Skip to main content

François Bédarida: O στρατηγός de Gaulle, η Ελεύθερη Γαλλία και η Ελλάδα (1940 – 1941)

130 χρόνια από τη γέννηση, 50 χρόνια από τον θάνατο του Charles de Gaulle

François Bédarida

O στρατηγός de Gaulle, η Ελεύθερη Γαλλία και η Ελλάδα
(1940 – 1941)

 

Μπορεί μεν οι σχέσεις του στρατηγού de Gaulle με την Ελλάδα την περίοδο Οκτωβρίου 1940 – Μαΐου 1941 να είναι ένα ελάσσονος σημασίας επεισόδιο του πολέμου, δεν παύουν ωστόσο να διαθέτουν το δικό τους ειδικό βάρος, καθώς συνδυάζουν την πολιτική με τον στρατηγικό σχεδιασμό και τη διπλωματία, βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εκφορά του λόγου και την πράξη, ανάμεσα στη μνήμη και τον συμβολισμό, τέλος, ανάμεσα στον μύθο και την απομυθοποίηση.

Οι προσφερόμενες πηγές είναι αποσπασματικές: 1) διπλωματικά έγγραφα της Ελεύθερης Γαλλίας, 2) δημοσιευμένα κατάλοιπα του ιδίου του στρατηγού, 3) εκπομπές του BBC, 4) γαλλικά έντυπα, τα οποία κυκλοφορούσαν στο Λονδίνο, 5) πολεμικά απομνημονεύματα.¹ To ελληνικό παράδειγμα εντάσσεται στο εν γένει όραμα του στρατηγού de Gaulle για τους τρεις ακόλουθους λόγους: Κατ’ αρχήν παρουσιάζει μια πρώτης τάξεως αφορμή για την Ελεύθερη Γαλλία να κάνει την ύπαρξή της αισθητή, να κινητοποιηθεί και να παρέμβει μέσα στους πρώτους κρίσιμους μήνες της ύπαρξής της. Κατά δεύτερο λόγο, συνιστά ένα σημείο αναφοράς, συνάμα όμως και ένα πικρό μάθημα, ικανό από μόνο του να αφυπνίσει τους Γάλλους. Τέλος, δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των άμεσων προτεραιοτήτων. Το επίκεντρο του γκωλικού οράματος στρέφεται προς άλλη κατεύθυνση.

 

Η συνέργεια της μαχόμενης Γαλλίας με τη μαχόμενη Ελλάδα

Η ιταλική εισβολή της 28ης Οκτωβρίου 1940 κατά της Ελλάδας, μια μάλλον απρόσμενη εξέλιξη, λειτούργησε ως έναυσμα για τους Ελεύθερους Γάλλους, ανοίγοντας στους τελευταίους αναπάντεχες, αξιοποιήσιμες ωστόσο, προοπτικές τόσο στον ψυχολογικό όσο και στον στρατιωτικό τομέα. Η εν γένει υπόθεση στηρίζεται σε μια απλή διαπίστωση στην οποία προέβη ο de Gaulle ταυτόχρονα με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου: “Η Ελλάδα είναι σήμερα το μοναδικό επιχειρησιακό θέατρο σε ολόκληρη την Ευρώπη”.² Με άλλα λόγια, μια ιδανική ευκαιρία προς αξιοποίηση.

Στο σημείο αυτό οφείλει κανείς να προσθέσει μια δεύτερη παράμετρο: την εύθραυστη κατάσταση της Ελεύθερης Γαλλίας το φθινόπωρο του 1940. Η οριακή κατάσταση της τελευταίας ωθεί εκ των πραγμάτων τον de Gaulle να σπεύσει προς στήριξη της Ελλάδας μόνο και μόνο προκειμένου να κάνει αισθητή την παρουσία και ύπαρξή του. Για να επιβιώσει, οφείλει πάση θυσία να τοποθετηθεί δημόσια, να εξασφαλίσει συμμάχους και να σφυρηλατήσει μαζί τους ένα κοινό μέτωπο. Στα “Πολεμικά Απομνημονεύματά του” (Μémoires de guerre) επανέρχεται συχνά στην “φρικτή αδυναμία, στην οποία βρισκόμασταν”, αλλά και στη ειλημμένη απόφασή του σε κάθε εμφανιζόμενη ευκαιρία “να ομιλεί εξ ονόματος της Γαλλίας όπως, άλλωστε, άρμοζε”.³ Επρόκειτο για μια κατάσταση που ο Maurice Schumann, στενός συνεργάτης του στρατηγού, περιέγραφε με γλαφυρό τρόπο από το μικρόφωνο του BBC: “Για μια ακόμη φορά, οι ορφανοί λαοί αναζητούσαν την Γαλλία και θα αδυνατούσαν να την βρουν εάν ο στρατηγός de Gaulle δεν ήταν εκεί για να μιλήσει εξ ονόματός της”.⁴

Λονδίνο, 4, Carlton Gardens, Whitehall. Το Αρχηγείο της Ελεύθερης Γαλλίας.
Ελευθερία ή Θάνατος”, προπαγανδιστική αφίσα της Ελεύθερης Γαλλίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H αργή κυοφορία της Επιτροπής της Ελεύθερης Γαλλίας στην Ελλάδα

Η δραστηριότητα της Ελεύθερης Γαλλίας εντός της ελληνικής επικράτειας είχε ξεκινήσει προτού ακόμα εκδηλωθεί η ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου. Οι πρώτες ενέργειες μιας αυτοσχέδιας επιτροπής χρονολογούνται από τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1940. Ωστόσο, οι ρυθμοί υπήρξαν εξοργιστικά αργοί. Ο λόγος οφειλόταν στο γεγονός ότι η γαλλική παροικία, συμπαγής κατά τα άλλα, ήταν βαθιά διχασμένη ως προς το ζήτημα της στάσης της χώρας έναντι του πολέμου. Στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα Αθηνών-Πειραιώς κατοικούσαν περί τα 800 άτομα κάτοχοι γαλλικού διαβατηρίου. Τα 200 περίπου από αυτά διέθεταν πραγματική γαλλική συνείδηση. Σύμφωνα με μια εκτίμηση του Ιανουαρίου 1941, περί τους 150 είχαν ταχθεί υπέρ της κίνησης των Ελευθέρων Γάλλων του στρατηγού de Gaulle. Αντίθετα, οι κύκλοι της πρεσβείας διακατέχονταν από συμπάθεια προς το καθεστώς του Βισύ. Με εξαίρεση του ιδίου του πρεσβευτή Gaston Maugras, άτομα όπως ο στρατιωτικός ακόλουθος (αντισυνταγματάρχης de Lobit) και ο ναυτικός ακόλουθος (πλοίαρχος Lahalle) έτρεφαν σφοδρά αντι-γκωλικά αισθήματα.⁵ Την ίδια εποχή, ο αριθμός των Γάλλων, οι οποίοι διαβιούσαν στη Θεσσαλονίκη, δεν ξεπερνούσε τα 190 άτομα. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν εκπαιδευτικοί, κληρικοί απασχολημένοι στα καθολικά ιδρύματα και δάσκαλοι απασχολημένοι στη Λαϊκή Αποστολή (Mission Laique).⁶

Το κτήριο της γαλλικής πρεσβείας της Αθήνας.

Οι πρώτες πρωτοβουλίες με σκοπό τη συγκρότηση, στην Αθήνα, μιας Επιτροπής της Ελεύθερης Γαλλίας κατ’ εικόνα και ομοίωση των αντιστοίχων οι οποίες άρχισαν να σχηματίζονται σε πολλά μέρη⁷ υπολογίζεται πως ξεκίνησαν κατά τον μήνα Ιούλιο του 1940. Το παραπάνω συμπέρασμα συνάγεται από ένα τηλεγράφημα του πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας, Sir Michael Palairet, με αποδέκτη το Foreign Office στις αρχές Αυγούστου. Στο τηλεγράφημα αναφέρεται πως μια ομάδα συμπαθούντων την Ελεύθερη Γαλλία, ξεκίνησε ενέργειες με σκοπό τη συγκρότηση στην ελληνική πρωτεύουσα μιας επιτροπής. Ένας μάλιστα από αυτούς, ονόματι Jean Germain, ο οποίος πολύ γρήγορα παραγκωνίστηκε και δεν διαδραμάτισε κανέναν απολύτως ρόλο, φαίνεται πως είχε έρθει σε επαφή με τον στρατηγό de Gaulle. Η δραστηριότητα συνεχίστηκε μέσα στον Σεπτέμβριο, προσέλαβε όμως περισσότερο συγκεκριμένη μορφή στις αρχές Οκτωβρίου. Τότε ακριβώς, ο Palairet τηλεγράφησε προς τον de Gaulle πως ο στρατιωτικός ακόλουθος της βρετανικής πρεσβείας, αντισυνταγματάρχης J. S. Blunt, είχε προχωρήσει στη δημιουργία “ενός γραφείου συνδέσμου με τους οπαδούς της Ελεύθερης Γαλλίας”.⁸ Ο de Gaulle ανταποκρίθηκε,προτρέποντας την υπό εκκόλαψη επιτροπή να τελεί σε συνεχή επικοινωνία με τη βρετανική πρεσβεία, μέσω της οποίας σχεδίαζε να στέλνει τις εντολές του.⁹

Μια επιπλέον επιβεβαίωση της συγκρότησης της επιτροπής αποτελεί η επιστολή, με ημερομηνία 11 Νοεμβρίου, του λοχαγού Lapie, επικεφαλής της υπηρεσίας εξωτερικών και αποικιακών υποθέσεων της Ελεύθερης Γαλλίας προς τον Χαράλαμπο Σιμόπουλο, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Λονδίνο. Στην εν λόγω επιστολή επισυνάφθηκε ένα τηλεγράφημα της Επιτροπής Ελευθέρων Γάλλων της Ελλάδας, όπου εξυμνούνταν η θαρραλέα στάση του βασιλέα Γεωργίου Β΄ και της ελληνικής κυβέρνησης έπειτα από την ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου. Ένα νέο τηλεγράφημα την ίδια ημέρα από την Αθήνα, με αποστολέα τον Palairet, αναφέρεται επίσης στη δραστηριότητα της επιτροπής.¹º

Ωστόσο, στην έδρα του κινήματος των Ελευθέρων Γάλλων στο Λονδίνο, επί αρκετές ημέρες επικρατούσε σύγχυση ως προς τα ονόματα των στελεχών της επιτροπής. Χαρακτηριστικά, στις 4 Δεκεμβρίου ακόμα, ο Geoffroy de Courcel, μέχρι πρότινος γραμματέας της γαλλικής πρεσβείας στην ελληνική πρωτεύουσα, αναλώνεται σε προτάσεις και αντιπροτάσεις. Τελικά, η κατάσταση εξομαλύνθηκε λίγες ημέρες αργότερα με την ανάληψη της προεδρίας από τον Tufféry, παλαίμαχο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, γόνο γαλλικής οικογένειας εγκατεστημένης από παλιά στην Αθήνα. Πλαισιωνόταν από τους Coignard, διευθυντή της Σχολής Ξένων Γλωσσών Berlitz, Cardanot, επίσης βετεράνο του προηγούμενου πολέμου και Daste.

Τον Ιανουάριο του 1941 η επιτροπή με την παραπάνω ηγεσία αναγνωρίστηκε επίσημα από την κεντρική διοίκηση του κινήματος των Ελευθέρων Γάλλων. Δίχως άλλη καθυστέρηση, επιδόθηκε στην έκδοση και κυκλοφορία ενημερωτικού δελτίου ενώ τα γυναικεία μέλη άρχισαν να πλέκουν συστηματικά μάλλινες κάλτσες για τους Έλληνες στρατιώτες που μάχονταν στο αλβανικό θέατρο επιχειρήσεων. Η δραστηριοποίηση της επιτροπής έφερε σε λεπτή θέση την ελληνική κυβέρνηση, η οποία εξακολουθούσε να διατηρεί πλήρεις διπλωματικές σχέσεις με το καθεστώς του Βισύ ακόμα και μετά την έναρξη του πολέμου με την Ιταλία.¹¹ Το σχετικό σχόλιο του Palairet είναι χαρακτηριστικό: “Κατόπιν παράκλησης των ελληνικών αρχών, η επιτροπή της Αθήνας οφείλει να ενεργεί διακριτικά. Ο Τύπος και το ραδιόφωνο έχουν λάβει εντολή να μην αναφέρουν την παραμικρή πληροφορία σχετικά με την ύπαρξη και λειτουργία της”.¹²

Χαράλαμπος Σιμόπουλος, πρεσβευτής της Ελλάδας στο Λονδίνο.
Sir Michael Palairet, πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στη Αθήνα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η επίθεση του Άξονα κατά της Ελλάδας και ο στρατηγός de Gaulle. Αφύπνιση της
ελληνογαλλικής φιλίας και προοπτικές αποστολής μαχητών της Ελεύθερης Γαλλίας

To κίνημα των Ελευθέρων Γάλλων εξέφρασε τη συμπαράστασή του προς την Ελλάδα από την πρώτη κιόλας στιγμή. Από το ραδιόφωνο της Μπραζαβίλ, όπου ο de Gaulle βρισκόταν στις 28 Οκτωβρίου 1940, μεταδόθηκε πως “η Ελεύθερη Γαλλία απευθύνει χαιρετισμό προς τη μαχόμενη Ελλάδα”.¹³ Την ίδια ημέρα στο Λονδίνο, στο πλαίσιο της εκπομπής του BBC “Οι Γάλλοι μιλούν στους Γάλλους” ακούστηκε το ακόλουθο ειρωνικό σχόλιο: “Ο Ντούτσε παρουσιάζει στον κόσμο το τελευταίο του κατόρθωμα: τη Ρώμη να βομβαρδίζει την Αθήνα”.¹⁴ Στις 29 Οκτωβρίου, ο Maurice Schumann, εκπρόσωπος Τύπου της Ελεύθερης Γαλλίας, αναφώνησε πάντοτε από το μικρόφωνο του BBC: “Η φωνή η οποία μας έρχεται από την Αθήνα είναι η φωνή της Γαλλίας. Εμείς, τα μαχόμενα μέλη της Ελεύθερης Γαλλίας υποδεχόμαστε με άπλετη ευγνωμοσύνη στο στρατόπεδο της ελευθερίας και στο όνομα της πατρίδας μας τους γενναίους πολεμιστές της αιώνιας Ελλάδας”.¹⁵ Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το σκίτσο του Maurice Van Moppès, το οποίο δημοσιεύτηκε στο φύλλο της 30ής Οκτωβρίου της γαλλόφωνης εφημερίδας France που την ίδια εποχή κυκλοφορούσε στη βρετανική πρωτεύουσα. Έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο: Η Αιώνια Ελλάδα. Το πνεύμα των Θερμοπυλών (La Grèce éternelle. L’ esprit des Thermopyles).

Στιγμιότυπο από το ελληνοϊταλικό μέτωπο της Ηπείρου.
Η Αιώνια Ελλάδα. Το πνεύμα των Θερμοπυλών. Σκίτσο του Maurice Van Moppès στην εφημερίδα France, 30
Οκτωβρίου 1940.

Στις 2 Νοεμβρίου, από την Μπραζαβίλ, πρωτεύουσα της Γαλλικής Ισημερινής Αφρικής (Afrique Équatoriale Française) και της Ελεύθερης Γαλλίας, ο de Gaulle έστειλε ένα θερμό προσωπικό τηλεγράφημα προς τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά: “Απoτείνω προς την Εξοχότητά σας, την κυβέρνηση και τον ελληνικό λαό φόρο τιμής, μεταφέροντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό όλων μας. Οι Έλληνες, υψώνοντας το ανάστημά τους για μια ακόμη φορά υπερασπιζόμενοι την ανεξαρτησία τους, αποτελούν άξιο παράδειγμα της αρχαίας τους παράδοσης”. Η απάντηση του Μεταξά, δυο ημέρες αργότερα, κινήθηκε σε ανάλογο μήκος κύματος: “Το μέγα γαλλικό έθνος, το οποίο τόσες φορές ακολούθησε το παράδειγμα των προγόνων μας και που μας στήριξε γενναία στους αγώνες για την ανεξαρτησία μας, δεν μπορούσε παρά να σταθεί στο πλευρό μας και στη σημερινή συγκυρία”.¹⁶ Πέραν όμως από τις όποιες δηλώσεις συμπαράστασης και τις αμοιβαίες φιλοφρονήσεις, μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε το τηλεγράφημα της 7ης Νοεμβρίου με αποστολέα τον Χαράλαμπο Σιμόπουλο και αποδέκτη το υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα: “Εμπιστευτικό. Με επισκέφτηκε σήμερα στην πρεσβεία ο εκπρόσωπος του στρατηγού de Gaulle. Ήρθε να μου αναγγείλει πως όσοι οπαδοί της Ελεύθερης Γαλλίας βρίσκονται τη στιγμή αυτή σε γειτονικά με την Ελλάδα κράτη και επιθυμούν να προσχωρήσουν στις τάξεις των στρατιωτικών δυνάμεων του στρατηγού, έλαβαν εντολή να μεταβούν στο Κάιρο ή στην Αθήνα. Στην Αθήνα βρίσκεται τη στιγμή αυτή ο υπασπιστής του, Geoffroy de Courcel, πρώην γραμματέας της εκεί γαλλικής πρεσβείας. Για την ώρα εκτιμώ πως πρόκειται για μια συμβολική χειρονομία της Ελεύθερης Γαλλίας προς την Ελλάδα. Ευελπιστώ ωστόσο ότι σύντομα θα πλαισιωθεί με συγκεκριμένες ενέργειες”.¹⁷

Πολύ γρήγορα τα πράγματα από λόγια μετουσιώθηκαν σε βούληση για ανάληψη δράσης υπό τη μορφή αποστολής στρατιωτικής συνδρομής. Αρχική ιδέα του στρατηγού ήταν η συγκρότηση ενός σώματος εθελοντών. Στις 3 Νοεμβρίου τηλεγραφούσε από την Μπραζαβίλ προς το War Office: “Η συγκρότηση μιας λεγεώνας Γάλλων εθελοντών προκειμένου να πολεμήσουν στο πλευρό της Ελλάδας είναι επιτακτική ανάγκη. Η λεγεώνα αυτή θα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα των Γαλλικών Ελευθέρων δυνάμεων. Είναι δυνατό να στελεχωθεί από Γάλλους, οι οποίοι είτε βρίσκονται ήδη επιτόπου, είτε από συμπατριώτες μας φίλους της Ελλάδας που διαβιούν στα Βαλκάνια, ειδικότερα δε στη Γιουγκοσλαβία”. Το ίδιο τηλεγράφημα συνέχιζε με την ακόλουθη, προσεκτικά διατυπωμένη, φράση: “Η λεγεώνα αυτή θα είναι συμβολική, για την ώρα τουλάχιστον”.¹⁸ Με άλλο τηλεγράφημα αποσταλθέν την επομένη, ο de Gaulle ενημέρωνε σχετικά τις Επιτροπές της Ελεύθερης Γαλλίας στην Αίγυπτο και στα Βαλκάνια καθώς και τον πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα. Στις 11 του ιδίου μήνα, η Επιτροπή της Ελεύθερης Γαλλίας στην ελληνική πρωτεύουσα εξέφρασε την ευχή της για την αποστολή ενός γαλλικού σώματος, έστω και περιορισμένου σε μέγεθος “προκειμένου να ενωθούν οι σημαίες δυο χωρών με κοινές πολιτισμικές καταβολές”. Την είδηση επιβεβαίωνε αυθημερόν ο Palairet, σε νέο τηλεγράφημα προς το Λονδίνο.¹⁹

24 Οκτωβρίου 1940. Άφιξη του στρατηγού de Gaulle στη Μπραζαβίλ, πρωτεύουσα της Γαλλικής Ισημερινής Αφρικής και της Ελεύθερης Γαλλίας.
Geoffroy Chodron de Courcel.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η ιδέα της συγκρότησης επιτόπου μιας λεγεώνας εθελοντών εγκαταλείφθηκε γρήγορα. Ο λόγος ήταν το περιορισμένο μέγεθος των γαλλικών παροικιών στην Ελλάδα και γενικότερα στα Βαλκάνια. Κατόπιν τούτου, περί τα τέλη Νοεμβρίου ο de Gaulle επανήλθε με ένα δεύτερο σχέδιο: τη μεταφορά στην Ελλάδα μιας μονάδας, τμήματος του στρατιωτικού δυναμικού που οι Ελεύθεροι Γάλλοι διατηρούσαν στην Αίγυπτο. Ξεκίνησε να το εφαρμόζει με μεγάλη αποφασιστικότητα, όπως αποδεικνύεται από ολόκληρη σειρά από έγγραφα, έστω και αν γίνεται λόγος για την αποστολή ενός μόνο λόχου παρά τις όποιες αντιρρήσεις του βρετανικού Γενικού Επιτελείου. Προκειμένου να πετύχει, απευθύνθηκε προς την κορυφή της ιεραρχίας. Στις 27 Νοεμβρίου ζήτησε από τον Churchill να παρέμβει προσωπικά προκειμένου να υπερκεραστούν οι αντιδράσεις του War Office: “Για σημαντικούς στρατιωτικούς και ηθικούς λόγους είναι απόλυτη ανάγκη μια μονάδα του στρατού της Ελεύθερης Γαλλίας (ένας λόχος π.χ.) να σταλεί από την Αίγυπτο στην Ελλάδα και να τεθεί στη διάθεση της ελληνικής ανώτατης στρατιωτικής ηγεσίας”.²º Ταυτόχρονα στράφηκε και προς τον αρχηγό του βρετανικού Αυτοκρατορικού Επιτελείου, Sir John Dill, σε μια προσπάθεια να κάμψει τις διαμαρτυρίες του War Office και να αναδείξει την ύψιστη σημασία “από πολιτικής και ηθικής απόψεως για τη Γαλλία” μιας γαλλικής συμμετοχής στον αγώνα των Ελλήνων.²¹ Τέλος, ανέθεσε στον στρατηγό Georges Catroux, Ύπατο Αρμοστή της Ελεύθερης Γαλλίας στη Μέση Ανατολή, να πείσει τον στρατηγό Sir Archibald Wavell, ανώτατο διοικητή του επιχειρησιακού θεάτρου, να περάσει δίχως χρονοτριβή στην εκτέλεση του σχεδίου.²²

Λίγες ημέρες αργότερα, περί τις 5-10 Δεκεμβρίου, βλέποντας το σχέδιό του να προσκρούει επάνω σε συνεχή εμπόδια, άρχισε να προωθεί μια τρίτη εναλλακτική λύση. Την αποστολή εναερίων δυνάμεων στη θέση χερσαίων, αποσύροντας αεροσκάφη και πιλότους της Ελεύθερης Γαλλίας από τις Βρετανικές Νήσους.²³ Για μια ακόμη φορά όμως η υπόθεση παρέμεινε στα χαρτιά.

Ποιοι λόγοι εξηγούν την αποτυχία; Στην πραγματικότητα, η ιδέα του στρατηγού προσέκρουσε επάνω σε τρία εμπόδια. Το πρώτο από αυτά ανυψώθηκε μέσα στους κόλπους της Ελεύθερης Γαλλίας. Ο Catroux υπήρξε εκείνος, ο οποίος κωλυσιεργούσε συστηματικά εκφράζοντας διαρκώς επιφυλάξεις. Επιφυλάξεις ως προς την αριθμητική ανεπάρκεια των δυνάμεων των Ελευθέρων Γάλλων στην Αίγυπτο (δεν ξεπερνούσαν τα δυο τάγματα) σε στιγμή επιχειρησιακού οργασμού (βρισκόμαστε στη στιγμή της νικηφόρου επίθεσης των Συμμάχων κατά του Σίντι Μπαράνι, το οποίο κατελήφθη λίγο αργότερα). Επιφυλάξεις ως προς τον εξοπλισμό (απαιτούνταν ημίονοι και ημιονηγοί για τα βουνά της Ηπείρου, που εξέλειπαν από την έρημο της Β. Αφρικής). Τέλος, ο Catroux ενημέρωσε πως είχε ήδη στείλει στην Αθήνα τον λοχαγό de Chevigné με αποστολή να βολιδοσκοπήσει τις ελληνικές αρχές παρότι γνώριζε εκ των προτέρων τις σοβαρότατες επιφυλάξεις της κυβέρνησης και του Γενικού Επιτελείου.²⁴

Η άρνηση για τη μεταφορά στην Ελλάδα έστω και μιας μονάδας του στρατού των Ελευθέρων Γάλλων ήταν κατηγορηματική και από βρετανικής πλευράς. Ήδη από τις 26 Νοεμβρίου, ο Sir John Dill είχε δηλώσει ότι καμιά μαχόμενη μονάδα (ακόμα και βρετανική) δεν επρόκειτο να σταλεί στην Ελλάδα, προσθέτοντας πως εκείνες της Ελεύθερης Γαλλίας έκαναν εξαιρετική δουλειά στην Κυρηναϊκή ενάντια στους Ιταλούς και πως ο στρατηγός Wavell συμμεριζόταν πλήρως την ίδια άποψη.²⁵ Επρόκειτο για μια δήλωση, η οποία εκ των πραγμάτων καταδίκαζε σε αποτυχία την όποια προσπάθεια του de Gaulle.

Υπεράνω όλων όμως, υπήρχε μια τρίτη, ουσιαστική, άρνηση. Εκείνη της ελληνικής κυβέρνησης. Επιφορτισμένη με τη διενέργεια ενός άνισου εις βάρος της πολέμου κατά της Ιταλίας, η τελευταία είχε υιοθετήσει μια ιδιαίτερα προσεκτική πολιτική προς αποφυγή αθέμιτων επιπλοκών στις σχέσεις της με τη Γερμανία. Τη στιγμή ακριβώς (18 Δεκεμβρίου) που οι αρχές της Ελεύθερης Γαλλίας ζητούσαν τηλεγραφικά από τον Palairet να βολιδοσκοπήσει την ελληνική κυβέρνηση, οι προερχόμενες από τους Έλληνες εκπροσώπους στο Κάιρο και στο Λονδίνο πληροφορίες ήταν αποθαρρυντικές. Ταυτόχρονα ο Palairet κατέστησε σαφές πως η αποστολή του Chevigné στην Αθήνα δεν ήταν θεμιτή από τη στιγμή που η κυβέρνηση Μεταξά διατηρούσε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις τόσο με το καθεστώς του Βισύ όσο και με τη Γερμανία, ενώ ο Χαράλαμπος Σιμόπουλος, χαρακτήρισε εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη τη παρουσία στρατιωτικών δυνάμεων της Ελεύθερης Γαλλίας στο αλβανικό θέατρο επιχειρήσεων.²⁶

Ο de Gaulle, αν και ευρισκόμενος σε μειονεκτική θέση, δεν απεμπόλησε την κυρίαρχη αρχή του: η Ελεύθερη Γαλλία όφειλε να είναι παρούσα παντού όπου διεξαγόταν ο πόλεμος και αποφασιζόταν το μέλλον του πλανήτη. Πόσο μάλλον εφόσον επρόκειτο για έναν γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο, όπως ήταν η Ελλάδα, όπου η Γαλλία διατηρούσε μακροχρόνιες φιλίες και ερείσματα. Σε ανάλογο μήκος κύματος κινήθηκε και την επομένη της εκδήλωσης της γερμανικής επίθεσης σε βάρος της Ελλάδας, τον Απρίλιο του 1941. Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε από την Αλεξάνδρεια στις 7 Απριλίου, δήλωσε εμφατικά πως “έχω λόγους να ελπίζω ότι οι δυνάμεις της Ελεύθερης Γαλλίας θα συμμετάσχουν ενεργά στον αγώνα που διεξάγεται τη στιγμή αυτή στα Βαλκάνια. Δεν αποκλείω το ενδεχόμενο να μεταβώ αυτοπροσώπως επιτόπου”.²⁷ Λίγες ημέρες αργότερα, στην Αθήνα, η Ακρόπολις δημοσίευσε περίληψη μιας συνέντευξης του στρατηγού προς την εφημερίδα Νίκη της Αλεξάνδρειας: “Διακαής επιθυμία μου είναι να μεταβώ στην Ελλάδα προκειμένου να πολεμήσω στο πλευρό των γενναίων Ελλήνων. Το ίδιο επιθυμεί και ο στρατηγός Catroux. Στην πραγματικότητα, από ανάλογα συναισθήματα διακατέχονται όλοι οι Ελεύθεροι Γάλλοι, οι οποίοι δεν προσβλέπουν σε τίποτε άλλο παρά στο να συνεισφέρουν στην απελευθέρωση του κόσμου πολεμώντας στο πλευρό των Ελλήνων”.²⁸

Ο René Cassin, νομικός σύμβουλος της Ελεύθερης Γαλλίας (με πολιτική περιβολή), στο Λονδίνο.

Την ίδια περίπου εποχή στο Λονδίνο, κατόπιν εντολής του de Gaulle, ο διαπρεπής καθηγητής του Δικαίου και νομικός σύμβουλος της Ελεύθερης Γαλλίας, René Cassin, προσέφερε πολύτιμη βοήθεια στον πρεσβευτή Χαράλαμπο Σιμόπουλο στον χειρισμό δύσκολων υποθέσεων, εν αναμονή της έλευσης στη βρετανική πρωτεύουσα του βασιλέως Γεωργίου Β΄ και της εξόριστης πλέον ελληνικής κυβέρνησης.²⁹

Προς το τέλος της άνοιξης του 1941, ο ηγέτης των Ελευθέρων Γάλλων, αν και γνωστός για τη διορατική του ικανότητα, προέβη σε μια λανθασμένη εκτίμηση. Εξέλαβε τη γερμανική επίθεση κατά της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας ως προοίμιο για μια περαιτέρω επέκταση της επιρροής του Γ΄ Ράιχ κατά μήκος του άξονα Βαλκανίων-Δαμασκού-Σουέζ. Ουδείς διανοείτο ακόμη τις πραγματικές προθέσεις του Adolf Hitler σε βάρος της ΕΣΣΔ.³º

 

Μεταξύ ρητορικής και γεωπολιτικής: η Ελλάδα εκτοπίζεται από το κέντρο στην περιφέρεια

Οποιοσδήποτε ιστορικός ερευνήσει την περίοδο 1940-1941 είναι δεδομένο ότι θα προσκρούσει επάνω σε μια θεμελιώδη αντίφαση. Σε καθαρά ρητορικό και συναισθηματικό επίπεδο, οι κύκλοι της Ελεύθερης Γαλλίας δεν χάνουν ευκαιρία να εξυμνήσουν τον ελληνικό λαό και την ελληνογαλλική φιλία. Ως προς αυτό, η Ελλάδα καταλαμβάνει πράγματι περίοπτη θέση στη σκέψη και στο λόγο τους. Από την άλλη πλευρά όμως, σε επίπεδο Realpolitik, η χώρα περιθωριοποιείται και υποβαθμίζεται σε δευτερεύουσα κλίμακα.

1. Η Ελλάδα στη ρητορική της Ελεύθερης Γαλλίας: παράδειγμα και δίδαγμα

Η ενθουσιώδης στήριξη των Ελευθέρων Γάλλων στον αγώνα των Ελλήνων ξεκινά με μια επιστράτευση μνήμης στο ψηλότερο επίπεδο της ιεραρχίας. Ο στρατηγός de Gaulle, πέραν από το θερμό τηλεγράφημα προς τον Ιωάννη Μεταξά της 2ας Νοεμβρίου 1940 (βλ. παραπάνω) εξήρε το θάρρος του ελληνικού λαού με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου: “Η φετινή επέτειος της ανεξαρτησίας της βρίσκει την Ελλάδα στο απόγειο της δόξας και του αγώνα, τον οποίο δίνει. Ουδέποτε άλλοτε, από την εποχή της Σαλαμίνας και κατόπιν, υπήρξε τόσο μεγαλειώδης όσο σήμερα”.³¹ Ορμώμενος από την ίδια αφορμή, ο στρατηγός Catroux τηλεγραφούσε από το Κάιρο: “Επί αιώνες ολόκληρους οι πρόγονοί σας έδωσαν στον κόσμο την ψυχή του. Θεμελίωσαν την τάξη και την ελευθερία. Σήμερα ήρθε η σειρά σας να προσφέρετε ένα ανεπανάληπτο παράδειγμα. Καμιά άλλη χώρα δεν υπήρξε άξια της ανεξαρτησίας, της οποίας τιμάτε σήμερα την ένδοξη μνήμη. Την δικαιούστε περισσότερο και από άλλους, ισχυρότερους λαούς, επειδή γνωρίζετε πως να την εκτιμήσετε, να την υπερασπιστείτε και να τη σώσετε”.³² Είναι γεγονός πως τόσο ο ελληνοϊταλικός όσο και ο ελληνογερμανικός πόλεμος απασχόλησαν τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας France καθώς και τις γαλλόφωνες εκπομπές του BBC.

Ο στρατηγός Georges Catroux στο Κάιρο το 1941.

Στην ουσία, η μνήμη που οι Ελεύθεροι Γάλλοι ενεργοποίησαν, ήταν δισυπόστατη. Από τη μια πλευρά συναντά κανείς τις αναφορές στην ελληνική αρχαιότητα (το ελληνικό θαύμα, οι Θερμοπύλες και η Σαλαμίνα). Από την άλλη, κυριαρχεί ο αγώνας ανεξαρτησίας του 1821 με ολόκληρο το κύμα του φιλελληνισμού, το οποίο συμπαρέσυρε. Γίνονται συγκεκριμένες αναφορές στη δράση του στρατηγού Maison, του συνταγματάρχη Favier και των Γάλλων εθελοντών που ήρθαν να αγωνιστούν για την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον οθωμανικό ζυγό. Διαβάζεται το ποίημα του Victor Hugo L’ enfant grec (1828), το οποίο παραπέμπει στη σφαγή της Χίου. Περιέργως, το Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης της τριετίας 1915-1918 δεν θίγεται σχεδόν καθόλου. Παραποιώντας την Ιστορία, εκθειάζεται η μετά την 4η Σταυροφορία εποχή, όταν οι Φράγκοι κυριαρχούσαν στην Αττική και στην Πελοπόννησο. Μνημονεύεται ο στρατάρχης Lyautey, ο οποίος, στη διάρκεια μιας σύντομης διαμονής του στην Αθήνα το 1893, είχε δηλώσει για τους Έλληνες πως “Τίποτε δεν τους πτοεί. Έχουν την ψυχή της πατρίδας ενσωματωμένη στο κορμί τους”.³³ Τέλος, δεν μπορούσε να εκλείψει ο Charles Péguy, ο οποίος είχε εξυμνήσει παλαιότερα στα ποιήματά του τις “αιώνιες ελληνικές αρχές και αξίες”.³⁴

Όμως, τον πιο συγκινητικό φόρο τιμής απότεινε αναμφίβολα προς την Ελλάδα ο Maurice Schumann από το μικρόφωνο του BBC, στις 29 Οκτωβρίου 1940: “Από χθες, οι δικτάτορες ξεχύθηκαν να καταλάβουν την Ακρόπολη, ένα τρόπαιο που απουσίαζε μέχρι στιγμής από τη συλλογή τους. Φαίνεται πως δεν τους αρκεί το γεγονός ότι στράφηκαν, εδώ και καιρό, ενάντια σε είκοσι αιώνες χριστιανικού πολιτισμού. Παρασυρμένοι από την αλαζονεία τους, η οποία τους οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή, προκαλούν τον πολιτισμό μέσα στην ίδια του την κοιτίδα. Πως είναι δυνατό να λησμονήσουμε ότι πριν από εκατόν δέκα χρόνια, τα γαλλικά όπλα συνέδραμαν στο να φέρουν πίσω την Ελλάδα στην ανθρωπότητα; Πως να παραγνωρίσουμε ότι η Γαλλία δεν θα ήταν η Γαλλία εάν η Ελλάδα [σημ. χρησιμοποιείται επιδεικτικά ο αρχαιοπρεπής όρος Hellade και όχι Grèce] δεν ήταν η Ελλάδα, εάν η αιώνια Αντιγόνη δεν ενσάρκωνε απέναντι στον Κρέοντα την ακατανίκητη υπεροχή της ηθικής έναντι της τυφλής βίας;”.³⁵

Maurice Schumann.

Υπό την οπτική του Λονδίνου, το ελληνικό παράδειγμα έχει να επιδείξει μια επιπρόσθετη αρετή: οφείλει να προβληθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συνεισφέρει στην ανύψωση του ηθικού του γαλλικού λαού. Ο χειμώνας του 1940 προς 1941 αποτελεί μια σκοτεινή περίοδο για τον τελευταίο. Στον αντίκτυπο της στρατιωτικής ήττας και της γερμανικής κατοχής του μητροπολιτικού εδάφους, ήρθαν να προστεθούν οι πρώτες δυσκολίες και στερήσεις της καθημερινής πραγματικότητας. Την ίδια εποχή, οι δοκιμασίες φαντάζουν ατελείωτες. Μέσα σε αυτό το καθ’ όλα απαισιόδοξο κλίμα, η ελληνική αντίσταση στον Ιταλό εισβολέα ήρθε να επιφέρει κάποιου είδους ανακούφιση και ελπίδα χάρη, κυρίως, στην πανωλεθρία του κυρίου συμμάχου της Γερμανίας απέναντι σε έναν υποδεέστερο από πλευράς ισχύος αντίπαλο. Στις γαλλόφωνες εκπομπές του BBC γίνεται λόγος περί αποτυχίας του κεραυνοβόλου πολέμου.³⁶ Τονίζονται οι επιπτώσεις της ελληνοϊταλικής διένεξης επάνω στην περαιτέρω εξέλιξη του πολέμου.³⁷ Οι ελληνικές επιτυχίες αναπτερώνουν το ηθικό αλλά και τις ελπίδες των Γάλλων. Για πολλοστή φορά, χαρακτηριστικά είναι τα λόγια του Maurice Schumann: “Είθε η νικηφόρα αντίσταση του ελληνικού λαού να εμφυσήσει ζωή στις ελπίδες και στο κουράγιο μας. Οι Έλληνες, όχι μόνο ανέκοψαν την ιταλική προέλαση, αλλά κατάφεραν να μεταφέρουν τις εχθροπραξίες εντός του εχθρικού εδάφους”.³⁸ Ο ίδιος αισιόδοξος λόγος διατηρήθηκε και την άνοιξη του 1941, οπότε εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση σε βάρος της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας. Στην περίπτωση αυτή, τα σχόλια επικεντρώνονται στο βαρύ τίμημα, το οποίο επέφερε στη Βέρμαχτ η στρατιωτική κατάκτηση και κατάληψη της χώρας.³⁹

Άλλο προσφιλές και άμεσα αξιοποιήσιμο θέμα της προπαγάνδας των Ελευθέρων Γάλλων ήταν η ενίσχυση του αντι-ιταλικού φρονήματος του γαλλικού λαού. Από την ημέρα της “πισώπλατης μαχαιριάς” (πρόκειται για την κήρυξη του πολέμου της Ιταλίας κατά της Γαλλίας στις 10 Ιουνίου 1940 και ενώ βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη η γερμανική εισβολή), το μίσος και η περιφρόνηση των Γάλλων για τους αποκαλούμενους “μακαρονάδες” δεν είχε σταματήσει να αυξάνεται με ταχύτατους μάλιστα ρυθμούς. Το συναίσθημα ήταν κοινό, είτε επρόκειτο για την μαχόμενη Γαλλία, για τους κατοίκους της ελεύθερης ζώνης (γαλλικός νότος), για εκείνους των γερμανοκρατούμενων περιοχών ή ακόμα και για τους ίδιους τους κύκλους του καθεστώτος του Βισύ. Οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού προσλάμβαναν ενίοτε τη μορφή εκδίκησης για την πρόσφατα καταπατηθείσα αξιοπρέπεια του γαλλικού λαού. Το BBC φρόντισε να αναμεταδίδει κατ’ επανάληψη ένα περιστατικό, το οποίο είχε λάβει χώρα στην κωμόπολη Μεντόν της νότιας Γαλλίας, κοντά στα σύνορα με την Ιταλία. Συγκεκριμένα επρόκειτο για την ανάρτηση μιας πινακίδας με ειρωνικό περιεχόμενο: “Έλληνες στρατιώτες αλτ! Εδώ είναι γαλλικό έδαφος”. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, ο αναπόφευκτος Maurice Schumann δήλωνε περιπαιχτικά στις 21 Ιανουαρίου 1941: “Η Ιταλία ουδέτερη; Χρειάζονται τρεις μεραρχίες για να την επιτηρεί κανείς. Η Ιταλία εχθρός; Χρειάζονται 6 μεραρχίες για να την κατατροπώσει. Η Ιταλία σύμμαχος; Χρειάζονται 12 μεραρχίες για να τη σώσει”.⁴º

Τέλος, ο αγώνας του ελληνικού λαού χρησιμεύει ως όπλο ενάντια στο καθεστώς του Βισύ, στη σύναψη ανακωχής με τη Γερμανία και λειτουργεί ως προσκλητήριο για οργανωμένη αντίσταση κατά του φασισμού και του ναζισμού. Η ρητορική επιστρατεύεται σε ολόκληρο το μεγαλείο της για την εξύμνηση του ηρωισμού των Ελλήνων. Είναι πασίγνωστη η ρήση του Jean Marin: “Ο κόσμος ολόκληρος δεν θα λέει πλέον “Οι Έλληνες μάχονται σαν ήρωες” αλλά “Οι ήρωες μάχονται σαν Έλληνες”.⁴¹ Στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας France της 9ης Νοεμβρίου 1940 δημοσιεύεται μια έκκληση πασχόντων από φυματίωση προς τον Ιωάννη Μεταξά: “Εφόσον είμαστε ήδη καταδικασμένοι σε θάνατο, επιτρέψτε μας να πολεμήσουμε στην πρώτη γραμμή στελεχώνοντας μονάδες αποφασισμένες για κάθε θυσία”.⁴²

Είναι εμφανές πως οι Έλληνες παρέδιδαν ένα αξιοθαύμαστο δίδαγμα. Εκείνο της μάχης ενάντια στην υποταγή. Επρόκειτο για μια ουρανοκατέβατη ευκαιρία προκειμένου να χαλυβδωθεί το πνεύμα των Γάλλων για αντίσταση. Οι ενέργειες του μηχανισμού προπαγάνδας των Ελευθέρων Γάλλων εστιάζουν στον παραπάνω στόχο από την πρώτη κιόλας ημέρα της ιταλικής εισβολής της 28ης Οκτωβρίου. “Τι μεγαλειώδες θέαμα, τι αξιοθαύμαστο παράδειγμα για τον κόσμο ολόκληρο, εκείνο μιας μικρής χώρας, η οποία επιλέγει συνειδητά τον δρόμο των θυσιών έναντι εκείνου της υποταγής, προσβλέποντας σε μια νίκη με τεράστιο τίμημα και έπειτα από μακρύ και οδυνηρό αγώνα!”.⁴³ Λίγο αργότερα, ο Maurice Schumann διαβεβαιώνει γεμάτος υπερηφάνεια: “Η αυθεντική Γαλλία στέκεται στο πλευρό της Ελλάδας γιατί η αυθεντική Γαλλία δεν βρίσκεται στο Βισύ”.⁴⁴ Στην πηγαία χαρά που προκαλούν οι επιτυχίες του ελληνικού στρατού, έρχεται να προστεθεί και κάποιου είδους πίκρα. Ο André Labarthe επισημαίνει πως η σύναψη ανακωχής με τη Γερμανία δεν επέτρεψε στους Γάλλους να παραδώσουν ανάλογο μάθημα στους Ιταλούς (ο γαλλικός στρατός δεν είχε σημειώσει μέχρι τότε παρά μόνο θετικά αποτελέσματα σε βάρος των Ιταλών στο μέτωπο των Άλπεων).⁴⁵ Η κατάρρευση της Ελλάδας την άνοιξη του 1941 δεν πτόησε την μαχόμενη Γαλλία: “Όσοι πολεμούν για την επιβίωση του πολιτισμού θα ξαναδώσουν στην Ελλάδα την ελευθερία και την ανεξαρτησία της”.⁴⁶

Ο στρατηγός de Gaulle επιθεωρεί άγημα των Ελευθέρων Γάλλων στο Λονδίνο.

2. Οι περιορισμοί της γεωπολιτικής

Η, κατά τα άλλα, ενθουσιώδης φιλελληνική ρητορική περνά ωστόσο σε ελάσσονα μοίρα όταν γίνεται λόγος περί γεωπολιτικής, οπότε το συναίσθημα παραχωρεί τη θέση του στην ψυχρή λογική. Η πραγματικότητα υπαγορεύει πως για την Ελεύθερη Γαλλία, η Ελλάδα δεν αποτελεί παρά ένα δευτερεύον περιφερειακό θέατρο. Τα δεδομένα είναι αδιαμφισβήτητα. Στον τόμο των Απομνημονευμάτων του στρατηγού de Gaulle για την περίοδο 1940-1942 (L’ Appel), σε σύνολο 260 σελίδων, η Ελλάδα καταλαμβάνει μετά βίας μιάμιση. Ο ελληνοϊταλικός και ο ελληνογερμανικός πόλεμος χαρακτηρίζονται ως επεισόδια περιορισμένου βεληνεκούς. Στο παράρτημα του ιδίου τόμου, όπου αναπαράγονται εκατοντάδες έγγραφα, τέσσερα μόνο αναφέρονται στις ελληνικές υποθέσεις. Στα βιβλία και στις έντυπες μαρτυρίες των πρωτοστατών της Ελεύθερης Γαλλίας (Passy, Soustelle, Oberlé, Aron κλπ.), δεν εντοπίζει κανείς παρά μια και μοναδική μνεία έκτασης τεσσάρων σειρών στα απομνημονεύματα του René Cassin.⁴⁷ Οριακά θα μπορούσε, επίσης, να αναφερθεί το Ημερολόγιο της Tereska Torrès, εθελόντριας της Ελεύθερης Γαλλίας, με τη διαφορά του ότι καλύπτει μόνο την χρονική περίοδο τέλους Οκτωβρίου με αρχή Νοεμβρίου του 1940.⁴⁸ Αποκαλυπτική είναι μια άλλη σιωπή. Εκείνη της France Libre, κυρίου οργάνου του γκωλικού κινήματος και δεξαμενή πολιτικού και στρατηγικού στοχασμού, το οποίο κυκλοφορούσε υπό τη διεύθυνση των Raymond Aron και André Labarthe. Σε αντιδιαστολή με την εφημερίδα France και τις γαλλόφωνες εκπομπές του BBC, δεν αφιερώνει ούτε μια γραμμή στην ελληνική περίπτωση.

Πως ερμηνεύεται άραγε το γεγονός ότι στο όλο όραμα του de Gaulle η Ελλάδα περιθωριοποιείται κατά τέτοιο τρόπο και υποβιβάζεται σε ελάσσονα κλίμακα; Στο σημείο αυτό οφείλει κανείς να ανασύρει στην επιφάνεια τις προτεραιότητες και τις επιταγές, τις οποίες η Ελεύθερη Γαλλία καλείτο να διαχειριστεί μέσα στο φθινόπωρο και στον χειμώνα του 1940 προς 1941. Μόνο έτσι μπορεί να βρεθεί η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Τα διακυβεύματα βρίσκονται αλλού. Ξεδιπλώνοντας τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων μέσα σε εκείνο το χρονικό διάστημα, διαπιστώνουμε πως το μεγαλύτερο ενδιαφέρον της Ελεύθερης Γαλλίας στρέφεται προς την Αφρική. Η διαδικασία προσχώρησης της Γαλλικής Ισημερινής Αφρικής στο γκωλικό κίνημα είχε ξεκινήσει ήδη από το καλοκαίρι του 1940 (το Τσαντ στις 26 Αυγούστου, το Καμερούν στις 27, το Κονγκό στις 28, το Ουμπανγκί στις 29 του ιδίου μήνα). Εξακολουθούσε να παραμένει εκτός το Γκαμπόν (προσχώρησε τελικά στις 12 Νοεμβρίου κατόπιν αιματοχυσίας). Τον Σεπτέμβριο, η προσπάθεια απόσπασης της Σενεγάλης από το καθεστώς του Βισύ (επιχείρηση Menace) κατέληξε σε φιάσκο, οδηγώντας την Ελεύθερη Γαλλία στα πρόθυρα της διάλυσης. Με την είσοδο του 1941, οι προσπάθειες επικεντρώνονται στην προσχώρηση του Ντζιμπουτί στην Ερυθρά Θάλασσα, το οποίο υπερασπιζόταν φρουρά 10.000 ανδρών, πιστών στον στρατάρχη Pétain. Από τον Απρίλιο του ιδίου έτους και μετά, η ευρισκόμενη υπό γαλλική εντολή (καθεστώς Βισύ) Συρία, μπαίνει με τη σειρά της και εκείνη στο στόχαστρο των Ελευθέρων Γάλλων.

Η προέλαση του στρατηγού Leclerc στην έρημο της Λιβύης (Ιανουάριος 1941).

Όσο καιρό μαίνονται ο ελληνοϊταλικός και ο ελληνογερμανικός πόλεμος, τα βλέμματα των Ελευθέρων Γάλλων είναι στραμμένα προς τρία άλλα μέτωπα, όπου μάχονται οι δυνάμεις τους. Πρώτο από αυτά είναι το μέτωπο της Κυρηναϊκής. Οι σχετικά πενιχρές δυνάμεις των Ελευθέρων Γάλλων, προερχόμενες από την Αίγυπτο, το αγγλοκρατούμενο Σουδάν και το Τσαντ ενώθηκαν με τα στρατεύματα του Wavell κατά των Ιταλών. Δεύτερο μέτωπο είναι εκείνο της Ερυθραίας και της Αιθιοπίας,σε συνεργασία με τους Βρετανούς, πάντοτε κατά των Ιταλών. Οι μεγαλύτερες, ωστόσο, επιτυχίες σημειώνονται στην έρημο της Λιβύης από την 1η Μεραρχία του στρατηγού Philippe Leclerc de Hauteclocque (μετέπειτα ελευθερωτή του Παρισιού), με την διαδοχική κατάληψη των οάσεων Μουρζούκ και Κουφρά καθώς και την προέλαση προς το Φεζάν (τέλος Ιανουαρίου 1941).

Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν δυο ακόμη παράμετροι, αρχής γενομένης από τα εσωτερικά προβλήματα της Γαλλίας. Η συνάντηση κορυφής ανάμεσα στον Hitler και τον στρατάρχη Pétain (η πρώτη έπειτα από τη συνθηκολόγηση της χώρας) στην κωμόπολη Μοντουάρ, κοντά στα σύνορα με την Ισπανία, πραγματοποιήθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1940, δηλαδή τέσσερις μόλις ημέρες πριν από την εκδήλωση της ιταλικής επίθεσης κατά της Ελλάδας. Στις 27 Οκτωβρίου (άμεση παραμονή της ιταλικής εισβολής) δημοσιοποιήθηκε το μανιφέστο του de Gaulle από την Μπραζαβίλ. Την ίδια εποχή, στο Λονδίνο, βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Winston Churchill και τον ειδικό απεσταλμένο του Βισύ, τον καθηγητή Rougier.

“La poignée de mains de Montoire” (η χειραψία της Μοντουάρ), 24 Οκτωβρίου 1940. Μια εικόνα που πόνεσε τους Γάλλους. Πρόκειται για την απαρχή της συνεργασίας του καθεστώτος του Βισύ με τη Ναζιστική Γερμανία.

Πρόκειται για μια περίοδο, κατά την οποία ο de Gaulle βρίσκεται σε συνεχή κινητικότητα. Ξεκινώντας από το Λονδίνο στις 31 Αυγούστου, μεταβαίνει έπειτα από το φιάσκο της επιχείρησης Menace στη Ντουάλα του Καμερούν και εν συνεχεία στη Μπραζαβίλ, όπου παραμένει μεταξύ 24 Οκτωβρίου και 17 Νοεμβρίου. Εκεί θα πληροφορηθεί την εκδήλωση της ιταλικής επίθεσης σε βάρος της Ελλάδας. Επιστρέφει στο Λονδίνο στις 24 Νοεμβρίου. Αναχωρεί εκ νέου στις 14 Μαρτίου 1941 με προορισμό την Γαλλική Ισημερινή Αφρική, το Σουδάν, την Αίγυπτο, και πάλι την Μπραζαβίλ, τέλος, το Κάιρο (28 Μαΐου έως 8 Ιουλίου 1941). Μέσα σε ένα τόσο βεβαρημένο πρόγραμμα επόμενο ήταν τα τεκταινόμενα στα Βαλκάνια να έχουν περάσει σε δεύτερη μοίρα.

Όμως, αγκυλώσεις υπήρξαν και από ελληνικής πλευράς. Αναφέρθηκαν ήδη οι σφοδρές επιφυλάξεις της κυβέρνησης της Αθήνας σχετικά με την πρόταση περί αποστολής Ελευθέρων Γάλλων εθελοντών στα βουνά της Ηπείρου, οι οποίες, όχι μόνο είναι αποθαρρυντικές, αλλά φτάνουν μέχρι σημείου να εξουδετερώσουν το εγχείρημα εν τη γενέσει του. Όπως στο Λονδίνο, έτσι και στην ελληνική πρωτεύουσα η έμφαση δίνεται στη ρητορική και όχι στην πράξη. Η Ελεύθερη Γαλλία δεν προσελκύει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Η Μεγάλη Βρετανία είναι εκείνη που μετρά.

Εν κατακλείδι, η κυριότερη παράμετρος συνίσταται στο ότι για τους Ελεύθερους Γάλλους η Ελλάδα δεν αποτελεί προτεραιότητα. Η γεωπολιτική της ιδιαιτερότητα την εντάσσει στη βρετανική σφαίρα επιρροής πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Επιχειρώντας μια προβολή στο χώρο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, θα λέγαμε πως ο κοινός αγώνας συμβολίζεται από τη μορφή του Άτλαντα, σε μια προσπάθεια η αδυναμία να μετουσιωθεί σε ισχύ. Ο de Gaulle, ως Άτλας, σηκώνει την αιώνια Γαλλία στους ώμους του. Ο δεύτερος Άτλας, η αιώνια Ελλάδα, σηκώνει, από τη δική της πλευρά, την ελευθερία της Ευρώπης. Ωστόσο, στην εναλλαγή ρητορικής – γεωπολιτικής, εάν η πρώτη παραπέμπει στο τρίπτυχο της Μνημοσύνης, του Ορφέα και της Θέμιδος, η Ανάγκη είναι εκείνη που το 1940-1941 σφραγίζει τη μοίρα.

 

O François Bédarida (Lyon 1926 – Fontaine-le-Pont 2001) διετέλεσε Καθηγητής στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών (Institut d’ études politiques) του Παρισιού. Υπήρξε ο ιδρυτής του Ινστιτούτου Ιστορίας του Παρόντος Χρόνου (Institut d’ Histoire du Temps Présent) το οποίο και διηύθυνε από το 1978 έως το 1990. Διετέλεσε γενικός γραμματέας της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορικών Επιστημών (Comité International des Sciences Historiques) από το 1990 έως το 2000.

 

                                                       Εργογραφία του συγγραφέα

•    La Grande-Bretagne – L’Angleterre triomphante (1832-1914), Hatier, coll. « Histoire Contemporaine », Paris, 1974

•   La Politique nazie d’extermination, Albin Michel, Paris, 1989

•   La Société anglaise du milieu du XIXe siècle à nos jours (1851-1975), Seuil, Paris, 1990

•   Le Nazisme et le génocide – Histoire et enjeux, Nathan, Paris, 1991

•   Le Nazisme et le génocide – Histoire et témoignage, Pocket, Paris, 1992

•   La France des années noires, sous la direction de Jean Pierre Azéma et François Bédarida,  Seuil, Paris, 1993

⦁   L’Histoire et le métier d’historien en France 1945-1995, Éditions de la Maison des sciences de l’homme, Paris, 1995

⦁   Churchill, Fayard, Paris, 1999

⦁   Histoire, critique et responsabilité, IHTP-CNRS/Complexe, coll. « Histoire du temps présent », Paris/Bruxelles, 2003

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο με τίτλο: “Le général de Gaulle, la France Libre et la Grèce 1940-1941” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στον τόμο των Πρακτικών του Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου Η Ελλάδα και ο πόλεμος στα Βαλκάνια (1940-1941) / Greece and the War in the Balkans (1940-1941), Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1992, σ. 23-37.

¹ Για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου, εκφράζω τις ευχαριστίες μου προς τη διεύθυνση και το προσωπικό του Διπλωματικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας καθώς και στην κυρία Maryvonne Le Pulloch, στέλεχος του Ινστιτούτου Ιστορίας του Παρόντος Χρόνου, η ο οποία αναδίφησε για δικό μου λογαριασμό στον Τύπο της Ελεύθερης Γαλλίας και στις εκπομπές του BBC.

² Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας (εφεξής ΜΑΕ), “Λονδίνο, Γαλλική Εθνική Επιτροπή”, τ. 255, fol. 6: Τηλεγράφημα αρ. 2006 του λοχαγού de Courcelles προς το War Office (Ismay και Spears). Εστάλη κατόπιν διαταγής του de Gaulle από την Brazaville, δίχως ημερομηνία. Παρελήφθη στο Λονδίνο στις 3 Νοεμβρίου 1940.

³ Charles de Gaulle, Μémoires de guerre, τ.1, L’ appel, Παρίσι, Plon, 1954, σ. 135-136 (εφεξής MG).

⁴ BBC, “La leçon de la Grèce”, 5 Νοεμβρίου 1940.

⁵ Σχετικά με την γαλλική παροικία της Αθήνας βλ. ΜΑΕ, 89, τηλεγρ. του πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα Sir Michael Palairet προς τον στρατηγό de Gaulle, 22 Ιανουαρίου 1941. Σχετικά με το προσωπικό της γαλλικής πρεσβείας στην Αθήνα, ibid., 32-35: Υπόμνημα του λοχαγού Schmittlein, 2 Οκτωβρίου 1940 (o Raymond Schmittlein, διαπιστευμένος στη γαλλική πρεσβεία της Στοκχόλμης, προσχώρησε στο γκωλικό κίνημα μεταβαίνοντας στο Κάιρο μέσω Αθηνών). Βλ. επίσης σχόλια του Geoffroy de Courcel σχετικά με το παραπάνω υπόμνημα. Ειδικότερα για τον ναυτικό ακόλουθο Lahalle, ο Courcel εκφράζεται ως εξής: “Ως ναυτικός, είναι ο πιο λυσσασμένος από όλους τους υπόλοιπους” (ο Courcel είχε χρηματίσει γραμματέας της γαλλικής πρεσβείας της Αθήνας μεταξύ των ετών 1938 και 1939, έχοντας ιδία άποψη για τη γαλλική παροικία).

Ibid., 255: Υπόμνημα του προξένου Eugène Harmet, Απρίλιος 1943.

⁷ Πρώτη κατά σειρά εμφάνισης υπήρξε εκείνη του Καΐρου στις 7 Ιουλίου 1940. Βλ. σχετικά Charles de Gaulle, Lettres, notes et carnets, Juin 1940-Juillet 1941, Παρίσι, Plon, 1981, σ. 30 (εφεξής LCN). Στη ΝΑ Ευρώπη ακολούθησαν οι επιτροπές Βελιγραδίου, Βουκουρεστίου, Σόφιας και Αγκύρας.

⁸ ΜΑΕ, 1: σχέδιο τηλεγραφήματος, 4 Οκτωβρίου 1940. ΜΑΕ, 4: τηλεγράφημα Palairet, αρ. 1721, 8 Οκτωβρίου 1940.

⁹ ΜΑΕ, 5: σημείωμα της 24 Οκτωβρίου 1940.

¹º ΜΑΕ, 19-20: επιστολή Lapie προς Σιμόπουλο, 11 Νοεμβρίου 1940. Τηλεγράφημα Palairet, 11 Νοεμβρίου. Την επομένη, 12 Νοεμβρίου, ο Palairet επισημαίνει πως ήδη από τις 7 Οκτωβρίου, ο ναυτικός ακόλουθος της βρετανικής πρεσβείας είχε ενημερώσει το Λονδίνο σχετικά με τη δραστηριότητα της Επιτροπής Ελευθέρων Γάλλων Ελλάδας.

¹¹ Οι διπλωματικές σχέσεις της Ελλάδας με το καθεστώς του Vichy θα παραμείνουν ενεργές και έπειτα από την κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς την άνοιξη του 1941. Η γαλλική πρεσβεία της Αθήνας θα αναστείλει τελικά τη λειτουργία της στις 7 Απριλίου 1943, ενώ θα διατηρηθεί σε προξενικό επίπεδο μια γαλλική εκπροσώπηση στη Θεσσαλονίκη, παρά το κλείσιμο του προξενείου στις 15 Δεκεμβρίου 1942 κατόπιν εντολής του Βερολίνου. Βλ. ΜΑΕ, 295 και J.-B. Duroselle, L’ Abîme, Παρίσι, Imprimerie Nationale, 1982, σ. 447.

¹² ΜΑΕ, 63: τηλεγράφημα αρ. 1330 Palairet “προς τον στρατηγό de Gaulle”, 15 Δεκεμβρίου 1940.

¹³ C. de Loverdo, La Grèce au combat (1940-1941), Παρίσι, Calmann-Lévy, 1966, σ. 78.

¹⁴ BBC, 28 Οκτωβρίου 1940.

¹⁵ Les Voix de la Liberté, 29 Οκτωβρίου 1940. Ο Maurice Schumann δράττεται της ευκαιρίας να επαναλάβει προς πάσα κατεύθυνση πως η Ελεύθερη Γαλλία κινείται στους αντίποδες του καθεστώτος του Vichy, το οποίο την ίδια στιγμή δήλωνε πως η μοίρα της Ελλάδας ουδόλως ενδιέφερε τη Γαλλία. Ibid.

¹⁶ MG, 322.

¹⁷ Αναφέρεται στο Basile Mathiopoulos, “De Gaulle et la Résistance hellénique pendant la Seconde Guerre mondiale” in De Gaulle en son siècle, Παρίσι 19-24 Νοεμβρίου 1990, σ. 2-3.

¹⁸ ΜΑΕ, 6: τηλεγράφημα αρ. 2006 του λοχαγού de Courcelles προς το War Office (Ismay και Spears). Εστάλη κατόπιν διαταγής του de Gaulle από την Brazaville, δίχως ημερομηνία. Παρελήφθη στο Λονδίνο στις 3 Νοεμβρίου 1940.

¹⁹ ΜΑΕ,7: τηλεγραφήματα αρ. 129 και 881 του στρατηγού de Gaulle, 4 Νοεμβρίου 1940. ΜΑΕ, 19-20: επιστολή του λοχαγού Lapie, 11 Νοεμβρίου 1940. Τηλεγράφημα Palairet, 11 Νοεμβρίου 1940.

²º LNC, 179.

²¹ MG, 324.

²² LNC, 181: τηλεγράφημα de Gaulle προς Catroux, 29 Νοεμβρίου 1940.

²³ ΜΑΕ, 48: τηλεγράφημα Palairet προς Κάιρο, αρ. 1282, 6 Δεκεμβρίου 1940: “Έχω την αίσθηση πως η ελληνική κυβέρνηση θα απέρριπτε ένα επίσημο αίτημα προς την κατεύθυνση αυτή, δεν θα αντιδρούσε, ωστόσο, μπροστά σε ένα τετελεσμένο γεγονός”. Βλ. επίσης σχετική εισήγηση του Catroux στο τηλεγράφημα αρ. 1692 προς τον de Gaulle, 9 Δεκεμβρίου 1940.

²⁴ ΜΑΕ, 51: τηλεγράφημα Sir Miles Lampson “από τον στρατηγό Catroux προς τον στρατηγό de Gaulle”, αρ. 1692, 9 Δεκεμβρίου 1940.

²⁵ MG, 324 και 136.

²⁶ ΜΑΕ, 60-63: τηλεγράφημα προς Palairet, 18 Δεκεμβρίου 1940.Τηλεγράφημα Sir Miles Lampson “από τον στρατηγό Catroux προς τον στρατηγό de Gaulle”, 13 Δεκεμβρίου 1940. Σχέδιο τηλεγραφήματος προς Sir Miles Lampson “προς τον στρατηγό Catroux”,19 Δεκεμβρίου 1940.

²⁷ “Les FFL dans les Balkans”, France, 8 Απριλίου 1940.

²⁸ “Les FFL désirent combattre en Grèce?”, France, 16 Απριλίου 1940.

²⁹ René Cassin, Les hommes partis de rien, Παρίσι, Plon, 1974, σ. 265.

³º Jean Lacouture, De Gaulle, τ. 1, Le rebelle, Παρίσι, Seuil, 1984, σ. 465. Αόριστες αναφορές υπάρχουν και στα Mémoires de guerre.

³¹ LNC, 281.

³² Les Voix de la Liberté, σ. 207.

³³ L. H. Lyautey, Lettres de jeunesse, Παρίσι, Grasset, 1942, σ. 178-179, επιστολή της 13ης Ιουνίου 1893.

³⁴ Roger Milliex, Á l’ écoute du peuple grec, 1940-1944, Παρίσι, Beffroi, 1946, όπου αναφορά στον Charles Péguy και τις αιώνιες ελληνικές αρχές και αξίες.

³⁵ La Voix de la Liberté, σ. 132.

³⁶ Εκπομπή του Pierre Bourdan, 5 Νοεμβρίου 1940.

³⁷ Εκπομπή του Pierre Labarthe, 1η Δεκεμβρίου 1940.

³⁸ “La leçon de la Grèce”, 5 Νοεμβρίου 1940.

³⁹ Εκπομπές του BBC, 24, 28 και 30 Απριλίου 1941.

⁴º Ένα άλλο ανέκδοτο κυκλοφόρησε την ίδια εποχή στο άγρια δοκιμαζόμενο από αεροπορικούς βομβαρδισμούς Λονδίνο: “Μεγάλη ησυχία απόψε! Ούτε μια βόμβα! Φαίνεται πως είναι η σειρά της ιταλικής πολεμικής αεροπορίας”. Αναφέρεται στο André Gillois, Histoire secrète des Français libres à Londres de 1940 à 1944, Παρίσι, Hachette, 1973, από την εφημερίδα France της 2ας Νοεμβρίου 1940.

⁴¹ BBC, 14 Μαρτίου 1941.

⁴² Στην εξύμνηση του ηρωισμού των Ελλήνων είναι επίσης αφιερωμένες και οι γαλλόφωνες εκπομπές του BBC των 6 Νοεμβρίου, 2,3,6,7,22 Δεκεμβρίου 1940, 14 Ιανουαρίου, 29 Μαρτίου, 8 και 30 Απριλίου 1941.

⁴³ BBC, 28 Οκτωβρίου 1940.

⁴⁴ BBC, “La leçon de la Grèce”, 5 Νοεμβρίου 1940. Βλ. επίσης την εκπομπή του Maurice Schumann “Vive la Grèce”, BBC, 23 Απριλίου 1941.

⁴⁵ BBC, 1η Δεκεμβρίου 1940.

⁴⁶ BBC, 30 Απριλίου 1941.

⁴⁷ René Cassin, Les hommes partis de rien, Παρίσι, Plon, 1974, σ. 265.

⁴⁸ Tereska Torrès, Les années anglaises, Παρίσι, Seuil, 1981, σ. 76-77, 79.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Frédéric Guelton: O λοχαγός de Gaulle και το Πολωνικό Ζήτημα (1919-1921)

130 χρόνια από τη γέννηση, 50 χρόνια από τον θάνατο του Charles de Gaulle 

Frédéric Guelton 

λοχαγός de Gaulle και το Πολωνικό Ζήτημα 

 (1919 – 1921) 

 

Οι δυο επισκέψεις του λοχαγού de Gaulle στην Πολωνία (Απρίλιος 1919-Μάιος 1920, Ιούνιος 1920-τέλος Ιανουαρίου 1921) είναι σχεδόν άγνωστες και φαίνονται ασήμαντες για έναν αξιωματικό, ο οποίος μόλις είχε βιώσει το δράμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Κι όμως, ένας απλός αριθμητικός υπολογισμός αρκεί για να διαπιστώσουμε ότι οι δυο παραμονές του Charles de Gaulle στην Πολωνία ισοδυναμούν χρονικά με την παρουσία του, κατά τη διάρκεια του πολέμου, στην πρώτη γραμμή του μετώπου (18 και 19 μήνες αντίστοιχα). Επιπρόσθετα, στην χρονολογική προσέγγιση του μακρού και πολυτάραχου βίου του είναι η πρώτη φορά που ο ιστορικός ερευνητής διαθέτει αφθονία υλικού, προερχομένου από άμεσες και έμμεσες πηγές.

Από τις έμμεσες πηγές¹ που σκιαγραφούν το ευρύτερο πλαίσιο, εντός του οποίου λαμβάνουν χώρα οι δυο επισκέψεις, μεγάλης σημασίας αποδεικνύονται τα αρχεία της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής στην Πολωνία (Μission militaire française en Pologne – MMFP) υπό τη διαδοχική διοίκηση των στρατηγών Henrys και Niessel, τα αρχεία του οργανωμένου στη Γαλλία πολωνικού στρατού (Αrmée polonaise organisée en France – APOF), επικεφαλής του οποίου ανέλαβαν αρχικά ένας Γάλλος (στρατηγός Archinard) και κατόπιν ένας Πολωνός (στρατηγός Haller) αξιωματικοί, τα αρχεία της αποστολής Weygand στη Βαρσοβία (Ιούλιος-Αύγουστος 1920), τέλος, τα γαλλικά αρχεία, τα οποία αναφέρονται στον πόλεμο της Πολωνίας με τους μπολσεβίκους.

Σε ό,τι αφορά τον ίδιο τον de Gaulle, έχουν διασωθεί 37 επιστολές, τις οποίες απηύθυνε προς τους γονείς του στο χρονικό διάστημα 21 Ιανουαρίου 1919 – 3 Ιουλίου 1920, τρεις άλλες επιστολές διοικητικού χαρακτήρα, τα κείμενα των ομιλιών του προς τους Πολωνούς μαθητευόμενους αξιωματικούς και προς τους Γάλλους αξιωματικούς, οι οποίοι υπηρετούσαν στη Βαρσοβία, η έκθεση που ο ίδιος συνέταξε στο τέλος Αυγούστου 1920 για την Ομάδα Στρατιών Κέντρου, τέλος, η μελέτη του με αντικείμενο τον πολωνικό στρατό, η οποία ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1921.² Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου χρησιμοποιήθηκε επίσης το ημερολόγιο, το οποίο ο λοχαγός de Gaulle τήρησε από την 1η έως την 26η Ιουλίου 1920. Το εν λόγω ημερολόγιο δημοσιεύτηκε ανώνυμα τον Νοέμβριο 1920 στο περιοδικό Revue de Paris με τίτλο: “H μάχη του Βιστούλα, σημειώσεις εκστρατείας ενός Γάλλου αξιωματικού”.³ Χρήσιμη, επίσης, αποδείχτηκε η μαρτυρία του Πολωνού λοχαγού Medwecki, ο οποίος εκτελούσε χρέη διερμηνέα πλησίον του de Gaulle καθόλη τη διάρκεια της πρώτης παραμονής του τελευταίου στην Πολωνία. Η μαρτυρία αυτή δημοσιεύτηκε από τον André Frossard στην έκδοση En ce temps là de Gaulle.⁴ Αποτελεί τεκμήριο υψίστης σημασίας για την περίοδο, κατά την οποία ο de Gaulle δίδασκε ως εκπαιδευτής και ως διευθυντής σπουδών. Έτσι άλλωστε εξηγείται η ευρεία χρήση της έκτοτε, από τους βιογράφους του μετέπειτα στρατηγού.⁵

Ο de Gaulle (δεξιά) σε στρατόπεδο αιχμαλώτων της Βαυαρίας κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η συμπερίληψη των παραπάνω πηγών εντάσσεται στο επίκεντρο του σκεπτικού του παρόντος άρθρου. Το ιστορικό πλαίσιο είναι εκείνο των δυο ιδιαίτερα κρίσιμων στιγμών, τις οποίες η Πολωνία βιώνει ανάμεσα στα τέλη του 1918 και τις αρχές του 1921: 1) την αναγέννησή της ως ανεξάρτητο κράτος έπειτα από τρεις διαδοχικούς διαμελισμούς του 18ου αιώνα και 2) τον πόλεμο με τους μπολσεβίκους όπου συγκρούονται δυο ανταγωνιστικές κοσμοαντιλήψεις, ή καλύτερα, δυο αντίπαλοι εθνικισμοί και που τερματίζεται με την υπογραφή της συνθήκης της Ρίγας. Τότε επαναχαράσσονται τα ανατολικά σύνορα της Πολωνίας.

Η “πολωνική” περιπέτεια του λοχαγού de Gaulle ξεκινά στις 20 Ιανουαρίου 1919 με την άφιξή του στον σιδηροδρομικό σταθμό του Saint-Maixent. Η κωμόπολη αυτή εδώ και πολλά χρόνια λειτουργεί ως έδρα μιας σχολής πεζικού όπου ο νεαρός λοχαγός επρόκειτο να παρακολουθήσει μια σειρά ειδικών μαθημάτων για την αποκατάσταση των αξιωματικών που μόλις είχαν επιστρέψει από μακρά περίοδο αιχμαλωσίας. Πέραν από τη μελαγχολία του συγκεκριμένου μέρους, “Το Saint- Maixent είναι μια τρύπα (…)” ⁶ τα μαθήματα που παρακολουθεί καθώς και η εν γένει εγκατάστασή του εκεί, τον ικανοποιούν. “Αισθάνομαι να ανακάμπτω από πλευράς ηθικού (…)” εκμυστηρεύτηκε σε επιστολή προς τη μητέρα του τέσσερις, μόλις, ημέρες έπειτα από την άφιξή του.⁷ Ωστόσο, οι 32 μήνες αιχμαλωσίας έχουν αφήσει το στίγμα τους στην ομαλή εξέλιξη της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας. Μόνος τρόπος να καλύψει την καθυστέρηση, να αποκτήσει γαλόνια και γιατί όχι, να αποσπάσει παράσημα και εύφημη μνεία, είναι η συμμετοχή σε πολεμικές επιχειρήσεις.⁸ Ταυτόχρονα, μια επάνοδος σε ενεργό δράση του είδους αυτού θα του επέτρεπε να προετοιμαστεί καλύτερα για τις εισαγωγικές εξετάσεις στην Ανωτάτη Σχολή Πολέμου, οι οποίες πλησίαζαν. Τέλος, η μακροχρόνια αιχμαλωσία του τον έκανε να αισθάνεται αποστροφή έναντι της καθημερινότητας του στρατοπέδου. Ήθελε να ξεχωρίσει από τη “θλιβερή μετριότητα”⁹ της πλειοψηφίας των ασκουμένων υπαξιωματικών της σχολής του Saint-Maixent. Επρόκειτο για ένα περιβάλλον, το οποίο δεν ενέπνεε τίποτα παραπάνω από μια μια καθημερινότητα δίχως εκπλήξεις, τόσο κοινή στα στρατόπεδα της γαλλικής επαρχίας.

Οι ευκαιρίες για ανάληψη δράσης δεν έλειπαν στις αρχές του 1919. Την εποχή εκείνη, τα γαλλικά στρατεύματα είχαν εμπλακεί σε εκτεταμένα επιχειρησιακά θέατρα εκτός μητροπολιτικού εδάφους. Είναι παρόντα σε όλα σχεδόν τα κράτη που προέκυψαν από τη διάλυση της ρωσικής, της γερμανικής, της αυστροουγγρικής και της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Την προσοχή του de Gaulle αποσπούν τα δυο σημεία εκείνα όπου η γαλλική στρατιωτική παρουσία είναι ισχυρότερη από οπουδήποτε αλλού: η Πολωνία και τα Βαλκάνια.

Henri de Gaulle και Jeanne Maillot, οι γονείς του νεαρού λοχαγού.

Ο Charles de Gaulle επιλέγει τελικά την Πολωνία. Στις αρχές του 1919 απευθύνει προς το γραφείο σλαβικών υποθέσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού ένα “αίτημα για άμεση μετάθεση στις τάξεις του πολωνικού στρατού”.¹º Η αίτηση απορρίφθηκε επειδή είχε παρακάμψει την καθιερωμένη ιεραρχία. Η εξέλιξη αυτή τον έπεισε, στις 28 Ιανουαρίου, να απευθυνθεί προσωπικά προς τον στρατηγό Archinard, αρχηγό της γαλλο-πολωνικής Στρατιωτικής Αποστολής, ζητώντας την υποστήριξή του: “(…) Ακολουθώντας οδηγίες προερχόμενες από το Γραφείο Σλαβικών Υποθέσεων του Υπουργείου Στρατιωτικών, περιορίστηκα στο να ζητήσω την έγκριση της αίτησης μου από εσάς τον ίδιο καθώς και από τον στρατηγό HALLER και ακολούθως να την καταθέσω στο εν  λόγω γραφείο (…) Ωστόσο, η διεύθυνση του 1ου Γραφείου του Υπουργείου επέστρεψε σε εμένα τον ίδιο την αίτηση με τη δικαιολογία ότι δεν είχε υποβληθεί μέσω της προβλεπόμενης ιεραρχίας…(…) Έχω την τιμή να ζητήσω την ευγενή παρέμβασή σας, ικανή από μόνη της να επιταχύνει την επίλυση του προβλήματος”.¹¹ Πληροφορούμενος την ίδια στιγμή τη δημοσιοποίηση μιας ανακοίνωσης για άμεση κατάταξη στο δυναμικό της Στρατιάς της Ανατολής με έδρα την Θεσσαλονίκη, ο de Gaulle δεν διστάζει ούτε λεπτό: “Έδωσα αμέσως το όνομά μου και μάλιστα με χαρά. Όπως σας έχω ήδη επισημάνει, επέλεξα τον πολωνικό στρατό ως το μικρότερο κακό για να συμμετάσχω σε πολεμικές επιχειρήσεις. Εάν όμως παρουσιαστεί μπροστά μου η ευκαιρία να δραστηριοποιηθώ μαζί με Γάλλους συμπατριώτες μου, τότε σπεύδω να προτάξω την επιλογή αυτή έναντι οιασδήποτε άλλης” έγραφε προς τη μητέρα του στις 11 Φεβρουαρίου.¹² Ούτε αυτή η προσπάθεια έμελλε να καρποφορήσει.

Τελικά, τον Απρίλιο του 1919, ο de Gaulle τοποθετήθηκε με τον βαθμό του λοχαγού στο δυναμικό της επονομαζόμενης “Κυανής Στρατιάς”, με άλλα λόγια του αυτόνομου πολωνικού στρατού, ο οποίος είχε συγκροτηθεί στη Γαλλία από τον Ιούνιο του 1917 και που τώρα είχε αρχίσει να μεταφέρεται κατά τμήματα στην Πολωνία.¹³ Η Κυανή Στρατιά αριθμούσε 70.000 άνδρες, εκ των οποίων 6.000 περίπου Γάλλους. Σε ένα αρχικό στάδιο, τη διοίκηση ασκούσε ο Γάλλος στρατηγός Louis Archinard. Τον Οκτώβριο του 1918 πέρασε υπό πολωνική διοίκηση με την τοποθέτηση του στρατηγού Józef Haller von Hallenburg. Με βάση τις διατάξεις των σχετικών συμφωνιών που  είχαν συνομολογηθεί τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1919 ανάμεσα στις δυο χώρες, αποστολή των Γάλλων, οι οποίοι υπηρετούσαν στις τάξεις της ήταν “η παροχή κάθε βοήθειας προς το πολωνικό κράτος με σκοπό την ελεύθερη συγκρότησή του κάτω από συνθήκες απόλυτης  ασφάλειας έναντι εχθρικών εξωτερικών παρεμβάσεων που ήταν πιθανό να εκδηλωθούν στα σύνορά του”. Την ίδια στιγμή εγκαταστάθηκε στη Βαρσοβία μια αμιγώς γαλλική Στρατιωτική Αποστολή με επικεφαλής τον στρατηγό Henrys.¹⁴ Κατά τη διάρκεια της πρώτης του παραμονής στην Πολωνία, ο λοχαγός de Gaulle ήταν αποσπασμένος στους κόλπους της τελευταίας.

Οι στρατηγοί Louis Archinard και Józef  Haller, αρχηγοί της πολωνικής Κυανής Στρατιάς (από το χρώμα των στολών γαλλικής προέλευσης), η οποία συγκροτήθηκε αρχικά ως Οργανωμένος στη Γαλλία Πολωνικός Στρατός (ΑPOF) και κατόπιν ως  Αυτόνομος Πολωνικός Στρατός (APA).

Οι Γάλλοι και η αναγέννηση της Πολωνίας      

Όταν τον Νοέμβριο του 1918 τερματίζονται οι εχθροπραξίες στη Δύση, η Πολωνία υφίσταται εκ νέου, μέσα όμως σε ασταθή σύνορα. Η χώρα έχει εξαντληθεί από τον πόλεμο. Περίπου το ένα πέμπτο της εθνικής κληρονομιάς, των υλικών αγαθών και των κεφαλαίων έχει καταστραφεί.¹⁵ Η ανεξαρτησία της Πολωνίας, την οποία με τόση θέρμη διεκδίκησε ο πολωνικός λαός, συμπεριέλαβε ο Woodrow Wilson στα περίφημα Δεκατέσσερα Σημεία και υποστηρίχθηκε από τα κράτη της Συνεννοήσεως, έλαβε χώρα στις 7 Οκτωβρίου 1918. Λίγο αργότερα, στις 9 Οκτωβρίου, ο Józef Piłsudski εγκατέλειψε το φρούριο του Μαγδεμβούργου όπου βρισκόταν έγκλειστος, και μετέβη στη Βαρσοβία, όπου ο κόσμος του επιφύλαξε υποδοχή εθνικού ήρωα. Στις 14, το Συμβούλιο της Αντιβασιλείας του μεταβίβασε το σύνολο των πολιτικών και στρατιωτικών του εξουσιών. Στις 22, ο Piłsudski ανακήρυξε την Πολωνική Δημοκρατία.¹⁶ Ωστόσο, στη Βαρσοβία μέσα στους δρόμους της οποίας σημειώνονταν συγκρούσεις ανάμεσα στους συντηρητικούς του Roman Dmowski και τους σοσιαλιστές του Piłsudski, η πολιτική κατάσταση ήταν ρευστή.¹⁷

Μια εύθραυστη ισορροπία επιτεύχθηκε τον Ιανουάριο του 1919 με την άφιξη στην πολωνική πρωτεύουσα του διεθνούς φήμης πιανίστα Ignacy Jan Paderewski,¹⁸ ο οποίος ανέλαβε ταυτόχρονα πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών στους κόλπους μιας κυβέρνησης συνασπισμού.¹⁹ Όμως, οι όροι της Συνθήκης Ειρήνης δεν ικανοποίησαν τους Πολωνούς. “Η τελική πράξη των Βερσαλλιών υπαγορεύτηκε στους νικητές Πολωνούς με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίον επιβλήθηκε στους ηττημένους Γερμανούς” αναφώνησε ο Stanisław Głąbiński, μέλος της πολωνικής αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις.²º Είναι γεγονός πως οι Σύμμαχοι, διχασμένοι ως προς το Πολωνικό Ζήτημα, απέφυγαν να διαχωρίσουν τη χώρα από το αβέβαιο μέλλον της μπολσεβικικής Ρωσίας. Από την άλλη πλευρά, οι σχέσεις του Piłsudski μαζί τους ήταν κακές.²¹ Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν ο τελευταίος απέρριψε τις προτάσεις της διασυμμαχικής επιτροπής υπό τον Νοτιοαφρικανό στρατηγό Botha, για διακοπή των εχθροπραξιών μεταξύ Πολωνών και Ουκρανών. Έναντι των Σοβιετικών, η Πολωνία βρισκόταν εκ των πραγμάτων σε καθεστώς πολέμου, παρά το γεγονός ότι στις 29 Αυγούστου 1918 είχε καταφέρει να αποσπάσει μια επίσημη αναγνώριση από αυτούς. Οι όροι της ανακωχής της Rethondes ανάμεσα στη Γερμανία και τους Συμμάχους δεν κατάφερε να αμβλύνει το πρόβλημα. Αντίθετα, το διόγκωσε. Η απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από τα εδάφη, τα οποία κατείχε ανάμεσα στον Βοθνιακό Κόλπο (Βαλτική) και την Αζοφική Θάλασσα, δημιούργησε ένα τεράστιο κενό που οδήγησε σε σύγκρουση τους δυο λαούς, Ρώσους και Πολωνούς, εξαιτίας της παντελούς έλλειψης μιας οροθετικής γραμμής ανάμεσά τους.

Οι πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια στον Κόκκινο Στρατό ξεκίνησαν κατά μήκος του λιθουανο- λευκορωσικού μετώπου.²² Στις 21 Απριλίου 1919 τα πολωνικά στρατεύματα εισήλθαν στο Βίλνιους. Επεκτείνοντας την προέλασή τους εντός του εδάφους της Λευκορωσίας, κατέλαβαν και το Μινσκ. Άλλες πολωνικές δυνάμεις μάχονταν την ίδια στιγμή στη Βολυνία και στη Γαλικία. Το μέτωπο εκτεινόταν πλέον εντός του ουκρανικού εδάφους, κατά μήκος του άξονα Polock-Brzesc- Barysox-Zaslaw-Zbrucz.²³ Ο Piłsudski στόχευε στη δημιουργία μιας ομοσπονδίας μεταξύ Ουκρανίας, Λευκορωσίας και Λιθουανίας κάτω από τη δική του ηγεμονία. Εκτιμούσε πως αυτός ήταν ο αποτελεσματικότερος προσφερόμενος τρόπος προκειμένου να ανακόψει τη ρωσική επιρροή, κομμουνιστική είτε λευκή, και να εξασφαλίσει στην Πολωνία τα ανατολικά σύνορα που δικαιούνταν.²⁴

Η γεωπολιτική οπτική του Pilsudski προσέκρουε επάνω σε δυο εμπόδια μείζονος σημασίας. Από Ανατολάς, οι ιθύνοντες της σοβιετικής Ρωσίας οραματίζονταν την παγκόσμια επανάσταση. Προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους υποδαύλιζαν εξεγέρσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη και ειδικότερα στη Γερμανία. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Troski, η Πολωνία του Piłsudski δεν ήταν παρά ένα καθεστώς “καταστολής και διώξεων κάτω από τον μανδύα μεγαλόστομων πατριωτικών διακηρύξεων και ηρωικών ασμάτων”.²⁵ Η ειρήνη με την Πολωνία αποδείχτηκε εφήμερη. Οφειλόταν εξ ολοκλήρου στις μεγάλες απειλές, τις οποίες η σοβιετική ηγεσία καλούνταν να διαχειριστεί τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Από Δυσμάς, οι Σύμμαχοι, οι οποίοι εξέθεταν τις απόψεις τους μέσω της Επιτροπής πολωνικών υποθέσεων στους κόλπους της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης, επιθυμούσαν να περιορίσουν την εδαφική επέκταση της Πολωνίας στις μόνες αμιγώς πολωνικές περιοχές. Ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Georges Clemenceau, μιλώντας στις 8 Δεκεμβρίου 1919 εξ ονόματος της Επιτροπής, προσδιόρισε τα ανατολικά σύνορα της Πολωνίας κατά μήκος της γραμμής Grodno, Valovska, Nemurov, Brest-Litovsk και ανατολικά του Przemysl.²⁶

Εδαφικές αναπροσαρμογές της Πολωνίας.

Έτσι έχει το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο όταν η γαλλική Στρατιωτική Αποστολή υπό τον στρατηγό Henrys και διαθέτοντας στις τάξεις της τον λοχαγό de Gaulle, κατέφτασε στην Πολωνία εγκαινιάζοντας τις εργασίες της στη Βαρσοβία, αλλά και στο σύνολο της επικράτειας. Εστίασε τη δραστηριότητά της γύρω από τρεις κεντρικούς άξονες: αναδιοργάνωση του πολωνικού στρατού, εξοπλισμό και εκπαίδευση. Ο τελευταίος υπήρξε και ο τομέας εκείνος, προς τον οποίο ο λοχαγός de Gaulle επιδόθηκε με αξιοσημείωτη ευσυνειδησία.

Η αναδιοργάνωση του πολωνικού στρατού έγινε με βάση το γαλλικό πρότυπο.²⁷ Σε ένα δεύτερο στάδιο, η Στρατιωτική Αποστολή ανέλαβε να καλύψει τις ανάγκες σε επίπεδο εξοπλισμού. Ο πολωνικός στρατός στερείτο σχεδόν τα πάντα. Τα λίγα, τα οποία διέθετε, ήταν τόσο ετερόκλιτα, με αποτέλεσμα ο στρατηγός Henrys να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ανάληψη μιας εκστρατείας κατά των μπολσεβίκων φάνταζε πρακτικά αδύνατη, τουλάχιστον ως προς το εγγύς μέλλον.²⁸ Τέλος, η αποστολή μερίμνησε για την ίδρυση ενός πλήρους συνόλου σχολών, κέντρων εκπαίδευσης και εξειδικευμένων παραδόσεων. Εντός του 1919 μόνο ιδρύθηκαν 16 στρατιωτικές σχολές, από τη σχολή του Γενικού Επιτελείου στη Βαρσοβία έως εκείνη του Πεζικού, με έδρα το Rembertów όπου ο λοχαγός de Gaulle αποσπάστηκε με την ιδιότητα του εκπαιδευτή. Υπολογίζεται πως μεταξύ των μηνών Ιουνίου 1919 και Μαΐου 1920 τελειοποιήθηκε η εκπαίδευση άνω των 1 200 Πολωνών αξιωματικών χάρη στις προσπάθειες των συναδέλφων τους μελών της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής.

 

Ο λοχαγός Charles de Gaulle, εκπαιδευτής στη Σχολή Πεζικού του Rembertów     

Το διάρκειας μιας εβδομάδας σιδηροδρομικό ταξίδι μέσω Γερμανίας, άφησε ανάμεικτες εντυπώσεις στον de Gaulle: “(…) όπως αναμέναμε, γίναμε δεκτοί με ενθουσιασμό. Μόνο που ο δικός μας συρμός ήταν ο τριακοστός στη σειρά κι ενώ ο μέσος όρος λειτουργίας του δικτύου είναι δέκα συρμοί την ημέρα. Εξαιτίας αυτού, δεν εισήλθαμε στη Βαρσοβία ως θριαμβευτές. Αντ’ αυτού, προωθηθήκαμε έως το Modlin, (το Nowa Georgienwsk των Ρώσων), καμιά τριανταριά χιλιόμετρα μακρυά από την πρωτεύουσα. Το Modlin είναι μια γιγάντια οχυρή θέση που βρέχεται από έναν παραπόταμο του Βιστούλα και αποτελείται από ένα είδος μεγάλου χωριού για τους πολίτες και αμέτρητους στρατώνες, πυροβολεία και οχυρώσεις για τους στρατιωτικούς. Σε αυτό το μέρος μας εγκατέστησαν προσωρινά. Καθώς μάλιστα τα πάντα είναι ερειπωμένα και δίχως έπιπλα έπειτα από τόσες επιδρομές Ρώσων, Γερμανών και Εβραίων, απουσιάζουν ακόμη και τα στοιχειώδη. Κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται να παραμείνουμε εδώ για πολύ καιρό”.²⁹

Το φρούριο του Modlin πάνω στον Νάρεβ, παραπόταμο του Βιστούλα.

Έχοντας μεταβεί στην Πολωνία για να αφιερωθεί στην εκπαίδευση των αξιωματικών του υπό διαμόρφωση πολωνικού στρατού, ο de Gaulle έπιασε αμέσως δουλειά. Στην πρώτη του επιστολή εκφράζεται γι’ αυτό το θέμα με έναν καρτεσιανό ενθουσιασμό, ο οποίος, ωστόσο, έμελλε να είναι σύντομης διάρκειας: “Εντός των δέκα επομένων ημερών πρόκειται να υποδεχτούμε τους μαθητές μας, δηλαδή μια ολόκληρη πολωνική μεραρχία σε πλήρη σύνθεση, την οποία καλούμαστε να αναμορφώσουμε μέσα σε δυο μήνες. Οι αξιωματικοί πρόκειται να παρακολουθήσουν θεωρητικά μαθήματα για τους κανονισμούς, τα δόγματα και τις πολεμικές μας μεθόδους. Κατόπιν, τα στελέχη αυτά θα εκπαιδεύσουν τους υφισταμένους τους με σκοπό να τους καταστήσουν ικανούς υπαξιωματικούς και δεκανείς. Οι πάντες θα είναι εκπαιδευμένοι από Γάλλους αξιωματικούς σύμφωνα με τα γαλλικά πρότυπα. Σε μένα αναλογούν μαθήματα, τα οποία προορίζονται για τους αξιωματικούς. Σε δυο μήνες η μεραρχία θα έχει αναμορφωθεί και θα βρίσκεται σε θέση να αναλάβει δράση. Θα αντικατασταθεί από μια άλλη και ούτω καθεξής”.³º

Την κατάσταση αυτή διαδέχεται μια περίοδος ανεξήγητης και εκνευριστικής αδράνειας. Η κριτική του de Gaulle στρέφεται τότε κατά της Πολωνίας και των Πολωνών.³¹ Για να μην αξιοποιούν την παρουσία των Γάλλων εκπαιδευτών σημαίνει πως δεν τους έχουν ανάγκη. Ενδεχομένως να μην έχουν καν ανάγκη από ύπαρξη στρατού. Ο Αυτόνομος Πολωνικός Στρατός του στρατηγού Haller, με τις άρτια οργανωμένες και εξοπλισμένες 5 μεραρχίες που διέθετε, φαίνεται πως αρκούσε στα μάτια της πολωνικής κοινής γνώμης. Μιας κοινής γνώμης, η οποία είχε απολέσει την αίσθηση του κράτους εξαιτίας άνω του ενός αιώνα καταπίεσης που είχε υποστεί. Πόσο μάλλον που οι προερχόμενοι από τις τάξεις του γερμανικού, αυστριακού και ρωσικού στρατού Πολωνοί αξιωματικοί ή ακόμα και οι Λεγεώνες των εθελοντών του Piłsudski, αντιμετώπιζαν με καχυποψία τους Γάλλους εκπαιδευτές. Τους θεωρούσαν υπερόπτες εξαιτίας της επικράτησής τους στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και μόλις που ανέχονταν την κηδεμονία τους.

Καταστάσεις και συναισθήματα άλλαξαν εκ διαμέτρου με την άφιξη των πρώτων αξιωματικών- μαθητών μέσα στον Ιούλιο καθώς και με την έναρξη της εκπαίδευσης όχι πλέον στο Modlin, αλλά στο Rembertów, προάστιο της Βαρσοβίας. Τον αρχικό δισταγμό διαδέχτηκαν η απόλαυση της διδασκαλίας και η ικανοποίηση της σωστά διεκπεραιωθείσας δουλειάς: “(…) η Σχολή των Πολωνών αξιωματικών λειτουργεί. Το να προετοιμάσουμε, να παρουσιάσουμε και διδάξουμε όλα όσα πρέπει να τους μάθουμε απαιτεί μεγάλη προσπάθεια. Όχι όμως εις μάτην. Σιγά -σιγά η προσπάθεια αυτή αποδίδει καρπούς καθώς καταφέρνουμε να μεταλαμπαδεύσουμε σε αυτόν τον νεότευκτο στρατό τα δόγματα και τις μεθόδους του δικού μας παλαιού και νικηφόρου στρατού. Σε καθαρά προσωπικό επίπεδο, μέσω της όλης διαδικασίας μαθαίνω πολλά πράγματα, τα οποία θα μου αποβούν χρήσιμα  για τις επικείμενες εισαγωγικές εξετάσεις στη Σχολή Πολέμου”.³²

Γάλλοι εκπαιδευτές στο Rembertów τον Απρίλιο του 1921.

Πρωταρχικός στόχος της Σχολής Πεζικού ήταν η συμβολή στη δημιουργία ενός ομοιογενούς πολωνικού στρατού. Ταυτόχρονα, η καθιέρωση μιας γαλλικής παράδοσης στις τάξεις του τελευταίου με τη χρήση, πέραν όλων των προαναφερθέντων στην παραπάνω επιστολή, της γαλλικής γλώσσας ως μέσου επικοινωνίας. “Κάθε προσπάθειά μας, Κύριοι, συνιστά λίγο παραπάνω δόξα για την αιώνια Γαλλία”, δήλωσε ο de Gaulle εμφατικά, ολοκληρώνοντας μια ομιλία του με θέμα την Γαλλο-πολωνική συμμαχία ενώπιον των μελών της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής.³³ Ως προς το ζήτημα της ετερογένειας του επιπέδου των αξιωματικών-σπουδαστών, η διαπίστωσή του ήταν πως διανοητικά και τεχνικά πλησιέστεροι προς τους Γάλλους εκπαιδευτές έδειχναν όσοι προέρχονταν από τις τάξεις του γερμανικού αυτοκρατορικού στρατού. Το επίπεδο εκείνων που υπηρέτησαν στον αυστριακό στρατό ήταν επίσης σε γενικές γραμμές καλό παρά το γεγονός ότι “φαίνονται λιγότερο εξοικειωμένοι με τις σύγχρονες μεθόδους και, κατ’ επέκταση, με την εφαρμογή τους”.³⁴ Την τελευταία θέση στην κατάσταση αξιολόγησης καταλάμβαναν οι προερχόμενοι από τις τάξεις του ρωσικού στρατού, οι οποίοι “δεν διαθέτουν παρά μια στοιχειώδη μόνο εκπαίδευση”.³⁵ Όλοι διέθεταν έναν κοινό παρονομαστή: το σχετικά χαμηλό ηθικό, χαρακτηριστικό των μαχητών που έχουν υποστεί πρόσφατα μια στρατιωτική ήττα. Σε αντιδιαστολή με τις τρεις παραπάνω κατηγορίες, οι Πολωνοί αξιωματικοί, οι οποίοι προέρχονταν από τις τάξεις των Λεγεώνων εθελοντών του Pilsudski μπορεί μεν να μην είχαν υποστεί κανενός είδους εκπαίδευση, ωστόσο, η νεαρή τους ηλικία σε συνδυασμό με την αίσθηση ότι συνέβαλαν στην απελευθέρωση και αναγέννηση της πατρίδας, τους είχε εφοδιάσει με έναν διάχυτο ενθουσιασμό και με ένα ψηλό φρόνημα.

Σε ολόκληρο αυτό το χρονικό διάστημα ο de Gaulle διετέλεσε διαδοχικά εκπαιδευτής, διευθυντής σπουδών, από τον Δεκέμβριο δε του 1919 ανέλαβε υπεύθυνος του κύκλου παραδόσεων που απευθύνονταν στους ανώτερους αξιωματικούς. Έστω και αν εξηγείται από τις ιδιάζουσες συγκυρίες, πρόκειται περί ταχύτατης προαγωγής που λίγοι αξιωματικοί γνωρίζουν στη σταδιοδρομία τους.³⁶ Στις διαλέξεις του διαγράφονταν από τώρα δυο θέματα, στα οποία επρόκειτο να επανέλθει κατ’ επανάληψη στον υπόλοιπο βίο του: 1) Η σημασία του ηθικού ως συστατικού στοιχείου της τελικής επικράτησης ενός εθνικού στρατού και 2) το ειδικό βάρος της εθνικής ιστορίας, ως υπόβαθρου της νομιμότητας των κρατών και στοιχείου κατανόησης της γεωπολιτικής τους διαδρομής μέσα στο χρόνο. Ως προς το πρώτο από αυτά τα θέματα, οι βιογράφοι του de Gaulle παραπέμπουν εκτενώς στον André Frossard και στη μαρτυρία, την οποία κατέγραψε από  τον λοχαγό Medwecki, τον Πολωνό διερμηνέα του de Gaulle στη Σχολή του Rembertów. Συγκεκριμένα, ο τελευταίος επισημαίνει πως “από καιρού σε καιρό, ο λοχαγός de Gaulle άφηνε επί μέρους τα καθαρά επιχειρησιακής φύσεως ζητήματα και προχωρούσε σε διαλέξεις γύρω από γενικότερα θέματα. Η καλύτερη από αυτές (…) με τίτλο “Η ήττα, υπόθεση ηθικού” ήταν, πραγματικά, υψηλού επιπέδου. Βρεθήκαμε στην ανάγκη να την αναπαραγάγουμε σε πολυάριθμα αντίγραφα, καθώς όλοι οι εκπαιδευόμενοι αξιωματικοί ζητούσαν από ένα. Ο απόηχος έφτασε έως τη Βαρσοβία όπου κληθήκαμε να την επαναλάβουμε ενώπιον ενός ακροατηρίου Πολωνών και Γάλλων στρατηγών και συνταγματαρχών”.³⁷ Η μαρτυρία ολοκληρώνεται ως εξής: “Στο ποσοστό που υπάρχει ακόμη ηθικό, η επιτυχία είναι εφικτή. Από τη στιγμή, κατά την οποία το ηθικό παύει να υφίσταται, το τέλος είναι κοντά”.³⁸ Εν ολίγοις, η αποτελεσματικότητα του ξίφους εξαρτάται από την αποφασιστικότητα του χεριού που το κραδαίνει.

Η δεύτερη σημαντική διάλεξη του de Gaulle, με τίτλο “Η Γαλλο-Πολωνική Συμμαχία”, πραγματοποιήθηκε ενώπιον των αξιωματικών της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής.³⁹ Επρόκειτο ούτε λίγο ούτε πολύ για μια σύνθεση της ιστορίας της Πολωνίας από τον 10ο αιώνα κι έπειτα (“…οπότε η Πολωνία εισέρχεται πραγματικά στην Ιστορία…”) έως τις συνθήκες που έθεσαν τέλος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχοντας επιλέξει μια οπτική περισσότερο γεωστρατηγική και λιγότερο ιστορική, ο ομιλητής κατέληγε στην ανάγκη ανύψωσης ενός προστατευτικού αναχώματος έναντι της Ρωσίας προς Ανατολάς, της Γερμανίας προς Δυσμάς και της Ουγγαρίας προς Νότο: “Η θέση της Γαλλίας είναι σαφής. Την έχει εκφράσει κατ’ επανάληψη και στηρίζεται επάνω σε δυο άξονες. Προκειμένου η Πολωνία να είναι ισχυρή, οφείλει να αναδιοργανωθεί εντός των ιστορικών της συνόρων και να αποκτήσει μια στέρεη στρατιωτική και οικονομική υποδομή”. Σχετικά με την ΕΣΣΔ, οι εκτιμήσεις του de Gaulle προσλαμβάνουν προφητική σχεδόν διάσταση: “Ο μπολσεβικισμός δεν πρόκειται να παραμείνει στη Ρωσία επ’ αόριστον. Θα έρθει μια ημέρα, είναι αναπόφευκτο, που θα επανέλθει εκεί η τάξη, η δε Ρωσία, αναδιαρθρώνοντας τις δυνάμεις της, θα αρχίσει εκ νέου να κοιτάζει τριγύρω της”. Εξίσου διορατικές είναι και οι προβλέψεις του περί μιας γερμανο-σοβιετικής προσέγγισης, η οποία έμελλε να πραγματοποιηθεί δυο χρόνια αργότερα, με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης του Rapallo (16 Απριλίου 1922): “Γερμανοί και Μοσχοβίτες θα μπορούσαν κάλλιστα να επιδιώξουν να συμφωνήσουν εκ νέου μεταξύ τους…”.

Σπάνια φωτογραφία του de Gaulle με τον Πολωνό διερμηνέα Medwecki στο Rembertów, στις αρχές του 1920.

Ο στρατηγός Henrys, επικεφαλής της Στρατιωτικής Αποστολής, εντυπωσιάστηκε σε τέτοια κλιμακα από τις διαλέξεις και την εν γένει επίδοση του λοχαγού de Gaulle, που του πρότεινε να παραμείνει στο πλευρό του, στην Πολωνία. Ο de Gaulle απέρριψε την πρόταση. Άραγε, σε πόσους άλλους αξιωματικούς ο στρατηγός Henrys προέβη σε ανάλογη πρόταση; Δεν γνωρίζουμε. Είναι πάντως γεγονός πως οι 2.000 περίπου Γάλλοι αξιωματικοί που υπηρετούσαν την εποχή εκείνη στην Πολωνία, δεν αποτελούσαν την αφρόκρεμα του γαλλικού στρατού. Για ποιο λόγο ο de Gaulle απέρριψε την πρόταση; Γιατί, απλούστατα, η Πολωνία του είχε ήδη προσφέρει ό,τι ήταν σε θέση να του προσφέρει. “Ο πολωνικός στρατός βρίσκεται σε σωστό δρόμο. Εκείνο της αναδιοργάνωσης έτσι όπως την οραματιζόμουν. Καιρός είναι επομένως να δουλέψω για δικό μου λογαριασμό. Μόνο που αυτή η σκέψη δεν πρέπει να διαρρεύσει εκτός οικογενειακού κύκλου”.⁴º Είχε σημάνει η ώρα της επιστροφής στην πατρίδα και της προετοιμασίας ενόψει των εισαγωγικών εξετάσεων της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου. Γι’ αυτό και προσέβλεπε σε μια μετάθεση, η οποία θα του επέτρεπε να προετοιμαστεί καλύτερα. Κατά νου είχε τη Στρατιωτική Ακαδημία του Saint-Cyr. Μια θέση καθηγητή (και όχι εκπαιδευτή, όπως γράφει χαρακτηριστικά⁴¹) σε αυτή, θα ήταν, άνευ πάσης αμφιβολίας, ό,τι προτιμότερο. Τελικά, η τοποθέτησή του στην υπηρεσία παρασήμων του γραφείου υπουργού, στο Παρίσι, υπήρξε λιγότερο ελκυστική εξέλιξη. Έπειτα από ένα, μόλις, μήνα παραμονής στο γκρίζο και μελαγχολικό αυτό περιβάλλον, ο de Gaulle αποφάσισε να ξαναφύγει στην Πολωνία. Είναι αλήθεια πως στο μεταξύ βρισκόταν σε εξέλιξη η ένοπλη αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυνάμεις του Piłsudski και τον Κόκκινο Στρατό.

Στη διάρκεια της δεύτερης διαμονής του στην Πολωνία, ο λοχαγός de Gaulle έμελλε να βιώσει μια διπλή εμπειρία: 1) κοινωνική, καθώς ήρθε σε άμεση επαφή με τον πολωνικό λαό σε στιγμές απόγνωσης που μετεξελίχθηκαν σε γενική ευφορία και 2) στρατιωτική, από τη στιγμή, κατά την οποία αποσπάστηκε στο 3ο Γραφείο της Ομάδας Στρατιών Νότου (αργότερα Κέντρου), με ανώτατο διοικητή τον Πολωνό στρατηγό Rydz-Śmigły, όπου συμμετείχε ενεργά σε πολεμικές επιχειρήσεις, χάρη στις οποίες απέσπασε μια νέα διάκριση.

 

Η πολιτική και στρατιωτική κατάσταση στην Πολωνία το 1920 

Με την είσοδο του 1920, η κυβέρνηση του Παρισιού, απορροφημένη από τη Γερμανία, δεν επιδείκνυε ζωηρό ενδιαφέρον παρά μόνο για τις διεκδικήσεις της Πολωνίας σε βάρος της τελευταίας. Πεπεισμένη ως προς την τελική επικράτηση του αντιμπολσεβικικού στρατοπέδου στη Ρωσία, θεωρούσε υπερβολικές τις αξιώσεις των Πολωνών ανατολικά της συμφωνηθείσας γραμμής της 8ης Δεκεμβρίου 1919 [βλ. παραπάνω], τις οποίες και απέρριψε.⁴² Επιπρόσθετα, η ένταση, η οποία χαρακτήριζε την ίδια εποχή τις διμερείς γαλλο-βρετανικές σχέσεις σε διπλωματικό επίπεδο καθώς και η δύσκολη εσωτερική κατάσταση εντός της Γαλλίας, περιόριζαν δραστικά τη δυνατότητα χειρισμών της κυβέρνησης του Alexandre Millerand. Τελικά, το όλο Πολωνικό Ζήτημα αφέθηκε να μετακυλήσει στην “ευγενή φροντίδα” των Βρετανών. Με τη διαφορά ότι ο πρωθυπουργός Lloyd George δεν έκρυβε την απέχθειά του έναντι των Πολωνών. Στην ίδια την Πολωνία, ο Piłsudski συμπεριφερόταν ως “παλαιός γνώστης της τεχνικής της εξέγερσης, ο οποίος γνωρίζει αυτό που επιδιώκει και ξέρει να περιμένει την κατάλληλη ώρα”.⁴³ Απέρριπτε όλες τις προτάσεις, από όπου και αν αυτές προέρχονταν. Ακόμα καλύτερα, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί μια ευνοϊκή, προς στιγμή, συγκυρία, επιχειρώντας να αποκαταστήσει τα “ιστορικά” σύνορα του 1772 προτού ο Κομισάριος του Λαού Kamenev προλάβει να εξαπολύσει σειρά προληπτικών επιχειρήσεων σε βάρος της χώρας του. Την επομένη της αποτυχημένης έκβασης των διαπραγματεύσεων με τον Denikin και τους Σοβιετικούς, ο Piłsudski εξαπέλυσε τη δική του επίθεση εναντίον της Ουκρανίας, στις 25 Απριλίου 1920. Στόχος ήταν η εκδίωξη από εκεί του “ξένου εισβολέα”.⁴⁴ Στις 7 Μαΐου, τα πολωνικά στρατεύματα εισήλθαν στο Κίεβο. Ο Piłsudski αυτοχρίστηκε στρατάρχης και επέστρεψε στη Βαρσοβία όπου του επιφυλάχτηκε υποδοχή εθνικού ήρωα.

7 Μαΐου 1920: είσοδος του πολωνικού στρατού στο Κίεβο.

Ωστόσο, οι Σοβιετικοί, απαλλαγμένοι από την υποθήκη των Λευκών, πέρασαν ταχύτατα στην αντεπίθεση σε βάρος μιας χώρας, της Πολωνίας, η επίπεδη γεωμορφολογική ιδιαιτερότητα της οποίας, σε συνδυασμό με την παντελή απουσία κάποιου φυσικού αναχώματος, λειτουργούσε αναφανδόν υπέρ του επιτιθέμενου.⁴⁵ Η ευθύνη των επιχειρήσεων στον βόρειο τομέα του μετώπου ανατέθηκε στον στρατηγό Tukhachevsky,⁴⁶ διοικητή του δυτικού μετώπου.⁴⁷ Στο νοτιοδυτικό τομέα (Ουκρανία), ο στρατηγός Egorov⁴⁸ επιφορτίστηκε με την ανακατάληψη του Κιέβου. Τέλος, η έφοδος της 1ης Στρατιάς Ιππικού του Boudieny στόχευε στον αιφνιδιασμό των Πολωνών και στη διάσπαση των γραμμών τους.⁴⁹ Ήδη από τις 4 Ιουλίου, ο Tukhachevsky άρχισε να προελαύνει κατά μήκος του άξονα Vilnius-Minsk-Βαρσοβίας.⁵º Αντικειμενικός του στόχος ήταν “η εξουδετέρωση των πολωνικών δυνάμεων και η μεταφορά της επανάστασης προς Δυσμάς”.⁵¹ Έχοντας διασπάσει τις γραμμές του αντιπάλου, κατέλαβε το Minsk στις 11 Ιουλίου, το Grodno στις 19, το Slonim στις 22. Τίποτα δεν έδειχνε ικανό να ανακόψει την ακαταμάχητη προέλασή του προς Δυσμάς.⁵²

Την ίδια στιγμή η κατάσταση επιδεινώθηκε για τους Πολωνούς, καθώς οι κυβερνήσεις της Γερμανίας, της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας αρνήθηκαν τη διέλευση από το έδαφός τους σιδηροδρομικών συρμών γεμάτων πολεμοφόδια, με προορισμό τη Βαρσοβία. Στον λιμένα του Dantzig, την εκφόρτωση των πλοίων παρεμπόδιζε ο πολλαπλασιασμός των απεργιακών κινητοποιήσεων των εργατών.

Ο ρωσο-πολωνικός πόλεμος (1918-1920).                        

Πλήρως αποκομμένη, ευρισκόμενη στο χείλος του γκρεμού, η κυβέρνηση της Βαρσοβίας ζήτησε στις 22 Ιουλίου τη σύναψη ανακωχής. Οι Βρετανοί την προέτρεψαν να αποδεχτεί τους όρους των Σοβιετικών. Αντίθετα, οι Γάλλοι την ενθάρρυναν να συνεχίσει τον αγώνα, υποσχόμενοι σημαντική ενίσχυση σε έμψυχο υλικό και σε πολεμοφόδια. Την ίδια στιγμή, Λονδίνο και Παρίσι αποφάσισαν τη συγκρότηση μιας Μεικτής Διασυμμαχικής Αποστολής, επιφορτισμένης να “αξιολογεί και να συμβουλεύει” τις πολωνικές αρχές σε διπλωματικό και επιχειρησιακό επίπεδο και να παρέχει “υπεύθυνη πληροφόρηση” προς τις κυβερνήσεις των δυο χωρών. Στους κόλπους της εν λόγω Αποστολής, τη Μεγάλη Βρετανία εκπροσωπούσαν ο λόρδος Abenon, πρέσβυς της Α.Μ. στο Βερολίνο, ο στρατηγός Percy Radcliffe και ο Maurice Hankey, διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του πρωθυπουργού Lloyd George. Από πλευράς Γαλλίας, συμμετείχαν ο διπλωμάτης Jean-André Jusserand, πρέσβυς στην Ουάσινγκτον, ο στρατηγός Maxime Weygand, επιτελάρχης του στρατάρχη Foch και ο Alexandre de Vignon, διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του πρωθυπουργού Millerand.⁵³ Ταυτόχρονα, στις 20 Ιουλίου, οι ευρισκόμενοι στην Πολωνία Γάλλοι αξιωματικοί διατάχθηκαν να στελεχώσουν τις σημαντικότερες μονάδες του πολωνικού στρατού προκειμένου να παράσχουν συμβουλές και τεχνογνωσία προς τους Πολωνούς συναδέλφους τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο λοχαγός de Gaulle αποσπάστηκε στην Ομάδα Στρατιών Κέντρου, θέτοντας τέλος σε μια σύντομη περίοδο ενοχλητικής, από κάθε άποψη, αδράνειας, η οποία τον έκανε να εξεγείρεται.

 

 Ο λοχαγός de Gaulle στην Ομάδα Στρατιών Κέντρου 

H επάνοδος στη Βαρσοβία θυμίζει σε πολλά την άφιξη του de Gaulle στο Modlin, ένα χρόνο νωρίτερα. Κάθε στιγμής έντασης, είθισται να προηγείται μια περίοδος παρατήρησης, αυτοσυγκέντρωσης, αναμονής και στοχασμού. Πρόκειται για τη στιγμή εκείνη που ο λοχαγός αποφάσισε να καταγράψει τις εντυπώσεις του σε καθημερινή κλίμακα σε ένα κείμενο, το οποίο δημοσιεύθηκε στο Παρίσι προτού καν επιστρέψει εκεί.⁵⁴ Το σύντομο αυτό ημερολόγιο, μαζί με τις επιστολές, τις οποίες απηύθυνε προς τη μητέρα του τις λίγες αυτές εβδομάδες, είναι υποδειγματικά από διπλή άποψη. Κατά πρώτο λόγο, συνειδητοποίησε τη μεγίστη σημασία του εθνικού φρονήματος που διαπερνά τις συγκυριακές πολιτικές και ιδεολογικές δοξασίες σε μια στιγμή κοσμογονικών αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους λαούς.⁵⁵ Κατά δεύτερο λόγο, το γεγονός που τον σημάδεψε περισσότερο δεν ήταν τόσο πολύ οι αρχικές διαδοχικές αποτυχίες των Πολωνών σε επιχειρησιακό επίπεδο, όσο η απόγνωση, από την οποία διακατεχόταν ο άμαχος πληθυσμός όπως και η εγγενής αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να λειτουργήσουν με βάση έναν κοινό τόπο τη στιγμή, κατά την οποία, για μια ακόμη φορά, η πατρίδα κινδύνευε από τον Ρώσο προαιώνιο εχθρό. “Εκείνο που με ανησυχεί περισσότερο δεν είναι η υποχώρηση των πολωνικών στρατευμάτων. Είναι η απελπισία του κόσμου. Ειδικότερα τα πολιτικά κόμματα, αντί να συνασπιστούν στο πλευρό της όποιας κυβέρνησης έως το τέλος της κρίσης, αναλώνονται στο να διευρύνουν τις έριδες και τις διχόνοιες”.⁵⁶

Ρώσοι ιππείς της 1ης Στρατιάς του στρατηγού Boudieny.

Στρατωνισμένοι στη Βαρσοβία, καταδικασμένοι σε μια αδράνεια ολοένα και πιο εκνευριστική, οι Γάλλοι αξιωματικοί έδειχναν ακόμα πιο αποπροσανατολισμένοι εξαιτίας της διακοπής των μαθημάτων προκειμένου οι ομόλογοί τους Πολωνοί καταφέρουν να ενταχθούν στις μονάδες της πρώτης γραμμής. “(…) Όλοι εμείς οι αξιωματικοί της Στρατιωτικής Αποστολής παρακολουθούμε με έκδηλο ενδιαφέρον τα αποφασιστικά γεγονότα που εκτυλίσσονται εδώ. Η καρδιά μας σφίγγεται επειδή δεν μπορούμε να συμμετάσχουμε ενεργά σε αυτά”.⁵⁷ Εν συνεχεία, ο Charles de Gaulle εξανίσταται: “Δεν παύω να σκέπτομαι τους γενναίους αξιωματικούς που παρακολούθησαν τις παραδόσεις μας στη Σχολή Πεζικού του Rembertów, πολλοί εκ των οποίων γνωρίζω ότι έχασαν τη ζωή τους. Πόσο αντίθετο με τη γαλλική παράδοση είναι να παραμένει κανείς αδρανής όταν δίπλα του μαίνονται οι μάχες!”.⁵⁸ Ωστόσο, δεν μπορούσε να παραβεί τις εντολές της κυβέρνησης του Παρισιού. Η Γαλλία, μοναδική χώρα, η οποία στήριζε έμπρακτα τους Πολωνούς, δεν βρισκόταν σε εμπόλεμο καθεστώς με την μπολσεβικική Ρωσία. Όμως, η φρενήρης προέλαση του χαρισματικού Tukhachevsky μέσα από τις τεράστιες ελώδεις εκτάσεις εκατέρωθεν του ποταμού Pripyat (“η μοίρα της παγκόσμιας επανάστασης κρίνεται στη Δύση. Η διαδρομή της φωτιάς περνά πάνω από το πτώμα της Πολωνίας ”) ήταν τέτοια, που προκάλεσε ανησυχία στη γαλλική πρωτεύουσα. Καθώς ο κλοιός έσφιγγε επικίνδυνα γύρω από τη Βαρσοβία και απειλείτο η ίδια η ύπαρξη της νεαρής Πολωνίας, οι Γάλλοι αξιωματικοί διατάχτηκαν να στελεχώσουν τις μεγάλες μονάδες του πολωνικού στρατού, με ρητή εντολή να αποφύγουν την ενεργό συμμετοχή στις εχθροπραξίες.

Οι αξιωματικοί πανηγύριζαν. Ο de Gaulle γράφει σχετικά: “Η στιγμή που όλοι περιμέναμε έφτασε επιτέλους. Η γαλλική κυβέρνηση δίνει την άδεια στους αξιωματικούς της να συνδράμουν άμεσα στην υπεράσπιση του πολωνικού εδάφους. Ο στρατηγός Henrys δεν περιμένει επιβεβαίωση της διαταγής. Το ίδιο βράδυ αναχωρεί για το μέτωπο, αφού προηγουμένως έχει διαπιστεύσει τον καθένα από εμάς στις κυριότερες μονάδες. Ανήκω στους τυχερούς. Συνοδεύω τον στρατηγό B[ernard], ο οποίος πρόκειται να παράσχει συμβουλές στο νότιο τομέα του μετώπου. Διοικητής του τομέα είνα ο στρατηγός R[ydz]Ś[migły]. Είναι νέος (32 μόλις ετών). Πριν από τον πόλεμο είχε ξεκινήσει μια σταδιοδρομία ζωγράφου. Από τους έμπιστους υπαρχηγούς του Piłsudski, δρέπει σήμερα τους καρπούς των μόχθων του. Είναι άνθρωπος με κοινή λογική και αυτοπεποίθηση. Όποτε συνδιαλέγεται με τον στρατηγό Β…, βλέπω μπροστά μου την προσέγγιση ανάμεσα στους δυο στρατούς, τους οποίους εκπροσωπούν. Τον πολωνικό, νέο, γεμάτο δυναμισμό, λιγότερο έμπειρο και τον δικό μας, εξοικειωμένο με κάθε είδος πολέμου, συνηθισμένο να ενεργεί μεθοδικά και να μην αφήνει τίποτα στην τύχη. Από τη συνεργασία των δυο αυτών αρχηγών δεν μπορεί παρά να προκύψει όφελος. Αυτή είναι η πεποίθηση όλων μας. Η μεγαλύτερη ικανοποίηση για τους Γάλλους αξιωματικούς θα είναι να δουν την εμπιστοσύνη να αποκαθίσταται παντού όπου έκαναν αισθητή την παρουσία τους. Και την έκαναν αισθητή σε όλους τους τομείς”.⁵⁹

 

O στρατάρχης Józef Piłsudski (αριστερά) συνομιλεί με τον στρατηγό Edward Rydz-Śmigły.                          

Ο Charles de Gaulle τοποθετήθηκε ως σύμβουλος στην Ομάδα Στρατιών Νότου (γρήγορα μετονομάστηκε σε Ομάδα Στρατιών Κέντρου). Με αυτή την ιδιότητα είχε την ευκαιρία να συνδιαλλαγεί τόσο με τον διοικητή της τελευταίας, τον στρατηγό Rydz-Śmigły, όσο και με τον αρχηγό του πολωνικού κράτους, τον στρατάρχη Piłsudski, ο οποίος ανέλαβε τον συντονισμό της αντεπίθεσης εναντίον των δυνάμεων του Tukhachevsky. Ωστόσο, στο επιτελείο της Στρατιάς αντίκρισε μια πραγματικά χαοτική κατάσταση. Στην τελική έκθεση που υπέβαλε στους προϊσταμένους του κάνει λόγο για “σοβαρές ελλείψεις και αδυναμίες”,⁶º τις οποίες διαπίστωσε ιδίοις όμμασι. Υπογραμμίζει με ιδιαίτερη έμφαση τις συνθήκες, υπό τις οποίες ο Piłsudski ανέλαβε τη διοίκηση της αντεπίθεσης κατά των μπολσεβίκων, θεωρώντας πως έτσι όπως πραγματοποιήθηκε, οδήγησε σε πλήρη διοικητική αποδιοργάνωση τα πολωνικά στρατεύματα. Στο συγκεκριμένο σημείο είναι ταυτόχρονα αυστηρός και μεγαλόψυχος. Αυστηρός, επειδή καταγγέλλει έναν αρχηγό κράτους που δεν διστάζει να απορρυθμίσει συνειδητά μια ομάδα στρατιών, μόνο και μόνο προκειμένου να πάρει προσωπικά τα ηνία: “Δεν υφίσταται διοίκηση της Ομάδας Στρατιών Κέντρου. Ο αρχηγός του κράτους επιθεωρεί το μέτωπο ασταμάτητα από άκρο σε άκρο. Δεν συνοδεύεται από κάποιο συγκεκριμένο επιτελείο. O επιτελάρχης του είναι εγκατεστημένος στο Pulawy, το δε υπόλοιπο επιτελείο στο Lublin.⁶¹ Συνάμα όμως, ο de Gaulle είναι μεγαλόψυχος. Ειδικότερα όταν αναφέρεται στις επιπτώσεις, σε επίπεδο τόνωσης του ηθικού, που προέκυψαν από την απροσδόκητη ανάληψη της διοίκησης από πλευράς Piłsudski: “Υπό τις παρούσες συνθήκες δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει το ηθικό πλεονέκτημα της ανάληψης της διοίκησης από τον αρχηγό του κράτους, (…)”.⁶²

Ο διπλός ελιγμός των Πολωνών (ανάσχεση της ρωσικής προέλασης προ των πυλών της Βαρσοβίας και η αστραπιαία αντεπίθεση του Piłsudski με κατεύθυνση από Νότο προς Βορρά) αιφνιδίασε, αποσυντόνισε και συνέθλιψε τις δυνάμεις των μπολσεβίκων. Επρόκειτο περί ενός ανέλπιστου θριάμβου: “Ναι, πρόκειται περί νίκης απόλυτης, θριαμβευτικής! Από τις υπόλοιπες ρωσικές στρατιές που απειλούσαν τη Βαρσοβία δεν έχουμε πια να φοβηθούμε τίποτα. Βρίσκονται σε άτακτη υποχώρηση, οι δε Πολωνοί τις προσπερνούν και τις περικυκλώνουν. Ο εχθρός, υπό καθεστώς διάλυσης, αναζητεί καταφύγιο μέσα στα δάση όπου αιχμαλωτίζεται κατά συρροή”.⁶³

Jerzy Kossak, Το θαύμα του Βιστούλα, 15 Αυγούστου 1920, πίνακας του 1930.

Για τους Γάλλους αξιωματικούς ο πόλεμος είχε τελειώσει. Ο λοχαγός de Gaulle επέστρεψε στη Βαρσοβία θριαμβευτής, έχοντας γευτεί τη μεθυστική χαρά της νίκης. Μπορούσε πλέον να ολοκληρώσει το ημερολόγιό του: “Αναγνωρίζοντας τις σκονισμένες στολές που φοράμε, το πλήθος μας περιτριγυρίζει κραυγάζοντας με όλη του τη δύναμη, Vive la France! Είναι εδώ μαζί μας, αποφασισμένο και ενθουσιώδες. Κοιταζόμαστε μεταξύ μας. Αίφνης, ως εκ θαύματος, ο καθένας από τους παρόντες Γάλλους αισθάνεται τον ίδιο πάλλοντα ιερό ενθουσιασμό. Νοιώθει να κτυπά μέσα του η αιώνια καρδιά της Πατρίδας”.⁶⁴

Ο de Gaulle παρέμεινε στη Βαρσοβία έως τον Ιανουάριο του 1921. Τόσο ο στρατηγός Henrys, όσο και ο διάδοχός του επικεφαλής της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής, στρατηγός Niessel, έκριναν απαραίτητη την παρουσία του επιτόπου. Ο δεύτερος ειδικότερα, στηρίχθηκε επάνω του προκειμένου “να έρθει σε επαφή με άτομα και καταστάσεις που γνωρίζω καλά, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την πολύπαθη Πολωνία”.⁶⁵ Μεταξύ άλλων, συνέταξε ένα εκτενές υπόμνημα  με αντικείμενο τον πολωνικό στρατό.⁶⁶ Το εν λόγω υπόμνημα, λειτούργησε ως έναυσμα στους μετέπειτα ιστορικούς, για να εμφανίσουν τον de Gaulle ως οραματιστή των τεθωρακισμένων και της εν γένει αξιοποίησής τους. Ειδικότερα, ο Jean Lacouture αναφέρει ως προς το συγκεκριμένο θέμα: “Στο υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε στο Γενικό Επιτελείο έπειτα από το πέρας της αποστολής του, συμπεριλαμβάνεται μια φράση, η οποία ηχεί ως προειδοποίηση αλλά και ως σήμα κινδύνου στην όλη σκέψη του στρατηγού de Gaulle: Τα τεθωρακισμένα…οφείλουν να αξιοποιηθούν συντεταγμένα και όχι διασκορπισμένα”.⁶⁷ Ο ίδιος ο de Gaulle εκφράζεται ως εξής στο υπόμνημά του: “Στη μόνη συγκυρία που η χρήση των τεθωρακισμένων σχεδιάστηκε σε αρκετά μεγάλη κλίμακα (μάχη της Βαρσοβίας), το αποτέλεσμα υπήρξε αποκαρδιωτικό. Τα τεθωρακισμένα έχουν κατασκευαστεί προς υποστήριξη του επιτιθέμενου πεζικού. Όχι για υπερασπίζονται τα Γενικά Επιτελεία ή να ενισχύουν την άμυνα ενός σημείου υποστήριξης. Οφείλουν να αξιοποιηθούν συντεταγμένα και όχι διασκορπισμένα”. Στην πραγματικότητα, ο Charles de Gaulle σκέπτεται και λειτουργεί ως αξιωματικός του πεζικού της εποχής του. Όπως όλοι οι ομόλογοί του, είναι της άποψης πως τα τεθωρακισμένα – στην Πολωνία δεν συμμετείχε παρά μόνο ένα σύνταγμα τύπου F 17 – προορίζονταν προς υποστήριξη του πεζικού εφόσον μετακινούνταν με ανάλογους ρυθμούς με αυτό. Τίποτα περισσότερο. Εξάλλου, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο περιορισμένος αριθμός και οι συνθήκες λειτουργίας των F 17 υπήρξαν τέτοιας μορφής που ήταν αδύνατο για έναν Γάλλο αξιωματικό να συναγάγει ασφαλή συμπεράσματα ως προς τη μελλοντική χρήση του νέου αυτού όπλου με γνώμονα, μάλιστα, ένα παράδειγμα τόσο μικρής κλίμακας.

Αναμνηστικά γραμματόσημα με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη διενέργεια του ρωσο-πολωνικού πολέμου.

Αφετέρου (και ως προς το σημείο αυτό συμπλέουμε απόλυτα με την εκτίμηση του Jean Lacouture),⁶⁸ ο de Gaulle ανακάλυψε στην Πολωνία τον πόλεμο κινήσεων και ελιγμών όπως, επίσης, και την αξιοποίηση των μεγάλων μονάδων του ιππικού ως δύναμη κρούσης, ικανή να εκμαιεύσει κι αυτό ακόμη το τελικό στρατηγικό αποτέλεσμα: “Οι σύνδεσμοι αξιωματικοί δεν σταμάτησαν να εκλιπαρούν την πολωνική στρατιωτική διοίκηση να μη διαχωρίσει το σώμα Ιππικού, που με τόση μεγάλη δυσκολία συγκροτήθηκε γύρω στις 25 Ιουλίου, αλλά αντίθετα, να το ενσωματώσει σε όλα τα υπόλοιπα μέσα, τα οποία είχε στη διάθεσή της. Η προτροπή αυτή εισακούστηκε μερικώς, ειδικότερα στην περίπτωση των επιχειρήσεων εναντίον του Boudieny, μεταξύ 30 Ιουλίου και 2 Αυγούστου. Κατά τα άλλα όμως, αγνοήθηκε πλήρως. Τουλάχιστον οι Πολωνοί  στρατηγοί διαπίστωσαν και αναγνώρισαν στο πλαίσιο της παραπάνω επίθεσης πως η συμβουλή ήταν ορθή”.⁶⁹

Εν κατακλείδι, έπειτα από 19 μήνες συμμετοχής στις πολεμικές επιχειρήσεις στο γαλλικό μέτωπο και άλλους 18 μήνες παραμονής στην Πολωνία, ο Charles de Gaulle υπήρξε από τους λίγους αξιωματικούς που βίωσαν δυο εκ διαμέτρου διαφορετικά και συμπληρωματικά μεταξύ τους, είδη πολέμου. Στην πρώτη περίπτωση, στατικές επιχειρήσεις, επιθέσεις μικρής κλίμακας, βραδύτητα, μέθοδος. Στη δεύτερη, κινητικότητα σε βάθος, μεγάλοι ελιγμοί, ταχύτητα, τόλμη. Εικάζουμε ότι η δισυπόστατη αυτή εμπειρία δεν τον άφησε αδιάφορο. Ενδεχομένως να αποκόμισε ακόμα πιο πολλά, ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση. Απέκτησε την πρακτική επιβεβαίωση ενός σκεπτικού: ακόμα και τα πιο παλιά και ισχυρά έθνη, κινδύνευαν να αφανιστούν ξαφνικά, παρασυρόμενα μέσα στη δίνη του χάους και της αποκάλυψης: “Αρκεί να δει κανείς την εξαθλίωση των κατοίκων των προαστίων, προκειμένου να διαπιστώσει τη δυστυχία των ανθρώπων. Πρέπει να περάσει δίπλα από τις ατελείωτες ουρές τσακισμένων ανδρών, γυναικών και παιδιών, που αναμένουν έξω από την πόρτα του αρτοποιείου το εβδομαδιαίο κομμάτι μαύρου ψωμιού, να έχει αισθανθεί επάνω του το βαρύ βλέμμα του πλήθους αυτού, προκειμένου να αντιληφθεί πως ο πολιτισμός μας εξαρτάται τελικά από τόσο λίγα, όπως, επίσης, ότι όλες οι ομορφιές και όλες οι ανέσεις, για τις οποίες δηλώνει τόσο πολύ υπερήφανος, μπορούν να αφανιστούν ταχύτατα από την τυφλή οργή των απελπισμένων μαζών”.⁷º

 

Τhe Battle of Warsaw, 1920 

 

O Frédéric Guelton είναι συνταγματάρχης (ε.α) και διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Διετέλεσε διευθυντής των Στρατιωτικών Αρχείων  της Γαλλίας (Service Historique de la Défense – Section Armée de Terre). Είναι μέλος της Διεθνούς  Επιτροπής Μνήμης των 100 ετών του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου   (Mission Centenaire 1914 – 1918).    

                                                           

 

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

¹ Βρίσκονται συγκεντρωμένες στα στρατιωτικά αρχεία της Γαλλίας (Service Historique de la Défense/Armée de Terre – συντομογραφία SHD/Terre) Φάκ. 5Ν 190, 6Ν 212, 7Ν 618-623, 7Ν 2012, 7Ν 3034, 1Κ 118 (Κατάλοιπα Niessel) και 1K 130 (Κατάλοιπα Weygand).

² Ολόκληρο αυτό το σύνολο έχει δημοσιευτεί στο Charles de Gaulle, Lettres, Notes et carnets, 1919-juin 1940, Paris, Plon, 1980, σ. 9-104 (εφεξής LNC).

³ «La Bataille de la Vistule, carnet de campagne d’un officier français» στο Espoir, revue de l’institut Charles de Gaulle, Οκτώβριος 1973, σ. 50-57. Στην έκδοση αυτή επισημαίνεται πως το συγκεκριμένο άρθρο είχε δημοσιευτεί για πρώτη φορά ανώνυμα την 1η Νοεμβρίου 1920 στο τεύχος αρ. 6 της Revue de Paris. Στη μελέτη τους Les Ecrits militaires de Charles de Gaulle, Paris, PUF, 1985, σ. 34, οι Pierre Messmer και Alain Larcan επισημαίνουν πως πρώτος ο Gérard Saucey, σε άρθρο, το οποίο δημοσίευσε στην εφημερίδα Le Monde στις 19 Σεπτεμβρίου 1967, ταυτοποίησε τον συντάκτη του ημερολογίου με το πρόσωπο του Charles de Gaulle.

En ce temps là de Gaulle, «La vie et les actes de Charles de Gaulle par André Frossard», n° 22, 1972, σ. 86-89.

⁵ Jean Lacouture, De Gaulle, tome 1, Le rebelle, Seuil, 1984, 869 σ. 102-103 π.χ.

⁶ Επιστολή προς τη μητέρα του, Saint-Maixent, 21 Ιανουαρίου 1919, LNC II, σ. 13.

⁷ Επιστολή προς τη μητέρα του, Saint-Maixent, 25 Ιανουαρίου 1919, LNC II, σ. 13.

⁸ Η διπλή παραμονή του στην Πολωνία αποδείχτηκε ιδιαίτερα επικερδής στον συγκεκριμένο τομέα. Του απονεμήθηκε ο βαθμός του ταγματάρχη, τιμήθηκε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής στις 23 Ιουλίου 1919 και με δυο πολωνικές διακρίσεις ( Virtuti Militari στις 19 Νοεμβρίου 1920 και Polonia Restituta λίγο αργότερα).

⁹ Επιστολή προς τη μητέρα του, Saint-Maixent, 11 Φεβρουαρίου 1919, LNC II, σ. 17.

¹º Αίτηση για μετάθεση στον πολωνικό στρατό, LNC II, σ. 9.

¹¹ SHD/Terre 7Ν 618, Αδημοσίευτη επιστολή του Charles de Gaulle προς τον στρατηγό Archinard, Saint-Maixent, 28 Ιανουαρίου 1919.

¹² Επιστολή προς τη μητέρα του, Saint-Maixent, 11 Φεβρουαρίου 1919, LNC II, σ. 16. Τη συγκεκριμένη στιγμή, τα γαλλικά στρατεύματα της Ανατολής (Στρατιά της Ανατολής και Στρατιά του Δούναβη) αριθμούν ένα δυναμικό οκτώ μεραρχιών. Βλ. σχετικά Jean Bernachot, Les Armées françaises en Orient après l’armistice de 1918, tome II, L’ armée du Danube et l’armée française d’Orient, Paris, Imprimerie nationale, 1970.

¹³ Λίγο προτού αναχωρήσει, ένας Πολωνός στρατιώτης, ο οποίος, πιθανότατα, ως επιστρατευμένος στις τάξεις του γερμανικού στρατού είχε βρεθεί στα χαρακώματα απέναντι από τον de Gaulle στο Berry au Bac παλαιότερα, ορίστηκε ως ορντινάντσα του τελευταίου.

¹⁴ H Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή (Μission militaire française – MMF), σχηματίστηκε περί τα μέσα Φεβρουαρίου του 1919 υπό τη διεύθυνση του στρατηγού Henrys. Φθάνοντας στη Βαρσοβία, αντικατέστησε την Γαλλο-πολωνική Στρατιωτική Αποστολή (Mission militaire franco-polonaise – MMFP), η οποία είχε συγκροτηθεί τον Ιούνιο του 1917 στη Γαλλία ταυτόχρονα με τη δημιουργία του του Οργανωμένου στη Γαλλία πολωνικού στρατού (Αrmée polonaise organisée en France – APOF). Σε ένα αρχικό στάδιο τη διοίκηση αμφοτέρων είχε αναλάβει ο στρατηγός Archinard. Ο APOF παύει να υφίσταται από τη στιγμή της ανάληψης της διοίκησης από τον στρατηγό Haller, οπότε και μετονομάζεται σε Αυτόνομο πολωνικό στρατό (Αrmée polonaise autonome – APA). Η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή αριθμούσε στους κόλπους της 600 περίπου μέλη.

¹⁵ Baumont, Maurice, La Faillite de la paix (1918-1939), De Rethondes à Stresa (1918-1935), Paris, P.U.F. 1967, σ. 79.

¹⁶ M. K. Kaminski, M. Zacharias, “W. Cieniu zagrozenia”, Polityka zagraniczna, 1918-1939, Warszawa, Warszawska Oficyna Wydawnicza, 1993, σ. 34-35.

¹⁷ Castellan, Georges, Dieu garde la Pologne !, Histoire du catholicisme polonais (1795-1980), Robert Laffont, 1981, σ. 100-101.

¹⁸ Ο Paderewski εκπροσωπούσε έως τότε την Πολωνική Εθνική Επιτροπή στις ΗΠΑ.

¹⁹ Η Πολωνική Εθνική Επιτροπή, έχουσα, από τον Αύγουστο του 1917, ως έδρα το Παρίσι, είχε αναγνωριστεί από τους Συμμάχους ως επίσημος εκπρόσωπος των πολωνικών συμφερόντων. Επικεφαλής ήταν ο Roman Dmowski. Έπειτα από τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνεργασίας, οι Paderewski και Dmowski μετέβησαν στο Παρίσι, προκειμένου να συμμετάσχουν στις εργασίες της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης.

²º Castellan Georges, ό.π., σ. 117.

²¹ Duroselle, Jean-Baptiste, Histoire diplomatique de 1919 à nos jours, 10e édition, Paris, Dalloz, 1990, σ. 44-46.

²² Ο Κόκκινος Στρατός δημιουργήθηκε στις 28 Ιανουαρίου 1918. Τον Απρίλιο του 1919 υπολογίζεται ότι αριθμούσε περί το 1,5 εκ. άνδρες. Βλ. σχετικά Laran Michel, Russie- U.R.S.S., 1870-1970, Paris, Masson et Cie, 1973.

²³ M. K. Kaminski, ό.π., σ. 38.

²⁴ Ο σχεδιασμός του Pilsudski δεν τυγχάνει της υποστήριξης της Πολωνικής Εθνικής Επιτροπής, καθώς θέτει σε αμφισβήτηση την ύπαρξη των εθνών της Λιθουανίας, της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας καθώς και την ικανότητα των τελευταίων να συγκροτήσουν κυρίαρχα κράτη. Εν ολίγοις, προσβλέπει στην προσάρτηση των εν λόγω εδαφών.

²⁵ Baumont, ό.π., σ. 85.

²⁶ Αργότερα, η γραμμή αυτή έγινε γνωστή ως “Γραμμή Curzon”, από το όνομα του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών. Duroselle, ό.π., σ. 44.

²⁷ Τον Απρίλιο του 1920, ο πολωνικός στρατός διαθέτει 240.000 άνδρες, κατανεμημένους σε 21 μεραρχίες πεζικού, 7 ταξιαρχίες ιππικού και 258 πυροβολαρχίες.

²⁸ Έκθεση του Ιουνίου 1920. Ο Henrys δεν παύει να ζητεί από το Παρίσι την αποστολή υλικού, οπλισμού, ρουχισμού και υποδημάτων. Χαρακτηριστικό του μεγέθους του προβλήματος είναι το ότι το πεζικό χρησιμοποιεί πέντε διαφορετικούς τύπους τυφεκίων: Mauser (γερμανικά), Mosin (ρωσικά), Lee Enfield (βρετανικά), Lebel (γαλλικά) και Mannlicher (αυστριακά). Εννοείται πως ο καθένας από τους παραπάνω τύπους χρησιμοποιεί τα δικά του, ειδικά, πυρομαχικά, τα οποία δεν είναι ανταλλάξιμα.

²⁹ Επιστολή προς τη μητέρα του, Modlin, 26 Απριλίου 1919, LNC II, σ. 24.

³º Ibid.

³¹ Επιστολή προς τον πατέρα του, Modlin, 9 Μαΐου 1919, LNC II, σ. 26-27.

³² Επιστολή προς τη μητέρα του, Rembertów, 17 Ιουλίου 1919, LNC II, σ. 34-35.

³³ “L’Alliance franco-polonaise”, LNC, II, σ. 45-68, σ. 68.

³⁴ Yves Faury, «Le capitaine de Gaulle en mission en Pologne, 1919-1920», Revue historique des Armées n° 2, 1990, σ. 16-25, 19.

³⁵ Ibid. 

³⁶ Ibid.

³⁷ Jean Lacouture, ό.π., p. 103.

³⁸ Yves Faury, ό.π.

³⁹ Διάλεξη, η οποία εκφωνήθηκε μεταξύ 9 Δεκεμβρίου 1919 και 17 Φεβρουαρίου 1920. Το πρωτότυπο καλύπτει 28 σελίδες. Σχετικά βλ. “L’Alliance franco-polonaise”, LNC, II, σ. 45-68, σ. 68.

⁴º Επιστολή προς τη μητέρα του, Rembertów, 18 Νοεμβρίου 1919, LNC, II, σ. 43-44.

⁴¹ Επιστολή προς τον πατέρα του, Rembertów, 4 Μαρτίου 1920, LNC, II, σ. 73.

⁴² M. K. Kaminski, M. Zacharias, W. cieniu zagrozenia… ό.π, σ. 43-44.

⁴³ Baumont, ό.π., σ. 79.

⁴⁴ Baumont, ό.π., σ. 85. Προηγήθηκε, στις 23 Απριλίου 1920, σύναψη Συμφώνου με τον ηγέτη των εξορίστων Ουκρανών Symon Petliura.

⁴⁵ Ο Koltchak εκτελέστηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1920 και ο Denikin εγκατέλειψε τον αγώνα στις 4 Απριλίου, διαφεύγοντας με βρετανικό πλοίο.

⁴⁶ Βλ. σχετικά, Sophie de Lastours, Toukhatchevski, Le bâtisseur de l’Armée Rouge, Paris, Albin Michel, 1990, σ. 327.

⁴⁷ Σύμφωνα με τη ρωσική και σοβιετική στρατιωτική ορολογία, ο όρος “Μέτωπο” ισοδυναμεί με τον όρο “Ομάδα Στρατιών”.

⁴⁸ Οι Kamenev, Tukhachevsky και Egorov προέρχονται άπαντες από τις τάξεις του τσαρικού στρατού.

⁴⁹ H. Piatkowski, ό.π., σ. 5.

⁵º Ibid., σ. 7.

⁵¹ Direktiwy, Glawnogo Komandowanija Krasnoj, Armii (1917-1920), Sbornik dokumientow, Moskwa 1969, σ. 643-644. J. Strychalski, Spor o autorstwo…, ό.π., σ. 3.

⁵² H. Piatkowski, Krytyczny rozbior bitwy warszawskiej…, ό.π., σ. 5-7.

⁵³ Βλ. σχετικά Maria Pasztor και Frédéric Guelton, “La bataille de la Vistule”, Cahier du Centre d’Etudes d’histoire de la Défense, Nouvelle histoire bataille, n°9, σ. 223-247.

⁵⁴ «La Bataille de la Vistule, carnet de campagne d’un officier français», βλ. παραπάνω υποσημείωση αρ. 2.

⁵⁵ Επιστολή προς τη μητέρα του, Βαρσοβία, 13 Ιουνίου 1920, LNC, II, σ. 77 ή, ακόμα, Ημερολόγιο, καταγραφές της 4ης και 8ης Ιουλίου 1920.

⁵⁶ Επιστολή προς τη μητέρα του, Βαρσοβία, 3 Ιουλίου 1920, LNC II, σ. 78. Διατηρώντας κάθε εύλογη επιφύλαξη από μεθοδολογικής απόψεως, ο ιστορικός δεν δύναται να μην επισημάνει την ομοιότητα της συγκεκριμένης περιγραφής με μια εξίσου οριακή συγκυρία: την κατάσταση, που επικρατούσε στη Γαλλία τον Ιούνιο του 1940.

⁵⁷ Ημερολόγιο, 8 Ιουλίου 1920.

⁵⁸ Ημερολόγιο, 8 Ιουλίου 1920.

⁵⁹ Ημερολόγιο, 15 Ιουλίου 1920

⁶º “Rapport au général Henrys sur l’organisation et le fonctionnement du Groupe d’armées Centre de l’armée polonaise”, LNC II, σ. 80-88.

⁶¹ “Rapport au général Henrys sur l’organisation et le fonctionnement du Groupe d’armées Centre de l’armée polonaise”, LNC IIΙ.

⁶² Ibid. O de Gaulle είναι ακόμα πιο σαφής στο Ημερολόγιο, το οποίο εξακολουθεί να τηρεί την παραμονή της αποφασιστικής μάχης της 16ης Αυγούστου 1920: “Πριν καν ξεκινήσει η σύγκρουση, αναγνωρίζω στα πρόσωπα των στρατιωτών τον άνεμο της νίκης, που ξέρω να διακρίνω τόσο καλά”. Ωστόσο, δεν παραγνωρίζει πως η κύρια μάχη ανάσχεσης επρόκειτο να διεξαχθεί προ των πυλών της Βαρσοβίας, όπου, απόντος του Piłsudski, είχαν παραμείνει οι στρατηγοί Henrys και Weygand: “Οι Γάλλοι, μεταξύ μας, ανταλάσσουμε χαμόγελα καλών οιονών. Γνωρίζουμε άριστα τους δυο μεγάλους αρχηγούς, που εκπροσωπούν αυτή τη στιγμή στη Βαρσοβία την πείρα. Γνωρίζουμε τη βαθειά ηρεμία και την επιμελημένη διαύγεια πνεύματος του Henrys, από την άλλη δε πλευρά, τη δημιουργική φαντασία του Weygand”. Ημερολόγιο, 14 Αυγούστου 1920.

⁶³ Ημερολόγιο, 20 Αυγούστου 1920.

⁶⁴ Ημερολόγιο, 26 Αυγούστου 1920.

⁶⁵ Επιστολή προς την κα. Vendroux, 20 Δεκεμβρίου 1920, LNC, II, σ. 89.

⁶⁶ LNC II, σ. 93-104.

⁶⁷ Jean Lacouture, ό.π, σ. 107 και LNC II, σ. 102.

⁶⁸ “Αυτός ο ανοργάνωτος πόλεμος κινήσεων, του οποίου υπήρξε ο ίδιος μάρτυς, τον προβλημάτισε. Βέβαια, συμβούλεψε τους Πολωνούς να κατασκευάσουν χαρακώματα γύρω από τη Βαρσοβία. Ωστόσο, πόσο μεγάλες προοπτικές διαγράφονται για το μέλλον από τους απέραντους ανοικτούς χώρους, τις ακαταμάχητες προελάσεις, τις θεαματικές ανατροπές και όλα αυτά, χάρη σε στρατηγούς ηλικίας μόλις αντίστοιχης με εκείνης ενός Hoche και ενός Marceau!”, Lacouture, ό.π., σ. 107.

⁶⁹ Υπόμνημα προς τον στρατηγό Henrys…, ό.π.

⁷º Ημερολόγιο, 1η Ιουλίου 1920.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος 

Θεόδωρος K. Κορρές: Η εικονομαχική έριδα στο Βυζάντιο: Σύντομη επισκόπηση ενός πολιτικο-θρησκευτικού ζητήματος

Θεόδωρος K. Κορρές

Η εικονομαχική έριδα στο Βυζάντιο:
Σύντομη επισκόπηση ενός πολιτικο-θρησκευτικού ζητήματος

 

Για το ζήτημα της Εικονομαχίας που ταλαιπώρησε το βυζαντινό κράτος για περισσότερο από έναν αιώνα (ca. 726 – 842) έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες. Η βιβλιογραφία συνεχώς εμπλουτίζεται με νέα πονήματα που καλύπτουν την ιστορική-πολιτική και θεολογική-φιλοσοφική διάσταση του φαινομένου. Το παρόν κείμενο θα επιχειρήσει μια αδρομερή παρουσίαση των κύριων γεγονότων της περιόδου, ως έναυσμα για την πρόκληση περαιτέρω συζήτησης και μελέτης.¹

 

Α’ Περίοδος της Εικονομαχίας (ca. 730-787)

Η αρχή της Εικονομαχικής περιόδου μπορεί να τοποθετηθεί χρονικά στην εποχή της βασιλείας του Λέοντα Γ΄, ιδρυτή της δυναστείας των Ισαύρων. Ο Λέων, δεσπόζουσα φυσιογνωμία ανάμεσα στους αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης, ανήλθε στον θρόνο στις 25 Μαρτίου του 717, κι αφότου ο Θεοδόσιος Γ΄ (715-717) είχε εξαναγκαστεί σε παραίτηση, λίγο πριν την έναρξη της β΄ πολιορκίας της Βασιλεύουσας από τους Άραβες (Αύγουστος 717).²

Η επιτυχής αντιμετώπιση της αραβικής επίθεσης κατά το κρίσιμο έτος 717/718 εξασφάλισε σε μεγάλο βαθμό την επιβίωση της αυτοκρατορίας. Αυτό επέτρεψε στον Λέοντα να προχωρήσει με ευρύτερες μεταρρυθμίσεις σε διάφορους τομείς, στοχεύοντας στην αναμόρφωση του κράτους, παρότι παράλληλα έπρεπε να ασχοληθεί και με ορισμένες ταραχές στο εσωτερικό, όπως το στασιαστικό κίνημα του πρώην αυτοκράτορα Αναστασίου Β΄ (713-715), το οποίο και κατεστάλη το 719. Σημαντικές ήταν οι πρωτοβουλίες του στο νομοθετικό επίπεδο, με σειρά παρεμβάσεων στο οικογενειακό, το θαλάσσιο και το ποινικό δίκαιο, που αποτέλεσαν και την Εκλογή, το νομοθετικό κώδικα του 726. Η θρησκευτική του πολιτική έναντι των μη χριστιανών της αυτοκρατορίας ήταν αυστηρή, αφού επέβαλε το βάπτισμα των Εβραίων και των Μοντανιστών που κατοικούσαν στα εδάφη της.

Η βασική πρωτοβουλία του όμως στο θρησκευτικό επίπεδο αφορούσε την απαγόρευση της προσκύνησης των εικόνων. Η εικόνα αποτελούσε σημαντικό τμήμα της λειτουργικής ζωής των Χριστιανών, με αυξημένη σημασία, όπως και η προσκύνηση των ιερών λειψάνων. Για τον Λέοντα και τον κύκλο του όμως οι πράξεις αυτές, με την υπερβολική προσήλωση στη λατρεία των εικόνων, φάνταζαν ως οιωνεί ειδωλολατρικές. Μια σειρά από γεγονότα, με κύριο την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, εκλήφθηκαν ως οργή του Θεού, απόδειξη πως έπρεπε να αναληφθεί δράση για την επαναφορά των πιστών στον ορθό δρόμο. Η περιγραφή³ του Θεοφάνη στη «Χρονογραφία» του είναι εναργής:

Ἐν αὐτῷ δὲ τῷ ἔτει, ἰνδικτιῶνος θʹ, ὥρᾳ θέρους, ἀτμὶς ὡς ἐκ
καμίνου πυρὸς ἀνέβρασεν ἀναμέσον Θήρας καὶ Θηρασίας τῶν νήσων
ἐκ τοῦ βυθοῦ τῆς θαλάσσης ἐπὶ ἡμέρας τινάς, καὶ κατὰ βραχὺ
παχυνομένη καὶ ἀπολιθουμένη τῇ ἐξάψει τῆς πυρώδους ἐκκαύσεως,
ὅλος ὁ καπνὸς πυροφανὴς ἐδείκνυτο. τῇ δὲ παχύτητι τῆς γεώδους
οὐσίας πετροκισσήρους μεγάλους ὡς λόφους τινὰς ἀνέπεμψε καθ’
ὅλης τῆς μικρᾶς Ἀσίας καὶ Λέσβου καὶ Ἀβύδου καὶ τῆς πρὸς θά-
λασσαν Μακεδονίας, ὡς ἅπαν τὸ πρόσωπον τῆς θαλάσσης ταύτης
κισσήρων ἐπιπολαζόντων γέμειν· μέσον δὲ τοῦ τηλικούτου πυρὸς
νῆσος ἀπογεωθεῖσα τῇ λεγομένῃ Ἱερᾷ νήσῳ συνήφθη, μήπω τὸ πρὶν
οὖσα, ἀλλ’ ὡς αἱ προρρηθεῖσαι νῆσοι, Θήρα τε καὶ Θηρασία ποτὲ
ἐξεβράσθησαν, οὕτω καὶ αὕτη νῦν ἐπὶ τῶν χρόνων τοῦ θεομάχου
Λέοντος. ὃς τὴν κατ’ αὐτοῦ θείαν ὀργὴν ὑπὲρ ἑαυτοῦ λογισάμενος
ἀναιδέστερον κατὰ τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων ἤγειρε πόλεμον […]

Η πρώτη εμβληματική πράξη στον αγώνα κατά της λατρείας των εικόνων ήταν η αποκαθήλωση της εικόνας του Χριστού που βρισκόταν στην Χαλκή Πύλη. Σύμφωνα με τον Θεοφάνη το πλήθος το οποίο είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή επιτέθηκε κατά των στρατιωτών του αυτοκράτορα που είχαν επιφορτιστεί με την συγκεκριμένη αποστολή και σκότωσαν ορισμένους εξ αυτών. Η οργή του Λέοντα οδήγησε σε εξορίες, μαστιγώσεις και ακόμη πιο αυστηρές σωματικές ποινές (ακρωτηριασμούς).⁴

Χαλκή Πύλη του Ιερού Παλατίου της Κωνσταντινούπολης. Η αποκαθήλωση της εικόνας του Χριστού από τους στρατιώτες του Λέοντα Γ΄ αποτέλεσε, σύμφωνα με τις πηγές, αφορμή για επεισόδια στην πρωτεύουσα, και ήταν η πρώτη πράξη ως προς την εφαρμογή της εικονομαχικής πολιτικής του αυτοκράτορα. (Πηγή: byzantium1200 project / internet).

Πρόσφατες έρευνες έχουν ασχοληθεί με το πως ξεκίνησε η Εικονομαχία στο Βυζάντιο, αμφισβητώντας το κατά πόσο για όλα ευθύνεται ο αυτοκράτορας. Γνωρίζουμε πως το 830 ο Λέοντας απαγόρευσε την προσκύνηση των εικόνων, αλλά αυτό δεν σήμαινε ταυτόχρονη απαγόρευση για άλλα σύμβολα, όπως ο Σταυρός. Η διαμάχη του αυτοκράτορα με τον πατριάρχη Γερμανό σχετικά με τη δυνατότητα του πρώτου να παρεμβαίνει σε ζητήματα πίστης και δόγματος δίχως να έχει προηγηθεί κάποια Σύνοδος (Οικουμενική, Τοπική ή έστω Ενδημούσα) είναι βέβαια γνωστή και οδήγησε στην παραίτηση του τελευταίου. Μια νέα προσέγγιση πάνω στις διαθέσιμες πηγές όμως δείχνει πως στη περιφέρεια της αυτοκρατορίας υπήρχαν εντάσεις και αμφιβολίες ως προς την προσκύνηση των εικόνων. Αλληλογραφία του πατριάρχη Γερμανού με τους επισκόπους Νακώλειας Κωνσταντίνο και Κλαυδιουπόλεως Θωμά ανάμεσα στα έτη 720-730 είναι αποκαλυπτική για προβλήματα που είχαν ανακύψει στις συγκεκριμένες περιοχές. Οι δύο ιεράρχες πιθανότατα εξέφραζαν την ανησυχία τους για τα γεγονότα, υιοθετώντας τις απόψεις των πιστών των περιφερειών τους. Αντιθέτως, ο πατριάρχης Γερμανός ήταν σαφώς εικονόφιλος. Έτσι, καθίσταται σαφές πως η έριδα ως προς την προσκύνηση των εικόνων δεν αποτελούσε μια διαμάχη των «ελίτ» της Κωνσταντινούπολης, αλλά είχε υπόβαθρο και δημιουργούσε αντιπαραθέσεις εκτός της πρωτεύουσας.

Εικονομάχοι αποκαθηλώνουν την εικόνα του Χριστού. Λεπτομέρεια μικρογραφίας από το ψαλτήρι του Chludov.

Αντιδράσεις υπήρξαν και στη Δύση, με τον Πάπα της Ρώμης Γρηγόριο Γ΄ να συγκαλεί δύο συνόδους που καταδίκασαν τις πρωτοβουλίες του αυτοκράτορα, στηρίζοντας επί της ουσίας τον πατριάρχη Γερμανό. Η απάντηση του Λέοντα Γ΄ ήταν άμεση: αφαίρεσε από τη δικαιοδοσία του Πάπα τις περιοχές της Καλαβρίας και της Σικελίας, καθώς και το Ιλλυρικό, και τα μετέφερε στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.

Την ίδια περίπου περίοδο (ca. 721) ο χαλίφης Γιαζίντ Β΄ άρχισε να λαμβάνει αντίστοιχα μέτρα κατά της προσκύνησης των εικόνων εκ μέρους των χριστιανών υπηκόων του. Έχει υποστηριχθεί βέβαια πως ίσως υπήρξε κάποιου είδους συνεννόηση ανάμεσα στους ηγεμόνες της Δαμασκού και της Κωνσταντινούπολης.⁵

Παράλληλα, στο εσωτερικό του Βυζαντίου, το 727 οι δυνάμεις του θέματος (στρατιωτικοδιοικητικής περιφέρειας) των Ελλαδικών στασίασαν κατά του αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ και κινήθηκαν εναντίον της Βασιλεύουσας. Η κίνησή τους αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως αντίδραση τόσο απέναντι στην θρησκευτική όσο και στην γενικότερη πολιτική του αυτοκράτορα. Σε κάθε περίπτωση οι κινηματίες απέτυχαν να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, αφού οι δυνάμεις τους ηττήθηκαν σε ναυμαχία από τις πιστές στον Λέοντα αυτοκρατορικές δυνάμεις (το κεντρικό στόλο που βρισκόταν ελλιμενισμένος στην πρωτεύουσα, το «αυτοκρατορικό πλώϊμο») και οι ηγέτες τους βρήκαν το θάνατο.⁶

Χάρτης της μεσοβυζαντινής Κωνσταντινούπολης.

Για τα γεγονότα της βασιλείας του Λέοντα Γ΄ και την εξέλιξη της εικονομαχικής έριδας από το 730 ως και το θάνατό του το 741 δεν έχουμε επαρκή στοιχεία. Οι πηγές όμως είναι αρκετά γλαφυρές και αναλυτικές για όσα ακολούθησαν στα χρόνια του υιού και διαδόχου του, Κωνσταντίνου Ε΄.

O Κωνσταντίνος Ε΄ θεωρείται ως ο πλέον σκληρός και συνεπής εικονομάχος αυτοκράτορας.⁷ Ενστερνιζόταν πλήρως τις πολιτικές του πατέρα του, έχοντας γαλουχηθεί από νεαρή ηλικία στο εικονομαχικό δόγμα. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του κύλησαν με την εμφύλια σύγκρουση για το θρόνο στην οποία ενεπλάκη κατά του κουνιάδου του Αρτάβασδου.⁸ Ο Αρτάβασδος στασίασε το 741 κατά του Κωνσταντίνου και κατάφερε να θέσει υπό τον έλεγχό του την Βασιλεύουσα. Ο Κωνσταντίνος, όχι μόνον κατάφερε τελικά να σωθεί καταφεύγοντας στο θέμα Ανατολικών, αλλά σταδιακά συγκέντρωσε γύρω του τις πιστές σ’ εκείνον δυνάμεις και δημιούργησε μια σταθερή βάση στη Μικρά Ασία, νικώντας κατ’ επανάληψη τα στρατεύματα του Αρτάβασδου, ο οποίος τελικά περιορίστηκε στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της. Ο στασιαστής εμφανιζόταν ως υπερασπιστής των εικόνων, παίρνοντας με το μέρος του σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της πρωτεύουσας που ήταν δυσαρεστημένο τόσο με τον Λέοντα Γ΄ όσο και με τον Κωνσταντίνο Ε΄.

Όταν όμως οι δυνάμεις του Κωνσταντίνου έφτασαν προ της Κωνσταντινούπολης, θέτοντάς την υπό πολιορκία, ο Αρτάβασδος αντιλήφθηκε πόσο δύσκολη ήταν η θέση του και κατέφυγε με πλοίο στη Μικρά Ασία. Τελικά συνελήφθη από τα στρατεύματα του αυτοκράτορα και αφού τυφλώθηκε οδηγήθηκε στη Μονή της Χώρας.

Η νίκη του Κωνσταντίνου κατά του Αρτάβασδου και των υποστηρικτών του ήταν το γεγονός που εξασφάλισε την στερέωσή του στο θρόνο. Πλέον μπορούσε να στραφεί απερίσπαστος στην προώθηση των πολιτικών που ο ίδιος ήθελε. Ένα σημαντικό μέρος της βασιλείας του αναλώθηκε σε εκστρατείες στη Μικρά Ασία κατά των Αράβων, αλλά και στα Βαλκάνια κατά των Βουλγάρων. Παρά τις σημαντικές νίκες που πέτυχε και στα δύο μέτωπα, οι πρωτοβουλίες που ανέλαβε κατά των εικονολατρών ήταν αυτές που σημάδεψαν τη διακυβέρνησή του και αμαύρωσαν την υστεροφημία του. Ο Κωνσταντίνος Ε΄ είχε στο περιβάλλον του πλειάδα πιστών αξιωματούχων, όπως ο στρατηγός των Θρακησίων Μιχαήλ Λαχανοδράκοντας, οι οποίοι εκτελούσαν πιστά τις εντολές του. Μοναστήρια άλλαζαν χρήση για να μετατραπούν σε στρατώνες ή σταύλους, μοναχοί βασανίζονταν, εκτελούνταν ή εξαναγκάζονταν σε αποσχηματισμό. Ιερά λείψανα και εικόνες ρίπτονταν στη φωτιά. Η ιστορία και το μαρτύριο του αγίου Στεφάνου του Νέου είναι χαρακτηριστική των συνθηκών που επικρατούσαν στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ε΄.

Σόλιδος (χρυσό νόμισμα) με τις μορφές του Λέοντα Γ ΄ (εμπροσθότυπος) και Κωνσταντίνου Ε΄ (οπισθότυπος).

Ο αυτοκράτορας δεν αρκέστηκε σ’ αυτές τις διώξεις. Έπρεπε να δώσει στην πολιτική του και μιαν επίφαση θεολογικής «νομιμοποίησης» γι’ αυτό και το 754 συγκάλεσε Σύνοδο στο ανάκτορο της Ιέρειας. Παρότι η Σύνοδος προβλήθηκε ως Οικουμενική, σχεδόν σίγουρα δεν περιλάμβανε αντιπροσώπους της Εκκλησίας της Ρώμης, ενώ είναι αμφίβολο το πόσοι αντιπρόσωποι από Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια και Ιερουσαλήμ πήραν μέρος. Οι ιεράρχες του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης που παρέστησαν ήταν στην συντριπτική πλειοψηφία τους οπαδοί των απόψεων του αυτοκράτορα, μέλη της εικονομαχικής μερίδας. Η Σύνοδος της Ιέρειας μπορεί να επικύρωσε τις αποφάσεις του Κωνσταντίνου, αλλά καταδικάστηκε αργότερα από τη Σύνοδο του Λατερανού (769) και οι αποφάσεις της ανατράπηκαν πλήρως από την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια το 787.

Σε κάθε περίπτωση, οι πηγές της περιόδου είναι ξεκάθαρα εχθρικές προς τον Κωνσταντίνο Ε΄, αποδίδοντάς σειρά περιστατικών που σήμερα μπορεί να γεννούν αποτροπιασμό, θα πρέπει όμως να αντιμετωπίζονται με κάποια επιφύλαξη, καθώς ορισμένες υπερβολές είναι αδύνατο να αποκλειστούν με βεβαιότητα. Ο Κωνσταντίνος άλλωστε έμεινε γνωστός με το προσωνύμιο «Κοπρώνυμος», ξεκάθαρα απηχώντας τις εικονόφιλες πηγές της εποχής που είναι άλλωστε και οι μόνες που μας έχουν διασωθεί και καλύπτουν την περίοδο. Φυσικά δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε τη συνέπεια της εικονομαχικής πολιτικής του Κωνσταντίνου Ε΄, αλλά μπορούμε σαφώς να αναζητήσουμε τα όρια ανάμεσα στην υπερβολή και την πραγματικότητα.

Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Ε΄ έφερε στο θρόνο τον Λέοντα Δ΄, του οποίου η σύντομη βασιλεία (775-780) δεν σημαδεύτηκε με κάποια περαιτέρω έξαρση της εικονομαχικής έριδας. Οι πηγές μας δίνουν ελάχιστες πληροφορίες για την πενταετία αυτή, σε αντίθεση με τα όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν. Όταν το 780 πεθαίνει πρόωρα και ίσως μυστηριωδώς ο Λέοντας, η σύζυγός του αυτοκράτειρα Ειρήνη αναλαμβάνει την επιτροπεία του ανήλικου Κωνσταντίνου Στ΄. Παρότι κατά τα πρώτα χρόνια της επιτροπείας υπάρχει σχετική αδράνεια σχετικά με το ζήτημα των ιερών εικόνων, η Ειρήνη που είναι μάλλον θετικά διακείμενη προς την επαναφορά της προσκύνησης των εικόνων και του τέλος των διώξεων, προωθεί την ιδέα μιας Οικουμενικής Συνόδου, η οποία και συγκλήθηκε τελικά το 786 στην Κωνσταντινούπολη. Οι εργασίες της Συνόδου όμως είχαν άδοξο τέλος, καθώς τα τάγματα, οι επίλεκτες δυνάμεις της αυτοκρατορικής φρουράς που έδρευαν στην πρωτεύουσα επενέβησαν και διέκοψαν τη Σύνοδο. Φαίνεται πως επικεφαλής των ταγμάτων ήταν αξιωματικοί οι οποίοι ήταν πιστοί στην εικονομαχική ιδεολογία του Κωνσταντίνου Ε΄, με αποτέλεσμα να είναι διαμετρικά αντίθετοι με το ενδεχόμενο αλλαγής ή χαλάρωσης της ισχύουσας πολιτικής.

Τα σχέδια της Ειρήνης προς στιγμήν ματαιώθηκαν, αλλά η αυτοκράτειρα ήταν αποφασισμένη να επανέλθει. Μετά από την ανεπιτυχή προσπάθεια για σύγκληση της συνόδου τον Ιούλιο του 786 στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, η σύνοδος συνήλθε τελικά στη Νίκαια, όπου ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε συγκαλέσει και την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο.

Περισσότεροι από 350 επίσκοποι και μεγάλος αριθμός μοναχών μετείχαν στις εργασίες της συνόδου, οι οποίες διήρκεσαν από τις 24 Σεπτεμβρίου ως τις 13 Οκτωβρίου. Εφαρμόζοντας συνετή και μετριοπαθή πολιτική δέχτηκαν στους κόλπους της Εκκλησίας και τους επισκόπους που κατά το παρελθόν είχαν αναπτύξει εικονοκλαστική δραστηριότητα, μετά από προηγούμενη αποκήρυξη της «αίρεσης» και «πλάνης» τους. Σε αυτό αντέδρασαν πολλοί σκληροπυρηνικοί μοναχοί, με αποτέλεσμα την πρόκληση συγκρούσεων: από τη μια πλευρά βρίσκονταν οι εκπρόσωποι της συντηρητικής μετριοπαθούς παρατάξεως και από την άλλη οι αποκαλούμενοι ζηλωτές, οι προσηλωμένοι στην αυστηρή μοναστηριακή παράδοση. Στη σύνοδο της Νικαίας επικράτησαν οι πρώτοι, μια πρόσκαιρη ίσως νίκη της μετριοπάθειας.

Διάκοσμος του ναού της Αγίας Ειρήνης, Κωνσταντινούπολη. Ο σταυρός ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα της εικονομαχικής περιόδου

Ως προς τα θέματα πίστεως, αντίθετα, επικράτησε απόλυτη ομοφωνία στην ορθόδοξη πλειοψηφία της συνόδου. Η σύνοδος καταδίκασε ως αίρεση την Εικονομαχία, αποφάσισε την καταστροφή των εικονοκλαστικών συγγραμμάτων και αναστήλωσε τις εικόνες επιτρέποντας την προσκύνησή τους, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Ιωάννη Δαμασκηνού ότι η προσκύνηση δεν αποδίδεται στην εικόνα άλλα στο εικονιζόμενο ιερό πρόσωπο και δεν έχει σχέση με τη λατρεία, που αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στο Θεό. Σε πανηγυρική συνεδρία στις 23 Οκτωβρίου 787 στο ανάκτορο της Μαγναύρας επικυρώθηκαν οι αποφάσεις της συνόδου και υπογράφτηκαν από την Ειρήνη και τον γιο της Κωνσταντίνο Στ’. «Kαὶ εἰρήνευσεν ἡ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησία, εἰ καὶ ὁ ἐχθρὸς τὰ ἑαυτοῦ ζιζάνια ἐν τοῖς ἰδίοις ἐργάταις σπείρειν οὐ παύεται· ἀλλ’ ἡ τοῦ Θεοῦ ἐκκλησία πάντοτε πολεμουμένη νικᾷ».⁹

Η ανατροπή της Ειρήνης το 802 και η άνοδος στο θρόνο του λογοθέτη του γενικού Νικηφόρου δεν επέφερε κάποια αξιοσημείωτη αλλαγή σε σχέση με την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί ως προς το ζήτημα της προσκύνησης και λατρείας των εικόνων. Ο νέος αυτοκράτορας ήταν περισσότερο απασχολημένος με τα οικονομικά προβλήματα και την αντιμετώπιση των εξωτερικών εχθρών που απειλούσαν το κράτος, παρά με ζητήματα εκκλησιαστικής φύσεως. Ο θάνατος του Νικηφόρου το 811 κατά τη διάρκεια της καταστροφικής εκστρατείας κατά των Βουλγάρων, αλλά και ο θάνατος του γιου και διαδόχου του Σταυρακίου, που υπέκυψε στα τραύματα που είχε υποστεί κατά την ίδια εκστρατεία μερικούς μήνες αργότερα, έφεραν στο θρόνο τον Μιχαήλ Α΄, ο οποίος ήταν ένθερμος εικονόφιλος – άλλωστε χάρη στην υποστήριξη της συγκεκριμένης μερίδας μπόρεσε να εξασφαλίσει ως ένα βαθμό και την εξουσία. Ο Μιχαήλ Α΄ για να κερδίσει την εύνοια της Εκκλησίας αντέστρεψε την φορολογική πολιτική του πεθερού του, Νικηφόρου Α΄, ενώ ενεπλάκη και στην διαμάχη ανάμεσα στον πατριάρχη Νικηφόρο και τον Θεόδωρο Στουδίτη προσπαθώντας να λειτουργήσει κατευναστικά. Στα υπόλοιπα ζητήματα του κράτους όμως, και κυρίως στην αντιμετώπιση των εξωτερικών απειλών, ο Μιχαήλ ήταν λιγότερο επιτυχημένος. Η ήττα από τους Βούλγαρους στη μάχη της Βερσινικίας τον Ιούνιο του 813 και η επακόλουθη αδυναμία διαχείρισης της κατάστασης οδήγησαν στην παραίτησή του. Η άνοδος στο θρόνο του Λέοντα, που μέχρι τότε ήταν στρατηγός του θέματος των Ανατολικών, τερμάτισε την επιφανειακή ηρεμία που επικρατούσε ως προς το ζήτημα της λατρείας των εικόνων και οδήγησε στην αναθέρμανση της εικονομαχικής έριδος.

 

Β’ Περίοδος της Εικονομαχίας (c.815-842)

Για τον Λέοντα Ε΄ οι ήττες στα πεδία των μαχών που υπέστη η αυτοκρατορία κατά τα προηγούμενα χρόνια, δηλαδή από την περίοδο της Ειρήνης ως και την παραίτηση του Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβέ οφείλονταν και στην εικονόφιλη στάση των προκατόχων του. Δεν βιάστηκε όμως να λάβει κάποιο μέτρο, σχετικά με την λατρεία των εικόνων, καθώς προείχε η απόκρουση της βουλγαρικής απειλής. Ο αιφνίδιος θάνατος του ηγεμόνα των Βουλγάρων Κρούμου και η ανακατάληψη των εδαφών που είχαν χαθεί κατά το διάστημα 811-813 έδωσε στον Λέοντα την απαραίτητη σταθερότητα, τουλάχιστον στα ευρωπαϊκά εδάφη της αυτοκρατορίας.

Εξασφαλίζοντας λοιπόν την αυτοκρατορία από τον εξωτερικό κίνδυνο, ο Λέων Ε’ άρχισε να εφαρμόζει το μεταρρυθμιστικό και εικονομαχικό πρόγραμμα των Ισαύρων, γνωρίζοντας ότι πολλοί πίστευαν ότι η εικονομαχία ήταν συνδεδεμένη με την επιτυχία του στρατού και την βελτίωση της εσωτερικής κατάστασης και ανασυγκρότησης του κράτους. Αποφάσισε λοιπόν να επαναφέρει το ζήτημα της εικονομαχίας προκαλώντας την αντίδραση του Πατριάρχη Νικηφόρου, ο οποίος επέμενε ότι η εικονομαχία είχε καταδικαστεί με την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Η διαμάχη, οξυνόμενη από την δράση του εικονόφιλου μοναχού Θεόδωρου Στουδίτη προκάλεσε ατμόσφαιρα μίσους και αδιαλλαξίας που οδήγησε στην απομάκρυνση του Νικηφόρου και την τοποθέτηση το 815, του Θεόδοτου στον πατριαρχικό Θρόνο. Ο νέος Πατριάρχης κάλεσε αμέσως Εκκλησιαστική Σύνοδο στην Αγία Σοφία η οποία επανέφερε πάλι τις εικονομαχικές αποφάσεις της Συνόδου του 754 και καταδίκασε την εικονολατρεία. Οι εικόνες έπρεπε και πάλι να απομακρυνθούν από τις εκκλησίες. Η αναζωπύρωση της εικονομαχίας οδήγησε σε διωγμούς και φυλακίσεις των εικονόφιλων. Ο Θεόδωρος Στουδίτης, εμβληματική μορφή της εικονόφιλης παράταξης εξορίστηκε και οι επίσκοποι που διαφωνούσαν αφορίστηκαν.

Χάλκινο νόμισμα του αυτοκράτορα Λέοντα Ε΄ του Αρμένιου (815-820).

Από το 815 ως το 820 ο Λέων ακολούθησε μια συνεπή εικονομαχική πολιτική, αν και η ένταση δεν ήταν αντίστοιχη της εποχής του Κωνσταντίνου, με τις διώξεις να περιορίζονται κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, όπου άλλωστε και η επιβολή του νόμου του αυτοκράτορα και ο έλεγχος της εφαρμογής των μέτρων κατά των εικόνων ήταν πιο εύκολος.¹º

Τα χαράματα των Χριστουγέννων του 820 ο Λέοντας δολοφονήθηκε από τους οπαδούς και φίλους του πάλαι ποτέ συμπολεμιστή του Μιχαήλ Τραυλού, που ήταν έγκλειστος στις φυλακές του Ιερού Παλατίου περιμένοντας την εκτέλεσή του. Ο θάνατος του Λέοντα αποτέλεσε για τους αφορμή για να θεωρήσουν πως επίκειτο αναίρεση της εικονομαχικής πολιτικής του. Όμως σύντομα διαψεύστηκαν. Ο νέος αυτοκράτορας δεν ήταν ιδιαίτερα πρόθυμος να διαταράξει την καθεστηκυία τάξη. Παρότι επανέφερε από την εξορία τόσο τον πρώην πατριάρχη Νικηφόρο, όσο και τον Θεόδωρο Στουδίτη, διακήρυξε πως δεν τον ενδιέφερε να έχει άλλη συμμετοχή στη διαμάχη περί των εικόνων.

           “ἀλλ’ οὔτε καινουργήσων […]τῶν περί πίστεώς τι δογμάτων ἐξελήλυθα, οὔτε μήν τῶν ἤδη παραδοθέντων καί ἀνομολογηθέντων καταδρομήν τινα ἐργάσασθαι κα καθαίρεσιν. ἕκαστος οὖν τό δοκοῦν αὐτῷ ποιείτω κί ἐφετόν, ἀμαθής πόνων καί ἄγευστος λύπης διατελῶν.

Αυτό σήμαινε βέβαια ότι θα εξακολουθούσε να ισχύει το εκκλησιαστικό καθεστώς του Λέοντα Ε΄. Οι εικονομάχοι θεώρησαν ότι πέτυχαν μισή νίκη, οι εικονόφιλοι ότι υπέστησαν ήττα και θέλησαν ν’ αντιδράσουν. Ο Μιχαήλ όμως κατέπνιξε κάθε αντίδραση.

Αεροφωτογραφία των ερειπίων της Μονής Στουδίου, η οποία ήταν το κέντρο της εικονόφιλης κοινότητας της
Κωνσταντινούπολης.

Η εκκλησιαστική του πολιτική ήταν μάλλον επαμφοτερίζουσα και ασαφής. Καταδίωξε τους μαχητικούς εικονόφιλους, έλεγε ότι δεν είναι εικονομάχος, απλώς ήθελε να περιορίσει τις «υπερβολές» κατά την άποψή του, διακήρυξε πως δεν αναγνωρίζει καμιά σύνοδο μετά την ΣΤ΄ Οικουμενική, είτε υπέρ είτε κατά των εικόνων και τέλος αναγνώρισε όλες τις συνόδους με τον όρο να μη διαταράσσεται η ειρήνη του κράτους. Συνέπεια όλων αυτών ήταν πλήρης ασάφεια και εκκρεμότητα στο θέμα των εικόνων. Ο ίδιος ήταν θρησκευτικά αδιάφορος και, κατά τα λεγόμενα των χρονογράφων, «άπιστος».

Η εννεαετής βασιλεία του έληξε το 829 με το θάνατό του και την άνοδο στο θρόνο του γιου του Θεόφιλου, ο οποίος ήταν ήδη συναυτοκράτορας και επρόκειτο να τηρήσει μια σκληρή εικονομαχική πολιτική.

Ο Θεόφιλος δεν αδιαφορούσε για τα θρησκευτικά ζητήματα όπως ο πατέρας του και δεν ακολούθησε την επαμφοτερίζουσα και ασαφή πολιτική του. Ήταν πιστός Χριστιανός και θερμός εικονομάχος. Το 832 απαγόρευσε την λατρεία των εικόνων, δηλαδή την προσκύνησή και τον ασπασμό τους. Το 833 αναγόρευσε πατριάρχη τον δάσκαλό του Ιωάννη Γραμματικό, λόγιο και υπέρμαχο της θρησκευτικής μεταρρύθμισης, ο οποίος έπεισε τον αυτοκράτορα ότι έπρεπε να δοθεί οριστική λύση στο πρόβλημα.¹¹

Έτσι, η σύνοδος που συγκροτήθηκε στην εκκλησία των Βλαχερνών αναθεμάτισε τους εικονόφιλους, επικύρωσε τα θεσπίσματα της εικονομαχικής συνόδου της Ιέρειας (της κατά τους εικονομάχους Ζ΄ οικουμενικής) και αποκήρυξε την Ζ΄ οικουμενική σύνοδο της Νίκαιας. Με βασιλικό διάταγμα απαγορεύθηκαν οι εικόνες και διατάχθηκε η αφαίρεσή τους από όλες τις εκκλησίες. Οι μοναχοί όσων μοναστηριών βρίσκονταν μέσα σε πόλεις ή σε χωριά διατάχθηκαν να τα εγκαταλείψουν, ενώ στους μοναχούς των μοναστηριών της υπαίθρου απαγορεύτηκε η είσοδος σε κατοικημένα μέρη.

Οι χρονογράφοι αναφέρουν ορισμένα μαρτύρια των ανυπότακτων μοναχών επί Θεόφιλου, του βάρβαρου, του νέου Βαλτάσαρ, του παραβάτη, του βέβηλου –αλλά ήταν όλοι εικονόφιλοι και οι διηγήσεις ενδεχομένως τους να μην μπορούν θεωρηθούν απόλυτα δίκαιες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και κάποιοι που υπέφεραν. Άλλωστε ο Θεόφιλος είχε μαζί του στο παλάτι τον εικονόφιλο μοναχό Μεθόδιο -που έγινε μετά πατριάρχης και πρωτοστάτησε στην αναστήλωση των εικόνων- ο οποίος, κατά τους χρονογράφους, είχε υποβληθεί προηγουμένως σε φρικτά βασανιστήρια.

Όταν το 842 ο Θεόφιλος πέθανε τη διοίκηση του κράτους ανέλαβε επιτροπή που αποτελείτο από τη σύζυγό του Θεοδώρα, τον αδελφό της καίσαρα Βάρδα και άλλους, για το διάστημα της ανηλικότητας του διαδόχου Μιχαήλ Γ΄. Η δραστήρια Θεοδώρα, η οποία ήταν εικονόφιλη εργάστηκε για την αναίρεση της θρησκευτικής πολιτικής του Θεοφίλου. Απομάκρυνε τον φανατικό εικονομάχο πατριάρχη Ιωάννη Γραμματικό και συγκάλεσε Σύνοδο που αποφάσισε την επαναφορά της προσκύνησης των εικόνων. Ήταν ουσιαστικά το τέλος της Εικονομαχίας, της έριδας που ταλάνισε για έναν και πλέον αιώνα το Βυζάντιο.

Η αναστήλωση των εικόνων.

 

Συμπεράσματα – Επίλογος

Η Εικονομαχία δεν ήταν ένα αμιγώς θρησκευτικό ζήτημα. Μπορεί να ήταν ίσως η πιο προβεβλημένη πτυχή του η συγκεκριμένη, διότι η προσεκτική μελέτη της περιόδου αποκαλύπτει και τις υπόλοιπες παραμέτρους, όπως την ιδεολογία πίσω από τις πολιτικές, την διάσταση ανάμεσα στην κοινωνία της Κωνσταντινούπολης και τις επαρχίες της αυτοκρατορίας, ενώ μπορεί να μελετηθεί και μέσα από το πρίσμα της αραβο-βυζαντινής αντιπαράθεσης. Δεν είχε πάντοτε την ίδια ένταση, καθώς οι διώξεις και τα υπόλοιπα μέτρα κατά των εικονολατρών εξαρτιόνταν από τη διάθεση του εκάστοτε εικονομάχου αυτοκράτορα. Πρόκειται ασφαλώς για ένα πολυδιάστατο θέμα, που εξακολουθεί να απασχολεί την έρευνα, καθώς η μελέτη των πηγών (φιλολογικών, θεολογικών, αρχαιολογικών) επιτρέπει την εξαγωγή νέων συμπερασμάτων.

 

 

Ο Θεόδωρος Κ. Κορρές είναι Ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹Βλ. βιβλιογραφία παρακάτω.

²Για την ταραχώδη περίοδο πριν την ανάρρηση του Λέοντα στο θρόνο βλ. G. Sumner, Philippicus, Anastasius II and Theodosius III, Greek, Roman and Byzantine Studies (GRBS) 17 (1976) σ. 287-294 και W. Treadgold, Seven Byzantine revolutions and the chronology of Theophanes, GRBS 31 (1990) σ. 203-227, παράλληλα με τις γενικές Ιστορίες του Βυζαντίου, ενδεικτικά αναφέρω: Ι. Καραγιαννόπουλος, Ιστορία Βυζαντινού Κράτους, τ. Β: Ιστορία Μέσης Βυζαντινής Περιόδου (565-1081), Ε΄ ανατύπωση, Θεσσαλονίκη 1993 σ.116-118. Εξόχως χρήσιμα και τα αντίστοιχα λήμματα της Προσωπογραφίας της Μέσης Βυζαντινής Περιόδου (Prosopographie der mittelbyzantinischen Zeit) – online στο https://www.degruyter.com/view/PMBZ : λήμματα #7793 (Θεοδόσιος Γ΄), #4242 (Λέων Γ΄), με εξαιρετική αποδελτίωση πρωτογενών πηγών και σύγχρονης βιβλιογραφίας.

³Θεοφάνους, Χρονογραφία 404.18-405.2

⁴Θεοφάνους, Χρονογραφία 405.6-11.

⁵Το ζήτημα της απαγόρευσης των εικόνων στον μουσουλμανικό κόσμο επί Γιαζίντ Β΄ έχει προσφάτως αναλυθεί στην εκτενή μελέτη του Christian Sahner με τίτλο «The First Iconoclasm in Islam: A New History of the Edict of Yazīd II (AH 104/AD 723)”, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Der Islam” τ.94.1 (2017) σελ. 5-56. Βλ. επίσης: A.A. Vasiliev, “The Iconoclastic Edict of the Caliph Yazid II, A. D. 721”, DOP 9/10 (1956) σελ.23-47.- L.W. Barnard, The Graeco-Roman an Oriental Background of the Iconoclastic Controversy, Leiden 1974 και ιδιαίτερα σελ. 10-33.

⁶Για το στασιαστικό κίνημα του θέματος Ελλαδικών βλ. Θ. Κορρές, Το Κίνημα των Ελλαδικών, Βυζαντιακά τ.1 (1981) σελ.37-49.

⁷Για τη βασιλεία του Κωνσταντίνου Ε΄ με έμφαση στην εικονομαχική πολιτική του βλ. Ilse Rochow: Kaiser Konstantin V. (741–775). Materialien zu seinem Leben und Nachleben (= Berliner byzantinistische Studien. Bd. 1). Mit einem prosopographischen Anhang von Claudia Ludwig, Ilse Rochow und Ralph-Johannes Lilie Frankfurt am Main u. a. 1994, και Paul Speck, Ich bin’s nicht, Kaiser Konstantin ist es gewesen : die Legenden vom Einfluss des Teufels, des Juden und des Moslem auf den Ikonoklasmus, [Ποικίλα Βυζαντινά 10] Bonn 1990.

⁸Για τον Αρτάβασδο βλ. Paul Speck, Artabasdos. Der rechtgläubige Vorkämpfer der göttlichen Lehren. Untersuchungen zur Revolte des Artabasdos und ihrer Darstellung in der byzantinischen Historiographie (= Poikila byzantina. Bd. 2). Bonn 1981.

⁹Για την βασιλεία της Ειρήνης βλ. Dominique Βarbe. Irène de Byzance: La femme empereur, Paris, 1990.- . Judith Herrin, Women in Purple: Rulers of Medieval Byzantium, London 2001.- Lynda Garland, Byzantine Empresses: Women and Power in Byzantium, AD 527–1204, New York/London 1999.

¹ºΓια μια επισκόπηση της βασιλείας του Λέοντα Ε΄ βλ. Θ.Κ. Κορρές, Λέων Ε ο Αρμένιος Και Η Εποχή Του: Μια κρίσιμη δεκαετία για το Βυζάντιο (811-820), Θεσσαλονίκη 1990.

¹¹Για τη βασιλεία του Θεοφίλου (829-842) βλ. τις παρακάτω μονογραφίες που καλύπτουν σημαντικές πτυχές και της εσωτερικής του πολιτικής: John Rosser, Theophilus «The Unlucky» (829 to 842) A study of the tragic and brilliant reign of Byzantium’s last iconoclastic emperor, New Brunwick (N.J.) 1972 και Juan Signes Codoñer, The Emperor Theophilos and the East, 829-842 : court and frontier in Byzantium during the last phase of iconoclasm, London/New York 2016 (όπου ενσωματώνεται και η πλέον σύγχρονη βιβλιογραφία πάνω στην υπό εξέταση περίοδο).

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Auzepy, M-F.: L’Hagiographie et l’Iconoclasme Byzantin : le cas de la Vie d’Etienne le jeune, Oxford 2016.

Brubaker, L.: Inventing Byzantine Iconoclasm, London 2012

Brubaker, L. – Haldon, J.: Byzantium in the Iconoclast Era c.680-850: the sources: an annotated survey, Aldershot 2001.

Brubaker, L. – Haldon, J.: Byzantium in the Iconoclast Era c. 680-850: a history, Cambridge 2011.

Gerö, St.: Byzantine Iconoclasm during the Reign of Leo III, Corpus Scriptorum Christianorum Orientalium vol. 346 / Subsidia vol. 41, Louvain 1973.

Gerö, St.: Byzantine Iconoclasm during the Reign of Constantine V, Corpus Scriptorum Christianorum Orientalium vol. 384 / Subsidia vol. 52, Louvain 1977.

Gwynn, D.: From Iconoclasm to Arianism: The Construction of Christian Tradition in the Iconoclast Controversy, Greek, Roman and Byzantine Studies 47 (2007) pp. 226-251.

Humphries, M.T.G. (ed.): Law, Power, and Imperial Ideology in the Iconoclast Era, c.680-850, Oxford 2014.

Κορρές, Θ.: Ο Λέοντας Ε΄ ο Αρμένιος και η εποχή του. Μια κρίσιμη πενταετία για το Βυζάντιο (815-820), Θεσσαλονίκη 1990.

Wortley, J.: Iconoclasm and Leipsanoclasm: Leo III, Constantine V and the relics, BF 8 (1982) 253-279.

(αρχιμ.) Τσορμπατζόγλου Π.: Εικονομαχία και κοινωνία στα χρόνια του Λέοντος Γ ́ Ίσαυρου, Συμβολή στην διερεύνηση των αιτίων, Κατερίνη 2002.

Κώστας Τσίβος: Μόναχο 1938. Η υπογραφή της συμφωνίας «ειρήνευσης» που οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

 Κώστας Τσίβος

Μόναχο 1938. Η υπογραφή της συμφωνίας «ειρήνευσης» που οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο

 

Το τσεχοσλοβάκικο κράτος ιδρύθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1918, λίγες ημέρες πριν τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, ως συνέπεια της διάλυσης της πολυεθνικής αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Η νεότευκτη Τσεχοσλοβακία γνώρισε μια περίοδο οικονομικής ακμής και η χώρα συγκαταλεγόταν στην πρώτη δεκάδα των οικονομικά πλέον αναπτυγμένων χωρών της εποχής. Επιπλέον, η Τσεχοσλοβακία ιδρύθηκε ως κοινοβουλευτική δημοκρατία και ως τέτοια παρέμεινε για μια ολόκληρη εικοσαετία, δηλαδή μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του 1938, ημερομηνία υπογραφής του Συμφώνου του Μονάχου. Στη διάσκεψη του Μονάχου οι ηγέτες της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, σε συνεννόηση με εκείνους της Βρετανίας και της Γαλλίας, αποφάσισαν να παραχωρήσουν στον Χίτλερ τις παραμεθόριες περιοχές της Τσεχοσλοβακίας, στις οποίες πληθυσμιακά υπερτερούσαν οι Γερμανοί της Τσεχοσλοβακίας, οι λεγόμενοι Σουδήτες.

Στη σημερινή Τσεχία, ένα από τα δυο διάδοχα κράτη που προέκυψε από το «βελούδινο διαζύγιο» της ενιαίας Τσεχοσλοβακίας, για τον χαρακτηρισμό του Συμφώνου του Μονάχου χρησιμοποιείται η έκφραση «προδοσία του Μονάχου», προκειμένου να χαρακτηριστεί η προδοσία της Βρετανίας και κυρίως της Γαλλίας, οι οποίες προπολεμικά δεν δίστασαν να θυσιάσουν τη σύμμαχο και δημοκρατική Τσεχοσλοβακία, με σκοπό να «κατευνάσουν» τον Χίτλερ. Το ίδιο συχνά χρησιμοποιούνται επίσης οι χαρακτηρισμοί «τραύμα του Μονάχου» ή «κόμπλεξ του Μονάχου» προκειμένου να αποδοθεί η ηττοπάθεια που διέκρινε την τότε τσεχοσλοβάκικη ηγεσία, η οποία μολονότι διέθετε αξιόμαχο και καλά εξοπλισμένο στρατό (περί το 1,3 εκατομμύριο άνδρες), συγκατάνευσε στην παράδοση των γερμανόφωνων περιοχών της Σουδητίας στον Χίτλερ χωρίς να ρίξει ούτε έναν πυροβολισμό. Ποια ήταν όμως τα αίτια που οδήγησαν στην υπογραφή του Συμφώνου του Μονάχου;

Η Τσεχοσλοβακία δημιουργήθηκε το 1918 υπό ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες με την υποστήριξη της Αντάντ και κυρίως του τότε αμερικανού Προέδρου Ουόντροου Ουίλσον, ο οποίος διατηρούσε προσωπικές σχέσεις με τον Τόμας Γκέρυκ Μάσαρυκ, πανεπιστημιακό και ηγέτη του κινήματος για την ανεξαρτητοποίηση της Τσεχοσλοβακίας. Το νέο κράτος ιδρύθηκε στη βάση της «τσεχοσλοβάκικης εθνικής ιδέας», δηλαδή ενός έθνους το οποίο δημιουργήθηκε τεχνηέντως, όπως και η τσεχοσλοβάκικη γλώσσα, προκειμένου οι Τσέχοι να υπερφαλαγγίσουν το πολύ ισχυρό και οικονομικά ιδιαίτερα δυναμικό γερμανικό στοιχείο. Οι Σουδήτες Γερμανοί δεν αποδέχτηκαν την απώλεια της πρωτοκαθεδρίας στα δρώμενα της χώρας, στην οποία συγκατοικούσαν με τους Τσέχους από τις αρχές του Μεσαίωνα, καθώς και την υποβάθμισή τους σε ρόλο παρατηρητή.

Η Τσεχοσλοβακία του 1918.

Σύμφωνα με την απογραφή πληθυσμού του 1921, στο έδαφος της Τσεχοσλοβάκικης Δημοκρατίας ζούσαν 13,6 εκατομμύρια κάτοικοι. Εξ αυτών τα 6,8 εκατομμύρια (ποσοστό 51%) ήταν Τσέχοι, ενώ οι Σουδήτες Γερμανοί ανέρχονταν σε 3,1 εκατομμύρια (ποσοστό 23,4%). Οι Σλοβάκοι αριθμούσαν 1,9 εκατομμύρια (ποσοστό 14,5%), οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν είχαν διαμορφωμένη εθνική συνείδηση, καθώς οι περιοχές της Σλοβακίας επί μια χιλιετία βρισκόταν υπό την επιρροή των Ούγγρων. Η ουγγρική μειονότητα της Τσεχοσλοβακίας αριθμούσε  750 χιλιάδες άτομα, ενώ στην περιοχή της Υπερκαρπαθίας (σημερινή Δυτική Ουκρανία) ζούσε μισό εκατομμύριο Ρουσίνων, Ουκρανών και Ρώσων. Στην Τσεχοσλοβακία του μεσοπολέμου διαβιούσαν κι άλλες μικρότερες μειονότητες Πολωνών, Ρουμάνων και κυρίως Εβραίων. Οι γερμανόφωνοι Εβραίοι διέθεταν ισχυρές κοινότητες σε όλα τα αστικά κέντρα της χώρας, ιδιαίτερα δε στην Πράγα. Εκεί η κοινότητά τους, αρχικά περιορισμένη σε ένα άθλιο γκέτο, αριθμούσε 60.000 άτομα, δηλαδή ήταν η τρίτη σε μέγεθος κοινότητα της πρωτεύουσας μετά τους Τσέχους (600.000) και τους Γερμανούς (300.000).

Η προσπάθεια για τη δημιουργία «τσεχοσλοβάκικου έθνους» και «τσεχοσλοβάκικης γλώσσας» απέτυχαν, καθώς τα δύο έθνη, Τσέχοι και Σλοβάκοι, παρά τη γλωσσική και γεωγραφική τους γειτνίαση, διέθεταν εντελώς διαφορετικές ιστορικές καταβολές: οι Τσέχοι από το 1620 αποτελούσαν τμήμα της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, από τους οποίους άρχισαν να χειραφετούνται κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ενώ οι Σλοβάκοι έζησαν μια χιλιετία υπό την κυριαρχία των Ούγγρων. Η σλοβάκικη άρχουσα τάξη είχε ουσιαστικά εκμαγυαριστεί. Αναφέρεται χαρακτηριστικά πως το 1918 στη Σλοβακία υπήρχαν μόνο 300 σλοβάκικα σχολεία βασικής εκπαίδευσης και κανένα ίδρυμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ την ίδια εποχή τα αντίστοιχα ουγγρικά ξεπερνούσαν τις 3.000. Ακόμα χειρότερη ήταν η κατάσταση στην Υπερκαρπαθία, τόσο στην εκπαίδευση, όσο και σε σχέση με το βιοτικό επίπεδο.

Ενόσω ο πληθυσμός της Σλοβακίας και της Υπερκαρπαθίας ήταν βασικά αγροτικός, οι Τσέχοι και οι Γερμανοί ζούσαν κυρίως σε αστικές περιοχές που γνώρισαν ιδιαίτερη βιομηχανική ανάπτυξη. Μετά τη διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, η Τσεχία «κληρονόμησε» το 60 έως 70% του βιομηχανικού δυναμικού της Αυστροουγγαρίας και ίσως το πυκνότερο σιδηροδρομικό δίκτυο της Ευρώπης. Η τσεχική ελίτ εξοστράκισε την γερμανική όχι μόνο από την πολιτική διοίκηση, αλλά και από τις οικονομικές δραστηριότητες της νέας χώρας. Οι Τσέχοι στελέχωσαν τον διοικητικό μηχανισμό της Σλοβακίας και της Υπερκαρπαθίας, περιοχές τις οποίες εν πολλοίς εκμεταλλεύτηκαν οικονομικά, αντιμετωπίζοντας τες με όρους αποικιοκρατίας.

Η τσεχική αστική τάξη εδραιώθηκε οικονομικά και πολιτικά στην ενιαία Τσεχοσλοβακία. Σύντομα όμως ήρθε σε σύγκρουση όχι μόνο με την αντίστοιχη γερμανική, αλλά και με την πλειονότητα των Σουδητών Γερμανών, οι οποίοι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ΄30 υποστήριζαν κυρίως το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει ραγδαία μετά την οικονομική κρίση του 1929, η οποία έπληξε με ιδιαίτερη σφοδρότητα τις γερμανόφωνες περιοχές, με αποτέλεσμα η ανεργία να φτάσει σε ύψη ρεκόρ. Η άνοδος του Χίτλερ στη γειτονική Γερμανία και η εγκαθίδρυση φασιστικών ή αυταρχικών καθεστώτων στην Ουγγαρία, την Πολωνία και την Ρουμανία, έφεραν την Τσεχοσλοβακία σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση. Παράλληλα, απέτυχαν οι διπλωματικές της προσπάθειες για δημιουργία ενός συστήματος συλλογικής ασφάλειας.  Η τσεχοσλοβάκικη ηγεσία δίσταζε να συνταχθεί με τη Σοβιετική Ρωσία, μολονότι η Μόσχα είχε απευθύνει επανειλημμένα σχετικές προτάσεις στρατιωτικής συνεργασίας προς την Πράγα, προκειμένου να μην ενισχύσει την επιχειρηματολογία των ναζί ότι αποτελεί «συνοδοιπόρο των μπολσεβίκων».

Την ίδια στιγμή, το Λονδίνο απασχολημένο με τα προβλήματα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας και τα σκάνδαλα της βασιλικής αυλής, υιοθέτησε στην Ευρώπη την «τακτική του κατευνασμού» (appeasement), την στιγμή που η χιτλερική Γερμανία «ανέβαζε στροφές» επιζητώντας διεύρυνση του ζωτικού της χώρου (Lebensraum) προς την Ανατολή. Ο δρόμος ανατολικά περνούσε υποχρεωτικά μέσω Τσεχοσλοβακίας και ο μοχλός για την επίτευξη αυτού του στόχου δεν ήταν άλλος από την αξιοποίηση των Σουδητών Γερμανών της Τσεχοσλοβακίας. Το Κόμμα των Σουδητών (SdP) υπό την ηγεσία του Κόνραντ Χένλαϊν, ενός καθηγητή σωματικής αγωγής, έκανε την παρθενική του εμφάνιση το 1933 ως υπερκομματική παράταξη όλων των Γερμανών της Τσεχοσλοβακίας. Σύντομα, ωστόσο, αποκατέστησε στενές επαφές με το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του Χίτλερ και στην τακτική του κυριάρχησε η ακραία πανγερμανική προπαγάνδα του Φύρερ. Στις εκλογές του 1935 το κόμμα του Χένλαϊν απέσπασε τις ψήφους των 2/3 των Γερμανών της Τσεχοσλοβακίας περιθωριοποιώντας σταδιακά τους σοσιαλδημοκράτες και τις υπόλοιπες δημοκρατικές παρατάξεις των Σουδητών.

Την ίδια χρονιά (1935) παραιτήθηκε από το προεδρικό αξίωμα της Τσεχοσλοβακίας ο 85χρονος Τόμας Μάσαρυκ, παραδίδοντας το «δακτυλίδι» της εξουσίας στον στενό του συνεργάτη Έντουαρντ Μπένες, υπουργό Εξωτερικών μέχρι τότε. Στην δημοκρατική Τσεχοσλοβακία άρχισαν να αναζητούν όλο και πιο συχνά καταφύγιο εβραίοι και αντιφασίστες πρόσφυγες από τη ναζιστική Γερμανία. Ο Μπένες, συνειδητοποιώντας τη ναζιστική έξαρση στη γειτονική Γερμανία, επιχείρησε να έρθει σε συνεννόηση με τις αντιναζιστικές παρατάξεις των Σουδητών, με στόχο τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης στις παραμεθόριες περιοχές και την πρόσληψη Σουδητών υπαλλήλων στους δημόσιους οργανισμούς. Η πρωτοβουλία αυτή ήρθε πολύ αργά και δεν κατόρθωσε να αποτρέψει την κυριαρχία των Εθνικοσοσιαλιστών στους κόλπους των Σουδητών.

‘Εντουαρντ Μπενες, Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας
Κόνραντ Χένλαϊν, ηγέτης των Σουδητών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο μεταξύ, ο Χίτλερ εκμεταλλευόμενος την παθητική στάση της Βρετανίας και της Γαλλίας εμπέδωσε την στρατιωτική συμμαχία με την φασιστική Ιταλία, ενώ επενέβη στην Ισπανία υποστηρίζοντας τον ομοϊδεάτη του Φράνκο. Στις αρχές του 1938 ο Φύρερ ανήγγειλε δημόσια την πρόθεσή του να προσαρτήσει στο Ράιχ τις περιοχές κρατών, όπου ζούσαν 10 εκατομμύρια Γερμανοί. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς ο Χίτλερ προέβη στην προαναγγελμένη προσάρτηση (Anschluss) της Αυστρίας, ένα βήμα το οποίο η Αγγλία και η Γαλλία αποδέχτηκαν ως «αναπότρεπτο γεγονός», χωρίς έστω να αρθρώσουν την παραμικρή διπλωματική διαμαρτυρία. Ο Χίτλερ έφτασε στη γενέτειρά του γνωρίζοντας στιγμές αποθέωσης. Οι ναζιστές επιτελείς στη Βιέννη άρχισαν από την πρώτη στιγμή να καταδιώκουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, φυλακίζοντας τον αυστριακό Καγκελάριο Κουρτ φον Σούσνιγκ και εγκαινιάζοντας ένα πογκρόμ διώξεων και ταπεινώσεων εις βάρος των Εβραίων της χώρας. Λίγους μήνες αργότερα στην Αυστρία άρχισε να λειτουργεί το στρατόπεδο εξόντωσης Μαουτχάουζεν.

Μάρτιος 1938, η προσάρτηση της Αυστρίας. Θριαμβευτική είσοδος του Χίτλερ στη Βιέννη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά την προσάρτηση της Αυστρίας, κι ενώ κορυφαία στελέχη των ναζί έσπευδαν να καθησυχάσουν τη βρετανική κυβέρνηση, ότι οι απαιτήσεις τους ικανοποιήθηκαν και ότι δεν έχουν πρόθεση περαιτέρω επέκτασης, ο ίδιος ο Χίτλερ ανακοίνωνε στους έκπληκτους στρατηγούς του την «αμετάκλητη απόφαση» για διάλυση της Τσεχοσλοβακίας με τη χρήση στρατιωτικής βίας. Ο Χίτλερ άρχισε να επεξεργάζεται με τους επιτελείς του το σχέδιο στρατιωτικής επέμβασης στην Τσεχοσλοβακία υπό την κωδική ονομασία Fall Grün – «πράσινη περίπτωση». Ας σημειωθεί πως μετά την προσάρτηση της Αυστρίας το μήκος της γερμανο-τσεχοσλοβάκικης συνοριακής γραμμής επιμηκύνθηκε από 1.539 σε 2.117 χιλιόμετρα, αδυνατίζοντας τις αμυντικές δυνατότητες της Τσεχοσλοβακίας, η οποία μέχρι τότε είχε επενδύσει τεράστια ποσά για τη θωράκιση των συνόρων της με τη Γερμανία.

Ο Χίτλερ στο σχετικό διάταγμα που υπέγραψε για τη στρατιωτική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, την οποία σχεδίαζε στις αρχές Οκτωβρίου του 1938, έκανε λόγο για πρόκληση θερμού επεισοδίου που θα επέτρεπε την επέμβαση των γερμανικών στρατευμάτων. Το σχετικό σχέδιο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, προμελετημένη δολοφονία του Γερμανού πρέσβη στην Πράγα, η οποία θα αποδιδόταν στους Τσέχους. Ομολογουμένως ο Χίτλερ δεν είχε σε ιδιαίτερη υπόληψη τους διπλωμάτες του, καθώς λίγο πριν την προσάρτηση της Αυστρίας αντίστοιχο σχέδιο προέβλεπε τη δολοφονία του Γερμανού πρέσβη στη Βιέννη. Παράλληλα, διέταξε τους επιτελείς του να επιταχύνουν τα εξοπλιστικά προγράμματα προβαίνοντας τάχιστα στην κατασκευή ενός τεραστίου αμυντικού τείχους στη γερμανο-γαλλική μεθόριο για την ακραία περίπτωση που η Γαλλία επιχειρούσε επίθεση μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία.

Λίγες ημέρες μετά τον θρίαμβό του στην Αυστρία ο Χίτλερ συναντήθηκε με τον Κόνραντ Χένλαϊν, ηγέτη των Σουδητών της Τσεχοσλοβακίας, τον οποίο παρότρυνε να προβάλει τέτοιες αξιώσεις, ώστε η τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση να μην μπορεί να τις υιοθετήσει. Τον Απρίλιο του 1938 ο Χένλαϊν, κατά τη διάρκεια συνεδρίου του κόμματός του στη λουτρόπολη Κάρλοβι Βάρι, κατέθεσε ένα πρόγραμμα εξωφρενικών διεκδικήσεων που κανένα δημοκρατικό κράτος σεβόμενο την ακεραιότητά του και τις δημοκρατικές του αξίες δεν θα μπορούσε να κάνει αποδεκτό. Παράλληλα οι παραστρατιωτικές ομάδες των Σουδητών έθεσαν σε εφαρμογή ένα σχέδιο αποσταθεροποίησης των γερμανόφωνων περιοχών προκαλώντας διάφορα επεισόδια.

Η κυβέρνηση της Τσεχοσλοβακίας δεν άντεξε τον πόλεμο νεύρων και έτσι στις 20 Μαΐου του 1938 κήρυξε γενική επιστράτευση, επιβάλλοντας στρατιωτικό νόμο στις σουδητικές περιοχές. Με τον τρόπο αυτό αποκάλυψε στους Γερμανούς επιτελείς τα αδύνατα σημεία της. Η επιστράτευση οδήγησε στη διεθνοποίηση του θέματος της Σουδητίας, για την επίλυση του οποίου άρχισε να ενεργεί τόσο η σύμμαχος Γαλλία, όσο και η Βρετανία, η οποία άρχισε να πιέζει αφόρητα και σε πολλές περιπτώσεις ιδιαίτερα άκομψα την κυβέρνηση της Πράγας προκειμένου να επιδείξει διαλλακτική στάση έναντι των Σουδητών. Τον Αύγουστο του 1938 ο λόρδος Βάλτερ Ράνσιμαν έφτασε στην Πράγα με ειδική διπλωματική αποστολή. Στόχος του ήταν να «συνετίσει» την τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση, την ίδια στιγμή που το Κόμμα των Σουδητών ενέτεινε τις προκλητικές του ενέργειες, προβαίνοντας ακόμα και σε ένοπλες επιθέσεις εναντίον τσεχικών αστυνομικών σταθμών και δημόσιων υπηρεσιών.

Απαυδισμένος από τις πιέσεις της βρετανικής κυβέρνησης ο τσεχοσλοβάκος Πρόεδρος Μπένες αποφάσισε να καταθέσει το 4ο κατά σειρά σχέδιο για τη διευθέτηση της κρίσης στις σουδητικές περιοχές. Στις 5 Σεπτεμβρίου 1938 κάλεσε τους επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας των Σουδητών στο Κάστρο της Πράγας, έδρα των τσεχοσλοβάκων προέδρων και τους επέδωσε μια λευκή κόλλα χαρτιού προτρέποντας τους να γράψουν όλα τα αιτήματα της παράταξής τους, υποσχόμενος εκ των προτέρων ότι θα τα συνυπογράψει. Έκπληκτοι οι αντιπρόσωποι των Σουδητών Ερνστ Κουντ και Βίλεμ Σεμπεκόφσκι κατέγραψαν όλα τα αιτήματα που μέχρι τότε είχε εκφράσει ο Χένλαϊν. Ο Πρόεδρος Μπένες υπέγραψε το έγγραφο και μετά από μια τετράωρη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου έπεισε τα μέλη της τσεχοσλοβάκικης κυβέρνησης για την αναγκαιότητα έγκρισης των γερμανικών αιτημάτων, τα οποία ουσιαστικά επικύρωναν τη θέσπιση μιας ευρύτατης αυτονομίας για τις περιοχές των Σουδητών, προκειμένου να αποφευχθεί η πολεμική σύγκρουση με την Γερμανία. Στο σχετικό ανακοινωθέν Τύπου που εκδόθηκε αναφερόταν χαρακτηριστικά ότι οι υποχωρήσεις υιοθετήθηκαν «εξαιτίας των άνευ προηγουμένου πιέσεων που άσκησαν οι φίλοι μας από το εξωτερικό».

Ελεύθερα Σώματα (Freikorps) Σουδητών στο Κάρλοβι Βάρι. Μοχλοί αποσταθεροποίησης και άσκησης βίας.

Η επικύρωση των γερμανικών επιδιώξεων προκάλεσε απογοήτευση όχι μόνο στους Τσεχοσλοβάκους πατριώτες και στους δημοκράτες Γερμανούς, αλλά παραδόξως και στην ίδια την ηγεσία των Σουδητών. «Θεούλη μου, αυτοί μας τάδωσαν όλα!» φέρεται να κραύγασε ο Καρλ Χέρμαν Φρανκ, υπαρχηγός του Χένλαϊν. Ο τελευταίος, εκνευρισμένος από την απροσδόκητη εξέλιξη αναχώρησε για τη Νυρεμβέργη, προκειμένου να λάβει μέρος στο συνέδριο του ναζιστικού κόμματος και να λάβει νέες οδηγίες από τον Χίτλερ. Η γερμανική ηγεσία δεν άργησε να βρει νέα αφορμή για να απορρίψει τις υπερβολικά γενναιόδωρες παραχωρήσεις της τσεχοσλοβάκικης κυβέρνησης. Στις 7 Σεπτεμβρίου στελέχη της παράταξης των Σουδητών προκάλεσαν επεισόδια στην Οστράβα της Μοραβίας και με το επιχείρημα ότι η τσεχοσλοβάκικη χωροφυλακή χρησιμοποίησε βίαια μέσα για την καταστολή τους, μη διστάζοντας να «κακοποιήσει» ακόμα και βουλευτές των Σουδητών, απέρριψε και το «4ο σχέδιο», διακόπτοντας οριστικά τις συνομιλίες με εκπροσώπους της τσεχοσλοβάκικης κυβέρνησης.

Την ίδια μέρα, και καθώς κορυφώνονταν οι προετοιμασίες του ναζιστικού συνεδρίου στη Νυρεμβέργη, όπου είχαν προσέλθει πάνω από ένα εκατομμύριο μέλη και στελέχη των ναζί, η γνωστή βρετανική εφημερίδα The Times, η οποία παραδοσιακά απηχούσε τις απόψεις της βρετανικής διπλωματίας, κυκλοφόρησε προτρέποντας στο κύριο άρθρο της την Πράγα να παραχωρήσει στη Γερμανία «τις παραμεθόριες περιοχές, στις οποίες ζει ένας αλλοεθνής πληθυσμός που συγγενεύει με ένα έθνος με το οποίο τον συνδέουν φυλετικοί δεσμοί». Παράλληλα, εμφάνιζε ως «σημαντικό πλεονέκτημα» για την Τσεχοσλοβακία «τη δημιουργία ενός εθνικά ομοιογενούς κράτους». Το δημοσίευμα αυτό αποτέλεσε άλλη μια ψυχρολουσία για τους τσεχοσλοβάκους αξιωματούχους, οι οποίοι συνειδητοποίησαν ότι το Λονδίνο, όπως και το Παρίσι, είχαν προεξοφλήσει το διαμελισμό της χώρας προκειμένου να κατευνάσουν τον Χίτλερ. Από την άλλη, η ναζιστική ηγεσία απέκτησε νέα πειστήρια αναφορικά με την απροθυμία της Βρετανίας και της Γαλλίας να εμπλακούν σε έναν πόλεμο για το χατίρι της Τσεχοσλοβακίας.

Η επίδειξη πυγμής έναντι της Τσεχοσλοβακίας αποτυπώθηκε στις μεγαλεπήβολες φιέστες που διοργάνωσαν οι ναζί κατά τη διάρκεια του οκταήμερου συνεδρίου τους στη Νυρεμβέργη. Αποκορύφωμά τους αποτέλεσε η γνωστή ομιλία του ίδιου του Χίτλερ στις 12 Σεπτεμβρίου 1938 στο πεδίο Zeppelin της Νυρεμβέργης. Ο Φύρερ δεν άφησε περιθώρια παρεξηγήσεων για τη «μη αναστρέψιμη απόφασή του» αναφορικά με την προσάρτηση των τσεχοσλοβάκικων εδαφών. Οι ηγεσίες της Βρετανίας και της Γαλλίας αντί να κινητοποιηθούν στρατιωτικά, όπως επέβαλαν, ειδικά στην τελευταία, οι εγγυήσεις που είχε παράσχει στην Πράγα για στρατιωτική συνδρομή σε περίπτωση εκδήλωσης επιθετικής ενέργειας, προέκριναν την «επιχείρηση κατευνασμού» του Χίτλερ. Σε αυτή την προσπάθεια πρωταγωνιστούσαν Βρετανοί υπουργοί, διπλωμάτες και άλλοι τιτουλάριοι, οι οποίοι δεν έκρυβαν το θαυμασμό τους για τα «επιτεύγματα» των ναζί στη Γερμανία. Μεταξύ αυτών και ο Νέβιλ Χέντερσον, πρέσβης της Αυτού Μεγαλειότητας στο Βερολίνο, ο οποίος στις εκθέσεις του από το συνέδριο της Νυρεμβέργης εκθείαζε το οργανωτικό πνεύμα και τη φρεσκάδα που είχε φέρει ο Εθνικο-σοσιαλισμός στην πολιτική ζωή της Ευρώπης. Ο ίδιος συνιστούσε επίμονα να απορριφθεί κάθε ενέργεια ή χειρονομία που θα μπορούσε να εκνευρίσει τον «κύριο Χίτλερ». Παρεμπιπτόντως, ο ίδιος πρέσβης ζήτησε τον Μάϊο του 1938 από τους ποδοσφαιριστές του εθνικού συγκροτήματος της Αγγλίας να χαιρετίσουν ναζιστικά  στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνο, κατά την έναρξη φιλικού αγώνα με το αντίστοιχο εθνικό συγκρότημα της Γερμανίας, ως «χειρονομία φιλοφρόνησης» προς τους οικοδεσπότες τους.

Νυρεμβέργη, Σεπτέμβριος 1938. Το συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας.

Η εμπρηστική ομιλία του Χίτλερ στη Νυρεμβέργη αναμεταδόθηκε ζωντανά μέσω ραδιοφώνου στις πόλεις και τα χωριά των Σουδητών. Οι Σουδήτες, εν αναμονή των γερμανικών αρμάτων μάχης, άρχισαν να επιτίθενται αμέσως σε σταθμούς χωροφυλακής, σιδηροδρομικούς σταθμούς και άλλα δημόσια κτήρια. Λόγω της ανεξέλεγκτης κατάστασης στην περιοχή επενέβη ο τσεχοσλοβάκικος στρατός, με αποτέλεσμα να υπάρξουν δεκάδες θύματα και από τις τάξεις των Σουδητών, αλλά και από τις τάξεις της τσεχοσλοβάκικης χωροφυλακής. Στην Σουδητία επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος, ενώ οι ηγέτες των Σουδητών κατέφυγαν στη Γερμανία. Ο τσεχοσλοβάκος πρόεδρος Έντουαρντ Μπένες, μολονότι δημόσια διαβεβαίωνε τους συμπατριώτες του ότι τόσο ο ίδιος, όσο και τα κυβερνητικά και τα στρατιωτικά στελέχη είναι αποφασισμένα να αντισταθούν σε κάθε έξωθεν επιβουλή, άρχισε να αμφιβάλει για τις ικανότητες της χώρας να αντισταθεί σε μια γερμανική επίθεση χωρίς βοήθεια από το εξωτερικό. Παράλληλα ο Μπένες δίσταζε να αποδεχτεί τις προτάσεις της Μόσχας για αποστολή στρατιωτικής βοήθειας προκειμένου να μην κατηγορηθεί από τους Δυτικούς συμμάχους ότι προκρίνει έναν συνασπισμό με τους μπολσεβίκους. Ας σημειωθεί ότι η Τσεχοσλοβακία και η Σοβιετική Ρωσία δεν διέθεταν τότε κοινά σύνορα και ήταν απαραίτητο να συναινέσουν η Ρουμανία ή η Πολωνία για τη διέλευση σοβιετικών στρατευμάτων από το έδαφός τους, αίτημα που οι δυο χώρες απέρριψαν. Η Πολωνία μάλιστα δεν έκρυβε τις εχθρικές διαθέσεις έναντι της Πράγας, καθώς επιδίωκε την προσάρτηση της περιοχής του Τιέσιν, στην οποία διέμεινε η πολωνική μειονότητα.

Η Σοβιετική Ρωσία προέβη σε διπλωματικά διαβήματα προς το Παρίσι και το Λονδίνο, προτρέποντας τις δυο χώρες να συνασπισθούν μαζί της προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις επιθετικές διαθέσεις του Χίτλερ. Σε ότι αφορά την υπεράσπιση της Τσεχοσλοβακίας, η Μόσχα έθετε ως προϋπόθεση για την αποστολή στρατιωτικής βοήθειας την εμπλοκή της Γαλλίας σε πόλεμο με τη Γερμανία. Η γαλλική κυβέρνηση με επικεφαλής τον  πρωθυπουργό Εντουάρ Νταλαντιέ, αποδυναμωμένη από τις εσωτερικές διαμάχες και τη διαφαινόμενη απροθυμία του Τσάμπερλεϊν να συνταχθεί μαζί της, αποφάσισε οριστικά να μην επιτεθεί στη Γερμανία. Ο Μπένες, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μην απομονωθεί από τη σύμμαχο Γαλλία, απέστειλε στις 15 Σεπτεμβρίου στο Παρίσι τον υπουργό Κοινωνικών Υποθέσεων, Γιάρομιρ Νέτσας, προκειμένου να γνωστοποιήσει εμπιστευτικά στη γαλλική κυβέρνηση την πρόθεσή του να παραχωρήσει στη Γερμανία ορισμένες παραμεθόριες περιοχές. Το σχέδιό του προέβλεπε την παραχώρηση περιοχών έκτασης 4 έως 6.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, υπό την προϋπόθεση ότι προς αυτές θα μετακινούνταν επιπλέον 1,5 εκατομμύριο Σουδήτες που κατοικούσαν στο εσωτερικό της Τσεχοσλοβακίας.

Εν τω μεταξύ την ίδια μέρα, 15 Σεπτεμβρίου 1938, ο βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλεϊν πραγματοποίησε απρόσμενα το πρώτο αεροπορικό του ταξίδι κατευθυνόμενος από το Λονδίνο προς στο Μπερχτεσγκάντεν με σκοπό να αποτρέψει τον Χίτλερ από τα επιθετικά του σχέδια. Ο Τσόρτσιλ χαρακτήρισε το ταξίδι αυτό «ως τη μεγαλύτερη βλακεία της ιστορίας», ο Τσάμπερλεϊν ωστόσο ήταν πεπεισμένος ότι η επιτυχής έκβαση της αποστολής του θα απέτρεπε μια νέα πολεμική περιπέτεια μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας. Είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι οι πασιφιστικές τάσεις, τις οποίες αντιπροσώπευε ο Τσάμπερλεϊν, ανταποκρίνονταν στις διαθέσεις της συντριπτικής  πλειονότητας όχι μόνο των Βρετανών και των Γάλλων, αλλά και των ίδιων των Τσέχων! Η «ειρηνευτική αποστολή» του Τσάμπερλεϊν στη Γερμανία χαιρετίστηκε ενθουσιωδώς από το σύνολο των βρετανικών εφημερίδων. Μόνο ένας διαδηλωτής βρέθηκε στο αεροδρόμιο του Λονδίνου με ένα πλακάτ που έγραφε «Υπερασπίσου την Τσεχοσλοβακία. Όχι υποχωρήσεις στον Χίτλερ!» Στην ίδια την Τσεχοσλοβακία μόνο δυο αντιπολιτευόμενα κόμματα, οι κομμουνιστές και δεξιοί εθνικιστές, εξέφραζαν την αποφασιστικότητά τους να υπερασπιστούν τη χώρα, ανεξαρτήτως από το εάν θα έφτανε ή όχι βοήθεια από το εξωτερικό. Αθροιζόμενες, οι δυο παρατάξεις εκπροσωπούσαν μετά βίας το 20% του εκλογικού σώματος!

Οι ηγέτες της Βρετανίας και της Γαλλίας, σφιχτά προσδεμένοι στην «πολιτική του κατευνασμού», επέλεξαν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του Χίτλερ. Aξιοποιώντας το εμπιστευτικό σχέδιο του Μπένες, άρχισαν να πιέζουν την τσεχοσλοβάκικη πλευρά να παραχωρήσει στη Γερμανία τις περιοχές εκείνες, όπου οι Σουδήτες αποτελούσαν το 51% του πληθυσμού. Ενόσω η κατάσταση στη Σουδητία προσέλαβε χαρακτήρα ανοιχτής σύγκρουσης, ο Μπένες αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα της ηγεσίας του τσεχοσλοβάκικου στρατεύματος για κήρυξη επιστράτευσης. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να προκληθεί βαθιά απογοήτευση σε εκείνα τα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη που επέμειναν στην επίδειξη πατριωτικής στάσης. Αρκετοί κυβερνητικοί παράγοντες υπέβαλαν τις παραιτήσεις τους, με αποτέλεσμα να προκληθεί κυβερνητική κρίση. Η ηττοπαθής στάση του Έντουαρντ Μπένες αποτελεί μέχρι σήμερα αντικείμενο συζήτησης και αντικρουόμενων ερμηνειών. Ορισμένοι Τσέχοι ιστορικοί αποδίδουν την απροθυμία του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου Μπένες να αντισταθεί στους ναζί στην πρόθεσή του να αποφύγει μια «στρατηγική ήττα», η οποία θα λύγιζε για δεκαετίες το φρόνημα των Τσεχοσλοβάκων. Σημειώνουν ότι ο Μπένες, έχοντας προβλέψει την επερχόμενη έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την αναπόφευκτη ήττα της Γερμανίας, υιοθέτησε μια στάση που μεταπολεμικά θα ωφελούσε την Τσεχοσλοβακία και το λαό της, χωρίς να υποστεί ιδιαίτερες απώλειες.

Οι συνομιλίες Χίτλερ-Τσάμπερλεϊν στις 15 Σεπτεμβρίου 1938 στο Μπερχτεσγκάντεν. Αριστερά του βρετανού πρωθυπουργού κάθεται ο Γιόαχιμ φον Ρίμπεντροπ, υπουργός Εξωτερικών. Δεξιά του γερμανού καγκελαρίου διακρίνονται ο επίσημος διερμηνέας Πάουλ Σμιτ και ο πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας στο Βερολίνο Νέβιλ Χέντερσον.

Η «τσεχοσλοβάκικη κρίση» κορυφώθηκε μετά τη νέα επίσκεψη που πραγματοποίησε ο βρετανός πρωθυπουργός Τσάμπερλεϊν στις 22 Σεπτεμβρίου στο Μπαντ Γκόντεσμπεργκ, όπου έκπληκτος διαπίστωσε ότι ο Χίτλερ ζητούσε πια όχι μόνο την προσάρτηση της Σουδητίας, αλλά και την εκδίωξη όλων των μη Γερμανών από την περιοχή. Κατόπιν τούτου, η Τσεχοσλοβακία, με διαλυμένη ουσιαστικά την πολιτική και στρατιωτική της ηγεσία, κήρυξε τελικά επιστράτευση, ενώ σε μερική επιστράτευση προέβησαν επίσης η Βρετανία και η Γαλλία. Τόσο ο Χίτλερ, όσο και οι επιτελείς του είχαν λάβει, ωστόσο, εμπιστευτικές πληροφορίες από κορυφαία στελέχη της βρετανικής διπλωματίας, ότι το Λονδίνο, και κατά συνέπεια και η Γαλλία, δεν επρόκειτο να εμπλακούν σε πόλεμο με την Γερμανία εξαιτίας μιας χώρας το όνομα της οποίας, όπως αναφερόταν, η πλειονότητα των πολιτών τους δεν ήξερε ούτε να προφέρει!

Στις 27 Σεπτεμβρίου ο Χίτλερ παρέδωσε τελεσίγραφο στον βρετανό πρωθυπουργό με το οποίο του γνωστοποιούσε την πρόθεση να προσαρτήσει την Τσεχοσλοβακία, εάν μέχρι τις 2 το μεσημέρι της επόμενης ημέρας δεν του πρότεινε κάποια ικανοποιητική λύση. Ο Τσάμπερλεϊν σε ομιλία του στο βρετανικό ραδιόφωνο προανήγγειλε την πρόθεσή του να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Χίτλερ, θυσιάζοντας την Τσεχοσλοβακία, προκειμένου να αποφύγει μια πολεμική αναμέτρηση. «Είναι φοβερό και απίστευτο να υποχρεώνεσαι να ανοίγεις ορύγματα και να φοράς μάσκες αερίου για μια διαφορά που έχει ξεσπάσει σε μια μακρινή χώρα, για τους κατοίκους της οποίας δεν γνωρίζουμε τίποτα. Παρά τα αισθήματα συμπάθειας που τρέφουμε για αυτό το μικρό έθνος, που απέναντί του έχει έναν μεγάλο και ισχυρό γείτονα, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις περιστάσεις, δεν μπορούμε να κηρύξουμε σε κατάσταση πολέμου όλη τη βρετανική αυτοκρατορία, μόνο και μόνο εξαιτίας του», ανέφερε χαρακτηριστικά στο ραδιοφωνικό του μήνυμα ο βρετανός πρωθυπουργός.

Την επόμενη ημέρα ο Τσάμπερλεϊν απέστειλε επιστολή στον Χίτλερ στην οποία ανέφερε ότι «όλα τα βασικά μπορούν να επιλυθούν χωρίς πόλεμο και χωρίς αναβολή». Παράλληλα, απευθύνθηκε στον Μουσολίνι ζητώντας του να μεσολαβήσει στη σύγκληση διάσκεψης για την ικανοποίηση των γερμανικών απαιτήσεων. Στις 29 Σεπτεμβρίου, στο Μόναχο, συναντήθηκαν οι ηγέτες της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Βρετανίας και της Γαλλίας, απουσία οποιουδήποτε εκπροσώπου της Τσεχοσλοβακίας, οι απεσταλμένοι της οποίας αποκλείστηκαν σε έναν προθάλαμο, προκειμένου να πληροφορηθούν κατόπιν εορτής τα αποτελέσματα μιας διάσκεψης κορυφής που αφορούσε την ακεραιότητα της χώρας τους!

Η διάσκεψη άρχισε τις απογευματινές ώρες της 29ης Σεπτεμβρίου στο κτήριο Φύρερμπαου του Μονάχου και ολοκληρώθηκε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 30ης Σεπτεμβρίου. Το κείμενο του Συμφώνου, που υπέγραψαν οι απεσταλμένοι των τεσσάρων χωρών, αποτελούνταν από οκτώ άρθρα. Η τελική πράξη εμφανίστηκε μεν ως πρόταση του Μουσολίνι, είχε όμως συνταχθεί νωρίτερα από τον Γκέρινγκ. Βάσει της τελευταίας, η Τσεχοσλοβακία υποχρεωνόταν να παραχωρήσει στη Γερμανία όλες τις περιοχές της Σουδητίας εντός δεκαημέρου. Η παράδοση των περιοχών επρόκειτο να αρχίσει την αμέσως επόμενη ημέρα. Το κείμενο του Συμφώνου- τελεσιγράφου επιδόθηκε χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις στους εκπροσώπους της Τσεχοσλοβακίας, προκειμένου να το διαβιβάσουν στην κυβέρνησή τους.

Ο Αδόλφος Χίτλερ υπογράφει την τελική πράξη του Μονάχου.

Μετά την ολοκλήρωση της διάσκεψης και την υπογραφή του Συμφώνου ο Χίτλερ είχε μια νέα διμερή συνάντηση με τον Τσάμπερλεϊν. Οι δυο άνδρες υπέγραψαν μια κοινή διακοίνωση, η οποία επισφράγιζε την πρόθεσή τους να μην οδηγηθούν σε πόλεμο. Στο σχετικό γερμανο-βρετανικό ανακοινωθέν αναφέρονταν χαρακτηριστικά τα εξής: «Εμείς, ο γερμανός Φύρερ και καγκελάριος και ο βρετανός πρωθυπουργός, είχαμε σήμερα μια ακόμα συνάντηση και συναινέσαμε στο ότι οι αγγλο-γερμανικές σχέσεις αποτελούν ζήτημα πρωτίστης σημασίας και για τις δυο χώρες και για την Ευρώπη. Θεωρούμε το Σύμφωνο που υπογράψαμε χθες, όπως και την αγγλο-γερμανική συμφωνία για τον πολεμικό στόλο, ως σύμβολα της επιθυμίας των δυο εθνών μας να μην εμπλακούν σε έναν νέο πόλεμο, μαχόμενα το ένα εναντίον του άλλου».

Αμέσως μετά τη γνωστοποίηση του περιεχομένου του Συμφώνου του Μονάχου συνήλθε για ένα τέταρτο η υπηρεσιακή τσεχοσλοβάκικη κυβέρνηση, η οποία, χωρίς ψηφοφορία, αποφάσισε να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του. Ο αρχηγός του τσεχοσλοβάκικου στρατού στρατηγός Λούντβικ Κρέϊτσι διέταξε την απόσυρση των τσεχοσλοβάκικων μονάδων από τις σουδητικές περιοχές, τις οποίες από την 1η Οκτωβρίου άρχισε να καταλαμβάνει σταδιακά ο γερμανικός στρατός. Οι τσεχοσλοβάκοι στρατιώτες αποσύρθηκαν χωρίς να ρίξουν ούτε μια ντουφεκιά, έτσι για την «τιμή των όπλων», παραδίδοντας στους ναζί άθικτα τα σύγχρονα οχυρά με τον οπλισμό τους.

Ο ακρωτηριασμός της Τσεχοσλοβακίας με βάση το Σύμφωνο του Μονάχου.

Ο Τσάμπερλεϊν επιστρέφοντας στο Λονδίνο εμφανίστηκε στην πόρτα του αεροσκάφους κουνώντας θριαμβευτικά το χαρτί της διμερούς αγγλο-γερμανικής διακοίνωσης, βάσει της οποίας είχε, κατά την σθεναρή άποψή του, αποτραπεί ένας νέος πόλεμος. Δεκάδες χιλιάδες Βρετανοί βγήκαν στους δρόμους για να τον επευφημήσουν κατά τη διάρκεια της διαδρομής του από το αεροδρόμιο προς τα βασιλικά ανάκτορα. Ο Τσάμπερλεϊν επιστρέφοντας στην Ντάουνινγκ Στρητ εμφανίστηκε στο παράθυρο της πρωθυπουργικής κατοικίας και χαιρετίζοντας σύντομα τους χιλιάδες συγκεντρωμένους Βρετανούς έδειξε άλλη μια φορά το κείμενο φωνάζοντας «Έντιμη ειρήνη! Ειρήνη για την εποχή μας». Δυο μέρες αργότερα, απευθυνόμενος αυτή τη φορά προς τους Τσέχους, εξέφρασε τη βεβαιότητά του πως «μια μέρα θα καταλάβουν ότι στόχος μας ήταν η σωτηρία τους και ένα ευτυχισμένο μέλλον». Αντίστοιχη θριαμβευτική υποδοχή επεφύλαξαν την ίδια ημέρα και οι Γάλλοι πολίτες στον πρωθυπουργό τους Νταλαντιέ. Αυτός όμως, πιο διορατικός, φέρεται να ψέλισσε «Οι ανόητοι, αν ήξεραν τι επευφημούν!»

Την ίδια περίοδο μικρόνοια και εθελοτυφλισμό δεν επέδειξαν μόνο οι ηγέτες της Γαλλίας και της Βρετανίας, αλλά και τα καθεστώτα της Πολωνίας και Ουγγαρίας. Οι αυταρχικοί ηγέτες της Βαρσοβίας και της Βουδαπέστης θεώρησαν πως βρήκαν την ευκαιρία να εκβιάσουν την «ξεπουπουλιασμένη» Τσεχοσλοβακία. Την 1η Οκτωβρίου του 1938, δηλαδή την ημέρα που τα γερμανικά στρατεύματα περνούσαν ανεμπόδιστα στη Σουδητία, η Πολωνία άρχισε να καταλαμβάνει την περιοχή του Τιέσιν, όπου ζούσε πολυάριθμη πολωνική μειονότητα. Τον Νοέμβριο του 1938 η Ουγγαρία ζήτησε και πέτυχε να της παραχωρηθούν εκτεταμένες περιοχές της Σλοβακίας καθώς και η περιοχή της Υπερκαρπαθίας. Έτσι η Τσεχοσλοβακία σε ένα δίμηνο απώλεσε, χωρίς να αντισταθεί, το ένα τρίτο των εδαφών της και του πληθυσμού της (έκταση 41.000 τετρ. χιλιομέτρων και 4,8 εκατομμύρια πληθυσμό).

Η επιστροφή του Τσάμπερλεϊν στο Λονδίνο.
H υποδοχή του Συμφώνου από τον γαλλικό Τύπο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Χίτλερ επισκέφτηκε τις προσαρτημένες σουδητικές περιοχές στις 3 Οκτωβρίου, όπου οι συμπατριώτες του τού επιφύλαξαν μια θριαμβευτική υποδοχή. Ο Φύρερ, ακόμα κατά τη διάρκεια της διάσκεψης του Μονάχου, εκμυστηρεύτηκε στον Μουσολίνι ότι στόχευε να διαλύσει οριστικά την Τσεχοσλοβακία γιατί με τις 40 μεραρχίες του στρατού της «του έδενε τα χέρια» για την εφαρμογή των επιθετικών του σχεδίων εναντίον της Σοβιετικής Ρωσίας και της Γαλλίας. Λίγο μετά την υπογραφή του Συμφώνου του Μονάχου ο Χίτλερ, μιλώντας με επιτελείς του, εμφανίστηκε πρόθυμος να σεβαστεί την ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας για ένα ακόμα εξάμηνο! «Τους επόμενους έξι μήνες δεν πρόκειται να καταλάβω την Πράγα. Δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο σε αυτό το γεροντάκι», ανέφερε ο Χίτλερ υπονοώντας τον Τσάμπερλεϊν.

Πράγματι, ο Φύρερ σεβάστηκε αυτό που είχε απομείνει από την πάλαι ποτέ κραταιά Τσεχοσλοβακία μόλις πεντέμισι μήνες. Στις 15 Μαρτίου 1939, το Βερολίνο αναγνώρισε την αποσχιστική σλοβακική κυβέρνηση του καθολικού ιερέα Γιόζεφ Τίσο, ενώ τα στρατεύματά του κατέλαβαν, χωρίς να αντιμετωπίσουν την παραμικρή αντίσταση, ό,τι είχε απομείνει από την Τσεχοσλοβακία, ιδρύοντας το Προτεκτοράτο Βοημίας και Μοραβίας. Η χιτλερική Γερμανία με την προσάρτηση της Τσεχοσλοβακίας ενισχύθηκε τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά, καθώς τεράστιος όγκος σύγχρονου στρατιωτικού υλικού και τεράστιες βιομηχανικές μονάδες πέρασαν υπό τον έλεγχό της. Επιπλέον, το ηθικό της είχε αναπτερωθεί, ενώ ο Χίτλερ αναδείχθηκε σε ίνδαλμα όλων των Γερμανών. Ο δρόμος της επέκτασης προς Ανατολή και Δύση είχε πια ανοίξει.

 Hitler and Chamberlain The Munich Crisis 1938

Ο Κώστας Τσίβος είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας και επικεφαλής του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας

 

 Eνδεικτική βιβλιογραφία

Adamthwaite Anthony: The Making of the Second World War, Routledge, Λονδίνο 1989.

Faber David: Munich, 1938. Appeasement and World War II, Pocket Books, Λονδίνο 2009.

Taylor Alan: The Origins of the Second World War, Hamish Hamilton, Λονδίνο 1961.

Tesař Jan: Mnichovský komplex, Prostor, Πράγα 2000.

 

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός: Οι Έλληνες εθελοντές στον Γαλλο-Πρωσσικό Πόλεμο του 1870 – 1871  

 

 150 χρόνια από τότε     

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός

 Οι Έλληνες εθελοντές στον Γαλλο-Πρωσσικό Πόλεμο του 1870 – 1871 

Η νίκη στην Σάντοβα της Πρωσσίας στον πόλεμο κατά της Αυστρίας, το 1866, σηματοδότησε την επόμενη πολεμική εμπλοκή: αυτήν μεταξύ Γαλλίας και Πρωσσίας. Έτσι, σύννεφα άρχισαν να συσσωρεύονται νωρίς στα γαλλο-πρωσσικά σύνορα!  Πίσω από την πολιτική του Πρώσου καγκελλαρίου Otto von Bismarck έναντι της Γαλλίας, ευρίσκετο ο οραματισμός του για την ένωση των γερμανικών κρατιδίων και την δημιουργία μιάς Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Το επόμενο βήμα του καγκελλαρίου ήταν αποκλειστικά θέμα χρόνου. Ο πόλεμος μεταξύ των δύο χωρών εθεωρείτο αναπόφευκτος.

Την περίοδο εκείνη – το 1870 – οι Ελληνο-γαλλικές σχέσεις έπασχαν λόγω της ασυνέπειας της γαλλικής πολιτικής προς την Αθήνα. Αν και η μνήμη της κατοχής του Πειραιώς κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο (Μάρτιος 1854-Ιούνιος 1857) από τα αγγλο-γαλλικά στρατεύματα είχε αφήσει οπωσδήποτε ουλές, η στάση του Ναπολέοντος ΙΙΙ στο Κρητικό ζήτημα, το 1867, με την υπαναχώρηση του στην στήριξη της Ελλάδος, ήταν ακόμη έντονα νωπή. Η ψύχρανση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών από τότε ήταν έκδηλη, ιδίως στο επίπεδο της κοινής γνώμης. Τα αισθήματα, ως εκ τούτου, στην Αθήνα για την Γαλλία την περίοδο που ξέσπασε ο πόλεμος, τον Ιούλιο 1870, ευρίσκοντο στο ναδίρ. Η ανατροπή του «ασπλάχνου και αφιλοτίμου μισέλληνος και φιλοτούρκου» ηγέτη[1] και η εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, απετέλεσε έναυσμα μεταστροφής του δημόσιου αισθήματος υπέρ της Γαλλίας με την οργάνωση αποστολής εθελοντών εκεί για να πολεμήσουν κατά των Πρώσσων.

Το λίγο γνωστό αυτό επεισόδιο στην ιστορία της χώρας μας αξίζει να μνημονευθή. Η Ελλάς δεν ήταν η χώρα που απέστελλε εθελοντές σε άλλες. Έτσι, η κίνηση αυτή των εθελοντών  ήλθε να τονώση τις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών, του γαλλικού και του ελληνικού.  Και όντως,  ορισμένοι γαλλικοί κύκλοι εξεδήλωσαν αισθήματα ευγνωμοσύνης προς τους νέους αυτούς.

Αριστερά: Ναπολέων Γ΄, Αυτοκράτορας της Γαλλίας. Δεξιά: Otto von Bismarck, Καγκελλάριος της Πρωσσίας.

Όπως ήταν φυσικό, η έναρξη των εχθροπραξιών στις 7/19 Ιουλίου 1870[2] άφησε την Αθήνα μάλλον αδιάφορη προς το Παρίσι. Ο Τύπος δεν έλαβε κάποια φιλο-γαλλική στάση. Ούτε, άλλωστε, ο λαός. Παρά ταύτα, παρά την γενικώτερη αρνητικότητα των συναισθημάτων στην Αθήνα, ήδη με την έναρξη του πολέμου παρουσιάσθηκε, από πλευράς ορισμένων στρατιωτικών, ένα κίνημα ενδιαφέροντος για το Παρίσι. Ένας μικρός αριθμός αξιωματικών –η έκθεση του Γάλλου πρέσβυ αναφέρει 10– είχε εκφράσει την επιθυμία να μεταβή στην Γαλλία «για να παρακολουθήσει τις επιχειρήσεις».[3] Η απάντηση των Παρισίων υπήρξε άμεση και αρνητική.[4] Μερικές ημέρες αργότερα, στις 21.7/2.8, η Ελληνική κυβέρνηση –παρακολουθώντας την Βρεταννική[5] αλλά και την Ρωσική στάση– διεκήρυξε την ουδετερότητά της έναντι των εμπολέμων. Η κοινή γνώμη, ο πληθυσμός, δεν αντέδρασε στην απόφαση αυτή. Τουναντίον, ήταν η ήττα του γαλλικού στρατού στο Sedan και η αιχμαλωσία του αυτοκράτορος στις 22.8/2.9, που συνεπέφερε και την ανατροπή του καθεστώτος και που προκάλεσε κύμα ενθουσιασμού στην αθηναϊκή πρωτεύουσα, σημειώνοντας έτσι την άμεση μεταστροφή των αισθημάτων. Όλη η δυσαρέσκεια που είχε συσσωρευθή στην ελληνική ψυχή για την στάση στο Κρητικό μετουσιώθηκε σε κύμα ενθουσιασμού υπέρ της δημοκρατικής, πλέον, Γαλλίας. Η ήττα και η ανατροπή του Ναπολέοντος απετέλεσαν τον καταλύτη για να προβληθούν τα αισθήματα ευγνωμοσύνης της Ελλάδος προς την Γαλλία, για την βοήθεια που της προσέφερε κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως, με την συμβολή της στην ναυμαχία του Ναυαρίνου, για την αποστολή του στρατηγού Μαιζώνος! Οι Έλληνες βρήκαν την ευκαιρία να ανταποδώσουν τα φιλελληνικά αισθήματα που η Γαλλία είχε επιδείξει προ 50ετίας.

Παρίσι, 4 Σεπτεμβρίου 1870. Ανακύρηξη του καθεστώτος της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας.

Ενώ την μεταστροφή που σημειώθηκε στην κοινή γνώμη συμμεριζόταν η κυβέρνηση του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, παρά την εκπεφρασμένη επιθυμία του ιδίου του πρωθυπουργού, η Αθήνα δεν απέστελλε οδηγίες στον Έλληνα επιτετραμμένο στο Παρίσι, Φωκίωνα Ρωκ, να προβή στην αναγνώριση του νέου καθεστώτος. Ο βασιλεύς Γεώργιος, σε διακοπές στην Κέρκυρα, ήταν επιφυλακτικός σε μία πρόωρη αναγνώριση του νέου καθεστώτος, το οποίο ανέτρεπε την αυτοκρατορία.[6] Ο Γεώργιος επίστευε, ως φαίνεται, σε φήμες ότι ο γερμανός καγκελλάριος θα αποκαθιστούσε στον θρόνο τον ανατραπέντα Ναπολέοντα.[7] Εν τέλει, ο Ρωκ μόνον στις 4/16 Οκτωβρίου[8] ενετάλη να έλθη «en rapports officiels» με την νέα κυβέρηση.[9] Παρά τις καθυστερήσεις αυτές, μόλις ο βασιλεύς επέστρεψε από την Κέρκυρα εδέχθη σε ακρόαση τον γάλλο πρέσβυ. Η συνομιλία ήταν θερμή, αναφέρει ο Baude, και ο βασιλεύς «του εξέφρασε με ιδιαιτέρως συμπαθείς εκφράσεις την έντονη θλίψη που του προκαλούσε» η δεινή μοίρα της Γαλλίας.[10] Και πάλι, εν τούτοις, κάποια διστακτικότης υφήρπε στην στάση της κυβερνήσεως, όπως προκύπτει από τις προσωπικές οδηγίες που απέστειλε ο Χαράλαμπος Χριστόπουλος, υπουργός Εξωτερικών, στον Ρωκ, λίγες εβδομάδες αργότερα: έπρεπε «να τηρήση μεγάλη επιφυλακτικότητα σε ό,τι αφορούσε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής», ενώ θα μπορούσε να αναπτύξη επαφές με «άτομα επιρροής από όλα τα κόμματα».[11]

Χαράλαμπος Χριστόπουλος, υπουργός Εξωτερικών.

Εν τω μεταξύ, ο λαός, η νεολαία, μέλη του στρατεύματος κινητοποιούντο για να συμβάλουν στις προσπάθειες της νέας Γαλλίας, σε μία πρωτοφανή συστράτευση μετά την ανατροπή του Ναπολέοντος και την αναγόρευση της Δημοκρατίας. Σ΄αυτό συνέτειναν και οι  νίκες των Γερμανικών δυνάμεων στο μέτωπο έναντι της δεινής τύχης των Γαλλικών στρατευμάτων.[12] Αλλά και από άλλες χώρες άρχισαν να συρρρέουν εθελοντές στην Γαλλία μετά την ανατροπή του αυτοκρατορικού καθεστώτος:

Οι πρώτοι Έλληνες εθελονταί ανεχώρησαν από τον Πειραιά περί τα μέσα Σεπτεμβρίου.[13] Η εφημερίς Αστήρ είχε ήδη προαναγγείλει την επικείμενη αναχώρησή τους. Μετά την άφιξή τους στην Μασσαλία, οδηγήθηκαν στο μέτωπο στις 30.10/11.11. Οι αφίξεις συνεχίζοντο μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου. Εν τω μεταξύ, η Ελληνική παροικία της Μασσαλίας ανέλαβε την συντήρηση των ελλήνων εθελοντών. Πλούσιοι έμποροι ή επιχειρηματίαι ελληνικής καταγωγής, παληές οικογένειες που είχαν εγκατασταθεί στην αρχαία αυτή Φωκαϊκή αποικία, μεταξύ άλλων οι Ζαφειρόπουλοι, Καλβοκορέση, Ψωμάδη, Αργέντη, Μελά, Τσιτσίνια, ή οι γιατροί Μεταξάς και Δαμασκηνός, έδωσαν το έντονο παρόν στην όλη αυτή συγκινητική προσπάθεια. Ο Τσιτσίνιας μερίμνησε για την ραφή στολών. Το πηλίκιο τους έφερε τα αρχικά L.G., δηλ. Légion Grecque. Ο Μεταξάς ήταν διαρκώς κοντά τους, τόσο μάλλον που οι περισσότεροι δεν ομιλούσαν γαλλικά. Πλησίον των ελλήνων στάθηκαν και οι Γάλλοι Pierre Philippe και Labadier, πλούσιοι επιχειρηματίαι. Η επιχείρηση του πρώτου εξεπροσωπείτο και στον Πειραιά, όπου και εκεί έδωσε έντονα δείγματα γραφής για την προσέλκυση εθελοντών και την εξασφάλιση του εξοπλισμού τους. Εξ άλλου, πέραν της φροντίδος των συμπολιτών τους, τα μέλη της ελληνικής παροικίας συνεισέφεραν αφειδώς σε ρευστό για την ενίσχυση του γαλλικού στρατού. Μεταξύ άλλων αγόρασαν 4 μυδροβόλα, στα οποία δόθηκαν συμβολικά ονόματα: η Ελληνίς (La Grecque), η Αθηναία (l’Athénienne), η Σπαρτιάτισσα (La  Spartiate), οι Τέσσερις φίλοι (Les quatre Amis).

Θα πρέπει κανείς να παραδεχθή ότι, παρ΄όλο που ο Τύπος έδειχνε γνήσιο ενδιαφέρον για την τάση αυτή εθελοντισμού και δημοσίευε συστηματικά –έστω υπογραμμίζοντας σε υπερθετικό βαθμό– ειδήσεις για τα ανδραγαθήματα των Ελλήνων εθελοντών, η υπάρχουσα βιβλιογραφία είναι πενιχρή.[14] Ασφαλώς, ιδιαίτερης σημασίας είναι η  περιγραφή του κινήματος αυτού από τον επιλοχία του πεζικού Αλέξανδρο Αλεξάνδρου, στο μικρό αλλά πολύτιμο έργο του.[15]

Από γαλλικής, πάλι, πλευράς, οι εκθέσεις και τα τηλεγραφήματα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Αθήνα ή του υπο-προξενείου της Γαλλίας στον Πειραιά είναι αποσπασματικές και δεν επιτυγχάνουν να δώσουν μία ικανοποιητική εικόνα της κινητοποιήσεως αυτής. Ο αριθμός των εθελοντών δεν αναγράφεται συστηματικά ώστε να σχηματίσει κανείς μια καθαρή εικόνα των αναχωρήσεων. Ούτε η ταυτότητα τους. Οι αριθμοί που αναφέρουν οι επίσημες πηγές κάνουν μνεία σε ομάδες στρατιωτικών ή πολιτών, κυρίως φοιτητών. Οι Πειραιώτες προέτρεπαν τους νέους να εγγραφούν στους πίνακες προς αναχώρηση. Στην αρχή, οι εθελοντές που παρουσιάζοντο στην Πρεσβεία σε αρκετά σημαντικό αριθμό, ζητούσαν να τους επιτραπή να μεταβούν δωρεάν στην Μασσαλία, με πλοία των γαλλικών γραμμών. Στο ερώτημα που υπέβαλε ο πρέσβυς, το Γαλλικό Υπουργείο των Εξωτερικών αντεπεκρίθη θετικά: θα μπορούσε να τους διαθέσει εισιτήρια υπό τον όρο ότι θα έφεραν μαζύ τους τον οπλισμό τους.[16],[17] Πράγματι, ο οπλισμός όσων δεν είχαν, τους προσεφέρθη από την Γαλλική παροικία στην Αθήνα και στον Πειραιά –με την καίρια συμβολή του γραφείου του γάλλου επιχειρηματία Philippe–, η οποία βοήθησε αποτελεσματικά. Με έρανο, εξ άλλου, που διοργάνωσε η Γαλλική ομογένεια κατέστη δυνατή η προμήθεια ακόμη δύο κιβώτιων με καραμπίνες Μινιέ (750), σπαθιά και ρεβόλβερ![18]

Άποψη του λιμένος της Μασσαλίας το 1870.

Εν τέλει, δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο αριθμός των εθελοντών οι οποίοι μετέβησαν στην Γαλλία.[19] Οι ελληνικές αρχές, από πλευράς τους, «επόπτευαν τις περιπτώσεις λιποταξίας…. (αλλά) μόνον με απλή επιφυλακή, όση απητείτο ώστε (η κυβέρνηση) να μην κατηγορηθή για συνέργεια…».[20] Μερικοί στρατιωτικοί (περί τους 100), όντως, συνελήφθησαν και φυλακίσθηκαν στο Ναύπλιο. Πολίτες, πάλι, απεθαρρύνοντο να φύγουν. Ως εκ τούτου, αρκετοί από αυτούς που θα ήθελαν να μεταβούν στην Γαλλία, τελικώς, δεν κατάφεραν ή δεν θέλησαν να επιβιβασθούν σε πλοία.[21]

Παρά τις διεξοδικές έρευνες άλλων ιστορικών για την κίνηση των εθελοντών της περιόδου εκείνης, υφίστανται ακόμη ορισμένα σημεία τα οποία χρήζουν περαιτέρω διευκρινήσεως. Πώς δημιουργήθηκε αιφνίδια το φιλο-γαλλικό αυτό κλίμα; Πώς οι στρατιωτικοί, οι οποίοι, εν συνεχεία θα πέρναγαν από στρατοδικείο ως λιποτάκται–όπως και συνέβη– απεφάσισαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους; Πώς οι φοιτηταί θα διέκοπταν τις σπουδές τους;

Οι ελληνικές και οι γαλλικές πηγές, η αναφορά της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς, η πρεσβεία της Πρωσσίας, εμμέσως υποδεικνύουν τον καθηγητή Αναστάσιο Γεννάδιο[22] ως τον υποκινητή της κινήσεως των εθελοντών.[23] Ο ίδιος, γερμανικής μορφώσεως, μέλος του τότε νεοσύστατου ελληνικού ελευθερο-τεκτονικού σχήματος,[24] για λόγους ιδεολογικούς ετάχθη με την πλευρά της Γαλλίας. Η εφημερίς Αστήρ, υπό την επιρροή του ελληνικού ελευθερο-τεκτονισμού –εκ των κυρίων συνεργατών της υπήρξε ο Γεννάδιος– πρωτοστάτησε στην προβολή του φιλο-γαλλικού πνεύματος. Ήδη από την 31.7/12.8.1870 άρθρα της εφημερίδος αυτής ενεθάρρυναν την μετάβαση στην Γαλλία. Ο Γεννάδιος επέμενε στις προσπάθειές του. Όμως, η δραστηριοποίηση ενός μόνον ατόμου, δεν ήταν δυνατόν να επαρκέση για την έντονη αυτή κινητοποίηση.

Η διάθεση του φιλο-γαλλικού πνεύματος ενδυναμωνόταν από σημαντική μερίδα του αθηναϊκού Τύπου: είτε με την αναδημοσίευση από γαλλικές εφημερίδες πληροφοριών από την Γαλλία για τους εθελοντές, όπως άρθρων που προέβαλλαν τις ηρωικές πράξεις τους, είτε δημοσιεύοντας επιστολές τους προς οικείους τους ή ακόμη και προς εφημερίδες. Και τούτο, ιδίως την περίοδο που ο γαλλικός στρατός υφίστατο καταστροφικές ήττες.

Μόνη εξαίρεση στην ομοφωνία του Τύπου, η εφημερίς Αιών. Ο αρχισυντάκτης της Τιμολέων Φιλήμων[25] εξεφράζετο με ένταση κατά του κινήματος των εθελοντών, υπενθύμιζε ότι και οι Γερμανοί είχαν χύσει το αίμα τους για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και ότι, ως εκ τούτου, εμείς, οι Έλληνες, τους ωφείλαμε τον ίδιο βαθμό ευγνωμοσύνης. Όσοι μετέβαιναν στην Γαλλία δεν εκπροσωπούσαν παρά μόνον τον εαυτό τους, όχι την επίσημη Ελλάδα.[26] Υπενθυμίζοντας την συμβολή των Γερμανών στον Αγώνα για την Ανεξαρτησία, ο  Φιλήμων, καυτηρίαζε όσους ενεθάρρυναν τους Έλληνες να μεταβούν στην Γαλλία, κατηγορώντας τους ότι «διέπρατταν λίαν βαρύ πολιτικό έγκλημα… ότι έπρατταν κατά των συμφερόντων της πατρίδος των…».[27]

Ο δημοσιογράφος, διανοούμενος και μετέπειτα Δήμαρχος Αθηνών (1887-1891) Τιμολέων Φιλήμων.

Ένα είναι σαφές: οι εθελοντές δεν επεδίωκαν τον πλουτισμό στην Γαλλία. Πιθανόν, τιμές. Όχι, όμως, χρήμα. Έφευγαν κυρίως με την πεποίθηση ότι απέδιδαν στην Γαλλία όσα της χρωστούσε η Ελλάς.[28] Από ένα συναίσθημα «υποχρεώσεως αναγνωρίσεως» των όσων της ωφείλοντο από ελληνικής πλευράς. Οι δαπάνες μεταβάσεως και επιστροφής τους προς και από την Γαλλία πιθανόν να κατεβλήθησαν από την γαλλική πλευρά, καθώς και κάποιο «χαρτζιλίκι». Επί τόπου ελάμβαναν τον μισθό που είχε αποφασίσει η Γαλλική κυβέρνηση για τους εθελοντές, γενικώτερα. Αλλά τα ποσά αυτά δεν αποτελούσαν στοιχεία πλουτισμού. Πολλοί από τους καταταγέντες εθελοντές εδήλωναν ότι ήθελαν να υπηρετήσουν υπό τις εντολές Γάλλων αξιωματικών ως απλοί στρατιώτες, αν και αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί οι ίδιοι.[29]

Η εντύπωσίς μου είναι ότι δημιουργήθηκε μία υφέρπουσα κίνηση, μία κινητοποίηση από αφτί σε αφτί, που ενεθάρρυνε τους νέους να αναχωρήσουν για την Γαλλία, νέους από κάθε περιοχή της Ελλάδος, ακόμη και από τις υπό κατοχή οθωμανικές επαρχίες, από κάθε κοινωνική τάξη. Οι ιδεολογικές ευαισθησίες των εθελοντών, κοινωνικές ή πολιτικές, δεν συνέπιπταν. Ορισμένοι μπορεί να εκινούντο από πρόθεση στηρίξεως του νέου, δημοκρατικού, καθεστώτος στην Γαλλία, άλλοι από αισθήματα ευγνωμοσύνης, ή απλώς από διάθεση περιπέτειας![30]  Τοπικοί αρχηγοί, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος, σχημάτιζαν ομάδες, και μαζύ αναχωρούσαν για τις ζώνες της μάχης και για την τιμή! Όπως, προφανώς, μία ομάδα στρατιωτών σκαπανέων, από τον ίδιο λόχο. Στην οικία μιας κυρίας της υψηλής ναυπλιώτικης κοινωνίας, προφανώς της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου, συναθροίζοντο οι συμπαθούντες προς την Γαλλία, ενθαρρύνοντας τους εθελοντές.[31] Η μετάβαση στην Γαλλία δεν θα πρέπει να ήταν ευχάριστη και το «χαρτζιλίκι» που έλαβαν οι εθελοντές από τις Γαλλικές αρχές, ασφαλώς, δεν θα αρκούσε για τις ανάγκες του πολυήμερου ταξειδιού τους. Εν πάση περιπτώσει, οι εκπρόσωποι της Γαλλίας, ασφαλώς, έπαιξαν ρόλο στην όλη διαδικασία ενθαρρύνσεως και προτροπής των εθελοντών.[32]

Ένα πρόσθετο στοιχείο πρέπει να ληφθή υπ’όψιν: η ανοχή που επεδείκνυε η κυβέρνησις. Παρά την πολιτική ουδετερότητος την οποία επρέσβευε, η κυβέρνησις παρακολουθούσε με συμπάθεια τα όσα υφίστατο η Γαλλία, την τόσο δυσμενή τροπή των πολεμικών επιχειρήσεων. Ο Baude πληροφορούσε το Παρίσι ότι κατά τον πρωθυπουργό Δεληγιώργη «η Ελλάς θα συνεβάλλετο με τον μεγαλύτερο δυνατό ζήλο σε κάθε ευρωπαϊκή ενέργεια….να θέσει ένα τέλος στον κύκλο του αίματος. Δεν ήταν, ωστόσο, σε θέση να αναλάβη αυτή η ίδια την πρωτοβουλία…». Και προσέθετε ο Γάλλος πρέσβυς ότι «σημασία έχει αυτό που η Ελλάς κάνει, πρέπει να το παραδεχθώ, όχι από τα λεγόμενα των υπουργών του, αλλά από το κίνημα των εθελοντών αυτών…εκ των οποίων οι φοιτηταί του Πανεπιστημίου διεκρίνοντο από ένα ιδιαίτερο ζἠλο…».[33] Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, πρωθυπουργός από τις αρχές Δεκεμβρίου, διεπνέετο από τα ίδια αισθήματα έναντι της Γαλλίας.[34] Όπως, επίσης, και ο νέος υπουργός Εξωτερικών, Χαράλαμπος Χριστόπουλος, έχοντας σπουδάσει στο Παρίσι και ζήσει για μεγάλο διάστημα στην γαλλική πρωτεύουσα.[35]

Αριστερά: Επαμεινώνδας Δεληγεώργης, Πρωθυπουργός, 9 Ιουλίου 1870 – 3 Δεκεμβρίου 1870. Δεξιά: Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Πρωθυπουργός, 3 Δεκεμβρίου 1870 – 28 Οκτωβρίου 1871.

Εξ άλλου, τί πιο πειστικές αναφορές, από αυτές των εκθέσεων των ξένων πρεσβειών. Πέραν των γαλλικών εκθέσεων, η Βρεταννική πρεσβεία εξεφράζετο με την γνωστή κυνική ειλικρίνειά της: «η Ελληνική κυβέρνηση συμπράττει»[36] στην υπόθεση των εθελοντών!

Αυτή ήταν η γενικότερη ατμόσφαιρα στην ελληνική πρωτεύουσα μετά την ανατροπή του Ναπολεοντείου καθεστώτος. Οι προσπάθειες του καθηγητού Γενναδίου ή και άλλων συνοδοιπόρων του, απλώς βρήκαν ευήκοον ούς στον ψυχισμό του ελληνικού λαού. Οι εθελονταί αναχωρούσαν μέσα σε ένα πνεύμα  γενικού ενθουσιασμού!

Αλλά, πόσοι ήσαν οι εθελοντές; Οι αριθμοί διαφέρουν. Από την μία πλευρά υπάρχουν οι αναφορές των ελληνικών πηγών. Όπως, επίσης, οι πληροφορίες των ξένων αρχών, π.χ. της πρεσβείας της Πρωσσίας. Από την άλλη έχουμε τις ενδείξεις από την γαλλική πλευρά –γεμάτες καλή θέληση– των εκεί παρατηρητών, δεδομένου ότι από τα γαλλικά αρχεία δεν προκύπτει μία εμπεριστατωμένη εικόνα.

Είναι ευνόητο ότι δεν μπορεί κανείς να βασισθεί στην αναφορά της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς σε απάντηση στον υπουργό των Εξωτερικών, εν συνεχεία του διαβήματος του πρέσβεως της Πρωσσίας, E. de Wagner. Η επίσημη αυτή αναφορά ανεβίβαζε τον αριθμό αυτών που έφυγαν σε 200![37] Όχι πολύ μακρυά από τον επίσημο υπολογισμό, η πρεσβεία της Αυστρίας, προφανώς κατά τις πληροφορίες του Πρώσσου πρέσβυ, ανέφερε τον αριθμό, συνολικά, 300-350 εθελοντών.[38] Η έκθεση της Βρεταννικής πρεσβείας ομιλεί για «αρκετές εκατοντάδες ατόμων, από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τα οποία ήταν γνωστό ότι επεδίωκαν να ενταχθούν στις γαλλικές δυνάμεις….».[39]Οι ελληνικές εφημερίδες αναβιβάζουν τους εθελοντές σε μερικές εκατοντάδες. Αποσπασματικά, η Παλιγγενεσία της 8/(20).10.1870 αναφέρει ότι ανεχώρησαν 28. Ακόμη 20, στις 25.11/(7.12), και ακόμη 30 στις 29.11 /(11.12), και 15 στις 11/(23) Δεκεμβρίου. Η Αιών κάνει αναφορά σε 100-150 «λειποτάκτες». Στις 26.11/(8.12) η Indépendance Hellénique γράφει ότι μετέβαινε στο θέατρο του πολέμου ακόμη μια εκατοντάδα. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου, άλλη εφημερίς ανέφερε ότι αφίχθησαν στην Μασσαλία περί τους 50 μαχητές υπό την ηγεσία του λοχία Χρυσοβέργη. Στις 22.1/(3.2).1871 η  Παλιγγενεσία υπολογίζει τον συνολικό αριθμό των εθελοντών σε 800, ενώ μετά το πέρας των εχθροπραξιών στην Γαλλία, ο Χρόνος σε 700.  Ως εκ τούτου, δεν είναι πάλι δυνατόν να καταλήξει κανείς σε συμπεράσματα βάσει των υπολογισμών των ελληνικών εφημερίδων ή των ελληνικών αρχών. Μήπως και αυτοί οι υπολογισμοί ήσαν κάπως υπερτροφικοί; Ας σημειωθή ότι έχουν καταγραφή από διάφορες πηγές μόνον περί τους 132 εθελοντές.[40]

Από γαλλικής πλευράς, το πλέον αξιόπιστο έργο, η Histoire Diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours των Driault-Lhéritier θα έπρεπε, κανονικά, να προβαίνει σε μια ακριβή απεικόνιση της καταστάσεως. Αναβιβάζει τους εθελοντές τον Ιανουάριο 1871 σε 1300-1400.[41] Όμως, ο αριθμός φαντάζει κάπως υπερβολικός.

Από την δική του σκοπιά, ο φιλέλλην γάλλος ακαδημαϊκός Alfred Mézières, στα εγκωμιαστικά άρθρα του (1871 και   1907), συχνά γεμάτα καλοπροαίρετες υπερβολές, προωθεί τον αριθμό των 1500, ενώ ο E. Desmaze αναφέρει 1400.[42] Η εφημερίς της Lyon, Salut Public, από πλευράς της υπολογίζει την συνολική ελληνική παρουσία σε 3000![43]

Είναι εύκολα κατανοητό ότι είναι δυσχερές να υπολογίσει κανείς έστω κατά προσέγγιση τον αριθμό των Ελλήνων εθελοντών.[44] Είναι κρίμα που οι γαλλικές αρχές δεν μπόρεσαν να καταγράψουν κατά τρόπο πιο συστηματικό όσους αναχωρούσαν, στρατιωτικούς ή μη, από την Ελλάδα. Τόσο μάλλον που οι νέοι αυτοί αναχωρούσαν από τον Πειραιά κυρίως με πλοία γαλλικών εταιρειών.[45]

Αυτό που είναι εκπληκτικό είναι ότι καμμία επίσημη έκθεση –ή και ανεπίσημη αναφορά– των Ελληνικών αρχών στην Γαλλία δεν  μνημονεύει την παρουσία των εθελοντών στην χώρα αυτή! Ούτε και τα διάφορα –κολακευτικά, ως επί το πολύ– άρθρα που δημοσιεύοντο στον γαλλικό Τύπο. Κατά τις περιγραφές του Αλεξάνδρου, οι έλληνες λεγεωνάριοι πέρασαν κάτω από την σημαία του Ελληνικού προξενείου της Μασσαλίας.[46] Χωρίς, εν τούτοις, να σκεφθούν να ζητήσουν να συναντήσουν τον πρόξενο! Ούτε, φαίνεται, οι εκπρόσωποι της παροικίας να τους υπέδειξαν μια τέτοια ενέργεια.

Αλλά πέραν αυτού, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο Αλεξάνδρου, στις 3/15 Νοεμβρίου, αριθμός εθελοντών συναντήθηκε με τον Φωκίωνα Ρωκ, Έλληνα επιτετραμμένο στην Tours – όπου είχε μεταφερθή η γαλλική κυβέρνηση. Ο Ρωκ, εν τούτοις, ο οποίος τους εδέχθη πολύ θερμά, τους συνεχάρη για την απόφασή τους να έλθουν στην Γαλλία και τους ενεθάρρυνε να συνεχίσουν την δράση τους υπέρ της Γαλλίας, που περιποιούσε τιμή στην Ελλάδα,[47] δεν φαίνεται να διεβίβασε τίποτε στην Αθήνα για την συνάντηση αυτή. Και στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών  δεν ανευρέθη κανένα έγγραφο συναφώς με την παρουσία των εθελοντών στην Γαλλία.  Διερωτάται κανείς ποιος μπορεί να ήταν ο λόγος αυτής της παραλείψεως. Γιατί ο Ρωκ δεν επέδειξε ενδιαφέρον για την τόσο τιμητική παρουσία των εθελοντών στο πλευρό των Γάλλων, καθ όν χρόνον τόσες εφημερίδες προέβαιναν σε έπαινο για τα ανδραγαθήματά τους; Εκτός και εάν δεν ήθελε να εκτεθή για το ότι είχε δεχθή λιποτάκτες![48]

Θα πρέπει, όμως, να υπογραμμίσει κανείς ότι και τα στρατιωτικά αρχεία της Γαλλίας δεν υπεβοήθησαν το ερευνητικό έργο. Ο συγγραφεύς, κατά την έρευνά του στο Service Historique de la Défence δεν μπόρεσε να ανεύρη ονόματα Ελλήνων εθελοντών στους διάφορους φακέλους που συμβουλεύθηκε.[49] Αντιθέτως, σε ένα πίνακα των μονάδων που απήρτιζαν την 2η Ταξιαρχία του σώματος στρατού του Γαριβάλδη ( υπό τις διαταγές του οποίου είχαν τεθή οι περισσότεροι ξένοι εθελοντές, κατά διαταγή της Γαλλικής κυβερνήσεως) αναφέρoνται ως μονάδες υπό στοιχεία ST 462  και ST 494  η Guerilla gréco-française d’Orient ( 4 λόχοι) ή  Guerilla d’Orient (τον Δεκέμβριο με δύναμη 350 ανδρών) ενώ υπό στοιχείο ST 466[50] η Légion Grecque, υπό τον λοχαγό Fauvret, χωρίς, εν τούτοις, να παρέχονται αριθμοί ή ονόματα.[51] Γίνεται, όντως, αναφορά στην συμμετοχή ελλήνων μεταξύ των εθελοντών, χωρίς ακριβέστερη επισήμανση,[52] καθώς και γενική μνεία σε μονάδες ελλήνων, μεταξύ άλλων και σε ευζώνους, τους οποίους διακρίνει κανείς «από τις γραφικές ανατολικές στολές τους».[53]

Λαμβάνοντας υπ΄όψιν όλα αυτά τα στοιχεία, τα αρκετά ρευστά, και την έλλειψη  επακριβών αναφορών στην εξειδικευμένη βιβλιογραφία, μπορεί να υποστηριχθή η άποψη ότι εν τέλει τα Ελληνικά αποσπάσματα ήσαν μάλλον περιορισμένα. Ο αριθμός των 700-800 ανδρών, ο οποίος προβάλλεται από τον ελληνικό Τύπο μπορεί να θεωρηθή ως ο πλησιέστερος στην πραγματικότητα, και πάλι με αρκετή ανοχή.[54] Θα πρέπει να προστεθή ότι το σύνολο είχε διασκορπισθή σε πολλές μονάδες σε ολόκληρη την Γαλλία, στα Βόσγια όρη, στο Παρίσι, στον Λίγηρα, ή στην στρατιά της Ανατολής. Ο στρατηγός Bordone, αρχηγός του επιτελείου του Γαριβάλδη, (Joseph-Philippe-Toussaint Bourdon) έγραφε στο βιβλίο του : «ο στρατός των Βοσγίων….πέραν των 2000 Ιταλών, απηρτίζετο από μερικές εκατοντάδες Ισπανών, Ελλήνων, Πολωνών…».[55] Η εφημερίς Αστήρ, που ήταν τόσο ενθαρρυντική  για τον εθελοντισμό προς την Γαλλία, ανέφερε : «η δύναμις των εθελοντών, μικρά και άσημος, ήταν τουναντίον, κεφαλαιώδους ηθικής σημασίας».[56] Στο ίδιο πνεύμα εγράφη ότι στην Λεγεώνα των Ξένων, που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο 1870, μεταξύ των 1000 ανδρών ανεγράφοντο «και  μερικοί σκανδιναυοί, Ισπανοί, Έλληνες, Ρώσσοι, Ιταλοί…».[57] Εν πάση περιπτώσει, ο αριθμός των 700-800 εθελοντών, πρέπει να θεωρηθή αρκετά υψηλός, αν ληφθή υπ΄όψιν ο συνολικός, τότε, πληθυσμός της Ελλάδος, γύρω στις 1.400.000 ψυχές.

Ο Giuseppe Garibaldi και οι Ιταλοί εθελοντές της Στρατιάς των Βοσγίων (Armée des Vosges).

 

Πώς όμως η «απόλυτη ουδετερότης» που ακολουθούσε η Ελληνική κυβέρνηση ήταν συμβατή με την «συνενοχή» της στο ζήτημα των εθελοντών; Μέσω μιας πολιτικής ισορροπιστικής, με ένα κλείσιμο του ματιού, θα μπορούσε να πει κανείς. Η κυβέρνηση ελάμβανε τα μέτρα της, προφασιζόμενη ότι δεν εγνώριζε. Στην ίδια λογική, η εφημερίς Αστήρ, προφανώς για να ‘ρίξη στάχτη στα μάτια΄, έγραφε: «οι εθελοντές φεύγουν κάθε εβδομάδα όχι για να πολεμήσουν κατά του αδελφού Γερμανού, αλλά για να συμπαρασταθούν στους Γάλλους φιλέλληνες οι οποίοι υφίστανται τόσα δεινά…».[58] Οι στρατιωτικές αρχές, με δική τους πρωτοβουλία, είχαν  αποφασίσει  ότι όσοι «υπαξιωματικοί εκ των ενταύθα σωμάτων…μετέβησαν εις το εξωτερικό… θέλουσι διαγραφή κατά τα κεκανονισμένα ως λειποτάκται».[59] Εάν θεωρηθή ότι η κυβέρνηση ήθελε από συναισθηματική τοποθέτηση να εξυπηρετήσει την Γαλλία, έπρεπε, αντίστοιχα, από ρεαλισμό, να μην δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις στην νικήτρια Δύναμη!

Τελικώς, η κίνηση του εθελοντισμού ήλκησε την προσοχή των Γερμανικών αρχών, χωρίς όμως να θελήσουν να δημιουργήσουν ιδιαίτερο ζήτημα, δεδομένου ότι ο αριθμός αυτών που έφευγαν δεν εθεωρείτο σημαντικός.[60] Αποτελούσε περισσότερο ζήτημα αρχής. Εάν ο E. de Wagner δεν πήρε εξ αρχής την υπόθεση στα σοβαρά, εν συνεχεία, όταν ο αριθμός των εθελοντών ηυξάνετο έκρινε σκόπιμο να αναφερθή στο Βερολίνο. Εν τέλει, «υποχρεώθηκε, με εφεκτικότητα, να υποδείξει (στην ελληνική κυβέρνηση) την σοβαρή παράλειψή της ως ουδετέρας».[61] Σε πρώτη φάση, έλαβε χώρα μόνον προφορική παρέμβαση του πρέσβυ στον πρωθυπουργό και υπουργό των Εξωτερικών. Μετά μερικές ημέρες, την 1/13.12.1870., έκρινε σκόπιμο να προβή σε επίσημο γραπτό διάβημα, πιο αυστηρό. Η πτώση της κυβερνήσεως Δεληγιώργη (3/15.12.1870) δεν της έδωσε το χρονικό περιθώριο να χειρισθή το ζήτημα και να αποστείλει απάντηση. Ο νέος υπουργός Εξωτερικών, Χαράλαμπος Χριστόπουλος, ενήργησε αμέσως για να πληροφορηθή από τις αρμόδιες αρχές τις λεπτομέρειες της υποθέσεως.[62] Κατόπιν και των αποφάσεων των στρατιωτικών αρχών, ο Χριστόπουλος απέστειλε μια προκαταρκτική, λακωνική, απάντηση στον de Wagner, με την οποία υπεδείκνυε ότι είχε ληφθή κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε «να τύχη σεβασμού η απόλυτη ουδετερότης» και ότι ως εκ τούτου «κάθε αναχώρησις είχε από μακρού ανασταλή».[63] Ο de Wagner, ανυπόμονος, αποστέλλει, την 1/13.1.1871,  υπενθύμιση, η οποία διεσταυρώθη με την ως άνω απάντηση του υπουργού. Ο πρέσβυς της Πρωσσίας, πάντως, σε ήπιο τόνο, ανεγνώριζε ο ίδιος, ότι από την πρώτη του διακοίνωση, οι αναχωρήσεις των εθελοντών είχαν «σχεδόν πλήρως ανασταλή». Ο ίδιος δεν είχε την πρόθεση, σύμφωνα με μία μαρτυρία, να επιμείνη πολύ στο ζήτημα.[64]

Η ολοκληρωμένη απάντηση του Χριστόπουλου δεν καθυστέρησε. Απεστάλη την 4/16.1.1871. Γεγονός είναι ότι η κυβέρνηση, μη θέλοντας να θεωρηθή συνεργός, είχε λάβη πράγματι μέτρα: εν συνεχεία των διαταγών του Υπουργείου Στρατιωτικών, περί τους εκατό στρατιωτικοί υποψήφιοι εθελοντές είχαν συλληφθή και εκρατούντο στις φυλακές του Ναυπλίου. Υπό τις ως άνω συνθήκες, ο  de Wagner προέβη στα διαβήματά του μάλλον χωρίς μεγάλη προθυμία (reluctantly) και ιδιαίτερη επιμονή.[65] Εν τω μεταξύ, μετά την υπογραφή της ανακωχής, τέλη Ιανουαρίου, οι εθελοντές ακολούθησαν τον δρόμο της επιστροφής.  Η υπόθεση θεωρήθηκε λήξασα, χωρίς ιδιαίτερη φασαρία. Ο de Wagner έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές στα ανάκτορα μερικές ημέρες αργότερα για να αναγγείλη στον βασιλέα Γεώργιο την ανάρρηση του βασιλέως της Πρωσσίας σε αυτοκράτορα της Γερμανίας!

O πρέσβυς της Πρωσσίας δεν παρέλειψε να ισχυρισθή ότι μερικοί νέοι είχαν ζητήσει να πολεμήσουν στο πλευρό των Γερμανών. Αυτός όμως τους μετέπεισε. Παρά ταύτα, δεν υπάρχουν άλλες ενδείξεις οι οποίες να επιβεβαιώνουν τα στοιχεία αυτά. Είναι γεγονός ότι τότε, μερικοί Έλληνες στρατιωτικοί,  βρέθηκαν από την γερμανική πλευρά της γραμμής του πυρός. Είναι ασφαλώς γνωστά τα ονόματα του υπολοχαγού Μανουήλ Φ. Αλμέϊδα, ο οποίος τραυματίσθηκε σοβαρά στην περιοχή του Μοζέλα, του Αριστείδη Ρίζου Ραγκαβή, ο οποίος τραυματίσθηκε κατά την πολιορκία των Παρισίων, και του αδελφού του Ευγενίου,[66] ή του Γεωργίου Δράκου, σπουδαστού τότε σε  Βαυαρική στρατιωτική σχολή, ο οποίος είχε την ίδια τύχη στην μάχη του Σεντάν και απεβίωσε λίγες ημέρες αργότερα. Όμως, οι ανωτέρω δεν προκύπτει να μετέβησαν στην Γερμανία ως εθελοντές’ προφανώς βρέθηκαν εκεί σε αποστολή την στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος και ενετάχθησαν στις Γερμανικές δυνάμεις.

Πολιορκία και μάχη του Σεντάν.

Από την όλη προσπέλαση του θέματος εύλογα τίθεται το ερώτημα: ποια υπήρξε η συμβολή των ελλήνων μαχητών στην πολεμική προσπάθεια του Γαλλικού στρατού; Πριν απαντήσει κανείς στην ερώτηση αυτή, θα πρέπει να εξηγήση  τις συνθήκες υπό τις οποίες υπηρετούσε το ελληνικό εθελοντικό σώμα, αλλά και όλα τα σώματα των ξένων εθελοντών. Ιδιαιτέρως δε θα πρέπει να σημειώση το πνεύμα με το οποίο αντιμετώπιζαν τους εθελοντές οι γαλλικές αρχές στο κομφούζιο που επικρατούσε .

Εύκολα μπορεί να γίνη κατανοητό ότι οι διαφορετικής συνθέσεως μονάδες των ξένων εθελοντών, προερχόμενες από ποικίλο αριθμό κρατών – πολίται, με ή χωρίς στρατιωτική προπαίδεια, αξιωματικοί ή οπλίται διαφορετικών καταβολών, μιλώντας ή όχι την γλώσσα του τόπου – δεν ήταν δυνατόν να ενταχθούν στον τακτικό γαλλικό στρατό. Για τον λόγο αυτό το Γαλλικό Επιτελείο τους κατέταξε στις μονάδες των ελευθέρων σκοπευτών. Οι μονάδες αυτές σχηματίσθηκαν με την έναρξη του πολέμου, υπό το φως των αμέσων στρατιωτικών αναγκών. Η πρώτη τέτοια μονάδα δημιουργήθηκε στην Μασσαλία από έναν τέως Γάλλο αξιωματικό, τον αντι-συνταγματάρχη Chenet. Η μονάδα αυτή ονομάσθηκε Guerilla greco-française d’Orient ή Guerilla d’Orient. Ετέθη υπό τις διαταγές του Garibaldi και απεστάλη στην Dijon, στα όρη Vosges. Την ίδια τύχη είχε και η Légion Grecque, υπό την όποια μορφή  διαμορφώθηκε![67]

Οι εθελονταί της ομάδος του Αλεξάνδρου εξέφρασαν επισήμως την επιθυμία να υπηρετήσουν υπό τας διαταγάς Γάλλων αξιωματικών και όχι υπό τους αξιωματικούς του  Garibaldi, του οποίου ο ετερογενής σχηματισμός των μονάδων προοιώνιζε δυσχέρειες.[68] Όντως, απεσπάσθηκαν στο σύνταγμα των ελευθέρων σκοπευτών των Παρισίων (Francs tireurs de Paris), το οποίο έχαιρε ιδιαίτερης φήμης – 650 περίπου ανδρών – έχοντας στο ενεργητικό της μια περιφανή νίκη στο Chateaudun, υπό τας διαταγάς ενός εξαιρετικού αξιωματικού, ο οποίος διεκρίθη καθ΄όλη την διάρκεια του πολέμου, του, τότε, αντι-συνταγματάρχου κόμητος Ernest de Lipowski και ο οποίος ανέπτυξε πολύ θερμές σχέσεις με τους Έλληνες εθελοντές.[69]

Οι μονάδες των ελευθέρων σκοπευτών ήταν ειδικές μονάδες, μη εξαρτώμενες ούτε από τον τακτικό στρατό ούτε από την κινητή εθνοφυλακή, τα δύο οργανωμένα σώματα των Γαλλικών ενόπλων δυνάμεων. Τα χαρακτηριστικά τους ήταν τα εξής: κατ΄αρχήν δεν φορούσαν στολή ώστε να μη διακρίνονται από τον εχθρό, δεν διεπνέοντο ιδιαίτερα από πνεύμα πειθαρχίας, ήταν πολίτες ή στρατιωτικοί, γάλλοι ή ξένοι. Οι Γερμανοί τους θεωρούσαν ένοπλες παράνομες ομάδες πολιτών, εγκληματίες, και η τύχη τους, σε περίπτωση συλλήψεώς τους, η πλέον ακραία. Δεν επετίθεντο στον εχθρό κατά μέτωπο αλλά με αιφνιδιασμό, με στόχο να του επιφέρουν τις μεγαλύτερες δυνατές απώλειες. Συχνά, τα ονόματα των εθελοντών δεν ήταν καν κατεχωρημένα. Ουσιαστικά, έκαναν ένα πόλεμο παρενοχλήσεως, ένα πραγματικό αντάρτικο, υπό επικίνδυνες συνθήκες, δεδομένου ότι δεν εκαλύπτοντο από το Διεθνές Δίκαιο του Πολέμου. Οι Γερμανοί τους ηρνούντο το καθεστώς του εμπολέμου.

Υπό τις ανωτέρω συνθήκες είναι δύσκολο να προβή κανείς σε συνολική αποτίμηση της συμβολής των ελλήνων εθελοντών στον πόλεμο αυτόν. Οι λεπτομέρειες χάνονται στο σύνολο των δεδομένων, τόσο μάλλον που οι εθελοντές υπό τον Garibaldi ήταν διασκορπισμένοι σε πολλές μονάδες, κατά μικρό αριθμό.[70] Στην εξειδικευμένη γαλλική βιβλιογραφία λίγες αναφορές σημειώνονται για την δράση των ελλήνων μεταξύ των ξένων εθελοντών. Οι στρατηγοί που εξέδωσαν έργα για την δράση των μονάδων τους, όπως ο Chanzy, ο de Lipowski, ο Bordone, ενώ, βεβαίως, κάνουν μνεία, κατά γενικό τρόπο, του ηρωισμού των όσων υπηρέτησαν υπό τις διαταγές τους, δεν κάνουν αναφορά στην εθνικότητά τους.

Είναι η περίπτωση των συγκρούσεων στα Βόσγια όρη, μέτωπο υπό την ηγεσία του Garibaldi. Είναι βέβαιο ότι οι Έλληνες, στο πλαίσιο του σχηματισμού της Guerilla franco-grecque d’Orient  ή της Légion Grecque, συμμετέσχον σε συγκρούσεις. Μερικοί μάλιστα επροβιβάσθησαν σε αξιωματικούς. Ο αθηναϊκός Τύπος, με βάση τις αναφορές των γαλλικών εφημερίδων, κάνει συχνά μνεία της συμμετοχής ελλήνων σε μάχες, όπως στην Dijon, στο Autun, στο Talant… Ο Ηλίας Στεκούλης διέπρεψε στην μάχη της Dijon. Αλλά για τις γαλλικές αρχές, οι έλληνες ήσαν απλώς ελεύθεροι σκοπευτές, χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα.

Αντιθέτως, χάρη στον Αλ. Αλεξάνδρου, μπορεί κανείς να περιγράψει με  μεγαλύτερη ακρίβεια τα επιτεύγματα των ελευθέρων σκοπευτών των Παρισίων, από τις αρχές Νοεμβρίου, όταν οι Έλληνες ενετάχθησαν στην μονάδα αυτήν. Έτσι, συμμετέσχον με επιτυχία στην μάχη της Varize ((17)/29.11.1870)[71] –την πρώτη μάχη στην οποία ενεπλάκησαν–, στο Patay (20.11)/2.12.1870), στην δεύτερη πολιορκία της Orléans ((22.11)/4.12.1870),[72] στις Nuits ((6)/18.12.1870), στην Alençon (στην Νορμανδία) ((3)/15.1.1871). Στην τελευταία αυτή μάχη οι ελεύθεροι σκοπευταί των Παρισίων διεκρίθησαν ιδιαιτέρως.  Μεταξύ των πολλών θυμάτων που κατεγράφησαν στην μονάδα, υπήρξε και τουλάχιστον ένας έλληνας νεκρός, ο δεκανέας Νικ. Τσιμπιρόπουλος, ενώ ο φοιτητής Ηλίας Βαρβερόπουλος πληγώθηκε.[73] Ο ηρωισμός πολλών από τους έλληνες εθελοντές δεν μπορεί να αμφισβητηθή.

Το επιτελείο των Ελευθέρων Σκοπευτών των Παρισίων (Francs tireurs de Paris).

Σε μία εμπλοκή στο Vitry sur Seine, ενεπλάκησαν οι εύζωνοι του Neuilly με Πρώσους. Αλλά και οι Έλληνες ομογενείς των Παρισίων κατετάγησαν ως εθελονταί. Στην γαλλική πρωτεύουσα βρέθηκε να υπηρετεί και ο Δημ. Βούρβαχης,[74] υπολοχαγός του Ελληνικού στρατού, και ανιψιός του γνωστού γάλλου στρατηγού ελληνικής καταγωγής Καρόλου Διονυσίου Βούρβαχη (Charles Denis Bourbaki). Ο Δημ. Βούρβαχης, επί κεφαλής λόχου, φέρεται να κατέλαβε δύο πυροβόλα του πρωσικού στρατού. Όχι μόνον έκανε σχετική αναφορά ο Διοικητής των Παρισίων στρατηγός Trochu, αλλά, κατά  πληροφορίες του τοπικού τύπου, του απενεμήθη το παράσημο της Λεγεώνος της Τιμής στο πεδίο της μάχης.[75]  Αλλά αυτές οι αναφορές αποτελούν την εξαίρεση στο σύνολο, και δεν μπορούν να επιτρέψουν να σχηματίσει κανείς μια συνολική εικόνα της συμβολής στις μάχες και των ανδραγαθημάτων των ελλήνων εθελοντών.

Πάντως, σημαντικός αριθμός των εθελοντών, κυρίως αυτοί που είχαν υπαχθή στους ελεύθερους σκοπευτές των Παρισίων και είχαν καταπλεύσει στην Μασσαλία τον Οκτώβριο, διήλθε ολόκληρη την χώρα κατά την διάρκεια των τριών αυτών μηνών παραμονής τους στην Γαλλία. Μετά την μάχη στο Alençon, στην περιοχή της Νορμανδίας, κατευθύνθηκαν ακόμη βορειότερα, εν μέσω διαρκών συμπλοκών με Πρώσους, μέχρι το Honfleur. Aπό εκεί, με την υπογραφή της ανακωχής, στα τέλη Ιανουαρίου 1871, ξεκίνησαν τον δρόμο της επιστροφής προς Μασσαλία.

Για την Ελλάδα η χειρονομία των εθελοντών είχε ιδιαίτερη συμβολική αξία. Τι, όμως, αντεπροσώπευε για τις Γαλλικές αρχές, την γαλλική κοινωνία, η συμμετοχή των Ελλήνων στον αγώνα κατά των Γερμανών;

Η διάσταση αυτή μπορεί να συνοψισθή στα όσα παρετήρησε ο υπουργός Εξωτερικών της νέας Γαλλικής κυβερνήσεως από το Bordeaux στον Baude, στα τέλη Δεκεμβρίου: «Πληροφορήθηκα, άλλωστε, με ικανοποίηση από την έκθεσή σας  (υπογράμμιση του συγγραφέως) ότι η κίνηση των Ελλήνων εθελοντών ενδυναμώνεται όλο και περισσότερο. Μας ικανοποιεί το γεγονός ότι η Ελληνική νεολαία δεν λησμόνησε την προσφορά της Γαλλίας προς όφελός της κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως και επιθυμεί να μας δείξει την ευγνωμοσύνη της τις ημέρες της δοκιμασίας μας».[76] Ουσιαστικά, δηλαδή, ο υπουργός πληροφορήθηκε την παρουσία των Ελλήνων εθελοντών από την εν λόγω έκθεση του γάλλου πρέσβυ!  Εφημερίδα, πάλι, στην προσωρινή έδρα της κυβερνήσεως, στο Bordeaux, πολύ προσηνής προς τους Έλληνες μαχητές, σημείωνε με ειλικρίνεια ότι «ο Τύπος ετήρησε μία άδικη στάση έναντι των Ελλήνων» και κατηγορούσε με δυσμενή σχόλια «τους χαμηλόβαθμους υπαλλήλους οι οποίοι πάντοτε τους παραγνώριζαν με αναξιοπρέπεια».[77] Οι αναφορές αυτές προβάλλουν, μέσα από πολλή καλή διάθεση  μία άλλη, πιο ρεαλιστική πτυχή του πώς εξελήφθη η ελληνική παρουσία στην Γαλλία από γενικώτερης σκοπιάς, πέραν των «ανδραγαθημάτων» – που βεβαίως δεν αμφισβητούνται – τα οποία περιέγραφε μια μερίς των παρατηρητών. Δεν πρέπει, ως εκ τούτου, να εκπλήσση ότι μερικοί εθελοντές επέστρεψαν στην Ελλάδα απογοητευμένοι, όπως παρατηρούσε ο Πρώσσος πρέσβυς στην Αθήνα, ήδη από τον Ιανουάριο.[78]

Αντίστοιχα, όμως, μπορεί κανείς να επισημάνη πολλές εγκωμιαστικές αναφορές του Τύπου, ιδίως στα μέρη όπου επολέμησαν, για την δράση των Ελλήνων εθελοντών.[79]  Τόσο ώστε ο Ρωκ σημείωνε την μεταστροφή της γαλλικής κοινής γνώμης υπέρ της Ελλάδος. Η προβολή που έλαβε η ελληνική παρουσία στον πόλεμο πρέπει να θεωρηθή ικανοποιητική, μέσα στην καταστροφική λαίλαπα που  εσάρωνε στην χώρα. Ο τοπικός τύπος ανέγραφε πληροφορίες για τους Έλληνες εθελοντές, όπως και μερικές γνωστές εφημερίδες μεγάλων πόλεων. Η αήθεια είναι ότι η Γαλλική κυβέρνηση, εν μέσω της όλης καταστροφής, δεν τους αντέμειψε με καμμία τιμητική διάκριση, παρά τις προτάσεις ωρισμένων στρατηγών, όπως του διοικητού τους, του στρατηγού de Lipowski.[80] Όμως, θα πρέπει να ληφθή υπ’ όψιν η όλη κατάσταση, όπως περιγράφεται από συγγραφείς της περιόδου εκείνης, η οποία υπήρξε όχι μόνον στρατιωτικά αλλά και πολιτικά ιδιαιτέρως ανώμαλη.[81]

Μεταξύ των Ελλήνων υπήρξαν νεκροί,[82] σημειώθηκαν τραυματίες, παντού όπου επολέμησαν. Ο ακριβής αριθμός τους δεν μπορεί να πιστοποιηθή.[83] Μερικοί, όπως ο λοχαγός Λεονταρίτης, στον στρατό του Garibaldi, που πληγώθηκε στην Dijon και απεβίωσε λίγο αργότερα, τιμήθηκαν με επίσημες κηδείες.[84] Για άλλους υπήρξε απλή αναφορά. Όταν, πάντως, περί τα τέλη Νοεμβρίου, κυκλοφόρησε στην Αθήνα η φήμη –η οποία εν συνεχεία διεψεύσθη– ότι είχαν φονευθή 30 εθελοντές κατά την διάρκεια μιας μάχης (στην Varize),[85] οι φίλοι και συμφοιτηταί τους στο Πανεπιστήμιο οργάνωσαν αμέσως και με  ιδιαίτερο ζήλο μνημόσυνο στην Μητρόπολη των Αθηνών. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου και καθηγητής στην Σχολή Ευελπίδων Δημήτριος Στρούμπος εξεφώνησε την νεκρολογία, παρουσία του γάλλου πρέσβυ, των μελών της πρεσβείας, αξιωματικών και του πληρώματος ενός γαλλικού πολεμικού πλοίου που ναυλοχούσε στον Πειραιά. Η επιμνημόσυνος δέηση απετέλεσε, ήταν φυσικό, ακόμη μία ευκαιρία εκφράσεως των έντονων φιλο-γαλλικών αισθημάτων του αθηναϊκού λαού. Εν πάση περιπτώσει, η θυσία των όσων ελλήνων εθελοντών εφονεύθησαν στην Γαλλία, τιμάται κατά τον καλύτερο τρόπο με μία εντυπωσιακή στήλη στο περίφημο νεκροταφείο της γαλλικής πρωτεύουσας Père Lachaise, εις μνήμη όσων εθελοντών έπεσαν κατά την διάρκεια των πολέμων του 1870, του 1914-1918 και του 1939-1945. Εξ άλλου, μία επιγραφή στο Château de Chambord, στον Λίγηρα, μνημόνευε την διαμονή εκεί των ελλήνων εθελοντών.[86]

Η στήλη στο Κοιμητήριο του Père Lachaise εις μνήμη των Ελλήνων εθελοντών.

Ο πόλεμος δεν κράτησε πολύ. Από τις 7/19.7.1870 μέχρι τις 16/28 Ιανουαρίου 1871, όταν υπεγράφη η ανακωχή.

Οι Έλληνες εθελονταί άρχισαν να καταπλέουν στην Μασσαλία κατά τα τέλη Σεπτεμβρίου, μετεφέρθησαν δε στο μέτωπο περί τα τέλη Οκτωβρίου, αρχές Νοεμβρίου. Με την υπογραφή της ανακωχής άρχισε η διαδικασία επιστροφής τους στην Ελλάδα, περί τα μέσα Φεβρουαρίου. Ως εκ τούτου παρέμειναν στο μέτωπο, λίγο-πολύ, 3 ½ μήνες.

Οι έλληνες εθελοντές –ανεξαρτήτως του αριθμού τους– κατετάγησαν κυρίως σε τρεις μονάδες: στους ελεύθερους σκοπευτές των Παρισίων, στο 2ο Σώμα στρατού του Λίγηρος, υπό την διοίκηση του αντι-συνταγματάρχη (τότε) κόμη de Lipowski, στον στρατό του Garibaldi, στην περιοχή των Βοσγίων Όρεων, και μερικοί στο Σώμα Στρατού των Παρισίων. Ορισμένοι εστάλησαν σε μονάδες υπό την διοίκηση του ελληνικής καταγωγής στρατηγού Διονυσίου Bourbaki. Όσοι υπήχθησαν στον Garibaldi, κατενεμήθησαν, εν συνεχεία, κατά «μικρό αριθμό και σε διασκορπισμένες μονάδες». Έτσι, κατά τον Αλεξάνδρου, δεν κατώρθωσαν να σχηματίσουν μία ενιαία, μεγάλη μονάδα, η οποία θα μπορούσε να έχη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. Πέραν τούτου, δεν καθίσταται σαφές ακόμη και για πόσο διάστημα παρέμειναν εν ενεργεία οι μονάδες Guerilla gréco-française d’Orient και η Légion Grecque.

Ο ελληνικής καταγωγής στρατηγός Charles Denis Bourbaki  (1816 – 1897).

Τον Φεβρουάριο οι εθελονταί των ελευθέρων σκοπευτών των Παρισίων ξεκίνησαν το ταξείδι της επιστροφής από την Μάγχη, όπου είχαν φθάσει, προς την Μασσαλία, σημείο συγκεντρώσεως για την επιβίβαση στα πλοία. Σὐμφωνα με τις μαρτυρίες του Αλεξάνδρου, το αντίτιμο των εισιτηρίων στις Γαλλικές εταιρείες, εξασφαλίστηκε από το Γαλλικό κράτος. Όπως, επίσης, και η αντιμισθία δύο μηνών. Η ελληνική παροικία της Μασσαλίας ήλθε και πάλι  αρωγός στους πολεμιστές, παρά τις αντιξοότητες του πολέμου, τόσο ηθικά όσο και πρακτικά.[87]

Τι απέγιναν όσοι επέστρεψαν; Η επιστροφή των μη στρατιωτικών πέρασε χωρίς ιδιαίτερη επισήμανση από τις αρχές, είτε τις γαλλικές είτε τις ελληνικές, ή, ακόμη, και από την ελληνική κοινωνία.   Οι μέχρι τότε ήρωες ξεχάστηκαν! Ακόμη και ο αθηναϊκός Τύπος, ακροθιγώς ανέφερετο στην επιστροφή τους, χωρίς να προβάλλει το γεγονός. Ούτε η Γαλλική πρεσβεία, ούτε  φίλοι της Γαλλίας  φαίνεται να οργάνωσαν κάποια εκδήλωση προς τιμήν τους. Προφανώς, λόγω της ανώμαλης καταστάσεως που πρυτάνευε στο Παρίσι, με την επανάσταση της Κομμούνας.

Τουναντίον, τους στρατιωτικούς, τους υπαξιωματικούς και τους οπλίτες – όπως είχε προαναγγελθή – τους ανέμενε το στρατοδικείο. Δεν προκύπτει να διώχθηκαν οι αξιωματικοί.[88] Μία πρώτη ομάδα από  5 στρατιωτικούς, η οποία δικάσθηκε τον Μάϊο 1871, από το 1ο Διαρκές Στρατοδικείο, κατεδικάσθη σε δύο έτη δημόσια έργα. Η ποινή προκάλεσε έντονη αντίδραση στην κοινή γνώμη. Έτσι, μετά κατάλληλες παρεμβάσεις, το 2ο Διαρκές Στρατοδικείο, λίγες ημέρες αργότερα, αλλά και το 1ο, σε μία νέα σειρά δικών, τον Ιούλιο, με νέα σύνθεση του δικαστηρίου, αθώωσε, κατά πλειοψηφίαν, τους κατηγορούμενους. Ο δε βασιλεύς Γεώργιος  αμνήστευσε όσους είχαν καταδικασθή.[89] Η τελευταία σύνοδος του Στρατοδικείου πραγματοποιήθηκε την 11/(23) Αυγούστου, με την αθώωση του κατηγορουμένου υπαξιωματικού.[90]

Από τα στρατοδικεία δικάσθηκαν 31 στρατιωτικοί, ενώ στους υπάρχοντας πίνακες εθελοντών, από τους συνολικά 132 που έχουν καταγραφή ονομαστικά, 68 φέρονται να ήσαν στρατιωτικοί. Προφανώς οι υπόλοιποι  εθελοντές λιποτάκτες, δεν παραπέμφθησαν καν, μετά τον δημόσιο θόρυβο που προκλήθηκε από τις πρώτες καταδίκες. Σημαντική λεπτομέρεια: την υπεράσπιση της πρώτης ομάδος ανέλαβε, μεταξύ άλλων, και ο υπολοχαγός Δημήτριος Βούρβαχης, ο εθελοντής στην Γαλλία.[91] Είναι ενδιαφέρον να σημειωθή ότι το κατηγορητήριο ανέφερε ότι οι λιποτάκτες επολέμησαν κατά της Πρωσίας «ήτοι κατά κράτους φιλικώς προς την Ελλάδα διακειμένου». Η δε υπεράσπισις αντέτεινε ότι δεν λιποτάκτησαν «όπως αποφύγουν τα στρατιωτικά βάρη, αλλά από συναίσθημα ευγνωμοσύνης προς το Γαλλικόν έθνος….».

Ο Αλεξ. Αλεξάνδρου, επιλοχίας πεζικού ο ίδιος, αλλά ιδιαίτερης παιδείας, κρίνοντας από το κείμενό του, δεν περιορίσθηκε στην εξιστόρηση των γεγονότων στην Γαλλία στο ελληνικό κοινό και τις πράξεις ενός, τουλάχιστον, τμήματος, των εθελοντών. Στο τελευταίο του κεφάλαιο προέβη  σε μία ανάλυση της τακτικής του πολέμου. Υπό το φως της σαρωτικής στρατιωτικής ήττας του γαλλικού στρατού, επέμενε ότι η νίκη των γερμανικών όπλων δεν ωφείλετο στην καλύτερη τακτική του Γερμανικού επιτελείου, έναντι της, δήθεν, δειλίας των Γάλλων, οι οποίοι, αναγνωρίζει, πολέμησαν με σθένος και πείσμα, αλλά στην αναμφισβήτητη αριθμητική υπεροχή των Γερμανών. Επαινεί με έμφαση την στρατιωτική αξία των αξιωματικών και οπλιτών της Γαλλίας, τους οποίους και θεωρούσε ανώτερους των Γερμανών, τονίζοντας την ανδρεία και την αξία τους! Αλλά σε μία διάθεση ειλικρινείας, αναγνωρίζει ότι η νίκη της Γερμανίας κατέστη δυνατή λόγω των λαθών  τακτικής του Γαλλικού Γενικού Επιτελείου.[92]

Αντί επιλὀγου θα μπορούσε να επισημανθή και πάλι  ότι, εάν στην αρχή του πολέμου – τον οποίο, ανεξαρτήτως λόγων, εκήρυξε η Γαλλία, – τα αισθήματα του λαού και της ελληνικής κυβερνήσεως υπήρξαν κάπως διστακτικά, αμήχανα, εν συνεχεία, η πτώση του καθεστώτος συνέβαλε στην ριζική μετάλλαξη των αισθημάτων του κόσμου απέναντι στην δημοκρατική, πλέον Γαλλία. Και, όπως το επεσήμανε και ο Γάλλος πρέσβυς, πέραν της φραστικής στηρίξεως της Γαλλίας εκ μέρους της κυβερνήσεως, το πλέον πειστικό επιχείρημα των φιλο-γαλλικών αισθημάτων του λαού ήρθε με την έμπρακτη στάση της ελληνικής κοινωνίας, της νεολαίας.

Η ελληνική σύγχρονη ιστορία προσφέρει πληθώρα περιπτώσεων κατά τις οποίες εθελοντές προσέτρεξαν στην χώρα μας, ευαισθητοποιημένοι για την τύχη του ηρωικού ελληνικού λαού ο οποίος εμάχετο για την ανεξαρτησία του. Ελάχιστα περιστατικά επισημαίνονται όπου Έλληνες προσέτρεξαν αυτοί σε βοήθεια μίας άλλης χώρας. Πιθανόν, το μόνο παράδειγμα μέχρι τότε αποτελούσε ο πόλεμος της Κριμαίας, κατά τον οποίο Έλληνες εθελονταί ετάχθησαν με το μέρος των Ρώσσων. Το γεγονός, ως εκ τούτου, ότι η τύχη της Γαλλίας  κινητοποίησε Έλληνες, και προκάλεσε κύμα συμπαθείας, ακόμη και ενθουσιασμού, από ένα σημείο και πέρα, αποτελεί ένα ξεχωριστό γεγονός στην ιστορία μεταξύ των δύο λαών, το οποίο πρέπει να τύχη της αναγκαίας προβολής. Η κινητοποίηση είχε ένα χαρακτήρα αυθόρμητο. Ξεπήδησε από ένα αίσθημα καθήκοντος, ένα αίσθημα ανταποδόσεως των όσων ώφειλαν οι Έλληνες  στους Γάλλους, όταν η χώρα μας αναγεννάτο από τις στάχτες της. Οι νέοι ήθελαν απλώς, να μεταβούν στην Γαλλία, να πολεμήσουν. Για να πολεμήσουν στο πλευρό των Γάλλων κατά των Γερμανών. Για να εκφράσουν την αποδοκιμασία τους στην αδικία των Πρώσσων και των συμμάχων τους κατά της Γαλλίας.

Αλλά, αν πρέπει να είμαστε ειλικρινείς, η εντύπωση είναι ότι στην Γαλλία η χειρονομία αυτή είχε περιορισμένο αντίκτυπο. Κυρίως ορισμένοι άνθρωποι των γραμμάτων –  ποιηταί, φιλόσοφοι, ιστορικοί – εξετίμησαν στην δίκαιη διάστασή της την ηθική αυτή χειρονομία των Ελλήνων. Ιδίως εάν ληφθή υπ΄όψιν ότι έσπευσαν στην Γαλλία αμέσως μετά την δυσμενή τροπή της Κρητικής Επαναστάσεως (1866-1869). Και ασφαλώς πρέπει να προβληθή η ωδή του Ακαδημαϊκού Victor de Laprade, Les Volontaires  Grecs et la France, η οποία μετεφράσθη από αριθμό Ελλήνων λογοτεχνών και δημοσιεύθηκε σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι πιθανόν, η στρατιωτική συμβολή της ελληνικής παρουσίας να μην ήταν σημαντική. Η χειρονομία, εν τούτοις, ήταν. Η στρατιωτική καταστροφή, η αλλαγή του καθεστώτος, η επανάσταση της Κομμούνας, όλες αυτές οι κρίσιμες εξελίξεις, αποτελούν τις  πραγματικές αιτίες αυτής της λήθης.

Πάντως, προς απόδοση δικαιοσύνης, είναι αναγκαίο να προστεθή ότι περίπου 187 γάλλοι, διαπνεόμενοι από τα γνωστά φιλελληνικά αισθήματα του γαλλικού λαού, ήρθαν στην Ελλάδα ως εθελονταί κατά τον ατυχή Ελληνο-Τουρκικό πόλεμο του 1897. [93]

 

Ο Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβυς ε.τ. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, επικεφαλής των πρεσβειών της Βαρσοβίας, του Νέου Δελχί και της Βόννης, Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών (1999-2000), Γενικός Γραμματεύς της Προεδρίας της Δημοκρατίας (2000-2005), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (2006-2007). Διετέλεσε πρόεδρος της “Εταιρείας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας” και είναι μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

[1] Εφημ. Αστήρ 29.7/(10.8).1870.

[2] Οι εντός παρενθέσεως ημερομηνίες είναι αυτές του ημερολογίου (Ιουλιανού ή Γρηγοριανού) που δεν χρησιμοποίησε ο συγγραφεύς του εγγράφου ή του άρθρου, δηλ. με 12 ημέρες διαφορά.

[3] ΜΑΕ, CP, Grèce, 98, Αθήνα, Τηλ. Baude προς τον Duc de Gramont, υπουργό των Εξωτερικών, (11)/23.7.1870. Η πρεσβεία ερωτούσε την κυβέρνηση του Αυτοκράτορος αν θα επέτρεπε σε όσους ζητούσαν ή σε μερικούς να παρακολουθήσουν τις επιχειρήσεις. Δεν αναφέρονται ονόματα.

[4] MAE, CP. Grèce, 98,  Τηλ. προς Baude, (12)/24.7.1870. SHD, Guerre de 1870, ZQO, 68, Circulaire aux ambassades et légations de France,  (21.7)/2.8.1870,  « …il est très important que vous vous absteniez de prêter …[ assistance…] à toute tentative de recrutement en pays neutre… »……Η απόφασις αυτή αμβλύνθηκε λίγες ημέρες αργότερα.   Παράλληλα στην Αθήνα, κατά διαταγή του υπουργού Στρατιωτικών, απηγορεύθη η υποβολή αιτήσεων για την παροχή αδείας αναχωρήσεως στο εξωτερικό σε κάθε αξιωματικό, υπαξιωματικό, μουσικό ή οπλίτη.  Ἐπίσημος Στρατιωτική Έφημερίς,  αρ. διαταγής 13891, 25.7/(6.8).1870.

[5]  MAE, CP Grèce, 98,  Αθήνα, Baude στον duc de Gramont, Έκθ. 51, (30.7)/11.8.1870.

[6] Ο βασιλεύς Γεώργιος ήταν σε αρκετά στενή προσωπική επαφή με τον αυτοκράτορα κατά την διάρκεια της Κρητικής Επαναστάσεως, το 1867.

[7] Driault E. et Lhéritier M., Histoire diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours, T. 3, Paris, 1926, p.334. Τουναντίον, λίγο αργότερα, οι οδηγίες του Χαρ. Χριστόπουλου στον Ρωκ υπεδείκνυαν χωρίς περιστροφές ότι «η Ελλάς ουδέν έχει να ελπίση από την αποκατάσταση του Βοναπαρτισμού» ( La Grèce n’a rien à espérer d’une restauration Bonapartiste <οι οδηγίες στην γαλλική> ). AYE, 1871,  αακ. B3, Επιστολή του Χαρ. Χριστοπούλου στον Φ. Ρωκ. 20.2/4.3.1871.

[8] AYE, 1870, αακ Α2, Έκθ. 139, 5/(17).10.1870. Ο Ρωκ είχε ήδη λάβη τις σχετικές οδηγίες από τις  10/(22).9.1870. Παρά ταύτα η κυβέρνηση ανέμενε την οριστική έγκριση του βασιλέως.

[9] AYE, 1870, αακ Α2, Έκθ. 139,  5/(17).10.1870.  MAE, CP Grèce, 98, Αθήνα, Baude, Έκθ. 64, (10)/22.9.1870. AYE, 1870, αακ Α2, Ρωκ, Έκθ. 139, 5/(17).10.1870.

[10] MAE, CP Grèce, 98,  Αθήνα, Baude, Έκθ. 70, (8)/20.10.1870.

[11] ΑΥΕ, 1871, αακ Β3, Επιστολή Χριστόπουλου προς Ρωκ, 20.2/4.3.1871.

[12] MAE, CP Grèce,  98,  Αθήνα, Baude, Έκθ. 51, (30.7)/11.8.1870.

[13] Ο  Αλεξάνδρου Ἀλέξανδρος, στο έργο του Ἀπομνημονεύματα τῶν ἐν Γαλλίᾳ μεταβάντων Ἑλλήνων ἐθελοντῶν κατά τόν Γαλλο-Πρωσσικόν πόλεμον τοῦ 1870 καί εἰς τό σύνταγμα τῶν ἐλευθέρων σκοπευτῶν τῶν Παρισίων ὑπηρετησάντων, Ἀθῆναι, 1871. αφηγείται ότι η ομάδα του ανεχώρησε για την Γαλλία από τον Πειραιά με το πλοίο  DANAIS,  την 5/17.10. Έφθασαν στην Μασσαλία την 13/25.10. Σύμφωνα με τα αρχεία του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, άλλοι στρατιωτικοί είχαν αναχωρήσει στα τέλη Σεπτεμβρίου.

[14] Βλ. βιβλιογραφία. Constantin Alevras, Erica-Ioanna Mitsidis, Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, Niki Tsiolakis, Ξένια Μαρίνου, Κωστής Αιλιανός.

Αλλά και από γαλλικής πλευράς, η βιβλιογραφία είναι πενιχρή, κινούμενη ιδίως από τον φιλελληνισμό που προκάλεσε η κίνηση του εθελοντισμού. Ακόμη και εξειδικευμένα έργα δεν αναφέρονται παρά πολύ σχηματικά στην παρουσία των ελλήνων εθελοντών, όπως άλλωστε και από πλευράς γαριβαλδινών συγγραφέων, στον στρατό του οποίου υπηρετούσε η πλειονότης των ξένων εθελοντών.

[15] Ἀλεξάνδρου Ἀλέξανδρος, Ἀπομνημονεύματα τῶν ἐν Γαλλίᾳ μεταβάντων Ἑλλήνων ἐθελοντῶν κατά τόν Γαλλο-Πρωσσικόν πόλεμον τοῦ 1870 καί εἰς τό σύνταγμα τῶν ἐλευθέρων σκοπευτῶν τῶν Παρισίων ὑπηρετησάντων, Ἀθῆναι, 1871.

[16] Κατά τις πληροφορίες της Αυστριακής Πρεσβείας –  προφανώς γερμανικής προελεύσεως – κάθε εθελοντής, πέραν του δωρεάν εισητηρίου του, ελάμβανε το ποσό των 100 φράγκων για τα έξοδα του ταξειδίου του. HHStA, PC. Griechenland, C. 176b, Αθήνα, Haymerle, Έκθ. 50B, 17.12.1870.

[17] Ο Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 41,  αναφέρει ότι οι στρατιωτικοί, κατά την συνάντησή τους με τον Έλληνα επιτετραμμένο Φωκ. Ρωκ, του κατέθεσαν τον οπλισμό τους.

[18] MAE, Grèce, CP 98, Πειραιεύς, Meyssonier, Έκθ. 20.10.1870, Αθήνα, Baude, Τηλ. (2)/14.10, Οδηγ. από το Παρίσι,(4)/ 16.10, 1870,Τηλ. (8)/20.10.1870.   MAE, CCC, P/10822, 164, Vice-Consulat au Pirée. Έκθ. 3, 20.10.1870, Meyssonier στον Comte de Chaudordy, εκπρόσωπο του Υπ. Εξωτερικών στο Bordeaux, Αθήνα, Baude, Tél. (8)/20.10.1870. Είναι αξιοσημείωτο ότι ο γαλλικός στρατός είχε ανάγκη από οπλισμό.

[19] MAE, Grèce, CP 98, «Des volontaires se présentent en assez grand nombre… » Tél. (2)/14.10.1870, « Il est parti plusieurs volontaires…Il en partira quelques autres ce soir.»Tél. 20.10.1870, « Par le dernier paquebot une trentaine de volontaires… », Tél. 77, 7.12.1870,  « Une centaine est parti par le dernier paquebot… » Tél. 78, 13.12.1870.

[20] MAE, Grèce, CP 98, Αθήνα, Baude, Τηλ. 76, 20.11.1870.

[21] MAE, Grèce, CP 98, Αθήνα, Baude, Τηλ. 76, 20.11.1870, Τηλ. 78, 13.12.1870.

[22] Αναστάσιος Γεννάδιος, (1840-1911), ο μεγαλύτερος υιός του γνωστού ελληνιστή Γεωργίου Γενναδίου και αδελφός του Ιωάννη Γενναδίου, διπλωμάτου και πρέσβεως, εν συνεχεία, επί μακρόν, στο Λονδίνο, ιδρυτού της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Χρημάτισε καθηγητής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1862-1864 et 1868-1871), μέχρι τον Ιανουάριο 1871, όταν παρητήθη (υπεχρεώθη;), μετά την μετάβασή του στην Γαλλία, κατά τον Γαλλο-Πρωσσικό πόλεμο. Εν συνεχεία, μετέβη στο Λονδίνο. Έντονα αντι-μοναρχικός (τόσο εναντίον του Όθωνος όσο και του Γεωργίου Α΄) αρθρογραφούσε κατά του  καθεστώτος του Ναπολέοντος ΙΙΙ μετά την έκρηξη του πολέμου. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την πολιτική, αφήνοντας ανάμικτα αισθήματα.

[23] Ο Αλεξάνδρου, op. cit. σ.16, αναφέρει και κάποιον κ. Μ…. ,τον οποίο δεν επονομάζει, ο οποίος συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην προσέλκυση εθελοντών.

[24] Παρά την έρευνά μου δεν κατώρθωσα να ανεύρω επίσημα στοιχεία για την τεκτονική ιδιότητα του Αν. Γενναδίου. Η πιστοποίηση έρχεται από γαλλικής πλευράς. Εφ. Πολίτης, Σειρά άρθρων υπό τίτλο: Ἀπάντησις ἑνός Ἑλληνος  Μασόνου, με υπογραφή Ξ.. Ἀρθρο της 10/(22).7.1871.

[25] Ο ίδιος ήταν επίσης  τέκτων. Ως εκ τούτου, πίσω από τις ενέργειες του Γενναδίου δεν προκύπτει να υπήρχε κοινή στάση του ελληνικού τεκτονισμού έναντι του κινήματος του εθελοντισμού.

[26] Αιών, 5/(17).11.1870.

[27] Αιών, 26.11/(8.12).1870.

[28] Αλεξάνδρου, op.cit., σ. 15.

[29] Αλεξάνδρου,  op.cit., σ.39. Η ομάδα του Αλεξάνδρου εδήλωσε ότι δεν ήθελε να υπηρετήσει υπό τις διαταγές των Ιταλών αξιωματικών του Γαριβάλδη.

[30] Mitsidis, Erica-Ioanna, Greece, Greeks and the Franco-Prussian war, Bulletin de la Société Historique et Ethnologique de la Grèce, v. XXVIII, 1985, ps 184-203.  σ. 184.

[31] Mézières, Alfred, “La Grèce et ses volontaires dans la Guerre de 1870”, Revue des deux Mondes, v. XCIV, (juil. 1871), p.36. Η Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου, (1809-1898) , με πλούσια πολιτική και αντι-Οθωνική δράση, σε επαφή με τον Αναστ. Γεννάδιο, γνώστης της γαλλικής, είχε ανατραφή με τα δημοκρατικά ιδεώδη της Γαλλικής επαναστάσεως.

[32] PRO, FO 32, 417, Αθήνα, Erskine, Τηλ..7, (2)/14.1.1871.

[33] MAE, Grèce, CP. 98, Αθήνα, Baude, Έκθ. 78, (1)/13.12.1870.

[34] ΜΑΕ, Grèce, CP. 99, Αθήνα, de Tascher, chargé d’Affaires, Τηλ.  4/16.3.1871.

[35] Αιλιανός Κωστής, “Χαρ. Χρ. Χριστόπουλος, υπουργός Εξωτερικών, τρεις ημέρες, τέσσερεις μήνες, 1865, 1870-1871”, Νέα Εστία, τεύχος 1863, Σεπτέμβριος 2014.

[36] PRO,  FO 32, 417, Αθήνα, Erskine, Τηλ. 7, (2)/14.1.1871. «The Hellenic government have been conniving…».

[37] AYE, 1871, 99.2, Απαντητική επιστολή του Χριστόπουλου στον de Wagner, 27, 4/16.1.1871.

[38] HHStA, PA Griechenland, K. 176,  Αθήνα,  Haymerle, Έκθ. 50B, (5)/17.12.70.

[39] PRO, FO 32, 417,  Αθήνα, Erskine, Τηλ. 7, (2)/14.1.1871 et 12,(11)/ 23.1.1871.

[40] Όμως οι αναφορές αυτές ασφαλώς δεν εξαντλούν το σύνολο των εθελοντών.

[41] Driault E. et Lhéritier M., Histoire diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours, Paris, 1926. T. 3, p. 378.

[42] Mézières, Alfred, Hors de France, Italie, Espagne, Angleterre, Grèce moderne, Paris, 1907, ps. 288, 302, et La Grèce et ses volontaires dans la Guerre de 1870, Revue des deux Mondes, v. XCIV, (juil. 1871). Ο Alevras, Constantin, στο άρθρο του επαναλαμβάνει τον αριθμό του Mézières. Desmaze E., Souvenirs d’un Philhellène, Gustave Flourens et l’insurrection Crétoise, Lyon, 1893, p. 378.

[43] Le Salut Public, σε μετάφραση της εφημ. Κλειώ της Τεργέστης. 22.1/3.2.1871.

[44] Τα ονόματα που αναφέρονται στους διάφορους πίνακες (Αλεξάνδρου, στρατοδικεία, στις επιστολές που εστάλησαν και σε άλλες αναφορές των εφημερίδων) και δεν περιλαμβάνουν, είναι φυσικό, όλους τους εθελοντές, ανέρχονται σε 130, εκ των οποίων οι μισοί περίπου είναι στρατιωτικοί, όλων των κατηγοριών.

[45] Μερικοί χρησιμοποιούσαν και ελληνικά πλοία.

[46] Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 29. Τότε πρόξενος ήταν ο Μαρίνος Βρεττός.

[47] Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 41.

[48] Ο Ρωκ την περίοδο αυτή ήταν ήδη ασθενής. Απεβίωσε τον Απρίλιο 1871.  Πιθανόν να έκανε μνεία στην προσωπική του αλληλογραφία με τον υπουργό των Εξωτερικών.

[49] Ευρέθησαν δύο μόνον εγγραφαί ονομάτων προερχομένων από την Αίγυπτο, τα οποία θα μπορούσαν να αφορούν σε Έλληνες ομογενείς. Εκτός και εάν διέφυγαν της προσοχής του συγγραφέως πιο εξειδικευμένοι φάκελοι.

[50] Google.fr. La guerre franco-prussienne de 1870. (13 Septembre 2009). Les noms des différentes formations des francs-tireurs. Selon le commissaire général STIOT.

[51] Σε άλλους πίνακες, εν τούτοις, η Légion Grecque δεν συμπεριλαμβάνεται. Général Bordone, Garibaldi et l’Armée des Vosges, Paris, 1871, σ. 181. Στην Guerilla d’Orient, χωρίς να δίδει αριθμούς, ούτε την προέλευση των ανδρών, αναφέρεται στον γενικό όρο «νὀτιοι».

Πρέπει επίσης να λεχθή ότι ούτε ο στρατηγός Chanzy, επί κεφαλής του 2ου Σώματος Στρατού του Λίγηρος, ούτε ο στρατηγός comte de Lipowski, επί κεφαλής των francs tireurs de Paris, (ελευθέρων σκοπευτών  των Παρισίων) στα έργα τους για τον πόλεμο, παρ΄όλο που είχαν υπό τις διαταγές τους Έλληνες εθελοντές, δεν κάνουν καμμία ειδική αναφορά στην παρουσία τους.

[52] Βλ. μεταξύ άλλων, Charles de Mazade, La guerre de France, en 1870-1871, Revue des Deux Mondes, T. 102 ; 1872, ps. 753-796., p. 765. Milza, Pierre, L’année terrible. la guerre franco-prussienne, septe,bre 1870 – mars 1871, Périn, 2009, σς 235, 240-41.

[53]  Maquest, Pierre, La France et l’Europe pendant le siège de Paris, 18.9.1870-28.1.1871. 1874. σ.285, σ. 285. Αναφέρει επίσης ότι στα τέλη Νοεμβρίου αφίχθη στο Παρίσι μονάς 60-80 Ελλήνων εθελοντών. σ. 349.

[54] Βλ. και Mitsidou, op. cit. σ. 201.

[55] Général Bordone, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1871, σ. 419.

[56] Αστήρ, 14/(26).11.1870.

[57] Παλιγγενεσία, 28.9/(10.10).1870.

[58] Αστήρ, 14/(26).11.1870

[59] Διαταγή του υπουργού Στρατιωτικών, στρατηγού Ζυμβρακάκη, , αρ. 20251, 10/(22).10.1870, Επίσημος Στρατιωτική Εφημερίς, (1870).

[60] Λίγες ημέρες νωρίτερα ο πρέσβυς της Πρωσσίας είχε προβή σε διάβημα συναφώς με την ουδετερότητα των θαλασσών, κατόπιν ενός επεισοδίου πλησίον της Σύρου, μεταξύ ενός γαλλικού πολεμικού και ενός γερμανικού εμπορικού πλοίου.

[61] PRO, FO 32, 417, Αθήνα, Erskine, αρ. 7. (2)/14.1.1871.

[62] Οδηγίες στα Υπουργεία Εσωτερικών, Δικαιοσύνης, και Στρατιωτικών. AYE, 1871, 99.2, 19/(31).12.1870. Απάντηση της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς, 30.12.1870/(11.1.1871),  του υπουργείου Δικαιοσύνης, 21.12/(2.1.)1871, του υπουργείου Εσωτερικών, 4/(16).1.1871. Η απάντηση του υπουργείου Στρατιωτικών δεν ανευρέθη στα αρχεία.

[63] AYE, 1871, 99.2, Επιστολή Χριστόπουλλου στον de Wagner, 10139/9436, 31.12.1870 /(12.1.1871).

[64] AYE, 1871, 99.2,  Επιστολή de Wagner στον Χριστόπουλο, 1/13.1.1871. HHStA, PA, Griechenland, K.176,  Αθήνα,  Haymerle, 1B, (26.12)/7.1.1871.

[65] PRO, FO 32, 417, Αθήνα,, Erskine, No 7, 14.1.1871. HHStA, PA, Griechenland, K.176, Αθήνα, Haymerle, 50B, 17.12.1870.

[66] Τέκνα του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή, τότε, πρέσβεως της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, λίγο πριν στο Παρίσι και αργότερα στο Βερολίνο.

[67] Γίνεται αναφορά της ονομασίας των διαφόρων σχηματισμών των ελευθέρων σκοπευτών, στον πίνακα τον οποίον συνέταξε ο γενικός επιθεωρητής Stiot. Περιέργως η ονομασία « Légion Grecque » συναντάται μόνον μία φορά στους εν λόγω πίνακες. Ο συγγραφεύς δεν επεσήμανε άλλη αναφορά στους καταλόγους του Service Historique de l’Armée όπου κατεγράφησαν οι μονάδες του Garibaldi.

[68] Ο στρατός του Garibaldi αποτελούσε ένα διάσπαρτο σύνολο μονάδων, ελάχιστα ομοιογενές, συχνά υπό εγκατάλειψη από τις Γαλλικές αρχές. Οι σχέσεις, άλλωστε, τουλάχιστον στην αρχή, μεταξύ γαριβαλδινών και ελλήνων δεν φαίνεται να ήταν οι καλύτερες.

[69] Ο κόμης Ernest de Lipowski, πολωνικής καταγωγής, διοικητής των Ελευθέρων Σκοπευτών των Παρισίων από τον σχηματισμό της μονάδος μέχρι την λήξη του πολέμου, προήχθη σε στρατηγό σε ηλικία 34 ετών μετά την καίρια μάχη του Alençon.

[70] Ακόμη και ο P. Troghon, στο έργο του Souvenirs d’un franc tireur en 1870-1871, (Plon, Paris, 1901),  ιδιαιτέρως λεπτομερές, δεν αναφέρει παρά μόνον μία φορά την συμμετοχή ελλήνων μεταξύ των εθελοντών στον στρατό του Garibaldi. σ. 80.

[71] Η μάχη αυτή απετέλεσε το έναυσμα της πληροφορίας του θανάτου των 30 ελλήνων,  οποία, εν συνεχεία, διεψεύσθη.

[72] Παλιγγενεσία, 19/(31).11.1870 και 23.11/(5.12).1870.  Βλ. επίσης την επιστολή του Όθωνος Τρόνου, της 9/(21).11.1870, Χρόνος 5/(17).12.1870. Κατά την μάχη στην Ορλεάνη, έλληνες εθελοντές έσωσαν την σημαία ενός λόχου και έτυχαν αναφοράς στην ημερήσια διαταγή. Alevras, Constantin, Les volontaires hellènes en France pendant la Guerre Franco-Prussienne en 1870, Paris, Debresse, 1947, p. 70.

[73] Ο Αλεξάνδρου, op.cit., περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες την μάχη στην Alençon, σς 84-85.

[74] Ο  Δημ. Βούρβαχης μετέβη πολύ νωρίς στην Γαλλία. Αποκλεισθείς στο Παρίσι δεν κατώρθωσε να ενταχθή στις μονάδες του θείου του στρατηγού Καρόλου Διονυσίου Βούρβαχη. Αλεξάνδρου, op. cit. σ. 107.

[75] Αλεξάνδρου, op. cit. σ. 107, Παλιγγενεσία, 19/(31).10.1870, 18/(30).1.1871, Mézières, op. cit. σ. 40-41.

[76] MAE, CP, Grèce, 98,  Οδηγ. Τηλ. στον Baude, ά.αρ., (14)/26.12.1870.

[77] L’Union, (14)/26.2.1871, Le Courier de la Gironde, (10)/22.4.1871.

[78] AYE, 1871, 99,2,  Επιστολή του  de Wagner στον Χριστόπουλο, 1/13.1.1871.  Βλ. επίσης Αλεξάνδρου, op. cit. σ. 42-43.

[79] Ας αναφερθούν μερικές εφημερίδες : Progrès, Salut Public (Lyon), Union (Paris), Sémaphore, Égalité, Gazette du Midi, Le Peuple (Marseille), La Croix, (…), Étoile, (…), La Gironde, L’ Union, Le Courrier de la Gironde, (Bordeaux), L’ Ami de la France, ακόμη και η Écho (Lille). Εν τούτοις, η Αιών των Αθηνών, γνωστή για τις φιλο-γερμανικές διαθέσεις της, σχολίαζε ότι καμμία σοβαρή εφημερίδα της Γαλλίας δεν ενεφέρθη εγκωμιαστικά στους Έλληνες εθελοντές, εκτός από φύλλα τρίτης κατηγορίας της επαρχίας. Όπως επίσης ότι η Εθνική Αντιπροσωπεία δεν προέβη σε καμμία μνεία της συμμετοχής των Ελλήνων. Αιών, 29.7/(10.8.).1871.

[80] Αλεξανδρου, op. cit., σ.94. Δημοσιεύει την επιστολή (από (27.2)/11.3.1871) που απέστειλε ο de Lipowski στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Εισηγείτο την απονομήν «στρατιωτικού μεταλλοσήμου δώρου».

[81] Ας σημειωθή ότι το μετάλλιο του πολέμου 1870-1871 ενεκρίθη και απενεμήθη το 1911!

[82] Κατά τον Αλεξάνδρου καταμετρώνται τουλάχιστον 60 νεκροί. op. cit., σ.111.  Άλλοι αναφέρουν μεγαλύτερο αριθμό. Ο συγγραφεύς δεν επεσήμανε, από γαλλικής πλευράς, καμμία αναφορά σε Έλληνα πεσόντα στους σχετικούς πίνακες.

[83] Παλιγγενεσία, 18/2/(2.3). 1871.

[84] Αλεξανδρου, op. cit., σ.108, Général Bordone, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1871.

[85] Βλ, υ/σ 58. Στην Αθήνα δεν είχαν αναφερθή ούτε που σκοτώθηκαν ούτε ονόματα των νεκρών.

[86] Αλεξάνδρου, op. cit., σ.63. Ανεφέροντο οι ημερομηνίες της εκεί διαμονής τους: 25 και 26 Νοεμβρίου.

[87] Αλεξάνδρου, op. cit., σς 88, 110. Οι εθελονταί μετεφέρθησαν με γαλλικό επιβατηγό πλοίο στην Σύρο, και από εκεί, με γαλλικό πολεμικό, στον Πειραιά.

[88] Στις συλλογές αποφάσεων των Α’και Β’ Διαρκών Στρατοδικείων Αθηνών, δεν υπάρχουν στοιχεία παραπομπής αξιωματικών. Ούτε στον Τύπο υπήρξαν τέτοιες αναφορές.

[89] Αλεξάνδρου, op. cit., σ. 111.

[90] Του Κων. Τριτάκη.

[91] Αλλά και ο λοχαγός Θεόδ. Κολοκοτρώνης.

[92] Αλεξάνδρου, op. cit., κεφ. Ο Γαλλικός και ο Γερμανικός στρατός, σς. 112-130.

[93] Γιάννης Γιαννόπουλος, Η ευγενής μας τύφλωση, Αθήνα, 2003.

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Πηγές μη δημοσιευμένες

 

 ΕΛΛΑΣ,  Υπουργείον των Εξωτερικών (ΑΥΕ).

1870: 18.1, 18.2, 20.1,5 , αακ.Α.1, αακ. Α.2,

1871: 18,2, 20.1, 5, 37.4, 45.1, 83.3, 99.2, αακ.Β.3.

 Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ)

 Αρχεία της Γενναδείου Βιβλιοθήκης,  Λευκώματα Τύπου 2 και 3,   Φωτογραφικό λεύκωμα 15,  που αφορούν στον Αναστάσιο Γεννάδιο.  

 Διαρκές Στρατοδικείον Αθηνών. Φάκ. 1871, Α΄ και Β΄ Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών.

 Υπηρεσία Στρατιωτικών Αρχείων

 ΓΑΛΛΙΑ,  Ministère des Affaires Etrangères, (ΜΑΕ),

C.P. Grèce, 1870, Dos. 68, 97, 98, 1871, Dos. 99.

C.C.C. 1870-1871, Vice-consulat au Pirée, 1,

A.D.P. 32,

F. Nominatif. 44, 56

Service historique de la Défense, LG.1, LE. 19, Ld. 21,22,

Archives Léon Gambetta, Carton 4A, 9, 10, 28, 29.

Affaires diverses Politiques. S.s. Guerre 1870. 14, 15, 42, 44, 68.

Affaires Politiques, Grèce, 5/ 93, 124.

 

 ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΝΙΑ, Public Record Office (PRO), 32, Greece, 409, 410, 411, 417.

 

ΑΥΣΤΡΙΑ, Haus- Hof- und Staatsarchiv (HHStA), P.A. Griechenland, 1871. C. 176.

 

 Πηγές δημοσιευμένες

 

Alevras Constantin, Les volontaires hellènes en France pendant la Guerre Franco-Prussienne en 1870, Paris, Debresse, 1947.

Baudin, P., Les volontaires Hellènes en France, Constantinople, 1871.

Bordone, général, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1871.

Chanzy, Antoine Alfred Eugène, Général, Campagne de 1870-71, La Deuxième armée de la Loire, Paris, Plon, 1871.

Desmaze E., Souvenirs d’un Philhellène, Gustave Flourens et l’insurrection Crétoise, Lyon, 1893.

Dirou, Armel, “Les francs-tireurs pendant la Guerre de 1870-1871”, Revue Stratégique, 2009/I .

Driault E. et Lhéritier M., Histoire diplomatique de la Grèce depuis 1821 à nos jours, T. 3, Paris, 1926.

Mahuault, Jean-Paul, Engagés Volontaires pour la durée de la Guerre à la Légion étrangère 1870-71, 1914-18, 1939-45. Editions Grancher, 2013.

Marais, Auguste, Garibaldi et l’armée des Vosges, Paris, 1872.

Maquest, Pierre, La Françe et l’Europe pendant le siège de Paris, 18.9.1870/28.1.1871, Paris 1874.

Mazade, Charles de, “La guerre de France en 1870-1871”, Revue des Deux Mondes, T. 102, 1872.

Mézières, Alfred, Hors de France, Italie, Espagne, Angleterre, Grèce moderne, Paris, 1907.

Mézières, Alfred, “La Grèce et ses volontaires dans la Guerre de 1870”, Revue des deux Mondes, v. XCIV, (juil. 1871).

Milza, Pierre, L’année terrible. La guerre Franco-prussienne septembre 1870 – mars 1871, Périn, 2009.

Mitsidis, Erica-Ioanna, “Greece, Greeks and the Franco-Prussian war”, Bulletin de la Société Historique et Ethnologique de la Grèce, v. XXVIII, 1985.

Tsiolaki, Niki, “La Guerre Franco-allemande vue par la Presse grecque (juillet 1870- avril 1871)”, Balkan Studies, v. 31/2, 1990.

Ἀλεξάνδρου Άλέξανδρος, Άπομνημονεύματα τῶν εἰς Γαλλίαν μεταβάντων Ἑλλἠνων ἐθελοντῶν κατά τόν Γαλλο-Πρωσσικόν πόλεμον τοῦ 1870 καί εἰς τό σύνταγμα τῶν ἐλευθέρων σκοπευτῶν τῶν Παρισίων ὑπηρετησάντων, Ἀθῆναι, 1871.

Ανωνύμου, Απάντησις ἑνός Ἑλληνος Μασόνου, εφ. ΠΟΛΙΤΗΣ, Ιούνιος-Ιούλιος 1871.

Καλλιβρετάκης, Λεωνίδας, Η ζωή και ο θάνατος του Γουσταύου Φλουράνς, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1998.

Κυριαζής, Ν., “Ο γαλλογερμανικός πόλεμος του 1870 και η Κύπρος”, Κυπριακά Χρονικά, έτος Ι΄, 1934.

Μαρίνου, Ξένια, “Χαρτογραφώντας τά ἲχνη ἑλληνικῶν ἐθελοντικῶν σωμάτων στον Γαλλοπρωσσικό πόλεμο”, Τα Ιστορικά, αρ. 57, Δεκέμβριος 2012.

Μαρίνου, Ξένια, Αναζητώντας οδοφράγματα, Αθήνα, 2015.

 

Ελληνικός Τύπος

 

Αἰών, Ἀλήθεια, Ἀστήρ, Αὐγή, Ἐθνοφύλαξ, Επίσημος Στρατιωτική Εφημερίς, Ἐφημερίς τῶν Συζητήσεων, Μέλλον, Παλιγγενεσία, Χρόνος, Ημέρα Τεργέστης, Κλειώ Τεργέστης.

Francine Saint-Ramond: Charles-Denis-Sauter Bourbaki. Ένας στρατηγός ελληνικής καταγωγής στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-1871

150 χρόνια από τότε

Francine Saint-Ramond

CharlesDenisSauter Bourbaki.

Ένας στρατηγός ελληνικής καταγωγής στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870-1871

Ο Charles-Denis-Sauter Bourbaki γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1816 στην πόλη Pau, στους πρόποδες των Πυρηναίων. Ο κηδεμόνας του, ο οποίος κατείχε το αξίωμα του συνταγματάρχη, τον έστειλε να σπουδάσει στο Παρίσι και στη Μαδρίτη, προτού τον εισαγάγει στις τάξεις του στρατεύματος. Ο Bourbaki υπηρέτησε τη Γαλλία επί 47 συναπτά έτη φθάνοντας έως τον βαθμό του στρατηγού.

 

Το χρονικό μιας ελληνικής οικογένειας που μετοίκησε στη Γαλλία

Προκειμένου να κατανοήσει κανείς καλύτερα την προσωπικότητα του Bourbaki, πρέπει να γυρίσει πίσω τον χρόνο στο έτος 1798. Η Ευρώπη ολόκληρη διακατεχόταν τότε από ανησυχία εξαιτίας της εκστρατείας του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο. Ο επαναπατρισμός του εκστρατευτικού σώματος στη Γαλλία φάνταζε επιτακτικός, εξαιτίας ταραχών, οι οποίες είχαν εκδηλωθεί εντός του μητροπολιτικού  εδάφους.¹

Η οικογένεια του στρατηγού Βοναπάρτη καταμετρούσε συγγενείς και φίλους στη Γένοβα, στο Λιβόρνο και στην Κορσική. Χάρη σε αυτό το δίκτυο οργανώθηκε μια υπηρεσία επικοινωνίας με τον στρατηγό, ο οποίος εξακολουθούσε να βρίσκεται στην Αίγυπτο. Η όλη επιχείρηση ήταν λεπτή και επικίνδυνη. Χρειάζονταν άτομα εξοικειωμένα με τη ναυσιπλοΐα, καλοί γνώστες της Μεσογείου και των μυστικών της, ικανοί να διαφύγουν από την προσοχή του βρετανικού και του οθωμανικού στόλου που περιπολούσαν στα ανοικτά των ακρωτηρίων Ταινάρου και Μαλέα. Κατοικούσε τότε στη Μασσαλία ένα Έλληνας ναυτικός, ονόματι Sauter-Bourbaki (Βούρβαχης) από την Κεφαλλονιά. Αφού προφγουμένως βολιδοσκοπήθηκε από το περιβάλλον του Βοναπάρτη, δέχτηκε να διασχίσει τη Μεσόγειο με προορισμό το λιμάνι της Βηρυτού. Μέσα σε ένα σιδερένιο κιβώτιο μετέφερε σφραγισμένα έγγραφα. Επρόκειτο για τον παππού του μετέπειτα διοικητή της αυτοκρατορικής φρουράς υπό το καθεστώς της Δεύτερης  Γαλλικής Αυτοκρατορίας (1852-1870).² Ο Bourbaki εξεπλήρωσε την αποστολή του και ο Βοναπάρτης, που με τον τρόπο αυτό πληροφορήθηκε τα τεκταινόμενα στην πατρίδα του, αναχώρησε στις 28 Ιουλίου 1799 από την Αλεξάνδρεια. Το μέλλον διαγραφόταν ευοίωνο για τον κομιστή της αλληλογραφίας. Δυστυχώς για τον ίδιο, ασθένησε βαριά και λίγο αργότερα απεβίωσε. Πρόλαβε, ωστόσο, να συστήσει τους δυο γιούς του στον Βοναπάρτη, ο οποίος στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχε στεφθεί αυτοκράτορας. Ο δευτερότοκος διορίστηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Κεφαλλονιά. Ο πρωτότοκος, ο συνταγματάρχης Constantin Denis Bourbaki, επισκέφτηκε τον Φεβρουάριο του 1815 τον ευρισκόμενο τότε υπό περιορισμό Ναπολέοντα στη νήσο Έλβα. Η μετάβαση πραγματοποιήθηκε με απόλυτη μυστικότητα μέσα στη νύκτα. Σκοπός ήταν να τηρηθεί ενήμερος ο αυτοκράτορας για την επικείμενη πρόθεση της Ιεράς Συμμαχίας να τον μεταφέρει στην μακρινή και απομονωμένη νήσο της Αγίας Ελένης. Κατόπιν τούτου, ο τελευταίος δραπέτευσε και την 1η Μαρτίου αποβιβάστηκε στην πόλη Fréjus της νοτίου Γαλλίας. Η όλη επιχείρηση καθώς και τα όσα έμελλαν να ακολουθήσουν, παρέμειναν γνωστά ως “οι εκατό ημέρες του Ναπολέοντα”. Τερματίστηκαν με την ήττα στη μάχη του Βατερλώ και την εξορία, τελικά, στην Αγία Ελένη.

Constantin-Denis Bourbaki (1787 – 1827), πατέρας του στρατηγού.

Η κατάρρευση του ναπολεοντείου καθεστώτος δεν επηρέασε ιδιαίτερα τον Constantin Bourbaki. Όταν, πέντε χρόνια αργότερα, το 1821, ξέσπασε ο αγώνας ανεξαρτησίας των Ελλήνων, ο Bourbaki βρισκόταν στην Ισπανία, γενέτειρα χώρα της συζύγου του. Θεωρούμενος ως επικίνδυνος από τον βασιλικό οίκο των Βουρβόνων αναγκάστηκε να μετοικήσει στη Γαλλία. Ήταν η στιγμή, κατά την οποία η κυβέρνηση του Παρισιού σχεδίαζε να στείλει στην Ελλάδα ένα εκστρατευτικό σώμα. Πληροφορούμενος το γεγονός, ο Bourbaki ζήτησε από τον βασιλέα Κάρολο Ι΄ την επανένταξή του στο στράτευμα και τη συμμετοχή του στην εκστρατεία του Μοριά. Το αίτημα απορρίφτηκε. Ωστόσο, ο ίδιος μετέβη στην Ελλάδα, όπου κατατάχθηκε ως απλός εθελοντής.  Δυο μήνες αργότερα, στις 8 Φεβρουαρίου 1827, έχασε τη ζωή του κατά την πολιορκία των Αθηνών.

Η πολιορκία των Αθηνών. Σκηνή από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Πίνακας του Παναγιώτη Ζωγράφου με την καθοδήγηση του Μακρυγιάννη.

Ο Charles-Denis-Bourbaki (1816-1897) ορφάνεψε από πατέρα στην ηλικία των 12 ετών. Κηδεμόνας του ανέλαβε ο συνταγματάρχης υποκόμης de Rumigny. Το 1830, ο τελευταίος εξασφάλισε για τον μόλις 14 ετών Charles-Denis την εγγραφή με υποτροφία στο Βασιλικό Στρατιωτικό Κολλέγιο της Flèche. Εν συνεχεία ο χαρισματικός μαθητής συνέχισε τις σπουδές του στη Στρατιωτική Ακαδημία του Saint-Cyr, όπου εισήχθη το 1834. Ανέλαβε την πρώτη του διοίκηση στις τάξεις του σώματος των Ζουάβων. Υπό την παραπάνω ιδιότητα έλαβε μέρος, ως υπολοχαγός, στην πρώτη πολιορκία της Κωνσταντίνης (Οκτώβριος 1837), στην τελούσα υπό γαλλικό έλεγχο Αλγερία. Μάλιστα διακρίθηκε οργανώνοντας περιχαρακωμένες θέσεις, γεγονός που αποδείκνυε πως διέθετε απόλυτη αίσθηση του χώρου. Στην Αλγερία πληγώθηκε αρκετές φορές εν ώρα υπηρεσίας. Ένα από τα τραύματα, στην αριστερή κνήμη, τον ταλαιπώρησε μέχρι το τέλος του βίου του.  Στη μάχη του Milah (1838), καταπλακώθηκε από το φονευθέν άλογό του. Τον Μάϊο του 1843 συνέβαλε ουσιαστικά στην κατάληψη του στρατηγείου του εμίρη Abdelkader El Djezairi, ηγέτη της αλγερινής αντίστασης ενάντια στην γαλλική στρατιωτική παρουσία. Χαίροντας της εκτίμησης των ανωτέρων του, ο Bourbaki αγωνίστηκε για την ειρήνευση στην Αλγερία και για την αποκατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στις φυλές της περιοχής αλλά και μεταξύ Γάλλων και ιθαγενών. Πρωτοστάτησε στην ενσωμάτωση ντόπιων στις μονάδες του γαλλικού στρατού. Ακολούθως ανέλαβε τη διοίκηση ενός λόχου της Λεγεώνας των Ξένων. Σε αυτή τη φάση της σταδιοδρομίας του ανακλήθηκε στο Παρίσι προκειμένου να αναλάβει καθήκοντα υπασπιστή του βασιλέα Λουδοβίκου-Φιλίππου.³ Αργότερα επανήλθε στην Αλγερία, όπου η παρουσία του είχε κριθεί ως απαραίτητη, συμμετέχοντας σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Καβυλίας. Ο Bourbaki παρέμεινε στην Αλγερία έως τα μέσα της δεκαετίας του 1850. Το 1850 προήχθη σε αντισυνταγματάρχη και ένα χρόνο αργότερα σε συνταγματάρχη. Τα ανδραγαθήματά του κατά την πολιορκία του Laghouat (Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1852) τού χάρισαν την ανώτατη διάκριση: το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Ο συνταγματάρχης Bourbaki υπήρξε δημοφιλής στις τάξεις της στρατιάς της Αφρικής, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που κυκλοφόρησαν τραγούδια αφιερωμένα στο πρόσωπό του.

Μεταξύ των ετών 1854 και 1856 συμμετείχε στην εκστρατεία της Κριμαίας με τον βαθμό του ταξιάρχου, επικεφαλής στρατευμάτων προερχομένων από την Αλγερία. Ήταν παρών στις μεγαλύτερες μάχες (Alma, Inkerman, Σεβαστούπολη). Στο Inkerman πολέμησε αδιάκοπα από τις 9 το πρωί έως τις 7 το απόγευμα.  Βαριά ασθενής εξαιτίας του νοσηρού κλίματος, επαναπατρίστηκε στη Γαλλία από όπου επανήλθε λαμβάνοντας μέρος στην αποφασιστική κατάληψη της νευραλγικής οχυρής θέσης του Malakoff (8 Σεπτεμβρίου 1855), πλησίον του λιμένα της Σεβαστούπολης. Τα θραύσματα ενός όλμου την ημέρα εκείνη έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή του. Για την εν γένει συνεισφορά του στον πόλεμο της Κριμαίας επιβραβεύθηκε το 1857 με προαγωγή στο αξίωμα του υποστρατήγου.

Horace Vernet, La prise de Malakoff, 1858. Musée Rolin, Autun

Με τη λήξη του πολέμου επανήλθε στην Αλγερία και τις γνώριμες, πλέον, επιχειρήσεις ειρήνευσης. Το 1859-1860 ήταν παρών σε δυο αποφασιστικές μάχες της εκστρατείας της Ιταλίας (Solférino και Magenta). To 1862 το όνομά του συγκαταλεγόταν μεταξύ των υποψηφίων για τον θρόνο της Ελλάδος. Ωστόσο, απέρριψε από μόνος την τιμητική αυτή προσφορά.⁴

To 1850 o Charles-Denis Bourbaki νυμφεύτηκε την Joséphine-Thérèse-Aline Adam, κόρη ενός πλούσιου κτηματομεσίτη, ο οποίος απέκτησε περιουσία από τον κατακερματισμό του ήδη κατεστραμμένου πάρκου του πύργου του Saint-Maure des Fossés, στα νοτιοανατολικά προάστια του Παρισιού. Έχουμε να κάνουμε, επομένως, με μια οικογένεια ελληνικών καταβολών, η οποία ενσωματώθηκε πλήρως στους κόλπους της γαλλικής κοινωνίας. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε πως, υπό αυτή την οπτική, αποτελεί πρότυπο επιτυχίας. Κατά κανένα, όμως, τρόπο, δεν εξυπακούεται πως η ζωή και η σταδιοδρομία του στρατηγού Bourbaki υπήρξαν δίχως προσκόμματα, κάτι που, άλλωστε, πρόκειται να προκύψει από τη συνέχεια του κειμένου.

Louis Guédy, Charles-Denis Bourbaki, circa 1880, Musée de l’Armée, Paris.

 

Ο Γαλλοπρωσικός Πόλεμος των ετών 1870-1871 

Προτού αξιολογηθεί ο ρόλος που ο στρατηγός Bourbaki διαδραμάτισε στο πλαίσιο του Γαλλοπρωσικού Πολέμου των ετών 1870-1871, είναι θεμιτό να μνημονευθούν τα διαδοχικά στάδια, τα οποία επί έξι συνεχόμενους μήνες θρυμάτισαν το ηθικό των Γάλλων.

Το καθένα από τα δυο αντιμαχόμενα μέρη αναζητούσε για δικούς του λόγους την πρόφαση εκείνη, η οποία θα επέφερε μια ένοπλη αντιπαράθεση. Από την πλευρά της Γαλλίας, ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ΄, γιός της Hortense de Beauharnais, προγονής του Ναπολέοντα Α΄, αντιμετώπιζε προβλήματα σε όλα τα μέτωπα (εσωτερικό και εξωτερικό) στη διάρκεια της δεκαετίας του 1860. Η μεγαλύτερη, ωστόσο, ανησυχία του αφορούσε την Πρωσία και τη σταδιακή ενδυνάμωσή της με προσαρτήσεις, οι οποίες διαδέχονταν τις επιτυχίες της στα πεδία των εχθροπραξιών. Με τον τρόπο αυτό προσαρτήθηκαν τα δουκάτα του Schleswig και Holstein το 1864, ενώ η εντυπωσιακή στρατιωτική επικράτηση επί της Αυστρίας το 1866 στη μάχη της Sadowa είχε ως συνέπεια την ουσιαστική κυριαρχία του οίκου των Χοετσόλερν επί του ομωνύμου των Αψβούργων. Από την πλευρά της Πρωσίας λειτουργούσε ακόμη το σύνδρομο των ναπολεοντείων κατακτήσεων. Όμως, στη δεκαετία του 1860 τα πράγματα είχαν πλέον αλλάξει ριζικά. Ευρισκόμενο σε τροχιά ανάπτυξης, το βασίλειο της Πρωσίας αποτελούσε απειλή για τη Γαλλία. Ο Ναπολέων Γ΄ μπορεί μεν να είχε καταρχήν αποδεχτεί την προοπτική μιας ενοποίησης των γερμανικών κρατιδίων το 1865, κατά τη διάρκεια της συνάντησης του Biarritz, ωστόσο επιδίωκε εις μάτην ανταλλάγματα για την ουδετερότητα, την οποία είχε τηρήσει διαρκούσης της αποφασιστικής μάχης της Sadowa. Ως τέτοια θεωρούσε την αριστερή όχθη του Ρήνου, το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο. Όσο για τον Otto von Bismarck, καγκελάριο της Πρωσίας, επιθυμούσε διακαώς έναν πόλεμο κατά της Γαλλίας, ικανό να συσπειρώσει τους Γερμανούς και συνακόλουθα να οδηγήσει στην ενοποίηση των διαφόρων κρατιδίων.

Το 1870, το κύρος του γαλλικού στρατού ήταν αδιαμφισβήτητο. Μεταξύ άλλων οφειλόταν στις διάφορες μακρινές εκστρατείες αποικιακής φύσεως, στις οποίες είχε επιδοθεί, όπως ήταν η κατάκτηση της Αλγερίας και οι επιτυχίες στα μέτωπα της Κριμαίας και της Ιταλίας. Παρά ταύτα, η φιλόδοξη μεταρρύθμιση στρατάρχη Niel το 1868 δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Η άμεση αφορμή για τον πόλεμο μπορούσε κάλλιστα να έχει αποφευχθεί. Ο βασιλέας της Πρωσίας Γουλιέλμος Α΄, ως χειρονομία καλής θελήσεως, απέσυρε την υποστήριξή του όσον αφορούσε στην υποψηφιότητα του εξαδέλφου του, πρίγκιπα Λεοπόλδου Χοετσόλερν-Σιγκμαρίνγκεν σχετικά με τον θρόνο της Ισπανίας. Ο τελευταίος ήταν σφόδρα αντιπαθής στη Γαλλία, η οποία, επιπρόσθετα, δεν επιθυμούσε να δει έναν Γερμανό πρίγκιπα να καταλαμβάνει το ανώτατο αυτό αξίωμα. Το ύφος  του τηλεγραφήματος του Γουλιέλμου παραποιήθηκε σκοπίμως από τον Bismarck, ο οποίος προσέδωσε μια περισσότερο άκαμπτη μορφή στο περιεχόμενο του κειμένου (είναι γνωστό και ως “τηλεγράφημα του Ems”) σε σχέση με το περισσότερο συγκαταβατικό αρχικό ύφος του βασιλέα της Πρωσίας. Πέφτοντας στην παγίδα, ο Ναπολέων Γ΄ εξέλαβε το κείμενο ως προσωπική προσβολή, με αποτέλεσμα να κυρήξει τον πόλεμο στις 19 Ιουλίου 1870. Διέθετε την υποστήριξη της συντριπτικής μερίδας της κοινής γνώμης, σε αντιδιαστολή με τον σκεπτικισμό σημαντικού αριθμού επιφανών προσώπων του πολιτικού στερεώματος εξαιτίας του ότι η Γαλλία δεν ήταν έτοιμη να ανταποκριθεί στην πολυτέλεια μιας ένοπλης αντιπαράθεσης.

 

Χιουμοριστικός χάρτης της Ευρώπης του 1870.

Με την πάροδο του χρόνου, ο αρχικός Γαλλοπρωσικός Πόλεμος μετεξελίχθηκε σε Γαλλογερμανικό, καθώς η διενέργειά του οδήγησε στην ενοποίηση των γερμανικών κρατιδίων. Κατά την αρχική φάση των επιχειρήσεων, ο γαλλικός στρατός παρουσίαζε ένα σημαδιακό μειονέκτημα: η διοίκησή του ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το πρόσωπο του αυτοκράτορα, αν και ο τελευταίος δεν διέθετε την απαιτούμενη κατάλληλη κατάρτιση. Ένα δεύτερο μειονέκτημα είχε να κάνει με την κατάσταση της υγείας του. Ο Ναπολέων Γ΄ υπέφερε ασταμάτητα από αφόρητους πόνους που οφείλονταν σε ύπαρξη λίθου στα νεφρά. Επρόκειτο για μια κάθε άλλο παρά ενδεδειγμένη πάθηση εν μέσω πολεμικών επιχειρήσεων που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Ως εκ τούτου, ήταν ανίκανος να εγγυηθεί την ομαλή διεκπεραίωση της αρχιστρατηγίας. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξει κανείς πως οι θεαματικές γαλλικές αποτυχίες κατά την αρχική φάση του πολέμου οφείλονταν εν πολλοίς στην κατηγορηματική άρνηση του ιδίου (όπως και της αυτοκράτειρας Ευγενίας) να εκχωρήσει μέρος των αρμοδιοτήτων του σε τρίτους.

Σε τελική ανάλυση, η γαλλογερμανική αντιπαράθεση έφερε αντιμέτωπες μεταξύ τους δυο εκ διαμέτρου διαφορετικές αντιλήψεις περί διεξαγωγής πολέμου. Έχουμε συνηθίσει να προσεγγίζουμε την αναμέτρηση του 1870-1871 μέσω μιας εικονογραφικής κάλυψης, η οποία δεν αποδίδει την πραγματικότητα σε όλες της τις διαστάσεις. Οι ζωγραφικοί πίνακες και τα λογοτεχνικά κείμενα αναδεικύουν τρισδιάστατα τις παραδοσιακές διαστάσεις, αποκρύπτοντας, συνάμα, πρωτότυπες και αποκαλυπτικές πτυχές. Από γαλλικής πλευράς εξυμνείται η γενναιότητα των πολεμιστών σε ατομικό επίπεδο, τη στιγμή κατά την οποία η τελευταία είχε παντελώς υπερκεραστεί από την ισχύ πυρός του αντιπάλου. Οι ζωγραφικοί πίνακες εστιάζουν σε περιπτώσεις μεμονωμένου ηρωισμού ή σε περιφερειακές και άνευ ουσιαστικής σημασίας αναμετρήσεις στο περιθώριο των μεγάλων μαχών. Στην περίπτωση αυτή δεν καταβάλλεται προσπάθεια αποκατάστασης της ιστορικής πραγματικότητας. Αντιθέτως, αποφεύχθηκε συνειδητά η αναφορά στις μάχες, ούτως ώστε να μη διαφανούν τα αληθινά αίτια της ήττας. Οι παραπάνω αποδόσεις του πολέμου δημιούργησαν έναν μύθο, αντάξιο με εκείνον της περιόδου του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου λίγα χρόνια αργότερα.⁵ Από τη δική της πλευρά, η πραγματικότητα παραπέμπει σε μια πρωτοπόρο, για την εποχή, ένοπλη αντιπαράθεση, όπου η ισχύς των όπλων υπερέχει συντριπτικά έναντι της ατομικής ανδρείας. “Άλλαξαν τα πάντα, ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο είχαμε συνηθίσει να πολεμάμε”, έγραφε χαρακτηριστικά ο Émile Zola.⁶

Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητη μια αντιπαραβολή ανάμεσα στα δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Οι Γερμανοί αξιωματικοί διέθεταν περιορισμένη μάχιμη εμπειρία. Επρόκειτο περισσότερο για θεωρητικούς, οι οποίοι είχαν ακολουθήσει εξαίρετες σπουδές στο τομέα της στρατιωτικής ιστορίας. Η Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου είχε υιοθετήσει ένα πρωτοπόρο σύστημα, καθώς οι σπουδαστές επιλέγονταν μέσω διενέργειας αυστηρών εισαγωγικών εξετάσεων. Διευθυντής της Ακαδημίας είχε χρηματίσει επί χρόνια ο Clausewitz, ο οποίος είχε μελετήσει σε βάθος τη θεωρία του πολέμου και αφομοιώσει την εμπειρία των ναπολεοντείων πολέμων (κάτι που δεν είχε φροντίσει να πράξει ο Ναπολέων Γ΄). Ο Helmuth von Moltke ο πρεσβύτερος δεν ήταν μπαρουτοκαπνισμένος. Επρόκειτο, όμως, για έναν θεωρητικό πρώτου μεγέθους. Όλα τα στελέχη ήταν εμποτισμένα από τα ένδοξα παράδειγματα του παρελθόντος. Η διδασκαλία στηριζόταν σε μια σοφή χρήση του ιππικού: ο Moltke διακήρυττε πως, ευρισκόμενοι σε αναζήτηση επαφής με τον αντίπαλο, οι άνδρες έπρεπε να καλύπτονται αλλά και να αντλούν πληροφορίες από λογχοφόρους ιππείς (ουλάνους) με σκοπό να μην επιτρέψουν στην απέναντι πλευρά να αποκτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Καθώς μάλιστα η αχίλλειος πτέρνα των Γάλλων ήταν η αναποτελεσματική χρήση του τηλεγράφου, δύναται κανείς να προσμετρήσει την αξία αυτών των ιππέων, οι οποίοι είχαν μετεξελιχθεί σε ειδήμονες στον τομέα της πληροφόρησης και των διαβιβάσεων.

Ο γερμανικός στρατός αποτελείτο από μόνιμα σώματα. Η στρατολόγηση διεκπεραιωνόταν με τοπικά κριτήρια. Συγκεκριμένα, σε κάθε περιοχή αντιστοιχούσε και από ένα σώμα στρατού. Αρχιστράτηγος ήταν ο βασιλέας της Πρωσίας. Τον πλαισίωναν ένας υπουργός Πολέμου και ένα Γενικό Επιτελείο, το οποίο αποτελούσε συνάμα και τον κρυφό άσσο του πρωσικού στρατού. Η εκπαίδευση του κάθε οπλίτη ήταν προχωρημένη σε πολλαπλά επίπεδα. Οι περισσότεροι αξιωματικοί (ακόμα και οι κατώτεροι), έφεραν επάνω τους επιτελικούς χάρτες της Γαλλίας κατακερματισμένους σε μικρά τετράγωνα, ούτως ώστε να μπορούν να τους αξιοποιούν κατά περίπτωση. Κάθε τεμάχιο του χάρτη διέθετε λεπτομερή και επικαιροποιημένη πληροφόρηση για τα πάντα, από το πιο ανούσιο μονοπάτι μέχρι το πλέον απομακρυσμένο αγρόκτημα και την περίφραξή του. Χαρακτηριστική ήταν η ρήση ενός Γάλλου ιερέα: “Οι Πρώσοι αξιωματικοί κουβαλούσαν, άπαντες, μαζί τους χάρτες. Οι γυλιοί των δικών μας ήταν γεμάτοι μυθιστορήματα”.⁷

Γάλλοι (αριστερά) και Πρώσοι στρατιώτες στον πόλεμο του 1870-1871.

Οι Γάλλοι διακατέχονταν από μια παρωχημένη αντίληψη. Κατά την άποψή τους, εξακολουθούσε να υφίσταται ένας “ευγενής” τρόπος διεξαγωγής του πολέμου. Επιπρόσθετα, μια προσέγγιση του είδους αυτού ευνοούσε την καλλιέργεια στερεοτύπων, με γνώμονα τα οποία ο Γερμανός αντίπαλος ήταν εξ’ ορισμού πανούργος, ύπουλος, υποκριτής, επιρρεπής στην προδοσία, ικανός για κάθε είδους ενέδρα προτού καν χαράξει το φως της ημέρας. Στα ανώτατα κλιμάκια του γαλλικού στρατού, οι αξιωματικοί είχαν να επιδείξουν μεγάλη επιχειρησιακή πείρα. Υστερούσαν, ωστόσο, σε επίπεδο θεωρητικής κατάρτισης. Οι διάφοροι αποικιακοί πόλεμοι όχι μόνο ήταν δαπανηροί, αλλά είχαν καταπονήσει τα στελέχη. Η διοίκηση υπέφερε από έλλειψη συντονισμού αλλά και από μια υπέρμετρα συγκεντρωτική διάρθρωση. Οι στρατιώτες ήταν αφοσιωμένοι, γενναίοι, γεμάτοι ενέργεια. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν διαμορφωθεί στην Αλγερία κάτω από σκληρές και ιδιάζουσες συνθήκες. Αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις επιταγές μιας ορθόδοξης αναμέτρησης.  Από τους επώνυμους ανώτατους αξιωματικούς δύσκολα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει κάποιον. Οι Canrobert και MacMahon είχαν διακριθεί στην Ιταλία. Ο Le Boeuf όφειλε την ανέλιξή του στην εύνοια και υποστήριξη του αυτοκράτορα. Ο Bazaine ήταν ένας φιλόδοξος και αλαζόνας τυχοδιώκτης, ο οποίος ανέλαβε το στράτευμα μη έχοντας καν συμπληρώσει 8.000 ώρες διοίκησης στο ενεργητικό του.

Η χρήση του ιππικού από γαλλικής πλευράς διέφερε παρασάγγας. Οι ένδοξες επελάσεις του 1870 αποδείχτηκαν άσκοπες, ανούσιες, ανώφελες και ετεροχρονισμένες. Κόστισαν ακριβά σε ανθρώπινες απώλειες καθώς αποτελούσαν ιδανικό στόχο για σύγχρονα, για την εποχή, όπλα, όπως το μυδραλιοβόλο. Κι όμως, ο γαλλικός οπλισμός είχε να επιδείξει αρετές. Το τουφέκι Chassepot, με εμβέλεια 1.200 μέτρων, είχε διπλό βεληνεκές από το αντίστοιχο γερμανικό (Dreyse). Ωστόσο, το 1870 δεν υπήρχε ικανή επάρκεια εξαιτίας του περιορισμού των στρατιωτικών κονδυλίων. Το πυροβολικό ήταν υποδεέστερο εκείνου του αντιπάλου. Το 1868, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης Niel και ενόψει του διαγραφόμενου πολέμου με την Πρωσία, δημιουργήθηκαν μονάδες ελεύθερων σκοπευτών, κυρίως στα ανατολικά γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας. Αποτελούμενες από στρατιωτικούς και πολίτες, οι μονάδες αυτές ήταν εκπαιδευμένες σε πρακτικές ανορθόδοξου πολέμου και προκάλεσαν μεγάλα προβλήματα στα μετόπισθεν του προελαύνοντος πρωσικού στρατού. Τέλος, γυναίκες και ανήλικα αγόρια συμπλήρωναν τις τάξεις του γαλλικού στρατού. Οι πρώτες χρησιμοποιούνταν ως πλύστρες, τα δεύτερα ως σαλπιγκτές και τυμπανιστές στην πρώτη γραμμή.

Χάρτης των πολεμικών επιχειρήσεων και της πολιορκίας του Παρισιού.

O πόλεμος διεξήχθη σε δυο φάσεις, οι οποίες συμπίπτουν με τα δυο διαφορετικά καθεστώτα που διαδέχθηκαν το ένα το άλλο τότε στη Γαλλία. Οι στρατιωτικές ήττες του αυτοκράτορα, η κατάκτηση εκ μέρους των Πρώσων μιας σειράς οχυρών θέσεων που προστάτευαν την εθνική επικράτεια όπως, π.χ. εκείνης του Metz, εξώθησαν τον Ναπολέοντα Γ΄ σε παράδοση και αιχμαλωσία έπειτα από την αποφασιστική μάχη του Sedan (1η Σεπτεμβρίου 1870). Επρόκειτο για μια ταπείνωση άνευ προηγουμένου, η οποία ενεργοποίησε με τη σειρά της πολιτειακή μεταβολή. Στις 4 Σεπτεμβρίου θεσπίστηκε ένα δημοκρατικό καθεστώς υπό μια κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας με επικεφαλής τον Léon Gambetta. Η νέα κυβέρνηση τοποθετήθηκε αμέσως υπέρ της συνέχισης του πολέμου. Ο πρωθυπουργός κατάφερε να διαφύγει με αερόστατο από το ευρισκόμενο υπό πολιορκία Παρίσι και να μεταβεί στην πόλη Tours, όπου εγκατέστησε προσωρινά την κυβέρνηση. Ταυτόχρονα προχώρησε στην ανασυγκρότηση του στρατεύματος, έχοντας ως απώτερο στόχο τη λύση της πολιορκίας της πρωτεύουσας. Στο νότιο τομέα, η στρατιά του Λίγηρα (armée de la Loire) κατάφερε μια πρώτη νίκη στο Coulmiers (9 Νοεμβρίου). Ωστόσο, υπέστη μια σειρά από διαδοχικές ήττες στις θέσεις Beaune-la-Rolande (28 Νοεμβρίου) και Orléans (3 και 4 Δεκεμβρίου). Μια δεύτερη στρατιά υπό τον στρατηγό Chanzy είχε ανάλογη τύχη στη μάχη του Mans (11 και 12 Μαρτίου 1871). Στο βόρειο τομέα, οι δυνάμεις του στρατηγού Faidherbe άντεξαν επί δυο μήνες απέναντι στα στρατιές των Manteuffel και Goeben. Υπέκυψαν τελικά στη μάχη του Saint-Quentin (19 Ιανουαρίου 1871). Η στρατιά της Ανατολής (armée de l’ Est) υπό τη διοίκηση του στρατηγού Bourbaki, εξανάγκασε τους Πρώσους σε υποχώρηση, ανακατέλαβε την πόλη Dijon και αναπτύχθηκε προς το πολιορκημένο Belfort, το οποίο υπερασπιζόταν με αυταπάρνηση ο συνταγματάρχης Denfert-Rochereau. Για λόγους οι οποίοι πρόκειται να αναλυθούν παρακάτω, η προέλαση ανακόπηκε, η στρατιά της Ανατολής ηττήθηκε και αναζήτησε καταφύγιο στη παρακείμενη Ελβετία.

Έχοντας αποτύχει σε αμφότερους τους στόχους ( στρατιωτικές επιτυχίες στην επαρχία και λύση της πολιορκίας του Παρισιού), η κυβέρνηση Gambetta αποδέχθηκε την διακοπή των εχθροπραξιών στις 28 Ιανουαρίου 1871. Ταυτόχρονα ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για την υπογραφή ειρήνης. Λίγες εβδομάδες αργότερα, στο Παρίσι ξέσπασε λαϊκή εξέγερση, γνωστότερη ως Κομμούνα (Μάρτιος-Μάϊος 1871). Χάρη στον Friedrich Engels, το γεγονός αυτό έμελλε να λειτουργήσει ως υπόδειγμα για τους ανά τον κόσμο κομμουνιστές. Στις 19 Μαΐου υπεγράφη η καθόλα ταπεινωτική συνθήκη ειρήνης της Φρανκφούρτης, βάσει της οποίας η Γαλλία απώλεσε την επαρχία της Αλσατίας και μέρος εκείνης της Λωρραίνης (ενσωματώθηκαν στο νεότευκτο γερμανικό Ράιχ), εξαναγκάστηκε στην καταβολή μιας δυσβάστακτης πολεμικής αποζημίωσης ύψους 5 δισεκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, τέλος, υπέστη την παρουσία γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων εντός της εθνικής επικράτειας εν είδει εγγύησης για την αποπληρωμή της αποζημίωσης. Η ταπείνωση της ήττας εξέθρεψε το πνεύμα της εκδίκησης (Revanche), μόνιμης σταθεράς διαρκούντος ακόμη και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Με την ανάκτηση των δυο επαρχιών το 1918, αποκαταστάθηκαν επιτέλους το κύρος και η τιμή που τόσο άσχημα είχαν δοκιμαστεί κοντά πέντε δεκαετίες νωρίτερα.

 

Ο στρατηγός Bourbaki και η οδυνηρή αναδίπλωση της στρατιάς της Ανατολής στην Ελβετία

Όταν εξεράγη ο πόλεμος, η σταδιοδρομία του Charles-Denis-Sauter Bourbaki βρισκόταν στο απόγειό της. Ένα χρόνο νωρίτερα, το 1869, είχε γίνει αποδέκτης σημαντικών προαγωγών. Συγκεκριμένα, του είχε ανατεθεί η διοίκηση του σημαντικότατου στρατοπέδου εκπαίδευσης του Châlons-sur-Marne, σε απόσταση 150 χιλιομέτρων ανατολικά της πρωτεύουσας. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τα στρατηγικά σχέδια του επιτελείου, η ίδια περιοχή προοριζόταν ως κομβικό σημείο συγκέντρωσης και κατόπιν προώθησης στρατευμάτων προς την γαλλογερμανική μεθόριο. Τον Ιούλιο του 1870, ο Ναπολέων Γ΄ του ανέθεσε προσωπικά τη διοίκηση της αυτοκρατορικής φρουράς (επρόκειτο για επίλεκτο σώμα) μαζί με καθήκοντα υπασπιστή. Τη στιγμή της έναρξης των εχθροπραξιών βρισκόταν στην οχυρή θέση του Metz, στη Λωρραίνη, επικεφαλής της αυτοκρατορικής φρουράς. Μέχρι τις 16 Αυγούστου και τη μάχη της Gravelotte-Rezonville, η φρουρά είχε παραμείνει αδρανής. Τα χαράματα της ημέρας εκείνης, ο Bourbaki είδε να ξεπροβάλλει από το παρακείμενο δάσος μια πλημμυρίδα εχθρικών στρατευμάτων, τη στιγμή που το στρατηγείο του άρχισε να σφυροκοπείται από το πρωσικό πυροβολικό. Το μηχανικό επιδόθηκε δίχως χρονοτριβή στην οργάνωση των αμυντικών θέσεων (αγροκτήματα, αποθήκες, περιφράξεις, χαρακώματα κλπ.) πέριξ της Gravelotte. Οι βολές του εχθρικού πυροβολικού στοίχισαν ακριβά σε ανθρώπινες απώλειες. “Στο έδαφος υπάρχουν ίχνη από την τροχιά των βλημάτων και τις ζημιές που προκαλούν στο διάβα τους. Τα δέντρα έχουν κοπεί, στα στάχυα λυγίσει. Τα άλογα χλιμιντρίζουν από τρόμο και τρέχουν πανικόβλητα προς την πεδιάδα, όπου βρίσκουν διέξοδο. Επιτόπου σημειώθηκε ανθρώπινη εκατόμβη”.⁸

Προκειμένου να ανακουφίσει τους αμυνόμενους, ο στρατάρχης Bazaine, ανώτατος διοικητής του γαλλικού στρατού, έστειλε το ιππικό σε αποστολή αυτοκτονίας. Διαδοχικές επελάσεις απέτυχαν δραματικά καθώς οι Πρώσοι παρέσυραν τους αντιπάλους τους σε βαθιά χαντάκια, όπου έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλον. Υπάρχουν μαρτυρίες, οι οποίες περιγράφουν τη θέα ακέφαλων καβαλάρηδων να συνεχίζουν την επέλαση. “Ουδείς τολμούσε να ανακόψει αυτά τα φαντάσματα, τα οποία επέλαυναν με το ξίφος ακόμα στο χέρι”.⁹ Ίλες 120 ιππέων έμειναν με 75. Οι αποτυχίες στα μέτωπα της Αλσατίας και της Λωρραίνης ανάγκασαν στις 19 Αυγούστου τη στρατιά Bazaine σε υποχώρηση. Η τελευταία βρήκε καταφύγιο κάτω από τα τείχη του Metz. Ωστόσο, ουδέποτε κατάφερε να απαγκιστρωθεί από εκεί. Μια δύναμη 19.000 ανδρών υπέστη τα δεινά της πολιορκίας και του λιμού. Αυτόπτης μάρτυς, ο Bourbaki ήταν σε ηλικία 54 ετών ο νεότερος από όλους τους διοικητές σώματος στρατού. Αντιτάχθηκε σθεναρά στην προοπτική μιας αψυχολόγητης και καταδικασμένης εκ των προτέρων ηρωικής εξόδου με στόχο τη λύση της πολιορκίας. Το Metz έπεσε στα χέρια των Πρώσων στις 27 Οκτωβρίου. Στο μεταξύ, στο Παρίσι είχε εγκαθιδρυθεί το δημοκρατικό καθεστώς.

Η πολιορκία του Metz σε γερμανική γκραβούρα εποχής.

Ενόσω το Metz βρισκόταν υπό πολιορκία, ο Bourbaki έπεσε θύμα μιας τραγελαφικής υπόθεσης. Είναι γνωστό πως ο φιλομοναρχικός στρατάρχης Bazaine δεν έπραξε τα δέοντα προκειμένου να υπερασπιστεί τη δημοκρατία συνεχίζοντας τον πόλεμο. Κατηγορήθηκε μάλιστα, πως άφησε το Metz να πέσει δίχως αντίσταση στα χέρια των Πρώσων. Από τη δική του πλευρά, ο Bourbaki είχε προσβάσεις στο στενό περιβάλλον του Ναπολέοντα Γ΄, η δε αδελφή του συνδεόταν φιλικά με την αυτοκράτειρα Ευγενία. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, κάποιο άτομο ονόματι Régnier ζήτησε ακρόαση από την αυτοκράτειρα, η οποία στο μεταξύ είχε αναζητήσει καταφύγιο στο Hastings της Αγγλίας. Τελικά, κατάφερε να αποσπάσει από τον διάδοχο του αυτοκρατορικού θρόνου μια φωτογραφία μαζί με ένα μήνυμα με αποδέκτη τον αιχμάλωτο των Πρώσων πατέρα του. Χρησιμοποιώντας το μήνυμα και τη φωτογραφία ως ασφαλές διαβατήριο, ο Régnier διέσχισε τις εχθρικές γραμμές και παρουσιάστηκε στο Metz ενώπιον του Bazaine, υποστηρίζοντας ότι η αυτοκράτειρα επιθυμούσε τη σύναψη ειρήνης και πως γι αυτό τον σκοπό ο στρατάρχης Canrobert ή ο στρατηγός Bourbaki έπρεπε να μεταβούν στο Hastings. Υποστήριξε μάλιστα πως ο Bismarck προτιμούσε να διαπραγματευτεί με την αυτοκράτειρα παρά με την κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας και πως υπό τέτοιες συνθήκες, οι όροι της ειρήνης θα ήταν λιγότερο οδυνηροί για τη Γαλλία. Ο Bourbaki, εφοδιασμένος και με τη συναίνεση των Πρώσων, έφυγε δίχως καθυστέρηση για την Αγγλία, πεπεισμένος ότι είχε επιφορτιστεί με μια επίσημη διπλωματική αποστολή. Φτάνοντας στον προορισμό του άκουσε έκπληκτος την αυτοκράτειρα να διαψεύδει τα πάντα. Τελικά επρόκειτο για μια κατασκευασμένη υπόθεση των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών. Μολονότι ο στρατηγός είχε πλήρη άγνοια της πραγματικότητας, η συμμετοχή του στο παραπάνω επεισόδιο στιγμάτισε την μετέπειτα σταδιοδρομία του. Επιστρέφοντας άπραγος στη Γαλλία, επιχείρησε δίχως επιτυχία να εισέλθει στο πολιορκημένο Metz. Πάραυτα έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας και του νέου καθεστώτος, φτάνοντας στις 15 Σεπτεμβρίου στην Tours.

Ένα μήνα αργότερα, στις 17 Οκτωβρίου, ο  Léon Gambetta του ανέθεσε τη διοίκηση της στρατιάς του Βορρά (armée du Nord). Μεταβαίνοντας επιτόπου βρήκε την Lille παντελώς άοπλη και ανυπεράσπιστη. Πυροβόλα και όπλα είχαν μεταφερθεί στο Παρίσι προς ενίσχυση της άμυνας της πρωτεύουσας. Μέσα στην πόλη επικρατούσε χάος και αναρχία. Συγκεντρώνοντας τα απομεινάρια της στρατιάς του Metz, ο Bourbaki συγκρότησε πρόχειρα το 12ο Σώμα Στρατού δύναμης 18.000 ανδρών. Πρόθεσή του ήταν να απελευθερώσει το Beauvais και να κατευθυνθεί προς το Chantilly, κέντρο ανεφοδιασμού του εχθρού. Την ίδια ακριβώς στιγμή, η κυβέρνηση του αφαίρεσε τη διοίκηση, πιθανότατα για πολιτικούς λόγους. Τον διαδέχθηκε ο στρατηγός Farre. Ο Bourbaki ανέλαβε διοικητής του 13ου Σώματος Στρατού, τμήματος της στρατιάς του Λίγηρα. Στις 10 Νοεμβρίου του ανατέθηκε το γενικό πρόσταγμα ολόκληρης της στρατιάς, η οποία μετονομάστηκε σε στρατιά της Ανατολής (armée de l’ Est). Αποστολή της ήταν η διενέργεια μιας επιχείρησης αντιπερισπασμού μεγάλης κλίμακας, ικανή να ανακουφίσει έμμεσα το πολιορκημένο Παρίσι. Συγκροτήθηκε μέσα στο μήνα Δεκέμβριο του 1870. Ως επί το πλείστον, οι ανώτεροι αξιωματικοί ήταν άπειροι, τα δε επιτελεία επιρρεπή στον αυτοσχεδιασμό.¹º

Το φιλόδοξο σχέδιο συνίστατο σε διενέργεια επίθεσης στις οπισθοφυλακές του εχθρού, αποκοπή των τελευταίων από την κύρια δύναμη και εν συνεχεία λύση της πολιορκίας και απελευθέρωση του Belfort. Στις 30 Δεκεμβρίου, ο Bourbaki, συνοδευόμενος από το επιτελείο του, έφτασε στην κωμόπολη Châlons-sur-Saône. Την επομένη, παραμονή Πρωτοχρονιάς, εκδηλώθηκε η επίθεση. Από τους 100.000 έως 140.000 άνδρες, τους οποίους είχε υπό τις διαταγές του, μόνο οι 35.000 διέθεταν προγενέστερη πολεμική πείρα. Στην παραπάνω δύναμη έπρεπε να προστεθούν και περί τα 400 πυροβόλα. Στην απέναντι πλευρά, ο στρατηγός Werder είχε αντιπαρατάξει 40.000 άρτια εκπαιδευμένους και οπλισμένους άνδρες. Οι Πρώσοι διέθεταν επίσης ένα αποτελεσματικό σύστημα πληροφοριών που τους επέτρεπε να παρακολουθούν ευθύς εξαρχής τις μετακινήσεις των αντιπάλων τους.

Οι καιρικές συνθήκες ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς. Η συγκέντρωση των στρατευμάτων πραγματοποίθηκε υπό πολικό ψύχος κι ενώ το σιδηροδρομικό δίκτυο (απαραίτητο για τη μεταφορά ανδρών και οπλισμού) ήταν υπερκορεσμένο. Υπήρξαν μονάδες που αναγκάστηκαν να παραμείνουν επί δυο και τρεις ημέρες μέσα στα βαγόνια με θερμοκρασία -10 και -15°C. “Τα άλογα ψοφούσαν, οι δε άνδρες δεν έβλεπαν γύρω τους παρά μόνο χιόνι. Προτού εισπράξει καν τα πρώτα πλήγματα, η στρατιά Bourbaki είχε υποστεί σκληρή δοκιμασία”.¹¹ Οι δρόμοι είχαν καταστεί άχρηστοι εξαιτίας του συνεχούς παγετού, τα άλογα έχαναν διαρκώς την ισορροπία τους, οι φάλαγγες έφταναν στον προορισμό τους με μεγάλη καθυστέρηση. Τα στρατιωτικά αρχεία αποκαλύπτουν τους διαλόγους, συχνά σε έντονο ύφος, της περιόδου εκείνης ανάμεσα στην κυβέρνηση, το επιτελείο και τον στρατηγό Bourbaki. Τα κέντρα αποφάσεων δεν είχαν την παραμικρή εικόνα των τραγικών συνθηκών, οι οποίες επικρατούσαν επιτόπου. Χαρακτηριστικό υπήρξε το παράδειγμα του υπουργού Στρατιωτικών, Charles De Freycinet, ο οποίος, στις 7 Ιανουαρίου 1871, έστειλε προς τον στρατηγό την ακόλουθη επιστολή: “Σας καλώ να επιταχύνετε τον ρυθμό των επιχειρήσεών σας. Έχει παρατηρηθεί σημαντική συγκέντρωση αντιπάλων στρατευμάτων και σύντομα θα βρίσκεστε σε μειονεκτική θέση. Επί πολλές ημέρες σας προτρέπω να πραγματοποιήσετε όλες τις σχεδιασθείσες κινήσεις. Η κακή κατάσταση του οδικού δικτύου, την οποία επικαλείστε, δεν δείχνει να έχει εμποδίσει τους Πρώσους που κινούνται με διπλάσιους ρυθμούς από τους δικούς σας. Θέλω να με διαβεβαιώσετε ότι θα βρίσκεστε στο Vesoul στις 8 Ιανουαρίου”.¹² Ακολουθούσαν προτροπές για επιτάχυνση των μετακινήσεων, το αποτέλεσμα των οποίων καταγράφηκε από μια μαρτυρία εποχής: “Ο στρατηγός έστειλε επιτελικούς αξιωματικούς σε ολόκληρη τη διαδρομή, με εντολή να ενισχυθεί ο ρυθμός ανάπτυξης ολόκληρου αυτού του συνονθυλεύματος ανθρώπων, ζώων, πυροβόλων, πυρομαχικών, αμαξών και αποσκευών πάσης φύσεως. Η θέα της δίνης στρατιωτών, οι οποίοι προσπερνούσαν σπρώχνοντας οι μεν τους δε, διακατεχόμενοι από τον φόβο μήπως πέσουν στα χέρια των Πρώσων, που κατά τα φαινόμενα ακολουθούσαν από κοντά και ήταν σχεδόν βέβαιο ότι θα μας είχαν φτάσει μέσα στη νύκτα, ήταν τρομακτική.¹³ Όπως το 1812! Οι επιλογές ήταν δύο: να συνεχίσουμε την πορεία ή να πεθάνουμε επιτόπου”¹⁴.

Ο στρατηγός Bruneau περιγράφει με γλαφυρό τρόπο την κατάσταση των ανδρών κατά τη διάρκεια της απάνθρωπης αυτής πορείας: “Τα τελευταία άρβυλα είχαν λειώσει. Ωστόσο, η πορεία προς ανατολάς έπρεπε να συνεχιστεί. Οι κάτοικοι των περιοχών που διασχίζαμε δεν ασχολούνταν με τη μοίρα μας. Όποιος έμενε πίσω, έχανε απλούστατα τη ζωή του! Είδαμε ζουάβους να φορούν ξυλοπάπουτσα…Μέσα σε αυτό το κλίμα, μισό ανατολίτικο, μισό αγροτικό, ο λόχος μου συνέχιζε να προχωρεί δίχως να ασχολείται με τις δυσκολίες των υπόλοιπων μονάδων.” Μαρτυρίες και αρχεία είναι αποκαλυπτικά και απαντούν στα περισσότερα ερωτήματα. Τα άλογα δεν ήταν κατάλληλα πεταλωμένα για τον παγετό: “Έχαναν διαρκώς την ισορροπία τους και αδυνατούσαν να σταθούν πάνω στον πάγο. Αναγκαστήκαμε να σταματήσουμε σε ένα χωριό. Λόγω έλλειψης πεταλωτή, μια ομάδα από λογχοφόρους, οι οποίοι έτυχε να βρίσκονται εκεί, προθυμοποιήθηκε να στερεώσει τους αναβατήρες”.¹⁵ Από το αρχηγείο κατέφθασε διαταγή να τοποθετηθούν στα πίσω πόδια των αλόγων πέταλα με καρφιά, κατάλληλα για τον πάγο. “Το υλικό είναι διαθέσιμο στην κεντρική αποθήκη”, συνέχιζε το τηλεγράφημα με αφοπλιστική αφέλεια.¹⁶

Όπως ήταν επόμενο, προέκυψαν σοβαρότατα προβλήματα σε επίπεδο ανεφοδιασμού και επιμελητείας. Μέσα στο καθόλα ανασταλτικό κλίμα, ο στρατηγός Bourbaki κατηγορήθηκε για έλλειψη επιθετικού πνεύματος. O Gambetta θωρούσε τον ρυθμό της προέλασης εκνευριστικά αργό. Παρά ταύτα, ο Bourbaki πέτυχε την αναδίπλωση της στρατιάς von Werder, ανακατέλαβε την Dijon, την οποία νωρίτερα ο Garibaldi και οι εθελοντές του δεν είχαν καταφέρει να υπερασπιστούν και συνέχισε την πορεία του προς την κατεύθυνση του τελούντος υπό πολιορκία Belfort, η φρουρά του οποίου πρoέβαλε ηρωική αντίσταση κάτω από τις διαταγές του συνταγματάρχη Denfert-Rochereau. 

Ο Bourbaki επεδίωκε να αναμετρηθεί με τους Γερμανούς στο ύψος της κωμόπολης Villersexel, η οποία τελούσε υπό τον έλεγχο του αντιπάλου. Επρόκειτο για μεγίστης σημασίας στρατηγική θέση, επειδή στο συγκεκριμένο σημείο συνέκλιναν οι οδικοί άξονες Vesoul-Montbéliard και Lure-Besançon. Πρόθεσή του σε μια πρώτη φάση ήταν να διασπάσει τις εχθρικές γραμμές.¹⁷ Η μάχη του Villersexel έλαβε χώρα στις 9 Ιανουαρίου 1871 μέχρι αργά τη νύκτα. Ευρισκόμενος στην πρώτη γραμμή, ο Bourbaki άνοιξε πυρ σε βάρος δυο μεραρχιών του βαυαρικού στρατού. Δεν υπολόγισε, ωστόσο, την επικείμενη έλευση από τα βορειοανατολικά μιας δεύτερης γερμανικής στρατιάς υπό τον στρατάρχη Edwin von Manteuffel. Οι σφοδρότερες συγκρούσεις σημειώθηκαν γύρω από τον πύργο του Villersexel. Ο τελευταίος καταστράφηκε ολοσχερώς από τις φλόγες. Οι Γερμανοί ταμπουρώθηκαν μέσα στις οικίες, οι οποίες χρειάστηκε να καταληφθούν έπειτα από σφοδρές αναμετρήσεις σώμα με σώμα. Δυστυχώς για τους Γάλλους, η νίκη που κατήγαγαν πέρασε ανεκμετάλλευτη.

Alphonse de Neuville, Attaque d’ une maison barricadée à Villersexel , circa 1875, Paris, Musée d’Orsay.

Την επομένη της μάχης, η στρατιά von Werder αναδιπλώθηκε προς το Belfort και το Montbéliard. Φρόντισε ωστόσο να τοποθετηθεί με έξυπνες επιλογές στα υψώματα πέριξ του ποταμού Lizaine, σε απόσταση 15 περίπου χιλιομέτρων από το Belfort. Επρόκειτο για την ύστατη γραμμή άμυνας των Γερμανών πριν από την πόλη. Η μάχη του ποταμού Lizaine (γνωστή και ως μάχη του Héricourt από το όνομα ενός χωριού που βρισκόταν στο κέντρο ακριβώς του πεδίου των εχθροπραξιών), διήρκεσε επί τρεις ημέρες (15 – 17 Ιανουαρίου 1871). Ταλαιπωρημένοι από το δριμύ ψύχος, τον ανεπαρκή ρουχισμό, την έλλειψη τροφίμων, τέλος, το κλονισμένο ηθικό, οι Γάλλοι υπέκυψαν ευρισκόμενοι σε μια περιοχή, η οποία τους τρεις τελευταίους μήνες τελούσε υπό τον έλεγχο των αντιπάλων τους. Η αριθμητική τους υπεροχή δεν απέδωσε καθόλου. Η θερμοκρασία είχε πέσει στους -20°C. Την επομένη της ήττας στη μάχη του  Héricourt και μη έχοντας ουδεμία υποστήριξη από τη φρουρά του Belfort, ο Bourbaki απέσυρε τους άνδρες του από  το πεδίο της μάχης. “Εξαντλημένοι από την κόπωση, τις δοκιμασίες και την πείνα, οι στρατιώτες μας θα αντιμετώπιζαν βέβαιο θάνατο, εάν το βράδι της μάχης του Héricourt, ο Bourbaki δεν είχε την πρόνοια να πολεμήσει υποχωρώντας”.¹⁸

Στις 23, η στρατιά Bourbaki έφτασε στη Besançon.  Aν και στρατηγικής σημασίας, η πόλη αδυνατούσε να παράσχει την οποιαδήποτε φιλοξενία λόγω έλλειψης τροφίμων. Παρόλες τις φιλότιμες προσπάθειες του Μηχανικού να οργανώσει πρόχειρα την άμυνα (οι Γερμανοί βρίσκονταν σε απόσταση έξι μόλις  χιλιομέτρων), κάθε προβολή αντίστασης ήταν καταδικασμένη εκ των προτέρων. Η στρατιά συνέχισε την αναδίπλωση προς το Pontarlier και την ελβετική μεθόριο. Ο στρατηγός δεν μπορούσε να κρύψει την απογοήτευσή του: “Έδειχνε καταπονημένος και παρέμενε αμίλητος. Μια μόνη σκέψη τον απασχολούσε. Στις συζητήσεις με τους επιτελείς του ήταν άφωνος. Το βλέμμα του, απλανές και προβληματισμένο, ήταν σαν να επιχειρούσε να αποκρυπτογραφήσει ένα ζοφερό και απειλητικό μέλλον…”.¹⁹

Στο μεταξύ, τα γερμανικά στρατεύματα συνέχισαν την κυκλωτική τους κίνηση. Όταν ο Bourbaki έφτασε στη Besançon, οι Manteuffel και Werder ήλεγχαν ήδη τις δυο όχθες του ποταμού Doubs. Ήταν πλέον εμφανές πως η τανάλια είχε σφίξει. Η στρατιά Bourbaki υπήρξε το θύμα της τέταρτης, κατά σειρά, περικύκλωσης του γαλλικού στρατού στο πλαίσιο του πολέμου του 1870-1871, στη συνέχεια εκείνων του Sedan, του Metz και του Παρισιού. Μοναδική διέξοδο σωτηρίας προσέφερε πλέον το ελβετικό έδαφος. Η αναδίπλωση της στρατιάς της Ανατολής εντός της ελβετικής επικράτειας παραπέμπει ευθέως στην υποχώρηση του Ναπολέοντα Α΄ από τη Ρωσία (1812) ή, ακόμα, στη μεταγενέστερη εκείνη του σερβικού στρατού προς την Κέρκυρα μέσα από τους χιονισμένους ορεινούς όγκους της Αλβανίας (1915). Επρόκειτο για πραγματική εποποιία. “Αυτά τα υπολείμματα στρατού ήταν, ως επί το πλείστον, επίστρατοι και παιδιά αποκαμωμένα από την κόπωση, τις στερήσεις, την πείνα και παραλυμένα από την απόγνωση και την απογοήτευση. Πολλοί ξάπλωναν στην άκρη του δρόμου αγνοώντας τις διαταγές των ανωτέρων τους διακηρύττοντας ότι είχαν αρκετά υποφέρει…και πως προτιμούσαν να περιμένουν επιτόπου τον θάνατο. Τα άλογα τρέφονταν με φλοιούς των παρακείμενων δέντρων. Δάγκαναν τα κιβώτια του πυροβολικού αποσπώντας κομμάτια ξύλου που μασούσαν επί ώρες ή τρίχες από τη χαίτη και την ουρά, τις οποίες αφαιρούσαν το ένα από το άλλο. Το θερμόμετρο έδειχνε 20 βαθμούς υπό το μηδέν. Ο Bourbaki περιφερόταν από μονάδα σε μονάδα σε μια προσπάθεια να εμφυσήσει στους πεινασμένους, απελπισμένους και αρρώστους που τον περιέβαλαν την ζοφερή φιλοσοφία της παραίτησης μπροστά στην δυστυχία. Μια φιλοσοφία στην οποία ο ίδιος έμελλε να υποκύψει λίγες, μόλις, ώρες αργότερα.

Ο στρατηγός αισθανόταν εγκαταλειμμένος από μια κυβέρνηση, η οποία του πρόσαπτε αδράνεια. Στις 26 Ιανουαρίου 1871, μη βλέποντας τρόπο να σώσει τη στρατιά του, μεταβίβασε τη διοίκηση στον στρατηγό Clinchant. Το ίδιο βράδι επιχείρησε να θέσει τέλος στη ζωή του μέσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου διέμενε, στη Besançon. Η απόπειρα απέτυχε, αλλά ο ίδιος τραυματίστηκε βαριά στο κεφάλι.²º Προς στιγμή, η Γαλλία ολόκληρη νόμισε πως ήταν νεκρός. Την επομένη, η κυβέρνηση του αφαίρεσε επίσημα τη διοίκηση με προσωπική επιστολή του Gambetta: “Σας διατάζω να μεταβιβάσετε τη διοίκηση της στρατιάς της Ανατολής στον στρατηγό Clinchant λόγω της διστακτικότητας και της έλλειψης εμπιστοσύνης που επιδείξατε στο πλαίσιο μιας επιχείρησης, από την οποία προσδοκούσαμε τόσα πολλά…”²¹ Αντίθετα, το “συλλυπητήριο” τηλεγράφημα του υπουργού Στρατιωτικών Freycinet ήταν πιο ανθρώπινο: “Με μεγάλη ικανοποίηση πληροφορούμαι από τον υπασπιστή σας πως η ζωή σας βρίσκεται εκτός κινδύνου. Στο πρόσωπό σας τιμώ έναν γεναίο και έντιμο στρατιωτικό, ο οποίος έπραξε με αυταπάρνηση το καθήκον του στα πεδία των μαχών. Μου είναι εξαιρετικά επώδυνο να βλέπω πως σας έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα να υπηρετείτε την πατρίδα”.²²

Ο στρατηγός Clinchant εκκένωσε το Pontarlier στις 28 Ιανουαρίου. Τέσσερις ημέρες αργότερα, η στρατιά της Ανατολής διέβη την ελβετική μεθόριο. Η όροι της ανακωχής της 28ης Ιανουαρίου δεν την συμπεριλάμβαναν. Συνεπώς, ήταν καταδικασμένη να συνεχίσει τον πόλεμο. Μοναδική ελπίδα ήταν η διαφυγή εντός του ελβετικού εδάφους. Ήδη την 1η Φεβρουαρίου η κυβέρνηση της Βέρνης επιβεβαίωσε την παρουσία 90.000 ανδρών, οι οποίοι είχαν διασχίσει τα σύνορα από τα περάσματα Verrières (πλησίον του Pontarlier), Sainte-Croix και Vallorbe, με γνώμονα τους όρους της συμβασης της Verrières, η οποία συνομολογήθηκε την ίδια ημέρα μεταξύ των στρατηγών Clinchant και Herzog (εκ μέρους της ελβετικής κυβέρνησης). Με την είσοδό τους εντός του ελβετικού εδάφους, τα γαλλικά στρατεύματα αφοπλίζονταν και με μέριμνα του Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού (επρόκειτο για την πρώτη αξιόλογη επιχείρηση στην ιστορία του συγκεκριμένου φορέα, ο οποίος είχε ιδρυθεί το 1863) προωθούνταν σε όλα τα καντόνια της συνομοσπονδίας. Τελικά κατασχέθηκαν 284 πυροβόλα και μυδραλιοβόλα, 63.400 τουφέκια, 64.800 πάσης φύσεως άλλα όπλα και 1.158 άμαξες. Περί τα 1.700 άτομα, καταπονημένα από τα τραύματα και τις κακουχίες, άφησαν την τελευταία τους πνοή στην Ελβετία, παρά την συστηματικά οργανωμένη προσπάθεια περίθαλψης. Την άνοιξη του 1871 επετράπη η επάνοδος στη Γαλλία. Η γαλλικές αρχές κάλυψαν όλα τα έξοδα της τετράμηνης φιλοξενίας. Ο Édouard Castres (1838-1902), ζωγράφος από τη Γενεύη και εθελοντής στις τάξεις του Ερυθρού Σταυρού, αποθανάτισε το γεγονός του οποίου υπήρξε ο ίδιος μάρτυς, φιλοτεχνώντας, το 1881, έναν εντυπωσιακό καμβά διαστάσεων 10 Χ 36 Χ 112 μέτρων. Το 1889 κατασκευάστηκε σε κεντρικό σημείο της Λουκέρνης ένα κυκλικό κτήριο, προορισμένο να φιλοξενήσει το έργο. Έκτοτε είναι γνωστό με την προσωνυμία Bourbaki Panorama.

 

Bourbaki Panorama Luzern

https://www.bourbakipanorama.ch/en/

To Bourbaki Panorama της Λουκέρνης.

 

Bourbaki Panorama. Άποψη του εσωτερικού χώρου.

 

Ο αφοπλισμός των γαλλικών στρατευμάτων (Bourbaki Panorama)

 

Άμαξα του Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού μεταφέρει Γάλλους τραυματίες (Bourbaki Panorama).

 Αντί συμπερασμάτων 

Πολλές και διφορούμενες εκτιμήσεις στρέφονται γύρω από την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα και τη σταδιοδρομία του Charles-Denis-Sauter Bourbaki. Σύμφωνα με μια εκδοχή, ο τελευταίος αποδέχτηκε την ανάληψη της διοίκησης της στρατιάς της Ανατολής από ευσυνειδησία και υψηλή αίσθηση του καθήκοντος κάτω από εξαιρετικά κρίσιμες περιστάσεις. Έντιμος και γενναίος, ήταν αποφασισμένος να υπηρετήσει την πατρίδα του μέχρις εσχάτων μη τρέφοντας, ωστόσο, ψευδαισθήσεις σχετικά με την ισχύ του γερμανικού στρατού. Φαίνεται πως κάποια στιγμή εκφράστηκε ως ακολούθως: “Εάν δεν ήμουν πολεμιστής, αλλά πολιτικός, θα τασσόμουν αναφανδόν υπέρ της σύναψης ανακωχής και υπέρ της ειρήνης”.²³ Στις 2 Φεβρουαρίου 1871, ο στρατηγός Clinchant τον μετέφερε σχεδόν ετοιμοθάνατο στην Ελβετία εξαιτίας της απόπειρας αυτοκτονίας που μόλις είχε προηγηθεί. Χρειάστηκε να περάσουν αρκετοί μήνες έως ότου αποκατασταθεί η υγεία του και μπορέσει να επιστρέψει στην πατρίδα του. Ενόσω βρισκόταν στην Ελβετία, ο Gambetta του απηύθυνε ένα νέο τηλεγράφημα σε περισσότερο ευπρεπές ύφος από ό,τι εκείνο της 27ης Ιανουαρίου: “Είμαι πεπεισμένος πως εκφράζω το αίσθημα του γαλλικού λαού ολόκληρου, ο οποίος ούτε μια στιγμή δεν εξέφρασε αμφιβολία και ούτε πρόκειται να εκφράσει μελλοντικά για την ακεραιότητα του χαρακτήρα σας. Εύχομαι και ελπίζω το παρόν τηλεγράφημα να σας βρεί σε καλό δρόμο ανάρρωσης.”²⁴       

Τον Ιούλιο του 1871, έπειτα από το πέρας του πολέμου, ο στρατηγός Bourbaki ανέλαβε καθήκοντα στρατιωτικού διοικητή της Λυών, έπειτα από πρόταση του Adolphe Thiers, πρώτου προέδρου της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας. Δεν είχε ακόμα ανακάμψει πλήρως από την περιπέτεια της υγείας του. Ωστόσο, η παραπάνω πρωτοβουλία αποκατέστησε το κύρος του στις τάξεις του στρατεύματος και στη συνείδηση της γαλλικής κοινής γνώμης. Άσκησε το αξίωμα επί οκτώ συναπτά έτη. Το 1879 πέρασε στην εφεδρεία. Το 1885 απέτυχε στην προσπάθειά του να εκλεγεί γερουσιαστής. Απεβίωσε το 1897, σε ηλικία 81 ετών, από πνευμονικές επιπλοκές στην ιδιοκτησία του, κοντά στην πόλη Bayonne, όπου βρίσκεται ακόμη ο τάφος του.

Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως ο Bourbaki είναι μια προσωπικότητα ανάλογου διαμετρήματος με έναν Bayard ή έναν Murat.²⁵   Ποιος μπορούσε να φανταστεί πως αυτός ο αξιωματικός θα προσέφερε τόσες πολλές υπηρεσίες στη Γαλλία αφιερώνοντας σε αυτή την ίδια του τη ζωή; Ο στρατηγός Bourbaki, ο παππούς του οποίου ήταν ναυτικός από την Κεφαλλονιά, ανήκει στην κατηγορία των μεγάλων προσώπων της κοινής πορείας Ελλάδας και Γαλλίας στο διάβα της Ιστορίας. Μέσα από μια ταραχώδη και δραματική σταδιοδρομία, κατάφερε να διατηρήσει το κύρος του αλλά και να αποκτήσει πιστούς θαυμαστές και φίλους. Ένας από τους τελευταίους υπήρξε και ο ακαδημαϊκός Victor de Laprade, ο οποίος, στις 2 Μαρτίου 1879, απευθύνθηκε προς τον στρατηγό με τα ακόλουθα λόγια (προτιμήσαμε να παραθέσουμε το κείμενο στην αρχική του γλώσσα):

 

 Au Général Bourbaki

 

Il nous vient du pays d’Alexandre et d’Homère,

Du pays où la Muse enfantait des soldats.

France! tu l’as reçu de la Grèce ta mère,

Ce fier neveu d’Achille et de Leonidas.

 

A de pareils vaincus qu’importe la défaite!

Quand le devoir est fait qu’importe le bonheur!

Au-dessus des partis il peut lever la tête,

Fidèle à ses seuls dieux…. La Patrie et l’Honneur.

 

Va! Tu peux mépriser une atteinte vulgaire,

Tu gardes tes exploits, ton nom pur comme l’or.

Ce nom de Bourbaki, c’était un cri de guerre,

Tous nos vieux Africains le redisent encore.

 

Va! La France est toujours amoureuse des braves;

Et sitôt que les cœurs, sous un ciel plus serein,

Des villes passions ne seront plus esclaves,
Notre histoire inscrira ton nom sur son airain.²⁶ 

      

H Francine Saint-Ramond είναι εκπαιδευτικός και διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Ι του Παρισιού. Είναι μέλος της Γαλλικής και της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας. Στη χώρα της συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλύτερων ειδικών του Μακεδονικού Μετώπου της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Σήμερα, το ερευνητικό της ενδιαφέρον έχει μεταστραφεί προς τη μελέτη του Γαλλοπρωσικού Πολέμου του 1870-1871.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Οι γαλλικές στρατιές στον Δούναβη, στην Ιταλία και στην Ελβετία αντιμετώπιζαν προβλήματα, τη   στιγμή, κατά την οποία είχε ξεσπάσει εξέγερση στην επαρχία της Vendée.

² Commandant L. Grandin, Le général Bourbaki, Paris, Berget-Levrault, 1898, σ. 2.

³ Ο Λουδοβίκος-Φίλιππος βασίλευσε μεταξύ των ετών 1830 και 1848.

⁴ Alfred Guyé, Qui était le général Charles-Denis-Sauter Bourbaki?, Chézard, 1976.

⁵ Pascal Venesson, “Guerre moderne et stratégies picturales. La guerre de 1870 vue par Detaille, Deneuville et Meissonnier”, Revue Historique des Armées, αρ. 190, 1993, σ. 17-28.

⁶ Émile Zola, La Débâcle.

⁷ Pierre Defourny, L’ Armée de MacMahon et la Bataille de Beaumont, en Argonne, Bruxelles, 1872, σ. 85.

⁸ Grandin, οπ.π., σ. 166.

⁹ Grandin, οπ.π., σ. 174.

¹º Πρόκειται για εκτίμηση του στρατηγού Borel. Παρατίθεται στο Jean Diez, Le Combat de Villersexel, Paris, 1905, σ. 9.

¹¹ Grandin, οπ.π., σ. 231.

¹² Grandin, οπ.π., σ. 236.

¹³ Léopold Doussaint, Souvenirs anecdotiques de la guerre 1870-1871, τόμος Β΄, Paris, 1885, σ. 50.

¹⁴ Général Bruneau, Récits de guerre, Paris, 1911.

¹⁵ Léopold Doussaint, οπ.π., τόμος Β΄, σ. 6.

¹⁶ Service Historique de la Défense/Armée de Terre, carton GR R L 6, 11 Δεκεμβρίου 1870.

¹⁷ Grandin, οπ.π., σ. 234.

¹⁸ Grandin, οπ.π., σ. 243.

¹⁹ Léopold Doussaint, οπ.π., τόμος Β΄, σ. 52.

²º Grandin, οπ.π., σ. 251, 253, 254, 255.

²¹ Grandin, οπ.π., σ. 255.

²² Grandin, οπ.π., σ. 255.

²³ Jean Diez, οπ.π., σ. 9.

²⁴  L. de J.,  Bourbaki, Pau, 1885, σ. 30.

²⁵  Commandant Grandin, οπ.π., σ. 139

²⁶  L. de J., οπ.π., σ. 33.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Ο πρόεδρος George Herbert Walker Bush και οι Ευρω-Ατλαντικές Σχέσεις, 1988-1992

Θεοδόσης Καρβουναράκης

Ο πρόεδρος George Herbert Walker Bush και οι Ευρω-Ατλαντικές Σχέσεις, 1988-1992

Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1988, νέος πρόεδρος των ΗΠΑ αναδείχθηκε ο George Herbert Bush, αντιπρόεδρος των κυβερνήσεων Reagan. Ο νέος πρόεδρος είχε μεγάλη εμπειρία σε θέματα εξωτερικής πολιτικής- κάτι μάλλον ασυνήθιστο για τα αμερικανικά δεδομένα- και συγκέντρωσε γύρω του ένα εκλεκτό επιτελείο συμβούλων που θα τον βοηθούσε στη λήψη των σχετικών αποφάσεων. Δεν συμμεριζόταν τον ενθουσιασμό του προκατόχου του, Ronald Reagan, που διακήρυσσε το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, και ακόμη δυσπιστούσε ως προς τις προθέσεις του Gorbachev. Αφιέρωσε έτσι μεγάλο χρονικό διάστημα στη μελέτη των δεδομένων της διεθνούς κατάστασης και αποφάσισε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στις κινήσεις του.

Στην Ανατολική Ευρώπη εν τω μεταξύ οι εξελίξεις έτρεχαν.Στην Πολωνία η κυβέρνηση του Στρατηγού Jaruzelski βρισκόταν από τον Αύγουστο του 1988 σε διαπραγματεύσεις με το ανεξάρτητο εργατικό συνδικάτο Αλληλεγγύη με στόχο την φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος, ενώ στην Ουγγαρία τον Φεβρουάριο του 1989 το κομμουνιστικό κόμμα είχε αποδεχθεί την ανάγκη εγκαθίδρυσης μιας πολυκομματικής δημοκρατίας. Τον Ιούλιο του 1989, ο Bush επισκέφθηκε την Πολωνία και την Ουγγαρία. Στην Πολωνία οι συζητήσεις κυβέρνησης και Αλληλεγγύης είχαν καταλήξει σε συμφωνία για ελεύθερες εκλογές μέρους των μελών του Κοινοβουλίου, τις οποίες είχε κερδίσει η Αλληλεγγύη με συντριπτική πλειοψηφία. Στην Ουγγαρία, οι συζητήσεις μεταξύ της κυβέρνησης και της όλο και τολμηρότερης αντιπολίτευσης για τον εκδημοκρατισμό της χώρας, συνεχίζονταν. Πρόθεση του Προέδρου Bush ήταν να ενθαρρύνει την πορεία προς τη δημοκρατία. Παράλληλα όμως ήθελε να συστήσει σύνεση, ψυχραιμία και όχι αλόγιστη επιτάχυνση του ρυθμού των αλλαγών από τους υπέρμαχους της δημοκρατίας. Ανησυχούσε για την αντίδραση του Gorbachev και της Σοβιετικής Ένωσης. Βέβαια, ο Σοβιετικός ηγέτης είχε ήδη δηλώσει στον ιστορικής σημασίας λόγο του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το Δεκέμβριο του 1988, ότι η ελευθερία επιλογής για όλα τα κράτη ήταν μια αρχή χωρίς εξαιρέσεις. Ενώ τον Ιούλιο του 1989, με δήλωση του στον τύπο υποστήριξε ότι «οποιαδήποτε ανάμειξη στα εσωτερικά μιας χώρας για τον περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας… είναι απαράδεκτη».Ο Bush όμως φοβόταν ότι η επιτάχυνση των ρυθμών αλλαγής και η αμφισβήτηση τόσο του κομμουνιστικού καθεστώτος όσο και της Σοβιετικής ηγεμονίας στην περιοχή, θα μπορούσε να προκαλέσει μια έντονη συντηρητική αντίδραση, που θα ακύρωνε τα επιτεύγματα των τελευταίων μηνών και θα έφραζε το δρόμο προς την εθνική και πολιτική ελευθερία στην Ανατολική Ευρώπη. Τους φόβους του επέτεινε το πρόσφατο παράδειγμα της Κίνας, όπου οι μεγάλες διαδηλώσεις και τα επίμονα αιτήματα εκδημοκρατισμού είχαν μόλις τον προηγούμενο μήνα αντιμετωπισθεί από το καθεστώς με εκτεταμένη χρήση βίας και μεγάλη αιματοχυσία με χιλιάδες νεκρούς στην πλατεία Tiananmen του Πεκίνου. Για τον ίδιο λόγο (αποφυγή προκλήσεων προς τους Σοβιετικούς και το υπάρχον καθεστώς), ο Αμερικανός Πρόεδρος απέφυγε την ενεργό και εμφανή παρέμβαση της χώρας του στα τεκταινόμενα στην Ανατολική Ευρώπη. Σε συναντήσεις του με Πολωνούς και Ούγγρους κομμουνιστές αξιωματούχους, ο Bush δήλωσε ότι «δεν είμαστε εδώ για να σας αναγκάσουμε να διαλέξετε μεταξύ Ανατολής και Δύσης». Επίσης ενθάρρυνε τον στρατηγό Jaruzelski να διεκδικήσει το προεδρικό αξίωμα στην Πολωνία και υποστήριξε τα μετριοπαθή στελέχη της Αλληλεγγύης που είχαν την ίδια άποψη, ώστε να επικρατήσουν στις διαβουλεύσεις του κινήματος για το θέμα. Ανάλογα ήταν και τα σχόλια του Αμερικανού Υπουργού Εξωτερικών James Baker σε συναντήσεις του με το Σοβιετικό ομόλογο του Eduard Shevardnadze στο Παρίσι στο τέλος Ιουλίου και κατά τη διάρκεια επίσκεψης στις Ηνωμένες Πολιτείες του τελευταίου, τον Σεπτέμβριο. «Υποστηρίζουμε τη μεταρρυθμιστική διαδικασία αλλά σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε προβλήματα για τη Σοβιετική Ένωση…Δεν θέλουμε να προκαλέσουμε φασαρίες ή να υποκινήσουμε αναταραχή (στην Ανατολική Ευρώπη)».3

O George Η.W. Bush με τον Lech Wałęsa στη Βαρσοβία, το καλοκαίρι του 1989.

Τους επόμενους μήνες συντελέστηκαν κοσμοϊστορικές αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη. Στην Πολωνία την εξουσία ανέλαβε μη κομμουνιστική κυβέρνηση, ενώ στην Ουγγαρία και την Τσεχοσλοβακία η πορεία προς την πλήρη κατάρρευση του κομμουνισμού ήταν σαφής και προδιαγεγραμμένη. Από τους πανίσχυρους δικτάτορες των χωρών-μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας μόνο ο Nicolae Ceauşescu της Ρουμανίας παρέμενε στην εξουσία. Μεγάλες διαστάσεις και ιδιαίτερη σημασία είχε προσλάβει η πτώση του τείχους του Βερολίνου, συμβόλου του διαχωρισμού της Ευρώπης σε Ανατολικό και Δυτικό μπλοκ. Φαινόταν επίσης να ανοίγει ο δρόμος για την ενοποίηση των δύο Γερμανιών. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των εξελίξεων, ο Πρόεδρος Bush παρέμεινε ιδιαίτερα προσεκτικός. Τα γεγονότα εξελίσσονταν από μόνα τους με τρόπο ιδιαίτερα ευνοϊκό για τις Ηνωμένες Πολιτείες που, εν πάση περιπτώσει, δεν είχαν τη δυνατότητα κάποιας ουσιαστικής παρέμβασης. Μια λάθος όμως κίνηση θα μπορούσε να ανησυχήσει τους Σοβιετικούς και να οδηγήσει σε βίαιη παρέμβαση ικανή να αναστείλει τόσο την πορεία προς τη δημοκρατία, όσο και την εξασθένιση της Σοβιετικής Αυτοκρατορίας.

Κρίσιμη θεωρούνταν η αντίδραση του Gorbachev έναντι της κατάρρευσης του κομμουνισμού στην Ανατολική Γερμανία. Η χώρα αυτή ήταν η πιο αξιόπιστη και πιο σημαντική οικονομικά από τα μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ενώ η ύπαρξή της συμβόλιζε τη νίκη των σοβιετικών όπλων μετά από τιτάνιο, πολύνεκρο αγώνα κατά του γερμανού εισβολέα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρακολουθώντας στην τηλεόραση σε απευθείας μετάδοση την πτώση του τείχους το βράδυ της 9ης Νοεμβρίου, ο Bush σχολίασε: «Αν οι Σοβιετικοί αφήσουν τους κομμουνιστές να πέσουν στην Ανατολική Γερμανία, πρέπει πραγματικά να εννοούν αυτά που λένε, περισσότερο απ’ ότι νόμιζα».Ο Bush απέφυγε να προκαλέσει τον Σοβιετικό ομόλογό του και δεν συμμετείχε στους πανηγυρισμούς άλλων δημοσίων προσώπων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης για την πτώση του τείχους. «Δεν πρόκειται να χορέψω πάνω στο τείχος του Βερολίνου» είπε στους συνεργάτες του. Και όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφο γιατί δεν έδειχνε ενθουσιασμένος από τις εξελίξεις, απάντησε: «Δεν είμαι συναισθηματικός τύπος».

Βερολίνο, 9 Νοεμβρίου 1989. Η πτώση του τείχους και το συναπάντημα δυο κόσμων.

Η προοπτική της Γερμανικής ενοποίησης δημιούργησε προβλήματα στις τάξεις της Δυτικής Συμμαχίας. Βρετανία και Γαλλία ήταν αντίθετες, τουλάχιστον στην άμεση πραγματοποίησή της γιατί φοβόντουσαν, με την αύξηση της γερμανικής ισχύος, διατάραξη των ισορροπιών στην Ευρώπη αλλά και επιπλοκές στη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η Πρωθυπουργός της Αγγλίας, Margaret Thatcher, δεν ήταν βέβαιη για την μη αναζωπύρωση των γερμανικών ηγεμονικών τάσεων – «ξέρω πολύ καλά τους Γερμανούς και ο εθνικός χαρακτήρας κατά βάση δεν αλλάζει» υποστήριζε – ενώ πίστευε ότι με την κατάρρευση του συστήματος ασφαλείας ΝΑΤΟ – Συμφώνου Βαρσοβίας που θα διευκόλυνε η γερμανική ενοποίηση, θα υπονομεύονταν η διεθνής επιρροή της χώρας της. Προσέβλεπε σε μία δημοκρατική αλλά ξεχωριστή Ανατολική Γερμανία, ή, εν ανάγκη, σε κάποια μορφή συνομοσπονδίας με την Δυτική Γερμανία. Ανήσυχος επίσης εμφανίζονταν ο Γάλλος πρόεδρος François Mitterrand, αλλά και άλλοι Γάλλοι ηγέτες.O Mitterrand εξέφρασε την υποστήριξή του προς την κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας και ζήτησε από τον Gorbachev (καθ’ ομολογίαν του ιδίου) να αποτρέψει τη γερμανική ενοποίηση. Οι Αμερικανοί, όμως, δεν είχαν αμφιβολίες για το δημοκρατικό ήθος και την πολιτική ωριμότητα των Γερμανών. Έβλεπαν επίσης θετικά τη γερμανική ενοποίηση ως σύμβολο νίκης του δημοκρατικού καπιταλισμού αλλά και ευκαιρία ενδυνάμωσης και επέκτασης του ΝΑΤΟ. Παράλληλα φοβόντουσαν πως αν πρόβαλαν εμπόδια στην ενοποίηση, οι Γερμανοί θα στρέφονταν στους Ρώσους, που σαν αντάλλαγμα για τη συναίνεσή τους, θα ζητούσαν την ουδετεροποίηση της Γερμανίας. Η αποχώρηση όμως της τελευταίας από το ΝΑΤΟ θα ισοδυναμούσε με κατάρρευση της Δυτικής Συμμαχίας. Στις Βρυξέλλες, ο Bush έπεισε τους επικεφαλής των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ να αποδεχθούν τη γερμανική ενοποίηση.6

Ούτε ο Gorbachev ήταν αντίθετος με τη γερμανική ενοποίηση. Όχι μόνο επειδή η άρνηση του να συγκατατεθεί θα ήταν αντίθετη με τις βαρυσήμαντες διακηρύξεις του περί αυτοδιάθεσης των λαών της Ευρώπης και θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις του με το Δυτικό στρατόπεδο, αλλά και γιατί οι απόψεις του για τις δύο Γερμανίες είχαν αλλάξει: «Για τη Σοβιετική ηγεσία η Δυτική Γερμανία ήταν ο μεσάζων-κλειδί για οικονομική υποστήριξη από τη Δύση. Ως προς την οικονομική ακμαιότητα ή τις στρατιωτικές δυνατότητες στην Κεντρική Ευρώπη ήταν σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τις Ηνωμένες Πολιτείες…Μια συνεργάσιμη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία στην πραγματικότητα μπορούσε ακόμη και να βοηθήσει να σωθεί η περεστρόικα στη Ρωσία. Η φιλάσθενη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας…στην πραγματικότητα δεν είχε και μεγάλη σημασία μετά τον Νοέμβριο του 1989».7 Η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών – Σοβιετικής Ένωσης θα αφορούσε στους όρους και όχι σ’ αυτή καθαυτή τη γερμανική ενοποίηση.

Οι Σοβιετικοί αποδέχτηκαν το Σχέδιο 2+4 που πρότειναν οι Αμερικανοί και προέβλεπε πως όλα τα ουσιώδη θέματα που αφορούσαν στην ενοποίηση θα συζητούνταν και θα αποφασίζονταν από τις δύο Γερμανίες. Οι τέσσερεις νικήτριες δυνάμεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου (Ηνωμένες Πολιτείες, Σοβιετική Ένωση, Βρετανία και Γαλλία) θα παραιτούνταν από τα δικαιώματα κατοχής επί της ηττημένης Γερμανίας και τα οποία εξακολουθούσαν να διατηρούν ως συνέπεια της Ψυχροπολεμικής διαμάχης (λόγω των μεταξύ τους διαφωνιών δεν είχε υπάρξει συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία). Δυστροπούσαν όμως ως προς τη συμμετοχή της ενοποιημένης Γερμανίας στο ΝΑΤΟ. Ο Πρόεδρος Bush δεν ήταν διατεθειμένος να υποχωρήσει, καθ’ ότι γνώριζε ότι τα δεδομένα τον ευνοούσαν. Η αδιαλλαξία του αλλά και η πλεονεκτική του θέση προκύπτουν από τον τρόπο που εκφράστηκε σε συνάντηση με τον Kohl στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Φεβρουάριο του 1990: «Οι Σοβιετικοί δεν είναι σε θέση να υπαγορεύσουν τη σχέση της Γερμανίας με το ΝΑΤΟ. Αυτό που με στεναχωρεί είναι η συζήτηση ότι η Γερμανία δεν πρέπει να παραμείνει στο ΝΑΤΟ. Στο διάβολο! Εμείς υπερισχύσαμε, όχι αυτοί. Δεν πρέπει να αφήσουμε τους Σοβιετικούς να αρπάξουν τη νίκη από τα σαγόνια της ήττας».8

Η επίσκεψη του καγκελαρίου της Δυτ. Γερμανίας Helmut Kohl στην Ουάσινγκτον, τον Φεβρουάριο του 1990.

Ο Gorbachev συμβιβάστηκε με αλλαγές στο στρατιωτικό δόγμα του ΝΑΤΟ που υποδήλωναν υποβάθμιση της Σοβιετικής απειλής και υποσχέσεις στενότερης πολιτικο-στρατιωτικής συνεργασίας. Σε επίσκεψή του στη Μόσχα τον Ιούλιο του 1990 ο Kohl επίσης υποσχέθηκε ότι η ενοποιημένη Γερμανία θα αναλάμβανε όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις της Ανατολικής Γερμανίας προς τη Σοβιετική Ένωση η οποία επίσης θα λάβαινε οικονομική βοήθεια ύψους 3 δις. δολαρίων. Το κόστος παραμονής των σοβιετικών στρατευμάτων στην Ανατολική Γερμανία κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου θα κάλυπτε η γερμανική κυβέρνηση. Σε κοινή συνέντευξη τύπου κατά την ίδια επίσκεψη οι δύο ηγέτες ανακοίνωσαν τη συμφωνία τους για τους όρους της γερμανικής ενοποίησης: Η Γερμανία θα αποτελούσε μέλος του ΝΑΤΟ αν και τα σοβιετικά στρατεύματα θα παρέμεναν στην Ανατολική Γερμανία για μια μεταβατική περίοδο τριών έως τεσσάρων ετών. Το αμυντικό δόγμα του ΝΑΤΟ όμως θα ίσχυε άμεσα για το σύνολο της χώρας. Η Γερμανία θα περιόριζε τις ένοπλες δυνάμεις της στους 370.000 άνδρες, ενώ αναλάμβανε την υποχρέωση να μην αποκτήσει ή κατασκευάσει πυρηνικά, χημικά ή βιολογικά όπλα. Με αυτή τη συμφωνία η διαδικασία της ενοποίησης μπόρεσε να συνεχισθεί απρόσκοπτα και να ολοκληρωθεί τον Οκτώβριο του 1990.

Η κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και η ενοποίηση της Γερμανίας έθεσαν σε αμφισβήτηση τη χρησιμότητα του ΝΑΤΟ, μια και ο λόγος για τον οποίο είχε δημιουργηθεί, η άμυνα της Ευρώπης από την Σοβιετική απειλή, φαινόταν να έχει εκλείψει. Τόσο οι Ευρωπαίοι όμως όσο και οι Αμερικανοί εταίροι κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η συμμαχία έπρεπε να διατηρηθεί. Η κατάσταση στη Σοβιετική Ένωση ήταν ακόμη ρευστή και η πιθανότητα αναζωπύρωσης της Σοβιετικής απειλής, αν και πολύ περιορισμένη, εξακολουθούσε να υφίσταται. Οι Βρετανοί, οι Γάλλοι, ακόμη και οι Γερμανοί9 θεωρούσαν τους θεσμούς του ΝΑΤΟ και την παρουσία των Αμερικανών στρατιωτών στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γερμανία ως απαραίτητη εγγύηση για την αποτροπή Γερμανικών ηγεμονικών τάσεων, που ήταν πιθανό να εκδηλωθούν, αφού με την ενοποίηση η Γερμανία αναδεικνύονταν στην ισχυρότερη πληθυσμιακά και οικονομικά Ευρωπαϊκή χώρα. Στην ίδια κατεύθυνση οι ΗΠΑ έθεταν το θέμα σε ευρύτερη κλίμακα. Καταθέτοντας στο Κογκρέσο τον Απρίλιο του 1990, ο ειδικός σε Ευρωπαϊκά θέματα αξιωματούχος του State Department James Dobbins, εξέφρασε φόβους ότι με την αποχώρηση των Αμερικανών, οι Ευρωπαίοι θα επαναλάμβαναν το παλιό «γεωπολιτικό παιχνίδι τους» τις «μεταβαλλόμενες συμμαχίες» και θα αδυνατούσαν να τηρήσουν την τάξη. Αυτό θα υπονόμευε την τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα και μπορούσε να οδηγήσει σε συγκρούσεις όπως οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι (όπου οι Αμερικανοί κλήθηκαν να δώσουν τη λύση). Σημαντικό ήταν επίσης να παραμείνουν τα Αμερικανικά στρατεύματα στην Ευρώπη για να αντιμετωπισθεί ο απομονωτισμός πολιτών και Κογκρέσου που θα έκανε πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την επιστροφή σε ώρα ανάγκης των Αμερικανικών δυνάμεων. Τέλος μέσω του κομβικού τους ρόλου στην Ευρωπαϊκή άμυνα, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επηρεάζουν το σύνολο των Ευρωπαϊκών υποθέσεων προς όφελός τους.10

Ο Πόλεμος του Περσικού Κόλπου (Αύγουστος 1990 – Φεβρουάριος 1991).

Το ΝΑΤΟ βέβαια κατ’ ανάγκη θα άλλαζε, προσαρμοζόμενο στις νέες συνθήκες. Επιθυμία των Αμερικανών ήταν η εμπλοκή του οργανισμού σε επιχειρήσεις εκτός περιοχής, πέρα δηλαδή από την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας των κρατών-μελών σε περίπτωση επίθεσης. Στον πόλεμο του Περσικού Κόλπου στις αρχές του 1991, χώρες του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας, είχαν συμμετάσχει στη Μεγάλη Συμμαχία που υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών απελευθέρωσε το Κουβέιτ από τα στρατεύματα του Ιρακινού δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν. Παρά την επιθυμία των Γάλλων να περιοριστεί ο ηγετικός ρόλος των Αμερικανών στην Ευρώπη, ο πρόεδρος Mitterrand, για να μην απομονωθεί η χώρα του αλλά και επιθυμώντας να αποδείξει ότι αποτελούσε παγκόσμια δύναμη, απέστειλε ισχυρές Γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες, μάλιστα. συμμετείχαν στις επιχειρήσεις υπό Αμερικανική στρατιωτική διοίκηση. Οι Γερμανοί, επικαλούμενοι συνταγματικούς περιορισμούς στη χρήση των ενόπλων δυνάμεών τους, είχαν ελάχιστη στρατιωτική συμμετοχή αλλά συνεισέφεραν 9 δισεκατομμύρια δολάρια για την κάλυψη του κόστους της επιχείρησης.

Η εκστρατεία των Αμερικανών στο Ιράκ, που είχε νομιμοποιηθεί από την παγκόσμια κοινότητα με την έγκρισή της από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, αποτελούσε έκφανση της Νέας Παγκόσμιας Τάξης, του σχεδίου δηλαδή του προέδρου Bush για την προάσπιση από τις Ηνωμένες Πολιτείες της παγκόσμιας ειρήνης, της δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας μέσω και της εύρυθμης λειτουργίας των διεθνών θεσμών. Η Νέα Παγκόσμια Τάξη έπρεπε να περιφρουρηθεί με στρατιωτική ισχύ, που για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους ήταν δύσκολο οι Ηνωμένες Πολιτείες να διαθέσουν από μόνες. Γι’ αυτό, ο Αμερικανός πρόεδρος επιδίωξε την επέκταση της περιοχής ευθύνης του ΝΑΤΟ. Συνάντησε όμως την αντίδραση των άλλων μελών του οργανισμού. Για τους Γάλλους οι εκτός περιοχής επιχειρήσεις θα έκαναν το ΝΑΤΟ εργαλείο του Αμερικανικού παγκόσμιου ηγεμονισμού. «Δεν θέλουμε το ΝΑΤΟ να γίνει ένα Διευθυντήριο για θέματα παγκόσμιας ασφάλειας» δήλωσε Γάλλος αξιωματούχος.

Δραστικά επίσης μειώθηκε ο αριθμός των Αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη, από 336.000 ενόπλων στις αρχές του 1990 σε 150.000 μέχρι το 1994. Παρά τις αντιρρήσεις των στρατιωτικών ιθυνόντων, που ανησυχούσαν για την αποτελεσματικότητα της Αμερικανικής αμυντικής ασπίδας και τη δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων, ο πρόεδρος Bush παρέμεινε σταθερός στην απόφασή του. Η Σοβιετική απειλή είχε στην ουσία πάψει να υφίσταται, η Συμφωνία για τις Συμβατικές Δυνάμεις στην Ευρώπη, η οποία υπογράφτηκε ανάμεσα στα μέλη του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας11 το Νοέμβριο του 1990, είχε μειώσει κατά 68% σε σχέση με τις αρχές του 1989 τις Σοβιετικές δυνάμεις στην Ευρώπη, ενώ η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά ελλείμματα.

Το κενό που θα δημιουργούνταν καλούνταν να καλύψουν οι Ευρωπαίοι. Ήδη από το 1984, στα πλαίσια της προσπάθειας για συνεργασία των κρατών-μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στον τομέα της ασφάλειας, είχε επανενεργοποιηθεί η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση (WEU), οργανισμός αμυντικής συνεργασίας που είχε ατονήσει μετά τη δημιουργία του ΝΑΤΟ και την ένταξη τη Δυτικής Γερμανίας σε αυτό. Το καλοκαίρι του 1987 η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση είχε αναλάβει τον συντονισμό της δράσης ναυτικών μονάδων των κρατών-μελών (επίσης μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) που είχαν σταλεί στον Περσικό Κόλπο για να βοηθήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες στη διασφάλιση των θαλασσίων οδών κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ. Το Δεκέμβριο του 1990, στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, που ενέτεινε την Ευρωπαϊκή ενοποίηση και οδήγησε στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφασίστηκε πως η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποτελούσε τη βάση για την Κοινή Αμυντική Πολιτική της σχεδιαζόμενης συνθήκης, αρχικά αναπτύσσοντας μία «οργανική σχέση» και αργότερα ως αναπόσπαστο τμήμα των νέων Ευρωπαϊκών δομών.

Η αναβάθμιση του ρόλου της Δυτικο-Ευρωπαϊκής Ένωσης έγινε δεκτή καταρχήν θετικά από την Ουάσινγκτον. Η δημιουργία Ευρωπαϊκού αμυντικού πυλώνα θα οδηγούσε στην ενίσχυση της συμμετοχής των Ευρωπαίων στην άμυνα της ηπείρου αλλά και θα διευκόλυνε τη συμμετοχή τους σε επιχειρήσεις εκτός της περιοχής ευθύνης του ΝΑΤΟ, αφού θα ήταν, πλέον, δυνατό να αντιμετωπίζονται οι ισχυρισμοί ότι επιχειρώντας στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, οι Ευρωπαίοι γίνονταν εργαλείο των ανά τον κόσμο Αμερικανικών σχεδίων και εμπλέκονταν σε απρόβλεπτες περιπέτειες. Παράλληλα όμως. δεν θα έπρεπε ένας Ευρωπαϊκός αμυντικός μηχανισμός να υποβαθμίσει την κεντρική θέση του ΝΑΤΟ στην άμυνα της Ευρώπης και κατά συνέπεια την πρωτοκαθεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Αμερικανοί ενθάρρυναν την Ευρωπαϊκή Αμυντική Συνεργασία, με την προϋπόθεση όμως ότι θα αναπτύσσονταν και θα παρέμενε εντός των ΝΑΤΟϊκών δομών.

James Baker (1989-1992) και Lawrence Eagleburger (1992-1993), οι δυο υπεύθυνοι της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ επί προεδρίας George H.W. Bush.

Διαφορετική ήταν η προσέγγιση των Γάλλων, που επιθυμούσαν τον περιορισμό της Αμερικανικής κυριαρχίας στην Ευρώπη με την ανάπτυξη ανεξάρτητων αμυντικών δομών στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αναγνώριζαν πως η στρατιωτική παρουσία των Αμερικανών ήταν προς το συμφέρον της Ευρώπης, σε συνδυασμό όμως με Ευρωπαϊκή ανεξαρτησία κινήσεων. Για να δείξει τη δέσμευση στην ιδέα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, καθησυχάζοντας έτσι όσους φοβούνταν πιθανές ηγεμονικές τάσεις εκ μέρους της Γερμανίας, αλλά και για να διατηρήσει την εμπιστοσύνη του Γάλλου προέδρου, ο Καγκελάριος Kohl στήριξε τα Γαλλικά σχέδια. Τον Φεβρουάριο του 1991 οι υπουργοί Εξωτερικών της Γαλλίας και της Γερμανίας συμφώνησαν σε λεπτομέρειες για το πώς η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ένωση θα εξελίσσονταν σε όργανο της υπό κατασκευή ενοποιημένης Ευρώπης. Η αντίδραση των Αμερικανών υπήρξε έντονη. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών James Baker προειδοποίησε ακόμη και για αποχώρηση των Αμερικανικών στρατευμάτων από την Ευρώπη, αν οι δύο χώρες υλοποιούσαν το σχέδιό τους. Οι συνεχείς διπλωματικές πιέσεις των Αμερικανών αλλά και οι διαφωνίες στις τάξεις των Ευρωπαίων εταίρων, έφεραν αποτέλεσμα. Σε σύνοδο υπουργών των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ τον Ιούνιο του 1991, τα κράτη-μέλη, συμπεριλαμβανομένης και της Γαλλίας που εξακολουθούσε να συμμετέχει στο πολιτικό σκέλος του οργανισμού, αποδέχθηκαν τον κύριο ρόλο του οργανισμού σε θέματα άμυνας της Ευρώπης αλλά και το ότι η στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ δεν έπρεπε να υποκατασταθεί από μία καθαρά Ευρωπαϊκή.

Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί όμως δεν εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους. Τον Οκτώβριο του 1991 πρότειναν τη δημιουργία ενός καθαρά Ευρωπαϊκού στρατού, ο οποίος θα συνδέονταν με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απάντηση του προέδρου Bush τον επόμενο μήνα στη σύνοδο των ηγετών των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ στη Ρώμη ήταν χωρίς περιστροφές: «αν φίλοι μου ο τελικός σας στόχος είναι να φροντίσετε ανεξάρτητα για την άμυνά σας, να μας το πείτε σήμερα…αν δε μας χρειάζεστε άλλο να μας το πείτε».12 Για μία ακόμη φορά οι Ευρωπαίοι έσπευσαν να διαβεβαιώσουν τους Αμερικανούς ότι το ΝΑΤΟ παρέμενε ο κεντρικός και αδιαφιλονίκητος θεσμός της Ευρωπαϊκής άμυνας.

Το αίτημα εν τω μεταξύ των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης για ένταξη στο ΝΑΤΟ αντιμετωπιζόταν αρνητικά από τα μέλη της Συμμαχίας, που ανησυχούσαν για την αστάθεια η οποία επικρατούσε στο πρώην Ανατολικό μπλοκ και δεν ήθελαν μέσω της διεύρυνσης του οργανισμού να εμπλακούν στις εκεί εξελίξεις. Η αστάθεια όμως αυτή επηρέαζε και την Δυτική Ευρώπη και έπρεπε να αντιμετωπισθεί. Στη σύνοδο κορυφής της Ρώμης, τον Νοέμβριο του 1991, το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε την πρόθεσή του να συμμετάσχει ως αρωγός σε μία διαδικασία αλλαγών που θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις για ένταξη στον οργανισμό, χωρίς βέβαια να υπάρξει κάποια συγκεκριμένη αναφορά σ’ αυτό το θέμα. «Έχουμε αφήσει πίσω μας τον Ψυχρό Πόλεμο και μία νέα κοινότητα με κοινές αξίες και συμφέροντα διαμορφώνεται», ήταν η νέα, θετικότερη προσέγγιση που προέκυψε από τη διάσκεψη.

The Impact Of President George H.W. Bush’s Foreign Policy

Την αβεβαιότητα της κυβέρνησης Reagan σχετικά με τη θετική επίδραση της Ευρωπαϊκής ενοποίησης στις Ευρω-Αμερικανικές σχέσεις, μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986, διαδέχτηκε η απόλυτα θετική στάση του προέδρου Bush. Σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, ο οποίος είχε αναμειχθεί προσωπικά επικρίνοντας κατά καιρούς τη στάση της Ευρώπης στις οικονομικές διαφορές που ανέκυπταν μεταξύ των δύο πλευρών, ο Bush δήλωσε πως θα ήταν παράλογο «αν στο μέλλον αποδώσουν το τέλος της Δυτικής Συμμαχίας σε διαφωνίες για τις ορμόνες βοοειδών ή πολέμους για τα μακαρόνια». Ο Αμερικανός πρόεδρος προσέβλεπε σε μία ευρύτερη και σταθερή σχέση με την Ενωμένη Ευρώπη, γιατί αντιλαμβάνονταν πως δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τη δημιουργία της –η Ευρώπη ήταν αρκετά ισχυρή για να προχωρήσει παρά τις αντιρρήσεις των Αμερικανών. Μια ισχυρότερη Ευρώπη θα μπορούσε επίσης να συνεισφέρει περισσότερα τόσο στη δική της άμυνα όσο και στην προάσπιση της παγκόσμιας ειρήνης. Οι νέες, ισχυρές Ευρωπαϊκές δομές θα μπορούσαν να βοηθήσουν οικονομικά αλλά και με άλλους τρόπους τη μετάβαση των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης στο δημοκρατικό καπιταλισμό, παρέχοντας ένα ασφαλές οικονομικο-πολιτικό πλαίσιο γι’ αυτή τη διαδικασία, για την οποία την κύρια ευθύνη έπρεπε να αναλάβουν οι Ευρωπαίοι, καθότι η Αμερικανική οικονομία αντιμετώπιζε σημαντικά ελλείμματα. Τέλος είχε καταστεί σαφές ότι η Αμερικανική οικονομία δεν θα υφίστατο ζημιά από την Ενωμένη Ευρώπη. Όπως δήλωσε σε επιτροπή του Κογκρέσου τον Μάιο του 1989 η εκπρόσωπος Αμερικανικού Εμπορίου (υπεύθυνη για το εξωτερικό εμπόριο της χώρας) Carla Hills, οι Ευρωπαίοι «δεν έχουν ως στόχο τους ένα Φρούριο Ευρώπη που αποκλείει τον ανταγωνισμό» και ότι εφόσον είναι έτσι τα πράγματα «οι Αμερικανικές εταιρίες σχεδόν σε όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες πρόκειται να ωφεληθούν από το EC-92 (η δημιουργία ενιαίας Ευρωπαϊκής αγοράς)».13 Δεν εξέλειπαν βέβαια οι οικονομικές διαφωνίες. «Δεν πρόκειται να δεχθούμε μονομερή αφοπλισμό στη γεωργία (έναν τομέα με έντονες αντιπαραθέσεις στις διμερείς σχέσεις)», είχε δηλώσει ο πρόεδρος Bush, ενώ οι Γάλλοι επέμεναν στον περιορισμό της ελεύθερης διακίνησης Αμερικανικών πολιτιστικών προϊόντων (πχ. κινηματογραφικών ταινιών) με την αιτιολογία ότι υπονόμευαν την πολιτιστική ταυτότητα της χώρας τους.

Για να διασφαλίσουν τη συμμετοχή τους στα Ευρωπαϊκά πράγματα, οι Αμερικανοί προσπάθησαν να συνάψουν μία στενότερη σχέση με την υπό σύσταση Ενωμένη Ευρώπη, η οποία έδειχνε να εξελίσσεται σε ισχυρό πολιτικο-οικονομικό παράγοντα. Έδωσαν έτσι για πρώτη φορά μεγαλύτερη έμφαση στις σχέσεις τους με τους θεσμούς αντί με τα κράτη-μέλη της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Οι Ευρωπαίοι ήταν αντίθετοι σε συμβατικές δεσμεύσεις, ικανές να περιπλέξουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων εντός του οργανισμού αλλά αποδέχθηκαν την υπογραφή της Διατλαντικής Διακήρυξης το Νοέμβριο του 1990, με την οποία οι δύο πλευρές, οι Ηνωμένες Πολιτείες αφενός η Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη-μέλη της αφετέρου, δεσμεύονταν για πληροφόρηση και διαβουλεύσεις επί πολιτικών και οικονομικών θεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, με στόχο κατά το δυνατόν εγγύτερες απόψεις. Προσδιορίζονταν επίσης το είδος και η συχνότητα των διαβουλεύσεων. Η Διατλαντική Διακήρυξη αναβάθμιζε τον ρόλο της Ενωμένης Ευρώπης στις Ευρω-Ατλαντικές σχέσεις και έθετε τις βάσεις για την περαιτέρω θεσμοποίησή τους.

Πολύ θετική υπήρξε, επίσης, η ανταπόκριση του Bush στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, που το 1992 δημιούργησε την Ευρωπαϊκή Ένωση: «Έχω καταστήσει σαφή από την αρχή αυτής της διακυβέρνησης την άποψή μου ότι μία ισχυρή, Ενωμένη Ευρώπη είναι πολύ ευνοϊκή για τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος.14

Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Την κυβέρνηση Bush απασχόλησε επίσης η Γιουγκοσλαβική κρίση. Η τάση διάσπασης των δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας και η έξαρση των αντιπάλων εθνικισμών κορυφώθηκε όταν τον Ιούνιο του 1991 η Σλοβενία και η Κροατία κήρυξαν μονομερώς την ανεξαρτησία τους. Ο πρόεδρος της Σερβίας Slobodan Milosević αντέδρασε με πολεμικές επιχειρήσεις κατά τον δύο δημοκρατιών, κινητοποιώντας τον Γιουγκοσλαβικό στρατό που έλεγχαν οι Σέρβοι. Κυρίως στράφηκε κατά της Κροατίας που είχε σημαντική Σερβική μειονότητα. Ο Milosević ήθελε να προσαρτήσει τις περιοχές εκείνες όπου η τελευταία κατοικούσε. Η αστάθεια στην καρδιά της Ευρώπης που δημιουργούσε αυτή η σύγκρουση, υπονομεύοντας ταυτόχρονα τη Νέα Παγκόσμια Τάξη του προέδρου Bush, καθώς και τα θύματα των αιματηρών συγκρούσεων, οι πρόσφυγες και η κακοποίηση των αμάχων αναπόφευκτα οδήγησαν στην άμεση εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Αμερικανική παρέμβαση όμως ήταν περιορισμένη και αναποτελεσματική. Ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία δεν απειλούσε άμεσα Αμερικανικά συμφέροντα. Αποτελούσε μία περιφερειακή σύγκρουση που μπορούσε και έπρεπε να αντιμετωπισθεί συλλογικά από τη Δυτική Συμμαχία. Παρά την σύντονη χρήση διπλωματικών και οικονομικών μέσων με στόχο την κατάπαυση των εχθροπραξιών και την εξεύρεση μιας ειρηνικής λύσης, οι Αμερικανοί αναγνώριζαν ότι μόνο η χρήση στρατιωτικών δυνάμεων θα μπορούσε να επιφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Όμως, τόσο η Αμερικανική κοινή γνώμη, η οποία ήταν αντίθετη, όσο και ο φόβος μακροχρόνιας, ανεπιτυχούς εμπλοκής, όπως στην περίπτωση του Βιετνάμ, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το 1992 ήταν έτος εκλογών, οδήγησαν στο να αποκλεισθεί μια τέτοια λύση. Παράλληλα, οι ΗΠΑ ήταν απασχολημένες με τα εν εξελίξει ανησυχητικά γεγονότα εντός της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και την ειρηνευτική διαδικασία στη Μέση Ανατολή, που φαινόταν να βρίσκεται σε καλό δρόμο. Οι Ευρωπαίοι, τους οποίους κυρίως αφορούσε το Γιουγκοσλαβικό πρόβλημα, έπρεπε να σηκώσουν κατά κύριο λόγο το βάρος της αντιμετώπισής του. Οι Αμερικανοί ήταν δυσαρεστημένοι από την επίδειξη αυτοπεποίθησης των Ευρωπαίων και προσπάθεια απεξάρτησης, πολιτικής και στρατιωτικής, από τις Ηνωμένες Πολιτείες, στα πλαίσια της διαδικασίας της Ευρωπαϊκής ενοποίησης που είχε προκαλέσει μεγάλο ενθουσιασμό, με αφορμή τη συνθήκη του Μάαστριχτ. «Η ώρα της Ευρώπης έχει ανατείλει» είχε δηλώσει ο Υπουργός Εξωτερικών του Λουξεμβούργου, εκπροσωπώντας την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, της οποίας την προεδρία είχε τότε η χώρα του. Ήταν καιρός λοιπόν οι Ευρωπαίοι να δείξουν από μόνοι τους τι αξίζουν.

Οι Ευρωπαίοι όμως δεν μπορούσαν να συγκλίνουν σε μια κοινή γραμμή. Οι Αμερικανοί, εκ προοιμίου αντίθετοι σε αυθαίρετες, μη δημοκρατικές λύσεις, έπεισαν το Νοέμβριο του 1991 τους ηγέτες των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ να προσυπογράψουν διακήρυξη, με την οποία καταδίκαζαν και αρνούνταν να αναγνωρίσουν την βίαιη ή αυθαίρετη αλλαγή συνόρων στη Γιουγκοσλαβία. Ένα μήνα αργότερα, αποκλίνοντας από τη συμφωνημένη γραμμή, η Γερμανία αναγνώρισε μονομερώς την ανεξαρτησία της Σλοβενίας και της Κροατίας.

Οι Γερμανοί πίστευαν πως η διεθνής αναγνώριση των δύο δημοκρατιών, με τις μεγαλύτερες δυνατότητες παρέμβασης που προσέφερε στη διεθνή κοινότητα, θα περιόριζε την επιθετικότητα του Milosević. Άλλοι λόγοι, όπως το ενδιαφέρον των Γερμανών καθολικών για τους ομοθρήσκους τους Σλοβένους και Κροάτες, το Κροατικό λόμπυ στη Γερμανία και η προοπτική δημιουργίας Γερμανικής σφαίρας επιρροής, διαδραμάτισαν επίσης ρόλο. Τον Ιανουάριο του 1992 τους ακολούθησαν και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι εταίροι.

Τον Μάρτιο του 1992, έπειτα από δημοψήφισμα με θετικό αποτέλεσμα, η Βοσνία ανακήρυξε και εκείνη την ανεξαρτησία της. Θεωρώντας ως μόνο πιθανό τρόπο για να αποτραπεί η διασπαστική δράση των Σέρβων και των Κροατών15 την εμπλοκή της διεθνούς κοινότητας, οι Ηνωμένες Πολιτείες, σε συνεννόηση με τους Ευρωπαίους, αναγνώρισαν την ανεξαρτησία της Βοσνίας στις 7 Απριλίου του 1992. Είχαν εν τω μεταξύ ξεσπάσει οι εχθροπραξίες μεταξύ των τριών εθνοτήτων της χώρας που σύντομα κλιμακώθηκαν, με μεγάλης έκτασης εγκλήματα πολέμου, υπαίτιους κυρίως τους Σέρβους και θύματα κυρίως τους Βόσνιους μουσουλμάνους. Καθώς ο πόλεμος εξελισσόταν σε ανθρωπιστική καταστροφή, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρωτοστάτησαν στην εμπλοκή του ΟΗΕ- που πέτυχε τη διεθνή απομόνωση της Γιουγκοσλαβίας- και φάνηκαν διατεθειμένες να προχωρήσουν σε αεροπορικές επιδρομές, εφόσον συμμετείχαν και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί τους, για να διασφαλιστεί η παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας.

Οι Ευρωπαίοι όμως ανησυχούσαν για πιθανά αντίποινα κατά στρατιωτικών τους τμημάτων που ανήκαν σε ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ στη Βοσνία και ήταν απρόθυμοι να συναινέσουν στη διεξαγωγή των επιδρομών. Έτσι, καμία στρατιωτική δράση δεν αναλήφθηκε από τους Αμερικανούς στη Βοσνία στη διάρκεια της προεδρίας Bush. Το πρόβλημα της Βοσνίας δεν αποτελούσε μια αρκετά υψηλή προτεραιότητα για τον Αμερικανό πρόεδρο ώστε να αναλάβει μονομερή δράση, πόσο μάλλον επιχειρησιακή, με τους μεγάλους πολιτικούς κινδύνους που κάτι τέτοιο εγκυμονούσε. Παράλληλα, η έλλειψη συνεννόησης και αποφασιστικότητας των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων οδήγησε σε αποτυχία τις Ευρωπαϊκές ειρηνευτικές πρωτοβουλίες. Η Ενωμένη Ευρώπη δεν ήταν ακόμη ικανή να ανταποκριθεί από μόνη της σε μείζονες διεθνοπολιτικές κρίσεις. Η άμεση εμπλοκή και η ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν ακόμη απαραίτητες για να δοθούν λύσεις.

Με ωριμότητα και ευρύτητα πνεύματος χειρίστηκε ο πρόεδρος Bush τις σχέσεις της χώρας του με την Ευρώπη. Παρακολούθησε διακριτικά τις εξελίξεις στο Ανατολικό μπλοκ (που και χωρίς την παρέμβασή του ευνοούσαν τη χώρα του) για να μην προκαλέσει την αντίδραση της κομμουνιστικής ηγεσίας. Είδε θετικά την ενοποίηση της Γερμανίας και στήριξε τον Γερμανό Καγκελάριο στις σχετικές του ενέργειες, χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα την ισχυρή θέση της χώρας του για να ασκήσει πίεση, όπου χρειαζόταν, στο Ρώσο ηγέτη Mikhail Gorbachev και φροντίζοντας να αρθούν οι Γαλλο-Βρετανικές αντιρρήσεις. Αντιμετώπισε θετικά την προσπάθεια των Ευρωπαίων για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού αμυντικού πυλώνα που πίστευε πως θα συνεισφέρει στην αποτελεσματικότητα του ΝΑΤΟ.

Βερολίνο, 31 Οκτωβρίου 2009. Οι Mikhail Gorbachev, George H.W. Bush και Helmuth Kohl τιμούν την 20ή επέτειο της πτώσης του τείχους.

Αντέδρασε όμως με έντονο τρόπο, όταν θεώρησε πως οι πρωτοβουλίες των Ευρωπαίων μπορούσαν να βάλουν σε κίνδυνο τη δομή της Δυτικής Συμμαχίας και την ηγετική θέση των Ηνωμένων Πολιτειών. Ακολούθησε έτσι σ’ αυτό τον τομέα την πάγια πολιτική καλοπροαίρετης ηγεμονίας όλων των μεταπολεμικών Αμερικανών προέδρων, που αποδέχονταν την ανεξαρτησία των Ευρωπαϊκών εθνικών πολιτικών, ακόμη και σε αντίθεση με τα Αμερικανικά συμφέροντα και προέβλεπαν αντίδραση για να «συνετιστούν» οι Ευρωπαίοι, μόνο αν απειλείτο ο ηγετικός ρόλος των ΗΠΑ.

Ο Bush στήριξε τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς και τη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, γιατί αντιλαμβανόταν πως δεν μπορούσε να τη σταματήσει αλλά και γιατί τη θεωρούσε επωφελή τόσο για την Ευρωπαϊκή άμυνα, όσο και για την οικονομία της χώρας του. Αξιολογώντας το γεγονός ως χαμηλής προτεραιότητας και φοβούμενος τις μακροπρόθεσμες συνέπειες, ο Bush περιόρισε την ανάμειξη της χώρας του στο ζήτημα της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και άφησε την πρωτοβουλία στους Ευρωπαίους. Ο Αμερικανός πρόεδρος αποτίμησε με επιτυχία τη διεθνή κατάσταση στη διάρκεια της θητείας του και συνέβαλε αποφασιστικά στον ειρηνικό μετασχηματισμό της Ευρώπης μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, προστατεύοντας ταυτόχρονα τα συμφέροντα και το κύρος της χώρας του.

George H.W. Bush: My extraordinary life | 1999 CNN Interview

 

Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η αφήγηση σχετικά με την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Ανατολική Ευρώπη και την ενοποίηση της Γερμανίας ακολουθεί το άρθρο μου «Η εξωτερική πολιτική του προέδρου Bush (πατρός) και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου». Βήμα των Κοινωνικών Επιστημών, Τόμ. 16, Αρ. 63, 2014, σσ. 138-165.

2. Maynard Christopher, Out of the Shadow: George H. W. Bush and the End of the Cold War, Texas A&M University Press, College Station, 2008, σελ. 37.

3. Domber Gregory, “Skepticism and Stability: Reevaluating U.S. Policy During Poland’s Democratic Transformation in 1989”, Journal of Cold War Studies, Vol. 13, No. 3 (Summer 2011), σελ. 68-69.

4. Beschloss Michael, Talbott Strobe, At the Highest Levels, Little Brown and Company, Boston, 1993, σελ. 132.

5. Η μετέπειτα πρωθυπουργός Édith Cresson ήταν της άποψης πως «αν δεν αναγκάσεις τους Γερμανούς να είναι στα γόνατα θα σε πιάσουν από το λαιμό». Costigliola Frank, France and the United States, McMillan, New York, 1992, σ. 221.

6. Η Γαλλική συγκατάθεση διευκολύνθηκε από τη διαλλακτική στάση του Γερμανού Καγκελάριου Helmut Kohl. Σε συναντήσεις στα πλαίσια της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας ο Kohl δεσμεύτηκε να στηρίξει την επιτάχυνση της οικονομικής και πολιτικής ένωσης της Ευρώπης. «Δεν θέλουμε να είμαστε το Τέταρτο Ράιχ. Θέλουμε να είμαστε Ευρωπαίοι Γερμανοί και Γερμανοί Ευρωπαίοι» δήλωσε. (ibid., σ. 226). Η προοπτική της ανάσχεσης της Γερμανίας μέσω της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ικανοποίησε τους Γάλλους, ενώ η δέσμευση του Kohl για απαρέγκλιτη συμμετοχή της ενοποιημένης Γερμανίας στο ΝΑΤΟ και αποδοχή ως εκ τούτου της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, καθησύχασε τους Βρετανούς.

7. Maier Charles, Dissolution. The Crisis of Communism and the End of East Germany, Princeton University Press, Princeton, 1997, σ. 226-227.

8. Bush George, Scowcroft Brent, A World Transformed, Alfred A. Knopf, New York, 1998, σ. 253.

9. Ο Βερολινέζος συγγραφέας Peter Schneider είχε πει σχετικά: «Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχωρήσουν, η Γερμανία θα είναι η κυρίαρχη ευρωπαϊκή δύναμη. Σε κανένα δεν αρέσει αυτή η ιδέα. Πολλοί Γερμανοί δεν το θέλουν. Αλλά θα συμβεί έτσι κι αλλιώς.» , Powaski Ronald, The Entangling Alliance. The United States and European Security, 1950-1993, Greenwood Press, London, 1994, σ. 181.

10. Costigliola, France and the United States, σσ. 228, 241.

11. Το Σύμφωνο της Βαρσοβίας έπαψε να υφίσταται τον Φεβρουάριο του 1991.

12. Powaski, σ. 185, Hurst Steven, The Foreign Policy of the Bush Administration, Cassel, London, 1999, σ. 212.

13. Hurst, σ. 177.

14. Lundestad Geir, Empire by Integration. The United States and European Integration, 1945-1997, Oxford University Press, Oxford, 1998, σ. 116.

15. Στη Βοσνία υπήρχε σημαντική Σερβική και Κροατική μειονότητα, πλην των Βοσνίων μουσουλμάνων.

 

ΕΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Baker James, The politics of Diplomacy, Putnam’s, New York, 1995.

2. Costigliola Frank, France and the United States, McMillan, New York, 1992.

3. Hanhimaki Jussi, Transatlantic Relations since 1945, Routledge, New York, 2012.

4. Hurst Steven, The Foreign Policy of the Bush Administration, Cassel, London, 1999.

5. Lundestad Geir, Empire by Integration. The United States and European Integration, 1945-1997, Oxford University Press, Oxford, 1998.

6. Lundesrad Geir, The United States and Western Europe since 1945, Oxford University Press, Oxford, 2005.

7. Maynard Christopher, Out of the Shadow: George H. W. Bush and the End of the Cold War, Texas A&M University Press, College Station, 2008.

8. McGuire Steven, Smith Michael, The European Union and the United States, McMillan, New York, 2008.

9. Powaski Ronald, The Entangling Alliance. The United States and European Security, 1950-1993, Greenwood Press, London, 1994.

10. Sloan Stanley, NATO, The European Union and the Atlantic Community, Rowman & Littlefield, New York, 2005.

11. Thatcher Margaret, The Downing Street Years, Harper Collins, London, 1993.

 

Γεώργιος Καλαφίκης: Το «εγχειρίδιο πολεμικών τακτικών» του ύστερου ρωμαϊκού στρατού: η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου (Μέρος Β΄)

Γεώργιος Καλαφίκης

Το «εγχειρίδιο πολεμικών τακτικών» του ύστερου ρωμαϊκού στρατού: η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου (Μέρος Β΄)

 

VII. Γενικές παρατηρήσεις για την επιχειρησιακή χρησιμότητα και την τακτική αξιοποίηση του ιππικού

Στην προηγούμενη δημοσίευση σχετικά με τις τακτικές, τους σχηματισμούς, τις παρατάξεις και γραμμές μάχης του πεζικού παρατηρήσαμε ήδη ότι σε αρκετές περιπτώσεις ο Βεγέτιος συνιστά ρητά και κατηγορηματικά ταυτόχρονη εμπλοκή του ιππικού για την επίτευξη μέγιστων θετικών αποτελεσμάτων στο τακτικό πεδίο. Δεν αρκείται όμως μόνο σε αυτά. Αποδελτιώνοντας τον Βεγέτιο, παρατηρούμε ότι και το ιππικό θεωρείτο πολύ χρήσιμο, ειδικά για την διενέργεια περίτεχνων τακτικών μάχης. Συνεπώς, η «Στρατιωτική Επιτομή» συνιστά εργαλείο αξιοποίησης και για το όπλο του ιππικού, παρά τα συνήθως αντιθέτως ισχυριζόμενα.

Βεβαίως, συμπεράναμε στην προηγούμενη σχετική δημοσίευση ότι ο Βεγέτιος επικεντρώθηκε με έμφαση στο όπλο του πεζικού. Γιατί όμως; Διότι ο συγγραφέας θεώρησε ότι το πεζικό –παρότι ήταν τότε ακόμη ο «βασιλιάς της μάχης»– είχε παραμεληθεί και έχρηζε βελτίωσης και αναβάθμισης, στη βάση παλαιότερων, κλασικών και δοκιμασμένων προτύπων. Αντιθέτως, σύμφωνα πάντα με το Βεγέτιο, το ιππικό συμβάδιζε με τις εξελίξεις, ήταν δηλαδή εκσυγχρονισμένο και αποτελεσματικό. Εν προκειμένω, αμέσως μετά τους «γενικούς κανόνες του πολέμου» (regulae bellorum generales), ο συγγραφέας διαπίστωσε και δήλωσε ότι: «σχετικά με το ιππικό υπάρχουν (επιπλέον) πολλοί άλλοι (τακτικοί) κανόνες, αλλά επειδή αυτός ο συγκεκριμένος κλάδος των ενόπλων δυνάμεων έχει ήδη προοδεύσει (και βελτιωθεί) όσον αφορά την εκπαίδευση, τη θωράκιση και τις φυλές των αλόγων, θεωρώ πως τα βιβλία δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα, διότι τα τρέχοντα (επιχειρησιακά) δόγματα επαρκούν» (III.26).

Εντούτοις, μία συνολική μελέτη και θεώρηση της πραγματείας μάς επιτρέπει να ανασκευάσουμε την αρχική εντύπωση. Παρά την εικόνα περί του αντιθέτου, ο ρόλος, η συμμετοχή, η αξιοποίηση, οι τακτικές και οι συμβουλές για το όπλο του ιππικού είναι περισσότερες απ’ ό,τι αρχικά φαίνεται. Από το πρώτο ήδη βιβλίο σταχυολογούμε δύο σχετικές συστάσεις: πρώτον, όλοι όσοι υπηρετούν στον στρατό, νεοσύλλεκτοι και βετεράνοι, ενδείκνυται να εξασκούνται στην ιππασία (I.18). Δεύτερον, οι ίδιοι οι ιππείς απαιτείται να διδάσκονται την εξειδικευμένη τακτική της προσποιητής υποχώρησης συνοδευόμενης από γρήγορη αναστροφή και επίθεση (I.27).

Στο δεύτερο βιβλίο, μολονότι ο Βεγέτιος τόνισε τη στρατηγική υπεροχή και την τακτική ευελιξία του πεζικού, επεσήμανε ωστόσο ότι το ιππικό συνιστούσε το κατεξοχήν όπλο προστασίας και υπεράσπισης των πεδιάδων. Παράλληλα, ανέφερε ότι οι «alae» του ρωμαϊκού ιππικού –οι οποίες, κατά δήλωσή του, επονομάζονταν τότε vexillationes από την πολεμική σημαία που έφεραν, το vexillum– απέκτησαν αυτήν την επωνυμία επειδή προστάτευαν τις πτέρυγες, δηλαδή τα άκρα της παράταξης (II.1). Μέσω αυτού του επιχειρήματος εκτιμούμε πως ο συγγραφέας εννοούσε τις ευρείες δυνατότητες τακτικής ανάπτυξης και επιχειρησιακής αξιοποίησης του ιππικού σε αναπεπταμένο πεδίο για τη διενέργεια «πολέμου ελιγμών ή/και φθοράς». Σε επόμενα κεφάλαια, ο Βεγέτιος σημείωσε ότι το ιππικό των κλασικών λεγεώνων ήταν βασικά οργανωμένο σε «τούρμες» (turmae). Αυτές αποτελούνταν από τριάντα δύο (32) άριστα εκπαιδευμένους, πλήρως εξοπλισμένους (με αγχέμαχα και εκηβόλα όπλα) και βαριά θωρακισμένους ιππείς (μαζί με τα άλογά τους), ικανούς υπό άξια διοίκηση να διαπρέπουν στα πεδία μαχών (II.14). Υπογράμμισε, τέλος, ότι το ιππικό (παραδοσιακά) παρατάσσεται στα πλευρά –δεξιά και αριστερά– της παράταξης μάχης (II.15).

Ρωμαϊκό ιππικό. Μωσαϊκό του 4ου αι. από την Villa Romana del Casale, Σικελία.

Περισσότερες πληροφορίες για τον ρόλο του ιππικού αντλούμε από το τρίτο βιβλίο της στρατιωτικής επιτομής, όπως άλλωστε συμβαίνει και για το πεζικό. Εκεί, ο Βεγέτιος αναλύει διεξοδικά τις περιπτώσεις κατά τις οποίες αξίζει να χρησιμοποιείται το ιππικό. Διαπιστώνει, λοιπόν, ότι το ιππικό είναι εξαιρετικά χρήσιμο κατά τη διάρκεια πορείας. Αναφέρει μάλιστα πως, όταν ο στρατός κινείται διαμέσου εχθρικής περιοχής, η πλευρά της παράταξης που ενδέχεται να δεχτεί ή να υποστεί αιφνιδιαστική εχθρική επίθεση πρέπει να προστατεύεται από συνδυασμό επίλεκτων ιππέων και ψιλών μαζί με τοξότες. Επιπλέον, ελαφρύ ιππικό (και ελαφρύ πεζικό) επιβάλλεται να καλύπτουν γενικά τα νώτα ενός εκστρατευτικού σώματος τελούντος εν πορεία (III.6).

Κατόπιν, ο συγγραφέας σημειώνει δύο βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματικότερη χρήση των ιππέων: πρώτον, εφόσον ένας στρατιωτικός διοικητής εμπιστεύεται τη δύναμη και ισχύ του διαθέσιμου ιππικού, μπορεί να παρατάξει τις δυνάμεις του για μάχη σε ανοιχτό αναπεπταμένο πεδίο. Παράλληλα, οφείλει να έχει ελέγξει και να γνωρίζει επισταμένως ποια δύναμη ιππικού, η δική του ή η αντίπαλη, διαθέτει καλύτερης ποιότητας λογχοφόρους και ιπποτοξότες, ποια φέρει αρτιότερη πανοπλία και ποια ιππεύει καλύτερα (III.10). Δεύτερον, αν επιθυμεί να νικήσει εχθρικό πεζικό με το δικό του ιππικό, οφείλει να επιλέξει υψηλότερη θέση μάχης, ταυτόχρονα όμως επίπεδη και ανοιχτή, ανεμπόδιστη από δάση ή έλη (III.13). Τέτοιας μορφής κωλύματα ενδέχεται να δυσχεράνουν τον καλπασμό των αλόγων με τους αναβάτες τους, να διαταράξουν ή και να διασπάσουν τη συνοχή μεταξύ των ιππέων, και να υπονομεύσουν συνεπώς την αποτελεσματικότητα της επέλασης του ιππικού.

Πώς παρατάσσεται, επομένως, το ιππικό; Ο Βεγέτιος αναπτύσσει τις σχετικές τακτικές προτάσεις του ως εξής: το ιππικό τίθεται γενικά στις πτέρυγες. Ειδικότερα, οι βαρύτερα οπλισμένοι (λογχοφόροι και θωρακισμένοι) ιππείς τοποθετούνται κοντά στο πεζικό, ώστε να το υποστηρίζουν και να το προστατεύουν. Οι ιπποτοξότες τάσσονται ακόμη μακρύτερα, ώστε να έχουν ευρύτερη ακτίνα δράσης και ελεύθερο οπτικό πεδίο για ευχερή και επιτυχή εκτέλεση βολών. Επιπροσθέτως, συνιστά πλαισίωση ιππικού κατώτερης ποιότητας ή μικρής αριθμητικής δύναμης με ελαφρύ πεζικό (velites), σε αναλογία ενός πεζού ανά δύο ιππείς. Οι Ρωμαίοι velites ήταν εύδρομοι και ευέλικτοι πεζοί. Αντιστοιχούσαν πιθανότατα με τους «ἁμίππους» των αρχαίων Ελλήνων. Οι άμιπποι ήταν ψιλοί που μάχονταν «ἅμ’ ἵππῳ», δηλαδή «μαζί με το ιππικό, από κοινού με τους ιππείς». Ο συγγραφέας ισχυρίζεται πως το ιππικό του εχθρού αδυνατούσε να αντιμετωπίσει αυτόν τον ιδιαίτερα αποτελεσματικό «μεικτό σχηματισμό» (mixtum agmen) ιππέων και ψιλών (III.16). Υπογραμμίζουμε σε αυτό το σημείο ότι η υποστηρικτική πλαισίωση ιππικού από πεζικό θεωρούνταν γενικά ως δείγμα αδυναμίας του πρώτου. Ο Βεγέτιος ολοκληρώνει τις συστάσεις περί ορθής τακτικής παράταξης του ιππικού σημειώνοντας τα εξής: στη δεξιά πτέρυγα τίθεται ιππικό εφεδρείας ανάμεικτο με ελαφρύ πεζικό για τη διεξαγωγή επιθέσεων από τα πλάγια εναντίον του αντιπάλου αριστερού κέρατος. Τέλος, η αριστερή πτέρυγα οφείλει και αυτή να αποτελείται από καλούς εφεδρικούς ιππείς και ταχυκίνητους πεζικάριους (III.17, 18).

Πολεμικές τακτικές του Ύστερου Ρωμαϊκού ιππικού

 

VIII. Οι επτά προτεινόμενες παρατάξεις μάχης και ο ρόλος του ιππικού

Στη συνέχεια, ο Βεγέτιος περιέγραψε τους επτά συνιστώμενους και διαφορετικούς τύπους παράταξης γραμμών μάχης, τους οποίους αναλύσαμε σε προηγούμενη δημοσίευση. Είναι ενδιαφέρον ότι σε τέσσερις από αυτές ο συγγραφέας συνιστά σαφώς συμμετοχή ιππικού, ενώ στις υπόλοιπες τρεις η εμπλοκή ιππικού αρμόζει ασφαλώς να συμπεριληφθεί παρότι δεν προσδιορίζεται ρητά (βλ. III.20).

Η βασική και οι επτά προτεινόμενες εναλλακτικές παρατάξεις μάχης

Σε περίπτωση που ο εχθρός αναλάβει πρώτος επιθετική πρωτοβουλία κινήσεων ενώ οι φίλιες στρατιωτικές δυνάμεις έχουν ήδη αναπτυχθεί σε «λοξή παράταξη μάχης» (depugnatio obliqua, αρ. 2), τότε η ασθενέστερη (σε σχέση με τη δεξιά) αριστερή πτέρυγα οφείλει να ενισχυθεί από οργανωμένη εφεδρική γραμμή έμπειρων ιππέων και πεζικάριων όπισθεν αυτής ώστε να αντέξει την προσβολή από αναμενόμενη εχθρική αντίδραση. Στην «(αντίστροφη) λοξή παράταξη μάχης» (depugnatio similis secundae, αρ. 3) ο Βεγέτιος προτείνει την ενίσχυση της αριστερής πτέρυγας (σε αντίθεση με την «κλασική» λοξή παράταξη στην οποία το δεξιό κέρας είναι το ισχυρότερο) με το πλέον αξιόμαχο ιππικό και πεζικό για τη διενέργεια άμεσης επίθεσης εναντίον του δεξιού της αντίπαλης παράταξης με αντικειμενικό σκοπό την υπερκέραση του εχθρού. Όταν, πάλι, ο στρατός είναι παραταγμένος στην παραλλαγή της «(αντίστροφης) λοξής παράταξης» (depugnatio similis secundae, αρ. 6), επιτυγχάνεται νίκη ακόμη και με αριθμητική μειονεξία, με πρώτη προϋπόθεση επίθεση που διενεργείται από την δεξιά πτέρυγα, ήδη ενισχυμένη με τους καλύτερα εκπαιδευμένους ιππείς και γρήγορους πεζούς, κατά του αντιπάλου αριστερού κέρατος με στόχο πάλι την υπερκέραση του εχθρού.       

Λοξή παράταξη (υπερκέραση από τα δεξιά). © Syvänne 2018: 20.

    

Προφανώς συμμετοχή ισχυρών, επίλεκτων και εμπειροπόλεμων μονάδων ιππικού, παρότι δεν συμπεριλαμβάνονταν ρητά, ασφαλώς σε συνδυασμό με αντίστοιχες πεζικού, προέβλεπαν και απαιτούσαν οι δύο «μείζονες υπερκερωτικοί και κυκλωτικοί ελιγμοί» (αρ. 4-5), δηλαδή η άμεση αιφνιδιαστική επίθεση με πλευρική προσβολή και υπερφαλάγγιση του εχθρού από αριστερά και δεξιά με συγκλίνουσες τις δύο πτέρυγες, καθότι το ιππικό ούτως ή άλλως γενικά τάσσεται στα άκρα (πρβ. II.1 και 15, III.16). Το ίδιο ακριβώς υποθέτουμε και για την προτεινόμενη «παραλληλόγραμμη παράταξη μάχης υπό μορφή τετραγώνων» (fronte longa quadro exercitu, αρ. 1), που προέβλεπε μετωπική επίθεση σε όλο το μήκος της γραμμής αντιπαράθεσης. Παρότι ο Βεγέτιος δεν αναλύει τη συνεισφορά του ιππικού, μπορούμε να τη συμπληρώσουμε και να την αναπαραστήσουμε. Τότε, το ιππικό και το ελαφρύ πεζικό που βρίσκεται παραδοσιακά ταγμένο στα άκρα δύναται να εμπλέξει μετωπικά και ταυτοχρόνως να προσβάλει από τα πλάγια τις αντίπαλες πτέρυγες, συνεισφέροντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στην ανατροπή και την ήττα του εχθρού.

Υπερφαλάγγιση (διπλή υπερκέραση). © Syvänne 2018: 20

Τέλος, ευρύ ρόλο αναθέτει ο Βεγέτιος στο ιππικό, όταν το στράτευμα έχει παραταχθεί με αγκιστρωμένο το ένα κέρας (δεξιό ή αριστερό) σε ασφαλές και ευνοϊκό σημείο, δηλαδή σε εδαφικό κώλυμα, όπως βουνό, θάλασσα, ποταμό ή λίμνη, πόλη, έλος, ή γενικά σε ανώμαλο έδαφος (αρ. 7). Τότε, το ιππικό και το ελαφρύ πεζικό τοποθετούνται στην ακάλυπτη και απροστάτευτη από το εμπόδιο πλευρά, ενώ ο υπόλοιπος στρατός παρατάσσεται σε ευθεία γραμμή με απόληξη το κώλυμα που εμποδίζει την προσπέλασή του από τον εχθρό. Όπως ήδη προαναφέραμε, εξαιτίας της προστασίας που παρέχει η ύπαρξη του ιππικού στη μία πλευρά και λόγω της φυσικής προστατευτικής κάλυψης από την άλλη, οι στρατιώτες της φίλιας δύναμης μπορούν να πολεμήσουν με ασφάλεια σύμφωνα με οποιοδήποτε σχέδιο μάχης έχει επεξεργαστεί ο στρατηγός, έχοντας πάντα καλυμμένα τα πλευρά και προστατευμένα τα νώτα τους.

Θεμελιώδεις πολεμικές τακτικές, σχηματισμοί και διατάξεις μάχης του Ρωμαϊκού στρατού (https://en.wikipedia.org/).

IX. Άλλες οδηγίες και συμβουλές σχετικά με το όπλο του ιππικού

Στην αμέσως επόμενη και τελευταία ενότητα του άρθρου αποδελτιώνουμε και καταγράφουμε ορισμένες ακόμη γενικότερες ή και ειδικότερες οδηγίες, άλλες συμβουλές, ακόμη και συγκεκριμένα στρατηγήματα, που κρίνονται χρήσιμα από τον Βεγέτιο για κάθε στρατιωτικό ηγήτορα που διεξάγει πολεμικές επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, το όπλο του ιππικού δύναται να διαδραματίσει σημαντικό ή καίριο ρόλο σε αρκετές περιπτώσεις. Κατ’ αρχάς, ο Βεγέτιος συμβουλεύει να διενεργείται ασφαλής και ακώλυτη τακτική υποχώρηση πριν από την εκδήλωση (αποφασιστικής) σύγκρουσης με ολόπλευρη κάλυψη ιππικού, ελαφρού πεζικού ή ακόμη και της νύχτας. Χάρη σε τούτο τον ελιγμό, οι φίλιες δυνάμεις μπορούν είτε να απομακρυνθούν επιτυχώς από τον εχθρό, είτε ακόμη και να διενεργήσουν ενέδρα εναντίον του αντιπάλου κατέχοντας υψώματα. Συνιστά μάλιστα το εξής τέχνασμα κατά τη διενέργεια τακτικής υποχώρησης: την αποστολή λίγων ιππέων για την απευθείας διενέργεια άμεσης και παραπλανητικής επίθεσης εναντίον του εχθρού. Αμέσως μετά από την εκδήλωση της εφόρμησης, τούτο το μικρό απόσπασμα ιππέων οφείλει να απομακρυνθεί ταχέως από τη συμπλοκή, αφού όμως πρώτα παραχωρήσει τη θέση του σε έτερο ισχυρότερο απόσπασμα ιππικού. Εκείνο, αφού κινηθεί αθέατο και μυστικά από άλλη διαδρομή, δύναται να υποπέσει με ακάθεκτη ορμή στους ανυποψίαστους εχθρούς (III.22).

Στα επόμενα δύο κεφάλαια (III.23-24), ο Βεγέτιος ασχολείται με εξειδικευμένες μονάδες ιππικού. Επισημαίνει, μάλιστα, τις δυνατότητες επιτυχούς εμπλοκής τους είτε σε ιδιαίτερα εδάφη είτε υπό ειδικές συνθήκες. Πρώτον, αναφέρει ότι οι δρομάδες καμήλες είναι αναντικατάστατες στην έρημο, εφόσον το στρατιωτικό προσωπικό που επιβαίνει και τις ιππεύει, οι γνωστοί στα λατινικά ως equites dromedarii, είναι όντως εξοικειωμένο με τον χειρισμό αυτού του ιδιαίτερου ζώου (III.23). Από την άλλη, οι ελαφροί ιππείς (το ελαφρύ ιππικό) –οι velites όπως τους ονομάζει– είναι εξαιρετικοί στην αντιμετώπιση πολεμικών ελεφάντων (III.24).

Δεύτερον και προσθέτουμε κυριότερο, ο Βεγέτιος αναλύει την αποτελεσματικότητα του βαρέως (τε)θωρακισμένου ιππικού, δηλαδή των περίφημων «καταφράκτων» ή «κλιβαναρίων» ιππέων, γνωστών ως equites catafracti/catafractarii ή clibanarii. Σχολιάζει, λοιπόν, ότι οι θωρακισμένοι κατάφρακτοι και κλιβανάριοι ιππείς είναι αναμφίβολα απρόσβλητοι λόγω της θωράκισής τους, αλλά καταβάλλονται εύκολα λόγω του βάρους της πανοπλίας τους. Παράλληλα, επισημαίνει πως η βαρύτατη πανοπλία περιορίζει την τακτική τους αξιοποίηση, διότι το τεθωρακισμένο ιππικό είναι βεβαίως αποτελεσματικό εναντίον διασκορπισμένων πεζών, όχι όμως εναντίον άλλων αντιπάλων ιππέων. Θεωρεί, ωστόσο, ότι οι κατάφρακτοι ιππότες μπορούν να διασπάσουν την αντίπαλη παράταξη μάχης, εφόσον τοποθετηθούν είτε μπροστά από τη φάλαγγα της λεγεώνας είτε αναμειχθούν με λεγεωνάριους πεζούς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δύνανται να πολεμήσουν από κοινού με βαριά οπλισμένους πεζικάριους διεξάγοντας σκληρές μάχες σώμα-με-σώμα εκ του συστάδην (III.23). Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας θεωρούσε το βαρύ θωρακισμένο ιππικό ως ένα υπερεξειδικευμένο πολεμικό σώμα ικανό να επιφέρει ισχυρό πλήγμα εναντίον του εχθρού (shock troops), σε συνδυασμό όμως πάντα με αντίστοιχες μονάδες βαρέως πεζικού1. Τέτοιο πλήγμα επιφέρεται σε κατάλληλο χρόνο και στιγμή διαμέσου μετωπικής επίθεσης, άμεσης προσβολής και βίαιης διάτρησης της αντίπαλης παρατάξεως. Εν κατακλείδι, ο Βεγέτιος συνόψισε την αξία του ιππικού στους «γενικούς κανόνες πολέμου» (III.26). Στην οδηγία αριθμός 22 γράφει συγκεκριμένα: «όποιος (στρατιωτικός διοικητής) εμπιστεύεται το (διαθέσιμο) ιππικό επιβάλλεται να αναζητεί μέρη και εδάφη κατάλληλα για (ανάπτυξη και δράση) ιππικού· (αρμόζει επίσης) να δρα και να ενεργεί περισσότερο μέσω του ιππικού».

Διάφορες εικόνες ιππέων του Ύστερου Ρωμαϊκού στρατού             

 

X. Τελικές οδηγίες, ειδικότερες τακτικές συμβουλές και διάφορα στρατηγήματα

Στα τελευταία κεφάλαια του τρίτου βιβλίου της στρατιωτικής του επιτομής ο Βεγέτιος κατέγραψε ορισμένες αξιόλογες και όντως χρήσιμες γενικές και ειδικότερες οδηγίες, άλλες συμβουλές, καθώς και διάφορα στρατηγήματα περί της στρατιωτικής τακτικής, που συμποσούνται στα εξής συμπεράσματα:

(1) Κατ’ αρχάς συμβουλεύει κάθε στρατιωτικό ηγήτορα εάν επιθυμεί να πολεμήσει από τα άκρα –δηλαδή από τη δεξιά ή την αριστερή πτέρυγα– ή αλλιώς να σχηματίσει ισχυρές σφήνες στο κέντρο της παράταξης για να διαπεράσει τις γραμμές του εχθρού, να τοποθετεί αντιστοίχως τους γενναιότερους, δυνατότερους και καλύτερα εκπαιδευμένους στρατιώτες του εκεί όπου επιθυμεί να επιφέρει το καίριο πλήγμα. Γιατί, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο συγγραφέας, η νίκη επιτυγχάνεται συνήθως από (αυτούς τους επίλεκτους) λίγους άνδρες. Καταλήγει, μάλιστα, επισημαίνοντας ότι: οι επίλεκτοι άνδρες τοποθετούνται από έναν έξυπνο και έμπειρο διοικητή σε εκείνα τα σημεία που η λογική και η χρησιμότητα επιτάσσουν (III.20).

(2) Έπειτα αναφέρει ότι κάθε στρατηγός οφείλει να δίνει πάντα διέξοδο διαφυγής στους εχθρούς, ώστε μετά να τους κατασφάξει, ενόσω εκείνοι έχουν ήδη τραπεί πανικόβλητοι σε φυγή και έχουν απορρίψει τον οπλισμό τους. Υπ’ αυτό το πρίσμα, δεν συμφωνεί με την προοπτική θανάσιμης περίσφιξης του αντιπάλου. Την απορρίπτει ολωσδιόλου ως επιλογή προς αποφυγή, γιατί τότε οι φίλιες δυνάμεις υφίστανται σοβαρές απώλειες εξαιτίας της απέλπιδος, και γι’ αυτό σκληρής, εχθρικής αντίστασης (III.21).

(3) Κατόπιν, ο Βεγέτιος παραδίδει γενικότερες αλλά και ειδικότερες οδηγίες, καθώς και στρατηγήματα και συμβουλές τακτικής υποχώρησης πριν από τη διενέργεια της μάχης με ολόπλευρη κάλυψη ιππικού, ψιλών ή ακόμη και της νύχτας. Σε τοιαύτη περίπτωση, η φίλια δύναμη δύναται να απομακρυνθεί με ασφάλεια από τον εχθρό. Επίσης, μπορεί ακόμη και να διενεργήσει ενέδρα εναντίον του αντιπάλου κατέχοντας υψώματα. Ο συγγραφέας συνιστά, λοιπόν, τέχνασμα σε περίπτωση (τακτικής) υποχώρησης. Αυτό περιλάμβανε –όπως προαναφέραμε στην ενότητα για τις τακτικές αξιοποίησης του ιππικού– την αποστολή μικρού τμήματος ιππέων εναντίον του εχθρού για τη διενέργεια άμεσης αλλά παραπλανητικής επίθεσης. Ακολούθως, οι ευάριθμοι ιππείς διενεργούν γρήγορη υποχώρηση, παραχωρώντας ταυτόχρονα τη θέση τους σε άλλο ισχυρότερο απόσπασμα ιππικού. Εκείνο, κινούμενο εντωμεταξύ αθέατο, υποπίπτει ξαφνικά στους ανυποψίαστους εχθρούς, προκαλώντας ταραχή, σύγχυση και πανικό στην αντίπαλη παράταξη. Τις παραπάνω υποδείξεις ακολουθούν έτερες συμβουλές και τεχνάσματα υποχωρούντος στρατού μέσα από πυκνά δάση, κοιλάδες, δασωμένους λόφους και ποτάμια, καθώς και νυχτερινής αντεπίθεσης εναντίον των διωκτών (III.22).

Περικεφαλαία ιππέα της Ύστερης Ρωμαϊκής εποχής

(4) Στη συνέχεια, ο Βεγέτιος υποστηρίζει ότι αιφνιδιαστικές επιθέσεις διενεργούνται αποτελεσματικότερα όταν ο εχθρός είναι απροετοίμαστος, διεσπαρμένος για συλλογή τροφίμων και ζωοτροφών, εξαντλημένος από την πορεία, ή παντελώς ανυποψίαστος. Εννοείται πως όλες τις παραπάνω εκδοχές –που σημειωτέον οδηγούν κάθε στράτευμα σε τακτική αδυναμία και μειονεξία– οφείλουν πάση θυσία να αποφεύγουν οι φίλιες δυνάμεις. Σε αυτό το σημείο αξίζει να τονιστεί ότι τα ρωμαϊκά στρατεύματα υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα Βάλη υπέπεσαν ακριβώς σε τέτοιου είδους «θανάσιμα» λάθη αμέσως πριν την κρίσιμη μάχη στην Αδριανούπολη τον Αύγουστο του 378 μ.Χ. εναντίον των Γότθων και των υπολοίπων βαρβαρικών ορδών (III.22).

(5) Σύμφωνα πάλι με τον συγγραφέα, βίαιη, άμεση προσβολή και μετωπική επίθεση μπορεί να διενεργήσει βαρύ ιππικό συνεπικουρούμενο πάντα όμως από αντίστοιχο βαρύ πεζικό (III.23). Σημειώνουμε ότι ως «βαρύ» νοείται το ιππικό και το πεζικό του οποίου τα στελέχη φέρουν αντίστοιχο αμυντικό αλλά και επιθετικό εξοπλισμό, λ.χ. θώρακες και ασπίδες, σπάθες και δόρατα.

(6) Τέλος, ο Βεγέτιος παρατηρεί ότι μια ήδη διαλυμένη παράταξη μάχης, μόλις επανακτήσει το θάρρος της είτε λόγω καταφυγής πάνω σε υψώματα ή πίσω από οχυρώσεις είτε εξαιτίας επιτυχούς αντίστασης της οπισθοφυλακής, δύναται να επικρατήσει έναντι εχθρού που έχει εντωμεταξύ διασπαστεί κατά τη διάρκεια της φρενήρους και άτακτης καταδίωξης των αντιπάλων (III.25).

Στη συνέχεια, ευελπιστούμε να εκθέσουμε –σε επόμενες δημοσιεύσεις σχετικά με τον ύστερο ρωμαϊκό στρατό– παραδείγματα και περιστατικά δράσης του πεζικού και του ιππικού των αυτοκρατορικών ενόπλων δυνάμεων κατά τον 4ο αι. μ.Χ. Επιπλέον, θα αποτιμήσουμε τη συνολική συνεισφορά και των δύο όπλων στη στρατιωτική στρατηγική του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους τον ίδιο αιώνα. Τέλος, σε άλλη μία δημοσίευση ευελπιστούμε να ασχοληθούμε με λοιπά θέματα οργάνωσης (εκπαίδευση, μηχανικό, πειθαρχία, διοικητική μέριμνα, εξοπλισμό και τεχνολογία). Πάμπολλα στοιχεία μάς επιτρέπουν να διαπιστώσουμε τον υψηλό βαθμό «επαγγελματισμού» τον οποίο ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός εξακολουθούσε να διατηρεί τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο κατά τη διάρκεια εκείνης της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου, την εποχή της ύστερης αρχαιότητας.

 

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ 02). Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη (με απόσπαση).

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

  1. Με παρόμοιο τρόπο ο χριστιανός πανηγυριστής του Μ. Κωνσταντίνου Ναζάριος είχε περιγράψει το έτος 321 τη χρησιμότητα των καταφράκτων ιππέων στο πεδίο της μάχης και τον αντίκτυπο της επέλασής τους με αφορμή τη μάχη του Τορίνο το 312 μεταξύ των δυνάμεων του Μ. Κωνσταντίνου και του Μαξέντιου που κατέληξε σε νίκη του πρώτου. Βλ. Pan. Lat. IV(10) 22.3-4, 23.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (και για τα δύο θεματικά μέρη)

Α. Πηγές

Ammianus Marcellinus, with an English translation by J.C. Rolfe in three volumes, volume I, [Loeb]London–Cambridge MA 1935

Asclepiodotus, στο Aeneas Tacticus, Asclepiodotus, and Onasander, translated by Illinois Greek Club, [Loeb] Cambridge MA 1928, σ. 229-341

In Praise of Later Roman Emperors. The Panegyrici Latini. Introduction, Translation, and Historical Commentary with the Latin Text of R.A.B. Mynors, eds. C.E.V. Nixon – Barbara S. Rodgers, [The Transformation of the Classical Heritage XXI] Berkeley–Los Angeles–London 1994

Sexti Pompei Festi de verborum significatu quae supersunt cum Pauli epitome, ed. W.M. Lindsay, [Teubner] Lipsiae 1913

Thucydides, with an English translation by C. Forster Smith in four volumes, vol. II: History of the Peloponnesian War, Books III and IV; vol. III: History of the Peloponnesian War, Books V and VI, [Loeb] London–New York 1920-1921

Vegetius, Flavius Renatus. Epitoma Rei Militaris, edited with an English translation by L.F. Stelten, [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature, vol. 11] New York 1990

Xenophon, Hellenica, Books VI and VII; Anabasis, Books I–III, with an English translation by C.L. Brownson, [Loeb] London–New York 1921

Β. Μελέτες

Branco, Maria-João 2009. «Vegetius», στο Os Grandes Mestres da Estratégia: estudos sobre o poder da guerra e da paz, eds. Ana Paula Garcêz – G. Oliveira Martins Coimbra, σ. 153-188

Conyard, J. 2013. « Recreating the Late Roman Army», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 523-567

Cowan, R. 2007. Roman Battle Tactics 109 BC–AD 313, illustrated by A. Hook, [Osprey Elite 55] Oxford–New York

Elton, H. 1996. Warfare in Roman Europe AD 350-425, [Oxford Classical Monographs] Oxford–New York

Gilliver, Catherine M. 1993. The Roman Art of War: Theory and Practice. A Study of the Roman Military Writers, Ph.D. thesis, University of London

Goldsworthy, A. 2003. The Complete Roman Army, London

Haldon, J. 2004. Οι πόλεμοι του Βυζαντίου. Μάχες και εκστρατείες της βυζαντινής εποχής, μτφ. Ν. Πρωτονοτάριος, Αθήνα

Hutchinson, G. 2008. Ο Ξενοφών και η Τέχνη της Διοίκησης. Πολεμική τακτική και στρατηγική, 411-362 π.Χ., μτφ.-επιμ. Π. Μούτουλας κ.ά., [Πόλεμος και Στρατηγική 16] Αθήνα

Janniard, S. 2008. «Végèce et les transformations de l’art de la guerre aux IVe et Ve siècles après J.-C.», Antiquité Tardive 16:19-36

Janniard, S. 2016. «Le maniement des armes offensives dans l’infanterie romaine tardive (IIIe – VIe siècles apr. J.-C.)», στο Libera Curiositas. Mélanges d’histoire romaine et d’Antiquité tardive offerts à Jean-Michel Carrié, éd. Chr. Freu – S. Janniard – A. Ripoll, [Bibliothèque de l’Antiquité tardive 31] Turnhout, σ. 43-54

Κουράκης, Ν.Ε. 2011. Διαχρονικές αρχές βυζαντινής στρατηγικής και τακτικής. Με έμφαση στο έργο Τακτικά του Λέοντος Στ΄ του Σοφού, Αθήνα

Luttwak, E.N. 2009. Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μτφ. Μ. Μπλέτας, [Σειρά Στρατηγικών Μελετών] Αθήνα

Man, J. 2008. Αττίλας. Ο Ούννος βάρβαρος που κατέκτησε την Ευρώπη, μτφ. Δ. Ισηγόνης, Αθήνα

McDowall, S. & Embleton, G. 1994. Late Roman Infantryman 236-565 AD. Weapons – Armour – Tactics, [Osprey Publishing Series, Warrior 9] London

McDowall, S. 1995. Late Roman Cavalryman AD 236-565, [Osprey Publishing Series, Warrior 15] Oxford

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford

Milner, N.P. 32001. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction, [Translated Texts for Historians vol. 16] Liverpool University Press

Nicasie, M.J. 1998. Twilight of Empire. The Roman Army from the Reign of Diocletian until the Battle of Adrianople, [Dutch Monographs on Ancient History and Archaeology Vol. XIX, eds. H.W. Pleket – F.J.A.M. Meijer), Amsterdam

Parker, H.M.D. 1932. «The Antiqua Legio of Vegetius», Classical Quarterly 263-4: 137-149

Rance, Ph. 2004. «Drungus, δροῦγγος, and δρουγγιστί: A Gallicism and Continuity in late Roman Cavalry Tactics», Phoenix 581/2: 96-130

Rance, Ph. 2005. «Narses and the Battle of Taginae (Busta Gallorum) 552: Procopius and Sixth-Century Warfare», Historia 544: 424-472

Rance, Ph. 2007. «Chapter 10: Battle», στο The Cambridge History of Greek and Roman Warfare, vol. II: Rome from the Late Republic to the Late Empire, Part II: the Later Roman Empire, eds. Ph. Sabin – H. Van Wees – M. Whitby, Cambridge, σ. 342-378

Richardot, Ph. 1998. Végèce et la culture militaire au Moyen Âge (Ve–XVe siècles), Paris

Sabin, Ph. & De Souza, Ph. 2007. «Chapter 13. Battle», στο The Cambridge History of Greek and Roman Warfare. Volume I: Greece, the Hellenistic World and the Rise of Rome (Part II: The Hellenistic World and the Roman Republic), eds. Ph. Sabin – H. van Wees – M. Whitby, Cambridge, σ. 399-460

Sarantis, A. 2013. «Waging War in Late Antiquity», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 2-98

Syvänne, I. 2018. «Overview of East Roman Cavalry Warfare and Tactics» (https://www.academia.edu/36185385/)

Ward, R. 2010. «An Analysis of Vegetius’s De Re Militari» (https://www.academia.edu/7020489/)

Wheeler, E.L. 2012. Review on: Chr. Allmand, The De Re Militari of Vegetius: The Reception, Transmission and Legacy of a Roman Text in the Middle Ages, Cambridge 2011 (https://www.history.ac.uk/reviews/review/1293)

Wheeler, E.L. & Strauss, B. 2007. «Chapter 7. Battle», στο The Cambridge History of Greek and Roman Warfare. Volume I: Greece, the Hellenistic World and the Rise of Rome (Part I: Archaic and Classical Greece), eds. Ph. Sabin – H. van Wees – M. Whitby, Cambridge, σ. 186-247

 

Γεώργιος Καλαφίκης: Το «εγχειρίδιο πολεμικών τακτικών» του ύστερου ρωμαϊκού στρατού: η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου (Μέρος Α΄)

Γεώργιος Καλαφίκης

Το «εγχειρίδιο πολεμικών τακτικών» του ύστερου ρωμαϊκού στρατού: η Epitoma rei militaris του Βεγέτιου (Μέρος Α΄)

 

I. Εισαγωγική γενική θεώρηση

 

Καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του 4ου αι. μ.Χ. ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός επέδειξε, δίχως αμφιβολία, σταθερή ποιότητα και αξιοθαύμαστη μαχητικότητα. Διενήργησε πλήθος πολεμικών επιχειρήσεων σε ποικίλα και αντίξοα περιβάλλοντα, τόσο εναντίον εξωτερικών εχθρών όσο και σε περιπτώσεις εμφυλίων συγκρούσεων. Είναι, όντως, εκπληκτικό πόσο σύγχρονη εξακολουθεί να φαίνεται η οργάνωσή του. Κάτω από στιβαρή και σοβαρή ηγεσία τα στρατεύματα τον 4ο αι. συνήθως δεν δυσκολεύονταν να αποσπάσουν τη νίκη, παρά τις δεδομένες, και σοβαρές ενίοτε, απώλειες. Κατά κανόνα, οι πολεμικές επιχειρήσεις διεξάγονταν κατόπιν προσεκτικού και ενδελεχούς σχεδιασμού. Ο κορυφαίος ιστορικός του 4ου αι. Αμμιανός Μαρκελλίνος σημείωνε επιγραμματικά ότι «o προσεκτικός σχεδιασμός φέρνει τη νίκη σχεδόν σε κάθε δυσκολία» (XVII 8.2: est difficultatum paene omnium diligens ratio victrix). Μάλιστα, o έγκριτος μελετητής του ύστερου ρωμαϊκού στρατού M.J. Nicasie επεσήμανε στη μονογραφία του σχετικά με «το λυκόφως του στρατού από τη βασιλεία του Διοκλητιανού (284 μ.Χ.) έως τη μάχη της Αδριανούπολης (378 μ.Χ.)» ότι: «καθίσταται εμφανές ότι τουλάχιστον στη θεωρία η ρωμαϊκή τακτική και η στρατηγική είχαν φτάσει σε υψηλό επίπεδο εξέλιξης […] (αφού) τα ρωμαϊκά στρατεύματα ήταν πολύ αποτελεσματικά, επαρκώς εκπαιδευμένα και καλώς εξοπλισμένα, και συνήθως υπερείχαν απέναντι σε οτιδήποτε οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να παρατάξουν εναντίον τους». (1998: 217)

Παρ’ όλα τα παράπονα για την ποιότητα των στρατευμάτων, όπως αποτυπώνονται λ.χ. στη Στρατιωτική Επιτομή του Βεγέτιου, παρατηρούμε ότι οι πολεμικές επιτυχίες συνέχιζαν να είναι τόσο πολλές ώστε μόνον ως «καρποί» ενός ικανού και αποτελεσματικού στρατιωτικού οργανισμού πρέπει να εννοηθούν. Ήταν μάλιστα απότοκες της συνιστώμενης στα τακτικά εγχειρίδια σκληρής και επίπονης εκπαίδευσης στις τεχνικές του πεζικού και ιππικού πολέμου, όπως θα διαπιστώσουμε ευθύς αμέσως.

Η Στρατιωτική Επιτομή (Epitoma rei militaris) του Βεγέτιου (Flavius Vegetius Renatus) συνιστά το θεωρητικό υπόβαθρο, καθώς προσφέρει άφθονο σχετικό υλικό. Κατά πάσα πιθανότητα, ο συγγραφέας έζησε και έδρασε προς τα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι. (4ος/5ος αι.). Το ζήτημα της χρονολόγησης, καθώς και τις αιτίες συγγραφής της εξαιρετικά επιδραστικής ανά τους αιώνες στρατιωτικής πραγματείας αναπτύξαμε και αναλύσαμε σε δύο ξεχωριστές δημοσιεύσεις. Εδώ σημειώνουμε ότι ο Βεγέτιος συνέγραψε την επίτομη αυτή μελέτη πιθανώς στα χρόνια του Θεοδοσίου Α΄ (379-395) και οπωσδήποτε υπό την «εκρηκτική» επήρεια «ζεόντων» προβλημάτων. Αναφερόμαστε, βεβαίως, στη διείσδυση των Γότθων εντός της αυτοκρατορίας και γενικά στις μεταναστεύσεις διαφόρων βαρβαρικών λαών, όπως λ.χ. των Ούννων κ.ά., που είχαν ήδη αρχίσει να επηρεάζουν και να μεταβάλλουν τον συσχετισμό δυνάμεων στη Δυτική Ευρασία.

Ευκαιρίας δοθείσης, τονίζουμε λοιπόν πως η παρατεταμένη διάρκεια επιτυχών πολεμικών δραστηριοτήτων από τον ύστερο ρωμαϊκό στρατό είχε ως έναν βαθμό «ημερομηνία λήξης». Η βίαιη είσοδος ειδικά των Ούννων στο προσκήνιο της καθ’ ημάς οικουμένης το 375/6 μ.Χ., ανέτρεψε την ισορροπία δυνάμεων σε ολόκληρη την περιοχή. Πολλοί και διάφοροι –κυρίως γερμανικοί– λαοί και φυλές εξωθήθηκαν σε μαζική φυγή. Παράλληλα, οι αμυντικές και εν γένει στρατιωτικές δυνατότητες της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αμβλύνθηκαν σημαντικά εξαιτίας της μαζικής εισβολής και εγκατάστασης βαρβάρων στα εδάφη της. Όλα αυτά τα γεγονότα έπληξαν και αλλοίωσαν μεταξύ άλλων και τη στρατιωτική οργάνωση του κράτους.1 Με τη σειρά τους, οι παραπάνω αρνητικές εξελίξεις απείλησαν σοβαρά την ακεραιότητα της αυτοκρατορίας, η οποία εντέλει κολοβώθηκε ανεπανόρθωτα εξαιτίας της κατάρρευσης του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους το 476 μ.Χ.

 

Οι Ούννοι και η μάχη των Καταλαυνικών Πεδίων

Πάντως, όπως έχει ήδη επισημανθεί από νεότερους και σύγχρονους σχολιαστές, ο Βεγέτιος κατέγραψε και διέσωσε σε πολλά σημεία την πρότερη γνώση επί του θέματος, όπως αυτή είχε ήδη διαμορφωθεί από την ελληνιστική και πρώιμη αυτοκρατορική εποχή. Ο ίδιος προσπάθησε να συνθέσει μία κατά το δυνατόν ολιστική μελέτη περί των στρατιωτικών. Έτσι, αναλύονται όλα τα βασικά ζητήματα: (1) λεπτομερής οργάνωση στρατιωτικών μονάδων, (2) πολεμικοί σχηματισμοί και τακτικές πεζικού και ιππικού, (3) αμυντικός-επιθετικός εξοπλισμός και θωράκιση πεζών και ιππέων, (4) λογιστική υποστήριξη και επιμελητεία, (5) προσαρμογή στρατιωτικών επιχειρήσεων σε ποικίλα γεωγραφικά ανάγλυφα και αξιοποίηση αυτών για εξασφάλιση τακτικού πλεονεκτήματος και για την επίτευξη του αντικειμενικού σκοπού (ΑΝΣΚ), (6) οργανωμένες πορείες και στρατόπεδα εκστρατείας, (7) αξιωματικοί και αρμοδιότητές τους, (8) βασικές χρηστικές συμβουλές για στρατιωτικούς ηγήτορες, (9) οργάνωση πολιορκιών ή άμυνα πολιορκούμενων και σχετική τεχνολογία πολιορκητικών μηχανών, (10) ναυτικός πόλεμος και βασικοί τύποι πολεμικών πλοίων και σκαφών.

Τολμούμε, λοιπόν, να χαρακτηρίσουμε την Epitoma rei militaris του Βεγέτιου ως οιονεί «βασικό εγχειρίδιο στρατιωτικών τακτικών, στρατηγικής και οργάνωσης» εκείνης της εποχής (4ος/5ος αι.) στην υπηρεσία του ύστερου ρωμαϊκού στρατού.2 Πράγματι, ο Βεγέτιος φιλοδόξησε να συγγράψει μία κατεξοχήν στρατιωτική πραγματεία, επενδύοντας την επιτομή με το κατάλληλο θεωρητικό υποστηρικτικό πλαίσιο, σε συνδυασμό όμως πάντα με χρηστικό, πρακτικό περιεχόμενο. Κυρίως αναπαρήγαγε τις παλαιότερες θεωρίες για τη στρατιωτική οργάνωση. Επιχείρησε να πείσει τους ιθύνοντες ότι το στρατιωτικό μεγαλείο ήταν δυνατόν να ανορθωθεί μέσω της μελετημένης επαναφοράς και προσεκτικής εφαρμογής παλαιών, κλασικών, προτύπων. Πεδίο αναφοράς και έμπνευσης καθίσταται το παρελθόν, ως οδηγός όμως για το μέλλον. Υπ’ αυτήν την έννοια, το εν λόγω σύγγραμμα συνιστούσε παράλληλα ένα «πολιτικό μανιφέστο», μία πολιτική και στρατηγική πρόταση καταπολέμησης των αδυναμιών και άρσης του αδιεξόδου που βίωνε εν μέρει η ύστερη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία προς τα τέλη του 4ου αι. Παρ’ όλα αυτά, ο Βεγέτιος μετέδωσε εκτός των άλλων πρακτικές συμβουλές, λυσιτελείς παραινέσεις και χρήσιμα γνωμικά, όλα αυτά πάντοτε επίκαιρα και διαχρονικά, και προσπάθησε να συντάξει ένα έργο ωφέλιμο για κάθε στρατιωτικό ηγήτορα.

Οι μεταταναστευτικές οδοί κατά την Ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Για όλους τους παραπάνω λόγους αξίζει να σταχυολογήσουμε και να εκθέσουμε τα κεφάλαια εκείνα που ασχολούνται με θέματα στρατιωτικής τακτικής και επιχειρήσεων πεζικού, ιππικού, ή και μεικτών. Μάλιστα, ο συγγραφέας φρόντισε να ανακεφαλαιώσει με εύσχημο τρόπο και να συνοψίσει τα συμπεράσματά του υπό τη μορφή εξαιρετικά ενδιαφερόντων δογμάτων στο τελευταίο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου της Epitoma rei militaris. Άλλωστε, στην εισαγωγή του ίδιου βιβλίου ο Βεγέτιος διατύπωσε το κλασικότερο ίσως πολεμικό-στρατιωτικό ρητό όλων των εποχών: «όποιος επιθυμεί ειρήνη ας προετοιμάζεται για πόλεμο· όποιος επιθυμεί τη νίκη να εκπαιδεύει επιμελώς τους στρατιώτες· όποιος επιδιώκει ευνοϊκά αποτελέσματα να πολεμά επιδέξια, όχι τυχαία» (III.Praefatio: “qui desiderat pacem, praeparet bellum; qui victoriam cupit, milites inbuat diligenter; qui secundos optat eventus, dimicet arte, non casu”, ευρύτατα γνωστό και συντετμημένο ως εξής: Si vis pacem, para bellum).

 

II. Παρατηρήσεις ως προς την τακτική ανωτερότητα του πεζικού έναντι του ιππικού

 

Κατ’ αρχήν, οφείλουμε να έχουμε πάντοτε υπόψη ότι απώτερος στόχος του Βεγέτιου ήταν να περάσει το μήνυμα «όπισθεν ολοταχώς» ως τη μοναδική διέξοδο από την κρίση και την παρακμή, την οποία θεωρούσε υπαρκτή. Πίστευε ακράδαντα ότι το (ύστερο) Ρωμαϊκό κράτος μπορούσε να ελπίζει σε σωτηρία και ανάκαμψη μόνον εφόσον ο στρατός της εποχής του εφάρμοζε παραδειγματικά την οργάνωση και τις πρακτικές του παλαιότερου ρωμαϊκού στρατού. Γι’ αυτό άλλωστε συνέγραψε πραγματεία περί των στρατιωτικών, ούτως ώστε να «προτείνει» τον «κλασικό» ρωμαϊκό στρατό ως πρότυπο για την αναδιοργάνωση του «ύστερου» ρωμαϊκού στρατού. Ο Βεγέτιος αφενός επέλεξε συνειδητά να στρέψει την προσοχή και να προκρίνει την αναβάθμιση του όπλου του πεζικού, ενώ αφετέρου απέφυγε σκοπίμως να δώσει βαρύτητα στο ιππικό. Γιατί όμως; Προφανώς επειδή εντόπισε ως βασικό πρόβλημα την παρακμή του πεζικού, ενώ ήταν ανέκαθεν γνωστό ότι οι Ρωμαίοι διακρίνονταν ιδιαίτερα για την ποιότητα και την ισχύ του πεζικού τους, το οποίο άλλωστε τους είχε χαρίσει μία ολόκληρη «παγκόσμια, οικουμενική» αυτοκρατορία (πρβ. Veg. I.1, 7-8, 20-21, 28 · II.18 · III.1-3).

Με αυτή τη λογική, ο Βεγέτιος στόχευσε και επικέντρωσε τις προτάσεις του στη συνολική βελτίωση ειδικά του πεζικού μέσω της συγκέντρωσης και καταγραφής της πρότερης γνώσης στον τομέα αυτόν. Στόχος του ήταν να καταστήσει σαφέστερες τις προθέσεις, σταθερότερα τα επιχειρήματα και επιτυχέστερα τα συμπεράσματά του. Έτσι, σε κάθε εισαγωγή στα τρία πρώτα βιβλία της πραγματείας του (όπως επίσης στα κεφάλαια III.9 και 26), ο συγγραφέας ομολογεί πως έθεσε ως βασική του επιδίωξη να συνοψίσει προγενέστερα  έργα στρατιωτικής τακτικής, κατ’ εντολή μάλιστα ενός μη κατονομαζόμενου ρητά αυτοκράτορα. Συνεπώς, το σύγγραμμά του βρίθει αναλύσεων επί θεμάτων που άπτονται κυρίως του όπλου του πεζικού. Μεταξύ αυτών ανευρίσκουμε πολλές αναφορές σε διάφορα ζητήματα πολεμικής τακτικής, όπως θα διαπιστώσουμε στις αμέσως επόμενες ενότητες και παραγράφους.

Κατ’ αρχάς, ο Βεγέτιος προέβη σε μία καίρια στρατηγική παρατήρηση ώστε να αναδείξει τη βαρύνουσα και πρωτεύουσα σημασία του όπλου του πεζικού. Στην αρχή του δεύτερου βιβλίου (II.1) σημείωσε ότι «οι πεδιάδες προστατεύονται κατά κανόνα από το ιππικό, οι θάλασσες και οι ποταμοί από το ναυτικό, οι λόφοι, οι πόλεις και το επίπεδο ή ανώμαλο έδαφος από το πεζικό· άρα, το πεζικό θεωρείται πιο χρήσιμο και ωφέλιμο, γιατί μπορεί να υπηρετήσει και να διεξαγάγει επιχειρήσεις οπουδήποτε». Με άλλα λόγια, υπογράμμισε σε θεωρητικό επίπεδο την ανώτερη ευελιξία του πεζικού, ως όπλο ευπροσάρμοστο με δυνατότητα «πολλαπλών χρήσεων», αφού μπορούσε να εκπληρώνει πολεμικές αποστολές σχεδόν όλων των τύπων σε ποικίλα περιβάλλοντα και διαφορετικά γεωγραφικά ανάγλυφα.

Στο ίδιο βιβλίο, ο συγγραφέας σημείωσε ότι το πεζικό δέον να παρατάσσεται σε δύο βασικές γραμμές μάχης (II.8, II.15), ενώ μία τρίτη γραμμή αποτελούν οι «τριάριοι» (triarii), δηλαδή βαριά εξοπλισμένοι και θωρακισμένοι πεζοί στο πρότυπο των αρχαίων Ελλήνων οπλιτών (II.16). Γίνεται αμέσως αντιληπτό, ότι ο Βεγέτιος αναπαράγει την παράταξη μάχης των ρωμαϊκών λεγεώνων της ρεπουμπλικανικής εποχής, που παρατάσσονταν συνήθως σε δύο ή τρεις γραμμές (duplex ή triplex acies).

Σε τελική ανάλυση, το βαρύ πεζικό οφείλει να εμπλέκεται σε συγκρούσεις με αντιπάλους εχθρούς αφού πρώτα έχει λάβει θέσεις μάχης ως murus ferreus, δηλαδή ως «σιδηρούν τείχος». Έμπροσθεν αυτού παρατάσσονται ελαφρά οπλισμένοι πεζοί, όπως τοξότες και σφενδονήτες. Εκείνοι δημιουργούν προστατευτικό προπέτασμα για τη φάλαγγα του βαρέως πεζικού, επιφέροντας φθορά και απώλειες στην αντίπαλη παράταξη πριν από τη κύρια συμπλοκή και τη βίαιη σύγκρουση των αντιπάλων παρατάξεων. Τότε, οι λεγεωνάριοι με την αποτελεσματική χρήση των υσσών (pila) και του ξίφους τους (gladium) αναμένεται να υπερισχύσουν του εχθρού (II.17).

Εντούτοις, τόσο ευρεία πλειάδα επιχειρήσεων σε διάφορα εδάφη με συμπαγείς πολεμικούς σχηματισμούς μπορούν να φέρουν εις πέρας μόνον άρτια εκπαιδευμένοι οπλίτες. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Βεγέτιος είχε ήδη τονίσει στο πρώτο βιβλίο (I.26) ότι οι όλοι οι νεοσύλλεκτοι οφείλουν εξαρχής να εκπαιδεύονται σε ορισμένες πολύ βασικές τακτικές ανάπτυξης πολεμικών σχηματισμών και παρατάξεων. Τοιουτοτρόπως, αφενός εξοικειώνονται στον τρόπο «μάχεσθαι» διατηρώντας τις γραμμές και τη συνοχή τους, ενώ αφετέρου ανταποκρίνονται στη διενέργεια διαφόρων τύπων πολεμικών επιχειρήσεων υπό εξειδικευμένες συνθήκες και ποικίλες απαιτήσεις. Πιο συγκεκριμένα απαριθμεί (α) την «απλή εκτεταμένη γραμμή μάχης» (simplex et extenta acies), (β) τη «διπλή γραμμή μάχης» (duplex acies), (γ) τον «τετράγωνο σχηματισμό μάχης» (quadrata acies), (δ) τον «τριγωνικό σχηματισμό» (trigonum), γνωστό και ως «σφήνα» (cuneus), καθώς και (ε) τον «κυκλικό σχηματισμό» (orbis).

 

 Θεμελιώδεις τακτικές ανάπτυξης γραμμών μάχης

Η πληρέστερη ανάλυση σχετικά με τις τακτικές του πεζικού (και του ιππικού βεβαίως, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω) συγκεντρώνεται στο τρίτο και εκτενέστερο βιβλίο της Στρατιωτικής Επιτομής. Σε εκείνο, ο Βεγέτιος αρχικά εξειδίκευσε τα στρατηγικά του συμπεράσματα όσον αφορά την επιτυχέστερη αξιοποίηση των διαφόρων όπλων του στρατού ως εξής: πρώτον, ψιλοί και τοξότες, δηλαδή ελαφρά οπλισμένοι πεζοί, σε συνδυασμό με επίλεκτο ιππικό μπορούν να παρέχουν πλευρική προστασία σε στράτευμα που τελεί σε πορεία διαμέσου εχθρικής περιοχής. Γενικά, είναι σκόπιμο ελαφρύ πεζικό σε συνεργασία με ανάλογο ελαφρύ ιππικό να καλύπτει τα νώτα ενός στρατού σε φάση πορείας (III.6). Δεύτερον, εφόσον ο στρατιωτικός ηγήτορας εμπιστεύεται τη δύναμη του ιππικού μπορεί να πολεμήσει σε ανοιχτό αναπεπταμένο πεδίο, εάν όμως εμπιστεύεται περισσότερο τη δύναμη του πεζικού οφείλει να δώσει μάχη σε δύσβατες ή ορεινές περιοχές, σε ανώμαλο έδαφος, σε έλη ή πυκνόφυλλα δάση (III.10). Τρίτον, όταν επιθυμεί να νικήσει εχθρικό ιππικό με πεζικό καλό είναι να επιλέγει τραχύ, ανώμαλο και ορεινό πεδίο. Όταν όμως επιθυμεί να νικήσει εχθρικό πεζικό με ιππικό, τότε καλύτερα να αποσύρεται σε υψηλότερη θέση, επίπεδη όμως και ανοιχτή, καθώς και ανεμπόδιστη από δάση ή έλη (III.13).

Από τις παραπάνω νουθεσίες, καθίσταται εκ νέου σαφής η διάσταση στο εύρος χρήσης του πεζικού και του ιππικού. Σύμφωνα με τον Βεγέτιο, το πεζικό μπορεί να αναπτυχθεί για πόλεμο σε περισσότερους τύπους πεδίων μάχης συγκριτικά με το ιππικό. Στο σημείο αυτό κρίνουμε πως ο συγγραφέας πέρασε από τη θεωρητική έμφαση της υπεροχής του πεζικού, όπως την περιέγραψε στο δεύτερο βιβλίο, στην πρακτική υπογράμμιση της υπεροχής του έναντι του ιππικού σε επίπεδο πλέον γενικών συμβουλών για επιλογή ορθής τακτικής με βάση το γεωγραφικό ανάγλυφο. Στη συνέχεια του τρίτου βιβλίου, ο Βεγέτιος αναφέρθηκε εκτενέστερα σε σχέση με προηγουμένως στη βασική παράταξη μάχης του στρατού. Κατόπιν περιέγραψε διεξοδικά διάφορες πολεμικές τακτικές και σχηματισμούς, καθώς και τα πλεονεκτήματα και την αποτελεσματικότητα των διαφόρων θεμελιωδών παρατάξεων μάχης που δύνανται να επιφέρουν τη νίκη στις φίλιες στρατιωτικές δυνάμεις.

Άνδρες (πιθανότατα βάρβαροι) της προσωπικής φρουράς του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄. Ανάγλυφο από τη στήλη του Θεοδοσίου Α΄ στην Κωνσταντινούπολη (π. 390).

                   

III. Η προτεινόμενη βασική γραμμή μάχης

 

Η βασική γραμμή μάχης (αγγλ. battle line) αποτελείται από τις δύο, προαναφερθείσες, σειρές (ή γραμμές) πεζικού που συγκροτούν ένα «στιβαρό τείχος» (ad vicem muri) θωρακισμένων ανδρών (πρβ. II.17), προφανώς υπό τη μορφή συνασπισμένης φάλαγγας. Η τρίτη σειρά απαρτίζεται από ευκίνητους ελαφρούς στρατιώτες, τοξότες και ακοντιστές, Στην τέταρτη παρόμοια εξοπλισμένη σειρά τοποθετούνται οι mattiobarbuli, δηλαδή οι ειδικοί χειριστές βελοειδών βλημάτων (λατ. plumbatae, αγγλ. darts). Στην πέμπτη σειρά βρίσκονται τα βαρέα εκηβόλα όπλα (το «πυροβολικό» της εποχής εκείνης, δηλαδή καταπέλτες, όναγροι, βαλλίστρες κ.ο.κ.). Τέλος, στην έκτη σειρά παρατάσσονται οι triarii, βαριά οπλισμένοι πεζικάριοι που αξιοποιούνταν ως γραμμή στήριξης της όλης παράταξης (III.14).

 

Ποικίλες εικόνες αντικτύπου βολής βλημάτων

Οι δύο πρώτες σειρές επανδρωμένες από έμπειρους πεζούς αγκίστρωναν τον εχθρό. Ειδικά οι πεζικάριοι στη δεύτερη σειρά εκτόξευαν βαρύτερα (spicula) και ελαφρύτερα (lanceae) ακόντια ρίψης. Την ίδια στιγμή, οι άλλες τρεις σειρές σφυροκοπούσαν επίσης τις εχθρικές θέσεις με πάσης φύσεως και διαμετρήματος βλήματα. Η έκτη σειρά αποτελούσε τη γενική εφεδρεία (III.14). Στόχος προφανής και πρώτιστος ήταν η καταβολή του αντιπάλου μέσω της μαζικής προσβολής του με βλήματα κάθε είδους, ωσότου εξασθενίσει και εξουθενωθεί από τις βαριές απώλειες, ώστε να υποστεί σημαντική αραίωση στις τάξεις του πριν από την εξαπόλυση τελικής επίθεσης προς ανατροπή του.

Μεταφερόμενη βαλλίστρα (Carroballista). Λεπτομέρεια από τη στήλη του Τραϊανού στη Ρώμη.

Ο Βεγέτιος ορίζει ως βασικό μήκος της συνολικής παράταξης τα 1.000 βήματα, περίπου 1.500 σημερινά μέτρα. Η καθεμία γραμμή ιδανικά περιλαμβάνει 1.666 πεζικάριους (σε απόσταση 3 ρωμαϊκών ποδών, δηλ. περίπου ενός μέτρου, ο ένας από τον άλλο), ενώ και οι έξι γραμμές (με διάστημα 6 ρωμαϊκών ποδών, δηλ. περίπου 2 μέτρων, μεταξύ τους) διαθέτουν συνολικά σχεδόν 10.000 πεζικάριους. Σημειώνει επίσης ότι 10.000 οπλίτες μπορούν εναλλακτικά να συγκροτήσουν τρεις γραμμές και να απλωθούν σε 2.000 βήματα, τουτέστιν περίπου 3.000 μέτρα. Ωστόσο, ο συγγραφέας συνέστησε να αποφεύγεται η υπερεπιμήκυνση της παράταξης μάχης. Αντιθέτως, θεώρησε καλύτερο να είναι πιο συμπακτωμένη με περισσότερο βάθος, δηλαδή μεγαλύτερο αριθμό γραμμών, ώστε να απορροφάται ο αντίκτυπος μιας –ενδεχομένως ισχυρής και βίαιης– εχθρικής προσβολής (III.15).

 

IV. Άλλοι προτεινόμενοι σχηματισμοί μάχης και πολεμικές τακτικές

 

Ο Βεγέτιος κατέγραψε και περιέγραψε τρεις βασικούς σχηματισμούς μάχης (αγγλ. battle formations), που μπορούν να εφαρμοστούν εναλλακτικά ή ακόμη και συνδυαστικά ως πολεμικές τακτικές (αγγλ. battle tactics): (α) τη «σφήνα» (cuneus, αγγλ. flying wedge), (β) τη «λαβίδα» (forfex, αγγλ. inverted wedge) και (γ) το επονομαζόμενο «πριόνι» (serra, αγγλ. echelon formation?), πιθανώς συνδυασμό των δύο προηγουμένων (III.17). Σε αυτό το σημείο υπογραμμίζουμε τη διαφορά μεταξύ της «παράταξης μάχης», που αφορά στην εκτεταμένη «γραμμική» ανάπτυξη των στρατιωτικών μονάδων καθ’ όλο το μήκος του πεδίου μάχης, αλλά σε διαφόρους επιμέρους «σχηματισμούς» αναλόγως με τις ειδικότερες «τακτικές» που προορίζονται εκείνοι να εφαρμόσουν.

Σε κάθε περίπτωση, όλες οι γραμμές και οι σχηματισμοί μάχης οφείλουν να υποστηρίζονται από εφεδρείες στα μετόπισθεν. Ο Βεγέτιος αξιολογεί ως χρησιμότατη την πρόνοια για ύπαρξη ταχυκίνητων εφεδρικών δυνάμεων πίσω από τη βασική γραμμή μάχης (αγγλ. battle line). Οι εφεδρείες τοποθετούνται κατάλληλα σε καίρια σημεία καθ’ όλο το μήκος της παράταξης, ώστε να καλύπτουν τόσο τις πτέρυγες όσο και το κέντρο. Οι δυνάμεις αυτές πρέπει να αποτελούνται από επίλεκτους πεζούς και ιππείς, ώστε να παρέχουν άμεση επικουρία όπου χρειάζεται κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Προσδίδουν, έτσι, στο στράτευμα αφενός το απαραίτητο τακτικό βάθος και αφετέρου ταχεία και αποτελεσματική αντίδραση σε κάθε είδους απρόοπτες αντιξοότητες που ενδεχομένως προκύψουν κατά τη διεξαγωγή της μάχης. Μάλιστα, από αυτούς τους εφεδρικούς στρατιώτες μπορούν να συγκροτηθούν ενισχυμένες «σφήνες», «λαβίδες» ή «πριόνια» για να πλαισιώσουν και να ενισχύσουν τις πρώτες γραμμές. Γενικά, ο συγγραφέας συστήνει μικρό μήκος παράταξης μάχης αν ο στρατός είναι ολιγάριθμος, με παράλληλη διατήρηση ισχυρής εφεδρείας στα μετόπισθεν ως υποστήριξη. Χάρη στη συντονισμένη δράση βαρέως πεζικού στο κέντρο και βαρέως ιππικού με τη συνοδεία ελαφρού πεζικού από τα άκρα είναι δυνατόν να επιτευχθεί σύντομα και γρήγορα αποφασιστική διάρρηξη του εχθρικού μετώπου (III.17).

Φρίσιοι μισθοφόροι στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού.

Πιο συγκεκριμένα, ο Βεγέτιος αξιολογεί ως ωφέλιμη την παράταξη στο δεξιό κέρας ιππικού εφεδρείας ανάμεικτου με ελαφρύ πεζικό για διεξαγωγή επιθέσεων από τα πλάγια εναντίον του αντιπάλου αριστερού κέρατος. Άλλωστε, ο στρατηγός παραδοσιακά διηύθυνε τα στρατεύματά του από τη δεξιά πτέρυγα. Από την άλλη πλευρά, το αριστερό κέρας οφείλει και αυτό να αποτελείται από έμπειρους ιππείς σε εφεδρεία και ταχυκίνητους πεζικάριους, όπως και το αντίστοιχο δεξιό. Στο κέντρο της παράταξης προκρίνει τον σχηματισμό από βαρύ (εφεδρικό) πεζικό ισχυρής «σφήνας» (cuneus, caput porcinum), σχήματος περίπου ελληνικού «Λ» ή «Δ». Πρόκειται για συμπακτωμένο σχηματισμό πεζικού στενότερο έμπροσθεν και πλατύτερο όπισθεν, μέσω του οποίου εκτοξεύεται πλήθος ακοντίων σε επιλεγμένο σημείο της αντίπαλης παράταξης για την πρόκληση ρήξης. Τη μαζική εκτόξευση ακοντίων ακολουθούσε άμεση και βίαιη προσβολή του εχθρού με αντικειμενικό σκοπό (ΑΝΣΚ) τη διάτρηση και διάσπαση της αντίπαλης παράταξης. Αν όμως αντιθέτως ο εχθρός έχει ήδη παραταχθεί σφηνοειδώς και επιχειρήσει να πλήξει αυτός πρώτος τη φίλια δύναμη, τότε στο κέντρο οφείλει να σχηματιστεί από τους ίδιους βαριά οπλισμένους πεζικάριους «λαβίδα» (forfex), σχήματος περίπου λατινικού «V» ή «U», ώστε να αντιπαρατεθεί αποτελεσματικά στην εχθρική «σφήνα». Παραταγμένα κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα στρατεύματα μπορούν να απορροφήσουν το πλήγμα και να περισφίξουν την αντίπαλη «σφήνα». Τότε, οι εχθροί όχι μόνο δεν θα κατορθώσουν να διατρήσουν τη φίλια παράταξη, αλλά τουναντίον θα περικυκλωθούν και θα συντριβούν (III.18-19).

Ο Βεγέτιος αναφέρει, επίσης, τον «πριονωτό» σχηματισμό (serra), χάρη στον οποίο δύναται να αποκατασταθεί μια διαταραγμένη πρώτη γραμμή μάχης (III.19). Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας περιέγραψε τη χρησιμότητα, αλλά όχι τη λειτουργία ούτε τη μορφή αυτού του ιδιαίτερου και περίεργου σχηματισμού. Ωστόσο, τόσο ο τρόπος λειτουργίας όσο και η μορφή θεωρούμε πως μπορούν να αποκατασταθούν. Κατ’ αρχάς, υπάρχει η μαρτυρία του λεξικογράφου Σέξτου Πομπήιου Φήστου (2ος αι. μ.Χ.). Ο Φήστος παραπέμπει σε παλαιότερη σχετική αναφορά του Κάτωνα του «τιμητή» (3ος-2ος αι. π.Χ.). Αντλεί από εκείνη και μας πληροφορεί ότι ο όρος serra «σήμαινε μία μέθοδο μάχης που συνδύαζε επιθετικές ενέργειες και υποχωρητικούς ελιγμούς σε συνεχή εναλλαγή, χωρίς ποτέ να παραμένει στατική η παράταξη».3 Με άλλα λόγια, έτσι περιγραφόταν η τακτική της αδιάκοπης παρενόχλησης του εχθρού με αλλεπάλληλες εφορμήσεις και προσποιητές οπισθοχωρήσεις, δηλαδή με κινήσεις μπρος-πίσω, οι οποίες προσομοίαζαν την κίνηση ενός πριονιού.

Αυτά τα δύο στοιχεία μάς οδήγησαν σε δύο διαπιστώσεις. Πρώτον, ο «πριονωτός» σχηματισμός ασφαλώς προφύλασσε τις διαταραγμένες γραμμές όπισθεν αυτού. Δημιουργούσε ένα προστατευτικό προκάλυμμα, μία «ενδιάμεση ζώνη» (αγγλ. buffer zone). Απέτρεπε, έτσι, την αποσύνθεσή των κύριων γραμμών και επέτρεπε, επομένως, την ανασυγκρότησή τους. Την ίδια στιγμή, οι αντίπαλοι υποβάλλονταν σε διαρκή φθορά και απώλειες (αγγλ. attrition). Αδυνατούσαν, λοιπόν, να εκμεταλλευτούν περαιτέρω το ρήγμα που είχαν επιφέρει ώστε να επιτύχουν την οριστική διάλυση της φίλιας παράταξης. Κατά συνέπεια, η serra λειτουργούσε ως προμετωπίδα, η οποία προστάτευε τις φίλιες δυνάμεις και ταυτόχρονα αποθάρρυνε τις εχθρικές. Αντικειμενικός σκοπός ήταν η «απαγόρευση» επαφής τού κυρίως σώματος των δύο αντιπάλων παρατάξεων, δηλαδή του αμυνόμενου φίλιου που υποχωρούσε ή φυλλορροούσε και του επιτιθέμενου εχθρικού που προωθούνταν ή προήλαυνε. Δεύτερον, ο «πριονωτός» σχηματισμός σήμαινε ίσως κλιμακωτή διάταξη μονάδων και σχηματισμών με αμυντικό προσανατολισμό (αγγλ. echelon formation, en echelon). Με τη μέθοδο αυτή σχηματίζονταν εσοχές και προεξοχές μπροστά από τη βασική γραμμή μάχης, αφενός για απορρόφηση και απόκρουση εχθρικών προσβολών και αφετέρου για αποφυγή περαιτέρω διάσπασης της συνοχής της κύριας παράταξης.

Ο Βεγέτιος ανέφερε, τέλος, τον σχηματισμό «ομάδων μάχης» (globus). Αυτοί εκτελούσαν σποραδικές καταδρομικές επιθέσεις κατά του εχθρού ξεπηδώντας μέσα από τις φίλιες γραμμές, δηλαδή από τη συμμαχική παράταξη. Τέτοιου τύπου και είδους «ομάδες κρούσης» σίγουρα αποτελούνταν από ελαφρά οπλισμένους –και επομένως ευκίνητους– στρατιώτες (velites), πεζούς και ιππείς. Σε αυτήν την περίπτωση, εκτιμώ ότι μάλλον σκιαγραφούσε επιθέσεις ακοντιστών (lanciarii) με τη ενδεχόμενη σύμπραξη ελαφρού ιππικού. Εισχωρώντας μέσα από τα κενά της συμμαχικής παράταξης, οι ευέλικτοι «λαγκιάριοι» σε συνεργασία με ταχυκίνητους ιππείς εμφανίζονταν απρόοπτα εμπρός στους εχθρούς και τους προσέβαλλαν αιφνιδιαστικά δημιουργώντας προπέτασμα με μαζικές ρίψεις ακοντίων. Με αυτή τη μέθοδο, πλην των βέβαιων απωλειών, επέφεραν περαιτέρω σύγχυση και ταραχή στους αντιπάλους. Αντιστοίχως, για την αντιμετώπιση ευκίνητων βαρβαρικών «δρούγγων» (drungi), δηλαδή ελισσόμενων εχθρικών σχηματισμών ιππικού που προσβάλλουν συνήθως την αριστερή πλευρά και σπανιότερα τη δεξιά, ο Βεγέτιος συνέστησε τον σχηματισμό «κύκλου» (orbis) στα άκρα –αριστερό και δεξιό– της παράταξης για την ολόπλευρη κάλυψη των πτερύγων (III.19).

 

Πολεμικοί σχηματισμοί: «cuneus», «forfex», «serra», «globus»

 

 V. Οι επτά προτεινόμενες παρατάξεις μάχης

 

Το εκτενές εικοστό κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου (III.20) της Epitoma rei militaris είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στην περιγραφή τρόπων ανάπτυξης γραμμών μάχης, δηλαδή στις διάφορες εναλλακτικές μεθόδους παράταξης μάχης (αγγλ. battle order). Μάλιστα, στους «γενικούς κανόνες πολέμου» (regulae bellorum generales) –στο εικοστό έκτο κεφάλαιο του ίδιου βιβλίου (III.26) όπου παρατίθενται τριάντα βασικές αρχές και πρακτικές συμβουλές για κάθε ηγήτορα– ο Βεγέτιος αναφέρει μεταξύ των άλλων υπό ποίες προϋποθέσεις οφείλει να επιλέγεται κάθε προτεινόμενη παράταξη μάχης, ώστε να βελτιστοποιούνται οι πιθανότητες νίκης. Τοιουτοτρόπως ο συγγραφέας πρωτοτυπεί, αφού κατορθώνει να συνδέσει εύστοχα τη θεωρία με την πράξη. Επτά είναι, λοιπόν, οι συνιστώμενες παρατάξεις μάχης:4

 

Η βασική και οι επτά προτεινόμενες εναλλακτικές παρατάξεις μάχης

(1) Η «παραλληλόγραμμη παράταξη μάχης υπό μορφή τετραγώνων» (fronte longa quadro exercitu). Αποτελούσε τον «παραδοσιακό» και «συντηρητικό» τύπο ανάπτυξης γραμμών μάχης σε ευθεία γραμμή, με το πεζικό στο κέντρο, το ιππικό και το ελαφρύ πεζικό στα κέρατα (και ως εφεδρεία στα μετόπισθεν). Συνδυάζεται με τη διενέργεια μετωπικής επίθεσης (αγγλ. frontal assault) εναντίον του εχθρού σε όλο το μήκος του μετώπου. Ο Βεγέτιος τη συνιστά μόνο σε έμπειρους ηγέτες και στρατούς. Όπως ισχυρίζεται, η πείρα έχει αποδείξει ότι, όταν μία παράταξη μάχης υπερεκτείνεται, τότε σχηματίζονται κενά, τα οποία ο εχθρός μπορεί δυνητικά να εκμεταλλευτεί προς όφελός του. Συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 15: μόνον όποιος υπερισχύει συντριπτικά σε αριθμούς, όπως και σε θάρρος και ηθικό, να επιλέγει την «παραλληλόγραμμη τετράγωνη» παράταξη μάχης.

(2) Η «λοξή παράταξη μάχης» (depugnatio obliqua), η οποία θεωρείται από τον Βεγέτιο ως η καλύτερη.5 Πρόκειται για την πρωτότυπη και αυθεντική γραμμή μάχης με την οποία παρέταξε ο Θηβαίος στρατηγός Παγώνδας τους Βοιωτούς στη μάχη του Δηλίου το 424 π.Χ. και χάρη στην οποία νίκησε τους Αθηναίους (Θουκ. 4.93.4). Σύμφωνα με τον συγγραφέα, όταν εφαρμόζεται «λοξή παράταξη» μάχης, η αριστερή πτέρυγα αγκιστρώνει αποτρεπτικά και αμυντικά την αντίπαλη δεξιά, ενώ η δεξιά πτέρυγα αποτελούμενη από έμπειρους ιππείς και πεζικάριους επιτίθεται και ανατρέπει την αντίπαλη αριστερή με υπερκέραση (αγγλ. single envelopment) επιφέροντας τη νίκη. Οι γραμμές αναπτύσσονται γενικά σε σχήμα γράμματος «Α» ή αλλιώς αλφαδιού. Αν όμως ο εχθρός αναλάβει πρώτος επιθετική πρωτοβουλία κινήσεων, τότε η αριστερή πτέρυγα οφείλει να ενισχυθεί από οργανωμένη εφεδρική γραμμή έμπειρων ιππέων και πεζικάριων όπισθεν αυτής ώστε να αντέξει την εχθρική προσβολή. Η «λοξή» παράταξη μάχης (αγγλ. oblique order) συνιστούσε έναν μείζονα υπερκερωτικό ελιγμό (αγγλ. flanking maneuver) εκ δεξιών (άρα ο στροφέας της κύριας επιθετικής ενέργειας εκτελείται προς τα αριστερά) και συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 16: αυτός που κρίνει ότι τακτικά μειονεκτεί να επιλέγει αυτήν την παράταξη και να κινείται εναντίον του αντίπαλου αριστερού.

(3) Η «(αντίστροφη) λοξή παράταξη μάχης» παρόμοια με τη δεύτερη (depugnatio similis secundae). Σε αυτήν την τροποποιημένη εκδοχή ενισχύεται –αντί της δεξιάς– η αριστερή πτέρυγα με το πλέον αξιόμαχο ιππικό και πεζικό. Κατόπιν τούτου, διενεργείται άμεση επίθεση εναντίον του δεξιού της εχθρικής παράταξης με αντικειμενικό σκοπό την υπερκέρασή του (αγγλ. single envelopment). Πρόκειται για την «κλασική» λοξή παράταξη. Την εφάρμοσαν οι Θηβαίοι και οι Βοιωτοί τόσο στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ. εναντίον των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους, όσο και αργότερα στη μάχη της Μαντινείας το 362 π.Χ. εναντίον των Λακεδαιμονίων, των Αθηναίων και των συμμάχων τους (βλ. αντιστοίχως Ξεν. Ελλ. 6.4.12 και 7.5.21-24). Ωστόσο, ο Βεγέτιος εφιστά την προσοχή στη διατήρηση αλώβητης της αδύναμης –καθότι στελεχωμένης με κατώτερης στάθμης στρατεύματα– δεξιάς πτέρυγας στα μετόπισθεν. Πράγματι, το δεξιό κέρας οφείλει να παραμείνει απρόσβλητο από τον εχθρό. Πρέπει, συνάμα, να μην επιτραπεί στον εχθρό να εισχωρήσει στα κενά μεταξύ των γραμμών, να διασπάσει τη συνοχή τους και να αποκόψει την επαφή των πτερύγων διενεργώντας επίθεση με «σφήνες». Άρα, η παράταξη αυτή επιλέγεται μόνον εφόσον η δεξιά εχθρική πτέρυγα είναι ασυνήθως αδύναμη, ενώ η φίλια αριστερή πτέρυγα επαρκώς ισχυρότερη. Η «αντίστροφη λοξή παράταξη μάχης» (δηλαδή η πρώτη παραλλαγή «λοξής» παράταξης, αγγλ. oblique order) συνιστούσε έναν μείζονα υπερκερωτικό ελιγμό (αγγλ. flanking maneuver) εξ αριστερών (άρα ο στροφέας της κύριας επιθετικής ενέργειας εκτελείται προς τα δεξιά) και συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 17: αυτός που διαθέτει πολύ γενναία αριστερή πτέρυγα να επιλέγει αυτήν την παράταξη και να κινείται εναντίον του αντίπαλου δεξιού.

Κινούμενο σχέδιο της «(αντίστροφης) λοξής φάλαγγας»

(4) Η αιφνιδιαστική άμεση επίθεση και πλευρική προσβολή του εχθρού ταυτόχρονα από αριστερά και δεξιά με συγκλίνουσες τις δύο πτέρυγες. Πρόκειται ουσιαστικά για τη διενέργεια μείζονος υπερκερωτικού ελιγμού και από τα δύο κέρατα ταυτοχρόνως (αγγλ. pincer movement ή double envelopment). Η διπλή υπερκέραση έχει ως στόχο την υπερφαλάγγιση (αγγλ. outflanking), περικύκλωση και συντριβή του εχθρού.6 Το κλασικότερο παράδειγμα εφαρμογής αυτής της τακτικής αποτελεί η μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. οπότε οι Αθηναίοι υπό τον στρατηγό Μιλτιάδη κατανίκησαν τους Πέρσες. Η επιλογή αυτής της –ευρείας και άκρως τολμηρής, συμπληρώνουμε– επιθετικής κίνησης διενεργείται από στρατηγό που διοικεί εμπειροπόλεμους και γενναίους στρατιώτες. Αποσκοπεί στον αιφνιδιασμό των αντιπάλων και στη γρήγορη και σύντομη διάλυση της εχθρικής παράταξης. Συντελείται προτού το απροστάτευτο κέντρο εκτεθεί σε αντίπαλη προσβολή. Σε αυτήν την περίπτωση, η χρονική παράταση τέτοιας επιθετικής ενέργειας καθίσταται επικίνδυνη για το φίλιο στράτευμα, εφόσον ο εχθρός συγκρατήσει τις δυνάμεις του, διατηρήσει τη συνοχή της παράταξής του και επιχειρήσει οργανωμένη αντεπίθεση εναντίον των διαχωρισμένων επιτιθέμενων πτερύγων και του ασθενούς κέντρου. Η «διπλή υπερκέραση» συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 18: μόνον αυτός που διαθέτει πάρα πολύ καλά εκπαιδευμένους στρατιώτες να επιλέγει να επιτεθεί στον εχθρό από τα άκρα.

(5) Η πέμπτη γραμμή μάχης συνιστά «παραλλαγή της τέταρτης παράταξης μάχης», δηλαδή του μείζονος υπερκερωτικού και κυκλωτικού ελιγμού από τα άκρα (αγγλ. pincer movement ή double envelopment). Η τροποποίηση συντελείται με την τοποθέτηση ελαφρά οπλισμένων ανδρών (ψιλών) και τοξοτών μπροστά από την πρώτη γραμμή στο κέντρο. Αυτοί προσφέρουν κάλυψη στο εκτεθειμένο κέντρο σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί άμεση ανατροπή της εχθρικής παράταξης εξαιτίας της γρήγορης και βίαιης επίθεσης από τις πτέρυγες, αλλά αντιθέτως ο εχθρός προλάβει να ανασυγκροτηθεί και να αντεπιτεθεί. Στόχος αυτής της τροποποιημένης διπλής υπερκέρασης παρέμενε η υπερφαλάγγιση (αγγλ. outflanking), περικύκλωση και ολοκληρωτική συντριβή των εχθρικών δυνάμεων. Η τροποποιημένη «διπλή υπερκέραση» με ταυτόχρονη ενίσχυση και προστατευτική κάλυψη του κέντρου συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 19: αυτός που διευθύνει άριστους ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες να επιλέγει αυτήν την παράταξη.

(6) Πάλι παρόμοια με τη «λοξή» παράταξη μάχης (depugnatio similis secundae). Αυτή τη γραμμή ο Βεγέτιος θεωρεί άριστη σε περίπτωση έλλειψης εμπιστοσύνης τόσο στους αριθμούς στρατιωτών όσο και στην ικανότητα προβολής ισχύος των φίλιων δυνάμεων. Επιτυγχάνεται νίκη ακόμη και με αριθμητική μειονεξία, όταν αφενός η δεξιά πτέρυγα, ενισχυμένη με τους καλύτερα εκπαιδευμένους ιππείς και γρήγορους πεζούς, επιτίθεται εναντίον της εχθρικής αριστερής, ενώ αφετέρου διατηρείται η υπόλοιπη παράταξη (κέντρο – αριστερή πτέρυγα) σε ασφαλή απόσταση, απρόσβλητη από τον εχθρό, και πολύ εκτεταμένη σαν ακόντιο. Τότε η φίλια δεξιά πτέρυγα δύναται να υπερκεράσει και να ανατρέψει τους εχθρούς στο αντίπαλο αριστερό κέρας (αγγλ. single envelopment). Την ίδια στιγμή οι υπόλοιπες εχθρικές γραμμές (το κέντρο και το δεξιό κέρας), αδυνατούν να κινηθούν και να αποκτήσουν επαφή με την επιμηκυμένη σε σχήμα περίπου γράμματος «Ι» φίλια παράταξη, καθώς και να επιχειρήσουν τη διενέργεια αντεπίθεσης. Συνίσταται ειδικά ενόσω ο στρατός βρίσκεται εν πορεία. Η συγκεκριμένη «λοξή» παράταξη μάχης (δηλαδή η δεύτερη παραλλαγή «λοξής» παράταξης, αγγλ. oblique order) συνιστούσε έναν μείζονα υπερκερωτικό ελιγμό (αγγλ. flanking maneuver) εκ δεξιών (άρα ο στροφέας της κύριας επιθετικής ενέργειας εκτελείται πάλι προς τα αριστερά) και συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 20: αυτός που δεν εμπιστεύεται ούτε τον αριθμό ούτε το θάρρος και το ηθικό των στρατιωτών του να επιλέγει αυτήν την παράταξη.

(7) Τέλος, η παράταξη του στρατού με αγκίστρωση της μίας πλευράς σε ασφαλές σημείο, δηλαδή ευνοϊκό και αδιαπέραστο κώλυμα, όπως όρος, θάλασσα, ποταμό ή λίμνη, πόλη, έλος, ή γενικά σε ανώμαλο έδαφος. Ενδείκνυται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες ένας στρατός διαθέτει όχι μόνο λιγότερους, αλλά επίσης όχι τόσο γενναίους, άνδρες. Το σύνολο του ιππικού και του ελαφρού πεζικού τοποθετείται στην ακάλυπτη, απροστάτευτη από εδαφικό κώλυμα, πλευρά. Ο υπόλοιπος στρατός παρατάσσεται σε ευθεία παράταξη μάχης με απόληξη το εδαφικό κώλυμα που εμποδίζει την προσπέλαση του εχθρού. Εξαιτίας της φυσικής προστατευτικής κάλυψης από τη μία πλευρά και εξαιτίας της προστασίας που παρέχει η ύπαρξη του ιππικού στην άλλη, οι φίλιες δυνάμεις μπορούν να πολεμήσουν με ασφάλεια, έχοντας καλυμμένα τα πλευρά και τα νώτα τους, σύμφωνα με το σχέδιο μάχης που έχει ήδη επεξεργαστεί ο διοικητής στρατηγός. Η παράταξη του στρατού σε γραμμές μάχης με την αγκίστρωση της μίας πλευράς σε αδιαπέραστο εδαφικό κώλυμα (αγγλ. use and improvement of terrain) συνδέεται με τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 21: αυτός που γνωρίζει ότι διαθέτει λιγότερους και χαμηλού ηθικού στρατιώτες να επιλέγει αυτήν την παράταξη.

 

VI. Συμπεράσματα

 

Συνοψίζοντας όλα τα προκείμενα, ο Βεγέτιος διατύπωσε τον γενικό κανόνα πολέμου αρ. 23 (III.26) σύμφωνα με τον οποίο όποιος (στρατιωτικός διοικητής) εμπιστεύεται το (διαθέσιμο) πεζικό επιβάλλεται να αναζητεί μέρη και εδάφη κατάλληλα για (ανάπτυξη και δράση) πεζικού· (αρμόζει επίσης) να δρα και να ενεργεί περισσότερο μέσω του πεζικού. Σε τελική ανάλυση, η Στρατιωτική Επιτομή του Βεγέτιου μπορεί όντως να χαρακτηριστεί ως εργαλείο επιχειρησιακής αξιοποίησης του πεζικού και ανάπτυξης πολλών και διαφόρων τακτικών, σχηματισμών, γραμμών και παρατάξεων μάχης. Όλα αυτά απαρτίζουν στοιχεία που έχουν όντως αξιόλογο ενδιαφέρον και παράλληλα διαθέτουν σημαντική χρηστικότητα. Αυτό συμβαίνει, παρότι η πραγματεία κινείται εκ πρώτης όψεως σε πνεύμα «οπισθοδρομικό». Αξίζει πάλι σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι η Epitoma rei militaris πρωτίστως έθιγε τα κακώς κείμενα στην οργάνωση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού. Ποικίλα στρατιωτικά ελλείμματα είχαν ήδη επιφέρει αποτυχίες και ήττες από διάφορους αντιπάλους και εχθρούς. Η Στρατιωτική επιτομή δεν έπαυε, ωστόσο, να συνιστά επίσης χρήσιμο τακτικό εγχειρίδιο, όπως διαπιστώσαμε αμέσως παραπάνω.

Στο επόμενο μέρος εκθέτουμε –επίσης διεξοδικά– την ανάλυση του Βεγέτιου σχετικά με τις τακτικές και με την επιχειρησιακή αξιοποίηση ειδικότερα του ιππικού. Ολοκληρώνουμε με γενικές οδηγίες που περιλαμβάνουν άλλες χρήσιμες συμβουλές και στρατηγήματα υπό τη μορφή συνήθως νουθεσιών προς στρατιωτικούς ηγήτορες. Επειδή η βιβλιογραφία είναι κοινή για τα δύο αυτά μέρη, παρατίθεται πλήρως στο τέλος της επόμενης, σχετικής και συνεχόμενης, δημοσίευσης. Εδώ περιοριζόμαστε να παραθέσουμε βιβλιογραφικά στοιχεία μόνο σε όσες πηγές και βοηθήματα παραπέμπουμε ρητά στις υποσημειώσεις, καθώς και στις βιντεοπαρουσιάσεις.

 

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ 02). Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη (με απόσπαση).

 

[Συνεχίζεται]

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1. Βλ. τις δύο προηγούμενες δημοσιεύσεις στην Clio Turbata: «Η Epitoma rei militaris του Βεγέτιου και ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός στο μεταίχμιο μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα» και «Αντανακλάσεις της ταραχώδους «Εποχής των Μεταναστεύσεων» (4ος – 5ος μ.Χ.) στην Epitoma rei militaris του Βεγέτιου και στον ύστερο ρωμαϊκό στρατό».

2. Αντιπρβ. Milner (1991: xxviii), ο οποίος χαρακτηρίζει το έργο όχι ως «αυθεντικό (τεχνικό) εγχειρίδιο πολέμου» αλλά ως «πολιτική και στρατηγική πραγματεία» (The Epitome is…not a true Art of War, but a political and strategic tract). Εντούτοις, πιστεύουμε πως η Επιτομή του Βεγέτιου, παρότι απεικόνιζε έναν στρατιωτικό οργανισμό μάλλον παρωχημένο και σίγουρα όχι πολύ σύγχρονο με την εποχή της, «παρέτασσε» πληθώρα πρακτικών συμβουλών για τακτικές, σχηματισμούς, παρατάξεις μάχης, ακόμη και βασικά στρατιωτικά γνωμικά, διανθισμένα με πλείστα άλλα θέματα στρατιωτικής οργάνωσης που είναι διαχρονικά και χρηστικά. Αντιπρβ. επίσης Luttwak (2009: 366) που χαρακτηρίζει την Epitoma του Βεγέτιου ουσιαστικά ως ένα άκριτο και άμορφο συμπίλημα, στερούμενο πρακτικής ωφελιμότητας. Διαφωνούμε ωστόσο και με αυτήν την εκτίμηση, διότι κατά τη γνώμη μας προδίδει προχειρότητα και έλλειψη μελέτης εις βάθος όλων των παραμέτρων σχετικά με το πλαίσιο συγγραφής και το περιεχόμενο του υλικού του συγκεκριμένου έργου. Επομένως, συμφωνούμε πλήρως με τον Janniard (2008: 19, 20-21), ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι η πραγματεία του Βεγέτιου εκτός του ότι συστήνει την παλαιά λεγεώνα ως ιδεαλιστικό πρότυπο οργάνωσης (κυρίως στο 2ο βιβλίο), δεν παύει να αποτελεί ένα θεωρητικό και συνάμα πρακτικό εγχειρίδιο πολέμου (ειδικά στο 3ο βιβλίο). Παρομοίως Elton 1996: 269.

3. Festus, De verb. sign. 466.28-32 (516): «Serra proeliari dicitur cum assidue acceditur recediturque neque ullo consistitur tempore. Cato de re militari (11): „Sive forte opus sit cuneo, aut globo, aut forcipe, aut turribus, aut serra, uti adoriare.‟». Βλ. Milner 32001: υποσημ. 3 σ. 103. – Janniard 2008: 35.

4. Βλ. Milner 1991: 219-224, με ανάλογα σχετικά παραδείγματα από συγκρούσεις του 4ου αι., όπως τεκμαίρονται από την ιστορική αφήγηση κυρίως του Αμμιανού Μαρκελλίνου.

5. Θεωρούμε πως ο Βεγέτιος τη συνιστά ως βέλτιστη για δύο λόγους: επειδή αφενός αποτελούσε τη «φυσιολογική» φορά επίθεσης των αρχαίων στρατών ώστε να εκμεταλλεύονται την «επί δόρυ» επιθετική πλευρά των ανδρών τους εναντίον της «επ’ ασπίδα» αμυντικής των αντιπάλων τους (πρβ. π.χ. Θουκ. 5.71.1 για τη μάχη της Μαντινείας το 418 π.Χ. Βλ. Wheeler & Strauss 2007: 216), και αφετέρου διότι έτσι ακριβώς κέρδισε την αποφασιστική μάχη των Γαυγαμήλων ο Μ. Αλέξανδρος το 331 π.Χ. εναντίον των Περσών. Τότε, ο Μακεδόνας βασιλιάς εξαπέλυσε προσωπικά μείζονα επίθεση εκ δεξιών, χάρη στην οποία προέλασε σαρωτικά πλήττοντας ανεπανόρθωτα την περσική παράταξη. Ταυτοχρόνως, η αριστερή πτέρυγα υπό τον Παρμενίωνα καθώς και η οπίσθια φάλαγγα των βοηθητικών υπέμεναν στωικά περσική αντεπίθεση προβαίνοντας σε τακτικούς υποχωρητικούς ελιγμούς. Αυτή η τολμηρή επιθετική ενέργεια του Μ. Αλεξάνδρου από τα δεξιά τού χάρισε θριαμβευτική νίκη, παρά τη συντριπτική αριθμητική υπεροχή του στρατού του Αχαιμενίδη βασιλιά Δαρείου Γ΄ Κοδομανού.

6. Αυτός, σημειώνουμε, ήταν ο απώτερος αντικειμενικός σκοπός (ΑΝΣΚ) του σχεδίου μάχης που συνέταξε ο Αννίβας στη μάχη των Καννών το 216 π.Χ. εναντίον των Ρωμαίων. Τότε είχε παρατάξει τον καρχηδονιακό στρατό σε καμπύλη γραμμή, αρχικά κυρτή-σφηνοειδή και ύστερα κοίλη-μηνοειδή.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  ΠΑΡΑΠΟΜΠΩΝ

 

 Α. Πηγές

 

Asclepiodotus, στο Aeneas Tacticus, Asclepiodotus, and Onasander, translated by Illinois Greek Club, [Loeb] Cambridge MA 1928, σ. 229-341.

Sexti Pompei Festi de verborum significatu quae supersunt cum Pauli epitome, ed. W.M. Lindsay, [Teubner] Lipsiae 1913.

Thucydides, with an English translation by C. Forster Smith in four volumes, vol. II: History of the Peloponnesian War, Books III and IV; vol. III: History of the Peloponnesian War, Books V and VI, [Loeb] London–New York 1920-1921.

Vegetius, Flavius Renatus. Epitoma Rei Militaris, edited with an English translation by L.F. Stelten, [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature, vol. 11] New York 1990.

Xenophon, Hellenica, Books VI and VII; Anabasis, Books I–III, with an English translation by C.L. Brownson, [Loeb] London–New York 1921.

 

Β. Μελέτες

 

Conyard, J. 2013. «Recreating the Late Roman Army», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie, [Late Antique Archaeology vol. 8.1] Leiden, σ. 523-567.

Elton, H. 1996. Warfare in Roman Europe AD 350-425, [Oxford Classical Monographs] Oxford–New York.

Janniard, S. 2008. «Végèce et les transformations de l’art de la guerre aux IVe et Ve siècles après J.-C.», Antiquité Tardive 16: 19-36.

Luttwak, E.N. 2009. Η Υψηλή Στρατηγική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, μτφ. Μ. Μπλέτας, [Σειρά Στρατηγικών Μελετών] Αθήνα.

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford.

Milner, N.P. 32001. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction, [Translated Texts for Historians vol. 16] Liverpool University Press.

Nicasie, M.J. 1998. Twilight of Empire. The Roman Army from the Reign of Diocletian until the Battle of Adrianople, [Dutch Monographs on Ancient History and Archaeology Vol. XIX, eds. H.W. Pleket – F.J.A.M. Meijer), Amsterdam.

Syvänne, I. 2018. «Overview of East Roman Cavalry Warfare and Tactics» (https://www.academia.edu/36185385/).

Wheeler, E.L. & Strauss, B. 2007. «Chapter 7. Battle», στο The Cambridge History of Greek and Roman Warfare. Volume I: Greece, the Hellenistic World and the Rise of Rome (Part I: Archaic and Classical Greece), eds. Ph. Sabin – H. van Wees – M. Whitby, Cambridge, σ. 186-247.

 

 

 

Γιάννης Μουρέλος: Η απόπειρα κατά της ζωής του Βενιζέλου στο Παρίσι: Η πορεία των ανακρίσεων και η δίκη των δραστών.

100 χρόνια από τότε

Γιάννης Μουρέλος

Η απόπειρα κατά της ζωής του Βενιζέλου στο Παρίσι.
Η πορεία των ανακρίσεων και η δίκη των δραστών

 

Η είδηση, η οποία έφτασε νωρίς το πρωί της 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920 στην κρυπτογραφική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών, στην Αθήνα, φάνταζε αδιανόητη:

Παρίσιοι, 12 Αὐγούστου 1920, 11.5 μ.μ.

Καθ’ ἣν στιγμήν Πρόεδρος εἰσήρχετο τόν σταθμόν ὃπως ἐπιβιβασθῇ τῆς ἁμαξοστοιχίας δύο ἂτομα ἐπυροβόλησαν πεντάκις διά περιστρόφου κατ’ αὐτοῦ. Ὁ Πρόεδρος ἒχει δύο τραύματα, ἓν εἰς τήν ὠμοπλάτην, το ἕτερον εἰς τό ἰσχίον (μεταξύ αὐτῶν). Τραύματα κατά τήν πρώτην ἐξέτασιν τῶν ἰατρῶν δέν παρουσιάζουσι κίνδυνον. Ὁ Πρόεδρος μετεφέρθη ἀμέσως εἰς τήν κλινικήν Μπιζέ. Διατηρεῖ πλήρεις αἰσθήσεις του καί συνδιαλέγεται μετά θάρρους καί ἂνευ τῆς ἐλαχίστης μειώσεως τῆς συνήθους του διαθέσεως…

Ρωμάνος¹

 

Λιγότερο από μια ώρα αργότερα παρελήφθη νέο τηλεγράφημα με συμπληρωματικές πληροφορίες:

Τρίς ἐπεῖγον ἀπόλυτος προτεραιότης                                         Παρίσιοι, 30/12/8/20 11.45 μ. μ.

Οἱ δρᾶσται τῆς ἀποπείρας φόνου κατά Κου Προέδρου συνελήφθησαν αὐτοστιγμεί. Ὀνομάζονται Κυριάκης Γεώργιος πρῴην ὑπολοχαγός μηχανικοῦ και Τσερέπης Ἀπόστολος πρῴην ὑποπλοίαρχος. Τήν στιγμήν ταύτην γίνεται ἡ ραδιοσκόπησις καί θά τηλ/σω ἀποτέλεσμα μετά ὣραν περίπου.

Ρωμάνος

Ἐλήφθη 31/13/8/20 ὣρα 10.30²

 

Δυο μέρες νωρίτερα είχε προηγηθεί η συνομολόγηση της Συνθήκης Ειρήνης των Σεβρών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ο πρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα.

 

Η δολοφονική απόπειρα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών

Οι λεπτομέρειες της απόπειρας είναι γνωστές από τη δικογραφία και τα πρακτικά της δίκης των δραστών (αμφότερα βρίσκονται στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας, σε εκείνα των υπουργείων Εξωτερικών και Στρατιωτικών της ίδιας χώρας, τέλος, στα αρχεία της Αστυνομικής Διεύθυνσης του Παρισιού), καθώς και από την εκτενή διπλωματική αλληλογραφία, η οποία φυλάσσεται στο αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών.

Το βράδι της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και η συνοδεία του επρόκειτο να επιβιβασθούν σε αμαξοστοιχία, η οποία θα αναχωρούσε στις 20.30΄από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών με προορισμό τη Νίκαια της νοτίου Γαλλίας. Οι αστυνομικές αρχές του Παρισιού είχαν αυξήσει τα μέτρα ασφαλείας κατόπιν αιτήματος της ελληνικής πρεσβείας, στην οποία είχαν περιέλθει λίγο νωρίτερα φήμες περί ξεσπάσματος αντιβενιζελικού κινήματος στην Αθήνα (οι παραπάνω φήμες αποδείχτηκαν αβάσιμες).³ Ο Έλληνας πρωθυπουργός αναχώρησε από το ξενοδοχείο Meurice όπου διέμενε, στις 20.00΄μ.μ. και επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο της πρεσβείας. Στο μεταξύ, στον σιδηροδρομικό σταθμό είχε αυξηθεί η επιτήρηση τόσο από τους Γάλλους αστυνομικούς, όσο και από το προσωπικό ασφαλείας του Έλληνα πρωθυπουργού. Μάλιστα, επιτόπου είχε καταφθάσει νωρίτερα ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος προκειμένου να βεβαιωθεί ότι τα πάντα είχαν καλώς.

Στις 20.25΄μ.μ. η πρωθυπουργική συνοδεία εισήλθε στον σταθμό. Ο Βενιζέλος περιστοιχιζόταν από τους Άθω Ρωμάνο, πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι, Λάμπρο Κορομηλά, πρεσβευτή στη Ρώμη και Maurice Paléologue, γενικό γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας που είχαν μεταβεί εκεί για να τον ξεπροβοδίσουν. Κρίθηκε προτιμότερο να αποφευχθεί η χρήση της κεντρικής εισόδου και να προκριθεί εκείνη του χώρου αποσκευών. Όχι μόνο ο συνωστισμός ήταν μικρότερος, αλλά και η διαδρομή προς την αποβάθρα αρ. 2, όπου ανέμενε ο συρμός, περιοριζόταν δραστικά.

Οι πρώτες ύποπτες ενδείξεις είχαν ήδη εκδηλωθεί στην αποβάθρα. Ο εκ των ανδρών ασφαλείας Β. Λεοντόπουλος αντιλήφθηκε τον απότακτο υποπλοίαρχο Απόστολο Τσερέπη να περιφέρεται πλησίον της αμαξοστοιχίας. Ο Τσερέπης ήταν γνωστός για τα αντιβενιζελικά του αισθήματα και η παρουσία του επί της αποβάθρας προκάλεσε εύλογη ανησυχία. Ενώ ο Τσερέπης εγκατέλειπε τον χώρο με κατεύθυνση προς την αίθουσα των αποσκευών, ο Λεοντόπουλος αναζήτησε απεγνωσμένα τον μοίραρχο Τσάκωνα, υπεύθυνο ασφαλείας του πρωθυπουργού, προκειμένου να τον ενημερώσει σχετικά. Όμως, η πρωθυπουργική συνοδεία είχε ήδη εισέλθει στον σταθμό και ο Τσάκωνας είχε εγκαταλείψει και εκείνος την αποβάθρα προκειμένου να προϋπαντήσει τον Βενιζέλο.⁴

Η αποβάθρα αρ.2σε καρτ-ποστάλ του 1920.

Τη στιγμή, κατά την οποία ο Βενιζέλος ανταπέδιδε στους Γάλλους αστυνομικούς τον χαιρετισμό, ακούστηκαν οι πυροβολισμοί. Συνολικά ρίχτηκαν επτά (πέντε από τον Τσερέπη και δυο από τον Κυριάκη). Ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε βρεθεί μεταξύ διασταυρωμένων πυρών, καθώς ο μεν Κυριάκης είχε κρυφτεί πίσω από έναν σορό αποσκευών, ο δε Τσερέπης στο άνοιγμα μιας θύρας, κατά μέτωπο με το υποψήφιο θύμα του. Ενστικτωδώς, ο Βενιζέλος έσκυψε προς τον τοίχο για να αποφύγει τα πυρά. Παρά ταύτα, τραυματίστηκε από δυο σφαίρες στην ωμοπλάτη και στην κάτω κοιλιακή χώρα. Πιο σοβαρό υπήρξε το πρώτο τραύμα, καθώς η σφαίρα σφηνώθηκε στο οστούν. Η δεύτερη σφαίρα πέρασε ξυστά, καταφέροντας επιφανειακές εκδορές. Οι δυο δράστες συνελήφθησαν επιτόπου από αστυνομικούς και υπαλλήλους του σταθμού (ο Κυριάκης μάλιστα κακοποιήθηκε με αποτέλεσμα να χρειαστεί ιατρική περίθαλψη στο κρατητήριο). Ο Βενιζέλος μεταφέρθηκε κατεπειγόντως σε κλινική της οδού Bizet, όπου την επομένη υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της σφαίρας. Παρέμεινε κλινήρης επί μια εβδομάδα. Αμέσως μόλις έλαβε εξιτήριο αναχώρησε για τη Μασσαλία. Στις 14/27 Αυγούστου επιβιβάστηκε στο θωρηκτό Αβέρωφ και ακολούθως επέστρεψε στην Ελλάδα.

Στη διάρκεια της ανάκρισης καθώς και στην απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου, ο Τσερέπης ισχυρίστηκε πως “αντικρίζοντας τον Βενιζέλο να εισέρχεται στον σταθμό ως σουλτάνος, περιστοιχισμένος από συνοδεία 30 αστυνομικών [σ.σ. 34 για την ακρίβεια], αισθάνθηκα το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι”. Ο ίδιος είχε σημαδέψει το στήθος, στο ύψος της καρδιάς. Ο φόβος μήπως τραυματίσει τρίτους ήταν εκείνος που τον είχε κάνει να αστοχήσει. Από την βαλλιστική εξέταση προέκυψε πως το τραύμα στην ωμοπλάτη είχε καταφερθεί από το όπλο του Κυριάκη και το δεύτερο στην κοιλιακή χώρα, από εκείνο του Τσερέπη.

Σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, το πρωί της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου οι δυο δράστες συναντήθηκαν στο κοσμικό Café de la Paix του βουλεβάρτου της Madeleine. Τότε, όπως ισχυρίστηκαν αργότερα, έλαβαν από κοινού την απόφαση να δολοφονήσουν τον Βενιζέλο. Ο Τσερέπης κατέβαλε στον συνένοχό του ένα χρηματικό ποσό. Με αυτό, μεταξύ 11.00΄π.μ. και 12.00΄μ.μ., ο Κυριάκης μετέβη στο κατάστημα όπλων Flobert επί του βουλεβάρτου Saint-Michel, από όπου προμηθεύτηκε δυο περίστροφα και πενήντα σφαίρες. Εν συνεχεία, έθεσε υπό διακριτική παρακολούθηση το ξενοδοχείο Meurice, από το οποίο επρόκειτο να αναχωρήσουν ο Βενιζέλος και η συνοδεία του. Περί τις 17.00΄μ.μ. πέρασε έξω από το ξενοδοχείο και ο Τσερέπης. Ο Κυριάκης τον πληροφόρησε πως η εν γένει κινητικότητα μαρτυρούσε ότι ο πρωθυπουργός ετοιμαζόταν να το εγκαταλείψει εντός των προσεχών ωρών. Κατόπιν, γύρω στις 18.00΄μ.μ., ο Τσερέπης συναντήθηκε με τον πλωτάρχη Φωκά, ο οποίος διατηρούσε στενές σχέσεις με την πρεσβεία, ζητώντας του να του δανείσει το ποσό των 200 γαλλικών φράγκων. Στην ανάκριση ομολόγησε ότι σκόπευε να κάνει χρήση του ποσού αυτού σε περίπτωση αναστολής της απόπειρας, οπότε θα επιβιβαζόταν στην ίδια αμαξοστοιχία.⁵

Αναπαράσταση της δολοφονικής απόπειρας.
Τα αιματοβαμμένα ρούχα του Βενιζέλου, όπως εκτίθενται στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”, στα Χανιά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ακολούθως, ο Τσερέπης διασταύρωσε από έναν Έλληνα δημοσιογράφο ονόματι Σκαπάντη, την πληροφορία πως ο Βενιζέλος σκόπευε να αναχωρήσει το ίδιο βράδι. Επιβιβάστηκε σε ένα ταξί, παρέλαβε τον Κυριάκη από την είσοδο του ξενοδοχείου Meurice και μαζί αφίχθησαν στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών γύρω στις 20.00΄μ.μ. Αρχικά κάθισαν σε ένα παγκάκι πλησίον της αίθουσας των αποσκευών. “Συζητήσαμε για τα πάντα, πλην της απόπειρας”, κατέθεσε ο Τσερέπης ενώπιον του δικαστηρίου. Κατόπιν, μετέβη πλησίον της αμαξοστοιχίας, οπότε και υπέπεσε στην αντίληψη του Λεοντόπουλου. Ακολούθησε η απόπειρα, ο τραυματισμός του Βενιζέλου και η σύλληψη των δραστών. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες του Ρωμάνου και άλλων παρισταμένων, τη στιγμή της ακινητοποίησής του ο Τσερέπης αναφώνησε: “Εάν δεν τον έφαγα τώρα, θα τον πετύχω μια άλλη φορά”. Ο ίδιος το αρνήθηκε.⁶

 

Η είδηση της απόπειρας στα πρωτοσέλιδα γαλλικών και ελληνικών εφημερίδων.

 

Η πορεία των ανακρίσεων

Πολλά υπήρξαν τα ερωτήματα, τα οποία προέκυψαν από τον τρόπο με τον οποίον έλαβε χώρα η απόπειρα:

1)  Οι δυο επίδοξοι δολοφόνοι ενήργησαν αυτοβούλως, όπως ισχυρίστηκαν, ή κατόπιν άνωθεν εντολής;
2)  Υπήρξε εσωτερική πληροφόρηση, εφόσον οι Κυριάκης και Τσερέπης έστησαν ενέδρα εντός της αίθουσας αποσκευών, σαν να γνώριζαν εκ των προτέρων το δρομολόγιο, το οποίο θα ακολουθούσε, για λόγους ασφαλείας, η πρωθυπουργική πομπή εντός του σιδηροδρομικού σταθμού;
3)  Πώς ήταν δυνατό να σημειωθεί δολοφονική απόπειρα τη στιγμή που τα μέτρα ασφαλείας ήταν αυξημένα και ο Έλληνας πρωθυπουργός τελούσε υπό την επιτήρηση δύναμης 34 αστυνομικών;

Αυτά, και πολλά άλλα, απασχόλησαν τις γαλλικές και ελληνικές αρχές από την πρώτη κιόλας στιγμή. Τα περισσότερα έχουν μείνει αναπάντητα έως σήμερα.

Στην κατ’ αντιπαράσταση ανάκριση, όπως και ενώπιον του δικαστηρίου, οι δυο δράστες εμφάνισαν την ενέργειά τους ως προϊόν αυτοσχεδιασμού. Ευθύς εξ αρχής, οι έρευνες των γαλλικών αρχών επικεντρώθηκαν στην ίδια την απόπειρα καθώς δήλωσαν αναρμόδιες να εξετάσουν το ενδεχόμενο ευρύτερης συνωμοσίας. Υποσχέθηκαν πάντως να αξιολογήσουν παρεμπιπτόντως στοιχεία ενοχής σε συνωμοσία προς διευκόλυνση του έργου της ελληνικής Δικαιοσύνης. Αποδέχθηκαν επίσης την παρουσία του πρωτοδίκη Εμμανουήλ Σαουνάτσου ως παρατηρητή στο πλαίσιο των ανακρίσεων. Ο τελευταίος λειτούργησε ως σύνδεσμος ανάμεσα στις γαλλικές δικαστικές αρχές και την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού. Τέλος, η εισαγγελία ζήτησε από την κυβέρνηση της Αθήνας να συγκεντρώσει και να αποστείλει στη γαλλική πρωτεύουσα κάθε είδους χρήσιμη πληροφορία σχετική με το παρελθόν, τη δράση και τις διασυνδέσεις των δραστών.⁷  Ωστόσο,  η διασταύρωση των πρώτων στοιχείων διέψευσε τις αρχικές προσδοκίες.

Ένα πρώτο πρόσωπο, το οποίο συγκέντρωσε την προσοχή, ήταν ο εκ Πατρών καταγόμενος σταφιδέμπορος  Ανδρέας Αργυρόπουλος. Σύμφωνα με την κατάθεση του μοίραρχου Τσάκωνα, ο ίδιος ο Τσερέπης ανέφερε τη στιγμή της σύλληψής του το συγκεκριμένο όνομα ως συνενόχου στην απόπειρα, αγνοώντας το γεγονός ότι και ο Κυριάκης τελούσε την ίδια στιγμή υπό κράτηση.⁸ Προς στιγμή δημιουργήθηκε η αίσθηση πως άρχισε να αποκαλύπτεται το παρασκήνιο της απόπειρας. Πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Αργυρόπουλος μετέβη στο Λονδίνο αμέσως μετά την απόπειρα, κινητοποίησαν τις ελληνικές διπλωματικές και προξενικές αρχές στη βρετανική πρωτεύουσα. Ο πρεσβευτής Δημήτριος Κακλαμάνος χαρακτήρισε ως εξέχουσας σημασίας την αναφορά του Τσερέπη στο όνομα του Αργυρόπουλου, προτρέποντας την κυβέρνηση της Αθήνας να πείσει τις γαλλικές αρχές να προβούν σε αίτημα ανάθεσης ανακριτικής παραγγελίας προς τις ομόλογές τους βρετανικές. Πράγματι, η γαλλική εισαγγελία απηύθυνε το σχετικό αίτημα προς το Λονδίνο. Τελικά, αποδείχθηκε πως ο Αργυρόπουλος είχε μεταβεί τον Μάρτιο 1920 στο Αμβούργο για επαγγελματικές υποθέσεις. Ακολούθησε μια πολύμηνη διαμονή του στο Παρίσι, όπου υπεβλήθη σε εγχείρηση. Στο βιβλίο κινήσεως του ξενοδοχείου του (Hôtel du Louvre) αναφερόταν ως ημερομηνία αναχώρησης η 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου, δηλαδή έντεκα μέρες πριν από την απόπειρα. Τα ίχνη του εντοπίστηκαν στη γαλλική λουτρόπολη Bagnolles, όπου είχε αποσυρθεί, πιθανότατα για ανάρρωση. Επέστρεψε στην Πάτρα μέσω Τεργέστης στις 8/21 Σεπτεμβρίου.⁹

Όπως ήταν αναμενόμενο, αστυνομικές και ανακριτικές αρχές στράφηκαν προς την αξιολόγηση του περιεχομένου της ιδιωτικής αλληλογραφίας των δυο δραστών, η οποία κατασχέθηκε από την πρώτη κιόλας στιγμή. Η κάθε λεπτομέρεια αποτέλεσε αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας, δίχως ωστόσο να προκύψει κάποιο νεότερο ενοχοποιητικό στοιχείο. Άξιο λόγου είναι το συναίσθημα υπέρμετρης καχυποψίας που διατρέχει το σύνολο, σχεδόν, της διπλωματικής αλληλογραφίας, στην προσπάθεια των γαλλικών και ελληνικών αρχών να ρίξουν φως στην όλη υπόθεση. Η κάθε αναφορά, ακόμα και η πλέον ανώδυνη, εκλαμβάνεται ως πιθανή συνθηματική ενημέρωση για την κυοφορούμενη δολοφονία. Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα αρκούν για να σκιαγραφήσουν την καχυποψία, στα όρια της ψύχωσης, των ανακριτικών αρχών.

Μεταξύ των κατασχεθέντων εγγράφων του Τσερέπη βρέθηκε σημείωμα, από το οποίο προέκυπτε ότι ο επίδοξος δολοφόνος είχε τηλεγραφική επικοινωνία με δυο πρόσωπα διαμένοντα στο Λονδίνο, ονόματι Μαγκάκη και Μπούμπουλη. Την ίδια στιγμή έφτασαν από την Αθήνα πληροφορίες σχετικές με ένα λακωνικό τηλεγράφημα του Τσερέπη προς τον Κωνσταντίνο Βάσσο, γιό του Τιμολέοντος Βάσσου και πρώην υπασπιστή του πρώην διαδόχου Γεωργίου (μετέπειτα Γεωργίου Β΄), από το Παρίσι με ημερομηνία 16/29 Ιουλίου 1920 και περιεχόμενο: “Mangakis reçut télégramme sucre” (“Ο Μαγκάκης έλαβε το τηλεγράφημα περί ζακχάρεως”). Τόσο στο Παρίσι, όσο στην Αθήνα και στο Λονδίνο ακολούθησε γενική κινητοποίηση, για να αποδειχθεί τελικά ότι οι Μαγκάκης και Μπούμπουλης, εγκατεστημένοι στη βρετανική πρωτεύουσα για εμπορικές υποθέσεις, είχαν απευθύνει στις 15/28 Ιουλίου (την παραμονή δηλ. της αποστολής του τηλεγραφήματος του Τσερέπη προς τον Βάσσο) επιστολή προς το εμπορικό τμήμα της ελληνικής πρεσβείας, στην οποία ανέφεραν ότι πληροφορούμενοι πως η ελληνική κυβέρνηση ζητούσε να προμηθευτεί ζάχαρη, πρότειναν την πώληση 20.000 τόννων. Αποδείχθηκε δε ότι ο Μπούμπουλης ήταν επιφορτισμένος με τη συγκεκριμένη παραγγελία από το ίδιο το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, το οποίο και τον είχε συστήσει για τον ίδιο σκοπό στο εμπορικό τμήμα της πρεσβείας. Η πρεσβεία έκρινε την προσφορά ασύμφορη και εκεί κάπου έληξε η υπόθεση.¹º

Ο Βενιζέλος στο Παρίσι, την εποχή των εργασιών της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης.

Στις 27 Ιουλίου/9 Αυγούστου 1920, τρεις μόλις ημέρες πριν από την απόπειρα, κάποιος ονόματι Γεώργιος Κατσαΐτης, κάτοικος Αθηνών, απαντώντας σε επιστολή, την οποία του είχε απευθύνει ο Τσερέπης από τις 18/31 Ιουλίου, έγραφε επί λέξει τα εξής: “(…) Mέ ἐνθουσιάζει ἰδιαιτέρως ὃτι ἒχετε πολλάς ἀσχολίας. Βλέπω εἰς τάς γραμμάς σου τήν θέλησιν νά ἐπιτύχης τόν σκοπόν σου καί θά  ἐπιτύχης, εἶμαι βέβαιος.” [Η κτητική αντωνυμία “σου” είχε προστεθεί με το χέρι μετά τη λέξη “σκοπόν”]. “(…) Περιμένω πολύ γλήγορα νά μοῦ γράψης ὃτι ἐπέτυχες εἰς ὅλας τάς ἐλπίδας σου. Θά τό θεωρήσω ὠς ἰδικήν μου ἐπιτυχίαν (…)”. Η επιστολή περιήλθε στις γαλλικές ανακριτικές αρχές, προς τις οποίες ο Τσερέπης ισχυρίστηκε πως επρόκειτο για εξάδελφό του εξ αγχιστείας, υπάλληλο του υπουργείου Οικονομικών. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις του δράστη, η επίμαχη λέξη “σκοπός” υπονοούσε εμπορικής (η περίφημη υπόθεση πώλησης ζάχαρης) και δημοσιογραφικής φύσεως δραστηριότητες και υποθέσεις.¹¹ Κατασχέθηκε επίσης μια επιστολή πάντοτε προς τον Τσερέπη, ευρισκόμενο ήδη στη φυλακή, γραμμένη στα γαλλικά. Είχε ταχυδρομηθεί από το Hôtel Métropole της Γενεύης, λίγες ημέρες έπειτα από την απόπειρα. Στην επιστολή αυτή εκφράζονται συγχαρητήρια προς τον δράστη για το έγκλημά του. Μάλιστα, ο συντάκτης τον προσαγορεύει “ἀγαπητόν φίλον”. Ερωτηθείς, ο Τσερέπης δήλωσε πως αγνοούσε τον αποστολέα, η υπογραφή του οποίου ήταν δυσανάγνωστη. Οι αστυνομικές αρχές της Γενεύης, πόλης όπου δρούσε οργανωμένη κωνσταντινική προπαγάνδα, αφού ενημερώθηκαν, επιχείρησαν δίχως επιτυχία να ταυτοποιήσουν τον συντάκτη.¹²

Η ανάκριση ανατέθηκε σε δυο δικαστικούς λειτουργούς. Τον ανακριτή Boutigny και τον βοηθό εισαγγελέα Philippon. Από την πρώτη κιόλας εξέταση, οι Τσερέπης και Κυριάκης υποστήριξαν με σθένος πως είχαν δράσει αυτοβούλως, δίχως να έχουν λάβει άνωθεν εντολές. Την ίδια υπερασπιστική γραμμή διατήρησαν μέχρι και τη διεξαγωγή της δίκης. Οι απαντήσεις τους στις ερωτήσεις των ανακριτικών αρχών ήταν πανομοιότυπες κι έτσι παρέμειναν μέχρι τέλους. Ουδείς εκ των δυο αντέταξε την παραμικρή αντίσταση τη στιγμή της σύλληψης. Ο πρώτος μάλιστα, ο Τσερέπης, εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι ενήργησε κατά τέτοιο τρόπο επί του γαλλικού εδάφους. Δήλωσε πως έτρεφε μεγάλη συμπάθεια για τη Γαλλία. Είχε, ωστόσο, ορκιστεί να δολοφονήσει τον Βενιζέλο, στον οποίο προσήπτε ότι είχε θυσιάσει τα συμφέροντα της Ελλάδας. “Δεν μετανοιώνω παρά για ένα, μόνο, πράγμα. Το γεγονός ότι αστόχησα”, δήλωσε λίγες ώρες αργότερα. Επισήμανε μάλιστα πως σχεδίαζε το έγκλημα ήδη από το 1919. Το προσωπικό  του Grand Hôtel, όπου είχε καταλύσει, τον περιέγραψε ως έναν φιλήσυχο πελάτη. Εξίσου διακριτικός ήταν και ο έτερος (Κυριάκης). Αν και εύθραυστης υγείας, έδειχνε εύστροφος και καλλιεργημένος. Διάβαζε Racine, Molière, Pascal και Descartes και ήταν τακτικός θαμώνας του θεάτρου.¹³ Στο Hôtel du Rhône δεν δεχόταν καθόλου επισκέψεις. Στις 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου, επομένη της δολοφονικής απόπειρας, οι δυο συλληφθέντες μεταφέρθηκαν στις φυλακές Santé. Αρνήθηκαν να υποδείξουν συνήγορο υπεράσπισης, αρκεσθέντες σε εκείνον που αυτεπάγγελτα όρισαν οι γαλλικές αρχές.

Άθως Ρωμάνος, πρεσβευτής της Ελλάδας στο Παρίσι.

Στις 19 Αυγούστου (ν.η.), ο ανακριτής Boutigny μετέβη στην ελληνική πρεσβεία προκειμένου να πάρει κατάθεση από τους Άθω Ρωμάνο, Λάμπρο Κορομηλά και Κλέαρχο Μαρκαντωνάκη, ιδιαίτερο γραμματέα του Βενιζέλου. Άπαντες υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της απόπειρας. Ο Ρωμάνος δήλωσε πως ο Τσερέπης ήταν γνωστός στις ελληνικές αρχές για τα αντιβενιζελικά του αισθήματα και τον φανατισμό του. Τον θεωρούσε ικανό για όλα. Την επομένη, 20 Αυγούστου, ο ανταποκριτής του πρακτορείου Reuter στη Σμύρνη, σε ανταπόκρισή του, επισήμανε πως υπήρχε ενεργό δίκτυο κωνσταντινικών τόσο στις τάξεις της Στρατιάς Μικράς Ασίας, όσο και στους κόλπους του υπουργείου Εξωτερικών, στην Αθήνα. Σχετικά με τη δεύτερη περίπτωση, η ανταπόκριση έκανε λόγο για ένα κρυπτογραφικό μήνυμα προς τους δυο δολοφόνους, τις παραμονές της απόπειρας. Το τελευταίο είχε εντοπιστεί, σύμφωνα πάντοτε με την ανταπόκριση, στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία ανάμεσα στην Κεντρική Υπηρεσία και την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού.¹⁴ Η πληροφορία ήταν πέρα ως πέρα ανακριβής και συγχέεται με μια παλαιότερη υπόθεση. Ο Νικόλαος Τσερέπης, αδελφός του επίδοξου δολοφόνου, υπηρετούσε ως προξενικός υπάλληλος. Τον Σεπτέμβριο του 1917, λίγους μήνες έπειτα από την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, το γραφείο λογοκρισίας του υπουργείου Συγκοινωνιών εντόπισε μια επιστολή, την οποία ο Νικόλαος Τσερέπης είχε απευθύνει από το Παρίσι προς τον αδελφό του, Απόστολο, ευρισκόμενο τότε στην Αθήνα. Η επιστολή ήταν γραμμένη σε κώδικα και είχε σταλεί με τον διπλωματικό σάκκο της πρεσβείας. Κληθείς για εξηγήσεις, ο Απόστ. Τσερέπης αρνήθηκε να αποκαλύψει την κρυπτογραφική κλείδα, λέγοντας ότι η επιστολή απευθυνόταν στην ερωμένη του αδελφού του, το όνομα της οποίας αρνήθηκε επίσης να αποκαλύψει. Το υπουργείο Εξωτερικών ενημέρωσε αμέσως την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού, δίνοντας εντολή να παραμείνει ο αποστολέας στη γαλλική πρωτεύουσα έως το πέρας της διαταχθείσας σχετικής δικαστικής έρευνας. Στο μεταξύ όμως, ο Νικόλαος Τσερέπης βρισκόταν καθ οδόν για τη Βοστώνη, όπου επρόκειτο να αναλάβει υπηρεσία ως πρόξενος. Κατά την παραμονή του στη Νέα Υόρκη, υπάλληλος του ελληνικού προξενείου εισέβαλε στο δωμάτιό του και κατάφερε να του αποσπάσει την κρυπτογραφική κλείδα καθώς και σχέδιο νέας επιστολής προς τον αδελφό του. Το αποκωδικοποιημένο κείμενο του σχεδίου επιστολής αποδείχθηκε επιλήψιμο, καθώς περιλάμβανε πληροφορίες τόσο για τη διεξαγωγή του πολέμου εκ μέρους της Γερμανίας, όσο και για τις δραστηριότητες των κωνσταντινικών κύκλων της Ελβετίας. Το υπουργείο Εξωτερικών διέταξε την άμεση ανάκληση και επάνοδό του στην Ελλάδα. Ο γενικός πρόξενος στη Νέα Υόρκη έλαβε σαφείς οδηγίες να μεριμνήσει για την επιβίβαση του Τσερέπη σε ελληνικό ατμόπλοιο με προορισμό τον Πειραιά. Πανικόβλητος, ο Νικόλαος Τσερέπης επιβιβάστηκε κρυφά στο ισπανικό ατμόπλοιο Alfonso XII με προορισμό το Vigo της ΒΔ Ισπανίας. Η γαλλική κυβέρνηση, η οποία ειδοποιήθηκε σχετικά, διέταξε τη σύλληψή του με την κατηγορία της κατασκοπείας. Γαλλική ακταιωρός σταμάτησε το Alfonso XII προτού το τελευταίο εισέλθει εντός των ισπανικών χωρικών υδάτων, συνέλαβε τον Τσερέπη και τον οδήγησε στις ναυτικές φυλακές της Βρέστης. Από τον έλεγχο των αποσκευών δεν προέκυψε κάτι το ενοχοποιητικό. Σχετικά με τη χρήση κρυπτογραφικού κώδικα στις επιστολές προς τον αδελφό του, ο Νικ. Τσερέπης ισχυρίστηκε πως η προσφυγή σε αυτό το μέτρο (ο ίδιος είχε χρηματίσει στην κρυπτογραφική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών ενώ ο αδελφός του, Απόστολος, ως αξιωματικός του Ναυτικού, ήταν επίσης γνώστης της συγκεκριμένης μεθόδου) οφειλόταν στο ότι το περιεχόμενο των επιστολών ήταν ερωτικής φύσεως και δεν έπρεπε να περιέλθει σε γνώση των γονέων τους, ειδικά της μητέρας. Ο ίδιος αρνήθηκε κάθε κατηγορία περί διενέργειας κατασκοπείας, επικαλούμενος το υπηρεσιακό του παρελθόν (διετέλεσε υποπρόξενος στο Αϊβαλί κατά τους ανθελληνικούς διωγμούς του 1914 με κίνδυνο της ζωής του), ο δε αδελφός του, όπως είπε, είχε δώσει όρκο πίστης στον βασιλέα Αλέξανδρο (αργότερα, ενώπιον του δικαστηρίου, ο Απόστολος Τσερέπης τον διέψευσε λέγοντας πως ο λόγος, για τον οποίον αποτάχθηκε από τις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού ήταν ακριβώς η άρνησή του να δώσει όρκο πίστης στον νέο βασιλέα). Τον Ιανουάριο του 1918 το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών βολιδοσκόπησε την ελληνική πρεσβεία του Παρισιού με σκοπό τη μεταφορά του Τσερέπη στο λιμάνι της Τουλώνας και την απέλασή του στην Ελλάδα. Ο ίδιος, σε επιστολή προς την υπηρεσία του, διαμαρτύρεται επειδή οι γαλλικές αρχές, αντί να τον μεταφέρουν στην Τουλώνα τον περιέφεραν “αλυσσόδετον δια διαφόρων φυλακών”, μεταξύ των οποίων και εκείνη του Fort Saint-Nicolas της Μασσαλίας. Τελικά οδηγήθηκε με αστυνομική συνοδεία στην Τουλώνα, όπου επιβιβάστηκε στο αντιτορπιλικό Νέα Γενεά με προορισμό την Ελλάδα. Τεθείς σε διαθεσιμότητα, τον Ιούνιο του ιδίου έτους κλήθηκε σε απολογία από το γραφείο Προσωπικού του υπουργείου Εξωτερικών. Αφού απαριθμούσε ολόκληρη σειρά παραπτωμάτων, η κλήτευση τελείωνε ως εξής: “Πάντα ταῦτα ἀν οὐχί τί ἔτερον ἀποδεικνύουσι την πλήρη τοῦ εἰρημένου ὑπαλλήλου ἀνεπάρκειαν πρός ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του”. Αμέσως μετά την απολογία του, ο Τσερέπης αναγκάστηκε να υποβάλλει την παραίτησή του από τον βαθμό του προξένου β΄ τάξεως. Το σχετικό Βασιλικό Διάταγμα υπογράφηκε στις 4 Ιουνίου 1918. Δέκα μήνες νωρίτερα αποτάχθηκε από τις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού και ο Απόστολος Τσερέπης, θύμα των εκτεταμμένων εκκαθαρίσεων, στις οποίες το βενιζελικό καθεστώς προέβη στους κόλπους του κρατικού μηχανισμού και του στρατεύματος κατά την τριετία 1917-1920. Εάν επιμείναμε στην παράπλευρη, σε σχέση με την δολοφονική απόπειρα του σιδηροδρομικού σταθμού της Λυών, υπόθεση Νικολάου Τσερέπη, είναι επειδή τα κίνητρα, πέραν της πολιτικής εμπάθειας, κλίνουν και προς την κατεύθυνση της προσωπικής εκδίκησης εκ μέρους του ενός εκ των δυο δραστών.¹⁵

Η δικογραφία επιτρέπει να παρακολουθήσει κανείς τις κινήσεις των Τσερέπη και Κυριάκη προτού η απόπειρα λάβει χώρα. Ο Απόστολος Τσερέπης γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1889 στο Αιτωλικό. Το 1909 προσχώρησε στο κίνημα του Γουδί ενάντια στον τότε διάδοχο Κωνσταντίνο. Στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε σε θωρηκτό ως σημαιοφόρος. Η αρνητική στάση της ελληνικής κυβέρνησης έναντι του αυτονομιστικού κινήματος της Βορείου Ηπείρου υπήρξε το γεγονός εκείνο, το οποίο, το 1914, τον έστρεψε τελικά κατά του Βενιζέλου. Τρία χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1917, αρνήθηκε να ορκιστεί πίστη στον βασιλέα Αλέξανδρο, θεωρώντας αντισυνταγματική την ανάρρηση του τελευταίου στο θρόνο. Κατόπιν τούτου τέθηκε σε διαθεσιμότητα και εν συνεχεία αποτάχθηκε και στάλθηκε σε κατ’οίκον περιορισμό σε νησί του Αρχιπελάγους. Έπειτα από την απελευθέρωσή του, ως πολίτης πλέον, ίδρυσε στην Αθήνα την Εφημερίδα του Χρηματιστηρίου, ιδιότητα που του προσέφερε τη δυνατότητα να επισκέπτεται συχνά την Ευρώπη. Στο Παρίσι κατέφθασε στις 12 Ιουνίου 1920 (ν.η.) και κατέλυσε σε πολυτελές ξενοδοχείο της συνοικίας της Όπερας. Από εκεί, έκανε δυο σύντομα ταξίδια εντός του Ιουλίου. Ένα πρώτο στη Νίκαια και ένα δεύτερο στο Λονδίνο. Το πρώτο δείχνει να είναι επαγγελματικής φύσεως, αν και η Νίκαια ήταν ο προορισμός του Βενιζέλου. Το δεύτερο υπήρξε ακόμη πιο αινιγματικό, καθότι συνέπεσε με μια ολιγοήμερη επίσκεψη του ιδίου του πρωθυπουργού στη βρετανική πρωτεύουσα. Στις 4/17 Αυγούστου, τέσσερις ημέρες έπειτα από την απόπειρα, το γενικό προξενείο της Ελλάδος στο Λονδίνο επιβεβαίωσε ότι στις 30 Ιουνίου/13 Ιουλίου είχε θεωρήσει το υπ αρ. 6036 διαβατήριο της Νομαρχίας Αττικής, με όνομα κατόχου Απόστολος Τσερέπης, δημότης Αιτωλικού, ετών 32, με προορισμό το Παρίσι. Δυο ημέρες νωρίτερα (15 Αυγούστου ν.η.), η εφημερίδα Observer δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο “The Plot Against Venizelos. Assassin’s Plans in London”, πιθανότατα κατόπιν προτροπής της ελληνικής πρεσβείας. Το άρθρο υποστήριζε μετ’επιτάσεως ότι σκοπός της μετάβασης του Τσερέπη στο Λονδίνο, ήταν η δολοφονία του Έλληνα πρωθυπουργού. Η τελευταία αποφεύχθηκε την ύστατη στιγμή χάρη σε μια ευτυχή συγκυρία. Ο Έλληνας πρεσβευτής, Δημήτριος Κακλαμάνος, προθυμοποιήθηκε να φιλοξενήσει τον Βενιζέλο στην φυλασσόμενη από την αστυνομία πρεσβευτική κατοικία και όχι στο πολυτελές ξενοδοχείο Ritz, όπου ο πρωθυπουργός συνήθιζε να καταλύει οσάκις επισκεπτόταν την βρετανική πρωτεύουσα. Επίσης, άγνωστο για ποιο λόγο, ο Βενιζέλος μετέβαλε την τελευταία στιγμή την ώρα της αναχώρησής του για το Παρίσι. Αντί να επιβιβαστεί στην αμαξοστοιχία, η οποία αναχώρησε στις 11.00 π.μ. από τον σιδηροδρομικό σταθμό Victoria, προτίμησε να επιλέξει το μάλλον ασυνήθιστο δρομολόγιο μέσω Σαουθάμπτον και Χάβρης. Τελικά, αναχώρησε από τον σταθμό Waterloo στις 19.20 της ίδιας ημέρας. Όσο καιρό παρέμεινε στο Λονδίνο, ο Τσερέπης χρησιμοποίησε ως κάλυψη τη δημοσιογραφική του ιδιότητα.

Ο Βενιζέλος κλινήρης στην κλινική της οδού Bizet αμέσως μετά την απόπειρα (Πηγή: Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και  Μελετών Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος).

Επισκέφθηκε μάλιστα τόσο το γραφείο Τύπου της πρεσβείας, όσο και το γενικό προξενείο, ζητώντας συστατικές επιστολές προκειμένου να εισαχθεί σε δημοσιογραφική λέσχη ως εκδότης της Εφημερίδος του Χρηματιστηρίου. Ο πρόξενος Σταυρίδης, ανυποψίαστος, τον σύστησε σε έναν εκ των διευθυντών του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuter, προς τον οποίον ο Τσερέπης εκφράστηκε ως ακραιφνής βενιζελικός! Οι έρευνες γύρω από τα πρόσωπα, με τα οποία ο τελευταίος συναντήθηκε τόσο στη Νίκαια όσο και στο Λονδίνο απέβησαν άκαρπες.¹⁶

Ο Γεώργιος Κυριάκης ήταν 25 ετών τη στιγμή της απόπειρας. Απότακτος υπολοχαγός Μηχανικού, αποτελούσε, σύμφωνα με την κατάθεση του Άθω Ρωμάνου ενώπιον του δικαστηρίου, υποχείριο του Τσερέπη. Στο Παρίσι είχε φτάσει στις 28 Μαΐου (ν.η.) και καταλύσει στο Hôtel du Rhône, στην οδό Jean-Jacques Rousseau. Με τον Τσερέπη είχε γνωριστεί στην Αθήνα. Τους συνέδεαν τα κοινά αντιβενιζελικά αισθήματα, τα οποία έτρεφαν αμφότεροι. Στην απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου, o Κυριάκης δήλωσε ότι το κίνητρο της δολοφονίας ήταν “η ελευθερία και η τιμή της επαπειλούμενης πατρίδας”.¹⁷

Απόστολος Αλεξανδρής, πρεσβευτής της Ελλάδας στη Βέρνη.

Το μεγάλο διακύβευμα για τις ελληνικές αρχές ήταν κατά πόσο ή όχι πίσω από την απόπειρα κρύβονταν οι εξόριστοι στην Ελβετία κωνσταντινικοί κύκλοι. Για την οργάνωση, τις εν γένει δραστηριότητες και τις επαφές των τελευταίων με την Ελλάδα, υπάρχει άφθονο αρχειακό και βιβλιογραφικό υλικό.¹⁸ Ταυτόχρονα σχεδόν με την άφιξη του Κωνσταντίνου και της συνοδείας του στο Λουγκάνο, ξεκίνησε μια οργανωμένη προσπάθεια προπαγάνδας. Περισσότερο δραστήριοι από το άμεσο περιβάλλον του εκπτώτου ήταν οι Γεώργιος Στρέιτ και Νικόλαος Θεοτόκης. Με δωρεές ευπόρων Ελλήνων της Ελβετίας και του εξωτερικού, αλλά και της γερμανικής πρεσβείας της Βέρνης, ιδρύθηκε το σωματείο Union Hellénique, ένα συντονιστικό όργανο με έδρα την Γενεύη και παραρτήματα στις Ζυρίχη, Λωζάννη και Λουκέρνη. Επιπρόσθετα, άρχισε να εκδίδεται και να κυκλοφορεί η εφημερίδα Écho de Grèce, με έδρα τη Γενεύη και να βλέπουν το φως της ημέρας πραγματείες και φυλλάδια με σφοδρό αντιβενιζελικό περιεχόμενο. Τον Σεπτέμβριο του 1917 ιδρύθηκε στην κωμόπολη Αρόλα το Ελληνικό Πρακτορείο (Agence Hellénique), σκοπός του οποίου ήταν η τροφοδοσία του ελβετικού Τύπου με πληροφορίες σχετικές με την Ελλάδα. Δυο μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο, ο Κωνσταντίνος κατάφερε να αποσπάσει την έγκριση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για την κυκλοφορία μιας δεύτερης εφημερίδας (Εθνική Αφύπνισις – Réveil National), τη φορά αυτή στη Ζυρίχη. Έτσι, οι βασιλόφρονες απόκτησαν πρόσβαση και στο γερμανόφωνο κοινό της Ελβετίας. Φορείς της κωνσταντινικής προπαγάνδας αναδείχτηκαν οι Μ. Κέπεντζης, Α. Καρτάλης, Δ. Μάξιμος, Β. Μπαμίχας, Κ. Σφυρής, Μ. Πάσσαρης, Ξ. Κομποθέκρας, Β. Περβανάς και Δ. Βαλλιάνος. Οι ενέργειες των κωνσταντινικών απέβλεπαν σε τέσσερις στόχους: 1) Την παρεμπόδιση των εργασιών της βουλής, 2) την υπονόμευση της γενικής επιστράτευσης, 3) την αποφυγή της ενεργού συμμετοχής της Ελλάδας στον πόλεμο, 4) την αποσταθεροποίηση του βενιζελικού καθεστώτος. Απευθύνονταν προς τους Έλληνες της Ελβετίας (φοιτητές και φυγόστρατους),  προς τους βασιλόφρονες της Ελλάδας, αλλά και προς τους Γερμανούς και τους Συμμάχους, με την προοπτική να διασφαλιστεί η (οικονομική κυρίως) υποστήριξη των πρώτων και να παρακινηθεί η ευμένεια των δευτέρων. Με την ήττα της Γερμανίας το 1918, ο προσανατολισμός της κωνσταντινικής προπαγάνδας δεν διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά. Καταβλήθηκε απλώς προσπάθεια προσεταιρισμού του ελληνικού στοιχείου των χωρών της Δυτ. Ευρώπης και των ΗΠΑ.

Προκειμένου να διαχειριστούν την παραπάνω κατάσταση, οι ελληνικές διπλωματικές και προξενικές αρχές της Ελβετίας ανασυνάχτηκαν. Την γενική εποπτεία της παρακολούθησης ανέλαβε ο πρεσβευτής Απόστολος Αλεξανδρής, συνεπικουρούμενος από τον γενικό πρόξενο στη Γενεύη, Πέτρο Καψαμπέλη και τον ομόλογό του στη Βέρνη, Βασίλειο Μαμμωνά. Τον Φεβρουάριο του 1918, η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε ένα βήμα παραπέρα. Στην ίδρυση άμισθου προξενείου στο ίδιο το Λουγκάνο με δικαιοδοσία επί των καντονίων Grison και Tessin. Το ανέλαβε ο Simon Voidovich, ως άμισθος πρόξενος β΄ τάξεως. Δυο χρόνια αργότερα, το όνομα του τελευταίου συμπεριλαμβανόταν σε κατάσταση υπόπτων προσώπων για διενέργεια προπαγάνδας υπέρ του Κωνσταντίνου. Προφανώς είχε μεσολαβήσει επαφή και στρατολόγηση.¹⁹ Η είδηση της δολοφονικής απόπειρας των Τσερέπη και Κυριάκη έστρεψε, όπως ήταν αναμενόμενο, την προσοχή των ελληνικών αρχών προς την κατεύθυνση των κωνσταντινικών της Ελβετίας. Παρόλες τις εκτιμήσεις, βάσει των οποίων το κέντρο της απόφασης ήταν το ίδιο το περιβάλλον του εκπτώτου βασιλέα (αναφέρθηκαν σε επίσημα έγγραφα ακόμη και τα ονόματα του Στρέιτ και του στρατηγού Χατζηανέστη σε μια προσπάθεια επικοινωνιακής εκμετάλλευσης του συμβάντος εκ μέρους της βενιζελικής παράταξης), στην πορεία των ανακρίσεων και ερευνών δεν προέκυψε απολύτως κανένα στοιχείο, το οποίο να επιβεβαιώνει την παραπάνω εκτίμηση. Η εύλογη ευφορία, όπως και η απογοήτευση για την αποτυχημένη έκβαση του εγχειρήματος, που εκδηλώθηκαν στους κύκλους του Λουγκάνο, επ’ ουδενί συνιστούν απόδειξη συμμετοχής, πόσο μάλλον εκ του μακρόθεν καθοδήγησης. Συνεπώς, παρά την ύπαρξη κενών και ερωτηματικών, η εκδοχή ότι οι Τσερέπης και Κυριάκης έδρασαν αυτοβούλως δείχνει να είναι σήμερα η επικρατέστερη, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.²º

Η δίκη των δραστών

Η δίκη των δραστών πραγματοποιήθηκε ενώπιον του Κακουργοδικείου του Σηκουάνα (Cour d’ Assises de la Seine) και διήρκησε επί δυο ημέρες. Την πρώτη από αυτές (25 Φεβρουαρίου 1921) εξετάστηκαν οι κατηγορούμενοι και οι μάρτυρες. Η δεύτερη (26 Φεβρουαρίου) ήταν αφιερωμένη στις αγορεύσεις και στην έκδοση της απόφασης. Είναι χρήσιμο να επισημανθούν ευθύς εξ αρχής τα ακόλουθα: 1) Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα είχε επέλθει κυβερνητική μεταβολή στην Αθήνα. Ο Βενιζέλος είχε ηττηθεί στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 και εγκαταλείψει την Ελλάδα. Η διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων είχε περιέλθει στα χέρια των πολιτικών του αντιπάλων, μεσούσης της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία. 2) Σε πάμπολλα σημεία και με ευθύνη όλων των πλευρών, η συζήτηση προσέλαβε έντονη πολιτική χροιά, απομακρυνόμενη από αυτό το καθαυτό αντικείμενο της δίκης, δηλαδή από την ίδια την απόπειρα. 3) Η γραμμή της υπεράσπισης, κυρίως δε ορισμένα επιχειρήματα των δραστών, προκαλούν θυμηδία. Πάντως, από την αρχή οι τελευταίοι παραδέχτηκαν την ενοχή τους, δηλώνοντας μεταμέλεια για την πράξη τους.²¹

Καθ’ όλη τη διεξαγωγή της δίκης, η αίθουσα ήταν κατάμεστη, κυρίως από βενιζελικούς, παρά την επίμονη, ακόμα τότε, διασπορά του ιού της ισπανικής γρίππης. Η φυσική παρουσία του μέχρι πρότινος πρωθυπουργού λειτούργησε ως πόλος έλξης. Ο έλεγχος των ταυτοτήτων από το προσωπικό ασφαλείας στις εισόδους του κτηρίου (όπου είχαν τοποθετηθεί σιδερένια κιγκλιδώματα για την ομαλή ροή του κοινού) και της  αίθουσας, ήταν εξονυχιστικός. Την πρώτη ημέρα οι ακροάσεις ξεκίνησαν στις 12.40΄μ.μ. και διήρκεσαν έως τις 18.30΄μ.μ.

Έναυσμα για την πολιτικοποίηση της δίκης αποτέλεσαν τα όσα υποστήριξαν οι Τσερέπης και Κυριάκης, αποδίδοντας τα κίνητρα της πρωτοβουλίας τους σε πολιτικούς λόγους. Ο Τσερέπης επανήλθε στο επεισόδιο του 1914 όταν, με αφορμή το αυτονομιστικό κίνημα στη Β. Ήπειρο, ο Βενιζέλος τον διέταξε αυτοπροσώπως να εμποδίσει την μετάβαση επιτόπου εθελοντών από την Ελλάδα, βυθίζοντας εν ανάγκη το πλοίο που τους μετέφερε. “Από τη στιγμή, κατά την οποία υπήρξα αποδέκτης μιας τέτοιας διαταγής, άρχισα να θεωρώ τον Βενιζέλο ως άτομο επιζήμιο για την πατρίδα μου” (λίγο αργότερα, όταν πήρε τον λόγο, ο Βενιζέλος διέψευσε το περιστατικό). Εν συνεχεία, ο Τσερέπης προέβη σε μια αναδρομή στο παρελθόν, εντοπίζοντας τις καταβολές του πατριωτικού, όπως δήλωσε, αισθήματος σε βάρος του Βενιζέλου στο κίνημα του 1909 στο Γουδί. Κάνοντας ένα άλμα μέχρι το 1917 και την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, δήλωσε πως υπήρξε από τους πρώτους αξιωματικούς, οι οποίοι αποτάχθηκαν από τις τάξεις του Πολεμικού Ναυτικού ένεκα πολιτικών και μόνο φρονημάτων. Όταν ρωτήθηκε για τη χρήση κρυπτογραφικού κώδικα στην αλληλογραφία με τον αδελφό του, ανασκεύασε τα όσα είχε καταθέσει ενώπιον του ανακριτή περί ερωτικού περιεχομένου των επιστολών. Παραδέχτηκε πως επρόκειτο για αποκόμματα εφημερίδων που καταφέρονταν κατά των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως, πολλά εκ των οποίων ήταν γαλλικής προέλευσης, όπως ισχυρίστηκε (το επιχείρημα δεν ευσταθεί, καθότι το 1917 λειτουργούσε αυστηρή λογοκρισία στη Γαλλία). Το σημείο εκείνο που προκαλεί θυμηδία, είναι η εμφατικά επαναλαμβανόμενη απέχθεια, την οποία αισθανόταν σχετικά με τη χρήση βίας, ήδη από την εποχή των παιδικών του χρόνων. Υποστήριξε ότι ακόμα και την ημέρα της απόπειρας όταν, όπως είπε, είχε καταστήσει για πρώτη φορά τον Κυριάκη κοινωνό των προθέσεών του, αισθανόταν αναστολές μπροστά στην προοπτική χρήσης βίας. Αυτός άλλωστε, υπήρξε και ο λόγος που αστόχησε. Όταν ρωτήθηκε για το ποσό των 200 φράγκων, το οποίο είχε δανειστεί από τον πλωτάρχη Φωκά προκειμένου να επιβιβαστεί στον συρμό σε περίπτωση αναστολής της απόπειρας, δήλωσε με μελοδραματικό ύφος πως, συντετριμμένος από τις τύψεις για την πράξη του, επινόησε το παραπάνω επιχείρημα στη διάρκεια της ανάκρισης, μόνο και μόνο προκειμένου να δυσχεράνει τη θέση του και να επισπεύσει την τιμωρία! “Στην πραγματικότητα, αισθανόμουν εκ των προτέρων πως είχα ήδη προβεί στη θυσία της ζωής μου για το καλό της πατρίδας και δεν ήθελα να πεθάνω προτού προλάβω να ξεχρεώσω το δωμάτιο του ξενοδοχείου, στο οποίο διέμενα”. Εμφάνισε την απόφαση για δολοφονία του Έλληνα πρωθυπουργού ως δική του πρωτοβουλία το πρωί της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920 για δυο λόγους και προφανώς κατόπιν συμβουλής του συνήγορου υπεράσπισης: 1) Για να φανεί ως επιλογή της τελευταίας στιγμής προκειμένου να αποφύγει την κατηγορία του προμελετημένου εγκλήματος και 2) για να σηκώσει προσωπικά το βάρος του όλου σχεδιασμού, ελαφρύνοντας, με τον τρόπο αυτό, τη θέση του συνενόχου Κυριάκη. Ολοκληρώνοντας την απολογία του, δήλωσε πως υπήρξε ευτυχής πληροφορούμενος πως ο Βενιζέλος δεν είχε υποκύψει τελικά στα τραύματα, ότι δεν θα διέπραττε το έγκλημα εάν γνώριζε ότι η διενέργεια βουλευτικών εκλογών στην Ελλάδα ανήκε στις άμεσες προτεραιότητες της τότε κυβέρνησης και εξέφρασε τη λύπη του επειδή αναγκάστηκε να δράσει κατά τέτοιο τρόπο επί του γαλλικού εδάφους. Αντιφάσκοντας, κατέληξε λέγοντας ότι η πράξη του δεν υπήρξε άσκοπη, εφόσον προσέφερε το έναυσμα για να δημοσιοποιηθεί διεθνώς η ειδεχθής πολιτική του βενιζελικού καθεστώτος.

Δυο πράγματα εντυπωσίασαν τους παρισταμένους μόλις ο Κυριάκης κλήθηκε με τη σειρά του στο εδώλιο: η νεαρή ηλικία του και ο συνεσταλμένος τρόπος, με τον οποίον εκφραζόταν. Η απολογία του υπήρξε σύντομης διάρκειας και δίχως μελοδραματικές κορώνες. Απέδωσε την πράξη του στα ίδια πολιτικά κίνητρα και επιβεβαίωσε ότι άκουσε για πρώτη φορά να γίνεται λόγος περί προθέσεως δολοφονίας του Βενιζέλου το πρωί της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου. Περιορίστηκε στην περιγραφή της απόπειρας και υπογράμμισε πως το βάρος της ευθύνης έφεραν ισότιμα και οι δυο κατηγορούμενοι.

Όταν έφτασε η στιγμή να πάρει ο Βενιζέλος τον λόγο, μέσα στην αίθουσα επικράτησε νεκρική σιγή. Συνεπικουρούμενος από τις ερωτήσεις του εισαγγελέα, απέδωσε την απόπειρα στη μεγάλη επιτυχία, όπως την χαρακτήρισε, της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών, δυο ημέρες νωρίτερα. “Προφανώς οι εχθροί μου θεώρησαν πως οι επικείμενες εκλογές θα ήταν μια θριαμβευτική επιβεβαίωση  της πολιτικής μου. Για τον λόγο αυτό, αποφάσισαν τη φυσική μου εξόντωση”. Περιορίστηκε σε σύντομες απαντήσεις στα όσα ερωτήματα του τέθηκαν. Εξίσου επιγραμματική υπήρξε εκ μέρους του και η περιγραφή της δολοφονικής απόπειρας. Την ένταση πυροδότησε ο συνταγματάρχης Χρ. Χατζημιχάλης, μάρτυς υπερασπίσεως των κατηγορουμένων, ο οποίος χαρακτήρισε τον Βενιζέλο ως τύραννο. Στην Ελλάδα δεν υπήρχαν, είπε, γερμανόφιλοι κύκλοι. Η αντιπαράθεση είχε εκδηλωθεί μεταξύ οπαδών και πολεμίων της παρέμβασης της χώρας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Άπαντες ήταν φιλικά διακείμενοι έναντι του συνασπισμού της Συνεννοήσεως. Το βενιζελικό καθεστώς υπήρξε εκείνο, το οποίο είχε προβεί σε σειρά αντισυνταγματικών μέτρων, μαζικών φυλακίσεων και αναγκαστικών εκτοπίσεων, καθώς και σε πάσης φύσεως κατάχρηση, για πολιτικούς και ιδιοτελείς σκοπούς, της επιβολής κατάστασης πολιορκίας.

Πρωτοσέλιδο του φύλλου της 26/2/1921 της εφημερίδας Excelsior.

Ζητώντας επισταμένα τον λόγο και λησμονώντας πως το αντικείμενο της δίκης ήταν αποκλειστικά και μόνο η ίδια η απόπειρα, ο Βενιζέλος προχώρησε σε μια εκτενή απολογία της πολιτικής του. Αναφέρθηκε αναλυτικά στις επιλογές του έναντι της έκρηξης του πολέμου το 1914, στις δυο παραιτήσεις, τις οποίες υπέβαλε εντός του 1915, στο κίνημα της Θεσσαλονίκης, στα “Νοεμβριανά” του 1916 (ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο για τους Γάλλους, που θρήνησαν νεκρούς μέσα στους δρόμους της Αθήνας), στην αποστολή Jonnart και την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, στο πρόγραμμα των εθνικών διεκδικήσεων της Ελλάδας στο πλαίσιο της διεξαγωγής των εργασιών του Συνεδρίου της Ειρήνης, προτού καταλήξει στην υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Απέκρουσε μετά βδελυγμίας τα περί κατάχρησης εξουσίας (σήμερα πρόκειται για αποδεδειγμένο εις βάρος της κυβέρνησής του γεγονός), λέγοντας πως επί των ημερών του ουδέποτε απαγγέλθηκε η εσχάτη των ποινών για πολιτικούς λόγους. Έκλεισε την μαραθώνια δευτερολογία του υποστηρίζοντας ότι πράγματι, στην Ελλάδα δεν υπήρχαν γερμανόφιλοι. Υπήρχε όμως ένας και μοναδικός Γερμανός, ο Κωνσταντίνος. Θα έλεγε κανείς πως η παρουσία στη δίκη των επίδοξων δολοφόνων του αξιοποιήθηκε από τον πρώην πρωθυπουργό προκειμένου να υπεραμυνθεί, για πρώτη φορά μετά την εκλογική ήττα του Νοεμβρίου 1920 και μάλιστα επί διεθνούς εδάφους, της εν γένει πολιτικής του. Στο σημείο εκείνο η συνεδρίαση διακόπηκε για τις 12.00΄μ.μ. της επομένης ημέρας.

Η 26η Φεβρουαρίου 1921 ήταν αφιερωμένη στις αγορεύσεις. Κατά γενική ομολογία, ο εισαγγελέας Legris, που έλαβε πρώτος τον λόγο, εθεωρείτο από τους πλέον δεινούς ρήτορες των παρισινών δικαστηρίων. Σε μια κατάδηλη προσπάθεια να οικειοποιηθεί τους ενόρκους, πολιτικοποίησε έντονα την ομιλία του, τοποθετώντας την τελευταία στο μάτι του κυκλώνα του Εθνικού Διχασμού, αποδειχθείς εν τέλει βενιζελικότερος του Βενιζέλου. Διαμόρφωσε κλίμα ευθύς εξ αρχής: “Έχοντας μόλις βάλει την υπογραφή του στη Συνθήκη των Σεβρών, αυτός, που δικαίως αποκαλείται “Μέγας Κρης”, ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα του. Μέσα στις αποσκευές έφερε τους καρπούς της δόξας και της τιμής. Στη Μακεδονία, στη Θράκη και μακρύτερα ακόμη, οι ελπίδες και τα οράματα του ελληνικού λαού υλοποιήθηκαν υπεράνω κάθε προσδοκίας. Αυτό ακριβώς υπήρξε το αποτέλεσμα της διορατικότητας του Προέδρου Βενιζέλου. Η προσήλωσή του στη Μεγάλη Ελλάδα [σσ. στο σημείο αυτό χρησιμοποιήθηκε για λόγους εντυπωσιασμού ο όρος Hellade αντί του συνήθους Grèce] και η εντιμότητά του έναντι των χωρών του συνασπισμού της Συνεννοήσεως. Τη στιγμή, που ο αρχιτέκτων ενός τόσο μεγαλειώδους έργου, ήσυχος με τη συνείδησή του, μπορούσε να στηριχτεί στην ατελείωτη και ομόφωνη ευαρέσκεια των συμπολιτών του, δυο θρασύδειλοι Έλληνες αξιωματικοί αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν”. Ακολούθησαν η περιγραφή της απόπειρας και η αναφορά στο παρελθόν των δυο κατηγορουμένων. Αναλύοντας τα κίνητρα της απόπειρας, ο εισαγγελέας εκφράστηκε ως εξής: “[Ο Βενιζέλος] Κτυπήθηκε επειδή ανέκαθεν υπήρξε ένθερμος φίλος της Γαλλίας και, μόλις του παρουσιάστηκε η δυνατότητα, οδήγησε την Ελλάδα στο πλευρό της Συνεννοήσεως. Γιατί να μην το επαναλαμβάνει κανείς, από τη στιγμή που πρόκειται για αλήθειες, οι οποίες έχουν πλέον αποκτήσει τη θέση τους στην Ιστορία; Περί τα τέλη του 1916, σε μια κρίσιμη καμπή του πολέμου, και ενώ μια συμμαχική στρατιά έδρευε στη Θεσσαλονίκη, η στάση της ελληνικής βασιλικής κυβέρνησης υπήρξε για εμάς πηγή σοβαρής έγνοιας. Την 1η Δεκεμβρίου 1916, μέσα στους δρόμους της Αθήνας, 57 Γάλλοι ναύτες δολοφονήθηκαν προδοτικά”. Ο εισαγγελέας αποσιώπησε σκοπίμως την πρόσφατη ακόμα εκλογική ήττα του Νοεμβρίου 1920, η δε αναφορά στα “Νοεμβριανά” (ευθύνη για την έκρηξη των οποίων φέρουν ισότιμα όλα τα εμπλεκόμενα μέρη – βενιζελικοί, αντιβενιζελικοί και Σύμμαχοι),²² υπήρξε ο κρυφός άσσος της αγόρευσης. Ο στομφώδης λόγος δικαίως ηχεί σήμερα ετεροχρονισμένος. Το 1921 όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Η Γαλλία είχε μόλις εξέλθει από μια τετραετή δοκιμασία, πληρώνοντας βαρύ τίμημα σε ανθρώπινες απώλειες. Ειδικότερα με το επεισόδιο των “Νοεμβριανών”, το γαλλικό κοινό υπήρξε αποδέκτης της μονομερούς εικόνας που μετέφεραν η κρατική προπαγάνδα και λογοκρισία της εποχής. Οι ένορκοι, άπαντες Γάλλοι, δεν γνώριζαν εκ προοιμίου τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα σε ολόκληρη την έκτασή τους. Ήταν συνεπώς επιρρεπείς στην επιτήδεια επιχειρηματολογία του έμπειρου εισαγγελέα. Αυτό φάνηκε ανάγλυφα και στο θεατρικό ύφος, με το οποίο ο τελευταίος έκλεισε την ομιλία, με εμφανή σκοπό να κερδίσει τις εντυπώσεις: “Αθωώνοντας τους Τσερέπη και Κυριάκη, είναι σαν να αποδέχεστε τις γερμανόφιλες αντιλήψεις τους. (…) Σαν να καλύπτετε όλες τις δραστηριότητες της γερμανόφιλης παράταξης στην Ελλάδα, διαρκούντος του πολέμου. (…) Σαν η δολοφονία των ναυτών μας, που κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο εκεί, τόσο μακριά από εμάς, να είναι στα μάτια σας ένα κοινό, δικαιολογίσιμο, επεισόδιο. (…) Θα σήμαινε πως ο κατακλυσμός, ο οποίος επί τέσσερα έτη αναστάτωσε την υφήλιο, έχει κιόλας ξεχαστεί. Κιόλας, κι ενώ τα ερείπια επιδεικνύουν στα δακρυσμένα βλέμματά μας την τραγική θλίψη τους. Όταν, παρόλη τη αίγλη της νίκης, εμείς οι νικητές εξακολουθούμε να αγωνιζόμαστε ενάντια στις τεράστιες δυσκολίες της επομένης ημέρας, όταν τόσες γαλλικές καρδιές θρηνούν και εξακολουθούν να ματώνουν και όταν ένα τόσο μεγάλο πένθος παραμένει απαρηγόρητο. Όχι! Όχι! Είναι αδύνατο κάτι τέτοιο!”. Ολοκλήρωσε την παρέμβασή του ζητώντας από τους ενόρκους να συμπεριφερθούν ως “σωστοί Γάλλοι”. Παρακολουθώντας την αγόρευση του εισαγγελέα Legris, θα πίστευε κανείς ότι οι δυο αυτοσχέδιοι επίδοξοι δολοφόνοι, Τσερέπης και Κυριάκης, ήταν υπόλογοι για όλα τα δεινά του πολέμου!

Ο συνήγορος του Κυριάκη (Alfred Dominique), σχεδόν επιγραμματικός, αιτήθηκε την αθώωση του πελάτη του. Ο συνήγορος του Τσερέπη (Moro-Giafferi) δήλωσε ότι η αγόρευση του εισαγγελέα εξέτρεψε τη συζήτηση από την ουσία, δηλαδή την ίδια την απόπειρα, όπως άλλωστε και η παρέμβαση του Βενιζέλου νωρίτερα. Γι’ αυτό και θεωρούσε υποχρέωσή του να κινηθεί και εκείνος στο μήκος κύματος της πολιτικής, δίνοντας τη δική του εκδοχή σχετικά με τα όσα είχαν λεχθεί. Αγορεύοντας επί μία ώρα, απέδωσε τα αντιβενιζελικά αισθήματα του πελάτη του στο επεισόδιο του 1914 (Β. Ήπειρος) και στην απόταξη του 1917. Ενόσω ο Βενιζέλος, ευρισκόμενος εκτός Ελλάδος για μεγάλο χρονικό διάστημα και ασχολούμενος με τις εργασίες της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης, δεν έλεγχε τους συνεργάτες του στην Αθήνα, εκείνοι συμπεριφέρθηκαν ως τύραννοι. Μίλησε για άνω των 11.000 απολύσεις από τον κρατικό μηχανισμό και για αναρίθμητες κρατήσεις και εκτοπίσεις σε νησιά λόγω πολιτικών και μόνο φρονημάτων. Έκλεισε δε την ομιλία του παραθέτοντας ένα δημοφιλές ανέκδοτο, το οποίο στις αρχές του 1921 κυκλοφορούσε στους δρόμους της Αθήνας, σύμφωνα με το οποίο, κάποιο άτομο είχε προφυλακιστεί επειδή ο παπαγάλος του συνήθιζε να αναφωνεί: “Ζήτω ο βασιληάς!”.

Στις 18.30΄μ.μ. ο πρόεδρος των ενόρκων ανακοίνωσε την ετυμηγορία. Οι Τσερέπης και Κυριάκης κρίθηκαν ένοχοι με αναγνώριση ελαφρυντικών. Κατόπιν τούτου, το δικαστήριο τους επέβαλε ποινή πενταετούς φυλάκισης.

 

Εν κατακλείδι

Μέχρι στιγμής, στο υπάρχον πρωτογενές υλικό δεν υφίστανται αποδείξεις, οι οποίες να κλίνουν προς την ύπαρξη συνωμοσίας σε ότι αφορά την δολοφονική απόπειρα της 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920. Άλλωστε, αυτό επιβεβαιώνεται από τα ίδια τα πρακτικά της δίκης, παρά τους όποιους υπαινιγμούς, οι οποίοι ωστόσο παρέμειναν αναπόδεικτοι. Οι δυο δράστες ενήργησαν αυτοβούλως, ορμώμενοι από πολιτικά και προσωπικά κίνητρα. Η επιλογή της ημερομηνίας (δυο ημέρες έπειτα από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών), είναι μάλλον συγκυριακή και δεν αντανακλά κάποια συνειδητή προσπάθεια από τους Τσερέπη και Κυριάκη να προσδώσουν στο εγχείρημά τους συμβολική διάσταση. Το αντίθετο μάλιστα. Η χρονική αλληλουχία των δυο γεγονότων ευνόησε περισσότερο την κυβερνητική παράταξη προς την κατεύθυνση μιας περαιτέρω ηρωοποίησης του Βενιζέλου.

Ένα δεύτερο συμπέρασμα σχετίζεται με τα μέτρα ασφαλείας του Έλληνα πρωθυπουργού. Η κυβέρνηση της Αθήνας αντιμετώπιζε σοβαρά το ενδεχόμενο μιας δολοφονίας του Βενιζέλου μέσα στο καλοκαίρι του 1920. Είχε καταλήξει στην παραπάνω εκτίμηση έπειτα από σχετικές φήμες, αλλά και από κάποια δραστηριοποίηση, η οποία είχε παρατηρηθεί στους κόλπους των κωνσταντινικών κύκλων της Ελβετίας. Δεν ήταν τυχαία η ενίσχυση των μέτρων προστασίας του πρωθυπουργού (εισήλθε στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών υπό την επιτήρηση 34 αστυνομικών). Ωστόσο, η ενίσχυση αυτή προσέκρουσε στην αρνητική αντίδραση του ιδίου του Βενιζέλου, με αποτέλεσμα η όλη προσπάθεια να μετριαστεί τις παραμονές της απόπειρας.

Το τριήμερο 10 – 13 Αυγούστου (ν.η) είναι μια από τις πλέον δραματικές και εμβληματικές κορυφώσεις, τις οποίες βίωσε το φαινόμενο του Εθνικού Διχασμού. Ξεκίνησε με τη συνομολόγηση της Συνθήκης των Σεβρών, συνεχίστηκε με το επεισόδιο της δολοφονικής απόπειρας του Παρισιού, για να καταλήξει στα έκτροπα των Αθηνών, με αποκορύφωμα τη διενέργεια μιας πραγματικής δολοφονίας: την εκτέλεση εν ψυχρώ του Ίωνα Δραγούμη από τους παρακρατικούς του Γύπαρη.

Ίων Δραγούμης.
Η αναμνηστική στήλη στο σημείο της δολοφονίας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ουδέποτε άλλοτε μέχρι τότε οι Έλληνες είχαν φτάσει σε τόσο προχωρημένο σημείο πολιτικής εμπάθειας και εσωτερικής διχόνοιας.

 

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου Υπουργείου Εξωτερικών (ΥΔΙΑ)/Πρεσβεία Λονδίνου/ 1920/ Φάκ. Ν 5 [Απόπειρα κατά ζωής κ. Βενιζέλου και ενέργειαι βασιλικών]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα [κοινοποίηση: Πρεσβεία Λονδίνου], αρ. 5194, 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920.

²  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 18 [Απόπειρα δολοφονίας κ. Βενιζέλου εις Παρισίους]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5195, 30 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920.

³  Ministère des Affaires étrangères, Archives diplomatiques (MAE)/ Série Z /Grèce 52 [Politique intérieure, dossier général 1918-1920]/ Πρεσβεία Αθηνών προς Κεντρική Υπηρεσία, Παρίσι, αρ. 328, 14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 18/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5198, 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920.

⁴   ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(2) [Ανακρίσεις δια την απόπειραν δολοφονίας κ. Βενιζέλου]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5278, 4/17 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Πρεσβεία Λονδίνου/ 1920/ Φάκ. Ν 5/ Ιδιόχειρη επιστολή Β. Λεοντόπουλου προς Δημήτριο Κακλαμάνο, 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920.

⁵  Gazette des Tribunaux, Cour d’ Assises de la Seine, audience du 26/2/1921.

⁶  Excelsior, 13/8/1920. Gazette des Tribunaux, Cour d’ Assises de la Seine, audiences des 25,26 et 27 /2/1921. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1921/ Φακ. Α 2 [Ασφάλεια καθεστώτος. Εσωτερική κατάστασις χώρας]/ Κρυπτογράφημα πρακτορείου Radio, αρ. 24, 25 Ιανουαρίου 1921.

⁷  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11) [Εμπιστευτικόν αρχείον. Ειδικός φάκελος ενεργειών Γαλλικής Ανακρίσεως]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5504, 9/22 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Α 2 [Ειδικός φάκελος Γαλλικής Ανακρίσεως]/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5681, 16/29 Αυγούστου 1920. Υπουργείο Δικαιοσύνης προς Υπουργείο Εξωτερικών, αρ. 40230, 28 Αυγούστου/10 Σεπτεμβρίου 1920.

⁸  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(2)/ Κεντρική Υπηρεσία,Αθήνα, προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 10725, 5/18 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5225, 1/14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5681, 16/29 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5504, 9/22 Αυγούστου 1920, αρ. 5684, 15/28 Αυγούστου 1920.

⁹  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Φακ. Α2/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5681, 16/29 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Φακ. Α2 (2)/ Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 5225, 1/14 Αυγούστου 1920, αρ. 5884, 7/25 Αυγούστου 1920, αρ. 10910, 22 Αυγούστου/4 Σεπτεμβρίου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/ 1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 6356, 1/14 Σεπτεμβρίου 1920. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 12448 εμπιστ., 22 Σεπτεμβρίου/5 Οκτωβρίου 1920. ΥΔΙΑ/Πρεσβεία Λονδίνου/1920/Φακ. Ν 5/Πρεσβεία Παρισίων προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 5683, 15/28 Αυγούστου 1920, αρ. 5721, 15/28 Αυγούστου 1920, αρ. 4083Bis, 3/16 Αυγούστου 1920, αρ. 4944, 21 Αυγούστου/3 Σεπτεμβρίου 1920. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 12448, 5/18 Οκτωβρίου 1920. Foreign Office προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. C 4959/3777/19, 31 Αυγούστου 1920 (ν.η.), αρ. C 8741/3777/19, 3 Νοεμβρίου 1920 (ν.η.) Πρεσβεία Λονδίνου προς Foreign Office, αρ. 4403, 1 Σεπτεμβρίου 1920 (ν.η.).

¹º ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 10065, 4/17 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5447, 8/21 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 18/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, 5226, 1/14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Πρεσβεία Λονδίνου/1920/ Φακ. Ν 5/ Πρεσβεία Παρισίων προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. 5280, 5/18 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Λονδίνου προς Πρεσβεία Παρισίων, αρ. 4182, 6/19 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Λονδίνου προς Γενικό Προξενείο Λονδίνου, εμπιστευτικό σημείωμα, 6/19 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Πρεσβεία  Λονδίνου, αρ. 1844(;), 17/30 Αυγούστου 1920.

¹¹ ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5682, 16/29 Αυγούστου 1920, αρ. 5879, 23 Αυγούστου/5 Σεπτεμβρίου 1920.

¹² ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5682, 16/29 Αυγούστου 1920.

¹³ ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(11)/ Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5682 δις, 17/30 Αυγούστου 1920. “Ξεύρω ὃτι εἷσαι ἀρκετά λογική καί ψύχραιμη καί ἒτσι φαντάζομαι  ὃτι ὕστερα καί ἀπό τήν παράκλησί μου δεν θα στενοχωρηθῆς καθόλου. Ἄλλως τε ἐγώ τῶρα εἷμαι τελείως καλά. Ἡ μικρή ἀδιαθεσία θέλησε γρίγωρα νά μοῦ φύγη [σ.σ. αναφέρεται, μάλλον, στην κακοποίηση, που υπέστη  τη στιγμή της σύλληψης]. Τής ὧρες μου περνῶ διαβάζοντας, γιατί  εἷμαι ἐντελῶς μόνος στό δωμάτιό μου [σ.σ. εννοεί στο κελί του]. Συντροφιά ἀνεκτίμητη μοῦ κάμουν οἱ μεγάλοι συγγραφεῖς, μέ τούς ὁποίους διαβάζοντας προσεκτικά, ἒρχομαι εἰς εὐχάριστον καί ἐξυψώνουσανν ἐπικοινωνίαν. Τά βιβλία μοῦ εἶναι κάτι το πολύ ἀγαπητό. Περίπατο κάμω μόνον γιά ἓνα τέταρτο τό πρωΐ.”, έγραφε ο Κυριάκης προς τη φίλη του, Ειρήνη Φίλτσου, στις 24 Αυγούστου 1920 (ν.η.) μέσα από τη φυλακή. Excelsior, 13 Αυγούστου 1920.

¹⁴ ΥΔΙΑ/Πρεσβεία Λονδίνου/1920/Φακ. Ν 5/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα/ αρ. 4522, 8/21 Σεπτεμβρίου 1922. Excelsior, 14 και 17 Αυγούστου 1920.

¹⁵ Στην Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών υπάρχει ένας ογκώδης φάκελος με τίτλο “Φάκελλος Τσερέπη”. Πρόκειται για συγχώνευση δυο αρχικών φακέλων με ενδείξεις Ι/76 και Θ/230 αντίστοιχα. Η όλη υπόθεση του Νικολάου Τσερέπη παρακολουθήθηκε στενά από το Ιδιαίτερο Γραφείο Υπουργού. Ο συγχωνευθείς φάκελος καταχωρίστηκε τελικά στο αρχείο της Διεύθυνσης Προσωπικού με την ένδειξη Ι/76 και αριθμό ατομικού φακέλου 18752/1918. Η εκτενής αλληλογραφία γύρω από την υπόθεση μας έκανε για λόγους οικονομίας να παραπέμψουμε συνολικά στον συγκεκριμένο φάκελο και όχι αναλυτικά στα έγγραφα, τα οποία ο τελευταίος περιέχει. Gazette des Tribunaux, 25-26/2/1921, Cour des Assises de la Seine, audience du 25 février 1921. Σχετικά με τις εκκαθαρίσεις της τριετίας 1917-1920 βλ. William Edgar: “Οι εκκαθαρίσεις του 1917: Η σημασία τους για το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Βενιζέλου”, Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την Εποχή του (επιμ. Οδυσσέας Δημητρακόπουλος), Αθήνα, 1980, σσ. 519-550.

¹⁶ ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(2)/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 4401, 20 Αυγούστου/2 Σεπτεμβρίου 1920, αρ. 4289, 11/24 Σεπτεμβρίου 1920. Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5582, 29 Ιουλίου/12 Αυγούστου 1920, αρ. πρωτ. εισαγωγής 10008, 2/15 Αυγούστου 1910. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς πρεσβεία Παρισίων, αρ. 10371 11/24 Αυγούστου 1920. Υπουργείο Εσωτερικών (Δ/σις Χωροφυλακής και Δημοσίας Ασφαλείας) προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 1694, 5/18 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/ 1920/ Φακ. Α 18/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 4059, 31 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920, 4059 δις, 1/14 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Πρεσβεία Λονδίνου/1920/ Ν 5/ Γενικό Προξενείο Λονδίνου προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. πρωτ. Εισαγωγής 4143, 4/17 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Λονδίνου προς Foreign Office, α.α.π., 27 Αυγούστου (ν.η.) 1920. Foreign Office προς Πρεσβεία Λονδίνου, αρ. C 4959/3777/19, 31 Αυγούστου 1920 (ν.η.), αρ. C 8741/3777/19, 3 Νοεμβρίου 1920 (ν.η.). Excelsior, 13 Αυγούστου 1920 (ν.η.). Observer, 15 Αυγούστου 1920 (ν.η.).

¹⁷ Gazette des Tribunaux, 27/2/1921. Cour d’ Assises de la Seine, audience du 25/2/1921.

¹⁸ ΜΑΕ/Série Z/ Grèce 52 [Politique intérieure, dossier général 1918-1920], 56 [Politique intérieure, dossier général 1921-1922], 63 [L’ ex-roi Constantin – Intrigues 1918-1923]. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1918/ Φακ. Α/2 [Ασφάλεια και ησυχία του Κράτους. Αντιδραστικοί καθεστώτος], Φακ. Α/5/Ι [Αντιδραστικοί Ελβετίας], Φακ. Α/18 [Ζήτημα βασιλείας. Ενέργειαι και ραδιουργίαι κωνσταντινικών]. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α/2(7) [Ασφάλεια και ησιχία του Κράτους. Αντιδραστικοί καθεστώτος], Φακ. Α/2(8) [Αντιδραστικοί εξωτερικού], Φακ.Α/2(9) [Φάκελος ενεργειών κωνσταντινικών εν Ιταλία], Φακ. Α/2(10) [Συνομωσία κατά κ. Βενιζέλου υπό των βασιλικών], Φακ. Γ/101ε΄[Δημοσιεύματα ελβετικού Τύπου]. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1921/ Φακ. Α2 [Ασφάλεια καθεστώτος. Εσωτερική κατάστασις χώρας]. Απ. Αλεξανδρής, Πολιτικαί Αναμνήσεις, Πάτρα, 1947. Π. Ενεπεκίδης, Βασιλική ανταρσία. Έργα και ημέραι του βασιλέως Κωνσταντίνου κατά την εξορίαν του εις την Ελβετίαν, Αθήνα, 1975. Δ. Φεσσάς, Η υπόθεση του δευτέρου υποβρυχίου (1918-1920). Ένα επεισόδιο της εποχής του Διχασμού, Αθήνα, 2016. G. B. Leon [Leontaritis], «King Constantine’s policy in exile and the Central Powers 1917-1918» στο Essays in memory of Basil Laourdas, Thessaloniki, 1975, σ. 495-536.

¹⁹ ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1918/ Φακ. Α 5/Ι/ Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 604, 7/20 Σεπτεμβρίου 1918. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1918/ Φακ. Ι 79 [Διορισμοί – Παύσεις – Μεταθέσεις Αμίσθου Προξενικής Υπηρεσίας]/ Πρεσβεία Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 254, 27 Ιανουαρίου/9 Φεβρουαρίου 1918, αρ. πρωτ. Εισαγωγής 02533, 2/15 Φεβρουαρίου 1918. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Βέρνης, αρ. 2090, 31 Ιανουαρίου/13 Φεβρουαρίου 1918. Βασιλικό Διάταγμα περί συστάσεως Αμίσθου Προξενείου εν Λουγκάνω, 8/21 Φεβρουαρίου 1918. Βασιλικό Διάταγμα περί διορισμού Αμίσθου Προξένου Β΄Τάξεως εν Λουγκάνω, 8/21 Φεβρουαρίου 1918. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1919/Α 2(4)/ Γενικό Προξενείο Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 1817, 29 Οκτωβρίου/11 Νοεμβρίου 1919, αρ. πρωτ. εισαγωγής 12312, 27 Νοεμβρίου/10 Δεκεμβρίου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1919/Φακ. Α 2 (8)/ Πρεσβεία Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 2856, 21 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου 1919, αρ. 3017, 6/19 Δεκεμβρίου 1919. Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Βέρνης, αρ. 11860, 28 Νοεμβρίου/11 Δεκεμβρίου 1919. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(4)/ Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 6, 23 Ιανουαρίου/5 Φεβρουαρίου 1920.

²º ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Φακ. Α 2(3) [Περί Στρατοδικείων. Περί αποπείρας δολοφονίας κ. Βενιζέλου]/Πρεσβεία Παρισίων προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5460, 8/21 Αυγούστου 1920, αρ. 5599, 12/25 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Βέρνης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα,  αρ. πρωτ. Εισαγωγής 10487, 7/20 Αυγούστου 1920, αρ. 1494, 11/24 Αυγούστου 1920. Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. εμπιστ. πρωτ. 13, 8/21 Αυγούστου 1920, αρ. εμπιστ. πρωτ.14, 9/22 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/ Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Α 2(9) [Φάκελος ενεργειών Κωνσταντινικών εν Ιταλία]/ Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, προς Πρεσβεία Ρώμης, αρ. 10645, 7/20 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Ρώμης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 2733, 15/28 Αυγούστου 1920. Γενικό Προξενείο Μιλάνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 525, 10/23 Αυγούστου 1920. ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/Α 18/ Πρεσβεία Λονδίνου προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 4053, 30 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1920. Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 5788, 4/17 Αυγούστου 1920.  ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1920/ Φακ. Γ/101 ε΄/ Γενικό Προξενείο Γενεύης προς Κεντρική Υπηρεσία, Αθήνα, αρ. 1230, 17/30 Αυγούστου 1920.

²¹ Τα σχετικά με τη διεξαγωγή της δίκης στοιχεία προέρχονται από τον φάκελο ΥΔΙΑ/Κεντρική Υπηρεσία/1921/Α 2 [Ασφάλεια καθεστώτος. Εσωτερική κατάστασις της χώρας], από την Gazette du Palais (φύλλα της 26 και 27 Φεβρουαρίου 1921), έντυπο που εξέδιδε το υπουργείο Δικαιοσύνης της Γαλλίας, καθώς και από πληθώρα τηλεγραφημάτων του Τηλεγραφικού Πρακτορείου Radio, τα οποία είναι καταχωρισμένα στον προαναφερθέντα φάκελο.

²² Σχετικά με τα “Νοεμβριανά” βλ. Γ. Μουρέλος, Τα «Νοεμβριανά» του 1916. Από το αρχείο της Μεικτής Επιτροπής Αποζημιώσεων των θυμάτων, Αθήνα, 2007.