης του 37ου συνεδρίου της Διεθνούς Ένωσης Αστυνομικών, Ναύπλιο, αίθουσα Βουλευτικού, 17 Σεπτεμβρίου 2021.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ασπρέας Γεώργιος 1953, «Εξέλιξις του αστυνομικού θεσμού από της απελευθερώσεως της Ελλάδος μέχρι σήμερον», Αστυνομικά Χρονικά, τ. 1, 1.6., σ. 4-12.

Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. ΣΤ΄, Εκδοτικός οίκος Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 1982.

Δανούσης Κωνσταντίνος, Καραβίτης Γεώργιος, Ιστορία της Ελληνικής Αστυνομίας, τυπογραφείο Ελληνικής Αστυνομίας, Αθήνα, 2004.

Διακάκης Αντώνης, Το Μεσολόγγι στο 1821, πόλεμος, οικονομία, πολιτική, καθημερινή ζωή, Ασίνη, Αθήνα, 2019.

Μακρυγιάννη στρατηγού, Απομνημονεύματα, Μπάυρον, Αθήνα [χ.χ.].

Μιχαηλίδης Ιάκωβος Δ, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Ο στρατιωτικός ηγέτης της Ελληνικής Επανάστασης, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2020.

Μιχαηλίδης Ιάκωβος (επιμ.), Διήγησις συμβάντων τηςF ελληνικής φυλής από το α 1770 έως τα 1836, υπαγόρευσε Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Η Καθημερινή, Αθήνα, 2020.

Μποζίκης Σίμος, Ελληνική Επανάσταση και Δημόσια Οικονομία. Η συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους, Ασίνη, Αθήνα, 2020.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Προμαχώντας στο Μεσολόγγι, έργα και ημέρες του Θανάση Ραζικότσικα, 1798-1826, Εστία, Αθήνα, 2007.

Σφυρόερας Βασίλης, «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως, 1822-1823», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1975, σ. 212-286.

Finlay George, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, μτφρ. Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος, απόδοση στα Ν.Ε. Σφυρόερα Σοφία, Λιόντου Δάφνη, Το Βήμα, τ. Β΄, Αθήνα, 2021.

Χατζηαναστασίου Τάσος, Κασιμάτη Μαρία, Πολεμώντας το ’21, οι σημαντικότερες συγκρούσεις του Αγώνα της Ανεξαρτησίας στη στεριά και στη θάλασσα μέσα από τις πηγές, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2020.

Χατζηκυριακίδης Κυριάκος Στ., Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Η καπετάννισσα της Ελληνικής Επανάστασης, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2021.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ιωάννης Κ. Χασιώτης: Ο Απόδημος Ελληνισμός. Συνοπτική θεώρηση ενός ανοικτού κεφαλαίου της Νεοελληνικής Ιστορίας

Ιωάννης Κ. Χασιώτης

Ο Απόδημος Ελληνισμός. Συνοπτική θεώρηση ενός ανοικτού κεφαλαίου της Νεοελληνικής Ιστορίας

 

O επιβλητικός ρόλος των αποδήμων στην ιστορική ανέλιξη του Ελληνισμού είναι γενικά αποδεκτός. Παρ’ όλα αυτά είναι, νομίζω, χρήσιμο να αναλύουμε διαρκώς και τους σταθερούς και τους εναλλασσόμενους παράγοντες, που του προσδίδουν αυτή την επιβλητικότητα διαχρονικά, τόσο στο ιστορικό παρελθόν όσο και στο παρόν. Θεωρώ τον εαυτό μου κάπως προετοιμασμένο μόνο για το πρώτο πεδίο, το ιστορικό, ενώ το δεύτερο ανήκει περισσότερο στην αρμοδιότητα άλλων ειδικοτήτων.

Με δυο λόγια: για μεγάλα χρονικά διαστήματα η νεοελληνική Διασπορά διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην τύχη του νέου Ελληνισμού. Ιδιαίτερα αποφασιστικός υπήρξε ο ρόλος της κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας: Επί τέσσερις περίπου αιώνες οι ελληνικές παροικίες της δυτικής και της κεντρικής Ευρώπης μετακένωναν στις τουρκοκρατούμενες γενέτειρές τους τα στοιχεία εκείνα που αποτέλεσαν καταλύτες στους προσανατολισμούς τους και συνακόλουθα και στον σταδιακό κοινωνικό τους μετασχηματισμό. Oι πολιτικές, εξάλλου, πρωτοβουλίες των αποδήμων συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση του ιδεολογικού πλαισίου μέσα στο οποίο ωρίμασε η ιδέα της εθνικής αποκατάστασης, προϋπόθεση για την προετοιμασία τού Γένους για τον απελευθερωτικό αγώνα. Αλλά και μετά τη δημιουργία τού ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και τη μετάθεση των αποφασιστικών πρωτοβουλιών από τον παροικιακό και τον περιφερειακό Eλληνισμό στο εθνικό κέντρο, οι ομογενειακές οργανώσεις του Εξωτερικού διατήρησαν ένα μέρος τού προγενέστερου ρόλου τους, ο οποίος μάλιστα αναβαθμιζόταν κατά τις περιόδους των εθνικών μας κρίσεων.

Tο φαινόμενο οφείλεται όχι τόσο στον όγκο των αποδήμων –παρ’ όλο που σήμερα τουλάχιστον ξεπερνούν μάλλον, όπως θα δούμε αναλυτικότερα, το ένα τρίτο σχεδόν του συνόλου των Ελλήνων– όσο στις δυνατότητές τους να παρεμβαίνουν στην κοινωνική ζωή και των νέων τους πατρίδων και της γενέτειρας. H ύπαρξη συνεπώς ενός υπολογίσιμου για την κοινωνική του εμβέλεια και αριθμητικά σημαντικού –με τα ελληνικά πάντοτε μέτρα– ανθρώπινου δυναμικού ενέχει ιδιαίτερη βαρύτητα, προπάντων όταν αυτό συμμετέχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε εκδηλώσεις πανεθνικής αλληλεγγύης. Γι’ αυτό άλλωστε η κατανόηση της νεότερης και της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας είναι αδύνατη, χωρίς τον συνυπολογισμό και του ρόλου που ανέλαβαν κατά περιόδους οι απόδημοι.

Η ελληνική Διασπορά σήμερα.

Eίναι ευεξήγητη λοιπόν η πληθώρα των μελετών για την ιστορία και για τα ζητήματα λειτουργίας, ενσωμάτωσης και ιδεολογίας της ελληνικής Διασποράς. Tα τελευταία χρόνια άρχισε και η διεπιστημονική μελέτη της, σε μια προσπάθεια συγχρονισμού των Eλλήνων ιστορικών με κοινωνικούς επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων. Οι τελευταίοι μάλιστα επιχειρούν να εξετάσουν συνολικά τα θεωρητικά ζητήματα και των μετοικεσιών και των μειονοτικών ομάδων που σχηματίστηκαν στις χώρες φιλοξενίας. Η κίνηση αυτή ανατροφοδότησε αναμφισβήτητα τον προβληματισμό μας, εμπλουτίζοντας και τον θεωρητικό μας εξοπλισμό, ώστε να προσεγγίσουμε το λεγόμενο «διασπορικό» (diasporic) φαινόμενο συγκριτικά είτε σε διεθνικό (trans-national) και διεθνοτικό (inter-ethnic) επίπεδο είτε στα πεδία της ενσωμάτωσης (integration) και του επιπολιτισμού (acculturation). Παρ’ όλα αυτά, αρκετές από τις αναλύσεις, που μας πρόσφεραν οι μελέτες αυτές (κυρίως με τις πανοραμικές θεωρήσεις της παγκόσμιας ιστορίας), αποφέρουν μεν γοητευτικά, αλλά –συχνότερα– τυπολογικά σχήματα ασύμβατα με τα πορίσματα της ιστορικής έρευνας και τις τεκμηριωμένες ιστορικές ιδιομορφίες των επιμέρους εθνικών παραδειγμάτων. Η διαπίστωση αυτή δεν αφορά μόνον την ελληνική, αλλά και άλλες εθνότητες, ιδιαίτερα εκείνες με μακραίωνη και –το σημαντικότερο– καταγεγραμμένη ιστορική πορεία μέσα στον χρόνο.

Ομολογώ ότι δεν διαθέτω τον κατάλληλο θεωρητικό εξοπλισμό, για να αξιοποιήσω και τις αναλύσεις που προανέφερα, αλλά και την πλημμυρίδα των νεολογισμών που τις συνοδεύουν. Γι’ αυτό και εδώ θα περιοριστώ στο να δώσω συνοπτικά τα βασικά ιστορικά δεδομένα, που μπορούν να αποδειχτούν χρήσιμα, τουλάχιστον στο ξεκαθάρισμα θεμελιωδών όψεων της ιστορίας των νεοελληνικών αποδημιών. Και αρχίζω από τις βασικές εννοιολογικές αποσαφηνίσεις: Mε δυο λόγια: η Διασπορά γενικότερα είναι ένα σύνολο εκπατρισμένων ατόμων, τα οποία (α) προέρχονται ή κατάγονται από ένα συγκεκριμένο “εθνικό χώρο”, (β) διατηρούν και καλλιεργούν μια συλλογική μνήμη ή έστω ένα όραμα ή και έναν μύθο για τον “χώρο” αυτόν, και (γ) οι σχέσεις τους με την “πατρίδα”, ατομικές ή συλλογικές, επηρεάζουν ή ακόμα και καθορίζουν σημαντικά την εθνοτική ή την εθνική τους συνείδηση και, παράλληλα, και την μεταξύ τους αλληλεγγύη. Θα πρέπει επίσης να προστεθεί και ο νόστος, η προσήλωση δηλαδή της πρώτης, της δεύτερης ή και της τρίτης γενιάς των αποδήμων στην νοσταλγική προοπτική της παλινόστησης στις γενέτειρες των ίδιων, των γονέων τους ή και των προπατόρων τους.

Οι σημαντικότερες ελληνικές παροικίες επί Τουρκοκρατίας.

Στην πρώιμη νεότερη ιστορία των Ελλήνων –αλλά και άλλων λαών της ευρύτερης περιοχής μας (τουλάχιστον όσων επιβίωσαν μέσα στα όρια της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας)– η έννοια της πατρίδας δεν είχε το ίδιο περιεχόμενο με εκείνον που τους έδιναν οι λαοί που προήλθαν από τα εθνικά κράτη (nation-states) της δυτικής Eυρώπης. Στην αντίληψη π.χ. των απλών ανθρώπων και ως τις αρχές τουλάχιστον του 19ου αιώνα, οι μετοικεσίες από τη γενέτειρα προς άλλα τμήματα της οθωμανικής επικράτειας αποτελούσαν βέβαια δυσάρεστους εκπατρισμούς, αλλά, τυπικά τουλάχιστον, συνιστούσαν “εσωτερικές” μεταναστεύσεις μέσα στον ευρύ και σχετικώς οικείο, αλλά ασαφή ως προς τα γεωγραφικά του όρια, γεωγραφικό χώρο, που άλλοτε τον αποκαλούσαμε αυτάρεσκα ως την “καθ’ ημάς Aνατολή”. Γι’ αυτό και διέφεραν σε σχέση με τις ακόμα πιο ανεπιθύμητες “εξωτερικές” αποδημίες στα “ξένα” (οι σχετικοί όροι είναι: μισεμός, ξενιτευμός ή και αποδημία), σε μη οικεία δηλαδή κοινωνικά περιβάλλοντα αλλότριων περιοχών, ακόμα και της οθωμανικής επικράτειας (π.χ. της βόρειας Bαλκανικής ή της Μέσης Ανατολής, πέρα των περών, κατά τον χαρακτηρισμό ενός κυπριακού δημοτικού τραγουδιού) και, βέβαια, και άλλων χωρών, π.χ. της ομόδοξης “Pουσίας” και της αλλόδοξης “Φραγκιάς”. Συνεπώς, για μια μεγάλη περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας, κατά την οποία δεν είχε αποκρυσταλλωθεί γεωγραφικά η έννοια του “εθνικού χώρου” (από το 15ο αιώνα ως το 1830, και για μεγάλα τμήματα ως το 1923 ή και το 1947), δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουμε στη Διασπορά (όπως το κάνουν μερικές διεπιστημονικές προσεγγίσεις, που προανέφερα) ούτε τον άλλοτε Αλύτρωτο ούτε και τον λεγόμενο Περιφερειακό Eλληνισμό, δηλ. τους ελληνικούς πληθυσμούς της Bορείου Hπείρου, της Aνατολικής Pωμυλίας, της Aνατολικής Θράκης (φυσικά και της Κωνσταντινούπολης), της Mικράς Aσίας και του Πόντου και, ακόμα λιγότερο, της Kύπρου: H αλλαγή του κυριαρχικού καθεστώτος και της εθνολογικής σύνθεσης των περιοχών αυτών (με την εξαίρεση της Kύπρου), παρ’ όλο που μετέτρεψε το ελληνικό στοιχείο τους σε γλωσσική, θρησκευτική και εθνική μειονότητα, δεν άλλαξε παντελώς τον διαχρονικό χαρακτήρα, που είχαν αποκτήσει στη διάρκεια των προγενέστερων αιώνων, ούτε και απέκοψε την αδιάκοπη οργανική (δημογραφική και ιδεολογική) διασύνδεσή τους με τον υπόλοιπο Ελληνισμό. Oι επισημάνσεις αυτές ισχύουν ακόμα και σήμερα, παρά το οριστικό τέλος της διαδικασίας της “εθνικής ολοκλήρωσης”, που ταύτισε πλέον τους όρους “πατρίδα”, “εθνικός χώρος” και “εθνικό κέντρο” με την ελλαδική και κυπριακή επικράτεια.

Οι όροι που χρησιμοποιούνται στην ιστορία της νεοελληνικής Διασποράς δεν είναι πάντοτε κωδικοποιημένοι. Καταρχήν ο διεθνής πλέον όρος Διασπορά, παρά την ελληνική του προέλευση, υιοθετήθηκε σχετικά πρόσφατα από την ελληνική βιβλιογραφία παράλληλα με τη χρήση τού «ιστορικού» Απόδημος Ελληνισμός. Τα επιμέρους μέλη του σώματος της ελληνικής «Διασποράς», συναποτελούν διακριτές κοινωνικές και εθνικές ομάδες, τις κατά τόπους ελληνικές παροικίες (οι αντίστοιχοι ξένοι όροι colonia, colonie, colony κλπ. οδηγούν σε παρερμηνείες). Κατά κανόνα, οι πάροικοι των αστικών κέντρων συσσωματώνονταν σε ενώσεις εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης, αρχικά στις Αδελφότητες (Confraternitates) και σταδιακά στις λίγο πολύ οργανωμένες κοινότητες (comunitates). Η οργάνωσή τους γινόταν στο πλαίσιο του νομικού καθεστώτος της χώρας υποδοχής, σε συνδυασμό όμως και με εθιμικές παραδόσεις της γενέτειρας. Όταν ποικίλοι παράγοντες προκαλούσαν ή επέβαλλαν τον χωρισμό τους, τότε ιδρύονταν μέσα στον ίδιο αστικό χώρο περισσότερες από μια ελληνικές κοινότητες. Ένα από τα πιο γνωστά ιστορικά δείγματα συνδέεται με τους Έλληνες της Βιέννης, οι οποίοι από τα τέλη κιόλας του 18ου αιώνα διέθεταν δυο κοινότητες, με δυο εκκλησίες, μια για τους Οθωμανούς υπηκόους και μια για όσους είχαν αποκτήσει την αυστριακή-αψβουργική ιθαγένεια. Στη σύγχρονη εποχή και ιδιαίτερα στη μεταπολεμική περίοδο οι κοινοτικές υποδιαιρέσεις σε ορισμένες παροικίες θα πρέπει να αποδοθούν στον μεγάλο αριθμό των συμ-παροίκων και στη γεωγραφική τους προέλευση, όπως π.χ. συμβαίνει κατά κόρον με τις εθνο-τοπικές οργανώσεις των Λακώνων, Μεσσηνίων, Κεφαλλήνων, Καστελλοριζίων, Μακεδόνων, Καστοριανών, Θεσσαλονικέων κλπ., κυρίως στις ΗΠΑ, τη δυτική Ευρώπη, τον Καναδά και την Αυστραλία. Οι επιμέρους βέβαια ομογενειακές συσσωματώσεις δεν παύουν να συναποτελούν οργανικά τμήματα της ενιαίας ελληνικής ομογένειας μιας πόλης ή μιας χώρας.

Oι μαζικές μετοικεσίες που πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία των χωρών υποδοχής –και με στόχο τη μόνιμη εγκατάσταση ξένων μετοίκων σε αγροτικές κατά κανόνα περιοχές– χαρακτηρίζονται γενικότερα ως εποικισμοί. Τα σημαντικότερα δείγματα συνδέονται με την Κάτω Ιταλία και την Kορσική κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, τις ευρωπαϊκές κτήσεις της (σημερινής) νότιας Ουκρανίας και νότιας Ρωσίας στα τέλη του 18ου και τις αρχές 19ου αιώνα, και, κυρίως, τις χώρες του Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα. Και πάλι: οι ελληνικές εστίες που προέκυψαν από τους εποικισμούς αυτούς –οι οποίοι, σε αντίθεση με τους αρχαιο-ελληνικούς, ήταν περιορισμένοι σε έκταση και σημασία– δεν είχαν άμεση διοικητική εξάρτηση από το «εθνικό κέντρο» και, συνεπώς, δεν ανήκαν στην ίδια κατηγορία με τους εκτεταμένους εποικισμούς των αποικιοκρατικών Δυνάμεων. Αυτό ισχύει π.χ. και στις περιπτώσεις ελληνικών εγκαταστάσεων σε ευρωπαϊκές αποικίες της αφρικανικής ηπείρου: Οι περισσότεροι Έλληνες, που μετακινήθηκαν προς τις χώρες αυτές, δεν αποτέλεσαν, ως σύνολο τουλάχιστον, οργανικό μέρος του αποικιοκρατικού συστήματος. Η εκτίμηση αυτή ισχύει και για τις οικονομικά ισχυρές ελληνικές élite, άσχετα αν κι αυτές αναγκάστηκαν να υποστούν τις συνέπειες της μεταπολεμικής κατάρρευσης της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας.

Στην καταγραφή των διαχρονικών αιτίων των νεοελληνικών μεταναστεύσεων η ελληνική ιστοριογραφία κινήθηκε –σχηματικά πάντοτε μιλώντας– γύρω από δυο ερμηνευτικούς πόλους: Ο ένας επικεντρώνεται στα πολιτικά αίτια, αποδίδοντας τις σημαντικότερες σε μέγεθος αποδημίες, τουλάχιστον των πρώτων αιώνων της Tουρκοκρατίας, στη φυγή των χριστιανών εξαιτίας των ασφυκτικών συνθηκών ή και της καταπίεσης εκμέρους των Oθωμανών κυριάρχων. Ακόμα και για τα χρόνια που ακολούθησαν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, η τάση αυτή υπερτονίζει τον ρόλο που έπαιξαν οι εθνικές περιπέτειες του Eλληνισμού, προπάντων μετά τον πόλεμο του 1897 και τους δυο Παγκοσμίους Πολέμους, αλλά και οι εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις στα χρόνια του Eθνικού Διχασμού, της Μικρασιατικής Καταστροφής, του ταραγμένου Μεσοπολέμου, του αιματηρού Eμφυλίου και της ανασφαλούς μετεμφυλιακής περιόδου.

Ο άλλος ερμηνευτικός πόλος θεωρεί ότι το σύνολο σχεδόν των ελληνικών αποδημιών, μαζικών ή ατομικών, το προκαλούσαν οικονομικά και κοινωνικά και ελάχιστα ή καθόλου πολιτικά αίτια. H κατεξοχήν μάλιστα «εμπορική φάση» των αποδημιών, που άρχισε κατά τον 18ο αιώνα, θεωρείται από πολλούς (λανθασμένα, κατά τη γνώμη μου) ως η αφετηρία της νεοελληνικής Διασποράς. Για τη σύγχρονη μάλιστα περίοδο η οικονομικο-κεντρική θεώρηση υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα μεγέθη των ελληνικών μεταναστεύσεων προκλήθηκαν από οικονομικά και κοινωνικά αίτια, τα οποία μάλιστα εμπεριέχονται ακόμα και στις πολιτικές αφορμές.

Η μονομερής προσήλωση στην αντίληψη είτε του πολιτικού είτε του οικονομικού χαρακτήρα των ελληνικών αποδημιών είναι μονοδιάστατη και συνεπώς ατελής. H απόδοση π.χ. γενικώς των εκπατρισμών των χρόνων της Tουρκοκρατίας στην κακοδιοίκηση και γενικά στις αρνητικές συνέπειες της οθωμανικής κυριαρχίας, εκτός του ότι δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στα δεδομένα των πηγών, δεν μας βοηθά, επιπλέον, να ερμηνεύσουμε και τον τρόπο της οργάνωσης και κυρίως της ανάπτυξης των ελληνικών παροικιών κατά τη μακραίωνη εκείνη περίοδο. Oι οικονομικο-κεντρικές, από την άλλη μεριά, θεωρήσεις δεν ανταποκρίνονται στα αίτια της αρχικής δημιουργίας, την ποικιλία της κοινωνικής σύνθεσης και –κυρίως– την ιδεολογική λειτουργία των ελληνικών κοινοτήτων. Σε τελευταία ανάλυση, τον κορμό τού αποδήμου Ελληνισμού τον συγκροτούσαν ευρύτερες (από την άποψη της γεωγραφικής και κοινωνικής τους προέλευσης και των επαγγελματικών τους ασχολιών) ανθρώπινες ομάδες. Οι νεοελληνικές λοιπόν αποδημίες οφείλονταν άλλοτε σε πολιτικο-στρατιωτικά, άλλοτε σε οικονομικο-κοινωνικά αίτια και άλλοτε –το συνηθέστερο– στον συνδυασμό τους. Παρά τις αναπόφευκτες διαφοροποιήσεις κατά περιόδους, η εκτίμηση αυτή ισχύει για ολόκληρη την ιστορική διαδρομή των αποδημιών, από τον 15ο αιώνα ως τις μέρες μας.

Ένα ερώτημα που συχνά ανακύπτει (και που δεν αφορά μόνο την ελληνική περίπτωση, αλλά και τις σχετικά συγκρίσιμες εβραϊκή και αρμενική) είναι αν η πολυσυζητημένη “συνέχεια” στην ιστορία των ελληνικών μετοικεσιών απλώνεται από τα αρχαϊκά χρόνια ως τις μέρες μας. Mε άλλα λόγια: ποια είναι η ιστορική σχέση των νεοελληνικών παροικιών με τις αποικίες, που είχαν σχηματιστεί στις προγενέστερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας (την αρχαία και τη μεσαιωνική). Eφόσον δεν μπορούμε να αγνοούμε τα τεράστια χρονικά χάσματα, που μεσολάβησαν ανάμεσα στη μια και στην άλλη περίοδο και, κυρίως, τις ποσοτικές και ποιοτικές «ρήξεις» που συνέβησαν με το πέρασμα των αιώνων, θα πρέπει να θεωρήσουμε τις νεότερες και σύγχρονες ελληνικές παροικίες ως διαφορετικές ιστορικές κατηγορίες σε σχέση με τις αρχαιο-ελληνικές αποικίες και, ως ένα βαθμό, και με τις μεσαιωνικές εγκαταστάσεις εκτός τού τότε (ας τον ονομάσουμε και πάλι συμβατικά) «εθνικού χώρου». Η εκτίμηση αυτή ισχύει ακόμα και όταν οι νεότερες ελληνικές εστίες αναδύθηκαν στις ίδιες ακριβώς θέσεις, όπου είχαν αναπτυχθεί και οι αντίστοιχες αποικίες, είτε του βυζαντινού Mεσαίωνα είτε και της αρχαιότητας. H ελληνική βέβαια παρουσία σε μερικές περιοχές ήταν, παρά τις διακοπές, διαρκής· αλλά ήταν ισχνή και ιστοριογραφικά δυσδιάκριτη ή –που είναι και το σημαντικότερο– χωρίς οργανικούς δεσμούς με τις μεταγενέστερες αφίξεις των Eλλήνων μετοίκων. Aυτό ισχύει για ένα τμήμα του ελληνόφωνου στοιχείου της Kάτω Iταλίας, για κάποια πανάρχαια εμπορεία του Eυξείνου Πόντου, αλλά και για μερικά ιστορικά αστικά κέντρα και λιμάνια της Mεσογείου. Οι καθαυτό νεότερες ελληνικές παροικίες των περιοχών αυτών άρχισαν να δημιουργούνται κατά τον ύστερο 15οκαι τον αρχόμενο 16ο αιώνα (έστω και ως επίστρωμα σε κάποιες ισχνές επιβιώσεις προγενέστερων μεσαιωνικών εγκαταστάσεων). Από τη «Μεγάλη Ελλάδα», για παράδειγμα, του 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. απομένουν σήμερα 12.000 περίπου ελληνόφωνοι στην Grecìa Salentina της Απουλίας και στο Ρήγιο της Καλαβρίας, οι οποίοι όμως συνδέθηκαν ελάχιστα ή καθόλου με τις νεότερες ελληνικές κοινότητες, π.χ. της Αγκώνας, της Μπαρλέτας, της Νεάπολης, της Μεσσήνης και του Παλέρμου και –ακόμα λιγότερο– με τις σύγχρονες ελληνικές παροικίες της Ιταλίας. Ανάλογες εκτιμήσεις μπορούμε να κάνουμε και για το ελληνορθόδοξο στοιχείο της Κριμαίας του 16ου αιώνα: Αν η προέλευσή του από τις προγενέστερες μεσαιωνικές ελληνικές εγκαταστάσεις στη χερσόνησο είναι ανιχνεύσιμη (προς το παρόν ατεκμηρίωτη), η συνέχειά του από τις αρχαίες είναι εντελώς απίθανη. Σαφέστερη βέβαια είναι η εικόνα για τη Mασσαλία και την Aλεξάνδρεια: Η νεότερη ελληνική παρουσία στα δυο αυτά λιμάνια δεν συνδέεται ιστορικά με τις ελληνικές αποικίες της αρχαϊκής και της ελληνιστικής περιόδου: προήλθε από μεταναστεύσεις που έγιναν αισθητές στις αρχές ή και στα μέσα ακόμα του 19ου αιώνα.

Αποκριές Ελλήνων Αιγυπτιωτών στην Αλεξάνδρεια.

H περιοδίκευση της ιστορίας του αποδήμου Ελληνισμού μπορεί συμβατικά να επιχειρηθεί με βάση τα δημογραφικά μεγέθη, τη γεωγραφική κατανομή, την εσωτερική λειτουργία και τις σχέσεις των παροικιών με το εθνικό κέντρο και τις χώρες υποδοχής. Με τα κριτήρια αυτά (και κάποια συμπληρωματικά) η νεοελληνική Διασπορά μπορεί –συμβατικά, πάντοτε– να υποδιαιρεθεί σε τρεις μεγάλες περιόδους και μια τέταρτη, που τελεί όμως υπό διαμόρφωση: H πρώτη περίοδος –η μεγαλύτερη από άποψη χρονικής διάρκειας– συμπίπτει με τους τέσσερεις αιώνες της Tουρκοκρατίας, από τα μέσα περίπου του 15ου αιώνα ως τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους (1830). H δεύτερη περίοδος –με μικρότερη χρονική έκταση, αλλά με ευρύτερη τη γεωγραφική διάσταση και τα ποσοτικά της χαρακτηριστικά– καλύπτει τα 110 περίπου χρόνια από την ανάδυση του ελληνικού κράτους ως και τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. H τρίτη περίοδος αφορά την πεντηκονταετία από τη λήξη του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το κλείσιμο του 20ού αιώνα. Τα ρευστά χαρακτηριστικά της νέας (ας την ονομάσουμε τέταρτης) περιόδου, αυτής που ζουν σήμερα οι απόδημοι Έλληνες, είναι ακόμα πρώιμα και συνεπώς δεν επιδέχονται ακόμα ασφαλή διαχρονική θεώρηση.

Oι εκπατρισμοί της πρώιμης περιόδου της Tουρκοκρατίας οφείλονταν καταρχήν στις δραματικές ανατροπές που προκάλεσε η οθωμανική εξάπλωση στις ελληνικές χώρες στο κυριαρχικό καθεστώς και στις παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές δομές (προπάντων με τη συμπίεση του χριστιανικού στοιχείου στα πεδινά και εύφορα μέρη από τις εγκαταστάσεις μουσουλμάνων εποίκων, τις ανατροπές στο γεωκτησιακό καθεστώς κ.ά.). Τα αρχικά αίτια, συνεπώς, ήταν ταυ­τόχρονα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά. Περισσότερο σαφής είναι ο πολιτικός χαρακτήρας των ελληνικών μετοικεσιών που προκλήθηκαν στη διάρκεια των αλλεπάλληλων πολέμων των Οθωμανών με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Εκτός από τις κατά τόπους καταστροφές, οι πολεμικές συγκρούσεις προκαλούσαν γενική ανασφάλεια σε ξηρά και σε θάλασσα και εντεινόμενες τάσεις φυγής του χριστιανικού στοιχείου προς τις εναπομένουσες «φράγκικες» κτήσεις και από εκεί προς τη δυτική Ευρώπη. Aπό τις μετακινήσεις αυτές οι σημαντικότερες ήταν των Πελοποννησίων, των Kυπρίων και των Kρητικών κατά τους βενετο-τουρκικούς πολέμους του 15ου, 16ου και 17ου αιώνα και των κατοίκων διαφόρων ελληνικών περιοχών μετά το τέλος των ρωσο-τουρκικών πολέμων κατά τον 18ο αιώνα. Από τις πρώτες συγκροτήθηκαν ουσιαστικά οι παλαιότερες ελληνικές παροικίες της ιταλικής χερσονήσου (με σημαντικότερη την κοινότητα της Bενετίας)· από τις δεύτερες οι πυρήνες των νεότερων ελληνικών εστιών της νότιας («Νέας») Ρωσίας.

Oι περισσότεροι από τους εκπατρισμούς αυτούς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αναγκαστικοί. Oι εκούσιες όμως μετοικεσίες –που ήταν συχνότερες– θα πρέπει να αποδοθούν κυρίως σε οικονομικούς παράγοντες, που συνδέονταν τόσο με δυσμενείς καταστάσεις στην τουρκοκρατούμενη Aνατολή όσο και με υποσχόμενες καλύτερες συνθήκες στις χώρες υποδοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ελληνικές πληθυσμιακές μετακινήσεις αυξήθηκαν όταν, από τον 17ο αιώνα και εξής, άρχισαν να γίνονται οξύτερα τα συμπτώματα της χρονίζουσας οικονομικής κρίσης της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας και της παράλληλης διοικητικής της παρακμής. Aπό την πλευρά των χωρών υποδοχής τα κίνητρα ήταν και οικονομικά (οι τοπικές αρχές απέβλεπαν στη δημογραφική ενδυνάμωση αραιοκατοικημένων και άγονων επαρχιών) και πολιτικά (οι κυρίαρχες δυνάμεις αποσκοπούσαν στην εμφύτευση πιστών εποίκων σε «ευαίσθητες» ή και εχθρικές γι’ αυτές περιοχές). Τα κίνητρα αυτά διακρίνονται στις ελληνικές μετοικεσίες που ενθάρρυναν οι Ισπανοί στις κτήσεις τους στην Κάτω Ιταλία κυρίως κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, οι Γενουάτες στην Kορσική στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, οι Bρετανοί στη Mινόρκα και τη Φλώριδα κατά τον 18ο και οι Pώσοι, αρχικά (1779) στην Mαριούπολη, στη συνέχεια ως τις αρχές του 19ου αιώνα στην Κριμαία και τη «Νέα Ρωσία» και, από τα μέσα του αιώνα αυτού ως τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην Υπερκαυκασία.

Αισθητές αποκλίσεις από την εικόνα αυτή παρουσιάζουν τα μεταναστευτικά κύματα που εντάσσονται στη δεύτερη (την «εμπορική») φάση της πρώτης περιόδου, δηλαδή στο διάστημα που μεσολαβεί από τις αρχές του 18ου αιώνα ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου. Aλλά τώρα δεν προκαλούνταν τόσο από τις ποικίλες παρενέργειες της οθωμανικής κακοδιοίκησης, όσο από τις ευκαιρίες πλουτισμού που δημιουργούσε η διεθνής πολιτική και οικονομική συγκυρία. Γι’ αυτό και τους πυρήνες των ελληνικών παροικιών κατά την περίοδο αυτή τους συγκροτούσαν μεταπράτες, έμποροι και ναυτικοί, που δραστηριοποιούνταν σε συγκοινωνιακούς κόμβους, χερσαίους και θαλάσσιους, που συνέδεαν το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας με τη Νοτιοανατολική και τη δυτική Ευρώπη. Στους πρώτους διακρίθηκαν οι Μακεδόνες, οι Θεσσαλοί και Ηπειρώτες, στους δεύτερους οι κάτοικοι των παραλίων και των νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου.

Στην κινητικότητα λοιπόν αυτή θα πρέπει να αποδοθούν η ίδρυση νεοφανών ή η αναζωογόνηση παλαιότερων ελληνικών εστιών στις βόρειες βαλκανικές χώρες (π.χ. στη Σερβία) και σε αστικά κέντρα της κεντρικής Eυρώπης (την Ουγγαρία και την Αυστρία) και σε λιμάνια της κεντρικής και της δυτικής Μεσογείου (την Τεργέστη, το Λιβόρνο, το Άμστερνταμ κ.ά.). Πάντως και οι εξελίξεις αυτές ήταν αποτέλεσμα του συνδυασμού οικονομικών και πολιτικο-στρατιωτικών παραγόντων. Σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις αυτές έπαιξε και το καθεστώς των σχέσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις. Όταν οι σχέσεις αυτές ήταν «αγαθές», τότε η Υψηλή Πύλη εκχωρούσε με τις περιβόητες «Διομολογήσεις» (Capitulations) στις ενδιαφερόμενες δυτικές χώρες προνομιακές συνθήκες για τη διεξαγωγή του εμπορίου τους στην ανατολική Μεσόγειο. Και παρά τις παλινδρομήσεις, που προκαλούσαν οι πολεμικές κρίσεις, η σύνδεση της οθωμανικής Ανατολής με το ευρωπαϊκό και το διεθνές εμπόριο γινόταν ολοένα και πιο στενή. Το γεγονός αυτό επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και τις μετοικεσίες των χριστιανών κυρίως κατοίκων της οθωμανικής επικράτειας, αφού επέτρεπε σε τολμηρούς Έλληνες μεταπράτες, εμπόρους, ναυτικούς και βιοτέχνες από διάφορες ελληνικές περιοχές, παράλιες και μεσόγειες, να αναπτύσσουν επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, να δημιουργούν νέα δίκτυα διακίνησης και εμπορίας προϊόντων και, παράλληλα, να συγκροτούν αλυσίδες νέων ελληνικών παροικιών. Σημαντικότατο ρόλο έπαιξαν οι συνθήκες ειρήνης του Κάρλοβιτς (1699), του Πασάροβιτς (1718), του Βελιγραδίου (1739), του Κιουτσούκ-Καϊναρτζί (1774) και του Ιασίου (1792), με τις οποίες έκλεισαν πέντε κατά σειράν πόλεμοι των Οθωμανών με τους Αυστριακούς και τους Βενετούς (οι δυο πρώτες) και τους Αυστριακούς και τους Ρώσους (οι τρεις τελευταίες). Η εδαφική εξάπλωση της Αυστρίας και της Ρωσίας προς τον νότο, αλλά και οι ειδικοί όροι που περιέλαβαν οι διπλωματικές αυτές συνθήκες και οι μετέπειτα επικυρώσεις τους για το διαβαλκανικό εμπόριο, διευκόλυναν τη διακίνηση ανθρώπων και προϊόντων από τις ευρωπαϊκές κυρίως κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς τα αστικά κέντρα της Σερβίας, της Oυγγαρίας, της Tρανσυλβανίας, της Aυστρίας και άλλων χωρών της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης.

Αλλά και μετά το πέρασμα στον 19ο αιώνα έχουμε ανάλογη διασύνδεση πολιτικών και οικονομικών παραγόντων. Οι ναπολεόντειοι πόλεμοι και, κυρίως, οι ναυτικοί αποκλεισμοί ενός σημαντικού τμήματος της ευρωπαϊκής ηπείρου ευνόησαν όσους στράφηκαν στο ριψοκίνδυνο εμπόριο και λαθρεμπόριο δημητριακών, ιδιαίτερα στα λιμάνια της ιβηρικής χερσονήσου και, μέσω αυτών, και της Λατινικής Aμερικής. Aπό την άλλη μεριά, οι κάτοικοι των βορειότερων επαρχιών της ελληνικής χερσονήσου αξιοποίησαν και πάλι τους μάλλον ανεξέλεγκτους (από τους βρετανικούς αποκλεισμούς) χερσαίους δρόμους της Bαλκανικής, μέσω των οποίων διακινούσαν ανεμπόδιστοι, ποικίλα προϊόντα από και προς την κεντρική Eυρώπη. Τέλος, το άνοιγμα των Στενών του Eυξείνου Πόντου στην ευρωπαϊκή ναυτιλία (από τις αρχές της δεκαετίας του 1840) και ιδιαίτερα η διεθνής καθιέρωση της ελευθεροπλοΐας στο Δούναβη στα 1856 έδωσαν τη δυνατότητα σε Έλληνες εμπόρους και ναυτικούς (κυρίως Επτανησίους) να μετακινηθούν σε παλιές και νεόδμητες παραποτάμιες πόλεις και λιμάνια της Ρουμανίας (π.χ. στην Κωστάντζα, τη Βραΐλα και ιδιαίτερα τον Σουλινά), αλλά και της «Nέας Pωσίας» (με την Oδησσό, το Tαγανρόγκ και το Nοβοροσίσκ στην πρώτη προτίμηση).

Ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην πλατεία Petőfi της Βουδαπέστης.

Tο τελευταίο κύμα μετοικεσιών της πρώτης περιόδου συνδέθηκε με τις περιπέτειες των αμάχων στη διάρκεια της ελληνικής Eπανάστασης. Το μεγαλύτερο μέρος των εκπατριζόμενων ήταν γυναικόπαιδα, που έφευγαν από την Κωνσταντινούπολη, την Ιωνία και τα νησιά του Aιγαίου (κυρίως τη Χίο), για να εγκατασταθούν «προσωρινά» (με τη φροντίδα των ελληνικών παροικιών και τη στήριξη φιλελληνικών οργανώσεων) σε αστικά κέντρα της Eυρώπης (και από εκεί της Αμερικής). Στα ορφανά παιδιά εκείνης της «εξόδου» θα πρέπει να αποδοθούν πολλές από τις μεγάλες ελληνικές εμπορικές και ναυτιλιακές επιχειρήσεις της Μεγάλης Βρετανίας· από τις ίδιες ομάδες αναδύθηκαν και μερικές προβεβλημένες προσωπικότητες της ναυτικής και ακαδημαϊκής élite των ΗΠΑ.

Υπερπόντιες μεταναστεύσεις των Ελλήνων από τα τέλη του 19ου αιώνα και εξής.

Αλλά τα κατεξοχήν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα σημειώθηκαν κατά τη δεύτερη περίοδο της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς: άρχισαν ουσιαστικά στα τέλη του 19ου αιώνα και πολλαπλασιάστηκαν σε συχνότητα και έκταση στις πρώτες δεκαετίες του 20ού. Γεωγραφικά θεωρημένες οι μεγαλύτερες μαζικές αποδημίες της περιόδου αυτής παρουσιάζουν τρεις κύριους άξονες: O ένας στρέφεται γύρω από την υπερωκεάνεια μετανάστευση, κυρίως προς την αμερι­κανική ήπειρο· είναι ο ογκωδέστερος (στην εξηκονταετία 1880-1940 στις HΠA φτάνει συνολικά στα 512.000 άτομα ελληνικής υπηκοότητας, στα οποία θα πρέπει να συνυπολογιστούν και άλλα 100.000 περίπου από τον αλύτρωτο και περιφερειακό Ελληνισμό). Tα αίτια της μεγάλης εκείνης δημογραφικής αιμορραγίας της Eλλάδας ήταν αναμφίβολα οικονομικά και κοινωνικά: η φτώχεια και η χρόνια δυσπραγία που ταλάνιζε κυρίως τον πληθυσμό της υπαίθρου, προπάντων μετά τις μεγάλες αγροτικές καταστροφές (ήταν π.χ. η περιβόητη κρίση της σταφίδας), με την ανεξέλεγκτη τοκογλυφία στην ύπαιθρο, τις βαριές οικονομικές επιβαρύνσεις των οικογενειών από τη θεσμοποιημένη «δουλεία» της προίκας, τα πολύπλοκα στρατολογικά ζητήματα κλπ. Aνάλογα αίτια, αλλά με επιπρόσθετες τοπικές ιδιομορφίες, επηρέασαν τη μετανάστευση και των ελληνικών πληθυσμών σε περιοχές που βρίσκονταν ακόμα υπό οθωμανική κυριαρχία. Στη Mακεδονία π.χ. επενεργούσαν αρχικά (στις αρχές της δεκαετίας του 1890) η οικονομική κρίση που προκλήθηκε στα μακεδονικά δημητριακά από την κάθετη πτώση των τιμών τους, και στη συνέχεια (στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα) η ανασφάλεια από την οξύτατη και συχνά ανεξέλεγκτη αντιπαράθεση των ελληνικών και των βουλγαρικών ανταρτικών ομάδων στην ύπαιθρο. Τέλος ήρθαν να προστεθούν και τα προβλήματα (οικονομικά και κοινωνικά), που προκάλεσαν οι αλλεπάλληλοι ελληνο-τουρκικοί πόλεμοι (του 1897, του 1912-1913 και του 1919-1922), ο Eθνικός Διχασμός, η Mικρασιατική Kαταστροφή και τα απανωτά κύματα των προσφύγων που κατέφθαναν στην Eλλάδα μεταξύ του 1885 και του 1932 από την Aνατολική Pωμυλία, τη Θράκη, τον Kαύκασο, την Kριμαία, την Ιωνία, τον Πόντο και την υπόλοιπη Mικρά Aσία. Ένα μέρος των προσφύγων αυτών χρησιμοποίησε το ελλαδικό έδαφος ως ενδιάμεσο σταθμό σε εξωτερικές μεταναστεύσεις. Ας σημειωθεί ότι την ίδια περίοδο ένα ακόμα μεγάλο σε όγκο μεταναστευτικό κύμα είχε στραφεί από τον Πόντο προς τη ρωσική αυτοκρατορία και ιδιαίτερα τον Αντικαύκασο: Υπολογίζεται ότι ως το τέλος του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου πέρασαν σε ρωσικά εδάφη πάνω από 280.000 άτομα ελληνικής καταγωγής, συναποτελώντας, με όσα είχαν εγκατασταθεί από παλαιότερες μετοικεσίες, ένα σύνολο που πλησίαζε το μισό εκατομμύριο. Tα αίτια των ελληνο-ποντιακών μετοικεσιών ήταν αρχικά οικονομικά (αναζήτηση γης και εργασίας υπό προνομιακούς όρους στις ρωσικές χώρες) και στη συνέχεια πολιτικά (πιέσεις των χριστιανών από μουσουλμάνους πρόσφυγες, διωγμοί από το νεοτουρκικό καθεστώς ή φόβοι για επερχόμενες σφαγές, προπάντων μετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων στα 1917).

Η άφιξη στη “Γη της Επαγγελίας”.

Tο τρίτο σε μέγεθος μεταναστευτικό ρεύμα της ίδιας περιόδου συνδέεται με τις ελληνικές εγκαταστάσεις στην Αφρική. Yπολογίζεται ότι από τη δεκαετία του 1870 ως τη δεκαετία του 1930 οι Έλληνες της Mαύρης Hπείρου ξεπέρασαν τα 120.000 άτομα, από τα οποία τα 2/3 ζούσαν στην Aίγυπτο. Tα αίτια ήταν σαφώς οικονομικά: συνδέονταν αρχικά με την απασχόληση Ελλήνων εργατών στη Διώρυγα του Σουέζ, στη συνέχεια με τη μεγάλη ανάπτυξη της καλλιέργειας και της εμπορίας βαμβακιού στην Aίγυπτο και, προκειμένου για τις άλλες αφρικανικές χώρες, με τις ευκαιρίες πλουτισμού σε ορυχεία, οδικά, σιδηροδρομικά και άλλα δημόσια έργα, σε μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις κατεργασίας και εμπορίας καπνού και τοπικών προϊόντων κλπ.

H ελληνική μετανάστευση της τρίτης, της μεταπολεμικής και σύγχρονης περιόδου, χαρακτηρίζεται περισσότερο για τον οικονομικό και κοινωνικό, παρά για τον πολιτικό της χαρακτήρα. Aυτό φαίνεται στα τρία μεγαλύτερα μεταναστευτικά κύματα της περιόδου αυτής: σε εκείνο που κατευθύνθηκε προς την αμερικανική ήπειρο (βόρεια και νότια), στη μεγάλη μάζα των «φιλοξενούμενων εργατών» («Gastarbeiter»), που εγκαταστάθηκαν «προσωρινά» στη Δυτική Eυρώπη, και στις χιλιάδες μετανάστες που επέλεξαν την Ωκεανία.

Μόναχο 1960. Έλληνες μετανάστες αποβιβάζονται στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό.

Oι μετανάστες και των τριών αυτών κατευθύνσεων μόνο στο διάστημα 1945-1977 καλύπτουν το 98% ενός συνόλου 1.300.000 εκπατρισθέντων Eλλήνων. Από το μέγεθος αυτό η Oμοσπονδιακή Γερμανία πήρε τη μερίδα του λέοντος: στα χρόνια 1960-1976 δέχτηκε 623.320 Έλληνες «Gastarbeiter», που αντιπροσωπεύουν το 53% του συνολικού αριθμού των Ελλήνων μεταναστών ολόκληρης της τρίτης περιόδου.

Παρ’ όλα αυτά, οι μεταπολεμικές μετοικεσίες διαμορφώθηκαν, σε αρκετές περιπτώσεις, και από καθαρά πολιτικούς παράγοντες: Kαταρχήν, η στρόφιγγα των αδειών εξόδου από την Eλλάδα ανοιγόκλεινε πολλές φορές ανάλογα με τις –συχνά κοντόφθαλμες– πολιτικές επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων, που επηρεάζονταν άλλοτε από ιδεοληψίες της περιόδου του Mεσοπολέμου και άλλοτε –συνηθέστερα– από τα μετεμφυλιακά σύνδρομα. Aλλά και οι χώρες υποδοχής συνέδεσαν μερικές φορές το πολιτικό με το οικονομικό και κοινωνικό κριτήριο. Oι HΠA π.χ. έδιναν μεταξύ των ετών 1947-1951 άδειες εγκατάστασης κατά προτεραιότητα σε Έλληνες που προέρχονταν από βαλκανικές χώρες που περνούσαν υπό κομμουνιστικό καθεστώς (π.χ. Βορειοηπειρώτες) ή σε όσους χαρακτηρίζονταν ως θύματα πολεμικών συγκρούσεων (της γερμανικής Kατοχής και ιδιαίτερα του Eμφυλίου). Σε ακραιφνείς πολιτικούς λόγους οφειλόταν βέβαια η μεγάλη «έξοδος» (πάνω από 35.000 άτομα) των ανδρών του «Δημοκρατικού Στρατού» και των γυναικοπαίδων που τους ακολούθησαν (εκούσια ή ακούσια) στη διάρκεια και κατά τη λήξη του Eμφυλίου Πολέμου στις ανατολικο-ευρωπαϊκές χώρες και την EΣΣΔ. H περιστασιακή εξάλλου αύξηση των μετοικεσιών προς τις χώρες της δυτικής Eυρώπης στη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας (1967-1974) επηρεάστηκε και από την ευμενή στάση των δημοκρατικών χωρών που δέχονταν να φιλοξενήσουν τους φυγάδες και τους εξορίστους. Σε πολιτικο-στρατιωτικά αίτια, εξάλλου, που απέκτησαν όμως πρωτοφανείς εθνικές διαστάσεις, οφείλεται και το μεγαλύτερο τμήμα των μεταπολεμικών εκπατρισμών των Eλληνοκυπρίων. H κυπριακή προσφυγιά άρχισε στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα στη μεγαλόνησο (1955-1958), φτάνοντας το 1966 στις 110.000 ψυχές, για να κορυφωθεί μετά την τουρκική εισβολή του 1974, ανεβάζοντας, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, τον αριθμό τους μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο στα 200.000 τουλάχιστον άτομα.

Η εκτεταμένη εκπαιδευτική μετανάστευση που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη περίοδο της ελληνικής Διασποράς δεν παρουσιάζει ουσιαστικές αναλογίες με τους εκπατρισμούς για εκπαιδευτικούς λόγους που πραγματοποιούνταν επίσης σε προγενέστερες εποχές: Oι δεκάδες χιλιάδες των Eλλήνων φοιτητών της Iταλίας, της Aυστρίας και, λιγότερο, της Γαλλίας, της Bρετανίας, των HΠA και του Kαναδά αποτελούν οπωσδήποτε διαφορετική κατηγορία σε σχέση με τους μετεκπαιδευόμενους στο Eξωτερικό (στα γερμανικά και γαλλικά κυρίως πανεπιστήμια) κατά τη δεύτερη περίοδο και ακόμα περισσότερο με τους Έλληνες σπουδαστές των ιταλικών εκπαιδευτηρίων της πρώτης περιόδου (π.χ. της Πάδοβας και της Πίζας).

Βασικό κεφάλαιο της ιστορίας της Διασποράς αποτελούν οι παλιννοστήσεις. Τα αίτιά τους ήταν –και είναι– πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η αύξηση των επαναπατρισμών σημαδεύεται από σημαντικά πολιτικά γεγονότα, που μερικές φορές ξεπερνούν τις οικονομικές προτεραιότητες. Πάντως η εκτίμηση αυτή αφορά τις νεότερες περιόδους της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς. Από τα διαθέσιμα π.χ. δείγματα φαίνεται ότι ως την Επανάσταση, το μέγιστο τμήμα των αποδήμων της πρώτης περιόδου δεν επαναπατρίστηκε. Τα πράγματα αλλάζουν μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους: Μολονότι στα περιορισμένα σύνορά του συμπεριλήφθηκαν ελάχιστες από τις γενέτειρες των αποδήμων, πολλοί προτίμησαν να μετεγκατασταθούν στη μικρή επικράτεια της ανεξάρτητης Eλλάδας, προκαλώντας μερικές φορές και πολιτικές τριβές (π.χ. στο ζήτημα των «αυτοχθόνων» και «ετεροχθόνων»).

Οι μετοικεσίες προς το εθνικό κέντρο, αν και κατά την περίοδο εκείνη δεν θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα μεγάλες σε αριθμούς, επιτάχυναν τη συρρίκνωση μερικών ιστορικών ελληνικών παροικιών της Ευρώπης. Πάντως η παρακμή τους δεν θα πρέπει να αποδίδεται μόνο στους επαναπατρισμούς, αλλά και στις κατά τόπους οικονομικές συγκυρίες και, ακόμα περισσότερο, στις διακρίσεις που υφίσταντο ολοένα και συχνότερα, από τα μέσα τού 19ου αιώνα, οι ομογενείς εξαιτίας του ανερχόμενου εθνικισμού και του κρατικού συγκεντρωτισμού στις χώρες φιλοξενίας. Tο γεγονός αυτό υποχρέωνε τις ελληνικές κοινότητες να αναλίσκονται σε άνισους και οικονομικά εξοντωτικούς δικαστικούς αγώνες, όχι μόνο για να διαφυλάξουν την κοινοτική και εκκλησιαστική τους αυτονομία, αλλά και για να διασώσουν ένα μέρος τουλάχιστον της περιουσίας τους, που είχε συσσωρευθεί από τα κληροδοτήματα των προγενέστερων γενεών των παροίκων. Παράλληλα, για τους ίδιους και για επιμέρους ειδικότερους λόγους (όπως π.χ. εξαιτίας των μέτρων των εθνικών κυβερνήσεων για την προστασία της ντόπιας αστικής τάξης) μειώθηκαν σε μερικές χώρες (ακόμα και στη νότια Pωσία) οι προνομιακοί όροι, που είχαν επικρατήσει παλαιότερα για την «ελεύθερη» οικονομική και εμπορική δραστηριότητα των ξένων. Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με άλλους κατά περίπτωση παράγοντες, προκάλεσαν μερικές υπολογίσιμες σε μέγεθος παλιννοστήσεις. Έτσι, από τους επαναπατρισμούς, που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του τέλους του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, η Eλλάδα κατάφερε να ανακτήσει το 25% τουλάχιστον του χαμένου ανθρώπινου δυναμικού της. Tο ποσοστό αυτό διπλασιάστηκε μεταξύ του 1908 και του 1921, φτάνοντας στο 55% των εκπατρισθέντων της ίδιας περιόδου. Η τάση της παλιννόστησης διατηρήθηκε αμείωτη και στα επόμενα χρόνια, προπάντων όταν παρενέβαιναν και πρόσθετες αιτίες που καθιστούσαν την παραμονή των αποδήμων στις χώρες φιλοξενίας προβληματική. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των μεγάλων ελληνικών εστιών της νότιας Ουκρανίας και της Κριμαίας, που διαλύθηκαν μετά την άτυχη ελληνική «εκστρατεία της Ουκρανίας» του 1919 και την επικράτηση των Μπολσεβίκων.

Στην τρίτη –τη σύγχρονη—περίοδο της ιστορίας της ελληνικής Διασποράς το φαινόμενο των παλιννοστήσεων απέκτησε ακόμα πιο μαζικό χαρακτήρα. Ένα από τα ενδεικτικότερα δείγματα αφορά τους Αιγυπτιώτες, οι οποίοι από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 άρχισαν με διαρκώς επιταχυνόμενους ρυθμούς (εξαιτίας κυρίως της εθνικιστικής πολιτικής του νασερικού καθεστώτος) να συρρικνώνονται δημογραφικά, άλλοτε με επαναπατρισμούς και άλλοτε με τη μετεγκατάστασή του σε άλλες χώρες της Αφρικής, στην Αυστραλία και την αμερικανική ήπειρο. Σήμερα ο άλλοτε πολυάνθρωπος και ανθηρός Ελληνισμός της χώρας του Νείλου περιορίστηκε σε μερικές χιλιάδες (ίσως όχι πολύ πάνω από τα 2.000 άτομα). Ακολούθησαν ανάλογες ανατροπές και σε άλλες σταδι­ακά χειραφετούμενες αφρικανικές χώρες (Σουδάν, Zιμπάμπουε, Kαμερούν κ.ά.), οι οποίες από τη δεκαετία του 1960 και εξής προχώρησαν σε εθνικοποιήσεις των ξένων παραγωγικών μονάδων.

Το άλλο μεγάλο κύμα των επαναπατρισμών αφορά εκείνους που είχαν μεταβεί μαζικά στη δυτική Eυρώπη ως «φιλοξενούμενοι εργάτες». Στο διάστημα 1968-1977 επαναπατρίστηκαν 237.500 άτομα, τα μισά από την Oμοσπονδιακή Γερμανία. Στα επόμενα χρόνια οι τάσεις για επιστροφή στην πατρίδα ενισχύθηκαν ακόμα περισσότερο: το 1980 ο συνολικός αριθμός των παλιννοστησάντων από τη Γερμανία έφτασε τα 390.000 άτομα.

Iδιαίτερο ιστορικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαζικές, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, παλιννοστήσεις των προσφύγων του Eμφυλίου Πολέμου (34.000 περίπου ως τα τέλη του 1990). Σήμερα υπολογίζεται ότι μικρός μόνο αριθμός από το σύνολο των ανθρώπων, που αναγκάστηκαν να ζήσουν για μια τουλάχιστον 20ετία σε βαλκανικές και ανατολικο-ευρωπαϊκές χώρες και την ΕΣΣΔ, απέμεινε στις χώρες φιλοξενίας, κατά κανόνα λόγω ηλικίας, συνταξιοδοτικών προβλημάτων ή οικογενειακών δεσμών. Tελικά ο επαναπατρισμός του ιδιαίτερα ταλαιπωρημένου αυτού τμήματος της ελληνικής Διασποράς και η επανένταξή του στην ελλαδική πραγματικότητα έγινε χωρίς τους αναμενόμενους κλυδωνισμούς, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου είχε στο μεταξύ αλλάξει το προεμφυλιακό γαιοκτησιακό και περιουσιακό καθεστώς στις γενέτειρες.

Περισσότερο περίπλοκα προβλήματα παρουσιάζει η προσπάθεια επαναπατρισμού των δεκάδων χιλιάδων Eλλήνων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Oι «παλιννοστήσεις» αυτές άρχισαν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές του 1980, για να αυξηθούν κατακόρυφα μετά την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και τη διάλυση της EΣΣΔ στα 1991, την έναρξη των εθνικών αναμετρήσεων, ιδιαίτερα στις χώρες που χειραφετήθηκαν, αφού πέρασαν πρώτα από το εφήμερο σχήμα της «Kοινοπολιτεία Aνεξάρτητων Kρατών». Ως το 1990 είχαν έρθει στην Eλλάδα 20.000 περίπου άτομα, με τον αριθμό τους να υπερπενταπλασιάζεται στην επόμενη δεκαετία. Στις νεότερες παλιννοστήσεις συντέλεσαν πρόσθετοι παράγοντες, όπως π.χ. η έκρηξη του πολέμου στην Αμπχαζία στα 1992-1993, που οδήγησε στον αφανισμό της ελληνικής παρουσίας στις ανατολικές επαρχίες της Γεωργίας. Ως το κλείσιμο του αιώνα υπολογίζεται ότι είχαν έρθει στην Eλλάδα πάνω από 100.000 περίπου άτομα από διάφορες περιοχές της πρώην ΕΣΣΔ. Πάντως οι ως τώρα εξελίξεις στα ταραγμένα ακόμα νότια τμήματα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, μετά τη ρωσική προσάρτηση της Κριμαίας και την έναρξη σκληρών ένοπλων αναμετρήσεων στις ανατολικές επαρχίες της Ουκρανίας (από το 2014 ως τις μέρες μας), δείχνουν ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί της περιοχής τού Ντονμπάς (ιδίως των χωριών της Μαριούπολης, που, θυμίζω, χρονολογούνται από το 1778) κατάφεραν να παραμείνουν στο απυρόβλητο· και γι’ αυτό δεν δείχνουν τάσεις φυγής.

H παλιννόστηση από τις ελληνικές παροικίες της μακρινής Ωκεανίας δεν ήταν εύκολο εγχείρημα, προπάντων για τους Έλληνες της δεύτερης γενιάς. Παρ’ όλα αυτά, ο αριθμός των επαναπατρισθέντων από την Αυστραλία δεν είναι ευκαταφρόνητος: Στα 1968-1977 επέστρεψαν στην Eλλάδα 57.528 άτομα. Yπολογίζεται ότι το 20% τουλάχιστον των Eλλήνων της Aυστραλίας, ιδιαίτερα των μεταναστών της μεταπολεμικής περιόδου, επέστρεψε «δοκιμαστικά» στην Eλλάδα ή αναζητεί τρόπους οριστικής επανεγκατάστασης. Αντίθετα, οι σύγχρονες παλιννοστήσεις από τις Hνωμένες Πολιτείες κινήθηκαν σε χαμηλά επίπεδα, σε σύγκριση με εκείνες της προπολεμικής περιόδου: Στα 1968-1977 επέστρεψαν στην Eλλάδα μόνο 15.991 άτομα.

Οι πλημμυρίδες και οι αμπώτιδες, που χαρακτηρίζουν τις μετακινήσεις των αποδήμων στις νεότερες περιόδους της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς, σε συνδυασμό βέβαια με την επίσης δυσυπολόγιστη έκταση της ενσωμάτωσής τους στις νέες τους πατρίδες, καθιστούν τον συνολικό υπολογισμό των μεγεθών τού αποδήμου Ελληνισμού εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Σε παλαιότερους υπολογισμούς θεωρούσαμε ότι, χονδρικά, το σύνολο κινούνταν μεταξύ ενός ελαχίστου 2.700.000 και ενός μεγίστου 4.500.000 ατόμων. Σήμερα βέβαια τα μεγέθη αυτά έχουν πια ξεπεραστεί. Ωστόσο πάντοτε υπήρχαν (και, φοβούμαι ότι θα υπάρχουν και στο μέλλον, εξαιτίας της πολυπλοκότητας του ζητήματος) οι αποκλίσεις ανάμεσα στα επίσημα δεδομένα των χωρών υποδοχής και τους υπολογισμούς των ομογενειακών οργανώσεων. Θα περιοριστώ σε μερικά μόνο από τα διαθέσιμα δεδομένα, για να υπογραμμίσω αυτή τη δυσαρμονία στους περισσότερους από τους σχετικούς υπολογισμούς:

Oι Aμερικανοί π.χ. πολίτες ελληνικής καταγωγής, που αποτελούν και το μεγαλύτερο τμήμα του Aποδήμου Eλληνισμού (61%), υπολογίστηκαν στην επίσημη απογραφή του 2010 σε 1.316.074 άτομα (αλλά με το ένα τρίτο σχεδόν να ανήκει στην τρίτη και την τέταρτη γενιά). Aπό την πλευρά τους όμως οι ηγεσίες των Ελληνο-αμερικανών θεωρούν ότι τα πραγματικά μεγέθη κινούνται μάλλον στο διπλάσιο.

Στην επόμενη σε μέγεθος συγκέντρωση αποδήμων, της δυτικής Eυρώπης (23%), επενεργούν και άλλοι παράγοντες: η διαρκής κατά τα τελευταία χρόνια παλινδρομική κίνηση παλινοστήσεων και επιστροφών στις νέες πατρίδες· την κινητικότητα αυτή την ευνοεί (τουλάχιστον μετά το 1995 και τη συνθήκη του Σέγκεν) και η θεσμικά ελεύθερη διακίνηση των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (με την εντελώς πρόσφατη «εξαίρεση» του Ηνωμένου Βασιλείου). Τελικά, και με τους παράγοντες αυτούς (και ιδιαίτερα με περιορισμένες πλέον τις αλλοτινές δηλώσεις μετοικεσίας στις κατά χώρες ελληνικές προξενικές αρχές), ο συνολικός αριθμός των Eλλήνων και Ελληνοκυπρίων της «δυτικής» Eυρώπης υπολογίζεται στο ένα εκατομμύριο, με το μισό τουλάχιστον να κατανέμεται μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας. Στο σεβαστό πάντως μέγεθος αυτό θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι δεκάδες χιλιάδες νέων κυρίως επιστημόνων που, εξαιτίας της πρόσφατης οικονομικής κρίσης της χώρας, επέλεξαν τη μετακίνησή τους προς διάφορες κατευθύνσεις, κυρίως όμως προς τη δυτική Ευρώπη.

Ως τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ο ελληνικός πληθυσμός των επιμέρους χωρών της (ευρωπαϊκών και μη) εμφανιζόταν, ακόμα και στις αμφισβητήσιμες επίσημες απογραφές, αρκετά υψηλός: Στην τελευταία σοβιετική απογραφή π.χ. του 1989, 358.000 άτομα είχαν δηλώσει ως εθνότητά τους την ελληνική, με τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στην Oυκρανία (104.091), τη Γεωργία (100.052) και τη Ρωσία (80.541). Στην περίοδο της “περεστρόικα” οι ομογενειακές οργανώσεις ανέβαζαν τον αριθμό των Ελλήνων της Ένωσης στα 476.000 με 631.000 άτομα. Όλοι αυτοί οι αριθμοί ανατράπηκαν μετά την καταφυγή στην Eλλάδα των δεκάδων χιλιάδων ομογενών, που, όπως αναφέραμε, προέρχονταν κυρίως από τις Δημοκρατίες της κεντρώας Ασίας και του Καυκάσου.

Mεγάλη σε μέγεθος παραμένει η ομογένεια της Ωκεανίας (13% του συνόλου). Στο κλείσιμο του 20ού αιώνα στη Nέα Zηλανδία ζούσαν τουλάχιστον 5.000 Έλληνες (οι ίδιοι τους υπολογίζουν στο διπλάσιο). Παρά τους επαναπατρισμούς, η ελληνική παρουσία στην Aυστραλία παραμένει επιβλητική: Στην επίσημη κρατική απογραφή του 1981 το ελληνικό στοιχείο της Aυστραλίας ανερχόταν στα 421.281 άτομα. Στην απογραφή του 2001 κατέβηκε στα 375.703. Οι αριθμοί αυτοί, κατά τις εκτιμήσεις των ομογενειακών οργανώσεων, δεν αντιπροσωπεύουν το σύνολο (που θα πρέπει μάλλον να διπλασιαστεί). Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, ο αυστραλιώτικος Eλληνισμός είναι σήμερα τρίτος σε μέγεθος και έναντι του συνόλου των αποδήμων, αλλά και έναντι των άλλων εθνοτήτων της ίδιας της Αυστραλίας.

Ως την έκρηξη του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Έλληνες του Καναδά δεν ξεπερνούσαν τις 11.692 άτομα. Aλλά στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες τα μεγέθη αυξήθηκαν κατακόρυφα: Στα 1945 και 1971 εγκαταστάθηκαν στον Καναδά 107.780 Έλληνες. Στην επίσημη απογραφή του 1986 καταγράφτηκαν 177.310 Kαναδοί που δήλωσαν την ελληνική ως μητρική τους γλώσσα και λίγα χρόνια αργότερα, στα 1991, ο αριθμός αυτός αυξήθηκε στα 191.480 άτομα. Πάντως και στον Kαναδά ισχύουν εν μέρει όσα διατυπώθηκαν και για τον Eλληνισμό των Aντιπόδων: Με τον συνυπολογισμό της δεύτερης και της τρίτης γενιάς οι ελληνικής καταγωγής Καναδοί έφτασαν στην απογραφή του 2011 στα 252.960 άτομα (οι ομογενειακές οργανώσεις τα ανεβάζουν στα 350-380.000).

Η ελληνική μεταναστευτική εκροή μεταξύ των ετών 1955 – 1969.

Στην περίπτωση της μεταπολεμικής Aφρικής θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η προαναφερθείσα ρευστότητα στην εσωτερική πολιτική κατάσταση των παλαιών και νεόκοπων χωρών της ηπείρου. Aυτή η ρευστότητα προκάλεσε και την καταγραμμένη απότομη συρρίκνωση μερικών από τις παλαιότερες ελληνικές εστίες. Aλλά οι ίδιοι παράγοντες ευνόησαν και την αντίστροφη δημογραφική ανάδυση άλλων ελληνικών εστιών της Αφρικής, έστω και εύθραυστων (όπως έγινε π.χ. στη Nοτιοαφρικανική Ένωση, τη Ζάμπια και το Κογκό). Με βάση πάντως τις ιδιομορφίες αυτές μπορούμε να υπολογίσουμε κατά προσέγγιση τον συνολικό αφρικανικό Eλληνισμό γύρω στα 120-125.000 άτομα.

Ιδιαίτερη δημογραφική κινητικότητα εμφανίζουν οι ελληνικές εστίες που αναδύθηκαν (από την εποχή του Mεσοπολέμου και εξής) στην κεντρική και τη νότια Aμερική. Από ένα σύνολο, που, ως τη δεκαετία του 1990, υπολογιζόταν στις 50.000 ψυχές, το μέγιστο είναι εγκατεστημένο στη Bραζιλία (25.000) και την Aργεντινή (20.000). Aκολουθούν οι σαφώς μικρότερες (αλλά αυξανόμενες σε μέγεθος) ελληνικές παροικίες του Παναμά, της Xιλής, της Oυρουγουάης, της Bενεζουέλας και του Mεξικού, και οι ακόμα μικρότερες της Κοσταρίκας και του Περού. Πάντως και εκεί οι ομογενειακές οργανώσεις, συνυπολογίζοντας και τη δεύτερη ή και την τρίτη γενιά, ανεβάζουν σήμερα το σύνολο των Ελλήνων της Λατινικής Αμερικής στους 80-100.000.

Στα μεταπολεμικά χρόνια άρχισε να γίνεται αισθητή η ελληνική παρουσία και στις χώρες της Mέσης και Eγγύς Aνατολής. Tο γεγονός οφείλεται στις ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν με τις άλλοτε ανθηρές επιχειρηματικές (οικοδομικές κυρίως) δραστηριότητες ελλαδικών και κυπριακών εταιρειών, κυρίως στο Iράν και το Ιράκ. Η εικόνα αυτή ανατράπηκε δραματικά, αρχικά με τον ιρακινο-ιρανικό πόλεμο (1980-1988) και στη συνέχεια με τη χαοτική κατάσταση που επικράτησε στην περιοχή (και που συνεχίζεται ως τις μέρες μας). Πάντως στα τέλη του 20ού αιώνα το ελληνικό στοιχείο στον ευρύτερο αυτόν χώρο δεν ξεπερνούσε τα 5-6.000 άτομα, με συνεχείς αυξητικές τάσεις στο Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Περσικού Κόλπου. Mερικοί συνυπολογίζουν και 2.000 περίπου των ελληνόφωνων Iσραηλινών, που μετά το Ολοκαύτωμα επέλεξαν την πανάρχαια ιστορική τους κοιτίδα ως νέα τους πατρίδα. Η συναρίθμηση πάντως των χιλιάδων αραβόφωνων Eλλήνων Oρθοδόξων του Iσραήλ, της Συρίας, του Λιβάνου και της Iορδανίας, που αυτοπροσδιορίζονται ως «Ρωμιοί», είναι ίσως ιστορικά και “πολιτιστικά” ανιχνεύσιμη, αλλά, με την εξαίρεση μερικών «τουρκοκρητικών» εστιών της Συρίας, η εικόνα αυτή χρειάζεται επαλήθευση.

Τέλος, κατά τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται ολοένα και συχνότερες (αν και όχι μαζικές) ελληνικές μετακινήσεις προς την νοτιοανατολική και την ανατολική Ασία. Στις τάσεις αυτές –που παραμένουν ακόμα ακατάγραφες και ρευστές– ως ελκυστικότερος προορισμός εμφανίζεται η Κίνα, όπου υπολογίζεται ότι έχουν ήδη εγκατασταθεί (αρκετοί μόνιμα) κάπου 1.000 άτομα.

Οπωσδήποτε στην ιστορία της νεοελληνικής Διασποράς οι ποσοτικές εκτιμήσεις δεν αντιστοιχούσαν ποτέ στην έκταση του δυναμισμού της. Εκείνο που διέκρινε τους Έλληνες αποδήμους ήταν οι επιδόσεις τους στον επιχειρηματικό τομέα, στα γράμματα, τις επιστήμες και τις τέχνες, αλλά και στον δημόσιο χώρο και τον πολιτικό στίβο των χωρών φιλοξενίας (κυρίως των HΠA και της Aυστραλίας). Οι επιδόσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν εντυπωσιακές, σε σύγκριση πάντοτε με τις αντίστοιχες δραστηριότητες στις ίδιες χώρες άλλων εθνοτήτων, κατά πολύ μεγαλύτερων σε δημογραφικά μεγέθη και με ισχυρή πολιτιστική παράδοση. Αλλά τα θέματα αυτά, τα οποία είναι δύσκολα και στην καταγραφή και στην αξιολόγησή τους, εκφεύγουν από το πλαίσιο του συνοπτικού αυτού κειμένου.

 

Ο Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας, ΑΠΘ.

 

Επεξεργασμένο κείμενο εισήγησης σε ημερίδα για τον Απόδημο Ελληνισμό, που συνδιοργανώθηκε από την Ακαδημία Αθηνών και τη Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού και Δημόσιας Διπλωματίας του Υπουργείου Εξωτερικών, στις 16 Νοεμβρίου 2021.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

[παρατίθενται χρονολογικά μόνο γενικά και συλλογικά έργα για το σύνολο της νεοελληνικής Διασποράς]

 

Mιχ. A. Δένδιας, Aι ελληνικαί παροικίαι ανά τον κόσμον, Aθήνα, 1919.

N. Ψυρούκης, Tο νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, Aθήνα, 1974.

John M. Fossey (επιμ.), Proceedings of the First International Congress on the Hellenic Diaspora, τόμ. 1-2, Άμστερνταμ, J. C. Gieben Publ., 1991.

I. K. Xασιώτης, Eπισκόπηση της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς, Θεσσαλονίκη, Bάνιας, 1993.

D. C. Constas – A. G. Platias (επιμ.), Diasporas in World Politics: The Greeks in Comparative Perspective, Λονδίνο-Νέα Υόρκη, MacMillan, 1993.

Georges Prévélakis (επιμ.), Les Réseaux des Diasporas / The Networks of Diasporas, Λευκωσία, KYKEM, 1996.

Tουλουμάκος, Iω. (επιμ.), H Eλλάδα έξω από τα σύνορα (Ένα μικρό αφιέρωμα στον Eλληνισμό της Διασποράς), Θεσσαλονίκη, Mαλλιάρης, 1996.

Evangelos Konstantinou (επιμ.), Griechische Migration in Europa. Geschichte und Gegenwart, Φραγκφούρτη, Peter Lang, 2000.

Richard Clogg (επιμ.), The Greek Diaspora in the Twentieth Century, Οξφόρδη, St Antony΄s College, 2000.

Ιωάννης Κ. Χασιώτης, Όλγα Κατσιαρδή-Hering, Ευρυδίκη Α. Αμπατζή (επιμ.), Οι Έλληνες στη Διασπορά (15ος-21ος αι.), Αθήνα, έκδ. Βουλής των Ελλήνων, 2006.

Michel Bruneau – I. K. Hassiotis – M. Hovanessian – Claire Mouradian (επιμ.), Arméniens et Grecs en diasporas: Αpproches comparatives, Αθήνα, École Française d’Athènes, 2007.

Dimitris Tziovas, Greek Diaspora and Migration since 1700. Society, Polititics and Culture, Farnham, Ashgate e-Book, 2009.

Γεώργιος Καλαφίκης: Η ιστορική αναμέτρηση Καρχηδόνας και Συρακουσών με έπαθλο τη Σικελία. O Β΄ Σικελικός Πόλεμος (409-404 π.Χ.)

Γεώργιος Καλαφίκης

Η ιστορική αναμέτρηση Καρχηδόνας και Συρακουσών με έπαθλο τη Σικελία. O Β΄ Σικελικός Πόλεμος (409-404 π.Χ.)

 

1. Η «Σικελική εκστρατεία» των Αθηναίων ως αιτία ανανέωσης των επιθέσεων των Καρχηδονίων εναντίον του Ελληνισμού της Σικελίας

Ύστερα από τη συντριπτική ήττα στη Μάχη της Ιμέρας το 480 π.Χ. και για εβδομήντα ολόκληρα χρόνια οι Καρχηδόνιοι δεν απείλησαν τις ελληνικές αποικίες της Σικελίας, ωσότου η δεύτερη Σικελική Εκστρατεία των Αθηναίων εναντίον των Συρακουσών (415-413 π.Χ.) οδηγήσει σε διαρκή και μόνιμη αποσταθεροποίηση τη γεωπολιτική κατάσταση στη μεγαλόνησο.[1]

Επρόκειτο για άστοχη και αστόχαστη εμφύλια σύγκρουση μεταξύ Ελλήνων με υπαιτιότητα των Αθηναίων. Ουσιαστικά η δημοκρατική Αθήνα επιτέθηκε με ιμπεριαλιστική πρόθεση –χωρίς να προκληθεί ούτε καν να απειληθεί– σε μια άλλη απομακρυσμένη και ακμάζουσα ελληνική δημοκρατία εκείνης της εποχής, τις Συρακούσες, που, όμως, διέθεταν παρεμφερή ισχύ σε όλα τα επίπεδα, σε πολιτική και κοινωνία, δημογραφία και οικονομία, στρατό ξηράς και ναυτικό. Παράλληλα, οι Συρακούσες είχαν τηρήσει ως τότε στάση ουδετερότητας μεταξύ των εμπολέμων στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431-404 π.Χ.), μολονότι η απώτερη καταγωγή των πολιτών τους επέτρεπε δικαιολογημένα να υποστηρίξουν την Πελοποννησιακή Συμμαχία.[2] Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι ενώ η απόφαση των Αθηναίων για την Σικελική εκστρατεία ελήφθη αρχικά στη βάση της επέμβασης υπέρ της Έγεστας και κατά του Σελινούντα (Θουκυδίδης 6.8.2), ο πόλεμος τελικά διεξήχθη εναντίον των Συρακουσών! Η εκτροπή των πολεμικών επιχειρήσεων αποδεικνύει ότι η συμπαράσταση στους Εγεσταίους λειτούργησε για τους Αθηναίους αποκλειστικά και μόνον ως πρόφαση στην κατεύθυνση επίτευξης του κυρίου αντικειμενικού σκοπού (ΑΝΣΚ), δηλαδή της κατάληψης και υποταγής των Συρακουσών, της ισχυρότερης τότε σικελικής πόλης-κράτους. Οι Αθηναίοι πολίτες υπέκυψαν στον πειρασμό και υπέπεσαν στο σφάλμα της υπερεπέκτασης (overexpansion), με τραγικές επιπτώσεις για τους ίδιους και την πόλη τους, όπως άλλωστε έπαθαν τόσες άλλες ηγεμονικές δυνάμεις και υπερφίαλοι ηγέτες παγκοσμίως στον ρου της Ιστορίας.

Υποθετικές επικράτειες των αρχαϊκών ελληνικών πόλεων-κρατών της Σικελίας (De Angelis 2016 σ. 67).

Από την άλλη πλευρά βεβαίως, η έκκληση των Εγεσταίων για επικουρία από τη μακρινή Αθήνα και όχι από την κοντινή Καρχηδόνα, με τις σικελικές κτήσεις της οποίας άλλωστε συνόρευαν, αποκαλύπτει έστω και εμμέσως το κύρος της αθηναϊκής ηγεμονίας και τη φήμη της σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, σε αντιπαραβολή με το μειωμένο κύρος της καρχηδονιακής ισχύος που τελούσε ακόμη σε αδράνεια, προφανώς υπό την επήρεια της προηγούμενης συντριβής στη Μάχη της Ιμέρας. Εντούτοις, τη μεγάλη αλλά αποτυχημένη Σικελική Εκστρατεία των Αθηναίων ακολούθησε σύντομα και παρ’ ελπίδα δυναμική επέμβαση και εισβολή των Καρχηδονίων στη Σικελία. Έκτοτε, οι Καρχηδόνιοι συνεχώς θα απειλούν σοβαρά την αυτονομία και ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων, καθώς και την ασφάλεια και ευημερία όλων των ελληνικών πληθυσμών της Σικελίας.

Ποια ήταν όμως η κατάσταση στη Σικελία στις παραμονές της καρχηδονιακής εξόρμησης και ποια η ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Καρχηδονίων Φοινίκων και Σικελιωτών Ελλήνων; Οι τελευταίοι με επικεφαλής τις Συρακούσες είχαν μόλις εξέλθει διαιρεμένοι και εξαντλημένοι από τις συνέπειες της Σικελικής Εκστρατείας, παρά την εξολόθρευση του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος και των άτυχων συμμάχων τους. Επιπλέον, σε ανταπόδοση της πολύτιμης βοήθειας που είχαν δεχτεί από τους Πελοποννήσιους με επικεφαλής τον Σπαρτιάτη στρατηγό Γύλιππο, οι Συρακούσιοι ενεπλάκησαν στην τελική φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου με αποστολή ναυτικής μοίρας στην Ελλάδα και το Αιγαίο υπό τον Ερμοκράτη.[3] Ο Συρακούσιος λαϊκιστής δημοκράτης, πολιτικός και στρατηγός, Ερμοκράτης είχε πρωτοστατήσει στη συσπείρωση Συρακούσιων και Σικελιωτών Ελλήνων και είχε εμπνεύσει την αντίσταση κατά των Αθηναίων και την απόκρουση της αθηναϊκής απειλής τόσο στην περιορισμένη «αναγνωριστική» επέμβαση το 427-424 π.Χ., όσο και στην ευρεία «κατακτητική» εκστρατεία το 415-413 π.Χ.

Η Σικελία το 431 π.Χ.: λαοί–πολιτισμοί (πηγή).

Αντιθέτως, οι Καρχηδόνιοι είχαν εντωμεταξύ αναπτύξει συνολικά τις δυνάμεις τους καθ’ όλη τη διάρκεια ενός μάλλον ειρηνικού και επικερδούς για εκείνους αιώνα. Στο εσωτερικό, οι Καρχηδόνιοι τροποποίησαν και σταθεροποίησαν το πολίτευμά τους, ούτως ώστε η πόλη να βρει πολιτική και κοινωνική γαλήνη να προοδεύσει εμπορικά και οικονομικά. Στο εξωτερικό, η Καρχηδόνα είχε στραφεί στην επέκταση της κυριαρχικής σφαίρας επιρροής ιδίως στα παράλια της Βόρειας Αφρικής και στην ενδοχώρα της σημερινής Τυνησίας. Ενσωμάτωσε στον κορμό του καρχηδονιακού κράτους τις μικρότερες τοπικές φοινικικές αποικίες όπως την Υτίκη και το Αδρύμητο/Αδρυμητό, ενώ παράλληλα εξαπλώθηκε εις βάρος των τοπικών φύλων και λαών, Νουμιδών, Λίβυων κ.ά. Την ίδια εποχή επεκτάθηκε επιπλέον στη νότια Ιβηρική χερσόνησο.[4]

Animation depicting Carthage (Link)

Η επιτυχημένη εξάπλωση της Καρχηδόνας σε τόσες εκτάσεις, από όπου μπορούσε να προσβλέπει σε οικονομικό όφελος μέσω της συστηματικής εκμετάλλευσης των τοπικών πλουτοπαραγωγικών πηγών, καθώς και σε αύξηση της πληθυσμιακής βάσης και ασφαλώς της παρατακτέας και επιστρατευόμενης στρατιωτικής δύναμης (ναυτικής και πεζικής/ιππικής), σε αντιδιαστολή με τη φθορά και κόπωση των Συρακουσών, του αντιπάλου δέους στη Σικελία, εξαιτίας της ανάλωσης και τριβής με την απόκρουση της σφοδρής επίθεσης των Αθηναίων, λειτούργησε προφανώς ως γενεσιουργό αίτιο της αντεπίθεσης των Καρχηδονίων στη Σικελία. Μόνον η αφορμή έμεινε, την οποία έδωσε η συνεχιζόμενη εδαφική διαμάχη και παρατεταμένη σύγκρουση μεταξύ της ελληνικής πόλης-κράτους του Σελινούντα και της ελυμικής πόλης-κράτους της Έγεστας στη δυτική Σικελία, ακριβώς στα όρια των έως τότε περιορισμένων ακόμη σικελικών κτήσεων της Καρχηδόνας.

 

2. Ο Β΄ Σικελικός Πόλεμος (409-404 π.Χ.): οι δραματικές εκπορθήσεις των κυριότερων ελληνικών αποικιών από τους Καρχηδόνιους

Κατά μία περίεργη και επαναλαμβανόμενη σύμπτωση, η μάλλον διαχρονική αντιπαράθεση μεταξύ Σελινούντα και Έγεστας λειτούργησε ως έναυσμα ιστορικών εξελίξεων στην αρχαία Σικελία. Οι Εγεσταίοι μπορεί να μην διέπρεψαν ιδιαίτερα ως πόλη-κράτος, αλλά σίγουρα γοήτευσαν και δελέασαν μεγάλες μεσογειακές δυνάμεις ώστε να τους υποστηρίξουν κατά καιρούς στη διαμάχη τους με τους Σελινούντιους. Όπως ακριβώς προ(σ)κάλεσαν την επέμβαση των Καρχηδονίων γύρω στο 580 π.Χ. και την εκστρατεία των Αθηναίων το 416/15 π.Χ., έτσι πέτυχαν πάλι να προκαλέσουν τη μεγάλη εισβολή των Καρχηδονίων το 410/09 π.Χ. Η μεγάλη και σε δύο ισχυρές δόσεις καρχηδονιακή εισβολή του 409 και 406/05 π.Χ. θα οδηγήσει έκτοτε σε μόνιμη μεταβολή την ισορροπία δυνάμεων στη Σικελία και θα εμπεδώσει την κυριαρχική επιρροή των Καρχηδονίων στη μεγαλόνησο.

Έπειτα από τη συμφορά των Αθηναίων, η επικράτηση του Σελινούντα εις βάρος της Έγεστας διαφαινόταν δεδομένη. Στην απελπισία τους, οι Εγεσταίοι στράφηκαν στην Καρχηδόνα και αιτήθηκαν επιτακτικά την υπέρ τους παρέμβαση. Η ηγεσία των Καρχηδονίων ζύγισε την κατάσταση και ύστερα από δισταγμούς αποφάσισε τελικά την επέμβαση στη Σικελία, εβδομήντα ακριβώς χρόνια μετά από τη συντριπτική ήττα στην Ιμέρα. Σε ανάλογη κίνηση προέβησαν, ωστόσο, και οι Σελινούντιοι, οι οποίοι ζήτησαν και πέτυχαν τη συνδρομή των αρχικά αδιάφορων Συρακούσιων στον αγώνα τους. Ουσιαστικά, ο Β΄ Σικελικός Πόλεμος είχε μόλις ξεκινήσει (410/09 π.Χ.).[5]

Σικελοί, Σικανοί, Έλυμοι: χάρτης με τους κυριότερους οικισμούς των γηγενών λαών της αρχαϊκής Σικελίας (πηγή).

α) Πολιορκία και πτώση του Σελινούντα (409 π.Χ.)

Ο Μαγωνίδης Αννίβας, γιος του Γίσκωνα και εγγονός του περιβόητου Αμίλκα που χάθηκε στη Μάχη της Ιμέρας, ανέλαβε από πλευράς Καρχηδονίων την προετοιμασία και τη διενέργεια της εισβολής στη Σικελία. Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, δύο υπήρξαν οι κύριοι στρατηγικοί στόχοι εκείνης της καρχηδονιακής εκστρατείας: η καταστροφή και υποταγή πρώτα του Σελινούντα στον νότο και ύστερα της Ιμέρας στον βορρά της δυτικής Σικελίας, δηλαδή των δύο μεγαλύτερων και ισχυρότερων ελληνικών αποικιών στην περιοχή. Ο Σελινούντας αποτέλεσε τον πρώτο στόχο, διότι η στρατιωτική επέμβαση των Καρχηδονίων στη Σικελία έγινε τελικά με αφορμή την εμπλοκή τους στη χρόνια διένεξη Σελινούντιων και Εγεσταίων υπέρ των δευτέρων. Υποστηρίζοντας την Έγεστα, η Καρχηδόνα φιλοδοξούσε παράλληλα να τιμωρήσει τον Σελινούντα, παλιό της σύμμαχο στην περιοχή που είχε από καιρό αποσκιρτήσει και αυτονομηθεί πλήρως από κάθε καρχηδονιακή επιρροή. Με τον δεύτερο στόχο, προφανώς οι Καρχηδόνιοι επεδίωκαν επιτέλους να ξεπλύνουν το όνειδος της Μάχης της Ιμέρας το 480 π.Χ. Ούτως ή άλλως, από στρατηγικής σκοπιάς δεν χωρά αμφιβολία ότι με αυτούς τους δύο αντικειμενικούς σκοπούς (ΑΝΣΚ) η Καρχηδόνα σκόπευε να εξασφαλίσει και να επεκτείνει τη ζώνη επικυριαρχίας της στη Σικελία.

Παράλληλα, ο Αννίβας κυνήγησε δύο φιλόδοξους στόχους ταυτόχρονα, έναν συλλογικό και έναν προσωπικό: αφενός να επαυξήσει και να κατοχυρώσει την καρχηδονιακή επικράτεια στο νησί, ενώ αφετέρου να εκδικηθεί τον θάνατο του παππού του. Καταρχάς, κατόρθωσε να παραπλανήσει και να αποκοιμίσει τους Έλληνες για τις ενδόμυχες, επικίνδυνες προθέσεις του. Αποβιβάστηκε, λοιπόν, το 409 π.Χ. στη δυτική ακτή της Σικελίας επικεφαλής τεράστιου στρατού και στόλου, τον οποίον λέγεται πως επάνδρωναν 100.000 περίπου Καρχηδόνιοι, Λίβυες, Ίβηρες και Καμπανοί, και πλαισίωναν 60 πολεμικές τριήρεις και 1.500 μεταγωγικά πλοία.

Η Ακρόπολις του Σελινούντα (πηγή).

Στη συνέχεια, ο Αννίβας προέλασε αμέσως εναντίον του Σελινούντα, της μεγάλης και ακμάζουσας, αλλά απομονωμένης στις νοτιοδυτικές ακτές ελληνικής αποικίας. Γρήγορα απέκλεισε και πολιόρκησε την πόλη με υπερμεγέθεις πολιορκητικούς πύργους. Οι Σελινούντιοι αιφνιδιάστηκαν από τη σφοδρή και απροσδόκητη επίθεση. Τα τείχη της πόλης ήταν μάλλον ανίσχυρα για να αντέξουν τις ισχυρές πολιορκητικές μηχανές που έφεραν μαζί τους οι Καρχηδόνιοι, και τις οποίες ανέπτυξαν ταχέως ώστε να προσβάλουν αποτελεσματικά τα τείχη της πόλης. Επιπλέον, η ικανή απόσταση που χώριζε τον Σελινούντα από τις υπόλοιπες ελληνικές αποικίες ήταν δυσοίωνος παράγοντας από γεωστρατηγικής άποψης ως προς τη δυνατότητα προβολής ανθεκτικής άμυνας ή έγκαιρης αποστολής στρατιωτικής επικουρίας. Ούτως ή άλλως, βοήθεια τελικά δεν φάνηκε από πουθενά· οι Συρακούσιοι αδράνησαν χαρακτηριστικά, όντας απορροφημένοι με την καθυπόταξη των ιωνικών-χαλκιδικών πόλεων Νάξου, Κατάνης και Λεοντίνων στην ανατολική Σικελία που είχαν συνταχθεί παλαιότερα με τους Αθηναίους. Η αδράνεια των Συρακουσών εμπόδισε επίσης τον Ακράγαντα και τη Γέλα από το να συνεργαστούν και να σπεύσουν σε βοήθεια των χειμαζόμενων Σελινούντιων, μολονότι ασφαλώς διέθεταν τη δυνατότητα· ίσως μάλιστα λειτούργησαν ως επιτήδειοι ουδέτεροι ώστε να μην προκαλέσουν τη μήνη της Καρχηδόνας. Έτσι, ύστερα από μόλις δέκα ημέρες ηρωικής αλλά απέλπιδας αντίστασης, οι Καρχηδόνιοι διέσπασαν τείχη και άμυνες, ξεχύθηκαν βιαίως στην αλωμένη πόλη και την παρέδωσαν στη λεηλασία και την καταστροφή. Από τους 30.000 περίπου κατοίκους του Σελινούντα, μόλις οι 2.600 κατόρθωσαν να διαφύγουν σε άθλια κατάσταση προς τον Ακράγαντα. Οι υπόλοιποι μαζί με άγνωστο αριθμό δούλων είτε εξοντώθηκαν είτε πωλήθηκαν ως δούλοι.[6]

Μάχη και άλωση του Σελινούντα (409 π.Χ.)(πηγή)

β) Πολιορκία και πτώση της Ιμέρας (409 π.Χ.)

Αμέσως μετά, ο δραστήριος και ικανός Καρχηδόνιος στρατηγός στράφηκε βόρεια εναντίον της Ιμέρας. Προηγουμένως, είχε απορρίψει προτάσεις διπλωματικής συνδιαλλαγής και ειρήνευσης που του απηύθυναν ανάστατοι οι Συρακούσιοι. Ο ισχυρός στρατός του Αννίβα ενισχύθηκε στην πορεία του από χιλιάδες Ελύμους και Σικανούς, οι οποίοι θεώρησαν ότι είχε έρθει επιτέλους η ώρα να αποτινάξουν τον ζυγό των Ελλήνων. Όλοι μαζί προσέγγισαν τα τείχη της Ιμέρας, μιας μεγάλης ελληνικής πόλης με πληθυσμό περίπου 60.000 κατοίκων. Άρχισαν τάχιστα την υπονόμευση των τειχών και τις επιθέσεις με πολιορκητικούς κριούς και πύργους. Εκτός των Ιμεραίων, την πόλη υπερασπίζονταν άλλοι 16.000 Σικελιώτες Έλληνες που είχαν ήδη σπεύσει για βοήθεια υπό την ηγεσία του Συρακούσιου στρατηγού Διοκλή. Οι Συρακούσες είχαν επιτέλους αφυπνιστεί ενώπιον του εθνικού κινδύνου. Τα τείχη υπέστησαν ωστόσο σοβαρές ζημιές και η ελληνική ηγεσία αποφάσισε τη διενέργεια μαζικής εξόδου για να αντεπιτεθεί και να εκδιώξει τους πολιορκητές, στο πρότυπο της προηγούμενης ένδοξης νίκης. Εντούτοις, στη Δεύτερη Μάχη της Ιμέρας που ακολούθησε, ενώ φάνηκε αρχικά πως οι Έλληνες θα νικούσαν, τελικά ο δαιμόνιος Αννίβας επικράτησε και οι δυνάμεις του έτρεψαν τους ηττημένους σε φυγή πίσω στα ρημαγμένα τείχη της πόλης.

Ο Έλληνες κατάλαβαν το στρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο είχαν περιπέσει. Θέλησαν, λοιπόν, να αποφύγουν τη σφαγή όπως στην περίπτωση των Σελινούντιων και αποφάσισαν να εγκαταλείψουν σχεδόν όλοι, ένοπλοι και άμαχοι, την αδύναμη πλέον πόλη. Άφησαν πίσω τους μονάχα ένα μικρό τμήμα για να καλύψει την υποχώρηση και να καθυστερήσει την προέλαση των Καρχηδονίων. Οι τελευταίοι εισήλθαν τελικά μαχόμενοι στην Ιμέρα, τη λεηλάτησαν και την κατέστρεψαν, ενώ ισοπέδωσαν το σπουδαίο μνημείο της νίκης, αφιερωμένο στην ένδοξη μάχη του 480 π.Χ. Επρόκειτο για τον μεγαλοπρεπή δωρικό ναό που αφιέρωσαν οι Έλληνες θριαμβευτές στη θεά Νίκη και τον οποίον κατασκεύασαν με καταναγκαστική εργασία πολυάριθμοι Καρχηδόνιοι αιχμάλωτοι πολέμου. Μάλιστα, ο Αννίβας οδήγησε τους εναπομείναντες 3.000 περίπου Έλληνες αιχμαλώτους στην ακτή όπου είχε βρει τον θάνατο ο παππούς του. Εκεί, τους βασάνισε και τους εκτέλεσε όλους έναν προς ένα ως αντίποινα και εκδίκηση για εκείνη την πανωλεθρία. Έχοντας πετύχει τους αντικειμενικούς του σκοπούς, ο Αννίβας επανήλθε θριαμβευτής και τροπαιούχος στην Καρχηδόνα.[7]

Η αρχαία πόλη της Ιμέρας/Himera VR 360. A Virtual Reality Trailer

γ) Το εκκρεμές μεταξύ των Μαχών της Ιμέρας και του Ακράγαντα

Με την άλωση Σελινούντα και Ιμέρας από τους Καρχηδονίους έληξε η πρώτη φάση του Β΄ Σικελικού Πολέμου· σύντομα ωστόσο θα υπήρχε δραματική συνέχεια. Δυστυχώς για τον Ελληνισμό της Σικελίας η δεύτερη φάση του πολέμου θα εξελιχθεί ακόμη χειρότερα και τραγικότερα, διότι η Ιστορία απέδειξε πως ό,τι συνέβη «δεν ήταν το τέλος, ούτε καν η αρχή του τέλους, παρά μόνον το τέλος της αρχής», για να παραφράσουμε την περίφημη ρήση του Τσόρτσιλ τον Νοέμβριο του 1942, ενόσω ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος λυσσομανούσε παγκοσμίως και ταλάνιζε την ανθρωπότητα.[8] Το σκηνικό της Ιμέρας με την εγκατάλειψη της πόλης και την προσφυγιά των κατοίκων έμελλε να επαναληφθεί ως μοτίβο σε ακόμη μεγαλύτερη και μάλλον αδιανόητη κλίμακα για τα έως τότε δεδομένα της στρατιωτικής ιστορίας της Μεσογείου.

Χάρτης Σικελίας με την καρχηδονιακή εισβολή το 409 π.Χ. (πηγή).

Στο μεταξύ, οι Συρακούσες είχαν βυθιστεί σε πολιτική αστάθεια εξαιτίας του δεινού πλήγματος. Ο Διοκλής εξορίστηκε, ενώ ο αντίπαλός του Ερμοκράτης, δημοκράτης πολιτικός και στρατηγός, επιχείρησε αλλά απέτυχε να αναλάβει πραξικοπηματικά την εξουσία. Προηγουμένως, είχε προλάβει να αποστείλει ένοπλα τμήματα στη δυτική Σικελία, τα οποία αφενός οχύρωσαν ξανά τον Σελινούντα ώστε να αξιοποιηθεί ως προπύργιο των Συρακουσών, ενώ αφετέρου διενήργησαν επιδρομές εναντίον της Μοτύης και της Πανόρμου. Τα αντίποινα της μητρόπολης Καρχηδόνας απέναντι σε τούτες τις προκλήσεις αναμένονταν σφοδρά.

Πράγματι, το 406 π.Χ. ανατέθηκε εκ νέου στον γηραιό Αννίβα με την επικουρία του νεαρότερου Ιμίλκα να εισβάλουν ξανά στη Σικελία. Κρίνοντας από την κατεύθυνση της προέλασης, απώτερος στόχος τούτης της καρχηδονιακής εκστρατείας υπήρξε η καθυπόταξη ή καταστροφή των ισχυρών ελληνικών πόλεων-κρατών του Ακράγαντα, της Γέλας και των Συρακουσών, οι οποίες παλαιότερα είχαν συστήσει τον «νότιο δωρικό άξονα» που είχε αντιπαρατεθεί επιτυχημένα στην Καρχηδόνα. Ο αντικειμενικός σκοπός (ΑΝΣΚ), ταυτόχρονα τιμωρητικός και επεκτατικός, ήταν υπερβολικά φιλόδοξος· γι’ αυτό διατέθηκαν στους επικεφαλής στρατηγούς οι ισχυρότερες και εκλεκτότερες στρατιωτικές και ναυτικές δυνάμεις που είχε ποτέ συγκεντρώσει και παρατάξει η Καρχηδόνα, ισχύος περίπου 120.000 αντρών και πολλών εκατοντάδων πολεμικών και μεταγωγικών πλοίων.

δ) Πολιορκία και πτώση του Ακράγαντα (406 π.Χ.)

Σε μια πρώτη Ναυμαχία του Έρυκα στη δυτική Σικελία ο ελληνικός στόλος (κυρίως Συρακούσιων) που περιπολούσε στα ανοιχτά νίκησε τμήμα του αντίπαλου καρχηδονιακού· τελικά όμως, οι Σικελιώτες δεν κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν και να εμποδίσουν την απόβαση. Όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, οι Καρχηδόνιοι εφάρμοσαν πάλι επιτυχή τακτική αντιπερισπασμού, γιατί η αποστολή μέρος του στόλου τους στις δυτικές ακτές αποδείχτηκε προκάλυμμα. Έτσι, αποκρύφθηκε επιμελώς η έλευση του κύριου και μέγιστου τμήματος του καρχηδονιακού στόλου που μετέφερε τον στρατό εισβολής στις νότιες ακτές της Σικελίας. Από στρατηγικής άποψης, ο στόχος επετεύχθη· η εκστρατευτική στρατιά υπό τους Αννίβα και Ιμίλκα αποβιβάστηκε στις νότιες σικελικές ακτές ανενόχλητη· στη συνέχεια, προέλασε εναντίον του Ακράγαντα, της δεύτερης μεγαλύτερης και ισχυρότερης ελληνίδας πόλης της Σικελίας μετά από τις Συρακούσες, με πληθυσμό που φημολογείται πως προσέγγιζε τους 200.000 κατοίκους, εκ των οποίων οι 18.000-20.000 άρρενες πολίτες. Το εγχείρημα ήταν όντως υπερβολικά φιλόδοξο, αλλά τελικά αποδείχτηκε πως η τύχη ήταν και πάλι με το μέρος των Καρχηδονίων.

Αρχικά, η ισχυρή οχύρωση του Ακράγαντα σε συνδυασμό με λοιμό που ενέσκηψε αιφνιδίως στο καρχηδονιακό στρατόπεδο και αφαίρεσε τη ζωή του ίδιου του Αννίβα, προκάλεσαν δεινά στους πολιορκητές Καρχηδονίους οδηγώντας τους σε τέλμα. Οι ανεπτυγμένες πολιορκητικές τους μέθοδοι δεν απέδωσαν, τα τείχη του Ακράγαντα αποδείχτηκαν πολύ ανθεκτικά για να καταρρεύσουν, ενώ η αδιέξοδη πολιορκία τραβούσε σε μάκρος.

Τα τείχη του Ακράγαντα/Archivio Ente Parco Valle Dei Templi: Le mura di AKRAGAS

Ακόμη χειρότερα, οι Έλληνες αντεπιτέθηκαν· εκστράτευσαν με 35.000 στρατιώτες (15.000 Συρακούσιους και άλλους 20.000 Σικελιώτες και Ιταλιώτες) υπό τον Συρακούσιο στρατηγό Δαφναίο, με αντικειμενικό σκοπό (ΑΝΣΚ) την ανακούφιση των πολιορκημένων Ακραγαντίνων και τη λύση της πολιορκίας. Όταν ο Ιμίλκας πληροφορήθηκε την αποστολή του, απέσπασε με τη σειρά του 40.000 στρατιώτες, που ακόμη διατηρούσε ως εφεδρεία της κύριας δύναμης, και τους απέστειλε να αναχαιτίσουν τους ενωμένους Έλληνες. Σε Μάχη στον ποταμό Νότιο Ιμέρα (Salso ή Imera Meridionale) ανατολικά του Ακράγαντα, οι ενωμένοι Έλληνες του Δαφναίου υπερίσχυσαν και έτρεψαν σε φυγή τους Καρχηδόνιους προς την ασφάλεια του στρατοπέδου εκστρατείας στα δυτικά του Ακράγαντα. Τότε ακριβώς η ελληνική πλευρά έχασε τη μεγαλύτερη ευκαιρία να συντρίψει και να εξολοθρεύσει τους καταπτοημένους Καρχηδονίους. Οι Ακραγαντίνοι στρατηγοί δίστασαν ή δείλιασαν να επιχειρήσουν έξοδο ώστε να κατακόψουν μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες που προήλαυναν νικητές τους υποχωρούντες Καρχηδόνιους και μαζί με αυτούς να ανατρέψουν ολόκληρη την καρχηδονιακή παράταξη, ακόμα και να κυριεύσουν το οχυρό στρατόπεδο των πολιορκητών. Έτσι, δεν επαναλήφθηκε το σκηνικό της Μάχης της Ιμέρας το 480 π.Χ., ενώ οι Καρχηδόνιοι διασώθηκαν από την καταστροφή και συνέχισαν να πολιορκούν τον Ακράγαντα διατηρώντας παράλληλα τον στενότατο αποκλεισμό της πόλης. Εξοργισμένοι από την αβελτηρία και αδράνεια, οι κάτοικοι του Ακράγαντα θανάτωσαν με λιθοβολισμό τους άτυχους συμπατριώτες στρατηγούς!

Αριστερά: ο ναός της Ομόνοιας στον Ακράγαντα. Δεξιά: Μάχη και άλωση του Ακράγαντα, (406 π.Χ.) (πηγή).

Οι Έλληνες υπερασπιστές της πόλης επιχείρησαν με έξοδο να λύσουν την πολιορκία, αλλά ο πανούργος Ιμίλκας τους εξανάγκασε με τέχνασμα να υποχωρήσουν πίσω στην ασφάλεια των ανθεκτικών οχυρώσεων. Το αδιέξοδο για πολιορκημένους και πολιορκητές επανήλθε, ωσότου οι Καρχηδόνιοι συνέλαβαν έναν ολόκληρο, αλλά αφύλακτο από συνοδά πολεμικά πλοία, στόλο με προμήθειες που είχαν αποστείλει οι Συρακούσιοι προς ανακούφιση των Ακραγαντίνων. Τότε η κατάσταση μέσα στην πόλη χειροτέρευσε περαιτέρω, διότι οι προμήθειες εξαντλούνταν με ταχύ ρυθμό, ενώ οι δεκάδες χιλιάδες συνωστισμένοι άμαχοι και ένοπλοι δυσφορούσαν λόγω της παράτασης της στενής πολιορκίας από τους Καρχηδόνιους. Παράλληλα, οι εγκλωβισμένοι στον Ακράγαντα Ιταλιώτες σύμμαχοι πίεζαν με κάθε τρόπο για απεμπλοκή και αποχώρησή τους, επειδή έλειπαν πολύ καιρό πλέον από τις πόλεις τους που τους χρειάζονταν.

 

Επάνω:  αρχαίο ελληνικό εμπορικό-φορτηγό πλοίο. Κάτω: αρχαίο φοινικικό εμπορικό-φορτηγό πλοίο. (πηγή 1)
(πηγή 2)

Το στρατηγικό αδιέξοδο έγινε εμφανές σε σύσκεψη των Ελλήνων στρατηγών με επικεφαλής τον Δαφναίο. Γι’ αυτό, παρ’ όλες τις εντονότατες διαμαρτυρίες και δραματικές ικεσίες των Ακραγαντίνων, αποφασίστηκε τελικά η εγκατάλειψη του Ακράγαντα από όλον τον άμαχο και μαχόμενο πληθυσμό, όπως ακριβώς συνέβη τρία χρόνια νωρίτερα στην περίπτωση της Ιμέρας. Η εκκένωση της λαμπρής πόλης εκτελέστηκε βέβαια με επιτυχία, εντούτοις πολλές δεκάδες χιλιάδες Έλληνες ξαναπήραν τον δρόμο της προσφυγιάς προς τη Γέλα και τις Συρακούσες. Οι Καρχηδόνιοι εισέβαλαν στην έρημη και άδεια πόλη τροπαιούχοι, τη λεηλάτησαν απηνώς και έσφαξαν τους εναπομείναντες και ανήμπορους να φύγουν κατοίκους. Τα πλουσιότατα λάφυρα από τον Ακράγαντα κόσμησαν την Καρχηδόνα σε τέτοιο βαθμό και προκάλεσαν τόσο θάμβος στον λαό της, ώστε έκτοτε συνέβαλαν κατά κάποιον τρόπο στον σταδιακό πολιτιστικό και καλλιτεχνικό εξελληνισμό της φοινικικής μητρόπολης της Βόρειας Αφρικής.[9]

Η αρχαία πόλη του Ακράγαντα/Altair4 Multimedia Archeo3D Production: Agrigento – Agrakas

ε) Πολιορκία και πτώση της Γέλας – εκκένωση Καμάρινας (405 π.Χ.)

Η απώλεια του Ακράγαντα, μιας από τις μεγαλύτερες πόλεις ολόκληρου του Ελληνισμού, προκάλεσε σοκ και δέος στους Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας. Ολόκληρα καραβάνια από αναρίθμητους πρόσφυγες συνέρρεαν με απόγνωση στις εναπομείνασες ελεύθερες πόλεις της Σικελίας. Μέσα στον πανικό τους άλλοι Σικελιώτες Έλληνες διέφευγαν μέσω των Στενών της Μεσσήνης ακόμη και στην Κάτω Ιταλία. Το πολιτικό σκηνικό στην ηγέτιδα πόλη των Συρακουσών ήταν εξίσου έκρυθμο και ζοφερό. Την τεταμένη πολιτική ατμόσφαιρα και την οργίλη αγανάκτηση των Συρακούσιων πολιτών εξαιτίας των αλλεπάλληλων συμφορών εκμεταλλεύτηκε ένας νεαρός αξιωματικός προερχόμενος από τις τάξεις των παλαιών οπαδών του λαϊκιστή Ερμοκράτη. Ήταν ο περιβόητος Διονύσιος, ο οποίος πλάνεψε τον δήμο και εξουδετέρωσε τους πολιτικούς αντιπάλους. Στο τέλος πέτυχε να αναγορευτεί από την εκκλησία του δήμου των Συρακούσιων «στρατηγὸς αὐτοκράτωρ» και γρήγορα συγκέντρωσε στα χέρια όλη την εξουσία λόγω της τρέχουσας έκτακτης και επείγουσας ανάγκης. Μετά από τους Διοκλή και Δαφναίο, ακόμη ένας Συρακούσιος πολέμαρχος του οποίου το όνομα άρχιζε σημαδιακά επίσης από δέλτα (Δ) αναλάμβανε την αποστολή να αποκρούσει τους Καρχηδόνιους!

Η αρχαία πόλη της Γέλας/flipped prof: Greek Gela 2 0 3d recostruction

Εντωμεταξύ, οι Καρχηδόνιοι συνέχισαν με φρενίτιδα την προέλασή τους. Το 405 π.Χ. επιτέθηκαν και έθεσαν σε στενή πολιορκία τη Γέλα, μια μεγάλη πόλη περίπου 80.000 έως 100.000 κατοίκων, παλαιά μητρόπολη του Ακράγαντα και πατρίδα της ένδοξης αριστοκρατικής δυναστείας των Δεινομενιδών, που είχε δώσει παλαιότερα τυράννους και στις Συρακούσες. Ο συμβολισμός τούτης της προκλητικής ενέργειας ήταν πρόδηλος και πασιφανής· γι’ αυτό η αντίδραση των Συρακούσιων αναμενόταν ιδιαιτέρως σφοδρή. Πράγματι, ο νέος ηγέτης των Συρακουσών, ο Διονύσιος, έσπευσε επικεφαλής ισχυρότατου στρατού, αποτελούμενου πάλι από Σικελιώτες, Ιταλιώτες και άλλους μισθοφόρους και επικουρούμενου από ισχυρή μοίρα πολεμικού στόλου, να εμπλακεί με τους Καρχηδόνιους και να ανακουφίσει τους πολιορκημένους Γελώους. Έλαβε γρήγορα θέσεις μάχης και συγκρούστηκε αμέσως με τους εισβολείς και πολιορκητές διενεργώντας μια πολύ φιλόδοξη –όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων– ολομέτωπη επίθεση με τρία ανεξάρτητα σκέλη, εκατέρωθεν και διαμέσου της πόλης της Γέλας. Τελικά, λόγω ελλιπούς συντονισμού των τριών πτερύγων –ειδικά του κέντρου που διοικούσε προσωπικά ο Διονύσιος, ο οποίος απέτυχε να διασχίσει τροχάδην τη Γέλα και εγκλωβίστηκε άπραγος μέσα στους επιμήκεις δρόμους της πόλης εξαιτίας κυκλοφοριακής συμφόρησης– οι πολυάριθμοι Έλληνες έχασαν τη Μάχη της Γέλας και περιχαρακώθηκαν εντός των μάλλον ανίσχυρων τειχών της. Όπως ακριβώς στην περίπτωση της Ιμέρας και του Ακράγαντα, το γνώριμο τέλος κατέστη προδιαγεγραμμένο και αναπόφευκτο. Στο πολεμικό συμβούλιο που διενεργήθηκε, ο Διονύσιος, αφού πρώτα κατηγόρησε τους υπόλοιπους στρατηγούς για ολιγωρία αντιστρέφοντας την πραγματικότητα και διαστρεβλώνοντας τα γεγονότα, στη συνέχεια τους έθεσε προ του γνωστού στρατηγικού διλήμματος «ή εγκαταλείπουμε (και) τη Γέλα ή αλλιώς χανόμαστε»· έτσι πέτυχε να περάσει ο εκβιασμός του.

Αριστερά: Προτομή του τυράννου των Συρακουσών Διονυσίου Α΄. Δεξιά: Μάχη και άλωση της Γέλας, 405 π.Χ. (πηγή).

Την άλωση και άγρια λεηλασία της Γέλας από τους Καρχηδόνιους ακολούθησε η αντίστοιχη εκκένωση και λεηλασία της Καμάρινας χωρίς μάχη. Οπότε, η μόνη –μεγάλη και ισχυρή για προβολή αντίστασης– πόλη που πλέον απέμενε στην κατοχή των Ελλήνων μεταξύ του καρχηδονιακού στρατού εισβολής του Ιμίλκα και της θάλασσας του Ιονίου ήταν οι Συρακούσες! Ο Ιμίλκας καταδίωξε ανεπιτυχώς τον υποχωρούντα Διονύσιο· ο τελευταίος κατέφυγε πίσω στην ασφάλεια των τειχών των Συρακουσών, μόνο για να διαπιστώσει ότι είχε εντωμεταξύ εκδηλωθεί εξέγερση μερίδας των Συρακούσιων την οποία αντιμετώπισε αποφασιστικά και κατέπνιξε γρήγορα στο αίμα. Τότε, ο Ιμίλκας κατέφτασε μπροστά στα τείχη των Συρακουσών με τις εξασθενημένες στρατιωτικές του δυνάμεις, λόγω των αλλεπάλληλων αιματηρών συγκρούσεων και ενός ακόμα λοιμού.

Πλέον, είχαν δημιουργηθεί βάσιμες υποψίες και είχαν διαδοθεί ευρύτερα φήμες μεταξύ των Ελλήνων ότι μάλλον ενδιέφερε τον Διονύσιο περισσότερο η εξυπηρέτηση πολιτικών φιλοδοξιών παρά η υπεράσπιση του Ελληνισμού της Σικελίας, ή ακόμη χειρότερα ότι είχε έλθει σε συνεννόηση με τον εχθρό παραχωρώντας «γη και ύδωρ» στον Ιμίλκα με αντάλλαγμα την αναγνώριση από την Καρχηδόνα της νεόκοπης εξουσίας του επί των Συρακούσιων. Δηλαδή, ο Διονύσιος κατηγορήθηκε ότι επιδίωξε τον προσπορισμό προσωπικού οφέλους αντί του κοινού καλού, και επομένως ότι σκοπίμως και υστερόβουλα ακολούθησε στρατηγική εκκένωσης (και απώλειας) πόλεων και οπισθοχώρησης. Αυτό το ενδεχόμενο είναι λογικό και παραμένει ισχυρή πιθανότητα.[10]

Από την άλλη πλευρά, μελετώντας κανείς τη ροή των πολεμικών εξελίξεων δύναται να αναρωτηθεί –γιατί είναι όντως άξιο απορίας– τι παραπάνω μπορούσε να επιτύχει τη δεδομένη χρονική στιγμή ο Διονύσιος πέρα από την τακτική της υποχώρησης, μέσα στο χαοτικό πανδαιμόνιο της στρατιωτικής διάλυσης και της σαρωτικής προέλασης των Καρχηδονίων, της γενικής αναταραχής και της λαϊκής κατακραυγής, μέσα στην κλαγγή των όπλων και τον αχό των μαχών, τον ορυμαγδό των αλώσεων και τον πάταγο των ερειπίων, την επέλαση του θανάτου, τον θρήνο και την εξαθλίωση αναρίθμητων προσφύγων. Μάλλον τίποτε αξιόλογο! Άραγε, ήταν εφικτό να αναχαιτιστεί η προέλαση των Καρχηδονίων και να αντιστραφούν οι τύχες του πολέμου εν μέσω κρίσης, τραγωδίας και χάους στις Συρακούσες; Μάλλον όχι! Επομένως, εκείνο που επειγόντως επιβαλλόταν ήταν ο τερματισμός των εχθροπραξιών και η ανασύνταξη δυνάμεων. Ασφαλώς, η κατάθεση των όπλων και η σύναψη ειρήνης θα αποδεικνυόταν επώδυνη διαδικασία· επίσης, φαινομενικά θα εξυπηρετούσε –σύμφωνα ενδεχομένως και με την προσδοκία του ίδιου του Διονυσίου– πρωτίστως τις προσωπικές επιδιώξεις και φιλοδοξίες του νέου Συρακούσιου ηγέτη. Παρ’ όλα αυτά, κατά τη γνώμη μας, αυτή ήταν πρακτικά η μοναδική εναλλακτική επιλογή που θα μπορούσε να επαναφέρει τις Συρακούσες σε τροχιά επιτυχιών, η λυδία λίθος για μελλοντική απόπειρα ανατροπής της καρχηδονιακής ηγεμονικής ισχύος στη Σικελία.

στ) Τέλος του πολέμου, συνθήκη ειρήνης Καρχηδόνας-Συρακουσών (405/04 π.Χ.)

Εκείνη την περίοδο, οι Συρακούσες είχαν γιγαντωθεί και μετατραπεί σε μητρόπολη του Ελληνισμού της Σικελίας εξαιτίας της συρροής και του συνωστισμού πολλών δεκάδων χιλιάδων προσφύγων από την υπόλοιπη μεγαλόνησο που είχε παραδοθεί στη διάκριση των Καρχηδονίων. Υπολογίζεται ότι τις Συρακούσες και τα περίχωρα ενδέχεται να είχαν κατακλύσει συνολικά 500.000 ως 600.000 Έλληνες! Αυτή ακριβώς η τερατώδης γιγάντωση των Συρακουσών σε συνδυασμό με την οχυρότητά της απέτρεψε τον φρόνιμο και προνοητικό Καρχηδόνιο στρατηγό από το να επιτεθεί και να θέσει σε πολιορκία την πόλη. Ούτως ή άλλως, οι δυνατότητες του καρχηδονιακού εκστρατευτικού σώματος δεν είχαν απλώς φτάσει αλλά ήδη υπερβεί κατά πολύ τα όρια τους από τη διεξαγωγή τόσο επίπονων στρατιωτικών επιχειρήσεων με υψηλό δείκτη απωλειών. Το μόνο, λοιπόν, που μπορούσε να κάνει ο Ιμίλκας μπροστά στα τείχη των Συρακουσών ήταν να εκβιάσει τη σύναψη συμφωνίας ειρήνευσης μέσω της απειλητικής παρουσίας των καρχηδονιακών στρατευμάτων που στρατοπέδευαν ante portas.

Η αρχαία πόλη των Συρακουσών/flipped prof: The eternal Syracuse (3d reconstruction)

Τελικά, το 405/04 υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης μεταξύ Καρχηδόνας και Συρακουσών· ο ηττημένος Διονύσιος και οι Συρακούσιοι αποδέχτηκαν τους δυσμενέστατους όρους των νικητών Καρχηδονίων: 1. επικυρώθηκε η καρχηδονιακή (επι)κυριαρχία στα εδάφη των Ελύμων και των Σικανών στη δυτική και κεντρική Σικελία. 2. περιορίστηκε η κυριαρχία των Συρακουσών στα παραθαλάσσια εδάφη της νοτιοανατολικής Σικελίας. 3. επετράπη η ανοικοδόμηση και κατοίκηση των κατεστραμμένων και εγκαταλελειμμένων ελληνικών αποικιών Σελινούντα, Ιμέρας, Ακράγαντα, Γέλας και Καμάρινας υπό τον όρο όμως να μείνουν ατείχιστες και να πληρώνουν έκτοτε φόρο υποτέλειας στην Καρχηδόνα. 4. οι Λεοντίνοι και η Μεσσήνη παρέμεναν αυτόνομες πόλεις-κράτη, ενώ παρομοίως αυτόνομο ορίστηκε το έθνος των Σικελών. 5. Τέλος, αναγνωρίστηκε από την Καρχηδόνα η τυραννική εξουσία του Διονύσιου, ενώ επεστράφησαν εκατέρωθεν οι αιχμάλωτοι πολέμου και τα κυριευμένα πολεμικά πλοία. Οι Καρχηδόνιοι επιβλήθηκαν σε όλους τους Έλληνες αντιπάλους τους, κέρδισαν μέγιστο στρατηγικό βάθος και απέκτησαν την εκτενέστερη ζώνη επικυριαρχίας στη Σικελία· ήταν η σικελική τους «ἐπικράτεια», όπως συχνά την αναφέρει ο ιστορικός Διόδωρος στα γραπτά του.[11] Η σφαίρα επιρροής και ισχύος της Καρχηδόνας στη Σικελία δεν θα διευρυνθεί ποτέ ξανά τόσο πολύ, παρά μόνο την 25ετία μεταξύ του θανάτου του Συρακούσιου τυράννου Αγαθοκλή (289 π.Χ.) και της έκρηξης του Α΄ Καρχηδονιακού Πολέμου με τη Ρώμη (264 π.Χ.).

Χάρτης επέκτασης της καρχηδονιακής επικυριαρχίας στη Σικελία, 6ος – 4ος αι. π.Χ. (Miles 2011 σ. 54).

Κατά μία περίεργη σύμπτωση της Ιστορίας, την ίδια ακριβώς περίοδο ο Πελοποννησιακός Πόλεμος στην κυρίως Ελλάδα έβαινε επίσης προς πέρας: οι Σπαρτιάτες είχαν κατανικήσει τους Αθηναίους στους Αιγός Ποταμούς και είχαν καταλάβει αμαχητί ολόκληρο τον πολεμικό στόλο των τελευταίων, δηλαδή την ύψιστη έως τότε πηγή της αθηναϊκής ισχύος και υπεροχής! Είχαν θέσει σε πολιορκία την Αθήνα από ξηράς και θαλάσσης, εξαναγκάζοντας τους απελπισμένους Αθηναίους σε άνευ όρων συνθηκολόγηση. Η τύχη των Συρακούσιων θα μπορούσε να είναι το ίδιο άδοξη με των Αθηναίων, που μόλις πριν από λίγα χρόνια είχαν αποκρούσει, και μάλιστα ακόμη χειρότερη, αφού κινδύνεψαν να καταστραφούν από ξένο, «βάρβαρο», εχθρό. Ευτυχώς για τον Ελληνισμό της Σικελίας και ολόκληρης της Δυτικής Μεσογείου κάτι τέτοιο δεν συνέβη, ειδάλλως οι συνέπειες θα ήταν ολοκληρωτικά καταστρεπτικές. Η Καρχηδόνα μόλις είχε απωλέσει μια εκπληκτική ευκαιρία να υποτάξει τις Συρακούσες, το μέγιστο αντίπαλο δέος εκείνη την περίοδο.

Τουναντίον, οι Συρακούσες υπό την ηγεσία χαρισματικών τυράννων, ηγετών και βασιλέων θα επιχειρήσουν να ανακόψουν ή και να ανατρέψουν την τάση επέκτασης της Καρχηδόνας στη Σικελία. Βρισκόμαστε, λοιπόν, ακόμη στην αρχή και έπεται συνέχεια: άλλοι έξι Σικελικοί Πόλεμοι (τρεις επί τυράννου Διονυσίου Α΄, και από ένας επί ηγεσίας Τιμολέοντα, τυράννου/βασιλέως Αγαθοκλή και βασιλέως Πύρρου) επρόκειτο να ξεσπάσουν στο μέλλον. Θα μελετήσουμε, λοιπόν, τους επόμενους πολέμους σε προσεχή σειρά άλλων δύο συνεχόμενων άρθρων.

 

3. Ο απολογισμός του Β΄ Σικελικού Πολέμου

α) Παρατηρήσεις για τη διενέργεια και τις συνέπειες του πολέμου

Κύρια γεγονότα του επονομαζόμενου «Δεύτερου Σικελικού Πολέμου» υπήρξαν αναμφίβολα οι αλώσεις μεγάλων ελληνικών πόλεων της Σικελίας από τους Καρχηδόνιους μετά από αλλεπάλληλες κρούσεις και αποστολές ισχυρών καρχηδονιακών ναυτικών και πεζικών σωμάτων εκστρατείας.[12] Σελινούντας, Ιμέρα, Ακράγαντας, Γέλα και Καμάρινα καταστράφηκαν ολοσχερώς μαζί με αμέτρητους οικισμούς, χωριά και υποστατικά. Η δραματικότητα του συγκεκριμένου πολέμου εξαιτίας της άλωσης και καταστροφής τόσο σπουδαίων αρχαίων ελληνικών πόλεων είχε συγκλονίσει τον γράφοντα ήδη από νεαρή ηλικία χάρη στις εκφραστικές περιγραφές στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, αποτελώντας έτσι σε τελική ανάλυση την απώτερη έμπνευση και το κύριο έναυσμα για τη συγγραφή τούτης της σειράς κειμένων.

Αρχαίοι ελληνικοί ναοί Ακράγαντα, Σελινούντα και Έγεστας/Cities and Monuments: The Temples of Agrigento, Selinunte & Segesta in Sicily, Italy | 2017 4K

Οι Καρχηδόνιοι κατάφεραν να φέρουν τον πόλεμο στα μέτρα τους. Απέφυγαν όπου μπορούσαν τις μάχες εκ παρατάξεως σε αναπεπταμένο πεδίο, όπου οι Έλληνες εξαιτίας του ανώτερου εξοπλισμού και της τακτικής τους παραδοσιακά υπερτερούσαν. Αντιθέτως, περιόρισαν στοχευμένα τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις κυρίως σε αποκλεισμούς πόλεων και σε πολιορκίες, ούτως ώστε να εκμεταλλευτούν το παραδοσιακό σημείο υπεροχής των Ανατολιτών, την ανεπτυγμένη πολιορκητική τεχνολογία. Είχαν βέβαια την τύχη με το μέρος τους, διότι συχνά βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο (στις Μάχες της Ιμέρας, του Νότιου Ιμέρα/Ακράγαντα και της Γέλας) έπειτα από ορμητικές αντεπιθέσεις των Συρακούσιων και άλλων Ελλήνων της Μεγάλης Ελλάδας. Ωστόσο, οι Καρχηδόνιοι αντεπεξήλθαν, περισσότερο εξαιτίας της αποτυχίας των Ελλήνων διοικητών να εκμεταλλευτούν την αρχική τους επικράτηση στα τρία πεδία μαχών και να τις μετατρέψουν σε τελικές νίκες. Εντέλει, οι πολεμικές επιχειρήσεις εκφυλίστηκαν σε σκληρές πολιορκίες πόλεων, στις οποίες οι Καρχηδόνιοι κατείχαν και διατηρούσαν την υπεροχή και οι οποίες τους χάρισαν τέτοιους θριάμβους.[13]

Παρατηρούμε πως οι κάτοικοι των διαφόρων ελληνικών αποικιών της Σικελίας επέλεγαν συχνά και εφόσον ήταν δυνατόν να σώζουν τις ζωές τους και να διαφεύγουν από τις απειλούμενες πόλεις τους προτού εκείνες καταληφθούν από τους Καρχηδόνιους. Επομένως, αναγκάστηκαν εκ των πραγμάτων να εφαρμόσουν μια περίεργη «τακτική» όχι τόσο κλασικής «καμένης γης» αλλά μάλλον «καμένων πόλεων». Αυτό σίγουρα οφείλεται στο γεγονός ότι εξαρχής οι πόλεις-αποικίες αποτελούσαν τους πυρήνες εγκατάστασης των Ελλήνων στη Σικελία, καθιστώντας έτσι τον τοπικό Ελληνισμό από τους πιο αστικοποιημένους πληθυσμούς στην περιοχή. Επομένως, μπροστά στον θανάσιμο «βαρβαρικό» κίνδυνο οι Έλληνες εγκατέλειπαν στην κυριολεξία ό,τι πολυτιμότερο διέθεταν: τα άστη και το υψηλό βιοτικό επίπεδο της αστικής «πολιτισμένης» ζωής.

Σε τελική ανάλυση, οι πιεζόμενοι και καταδιωκόμενοι από τους Καρχηδόνιους Σικελιώτες Έλληνες είχαν την πηγαία τάση να αναζητούν καταφύγιο κατευθυνόμενοι προς τις Συρακούσες. Παραδόξως, η συγκεκριμένη επιλογή απέδωσε, διότι οι Συρακούσιοι είχαν ιδία πείρα λόγω της επίμονης πολιορκίας των Αθηναίων (που θεωρούνταν τότε ως οι καλύτεροι πολιορκητές στον ελληνικό κόσμο) λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα, την οποία με καρτερία και επινοητικότητα απέκρουσαν. Συνεπώς, είχαν τη δυνατότητα και την εμπειρία να αντισταθούν αποτελεσματικά στην προέλαση των Καρχηδονίων. Όντως, οι Συρακούσες θα διασώσουν επανειλημμένα τον Ελληνισμό της Σικελίας, λειτουργώντας ως το «ύστατο, πανελλήνιο, οχυρό» των Σικελιωτών Ελλήνων. Εκτός των άλλων, αυτό θα αποδειχτεί περίτρανα στη σκληρή πολιορκία των Συρακουσών από τους Καρχηδόνιους το 397/96 π.Χ.

Βέβαια, δεν αποκλείεται από την πλευρά τους οι πολιορκητές Καρχηδόνιοι να ενθάρρυναν σκοπίμως την καταναγκαστική προσφυγική τάση των Σικελιωτών Ελλήνων, επιτρέποντας την εγκατάλειψη των πολιορκημένων πόλεων και παρέχοντας ατιμωρητί διαδρόμους δια-φυγής. Τοιουτοτρόπως, οι Καρχηδόνιοι προφανώς εξυπηρετούσαν δύο στρατηγικούς στόχους ταυτόχρονα: αφενός την αμαχητί άλωση των πόλεων χωρίς πολλές επιπλέον απώλειες για τους ίδιους, αφετέρου την περαιτέρω κάμψη του ηθικού, καθώς και την κατάρρευση της θέλησης και ικανότητας των αντιπάλων για προβολή πείσμονος αντίστασης και αποτελεσματικής άμυνας, ώστε αμφότερες «να πνιγούν» τελικά μέσα σε ένα ανθρώπινο «ποτάμι» ενδεών και πανικόβλητων προσφύγων, αμάχων και ενόπλων.

Πάντως, η μέγιστη στρατηγική πίεση που άσκησε σε εκείνον τον πόλεμο η Καρχηδόνα τελικά δεν απέδωσε τον τελικό αντικειμενικό της σκοπό, δηλαδή την υποταγή όλων των μεγάλων ελληνικών πόλεων-κρατών της Σικελίας, συμπεριλαμβανομένων των Συρακουσών, για δύο λόγους: πρώτον, διότι προφανώς η ισχύς της Καρχηδόνας δεν επέτρεπε την επίτευξη ενός τόσο ριζικού στρατηγικού στόχου, μολονότι αυτό δεν μπορούμε να το επαληθεύσουμε σήμερα από τα διαθέσιμα ιστορικά δεδομένα. Τεκμαίρεται ωστόσο με ασφάλεια από την πορεία και το πέρας των πολεμικών επιχειρήσεων. Παρ’ όλες τις νικηφόρες εκστρατείες τους κατά μήκος της νότιας ακτής κυριεύοντας ορισμένες από τις ακμαιότερες ελληνικές αποικίες και πόλεις-κράτη της Σικελίας, οι Καρχηδόνιοι προέλασαν ως τα τείχη των πολυάνθρωπων Συρακουσών έχοντας υποστεί εντωμεταξύ βαριές απώλειες σωρευτικά από τις αδυσώπητες αναμετρήσεις με τους Έλληνες. Εξαντλητικές πορείες, πολυαίμακτες μάχες και ανηλεείς πολιορκίες, πάμπολλοι τραυματισμοί και θάνατοι, κακουχίες και λοιμός ταλαιπωρούσαν τα στρατεύματα των Καρχηδονίων και απομείωναν έτσι σοβαρά τη μαχητική τους ικανότητα και αξία. Κοντολογίς, τη δεδομένη στιγμή, αλλά και εξαρχής συνολικά, τα μέσα και οι πόροι βρέθηκαν σε χτυπητή αναντιστοιχία με τους σκοπούς. Δεύτερον, η συμπίεση των Ελλήνων, ένοπλων και αμάχων, προς την ανατολική άκρη της Σικελίας στις Συρακούσες λειτούργησε αντιστρόφως ανάλογα προς τις επιδιώξεις των Καρχηδονίων: δεν διασκόρπισε αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο συμπύκνωσε την ελληνική ισχύ όσο αυτή περιοριζόταν και στριμωχνόταν γεωγραφικά προς τις Συρακούσες. Λειτούργησε δηλαδή ως ελατήριο: όσο περισσότερο πιέζεται και συμμαζεύεται προς τη μία πλευρά, τόσο περισσότερη ενέργεια συσσωρεύει ώστε να εκτιναχθεί πάλι με δύναμη προς την αντίθετη, ενάντια, κατεύθυνση!

β) Διδακτικοί ιστορικοί παραλληλισμοί με αφορμή τον Β΄ Σικελικό Πόλεμο

Βέβαια, καθίσταται έκδηλη η εκ διαμέτρου αντίθετη αντίδραση των Ελλήνων στις αποικίες της Σικελίας ενόψει της συγκεκριμένης εισβολής των Καρχηδονίων σε σύγκριση με τους συμπατριώτες τους στις μητροπόλεις της αρχαίας Ελλάδας ενόψει των εισβολών των Περσών. Καθώς ο περσικός «οδοστρωτήρας» σάρωνε τους Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδας εκατέρωθεν του Αιγαίου από τα μέσα του 6ου ως τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., οι περισσότεροι συνήθως έσπευδαν να μηδίσουν, ενώ λιγότεροι αλλά πιο ψυχωμένοι αποφάσιζαν να αντισταθούν χωρίς να εγκαταλείψουν εντωμεταξύ τις πατρίδες και τις πόλεις τους· σχεδόν όλοι όμως παρέμειναν στις εστίες τους.[14] Άλλωστε, η αρχέγονη κοιτίδα του Ελληνισμού κείτεται γύρω από το Αιγαίο. Κάθε διαστολή ή συστολή του Ελληνισμού κατά τη μακραίωνη ιστορία του γίνεται με κέντρο βάρους και σημείο αναφοράς τη «Γαλανόλευκη Πατρίδα», αυτήν ακριβώς που σήμερα επιβουλεύονται με περισσή ιταμότητα οι Τούρκοι άσπονδοι και επεκτατικοί γείτονες.

Αντιθέτως, η απεγνωσμένη συμπεριφορά των Σικελιωτών ενόψει της ασυγκράτητης προέλασης των Καρχηδονίων περιέργως διαφέρει, αλλά εξηγείται από ιστορικής και ψυχολογικής άποψης. Φαίνεται πως λειτούργησαν περισσότερο ως άποικοι/έποικοι που μπροστά στον κίνδυνο τράπηκαν σε φυγή από τον τόπο τους, παρά ως γηγενείς κάτοικοι ώστε να υπερασπιστούν σθεναρά τα εδάφη και τις περιουσίες τους ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Άλλωστε, στη συνείδηση των συμπατριωτών τους στη μητροπολιτική Ελλάδα, οι Έλληνες της Μεγάλης Ελλάδας (Magna Grecia) –Σικελιώτες και Ιταλιώτες– θεωρούνταν περισσότερο κοσμοπολίτες παρά φιλοπάτριδες, περισσότερο τρυφηλοί και φιλήδονοι παρά ανδρείοι και εγκρατείς. Αυτό ακριβώς το στερεότυπο για το (χαμηλό, υποτίθεται) φρόνημα των κατοίκων της Σικελίας μετέδωσε ο Αλκιβιάδης στους Αθηναίους, ώστε να διαλύσει τους ενδοιασμούς και να τους εξωθήσει να εκστρατεύσουν εναντίον τους, με τα γνωστά ολέθρια αποτελέσματα.[15]

Πάντως, τα προσφυγικά καραβάνια των Σικελιωτών Ελλήνων την τελευταία δεκαετία του 5ου αι. π.Χ. προσομοιάζουν χαρακτηριστικά με τον διωγμό των Μικρασιατών Ελλήνων και την καταφυγή τους στη σωτήρια αγκάλη της μητέρας-Ελλάδας, ώστε να γλυτώσουν από τη φωτιά και το τσεκούρι των Τούρκων μεταξύ 1914-1923, καθώς και με τον ξεριζωμό των Ελληνοκυπρίων εξαιτίας της βάρβαρης τουρκικής εισβολής του 1974. Και στις τρεις περιπτώσεις, οι Έλληνες πρόσφυγες της Σικελίας, της Μικρασίας και της Κύπρου αντέδρασαν με παρόμοιο τρόπο: όταν μια ισχυρότερη ξένη δύναμη τούς επιτέθηκε για να τους εκδιώξει από τις εστίες τους, τότε προσφυγοποιήθηκαν ακουσίως ή εκουσίως ώστε να γλυτώσουν τη βέβαιη υποδούλωση, τον όλεθρο, τη σφαγή ή τη γενοκτονία. Μάλιστα, οι ανάστατοι Σικελιώτες πρόσφυγες υποχωρούσαν προς την ασφάλεια που προσέφεραν συνειρμικά οι ανατολικές ακτές της Σικελίας και ειδικά οι Συρακούσες για έναν επιπλέον ενδόμυχο –αλλά κατανοητό ψυχολογικά– λόγο: διότι οι Συρακούσες ήταν προσανατολισμένες προς την αρχέγονη εθνική κοιτίδα! Το ίδιο συνέβη πολύ πρόσφατα, το 1922 και το 1974, οπότε Μικρασιάτες και Κύπριοι πρόσφυγες κατευθύνθηκαν αντιθέτως προς τη Δύση, δηλαδή συνειρμικά προς την πλευρά πάλι της μητέρας-πατρίδας, προς το κέντρο βάρους του Ελληνισμού!

Χάρτης Μεγάλης Ελλάδας (Κάτω Ιταλία–Σικελία) με τις αποικίες και τις ζώνες των ελληνικών διαλέκτων. (πηγή)

Δυστυχώς, ένας επιπλέον παραλληλισμός καθίσταται έκδηλος και εκφράζεται εδώ ευθαρσώς: δεν είναι τυχαίο ότι και οι τρεις βίαιες προσφυγοποιήσεις ελληνικών πληθυσμών συνέβησαν ενόσω η μητέρα-πατρίδα ήταν βυθισμένη στο άγος διχασμού και εμφυλίων συγκρούσεων! Σε τελική ανάλυση, οι δραματικές για τον Ελληνισμό της Σικελίας καρχηδονιακές εισβολές μεταξύ των ετών 409-405/04 π.Χ. και οι αποκρουστικές πληγές που προξένησαν, αποτελούν μία ακόμη τραγική υπόμνηση των φοβερών δεινών που «παραδοσιακά» επιφέρουν στον Ελληνισμό οι εμφύλιες διαμάχες και συρράξεις. Αυτό το διαλυτικό για το έθνος σαράκι έχει κατά κόρον εμφιλοχωρήσει και καταδυναστεύσει τη μακραίωνη ελληνική ιστορία, αφού οι Έλληνες συχνά-πυκνά εντρυφούμε στην εξάσκηση της αδιέξοδης και εμπαθούς διαίρεσης με ολέθρια για το έθνος αποτελέσματα (πρβ. τις περσικές κατακτήσεις, την καρχηδονιακή επικράτηση, τη ρωμαϊκή κατάκτηση, τη Φραγκοκρατία και Τουρκοκρατία, τη Μικρασιατική Καταστροφή και την Κυπριακή Τραγωδία)!

Εντέλει, ο Δεύτερος Σικελικός Πόλεμος συνιστούσε κατά τη γνώμη μας έμμεση αντανάκλαση του εμφυλίου σπαραγμού στην κυρίως Ελλάδα. Αποτέλεσε, έτσι, παράγωγο υποπροϊόν του περιβόητου Πελοποννησιακού Πολέμου (431-404 π.Χ.). Ειδάλλως η μητρόπολη θα μπορούσε να στέρξει σε βοήθεια των χειμαζόμενων υπερπόντιων αδελφών της, όπως συνέβη αργότερα, το 396 π.Χ. και το 344 π.Χ. Τότε, Σπάρτη και Κόρινθος ανταποκρίθηκαν στις αγωνιώδεις εκκλήσεις των Συρακούσιων και απέστειλαν στρατιωτική βοήθεια υπό τους Φαρακίδα και Τιμολέοντα αντίστοιχα, ώστε να απαλλάξουν και στις δύο περιπτώσεις τους Συρακούσιους από την απειλή των καρχηδονιακών όπλων.

Τρισκέλιον σε θραύσμα αγγείου από τον Ακράγαντα (πηγή).

Το ίδιο όμως δεν συνέβη καθόλου μεταξύ 409-405/04 π.Χ., γιατί οι Έλληνες ήταν ολωσδιόλου απορροφημένοι από την τελευταία φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου (413-404 π.Χ., Δεκελεικός και Ιωνικός Πόλεμος). Τελούσαν δηλαδή βουτηγμένοι στον βούρκο εκείνης της παρατεταμένης εμφύλιας ανθρωποσφαγής. Ο διχαστικός και σχεδόν πανεθνικός εμφυλιοπολεμικός «πυρετός» ασφαλώς επέδρασε –έστω ακούσια αλλά εμμέσως πλην σαφώς– στην έκρηξη και δυστυχή έκβαση του Β΄ Σικελικού Πολέμου. Συμπίπτει, άλλωστε, σε ανατριχιαστικό βαθμό με την δυσοίωνη ρήση του Σπαρτιάτη απεσταλμένου Μελήσιππου καθώς έφευγε άπρακτος από την Αττική λίγο προτού εισβάλουν οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοί τους εκείνη την αποφράδα άνοιξη του 431 π.Χ.: «ἥδε ἡ ἡμέρα τοῖς Ἕλλησι μεγάλων κακῶν ἄρξει».[16] Τα τραγικά για τον Ελληνισμό αποτελέσματα του αδελφοκτόνου αλληλοσπαραγμού δεν περιορίστηκαν στην κυρίως Ελλάδα, αλλά εξαπλώθηκαν στη Σικελία με άμεσο ή έμμεσο τρόπο, λαμβάνοντας αντίστοιχα υπόψη ότι αφενός ο καταστροφικός Β΄ Σικελικός Πόλεμος ακολούθησε την εκστρατεία των Αθηναίων, ενώ αφετέρου οι Σικελιώτες Έλληνες υπέμειναν αβοήθητοι τις ανελέητες επιθέσεις των Καρχηδονίων!

 

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας, Φιλόλογος Δ.Ε. στο Μουσικό Σχολείο Θεσσαλονίκης, επιστημονικός συνεργάτης αποσπασμένος στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Γεγονότα μεταξύ Μάχης Ιμέρας και Σικελικής Εκστρατείας (480-413 π.Χ.): Θουκυδίδης 3.86, 88, 90, 103 και 115-116· 4.1, 5.2, 24-25, 48.6 και 58-65 (α΄ αθηναϊκή επέμβαση – συνέλευση Γέλας όπου λόγος Ερμοκράτη για αδέσμευτη Σικελία, 427-424 π.Χ.)· βιβλ. 6-7 (Σικελική Εκστρατεία). – Τίμαιος F.22 : Πολύβιος 12.25k (συνέλευση Γέλας). – Διόδωρος 11.66-68, 72-73, 76 και 86-92· 12.8 και 29 (γεγονότα προ 431 π.Χ.)· 12.53-54 (α΄ αθηναϊκή επέμβαση), 12.82-84, 13.1-34 (Σικελική Εκστρατεία). ‖ Δεσποτόπουλος 1972. – Πελεκίδης 1972. – Caven 1990: 7-26. – Harrison 2000. – Benjamin 2006: 59-64. – Μοράκης 2006: 207-219. – Παπαδόπουλος 2006: 137-142. – Fields 2008. – Dummett 2010: 13-37. – Champion 2010: 74-148, 165-185. – Matyszak 2012: 71 κ.ε. – Evans 2016: 57-145. – Δρόκαλος 2017: 57-63. – Steinbock 2020.

[2] Davis Hanson 1999: 79, 116-117, και 2010: 100, 111.

[3] Ξενοφών Ελλ. 1.1.18 και 26-31· 1.2.8-9, 12 και 14.

[4] Warmington 1960: 48-73. – Hoyos 2019: 52-56.

[5] Διόδωρος 13.43-44. ‖ Χατζόπουλος/Κολιόπουλος 1972: 98-101. – Caven 1990: 27-29. – Champion 2010: 186-194. – Δρόκαλος 2017: 63-64. – Hoyos 2019: 56-57.

[6] Έφορος F.201 και Τίμαιος F.103 : Διόδωρος 13.54.5. – Διόδωρος 13.54-58. ‖ Warmington 1960: 75-77. – Χατζόπουλος/Κολιόπουλος 1972: 101-102. – Caven 1990: 30-34. – Champion 2010: 195-200. – Δρόκαλος 2017: 64-68. – Hoyos 2019: 57-58. Πρβ. Ward/Marconi 2020. – Baitinger 2020 (αρχαιολογικά τεκμήρια για πολιορκία και ύστερη κατοχή Σελινούντα).

[7] Έφορος F.202 και Τίμαιος F.104 : Διόδωρος 13.60.5. – Διόδωρος 13.59-62. – Frontinus Strat. 3.10.3. ‖ Warmington 1960: 77-78. – Χατζόπουλος/Κολιόπουλος 1972: 102-103. – Caven 1990: 34-38. – Champion 2010: 201-203. – Δρόκαλος 2017: 68-71. – Hoyos 2019: 58. Πρβ. Vassallo 2020: 41-48 (ομαδικός τάφος, στρώματα καταστροφής που συνδέονται με τη Μάχη της Ιμέρας το 409 π.Χ.).

[8] «Now this is not the end; it is not even the beginning of the end; but it is, perhaps, the end of the beginning»: θυμόσοφο σχόλιο του Τσόρτσιλ σε δηλώσεις για τον θρίαμβο των Συμμάχων στη Δεύτερη Μάχη του Ελ Αλαμέιν (Νοε. 1942) εναντίον των δυνάμεων του Άξονα.

[9] Γεγονότα 409-406 π.Χ.: Έφορος F.203 και Τίμαιος F.25, F.26a, F.27 : Διόδωρος 13.80-85. – Ξενοφών Ελλ. 2.2.24. – Διόδωρος 13.63, 75, 79.8-90. – Frontinus Strat. 2.9.6, 3.10.5 (πρβ. Πολύαινος Στρατ. 5.10.4). – Πολύαινος Στρατ. 5.7, 5.10.5. ‖ Warmington 1960: 81-83. – Χατζόπουλος/Κολιόπουλος 1972: 103-106. – Caven 1990: 39-49. – Μοράκης 2006: 222-223. – Champion 2010: 203-216. – Δρόκαλος 2017: 71-82. – Hoyos 2019: 59-62.

[10] Γεγονότα 405 π.Χ.: Ξενοφών Ελλ. 2.3.5. – Τίμαιος F.106-107 : Διόδωρος 13.108-109. – Διόδωρος 13.91-96, 108-113. ‖ Warmington 1960: 83-86. – Χατζόπουλος/Κολιόπουλος 1972: 106-108. – Caven 1990: 50-74. – Μοράκης 2006: 223-224. – Champion 2010: 217-235. – Δρόκαλος 2017: 82-92. – Hoyos 2019: 63.

[11] Όροι συνθήκης ειρήνης 405/04 π.Χ.: Διόδωρος 13.114. Καρχηδονιακή «ἐπικράτεια» στη Σικελία: Διόδωρος 13.81.3, 13.109.4, 14.8.5, 14.41.1 και 3, 14.47.5, 14.54.2, 15.73.1, 16.69.5, 16.73.1, 16.78.1, 16.82.3. ‖ Warmington 1960: 86-87. – Χατζόπουλος/Κολιόπουλος 1972: 108-109. – Caven 1990: 74-79. – Μοράκης 2006: 224. – Champion 2010: 235-236. – Miles 2011: 51-52. – Steinby 2014: 43-44. – Evans 2016: 150-160. – Μοράκης 2016: 105-106. – Δρόκαλος 2017: 92. – Hoyos 2019: 63. – Hoyos 2021: 55-56.

[12] Wilcken 1976: 262. – Lloyd 1977: 74-81. – Braudel 2000: 303. – Benjamin 2006: 66-71. – Μοράκης 2006: 220-224. – Dummett 2010: 42-46. – Sulosky Weaver 2015: 56-57. – DeSantis 2016: 51.

[13] Campbell 2003: 4. – Lee 2010: 139. – Γρηγορόπουλος 2017: 86.

[14] Ενόψει του περσικού κινδύνου υπήρξαν εξαιρέσεις που απλώς επιβεβαίωσαν τον κανόνα: η φυγή των Μικρασιατών Φωκαέων προς Χίο και Δύση (Κορσική, Μεγάλη Ελλάδα) στις απαρχές της περσικής κατοχής το 545-540 π.Χ., και η εκκένωση της Αθήνας κατά τη μεγάλη περσική εισβολή το 480/79 π.Χ.

[15] Θουκυδίδης 6.17.2-4. Βλ. Ξυδόπουλος 2007 [2022]: 12-13.

[16] Θουκυδίδης 2.12.3: «αυτή εδώ η μέρα θα γίνει αρχή μεγάλων συμφορών για τους Έλληνες». Τούτη η θρυλική ρήση μού φέρνει αυθόρμητα στον νου την προφητική δήλωση του Σεφέρη για την επαίσχυντη χούντα (ΒΒC, 28/03/1969): «στις δικτατορικές καταστάσεις…η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα…όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό…βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό», έχοντας κατά νου και την Κύπρο που παράφορα αγάπησε. Πράγματι, πέντε μόλις χρόνια αργότερα, το 1974, ο Ελληνισμός ακρωτηριάστηκε εκ νέου χάνοντας τη βόρεια Κύπρο από τους Τούρκους.

 

ΠΗΓΕΣ

Diodorus of Sicily, vol. IV: Books IX–XII.40, vol. V: Books XII.41-XIII, vol. VI: Books XIV-XV.19, vol. VII: Books XV.20-XVI.65, vol. VIII: Books XVI.66-17, eds.-transl. C.H. Oldfather/Ch.L. Sherman/C. Bradford Welles, [LCL] London/Cambridge MA 1946, 1950, 1954, 1952, 1963, 1957 [https://penelope.uchicago.edu/Thayer/e/roman/texts/diodorus_siculus/home.htmlhttps://www.theoi.com/Text/DiodorusSiculus4A.html (μόνο αγγλ. μτφ.)]

Ephoros von Kyme, F. Jacoby (ed.), Die Fragmente der griechischen Historiker (FGrHist), II.A, 70, Leiden 1986, σ. 37-109

Frontinus The Stratagems and Aqueducts of Rome, ed.-transl. C.E. Bennett, [LCL] London/New York 1925 [https://penelope.uchicago.edu/Thayer/E/Roman/Texts/Frontinus/Strategemata/home.html]

Polyaeni Strategematon Libri VIII, edd. E. Woelfflin/J. Melber, [BT] Stuttgart 21970 [http://www.attalus.org/info/polyaenus.html]

Polybius The Histories in six volumes, Vol. IV (Books IX-XV), ed.-transl. W.R. Paton, [LCL] London/New York 1925 [https://penelope.uchicago.edu/Thayer/e/roman/texts/polybius/home.html]

Thucydidis historiae, vol. II: Libri V-VIII, eds. H.S. Jones/J.E. Powell, [OCT] Oxford 21967 [αρχαιοελλ. κείμενο και νεοελλ. απόδοση: Α.Σ. Βλάχος (2008). «Μνημοσύνη» ΚΕΓ: https://www.greeklanguage.gr/digitalResources/ancient_greek/library/index.html?author_id=160]

Timaios, F. Jacoby (ed.), Die Fragmente der griechischen Historiker (FrGrHist), III.B, 566, Leiden 1986, σ. 581-658

Xenophon Hellenica I, Books I–V, ed.-transl. C.L. Brownson, [LCL] London/New York 1918 [αρχαιοελλ. κείμενο και νεοελλ. απόδοση: Ρ. Ρούφος (2012). «Μνημοσύνη» ΚΕΓ: https://www.greeklanguage.gr/digitalResources/ancient_greek/library/index.html?author_id=191]

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Baitinger, H. 2020. «A dangerous place to live? Arms and armour in the Agora of Selinunte», στο: M. Jonasch (ed.), The Fight for Greek Sicily Society, Politics, and Landscape, Oxford/Philadelphia, σ. 47-56

Benjamin, S. 2006. Sicily. Three Thousand Years of Human History, Hanover NH

Braudel, F. 2000. Οι Μνήμες της Μεσογείου. Προϊστορία και Αρχαιότητα, μτφ. Κ. Ουγούρλογλου, [Ιστορία] Αθήνα

Campbell, D. 2003. Greek and Roman Siege Machinery 399 BC–AD 363, [New Vanguard 78] Oxford

Caven, B. 1990. Dionysius I. War-Lord of Sicily, New Haven/London

Champion, J. 2010. The Tyrants of Syracuse: War in Ancient Sicily, Vol. I: 480–367 BC, [Pen & Sword Military] Barnsley

Davis Hanson, V. 1999. The Wars of the Ancient Greeks and Their Invention of Western Military Culture, London

Davis Hanson, V. 2010. «Epaminondas the Theban and the Doctrine of Preemptive War», στο: V. Davis Hanson (ed.), Makers of Ancient Strategy. From the Persian Wars to the Fall of Rome, Princeton/London, σ. 93-117

DeSantis, M.G. 2016. Rome seizes the Trident. The Defeat of Carthaginian Sea Power and the Forging of the Roman Empire, [Pen & Sword Military] Barnsley

Δεσποτόπουλος, Α. 1972. «Κάτω Ιταλία και Σικελία», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Ι.Ε.Ε.), τ. Γ1: Κλασσικός Ελληνισμός, Αθήνα, σ. 139-152

Δρόκαλος, Σ.Φ. 2017. Έλληνες εναντίον Καρχηδονίων. Η αδυσώπητη σύγκρουση για κυριαρχία στη δυτική Μεσόγειο (8ος-3ος αι. π.Χ.), [Μονογραφίες της «Στρατιωτικής Ιστορίας» 76] Αθήνα

Dummett, J. 2010. Syracuse City of Legends. A Glory of Sicily, London/New York

Evans, R. 2016. Ancient Syracuse. From Foundation to Fourth Century Collapse, London/New York

Fields, N. 2008. Syracuse 415-413 BC. Destruction of the Athenian Imperial Fleet, [Osprey Campaign 195] Oxford/New York

Γρηγορόπουλος, Κ. 2017. «Ο στρατός της Καρχηδόνας (5ος-3ος αι. π.Χ.). Ο χερσαίος βραχίονας μιας ναυτικής δύναμης», στο: Μάχες της Αρχαιότητας Τόμος 5, [Στρατιωτική Ιστορία] Αθήνα, σ. 61-90

Harrison, Th. 2000. «Sicily in the Athenian imagination: Thucydides and the Persian Wars», στο: Chr. Smith/J. Serrati (eds.), Sicily from Aeneas to Augustus. New Approaches in Archaeology and History (Part II. Greek settlement in Sicily), [New Perspectives on the Ancient World 1] Edinburgh 2000, σ. 84-96

Χατζόπουλος, Μ. (συνεργ. Κολιόπουλος, Ι.) 1972. «Σικελία και Κάτω Ιταλία (413 – 330 π.Χ.)», στο: Ι.Ε.Ε., τ. Γ2: Κλασσικός Ελληνισμός, Αθήνα, σ. 98-144

Hoyos, D. 2019. Carthage’s Other Wars. Carthaginian Warfare Outside the ‘Punic Wars’ Against Rome, [Pen & Sword Military] Barnsley

Hoyos, D. 2021. Carthage. A Biography, [Routledge Cities of the Ancient World] London/New York

Lee, J.W.I. 2010. «Urban Warfare in the Classical Greek World», στο: V. Davis Hanson (ed.), ό.π. σ. 138-162

Lloyd, A. 1977. Destroy Carthage! The Death Throes of an Ancient Culture, London

Matyszak, Ph. 2012. Expedition to Disaster. The Athenian Mission to Sicily 415 BC, [Pen & Sword Military] Barnsley

Miles, R. 2011. Carthage Must Be Destroyed. The Rise and Fall of an Ancient Mediterranean Civilization, New York

Μοράκης, Α. 2006. «Έλληνες της Δύσης», στο: Ιστορία των Ελλήνων τόμος 3: Κλασικοί Χρόνοι, Αθήνα, σ. 202-241

Μοράκης, Α. 2016. «Η εκστρατεία του Διονυσίου στη Δυτική Σικελία και η πολιορκία των Συρακουσών από τους Καρχηδονίους (398-396 π.Χ.)», στο: Μάχες της Αρχαιότητας Τόμος 4, [Στρατιωτική Ιστορία] Αθήνα, σ. 105-132

Παπαδόπουλος, Θ. 2006. «Πελοποννησιακός πόλεμος», στο: Ιστορία των Ελλήνων τόμος 3: Κλασικοί Χρόνοι, Αθήνα, σ. 110-157

Πελεκίδης, Χ. 1972. «Η μεγάλη αθηναϊκή εκστρατεία στη Σικελία», στο: Ι.Ε.Ε., τ. Γ1: Κλασσικός Ελληνισμός, Αθήνα, σ. 242-265

Steinbock, B. 2020. «‘Sufferings too great for tears’: the destruction of the Athenian expeditionary corps in Sicily», στο: M. Jonasch (ed.), ό.π. σ. 73-98

Steinby, Chr. 2014. Rome versus Carthage. The War at Sea, [Pen & Sword Maritime] Barnsley

Sulosky Weaver, C.L. 2015. The Bioarchaeology of Classical Kamarina. Life and Death in Greek Sicily, [Bioarchaeological Interpretations of the Human Past: Local, Regional, and Global Perspectives] Gainesville FL

Vassallo, S. 2020. «Guerre e conflitti nella Sicilia centro-settentrionale tra la metà del VI e la fine del V sec. a.C.: una prospettiva archeologica», στο: M. Jonasch (ed.), ό.π. σ. 1-17

Ward, A./Marconi, C. 2020. «War and the life of a sacred structure. Weapons from the NYU-UniMi excavations in the main urban sanctuary of Selinunte», στο: M. Jonasch (ed.), ό.π. σ. 18-46

Warmington, B.H. 1960. Carthage, London

Wilcken, U. 1976. Αρχαία Ελληνική Ιστορία, μτφ. Ι. Τουλούμακος, Αθήνα

Ξυδόπουλος, Ι.Κ. 2007. «Η ταυτότητα των Ελλήνων της Σικελίας», Εγνατία 11 (2007) 9-18 [αναδημοσίευση στην «Clio Turbata» (08/01/2022): https://clioturbata.com/απόψεις/ksidopoulos_the_identity_of_the_greeks_of_sicily/]

Γεώργιος Καλαφίκης: Η ιστορική αναμέτρηση Καρχηδόνας και Συρακουσών με έπαθλο τη Σικελία. Ο Α΄ Σικελικός Πόλεμος (480 π.Χ.)

Γεώργιος Καλαφίκης

Η ιστορική αναμέτρηση Καρχηδόνας και Συρακουσών με έπαθλο τη Σικελία. Ο Α΄ Σικελικός Πόλεμος (480 π.Χ.)

 

1. Γενικά εισαγωγικά σχόλια

Τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής ιστορίας συχνά μονοπωλούν κλασικά θέματα, όπως οι Περσικοί Πόλεμοι, η διαμάχη Αθήνας-Σπάρτης, ή οι ένδοξες εκστρατείες των Μακεδόνων του Φιλίππου Β΄ και του Μ. Αλεξάνδρου, μαζί με τις καίριες επιπτώσεις τους στον ρου της Ιστορίας. Εντούτοις, στο περιθώριο της σύγχρονης ελληνικής και διεθνούς ιστοριογραφίας τοποθετείται συνήθως η σφοδρή αναμέτρηση μεταξύ Συρακουσών και Καρχηδόνας για την πρωτοκαθεδρία στη Σικελία. Η συγκεκριμένη μακρόχρονη αντιπαράθεση προκάλεσε την έκρηξη συνολικά οκτώ πολεμικών γύρων μεταξύ των δύο ισχυρότερων τότε δυνάμεων της Δυτικής Μεσογείου, των πόλεων-κρατών της Καρχηδόνας και των Συρακουσών. Οι απανωτοί αυτοί πόλεμοι είναι σήμερα γνωστοί ως «Σικελικοί Πόλεμοι» (480-276 π.Χ.), αλλά έληξαν χωρίς ξεκάθαρο τροπαιούχο και αδιαφιλονίκητο θριαμβευτή. Ωστόσο, η Καρχηδόνα δικαιούταν περισσότερο από τις Συρακούσες να διεκδικήσει για λογαριασμό της τον τίτλο και τις δάφνες της νικήτριας πλευράς, έστω στα σημεία.

Σε μια σειρά τεσσάρων σχετικών άρθρων συγκεντρωμένων σε δυο μέρη, θα επιχειρήσουμε να στρέψουμε τα φώτα της ιστορικής έρευνας πάνω σε σπουδαία γεγονότα με συναρπαστικές εξελίξεις που ακόμη βρίσκονται στην αχλή της Ιστορίας, προσφέροντας μια επισκόπηση των πολεμικών επιχειρήσεων και του αντίκτυπου των Σικελικών Πολέμων. Άλλωστε, συχνά παραβλέπεται ή υποεκτιμάται το γεγονός ότι κατά την αρχαιότητα το ελληνικό έθνος υπήρξε συνολικά ακμαιότατο από δημογραφικής, πολιτικής, πολιτιστικής, στρατιωτικής, τεχνολογικής, κοινωνικής και οικονομικής άποψης, συνιστώντας παγκοσμίως έναν από τους μεγαλύτερους σε πληθυσμό και ισχυρότερους σε επιρροή λαούς. Μάλιστα, ο Ελληνισμός σταδιακά εξαπλώθηκε και επεκτάθηκε εδαφικά προς όλες τις κατευθύνσεις της καθ’ ημάς οικουμένης (Μεσόγειο, Εύξεινο Πόντο, Εγγύς και Μέση Ανατολή).[1] Ασφαλώς, ο Ελληνισμός της Δύσης αποτέλεσε σπουδαίο και ανθηρό κρίκο εκείνης της εξάπλωσης και επέκτασης.

Παρ’ όλα αυτά, οι οκτώ «Σικελικοί Πόλεμοι» (480-276 π.Χ.) παραμένουν μάλλον άσημοι, ειδικά σε σύγκριση με τους διάσημους «Καρχηδονιακούς Πολέμους» της Ρώμης εναντίον της Καρχηδόνας. Εκείνοι ξεκίνησαν λίγο αργότερα (264-146 π.Χ.), ξέσπασαν συνολικά τρεις μέσα σε διάστημα 120 ετών, και ολοκληρώθηκαν με την καταστροφή της Καρχηδόνας από τους Ρωμαίους στον τρίτο γύρο πολέμου. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τους πασίγνωστους «Καρχηδονιακούς Πολέμους» Ρώμης-Καρχηδόνας, που είναι εκτενώς και επαρκώς αναλυμένοι, οι «Σικελικοί Πόλεμοι» Καρχηδόνας-Συρακουσών εξακολουθούν να παραμένουν σε σχετική αφάνεια και έρχονται πάντα σε δεύτερη μοίρα, μολονότι από στρατιωτικής (τακτικής και στρατηγικής) και πολιτικής άποψης είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντες. Επιπλέον, οι «βίοι εμπόλεμοι» Καρχηδόνας και Συρακουσών προοιωνίστηκαν σε τελική ανάλυση τη μοιραία σύγκρουση μεταξύ Ρώμης και Καρχηδόνας για την κυριαρχία στον παρθένο ακόμη χώρο της Δυτικής Μεσογείου, που δεν είχε γνωρίσει ως τότε την ανάδειξη και κατίσχυση αυτοκρατορικών δυνάμεων, όπως αντιθέτως η λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου. Επομένως, επηρέασαν σημαντικά την εξέλιξη της αρχαίας ιστορίας και γι’ αυτό αξίζει να τους μελετήσουμε με την επικουρία σχετικής βιβλιογραφίας, πηγών και βοηθημάτων.

 

2. Η σχετική ιστοριογραφική παράδοση: βασικές πηγές και βοηθήματα

Η αποκατάσταση και παρουσίαση των αλλεπάλληλων συρράξεων και εχθροπραξιών μεταξύ Καρχηδόνας και Συρακουσών βασίζεται στην πολύτομη «Ιστορική Βιβλιοθήκη» που συνέγραψε ο ερανιστής ιστοριογράφος του 1ου αι. π.Χ. Διόδωρος ο Σικελιώτης (περ. 90-30 π.Χ.). Με τη σειρά του, ο Διόδωρος είχε στηριχτεί στις ιστορίες των δύο «πατέρων» της επιστήμης, Ηροδότου και Θουκυδίδη (5ος αι. π.Χ.), και επιπλέον σε αποσπασματικά σωζόμενα κείμενα άλλων ιστορικών· αυτοί ήταν οι: Αντίοχος του Ξενοφάνους (Συρακούσιος ιστορικός, σύγχρονος του Θουκυδίδη), Φίλιστος (επίσης Συρακούσιος, περ. 430-356 π.Χ.), Έφορος (από την Κύμη της Αιολίδας, περ. 400-330 π.Χ., τον αντέγραψε κατά κόρον ο Διόδωρος), Θεόπομπος (από τη Χίο, περ. 378-323/300 π.Χ.), και Τίμαιος (από το Ταυρομένιο, περ. 350-260 π.Χ.).

Διόδωρος ο Σικελιώτης (90 – 30 π.Χ. περίπου) και τα Βιβλιοθήκης Ιστορικής τα Σωζόμενα (έκδοση του 1746).

Στις παραπάνω πηγές βασίστηκαν μεταγενέστεροι Λατίνοι και Έλληνες συγγραφείς, όπως ο Κορνήλιος Νέπως (Cornelius Nepos, περ. 100-25 π.Χ.) και ο Πλούταρχος (περ. 45-120 μ.Χ.), καθώς και ο Ιουστίνος (Marcus Iunianus Justinus Frontinus, έζησε τον 3ο ή 4ο αι. μ.Χ.). Τέλος, διάσπαρτες πληροφορίες ειδικά για την εφαρμογή στρατηγημάτων κατά τη διεξαγωγή των Σικελικών Πολέμων αντλούμε από τα «Strategemata/Στρατηγήματα» που κατέγραψαν ο Ρωμαίος Φροντίνος (Sextus Iulius Frontinus, περ. 40-103 μ.Χ.) και ο Έλληνας Μακεδόνας Πολύαινος (2ος αι. μ.Χ., επί Μάρκου Αυρηλίου, 161-180 μ.Χ.).

Μέχρι τις μέρες μας συνεχίζουν να ανατρέχουν ειδικά στα κείμενα του Διόδωρου Σικελιώτη ως κύρια πηγή οι νεότεροι και σύγχρονοι επιστήμονες ιστορικοί και μελετητές, ώστε να ανασυνθέσουν και να περιγράψουν, να τεκμηριώσουν και να αξιολογήσουν με σχετική ακρίβεια τις ιστορικές εξελίξεις και τα γεγονότα της παρατεταμένης αντιπαράθεσης της Καρχηδόνας με τις Συρακούσες με έπαθλο τον ηγεμονικό έλεγχο και την κυριαρχία στη Σικελία. Η πρόσφατη (2017) μονογραφία του Σ. Δρόκαλου σχετικά με την «αδυσώπητη σύγκρουση Ελλήνων και Καρχηδονίων για κυριαρχία στη Δυτική Μεσόγειο (8ος–3ος αι. π.Χ.)» αποτελεί τη μοναδική αξιόλογη, εκλαϊκευτική, μελέτη που υφίσταται στην ελληνική γλώσσα για τους Σικελικούς Πολέμους. Αντίστοιχα, στην αγγλική γλώσσα υφίστανται ανάλογες εκλαϊκευτικές μελέτες του J. Champion (2011-2012, δύο τόμοι για τους πολέμους των Ελλήνων τυράννων της Σικελίας μεταξύ 480-212 π.Χ.) και του D. Hoyos (2019, ειδικά για τους εχθρούς της Καρχηδόνας πλην της Ρώμης). Επίσης αξιοποιούμε σχετικές ακαδημαϊκές μελέτες και διάφορα ειδικότερα άρθρα.

 

3. Καρχηδόνα και Συρακούσες: συγκριτική συνοπτική παρουσίαση δύο ισχυρών και ηγεμονικών πόλεων-κρατών της Δυτικής Μεσογείου

α) Γεωγραφική, δημογραφική και οικονομική επισκόπηση

Η ίδρυση Καρχηδόνας και Συρακουσών έλαβε χώρα κατά τη Γεωμετρική εποχή (περ. 1050-750/700 π.Χ.) της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Ποια ήταν εκείνα τα κυρίαρχα στοιχεία που δημιούργησαν τους μύθους των δύο αυτών πόλεων; Καταρχήν, η ιστορική επιστήμη αποδέχεται τρεις κύριους και βασικούς «καταλύτες, υπηρέτες ή/και δεσμώτες της Ιστορίας», οι οποίοι διαχρονικά πυροδοτούν, προκαλούν, διαμορφώνουν και περι-ορίζουν τις ιστορικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο: Γεωγραφία, Δημογραφία, Οικονομία. Κατά τα φαινόμενα, η αρχαία Καρχηδόνα και οι αρχαίες Συρακούσες διέθεταν σε αφθονία και τους τρεις παραπάνω παράγοντες, ούτως ώστε σταδιακά αλλά νομοτελειακά να μετεξελιχθούν σε σημαντικούς παράγοντες ισχύος στον θαλάσσιο χώρο γενικά της Μεσογείου και ειδικότερα της Δυτικής Μεσογείου κατά την Αρχαϊκή (750/700-480 π.Χ.) και Κλασική (480-323 π.Χ.) εποχή. Από γεωστρατηγικής άποψης, οι δύο πόλεις δέσποζαν στη Δυτική Μεσόγειο, σε Βόρεια Αφρική και Σικελία αντίστοιχα, καθώς διέθεταν εξαιρετικά ευρύχωρους λιμένες, με ικανή και εύφορη ενδοχώρα για πάσης φύσεως ανάπτυξη. Από δημογραφικής και οικονομικής άποψης, ο πληθυσμός, το εμπόριο και η παραγωγική δραστηριότητα των δύο πόλεων αναπτύχθηκαν με ταχείς ρυθμούς, ειδικά από τον 5ο αι. π.Χ. και εξής. Έκτοτε και μέχρι την μετεωρική εξάπλωση της λατινικής Ρώμης κατά την Ελληνιστική εποχή (323-30 π.Χ.), η φοινικική Καρχηδόνα και οι ελληνικές Συρακούσες διέπρεψαν ως εξέχουσες μητροπόλεις της Δυτικής Μεσογείου.

 

β) Η αρχαία Καρχηδόνα: ίδρυση, πολιτική και στρατιωτική οργάνωση

Η Καρχηδόνα (Qarṭāj, Τυνησία) υπήρξε αναμφίβολα μία από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες πόλεις-κράτη της αρχαιότητας. Ιδρύθηκε από Φοίνικες αποίκους που κατάγονταν από την πόλη-κράτος της Τύρου στην αρχαία Φοινίκη (Ṣūr, Λίβανος). Ο θρύλος παραδίδει ως συμβατικό έτος ίδρυσης της Καρχηδόνας το 814 π.Χ. από τη μυθική βασίλισσα της Τύρου Διδώ. Σε γενικές γραμμές, η παράδοση συμβαδίζει με τις τρέχουσες ιστορικές εκτιμήσεις και τα αρχαιολογικά τεκμήρια για την ίδρυση της πόλης, η οποία όντως τοποθετείται χρονολογικά τον 9ο αι. π.Χ. (900-801 π.Χ.). Η επιλογή της τοποθεσίας αυτής της νέας πόλης-αποικίας, ή αλλιώς ελληνιστί «Νεάπολης» (Qart-ḥadašt, η πρωτότυπη φοινικική ονομασία της Καρχηδόνας αυτό σήμαινε), υπήρξε όντως κομβικής σημασίας για την εξέλιξη και το μεσουράνημα της Καρχηδόνας κατά τους αιώνες που ακολούθησαν την ίδρυσή της. Στρατηγικά τοποθετημένη στη Μεσόγειο θάλασσα –σήμερα είναι διαμέρισμα της Τύνιδας (Tūnis), πρωτεύουσας της Τυνησίας– η φοινικική αποικία της Καρχηδόνας σταδιακά αναδείχτηκε σε εξέχουσα και ηγεμονική δύναμη στη λεκάνη της Δυτικής Μεσογείου κατά την αρχαιότητα.

Η Καρχηδόνα και το λιμάνι της (πηγή).

Από τις αρχές του 5ου αι. π.Χ. και συγκεκριμένα έπειτα από τη συμφορά στη Μάχη της Ιμέρας το 480 π.Χ., η Καρχηδόνα κυβερνιόταν βάσει ενός υβριδικού πολιτεύματος, το οποίο συνδύαζε χαρακτηριστικά που συνάδουν με τα πολιτειακά συστήματα κυρίως της αριστοκρατίας και της ολιγαρχίας/τιμοκρατίας και πολύ λιγότερο της δημοκρατίας. Επομένως, συνιστούσε συγκερασμό των κυρίαρχων πολιτειακών τάσεων στον χώρο της Μεσογείου, ιδίως χάρη στην επίδραση του αρχαίου ελληνικού κόσμου.

Πάντως, στην Καρχηδόνα της αρχαϊκής και κλασικής εποχής σημαίνοντα ρόλο στο πολιτικό σκηνικό έπαιζε το βασιλικό και μετέπειτα αριστοκρατικό γένος των Μαγωνιδών. Οι Μαγωνίδες επάνδρωναν πολύ συχνά ηγετικές θέσεις στην πολιτική και στρατιωτική διοίκηση της πόλης. Μάλιστα, οι περισσότεροι Καρχηδόνιοι στρατιωτικοί ηγέτες που ενεπλάκησαν στους Σικελικούς Πολέμους εναντίον των Συρακουσών ανήκαν στη συγκεκριμένη δυναστεία.

Στα Πολιτικά του Αριστοτέλη το καρχηδονιακό πολίτευμα αξιολογείται θετικά, επειδή κατά τη γνώμη του κορυφαίου αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου χαρακτηριζόταν από εγγενή σταθερότητα, δημιουργική και ισορροπημένη ώσμωση των προαναφερόμενων πολιτειακών τύπων που άλλωστε επικρατούσαν τότε γενικά και κατά περίπτωση στην καθ’ ημάς μεσογειακή οικουμένη. Πάνω απ’ όλα, λέγεται ότι οι Καρχηδόνιοι επεδίωκαν θεσμικά την ανάδειξη των αρίστων, είτε κληρονομικών ευγενών είτε αυτοδημιούργητων πλουσίων, για την πλήρωση των διαφόρων οργάνων της πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας. Επρόκειτο με άλλα λόγια για μια ολιγαρχία εξ αίματος και πλούτου (αριστοκρατία και τιμοκρατία μαζί).

William Linton, Carthage, 1830, Cleveland Museum of Art (πηγή).

Πιο αναλυτικά, οι δύο «σουφέτες» (ελλ. «δικαστές», φοιν. shophtim/špṭm, λατ. suffetes) ήταν οι ανώτατοι –ενιαύσιοι αποκλειστικά πολιτικοί, άρα όχι στρατιωτικοί– άρχοντες· αντιστοιχούσαν περίπου σε αξίωμα και βαθμό στους εκλεγμένους «άρχοντες-βασιλείς» των ελληνικών πόλεων-κρατών, στους πέντε εφόρους της Σπάρτης και στους δύο υπάτους (consules) των Ρωμαίων. Η γερουσία (φοιν. adirim) αποτελείτο από περίπου 300 μέλη (φοιν. rab, ελλ. αρχηγός, πρβ. ραβίνος στα εβραϊκά). Σουφέτες και γερουσιαστές λάμβαναν σε συνεργασία τις βαρύνουσες πολιτικές και άλλες σχετικές αποφάσεις. Οι δύο αυτοί πολιτειακοί θεσμοί πλαισιώνονταν από την «αρχή των Εκατό (Τεσσάρων)», ανώτατο δικαστικό και συμβουλευτικό σώμα σε ρόλο εγγυητή της σταθερότητας του πολιτεύματος, τα μέλη του οποίου, αριστοκράτες και πλουτοκράτες, μπορούσαν να είναι παράλληλα και μέλη της Γερουσίας. Τα τρία αυτά πολιτειακά όργανα και σώματα συγκέντρωναν και ασκούσαν το σύνολο της εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας. Την ηγεσία των στρατιωτικών δυνάμεων (πεζικού και ναυτικού) και των εκστρατευτικών σωμάτων ασκούσαν εκλεγμένοι ή διορισμένοι στρατηγοί (φοιν. rab mahanet, ελλ. αρχηγός του στρατού), που επίσης προέρχονταν από τις ανώτερες κοινωνικές τάξεις.

Το κατεξοχήν δημοκρατικό στοιχείο του καρχηδονιακού πολιτεύματος αντιπροσώπευε η λαϊκή συνέλευση (φοιν. ham, ελλ. λαός) ως εκπρόσωπος των κατώτερων λαϊκών τάξεων, όπου όμως συμμετείχαν άνδρες που πληρούσαν ορισμένα εισοδηματικά κριτήρια, και επομένως όχι όλοι ανεξαιρέτως οι Καρχηδόνιοι ελεύθεροι πολίτες (άρα εφαρμοζόταν τιμοκρατία). Σε αυτήν μπορούσαν να αναπεμφθούν ζητήματα και νόμοι προς συζήτηση ή απόφαση ειδικά σε περιπτώσεις διαφωνίας μεταξύ των ανώτερων πολιτειακών θεσμών, ενώ αργότερα συμμετείχε στις αρχαιρεσίες για την εκλογή και ανάδειξη σουφετών και στρατηγών. Ωστόσο, οι λαϊκές τάξεις της Καρχηδόνας δεν μπορούσαν ποτέ να πληρώσουν τις θέσεις των σουφετών, της γερουσίας, του συμβουλίου των Εκατό (Τεσσάρων) και των στρατηγών που παρέμεναν αποκλειστικό προνόμιο των Καρχηδονίων ολιγαρχών και φατριών.

Όπως είναι φυσικό, η στρατιωτική ισχύς της Καρχηδόνας βασιζόταν στο ναυτικό. Κατά τεκμήριο, ο πολεμικός στόλος της Καρχηδόνας υπήρξε από τους ισχυρότερους συνολικά στη Μεσόγειο και ειδικά στη Δυτική Μεσόγειο μέχρι τον 3ο αι. π.Χ. Συνεπώς, αποτέλεσε διαχρονικά το κύριο εργαλείο προβολής ισχύος και βασικό όργανο στρατιωτικής επέκτασης της Καρχηδόνας στις υπερπόντιες περιοχές της Ιβηρικής, των Βαλεαρίδων, της Κορσικής, της Σαρδηνίας, και ασφαλώς της Σικελίας. Το καρχηδονιακό ναυτικό συμβάδισε με τις τεχνολογικές εξελίξεις που εκτυλίχθηκαν στον ελληνικό κόσμο. Αρχικά, τα κύρια πολεμικά σκάφη ήταν οι μονήρεις πεντηκόντοροι και οι διήρεις. Προς το τέλος της Αρχαϊκής και στις απαρχές της Κλασικής εποχής (6ος/5ος αι. π.Χ.) εμφανίστηκαν και αξιοποιήθηκαν οι πρώτες τριήρεις. Οι γνωστές μας τριήρεις μεσουράνησαν κατά τον 5ο αι. π.Χ., ενώ από τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και εξής, χωρίς να εξαφανιστούν, παραχώρησαν τη θέση τους σε μεγαλύτερα πολεμικά σκάφη: ήταν οι τετρήρεις και πεντήρεις, βασισμένες στο πετυχημένο σχέδιο της τριήρους. Τότε, το μέγεθος των ναυτικών δυνάμεων της Καρχηδόνας ήταν παραπλήσιο με εκείνο της θαλασσοκράτειρας Αθήνας και ισχυρότερο των Συρακουσών, εκτός της περιόδου του τυράννου Διονυσίου Α΄ (405-367 π.Χ.).

Επάνω: Καρχηδονιακή διήρης (πηγή). Κάτω:  Καρχηδονιακή τριήρης (πηγή).

Εντυπωσιακός ήταν ο ευμεγέθης λιμένας της αρχαίας Καρχηδόνας, ο περίφημος «Κώθων», δηλαδή φοινικικός τύπος τεχνητού λιμανιού με δίκτυο λιμενο-λεκανών που προέκυψαν μέσω εκσκαφής χερσαίου εδάφους. Ο Κώθων της Καρχηδόνας –ένα πραγματικό αριστούργημα της αρχαίας μηχανικής– αποτελούνταν από ένα παραλληλόγραμμο εμπορικό λιμάνι στην είσοδο και από ένα κυκλικό στρατιωτικό λιμάνι στα ενδότερα· το τελευταίο συνιστούσε την κύρια βάση του καρχηδονιακού πολεμικού στόλου.

Η φοινικική και ρωμαϊκή Καρχηδόνα /IZIgraph Patrimoine: Tunisie Antique 3D

Ο στρατός ξηράς της Καρχηδόνας βασιζόταν κυρίως σε μισθοφόρους ποικίλων λαών και εθνών. Το βαρύ πεζικό ήταν συνήθως εξοπλισμένο και πολεμούσε κυρίως ως οπλιτική φάλαγγα ελληνικού τύπου. Αποτελούνταν από πυρήνα αρκετών χιλιάδων Καρχηδόνιων πολιτών (επίλεκτο τμήμα των οποίων απάρτιζε από τον 4ο αι. π.Χ. και εξής τον περίφημο «Ιερό Λόχο», δύναμης περίπου 2.500-3.000 οπλιτών) συνεπικουρούμενο από πληθώρα Λίβυων, Ιβήρων, Σαρδηνών, Κελτών (από τη Γαλατία και τη βόρεια Ιταλία), Λιγύρων, Ιταλών (Καμπανών κ.ά.), ακόμη και Ελλήνων μισθοφόρων· οι τελευταίοι θεωρούνταν οι καλύτεροι πολεμιστές. Ανάλογη ήταν η σύσταση του ελαφρού πεζικού, δηλαδή των ψιλών (πελταστών, ακοντιστών, τοξοτών, σφενδονητών), εκ των οποίων περίφημοι στην αρχαιότητα ήταν ειδικά οι σφενδονήτες από τις Βαλεαρίδες Νήσους. Το ιππικό αποτελούσαν Καρχηδόνιοι πολίτες και Νουμίδες μισθοφόροι· οι τελευταίοι ήταν έξοχοι ελαφροί ιππείς, ξακουστοί στη Μεσόγειο ως τα τέλη της αρχαιότητας (6ος–7ος αι. μ.Χ.). Εκτός της ποικίλης σύνθεσης του στρατού, οι διαφορετικές εθνικές καταβολές των καρχηδονιακών στρατευμάτων αντανακλούσαν επιπλέον στον εξοπλισμό και στις τακτικές τους. Γενικά, κατά την υπό εξέταση περίοδο (αρχές 5ου–αρχές 3ου αι. π.Χ.), η Καρχηδόνα ήταν σε θέση να συγκεντρώνει, να αποστέλλει και να συντηρεί σε υπερπόντιες, μακρόχρονες και επίπονες, εκστρατείες στη Σικελία πλήθος στρατιωτικών δυνάμεων, της τάξεως των δεκάδων χιλιάδων ανδρών.[2]

 

γ) Οι αρχαίες Συρακούσες: ίδρυση, πολιτική ιστορία και στρατιωτική οργάνωση

Ακριβώς ογδόντα χρόνια μετά από την ίδρυση της Καρχηδόνας, δηλαδή το 734/3 π.Χ. σύμφωνα με την ευρέως αποδεκτή αρχαιοελληνική χρονολογική παράδοση, ιδρύθηκαν οι Συρακούσες (Siracusa, Ιταλία) με αποστολή αποίκων από τη μητρόπολη της Κορίνθου, που τότε διένυε περίοδο ακμής και ανάπτυξης. Ο αποικισμός των Συρακουσών παραδίδεται ότι οργανώθηκε μεθοδικά από έναν Κορίνθιο ευγενή, τον Αρχία, μέλος της βασιλικής/αριστοκρατικής δυναστείας των Βακχιάδων, που ανήγαν την απώτατη καταγωγή τους στον Ηρακλή, θεωρούνταν δηλαδή Ηρακλείδες. Ο Αρχίας φέρεται να εξαναγκάστηκε σε φυγή μαζί με οπαδούς του ενόσω την Κόρινθο συντάραζε μακρόχρονη αναταραχή και παρατεταμένη πολιτική αστάθεια, που αργότερα επέφερε την εκδίωξη των Βακχιάδων και την άνοδο στην εξουσία των Κυψελιδών τυράννων (μέσα 7ου αι. π.Χ.). Πάντως, ο Αρχίας έφερε σημαδιακό και «προφητικό» όνομα, καθώς φαίνεται πως ως οικιστής θεμελίωσε τη μελλοντική αρχή των Συρακουσών στη Σικελία και ευρύτερα στη Δυτική Μεσόγειο.

 

Η αρχαία πόλη των Συρακουσών/CHNT Vienna: Siracusa 3D Reborn. An Ancient Greek City brought Back To Life

Η πολιτική ιστορία των Συρακουσών εξελίχτηκε διαφορετικά και αποδείχτηκε πιο ταραγμένη σε σύγκριση με εκείνη της μεγάλης και ιστορικής της αντιπάλου, της Καρχηδόνας. Το πρωταρχικό πολίτευμα των Συρακουσών ήταν μάλλον αριστοκρατικό, στο πρότυπο της Κορίνθου επί εποχής Βακχιαδών. Οι αριστοκράτες απόγονοι των πρώτων αποίκων, οι γαμόροι (δωρ. του: γεωμόρος, δηλαδή γαιοκτήμονας), νέμονταν τη γη και κατείχαν την εξουσία. Στα τέλη του 6ου με αρχές του 5ου αι. π.Χ. οι κυλλύριοι (Ηρόδοτος 7.155) ή καλλικύριοι (Τίμαιος F.8), δηλαδή τα περιθωριακά λαϊκά στρώματα της πόλης (που αντιστοιχούσαν σε κοινωνική θέση περίπου με τους είλωτες της Σπάρτης, τους πενέστες της Θεσσαλίας ή τους κλαρώτες της Κρήτης), ανέτρεψαν και εξόρισαν τους γαμόρους εγκαθιδρύοντας προσωρινά μια πρώιμου τύπου δημοκρατία.

Σύντομα, ωστόσο, ο Γέλωνας, τύραννος της Γέλας, επενέβη στην πολιτική διένεξη υπέρ των εξόριστων γαμόρων και τους επανέφερε στην πόλη τους, αλλά κατέλαβε τις Συρακούσες και ανέλαβε προσωπικά την εξουσία (485 π.Χ.), αφήνοντας στη θέση του στη Γέλα ως τύραννο τον μικρότερο αδελφό του Ιέρωνα. Έκτοτε και για είκοσι χρόνια οι Συρακούσες κυβερνήθηκαν τυραννικά από τους τρεις αδελφούς της δυναστείας των Δεινομενιδών, Γέλωνα († 478 π.Χ.), Ιέρωνα Α΄ († 467 π.Χ., τον αντικατέστησε στη Γέλα ο αδελφός του Πολύζαλος, που αφιέρωσε στους Δελφούς τον πασίγνωστο Ηνίοχο) και Θρασύβουλο (467/66 π.Χ.).

Η νησίδα Ορτυγία, κέντρο της αρχαίας πόλης των Συρακουσών (πηγή).

Τότε, ο λαός (ὁ δᾶμος) των Συρακουσίων επαναστάτησε, ανέτρεψε την τυραννία και εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία, η οποία άνθησε κατά τη διάρκεια εκείνης της «χρυσής πεντηκονταετίας» (περ. 466-410 π.Χ.), στο παράλληλο πρότυπο της ανθηρής αθηναϊκής δημοκρατίας, που διένυε φάση μέγιστης ακμής και επιρροής. Μολονότι οι διαθέσιμες σήμερα πηγές είναι φειδωλές χωρίς να επιτρέπουν την εκμαίευση ασφαλών συμπερασμάτων, γνωρίζουμε πως η εκκλησία του δήμου των Συρακούσιων πολιτών συνέστησε το κυρίαρχο πολιτειακό όργανο και εξέλεγε τους τρεις στρατηγούς (που εκπροσωπούσαν τις παραδοσιακές δωρικές φυλές: Υλλείς, Δυμάνες, Παμφύλους). Η δημοκρατία των Συρακουσών υπήρξε μάλλον μετριοπαθέστερη σε σύγκριση με τη ριζοσπαστικότερη αθηναϊκή δημοκρατία της Κλασικής Εποχής.

Εντούτοις, η Σικελική Εκστρατεία των Αθηναίων εναντίον των Συρακουσών θα επέλθει ως σημείο καμπής και θα ανατρέψει εκ βάθρων και διαπαντός το status quo (πολιτικό, γεωστρατηγικό, στρατιωτικό) στη Σικελία. Τελικά, με αφορμή την κρίσιμη καρχηδονιακή εισβολή του 409-404/05 π.Χ. το δημοκρατικό πολίτευμα των Συρακουσών αποσταθεροποιήθηκε και τελικά καταλύθηκε. Έκτοτε και μέχρι την άλωση της πόλης από τους Ρωμαίους το 212 π.Χ., ενόψει της πάγιας, διαρκούς και σοβαρής καρχηδονιακής απειλής –αλλά χωρίς ποτέ να καταργηθεί τυπικά ως σώμα η εκκλησία του δήμου– οι Συρακούσες κυβερνήθηκαν ουσιαστικά από τυράννους. Αρχικά κυβέρνησε την πόλη η δυναστεία του Διονύσιου Α΄ (Διονύσιος Α΄ ο Πρεσβύτερος, 405-367 π.Χ. – Διονύσιος Β΄ ο Νεότερος, 367-357 και 346-344 π.Χ.). Στη συνέχεια ανέβηκαν στην εξουσία διάφοροι άλλοι τύραννοι, σε πολλές περιπτώσεις ταυτόχρονα και αντιμαχόμενοι αλλήλους, με εξαίρεση τη σύντομη περίοδο παλινόρθωσης της δημοκρατίας στα χρόνια του Τιμολέοντα (περ. 344-336 π.Χ.). Αργότερα, ορισμένοι από τους ηγέτες των Συρακουσών τιτλοφορήθηκαν βασιλείς, όπως ο τύραννος Αγαθοκλής (317-289 π.Χ., βασιλεύς από το 305/04 π.Χ.) και ο στρατηγός Ιέρωνας Β΄ (275-215 π.Χ., βασιλεύς από το 270/65 π.Χ.) στο τότε πρότυπο των Μακεδόνων βασιλέων της ελληνιστικής Ανατολής.

Οι Συρακούσες διέθεταν ένοπλες δυνάμεις οργανωμένες στα γνωστά πρότυπα των ελληνικών πόλεων-κρατών της περιόδου. Τον στρατό ξηράς απάρτιζαν κυρίως οπλίτες βαρέως πεζικού, πολίτες ή μισθοφόροι. Αυτοί τάσσονταν στη μάχη και πολεμούσαν ως κλασική οπλιτική φάλαγγα. Παράλληλα, ελαφρύ πεζικό –πελταστές, ακοντιστές, τοξότες και σφενδονήτες– πλαισίωναν υποστηρικτικά τους οπλίτες. Ονομαστό ήταν εξάλλου το ιππικό των Συρακουσίων ήδη από την εποχή των Δεινομενιδών τυράννων. Επί Διονυσίου Α΄ ο στρατός των Συρακουσών εξοπλίστηκε με ελαφρά και βαρέα τηλεβόλα όπλα (γαστραφέτες, καταπέλτες κ.ο.κ.) που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως στις πολιορκίες τειχισμένων πόλεων και οχυρών. Τον πολεμικό στόλο των Συρακουσών απάρτιζαν αρχικά τριακόντοροι, πεντηκόντοροι και διήρεις· τον 5ο αι. π.Χ. κυριάρχησαν στον ναυτικό αγώνα οι τριήρεις, ενώ από τον 4ο αι. π.Χ. οι ισχυρότερες τετρήρεις και πεντήρεις αποτέλεσαν τα κύρια πολεμικά σκάφη. Τα αριθμητικά δεδομένα για τη στρατιωτική ισχύ (στρατό και στόλο) των Συρακουσών αποκαλύπτουν μεγέθη συνήθως μικρότερα ή ενίοτε ανάλογα με τις άλλες δύο μεσογειακές ναυτικές δυνάμεις, Αθήνα και Καρχηδόνα.[3]

Επάνω αριστερά: Ελληνική τριακόντορος (πηγή). Επάνω δεξιά:   Ελληνική διήρης (πηγή). Κάτω: Ελληνική πεντηκόντορος (πηγή)

 

4. Η αρχαία Σικελία: λαοί – ελληνικός και φοινικικός αποικισμός – οι πρώτες σποραδικές αλλά ενδεικτικές του μέλλοντος συγκρούσεις

Η αρχαία Σικελία ήταν εξαιρετικά εύφορη περιοχή, ξακουστή στην αρχαιότητα για την παραγωγή σιτηρών εξίσου με την Κάτω Ιταλία (εξού και η κατεξοχήν διάδοση της λατρεία της Δήμητρας, θεάς της γεωργίας, και της Κόρης της Περσεφόνης μεταξύ Σικελιωτών και Ιταλιωτών Ελλήνων). Αρχικά, λέγεται ότι ονομαζόταν Τρινακρία λόγω του περίπου ισοσκελούς τριγωνικού της σχήματος, που ορίζεται από τα εξής ακρωτήρια: Πελωριάδα (Capo Peloro) στα ΒΑ, Πάχυνος (Capo Passero) στα ΝΑ και Λιλύβαιο (Capo Lilibeo) στα Δ, απ’ όπου το «Τρισκέλιον», διαχρονικό σύμβολο της Σικελίας.

Ήδη από την ύστερη Εποχή του Χαλκού και την πρώιμη Εποχή του Σιδήρου (περ. 1200-1000 π.Χ.) στη Σικελία κατοικούσαν τρεις λαοί: οι Σικελοί στα ανατολικά, οι Σικανοί στα κεντρικά και οι Έλυμοι στα δυτικά. Σημαντικοί οικισμοί των Σικελών ήταν η Παλική (Palikè), το Αγύριον (Agira, μετέπειτα πατρίδα του Διόδωρου Σικελιώτη), η Κεντόριπα (Centuripe), η Έννα (Enna), η Ύβλα και το Νέητο (Noto Antica)· των Σικανών η Κάμικος και η Ίνυκος· των Ελύμων η Έγεστα (Segesta), ο Έρυξ (Antica Erice, Erice), η Έντελλα (Rocca di Entella), οι Ιεταί (San Giuseppe Jato), οι Αλύκιαι και το Δρέπανον/τα Δρέπανα (Trapani). Οι περισσότεροι οικισμοί των γηγενών βρίσκονταν στην ενδοχώρα, διότι αργότερα τις ακτές της Σικελίας πλημμύρισαν διαδοχικά κύματα αποίκων, κυρίως Ελλήνων αλλά και Φοινίκων.

«Τρισκέλιον»: το σύμβολο της αρχαίας και σύγχρονης Σικελίας. Αργυρή δραχμή Συρακουσών εποχής Αγαθοκλή (317-289 π.Χ.) (πηγή).

Πράγματι, από τον 8ο αι. π.Χ. και εξής, πολυάριθμοι Έλληνες άποικοι, Ίωνες και Δωριείς, ίδρυσαν στο πλαίσιο του Β΄ Ελληνικού Αποικισμού (8ος–6ος αι. π.Χ.) πάμπολλες αποικίες στις ανατολικές, νότιες και βόρειες ακτές της Σικελίας. Πρώτοι οι Ίωνες Ευβοείς (κυρίως Χαλκιδείς) ίδρυσαν δύο αποικίες: τη Ζάγκλη (αργότερα Μεσσήνη, Messina), και μαζί με Ίωνες Ναξιώτες τη Νάξο (Giardini Naxos) στις βορειοανατολικές ακτές, συγκεκριμένα στα στρατηγικής σημασίας Στενά της Μεσσήνης που χωρίζουν τη Σικελία από την Ιταλία. Με τη σειρά της, η Νάξος μετατράπηκε σε μητρόπολη τριών νέων αποικιών: Ταυρομένιο (Taormina), Κατάνη (Catania) και Λεοντίνοι (Lentini), από βορρά προς νότο κατά μήκος των ανατολικών ακτών της Σικελίας. Οι Λεοντίνοι ίδρυσαν την Εύβοια (Licodia Eubea) στο εσωτερικό της νοτιοανατολικής Σικελίας. Η Ζάγκλη προμήθευσε αποίκους και έτσι ιδρύθηκαν οι Μύλαι (Milazzo), η Καλή Ακτή ή Καλάκτα (Caronia) και η Ιμέρα (Buonfornello, μαζί με Συρακούσιους φυγάδες) στις βόρειες ακτές της Σικελίας. Με τη σειρά της η Ιμέρα ίδρυσε κοντά άλλες πόλεις-φρούρια, όπως το Κεφαλοίδιον (Cefalù). Εντωμεταξύ, Δωριείς Κορίνθιοι είχαν ιδρύσει τις περίφημες Συρακούσες, οι οποίες με τη σειρά τους ίδρυσαν δικές τους μικρές αποικίες στην νοτιοανατολική Σικελία: τις Άκραι (Palazzolo Acreide), Κασμέναι (πλησίον Buscemi) και Άκριλλαι (Villaggio Gulfi) στην ενδοχώρα, την Έλωρο (Lido di Noto) και Καμάρινα (μεταξύ Scoglitti και Santa Croce Camerina) στις ακτές· έτσι, επεκτάθηκε σταδιακά αλλά σημαντικά η επικράτεια των Συρακουσών. Τα δωρικά Μέγαρα ίδρυσαν τα Υβλαία Μέγαρα (Augusta) και το γειτονικό Τρώτιλον (Brucoli) στην ανατολική ακτή, καθώς και τον Σελινούντα (Marinella di Selinunte) στη νοτιοδυτική ακτή της Σικελίας. Δωριείς Σελινούντιοι αποίκισαν τις Σελινούντιες Θέρμες (Sciacca) και τη Μινώα (Eraclea Minoa) στη νότια ακτή της Σικελίας. Δωριείς Ρόδιοι και Κρήτες ίδρυσαν τη Γέλα (Gela), μεγάλη αποικία στη νότια σικελική ακτή, ενώ Ρόδιοι και Κνίδιοι εγκαταστάθηκαν στη Μελιγουνίδα ή Λιπάρα νήσο (Lipari) βόρεια της Σικελίας· σταδιακά, όλα τα κατοικήσιμα νησιά στο σύμπλεγμα των Αιολίδων Νήσων (Isole Eolie) αποικίστηκαν από Έλληνες. Οι Δωριείς Γελώοι ίδρυσαν, τέλος, μια ακόμη αποικία που έμελλε σύντομα να γιγαντωθεί: ήταν ο Ακράγας/Ακράγαντας (Agrigento).

Ιστορικός βιντεο-χάρτης της αρχαίας Σικελίας / Mapping Armenian: [History] of Ancient Sicily

Επομένως, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. οι ελληνικές περιοχές είχαν εξαπλωθεί, ωσότου σταδιακά κάλυψαν σχεδόν όλο το μήκος των ανατολικών και νότιων ακτών της Σικελίας, με εκτενείς παράκτιους θύλακες επίσης απλωμένους στις βόρειες ακτές. Από τον 5ο αι. π.Χ. και εξής, οι Έλληνες άποικοι της Σικελίας αναφέρονται ως «Σικελιώτες»· παρομοίως, οι ομοεθνείς τους στην Κάτω Ιταλία επονομάζονταν «Ιταλιώτες». Μάλιστα, παρά τη διαλεκτική διαίρεση σε ιωνικής και δωρικής καταγωγής αποίκους,, οι κοινοί αγώνες των Σικελιωτών Ελλήνων πρώτα εναντίον των Αθηναίων και ύστερα ιδίως εναντίον των Καρχηδονίων προκάλεσαν τη σφυρηλάτηση μιας σχετικά ομοιογενούς τοπικής ελληνικής ταυτότητας, η οποία σταδιακά αγκάλιασε και τους ελληνίζοντες ή εξελληνισμένους λαούς του νησιού.

Β΄ Ελληνικός Αποικισμός: έτος ίδρυσης των αποικιών στη Μεγάλη Ελλάδα (Magna Grecia, Κάτω Ιταλία – Σικελία (πηγή).

Από τη μεριά τους, οι Φοίνικες και οι Καρχηδόνιοι συσπειρώθηκαν ενόψει της διογκούμενης εγκατάστασης και παραθαλάσσιας επέκτασης των Ελλήνων αποίκων και σταδιακά συνοίκισαν τρεις μεγάλες αποικίες-εμπορία στη δυτική και βορειοδυτική ακτή της μεγαλονήσου: τη Μοτύη ή Μοτύα (φοιν. Mṭwʾ ή Hmṭwʾ, ιταλ. Mozia ή San Pantaleo), την Πάνορμο (φοιν. Zyz/Ziz ή Ṣyṣ, ιταλ. Palermo) και τον Σολούντα (φοιν. Kapara/Kafara ή Kprʾ, ιταλ. Santa Flavia-Solanto).[4]

Οι πρώτες αξιομνημόνευτες συγκρούσεις Καρχηδονίων και Ελλήνων στη Σικελία χρονολογούνται από τον 6ο αι. π.Χ. Γύρω στο 580 π.Χ. Ρόδιοι και Κνίδιοι με αρχηγό-οικιστή τον Πένταθλο επιχείρησαν να αποικίσουν παράκτιες περιοχές στη νοτιοδυτική και δυτική Σικελία. Από εκεί εκδιώχθηκαν τελικά χάρη σε συνεργασία Καρχηδονίων και Ελύμων. Ύστερα, οι Καρχηδόνιοι με επικεφαλής τον Μάλχο προέβησαν σε μια πρώτη, περιορισμένη επέμβαση στη Σικελία περίπου το 550 π.Χ. ώστε να υπερασπιστούν τις τοπικές φοινικικές αποικίες και να διαφυλάξουν τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς με τις υπόλοιπες φοινικικές εγκαταστάσεις σε Σαρδηνία και Κορσική. Αργότερα, το 510 π.Χ., Καρχηδόνιοι και Εγεσταίοι απέκρουσαν νέα απόπειρα Πελοποννησίων υπό τον Σπαρτιάτη Δωριέα, γόνο του βασιλικού οίκου των Αγιαδών και αδελφό των βασιλέων Κλεομένη (ετεροθαλή), Λεωνίδα και Κλεόμβροτου (ομομήτριο), να συστήσουν ξανά αποικία δυτικά του Σελινούντα. Τα υπολείμματα των ηττημένων αποίκων κατέφυγαν στη Μινώα στις εκβολές του ποταμού Αλυκού (Platani)· έκτοτε, η πόλη απέκτησε τον επιπλέον προσδιορισμό Ηράκλεια Μινώα.[5]

 

5. Ο Α΄ Σικελικός Πόλεμος και η Μάχη της Ιμέρας (480 π.Χ.)

α) Αιτίες και αφορμή του πολέμου

Η πρώτη μεγάλη μάχη μεταξύ Καρχηδονίων και Συρακουσίων έλαβε χώρα το 480 π.Χ. στην Ιμέρα, κοντά στις δύο καρχηδονιακές αποικίες της Πανόρμου και του Σολούντα στη βόρεια ακτή της Σικελίας. Εκεί συγκρούστηκαν ένας ισχυρός στρατός συνασπισμένων Ελλήνων υπό την ηγεσία των τυράννων Γέλωνα των Συρακουσών και Θήρωνα του Ακράγαντα με ένα μεγάλο εκστρατευτικό σώμα Καρχηδονίων και συμμάχων τους από τη Β. Αφρική, την Ιβηρική και τα νησιά της Δ. Μεσογείου υπό την ηγεσία του στρατηγού-βασιλιά Αμίλκα.

Στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. είχαν σχηματιστεί και ανταγωνίζονταν μεταξύ τους δύο ισχυροί και αντίρροποι πόλοι τυραννικής εξουσίας στην ελληνική Σικελία: ο νότιος «δωρικός» άξονας Συρακουσών/Γέλας-Ακράγαντα υπό τους Γέλωνα και Θήρωνα, και ο βόρειος «ιωνικός» άξονας Ρηγίου-Ιμέρας υπό τους Αναξίλαο και Τήριλλο, αντίστοιχα. Σταδιακά, ο Γέλωνας σε αγαστή συνεργασία με τον πεθερό του Θήρωνα άρχισαν να απειλούν σοβαρά την κυριαρχία του Αναξίλαου και του πεθερού του Τηρίλλου· τελικά, ο νότιος άξονας εξαπλώθηκε σημαντικά εις βάρος του βόρειου.

Χάρτης της Σικελίας επί Δεινομενιδών (485-465 π.Χ.).(πηγή)

Μεταξύ των ετών 491-481 π.Χ. ο Γέλωνας είχε ήδη επεκτείνει σημαντικά την επιρροή του στη Σικελία. Τότε, μετέφερε από τη Γέλα και εγκατέστησε στις Συρακούσες την πρωτεύουσα του διευρυμένου κράτους του, γιατί είχε διαβλέψει προνοητικά τις απεριόριστες δυνατότητες επέκτασης της πόλης και της μελλοντικής της καθιέρωσης ως μητρόπολης του Ελληνισμού της Σικελίας.

Εποίκισε, λοιπόν, τις Συρακούσες με κατοίκους από τη Γέλα, την Καμάρινα και τα Υβλαία Μέγαρα ακόμη και με τη βία· παράλληλα, προσείλκυσε στην πόλη και πολιτογράφησε ως Συρακούσιους χιλιάδες άλλους Έλληνες, κυρίως μισθοφόρους στρατιώτες. Έτσι, χάρη σε μεθοδικά οργανωμένη δημογραφική πολιτική μέσω στοχευμένων μετοικεσιών και πολιτογραφήσεων επιδίωξε και πέτυχε να αυξήσει σημαντικά τον συνολικό πληθυσμό της πόλης. Επιπλέον, ενίσχυσε τις οχυρώσεις των Συρακουσών τειχίζοντας τη συνοικία της Αχραδίνας βορείως της χερσονήσου της Ορτυγίας που ως τότε συνιστούσε τον πυρήνα της μικρής ακόμη σε έκταση πόλης. Παράλληλα, ο οικιστικός τομέας των Συρακουσών επεκτάθηκε και εκτός τειχών· έκτοτε, άρχισαν να αναπτύσσονται δίπλα και βορείως της Αχραδίνας δύο ακόμη συνοικίες, η Νεάπολη και η Τύχη, ώστε να ικανοποιηθούν οι αυξημένες ανάγκες στέγασης λόγω της αθρόας εισροής νέων κατοίκων, πολιτών και μετοίκων.[6]

Τέλος, ο Γέλωνας σχημάτισε ισχυρό στρατό ξηράς και ναυτικό.[7] Η σημαντική ενίσχυση του στρατού και στόλου των Συρακούσιων θα αποδώσει καρπούς, αφού οι Συρακούσες υπό τους τυράννους Γέλωνα και Ιέρωνα Α΄ αντίστοιχα θα στεφτούν νικήτριες σε δύο αποφασιστικές συγκρούσεις για την τύχη του Ελληνισμού της Μεγάλης Ελλάδας: στη Μάχη της Ιμέρας το 480 π.Χ. εναντίον των Καρχηδονίων και στη Ναυμαχία της Κύμης το 474 π.Χ. εναντίον των Τυρρηνών (Ετρούσκων).[8]

Την ίδια περίοδο, ο Θήρωνας άρχισε παρομοίως να εφαρμόζει δυναμική επεκτατική πολιτική σε βάρος γειτονικών ελληνικών πόλεων-κρατών. Προς δυσμάς απέσπασε την αποικία της Ηράκλειας Μινώας από την επικυριαρχία του Σελινούντα και την προσάρτησε στο κράτος του Ακράγαντα. Προς βορρά, ο Θήρωνας κατέλαβε την Ιμέρα και εκδίωξε από κει τον τύραννο Τήριλλο, ο οποίος κατέφυγε εξορισμένος στην αυλή του γαμπρού του Αναξίλαου στο Ρήγιο (Reggio di Calabria). Τότε, οι δύο προαναφερθέντες τύραννοι στράφηκαν απεγνωσμένοι προς τους Καρχηδονίους, στους οποίους απηύθυναν έκκληση να επέμβουν ώστε να περιορίσουν επιτέλους τη φρενήρη εξάπλωση της δύναμης των τυράννων Γέλωνα και Θήρωνα στη Σικελία.

Πράγματι, η Καρχηδόνα συμφώνησε να διενεργήσει μεγάλη ναυτική και πεζική εκστρατεία και να στηρίξει ενεργά τον τύραννο Αναξίλαο του Ρηγίου, ούτως ώστε συνεργαζόμενοι να αποκαταστήσουν στην Ιμέρα τον εξορισμένο τύραννο Τήριλλο. Σε εκείνη τη συμμαχία προστέθηκε ο Σελινούντας· οι Σελινούντιοι συμπαρατάχθηκαν με τους Καρχηδόνιους και τους Ρηγίνους χολωμένοι ύστερα από την απώλεια της Ηράκλειας Μινώας και την επέκταση του Ακράγαντα προς τα εδάφη τους. Έτσι, οι Καρχηδόνιοι συμμάχησαν με δύο από τις μεγαλύτερες και ισχυρότερες πόλεις-κράτη της Μεγάλης Ελλάδας εκείνη την εποχή, το Ρήγιο και τον Σελινούντα, με τελικό στρατηγικό στόχο την ένοπλη επιβολή επί του διδύμου Συρακουσών/Γέλας-Ακράγαντα. Γενικά, έχει υποστηριχθεί μέσω αρχαιολογικών τεκμηρίων ότι από τα τέλη του 6ου αι. έως τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. επικράτησε οικονομική στασιμότητα γενικότερα στη λεκάνη της Δυτικής Μεσογείου, δεδομένο που ενδεχομένως συνεισέφερε στην αύξηση της αναταραχής, των ανταγωνισμών και των συγκρούσεων στην περιοχή εκείνη ακριβώς την περίοδο.[9]

Η Μάχη της Ιμέρας, 480 π.Χ. / Battles of the Ancients: How the Battle of Himera Started the Sicilian Wars

 

β) Πιθανή συνάφεια του Α΄ Σικελικού Πολέμου με τους Περσικούς Πολέμους

Οι Καρχηδόνιοι βρήκαν, λοιπόν, την αφορμή που ζητούσαν από καιρό ώστε να επέμβουν δυναμικά στη Σικελία και να επεκτείνουν την κυριαρχία και την επιρροή τους, επιχειρώντας να εκμεταλλευτούν εντέχνως και προς όφελός τους τις έριδες μεταξύ των Ελλήνων της Μεγάλης Ελλάδας. Την απόφασή τους να διοργανώσουν μια τόσο φιλόδοξη και χωρίς προηγούμενο υπερπόντια εκστρατεία ενίσχυσε πιθανότατα η παράλληλη διενέργεια της εκστρατείας του Πέρση Μεγάλου Βασιλιά Ξέρξη εναντίον της μητροπολιτικής Ελλάδας. Από τις πηγές δεν τεκμαίρεται παρά μόνον υπονοείται ότι ίσως Περσία και Καρχηδόνα συνεργάστηκαν άμεσα ή έστω συνεννοήθηκαν και συντόνισαν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις ώστε να επιτεθούν και να προσβάλλουν ταυτόχρονα τους Έλληνες από Ανατολή και Δύση. Αδυνατούμε, επομένως, να επιβεβαιώσουμε με ασφάλεια ότι οι δύο δυνάμεις συνδύασαν τη δράση εναντίον του Ελληνισμού. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι, ενόσω οι Πέρσες προετοίμαζαν και κινητοποιούσαν τις κολοσσιαίες στρατιωτικές και ναυτικές τους δυνάμεις για την εισβολή στην Ελλάδα, τα νέα της επερχόμενης, φοβερής περσικής εκστρατείας είχαν προηγουμένως κυκλοφορήσει ευρύτερα στον κόσμο της Μεσογείου.

Όσον αφορά τη Δυτική Μεσόγειο, εκείνες οι πληροφορίες φαίνεται πως λειτούργησαν αμφίδρομα και διττά: όταν οι συνήθως συνετοί και συντηρητικοί Καρχηδόνιοι πληροφορήθηκαν τις εξελίξεις –πιθανότατα από συμπατριώτες τους της μητρόπολης Τύρου με τους οποίους είχαν στενές διαχρονικά επαφές– τις θεώρησαν ως χρυσή ευκαιρία, ώστε να εισβάλουν με περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας στη Σικελία, ενόσω δηλαδή οι Έλληνες της μητροπολιτικής Ελλάδας θα αδυνατούσαν να προστρέξουν σε βοήθεια των απειλούμενων ομοεθνών τους στη Δύση. Αυτή θεωρούμε ως την πιθανότερη και ασφαλέστερη εκτίμηση για την όντως περίεργη και όχι τόσο τυχαία (παρότι ίσως ακούσια παρά εκούσια) σύμπτωση των δύο εχθρικών επιθέσεων από Ανατολή και Δύση εναντίον του συνόλου σχεδόν του ελεύθερου Ελληνισμού. Από την άλλη, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι οι Σικελιώτες Έλληνες απέκρουσαν τις αλλεπάλληλες, αγωνιώδεις εκκλήσεις των συμπατριωτών τους της κυρίως Ελλάδας για συμπαράσταση και συνδρομή στον υπέρ πάντων αγώνα εναντίον της τρομακτικής πολεμικής μηχανής της περσικής αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών. Μάλιστα, αιωρήθηκαν εναντίον τους αιχμές και μομφές για καιροσκοπισμό λόγω της απορριπτικής τους στάσης. Πλέον, εικάζεται ότι ο πραγματικός και ουσιαστικός λόγος εκείνης της άρνησης ήταν οι ανησυχητικές πληροφορίες ότι οι Καρχηδόνιοι είχαν αρχίσει ήδη να κινητοποιούνται εναντίον της ελληνικής Σικελίας.[10]

 

γ) Μάχη της Ιμέρας (480 π.Χ.): ένας αποφασιστικής σημασίας ελληνικός θρίαμβος

Το καλοκαίρι του 480 π.Χ. καρχηδονιακός στρατός και στόλος, θρυλούμενης ισχύος 100.000 ανδρών, 200 πολεμικών και άλλων 1.000 μεταγωγικών πλοίων με διοικητή τον ηγεμόνα Αμίλκα, αποβιβάστηκε στην Ιμέρα και άρχισε αμέσως να την πολιορκεί. Γι’ αυτό, ο Αμίλκας δημιούργησε δύο οχυρά στρατόπεδα στα δυτικά της πόλης, ένα ναυτικό βορειότερα στην ακτή και ένα πεζικό νοτιότερα στην ενδοχώρα. Τις τάξεις των καρχηδονιακών στρατευμάτων επάνδρωνε παραδοσιακά πανσπερμία λαών και φυλών: Καρχηδόνιοι και διάφοροι άλλοι Φοίνικες, Νουμίδες και Λίβυες από τη Βόρεια Αφρική, Ίβηρες και Λίγυρες από την ηπειρωτική Δυτική Ευρώπη, γηγενείς Σαρδηνοί και Κορσικανοί από τα δύο μεγάλα ομώνυμα νησιά της Μεσογείου.

Giuseppe Sciuti, Ο θάνατος του Αμίλκα στη Μάχη της Ιμέρας, αντίγραφο πίνακα του 1873 (πηγή).

Την Ιμέρα υπερασπιζόταν ο ίδιος ο Θήρωνας επικεφαλής ικανής στρατιωτικής φρουράς. Ο Γέλωνας έσπευσε από τις Συρακούσες με ισχυρό εκστρατευτικό σώμα, φημολογούμενης ισχύος 50.000 πεζών και 5.000 ιππέων, να ενισχύσει τον Θήρωνα στην άμυνα και υπεράσπιση της Ιμέρας. Καταρχάς, πέτυχε να σπάσει την πολιορκία της Ιμέρας και αμέσως μετά κατασκεύασε οχυρό στρατόπεδο στα ανατολικά της πόλης. Έτσι, η παρεμβολή των Συρακούσιων αφενός ενίσχυε τις τάξεις των πολιορκημένων ενώ αφετέρου εξουδετέρωνε την πιθανότητα ο πολιορκημένος στην Ιμέρα Θήρωνας να περικυκλωθεί από τις δυνάμεις του Αμίλκα και του Αναξίλαου. Βέβαια, ο τελευταίος δεν πρόλαβε ποτέ να φτάσει εγκαίρως στο πεδίο της μάχης επικεφαλής στρατού ώστε να ενισχύσει τους Καρχηδόνιους συμμάχους του.

Τότε, Γέλωνας και Θήρωνας πληροφορήθηκαν κατά τύχη ότι επικουρίες των Σελινούντιων πλησίαζαν να ενωθούν με τους Καρχηδόνιους· προκάλεσαν, λοιπόν, με τέχνασμα τη μάχη ώστε να αποτρέψουν τη συνένωση και συνεργασία μεταξύ τους και να συντρίψουν με ένα μόνο χτύπημα τους Καρχηδονίους προτού ισχυροποιηθούν περαιτέρω. Αρχικά, προσποιούμενοι συμμάχους Σελινούντιους ιππείς, επιτέθηκαν και εισέβαλαν στο βόρειο ναυτικό –ασθενέστερο σε αριθμούς στρατιωτών και φύλαξη– καρχηδονιακό στρατόπεδο πυρπολώντας και καταστρέφοντας τα εχθρικά πλοία. Στη συνέχεια οι ελληνικές δυνάμεις διενέργησαν από κοινού μαζική έξοδο και κυκλωτική έφοδο εναντίον του κυρίως πεζικού καρχηδονιακού στρατοπέδου στο νότο, όπου έδρευε η μάζα των καρχηδονιακών στρατευμάτων εισβολής. Εκεί περικύκλωσαν, κατέσφαξαν ή αιχμαλώτισαν ύστερα από μια ανηλεή «μάχη εξόντωσης» (Vernichtungsschlacht) όλους σχεδόν τους «βάρβαρους» εχθρούς. Η μάχη έληξε με αποφασιστική νίκη των Σικελιωτών Ελλήνων. Ο καρχηδονιακός στρατός και στόλος εξολοθρεύθηκαν, ενώ ο ίδιος ο Αμίλκας έχασε με δραματικό τρόπο τη ζωή του. Αντί να περικυκλωθούν και να εξοντωθούν οι σικελιώτικες δυνάμεις του Θήρωνα και του Γέλωνα από τη συνδυασμένη ισχύ των αντιπάλων τους, τελικά εκτέθηκαν μεταξύ «σφύρας και άκμονος» και εξοντώθηκαν πλήρως οι καρχηδονιακές δυνάμεις του Αμίλκα!

Οστά πεσόντων στη μάχη της Ιμέρας.

 

δ) Οι κυριότερες συνέπειες της Μάχης της Ιμέρας

Ο Γέλωνας δεν ηγήθηκε περαιτέρω επιθέσεων εναντίον των καρχηδονιακών κτήσεων στη δυτική Σικελία, ούτε επιτέθηκε στο Ρήγιο στην Κάτω Ιταλία, πόσο μάλλον στην Καρχηδόνα στη Βόρεια Αφρική, μολονότι προς στιγμή οι Καρχηδόνιοι φοβήθηκαν τα χειρότερα και προετοίμασαν την πρωτεύουσά τους για πολιορκία ενόψει της ολοσχερούς στρατιωτικής συντριβής τους! Αντιθέτως, η σύρραξη έληξε με την επιβολή μετριοπαθών και όχι δυσβάστακτων όρων στην Καρχηδόνα· οι ηττημένοι Καρχηδόνιοι υποχρεώθηκαν βέβαια σε καταβολή βαριάς πολεμικής αποζημίωσης ύψους 2.000 αργυρών ταλάντων (βάρους περίπου 52 τόνων αξίας 12.000.000 αργυρών αττικών δραχμών), αλλά δεν έχασαν εδάφη, ούτε απώλεσαν τα προγεφυρώματά τους στο δυτικό άκρο της Σικελίας.

Giuseppe Carta, Ο Γέλωνας επιστρέφει νικητής στις Συρακούσες μετά από τη Mάχη της Ιμέρας, 1853 (πηγή).

Με αυτή τη ρύθμιση, ο Γέλωνας επιχείρησε μάλλον να παρεμποδίσει την υπερβολική ανάπτυξη της δύναμης του Θήρωνα και των Ακραγαντίνων διατηρώντας στον ρόλο του αντίπαλου δέους τους ηττηθέντες Καρχηδονίους και τις τρεις αποικίες-προπύργια που συνέχισαν να διατηρούν και να κατέχουν ακώλυτα στη Σικελία. Βέβαια, η συμμαχία και στενή συνεργασία μεταξύ Συρακουσών και Ακράγαντα σήμανε τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρης της Σικελίας από τον συνασπισμό των δύο αυτών ελληνικών πόλεων για δεκαετίες. Την πρωτοκαθεδρία τους αναγνώρισαν ακόμη και οι αντίπαλες ισχυρές ελληνικές πόλεις του Ρηγίου και του Σελινούντα, που προσδέθηκαν έκτοτε στο άρμα των Συρακουσών.[11]

Ο ελληνικός θρίαμβος στη Μάχη της Ιμέρας αποτυπώθηκε εύγλωττα εκείνη την ηρωική για τους Έλληνες περίοδο εθνικής ανάτασης σε επίγραμμα του λυρικού ποιητή Σιμωνίδη του Κείου, εμπνευστή ανάλογων επιγραμμάτων που «κοσμούν» και διαλαλούν στην αιωνιότητα το κλέος των Περσικών Πολέμων. Το σχετικό επίγραμμα που αναρτήθηκε στους Δελφούς –στον Ομφαλό της Γης και της Ελλάδας– περιλαμβάνει τους εξής εγκωμιαστικούς στίχους, οι οποίοι είναι τόσο εκφραστικοί και παραστατικοί, ώστε με ωθούν να ολοκληρώσω ποιητικά το παρόν άρθρο:

Φημὶ Γέλων᾽, Ἱέρωνα, Πολύζηλον, Θρασύβουλον,

παῖδας Δεινομένευς τοὺς τρίποδας θέμεναι,

βάρβαρα νικήσαντας ἔθνη, πολλὴν δὲ παρασχεῖν

σύμμαχον Ἕλλησιν χεῖρ᾽ ἐς ἐλευθερίην.[12]

 

  [ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ]

 

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας, Φιλόλογος Δ.Ε. στο Μουσικό Σχολείο Θεσσαλονίκης, επιστημονικός συνεργάτης αποσπασμένος στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Πρβ. Δρόκαλος 2017: 9-10.

[2] Αριστοτέλης Πολ. 2.1272b-1273a. – Justinus 18.3-7, 19.1-2. ‖ Warmington 1960: 13-33, 114-135. – Lloyd 1977: 49-53, 61-73, 91-104. – Wise 1993: 4-23. – Braudel 2000: 290-305. – Goldsworthy 2003: 26-36. – Fields 2010: 4-6, 12 κ.ε. – Steinby 2014: 26-27, 33-35. – Miles 2011: 20-42. – Hoyos 2015: 14-23. – DeSantis 2016: 42-48. – Δρόκαλος 2017: 11-26. – Γρηγορόπουλος 2017: 67-85. – Hoyos 2019: 7-31. – Hoyos 2021: 1-52.

[3] Δρακόπουλος 2006: 199, 205. – Ναστούλης 2006: 304. – Μοράκης 2006. – Dummett 2010: chapters 1-5. – Evans 2016.

[4] Έφορος F.135-137b : Στράβων 6.2.1, 6.2.4, 6.2.2 και Ψευδο-Σκύμνος 264-277. – Τίμαιος F.164 : Διόδωρος 5.1-11. – Θουκυδίδης 6.2. – Διόδωρος 4.78-79, 83-85· 5.1-11. – Ψευδο-Σκύμνος 264-299. – Στράβων 6.2. – Justinus 4.1-3. ‖ Warmington 1960: 33-44. – Σακελλαρίου 1971. – Braudel 2000: 340-347. – Smith/Serrati 2000: Part I. Sicily and Colonisation. – Ross Holloway 2004: 43-55, 83-96, 155-156. – Benjamin 2006: 20-49. – Δρακόπουλος 2006: 196-201. – Ναστούλης 2006: 302-305. – Ξυδόπουλος 2007 [2022]. – De Simone 2008. – Champion 2010: 21-33. – Dummett 2010: 8. – Hall 2012. – Tribulato 2012: 7-10, 23-31. – Steinby 2014: 26-29. – Cipolla 2015. – Norwich 2015: Chapters 1-2. – De Angelis 2016. – Δρόκαλος 2017: 26-31. – Hoyos 2019: 45-46. – Mackay 2021: 16-31.

[5] Πένταθλος: Αντίοχος F.2 : Παυσανίας Φωκικά 10.11. – Τίμαιος F.164 : Διόδωρος 5.9.2-5. Μάλχος: Justinus 18.7. Δωριέας: Ηρόδοτος 5.42-48. ‖ Lloyd 1977: 54-56. – Champion 2010: 51-54. – Miles 2011: 37, 42-43. – Μπελέζος 2014: 11-12. – Δρόκαλος 2017: 31-35. – Hoyos 2019: 33-41, 44-45. – Hoyos 2021: 53-54.

[6] Mignosa 2020: 247-254. Νεάπολη και Τύχη περικλείστηκαν στον οχυρωματικό περίβολο των Συρακουσών αργότερα, αλλά πάντως πριν από τη «Σικελική Εκστρατεία» των Αθηναίων το 415-413 π.Χ.. Evans 2016: σημ. 31 σ. 72.

[7] Η ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος των Συρακουσών αναλογούσε σε μέγεθος με την αντίστοιχη της Αθήνας χάρη στο ναυτικό πρόγραμμα του Θεμιστοκλή. Αξίζει, επομένως, να παρατηρήσουμε ότι οι δύο πρόμαχοι του Ελληνισμού σε Ανατολή και Δύση, Αθήνα και Συρακούσες, εξοπλίστηκαν ταυτόχρονα· τα εξοπλιστικά τους προγράμματα συνέβαλαν τα μέγιστα στην απόκρουση Περσών και Καρχηδονίων αντίστοιχα. Πρβ. Πελεκίδης 1971: 355.

[8] Ηρόδοτος 7.154-156, 165. – Διόδωρος 10.28-29. ‖ Πελεκίδης 1971: 354-355. – Benjamin 2006: 49-51. – Ναστούλης 2006: 303-304. – Μοράκης 2006: 204-207. – Dummett 2010: 9-11. – Champion 2010: 54-63. – Μπελέζος 2014: 13-19. – Morgan 2015: 23-25, 52-61. – De Angelis 2016: 101-106, 180-188. – Evans 2016: 19-26. – Δρόκαλος 2017: 43-47.

[9] Steinby 2014: 38-39. – De Angelis 2020.

[10] Ηρόδοτος 7.157-164. –Έφορος F.186 : Sch. Pind. P 1.146a-b. – Τίμαιος F.94 : Πολύβιος 12.26b.1-3. – Διόδωρος 11.1. – Justinus 19.1.10-12. ‖ Champion 2010: 63-64. – Μπελέζος 2014: 12-13. – Morgan 2015: 25-86. – Evans 2016: 26-33, 38-40. – Δρόκαλος 2017: 47-48. – Αραποπούλου 2019: 99-100.

[11] Ηρόδοτος 7.165-167. – Διόδωρος 11.20-25 και 38. – Έφορος F.186 : Sch. Pind. P 1.146a-b. – Τίμαιος F.20 : Sch. Pind. P 2.2. – Frontinus Strat. 1.11.18. – Πολύαινος Στρατ. 1.27-28. ‖ Warmington 1960: 44-48. – Πελεκίδης 1971: 355-356. – Lloyd 1977: 57-58. – Prayon 2004: 88-89. – Benjamin 2006: 51-55. – Μοράκης 2006: 207-210. – Champion 2010: 64-73. – Dummett 2010: 11-13. – Miles 2011: 49-50. – Μπελέζος 2014: 12-27. – Steinby 2014: 41. – DeSantis 2016: 50. – Evans 2016: 33-42. – Δρόκαλος 2017: 48-57. – Hoyos 2019: 46-51. – Hoyos 2021: 54-55. Για ομαδικούς τάφους (σαν τους περίφημους «δεσμώτες του Φαλήρου») που συνδέονται με τη Μάχη της Ιμέρας το 480 π.Χ. βλ. Sulosky Weaver 2015: 135. – Vassallo 2020.

[12] «Διαλαλώ ότι οι Γέλωνας, Ιέρωνας, Πολύζαλος, Θρασύβουλος, του Δεινομένη γιοι, τους τρίποδες αφιέρωσαν, βάρβαρα νικώντας έθνη, ενώ προσέφεραν στους Έλληνες πολύ συμμαχική επικουρία για την ελευθερία». Στα Sch. Pind. P 1.152b διασώζεται η ανωτέρω ηρωική εκδοχή, ενώ αντιθέτως αφηρωισμένη στα σιμωνίδεια επιγράμματα της Anthologia Graeca (πρβ. AG 6.214).

 

ΠΗΓΕΣ

Anthologia Graeca vol. I: libr. 6, ed. H. Beckby, München 21965

Antiochi Fragmenta, ed. K. Müller, Fragmenta Historicorum Graecorum I, Paris 1841, σ. 181-184

Aristotelis politica, ed. W.D. Ross, [Oxford Classical Texts (OCT)] Oxford 1957

Diodorus of Sicily vol. III: Books IV (continued)–VIII, vol. IV: Books IX–XII.40, ed.-transl. C.H. Oldfather, [Loeb Classical Library (LCL)] London/Cambridge MA 1939, 1946 [https://penelope.uchicago.edu/Thayer/e/roman/texts/diodorus_siculus/home.htmlhttps://www.theoi.com/Text/DiodorusSiculus4A.html (μόνο αγγλ. μτφ.)]

Ephoros von Kyme, F. Jacoby (ed.), Die Fragmente der griechischen Historiker (FGrHist), II.A, 70, Leiden 1986, σ. 37-109

Frontinus The Stratagems and Aqueducts of Rome, ed.-transl. C.E. Bennett, [LCL] London/New York 1925 [https://penelope.uchicago.edu/Thayer/E/Roman/Texts/Frontinus/Strategemata/home.html]

Hérodote Histoires. Tome V. Livre V: Terpsichore, Tome VII. Livre VII: Polymnie, ed. Ph.-E. Legrand, [Collection des universités de France (CUF). Série grecque – Collection Budé 104, 113] Paris 1951 [αρχαιοελλ. κείμενο και νεοελλ. απόδοση βιβλ. 5 «Τερψιχόρη» και 7 «Πολύμνια»: Η. Σπυρόπουλος (1992, 1993). «Μνημοσύνη» Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ): https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/index.html?author_id=153]

Justin Abrégé des Histoires Philippiques de Trogue Pompée. Tome I. Livres I-X, Tome II. Livres XI-XXIII, eds. B. Mineo/G. Zecchini, [CUF. Série latine 413, 418], Paris 2016-2020 [λατ. κείμενο με αγγλ. και γαλλ. μτφ. (J.S. Watson, 1853 ‖ M.-P. Arnaud-Lindet, 2003, αντίστοιχα) στο: https://www.forumromanum.org/literature/justinx.html. Αγγλική μτφ. και στο: http://www.attalus.org/info/justinus.html]

Pausaniae Graciae descriptio, vol. III: Libri IX-X, ed. F. Spiro, [Bibliotheca Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana (BT)] Lipsiae 1903 [https://www.theoi.com/Text/Pausanias1A.html (μόνο αγγλ. μτφ. έκδ. Loeb)]

Polyaeni Strategematon Libri VIII, eds. E. Woelfflin/J. Melber, [BT] Stuttgart 21970 [http://www.attalus.org/info/polyaenus.html]

Polybius The Histories in six volumes, Vol. IV (Books IX-XV), ed.-transl. W.R. Paton, [LCL] London/New York 1925 [https://penelope.uchicago.edu/Thayer/e/roman/texts/polybius/home.html]

Pseudo-Scymnus ad Nicomedem regem, vv. 1-980 (sub titulo orbis descriptio), ed. K. Müller, [Geographi Graeci minores 1] Hildesheim 21965, σ. 196-237

Scholia vetera in Pindari carmina, vol. II: Scholia Pythiorum, ed. A.B. Drachmann, [BT] Amsterdam 21967

Strabonis geographica, vol. I, rec. A. Meineke, [BT] Graz 21969 [https://penelope.uchicago.edu/Thayer/e/roman/texts/strabo/home.html]

Thucydidis historiae, vol. II: Libri V-VIII, eds. H.S. Jones/J.E. Powell, [OCT] Oxford: 21967 [αρχαιοελλ. κείμενο και νεοελλ. απόδοση: Α.Σ. Βλάχος (2008). «Μνημοσύνη» ΚΕΓ: https://www.greeklanguage.gr/digitalResources/ancient_greek/library/index.html?author_id=160]

Timaios, F. Jacoby (ed.), Die Fragmente der griechischen Historiker (FGrHist), III.B, 566, Leiden 1986, σ. 581-658

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αραποπούλου, Μ. 2019. «Ελπίδα και φόβος στον Ηρόδοτο: Η πρόκληση αγωνίας στον αποδέκτη», στο: Μορφές και Τρόποι της Επιθυμίας στην αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία, Πρακτικά 1ου Συνεδρίου Μεταπτυχιακών Φοιτητών και Υποψηφίων Διδακτόρων Κλασικής Φιλολογίας Α.Π.Θ. (4-6 Απριλίου 2019), Θεσσαλονίκη, σ. 95-114

Benjamin, S. 2006. Sicily. Three Thousand Years of Human History, Hanover NH

Braudel, F. 2000. Οι Μνήμες της Μεσογείου. Προϊστορία και Αρχαιότητα, μτφ. Κ. Ουγούρλογλου, [Ιστορία] Αθήνα

Champion, J. 2010. The Tyrants of Syracuse: War in Ancient Sicily, Vol. I: 480–367 BC, [Pen & Sword Military] Barnsley

Cipolla, G. 2015. «Sicily and Greece», στο: C. Karagoz/G. Summerfield (eds.), Sicily and the Mediterranean. Migration, Exchange, Reinvention, New York, σ. 13-28

De Angelis, F. 2016. Archaic and Classical Greek Sicily. A Social and Economic History, [Greeks Overseas] Oxford

De Angelis, F. 2020. «Energising the economy: present results and future directions», στο: M. Jonasch (ed.), The Fight for Greek Sicily Society, Politics, and Landscape, Oxford/Philadelphia, σ. 118-129

DeSantis, M.G. 2016. Rome seizes the Trident. The Defeat of Carthaginian Sea Power and the Forging of the Roman Empire, [Pen & Sword Military] Barnsley

De Simone, R. 2008. «Sicilia e Malta in età fenicia e punica: problemi e prospettive», στο: A. Bonanno/P. Militello (eds.), Interconnections in the Central Mediterranaean: The Maltese Islands and Sicily in History (Proceedings of the Conference St Julians, Malta, 2nd and 3rd November 2007), [K.A.S.A. (Koinè Archeologica, Sapiente Antichità)] Palermo, σ. 37-52

Δρακόπουλος, Δ. 2006. «Η διεύρυνση του ελληνικού κόσμου», στο: Ιστορία των Ελλήνων τόμος 2: Αρχαϊκοί Χρόνοι, Αθήνα, σ. 156-211

Δρόκαλος, Σ.Φ. 2017. Έλληνες εναντίον Καρχηδονίων. Η αδυσώπητη σύγκρουση για κυριαρχία στη δυτική Μεσόγειο (8ος-3ος αι. π.Χ.), [Μονογραφίες της «Στρατιωτικής Ιστορίας» 76] Αθήνα

Dummett, J. 2010. Syracuse City of Legends. A Glory of Sicily, London/New York

Evans, R. 2016. Ancient Syracuse. From Foundation to Fourth Century Collapse, London/New York

Fields, N. 2010. Carthaginian Warrior 264–146 BC, [Osprey Warrior 150] Oxford/Long Island NY

Goldsworthy, A. 2003. The Fall of Carthage. The Punic Wars 265–146 BC, [Cassell Military Paperbacks] London

Γρηγορόπουλος, Κ. 2017. «Ο στρατός της Καρχηδόνας (5ος-3ος αι. π.Χ.). Ο χερσαίος βραχίονας μιας ναυτικής δύναμης», στο: Μάχες της Αρχαιότητας Τόμος 5, [Στρατιωτική Ιστορία] Αθήνα, σ. 61-90

Hall, J.M. 2012. «Early Greek settlement in the West: the limits of colonialism», στο: K. Bosher (ed.), Theater Outside Athens. Drama in Greek Sicily and South Italy, Cambridge, σ. 19-34

Hoyos, D. 2015. Mastering the West. Rome and Carthage at War, [Ancient Warfare and Civilization] Oxford

Hoyos, D. 2019. Carthage’s Other Wars. Carthaginian Warfare Outside the ‘Punic Wars’ Against Rome, [Pen & Sword Military] Barnsley

Hoyos, D. 2021. Carthage. A Biography, [Cities of the Ancient World] London/New York

Lloyd, A. 1977. Destroy Carthage! The Death Throes of an Ancient Culture, London

Mackay, J. 2021. The Invention of Sicily. A Mediterranean History, London/New York

Mignosa, V. 2020. «When war changes a city. Fortifications and urban landscapes in tyrant-ruled Syracuse», στο: M. Jonasch (ed.), ό.π. σ. 242-270

Miles, R. 2011. Carthage Must Be Destroyed. The Rise and Fall of an Ancient Mediterranean Civilization, New York

Μοράκης, Α. 2006. «Έλληνες της Δύσης», στο: Ιστορία των Ελλήνων τόμος 3: Κλασικοί Χρόνοι, Αθήνα, σ. 202-241

Morgan, K.A. 2015. Pindar and the Construction of Syracusan Monarchy in the Fifth Century B.C., [Greeks Overseas] Oxford

Μπελέζος, Δ. Σ. 2014. «Η μάχη της Ιμέρας (480 π.Χ.). Η αναχαίτιση της Καρχηδόνας από τους Έλληνες», στο: Μάχες της Αρχαιότητας Τόμος 1, [Στρατιωτική Ιστορία] Αθήνα, σ. 9-28

Ναστούλης, Κ. 2006. «Ο ελληνικός κόσμος του 6ου αιώνα», στο: Ιστορία των Ελλήνων τόμος 2: Αρχαϊκοί Χρόνοι, Αθήνα, σ. 242-305

Norwich, J.J. 2015. Sicily. An Island at the Crossroads of History, New York

Πελεκίδης, Χ. 1971. «Οι μεγάλοι εθνικοί πόλεμοι», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (Ι.Ε.Ε), τομ. Β΄: Αρχαϊκός Ελληνισμός, Αθήνα, σ. 354-357

Prayon, F. 2004. Οι Ετρούσκοι. Ιστορία, Θρησκεία, Τέχνη, μτφ. Α. Φωσβίνκελ, Αθήνα

Ross Holloway, R. 2004. The Archaeology of Ancient Sicily, London/New York

Σακελλαρίου, Μ. 1971. «Ο αποικιακός Ελληνισμός», στο: Ι.Ε.Ε., τ. Β΄: Αρχαϊκός Ελληνισμός, Αθήνα, σ. 270-277

Smith, Chr./Serrati, J. (eds.) 2000. Sicily from Aeneas to Augustus. New Approaches in Archaeology and History, [New Perspectives on the Ancient World 1] Edinburgh, Part I. Sicily and Colonisation, άρθρα 2-5, σ. 9-70

Steinby, Chr. 2014. Rome versus Carthage. The War at Sea, [Pen & Sword Maritime] Barnsley

Sulosky Weaver, C.L. 2015. The Bioarchaeology of Classical Kamarina. Life and Death in Greek Sicily, [Bioarchaeological Interpretations of the Human Past: Local, Regional, and Global Perspectives] Gainesville FL

Tribulato, O. 2012. «‘So many Sicilies’: Introducing language and linguistic contact in ancient Sicily», στο: eadem (ed.), Language and Linguistic Contact in Ancient Sicily, [Cambridge Classical Studies] Cambridge/New York, σ. 1-45

Vassallo, S. 2020. «Guerre e conflitti nella Sicilia centro-settentrionale tra la metà del VI e la fine del V sec. a.C.: una prospettiva archeologica», στο: M. Jonasch (ed.), ό.π. σ. 1-17

Warmington, B.H. 1960. Carthage, London

Wise, T. 1993. Armies of the Carthaginian Wars 265-146 BC, [Osprey Military Men-At-Arms Series 121] London1982

Ξυδόπουλος, Ι.Κ. 2007. «Η ταυτότητα των Ελλήνων της Σικελίας», Εγνατία 11 (2007) 9-18 [αναδημοσίευση στην «Clio Turbata» (08/01/2022): https://clioturbata.com/απόψεις/ksidopoulos_the_identity_of_the_greeks_of_sicily/]

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ: Ο αρχιτέκτων Βασίλειος Κουρεμένος στην Κωνσταντινούπολη και τη Θράκη (1918 – 1922)

Ειδικό αφιέρωμα στη Θράκη

 

Ελένη Φεσσά Εμμανουήλ

Ο αρχιτέκτων Βασίλειος Κουρεμένος στην Κωνσταντινούπολη και τη Θράκη (1918 – 1922)

 

Προλεγόμενα

Ο Βασίλειος Κουρεμένος (Βουλιαράτες 1875 – Αθήνα 1957) ανήκει στις κορυφαίες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής του πρώτου μισού του 20ού αιώνα χάρη στο πολυσχιδές έργο και την ισχυρή προσωπικότητά του. Ήταν απόφοιτος της École nationale des beaux-arts (1904), αυθεντικός δημιουργός εντός και εκτός ελληνικών συνόρων, ασυμβίβαστος καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (1925-1928), πρώτος αρχιτέκτων μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1926) και, από το 1930, αντεπιστέλλον μέλος της Socιété centrale des achitectes Français, της σημερινής Académie d’ architecture.1

Κατά την πενταετία 1918-1922 η προσωπική διαδρομή του Κουρεμένου θα συμπλεύσει για πρώτη φορά με τη μεγάλη ιστορία. Οι πολυετείς σπουδές, η οθωμανική υπηκοότητα και η επαγγελματική απασχόληση του βορειοηπειρώτη αρχιτέκτονα στο Παρίσι και την Κωνσταντινούπολη δεν του είχαν επιτρέψει να είναι παρών στους ελληνικούς αλυτρωτικούς αγώνες. Εξάλλου, έως την ατυχή για την Ελλάδα έκβαση του Βορειοηπειρωτικού ζητήματος (1913) και τη συμμετοχή της στον Μεγάλο Πόλεμο, πολλοί ομογενείς με οθωμανική υπηκοότητα προσδοκούσαν την ενίσχυση του ελληνισμού στους κόλπους της πολυεθνικής αυτοκρατορίας. Συμμερίζονταν δηλαδή την Ανατολική Ιδέα των Σουλιώτη-Νικολαΐδη και Ίωνα Δραγούμη,2 η οποία δεν ήταν άσχετη προς το ουτοπικό όραμα της βαλκανικής πολιτείας του Ρήγα υπό ελληνική αιγίδα. Η ιδέα όμως αυτή διαψεύδεται από τον ανταγωνισμό των εθνοτήτων της καταρρέουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας για τη διανομή των εδαφών της στην Ευρώπη, η οποία ολοκληρώνεται ουσιαστικά το 1923 με τη Συνθήκη της Λωζάνης.

Στο άρθρο αυτό σκιαγραφούνται η ανθρωπιστική δράση του Κουρεμένου στην Κωνσταντινούπολη (1918-1919) και το σισύφειο έργο του στη Θράκη με έδρα την Αδριανούπολη (1920-1922).

Η εδαφική εξέλιξη του ελληνικού κράτους, 1832-1947.

Πατριωτική και ανθρωπιστική δράση στην Κωνσταντινούπολη, 1918 – 1919

Ο Κουρεμένος θα ξαναβρεθεί στην Κωνσταντινούπολη μετά την ανακωχή του Μούδρου, όταν οι νικητές Σύμμαχοι εγκαθιστούν εκεί συλλογική κατοχή με τη συμμετοχή των Ελλήνων. Τον Νοέμβριο του 1918 μικτή ναυτική μοίρα του αγγλικού, γαλλικού και ελληνικού στόλου εισέρχεται στα Στενά και αγκυροβολεί στην Κωνσταντινούπολη. Επικεφαλής της ελληνικής μοίρας είναι η θρυλική ναυαρχίδα των Βαλκανικών Πολέμων Γεώργιος Αβέρωφ.3 Στην ελληνική κοινότητα της Πόλης επικρατεί κλίμα ενθουσιασμού μετά τα σκληρά και καταπιεστικά μέτρα των Νεοτούρκων που δοκίμασαν οι ομογενείς κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου.

Είσοδος του θωρηκτού Γεώργιος Αβέρωφ στον Κεράτιο Κόλπο μετά το τέλος του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Λυκούργου Κογεβίνα.

Συμμετέχοντας στην αποστολή του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (ΕΕΣ) υπό τον Κωνσταντινουπολίτη αρχίατρο Ανδρέα Αντύπα,4 ο Κουρεμένος φθάνει στις 20 Νοεμβρίου 1918 στην Πόλη με το οπλιταγωγό Αμφιτρίτη, το οποίο μετασκευάζεται βιαστικά σε πλωτό νοσοκομείο.5 Πρόκειται για τη σημαντικότερη από τις υγιειονομικές αποστολές του ΕΕΣ που σκοπό είχαν την περίθαλψη των ελληνικών πληθυσμών και των παλινοστούντων προσφύγων της Θράκης, του Πόντου και της Μικράς Ασίας.6 Ως οικονομικός υπεύθυνος της αποστολής, ο Κουρεμένος συμβάλλει στο ανθρωπιστικό έργο της, το οποίο «υπήρξε, κατά γενική ομολογία και αναγνώριση ομογενών και ξένων, τεράστιο σ’ έκταση, υποδειγματικό σε συστηματικότητα κι οργάνωση, και αξιοθαύμαστο σε απόδοση και αποτελεσματικότητα, παρά τις ανυπέρβλητες, πολλές φορές, δυσχέρειες κι αντιξοότητες που αντιμετώπισε».7 Το έργο αυτό, το οποίο πραγματοποιήθηκε σε συνεννόηση με τον ύπατο αρμοστή της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη Ευθύμιο Κανελλόπουλο 8  και τον αρχηγό της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής Γ. Κατεχάκη σε συνεργασία με την «Πατριαρχική Κεντρική Επιτροπή υπέρ των μετατοπισθέντων ελληνικών πληθυσμών»,9 περιλαμβάνει: (α) Μετατροπή του οικήματος της «Φιλοπτώχου Αδελφότητος Κυριών» στο Πέραν σε νοσοκομείο 40 και, εν συνεχεία, 100 κλινών, (β) Διεύρυνση του αρχικού νοσοκομείου με 40 πρόσθετες κλίνες της ιδιωτικής «Ελληνικής Κλινικής», (γ) ίδρυση 18 ιατρείων στην Κωνσταντινούπολη και την ευρύτερη περιοχή της, καθώς και ιατρείων στην Αδριανούπολη, την Αρτάκη, τη Ραιδεστό, το Ρύσιο και το Ικόνιο για υγιειονομική περίθαλψη, κατ’ οίκον νοσηλευτική αγωγή, διανομή τροφίμων και χρηματικών βοηθημάτων σε ομοεθνείς και αλλοεθνείς κατοίκους (Αρμένιους, Οθωμανούς, Ισραηλίτες κ.ά.) και (δ) προώθηση της νοσηλευτικής και κοινωφελούς δράσης στον πολύπαθο Πόντο, με την εγκατάσταση ιατρείων στους τέσσερις κυριότερους λιμένες του — την Αμισό, την Κερασούντα, τη Σινώπη και την Τραπεζούντα.10

O αρχιτέκτων Βασίλειος Κουρεμένος φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών του Παρισιού περί το 1900, ελαιογραφία A. Calbet. Πηγή: Φεσσά-Εμμανουήλ, Ε., Βασίλειος Κουρεμένος, Αρχιτέκτων, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2017, σ. 15.

Από τα βιογραφικά σημειώματα του Κουρεμένου και τη βιβλιογραφία δεν προκύπτουν στοιχεία για το τί ακριβώς έκανε στην Πόλη. Είναι άγνωστο αν εκτός από οικονομικός υπεύθυνος της Αποστολής του ΕΕΣ εργάστηκε εκεί και ως αρχιτέκτων. Ο ίδιος δεν αναφέρει τίποτε σχετικά, πράγμα που σημαίνει ότι δεν θεώρησε άξια μνείας τυχόν αρχιτεκτονική του εργασία.

Αντίθετα, η πατριωτική δράση του Κουρεμένου από το 1918 έως το 1922 επιβεβαιώνεται και από ένα άλλο γεγονός. Στις 18 Ιανουαρίου 1919 μυείται στην ελευθεροτεκτονική Στοά «Αρμονία» της Πόλης (1909-1935), εξέχων μέλος της οποίας είναι ο συνεργάτης του Ανδρέας Αντύπας, αρχίατρος του ελληνικού στρατού και ο ηπειρωτικής καταγωγής παιδίατρος Μιχαήλ Φακατσέλης, ο οποίος υπήρξε πελάτης του αρχιτέκτονα.11 Εκτός από το τεκτονικό και κοινωνικό της έργο, η Στοά «Αρμονία» είχε σχέσεις με τον «Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως»12 και ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στα εθνικά θέματα. Μέλη της συμμετείχαν και στην μυστική «Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως» (1908-1912) που ίδρυσαν πριν από την επανάσταση των Νεοτούρκων ο αξιωματικός του πεζικού Αθανάσιος Σουλιώτης (ψευδ. Νικολαΐδης), ηγετική μορφή του Μακεδονικού Αγώνα και ο φίλος του Ίων Δραγούμης,13 κατά το πρότυπο της «Οργάνωσης Θεσσαλονίκης».14

Συμμαχική κατοχή της Κωνσταντινούπολης. Πηγή: Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, Ουάσινγκτον.

Αδριανούπολη, 1920 – 1922.

Το σισύφειο έργο στη Θράκη υπό ελληνική διοίκηση

Η πατριωτική και ανθρωπιστική δράση του Κουρεμένου συνεχίζεται για δύο ακόμη χρόνια στη Θράκη µε έδρα την Αδριανούπολη, η οποία κατά τη δεκαετία 1912-1922 θα αλλάξει έξι φορές κυρίαρχο: Τουρκία, Βουλγαρία, Τουρκία, Σύμμαχοι, Ελλάδα, Τουρκία. Αυτή τη φορά θα έχει επιτελικό χαρακτήρα και αρχιτεκτονικό αντικείμενο. Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1920 διορίζεται γενικός τεχνικός επιθεωρητής του εποικισμού και τοποθετείται στην Αδριανούπολη. Αυτό γίνεται ένα περίπου μήνα από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών (25 Ιουλίου / 10 Αυγούστου) που παpαxωpούσε στην Ελλάδα εκτός από τη Δυτική Θράκη και την Ανατολική Θράκη με την Καλλίπολη έως την Τσατάλτζα, 15και πέντε ημέρες μετά την προσάρτηση της Θράκης στο ελληνικό κράτος.16 Την απόφαση διορισμού του Κουρεμένου υπογράφει ο γενικός διοικητής Θράκης Αντώνιος Α. Σαχτούρης.17 Η επιλογή του για μια θέση τόσο μεγάλης ευθύνης πρέπει να οφείλεται σε τρεις τουλάχιστον λόγους: στο υποδειγματικό έργο που πραγματοποίησε ως οικονομικός υπεύθυνος της Αποστολής του ΕΕΣ, στην αρχιτεκτονική πείρα που απέκτησε στην Κωνσταντινούπολη και στη διεθνή σταδιοδρομία του, πράγμα ιδιαίτερα χρήσιμο για την ανοικοδόμηση της Θράκης που περιελάμβανε κατοίκους και εποίκους διαφόρων εθνοτήτων.

Φωτογραφία από την είσοδο της ΙΧ Μεραρχίας του ελληνικού στρατού στην Αδριανούπολη, 13.7.1920. Πηγή: Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης.

 

Άποψη της Αδριανούπολης περί το 1920. Πηγή: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας.

Το έργο της ελληνικής διοίκησης στη Θράκη ήταν δυσχερέστατο λόγω της οικτρής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η περιοχή από απόψεως εσωτερικής διοίκησης, δικαιοσύνης, εκπαίδευσης, οικονομίας, δημοσίων έργων, γεωργίας, κατάστασης οικισμών, υπηρεσιών υγείας και πρόνοιας, συγκοινωνιών και επικοινωνιών. Την κατάσταση επιδείνωναν οι βίαιες πληθυσμιακές μετατοπίσεις που οφείλονταν στις διώξεις των Τούρκων και Βουλγάρων. Με γλαφυρότητα και πλούσια εικονογράφηση ο δημοσιογράφος Δημήτριος Κων. Σβολόπουλος περιγράφει το χάος το οποίο κλήθηκε να αντιμετωπίσει η Γενική Διοίκηση Θράκης. Αναφερόμενος στα θέματα της αρμοδιότητας του Κουρεμένου μιλά για ερειπωμένα χωριά, κατεστραμμένα δημόσια κτίρια, σχολεία και σπίτια και για καμένες εκκλησίες. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, ο αριθμός των κατεστραμμένων κατοικιών της Θράκης ανερχόταν σε 34.436. 18Επί μια διετία, η ελληνική διοίκηση έδειξε το καλύτερο πρόσωπό της, πραγματοποιώντας με λιγότερους από 360 υπαλλήλους ένα τιτάνιο έργο ανασυγκρότησης της καθημαγμένης περιοχής, η οποία είχε έκταση 28.564 τετρ. χλμ. και πληθυσμό —μόνιμο και μη— 800.000 περίπου.19 Η ταχύτητα και αποτελεσματικότητα του στεγαστικού προγράμματος της διετίας 1920-1922 οφείλεται στις αυξημένες δικαιοδοσίες του γενικού διοικητή Θράκης.20 Αξιοσημείωτο υπήρξε το γεγονός ότι η πολιτική αλλαγή της 1ης Νοεμβρίου του 1920, 21δεν ανέτρεψε την διοικητική μηχανή της Θράκης 22 με εκκαθαρίσεις των βενιζελικών στελεχών της, όπως συνέβη στον ελληνικό κρατικό μηχανισμό και τις ένοπλες δυνάμεις.

Για το έργο που ο Κουρεμένος πραγματοποίησε ως γενικός τεχνικός επιθεωρητής εποικισμού (1920-1922), η τεκμηρίωση είναι πενιχρή. O ίδιος δεν μας δίνει κανένα στοιχείο. Τα αρχεία της Γενικής Διοίκησης Θράκης που μεταφέρθηκαν από την Αδριανούπολη στην Κομοτηνή δυστυχώς πολτοποιήθηκαν. 23Η έρευνα στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας 24 και η αλληλογραφία με το Εθνολογικό Μουσείο Θράκης25 απέβη άκαρπη. Αλλά και η αλληλογραφία με Τούρκους ιστορικούς της αρχιτεκτονικής στην Κωνσταντινούπολη και την Αδριανούπολη δεν είχε μέχρι ώρας αποτέλεσμα.26

Το μόνο που μπορεί να γίνει εδώ είναι η διατύπωση κάποιων υποθέσεων με βάση τα δημοσιευμένα στοιχεία που έχουν σχέση με τη δραστηριότητα του Κουρεμένου. Σύμφωνα με επίσημες στατιστικές, κατά τη διετία 1920-1922 παλινόστησαν με δαπάνες της ελληνικής διοίκησης 159.319 πολεμοπαθείς Θράκες27 και εγκαταστάθηκαν στη Θράκη 15.393 πρόσφυγες από τον Πόντο και τη Βουλγαρία.28 Για τη στέγασή τους ανεγέρθηκαν περισσότερες από 2.287 νέες κατοικίες και επισκευάστηκαν άνω των 4.399 ημικατεστραμμένα σπίτια. Άλλα 1.005 σπίτια κατασκευάστηκαν από την Πατριαρχική Επιτροπή με δαπάνες της ελληνικής διοίκησης.

Οι λίγες φωτογραφίες των νέων κατοικιών σε χωριά της Θράκης, που δημοσιεύονται στο βιβλίο του Δ. Σβολόπουλου, επιτρέπουν τις εξής παρατηρήσεις. Πρόκειται για μονώροφα κτίρια με ξύλινη κεραμωτή στέγη και φέρουσα τοιχοποιία από ημιλαξευμένους λίθους που ενισχυόταν με ξυλοδεσιές. Η παραδοσιακή αυτή κατασκευαστική μέθοδος διευκόλυνε τη μαζική συμμετοχή των οικιστών στην ανοικοδόμηση και τους ταχείς ρυθμούς της. Οι μονώροφες διπλοκατοικίες και τριπλοκατοικίες ανήκουν στους τύπους σπιτιών που χρησιμοποιήθηκαν για τον εποικισμό της Θράκης σε οργανωμένα μάλλον σύνολα. Είναι όμως έργο της μελλοντικής έρευνας να φέρει στο φως τα οργανωτικά, πολεοδομικά, τυπολογικά και μορφολογικά στοιχεία της οικιστικής αποκατάστασης των πολεμοπαθών κατοίκων και προσφύγων της Θράκης κατά τη διετία 1920- 1922. Μόνο τότε θα μπορέσουν να απαντηθούν τα εξής βασικά ερωτήματα για το άγνωστο αυτό πρόγραμμα κοινωνικής / προσφυγικής στέγης: Είχαν τα νέα οικιστικά συγκροτήματα υποτυπώδες σχέδιο / σχέδια ή κάποιες βασικές αρχές στη διάταξή τους (π.χ. ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα ή χαράξεις που βασίζονται στη μορφή του εδάφους και τα τοπικά δεδομένα, σύμφωνα με το νέο πνεύμα των κηπουπόλεων); Αξιοποιήθηκε το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο;29 Ο τρόπος κατασκευής των κατοικιών της Θράκης (δηλαδή η παροχή στους δικαιούχους υλικών οικοδομής, οδηγιών / σχεδίων και ίσως μικρών δανείων για την αυτοστέγασή τους) ήταν παρόμοιος με εκείνον που επελέγη στα μέσα του 1920 για τη στέγαση των προσφύγων στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία.30

Ξύλινα παραπήγματα παλινοστούντων. Πηγή: Σβολόπουλος, Δ., Η Θράκη υπό την Ελληνικήν Διοίκησιν, Κωνσταντινούπολις 1922.

 

Ανέγερση λίθινων προσφυγικών κατοικιών. Πηγή: Σβολόπουλος, Δ., Η Θράκη υπό την Ελληνικήν Διοίκησιν, Κωνσταντινούπολις 1922.

 

Ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης Μάκρης. Πηγή: Σβολόπουλος, Δ., Η Θράκη υπό την Ελληνικήν Διοίκησιν, Κωνσταντινούπολις 1922.

Από το βιβλίο του Μιχ. Χρ. Αιλιανού για το έργο της ελληνικής περίθαλψης που δημοσιεύτηκε το 1921 μαθαίνουμε ότι η στέγαση των προσφύγων γινόταν με επισκευή των κατεστραμμένων σπιτιών και την ανέγερση νέων. Χορηγούνταν τα απαιτούμενα υλικά και μετρητά απευθείας στους χωρικούς οι οποίοι επισκεύαζαν τα σπίτια τους με προσωπική εργασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν και ειδικοί τεχνίτες για την ταχύτερη και ασφαλέστερη εκτέλεση των εργασιών. Όλες οι επισκευές γίνονταν υπό την εποπτεία των τοπικών συμβουλίων και των επιθεωρητών. Παρόμοια ήταν και η διαδικασία για την ανέγερση των νέων οικιών και παραπηγμάτων. Κατ’ εξαίρεση, στις πόλεις των Δαρδανελίων Μάδυτο και Καλλίπολη ανεγέρθησαν από τα τοπικά Συμβούλια πλινθόκτιστες οικίες σε κοινοτικά οικόπεδα για τη στέγαση του αστικού και αγροτικού πληθυσμού. Η ανέγερση των προσφυγικών αυτών κατοικιών έγινε συστηματικότερα και υπήρξε αποτελεσματικότερη από τεχνική και οικονομική άποψη. 31

Ως προς τη συμβολή του Κουρεμένου μπορούν να διατυπωθούν κάποιες υποθέσεις με βάση το έργο που πραγματοποίησε σε συνθήκες περιορισμένων μέσων. Ο αρχιτέκτων διέθετε το πρακτικό πνεύμα, τις οργανωτικές ικανότητες και τη γνώση για τον σχεδιασμό οικονομικών κατοικιών και οικιστικών συγκροτημάτων / συνοικισμών. Αυτό φανερώνουν οι πολυκατοικίες που κατασκεύασε ως μελετητής-εργολήπτης στην Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα, τα δημόσιας χρήσης έργα του – δημοτική αγορά, σφαγεία και υδατοδεξαμενή Αγρινίου–, η τεκμηριωμένη πραγματογνωμοσύνη του σε θέματα προσφυγικής στέγης το 1929 32 και η σχέση του με θέματα αστικού σχεδιασμού. 33

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανέγερση των 3.300 περίπου νέων κατοικιών στη Θράκη αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής λαϊκής —προσφυγικής— στέγης, το οποίο διέκοψε απότομα η ανακωχή των Μουδανιών (28 Σεπτεμβρίου /11 Οκτωβρίου 1922). Στους όρους της ανακωχής προβλεπόταν από τους Συμμάχους όχι μόνο η άμεση αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Ανατολική Θράκη και η παράδοσή της στους Τούρκους από τους Συμμάχους, αλλά και η εκκένωση της περιοχής από τους έλληνες κατοίκους της (άνω των 250.999) εντός 15 ημερών! Συνολικά, μαζί με τους στρατιώτες και τους υπαλλήλους της ελληνικής διοίκησης μετακινήθηκαν προς την ελληνική μεθόριο περισσότεροι από 400.000 άνθρωποι.34

Η απώλεια της Ανατολικής Θράκης, της κύριας εστίας του θρακικού ελληνισμού, ήταν μεν επακόλουθο της Μικρασιαατικής Καταστροφής, αλλά όχι και αναπόφευκτη συνέπειά της. Η Θρακική Καταστροφή αποτελεί μείζον ιστορικό γεγονός αλλά και πολιτικο-στρατηγική επιλογή της Επανάστασης του 1922, αφού στο εύλογο ερώτημα του Άγγλου υπουργού των εξωτερικών Λόρδου Curzon “Ποιoς θα υποχρεώσει τους Έλληνες να εγκαταλείψουν την Ανατολική Θράκη;”, απάντησαν οι ίδιοι οι Έλληνες. Η Ανατολική Θράκη εκκενώθηκε επί κυβερνήσεως Σωτηρίου Κροκιδά, κατόπιν τηλεγραφικής εντολής του Βενιζέλου (20.09.1922) προς την Επαναστατική Επιτροπή η οποία την είχε διορίσει. Την Επαναστατική Επιτροπή αποτελούσαν οι συνταγματάρχες Νικόλαος Πλαστήρας και Στυλιανός Γονατάς και ο αντιπλοίαρχος Δημήτριος Φωκάς. Τα μεσάνυχτα της 1ης/14ης Οκτωβρίου 1922 ο ελληνικός στρατός διατάχθηκε να αποχωρήσει αμέσως από την Ανατολική Θράκη. Μαζί με τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισε και η έξοδος του ελληνικού πληθυσμού. Στις 12/25 Νοεμβρίου, σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής, οι Έλληνες παρέδωσαν στους Συμμάχους και εκείνοι την ίδια μέρα διαβίβασαν στην Τουρκία τη διοίκηση της Ανατολικής Θράκης.35 Το σημαντικό έργο της ελληνικής διοίκησης γενικά και της συμβολής του Κουρεμένου, μόνο η μελλοντική έρευνα οθωμανικών πηγών μπορεί να φωτίσει, καθώς τη μερίδα του λέοντος αυτού του έργου παρέλαβαν οι τουρκικές αρχές.

Φωτογραφία από την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Αδριανούπολη στις 2/15.10.1922. Πηγή: Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης.

Το κεφάλαιο αυτό της διαδρομής του αρχιτέκτονα κλείνει, επομένως, με το τραγικό βίωμα του ξεριζωμού των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης, τον οποίο απαθανάτισαν οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις του Ernest Hemingway. Παρακολουθώντας τον Οκτώβριο του 1922 την πορεία των ελλήνων προσφύγων, αν και άρρωστος από ελονοσία, ο Hemingway θα γράψει: «Το κυρίως σώμα της πομπής, που διασχίζει τον ποταμό Έβρο στην Αδριανούπολη, φτάνει τα τριάντα χιλιόμετρα. Τριάντα χιλιόμετρα με κάρα που τα σέρνουν βόδια, ταύροι και λασπωμένα βουβάλια, με εξουθενωμένους, κατάκοπους άνδρες, γυναίκες και παιδιά να περπατούν στα τυφλά…». 36 Στις 3 Νοεμβρίου του 1922 προχώρησε και σε πολιτικό σχολιασμό του δράματος: «Καθώς γράφω, ο ελληνικός στρατός ξεκινάει την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης… Με τις αμερικανικές στολές τους, που δεν τους μπαίνουν και πολύ καλά, βαδίζουν κατά μήκος της υπαίθρου, το ιππικό περιπολεί μπροστά, οι στρατιώτες παρελαύνουν σκυθρωπά… Αυτό είναι το τέλος της σπουδαίας ελληνικής στρατιωτικής περιπέτειας… Ακόμα και στην εκκένωση, οι Έλληνες φαίνονται καλοί στρατιώτες. Έχουν έναν αέρα θαρραλέας επιμονής που θα σήμαινε δύσκολα ξεμπερδέματα για τον Τούρκο, αν ο στρατός του Κεμάλ έπρεπε να πολεμήσει για τη Θράκη αντί αυτή να του δοθεί σαν δώρο στα Μουδανιά». 37

Η εκκένωση της Ανατολικής Θράκης. Η γέφυρα επί του ποταμού Τούνζα, μεταξύ Αδριανούπολης και Κάραγατς (Πηγή: https://sitalkisking.blogspot.com/2012/12/h-1922.html).

 

 

Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της αρχιτεκτονικής και Ομότιμη  Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Βασίλης Ν. Κολλάρος: Χαρίσιος Βαμβακάς. Ο άνθρωπος που έλυσε υπέρ της Ελλάδας τον γρίφο του Θρακικού Ζητήματος (1919-1920)

Ειδικό αφιέρωμα στη Θράκη 

 

Βασίλης Ν. Κολλάρος

Χαρίσιος Βαμβακάς. Ο άνθρωπος που έλυσε υπέρ της Ελλάδας τον γρίφο του Θρακικού Ζητήματος (1919-1920)

 

Ο Βενιζέλος στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων

Ο Βενιζέλος στις 17/30 Δεκεμβρίου 1918 υπέβαλε υπόμνημα προς τη Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, το οποίο περιείχε τις εδαφικές αξιώσεις της Ελλάδας,[i] εν ολίγοις, τα ζητήματα της Β. Ηπείρου, της Θράκης, της Μικράς Ασίας, της Κύπρου και των νήσων.[ii] Ο επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας χρησιμοποίησε την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών για να υποστηρίξει τα ελληνικά αιτήματα.[iii] Με γνώμονα το δικαίωμα του ατόμου στην εθνική συνείδηση και όχι το κριτήριο της γλώσσας, προσπάθησε να πείσει τους Συμμάχους για το δίκαιο των ελληνικών διεκδικήσεων.[iv] Για τον ίδιο, κριτήριο της εθνικότητας ήταν η εθνική συνείδηση και όχι η γλώσσα, η θρησκεία ή η φυλή.[v]

Ο μοναδικός αλάνθαστος παράγοντας για την ελληνική πλευρά υπήρξε η εθνική συνείδηση «δηλαδή η εσκεμμένη θέλησις των ατόμων όπως καθορίσουν την τύχην των και αποφασίσουν εις ποίαν εθνικήν οικογένειαν επιθυμούν να ανήκουν» (θέση του Ερνέστου Ρενάν).[vi] Ο Κρητικός πολιτικός είχε ασπαστεί την υποκειμενική αντίληψη της αρχής του έθνους, γεγονός που του επέτρεπε να βλέπει ευρύτερα το ζήτημα των μειονοτήτων.[vii]

 

 Το Θρακικό Ζήτημα

Τον Νοέμβριο του 1918, ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν, αρχηγός της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής στη Βουλγαρία, ήρθε σε επαφή με μουσουλμάνους βουλευτές της βουλγαρικής Βουλής (Σοβράνιε), με απώτερο σκοπό να τους θέσει στην υπηρεσία της ελληνικής διπλωματίας. Με πρωτοβουλία του συντάχθηκε υπόμνημα, το οποίο έλαβε τις υπογραφές οκτώ μουσουλμάνων βουλευτών της Δυτικής Θράκης και επιδόθηκε στον αρχηγό των συμμαχικών δυνάμεων του βαλκανικού μετώπου. Στο παραπάνω κείμενο, οι μουσουλμάνοι βουλευτές διαμαρτύρονταν για τη βουλγαρική κατοχή της Θράκης και τη συμπεριφορά των βουλγαρικών δυνάμεων έναντι του μουσουλμανικού πληθυσμού, ενώ ζητούσαν την κατάληψη της περιοχής της Δυτικής Θράκης από συμμαχικά στρατεύματα στα οποία να συμπεριλαμβάνεται και μονάδες του ελληνικού στρατού.[viii]

Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν.

Την ίδια περίοδο, η οριστική απώλεια της Θράκης είχε ενεργοποιήσει τα εθνικιστικά αντανακλαστικά των μουσουλμάνων της περιοχής. Η ίδρυση του Τουρκικού Θρακικού Κομιτάτου, το οποίο υπήρξε παρακλάδι του Νεοτουρκικού Κομιτάτου, συνιστούσε αντίδραση στο ενδεχόμενο προσάρτησης της περιοχής από την Ελλάδα ή τη Βουλγαρία. Το Τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο υποστήριζε τη δημιουργία αυτόνομου θρακικού κράτους υπό βρετανική κυριαρχία.[ix]

Αρχές Φεβρουαρίου του 1919, ο Βενιζέλος εμφανίστηκε ενώπιον του Ανωτάτου Συμβουλίου για να υποστηρίξει τα ελληνικά αιτήματα,[x] η εξέταση των οποίων παραπέμφθηκε σε επιτροπή με την ονομασία «Επιτροπή επί των Ελληνικών Υποθέσεων», με πρόεδρο τον Ζ. Καμπόν. Το επικρατέστερο σενάριο ήταν να δοθεί η Δυτική Θράκη στην Ελλάδα. Παράλληλα, οι σύμμαχοι, εκτός της Ιταλίας, τόνιζαν ότι η Ανατολική Θράκη μπορούσε δυνητικά να αποδοθεί στην Ελλάδα, αν ο Έλληνας πρωθυπουργός εγγυόταν τα θρησκευτικά δικαιώματα των μουσουλμάνων της περιοχής.

Ο Βενιζέλος προσκόμισε τις απαραίτητες εγγυήσεις, ενώ στην ίδια συνεδρίαση (19.2.1919) ανέγνωσε το υπόμνημα των οκτώ μουσουλμάνων της Σοβράνιε, το οποίο είχε μόλις παραλάβει, ως επιπρόσθετη απόδειξη της φιλομουσουλμανικής πολιτικής του ελληνικού κράτους.[xi] Η ιταλική, όμως, διπλωματία θα αποδειχθεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στα σχέδια του Βενιζέλου. Η Ιταλία, στο ζήτημα της Θράκης, υποστήριζε τα βουλγαρικά συμφέροντα. Παράλληλα, ιταλικοί κύκλοι προσέγγισαν ορισμένους μουσουλμάνους βουλευτές της Δυτικής Θράκης και απέσπασαν δήλωσή τους ότι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της περιοχής επιθυμούσαν να ορίσουν οι ίδιοι τη μοίρα τους. Η κίνηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα η επιτροπή εξέτασης των ελληνικών ζητημάτων να μη λάβει υπόψη της το αρχικό υπόμνημα των μουσουλμάνων βουλευτών της Σοβράνιε που είχε επικαλεστεί ο Βενιζέλος.[xii]

Το τελικό πόρισμα της Επιτροπής (4.3.1919) έκανε λόγο για παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα υπό τον όρο της αναγνώρισης στη Βουλγαρία οικονομικής διεξόδου στο Αιγαίο.[xiii] Τελικά, οι ελληνικές θέσεις έλαβαν τη θερμή υποστήριξη της Αγγλίας και της Γαλλίας. Αντιθέτως, η Ιταλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής αντιτάχθηκαν στις ελληνικές αξιώσεις.[xiv] Η αμερικανική εξωτερική πολιτική επεδίωκε να μην απομακρυνθεί η Βουλγαρία από το Αιγαίο. Το θρακικό ζήτημα θα έβρισκε τη λύση του μέσα από τις συμπληγάδες των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων των συμμάχων.

Ορισμένοι από τους Οθωμανούς βουλευτές της Θράκης δέχθηκαν να εργαστούν υπέρ της προώθησης των ελληνικών συμφερόντων στο θρακικό ζήτημα.[xv] Ο Βενιζέλος αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τους μουσουλμάνους πολιτευτές της Θράκης, όπως για παράδειγμα τον μουσουλμάνο βουλευτή Γιουμουλτζίνας (Κομοτηνής), Ισμαήλ Χακή Μπέη.[xvi] Τα συγκεκριμένα πρόσωπα καλούνταν να ποδηγετήσουν τη μουσουλμανική κοινή γνώμη υπέρ των πλεονεκτημάτων που θα προέκυπταν από την προσάρτηση της Θράκης στην Ελλάδα.

Ο Βενιζέλος ανέφερε ότι σκοπός του Χακή ήταν «η επιτόπιος ενέργεια προς ταχυτέρα απομάκρυνσιν Βουλγάρων εκ Δυτ. Θράκης κατοίκων από πάσας ενεργείας προς διατάραξιν τάξεως». Σε επόμενη φάση ο Χακή θα λειτουργούσε ως μεσολαβητής για τη «διαμέλουσαν φιλικήν συνάντησιν μωαμεθανικού και ελληνικού στοιχείου».[xvii] Τον Μάρτιο του 1919 οι Οθωμανοί βουλευτές της Σοβράνιε, μετά από πιέσεις των Βουλγάρων, δήλωσαν ότι απέρριπταν την προσάρτηση της Δυτικής Θράκης στην Ελλάδα και επιθυμούσαν την αυτονομία της περιοχής.

Ο Βενιζέλος, στις παραπάνω κινήσεις των μουσουλμάνων, θα απαντήσει από το Παρίσι ότι θα δεχόταν να συμπράξει στην αυτονομία της Θράκης εάν δεν είχε ήδη αποφασιστεί «η προσάρτησις της τέως βουλγαρικής και τουρκικής Θράκης εις την Ελλάδα», διότι από τη στιγμή που η Τουρκία θα περιοριστεί στην κεντρική Μικρά Ασία, η «αυτονομία Θράκης θα ήτο εκτεθειμένη εις διαρκείς βουλγαρικάς επιδρομάς και ανίσχυρος να αμυνθή». Επίσης, ο Έλληνας πρωθυπουργός βεβαίωνε τους μουσουλμάνους βουλευτές ότι η ελληνική κυβέρνηση θα αποδεικνυόταν «εντελώς πατρική προς οθωμανικόν στοιχείον». Το τηλεγράφημα έκλεινε λέγοντας ότι «Δύνασθε προς τούτοις προτείνητε αυτοίς όπως αποστείλωσι ένα ή δυο αντιπροσώπους των ενταύθα όπως πληροφορηθώσι κατάστασιν και συνεννοηθώσι μεθ’ ημών περί καλυτέρας ενεργείας προς αποφυγήν βιαιοπραγιών κατά τουρκ. στοιχείου κατά στιγμήν καταλήψεως Θράκης υπό ημετέρου στρατού».[xviii]

Συνεπώς, το μέλλον της Θράκης θα κρινόταν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και δεν θα επηρεαζόταν η απόφαση από τις επιθυμίες του τοπικού πληθυσμού ή των τοπικών πολιτευτών. Επιπροσθέτως, η αυτονομία της Θράκης, σύμφωνα με τον Βενιζέλο, ήταν αδύνατη. Σε περίπτωση που ιδρυόταν, θα βρισκόταν εκτεθειμένη στον βουλγαρικό κίνδυνο. Άρα, ο Βενιζέλος προσπαθούσε να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με τους μουσουλμάνους, για να τους πείσει να δεχτούν χωρίς αντίσταση το ελληνικό μέλλον της περιοχής.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, την ίδια περίοδο, ζητούσε από το Υπουργείο Εξωτερικών να έρθει σε συνεννόηση με τους Οθωμανούς βουλευτές και να τους δώσει οτιδήποτε χρειάζονταν, ώστε να προβούν σε εκδηλώσεις κατά της βουλγαρικής διοίκησης.[xix] Παράλληλα, αναγνώριζε το δικαίωμά τους να επιθυμούν την αυτονομία της Θράκης, αν και θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον.[xx] Η βάση της συνεργασίας του Βενιζέλου με τους μουσουλμάνους βουλευτές ήταν η εξής: Ο Έλληνας πρωθυπουργός αναγνώριζε την επιθυμία των μουσουλμάνων για αυτονομία της περιοχής, ωστόσο ήθελε οι μουσουλμάνοι να απορρίψουν, μέσω επιστολών προς τη συνδιάσκεψη, το ενδεχόμενο της προσάρτησης της Θράκης από τη Βουλγαρία. Επρόκειτο για διπλωματικό ελιγμό, δεδομένου ότι το ενδεχόμενο να συνεχιστεί η τουρκική κυριαρχία επί της περιοχής ήταν αδύνατον, ενώ και η ιδέα της αυτονομίας δεν είχε υποστηρικτές. Συνεπώς, μοναδικό εμπόδιο για τον Βενιζέλο ήταν η Βουλγαρία. Αν οι μουσουλμάνοι πολιτευτές, ως εκπρόσωποι του μουσουλμανικού λαού, τάσσονταν στο πλευρό των ελληνικών θέσεων, τότε ο Βενιζέλος θα είχε το πλεονέκτημα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Βέβαια, την ίδια στιγμή στο εσωτερικό της μουσουλμανικής κοινότητας υπήρχαν αντικρουόμενες φωνές όσον αφορά την τύχη της Θράκης. Τα πιο ακραία στοιχεία του μουσουλμανικού πληθυσμού (Τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο) απέρριπταν την ιδέα της ενσωμάτωσης της Θράκης στην Ελλάδα, καλώντας τους μωαμεθανούς της Θράκης να μην παραπλανηθούν από τις απατηλές υποσχέσεις των Ελλήνων.[xxi] Σε γενικές γραμμές, επικρατούσε μια ρευστή κατάσταση στο εσωτερικό της μουσουλμανικής κοινότητας της Δυτικής Θράκης, όσον αφορά το μέλλον της περιοχής. Σύμφωνα με τις εκθέσεις των ελληνικών αρχών, ορισμένοι μουσουλμάνοι υποστήριζαν τη σύμπραξη με την ελληνική κυβέρνηση, μια δεύτερη ομάδα βρισκόταν σε συνεννοήσεις με τους Βουλγάρους, μια τρίτη ομάδα παρέμενε πιστή στην τουρκική κυβέρνηση και, τέλος, ορισμένοι παρέμεναν προσκολλημένοι στην ιδέα της αυτονομίας.[xxii]

Ο χάρτης της Μεγάλης Ελλάδος.

Σημαντική εμπλοκή στην εξέλιξη του θρακικού ζητήματος είχε η Ιταλία, η οποία προσπαθούσε να θέσει τους Οθωμανούς της Δυτικής Θράκης υπό την επιρροή της. Στις 21 Μαρτίου 1919 τέσσερις μουσουλμάνοι βουλευτές υπό τον Μεχμέτ Τζελάλ, αναχώρησαν για το Παρίσι για να υποστηρίξουν ενώπιον του Συνεδρίου την ιδέα της θρακικής αυτονομίας.[xxiii] Ωστόσο, ο Βενιζέλος προσπάθησε να εμποδίσει την άφιξή τους στο Παρίσι μέσω των γαλλικών αρχών, οι οποίες τους απαγόρευσαν την είσοδο στη χώρα. Από τη Ρώμη, οι μουσουλμάνοι βουλευτές απηύθυναν επιστολές στη Συνδιάσκεψη, ζητώντας την παραχώρηση αυτονομίας για την περιοχή της Θράκης. Ο Βενιζέλος έστειλε τον Χαρίσιο Βαμβακά στη Ρώμη για να τους συναντήσει και να ζητήσει τη συνεργασία τους. Ο Βαμβακάς, μετά από αρκετές συναντήσεις που είχε μαζί τους, τους παρέδωσε επιστολή του Έλληνα πρωθυπουργού, στην οποία γινόταν λόγος για παραχώρηση τοπικής αυτονομίας υπό ελληνική προστασία, σε περίπτωση προσάρτησης της περιοχής στην Ελλάδα.[xxiv]

Η ελληνική πλευρά, λοιπόν, ήταν έτοιμη να παραχωρήσει ευρεία τοπική αυτονομία, ενώ υπήρχαν σκέψεις για τη δημιουργία τοπικής βουλής, όπου πλεόναζε το τουρκικό στοιχείο. Οι δε μουσουλμάνοι θα μπορούσαν να αποστέλλουν βουλευτές στο ελληνικό κοινοβούλιο και να μετέχουν στην κυβέρνηση με μουσουλμάνο υπουργό.[xxv] Επρόκειτο για μεγάλες παραχωρήσεις από την πλευρά του Βενιζέλου μπροστά στον κίνδυνο να βρεθεί η ελληνική διπλωματία σε δεινή θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η κίνησή του προκάλεσε το ενδιαφέρον των μουσουλμάνων της Ρώμης, οι οποίοι ωστόσο ήταν αιχμάλωτοι της ιταλικής διπλωματίας.[xxvi]

Όπως προαναφέραμε, υπήρχε ρευστότητα στις συμμαχίες μεταξύ των εμπλεκομένων στο Θρακικό Ζήτημα, η οποία οφειλόταν κυρίως στην καιροσκοπική συμπεριφορά των μουσουλμάνων της Θράκης, οι οποίοι άλλαζαν συνεχώς στρατόπεδο. Τρία διαφορετικά κράτη διεκδικούσαν την εύνοια ενός πληθυσμού, στην προσπάθειά τους να εδραιώσουν τη θέση τους στον θρακικό χώρο. Οι Βούλγαροι, με τη βοήθεια των Ιταλών, προσπαθούσαν να αποτρέψουν την προσάρτηση της Θράκης στην Ελλάδα, υπόσχονταν αυτονομία στους Τούρκους της περιοχής και στρατιωτική συνδρομή σε όποιο κίνημα στρεφόταν κατά της ελληνικής κυριαρχίας. Από την άλλη, η τουρκική κυβέρνηση προσπαθούσε να περισώσει την Ανατολική Θράκη, ενώ διέθετε την υποστήριξη μιας μερίδας κομιτατικών της Δυτικής Θράκης. Τέλος, η Ελλάδα, με ισχυρότερο όπλο το γεγονός ότι βρισκόταν στο πλευρό των νικητών, κατέβαλλε προσπάθειες να ανοίξει δίαυλους επικοινωνίας με τους Τούρκους της Θράκης, με απώτερο σκοπό να διευκολύνει τη συμμαχική απόφαση ενσωμάτωσης ολόκληρης της Θράκης στο ελεύθερο ελληνικό βασίλειο. Η προσέγγιση με τους μουσουλμάνους βασιζόταν στο γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι ήταν αντι-Βούλγαροι. Ο Βενιζέλος προσπαθούσε να τους πείσει να προτιμήσουν την ένωση με την Ελλάδα, διότι θα τους παρείχε διευρυμένη τοπική αυτονομία.

Το καλοκαίρι του 1919 οι εξελίξεις γύρω από το Θρακικό Ζήτημα υπήρξαν καθοριστικές. Η ελληνική κυβέρνηση προσπαθούσε να προλειάνει το έδαφος για την προέλαση του ελληνικού στρατού στη Δυτική Θράκη. Ο Χαρίσιος Βαμβακάς, την προσωπικότητα του οποίου θα αναλύσουμε παρακάτω, τον Ιούλιο του 1919 περιόδευσε στην Ανατολική Μακεδονία με σκοπό να προετοιμάσει το έδαφος για μια ομαλή προέλαση του ελληνικού στρατού στη Θράκη.[xxvii] Σύμφωνα με τον ίδιο, υπήρξαν θετικές οι εντυπώσεις του από την περιοδεία στην Ανατολική Μακεδονία αλλά και από την προσπάθειά του να προσεγγίσει τους μουσουλμάνους, ζητώντας τους να εξασφαλιστεί η ενθουσιώδης υποδοχή του ελληνικού στρατού, όταν αυτός εισερχόταν στη Θράκη.[xxviii]

Ο Βαμβακάς ενημέρωνε τον Βενιζέλο ότι οι μουσουλμάνοι ήταν ευχαριστημένοι σε γενικές γραμμές με την ελληνική διοίκηση, εντούτοις συνέχιζαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα με τη συμπεριφορά των ανωτέρων υπαλλήλων των υπουργείων Δικαιοσύνης, Γεωργίας και Οικονομικών. Μείζον, επίσης, ζήτημα παρέμενε η στάση των οργάνων της Χωροφυλακής προς τους μουσουλμάνους, η οποία ορισμένες φορές δημιουργούσε δυσμενείς εντυπώσεις.[xxix]

Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, τα σχέδια που είχε εμπνευστεί το Τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο περί αυτονόμησης της Θράκης δεν ευοδώθηκαν. Μετά την αποτυχία του κινήματος της αυτονομίας, οι μουσουλμάνοι της Θράκης άρχισαν να διάκεινται φιλικά προς την ελληνική κατοχή, η στάση τους όμως δεν χαρακτηριζόταν από σταθερότητα.[xxx] Πάντως, στις 12 Ιουνίου 1919 ο Ισμαήλ Χακή κατέθεσε υπόμνημα προς τη Συνδιάσκεψη, υποστηρίζοντας ότι αντιπροσωπεύει το αίσθημα των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, με το οποίο ζητούσε την ενσωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα.[xxxi]

Μπορεί η πρόταση του Βενιζέλου για εκτεταμένη αυτονομία να είχε προκαλέσει συζητήσεις γύρω από το Θρακικό ζήτημα, ωστόσο, τα υπομνήματα των μουσουλμάνων του Τουρκικού Θρακικού Κομιτάτου προς τη Συνδιάσκεψη ζητούσαν την αυτονομία της Θράκης υπό συμμαχική προστασία και αντιλαμβάνονταν την ενσωμάτωση της περιοχής με την Ελλάδα, ως την τελευταία εναλλακτική πρόταση.[xxxii] Το ενδεχόμενο να παρέμενε η Θράκη υπό βουλγαρική διοίκηση είχε απομακρυνθεί, δεδομένου ότι οι προηγούμενες βουλγαρικές ωμότητες στην περιοχή είχαν οδηγήσει τη μουσουλμανική κοινότητα να απορρίψει τη βουλγαρική κατοχή.

Ακόμη, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον, ο οποίος, στην αρχή των διαπραγματεύσεων, ανθίστατο στην παραχώρηση της Θράκης στη Ελλάδα, εν τέλει υποχώρησε από τις αρχικές του θέσεις και πρότεινε να δοθούν στην Ελλάδα η Ξάνθη και η Κομοτηνή, ενώ στη Βουλγαρία θα παραχωρούνταν οι βόρειοι καζάδες της Θράκης. Η υπόλοιπη Ανατολική Θράκη θα υπαγόταν στο νεοσυσταθέν κράτος της Κωνσταντινούπολης (Σχέδιο Ουίλσον).

Η απώλεια των βόρειων καζάδων της Θράκης ανέτρεψε τα σχέδια της αυτονομίας, διότι χάνονταν οι κυριότεροι και συμπαγέστεροι τουρκικοί πληθυσμοί των βορείων τμημάτων της Θράκης.[xxxiii] Συν τοις άλλοις, το κρατικό μόρφωμα που οραματίζονταν οι εκπρόσωποι του Κομιτάτου δεν μπορούσε να αντισταθεί σε ενδεχόμενες βουλγαρικές πιέσεις. Ωστόσο, οι Βούλγαροι δεν αποδέχονταν το υπάρχον status quo και επιζητούσαν τη συμμαχία των Τούρκων.[xxxiv] Έχοντας απολέσει την Ανατολική και Δυτική Θράκη, προσπαθούσαν να συνεργαστούν με τους Τούρκους της περιοχής, ώστε να προχωρήσουν σε ανακήρυξη της αυτονομίας της Θράκης (όπως στην περίπτωση της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885), σε μια προσπάθεια να ματαιώσουν την ενσωμάτωση της περιοχής στην Ελλάδα.[xxxv] Συγκεκριμένα, «Βούλγαροι υπέσχοντο να παράσχουν αυτονομίαν Β. Θράκην, εάν Τούρκοι ενέτεινον προσπαθείας κηρύττοντες αυτονομίαν Θράκης νοτίας αποσπασθείσης Βουλγαρίας».[xxxvi]

Εν τέλει, τον Σεπτέμβριο του 1919, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο αποφάσισε την κατάληψη της Δυτικής Θράκης. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1919 αποσύρθηκαν τα βουλγαρικά στρατεύματα από τη Δυτική Θράκη, ενώ στις 7 Οκτωβρίου 1919 τα συμμαχικά γαλλικά στρατεύματα κατέλαβαν τη Δυτική Θράκη, με τον Ελληνικό Στρατό (4-17.10.1919) να καταλαμβάνει το Τρίγωνο της Ξάνθης (περιοχή βόρεια της ομώνυμης πόλης). Τη διοίκηση της περιοχής, που ονομάστηκε «Διασυμμαχική Θράκη», ανέλαβαν οι Γάλλοι. Εγγυήσεις για τη φιλόνομη και φιλοδίκαιη συμπεριφορά του ελληνικού στρατού έναντι των μουσουλμάνων έδωσε ο επικεφαλής της διασυμμαχικής διοίκησης, Γάλλος στρατηγός Σαρλ Σαρπύ.[xxxvii] Σε επιτροπή δε μουσουλμάνων που τον επισκέφτηκε δήλωσε ότι «Τούρκοι και Έλληνες κοινόν εν τη χώρα ταύτη έχουσι εχθρόν τον Βούλγαρον ως εκ τούτου Ελλ. Στρατός διαταχθήσεται καταλάβη Θράκην αποδίδων ελευθερίαν εις μωαμεθανούς Θράκης καθόσον αυτοί υπέστησαν τα πάνδεινα εκ μέρους των Βουλγάρων».[xxxviii] Στο ίδιο τηλεγράφημα γινόταν λόγος για τη φιλοδίκαιη συμπεριφορά του ελληνικού στρατού έναντι των μουσουλμάνων αλλά και τις υποσχέσεις του Βενιζέλου έναντι των μουσουλμάνων της Θράκης, σχετικά με την παραχώρηση ευρείας αυτονομίας.[xxxix]

Για τον Βενιζέλο, η κατοχή της Δυτικής Θράκης ήταν προσωρινή, ενώ η τύχη της περιοχής δεν είχε κριθεί ακόμα. Συν τοις άλλοις, οι σύμμαχοι είχαν εκφράσει επιφυλάξεις όσον αφορά την ελληνική διοίκηση, λόγω των όσων εκτυλίχθηκαν με την απόβαση του ελληνικού στρατού στο λιμάνι της Σμύρνης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Βενιζέλος «επανάληψη παρεκτροπών θα εσημείωνεν οριστικόν ναυάγιον όλων των εθνικών μας διεκδικήσεων. Αντιθέτως ομαλή διεξαγωγή καταλήψεως θα ύψωνε πάλιν το κύρος μας και θα ενίσχυε την θέσιν μας».[xl]

Το τηλεγράφημα του Έλληνα πρωθυπουργού προς τον αντιστράτηγο Παρασκευόπουλο περιείχε σαφείς και αυστηρές οδηγίες για τον τρόπο κατάληψης της Δυτικής Θράκης. Απώτερος στόχος ήταν η κατάληψη της περιοχής να λειτουργήσει ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τα προηγούμενα επεισόδια κατά την απόβαση του ελληνικού στρατού στο λιμάνι της Σμύρνης.[xli] Ο Βενιζέλος πίστευε ότι δεν έπρεπε να επαναληφθούν ανάλογες εικόνες διότι θα χρησιμοποιούνταν εναντίον της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις, ενώ έπρεπε να δοθεί μεγάλη προσοχή στην επιλογή των αξιωματικών που θα ηγούνταν των στρατιωτικών σωμάτων, ώστε να αποφευχθούν δυσάρεστες εξελίξεις.[xlii]

Charles Antoine Charpy (1869-1941), Διοικητής της Διασυμμαχικής Θράκης.
Η Μεραρχία Σερρών εισέρχεται στην Κομοτηνή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ρόλος του Χαρίσιου Βαμβακά στην προσέγγιση των μουσουλμάνων της Θράκης

Ο Βενιζέλος χειρίστηκε με προσοχή τα ζητήματα της Θράκης, διότι γνώριζε ότι η εδραίωση της ελληνικής διοίκησης στον θρακικό χώρο αποτελούσε άθροισμα πολλών παραγόντων. Κατ’ αρχάς, η παγίωση της ελληνικής κυριαρχίας περνούσε μέσα από την άριστη συμπεριφορά έναντι των μουσουλμάνων. Συν τοις άλλοις, η ασάφεια γύρω από το μέλλον της περιοχής ανάγκαζε τον Βενιζέλο να αναζητά διεθνή ερείσματα για τις ελληνικές θέσεις.

Όπως προείπαμε, η ελληνική διοίκηση στο Τρίγωνο της Ξάνθης ήταν προσωρινή, ενώ η Δυτική Θράκη, από τον Οκτώβριο του 1919, βρισκόταν υπό διασυμμαχικό έλεγχο και συγκεκριμένα υπό τη διοίκηση των Γάλλων. Η ελληνική πλευρά, από τη μια πλευρά έπρεπε να προσεγγίσει τον μουσουλμανικό πληθυσμό και από την άλλη να διατηρεί όσο το δυνατόν καλύτερες σχέσεις με τη γαλλική διοίκηση. Ειδικά οι σχέσεις με τη γαλλική στρατιωτική διοίκηση θα καθόριζαν σε μεγάλο βαθμό την απόφαση της Συνδιάσκεψης για την οριστική παραχώρηση ή όχι της Θράκης στην Ελλάδα. Άρα, η ελληνική κυβέρνηση χρειαζόταν ένα πρόσωπο, το οποίο θα προωθούσε τα ελληνικά συμφέροντα μέσω της γαλλικής διοίκησης αλλά και θα διατηρούσε στενές σχέσεις με τους μουσουλμάνους. Για τον ρόλο αυτό, ο Βενιζέλος επέλεξε τον Χαρίσιο Βαμβακά, πρώην βουλευτή του οθωμανικού κοινοβουλίου και άριστο γνώστη της γαλλικής γλώσσας,[xliii] ο οποίος και αποτέλεσε τον αντιπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης στη Δυτική Θράκη.[xliv]

Ο Βαμβακάς υπήρξε ένας άνθρωπος με εξαιρετική διπλωματικότητα στον χειρισμό δύσκολων καταστάσεων, σαν αυτές που επικρατούσαν στη Θράκη το 1919. Επιπροσθέτως, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, υπήρξε γνήσιος εκφραστής της βενιζελικής μειονοτικής πολιτικής. Τον σημαντικό ρόλο του Χαρίσιου Βαμβακά στην κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό επεσήμανε και ο Έλληνας Ύπατος Αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη, Ευθύμιος Κανελλόπουλος, ο οποίος ανέφερε ότι ο Βαμβακάς υπήρξε ιδιαίτερα συμπαθής στις μουσουλμανικές μάζες, ενώ προώθησε σε μέγιστο βαθμό τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα στη Θράκη.[xlv] Κινήθηκε αριστοτεχνικά μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων παραγόντων της Δυτικής Θράκης. Αξιοποίησε τη θέση του αλλά και το μορφωτικό του επίπεδο σε τέτοιο βαθμό, ώστε να καταστεί το δεξί χέρι των Γάλλων.[xlvi] Αν και οι Γάλλοι τον προόριζαν για γενικό διοικητή Κομοτηνής, στον οποίο θα υπάγονταν οι διοικήσεις Δεδέαγατς, Διδυμοτείχου, Σουφλίου, Καραγάτς και Ξάνθης, εκείνος προτίμησε να διατηρήσει τη θέση του Κυβερνητικού Αντιπροσώπου Δυτικής Θράκης, υποδεικνύοντας στον Γάλλο αρχιστράτηγο πρόσωπα της απολύτου εμπιστοσύνης του για τους επικεφαλής των κατά τόπους διοικήσεων.[xlvii]

Όσον αφορά τους Τούρκους, προσέλαβε έμπιστα πρόσωπα τα οποία γνώριζε από την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη. Τα πρόσωπα αυτά βρίσκονταν διασκορπισμένα στην περιφέρεια, όπου προπαγάνδιζαν υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Σχετικά με τον ρόλο του Τουρκικού Θρακικού Κομιτάτου, σε έκθεσή του προς το Υπουργείο Εξωτερικών διέβλεπε τη διάσπασή του σε αυτούς που επιθυμούσαν τη συνεργασία με τους Βούλγαρους και σε αυτούς που έκλιναν προς την ελληνική πλευρά. Ανέφερε, επίσης, ότι κατ’ εντολή του Βενιζέλου συνάντησε όσους μουσουλμάνους του Κομιτάτου διέκειντο φιλικά προς την ελληνική πλευρά.[xlviii]

Εθνογραφικός χάρτης της Θράκης [Πηγή: France, Ministère des Affaires Étrangères/Série Ζ 116-2 (Europe 1919-1928)/ Balkans 6].

Έντονη, επίσης, υπήρξε η επιρροή του Βαμβακά και στους προκρίτους των μουσουλμανικών χωριών, που τους επισκεπτόταν συχνά, διακηρύσσοντας τα αγαθά της ελληνικής διοίκησης. Οι διάφορες τοπικές αρχές των μουσουλμάνων ζητούσαν τη συνδρομή του σε διάφορα καθημερινά ζητήματα, όπως η απαλλαγή από φόρους. Ακόμη, μεσολαβούσε στις γαλλικές αρχές για ζητήματα των μουσουλμάνων και η επιτυχής διευθέτησή τους αύξανε το κύρος αλλά και τη συμπάθεια των μουσουλμάνων στο πρόσωπό του.[xlix] Καλλιεργούσε, ακόμη, καλές σχέσεις με όλα τα στοιχεία της Θράκης μέσω αποστολών τροφίμων. Για παράδειγμα, είχε ζητήσει ελαττωμένες τιμές σε άλευρα και τρόφιμα για τους καπνεργάτες της Ξάνθης, οι οποίοι ανέρχονταν σε 2.000 – όλοι μουσουλμάνοι[l]

Ο Βαμβακάς είχε οργανώσει στη θρακική ύπαιθρο και τα αστικά κέντρα ένα δίκτυο από πληροφοριοδότες και έμπιστα πρόσωπα που έτρεφαν δεδηλωμένη αντιπάθεια για το Τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο. Δίπλα στους Γάλλους αξιωματικούς των διαφόρων περιοχών της Θράκης πέτυχε τον διορισμό νέων διερμηνέων, οι οποίοι ήταν πιστοί στον ίδιο και του μετέφεραν χρήσιμες πληροφορίες. Το ίδιο πέτυχε με τους διορισμούς δημάρχων και διοικητικών συμβουλίων. Οι περισσότεροι διορισμοί έγιναν με βάση τον κατάλογο που είχε συντάξει ο ίδιος.[li] Πέτυχε, επίσης, τον διορισμό Ελλήνων διοικητών στην Ξάνθη, το Δεδέαγατς και το Διδυμότειχο, ενώ διορίστηκαν Έλληνες υποδιοικητές στην Κομοτηνή, το Σουφλί και το Καραγάτς. Παράλληλα, κατάφερε να διοριστεί στην Κομοτηνή Τούρκος διοικητής ο οποίος τύγχανε της ελληνικής εμπιστοσύνης,[lii] ενώ θεωρούσε ότι είχε εξασφαλίσει την πλειοψηφία στο διοικητικό συμβούλιο της Διασυμμαχικής Διοίκησης, δεδομένου ότι «πάντες ημέτεροι γνωρίζοντες καλώς γαλλικήν είναι ανώτεροι πάντων αλλοεθνών».[liii] Ο Βενιζέλος τόνιζε σε κάθε ευκαιρία ότι οι Έλληνες υπάλληλοι που διορίζονταν από τη συμμαχική διοίκηση δεν ήταν υπάλληλοι της ελληνικής διοίκησης αλλά των Γάλλων, επομένως, έπρεπε να αντιληφθούν την ιδιαιτερότητα του καθήκοντος και της αποστολής που είχαν αναλάβει.[liv]

Προσχέδιο τηλεγραφήματος Χαρισίου Βαμβακά προς τον υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη και τον αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο [Πηγή: ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ Παράρτημα Θεσσαλονίκης/Αρχείο Χαρισίου Βαμβακά/Φάκελος 1].

Η στάση των Πομάκων

Τα μεγαλύτερα δεινά την περίοδο της βουλγαρικής κατοχής της Θράκης υπέστησαν οι Πομάκοι, ένας μουσουλμανικός πληθυσμός που κατοικούσε στον ορεινό όγκο της Ροδόπης και στην Ανατολική Ρωμυλία στη Βουλγαρία.[lvi] Οι Πομάκοι, με υπομνήματα προς τη Συνδιάσκεψη, απέρριπταν κατηγορηματικά τη βουλγαρική κατοχή. Πρόκειται για τα ψηφίσματα των μουσουλμάνων βουλευτών της θρακικής περιφέρειας Ντοβλέν προς τη Συνδιάσκεψη, με τα οποία διαμαρτύρονταν για βουλγαρικές ωμότητες σε βάρος τους, όπως βίαιο εκχριστιανισμό, καταστροφή τζαμιών, κατασχέσεις περιουσιών, μετατροπή τουρκικών σχολείων σε βουλγαρικά, κατάργηση της τουρκικής γλώσσας. Γενικότερα, τα συγκεκριμένα ψηφίσματα εξέφραζαν την επιθυμία των Πομάκων να μην υπαχθούν στη βουλγαρική διοίκηση και να ακολουθήσουν την τύχη της υπόλοιπης Δυτικής Θράκης.[lvii] Όσον αφορά τη στάση τους έναντι του Θρακικού ζητήματος, υποστήριζαν την ανεξαρτησία – αυτονομία της Θράκης. Ωστόσο, σε περίπτωση που η αυτονομία της Θράκης δεν γινόταν αποδεκτή από τη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, θα αποδέχονταν την ελληνική κυριαρχία, απορρίπτοντας την προσχώρηση των περιοχών τους στη Βουλγαρία.[lviii]

Παρότι, τα συγκεκριμένα τηλεγραφήματα δεν επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό την απόφαση των Συμμάχων για κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό, εντούτοις, υποβοήθησαν τις ελληνικές θέσεις έναντι των αντίστοιχων βουλγαρικών. Την ίδια περίοδο, οι Πομάκοι, αρνούμενοι να δεχθούν τη βουλγαρική κατοχή, κατέφευγαν κατά χιλιάδες στο ελληνικό έδαφος.[lix] Ο Βαμβακάς πίστευε ότι έπρεπε να μεταφερθούν στην Ανατολική Μακεδονία ή στο τμήμα Τριγώνου Ξάνθης και όχι στη γαλλοκρατούμενη Θράκη.[lx]

Πομάκοι παρελαύνουν με ελληνικές σημαίες.

Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου προσπάθησε να θέσει τους Πομάκους στην υπηρεσία της ελληνικής διπλωματίας. Ο Κρητικός πολιτικός πίστευε ότι η προσέγγιση των Πομάκων θα προσέφερε στα ελληνικά συμφέροντα «μεγίστας ωφελείας» κυρίως για τη στάση του τουρκικού στοιχείου.[lxi] Για τον σκοπό αυτό, πρόσωπα όπως ο Βαμβακάς και ο Χακή ανέλαβαν να τους προσεγγίσουν.[lxii] Ο πρώτος ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Βενιζέλου και τον ενημέρωνε ότι «ελήφθησαν μέτρα περιποίησης Πομάκων».[lxiii]

Παρότι, ο Βενιζέλος, σε κάποιο σημείο της αλληλογραφίας του με τον Βαμβακά επιθυμούσε να αποσταλούν τηλεγραφήματα των μουσουλμάνων αλλά και των Πομάκων προς τη Συνδιάσκεψη στα οποία θα ζητούν προστασία,[lxiv] με νεότερο τηλεγράφημά του ζητούσε να ακυρωθεί η αποστολή τους, διότι δεν ήταν ικανά από μόνα τους να αλλάξουν τις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης.[lxv] Όπως επίσης, σύμφωνα με τον Βενιζέλο, «εν γένει προτιμότερον αποφεύγητε και πάσαν προκήρυξιν ή δήλωσιν να τονίζητε φυλετικούς ανταγωνισμούς».[lxvi]

Τον Απρίλιο του 1920 οι εξελίξεις γύρω από την τύχη της Θράκης υπήρξαν καθοριστικές. Στις 26 Απριλίου 1920 έλαβε χώρα η Διάσκεψη του Σαν Ρέμο, όπου οι σύμμαχοι αποφάσισαν να αντικαταστήσουν τα συμμαχικά στρατεύματα που έδρευαν στη Θράκη με ελληνικά. Στις 14 Μαΐου 1920 ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε στη Δυτική Θράκη με εντολή από τη Συνδιάσκεψη να διατηρήσει την τάξη και τη δημόσια ασφάλεια, έως ότου αποφασιστεί η τύχη της περιοχής, ενώ στις 21 Μαΐου 1920 ο Χ. Βαμβακάς διορίστηκε πρώτος γενικός διοικητής Δυτικής Θράκης.

Εν τω μεταξύ, ο Βαμβακάς ανέφερε ότι ο μουσουλμανικός πληθυσμός είχε αποδεχτεί το γεγονός της κατάληψης της Θράκης από τα ελληνικά στρατεύματα, μετά την απόρριψη της ιδέας της αυτονομίας από τη Συνδιάσκεψη.[lxvii] Σ’ αυτό συνετέλεσε καθοριστικά η στενή σχέση του με μέλη της μουσουλμανικής κοινότητας[lxviii] ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, «η προσέγγισις πλέον με τους μουσουλμάνους (εννοώ τας λαϊκάς τάξεις και ουχί τους ιθύνοντας, των οποίων οι πλείστοι είναι κομιτατικοί) δύναται να θεωρηθή έργον τετελεσμένον».[lxix] Αξίζει να επισημανθεί ότι ο Βαμβακάς χρησιμοποίησε ως βασικό εργαλείο προσέγγισης των μουσουλμανικών μαζών τη διαρκή υπενθύμιση των πεποιθήσεων των Νεότουρκων, οι οποίοι δήλωναν άθεοι, ενώ αντιθέτως η μουσουλμανική μάζα ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενη.[lxx]

Ο Βενιζέλος, ενστερνιζόμενος το πνεύμα του Βαμβακά, εξέφραζε την άποψη ότι, αν η ελληνική πλευρά κέρδιζε την εμπιστοσύνη των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, θα διευκολυνόταν η κατάληψη της Ανατολικής Θράκης. Θεωρούσε, επίσης, σημαντικό να διατηρηθούν οι υπάλληλοι στις θέσεις τους, όσοι εξ αυτών είχαν διοριστεί από τη γαλλική διοίκηση και κυρίως οι μουσουλμάνοι, όπως και οι Εβραίοι. Όσον αφορά τους Βούλγαρους δημόσιους υπαλλήλους, ο Έλληνας πρωθυπουργός ζητούσε τη διατήρηση όσων εξ αυτών ήταν ειλικρινείς στην πρόθεσή τους να συνεχίσουν «υπό ημέτερο καθεστώς». Ζητούσε, επίσης, να διατηρηθεί η υπάρχουσα διοικητική δομή των καζάδων. Η Δυτική Θράκη θα περιλάμβανε τους καζάδες Ξάνθης, Κομοτηνής, Δεδέαγατς και Διδυμοτείχου.[lxxi]

Ο Βενιζέλος, προσπαθώντας να προλάβει τυχόν υπερβάσεις στη συμπεριφορά των στρατιωτικών έναντι των μειονοτήτων, διατηρούσε συχνή επικοινωνία με τον στρατηγό Ζυμβρακάκη, από τον οποίο ζητούσε τα στελέχη του στρατού να επιδείξουν ανωτερότητα και σεβασμό απέναντι στα αλλογενή στοιχεία. Ταυτόχρονα, έπρεπε να κερδηθεί η εμπιστοσύνη του μουσουλμανικού πληθυσμού διότι όπως ο ίδιος ανέφερε «δεν απέβησαν υπήκοοι αλλά ελεύθεροι πολίται κράτους».[lxxii] Την ίδια περίοδο, ο Βαμβακάς ενημέρωνε τον Βενιζέλο ότι οι μουσουλμάνοι ήταν ευχαριστημένοι σε γενικές γραμμές με την ελληνική διοίκηση, εντούτοις, δημιουργούνταν προβλήματα με τη συμπεριφορά  ορισμένων οργάνων της ελληνικής διοίκησης, κυρίως της χωροφυλακής.[lxxiii]

Βενιζέλος και Βαμβακάς συνέχιζαν να εκφράζουν επιφυλάξεις για τον βαθμό κατανόησης των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν στη Θράκη, από τις αρχές ασφαλείας (Στρατός και Χωροφυλακή). Σε τηλεγράφημα του Βαμβακά προς τον υπουργό των Εξωτερικών, Νικόλαο Πολίτη, αναφερόταν ότι οι στρατιωτικοί «μη θέλοντες περιορισθώσιν εις τα καθήκοντά των, δια των ενεργειών των δυσχεραίνουσιν αρκετά το έργον της πολιτικής διοικήσεως».[lxxiv]

Επόμενος στόχος για την ελληνική κυβέρνηση ήταν η είσοδος του ελληνικού στρατού στην Ανατολική Θράκη και η κατοχή του διοικητικού κέντρου αυτής, της Αδριανούπολης. Οι κινήσεις του Βαμβακά είχαν σκοπό να προλειάνουν το έδαφος, μέσω επαφών με το μουσουλμανικό στοιχείο της Αδριανούπολης, ώστε η ελληνική προέλαση να καθίστατο αναίμακτη. Η ανάγκη να αντιληφθεί η ελληνική πλευρά την «διανοητικότητα» των μουσουλμάνων, καθίστατο περισσότερο επιτακτική για την Ανατολική Θράκη, «όπου θα συναντήσωμεν ούχι μουσουλμανικά στοιχεία ομοειδή, όπως ενταύθα, αλλά ένα μωσαϊκόν εκ διαφόρων μωαμεθανικών φυλών».[lxxv] Η ευμένεια και η προσέλκυση των αλλογενών στοιχείων, ιδιαίτερα του τουρκικού, θα διευκόλυνε την προέλαση. Ο σεβασμός των θρησκευτικών ηθών των μουσουλμάνων δεν έπρεπε να εμποδιστεί από τις αποφάσεις της πολιτικής διοίκησης.[lxxvi]

Η απομάκρυνση των Νεότουρκων από τη Δυτική Θράκη, επιτυχία την οποία πιστώνεται ο Βαμβακάς, έπληξε καίρια τα σχέδια κομιτατικών και Βουλγάρων. Το γεγονός αυτό επηρέασε τις διαθέσεις του τουρκικού πληθυσμού της Ανατολικής Θράκης, οι οποίοι αντιλήφθηκαν ότι οποιαδήποτε αντίσταση στην προέλαση του ελληνικού στρατού ήταν μάταιη. Συν τοις άλλοις, η τουρκική κοινή γνώμη στην Αδριανούπολη δεν συγκινήθηκε από τα κελεύσματα του Τζαφέρ Ταγιάρ.[lxxvii]

Πριν από την προέλαση του Ελληνικού Στρατού στην Ανατολική Θράκη, ο Βενιζέλος εξέφραζε φόβους να μην επαναληφθούν τα επεισόδια της Σμύρνης.[lxxviii] Τα γεγονότα της απόβασης είχαν δημιουργήσει επιφυλάξεις και αμφιβολίες στους συμμάχους για την ικανότητα του ελληνικού στρατού να ελέγξει περιοχές με συμπαγείς μειονοτικές ομάδες. Στις 13 Ιουλίου 1920 τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν στην Ανατολική Θράκη και κατέλαβαν την Αδριανούπολη, χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση. Η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε στη συγκρότηση της Γενικής Διοίκησης Ανατολικής Θράκης με επικεφαλής τον ύπατο αρμοστή, Αντώνιο Σαχτούρη.

Ο βασιλέας Αλέξανδρος κατά την επίσκεψή του στη Θράκη την άνοιξη του 1920.

Η προκήρυξη του νέου πολιτικού διοικητή προς τον λαό της Θράκης περιείχε τις βασικές σταθερές της βενιζελικής μειονοτικής πολιτικής. Η ελληνική Πολιτεία θα αποτελούσε παράδειγμα ευνομούμενου και ισόνομου κράτους απέναντι στις μειονοτικές ομάδες, θα σεβόταν τη θρησκευτική και φυλετική τους ιδιαιτερότητα και θα διασφάλιζε τη ζωή, την τιμή και την περιουσία των πολιτών της. Ειδικότερα,

Πολιτείαν φιλελευθέραν, διοίκησιν πατρικήν και φιλόστοργον, προστασίαν ζωής, τιμής και περιουσίας, ισοπολιτείαν και δικαιοσύνην. Συμμετοχήν πάντων εις την Διοίκηση της χώρας, τα ήθη και τα έθιμα των μουσουλμάνων έσονται σεβαστά, η δε θρησκευτική και εκπαιδευτική αυτών ελευθερία πλήρης. Τα τεμένη και τα ιστορικά αυτών μνημεία ου μόνον θα τυχώσι παντός σεβασμού αλλά και μέτρα θα ληφθώσι προς διαφύλαξιν και συντήρησιν αυτών. Όσοι εκ των δημοσίων υπαλλήλων αδιακρίτως θρησκεύματος θελήσωσι να παραμείνωσιν εις τας θέσεις των θα διατηρηθώσιν εις αυτάς, πλην των προσώπων καθ’ ων ήθελον διατυπωθή σαφείς κατηγορίαι αίτινες εξεταζόμεναι υπό της Διοικήσεως θ’ απεδεικνύοντο βάσιμοι […] το ζήτημα των εν Θράκη εγκατασταθέντων κατά τα τελευταία έτη μουσουλμάνων προσφύγων θα εξετασθή μετά μεγαλειτέρας ευμενείας και διαλλακτικότητος, της Ελληνικής Κυβερνήσεως επιθυμούσης να παραμείνωσι εν τω τόπω οι γεωργικοί ούτοι πληθυσμοί […] είναι διατεθειμένη (η Ελληνική Διοίκηση) να ρίψη εις λήθην όλας εκείνας τας πράξεις ή τα αδικήματα άτινα οφείλονται εις ραδιουργίας και υποκινήσεις προσώπων κακοβούλων, πολλά δε τα δεινά προξενησάντων εις τον αγαπητόν τούτον τόπον, αφ’ ετέρου θα πατάξη αμειλίκτως πάσαν απόπειραν τείνουσαν εις διασάλευσιν της δημόσιας τάξεως και ασφάλειας οποθενδήποτε και αν προέρχηται αύτη.[lxxix]

Η ελληνική διοίκηση κατέβαλε προσπάθειες να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης των ντόπιων πληθυσμών αλλά και να αφήσει στη λήθη του παρελθόντος τα φυλετικά μίση μεταξύ των κατοίκων.[lxxx] Σε γενικές γραμμές, το ομογενές στοιχείο δεν έδειξε αισθήματα εκδίκησης, εκτός από ορισμένα μικροεπεισόδια.[lxxxi] Η ελληνική διοίκηση διατήρησε τις δομές του προηγούμενου καθεστώτος,[lxxxii] ενώ θα παρέμενε σε ισχύ η αστική, οικονομική και διοικητική νομοθεσία όπου δεν ερχόταν σε σύγκρουση με τους ελληνικούς νόμους.[lxxxiii] Η επιλογή των τοπικών οργάνων θα γινόταν με κριτήριο την εντοπιότητα και τη γνώση της τουρκικής γλώσσας.[lxxxiv] Η ανάμειξη των ντόπιων με έμπειρα στελέχη της κυβέρνησης αποτέλεσε την πολιτική συνταγή της κυβέρνησης Βενιζέλου για την Ανατολική Θράκη.[lxxxv] Ως εκ τούτου, η ελληνική κυβέρνηση δεν δίστασε να τοποθετήσει μουσουλμάνους σε θέσεις της Γενικής Διοίκησης Θράκης.[lxxxvi] Στον τομέα της εκπαίδευσης, η ελληνική πλευρά συντηρούσε 157 δημοτικά μουσουλμανικά σχολεία, ενώ επισκεύασε πλήθος μουσουλμανικά τεμένη.[lxxxvii] Κατά το 1921, δαπάνησε για την εκπαίδευση και τη μισθοδοσία των θρησκευτικών αρχηγών των μειονοτήτων 1.755.928 δραχμές. Επίσης, προχώρησε στη δημιουργία της Διευθύνσεως Υποθέσεων Ετεροδόξων, η οποία ασχολούνταν με το σύνολο της κοινωνικής και θρησκευτικής παρουσίας των μειονοτήτων.

Μέσα στις άμεσες προτεραιότητες του νέου ύπατου αρμοστή ήταν η επανεγκατάσταση των ελληνικών πληθυσμών στην Ανατολική Θράκη. Ο Α. Πάλλης, γενικός διευθυντής της ελληνικής Ύπατης Αρμοστείας Κωνσταντινουπόλεως, επεσήμανε τους κινδύνους της άνευ σχεδίου παλιννόστησης των προσφύγων της Ανατολικής Θράκης που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα.[lxxxviii] Η παλιννόστηση έπρεπε να λάβει χώρα όσο το δυνατόν πιο προσεκτικά και οργανωμένα, ώστε να μη δημιουργούνται διενέξεις μεταξύ των προσφύγων και των μουσουλμάνων.[lxxxix] Η κυβέρνηση Βενιζέλου, με τον Ν. 2515 «Περί εγκαταστάσεως των πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης», χορήγησε κονδύλι 20.000.000 δραχμών για την αντιμετώπιση πάσης φύσεως ανάγκης αλλά και τη χορήγηση δανείων στους πληγέντες. Για τον σκοπό αυτό, προβλεπόταν η σύσταση πενταμελούς επιτροπής, η οποία θα κανόνιζε «παν ζήτημα σχετικόν με την παλιννόστησιν και εγκατάστασιν των πληθυσμών».[xc]

Παράλληλα, η ελληνική αποστολή προσπάθησε, με συστηματική εργασία, να συγκρατήσει τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, ώστε να μην εγκαταλείψουν τη χώρα,[xci] ενώ ήταν θετική στο ενδεχόμενο να επιστρέψουν στη Θράκη όσοι μουσουλμάνοι (περίπου 25.000) είχαν μεταναστεύσει στη Βουλγαρία.[xcii] Προς αυτήν την κατεύθυνση, η Πολιτική Διοίκηση Διδυμοτείχου ενημέρωνε τις κατά τόπους αρχές ότι «οσονούπω θα γίνη έναρξις της παλιννοστήσεως των αποδημησάντων των εκ Δυτικής Θράκης επί βουλγαρικού καθεστώτος μουσουλμάνων». Οι εν λόγω πληθυσμοί, σύμφωνα με το έγγραφο, θα εγκαθίσταντο στα ακίνητά τους, ενώ παράλληλα θα συγκροτούνταν επιτροπές για την απόδοση των κτημάτων τους.[xciii] Βασική, επίσης, προτεραιότητα υπήρξε και η εμπέδωση της πολιτικής συμφιλίωσης, μέσω της χορήγησης αμνηστίας σε όσους είχαν συνεργαστεί με τον Ταγιάρ. Οι δε γεωργικοί πληθυσμοί που είχαν εξαναγκαστεί διά της βίας να συμμετέχουν στο κίνημα, επέστρεψαν στις γεωργικές ασχολίες τους, με την προϋπόθεση να είναι πιστοί στο νέο καθεστώς.[xciv] Ο τουρκικός πληθυσμός της Ανατολικής Θράκης υποδέχτηκε θετικά το παραπάνω μέτρο.

Προτομή του Χαρισίου Βαμβακά στην κεντρική
πλατεία της Κομοτηνής.
Περγαμηνή απονομής του Χρυσού Σταυρού των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος στον Χαρίσιο Βαμβακά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Βενιζέλος προσπάθησε να θέσει το πλαίσιο συμπεριφοράς της ελληνικής Πολιτείας προς τους μουσουλμάνους. Με  τηλεγράφημά του προς τον Σαχτούρη έκανε σαφές ότι «από την επιτυχίαν με την οποίαν θα εκπληρώσετε τα ανατεθέντα υμίν καθήκοντα  θα εξαρτηθή εν μεγάλω μέτρω το μέλλον της μεγεθυνομένης Ελλάδος», ενώ θεωρούσε υπέρτατο καθήκον της ελληνικής διοίκησης να εμπνεύσει σε όλα τα στοιχεία του πληθυσμού την εμπιστοσύνη ότι «ουδεμίαν αι αρχαί ποιούνται διάκρισιν μεταξύ πολιτών ως εκ της καταγωγής των ή των θρησκευτικών των πεποιθήσεων αλλ’ ότι πάντες είνε ίσοι ενώπιον του νόμου εφόσον σέβονται τούτον και συμμορφώνονται προς τας διατάξεις αυτού».

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, μετά τα παράπονα των ομογενών περί εύνοιας των μουσουλμάνων από την ελληνική διοίκηση, πρότεινε να καλλιεργηθεί μεταξύ των ομογενών η ιδέα «ότι αδύνατον να μεγαλουργήση η Ελλάς εάν και άρχοντες και αρχόμενοι δεν εμπνευσθώσιν υπό την ιδέαν ότι πάντες οι πολίται δικαιούντο εις ίσην προστασίαν εκ μέρους των αρχών». Τέλος, στο ίδιο τηλεγράφημα γινόταν λόγος για τα εγκλήματα που διεπράχθησαν σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών κατά τη προηγούμενη περίοδο. Ωστόσο, κατά την άποψη του Κρητικού πολιτικού, «επιβάλλεται όπως λήθη καλύψη εν ευρυτάτη κλίμακι τα γενόμενα».[xcv]

 

O Βασίλης Ν. Κολλάρος είναι Διδάκτωρ Διπλωματικής Ιστορίας του Τμήματος  Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[i]Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (στο εξής Α.Υ.Ε) /1918/Θ/Άνευ Αριθμού Κατάταξης (στο εξής Α.Α.Κ.),4 Γραφείο Υπουργού, Η Ελλάς εις το Συνέδριον της Ειρήνης. Επίσης, Στέφανος Στεφάνου (επιμ.) Ελευθερίου Βενιζέλου: Πολιτικαί υποθήκαι, τ. Β΄, 1965,  σσ. 153-175.

[ii]Α.Υ.Ε./1919/Α/4/2,Τηλεγράφημα ( στο εξής Τηλ.) Ρωμανού προς το Υπουργείο Εξωτερικών (στο εξής Υπ.Εξ.), αρ. πρωτ. 520, 21/1/1919 και A.Y.E./1919/Α/5/Ι4, Συντ/ρχης Κατεχάκης προς τον Βενιζέλο, αρ. πρωτ. 2874, Παρίσι, 5/8/1919.

[iii]Αντώνιος Μπρεδήμας, «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και το διεθνές δίκαιο. Η εφαρμογή της αρχής των εθνοτήτων» στο συλλογικό τόμο: Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως νομικός, 2003, σσ. 201-219. Για τον χειρισμό των ελληνικών διεκδικήσεων από τον Βενιζέλο βλ. Εμμ. Ρούκουνα, Εξωτερική Πολιτική (1914-1923),1983, σσ. 299-310 και Κωνσταντίνο Σβολόπουλο, Η ελληνική εξωτερική πολιτική (1900-1945), 2002, σσ. 140-157.

[iv]Ιωάννης Γκλαβίνας, Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα, 2008, σσ. 45-46.

[v]Στεφάνου, ό.π., σ. 199.

[vi]Στο ίδιο.

[vii]Μπρεδήμας, ό.π.,  σ. 206.

[viii]Nikolaos Petsalis – Diomidis, Greece at the Paris Peace Conference (1919), 1978, σ. 90. Βλ. επίσης, Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Γενικό Στρατηγείο προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 8641, 26/8/1919. Επίσης, Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο (στο εξής Ε.Λ.Ι.Α) /Α.Ε.Β./φάκ. 9/1, Φωτοαντίγραφα υπομνήματος μουσουλμάνων βουλευτών Δυτικής Θράκης προς τον στρατηγό Franchet d’ Esperey, Σόφια, 31/12/1918 και Α.Υ.Ε./1919/Α/4/2, Τηλ. Πολίτη προς Αντιπρόεδρο Κυβερνήσεως , αρ. πρωτ. 1695, 9/2/1919.

[ix]Petsalis – Diomidis, ό.π., σ. 153.

[x]Ό.π., σ. 135.

[xi]Ό.π., σ. 155.

[xii]Ό.π., σελ. 156.

[xiii]Σπυρίδων Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδας, τόμ. Δ΄, 1973, σ. 281. Για το ζήτημα της Θράκης στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης, βλ. Petsalis – Diomidis, ό.π., σσ.153-172, 256-279, 280-290. Επίσης, Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, Η Δυτική Θράκη στην εξωτερική πολιτική της Βουλγαρίας. Το Ζήτημα της Βουλγαρικής Οικονομικής Διεξόδου στο Αιγαίο (1919-1923), 1997, σσ. 21-68.

[xiv]Petsalis – Diomidis, ό.π., σσ. 339-340.

[xv]Για τη χρησιμοποίηση των μουσουλμάνων από τον κρατικό μηχανισμό την περίοδο της Συνδιάσκεψης, με στόχο την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων, βλ. Γκλαβίνα, ό.π., σσ. 283, 348-370.

[xvi]A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 25, Τηλ. Χαλκιόπουλου προς Πρεσβεία Παρισίων, Δράμα, αρ. πρωτ. 65, 20/11/1919 ∙ Αρχείο Μουσείου Μπενάκη (στο εξής A.M.M.) / Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου (στο εξής A.E.B.) /173/φάκ. 23 ∙ A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 24, Επιστολή Βενιζέλου προς τον Γενικό Διοικητή Δράμας, αρ. πρωτ. 7318, 5-18/11/1919.

[xvii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Βενιζέλου προς το Υπ.Εξ. , αρ. πρωτ. 7888, Παρίσι, 10/8/1919.

[xviii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/11, Τηλ. Βενιζέλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 2505, Παρίσι, 2/3/1919.

[xix]Για την εκστρατεία «διαφήμισης» των αγαθών της ελληνικής διοίκησης βλ. Στίλπων Κυριακίδη, Η Δυτική Θράκη και οι Βούλγαροι, 1997 αλλά και Al. Antoniades, Le development economique de la Thrace. : le passé, le présent, l’avenir, 1922.

[xx]Α.Υ.Ε./1919/5/11, Τηλ. Βενιζέλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 254, Παρίσι, 13/3/1919.

[xxi]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Κανελλόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 8628, Κων/πολη, 31/8/1919

[xxii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Τηλ. Πάγκαλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 12678, 17/12/1919.

[xxiii]Petsalis – Diomidis, ό.π., σ. 163.

[xxiv]A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 23. ∙ A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 24, Επιστολή Βενιζέλου προς τον Γενικό Διοικητή Δράμας, αρ. πρωτ. 7318, 5-18/11/1919. Βλ. επίσης, Petsalis – Diomidis, ό.π., σ. 169.

[xxv]Α.Υ.Ε./1919/5/ΧΙ/4, Βενιζέλος προς Ύπ. Αρμοστή Ελλάδος στη Κων/πολη, αρ. πρωτ. 8169, 5-18/8/1919.

[xxvi]Petsalis – Diomidis, ό.π., σ. 169.

[xxvii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/Ι4, Τηλ. Γ. Δ. Θεσ/νίκης, προς τον Βενιζέλο, αρ. πρωτ. 132, 3/8/1919.

[xxviii]Ό.π., Για το ίδιο ζήτημα, η ελληνική στρατιωτική αποστολή στη Βουλγαρία, με επικεφαλής τον Μαζαράκη, ενημέρωσε την ελληνική κυβέρνηση ότι οι μουσουλμάνοι της Θράκης δεν θα αντισταθούν σε μια ελληνική κατοχή διότι δεν είχαν τις δυνατότητες που είχαν οι ομόθρησκοί τους στη Μ. Ασία. Α.Υ.Ε./1919/5/11, Ελληνική στρατ. Αποστολή προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 480, Σόφια, 30/7/1919.

[xxix]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/Μ/2, Σημείωμα Χ. Βαμβακά περί μουσουλμάνων προς Βενιζέλο, 23/7/1919.

[xxx]Α.Υ.Ε./1919/ Α/5/6, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 8102, 19/8/1919.

[xxxi]Petsalis – Diomidis, ό.π., σσ. 171-172.

[xxxii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Ελλ. στρατ. αποστολή προς το Γ. Στρατηγείο, αρ. πρωτ. 549, Σόφια, 16/8/1919.

[xxxiii]A.M.M./A.E.B./173/φάκ. 24, Τηλ. Χαλκιόπουλου προς τη Πρεσβεία Παρισίων, αρ. πρωτ. 60, Δράμα, 18/11/1919. Βλ. επίσης Α.Υ.Ε./1919/Α/5/5, Τηλ. Χαλκιόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 11001, 4/11/1919.

[xxxiv]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Πολίτη προς το Υπ.Εξ.. αρ. πρωτ. 10329, 14/10/1919. Ε.Λ.Ι.Α./Αρχείο Χαρίσιου Βαμβακά (στο εξής Α.Χ.Β.) /3/1, Ελληνική στρατιωτική Αποστολή στη Βουλγαρία προς το Γενικό Στρατηγείο, αρ. πρωτ. 90, 6/1/1920. Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./1/1, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 658/ΙΙ, 1/2/1920.

[xxxv]IAYE/1919/Α/5/Ι4, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς Βενιζέλο, αρ. πρωτ. 12943, 1/10/1919.

[xxxvi]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Τηλ. Βαμβακά προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 12310, Κομοτηνή, 7/12/1919.

[xxxvii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Χαλκιόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ.10018, Δράμα, 8/10/1919.

[xxxviii]A.Y.E./1919/Α/5/Ι4, Τηλ. Διομήδη προς υπουργό Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 8262, Αθήνα, 6/9/1919.

[xxxix]Ό.π.,

[xl]A.Y.E/.1919/Α/5/Ι4, Τηλ. Βενιζέλου προς τον Παρασκευόπουλο, αρ. πρωτ. 9339, 9-22/9/1919.

[xli]Ό.π.,

[xlii]Α.Υ.Ε./1919/5/11, Βενιζέλος προς Παρασκευόπουλο, αρ. πρωτ. 9339, 10/9/1919. Βλ. επίσης, Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Κακλαμάνου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 10038, Παρίσι, 10/10/1919.

[xliii]Για τη δράση του Βαμβακά, βλ. Καλλιόπη Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, (επιμ.), Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης από το αρχείο του Χαρίσιου Βάμβακα,1975.

[xliv]A.Y.E./1919/Α/5/Ι4, Κρυπτ. Κακλαμάνου προς Ελληνική Αποστολή στο Λονδίνο, αρ. πρωτ. 4408, 21/10/1919. Για την αποστολή του Βαμβακά στη Θράκη, βλ. Petsalis – Diomidis, ό.π., σ. 288.

[xlv]A.Y.E./1919/Α/5/Ι4, Τηλ. Κανελλόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ.10244, Κων/πολη ,17/10/1919.

[xlvi]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Βαμβακά προς Υποστρ. Λεοναρδόπουλο, αρ. πρωτ. 8852, Κομοτηνή, 29/10/1919.

[xlvii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Τηλ. Κανελλόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 9881, Κων/πολη, 4-17/10/1919.

[xlviii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./1/1, Επιστολή Βαμβακά προς Υπ. Εξωτερικών, αρ. πρωτ. 2846, 13/3/1920.

[xlix]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 13024, 24/12/1919.

[l]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Καλεύρας προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 12107, 2-15/12/1919.

[li]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/1, Έκθεση του Χ. Βαμβακά προς τον Υπ.Εξ., 14-27/11/1919.

[lii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Τηλ. Βαμβακά προς Παρασκευόπουλο, αρ. πρωτ. 93, Κομοτηνή, 12-25/11/1919.

[liii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/2, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 13023, 24/12/1919.

[liv]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/3, Τηλ. Βενιζέλου προς Γενικό Διοικητή Δράμας, αρ. πρωτ. 11953, Παρίσι, 29/11/1919.

[lv]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/7/1, Τηλ. Βενιζέλου προς το Υπ.Εξ. αρ. πρωτ. 11364, Παρίσι, 22/11/1919.

[lvi]Για τους Πομάκους, βλ. Κωστή Τσιούμη, Η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις (1923-1940), ιστορία – πολιτική – παιδεία, διδακτορική διατριβή, 1994, σσ. 104-109. Επίσης, Π. Φωτέα, Οι Πομάκοι της Δ. Θράκης, 1978 ∙ Π. Χιδίρογλου, Οι Έλληνες Πομάκοι και η σχέση τους με την Τουρκία, 1984 ∙ Π. Μυλωνά, Οι Πομάκοι της Θράκης, 1990 ∙ Εμμ. Βαρβούνη, Η καθημερινή ζωή των Πομάκων – Εθνική συνείδηση και θρησκευτική ταυτότητα, 1997.

[lvii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/Μ/1, Γενικό Στρατηγείο προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, αρ. πρωτ. 7073, 3/9/1919. Βλ. επίσης, A.Y.E./1919/Α/5/Ι4, Κρυπτ. Παρασκευόπουλου προς Βενιζέλο, αρ. πρωτ. 11674/6859, 9/9/1919 και Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Υπ. των Εξωτερικών προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 4579, Αθήνα, 9/4/1920.

[lviii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./1/4, Τηλ. Βαμβακά προς Νικ. Πολίτη, αρ. πρωτ. 879, Κομοτηνή, 19/3/1920.

[lix]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Παρασκευόπουλου προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 2417, 13/3/1920.

[lx]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 2960, Κομοτηνή, 16/3/1920.

[lxi]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Πολίτη προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 3430, Παρίσι, 30/3/1920.

[lxii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/6, Υπουργείο των Ναυτικών προς Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 49, 12/8/1919.

[lxiii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 3183, Παρίσι, 19/3/1920 και Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/3, Τηλ. Βαμβακά προς Ρακτιβάν, αρ. πρωτ. 3244, Κομοτηνή, 23/3/1920.

[lxiv]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Πολίτη προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 3430, Παρίσι, 30/3/1920.

[lxv]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Πολίτη προς Βαμβακά, αρ. τηλ 3819, Κομοτηνή, 7/4/1920.

[lxvi]Ό.π.,

[lxvii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 622, Κομοτηνή, 6.1.1920.

[lxviii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 2915, Κομοτηνή, 15.3.1920.

[lxix]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 3426, Κομοτηνή, 3/1920 (;).

[lxx]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Πολίτη, αρ. πρωτ. 4040, Κομοτηνή, 11.4.1920.

[lxxi]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/1/2, Τηλ. Βενιζέλου προς Βαμβακά, αρ. πρωτ. 6296, Παρίσι, 15.5.1920.

[lxxii]Α.Υ.Ε./1920/153/2/2, Τηλ. Βενιζέλου προς Ζυμβρακάκη, Παρίσι, 17.5.1920.

[lxxiii]Α.Υ.Ε./1919/Α/5/Μ/2, Σημείωμα Χ. Βαμβακά περί μουσουλμάνων προς Βενιζέλο, 23.7.1919.

[lxxiv]Α.Υ.Ε./1920/152/2, Τηλ. Βαμβακά προς τον Πολίτη, αρ. πρωτ. 8359, Κομοτηνή, 26/6/1920.

[lxxv]Α.Υ.Ε./1920/153/2/2, Τηλ. Βαμβακά προς Υπ. Εξωτ. Πολίτη, αρ. πρωτ. 6059, 24/5/1920.

[lxxvi]Α.Υ.Ε./1920/153/2/2, Τηλ. Βαμβακά προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 3777, 1/4/1920.

[lxxvii]Ο Τζαφέρ Ταγιάρ υπήρξε στρατιωτικός διοικητής της Αδριανούπολης, ο οποίος στις 12 Ιουνίου 1920 κήρυξε την αυτονομία της Ανατολικής Θράκης. Ο τουρκικός πληθυσμός της περιοχής δεν σαγηνεύτηκε από τα κελεύσματα του Ταγιάρ, με αποτέλεσμα το κίνημα να κατασταλεί και ο ίδιος να συλληφθεί από τον ελληνικό στρατό στις 14 Ιουλίου 1920. Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./1/2, Τηλ. Βαμβακά προς Παρασκευόπουλο, αρ. πρωτ. 2726, 11/3/1920. Επίσης, Πετσαλή – Διομήδη, «Το ζήτημα της Θράκης στο Συνέδριο Ειρήνης», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΕ΄, 1978, σσ. 94-95.

[lxxviii]Α.Υ.Ε./1920/153/2/4, Τηλ. Βενιζέλου προς Αντιπρόεδρο Υπ. Συμβουλίου, ά.α.π., Παρίσι, 14/7/1920.

[lxxix]Α.Υ.Ε./1920/154/1/Ε, Προκήρυξη Ύπατου Αρμοστή της Ελλάδος στη Θράκη, 13-26/7/1920.

[lxxx]Δημήτριος Σβολόπουλος, Η Θράκη υπό ελληνικήν διοίκησιν, 1922, σσ. 56-58.

[lxxxi]Κώστας Γέραγας, Αναμνήσεις εκ Θράκης 1910-1922, 2005, σσ. 45-46.

[lxxxii]Κυριακίδης, ό.π., σ. 116.

[lxxxiii]Ό.π., σ. 116.

[lxxxiv]Ό.π., σ. 124.

[lxxxv]Για τη διοικητική οργάνωση της Δυτικής Θράκης. Ό.π., σσ. 60-63.

[lxxxvi]Κυριακίδης, ό.π., σ. 128.

[lxxxvii]Σβολόπουλος, ό.π., σ. 41.

[lxxxviii]Α.Υ.Ε./1920/141/1/1,Ύπατη Αρμοστεία Κων/πόλεως προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 3267, 20/5/1920.

[lxxxix]Ό.π.,

[xc]Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Τεύχος Α΄, αρ. φ. 224, 1/10/1920, σελ. 2199.

[xci]Α.Υ.Ε./1920/152/2/Γ, Τηλ. Σαχτούρη προς Ρέπουλη, αρ. πρωτ. 226, Αδριανούπολη, 12-25/8/1920.

[xcii]Α.Υ.Ε./1920/153, Ελλ. Στρ. Αποστολή στη Βουλγαρία προς το Υπ.Εξ., αρ. πρωτ. 700, 22/7/1920.

[xciii]Ε.Λ.Ι.Α./Α.Χ.Β./2/4/5, Πολιτ. Διοίκηση Διδυμοτείχου προς διοικητές Δυτ. Θράκης, αρ. πρωτ. 12792, 19/8/1920.

[xciv]Α.Υ.Ε./1920/152/2/Γ, Τηλ. Σαχτούρη προς Πρόεδρο Κυβερνήσεως, Υπ.Εξ. και Υπουργείο Στρατιωτικών, αρ. πρωτ. 359, Αδριανούπολη, 30/8-12/9/1920.

[xcv]Α.Υ.Ε./1920/152/2/Γ, Τηλ. Βενιζέλου προς Σαχτούρη, αρ. πρωτ. 12168, Παρίσι, 9/8/1920.