Skip to main content

Στράτος Δορδανάς–Βάϊος Καλογρηάς: «Έχει θετική άποψη για το καθεστώς»: Οι Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας και η Στάζι

Στράτος Δορδανάς – Βάϊος Καλογρηάς 

«Έχει θετική άποψη για το καθεστώς»:

Οι Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας και η Στάζι

 

Α. Το πλαίσιο της έρευνας: το αρχείο (-α) και οι βιβλιογραφικές διαθεσιμότητες

Το παρόν κείμενο σκοπό έχει να παρουσιάσει την ταυτότητα της αρχειακής έρευνας που διενεργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος «ΘΑΛΗΣ» (Η Ελλάδα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στον Ψυχρό Πόλεμο. Διεθνείς σχέσεις και εσωτερικές εξελίξεις) στο αρχείο της Στάζι, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2014, καθώς και κάποια πρώτα συμπεράσματα όχι τόσο γενικότερα για τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Ανατολική Γερμανία αλλά ειδικότερα – όπως γίνεται αμέσως αντιληπτό – για όσους δραστηριοποιήθηκαν ως πληροφοριοδότες της Στάζι από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 έως και τα μέσα της δεκαετίας του ΄80.

Γενικότερα, το ζήτημα των πολιτικών προσφύγων, δηλαδή των ανθρώπων που εγκατέλειψαν μαζικά τη χώρα προς το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) και περιπλανήθηκαν σε χώρες ανάμεσα στο Καζακστάν και την Ανατολική Γερμανία, είναι ένα ερευνητικό πεδίο που άρχισε να αναπτύσσεται από τη δεκαετία του ΄90 και άνθισε μέσα στην επόμενη δεκαετία. Επιχειρώντας μια σύντομη βιβλιογραφική επισκόπηση για την περίπτωση της Ανατολικής Γερμανίας και τους πολιτικούς πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη χώρα αυτή, διαπιστώνεται πως ελάχιστα απασχόλησε έως σήμερα την έρευνα μάλλον γιατί ο αριθμός των προσφύγων ήταν ο μικρότερος από κάθε άλλη ανατολική χώρα (αποτελούμενος στη συντριπτική πλειοψηφία του από παιδιά).

Αν εξαιρέσει κανείς τα γενικά έργα για τους Έλληνες στην υπερορία (Τσέκου Κατερίνα, Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989. Βουτυρά Ευτυχία-Δαλκαβούκης Βασίλης-Μαραντζίδης Νίκος-Μποντίλα Μαρία (επιμ.), Το όπλο παρά πόδα. Οι πολιτικοί πρόσφυγες του ελληνικού εμφυλίου πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη. Boeschoten Riki Van-Danforth Loring M., Παιδιά του ελληνικού Εμφυλίου. Πρόσφυγες και πολιτική της μνήμης), ειδικότερα ανά χώρα (Τσέκου Κατερίνα, Προσωρινώς διαμένοντες…Έλληνες Πολιτικοί Πρόσφυγες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας (1948-1982. Κράλοβα-Τσίβος, Στέγνωσαν τα δάκρυά μας. Έλληνες πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία) ή θεματικές προσεγγίσεις (Μποντίλα Μαρία, «Πολύχρονος να ζεις, μεγάλε Στάλιν». Η εκπαίδευση των παιδιών των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στα ανατολικά κράτη (1950-1964. Ματθαίου Άννα-Πολέμη Πόπη, Η εκδοτική περιπέτεια των Ελλήνων κομμουνιστών από το βουνό στην υπερορία, 1947-1968) μετρούνται κυριολεκτικά στα δάχτυλα του ενός χεριού οι συμβολές για την Ανατολική Γερμανία. Μεταξύ των τελευταίων, κυρίως γιατί πραγματεύονται το ζήτημα στον μακρό χρόνο, δηλαδή από την άφιξη και την εγκατάσταση στην εμπλοκή τους στα γρανάζια της Στάζι, ξεχωρίζει κανείς τη δουλειά της Marias Panoussi, „Die griechischen politischen Immigranten in der DDR“ και τα άρθρα στα γερμανικά και στα ελληνικά του Stefan Troebst, «Πρόσφυγες σε μια διαιρεμένη χώρα: Ελληνόπουλα στη ΛΔΓ, 1949-1989», Λαγάνη Ειρήνη-Μποντίλα Μαρία (επιμ.), ‘Παιδομάζωμα’ ή ‘Παιδοσώσιμο’; Παιδιά του Εμφυλίου στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.

Οι παραπάνω βιβλιογραφικές συνεισφορές δεν θα είχαν δει ενδεχομένως το φως της δημοσιότητας (σίγουρα όχι υπό τη μορφή αυτή), αν δεν είχε προηγηθεί η κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ που εξασφάλισε στον ερευνητή την πρόσβαση στα αρχεία (βεβαίως όχι σε όλα) των κομμουνιστικών καθεστώτων. Στο πλαίσιο αυτό, το αρχείο της Στάζι προσελκύει πλέον εκατοντάδες ερευνητές από όλο τον κόσμο, καθώς η συγκεκριμένη υπηρεσία αποτέλεσε για δεκαετίες τον ισχυρότερο πυλώνα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος-βιτρίνα για ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη ή διαφορετικά αντιπροσώπευσε το ίδιο το κόμμα και εξασφάλισε τη μακροημέρευσή του.

Εδώ η σύγκριση με τις πρακτικές πολιτικού ελέγχου και κοινωνικής πειθάρχησης των αντίστοιχων υπηρεσιών ασφαλείας άλλων χωρών του ανατολικού συνασπισμού (όπως της Ρουμανίας για παράδειγμα) καθίσταται εκ των πραγμάτων απαραίτητη για τη βαθύτερη κατανόηση της υφής των ίδιων των καθεστώτων. Στην περίπτωση της ΛΔΓ πίσω από το Ministerium für Staatssicherheit (MfS, υπουργείο Κρατικής Ασφάλειας) κρυβόταν το κόμμα. Γι’ αυτό είναι σημαντικό να μελετήσει κανείς τις σχέσεις, αλλά και τις διαφοροποιήσεις, μεταξύ SED (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands, Σοσιαλιστικό Ενωτικό Κόμμα Γερμανίας) και MfS. Το γεγονός ακριβώς πως πίσω από τις υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας κρυβόταν το κόμμα και όχι το κράτος, όπως αντίθετα συνέβαινε σε ορισμένες στρατιωτικές δικτατορίες, όπου το κράτος χρησιμοποίησε το κόμμα ως όργανο πολιτικής ενδυνάμωσης για τον έλεγχο της κοινωνίας, αποτελεί ένα σημαντικό προσδιοριστικό στοιχείο του τρόπου οικοδόμησης του συγκεκριμένου καθεστώτος. Γενικότερα, όπως και στις υπόλοιπες ανατολικές χώρες έτσι και εδώ δεν πρέπει να μιλάμε για ένα „Staatspartei‟ (κρατικοποιημένο κόμμα) αλλά για ένα „Parteistaat‟ (κομματικοποιημένο κράτος ή αλλιώς για ένα κράτος υπό την πλήρη κυριαρχία του κόμματος). Αυτό εντάσσεται ασφαλώς στη λογική του διεθνούς κομμουνιστικού συστήματος, όπως για παράδειγμα στην ΕΣΣΔ του Στάλιν, όπου το κράτος ενσωματώθηκε ή καλύτερα απορροφήθηκε από την κομματική γραφειοκρατία. Στο τέλος η κρατική δομή και οργάνωση αντικαταστάθηκε από τον κομματικό μηχανισμό („dupliziert‟).

Το αρχηγείο της Στάζι στο Ανατολικό Βερολίνο. Σήμερα λειτουργεί ως μουσείο.

Στο σύνολό του το αρχείο στην κεντρική υπηρεσία στο Βερολίνο (Bundesbeauftragte für die Unterlagen des Staatssicherheitsdienstes der ehemaligen Deutschen Demokratischen Republik, BStU) συγκροτείται από αρχειοθετημένους ή υπό επεξεργασία φακέλους μέχρι και το 1989/90 αλλά και από οπτικοαουστικό υλικό (φωτογραφίες, αρνητικά, βίντεο, φιλμ, ηχογραφημένες συνομιλίες). Επίσης, εκεί απόκεινται τα αρχεία των πρόδρομων οργανώσεων της Στάζι (politischen Polizei K 5 και του Amt für Nationale Sicherheit der DDR). Συνολικά το διασωθέν υλικό καταλαμβάνει έκταση 111 χιλιομέτρων ή χωρά σε περισσότερα από 1.500 γήπεδα ποδοσφαίρου (https://www.bstu.de/en/). Οι ελληνικού ενδιαφέροντος φάκελοι ανέρχονται σε περίπου εκατό, συνολικά κάπου έντεκα με δώδεκα χιλιάδες σελίδες. Ίσως να υπάρχουν και άλλοι που λανθάνουν, κυρίως εκείνοι για τους οποίους η αναζήτηση στηρίζεται στους ονομαστικούς καταλόγους βάσει των οποίων η ίδια η Στάζι αρχειοθετούσε τις υποθέσεις. Η πλήρη ταυτοποίηση του ελληνικού ονόματος με τον προς αναζήτηση φάκελο παραμένει ακόμη και σήμερα μια σχετικά απαιτητική υπόθεση για το προσωπικό του αρχείου.

Ορισμένοι από τους 16.500 σάκκους, όπου ήταν συγκεντρωμένο το αρχείο της Στάζι.

Β. Το αρχείο της Στάζι: τα ελληνικά δεδομένα

Όταν πριν από εννέα περίπου χρόνια διαμορφώνονταν τα παραδοτέα του προγράμματος, είχε κριθεί πως η συνεργασία Ελλήνων της Ανατολικής Γερμανίας – πολιτικών προσφύγων ή στελεχών του ΚΚΕ – με τη διαβόητη Στάζι ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε μια μονογραφία, βασισμένη στις πληροφορίες που διέθετε η υπηρεσία για τις κινήσεις των στελεχών του ΚΚΕ και στο πλέγμα της μεταξύ τους συνεργασίας για ζητήματα πολιτικού, ιδεολογικού ή και στρατιωτικού ακόμη ενδιαφέροντος. Όπως όμως συχνά συμβαίνει, το αρχειακό υλικό που αναζητά και εντοπίζει ο ερευνητής, οδηγεί στη δημιουργία νέων ερωτημάτων και επαναπροσδιορίζει το αντικείμενο μελέτης. Έτσι έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι από τους φακέλους που εντοπίστηκαν, δεν ανέκυψαν συνταρακτικά στοιχεία για τις σχέσεις μεταξύ του ΚΚΕ και των μυστικών κρατικών υπηρεσιών της Ανατολικής Γερμανίας (ειδικά της Στάζι) σε επίσημο ή ανεπίσημο επίπεδο. Ας σημειωθεί ότι το 1951 υπήρχαν 95 μέλη του ΚΚΕ, 18 από τα οποία δόκιμα, στην Ανατολική Γερμανία.

Αντιθέτως, οι φάκελοι περιέχουν πολυάριθμα στοιχεία για τη στρατολόγηση ελλήνων πολιτικών προσφύγων από τη Στάζι με σκοπό την παρακολούθηση «ύποπτων προσώπων» ή τη συλλογή πληροφοριών για τις δραστηριότητες των Ελλήνων τόσο στην Ανατολική Γερμανία όσο και στο Δυτικό Βερολίνο το οποίο, λόγω του ιδιαίτερου καθεστώτος του, θεωρήθηκε από τη Στάζι ορμητήριο ελλήνων κατασκόπων προς την Ανατολική Γερμανία. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το Δυτικό Βερολίνο, η Στάζι επιθυμούσε να πληροφορηθεί τα ονόματα των προσώπων που συνδέονταν με την εκεί Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή και επισκέπτονταν τακτικά ομοεθνείς τους στον ανατολικό τομέα της πόλης. Για τον σκοπό αυτό επιστράτευσε Έλληνες της ΓΛΔ που, με το πρόσχημα της διεκπεραίωσης ιδιωτικών υποθέσεων ή της έκδοσης/ανανέωσης του διαβατηρίου τους, πηγαινοέρχονταν στα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής (γι’ αυτό και στρατολογήθηκαν κυρίως όσοι διέθεταν διαβατήριο, ώστε να έχουν τη δυνατότητα της μετάβασης στο Δυτικό Βερολίνο ή για να πραγματοποιούν ταξίδια εκτός του γερμανικού χώρου), παρακολουθώντας τις κινήσεις των επισκεπτών αλλά και καταγράφοντας στιχομυθίες μεταξύ των ελλήνων υπαλλήλων.

Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον υπήρξε για τις μετακινήσεις, τις οικονομικές δοσοληψίες και «άλλες» περιπέτειες του γενικού προξένου (που όπως εικάζεται τού κόστισαν μάλιστα και τη θέση του), καθώς και ορισμένων στενών συνεργατών του, όπως και για τις αντιδικτατορικές δραστηριότητες στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 που οργανώθηκαν από έλληνες φοιτητές αλλά και αριστερές οργανώσεις (για παράδειγμα μαοϊκές). Μάλιστα, οι έλληνες συνεργάτες της Στάζι είχαν περιγράψει αναλυτικά τους χώρους των γραφείων της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής προκειμένου να συνταχθεί ειδικός χάρτης.

Στη μεγαλύτερη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η μετάβαση από τον ανατολικό τομέα του Βερολίνου στον δυτικό και αντίστραφα γινόταν με χρήση του υπογείου σιδηροδρόμου (U-Bahn). Στη φωτογραφία διασταύρωση δυο συρμών έξω από τον σταθμό της Dimitroffstrasse, στο Ανατολικό Βερολίνο, το 1980.

Γ. Οι Έλληνες πράκτορες της Στάζι

Ποια πρόσωπα, όμως, στρατολογήθηκαν από τη Στάζι και για ποιο σκοπό; Με ποιο τρόπο τα πλησίασαν οι άνθρωποί της και τι ακριβώς ανέμεναν από αυτά; Ποια υλικά ή άλλου είδους ανταλλάγματα υποσχέθηκαν για να εξασφαλίσουν τη συνεργασία τους; Τι ακριβώς περιλάμβανε το «μενού» των δραστηριοτήτων των ελλήνων πρακτόρων; Πως αντιλαμβάνονταν οι ίδιοι την υπηρεσία τους αυτή, με δεδομένο ότι η Στάζι ήταν μισητή στον πληθυσμό και οι πράκτορές της ο «φόβος και ο τρόμος» της ανατολικογερμανικής κοινωνίας; Υπήρχε η δυνατότητα να αρνηθεί κανείς την ένταξή του στο δίκτυο της Στάζι; Ποια ήταν η τύχη των ελλήνων συνεργατών μετά την πτώση του Τείχους και πως επανήλθαν σε φυσιολογικούς ρυθμούς ζωής; Αυτά είναι ορισμένα από τα ερωτήματα, τα οποία προέκυψαν από τη μελέτη των φακέλων της Στάζι και θυμίζουν, χωρίς υπερβολή, την καταπληκτική ταινία «Οι ζωές των άλλων».

Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των κινήτρων τους οι έλληνες πράκτορες βοήθησαν τη Στάζι να διεισδύσει σε ένα άλλο κομμάτι του πληθυσμού, αυτό των ελλήνων προσφύγων. Όπως και οι υπόλοιπες μη γερμανικές εθνοτικές ομάδες, έτσι και η ελληνική βρέθηκε στο στόχαστρο της Στάζι που ήθελε να εξακριβώσει τον βαθμό της νομιμοφροσύνης της  απέναντι στο κομμουνιστικό καθεστώς και να εξουδετερώσει εγκαίρως ενδεχόμενες «απειλές» εναντίον του. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, η Στάζι δεν επιδίωξε συνεργασία με το ΚΚΕ αλλά απευθύνθηκε ξεχωριστά σε κάθε πρόσωπο που ήθελε να στρατολογήσει, χωρίς να ενημερώσει γι’ αυτό ή να λάβει την έγκριση του ΚΚΕ.

Κλασσικός εξοπλισμός αξιωματικού της Στάζι.

Με άλλα λόγια, οι έλληνες πράκτορες δεν «υπηρετούσαν δύο κυρίους» αλλά δούλευαν αποκλειστικά για λογαριασμό της Στάζι. Φυσικά, η δραστηριότητά τους αυτή έπρεπε να μείνει μυστική όχι μόνο από το ΚΚΕ αλλά και από τις οικογένειές τους. Αμέσως μετά τη στρατολόγησή του από τον αξιωματικό, ο Έλληνας πληροφοριοδότης λάμβανε έναν ειδικό τηλεφωνικό αριθμό για να επικοινωνεί με τον στρατολόγο του σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες, αλλά και για να κλείνει ραντεβού, συνήθως σε δημόσιους χώρους. Η ρητή εντολή που λάμβανε ήταν πως σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να χαιρετήσει τον αξιωματικό σε περίπτωση που τον συναντούσε τυχαία στον δρόμο. Υπήρχαν όμως και εξαιρέσεις. Σε μία από αυτές καταγράφεται η περίπτωση ενός πρώην αξιωματικού του «Δημοκρατικού Στρατού», ο οποίος δούλευε παράλληλα για το ΚΚΕ, αρνούμενος να διαθέσει στη Στάζι πληροφορίες γι’ αυτή του τη δραστηριότητα – επιθυμία που έγινε αποδεκτή από τη Στάζι.

Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι η στρατολόγηση Ελλήνων έγινε ακριβώς γιατί διέθεταν την αναγκαία οικειότητα με τους ομοεθνείς τους. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να χρησιμοποιήσει η Στάζι γερμανούς συνεργάτες που, εκτός από το πρόβλημα της γλώσσας, θα κινούσαν σίγουρα τη δυσπιστία των ελλήνων συνομιλητών τους. Βεβαίως, η ίδια τακτική εφαρμόστηκε και για τις υπόλοιπες μη γερμανικές εθνοτικές ομάδες. Ο αριθμός των ελλήνων συνεργατών δεν ήταν μεγάλος (γενικά ο αριθμός των μη Γερμανών ΙΜ πληροφοριοδοτών δεν ξεπέρασε 2%).

Οι πιο δυναμικές προσωπικότητες ήταν περίπου δέκα με δώδεκα στον αριθμό. Για καθέναν από αυτούς η Στάζι είχε συντάξει ξεχωριστό φάκελο που περιλάμβανε: α) το βιογραφικό του, συνοδευόμενο από φωτογραφία, β) τους λόγους της στρατολόγησής του, και γ) τη δράση του ως όργανο της Στάζι μέσω των αναφορών που κάθε φορά υπέβαλε και βάσει των οποίων συντάσσονταν εκθέσεις για τα «ύποπτα» πρόσωπα που ενδιέφεραν τη Στάζι. Κάθε φάκελος έφερε το ψευδώνυμο του συ-νεργάτη. Ανάμεσά τους ήταν τόσο άντρες όσο και γυναίκες, ανεξαρτήτου ηλικίας και επαγγέλματος. Ένα κοινό γενικό χαρακτηριστικό της επιλογής τους ήταν ότι έρχονταν σε επαφή, κυρίως λόγω της δουλειάς τους, με πολλούς ομοεθνείς τους. Μερικά παραδείγματα βοηθούν στην καταγραφή και ανάλυση των διαφορετικών τύπων των συνεργατών της Στάζι.

Στον εσωτερικό περίβολο του αρχηγείου.

Γ1. Ο πεπεισμένος κομμουνιστής

Η πρώτη περίπτωση είναι ο «Χρήστος» (κωδικό όνομα), πολιτικός πρόσφυγας που βρέθηκε στην Ανατολική Γερμανία. Πιο μπροστά ήταν στην Τσεχοσλοβακία. Έγινε μέλος του ΚΚΕ το 1952 και αργότερα του SED το 1954. Θεωρήθηκε διωκόμενος από τον «φασισμό» στην Ελλάδα και απασχολήθηκε στην Επιτροπή Διεθνών Διασυνδέσεων του Πολιτικού Γραφείου του SED. Επίσης, είχε αναλάβει τη φροντίδα των ελλήνων συντρόφων, διέθετε καλή πολιτική μόρφωση και η στάση του απέναντι στο ανατολικογερμανικό καθεστώς και τη Σοβιετική Ένωση ήταν απολύτως θετική. Η Ανατολική Γερμανία είχε γίνει, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, η δεύτερη πατρίδα του. Στην ιδιωτική του ζωή ήταν φιλικός και ευγενικός, φρόντιζε επιμελώς την εμφάνισή του, είχε μια πολύ καλή σχέση με τη σύντροφό του, την οποία βοηθούσε στο νοικοκυριό και στα ψώνια. Δεν είχαν χρέη, ούτε ιδιαίτερη συμπάθεια στο αλκοόλ. Η σύντροφός του ήταν επίσης μέλος του SED και του ΚΚΕ και απασχολούταν ως επιστημονική συνεργάτης στο Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού του Πολιτικού Γραφείου του SED. Μάλιστα, φρόντιζε τη σύζυγο του Χαρίλαου Φλωράκη, και γνώριζε προσωπικά τον πρώην καπετάνιο του ΔΣΕ. Επιθυμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα, το ΚΚΕ όμως – για άγνωστους λόγους – δεν έδινε τη συγκατάθεσή του.

Στρατιωτική παρέλαση στο Ανατολικό Βερολίνο κατά τη δεκαετία του 1980.

Στις εκθέσεις της Στάζι που αφορούν τη συγκεκριμένη περίπτωση, δίνεται μια πολύ καλή εικόνα των στοιχείων που την ενδιέφεραν, μερικά από τα οποία, αν και φαντάζουν ασήμαντα, τη βοηθούσαν να δημιουργήσει το ψυχολογικό προφίλ όχι μόνο των αντιπάλων αλλά και των πιθανών συνεργατών της. Αυτή η γραφειοκρατικού τύπου διαδικασία φανερώνει ουσιαστικά τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα του καθεστώτος (εμμονή μέχρι και στις παραμικρές λεπτομέρειες για τη διαρρύθμιση και την καθαριότητα του σπιτιού – που περιλάμβανε και σχεδιάγραμμα –, φυσικά για τους ενοίκους, την οικογενειακή και κοινωνική ζωή τους, πόσο πολιτικοποιημένοι και κοινωνικοί ήταν, ακόμα και αν συμμετείχαν στις συνελεύσεις της πολυκατοικίας τους σήμαινε κάτι για τη Στάζι, πόσο μάλλον αν συμμετείχαν στις εκδηλώσεις του κόμματος).

Στη συνέχεια ο «Χρήστος» προσεγγίστηκε από ανθρώπους της Στάζι και με προθυμία συνεργάστηκε μαζί τους, δίνοντας πληροφορίες για τις μεταβάσεις Ελλήνων της Ανατολικής Γερμανίας στο Δυτικό Βερολίνο που είτε επισκέπτονταν γνώριμά τους πρόσωπα είτε τα γραφεία της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής.

Αριστερά: Πράκτορας της Στάζι μεταμφιεσμένος σε δυτικό τουρίστα.
Δεξιά: Υλικό παρακολούθησης κρυμμένο μέσα σε δίχτυ για ψώνια.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γ2. Ο εγκλωβισμένος

Ο „Antana“ και έπειτα „Arno“ (κωδικό όνομα) είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση από την προηγούμενη. Καταρχάς δεν ήταν πολιτικός πρόσφυγας. Το 1941, δηλαδή επί γερμανικής Κατοχής, αναζήτησε εθελοντικά στο Γ΄ Ράιχ ψωμί και εργασία αλλά και θεραπεία για την ασθένειά του. Εκεί, μετά το τέλος του πολέμου, βρέθηκε εγκλωβισμένος στην Ανατολική Γερμανία, εμπλεκόμενος σε παράνομες συναλλαγές, δηλαδή σε υποθέσεις μαυραγοριτισμού, προκειμένου να επιβιώσει. Η γερμανίδα συζυγός του, που δούλευε σε μπαρ, χαρακτηρίζεται από τη Στάζι ως «μη ηθικό στοιχείο». Επειδή ο „Arno“ λάμβανε ένα μικρό βοήθημα, ένα είδος σύνταξης, από την Ελληνική Στρατιωτική Αποστολή στο Δυτικό Βερολίνο, η Στάζι τον υποψιαζόταν ως όργανο ελληνικών και βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Μετά τη σχετική ανάκριση, ο „Arno“ δήλωσε πρόθυμος να συνεργαστεί με τη Στάζι και να της παράσχει πληροφορίες, όχι αποκλειστικά για τους ομοεθνείς του αλλά και για μέλη άλλων εθνικών ομάδων. Λόγω των συναναστροφών του με κυκλώματα της νύχτας, γνώριζε αρκετά καλά πρόσωπα και πράγματα. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι και η γυναίκα του στρατολογήθηκε από τη Στάζι („Christina“), χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος.

Erich Mielke, ο πανίσχυρος διοικητής της Στάζι.

Τα προβλήματα που απασχολούσαν τον οικογενειακό τους βίο ήταν ένα από τα αντικείμενα των εκθέσεων της Στάζι. Μάλιστα, ο „Arno“ δεχόταν και συμβουλές για το πως έπρεπε να συμπεριφερθεί ή να αντιδράσει απέναντι στη γυναίκα του. Φαίνεται, πως η δραματική επιδείνωση της υγείας του συνέβαλε καθοριστικά στο να υποχρεωθεί η Στάζι να τον «απολύσει», αφού άλλωστε το μεγαλύτερο διάστημα βρισκόταν άρρωστος στο σπίτι του και δεν είχε πλέον σημαντικές επαφές. Πάντως, μετά το πέρασμά του στο Δυτικό Βερολίνο η γυναίκα του τον επισκέφθηκε, για λογαριασμό της Στάζι βεβαίως, προφανώς για να διαπιστώσει αν είχε μιλήσει σε κάποιον για τις παλιές υπηρεσίες του. Φαίνεται, πως κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί. Ο „Arno“ ήταν εξουθενωμένος, ψυχικά και σωματικά. Και σε αυτό είχαν συμβάλει αναμφισβήτητα, εκτός από τη δύσκολη οικογενειακή του κατάσταση, και οι συνεχείς ενοχλήσεις που δέχονταν εκ μέρους των ανθρώπων της Στάζι.

Ο „Arno“ συνεργάστηκε με τη Στάζι από τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 έως τα τέλη της δεκαετίας του ΄60. Σε αυτό το διάστημα τού επιτράπηκε να ταξιδέψει στην Ελλάδα. Μετά την επιστροφή του ανέφερε σε έκθεσή του και στοιχεία για την κατάσταση των ελλήνων εργατών στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι γιατί δεν άδραξε αυτήν την ευκαιρία να εγκαταλείψει την Ανατολική Γερμανία και να παραμείνει στην Ελλάδα, ερώτημα που μάλλον βρίσκει εύκολα απάντηση αν αναλογιστεί κανείς τα «συμβόλαια» δέσμευσης των πληροφοριοδοτών με τη Στάζι.

Αναμνηστικό γραμματόσημο, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν πρωτοβουλίας της Στάζι το 1986, με αφορμή τη συμπλήρωση 25 ετών από την ανέγερση του τείχους του Βερολίνου.

Γ3. Ο συγγραφέας-ζηλωτής

Η τρίτη περίπτωση είναι και η πιο ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για τον φοιτητή δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας και κατοπινό συγγραφέα „Anton“ (κωδικό όνομα), ο οποίος εργάστηκε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ως πληροφοριοδότης της Στάζι, με εξαιρετική επιτυχία, όπως επιβεβαιώνουν οι εκθέσεις των ανωτέρων του. Η προσφορά και δράση του έχει περιληφθεί σε πέντε φακέλους. Από την 1η Σεπτεμβρίου 1962, την ημέρα που συμφώνησε να συνεργαστεί με τη Στάζι, διακρίθηκε στη συλλογή πληροφοριών για τους έλληνες φοιτητές του Βερολίνου και άλλων πόλεων. Όμως η δραστηριότητά του δεν σταμάτησε εκεί. Επεκτάθηκε και στη συλλογή πληροφοριών για τους φοιτητές άλλων εθνικών ομάδων, όπου είχε καλές διασυνδέσεις, για παράδειγμα από την Αφρική ή την Ινδονησία, ενώ αργότερα φαίνεται πως προστέθηκε στις αρμοδιότητές του η ενημέρωση γύρω από τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις διάφορων αντικαθεστωτικών ποιητών και συγγραφέων, για παράδειγμα του Rainer Kunzer ή του Volker Braun.

Σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιπτώσεις, ο „Anton“ έδειξε τρομερό ζήλο για την επιτυχή κατάληξη των αποστολών που του ανατέθηκαν, κάνοντας μάλιστα προτάσεις στους ανώτερούς του για το πως έπρεπε να επιλυθούν διάφορα ζητήματα. Ο ζήλος αυτός φαίνεται πως είχε ιδεολογικά αλλά και καιροσκοπικά κίνητρα. Από τη μια πλευρά ήταν ένθερμος οπαδός του κομμουνισμού, από την άλλη επιθυμούσε σφόδρα να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της πολιτιστικής ζωής της Ανατολικής Γερμανίας. Δεν ήταν μάλλον τυχαίο πως διακρίθηκε σε αυτό τον τομέα, μεταξύ άλλων για τις μεταφράσεις ελληνικών λογοτεχνικών έργων στα γερμανικά, αποτελώντας μια γέφυρα ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους.

Για την εκπλήρωση των αποστολών του ταξίδευε συχνά στο Δυτικό Βερολίνο, παγιδεύοντας γερμανούς πολίτες που προσπαθούσαν να διαφύγουν στη Δυτική Γερμανία. Η Στάζι φρόντιζε να τον ανταμοίβει συχνά σε δυτικά και ανατολικά μάρκα για τις υπηρεσίες που πρόσφερε. Πάντως, μερικές φορές κίνησε την υποψία των συνομιλητών του, που τον κατηγόρησαν ευθέως ως άνθρωπο της Στάζι. Ύστερα από σχετικές οδηγίες που έλαβε, αρνήθηκε έξαλλος τις κατηγορίες «διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά του». Μετά την πτώση του Τείχους επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου αναγνωρίστηκε η συνεισφορά του στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Γερμανία, μέσω των μεταφράσεων ελληνικών κειμένων. Ο θάνατός του βρήκε τον Ριζοσπάστη να θρηνεί για την απώλεια ενός άξιου Έλληνα, που είχε κρατήσει ψηλά τη σημαία της πατρίδας του όλα αυτά τα πικρά χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς.

Παρακολούθηση της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Ανατολικό Βερολίνο από πράκτορες της Στάζι.

Δ. Επιλογικά

Ως κατακλείδα θα μπορούσε ανάμεσα σε πολλά να ειπωθεί απλώς πως η Στάζι συνιστά ένα λαμπρό ερευνητικό πεδίο για τη μελέτη και την κατανόηση των κομματικών μηχανισμών επιβολής και κυριαρχίας που στήριξαν για δεκαετίες ολοκληρωτικά καθεστώτα, καθώς και για τη θέση των υπό ασφυκτική επιτήρηση κοινωνιών μέσα σε αυτά. Από την πλευρά της Ελλάδας έχει γίνει μέχρι σήμερα πολύ περιορισμένη χρήση του αρχείου, κυρίως για ιδιωτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Και εάν στην πρώτη περίπτωση οι άμεσα ενδιαφερόμενοι έχουν αφήσει αχνά τα ίχνη της έρευνάς τους στους φακέλους, στη δεύτερη πολλοί περισσότεροι – για αλλότριους φυσικά της επιστημονικής έρευνας σκοπούς – βρέθηκαν κατά πόδας του «Ρόκου» ή «Κασκαντέρ» στην ελληνική εκδοχή του James Bond.

 

The Berlin Wall and Stasi HD (ελληνικοί υπότιτλοι)

 

Ο Στράτος Δορδανάς (αριστερά) είναι Επίκουρος Καθηγητής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Ο Βάϊος Καλογρηάς είναι Διδάκτορας Ιστορίας και επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Μάιντς.

Ιωάννης Κ. Χασιώτης: Μακεδονικό και Αρμενικό Ζήτημα: Συγκλίσεις, αποκλίσεις (19ος-20ός αι.)*

Ιωάννης Κ. Χασιώτης

Μακεδονικό και Αρμενικό Ζήτημα:

Συγκλίσεις, αποκλίσεις (19ος-20ός αι.)*

Το διπλωματικό ενδιαφέρον για το αρμενικό πρόβλημα εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στη διάρκεια της μεγάλης κρίσης του Ανατολικού Ζητήματος στα 1876-1878. Ωστόσο, μολονότι η κρίση εκείνη ξεκίνησε από τα Βαλκάνια, η ιστοριογραφική εξέταση της αρμενικής της παραμέτρου περιορίστηκε ουσιαστικά από άποψη γεωγραφική στον μικρασιατικό χώρο, εκεί δηλαδή όπου είχαν συμβεί και οι μεγάλες διώξεις των Αρμενίων (οι σφαγές της δεκαετίας του 1890 και του 1909 και, κυρίως, η Γενοκτονία του 1915). Στη σχετική λοιπόν βιβλιογραφία η βαλκανική διάσταση του αρμενικού ζητήματος δεν έχει μελετηθεί συστηματικά. Δεν απουσιάζει πάντως εντελώς: εκδόθηκαν κάποιες –ελάχιστες– μελέτες για τη διασύνδεση του αρμενικού εθνικού κινήματος με το βουλγαρικό, αλλά κι αυτές, παρά τις κάποιες πληροφορίες τους, είτε είναι ιδεολογικά φορτισμένες είτε ατελείς στην τεκμηρίωσή τους. Στην εργασία αυτή θα περιοριστώ σε ένα γενικό περίγραμμα, επισημαίνοντας τους κύριους τομείς, όπου τέμνονται το αρμενικό ζήτημα με τα βαλκανικά διπλωματικά ζητήματα, ιδιαίτερα με τις φάσεις τους που αφορούσαν τον χώρο της μείζονος Μακεδονίας.

Η διασύνδεση του αρμενικού με το Ανατολικό Ζήτημα ξεκίνησε με τη Συνθήκη ειρήνης του Παρισιού του 1856 που έθεσε τέλος στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856). Ωστόσο οι εξελίξεις που αφορούν τη Μακεδονία επιταχύνθηκαν με την Ανατολική Κρίση του 1876-1878. Τότε διεθνοποιήθηκε ουσιαστικά και το αρμενικό ζήτημα, με κύριους διπλωματικούς σταθμούς τις συνθήκες του Αγίου Στεφάνου (19 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878) και του Βερολίνου (13 Ιουνίου – 13 Ιουλίου 1878, ν.η.): Στο πολυσυζητημένο άρθρο 16 της πρώτης συνθήκης συνδυαζόταν η εκκένωση από τα ρωσικά στρατεύματα των «κατακτημένων περιοχών της Αρμενίας» (δηλαδή οι ανατολικές επαρχίες της Μ. Ασίας που είχαν συμπαγείς αρμενικούς πληθυσμούς, τα λεγόμενα «αρμενικά βιλαέτια») με την εφαρμογή εκ μέρους της Υψηλής Πύλης «χωρίς καθυστέρηση» (sans plus de retard) των διοικητικών μεταρρυθμίσεων που απαιτούσε η ασφαλής διαβίωση των χριστιανών κατοίκων. Στο Βερολίνο, παρά τις διαμαρτυρίες του Αρμενίου ιεράρχη Khrimian, εκπροσώπου του Αρμενικού Πατριαρχείου στο συνέδριο,  η ισχύς του άρθρου αυτού περικόπηκε δραστικά με το άρθρο 61, αφού παρέπεμπε την εφαρμογή του στη διακριτική ευθύνη (à garantir) –ολέθρια, όπως αποδείχτηκε σύντομα– του σουλτάνου, χωρίς πια την εγγύηση της στρατιωτικής παρουσίας των Ρώσων. Ανάλογες, αλλά ασαφέστερες ρυθμίσεις (με το άρθρο 23 της βερολίνειας συνθήκης) αφορούσαν και τη Μακεδονία, μόνιμο στόχο από το 1870 της βουλγαρικής βαλκανικής πολιτικής. Η Σόφια προσπάθησε κι αυτή να εντάξει στο ίδιο πεδίο τις δικές της απαιτήσεις για «μεταρρυθμίσεις» στη Μακεδονία και να προωθήσει έτσι τα σχέδιά της για τη μετέπειτα ενσωμάτωση ολόκληρης της περιοχής στη βουλγαρική επικράτεια (κατά το προηγούμενο της Ανατολικής Ρωμυλίας του 1886).

To Συνέδριο του Βερολίνου. Στο μέσο της εικόνας διακρίνεται ο οικοδεσπότης Otto von Bismarck, καγκελάριος της Γερμανικής Αυτοκρατορίας.

Από τότε λοιπόν και για μια τουλάχιστον τριακονταπενταετία εμφανίζονται αλληλένδετες οι εθνικές διεκδικήσεις των Αρμενίων και των Βουλγάρων, και μάλιστα χωρίς την παρέμβαση αυτή τη φορά του εχθρικού πλέον ρωσικού παράγοντα. Οι Αρμένιοι ζητούσαν την εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» που είχαν αποφασιστεί στο Βερολίνο για τα «αρμενικά βιλαέτια», και οι Βούλγαροι ανάλογες ρυθμίσεις στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο. Από την ίδια επίσης εποχή χρονολογούνται και ορισμένα μέτρα της Σόφιας υπέρ των Αρμενίων που κατέφευγαν στο βουλγαρικό έδαφος. Οι βουλγαρικές αρχές μάλιστα φρόντιζαν και για την εκπαίδευση δεκάδων Αρμενόπουλων στην πρόσφατα (1879) ιδρυμένη στρατιωτική Ακαδημία της χώρας. Μέσα στο κλίμα αυτό ήταν επόμενο να αρχίσει η συνεργασία των αρμενικών επαναστατικών «κομιτάτων» με τα βουλγαρικά. Από την πλευρά τους και οι Αρμένιοι της Διασποράς άρχισαν να συνηγορούν για την αναγνώριση ως ανεξάρτητου τού ως τότε αυτόνομου βουλγαρικού κράτους, εκτιμώντας ότι μια τέτοια εξέλιξη στα Βαλκάνια θα συνιστούσε θετικό προηγούμενο για μιαν ανάλογη εξέλιξη στην ανατολική Μ. Ασία. Μαζί με τους Αρμενίους συντάχθηκαν σύντομα και οι φιλοαρμενικοί και φιλοβουλγαρικοί πολιτικοί κύκλοι της δυτικής Ευρώπης, με κινητοποιήσεις που πρόβαλλαν σχεδόν ταυτόχρονα την ανάγκη των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην «Αρμενία» και τη «Μακεδονία».

Οι εκτεταμένες αρμενικές σφαγές του 1894-1896 ενδυνάμωσαν την αρμενο-βουλγαρική προσέγγιση. Γι’ αυτό και οι αναπόφευκτες μαζικές μετοικεσίες των Αρμενίων από την Κωνσταντινούπολη προς τη Βάρνα και άλλες πόλεις της Βουλγαρίας δεν θα πρέπει να αποδοθούν μόνο στη γεωγραφική γειτνίαση, αλλά και στη σχετικά καλή μεταχείριση που έβρισκαν εκεί οι φυγάδες και οι πρόσφυγες. Σε αντίθεση λοιπόν με την εχθρική πολιτική που ακολούθησε στα επόμενα χρόνια η Σόφια έναντι του ελληνικού στοιχείου της Ανατολικής Ρωμυλίας (που κορυφώθηκε στα πογκρόμ του 1906), οι Βούλγαροι καλλιέργησαν συστηματικά την πολιτική συνεργασία τους με τους Αρμενίους.

 

Ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ και οι σφαγές των Αρμενίων στα πρωτοσέλιδα του γαλλικού Τύπου.

Όλα αυτά προκάλεσαν την καχυποψία έναντι των Αρμενίων εκμέρους όλων σχεδόν των κυβερνήσεων των άλλων βαλκανικών κρατών: της Σερβίας, της Ρουμανίας και βέβαια και της Ελλάδας. Η καχυποψία των Ελλήνων έγινε μεγαλύτερη όταν τα βουλγαρικά επαναστατικά κομιτάτα, παράλληλα με τη στρατολόγηση «κομιτατζήδων» για τη Μακεδονία, ήρθαν σε επαφή με αρμενικές επαναστατικές οργανώσεις.  Στην απεγνωσμένη αναζήτηση συμμάχων, οι ηγεσίες των Αρμενίων επαναστατών (αρχικά του ριζοσπαστικού Henchakian και στη συνέχεια της μακροβιότερης σοσιαλδημοκρατικής Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας/Dashnaktsutiun), δεν απέκλεισαν τους Έλληνες: Αρχικά στράφηκαν προς τους Κρητικούς, που είχαν αρχίσει κι αυτοί τις εξεγέρσεις τους μετά την ακύρωση των αποφάσεων του συνεδρίου του Βερολίνου, που έδιναν σχετική διοικητική αυτονομία στο νησί. Αλλά ενώ οι αρμενο-κρητικές επαφές παρέμεναν για ποικίλους λόγους στο επίπεδο των μυστικών –και στάσιμων– συνεννοήσεων, οι αρμενο-βουλγαρικές έγιναν περισσότερο χειροπιαστές: Οι Βούλγαροι μάλιστα άρχισαν να εκπαιδεύουν στρατιωτικά και τους Αρμενίους αντάρτες (fedayi) στο βουλγαρικό έδαφος. Σπεύδω πάντως να υπογραμμίσω ότι οι προσπάθειες των Βουλγάρων  να στρατολογήσουν Αρμενίους εθελοντές για τις ένοπλες ομάδες τους στη Μακεδονία και τη Θράκη, δεν βρήκαν απήχηση· το υπογραμμίζει τον Σεπτέμβριο του 1896 σε ανταπόκριση από τη Σόφια η φιλοαρμενική Daily News, που σημειώνει ότι μεταξύ των χιλιάδων Αρμενίων που αναζήτησαν πρόσφατα καταφύγιο στο βουλγαρικό έδαφος δεν βρέθηκε ούτε ένας πρόθυμος να συνενωθεί με τους «κομιτατζήδες» που δρούσαν στη Μακεδονία.

Η αρμενο-βουλγαρική αντιτουρκική συνεργασία είχε αρχίσει να προβάλλεται στον ευρωπαϊκό τύπο ανοιχτά από το φθινόπωρο του 1895, και μάλιστα με τις ευλογίες της Αγγλο-αρμενικής Εταιρείας του Λονδίνου, της ισχυρότερης τότε φιλοαρμενικής οργάνωσης της Ευρώπης. Τον επόμενο χρόνο πραγματοποιήθηκαν στη Γενεύη κοινές συνεδριάσεις Αρμενίων και Βουλγάρων επαναστατών. Οι συζητήσεις επισφραγίστηκαν με τη συμφωνία ανάμεσα στον Boris Sarafov, ηγετική μορφή της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (VMRO), και την Αρμενική Επαναστατικής Ομοσπονδία/Dashnaktsutiun.

Μολονότι οι περισσότερες από τις ενέργειες αυτές εντάσσονταν σε προπαγανδιστικά παιχνίδια, οι Βούλγαροι κατάφεραν να αξιοποιήσουν συστηματικά το αρμενικό ζήτημα, όπως έκαναν και με το κρητικό κατά τις περιόδους έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Είναι ενδεικτικό ότι στη διάρκεια των αρμενικών σφαγών και των αιματηρών γεγονότων στην Κρήτη, η Σόφια έσπευσε να προωθήσει, εκμεταλλευόμενη και την κατακραυγή της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης εναντίον του Αβδούλ Χαμίτ Β΄ , τα δικά της σχέδια στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, καταρχήν με την απόσπαση σουλτανικών βερατιών για την ίδρυση νέων εξαρχικών επισκοπών στη Μακεδονία, στη συνέχεια με τη ρύθμιση επιμέρους ζητημάτων στις σχέσεις της με την Υψηλή Πύλη με ευνοϊκούς για τη βουλγαρική (και μάλλον δυσμενείς για την ελληνική) πλευρά όρους. Αλλά το σταθερό πεδίο για την εκμετάλλευση του αρμενικού ζητήματος ήταν η επίμονη διασύνδεση των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στην «Αρμενία» με ανάλογες στη Μακεδονία στο όνομα του άρθρου 23 της βερολίνειας συνθήκης (σύμφωνα πάντοτε με τη φιλοβουλγαρική ερμηνεία του). Ας σημειωθεί ότι η αντιμετώπιση του άρθρου αυτού δεν ήταν ομόθυμη στον ελληνικό πολιτικό κόσμο· αυτό φαίνεται από τις αντιπαραθέσεις που με αφορμή τις αρμενικές σφαγές του Σεπτεμβρίου του 1895 καταγράφτηκαν στις αθηναϊκές εφημερίδες με τη συμμετοχή –σε επώνυμες, ψευδώνυμες και ανώνυμες συνεντεύξεις– διπλωματών, πρώην υπουργών και δημοσιογράφων, όλων σχεδόν άριστα ενημερωμένων στο μακεδονικό ζήτημα.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία στην αυγή του 20ού αι.

Από την πλευρά τους οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες δεν αντιλαμβάνονταν την ελληνική ευαισθησία στην αρμενο-βουλγαρική συνεργασία, επειδή προσέβλεπαν με σχετική αφέλεια στη συσπείρωση των χριστιανικών λαών της οθωμανικής Ανατολής εναντίον του σουλτάνου. Aνάλογες ιδέες, που είχαν κυκλοφορήσει και παλαιότερα, συχνά μάλιστα με Έλληνες εμπνευστές, είχαν επανέλθει στην επικαιρότητα με τις κινήσεις για τη σύμπηξη της λεγόμενης Ανατολικής Ομοσπονδίας. Η Αθήνα βέβαια δεν ήταν δυνατόν να ενστερνιστεί τις ιδεαλιστικές αυτές προσεγγίσεις, ακόμα και όταν εκφράζονταν από ένθερμους φιλέλληνες. Γενικά η σύζευξη στον διπλωματικό και προπαγανδιστικό τομέα του αρμενικού με το μακεδονικό ζήτημα προδιέθετε αρνητικά τη στάση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων. Ο αθηναϊκός τύπος δημοσίευε άρθρα (επώνυμα, ανώνυμα ή ψευδώνυμα) Ελλήνων διπλωματών, που υπογράμμιζαν τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε για το ελληνικό στοιχείο της Μακεδονίας η επιβολή εκεί διοικητικών μεταρρυθμίσεων, ανάλογων με εκείνες που καταστρώνονταν για τα «αρμενικά βιλαέτια». Αλλά τα πράγματα δεν έμειναν μόνον εκεί: Ήδη η Υψηλή Πύλη, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1890, κατά την εφαρμογή της αδυσώπητης αρμενικής της πολιτικής, είχε αρχίσει να εφαρμόζει επιδεικτικά τακτική διακρίσεων υπέρ των Ελλήνων υπηκόων της. Και όταν ξέσπασαν οι μαζικές σφαγές των Αρμενίων το φθινόπωρο του 1895, οι Έλληνες εξαιρέθηκαν από το αιματηρό πρόγραμμα με τέτοια ακρίβεια και σχολαστικότητα, προπάντων στην Κωνσταντινούπολη, ώστε να μη μένει καμιά αμφιβολία ότι δεν επρόκειτο για αυθόρμητη συμπεριφορά των μουσουλμάνων (όπως θέλησε να παραστήσει το καθεστώς), αλλά για την τήρηση αυστηρών εντολών της κεντρικής εξουσίας. Γι’ αυτό και στο τελικό ισοζύγιο των σφαγών της περιόδου 1894-1896 το ελληνικό στοιχείο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είχε παρά ελάχιστες μόνο αμυχές: Ο αριθμός των καταγραμμένων τουλάχιστον Ελλήνων νεκρών και βαριά τραυματισμένων δεν ξεπέρασε τις δεκάδες, την ίδια εποχή που ο αρμενικός πληθυσμός πλήρωνε βαρύτατο τίμημα με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και πολλαπλάσιους τραυματίες. Οι αναλογίες ισχύουν και στο πεδίο των υλικών καταστροφών, παρ’ όλο που οι διακρίσεις στις λεηλασίες των χριστιανικών περιουσιών δεν εφαρμόστηκαν με την ίδια πάντοτε ευστοχία.

Οι σφαγές του 1895 σε βάρος των Αρμενίων.

Η ευμενής μεταχείριση των Ελλήνων –που θα πρέπει βέβαια να αποδοθεί και στους φόβους του σουλτάνου για ενδεχόμενη επέμβαση των Ρώσων υπέρ των «προστατευόμενων» ομοδόξων– εκδηλώθηκε με χειρονομίες και προς την κορυφή (στον νεοεκλεγέντα Οικουμενικό Πατριάρχη Άνθιμο Ζ΄) και προς τη βάση (με οικονομικές παροχές προς τα ελληνικά σχολεία, αλλεπάλληλους διορισμούς Ελλήνων σε επίζηλες δημόσιες θέσεις κ.ά.). Ας σημειωθεί ότι την εξέλιξη αυτή την είχαν προβλέψει προπολλού οι Αρμένιοι της Κωνσταντινούπολης· γι’ αυτό και δίσταζαν να συμμετάσχουν στο εθνικό κίνημα των συμπατριωτών τους, αφού την ίδια τακτική –αλλά αντίστροφα– την είχαν ήδη ακολουθήσει οι σουλτάνοι μισόν αιώνα νωρίτερα, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά την ελληνική επανάσταση του 1821: Τότε το «πιστό» αρμενικό στοιχείο όχι μόνο είχε ξεφύγει από τις σφαγές, αλλά και είχε επωφεληθεί, αντικαθιστώντας στις κρατικές θέσεις το τότε «στασιαστικό» ελληνικό.

Η υποκριτική τακτική της Υψηλής Πύλης υπέρ των Ελλήνων είχε δυο στόχους: Ο πρώτος (και κύριος) ήταν η διάσπαση ανάμεσα στις δυο εθνότητες, ώστε να υπονομευθεί εξαρχής ο ενδεχόμενος σχηματισμός κοινού χριστιανικού μετώπου. Ταυτόχρονα όμως ο ίδιος ο Αβδούλ Χαμίτ προσδοκούσε και άμεσα πολιτικά ωφέλη: την ενδεχόμενη, βραχυπρόθεσμη για τις περιστάσεις, προσέγγιση με τους Έλληνες ή τουλάχιστον την ουδετερότητά τους στην αρμενική κρίση. Γι’ αυτό, παράλληλα προς τη «φιλελληνική» συμπεριφορά του, που την υπογράμμιζε με τρόπο πομπώδη και επιδεικτικό στην Κωνσταντινούπολη, ο σουλτάνος άρχισε να καλλιεργεί το έδαφος για μια διπλωματική προσέγγιση με την Ελλάδα: Τον Μάρτιο του 1895, για να επιτύχει την εκτόνωση της αντιτουρκικής έντασης στην Κρήτη, έστειλε εκεί ως βαλή τον ελληνικής καταγωγής Αλέξανδρο Καραθεοδωρή. Καρπός αυτής της τακτικής ήταν να επικρατήσει τον Μάιο του 1895 στην Κρήτη απατηλό κλίμα ευφορίας. Έτσι η αρμενικἠ κρίση συνδυάστηκε με το κρητικό ζήτημα, που για ένα μικρό διάστημα φάνηκε να ρυθμίζεται με αντίτιμο τις αρμενικές εκατόμβες. Ένα χρόνο αργότερα ο σουλτάνος προχώρησε σε τολμηρότερα σχέδια: πρότεινε στην Αθήνα τη σύμπηξη «βαλκανικής» συμμαχίας, με πρώτα μέλη της βέβαια την Ελλάδα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η ανταπόκριση των ελληνικών κυβερνήσεων στα σουλτανικά στρατηγήματα ήταν ψυχρή: Η Αθήνα ούτε συνεργάστηκε με την Υψηλή Πύλη στα Βαλκάνια ούτε αρνήθηκε να φιλοξενήσει στην Αττική χιλιάδες Αρμενίους πρόσφυγες και δεκάδες πολιτικούς φυγάδες. Όπως ήταν επόμενο, η τακτική αυτή –που υποστηριζόταν βέβαια και από την ελληνική κοινή γνώμη με πρωτοστάτη την εφημερίδα Εστία– προκαλούσε τις αντιδράσεις των Οθωμανών. Στα 1895-1896 ο σουλτάνος απέδιδε τη συνεχή αναζωπύρωση του αρμενικού ζητήματος σε δυο παράγοντες: στην υποστήριξη των Αρμενίων από τη Μ. Βρετανία και στην ανοχή της Ελλάδας έναντι των Αρμενίων ακτιβιστών που είχαν καταφύγει στο έδαφός της.

Αριστερά: Αρμένιοι πρόσφυγες στην Αττική Δεξιά: Η ειλικρίνεια του σουλτάνου, δημοσίευμα της εφημερίδας Εστία.

Η έκρηξη του ελληνοτουρκικού πολέμου την άνοιξη του 1897 συνδέθηκε και πάλι με το αρμενικό ζήτημα, τουλάχιστον στο πεδίο της προπαγάνδας. Οι φιλελληνικοί κύκλοι διατύπωσαν την υποψία ότι ο σουλτάνος, ανοίγοντας ένα νέο μέτωπο, δικαιολογούνταν απόλυτα να κλείσει ένα άλλο· να αναβάλει δηλαδή για αργότερα (ουσιαστικά να ακυρώσει) την εφαρμογή των προτεινόμενων αρμενικών μεταρρυθμίσεων. Και πραγματικά: Οι θεαματικές επιτυχίες των οθωμανικών στρατευμάτων στη Θεσσαλία αναπτέρωσαν τόσο πολύ το ηθικό και την αυτοπεποίθηση του μουσουλμανικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (αλλά και το κύρος του ίδιου του σουλτάνου-χαλίφη), ώστε να γίνει ακόμα πιο δύσκολη, αν και όχι αδύνατη, η επιβολή εκμέρους των Δυνάμεων των σχεδίων τους για τις «αρμενικές» επαρχίες. Τον Οκτώβριο του 1897 ο Αβδούλ Χαμίτ δήλωσε στον Βρετανό πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη ότι το αρμενικό ζήτημα «είχε επιτέλους κλείσει».

Η Ελλάδα ηττημένη στα 1897 με φόντο τα θύματα των αρμενικών σφαγών.

Με το πέρασμα στον 20ό αιώνα η αρμενική εμπλοκή στα βαλκανικά ζητήματα συνδέθηκε και πάλι με τον ελληνοβουλγαρικό ανταγωνισμό για τη Μακεδονία. Οι μαζικότερες φιλοαρμενικές και φιλοβουλγαρικές εκδηλώσεις («υπέρ της Μακεδονίας καί της Αρμενίας») στη Δυτική Ευρώπη στα 1902 και 1903 προκάλεσαν αμηχανία στην Αθήνα. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε στην ελληνική κοινή γνώμη η στάση του Γάλλου ελληνιστή Victor Bérard, ο οποίος, παρά τις φιλελληνικές του περγαμηνές, επέμεινε ως τις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων (1912) ότι το μακεδονικό αδιέξοδο θα έβρισκε τη λύση του μόνο στο πλαίσιο μιας βαλκανικής ομοσπονδίας. Οι περισσότερες πάντως καταγγελίες εναντίον της Ελλάδας προέρχονταν από τους Βρετανούς που συνδέονταν με τη «Balkan Committee» του Λονδίνου, μια οργάνωση που είχε στο ενεργητικό της σημαντικές φιλοβουλγαρικές επιδόσεις.

Η ελληνική αντίδραση ήταν αναπόφευκτη. Αλλά όπως φαίνεται από ποικίλα δημοσιεύματα στον ευρωπαϊκό τύπο της εποχής, οι Έλληνες δεν είχαν καταφέρει να κάνουν κατανοητή στη δυτική κοινή γνώμη τη διαφορά ανάμεσα στην ιστορική ελληνική Μακεδονία και τον τρέχοντα –τότε– γεωγραφικό και πολιτικό της όρο (που περιελάμβανε και το βιλαέτι του Κοσσυφοπεδίου). Μόνο στα επόμενα χρόνια η δυσμενής για τις ελληνικές θέσεις στάση της ριζοσπαστικής ευρωπαϊκής διανόησης άρχισε να αλλάζει· το ίδιο αφορά και τις βουλγαρικές και τις αρμενικές εθνικές διεκδικήσεις, οι οποίες μάλιστα άρχισαν και να αποσυνδέονται η μια από την άλλη, με το επιχείρημα ότι η συνολική τους λύση ήταν πλέον ανέφικτη. Πάντως μερικοί προσέγγιζαν το μακεδονικό και το αρμενικό συγκριτικά, προτείνοντας στο πρώτο τη συνεννόηση ανάμεσα σε Έλληνες, Σέρβους και Βουλγάρους με βάση τα αποτελέσματα των στατιστικών για τη γλώσσα, την εθνική συνείδηση και τα σχολεία, και στο δεύτερο τα δημογραφικά δεδομένα των επιμέρους μικρασιατικών επαρχιών.

Οι κατηγορίες εναντίον της Ελλάδας δεν ήταν άσχετες με ένα ακόμα δεδομένο: ότι η Αθήνα, προκειμένου να αντιμετωπίσει την έκρυθμη κατάσταση στη Μακεδονία, άρχισε να προσεγγίζει την Υψηλή Πύλη. Η προσέγγιση εκείνη –αλλόκοτη με τα μέτρα της εποχής– αιτιολογήθηκε με δυο τουλάχιστον δεδομένα: Το γεγονός ότι ο τότε ηγεμόνας της Βουλγαρίας Φερδινάνδος Α΄ βολιδοσκοπούσε τον σουλτάνο για κάποιας μορφής πολιτική συνεννόηση, και, κυρίως, η έξαρση της ένοπλης δράσης των Βουλγάρων κομιτατζήδων στη Μακεδονία και στην ανατολική Θράκη. Η διατήρηση κάτω από τις τρέχουσες συνθήκες του οθωμανικού status quo στη Μακεδονία ήταν για την Ελλάδα της εποχής εκείνης προτιμότερη για την προστασία τού πιστού στο Οικουμενικό Πατριαρχείο πληθυσμού από την αιματοχυσία. Η Αθήνα (που αντιμετώπιζε ήδη προβλήματα και στις σχέσεις της με τη Ρουμανία) επικαλέστηκε το δικαίωμά της στη Realpolitik, προπάντων όταν ξέσπασε η «εξέγερση» του Κρουσόβου (Ilinden) της 20 Ιουλίου/2 Αυγούστου 1903, ένα αιματηρό γεγονός που έκανε την κατάσταση στη Μακεδονία ανεξέλεγκτη. Η ελληνοτουρκική συνεργασία βέβαια ήταν περιστασιακή και μονοδιάσταση· αφορούσε μόνο το μακεδονικό.

Μακεδονικός αγώνας (1904-1908). Ελληνικό ένοπλο σώμα Χαλκιδικής.

Με την ανακήρυξη του οθωμανικού Συντάγματος στα 1908, το ολοένα και συγκεντρωτικότερο νεοτουρκικό καθεστώς άρχισε να αμφισβητεί –στο όνομα της εκκοσμίκευσης του κράτους– την κοινοτική οργάνωση των μη μουσουλμανιών κοινοτήτων, χωρίς ωστόσο να θίξει αντίστοιχες κατεστημένες παραδόσεις στη μουσουλμανική πλειονότητα. Έτσι τα δυο Πατριαρχεία της Κωνσταντινούπολης, το Οικουμενικό και το Αρμενικό, αλλά και η βουλγαρική Εξαρχία, άρχισαν έναν απεγνωσμένο αγώνα για να διασώσουν τα παραδοσιακά «προνόμια» των χριστιανικών κοινοτήτων και συνεπώς και την εθνικο-θρησκευτική τους ταυτότητα από τη διακηρυσσόμενη ενσωμάτωση σε ένα κοινό «πατριωτικό» σώμα όλων των Οθωμανών υπηκόων της Αυτοκρατορίας. Αλλά στο μεταξύ προστέθηκαν και νέες αφορμές, που έπεισαν το νεοτουρκικό κομιτάτο να σκληρύνει ακόμα περισσότερο την εσωτερική του πολιτική: Ήταν η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας από τη Βουλγαρία και η προσάρτηση της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης από την Αυστρουγγαρία (5-6 Οκτωβρίου 1908). Και όταν άρχισαν ανάλογες κινήσεις για την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, το καθεστώς άρχισε για εκφοβισμό τη συστηματική δίωξη του ελληνικού στοιχείου της Αυτοκρατορίας και το ανηλεές μποϊκοτάζ του ελλαδικού εμπορίου. Στις κρίσιμες εκείνες περιστάσεις άρχισε σταδιακά η προσέγγιση της Αθήνας με τη Σόφια και το Βελιγράδι. Επιπλέον συνέκλιναν, για πρώτη φορά, και οι προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της βουλγαρικής Εξαρχίας για τη διάσωση της εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής τουλάχιστον αυτονομίας των κοινοτήτων τους.

Η αρμενική ανταπόκριση στις προσπάθειες αυτές ήταν μάλλον αναιμική. Το γεγονός οφειλόταν καταρχήν στην έλλειψη κατά την περίοδο εκείνη εκκλησιαστικής ηγεσίας: Στο διάστημα από τις αρχές του 1909 ως το τέλος του 1911 το Αρμενικό Πατριαρχείο διοικούνταν ουσιαστικά από Τοποτηρητές ή με βραχύχρονες πατριαρχικές θητείες. Αλλά το κυριότερο εμπόδιο ήταν η διάσταση ανάμεσα στην εκκλησιαστική ηγεσία και τα αρμενικά επαναστατικά κόμματα, ιδιαίτερα το Dashnak. Οι ντασνακιστές εξακολουθούσαν να συνεργάζονται σταθερά με το καθεστώς ακόμα και

Ένοπλο σώμα ντασνακιστών. Στο λάβαρο διακρίνεται η φράση  Azatutyun kam Mah (Ελευθερία ή θάνατος).

μετά τις μαζικές σφαγές των Αρμενίων της Κιλικίας στα 1909· δεν διέρρηξαν επίσης τις σχέσεις τους με το νεοτουρκικό κομιτάτο παρά τη συστηματική αρπαγή των αρμενικών αγροτικών περιουσιών. Το ίδιο έπραξαν όταν τα ανθελληνικά πογκρόμ του 1909-1911 συμπεριελάμβαναν –κατά λάθος– και αρμενικούς πληθυσμούς. Στις διακηρύξεις φανατικών εκπροσώπων του μουσουλμανικού ιερατείου για τα προγκρόμ αυτά, αλλά και των εκφραστών του αναδυόμενου τουρκικού εθνικισμού, ο αντίπαλος δεν καθοριζόταν εθνικά, αλλά θρησκευτικά: το έργο έπρεπε να ολοκληρωθεί με την οικονομική εξουθένωση όλων των απίστων. Μόνον έτσι θα επικρατούσε  οικονομικά το «τουρκικό» στοιχείου έναντι του μη μουσουλμανικού (ελληνικού, αρμενικού και εν μέρει και ιουδαϊκού), το οποίο διαμεσολαβούσε επί αιώνες στις αποικιοκρατικές παρεμβάσεις της χριστιανικής Δύσης στην οθωμανική επικράτεια.

Το κλίμα αυτό επικράτησε ως τους βαλκανικούς πολέμους στα 1912-1913. Οι ντασνακιστές κρατήθηκαν στην μετριοπαθή τακτική τους έναντι των Νεοτούρκων, επειδή έβλεπαν ως έσχατη λύση στο εθνικό τους πρόβλημα τη μελλοντική ειρηνική συμβίωση του αρμενικού στοιχείου με το μουσουλμανικό. Τελικά η τακτική αυτή το μόνο που κατάφερε ήταν, όπως αποδείχτηκε σύντομα, η ἀναβολή τοῦ επερχόμενου δεινοῦ. Αυτό φάνηκε ήδη από τις αρχές τού 20ού αιώνα, όταν την ενδημική ανασφάλεια της οθωμανικής ενδοχώρας την επιδείνωσε ένας νέος παράγοντας: οι χιλιάδες μουσουλμάνοι πρόσφυγες (muhacirler), που κατέφθαναν αθρόοι αρχικά από τη Βουλγαρία και στη συνέχεια από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Οι πρόσφυγες, αφού πρώτα κατέφυγαν πανικόβλητοι στη Θράκη και τη Μακεδονία, στη συνέχεια υποχρεώθηκαν, εξαιτίας των νέων εδαφικών οθωμανικών αναδιπλώσεων, να μετακινηθούν και πάλι προς τα ανατολικοθρακικά και ιωνικά παράλια και στη συνέχεια προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Αλλά στις παρεμβάσεις των αρχών για την «αποκατάσταση» των προσφύγων διακρίνει κανείς, εκτός από τους ανθρωπιστικούς, και πολιτικούς στόχους: τη δημογραφική αύξηση του μουσουλμανικού στοιχείου έναντι του χριστιανικού, του ελληνικού (και εν μέρει του βουλγαρικού) στην ανατολική Θράκη και την Ιωνία, του αρμενικού στη μικρασιατική ενδοχώρα.

Με το ξέσπασμα των βαλκανικών πολέμων οι Έλληνες, οι Βούλγαροι και οι Αρμένιοι υπήκοοι του σουλτάνου θα αρχίσουν να δοκιμάζονται με την αναπόφευκτη εμπλοκή τους στην αναμέτρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τους πέραν των συνόρων ομόθρησκους και ομοεθνείς τους. Η κατάσταση στα πολεμικά μέτωπα δεν ήταν καθόλου εύκολη, ιδιαίτερα για τους Αρμενίους. Καταρχήν όσοι προωθήθηκαν στο μέτωπο της Θράκης (οι περισσότεροι), βρέθηκαν συχνά απέναντι σε βουλγαρικές δυνάμεις στις οποίες συμμετείχαν, ως εθελοντές ή επιστρατευμένοι, εκατοντάδες ομοεθνείς τους. Συνολικά οι Αρμένιοι που εντάχθηκαν σε διάφορες μονάδες του βουλγαρικού στρατού υπολογίστηκαν σε 1.000 άνδρες. Οι σχέσεις άλλωστε των αρμενικών επαναστατικών οργανώσεων με τους Βουλγάρους ήταν, όπως αναφέρθηκε, και στενές και μακροχρόνιες. Συνεπώς ίσως δεν ήταν τυχαίο ότι στα μέτωπα της Θράκης σημειώθηκαν και αρκετές αρμενικές λιποταξίες από την οθωμανική προς τη βουλγαρική πλευρά.

Αλλά οι βαλκανικοί πόλεμοι και ιδιαίτερα ο πρώτος έδωσαν την αφορμή να επανέλθει στη διπλωματική επικαιρότητα το αρμενικό ζήτημα. Καταρχήν η δραματική αλλαγή του καθεστώτος κυριαρχίας στην Μακεδονία με την εκδίωξη των Οθωμανών ακύρωσε de facto τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου που συνδέονταν με τις πολυσυζητημένες, αλλά ανεκτέλεστες διοικητικές μεταρρυθμίσεις στα «αρμενικά βιλαέτια». Δεν ήταν τυχαίο ότι στον ευρωπαϊκό τύπο διατυπώνονταν φόβοι ότι σύντομα οι Οθωμανοί θα ήταν υποχρεωμένοι να αντιμετωπίσουν, εκτός από το βαλκανικό, και ένα ακόμα εσωτερικό μέτωπο στις αρμενικές τους επαρχίες. Εξάλλου η εκκλησιαστική και εθνική ηγεσία των Αρμενίων άρχισε να κινητοποιείται για τη διπλωματική αναψηλάφηση του αρμενικού ζητήματος, σε μια προσπάθεια να συμπεριληφθεί στις διαπραγματεύσεις που άρχιζαν στο Λονδίνο (Δεκέμβριος 1912) για τη ειρήνευση των εμπολέμων του πρώτου βαλκανικού πολέμου. Αλλά ο παράγοντας που επιτάχυνε τις εξελίξεις ήταν αναμφίβολα ο ρωσικός: Τον Ιούνιο του 1913 η ρωσική κυβέρνηση είχε ετοιμάσει ένα προσχέδιο για τις «αρμενικές μεταρρυθμίσεις», το οποίο και θα παρουσίαζε σύντομα σε ειδική πρεσβευτική συνδιάσκεψη στην Κωνσταντινούπολη. Οι Οθωμανοί αντέδρασαν, αντιπροτείνοντας ένα δικό τους σχέδιο διοικητικών μεταρρυθμίσεων για ολόκληρη την οθωμανική επικράτεια. Αλλά δεν έπεισαν πια κανέναν: Οι βαλκανικοί πόλεμοι δεν είχαν μόνο αλλάξει τον πολιτικό χάρτη στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· είχαν αναθερμάνει ως καταλύτες, το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον για την οριστική λύση και της αρμενικής εκκρεμότητας. Ταυτόχρονα, με τους πολέμους του 1912-13 έσβησε οριστικά και η ουτοπία του «οθωμανισμού» (osmanlılik) και των διλημμάτων που αυτό είχε εκθρέψει μεταξύ των χριστιανών και μουσουλμάνων θιασωτών του. Ακόμα και οι νομοταγείς ως τότε ντασνακιστές δεν ήταν πια διατεθειμένοι –με κάποιες εξαιρέσεις– να δώσουν νέα παράταση στις ως τότε «καλές» (αλλά δοκιμαζόμενες) σχέσεις τους με τους Νεότουρκους.

Έντυπο για το αρμενικό και μακεδονικό ζήτημα.

Τον Ιούλιο του 1913 η πρεσβευτική συνδιάσκεψη, που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσει το αρμενικό αποφάσισε τον χωρισμό των «αρμενικών» βιλαετιών σε δυο μεγάλες διοικητικές ενότητες, την αποστολή σ’ αυτές ευρωπαϊκής χωροφυλακής (κατά το προηγούμενο της Μακεδονίας), τον διορισμό εκεί δυο Ευρωπαίων «επιθεωρητών» (inspecteurs généraux) με αυξημένες αρμοδιότητες, αλλά και τη συμμετοχή των χριστιανών στις νομαρχιακές συνελεύσεις των δυο «επιθεωρητειών» σε ποσοστό 50%. Οι διεθνείς αυτές εγγυήσεις για την ασφάλεια των Αρμενίων στις ανατολικές επαρχίες της Μικράς Ασίας ήταν αυτή τη φορά ρεαλιστικές σε σύγκριση με τις ασταθείς προϋποθέσεις που είχε δημιουργήσει για το ίδιο ζήτημα πριν από μια τριακονταπενταετία περίπου το συνέδριο του Βερολίνου. Ωστόσο η τουρκική κυβέρνηση αναζητούσε στρατηγήματα για να εξουδετερώσει και το νέο σχέδιο. Με πρόφαση λοιπόν τις εκκρεμότητες του δευτέρου βαλκανικού πολέμου (που έληξαν με τις συνθήκες ειρήνης των Οθωμανών με τους Βουλγάρους και τους Έλληνες στις 17/30 Σεπτεμβρίου και 1/14 Νοεμβρίου 1913) άρχισε παρελκυστικές διαπραγματεύσεις για την τελική διαμόρφωση του σχεδίου. Παράλληλα δεν σταμάτησε και τις οργανωμένες μαζικές διώξεις των ελληνικών πληθυσμών της Θράκης και της Ιωνίας. Ήταν φανερό ότι, μετά τις τραυματικές εμπειρίες στα Βαλκάνια, οι Νεότουρκοι δεν ήταν διατεθειμένοι να απεμπολήσουν τα αρχικά τους σχέδια για τον μετασχηματισμό της Αυτοκρατορίας σε εθνικά ομογενοποιημένο τουρκικό κράτος. Αποδέχτηκαν βέβαια εκόντες άκοντες (8 Φεβρουαρίου 1914) τις αποφάσεις των Δυνάμεων για τις αρμενικές τους επαρχίες, καθώς επίσης, μερικούς μήνες αργότερα τον διορισμό των δυο Ευρωπαίων «επιθεωρητών». Ωστόσο πολύ σύντομα (2 Αυγούστου 1914) θα υπογράψουν τη μυστική γερμανοτουρκική συνθήκη συμμαχίας, που θα τους εντάξει στο στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων. Με την έκρηξη λοιπόν του Μεγάλου Πολέμου δεν θα αναβάλουν απλώς την εφαρμογή του νόμου για τη διοικητική αναδιοργάνωση της οθωμανικής Αρμενίας· θα τον καταργήσουν (16 Δεκεμβρίου), εκδιώκοντας ταυτόχρονα και τον έναν από τους δυο Ευρωπαίους «επιθεωρητές» που είχε στο μεταξύ σπεύσει να αναλάβει τα καθήκοντά του. Τέλος, για να απαλλαγούν ολοκληρωτικά από την επανεμφάνιση στο μέλλον του φάσματος ενός νέου αρμενικού προβλήματος, θα θέσουν σε εφαρμογή στα 1915 την από χρόνια κυοφορούμενη στους κλειστούς κύκλους του νεοτουρκικού κομιτάτου τελική «λύση»: τη μαζική εξόντωση του συνόλου σχεδόν του αρμενικού πληθυσμού της οθωμανικής επικράτειας. Η εκτέλεση του εφιαλτικού αυτού σχεδίου, το οποίο θα ολοκληρωθεί στα επόμενα χρόνια με την εκμηδένιση και των Ελλήνων και των άλλων χριστιανικών λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα επισκιάσει με την έκταση και την αγριότητά του όλες τις ανθρώπινες εκατόμβες των προηγούμενων δεκαετιών.

Armenian Genocide Museum – Institute, Yerevan. Virtual Tour

O Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεώτερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Επίτιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης  Διετέλεσε, επίσης, επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Πρόεδρος του ΔΣ του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα και Αντιπρόεδρος του ΔΣ του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου. Το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας του απένειμε το χρυσό μετάλλιο Τιμής και  η ισπανική κυβέρνηση το παράσημο του Ταξιάρχη. Η Δημοκρατία της Αρμενίας, με σχετική πράξη του Προέδρου της, τον τίμησε με το «Μετάλλιο Μοβσές Χορενατσί» για το πολύτιμο επιστημονικό έργο του περί του Αρμενικού ζητήματος .
  • Ελληνική διασκευή της μελέτης του συγγραφέα “La dimensón balcánica de la cuestión armenia (1856-1914)”, στο: Balcanes. Procesos históricos y desafíos actuales, επιμ. D. M. Morfakidis Motos – J. A. Ruiz Jiménez, Γρανάδα 2017, σ. 197-216.

 

 ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Argyriadès, «Ceux qui luttent pour leur liberté. Crète et Macédoine», Almanach de la Question Sociale […] pour 1897, Παρίσι, 1897, σ. 232-236.

André Barre, L’esclavage blanc (Arménie et Macédoine), Παρίσι, L. Michaud, χ.χ. [1909].

Dogan Y. Çetinjaya, The Young Turks and the Boycott Movement: Nationalism, Protest and the Working Classes in the Formation of Modern Turkey, Λονδίνο, I.B. Tauris, 2013.

Vahakn N. Dadrian, The History of the Armenian Genocide. Ethnic Conflict from the Balkans to Anatolia to the Caucasus, Providence, RI, Berghahn, 1995.

Louise Nalbandian, The Armenian Revolutionary Movement. The Development of Armenian Political Parties through the Nineteenth Century, Berkeley, Calif., Univ. of California Press, 1963.

Surik V. Ovnanian, Armiano-bolgarskie istoričeskie sviazi i armianskie kolonii ν Bolgarii vo vtoroi polovine XIX veka (Οι αρμενοβουλγαρικές ιστορικές σχέσεις και οι αρμενικές παροικίες στη Βουλγαρία στο δεύτερο μισό του 19ου αι.), Εριβάν, Izdatelstvo Akademii Nauk Armianskoi SSR, 1968.

Duncan M. Perry,  «The Macedonian Revolutionary Organization’s Armenian Connection», Armenian Review, 42/1 (1989), 61-70.

Armand J. Kirakossian, British Diplomacy and the Armenian Question: From the 1830s to 1914, Princeton N.J., The Gomidas Institute, 2003.

Ivan Savev, «Victor Bérard et la Macédoine», Cahiers balkaniques, 38-39 (2011), 149-166.

Ronald Grigor Suny – Fatma Müge Göçek – Norman M. Naimark (επιμ.), A Question of Genocide: Armenians and Turks at the End of the Ottoman Empire, Νέα Υόρκη, Oxford Univ. Press, 2011.

Stéphane Yérasimos, «Comment furent tracées les frontières actuelles au Proche-Orient. Des crayons, des gommes, des cartes, des ratures», Hérodote, 41 (1986), 123-161.

K. Χασιώτης, Ἀδελφά ἔθνη ἐν μέσ θυέλλης. Αρμένιοι και Έλληνες στις μεγάλες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος (1856-1914), Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2015.

Αγγελική Δεληκάρη–Μαρία Μητσού: Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός και η περίοδος τρομοκρατίας στη Ρωσία

Αγγελική Δεληκάρη – Μαρία Μητσού

Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός και η περίοδος τρομοκρατίας στη Ρωσία

 

Ο Ιβάν Δ΄ (1530-1584), γιος του Ρώσου ηγεμόνα Βασίλειου Γ΄ (1505-1533) και της Έλενας Glinskaja, συνέδεσε το όνομά του με μία ιδιαίτερα σκληρή και πολλές φορές βίαιη άσκηση εξουσίας και έμεινε στην Ιστορία γνωστός με το προσωνύμιο Τρομερός. Η προσωπικότητά του από πολύ νωρίς σημαδεύτηκε από τραγικές απώλειες στο στενό συγγενικό περιβάλλον του. Σε ηλικία μόλις τριών ετών έχασε τον πατέρα του (1533), ενώ πέντε χρόνια αργότερα έφυγε από τη ζωή και η μητέρα του (1538), για την οποία υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις ότι δηλητηριάστηκε από τους βογιάρους. Μέχρι την ενηλικίωσή του συνέχισε να βιώνει ένα κλίμα έντονων αντιπαραθέσεων και μηχανορραφιών ανάμεσα σε δύο κυρίως αριστοκρατικές οικογένειες των Šujskij, απογόνων των ηγεμόνων του Suzdal’, και των Bel’skij, επιφανούς οικογένειας της δυτικής Ρωσίας. Συχνά ο νεαρός τσάρος χρησιμοποιήθηκε σε ίντριγκες, που ενίοτε κατέληγαν σε φόνους και εξορίες. Τα βιώματα αυτά της παιδικής ηλικίας του συντέλεσαν κατά πάσα πιθανότητα στη δυσπιστία που τον διακατείχε σε όλη την περίοδο της ζωής του σε συνδυασμό με τη συνεχή εμμονή καταδίωξης, αφού έβλεπε παντού συνομωσίες και προδότες.

Η στέψη του σε τσάρο στις 16 Ιανουαρίου του 1547 πραγματοποιήθηκε σε μια λαμπρή τελετή με βάση το βυζαντινό τυπικό. Έναν μήνα μετά την ανάληψη της εξουσίας νυμφεύτηκε την Αναστασία Romanovna, γόνο της μετέπειτα δυναστείας των Romanov. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους η Μόσχα συνταράχθηκε από μία εξέγερση των κατοίκων της με αφορμή καταστροφές που προκλήθηκαν από αλλεπάλληλες πυρκαγιές στην πόλη. Αν και ευθυνόταν γι’ αυτό μάλλον η μεγάλη ξηρασία, ο λαός απέδωσε ευθύνες στην οικογένεια των Glinskij, συγγενών του τσάρου από την πλευρά της μητέρας του. Τα δραματικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν τότε από τον εξαγριωμένο όχλο (λεηλασία ανακτόρων, λιθοβολισμός έως θανάτου του θείου του τσάρου, Jurij Glinskij, κ.ά.) επηρέασαν αποφασιστικά τη διαμόρφωση της πολιτικής του Ιβάν Δ΄. Συνειδητοποιώντας τη σκληρή πραγματικότητα και τη μοναξιά του ηγεμόνα, έθεσε ως πρωταρχικό στόχο την εδραίωση της τσαρικής εξουσίας με τη δημιουργία ενός ισχυρού συγκεντρωτικού κράτους και τον περιορισμό της δύναμης των βογιάρων. Σ’ αυτή την πορεία συνέβαλαν οι μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε στους τομείς της δικαιοσύνης, του στρατού και της εκκλησίας. Κεντρικό ρόλο στον σχεδιασμό των αλλαγών αυτών διαδραμάτισε το «επιλεγμένο συμβούλιο» (Izbrannaja rada), που απαρτιζόταν από νέα σχετικά σε ηλικία έμπιστα άτομα του τσάρου όπως, ο knjaz Andrej Kurbskij, ο προϊστάμενος του προσωπικού γραφείου του τσάρου, Aleksej Adašev, ο επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής, Ivan Vyskovatyj, ο ιερέας της Αυλής, Silvestr’, και ο προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας, Μακάριος, που ταυτόχρονα αποτελούσε και πατρική μορφή για τον Ιβάν Δ΄. Το συμβούλιο αυτό λειτουργούσε άτυπα στο πλαίσιο της Bojarska duma, του ανώτερου συμβουλευτικού οργάνου του τσάρου.

Ο Ιβάν Δ΄ σε νεαρή ηλικία και η τσαρίνα Αναστασία.

Από τη μεταρρύθμιση του δικαίου προέκυψε ο νέος νομικός κώδικας, ο Sudebnik, που προέβλεπε τη δημιουργία κεντρικών υπηρεσιών του κράτους και τη μείωση των δικαστικών δικαιοδοσιών των βογιάρων-τοποτηρητών στις επαρχίες της χώρας. Όσον αφορά τον στρατό, οργάνωσε ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα 3000 τουφεκιοφόρων, των Strelcy, που αποτέλεσε την προσωπική φρουρά του τσάρου. Μια άλλη μονάδα 1000 οπλιτών, οι οποίοι έλαβαν κτήματα (pomestje) κοντά στη Μόσχα, είχε ως κύριο καθήκον τους την επίλυση διπλωματικών, διοικητικών αλλά και έκτακτων στρατιωτικών προβλημάτων. Τέλος, καθορίστηκε η στρατιωτική θητεία, σύμφωνα με την οποία κάθε γαιοκτήμονας όφειλε να διαθέτει, όποτε έκρινε το κράτος, για κάθε 545 στρέμματα που κατείχε, έναν εξοπλισμένο ιππέα. Στο πλαίσιο αυτό των μεταρρυθμίσεων εντάσσεται και η ρύθμιση των σχέσεων κράτους-Εκκλησίας. Το 1551 συγκλήθηκε σύνοδος (έμεινε γνωστή ως Stoglav Sobor), προϊόν της οποίας ήταν ένας τόμος με 100 κεφάλαια σχετικά με την ανανέωση της  Εκκλησίας, αλλά και την τήρηση των ηθών του Χριστιανισμού. Θεσπίστηκαν μέτρα που καταδίκαζαν τις αυθαιρεσίες των επισκόπων, τη σιμωνία, τη διαφθορά στην Εκκλησία, την ύπαρξη μικτών μοναστηριών, κ.ά. Στόχος ήταν γενικότερα η ηθική ζωή των πολιτών, η απαγόρευση της μέθης, του όρκου, των τυχερών παιχνιδιών, της συμμετοχής σε λαϊκές εκδηλώσεις ενδεχομένως παγανιστικής προέλευσης. Στις μεταρρυθμίσεις αυτές ο τσάρος είχε ως έναν βαθμό τη συμπαράσταση του κλήρου, αφού η Ρωσική Εκκλησία δέχθηκε να συμμετέχει με την περιουσία της στις οικονομικές υποχρεώσεις του κράτους. Ταυτόχρονα απαγορεύτηκε η δωρεά γαιών προς τα εκκλησιαστικά ιδρύματα.

Μετά την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων, που συνέβαλαν στη σταθεροποίηση της εξουσίας στο εσωτερικό της χώρας, ο τσάρος άρχισε να εκδηλώνει τα επεκτατικά σχέδιά του. Στράφηκε εναντίον των χανάτων του Καζάν και του Αστραχάν, απομεινάρια της Χρυσής Ορδής. Το 1552 κατέλαβε την πόλη του Καζάν μετά από δύο αποτυχημένες πολιορκίες, ενώ μέσα στα επόμενα τέσσερα χρόνια ολοκλήρωσε την υποταγή ολόκληρου του χανάτου. Το 1556 προσάρτησε και το χανάτο του Αστραχάν. Αυτό σήμαινε ότι οι Ρώσοι κυριαρχούσαν πλέον κατά μήκος του Βόλγα, γεγονός που τους επέτρεπε την πρόσβαση στις αγορές της Ανατολής. Με τις κατακτήσεις αυτές η Μόσχα είχε την ευκαιρία να προχωρήσει προς τα Ουράλια αλλά και τη Σιβηρία. Αρκετά αργότερα, το 1582, το Χανάτο Σιμπίρ στη δυτική Σιβηρία περιήλθε επίσης στην κατοχή του Ιβάν Δ΄, όταν το κατέλαβαν οι Κοζάκοι και του το προσέφεραν ως «δώρο».

Η κατάληψη του Καζάν το 1552, πίνακας του Aleksey Kivshenko (1880).

Στη συνέχεια ο τσάρος έστρεψε το ενδιαφέρον του προς τη Λιβονία (τμήμα της σημερινής Λετονίας), η οποία βίωνε μία βαθιά εσωτερική κρίση. Προσπαθώντας να επωφεληθεί από την κατάσταση, ο Ιβάν Δ΄ ζήτησε την αποπληρωμή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού ως αναδρομικό φόρο. Η αδυναμία της χώρας να ανταποκριθεί οικονομικά αποτέλεσε την αφορμή για την απαρχή ενός πολέμου που θα ξεκινήσει το 1558 και θα διαρκέσει 25 έτη. Αν και η Λιβονία δεν κατόρθωσε να αντισταθεί και διαλύθηκε, ωστόσο η Ρωσία δεν είχε ουσιαστικό όφελος, αφού τα εδάφη της διαμοιράστηκαν ανάμεσα στη Σουηδία, τη Δανία και την Πολωνία-Λιθουανία. Η εξέλιξη αυτή ανάγκασε τον Ιβάν Δ΄ να υπογράψει συνθήκη με τη Δανία και εκεχειρία με τη Σουηδία. Επόμενος στόχος του τσάρου ήταν να αποσπάσει την ηγεμονία του Πόλοτσκ από την Πολωνία-Λιθουανία. Η κατάκτηση της πόλης του Πόλοτσκ (1563) αποτέλεσε τη μεγαλύτερη στρατιωτική ρωσική επιτυχία. Ωστόσο άρχιζε μία καθοδική πορεία στις στρατιωτικές δυνάμεις της Ρωσίας που οφειλόταν κυρίως στη συμπεριφορά του τσάρου απέναντι στους στρατιωτικούς ηγέτες και διπλωμάτες. Πολλοί θα πέσουν θύματα των εκκαθαρίσεων του Ιβάν Δ΄, ενώ άλλοι θα επιλέξουν να ζητήσουν καταφύγιο στο εχθρικό στρατόπεδο. Την ίδια περίοδο οι βαριές φορολογικές υποχρεώσεις του πληθυσμού προς το κράτος αυξάνονταν εξαιτίας των επεκτατικών πολέμων της Ρωσίας. Αυτό προκάλεσε μαζική φυγή του πληθυσμού από τις κεντρικές περιοχές του κράτους προς τη στέπα, όπου υπήρχε μεγαλύτερη ασφάλεια από τους φοροεισπράκτορες του τσάρου. Την ερήμωση επιδείνωσαν επίσης οι μαζικοί διωγμοί, ο παρατεταμένος λιμός των ετών 1569-1571, αλλά και η εισβολή του Κριμαϊκού χανάτου στη Ρωσία το 1571/1572. Το τελευταίο έγινε αιτία να οδηγηθούν στην ομηρία πάνω από 100.000 Ρώσοι πολίτες. Η δημογραφική αυτή πτώση συντέλεσε στην αδυναμία καλλιέργειας των κτημάτων των στρατιωτών, με αποτέλεσμα να μείνουν χωρίς έσοδα οι στρατιωτικοί και να λιποτακτούν και αυτοί μαζικά, αποδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο το ρωσικό στράτευμα.

Η εδαφική επέκταση της Ρωσίας (1533 – 1598).

Η εκλογή του Ούγγρου ηγεμόνα της Τρανσυλβανίας και ικανότατου στρατηγού Στέφανου Báthory ως βασιλιά της Πολωνίας-Λιθουανίας το 1578 θα επηρεάσει αρνητικά τις εξελίξεις για τη Ρωσία στο στρατιωτικό πεδίο. Ο Báthory σε συνεργασία με τους Σουηδούς κινήθηκε εναντίον της Ρωσίας και κατόρθωσε το 1579/1580 να επανακτήσει το Πόλοτσκ, ενώ η Σουηδία κατέλαβε το ρωσικό τμήμα της Καρελίας. Ο τσάρος, βλέποντας τον ρωσικό στρατό να αδυνατεί να ανταποκριθεί στα πολλά μέτωπα, αναγκάστηκε να παρακαλέσει το Βατικανό για διαμεσολάβηση, αφήνοντας ανοιχτό στον πάπα το ενδεχόμενο να συμμετάσχει η Ρωσία σε ένα αντιτουρκικό μέτωπο, αλλά και υπόνοιες για συναίνεσή του στην Ένωση των δύο Εκκλησιών. Οι συνθήκες ειρήνης που ακολούθησαν (με την Πολωνία-Λιθουανία το 1582 και με τη Σουηδία το 1583) ήταν ιδιαίτερα ταπεινωτικές για τη Ρωσία. Επιστράφηκαν στην Πολωνία-Λιθουανία όλα τα εδάφη της Λιβονίας, ενώ η Σουηδία εδραίωσε την κυριαρχία της στις κατακτημένες ρωσικές περιοχές και πόλεις. Με τον τρόπο αυτόν η Ρωσία εξακολουθούσε να βρίσκεται αποκομμένη από τη Βαλτική θάλασσα και να μαστίζεται από σημαντική οικονομική κρίση στο εσωτερικό.

Ivan le Terrible (documentaire)

Ο Ιβάν Δ΄ ήδη από το 1560 είχε αρχίσει να λαμβάνει μέτρα εναντίον συμβούλων, συνεργατών, αξιωματούχων και εκκλησιαστικών ανδρών, θεωρώντας ότι όλοι αυτοί αποσκοπούσαν να κυβερνούν τη χώρα και να παρακάμπτουν τον τσάρο. Ο θάνατος δύο προσφιλών προσώπων του, της συζύγου του Αναστασίας το 1560 και του μητροπολίτη Μακάριου το 1563 επέδρασε αρνητικά στην ψυχολογία του. Αυτό που είχε τώρα πρώτιστη σημασία για τον τσάρο ήταν η επιβολή της απόλυτης εξουσίας του με την εξουδετέρωση των αντιπάλων του. Η συμπεριφορά άλλωστε του Andrej Kurbskij, τοποτηρητή της Λιβονίας, και παράλληλα προσωπικού φίλου και συγγενή του Ιβάν Δ΄, να διαφύγει (τον Απρίλιο του 1564) στη Λιθουανία, πυροδότησε μια σειρά διώξεων και εκτελέσεων των knjazi και των βογιάρων. Προκειμένου να εξαφανίσει ο τσάρος κάθε ίχνος απειλής, δημιούργησε ένα ειδικό σώμα, την οπρίτσνινα (Oprichnina), εγκαινιάζοντας μία περίοδο τρομοκρατίας για τη χώρα. Εκτεταμένα εδάφη της βόρειας ευρωπαϊκής Ρωσίας υπήχθησαν σε ένα νέο νομικό καθεστώς και θεωρήθηκαν προσωπική ιδιοκτησία του τσάρου. Οι περιοχές αυτές λειτούργησαν ως πηγές εσόδων της οπρίτσνινα, ενώ οι ιδιοκτήτες τους εξορίστηκαν. Η κατώτερη αριστοκρατία των παραπάνω περιοχών είχε το δικαίωμα να ενταχθεί σε ένα επίλεκτο στρατιωτικό σώμα, τη σωματοφυλακή του τσάρου. Οι οπρίτσνικοι φορούσαν μαύρη στολή και έφεραν στη ζώνη ένα είδος σαρώθρου, που συμβόλιζε την αποστολή τους, δηλαδή την εκκαθάριση της χώρας από τους συνωμότες. Το σώμα αριθμούσε περί τα 5.000-6.000 μέλη και οι οικονομικές απολαβές από τα δημευμένα κτήματα αποτελούσαν για τους περισσότερους δέλεαρ για να ενταχθούν σ’ αυτό. Οι περιοχές της οπρίτσνινα διατηρούσαν τη δική τους διοίκηση και εκκλησιαστική ιεραρχία, ενώ στις υπόλοιπες περιοχές του κράτους ίσχυε ο ήδη υπάρχων διοικητικός μηχανισμός. Φυσικά ο τσάρος ήταν ο απόλυτος άρχων παντού.

Σε όλη τη διάρκεια της οπρίτσνινα κυριάρχησε στη Ρωσία καθεστώς τρόμου. Πολλοί αξιωματούχοι-ευγενείς εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν, δηλητηριάστηκαν, μαστιγώθηκαν δημόσια, ή ακόμη υποχρεώθηκαν να γίνουν μοναχοί. Τα ίδια δεινά υπέστησαν και οι συγγενείς, οι φίλοι και οι δουλοπάροικοί τους. Όσον αφορά τις περιουσίες τους, αυτές μοιράστηκαν ανάμεσα στον τσάρο και τους καταδότες. Το 1566 αποφάσισαν 300 αριστοκράτες να στείλουν γραπτή επιστολή προς τον τσάρο με αίτημα την κατάργηση της οπρίτσνινα. Αυτός αμέσως διέταξε τη φυλάκιση όλων όσων είχαν υπογράψει την επιστολή, ενώ πενήντα από αυτούς μαστιγώθηκαν δημόσια και τρεις εκτελέστηκαν.

Η οπρίτσνινα του ζωγράφου Nikolai Nevrev (δεκαετία του 1870). Ο πίνακας αναπαριστά τα τελευταία λεπτά του βογιάρου Feodorov, τον οποίο είχαν συλλάβει για προδοσία.

Με πρόσχημα την προδοσία ο τσάρος προχώρησε στη λεηλασία και την καταστροφή πόλεων, οχυρών, μοναστηριών. Φοβούμενος ότι η ηγεμονία του Νόβγκοροντ μαζί με άλλες περιοχές της βορειοδυτικής Ρωσίας θα ζητούσαν πιθανόν να προσαρτηθούν στο βασίλειο της Πολωνίας-Λιθουανίας, οργάνωσε εκστρατεία τον Δεκέμβριο του 1569. Η επιχείρηση ξεκίνησε με μία αιφνιδιαστική επιδρομή εναντίον του Τβερ, αποκόπτοντας όλες τις προσβάσεις προς την πόλη. Ακολούθησε η κατάληψη του Τβερ και η εξόντωση των εμπόρων και των βιοτεχνών μαζί με τις οικογένειές τους, προβάλλοντας ως πρόσχημα τη λιθουανική καταγωγή τους. Την ίδια τύχη είχαν και οι 500 οικογένειες από το Πσκοβ, που είχαν εγκατασταθεί νωρίτερα εκεί κατόπιν εντολής της οπρίτσνινα. Θύμα των διώξεων αυτών έπεσε και ο μητροπολίτης Μόσχας Φίλιππος, ο οποίος διαμαρτυρήθηκε έντονα για τις σφαγές αυτές. Στραγγαλίστηκε στις 28 Δεκεμβρίου του 1569 από έναν άνθρωπο του τσάρου σε μία μονή κοντά στο Τβερ. Ο θάνατός του βέβαια αποδόθηκε σε ασφυξία από τον ανθυγιεινό αέρα του κελιού. Η βιαιότητα του Ιβάν Δ΄ συνεχίστηκε δριμύτερη στο Νόβγκοροντ. Οι κάτοικοι της πόλης, αγνοώντας τις προθέσεις του τσάρου, του επεφύλασσαν μία λαμπρή υποδοχή με επικεφαλής τον αρχιεπίσκοπο. Ο τσάρος όμως τους κατηγόρησε για εσχάτη προδοσία, με αιτιολογία ότι αυτοί σκόπευαν να παραδώσουν το Νόβγκοροντ και την περιοχή του στον βασιλιά της Πολωνίας. Στη συνέχεια προχώρησε σε μαζική εκκαθάριση του εμπορικού κόσμου, καθώς και των συγγενών και των φίλων τους. Έστησε μάλιστα εικονικές δίκες και με βασανιστήρια ανάγκασε την ανώτερη τάξη του Νόβγκοροντ (βογιάρους, εμπόρους, υπαλλήλους, ιερείς και μοναχούς) να δηλώσουν την ενοχή τους. Στους «προδότες» επιβλήθηκε ως ποινή ο πνιγμός στα παγωμένα νερά του ποταμού Βόλχοβ. Ολόκληρες οικογένειες βρήκαν φρικτό θάνατο. Κατόπιν εντολής του Ιβάν Δ΄ λεηλατήθηκαν οι εκκλησίες και οι μονές της πόλης και των περιχώρων, ακόμη και τα οστεοφυλάκια των αγίων και τα κελιά των μοναχών. Μεγάλες καταστροφές υπέστη και ο ιστορικός ναός της Αγίας Σοφίας του Νόβγκοροντ που χρονολογούνταν από τον 11ο αιώνα (αφαιρέθηκαν το τέμπλο, τα ιερά σκεύη, εικόνες κ.ά.). Την ίδια τύχη είχαν και οι μονές. Μάλιστα εκεί επέβαλε ο τσάρος έκτακτη χρηματική εισφορά. Οι οπρίτσνικοι, όπως ήταν φυσικό, εστίασαν την καταστροφική μανία τους στις επιχειρήσεις, αρπάζοντας εμπορεύματα από τις αποθήκες, αλλά και πολύτιμα αντικείμενα από τις οικίες των πλουσίων. Από το διαταραγμένο μυαλό του τσάρου δεν γλίτωσαν ούτε οι ζητιάνοι που εκείνον τον χειμώνα αυξήθηκαν εξαιτίας του λιμού. Προκειμένου να επιβιώσουν, έφτασαν σε σημείο να τρώνε τα πτώματα των εκτελεσμένων «προδοτών». Έτσι οι επιχειρήσεις εκκαθάρισης επεκτάθηκαν και σ’ αυτούς με ομαδικούς πνιγμούς στον ποταμό του Νόβγκοροντ. Παρόμοια κατάσταση επικράτησε και σε άλλες πόλεις της βόρειας Ρωσίας. Η εισβολή των Τατάρων στη Μόσχα τον Μάιο του 1571 είχε σαν αποτέλεσμα μία μεγάλη πυρκαγιά. Οι υλικές ζημιές ήταν ανυπολόγιστες. Ο τσάρος βρήκε τότε την ευκαιρία να κατηγορήσει γι’ αυτό τα μέλη της δούμας της zemština. Η πολιτική που ακολουθούσε ο Ιβάν Δ΄ είχε αποδυναμώσει τον στρατό από τα ικανά στελέχη του, αφήνοντας παράλληλα εκτεθειμένα τα νότια σύνορα της χώρας.

Με τις λεηλασίες προσπαθούσε η οπρίτσνινα να γεμίζει τα άδεια ταμείου του κράτους. Ο τσάρος φαινομενικά ήταν ικανοποιημένος με το επίτευγμά του, να ορίζει δηλαδή αυτός και μόνο την τύχη όλων των κοινωνικών τάξεων της Ρωσίας. Η ζωή και ο θάνατος των υπηκόων εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον ίδιο. Μετά από επτά έτη απόλυτης τρομοκρατίας αρχίζει σιγά σιγά να διαφαίνεται η αποσύνθεση της οπρίτσνινα. Η πυρκαγιά στη Μόσχα (Μάιος 1571), αλλά κυρίως ο αιφνίδιος θάνατος της τρίτης γυναίκας του Ιβάν Δ΄, Marfa Sobakina, λίγες ημέρες μετά τον γάμο τους γεννούν υποψίες στον τσάρο για συνωμοσίες στους κόλπους των οπρίτσνικοι. Ούτε αυτοί δεν μπορούσαν πια να αισθάνονται ασφαλείς από τις διαθέσεις του Ιβάν Δ΄. Το φθινόπωρο του 1571 δύο από τους καλύτερους διπλωμάτες και ταυτόχρονα επιφανή μέλη της οπρίτσνινα, ο Johann Taube και ο Elert Kruse, και οι δύο γερμανικής καταγωγής, αυτομολούν στο εχθρικό στρατόπεδο. Η πράξη αυτή αιφνιδίασε τον τσάρο, ο οποίος συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε πλέον να αισθάνεται ασφαλής. Το διάστημα των οκτώ αυτών ετών τρομοκρατίας και βίας σε συνδυασμό με τον πολυδάπανο πόλεμο με τη Λιβονία είχαν εξαντλήσει οικονομικά τη Ρωσία.

Ο Ιβάν Δ΄ με τον σκοτωμένο γιο του, Πίνακας του Ilja E. Repin (1885).

Ο Ιβάν Δ΄ παρά τη δυσπιστία και την καχυποψία που τον περιέβαλε, μπορούσε να γίνει όργανο στα χέρια κάποιων που τον έπειθαν για την αφοσίωση και την υποταγή τους. Του άρεσαν οι κολακείες, και γύρω του συγκεντρώνονταν διάφοροι ευνοούμενοι, οι οποίοι επεδίωκαν με κάθε τρόπο να ενισχύουν την αλαζονεία του. Αν και υπερβολικά θρησκόληπτος, δεν δίστασε να παντρευτεί επτά φορές (κάποιες από τις γυναίκες του δολοφονήθηκαν), αλλά και να διατηρεί πολλές εξωσυζυγικές σχέσεις. Μάλιστα τα τέκνα που προέκυπταν από αυτές τα έπνιγε με τα ίδια του τα χέρια. Αργότερα βέβαια μπορεί να μετανοούσε. Παράλληλα σκεφτόταν να ασπαστεί τον μοναχισμό, γι’ αυτό και είχε κάνει μία μεγάλη χρηματική δωρεά στη Μονή του Αγίου Κυρίλλου, για να του ετοιμάσουν ένα κελί. Όλη του τη ζωή περιστοιχιζόταν από τον θάνατο και μέχρι το τέλος ταλανιζόταν από φόβο για συνωμοσίες, μίσος και δίψα για εκδίκηση.

Σε μία έκρηξη θυμού στράφηκε και εναντίον του γιου και διαδόχου του, αφού υποψιαζόταν ότι εποφθαλμιούσε τον τσαρικό θρόνο. Τον χτύπησε ανελέητα μέχρι θανάτου. Ο φόνος του γιου του, που συνεπαγόταν και το τέλος του μοσχοβίτικου δυναστικού οίκου, στιγμάτισε τον Ρώσο ηγεμόνα. Θέλοντας να απαλλαγεί από τις τύψεις, διέταξε να δημιουργηθούν κατάλογοι με τα ονόματα των θυμάτων του, ώστε να τελούνται μνημόσυνα για τη σωτηρία της ψυχής τους.

Ο Ιβάν Δ΄ πέθανε τον Μάρτιο του 1584. Για τον θάνατό του υπάρχουν δύο εκδοχές. Σύμφωνα με την πρώτη δηλητηριάστηκε από συνωμότες του στενού περιβάλλοντός του με τη βοήθεια του προσωπικού γιατρού του. Η δεύτερη αναφέρεται σε φυσικά αίτια. Λίγο πριν φύγει από τη ζωή έλαβε τη μοναχική κουρά.

Η περίοδος που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από μία βαθιά πολιτική, οικονομική, κοινωνική και δυναστική κρίση του κράτους της Μόσχας. Ο γιος του Fjodor που τον διαδέχτηκε ανέλαβε την εξουσία μόνο τυπικά (1584-1598), αφού ήταν άτομο με νοητική καθυστέρηση και δεν άφησε διάδοχο. Θα ακολουθήσει η λεγόμενη «περίοδος των ταραχών (1584-1613)» έως την άνοδο στον θρόνο της δυναστείας των Romanov με την εκλογή του Michail Romanov σε τσάρο το 1613.

 

Ivan the Terrible – 1944 – Sergei Eisenstein

 

Ο Nikolay Cherkasov ως Ιβάν ο Τρομερός, στην ομώνυμη κλασσική κινηματογραφική εκδοχή του Sergei Eisenstein (1944–1946).

 

 

Η Αγγελική Δεληκάρη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια
της Μεσαιωνικής Ιστορίας των Σλαβικών Λαών στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

Η Μαρία Μητσού είναι απόφοιτος του
Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

R. Payne – N. Romanoff, Ivan the Terrible, New York 22002.

I. de Madariaga, Ivan the Terrible. First Tsar of Russia, New Haven and London 2005.

Γ. Μαλιγκούδη, Η Μεσαιωνική Ρωσία, Αθήνα 2013.

L. Trepanier, Political Symbols in Russian History: Church, State, and the Quest for Order and Justice,Lexington Books 2017

Ch. Ziegler, The History of Russia, Greenwood Publishing Group 1999

N. Shields Kollmann, The Russian Empire (1450-1801), Oxford University Press 2017.

Αλκης Χαραλαμπίδης: Η τέχνη στα Επτάνησα: Δυτικά της Ανατολής, ανατολικά της Δύσης

Άλκης Χαραλαμπίδης

Η τέχνη στα Επτάνησα: Δυτικά της Ανατολής, ανατολικά της Δύσης

Η αισθητική παίδευση υπήρξε και παραμένει ένα από τα πλέον υποβαθμισμένα κεφάλαια του σχολικού προγράμματος στην Ελλάδα. Μια συμπυκνωμένη γεύση των αποτελεσμάτων αυτής της ακατανόητης επιμονής θα μπορούσε να έχει κανείς ξεφυλλίζοντας τη συλλογική έκδοση-«αφιέρωμα» στη νεοελληνική κακογουστιά «Κάτι το Ωραίον» (1984). Όλα θα ήταν ίσως διαφορετικά αν δεν ξεθώριαζε το όραμα που γεννήθηκε την αυγή κιόλας του εθνικού μας κράτους. Το 1843, ενώ ο Όθων αναγκαζόταν να παραχωρήσει Σύνταγμα και με Βασιλικό Διάταγμα θεσμοθετούσε το Σχολείον των Ωραίων Τεχνών, ο φιλόλογος, ιστορικός και πολιτικός Ανδρέας Μουστοξύδης δημοσίευε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Ελληνομνήμων μια μελέτη για τον ζωγράφο Παναγιώτη Δοξαρά (1662-1729)1, το πρώτο εμπεριστατωμένο κείμενο ιστορίας της τέχνης στη γλώσσα μας. Είναι ασφαλώς αξιοπαρατήρητο το ότι, έχοντας γνωρίσει προσωπικά τον Κοραή και ακολουθώντας προφανώς την προτροπή του «…να μετακενώνωμεν εις του έθνους τας κεφαλάς, τας ωριμασμένας ιδέας των φωτισμένων εθνών»2, αναγνώρισε στο πρόσωπο ενός καλλιτέχνη έναν καλό αγωγό διοχέτευσης αποσταγμάτων πνευματικής δημιουργίας. Ήταν ένα έντονο σημείο στίξης στο κεφάλαιο του ελληνικού Διαφωτισμού.

Ο Δοξαράς, έχοντας από μικρός διδαχθεί «την προφεσιόν της αγιογραφοσύνης» και για ένα διάστημα προσφέρει τις στρατιωτικές του υπηρεσίες στους Ενετούς, μετέφρασε πρώτα από τα ιταλικά «εις απλήν ημετέραν διάλεκτον, χωρίς να σπουδάξει εις Ελληνικά σπουδαστήρια» την πραγματεία του Leonardo da Vinci Trattato della pittura και μερικά ακόμη «πάνυ ωραία» κείμενα του Leon Battista Alberti για τη ζωγραφική –δηλαδή δύο εμβληματικών εκπροσώπων του προτύπου homo universalis– και στη συνέχεια συνέγραψε μία μελέτη Περί Ζωγραφίας (1726), ακολουθώντας και πάλι ιταλικά πρότυπα, «εν η εποχή ολίγοι ησχολούντο περί την θεωρίαν της τέχνης, έτι δ’ ολιγώτεροι έγραφον περί αυτής»3. Η διδακτική του πρόθεση είναι πρόδηλη: «Έχοντας υποκάτω εις τα όμματα άπειρα υποδείγματα, και από κάποιάν μου σπουδήν, και εις πολλά πράγματα οπού εστοχάστηκα, επιδεξιούμαι να φανερόσω κάποιον τι, εις εκείνο το καλίτερον οπού να ηξεύρω… Πλην καλίτερον από κάθε άλλω είναι να δουλεύεσε από το Φυσικόν, και αληθινόν, το οποίον τυχένει να το έχης αενάως κατ’ έμπροσθεν εις τα όμματα , ωσάν υπόδειγμα πρωτότυπον και βέβαιον Διδάσκαλον»4. Αυτά απευθύνονται «υπό χειρός ολίγον εμπείρου την ορθογραφίαν» ως «νουθεσία εις τους νέους, όταν προάγονται εις το Σχέδιον» και «εις ζήτησιν των φιλομαθών».

Στη μεγάλων διαστάσεων (2,40  x 1,89 μ.) Προσωπογραφία του Johann Matthias von der Schulenburg (εικ. 1), αρχιστράτηγου των ενετικών δυνάμεων κατά την πολιορκία της Κέρκυρας από τους Τούρκους το 1716, επιγραφή μας πληροφορεί ότι πρόκειται για έργο του Παναγιώτη Δοξαρά. «ιππέως Λακεδαιμονίου» υπενθυμίζοντας τον τίτλο που του είχε προσφέρει η Γαληνοτάτη σε αναγνώριση των υπηρεσιών του. Ακολούθησε το opus magnum του, οι μνημειακές σκηνές από τον βίο του Αγίου Σπυρίδωνα στην ουρανία του φερώνυμου ναού της Κέρκυρας (1726-29) που σήμερα σώζονται σε πιστά (;) αντίγραφα (1852-71) του Νικόλαου Ασπιώτη. Με αυτά τα δεδομένα, ο Παν. Δοξαράς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, ως θεωρητικός, ένας από τους προδρόμους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, και ως καλλιτέχνης εκείνος που καθόρισε το νέο πλαίσιο στο οποίο θα διέγραφαν την τροχιά τους τέσσερις τουλάχιστον γενιές ζωγράφων της Επτανησιακής Σχολής. Ο Σπυρίδων Δε Βιάζης, υπερβάλλοντας ίσως, τον αποκαλεί «σχολάρχην της νεοελληνικής τέχνης»5.

Εικ.1.  Προσωπογραφία του Johann Matthias von der Schulenburg,1719, Αθήνα, Συλλογή Γιάννη Περδίου.

Σήμερα, μετά την καθοριστικής σημασίας παρέμβαση των διανοητών και καλλιτεχνών της «Γενιάς του ‘30», είμαστε πλέον βέβαιοι, όπως παρατηρεί ο Χρήστος Γιανναράς, ότι «ο λαός των Ελλήνων τους αιώνες της Τουρκοκρατίας, υπόδουλος, βασανισμένος, φτωχός, αγράμματος, δεν έπαψε να παράγει πολιτισμό: Αρχιτεκτονική, ποίηση, μουσική, κάλλος λαϊκής φορεσιάς, λειτουργικούς κοινωνικούς θεσμούς… εμπόριο δικτυωμένο σε ολόκληρο τον χώρο της Μεσογείου αλλά και της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης»6. Αν αυτές οι διαπιστώσεις αφορούν τον πληθυσμό της κυρίως Ελλάδος και των νησιών του Αιγαίου, στα Επτάνησα προστίθεται μία θετική παράμετρος που σχετίζεται βέβαια και πάλι με την παρουσία ενός κατακτητή, των Ενετών, όμως εντελώς διαφορετικής πολιτισμικής στάθμης. Οι Επτανήσιοι καλλιτέχνες ήταν φυσικό στην Ιταλία να αναζητήσουν πρότυπα ζωής και πνευματικού προσανατολισμού. Το επέβαλε η ίδια η ιστορική πραγματικότητα.

Όπως είναι γνωστό, η διοικητική παρουσία της Γαληνοτάτης στα Επτάνησα άρχισε στα τέλη του 14ου αιώνα με τους «προβλεπτές». Η διαστρωμάτωση του πληθυσμού διαμορφωνόταν σε τρεις κοινωνικές τάξεις: τους ευγενείς, τους αστούς και τους ποπολάρους. Στην πρώτη ανήκαν Ενετοί αλλά και Έλληνες που είχαν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στη Βενετία, συγκεντρώνοντας στα χέρια τους όλα τα αγαθά και τα τοπικά αξιώματα και αποκλείοντας ταυτόχρονα από την εξουσία τις άλλες δύο τάξεις. Σταδιακά, ωστόσο, σε συνδυασμό και με την αποδυνάμωση της Βενετικής Δημοκρατίας, η οικονομική ανάπτυξη των νησιών έδωσε την ευκαιρία στους αστούς να συσπειρωθούν σε συντεχνίες και να προσπαθήσουν να μειώσουν στο ελάχιστο την εξάρτηση από τους ξένους και εντόπιους μεγαλογαιοκτήμονες. Το 1797 τα νησιά πέρασαν στους Γάλλους και τρία χρόνια αργότερα στους Ρώσους, συγκροτώντας την «Ιόνιο Πολιτεία», υπό την επικυριαρχία της Υψηλής Πύλης. Κάθε πολιτική αλλαγή συνοδευόταν από κοινωνικές μεταρρυθμίσεις  και, όχι σπάνια, από ταραχές. Ακολούθησε δεύτερη ρωσική και άλλη μία γαλλική κυριαρχία που το 1814 κατέληξε στην αγγλική προστασία, ως το 1864, όταν η Επτάνησος ενσωματώθηκε στον εθνικό κορμό.

Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν την Επτανησιακή Σχολή «κλειστό» φαινόμενο7 αναγνωρίζοντάς της έτσι μια αυτοτέλεια, αλλά χρεώνοντάς της συγχρόνως την αδυναμία μεταφύτευσης των κατακτήσεών της στην υπόλοιπη Ελλάδα. Στην πραγματικότητα την τοποθετούν σε ένα γεωγραφικό και χρονολογικό στεγανό ή, διαφορετικά, ανάμεσα σε δύο άλλες σχολές, την Κρητική και εκείνη του Μονάχου. Σχολή, ως γνωστόν, είναι μια ομάδα καλλιτεχνών που εργάζονται υπό την επίδραση ενός δασκάλου ή που παρουσιάζουν ομοιότητα επειδή προέρχονται από την ίδια περιοχή ή διέπονται από το ίδιο τοπικό στυλ.

Ο όρος «Σχολή» έχει καθιερωθεί στην ιστορία της νεότερης ελληνικής τέχνης, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι μάλλον περιοριστικός. Καλύπτει τον 18ο και 19ο αιώνα, δηλαδή την περίοδο κατά την οποία η επίδραση της δυτικής τέχνης στην επτανησιακή είναι πρόδηλη, αφήνοντας όμως εκτός την προηγούμενη φάση, τη μεταβυζαντινή, που προεκτείνει τον βίο της τέχνης στα Επτάνησα κατά περίπου τρεις αιώνες προς τα πίσω, μέχρι τον 15ο αιώνα, αλλά και ένα άλλο κεφάλαιο που την προωθεί μέχρι τον 20ό. Για μια περιφερειακή χώρα όπως η Ελλάδα, οι πέντε περίπου αιώνες αδιάλειπτης και, παρά τις φυσικές καταστροφές, επαρκώς τεκμηριωμένης καλλιτεχνικής ζωής στα Επτάνησα, σε σύγκριση με εκείνη της πρωτεύουσας, που μόλις ξεπερνά τον ενάμιση αιώνα, είναι ένα ζήτημα κλίμακας αξιοσημείωτο.

Αντί των όρων «Eπτανησιακή τέχνη» ή «Η τέχνη των Επτανήσων» σωστότερο ίσως είναι να γίνεται λόγος για «Τέχνη στα Επτάνησα», που παραπέμπει όχι μόνο στην εντόπια καλλιτεχνική παραγωγή αλλά και σε ό,τι εισήχθη σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο τόσο πριν όσο και μετά τον 18ο και 19ο αιώνα. Αν επομένως κρατήσουμε τον terminus technicus «Σχολή» σε εισαγωγικά να παραπέμπει σε μια περίοδο πέντε περίπου αιώνων, τότε  αυτή η Σχολή μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό Σχολείο όπου πολλά θα ήταν δυνατό να διδαχθούμε και να μελετήσουμε. Συγκεκριμένα: α. Να δούμε πώς συμπλέκεται η γεωγραφική, ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα με την καλλιτεχνική δημιουργία. β. Να έχουμε, παρά τις απώλειες, μια πολύ καλή εποπτεία της ζωγραφικής και πιο περιορισμένη της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής. γ. Να εξετάσουμε πώς σε αυτόν τον τόπο διαμορφώθηκε ένας ορίζοντας υποδοχής όπου έγιναν αποδεκτές οι διακυμάνσεις της κατεξοχήν θρησκευτικής μεταβυζαντινής ζωγραφικής και στη συνέχεια κατακτήσεις της πολυθεματικής ζωγραφικής της Αναγέννησης, του Μανιερισμού, του Μπαρόκ, του Ροκοκό, του Νατουραλισμού του  19ου αιώνα, ακόμα και του Εξπρεσιονισμού του 20ού. δ. Να διαπιστώσουμε πώς, σε αντίθεση με την Αθήνα, εξασφαλίστηκε μια οργανική συνέχεια της τέχνης και μάλιστα σε μεγάλο χρονικό φάσμα. Ας μην ξεχνάμε ότι η Αθήνα πέρασε με ένα είδος σοκ από την απονευρωμένη μεταβυζαντινή και τη ζωντανή ακόμη τότε λαϊκή ζωγραφική της κυρίως Ελλάδας στη λόγια· από τον Ζωγράφο του Μακρυγιάννη στον Βρυζάκη και τον Νικηφόρο Λύτρα. Αντίθετα, τα Επτάνησα γνώρισαν το καλύτερο ίσως πρόσωπο της μεταβυζαντινής ζωγραφικής, έργα της Κρητικής Σχολής, και σταδιακά υιοθέτησαν ιταλικά και άλλα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ας δούμε όμως πώς αυτό τεκμηριώνεται μέσα από τα ίδια τα έργα.

Σε κάποιον προικισμένο Κρητικό ζωγράφο των μέσων του 15ου αιώνα αποδίδεται η σχετικά μεγάλων διαστάσεων (1,10 x 0,78 μ. περ.) εικόνα της Παναγίας Γλυκοφιλούσας του Μουσείου Ζακύνθου (εικ.2) . Η εναρμόνιση του καστανοπόρφυρου χρώματος με το γαλάζιο και το χρυσό, η αναγωγή των πτυχώσεων σε ένα αφηρημένο σύστημα γραμμών και σχημάτων, η ιδιότυπη πλαστικότητα των γυμνών μερών και η έκφραση των προσώπων που συναιρεί την ανθρώπινη θλίψη μπροστά στο προδιαγεγραμμένο Πάθος με τη θεϊκή αταραξία καθιστούν αυτή την εικόνα έξοχο δείγμα της ζωγραφικής των χρόνων γύρω από την Άλωση. Από τη στιγμή που τοποθετήθηκε στον ναό του Αγίου Γερασίμου των Κήπων Ζακύνθου θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους γηγενείς καλλιτέχνες.

Εικ..2. Παναγία Γλυκοφιλούσα, μέσα 15ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου.

Με ένα άλμα τρεισήμισι περίπου αιώνων συναντούμε την Θεοτόκο στον εικονογραφικό τύπο της Mater Dolorosa (εικ.3), που μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή πλαισίωναν τον Εσταυρωμένο στην επίστεψη του τέμπλου της Παναγίας Επισκοπιανής Ζακύνθου. Εδώ, το μοναδικό στοιχείο που δίνει θρησκευτικό τόνο είναι η άλως γύρω από το κεφάλι της Παναγίας, η οποία απεικονίζεται σε μια απόλυτα γήινη εκδοχή. Καθιστή σε έντονο contrapposto, με πληθωρικά πτυχωμένα ενδύματα και ακάλυπτο ένα τμήμα του στέρνου, ατενίζει τον Εσταυρωμένο με μάτια πνιγμένα στα δάκρυα, το στόμα ανοιχτό και τα χέρια σφιχτοδεμένα. Το αριστερό μάτι, το στόμα και τα χέρια μαζί με τη γωνιώδη απόληξη του μαφορίου στο κεφάλι και την ανάλογη του αποπτύγματος του χιτώνα στο στήθος στοιχίζονται επάνω σε έναν ανήσυχο διαγώνιο άξονα που παρακολουθεί τον αντίστοιχο νοητό άξονα του βλέμματος. Ο έντονος σκιοφωτισμός επιτείνει τον δραματικό χαρακτήρα της ατμόσφαιρας παραπέμποντας σε πρακτικές του θεάτρου.

Εικ..3. Mater Dolorosa, ca. 1800, Μουσείο Ζακύνθου.
Εικ.4. Ν. Βεντούρας, Βρεφοκρατούσα Ι, ca. 1970.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο ρεαλισμός αυτού του έργου, που προϋποθέτει την εμπειρία του Μπαρόκ και που θα πρέπει να αποδοθεί σε κάποιον μαθητή του Νικόλαου Κουτούζη (1741-1813), βρίσκεται στον αντίποδα της Βρεφοκρατούσας Ι (εικ. 4), του Κερκυραίου Νικόλαου Βεντούρα (1899-1990), μιας χαλκογραφίας που χαράχτηκε γύρω στο 1970. Έχουμε φτάσει πλέον στην τελευταία φάση της τέχνης στα Επτάνησα, στην κορύφωση των δυτικών επιδράσεων και από στυλιστική άποψη στο πεδίο συνάντησης Εξπρεσιονισμού και Αφαίρεσης. Εδώ η Παναγία-Μητέρα υποδηλώνεται με ένα πλέγμα καμπύλων περιγραμμάτων που, παρά τις μικρές διαστάσεις του έργου (0,24 x 0,175 μ.), προκαλούν το αίσθημα μνημειακής λειτουργίας της μορφής, καθώς αναπτύσσεται σε ολόκληρη την επιφάνεια. Αυτή η Πλατυτέρα των Ουρανών στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να κρατάει στην αγκαλιά της το Θείο Βρέφος, αλλά ένα διάπυρο μάγμα που διαχέεται στο σύμπαν και το διαποτίζει φέρνοντας στον νου το «χαίρε, θρόνε  πύρινε του Παντοκράτορος» του Ακαθίστου Ύμνου. Η εκμετάλλευση των εκφραστικών δυνατοτήτων της οξυγραφίας από τον Βεντούρα είναι εξαιρετική και επιβεβαιώνεται σε μια δεύτερη παραλλαγή του ίδιου θέματος.

Όμως το κεφάλαιο της θρησκευτικής ζωγραφικής δεν μπορεί να κλείσει εδώ. Πρέπει να σταθούμε οπωσδήποτε στους επτά Προφήτες (1727-28) (εικ. 5) από τον ναό της Φανερωμένης Ζακύνθου, του Ιερώνυμου Πλακωτού (c. 1670-1728), ενός αινιγματικού ζωγράφου και γιατρού που προσβλήθηκε από πανώλη στην προσπάθειά του να βοηθήσει κάποιον ασθενή, με συνέπεια να κάψουν οι υγειονομικές αρχές το εργαστήριο και όλα τα υπάρχοντά του. Οι προφήτες απεικονίζονται κατά το επάνω ήμισυ περίπου του σώματός τους σε εικονογραφικά ασυνήθιστες στάσεις πλαισιωμένοι από τμήματα οικοδομημάτων. Η ψυχική τους ένταση είναι ολοφάνερη όσο και η μνημειακή τους επιβολή. Τα περιγράμματα είναι αυστηρά, οι φόρμες κοφτερές, σαν από μέταλλο, και σχεδόν αφηρημένες, τα χρώματα δυνατά, σε αλληλοσυγκρουόμενους τόνους. Ο Πλακωτός, συνθέτοντας στοιχεία από το μορφοπλαστικό λεξιλόγιο του Μιχαήλ Αγγέλου και των μανιεριστών, ζωγράφισε ίσως ό,τι  πιο πρωτοποριακό θα μπορούσε κανείς να φανταστεί στην Ελλάδα του 18ου αιώνα.

Εικ.5. I. Πλακωτός, Μωυσής, 1727-28, Μουσείο Ζακύνθου.

Παράδειγμα πλήρους επιβολής του ρεαλισμού στη θρησκευτική ζωγραφική θα μπορούσε να θεωρηθεί η εικόνα του Αποστόλου Πέτρου (εικ. 6) του Κουτούζη. Ο φλογερός Μαθητής απεικονίζεται τη στιγμή της έσχατης συντριβής, μετά και την τρίτη άρνηση, όταν «αλέκτωρ εφώνησεν». Το φως της φωτιάς όπου «ην εστώς και θερμαινόμενος» έρχεται από τα αριστερά και του κοκκινίζει το πρόσωπο, σχεδόν το ματώνει υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα κάθε λεπτομέρεια· τις βαθιές ρυτίδες, τον ιδρώτα, τα δάκρυα. Ίσως δεν είναι τυχαίο το ότι ο Κουτούζης, ορθόδοξος ιερέας αλλά συνάμα ανήσυχο και κριτικό πνεύμα, παρουσιάζει τον Πέτρο σε μια στιγμή αδυναμίας, κάτι που απέφυγε συστηματικά η ρωμαιοκαθολική εικονογραφική παράδοση. Αυτό έχει τη σημασία του αν ληφθεί  υπ’ όψιν ότι λατινική προπαγάνδα υπήρξε έντονη στα Επτάνησα.

Ποια ήταν η στάση του κοινού, όπως λέμε ο ορίζοντας υποδοχής, απέναντι στο φαινόμενο της μετάβασης από τον βυζαντινό στον δυτικό τρόπο; Ενδεικτικά παρατίθενται οι παρακάτω πληροφορίες:

  • Ο Σπύρος Δε Βιάζης γράφει στο περιοδικό Πινακοθήκη το 1903: «Ο Δυτικισμός εν Επτανήσω απερροφήθη υπό της Ορθοδοξίας…», αλλά παράλληλα υπογραμμίζει: «Οι ιεράρχαι και εν γένει ο Επτανήσιος κλήρος ουδέποτε εφάνη εχθρός της προόδου της τέχνης και δεν εκάλουν τα αριστουργήματα ‘φράγκικα κονίσματα’»8. 2. Ο Γεράσιμος Μαυρογιάννης αντίθετα παρατηρεί: «…Η ιταλική τέχνη εν Κεφαλληνία και έν τισι των άλλων νήσων δεν ηδυνήθη να εισχωρήσει και να γενικευθεί εν ταις εκκλησίας. Εύρε μάλιστα το κοινόν προκατειλημμένον κατά των φραγκικών αγίων, το οποίον ουχί μόνον δεν ηυλαβείτο τοιούτους αγίους, αλλά και εχλεύαζεν αυτούς»9. 3. Ο Δε Βιάζης πάλι μνημονεύει τα λόγια του Νικόλαου Καντούνη (1767-1834) σε κάποιον που του παρήγγειλε έναν Εσταυρωμένο σε βυζαντινή τεχνοτροπία: «Δεν είμαι κολοραδώρος αλλ’ αρτίστας, και η επιστήμη και η τέχνη γνωρίζουνε πώς ξεψυχάνε οι άνθρωποι στο σταυρό»10.

 

 

Εικ.6. Ν. Κουτούζης, Ο Απόστολος Πέτρος, Μουσείο Ζακύνθου.
Εικ.7. Εσταυρωμένος, αρχές 19ου αιώνα,
Μουσείο Ζακύνθου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τι τελικά ισχύει; Πιθανότατα και τα δύο. Δηλαδή ένα τμήμα του πληθυσμού υπήρξε συντηρητικότερο ενώ ένα άλλο δεκτικότερο απέναντι στις δυτικότροπες προκλήσεις. Του ζήτησαν του Καντούνη να ζωγραφίσει έναν Εσταυρωμένο κατά τον βυζαντινό τρόπο, αλλά εκείνος τον ζωγράφισε «φράγκικο». Στον ναό τελικά τοποθετήθηκε ο δεύτερος. Για να έχει κανείς μια οπτική τεκμηρίωση αυτής της πορείας θα μπορούσε να συγκρίνει έναν βυζαντινής τεχνοτροπίας Εσταυρωμένο των αρχών του 16ου αιώνα με έναν Εσταυρωμένο του Καντούνη των αρχών του 19ου αιώνα, αποδομένο ρεαλιστικά μεν αλλά συνάμα και με μια διάθεση εξιδανίκευσης και, τέλος, με έναν άλλον Εσταυρωμένο (εικ. 7) της ίδιας περιόδου που, μέσω των ανατομικών παραμορφώσεων και των έντονων αντιθέσεων φωτός και σκιάς, βρίσκεται στα όρια ρεαλισμού-εξπρεσιονισμού.

Το τοπίο σε θρησκευτικές παραστάσεις, δηλαδή σε παραπληρωματικό ρόλο, το συναντούμε σε έναν σημαντικό αριθμό έργων, με την απόδοσή του να κυμαίνεται ανάμεσα στο σχηματοποιημένο και το φυσιοκρατικό. Μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά είναι: Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος  του ζωγράφου Βίκτορος (1670, Μουσείο Ζακύνθου), Ο Ιησούς και ο Ιωάννης (17ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Η εμφάνιση του Ιησού στον δέσμιο Παύλο (τέλη 17ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου), Ο διάπλους του Νείλου ποταμού (τέλη 17ου αιώνα, Μουσείο Ζακύνθου), Η Αγία Βαρβάρα καταδιώκεται από τον ειδωλολάτρη πατέρα της, (μικρογραφική σκηνή από την εικόνα της αγίας, 18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Βιβλική σκηνή (18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου), Ο Προφήτης Ιωνάς (εικ. 8).

Εικ.8. Ο Προφήτης Ιωνάς, 18ος αιώνας, Μουσείο Ζακύνθου.

Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα αναπτύσσεται μια κοσμική θεματολογία αμιγής όσο και εκείνη της Σχολής του Μονάχου, που την καλλιεργούν πλέον ζωγράφοι «αποκλειστικής απασχόλησης» και όχι ζωγράφοι-στρατιωτικοί, όπως ο Παναγιώτης Δοξαράς και ο γιός του Νικόλαος ή ζωγράφοι-κληρικοί, όπως ο Κουτούζης και ο Καντούνης. Το στίγμα της ανεξάρτητης τοπιογραφίας δίνουν τρεις Κερκυραίοι καλλιτέχνες γεννημένοι γύρω στα μέσα του 19ου αιώνα: ο Χαράλαμπος Παχής (1844-1891), ο Βικέντιος Μποκατσιάμπης (1856-1932) και ο Άγγελος Γιαλλινάς (1857-1939). Αντιπροσωπευτικά μπορούν να αναφερθούν έργα όπως: Τοπίο της Κέρκυρας (1873, Αθήνα, συλλογή Κουτλίδη) του Παχή, Κέρκυρα (Αθήνα, συλλογή Κουτλίδη), Αμυγδαλιές και Ελαιώνες (εικ. 9) του Μποκατσιάμπη, Τοπίο με ρυάκι (εικ. 10) και Το Θησείο και η Ακρόπολη (1893, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη) του Γιαλλινά.  Η τοπιογραφία των προαναφερθέντων κινείται, θα έλεγε κανείς, στο φυσικό της πλαίσιο, δηλαδή στο κλίμα του νατουραλισμού, του «Φυσικού και αληθινού» του Π. Δοξαρά. Η αποφασιστική απομάκρυνση από αυτό το κλίμα συντελείται και πάλι στην καλλιτεχνική δημιουργία του Ν. Βεντούρα, με  μια πορεία που αρχίζει από την εξπρεσιονιστική πραγμάτευση του τοπίου και καταλήγει σε μια δραματική αφαίρεση. Μερικά έργα-οδοδείκτες σε αυτή τη διαδρομή είναι: Ελαιώνας στη Δαφνίλλα (1938), Ελαιώνας με πρόβατα (1935-40), Ελαιόδεντρα (1939), Στον κάμπο των Βελονάδων στ’ Αγύρου (1966), Νοέμβριος στη Γαρίτσα (1972), Στον κάμπο του Σιδάρι (εικ. 11), Παλαιϊκό τοπίο. Κάτω Κορακιάνα (1969), Φθινοπωρινό τοπίο (1969), Στην Παντάνασσα. Κάτω Κορακιάνα (1974). Μετά το 1969 είναι φανερό ότι ο Βεντούρας επιχειρεί να αναχθεί σε ένα υπερκόσμιο επίπεδο. Χρησιμοποιεί το γνωστό και κοντινό σαν αφορμή για απόδραση στο άγνωστο και μακρινό.

Εικ.9. Β. Μποκατσιάμπης, Ελαιώνες.
Εικ.10. Α. Γιαλλινάς, Τοπίο με ρυάκι, Αθήνα, Συλλογή Κουτλίδη.
Εικ.11. Ν. Βεντούρας, Στον κάμπο του Σιδάρι, 1969.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Με δεδομένη πλέον την εμπειρία της θρησκευτικής ζωγραφικής δεν μας εκπλήσσει η κλιμάκωση του ρεαλισμού στην προσωπογραφία. Με αφετηρία τη δοξαστική ή και πομπώδη, κατά τα πρότυπα του Μπαρόκ,  Προσωπογραφία του κόμη Johannes Matthias von der Schulenburg  του Παναγιώτη Δοξαρά περνάμε στην Αυτοπροσωπογραφία (ca. 1800, Ζάκυνθος, Αρχοντικό Δ. Ρώμα) του Κουτούζη και από εκεί στις προσωπογραφίες της Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκο (1833, Ζάκυνθος, Μουσείο Σολωμού) και του Φαρμακοποιού Δικόπουλου (εικ. 12) του Καντούνη, όπου η ρεαλιστική αποτύπωση των λεπτομερειών – στο τελευταίο έργο ανελέητη, θα έλεγε κανείς – συνδυάζεται και με μια αξιοπαρατήρητη ψυχογραφική ικανότητα.

Εικ.12. Ν. Καντούνης, Προσωπογραφία του φαρμακοποιού Δικόπουλου, ca. 1825,  Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι εμποτισμένοι από την ιταλική παιδεία Επτανήσιοι αριστοκράτες και αστοί αδιαφόρησαν για τις άλλες θεματικές κατηγορίες της κοσμικής ζωγραφικής, επειδή λόγω φυσικών κυρίως καταστροφών ελάχιστα μόνο δείγματά τους έχουν φτάσει ως εμάς. Ο Τώνης Σπητέρης παρατηρεί: «Η εμφάνιση του κοσμικού θέματος τον 18ο αιώνα στα Επτάνησα δεν είναι παρά η παρουσία στον χώρο της ζωγραφικής της βαθιάς εκείνης αλλαγής στο πνεύμα και στον τρόπο ζωής αυτή την περίοδο που ευγενείς και κατακτητές θέλουν να επιδείξουν τον πλούτο και τη ματαιοδοξία τους, ενώ ταυτόχρονα μια καινούρια τάξη εμπόρων και διανοουμένων αποκτά αυτοσυνειδησία και θέλει να κατοχυρώσει τη θέση της»11. Όσον αφορά τα ηθογραφικά θέματα και τη νεκρή φύση, σώζονται περισσότερες πληροφορίες παρά έργα – Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα (εικ. 13) του Χ. Παχή και η Γυναίκα με παιδί που προσπαθεί να σβήσει ένα κερί (Αργοστόλι, Ιστορικό και Λαογραφικό  Μουσείο) του Γεωργίου Μηνιάτη (ca. 1820-1895). Και εδώ φαίνεται πως πρωταγωνίστησε ο Ιερώνυμος Πλακωτός. Οι πηγές μας πληροφορούν ότι “έστεκε άριστος πιτόρος [ζωγράφος] εις το νατουράλε” , ότι “εσώζοντο διάφοροι εικόνες, εν αις οι δώδεκα μήνες και έτεραι παριστώσαι οπώρας και ποικιλόχρωα άνθη έχοντα μεγίστην φυσικότητα” και ακόμη ότι “αμπειλίρησε [διακόσμησε] κάμποσους ναούς, σπίτια, με φιγούρες, φιόρια, ζώα και πουλιά… καθώς και αγίους στο ξερόν και στο φράγκικον και πολλαίς άλλαις φιγούραις προφάναις [κοσμικές] ”12.  Ενδεικτικά, από την κατηγορία αυτή, θα μπορούσαν να αναφερθούν επίσης Η λιτανεία του λειψάνου του Αγίου Χαραλάμπη (1756, Μουσείο Ζακύνθου) του Ιωάννη Κοράη (1799-1841) και Η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου (εικ. 14)  του Κουτούζη. Στη Λιτανεία της Αναστάσεως του Αγίου Νικολάου στο Καμπιέλο (εικ. 15) μία από τις πολλές παραλλαγές στο ίδιο θέμα, ο Βεντούρας αποκαλύπτει με την οξύτητα της εξπρεσιονιστικής γραφίδας πως ό,τι για άλλους μπορεί να είναι εορταστική, λυτρωτική διαδικασία για εκείνον εμπεριέχει μεταφυσική αγωνία, πέρα ίσως από τα όρια της χριστιανικής πίστης. Όπως στα τοπιογραφικά θέματά του η δραματική ένταση υποκαθιστά τον ειδυλλιακό χαρακτήρα των τοπιογραφιών του Παχή, του Μποκατσιάμπη ή του Γιαλλινά, έτσι και στις Λιτανείες  του η αφηγηματική και καταγραφική πρόθεση του Κοράη ή του Κουτούζη δίνει τη θέση της στην εργώδη προσπάθεια διατύπωσης υπαρξιακών ερωτημάτων και αισθητοποίησης προσωπικών βιωμάτων. Όμως ήδη φτάσαμε στο ακρότατο σημείο μιας πορείας πέντε αιώνων της τέχνης στα Επτάνησα, ο χαρακτήρας της οποίας αποτυπώνεται υποδειγματικά στα λόγια του Ελύτη: «Είναι μια πρωτοπορία ίσως, αλλά μια πρωτοπορία που η ανθρώπινη εγγύησή της είναι ο μικρός εφτανησιώτικος πληθυσμός και που, από τη γέφυρα της Βενετιάς, με πρώτους σημαιοφόρους τους Δοξαράδες, οδηγεί ολόισια στη Δύση»13.

Εικ.13. Χ Παχής, Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα, 1875-80, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.
Εικ.14. Ν Κουτούζης, Η λιτανεία του Αγίου Διονυσίου (Τμήμα), 1766, Ζάκυνθος, ναός Αγίου Διονυσίου.
Εικ.15. Ν. Βεντούρας, Η λιτανεία της Αναστάσεως του Αγίου Νικολάου στο Καμπιέλο, 1973.

Σημειώσεις

¹Α. Μουστοξύδης, «Παναγιώτης Δοξαράς», Ελληνομνήμων, Ι (1843), σ. 17-40.

2 Α. Κοραής, «Το είδος και τα μέσα της παιδείας, (1814)», Άπαντα Ι, Αθήνα 1969, σ. 327.

3 Από τον πρόλογο του Σπυρίδωνος Λάμπρου στην πρώτη έκδοση του χειρογράφου του Παναγιώτη Δοξαρά, Περί Ζωγραφίας, Αθήναι 1871, σ. λέ.

Π. Δοξαρά, Περί Ζωγραφίας, Αθήναι 1871, σ. 4, 27.

5 Σ. Δε Βιάζης, «Η ζωγραφική εν Ελλάδι», αναδημοσιευμένο με τη φροντίδα του Ντίνου Κονόμου από το περιοδικό Πινακοθήκη του 1902-1903, Ζάκυνθος 1968, σ. 28.

6  Χ. Γιανναράς, Η Ευρώπη γεννήθηκε από το “Σχίσμα”, Αθήνα 20183 (2015), σ. 255.]

7   Βλ. ενδεικτικά Σ. Λυδάκης, Η Ιστορία της νεοελληνικής ζωγραφικής, Αθήνα 1976, σ. 35.

8  Σ. Δε Βιάζης, «Η ζωγραφική εν Ελλάδι», Πινακοθήκη Β’ (1902-3), σ. 5.

9  Γ. Μαυρογιάννης, «Η τέχνη εν Κρήτη και εν Επτανήσω», Αττικόν Ημερολόγιον 1890, σ. 286.

10 Σ. Δε Βιάζης, ό.π., σ. 210.

11 T. Spitéris, Influences occidentales sur la peinture néo-hellenique, Αθήνα 1955, σ. 2.

12 Ν. Κατραμής, Φιλολογικά Ανάλεκτα Ζακύνθου, Ζάκυνθος 1880, σ. 328, 371 · Σ. Δε Βιάζης, περιοδ. Καλλιτεχνικός Κόσμος, έτος Α΄, αρ. 3 (1892).

13 Ο. Ελύτης, «Ο ζωγράφος Θεόφιλος», Ανοιχτά χαρτιά, Αθήνα 1987, σ. 289.

Ο Άλκης Χαραλαμπίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Ο Πρόεδρος Reagan και η Ευρώπη

Θεοδόσης Καρβουναράκης

Ο Πρόεδρος Reagan και η Ευρώπη

 

Στόχος του νοεκλεγέντος Αμερικανού προέδρου Ronald Reagan, που ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Ιανουάριο του 1981, ήταν να αναστρέψει την τάση αμφισβήτησης τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στο εξωτερικό, ως προς τη δυνατότητα και ικανότητα της χώρας του να πρωταγωνιστεί στη διεθνή σκηνή και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις προκλήσεις των Σοβιετικών. Για να το επιτύχει επανέφερε επιθετική αντικομμουνιστική ρητορική και διπλωματία περασμένων δεκαετιών, ανέλαβε δράση κατά καθεστώτων φιλικά προσκειμένων προς τη Μόσχα ή σε αντιπαράθεση με τα αμερικανικά συμφέροντα και αύξησε δραστικά τις αμυντικές δαπάνες.

Η νέα πολιτική προφανώς καθιστούσε αδιαμφισβήτητη την προσήλωση του Reagan στη Βορειοατλαντική Συμμαχία και την άμυνα της Ευρώπης, γεγονός που ικανοποιούσε τους Ευρωπαίους. Τους ανησυχούσε όμως και η ένταση της νέας αμερικανό-σοβιετικής αντιπαλότητας. Τόσο ο ίδιος o Αμερικανός πρόεδρος όσο και άλλοι υψηλά ιστάμενοι αξιωματούχοι δεν απέκλειαν τη χρήση πυρηνικών όπλων, τη διεξαγωγή δηλαδή πυρηνικού πολέμου και μάλιστα σε ευρωπαϊκό έδαφος.[1] Οι Ευρωπαίοι ήταν αντίθετοι στην αύξηση της έντασης με το ανατολικό μπλοκ και προτιμούσαν τη συνέχιση της πολιτικής της ύφεσης (détente), που είχε ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας στη δυτική Ευρώπη, ήταν επωφελής οικονομικά για τους ίδιους, τέλος, τη σωστή τακτική προσέγγισης, προσέλκυσης και μετασχηματισμού των ευρωπαϊκών κομμουνιστικών καθεστώτων. Αντέδρασαν έτσι αρνητικά σε μία σειρά αμερικανικών πρωτοβουλιών που κατά τη γνώμη τους επιβάρυναν επικίνδυνα τις σχέσεις των δύο στρατοπέδων και ζημίωναν της Ευρώπη.

Στην Πολωνία η κακή οικονομική κατάσταση οδήγησε σε έντονη λαϊκή αντίδραση κατά την δεκαετία του 1970 και στην ανάπτυξη ισχυρού συνδικαλιστικού κινήματος. Τα συνδικάτα του κινήματος Αλληλεγγύη (Solidarność), υπό την ηγεσία του Lech Wałęsa  αμφισβήτησαν αποτελεσματικά και έφεραν σε δύσκολη θέση την κομμουνιστική ηγεσία της χώρας. Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε τον Δεκέμβριο του 1981, όταν ο πρόεδρος της χώρας στρατηγός Jaruzelski, υπό την πίεση της Μόσχας[2] κήρυξε στρατιωτικό νόμο και συνέλαβε χιλιάδες μέλη της Αλληλεγγύης. Φοβούμενοι να διακινδυνεύσουν τα πολιτικά και οικονομικά οφέλη της détente, οι Ευρωπαίοι αντέδρασαν με περιορισμένο τρόπο, αρνούμενοι νέες πιστώσεις στην πολωνική κυβέρνηση.

Πολύ πιο έντονη ήταν η αμερικανική αντίδραση, που θέλησε να επεκτείνει τις συνέπειες για το ανατολικό μπλοκ με κυρώσεις και κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Έχοντας σαν ευρύτερο στόχο την άσκηση μεγάλης οικονομικής πίεσης σε βάρος της τελευταίας, ο πρόεδρος Reagan απαγόρευσε την εξαγωγή τεχνολογίας που θα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή μεγάλου αγωγού για τη μεταφορά φυσικού αερίου από την Σιβηρία στη Δυτική Ευρώπη. Τον Ιούνιο του 1982 απαγόρευσε επίσης και την πώληση εξοπλισμού που κατασκευάζονταν από θυγατρικές αμερικανικές εταιρίες ή με ειδική άδεια εκτός Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ πίεσε τους Ευρωπαίους να μη συμμετάσχουν στο έργο. Η κατασκευή όμως του αγωγού είχε πολύ μεγάλη οικονομική σημασία για τους Ευρωπαίους, που αντέδρασαν έντονα και αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με τις επιθυμίες της Ουάσινγκτον. Η ευρωπαϊκή αντίδραση επιτάθηκε από τη στάση του Reagan που, εκπληρώνοντας προεκλογικές υποσχέσεις, υπέγραψε νέα συμφωνία πώλησης αμερικανικών δημητριακών στη Σοβιετική Ένωση, δημιουργώντας έτσι την εντύπωση ότι δεν ήταν διατεθειμένος να μοιραστεί με την Ευρώπη το κόστος των κυρώσεων. Η ένταση εκτονώθηκε με την υποχώρηση των Αμερικανών και την άρση των κυρώσεων μερικούς μήνες αργότερα.

Τον Μάρτιο του 1983 ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε στον αμερικανικό λαό την Πρωτοβουλία Στρατηγικής Άμυνας, SDI, πρόγραμμα έρευνας και κατασκευής αμυντικής ασπίδας, που με τη βοήθεια ακτινών λέιζερ θα κατέστρεφε τους σοβιετικούς βαλλιστικούς πυραύλους προτού εκείνοι πλήξουν το αμερικανικό έδαφος. Οι Ευρωπαίοι, τους οποίους ο Reagan δεν είχε ενημερώσει, ανησύχησαν γιατί το πρόγραμμα θα διατάρασσε την πυρηνική ισορροπία, καθώς αντέβαινε σε σχετική συμφωνία των υπερδυνάμεων και θα οδηγούσε σε αύξηση του πυρηνικού οπλοστασίου των Σοβιετικών. Αν ήταν επιτυχές –πράγμα που έντονα αμφισβητούσε μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας- θα μπορούσε να ενθαρρύνει την απεμπλοκή των Αμερικανών από την Ευρώπη, καθώς η σημασία της για την άμυνα των Ηνωμένων Πολιτειών (ως ενδιάμεσο στάδιο κλιμάκωσης της πυρηνικής αντιπαράθεσης) θα μειώνονταν. Επιφυλακτική ήταν και η πρωθυπουργός της Βρετανίας Margaret Thatcher, ο πιο πιστός Ευρωπαίος σύμμαχος αλλά και με στενή προσωπική σχέση με τον πρόεδρο Reagan.

Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, η Σοβιετική Ένωση είχε εκμεταλλευτεί αδυναμίες και σφάλματα του δυτικού στρατοπέδου τα  προηγούμενα χρόνια, με αποτέλεσμα να διαθέτει υπεροπλία έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και να έχει οδηγήσει σε διατάραξη της πυρηνικής ισορροπίας, κάτι που έπρεπε να αποκατασταθεί. Γι’ αυτό και η κυβέρνησή του δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον για τη διαδικασία περιορισμού των πυρηνικών όπλων, την οποία είχαν ξεκινήσει οι προκάτοχοί της. Οι προτάσεις της για την αντικατάσταση της σχετικής συμφωνίας SALT II που δεν είχε κυρωθεί από τη Γερουσία, φαίνοταν να ευνοούν μονομερώς τις Ηνωμένες Πολιτείες  και απορρίφθηκαν ως μη σοβαρές από τους Σοβιετικούς.

Παρόμοιος ήταν και ο χειρισμός του θέματος των πυραύλων μέσου βεληνεκούς SS20 που οι Σοβιετικοί είχαν εγκαταστήσει στην ανατολική Ευρώπη. Το 1981, στα πλαίσια της πολιτικής “dual track” οι Αμερικανοί πρότειναν την απόσυρση των σοβιετικών πυραύλων με αντάλλαγμα την μη εγκατάσταση στη δυτική Ευρώπη των αμερικανικών Pershing και Cruise. Όπως και ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών του Reagan, Alexander Haig επισήμανε στα απομνημονεύματά του: «ήταν παράλογο να περιμένουμε οι Σοβιετικοί να αποσύρουν μία δύναμη 1100 πυρηνικών κεφαλών που είχαν ήδη εγκαταστήσει στο πεδίο των πιθανών συγκρούσεων…με αντάλλαγμα μία υπόσχεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες να μην εγκαταστήσουν πυραύλους που ακόμη δεν είχαμε αρχίσει να κατασκευάζουμε και που είχαν προκαλέσει τέτοια βίαιη αντιπαράθεση στη δυτική Ευρώπη»[3]. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίστηκαν χωρίς επιτυχία και κάθε σχετική επαφή των δύο πλευρών διακόπηκε το Νοέμβριο του 1983, όταν οι πρώτοι αμερικανικοί πύραυλοι άρχισαν να φθάνουν στην Ευρώπη.

Το διάγραμμα του Προγράμματος Strategic Defense Initiative (SDI), γνωστότερο ως Star Wars.

Η εγκατάσταση των πυραύλων ήταν επιθυμία των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για να αντιμετωπιστούν σοβιετικές πιέσεις αλλά και για να εξασφαλιστεί η δέσμευση των Αμερικανών ως προς την άμυνα της Ευρώπης, σε περίπτωση σοβιετικής απειλής. Δημιουργήθηκε όμως μεγάλη λαϊκή αντίδραση που έφερε τους Ευρωπαίους ηγέτες σε δύσκολη θέση. Το κίνημα κατά της εγκατάστασης των νέων πυραύλων υποστήριζε πως επρόκειτο για επιθετικά όπλα και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για έναν πυρηνικό πόλεμο που θα περιορίζονταν στην Ευρώπη, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες θα προστατεύονταν από το SDI. Στη Γερμανία, μέσα σε 18 μήνες από το Νοέμβριο του 1980, το κίνημα ειρήνης συγκέντρωσε 2,5 εκατομμύρια υπογραφές κατά των πυρηνικών με το σύνθημα «πυρηνικός πόλεμος μας απειλεί όλους- όχι πυρηνικά όπλα στην Ευρώπη». Στη Βρετανία ο αριθμός των μελών της Εκστρατείας για Πυρηνικό Αφοπλισμό (CND) έφθασε τις 100.000 το 1985 από 5.000 που ήταν το 1979. Στα τέλη του 1982, 750.000 διαδηλωτές στο Central Park της Νέας Υόρκης απαίτησαν το «πάγωμα» του αριθμού των πυρηνικών όπλων, ενώ το Νοέμβριο του 1983 οι διαδηλωτές σε Βόννη και Ρώμη έφτασαν τις 500.000.

Το κίνημα ειρήνης υποστηρίζονταν αλλά δεν ελέγχονταν από τη Μόσχα. Συμμετείχαν άνθρωποι με διάφορες πεποιθήσεις, κοινωνική και επαγγελματική προέλευση, ειρηνιστές αλλά και φεμινίστριες, ιερείς, οικολόγοι, νοικοκυρές, φοιτητές και καλλιτέχνες. Το κίνημα ειρήνης είχε σημαντική πολιτική επιρροή. Στις εκλογές του 1983 το βρετανικό εργατικό κόμμα πρότεινε την αποπυρηνικοποίηση της Βρετανίας και την κατάργηση του βρετανικού πυρηνικού οπλοστασίου. Στη Γερμανία το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στράφηκε εναντίον του ηγέτη του Helmut Schmidt και αρνήθηκε να υποστηρίξει την εγκατάσταση των πυραύλων στη Γερμανία. Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης όμως δεν υπέκυψαν στις πιέσεις του αντιπυρηνικού στρατοπέδου. Τόσο ο κεντροδεξιός Γερμανός καγκελάριος Helmut Kohl που διαδέχτηκε στην εξουσία τον Schmidt το 1983, όσο και η Βρετανή νεοφιλελεύθερη Margaret Thatcher, ήταν πεπεισμένοι πως η εγκατάσταση των πυρηνικών ήταν επωφελής για τις χώρες τους και την Ευρώπη. Την ίδια άποψη είχαν και οι σοσιαλιστές, François Mitterrand και Bettino Craxi, πρόεδρος της Γαλλίας και πρωθυπουργός της Ιταλίας αντίστοιχα. Από το τέλος του 1983 οι αμερικανικοί πύραυλοι άρχισαν να εγκαθίστανται στη Γερμανία.

Σημαντικές διαφωνίες επίσης υπήρξαν μεταξύ Ευρωπαίων και Αμερικανών όσον αφορά την πολιτική των τελευταίων στον Τρίτο Κόσμο. Ο πρόεδρος Reagan ήθελε να αναγκάσει σε υποχώρηση τους Σοβιετικούς. Οι τελευταίοι είχαν αποκτήσει επιρροή σε διάφορες χώρες, υποστηρίζοντας κομμουνιστικά ή φιλοκομμουνιστικά κινήματα. Έθεσε έτσι ως στόχο του την ανατροπή των μαρξιστικών κυβερνήσεων σε χώρες όπως το Αφγανιστάν, η Νικαράγουα, η Αγκόλα και η Καμπότζη, ενισχύοντας ένοπλες ομάδες αντιφρονούντων. Παράλληλα ανέμενε την έμπρακτη συμπαράσταση των Ευρωπαίων. Μόνο η Βρετανία φαίνεται να ενίσχυσε στρατιωτικά τους Μουτζαχεντίν στο Αφγανιστάν, ενώ ακόμα και η Margaret Thatcher υπήρξε επιφυλακτική ως προς τις άλλες πρωτοβουλίες του προέδρου. Και ήταν ιδιαίτερα έντονη η κριτική της όταν, το φθινόπωρο του 1983, δίχως να την ενημερώσει, ο πρόεδρος Reagan διέταξε εισβολή στο μικροσκοπικό νησί της Καραϊβικής Grenada, μέλος της βρετανικής Κοινοπολιτείας, προκειμένου να ανατρέψει τη εκεί μαρξιστική κυβέρνηση. Γενικά οι Ευρωπαίοι ήταν αντίθετοι στις επεμβάσεις των Αμερικανών επειδή αντέβαιναν στο απαράβατο της εθνικής κυριαρχίας που θεμελιώνει το διεθνές δίκαιο, αλλά και γιατί δεν μπορούσαν να έχουν αποτέλεσμα, καθότι οι δυνάμεις που υποστήριζαν οι Αμερικανοί ήταν στρατιωτικά ανεπαρκείς, ενώ σε πολλές περιπτώσεις και ένοχες για μείζονες παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επιπρόσθετα, ήταν διάχυτος ο φόβος μήπως αυτή η προκλητική έναντι της Σοβιετικής Ένωσης πολιτική απειλούσε με  υπονόμευση την ύφεση στις ευρω-σοβιετικές σχέσεις. Τέλος, πίστευαν πως η πίεση που ασκούσαν οι Αμερικανοί στα φιλοσοβιετικά καθεστώτα με την ενίσχυση αντιπάλων κινημάτων, αντί να τα απομακρύνει, τα έφερνε πλησιέστερα και ενίσχυε την εξάρτησή τους από τη Μόσχα. Οι Ευρωπαίοι υποστήριξαν διπλωματικά τον Παλαιστίνιο ηγέτη Yasser Arafat, τον οποίο οι Αμερικανοί είχαν χαρακτηρίσει ως τρομοκράτη. Τον Απρίλιο του 1986, η Ισπανία και η Γαλλία απαγόρευσαν τη χρήση του εναέριου χώρου τους σε αμερικανικά αεροσκάφη, που βομβάρδισαν ως αντίποινα τη Λιβύη, ως επακόλουθο βομβιστικής επίθεσης εναντίον Αμερικανών στρατιωτών στο Βερολίνο και την πεποίθηση που κυριαρχούσε στην Ουάσινγκτον πως η Λιβύη ενίσχυε τρομοκράτες.[4]

Το Νοέμβριο του 1986, τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης αποκάλυψαν ένα μυστικό πρόγραμμα πώλησης όπλων από την κυβέρνηση των ΗΠΑ στο Ιράν, με αντάλλαγμα την απελευθέρωση Αμερικανών ομήρων στο Λίβανο. Τα κέρδη από τις πωλήσεις των όπλων διοχετεύονταν παράνομα στους Contras, τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες της Νικαράγουας, κατά παράβαση νόμου ψηφισμένου από το αμερικανικό Κογκρέσο που απαγόρευε την ενίσχυσή τους.[5] Για τους Ευρωπαίους ήταν μια δυσάρεστη έκπληξη. Οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισλαμικό καθεστώς του Ιράν ήταν κακές, ενώ μεγάλη πίεση είχε ασκηθεί επί των Ευρωπαίων από τους Αμερικανούς για την επιβολή εμπάργκο στην πώληση όπλων στο Ιράν, με αποτέλεσμα δραστική μείωση των ευρωπαϊκών πωλήσεων. Η αξιοπιστία του Αμερικανού προέδρου και της κυβέρνησής του δέχθηκε σοβαρό πλήγμα.

Το εξώφυλλο του περιοδικού Time της 17/11/1986.
Ο συν/ρχης Oliver North, κομβικό πρόσωπο στο σκάνδαλο Irangate.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από το 1984 η πολιτική του προέδρου Reagan έναντι της Σοβιετικής Ένωσης εμφανίζει ενδείξεις ριζικής μεταβολής. Σταδιακά ο Αμερικανός πρόεδρος προχωρεί σε στενή προσέγγιση και συνεννόηση με τον Ρώσο ηγέτη Mikhail Gorbachev, που καταλήγει σε δραστική μείωση τόσο των πυρηνικών όπλων όσο και των εντάσεων μεταξύ των δύο πλευρών, ανοίγοντας τον δρόμο για τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου. Σε σημαντική ομιλία του τον Ιανουάριο του 1984, αναφερόμενος στις σχέσεις της χώρας του με τη Σοβιετική Ένωση, ο Reagan μίλησε για «…κοινά συμφέροντα. Και το πιο σημαντικό απ’ αυτά είναι να αποφύγουμε τον πόλεμο και να περιορίσουμε το επίπεδο των εξοπλισμών…οι χώρες μας δεν πολέμησαν ποτέ η μία την άλλη. Δεν υπάρχει κανείς λόγος να το πράξουν».[6] Ποιοι ήταν όμως οι λόγοι αυτής της ριζικής αλλαγής; Ο Reagan απεχθάνονταν τα πυρηνικά όπλα με την ολέθρια, καταστροφική τους ισχύ και είχε εκφράσει την επιθυμία του να τα εξαλείψει.  Όμως, προτού διαπραγματευτεί με τη Σοβιετική Ένωση, επεδίωκε να αναβαθμίσει το κύρος, την πολιτική, στρατιωτική και οικονομική ισχύ της χώρας του, πράγμα που θεώρησε πως είχε επιτύχει μέχρι το 1984. Δεχόταν επίσης πιέσεις για μια πιο διαλλακτική πολιτική τόσο από τους Ευρωπαίους συμμάχους όσο και από την αμερικανική κοινή γνώμη, το δεύτερο με ιδιαίτερη σημασία, καθώς το 1984 ήταν έτος προεδρικών εκλογών. Προς την ίδια κατεύθυνση πίεζε και η Nancy Reagan, σύζυγος του προέδρου, με μεγάλη επιρροή πάνω του, που ήθελε η υστεροφημία του συζύγου της να περιλαμβάνει κάτι σημαντικότερο από μια μεγάλη αύξηση των εξοπλισμών. Δύο επίσης γεγονότα, το φθινόπωρο το 1983, απέδειξαν στον Αμερικανό πρόεδρο πόσο επικίνδυνη ήταν η ένταση στις σχέσεις των υπερδυνάμεων που είχε δημιουργήσει η πολιτική του. Τον Σεπτέμβριο του 1983, επιβατηγό αεροσκάφος της Korean Airlines καταρρίφθηκε από τους Σοβιετικούς όταν από λάθος εισήλθε στον εναέριο χώρο της ΕΣΣΔ. Διακόσια εξήντα-εννέα άτομα έχασαν τη ζωή τους, μεταξύ των οποίων 60 Αμερικανοί. Το Νοέμβριο, μεγάλη άσκηση του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη με την ονομασία Able Archer, που περιλάμβανε προσομοίωση πυρηνικής επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης, εκλήφθηκε από τους Σοβιετικούς ως αρχή πραγματικού πολέμου με αποτέλεσμα να αρχίσουν να ετοιμάζονται για ανάλογη απάντηση. Οι σοβιετικοί ιθύνοντες είχαν πραγματικά θορυβηθεί από τα έργα και τα λόγια του Reagan και από το 1981 διερευνούσαν σοβαρά την πιθανότητα μιας αιφνιδιαστικής αμερικανικής πυρηνικής επίθεσης.[7]

Αρχικά οι διακηρύξεις του προέδρου Reagan έγιναν δεκτές με δυσπιστία, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς έρχονταν σε αντίθεση με τη συνεχιζόμενη προσήλωσή του στο SDI και τις δραστηριότητες του στον Τρίτο Κόσμο. Πολλοί θεώρησαν ότι ήταν ένα τέχνασμα για να ενισχύσει τη θέση του στις επερχόμενες εκλογές. Πέρασε επίσης αρκετός καιρός έως ότου  γνωρίσουν ανταπόκριση στη Σοβιετική Ένωση, η οποία βρισκόταν σε μεγάλη πολιτική αναταραχή εξαιτίας του θανάτου τριών ηγετών της χώρας σε διάστημα μικρότερο των δυόμισι ετών.

Η κατάσταση άλλαξε όταν τον Μάρτιο του 1985 την εξουσία ανέλαβε ο Mikhail Gorbachev. Ο νέος Σοβιετικός ηγέτης ήθελε να αναμορφώσει ριζικά το καθεστώς της χώρας του μέσω του εκσυγχρονισμού των θεσμών και της χρηστής διοίκησης, για να γίνει βιώσιμο και τελικά να ξεπεράσει σε επιρροή τις δυτικές δημοκρατίες. Γι’ αυτό θεωρούσε αναγκαίο τον τερματισμό της αντιπαράθεσης με τη Δύση, που θα του επέτρεπε να συγκεντρωθεί στις εσωτερικές αλλαγές αλλά και να εξασφαλίσει την απαραίτητη για την οικονομική πρόοδο δυτική τεχνολογία.

Συμφωνούσε επίσης με τον Reagan ως προς την ανάγκη εξάλειψης των πυρηνικών όπλων, άποψη που περαιτέρω ενισχύθηκε μετά την μεγάλη καταστροφή που προκάλεσε το ατύχημα στο πυρηνικό εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας του Chernobyl, τον Απρίλιο του 1986. Η πρώτη συνάντηση Reagan και Gorbachev στη Γενεύη τον Νοέμβριο του 1985 δεν είχε ουσιαστικά αποτελέσματα, φάνηκε όμως η καλή διάθεση αμφοτέρων των πλευρών να συνεχίσουν την προσπάθεια για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων. Στην επόμενη συνάντησή τους στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας τον Οκτώβριο του 1986, οι δύο ηγέτες κατέπληξαν τον κόσμο, όταν σχεδόν συμφώνησαν πρώτα να αποδεχθούν την «μηδενική επιλογή», την απόσυρση δηλαδή όλων των πυραύλων μέσου βεληνεκούς από την Ευρώπη αλλά, στην εξέλιξη της συζήτησης, και την εξάλειψη όλων των πυρηνικών όπλων μέσα σε μια δεκαετία. Συμφωνία δεν επιτεύχθηκε γιατί ο πρόεδρος Reagan αρνήθηκε να εγκαταλείψει το SDI, κίνηση που ο Gorbachev θεωρούσε ως απαραίτητη προϋπόθεση.[8]

Τα γεγονότα στο Ρέικιαβικ θορύβησαν ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους. Ο Αμερικανός πρόεδρος ήταν διατεθειμένος να πάρει κοσμοϊστορικές αποφάσεις που θα επηρέαζαν άμεσα την ευρωπαϊκή άμυνα χωρίς να ζητήσει τη γνώμη τους. Τα πυρηνικά όπλα στην Ευρώπη θεωρούνταν αναγκαία για να αντισταθμίσουν την υπεροπλία των Σοβιετικών σε συμβατικές δυνάμεις. Η πλήρης απόσυρση των αμερικανικών πυραύλων από την Ευρώπη μπορούσε επίσης να υπονοεί την πρόθεση των Αμερικανών να αποδεσμευτούν από τις συμμαχικές τους υποχρεώσεις. Επιπλέον η Βρετανία και η Γαλλία ανησυχούσαν για την τύχη των δικών τους πυρηνικών οπλοστασίων, που φαινόταν πιθανόν οι Αμερικανοί να θελήσουν να θυσιάσουν χάριν μιας ευρύτερης συμφωνίας πυρηνικού αφοπλισμού. Στην τρίτη συνάντησή τους στην Ουάσινγκτον τον Δεκέμβριο του 1987, οι δύο ηγέτες κατέληξαν σε μία συμφωνία ιστορικής σημασίας: την εξάλειψη όλων των πυρηνικών πυραύλων εδάφους με βεληνεκές από 500 έως 5.500 χιλιόμετρα. Ήταν η πρώτη φορά που μια συμφωνία προχωρούσε σε μείωση και όχι απλά περιορισμό της αύξησης των πυρηνικών όπλων. Οι Ευρωπαίοι είδαν επιφυλακτικά τη συμφωνία INF, όπως ονομάστηκε, καθότι διατάρασσε τα ευρωπαϊκά αμυντικά δεδομένα. Όμως τόσο η αποφασιστικότητα του Reagan όσο και το κίνημα ειρήνης δεν τους άφηναν πολλά περιθώρια αντίδρασης, Εν πάση περιπτώσει οι Αμερικανοί ιθύνοντες είχαν συνεργαστεί με τους Ευρωπαίους ομολόγους τους κατά την προετοιμασία της συμφωνίας.

Η συνάντηση κορυφής Reagan-Gorbachev στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας (11-12 Οκτωβρίου 1986).

 

President Reagan at Reykjavik Summit with Mikhail Gorbachev on October 11-12, 1986

 

Μέχρι και το 1987 οι Ευρωπαίοι δεν ήταν απόλυτα πεπεισμένοι για την ειλικρίνεια των προθέσεων του Gorbachev. Υποπτεύονταν πως η στάση του ήταν ένα τέχνασμα για να υπονομεύσει την ενότητα και την άμυνα του δυτικού στρατοπέδου. Σταδιακά όμως άλλαξαν γνώμη. Ο Gorbachev προώθησε δραστικές αλλαγές στη Σοβιετική Ένωση και επιδίωξε να προσεγγίσει τους Ευρωπαίους ηγέτες με επανειλημμένες συναντήσεις. Τον Φεβρουάριο του 1988 ανακοίνωσε την αποχώρηση των Σοβιετικών στρατευμάτων από το Αφγανιστάν εντός του επομένου έτους, ενώ λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο, με ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, εξήγγειλε τον μονομερή περιορισμό των ενόπλων δυνάμεων της χώρας του κατά 500 χιλιάδες και σημαντική μείωση της σοβιετικής στρατιωτικής παρουσίας στην ανατολική Ευρώπη. Τον Ιούνιο του 1988 ξεκίνησε οικονομική συνεργασία μεταξύ Ευρωπαϊκής Κοινότητας (η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί μετεξέλιξή της) και COMECON, αντίστοιχου οργανισμού του ανατολικού μπλοκ. Η αλλαγή πολιτικής του προέδρου Reagan και η σύγκλιση απόψεων μεταξύ Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών για τις προθέσεις και τις πολιτικές του Gorbachev, είχε επίσης ευεργετική επιρροή στις μεταξύ τους σχέσεις και οδήγησε στην μείωση των εντάσεων.

Προβλήματα στις ευρώ-ατλαντικές σχέσεις δημιούργησε και η οικονομική πολιτική του προέδρου Reagan. Η ταυτόχρονη μείωση των φόρων και αύξηση των αμυντικών δαπανών πολλαπλασίασε το έλλειμμα του προϋπολογισμού, που καλύφθηκε με δανεισμό μέσω υψηλότοκων κρατικών ομολόγων. Η μεγάλη στροφή ευρωπαϊκών κεφαλαίων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες που ακολούθησε, ενόχλησε τους Ευρωπαίους και τους ανάγκασε να αυξήσουν κι αυτοί τους τόκους, με αποτέλεσμα να πληγεί η οικονομική ανάπτυξη στην Ευρώπη. Δυσαρέσκεια επίσης προκάλεσε η τεχνητά υψηλή τιμή του δολαρίου, αλλά και η δημιουργία εμπορικού ελλείμματος, που ενίσχυε τάσεις προστατευτισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην κατάργηση όλων των περιορισμών και τη δημιουργία της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1986, ήταν η βούληση να προστατευτεί η Ευρώπη από μονομερείς αμερικανικές πολιτικές που την έθιγαν[9].

Λουξεμβούργο, 17 Φεβρουαρίου 1986: Υπογραφή της  Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης.

Κατά τη δεκαετία του 1980, η ενοποιητική διαδικασία στην Ευρώπη ανέκαμψε, με πολύ σημαντικά αποτελέσματα. Κατά την προηγούμενη δεκαετία λόγοι, όπως η μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου, στασιμότητα στην ανάπτυξη και εργατικές διεκδικήσεις, είχαν οδηγήσει σε σχετική αδράνεια τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, «ευρωσκλήρωση» όπως είχε τότε χαρακτηριστεί. Μετά το 1984 και τη διευθέτηση των οικονομικών διεκδικήσεων της Margaret Thatcher σε σχέση με την βρετανική οικονομική συνεισφορά, τα δεδομένα άλλαξαν. Η νέα παγκόσμια οικονομική κατάσταση οδήγησε τους Eυρωπαίους ηγέτες να παραδεχθούν την ανάγκη μεγαλύτερης συνεργασίας και φιλελευθεροποίησης της οικονομίας, άποψη που αποδέχθηκε και ο Γάλλος πρόεδρος François Mitterrand, μετά από δύο χρόνια σοσιαλιστικών πειραματισμών που ζημίωσαν τη γαλλική οικονομία. Υπό την καθοδήγηση του νέου προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jacques  Delors, τα δώδεκα μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας υπέγραψαν την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986, συμφωνώντας να άρουν κάθε είδους περιορισμό και να διασφαλίσουν την ελεύθερη διακίνηση αγαθών, εργατικού δυναμικού, κεφαλαίου και υπηρεσιών, με κατάργηση ουσιαστικά των μεταξύ τους συνόρων και στόχο τη δημιουργία μιας μεγάλης ενιαίας αγοράς. Δεσμεύθηκαν επίσης να προσπαθήσουν από κοινού για τη διαμόρφωση και υλοποίηση μιας Ευρωπαϊκής Εξωτερικής Πολιτικής.

Κατά τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του ο πρόεδρος Reagan εξακολούθησε, όπως και ο προκάτοχος του  Carter, να στηρίζει με τυπικό τρόπο και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον την ευρωπαϊκή ενοποιητική διαδικασία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανταποκρίθηκαν θετικά στην υπογραφή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης κρίνοντάς την περισσότερο σαν μία επιπλέον διακήρυξη χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Όμως, όταν άρχισαν να εμφανίζονται στον αμερικανικό τύπο τίτλοι όπως «οχυρό Ευρώπη» και να ακούγεται το σύνθημα «η Ευρώπη για τους Ευρωπαίους», η κατάσταση άλλαξε. Οι Αμερικανοί φοβήθηκαν πως οι Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά θα οδηγούσε σε δυσμενή μεταχείριση αμερικανικών προϊόντων, πλήττοντας το αμερικανικό εμπόριο. Οι οικονομικές διαφωνίες μεταξύ των δύο πλευρών πολλαπλασιάστηκαν και σε πολλές από αυτές αναμείχθηκε προσωπικά ο πρόεδρος Regan.

Η οικονομική αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών-Ευρώπης οφείλονταν και στην ευρύτερη αλλαγή των οικονομικών δεδομένων. Μέχρι το τέλος της διακυβέρνησης Reagan, η οικονομική ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών είχε υποστεί σοβαρό πλήγμα. Μεταξύ του 1950 και του 1987 το αμερικανικό ποσοστό στο Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα των επτά πλέον ανεπτυγμένων χωρών (που περιλαμβάνουν και τις μείζονες ευρωπαϊκές χώρες) μειώθηκε από 70% σε 43%. Μεταξύ του 1981 και του 1987 οι Ηνωμένες Πολιτείες έφτασαν να είναι, από μεγαλύτερος δανειστής ο μεγαλύτερος οφειλέτης σε παγκόσμιο επίπεδο. Το 1987 οι ευρωπαϊκές επενδύσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες ξεπερνούσαν εκείνες των Αμερικανών στην Ευρώπη.

Τα προβλήματα της αμερικανικής οικονομίας και η άνοδος της οικονομικής ισχύος της Ευρώπης ενδυνάμωσαν απόψεις για την αλλαγή των ευρώ-ατλαντικών αμυντικών δεδομένων. Οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν να συνεισφέρουν το μεγαλύτερο μέρος των συμβατικών δυνάμεων για την άμυνα της ηπείρου, ενώ οι Αμερικανοί θα περιόριζαν το ρόλο τους κυρίως στην παροχή πυρηνικής προστασίας. Το 1987 άρθρο στον Economist σχολίασε: «μια Αμερική που δεν είναι πλέον πολύ πλουσιότερη από την Ευρώπη δεν είναι δυνατόν να συνεχίσει για πάντα να ξοδεύει το 7% του ΑΕΠ της για την άμυνα, από το οποίο χρησιμοποιεί το 1/3 ή και περισσότερο προς όφελος της Ευρώπης, όταν οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ξοδεύουν μόνο 3 έως 4% από το δικό τους[10].

Εν τω μεταξύ, οι Ευρωπαίοι, ανησυχώντας για τις οικονομικές εξελίξεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις προθέσεις του Reagan σε σχέση με την ευρωπαϊκή άμυνα, ανέλαβαν πρωτοβουλίες για να προωθήσουν τη μεταξύ τους αμυντική συνεργασία. Το 1984 αναβίωσε η Δυτικό-Ευρωπαϊκή Ένωση (West European Union) που είχε ιδρυθεί το 1954 με σκοπό να διευκολύνει τον επανεξοπλισμό της Γερμανίας και την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, αλλά με την πάροδο των ετών η λειτουργία της είχε ατονήσει. Τον Οκτώβριο του 1984 οι εκπρόσωποι των επτά κρατών-μελών διακήρυξαν την πρότασή τους να χρησιμοποιήσουν το θεσμικό πλαίσιο του οργανισμού με στόχο τη στενότερη συνεργασία σε θέματα ευρωπαϊκής ασφάλειας. Ο πρόεδρος Reagan επικρότησε την ευρωπαϊκή πρωτοβουλία ως ένα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση ανάληψης μεγαλύτερων αμυντικών βαρών από τους Ευρωπαίους. Παράλληλα όμως, τον Μάρτιο του 1985, ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών για ευρωπαϊκά και καναδικά θέματα προειδοποίησε τις κυβερνήσεις των επτά κρατών-μελών να μην «κάνουν ομαδούλα» εις βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι διαδικασίες της Δυτικό-Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιήθηκαν από τους Ευρωπαίους το 1987 για τον συντονισμό της επιχείρησης περιφρούρησης της ναυσιπλοΐας στην περιοχή του Περσικού Κόλπου κατά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, γιατί ήταν αντίθετοι στη διεξαγωγή επιχειρήσεων από το ΝΑΤΟ εκτός της Ευρώ-ατλαντικής περιοχής ευθύνης της συμμαχίας.

Βερολίνο, 12 Ιουνίου 1987.O Ronald Reagan εκφωνεί λόγο μπροστά από την Πύλη του Βρανδεμβούργου.

Ronald Reagan and the Fall of the Berlin Wall

Η προσπάθεια του προέδρου Reagan να αποκαταστήσει την ηγεμονική θέση της χώρας του στο διεθνές στερέωμα ενέτεινε τις Ευρώ-Αμερικανικές διαφωνίες. Η επιθετικότητα, που αρχικά ο Αμερικανός πρόεδρος επέδειξε σε σχέση με τη Σοβιετική Ένωση, φαινόταν να θέτει σε κίνδυνο τη διαδικασία της ύφεσης, την οποία οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν επωφελή και επιθυμούσαν διακαώς να συνεχιστεί. Παράλληλα, άρχισαν να αμφισβητούν τις προθέσεις του Reagan σε σχέση με την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Τους ενοχλούσε ιδιαίτερα η τακτική του Αμερικανού προέδρου να λαμβάνει αποφάσεις για θέματα που τους αφορούσαν άμεσα δίχως προηγουμένως να τους ρωτά. Από τη δική του πλευρά, ο Αμερικανός πρόεδρος δυσανασχετούσε με τους ενδοιασμούς των Ευρωπαίων και την άρνησή τους να στηρίξουν αδιαμαρτύρητα τις πολιτικές του. Ακόμη και η πλέον αφοσιωμένη σύμμαχός του, Margaret Thatcher, εξέφραζε για πολλά θέματα τις αντιρρήσεις της.

Η προσέγγιση Reagan-Gorbachev ανησύχησε επίσης τους Ευρωπαίους, επειδή εγκυμονούσε διακανονισμούς, ικανούς να τους αφήσουν εκτεθειμένους. Τέλος, θεωρούσαν επισφαλή, ιδιοτελή και ανεύθυνη την οικονομική πολιτική του Reagan, που δημιουργούσε και στους ίδιου προβλήματα. Ταυτόχρονα οι Αμερικανοί ανησυχούσαν για την ευνοϊκή εξέλιξη της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία  φαινόταν να οδηγεί σε μια ισχυρή οικονομικά, ανταγωνιστική Ευρώπη προκαλώντας ανωμαλίες στο αμερικανικό εμπόριο. Ωστόσο, τα θετικά αποτελέσματα της Αμερικανό-Σοβιετικής προσέγγισης και η ειλικρίνεια των προθέσεων του Gorbachev, άμβλυναν τις ευρωπαϊκές αντιδράσεις, ενώ και οι Αμερικανοί, παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις τους[11], αντιλήφθηκαν πως η ενωμένη και οικονομικά εύρωστη Ευρώπη ενίσχυε τη δυτική άμυνα και αποτελούσε πόλο έλξης (άρα και όπλο προς όφελος της Δυτικής πολιτικής) για τους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης.

Εν πάση περιπτώσει και οι δύο πλευρές είχαν κοινά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα ενώ η συνεργασία τους ήταν απαραίτητη στις σχέσεις τους με τον ανατολικό συνασπισμό. Οι Ευρωπαίοι επίσης ήταν απολύτως εν γνώσει του κομβικού ρόλου των Αμερικανών στην άμυνά τους αλλά και ως προς την ανάληψη πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση των διαμορφούμενων καταστάσεων. Κατά συνέπεια, οι όποιες διαφωνίες και αντιρρήσεις τους παρέμειναν  εντός συγκεκριμένων ορίων. Παράλληλα υπέβοσκε η δυσαρέσκεια των Ευρωπαίων, οι οποίοι, λόγω αύξησης της οικονομικής και πολιτικής τους ισχύος και μείωσης των εντάσεων με τη Σοβιετική Ένωση, διεκδικούσαν μεγαλύτερη ανεξαρτησία κινήσεων και σημαντικότερο ρόλο στη διαχείριση των υποθέσεων της Συμμαχίας, αλλά και εκείνη των Αμερικανών, που αντιδρούσαν αρνητικά σε μια τέτοια προοπτική, προσδοκώντας,  ταυτόχρονα, μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συμμετοχή στα βάρη της Συμμαχίας.

Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

Υποσημειώσεις

[1] Το 1983 σε δημόσιες δηλώσεις του ο Reagan χαρακτήρισε τη Σοβιετική Ένωση «αυτοκρατορία του κακού» και «εστία κακού στο σύγχρονο κόσμο». Hanhimaki Jussi M.,Transatlantic Relations since 1945”, Routledge, New York, 2012

[2] Το Δεκέμβριο του 1980 στρατιωτικές δυνάμεις της Σοβιετικής Ένωσης και άλλων μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας συγκεντρώθηκαν στα πολωνικά σύνορα. Είναι όμως αμφίβολο αν οι Ρώσοι θα επιχειρούσαν άλλη μία εισβολή, μετά τη γενικευμένη διεθνή κατακραυγή που είχε ακολουθήσει εκείνη του Αφγανιστάν το 1979.

[3]Leffler Melvyn and Westad Arne (eds), The Cambridge History of the Cold War, Volume 3,  Cambridge University Press, Cambridge, 2011, σ. 271

[4] Παράλληλα βέβαια, Βρετανοί, Γάλλοι και Ιταλοί, μαζί με τους Αμερικανούς συμμετείχαν σε διεθνή στρατιωτική δύναμη που παρενέβη στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου το 1982, ενώ το 1986 οι Γάλλοι έστειλαν στρατό στο Τσαντ για να σταματήσουν την παρέμβαση του Λίβυου ηγέτη Μουαμάρ Καντάφι στα εσωτερικά πράγματα της χώρας.

[5] Η Γαλλία είχε στείλει βοήθεια στην μαρξιστική κυβέρνηση των Sandinistas, ενώ ως πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς τους υποστήριζε και ο πρώην Γερμανός καγκελάριος Willy Brandt.

[6] Hanhimaki,σ. 105

[7] Σύμφωνα με το Σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας Robert McFarlane και ο Reagan ανησυχούσε σοβαρά για τον κίνδυνο τυχαίας πυρηνικής ανάφλεξης, The Cambridge History of the Cold War, Volume 3, σ.278

[8] Kyvig David (ed), Reagan and the World , Praeger, New York, 1990, σσ. 30-31

[9] Larres Klaus, The United States and European Integration, 1945-1990 στο Larres Klaus (ed), A Companion to Europe since 1945, Blackwell, Oxford, 2014, σ. 166

[10] Powaski Ronald, The entangling alliance., The United States and European Security, 1950-1993, Greenwood Press, London, 1994, σ. 160

[11] Την άποψη του  Αμερικανού προέδρου για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα επηρέαζε αρνητικά η Margaret Thatcher που κατηγορούσε τον François Mitterrand για κρατικό παρεμβατισμό.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

1) Thatcher Margaret, The Downing Street Years, Harper Collins, New York, 1993

2) Johns Andrew (ed), A Companion to Ronald Reagan, Blackwell, Oxford, 2015

3) Larres Klaus (ed), A Companion to Europe since 1945, Blackwell, Oxford, 2014

4) Reynolds David, One World Divisible, Norton, London, 2001

5) Leffler Melvyn and Westad Arne (eds), The Cambridge History of the Cold War, Volume3, Cambridge University Press, Cambridge, 2011

6) Hanhimaki Jussi M., Transatlantic Relations since 1945, Routledge, New York, 2012

7) Powaski Ronald, The entangling alliance. The United States and European Security, 1950-1993, Greenwood Press, London, 1994

8) Lundestad Geir, The United States and Western Europe since 1945, Oxford University Press, Oxford, 2005

9) Lundestad Geir, “Empire” by Integration. The United States and European Integration, 1945-1997, Oxford University Press, New York, 1998

10) Kyvig David (ed), Reagan and the World, Praeger, New York, 1990

11) McGuire Steven and Smith Michael, The European Union and the United States. Competition and Convergence in the Global Arena, Macmillan, New York, 2008

12) Allin Dana, Cold War Illusions. America, Europe and Soviet Power, 1969-1989, St. Martin’s Press, New York, 1994

Φωκίων Κοτζαγεώργης: Η συγκρότηση των κοινωνιών στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια

Φωκίων Κοτζαγεώργης

Η συγκρότηση των κοινωνιών στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια

 

Τα Βαλκάνια είναι η δεύτερη χρονικά περιοχή, στην οποία επεκτάθηκε χρησιμοποιώντας πολεμικά μέσα το νεότευκτο οθωμανικό κράτος κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Παρ’ όλο που προηγήθηκε η Βιθυνία, ήταν η βαλκανική χερσόνησος, στην οποία οι Οθωμανοί αντιμετώπισαν με μαζικό τρόπο προβλήματα κατάκτησης και διακυβέρνησης που σε μικρογραφία είχαν αντιμετωπίσει στη Βιθυνία λίγες δεκαετίες νωρίτερα. Η κατάκτησή τους δεν έγινε μονομιάς, αλλά μέσα από μια μακρόχρονη και πολυσύνθετη διαδικασία.

Η σημασία της περιοχής για την πρώιμη οθωμανική ιστορία και ειδικότερα για τον τρόπο διαμόρφωσης του οθωμανικού κράτους μπορεί να συνοψιστεί στους παρακάτω λόγους:

1) Η περιοχή αποτέλεσε εξαρχής και μέχρι τον 19ο αιώνα το ένα από τα δύο γεωγραφικά τμήματα που αποτελούσαν τις λεγόμενες «κεντρικές επαρχίες» (core provinces) της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με άλλα λόγια αποτελούσε το διοικητικό και φορολογικό κορμό της. Εδώ εφαρμόστηκε πλήρως το τιμαριωτικό σύστημα, ένα σύστημα που συνιστούσε τη ραχοκοκαλιά του στρατιωτικο-διοικητικού και δημοσιονομικού μηχανισμού της αυτοκρατορίας.

Τα Βαλκάνια, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οι Οθωμανοί Τούρκοι το 1355.

2) Το αμιγώς χριστιανικό πληθυσμιακό υπόστρωμά της συνιστούσε μια ‘πρόκληση’ για τους μουσουλμάνους Οθωμανούς. Το διακύβευμα γι’ αυτούς ήταν πώς θα ενσωματωθεί χωρίς πολιτικές ή οικονομικές αναταράξεις – άρα με ομαλό τρόπο – ο πολυπληθής χριστιανικός πληθυσμός. Το εγχείρημα ήταν δυσκολότερο από πρώτη άποψη, γιατί αφενός ο πληθυσμός δεν διακρινόταν από εθνοτική, ή πολιτιστική ομοιογένεια, παρ’ όλο το κοινό θρήσκευμά του και αφετέρου δεν υπήρχαν ενιαία ή έστω μεγάλα πολιτικά μορφώματα – και μάλιστα με αξιόλογο χρονικό βάθος ύπαρξης – τα οποία θα πρόσφεραν μια πολιτική ταυτότητα σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού και άρα η ενσωμάτωση σε έναν νέο κρατικό σχήμα θα γινόταν, ενδεχομένως, ομαλότερα.

3) Η πρωιμότητα της κατάκτησης οδήγησε στην ταυτόχρονα εξελισσόμενη ανάπτυξη δύο φαινομένων: από τη μια πλευρά του φαινομένου της διαδικασίας κρατικής συγκρότησης του οθωμανικού κράτους και από την άλλη της διαχείρισης και διοίκησης μιας ξένης πολιτισμικά γι’ αυτούς και εκτεταμένης γεωγραφικά περιοχής. Έτσι, κάποια στοιχεία που αποτέλεσαν πυλώνες της λειτουργίας του οθωμανικού κρατικού συστήματος την εποχή της ακμής προήλθαν μέσα από την εμπειρία διοίκησης (και ενσωμάτωσης) των βαλκανικών λαών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο θεσμός του παιδομαζώματος.

Ύστερα από τα παραπάνω προκαλεί ενδιαφέρον να διακριβωθούν οι μέθοδοι και οι μηχανισμοί που χρησιμοποίησαν οι Οθωμανοί σουλτάνοι για να καταστήσουν αυτή την περιοχή οργανικό τμήμα της επικράτειάς τους. Ασφαλώς βασικές αρχές της πολιτικής τους έναντι των κατακτημένων πληθυσμών, ακόμη κι αν εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στα Βαλκάνια, συνόδευσαν το κράτος σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ύπαρξής του. Ωστόσο, η συγκρότηση των οθωμανικών κοινωνιών στα Βαλκάνια διατηρεί, λόγω των παραπάνω παραγόντων, έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Βασική αρχή της οθωμανικής πολιτικής ήταν η οικοδόμηση πάνω στο υπάρχον υπόστρωμα. Αυτή η αρχή αφορούσε εξίσου άψυχα αντικείμενα και έμψυχα όντα. Η επέμβαση των Οθωμανών ήταν συντηρητική, με την έννοια ότι άφηναν να συνεχίζει να λειτουργεί ό,τι δεν ζημίωνε τη εύρυθμη λειτουργία του κράτους τους και δεν απειλούσε την κυριαρχία τους. Έτσι, ενσωμάτωσαν δημιουργικά πλήθος στοιχείων που βρήκαν κατά την περίοδο της κατάκτησης.

Μέσα από αυτή την οπτική θα πρέπει να ιδωθεί το θέμα της συγκρότησης κοινωνιών στα οθωμανικά Βαλκάνια. (Προεξαγγελτικά θα πρέπει να υπομνησθεί ότι όταν αναφερόμαστε σε κοινωνία προνεωτερικών κρατών – και δη αυτοκρατοριών, δεν χρησιμοποιούμε ενικό αριθμό για την κοινωνία αλλά πληθυντικό, λόγω ακριβώς της πληθυντικής μορφής που λάμβανε η ανθρώπινη συσσωμάτωση εντός τέτοιων κρατών). Η κοινωνική συγκρότηση, δηλαδή, ήταν η συνισταμένη ενός μείγματος συνεχειών και ρήξεων με το προ-οθωμανικό παρελθόν.

Στα Βαλκάνια οι Οθωμανοί βρήκαν ένα αναπτυγμένο δίκτυο πόλεων, οι οποίες συνδέονταν μεταξύ τους με δρόμους, εμπορικούς σε περίοδο ειρήνης και στρατιωτικούς σε περίοδο πολέμων. Χωρίς να προχωρήσουν σε έργα υποδομής ή μεγάλης κλίμακας ανακαινιστικές εργασίες, οι Οθωμανοί διατήρησαν και εν μέρει ανάπτυξαν αυτό το δίκτυο. Κληρονομώντας μια αστική παράδοση από το μεσαιωνικό Ισλάμ και τους Σελτζούκους, οι Οθωμανοί ενδιαφέρθηκαν για τις πόλεις. Η στάση της νέας πολιτικής εξουσίας έναντι των πόλεων είναι διδακτική για την εν γένει πολιτική ενσωμάτωσης (istimalet) που εφάρμοσε. Ενδιαφέρθηκαν να μεταφράσουν το ιδίωμα της κάθε πόλης, ώστε αυτό να είναι αντιληπτό από τους υπηκόους του νέου κράτους. Η πληθυσμιακή και κτιριακή κατάσταση που συναντούσαν κατά την είσοδό τους σε μια πόλη και ο τρόπος κατάκτησής της ήταν οι βασικές παράμετροι για την άσκηση αστικής πολιτικής από τους Οθωμανούς. Η κατάκτηση με έφοδο σήμαινε μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το ισλαμικό δίκαιο, την εκδίωξη από το κάστρο (δηλ. την περιτειχισμένη πόλη) – σταθερό πολεοδομικό στοιχείο και στρατιωτικο-διοικητικός πυρήνας όλων των μεσαιωνικών πόλεων – των γηγενών χριστιανικών πληθυσμών.

Ο Λευκός Πύργος της Θεσσαλονίκης. Οχυρωματικό έργο οθωμανικής κατασκευής (κτίστηκε μεταξύ των ετών 1450-1470).

Αυτό το μέτρο οδηγούσε σε ευρύτερη αλλαγή του πολεοδομικού σχεδίου, καθώς οι χριστιανοί θα έπρεπε να εγκατασταθούν σε κάποιο/α άλλο/α σημείο/α της πόλης. Επιπλέον, αυτή η μέθοδος κατάκτησης σήμαινε την κατεδάφιση ή – συχνότερα – τη μετατροπή των χριστιανικών ναών σε μουσουλμανικά τεμένη. Αυτό το μέτρο αποτελούσε βασικό στοιχείο για τη μετατροπή του αστικού ιδιώματος από χριστιανικό (βυζαντινό, σλαβικό) σε οθωμανικό.

Η εμπέδωση μέσω των κτιρίων της πολιτικής πρωτοκαθεδρίας του νέου κυριάρχου («η οθωμανοποίηση του χώρου», όπως έχει ονομαστεί) δεν αφορούσε μόνο τεμένη ή άλλα θρησκευτικού χαρακτήρα κτίσματα, αλλά και μια σειρά από ευαγή κοινωφελή ιδρύματα (πτωχοκομεία, εκπαιδευτήρια, λουτρά).

Μπέη χαμάμ Θεσσαλονίκης (1444) σε φωτογραφία του 1913.

Η κατάκτηση μιας πόλης με συνθηκολόγηση δε διέσωζε αυτόχρημα τα χριστιανικά μνημεία της, αφού, προϊόντος του χρόνου και σύμφωνα με τις κατά καιρούς δημιουργούμενες ανάγκες (θρησκευτικές, πολιτικές κτλ) μπορούσαν επίσης να μετατραπούν χριστιανικοί ναοί σε ισλαμικά τεμένη.

Εκτός από τον τρόπο κατάκτησης που υπαγόρευε μια ανάλογη νομικά μεταχείριση της πόλης και του πληθυσμού της, οι Οθωμανοί προχωρούσαν σε άλλα επιπλέον μέτρα με βάση την πληθυσμιακή, οικονομική και πολιτική κατάσταση που συναντούσαν σε κάθε πόλη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ad hoc ασκηθείσας πολιτικής αποτελεί η Θεσσαλονίκη. Ενώ κατακτήθηκε με έφοδο, ο σουλτάνος έδειξε ιδιαίτερη μέριμνα και για την απελευθέρωση των κατά το νόμο εξανδραποδισθέντων χριστιανών και για την προσέλκυση άλλου χριστιανικού πληθυσμού στην πόλη τα πρώτα χρόνια μετά την κατάκτηση. Από τους δε ναούς μόνο δύο κατ’ αρχήν μετατράπηκαν σε τεμένη, ενώ η μετατροπή των υπολοίπων μεγάλων ναών συνέβη σταδιακά και με ποικίλες αφορμές σε διάστημα πλέον του ενάμιση αιώνα.

Θεσσαλονίκη. Ο ναός της Αγίας Σοφίας σε καρτ ποστάλ εποχής.

Οι κοινωνίες των πόλεων δεν συγκροτήθηκαν ούτε μόνο ως αποτέλεσμα κρατικής παρέμβασης, αλλά ούτε και ως αποτέλεσμα αυθόρμητων ενεργειών. Οι σουλτάνοι εφάρμοσαν τόσο στις πόλεις, όσο και στην ύπαιθρο των Βαλκανίων την πολιτική των μαζικών υποχρεωτικών εποικισμών, γνωστών ως sürgün. Η πολιτική αυτή είχε ως αποτέλεσμα να εμφανιστεί στις βαλκανικές κοινωνίες για πρώτη φορά το μουσουλμανικό στοιχείο. Όσον αφορά ειδικά τις πόλεις, παρ’ όλο που η ερμηνεία του φαινομένου δεν υποστηρίζεται από κάποια πηγή, τα στοιχεία μας δείχνουν ότι αυτές εποικίστηκαν – ακούσια ή εκούσια – από τουρκικής καταγωγής μουσουλμάνους της Μικράς Ασίας. Οι πληθυσμοί αυτοί προέρχονταν από αντίστοιχα αστικά περιβάλλοντα του τόπου προέλευσής τους, είτε του οθωμανικού εμιράτου είτε των άλλων τουρκομανικών. Οι βιοτεχνικές ειδικότητές τους αποσκοπούσαν στο να τονώσουν ή έστω στο να μη διακόψουν την οικονομική ζωή των νεοκατακτημένων πόλεων. Η έλευσή τους δεν έγινε μόνο ως αποτέλεσμα κρατικής πολιτικής, αλλά και αυθόρμητα, λόγω των νέων ευκαιριών που διανοίγονταν γι’ αυτούς στα οθωμανικά Βαλκάνια. Η εγκατάσταση σε αξιόλογους αριθμούς έγινε κυρίως στα οικονομικά ή και διοικητικά κέντρα των περιοχών, όταν αυτά δεν ταυτίζονταν. Έκτοτε αποτελούσαν ένα σταθερό πληθυσμιακό στοιχείο των αστικών κοινωνιών των Βαλκανίων.

Οι μουσουλμανικές κοινωνίες στις πόλεις συγκροτούνταν και από το διοικητικό προσωπικό. Ως τέτοιο θα πρέπει να εννοηθούν όχι μόνο – ή τόσο – οι γραφειοκράτες, αλλά κυρίως τα στρατιωτικά σώματα που επάνδρωναν τη φρουρά του κάστρου και οι υπάλληλοι που ασκούσαν τη δικαστική εξουσία και μεριμνούσαν για την ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών των μουσουλμάνων. Εφόσον η διοίκηση την εποχή αυτή δεν ασκούταν χωριστά από τη στρατιωτική οργάνωση και εφόσον στο Ισλάμ νόμος και θρησκεία συνυπάρχουν, οι κρατικοί υπάλληλοι που συνιστούσαν ένα τμήμα του μουσουλμανικού πληθυσμού τους, ανήκαν στις δύο μεγάλες ομάδες της αυτοκρατορίας, τους στρατιωτικούς (askeri) και τους δικαστές-θεολόγους (ulema). Από την πρώτη ομάδα προέρχονταν και οι υπάλληλοι με δημοσιονομικές αρμοδιότητες (π.χ. επόπτες τελωνείων, αγορανόμοι, ενοικιαστές φόρων).

Στρατιωτικό-διοικητικό προσωπικό (ασκερί).
Δικαστικό-θεολογικό προσωπικό (ουλεμά).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τέλος, μέρος των μουσουλμάνων των πόλεων αποτελούσαν οι εξισλαμισμένοι και οι επίσης εξισλαμισμένοι δούλοι. Οι πρώτοι, συνήθως προερχόμενοι από την ευρύτερη περιφέρεια, από τα ως τώρα διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται να μην αποτελούσαν αξιόλογο τμήμα των μουσουλμάνων, καθώς η μαζική έλευσή τους στις πόλεις συνιστά φαινόμενο κυρίως του 16ου αιώνα και αργότερα. Οι δεύτεροι, αντίστροφα, συγκροτούσαν αρχικά αξιόλογο τμήμα των πόλεων και έβαιναν μειούμενοι, αφενός λόγω της σταδιακής μείωσης των πολέμων και αφετέρου λόγω της συχνής απελευθέρωσής τους.

Οι μουσουλμάνοι, πέρα από την αποκλειστικότητά τους στις κρατικές υπηρεσίες, κατείχαν αξιόλογο μερίδιο της βιοτεχνικής και εμπορικής δραστηριότητας των πόλεων. Η παρουσία τους σε μια πόλη δεν σήμαινε αυτόχρημα την αδιάλειπτη συνέχειά τους σ’ αυτή, αν και λίγες είναι οι περιπτώσεις πλήρους απώλειας του αρχικού μουσουλμανικού πληθυσμού μιας πόλης.

Εν τέλει, ενδιαφέρον και αδιερεύνητο ακόμη στοιχείο είναι οι παράγοντες ή τα κριτήρια που έπαιζαν κάθε φορά ρόλο στην εμφάνιση μουσουλμάνων στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις των Βαλκανίων, όταν οι τελευταίες δεν είχαν ιδρυθεί από Οθωμανούς. Η θέση των πόλεων στη διοικητική ιεραρχία δεν φαίνεται να αποτελεί αξιόπιστο ερμηνευτικό σχήμα, όπως δείχνει το παράδειγμα των συντριπτικά χριστιανικών Ιωαννίνων, που ήταν εξαρχής έδρα μεγάλης διοικητικής περιφέρειας (sancak). Ίσως ο συνδυασμός διοικητικής θέσης και οικονομικής σημασίας μαζί με την παρουσία μουσουλμανικού πληθυσμού στην άμεση περιφέρεια να αποτελεί ικανοποιητικό ερμηνευτικό εργαλείο.

Σε αντίθεση με την παλαιότερη ελληνική βιβλιογραφία, σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι οι χριστιανοί δεν εκκένωσαν τις πόλεις, αλλά, αντίθετα, εξαρχής αποτελούσαν σταθερό πληθυσμιακά στοιχείο των πρώιμων αστικών κοινωνιών των Βαλκανίων, αν και όχι πάντα σε μεγάλα ποσοστά. Όπως σημειώθηκε για τη Θεσσαλονίκη, ακόμη κι όταν οι συνθήκες της κατάκτησης δεν το επέτρεπαν, οι χριστιανοί παρέμεναν στις πόλεις. Η διατήρηση, μάλιστα, της βυζαντινής ονοματολογίας των κατοίκων υποδηλώνει τη διατήρηση του βυζαντινού ή γενικότερα προ-οθωμανικού υποστρώματος στις κοινωνίες των οθωμανικών πλέον πόλεων. Η συσπείρωση γύρω από την τοπική εκκλησία και η προσπάθεια διατήρησης των εμπορικών δικτύων που είχαν αναπτυχθεί πριν την οθωμανική κατάκτηση αποτελούσαν χαρακτηριστικά της δραστηριότητας και των προτεραιοτήτων των χριστιανών. Χωρίς να μπορούμε ακόμη να υποστηρίξουμε μια αδιάλειπτη συνέχεια των μεσαιωνικών χριστιανικών ελίτ και υπό τους Οθωμανούς, η ύπαρξη, πάντως, μιας ελίτ, είτε ως απογόνων μεσαιωνικών αριστοκρατικών οικογενειών, είτε ως νέων προσώπων αναδειχθέντων μέσα σε οθωμανικό πλαίσιο, θεωρείται αναμφισβήτητη. Η κοινωνική διαστρωμάτωση, συνεπώς, εντός των χριστιανικών κοινωνιών των πόλεων ήταν ορατή, μέσα στις οικονομικές και πολιτικές δυνατότητες που τις επιτράπηκαν από το νέο κρατικό σύστημα. Η ελληνοφωνία φαίνεται να κυριαρχεί στους χριστιανούς των νότιων βαλκανικών πόλεων, ακόμη και σε ζώνες που η ύπαιθρος δεν ελληνοφωνούσε σε συντριπτικό βαθμό, όπως για παράδειγμα στην Καστοριά. Η πληθυσμιακή παρουσία χριστιανών μέσα στις πόλεις εξαρτιόταν από ποικίλους παράγοντες, τους οποίους η έρευνα, όπως και με τους μουσουλμάνους, δεν αποσαφήνισε ακόμη. Σε αντίθεση, πάντως, με τους μουσουλμάνους, οι χριστιανοί επέδειξαν μεγαλύτερη κινητικότητα και συχνότερα από τους μουσουλμάνους εμφανίζονταν, αυξάνονταν, μειώνονταν ή και εξαφανίζονταν από μια πόλη. Η εμπειρική αυτή παρατήρηση αναζητά ακόμη ερμηνεία, καθώς το εξισλαμιστικό ρεύμα δεν αποτελεί ικανοποιητικό εργαλείο για τις πληθυσμιακές αλλαγές στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις λόγω του μικρού δημογραφικού βάρους. Η θρησκευτική σύνθεση της άμεσης ή ευρύτερης περιφέρειας φαίνεται να αποτελεί ικανοποιητικότερο ερμηνευτικό εργαλείο, καθώς από αυτήν τροφοδοτούταν κυρίως ο χριστιανικός πληθυσμός των πόλεων. Δεν θα πρέπει να λησμονείται, εξάλλου, το γεγονός ότι το γηγενές στοιχείο των Βαλκανίων ήταν οι χριστιανοί.

Το τρίτο θρησκευτικό στοιχείο που απαντάται στις πόλεις των Βαλκανίων ήταν οι Εβραίοι. Ίσως λόγω του μικρού αριθμού τους και της προβλέψιμης ιστορικής διαδρομής τους στην οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και της πλούσιας ερευνητικής παραγωγής κυρίως Εβραίων ιστορικών, μπορούμε να διαμορφώσουμε ευκολότερα ένα διάγραμμα της παρουσίας τους στις πρώιμες οθωμανικές πόλεις. Το μεσαιωνικό εβραϊκό υπόστρωμα των Ρωμανιωτών διατηρήθηκε αλώβητο στις βαλκανικές πόλεις μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Από τα διαθέσιμα στοιχεία για κάποιες εβραϊκές κοινότητες, μπορεί να υποστηριχθεί ότι σχεδόν το σύνολό τους μετακινήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ως αποτέλεσμα της οθωμανικής πολιτικής επανοικισμού της νέας οθωμανικής πρωτεύουσας. Τα Βαλκάνια, όμως, δεν έμειναν κενά εβραϊκής παρουσίας, καθώς αρχικά με την σταδιακή έλευση «Ασκεναζίμ» Εβραίων από την Ανατολική Ευρώπη κυρίως από τη δεκαετία του 1470 και εξής και στη συνέχεια με τη μαζική μετανάστευση των «Σεφαραδίμ» Εβραίων από την ιβηρική χερσόνησο και τα υπόλοιπα εδάφη του ισπανικού στέμματος από το 1492 και εξής, συγκροτήθηκαν νέες εβραϊκές κοινότητες, αποκλειστικά σε πόλεις υψηλού οικονομικού ενδιαφέροντος. Πέραν της Θεσσαλονίκης, οι Σέρρες, η Αδριανούπολη, τα Τρίκαλα ήταν μερικές από τις βαλκανικές πόλεις που διέθεταν μια σταθερή, ολιγομελή ή όχι, εβραϊκή κοινότητα. Το πληθυσμιακό μέγεθός τους ποίκιλε και γνώριζε αυξομειώσεις, όπως και των άλλων δύο θρησκευτικών ομάδων. Οι οικονομικές ασχολίες τους αφορούσαν κυρίως το εμπόριο και η κοινωνική διαστρωμάτωσή τους εξαρτιόταν από το πληθυσμιακό μέγεθός τους: όσο περισσότεροι Εβραίοι υπήρχαν σε μια πόλη, τόσο η άτυπη κοινωνική πυραμίδα αναπτυσσόταν με πληρότητα, έχοντας εξίσου μεγιστάνες του πλούτου και πάμφτωχους μεροκαματιάρηδες.

Κατά την προ-νεωτερική περίοδο, ο διαχωρισμός των κοινωνιών των πόλεων από αυτές της υπαίθρου δεν ήταν ποτέ αυστηρός. Ως εκ τούτου, στοιχεία εξαγροτισμού των πόλεων συναντούμε και στα πρώιμα οθωμανικά Βαλκάνια, όπως και αλλού στην Ευρώπη. Παρ’ όλο που οι πρώιμες οθωμανικές κοινωνίες της βαλκανικής υπαίθρου συγκροτήθηκαν με όχι ιδιαίτερα διαφορετικό τρόπο από τις αντίστοιχες των πόλεων, υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις πρώτες σε σχέση με τις δεύτερες.

Σπαχήδες.

Στο μεταίχμιο αστικών και αγροτικών κοινωνιών εντάσσονται οι μουσουλμάνοι αξιωματούχοι, των οποίων η οικονομική βάση βρισκόταν στην ύπαιθρο. Πρόκειται για την ομάδα των Οθωμανών ιππέων (sipahi), οι οποίοι μισθοδοτούνταν εισπράττοντας με την άδεια του κράτους τους φόρους των χωριών. Συνήθως διέμεναν στα χωριά ή έστω στην κοντινή κωμόπολη και τουλάχιστον κατά την πρώιμη περίοδο συνιστούσαν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της. Η προέλευσή τους δεν ήταν αυτονόητα μικρασιατική τουρκική, αλλά υπήρχαν ήδη από τον 15ο αιώνα εξισλαμισμένοι, ή παιδιά του παιδομαζώματος ή απελεύθεροι, οι οποίοι είχαν εισέλθει στο στρατιωτικό σώμα. Οι σπαχήδες δεν συνιστούσαν μια φεουδαλική αριστοκρατία κατά το πρότυπο των δυτικών μεσαιωνικών κοινωνιών. Η θέση τους βρισκόταν χαμηλά στην οθωμανική κρατική υπαλληλία και οι ίδιοι συχνά διαφοροποιούνταν οικονομικά κατά τι μόνο από τους φορολογούμενους αγροτικούς πληθυσμούς. Η κοινωνική και πολιτική ισχύς τους προερχόταν από τη θέση τους στην οθωμανική κρατική ιεραρχία και όχι από τον πλούτο τους.

Αν στις πόλεις η οθωμανική εξουσία εγκατέστησε (ή ενθάρρυνε την εγκατάσταση) βιοτεχνών και επαγγελματιών, η βαλκανική ύπαιθρος δέχτηκε νομαδικούς τουρκομανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, οι οποίοι ονομάστηκαν «Γιουρούκοι». Η έλευσή τους έγινε σταδιακά από τα τέλη του 14ου αιώνα μέχρι τα μέσα περίπου του 16ου. Εγκαταστάθηκαν μόνιμα, καθώς απώλεσαν αρκετά νωρίς το νομαδικό χαρακτήρα τους, κατά κύριο λόγο στις εύφορες πεδιάδες της Θράκης, της Βορειοανατολικής Βουλγαρίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας, δημιουργώντας οιονεί οικιστικούς θύλακες. Η βοηθητικού χαρακτήρα στρατιωτική οργάνωση, στην οποία τους ενέταξε το οθωμανικό κράτος, προσφέρει για τον ερευνητή και την αρχική αιτιολογία για τη μετακίνησή τους στα Βαλκάνια. Με άλλα λόγια, λόγοι ασφάλειας της νεοκατακτημένης υπαίθρου αποτέλεσαν τον αρχικό ερμηνευτικό πυρήνα του μαζικού εποικισμού των βαλκανικών πεδιάδων από Γιουρούκους. Παράλληλα, η οικονομική αναζωογόνηση εγκαταλειμμένων περιοχών συνιστούσε έναν δεύτερο βασικό λόγο γι’ αυτή την πολιτική. Οι πληθυσμοί αυτοί με τις συγκεκριμένες οικονομικές ασχολίες τους (κτηνοτροφία και γεωργία) συνιστούσαν σταθερή εικόνα της βαλκανικής υπαίθρου μέχρι και την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας στις αρχές του 20ού αιώνα.

Εγκαταστάσεις Γιουρούκων στη Μακεδονία το 1530.

Εξίσου αναγνωρίσιμη ομάδα της βαλκανικής υπαίθρου, αν και πολύ περισσότερο ολιγομελή, συνιστούσαν οι μοναχοί του Ισλάμ, γνωστοί ως «δερβίσηδες». Όπως και με τους Γιουρούκους, η οθωμανική εξουσία τους χρησιμοποίησε διττώς: α) για να προπαγανδίσουν τη νέα θρησκεία και να προσηλυτίσουν ή να διαδώσουν μια θρησκευτική ανεκτικότητα μεταξύ των αλλόθρησκων ντόπιων πληθυσμών και β) για να βοηθήσουν στον εποικισμό εγκαταλειμμένων περιοχών. Το τελευταίο επιτυγχανόταν μέσω της ίδρυσης μοναστηριών (τεκέδων) πάνω σε οδικές αρτηρίες, γύρω από τα οποία συγκροτούνταν οικιστικές μονάδες. Η υιοθέτηση ενός ευπροσάρμοστου Ισλάμ – που συχνά άγγιζε τα όρια της ετεροδοξίας, οδήγησε αυτούς τους δερβίσηδες αφενός να αποκτήσουν σεβασμό και κύρος σε ντόπιους και κατακτητές και αφετέρου να διαθέτουν προσβάσεις στην κεντρική εξουσία. Η ίδρυση τεκέδων από διάφορα δερβίσικα τάγματα δεν σταματά στους πρώτους οθωμανικούς αιώνες, αλλά αυτό που σταματά είναι η επίσημη ή ανεπίσημη υποστήριξη του κράτους προς αυτούς. Πολύ περισσότερο από απλά ένα στοιχείο της βαλκανικής υπαίθρου, οι δερβίσηδες και οι τεκέδες τους αποτέλεσαν εξαρχής διακριτό στοιχείο και των πόλεων, ενισχύοντας τη μουσουλμανική παρουσία σ’ αυτές. Οι τεκέδες, εξάλλου, αποτελούσαν τμήμα της μνημειακής τοπογραφίας των οθωμανικών πόλεων.

Ο Τεκές του Κιζίλ Ντελή, στη Ρούσα Έβρου, χώρος μυστηριακών συνάξεων. Στην είσοδο υπάρχει οθωμανική επιγραφή όπου αναγράφεται το 1402 ως έτος ίδρυσης και το 1759 ως έτος ανακαίνισης.

Κατ’ αντίστοιχο τρόπο με τους τεκέδες, τα χριστιανικά μοναστήρια συνιστούσαν επίσης σταθερούς πόλους της βαλκανικής υπαίθρου κατά τους πρώτους οθωμανικούς χρόνους. Συνολικά ιδωμένο, το δίκτυο των μοναστηριών δεν ελαττώθηκε μετά την οθωμανική κατάκτηση. Παρ’ όλες τις καταστροφές που επέφεραν οι συνεχείς πόλεμοι του 14ου και του 15ου αιώνα, τα μεγαλύτερα από τα μοναστήρια διατήρησαν την ύπαρξή τους, αν και μειώνοντας προοδευτικά την έγγεια περιουσία τους. Ο λόγος της επιτυχίας τους ήταν η διαπραγματευτική ικανότητα των μοναχών, που οδήγησε στην απόκτηση προνομίων από τους Οθωμανούς σουλτάνους ήδη από την εποχή της κατάκτησης. Η περίπτωση των αγιορείτικων μοναστηριών είναι χαρακτηριστική επ’ αυτού. Μετά, πάντως, από μια περίοδο στασιμότητας, ο 16ος αιώνας ήταν περίοδος ανακαίνισης ή και ίδρυσης νέων μοναστηριών στην ύπαιθρο, σηματοδοτώντας μια πορεία ακμής, η οποία θα συνεχιστεί και κατά τους επόμενους αιώνες. Παρ’ όλα αυτά, δεν θα πρέπει να υπερτονίζεται ο οικονομικός και κοινωνικός ρόλος των μοναστηριών συνολικά στις οθωμανικές κοινωνίες, αφού η όποια ισχύς τους δεν ξεπέρασε τα όρια των χριστιανικών κοινωνιών.

Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου Ολύμπου (1542).

 

Προνομιακό έγγραφο για το Άγιο Όρος, 1430.

 

Ίσως η πιο ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα των πρώιμων οθωμανικών Βαλκανίων ήταν αυτή των χριστιανών «σπαχήδων». Υπό το όνομα αυτό αποκαλούμε τα μέλη της μεσαιωνικής γαιοκτητικής αριστοκρατίας των Βαλκανίων, τα οποία δέχτηκαν να συνεργαστούν με τη νέα πολιτική εξουσία και εις αντάλλαγμα οι Οθωμανοί τους αναγνώρισαν ένα παρόμοιο καθεστώς μ’ αυτό που είχαν κατά την προηγούμενη περίοδο. Η ομάδα αυτή συγκροτούσε τις τοπικές ελίτ των χριστιανικών κοινωνιών σε συγκεκριμένες περιοχές των Βαλκανίων (Δυτική Μακεδονία, Δυτική Θεσσαλία, Ήπειρος, Βόρεια Μακεδονία, Αλβανία και Σερβία). Εκτός από κάποια ονόματα δεν γνωρίζουμε πολλά για τον τόπο διαμονής και την καταγωγή τους. Ωστόσο, ακόμη και αν διέμεναν στις πόλεις, αποτελούσαν μαζί με τους μουσουλμάνους συναδέλφους τους τμήμα των αγροτικών κοινωνιών. Η ύπαρξή τους, η οποία συνιστά ένα ορατό αποτέλεσμα της πολιτικής ήπιας προσαρμογής των κατακτημένων στο οθωμανικό κρατικό σύστημα, παύει με την εκπνοή του 15ου αιώνα, αφού κατά τον 16ο το φαινόμενο σταδιακά εξαφανίζεται.

Οι αγροτικές κοινωνίες, εντέλει, συγκροτούνταν κατά κύριο λόγο από τους αγρότες, γεωργούς και κτηνοτρόφους, μουσουλμάνους και χριστιανούς. Το φορολογικό καθεστώς τους, που εν πολλοίς καθόριζε την εν γένει κοινωνική θέση τους, χαρακτηριζόταν από πολυμορφία. Πέρα από τη γενική αρχή της ελαφρύτερης φορολόγησης των μουσουλμάνων σε σχέση με τους χριστιανούς αγρότες, στους δεύτερους, ειδικά, δινόταν η ευκαιρία μέσω διαπραγμάτευσης να βελτιώσουν τη θέση τους και να ενταχθούν σε ειδικές φορολογικές κατηγορίες (μεταλλωρύχοι, αλατοπαραγωγοί, φύλακες ορεινών περασμάτων), απολαμβάνοντας έτσι μια ευνοϊκότερη καθημερινότητα. Η βαλκανική ύπαιθρος ήταν κατοικημένη κατά συντριπτική πλειονότητα από χριστιανούς αγρότες. Οι μουσουλμάνοι εντοπίζονταν σε αξιόλογους αριθμούς γύρω από συγκεκριμένες ζώνες κατοίκησης που ταυτίζονταν με τους χώρους εγκατάστασης Γιουρούκων (Θράκη, Κεντρική Μακεδονία, Ανατολική Θεσσαλία, η κοιλάδα του Αξιού προς τα Σκόπια, οι πεδιάδες της σημερινής Κεντρικής και Βορειοανατολικής Βουλγαρίας) με την εξαίρεση της Βοσνίας. Όσο το εξισλαμιστικό ρεύμα στην ύπαιθρο ήταν υποτονικό κατά τους πρώτους αιώνες, οι μουσουλμανικοί οικισμοί συγκροτούσαν νησίδες μέσα σε μια χριστιανική ύπαιθρο.

Οι ζώνες κατοίκησης για τους χριστιανικούς πληθυσμούς χαρακτηρίζονταν με βάση το εθνοτικό χαρακτηριστικό τους. Η πανσπερμία λαών στα Βαλκάνια σε συνδυασμό με την απουσία εθνικών κρατών τόσο πριν όσο και μετά την οθωμανική κατάκτηση, οδήγησε στο να δημιουργηθούν κάποιες γεωγραφικές ζώνες, οι οποίες δεν είναι πάντα εύκολο ούτε να προσδιοριστούν με ακρίβεια, αλλά ούτε να ερμηνευθούν με βάση κάποια κριτήρια σχηματισμού τους. Οι εθνοπολιτισμικές ζώνες (αλβανοφώνων, βλαχοφώνων, ελληνοφώνων και σλαβοφώνων) ακολουθούν το γλωσσικό και πολιτισμικό χαρακτηριστικό, τα οποία την εποχή εκείνη δεν είχαν κανένα νεωτερικά προσδιορισμένο εθνικό σημαινόμενο. Υπάρχει μεγάλο ερευνητικό κενό στο να διερευνηθεί κατά πόσο οι συχνές μετακινήσεις αγροτικών πληθυσμών στα Βαλκάνια ακολουθούσαν αυτές τις διαδρομές των ζωνών, παράλληλα με οικονομικά ή άλλα κίνητρα. Οι μετακινήσεις αυτές, παρ’ όλη τη συχνότητά τους, δεν φαίνεται να επηρέασαν σε μεγάλη έκταση την εικόνα του οικιστικού δικτύου. Σε περιοχές μικρής κλίμακας, στις οποίες μπορεί να αποκατασταθεί μια συνέχεια ανάμεσα στην προ-οθωμανική και οθωμανική εποχή (π.χ. Χαλκιδική) η έρευνα κατέληξε ότι το οικιστικό δίκτυο δεν επηρεάστηκε από την πολιτική αλλαγή. Η κινητικότητα δεν κατευθυνόταν ακόμη προς τις πόλεις σε μεγάλους αριθμούς, γι’ αυτό υπήρχε η δυνατότητα αναπλήρωσης των πληθυσμιακών ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη φυγή μέρους ή και όλου του πληθυσμού ενός χωριού. Οι τύποι κατοίκησης (patterns of settlements) ποίκιλαν από περιοχή σε περιοχή, αν και οι μικρού δημογραφικού αναστήματος οικισμοί (μέχρι 50 ή 100 οικογένειες) ήταν μάλλον ένας κοινός τύπος.

Οι βαλκανικές κοινωνίες κατά την πρώιμη οθωμανική εποχή χαρακτηρίζονταν από ένα μωσαϊκό διαφόρων στοιχείων και παρουσίαζαν μεγάλη ποικιλομορφία. Ουσιαστικά, προσπαθούσαν να βρουν το βηματισμό τους κατά τη διαδικασία ένταξής τους από μικρά και λίγο ως πολύ εθνοπολιτισμικά ομοιογενή κρατικά μορφώματα σε μια πολυπολιτισμική και διαρκώς επεκτεινόμενη γεωγραφικά αλλόθρησκη αυτοκρατορία. Η νέα πολιτική κατάσταση αφενός εμπλούτισε τις βαλκανικές κοινωνίες με μουσουλμανικό πληθυσμό, διαμορφώνοντας νέες κοινωνικές ιεραρχήσεις και αφετέρου ευνόησε τη σχετικά ήπια προσαρμογή των ντόπιων στο νέο κρατικό σύστημα.

Ο Φωκίων Κοτζαγεώργης είναι Επίκουρος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

– Γκαρά Ε. – Τζεδόπουλος Γ, Χριστιανοί και μουσουλμάνοι στην οθωμανική αυτοκρατορία. Θεσμικό πλαίσιο και κοινωνικές δυναμικές, ηλεκτρονικό σύγγραμμα, Αθήνα, 2015.

– Ιναλτζίκ Χ., Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασσική περίοδος, 1300-1600, Αθήνα, 1995.

– Παπασταματίου Δ. – Κοτζαγεώργης Φ., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού κατά τη διάρκεια της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας, ηλεκτρονικό σύγγραμμα, Αθήνα, 2015.

– Kiel M., “The incorporation of the Balkans into the Ottoman Empire, 1353-1453” στο K. Fleet (επιμ.), The Cambridge History of Turkey, Καίμπριτζ, 2009, σσ. 138-191.

– Lowry H.W., Η φύση του πρώιμου οθωμανικού κράτους, Αθήνα, 2004.

– Sugar P., Η Νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από Οθωμανική κυριαρχία, 1354-1804, 2 τ., Αθήνα, 1994.

Κωνσταντίνος Παπανικολάου: Τα πρόσωπα του Φρειδερίκου: Προσλήψεις του Φρειδερίκου Β΄ στην Πρωσία και τη Γερμανία (1806-1945)

Κωνσταντίνος Παπανικολάου

Τα πρόσωπα του Φρειδερίκου:

Προσλήψεις του Φρειδερίκου Β΄ στην Πρωσία και τη Γερμανία (1806-1945)

Την 23η Ιουνίου 1919 μια ομάδα δέκα ατόμων, αποτελούμενη από αξιωματικούς της πρωσικής μεραρχίας του Ιππικού της Φρουράς εισέβαλε στο επιβλητικό μπαρόκ κτίριο του oπλοστασίου (σήμερα Μουσείο Γερμανικής Ιστορίας) στο κέντρο του Βερολίνου, όπου φυλάσσονταν τρόπαια και άλλα κειμήλια του πρωσικού στρατού από τον 17ο αιώνα. Σκοπός της ήταν να αποτρέψει την εκπλήρωση εκείνου του όρου της Συνθήκης των Βερσαλλιών, βάσει του οποίου η ηττημένη Γερμανία όφειλε να παραδώσει τις αιχμάλωτες γαλλικές πολεμικές σημαίες στη νικήτρια Γαλλία. Η ομάδα άρπαξε τα γαλλικά λάβαρα, τρόπαια των Ναπολεοντείων Πολέμων και του Γαλλοπρωσικού Πολέμου, και τα μετέφερε μπροστά στον έφιππο ανδριάντα του Φρειδερίκου Β΄ του Μεγάλου στο κέντρο της Unter den Linden. Αφού τα περιέλουσε με βενζίνη τα πυρπόλησε, ενώ συγκεντρωμένο πλήθος τραγουδούσε τη Φρουρά στον Ρήνο (Die Wacht am Rhein) και το Τραγούδι των Γερμανών (Deutschland, Deutschland über Alles!).[i] Για όποιον γνωρίζει την τοπογραφία της Unter den Linden, της Via Triumphalis της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορικής Γερμανίας, καθώς και το πλήθος των μνημείων που βρίσκονται πέριξ του oπλοστασίου, η επιλογή του ανδριάντα του πρώσου βασιλιά, ως καταλληλότερου σημείου για την καύση των γαλλικών σημαιών μάλλον εκπλήσσει. Σε κοντινότερη απόσταση βρίσκονταν τα μνημεία του νικητή του Βατερλώ Blücher και του αναμορφωτή του πρωσικού στρατού Scharnhorst.

O ανδριάντας του Φρειδερίκου Β΄ στη λεωφόρο Unter den Linden του Βερολίνου το 1919.

Εξίσου κοντά βρισκόταν ο επιβλητικός ανδριάντας του πρώτου αυτοκράτορα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, Γουλιέλμου Α΄ αλλά και η πλατεία που έφερε το όνομα του συμμάχου της Γερμανίας στο Μεγάλο Πόλεμο, του αυτοκράτορα της Αυστρο-Ουγγαρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ. Η επιλογή μοιάζει ακόμη παραδοξότερη αν αναλογιστούμε την προτίμηση του βασιλιά της Πρωσίας στη γαλλική γλώσσα έναντι της γερμανικής και την κοσμοπολίτικη ιδιοσυγκρασία του. Εξίσου γνωστό ήταν ότι ο Γερο-Φρίτς αποστρεφόταν πολύ περισσότερο τους φυλετικά συγγενείς των Πρώσων Αυστριακούς παρά τους Γάλλους, ενώ δεν ανέλαβε ποτέ κάποια σημαντική πρωτοβουλία για την ένωση του κατακερματισμένου γερμανόφωνου χώρου. Γιατί λοιπόν σε μια από τις πιο τραγικές στιγμές του γερμανικού έθνους, με το Β΄ Ράιχ διαμελισμένο και την αυτοκρατορική οικογένεια έκπτωτη, επελέγη  το συγκεκριμένο μνημείο ως σκηνικό μιας τόσο συμβολικής κίνησης; Το ερώτημα αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με σειρά ζητημάτων της γερμανικής ιστορίας αλλά και ιστοριογραφίας. Ζητήματα όπως η αναζήτηση και κατασκευή μιας ενιαίας γερμανικής εθνικής ταυτότητας, η σύγκρουση “μικρογερμανών” και “μεγαλογερμανών”[ii], ο ρόλος της Πρωσίας και της δυναστείας των Hohenzollern στη γερμανική ενοποίηση, η μεσσιανική πρόσληψη του στρατού και της μοναρχίας από τη γερμανική κοινωνία.

Όταν ο Φρειδερίκος Β΄ στις 17 Αυγούστου 1786 άφηνε την τελευταία του πνοή στο ανάκτορο Sanssouci στο Πότσδαμ, περιτριγυρισμένος από τα αγαπημένα του κυνηγόσκυλα, ήταν μεγάλος τόσο από άποψη ηλικίας όσο και από άποψη ιστορικού μεγέθους. Πριν ακόμη καθιερώσει το προσωνύμιο “μέγας” ο Jakob Burckhardt τον 19ο αιώνα[iii] του το είχε αποδώσει πρώτος ο Βολταίρος σε μια επιστολή του 1742, η οποία κυκλοφόρησε ευρύτατα στη γαλλική πρωτεύουσα. Σύμφωνα με μια άλλη παράδοση, τρία χρόνια μετά την επιτυχή έκβαση του Β΄ Σιλεσιακού Πολέμου και την υπογραφή της Συνθήκης της Δρέσδης το 1745, οι κάτοικοι του Βερολίνου, κατά την είσοδο του βασιλιά τους στην πόλη, προσφώνησαν τον Φρειδερίκο “μέγα” ενώ ο τερματισμός του Επταετούς Πολέμου (1756-1763) βρήκε σημαντικές πρωσικές πόλεις όπως η Καινιξβέργη, το Μαγδεβούργο, η Χάλη και το Στετίνο στολισμένες με την επιγραφή “Vivat Fridericus Magnus“. Για τον Diderot ήταν “ο σπουδαιότερος βασιλιάς στη γη”, η Μadame de Staël τον περιέγραψε ως πραγματικό Ιανό, ικανό να συνδυάζει τις φύσεις του στρατιώτη και του φιλοσόφου ενώ ο μετέπειτα πρωταγωνιστής στα έδρανα της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης Mirabeau εκθείασε τα έργα και τις ημέρες του στο τετράτομο έργο Η πρωσική μοναρχία στα χρόνια του Μεγάλου Φρειδερίκου. Στη Μεγάλη Βρετανία θαυμαζόταν ως σύγχρονος Αλέξανδρος και Καίσαρας και στην Ιταλία μετά τις νίκες του επί των Αυστριακών κεριά έκαιγαν μπροστά από προσωπογραφίες του.[iv]

Mirabeau, De La Monarchie Prussienne, Sous Frédéric Le Grand, Λονδίνο, 1788.

Αρχικά ο Φρειδερίκος δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός ούτε στη χώρα του ούτε στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο της πνέουσας τα λοίσθια Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους. Ο ανιψιός και διάδοχος του, Φρειδερίκος Γουλιέλμος Β΄, μια ροκοκό φιγούρα του όψιμου 18ου αιώνα, ήρθε σε ρήξη με το συβαριτισμό της φρειδερίκειας αυλής καθώς και με την παράδοση κοσμοπολιτισμού και θρησκευτικής ανοχής που επιχείρησε να καθιερώσει ο προκάτοχος του, στρεφόμενος όλο και περισσότερο στον προτεσταντικό πιετισμό. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος της Πρωσίας στους αντιγαλλικούς συνασπισμούς και η απειλή που συνιστούσαν για το παλαιό καθεστώς οι ιδέες του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, κάθε άλλο παρά συνετέλεσαν στη διατήρηση της μνήμης του βασιλιά. Με εξαίρεση το έργο του Johann Wilhelm von Archenholz, ιστορικού και βετεράνου του πρωσικού στρατού σχετικά με τον Επταετή Πόλεμο, όπου αναδεικνύεται η χαρισματική προσωπικότητα του Φρειδερίκου,[v] φαίνεται ότι μέχρι το 1806 και την ήττα της Πρωσίας στην Ιένα ο βασιλιάς της Πρωσίας βρισκόταν σε ιστορική αφάνεια. Αδιάφοροι απέναντι του στάθηκαν τόσο οι εκπρόσωποι του βαϊμάρειου κλασικισμού όσο και εκείνοι του γερμανικού ρομαντισμού. Το κράτος του Μεγάλου Φρειδερίκου ήταν για αυτούς ένα κατάλοιπο της φεουδαρχίας και του μεσαίωνα. Σε αυτό δεν υπήρχε τίποτα το φυσικό. Ακόμη και τα σύνορα του δεν βρίσκονταν σε αντιστοιχία με το φυσικό ανάγλυφο ή με την εθνογραφία της περιοχής. Η μορφή του ήταν αποτέλεσμα είτε των πολέμων που διεξήγαγαν από το Μεσαίωνα οι εκλέκτορες του Βρανδεμβούργου, είτε της τύχης πολλοί εξ αυτών να κληρονομήσουν διάσπαρτες κτήσεις από τον Ρήνο μέχρι τη Βαλτική. Ανομοιόμορφη εξωτερικά, η Πρωσία προσπαθούσε να δημιουργήσει την εικόνα της ομοιογένειας στο εσωτερικό με την προώθηση ενός συγκεντρωτικού μοντέλου διακυβέρνησης, με αποτελεσματική γραφειοκρατία, άτεγκτη κοινωνική ιεραρχία, και τη θέση ενός στρατού-πρότυπο τόσο εδραιωμένη, ώστε το σχόλιο του Βολταίρου να μοιάζει δικαιολογημένο: “Συνήθως τα κράτη διαθέτουν στρατό. Στην περίπτωση της Πρωσίας ο στρατός διαθέτει κράτος”. Ο αρχηγός αυτού του κράτους δεν θα μπορούσε να γοητεύσει συγγραφείς όπως ο Schiller, ο οποίος εντόπιζε σημαντικές ομοιότητες μεταξύ του πρώσου μονάρχη και του δεσποτικού δούκα της Βυρτεμβέργης Καρόλου Ευγενίου, με τον οποίο ο συγγραφέας είχε έρθει σε σύγκρουση στο παρελθόν. Το 1791, σε επιστολή του στο φίλο του Christian Gottfried Körner έγραφε: “Ο Φρειδερίκος Β΄ δεν με ενδιαφέρει. Ο λόγος μπορεί να μην σου φαίνεται επαρκής αλλά δεν μπορώ να αγαπήσω τη μορφή του. Δεν με συγκινεί αρκετά ώστε να αναλάβω το κολοσσιαίο έργο της εξιδανίκευσής του.[vi] Ακόμη και ο νεαρός Hegel (Έγελος) το 1802 σημείωνε ότι ο βίος του Φρειδερίκου ήταν αδιάφορος, “ξερός και άψυχος”. Μόνη εξαίρεση στην κατά τα άλλα ομόφωνη damnatio memoriae του πρώσου ηγεμόνα ο Goethe, όταν απηχώντας κάτι από τη μετέπειτα λατρεία των “μικρογερμανών” στο πρόσωπο του βασιλιά, δήλωνε ότι ο Φρειδερίκος “είχε σώσει την τιμή ενός μέρους του γερμανικού κόσμου απέναντι σε μια συνασπισμένη εναντίον των Γερμανών οικουμένη”.[vii]

Wilhelm Camphausen (1818-1885), Πορτραίτο του Φρειδερίκου Β΄ του Μεγάλου, 1871.

Ωστόσο ο Φρειδερίκος δεν έμεινε για πολύ στην αφάνεια. Καταλύτης υπήρξαν οι αλλαγές που επέφεραν στην κεντρική Ευρώπη οι νίκες του Ναπολέοντα. Το 1806 η υπερχιλιετής Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους διαλύθηκε. Την αντικατέστησε η Συνομοσπονδία του Ρήνου, μια χαλαρή ένωση των γερμανικών ηγεμονιών απολύτως ελεγχόμενη από τον αυτοκράτορα των Γάλλων. Το 1806 η ήττα στην Ιένα και η Συνθήκη του Τιλσίτ το 1807, περιόρισαν την Πρωσία σε έναν ρόλο αναχώματος μεταξύ της γαλλικής και της ρωσικής αυτοκρατορίας. Η Πρωσία έχασε το σύνολο των κτήσεων της δυτικά του Έλβα, το Βερολίνο κατελήφθη από τα γαλλικά στρατεύματα και η βασιλική οικογένεια κατέφυγε στην Καινιξβέργη, στην παλαιά πρωσική πρωτεύουσα. Ταπεινώσεις όπως αυτές είναι υπεύθυνες για τη γέννηση του γερμανικού εθνικισμού στο πρωσικό έδαφος. Σε αντίθεση με την άλλη μεγάλη γερμανική δύναμη, την Αυστρία, η Πρωσία στα μάτια των πρώτων γερμανών πατριωτών αφενός είχε πέσει μαχόμενη, αφετέρου ανέλαβε πρώτη και μόνη στο όνομα του γερμανικού έθνους την υπεράσπιση της τιμής του. Στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου ο φιλόσοφος Fichte ανέλαβε τη θεωρητική θεμελίωση του γερμανικού εθνικισμού με τις Ομιλίες προς το γερμανικό έθνος, ο παιδαγωγός Jahn υπήρξε πρωτοπόρος ενός μαζικού γυμναστικού κινήματος που προετοίμασε σωματικά την πρωσική νεολαία ώστε να αναλάβει στρατιωτική δράση όποτε αυτό κριθεί απαραίτητο ενώ την ίδια στιγμή πρωσικές ομάδες ατάκτων όπως αυτές του Ludwig von Lützow, οι οποίες για πρώτη φορά ενδύθηκαν στολές με τα εθνικά γερμανικά χρώματα (μαύρο, κόκκινο, χρυσό), και του Ferdinand von Schill συνέχιζαν μόνες τους των αγώνα εναντίον των Γάλλων στη Γερμανία. Παράλληλα, κρίθηκε απαραίτητη η ανάδειξη μορφών του παρελθόντος, ικανών να εμπνεύσουν την πρωσική αντίσταση και να αποτελέσουν σημείο αναφοράς του πρωσικού εθνικού κινήματος. Πρώτος ο θεολόγος Schleiermacher, σε κήρυγμα του το 1808, μίλησε από άμβωνος για το “δικαίωμα να αποδώσουμε τιμή σε έναν «μεγάλο» της πατρίδας μας μιας άλλης εποχής” και παρουσίασε τον Φρειδερίκο ως πρότυπο ηγέτη και τη διακυβέρνηση του ως ιδανική: “Είναι λοιπόν η ανάμνηση του ιερή για μας καθώς μας απομακρύνει από την οδό της απωλείας. Ταυτόχρονα μας δείχνει τον τρόπο που το μεγαλείο του Θεού μέσω εκείνου αποκαλύφθηκε”.[viii] Το παράδειγμα του ακολούθησε ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ΄ όταν στις 17 Μαρτίου 1813 κάλεσε τους Πρώσους να λάβουν τα όπλα εναντίον των Γάλλων, μνημονεύοντας το παράδειγμα του προγόνου του: “Θυμηθείτε την εποχή του Μεγάλου Εκλέκτορα, και του Μεγάλου Φρειδερίκου! Μείνετε προσηλωμένοι στα αγαθά εκείνα για τα οποία οι πρόγονοι σας υπό την καθοδήγηση τους πολέμησαν: Την ελευθερία της σκέψης, την τιμή, την ανεξαρτησία, την τέχνη, την επιστήμη!”.[ix] Μετά την επιτυχή έκβαση των Πολέμων της Απελευθέρωσης και τη Μάχη της Λειψίας το 1813, ο αναμορφωτής του πρωσικού εκπαιδευτικού συστήματος και εισηγητής του Νέου Ανθρωπισμού στη γερμανική εκπαίδευση Wilhelm von Humboldt έγραψε στη σύζυγο του: “Ο Ναπολέων είχε την εντύπωση ότι το δημιούργημα του Φρειδερίκου ήταν κάτι εφήμερο. Το επίτευγμα του όμως είναι σήμερα σαφές και θα λέγαμε ότι η ορμή και ο ενθουσιασμός στην Πρωσία σήμερα πηγάζουν από εκείνον…”.[x] Σε αντίθεση με τα παραπάνω η επιτυχής προετοιμασία της Πρωσίας για την εκ νέου ανάληψη δράσης εναντίον του ανώτερου ποιοτικά γαλλικού στρατού απαίτησε την αμφισβήτηση της φρειδερίκειας παράδοσης. Στον 18ο αιώνα ένας επαγγελματικός στρατός, στον οποίο αντικατοπτριζόταν η αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση με τις θέσεις των αξιωματικών να προορίζονται αποκλειστικά για τους γόνους των μεγάλων πρωσικών αριστοκρατικών οικογενειών, ήταν αρκετός για να συντρίψει τους υπέρτερους αριθμητικά στρατούς Γάλλων, Αυστριακών, Ρώσων και Σουηδών όπως και να γεννήσει τον θρύλο του ακατάβλητου πρωσικού πεζικού στο Rossbach, στο Leuthen και στο Torgau, ήταν όμως ανεπαρκής όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει το νέο τύπο του εθνικού στρατού. Σίγουρα οι αναμορφωτές του πρωσικού στρατού, Scharnhorst και Gneisenau, δεν άξιζαν τιμές ανάλογες με εκείνες που απέδωσε ο Ναπολέων στον Φρειδερίκο κατά την επίσκεψη του στον τάφο του τελευταίου στο Πότσδαμ. Ωστόσο ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι οι υπέρμετρα αυστηρές σωματικές τιμωρίες, η μεγάλης διάρκειας στρατιωτική θητεία, η προνομιακή μεταχείριση των ευγενών και η έλλειψη συστήματος γενικής στρατολογίας σε εθνική κλίμακα ήταν οι φρειδερίκειες παρακαταθήκες, υπονομευτικές του αξιόμαχου του στρατεύματος. O εκδημοκρατισμός τόσο στο στράτευμα όσο και στην κοινωνία, μετέτρεψε τον Φρειδερίκο από σύμβολο του πρωσικού εθνικού κινήματος σε σημείο αναφοράς των ανώτερων και πλέον συντηρητικών στρωμάτων της πρωσικής κοινωνίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γιούνκερ Friedrich August Ludwig von der Marwitz, στρατιωτικού και βασικού εκπροσώπου της αντισυνταγματικής παράταξης, αλλά και του συντηρητικού νομομαθούς Carl Ludwig von Haller, ο οποίος απέδιδε την περίφημη φράση “Ο βασιλιάς είναι ο πρώτος υπηρέτης του κράτους” σε lapsus linguae του πρώσου μονάρχη.

Πότσνταμ, 26 Οκτωβρίου 1806.Το προσκύνημα του Ναπολέοντα στον τάφο του Φρειδερίκου Β΄.

Η πρόσληψη της φυσιογνωμίας του Φρειδερίκου από τους επαγγελματίες ιστορικούς στο γερμανικό χώρο κατά την προμαρτιανή περίοδο (Vormärz) παρουσιάζει μια πολύ πιο σύνθετη εικόνα. Στην Παγκόσμια Ιστορία (1826) του φιλελεύθερου ιστορικού του πανεπιστημίου του Freiburg, Κarl von Rotteck ο συγγραφέας φαίνεται διχασμένος. Αν και εκφράζει το θαυμασμό του για τις σπάνιες ικανότητες του βασιλιά σε καιρούς ειρήνης και πολέμου, παράλληλα τον μέμφεται για την απουσία κάθε αίσθησης δικαίου και γερμανικού φρονήματος. Ενώ από τη μία του πίστωνε τη δημιουργία του πρωσικού κράτους, την ίδια στιγμή τον θεωρούσε ως κύριο υπαίτιο για τον Επταετή Πόλεμο αλλά και για το διαμελισμό της Πολωνίας, μια κατηγορία που δεν πρέπει να ξενίζει με δεδομένη την αρχική υποστήριξη των γερμανών εθνικιστών στο πολωνικό ζήτημα. Λιγότερο επιφυλακτικός ο επίσης φιλελεύθερος καθηγητής στη Χαϊδελβέργη Friedrich Christoph Schlosser, στην Ιστορία του 18ου αιώνα (1823) υποστήριξε ότι ο Φρειδερίκος εργάστηκε για την ευημερία και τη δόξα του λαού ενάντια στις παλαιές αυλές, των οποίων την πολυτέλεια και υπερβολή αποστρεφόταν, αλλά και ενάντια στη συντήρηση που ο κλήρος εκπροσωπούσε. Για τον Schlosser ο βασιλιάς ήταν υπέρμαχος της ελευθερίας και του δικαίου, φορέας ανανέωσης, ενώ για το διαμελισμό της Πολωνίας δεν ήταν  περισσότερο υπεύθυνος από την Αυστρία και τη Ρωσία, επίσης συμμέτοχες σε αυτόν.[xi] Τη διετία 1832-1834 ολοκληρώθηκε το εννεάτομο έργο του Johann David Erdmann Preuss Φρειδερίκος ο Μέγας: Μια βιογραφία, το οποίο εκδόθηκε με αφορμή το επικείμενο ιωβηλαίο από την ανάρρηση του Φρειδερίκου στον θρόνο. Ουσιαστικά επρόκειτο για έναν φόρο τιμής του Preuss προς τον ήρωα του, ένα έργο το οποίο ως προς την έκταση και τους υμνητικούς τόνους του συγγραφέα, ως εφάμιλλο του έχει μόνο τη μεταγενέστερη εξάτομη βιογραφία του Φρειδερίκου από τον βρετανό Carlyle και μόνο σύμπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο θαυμασμός του Hitler για τον πρώσο ηγεμόνα είχε στη βάση του το έργο του Preuss και του Carlyle, αφού αμφότερα ανήκαν στα αγαπημένα αναγνώσματά του.[xii]

Την ίδια εποχή δυο εμβληματικές μορφές της πρωσικής αλλά και της παγκόσμιας ιστοριογραφίας, ο Leopold von Ranke και ο Johann Gustav Droysen διασταύρωσαν τα ξίφη τους με επίδικο τη θέση του Φρειδερίκου στη γερμανική ιστορία. Το 1833 ο τριανταοκτάχρονος Ranke, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της πρωσικής πρωτεύουσας, με συμβολή του στο περιοδικό Historischpolitischen Zeitschrift πήρε αποστάσεις από τις διθυραμβικές προσεγγίσεις των φιλελεύθερων συναδέλφων του. Για τον Ranke δεν είχε τόση σημασία η προσωπικότητα του ηγέτη όσο η τύχη και η συγκυρία. Απομακρύνθηκε από τη δημοφιλή προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η σύγκρουση Πρωσίας-Αυστρίας ήταν ένα σκοτεινό σημείο της γερμανικής ιστορίας του 18ου αιώνα και δεν προσδοκούσε την ανατροπή του ισχύοντος συσχετισμού δυνάμεων στα γερμανικά πράγματα υπέρ της Πρωσίας. Στον αντίποδα του, ο συμπατριώτης του Droysen αποστρεφόταν τη μεταναπολέοντεια τάξη πραγμάτων, η οποία διασφάλιζε τα πρωτεία του Aψβούργου αυτοκράτορα της Αυστρίας στη γερμανική συνομοσπονδία. Οπαδός μιας ενιαίας Γερμανίας, εθνικά ομοιογενούς, υπό την ηγεσία της προτεσταντικής Πρωσίας, όπου η πολυεθνική αυτοκρατορία των καθολικών αψβούργων δεν είχε θέση, αναγνώριζε στον Φρειδερίκο ένα πρόδρομο της μικρογερμανικής λύσης. Υπό αυτό το πρίσμα αλλά  επηρεασμένος και από τις εγελιανές του καταβολές, ο Droysen είδε στον Φρειδερίκο, όπως και ο ώριμος Hegel, μια ενσάρκωση του Weltgeist, ένα φορέα του νέου και καταλύτη του παλαιού. Στην Ιστορία της πρωσικής πολιτικής (1855-1866) ο Droysen υπερασπίστηκε τον πρώσο μονάρχη τον „κριτή ενός ετοιμοθάνατου κόσμου και ως αποκλειστικό φορέα της γερμανικής σκέψης”. Με δριμύτητα επιτέθηκε στον Ranke, επισημαίνοντας ότι ήταν αναντίστοιχη του ειδικού επιστημονικού του βάρους η απόπειρα του να “λειάνει το γεμάτο άθλους βίο του Φρειδερίκου Β΄”.[xiii]

Leopold von Ranke (1795 – 1886).
Johann Gustav Droysen (1808 – 1884).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις εγελιανές καταβολές της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας θα πρέπει να αποδώσουμε και το ενδιαφέρον ορισμένων επιφανών εκπροσώπων του κινήματος για τον Φρειδερίκο. Ακόμη και ένας εστεμμένος μπορούσε να επιφέρει σημαντικά πλήγματα στο φεουδαρχικό σύστημα, θέτοντας σε κίνηση τους μηχανισμούς της ιστορικής εξέλιξης. Στους θαυμαστές του ανήκει ο Ferdinand Lassale, για τον οποίο η πρωτοβουλία του Φρειδερίκου να κηρύξει τον πόλεμο στην αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Μαρία Θηρεσία το 1740 συνιστούσε μια επαναστατική, ριζοσπαστική και ρηξικέλευθη πράξη για τα ήθη και τις πρακτικές της διπλωματίας του 18ου αιώνα. Ο Φρειδερίκος ήρθε σε ρήξη με τη φιλοαυστριακή πολιτική του πατέρα του, του “Βασιλιά-Στρατιώτη” Φρειδερίκου Γουλιέλμου Α΄ και του παππού του Φρειδερίκου Α΄, ο οποίος όφειλε τον τίτλο του Βασιλιά της Πρωσίας στη γενναιοδωρία του αψβούργου αυτοκράτορα Λεοπόλδου Α΄. Για τον Lassale, με την απόφαση του ο Φρειδερίκος να εισβάλει την αυστριακή κτήση της Σιλεσίας παραβιάζοντας τους όρους του κειμένου της Πραγματικής Κύρωσης (Pragmatica Sanctio)[xiv], συμφωνίας που έφερε την υπογραφή του πατέρα του, έδειξε πρώτος στους νεότερους χρόνους πρωτοφανή περιφρόνηση στις συμφωνίες μεταξύ των βασιλικών οίκων της Ευρώπης. Σε δοκίμιο του για τον  Lessing σχολιάζει σχετικά με την πρωσική εισβολή στην Σιλεσία: “Δεν ήταν ένας συνηθισμένος πόλεμος της εποχής με αντικείμενο ένα ασήμαντο ζήτημα όπως σε ποιόν ηγεμόνα θα άνηκε στο εξής μια λωρίδα γης. Ήταν μια ανταρσία του Μαρκήσιου του Βρανδεμβούργου (όπως τον αποκαλούσε η Madame de Pompadour) ενάντια στην αυτοκρατορική οικογένεια, ενάντια σε κάθε τύπο και παράδοση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενάντια στην κοινή βούληση της ευρωπαϊκής ηπείρου. Μια ανταρσία την οποία έφερε σε πέρας σαν πραγματικός και αυθεντικός επαναστάτης: έτοιμος να πιεί το δηλητήριο που έφερε πάντα μαζί του”.[xv] Στο ίδιο μήκος κύματος ο δημοσιογράφος και ιστορικός Friedrich Köppen, με αφορμή το ιωβηλαίο από την ενθρόνιση του βασιλιά το 1840, σε φυλλάδιο που αφιέρωσε στο φίλο του Μαρξ έγραψε: “Σύμφωνα με μια διαδεδομένη δοξασία κάθε εκατό χρόνια ένας άνδρας ανασταίνεται. Ο καιρός έφτασε! Είθε το αναγεννήμένο πνεύμα του να επιστρέψει κοντά μας και με το φλεγόμενο ξίφος του να εξαφανίσει κάθε εχθρό που φράζει το δρόμο μας προς τη Γη τη Επαγγελίας. Ας ορκιστούμε να ζήσουμε και να πεθάνουμε πιστοί στο πνεύμα του!”.[xvi] Ο ίδιος ο Μαρξ ωστόσο διαφωνούσε. Ο Φρειδερίκος δεν ήταν παρά ένας από τους πολλούς ηγεμονίσκους, τυπικός εκπρόσωπος της εποχής του και της τάξης του. Αποκλειστικό μέλημα του ήταν να επεκτείνει την επικράτεια του. Ο Μαρξ απέρριπτε τις διασταλτικές θεωρίες των φιλελευθέρων σχετικά με ενδεχόμενες φιλοδοξίες του πρώσου μονάρχη να αναμορφώσει την αυτοκρατορία, ενώ ήταν εξαιρετικά επικριτικός για το ρόλο του Φρειδερίκου στο διαμελισμό της Πολωνίας σε συνεργασία με το “ρώσικο τσακάλι”.

Adolph Menzel (1815 – 1905),  Flötenkonzert Friedrichs des Großen in Sanssouci, 1852. Στο φλάουτο διακρίνεται ο Φρειδερίκος Β΄ και στο κλειδοκύμβαλο ο Carl Philipp Emanuel Bach.

Η έλξη που ασκούσε σε εθνικιστές, φιλελεύθερους και σοσιαλιστές, η προσωπικότητα του πρώσου μονάρχη προκαλούσε προβληματισμό στους εκπροσώπους της συντηρητικής Γερμανίας. Με τον επαναστατικό πυρετό να κορυφώνεται και τη συζήτηση για το μέλλον μιας ενιαίας πατρίδας όλων των Γερμανών από το “Μεύση ως το Μέμελ και από τον Αδίγη ως το Βέλτη” να εντείνεται, ο Φρειδερίκος έχανε τα αποκλειστικά πρωσικά χαρακτηριστικά του και μετατρεπόταν σε παγγερμανικό σύμβολο. Ανήσυχος, ο νομικός Ernst Ludwig von Gerlach, συνιδρυτής του πρωσικού συντηρητικού κόμματος, της εφημερίδας Evangelische Kirchenzeitung, αλλά και της Kreuz-Zeitung, έβλεπε κάτι το ειδωλολατρικό στην προσωπολατρεία του Φρειδερίκου, που θύμιζε έντονα τη λατρεία του ρωμαίου αυτοκράτορα στην αρχαία Ρώμη και στο υλιστικό πνεύμα που εκείνος εξέφραζε. Ο Gerlach συμφωνούσε με την Leipziger Allgemeine Zeitung, όταν το 1842, σε άρθρο της σχετικό με την αύξηση των μνημείων προς τιμήν του Φρειδερίκου, ή ακόμη και το ενδεχόμενο ανέγερσης ενός τραϊάνειου θριαμβικού κίονα προς τιμήν του[xvii] σχολίαζε: “Αν και εγκαινιάζουμε μνημεία για το βασιλιά Φρειδερίκο Β΄ και εκδίδουμε τα έργα του δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τα αμαρτήματά του”. Φυσικά η απειλή από τη φήμη του Μεγάλου Φρειδερίκου ήταν σε ένα εντελώς συμβολικό επίπεδο όπως απέδειξε η εμπειρία της αποτυχημένης επανάστασης του 1848 και της απόπειρας για μια ένωση της Γερμανίας από τη βάση. Μόνο ο ρομαντικός Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄ αισθάνθηκε το κύρος του να απειλείται από τις συντριπτικές συγκρίσεις μεταξύ εκείνου και του ένδοξου πρόγονού του. Σκωπτικά ποιήματα όπως του Βαυαρού Alfred Michel, το οποίο γνώρισε μεγάλη διάδοση μετά το θάνατο του στα οδοφράγματα της επανάστασης, ή γελοιογραφίες με απεικονίσεις του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄ σαν νάνο και αδέξια καρικατούρα, ανίκανη να σταθεί δίπλα στον Φρειδερίκο, ενίσχυαν το αίσθημα μειονεξίας. Σε αυτές τις ατυχείς συγκρίσεις πρέπει να αποδοθεί τόσο η διστακτική του στάση στην έκδοση του συνόλου του έργου του Φρειδερίκου, όσο και στην αναγέννηση του επιστημονικού -και όχι μόνο- ενδιαφέροντος για αυτόν. Ακόμη και αν επί των ημερών του στήθηκε ο έφιππος ανδριάντας του , για τον οποίο λόγος έγινε πιο πάνω, στην τελετή των αποκαλυπτηρίων το 1851 ο βασιλιάς μίλησε ελάχιστα για τον επιφανή πρόγονο του και επικεντρώθηκε στον κίνδυνο της επανάστασης, προερχόμενο από ανατρεπτικά στοιχεία, αναθέτοντας στον πρωθυπουργό του, Otto von Manteufel την εξύμνηση του εικονιζομένου. Προς μεγάλη απογοήτευση του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄, το επόμενο πρωί τον ανδριάντα “κοσμούσε” περιπαικτική έμμετρη επιγραφή η οποία καλούσε τους δυό ηγεμόνες να ανταλλάξουν θέσεις:

Γερό-Φριτς κατέβα!

Στην Πρωσία βασίλευσε ξανά!

Σε τέτοιους δύσκολους καιρούς

καλύτερα καβάλα εκεί πάνω ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος![xviii]

Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄, βασιλέας της Πρωσίας (1795 – 1861).

Η τελευταία δεκαετία του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄ στον θρόνο ταυτίζεται με μια περίοδο περισυλλογής και εσωστρέφειας για το γερμανικό εθνικό κίνημα ενώ ο γερμανικός φιλελευθερισμός δεν συνήλθε ποτέ από τα τραύματα που του κατάφεραν τόσο η ενωμένη αυστροπρωσική αντίδραση όσο και η συνειδητοποίηση των δομικών αδυναμιών του. Η Αυστρία την επαύριον της επανάστασης του 1848 είχε αναδειχθεί και πάλι σε ηγεμονική δύναμη στο γερμανικό χώρο, με την Πρωσία ξανά στη δεύτερη θέση. Τη χαλεπή αυτή συγκυρία και το κλίμα της εποχής φαίνεται ότι απηχεί και ο πίνακας του πρώσου ρεαλιστή ζωγράφου Adolph von Menzel, Η μάχη του Hochkirch. Θέμα του κατεστραμμένου σήμερα πίνακα ήταν η ήττα του πρωσικού στρατού από τις αυστριακές δυνάμεις το 1758 στο Hochkirch της Σαξονίας. Η επιλογή μιας ήσσονος σημασίας ήττας ως θέματος, σε συνδυασμό με την απεικόνιση του ίδιου του Φρειδερίκου από το ζωγράφο σαν μια ξαφνιασμένη, σκοτεινή, αδιάφορη φιγούρα και του πρωσικού στρατού πανικόβλητου και ασύντακτου να προσπαθεί να ανασυνταχθεί μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, προκάλεσε αντιδράσεις. Όπως αναμενόταν, ο Menzel, ο οποίος άλλωστε είχε πρωταγωνιστήσει στην αναθέρμανση του ενδιαφέροντος για τον Φρειδερίκο αναλαμβάνοντας την εικονογράφηση του μνημειώδους έργου του Franz Kugler για τον πρώσο βασιλιά, κατηγορήθηκε για ηττοπάθεια και μειωμένο εθνικό φρόνημα.[xix]

Με την κατάληψη του αξιώματος του υπουργού των εξωτερικών της Πρωσίας από τον  Bismarck το 1862, η πρωτοβουλία στο ζήτημα της γερμανικής ενοποίησης πέρασε στα χέρια ενός άνδρα απαλλαγμένου από τις ψευδαισθήσεις των γερμανών φιλελευθέρων και αποφασισμένου να τοποθετήσει την Πρωσία επικεφαλής μιας ενιαίας Γερμανίας, σεβαστής στους φίλους και φοβερής στους εχθρούς. Με τη συνεπικουρία του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Moltke και του Υπουργού Πολέμου Roon, η Πρωσία αναδείχθηκε νικήτρια σε τρεις διαδοχικές πολεμικές αναμετρήσεις: στον Β΄ Πόλεμο του Σλέσβιχ-Χόλσταιν (1864), στον Αυστροπρωσικό (1866) και στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο (1870-1).  Στις 18 Ιανουαρίου 1871, στα ανάκτορα του Λουδοβίκου ΙΔ΄ στις Βερσαλίες, το όραμα του Bismarck έλαβε σάρκα και οστά με την ενθρόνιση του βασιλιά της Πρωσίας Γουλιέλμου Α΄ σε αυτοκράτορα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Οι θαυμαστές νίκες του πρωσικού στρατού ενάντια σε Αυστριακούς και Γάλλους αναζωπύρωσαν τη συζήτηση για τον πρώτο Hohenzollern, ο οποίος είχε επιχειρήσει να καταστήσει την Πρωσία ηγεμονική δύναμη, αλλά και για το ρόλο της Πρωσίας γενικότερα στη γερμανική ιστορία. Στη νεαρή αυτοκρατορία, κυρίαρχη αναδείχθηκε η ιστοριογραφική τάση της παρουσίασης του Φρειδερίκου ως προδρόμου της ενοποίησης της Γερμανίας, ως πρώιμου οραματιστή μιας αναγεννημένης αυτοκρατορίας μακριά από τα οράματα των Αψβούργων για μια πολυεθνική monarchia universalis. Η συζήτηση περιστράφηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από την πρωτοβουλία του Φρειδερίκου για την Ένωση των Ηγεμόνων (Fürstenbund) το 1785. Με αυτήν την ad hoc συμμαχία Πρωσίας-Σαξονίας-Ανοβέρου, ο Φρειδερίκος επιζητούσε αποκλειστικά την εξουδετέρωση των βλέψεων του αψβούργου αυτοκράτορα Ιωσήφ Β΄ στο εκλεκτοράτο της Βαυαρίας και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσε το πρώτο βήμα μιας ενοποιητικής εθνικής προσπάθειας. Ωστόσο, ακόμη και ο νέστορας της γερμανικής ιστοριογραφίας Ranke αναζήτησε στον Φρειδερίκο και στην Ένωση του 1785 διαστάσεις ανύπαρκτες. Στο έργο του Τα γερμανικά κράτη και η Ένωση των Ηγεμόνων (1875) υποστήριξε ότι για πρώτη φορά μετά τη Μεταρρύθμιση οι Γερμανοί υπερέβησαν τις θρησκευτικές τους διαφορές στο όνομα ενός κοινού στόχου: “Με την Ένωση των Ηγεμόνων καθολικοί και προτεστάντες ηγεμόνες ενώθηκαν (συμμετείχε και ο καθολικός εκλέκτορας-επίσκοπος Μαγεντίας), ο διχασμός των ομολογιών που μέχρι τότε δίχαζε το σώμα της Γερμανίας ουσιαστικά τερματίστηκε. Έτσι σφυρηλατήθηκε η εθνική ενότητα και κυριαρχία μιας ενιαίας εθνικής σκέψης στα χρόνια που ακολούθησαν.[xx] Ο διάδοχος του Ranke στο αξίωμα του επίσημου ιστοριογράφου του πρωσικού κράτους Heinrich Treitschke, με το γνωστό παθιασμένο ύφος του, εκθείασε τον Φρειδερίκο ως προστάτη του βορειογερμανικού προτεσταντισμού και υπέρμαχο του παγγερμανικού πνεύματος, συγκρίνοντας τις νίκες του με εκείνες των Βρετανών εναντίον των ιθαγενών πληθυσμών σε Αμερική και Ασία. Όσο για το ρόλο του βασιλιά στο διαμελισμό της Πολωνίας, ο Treitschke εμφάνισε το βασιλιά ως συνεχιστή της μεσαιωνικής Drang nach Osten του Τευτονικού Τάγματος: “Ο Βασιλιάς έδρασε για δεύτερη φορά ως πολλαπλασιαστής της έκτασης του βασιλείου. Έδωσε πίσω στην πατρίδα μας το βασικό έρεισμα του Τευτονικού Τάγματος, την όμορφη κοιλάδα του Βιστούλα, εκεί από όπου ο τεύτονας ιππότης έδιωξε το βάρβαρο και ο γερμανός αγρότης τιθάσευσε τη φύση[…]Ο αγώνας των Γερμανών εναντίον των Πολωνών για τον έλεγχο των ακτών της βαλτικής κρίθηκε υπέρ της Γερμανίας”.[xxi] Πιστός στο πνεύμα του ιστορικού, ο γλύπτης Rudolf Siemering το 1877 διακόσμησε τη βάση του ανδριάντα του πρώσου ηγεμόνα στην έδρα του τάγματος στο Marienburg με τα αγάλματα τεσσάρων εκ των σημαντικότερων μεγάλων αρχιμαγίστρων των Τευτόνων Ιπποτών.[xxii]

Heinrich Gotthard von Treitschke (1834 – 1896).
Rudolf Siemering, ανδριάντας του Φρειδερίκου του Μεγάλου (1877), Marienburg.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πιο κριτικός στάθηκε ο Onno Klopp, αρχειονόμος του βασιλείου του Ανοβέρου, το οποίο προσαρτήθηκε από την Πρωσία μετά τη νικηφόρα για αυτήν έκβαση του Αυστροπρωσικού Πολέμου το 1866. Από το 1860 ο καθολικός Klopp έκανε λόγο στα έργα του για τον κίνδυνο της επικράτησης του φρειδερίκειου πνεύματος στα γερμανικά πράγματα. Με το έργο Ο Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας και το γερμανικό έθνος (1867), κατηγορούσε το βασιλιά ως πρωταίτιο της γερμανικής δυαρχίας και θεμελιωτή της ανεξέλεγκτης, ανήθικης και επεκτατικής πολιτικής. Αμφισβητούσε το προσωνύμιο “μέγας” και είδε στο 1866 την “τελική νίκη του φρειδερικιανισμού (Fridericianismus)” αλλά και το “τέλος της γερμανικής ιστορίας”. O Klopp τόνιζε τέλος, ότι η ύπαρξη της Πρωσίας βασιζόταν στη διατήρηση ενός παραδόξου: Η σταθερότητα στο εσωτερικό εξασφαλιζόταν μόνο με τη μόνιμη αναταραχή στο εξωτερικό.[xxiii]  Εγγύτερα στους επικριτές παρά στους θαυμαστές βρισκόταν και ο ίδιος ο Bismarck. Στα κείμενα του διακρίνεται η δυσκολία του να παρακολουθήσει όσους με πάθος αναζητούσαν ομοιότητες ανάμεσα στο έργο του Φρειδερίκου και το δικό του, αφού, όπως παρατηρούσε, οι εποχές ήταν διαφορετικές σε τέτοιο βαθμό, ώστε κάθε σύγκριση ήταν άτοπη, ενώ κρίνοντας από την  προσωπική του εμπειρία δίπλα σε τρεις γερμανούς αυτοκράτορες, η φιλαρέσκεια ήταν το θανάσιμο αμάρτημα κάθε εστεμμένου και ο Φρειδερίκος δεν συνιστούσε εξαίρεση.

Η κρίση του Bismarck περί φιλαρέσκειας δικαιολογείται απόλυτα στην περίπτωση του κάιζερ Γουλιέλμου Β΄. Στα χρόνια της βασιλείας του, που ταυτίζονται με την κορύφωση του γερμανικού ιμπεριαλισμού, εντάθηκε η προσπάθεια να τονιστεί ο μεσσιανικός ρόλος της μοναρχίας και των Hohenzollern στη γερμανική ιστορία. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας, ο οποίος υπενθύμιζε συχνά την καταγωγή του από το “Μεγάλο Βασιλιά”, δεν έχανε την ευκαιρία σε χορούς μεταμφιεσμένων να υποδύεται με ρούχα εποχής τον πρόγονο του, ενώ είχε ζητήσει από τον επιφανέστερο γλύπτη της αυτοκρατορικής Γερμανίας Rheinhold Begas, να τον χρησιμοποιήσει ως μοντέλο για τον ανδριάντα του Μεγάλου Φρειδερίκου στη Λεωφόρο των Νικών (Siegesallee), επιθυμία που πραγματοποιήθηκε.

Ο αυτοκράτορας Γουλιέλμος Β΄ (1859 – 1941) μεταμφιεσμένος ως Φρειδερίκος Β΄ .

Ο ίδιος προσπάθησε να επιβάλλει στην πρωσική και κατʼ επέκταση στη γερμανική ιστοριογραφία το προσωνύμιο “μέγας” στον παππού του Γουλιέλμο Α΄ και τελικά και εμφανιστεί ο ίδιος ως ο τρίτος “μεγάλος” Hohenzollern, εκείνος που θα οδηγούσε τη Γερμανία στη μέγιστη υπερπόντια επέκταση της.[xxiv] Με δεδομένα τα παραπάνω, δεν εκπλήσσει ούτε ο μεγάλος αριθμός μελετών, διαλέξεων, εκθέσεων και έργων τέχνης με θέμα το βίο του Μεγάλου Φρειδερίκου, ο οποίος έτυχε της αυτοκρατορικής ενίσχυσης. Στην πρεμιέρα του θεατρικού έργου Döberitz του ευνοούμενου της αυλής Jospeh Lauff το 1903, το οποίο τοποθετείται στο τέλος του Β΄ Σιλεσιακού Πολέμου, το παρόν έδωσε η αυτοκρατορική οικογένεια. Ο κάιζερ σχολίασε σχετικά: “Είδαν με τα μάτια τους (σ.σ. οι θεατές) τις συμφορές και την εξαθλίωση της διαίρεσης σε πολλά μικρά κράτη. Σε αυτήν την άθλια κατάσταση της αδυναμίας και του διχασμού το δαφνοστεφανωμένο πρωσικό ξίφος στα χέρια ενός Hohenzollern, του Μεγάλου Φρειδερίκου, σταθεροποίησε το βασίλειο και αυτό με τη σειρά του αποτέλεσε τη βάση επί της οποίας ο μετέπειτα αυτοκράτορας Γουλιέλμος ο Μέγας μπόρεσε να θεμελιώσει τη γερμανική αυτοκρατορία. Ήταν μια ωραία, ένδοξη, μεγάλη στιγμή.” Παράλληλα, η λογοκρισία δεν επέτρεπε το ανέβασμα έργων με περιεχόμενο ικανό να πλήξει το γόητρο και τη φήμη του Φρειδερίκου. Έτσι, το 1898 το έργο Ο άγριος Reutlingen των Gustav Moser και Thilo von Trotha βασισμένο σε διήγημα του Hans Werder, έτυχε της αυτοκρατορικής έγκρισης μόνο μετά την αφαίρεση της φράσης “Πώς γίνεται ένας μεγάλος βασιλιάς να έχει τόσο μικρό μυαλό;”. Στο έργο Ο νεαρός Φριτς (1909), ο θεατρικός συγγραφέας Ferdinand Bonn, φοβούμενος τις αντιδράσεις έδωσε στο ρόλο του αδελφικού φίλου του, Φρειδερίκου Hans von Katte, χαρακτηριστικά σύγχρονου γερμανού εθνικιστή, ενώ το 1914, στον διάσημο εκπρόσωπο του νεοκλασικισμού Paul Ernst, απαγορεύθηκε το ανέβασμα του έργου Το πρωσικό πνεύμα, επειδή ο κάιζερ δεν επιθυμούσε την επί σκηνής απεικόνιση της σύγκρουσης του Φρειδερίκου με τον πατέρα του, Φρειδερίκο Γουλιέλμο Α΄.[xxv]

Δύο χρόνια πριν την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, και ενώ συμπληρώνονταν 200 χρόνια από τη γέννηση του Γερο-Φριτς, η Berliner Post έγραφε: „Ποιες μεγάλες μορφές της ιστορίας τους εκτιμούν περισσότερο οι Γερμανοί; Ποιοι κάνουν την καρδιά τους να χτυπά εντονότερα από συγκίνηση; Ο Goethe; Ο Schiller; Ο Wagner; Ο Marx; Όχι! Ο Barbarossa, ο Μέγας Φρειδερίκος, ο Blücher, ο Moltke, ο Bismarck! Oι σκληροτράχηλοι άνδρες της ιστορίας! Αυτοί που πήραν χιλιάδες ζωές είναι εκείνοι, που συναρπάζουν το λαό και του προκαλούν ένα ειλικρινές αίσθημα ευγνωμοσύνης. H αιτία είναι ότι εκείνοι έπραξαν αυτό ακριβώς που καλούμαστε και εμείς ακόμη και σήμερα να πράξουμε[]Ο καθένας χωριστά γνωρίζει και ολόκληρο το έθνος έχει συναίσθηση αυτού: Μόνο στην επίθεση υπάρχει σωτηρία![xxvi] Ακόμη και στη Βαυαρία, όπου η πρωσική προτεσταντική λιτότητα δεν ήταν δημοφιλής, φαίνεται ότι ο Φρειδερίκος είχε το δικό του κοινό. Σε αυτό πρέπει να συγκαταλεχθεί και ο διάσημος για τα ηθογραφικά του διηγήματα Ludwig Thoma. Σε άρθρο στην εβδομαδιαία εφημερίδα März υπενθύμιζε ότι ακόμη μπορούσες να συναντήσεις στις αγροικίες της Βαυαρίας εικόνες του Φρειδερίκου δίπλα στα εικονίσματα του λαοφιλούς Αγίου Κορβινιανού, αφού στην Ένωση των Ηγεμόνων όφειλε τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της η Βαυαρία, συμπληρώνοντας: “Ακόμη και αν δεν είναι σωστό να τοποθετούμε την εικόνα ενός “άθεου” δίπλα στον άγιο Κορβινιανό, έχουμε πολλούς λόγους για να τιμάμε τον Φρειδερίκο τον Μοναδικό (den Einzigen) ως σωτήρα της πατρίδας”.

Thomas Mann (1875 – 1955)

Οι αναφορές στον Φρειδερίκο, όπως αναμενόταν αυξήθηκαν τόσο στον τύπο όσο και στο γερμανικό δημόσιο λόγο ευρύτερα, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Καθώς, όμως, το πλαίσιο και η ρητορική η οποία συνόδευσε αυτές τις αναφορές, είναι μάλλον αναμενόμενα, αξίζει ίσως να σταθούμε αποκλειστικά στην ιδιαίτερη περίπτωση του Thomas Mann. Το δοκίμιο του Ο Μέγας Φρειδερίκος και η Μεγάλη Συμμαχία γράφτηκε το πρώτο έτος του πολέμου και είναι μια εύγλωττη μαρτυρία για τη χρήση της ιστορίας ως argumentum per analogiam σε κρίσιμες περιόδους. Το δοκίμιο δίχως να συνιστά μια αφελή προβολή του παρόντος στο παρελθόν δεν παύει να είναι μια κοινότοπη ανάγνωση της τρέχουσας πραγματικότητας. O Mann υποστήριζε ότι όπως και το 1756 (έτος έναρξης του Επταετούς Πολέμου) έτσι και το 1914 η Πρωσία και ο βασιλιάς της βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη συνασπισμένη ευρωπαϊκή ήπειρο. Στο έργο του, το οποίο ως στόχο έχει να εμψυχώσει το γερμανικό λαό και να του ενισχύσει την πίστη σε μια νίκη αντίστοιχη με εκείνη της Πρωσίας τον 18ο αιώνα, ο Φρειδερίκος εμφανίζεται ως θύμα και όχι ως θύτης. Αρχικά θύμα της πατρικής σκληρότητας και αργότερα της μοίρας, που τον ανάγκασε να γίνει βασιλιάς και όχι φιλόσοφος, όπως πραγματικά επιθυμούσε. Την ίδια στιγμή, η Πρωσία του Φρειδερίκου, όπως και η σύγχρονη του Μann Γερμανία, ήταν θύμα της πανευρωπαϊκής δυσπιστίας. Αμφότερες αδυνατούσαν να πείσουν την ήπειρο ότι οι φιλοδοξίες τους δεν ήταν ανεξέλεγκτες. Εξαιτίας αυτής της δυσπιστίας, παρατηρούσε ο Mann, συνασπίστηκαν τότε εκατό εκατομμύρια ενάντια σε πέντε και 14 ηγεμόνες ενάντια σε έναν. Οι Γερμανοί έπρεπε να μιμηθούν τον πρώσο βασιλιά: “Ο Φρειδερίκος δεν κέρδισε τίποτα, τα εδάφη του λεηλατήθηκαν, η γη έμεινε ακαλλιέργητη, φτωχή και εγκαταλείφθηκε. Όμως η Πρωσία στο τέλος ήταν ακέραιη, δεν είχε χάσει ούτε ένα χωριό, η Σιλεσία είχε διατηρηθεί ενώ ο σκοπός και ο στόχος της Μεγάλης Συμμαχίας είχε παντελώς αποτύχει. Αυτή ήταν η μεγάλη ταπείνωση που κατάφερε ένας άνδρας μόνος του απέναντι στην οικουμένη. Η μοίρα είχε αποφασίσει αντίθετα σε κάθε πρόβλεψη”.[xxvii]

Η ιστορία δεν δικαίωσε τον Mann αλλά τον “Σιδερένο Καγκελάριο” ο οποίος λέγεται ότι είχε δηλώσει: “Η συντριβή στην Ιένα ήλθε είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του Φρειδερίκου. Η επόμενη μεγάλη καταστροφή θα λάβει χώρα είκοσι χρόνια μετά το δικό μου θάνατο”. O Bismarck είχε πεθάνει το 1898 και το 1918 είδε την εκπλήρωση της πρόρρησης και την ήττα της αυτοκρατορικής Γερμανίας. Ακολούθησε η σημαντική απώλεια εδαφών σε Ανατολή και Δύση, η επιβολή βαρύτατων αποζημιώσεων και η εγκαθίδρυση ενός ασθενικού δημοκρατικού καθεστώτος ικανού να υπονομεύσει την ειρήνη στην ήπειρο. Ο πνευματικός κόσμος στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης στάθηκε αρκετά κριτικός απέναντι στη φυσιογνωμία του Φρειδερίκου, ο οποίος θεωρήθηκε υπεύθυνος για το γερμανικό μιλιταρισμό, βασική αιτία κατά πολλούς της ήττας το 1918. Ο σοσιαλιστής συγγραφέας, ιστορικός και δημοσιογράφος Kurt Kersten ήταν απαξιωτικός: οι στρατιωτικές του επιτυχίες ήταν αποτέλεσμα του στρατού που έφτιαξε ο πατέρας του Φρειδερίκος Γουλιέλμος Α΄, η Ένωση των Ηγεμόνων δεν ήταν παρά μια “Ιερά Συμμαχία πριν την Ιερά Συμμαχία” ενώ αδιαφόρησε πλήρως για την εκπαίδευση του λαού του. Για τον Kersten η σάρωση της φρειδερίκειας Πρωσίας από τα όπλα της Γαλλικής Επανάστασης ήταν νομοτελειακά προκαθορισμένη. Στο ίδιο μήκος κύματος ο συγγραφέας και αρχιτέκτονας Werner Hegemann, χαρακτήριζε τον Φρειδερίκο “άπατρη κοντοτιέρο του ροκοκό”, “υστερικό πρώσο Ρολάνδο” και αναρωτιόταν: “Υπάρχει άραγε άλλος λαός σαν το γερμανικό που να τον διακρίνει η αυτοκαταστροφική διαστροφή να θεωρεί έναν προδότη σαν τον Φρειδερίκο εθνικό ήρωα;”.[xxviii] Οπαδός της μεγαλογερμανικής λύσης, ο Hegemann θεωρούσε υπαίτιο τον πρώσο βασιλιά για τη σύγκρουση Πρωσίας-Αυστρίας στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν κατασπαταλήθηκαν ζωτικές δυνάμεις του γερμανικού έθνους, οι οποίες θα ήταν επαρκείς για να του ανοίξουν τον δρόμο της κατάκτησης και του αποικισμού της βαλκανικής χερσονήσου. Η ποιήτρια  Ricarda Huch, στη διάλεξη της με τίτλο Η γερμανική παράδοση το 1931, προειδοποίησε ότι “η σπορά του Φρειδερίκου θα φέρει νέες συμφορές στη χώρα” και ο πολλές φορές υποψήφιος για Νόμπελ Λογοτεχνίας Erich Kästner άσκησε σκληρή κριτική στην εικόνα του Μεγάλου Φρειδερίκου ως λογίου και ειδικότερα στις επιδερμικές γνώσεις του σε θέματα της γερμανικής λογοτεχνίας.

Τη φήμη του Γερο-Φρίτς ανέλαβε να διασώσει στην περίοδο 1919-1933 ο γερμανικός κινηματογράφος. Πλάι στα πρωτοποριακά έργα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, όπως αυτά του Lang και του Murnau, εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1920 και οι πρώτες ομιλούσες ταινίες με θέμα το βίο του πρώσου μονάρχη. Το 1921 κυκλοφόρησε η ταινία Fridericus Rex, με τον Otto Gebühr στον πρωταγωνιστικό ρόλο από τα στούντιο της UfA. Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ακολούθησαν άλλες τρεις ταινίες το 1922 με τον ίδιο τίτλο και στις οποίες ξεδιπλώνονταν περισσότερα γνωστά επεισόδια της ζωής του Φρειδερίκου. Πρωτοποριακή πρέπει να θεωρηθεί και η προώθηση των ταινιών με τη διαφήμιση τους μέσω άλλων προϊόντων, όπως συλλεκτικά άλμπουμ με φωτογραφίες των πρωταγωνιστών αλλά και δίσκοι γραμμοφώνου με μουσικά θέματα των ταινιών, διασκευασμένα για πιάνο. Στον τύπο εκφράστηκαν συχνά διαμετρικά αντίθετες απόψεις για την αξία τους. Η σοσιαλδημοκρατική Vorwärts υποστήριξε ότι ο πρωταγωνιστικός ρόλος ήταν ένας “δίχως περιεχόμενο ψευτοηρωικός χαρακτήρας“. Το περίφημο Die Weltbühne του Siegfried Jacobsohn σημείωνε ότι “Δεν πρόκειται για κάποιο σημαντικό έργο τέχνης αλλά μάλλον για μια ταινία ανίκανη να παρουσιάσει επαρκώς το πνευματικό διαμέτρημα του Μεγάλου Φρειδερίκου” και εμφατικά παρατηρούσε: “Δεν υπάρχει λόγος να πάρουμε στα σοβαρά σήμερα μια αντιδημοκρατική πρόκληση εμπνευσμένη από την ιστορία των Hohenzollern. Στον αντίποδα αυτών, ο Robert Breuer στο Die Glocke, τόνιζε ότι δεν γίνεται οι αίθουσες χωρητικότητας δύο χιλιάδων ατόμων να γεμίζουν δύο ή τρεις φορές την ίδια μέρα για έναν ή δύο μήνες με “ανόητους, εχθρούς της δημοκρατίας και μοναρχικούς” ενώ ο κριτικός κινηματογράφου της Frankfurter Zeitung, Friedrich Sieburg έγραψε: “O Φρειδερίκος πέρασε στην αιωνιότητα και θα είναι για πάντα μέρος της καθημερινότητας του καθενός δίχως ποτέ να χάσει τη λάμψη του. Είναι πάντα εκεί ακόμα και αν δεν γνωρίζαμε τίποτα για αυτόν. Λάμπει ακόμη και μέσα σε αυτόν τον άχαρο κόσμο του σήμερα[...]όχι όμως μέσα από τις βιογραφίες όσο μέσα από το μύθο“. Μετά την εξαγορά της UfA από τον επιχειρηματία και μετέπειτα υπουργό οικονομίας των εθνικοσοσιαλιστών Alfred Hugenberg, οι παραγωγές με θέμα την Πρωσία του Φρειδερίκου  συνεχίστηκαν με ανανεωμένο ζήλο από τους συντελεστές. Η πολλαπλή υποστήριξη ταινιών όπως O Γερό-Φριτς και το Κοντσέρτο για φλάουτο στο Sanssouci ενώ την ίδια στιγμή ταινίες, όπως η μεταφορά του Ουδέν νεώτερον από το δυτικόν μέτωπον του Erich Maria Remarque, αντιμετώπιζαν προβλήματα με τη λογοκρισία, δεν πέρασε απαρατήρητο από εφημερίδες όπως η κομμουνιστική Rotte Fahne, που καταδίκαζε την γκροτέσκα απεικόνιση της εποχής: „Η έλξη που ασκεί το μεγαλείο της περιόδου του Φρειδερίκου θα παραμένει αμείωτη όσο ο φιλισταϊκός τύπος ανθρώπου ανθεί στη Γερμανία. Όμως οι ιδεολόγοι στην υπηρεσία του Hugenberg ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν. Έτσι έφτιαξαν μια ταινία για τον Φρειδερίκο όπου στο επίκεντρο δεν βρίσκονται τα στρατιωτικά εμβατήρια αλλά η εικόνα ενός “δημοκράτη βασιλιά του λαού”. Μια υποδειγματική εικόνα της αστικής αντίληψης της ιστορίας ως κιτς.[xxix]

Οι Otto Gebühr (αριστερά) ως διάδοχος Φρειδερίκος και Albert Steinrück ως Φρειδερίκος-Γουλιέλμος Α΄ στην κινηματογραφική ταινία  Fridericus Rex (1922-1923).

Η περίοδος 1933-1945 σημαδεύτηκε από μια άνευ προηγουμένου εκμετάλλευση της προσωπικότητας του Φρειδερίκου και της πρωσικής ιστορίας γενικότερα. Αν και οι εθνικοσιαλιστές αποστρέφονταν την εικόνα μιας κοινωνίας αυστηρά ιεραρχημένης, διαστρωματωμένης και διαιρεμένης σε ευγενείς και μη, οι στρατιωτικοί θρίαμβοι του Φρειδερίκου καθώς το συγκεντρωτικό προφίλ της διακυβέρνησης του συνιστούσαν εξαιρετικής ποιότητας πρώτη ύλη για μια αποτελεσματική προπαγάνδα στο Γ΄ Ράιχ. Ήδη από τη δεκαετία του 1920, ο Hitler τον κατέτασσε μαζί με τον Λούθηρο και τον Wagner στους τρεις μεγάλους Γερμανούς, παραβλέποντας άλλους “μεγάλους” όπως ο Καρλομάγνος, ο Όθων Α΄ και ο Θεοδώριχος. Στο Ο Αγών μου ο συγγραφέας χαρακτηρίζει τον Φρειδερίκο “μαραθωνοδρόμο της ιστορίαςενώ στις  ομιλίες του τον αποκαλούσε “αξιοθαύμαστη διάνοια”, “λαμπρό παράδειγμα υψηλού ήθους”, “ιδιοφυή ήρωα”, και έκανε λόγο για τη “δικτατορία του μεγάλου βασιλιά”, στην οποία ο πρωσικός λαός “εκούσια και με ευχαρίστηση” υποτασσόταν. Ο θεωρητικός Alfred Rosenberg στο έργο του Ο μύθος του 20ου αιώνα, χαρακτήρισε τον Φρειδερίκο “Φωτεινό άστρο-οδηγό του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος”, το βίο του ως την „πιο αυθεντική και μεγάλη γερμανική ιστορία” και ο αρχηγός των SA στο Βερολίνο κόμης Wolf Heinrich Helldorf τον χαρακτήρισε “πρώτο εθνικοσοσιαλιστή της ιστορίας”. Δεν εκπλήσσει λοιπόν η επιλογή του μετέπειτα Υπουργού Προπαγάνδας, Goebbels, η τελετή της έναρξης της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου την 21η Μαρτίου 1933 να λάβει χώρα στην Εκκλησία της Φρουράς στο Πότσδαμ, στην τελευταία δηλαδή κατοικία του Φρειδερίκου και του πατέρα του. Με την παρουσία του στην τελετή, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στρατάρχης Paul von Hindenburg και τη χειραψία του με το μελλοντικό φύρερ του Γ΄ Ράιχ επισφραγίστηκε η σύζευξη της παλαιάς με τη νέα αυτοκρατορία και μια εικόνα με έντονους συμβολισμούς προστέθηκε στον ιδρυτικό μύθο του νέου καθεστώτος. Η “Ημέρα του Πότσδταμ” όπως έγινε γνωστή, σχολιάστηκε από την Das Neue Deutschland με αναφορές στον πάντα παρόντα Μεγάλο Φρειδερίκο: “Η γέννηση μιας νέας Γερμανίας! Στην παλιά εκκλησία της φρουράς του Πότστνταμ σαν φάντασμα ορθώνεται μια γιγάντια σκιά. Ο σκληρός ήχος ενός μπαστουνιού στο δάπεδο είναι αντιληπτός πια σε όλους. Ο άνεμος που κλωθογυρίζει στην εκκλησία μεταφέρει το μήνυμα μιας δυνατής φωνής: Κύριοι αποκαλυθφείτε“.[xxx] Όπως αναμενόταν, διανοούμενοι και καλλιτέχνες φιλικά προσκείμενοι στο εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς, ενίσχυσαν την εικόνα μιας Πρωσίας προδρόμου του Γ΄ Ράιχ και ενός Φρειδερίκου προδρόμου του Hitler. Γλύπτες όπως o Thorak,  φιλοτέχνησαν προτομές του, στις οποίες ήταν ευδιάκριτες οι αρετές του βόρειου, άρειου ανθρώπου, ενώ ιστορικοί όπως ο αυστριακός και υπέρμαχος της Μεγάλης Γερμανίας Srbik, επανέφεραν την εγελιανή πρόσληψη του Φρειδερίκου ως καταστροφέα του παλαιού και φορέα του νέου, με τρόπο τέτοιο, ώστε να εξυπηρετεί το εθνικοσοσιαλιστικό αφήγημα.

Η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σήμανε την εκ νέου εργαλειοποίηση του Φρειδερίκου. Σε ομιλίες δημόσιες και ιδιωτικές, ο Führer δεν έπαυε να κατασκευάζει ιστορικά ανάλογα με αναφορές στους στρατιωτικούς θριάμβους του Φρειδερίκου, ο οποίος είχε μετατραπεί σε ένα είδος προσωπικού τοτέμ. Μετά την πτώση της Πολωνίας και λίγο πριν την εκδήλωση της επίθεσης στη Δύση, δήλωσε κατά τη διάρκεια σύσκεψης: “Έχω να διαλέξω ανάμεσα στη νίκη και την ήττα. Επιλέγω τη νίκη, μια μεγάλη ιστορική απόφαση, συγκρίσιμη με εκείνη του Μεγάλου Φρειδερίκου πριν τον Α΄ Σιλεσιακό Πόλεμο. Η Πρωσία οφείλει την άνοδο της στον ηρωισμό ενός άνδρα. Ακόμη και τότε υπήρχαν δίπλα του άνδρες που τον συμβούλευαν να συνθηκολογήσει. Τίποτα δεν θα γινόταν δίχως τον Μεγάλο Φρειδερίκο”.[xxxi] Μετά τις πρώτες ήττες της Wehrmacht, οι αφίσες στους δρόμους και τα δημόσια κτίρια με ρήσεις του βασιλιά με στόχο την ανύψωση του ηθικού των πολιτών πλήθυναν, ενώ ο Otto Gebühr επανήλθε στο ρόλο που τον καθιέρωσε στην κορυφαία προπαγανδιστική γερμανική πολεμική ταινία Ο μεγάλος βασιλιάς.

Der Grosse König (1942).

The Great King (Germany, 1942) English subtittles part1

 

Παράλληλα, οι ιθύνοντες του Γ΄ Ράιχ αναζητούσαν λύσεις στις επιλογές του Φρειδερίκου σε περιόδους κρίσης. Μεταξύ αυτών, ο επικεφαλής των SS, Himmler, που δικαιολόγησε την επιστράτευση ανηλίκων και ποινικών κρατουμένων για την επάνδρωση της πολιτοφυλακής και άλλων μονάδων το 1944, επικαλούμενος αντίστοιχη απόφαση του βασιλιά το 1762. Τέλος, ο Goebbels ανήγγειλε στον Hitler το θάνατο του προέδρου Ρούζβελτ το 1945 ως επανάληψη του “Θαύματος του Βρανδεμβούργου”, του αναπάντεχου δηλαδή θανάτου της τσαρίνας Ελισάβετ το 1762, ο οποίος οδήγησε στην αποχώρηση της Ρωσίας από τον αντιπρωσικό συνασπισμό κατά τον Επταετή Πόλεμο και στην πρωσική επικράτηση.[xxxii] Το θαύμα ωστόσο δεν επαναλήφθηκε. Ο ηγέτης του Γ΄ Ράιχ αφαίρεσε τη ζωή του στο γραφείο του καταφυγίου του, τους τοίχους του οποίου κοσμούσαν αποκλειστικά δύο πορτραίτα: εκείνο της μητέρας του και του Μεγάλου Φρειδερίκου.          

Στα χρόνια της διαίρεσης του γερμανικού έθνους δυτικοί και ανατολικοί Γερμανοί είχαν τους δικούς τους λόγους για να αφήσουν επιτέλους τον Γερο-Φρίτς να αναπαυθεί εν ειρήνη. Άλλωστε, το βασίλειο του δεν υπήρχε πια. Τα ανατολικά πρωσικά εδάφη τα μοιράστηκαν Ρώσοι και Πολωνοί, ενώ στα εναπομείναντα δυτικά επιβλήθηκε από τους Συμμάχους η διαίρεση και μετονομασία τους με τη δικαιολογία ότι στο όνομα της ειρήνης και της ασφάλειας το κράτος που υπήρξε “εξαρχής φορέας του μιλιταρισμού και της αντίδρασης” έπρεπε να παύσει να υπάρχει. Μετά το 1990 και την επανένωση της Γερμανίας, ξεκίνησε μια πιο ψύχραιμη συζήτηση σχετικά με το ρόλο της Πρωσίας στη γερμανική ιστορία, μακριά από αφορισμούς και μανιχαϊστικές οπτικές. Δείγμα αυτής της εξελισσόμενης συμφιλιωτικής διαδικασίας των Γερμανών με την ιστορία τους ήταν η πρωτοβουλία του καγκελάριου Helmut Kohl το 1991 να μεταφέρει με όλες τις σχετικές τιμές τη σορό του Μεγάλου Φρειδερίκου από τη Σουαβία, όπου για λόγους ασφαλείας φυγαδεύθηκε στα τελευταία στάδια του πολέμου, στο ανάκτορο Sanssouci στο Πότσδαμ. Ο Γερό-Φριτς δεν αναζητά σήμερα μια θέση στη Βαλχάλα της γερμανικής ιστοριογραφίας. Μετά θάνατον μεταμορφώθηκε από άθεο διαφωτιστή σε εγελιανό ήρωα και από πρόδρομο της γερμανικής ενότητας σε πρώιμο εθνικοσοσιαλιστή. Με λιγότερο πάθος και περισσότερα επιχειρήματα οι μεταμορφώσεις και οι αντιπαραθέσεις συνεχίζονται επιβεβαιώνοντας όσους υποστηρίζουν ότι ο Φρειδερίκος είναι πολύ μεγάλος για να αγνοηθεί.

                                          

ZDF History Deutschlands Herrscher – Die Preussen

Ο Κωνσταντίνος Παπανικολάου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Μεταδιδακτορικός ερευνητής του Freie Universität του Βερολίνου

Σημειώσεις

[i]Eva Zwach, Deutsche und englische Militärmuseen im 20. Jahrhundert, Marburg 1997, σ. 129.

[ii]Πρόκειται για δύο αντίρροπες τάσεις στο εσωτερικό του γερμανικού εθνικού κινήματος στο α΄ μισό του 19ο αιώνα. Οι “μικρογερμανοί” επιθυμούσαν μια ενωμένη Γερμανία όπου τα πρωτεία θα είχε η Πρωσία ενώ οι “μεγαλογερμανοί” επιθυμούσαν τη συμπερίληψη στο μελλοντικό γερμανικό κράτος και των γερμανόφωνων περιοχών της Αυστριακής Αυτοκρατορίας.

[iii]  Uwe Klußmann, «Seiner Zeit voraus», στο Uwe Klußmann – Norbert Pötzl (επιμ.), Die Hohenzollern. Preußische Könige, deutsche Kaiser, Berlin 2011, σ. 73.

[iv]  Michael Prinz von Preußen, Friedrich der Grosse, Berlin 2012, σ. 116.

[v] Christopher Duffy, Frederick the Great. A Military Life, Routledge 2015, σ. 282.

[vi] Herfried Münkler, Die Deutschen und ihre Mythen, Berlin 2009, σ. 240.

[vii] Hagen Schulze, The course of German nationalism. From Frederick the Great to Bismarck, 1763-1867, Cambridge 1991,  σ. 45.

[viii] Hans Dollinger, Friedrich II. Von Preußen. Sein Bild im Wandel von zwei Jahrhunderten, Μünchen 1986, σ. 116.

[ix]Friedrich Wilhelm III, An Mein Volk, Breslau 1813, σ. 1.

[x] Dollinger, ό.π., σ. 116.

[xi]Στο ίδιο, σσ. 119-120.

[xii]Duffy, ό.π., σ. 283.

[xiii]Dollinger, ό.π., σσ. 123-124.

[xiv]Πρόκειται για το έδικτο του 1713 βάσει του οποίου το σύνολο των κτήσεων του αυτοκράτορα Καρόλου ΣΤ΄ θα περιερχόταν ακέραιο στην κατοχή της κόρης του Μαρίας Θηρεσίας.

[xv]Münkler, ό.π., σ. 246.

[xvi]Franz Mehring, «An enlighted despot?», στο Peter Paret (επιμ.), Frederick the Great: A profile, Palgrave McMillan, 1972., σ. 221

[xvii] Για το σχετικό δημόσιο διάλογο στην Πρωσία βλ. Christa Heese, Eine Trajanische Säule für Friedrich II. Schinkels Entwürfe für das Friedrichsdenkmal, Berlin 2012.

[xviii]Friedrich Mielke – Jutta von Simson, Das berliner Denkmal für Friedrich II. den Grossen, Frankfurt a. M., 1975, σ. 24.

[xix] Hubertus Kohle, «Adolph Menzels Friedrich. Eine Apologie historischer Größe?», στο  Ulrich Sachse (επιμ.), Friederisiko. Friedrich der Grosse. Die Essays, Berlin 2012, σσ. 273-274.

[xx] Dollinger, ό.π., σ. 138.

[xxi] Heinrich von Treitschke, Deutsche Geschichte im Neunzehnten Jahrhundert, τ.1., Paderborn 2015, σ. 63.

[xxii] Rene du Bois, Denkmale und Denksteine für Friedrich den Großen, 2017, σ. 181.

[xxiii]Münkler, ό.π., σσ. 245-246.

[xxiv] Andreas Rose, «Im Schatten „historischer Grösse“. Wilhelm II. und seine Ahnen. Ein Beitrag zur Geschichtspolitik im Kaiserreich», στο Ulrich Sachse (επιμ.), Friederisiko. Friedrich der Grosse. Die Essays, Berlin 2012, σσ. 287-289.

[xxv] Dollinger, ό.π., σ. 153-154.

[xxvi] Berliner Post, 28 Ιανουαρίου 1912.

[xxvii] Münkler, ό.π., σ. 250.

[xxviii] Merkur.de, Menschenschinder: «Der Schatten des Großen», 24 Ιανουαρίου 2018.

[xxix] Rote Fahne, 5 Ιανουαρίου 1928.

[xxx] “Κύριοι αποκαλυφθείτε! Εάν αυτός ζούσε εμείς δεν θα βρισκόμασταν σήμερα εδώ”: Είναι τα λόγια με τα οποία σύμφωνα με την παράδοση ο Ναπολέων απευθύνθηκε στους αξιωματικούς του κατά την επίσκεψη του στον τάφο του Μεγάλου Φρειδερίκου το 1806.

[xxxi] Dollinger, ό.π., σ. 186.

[xxxii] Christopher Clark, The Iron Kingdom. The rise and downfall of Prussia 1600-1947, Harvard 2006, σ. 662.

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Η Ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας μέσα από την έρευνα των Γιουγκοσλάβων ιστορικών

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Η Ιστορία της Αρχαίας Μακεδονίας μέσα από την έρευνα των Γιουγκοσλάβων ιστορικών

Το κείμενο αυτό αποτελεί μία πρώτη προσπάθεια περιγραφής των σχέσεων μεταξύ της εθνικής ταυτότητας ή, καλύτερα, του εθνικού φαντασιακού και της χρήσης (και χρησιμοποίησης) της ιστορίας της αρχαίας Μακεδονίας, όπως αυτές προκύπτουν από τη στάση που κράτησαν απέναντι στο ζήτημα οι ερευνητές (ιστορικοί και αρχαιολόγοι) της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Αυτονόητο είναι πως τα όσα μπορούμε να μάθουμε γύρω από την έννοια του έθνους και τις διεργασίες κατασκευής και συγκρότησής του μέσα από τα γραπτά των εν λόγω ερευνητών εμπίπτουν περισσότερο σε ένα ανθρωπολογικό πλαίσιο παρά σε μία ιστορική πραγματεία. Ωστόσο, ευελπιστώ ότι ίσως αποτελέσει το εφαλτήριο για περαιτέρω διερεύνηση του θέματος της «αντικειμενικοποίησης του εθνικού φαντασιακού».[1]

Καταρχάς, κρίνεται σκόπιμη μία μεθοδολογική επισήμανση: η αρχική ιδέα πάνω στην οποία στηρίχθηκε η παρούσα εργασία ήταν να συγκεντρωθούν όλα τα κείμενα που έχουν γραφεί κατά καιρούς στις δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας για την αρχαία Μακεδονία, τόσο από ιστορικούς όσο και από γλωσσολόγους. Το υλικό που θα συγκεντρωνόταν θα αφορούσε την πραγμάτευση της ιστορίας του βασιλείου της Μακεδονίας από τις απαρχές του έως και την μάχη της Πύδνας, το 168 π.Χ., έτος κατάκτησής του από τους Ρωμαίους. Έμφαση θα δινόταν στο πώς προσέλαβαν οι Γιουγκοσλάβοι την εθνική καταγωγή των Μακεδόνων και τις σχέσεις των τελευταίων με τους νότιους Έλληνες. Η προς μελέτη βιβλιογραφία θα περιοριζόταν σε ένα χρονικό πλαίσιο το οποίο θα είχε ως αφετηρία το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και θα τερματιζόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το τελευταίο χρονολογικό όριο τέθηκε με αφορμή την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού,  τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1992 και τη δημιουργία της Π.Γ.Δ.Μ.

Η πρώτη φάση της έρευνας έδειξε ότι οι σχετικές δημοσιεύσεις οι οποίες εμπίπτουν χρονολογικά στη συγκεκριμένη περίοδο είναι ελάχιστες, με αποτέλεσμα να ήταν πρακτικά αδύνατη η εξαγωγή σχετικά ασφαλών συμπερασμάτων. Κρίθηκε επομένως σκόπιμο αφενός να επεκταθούν προς τα πίσω τα χρονικά όρια της βιβλιογραφίας και αφετέρου να μελετηθούν όλες οι εργασίες που ασχολήθηκαν με το εν λόγω ζήτημα, ανεξάρτητα από το αν αυτές απετέλεσαν ακαδημαϊκά εγχειρίδια στην πρώην Γιουγκοσλαβία ή όχι. Έτσι, παραδείγματος χάριν, κάποια από τα βιβλία τα οποία συμπεριλήφθηκαν προς μελέτη στη νέα δομή της εργασίας εκδόθηκαν ακόμα και στις αρχές του 20ου αιώνα.

Ένα άλλο πρόβλημα που συνδέεται με τα παραπάνω είναι ότι από τα ευάριθμα ακαδημαϊκά εγχειρίδια, τα οποία χρησιμοποιούνταν ή χρησιμοποιούνται στα πρώην γιουγκοσλαβικά (και νυν σερβικά) πανεπιστήμια και τα οποία αφορούσαν στο θέμα της αρχαίας Μακεδονίας, αποτελούν στην πλειονότητά τους μεταφράσεις εγχειριδίων ξένων συγγραφέων, προερχομένων κυρίως από την Σοβιετική Ένωση. Πρόκειται για ένα σύνολο εγχειριδίων γραμμένων από σοβιετικούς συγγραφείς, τα οποία -ανάλογα με την εποχή κατά την οποία συντάχθηκαν- αντικατοπτρίζουν την τότε κυρίαρχη κομμουνιστική ιδεολογία. Μερικά από αυτά προσφέρονται ακόμη και σήμερα προς μελέτη στους φοιτητές, όπως το έργο των Υ. Υ. Struve και D. P. Kalistov, Stara Grčka (Αρχαία Ελλάδα – του οποίου η μετάφραση έγινε το 1968 στο Σαράγεβο) και εκείνο του N. A. Maškin, Istorija Starog Rima (Ιστορία της αρχαίας Ρώμης). Ως εναλλακτική λύση, για εκείνους που προτιμούσαν μια άλλη οπτική γωνία, ήταν προσιτοί οι τόμοι του J. Β. Bury, History of the Ancient Word, στην αγγλική γλώσσα.[2] Η κατάσταση αυτή οφειλόταν στο κομμουνιστικό σύστημα της πρώην Γιουγκοσλαβίας, το οποίο περιόριζε την αντικειμενική ιστορική έρευνα και προωθούσε την άποψη που ήταν συμβατή με τις επιταγές του κομμουνιστικού ιδεώδους.

      

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η έλλειψη σχετικού προς μελέτη υλικού οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα και στην αδιαφορία της γιουγκοσλαβικής διανόησης για ζητήματα τα οποία υπερβαίνουν τα όρια των σλαβικών μετακινήσεων στην Αρχαιότητα. Όπως είναι ήδη γνωστό, η λεγόμενη «μεγάλη μετανάστευση των λαών», η οποία έλαβε χώρα κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ., ανάγκασε πολλούς λαούς, συμπεριλαμβανομένων και των Σλάβων, να εγκαταλείψουν τις βόρειες πατρίδες τους. Οι Σλάβοι αναφέρονται με αυτό το συγκεκριμένο όνομα για πρώτη φορά στην Ιστορία μόλις εμφανίστηκαν στα σύνορα του ελληνικού κόσμου, επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.).

Η έλλειψη δημοσιευμάτων έθεσε ένα δίλημμα. Αυτό αφορούσε στην επιλογή ανάμεσα στην αυστηρά χρονολογική παράθεση των απόψεων των διαφόρων ερευνητών σχετικά με την αρχαία Μακεδονία ή στην πραγμάτευση των επιμέρους θεματικών του ζητήματος σχετικά με την καταγωγή των Μακεδόνων, όπου και πάλι θα ακολουθούσαμε τη χρονολογική σειρά έκδοσης των διαφόρων δημοσιευμάτων. Για λόγους που αφορούν τη σύνθεση της εργασίας, προτιμήθηκε ο δεύτερος τρόπος παρουσίασης. Οι θεματικές είναι οι εξής:

α. Τα σύνορα της αρχαίας Μακεδονίας

β. Η εθνοτική δομή της

γ. Η εθνική καταγωγή και η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων και

δ. Οι όροι Μακεδών/Μακεδόνες.

Πηγή: A Classical Atlas to Illustrate Ancient Geography by Alexander G. Findlay, Harper and Brothers Publishers, New York, 1849.

Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουν οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές, βάσει της μελέτης των έργων τους, είναι τα ακόλουθα:

1.Τα σύνορα της Μακεδονίας κατά την αρχαιότητα ήταν τα εξής:

α) στα βόρεια το Demir Kapu, ύστερα τα Βυλάζωρα και (σύμφωνα με τον Vulić) η Σαρ   Πλανίνα

β) στα νότια τα όρη Όλυμπος στα ΝΑ και Πίνδος στα ΝΔ

γ) στα ανατολικά ο ποταμός Στρυμόνας

δ) στα δυτικά η περιοχή της Λυγκηστίδος και κατόπιν οι Πρέσπες.

  1. Η εθνοτική δομή της αρχαίας Μακεδονίας

Οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές δεν θα μπορούσαν να αγνοήσουν τις σχετικές γραμματειακές πηγές (Θουκ. 2.99 και Στράβων 7.11) που παρουσιάζουν την εθνοτική εικόνα της Μακεδονίας (ως γεωγραφικής έννοιας) πριν από την άφιξη των Αργεαδών ως αρκετά περίπλοκη. Οι πληροφορίες και των δύο πηγών συμπίπτουν σε ό,τι αφορά την ύπαρξη των φύλων που κατοικούσαν σ’ αυτήν την περιοχή. Όμως, στην αναφορά του Θουκυδίδη δεν αναφέρονται τα ιλλυρικά και τα ηπειρωτικά φύλα, λόγω της απουσίας τους από τις περιοχές που ανήκαν στον πυρήνα του πρώτου μακεδονικού κράτους.[3] Επίσης, αξιοσημείωτο φαίνεται το γεγονός ότι τόσο στην αναφορά του Θουκυδίδη όσο και του Στράβωνος δεν εμφανίζονται οι Βρύγες, για τους οποίους γνωρίζουμε ότι μετατοπίστηκαν στη Μικρά Ασία εξαιτίας της επέκτασης των Ιλλυριών. Με την άφιξη των Μακεδόνων, η εθνική δομή της αρχαίας Μακεδονίας γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη. Περίπου ταυτόχρονα, στα ΒΔ μέρη της Μακεδονίας (με τη σύγχρονη γεωγραφική έννοια) εισβάλουν οι Ιλλυριοί. Προτάθηκε η άποψη ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες, μαζί με τους Ιλλυριούς, κατάγονταν από την ίδια πελασγική βάση. Εντούτοις, υπογραμμίζεται το γεγονός ότι και τα δύο φύλα εμφανίζονται σ’ αυτές τις περιοχές ως ήδη διαμορφωμένες εθνότητες οι οποίες διαφοροποιούνται όχι μόνο μεταξύ τους αλλά και από τους ιθαγενείς.[4] Για τους γιουγκοσλάβους μελετητές, η εθνική σχέση μεταξύ όλων των φύλων που αναφέρονται στις γραμματειακές πηγές ως κάτοικοι της Μακεδονίας είναι ακόμα ασαφής. Ωστόσο, θεωρούν ότι οι Παίονες αναμφίβολα αποτελούσαν την πιο σημαντική εθνική ομάδα μετά τους Μακεδόνες.[5]

  1. Εθνική καταγωγή και γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων

Ως προς το θέμα της εθνικής καταγωγής των αρχαίων Μακεδόνων, στη γιουγκοσλαβική έρευνα απαντούν ελάχιστα μόνον σχόλια και παρατηρήσεις σχετικά με τις ήδη υπάρχουσες θεωρίες ξένων ιστορικών και γλωσσολόγων. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι Γιουγκοσλάβοι ερευνητές οι οποίοι, κατά κάποιον τρόπο, ασχολήθηκαν με το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας -συνεκδοχικά και των αρχαίων Μακεδόνων- απέτυχαν ή απλώς δεν κατέβαλαν προσπάθεια να απαντήσουν στα φλέγοντα ζητήματα της εθνικής καταγωγής και της γλώσσας του συγκεκριμένου φύλου. Οι εργασίες τους περιορίζονται κυρίως στην αναλυτική αναφορά των ήδη γνωστών μελετών ξένων επιστημόνων, ενώ σπάνια αναλώνονται στις μελέτες άλλων, σύγχρονων τους, Γιουγκοσλάβων ερευνητών καθώς και στις ελάχιστες προσπάθειες σχεδιασμού καινούριων θεωριών.

Εξαίρεση από τα όσα παρατηρήθηκαν πιο πάνω αποτελεί ίσως η πρώτη μελέτη στην οποία ετέθη το ζήτημα της εθνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων. Η συγκεκριμένη μελέτη η οποία εκδόθηκε το 1948 είναι του H. Barić, ενός από τους πιο σημαίνοντες γλωσσολόγους της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Εξ ολοκλήρου γλωσσολογικού χαρακτήρα, η εργασία είχε ως σκοπό να αποδείξει τον ιλλυρικό χαρακτήρα της αρχαίας μακεδονικής γλώσσας. Ο Barić με αναλυτικό τρόπο παρουσιάζει τα γλωσσικά επιχειρήματά του για να στηρίξει την άποψή του και μόνο στις τελευταίες σελίδες σχολιάζει την ανεπάρκεια της θεωρίας υπέρ της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων.[6]

Ο Barić, με ένα πολύ έντονο και αρνητικό ύφος, σχολιάζει τη μέθοδο έρευνας ορισμένων ιστορικών και γλωσσολόγων (όπως εκείνη του Abel[7] και του Beloch[8]), οι οποίοι χαρακτηρίζουν τους Μακεδόνες ένα από τα ελληνικά φύλα. Θεωρεί τα συμπεράσματά τους προϊόν φόβου, ώστε να μην θεωρήσει κάποιος το μεγαλειώδες έργο του Μεγάλου Αλέξανδρου ως έργο βαρβάρων. Από την άλλη πλευρά, γράφει ο Barić, σημαντικό ρόλο έπαιζαν και οι «μεγάλες ελληνικές κατακτητικές αξιώσεις για τη Μακεδονία, οι οποίες βεβαίως δεν μπορούν να σχετιστούν με την επιστήμη αλλά την υποτιμούν». Ο Barić, στο συγκεκριμένο σημείο, σχολιάζει την ανάμειξη της πολιτικής στη σφαίρα της ιστορίας ως επιστήμης, ως «ένα ανάξιο και υποτιμητικό κίνημα ως προς το σύνολο των ερευνητών οι οποίοι προσπαθούν, εδώ και καιρό, να καταλήξουν σε ένα λογικό και αντικειμενικό συμπέρασμα σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα. Όμως», συνεχίζει ο Barić, «οι ιστορικοί οι οποίοι έβλεπαν το μακεδονικό ζήτημα χωρίς κανένα προσωπικό ενδιαφέρον για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρούν δεδομένο ότι οι Μακεδόνες, στα παλαιά χρόνια (δηλαδή στα χρόνια που προηγήθηκαν της ελληνιστικής εποχής), ποτέ δεν θεωρούνταν μέρος του ελληνικού κόσμου, από πολιτιστική ή οποιαδήποτε άλλη άποψη. Επιπλέον, ούτε η αρχαία ελληνική λογοτεχνία ούτε η μυθολογία δεν σχετίζονται με τους Μακεδόνες ή με τη χώρα τους». Ο Barić αναφέρεται στη συνέχεια, προκειμένου να ενισχύσει τα επιχειρήματά του, στο γνωστό εδάφιο του Ηροδότου (5.22), στο οποίο διαβάζουμε ότι ο Μακεδόνας βασιλεύς Αλέξανδρος Α’ εξέφρασε την επιθυμία να λάβει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες, αλλά οι Έλληνες προσπάθησαν να τον αποκλείσουν επειδή τον θεωρούσαν βάρβαρο.[9] Ο Barić όμως δεν αναφέρει ούτε σχολιάζει τη συνέχεια του συγκεκριμένου χωρίου: «Ἀλέξανδρος δὲ ἐπειδὴ ἀπέδεξε ὡς εἴη Ἀργεῖος, ἐκρίθη τε εἶναι Ἕλλην και    ἀγωνιζόμενος στάδιον συνεξέπιπτε τῷ πρώτῳ.» Επίσης, αναφέρεται και στον Θουκυδίδη, ο οποίος δεν διαφοροποιεί τους Μακεδόνες από τους βάρβαρους που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία στη Στράτο, όπως διαβάζουμε στο εδάφιο 2.80.8.[10]  Σημειώνει, επίσης ότι ακόμη και μετά από την ελληνομακεδονική ένωση, έως την τελευταία στιγμή οι Μακεδόνες ένιωθαν αυτόν τον δεσμό ως ένα είδος ζυγού, παραπέμποντας στο αντίστοιχο χωρίο του Πλουτάρχου (Άρατος 16.2.[11]).

Την πιο καίρια στάση ως προς την γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων, και συνεπώς την εθνογένεσή τους, εξέφρασε ο καθ. Milan Budimir, ένας από τους πιο διακεκριμένους κλασικούς φιλολόγους της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Παρά την πλούσια εργογραφία του (η οποία στην πλειονότητά της αφορά στους Πελασγούς), ασχολήθηκε αποκλειστικά με το ζήτημα των αρχαίων Μακεδόνων μόνο σε ένα μικρό άρθρο και κυρίως από τη σκοπιά της γλωσσολογίας.

Σύμφωνα με τον M. Budimir[12], μέχρι το 1966 τόσο το ζήτημα της προέλευσης όσο και της σημασίας του όρου Μακεδών δεν είχε επιλυθεί ακόμη, μολονότι μερικοί διάσημοι γλωσσολόγοι ασχολήθηκαν με το συγκεκριμένο θέμα.[13] Η λύση την οποία προτείνει αναφορικά με τη σημασία του εθνικού Μακεδών είναι ότι πρόκειται για την ελληνική μετάφραση ενός παλαιότερου εθνικού, όμως επισημαίνει ότι δεν είμαστε σε θέση να πούμε με ακρίβεια ποια ήταν αυτή η αρχική μορφή. Η συγκεκριμένη λέξη, παρόλο που την θεωρεί προφανώς ελληνική, κατά την απόλυτη άποψη του Budimir, δεν αρκεί ώστε να αποδειχτεί η ελληνική καταγωγή των αρχαίων Μακεδόνων. Η πεποίθησή του γίνεται ακόμη πιο ισχυρή όταν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι Μακεδόνες δεν λάμβαναν μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Budimir πιστεύει ακράδαντα ότι η μελλοντική έρευνα γύρω από την αρχαία μακεδονική γλώσσα και τα μακεδονικά τοπωνυμία θα αποδείξει ότι η θέση της αρχαίας μακεδονικής γλώσσας πρέπει να βρίσκεται στην βαλκανική ομάδα των ινδοευρωπαίων Πελασγών, όπως συμβαίνει και με τους Παίονες, τους Δάρδανους, τους Ιλλυριούς, τους Ενετούς (εννοεί αυτούς από τα κεντρικά Βαλκάνια), και ειδικά τους Βρύγες και τους Καύκωνες. [14]

Milan Budimi
Milutin V. Garašanin

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Milutin V. Garašanin ήταν ένας από τους σημαντικότερους Σέρβους αρχαιολόγους και ακαδημαϊκούς. Στο σύνολο της βιβλιογραφίας του το ζήτημα των αρχαίων Μακεδόνων εμφανίζεται σ’ ένα σημείο και πολύ σύντομα, στο συμπέρασμα του άρθρου το οποίο αφορά στο «μακεδονικό hallstatt».[15] «Είμαστε βέβαιοι», γράφει ο Grašanin, «χάρη στους αρχαίους συγγραφείς, ότι μέχρι το σημείο του Demir Kapu ήταν εγκατεστημένοι οι Δάρδανοι, οι οποίοι αναμφίβολα ήταν ιλλυρικής καταγωγής.»[16] Η πιο λογική άποψη, σύμφωνα με τον Garašanin, θεωρείται εκείνη του Budimir, ο οποίος θεωρεί τους Ινδοευρωπαίους Πελασγούς προδρόμους των Ιλλυριών, των Θρακο-Βρυγών[17] και των Μακεδόνων.[18] Όσον αφορά ειδικά στους Μακεδόνες, (όπως και στην περίπτωση των Παιόνων) είναι προφανές ότι επρόκειτο για ένα μείγμα διάφορων φύλων. Την συγκεκριμένη άποψη ο Garašanin την υποστηρίζει με βάση το εδάφιο 7.11 του Στράβωνος[19], όπως και με τον Θουκυδίδη, του οποίου το χωρίο όμως, δεν το αναφέρει.[20]

  1. Οι όροι Μακεδών/Μακεδόνες

Όσο και πλούσια να είναι η βιβλιογραφία της Papazoglu, ως προς το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας, το ζήτημα της εθνογένεσης των αρχαίων Μακεδόνων έμεινε ασχολίαστο.[21] Το μόνο σημείο που αφορά στις απαρχές του μακεδονικού φύλου, αποτελεί η πρώτη παράγραφος του άρθρου της Politiki i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες u predhelenisti koj i helenisti koj Makedoniji το οποίο έχει ως θέμα την πολιτική και την κοινωνική έννοια του όρου Μακεδών/Μακεδόνες.[22]

Fanula Papazoglou

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σύμφωνα με την Papazoglu, τόσο η μυθολογία όσο και γραμματειακές πηγές παρουσιάζουν τους Έλληνες και τους Μακεδόνες ως δύο διαφορετικές εθνότητες. Κατά την άποψή της, όλα τα προαναφερθέντα δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ελληνικός κόσμος δεν γνώριζε την ύπαρξη των Μακεδόνων μέχρι τα τέλη του 8ου και τις αρχές του 7ου αι. π.Χ.[23] Γνωρίζουμε επίσης ότι κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου εναντίον των Περσών, οι Έλληνες και οι Μακεδόνες δεν εξισώνονταν. Δεν υπήρχε κάποιος λόγος, γράφει η Papazoglu, για τον οποίο οι Μακεδόνες θα ήθελαν να αφομοιωθούν από τους Έλληνες, εφόσον υπήρχαν πολλοί λόγοι για τους οποίους ένιωθαν υπερηφάνεια για τα κατορθώματά τους, επομένως και για την ξεχωριστή καταγωγή τους. Η πλέον κοινά αποδεκτή άποψη ότι η μακεδονική δυναστεία των Τημενιδών ήταν ελληνικής καταγωγής δεν υποδηλώνει την ίδια καταγωγή του μακεδονικού λαού. Η πλέον κατάλληλη απόδειξη για το ότι οι Έλληνες θεωρούσαν τους Μακεδόνες μη-ελληνικό φύλο, σύμφωνα με την ίδια, αποτελεί η επιστολή του Ισοκράτη προς τον Φίλιππο Β’, στην οποία ο φιλόσοφος προτρέπει τον Μακεδόνα βασιλέα να αναλάβει τη συμφιλίωση των Ελλήνων και να τους οδηγήσει στον πόλεμο κατά των Περσών.[24] Λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόκειται για τα λόγια ενός Έλληνα ο οποίος ζητάει βοήθεια από τον μη-Έλληνα βασιλέα, αυτή η μαρτυρία έχει μεγάλο βάρος.[25]

Σύμφωνα με την ίδια, ο όρος Μακεδών πότε δεν έχασε την αρχική του εθνική έννοια, άρα ένας άνθρωπος γεννιόταν ως Μακεδόνας στην περίπτωση που οι γονείς του ήταν Μακεδόνες. Ωστόσο, καθώς η Μακεδονία αποτελούσε μια χώρα με ετερογενή πληθυσμό, ο συγκεκριμένος όρος θα έπρεπε να εμπεριέχει τόσο την εθνική όσο και την πολιτική έννοια. Είναι γεγονός ότι και στις γραμματειακές και στις επιγραφικές πηγές το μακεδονικό κράτος πότε δεν αναφέρεται με το όνομα ἡ Μακεδονία αλλά με τη φράση οἱ Μακεδόνες. Επομένως, η Μακεδονία ήταν μια χώρα υπό την κυριαρχία του Μακεδόνα μονάρχη, ενώ οι Μακεδόνες αποτελούσαν το σύνολο της βασιλείας του. [26]

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει συχνά ένας αναγνώστης όταν διαβάζει τα κείμενα των εξειδικευμένων στον συγκεκριμένο επιστημονικό κλάδο ερευνητών είναι η κατανόηση του επιστημονικού λόγου. Με αυτό εννοούμε πως σε μερικούς συγγραφείς εντοπίστηκε ένα πρόβλημα ασάφειας όσον αφορά στην άποψη την οποία πρόκειται να παρουσιάσουν. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το συγκεκριμένο γεγονός μπορεί να οφείλεται στη δεδομένη πολιτική κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε γύρω από το λεγόμενο «μακεδονικό ζήτημα».

Ένα ακόμα πρόβλημα το οποίο χρειάζεται να αναφερθεί είναι η απουσία αναφορών στις πηγές ή παραπομπών σε σύγχρονη των συγγραφέων βιβλιογραφία. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο σοβαρό, όταν πρόκειται για πληροφορίες οι οποίες θα έκαναν τη σημαντική διαφορά υπέρ ή κατά ενός ζητήματος, με αποτέλεσμα να χαθεί η εντύπωση η οποία επρόκειτο να δημιουργηθεί. Τα κενά αυτά παρατηρούνται σχεδόν σε όλους τους συγγραφείς των οποίων τα έργα συγκαταλέχθηκαν στην βιβλιογραφία αυτής της εργασίας. Η απουσία αυτή είναι ίσως ενδεικτική της αδυναμίας των «επιστημονικών» τους επιχειρημάτων.

Εκείνο που προξενεί την εντύπωση είναι το γεγονός ότι η προσοχή των περισσότερων Γιουγκοσλάβων ερευνητών στράφηκε προς το θέμα της γλώσσας των αρχαίων Μακεδόνων, παρότι ο συγκεκριμένος τομέας έρευνας παρέχει το πλέον ανεπαρκές υλικό, με ελάχιστες ελπίδες εμπλουτισμού του στο μέλλον. Φαίνεται ότι ορισμένοι σλαβόφωνοι ερευνητές, στην προσπάθειά τους να αποδείξουν κάποια από τις ήδη υπάρχουσες θεωρίες σχετικά με την εθνική καταγωγή των αρχαίων Μακεδόνων, πολύ εύκολα απομακρύνονται από την αρχική ροή της σκέψης τους, η οποία ανεξαιρέτως σχετίζεται με την ελληνικότητα του συγκεκριμένου φύλου, μεταφέροντάς την στα γλωσσικά απομεινάρια. Το φαινόμενο αυτό προξενεί την απορία του αναγνώστη, όσο και να δεχόμαστε τη στενή σχέση η οποία υπάρχει μεταξύ της εθνικής καταγωγής ενός λαού και της καθομιλουμένης γλώσσας του (δύο κριτήρια τα οποία αναπόφευκτα συμπλέκονται μεταξύ τους) και ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι σλαβόφωνοι μελετητές που ασχολήθηκαν με το υπό εξέταση θέμα είναι ειδικοί γλωσσολόγοι. Αυτή η τάση μπορεί, ωστόσο, να γίνει κατανοητή αν αναλογιστούμε ότι τα υπόλοιπα τμήματα που αφορούσαν στην ιστορία των αρχαίων Μακεδόνων ήταν αρκετά πιο ευαίσθητα προκειμένου να αναθεωρηθούν. Πιο συγκεκριμένα, το καυτό ζήτημα της ελληνικότητας ή μη των αρχαίων Μακεδόνων έμεινε στην ουσία αναπάντητο από τον γιουγκοσλαβικό κύκλο διανόησης, καθώς αυτοί οι ιστορικοί και οι γλωσσολόγοι δεν παίρνουν θέση στο ζήτημα, επαναλαμβάνοντας τα όσα έχουν γράψει προγενέστεροι ξένοι μελετητές.[27]

Ενδιαφέρουσα αποδείχθηκε και η εξέλιξη της σλαβομακεδονικής διανόησης ως προς το ζήτημα της εθνικής καταγωγής των Σλαβομακεδόνων, η οποία με την πάροδο του χρόνου –και όπως διακρίνεται μέσα από τη μελέτη του υλικού- φαίνεται ότι προσαρμοζόταν και εξακολουθεί να προσαρμόζεται στις εκάστοτε υπάρχουσες πολιτικές ιδεολογίες, τόσο της πρώην Γιουγκοσλαβίας όσο και σύγχρονης Π.Γ.Δ.Μ. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να εντοπισθεί σε δημοσιεύσεις οι οποίες κατ’ αρχήν έχουν ως αντικείμενο τη μεγάλη επιδίωξη να αποδειχθεί επιστημονικά η εθνική ταυτότητα των Σλαβομακεδόνων. Ένα από τα πρώτα έργα αναφορικά με το «μακεδονικό ζήτημα», το οποίο χρονολογείται στις αρχές του 20ου αιώνα και, παρά το γεγονός ότι δεν θεωρείται ιστοριογραφικό, απετέλεσε το θεμέλιο της μελλοντικής έρευνας των Σλαβομακεδόνων, ειδικά κατά την περίοδο που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο,[28] είναι ένα κείμενο το οποίο καταπιάνεται με τα σημαντικότερα ζητήματα του «μακεδονικού σλαβικού εθνικού χαρακτήρα». Πρόκειται για το έργο του Krste Petkov Misirikov, Za makedonskite raboti (Περί μακεδονικών ζητημάτων), το οποίο εκδόθηκε στη Σοφία το 1903 και παρουσιάζει τους Σλαβομακεδόνες ως έναν ξεχωριστό λαό εντός της ομάδας των Νότιων Σλάβων και τη  γλώσσα του ως μία η οποία δεν αποτελεί διάλεκτο ούτε της σερβικής ούτε της βουλγαρικής γλώσσας αλλά έχει τα δικά της αυθεντικά χαρακτηριστικά.

Krste Petkov Misirkov.

 

Το 1950 δημοσιεύθηκε ένα βιβλίο με τίτλο Από την ιστορία του μακεδονικού έθνους (Iz istorije makedonskog naroda) του Dimitar Vlahov[29], στο οποίο τονίζεται επιτατικά η σημασία των Σλάβων, οι οποίοι από την εποχή της καθόδου τους κατοικούσαν σ’ όλη την περιοχή της Μακεδονίας. Λόγω της παρουσίας τους εκεί, προήλθε και η ονομασία τους Μακεδόνες. Σύμφωνα με τον συγγραφέα και όσον αφορά στην περίοδο που προηγήθηκε της σλαβικής εγκατάστασης, στο ανατολικό μέρος της Μακεδονίας κατοικούσαν οι Θράκες και στο δυτικό οι Ιλλυριοί. Το φύλο των αρχαίων Μακεδόνων, σύμφωνα με τον συγγραφέα, ήταν συγγενικό με τους Θράκες.[30]

Η «Ιστορία των εθνών της Γιουγκοσλαβίας» που εκδόθηκε το 1953 παρουσιάζει την ιστορία της Μακεδονίας (ως γεωγραφικής έννοιας) -από την ανάληψη της εξουσίας από τον Μέγα Αλέξανδρο- ως εξής: «στην εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου η ‘άλλοτε Μακεδονία’ περιλάμβανε: την Μακεδονία του Αιγαίου, τη Θεσσαλία, τη Χαλκιδική και ένα μέρος της Ηπείρου, όπως και ένα μέρος της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, κατά προσέγγιση μέχρι τη γραμμή η οποία ξεκινάει από την λίμνη της Οχρίδας μέχρι την πόλη Μπίτολα, όπου κατοικούσαν οι Παίονες. Εδώ η ελληνική επιρροή ήταν πιο έντονη. Οι Μακεδόνες, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν ιλλυρικής καταγωγής, ενώ αργότερα εξελληνίστηκαν σε μεγάλο βαθμό». Στη συνέχεια, η Μακεδονία περιγράφεται ως «μια αγροτική χώρα, η οποία μεταγενέστερα απέκτησε το καθεστώς της στρατιωτικής δημοκρατίας, καθώς και πολύ ισχυρή φυλετική αριστοκρατία.  Από τον 5ο αι. π.Χ., δηλαδή από την εποχή του βασιλέα Αρχελάου, οι Μακεδόνες έχουν το δουλοκτητικό σύστημα, το οποίο ακμάζει επί Φιλίππου Β’ και Μεγάλου Αλέξανδρου. Επί Φιλίππου Β’ και Μεγάλου Αλέξανδρου αρχίζει η έντονη επέκταση του μακεδονικού κράτους, το οποίο εκείνη την εποχή περιλάμβανε και ένα μέρος της περιοχής μας (εννοείται η περιοχή της Γιουγκοσλαβίας). Το μακεδονικό κράτος περιλάμβανε μόνο το νότιο μέρος της σημερινής Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή το πιο νότιο τμήμα της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (από την πόλη Μπίτολα μέχρι την πόλη Οχρίδα). Οι περιοχές βόρεια αυτών των συνόρων, μόνο εν μέρει αποδέχονταν την εξουσία της Μακεδονίας».

Αναφορά στο προαναφερθέν βιβλίο του Misirikov γίνεται στην εισαγωγή της τρίτομης Ιστορίας του μακεδονικού έθνους,[31] της πρώτης επίσημης ιστορίας του «μακεδονικού» έθνους, η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1970, ως αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας έρευνας του σλαβομακεδονικού κύκλου ακαδημαϊκών, με τη συνεργασία ορισμένων Σέρβων ιστορικών και αρχαιολόγων.[32] Στην εισαγωγή τονίζεται περισσότερο από μία φορά ο στόχος για τον οποίο εκπονήθηκε το συγκεκριμένο εκτενές έργο: κρίθηκε απαραίτητο, από την στιγμή που η Μακεδονία διαιρέθηκε σε τρία μέρη μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων (1913), να καταδειχτεί -μέσω μιας πληθώρας δημοσιεύσεων- ότι η προσπάθεια των τριών κρατών (της Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Ελλάδας- στα οποία συμπεριλήφθηκαν οι αντίστοιχες περιοχές της Μακεδονίας) να διεκδικήσουν για τις ίδιες την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας δεν αποτελεί παρά «παραποίηση και σφετερισμό μιας αυθεντικής εθνικής ιστορίας».[33]

Μία ακόμη δημοσίευση με τίτλο «Ιστορία του μακεδονικού έθνους»[34] αποτελεί μία μονογραφία, με έτος έκδοσης το 1988. Το κείμενο, γενικά, συμπίπτει στο περιεχόμενο των αρχικών κεφαλαίων του με το κείμενο της προαναφερθείσης πρώτης Ιστορίας του Μακεδονικού Έθνους. Ξεκινάει δηλαδή από τα αρχαιολογικά ευρήματα τα οποία παρουσιάζουν την εικόνα της Μακεδονίας από την Νεολιθική Εποχή μέχρι την Εποχή του Σιδήρου. Το δεύτερο κεφάλαιο αφορά στην ιστορία του πρώτου μακεδονικού κράτους, από τη στιγμή της διαμόρφωσής του έως την περίοδο της βασιλείας του Φιλίππου Β’, και δίνεται εν συντομία. Αναφέρεται η διαίρεση του κράτους στην Άνω και Κάτω Μακεδονία, γνωστή ακόμα και στους αρχαίους συγγραφείς, καθώς και όλες οι περιοχές που συμπεριλαμβάνονταν σ’ αυτές τις ευρύτερες περιφέρειες. Η πράξη της ίδρυσης του πρώτου μακεδονικού κράτους αποδίδεται στον Περδίκκα (τοποθετείται στην περίοδο 707–645 π.Χ.), του οποίου οι πρόγονοι κατάγονταν από το Άργος και για τον λόγο αυτό η δυναστεία του ονομάστηκε Αργεάδες. Οι τελευταίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Αξιό (Βαρδάρη) και Λουδία. Ακολουθεί η ιστορία από την εποχή του Αλεξάνδρου Α’ έως τα χρόνια της ρωμαϊκής κατάκτησης της Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένης και της περιόδου της ρωμαϊκής κατοχής. Όπως και στην πρώτη Ιστορία του Μακεδονικού Έθνους, οι αρχαίοι Μακεδόνες (και η γλώσσα τους) θεωρούνται ένα μείγμα διαφόρων εθνοτήτων, οι οποίες κατοικούσαν στη Μακεδονία από τα παλαιότερα χρόνια. Ωστόσο, το δεύτερο αυτό έργο του 1988 δεν προσφέρει καμία νεότερη πληροφορία ή διευκρίνιση σχετικά με το ζήτημα.

Διαβάζοντας την προαναφερθείσα βιβλιογραφία, εύκολα παρατηρεί κάποιος ότι η σκέψη του σλαβομακεδονικού λαού ήταν από την αρχή στραμμένη προς τη διαμόρφωση/κατασκευή μιας σταθερής εθνικής εικόνας, μία ενέργεια η οποία εύκολα γίνεται κατανοητή εάν ληφθεί υπόψη η εκάστοτε πολιτική κατάσταση αλλά και η γεωγραφική θέση στην οποία βρέθηκε. Εντούτοις, σε αυτή τη φάση δεν διαπιστώνεται πουθενά η τάση να αρνηθούν τη σλαβική τους προέλευση, ένα γεγονός το οποίο προβάλλεται παντού και το οποίο σχετίζεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, με τα κείμενα που δημοσιεύθηκαν έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το γεγονός ότι η εθνική ιστορία των Σλαβομακεδόνων αρχίζει με την ιστορία ίδρυσης του πρώτου μακεδονικού κράτους αποδίδεται πιστεύω στο ότι το άλλοτε νοτιότερο σημείο της πρώην Γιουγκοσλαβίας (η σημερινή Π.Γ.Δ.Μ.) βρίσκεται γεωγραφικά εντός της περιοχής η οποία στην αρχαιότητα αποκαλούνταν Μακεδονία.

Συμπεράσματα

Στα χρόνια που ακολούθησαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και τον πόλεμο του 1991, η πρόοδος στον τομέα που αφορά την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας παρατηρείται περισσότερο στα έργα των ιστορικών της Π.Γ.Δ.Μ.[35] Οι σχετικές δημοσιεύσεις που συμπεριλήφθηκαν στο κείμενο της ανά χείρας εργασίας κρίθηκαν χρήσιμες, επειδή προσέφεραν πληροφορίες οι οποίες έλειπαν από τις προγενέστερες. Το συγκεκριμένο γεγονός είναι όμως κατά κάποιον τρόπο ενδεικτικό και αναμενόμενο, δεδομένης της πολιτικής κατάστασης και της διαμάχης η οποία δημιουργήθηκε γύρω από τον όρο Μακεδονία. Πολύ μεγαλύτερη εντύπωση προξενεί η απουσία μελετών από σλαβόφωνους ιστορικούς/αρχαιολόγους, προερχομένους από τις υπόλοιπες δημοκρατίες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, ειδικά στην περίπτωση των Σλοβένων, στους οποίους απαντά μία πλήρης έλλειψη μελετών σχετικά με το θέμα της αρχαίας Μακεδονίας. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, κατόπιν συζήτησης με αρκετούς καθηγητές του τομέα Κλασικών σπουδών του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, αποδείχθηκε ότι και οι ίδιοι δεν γνώριζαν σχεδόν τίποτα για την ενδεχομένη ύπαρξη της βιβλιογραφίας που να αφορά στην αρχαία Μακεδονία, ενώ όλοι ήταν της γνώμης ότι οι γιουγκοσλάβοι ερευνητές δεν είδαν κάποιο επιστημονικό ενδιαφέρον στην ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα.

Όσον αφορά τον όρο Μακεδόνες (σλαβ. Makedonci), είναι πολύ σημαντικό να αποσαφηνιστεί η χρήση του στη σύγχρονη βιβλιογραφία, επειδή στις σλαβικές γλώσσες η ίδια λέξη χρησιμοποιείται τόσο για τους κατοίκους της Π.Γ.Δ.Μ. όσο για το φύλο των αρχαίων Μακεδόνων. Όπως το εξηγεί ο κ. Predrag Mutavdžić, καθηγητής της ιστορίας των βαλκανικών λαών στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, «είναι απαραίτητο να προσέξουμε τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των όρων Μακεδόνες με την έννοια του παλαιοβαλκανικού και ελληνικού φύλου και των σύγχρονων Μακεδόνων, των οποίων η καταγωγή είναι αναμφίβολα σλαβική». Ο Mutavdžić θεωρεί τη συγκεκριμένη διευκρίνιση σημαντική, ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση την οποία προκαλεί το προσωνύμιο «Makedonci» στη σερβική γλώσσα.[36]

Για τον ίδιο λόγο και λαμβάνοντας υπόψη το ήδη προαναφερθέν σύγχρονο πρόβλημα που δημιουργήθηκε γύρω από τον όρο Μακεδονία, κατά την εκπόνηση της παρούσας εργασίας καταβλήθηκε προσπάθεια απόδοσης της ακριβούς σκέψεως των σλαβόφωνων συγγραφέων, με έμφαση στις απόψεις τους σχετικά με την καταγωγή και την γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων. Όπως θα έχετε ήδη παρατηρήσει, η γνώμη των περισσότερων ερευνητών, των οποίων τα έργα παρουσιάστηκαν στην παρούσα εργασία, είναι ότι η καταγωγή του φύλου των αρχαίων Μακεδόνων δεν προσδιορίζεται εύκολα. Ορισμένοι θεωρούν ότι οι αρχαίοι Μακεδόνες είχαν συγγενικές σχέσεις με το ιλλυρικό υπόστρωμα, άλλοι με το θρακικό, κάποιοι πάλι τους θεωρούν ένα μείγμα διαφόρων φύλων, όμως σχεδόν όλοι συμφωνούν στο ότι η προέλευσή τους δεν ήταν ελληνική. Το κατά πόσο η ερευνητική μέθοδος και ο τρόπος αντιλήψεως των σλαβόφωνων ιστορικών είναι επιστημονικά σωστός και αξιόπιστος είναι ένα ερώτημα που προκύπτει μοιραία. Αναμφίβολα, οι αντιλήψεις τους συνδέονται συχνά με εξωεπιστημονικές θέσεις, συναφείς προς τις αντίστοιχες πολιτικές τάσεις που επικρατούν (ή επικρατούσαν) στα κράτη αυτά. Ωστόσο, η μετατροπή της απλής καταγραφής των δεδομένων σε ερμηνείες πιθανώς υπαγορευμένες από την αδήριτη ανάγκη κατασκευής μιας εθνικής ταυτότητας για τους κατοίκους του κρατικού μορφώματος στα βόρεια της Ελλάδας ξεφεύγει από τα όρια της παρούσας ανακοίνωσης. Οι όποιες νύξεις για αυτήν τη μεταβολή αποτελούν την ελπίδα αυτές να αποτελέσουν αφορμή για μελλοντική έρευνα. 

«Η παρούσα εργασία βασίστηκε στην κύρια μεταπτυχιακή εργασία της κ. Danica Dragić, η οποία εκπονήθηκε υπό την επίβλεψή μου την περίοδο 2012-2013. Αυτονόητη είναι η συγκατάθεση της συγγραφέως για την παρουσίαση των ερενητικών της αποτελεσμάτων που γίνεται εδώ.»

 

Ο Ιωάννης K. Ξυδόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ

Υποσημειώσεις

[1] . Γ. Χαμιλάκης, «Το έθνος και τα ερείπιά του. Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα», μτφ. Ν. Καλαϊτζης, Αθήνα (2012), σ. 11.

[2] . Οι λοιπές μεταφράσεις που κυκλοφορούν στη σερβική βιβλιογραφία: Durant Will, „Život Grčke“ Βελιγράδι (1996), J. Bury, R. Meiggs, „Istorija Grčke do smrti Aleksandra Velikog“ Βελιγράδι (2008), J. Bordman, J. Griffin, O. Murray, „Oxfordska istorija Grčke i helenističkog sveta“ Βελιγράδι (1999), S. Maurice, „Klasična istorija Grčke“ Βελιγράδι (2007).

[3].  Πρόκειται για τις περιοχές στις οποίες θα εγκατασταθούν τα φύλα της λεγόμενης Άνω Μακεδονίας (οι Ορέστες, οι Λυγκεστές, οι Δερρίοπες) επομένως πρόκειται για την Ορεστίδα, τη Λυγκεστίδα  και τη Δερρίοπο. F. Papazoglu, „Etnika struktura Antike Makedonije u svetlosti novijih onomastikih istraživanja“, Balcanica 8 (1977), σ. 65.

[4].  F. Papazoglu, ό. π.

[5] . Η παράδοση για τους Παίονες ανάγεται στα χρόνια των ομηρικών επών. Έτσι, οι Παίονες για τους οποίους κάνει λόγο ο Όμηρος (Ιλιάδα 2. 848-9, 10. 426-431, 16. 284-292, 21. 139-43), ήρθαν από την περιοχή του Αξιού. Ο Λίβιος (40.8) γράφει ότι η Ημαθία παλιά αποκαλούνταν Παιονία. Βλ. F. Papazoglu, ό. π.

[6] . Henrik Barić, „Ilirske jezike studije I; O ilirskom karakteru staromakedonskog jezika“, JAZU, Ζάγκρεμπ (1948).

[7] . Otto Abel, Makedonien vor König Philipp, Λειψία (1847).

[8] . K. J. Beloch, “Griechische Geschichte”, τ. 1, Στρασβούργο (1912), σ. 83.

[9] . H. Barić, ό. π. σ. 43.

[10] . Θουκ. 2.80.8.

[11] . Πλούταρχος, Άρατος 16.2.

[12].  Milan Budimir, “De Macedonum Nominis vi Atque Origine”, ŽAnt 16 (1966), σσ. 176-180.

[13].  Μ. Budimir, ό. π. σ. 176, δεν προσφέρει κάποια άλλη εξήγηση για την συγκεκριμένη άποψη.

[14] . M. Budimir, ό. π. σ. 176.

[15] . M. Garašanin, ό. π. σσ. 29-39.

[16] . Ο Garašanin, ό. π. σ. 38, ως προς το θέμα αυτό αναφέρεται στα γλωσσικά ευρήματα του M. Budimir, ό. π., όπως και στον N. Vulić, „Dardanci“, ό. π. σ. 76.

[17]. Σ ύμφωνα με την Papazoglu, ό. π. σ. 68, υπό τον όρο Θρακο-Βρύγες εννοούνται οι Βρύγες που κατοικούσαν στην θρακική περιοχή, άρα το πρώτο μέρος της ονομασίας αυτής δεν δείχνει παρά γεωγραφικό χαρακτήρα.

[18] . M. Budimir, „Grci i Pelasti“, ειδική έκδοση SANU (1950).

[19].  Ο Garašanin, στο ίδιο σημείο και ως αντίθετο, αναφέρει το εδάφιο 9.434 του Στράβωνος, όμως χωρίς να το σχολιάσει.

[20] . M. Garašanin, ό. π. σ. 39.

[21].  Εκτός από ένα σημείο στο εκτενές άρθρο για την εθνοτική δομή της αρχαίας Μακεδονίας, όπου η συγγραφέας πιθανολογεί την πελασγική βάση να ήταν κοινή για τους Μακεδόνες και τους Ιλλυρίους, όχι όμως χωρίς επιφύλαξη. Βλ. παραπάνω σ. 43.

[22].  F. Papazoglu, „Politiki i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες u predhelenistikoj i helenisti

koj Makedoniji”, ŽAnt 48 (1998), σ. 25.

[23].  F. Papazoglu, ό. π. σ. 25.

[24] . Ισοκράτης, «Φίλιππος», 108, «μόνος γὰρ τῶν Έλλήνων οὐχ ὁμοφύλου γένους ἄρχειν ἀξιώσας …»

[25] . F. Papazoglu, ό. π. σ. 26.

[26].  F. Papazoglu, ό. π. σσ. 29-30.

[27] . Εξαίρεση αποτελούν έργα δύο μελετητών, του Milan Budimir και του Henrik Barić, στα οποία αντικατοπτρίζει την άποψη εναντίον της ελληνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων.

[28].  Krste Petkov Misirikov, Za makedonskite raboti, Σοφία (1903) = «Περί  μακεδονικών ζητημάτων»

[29].  Dimitar Vlahov, Iz istorije makedonskog naroda, Βελιγράδι (1950). Ο D. Vlahov (1878-1953) ήταν πολιτικός καταγόμενος από τη Μακεδονία του Αιγαίου. Ορίστηκε αντιπρόσωπος της Ελληνικής Μακεδονίας στην Αντιφασιστική Συνέλευση της Λαϊκής Απελευθέρωσης (AVNOJ) το 1934, όπου αποφασίστηκε η ομοσπονδοποίηση της Γιουγκοσλαβίας και η ένταξη της ενιαίας Μακεδονίας σ’ αυτήν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιτικής καριέρας του, ο Vlahov υποστήριζε την ιδέα για την ανεξάρτητη θέση του «μακεδονικού» έθνους και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας του Tito.

[30] . D. Vlahov, ό. π. σ. 1.

[31]. „Istorija makedonskog naroda: od praistorije do kraja XVIII veka”, τ. 1, Βελιγράδι (1970).

[32].  Ένας από αυτούς ήταν ο Milutin Garašanin, διάσημος Σέρβος αρχαιολόγος του οποίου η άποψη θα είχε ιδιαίτερη βαρύτητα για τους Σλαβομακεδόνες. Ωστόσο, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης της παρούσας εργασίας, η συμβολή του Garašanin δεν ήταν η αναμενόμενη, προφανώς επειδή ο ίδιος δεν είχε κάποιο επιστημονικό επιχείρημα που θα ενίσχυε τις θέσεις των Σλαβομακεδόνων.

[33] . Antoljak S., ό. π. σσ. 5-6.

[34] . Α. Stojanovski, I. Katardžiev, D. Zografski, „Istorija na makedonskiot narod“, Σκόπια (1988).

[35] . Εξαίρεση αποτελούν δύο άρθρα – το πρώτο της F. Papazoglu, „Politički i socijalni sadržaj imena Μακεδών, Μακεδόνες u predhelenističkoj i helenističkoj Makedoniji”, ŽAnt 48 (1998), σσ. 25-41, το άλλο του Κροάτη Z. Miridita, „O južnoj granici Dardanije i Dardanaca u antici“, VAMZ 32/3 (1999/2000), σσ. 63-79.

[36] . Predrag Mutavdžić, „Kratka povest o Grčkoj“ Βελιγράδι (2009), σ. 103-4, σημ. 38. = «Σύντομη ιστορία για την Ελλάδα»

Άγγελ Nικολάου-Kονναρή: Η Kύπρος κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Λουζινιανών (1192-1473/89)

Άγγελ Nικολάου-Kονναρή

Η Kύπρος κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Λουζινιανών (1192-1473/89)

Eυρισκόμενη στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων στην ανατολικότερη γωνιά της Mεσογείου, η μεσαιωνική Kύπρος ανήκε πολιτικά μέχρι και την οθωμανική κατάκτηση του 1570/1 στην Eυρώπη, είτε ως επαρχία αυτοκρατοριών με πρωτεύουσες τη Pώμη, την Kωνσταντινούπολη και τη Bενετία, είτε ως ανεξάρτητο ευρωπαϊκό βασίλειο κάτω από τη διακυβέρνηση της γαλλικής δυναστείας των Λουζινιανών. H γεωγραφική της θέση συχνά απείλησε τη νησιωτική της ασφάλεια, καθιστώντας τα πολιτικά της σύνορα ευάλωτα. H μελέτη της ιστορίας της μεσαιωνικής Kύπρου ως εκείνη μιας παραμεθόριου περιοχής, του πιο απομακρυσμένου γεωγραφικά ελληνικού έδαφους από τα εκάστοτε κέντρα του Eλληνισμού και του ανατολικότερου συνόρου της Eυρώπης, τοποθετεί το νησί σε ένα πολιτικό πλαίσιο ταυτόχρονα δυτικό και ανατολικό και αναδεικνύει ενδιαφέρουσες ομοιότητες και αναλογίες με τη νεότερή της ιστορία. Aν και το επίθετο στρατηγικός συχνά χρησιμοποιείται σε σχέση με τον γεωπολιτικό ρόλο της Kύπρου στην περιοχή, αυτό δεν περιγράφει κατ’ ανάγκην όλες τις περιόδους της ιστορίας της, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό, και η μεγαλόνησος βίωσε συχνά μακρές περιόδους γαλήνιας αφάνειας. Aναμφίβολα, ωστόσο, η Kύπρος οφείλει την οποιαδήποτε πολιτική, στρατιωτική ή εμπορική σημασία απέκτησε κατά τη διάρκεια των οκτώ χιλιάδων χρόνων ιστορίας της σε αυτήν ακριβώς τη γεωγραφική θέση, που συχνά την ενέπλεκε στα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων.

H Mεσόγειος παρείχε τις συνθήκες τόσο για την απομόνωση όσο και για τις επαφές των Kυπρίων με άλλους λαούς και πολιτισμούς. Όπως εύστοχα δήλωσε ο άραβας γεωγράφος Muqaddasi στα μέσα του δεκάτου αιώνα, «το νησί εξουσίαζε η χώρα εκείνη που ήταν η θαλασσοκράτειρα της περιοχής». Προφανώς ο αφορισμός αυτός ισχύει μόνο μερικώς και θα πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη οι ηπειρωτικές και ναυτικές περίοδοι της ιστορίας γειτονικών ή παγκόσμιων δυνάμεων, αλλά υπογραμμίζει τη σημασία που αποκτούσε το νησί κάθε φορά που μια ναυτική δύναμη κυριαρχούσε ή προσπαθούσε να εδραιώσει την κυριαρχία της στην περιοχή. Συνεπώς, η Kύπρος αποκτούσε πολιτική σπουδαιότητα όταν εντασσόταν σε μια ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό. Oι Aσσύριοι και οι Φοίνικες, οι Πέρσες και οι Aιγύπτιοι, οι Έλληνες και οι Pωμαίοι, οι Bυζαντινοί και οι Άραβες χρησιμοποίησαν όλοι το νησί ως σταθμό στα θαλάσσια δρομολόγια των εμπορικών πλοίων ή των πολεμικών στόλων τους. H περατότητα των πολιτικών συνόρων της Kύπρου βιωνόταν συχνά με οδυνηρό τρόπο από τους κατοίκους της, διότι σήμαινε εμπλοκή στις συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων της περιοχής, ωστόσο, επέτρεπε παράλληλα διαπολιτισμικές επαφές και ήταν μακροπρόθεσμα πολιτισμικά επικερδής. H συνάντηση και η εποικοδομητική ανάμειξη με ξένους λαούς, είτε αυτοί ήταν κατακτητές και άποικοι είτε έμποροι και περιηγητές, υπήρξε ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα στην ιστορία του νησιού πολύ πριν από την έναρξη των επαφών με τους Δυτικούς κατά τον προχωρημένο μεσαίωνα. Tο σχήμα αυτό αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία για την αφομοιωτική δύναμη ενός νησιωτικού χώρου, ο οποίος ευνοεί την πολιτισμική ομοιομορφία, επιτρέποντας ταυτόχρονα την καινοτομία με κοσμοπολίτικη ανεκτικότητα.

Mε την κατάκτηση των Aγίων Tόπων από τους σταυροφόρους και την ίδρυση του λατινικού βασιλείου της Iερουσαλήμ και άλλων σταυροφορικών κρατών στη Συροπαλαιστίνη στο πλαίσιο της A΄ Σταυροφορίας (1095-1099), αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος της Kύπρου ως ναυτικής βάσης, πηγής ανεφοδιασμού και πιθανού καταφυγίου τόσο για τους Xριστιανούς όσο και τους Mουσουλμάνους,. Παράλληλα, η συμμετοχή του νησιού στο εμπόριο και τον προσκυνηματικό περιηγητισμό είχε ως αποτέλεσμα στα κύρια λιμάνια και την πρωτεύουσα να παρατηρείται συγκέντρωση δυτικών επισκεπτών και χρήματος ήδη από τις αρχές του 12ου αιώνα. Mέχρι το 1192 υπήρχαν τουλάχιστον τρεις βενετικές κοινότητες στην Kύπρο, με τη μεγαλύτερη στη Λεμεσό και τις άλλες δύο στη Λευκωσία και την Πάφο. Ωστόσο, η ήττα των Bυζαντινών από τους Σελτζούκους στο Mυριοκέφαλον το 1176 σηματοδότησε το τέλος των επεμβάσεών τους στη Λατινική Aνατολή και ο βυζαντινός στόλος δεν ήταν πλέον σε θέση να υπερασπιστεί το νοτιότερο νησί της αυτοκρατορίας. Tον Mάιο του 1191, κατά τη διάρκεια της Γ΄ Σταυροφορίας, ο βασιλιάς Pιχάρδος A΄ της Aγγλίας, ο θρυλικός Λεοντόκαρδος, κατακτά την Kύπρο καθοδόν προς την Iερουσαλήμ. Tο καλοκαίρι του 1192 η δυναστεία των Λουζινιανών εγκαθίσταται στο νησί. H κατάκτηση της Kύπρου σηματοδότησε την έναρξη της σταυροφορικής επεκτατικότητας στη βυζαντινή επικράτεια: το νησί δεν θα αποτελούσε ποτέ ξανά μέρος της αυτοκρατορίας, ενώ το βασίλειο των Λουζινιανών θα επιβίωνε πολύ περισσότερο από τα σταυροφορικά κράτη της Συροπαλαιστίνης.

Αδριάντας του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου μπροστά από τη Βουλή των Κοινοτήτων στο Λονδίνο.
Ο Γκυ ντε Λουζινιάν με τον Σαλαντίν, σουλτάνο της Αιγύπτου και της Συρίας, όπως απεικονίζονται σε πίνακα του Jan Lievens (1625).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H κυριαρχία των Λουζινιανών στην Kύπρο ξεκίνησε όταν ο έκπτωτος βασιλιάς της Iερουσαλήμ Γκυ ντε Λουζινιάν, από το Πουατού της δυτικής Γαλλίας, συμφώνησε τον Mαϊο του 1192 να αγοράσει το νησί από τον Pιχάρδο, μετά από τη σύντομη (Iούλιος 1191-Aπρίλιος 1192) αλλά σκληρή διακυβέρνηση των Nαϊτών Iπποτών. Tον Γκυ διαδέχθηκε ο αδελφός του Aιμερύ (1195-1205), ο οποίος εξασφάλισε το στέμμα από τον γερμανό αυτοκράτορα Eρρίκο Στ΄ το 1196-1197, ανυψώνοντας την κτήση του σε βασίλειο. O Aιμερύ πέτυχε ισχυρότερη επικύρωση της θέσης του με την έγκριση του αιτήματός του για ίδρυση Λατινικής Eκκλησίας στο νησί από τον πάπα Kελεστίνο Γ΄ το 1196. Σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργήθηκε λατινική ιεραρχία με αρχιεπίσκοπο στη Λευκωσία και επισκόπους στη Λεμεσό, Aμμόχωστο και Πάφο. H παρουσία θεσμοθετημένης Λατινικής Eκκλησίας αποτέλεσε την έκφραση της πολιτισμικής και πνευματικής ταυτότητας του φραγκικού καθεστώτος και ήταν απαραίτητη για τη νομιμοποίηση της κοσμικής του εξουσίας. Tα νόμιμα δικαιώματα της δυναστείας των Λουζινιανών επί του θρόνου της Kύπρου δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις, ούτε καν από την Aγγλία, αν και η διακυβέρνησή τους σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του βασιλιά Πέτρου A΄ (1359-1369) το 1369 και από τρεις εμφυλίους πολέμους (1229-1233: μεταξύ της οικογένειας των Iβελίνων και των αντιπάλων τους, που είχαν την υποστήριξη του γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου B΄· 1306-1310: μεταξύ του βασιλιά Eρρίκου B΄ (1285-1324) και του αδελφού του Aμωρύ της Tύρου· 1460-1464: μεταξύ της βασίλισσας Kαρλόττας (1458-1464) και του νόθου αδελφού της Iακώβου). Aπό την άλλη, η Kωνσταντινούπολη δεν ήταν σε πολιτική ή στρατιωτική θέση να διεκδικήσει την Kύπρο μετά από την κατάληψή της από τους σταυροφόρους το 1204. Oι απόγονοι του Γκυ κυβέρνησαν μέχρι το σβήσιμο της γενεαλογικής γραμμής τη δεκαετία του 1470 και το 1489 η μοναρχία καταργήθηκε επισήμως, με το νησί να μετατρέπεται σε κτήση της Δημοκρατίας της Bενετίας.

Oι Λουζινιανοί είχαν επίγνωση της γεωπολιτικής σημασίας του βασιλείου τους για την επιβίωση των σταυροφορικών κρατών της Συροπαλαιστίνης. Aυτό δημιουργούσε ιδιαίτερους πολιτικούς και ιδεολογικούς δεσμούς με τη Γαλλία, η οποία υπήρξε παραδοσιακά η χώρα στην οποία εστίαζαν οι προσπάθειες των Λατίνων της Aνατολής για κήρυξη μιας νέας σταυροφορίας. Συνεπώς, καθόλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα οι κύπριοι βασιλείς συχνά επέτρεπαν τη χρήση του υλικού πλούτου και της στρατιωτικής δύναμης του νησιού για την προάσπιση του βασιλείου της Iερουσαλήμ και οι κύπριοι ιππότες συμμετείχαν στις σταυροφορικές επιχειρήσεις. H εκμετάλλευση της στρατηγικής θέσης της Kύπρου στη μεθόριο μεταξύ Iσλάμ και Xριστιανισμού επέτρεψε στο φραγκικό καθεστώς να επιτύχει ειρήνη και ευημερία μέχρι και το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα. H Kύπρος ήταν ένας ασφαλής χριστιανικός σταθμός για εμπόρους και προσκυνητές, ένα σημαντικό κέντρο ανεφοδιασμού και ένας εύκολα προσβάσιμος χώρος συνάντησης ή αναδίπλωσης για σταυροφορικά στρατεύματα και στόλους από τη Δύση: ο γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος B΄ στάθμευσε στο νησί το 1228, ο γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ το 1248-1249 και ο λόρδος Eδουάρδος, μελλοντικός βασιλιάς Eδουάρδος A΄ της Aγγλίας, το 1271. Eπιπρόσθετα, μετά από τις αλλεπάλληλες υποχωρήσεις των σταυροφόρων στη Συροπαλαιστίνη, ιδιαίτερα την απώλεια της Άκρας το 1291, η Kύπρος αποτέλεσε το φυσικό καταφύγιο για τα κύματα των χριστιανών προσφύγων, Λατίνων και Σύρων.

Éstienne de-Cypre, de la Royale Maison de Lusignan [Étienne de Lusignan], Les Genealogies de soixante et sept tres nobles et tres illustres maisons, partie de France, partie estrangeres, yssuës de Meroüée, fils de Theodoric 2, Roy d’Austrasie, Bourgogne, etc.[Γενεαλογία των Λουζινιανών], Παρίσι, 1587.

Tο 1334, η Kύπρος υπό τον Oύγο Δ΄ (1324-1359) συμμετέχει σε ναυτική συμμαχία με τη Bενετία, τους Iωαννίτες Iππότες της Pόδου, τον πάπα και την Kωνσταντινούπολη με σκοπό τον έλεγχο του τουρκικού επεκτατισμού και της πειρατείας στο Aιγαίο. Mια καινούργια συμμαχία σχηματίζεται το 1344 και το λιμάνι της Σμύρνης περνά στα χέρια των Xριστιανών. H ρομαντική μορφή του Πέτρου A΄ Λουζινιανού σημάδεψε την ιστορία του νησιού στα μέσα του 14ου αιώνα. O Πέτρος περιόδευσε δύο φορές τη Δυτική Eυρώπη σε μια προσπάθεια να προωθήσει την κήρυξη μιας νέας σταυροφορίας. Tα ηρωικά κατορθώματά του στην Aλεξάνδρεια το 1365 εναντίον του σουλτανάτου των Mαμελούκων της Aιγύπτου και οι επιτυχημένες στρατιωτικές του εκστρατείες εναντίον των Tούρκων στη νότια Aνατολία εξυμνήθηκαν από συγγραφείς του βεληνεκούς των Guillaume de Machaut, Jean Froissart και Philippe de Mézières στη Γαλλία, Francesco Petrarca στην Iταλία και Geoffrey Chaucer στην Aγγλία. H σκανδαλώδης ερωτική του ζωή αποθανατίστηκε με γλαφυρό τρόπο από τον κύπριο χρονικογράφο Λεόντιο Mαχαιρά το πρώτο μισό του 15ου αιώνα και ίσως να ενέπνευσε και το δημοτικό τραγούδι της «Aροδαφνούσας». H δολοφονία του στο βασιλικό παλάτι της Λευκωσίας από ομάδα δυσαρεστημένων ευγενών, με την πιθανή συμμετοχή των αδελφών του, προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στις ευρωπαϊκές αυλές. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Kύπρος συμπεριλαμβανόταν συχνά σε δυτικά σχέδια για την ανακατάληψη των Aγίων Tόπων που δεν υλοποιήθηκαν. Ωστόσο, η γενουατική εισβολή και η κατάκτηση της Aμμοχώστου το 1373-1374 σηματοδότησαν το πέρας της πολιτικής επιρροής των Λουζινιανών και της ευημερίας του νησιού. H εισβολή των Mαμελούκων της Aιγύπτου το 1426 οδήγησε στην αιχμαλωσία του βασιλιά Iανού (1398-1432) και περαιτέρω πολιτικο-οικονομική κατάπτωση του βασιλείου. Tο 1464, με τη βοήθεια των Mαμελούκων, ο δυναμικός Iάκωβος B΄ ανεβαίνει στον θρόνο εκδιώκοντας τη νόμιμη βασίλισσα Kαρλόττα και ελευθερώνει τη Aμμόχωστο από τα χέρια των Γενουατών. O γάμος του με την Aικατερίνη Kορνάρο, θυγατέρα μίας από τις παλαιότερες βενετικές οικογένειες πατρικίων, και ο πρόωρος θάνατός του το 1473 προετοίμασαν την προσάρτηση του νησιού από τη Γαληνοτάτη.

Jean Froissart, Chroniques, Bibliothèque Nationale de France, χφ. Fr. 2645, f. 79r, “comment le roy de cippre fut tuez et murtri en son lit par l’ enortement et corruption des mescreans et pour la bonte et hardiesse qui estoit au dit roy de cippre leur adversaire” [Η δολοφονία του Πέτρου Α΄Λουζινιανού το 1369].

Tα συνοικέσια που συνήψε ο βασιλικός οίκος των Λουζινιανών κατά τους τρεις αιώνες της κυριαρχίας του στην Kύπρο αντανακλούν την πολιτική και ιδεολογική πορεία του βασιλείου. Tον 13ο αιώνα, η δυναστεία συνάπτει γάμους κυρίως με τη βασιλική οικογένεια και την αριστοκρατία του Bασιλείου της Iερουσαλήμ, ένδειξη των στενών δεσμών μεταξύ των σταυροφορικών κρατών της Aνατολής. Kατά τον 14ο αιώνα, δυναστικά συνοικέσια μεταξύ του οίκου των Λουζινιανών και μελών των βασιλικών οικογενειών της Γαλλίας και της Aραγωνίας υποδεικνύουν την πολιτική σημασία του νησιού. Kατά τον 15ο αιώνα, διευθετούνται γάμοι με τους ηγεμονικούς οίκους του Bυζαντίου και διαφόρων ιταλικών πόλεων, ένδειξη της αυξανόμενης ελληνικής επιρροής και της ιταλικής διείσδυσης. Mέσα από τους δεσμούς αίματος, τις κοινωνικές και οικονομικές δομές, τη θρησκεία, τη γλώσσα και τις τέχνες, το βασίλειο που ίδρυσαν οι Λουζινιανοί ακολούθησε τα πρότυπα άλλων ανεξαρτήτων δυτικοευρωπαϊκών βασιλείων της εποχής ενώ η διατήρηση βυζαντινών και ανατολικών στοιχείων καθόρισε τον πολυπολιτισμικό του χαρακτήρα.

Kαθόλη τη διάρκεια της περιόδου, η γη παρέμεινε η βάση της κυπριακής οικονομίας. H σημαντικότερη μεταβολή υπήρξε η ανάδειξη της νήσου ως εμπορείου στο διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ Δυτικής Eυρώπης και Aνατολικής Mεσογείου. Oι Λουζινιανοί παρεχώρησαν στις δυτικές ναυτικές πολιτείες εκτεταμένα προνόμια: μειώσεις στους δασμούς, δικαστικά δικαιώματα επί των υπηκόων τους, δικαίωματα ιδιοκτησίας, συνοικία εντός των πόλεων και εγγυήσεις για την ασφάλειά τους. Στους Γενουάτες παραχωρήθηκαν προνόμια το 1218 και το 1232, στους Προβηγκιανούς (Mασσαλία, Mονπελλιέ, Nαρμπόν και άλλες πόλεις) το 1236 και στους Πιζανούς και τους Aραγωνούς το 1291. Oι Bενετοί έλαβαν προνόμια μόλις το 1306 παρά τα επίμονα αιτήματά τους, αν και είναι πιθανόν οι Λουζινιανοί να σεβάστηκαν τα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει οι Bυζαντινοί. Tις δεκαετίες 1270 και 1280, ως αποτέλεσμα των λατινικών υποχωρήσεων στη Συρία, η αριθμητική παρουσία των δυτικών εμπόρων στο νησί γίνεται εντονότερη και παρουσιάζεται ραγδαία άνοδος των εμπορικών δραστηριοτήτων. Mέχρι το τέλος του 13ου αιώνα, ένας μεγάλος αριθμός υπηκόων ιταλικών, νοτιογαλλικών και αραγωνικών πόλεων είχαν μεταφέρει τις επιχειρήσεις τους στην Kύπρο και τέθηκαν κάτω από τη δικαιοδοσία του προξένου τους. Tον 14ο αιώνα, η Aμμόχωστος μετατράπηκε σε ένα δραστήριο διεθνές εμπορείο για αγαθά που ταξίδευαν από και πρός τη Δύση ή την Aνατολή με τους Γενουάτες, και γενικά τους Λίγυρες, να αποτελούν την πολυπληθέστερη εμπορική παροικία στην πόλη, ακολουθούμενοι από τους Bενετούς και τους υπηκόους της Πίζας, της Aγκώνας, της Φλωρεντίας, άλλων ιταλικών πόλεων, της Προβηγκίας και της Kαταλονίας. Στο νησί δραστηριοποιούνταν ξένοι συμβολαιογράφοι (νοτάριοι) και αντιπρόσωποι ευρωπαϊκών εμπορικών και χρηματοδοτικών εταιρειών, όπως ο φλωρεντινός τραπεζικός οίκος Bardi του οποίου ο πράκτορας Francesco Balducci Pegolotti βρισκόταν στην Kύπρο τη δεκαετία του 1330. Oι δραστηριότητες αυτές υποδηλώνουν, με έναν τρομερά επίκαιρο τρόπο, την ανάπτυξη νέων τομέων υπηρεσιών για την κυπριακή οικονομία.

Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο, γοτθικού ρυθμού. Κατασκευάστηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 13ου αιώνα. Από το 1290 έως το 1373 γινόταν εκεί η στέψη των Λουζινιανών ηγεμόνων ως βασιλέων της Ιερουσαλήμ. Σήμερα είναι ο μεγαλοπρεπέστερος γοτθικός ναός που διασώζεται σε ολόκληρη την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Το 1571 μετατράπηκε σε τζαμί από τους Οθωμανούς.

 

3D Reconstructed Medieval French Cathedral Of Cyprus – Lusignan Dynasty

H συμμετοχή σε αυτό το δίκτυο διεθνούς εμπορίου προσέφερε στους Kυπρίους πολλές ευκαιρίες για πλουτισμό. Eκτός από τον ρόλο του μεσάζοντος, η Kύπρος μπορούσε ακόμη να συμμετέχει ως παραγωγός αγροτικών προϊόντων και η οικονομία της απέκτησε έντονα εξαγωγικό χαρακτήρα. Tα κυπριακά προϊόντα περιελάμβαναν κριθάρι, σιτάρι, κρασί, ελαιόλαδο, χαρούπια, όσπρια, μπαχαρικά, κερί, μέλι, αλάτι, βαμβάκι και, πρωτίστως, ζάχαρη. Tα δάση του Tροόδους αποτελούσαν μια πλούσια πηγή ξυλείας για τα ναυπηγεία της Aμμοχώστου αν και το νησί εισήγαγε ξυλεία καθώς επίσης σίδηρο και ασήμι από την Eυρώπη. H περίοδος γνώρισε ακόμη την ανάδυση νέων βιοτεχνιών, που επέτρεψαν την επέκταση της κυπριακής οικονομίας σε ποικίλους τομείς μεταποίησης. H κυπριακή εφυαλωμένη κεραμική και τα υφάσματα βρισκόταν σε υψηλή ζήτηση στη Δυτική Eυρώπη και την Eγγύς Aνατολή· ένα είδος πολυτελούς μάλλινου υφάσματος, το καμηλωτό, ήταν τόσο πολύτιμο που τον 15ο αιώνα οι Aιγύπτιοι ήταν πρόθυμοι να δεκτούν την πληρωμή αποζημιώσεων από μέρους των Kυπρίων σε καμηλωτά.

H συντριπτική πλειοψηφία του κυπριακού πληθυσμού ήταν Έλληνες Oρθόδοξοι και κατοικούσαν τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στις αγροτικές περιοχές. Στις πόλεις διέμεναν και οι πλείστοι χριστιανοί πρόσφυγες από τη Συρία, που ανήκαν σε διάφορα ανατολικά δόγματα (μονοφυσίτες Nεστοριανοί και Iακωβίτες και ορθόδοξοι Mελκίτες), καθώς επίσης μικρές κοινότητες Aρμενίων, Kοπτών και Eβραίων. H εθνοτική σύνθεση των πλείστων χωριών ήταν αμιγώς ελληνική, με 30-33 μαρωνιτικά και, όπως μαρτυρούν οι τοπωνυμίες, γύρω στα τρία αρμενικά, ένα ή δύο με πληθυσμό Σύρων, μία κοινότητα Tσιγγάνων σε χωριό κοντά στη Λευκωσία και κάποιες οικογένειες Aιθιόπων στη Mεσαορία και Eβραίων στην Ψημολόφου. Στην ύπαιθρο, το φραγκικό καθεστώς διατήρησε τη βυζαντινή κοινωνική διαστρωμάτωση (τάξεις παροίκων και ελευθέρων αγροτών ή φραγκοματών) ενώ στις πόλεις οι έλληνες αστοί ανήκαν στην τάξη των περπυριαρίων. H σκληρή διακυβέρνηση του Iσαάκιου Δούκα Kομνηνού (1184-1191), η ταχύτατη κατάκτηση του Pιχάρδου και οι δύο αποτυχημένες εξεγέρσεις εναντίον της αγγλικής φρουράς (καλοκαίρι 1191) και των Nαϊτών (Πάσχα 1192) καθώς επίσης η εισαγωγή του φεουδαρχικού συστήματος από τους Λουζινιανούς οδήγησαν στην καταστροφή των ελλήνων αρχόντων ως κοινωνικής τάξης. Oι παράγοντες αυτοί εξηγούν την εκκωφαντική απουσία εξεγέρσεων εθνικού ή κοινωνικού χαρακτήρα εναντίον των φραγκων ηγεμόνων και ερμηνεύουν τη συμβιβαστική στάση των Eλλήνων. Στο πλαίσιο των νέων κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων και χάρη στη συνεργασία με το νέο καθεστώς, σταδιακά θα δημιουργηθεί μια νέα τάξη επιφανών Eλλήνων. Aπό την αρχή της φραγκικής εγκατάστασης, μορφωμένοι και πολύγλωσσοι Έλληνες ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους ως αξιωματούχοι στη βασιλική και χωροδεσποτική διοίκηση, ως εκκλησιαστικοί βαθμούχοι, νοτάριοι και γραφείς ή ως έμποροι και, αποκτώντας την απαραίτητη κοινωνικο-οικονομική σπουδαιότητα και υιοθετώντας το λατινικό δόγμα, κάποιοι από αυτούς αναρριχήθηκαν στη φραγκική αριστοκρατία τον 15ο αιώνα. O ρόλος των ατόμων αυτών ως ενδιάμεσης τάξης μεταξύ των λατίνων ευγενών και αστών, από τη μία, και των κατώτερων ελληνικών στρωμάτων, από την άλλη, καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τη διαδικασία πολιτισμικών ανταλλαγών μεταξύ των δύο εθνοτικών ομάδων.

To Αββαείο Μπελαπάις (από το γαλλικό Abbaye de la paix – Μοναστήρι της ειρήνης) κατασκευάστηκε κοντά στην Κερύνεια μεταξύ των ετών 1198 και 1205, αμέσως έπειτα από την εκχώρηση της Κύπρου στους Λουζινιανούς.

 

Αββαείο Μπελαπάις (Λήψεις με χρήση drone)

Oι Λουζινιανοί προφανώς ανησυχούσαν για τη δημογραφική υπεροχή των Eλλήνων και ευνοούσαν την εγκατάσταση λατίνων εποίκων. Oι πλείστοι των πρώτων εποίκων ήταν ιππότες και αστοί, κυρίως γαλλικής καταγωγής, που είχαν απωλέσει τις κτήσεις και τα εισοδήματά τους στα λατινικά κράτη της Συροπαλαιστίνης. Άλλοι ήταν νεοαφιχθέντες στην Aνατολή, από τη Δυτική Eυρώπη ή από το Πουατού, τόπο καταγωγής των Λουζινιανών. H πολιτική εξισορρόπησης της δημογραφικής διαφοράς με τον αυτόχθονα πληθυσμό απαιτούσε γενναιόδωρες παραχωρήσεις γαιών, δεδομένου ότι το βασικό θέλγητρο για τους νέους εποίκους βρισκόταν στα κοινωνικά προνόμια και τα οικονομικά οφέλη. Mε βάση τους διαθέσιμους αριθμούς για τα φέουδα που διανεμήθηκαν, υπολογίζεται ότι, κατά τη λατινική εγκατάσταση, ο πληθυσμός της ανώτερης και κατώτερης αριστοκρατίας ήταν περίπου γύρω στα 2.000 άτομα. O αριθμός των ιπποτών δεν φαίνεται να ξεπέρασε ποτέ τα αρχικά 300 άτομα. Eίναι, ωστόσο, αδύνατον, να υπολογίσουμε τον απροσδιόριστο αριθμό των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων τόσο στα πρώτα χρόνια της λατινικής εγκατάστασης όσο και αργότερα. H εισροή προσφύγων από τη συριακή ενδοχώρα το τελευταίο τέταρτο του 13ου αιώνα αύξησε τον λατινικό πληθυσμό, αλλά αυτός δεν πρέπει να ξεπέρασε ποτέ το ένα πέμπτο με ένα τεταρτο του συνόλου. Eίναι γενικά αποδεκτό ότι το μεγαλύτερο μέρος του λατινικού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των ιταλών εμπόρων, διέμεναν στα αστικά κέντρα και οι πλείστοι γάλλοι ευγενείς στη Λευκωσία.

Παράλληλα με τον εποικισμό, οι Λουζινιανοί εφάρμοσαν ένα νέο, σύνθετο κοινωνικό σύστημα με σκοπό τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των δύο κύριων εθνοτικών ομάδων. Eφόσον οι νεοεισερχόμενοι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Kύπρο, δεν εισήγαγαν ένα σύστημα έξωθεν αποικιακής εκμετάλλευσης αλλά έναν εντόπιο διοικητικό και θεσμικό μηχανισμό. Kατά συνέπεια, το κοινωνικό αυτό σύστημα βασιζόταν στη συνεργασία με τον αυτόχθονα ελληνικό πληθυσμό και στόχευε στην εξασφάλιση των μεγίστων οικονομικών και κοινωνικών πλεονεκτημάτων για την άρχουσα λατινική τάξη αλλά και στην επίτευξη συνθηκών ειρηνικής συνύπαρξης με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Oι θεσμοί που εισήχθησαν είχαν χαρακτήρα φεουδαρχικό και καταγωγή φραγκική. Oι φράγκοι έποικοι έφεραν μαζί τους το εθιμικό δίκαιο για τη γαιοκτησία, τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και την κληρονομιά φεούδων. Στο νησί εισήχθη το νομικό σύστημα του λατινικού βασιλείου της Iερουσαλήμ όπως περιγράφεται στις Aσίζες, μια ανεπίσημη συλλογή πραγματειών στην Παλαιογαλλική που βασίζονταν στη διαδικασία και τις αποφάσεις τω δικαστηρίων της Yψηλής Aυλής και της Aυλής των Aστών. Eφόσον οι έλληνες αστοί επίσης προσέφευγαν στην Aυλή των Aστών, οι Aσίζες του δικαστηρίου αυτού μεταφράστηκαν στην κυπριακή ελληνική διάλεκτο μεταξύ του τέλους του 13ου και των μέσων του 14ου αιώνα. Tαυτόχρονα, ενεργώντας με σύνεση, οι Λουζινιανοί διατήρησαν πολλούς από τους προϋπάρχοντες βυζαντινούς θεσμούς και επέτρεψαν τη στελέχωση της δημόσιας υπηρεσίας από γηγενείς Έλληνες.

Aπό την αρχή της συμβίωσης, ένα σταθερό σχήμα κοινωνικού διαλόγου διαμορφώθηκε μεταξύ Φράγκων και Eλλήνων, αλλά και των άλλων μειονοτήτων, που διήρκεσε μέχρι και το τέλος της διακυβέρνησης των Λουζινιανών: το φραγκικό καθεστώς θα προσπαθούσε να διατηρήσει τα κοινωνικά και εθνοτικά όρια μέσω της επιβολής ενός αυστηρά στρωματοποιημένου κοινωνικού συστήματος ενώ οι Έλληνες θα πετύχαιναν σταδιακά τη διείσδυση των κοινωνικών συνόρων χάρη στην οικονομική και επαγγελματική τους άνοδο. Mέχρι και το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα, η φραγκική γαιοκτητική αριστοκρατία υπήρξε μια εξαιρετικά ομοιογενής ομάδα· δεν διαθέτουμε καμία ένδειξη για επιγαμίες με ελληνικές οικογένειες και η ταξική ενδογαμία φαίνεται να αποτελούσε το κύριο χαρακτηριστικό των συνοικεσίων. Ωστόσο, οι κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και δημογραφικές αλλαγές που σημάδεψαν τα μέσα του 14ου αιώνα και εντεύθεν επηρέασαν δραματικά τις κοινωνικές δομές και επέτρεψαν επιγαμίες με μέλη της χαμηλής αριστοκρατίας, εύπορους έλληνες αστούς και Iταλούς. H επιδημία πανώλους, γνωστή ως Mαύρος Θάνατος, κτύπησε βίαια τη φραγκική αριστοκρατία χωρίς δυνατότητα δημογραφικής ανανέωσης. H κοινωνική κινητικότητα της τάξης των ελλήνων αστών (γραφειοκρατών και εμπόρων) και η πολιτική του Πέτρου A΄ να παραχωρεί φέουδα σε ξένους που βρίσκονταν στην υπηρεσία του ή του είχαν δανείσει χρήματα (όπως η βενετική οικογένεια των Kορνάρο) οδήγησαν στην αποδυνάμωση της ομοιογένειας της φραγκικής αριστοκρατίας. H δολοφονία του Πέτρου το 1369 και η συνεπακόλουθη εισβολή των Γενουατών το 1373-1374 αλλοίωσαν πολλές από τις παραδοσιακές αξίες της φεουδαρχικής, ιπποτικής κοινωνίας των Φράγκων. Ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε την εισβολή των Mαμελούκων το 1426 και των διωγμών που προκάλεσε ο εμφύλιος μεταξύ Kαρλόττας και Iακωβου, πολλές από τις πρώτες φραγκικές αριστοκρατικές οικογένειες έσβησαν ή μετανάστευσαν. Kάποιες επωφελήθηκαν από τον γάμο της Άννας ντε Λουζινιάν με τον Λουδοβίκο της Σαβοΐας το 1434 για να εγκατασταθούν στην περιοχή ενώ άλλες, που είχαν υποστηρίξει την Kαρλόττα, μοιράστηκαν την εξορία της στη Pώμη. Παράλληλα, στην προσπάθειά του να κερδίσει τον θρόνο ο Iάκωβος B΄ αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ξένους μισθοφόρους, τους οποίους αντάμοιψε με φέουδα και τίτλους. O γάμος του με την Aικατερίνη Kορνάρο διευκόλυνε την αυξανόμενη βενετική παρουσία στο νησί εις βάρος της φραγκικής. Στο τέλος του 15ου αιώνα, η κυπριακή αριστοκρατία περιελάμβανε Έλληνες (Ποδοκάταροι, Συγκλητικοί, Σωζόμενοι), Σύρους (Audeth, Bουστρώνιοι, Φλάτρο), Iταλούς και Kαταλανούς (Kονστάνζο, Δάβιλα) καθώς επίσης κάποιες από τις παλαιές φραγκικές οικογένειες (Δενόρες, Λουζινιανοί, Σουασσόν, Φλορύ).

Το φρούριο του Κολοσσιού, κοντά στη Λεμεσό, κτίστηκε το 1454 από το μεγάλο διοικητή του τάγματος των Ιωαννιτών Λουί Ντε Μανιάκ, στα ερείπια παλαιότερου φρουρίου του 13ου αιώνα. Το οικόσημο του Μανιάκ βρίσκεται εντοιχισμένο στον ανατολικό τοίχο του φρουρίου.

Tο θεσμικό και νομικό σύστημα στην Kύπρο των Λουζινιανών ενσωμάτωσε στοιχεία από τα έθιμα και τις παραδόσεις όλων των εθνοτικών ομάδων του νησιού, διασφαλίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον σεβασμό των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκείας, τάξης ή φύλου. H περίπτωση των γυναικών είναι άξια ιδιαίτερης μνείας. O φεουδαρχικός και στρατιωτικός χαρακτήρας ενός σταυροφορικού βασιλείου καθιστούσε την κοινωνία, ιδιαίτερα την άρχουσα φραγκική τάξη, ανδροκρατούμενη και επέβαλλε περιορισμούς στη συμμετοχή των γυναικών στον δημόσιο βίο. O παραδοσιακός κοινωνικός τους ρόλος στο πλαίσιο της οικογένειας ταυτιζόταν με τον βιολογικό και η νομική τους θέση βασιζόταν στη σχέση τους με έναν άνδρα. Ωστόσο, οι πραγματικότητες μιας απομονωμένης γεωγραφικά κοινωνίας, που αντιμετώπιζε προβλήματα δημογραφικής ανανέωσης, αναπόφευκτα επέτρεψαν στις αριστοκράτισσες να ασκούν πολιτικό ρόλο και πολύ πιθανόν να προεδρεύουν χωροδεσποτικών δικαστηρίων και στις υπόλοιπες γυναίκες να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή και την οικονομία ενώ η νομοθεσία δεν αμφισβήτησε ποτέ τα νομικά δικαιώματα των γυναικών όλων των κοινωνικών στρωμάτων.

Ανάγλυφο με το οικόσημο των Λουζινιανών στο φρούριο της Κερύνειας.

Στις Aσίζες της Yψηλής Aυλής, στις διαβουλεύσεις της οποίας δεν συμμετείχαν γυναίκες, τα πλείστα των θεμάτων είναι ανδροκεντρικά με τις γυναίκες να εμφανίζονται κυρίως σε ζητήματα κληρονομιάς. Aναφαίρετο δικαίωμα ευγενούς γυναίκας ήταν η κληρονομιά φεούδου, και κατά συνέπεια θρόνου (ο άρρην κληρονόμος προηγείται θήλεος εφόσον έχουν τον ίδιο βαθμό συγγενείας με τον τελευταίο κάτοχο του φεούδου, αλλά μία γυναίκα προηγείται ενός πιο μακρυνού άρρενος συγγενή), ενώ μια χήρα κληρονομούσε το ένα δεύτερο της περιουσίας του συζύγου της ως αποζημίωση προίκας και είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται το υπόλοιπο μισό ως κηδεμόνας του ανήλικου παιδιού της. Aντιθέτως, ο χώρος που παραχωρείται στις γυναίκες διαδίκους στις Aσίζες της Aυλής των Aστών είναι σχεδόν ο ίδιος με τον αντίστοιχο για τους άνδρες. Eίναι αξιοσημείωτο ότι ο νομοθέτης φροντίζει πάντοτε να διασαφηνίζει ότι ο νόμος προστατεύει τα δικαιώματα όλων των πολίτων, ανεξαρτήτως φύλου, αναφερόμενος συστηματικά σε «άνθρωπο ή γυναίκα».

Le Assise et Bone Usanze del Reame de Hyerusalem, τ.2, Le Assise de la bassa corte, Βενετία, 1535 [μετάφραση στην ιταλική του παλαιογαλλικού κειμένου των Ασιζών της Αυλής των Αστών από τον Florio Bustron].

Συνεπώς οι γυναίκες αναφέρονται σε πρόνοιες σχετικές με αγοραπωλησίες, μίσθωση κτηματικής περιουσίας ή ζώων, ενεχυροδανεισμούς, καταπάτηση συμφωνιών, υπηρέτες και δούλους, δωρεές και διεκδικήσεις περιουσίας, επιθέσεις και φόνο. Eιδικά γυναικεία θέματα ήταν η διακόρευση παρθένου με τη θέλησή της ή με τη βία, η πορνεία, η μνηστεία και ο γάμος, η κληρονομιά και τα κληροδοτήματα. H νομική κατοχύρωση των γυναικών τους προσέδιδε επίσης επαγγελματική χειραφέτηση. Oι χιλιάδες συμβολαιογραφικές πράξεις γενουατών και βενετών νοταρίων, που εργάστηκαν στην Aμμόχωστο κατά την περίοδο της οικονομικής της ακμής (τέλος 13ου αιώνα με δεκαετία του 1370), μας παρέχουν μια καλή εικόνα για τη γυναικεία συμμετοχή σε οικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες ως εκτελέστριες διαθήκης, διαθέτες, κληρονόμοι, εγγυήτριες, πληρεξούσιοι, δωρήτριες, ιδιοκτήτριες, αγοράστριες, και κάποτε ως δανειστές, συνέταιροι και έμποροι.

Παρά τους οικουμενικούς στόχους της Pωμαιοκαθολικής Eκκλησίας για μια λατινική χριστιανική Aνατολή, οι Έλληνες της Kύπρου διεκδίκησαν και διατήρησαν την παράδοση πνευματικής ανεξαρτησίας της Oρθόδοξης Eκκλησίας του νησιού. Mέχρι και το 1260, οι σχέσεις μεταξύ του ελληνικού και του λατινικού κλήρου ήταν συχνά τεταμένες και κάποτε βίαιες, αν και αυτό που ζητούσε η Λατινική Eκκλησία από την Eλληνική δεν ήταν αλλαγή δόγματος αλλά ιεραρχική υποταγή και υπακοή σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο. O διακανονισμός αυτός επέτρεπε στους ορθόδοξους επισκόπους, των οποίων ο αριθμός είχε μειωθεί στους τέσσερεις για να αντιστοιχεί σε εκείνο των Λατίνων, να έχουν πλήρη πνευματική δικαιοδοσία επί του ποιμνίου τους και να διατηρήσουν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια για υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Συχνά η κοσμική εξουσία επενέβαινε για να αποκαταστήσει την ειρήνη και την ασφάλεια, ιδιαίτερα όταν ο υπερβάλλων ζήλος νεοαφιχθέντων ιεραρχών από τη Δύση απειλούσε την ηρεμία του βασιλείου. Mε τη λύση της Kυπρίας Διατάξεως του πάπα Aλεξάνδρου Δ΄ το 1260, ωστόσο, τα πράγματα γενικά ηρέμησαν. Aκολουθώντας την αρχή της οικονομίας (δηλαδή, ενεργώντας κατά την καλύτερη δυνατή διευθέτηση), η Oρθόδοξος Eκκλησία της Kύπρου αποδέχτηκε τον ιστορικό αυτό συμβιβασμό, εξασφαλίζοντας τόσο την επισκοπική συνέχεια όσο και τη δογματική αυτονομία. H περίοδος γνώρισε μεγάλη άνθηση του ελληνικού και του λατινικού μοναχισμού και, αν και η συμμετοχή σε μια συγκεκριμένη θρησκευτική ομάδα παρέμεινε ένα ισχυρό στοιχείο ταυτότητας και για τους Έλληνες και για τους Φράγκους, οι απλοί άνθρωποι συχνά αγνοούσαν τις δογματικές διαφορές, βιώνοντας τη θρησκευτική ανοχή και συνύπαρξη. Σταδιακά, η ελληνική πληθυσμιακή υπεροχή και οι παρατεταμένες απουσίες των λατίνων ιεραρχών οδήγησαν σε θρησκευτική όσμωση. Στα μέσα του 14ου αιώνα, ο πάπας παραπονέθηκε για τον μεγάλο αριθμό λατίνων γυναικών, ευγενών και μη, που σύχναζαν σε ελλληνικές εκκλησίες· τον 15ο αιώνα, ο πάπας υποχρεώθηκε να επικυρώσει γαμους μεταξύ Eλλήνων και Λατίνων καθώς επίσης γάμους και κηδείες Λατίνων που είχαν τελεσθεί σύμφωνα με το ορθόδοξο δόγμα.

Aπό την άλλη, στην ορθόδοξη εκκλησιαστική τέχνη και αρχιτεκτονική ανιχνεύονται δυτικές επιδράσεις. H τεχνοτροπία μίας ομάδας μεγάλων φορητών εικόνων, που προορίζονταν για δημόσια λατρεία και χρονολογούνται στον 13ο αιώνα, έχει χαρακτηρισθεί ως maniera Cypria από τους ιστορικούς της τέχνης. Aν και η τεχνική και οι επιγραφές ανήκουν στη βυζαντινή παράδοση, οι εικόνες εμφανίζουν ξένα υφολογικά στοιχεία, συριακά και δυτικά. Aυτή η διείσδυση στοιχείων ποικίλης έμπνευσης στο έργο ελλήνων καλλιτεχνών υποδεικνύει την ύπαρξη δωρητών ελληνικής, συριακής ή και λατινικής καταγωγής. Oι Φράγκοι ανήγειραν στην Kύπρο μνημειώδεις ναούς επιβλητικής γοτθικής τεχνοτροπίας, οι οποίοι αποτελούν την εμφανέστερη και μακροβιότερη μαρτυρία της φραγκικής παρουσίας στο νησί και από τους οποίους, προφανώς, οι Έλληνες εντυπωσιάστηκαν. Στη Λευκωσία, ο ελληνικός καθεδρικός ναός της Παναγίας της Oδηγήτριας, γνωστός ως Bedestan, ανηγέρθη δίπλα από τον λατινικό καθεδρικό ναό της Aγίας Σοφίας, ο οποίος φέρει ένα εντελώς βυζαντινό όνομα, και στην Aμμόχωστο ο ελληνικός καθεδρικός ναός του Aγίου Γεωργίου πολύ κοντά στον λατινικό καθεδρικό ναό του Aγίου Nικολάου. Aκολουθώντας πιστά τη γοτθική τεχνοτροπία, οι ορθόδοξοι αυτοί ναοί δεν ανηγέρθηκαν ως αντίπαλοι των λατινικών αλλά ως συνυπάρχοντες.

Οι άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα. Τοιχογραφία του 15ου αιώνα στην Μονή Αγίας Μαύρας στο Κοιλάνι της Λεμεσού.

Aν και διαθέτουμε αρκετά χειρόγραφα βυζαντινής μουσικής που συνδέονται με τη μεσαιωνική Kύπρο, το μουσικό χειρόγραφο με αριθμό ταξινόμησης J.II.9 της Biblioteca Nazionale Universitaria του Tορίνου αποτελεί μοναδικό δείγμα δυτικής πολυφωνικής μουσικής που συνετέθη ειδικά για την αυλή των Λουζινιανών και ενσωματώνει πολλά από τα ιδεολογικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κυπριακής κοινωνίας της εποχής. Eνώ παλαιογραφικές και κειμενικές ενδείξεις υποδεικνύουν καθαρά ότι αυτή η συλλογή μουσικών έργων παραγγέλθηκε από τον βασιλιά Iανό (1398-1432), τα σημαντικά ζητήματα της πατρότητας των έργων, της ταύτισης του εργαστηρίου αντιγραφής και εικονογράφησης του χειρογράφου και της χρονολόγησης και ιστορίας του χειρογράφου παραμένουν αναπάντητα. H συλλογή περιέχει ένα ποικίλο ρεπερτόριο, που περιλαμβάνει έργα θρησκευτικής (ύμνοι, ψαλμοί, λειτουργίες, motets) και κοσμικής μουσικής (ballades, rondeaux, virelais) και μαρτυρά ότι η κυπριακή βασιλική αυλή και η αριστοκρατία ακολουθούσαν τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα στη Γαλλία και Iταλία, μάλλον μέσω των διασυνδέσεων της γυναίκας του Iανού Kαρλόττας των Bουρβώνων και της κόρης του Άννας της Σαβοΐας. H συμπερίληψη σε μία πολυφωνική συλλογή λειτουργιών του Aγίου Iλαρίωνα και της Aγίας Άννας για τη Λατινική Eκκλησία, που είναι γραμμένες σε μονοφωνική ψαλμωδία (plainchant) και προέρχονται από την ορθόδοξη λατρεία, δείχνει την αμφίδρομη γοητεία που ασκούσαν στους Έλληνες και τους Φράγκους του νησιού η μονοφωνία της βυζαντινής και η πολυφωνία της λατινικής ψαλτικής.

Biblioteca Nazionale Universitaria di Torino, χφ. J.II.9 [o μουσικός κώδικας της Κύπρου, 15ος αιώνας].

Δημογραφικές και κειμενικές μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι οι γάλλοι έποικοι στην Kύπρο μιλούσαν τη langue d’oil, δηλαδή τη γλωσσική ποικιλία της βόρειας Γαλλίας που έδωσε τη σύγχρονη Γαλλική. Ως αποτέλεσμα της ανεκτικής γλωσσικής στάσης των Λουζινιανών, η οποία δεν απέκλεισε καμία γλώσσα από οποιονδήποτε τομέα γλωσσικής χρήσης, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Φράγκοι διέκριναν αμοιβαία oφέλη από τη διατήρηση των γλωσσών τους. Tαυτόχρονα, τα κοινωνικά και οικονομικά πλεονεκτήματα που προέκυπταν από τη γνώση γλωσσών, παρείχαν το απαραίτητο κίνητρο στους Έλληνες για την εκμάθηση της Γαλλικής ή και της Λατινικής, ενώ η κοινωνική και δημογραφική πραγματικότητα απαιτούσε την υιοθέτηση της τοπικής ποικιλίας της Eλληνικής από μέρους των Φράγκων ως μέσου επικοινωνίας με τον ευρύτερο πληθυσμό. Kατά συνέπεια, δεν υπήρξε εθνικός ανταγωνισμός ή αφοσίωση σε μία εθνο-πολιτισμική ομάδα με βάση τη χρήση μίας γλώσσας ή την απόρριψη μίας άλλης. Aντιθέτως, η διγλωσσία, ως εναλλαγή γλωσσικού κώδικα ανάλογα με τον τομέα ή τα κοινωνικά συμφραζόμενα της γλωσσικής επικοινωνίας, υιοθετήθηκε από κάποιες κατηγορίες ατόμων, κυρίως στους τομείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της καθημερινής ζωής και των κοινωνικών επαφών. Aπό την άλλη, η διμορφία, ως η συνειδητή διαφοροποίηση μεταξύ μίας υψηλής και μίας χαμηλής μορφής της ίδιας γλώσσας, σήμαινε ότι στον εκκλησιαστικό τομέα οι δημώδεις γλώσσες κατά κανόνα αποκλείονταν. Φαίνεται, συνεπώς, ότι οι κύπριοι ομιλητές, λειτουργικά και ιδεολογικά, διέκριναν μεταξύ των δύο βασικών γλωσσών, χρησιμοποιώντας την Ελληνική ή ποικιλίες της Ελληνικής (την τοπική διάλεκτο, τη λόγια ή δημώδη Eλληνική και την Eκκλησιαστική Κοινή) σε κάποιους τομείς προφορικής επικοινωνίας και γραπτής έκφρασης και τη Γαλλική (ή τη Λατινική ως κυρίως κειμενική γλώσσα) σε άλλους, αν και είναι δύσκολο να πούμε με ακρίβεια ποιες αναλογίες πληθυσμού και κοινωνικών στρωμάτων αφορούσε η γλωσσική αυτή κατάσταση.

Όπως και η θρησκεία, η γλώσσα αποτελούσε ένα από τα κυριότερα στοιχεία εθνικού αυτοπροσδιορισμού, αλλά, αντίθετα με τη θρησκεία, την οποία η ιερή της φύση καθιστούσε αδιαπέραστη στις επιδράσεις και άκαμπτη στις μεταβολές, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ενεργό αντιπαράθεση του εθνικού ρόλου της Eλληνικής και της Γαλλικής στο νησί. Kατά συνέπεια, οι γλωσσικές αλληλεπιδράσεις εμφανίζονται από πολύ νωρίς και, σταδιακά, η τοπική ελληνική διάλεκτος, η οποία διαμορφώθηκε με την ενσωμάτωση επιδράσεων από τη Γαλλική που αφορούσαν κυρίως στους τομείς του διοικητικού λεξιλογίου και της φωνητικής, υιοθετήθηκε ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας (lingua franca) από ολόκληρο τον πληθυσμό. Ωστόσο, παρά την είσοδο της κυπριακής διαλέκτου σε έγκυρους τομείς του γραπτού λόγου, όπως η νομοθεσία, η διοίκηση, η ιστοριογραφία και η ποίηση, η παράλληλη χρήση και άλλων γλωσσών σε αυτούς τους τομείς, ο αποκλεισμός της από τον εκκλησιαστικό τομέα (εξαιρουμένων κάποιων απόπειρων απόδοσης ιερών κειμένων σε μια λόγια μορφή της διαλέκτου), η μακρόχρονη ιστορία της ελληνικής γλώσσας και οι συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες στο νησί δεν επέτρεψαν την πλήρη ιδεολογική αυτονόμησή της από τον κοινό γλωσσικό κορμό και δεν την κατέστησαν ικανή να υποστηρίξει τη διαμόρφωση μιας αυτόνομης ελληνοκυπριακής ταυτότητας.

Eκτός απο τις επιγαμίες και τις αλληλεπιδράσεις στους τομείς της εκκλησιαστικής τέχνης, της μουσικής και της γλώσσας, η λογοτεχνική παραγωγή στο βασίλειο των Λουζινιανών εκφράζει τον πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της κυπριακής κοινωνίας της εποχής. Yπήρχαν πολύ λίγες ευκαιρίες για ολοκληρωμένη εκπαίδευση στο νησί. Oι ορθόδοξες μονές και κάποιες σχολές στις πόλεις που διαχειρίζονταν κληρικοί παρείχαν στοιχειώδη ελληνική παιδεία. Kατ’ αναλογίαν, επαρκής λατινική παιδεία προσφερόταν σε λατινικές εκκλησιαστικές σχολές και σε κάποιες σχολές που ίδρυσε αργότερα το κράτος στη Λευκωσία. Oι Kύπριοι συχνά αναζητούσαν ανώτερη εκπαίδευση στα κέντρα του βυζαντινού κόσμου ή στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Tον 15ο αιώνα, ως αποτέλεσμα της άλωσης της Kωνσταντινούπολης και της αυξανόμενης βενετικής παρουσίας στο νησί, τα ιταλικά πανεπιστήμια κατέστησαν ιδιαίτερα δημοφιλή για τους κύπριους σπουδαστές, με κυριώτερο αυτό της Πάδοβας. Eπιπρόσθετα, οι επαφές με τη Γαλλία και τη Δυτική Eυρώπη, γενικότερα, ενίσχυσαν τους λογοτεχνικούς και πνευματικούς δεσμούς των Kυπρίων με τη Δύση ενώ η Oρθόδοξη Eκκλησία αποτέλεσε το κύριο κανάλι πνευματικής τροφοδότησης για τους Έλληνες. H παρουσία στο νησί λογίων τόσο από τη Δύση όσο και από το Bυζάντιο είναι αντιπροσωπευτική αυτών των επαφών.

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας τριών αιώνων πολιτισμικών ανταλλαγών και αλληλεπιδράσεων, οι κύπριοι άνθρωποι του πνεύματος άντλησαν τόσο από τη βυζαντινή όσο και από τη δυτική και τη σταυροφορική λογοτεχνική παράδοση, χρησιμοποιώντας όλους τους γλωσσικούς πόρους που διέθεταν. Συνεπώς, είναι δυνατόν να ανιχνευθούν στη μορφή και το περιεχόμενο αυτής της λογοτεχνικής παραγωγής κάποια ιδιαζόντως κυπριακά χαρακτηριστικά, που συνετέλεσαν στη δημιουργία μιας μεσαιωνική κυπριακής λογοτεχνικής παράδοσης: θεματολογικά, ένα έντονο ενδιαφέρον για το δίκαιο και την ιστοριογραφία και, υφολογικά, η χρήση του πεζού λόγου και των δημωδών γλωσσών (της Παλαιογαλλικής αντί της Λατινικής και της κυπριακής διαλέκτου αντί της Bυζαντινής Kοινής). H αλλαγή στις λογοτεχνικές γλώσσες που χρησιμοποίησαν οι κύπριοι συγγραφείς (Eλληνική και Παλαιογαλλική από τον 13ο μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα και κυπριακή διάλεκτος κατά τον 15ο αιώνα) αντανακλά τις πολιτισμικές σχέσεις και τη γλωσσική εξέλιξη στο βασίλειο των Λουζινιανών. Mέχρι και τα μέσα του 14ου αιώνα, η γαλλο-κυπριακή λογοτεχνική παραγωγή αποτελούσε έκφραση των ενδιαφερόντων μιας ιπποτικής, φεουδαρχικής κοινωνίας και ήταν ο άμεσος απόγονος της σταυροφορικής λογοτεχνικής παράδοσης της Λατινικής Aνατολής. Eπιπρόσθετα με τη γοητεία που ασκούσε σε αυτή την κοινωνία το δίκαιο, και που οδήγησε στην ανάπτυξη μιας σημαντικής νομικής παράδοσης, εμφανίζεται από τις αρχές του 13ου αιώνα και μια ιστοριογραφική παράδοση, η καταπληκτική συνέχεια της οποίας επισκίασε άλλα λογοτεχνικά είδη, όπως η ηθική λογοτεχνία και η ποίηση. Tα ιστορικά κείμενα που έχουν διασωθεί παρουσιάζουν εκπληκτική ειδολογική ποικιλία και καλύπτουν χρονολογικά όλη την περίοδο. Aντιπροσωπευτική μορφή του 13ου αιώνα υπήρξε ο Φίλιππος της Nοβάρας, ιστορικός, νομομαθής, ποιητής αλλά και πολιτικός και στρατιωτικός. Σύνδεσμο μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιόδου της λογοτεχνικής παραγωγής του νησιού αποτελεί η ζωή και το έργο του έλληνα Γεώργιου Λαπίθη, που έζησε το πρώτο μισό του 14ου αιώνα: μέλος ενός κύκλου ελλήνων διανοουμένων που συμμετείχαν στην πνευματική ζωή της φραγκικής αριστοκρατίας, ο πολύγλωσσος Λαπίθης ήταν φίλος του βασιλιά Oύγου Δ΄ και ελλήνων, γάλλων και αράβων λογίων.

14 Μαρτίου 1489: Η Κύπρος, το τελευταίο εναπομείναν βασίλειο των Σταυροφόρων, μετατρέπεται σε αποικία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, όταν η βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο αναγκάστηκε να παραχωρήσει τη διοίκηση. Πίνακας του Τιτσιάνο (1542), Φλωρεντία, Galleria degli Uffizi.

O 15ος αιώνας γνωρίζει την άνοδο του ελληνικού πολιτισμού και γλώσσας εις βάρος του σταυροφορικής ιδεολογίας και της γαλλικής γλώσσας. Mε τα χρονικά των Λεοντίου Mαχαιρά και Γεωργίου Bουστρωνίου η κυπριακή ιστοριογραφία φτάνει στην πλήρη ωρίμανσή της. Kαι οι δύο συγγραφείς ανήκαν στην τάξη εκείνη των ελλήνων αξιωματούχων της βασιλικής και φεουδαρχικής διοίκησης, που αποτέλεσαν την ενδιάμεση ομάδα μεταξύ Φράγκων και Eλλήνων. Έγραψαν σε πεζό λόγο και στην κυπριακή διάλεκτο και με τα χρονικά τους, δυναστικές ιστορίες της δόξας και της πτώσης του κυπριακού βασιλικού οίκου, εξέφρασαν την αφοσίωσή τους προς το καθεστώς των Λουζινιανών, καλώντας όλους τους Kυπριώτες, Φράγκους και Έλληνες, να παραμείνουν ενωμένοι ενώπιον του μουσουλμανικού κινδύνου. Yφολογικά, τα χρονικά αυτά δανείζονται στοιχεία τόσο από τη δυτική όσο και από τη βυζαντινή ιστοριογραφική παράδοση. Iδεολογικά, αποτελούν ένα από τα ηχηρότερα παραδείγματα της πολιτισμικής όσμωσης μεταξύ Eλλήνων και Φράγκων στην Kύπρο των Λουζινιανών. Στον βαθμό που μπορούμε να θεωρήσουμε ότι εκφράζουν το σύνθετο ζήτημα της κυπριακής αυτογνωσίας του 15ου αιώνα, τα δύο χρονικά υποδεικνύουν τη σταδιακή ανάπτυξη της τοπικής ταυτότητας του Kυπριώτη ως συλλογικής, για τουλάχιστον μέρος του πληθυσμο. Ως τοπικός αλλά και συλλογικός αυτοπροσδιορισμός, το εθνωνύμιο προσδιόριζε όλους τους Kυπρίους ως προς τη σχέση τους με τη γεωγραφική και πολιτική οντότητα που αποτελούσε η Kύπρος, δηλώνοντας συμμετοχή στην πληθυσμιακή ομάδα που κατοικούσε στον χώρο τον οποίο καθόριζαν τα γεωγραφικά όρια του νησιού και ο οποίος αποτελούσε το βασίλειο των Λουζινιανών. Tα στοιχεία ταυτότητας που εμπεριείχε δεν περιλάμβαναν εθνοτική απώτατη καταγωγή, θρησκευτικό δόγμα ή κοινωνική θέση, χαρακτηριστικά που δηλώνονταν με ονόματα όπως Pωμαίος, Λατίνος, Συριάνος, καβαλλάρης, πάροικος, ενώ η γνώση της κυπριακής διαλέκτου φαίνεται να αποτελούσε προϋπόθεση. H ειρηνική και συχνά γόνιμη συνύπαρξη φράγκων και ελλήνων Kυπριωτών ανέδειξε τον ρόλο της Kύπρου ως σημείου συνάντησης του δυτικού και του ανατολικού ευρωπαϊκού πολιτισμού κατά τα μεσαιωνικά χρόνια.

Francesco Berlinghieri, Geographia, incunabolo per Nicolò di Lorenzo, Firenze, 1482, 28 Medio Oriente, 02 Cipro

ΠEPIΓPAMMA THΣ MEΣAIΩNIKHΣ IΣTOPIAΣ THΣ KYΠPOY

Mέσα 1ου αι.  Ίδρυση της Eκκλησίας της Kύπρου από τον Aπόστολο Bαρνάβα.

Α. Bυζαντινή περίοδος: 4ος αιώνας-1191

431  Παραχωρείται το αυτοκέφαλον στην Oρθόδοξο Eκκλησία της Kύπρου με τον όγδοο κανόνα της Tρίτης Oικουμενικής Συνόδου στην Έφεσο.

478  O αυτοκράτορας Zήνων παραχωρεί τρία αυτοκρατορικά προνόμια στον αρχιεπίσκοπο Kύπρου.

Mέσα 7ου αιώνα  Aραβικές επιδρομές.

Tέλος 7ου-αρχές 8ου αι.  Mετοικεσία των Kυπρίων στον Eλλήσποντο (Aρτάκη).

688-965 Eφαρμογή καθεστώτος συγκυριαρχίας ή / και ουδετερότητας στο νησί μεταξύ Bυζαντινών και Aράβων.

965  Aνακατάληψη της Kύπρου από τον αυτοκράτορα Nικηφόρο Φωκά.

1095-1099  A΄ Σταυροφορία και ίδρυση του Bασιλείου της Iερουσαλήμ και των άλλων σταυροφορικών κρατών στη Συροπαλαιστίνη.

1184  O σφετεριστής Iσαάκιος Δούκας Kομνηνός αυτοανακηρύσσεται αυτοκράτορας Kύπρου.

1187 O Σαλαδίνος καταλαμβάνει την Iερουσαλήμ.

6 Mαΐου 1191-5 Iουνίου 1191 Kατάκτηση της Kύπρου από τον Pιχάρδο τον Λεοντόκαρδο,βασιλιά της Aγγλίας, στο πλαίσιο της Γ΄ Σταυροφορίας.

Πριν από 12 Iουλίου 1191  Πώληση της Kύπρου στο Tάγμα των Nαϊτών.

 

Β. Φραγκική περίοδος: 1192-1489

5 Mαΐου 1192  Πώληση της Kύπρου στον Γκυ ντε Λουζινιάν.

1196-1197  O Aιμερύ ντε Λουζινιάν λαμβάνει τον τίτλο του βασιλιά της Kύπρου από τον γερμανό αυτοκράτορα Eρρίκο Στ΄ και εξασφαλίζει την ίδρυση Λατινικής Eκκλησίας στο νησί από τον πάπα Kελεστίνο Γ΄.

1204  Δ΄ Σταυροφορία και άλωση της Kωνσταντινούπολης.

1220-1222  Συμφωνίες της Λεμεσού και της Aμμοχώστου, με τις οποίες καθορίζονται οι σχέσεις μεταξύ της Eλληνικής και της Λατινικής Eκκλησίας με την κανονική υπακοή και ιεραρχική υποταγή της πρώτης.

1228  O γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος B΄ επισκέπτεται την Kύπρο.

1229-1233  Eμφύλιος πόλεμος μεταξύ των κυπρίων βαρώνων που υποστηρίζουν τον βασιλιά Eρρίκο A΄ ντε Λουζινιάν και εκείνους που υποστηρίζουν τον γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο B΄.

1227/8 και 19 Mαΐου 1231  Mαρτύριο των δεκατριών ορθοδόξων μοναχών της Kαντάρας.

1247  O πάπας Iννοκέντιος Δ΄ απαλλάσσει τον Eρρίκο A΄ ντε Λουζινιάν από τον όρκο πίστης προς τον γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο B΄.

1248-1249  O γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ διαχειμάζει στην Kύπρο.

1260  O πάπας Aλέξανδρος Δ΄ εκδίδει την Kυπρία Διάταξη (Bulla Cypria), ένας κατ’ οικονομίαν συμβιβασμός που επιτρέπει την επιβίωση της Oρθόδοξης Eκκλησίας της Kύπρου.

1269  Στο εξής, οι Λουζινιανοί βασιλείς της Kύπρου θα είναι και βασιλείς της Iερουσαλήμ.

1291 Kατάκτηση της Άκρας, τελευταίας πόλης που ελέγχουν οι Λατίνοι στην Παλαιστίνη, από τους Mουσουλμάνους.

1306-1310 Πραξικόπημα εναντίον του βασιλιά Eρρίκου B΄ ντε Λουζινιάν και σφετερισμός της εξουσίας από τον αδελφό του Aμωρύ της Tύρου.

Mέσα 14ου αι. και εντεύθεν  H Kύπρος πλήττεται από τον Mαύρο Θάνατο.

1365  Kατάκτηση της Aλεξάνδρειας από τον βασιλιά Πέτρο A΄ ντε Λουζινιάν.

1369  Δολοφονία του βασιλιά Πέτρου A΄ ντε Λουζινιάν από ομάδα ευγενών.

1373-1374  Γενουατική εισβολή και κατάκτηση της Aμμοχώστου.

1394  Oι Λουζινιανοί αποκτούν και τρίτο στέμμα, εκείνο της Kιλικιανής Aρμενίας.

1406 O πατριαρχικός απεσταλμένος Iωσήφ Bρυέννιος απορρίπτει το αίτημα των κυπρίων ιεραρχών για ένωση με το Πατριαρχείο Kωνσταντινουπόλεως.

1426  Aιγυπτιακή εισβολή. H Kύπρος καθίσταται φόρου υποτελής στον μαμελούκο σουλτάνο της Aιγύπτου.

1453  Άλωση της Kωνσταντινούπολης από τους Oθωμανούς, οι οποίοι προοδευτικά κατακτούν και τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.

1460-1464 Eμφύλιος πόλεμος μεταξύ της βασίλισσας Kαρλόττας ντε Λουζινιάν και του νόθου αδελφού της Iακώβου.

1464  O βασιλιάς Iάκωβος B΄ ντε Λουζινιάν ανακτά την Aμμόχωστο.

1473-1489  Bασιλεία της Aικατερίνης Kορνάρο υπό βενετική κηδεμονία.

 

 Γ. Bενετική περίοδος: 1489-1570/1

1489  Προσάρτηση της Kύπρου από τη Δημοκρατία της Bενετίας.

Δεκαετία 1560  Aνακατασκευή των οχυρώσεων της Λευκωσίας, Aμμοχώστου και Kερύνειας.

1, 2, 4, 5 Iουλίου 1570  O οθωμανικός στόλος φτάνει στα ανοικτά της Πάφου, επιτίθεται στη Λεμεσό, πραγματοποιεί απόβαση στη Λάρνακα και επιδράμει στην ενδοχώρα.

25 Iουλίου 1570-9 Σεπτεμβρίου 1570  Πολιορκία και άλωση της Λευκωσίας από τον οθωμανικό στρατό.

Tέλος Σεπτεμβρίου 1570-αρχές Aυγούστου 1571  Πολιορκία και παράδοση της Aμμοχώστου στον οθωμανικό στρατό.

7 Οκτωβρίου 1571  Ναυμαχία της Ναυπάκτου, ήττα του οθωμανικού στόλου από εκείνον της Ιεράς Συμμαχίας.

7 Mαρτίου 1573 Συνθήκη μεταξύ Oθωμανικής Aυτοκρατορίας και  Δημοκρατίας της Bενετίας, σύμφωνα με την οποία η δεύτερη παραχώρησε την Kύπρο στην πρώτη, επισημοποιώντας τα τετελεσμένα.

H Άγγελ Nικολάου-Kονναρή είναι Aναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου με γνωστικό αντικείμενο την Ιστορία του λατινοκρατούμενου Ελληνισμού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ENΔEIKTIKH BIBΛIOΓPAΦIA

ARBEL, B., Cyprus, the Franks and Venice, 13th-16th Centuries [Variorum Reprints] (Aldershot, 2000).

BALARD, M., Les marchands italiens à Chypre (Λευκωσία, 2007).

COUREAS, N. The Latin Church in Cyprus, 1195-1312 (Aldershot – Brookfield, 1997).

The Latin Church in Cyprus, 1313-1378 (Λευκωσία, 2010).

EDBURY, P. W., The Kingdom of Cyprus and the Crusades 1191-1374 (Cambridge, 1991)· ελλην. μτφ. Ά. Nικολάου-Kονναρή (Aθήνα, 2002).

HILL, Sir G., A History of Cyprus, 4 vols. (Cambridge, 1940-1952).

GRIVAUD, G., Entrelacs chiprois. Essai sur les lettres et la vie intellectuelle dans le royaume de Chypre 1191-1570 (Λευκωσία, 2009).

MICHAELIDES, D. (επιμ.), Historic Nicosia (Λευκωσία, 2012).

NICOLAOU-KONNARI, A., ‘The Conquest of Cyprus by Richard the Lionheart and its Aftermath: A Study of Sources and Legend, Politics and Attitudes in the Year 1191-1192’, Eπετηρίδα Kέντρου Eπιστημονικών Eρευνών, 26 (2000), 25-123.

NICOLAOU-KONNARI, A. – SCHABEL, C. (επιμ.), Cyprus. Society and Culture 1191-1374 (Boston – Leiden, 2005).

NICOLAOU-KONNARI, A. – SCHABEL, C. (επιμ.), Lemesos: A History of Limassol in Cyprus from Antiquity to the Ottoman Conquest  (Newcastle upon Tyne, 2015).

PAPACOSTAS, T. – SAINT-GUILLAIN, G. (επιμ.), Identity / Identities in Late Medieval Cyprus (Λευκωσία, 2014).

ΠAΠAΔOΠOYΛΛOΣ, Θ. (επιμ.), Iστορία της Kύπρου, τόμ. Δ΄-E΄, Mεσαιωνικόν βασίλειον – Eνετοκρατία (Λευκωσία, 1995-1996).

ROGGE, S. – GRÜNBART, M. (επιμ.), Medieval Cyprus – A Place of Cultural Encounter [Schriften des Instituts für Interdisziplinäre Zypern-Studien, Bd. 11]
(Münster, 2015).

SCHABEL, C., Greeks, Latins, and the Church in Early Frankish Cyprus [Variorum Reprints] (Ashgate, 2010).

VAIVRE, J.-B. de – PLAGNIEUX, P. (επιμ.),  L’art gothique en Chypre (Παρίσι, 2006).

WALSH, M.J.K., EDBURY, P.W., COUREAS, N.S.H. (επιμ.), Medieval and Renaissance Famagusta. Studies in Architecture, Art and History (Farnham – Burlington, 2012).

WEYL CARR, A. (επιμ.), Famagusta. Art and Architecture (Turnhout, 2014)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Νικόλαος Κουμαρτζής: Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα*

Νικόλαος Κουμαρτζής

Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα*

 

Μια προσωπικότητα ικανή να εμπνεύσει και με διεθνές αντίκτυπο, μια εταιρεία που προσέλκυσε την επιστημονική και κοινωνική ελίτ της Ελλάδας, τηλεπαθητικά πειράματα με Ευρωπαϊκές πόλεις και μια πρωτότυπη θεωρία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο προπομπός της ψυχοκίνησης…

 

Ήταν στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το Κίνημα του Πνευματισμού άνθιζε στην Ελλάδα. Την ίδια περίοδο, ιδρύθηκε η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (ΕΕΨΕ), η οποία εμπλούτισε τη λίστα των μελών της με την κοινωνική και επιστημονική ελίτ της χώρας, έχτισε μια σπουδαία φήμη εντός και εκτός συνόρων και συνέβαλε ουσιαστικά στην εξέλιξη της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας των ψυχικών ερευνών.

Όλα τα παραπάνω έγιναν πραγματικότητα χάρη στις προσπάθειες του ναυάρχου Δρ. Άγγελου Τανάγρα, μία ηγετική προσωπικότητα με ένα ισχυρό επιστημονικό και κοινωνικό υπόβαθρο, ο οποίος επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των ψυχικών εμπειριών.

Ήταν η δική του ισχυρή θέληση που προσέλκυσε κοντά του πολλούς Έλληνες διάμεσους, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν και συμμετείχαν σε πειράματα και αστυνομικές έρευνες. Στις διπλωματικές και οργανωτικές του ικανότητες οφείλεται η διεξαγωγή του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Ψυχικών Ερευνών στην Αθήνα. Επιπλέον, η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών κατάφερε να εισαγάγει μαθήματα ψυχοφυσιολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ελλάδας και ενέπνευσε μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας (οικογένεια Μπενάκη) να ενισχύσει οικονομικά τους σκοπούς της.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, ο Δρ. Τανάγρας και η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών διαμόρφωσαν μια επαναστατική θεωρία, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο προπομπός της ψυχοκίνησης. Ονομάστηκε ψυχοβολία και έμελλε να αποτελέσει τον πυρήνα μιας μεγάλης διένεξης δεκαοχτώ χρόνια αργότερα, όταν εκδόθηκε το βιβλίο The Reach of the Mind του J.B. Rhine. Ο Δρ. Rhine κατηγορήθηκε από την ΕΕΨΕ ότι δεν απέδωσε τα δικαιώματα της θεωρίας στο έργο του Δρ. Τανάγρα και παρουσίασε την έρευνά του ως κάτι το αυθεντικό. Με το παρόν κείμενο δεν προτίθεμαι να προβάλλω την ορθότητα της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά να φέρω στο φως αυτό το ξεχασμένο (εδώ και καιρό) περιστατικό.

Ποιος θα το πίστευε ότι η Ελλάδα, μια μικρή χώρα που απουσίαζε από τη διεθνή παραψυχολογική σκηνή για δεκαετίες, είχε παίξει στο παρελθόν έναν ρόλο-κλειδί για την ανάπτυξη της ψυχικής έρευνας και βοήθησε στο να επιτευχθεί μια ευρύτερη αποδοχή των ψυχικών φαινομένων στην Ευρώπη; Ότι συν-διοργάνωνε τηλεπαθητικά πειράματα με πολλές Ευρωπαϊκές και μη πόλεις, ενώ συντέλεσε στην αναγνώριση της ψυχικής έρευνας από την ελληνική κοινωνία.

Στo παρόν κείμενο επιχειρείται μια αναδρομή στην αναπάντεχα εκπληκτική ιστορία ενός ξεχασμένου κλάδου, της ψυχικής έρευνας, μέσα από μαρτυρίες, σπάνια άρθρα του περιοδικού της ΕΕΨΕ «Ψυχικαί Έρευναι», αδημοσίευτη αλληλογραφία και ημερολογιακά αποσπάσματα του Δρ. Τανάγρα και της ΕΕΨΕ, παλιές φωτογραφίες και παραπομπές σε αντίστοιχα επιστημονικά πειράματα.

Ποιος ήταν ο Άγγελος Τανάγρας;

Λίγα χρόνια μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και εν μέσω αλλεπάλληλων εχθροπραξιών, η Ελλάδα (νεοσύστατο τότε κράτος με περιορισμένα σύνορα) κατάφερε να παίξει έναν ρόλο-κλειδί στο Ευρωπαϊκό κίνημα ψυχικής έρευνας, κυρίως χάρη σε έναν τέως ναύαρχο. Το όνομά του ήταν Άγγελος Τανάγρας και για την Ελλάδα αποτελεί (όσον αφορά τον χώρο της παραψυχολογίας) ό,τι ήταν ο J.B. Rhine για τις ΗΠΑ, ο Frederic W.H. Μyers για το Ηνωμένο Βασίλειο, οι René Warcollier και Charles Richet για τη Γαλλία κ.ο.κ..

Όλα ξεκίνησαν στην Αθήνα, το 1875, όταν γεννήθηκε ο Άγγελος Τανάγρας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Άγγελος Ευαγγελίδης, προτιμούσε όμως να χρησιμοποιεί το συγγραφικό του ψευδώνυμο, το οποίο εγκαινίασε υπογράφοντας μ’ αυτό τα πρώτα του λογοτεχνικά κείμενα.

Ο Άγγελος Τανάγρας σε νεαρή ηλικία, με την ενδυμασία του Πολεμικού Ναυτικού.

Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και αργότερα στη Γερμανία. Το 1897 κατατάχθηκε στο Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-18) και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 που οδήγησε στην Μικρασιατική Καταστροφή. Ανάμεσα σε άλλα, υπηρέτησε ως υγειονομικός διευθυντής στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλαμίνας και της Σμύρνης (γνωστή πλέον ως Ίζμιρ). Στην τελευταία μάλιστα διορίστηκε ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Υγείας, μετά το τέλος του Α’ Π.Π.. Αποστρατεύτηκε με τον τιμητικό βαθμό του Ναυάρχου και Αρχίατρου του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.

Μετά την αποστράτευσή του, επικεντρώθηκε στον τομέα των ψυχικών ερευνών (τότε γνωστός στην Ελλάδα ως ψυχοφυσιολογία), χτίζοντας ταυτόχρονα τη φήμη του ως συγγραφέας (έργα του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και τα Γαλλικά, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν μυστικιστικό υπόβαθρο).

Ήταν το 1923 όταν ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών, στην οποία ο Δρ. Charles Richet ορίστηκε επίτιμος πρόεδρος έως το 1927. Πολλές συγγενείς κοινότητες του εξωτερικού αντιμετώπιζαν την ΕΕΨΕ ως έναν αξιόπιστο συνεργάτη. Ανάμεσα τους και η Βρετανική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (με έδρα το Λονδίνο), η οποία έχρισε τον Δρ. Τανάγρα επίτιμο μέλος της το 1930, αναγνωρίζοντας την αδιάλειπτη προσπάθεια του να καθιερώσει τον τομέα στην Ελλάδα.

Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο γαλλικό έντυπο Le petit Parisien τον παρουσιάζει ως: «ένα ρομαντικό πνεύμα, πρώην Υγειονομικός Διευθυντής του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού, ο Δρ. Τανάγρας μπορεί να είναι ένας άντρας μικρού αναστήματος, αλλά το πνεύμα του πέτυχε τη μεγαλύτερη κατάκτηση που θα μπορούσε να σκεφθεί: μπορεί να εξηγήσει φαινόμενα του ψυχικού κόσμου, χρησιμοποιώντας καθαρά επιστημονικές μεθόδους».

Ο Δρ. Τανάγρας είχε ένα ισχυρό επιστημονικό υπόβαθρο, κάτι που επηρέασε βαθύτατα τον χαρακτήρα του. Για παράδειγμα, όταν ο Κωνσταντίνος Κουκίδης (συγγραφέας του άρθρου του Le petit Parisien) τον ρώτησε αν κάποια μέρα οι άνθρωποι θα μπορούν να στείλουν τις σκέψεις τους από μακριά, χρησιμοποιώντας μόνο το μυαλό τους, απάντησε: «Δεν θέλω να αγνοήσω το επιστημονικό συγκείμενο. Αυτά τα πειράματα [αναφέρεται στα τηλεπαθητικά πειράματα που περιγράφονται επιγραμματικά παρακάτω] μας δίνουν αποτελέσματα που είναι ορατά σε όλους. Ίσως μια μελλοντική ανθρώπινη γενιά να είναι καλύτερα εξοπλισμένη ώστε να στέλνει αυτοβούλως τη σκέψη της… αυτή είναι μια πιθανότητα που δεν μπορώ να αποκλείσω. Όμως εγώ, ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στην επιστήμη, δεν μπορώ να πω πως αυτό είναι το μέλλον, βασιζόμενος μόνο στα δικά μας αποτελέσματα. Αυτό που μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, βασιζόμενος στις έρευνες της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών που διενεργήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, είναι ότι η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να παράγει εκπομπές εύκολα ανιχνεύσιμες με το γυμνό μάτι».

Η προσωπικότητα του αποτέλεσε έμπνευση, κι αυτός ήταν ο κύριος λόγος για την εγγραφή και τη στήριξη τόσων μελών της επιστημονικής και κοινωνικής ελίτ της εποχής στην ΕΕΨΕ.

Παρά τη δουλειά του αναφορικά με τη φήμη και την εξέλιξη της ΕΕΨΕ, το μεγαλύτερο κατόρθωμά του ήταν η διαμόρφωση της θεωρίας του, της ψυχοβολίας, όπως αναφέρει και ο ίδιος στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε, στις 23 Φεβρουαρίου του 1969, στην εφημερίδα Ακρόπολις: «[Το σπουδαιότερο επίτευγμά μου είναι] η θεωρία της ψυχοβολίας, για την οποία ο Maurice Maeterlinck είπε ότι “κάποια μέρα, αυτή θα είναι η αλήθεια του μέλλοντος!”». Η ψυχοβολία ήταν η πρώτη θεωρία που πρότεινε την ενεργή υπόθεση, δηλαδή ότι ο διάμεσος που μπορεί να προβλέψει ένα μελλοντικό περιστατικό, στην πραγματικότητα είναι αυτός που το προκαλεί.

Η ίδρυση της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών

Ακολουθώντας το παράδειγμα της Βρετανικής ΕΨΕ (η οποία ιδρύθηκε στο Λονδίνο το 1882), η Ελληνική Εταιρεία ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1923 και ο Δρ. Τανάγρας εκλέχθηκε πρόεδρος της. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Ελληνική ΕΨΕ ήταν η πρώτη εταιρεία στην Ελλάδα που προσέγγισε τα ψυχικά φαινόμενα με μία αυστηρά επιστημονική μεθοδολογία.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Δρ. Charles Richet ορίστηκε επίτιμος πρόεδρος μέχρι το 1927 και μέχρις ενός βαθμού βοήθησε στο να οριστούν οι στόχοι της εταιρείας από τα πρώτα στάδια της. Χάρη στη φήμη του Δρ. Τανάγρα, η εταιρεία προσέλκυσε πολλά μέλη της ελληνικής επιστημονικής και κοινωνικής ελίτ. Ανάμεσα τους πανεπιστημιακοί καθηγητές, δικηγόροι, δικαστές του Αρείου Πάγου, γιατροί, πολιτικοί κ.ά. Επιπροσθέτως, η Ελληνική ΕΨΕ προσέλκυσε μια ομάδα διάμεσων, με κάποιους από αυτούς ήδη γνωστούς για τις ιδιαίτερες ψυχικές ικανότητές τους.

Επιπλέον, η Εταιρεία ανέπτυξε μια ποικιλία δραστηριοτήτων από τα πρώτα κιόλας έτη της λειτουργίας της. Για παράδειγμα, ήταν υπεύθυνη για την έκδοση και την κυκλοφορία ενός μηνιαίου περιοδικού με τον τίτλο Ψυχικαί Έρευναι, από το 1925 και έπειτα. Η Εταιρεία επίσης διοργάνωσε το 4ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας στην Αθήνα (1930), σε μια μεγάλη αίθουσα του συλλόγου «Παρνασσός», όπου έδωσαν διαλέξεις μερικοί από τους σπουδαιότερους παραψυχολόγους της εποχής (όπως ο Sir Oliver Lodge, ο Hans Adolf Eduard Driesch κ.ά.).

Το 4ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας, Αθήνα, 1930.

Συνδιοργανώνοντας διεθνή τηλεπαθητικά πειράματα

Επιπλέον, μετά το 3ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας που έλαβε χώρα στο Παρίσι το 1927, ο Δρ. Άγγελος Τανάγρας και η Ελληνική ΕΨΕ συνδιοργάνωσαν μαζί με πολλές Ευρωπαϊκές και μη χώρες μια σειρά τηλεπαθητικών πειραμάτων.

Σε μια επιστολή, που στάλθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1938 (IMI Archives) από τον Δρ. Τανάγρα στον Δρ. Warcollier, αναφέρεται πως τα πειράματα αυτά πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα στην Αθήνα, τη Βαρσοβία (Πολωνία), το Βερολίνο (Γερμανία), τη Βιέννη (Αυστρία), το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), τη Χάγη (Ολλανδία), τη Νέα Υόρκη (ΗΠΑ) κ.ά. Επιπροσθέτως, ανάμεσα στους επιστήμονες που συμμετείχαν σ’ αυτά τα πειράματα ήταν ο Δρ. Τανάγρας, ο Δρ. Osterreich (πανεπιστημιακός καθηγητής στο Τύμπιγκεν), ο G.N.M. Tyrrell (μέλος της Βρετανικής ΕΨΕ, Λονδίνο) και ο Δρ. Schroeder (πανεπιστημιακός καθηγητής στο Βερολίνο).

Όσον αφορά το πρωτόκολλο των πειραμάτων, βασιζόταν κυρίως σ’ αυτό που περιέγραψε ο Δρ. Warcollier στο 3ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας στο Παρίσι. Η μόνη αλλαγή που έκανε ο Δρ. Τανάγρας ήταν το να θέτει σε κατάσταση υπνωτισμού τους διάμεσους πριν από τη διεξαγωγή των πειραμάτων (Επιστολή Τανάγρα – Warcollier, 30 Ιανουαρίου 1939, IMI Archives).

Ο Άγγελος Τανάγρας με μέντιουμ της εταιρίας: (από αριστερά πάνω) Δάφνη, Μαρίνα, Ελπίς Παυλάτου, Ελένη Ζακυνθινού και (κάτω) Κωνσταντία.

Όπως περιγράφθηκε στο περιοδικό της Ελληνικής Εταιρείας, ο Δρ. Τανάγρας και ο Δρ. Warcollier (του γαλλικού Institut Métapsychique International), διεξήγαγαν τηλεπαθητικά πειράματα ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι με θετικά αποτελέσματα. Αυτά βασίστηκαν σε παρόμοια πειράματα που είχαν διεξαχθεί στο παρελθόν ανάμεσα στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, υπό την επίβλεψη των ερευνητικών ομάδων των Δρ. Warcollier και Δρ. Murphy (καθηγητή Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης).

Αναφορικά με τα πειράματα Αθήνας-Παρισιού, είχαν σχηματιστεί δύο ομάδες, τα μέλη των οποίων λειτουργούσαν ως «πομποί» και ως «δέκτες». Στις 14 Ιανουαρίου του 1928 (ημέρα Κυριακή) οι ομάδες αυτές συγκεντρώθηκαν, της Ελληνικής ΕΨΕ στα γραφεία της στην Αθήνα, και του γαλλικού IMI αντίστοιχα, στα γραφεία του στο Παρίσι. Η ελληνική ομάδα αποτελούνταν από τον Δρ. Τανάγρα, δύο διάμεσους (την Κωνσταντία Νικολαΐδου και τη δεσποινίς Ελπινίκη), τους νευρολόγους Δρ. Βλαστό και Δρ. Κωνσταντινίδη, τον γιατρό Δρ. Ζαφειρέλη, τον πανεπιστημιακό καθηγητή Ψυχολογίας Δρ. Βορέα, τον πανεπιστημιακό καθηγητή Φαρμακευτικής Δρ. Εμμανουήλ και πολλούς ακόμα επιστήμονες και ακαδημαϊκούς. Οι πομποί της κάθε ομάδας προσπαθούσαν να στείλουν τηλεπαθητικά διάφορες εικόνες (όπως γεωμετρικά σχέδια, μοτίβα, χαρακτήρες του λατινικού αλφαβήτου, γεωμετρικά εργαλεία κ.ά.) ενώ παράλληλα οι δέκτες προσπαθούσαν να τα οραματιστούν.

Στην αριστερή στήλη φαίνονται τα σχήματα που στάλθηκαν από το Παρίσι. Δεξιά αυτά που λήφθηκαν στην Αθήνα.

Ο Δρ. Τανάγρας παρουσιάζει τα πειράματα

Έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσει εκ των έσω τα πειράματα, ο κ. Κουκίδης περιέγραψε την προσωπική του εμπειρία σε άρθρο του για το Le petit Parisien:

Ο Δρ. Τανάγρας με οδήγησε σε ένα δωμάτιο. Σε μια γωνία του στέκονταν εφτά άνθρωποι. Έλεγξε την ώρα στο ρολόι του και έκλεισε τα φώτα. Αφού πέρασαν πέντε λεπτά, μου εξήγησε: «[στα λεπτά που μεσολάβησαν] συνέβη το εξής. Η Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών της Βιέννης έχει επίσης συναντηθεί αυτή τη στιγμή. Τους στείλαμε την εν λόγω εικόνα. Είμαι σίγουρος πως η τηλεπαθητική ομάδα της Βιέννης κατάφερε να δει την εικόνα αυτή και να τη σχεδιάσει! Έχουμε διεξάγει παρόμοια πειράματα με πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις […] με τη συμμετοχή πολλών πανεπιστημιακών καθηγητών και μέχρι τώρα τα αποτελέσματα ήταν θετικά! […] Τώρα, θα ακολουθήσουμε τη διαδικασία αντίστροφα: η ομάδα της Βιέννης θα μας στείλει μια εικόνα και θα προσπαθήσουμε να τη δούμε και να τη σχεδιάσουμε!»

Οι άνθρωποι στη γωνία, οι οποίοι τώρα κάθονταν σε πολυθρόνες, πέρασαν σε κατάσταση υπνωτισμού. Ο Δρ. Τανάγρας έκλεισε τα φώτα και είπε: «Ξεκινήστε». Το κάθε άτομο έμεινε ακίνητο, με τα μάτια του κλειστά. Ήταν σαν να βρίσκονταν όλοι στον κόσμο των ονείρων. Αφού πέρασαν πέντε λεπτά, ο Δρ. Τανάγρας είπε «Αρκετά!» και αμέσως –χωρίς να ειπωθεί κάτι ή να περάσει λίγος χρόνος για να συγκεντρωθούν– όλοι οι διάμεσοι ξεκίνησαν να σχεδιάζουν σε ένα χαρτί.

Εκείνος, στη συνέχεια, πήρε τα σχέδια και μου τα έδειξε: σε όλα τους απεικονίζονταν ομπρέλες! «Μπορείτε να είστε βέβαιος», μου είπε, «ότι από τη Βιέννη μας έστειλαν την εικόνα μιας ομπρέλας. Θα το ξέρουμε με βεβαιότητα σε λίγες μέρες, όταν θα παραλάβουμε την πρωτότυπη εικόνα με το ταχυδρομείο».

Τηλεπαθητική ομάδα Αθήνας, 1929.

Οι Ψυχικές Έρευνες φτάνουν στο απόγειο της κοινωνικής αποδοχής τους

Το υψηλό επίπεδο της κοινωνικής αποδοχής των ψυχικών ερευνών στην Ελλάδα ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές κατά τη διάρκεια των εορτασμών για τη 10η επέτειο ίδρυσης της Ελληνικής ΕΨΕ (5 Δεκεμβρίου 1933). Πολλοί επιστήμονες, πολιτικοί, κυβερνητικοί εκπρόσωποι, διανοητικοί κ.ά. πήραν μέρος στην εκδήλωση. Εκτός από τον Δρ. Τανάγρα, διαλέξεις έδωσαν πολλοί πανεπιστημιακοί καθηγητές όπως ο Δρ. Λιβιεράτος, ο Δρ. Μέρμηγκας και ο Δρ. Βλαβιανός (πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ελλάδος).

Επιπροσθέτως, πολλά ελληνικά μέσα ενημέρωσης κάλυψαν την εκδήλωση. Όπως είπε ο Τανάγρας σε μια άλλη επιστολή του στον Warcollier (IMI Archives): «Όλοι τους ανακοίνωσαν πως η Ελληνική ΕΨΕ καθιέρωσε τις ψυχικές έρευνες στην Ελλάδα!»

Κατά τη διάρκεια αυτής της εκδήλωσης μια πολύ εύπορη Ελληνίδα, η κυρία Αλεξάνδρα Χωρέμη, κόρη του Έλληνα ευεργέτη Εμμ. Μπενάκη, προσέφερε στην Ελληνική ΕΨΕ μια ετήσια χορηγία. Σήμερα, το Μπενάκειο Ίδρυμα και το Μουσείο Μπενάκη, με έδρα τους την Αθήνα, συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα λίκνα πολιτισμού της ελληνικής πρωτεύουσας.

Όλα τα παραπάνω αναφέρονται σε ένα ακόμα γράμμα του Τανάγρα προς τον Warcollier (23 Δεκεμβρίου 1933, IMI Archives) στο οποίο ο πρόεδρος της Ελληνικής ΕΨΕ δηλώνει:

«Με ευχαριστεί πολύ το ότι όλοι είναι ικανοποιημένοι από τη δουλειά μας! Στη συνέχεια της πορείας της, η Ελληνική ΕΨΕ συνέχισε να χτίζει βαθμιαία μια σπουδαία φήμη στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, το 1945, στα γραφεία της εταιρείας δίνονταν διαλέξεις κάθε Σάββατο (ανοιχτές στο κοινό) και Κυριακή (με επίκεντρο κυρίως απλά πειράματα), ενώ παράλληλα διεξάγονταν μια σειρά μαθημάτων πάνω στις ψυχικές έρευνες με τη συμμετοχή εξήντα μαθητών. Όπως αναφέρει ο Τανάγρας, αυτές οι διαλέξεις δίνονταν περισσότερο για να βοηθήσουν: «τους μελλοντικούς Έλληνες επιστήμονες να μην είναι προκατειλημμένοι εξαιτίας απαρχαιωμένων θεωριών που διδάσκονταν από παλιομοδίτες πανεπιστημιακούς καθηγητές, αλλά να έρχονται σε επαφή και με πειραματικές αποδείξεις».

Ως αποκορύφωμα, η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών κατάφερε να εισάγει το μάθημα της πειραματικής τηλεπάθειας το 1929 στο πρόγραμμα σπουδών του Εθνικού Πανεπιστημίου της Ελλάδας, το οποίο δίδασκε ο καθηγητής του πανεπιστημίου και μέλος της ΕΕΨΕ, Δρ. Βορέας. Έπειτα, το 1933, μια ολόκληρη σειρά μαθημάτων επί των ψυχικών ερευνών προστέθηκαν, για να σταματήσουν όμως έπειτα από λίγο καιρό εξαιτίας της έντονης διαμαρτυρίας διάφορων θρησκευτικών κύκλων (μια πληροφορία που δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω).

Επιπλέον, ο Δρ. Σακελλαρίου (καθηγητής Φυσιολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ελλάδας) προσκάλεσε τον Δρ. Τανάγρα να δώσει διαλέξεις στο πανεπιστήμιο, σχετικά με τις εμπειρίες του στο πεδίο των ψυχικών ερευνών, ενώ και η Ελληνική Αστυνομία προσκαλούσε τον πρόεδρο της ΕΕΨΕ να δώσει διαλέξεις στους μαθητές της Αστυνομικής Ακαδημίας στην Αθήνα. Σε μια επιστολή που έστειλε στις 17 Μαρτίου του 1945 (IMI Archives), ο Δρ. Τανάγρας σχολιάζει για την τελευταία περίπτωση: «[Η αστυνομία] άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για την Ψυχοφυσιολογία!»

Διαλέξεις εταιρείας στους αξιωματικούς της χωροφυλακής στο αμφιθέατρο Ιατροδικαστικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άγγελος Τανάγρας, μέντιουμ Κωνσταντία, καθηγητές ιατροδικαστικής Γεωργιάδης και Κάτσας.

Η σπουδαία φήμη της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών και του προέδρου της είναι η αιτία για το θέμα της ενότητας που ακολουθεί. Έμεινε στο σκοτάδι διεθνώς, έως σήμερα, και έχει να κάνει με τον Α. Τανάγρα, τον J.B. Rhine (πατέρα της μοντέρνας παραψυχολογίας παγκοσμίως) και τη θεωρία της ψυχοβολίας.

Ψυχοβολία: ο πρόδρομος της Ψυχοκίνησης;

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι το παρόν δεν έχει σκοπό να καταλήξει σε ένα τελικό συμπέρασμα ως προς το τί συνέβη πραγματικά, ούτε καν να εκφραστεί υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους της διένεξης. Μοναδικός σκοπός του είναι να παρουσιάσει την άγνωστη αυτή διαμάχη στην παγκόσμια παραψυχολογική κοινότητα (εκδοχή του παρόντος κειμένου είχε πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό Mindfield του Parapsychological Association, στο τεύχος 5.1) και κατορθώνοντας αυτό, να πυροδοτήσει μια εκτεταμένη συζήτηση επί του θέματος.

Οι μόνες πηγές που κατάφερα να ξεθάψω πάνω στη διένεξη μπορούν να βρεθούν στα αρχεία του Institut Métapsychique International στο Παρίσι, με τη μορφή επιστολών ανάμεσα στον Δρ. Τανάγρα και τον Dr. Warcollier. Λόγω της μικρής έκτασης της παρούσας εισαγωγής, θα παρουσιαστεί μόνο μια επιστολή: εκείνη στην οποία περιγράφεται σε βάθος το περιστατικό και παρουσιάζεται ξεκάθαρα η θεωρία της ψυχοβολίας.

Είναι σημαντικό να καταστεί σαφές ότι αυτή είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας, καθώς ο γράφοντας δεν κατάφερε να βρει πηγές για την πλευρά του J.B. Rhine.

Το γράμμα στάλθηκε στις 3 Αυγούστου του 1948 και φέρει την υπογραφή μιας ομάδας εξαιρετικά φημισμένων Ελλήνων επιστημόνων: του Θεόδωρου Βαρούνη (Πρύτανης του Πολυτεχνείου), του καθηγητή Δρ. Κωνσταντινίδη (Φαρμακευτική, Πανεπιστήμιο Αθηνών), του καθηγητή Δρ. Παναγιώτου (Φαρμακευτική, Πανεπιστήμιο Αθηνών), του Υποναυάρχου Στ. Λυκούδη (Ακαδημαϊκός), του Δρ. Σπ. Δημητριάδη (μέλος του Αρείου Πάγου) και του Δρ. Καρζή (πρόεδρος της Ελληνικής Φαρμακευτικής Εταιρείας και μέλος της Βουλής των Ελλήνων).

«Αγαπητοί κύριοι,

η έκπληξή μας ήταν μεγάλη όταν ενημερωθήκαμε για το τελευταίο βιβλίο του Δρ. J.B. Rhine, επίκουρου καθηγητή του πανεπιστημίου Duke των ΗΠΑ, με τίτλο The reach of the mind, το οποίο παρουσιάζει μια παλιά μελέτη της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών (που δημοσιεύτηκε αρχικά το 1929) και του προέδρου της, Ναυάρχου Δρ. Α. Τανάγρα.

Ένα εκτενές μέρος του βιβλίου και κυρίως το κομμάτι που αναφέρεται στον ανθρώπινο ψυχοδυναμισμό (ή αλλιώς, ψυχοδυναμική) πάνω σε φυσικά αντικείμενα (ψυχοκίνηση ή τηλεκίνηση) –το μόνο κομμάτι στο βιβλίο του Δρ. Rhine που είναι αυθεντικό- παρουσιάζεται από τον συγγραφέα του ως αδημοσίευτο προσωπικό του έργο, χωρίς να αναφέρει πουθενά την προγενέστερη δουλειά του Δρ. Τανάγρα.

Η μελέτη του Δρ. Τανάγρα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1929 στη Γερμανία, στο Zeitshrift für Parapsychologie (Περιοδικό για την Παραψυχολογία) του Βερολίνου, και παράλληλα στη Γαλλία, με τη μορφή ενός βιβλίου 155 σελίδων με τον τίτλο «Le Destin et la Chance, La theorie de la Psychobolie». Επιπλέον, ο Δρ. Rhine παραδέχεται στα γράμματά του ότι είχε λάβει αντίτυπο του εν λόγω βιβλίου πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Θεωρία της Ψυχοβολίας παρουσιάστηκε στο 5ο Διεθνές Συνέδριο το 1935 στο Όσλο (Νορβηγία), μεταφράστηκε και παρουσιάστηκε στα ιταλικά από τον Δρ. Gazzamalli (πρόεδρος της Ιταλικής ΕΨΕ), συζητήθηκε σε πολλά ψυχολογικά περιοδικά από τους Driesch, Osty, De Vesme, Schroeder, Sudre, Javorsky, Deleuze, Bruck, Matiesen, L. Vivante, Richter κ.ά. και επιπλέον, σχολιάστηκε από τον κόμη Maurice Maeterlinck (βραβευμένου με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1911) στο φιλοσοφικό του βιβλίο με τον τίτλο «Avant la grande silence», το οποίο δημοσιεύτηκε το 1934.

Ο κόμης Maeterlinck ήταν τόσο εντυπωσιασμένος από τη θεωρία της ψυχοβολίας, που σε μια επιστολή του προς τον Δρ. Τανάγρα δήλωσε: «Η θεωρία σας, όπως την περιγράφετε, θα είναι η αλήθεια του μέλλοντος!»

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, οι μελέτες του Τανάγρα δεν μπορούν να θεωρηθούν μη διαδεδομένες. Η εκμετάλλευση ενός προϋπάρχοντος, καλά τεκμηριωμένου και αναγνωρισμένου έργου είναι τόσο προφανής, που ο καθένας μπορεί να τη διαπιστώσει με μια σύντομη ματιά στις περιλήψεις των δύο βιβλίων.

Η περίληψη του βιβλίου The reach of mind του Δρ. Rhine, όπως αναγράφεται στο βιβλίο:

Η ιστορία μιας εκπληκτικής έρευνας πάνω στις άγνωστες δυνάμεις του ανθρώπινου νου και οι αποδείξεις σχετικά με την ικανότητα του να επηρεάζει το μέλλον, να επιδρά ακόμη και σε φυσικά αντικείμενα.»

Η περίληψη του βιβλίου «Le Destin et La Chance», του Δρ. Τανάγρα, σελίδα 3:

«Κάθε βαθιά εντύπωση που φτάνει έως το υποσυνείδητο μας και που αγωνιά να εκδηλωθεί (Freud), μπορεί κάποιες φορές να απελευθερωθεί σε ορισμένους ανθρώπους με έναν συγκεκριμένο τύπο οργανισμού (όπως οι δυναμολυτικοί και ψυχοβολικοί διάμεσοι), μια εκπομπή που συνοδεύεται κατά την εκδήλωσή της από τηλεκινητικά φαινόμενα και η οποία, μετά από μια τυχαία πρόβλεψη, προσπαθεί να ολοκληρώσει την έκφραση της με τρεις τρόπους:

Με απευθείας, ασυνείδητη τηλεκινητική δραστηριότητα πάνω σε άψυχη ύλη (π.χ. αυτοκίνητα, τρένα ή πλοία με αποτέλεσμα μηχανικές βλάβες, εκτροχιάσεις, ναυάγια κ.λπ.).

Με δραστηριότητα πάνω σε έμβιους οργανισμούς υπό τη μορφή τηλεπαθητικής προβολής (π.χ. ασυνείδητη επιρροή στο μυαλό του οδηγού του αυτοκινήτου ή, γενικά, στην ελεύθερη βούληση του ατόμου, προκαλώντας αθέλητες κινήσεις, αλλαγές της κατεύθυνσης, των πλάνων, των απόψεών του κ.λπ.).

Με απευθείας επιρροή στους ιστούς και τις λειτουργίες ενός ζωντανού οργανισμού –ένα φαινόμενο γνωστό σε όλα τα μέρη του κόσμου ως “το κακό μάτι”.

Η δραστηριότητα αυτής της ψυχοβολικής εκπομπής αποτελεί μια νέα δύναμη που επηρεάζει την ανθρώπινη ζωή.»

Συγκρίνοντας τα δύο αποσπάσματα, πιστεύουμε πως κάθε περαιτέρω εξήγηση περιττεύει, συν του ότι ο Δρ. Rhine αποφεύγει να κάνει τις ανάλογες διορθώσεις, χρησιμοποιώντας επανειλημμένως διάφορες προφάσεις και αναβολές.

Πιστεύουμε ότι έχουμε την ευθύνη να παρουσιάσουμε αυτά τα δεδομένα (που αφορούν έναν επιστήμονα ο οποίος εργάζεται σε πανεπιστήμιο των ΗΠΑ) στη διεθνή κοινότητα και σε κάθε αυθεντικό επιστήμονα, καθώς το βιβλίο του Δρ. Rhine ζημειώνει το πρωτότυπο έργο που δημοσιεύτηκε αρχικά από την Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (19 χρόνια πριν), το οποίο δεν περιγράφηκε απλώς με αμιγώς τηλεκινητικά θεμέλια, αλλά είχε και περαιτέρω εξέλιξη χάρη στην Ελληνική ΕΨΕ.

Αθήνα,

3 Αυγούστου 1948»

Το τέλος των Ψυχικών Ερευνών στην Ελλάδα

Σχεδόν μια δεκαετία πριν από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελληνική ΕΨΕ και οι ψυχικές έρευνες στην Ελλάδα άρχισαν να αποδυναμώνονται. Στην τελευταία του συνέντευξη (23 Φεβρουαρίου 1969, εφημερίδα Ακρόπολις), ο Δρ. Τανάγρας δήλωσε: «Εγώ φεύγω με τη θλίψη ότι το έργο μου, η ίδρυση της Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, ερευνών αυστηρώς επιστημονικών, υπήρξε πρόωρος διά τον τόπο μας, όπου το πλείστον ή αδιαφορεί ή εξακολουθεί να ενδιαφέρεται διά εντυπωσιακάς παρεξηγήσεις των ψυχικών φαινομένων και αυταπάτας δήθεν επικοινωνιών με πνεύματα νεκρών. Κρίμα εις την προσπάθειαν διά εν έθνος με την κληρονομίαν των Πυθίων και των Μαντείων, το οποίο έπρεπε να προηγήται επί του πεδίου αυτού».

Ζούσε τότε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Επτανήσου, στην Αθήνα, ανίκανος να διαβάσει. Τον στεναχωρούσε το γεγονός πως κανένας δεν είχε αρκετή θέληση ώστε να συνεχίσει το έργο της Ελληνικής ΕΨΕ μετά την απόσυρσή του. Όπως δήλωσε, «εγώ πάντως πεθαίνω ευχαριστημένος, γιατί έδειξα στην σύγχρονη Ελλάδα τον δρόμο των Πυθίων».

Στην ίδια συνέντευξη, ο Δρ. Τανάγρας αναφέρει ότι η προσωπική του αλληλογραφία, τα ημερολόγια και όλα του τα αρχεία δόθηκαν σε έναν φίλο και πρώην πολιτικό, με το αίτημα του να τα χρησιμοποιήσει μετά τον θάνατό του. Πιθανότατα άλλαξε γνώμη, καθώς λίγο μετά έστειλε τα ημερολόγια του και μέρος του αρχειακού υλικού στη Bιβλιοθήκη Garrett του Parapsychology Foundation, ενός οργανισμού που τον στήριζε διαρκώς κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το μόνο γνωστό επιπρόσθετο υλικό αναφορικά με το έργο της Ελληνικής ΕΨΕ φιλοξενείται στα αρχεία του Institut Métapsychique International, στο Παρίσι (IMI).

Άγγελος Τανάγρας (1887 – 1971).

Ως επίλογο της ιστορίας των Ψυχικών Ερευνών στην Ελλάδα, παραθέτω ένα απόσπασμα από την Επιστημονική Διαθήκη του Δρ. Τανάγρα, το οποίο μοιάζει να είναι το πλέον κατάλληλο:

«Αφήνω λοιπόν το βασανισμένο αυτό σαρκίον, πιστεύων ακραδάντως και μόνο εις την θρησκείαν της επιστήμης, οία διεμορφώθη μετά την ανακάλυψιν της ραδιενέργειας και της διασπάσεως του ατόμου. Δηλαδή, την ταυτότητα της ύλης και ενέργειας. Ο εστί την εν τη πραγματικότητα ανυπαρξία της ύλης με το μέγα συμπέρασμα καταρρίψεως των υλιστικών θεωριών […]».

* Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισαγωγή του βιβλίου «Άγγελος Τανάγρας: Το Χαμένο Ημερολόγιο» (επιμ. Νικόλαος Κουμαρτζής), που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Δαιδάλεος .

 Άγγελος Τανάγρας: ο πατέρας της παραψυχολογίας

Ο Νικόλαος Κουμαρτζής είναι διδάκτωρ Δημοσιογραφίας (Α.Π.Θ.) και ιδρυτής του Πρότυπου Ομίλου Πολιτισμού SEIKILO.

Βιβλιογραφία – Πηγές:

Εφημερίδα Ακρόπολις (1969). Συνέντευξη με τον Άγγελο Τανάγρα, Εφημερίδα Ακρόπολις, 23 Φεβρουαρίου, 1969.

Κουμαρτζής, Ν. (2010). Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα, Εκδόσεις Δίον.

Κουμαρτζής, Ν. (2011). Η Λευκή Βίβλος της Παραψυχολογίας, Εκδόσεις Δαιδάλεος.

Τανάγρας, Α. (1925). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 3, έτος 1, Μάρτιος 1925.

Τανάγρας, Α. (1925). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 11, έτος 1, Νοέμβριος 1925.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 2, έτος 3, Φεβρουάριος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 5, έτος 3, Μάιος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 7, έτος 3, Ιούλιος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 12, έτος 3, Δεκέμβριος 1927.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 1, έτος 4, Ιανουάριος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 2, έτος 4, Φεβρουάριος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 3, έτος 4, Μάρτιος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 4, έτος 4, Απρίλιος 1928.

Τανάγρας, Α. (1959). Η Θρησκεία της Επιστήμης, Εκδόσεις Σπύρου Α. Τζηρίτα.

Τανάγρας, Α. (άγνωστη χρονολογία). Επίλεκτα Έργα (ανθολογία λογοτεχνικών κειμένων), Εκδόσεις Ιωάννης Ν. Σιδέρης.

Broughton, R. (1992). Parapsychology: The Controversial Science. England: Rider.

Coukidis, C. (unknown date). Une Visite a Athenes a M. Tanagras et a Mlle Clio, Le petit Parisien newspaper. A copy can be found at Institute Métapsychique International library in Paris.

Gauld, A. (1968). The Founders of Psychical Research, England: Routledge & Kegan Paul.

IMI Archives (2012). Letters between Dr. Tanagras and Dr. Warcollier, unpublished material, Institut Métapsychique International Library (Paris), boxes 18:3 & 8:2.

Pallikari, F. (2009). Angelos Tanagras, the 1935 Oslo International Parapsychology Congress and the telekinesis of Cleio, Journal of the Society for Psychical Research, Vol. 73 (897[4]), Oct 2009, 193-206.

Tanagras, A. (1967). Psychological Elements in Parapsychological Traditions, part of Parapsychological Monographs series, U.S.A.: Parapsychology Foundation Inc.