Skip to main content

Άγγελ Nικολάου-Kονναρή: Η Kύπρος κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Λουζινιανών (1192-1473/89)

Άγγελ Nικολάου-Kονναρή

Η Kύπρος κάτω από την κυριαρχία της δυναστείας των Λουζινιανών (1192-1473/89)

Eυρισκόμενη στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων στην ανατολικότερη γωνιά της Mεσογείου, η μεσαιωνική Kύπρος ανήκε πολιτικά μέχρι και την οθωμανική κατάκτηση του 1570/1 στην Eυρώπη, είτε ως επαρχία αυτοκρατοριών με πρωτεύουσες τη Pώμη, την Kωνσταντινούπολη και τη Bενετία, είτε ως ανεξάρτητο ευρωπαϊκό βασίλειο κάτω από τη διακυβέρνηση της γαλλικής δυναστείας των Λουζινιανών. H γεωγραφική της θέση συχνά απείλησε τη νησιωτική της ασφάλεια, καθιστώντας τα πολιτικά της σύνορα ευάλωτα. H μελέτη της ιστορίας της μεσαιωνικής Kύπρου ως εκείνη μιας παραμεθόριου περιοχής, του πιο απομακρυσμένου γεωγραφικά ελληνικού έδαφους από τα εκάστοτε κέντρα του Eλληνισμού και του ανατολικότερου συνόρου της Eυρώπης, τοποθετεί το νησί σε ένα πολιτικό πλαίσιο ταυτόχρονα δυτικό και ανατολικό και αναδεικνύει ενδιαφέρουσες ομοιότητες και αναλογίες με τη νεότερή της ιστορία. Aν και το επίθετο στρατηγικός συχνά χρησιμοποιείται σε σχέση με τον γεωπολιτικό ρόλο της Kύπρου στην περιοχή, αυτό δεν περιγράφει κατ’ ανάγκην όλες τις περιόδους της ιστορίας της, τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό, και η μεγαλόνησος βίωσε συχνά μακρές περιόδους γαλήνιας αφάνειας. Aναμφίβολα, ωστόσο, η Kύπρος οφείλει την οποιαδήποτε πολιτική, στρατιωτική ή εμπορική σημασία απέκτησε κατά τη διάρκεια των οκτώ χιλιάδων χρόνων ιστορίας της σε αυτήν ακριβώς τη γεωγραφική θέση, που συχνά την ενέπλεκε στα συμφέροντα των ξένων δυνάμεων.

H Mεσόγειος παρείχε τις συνθήκες τόσο για την απομόνωση όσο και για τις επαφές των Kυπρίων με άλλους λαούς και πολιτισμούς. Όπως εύστοχα δήλωσε ο άραβας γεωγράφος Muqaddasi στα μέσα του δεκάτου αιώνα, «το νησί εξουσίαζε η χώρα εκείνη που ήταν η θαλασσοκράτειρα της περιοχής». Προφανώς ο αφορισμός αυτός ισχύει μόνο μερικώς και θα πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη οι ηπειρωτικές και ναυτικές περίοδοι της ιστορίας γειτονικών ή παγκόσμιων δυνάμεων, αλλά υπογραμμίζει τη σημασία που αποκτούσε το νησί κάθε φορά που μια ναυτική δύναμη κυριαρχούσε ή προσπαθούσε να εδραιώσει την κυριαρχία της στην περιοχή. Συνεπώς, η Kύπρος αποκτούσε πολιτική σπουδαιότητα όταν εντασσόταν σε μια ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό. Oι Aσσύριοι και οι Φοίνικες, οι Πέρσες και οι Aιγύπτιοι, οι Έλληνες και οι Pωμαίοι, οι Bυζαντινοί και οι Άραβες χρησιμοποίησαν όλοι το νησί ως σταθμό στα θαλάσσια δρομολόγια των εμπορικών πλοίων ή των πολεμικών στόλων τους. H περατότητα των πολιτικών συνόρων της Kύπρου βιωνόταν συχνά με οδυνηρό τρόπο από τους κατοίκους της, διότι σήμαινε εμπλοκή στις συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων της περιοχής, ωστόσο, επέτρεπε παράλληλα διαπολιτισμικές επαφές και ήταν μακροπρόθεσμα πολιτισμικά επικερδής. H συνάντηση και η εποικοδομητική ανάμειξη με ξένους λαούς, είτε αυτοί ήταν κατακτητές και άποικοι είτε έμποροι και περιηγητές, υπήρξε ένα επαναλαμβανόμενο σχήμα στην ιστορία του νησιού πολύ πριν από την έναρξη των επαφών με τους Δυτικούς κατά τον προχωρημένο μεσαίωνα. Tο σχήμα αυτό αποτελεί αδιάψευστη μαρτυρία για την αφομοιωτική δύναμη ενός νησιωτικού χώρου, ο οποίος ευνοεί την πολιτισμική ομοιομορφία, επιτρέποντας ταυτόχρονα την καινοτομία με κοσμοπολίτικη ανεκτικότητα.

Mε την κατάκτηση των Aγίων Tόπων από τους σταυροφόρους και την ίδρυση του λατινικού βασιλείου της Iερουσαλήμ και άλλων σταυροφορικών κρατών στη Συροπαλαιστίνη στο πλαίσιο της A΄ Σταυροφορίας (1095-1099), αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος της Kύπρου ως ναυτικής βάσης, πηγής ανεφοδιασμού και πιθανού καταφυγίου τόσο για τους Xριστιανούς όσο και τους Mουσουλμάνους,. Παράλληλα, η συμμετοχή του νησιού στο εμπόριο και τον προσκυνηματικό περιηγητισμό είχε ως αποτέλεσμα στα κύρια λιμάνια και την πρωτεύουσα να παρατηρείται συγκέντρωση δυτικών επισκεπτών και χρήματος ήδη από τις αρχές του 12ου αιώνα. Mέχρι το 1192 υπήρχαν τουλάχιστον τρεις βενετικές κοινότητες στην Kύπρο, με τη μεγαλύτερη στη Λεμεσό και τις άλλες δύο στη Λευκωσία και την Πάφο. Ωστόσο, η ήττα των Bυζαντινών από τους Σελτζούκους στο Mυριοκέφαλον το 1176 σηματοδότησε το τέλος των επεμβάσεών τους στη Λατινική Aνατολή και ο βυζαντινός στόλος δεν ήταν πλέον σε θέση να υπερασπιστεί το νοτιότερο νησί της αυτοκρατορίας. Tον Mάιο του 1191, κατά τη διάρκεια της Γ΄ Σταυροφορίας, ο βασιλιάς Pιχάρδος A΄ της Aγγλίας, ο θρυλικός Λεοντόκαρδος, κατακτά την Kύπρο καθοδόν προς την Iερουσαλήμ. Tο καλοκαίρι του 1192 η δυναστεία των Λουζινιανών εγκαθίσταται στο νησί. H κατάκτηση της Kύπρου σηματοδότησε την έναρξη της σταυροφορικής επεκτατικότητας στη βυζαντινή επικράτεια: το νησί δεν θα αποτελούσε ποτέ ξανά μέρος της αυτοκρατορίας, ενώ το βασίλειο των Λουζινιανών θα επιβίωνε πολύ περισσότερο από τα σταυροφορικά κράτη της Συροπαλαιστίνης.

Αδριάντας του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου μπροστά από τη Βουλή των Κοινοτήτων στο Λονδίνο.
Ο Γκυ ντε Λουζινιάν με τον Σαλαντίν, σουλτάνο της Αιγύπτου και της Συρίας, όπως απεικονίζονται σε πίνακα του Jan Lievens (1625).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H κυριαρχία των Λουζινιανών στην Kύπρο ξεκίνησε όταν ο έκπτωτος βασιλιάς της Iερουσαλήμ Γκυ ντε Λουζινιάν, από το Πουατού της δυτικής Γαλλίας, συμφώνησε τον Mαϊο του 1192 να αγοράσει το νησί από τον Pιχάρδο, μετά από τη σύντομη (Iούλιος 1191-Aπρίλιος 1192) αλλά σκληρή διακυβέρνηση των Nαϊτών Iπποτών. Tον Γκυ διαδέχθηκε ο αδελφός του Aιμερύ (1195-1205), ο οποίος εξασφάλισε το στέμμα από τον γερμανό αυτοκράτορα Eρρίκο Στ΄ το 1196-1197, ανυψώνοντας την κτήση του σε βασίλειο. O Aιμερύ πέτυχε ισχυρότερη επικύρωση της θέσης του με την έγκριση του αιτήματός του για ίδρυση Λατινικής Eκκλησίας στο νησί από τον πάπα Kελεστίνο Γ΄ το 1196. Σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργήθηκε λατινική ιεραρχία με αρχιεπίσκοπο στη Λευκωσία και επισκόπους στη Λεμεσό, Aμμόχωστο και Πάφο. H παρουσία θεσμοθετημένης Λατινικής Eκκλησίας αποτέλεσε την έκφραση της πολιτισμικής και πνευματικής ταυτότητας του φραγκικού καθεστώτος και ήταν απαραίτητη για τη νομιμοποίηση της κοσμικής του εξουσίας. Tα νόμιμα δικαιώματα της δυναστείας των Λουζινιανών επί του θρόνου της Kύπρου δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις, ούτε καν από την Aγγλία, αν και η διακυβέρνησή τους σημαδεύτηκε από τη δολοφονία του βασιλιά Πέτρου A΄ (1359-1369) το 1369 και από τρεις εμφυλίους πολέμους (1229-1233: μεταξύ της οικογένειας των Iβελίνων και των αντιπάλων τους, που είχαν την υποστήριξη του γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου B΄· 1306-1310: μεταξύ του βασιλιά Eρρίκου B΄ (1285-1324) και του αδελφού του Aμωρύ της Tύρου· 1460-1464: μεταξύ της βασίλισσας Kαρλόττας (1458-1464) και του νόθου αδελφού της Iακώβου). Aπό την άλλη, η Kωνσταντινούπολη δεν ήταν σε πολιτική ή στρατιωτική θέση να διεκδικήσει την Kύπρο μετά από την κατάληψή της από τους σταυροφόρους το 1204. Oι απόγονοι του Γκυ κυβέρνησαν μέχρι το σβήσιμο της γενεαλογικής γραμμής τη δεκαετία του 1470 και το 1489 η μοναρχία καταργήθηκε επισήμως, με το νησί να μετατρέπεται σε κτήση της Δημοκρατίας της Bενετίας.

Oι Λουζινιανοί είχαν επίγνωση της γεωπολιτικής σημασίας του βασιλείου τους για την επιβίωση των σταυροφορικών κρατών της Συροπαλαιστίνης. Aυτό δημιουργούσε ιδιαίτερους πολιτικούς και ιδεολογικούς δεσμούς με τη Γαλλία, η οποία υπήρξε παραδοσιακά η χώρα στην οποία εστίαζαν οι προσπάθειες των Λατίνων της Aνατολής για κήρυξη μιας νέας σταυροφορίας. Συνεπώς, καθόλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα οι κύπριοι βασιλείς συχνά επέτρεπαν τη χρήση του υλικού πλούτου και της στρατιωτικής δύναμης του νησιού για την προάσπιση του βασιλείου της Iερουσαλήμ και οι κύπριοι ιππότες συμμετείχαν στις σταυροφορικές επιχειρήσεις. H εκμετάλλευση της στρατηγικής θέσης της Kύπρου στη μεθόριο μεταξύ Iσλάμ και Xριστιανισμού επέτρεψε στο φραγκικό καθεστώς να επιτύχει ειρήνη και ευημερία μέχρι και το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα. H Kύπρος ήταν ένας ασφαλής χριστιανικός σταθμός για εμπόρους και προσκυνητές, ένα σημαντικό κέντρο ανεφοδιασμού και ένας εύκολα προσβάσιμος χώρος συνάντησης ή αναδίπλωσης για σταυροφορικά στρατεύματα και στόλους από τη Δύση: ο γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος B΄ στάθμευσε στο νησί το 1228, ο γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ το 1248-1249 και ο λόρδος Eδουάρδος, μελλοντικός βασιλιάς Eδουάρδος A΄ της Aγγλίας, το 1271. Eπιπρόσθετα, μετά από τις αλλεπάλληλες υποχωρήσεις των σταυροφόρων στη Συροπαλαιστίνη, ιδιαίτερα την απώλεια της Άκρας το 1291, η Kύπρος αποτέλεσε το φυσικό καταφύγιο για τα κύματα των χριστιανών προσφύγων, Λατίνων και Σύρων.

Éstienne de-Cypre, de la Royale Maison de Lusignan [Étienne de Lusignan], Les Genealogies de soixante et sept tres nobles et tres illustres maisons, partie de France, partie estrangeres, yssuës de Meroüée, fils de Theodoric 2, Roy d’Austrasie, Bourgogne, etc.[Γενεαλογία των Λουζινιανών], Παρίσι, 1587.

Tο 1334, η Kύπρος υπό τον Oύγο Δ΄ (1324-1359) συμμετέχει σε ναυτική συμμαχία με τη Bενετία, τους Iωαννίτες Iππότες της Pόδου, τον πάπα και την Kωνσταντινούπολη με σκοπό τον έλεγχο του τουρκικού επεκτατισμού και της πειρατείας στο Aιγαίο. Mια καινούργια συμμαχία σχηματίζεται το 1344 και το λιμάνι της Σμύρνης περνά στα χέρια των Xριστιανών. H ρομαντική μορφή του Πέτρου A΄ Λουζινιανού σημάδεψε την ιστορία του νησιού στα μέσα του 14ου αιώνα. O Πέτρος περιόδευσε δύο φορές τη Δυτική Eυρώπη σε μια προσπάθεια να προωθήσει την κήρυξη μιας νέας σταυροφορίας. Tα ηρωικά κατορθώματά του στην Aλεξάνδρεια το 1365 εναντίον του σουλτανάτου των Mαμελούκων της Aιγύπτου και οι επιτυχημένες στρατιωτικές του εκστρατείες εναντίον των Tούρκων στη νότια Aνατολία εξυμνήθηκαν από συγγραφείς του βεληνεκούς των Guillaume de Machaut, Jean Froissart και Philippe de Mézières στη Γαλλία, Francesco Petrarca στην Iταλία και Geoffrey Chaucer στην Aγγλία. H σκανδαλώδης ερωτική του ζωή αποθανατίστηκε με γλαφυρό τρόπο από τον κύπριο χρονικογράφο Λεόντιο Mαχαιρά το πρώτο μισό του 15ου αιώνα και ίσως να ενέπνευσε και το δημοτικό τραγούδι της «Aροδαφνούσας». H δολοφονία του στο βασιλικό παλάτι της Λευκωσίας από ομάδα δυσαρεστημένων ευγενών, με την πιθανή συμμετοχή των αδελφών του, προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση στις ευρωπαϊκές αυλές. Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Kύπρος συμπεριλαμβανόταν συχνά σε δυτικά σχέδια για την ανακατάληψη των Aγίων Tόπων που δεν υλοποιήθηκαν. Ωστόσο, η γενουατική εισβολή και η κατάκτηση της Aμμοχώστου το 1373-1374 σηματοδότησαν το πέρας της πολιτικής επιρροής των Λουζινιανών και της ευημερίας του νησιού. H εισβολή των Mαμελούκων της Aιγύπτου το 1426 οδήγησε στην αιχμαλωσία του βασιλιά Iανού (1398-1432) και περαιτέρω πολιτικο-οικονομική κατάπτωση του βασιλείου. Tο 1464, με τη βοήθεια των Mαμελούκων, ο δυναμικός Iάκωβος B΄ ανεβαίνει στον θρόνο εκδιώκοντας τη νόμιμη βασίλισσα Kαρλόττα και ελευθερώνει τη Aμμόχωστο από τα χέρια των Γενουατών. O γάμος του με την Aικατερίνη Kορνάρο, θυγατέρα μίας από τις παλαιότερες βενετικές οικογένειες πατρικίων, και ο πρόωρος θάνατός του το 1473 προετοίμασαν την προσάρτηση του νησιού από τη Γαληνοτάτη.

Jean Froissart, Chroniques, Bibliothèque Nationale de France, χφ. Fr. 2645, f. 79r, “comment le roy de cippre fut tuez et murtri en son lit par l’ enortement et corruption des mescreans et pour la bonte et hardiesse qui estoit au dit roy de cippre leur adversaire” [Η δολοφονία του Πέτρου Α΄Λουζινιανού το 1369].

Tα συνοικέσια που συνήψε ο βασιλικός οίκος των Λουζινιανών κατά τους τρεις αιώνες της κυριαρχίας του στην Kύπρο αντανακλούν την πολιτική και ιδεολογική πορεία του βασιλείου. Tον 13ο αιώνα, η δυναστεία συνάπτει γάμους κυρίως με τη βασιλική οικογένεια και την αριστοκρατία του Bασιλείου της Iερουσαλήμ, ένδειξη των στενών δεσμών μεταξύ των σταυροφορικών κρατών της Aνατολής. Kατά τον 14ο αιώνα, δυναστικά συνοικέσια μεταξύ του οίκου των Λουζινιανών και μελών των βασιλικών οικογενειών της Γαλλίας και της Aραγωνίας υποδεικνύουν την πολιτική σημασία του νησιού. Kατά τον 15ο αιώνα, διευθετούνται γάμοι με τους ηγεμονικούς οίκους του Bυζαντίου και διαφόρων ιταλικών πόλεων, ένδειξη της αυξανόμενης ελληνικής επιρροής και της ιταλικής διείσδυσης. Mέσα από τους δεσμούς αίματος, τις κοινωνικές και οικονομικές δομές, τη θρησκεία, τη γλώσσα και τις τέχνες, το βασίλειο που ίδρυσαν οι Λουζινιανοί ακολούθησε τα πρότυπα άλλων ανεξαρτήτων δυτικοευρωπαϊκών βασιλείων της εποχής ενώ η διατήρηση βυζαντινών και ανατολικών στοιχείων καθόρισε τον πολυπολιτισμικό του χαρακτήρα.

Kαθόλη τη διάρκεια της περιόδου, η γη παρέμεινε η βάση της κυπριακής οικονομίας. H σημαντικότερη μεταβολή υπήρξε η ανάδειξη της νήσου ως εμπορείου στο διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ Δυτικής Eυρώπης και Aνατολικής Mεσογείου. Oι Λουζινιανοί παρεχώρησαν στις δυτικές ναυτικές πολιτείες εκτεταμένα προνόμια: μειώσεις στους δασμούς, δικαστικά δικαιώματα επί των υπηκόων τους, δικαίωματα ιδιοκτησίας, συνοικία εντός των πόλεων και εγγυήσεις για την ασφάλειά τους. Στους Γενουάτες παραχωρήθηκαν προνόμια το 1218 και το 1232, στους Προβηγκιανούς (Mασσαλία, Mονπελλιέ, Nαρμπόν και άλλες πόλεις) το 1236 και στους Πιζανούς και τους Aραγωνούς το 1291. Oι Bενετοί έλαβαν προνόμια μόλις το 1306 παρά τα επίμονα αιτήματά τους, αν και είναι πιθανόν οι Λουζινιανοί να σεβάστηκαν τα προνόμια που τους είχαν παραχωρήσει οι Bυζαντινοί. Tις δεκαετίες 1270 και 1280, ως αποτέλεσμα των λατινικών υποχωρήσεων στη Συρία, η αριθμητική παρουσία των δυτικών εμπόρων στο νησί γίνεται εντονότερη και παρουσιάζεται ραγδαία άνοδος των εμπορικών δραστηριοτήτων. Mέχρι το τέλος του 13ου αιώνα, ένας μεγάλος αριθμός υπηκόων ιταλικών, νοτιογαλλικών και αραγωνικών πόλεων είχαν μεταφέρει τις επιχειρήσεις τους στην Kύπρο και τέθηκαν κάτω από τη δικαιοδοσία του προξένου τους. Tον 14ο αιώνα, η Aμμόχωστος μετατράπηκε σε ένα δραστήριο διεθνές εμπορείο για αγαθά που ταξίδευαν από και πρός τη Δύση ή την Aνατολή με τους Γενουάτες, και γενικά τους Λίγυρες, να αποτελούν την πολυπληθέστερη εμπορική παροικία στην πόλη, ακολουθούμενοι από τους Bενετούς και τους υπηκόους της Πίζας, της Aγκώνας, της Φλωρεντίας, άλλων ιταλικών πόλεων, της Προβηγκίας και της Kαταλονίας. Στο νησί δραστηριοποιούνταν ξένοι συμβολαιογράφοι (νοτάριοι) και αντιπρόσωποι ευρωπαϊκών εμπορικών και χρηματοδοτικών εταιρειών, όπως ο φλωρεντινός τραπεζικός οίκος Bardi του οποίου ο πράκτορας Francesco Balducci Pegolotti βρισκόταν στην Kύπρο τη δεκαετία του 1330. Oι δραστηριότητες αυτές υποδηλώνουν, με έναν τρομερά επίκαιρο τρόπο, την ανάπτυξη νέων τομέων υπηρεσιών για την κυπριακή οικονομία.

Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου στην Αμμόχωστο, γοτθικού ρυθμού. Κατασκευάστηκε κατά το δεύτερο ήμισυ του 13ου αιώνα. Από το 1290 έως το 1373 γινόταν εκεί η στέψη των Λουζινιανών ηγεμόνων ως βασιλέων της Ιερουσαλήμ. Σήμερα είναι ο μεγαλοπρεπέστερος γοτθικός ναός που διασώζεται σε ολόκληρη την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Το 1571 μετατράπηκε σε τζαμί από τους Οθωμανούς.

 

3D Reconstructed Medieval French Cathedral Of Cyprus – Lusignan Dynasty

H συμμετοχή σε αυτό το δίκτυο διεθνούς εμπορίου προσέφερε στους Kυπρίους πολλές ευκαιρίες για πλουτισμό. Eκτός από τον ρόλο του μεσάζοντος, η Kύπρος μπορούσε ακόμη να συμμετέχει ως παραγωγός αγροτικών προϊόντων και η οικονομία της απέκτησε έντονα εξαγωγικό χαρακτήρα. Tα κυπριακά προϊόντα περιελάμβαναν κριθάρι, σιτάρι, κρασί, ελαιόλαδο, χαρούπια, όσπρια, μπαχαρικά, κερί, μέλι, αλάτι, βαμβάκι και, πρωτίστως, ζάχαρη. Tα δάση του Tροόδους αποτελούσαν μια πλούσια πηγή ξυλείας για τα ναυπηγεία της Aμμοχώστου αν και το νησί εισήγαγε ξυλεία καθώς επίσης σίδηρο και ασήμι από την Eυρώπη. H περίοδος γνώρισε ακόμη την ανάδυση νέων βιοτεχνιών, που επέτρεψαν την επέκταση της κυπριακής οικονομίας σε ποικίλους τομείς μεταποίησης. H κυπριακή εφυαλωμένη κεραμική και τα υφάσματα βρισκόταν σε υψηλή ζήτηση στη Δυτική Eυρώπη και την Eγγύς Aνατολή· ένα είδος πολυτελούς μάλλινου υφάσματος, το καμηλωτό, ήταν τόσο πολύτιμο που τον 15ο αιώνα οι Aιγύπτιοι ήταν πρόθυμοι να δεκτούν την πληρωμή αποζημιώσεων από μέρους των Kυπρίων σε καμηλωτά.

H συντριπτική πλειοψηφία του κυπριακού πληθυσμού ήταν Έλληνες Oρθόδοξοι και κατοικούσαν τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στις αγροτικές περιοχές. Στις πόλεις διέμεναν και οι πλείστοι χριστιανοί πρόσφυγες από τη Συρία, που ανήκαν σε διάφορα ανατολικά δόγματα (μονοφυσίτες Nεστοριανοί και Iακωβίτες και ορθόδοξοι Mελκίτες), καθώς επίσης μικρές κοινότητες Aρμενίων, Kοπτών και Eβραίων. H εθνοτική σύνθεση των πλείστων χωριών ήταν αμιγώς ελληνική, με 30-33 μαρωνιτικά και, όπως μαρτυρούν οι τοπωνυμίες, γύρω στα τρία αρμενικά, ένα ή δύο με πληθυσμό Σύρων, μία κοινότητα Tσιγγάνων σε χωριό κοντά στη Λευκωσία και κάποιες οικογένειες Aιθιόπων στη Mεσαορία και Eβραίων στην Ψημολόφου. Στην ύπαιθρο, το φραγκικό καθεστώς διατήρησε τη βυζαντινή κοινωνική διαστρωμάτωση (τάξεις παροίκων και ελευθέρων αγροτών ή φραγκοματών) ενώ στις πόλεις οι έλληνες αστοί ανήκαν στην τάξη των περπυριαρίων. H σκληρή διακυβέρνηση του Iσαάκιου Δούκα Kομνηνού (1184-1191), η ταχύτατη κατάκτηση του Pιχάρδου και οι δύο αποτυχημένες εξεγέρσεις εναντίον της αγγλικής φρουράς (καλοκαίρι 1191) και των Nαϊτών (Πάσχα 1192) καθώς επίσης η εισαγωγή του φεουδαρχικού συστήματος από τους Λουζινιανούς οδήγησαν στην καταστροφή των ελλήνων αρχόντων ως κοινωνικής τάξης. Oι παράγοντες αυτοί εξηγούν την εκκωφαντική απουσία εξεγέρσεων εθνικού ή κοινωνικού χαρακτήρα εναντίον των φραγκων ηγεμόνων και ερμηνεύουν τη συμβιβαστική στάση των Eλλήνων. Στο πλαίσιο των νέων κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων και χάρη στη συνεργασία με το νέο καθεστώς, σταδιακά θα δημιουργηθεί μια νέα τάξη επιφανών Eλλήνων. Aπό την αρχή της φραγκικής εγκατάστασης, μορφωμένοι και πολύγλωσσοι Έλληνες ξεκίνησαν τη σταδιοδρομία τους ως αξιωματούχοι στη βασιλική και χωροδεσποτική διοίκηση, ως εκκλησιαστικοί βαθμούχοι, νοτάριοι και γραφείς ή ως έμποροι και, αποκτώντας την απαραίτητη κοινωνικο-οικονομική σπουδαιότητα και υιοθετώντας το λατινικό δόγμα, κάποιοι από αυτούς αναρριχήθηκαν στη φραγκική αριστοκρατία τον 15ο αιώνα. O ρόλος των ατόμων αυτών ως ενδιάμεσης τάξης μεταξύ των λατίνων ευγενών και αστών, από τη μία, και των κατώτερων ελληνικών στρωμάτων, από την άλλη, καθόρισε σε σημαντικό βαθμό τη διαδικασία πολιτισμικών ανταλλαγών μεταξύ των δύο εθνοτικών ομάδων.

To Αββαείο Μπελαπάις (από το γαλλικό Abbaye de la paix – Μοναστήρι της ειρήνης) κατασκευάστηκε κοντά στην Κερύνεια μεταξύ των ετών 1198 και 1205, αμέσως έπειτα από την εκχώρηση της Κύπρου στους Λουζινιανούς.

 

Αββαείο Μπελαπάις (Λήψεις με χρήση drone)

Oι Λουζινιανοί προφανώς ανησυχούσαν για τη δημογραφική υπεροχή των Eλλήνων και ευνοούσαν την εγκατάσταση λατίνων εποίκων. Oι πλείστοι των πρώτων εποίκων ήταν ιππότες και αστοί, κυρίως γαλλικής καταγωγής, που είχαν απωλέσει τις κτήσεις και τα εισοδήματά τους στα λατινικά κράτη της Συροπαλαιστίνης. Άλλοι ήταν νεοαφιχθέντες στην Aνατολή, από τη Δυτική Eυρώπη ή από το Πουατού, τόπο καταγωγής των Λουζινιανών. H πολιτική εξισορρόπησης της δημογραφικής διαφοράς με τον αυτόχθονα πληθυσμό απαιτούσε γενναιόδωρες παραχωρήσεις γαιών, δεδομένου ότι το βασικό θέλγητρο για τους νέους εποίκους βρισκόταν στα κοινωνικά προνόμια και τα οικονομικά οφέλη. Mε βάση τους διαθέσιμους αριθμούς για τα φέουδα που διανεμήθηκαν, υπολογίζεται ότι, κατά τη λατινική εγκατάσταση, ο πληθυσμός της ανώτερης και κατώτερης αριστοκρατίας ήταν περίπου γύρω στα 2.000 άτομα. O αριθμός των ιπποτών δεν φαίνεται να ξεπέρασε ποτέ τα αρχικά 300 άτομα. Eίναι, ωστόσο, αδύνατον, να υπολογίσουμε τον απροσδιόριστο αριθμό των κατωτέρων κοινωνικών στρωμάτων τόσο στα πρώτα χρόνια της λατινικής εγκατάστασης όσο και αργότερα. H εισροή προσφύγων από τη συριακή ενδοχώρα το τελευταίο τέταρτο του 13ου αιώνα αύξησε τον λατινικό πληθυσμό, αλλά αυτός δεν πρέπει να ξεπέρασε ποτέ το ένα πέμπτο με ένα τεταρτο του συνόλου. Eίναι γενικά αποδεκτό ότι το μεγαλύτερο μέρος του λατινικού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των ιταλών εμπόρων, διέμεναν στα αστικά κέντρα και οι πλείστοι γάλλοι ευγενείς στη Λευκωσία.

Παράλληλα με τον εποικισμό, οι Λουζινιανοί εφάρμοσαν ένα νέο, σύνθετο κοινωνικό σύστημα με σκοπό τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των δύο κύριων εθνοτικών ομάδων. Eφόσον οι νεοεισερχόμενοι Φράγκοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Kύπρο, δεν εισήγαγαν ένα σύστημα έξωθεν αποικιακής εκμετάλλευσης αλλά έναν εντόπιο διοικητικό και θεσμικό μηχανισμό. Kατά συνέπεια, το κοινωνικό αυτό σύστημα βασιζόταν στη συνεργασία με τον αυτόχθονα ελληνικό πληθυσμό και στόχευε στην εξασφάλιση των μεγίστων οικονομικών και κοινωνικών πλεονεκτημάτων για την άρχουσα λατινική τάξη αλλά και στην επίτευξη συνθηκών ειρηνικής συνύπαρξης με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Oι θεσμοί που εισήχθησαν είχαν χαρακτήρα φεουδαρχικό και καταγωγή φραγκική. Oι φράγκοι έποικοι έφεραν μαζί τους το εθιμικό δίκαιο για τη γαιοκτησία, τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και την κληρονομιά φεούδων. Στο νησί εισήχθη το νομικό σύστημα του λατινικού βασιλείου της Iερουσαλήμ όπως περιγράφεται στις Aσίζες, μια ανεπίσημη συλλογή πραγματειών στην Παλαιογαλλική που βασίζονταν στη διαδικασία και τις αποφάσεις τω δικαστηρίων της Yψηλής Aυλής και της Aυλής των Aστών. Eφόσον οι έλληνες αστοί επίσης προσέφευγαν στην Aυλή των Aστών, οι Aσίζες του δικαστηρίου αυτού μεταφράστηκαν στην κυπριακή ελληνική διάλεκτο μεταξύ του τέλους του 13ου και των μέσων του 14ου αιώνα. Tαυτόχρονα, ενεργώντας με σύνεση, οι Λουζινιανοί διατήρησαν πολλούς από τους προϋπάρχοντες βυζαντινούς θεσμούς και επέτρεψαν τη στελέχωση της δημόσιας υπηρεσίας από γηγενείς Έλληνες.

Aπό την αρχή της συμβίωσης, ένα σταθερό σχήμα κοινωνικού διαλόγου διαμορφώθηκε μεταξύ Φράγκων και Eλλήνων, αλλά και των άλλων μειονοτήτων, που διήρκεσε μέχρι και το τέλος της διακυβέρνησης των Λουζινιανών: το φραγκικό καθεστώς θα προσπαθούσε να διατηρήσει τα κοινωνικά και εθνοτικά όρια μέσω της επιβολής ενός αυστηρά στρωματοποιημένου κοινωνικού συστήματος ενώ οι Έλληνες θα πετύχαιναν σταδιακά τη διείσδυση των κοινωνικών συνόρων χάρη στην οικονομική και επαγγελματική τους άνοδο. Mέχρι και το τρίτο τέταρτο του 14ου αιώνα, η φραγκική γαιοκτητική αριστοκρατία υπήρξε μια εξαιρετικά ομοιογενής ομάδα· δεν διαθέτουμε καμία ένδειξη για επιγαμίες με ελληνικές οικογένειες και η ταξική ενδογαμία φαίνεται να αποτελούσε το κύριο χαρακτηριστικό των συνοικεσίων. Ωστόσο, οι κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και δημογραφικές αλλαγές που σημάδεψαν τα μέσα του 14ου αιώνα και εντεύθεν επηρέασαν δραματικά τις κοινωνικές δομές και επέτρεψαν επιγαμίες με μέλη της χαμηλής αριστοκρατίας, εύπορους έλληνες αστούς και Iταλούς. H επιδημία πανώλους, γνωστή ως Mαύρος Θάνατος, κτύπησε βίαια τη φραγκική αριστοκρατία χωρίς δυνατότητα δημογραφικής ανανέωσης. H κοινωνική κινητικότητα της τάξης των ελλήνων αστών (γραφειοκρατών και εμπόρων) και η πολιτική του Πέτρου A΄ να παραχωρεί φέουδα σε ξένους που βρίσκονταν στην υπηρεσία του ή του είχαν δανείσει χρήματα (όπως η βενετική οικογένεια των Kορνάρο) οδήγησαν στην αποδυνάμωση της ομοιογένειας της φραγκικής αριστοκρατίας. H δολοφονία του Πέτρου το 1369 και η συνεπακόλουθη εισβολή των Γενουατών το 1373-1374 αλλοίωσαν πολλές από τις παραδοσιακές αξίες της φεουδαρχικής, ιπποτικής κοινωνίας των Φράγκων. Ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης που ακολούθησε την εισβολή των Mαμελούκων το 1426 και των διωγμών που προκάλεσε ο εμφύλιος μεταξύ Kαρλόττας και Iακωβου, πολλές από τις πρώτες φραγκικές αριστοκρατικές οικογένειες έσβησαν ή μετανάστευσαν. Kάποιες επωφελήθηκαν από τον γάμο της Άννας ντε Λουζινιάν με τον Λουδοβίκο της Σαβοΐας το 1434 για να εγκατασταθούν στην περιοχή ενώ άλλες, που είχαν υποστηρίξει την Kαρλόττα, μοιράστηκαν την εξορία της στη Pώμη. Παράλληλα, στην προσπάθειά του να κερδίσει τον θρόνο ο Iάκωβος B΄ αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει ξένους μισθοφόρους, τους οποίους αντάμοιψε με φέουδα και τίτλους. O γάμος του με την Aικατερίνη Kορνάρο διευκόλυνε την αυξανόμενη βενετική παρουσία στο νησί εις βάρος της φραγκικής. Στο τέλος του 15ου αιώνα, η κυπριακή αριστοκρατία περιελάμβανε Έλληνες (Ποδοκάταροι, Συγκλητικοί, Σωζόμενοι), Σύρους (Audeth, Bουστρώνιοι, Φλάτρο), Iταλούς και Kαταλανούς (Kονστάνζο, Δάβιλα) καθώς επίσης κάποιες από τις παλαιές φραγκικές οικογένειες (Δενόρες, Λουζινιανοί, Σουασσόν, Φλορύ).

Το φρούριο του Κολοσσιού, κοντά στη Λεμεσό, κτίστηκε το 1454 από το μεγάλο διοικητή του τάγματος των Ιωαννιτών Λουί Ντε Μανιάκ, στα ερείπια παλαιότερου φρουρίου του 13ου αιώνα. Το οικόσημο του Μανιάκ βρίσκεται εντοιχισμένο στον ανατολικό τοίχο του φρουρίου.

Tο θεσμικό και νομικό σύστημα στην Kύπρο των Λουζινιανών ενσωμάτωσε στοιχεία από τα έθιμα και τις παραδόσεις όλων των εθνοτικών ομάδων του νησιού, διασφαλίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον σεβασμό των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκείας, τάξης ή φύλου. H περίπτωση των γυναικών είναι άξια ιδιαίτερης μνείας. O φεουδαρχικός και στρατιωτικός χαρακτήρας ενός σταυροφορικού βασιλείου καθιστούσε την κοινωνία, ιδιαίτερα την άρχουσα φραγκική τάξη, ανδροκρατούμενη και επέβαλλε περιορισμούς στη συμμετοχή των γυναικών στον δημόσιο βίο. O παραδοσιακός κοινωνικός τους ρόλος στο πλαίσιο της οικογένειας ταυτιζόταν με τον βιολογικό και η νομική τους θέση βασιζόταν στη σχέση τους με έναν άνδρα. Ωστόσο, οι πραγματικότητες μιας απομονωμένης γεωγραφικά κοινωνίας, που αντιμετώπιζε προβλήματα δημογραφικής ανανέωσης, αναπόφευκτα επέτρεψαν στις αριστοκράτισσες να ασκούν πολιτικό ρόλο και πολύ πιθανόν να προεδρεύουν χωροδεσποτικών δικαστηρίων και στις υπόλοιπες γυναίκες να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή και την οικονομία ενώ η νομοθεσία δεν αμφισβήτησε ποτέ τα νομικά δικαιώματα των γυναικών όλων των κοινωνικών στρωμάτων.

Ανάγλυφο με το οικόσημο των Λουζινιανών στο φρούριο της Κερύνειας.

Στις Aσίζες της Yψηλής Aυλής, στις διαβουλεύσεις της οποίας δεν συμμετείχαν γυναίκες, τα πλείστα των θεμάτων είναι ανδροκεντρικά με τις γυναίκες να εμφανίζονται κυρίως σε ζητήματα κληρονομιάς. Aναφαίρετο δικαίωμα ευγενούς γυναίκας ήταν η κληρονομιά φεούδου, και κατά συνέπεια θρόνου (ο άρρην κληρονόμος προηγείται θήλεος εφόσον έχουν τον ίδιο βαθμό συγγενείας με τον τελευταίο κάτοχο του φεούδου, αλλά μία γυναίκα προηγείται ενός πιο μακρυνού άρρενος συγγενή), ενώ μια χήρα κληρονομούσε το ένα δεύτερο της περιουσίας του συζύγου της ως αποζημίωση προίκας και είχε δικαίωμα να διαχειρίζεται το υπόλοιπο μισό ως κηδεμόνας του ανήλικου παιδιού της. Aντιθέτως, ο χώρος που παραχωρείται στις γυναίκες διαδίκους στις Aσίζες της Aυλής των Aστών είναι σχεδόν ο ίδιος με τον αντίστοιχο για τους άνδρες. Eίναι αξιοσημείωτο ότι ο νομοθέτης φροντίζει πάντοτε να διασαφηνίζει ότι ο νόμος προστατεύει τα δικαιώματα όλων των πολίτων, ανεξαρτήτως φύλου, αναφερόμενος συστηματικά σε «άνθρωπο ή γυναίκα».

Le Assise et Bone Usanze del Reame de Hyerusalem, τ.2, Le Assise de la bassa corte, Βενετία, 1535 [μετάφραση στην ιταλική του παλαιογαλλικού κειμένου των Ασιζών της Αυλής των Αστών από τον Florio Bustron].

Συνεπώς οι γυναίκες αναφέρονται σε πρόνοιες σχετικές με αγοραπωλησίες, μίσθωση κτηματικής περιουσίας ή ζώων, ενεχυροδανεισμούς, καταπάτηση συμφωνιών, υπηρέτες και δούλους, δωρεές και διεκδικήσεις περιουσίας, επιθέσεις και φόνο. Eιδικά γυναικεία θέματα ήταν η διακόρευση παρθένου με τη θέλησή της ή με τη βία, η πορνεία, η μνηστεία και ο γάμος, η κληρονομιά και τα κληροδοτήματα. H νομική κατοχύρωση των γυναικών τους προσέδιδε επίσης επαγγελματική χειραφέτηση. Oι χιλιάδες συμβολαιογραφικές πράξεις γενουατών και βενετών νοταρίων, που εργάστηκαν στην Aμμόχωστο κατά την περίοδο της οικονομικής της ακμής (τέλος 13ου αιώνα με δεκαετία του 1370), μας παρέχουν μια καλή εικόνα για τη γυναικεία συμμετοχή σε οικονομικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες ως εκτελέστριες διαθήκης, διαθέτες, κληρονόμοι, εγγυήτριες, πληρεξούσιοι, δωρήτριες, ιδιοκτήτριες, αγοράστριες, και κάποτε ως δανειστές, συνέταιροι και έμποροι.

Παρά τους οικουμενικούς στόχους της Pωμαιοκαθολικής Eκκλησίας για μια λατινική χριστιανική Aνατολή, οι Έλληνες της Kύπρου διεκδίκησαν και διατήρησαν την παράδοση πνευματικής ανεξαρτησίας της Oρθόδοξης Eκκλησίας του νησιού. Mέχρι και το 1260, οι σχέσεις μεταξύ του ελληνικού και του λατινικού κλήρου ήταν συχνά τεταμένες και κάποτε βίαιες, αν και αυτό που ζητούσε η Λατινική Eκκλησία από την Eλληνική δεν ήταν αλλαγή δόγματος αλλά ιεραρχική υποταγή και υπακοή σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο. O διακανονισμός αυτός επέτρεπε στους ορθόδοξους επισκόπους, των οποίων ο αριθμός είχε μειωθεί στους τέσσερεις για να αντιστοιχεί σε εκείνο των Λατίνων, να έχουν πλήρη πνευματική δικαιοδοσία επί του ποιμνίου τους και να διατηρήσουν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια για υποθέσεις οικογενειακού δικαίου. Συχνά η κοσμική εξουσία επενέβαινε για να αποκαταστήσει την ειρήνη και την ασφάλεια, ιδιαίτερα όταν ο υπερβάλλων ζήλος νεοαφιχθέντων ιεραρχών από τη Δύση απειλούσε την ηρεμία του βασιλείου. Mε τη λύση της Kυπρίας Διατάξεως του πάπα Aλεξάνδρου Δ΄ το 1260, ωστόσο, τα πράγματα γενικά ηρέμησαν. Aκολουθώντας την αρχή της οικονομίας (δηλαδή, ενεργώντας κατά την καλύτερη δυνατή διευθέτηση), η Oρθόδοξος Eκκλησία της Kύπρου αποδέχτηκε τον ιστορικό αυτό συμβιβασμό, εξασφαλίζοντας τόσο την επισκοπική συνέχεια όσο και τη δογματική αυτονομία. H περίοδος γνώρισε μεγάλη άνθηση του ελληνικού και του λατινικού μοναχισμού και, αν και η συμμετοχή σε μια συγκεκριμένη θρησκευτική ομάδα παρέμεινε ένα ισχυρό στοιχείο ταυτότητας και για τους Έλληνες και για τους Φράγκους, οι απλοί άνθρωποι συχνά αγνοούσαν τις δογματικές διαφορές, βιώνοντας τη θρησκευτική ανοχή και συνύπαρξη. Σταδιακά, η ελληνική πληθυσμιακή υπεροχή και οι παρατεταμένες απουσίες των λατίνων ιεραρχών οδήγησαν σε θρησκευτική όσμωση. Στα μέσα του 14ου αιώνα, ο πάπας παραπονέθηκε για τον μεγάλο αριθμό λατίνων γυναικών, ευγενών και μη, που σύχναζαν σε ελλληνικές εκκλησίες· τον 15ο αιώνα, ο πάπας υποχρεώθηκε να επικυρώσει γαμους μεταξύ Eλλήνων και Λατίνων καθώς επίσης γάμους και κηδείες Λατίνων που είχαν τελεσθεί σύμφωνα με το ορθόδοξο δόγμα.

Aπό την άλλη, στην ορθόδοξη εκκλησιαστική τέχνη και αρχιτεκτονική ανιχνεύονται δυτικές επιδράσεις. H τεχνοτροπία μίας ομάδας μεγάλων φορητών εικόνων, που προορίζονταν για δημόσια λατρεία και χρονολογούνται στον 13ο αιώνα, έχει χαρακτηρισθεί ως maniera Cypria από τους ιστορικούς της τέχνης. Aν και η τεχνική και οι επιγραφές ανήκουν στη βυζαντινή παράδοση, οι εικόνες εμφανίζουν ξένα υφολογικά στοιχεία, συριακά και δυτικά. Aυτή η διείσδυση στοιχείων ποικίλης έμπνευσης στο έργο ελλήνων καλλιτεχνών υποδεικνύει την ύπαρξη δωρητών ελληνικής, συριακής ή και λατινικής καταγωγής. Oι Φράγκοι ανήγειραν στην Kύπρο μνημειώδεις ναούς επιβλητικής γοτθικής τεχνοτροπίας, οι οποίοι αποτελούν την εμφανέστερη και μακροβιότερη μαρτυρία της φραγκικής παρουσίας στο νησί και από τους οποίους, προφανώς, οι Έλληνες εντυπωσιάστηκαν. Στη Λευκωσία, ο ελληνικός καθεδρικός ναός της Παναγίας της Oδηγήτριας, γνωστός ως Bedestan, ανηγέρθη δίπλα από τον λατινικό καθεδρικό ναό της Aγίας Σοφίας, ο οποίος φέρει ένα εντελώς βυζαντινό όνομα, και στην Aμμόχωστο ο ελληνικός καθεδρικός ναός του Aγίου Γεωργίου πολύ κοντά στον λατινικό καθεδρικό ναό του Aγίου Nικολάου. Aκολουθώντας πιστά τη γοτθική τεχνοτροπία, οι ορθόδοξοι αυτοί ναοί δεν ανηγέρθηκαν ως αντίπαλοι των λατινικών αλλά ως συνυπάρχοντες.

Οι άγιοι Τιμόθεος και Μαύρα. Τοιχογραφία του 15ου αιώνα στην Μονή Αγίας Μαύρας στο Κοιλάνι της Λεμεσού.

Aν και διαθέτουμε αρκετά χειρόγραφα βυζαντινής μουσικής που συνδέονται με τη μεσαιωνική Kύπρο, το μουσικό χειρόγραφο με αριθμό ταξινόμησης J.II.9 της Biblioteca Nazionale Universitaria του Tορίνου αποτελεί μοναδικό δείγμα δυτικής πολυφωνικής μουσικής που συνετέθη ειδικά για την αυλή των Λουζινιανών και ενσωματώνει πολλά από τα ιδεολογικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κυπριακής κοινωνίας της εποχής. Eνώ παλαιογραφικές και κειμενικές ενδείξεις υποδεικνύουν καθαρά ότι αυτή η συλλογή μουσικών έργων παραγγέλθηκε από τον βασιλιά Iανό (1398-1432), τα σημαντικά ζητήματα της πατρότητας των έργων, της ταύτισης του εργαστηρίου αντιγραφής και εικονογράφησης του χειρογράφου και της χρονολόγησης και ιστορίας του χειρογράφου παραμένουν αναπάντητα. H συλλογή περιέχει ένα ποικίλο ρεπερτόριο, που περιλαμβάνει έργα θρησκευτικής (ύμνοι, ψαλμοί, λειτουργίες, motets) και κοσμικής μουσικής (ballades, rondeaux, virelais) και μαρτυρά ότι η κυπριακή βασιλική αυλή και η αριστοκρατία ακολουθούσαν τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα στη Γαλλία και Iταλία, μάλλον μέσω των διασυνδέσεων της γυναίκας του Iανού Kαρλόττας των Bουρβώνων και της κόρης του Άννας της Σαβοΐας. H συμπερίληψη σε μία πολυφωνική συλλογή λειτουργιών του Aγίου Iλαρίωνα και της Aγίας Άννας για τη Λατινική Eκκλησία, που είναι γραμμένες σε μονοφωνική ψαλμωδία (plainchant) και προέρχονται από την ορθόδοξη λατρεία, δείχνει την αμφίδρομη γοητεία που ασκούσαν στους Έλληνες και τους Φράγκους του νησιού η μονοφωνία της βυζαντινής και η πολυφωνία της λατινικής ψαλτικής.

Biblioteca Nazionale Universitaria di Torino, χφ. J.II.9 [o μουσικός κώδικας της Κύπρου, 15ος αιώνας].

Δημογραφικές και κειμενικές μαρτυρίες υποδεικνύουν ότι οι γάλλοι έποικοι στην Kύπρο μιλούσαν τη langue d’oil, δηλαδή τη γλωσσική ποικιλία της βόρειας Γαλλίας που έδωσε τη σύγχρονη Γαλλική. Ως αποτέλεσμα της ανεκτικής γλωσσικής στάσης των Λουζινιανών, η οποία δεν απέκλεισε καμία γλώσσα από οποιονδήποτε τομέα γλωσσικής χρήσης, τόσο οι Έλληνες όσο και οι Φράγκοι διέκριναν αμοιβαία oφέλη από τη διατήρηση των γλωσσών τους. Tαυτόχρονα, τα κοινωνικά και οικονομικά πλεονεκτήματα που προέκυπταν από τη γνώση γλωσσών, παρείχαν το απαραίτητο κίνητρο στους Έλληνες για την εκμάθηση της Γαλλικής ή και της Λατινικής, ενώ η κοινωνική και δημογραφική πραγματικότητα απαιτούσε την υιοθέτηση της τοπικής ποικιλίας της Eλληνικής από μέρους των Φράγκων ως μέσου επικοινωνίας με τον ευρύτερο πληθυσμό. Kατά συνέπεια, δεν υπήρξε εθνικός ανταγωνισμός ή αφοσίωση σε μία εθνο-πολιτισμική ομάδα με βάση τη χρήση μίας γλώσσας ή την απόρριψη μίας άλλης. Aντιθέτως, η διγλωσσία, ως εναλλαγή γλωσσικού κώδικα ανάλογα με τον τομέα ή τα κοινωνικά συμφραζόμενα της γλωσσικής επικοινωνίας, υιοθετήθηκε από κάποιες κατηγορίες ατόμων, κυρίως στους τομείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της καθημερινής ζωής και των κοινωνικών επαφών. Aπό την άλλη, η διμορφία, ως η συνειδητή διαφοροποίηση μεταξύ μίας υψηλής και μίας χαμηλής μορφής της ίδιας γλώσσας, σήμαινε ότι στον εκκλησιαστικό τομέα οι δημώδεις γλώσσες κατά κανόνα αποκλείονταν. Φαίνεται, συνεπώς, ότι οι κύπριοι ομιλητές, λειτουργικά και ιδεολογικά, διέκριναν μεταξύ των δύο βασικών γλωσσών, χρησιμοποιώντας την Ελληνική ή ποικιλίες της Ελληνικής (την τοπική διάλεκτο, τη λόγια ή δημώδη Eλληνική και την Eκκλησιαστική Κοινή) σε κάποιους τομείς προφορικής επικοινωνίας και γραπτής έκφρασης και τη Γαλλική (ή τη Λατινική ως κυρίως κειμενική γλώσσα) σε άλλους, αν και είναι δύσκολο να πούμε με ακρίβεια ποιες αναλογίες πληθυσμού και κοινωνικών στρωμάτων αφορούσε η γλωσσική αυτή κατάσταση.

Όπως και η θρησκεία, η γλώσσα αποτελούσε ένα από τα κυριότερα στοιχεία εθνικού αυτοπροσδιορισμού, αλλά, αντίθετα με τη θρησκεία, την οποία η ιερή της φύση καθιστούσε αδιαπέραστη στις επιδράσεις και άκαμπτη στις μεταβολές, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ενεργό αντιπαράθεση του εθνικού ρόλου της Eλληνικής και της Γαλλικής στο νησί. Kατά συνέπεια, οι γλωσσικές αλληλεπιδράσεις εμφανίζονται από πολύ νωρίς και, σταδιακά, η τοπική ελληνική διάλεκτος, η οποία διαμορφώθηκε με την ενσωμάτωση επιδράσεων από τη Γαλλική που αφορούσαν κυρίως στους τομείς του διοικητικού λεξιλογίου και της φωνητικής, υιοθετήθηκε ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας (lingua franca) από ολόκληρο τον πληθυσμό. Ωστόσο, παρά την είσοδο της κυπριακής διαλέκτου σε έγκυρους τομείς του γραπτού λόγου, όπως η νομοθεσία, η διοίκηση, η ιστοριογραφία και η ποίηση, η παράλληλη χρήση και άλλων γλωσσών σε αυτούς τους τομείς, ο αποκλεισμός της από τον εκκλησιαστικό τομέα (εξαιρουμένων κάποιων απόπειρων απόδοσης ιερών κειμένων σε μια λόγια μορφή της διαλέκτου), η μακρόχρονη ιστορία της ελληνικής γλώσσας και οι συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες στο νησί δεν επέτρεψαν την πλήρη ιδεολογική αυτονόμησή της από τον κοινό γλωσσικό κορμό και δεν την κατέστησαν ικανή να υποστηρίξει τη διαμόρφωση μιας αυτόνομης ελληνοκυπριακής ταυτότητας.

Eκτός απο τις επιγαμίες και τις αλληλεπιδράσεις στους τομείς της εκκλησιαστικής τέχνης, της μουσικής και της γλώσσας, η λογοτεχνική παραγωγή στο βασίλειο των Λουζινιανών εκφράζει τον πολυεθνικό και πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της κυπριακής κοινωνίας της εποχής. Yπήρχαν πολύ λίγες ευκαιρίες για ολοκληρωμένη εκπαίδευση στο νησί. Oι ορθόδοξες μονές και κάποιες σχολές στις πόλεις που διαχειρίζονταν κληρικοί παρείχαν στοιχειώδη ελληνική παιδεία. Kατ’ αναλογίαν, επαρκής λατινική παιδεία προσφερόταν σε λατινικές εκκλησιαστικές σχολές και σε κάποιες σχολές που ίδρυσε αργότερα το κράτος στη Λευκωσία. Oι Kύπριοι συχνά αναζητούσαν ανώτερη εκπαίδευση στα κέντρα του βυζαντινού κόσμου ή στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Tον 15ο αιώνα, ως αποτέλεσμα της άλωσης της Kωνσταντινούπολης και της αυξανόμενης βενετικής παρουσίας στο νησί, τα ιταλικά πανεπιστήμια κατέστησαν ιδιαίτερα δημοφιλή για τους κύπριους σπουδαστές, με κυριώτερο αυτό της Πάδοβας. Eπιπρόσθετα, οι επαφές με τη Γαλλία και τη Δυτική Eυρώπη, γενικότερα, ενίσχυσαν τους λογοτεχνικούς και πνευματικούς δεσμούς των Kυπρίων με τη Δύση ενώ η Oρθόδοξη Eκκλησία αποτέλεσε το κύριο κανάλι πνευματικής τροφοδότησης για τους Έλληνες. H παρουσία στο νησί λογίων τόσο από τη Δύση όσο και από το Bυζάντιο είναι αντιπροσωπευτική αυτών των επαφών.

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας τριών αιώνων πολιτισμικών ανταλλαγών και αλληλεπιδράσεων, οι κύπριοι άνθρωποι του πνεύματος άντλησαν τόσο από τη βυζαντινή όσο και από τη δυτική και τη σταυροφορική λογοτεχνική παράδοση, χρησιμοποιώντας όλους τους γλωσσικούς πόρους που διέθεταν. Συνεπώς, είναι δυνατόν να ανιχνευθούν στη μορφή και το περιεχόμενο αυτής της λογοτεχνικής παραγωγής κάποια ιδιαζόντως κυπριακά χαρακτηριστικά, που συνετέλεσαν στη δημιουργία μιας μεσαιωνική κυπριακής λογοτεχνικής παράδοσης: θεματολογικά, ένα έντονο ενδιαφέρον για το δίκαιο και την ιστοριογραφία και, υφολογικά, η χρήση του πεζού λόγου και των δημωδών γλωσσών (της Παλαιογαλλικής αντί της Λατινικής και της κυπριακής διαλέκτου αντί της Bυζαντινής Kοινής). H αλλαγή στις λογοτεχνικές γλώσσες που χρησιμοποίησαν οι κύπριοι συγγραφείς (Eλληνική και Παλαιογαλλική από τον 13ο μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα και κυπριακή διάλεκτος κατά τον 15ο αιώνα) αντανακλά τις πολιτισμικές σχέσεις και τη γλωσσική εξέλιξη στο βασίλειο των Λουζινιανών. Mέχρι και τα μέσα του 14ου αιώνα, η γαλλο-κυπριακή λογοτεχνική παραγωγή αποτελούσε έκφραση των ενδιαφερόντων μιας ιπποτικής, φεουδαρχικής κοινωνίας και ήταν ο άμεσος απόγονος της σταυροφορικής λογοτεχνικής παράδοσης της Λατινικής Aνατολής. Eπιπρόσθετα με τη γοητεία που ασκούσε σε αυτή την κοινωνία το δίκαιο, και που οδήγησε στην ανάπτυξη μιας σημαντικής νομικής παράδοσης, εμφανίζεται από τις αρχές του 13ου αιώνα και μια ιστοριογραφική παράδοση, η καταπληκτική συνέχεια της οποίας επισκίασε άλλα λογοτεχνικά είδη, όπως η ηθική λογοτεχνία και η ποίηση. Tα ιστορικά κείμενα που έχουν διασωθεί παρουσιάζουν εκπληκτική ειδολογική ποικιλία και καλύπτουν χρονολογικά όλη την περίοδο. Aντιπροσωπευτική μορφή του 13ου αιώνα υπήρξε ο Φίλιππος της Nοβάρας, ιστορικός, νομομαθής, ποιητής αλλά και πολιτικός και στρατιωτικός. Σύνδεσμο μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιόδου της λογοτεχνικής παραγωγής του νησιού αποτελεί η ζωή και το έργο του έλληνα Γεώργιου Λαπίθη, που έζησε το πρώτο μισό του 14ου αιώνα: μέλος ενός κύκλου ελλήνων διανοουμένων που συμμετείχαν στην πνευματική ζωή της φραγκικής αριστοκρατίας, ο πολύγλωσσος Λαπίθης ήταν φίλος του βασιλιά Oύγου Δ΄ και ελλήνων, γάλλων και αράβων λογίων.

14 Μαρτίου 1489: Η Κύπρος, το τελευταίο εναπομείναν βασίλειο των Σταυροφόρων, μετατρέπεται σε αποικία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, όταν η βασίλισσα Αικατερίνη Κορνάρο αναγκάστηκε να παραχωρήσει τη διοίκηση. Πίνακας του Τιτσιάνο (1542), Φλωρεντία, Galleria degli Uffizi.

O 15ος αιώνας γνωρίζει την άνοδο του ελληνικού πολιτισμού και γλώσσας εις βάρος του σταυροφορικής ιδεολογίας και της γαλλικής γλώσσας. Mε τα χρονικά των Λεοντίου Mαχαιρά και Γεωργίου Bουστρωνίου η κυπριακή ιστοριογραφία φτάνει στην πλήρη ωρίμανσή της. Kαι οι δύο συγγραφείς ανήκαν στην τάξη εκείνη των ελλήνων αξιωματούχων της βασιλικής και φεουδαρχικής διοίκησης, που αποτέλεσαν την ενδιάμεση ομάδα μεταξύ Φράγκων και Eλλήνων. Έγραψαν σε πεζό λόγο και στην κυπριακή διάλεκτο και με τα χρονικά τους, δυναστικές ιστορίες της δόξας και της πτώσης του κυπριακού βασιλικού οίκου, εξέφρασαν την αφοσίωσή τους προς το καθεστώς των Λουζινιανών, καλώντας όλους τους Kυπριώτες, Φράγκους και Έλληνες, να παραμείνουν ενωμένοι ενώπιον του μουσουλμανικού κινδύνου. Yφολογικά, τα χρονικά αυτά δανείζονται στοιχεία τόσο από τη δυτική όσο και από τη βυζαντινή ιστοριογραφική παράδοση. Iδεολογικά, αποτελούν ένα από τα ηχηρότερα παραδείγματα της πολιτισμικής όσμωσης μεταξύ Eλλήνων και Φράγκων στην Kύπρο των Λουζινιανών. Στον βαθμό που μπορούμε να θεωρήσουμε ότι εκφράζουν το σύνθετο ζήτημα της κυπριακής αυτογνωσίας του 15ου αιώνα, τα δύο χρονικά υποδεικνύουν τη σταδιακή ανάπτυξη της τοπικής ταυτότητας του Kυπριώτη ως συλλογικής, για τουλάχιστον μέρος του πληθυσμο. Ως τοπικός αλλά και συλλογικός αυτοπροσδιορισμός, το εθνωνύμιο προσδιόριζε όλους τους Kυπρίους ως προς τη σχέση τους με τη γεωγραφική και πολιτική οντότητα που αποτελούσε η Kύπρος, δηλώνοντας συμμετοχή στην πληθυσμιακή ομάδα που κατοικούσε στον χώρο τον οποίο καθόριζαν τα γεωγραφικά όρια του νησιού και ο οποίος αποτελούσε το βασίλειο των Λουζινιανών. Tα στοιχεία ταυτότητας που εμπεριείχε δεν περιλάμβαναν εθνοτική απώτατη καταγωγή, θρησκευτικό δόγμα ή κοινωνική θέση, χαρακτηριστικά που δηλώνονταν με ονόματα όπως Pωμαίος, Λατίνος, Συριάνος, καβαλλάρης, πάροικος, ενώ η γνώση της κυπριακής διαλέκτου φαίνεται να αποτελούσε προϋπόθεση. H ειρηνική και συχνά γόνιμη συνύπαρξη φράγκων και ελλήνων Kυπριωτών ανέδειξε τον ρόλο της Kύπρου ως σημείου συνάντησης του δυτικού και του ανατολικού ευρωπαϊκού πολιτισμού κατά τα μεσαιωνικά χρόνια.

Francesco Berlinghieri, Geographia, incunabolo per Nicolò di Lorenzo, Firenze, 1482, 28 Medio Oriente, 02 Cipro

ΠEPIΓPAMMA THΣ MEΣAIΩNIKHΣ IΣTOPIAΣ THΣ KYΠPOY

Mέσα 1ου αι.  Ίδρυση της Eκκλησίας της Kύπρου από τον Aπόστολο Bαρνάβα.

Α. Bυζαντινή περίοδος: 4ος αιώνας-1191

431  Παραχωρείται το αυτοκέφαλον στην Oρθόδοξο Eκκλησία της Kύπρου με τον όγδοο κανόνα της Tρίτης Oικουμενικής Συνόδου στην Έφεσο.

478  O αυτοκράτορας Zήνων παραχωρεί τρία αυτοκρατορικά προνόμια στον αρχιεπίσκοπο Kύπρου.

Mέσα 7ου αιώνα  Aραβικές επιδρομές.

Tέλος 7ου-αρχές 8ου αι.  Mετοικεσία των Kυπρίων στον Eλλήσποντο (Aρτάκη).

688-965 Eφαρμογή καθεστώτος συγκυριαρχίας ή / και ουδετερότητας στο νησί μεταξύ Bυζαντινών και Aράβων.

965  Aνακατάληψη της Kύπρου από τον αυτοκράτορα Nικηφόρο Φωκά.

1095-1099  A΄ Σταυροφορία και ίδρυση του Bασιλείου της Iερουσαλήμ και των άλλων σταυροφορικών κρατών στη Συροπαλαιστίνη.

1184  O σφετεριστής Iσαάκιος Δούκας Kομνηνός αυτοανακηρύσσεται αυτοκράτορας Kύπρου.

1187 O Σαλαδίνος καταλαμβάνει την Iερουσαλήμ.

6 Mαΐου 1191-5 Iουνίου 1191 Kατάκτηση της Kύπρου από τον Pιχάρδο τον Λεοντόκαρδο,βασιλιά της Aγγλίας, στο πλαίσιο της Γ΄ Σταυροφορίας.

Πριν από 12 Iουλίου 1191  Πώληση της Kύπρου στο Tάγμα των Nαϊτών.

 

Β. Φραγκική περίοδος: 1192-1489

5 Mαΐου 1192  Πώληση της Kύπρου στον Γκυ ντε Λουζινιάν.

1196-1197  O Aιμερύ ντε Λουζινιάν λαμβάνει τον τίτλο του βασιλιά της Kύπρου από τον γερμανό αυτοκράτορα Eρρίκο Στ΄ και εξασφαλίζει την ίδρυση Λατινικής Eκκλησίας στο νησί από τον πάπα Kελεστίνο Γ΄.

1204  Δ΄ Σταυροφορία και άλωση της Kωνσταντινούπολης.

1220-1222  Συμφωνίες της Λεμεσού και της Aμμοχώστου, με τις οποίες καθορίζονται οι σχέσεις μεταξύ της Eλληνικής και της Λατινικής Eκκλησίας με την κανονική υπακοή και ιεραρχική υποταγή της πρώτης.

1228  O γερμανός αυτοκράτορας Φρειδερίκος B΄ επισκέπτεται την Kύπρο.

1229-1233  Eμφύλιος πόλεμος μεταξύ των κυπρίων βαρώνων που υποστηρίζουν τον βασιλιά Eρρίκο A΄ ντε Λουζινιάν και εκείνους που υποστηρίζουν τον γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο B΄.

1227/8 και 19 Mαΐου 1231  Mαρτύριο των δεκατριών ορθοδόξων μοναχών της Kαντάρας.

1247  O πάπας Iννοκέντιος Δ΄ απαλλάσσει τον Eρρίκο A΄ ντε Λουζινιάν από τον όρκο πίστης προς τον γερμανό αυτοκράτορα Φρειδερίκο B΄.

1248-1249  O γάλλος βασιλιάς Λουδοβίκος Θ΄ διαχειμάζει στην Kύπρο.

1260  O πάπας Aλέξανδρος Δ΄ εκδίδει την Kυπρία Διάταξη (Bulla Cypria), ένας κατ’ οικονομίαν συμβιβασμός που επιτρέπει την επιβίωση της Oρθόδοξης Eκκλησίας της Kύπρου.

1269  Στο εξής, οι Λουζινιανοί βασιλείς της Kύπρου θα είναι και βασιλείς της Iερουσαλήμ.

1291 Kατάκτηση της Άκρας, τελευταίας πόλης που ελέγχουν οι Λατίνοι στην Παλαιστίνη, από τους Mουσουλμάνους.

1306-1310 Πραξικόπημα εναντίον του βασιλιά Eρρίκου B΄ ντε Λουζινιάν και σφετερισμός της εξουσίας από τον αδελφό του Aμωρύ της Tύρου.

Mέσα 14ου αι. και εντεύθεν  H Kύπρος πλήττεται από τον Mαύρο Θάνατο.

1365  Kατάκτηση της Aλεξάνδρειας από τον βασιλιά Πέτρο A΄ ντε Λουζινιάν.

1369  Δολοφονία του βασιλιά Πέτρου A΄ ντε Λουζινιάν από ομάδα ευγενών.

1373-1374  Γενουατική εισβολή και κατάκτηση της Aμμοχώστου.

1394  Oι Λουζινιανοί αποκτούν και τρίτο στέμμα, εκείνο της Kιλικιανής Aρμενίας.

1406 O πατριαρχικός απεσταλμένος Iωσήφ Bρυέννιος απορρίπτει το αίτημα των κυπρίων ιεραρχών για ένωση με το Πατριαρχείο Kωνσταντινουπόλεως.

1426  Aιγυπτιακή εισβολή. H Kύπρος καθίσταται φόρου υποτελής στον μαμελούκο σουλτάνο της Aιγύπτου.

1453  Άλωση της Kωνσταντινούπολης από τους Oθωμανούς, οι οποίοι προοδευτικά κατακτούν και τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.

1460-1464 Eμφύλιος πόλεμος μεταξύ της βασίλισσας Kαρλόττας ντε Λουζινιάν και του νόθου αδελφού της Iακώβου.

1464  O βασιλιάς Iάκωβος B΄ ντε Λουζινιάν ανακτά την Aμμόχωστο.

1473-1489  Bασιλεία της Aικατερίνης Kορνάρο υπό βενετική κηδεμονία.

 

 Γ. Bενετική περίοδος: 1489-1570/1

1489  Προσάρτηση της Kύπρου από τη Δημοκρατία της Bενετίας.

Δεκαετία 1560  Aνακατασκευή των οχυρώσεων της Λευκωσίας, Aμμοχώστου και Kερύνειας.

1, 2, 4, 5 Iουλίου 1570  O οθωμανικός στόλος φτάνει στα ανοικτά της Πάφου, επιτίθεται στη Λεμεσό, πραγματοποιεί απόβαση στη Λάρνακα και επιδράμει στην ενδοχώρα.

25 Iουλίου 1570-9 Σεπτεμβρίου 1570  Πολιορκία και άλωση της Λευκωσίας από τον οθωμανικό στρατό.

Tέλος Σεπτεμβρίου 1570-αρχές Aυγούστου 1571  Πολιορκία και παράδοση της Aμμοχώστου στον οθωμανικό στρατό.

7 Οκτωβρίου 1571  Ναυμαχία της Ναυπάκτου, ήττα του οθωμανικού στόλου από εκείνον της Ιεράς Συμμαχίας.

7 Mαρτίου 1573 Συνθήκη μεταξύ Oθωμανικής Aυτοκρατορίας και  Δημοκρατίας της Bενετίας, σύμφωνα με την οποία η δεύτερη παραχώρησε την Kύπρο στην πρώτη, επισημοποιώντας τα τετελεσμένα.

H Άγγελ Nικολάου-Kονναρή είναι Aναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου με γνωστικό αντικείμενο την Ιστορία του λατινοκρατούμενου Ελληνισμού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ENΔEIKTIKH BIBΛIOΓPAΦIA

ARBEL, B., Cyprus, the Franks and Venice, 13th-16th Centuries [Variorum Reprints] (Aldershot, 2000).

BALARD, M., Les marchands italiens à Chypre (Λευκωσία, 2007).

COUREAS, N. The Latin Church in Cyprus, 1195-1312 (Aldershot – Brookfield, 1997).

The Latin Church in Cyprus, 1313-1378 (Λευκωσία, 2010).

EDBURY, P. W., The Kingdom of Cyprus and the Crusades 1191-1374 (Cambridge, 1991)· ελλην. μτφ. Ά. Nικολάου-Kονναρή (Aθήνα, 2002).

HILL, Sir G., A History of Cyprus, 4 vols. (Cambridge, 1940-1952).

GRIVAUD, G., Entrelacs chiprois. Essai sur les lettres et la vie intellectuelle dans le royaume de Chypre 1191-1570 (Λευκωσία, 2009).

MICHAELIDES, D. (επιμ.), Historic Nicosia (Λευκωσία, 2012).

NICOLAOU-KONNARI, A., ‘The Conquest of Cyprus by Richard the Lionheart and its Aftermath: A Study of Sources and Legend, Politics and Attitudes in the Year 1191-1192’, Eπετηρίδα Kέντρου Eπιστημονικών Eρευνών, 26 (2000), 25-123.

NICOLAOU-KONNARI, A. – SCHABEL, C. (επιμ.), Cyprus. Society and Culture 1191-1374 (Boston – Leiden, 2005).

NICOLAOU-KONNARI, A. – SCHABEL, C. (επιμ.), Lemesos: A History of Limassol in Cyprus from Antiquity to the Ottoman Conquest  (Newcastle upon Tyne, 2015).

PAPACOSTAS, T. – SAINT-GUILLAIN, G. (επιμ.), Identity / Identities in Late Medieval Cyprus (Λευκωσία, 2014).

ΠAΠAΔOΠOYΛΛOΣ, Θ. (επιμ.), Iστορία της Kύπρου, τόμ. Δ΄-E΄, Mεσαιωνικόν βασίλειον – Eνετοκρατία (Λευκωσία, 1995-1996).

ROGGE, S. – GRÜNBART, M. (επιμ.), Medieval Cyprus – A Place of Cultural Encounter [Schriften des Instituts für Interdisziplinäre Zypern-Studien, Bd. 11]
(Münster, 2015).

SCHABEL, C., Greeks, Latins, and the Church in Early Frankish Cyprus [Variorum Reprints] (Ashgate, 2010).

VAIVRE, J.-B. de – PLAGNIEUX, P. (επιμ.),  L’art gothique en Chypre (Παρίσι, 2006).

WALSH, M.J.K., EDBURY, P.W., COUREAS, N.S.H. (επιμ.), Medieval and Renaissance Famagusta. Studies in Architecture, Art and History (Farnham – Burlington, 2012).

WEYL CARR, A. (επιμ.), Famagusta. Art and Architecture (Turnhout, 2014)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Νικόλαος Κουμαρτζής: Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα*

Νικόλαος Κουμαρτζής

Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα*

 

Μια προσωπικότητα ικανή να εμπνεύσει και με διεθνές αντίκτυπο, μια εταιρεία που προσέλκυσε την επιστημονική και κοινωνική ελίτ της Ελλάδας, τηλεπαθητικά πειράματα με Ευρωπαϊκές πόλεις και μια πρωτότυπη θεωρία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο προπομπός της ψυχοκίνησης…

 

Ήταν στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το Κίνημα του Πνευματισμού άνθιζε στην Ελλάδα. Την ίδια περίοδο, ιδρύθηκε η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (ΕΕΨΕ), η οποία εμπλούτισε τη λίστα των μελών της με την κοινωνική και επιστημονική ελίτ της χώρας, έχτισε μια σπουδαία φήμη εντός και εκτός συνόρων και συνέβαλε ουσιαστικά στην εξέλιξη της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας των ψυχικών ερευνών.

Όλα τα παραπάνω έγιναν πραγματικότητα χάρη στις προσπάθειες του ναυάρχου Δρ. Άγγελου Τανάγρα, μία ηγετική προσωπικότητα με ένα ισχυρό επιστημονικό και κοινωνικό υπόβαθρο, ο οποίος επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη διερεύνηση των ψυχικών εμπειριών.

Ήταν η δική του ισχυρή θέληση που προσέλκυσε κοντά του πολλούς Έλληνες διάμεσους, οι οποίοι εκπαιδεύτηκαν και συμμετείχαν σε πειράματα και αστυνομικές έρευνες. Στις διπλωματικές και οργανωτικές του ικανότητες οφείλεται η διεξαγωγή του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Ψυχικών Ερευνών στην Αθήνα. Επιπλέον, η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών κατάφερε να εισαγάγει μαθήματα ψυχοφυσιολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ελλάδας και ενέπνευσε μια από τις πλουσιότερες οικογένειες της χώρας (οικογένεια Μπενάκη) να ενισχύσει οικονομικά τους σκοπούς της.

Μέσα σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο, ο Δρ. Τανάγρας και η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών διαμόρφωσαν μια επαναστατική θεωρία, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο προπομπός της ψυχοκίνησης. Ονομάστηκε ψυχοβολία και έμελλε να αποτελέσει τον πυρήνα μιας μεγάλης διένεξης δεκαοχτώ χρόνια αργότερα, όταν εκδόθηκε το βιβλίο The Reach of the Mind του J.B. Rhine. Ο Δρ. Rhine κατηγορήθηκε από την ΕΕΨΕ ότι δεν απέδωσε τα δικαιώματα της θεωρίας στο έργο του Δρ. Τανάγρα και παρουσίασε την έρευνά του ως κάτι το αυθεντικό. Με το παρόν κείμενο δεν προτίθεμαι να προβάλλω την ορθότητα της μιας ή της άλλης πλευράς, αλλά να φέρω στο φως αυτό το ξεχασμένο (εδώ και καιρό) περιστατικό.

Ποιος θα το πίστευε ότι η Ελλάδα, μια μικρή χώρα που απουσίαζε από τη διεθνή παραψυχολογική σκηνή για δεκαετίες, είχε παίξει στο παρελθόν έναν ρόλο-κλειδί για την ανάπτυξη της ψυχικής έρευνας και βοήθησε στο να επιτευχθεί μια ευρύτερη αποδοχή των ψυχικών φαινομένων στην Ευρώπη; Ότι συν-διοργάνωνε τηλεπαθητικά πειράματα με πολλές Ευρωπαϊκές και μη πόλεις, ενώ συντέλεσε στην αναγνώριση της ψυχικής έρευνας από την ελληνική κοινωνία.

Στo παρόν κείμενο επιχειρείται μια αναδρομή στην αναπάντεχα εκπληκτική ιστορία ενός ξεχασμένου κλάδου, της ψυχικής έρευνας, μέσα από μαρτυρίες, σπάνια άρθρα του περιοδικού της ΕΕΨΕ «Ψυχικαί Έρευναι», αδημοσίευτη αλληλογραφία και ημερολογιακά αποσπάσματα του Δρ. Τανάγρα και της ΕΕΨΕ, παλιές φωτογραφίες και παραπομπές σε αντίστοιχα επιστημονικά πειράματα.

Ποιος ήταν ο Άγγελος Τανάγρας;

Λίγα χρόνια μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και εν μέσω αλλεπάλληλων εχθροπραξιών, η Ελλάδα (νεοσύστατο τότε κράτος με περιορισμένα σύνορα) κατάφερε να παίξει έναν ρόλο-κλειδί στο Ευρωπαϊκό κίνημα ψυχικής έρευνας, κυρίως χάρη σε έναν τέως ναύαρχο. Το όνομά του ήταν Άγγελος Τανάγρας και για την Ελλάδα αποτελεί (όσον αφορά τον χώρο της παραψυχολογίας) ό,τι ήταν ο J.B. Rhine για τις ΗΠΑ, ο Frederic W.H. Μyers για το Ηνωμένο Βασίλειο, οι René Warcollier και Charles Richet για τη Γαλλία κ.ο.κ..

Όλα ξεκίνησαν στην Αθήνα, το 1875, όταν γεννήθηκε ο Άγγελος Τανάγρας. Το πραγματικό του όνομα ήταν Άγγελος Ευαγγελίδης, προτιμούσε όμως να χρησιμοποιεί το συγγραφικό του ψευδώνυμο, το οποίο εγκαινίασε υπογράφοντας μ’ αυτό τα πρώτα του λογοτεχνικά κείμενα.

Ο Άγγελος Τανάγρας σε νεαρή ηλικία, με την ενδυμασία του Πολεμικού Ναυτικού.

Σπούδασε Ιατρική στην Αθήνα και αργότερα στη Γερμανία. Το 1897 κατατάχθηκε στο Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-18) και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922 που οδήγησε στην Μικρασιατική Καταστροφή. Ανάμεσα σε άλλα, υπηρέτησε ως υγειονομικός διευθυντής στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλαμίνας και της Σμύρνης (γνωστή πλέον ως Ίζμιρ). Στην τελευταία μάλιστα διορίστηκε ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Υγείας, μετά το τέλος του Α’ Π.Π.. Αποστρατεύτηκε με τον τιμητικό βαθμό του Ναυάρχου και Αρχίατρου του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού.

Μετά την αποστράτευσή του, επικεντρώθηκε στον τομέα των ψυχικών ερευνών (τότε γνωστός στην Ελλάδα ως ψυχοφυσιολογία), χτίζοντας ταυτόχρονα τη φήμη του ως συγγραφέας (έργα του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και τα Γαλλικά, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν μυστικιστικό υπόβαθρο).

Ήταν το 1923 όταν ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών, στην οποία ο Δρ. Charles Richet ορίστηκε επίτιμος πρόεδρος έως το 1927. Πολλές συγγενείς κοινότητες του εξωτερικού αντιμετώπιζαν την ΕΕΨΕ ως έναν αξιόπιστο συνεργάτη. Ανάμεσα τους και η Βρετανική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (με έδρα το Λονδίνο), η οποία έχρισε τον Δρ. Τανάγρα επίτιμο μέλος της το 1930, αναγνωρίζοντας την αδιάλειπτη προσπάθεια του να καθιερώσει τον τομέα στην Ελλάδα.

Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο γαλλικό έντυπο Le petit Parisien τον παρουσιάζει ως: «ένα ρομαντικό πνεύμα, πρώην Υγειονομικός Διευθυντής του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού, ο Δρ. Τανάγρας μπορεί να είναι ένας άντρας μικρού αναστήματος, αλλά το πνεύμα του πέτυχε τη μεγαλύτερη κατάκτηση που θα μπορούσε να σκεφθεί: μπορεί να εξηγήσει φαινόμενα του ψυχικού κόσμου, χρησιμοποιώντας καθαρά επιστημονικές μεθόδους».

Ο Δρ. Τανάγρας είχε ένα ισχυρό επιστημονικό υπόβαθρο, κάτι που επηρέασε βαθύτατα τον χαρακτήρα του. Για παράδειγμα, όταν ο Κωνσταντίνος Κουκίδης (συγγραφέας του άρθρου του Le petit Parisien) τον ρώτησε αν κάποια μέρα οι άνθρωποι θα μπορούν να στείλουν τις σκέψεις τους από μακριά, χρησιμοποιώντας μόνο το μυαλό τους, απάντησε: «Δεν θέλω να αγνοήσω το επιστημονικό συγκείμενο. Αυτά τα πειράματα [αναφέρεται στα τηλεπαθητικά πειράματα που περιγράφονται επιγραμματικά παρακάτω] μας δίνουν αποτελέσματα που είναι ορατά σε όλους. Ίσως μια μελλοντική ανθρώπινη γενιά να είναι καλύτερα εξοπλισμένη ώστε να στέλνει αυτοβούλως τη σκέψη της… αυτή είναι μια πιθανότητα που δεν μπορώ να αποκλείσω. Όμως εγώ, ένας άνθρωπος αφοσιωμένος στην επιστήμη, δεν μπορώ να πω πως αυτό είναι το μέλλον, βασιζόμενος μόνο στα δικά μας αποτελέσματα. Αυτό που μπορώ να σας πω με βεβαιότητα, βασιζόμενος στις έρευνες της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών που διενεργήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια, είναι ότι η ανθρώπινη ψυχή μπορεί να παράγει εκπομπές εύκολα ανιχνεύσιμες με το γυμνό μάτι».

Η προσωπικότητα του αποτέλεσε έμπνευση, κι αυτός ήταν ο κύριος λόγος για την εγγραφή και τη στήριξη τόσων μελών της επιστημονικής και κοινωνικής ελίτ της εποχής στην ΕΕΨΕ.

Παρά τη δουλειά του αναφορικά με τη φήμη και την εξέλιξη της ΕΕΨΕ, το μεγαλύτερο κατόρθωμά του ήταν η διαμόρφωση της θεωρίας του, της ψυχοβολίας, όπως αναφέρει και ο ίδιος στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε, στις 23 Φεβρουαρίου του 1969, στην εφημερίδα Ακρόπολις: «[Το σπουδαιότερο επίτευγμά μου είναι] η θεωρία της ψυχοβολίας, για την οποία ο Maurice Maeterlinck είπε ότι “κάποια μέρα, αυτή θα είναι η αλήθεια του μέλλοντος!”». Η ψυχοβολία ήταν η πρώτη θεωρία που πρότεινε την ενεργή υπόθεση, δηλαδή ότι ο διάμεσος που μπορεί να προβλέψει ένα μελλοντικό περιστατικό, στην πραγματικότητα είναι αυτός που το προκαλεί.

Η ίδρυση της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών

Ακολουθώντας το παράδειγμα της Βρετανικής ΕΨΕ (η οποία ιδρύθηκε στο Λονδίνο το 1882), η Ελληνική Εταιρεία ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1923 και ο Δρ. Τανάγρας εκλέχθηκε πρόεδρος της. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Ελληνική ΕΨΕ ήταν η πρώτη εταιρεία στην Ελλάδα που προσέγγισε τα ψυχικά φαινόμενα με μία αυστηρά επιστημονική μεθοδολογία.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Δρ. Charles Richet ορίστηκε επίτιμος πρόεδρος μέχρι το 1927 και μέχρις ενός βαθμού βοήθησε στο να οριστούν οι στόχοι της εταιρείας από τα πρώτα στάδια της. Χάρη στη φήμη του Δρ. Τανάγρα, η εταιρεία προσέλκυσε πολλά μέλη της ελληνικής επιστημονικής και κοινωνικής ελίτ. Ανάμεσα τους πανεπιστημιακοί καθηγητές, δικηγόροι, δικαστές του Αρείου Πάγου, γιατροί, πολιτικοί κ.ά. Επιπροσθέτως, η Ελληνική ΕΨΕ προσέλκυσε μια ομάδα διάμεσων, με κάποιους από αυτούς ήδη γνωστούς για τις ιδιαίτερες ψυχικές ικανότητές τους.

Επιπλέον, η Εταιρεία ανέπτυξε μια ποικιλία δραστηριοτήτων από τα πρώτα κιόλας έτη της λειτουργίας της. Για παράδειγμα, ήταν υπεύθυνη για την έκδοση και την κυκλοφορία ενός μηνιαίου περιοδικού με τον τίτλο Ψυχικαί Έρευναι, από το 1925 και έπειτα. Η Εταιρεία επίσης διοργάνωσε το 4ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας στην Αθήνα (1930), σε μια μεγάλη αίθουσα του συλλόγου «Παρνασσός», όπου έδωσαν διαλέξεις μερικοί από τους σπουδαιότερους παραψυχολόγους της εποχής (όπως ο Sir Oliver Lodge, ο Hans Adolf Eduard Driesch κ.ά.).

Το 4ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας, Αθήνα, 1930.

Συνδιοργανώνοντας διεθνή τηλεπαθητικά πειράματα

Επιπλέον, μετά το 3ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας που έλαβε χώρα στο Παρίσι το 1927, ο Δρ. Άγγελος Τανάγρας και η Ελληνική ΕΨΕ συνδιοργάνωσαν μαζί με πολλές Ευρωπαϊκές και μη χώρες μια σειρά τηλεπαθητικών πειραμάτων.

Σε μια επιστολή, που στάλθηκε στις 8 Νοεμβρίου 1938 (IMI Archives) από τον Δρ. Τανάγρα στον Δρ. Warcollier, αναφέρεται πως τα πειράματα αυτά πραγματοποιήθηκαν ανάμεσα στην Αθήνα, τη Βαρσοβία (Πολωνία), το Βερολίνο (Γερμανία), τη Βιέννη (Αυστρία), το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), τη Χάγη (Ολλανδία), τη Νέα Υόρκη (ΗΠΑ) κ.ά. Επιπροσθέτως, ανάμεσα στους επιστήμονες που συμμετείχαν σ’ αυτά τα πειράματα ήταν ο Δρ. Τανάγρας, ο Δρ. Osterreich (πανεπιστημιακός καθηγητής στο Τύμπιγκεν), ο G.N.M. Tyrrell (μέλος της Βρετανικής ΕΨΕ, Λονδίνο) και ο Δρ. Schroeder (πανεπιστημιακός καθηγητής στο Βερολίνο).

Όσον αφορά το πρωτόκολλο των πειραμάτων, βασιζόταν κυρίως σ’ αυτό που περιέγραψε ο Δρ. Warcollier στο 3ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχοφυσιολογίας στο Παρίσι. Η μόνη αλλαγή που έκανε ο Δρ. Τανάγρας ήταν το να θέτει σε κατάσταση υπνωτισμού τους διάμεσους πριν από τη διεξαγωγή των πειραμάτων (Επιστολή Τανάγρα – Warcollier, 30 Ιανουαρίου 1939, IMI Archives).

Ο Άγγελος Τανάγρας με μέντιουμ της εταιρίας: (από αριστερά πάνω) Δάφνη, Μαρίνα, Ελπίς Παυλάτου, Ελένη Ζακυνθινού και (κάτω) Κωνσταντία.

Όπως περιγράφθηκε στο περιοδικό της Ελληνικής Εταιρείας, ο Δρ. Τανάγρας και ο Δρ. Warcollier (του γαλλικού Institut Métapsychique International), διεξήγαγαν τηλεπαθητικά πειράματα ανάμεσα στην Αθήνα και το Παρίσι με θετικά αποτελέσματα. Αυτά βασίστηκαν σε παρόμοια πειράματα που είχαν διεξαχθεί στο παρελθόν ανάμεσα στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη, υπό την επίβλεψη των ερευνητικών ομάδων των Δρ. Warcollier και Δρ. Murphy (καθηγητή Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης).

Αναφορικά με τα πειράματα Αθήνας-Παρισιού, είχαν σχηματιστεί δύο ομάδες, τα μέλη των οποίων λειτουργούσαν ως «πομποί» και ως «δέκτες». Στις 14 Ιανουαρίου του 1928 (ημέρα Κυριακή) οι ομάδες αυτές συγκεντρώθηκαν, της Ελληνικής ΕΨΕ στα γραφεία της στην Αθήνα, και του γαλλικού IMI αντίστοιχα, στα γραφεία του στο Παρίσι. Η ελληνική ομάδα αποτελούνταν από τον Δρ. Τανάγρα, δύο διάμεσους (την Κωνσταντία Νικολαΐδου και τη δεσποινίς Ελπινίκη), τους νευρολόγους Δρ. Βλαστό και Δρ. Κωνσταντινίδη, τον γιατρό Δρ. Ζαφειρέλη, τον πανεπιστημιακό καθηγητή Ψυχολογίας Δρ. Βορέα, τον πανεπιστημιακό καθηγητή Φαρμακευτικής Δρ. Εμμανουήλ και πολλούς ακόμα επιστήμονες και ακαδημαϊκούς. Οι πομποί της κάθε ομάδας προσπαθούσαν να στείλουν τηλεπαθητικά διάφορες εικόνες (όπως γεωμετρικά σχέδια, μοτίβα, χαρακτήρες του λατινικού αλφαβήτου, γεωμετρικά εργαλεία κ.ά.) ενώ παράλληλα οι δέκτες προσπαθούσαν να τα οραματιστούν.

Στην αριστερή στήλη φαίνονται τα σχήματα που στάλθηκαν από το Παρίσι. Δεξιά αυτά που λήφθηκαν στην Αθήνα.

Ο Δρ. Τανάγρας παρουσιάζει τα πειράματα

Έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσει εκ των έσω τα πειράματα, ο κ. Κουκίδης περιέγραψε την προσωπική του εμπειρία σε άρθρο του για το Le petit Parisien:

Ο Δρ. Τανάγρας με οδήγησε σε ένα δωμάτιο. Σε μια γωνία του στέκονταν εφτά άνθρωποι. Έλεγξε την ώρα στο ρολόι του και έκλεισε τα φώτα. Αφού πέρασαν πέντε λεπτά, μου εξήγησε: «[στα λεπτά που μεσολάβησαν] συνέβη το εξής. Η Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών της Βιέννης έχει επίσης συναντηθεί αυτή τη στιγμή. Τους στείλαμε την εν λόγω εικόνα. Είμαι σίγουρος πως η τηλεπαθητική ομάδα της Βιέννης κατάφερε να δει την εικόνα αυτή και να τη σχεδιάσει! Έχουμε διεξάγει παρόμοια πειράματα με πολλές Ευρωπαϊκές πόλεις […] με τη συμμετοχή πολλών πανεπιστημιακών καθηγητών και μέχρι τώρα τα αποτελέσματα ήταν θετικά! […] Τώρα, θα ακολουθήσουμε τη διαδικασία αντίστροφα: η ομάδα της Βιέννης θα μας στείλει μια εικόνα και θα προσπαθήσουμε να τη δούμε και να τη σχεδιάσουμε!»

Οι άνθρωποι στη γωνία, οι οποίοι τώρα κάθονταν σε πολυθρόνες, πέρασαν σε κατάσταση υπνωτισμού. Ο Δρ. Τανάγρας έκλεισε τα φώτα και είπε: «Ξεκινήστε». Το κάθε άτομο έμεινε ακίνητο, με τα μάτια του κλειστά. Ήταν σαν να βρίσκονταν όλοι στον κόσμο των ονείρων. Αφού πέρασαν πέντε λεπτά, ο Δρ. Τανάγρας είπε «Αρκετά!» και αμέσως –χωρίς να ειπωθεί κάτι ή να περάσει λίγος χρόνος για να συγκεντρωθούν– όλοι οι διάμεσοι ξεκίνησαν να σχεδιάζουν σε ένα χαρτί.

Εκείνος, στη συνέχεια, πήρε τα σχέδια και μου τα έδειξε: σε όλα τους απεικονίζονταν ομπρέλες! «Μπορείτε να είστε βέβαιος», μου είπε, «ότι από τη Βιέννη μας έστειλαν την εικόνα μιας ομπρέλας. Θα το ξέρουμε με βεβαιότητα σε λίγες μέρες, όταν θα παραλάβουμε την πρωτότυπη εικόνα με το ταχυδρομείο».

Τηλεπαθητική ομάδα Αθήνας, 1929.

Οι Ψυχικές Έρευνες φτάνουν στο απόγειο της κοινωνικής αποδοχής τους

Το υψηλό επίπεδο της κοινωνικής αποδοχής των ψυχικών ερευνών στην Ελλάδα ήταν κάτι παραπάνω από εμφανές κατά τη διάρκεια των εορτασμών για τη 10η επέτειο ίδρυσης της Ελληνικής ΕΨΕ (5 Δεκεμβρίου 1933). Πολλοί επιστήμονες, πολιτικοί, κυβερνητικοί εκπρόσωποι, διανοητικοί κ.ά. πήραν μέρος στην εκδήλωση. Εκτός από τον Δρ. Τανάγρα, διαλέξεις έδωσαν πολλοί πανεπιστημιακοί καθηγητές όπως ο Δρ. Λιβιεράτος, ο Δρ. Μέρμηγκας και ο Δρ. Βλαβιανός (πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ελλάδος).

Επιπροσθέτως, πολλά ελληνικά μέσα ενημέρωσης κάλυψαν την εκδήλωση. Όπως είπε ο Τανάγρας σε μια άλλη επιστολή του στον Warcollier (IMI Archives): «Όλοι τους ανακοίνωσαν πως η Ελληνική ΕΨΕ καθιέρωσε τις ψυχικές έρευνες στην Ελλάδα!»

Κατά τη διάρκεια αυτής της εκδήλωσης μια πολύ εύπορη Ελληνίδα, η κυρία Αλεξάνδρα Χωρέμη, κόρη του Έλληνα ευεργέτη Εμμ. Μπενάκη, προσέφερε στην Ελληνική ΕΨΕ μια ετήσια χορηγία. Σήμερα, το Μπενάκειο Ίδρυμα και το Μουσείο Μπενάκη, με έδρα τους την Αθήνα, συγκαταλέγονται στα σημαντικότερα λίκνα πολιτισμού της ελληνικής πρωτεύουσας.

Όλα τα παραπάνω αναφέρονται σε ένα ακόμα γράμμα του Τανάγρα προς τον Warcollier (23 Δεκεμβρίου 1933, IMI Archives) στο οποίο ο πρόεδρος της Ελληνικής ΕΨΕ δηλώνει:

«Με ευχαριστεί πολύ το ότι όλοι είναι ικανοποιημένοι από τη δουλειά μας! Στη συνέχεια της πορείας της, η Ελληνική ΕΨΕ συνέχισε να χτίζει βαθμιαία μια σπουδαία φήμη στην Ελλάδα. Για παράδειγμα, το 1945, στα γραφεία της εταιρείας δίνονταν διαλέξεις κάθε Σάββατο (ανοιχτές στο κοινό) και Κυριακή (με επίκεντρο κυρίως απλά πειράματα), ενώ παράλληλα διεξάγονταν μια σειρά μαθημάτων πάνω στις ψυχικές έρευνες με τη συμμετοχή εξήντα μαθητών. Όπως αναφέρει ο Τανάγρας, αυτές οι διαλέξεις δίνονταν περισσότερο για να βοηθήσουν: «τους μελλοντικούς Έλληνες επιστήμονες να μην είναι προκατειλημμένοι εξαιτίας απαρχαιωμένων θεωριών που διδάσκονταν από παλιομοδίτες πανεπιστημιακούς καθηγητές, αλλά να έρχονται σε επαφή και με πειραματικές αποδείξεις».

Ως αποκορύφωμα, η Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών κατάφερε να εισάγει το μάθημα της πειραματικής τηλεπάθειας το 1929 στο πρόγραμμα σπουδών του Εθνικού Πανεπιστημίου της Ελλάδας, το οποίο δίδασκε ο καθηγητής του πανεπιστημίου και μέλος της ΕΕΨΕ, Δρ. Βορέας. Έπειτα, το 1933, μια ολόκληρη σειρά μαθημάτων επί των ψυχικών ερευνών προστέθηκαν, για να σταματήσουν όμως έπειτα από λίγο καιρό εξαιτίας της έντονης διαμαρτυρίας διάφορων θρησκευτικών κύκλων (μια πληροφορία που δεν κατάφερα να επιβεβαιώσω).

Επιπλέον, ο Δρ. Σακελλαρίου (καθηγητής Φυσιολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ελλάδας) προσκάλεσε τον Δρ. Τανάγρα να δώσει διαλέξεις στο πανεπιστήμιο, σχετικά με τις εμπειρίες του στο πεδίο των ψυχικών ερευνών, ενώ και η Ελληνική Αστυνομία προσκαλούσε τον πρόεδρο της ΕΕΨΕ να δώσει διαλέξεις στους μαθητές της Αστυνομικής Ακαδημίας στην Αθήνα. Σε μια επιστολή που έστειλε στις 17 Μαρτίου του 1945 (IMI Archives), ο Δρ. Τανάγρας σχολιάζει για την τελευταία περίπτωση: «[Η αστυνομία] άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για την Ψυχοφυσιολογία!»

Διαλέξεις εταιρείας στους αξιωματικούς της χωροφυλακής στο αμφιθέατρο Ιατροδικαστικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Άγγελος Τανάγρας, μέντιουμ Κωνσταντία, καθηγητές ιατροδικαστικής Γεωργιάδης και Κάτσας.

Η σπουδαία φήμη της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών και του προέδρου της είναι η αιτία για το θέμα της ενότητας που ακολουθεί. Έμεινε στο σκοτάδι διεθνώς, έως σήμερα, και έχει να κάνει με τον Α. Τανάγρα, τον J.B. Rhine (πατέρα της μοντέρνας παραψυχολογίας παγκοσμίως) και τη θεωρία της ψυχοβολίας.

Ψυχοβολία: ο πρόδρομος της Ψυχοκίνησης;

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να διευκρινίσω ότι το παρόν δεν έχει σκοπό να καταλήξει σε ένα τελικό συμπέρασμα ως προς το τί συνέβη πραγματικά, ούτε καν να εκφραστεί υπέρ του ενός ή του άλλου μέρους της διένεξης. Μοναδικός σκοπός του είναι να παρουσιάσει την άγνωστη αυτή διαμάχη στην παγκόσμια παραψυχολογική κοινότητα (εκδοχή του παρόντος κειμένου είχε πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό Mindfield του Parapsychological Association, στο τεύχος 5.1) και κατορθώνοντας αυτό, να πυροδοτήσει μια εκτεταμένη συζήτηση επί του θέματος.

Οι μόνες πηγές που κατάφερα να ξεθάψω πάνω στη διένεξη μπορούν να βρεθούν στα αρχεία του Institut Métapsychique International στο Παρίσι, με τη μορφή επιστολών ανάμεσα στον Δρ. Τανάγρα και τον Dr. Warcollier. Λόγω της μικρής έκτασης της παρούσας εισαγωγής, θα παρουσιαστεί μόνο μια επιστολή: εκείνη στην οποία περιγράφεται σε βάθος το περιστατικό και παρουσιάζεται ξεκάθαρα η θεωρία της ψυχοβολίας.

Είναι σημαντικό να καταστεί σαφές ότι αυτή είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας, καθώς ο γράφοντας δεν κατάφερε να βρει πηγές για την πλευρά του J.B. Rhine.

Το γράμμα στάλθηκε στις 3 Αυγούστου του 1948 και φέρει την υπογραφή μιας ομάδας εξαιρετικά φημισμένων Ελλήνων επιστημόνων: του Θεόδωρου Βαρούνη (Πρύτανης του Πολυτεχνείου), του καθηγητή Δρ. Κωνσταντινίδη (Φαρμακευτική, Πανεπιστήμιο Αθηνών), του καθηγητή Δρ. Παναγιώτου (Φαρμακευτική, Πανεπιστήμιο Αθηνών), του Υποναυάρχου Στ. Λυκούδη (Ακαδημαϊκός), του Δρ. Σπ. Δημητριάδη (μέλος του Αρείου Πάγου) και του Δρ. Καρζή (πρόεδρος της Ελληνικής Φαρμακευτικής Εταιρείας και μέλος της Βουλής των Ελλήνων).

«Αγαπητοί κύριοι,

η έκπληξή μας ήταν μεγάλη όταν ενημερωθήκαμε για το τελευταίο βιβλίο του Δρ. J.B. Rhine, επίκουρου καθηγητή του πανεπιστημίου Duke των ΗΠΑ, με τίτλο The reach of the mind, το οποίο παρουσιάζει μια παλιά μελέτη της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών (που δημοσιεύτηκε αρχικά το 1929) και του προέδρου της, Ναυάρχου Δρ. Α. Τανάγρα.

Ένα εκτενές μέρος του βιβλίου και κυρίως το κομμάτι που αναφέρεται στον ανθρώπινο ψυχοδυναμισμό (ή αλλιώς, ψυχοδυναμική) πάνω σε φυσικά αντικείμενα (ψυχοκίνηση ή τηλεκίνηση) –το μόνο κομμάτι στο βιβλίο του Δρ. Rhine που είναι αυθεντικό- παρουσιάζεται από τον συγγραφέα του ως αδημοσίευτο προσωπικό του έργο, χωρίς να αναφέρει πουθενά την προγενέστερη δουλειά του Δρ. Τανάγρα.

Η μελέτη του Δρ. Τανάγρα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1929 στη Γερμανία, στο Zeitshrift für Parapsychologie (Περιοδικό για την Παραψυχολογία) του Βερολίνου, και παράλληλα στη Γαλλία, με τη μορφή ενός βιβλίου 155 σελίδων με τον τίτλο «Le Destin et la Chance, La theorie de la Psychobolie». Επιπλέον, ο Δρ. Rhine παραδέχεται στα γράμματά του ότι είχε λάβει αντίτυπο του εν λόγω βιβλίου πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Θεωρία της Ψυχοβολίας παρουσιάστηκε στο 5ο Διεθνές Συνέδριο το 1935 στο Όσλο (Νορβηγία), μεταφράστηκε και παρουσιάστηκε στα ιταλικά από τον Δρ. Gazzamalli (πρόεδρος της Ιταλικής ΕΨΕ), συζητήθηκε σε πολλά ψυχολογικά περιοδικά από τους Driesch, Osty, De Vesme, Schroeder, Sudre, Javorsky, Deleuze, Bruck, Matiesen, L. Vivante, Richter κ.ά. και επιπλέον, σχολιάστηκε από τον κόμη Maurice Maeterlinck (βραβευμένου με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1911) στο φιλοσοφικό του βιβλίο με τον τίτλο «Avant la grande silence», το οποίο δημοσιεύτηκε το 1934.

Ο κόμης Maeterlinck ήταν τόσο εντυπωσιασμένος από τη θεωρία της ψυχοβολίας, που σε μια επιστολή του προς τον Δρ. Τανάγρα δήλωσε: «Η θεωρία σας, όπως την περιγράφετε, θα είναι η αλήθεια του μέλλοντος!»

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, οι μελέτες του Τανάγρα δεν μπορούν να θεωρηθούν μη διαδεδομένες. Η εκμετάλλευση ενός προϋπάρχοντος, καλά τεκμηριωμένου και αναγνωρισμένου έργου είναι τόσο προφανής, που ο καθένας μπορεί να τη διαπιστώσει με μια σύντομη ματιά στις περιλήψεις των δύο βιβλίων.

Η περίληψη του βιβλίου The reach of mind του Δρ. Rhine, όπως αναγράφεται στο βιβλίο:

Η ιστορία μιας εκπληκτικής έρευνας πάνω στις άγνωστες δυνάμεις του ανθρώπινου νου και οι αποδείξεις σχετικά με την ικανότητα του να επηρεάζει το μέλλον, να επιδρά ακόμη και σε φυσικά αντικείμενα.»

Η περίληψη του βιβλίου «Le Destin et La Chance», του Δρ. Τανάγρα, σελίδα 3:

«Κάθε βαθιά εντύπωση που φτάνει έως το υποσυνείδητο μας και που αγωνιά να εκδηλωθεί (Freud), μπορεί κάποιες φορές να απελευθερωθεί σε ορισμένους ανθρώπους με έναν συγκεκριμένο τύπο οργανισμού (όπως οι δυναμολυτικοί και ψυχοβολικοί διάμεσοι), μια εκπομπή που συνοδεύεται κατά την εκδήλωσή της από τηλεκινητικά φαινόμενα και η οποία, μετά από μια τυχαία πρόβλεψη, προσπαθεί να ολοκληρώσει την έκφραση της με τρεις τρόπους:

Με απευθείας, ασυνείδητη τηλεκινητική δραστηριότητα πάνω σε άψυχη ύλη (π.χ. αυτοκίνητα, τρένα ή πλοία με αποτέλεσμα μηχανικές βλάβες, εκτροχιάσεις, ναυάγια κ.λπ.).

Με δραστηριότητα πάνω σε έμβιους οργανισμούς υπό τη μορφή τηλεπαθητικής προβολής (π.χ. ασυνείδητη επιρροή στο μυαλό του οδηγού του αυτοκινήτου ή, γενικά, στην ελεύθερη βούληση του ατόμου, προκαλώντας αθέλητες κινήσεις, αλλαγές της κατεύθυνσης, των πλάνων, των απόψεών του κ.λπ.).

Με απευθείας επιρροή στους ιστούς και τις λειτουργίες ενός ζωντανού οργανισμού –ένα φαινόμενο γνωστό σε όλα τα μέρη του κόσμου ως “το κακό μάτι”.

Η δραστηριότητα αυτής της ψυχοβολικής εκπομπής αποτελεί μια νέα δύναμη που επηρεάζει την ανθρώπινη ζωή.»

Συγκρίνοντας τα δύο αποσπάσματα, πιστεύουμε πως κάθε περαιτέρω εξήγηση περιττεύει, συν του ότι ο Δρ. Rhine αποφεύγει να κάνει τις ανάλογες διορθώσεις, χρησιμοποιώντας επανειλημμένως διάφορες προφάσεις και αναβολές.

Πιστεύουμε ότι έχουμε την ευθύνη να παρουσιάσουμε αυτά τα δεδομένα (που αφορούν έναν επιστήμονα ο οποίος εργάζεται σε πανεπιστήμιο των ΗΠΑ) στη διεθνή κοινότητα και σε κάθε αυθεντικό επιστήμονα, καθώς το βιβλίο του Δρ. Rhine ζημειώνει το πρωτότυπο έργο που δημοσιεύτηκε αρχικά από την Ελληνική Εταιρεία Ψυχικών Ερευνών (19 χρόνια πριν), το οποίο δεν περιγράφηκε απλώς με αμιγώς τηλεκινητικά θεμέλια, αλλά είχε και περαιτέρω εξέλιξη χάρη στην Ελληνική ΕΨΕ.

Αθήνα,

3 Αυγούστου 1948»

Το τέλος των Ψυχικών Ερευνών στην Ελλάδα

Σχεδόν μια δεκαετία πριν από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελληνική ΕΨΕ και οι ψυχικές έρευνες στην Ελλάδα άρχισαν να αποδυναμώνονται. Στην τελευταία του συνέντευξη (23 Φεβρουαρίου 1969, εφημερίδα Ακρόπολις), ο Δρ. Τανάγρας δήλωσε: «Εγώ φεύγω με τη θλίψη ότι το έργο μου, η ίδρυση της Εταιρείας Ψυχικών Ερευνών, ερευνών αυστηρώς επιστημονικών, υπήρξε πρόωρος διά τον τόπο μας, όπου το πλείστον ή αδιαφορεί ή εξακολουθεί να ενδιαφέρεται διά εντυπωσιακάς παρεξηγήσεις των ψυχικών φαινομένων και αυταπάτας δήθεν επικοινωνιών με πνεύματα νεκρών. Κρίμα εις την προσπάθειαν διά εν έθνος με την κληρονομίαν των Πυθίων και των Μαντείων, το οποίο έπρεπε να προηγήται επί του πεδίου αυτού».

Ζούσε τότε σε ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Επτανήσου, στην Αθήνα, ανίκανος να διαβάσει. Τον στεναχωρούσε το γεγονός πως κανένας δεν είχε αρκετή θέληση ώστε να συνεχίσει το έργο της Ελληνικής ΕΨΕ μετά την απόσυρσή του. Όπως δήλωσε, «εγώ πάντως πεθαίνω ευχαριστημένος, γιατί έδειξα στην σύγχρονη Ελλάδα τον δρόμο των Πυθίων».

Στην ίδια συνέντευξη, ο Δρ. Τανάγρας αναφέρει ότι η προσωπική του αλληλογραφία, τα ημερολόγια και όλα του τα αρχεία δόθηκαν σε έναν φίλο και πρώην πολιτικό, με το αίτημα του να τα χρησιμοποιήσει μετά τον θάνατό του. Πιθανότατα άλλαξε γνώμη, καθώς λίγο μετά έστειλε τα ημερολόγια του και μέρος του αρχειακού υλικού στη Bιβλιοθήκη Garrett του Parapsychology Foundation, ενός οργανισμού που τον στήριζε διαρκώς κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Το μόνο γνωστό επιπρόσθετο υλικό αναφορικά με το έργο της Ελληνικής ΕΨΕ φιλοξενείται στα αρχεία του Institut Métapsychique International, στο Παρίσι (IMI).

Άγγελος Τανάγρας (1887 – 1971).

Ως επίλογο της ιστορίας των Ψυχικών Ερευνών στην Ελλάδα, παραθέτω ένα απόσπασμα από την Επιστημονική Διαθήκη του Δρ. Τανάγρα, το οποίο μοιάζει να είναι το πλέον κατάλληλο:

«Αφήνω λοιπόν το βασανισμένο αυτό σαρκίον, πιστεύων ακραδάντως και μόνο εις την θρησκείαν της επιστήμης, οία διεμορφώθη μετά την ανακάλυψιν της ραδιενέργειας και της διασπάσεως του ατόμου. Δηλαδή, την ταυτότητα της ύλης και ενέργειας. Ο εστί την εν τη πραγματικότητα ανυπαρξία της ύλης με το μέγα συμπέρασμα καταρρίψεως των υλιστικών θεωριών […]».

* Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισαγωγή του βιβλίου «Άγγελος Τανάγρας: Το Χαμένο Ημερολόγιο» (επιμ. Νικόλαος Κουμαρτζής), που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Δαιδάλεος .

 Άγγελος Τανάγρας: ο πατέρας της παραψυχολογίας

Ο Νικόλαος Κουμαρτζής είναι διδάκτωρ Δημοσιογραφίας (Α.Π.Θ.) και ιδρυτής του Πρότυπου Ομίλου Πολιτισμού SEIKILO.

Βιβλιογραφία – Πηγές:

Εφημερίδα Ακρόπολις (1969). Συνέντευξη με τον Άγγελο Τανάγρα, Εφημερίδα Ακρόπολις, 23 Φεβρουαρίου, 1969.

Κουμαρτζής, Ν. (2010). Ψυχικές Έρευνες στην Ελλάδα, Εκδόσεις Δίον.

Κουμαρτζής, Ν. (2011). Η Λευκή Βίβλος της Παραψυχολογίας, Εκδόσεις Δαιδάλεος.

Τανάγρας, Α. (1925). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 3, έτος 1, Μάρτιος 1925.

Τανάγρας, Α. (1925). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 11, έτος 1, Νοέμβριος 1925.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 2, έτος 3, Φεβρουάριος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 5, έτος 3, Μάιος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 7, έτος 3, Ιούλιος 1927.

Τανάγρας, Α. (1927). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 12, έτος 3, Δεκέμβριος 1927.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 1, έτος 4, Ιανουάριος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 2, έτος 4, Φεβρουάριος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 3, έτος 4, Μάρτιος 1928.

Τανάγρας, Α. (1928). Ψυχικαί Έρευναι, έντυπο της Ελληνικής Εταιρίας Ψυχικών Ερευνών, τεύχος 4, έτος 4, Απρίλιος 1928.

Τανάγρας, Α. (1959). Η Θρησκεία της Επιστήμης, Εκδόσεις Σπύρου Α. Τζηρίτα.

Τανάγρας, Α. (άγνωστη χρονολογία). Επίλεκτα Έργα (ανθολογία λογοτεχνικών κειμένων), Εκδόσεις Ιωάννης Ν. Σιδέρης.

Broughton, R. (1992). Parapsychology: The Controversial Science. England: Rider.

Coukidis, C. (unknown date). Une Visite a Athenes a M. Tanagras et a Mlle Clio, Le petit Parisien newspaper. A copy can be found at Institute Métapsychique International library in Paris.

Gauld, A. (1968). The Founders of Psychical Research, England: Routledge & Kegan Paul.

IMI Archives (2012). Letters between Dr. Tanagras and Dr. Warcollier, unpublished material, Institut Métapsychique International Library (Paris), boxes 18:3 & 8:2.

Pallikari, F. (2009). Angelos Tanagras, the 1935 Oslo International Parapsychology Congress and the telekinesis of Cleio, Journal of the Society for Psychical Research, Vol. 73 (897[4]), Oct 2009, 193-206.

Tanagras, A. (1967). Psychological Elements in Parapsychological Traditions, part of Parapsychological Monographs series, U.S.A.: Parapsychology Foundation Inc.

Γιάννης Μουρέλος:Ο Ναπολέων και τα “Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης”. Μύθος και πραγματικότητα

Γιάννης Μουρέλος

Ο Ναπολέων και τα “Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης”.

Μύθος και πραγματικότητα

Στον Jean Tulard,

από τον μαθητή προς τον Δάσκαλο,

τιμής ένεκεν

       Α. Ο Emmanuel de Las Cases και η περιφρούρηση της υστεροφημίας του Ναπολέοντα

Τo 1823, δύο χρόνια έπειτα από τον θάνατο του εξόριστου στη Νήσο της Αγίας Ελένης Ναπολέοντα Α΄ (5 Μαϊου 1821), κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα πολύτομο έργο, φέροντα τον τίτλο Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης (Le Mémorial de Sainte-Hélène ), το οποίο θεωρήθηκε ως η παρακαταθήκη του αυτοκράτορα, μια πρωτογενής μαρτυρία για τη ζωή, τη σταδιοδρομία, αλλά και για την καθημερινότητα και τις συνθήκες κράτησης του τελευταίου στην Αγία Ελένη, ένα απομονωμένο ηφαιστειογενές νησί στη μέση του Ατλαντικού, σε απόσταση 3.000 χλμ. από την πλησιέστερη ακτή και άνω των 10.000 χλμ.από τη Γαλλία. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης έτυχαν θερμότατης υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό σε ολόκληρη την Ευρώπη, αποτέλεσαν μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές επιτυχίες καθ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και εθεωρούντο (και εξακολουθούν να θεωρούνται) από τους ιστορικούς ως μαρτυρία εξέχουσας σημασίας.

Ωστόσο, σε αντιδιαστολή με την εικόνα που ο πολύς κόσμος έχει σχηματίσει, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν γράφτηκαν ούτε υπαγορεύτηκαν από τον Ναπολέοντα. Πρόκειται για μια συλλογή σημειώσεων του κόμη Emmanuel de Las Cases (1766-1842), ο οποίος είχε εισχωρήσει από παλιά στο περιβάλλον του αυτοκράτορα και κερδίσει την εύνοιά του. Έπειτα από τον εξαναγκασμό του Ναπολέοντα σε παραίτηση (11 Απριλίου 1814), ο Las Cases διέφυγε στην Αγγλία. Επανήλθε, όμως, σύντομα στην πατρίδα του, προκειμένου να υπηρετήσει τον αυτοκράτορα στη διάρκεια των περίφημων εκατό ημερών (Μάρτιος – Ιούλιος 1815), που μεσολάβησαν ανάμεσα στην απόδραση από τη Νήσο Έλβα και τη μάχη του Βατερλώ. Παρά την αρνητική έκβαση της τελευταίας, παρέμεινε πιστός στον Ναπολέοντα και τον συνόδευσε στο νέο τόπο εξορίας, τη Νήσο της Αγίας Ελένης.

Μέχρι στιγμής, δύο σημεία χρήζουν επεξήγησης. Κατ αρχήν, ο Las Cases προσφέρθηκε οικειοθελώς να ακολουθήσει τον καθαιρεθέντα  αυτοκράτορα. Ουδείς του είχε ζητήσει να προβεί σε μια ενέργεια του είδους αυτού. Ούτε καν ο Ναπολέων. Όταν, μάλιστα, ο τελευταίος ζήτησε να πληροφορηθεί, εκφράζοντας εύλογη απορία, τα κίνητρα της επιλογής, ο Las Cases απάντησε πως η απομόνωση στη μέση του Ατλαντικού ήταν μια πρώτου μεγέθους ευκαιρία προκειμένου να τον συνδράμει στην κατοχύρωση  της υστεροφημίας του μέσω της σύνταξης Απομνημονευμάτων. Καθώς, μάλιστα, η συγκεκριμένη στιχομυθία έλαβε χώρα εν πλῴ προς την Αγία Ελένη, διαφαίνεται ξεκάθαρα ο λόγος της παρουσίας του Las Cases στο πλευρό του αυτοκράτορα: επρόκειτο για μια προμελετημένη επικοινωνιακή επιχείρηση, από την οποία θα μπορούσε να αντλήσει όφελος και σε προσωπικό επίπεδο. Κατά δεύτερο λόγο, το περιεχόμενο των εννέα τόμων (άνω των 2.000 σελίδων) των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης είναι η επεξεργασία προχείρων σημειώσεων από πολυάριθμες συζητήσεις, τις οποίες ο Las Cases είχε με τον Ναπολέοντα, συνήθως στο πλαίσιο περιπάτων σε μικρή ακτίνα πέριξ του Longwood House, της οικίας στο κεντρικό υψίπεδο της νήσου, όπου “φιλοξενούνταν” ο αυτοκράτορας και η συνοδεία του. Μετά τη δύση του ηλίου, διαθέτοντας τη συνδρομή του γιού του, που τον είχε ακολουθήσει στον τόπο εξορίας, ο Las Cases καθαρόγραφε και συμπλήρωνε τις σημειώσεις, τις οποίες είχε κρατήσει στη διάρκεια της ημέρας.

Ο Emmanuel de Las Cases και η πρώτη έκδοση των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης το 1823.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η όλη διαδικασία, η οποία υιοθετήθηκε θέτει για έναν ιστορικό μεθοδολογικά προβλήματα υψίστης σημασίας. Ουδείς δύναται να αμφισβητήσει τη νομιμοφροσύνη του Las Cases, τον θαυμασμό και τον σεβασμό, που ο επιμελητής-συγγραφέας των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης έτρεφε για τον ήρωά του. Επιπρόσθετα, ο Las Cases, ήταν δεινός συγγραφέας και ήξερε να γοητεύει το αναγνωστικό κοινό. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη ως προς το κατά πόσο το περιεχόμενο των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης αντικατοπτρίζει πιστά τα όσα εκμυστηρεύτηκε ο Ναπολέων ή, αντίθετα, αν πρόκειται για προϊόν εξιδανίκευσης με την προοπτική ακόμα και μιας μελλοντικής εμπορευματοποίησης, χάρη στην  παρείσφρηση του υποκειμενικού στοιχείου. Μέχρι πρότινος, κανένας ιστορικός δεν ήταν σε θέση να απαντήσει υπεύθυνα σε αυτό το κρίσιμο ερώτημα.

Η όλη κατάσταση επιδεινώθηκε από μια επιπλέον παράμετρο. Ο Ναπολέων, ως γνωστόν, αποβιβάστηκε στην Αγία Ελένη στις 15 Οκτωβρίου 1815 και παρέμεινε εκεί έως τον θάνατό του την άνοιξη του 1821. Αντίθετα με όσα θα ανέμενε κανείς, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν καλύπτουν το σύνολο της εξαετούς εξορίας του αυτοκράτορα. Στην πραγματικότητα ξεπερνούν οριακά το πρώτο έτος μόνο, καθώς ο ίδιος ο Las Cases (διαθέτοντας ενδεχομένως τη συναίνεση του αυτοκράτορα, σε μια προσπάθεια να φυγαδεύσει το περιεχόμενο των Απομνημονευμάτων στον έξω κόσμο) προκάλεσε, ουσιαστικά, την αποπομπή του από το νησί περί τα τέλη του 1816. Ωστόσο, ταυτόχρονα με την απέλαση, οι βρετανικές αρχές κατείσχαν το χειρόγραφο, το οποίο του επέστρεψαν μόνο έπειτα από τον θάνατο του Ναπολέοντα. Συνεπώς, επί πέντε ολόκληρα χρόνια (1816-1821), ο Las Cases προετοίμαζε την έκδοση των Απομνημονευμάτων εξ αποστάσεως, στερούμενος της κύριας πηγής της πληροφόρησής του, των σημειώσεων, δηλαδή, που είχε κρατήσει και επεξεργαστεί ενόσω διέμενε στην Αγία Ελένη. Αναμενόμενη ήταν, υπό αυτές τις συνθήκες, η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην αρχική αφήγηση του Ναπολέοντα και την τελική απόδοση στο πλαίσιο της έκδοσης του 1823. Ωστόσο, εξακολουθεί να πρόκειται για μια απόκλιση, δύσκολο έως αδύνατο να αξιολογηθεί επακριβώς  από τους ειδικούς, καθώς το πρωτότυπο χειρόγραφο των επεξεργασμένων σημειώσεων, αν και είναι αποδεδειγμένο ότι επιστράφηκε κάποια στιγμή στα χέρια του νομίμου κατόχου του, δεν δείχνει να έχει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, διασωθεί. Μοναδική μαρτυρία αποτελεί το εκδοθέν κείμενο, δίχως να υφίσταται δυνατότητα οποιουδήποτε είδους αντιπαραβολής με την αρχική ανέκδοτη πηγή.

Η Νήσος της Αγίας Ελένης και οι απόκρημνες ακτές της, όπως απεικονίζονται σε γκραβούρα του Robert Havell (1769-1832).

Οι παραπάνω δυσκολίες δεν απέτρεψαν το αναγνωστικό κοινό να ανταποκριθεί σύσσωμο στην κυκλοφορία των εννέα τόμων. Μέσα σε ένα χρόνο τα αντίτυπα εξαντλήθηκαν, γεγονός που οδήγησε το 1824 σε δεύτερη έκδοση. Ταυτόχρονα, εκδοτικοί οίκοι του εξωτερικού εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Έτσι, το πολύτομο έργο του Las Cases γνώρισε απήχηση και εκτός γαλλικών συνόρων. Έως το 1830, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης λειτούργησαν ως το μπεστ σέλερ της εποχής. Υστερούσαν σε πωλήσεις μόνο έναντι μιας άλλης σταθερής αξίας: των Μύθων του Jean de La Fontaine. Η εντυπωσιακή αυτή επιτυχία οφείλεται σε πολλούς λόγους. Κατ αρχήν, στην μεγάλη επικοινωνιακή διάσταση του θέματος. Έστω και μετά θάνατον, ο Ναπολέων εξακολουθούσε να εγείρει το ενδιαφέρον του πλήθους, που αποζητούσε να πληροφορηθεί τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ο ερημίτης της Αγίας Ελένης είχε διάγει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Άλλωστε, ο πρώην αυτοκράτορας δεν ήταν ο πρώτος τυχών. Όσο αντικρουόμενα και αν ήταν τα αισθήματα που ενέπνεε, είχε σφραγίσει με την παρουσία του τις εξελίξεις των τελευταίων τριάντα ετών. Πόσο μάλλον που τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης περιλάμβαναν αναφορές στις ένδοξες και λιγότερο ένδοξες στιγμές της πλούσιας και ταραχώδους σταδιοδρομίας του. Κατά δεύτερο λόγο, η μεγάλη απήχηση του όλου εγχειρήματος οφείλεται στις αδιαμφισβήτητες συγγραφικές ικανότητες του Las Cases, γεγονός, το οποίο καθιστά το τελικό αποτέλεσμα ιδιαίτερα ελκυστικό. Οι πλέον καταξιωμένοι εκδοτικοί οίκοι (μεταξύ των οποίων η φημισμένη La Pléiade) ενέταξαν, έκτοτε, τα Απομνημονεύματα στον προγραμματισμό τους, με αποτέλεσμα το όνομα του Las Cases να προβάλλει ισότιμα μεταξύ των κορυφαίων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Τέλος, η πολιτική συγκυρία της δεκαετίας 1820-1830, συνέβαλε τα μέγιστα ούτως ώστε το όλο περιεχόμενο να προσλάβει εντελώς αναπάντεχες προεκτάσεις, υπό το φως των διαφόρων εξελίξεων και ζυμώσεων της εποχής. Προκειμένου, όμως, να μπορέσει η τελευταία αυτή διάσταση να γίνει κατανοητή, είναι απαραίτητο να προηγηθεί μια συνοπτική παρουσίαση της εικόνας και της προσωπικότητας του Ναπολέοντα, έτσι όπως αναδεικνύονται μέσα από το κείμενο.

Σύμφωνα με τον Ακαδημαϊκό και μέγα ειδικό της περιόδου της Γαλλικής Επανάστασης και των Ναπολεοντείων χρόνων Jean Tulard, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπήρξαν το εγκόλπιο του βοναπαρτισμού, του πολιτικού ρεύματος εκείνου, όπου η εξουσία συγκεντρώνεται σε ένα πρόσωπο που διαθέτει ευρεία αποδοχή, κυβερνά αυταρχικά και, ακόμη κι αν πιστεύει ότι υπερασπίζεται τα λαϊκά συμφέροντα, στην πραγματικότητα εξυπηρετεί τους στόχους μιας ολιγαρχίας. Η ουσιαστική συμβολή των Απομνημονευμάτων στη σφυρηλάτηση του δόγματος του βοναπαρτισμού οφείλεται στο γεγονός ότι μέσα από τις σελίδες των τελευταίων, ο Ναπολέων αναδεικνύει το όλο ιστορικό του έργο υπό το πρίσμα  μιας πολιτικής σκέψης, που συνδυάζει πολλαπλές θεμελιώδεις πτυχές.

Δίχως να απομακρύνονται από τις βασικές αρχές του βοναπαρτισμού (ισότητα έναντι των νόμων, σεβασμός της ιεραρχίας, υπεροχή της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της νομοθετικής, αγώνας κατά της βασιλείας και του ιακωβινισμού), τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπεραμύνονται, με αξιοθαύμαστη, είναι αλήθεια, ευελιξία, των νεότευκτων αξιών του φιλελευθερισμού και του εθνισμού, σχεδόν ανύπαρκτων νωρίτερα, ενάντια στον θεσμό της απόλυτης μοναρχίας. Ο Ναπολέων όχι μόνο ανακτά post mortem τον έλεγχο του δόγματος του βοναπαρτισμού (τον οποίο είχε εκ των πραγμάτων απωλέσει μεταξύ των ετών 1815 και 1821), αλλά του προσδίδει νέα ιστορική διάσταση, συμβιβασμένη με τα σημεία και τις επιταγές των νέων καιρών. Δεν είναι τυχαίο πως τα γραπτά του μελλοντικού Ναπολέοντα Γ΄ ουδόλως αποκλίνουν από το εν λόγῳ πολιτικό μήνυμα.

O Ναπολέων αναπολεί τα μεγαλεία του παρελθόντος από τα βράχια της Αγίας Ελένης.

Η πρώτη εικόνα του Ναπολέοντα, έτσι όπως προκύπτει από το κείμενο, είναι εκείνη του ενσαρκωτή και συνεχιστή της θετικής διάστασης της Γαλλικής Επανάστασης. Αν και εμφανιζόμενος ως κληρονόμος των αρχών της επανάστασης, καταφέρνει, εν τέλει, να διαχωρίσει τις θετικές από τις αρνητικές πτυχές, διατηρώντας στο ακέραιο τις πρώτες. Ασκεί έντονη κριτική στον Ροβεσπιέρο επειδή δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τον όλο κύκλο. Ενστερνίζεται την επαναστατική νομοθεσία στον κοινωνικό, κυρίως, τομέα, όχι όμως τις μεθόδους της τρομοκρατίας και της αναρχίας. Δεν θεωρεί τον εαυτό του ως συνεχιστή της επανάστασης, αλλά ως θεματοφύλακα των εποικοδομητικών πτυχών της τελευταίας. Δεν την διαιωνίζει. Την ολοκληρώνει, επιδιδόμενος σε μια διαδικασία κάθαρσης, η οποία προσβλέπει σε μελλοντική ανάκαμψη από την όλη περιπέτεια, με ψυχολογία και πνεύμα εθνικής συμφιλίωσης.

Ο εγγυητής των ελευθεριών του μέλλοντος, είναι η δεύτερη ιδιότητα, η οποία αποδίδεται στον Ναπολέοντα από το κείμενο των Απομνημονευμάτων. Σε αυτό, ο αυτοκράτορας δεν επιχειρεί να αιτιολογήσει τις προσβολές των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών την εποχή της διακυβέρνησής του. Τις θεωρεί αναμενόμενη συνέπεια της εμπόλεμης κατάστασης. Συγχρόνως με τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, το αυτοκρατορικό καθεστώς θα στρεφόταν εκ των πραγμάτων προς την κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησης, στό πλαίσιο μιας ομόσπονδης Ευρώπης, όπου η Γαλλία θα ασκούσε κυρίαρχο ρόλο. Παρουσιάζει ένα δικό του επίτευγμα, τον Ναπολεόντειο Αστικό Κώδικα, ως στέρεο και ασφαλές υπόβαθρο των πολιτικών ελευθεριών του μέλλοντος, με προεξέχουσα την ελευθερία του ατόμου. Εκφέροντας έναν λόγο αυτού του περιεχομένου, ο επιμελητής των Απομνημονευμάτων προσβλέπει σε δυο ζητούμενα. Αφενός προσφέρει τη δυνατότητα στους βοναπαρτιστές να εκφράσουν επιδεικτικά τον, μάλλον υποκριτικό, φιλελευθερισμό τους. Αφετέρου, επιτρέπει στους γνήσιους φιλελεύθερους να διαδώσουν, ίσως και άθελά τους, τον ναπολεόντειο θρύλο σε ένα ευρύτερο ακροατήριο.

Τρίτη διάσταση, είναι εκείνη του Ναπολέοντα υπερασπιστή της λαϊκής κυριαρχίας. Μέσα από τις σελίδες των Απομνημονευμάτων, ο αυτοκράτορας πολλαπλασιάζει τις αναφορές του αλλά και την προσχώρησή του στην αρχή της  λαϊκής κυριαρχίας. Στη σκέψη του, η έννοια της κληρονομικότητας  στη διαδοχή της εξουσίας δεν πραγματοποιείται ελέῳ Θεού. Προκύπτει από τη βούληση και την εντολή του λαού, μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρά διακριτών και καθορισμένων από το νόμο σχέσεων ανάμεσα στους υπηκόους και εκείνον που τους εκπροσωπεί. Ο αυτοκράτορας προσδίδει τόσο μεγάλη σημασία στην κοινή γνώμη, ακριβώς επειδή ο ίδιος θεωρεί ότι ενσαρκώνει προσωπικά τις φιλοδοξίες και τα οράματα της τελευταίας.

Ταυτόχρονα όμως (προφανώς για να μην υπάρξει κίνδυνος παρερμηνείας), εμφανίζεται και ως εγγυητής της υπεροχής της εκτελεστικής εξουσίας ενάντια σε μια στρατιωτική δεσποτεία. Αυτοχρίζεται “Ύπατος Μάγιστρος”, κάνοντας λόγο για μια μορφή μετριοπαθούς μοναρχικής διακυβέρνησης. Δεν κρύβει την επιφύλαξή του έναντι των κοινοβουλευτικών θεσμών. Έχοντας, προφανώς, κατά νου την εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης, τις θεωρεί χυδαίες και περιορισμένης ωφελιμότητας για το εθνικό συμφέρον. Εν ολίγοις, ο Ναπολέων προάγει την ιδέα της αδιαμφισβήτητης υπεροχής της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος της νομοθετικής, σφυρηλατώντας, έτσι, ένα αυταρχικό σύστημα διακυβέρνησης, το οποίο, ωστόσο, απέχει παρασάγγας από εκείνο της βασιλείας ελέῳ Θεού.

Ο Ναπολέων υπάγορεύει τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης στον Las Cases, πίνακας του William Quiller Orchardson, 1892, Lady Lever Art Gallery,  Λίβερπουλ. Πρόκειται για μια πρόσληψη της πραγματικότητας καθ όλα εσφαλμένη.

Πέμπτη και τελευταία διάσταση, η οποία αναδεικνύεται μέσα από τις σελίδες των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης, είναι εκείνη του Ναπολέοντα υποστηρικτή και διακινητή της αρχής των εθνοτήτων. Πρόκειται για ένα γνώρισμα, το οποίο διατρέχει διαγωνίως ολόκληρο το κείμενο. Ο έκπτωτος αυτοκράτορας επιμένει στην ανάγκη επίτευξης μιας εθνικής ενότητας. Την οραματίζεται μέσω της ανάπτυξης και ενδυνάμωσης μιας άρχουσας τάξης δίχως αναχρονιστικά δικαιώματα, καθώς και με τη συνδρομή μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, ικανής να επιφέρει μια αρμονική και εκλογικευμένη ισορροπία. Ταυτόχρονα, εκφράζει την πεποίθησή του ως προς τη σημασία και την ισχύ της αρχής των εθνοτήτων, η οποία ουδόλως αντικρούει την παλαιότερη θεωρία περί δημιουργίας μιάς ομόσπονδης Ευρώπης. “Δεν υπήρξα παρά ο ολετήρας των δικαιωμάτων των λαών, εγώ, που τόσα είχα πράξει και ήμουν διατεθειμένος να αγωνιστώ εκ νέου γι αυτά”, ομολογεί σε μια έξαρση αυτοκριτικής διάθεσης. Υπενθυμίζει, παραταύτα, πως η ενοποίηση της Πολωνίας, την οποία ο ίδιος είχε δρομολογήσει, παρεμποδίστηκε αποκλειστικά και μόνο από την ατυχή έκβαση της εκστρατείας στη Ρωσία και υπεραμύνεται των πράξεών του, οι οποίες απέτρεψαν μια περαιτέρω αποσύνθεση της Ιταλίας, ανοίγοντας, με τον τρόπο αυτό, την πορεία προς μια μελλοντική ενοποίηση της τελευταίας.

Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, την τελευταία μάχη του αυτοκράτορα, η οποία υπήρξε, μετά θάνατον πάντοτε, νικηφόρα, χάρη σε δυο παράγοντες: α) τη διαμεσολάβηση του Las Cases, που δεν δίστασε να εμπλουτίσει το κείμενο με πλήθος από δικές του προσθήκες (ακόμα και δημοφιλείς ρήσεις, οι οποίες επί χρόνια ολόκληρα αποδίδονταν στον Ναπολέοντα, αποδείχθηκε πως ήταν δικής του έμπνευσης) και β) τις συνθήκες κράτησης, που του επέτρεψαν (χάρη, πάντοτε, στη διαμεσολάβηση και τις συγγραφικές ικανότητες του Las Cases), να εμφανίσει τον εγκλεισμό ως πραγματικό μαρτύριο.

Πολλά έχουν γραφεί γύρω από το υποκειμενικό στοιχείο του Las Cases. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο τελευταίος παρεμβάλλει (άλλοτε συνειδητά, άλλοτε όχι) παραμορφωτικά κάτοπτρα, καθιστώντας την ανεύρεση της ιστορικής αλήθειας δυσχερή. Πέρα από την έγνοια της περιφρούρησης της υστεροφημίας του ινδάλματός του, ευθύς εξαρχής έχει κατά νου και το προσωπικό συμφέρον, καθώς πραγματεύεται ένα εξόχως επικοινωνιακό θέμα, ικανό να οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου εμπορική επιτυχία. Ο τρόπος, με τον οποίο επιβάλλει την παρουσία του στο πλευρό του αυτοκράτορα και τον πείθει να αποδεχθεί την πρόταση είναι αποκαλυπτικός. Υπάρχει, επομένως, ευθύς εξαρχής ένα είδος σκοπιμότητας που από μόνο του αυξάνει τον κίνδυνο αλλοίωσης της πραγματικότητας. Η (μη ηθελημένη τη φορά αυτή) κατάσχεση του πρωτότυπου χειρογράφου από τους Βρετανούς για μεγάλο χρονικό διάστημα, πολλαπλασίασε τον κίνδυνο. Ωστόσο, πολλοί πιστεύουν ότι η πραγματική διαστρέβλωση οφείλεται στη δυναμική προς μια περισσότερο φιλελεύθερη κοινωνία, που άρχισε να εκδηλώνεται στις αρχές της δεκαετίας του 1820. Εάν κάποιος απόηχος είχε καταφέρει να φτάσει μέχρι την μακρινή και ξεχασμένη από Θεό και ανθρώπους Νήσο της Αγίας Ελένης, θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά εξασθενισμένος. Ο Las Cases, όμως, υπήρξε αυτόπτης μάρτυς των διαφόρων αυτών ζυμώσεων, το βίωμα των οποίων τον έπεισε να αντιστρέψει πλήρως την προοπτική του, εστιάζοντας στις διαχρονικές αξίες της Ναπολεόντειας εποχής, εφοδιάζοντας με προφητικές, σχεδόν, διαστάσεις τον ήρωά του και μετατρέποντας το εγχείρημά του σε μια επιδέξια επιχείρηση προπαγάνδας. Στα Απομνημονεύτατα της Αγίας Ελένης, ο Ναπολέων αναφέρεται στο παρελθόν, κοιτάζει όμως (ελέῳ Las Cases) προς το μέλλον. Οι ειδικοί ερευνητές είχαν ανέκαθεν απόλυτη συναίσθηση του προβλήματος. Μη διαθέτοντας, ωστόσο, κάποιο σημείο σύγκρισης, καθώς η έκδοση του 1823 αποτελούσε το ένα και μοναδικό τεκμήριο του κειμένου, αδυνατούσαν να εκτιμήσουν το μέγεθος της διαστρέβλωσης και της απόκλισης από την ιστορική πραγματικότητα. Η όλη κατάσταση άλλαξε εκ διαμέτρου μεταξύ των ετών 2008 και 2017, με την ανεύρεση, επεξεργασία και επιμελημένη έκδοση του πλησιεστέρου προς το πρωτότυπο χειρόγραφο του Las Cases, πιστού αντιγράφου, κάτω απο συνθήκες, οι οποίες περιγράφονται παρακάτω.

Η Νήσος της Αγίας Ελένης.

Στα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπάρχουν συχνές αναφορές στις συνθήκες κράτησης. Το νησί προσφέρεται ως τόπος εξορίας και θέσης σε περιορισμό κατ οίκον. Στο μέσο κυριολεκτικά του Ατλαντικού Ωκεανού, περιστοιχισμένο από απόκρημνες ακτές, έρμαιο των ισχυρών ανέμων, που εμποδίζουν τα πλοία να προσεγγίσουν στην ξηρά (ακόμα και σήμερα η αποβίβαση πραγματοποιείται με βάρκες), καθιστά εξαιρετικά δύσκολη έως πρακτικά αδύνατη οποιαδήποτε επιχείρηση απόδρασης. Παρά ταύτα, οι βρετανικές αρχές φρόντισαν να λάβουν όλα τα απαραίτητα προληπτικά μέτρα. Στις 10 Δεκεμβρίου 1815, ο αυτοκράτορας και η συνοδεία του μεταφέρθηκαν στο Longwood House, ένα μικρό σύμπλεγμα κατοικιών στο κεντρικό υψίπεδο του νησιού, σε απόσταση ασφαλείας από την ακτή. Η φύλαξη ανατέθηκε σε μια δύναμη 3.000 (!) ανδρών, που αναπτύχθηκαν περιμετρικά. Η κυκλοφορία εντός της περιμέτρου ήταν ελεύθερη. Πέραν αυτής, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελούσε η εξασφάλιση της σχετικής άδειας από τις αρχές του νησιού.  Οποιαδήποτε  έξοδος πέραν της περιμέτρου, γινόταν αντικείμενο στενής παρακολούθησης. Οι ανέσεις περιορίζονταν στα απαραίτητα, η δε διατροφή ήταν μέτρια έως κακή. Η αλληλογραφία (αλλά και κάθε είδος γραπτού κειμένου συμπεριλαμβανομένων των σημειώσεων του Las Cases και του πρωτότυπου χειρογράφου των Απομνημονευμάτων) υπαγόταν σε κανόνες αυστηρής λογοκρισίας, ενώ, μεταξύ των θαμώνων του Longwood κοινή ήταν η πεποίθηση περί παρείσφρησης κατασκόπων στους κόλπους του βοηθητικού προσωπικού. Σήμερα, το Longwood και ο παραπλήσιος τάφος του Ναπολεόντα (προτού τα οστά του τελευταίου μεταφερθούν στο Παρίσι το 1840), αποτελούν ιδιοκτησία του Γαλλικού κράτους, το οποίο έχει αναλάβει τα έξοδα συντήρησης και λειτουργίας τους ως τόπου προσκυνήματος.

Το Longwood House σε χαρακτικό εποχής.

In Napoleon’s footsteps on St Helena

Στις 17 Απριλίου 1816 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνάντηση του Ναπολέοντα με τον στρατηγό Sir Hudson Lowe, τον νεοδιορισθέντα κυβερνήτη της Αγίας Ελένης. Μέχρι το 1821, ο συνολικός αριθμός των συναντήσεων ανάμεσα στους δυο άνδρες δεν κατάφερε να ξεπεράσει τις δέκα, γεγονός που καταδεικνύει τις κάκιστες μεταξύ τους σχέσεις. Ο ήδη γνωστός από το παρελθόν για την άξεστη συμπεριφορά του Βρετανός αξιωματούχος, διακατεχόταν σε καθημερινή κλίμακα από το σύνδρομο της απόδρασης του διάσημου κρατουμένου του και για τον λόγο αυτό ενίσχυε διαρκώς και με τρόπο αψυχολόγητο τα μέτρα ασφαλείας, προκαλώντας τη δικαιολογημένη δυσφορία των εγκλείστων του Longwood. Κάθε είδους μέτρο (ψυχολογικής περισσότερο) πίεσης ήταν ευπρόσδεκτο στο ποσοστό, κατά το οποίο θα μπορούσε να αποτρέψει παρόμοιο ενδεχόμενο. Πόσο μάλλον, που  φήμες, με προέλευση την Ευρώπη και την Αμερική, έκαναν λόγο ακόμα και για σχεδιαζόμενη φυγάδευση του αυτοκράτορα με χρήση …υποβρυχίου, του νέου είδους πλεούμενου, που είχε επινοήσει ο Αμερικανός μηχανικός Robert Fulton, πατέρας της προώθησης των πλοίων με ατμοκίνηση.

Στην πραγματικότητα, η κατάσταση ήταν λιγότερο δραματική από όσο περιγράφεται με αδρές εκφράσεις στα Απομνημονεύτατα της Αγίας Ελένης (στην εκδοθείσα μορφή και λιγότερο στο αρχικό χειρόγραφο που κατασχέθηκε από τους Βρετανούς το 1816 και το οποίο υπόκειτο, ούτως ή άλλως, σε λογοκρισία). Η μεταμόρφωση του Ναπολέοντα από έγκλειστο σε μάρτυρα είναι σε μεγάλο ποσοστό εφεύρημα του Las Cases, με αντικειμενικό σκοπό την κατάκτηση ενός όσο το δυνατόν πολυπληθέστερου αναγνωστικού κοινού, κάτι που κατάφερε στην εντέλεια. Οι, συνεπαρμένοι από το πνεύμα του Ρομαντισμού, αναγνώστες των Απομνημονευμάτων, έχοντας κατά νου ότι σε στιγμές δόξας, ο Ναπολέων είχε καταλύσει στα μεγαλύτερα και πολυτελέστερα ανάκτορα της Ευρώπης, κλονίστηκαν διαβάζοντας την περιγραφή της καθημερινής ζωής στο ταπεινό Longwood. Ακόμα και η γεμάτη συγκινησιακή φόρτιση έκφραση “Αν ο Ιησούς δεν είχε σταυρωθεί δεν θα ήταν Θεός”, η οποία αποδίδεται στον Ναπολέοντα, δεν είναι αποδεδειγμένο ότι εκστομίστηκε τελικά από αυτόν. Φαίνεται, πάντως, πως και ο ίδιος ο αυτοκράτορας δεν υπήρξε εντελώς αμέτοχος. Επάνω στο νησί, πριν από την αναχώρηση του Las Cases, διαδραματίστηκε κοινῄ συναινέσει μια κωμωδία, που συνίστατο στην εσκεμμένη μεταμόρφωση του εαυτού του από απλό εξόριστο σε Προμηθέα δεσμώτη στον βράχο της Αγίας Ελένης, αιχμάλωτο της Ιεράς Συμμαχίας, καθώς και στη μετατροπή του  Hudson Lowe από σπασμωδικό και αγχωμένο κυβερνήτη σε έναν στυγνό και αδίστακτο δεσμοφύλακα.

Sir Hudson Lowe (1769 – 1844).

Συνοψίζοντας, η έκδοση των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης του 1823-1824, όπως και όλες οι υπόλοιπες, που κυκλοφόρησαν μεταγενέστερα, κινούνται στο μεταίχμιο της ιστορικής αλήθειας και της περιστασιακής της παραβίασης. Ο Ναπολέων ουδέποτε υπήρξε υπερασπιστής της λαϊκής κυριαρχίας, πόσο μάλλον εγγυητής της αρχής των εθνοτήτων. Ο εγκλεισμός του στην άκρη του κόσμου από τα κράτη μέλη της Ιεράς Συμμαχίας, ορκισμένων εχθρών όλων όσων παραπλανητικά αποδίδονται στον αυτοκράτορα από τα Απομνημονεύματα, προσέφερε το τέλειο άλλοθι στον Las Cases. Μέσα σε μια διαφορετική χρονική συγκυρία, ελισσόμενος με αξιοζήλευτη ευελιξία και αναμφισβήτητη συγγραφική ικανότητα, εκπλήρωσε στο έπακρο τον δισυπόστατο στόχο, τον οποίο είχε θέσει ευθύς εξαρχής: εκείνον της περιφρούρησης της υστεροφημίας του ινδάλματός του και εκείνον μιας ανεπανάληπτης εκδοτικής επιτυχίας. Υπό παρόμοιες συνθήκες, είναι δεδομένο πως η αποστολή και ο ρόλος των  ιστορικών υποβαθμίζονται σε ελάσσονα μοίρα.

Jean Tulard : Napoléon à Sainte-Hélène

  Β. Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης και η επανεκτίμηση των Απομνημονευμάτων

Το 2004, στο πλαίσιο μιας έρευνας στη Βρετανική Βιβλιοθήκη του Λονδίνου για τον Hudson Lowe, ο ιστορικός Peter Hicks εντόπισε την ύπαρξη ενός μακροσκελούς τετράτομου χειρογράφου κειμένου, το οποίο έμελλε να οδηγήσει σε επανεκτίμηση της όλης υπόθεσης. Το κείμενο βρέθηκε στα κατάλοιπα της οικογενείας Bathurst (o Henry Bathurst, 3ος λόρδος Bathurst, διετέλεσε από το 1812 έως το 1827 υπουργός Στρατιωτικών και Αποικιών). Το εν λόγῳ κείμενο είναι ένα αντίγραφο του πρώτου χειρογράφου, που οι αρχές της Αγίας Ελένης είχαν κατάσχει λίγο προτού απελάσουν από εκεί τον Las Cases. Όταν, αμέσως μετά τον θάνατο του Ναπολέοντα το 1821, βρέθηκαν μπροστά στην υποχρέωση να επιστρέψουν το χειρόγραφο στον νόμιμο κάτοχό του, φρόντισαν, προηγουμένως, να κρατήσουν ένα πιστό αντίγραφο. Επρόκειτο για μια προληπτική κίνηση, ενόψει της διαφαινόμενης, τότε, έκδοσης των Απομνημονευμάτων της Αγίας Ελένης, η οποία τους παρείχε την δυνατότητα να αντικρούσουν οποιεσδήποτε μεταγενέστερες προσθήκες, ειδικότερα εάν αυτές στρέφονταν εναντίον των βρετανικών συμφερόντων. Το πιστό αυτό αντίγραφο παραδόθηκε στον καθ ύλην αρμόδιο υπουργό (δηλ. τον Bathurst) κι έτσι εξηγείται ο εντοπισμός του στα κατάλοιπα της οικογενείας. Το 1965, το αρχείο Bathurst κατατέθηκε στη Βρετανική Βιβλιοθήκη, όπου φυλάσσεται σήμερα. Η αλήθεια είναι πως η ύπαρξη του τετράτομου χειρογράφου κειμένου είχε επισημανθεί 42 χρόνια νωρίτερα, το 1923, όταν η Επιτροπή Ιστορικών Χειρογράφων (Historical Manuscripts Commission), εφαρμόζοντας σχολαστικά τη σχετική νομοθεσία, είχε δημοσιοποιήσει μια αναλυτική καταγραφή των καταλοίπων Bathurst, έστω και αν τα τελευταία βρίσκονταν ακόμη στην κατοχή της οικογενείας και απαιτείτο ειδική άδεια προκειμένου ένας ερευνητής να μπορέσει να τα συμβουλευθεί. Στην καταγραφή αυτή αναφέρεται ρητά η ύπαρξη του επίμαχου χειρογράφου. Ωστόσο, ουδείς διέγνωσε τότε τη σημασία του. Ούτε το 1965, όταν τα κατάλοιπα αποκτήθηκαν από τη Βρετανική Βιβλιοθήκη. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα 39 ολόκληρα χρόνια, έως ότου ο Hicks καταφέρει να εντοπίσει την ύπαρξή του από τύχη και μόνο.

Πρώτη αντίδραση του Βρετανού ιστορικού ήταν να ενημερώσει σχετικά τον άμεσα ενδιαφερόμενο φορέα στη Γαλλία, την Fondation Napoléon. Αμέσως συγκροτήθηκε μια ομάδα από ειδικούς (Thierry Lentz, Chantal Prévot, François Houdecek και, φυσικά, Peter Hicks), η οποία ανέλαβε να εξετάσει το κείμενο και να αξιολογήσει το περιεχόμενό του. Η εξονυχιστική και επίπονη αυτή διαδικασία ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2017, με την κυκλοφορία μιας έκδοσης, η οπoία φέρει τον τίτλο Emmanuel de Las Cases: Le morial de Sainte-ne. Le Manuscrit original retrouvé (Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης. Το ανευρεθέν πρωτότυπο χειρόγραφο).

Αν και ελαφρώς παραπλανητικός, ο τίτλος του τόμου κινείται κοντά στην πραγματικότητα. Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης δεν είναι το πρωτότυπο των Απομνημονευμάτων, που επιστράφηκε στον Las Cases και με γνώμονα το οποίο ο τελευταίος προχώρησε, το 1823, στην πρώτη έκδοση. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των ιστορικών, η τύχη του χειρογράφου εκείνου αγνοείται ακόμη. Το κείμενο που καταχωρίστηκε στα κατάλοιπα Bathurst δεν είναι παρά ένα αντίγραφο. Ωστόσο, η ομάδα, η οποία το διερεύνησε, έχει κάθε λόγο να πιστεύει πως αποδίδει πιστά το περιεχόμενο του πρωτοτύπου. Προφανώς από το ίδιο σκεπτικό διακατεχόταν και το άτομο εκείνο (ο Lowe ή ο Bathurst), που είχε διατάξει τη διενέργεια της αντιγραφής. Διαφορετικά δεν είχε νόημα η αναπαραγωγή ενός τόσο μακροσκελούς κειμένου. Αποτελεί ευτύχημα το γεγονός ότι το άτομο, το οποίο είχε επιλεγεί για τη διεκπεραίωση της όλης επιχείρησης (η ταυτότητά του εξακολουθεί να παραμένει άγνωστη),ήταν καλλιγράφος και εξαιρετικός γνώστης της γαλλικής γλώσσας. Όχι μόνο το κείμενο δεν περιέχει ορθογραφικά ή γραμματικά λάθη, αλλά, επιπλέον, είναι ευανάγνωστο, προς μεγάλη τέρψη των ιστορικών που ανέλαβαν να το αξιολογήσουν. Η αναπαραγωγή πραγματοποιήθηκε, μάλλον, εντός του Colonial Office,  καθώς ό,τι γραπτό κείμενο του Las Cases είχαν κατάσχει οι Βρετανοί, στοιβάχτηκε σε επτασφράγιστα κιβώτια και αποστάλθηκε αμέσως στο Λονδίνο.  Όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν, επομένως, προς το συμπέρασμα πως, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, το αντίγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έγγραφο, πρόσκειται πλησιέστερα προς το πρωτότυπο των ετών 1815 – 1816. Πάντως, η μεγάλη συμβολή της ανακάλυψης προκύπτει από την αντιπαραβολή του συγκεκριμένου κειμένου με εκείνο της πρώτης έκδοσης των Απομνημονευμάτων (1823), που μέχρι πρότινος αποτελούσε το ένα και μοναδικό τεκμήριο, δίχως ύπαρξη μέτρου σύγκρισης.

Η πρώτη διαπίστωση έχει να κάνει με την έκταση. Το χειρόγραφο κείμενο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης αντιπροσωπεύει λιγότερο από το ήμισυ της έκδοσης του 1823. Εφόσον δεχθεί κανείς ότι αποδίδει πιστά το αρχικό πρωτότυπο – εκείνο των ετών 1815-1816 – τότε διαθέτουμε ένα ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο του μεγέθους των παρεμβάσεων του Las Cases. Η έκδοση του 1823 ξεπερνά τις 2.000 σελίδες. Εκείνη του πρόσφατα ανακαλυφθέντος εγγράφου, μόλις που αγγίζει τις 900. Περιγραφές του ιδίου του Ναπολέοντα, οι οποίες αναπτύσσονται σε 5 ακόμα και 10 σελίδες το 1823, μόλις που ξεπερνούν λίγες σειρές στο χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης. Διαφορά υπάρχει και ως προς το ύφος. Το πομπώδες, σχεδόν θεατρικό, ύφος με το οποίο ο Las Cases έχει περιβάλει τον ήρωά του στην έκδοση του 1823, παραχωρεί τη θέση του σε έναν περισσότερο σεμνό και λιτό τρόπο αφήγησης. Ακόμα και εκφράσεις (κατά κανόνα μεγαλόστομες), που αρχικά αποδίδονταν στον αυτοκράτορα, από την αντιπαραβολή των δυο κειμένων προκύπτει πως δεν είναι δικές του, καθώς απουσιάζουν από αυτό της Βρετανικής Βιβλιοθήκης. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης περιέχουν μακροσκελείς περιγραφές ιστορικών γεγονότων, ανθρώπινων χαρακτήρων και γεωγραφικών τοπίων, που κουράζουν τον αναγνώστη. Ο ίδιος ο Las Cases το ομολογεί, καθώς υπάρχουν στιγμές μέσα στο κείμενο, όπου αποκαλύπτει πως η μαρτυρία του Ναπολέοντα δεν αποτελεί την αποκλειστική πηγή της πληροφόρησής του. Άλλοτε κάνει χρήση εισαγωγικών κι άλλοτε όχι. Αλλά και σε περιπτώσεις που τα εισαγωγικά παραμένουν, εκφράζονται επιφυλάξεις ως προς το κατά πόσο πρόκειται για αυθεντική μαρτυρία του Ναπολέοντα. Η έκδοση του 1823 πραγματοποιήθηκε κατά στάδια. Μόλις συνειδητοποίησε την εμπορική επιτυχία των δύο πρώτων τόμων, ο Las Cases αποφάσισε να εμπλουτίσει το κείμενο με επιπρόσθετα (όχι όμως απαραίτητα) στοιχεία, πολλαπλασιάζοντας την έκταση του τελευταίου για λόγους ευνόητους. Αντίθετα, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αποδώσει στον αντιγραφέα του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης κριτικό πνεύμα, που να του επιτρέπει να προχωρήσει επιλεκτικά, διατηρώντας ό,τι θεωρούσε σημαντικό και απορρίπτοντας όλα τα υπόλοιπα. Το πρόσφατα ανευρεθέν τεκμήριο χαρακτηρίζεται από μια αξιοσημείωτη ροή λόγου και σκέψης, σε αντίθεση με το πληθωρικό κείμενο του 1823, όπου οι προσθήκες λειτουργούν σε βάρος της ενότητας του συνόλου.

Charles de Steuben, Ο θάνατος του Ναπολέοντα, 1821, Arenenberg, Napoleonmuseum.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί πως τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης δεν αποτελούν τη μοναδική προσπάθεια καταγραφής των μαρτυριών του Ναπολέοντα στον τόπο της εξορίας του. Ένα έτος πριν από την πρώτη έκδοση του 1823, κυκλοφόρησαν τα απομνημονεύματα του  προσωπικού του γιατρού, του Ιρλανδού  Barry Edward O’Meara (1786-1836), με τον τίτλο Napoleon in Exile, or A Voice From St. Helena, πραγματικός κόλαφος σε βάρος του Hudson Lowe και των μεθόδων του. Λέγεται, μάλιστα, πως η είδηση της κυκλοφορίας του βιβλίου αιφνιδίασε τον Las Cases και τον  ανάγκασε να επισπεύσει την δική του έκδοση, καθώς διαπίστωσε πως η επιχείρηση, την οποία τόσο επιμελώς είχε επί χρόνια στήσει, τελούσε εν κινδύνῳ. O Charles Tristan, μαρκήσιος de Montholon (1783-1853) υπήρξε ο άνθρωπος που έκλεισε τα μάτια του αυτοκράτορα στις 17.49΄ μ.μ. της 5ης Μαΐου 1821. Παρέμεινε στο πλευρό του από την πρώτη έως την τελευταία στιγμή της εξορίας. Ωστόσο, συνέδεσε το όνομά του με σωρεία μηχανορραφιών, που αποσκοπούσαν, κυρίως, στη διασφάλιση του ελέγχου του μικρόκοσμου του Longwood House από τον ίδιο. Θεωρίες συνωμοσίας τον επιβαρύνουν με την υποψία περί δηλητηρίασης του Ναπολέοντα μέσῳ χορήγησης αρσενικού κατόπιν εντολής των Βρετανών ή του βασιλικού οίκου των Βουρβόνων (ο αυτοκράτορας πέθανε από καρκίνο του στομάχου, δίχως να έχει αποκλειστεί κατηγορηματικά και αυτό ακόμη το ενδεχόμενο της δηλητηρίασης). Το 1846, στο τέλος της ζωής του, ο Montholon εξέδωσε  μια Εξιστόρηση της αιχμαλωσίας του Αυτοκράτορα Ναπολέοντα στην Αγία Ελένη (Récits de la captivité de l’Empereur Napoléon à Sainte-Hélène). Αφήνοντας αδιάφορους τους πάντες, το έργο γνώρισε παταγώδη αποτυχία. To 1899 κυκλοφόρησε το δίτομο Ημερολόγιο της Αγίας Ελένης (Le journal inédit de Sainte-Hélène) του στρατηγού Gaspard Gourgaud (1783-1852). Καλύπτει την χρονική περίοδο από την άφιξη του αυτοκράτορα στον τόπο εξορίας, έως την αναχώρηση του Gourgaud από εκεί, τον Μάρτιο του 1818. Από τους επονομαζόμενους “Τέσσερις Ευαγγελιστές της Αγίας Ελένης” (Montholon, Bertrand, Las Cases, Gourgaud), ήταν εκείνος που είχε τη μικρότερη οικειότητα με τον Ναπολέοντα. Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί πως ο Gourgaud υπήρξε θύμα ενός ακήρυχτου πολέμου επιρροής, που είχε εκδηλωθεί στους κόλπους του στενού περιβάλλοντος του αυτοκράτορα με υποκινητή και πρωταγωνιστή τον Μontholon, γεγονός που τον είχε καταστήσει σχεδόν ανεπιθύμητο στο Longwood. Η μόνη, αποδεδειγμένης ιστορικής αξίας, μαρτυρία, είναι εκείνη του στρατηγού Henri Gratien Bertrand (1773-1844), ο οποίος είχε συνοδεύσει τον αυτοκράτορα και στην προηγούμενη εξορία, στη Νήσο Έλβα. Ο Bertrand ήταν πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης του Ναπολέοντα. Είχε, μάλιστα, συχνές ιδιωτικές συνομιλίες μαζί του, τις οποίες κατέγραφε κατόπιν σε κωδικοποιημένες σημειώσεις, προκειμένου να αποφύγει την λογοκρισία εκ μέρους των βρετανικών αρχών του νησιού. Η χρήση κώδικα εξηγεί την καθυστερημένη (μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και με μεγάλα κενά και ελλείψεις έκδοση των σημειώσεών του. Το 1840, ο Bertrand μετέβη εκ νέου στην Αγία Ελένη για να συνοδεύσει τη μεταφορά των οστών του Ναπολέοντα στη Γαλλία. Ο τάφος του βρίσκεται πλησίον εκείνου του αυτοκράτορα στο Hôtel des Invalides. Tα κατάλοιπα του στρατηγού Bertrand ανήκουν, σήμερα, στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας με κωδικό: 390 AP. Αποτελούνται από 34 ογκώδεις φακέλους. Οι πρωτότυπες σημειώσεις, οι οποίες κρατήθηκαν ως επακόλουθο των συνομιλιών με τον Ναπολέοντα στη Νήσο της Αγίας Ελένης, είναι καταχωρισμένες στους φακέλους υπ αριθμ. 24 – 29.

Απόσπασμα από τις κωδικοποιημένες σημειώσεις του στρατηγού Bertrand.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι από όλες τις καταγεγραμμένες μαρτυρίες των ανθρώπων του περιβάλλοντος του Ναπολέοντα, τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης υπήρξαν τελικά εκείνα που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον για πολλούς και διαφόρους λόγους, Επιπλέον, η πολύ σημαντική ανακάλυψη του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης τείνει να βάλει τα πράγματα περισσότερο στη θέση τους. Χάρη στο μέτρο σύγκρισης, το οποίο γενναιόδωρα προσφέρει, καθιστά επιτέλους εφικτό τον διαχωρισμό ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα, τη διάκριση ανάμεσα στο ελκυστικό λογοτέχνημα και την πρωτογενή ιστορική μαρτυρία. H διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο μομφή σε βάρος του Las Cases, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο αμφοτέρων των κειμένων. Οι λόγοι που υπαγόρευσαν τις πάμπολλες προσθήκες έχουν ήδη αναλυθεί και δεν χρειάζεται κανείς να επανέλθει. Μεγάλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα, κινούμενοι συχνά στο μεταίχμιο ανάμεσα στην ιστορία και τη λογοτεχνία (Stendhal, Pushkin, Victor Hugo, Ėmile Zola, Lyov Tolstoy κλπ.) λειτούργησαν ανάλογα, έστω και αν οι αλλεπάλληλες επικαλύψεις ανάμεσα στο πραγματικό και το φαντασιακό των γραπτών τους δυσχέραιναν το έργο των μετέπειτα ερευνητών. Τα Απομνημονεύματα της Αγίας Ελένης εκπλήρωσαν τον ιστορικό και τον πολιτικό ρόλο, που τους αναλογούσε. Αποτελούν, ως ένα ποσοστό, πρωτογενή μαρτυρία, προερχόμενη, έστω και με έμμεσο τρόπο, από την κύρια πηγή πληροφοριών, δηλαδή τον Ναπολέοντα τον ιδιο προσωπικά. Σφυρηλάτησαν το δόγμα του βοναπαρτισμού, το οποίο, έπειτα από τις επαναστάσεις του 1830 και του 1848, επέτρεψε στον Λουδοβίκο-Ναπολέοντα (μετέπειτα Ναπολέοντα Γ΄) να καταλάβει την εξουσία.

5 Μαΐου 1921: τελετή μνήμης στον αρχικό τάφο του Ναπολέοντα πλησίον του Longwood House, με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από την ημερομηνία του θανάτου του.

Το χειρόγραφο της Βρετανικής Βιβλιοθήκης, από τη δική του πλευρά, θέτει το όλο ζήτημα επάνω σε καθαρά ιστοριογραφικό υπόβαθρο, καθώς προσφέρει ένα περισσότερο πειστικό και αξιόπιστο τεκμήριο της πρώτης περιόδου της εξορίας, με πολυάριθμες και λιγότερο εξιδανικευμένες αναγωγές σε ένα λαμπρό και ένδοξο παρελθόν. Η εικόνα του Ναπολέοντα, υπέρμαχου των ιδεών του φιλελευθερισμού, υπάρχει ως ένα βαθμό από τότε. Την καλλιεργεί ο ίδιος ο αυτοκράτορας, γνωρίζοντας ότι σύντομα θα του προσήπταν τον αυταρχισμό και τα λάθη του (η εκστρατεία στη Ρωσία, οι εκατό μέρες ανάμεσα στην απόδραση από τη Νήσο Έλβα και την ήττα στη μάχη του Βατερλώ κλπ.). Δεν πρόκειται, επομένως, για εφεύρημα του Las Cases. Ο τελευταίος, φροντίζει να προσδώσει περισσότερο πληθωρικές διαστάσεις σε αυτό το θέμα, βιώνοντας προσωπικά τις δραματικές ζυμώσεις, που έμελλαν να οδηγήσουν στην επανάσταση του 1830. Όπως κάθε επώνυμο πρόσωπο, που γράφει ή υπαγορεύει τα απομνημονεύματά του, έτσι και ο Ναπολέων στρογγυλεύει τις γωνίες δίνοντας έμφαση στα επιτεύγματα και υποβαθμίζοντας τις αρνητικές πτυχές. Η μεγάλη δε συμβολή του χειρογράφου της Βρετανικής Βιβλιοθήκης είναι ότι του προσφέρει τη δυνατότητα να βγει συχνότερα στο προσκήνιο και να μην ασφυκτιά κάτω από την (γεμάτη καλές προθέσεις) διαμεσολάβηση του Las Cases.

Thierry Lentz : Du manuscrit au Mémorial de Sainte-Hélène

Πρωτίστως, όμως, η ευτυχής συγκυρία της ανακάλυψης του χειρογράφου, μας υπενθυμίζει πως η Ιστορία είναι μια διαρκώς εξελισσόμενη επιστήμη. Αποκαλύπτει, επίσης, την αφοπλιστική γοητεία της ερευνητικής διαδικασίας. Η Ιστορία δεν γράφεται με γνώμονα το συναίσθημα ή τη διαίσθηση. Πρόκειται για δυο παραμέτρους, οι οποίες, ασφαλώς, διεκδικούν κι αυτές επάξια τη θέση τους. Από μόνες τους, ωστόσο, δεν αρκούν. Η Ιστορία γράφεται με βάση τα τεκμήρια. Δεν αποτελεί κάποιο περιστασιακό εργαλείο, που να μας επιτρέπει να προβάλλουμε τις επιθυμίες μας ή να εξορκίζουμε τις όποιες αδυναμίες και ανασφάλειες μας διακατέχουν. Πάνω απ όλα, όμως, η Ιστορία λέει αυτά που λέει κι όχι απαραίτητα εκείνα που εμείς θα θέλαμε να λέει. Τόσο απλά!

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

Balcombe, Betsy, with introduction by J. David Markham, To Befriend an Emperor, Betsy Balcombe’s Memoirs of Napoleon on St Helena. Welwyn Garden City, UK, Ravenhall Books, 2005,  Reprint from 1844.

Barry O’Meara, Napoleon in Exile: Or, A Voice from St. Helena: the Opinions and Reflections of Napoleon on the Most Important Events of His Life and Government in His Own Words, Cambridge University Press, 2015 (αρχική έκδοση 1822).

Charles Tristan de Montholon, Récits de la captivité de l’ empereur Napoléon à Sainte-Hélène, Elibron Classics, 2006 (αρχική έκδοση 1847).

Général Baron Gourgaud, Journal de Sainte-Hélène, 1815-1818, Παρίσι,  Ernest Flammarion, 1944 (αρχική έκδοση 1899).

Général Bertrand, Cahiers de Sainte Hélène, 3 τόμοι, Παρίσι, Albin Michel,  1949-1959.

Le Comte de Las Cases, Le Mémorial de Sainte Hélène, 2 τόμοι, Παρίσι, Bibliothèque de la Pléiade, 1935 (αρχική έκδοση 1823).

Emmanuel de Las Cases, Le Mémorial de Sainte-Hélène: Le manuscrit original retrouvé, (επιμ. Thierry Lentz, Peter Hicks, François Houdecek, and Chantal Prévot), Παρίσι, Perrin,  2017.

ΝΕΩΤΕΡΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Paul Ganière, Napoléon à Sainte-Hélène, Παρίσι, Amiot-Dumont, 1957.

Ralph Korngold,,The Last Years of Napoleon, His Captivity on St Helena, Νέα Υόρκη, Harcourt, Brace and Company,  1959.

Gilbert Martineau, Napoléon à Sainte-Hélène 1815-1821, Παρίσι, Tallandier, 1981 και 2016.

Simon Leys,  The Death of Napoleon,  Λονδίνο, Pan Books Limited,  1993.

Jean-Paul Kauffmann, La Chambre noire de Longwood, Παρίσι, Éditions de la Table Ronde, 1997.

Michel Dancoisne-Martineau, Chroniques de Sainte-Hélène: Atlantique sud, Παρίσι, Perrin, 2011.

Θεόδωρος K. Κορρές: «Ὑγρόν Πῦρ», Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής

Θεόδωρος K. Κορρές
 «Ὑγρόν Πῦρ»
Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής*
 

A. Ιστορικό Περίγραμμα της χρήσης του Υγρού Πυρός από τους Βυζαντινούς

«…τοὶ δ’ ἔμβαλον ἀκάματον πῦρ  νηῒ θοῇ· τῆς δ’ αἶψα κατ’ ἀσβέστη κέχυτο φλόξ. ὣς τὴν μὲν πρυμνὴν πῦρ ἄμφεπεν·»¹

Η παραπάνω αναφορά που διαβάζουμε στην Ιλιάδα του Ομήρου μας θυμίζει πως η χρήση της φωτιάς για πολεμικούς σκοπούς είναι τόσο παλιά, όσο και η ίδια η τέχνη του πολέμου. Φθάνοντας στην πρώιμη βυζαντινή περίοδο συναντούμε αναφορές ιστορικών, όπως ο Ιωάννης Μαλάλας και ο Προκόπιος, για εμπρηστικά μίγματα ή ακόμη και εμπρηστικές χημικές συνθέσεις. Ο Ιωάννης Μαλάλας, εξιστορώντας τα γεγονότα της επανάστασης του Βιταλιανού κατά του αυτοκράτορα Αναστασίου Α΄ το 515 μ.Χ. αναφέρεται στο «θείο ἄπυρο» και τις ιδιότητές του.2

Επομένως, ήδη από τις αρχές του 6ου αι., μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι στο Βυζάντιο υπήρχε μία παράδοση στην κατασκευή και χρήση εμπρηστικών μιγμάτων. Ένα από τα προϊόντα αυτής της παράδοσης είναι αυτό που στις πηγές το συναντούμε με διάφορα ονόματα, όπως «υγρόν», «θαλάσσιον», «σκευαστόν» ή «ελληνικόν πῦρ». Το όπλο αυτό εμφανίζεται εκ νέου στις πηγές στα τέλη του 7ου αι. και η «εφεύρεσή» του αποδίδεται στον Έλληνα αρχιτέκτονα Καλλίνικο από την Ηλιούπολη (Baalbek) της Συρίας. Η χρήση του υγρού πυρός από τους Βυζαντινούς κατά τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων που έλαβαν χώρα το διάστημα 674-678, δηλαδή κατά την πρώτη απόπειρα των Αράβων να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, ήταν καθοριστικής σημασίας για την αποτυχία του εγχειρήματος.

Το ίδιο όπλο χρησιμοποιείται και κατά τη δεύτερη πολιορκία της Βασιλεύουσας από τους Άραβες το 717-718. Ο αυτοκράτορας Λέων Γ΄ το αξιοποιεί σε δύο περιπτώσεις για να κάψει τα εχθρικά πλοία, επιτυγχάνοντας τη σωτηρία της Πόλεως, αλλά και της αυτοκρατορίας και αποκρούοντας τη σημαντικότερη απόπειρα των Αράβων να εισβάλουν στον ευρωπαϊκό χώρο. Λίγα χρόνια αργότερα, ενώ την εξουσία είχε ακόμη ο Λέων Γ΄, το υγρό πυρ χρησιμοποιείται από το βασιλικόν πλώιμον, δηλαδή το στόλο που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη, κατά των σκαφών των στασιαστών του γνωστού «Κινήματος των Ελλαδικών».3 Η κατοχή του υγρού πυρός ήταν αυτή που έκρινε την τύχη της ναυτικής σύγκρουσης ανάμεσα στα αυτοκρατορικά πλοία και εκείνα των κινηματιών, χαρίζοντας τη νίκη στα πρώτα.

Στις αρχές του 9ου αι. οι Βούλγαροι του Κρούμου κατέλαβαν την πόλη της Μεσημβρίας και ανάμεσα στα λάφυρα που αποκόμισαν βρισκόταν και αριθμός «χάλκινοι σίφωνες» και ποσότητα υγρού πυρός, χρήση των οποίων δεν έκαναν ποτέ. Υγρό πυρ χρησιμοποιήθηκε το 941 επί Ρωμανού Α΄ για την αντιμετώπιση της ρωσικής απειλής, όπως και το 1043 επί Κωνσταντίνου Θ΄ του Μονομάχου, ξανά κατά των Ρώσων, αυτή τη φορά υπό τον Βλαδίμηρο, κατακαίγοντας και τις δύο φορές τα εχθρικά σκάφη. Δεν ήταν όμως το υγρό πυρ ένα όπλο που οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν όταν βρίσκονταν σε άμυνα. Τόσο ο Νικηφόρος Φωκάς το 960 κατά την ανακατάληψη της Κρήτης από τους Σαρακηνούς, όσο και ο Ιωάννης Τσιμισκής κατά των Ρώσων στη Βουλγαρία το 971, είχαν εφοδιάσει τις ναυτικές τους δυνάμεις με υγρό πυρ.

Το υγρό πυρ αναφέρεται και στο έργο του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου «Προς τον ίδιο υιόν Ρωμανόν», ενώ η χρήση του συνεχίζεται, σύμφωνα με τις πηγές, τόσο κατά τα χρόνια των Κομνηνών αυτοκρατόρων, όσο και κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο, αν και οι περιγραφές, όπως αυτές της Άννας Κομνηνής, δεν είναι σαφείς ως προς το τι ακριβώς ήταν και πως χρησιμοποιείτο το υγρό πυρ, επιτρέποντας μόνο υποθέσεις.

B. Σύνθεση και τρόποι χρήσης του υγρού πυρός 4

α) Οι παλαιότερες θεωρίες

Οι διθυραμβικές αναφορές των βυζαντινών πηγών (Θεοφάνης) για τη σημασία της χρήσης του υγρού πυρός κατά των Αράβων στις δύο πολιορκίες της Κωνσταντινούπολης (674-678 και 717-718) προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των ερευνητών, οι οποίοι προσπάθησαν να ανακαλύψουν σε τι ακριβώς συνίστατο αυτό το «μυστικό» όπλο, το οποίο χάθηκε μαζί με την αυτοκρατορία. Οι προσπάθειές τους επικεντρώθηκαν αρχικά στο ζήτημα της σύνθεση τους υγρού πυρός. Η πρώτη ομάδα ερευνητών υποστήριξε πως ο Καλλίνικος πρόσθεσε νίτρο, το οποίο ως τότε ήταν άγνωστο, στις ήδη υπάρχουσες εμπρηστικές ύλες για να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα ενισχυμένο μίγμα, ενώ η δεύτερη ομάδα αρνείται τη χρήση του νίτρου και αντιπροτείνει τον ασβέστη, βασιζόμενη στην ιδιότητα που από τις πηγές αποδίδεται στο υγρό πυρ να αυτοαναφλέγεται  στην επαφή του με το νερό.

Την πρώτη θεωρία υποστήριξε αρχικά ο Γάλλος χημικός Berthelot το 1891 σε άρθρο του και έπειτα σε εκτενή μελέτη του, το1893. Ο Berthelot θεώρησε πως οι αναφορές των πηγών σε βροντές, καπνούς και λάμψεις που συνόδευαν τη χρήση του υγρού πυρός, ήταν σαφής ένδειξη περί της γνώσης της ύπαρξης του νίτρου, ως υλικού, αλλά και της χρήσης του σε εμπρηστικό μίγμα από τους Βυζαντινούς. Με τις θέσεις του Berthelot συμφώνησαν τόσο ο Γερμανός ερευνητής H. Diels όσο και ο C. Zenghelis. Ως προς τη χρήση του υγρού πυρός, ο Berthelot υποστήριξε, δίχως να τεκμηριώνει όμως το πως, ότι «το υγρό πυρ ριχνόταν από μεταλλικούς σωλήνες που ήταν τοποθετημένοι στην πλώρη του πλοίου», καθώς επίσης ότι «ένας μόνο άνδρας αρκούσε για να εκτελέσει το έργο αυτό…πράγμα που σημαίνει πως η διαδικασία εκτόξευσης δεν απαιτούσε ούτε καταπέλτη, ούτε μηχανή πολυσύνθετη». Και ενώ ο H. Diels δεν κάνει κάποια αναφορά στις τεχνικές χρήσης του υγρού πυρός, ο C. Zenghelis θεωρεί πως η χρήση του ήταν μάλλον αντίστοιχη αυτής της πυρίτιδας, δηλαδή αξιοποιείτο για την εξασφάλιση της απαραίτητης ωστικής δύναμης για την εκτόξευση άλλων εμπρηστικών υλών κατά των εχθρικών πλοίων.

Την ίδια εποχή, ο Γερμανός Ε.Ο. von Lippmann επιχείρησε να αντικρούσει τις απόψεις των M. Berthelot – N. Diels, θέλοντας να αποδείξει, σε μελέτη του που δημοσιεύθηκε το 1906, πως η χρήση της πυρίτιδας για πολεμικούς σκοπούς οφειλόταν στους Γερμανούς και ασφαλώς όχι στους Βυζαντινούς, ενώ υποστήριξε πως το νίτρο, ως υλικό, δεν ήταν γνωστό πριν από τον 13ο αι., επικαλούμενος αναφορές του Μάρκου Γραικού, το έργο του οποίου επίσης τοποθετεί τον ίδιο αιώνα (13ο). Ο Μ. Berthelot απάντησε στον Ε.Ο. von Lippmann, θεωρώντας πως τα πορίσματα του τελευταίου στερούνταν αντικειμενικότητας για τους εξής λόγους: α) ο E.O. von Lippmann χρησιμοποίησε κατά τη μελέτη του μόνο τα χωρία των πηγών που πίστευε πως υποστήριζαν/τεκμηρίωναν τις θέσεις του και, β) χρονολόγησε το έργο «Liber ignium” του Μάρκου Γραικού τον 13ο αι., όταν αυτό θα μπορούσε να είναι έργο του 9ου αι., όπως δέχεται άλλωστε και ο C. Zenghelis, βασισμένος σε αντίστοιχο πόρισμα του K. Krumbacher. Ακόμη, ο C. Zenghelis υποστήριξε πως το νίτρο, σε μία τουλάχιστον από τις χημικές του ενώσεις, θα μπορούσε να είναι γνωστό στους Βυζαντινούς, επικαλούμενος αποτελέσματα εργαστηριακών πειραμάτων. Λίγο αργότερα ήταν η σειρά του M. Mercier να απαντήσει στους ισχυρισμούς του C. Zenghelis, επισημαίνοντας ότι και ο τελευταίος προσπαθεί να πιστώσει αποκλειστικά σ’ ένα Βυζαντινό την εφεύρεση της πυρίτιδας, ενώ προηγουμένως για τον ίδιο λόγο κατηγορούσε τον von Lippmann, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, υποστήριξε πως η χρήση της πυρίτιδας για πολεμικούς σκοπούς οφειλόταν στους Γερμανούς.

Ακόμη ο M. Mercier απορρίπτει, ορθά κατά την άποψη του γράφοντος, την εκτίμηση του C. Zenghelis, πως η εκτόξευση του εμπρηστικού μίγματος/ υγρού πυρός γινόταν με τη χρήση του «στρεπτού», μηχανισμού αντίστοιχου σε λειτουργία με το ουραίο των πυροβόλων όπλων. Ο Mercier υποστήριξε ότι τα παλαιότερα σωζόμενα πυροβόλα δεν διέθεταν σκανδάλη για την πυροδότησή τους, αλλά απλώς ο χειριστής τους άναβε ένα φυτίλι, βάζοντας φωτιά στην πυρίτιδα.

Η δεύτερη εκ των παλαιών θεωριών σχετικά με τη σύνθεση του υγρού πυρός ανήκει στον H.W.L. Hime. Ο συγκεκριμένος ερευνητής υποστήριξε πως ήταν η χρήση του ασβέστη που έδινε τις δυνατότητες αυτοανάφλεξης στο εμπρηστικό μίγμα, όταν αυτό ερχόταν σε επαφή με το νερό. Ο ασβέστης ήταν ένα υλικό γνωστό από παλιά άλλωστε και, σύμφωνα με τον Hime, δεν θα μπορούσαν οι ιδιότητές του να διαφύγουν της προσοχής του Καλλίνικου, ο οποίος ήταν αρχιτέκτοντας. Η θερμοκρασία του ανεβαίνει στους 150°C όταν ραντιστεί με νερό, ενώ μαζί με τη νάφθα δημιουργούν ένα ιδιαίτερα εκρηκτικό μίγμα. Την άποψη αυτή του H.W.L. Hime δέχθηκε και ο E.O. von Lippmann. Όμως ο C. Zenghelis διατύπωσε επιφυλάξεις, κατά πόσο αυτό εκρηκτικό μίγμα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί εκτός του ασφαλούς χώρου ενός εργαστηρίου, δηλαδή στις συνθήκες που επικρατούσαν στην ανοικτή θάλασσα. Ο H.W.L. Hime λίγο αργότερα τροποποίησε τις απόψεις, δεχόμενος τις αντικειμενικές δυσκολίες, για να έλθει ο N.D. Cheronis να προσθέσει στον αντίλογο της χρήσης του μίγματος ασβέστη/νάφθας τα εξής επιχειρήματα: α) ότι η παραγωγή φωσφορικού ασβεστίου ήταν αδύνατη τον 7ο αι. και β) ακόμη κι αν αυτό συνέβαινε, η σύνθεση του μίγματος ήταν μια διαδικασία που απαιτούσε μεγάλη ακρίβεια, καθώς η παραμικρή αστοχία στα υλικά (για παράδειγμα εάν υπήρχε έστω και μια σταγόνα ορυκτελαίου), τότε το μίγμα δεν αναφλεγόταν ακόμη και μετά την παρέλευση δεκαπέντε λεπτών

Ως προς τον τρόπο εκτόξευσης του υγρού πυρός, ο H.W.L. Hime δέχθηκε πως η λέξη «σίφων» σημαίνει αντλία και μέσω αυτής εκτοξεύονταν μαζί το νερό και το εμπρηστικό μίγμα. Επιχειρεί έτσι να λύσει το ζήτημα της εκτόξευσης όσο και της πυροδότησης του μίγματος, που γινόταν με την επενέργεια του νερού με το φωσφορικό ασβέστιο.
Τέλος, ο E.O von Lippmann αναφέρει απλώς πως το υγρό πυρ ριχνόταν πάνω στα εχθρικά πλοία «δια μέσου μακρών μεταλλικών σωλήνων, ωθούμενο από την πίεση μιας καταθλιπτικής αντλίας».

Χρήση του Υγρού Πυρός από τους Βυζαντινούς, από το χειρόγραφο της Ιστορίας του Σκυλίτζη.

β) Νεότερες Θεωρίες 5

Με την πάροδο του ετών η συζήτηση σχετικά με το υγρό πυρ όχι μόνο δεν έπαψε, αλλά μάλλον αναθερμάνθηκε. Δύο νέες αντιλήψεις καλλιεργήθηκαν. Η ομάδα που υποστήριζε την πρώτη αντίληψη δεχόταν την ύπαρξη νίτρου και ασβέστη στο εμπρηστικό μίγμα, ενώ η δεύτερη ομάδα ισχυριζόταν πως το μυστικό δεν βρισκόταν στη σύνθεση του μίγματος, αλλά στον τρόπο εκτόξευσής του.

Εκφραστές των απόψεων της πρώτης ομάδας οι M. Mercier και R.J. Forbes. Αμφότεροι πιστεύουν πως το εμπρηστικό μίγμα περιλάμβανε νάφθα ως βασικό συστατικό. ενώ αποτελείτο επίσης και από στερεά συστατικά, όπως το νίτρο και ο ασβέστης. Οι δύο ερευνητές όμως πήγαν ένα βήμα παραπάνω το συλλογισμό τους καθώς υποστήριξαν πως δεν υπήρχε μόνο ένας τύπος υγρού πυρός, αλλά ούτε και μόνο μια μέθοδος εκτόξευσής του. Αντιθέτως, κατά την περίοδο από τα τέλη του 7ου αι. ως και το 1453 θεωρούν πως χρησιμοποιήθηκαν διάφορες παραλλαγές του βασικού εμπρηστικού μίγματος, ενώ και τα μέσα εκτόξευσης διέφεραν κατά περίπτωση. Μάλιστα ο ισχυρισμός τους για διάφορους τύπους υγρού πυρός εδράζεσαι στις πολλές διαφορετικές ονομασίες με τις οποίες απαντάται στις βυζαντινές πηγές το όπλο.

Ως προς τους τρόπους εκτόξευσης, ο M.Mercier εκτιμά πως δεν μπορεί με σαφήνεια να καθοριστεί η σημασία του όρου «σίφων», ενώ ο R.J. Forbes παρότι αρχικά απορρίπτει τη χρήση καταθλιπτικής αντλίας, τελικά δέχεται το συγκεκριμένο μέσο εκτόξευσης του εμπρηστικού μίγματος.

Ανάμεσα στις δύο ομάδες θα πρέπει να τοποθετηθεί η άποψη του J.R. Partington, ο οποίος δεν δέχεται την ύπαρξη ασβέστη ή νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός, αλλά θεωρεί πως η βάση του υγρού πυρός, τουλάχιστον στην πρώιμη μορφή του ήταν το αποσταγμένο (καθαρό) πετρέλαιο, το οποίο «εκσφενδονιζόταν» αρχικά με βαλλίστρες και αργότερα, στα χρόνια του Λέοντα Γ΄ από κρουνούς, στους οποίους έφθανε μέσω εύκαμπτων δερμάτινων σωλήνων, με τη βοήθεια μιας καταθλιπτικής αντλίας.

Στη δεύτερη ομάδα ερευνητών ανήκει η E. Davidson, η οποία δέχθηκε τις απόψεις των M. Mercier και R. Forbes ως προς την σύνθεση του υγρού πυρός, δηλαδή ότι η βάση του ήταν κάποια χημική ένωση που περιείχε νάφθα σε μορφή αργού ή αποσταγμένου πετρελαίου. Περνώντας στο αμιγώς τεχνικό κομμάτι, αυτό της χρήσης του υγρού πυρός, η E. Davidson αποκλείει την εκδοχή της εκτόξευσης μέσω καταθλιπτικής αντλίας, υποστηρίζοντας πως ακόμη και εάν χρησιμοποιούνταν δύο άνδρες, η δύναμή τους δεν θα ήταν επαρκής για να παραχθεί η απαιτούμενη πίεση για την εκτόξευση ενός μίγματος βασισμένου στο πετρέλαιο. Ακόμη, απέκλεισε το ενδεχόμενο χρήσης κάποιους μηχανισμού τύπου καταπέλτη ή τόξου, καθώς υποστήριξε πως οι Βυζαντινοί «δεν γνώριζαν και δεν χρησιμοποιούσαν τέτοια όπλα».

Έτσι, η E. Davidson υποστήριξε πως η εκτόξευση του μίγματος θα ήταν εφικτή εφόσον αυτό θερμαινόταν μέχρι το σημείο του βρασμού. Επεξηγώντας την άποψή της αυτή, η E. Davidson μιλά για σωλήνες γεμάτους υγρό πυρ και σφραγισμένους στο στόμιό τους με ένα πώμα ή με στρώμα ρητίνης, που έλιωνε μόλις το μίγμα ζεσταινόταν. Η πυροδότηση γινόταν στο στόμιο του σωλήνα, όπου το υγρό έφτανε με τη βοήθεια ενός εσωτερικού σωλήνα και το φλεγόμενο υγρό ξεπετιόταν με βροντή εναντίον των εχθρών. Τέλος, η ίδια ερευνήτρια πρόσθεσε πως ίσως οι σωλήνες που περιείχαν το υγρό πυρ να θερμαίνονταν αρχικά πάνω σε άλλα βοηθητικά πλοία και αργότερα πάνω στα ίδια τα πολεμικά και για το λόγο αυτό η θάλασσα έπρεπε να είναι ήρεμη, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το όπλο με επιτυχία.

Παρότι η υπόθεση της μεταφοράς των σωλήνων που είχαν θερμανθεί, από πλοίο σε πλοίο, και εν μέσω ναυμαχίας, παρουσιάζει σαφείς αδυναμίες, η θεωρία της E.Davidson έχει την αξία της, καθώς η ερευνήτρια χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τη σκανδιναβική πηγή με τίτλο “Yngvar’s Saga”. Η πηγή αυτή ανήκει σε μια ευρύτερη ομάδα πηγών, οι οποίες περιγράφουν ταξίδια από τη Σουηδία προς την ενδοχώρα της Ρωσίας. Ήρωας του συγκεκριμένου έργου είναι ο πρίγκηπας Yngvar, μέλος της σουηδικής βασιλικής οικογένειας, ο οποίος ταξιδεύοντας δια μέσου των ρωσικών ποταμών έφτασε τελικά στο Βυζάντιο. Το εν λόγω έργο βρίθει από φανταστικά στοιχεία, για τα οποία η E. Davidson υποστήριξε πως βασίζονται σε «αυθεντικές αναμνήσεις». Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη πηγή, ο Yngvar και οι άνδρες του αντιμετώπισαν βυζαντινά πολεμικά πλοία οπλισμένα με υγρό πυρ, ενώ υπάρχει μια αρκετά γλαφυρή περιγραφή της σύγκρουσης, στο τέλος της οποίας ο  ήρωας χρησιμοποιεί φλεγόμενα βέλη για να προκαλέσει φωτιά και εν τέλει έκρηξη που κατέκαυσε τα εχθρικά σκάφη. Ως προς τη χρήση του υγρού πυρός από τους Βυζαντινούς. η πηγή αναφέρει πως προηγείτο το φύσημα μιας εστίας φωτιάς με τη χρήση ενός φυσερού (σιδερά), διαδικασία που παρήγαγε θόρυβο, ενώ το εύφλεκτο υλικό εκτοξευόταν μέσω ενός μπρούτζινου σωλήνα.

Το 1977, οι J. Haldon (ιστορικός) και Μ. Byrne (φυσικός) δημοσίευσαν μια μελέτη 4, η οποία εν πολλοίς στηρίχθηκε στην προαναφερθείσα πηγή. Οι δύο ερευνητές μέσα από το έργο τους αυτό α) απέρριψαν την άποψη ότι το «μυστικό» του υγρού πυρός βρισκόταν στη σύνθεσή του και β) έστρεψαν την έρευνά τους στην προσπάθεια κατασκευής μιας συσκευής εκτόξευσης υγρού πυρός. Ως προς το βασικό συστατικό από το οποίο αποτελείτο το υγρό πυρ, οι J. Haldon και M. Byrne πρότειναν το αργό πετρέλαιο, ξεπερνώντας τα γνωστά προβλήματα σχετικά με τη χρήση του υποστηρίζοντας πως μέσω της προθέρμανσής του αυτά θα μπορούσαν να ξεπεραστούν.

Η συσκευή η οποία κατασκευάστηκε από τους J. Haldon και Μ. Byrne αποτελείτο από τρία μέρη, α) ένα ορειχάλκινο «σίφωνα, που ταυτίζουν με μια καταθλιπτική αντλία, β) έναν στρεφόμενο σωλήνα μέσα από τον οποίο το υγρό εκτοξευόταν στους εχθρούς και προς πάσα κατεύθυνση και γ) μια μικρή εστία που χρησιμοποιείτο για να θερμαίνει κατά τη διάρκεια της μάχης το υγρό πυρ. Το τελευταίο βρισκόταν μέσα σε αεροστεγώς σφραγισμένους λέβητες.

Ιστορική πιθανή ανακατασκευή του μηχανισμού του υγρού πυρός κατά J. H Haldon και M. Byrne.

Η μελέτη όμως αυτή των J. Haldon και M. Byrne παρουσιάζει συγκεκριμένες αδυναμίες. Πέρα από τις εύλογες απορίες σχετικά με το κατά πόσο ήταν εφικτή η κατασκευή ενός αεροστεγούς συστήματος, με τις δυνατότητες της εποχής, ικανού να αντέξει στις πιέσεις που απαιτούσε η εκτόξευση του αργού πετρελαίου, ακόμη και θερμού, η ίδια η χρήση της συσκευής και οι δυσκολίες αποτελεσματικής αξιοποίησής της εν μέσω μάχης και με δυσχερείς καιρικές συνθήκες, ήταν δυνατό να προκαλέσουν συχνά ατυχήματα τα οποία θα απέβαιναν μοιραία για τους χειριστές των συσκευών/μηχανισμών, με προφανή αποτελέσματα ως προς την ίδια την υπονόμευση της σημασίας του όπλου.

Ακόμη, η ερμηνεία που δίνουν οι J. Haldon και M. Byrne στον όρο «σίφων» είναι μάλλον αυθαίρετη, καθώς μέσα από τις πηγές, όπως για παράδειγμα από το «Βίο του Στεφάνου του Νέου» δεν αποδεικνύεται πως σήμαινε πάντοτε αντλία. Στο συγκεκριμένο χωρίο μάλιστα ο όρος «σίφων» αφορά πιθανότατα δοχεία γεμάτα νερό, τα οποία ήταν τοποθετημένα σε διάφορα σημεία του πλοίου  για την άμεση αντιμετώπιση πυρκαγιάς.

Byzantine Superweapons: Naval Flamethrower with Greek Fire (ελληνικοί υπότιτλοι)

Γ. Επανεκτιμήσεις και Συμπεράσματα 6

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ήδη παρατέθηκαν, οι διάφοροι ερευνητές που ασχολήθηκαν με τη μελέτη του υγρού πυρός εστίασαν τις μελέτες τους σε δύο άξονες.

  1. Τη σύνθεση του υγρού πυρός
  2. Τον τρόπο χρήσης – εκτόξευσης του μείγματος

Ως προς το πρώτο σκέλος, διατυπώθηκαν αρκετές απόψεις, όπως για παράδειγμα πως το νίτρο ή ο ασβέστης ήταν εκείνα τα υλικά που έδιναν στο υγρό πυρ τις «μαγικές» για την εποχή ιδιότητες, δηλαδή της αυτοανάφλεξης/έκρηξης μόλις ερχόταν σε επαφή με το νερό. Βέβαια οι θέσεις αυτές αναθεωρήθηκαν από νεότερους ερευνητές στη συνέχεια, ή ακόμη και από τους ίδιους που τις διατύπωσαν αρχικά και έπειτα ανασκεύασαν με νέες διορθωτικές μελέτες.

Θα πρέπει να τονιστεί με τα δεδομένα του 7ου αι. οι Βυζαντινοί δε διέθεταν υλικά με υψηλό βαθμό χημικής καθαρότητας, τα οποία θα τους επέτρεπαν να σταθεροποιήσουν μια συγκεκριμένη χημική ένωση με αυστηρά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, επιτρέποντάς τους να την επαναλαμβάνουν με ακρίβεια. Συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για μια «συνταγή» του υγρού πυρός, αλλά για πολλές.

Σχετικά με το δεύτερο σκέλος, μια άλλη ομάδα ερευνητών προσπάθησε να αποσυνδέσει εν πολλοίς το πρόβλημα της εκτόξευσης του υγρού πυρός από την ίδια του τη σύνθεση. Και πάλι όμως, παρά τις προσπάθειες αυτές, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι κατασκευές που προτάθηκαν είναι αρκετά πιο σύνθετες απ’ αυτές που οι Βυζαντινοί θα μπορούσαν να κατασκευάσουν με τα τεχνικά μέσα του 7ου αι..

Ακόμη, σε στενή συνάφεια με το αμέσως παραπάνω είναι και ο τρόπος εκτόξευσης του υγρού πυρός:

α) ο M. Berthelot, και όσοι τον ακολούθησαν, πρότειναν την ύπαρξη του νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός και υποστήριξαν, δίχως όμως με μεγάλη σαφήνεια, την υπόθεση της εκτόξευσης ως αποτέλεσμα των εκρηκτικών ιδιοτήτων του νίτρου.

β) Μια δεύτερη ομάδα ερευνητών (H.W.L. Hime, N.D. Cheronis, Κ. Αλεξανδρής, R.J. Forbes) δέχεται ότι η εκτόξευση γινόταν με τη βοήθεια αντλίας.

γ) Μια τρίτη μέθοδος είναι αυτή που προτάθηκε από τους E. Davidson και J. Haldon – M. Byrne. Σύμφωνα μ’ αυτή τη μέθοδο η εκτόξευση γινόταν μέσω θερμαινόμενων σωλήνων ή από μία συσκευή στην οποία συνδυαζόταν η πίεση αντλίας και η θερμότητα.

Μετά την παράθεση των απόψεων που αφορούν τη σύνθεση και την εκτόξευση του υγρού πυρός κατέστη σαφές πως ότι καμιά απ’ αυτές δε δίνει μια απολύτως πειστική απάντηση ειδικά ως προς το ζήτημα της εκτόξευσης.

Ο μόνος τρόπος σχετικά με την αναζήτηση απαντήσεων είναι η επιστροφή στις πηγές, στις οποίες οι υπάρχουσες περί του υγρού πυρός μνείες είναι λίγες και αρκετά ασαφείς, επιτρέποντας έτσι την ύπαρξη αντιφατικών ερμηνειών.

Η μελέτη των διαθέσιμων πηγών μας επιτρέπει να προχωρήσουμε στις παρακάτω γενικές παρατηρήσεις:

α) Το υγρό πυρ ριχνόταν «μετά ή δια των σιφώνων» που ήταν τοποθετημένοι στα πολεμικά πλοία

β) Οι σίφωνες ήταν τοποθετημένοι στην πλώρη και «ἔμπροσθεν χαλκῷ ἠμφιεσμένοι».

γ) Η εκτόξευση του υγρού πυρός συνοδευόταν από βροντή και καπνό.

δ) Το υγρό πυρ μπορούσε να εκτοξεύεται κατά των εχθρικών πλοίων και μέσα σε δοχεία που έσπαζαν.

ε) Μπορούσε να ριχθεί ακόμη και με το χέρι, δηλαδή με τους «χειροσίφωνες».

ζ) Οι Βυζαντινοί μπορούσαν τέλος να ελέγχουν το υγρό πυρ και να το εκτοξεύουν «κατά τε τό πρανές πολλάκις και ἐφ’ἑκάτερα».

Σχετικά με τον όρο «σίφων» έχουν δοθεί δύο διαφορετικές ερμηνείες. Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία σίφων=αντλία, άποψη που υποστήριξαν πολλοί ερευνητές, μεταξύ των οποίων οι N.D. Cheronis, J.R. Partington και J. Haldon – M. Byrne. Η άποψή τους αυτή στηρίχθηκε σε χωρίο του Βίου του Αγίου Στεφάνου του Νέου, που μιλά για σίφωνα.

Η δεύτερη ομάδα των ερευνητών που εκπροσωπούν οι M. Mercier, R.J. Forbes και E. Davidson, υποστηρίζει ότι σίφων = σωλήνας, δεχόμενοι στη σημασία που δίνουν στον όρο τα λεξικά. Την ίδια ερμηνεία δίνουν βέβαια στον όρο «σίφων» και όσοι δέχονται την ύπαρξη νίτρου στη σύνθεση του υγρού πυρός.

Θεωρούμε όμως πως τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη ερμηνεία του όρου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γιατί και στις δύο περιπτώσεις δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι ο όρος «σίφων» και η σημασία του μπορεί να διαφέρει ριζικά από τη εκείνη της καθημερινής λέξης σίφων.

Εξάλλου και οι δύο ομάδες ερευνητών αντιμετωπίζουν δυσκολία ερμηνείας του όρου «χειροσίφων», μια ερμηνεία που όμως είναι απαραίτητη για την αποκάλυψη της αληθινής σημασίας του τεχνικού όρου «σίφων».

Η προσεκτική μελέτη των πηγών οδηγεί αναπόφευκτα σε συγκεκριμένα ερωτήματα:

α) Τη δυνατότητα ρίψης μιας εύφλεκτης ύλης από τους πυρφόρους δρόμωνες σε μια λογική απόσταση.

β) Τη δυνατότητα ρίψης αυτής της εύφλεκτης ύλης από τα βυζαντινά πλοία με σχετικά υψηλό βαθμό επιτυχίας.

γ) Τους τρόπους πυροδότησης και ανάφλεξης της εμπρηστικής ύλης.

Επανεξετάζοντας λοιπόν το πρόβλημα, θα πρέπει να γίνει σαφές, πως έχοντας ήδη αποδεχθεί την άποψη ότι κάτω από τη γενική ονομασία «υγρόν πυρ» κρύβονται πολλές «συνταγές» εμπρηστικών μιγμάτων, συμφωνώντας κατ’ αρχήν με την επικρατούσα άποψη, όπως αυτή εκφράστηκε από τους M. Mercier, R.J. Forbes, E. Davidson, J. Haldon – M. Byrne, οι οποίοι δέχονται ότι το υγρό πυρ ήταν κατά βάση αργό πετρέλαιο στο οποίο οι Βυζαντινοί πρόσθετα διάφορα εύφλεκτα υλικά.

Ως προς το πρόβλημα της εκτόξευσης του εμπρηστικού μίγματος. Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι αυτό που αφορά στη δυνατότητα ρίψης, όπως ήδη αναφέρθηκε, από τους πυρφόρους δρόμωνες σε λογική απόσταση. Το ερώτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί η απάντηση που θα γίνει αποδεκτή, θα καθορίσει την πορεία της επιχειρηματολογίας που θα ακολουθήσει.

Σχετικά με το ζήτημα του βεληνεκούς και της απόστασης εκτόξευσης του υγρού πυρός, ο Κ. Αλεξανδρής υποστήριξε πως οι Βυζαντινοί θα άρχιζαν να το χρησιμοποιούν σε μια σύγκρουση, όταν απόσταση μεταξύ αυτών και των αντιπάλων τους έπεφτε στα 50-70 μέτρα.

Εάν δεχθούμε την άποψη του Κ. Αλεξανδρή, τότε θα πρέπει να αναζητηθεί μια λύση διαφορετική από αυτήν της χειροκίνητης αντλίας που προτείνουν οι Haldon-Byrne και όσοι πιστεύουν πως το υγρό πυρ εκτοξευόταν μ’ αυτόν τον τρόπο, καθώς είναι αδύνατο το προαναφερθέν βεληνεκές να επιτευχθεί μέσω μιας χειροκίνητης αντλίας. Έπειτα, όπως σωστά παρατηρεί ο J.R. Partington, «το πετρέλαιο μόνο του δεν προσφέρεται για χρήση σε φλογοβόλες μηχανές γιατί η εκτοξευόμενη δέσμη διασκορπίζεται γρήγορα και δεν εκτινάσσεται αρκετά μακριά. Πρέπει να γίνει πυκνότερο ή εντελώς πολτώδες, με την προσθήκη ρητινωδών υλών». Βέβαια, εάν όμως προστεθούν οι ρητινώδεις ύλες που προτείνει ο J.R. Partington, ή αν αντί καθαρού πετρελαίου χρησιμοποιηθεί αργό πετρέλαιο, όπως προτείνουν οι J. Haldon – M.Byrne, τότε αντιμετωπίζουμε οξύτερο το πρόβλημα της πίεσης, που εξετάστηκε προηγουμένως.

Βαλλίστρα με τις προτεινόμενες μετατροπές ώστε να είναι εφικτή η χρήση υγρού πυρός.

Την άποψη πως το υγρό πυρ έπρεπε να εκτοξευόταν σε κάποια απόσταση μεγαλύτερη από αυτή που θα μπορούσαν να το προωθήσουν οι Βυζαντινοί με τη βοήθεια μιας χειροκίνητης καταθλιπτικής αντλίας, δέχονται άμεσα ή έμμεσα, στην πλειονότητά τους οι ερευνητές που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα. Μεταξύ αυτών ο Γάλλος χημικός M. Berthelot, που υποστήριξε την ύπαρξη νίτρου στη σύνθεση του Καλλίνικου, όπως επίσης και όλοι όσοι δέχθηκαν την άποψή του (H.Diehls, C. Zenghelis κ.α.). Οι ερευνητές αυτοί πιστεύουν ότι η εκτόξευση γινόταν μέσα από μεταλλικούς σωλήνες ενώ την ωστική δύναμη έδινε μια έκρηξη που απέδιδαν στο νίτρο. Έτσι, κι αν ακόμη δεχθούμε, όπως υποστηρίζουν οι ερευνητές αυτοί, ότι η έκρηξη ήταν το προϊόν μιας έστω και πρωτόγονης μορφής πυρίτιδας, είναι και πάλι προφανές ότι η έκρηξη αυτή θα έπρεπε να εκτόξευε το μίγμα σε μια κάποια ικανή απόσταση.

Ως προς το ερώτημα, για το πως θα μπορούσαν οι Βυζαντινοί να εκτοξεύσουν σε ικανή απόσταση τις εύφλεκτες και εμπρηστικές ύλες, που στις πηγές παραδίδονται με τη γενική ονομασία «υγρό πυρ», η απάντηση είναι, κατά την άποψή μας, απλή και την υπαινίσσεται ο C.W.C. Oman στο κλασικό έργο του The Art of War in the Middle Ages, όπου σημειώνει τα εξής: «Θα παρατηρηθεί ότι δεν αναφέρθηκα εκτενώς στο υγρό πυρ… Αυτή η παράλειψη προέρχεται από την πεποίθηση ότι, παρόλο που η σπουδαιότητά του… στις ναυμαχίες υπήρξε σημαντική, ήταν, όπως και να το κάνουμε, μία πολεμική μηχανή λιγότερο σημαντική και δεν μπορούσε να συγκριθεί ως παράγοντας της επιτυχίας των Βυζαντινών, με το περίφημο στρατηγικό και τακτικό τους σύστημα. Το ίδιο περίπου συμπέρασμα προκύπτει κι από τη μελέτη των άλλων καθαρά μηχανικών κατασκευασμάτων που βρίσκονταν στη διάθεση των στρατηγών του αυτοκράτορα. Η παλιά τέχνη των ρωμαίων μηχανικών είχε διατηρηθεί σχεδόν ακέραια και τα οπλοστάσια της Κωνσταντινούπολης ήταν γεμάτα με πολεμικές μηχανές των οποίων η θανάσιμη αποτελεσματικότητα ενέπνεε στους λιγότερο πολιτισμένους λαούς της Δύσης και της Ανατολής ένα μυστηριώδες αίσθημα τρόμου…Ο καταπέλτης, ο όναγρος και η βαλλίστρα ήταν πολύ γνωστά τόσο στον 10ο αι. όσο και στον 1ο . Σίγουρα χρησιμοποιούνταν και μάλιστα με αποτελεσματικότητα, σε κάθε πολιορκία.»7

Επομένως, η απάντηση στο ερώτημα του πως πετύχαιναν οι Βυζαντινοί να εκτοξεύουν το εμπρηστικό υλικό τους, θα πρέπει να αναζητηθεί στη ρωμαϊκή στρατιωτική παράδοση, η οποία συνεχίστηκε ασφαλώς και στο Βυζάντιο.

Γίνεται έτσι φανερό ότι θα πρέπει να στραφούμε σε έναν πιο απλό και δοκιμασμένο τρόπο εκτόξευσης του πυρός. Οι Ρωμαίοι διέθεταν μια πλειάδα βλητικών μηχανών, βαλλίστρες, καταπέλτες κτλ. που μπορούσαν να ρίξουν εύκολα βλήματα και εμπρηστικές ύλες σε ικανές αποστάσεις και με μεγάλη ακρίβεια, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνταν βαλλίστρες. Η ακρίβεια στόχευσης είναι πολύ σημαντική, ειδικά όταν ο στόχος που πρόκειται να βληθεί δεν είναι πολύ μεγάλος και προπάντων σταθερός (τείχος ή πύργος), αλλά μικρός, κινούμενος και ευέλικτος (πλοίο).

Για τους λόγους που αναφέρθηκαν, πιστεύουμε πως αυτός ακριβώς ο συνδυασμός ρωμαϊκής παράδοσης και πείρας στις πολεμικές μηχανές με την καινοτομία του Καλλίνικου σ’ ό,τι αφορά τη βελτίωση της σύνθεσης του εμπρηστικού υλικού, αποτελούν το «μυστικό» του υγρού πυρός των Βυζαντινών.

Πως λειτουργούσε όμως αυτή η μηχανή εκτόξευσης του υγρού πυρός; Κατά βάση ήταν μια από τις γνωστές ρωμαϊκές βαλλίστρες τοποθετημένη στην πλώρη των βυζαντινών πολεμικών πλοίων. Κατά μήκος του κύριου άξονα της βαλλίστρας κινείτο ένα έμβολο που στην μπροστινή του άκρη είχε προσαρμοσμένη μια υποδοχή μέσα στην οποία τοποθετούσαν το «ἐσκευασμένον» ή «σκευαστόν» πυρ. Το έμβολο αυτό κινείτο πάνω σε μια βάση που προεκτεινόταν και εξείχε από την πλώρη του πλοίου και καθόριζε το επίπεδο και το διάστημα της πορείας του εμβόλου. Το έμβολο, συρόταν προς τα πίσω μαζί με τη χορδή της βαλλίστρας και στη συνέχεια απελευθερωνόταν και εκτόξευε το εμπρηστικό υλικό πάνω στα εχθρικά πλοία, με τη συνηθισμένη για τις βαλλίστρες ακρίβεια. Το μέγεθος της βαλλίστρας μπορούσε να ποικίλει, ανάλογα με τον τύπου του πλοίου πάνω στο οποίο θα χρησιμοποιείτο, ενώ βρισκόταν πάνω σε μια βάση που επέτρεπε στο χειριστή να τη στρέφει προς διάφορες κατευθύνσεις και να ακοντίζει το πυρ «κατά τε το πρανές πολλάκις και ἐφ’ ἑκάτερα».

Η σπουδαιότητα του όπλου σαφώς και συνίστατο στη δυνατότητα ακριβούς σκόπευσης, παράγοντας κρίσιμος ως προς την αποτελεσματικότητά του. Η χρήση του όμως υπόκειτο σε συγκεκριμένους περιορισμούς, όπως για παράδειγμα οι καιρικές συνθήκες, αφού η θαλασσοταραχή μπορούσε να επιδράσει αρνητικά.

Η χρήση της βαλλίστρας, σε κάθε περίπτωση, δίνει θετικές απαντήσεις στα ερωτήματα που τέθηκαν νωρίτερα μέσα στα πλαίσια των όσων αναφέρθηκαν και εξετάστηκαν στη σύντομη αυτή μελέτη.

α) Μπορεί να ρίξει μια εύφλεκτη και εμπρηστική ύλη σε ικανή απόσταση και να τη ρίξει με σχετικά υψηλό βαθμό επιτυχίας, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό σε ναυτικές συγκρούσεις.

β) Ταιριάζει και με τις περιγραφές των πηγών. Το υγρό πυρ εκτοξεύεται με τη μηχανή που προτείνεται, «διά ή μετά των σιφώνων», που στην προκειμένη περίπτωση σίφων = δοχείο. Οι σίφωνες ήταν οστράκινοι, φαίνεται όμως ότι χρησιμοποιήθηκαν και χάλκινοι, πιθανώς σε περιπτώσεις που χρειάστηκε να είναι μεγαλύτεροι.

Στην άποψη ότι σίφων = δοχειο οδηγούμαστε αφ’ ενός γιατί οι μαρτυρίες των πηγών μιλούν, όπως είδαμε για υγρό πυρ που βρισκόταν μέσα σε δοχεία και αφ’ ετέρου γιατί παρόμοιες μεθόδους ρίψης εμπρηστικών υλών χρησιμοποιούσαν και οι Άραβες.

Εκείνο όμως που πείθει πράγματι ότι οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν σκεύη για την εκτόξευση του υγρού πυρός, είναι η πληροφορία που σώζεται στα «Ναυμαχικά» και αναφέρεται στη χρήση μικρών σιφώνων.

Χρήση χειροκίνητου σίφωνα σε χερσαίες επιχειρήσεις μεταξύ 9ου και 11ου αι.. Λεπτομέρεια από το μεσαιωνικό χειρόγραφο Codex Vaticanus Graecus, 1605.

Byzantine Superweapons: The Flamethrower (ελληνικοί υπότιτλοι)

Δ. Πόσο αποτελεσματικό ήταν το υγρό πυρ; 8

Ήταν όμως το υγρό πυρ ένα όπλο τόσο φοβερό και αποτελεσματικό, όσο υπαινίσσονται ορισμένες από τις πηγές; Μέχρι ποιου σημείου οι πηγές είναι αντικειμενικές και πότε ή γιατί υπερβάλλουν;

Ως προς τη δραστικότητα και την αποτελεσματικότητα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής: οι πηγές που μιλούν με θαυμασμό και δέος για το υγρό πυρ ανήκουν σε δύο κατηγορίες. Ή είναι περιγραφές ξένων που υπέστησαν καταστροφή λόγω του υγρού πυρός ή απηχούν την έπαρση των Βυζαντινών για τις νίκες που κατήγαγαν κατά των βαρβάρων.

Βέβαια ούτε η πρώτη, αλλά ούτε και η δεύτερη κατηγορία των πηγών αυτών μπορούν να είναι ιδιαίτερα πειστικές για ευνόητους λόγους. Οι μεν ηττημένοι έχουν κάθε λόγο να μεγαλοποιούν τα αίτια που αυτοί νομίζουν πως προκάλεσαν την καταστροφή τους, ενώ οι νικητές έχουν κάθε λόγο να επιχειρούν ακριβώς το αντίθετο.

Επομένως, θα πρέπει να θέσουμε κάποια ερωτήματα, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη λυδία λίθο στην προκειμένη περίπτωση:

Γιατί οι Βυζαντινοί δεν το χρησιμοποιούσαν συχνότερα, αλλά κυρίως σε περιπτώσεις ανάγκης; Γιατί δεν το χρησιμοποιούσε και ο στρατός ξηράς και μάλιστα όταν πολιορκούνταν βυζαντινές πόλεις; Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Μεσημβρίας, της οποίας οι Βυζαντινοί υπερασπιστές είχαν στην κατοχή τους 36 σίφωνες και τις αντίστοιχες ποσότητες υγρού πυρός, αλλά δεν τους χρησιμοποίησαν και τελικά η πόλη έπεσε στα χέρια των Βουλγάρων του Κρούμου το Νοέμβριο του 812.

Εδώ βέβαια να προσθέσουμε πως ούτε ο Κρούμος χρησιμοποίησε αυτό το αναπάντεχο «δώρο» το οποίο η τύχη του πρόσφερε. Αυτό ασφαλώς δεν οφείλεται στο ότι ήταν ένα καλά φυλαγμένο αυτοκρατορικό μυστικό, όπως γράφει ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος «προς τον ἴδιον υἱόν Ρωμανόν», καθώς μέσα στους αιχμαλώτους Βυζαντινούς που συνέλαβε ο Κρούμος στη Μεσημβρία θα υπήρχαν σίγουρα και ορισμένοι που θα γνώριζαν τον τρόπο χρήσης του υγρού πυρός.

Τέλος, γιατί οι Βυζαντινοί δεν χρησιμοποίησαν το υγρό πυρ, όταν κινδύνευε η ίδια η Βασιλεύουσα τον έσχατο των κινδύνων από τους Σταυροφόρους το 1204;

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα δεν μπορεί παρά να είναι μία: ότι το υγρό πυρ των Βυζαντινών δεν είχε ούτε τη δραστικότητα ούτε την αποτελεσματικότητα που του αποδίδουν οι σχετικά λίγες και πάντως ασαφείς πληροφορίες των πηγών.

Στη θάλασσα ασφαλώς και μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό όπλο, υπό συγκεκριμένες πάντοτε συνθήκες, όμως στην ξηρά η αποτελεσματικότητά του ήταν περιορισμένη και σίγουρα δεν μπορούσε να συναγωνιστεί εκείνη των άλλων πολεμικών μηχανών που η ρωμαϊκή παράδοση κληροδότησε στο Βυζάντιο. Η σκέψη αυτή θα μπορούσε ως ένα βαθμό να εξηγήσει την αλλιώς ανεξήγητη μη χρησιμοποίηση του υγρού πυρός σε χερσαίες επιχειρήσεις.

Ο Ed. Gibbon, όμως, στο έργο του History of the Decline and Fall of the Roman Empire θεωρεί το υγρό πυρ ως το θείο δώρο που επέτρεψε στην «ανίκανη» αυτοκρατορία να συνεχίσει να υπάρχει και το ονομάζει palladium του Βυζαντίου.

Στο σημείο αυτό, και ως κλείσιμο αυτής της σύντομης παρουσίασης*, ας μου επιτραπεί να διορθώσω τον Ed. Gibbon παρατηρώντας ότι palladium του Βυζαντίου δεν ήταν το υγρό πυρ, αλλά η άριστη διοικητική και στρατιωτική παράδοση, κληρονομιά ρωμαϊκή που διατήρησε ζωντανή η αυτοκρατορία, μια παράδοση που συνυφασμένη με την ελληνική ναυτική αρετή, της επέτρεπε να παρατάσσει στόλους και άνδρες ικανούς να δημιουργούν θαύματα και θρύλους.

Ο Θεόδωρος Κ. Κορρές είναι Ομότιμος Καθηγητής Βυζαντινής Ιστορίας του Α.Π.Θ.

*Το παρόν άρθρο αποτελεί εκτενή περίληψη του βιβλίου του γράφοντος, «Υγρόν Πυρ. Ένα όπλο της βυζαντινής ναυτικής τακτικής» Γ΄ Έκδοση, Θεσσαλονίκη 1995, όπου και παρατίθεται αναλυτική βιβλιογραφία.

Σημειώσεις

¹ Ιλιάδα, Ραψωδία Π 122-124.

² Ιωάννης Μαλάλας, 403.16-21.

³ Για το Κίνημα των Ελλαδικών βλ. Θ. Κορρές, Το κίνημα των «Ελλαδικών», Βυζαντιακά τ.1 (1981), 37-50.

⁴ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ,43-46.

⁵ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 41-54.

⁶ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 109-133.

⁷ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 115. βλ. επίσης C.W.C. Oman, Art of War, 55.

⁸ Θ.Κ.Κορρές, Υγρόν Πυρ, 121-129.

Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος: Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη

Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος

Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού  Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα στην Ιθάκη

Στα Ομηρικά Έπη δεν υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ λόγου και μύθου. Ο ποιητής χρησιμοποιεί δύο φορές μόνον την λέξη «λόγος» και μάλιστα στον πληθυντικό, ίσως χάριν του μέτρου (IL.15.393, OD.1.56) και εκατοντάδες φορές την λέξη «μύθος» (147 φορές στην Ιλιάδα και 151 στην Οδύσσεια). Στην πραγματικότητα η λέξη «μύθος» στον Όμηρο έχει όλες τις σημασίες, που προσέλαβε αργότερα η λέξη «λόγος», και η ακριβής κάθε φορά έννοια της λέξης εξαρτάται από τα συμφραζόμενα. Έτσι, σε κάποια από αυτά σημαίνει λόγια, κουβεντούλα, αφήγηση ή ακόμη αγόρευση,  συμβουλή, συνομιλία,  γνώμη και  λογικό επιχείρημα.

Η σημαντική σχέση μεταξύ μύθου και λόγου φαίνεται στην αναφορά του  Πλουτάρχου: «῞Οτι μεν ούν η παλαιά φυσιολογία και παρ’ ῞Ελλησι και βαρβάροις λόγος ην φυσικός εγκεκαλυμμένος μύθοις, τα πολλά δι’ αινιγμάτων και υπονοιών επίκρυφος, και μυστηριώδης θεολογία τα τε λαλούμενα των σιγωμένων ασαφέστερα τοις πολλοίς έχουσα και τα σιγώμενα των λαλουμένων υποπτότερα, κατάδηλόν εστιν» (Περ τῶν ἐν Πλαταιαῖς Δαιδάλων, Fragmentum 157).

[Είναι ολοφάνερο λοιπόν ότι η παλαιά φυσική επιστήμη και στους Έλληνες και στους βαρβάρους ήταν φυσικός λόγος κρυμμένος βαθειά μέσα σε μύθους και απόκρυφη και μυστηριώδης θεολογία, που εκφράζεται ως επί το πλείστον με αινιγματικά λόγια και υπονοούμενα, και η οποία κάνει για τους πολλούς και τα λεγόμενα να είναι ασαφέστερα από όσα αποσιωπώνται και τα αποσιωπώμενα να είναι πιο αμφίβολα από τα λεγόμενα].

Είναι γνωστή η άποψη της αρχαιολόγου E.S. Sherrat (1990) ότι τα έπη περιέχουν αναχρονισμούς και βρίθουν από παραδοξότητες.  Ο Finley (1974),  αναφέρει,  ότι ο Όμηρος ήταν μόνον ποιητής και όχι ιστορικός. Δεν θα μπορούσε  να δει την θαμμένη Τροία. Επομένως ότι περιγράφει είναι πλήρης φαντασία. Αποδεικνύεται όμως, όπως θα διαπιστώσουν οι αναγνώστες αργότερα, από τις ανασκαφικές έρευνες που έχουν γίνει, μέχρι το 2012, ότι είναι ακριβής σε μερικά σημεία παρ΄ ότι ήταν ποιητής και προφανώς η Τροία ήταν θαμμένη. Ωστόσο ο Finley (1974) αποδέχεται ότι ο Όμηρος μπορεί να επισκέφτηκε την Τρωάδα κατά τον 9ο αιώνα π.Χ. και παρ’ότι δεν ήταν ιστορικός την περιγράφει με ακρίβεια διότι την είδε. Επίσης είναι γνωστή και η άποψη του αρχαιολόγου Eric Klein (2013) ο οποίος ωστόσο έλαβε υπ’ όψιν τόσο τα  Ομηρικά όσο και τα Χετιτικά κείμενα.  Από τον συνδυασμό τους με βάση τα αρχαιολογικά αλλά και αρχαιομετρικά αποτελέσματα, από το 1990 και μετά, στην ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Τροίας προέκυψαν νεότερα στοιχεία υποδεικνύοντα σπαράγματα  ιστορικής  πραγματικότητας του Τρωικού Πολέμου παρά το γεγονός της ύπαρξης μερικών αναχρονισμών και ανακριβειών. Είναι ακόμη γνωστή και η άποψη του γεωλόγου John Kraft et al (2003), ο οποίος μαζί με τον ιστορικό John Luce, της ίδιας συγγραφικής ομάδας, έδωσαν συγχαρητήρια στον Όμηρο για την ακρίβεια μερικών εκ των εξετασθέντων χωρίων του, που αφορούν θέματα ιστορικής τοπογραφίας και γεωμορφολογίας της Τρωάδος, μετά από γεωλογικές έρευνες πεδίου  είκοσι και πλέον χρόνων. Την πλούσια βιβλιογραφία σχετική με τις αρχαιολογικές και τις γεωφυσικές έρευνες που έχουν γίνει στην Τροία,  δεν την παραθέτουμε στο άρθρο αυτό διότι είναι εκτός του σκοπού του. Όμως την τελευταία  μπορεί να την εντοπίσουν εύκολα οι αναγνώστες στο επιστημονικό περιοδικό American Journal of Archaeology 108 (2004) 615-30. Εκεί  θα παρακολουθήσουν την μεγίστη διαφωνία μεταξύ των στελεχών της αρχαιολογικής ομάδας Manfrend Korfmann και Charles Brian Rose και της επίσης αρχαιολογικής ομάδας του Frank Kolb επί των ευρημάτων των πρώτων.

Είναι φανερό ότι υπάρχουν πολλές απόψεις, διαφορετικές μεταξύ τόσο αρχαιολόγων όσο και μεταξύ αρχαιολόγων, ιστορικών  και φυσικών επιστημόνων, στην ερμηνεία των  Ομηρικών Επών. Αναγνωρίζουμε γιατί μερικοί αρχαιολόγοι δεν μπορούν να δεχθούν ότι ο δεύτερος Τρωικός Πόλεμος, δηλαδή του Οδυσσέως και των συμπολεμιστών του,  πρώτον υπήρξε και πολύ περισσότερο ότι διήρκεσε 10 χρόνια! Θα διαπιστώσει ο αναγνώστης αργότερα ότι δεν έχουν δίκιο όπως ο Finley. Ο Όμηρος έζησε μεν 400 χρόνια αργότερα από τον Τρωικό Πόλεμο  αλλά θα έπρεπε να είχε την τεχνολογία  του John Kraft του εικοστού αιώνος ώστε να ανταπεξέλθει τις γεωλογικές μεταβολές, κυρίως στις ακτές εκεί που εξέβαλαν οι ποταμοί και χείμαρροι, που επήλθαν μετά από 400 χρόνια από τον πόλεμο αυτό ώστε να έχει τέτοια ακρίβεια στις περιγραφές του. Με άλλα λόγια δεν αρκεί να ήταν περιπατητής στην Τρωάδα. Επιπλέον ο Matthew (2003) επιχειρεί μία ανάλυση βάθους στο έργο του «Fall of Troy VII: New Archaeological Interpretations and Considerations,» Totem: The University of Western Ontario Journal of Anthropology: Vol. 11: Iss. 1, Article 8 και εξηγεί κατ’ αρχήν γιατί έγινε ο Τρωικός Πόλεμος. O λόγος ήταν ο οικονομικός πόλεμος που επέβαλαν οι Χετταίοι ώστε να προκαλέσουν διατάραξη διοικητική εντός του Ελλαδικού χώρου μέσω της διακοπής της ροής του εμπορίου προς τις ακτές της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Αποδεικνύεται από τις ανασκαφές ότι πράγματι αυτό συνέβη, (Μathew 2003), και άρχισε να έχει συνέπειες στα βασίλεια των Αχαιών. Παρά την διατάραξη στην οικονομία, που υπήρξε, οι Αχαιοί και οι σύμμαχοι τους μπόρεσαν τελικώς να συγκροτήσουν την εκστρατεία τους.

  1. Ομηρικά  Έπη  και  Αστρονομικά  Φαινόμενα

Στα Ομηρικά Έπη υπάρχουν αναφορές σε αστερισμούς, αστέρες και αστρονομικά φαινόμενα. Αναφερόμενοι στα τελευταία, ο Ηράκλειτος εκ Πόντου (Ὁμηρικά Προβλήματα, εις α περί θεών Όμηρος ηλληγόρησεν (75,1,1–9,3), ο Πλούταρχος (Περί του εμφαινομένου προσώπου τω κύκλω της Σελήνης (931F) και ο Ευστάθιος  (Παρεκβολαί εις την Ομήρου Οδύσσειαν (2,67,11-14,  2,84,29-31,  2,204,3-5,  2,241, 3-6 και 2,241,11-13) επισημαίνουν ότι στην Οδύσσεια, κατά την μνηστηροφονία,  περιγράφεται μία ηλιακή έκλειψη (ΟD.20.350-357). Στους στίχους αυτούς, ο μάντης Θεοκλύμενος, λίγη ώρα πριν συμβεί η μνηστηροφονία, αναφέρει ότι ο ήλιος έχει χαθεί από τον ουρανό και έχει κάνει την εμφάνιση της μια ‘κακή αχλύς’, δηλαδή μια κακή καταχνιά (και όχι μια απλή συννεφιά) – «ηέλιος δε ουρανού εξαπόλωλε, κακή δ’ επιδέδρομεν αχλύς»  (ΟD.20.350-357). Τα αναφερόμενα γεγονότα συμβαίνουν μεσημεριανή ώρα σύμφωνα με το κείμενο, διότι το συμβάν λαμβάνει χώρα μετά το μεσημεριανό φαγητό και πριν το απογευματινό ‘δόρπον’, δηλαδή πριν να νυχτώσει. Η εμφάνιση ‘κακής’ καταχνιάς και όχι συνηθισμένης καταχνιάς ή έστω βαρυσυννεφιάς ή σκότους υποδηλώνει ότι η ηλιακή έκλειψη είναι μερική και όχι ολική, καθόσον στην ολική έκλειψη επικρατεί σκότος για λίγα λεπτά της ώρας κατά το μέγιστο του φαινομένου ενώ το όλον του φαινομένου διαρκεί ώρες.

Εικών 1. Αναπαράσταση της ημέρας της μνηστηροφονίας υπό ηλιακή έκλειψη.

Λόγω της περιοδικότητας των εκλείψεων, ένας ερευνητής μπορεί με κατάλληλους αλγορίθμους να εντοπίσει εκλείψεις, που συνέβησαν από το έτος 4500 π.Χ. και μέχρι την σημερινή εποχή, αρκεί να έχει κάποια στοιχεία. Και αυτά δίδονται από τον Όμηρο και είναι τα εξής:

  1. Η εποχή είναι Φθινόπωρο
  2. Η ώρα της έκλειψης είναι μεσημεριανή
  3. Πέντε μέρες πριν την ημέρα της έκλειψης, κατά την άφιξη του Οδυσσέα στην Ιθάκη, η Αφροδίτη ήταν ορατή στον ανατολικό ορίζοντα πριν την ανατολή του Ηλίου.

Επίσης, η απαραίτητη συνθήκη προκειμένου να υπάρξει η ηλιακή έκλειψη, είναι να είναι η προηγούμενη νύχτα ασέληνη, δηλαδή να υπάρχει η προϋπόθεση για την φάση της Νέας Σελήνης. Η τελευταία δηλώνεται με σαφήνεια στο χωρίο ΟD.14.161-164 όταν αναφέρεται ότι εκείνη την ημέρα ήταν «του μεν φθίνοντος μηνός, του δε ισταμένοιο». Αυτή η συγκεκριμένη παρατήρηση, μάλιστα, ανήκει επίσης στον Ηράκλειτο εκ Πόντου. Για έναν μάντη-οιωνοσκόπο όπως ο Θεοκλύμενος, του οποίου το όνομα σημαίνει ‘ο ακούν τα θεία’ και ο οποίος ήταν γόνος της μεγάλης οικογένειας μάντεων των Μελαμπιδών, η παρατήρηση του ουρανού την νύχτα, ήταν μέσα στις συνήθεις δραστηριότητες του. Συνεπώς ο Θεοκλύμενος γνώριζε εκ του ασφαλούς ότι μετά την άσέληνη’ νύκτα δηλαδή μετά από μία μαύρη νύκτα χωρίς ορατή σελήνη θα γίνει ηλιακή έκλειψη την αμέσως επόμενη μέρα. Το γεγονός αυτό το διαπίστωσε μετά το μεσημέρι της επόμενης μέρας όταν άρχισε η κακή αχλύς να εμφανίζεται.

Επελέγη το χρονικό διάστημα 1400-1130 π.Χ. ως το χρονικό πλαίσιο της αναζήτησης αυτής της ηλιακής έκλειψης για λόγους, που εξηγούνται παρακάτω.

  1. Χρονολογήσεις Τρωικού Πολέμου βάσει ηλιακών εκλείψεων στα Ομηρικά Έπη

Η επιστημονική ομάδα χρονολόγησε την εν λόγω ηλιακή έκλειψη με βάση τα προαναφερθέντα στοιχεία, όπως περιγράφονται στην Οδύσσεια και στην Ιλιάδα, όπως θα εκτεθεί στην συνέχεια, με χρήση του προγράμματος Starry Night και του καταλόγου των εκλείψεων της NASA (Espenak and Meuus 2006, 2009a,b,c).

Θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι πρώτες προσπάθειες εντοπισμού αυτής της ηλιακής έκλειψης έγιναν από τον Schoch (1926) και από τους Baikouzis και Magnasco (2008), οι οποίοι την ταύτισαν με την ολική ηλιακή έκλειψη της 16ης Απριλίου 1178 π.Χ. Στην δημοσίευση της ομάδας [Papamarinopoulos et al (2012)], απορρίπτεται τεκμηριωμένα  για πολλούς λόγους, η προταθείσα ημερομηνία, διότι μεταξύ άλλων, η καταχνιά-‘ἀχλύς’ και όχι σκότος-‘ἠήρ’, υποδηλώνει μερική και όχι ολική ηλιακή έκλειψη και επιπλέον οι προηγούμενοι ερευνητές δεν ερμήνευσαν σωστά την εποχή, η οποία πασιφανώς ήταν Φθινόπωρο και όχι Άνοιξη. Τούτο αποδεικνύεται από πληθώρα ομηρικών περιγραφών, οι οποίες αφορούν το κλίμα, τις συνήθειες των ανθρώπων, τις αγροτικές και βουκολικές ασχολίες, τα οπωροφόρα δένδρα, την μεγάλη διάρκεια των νυχτών κλπ. Στο χωρίο ΟD.15.391-392, ο Όμηρος αναφέρει,  παραδείγματος χάριν, ότι οι νύκτες ήταν ‘ἀθέσφατοι’ [μεγάλης διάρκειας]. Αυτό σημαίνει ότι ο Οδυσσέας έφτασε στην Ιθάκη μετά την Φθινοπωρινή Ισημερία η οποία στο τέλος της εποχής του Χαλκού, περί το 1200 π.Χ.  ήταν η 4η Οκτωβρίου.

Η προσεκτική ανάγνωση της Οδύσσειας επέτρεψε στην ομάδα να εντοπίσει την ύπαρξη ψυχρών συνθηκών, την χρήση βαριών σκεπασμάτων, το άναμμα φωτιάς για να ζεσταθούν οι άνθρωποι στην Ιθάκη κλπ.

Επίσης όλα τα περιγραφόμενα φυτά (αχλαδιές, μηλιές, συκιές, ροδιές, κληματαριές γεμάτες με σταφύλια κλπ) και οι γεωργικές και κτηνοτροφικές ασχολίες (ΟD.5.68-69, ΟD.5.72-73, ΟD.7.114-116, ΟD.7.122, ΟD.7.124-126, ΟD.24.234, ΟD.24.246-247, ΟD.24.340-344), όπως τρύγος και πατητήρια, πιστοποιούν το  Φθινόπωρο. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει η ομάδα και από τα πολλά πεσμένα φύλλα, που συναντά ο Οδυσσέας στην Σχερία (ΟD.5.480-487).

Επίσης, οι αστερισμοί, που αναφέρονται από τον Όμηρο (ΟD.5.270-277) και οδηγούν τον Οδυσσέα στο ταξίδι της επιστροφής (Άρκτος, Πλειάδες, Βοώτης, Ωρίων), συνάδουν με νυκτερινό φθινοπωρινό ουρανό για γεωγραφικά πλάτη Μεσογείου Θαλάσσης είτε εντός, είτε εκτός αυτής. Η Μεγάλη Άρκτος παρουσιάζεται ως αειφανής αστερισμός, που βοηθούσε στον προσδιορισμό του Βορρά, όπως αναφέρει ο Άρατος στο έργο του ‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’. Επειδή η Μεγάλη Άρκτος έπρεπε να είναι στα αριστερά του πλοίου του Οδυσσέα, υποχρεωτικώς  η πορεία του τελευταίου ήταν από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Οι Πλειάδες, οι οποίες είναι αστρικό σμήνος, αναφέρονται ως αστερισμός από τον Ερατοσθένη και τον Άρατο στα έργα τους ‘Καταστερισμοί’ (Leipzig, 1987) και ‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’ (La Nueva Italia Editrice, 1956), αντιστοίχως. Επίσης το ομηρικό κείμενο αναφέρεται στον  Ωρίωνα και στον ‘ὀψέ δύοντα’ Βοώτη.

Αλλά, η ταυτόχρονη παρουσία στον νυχτερινό ουρανό του Βοώτη και των Πλειάδων συμβαίνει δύο συγκεκριμένες περιόδους: την Άνοιξη και το Φθινόπωρο. Η Άνοιξη απoκλείεται λόγω των προαναφερθεισών ομηρικών περιγραφών και ειδικά λόγω της μεγάλης διάρκειας της νύχτας. Επίσης, η αναφορά στον Βοώτη ως ‘ὀψέ δύοντα’, σύμφωνα με τον Άρατο, αφορά το Φθινόπωρο (‘Φαινόμενα καί Διοσημεῖα’, 579-585).  Επιπλέον, οι Πλειάδες την Άνοιξη είναι δυτικά στον ορίζοντα και δύουν λίγες ώρες μετά την δύση του Ηλίου. Συνεπώς δεν  μπορεί να είναι ορατές όλη την νύκτα όπως αναφέρει ο Όμηρος. Ωστόσο, το Φθινόπωρο οι Πλειάδες φαίνονται όλη την νύχτα να κινούνται από τα ανατολικά προς τα δυτικά.

Ο Βοώτης την Άνοιξη είναι προς τα ανατολικά, ενώ το Φθινόπωρο είναι προς τα δυτικά, οδεύοντας αργά προς την δύση, δηλαδή είναι, ‘ὀψέ δύων Βοώτης’. Όπως έδειξε το πρόγραμμα Starry Νight, σε εκείνο τον παρελθόντα χρόνο, ο Βοώτης δεν έδυε τελείως στον φθινοπωρινό ουρανό σε γεωγραφικά πλάτη της Μεσογείου Θαλάσσης  μέχρι και σε πλάτη νοτίως των Βρετανικών νήσων. Τα δύο αστέρια του (β και γ) παρέμεναν οριακά πάνω από τον ορίζοντα, ενώ ολόκληρος ο αστερισμός φαινόταν να κινείται όλη την νύχτα από τα ΒΔ προς τα ΒΑ. Με άλλα λόγια, ενισχύεται και αστρονομικώς, η εκδοχή του Φθινοπώρου επιπροσθέτως τόσο από τις Πλειάδες, όσο και από τον μη δύοντα πλήρως Βοώτη. Ας σημειωθεί ότι η συμπεριφορά του Βοώτη, στις μέρες μας, ως προς το «οψέ δύοντα» δεν ισχύει σήμερα! Με άλλα λόγια το ομηρικό κείμενο διαθέτει μία προϊστορική μοναδική αστρονομική πληροφορία της συμπεριφοράς του αστερισμού η οποία αποδείχθηκε με το λογισμικό Starry Night ότι ίσχυε μόνον τότε.

Το χρονικό πλαίσιο της αναζήτησης αυτής της ηλιακής έκλειψης, κατά το ομηρικό κείμενο ήταν αρχικά από το 1300 έως το 1130 π.Χ. Το τελευταίο καθορίζεται αφ’ ενός από τα αρχαιολογικά ευρήματα των ανασκαφών στην Τροία καθώς και από τα αποτελέσματα, τα οποία προκύπτουν από τις επίμονες επιστημονικές μελέτες των αρχαιολόγων, οι οποίοι χρονολογούν τις γεωλογικές ζώνες καταστροφής της Τροίας, τις καλούμενες Troy VI (από σεισμό) και Τroy VIIa (από πυρκαγιά) μετά το 1300 π.Χ.  και αφ’ ετέρου από την καταστροφή των Μυκηναϊκών κέντρων και την έναρξη των λεγομένων ‘σκοτεινών χρόνων’. Επισημαίνεται ότι στο ίδιο περίπου χρονικό πλαίσιο κυμαίνονται και οι αναφορές διαφόρων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, ως προς την χρονολόγηση του Τρωικού πολέμου.

Εικών 2. Τροία VIIa: Οι ανασκαφές έδειξαν ότι τουλάχιστον τα εσωτερικά τείχη είναι κεκλιμένα. Στην Ιλιάδα (ΙL.XVI.702-3) αναφέρεται ότι ο Πάτροκλος αποπειράθηκε τρεις φορές να φτάσει στην κορυφή των εξωτερικών τειχών και τρείς φορές απωθήθηκε από τον ‘Απόλλωνα’. Το κείμενο του Ομήρου δείχνει ότι κάποιος θα μπορούσε να σκαρφαλώσει στα τείχη. Οι ανασκαφείς Η.Schlieman, W.Dorpfeld και Carl Blegen βρήκαν ότι τα τείχη της Τροίας VI είχαν κλίση και ανοίγματα σε τουλάχιστον σε μερικά σημεία. Αυτήν την χαρακτηριστική λεπτομέρεια δεν θα μπορούσε να την γνωρίζει ο Όμηρος αν είχε ζήσει είτε τον 9ο είτε τον 8ο είτε τον 7ο αιώνα π.Χ. και είχε επισκεφτεί την Τροία σε κάποιον από αυτούς τους αιώνες διότι τα τείχη αυτά ήταν ήδη θαμμένα βαθειά αιώνες πριν γεννηθεί (Cline, 2013).
  1. Ηλιακές εκλείψεις στην Ιθάκη και την Τροία

Σύμφωνα με τον κατάλογο των ηλιακών εκλείψεων της NASA (Espenak και Meeus 2006, 2009), 64 ηλιακές εκλείψεις (ολικές, μερικές και δακτυλιοειδείς) ορατές στα Ιόνια Νησιά έλαβαν χώρα μέσα σε αυτό το χρονικό πλαίσιο. Εάν όμως περιοριστούμε στο Φθινόπωρο, όπου μας οδηγεί υποχρεωτικώς o Όμηρος, οι εκλείψεις αυτές μειώνονται σε 14.  Όμως το ομηρικό κείμενο δίνει άλλη μια χρήσιμη αστρονομική πληροφορία, η οποία ελήφθη υπ’ όψη από την επιστημονική ομάδα. Ο πλανήτης Αφροδίτη κατά την άφιξη του Οδυσσέα, – πέντε μέρες πριν την μνηστηροφονία, μη συμπεριλαμβανομένης της ημέρας της μνηστηροφονίας – ήταν καλά ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ήλιου (ΟD.13.93-95).

O Όμηρος αναφέρει σε διαφορετικά αποσπάσματα της Οδύσσειας πέντε πλήρη ημερόνυχτα ως χρονικά διαστήματα ποικίλων δραστηριοτήτων στην Ιθάκη και την Πελοπόννησο, μετά τον ερχομό του Οδυσσέα. H επιστημονική ομάδα εντόπισε αυτά τα αντίστοιχα ομηρικά αποσπάσματα διαδοχικών χαραυγών, δηλαδή των χρονικών διαστημάτων πριν την Ανατολή του Ηλίου μέχρι και την ημέρα της μνηστηροφονίας, τα οποία είναι τα εξής: (ΟD.13.93-95, ΟD.15.56, ΟD.15.189-193, ΟD.15.495-500, ΟD.17.1-5, ΟD. 20.91-97).

Ο έλεγχος των 14 ημερομηνιών ηλιακών εκλείψεων σε σχέση και με την εμφάνιση της Αφροδίτης στον ανατολικό ορίζοντα έδειξε ότι μόνον πέντε από αυτές τις ημερομηνίες είχαν αυτή την ομηρική προϋπόθεση. Εξ αυτών, οι τρεις, δεν έγιναν καν αντιληπτές, καθόσον η κάλυψη του ηλιακού δίσκου ήταν μόλις 1-2% ή διότι  το συμβάν έγινε μετά την δύση του Ηλίου. Η τέταρτη συνέβη γύρω στις 8 π.μ., γεγονός το οποίο δεν είναι συμβατό με την ομηρική περιγραφή της μνηστηροφονίας, η οποία έγινε μετά το μεσημεριανό φαγητό.

Όμως, η πέμπτη ημερομηνία ηλιακής έκλειψης είναι σύμφωνη με όλες τις ομηρικές περιγραφές. Πρόκειται για την μερική ηλιακή έκλειψη της 30ης  Οκτωβρίου 1207 π.Χ. με σημαντική κάλυψη των ¾ του ηλιακού δίσκου (74.7%). Το φαινόμενο ξεκίνησε στις 14.31, κορυφώθηκε στις 16.03 και τελείωσε στις 17.23. Η ηλιακή έκλειψη συνέβη στα δυτικά, σε ύψος 20 μοιρών από τον ορίζοντα, στην περιοχή του αστερισμού του Σκορπιού. Λίγη ώρα μετά, στις 17.58, ο Ήλιος έδυσε και για αυτό, όπως περιγράφεται στο ομηρικό κείμενο, αμέσως οι υπηρέτριες έφεραν φως (ΟD.22.497). Την θέση της εν λόγω ηλιακής έκλειψης στον ουρανό των Ιονίων νήσων την απεικονίζει η Εικών 3.

Εικών 3. Η μερική ηλιακή έκλειψη, με κάλυψη κατά 74.7% του ηλιακού δίσκου,  της 30ης Οκτωβρίου του 1207 π.Χ., ορατή στον ουρανό των Ιονίων Νήσων, οριοθετείται σε περιοχή του ουρανού από τους αστερισμούς του Σκορπιού, του Ζυγού   (ή  Χηλών του Σκορπιού) και του Οφιούχου.

Επιπλέον, η ερευνητική ομάδα επισημαίνει ότι δύο αστρονομικά φαινόμενα, η ηλιακή έκλειψη και μια βροχή διαττόντων αστέρων (πεφταστέρια), περιγράφονται στην Οδύσσεια, ως προφητείες του μάντη Θεοκλύμενου που το όνομα του σημαίνει ‘ο ακούων τα θεία’, καθώς σύμφωνα με τις δοξασίες εκείνης της εποχής, τα έκτακτα αυτά αστρονομικά φαινόμενα συνεδέοντο με θεότητες [Papamarinopoulos et al (2013)].

Ο Όμηρος αναφέρει πολλές φορές ότι ο Τρωικός Πόλεμος διήρκεσε δέκα έτη και ότι ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη είκοσι έτη μετά από την αναχώρηση του. Τρία χωρία της Ιλιάδος (IL.2.328-330, IL.2.134-138, IL.2.295-296) αναφέρουν τον Κάλχα, τον Αγαμέμνονα και τον Οδυσσέα, να επαναλαμβάνουν την δεκαετή διάρκεια του πολέμου και να προσθέτουν ότι τα περιγραφόμενα γεγονότα στην Ιλιάδα, έγιναν στην αρχή του δέκατου ‘έτους του πολέμου’ στην Τροία.

Στην συνέχεια, εντοπίστηκε και άλλη μία ηλιακή έκλειψη, που περιγράφεται στην Ιλιάδα (στο χρονικό πλαίσιο αναζήτησης 1400 – 1130 π.Χ.). Τα στοιχεία που δίνονται από τον Όμηρο για τον εντοπισμό της είναι:

  1. Η εποχή ήταν καλοκαίρι (περιγραφή πολλής ζέστης και παρουσίας ερωδιού)
  2. Η ώρα της έκλειψης ήταν αργά το μεσημέρι (θάνατος Πατρόκλου)
  3. Η Αφροδίτη ήταν στον ανατολικό ορίζοντα ορατή πριν την ανατολή του Ήλιου, τρεις μέρες μετά την έκλειψη και τον θάνατο του Πατρόκλου, κατά την ημέρα που ξημέρωσε μετά την καύση της σορού του.
  4. Η έκλειψη αυτή έπρεπε να είχε προϋπάρξει δέκα χρόνια πριν από την έκλειψη, που αναφέρεται στην Οδύσσεια.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές κατά την μελέτη του Ομηρικού κειμένου εντόπισαν την περιγραφή μίας ακόμη μερικής ηλιακής έκλειψης ορατής στην Τροία κατά την προϊστορική εποχή  και την επιβεβαίωσαν στους καταλόγους των εκλείψεων της NASA [Papamarinopoulos et al, 2014]. Η περιγραφόμενη απόλυτη σκοτεινιά της νύχτας (ΙL.8.500-511, ΙL.10.275-277, ΙL.10.297, ΙL.10.394, ΙL.10.468) πριν από την ημέρα θανάτου του Πατρόκλου είναι συμβατή με την απαραίτητη προϋπόθεση της φάσεως Νέας Σελήνης, προκειμένου να συμβεί μια ηλιακή έκλειψη. Επιπλέον η ύπαρξη του ερωδιού (ΙL.10.274-275), που είναι μεταναστευτικό πτηνό, καθώς και οι σκηνές που αναφέρονται και αντιστοιχούν σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας (ΙL.20.572-575, ΙL.21.621-622, ΙL.21.642-643, ΙL.21.811-812), υποδηλώνουν ότι η εποχή ήταν είτε προχωρημένη Άνοιξη, είτε αρχή Καλοκαιριού.

  1. Η ηλιακή έκλειψη στην Τροία και ο θάνατος του Πατρόκλου

Παρακολουθώντας την ομηρική αφήγηση της μάχης, φαίνεται ότι περιγράφεται ένα σταδιακό σκοτείνιασμα (το οποίο προκαλεί ο Ζευς), που ξεκινά το μεσημέρι, την ώρα θανάτου του Σαρπηδόνα (ΙL.16.567-568), και αυξάνεται την ώρα θανάτου του Πατρόκλου (ΙL.17.269-270).

Δεν πρόκειται για ολική ηλιακή έκλειψη, καθώς υπάρχει ορατότητα και η σκληρότατη μάχη συνεχίζεται κανονικά γύρω από το σώμα του νεκρού Πατρόκλου. Μάλιστα στους στίχους: «῝Ως οἳ μέν μάρναντο δέμας πυρός, οὐδέ κε φαίης οὔτέ ποτ’ ἠέλιον σῶν ἔμμεναι οὔτε σελήνην» (ΙL.17.366-377), υποδηλώνεται η ‘συνύπαρξη’ Ηλίου και Σελήνης. Θα ήταν λογικό να γίνει αναφορά μόνο στον Ήλιο και όχι και στην Σελήνη μέσα στο μεσημέρι, που γίνεται αυτή η μάχη. Βεβαίως μπορεί κανείς να διακρίνει αχνά και την Σελήνη σε ημερήσιο φως, αλλά όχι κάτω από τον έντονο ηλιακό φωτισμό ενός ζεστού καλοκαιρινού μεσημεριού, όπως αυτό που περιγράφεται. Συνδυάζοντας τις παραπάνω περιγραφές έγινε αντιληπτό ότι ο ποιητής περιγράφει μια μερική ηλιακή έκλειψη, όπου ο σκοτεινός δίσκος της Σελήνης βρίσκεται ακριβώς δίπλα και εν μέρει καλύπτει τον φωτεινό ηλιακό δίσκο. Η περιγραφή μάλιστα συνεχίζεται (ΙL.17.366-377) με την διευκρίνιση ότι το φαινόμενο της συνύπαρξης των δύο ουρανίων σωμάτων δεν γίνεται αντιληπτό από τους μαχόμενους σκληρά, γύρω από τον νεκρό Πάτροκλο, οι οποίοι βρίσκονται ενδιάμεσα των στρατευμάτων, καθώς «ἠέρι γάρ κατέχοντο μάχης ἐπί θ’ ὅσσον ἄριστοι ἕστασαν ἀμφί Μενοιτιάδῃ κατατεθνηῶτι». Δηλαδή, αυτούς τους κάλυπτε το σκοτάδι της μάχης (‘ἠέρι μάχης)’, συνεκδοχικά η σκοτεινιά του πολέμου, και δεν αντιλαμβάνονται το ουράνιο φαινόμενο.

Σε αντίθεση με όλους τους άλλους μαχόμενους, στην ίδια βεβαίως πεδιάδα, οι οποίοι πολεμούν κάτω από αίθριο ουρανό, με οξύ, διαπεραστικό, εκτυφλωτικό ηλιακό φως, ενώ ‘δεν φαίνεται πουθενά σύννεφο, ούτε στη γη, ούτε στα όρη’ («οι δ’ άλλοι Τρώες και εϋκνήμιδες ᾿Αχαιοί εύκηλοι πολέμιζον υπ’ αιθέρι, πέπτατο δ’ αυγή ηελίου οξεία, νέφος δ’ ου φαίνετο πάσης γαίης ουδ’ ορέων»). Η τελευταία επισήμανση υποδηλώνει την ύπαρξη μιας ‘σκοτεινιάς’, όπως όταν υπάρχει νέφωση, χωρίς όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, την ύπαρξη νεφών. Πρόκειται για το σκοτείνιασμα, που επιφέρει μία μερική ηλιακή έκλειψη. Το οξύ εκτυφλωτικό ηλιακό φως προέρχεται από το εναπομείναν μικρό τμήμα του ηλιακού δίσκου, που δεν έχει καλυφθεί από τον σεληνιακό δίσκο.

Στην συνέχεια και ενώ η μάχη συνεχίζεται, η θεά Αθηνά ως μια ‘πορφυρή νεφέλη’ κατέβηκε από τον ουρανό επί του εδάφους (ΙL.17.545-555), καλύπτοντας τα στρατεύματα, οπότε η μάχη διακόπτεται λόγω μη ορατότητας, όπως δηλώνεται δια στόματος του Αίαντα (ΙL.17.644-651). Δηλαδή, το μειωμένο ηλιακό φως, λόγω της έκλειψης, επιβαρύνεται από την προσθήκη αυτού του κόκκινου νέφους.

Για την ερμηνεία αυτού του κόκκινου νέφους καθώς και για την πτώση στην γη ‘αιμάτινων δροσοσταλίδων’ [αιματοέσσας δε ψιάδας κατέχευεν έραζε] (IL.16.459), που προηγήθηκαν στο πεδίο της μάχης, παρέχεται επιστημονική εξήγηση σε όρους Αστροφυσικής και Ατμοσφαιρικής Φυσικής σε πρόσφατη δημοσιευμένη εργασία της ομάδας (Papamarinopoulos et al., 2016). Η εξήγηση η οποία δίδεται αφορά την δημιουργία συνθηκών (οι οποίες αναλύονται), προγενεστέρως της ηλιακής έκλειψης, που οδήγησαν στην παρουσία ενός ερυθρού σύννεφου και την κάθοδό του επί του εδάφους, ως ομίχλη στο πεδίο της μάχης, την ώρα της μέγιστης φάσης της ηλιακής έκλειψης, λόγω της απότομης μεταβολής  της θερμοκρασίας και της υγρασίας στην πεδιάδα των μαχών, εξ αιτίας ακριβώς της ύπαρξης της ηλιακής έκλειψης. Η συνύπαρξη των δύο φαινομένων τονίζεται μέσα στο ομηρικό κείμενο, ως η αιτία της έλλειψης παντελούς ορατότητας για λίγα λεπτά.

Ο Αίας προσεύχεται στον Δία να επαναφέρει το φως και εκείνος ανταποκρίνεται άμεσα. Πράγματι, η μέγιστη φάση μιας ηλιακής έκλειψης κρατά μόνο μερικά λεπτά. Έτσι ο Ζευς επιφέρει δύο συμβάντα, καθώς υπήρχαν δύο φαινόμενα, ‘ἠέρα μέν σκέδασε καί άπωσεν ὁμίχλην’ (ΙL.18.649-650). Δηλαδή σκόρπισε το σκοτάδι (λόγω της έκλειψης) και απομάκρυνε και την ομίχλη. Οπότε ‘ἠέλιος δέ ἐπέλαμψε’, δηλαδή ο Ήλιος έλαμψε ψηλά στον ουρανό.

Εικών 4. Ο Αχιλλέας θρηνεί τον θάνατο του Πατρόκλου. Μαρμάρινη σαρκοφάγος, Museo archeologico ostiense.

Ο ποιητής, όμως, δίνει και άλλη μία χρήσιμη αστρονομική πληροφορία. Μετά τον θάνατο του Πατρόκλου (μη συμπεριλαμβανομένης της ημέρας θανάτου του) σε διαφορετικά αποσπάσματα του κειμένου αναφέρονται τρεις χαραυγές. Η ομάδα εντόπισε αυτές τις τρεις διαδοχικές χαραυγές, οι οποίες περιγράφονται σε αντίστοιχα αποσπάσματα (ΙL.19.1-2, ΙL.23.109-110 και ΙL.23.226-228). Στο πρώτο και στο δεύτερο εξ αυτών περιγράφεται η πρώτη και η δεύτερη χαραυγή αντιστοίχως μετά τον θάνατο του Πατρόκλου. Στο τρίτο περιγράφεται η χαραυγή μετά το τέλος της διά πυρός καύσης της σορού του Πατρόκλου, οπότε επισημαίνεται η εμφάνιση της Αφροδίτης (Venus) στον ανατολικό ορίζοντα πριν την ανατολή του Ηλίου.

Με δεδομένη την ύπαρξη μιας ακόμη ηλιακής έκλειψης που αναφέρεται στην Οδύσσεια, θα πρέπει η έκλειψη της Ιλιάδας να προηγείται κατά δέκα έτη πολέμου, σύμφωνα με τον ίδιο τον Όμηρο. Συνεπώς, η επιστημονική ομάδα όφειλε να αναζητήσει δύο ηλιακές εκλείψεις (μέσα στο χρονικό πλαίσιο 1400-1130 π.Χ.), που να ικανοποιούν τις εξής ομηρικές προϋποθέσεις:

  • Μια έκλειψη ορατή στην Τροία, μεσημεριανή ώρα, που συνέβη προχωρημένη Άνοιξη ή Καλοκαίρι. Επί πλέον ο πλανήτης Αφροδίτη πρέπει να είναι ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ηλίου, τρεις μέρες μετά την ηλιακή έκλειψη.
  • Μετά μία δεκαετία, μια έκλειψη ορατή στην Ιθάκη, μεσημεριανή ώρα, που συνέβη το Φθινόπωρο. Επιπροσθέτως ο πλανήτης Αφροδίτη πρέπει να είναι ορατός στον ανατολικό ορίζοντα, πριν την ανατολή του Ηλίου, πέντε μέρες πριν την ηλιακή έκλειψη.
  1. Το πρόγραμμα Starry Night και οι κατάλογοι εκλείψεων της NASA

Με χρήση του προγράμματος Starry Night και των καταλόγων των εκλείψεων της NASA, ελέγχθηκε όλη η χρονική περίοδος, από το 1400  έως το 1130 π.Χ.  Επρεπε να ληφθεί υπ’ όψη η έναρξη της άνθησης του  Πολιτισμού των Αχαιών, το 1400 π.Χ., δηλαδή η ακμή και το τέλος του κόσμου τους το 1130 π.Χ.. Θα πρέπει ακόμη να επισημάνουμε ότι θα ήταν φοβερά ριψοκίνδυνο να πραγματοποιηθεί εκστρατεία των Αχαιών εναντίον της Τροίας κατά την ακμή της Χεττιτικής Αυτοκρατορίας, αλλά μόνον όταν η τελευταία έχασε την δύναμη της μετά την ήττα της από τους Αιγυπτίους στην μάχη του Kadesh το 1275/4 π.Χ. (Spalinger, 2005)   και κυρίως μετά την ήττα της από τους Ασσυρίους στην μάχη Nihriya το 1237 π.Χ. (Liverani, 2001). Αφού ελήφθησαν  υπόψη όλα τα προαναφερθέντα, εντοπίστηκε η ημερομηνία αυτής της μερικής ηλιακής έκλειψης που ήταν η 6η Ιουνίου του 1218 π.Χ.  Η θέση της συγκεκριμένης ηλιακής έκλειψης παρουσιάζεται στην Εικόνα 5 στην αριστερή πλευρά της.

Εικών 5. Η έκλειψη Ηλίου της 6ης Ιουνίου 1218 π.Χ. στην Τρωάδα με κάλυψη του ηλιακού δίσκου 75.2%, έγινε σε περιοχή του ουρανού, η οποία οριοθετείται από τους αστερισμούς του Ταύρου, του Ωρίωνος και της Μεγάλης Άρκτου και εμφανίζεται στην αριστερή πλευρά της εικόνας. Αυτοί ακριβώς οι αστερισμοί περιγράφονται στην δεύτερη ασπίδα του Αχιλλέα!

Η μερική ηλιακή έκλειψη της 6ης Ιουνίου 1218 π.Χ. στην Τροία, η οποία μετά από έναν έως δύο μήνες αλώθηκε, ικανοποιεί και την αναφορά του Ομήρου να προηγείται μία δεκαετία από την επιστροφή του Οδυσσέα που έγινε την 25η Οκτωβρίου του 1207 π.Χ. και στη συνέχεια ακολούθησε η έκλειψη της Ιθάκης πέντε μέρες μετά, δηλαδή την 30η Οκτωβρίου 1207 π.Χ. Το ζεύγος αυτών των δύο ηλιακών εκλείψεων είναι το μοναδικό, που ικανοποιεί αυτόν τον ομηρικό όρο, στο χρονικό πλαίσιο 1400-1130 π.Χ..

Η μερική ηλιακή έκλειψη στην Τρωάδα συνέβη μεσημέρι, με έναρξη στις 14.10, μέγιστη φάση στις 15.45 και λήξη στις 17.07, ενώ η κάλυψη του ηλιακού δίσκου ήταν 75.2%. Ο συγχρονισμός της με τον θάνατο του Πατρόκλου είναι εμφανής.

Τρεις μέρες μετά την έκλειψη, τα χαράματα της 9ης Ιουνίου, η Αφροδίτη ήταν πολύ καλά ορατή στον ανατολικό ορίζοντα, καθώς ανέτειλε στις 3.12, ενώ ο Ήλιος ανέτειλε στις 4.48, όπως φαίνεται στην Εικόνα 6 στην δεξιά πλευρά του χάρτη.

Εικών 6. Η εμφάνιση της Αφροδίτης (Venus) στον ανατολικό ορίζοντα του ουρανού της Τροίας, τα χαράματα της 9ης Ιουνίου του 1218 π.Χ., τρεις μέρες μετά τον θάνατο του Πατρόκλου, φαίνεται στην δεξιά πλευρά της εικόνας.

Η ευρεθείσα ηλιακή έκλειψη της 6ης Ιουνίου του 1218 π.Χ. οριοθετείται, σε περιοχή του ουρανoύ της Τρωάδος, από τους αστερισμούς του Ωρίωνος, του Ταύρου (με τα νεφελώματα Πλειάδες και Υάδες) και της Μεγάλης Άρκτου. Το χωρίο της Ιλιάδος ΙL.18.483-489 αναφέρει αυτούς ακριβώς τους αστερισμούς, οι οποίοι δίκην στεφάνου κυκλώνουν την ουράνια περιοχή, όπου έγινε ή έκλειψη. Οι αστερισμοί αυτοί αναφέρονται στην περιγραφή της δεύτερης ασπίδας του Αχιλλέα, δεδομένου ότι η πρώτη λαφυραγωγήθηκε από τους Τρώες, όταν σκότωσαν τον Πάτροκλο. Η ήδη παρουσιασθείσα Εικών 5 δείχνει τον ουρανό της Τροίας την ώρα της έκλειψης, η οποία έλαβε χώρα στον αστερισμό των Διδύμων και είναι οριοθετημένη από τους συγκεκριμένους αστερισμούς, οι οποίοι αναφέρεται ότι απεικονίζονταν πάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα!

Εικών 7. Η ασπίδα του Αχιλλέα σε αναπαράσταση του 18ου αιώνα.

Eπιπροσθέτως, στην δημοσίευση της ομάδας Papamarinopoulos et al (2014) απορρίπτεται τεκμηριωμένα και για πολλούς λόγους η ολική ηλιακή έκλειψη της 11ης Ιουνίου 1312 π.Χ. ή της 24ης Ιουνίου του 1312 π.Χ., σε Γρηγοριανό και Ιουλιανό ημερολόγιο αντιστοίχως, την οποία πρότεινε ο Henriksson (2012). Η όλη περιγραφή του ομηρικού κειμένου αντιστοιχεί σε μερική και όχι σε ολική ηλιακή έκλειψη, όπως προτείνει ο εν λόγω ερευνητής. Επίσης υπάρχουν επιστημονικώς ασυγχώρητες ασυμβατότητες στο όλο σκεπτικό, που παρουσιάζει, προκειμένου να δικαιολογήσει την επιλογή του.

Η περιγραφόμενη στο ομηρικό κείμενο ζέστη και η εμφάνιση του μεταναστευτικού πτηνού ερωδιού (ΙL.10.275-277),ταιριάζουν απόλυτα στις  αρχές Ιουνίου, ένα περίπου μήνα πριν το θερινό ηλιοστάσιο, που τότε (λόγω του φαινομένου της μετάπτωσης) ήταν την 4η Ιουλίου.

Ως γνωστόν, η κοινή αποδοχή της χρονικής αναφοράς της πρώτης τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων το έτος 776 π.Χ. εκ μέρους του κράτους της Ήλιδος, έγινε προς τα μέσα του 3ου αιώνος π.Χ. Η ομάδα παραθέτει εννέα αποσπάσματα, τα οποία αφορούν την χρονολόγηση γεγονότων με βάση τις Ολυμπιάδες από τα μέσα του 3ου αιώνος π.Χ. Συγκεκριμένα, τρία από τον Διόδωρο Σικελιώτη, (Ἱστορικὴ Βιβλιοθήκη 1,4,7-1,68,6-7,5,1), τρία από τον Διονύσιο Αλικαρνασσέα, (Ῥωμαϊκαὶ Ἀρχαιότητες, 1, 74, 1-1,74,4-3,1,4) και τρία από τον Πολύβιο Μεγαλοπολίτη, (Ἱστορίαι, 3,17,1 – 4,26,1-5,105,3).

Κατά την κλασσική εποχή στην Ελλάδα οι χρονολογικές αφετηρίες ήταν διαφορετικές. Στην Αθήνα π.χ., τα έτη καθορίζονταν από τον επώνυμο Άρχοντα, στην Σπάρτη  από τον επώνυμο Έφορο και στο Άργος  από την ισόβια ιέρεια της Ήρας.

Επίσης για την ύπαρξη διαφορετικής αρχής του έτους στις ελληνικές πόλεις κατά  τους αιώνες πριν από την χρονολόγηση με βάση τις Ολυμπιάδες, παρατίθενται τα  εξής αποσπάσματα: Φώτιος, Λεξικόν, 291 και Πλούταρχος, Πελοπίδας, 25. Επί πλέον υπάρχουν και πολλά άλλα περιγραφόμενα στην βιβλιογραφία, όπως λόγου χάριν αναφέρονται από τους Μάνο Δανέζη και Στράτο Θεοδοσίου, στο βιβλίο τους “Οδύσσεια των Ημερολογίων”, (Αθήνα, 1995).

Είναι αναμενόμενο ότι για τους προγενέστερους αιώνες, όπως για το τέλος του 13ου αιώνος π.Χ. και τις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. παραδείγματος χάριν, δεν υπήρχε κοινό ημερολόγιο για τα Βασίλεια των Αχαιών. Συνήθως η πρωτοχρονιά είχε σχέση με κάποιο ηλιοστάσιο ή κάποια ισημερία, αλλά διέφερε από περιοχή σε περιοχή. Κατά συνέπεια ο Όμηρος δεν θα μπορούσε να δίνει την δεκαετία του πολέμου με βάση ένα κοινό ημερολόγιο, με μία κοινή πρωτοχρονιά. Ως εκ τούτου ο κοινός χρόνος για όλους τους μαχόμενους ήταν ‘πόσα έτη πολεμούν’, δηλαδή τα ‘έτη πολέμου’. Πράγματι, ο Κάλχας, ο Αγαμέμνων και ο Οδυσσέας (ΙL.2.134-135, ΙL.2. 295-296, ΙL.2.328-329), αντιστοίχως, αλλά και άλλοι, αναφέρουν ότι έχουν ήδη πολεμήσει 9 έτη και τώρα βρίσκονται στην αρχή του 10ου έτους του πολέμου.

Επιπροσθέτως, η ομάδα στηριζόμενη σε κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας των μεταγενέστερων περιόδων αποδεικνύει ότι οι εκστρατείες ξεκινούσαν μετά την Άνοιξη. Παραθέτει δε πολλά αποσπάσματα αρχαίων ιστορικών και άλλων συγγραφέων και συγκεκριμένα: Δύο από τον Ηρόδοτο, (Ἱστορία, 6,106 -107 και 7,206), δεκαεπτά από τον Θουκυδίδη, (Ξυγγραφή, 5,26,1 – 5,20,3 – 2,2,1 – 2,103,1 -4,117,1 – 6,8,1 – 6,88,6 – 6,94,1 – 7,15,2 – 7,17,1 – 8,2,4 – 8,7,1 – 8,61,1 – 1,30,4 -2,34,1 – 2,102,2 – 6,88,5), δύο από τον Ξενοφώντα (Ἑλληνικά, 3,2,6 – 5,3,1), επτά από τον Αρριανό (Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις,1,1,4 – 1,11,3 – 3,6,1 – 4,18,4 – 4,22,3 -4,7,1 – 4,18,2) και τρία από τον Δίωνα τον Κάσσιο (Ῥωμαϊκαὶ ἱστορίαι, 36,5,1 – 49, 31,4 – 54,33,1).

Από όλα αυτά αποδεικνύεται ότι οι εκστρατείες ξεκινούσαν κατά κανόνα την Άνοιξη. Κατά συνέπεια η ίδια λογική της διεξαγωγής των πολέμων και της επιμελητείας των εκστρατειών κατά την κλασσική, την ελληνιστική και την ρωμαϊκή εποχή θα πρέπει να προεκταθεί και κατά την μυκηναϊκή περίοδο, που συμπίπτει με την ύστερη εποχή του Χαλκού.

Ένα, λοιπόν, έτος πολέμου’ στην Τροία άρχιζε την Άνοιξη ενός έτους και τελείωνε την Άνοιξη του επομένου έτους.

Συνεπώς, με σημερινή χρονολόγηση, το πρώτο ‘έτος πολέμου’ ήταν μεταξύ των ετών 1227-1226 π.Χ. και το δέκατο ‘έτος πολέμου’ ήταν μεταξύ των ετών 1218-1217 π.Χ. Η άλωση της Τροίας έλαβε χώρα στην αρχή του δέκατου ‘έτους του πολέμου’, όπως γράφει ο Όμηρος, δηλαδή το καλοκαίρι του 1218 π.Χ., όπως προτείνει η ομάδα. Ο Οδυσσέας αναχώρησε από την Ιθάκη το 1228-1227 π.Χ. και επέστρεψε το 20ο έτος, δηλαδή το 1208-1207 π.Χ.

Η επιστημονική ομάδα παραθέτει στον  Πίνακα 1 τα έτη πολέμου (από Άνοιξη σε Άνοιξη) και το έτος επιστροφής του Οδυσσέα.

               Πίναξ 1. Τα έτη του πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα

  • 1227-1226 π.Χ.  Πρώτο έτος πολέμου 
  • 1218-1217 π.Χ.  Δέκατο έτος πολέμου
  • 1208-1207 π.Χ.  Εικοστό έτος – Επιστροφή Οδυσσέα στην Ιθάκη
  1. Χρονολογήσεις του Τρωικού Πολέμου από ιστορικούς και αρχαιολόγους

Η επιστημονική ομάδα παραθέτει επίσης και τον Πίνακα 2 o οποίος περιέχει τις απόψεις των αρχαίων ιστορικών για την χρονολόγηση του Τρωικού Πολέμου. Οι ιστορικοί  χρονολογούν τον Τρωικό Πόλεμο που περιγράφεται από τον Όμηρο στο χρονικό διάστημα από το 1514 π.Χ. μέχρι το 1171 π.Χ.

Πίναξ 2. Οι απόψεις των αρχαίων ιστορικών

Όνομα συγγραφέως

 

Έτος π.Χ.
 Δούρις Σάμιος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, 1960)

 

1454 ή 1514
 Κλείταρχος Αλεξανδρεύς (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,

1960)

 

1274 ή 1334
Τίμαιος Ταυρομενίτης (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1274 ή 1334
Ερατοσθένης Αλεξανδρεύς (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, 1960)

 

1184 ή 1228 ή 1288
 Έφορος Κυμαίος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1189 ή 1249
 Φανίας Ερέσιος (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Στρωματεῖς,1960)

 

1169 ή 1229
 Ηρόδοτος Αλικαρνασσεύς (Ἱστορία, 1968)

 

περί το 1250
 Δικαίαρχος Σικελιώτης (Fragmenta, 1888-1906)

 

1212
 Πάριον Χρονικόν (Παράγραφος 24 του κειμένου, 2001)

 

1208
 Σωσίβιος Λάκων (Censorinus, De die natali, 1810)

 

1171

Σημείωση: Εντός παρενθέσεων είναι οι πηγές, που αναφέρουν  τους αρχαίους συγγραφείς.

Η ομάδα παραθέτει επίσης και τον Πίνακα 3, στον οποίο παρουσιάζονται οι απόψεις των αρχαιολόγων σχετικώς με την καταστροφή  της Τροίας,  που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από το 1270 μέχρι το 1180 π.Χ., ιδιαίτερα όσον αφορά την γεωαρχαιολογική ζώνη Τroy VIIa, η οποία φέρει σαφή ίχνη καταστροφής από πυρκαγιά η οποία ήταν σαφής εμπρησμός και όχι ένα ατύχημα που οπωσδήποτε συνέβη σε προγενέστερο αιώνα στην ίδια πόλη αλλά αυστηρώς τοπικώς και χωρίς μαρτυρίες εισβολής.  Για ένα μεγάλο μέρος των αρχαιολόγων αντιστοιχεί στην ομηρική Τροία. Στην τελευταία, στην περιοχή της κατώτερης Τροίας πέραν των ανακτόρων, έχουν βρεθεί κεφαλές βελών, δηλαδή μαρτυρία στρατιωτικής εισβολής καθώς και σωροί από στρογγυλές πέτρες κατάλληλες να χρησιμοποιηθούν από σφενδόνες, δηλαδή μαρτυρία άμυνας της πόλης εν κινδύνω καθώς και σκελετοί. Ένας εξ αυτών αντιστοιχεί σε νεαρή γυναίκα ηλικίας 16 ή 17 ετών. Ο σκελετός είναι εν μέρει καμένος σε βιαστική ταφή σε δημόσιο χώρο (Cline,2013) ! Ούτε ο αποθανών  M.Korfmann ούτε ο διαπρεπής αρχαιολόγος Ε.Cline λαμβάνουν θέση σε ποιόν ανήκαν οι άκρες των βελών με βάση το επιχείρημα ότι δεν θα μπορούσαν οι Αχαιοί να οργανώσουν μία τέτοια εκστρατεία τότε. Ας σημειωθεί ότι δεν έχει γίνει ακόμη μη καταστροφική φυσικοχημική μελέτη ως προς την σύσταση τους ώστε να αποδειχθεί αν έχουν ή όχι παραμέτρους αντίστοιχες των βελών των Αχαιών η των Ανθρώπων της Θάλασσας.   Στην Εικόνα 8 παρουσιάζονται άκρες βελών καθώς και πέτρες για χρήση σφεντόνας. Η θέση αυτών καθώς και όλων των ευρημάτων στην Τροία περιγράφεται καλώς στην  απάντηση των στελεχών της ομάδας του Tubingen και του Πανεπιστημίου του Cincinnati προς την κριτική του Frank Kolb,(Late Bronze Age Troy: A Response to Frank Kolb By Peter Jablonka and Charles Brian Rose American Journal of Archaeology Vol. 108, No. 4 (October 2004), pp. 615–630) η οποία είναι εύκολα προσιτή στο ψηφιακό χώρο.

Εικών 8. Άκρες βελών του επιτιθέμενου εισβολέως και πέτρες για χρήση σφενδόνης του αμυνόμενου. Οι πέτρες βρέθηκαν υπό μορφή σωρού στην γεωαρχαιολογική ζώνη με ίχνη εμπρησμού TroyVIIa.

Πίναξ 3. Oι απόψεις των αρχαιολόγων

 Όνομα συγγραφέως Γεω-Αρχαιολογική ζώνη  (στρώμα) Η καταστροφή της Τροίας σε έτος π.Χ.

 

C. Nylander (1963)

 

Τροία VI

 

Θεωρεί ότι ο Τρωικός πόλεμος δεν είναι ιστορικό γεγονός

 

M. Finley et al (1964)

 

Τροία VI

 

Θεωρεί ότι ο Τρωικός πόλεμος δεν είναι ιστορικό γεγονός

 

W. Dörpfeld ( Zengel, 1990)

 

Τροία VI

 

περίπου 1250, αλλά μετά την μάχη της Kadesh

 

C. Blegen ( Zengel, 1990)

 

Τροία VIIa

 

1270-1240

 

V. R. d’A.  Desborough (1966)

 

Τροία VIIa

 

1230-1250

 

M. Wood (1998) Τροία VI

 

1250-1260

 

S. Hiller (1991) Τροία VIh

Τροία VIIa

 

Στο μέσον του 13ου αιώνα

Στο τέλος του 13ου και στην αρχή του 12ου αιώνα

 

G. Mylonas (1964)

 

Τροία VIIa

 

περίπου 1200

 

P. Moutnzoy (1999a,b)

 

Τροία VIIa

Τροία VIh

περίπου 1210

περίπου 1300

 

M. Korfmann (2004a,b)

 

Τροία VIIa /VIIb1

 

1200 – 1180

 

S. Hood (1998)

 

Τροία VIIb2

 

10ος αιώνας

 

Η πρώτη ομάδα αποτελείται από τους αρχαιολόγους Νylander (1963) και Finley (1964) οι οποίοι δεν αποδέχονται την ιστορικότητα του Τρωικού Πολέμου.

Η δεύτερη αποτελείται από τους Dörpfeld (αναφέρεται από τον Zengel, 1990), Blegen (αναφέρεται από τον Zengel, 1990), Desborough (1966), Wood (1998) και Ηiller (1991), οι οποίοι χρονολογούν την καταστροφή της Τροίας  περί το 1250 π.Χ.

Η τρίτη ομάδα αποτελείται από τους Μυλωνά (1964), την Mountzoy (1999a και 1999b), τον Korfmann (2004a και 2004b) και τον Hood (1998), οι οποίοι χρονολογούν  την καταστροφή της Τροίας περί το 1200 π.Χ., περί το 1210 π.Χ., μεταξύ του 1200 και 1180 π.Χ. και τον 10ο αιώνα π.Χ. αντιστοίχως.

Eικών 9. Μέρος της στρωματογραφίας της Τροίας από το βιβλίο Troia and the Troad-Scientific Approaches (Wagner G.A, Pernicka E και Uerpmann H.P. (2003). Οι προσθήκες με το ερυθρό και το γαλάζιο βέλος καθώς και το κείμενο στα δεξιά έγιναν από τον γράφοντα και αποτελούν τμήμα μελλοντικής δημοσιευσης στον εκδοτικό οίκο του Πανεπιστημίου του Cambridge το 2019. Yποδεικνύονται τα δύο γεωαρχαιολογικά στρώματα τα οποία τα οποία συνδεονται με τις δύο καταλήψεις της Τροίας με διαφορά μιας γεννιάς μεταξύ τους δηλαδή εκείνη του Αχιλλέως και των συντρόφων του, του δεύτερου Τρωικού Πολέμου, και εκείνη, η προηγηθείσα, των πατερων τους του πρώτου Τρωικού Πολέμου, Papamarinopoulos (2019).
Εικών 10. Λέκυθος του 6ου π.Χ. αιώνα, απεικονίζουσα την πρόσδεση της σορού του Έκτορα στο άρμα του Αχιλλέα

Συμπεράσματα

H επισήμανση του Πλουτάρχου ότι ‘η παλαιά φυσική επιστήμη’ ήταν ‘φυσικός λόγος’ κρυμμένος μέσα σε ‘μύθους’ και ‘μυστηριώδη θεολογία’ ισχύει και για τα ομηρικά έπη, που περιγράφουν γεγονότα, που συνέβησαν στο τέλος του 13ο αιώνα π.Χ.  Η ‘φυσική επιστήμη’ και στην συγκεκριμένη περίπτωση, το αστρονομικό φαινόμενο της ηλιακής έκλειψης, υποκρύπτεται μέσα στην ποιητική αφήγηση και αποδίδεται σε θεότητες, στον Δία, στην Αθηνά ή στον Απόλλωνα.

Η εν θέματι επιστημονική ομάδα σε σειρά εργασιών της (Papamarinopoulos et al (2012, 2013, 2014 και 2016)) στο περιοδικό Mediterranean Archaeology and Archaeometry, χρονολόγησε την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη και την πτώση της Τροίας με βάση τα αστρονομικά στοιχεία των δύο επών. Η τελευταία, επιπροσθέτως, παρουσίασε τις απόψεις της στο διεθνές συνέδριο στην αρχαία Ολυμπία το 2016, ‘Η αρχαία Ελλάδα και ο σύγχρονος κόσμος’, και τις έθεσε υπ ‘ όψιν του διεθνούς ακροατηρίου ως είθισται. Στον πιο κάτω σύνδεσμο παρουσιάζεται όλος ο τόμος των πρακτικών έτσι ώστε οι αναγνώστες να μπορούν να διαβάσουν ότι επιθυμούν:

http://timelessgreece.org/2017/PROCEEDINGS_Greek_v28_02_sm.pdf

http://timelessgreece.org/2017/PROCEEDINGS_Greek_v28_02_print.pdf

Η ομάδα με όρους Αστροφυσικής, Ατμοσφαιρικής Φυσικής και Γεωφυσικής εντόπισε, ανέλυσε και ερμήνευσε και άλλα φαινόμενα, που υπάρχουν εντός των ομηρικών επών.

Η αστρονομική χρονολόγηση της πτώσης της Τροίας, το 1218 π.Χ. είναι πολύ κοντά στην ομάδα των ιστορικών, όπως του Δικαιάρχου από την Σικελία, ο οποίος την χρονολογεί το 1212 π.Χ. και του Πάριου Χρονικού, όπου άγνωστος ιστορικός, την χρονολογεί το 1208 π.Χ.

Το έτος 1218 π.Χ. είναι επίσης πολύ κοντά στην χρονολόγηση  της ομάδας των   αρχαιολόγων, όπως του αειμνήστου ακαδημαϊκού  Γεωργίου Μυλωνά, ο οποίος χρονολογεί το στρώμα Troy VIIa, δηλαδή την γεωαρχαιολογική ζώνη με ίχνη  καταστροφής από πυρκαγιά, περίπου το 1200 π.Χ. και της P. Mountzoy, η οποία το χρονολογεί περίπου το 1210 π.Χ.

H ομάδα επισημαίνει, ότι η ‘μέση τιμή’ χρονολόγησης αυτής της γεωαρχαιολογικής ζώνης Troy VIIa, η οποία φέρει ίχνη πυρκαγιάς, είναι περίπου το 1250 π.Χ. Η μέση αυτή τιμή  έχει προκύψει από τις ανασκαφικές μελέτες των αρχαιολόγων, οι οποίοι στηρίχθηκαν κυρίως στην κεραμική και εν μέρει σε χρονολογήσεις με άνθρακα 14. Αυτή η τιμή έχει εύρος σφάλματος, δηλαδή ένα + και ένα – μερικών ετών ή μερικών δεκαετιών, το οποίο υποχρεωτικώς είτε προστίθεται, είτε αφαιρείται από το 1250 π.Χ.. Το σφάλμα υποδηλώνει τον βαθμό αβεβαιότητας των εκτιμήσεων και οφείλεται  στον τρόπο, με τον οποίο γίνονται οι χρονολογήσεις. Η χρονολόγηση όμως,  η οποία προέκυψε από τα αστρονομικά στοιχεία των δύο επών έχει μηδαμινό σφάλμα αβεβαιότητας και βρίσκεται εντός των πλαισίων χρονολόγησης της αρχαιολογικής έρευνας και των αναφορών των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Eπιπροσθέτως ελέγχθηκαν οι αιώνες 9ος, 8ος και 7ος π.Χ., διότι είναι δυνατόν να έζησε ο Όμηρος τότε και να είχε γνώση του ζεύγους των μερικών εκλείψεων ηλίου ορατών στην Τρωάδα και τα Ιόνια νησιά αντιστοίχως, οι οποίες να απείχαν δέκα χρόνια η μία από την άλλη. Αποδείχθηκε, με βάση τους καταλόγους της ΝΑΣΑ,  ότι η ομηρική προϋπόθεση της δεκαετίας ως χρονικής απόστασης, μεταξύ τους, δεν ικανοποιείται σε αυτούς τους αιώνες παρά μόνον στο τέλος του 13ου αιώνος και αρχές του 12ου αιώνος π.Χ. όπου υποχρεωτικώς μας οδηγεί ο Όμηρος ο οποίος δεν ζούσε τότε και επομένως δεν μπορούσε να γνωρίζει την ύπαρξη αυτού του ζεύγους τότε.

Ήταν η 6η Ιουνίου του 1218 π.Χ., όταν σκοτώθηκε ο Πάτροκλος, υπό την σκιά μιας μερικής ηλιακής έκλειψης, ενώ η πτώση της Τροίας έγινε περίπου μετά ένα-δύο μήνες. Ο Οδυσσέας επέστρεψε στην Ιθάκη την 25η Οκτωβρίου του 1207 π.Χ. και φόνευσε τους διεκδικητές του θρόνου του την 30η  Οκτωβρίου του 1207 π.Χ., υπό την σκιά μιας άλλης μερικής ηλιακής έκλειψης. Τα γεγονότα αυτά σημαντικά από μόνα τους, συνδέθηκαν αναπόφευκτα με τα αστρονομικά φαινόμενα των εκλείψεων, σύμφωνα με τις δοξασίες εκείνης της μακρινής εποχής και παρέμειναν έντονα χαραγμένα στην μνήμη των ανθρώπων ως ένα παρελθόν ηρώων, το οποίο προφορικώς και εμμέτρως το μετέφεραν από γενιά σε γενιά. Ήταν φυσικό επακόλουθο η Μούσα να παραλάβει τους θρύλους και να τους μετατρέψει σε επικό έμμετρο ποίημα. Άλλωστε η επική ποίηση, περιγράφει κατορθώματα ηρώων και γεγονότα, που συνέβησαν σε παρελθόντα χρόνο.

Αστρονομική χρονολόγηση του τέλους του Τρωικού Πολέμου – Σταύρος Παπαμαρινόπουλος

Ο Σταύρος Π. Παπαμαρινόπουλος είναι Καθηγητής της Γεωφυσικής του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Ισόβιος Εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών και Πρόεδρος της Εταιρίας Μελέτης Αρχαίας Μυθολογίας.

Σημείωση: Σύνδεσμοι όπου βρίσκονται ανηρτημένες οι εργασίες της ομάδας στον ιστότοπο της ΝΑSΑ.

The SAO/NASA Astrophysics Data System

(http://adsabs.harvard.edu/)

http://adsabs.harvard.edu/abs/2014MAA….14…93P

http://adsabs.harvard.edu/abs/2013MAA….13…69P

http://adsabs.harvard.edu/abs/2012MAA….12..117P

Αφιέρωση

Το άρθρο αυτό αφιερώνεται στον αείμνηστο Ακαδημαϊκό, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, Ισόβιο Εταίρο της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών Σπύρο Ιακωβίδη πραγματικό δάσκαλο που φαινότανε στις πολλές συζητήσεις που κάναμε στο γραφείο του στις Μυκήνες πάνω στα θέματα του πολιτισμού των Αχαιών

Βιβλιογραφία

  1. Ομήρου  Ἰλιάς, Κ. Δούκας, Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα, 1998.
  2. Ομήρου Οδύσσεια, Κ. Δούκας, Εκδόσεις Γεωργιάδη, Αθήνα, 2002.
  3. Plutarchus, Moralia vol. 7, Fragmentum 157 (16-21), Ed. Sandbach, Teubner, Leipzig, (1967).
  4. Sherrat, E.S., (1990), “Reading the Texts: Archaeology and the Homeric Question”, in Antiquity 64: 807-824.
  5. Cline, E., The Trojan War, a Very S hort I ntroduction, Oxford University Press, Oxford 2013
  6. Finley, M. 1974. Schliemann’s Troy – One Hundred Years After. Mortimer Wheeler Archaeological Lecture,London: Oxford University Press.
  7. Kraft J. C., Rapp G., Kayan I., Luce J.V. (2003), “Harbor areas at ancient Troy: Sedimentology and geomorphology complement Homer’s Iliad”, in Geology, vol. 31, No 2, 163-166.
  8. Maher, Matthew (2003) «Fall of Troy VII: New Archaeological Interpretations and Considerations,» Totem: The University of Western Ontario Journal of Anthropology: Vol. 11: Iss. 1, Article 8.
  9. Ἡράκλειτος ἐκ Πόντου, Allégories d’Homère, (75, 1, 1-9, 3), Les Belles Lettres, Paris, (1962).
  10. Πλούταρχος, De facie quae in orbe lunae apparet, Harold Cherniss, Loeb Classical Library (1957).
  11. Ευστάθιος, Παρεκβολαὶ εἰς Ὁμήρου δύσσειαν, ed. G. Stallbaum, Eustathii archiepiscopi Thessalonicensis commentarii ad Homeri Odysseam, Leipzig 1825-1826 (repr. Hildesheim, 1970).
  12. Starry Night User’s Guide (2006) Imaginova Corp. Toronto, Canada.

13 .Espenak F., Meeus J. (2006) Five Millennium Canon of Solar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2006-214141.

  1. Espenak F., Meeus J. (2009a) Five Millennium Canon of Lunar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214172.

15 .Espenak F., Meeus J. (2009b) Five Millennium Catalog of Lunar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214173.

  1. Espenak F., Meeus J. (2009c) Five Millennium Catalog of Solar Eclipses: -1999 to +3000, NASA Technical Publication TP-2009-214174.
  2. Schoch C. (1926) “The eclipse of Odysseus”, The Observatory vol. 49, 19-21.

18 .Baikouzis, C. and Magnasco M.O. (2008) “Is an eclipse described in the Odyssey?” in  Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A., vol. 105(26), pp. 8823-8828.

  1. Papamarinopoulos St. P., Preka-Papadema P., Mitropetros P., Antonopoulos P., Mitropetrou E., Tsironi A., (2012) “A new astronomical dating of Odysseus’ return to Ithaca”, in Mediterranean Archaeology & Archaeometry, vol. 12, No 1, pp. 117-128.
  2. Ἄρατος, Φαινόμενα, ed. Martin, Florence, La Nuova Italia Editrice, (1956).
  3. Ἐρατοσθένης, Καταστερισμοί, ed. A. Olivieri, Leipzig, Teubner, (1987).
  4. Kουνάδης, Α. (2018). “Αστρονομικές χρονολογήσεις του τέλους του Tρωϊκού Πολέμου και της επιστροφής του Οδυσσέα”, Επιστημονική ανακοίνωση του Σταύρου Παπαμαρινόπουλου, της Παναγιώτας Πρέκα Παπαδήμα, του Παναγιώτη Μητροπέτρου, της Έλενας Μητροπέτρου, των Παναγιώτη Αντωνόπουλου, Γιώργου Σαραντίτη, Κοσμά Γαζέα, Παναγιώτη Νάστου, Κώστα Κυριακόπουλου, και της Αλεξάνδρας Τσιρώνη, δια του Ακαδημαϊκού Αντώνη Κουνάδη, εκ των Πρακτικών της Ακαδημίας Αθηνών, τ.92 Α’(2017)
  5. Papamarinopoulos, St. P., Preka-Papadema, P., Mitropetros, P., Mitropetrou, E., Antonopoulos, P., and Tsironi, A. (2013) “The anatomy of a complex astronomical phenomenon described in the Odyssey”, in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 13(2), pp. 69-82.
  6. Papamarinopoulos, St. P., Preka-Papadema, P., Mitropetros, P., Antonopoulos, P., Mitropetrou, E. and Saranditis, G. (2014) “A new astronomical dating of the Trojan War’s end”, in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 14(1), pp. 93-102.
  7. Papamarinopoulos St. P., Preka-Papadema, P., Gazeas K., Nastos P. and Kiriakopoulos K. G. (2016) “Extreme Physical Phenomena during the Trojan War” in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 16, No 3, pp. 135-155.
  8. Spalinger,J. (2005) War in Ancient Egypt: the New Kingdom, Oxford, UK.
  9. Liverani Mario. (2001), International Relations in the Ancient Near East, 1600-1100 BC, New York, USA.
  10. Henriksson G. (2012), “The Trojan War dated by two solar eclipses” in Mediterranean Archaeology and Archaeometry, vol. 12, No 1, pp. 63-76.
  11. Διόδωρος Σικελιώτης, Ἱστορική Βιβλιοθήκη (lib. 1-20), ed. F. Vogel and K.T. Fischer Leipzig: Teubner, (1888-1906), (repr. Stuttgart: 1964).
  12. Διονύσιος Ἁλικαρνασσεύς, Ῥωμαϊκαί Ἀρχαιότητες, ed. K. Jacoby, Leipzig: Teubner, (1885 – 1905), (repr. Stuttgart: 1967).
  13. Πολύβιος Μεγαλοπολίτης, Ἱστορίαι, T. Büttner-Wobst, Leipzig: Teubner, (1889 -1904), (repr. Stuttgart: 1962).
  14. Φώτιος Λεξικόν, (Α—Δ), ed. C. Theodoridis, Berlin: De Gruyter, (1982), και (Ε—Ω), ed. Porson, Cambridge: Cambridge University Press, (1822).
  15. Πλούταρχος, Πελοπίδας, K. Ziegler, Leipzig: Teubner, (1968).
  16. Δανέζης Μ. και Θεοδοσίου Σ., (1995), Οδύσσεια των Ημερολογίων, τόμος Α΄ και Β΄, Αθήνα, Εκδόσεις Δίαυλος.
  17. Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, Les Belles Lettres, Paris, (1968).
  18. Θουκυδίδης, στορίαι, ed. H.S. Jones and J.E. Powell, Oxford: Clarendon Press. (1942).
  19. Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, E.C. Marchant, Oxford: Clarendon Press, (1900), (repr. 1968).
  20. Ἀρριανός, Ἀλεξάνδρου ἀνάβασις, Roos A.G. and Wirth G. (Eds.), Teubner, Leipzig. (1967).
  21. Δίων Κάσσιος, Ῥωμαϊκαί ἱστορίαι, ed. U.P. Boissevain, Berlin: Weidmann, (1895-1901), (repr. 1955).
  22. Κλήμης Ἀλεξανδρεύς, Στρωματεῖς, Stählin O., Früchtel L. and Treu U. (Eds.), Akademie-Verlag, Berlin, (1960).
  23. Δικαίαρχος, Fragmenta, ed. F. Wehrli, Basel, (1967).
  24. Πάριον Χρονικόν, Ashmolean Museum of Art and Archaeology, Oxford, (2001).
  25. Censorinus, De die natali, Oxford, (1810).
  26. Nylander C. (1963), “The Fall of Troy”, Antiquity, XXXVII, 6 – 11.
  27. Finley M. I., Caskey J. L., Kirk G. S., Page D.L. (1964), “The Trojan War”, Journal of Hellenic Studies, 84, 1 – 20.
  28. 46. Dörpfeld, Wilhelm. (1902). Troja und Ilion. Athens: Beck & Barth, 1902.
  29. Zengel E. (1990), “Troy”, in Troy, Mycenae, Tiryns, Orchomenos. Heinrich Schliemann the 100th Anniversary years from his Death. Demakopoulou K. (Ed.) (Exhibition of the Athens Archaeological Museum in cooperation with the Berlin Alters Museum), 51-79.
  30. Blegen, C. (1963) Troy and the Troyans, London: Thames and Hudson.

49 .Desborough V. R. d’ A. (1966), The Last Mycenaeans and Their Successors, An Archaeological Survey c. 1200 – c. 1000 B.C., Clarendon Press, Oxford.

  1. Wood M. (1998), In Search of the Trojan War, University of California Press, Los Angeles.
  2. Hiller S. (1991), “Two Trojan Wars? On the Destructions of Troy VI h and Troy VII a”, in Studia Troica 1, 145 – 149.
  3. Mylonas G. E. (1964), “Priam’s Troy and the Date of its Fall”, in Hesperia, XXXIII, 352 – 380.
  4. Mountzoy P.A. (1999a), “The Destruction of Troia VIh”, in Studia Troica, 9, 253 – 294.
  5. Mountzoy P.A. (1999b), “Troia VII Reconsidered”, in Studia Troica, 9, 295 – 346.
  6. Korfmann M. (2004a), “Was There A Trojan War?”, in Archaeology, 57(3), 36 – 41.
  7. Korfmann M. (2004b), „Die Arbeiten in Troia/Wilusa 2003 – Work at Troia/Wilusa“, in Studia Troica 14, 3–31.
  8. Hood S. (1998), “The Bronze Age Context of Homer”, in The Ages of Homer, A Tribute to Emily Townsend Vermeule, E J. B. Carter, S. P. Morris (Eds.), University of Texas, Austin, 25- 32.
  9. Wagner A.G., Pernicka E.,Uerpmann.H-P.,(2003).Troia and the Troad. Scientific Approaches. Editor: Springer, p.p.448
  10.  Late Bronze Age Troy: A Response to Frank Kolb By Peter Jablonka and Charles Brian Rose, American Journal of Archaeology Vol. 108, No. 4 (October 2004), pp. 615–630
  1. Papamarinopoulos, St.P., (2019). Astronomical dating of the Trojan War and Odysseus’ return to Ithaca, Cambridge Publications (in print).

 

 

 

John Horne: H κληρονομιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Αφιέρωμα στα  100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

John Horne

H κληρονομιά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου¹

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε η πρώτη συλλογική δοκιμασία του 20ού αιώνα. Ο θάνατος άνω των 10 εκατομμυρίων μαχητών, ως επί το πλείστον Ευρωπαίων, βύθισε ολόκληρες κοινωνίες στο πένθος. Χιλιάδες άτομα, προερχόμενα από τις ανά τον κόσμο αποικίες, πολέμησαν ή εργάστηκαν στην Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο το αποικιακό στερέωμα. Οι Αμερικανοί αντέστρεψαν τη ροή του μεταναστευτικού ρεύματος, καταφθάνοντας συλλογικά, ως στρατιώτες, στην Ευρώπη. Δεν μετακινήθηκαν μόνο οι άνθρωποι. Μπορεί μεν ο πόλεμος να μην προκάλεσε τη γρίππη του 1918-1919, ωστόσο συνέβαλε στην εξάπλωση του ιού Η1Ν1, αναβαθμίζοντας, ως εκ τούτου, την πανδημία σε παγκόσμιο φαινόμενο. 

Από πολιτικής απόψεως, ο πόλεμος άλλαξε τη φυσιογνωμία της Ευρώπης. Η ήττα εμπόδισε την επιβολή της κυριαρχίας της Γερμανίας επί της Γηραιάς Ηπείρου δίχως, ωστόσο, να λύσει το πρόβλημα.

Οι μέχρι πρότινος πολυεθνικές αυτοκρατορίες (τσαρική Ρωσία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία) υποκαταστάθηκαν από νεοπαγή κράτη-έθνη. Πρόκειται για κράτη, που αγωνίστηκαν, εν συνεχεία, στους κόλπους του εθνικά ποικιλόμορφου ανατολικού τμήματος της Ευρώπης και του Καυκάσου, με σκοπό να συμφιλιώσουν τους λαούς και να αναπροσαρμόσουν τα σύνορα, ανάγοντας σε κυρίαρχο διακύβευμα την έννοια της εθνότητας και της εθνικής κυριαρχίας.

Η Ευρώπη την επομένη της λήξης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Χάρη στον πόλεμο, οι ΗΠΑ,για πρώτη φορά στην ιστορία τους, διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα. Η προοπτική αποστολής στα επιχειρησιακά θέατρα ενός απεριόριστου αριθμού στρατιωτών και όχι τόσο η πολεμική τους ισχύς, υπήρξε, τελικά, η παράμετρος εκείνη που, το 1918 , σηματοδότησε το τέλος των στρατιωτικών φιλοδοξιών της Γερμανίας. Γεγονός, το οποίο, με τη σειρά του, επέτρεψε στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Woodrow Wilson, να ηγηθεί της προσπάθειας ανοικοδόμησης της Ευρώπης από τους νικητές στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Ειρήνης του Παρισιού. Το νέο ξεκίνημα δεν σφραγίστηκε μόνο από το εγερτήριο σάλπισμα περί αυτοδιάθεσης αλλά, κυρίως, από την πρώτη απόπειρα συγκρότησης μιας μορφής υπερεθνικής διακυβέρνησης υπό τη σκέπη της Κοινωνίας των Εθνών. Παρόλο που η αμερικανική κοινή γνώμη (σε αντίθεση με ό,τι συνέβη μετά το 1945) δεν συμμερίστηκε την ιδέα της ενεργού συμμετοχής της χώρας στην όλη ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής πραγματικότητας, οι ΗΠΑ ουδέποτε εγκατέλειψαν ολοσχερώς το διεθνές στερέωμα, παραμένοντας δραστήριες στους τομείς της οικονομίας και της διπλωματίας.

Ο πόλεμος ριζοσπαστικοποίησε πνευματικά και ιδεολογικά τα πολιτικά δεδομένα. Η τσαρική Ρωσία δεν κατέρρευσε απλά μέσω μιας επαναστατικής διαδικασίας. Η ανάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους τον Νοέμβριο του 1917, η συνακόλουθη αντεπανάσταση και ο εμφύλιος πόλεμος, αντανακλούν, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ένα εγχείρημα επιβολής σε ευρεία κλίμακα, μιας σοσιαλιστικής εμπνεύσεως παραλλαγής στο χώρο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ένας άνεμος αντι-μπολσεβικικής υστερίας άρχισε να διαπερνά, ταυτόχρονα, τους συντηρητικούς κύκλους της Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής. Στην πραγματικότητα, παρόλες τις διακηρύξεις περί διεθνούς επανάστασης, η Σοβιετική Ένωση καλείτο, πρωτίστως, να διασφαλίσει τον σοσιαλισμό εντός των γεωγραφικών ορίων της ίδιας της χώρας. Η ταξική ιδεολογία, της επέτρεπε να διατηρήσει πολλές από τις παρακαταθήκες της τσαρικής αυτοκρατορίας, προσδίδοντάς τους, παρά ταύτα, νέα υπόσταση. Εξακολούθησε να παραμένει μια ισχυρή δύναμη. Ιδεολογικά, ωστόσο, δεν διέθετε τις απαραίτητες προδιαγραφές, που θα της επέτρεπαν να προβάλλει ως αξιόπιστος διπλωματικός εταίρος, με τον ίδιο τρόπο, που το έπραττε παλαιότερα η  τσαρική Ρωσία.

Διαδήλωση στους δρόμους της Πετρούπολης το 1917.

Ο αντι-μπολσεβικισμός συνέβαλε στην ενδυνάμωση μιας άλλης ιδεολογίας, επίσης προϊόντος της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για μια αυταρχική και διαπνεόμενη από άκρατο λαϊκισμό εκδοχή του εθνικισμού, που επαγγελόταν μια νέα κοσμοαντίληψη σε επίπεδο δομής του κράτους και άσκησης της εξουσίας, σε ευθεία αντιπαράθεση τόσο με τη φιλελεύθερη δημοκρατία όσο και με τον κομμουνισμό. Ενόσω η παλαιά τάξη πραγμάτων κατέρρεε, νέα πρόσωπα αναδείχθηκαν στην εξουσία, χάρη σε ένα συνδυασμό πολιτικού χαρίσματος, στρατιωτικής μυθολογίας και παρακρατικής βίας. Στην Ιταλία πέτυχαν τους στόχους τους το 1922, με την επιβολή του φασισμού. Στην Αυστρία και στη Γερμανία προσχώρησαν στις τάξεις των αντεπαναστατικών παραστρατιωτικών Ελευθέρων Σωμάτων (Freikorps) των αρχών του Μεσοπολέμου και σε εκείνες της άκρας Δεξιάς, που, μια δεκαετία αργότερα, θριάμβευσε με την άνοδο των Ναζί στα πράγματα.

Ένοπλο Ελεύθερο Σώμα στo Μόναχο, τον Μάϊο του 1919.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος επαναπροσδιόρισε τον συσχετισμό των ισορροπιών ανάμεσα στις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις και τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη ανάδειξη των ΗΠΑ ως παγκόσμιας δύναμης, ούτε στη διαρκώς διογκούμενη αυτοπροβολή της Ιαπωνίας στο σύμπλεγμα Ανατολικής Ασίας και Ειρηνικού Ωκεανού. Το φαινόμενο προέκυψε και δια μέσου επιμέρους μεταβολών, οι οποίες εκδηλώθηκαν στον τομέα της αποικιακής πολιτικής. Εκ πρώτης όψεως, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία ενεπλάκησαν στη διαδικασία του επεκτατικού ανταγωνισμού, διαμοιραζόμενες τις μέχρι πρότινος γερμανικές αποικίες της Αφρικής και της Ασίας. Συμμετείχαν επίσης ενεργά στον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης. Στο χώρο, που σήμερα ονομάζουμε Μέση Ανατολή, οι Βρετανοί προέβησαν στη γνωστή Διακήρυξη περί εγκαθίδρυσης μιας “εβραϊκής πατρίδας” στην Παλαιστίνη. Θεωρητικά, οι δυο μεγαλύτερες, σε παγκόσμια κλίμακα, αποικιακές αυτοκρατορίες, ουδέποτε άλλοτε υπήρξαν τόσο ισχυρές όσο μετά το πέρας του πολέμου. Ωστόσο, ο τελευταίος λειτούργησε ως έναυσμα για τα πρώτα σκιρτήματα προς την κατεύθυνση της αντιαποικιακής ανεξαρτησίας. Θα χρειαστεί άλλος ένας παγκόσμιος πόλεμος, έως ότου το φαινόμενο αυτό προσλάβει διαστάσεις αποαποικιοποίησης. Οι Μπολσεβίκοι, από τη δική τους πλευρά, φρόντισαν να εντάξουν τις διάφορες αντιαποικιακές εξεγέρσεις στο δικό τους πρόγραμμα περί παγκόσμιας επανάστασης.

Τέλος, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε η ταφόπλακα του οικονομικού φιλελευθερισμού του 19ου αιώνα και μιας οικονομίας, η οποία στηριζόταν επάνω στην μετατρεψιμότητα του χρυσού και σε ένα ελεύθερο, λίγο έως πολύ, εμπόριο. Οι πληθωριστικές συνέπειες της εν γένει πολεμικής προσπάθειας, η οποία είχε στηριχθεί σε ευρείας κλίμακας δανεισμό, λειτούργησαν αποσταθεροποιητικά (όπως, άλλωστε, κάθε πληθωριστικό φαινόμενο) σε βάρος καθιερωμένων κοινωνικών ιεραρχιών. Συγκεκριμένες μορφές πλούτου (οικογενειακά αποθέματα, συντάξεις) παραχώρησαν σημαντικό χώρο σε άλλες (κέρδη και μισθοί στον κλάδο της βιομηχανίας). Τα υπέρογκα πολεμικά χρέη, ειδικότερα εκείνα της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας έναντι των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την πληρωμή των γερμανικών αποζημιώσεων στους νικητές του πολέμου, αποσυντόνισαν τη μεταπολεμική παγκόσμια οικονομία, έστω και αν η Γερμανία κατάφερε, εν τέλει, να απεμπλακεί από το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών της υποχρεώσεων. Ευρισκόμενη ανάμεσα σε μια προπολεμική πραγματικότητα (πριν από το 1914) βασισμένη στην αγγλική λίρα και σε μια μεταπολεμική (το 1945 πλέον), βασισμένη στο αμερικανικό δολάριο, η οικονομία του Μεσοπολέμου κλονίστηκε άσχημα από την κρίση του 1929, προκαλώντας περεταίρω αναστάτωση, κοινωνική αδικία και πολιτικές αναταράξεις, οι οποίες ήρθαν να προστεθούν στα ήδη υφιστάμενα επακόλουθα του  πολέμου.

Το κραχ στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης (γνωστό και ως “Μαύρη Πέμπτη”), στις 24 Οκτωβρίου 1929, οπότε η αγορά έχασε το 11% της αξίας της μέσα σε λίγες ώρες.

Επομένως, είναι εμφανές πως ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε διαβρωτικές επιπτώσεις σε βάρος της Ευρώπης και του κόσμου ολόκληρου. Οι διάφορες απόψεις σχετικά με τον τρόπο, με τον οποίο αυτό συνέβη, χαρακτηρίζονται από σημαντικές αποκλίσεις ανάλογα με τον χρόνο και τον τόπο. Σε ένα πρώτο στάδιο, οι επιπτώσεις του πολέμου ενσωματώθηκαν σε μεταγενέστερα γεγονότα (Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση, Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Ψυχρός Πόλεμος), τα οποία προκλήθηκαν, εν μέρει, από αυτόν. Μετά το 1939, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έπαψε να είναι “τρέχουσα ιστορία”. Το κομβικό σημείο, η απαρχή της “σύγχρονης ιστορίας”, ήταν πια το 1945. Μιάς “σύγχρονης ιστορίας”, που είχε αναδυθεί από τις νίκες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και σχηματοποιηθεί μέσα στο καλούπι του Ψυχρού Πολέμου.

Κατά δεύτερο λόγο, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης και η πρόσληψη του γεγονότος από τους ιστορικούς δεν ακολουθούν ευθύγραμμη πορεία. Αμφότερες αντανακλούν τις συγκυρίες και τις έγνοιες που συνέβαλαν στη δημιουργία τους. Παρόλο που υπήρξε ένα γενικευμένο φαινόμενο, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος καταχωρίστηκε στη συλλογική μνήμη και μελετήθηκε ανέκαθεν μέσα στο πλαίσιο της διαμόρφωσης των εθνών-κρατών, στην τελική επικράτηση των οποίων, τουλάχιστον σε ευρωπαϊκή κλίμακα, συνέβαλε αποφασιστικά. Στο αποικιακό στερέωμα όμως, η εμπειρία του πολέμου και η διατήρηση της μνήμης, εξέφραζαν την ψυχολογία του αποικιοκράτη, επισκιάζοντας την έννοια του έθνους. Χώρες όπως η Αλγερία και η Ινδία, εκδήλωσαν περιορισμένο ενδιαφέρον έναντι του πολέμου, αν και συμμετείχαν ενεργά και με βαρειές απώλειες σε αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα νεοπαγή κράτη της περιόδου του Μεσοπολέμου, όπως η Αυστρία και η Πολωνία, οι λαοί των οποίων συμμετείχαν στον πόλεμο στους κόλπους πολυεθνικών σχηματισμών. Ειδικότερα οι Πολωνοί, πολέμησαν στις τάξεις τριών αυτοκρατοριών: Ρωσικής, Γερμανικής και Αυστροουγγρικής. Παρά ταύτα, και εδώ το ενδιαφέρον υπήρξε περιορισμένο. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης ενός αιώνα από το 1914, οι Αυστριακοί άρχισαν να ανακαλύπτουν το ύστερο Αψβουργικό τους παρελθόν και οι Πολωνοί να επιδεικνύουν μεγαλύτερη προσοχή έναντι του πολέμου. Αξίζει να σημειωθεί πως ο άγνωστος στρατιώτης, που αναπαύεται στο ομώνυμο μνημείο της Βαρσοβίας, δεν υπήρξε θύμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά της αντιπαράθεσης με την Ουκρανία, μέσω της οποίας ολοκληρώθηκε η διαδικασία της πολωνικής ανεξαρτησίας το 1919.

Αλλά και μεταξύ των κυρίων πρωταγωνιστών, η μνήμη των οποίων είναι αμιγώς εθνική, το ενδιαφέρον εκδηλώνεται εντονότερα στις περιπτώσεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας (συμπεριλαμβανομένων και των πρώην κτήσεων της Αυστραλίας, της Νέας Ζηλανδίας και του Καναδά) από ό,τι σε εκείνη της Γερμανίας. Συνέβαλε σε αυτό και το γεγονός πως οι επιχειρήσεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στα ευρωπαϊκά θέατρα, διεξήχθησαν πρωτίστως στο Ανατολικό μέτωπο. Ως εκ τούτου, οι γαλλικές και βρετανικές απώλειες υπήρξαν χαμηλότερες σε σύγκριση με εκείνες της τετραετίας 1914-1918, οπότε το Δυτικό μέτωπο υπήρξε από τα σημαντικότερα του πολέμου.  Η πρόσληψη του “Μεγάλου Πολέμου” παραμένει αναλογικά ισχυρή στις παραπάνω χώρες. Αντίθετα, το τραύμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου είναι βαθύτερο για τη Γερμανία (στρατιωτική ήττα, διαχωρισμός σε δυο κράτη, μεγαλύτερες απώλειες, για να μην αναφέρει κανείς το στίγμα του Ολοκαυτώματος). Από το 1945 και κατόπιν, στη χώρα αυτή ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν αντιμετωπίζεται παρά μόνο ως προθάλαμος της επακολουθήσασας πραγματικής τραγωδίας. Χαρακτηρίζοντας τον πόλεμο ως “ιμπεριαλιστικό”, η Σοβιετική Ένωση τον απέρριψε ουσιαστικά. Τον αντιμετώπισε ως σημαδιακό γεγονός, στο ποσοστό που ο συγκεκριμένος πόλεμος δρομολόγησε τις διαδικασίες για την εκδήλωση και επιβολή της επανάστασης, έστω και αν στα μάτια των ιθυνόντων υστερούσε εμφανώς έναντι του κομβικής συμβολικής σημασίας “Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου” των ετών 1941-1945. Τέλος, στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, στις ΗΠΑ, η χαμηλών τόνων πρόσληψη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου χρήζει ερμηνείας. Αφενός, το μέγεθος των ανθρωπίνων απωλειών επισκιάστηκε από εκείνα του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αφετέρου, η μνήμη του αμαυρώθηκε, κατά κάποιο τρόπο, από την πολιτική του απομονωτισμού της περιόδου του Μεσοπολέμου.

Ένα μεγάλο μέρος από τις τελετές των τελευταίων ετών με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα, δύναται να κατανοηθεί με όρους εθνικής μνήμης και επίδειξης ενδιαφέροντος έναντι του ιδίου του πολέμου. Η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία, από κοινού με την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, τίμησαν όσο καμιά άλλη χώρα τη μνήμη των πεσόντων, εκπέμποντας, ταυτόχρονα, ένα μήνυμα ειρήνης και πατριωτισμού, κάπως ανώδυνο εάν λάβει κανείς υπόψη τον στρόβιλο του πολέμου και την τελική του έκβαση. Ο δείκτης ενδιαφέροντος εντός της Γερμανίας πραγματικά εκπλήσσει. Οφείλεται, ωστόσο, στην ευρεία κυκλοφορία, το 2012, στη συγκεκριμένη χώρα, εν είδει εξόδου διαφυγής, της μελέτης του Christopher Clark The Sleepwalkers (Οι Υπνοβάτες). Μέσω μιας διεξοδικής ανάλυσης των αιτιών του πολέμου, ο συγγραφέας απαλλάσσει τη Γερμανία από κάθε είδους ευθύνες σχετικά με τη διολίσθηση προς τη σύρραξη.

1η Ιουλίου 2016: Η επέτειος της εκατονταετίας της μάχης του Somme, στο βρετανικό μνημείο του Thiepval, καταμεσίς του πεδίου των εχθροπραξιών.

Με την κίνηση αυτή, κατάφερε να περιορίσει το βάρος της ιστορικής ενοχής των Γερμανών, με χρήση και προβολή ηθικών κριτηρίων, οι καταβολές πολλών εκ των οποίων ανέρχονται στην εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίθετα, θα έλεγε κανείς πως η Ρωσία του Vladimir Putin ανακάλυψε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως έκφραση ειλικρινούς πατριωτισμού.

The Long Shadow: Europe After World War One (WW1 Documentary) | Timeline

 

Tίποτα από όλα αυτά δεν πρέπει να μας ξενίζει. Οι επετειακές τελετές οργανώνονται τόσο για το παρόν όσο και για το παρελθόν. Η ίδια η συγγραφή της Ιστορίας εμπλέκεται με τους ρυθμούς και τα βιώματα της εποχής του ιστορικού μελετητή. Τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, η γνώση γύρω από τον πόλεμο υπέστη ένα είδος επανάστασης. Ως εκ τούτου, διανοίχθηκαν νέες προοπτικές τόσο για τον ίδιο τον πόλεμο όσο και για την εκτίμηση και αξιολόγηση της κληρονομιάς του. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις εκείνες, όπου οι νέες αυτές προοπτικές ήρθαν σε ευθεία αντιπαράθεση με το εθνικό φρόνημα και μήνυμα των οργανωτών.

Παραδόξως, η επέτειος των εβδομηνταπέντε ετών πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η προσοχή του κόσμου ήταν εκ των πραγμάτων αποσπασμένη από τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου. Παρά ταύτα, το 1989 αποδείχθηκε κομβικό έτος. Πρόκειται για τη στιγμή, που το 1945 έπαψε πλέον να λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης της σύγχρονης περιόδου της Ιστορίας. Μετεξελίχθηκε σε ένα είδος ενδιάμεσου σημείου του, σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Eric Hobsbawm, “λειψού 20ού αιώνα”, ενός αιώνα έχοντος ως αφετηρία το έτος 1914. Δεν είναι μόνο ο κύκλος της βίας στα Βαλκάνια, που επανήλθε στην πρώην Γιουγκοσλαβία προσλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, τη μορφή ενός κτηνώδους  βομβαρδισμού σε βάρος του Σεράγεβου (1992-1996) και επαναφέροντας τα πράγματα, κατά κάποιο τρόπο, στο αρχικό τους σημείο, εκείνο της δολοφονίας του Ιουνίου 1914 στην ίδια πόλη. Κοντά στο γύρισμα του αιώνα και της χιλιετίας, οι Ευρωπαίοι προχώρησαν σε μια ανασύσταση της ηπείρου τους. Έτσι, αναδύθηκε στην επιφάνεια μια χαμένη προ πολλού Κεντρική Ευρώπη (Mitteleuropa) και μαζί με αυτή, η Ευρώπη των αρχών του 20ού αιώνα. Από τη δική τους πλευρά, η Κίνα και η Ινδία, μέσα σε ένα πλαίσιο ανανεωμένης παγκοσμιοποίησης, άρχισαν να φαντάζουν ως ισχυροί οικονομικοί παράγοντες, στρέφοντας τους προβολείς μακριά από την Ευρώπη. Στην προκειμένη περίπτωση είμαστε επίσης  μάρτυρες μιας διαδικασίας, οι καταβολές της οποίας δύνανται να ανιχνευτούν στην εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Πώς μπορούμε, επομένως, να αποτιμήσουμε τη μακροπρόθεσμη κληρονομιά του πολέμου, από τη στιγμή, που οι άμεσες συνέπειες του τελευταίου δείχνουν να έχουν διασκορπιστεί μέσα στον λαβύρινθο της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας ιστορίας; Η απάντηση, με τέσσερις, τουλάχιστον, διαφορετικούς τρόπους, είναι συνυφασμένη με τη βία και τη φρίκη του συγκεκριμένου πολέμου.

Κατά πρώτο λόγο, η μνήμη του πολέμου στις μέρες μας, κυριαρχείται από τα βιώματα του απλού στρατιώτη και από την κλίμακα του διατεταγμένου θανάτου. Όμως, σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες, οι τελευταίοι εναπομείναντες βετεράνοι έχουν φύγει από τη ζωή μέσα στην τελευταία δεκαετία. Ως εκ τούτου, έπαψε να υφίσταται ο ζωντανός σύνδεσμος με τα γεγονότα και άρχισε να τίθεται μετ επιτάσεως το ζήτημα του μηνύματος του πολέμου, καθώς ο τελευταίος μετεξελίχθηκε σε ένα αμιγώς ιστορικό φαινόμενο. Με τον τρόπο αυτό, μπόρεσε να σφυρηλατηθεί ένα πλαίσιο εθνικής μνήμης, επικεντρωμένο επάνω στην έννοια της θυσίας του πολεμιστή. Από τη στιγμή που η έκβαση και το νόημα του πολέμου ανήκουν, πλέον, στο παρελθόν, η περισσότερο χειροπιαστή κληρονομιά εξακολουθεί να παραμένει η αφήγηση του πολεμιστή και η διατήρηση της μνήμης της από εκατομμύρια οικογένειες. Η ύπαρξη και παρουσία τόσο πολλών μνημείων αντικατοπτρίζει εύλογα την παραπάνω διαπίστωση.

Υφίστανται, επομένως, πειστικοί ιστορικοί λόγοι, προκειμένου να μπορέσει εκ νέου να αναδειχθεί ο πόλεμος του απλού μαχητή. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν υπήρξε η πρώτη, κατά σειρά εμφάνισης, αντιπαράθεση της βιομηχανικής εποχής. Το θλιβερό αυτό προνόμιο διεκδικεί επάξια ο Αμερικανικός Εμφύλιος. Όμως, κατά τα έτη 1914-1918 έλαβε χώρα μια πρώτη συλλογική εμπειρία ενός πολυδιάστατου πολέμου, ο οποίος μετέφερε στα πεδία των εχθροπραξιών ολόκληρη την τεχνολογία της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης (χάλυβας, χημικά αέρια, ισχυρά εκρηκτικά, μηχανή εσωτερικής καύσης κ.ο.κ.). Αυτό συνέβη με όρους στατικού πολέμου, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του οποίου επιστρατεύτηκαν ολόκληρα έθνη που περικαρακώθηκαν πίσω από αμυντικές γραμμές προκειμένου να καταφέρουν να επικρατήσουν σε βάρος του αντιπάλου. Συνέβη επίσης με όρους ανανεωμένου επιθετικού πολέμου ή, ακόμα, με όρους σταδιακής φθοράς της βούλησης του εχθρού να πολεμήσει. Τα συστήματα των χαρακωμάτων καθώς και οι αποτυχημένες επιθετικές πρωτοβουλίες των Συμμάχων κατά τις τελευταίες εκατό ημέρες έχουν αποτυπώσει τα ίχνη τους μέχρι σήμερα στα αντίστοιχα επιχειρησιακά θέατρα. Αν και βιαιότερος, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν άφησε πίσω του συμβατικά πεδία εχθροπραξιών περισσότερο καταστροφικά από όσο εκείνα του Verdun ή του Somme.

Otto Dix, Shock Troops Advance under Gas, 1924, Museum of Modern Art (MoMA), Nέα Υόρκη.

Σήμερα εξακολουθούμε να παραμένουμε έκθαμβοι μπροστά στην έκταση της πρωτοφανούς αυτής ανθρωποσφαγής.  Χαρακτηριστική της αντίδρασης στον μαζικό διατεταγμένο θάνατο ήταν, παλαιότερα, η εμμονή αναφοράς στα ονόματα των θυμάτων (δίχως να ακολουθείται η οποιαδήποτε ιεραρχία), σε μια ολοένα και περισσότερο διευρυμένη, εξαιτίας της συνεχόμενης ανέγερσης μνημείων, γεωγραφία πένθους. Επινοήθηκαν νέοι τρόποι (κενοτάφια, μνημεία Αγνώστου Στρατιώτη) για όσους δεν διέθεταν επιβεβαιωμένους τόπους ανάπαυσης. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως η ανωνυμία της ομαδικής σφαγής απαιτούσε την συγκεκριμενοποίηση όσων είχαν σκοτωθεί, κάτι, το οποίο ίσχυε ήδη από την εποχή του Αμερικανικού Εμφυλίου, αλλά που συναντάμε συχνότερα σε μικρότερες ή μεγαλύτερες συμφορές μετά το 1914, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης της γενοκτονίας.

Παρά το γεγονός ότι οι τελετές και οι επέτειοι αποτελούν, πλέον, έκφανση της δικής μας συλλογικής εξοικείωσης και συμφιλίωσης με το φαινόμενο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η κλιμακα του θανάτου (όπως, άλλωστε και στην περίπτωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου), σε αντιπαραβολή με μεταγενέστερες κρίσεις, εξακολουθεί να μας θορυβεί. Ο Ψυχρός Πόλεμος καλλιέργησε την ιδέα της εθνικής κινητοποίησης και την προοπτική μιας ολομέτωπης σύγκρουσης στην Ευρώπη (αλλού, βέβαια, επρόκειτο για θερμό πόλεμο). Η μακρόσυρτη αντιπαράθεση των ετών 1980-1988 μεταξύ Ιράν και Ιράκ, υπήρξε η τελευταία, που μας παραπέμπει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως προς τον τρόπο διεξαγωγής. Σήμερα, όμως, εποχή ασύμμετρων απειλών, κινούμενων μεταξύ τρομοκρατίας και ανορθόδοξου πολέμου από τη μια πλευρά, υψηλής πολεμικής τεχνολογίας από την άλλη, ευρισκομένης στα χέρια επαγγελματιών στρατιωτικών, η στρατικοποίηση των δυτικών κοινωνιών του πρώτου ημίσεως του 20ού αιώνα έχει ανατραπεί πλήρως. Ακόμα και η Γαλλία, υπέρμαχη, κάποτε, της έννοιας του “ενόπλου έθνους”, έχει εγκαταλείψει προ πολλού την πρακτική της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας.  Κατά συνέπεια, οι απώλειες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου καθίστανται ετεροχρονισμένες, η δε αυτοθυσία των τότε μαχητών δυσνόητη.

Το αντίθετο ακριβώς ισχύει για μια δεύτερη κληρονομιά του πολέμου. Εκείνη των δοκιμασιών, που υπέστησαν οι άμαχοι πληθυσμοί. Πουθενά αλλού, η απόσταση από τους επετειακούς εορτασμούς σε εθνική κλίμακα δεν είναι τόσο μεγάλη όσο στην περίπτωση ιστορικών μελετών, οι οποίες εστιάζουν σε φαινόμενα όπως τα εγκλήματα πολέμου, οι προσφυγικές ροές, η στρατιωτική κατοχή και οι ομαδικές δολοφονίες. Εδώ, η οπτική είναι υπερεθνική. Προκύπτει από μιας διαφορετικής υφής “μνήμη”, όπου οι γενοκτονίες και τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας προσδίδουν μια αναδρομική διάσταση, η οποία μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πληρέστερα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (του Ολοκαυτώματος συμπεριλαμβανομένου) καθώς και μια γεύση από το διεθνές δίκαιο. Έχοντας παραμείνει στο περιθώριο του Ψυχρού Πολέμου, η παραπάνω οπτική ενεργοποιήθηκε εκ νέου μετά το 1989. Τότε συνοδεύτηκε από ένα “δεύτερο κύμα” φεμινισμού, το οποίο προσέγγιζε τον πόλεμο υπό το πρίσμα του φύλου, αρχής γενομένης από τους βιασμούς, στους οποίους προέβησαν οι Σερβο-Βόσνιοι στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η αλήθεια είναι πως τα δεινά των αμάχων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου ήταν γνωστά προ πολλού. Το επιβεβαιώνουν οι καταγγελίες περί γερμανικών ακροτήτων και βιαιοπραγιών στο κατεχόμενο Βέλγιο και στις γερμανοκρατούμενες επαρχίες της βορείου και ανατολικής Γαλλίας το 1914.

Γερμανικές θηριωδίες στο Βέλγιο και στη Γαλλία, όπως αποτυπώνονται σε αφίσες και έντυπα προπαγανδιστικού περιεχομένου.

Σε αυτές θα πρέπει να προστεθούν οι κατηγορίες των Γερμανών για τον εμπορικό αποκλεισμό και τη συνακόλουθη λιμοκτονία των κατοίκων των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, ή ακόμα και η καταδίκη, εκ μέρους των Συμμάχων, του μέχρις εσχάτων υποβρυχίου πολέμου, στον οποίο είχε επιδωθεί η Γερμανία σε βάρος “αθώων” αμάχων. Όλα αυτά συγκροτούν το ηθικό κατηγορητήριο του πολέμου και, όπως ήταν αναμενόμενο, τροφοδότησαν δεόντως τον τομέα της προπαγάνδας. Μεγάλο μέρος της εν λόγω βίας ασκήθηκε στο περιθώριο του πολέμου, συγκεκριμένα στα κατεχόμενα εδάφη, στις αποικίες, σε στρατωτικές φυλακές και στρατόπεδα αμάχων, τέλος, στις τάξεις των εθνικών μειονοτήτων. Δεν συγκροτεί κάποια εθνική μνήμη, στηριζόμενη στη θυσία του πολεμιστή.

Όπως συνέβη στην περίπτωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και των μετέπειτα συγκρούσεων, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος υπονόμευσε τη διάκριση μεταξύ μαχομένων και αμάχων. Από τη στιγμή, κατά την οποία ο κάθε συμμαχικός συνασπισμός επιστράτευσε το σύνολο του πληθυσμού που του αναλογεί, με σκοπό την αποδυνάμωση του αντιπάλου, επόμενο ήταν να προσφύγει στη βία σε βάρος των αμάχων. Η ίδια η λογική του πολέμου φθοράς στοχοποιούσε εκ των πραγμάτων τους τελευταίους. Ο ναυτικός αποκλεισμός, τον οποίο επέβαλλαν οι Σύμμαχοι, προσέβλεπε στη στέρηση σε τρόφιμα και πυρομαχικά των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Αντίστοιχα, ο υποβρύχιος πόλεμος μέχρις εσχάτων, που εξαπέλυσε η Γερμανία εναντίον των Συμμάχων, υπαγορευόταν από ανάλογες προθέσεις. Υπολογίζεται πως άνω των 500.000 Γερμανοί πολίτες έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της πείνας, ειδικότερα κατά το δεύτερο ήμισυ του πολέμου. Περιορισμοί τεχνικής φύσεως ελαχιστοποίησαν τελικά τις περιπτώσεις αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος των αμάχων. Η πρόθεση, ωστόσο, υπήρχε από τις απαρχές του πολέμου και συνοδεύτηκε από αισθητή πρόοδο στον συγκεκριμένο τομέα κατά το τελευταίο έτος. Εικόνες, όπως εκείνες του βομβαρδισμένου Κόβεντρυ (1941) ή της ισοπεδωμένης Δρέσδης (1945), κέντριζαν ήδη τις φαντασίες των εμπολέμων τριάντα χρόνια νωρίτερα. Το μόνο που απουσίαζε ακόμη για κάτι τέτοιο ήταν τα αναγκαία τεχνικά μέσα.

Ουρά για προμήθεια τροφίμων στη Γερμανία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Στοχοποίηση του αντιπάλου στο εσωτερικό μέτωπο σήμαινε επίσης διώξεις εντός των τειχών, συνήθως σε βάρος εθνικών ή θρησκευτικών μειονοτήτων. Μια έμφυτη τάση σε εποχές πολεμικής κινητοποίησης, που είναι ο βαθμός απελευθέρωσης φυσικής βίας, βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εμπλεκομένων κοινωνιών καθώς και από τη σχέση των τελευταίων με την πρόσφατη ιστορία τους. Όλα τα κράτη έθεσαν υπό περιορισμό σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (ο όρος προσέλαβε αργότερα άλλου είδους διαστάσεις) μειονοτικούς πληθυσμούς, που διέφεραν από τη γενική εικόνα. Οι Βρετανοί συνήθιζαν να αποκαλούν τους πληθυσμούς αυτούς “αλλοδαπούς εχθρούς” (“ennemy aliens”). Συχνά ο εγκλεισμός μετατρεπόταν σε ωμή βία. Εκκενώνοντας την Γαλικία το 1915, ο ρωσικός στρατός χρησιμοποίησε εκτεταμένη βία εναντίον εθνικών μειονοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων, τρία εκατομμύρια εκ των οποίων εκτοπίστηκαν στη ρωσική ενδοχώρα. Σε διαφορετική κλίμακα μέσα στο ίδιο πάντοτε έτος, το εθνικιστικό καθεστώς των Νεοτούρκων, όταν βρέθηκε αντιμέτωπο με εχθρικές εισβολές στα μέτωπα του Καυκάσου και της Καλλίπολης, αφάνισε εσκεμμένα τα δυο τρίτα του αρμενικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συνολικού ύψους 1,8 εκατομμυρίου ατόμων. Τα θύματα προέκυψαν από ομαδικές εκτελέσεις, εκτοπίσεις και συνακόλουθους θανάτους στην έρημο της Συρίας, με μαρτυρίες για πάμπολλες περιπτώσεις βιασμού γυναικών και αναγκαστικούς προσηλυτισμούς στο Ισλάμ. Το φαινόμενο, στο οποίο η συντριπτική πλειοψηφία των ιστορικών αποδίδει τον χαρακτηρισμό της γενοκτονίας, προέκυψε εν μέσω της τουρκικής πολεμικής προσπάθειας. Η ευαισθησία μας έναντι των αθώων αμάχων θυμάτων, καθιστά αυτού του είδους τις πτυχές του πολέμου προσιτές σε εμάς, όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν.

Η Γενοκτονία των Αρμενίων.

Το τρίτο, κατά σειρά, διακύβευμα, σχετίζεται με τη διάχυση της βίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στις μεταπολεμικές κοινωνίες. Ορισμένοι ιστορικοί κάνουν λόγο περί ενός νέου Τριακονταετούς Πολέμου ή περί ενός Ευρωπαϊκού Εμφυλίου Πολέμου, καλύπτοντος τη χρονική περίοδο μεταξύ των ετών 1914 και 1945. Πέραν του ευρωκεντρικού περιορισμού έναντι ενός γενικευμένου σε παγκόσμια κλίμακα πολέμου, προσεγγίσεις του είδους αυτού δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τον παράγοντα της ειρήνης μεταξύ των δυο πολέμων. Άλλη ομάδα ιστορικών υποστηρίζει πως η πολεμική αντιπαράθεση εκβαρβάρωσε τις μεταπολεμικές κοινωνίες. Κι όμως, η πολεμική αντιπαράθεση υπήρξε γενικευμένη. Αντίθετα, η μεταπολεμική βία εκδηλώθηκε σε τοπική κλίμακα και αφορούσε μεμονωμένες περιοχές και χώρες.

Μια περισσότερο καρποφόρα προσέγγιση παρουσιάζει τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ως επίκεντρο ενός ευρύτερου κύκλου βίας, ο οποίος καλύπτει ολόκληρη την περίοδο από το 1911 έως το 1923. Ο κύκλος αυτός εγκαινιάζεται με την ιταλική εισβολή στην υπό οθωμανική διοίκηση Λιβύη, γεγονός που σχεδόν αμέσως πυροδότησε τον πόλεμο ανάμεσα στο συνασπισμό των Βαλκανικών κρατών  και τα υπολείμματα της τουρκικής κυριαρχίας στην Ευρώπη. Πόλεμος, που με τη σειρά του ενδυνάμωσε το βασίλειο της Σερβίας, μεταλλάσσοντας το τελευταίο σε απειλή για την Αυστροουγγαρία, η οποία συμπεριλάμβανε κι άλλους νοτιοσλαβικούς πληθυσμούς μέσα στο πολυεθνικό της μίγμα. Η αναμέτρηση ανάμεσα σε αυτοκρατορίες και εθνικισμούς εξαπλώθηκε μέχρι την άλλη άκρη της ευρωπαϊκής ηπείρου. Το παράδειγμα της Ιρλανδίας είναι χαρακτηριστικό. Με γνώμονα την παραπάνω ανάγνωση, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος πυροδοτήθηκε από την αναπόφευκτη αλληλεπίδραση ανάμεσα στους τοπικούς εθνικισμούς και τον συσχετισμό των ισορροπιών μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η Αυστρία, υποστηριζόμενη από τη Γερμανία, αποφάσισε να συντρίψει τη Σερβία, διακινδυνεύοντας την έκρηξη ενός Ευρωπαϊκού πολέμου.

Ωστόσο, ο μέγας επιταχυντής των εξελίξεων υπήρξε ο ίδιος ο πόλεμος, τη φύση του οποίου ελάχιστοι είχαν καταφέρει να διαβλέψουν. Όλες οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις τον αντιμετώπισαν ως διακύβευμα επιβίωσης. Η κινητοποίηση ενός έθνους ή μιας αυτοκρατορίας ενάντια σε έναν δαιμονοποιημένο εχθρό, έθεσε σε πολλές περιπτώσεις σε δοκιμασία την κοινωνική συνοχή και την πολιτική νομιμοποίηση, ειδικότερα ενόσω ο στατικός πόλεμος εξαπλωνόταν και αύξανε ο δείκτης των απωλειών. Το 1918, η Ρωσία και η Ανατολική Ευρώπη είχαν πλέον αποσυντεθεί και αναλωθεί σε εθνικές συγκρούσεις και σε εμφύλιο πόλεμο. Ο τελευταίος υπερτροφοδοτήθηκε από τη βία των Μπολσεβίκων. Η ήττα στην περίπτωση της Γερμανίας και της Αυστρίας και αυτό που εκλήφθηκε ως ήττα σε εκείνη της Ιταλίας, ενεργοποίησε ολόκληρη σειρά συνοριακών αντιπαραθέσεων και εσωτερικών κοινωνικών συγκρούσεων, στις οποίες ήρθε να προστεθεί η παραστρατιωτική βία των εθνικοσοσιαλιστών. Οι νικήτριες δυνάμεις έπεισαν τον εαυτό τους πως ο πόλεμος είχε τερματιστεί τον Νοέμβριο του 1918. Στην πραγματικότητα, αυτός είχε μετεξελιχθεί σε εθνικιστική και ταξική βία δια μέσου της ήττας και της διάσπασης των κρατών, αργότερα δε, σε πόλεμο ανάμεσα στα διάδοχα κράτη. Η όλη κατάσταση διατηρήθηκε έως το 1923, προσθέτοντας στις ήδη βαρύτατες απώλειες του πολέμου πολλά εκατομμύρια επιπλέον θανάτων.

Ο “μέγιστος των πολέμων”, κληροδότησε μια δυσβάσταχτη κληρονομιά στη μεσοπολεμική Ευρώπη, σφυρηλατώντας μια ήπειρο εθνών-κρατών. Ειδικότερα στην Ανατολή, αλλά και στην Ιρλανδία, όπου εθνικές και θρησκευτικές οντότητες διαπλέκονταν μεταξύ τους, η κατάσταση αυτή άφησε πίσω της πικρές διαμάχες, που με τη σειρά τους έθεσαν υπό αμφισβήτηση την αρχή της εθνικής κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης των λαών. Ο ανταγωνισμός μεταξύ φιλελεύθερης δημοκρατίας, φασισμού και κομμουνισμού πολλαπλασίασε τις εντάσεις, την ίδια στιγμή, κατά την οποία η αυξανόμενη γερμανική στρατιωτική ισχύς και η ιδεολογική απομόνωση της Σοβιετικής Ένωσης αποσταθεροποιούσαν τον συσχετισμό των ισορροπιών.

Επομένως, τα πάντα στρέφονταν γύρω από τον τρόπο, με τον οποίο όλες αυτές οι εκκρεμότητες και όλα αυτά τα άλυτα ζητήματα θα μεταφράζονταν με όρους πολιτικούς. Αυτά διαμόρφωσαν, τελικά, την ατζέντα των Ευρωπαϊκών δημοκρατιών και της Κοινωνίας των Εθνών κατά τη δεκαετία του 1920. Αυτά ριζοσπαστικοποίησαν τα πολιτικά πράγματα της δεκαετίας του 1930, δρομολογώντας τις εξελίξεις προς την κατεύθυνση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτά ενέπνευσαν, ως ένα ποσοστό, το υπερεθνικό όραμα της Ευρώπης της δεκαετίας του 1950 και οδήγησαν στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990. Χρειάστηκε να περάσει ένας ολόκληρος αιώνας, προκειμένου να διευθετηθούν οι εκκρεμότητες του “μεγίστου των πολέμων”, με τίμημα μεγαλύτερη, ακόμη, βία. Ωστόσο, από την οδυνηρή αυτή εμπειρία αναδείχθηκε μια ήπειρος, διασφαλισμένη, εκ πρώτης όψεως, από τον κίνδυνο επίλυσης των επιμέρους διαφορών με δυναμικό τρόπο.

Μετά το 1989, οι ιστορικοί, αναφερόμενοι στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, επισήμαναν με έμφαση την ευρύτερη σημασία του ως πολέμου, ο οποίος σηματοδότησε το τέλος ενός ευρωκεντρικού πλανήτη. Στην περίπτωση, η ανατροπή της προοπτικής εκδηλώνεται σε κλίμακα χώρου και χρόνου. Χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός έως ότου οι περισσότεροι Ευρωπαίοι συνειδητοποιήσουν πως η ήπειρός τους είχε πάψει, πλέον, να είναι το κέντρο του κόσμου, παρά το γεγονός ότι το κύρος της Γηραιάς Ηπείρου, ως φορέα πολιτισμού, είχε υποστεί θανάσιμο πλήγμα. Αδυνατούσαν, επίσης, να εκλάβουν ως παγκοσμίου βεληνεκούς έναν πόλεμο, ο οποίος είχε ως επί το πλείστον διαδραματιστεί επί του Ευρωπαϊκού εδάφους. Η παρανόηση οφείλεται, εν μέρει, σε πρόβλημα παράλλαξης. Χώρες και περιοχές, οι οποίες, με γνώμονα μια ευρωκεντρική οπτική, είχαν παραμείνει στην περιφέρεια του πολέμου, δεν μπορούσαν παρά να έχουν περιφερειακή συμμετοχή σε αυτόν. Κι όμως, είτε η Οθωμανική Τουρκία διαδραμάτισε περιφερειακό ρόλο είτε όχι, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος επέδρασε καταλυτικά επάνω σε αυτήν. Χάρη στον πόλεμο κατάφερε να μεταλλαχθεί, με βίαιο τρόπο είναι αλήθεια, από πολυεθνική αυτοκρατορία σε μια σύγχρονη δημοκρατία. Το ίδιο ισχύει και για την Αφρική, οι εύθραυστες οικονομίες της οποίας καταστράφηκαν εξαιτίας της κινητοποίησης προς όφελος των αναγκών του Ευρωπαϊκού πολέμου, για να μην αναφερθεί κανείς στις πολύνεκρες εκστρατείες της Ανατολικής Αφρικής, που κόστισαν τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ιθαγενών,  ενσωματωμένων στις τάξεις Βρετανών και Γερμανών. Κι όμως, η συμβολή της Αφρικής στον πόλεμο εξακολουθεί να φαντάζει ως αποικιακή παράμετρος μιας Ευρωπαϊκής ιστορίας.

Το Μνημείο των Πεσόντων στο Ντακάρ της Σενεγάλης.

Διόρθωση της παράλλαξης συνεπάγεται ποικίλες προσεγγίσεις του πολέμου μέσω της προοπτικής των εν λόγω περιοχών. Σημαίνει, επίσης, εκτίμηση και αξιολόγηση των συνεπειών και της εν γένει κληρονομιάς του με δεδομένα, που αποκλίνουν ριζικά από την Ευρωπαϊκή πρόσληψη. Δυο παραδείγματα αρκούν για να το επιβεβαιώσουν. To πρώτο από αυτά αναφέρεται στην Ιαπωνία, το πρώτο σύγχρονο Ασιατικό έθνος. Ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος του 1904-1905, ήταν, εν πολλοίς για την Ιαπωνία, ο δικός της Παγκόσμιος Πόλεμος. Βέβαια, αυτό δεν την εμπόδισε να συμμετάσχει και στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο με την ιδιότητα του εμπολέμου κράτους, αν και αρνήθηκε κατηγορηματικά  να στείλει στρατεύματα στην Ευρώπη. Κι όμως, η Ιαπωνία μελέτησε από κοντά τον συγκεκριμένο πόλεμο και άντλησε από αυτόν διδάγματα (αν μη τι άλλο, την απώλεια του κύρους της Ευρώπης και την εξασθένιση της εν γένει επιρροής και παρουσίας της στον Ασιατικό χώρο), τα οποία συνέβαλαν στη ριζοσπαστικοποίηση του δικού της ιμπεριαλισμού. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έδρασε αποφασιστικά, από πολιτισμικής απόψεως, στην τροχιά προς το Περλ Χάρμπορ.

Tο δεύτερο παράδειγμα ανάγεται στις αποικίες, οι οποίες, με εξαίρεση τις Βρετανικές κτήσεις, δεν έχαιραν αντίστοιχης αυτονομίας κινήσεων και ελιγμών. Οι διανοούμενοι και οι ακτιβιστές, που βρίσκονταν μεταξύ των πολλών κατοίκων, οι οποίοι αναγκάστηκαν να μεταβούν για πρώτη φορά στη ζωή τους στην Ευρώπη, δανείστηκαν τον λόγο και τα επιχειρήματα του Ευρωπαϊκού εθνικισμού, προκειμένου να θέσουν ζήτημα αυτοδιάθεσης για την γενέτειρά τους. Συχνά το έπραξαν επικαλούμενοι λόγους ηθικής τάξεως και αμοιβαία δικαιώματα στο όνομα της δικής τους συνεισφοράς στη συλλογική  πολεμική προσπάθεια. Δεν εισακούστηκαν. Απουσίαζε η βούληση, προκειμένου το «Διάγγελμα των 14 σημείων» του προέδρου Woodrow Wilson να γνωρίσει εφαρμογή πέραν της Γηραιάς Ηπείρου.

O Mohandas Karamchand Gandhi και η κίνηση για την αποτίναξη του Βρετανικού ζυγού από την Ινδία

Tην φαινομενική αντίφαση, βάσει της οποίας η σύσσωμη κινητοποίηση της αυτοκρατορίας παράγει από μόνη της αιτήματα για αλλαγή, δεν κατάφεραν να χαλιναγωγήσουν ούτε οι ίδιοι οι αποικιοκράτες, οι οποίοι επέμεναν να διοικούν προσφεύγοντας σε ακόμη πιο αυθαίρετες μεθόδους από ό,τι στο παρελθόν. Όλες αυτές οι πρώϊμες εκφάνσεις του εθνικού αισθήματος αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κληρονομιάς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην ίδια κλίμακα με τη θεωρία περί Ευρωπαϊκού ή Αμερικανικού επικέντρου της τελευταίας. Όμως, χρειάστηκε να περάσει πάνω από ένας αιώνας, προκειμένου να εξιστορηθούν διεξοδικά.

 

¹ Το κείμενο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε ειδική έκδοση του περιοδικού Current History με γενικό τίτλο The Global Legacies of World War 1 (τεύχος αρ. 113, Νέα Υόρκη, 2014, σσ. 291-303).

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

How the First World War was Fought: John Horne

Historians on Commemoration: John Horne

  

O John Horne είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεώτερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας του Trinity College του Πανεπιστημίου του Δουβλίνου, μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας της Ιρλανδίας και μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Historial de la Grande Guerre. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους ειδικούς της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σε διεθνή κλίμακα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Η ανακωχή της Γερμανίας (11 Νοεμβρίου 1918): Η αρχή του τέλους ή το τέλος μιας αρχής;

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

 Η ανακωχή της Γερμανίας (11 Νοεμβρίου 1918): Η αρχή του τέλους ή το τέλος μιας αρχής;

Η 11η Νοεμβρίου του 1918, ημέρα κατά την οποία ο στρατάρχης Ferdinand Foch και ο Matthias Erzberger υπέγραψαν το κείμενο της ανακωχής εκ μέρους των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων[1] και της Γερμανίας, θεωρείται πως έθεσε την επιτύμβια πλάκα στον πλέον αιματοβαμμένο και «αγριότερο», ως τότε, πόλεμο στην ιστορία, που είχε ξεκινήσει τον Ιούλιο του 1914. Στην τετραετή και πλέον διάρκειά του, ο πόλεμος αντέστρεψε τον ρου της ιστορίας, εξαναγκάζοντάς την σε οπισθοδρόμηση, άφησε πίσω του εκατόμβες νεκρών, στρατιωτών και αμάχων, υπολογιζόμενων σε 15.000.000, ανάπηρων, εξαθλιωμένων ανθρώπων, ανήμπορων να αντιμετωπίσουν τη ζωή, πόλεις κατεστραμμένες, υπαίθρους μολυσμένες, οικονομίες και κοινωνίες αφανισμένες. Επόμενο ήταν και ο ψυχισμός των ανθρώπων να μην παραμείνει αμετάβλητος και αλώβητος από τις θηριωδίες του πολέμου, σε βαθμό τέτοιο, που να επιτρέπει σε Γάλλο στρατιώτη του μετώπου του Βερντέν να δηλώνει πως «η μακρά περίοδος των συντριπτικά ισχυρών συναισθημάτων έληξε τελικά με τον θάνατο του συναισθήματος».

Την αναγέννηση του συναισθήματος στις ψυχές των ανθρώπων επιχείρησε να υποστασιοποιήσει η ανακωχή της 11ης  Νοεμβρίου του 1918, η τελευταία στη σειρά από τις ανακωχές, με τις οποίες τερματίστηκε ο  Μεγάλος Πόλεμος, μια και αφορούσε την πρωταίτια της πολεμικής ανάφλεξης, Γερμανία, και η οποία άνοιγε τον δρόμο στους νικητές του πολέμου, για την έναρξη των ειρηνευτικών διαβουλεύσεων,  θέτοντας  τις βάσεις για την επαναφορά της ευρωπαϊκής, και γενικότερα πλανητικής, ειρήνης στην πρότερη του πολέμου κατάσταση. Αυτό το πνεύμα απέπνεε και η αθηναϊκή εφημερίδα Έθνος, της 30ής Οκτωβρίου 1918, όταν σε πρωτοσέλιδο άρθρο, με τίτλο «Το τέλος του Πολέμου», ανάφερε, μεταξύ άλλων, σημαντικών, πως : «Από της ενδεκάτης πρωινής της χθες, η Ειρήνη ήπλωσε τας πτέρυγάς της εφ’ ολοκλήρου της γης. Η κάθαρσις του μεγάλου πολεμικού δράματος, του διαρκέσαντος επί 4 έτη και ισαρίθμους περίπου μήνας επήλθε ραγδαίως εντός ολίγων μηνών, ομού με την εκκαθάρισιν εκείνων, που το προεκάλεσαν. Ο πόλεμος λήγει με την πλήρη, την ολοκληρωτικήν υποταγήν της Γερμανίας και του ομίλου των συνενόχων της. Η κατάρρευσίς της υπήρξεν όντως κεραυνοβόλος, απροσδόκητος, καταπληκτική»[2].

Το ξέφωτο της Rethondes στο δάσος της Κομπιένης, όπου υπογράφηκε η πράξη της ανακωχής με τη Γερμανία.

Η γερμανική ανακωχή, έκλεινε τον κύκλο των ομολόγων της, με τις οποίες τερματίστηκε ο Μεγάλος Πόλεμος και σηματοδοτήθηκε η νίκη των Δυνάμεων της Αντάντ επί των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ειδικότερα, στις αρχές Δεκεμβρίου 1917, η Γερμανία είχε υπογράψει ανακωχή με τη Ρουμανία και ακολούθησε εκείνη με τη Ρωσία, στα μέσα του ίδιου μήνα, η οποία οδήγησε στην γερμανορωσική Συνθήκη Ειρήνης του  Μπρεστ-Λιτόβσκ, που ισοδυναμούσε με ανακωχή. Οι Δυνάμεις της Αντάντ, προσήλθαν σε ανακωχή με τη Βουλγαρία, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, ένα μήνα αργότερα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στις 30 Οκτωβρίου 1918, και με την Αυστροουγγαρία, στις 3 Νοεμβρίου 1918, ενώ η οριστική λήξη του πολέμου, στο στρατιωτικό πεδίο, επήλθε με την ανακωχή, που υπέγραψε η θεωρηθείσα ως πρωταίτια του πολέμου, Γερμανία, με τις Δυνάμεις της Συνεννόησης, στις 11 Νοεμβρίου 1918. Δυο μέρες αργότερα, στις 13 Νοεμβρίου 1918, οι Σύμμαχοι υπέγραψαν ανάλογο κείμενο με την Ουγγαρία, στο Βελιγράδι.

Το “ντόμινο” των ανακωχών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σε καρτ-ποστάλ εποχής

Ο προτελευταίος χρόνος του πολέμου είχε αντιστρέψει απροσδόκητα και συθέμελα τις εύθραυστες ισορροπίες ανάμεσα στους δύο αντιμαχόμενους, στον Πόλεμο, συνασπισμούς Δυνάμεων, της Τριπλής Συνεννόησης και των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ένα από τα σοβαρότατα πλήγματα, που υπέστη το στρατόπεδο της Αντάντ, επήλθε με την απομάκρυνση της τσαρικής Ρωσίας από τον όμιλο, γεγονός,που ήταν απόρροια των δυσχερειών, οι οποίες είχαν αναφυεί και στην εσωτερική πολιτική της σκηνή, με αποτέλεσμα να διευκολύνουν την εκδήλωση της επανάστασης του Μαρτίου 1917, την ανατρέψασα τον Οίκο των Romanoff και το εγκαθιδρυθέν, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους,μπολσεβικικό καθεστώς στην χώρα.

Ξέχωρα από την αντιτσαρική επανάσταση, το 1917, που χαρακτηρίστηκε, από όλους τους εμπόλεμους, ως «η μαύρη χρονιά του πολέμου», εμφανίζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την άποψη πως εντείνονται οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις, με κεντρικό στόχο το τέλος του πολέμου, οι οποίες διήρκεσαν επί μακρόν. Σ’ αυτές τις επαφές συγκαταλέγονται και οι ανεπιτυχείς συνομιλίες, στα μέσα Δεκεμβρίου 1917, στο Σπα, που διαμείφθηκαν ανάμεσα στον Jan Smuts, ο οποίος αντιπροσώπευε τη Βρετανία και τον Αυστριακό διπλωμάτη, Albert Mensdorff, που αποσκοπούσαν στην συνομολόγηση συμφωνίας ειρήνης μεταξύ Αντάντ και Αυστροουγγαρίας. Είναι η εποχή, κατά την οποία οι Σύμμαχες Δυνάμεις της Αντάντ προσβλέπουν στην υπογραφή μιας ξεχωριστής συνθήκης ειρήνης με την Αυστροουγγαρία, με την προϋπόθεση την αυτονομία των εθνοτήτων της Αυτοκρατορίαςτων Αψβούργων. Οι καταιγιστικές, όμως, νίκες των Κεντρικών Δυνάμεων στη Ρουμανία, κυρίως, αναπτέρωσαν τις ελπίδες στο στρατόπεδό τους για τη νίκη τους, καθώς και ένα διπλωματικό επεισόδιο, ανάμεσα στον Αυστριακό υπουργό Εξωτερικών και τον Georges Clemenceau, τερμάτισε άδοξα τις προσπάθειες εκείνες. Αργότερα, τον Μάιο του 1918, ο Κάρολος Α΄ συναντά τον Γουλιέλμο Β΄ στο Σπα και υπογράφουν Συνθήκη Συμμαχίας, Αμυντική και Επιθετική, με δωδεκαετή διάρκεια. Λίγους μήνες νωρίτερα, η Γερμανία είχε πετύχει την υπογραφή της διμερούς γερμανορωσικής Συνθήκης Ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόβσκ, στις 3 Μαρτίου του 1918, η οποία λίγο έλειψε να γείρει την πλάστιγγα του πολέμου υπέρ της κατίσχυσης των Κεντρικών Αυτοκρατοριών επί των Δυνάμεων της Αντάντ. Είναι προφανές πως η Γερμανία, ενισχυμένη, την εποχή εκείνη, από τη σύμπραξή της με τη Ρωσία, από την οποία αποκόμισε εδαφικά και οικονομικά οφέλη, επιθυμούσε να μην απολέσει την πρόσκαιρη εταίρο της, προσβλέποντας και πιστεύοντας στην οριστική νίκη.

Την άνοιξη, όμως, του 1917, η Αντάντ μπορεί να έχασε έναν ισχυρό παίκτη στο παιχνίδι της διεθνούς πολιτικής και της πολεμικής μηχανής, αλλά κέρδισε έναν υπολογίσιμο εταίρο. Δεν ήταν άλλος από τις ΗΠΑ, ο πρόεδρος των οποίων, Woodrow Wilson  αποφάσιζε τη συμμετοχή της χώρας του στον πόλεμο. Δύο μήνες νωρίτερα η Γερμανία είχε κηρύξει τον υποβρυχιακό πόλεμο σε όλα τα κράτη, εμπόλεμα και ουδέτερα. Στις αρχές Φεβρουαρίου διακόπτονταν οι διπλωματικές σχέσεις Γερμανίας-ΗΠΑ και στις 2 Απριλίου οι τελευταίες εξερχόταν στον πόλεμο, με τις «επευφημίες»  του Κογκρέσου. Οι προθέσεις, ωστόσο, του Wilson, όταν εγκατέλειπε, προσκαίρως, την απομονωτική πολιτική της χώρας του και παρενέβαινε στις υποθέσεις του πολέμου, στοχεύοντας  στον τερματισμό του και στην αποκατάσταση της ειρήνης,  δεν ήταν ολωσδιόλου ανιδιοτελείς. Φαίνεται πως απώτερος στόχος του ήταν η επιθυμία του να την επιβάλει με τον αμερικανικό τρόπο, διότι πίστευε πως, όταν τέλειωνε ο πόλεμος, η χώρα του θα είχε βάλει «στο χέρι» τους ευρωπαίους ηγέτες «από οικονομικής πλευράς», όπως είχε εξηγήσει, από τις αρχές του 1917, στον συνταγματάρχη House. Δεν είναι παράδοξη η ρήση του Αμερικανού προέδρου, αν αναλογιστεί κανείς πως οι ΗΠΑ είχαν δεσμεύσει, οικονομικώς, τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία αλλά και την Ελλάδα, χορηγώντας πολεμικά δάνεια. Ήταν και αυτός ένας από τους λόγους, που ενέπλεξε την χώρα του στον πόλεμο, διότι ενδεχόμενη λήξη του υπέρ των Κεντρικών Δυνάμεων θα συνεπέφερε αφενός μεν πιθανή απώλεια των αμερικανικών κεφαλαίων, αφετέρου δε την ανάδειξη της Γερμανίας σε ευρωπαϊκή-πλανητική υπερδύναμη, ικανή να στερήσει από τις ΗΠΑ τα όποια διεθνή πρωτεία τους.

Ένα χρόνο αργότερα, και ενώ οι δοξασίες του Lenin και του Trotsky για καθολική ανατροπή της αστικής τάξης έβρισκαν ευήκοα ώτα στην κουρασμένη κοινή γνώμη των Συμμάχων, είχαν οδηγήσει τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Wilson, να ανακοινώσει ενώπιον του Κογκρέσου, στις 8 Ιανουαρίου 1918, το Υπόμνημά του, γνωστό ως 14 Σημεία, στην προσπάθειά του να διατρανώσει πως οι ΗΠΑ «ήσαν διατεθειμέναι να εφαρμόσουν πλέον φιλελεύθερον πρόγραμμα ή οι κομμουνισταί δια την μελλοντικήν ειρήνην». Παραλλήλως, οι Σύμμαχοι, οκτώ μέρες μετά τη σύναψη της προαναφερθείσας γερμανορωσικής ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόβσκ, από την οποία εξήλθε ισχυροποιημένη η Γερμανία, επενέβησαν στη Ρωσία στρατιωτικώς: οι Βρετανοί, στον Αρχάγγελο και στο παγωμένο Μουρμάνσκ, οι Γάλλοι στη Σιβηρία και την Υπερκαυκασία, οι Ιάπωνες στο Βλαδιβοστόκ, κυρίως, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα τη διατήρηση του Ανατολικού μετώπου και όχι την πάταξη του κομμουνισμού. Έχοντας να αντιμετωπίσει ο στρατός των Συμμάχων, τον Κόκκινο Στρατό, οργανωμένο από τον Trotsky, αλλά και την άρνηση του λαού να συμβάλει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στην επαναφορά του τσαρισμού, δεν είχε περιθώρια επιτυχίας. Στην αποτυχία της συμμαχικής επέμβασης στη Ρωσία έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και άλλοι δύο παράγοντες: η άρνηση του Wilson να συναινέσει στη «βίαιη επιβολή της θέλησης των Μεγάλων Δυνάμεων», στις υποθέσεις της Ρωσίας, όπως και η, με την άμεση ανάμιξή του, επίτευξη της ανακωχής με τη Γερμανία, η οποία κατέστησε το «στρατηγικό […] νόημα» της επέμβασης, κενό περιεχομένου.

Le Quesnoy (Aμερικανικός τομέας του μετώπου), 11 Νοεμβρίου 1918. Λειτουργία των Ευχαριστιών.

Η ανάμιξη των ΗΠΑ στον πόλεμο, τους παρείχε την ευκαιρία να παίξουν σημαίνοντα ρόλο,  «πρωταγωνιστικό», όπως σημειώνει o John Horne, στα διεθνή δρώμενα, «για πρώτη φορά στην ιστορία τους», και «η προοπτική αποστολής [στην Ευρώπη] ενός απεριόριστου αριθμού στρατιωτών και όχι τόσο η πολεμική τους ισχύς, υπήρξε, τελικά, η παράμετρος εκείνη που, το 1918, σηματοδότησε το τέλος των στρατιωτικών φιλοδοξιών της Γερμανίας». Έτσι, η ενίσχυση της Αντάντ, στρατιωτική και ηθική, θα οδηγήσει στην κατάρρευση του μετώπου των Κεντρικών Δυνάμεων, που υπήρξε το αποτέλεσμα της συμμαχικής επίθεσης, της 15ης Ιουλίου 1918 και επήλθε στις 8 Αυγούστου. Είναι η απαρχή της περιόδου, την οποία επικαλέστηκε ο Γάλλος πρόεδρος, Raymond Poincaré, στην επιστολή, την οποία έστειλε, την 8η πρωινή, της 11ης Νοεμβρίου, στον Georges Clemenceau, τρεις ώρες μετά την υπογραφή της ανακωχής με τη Γερμανία, όπου ανέφερε, μεταξύ άλλων: «Από της 15ης Ιουλίου, η Γαλλία ακολούθησε με ασθμαίνουσα συγκίνηση τις λαμπρές, καθημερινές επιτυχίες, που σημείωσαν τα συμμαχικά στρατεύματα και τα οποία, μάλιστα, επέσπευσαν την απόσυρση του γερμανικού στρατού»[3].  

Παρά ταύτα, ο στρατηγός Ludendorff επιμένει, στη Διάσκεψη του Σπα, στις 14 Αυγούστου, να συνεχιστεί ο πόλεμος, ανακόπτοντας τις προθέσεις της πολιτικής ηγεσίας, του καγκελάριου Hertling και του υπουργού Εξωτερικών Hintze, ο οποίος από τις 3 Ιουλίου έχει αντικαταστήσει τον Kühlmann, για τερματισμό του πολέμου και έναρξη διαπραγματεύσεων με εκπροσώπους της Αντάντ. Ωστόσο, περί τα τέλη Αυγούστου, υπογράφεται και η γερμανορωσική Συνθήκη, η οποία περιλάμβανε, ανάμεσα σε άλλα, και την αρωγή της Γερμανίας στη σοβιετική κυβέρνηση, ώστε να δυνηθεί να αντιμετωπίσει τον αντεπαναστατικό στρατό, αλλά και το συμμαχικό εκστρατευτικό σώμα.

Την ίδια περίοδο, ο Κάρολος Α΄, επηρεασμένος από την συνεχώς οξυνόμενη επισιτιστική κρίση, που βίωνε ο λαός του σε τμήμα της αυτοκρατορίας, συνέπεια της οποίας υπήρξε και ο κοινωνικός αναβρασμός, αλλά και η περαιτέρω έξαρση των αποσχιστικών, εθνοτικών κινημάτων, θα στραφεί προς τον Γουλιέλμο Β΄, στον οποίο ανακοινώνει την απόφασή του για σύναψη χωριστής ειρήνης. Η απόφασή του εμπεδώνεται στη βεβαιότητα πως οι δυνατότητες της χώρας του θα είχαν εξαϋλωθεί ως τον χειμώνα.  Οι ενέργειές του θα πέσουν και πάλι στο κενό: ο Hintze ταξιδεύει στη Βιέννη, ώστε να περιφρουρήσει την ακεραιότητα της συμμαχίας, τη στιγμή που η Αντάντ επιμένει στη συνθηκολόγηση άνευ όρων. Ο Κάρολος πρέπει να περιμένει. Θα επανέλθει στο αίτημά του για τερματισμό του πολέμου, μετά την κατάρρευση της Βουλγαρίας, στις 4 Οκτωβρίου, υποβάλλοντας σχετικό έγγραφο στον Wilson. Το διάταγμά του, της 16ης Οκτωβρίου, που προέβλεπε τη μετάβαση της αυτοκρατορίας σε ομοσπονδία, δεν γίνεται δεκτό από τους εκπροσώπους της σλαβικής εθνότητας. Στην Πράγα, στη Βουδαπέστη, στο Ζάγκρεμπ και στη Βιέννη σχηματίζονται προσωρινές κυβερνήσεις. Η ανακωχή θα υπογραφεί με την Ιταλία, στις 3 Νοεμβρίου, μετά την κατατρόπωση των αυστροουγγρικών στρατιωτικών δυνάμεων, στο Πιάβε, από τον ιταλικό στρατό.

Οι εξελίξεις, όμως, και στο νοτιοαντολικό θέατρο του πολέμου είναι απογοητευτικές για το στρατόπεδο των Κεντρικών Δυνάμεων. Σ’ αυτό συνηγορούν και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο βαλκανικό μέτωπο. Η συντριπτική ήττα του βουλγαρικού στρατού, κατά τον Σεπτέμβριο του 1918, από τις μεραρχίες του συμμαχικού στρατού της Στρατιάς της Ανατολής, με τις οποίες συμπολεμούσε και ο αξιόμαχος ελληνικός στρατός, υπό τις διαταγές του αρχιστρατήγου Franchet d’ Espèrey και η δεινή θέση, στην οποία περιήλθε η βουλγαρική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να ζητήσει εσπευσμένως ανακωχή, στις 27 Σεπτεμβρίου και να υπογράψει αυτή δυο μέρες αργότερα, στις 29 του μηνός, στη Θεσσαλονίκη, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην τελειωτική αποδυνάμωση των Κεντρικών Αυτοκρατοριών[4]. Κατ’ αυτό τον τρόπο,  «από ένα δευτερεύον μέτωπο προήλθε μια επίθεση, η οποία αποδείχθηκε κεφαλαιώδης για τον τερματισμό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου» (Mourélos, 2015, p. 271).Τούτο, εξάλλου, διαπιστώνεται και από τα όσα παραδέχθηκε ο Ludendorff, όταν διευκρίνιζε: «Μετά την βουλγαρικήν ανακωχήν…., ο Χίντεμπουργκ και εγώ επείσθημεν ότι ήτο απόλυτος ανάγκη προς το συμφέρον του στρατού μας να τεθεί τέρμα εις τας εχθροπραξίας». Η απόφαση του Ludendorff να στραφεί προς την Ουάσινγκτον και να ζητήσει τη σύναψη ανακωχής, ξάφνιασε τα μέλη της κυβέρνησης, το Κοινοβούλιο αλλά και την γερμανική κοινή γνώμη, οι οποίοι πίστευαν ακόμα στη νίκη, εφόσον το Επιτελείο συνέχιζε να τους τροφοδοτεί με το όραμα των επιτυχιών της άνοιξης του 1918 (Soutou, 2008), δηλ. με τη Γερμανία της Συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόβσκ και της Συνθήκης Ειρήνης του Βουκουρεστίου με τη Ρουμανία, της 7ης Μαΐου του ίδιου χρόνου.

Όντως, μετά τη βουλγαρική ήττα, οι γερμανικές, πολιτικές δυνάμεις έπρεπε να διαχειριστούν το αίτημα για συνθηκολόγηση. Ο Hertling αποχωρεί από την καγκελαρία, τα ηνία της οποίας αναλαμβάνει ο  Μαξιμιλιανός της Βάδης. Στις 4 Οκτωβρίου, μέσω της κυβέρνησης της ουδέτερης Ελβετίας, η οποία αναλαμβάνει ρόλο μεσολαβητή, απευθύνεται στον Wilson, με το αίτημα της έναρξης ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων, βασιζόμενων στα 14 Σημεία, στις αρχές δηλ. του ουιλσονικού Υπομνήματος. Στο σχετικό έγγραφο, το οποίο φτάνει στην αμερικανική πρωτεύουσα ύστερα από δυο μέρες, περιλαμβάνεται και η πρόταση, υπό μορφή ερωτήματος, για σύναψη ανακωχής. Η στάση του Ουίλσον είναι απογοητευτική. Ζητά να προσέλθει σε συνομιλίες μόνο με εκπροσώπους του γερμανικού κράτους, οι οποίοι θα έχουν εκλεγεί από τον λαό. Ο Ludendorff αντιδρά αλλά ο Μαξιμιλιανός θα προτιμήσει να στείλει έγγραφο στην Ουάσιγκτον, δηλώνοντας πως συναινεί στην καθολική αποδοχή των όρων. Η ώρα, όμως, για την οριστική αποδέσμευση της Γερμανίας από τον πόλεμο δεν έχει ακόμα σημάνει.

Η γραμμή του μετώπου το φθινόπωρο του 1918.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έπρεπε να συνδιαλλαγεί και με τους ηγέτες της Αντάντ. Οι συνομιλίες του με τον David Lloyd George και τον Georges Clemenceau υπήρξαν δυσχερείς, εξαιτίας των απαιτήσεων των εκπροσώπων των δυο κύριων Δυνάμεων της Συνεννόησης, οι οποίοι, επιπρόσθετα, βρίσκονταν και σε σφοδρή αντιπαράθεση μεταξύ τους.  Η άρνηση του Wilson στα προβαλλόμενα αιτήματά τους, για τροποποίηση ορισμένων παραμέτρων, στρατιωτικών και πολιτικών, εμπεριεχομένων στα 14 Σημεία του Υπομνήματός του, το οποίο είχε γίνει κατ’ αρχήν αποδεκτό, στις 23 Οκτωβρίου, υπήρξε καθολική. Ο Γάλλος πρωθυπουργός απαιτούσε, μεταξύ άλλων, περισσότερες εγγυήσεις από τους Γερμανούς, τις οποίες μετέφραζε σε κατοχή εδαφών καθώς και κατάργηση του όρου περί μυστικής διπλωματίας, ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός, όπως και Αμερικανοί Αξιωματούχοι, φοβούμενος κλιμάκωση των επαναστατικών εξελίξεων, με πιθανή επέκταση του κομμουνιστικού καθεστώτος σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, φαινόταν αντίθετος στην επιβολή δυσβάσταχτων υποχρεώσεων στην μεγάλη ηττημένη του πολέμου. Επιπλέον, αντετίθετο στην ελευθερία των θαλασσών, παρεπόμενο της οποίας θα ήταν η κατάργηση του μέτρου του αποκλεισμού, ενώ ο Sonnino, επιμένει στην εφαρμογή της Συνθήκης του Λονδίνου, του Απριλίου 1915.  Οι Αμερικανοί ήταν ανένδοτοι. Ο House επιμένει στην επιβολή των όρων του ουιλσονικού Υπομνήματος και  δηλώνει: «Ή αποδοχή […] ή τίποτα». Ειδάλλως, ξεχωριστή ειρήνη με την Γερμανία. Οι εταίροι αποδέχονται, αναγκαστικά, τους όρους του Wilson και στις 30 Οκτωβρίου στέλνουν κοινή διακοίνωση προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ, διατηρώντας, όμως, επιφυλάξεις για το ζήτημα της ελευθεροπλοῒας και των επανορθώσεων, που σήμαινε πολεμικές αποζημιώσεις και εκφράστηκε με αυτόν τον όρο στη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών, με το διαβόητο άρθρο 231.

8 – 10 Ιανουαρίου 1918: ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Woodrow Wilson εξαγγέλλει ενώπιον του Κογκρέσου τα 14 Σημεία.

Μια μέρα νωρίτερα, υπογράφηκε και η ανακωχή με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, τη στιγμή, που η πολιτική κατάσταση στη Γερμανία προοιωνιζόταν δυσχερής, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση της τελικής απόφασης, που θα σηματοδοτούσε το οριστικό τέλος του πολέμου. Οι μονάρχες παραιτούνταν και στις 9 Νοεμβρίου ο αυτοκράτωρ, Γουλιέλμος B΄, εγκατέλειπε το αξίωμά του, τη στιγμή, που δύο στρατιωτικοί αυτοκτονούσαν, αδυνατώντας να σηκώσουν το ηθικό βάρος της ήττας της πατρίδας τους και της διάψευσης των προσδοκιών τους, ενώ οι τύχες της χώρας περιέρχονταν στα χέρια των Σοσιαλδημοκρατών, οι οποίοι διόριζαν επικεφαλής της κυβέρνησης τον Friedrich Ebert. Σύμφωνα με πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας Ακρόπολις, της 31ης Οκτωβρίου, ο αυτοκράτωρ, αναγκάστηκε να παραιτηθεί «όχι ως αντισοσιαλιστής, αλλ’ ως ο πρώτος υπεύθυνος δια τα διπλωματικά και στρατιωτικά λάθη τα υπό της επισήμου Γερμανίας διαπραχθέντα. Και ακόμη ως μη αντλήσας  εκ του Συντάγματος του διέποντος την Αυτοκρατορίαν την πλήρη υπόστασιν της υπουργικής και κοινοβουλευτικής ευθύνης, αλλ’ ως ανακατώσας αυτήν μετά της ιδικής του». Ωστόσο, συνέχιζε ο αρθρογράφος, συνυπεύθυνος ήταν και ο γερμανικός λαός, ο οποίος, μέσω του αντιπροσωπεύοντος αυτόν Ράιχσταγκ, συναίνεσε στην «κήρυξιν ή την μη παρεμπόδισιν του πολέμου».

Οι εξελίξεις στη Γερμανία και η ανάληψη διαχείρισης της εξουσίας από σοσιαλιστική κυβέρνηση, χαιρετίστηκε θερμά, όπως επισημαινόταν στη εφημερίδα Μακεδονία, της 30ής Οκτωβρίου, από ορισμένους, οι οποίοι εξήραν την νίκη του λαού, τον οποίο η ήττα της χώρας του βοήθησε να «εγκαθιδρύσει τη δημοκρατία». Αξιόλογες ήταν οι επισημάνσεις και η αναφορά στην προ εβδομήντα ετών ήττα της Γαλλίας, όπου μετά τον γαλλοπρωσικό πόλεμο, ο Victor Hugo, μιλώντας στη γαλλική Εθνοσυνέλευση, στη διάρκεια συζήτησης, σχετικής με την υπογραφή της συνθήκης, που ταπείνωσε την χώρα του, ανέφερε πως μπορεί η Γαλλία να είχε χάσει τον πόλεμο αλλά είχε εξέλθει από αυτόν ως δημοκρατία. Είχε, δε, τονίσει πως η Γαλλία «επιφυλάσσεται να πληρώση εις τον γερμανικόν λαόν την ευεργεσίαν, αποδίδουσα και εις αυτόν μιαν ημέραν την δημοκρατίαν του». Η ώρα είχε φτάσει∙ η ολοκληρωτική εξασθένιση και ο αφανισμός της στρατιωτικής Γερμανίας, «διευκόλυνε την γερμανικήν Επανάστασιν και επέφερε την γερμανικήν δημοκρατίαν». Οι επιπτώσεις του γεγονότος ανά τον κόσμο θα ήταν εξόχως σημαντικές, διότι με την ανακωχή θα δρομολογούνταν και θα επιταχύνονταν οι διαδικασίες για την έναρξη των συνομιλιών, των σχετικών με την μέλλουσα να εγκαθιδρυθεί ειρήνη και, επιπλέον, η απομάκρυνση του αυτοκράτορα από τον θρόνο του, θα συνέβαλε στην κατάργηση της βασιλείας, παντού, παγκοσμίως. Το επαναστατικό πνεύμα θα συμπαρέσυρε και τις νικήτριες του πολέμου Δυνάμεις: τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία[5].

Ο επαναστατικός αναβρασμός στη Γερμανία είναι γεγονός πως επιτάχυνε άμεσα τις διαδικασίες για την τελική συμφωνία, που θα συνεπέφερε την οριστική λήξη των εχθροπραξιών και θα επέτρεπε την έναρξη των διπλωματικών διαβουλεύσεων, με σκοπό την αναδιάταξη και περιφρούρηση της ειρήνης, ανά τον κόσμο. Σύμφωνα με την αθηναϊκή εφημερίδα Έθνος, της 29ης Οκτωβρίου 1918, «Οι Γερμανοί πληρεξούσιοι ευρισκόμενοι εις το γαλλικόν Στρατηγείον, μετά την διαβίβασιν των όρων του Φος εις το εν Σπα γερμανικόν Στρατηγείον και εις την νέαν κυβέρνησιν του Βερολίνου και κατόπιν της λήψεως σχετικών οδηγιών παρεδέχθησαν άπαντες τους όρους της ανακωχής».H προθεσμία για την αποδοχή των όρων έληγε το ξημέρωμα της 11ης Νοεμβρίου και συγκεκριμένα στις 3 π.μ.

Τα ξημερώματα της 11ης Νοεμβρίου, την 5η π.μ., υπεγράφη, τελικώς, η ανακωχή με τη Γερμανία, από τον στρατάρχη Ferdinand Foch, ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των Συμμάχων και Συνασπισμένων Δυνάμεων και του Matthias Erzberger, ο οποίος εκπροσωπούσε την νέα, γερμανική κυβέρνηση. Η ανακωχή αυτή έχει μείνει γνωστή στην ιστορία ως η ανακωχή της Rethondes ή ανακωχή της Κομπιένης, από το ομώνυμο δάσος στο ξέφωτο του οποίου βρισκόταν η Rethondes. Υπεγράφη στο βαγόνι-στρατηγείο του στρατάρχη Ferdinand Foch. Η εφημερίδα του Clemenceau, LHomme Libre, ανέγραφε, όμως, τον όρο «συνθηκολόγηση».

The Coach That Made History

 

Η αντιπροσωπεία των Συμμάχων φωτογραφίζεται στην είσοδο του βαγονιού. Διακρίνονται μεταξύ άλλων οι στρατάρχης Ferdinand Foch (1), ο ναύαρχος Sir Rosslyn Erskine Wemyss (2), o στρατηγός Maxime Weygand (3) και ο ναύαρχος Sir George Price Webley Hope (4).

Το Παρίσι γιόρτασε το γεγονός, με 1200 κανονιοβολισμούς, οι οποίοι ακούστηκαν μεταξύ 11 και 11.40 πμ. Ήταν η ώρα, που είχε οριστεί από το κείμενο της ανακωχής, ως ώρα κατάπαυσης του πυρός. Ο γηραιός Clemenceau, πρωθυπουργός από τις 20 Νοεμβρίου 1917, μετέβη, ύστερα από λίγες ώρες, στην εθνική αντιπροσωπεία, την οποία ενημέρωσε για το ευτυχές γεγονός και απευθυνόμενος στο σώμα τόνισε: «οι αντιπρόσωποι της Γερμανίας αναγνώρισαν πως η συζήτηση [διεξήχθη] σ’ ένα μεγάλο πνεύμα συνδιαλλαγής». Δίνοντας «την εντύπωση ενός ανθρώπου συντετριμμένου από τη συγκίνηση, που τον διακατείχε», δήλωσε ικανοποιημένος, επειδή «αυτή τη μεγάλη ώρα, επίσημη και τρομερή, το καθήκον μου ολοκληρώθηκε». Τόνισε πως οι Γερμανοί, έμειναν ικανοποιημένοι από το «πνεύμα συνδιαλλαγής», που επικράτησε στη διάρκεια των συζητήσεων, και σκέπτονταν να συντάξουν ένα κείμενο, ένα «μανιφέστο»,  «σε ένδειξη σεβασμού προς τη Γαλλία και τους εταίρους της». Σε συνέντευξη τύπου, που έδωσε σε δημοσιογράφους και σε εκπροσώπους του υπουργείου Πολέμου, ο Γάλλος πρωθυπουργός εξήγησε πως οι Γερμανοί επέμεναν, κυρίως, στο πρόβλημα του επισιτισμού, δεδομένου ότι τόσο ο γερμανικός όσο και ο αυστριακός λαός, αντιμετώπιζαν το φάσμα της πείνας.

H είδηση της υπογραφής της ανακωχής στον Γαλλικό Τύπο.
Η ημέρα της νίκης στο Παρίσι

Στην Μεγάλη Βρετανία, ο Lloyd George ενημέρωσε τη Βουλή των Κοινοτήτων για την ανακωχή, η οποία ερμηνεύθηκε από τον γαλλικό τύπο ως «ο πρόλογος της ειρήνης, που θα ακολουθούσε σε λίγες μέρες»[6]. Η Συνδιάσκεψη των Παρισίων ξεκίνησε τις εργασίες της δυο μήνες αργότερα, τον  Ιανουάριο του 1919.

Η ημέρα της νίκης στο Λονδίνο.

Το κείμενο της ανακωχής εκτεινόταν σε 34 άρθρα και διαιρείτο σε έξι  μέρη. Το πρώτο μέρος περιλάμβανε τα άρθρα 1-11 και αφορούσε το Δυτικό σύνορο της Γερμανίας, το δεύτερο, τα Ανατολικά σύνορα της Γερμανίας και περιλάμβανε τα άρθρα 12 έως 16, το τρίτο μέρος, με ένα μόνο άρθρο, το 17, όριζε τα της εκκένωσης της Ανατολικής Αφρικής από τα γερμανικά στρατεύματα. Το τέταρτο μέρος, με το 18ο άρθρο, όριζε τους γενικούς όρους, ενώ με το 19ο, τους οικονομικούς.  Το πέμπτο μέρος αφορούσε στους ναυτικούς όρους και εκτεινόταν από το άρθρο 20 έως 33, ενώ το τελευταίο μέρος, το έκτο, περιλάμβανε ένα άρθρο, το 34, το οποίο ήταν αφιερωμένο στη διάρκεια ισχύος του κειμένου της ανακωχής και καθόριζε την χρονική διάρκειά της. Ταυτοχρόνως, βάσει αυτού προχωρούσε στη σύσταση μιας Διαρκούς Διεθνούς Επιτροπής Ανακωχής, έργο της οποίας θα ήταν η διασφάλιση της καλύτερης δυνατής εκτέλεσης των όρων της Συμφωνίας Ανακωχής.

Αξίζει να αναφερθεί πως στον τύπο, συνήθως, διατυπώνονταν αντίθετες γνώμες για την ώρα υπογραφής του κειμένου της ανακωχής. Άλλοτε αναφέρεται η 6η πρωινή, άλλοτε η 5η, άλλοτε η 7η. Και τούτο έχει σημασία, διότι η ώρα υπογραφής είχε άμεση σχέση με την ώρα τερματισμού των εχθροπραξιών. Στο 1ο άρθρο οριζόταν πως αυτές θα σταματήσουν έξι ώρες μετά την υπογραφή. Το ίδιο το κείμενο, στην ακροτελεύτια φράση του ανέφερε ως ώρα υπογραφής την 5η πρωινή και το στοιχείο αυτό ήταν γραμμένο με το χέρι και όχι στο πληκτρολόγιο. Επομένως, αυτή είναι και η ορθή ώρα, αν υπολογιστεί πως οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν, επισήμως, στις 11 π.μ. Αλλά είναι αναγκαία και μια άλλη διασαφήνιση: στο γαλλικό κείμενο, που προέρχεται από το Service historique de la Défense, της Γαλλίας, την ακροτελεύτια φράση, ακολουθεί η διευκρίνιση, «γαλλική ώρα», χειρόγραφη κι’ αυτή.

Η ανακωχή της Γερμανίας με τους Συμμάχους είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την καθολική παύση των εχθροπραξιών ανάμεσα στα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, 36 ημερών, σε όλα τα πεδία των μαχών[7]. Στο συμβατικό κείμενο της ανακωχής ήταν προσαρτημένα δυο παραρτήματα. Το πρώτο αναφερόταν στον τρόπο και τις προθεσμίες εκκένωσης του Βελγίου, της Γαλλίας, του Λουξεμβούργου αλλά και της Αλσατίας-Λορένης από τα γερμανικά στρατεύματα. Το δεύτερο, στην εκκένωση των περιοχών της Ρηνανίας. Το δεύτερο παράρτημα, προσαρτημένο στη σύμβαση ανακωχής, αφορούσε στο συγκοινωνιακό δίκτυο και τις επικοινωνίες και περιλάμβανε πέντε άρθρα.

Matthias Erzberger, επικεφαλής της γερμανικής αντιπροσωπείας στη Rethondes.

Ύστερα από τη λήξη της ημερομηνίας ισχύος της ανακωχής, προβλέφθηκε η επέκτασή της, διαδοχικά, με άλλες τρεις Συμφωνίες, τον Δεκέμβριο του 1918 και τον Ιανουάριο του 1919, λίγο μετά την έναρξη των διαβουλεύσεων στο Παρίσι, για τη νομική εμπέδωση της ειρήνης,  και τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου.  Με την πρώτη, πρόσθετη πράξη για την επιμήκυνση της ανακωχής, της 13ης Δεκεμβρίου 1918, επεκτεινόταν η ισχύς της ως τις 17 Ιανουαρίου 1919 και προσετίθετο συγκεκριμένος όρος, που αφορούσε στη δυνατότητα των Συμμάχων να καταλάβουν την ουδέτερη ζώνη του Ρήνου, από τη γέφυρα του Ρήνου ως τα ολλανδικά σύνορα. Η πρόσθετη πράξη περιλάμβανε και οικονομικούς όρους. Ακολούθησε η δεύτερη, πρόσθετη στην ανακωχή πράξη, της 16ης  Ιανουαρίου 1919, η οποία περιλάμβανε  επτά άρθρα και επεξέτεινε τη διάρκεια της ανακωχής του Νοεμβρίου ως τις 17 Φεβρουαρίου 1919. Αναφερόταν στους σιδηροδρόμους και στους αιχμαλώτους πολέμου.  Ιδιαίτερη σημασία εμφάνιζε το άρθρο 7, σύμφωνα με το οποίο η γερμανική κυβέρνηση όφειλε να λάβει όλα τα προσήκοντα μέτρα, ώστε, διαρκούσης της ανακωχής, να θέσει στη διάθεση των Συμμάχων και υπό την εποπτεία τους, ολόκληρο τον εμπορικό της στόλο, με στόχο τον επισιτισμό της Γερμανίας αλλά και της υπόλοιπης Ευρώπης. Η τελευταία, πρόσθετη πράξη επιμήκυνσης της ανακωχής του Νοεμβρίου, υπογράφηκε στις 16 Φεβρουαρίου 1919 και αναφερόταν στην Πολωνία. Το άρθρο 2 αφορούσε  στην επέκταση της ισχύος της ανακωχής του Νοεμβρίου και των άλλων πρόσθετων πράξεων. Η επιμήκυνση ήταν μικρής διάρκειας, δεν ανέφερε ημερομηνία εκπνοής των όρων της και οι Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις επιφυλάσσονταν του δικαιώματος να την καταγγείλουν, προαναγγέλλοντας αυτό τρεις μέρες νωρίτερα[8]

Είναι γεγονός πως η κατάρρευση της Γερμανίας υπήρξε απροσδόκητη, διότι αναγκάσθηκε, υπό το βάρος των ραγδαίων στρατιωτικών, ιδίως, αλλά και πολιτικών εξελίξεων, τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό τοπίο, να συναινέσει στην υπογραφή της ανακωχής ή, σύμφωνα με ορισμένες, ανυπόστατες, ίσως, δοξασίες μεταγενέστερων  Γερμανών ηγετών, να «οδηγηθεί με δόλο» σ’ αυτήν. Όταν πίστευε ικανές τις πιθανότητες να κερδίσει τον πόλεμο, στράφηκε προς τη Ρωσία, υπαγορεύοντάς της τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, στις 3 Μαρτίου του 1918, και μόνο όταν τα αμερικανικά στρατεύματα συνενώθηκαν με τα στρατεύματα της Αντάντ, έτοιμα να εισέλθουν σε γερμανικό έδαφος, εξουθενωμένη πια, δέχθηκε τις ουιλσονικές αρχές και συναίνεσε στην ανακωχή. Επομένως, είναι γεγονός αδιαπραγμάτευτο, όπως είχε υποστηρίξει ο Pierre Renouvin, το 1957, στο διάσημο βιβλίο του, Histoire des relations internationales,  πως «η στρατιωτική αποτυχία επιβάλλει τη συνθηκολόγηση» της Γερμανίας, αφ’ ης στιγμής η κυβέρνησή της  «κατανόησε πλήρως πως κάθε απόπειρα περαιτέρω αντίστασης θα ήταν απατηλή». Ωστόσο, δεν πρέπει να παρορώνται και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι, συνυπολογιζόμενοι αθροιστικά με τον στρατιωτικό τομέα, οδήγησαν την πρωταίτια του πολέμου σ’ αυτό το άδοξο, για την ίδια, τέλος. Έτσι, ο Edward H. Carr θεωρεί πως ο οικονομικός παράγοντας και η προπαγάνδα έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στη συντριβή της Γερμανίας, όταν τονίζει πως «ο συμμαχικός αποκλεισμός και οι συμμαχικές νίκες στο πεδίο της μάχης παρέλυσαν τις γερμανικές πλουτοπαραγωγικές πηγές, η συμμαχική προπαγάνδα κατέστη εξαιρετικά αποτελεσματική και έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στην τελική κατάρρευση της Γερμανίας. Η νίκη του 1918 επιτεύχθηκε με έναν επιδέξιο συνδυασμό στρατιωτικής ισχύος, οικονομικής ισχύος και ισχύος πειθούς».

Η τελική πράξη της ανακωχής.

Από την άλλη πλευρά, ο Ian Kershaw, θεωρεί, άποψη, που και ο Renouvin αφήνει ανοιχτή,  πως η συνθηκολόγηση της Γερμανίας είχε να κάνει με την επανάσταση, που ξεκίνησε στα τέλη Οκτωβρίου του 1918, στο Wilhelmshaven και στο Κίελο και την ημέρα, που παραιτήθηκε ο Κάιζερ, στις 9 Νοεμβρίου, έφτασε στο Μόναχο, και ήταν απόρροια της έκθυμης επιθυμίας του γερμανικού λαού να τελειώσει ο πόλεμος, να τερματισθεί η «πείνα» και η «αθλιότητα», αλλά «και να απαλλαγεί από μια μοναρχία που δεν ήταν ικανή να προσφέρει τίποτα σε κανέναν»∙ μια επανάσταση, την οποία ο ακόμα άσημος και ανίσχυρος Hitler, αποκάλεσε «συμμορία άθλιων εγκληματιών», που στόχο είχε «να βάλει την πατρίδα στο χέρι».

Ας υπενθυμισθεί πως οι Δυνάμεις της Αντάντ, προσήλθαν σε ανακωχή με τη Βουλγαρία, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918, ένα μήνα αργότερα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, στις 30 Οκτωβρίου 1918 και με την Αυστροουγγαρία, στις 3 Νοεμβρίου 1918. Δυο μέρες μετά την ανακωχή με τη Γερμανία, οι Σύμμαχοι υπέγραψαν ανάλογο κείμενο με την Ουγγαρία, στο Βελιγράδι, στις 13 Νοεμβρίου 1918.Τις τρεις πρώτες ανακωχές, με τη Βουλγαρία, την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την Αυστροουγγαρία και, ιδιαιτέρως,  εκείνη με τη Γερμανία, ο Soutou, τις αποκαλεί «πολιτικο-στρατιωτικές» και μιλάει για «πολιτικοποίηση των ανακωχών», εξηγώντας πως οι ισχυρές Δυνάμεις της Συνεννόησης θέλησαν να «εγγράψουν [στο] κείμενο της ανακωχής όρους, που θα τους προσκόμιζαν θεμελιώδεις πολιτικές εγγυήσεις εν όψει των [επερχόμενων] διαπραγματεύσεων της ειρήνης».

Είναι αξιομνημόνευτο το γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία των ιστορικών, που έχουν εντρυφήσει στην ιστορία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προσπερνά τα της ανακωχής, δίνοντας έμφαση στα όσα προηγήθηκαν αυτής και στα μετέπειτα, εστιάζοντας, ιδίως, στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων και στις σχετικές Συνθήκες, βάσει των οποίων τερματίστηκε ο πόλεμος. Ωστόσο, ο Soutou, ένας εκ των οποίων έχουν εντρυφήσει σ’ αυτή την ιδιαίτερη και πολυσήμαντη καμπή του εκλαμβανόμενου ως το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, θεωρεί ως ημερομηνία λήξης του, την 10η Ιανουαρίου 1920, ημέρα επικύρωσης της Συνθήκης Ειρήνης των Βερσαλλιών, υποστηρίζοντας πως, από την ημέρα υπογραφής της ανακωχής έως την 10η Ιανουαρίου, υπήρξε μια περίοδος, που την αποκαλεί «καθεστώς ανακωχής». Η συγκεκριμένη ερμηνεία δύναται να θεμελιωθεί, εν μέρει, και στο γεγονός πως καθ’ όλη, σχεδόν, τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την επίτευξη της ειρήνης, δεν έγινε αποστράτευση. Η επαναφορά, δε, της κοινωνικής και οικονομικής ζωής στα προ τα πολέμου επίπεδα ήταν ένας στόχος δυσεπίτευκτος. Και αυτό επιτεινόταν από τις κοινωνικές και εθνικές αναστατώσεις, που προέκυψαν μετά το τέλος του πολέμου (Berger, 2011), οι οποίες υπήρξαν απόρροια και των σαθρών θεμελίων,  επί των οποίων βασίστηκε το συμβατικό οικοδόμημα της ειρήνης, με προεξάρχουσα τη Συνθήκη Ειρήνης των Βερσαλλιών.

Από την άλλη πλευρά, εδώ και χρόνια, ιδίως, από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, έχουν αρχίσει να πληθαίνουν οι φωνές, οι οποίες αμφισβητούν, ακόμα, και το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εκλαμβάνοντας τη μακρά περίοδο του μεσοπολέμου, ως μια περίοδο ανακωχής και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως προέκταση του Πρώτου. Ερωτήματα, που έχουν τεθεί στην επιστημονική κοινότητα και ανοίγουν προοπτικές για περαιτέρω έρευνα. Παρά ταύτα, δεν πρέπει να λησμονούμε πως μεσολάβησαν εικοσιένα χρόνια ειρήνης, «ανάπηρης»,  όμως, μια και οι συμβατικές ρυθμίσεις, που την εγκαθίδρυσαν φιλοδόξησαν να τερματίσουν τον «der des der», τον τελευταίο όλων των πολέμων, αλλά εμπεριείχαν το «σπέρμα» του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η συνοπτική, ωστόσο, σημερινή αναφορά στα της ανακωχής με τη Γερμανία, τον Νοέμβριο του 1918, που φιλοδόξησε να σημάνει μια ειρηνική περίοδο, θα μπορούσε να εκληφθεί ως ατελής, αν δεν προσπερνούσαμε την μεσοπολεμική περίοδο και επιχειρώντας ένα άλμα δεν φτάναμε σε μια άλλη ανακωχή, που υπεγράφη είκοσι δυο, σχεδόν, χρόνια αργότερα, στην ίδια τοποθεσία, στο δάσος της Κομπιένης, στο ξέφωτο της Rethondes, στο ίδιο βαγόνι, μέσα στο οποίο η Γερμανία είχε συναινέσει στην κατάπαυση των εχθροπραξιών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ύστερα από απαίτηση του Adolf Hitler, ο οποίος βιάστηκε να πάρει την εκδίκηση για την «ατίμωση», που είχε υποστεί η χώρα του, τότε. Μόνο, που η φορά της ιστορίας είχε αντιστρέψει τους ρόλους. Στον ρόλο του νικητή, τώρα, ήταν η Γερμανία, ο στρατός της οποίας είχε εισβάλει στο γαλλικό έδαφος και ο Φύρερ της υποχρέωσε την υποταγμένη Γαλλία να συναινέσει σε μια ταπεινωτική, όπως πίστευε ο ίδιος, ανακωχή, τερματίζοντας τον πόλεμο, που είχε κηρύξει στη χώρα του, συγχρόνως με τους Βρετανούς, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1939.

Ο Αδόλφος Χίτλερ μπροστά από το βαγόνι της ανακωχής τον Ιούνιο του 1940. Η υπέρτατη εκδίκηση.

Στις 16 Ιουνίου 1940, παραιτείτο η κυβέρνηση του Paul Reynaud και αναλάμβανε ο Philippe Pétain, ο οποίος προωθώντας τον συμβιβασμό με τη Γερμανία, ζήτησε τη σύναψη ανακωχής. Η Ιταλία είχε κηρύξει τον πόλεμο στη Γαλλία, στις 10 Ιουνίου, με αποτέλεσμα, η δεύτερη, να βρεθεί σε εμπόλεμη κατάσταση και με τις δυο, κύριες, Δυνάμεις του Άξονα. Οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη ανακωχής, με τη Γερμανία, ξεκίνησαν στις 19 Ιουνίου και στις 23 Ιουνίου, με την Ιταλία. Στις 22 Ιουνίου, υπεγράφη η γαλλογερμανική ανακωχή από τον στρατάρχη, Wilhelm Keitel, ο οποίος ενεργούσε κατ’ εντολή του Hitler, που συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις, και από τον στρατηγό Charles Huntziger, εκπρόσωπο της γαλλικής κυβέρνησης, με ειδική εξουσιοδότηση για τον συγκεκριμένο σκοπό. Την επόμενη μέρα, οι ίδιοι Γάλλοι αντιπρόσωποι μετέβαιναν στη Ρώμη, όπου, στις 24 του μηνός, έθεταν την υπογραφή τους, για λογαριασμό της χώρας τους, στο κείμενο της ανακωχής με την Ιταλία. Η έναρξη ισχύος των δυο ανακωχών ήταν ταυτόχρονη∙ ξεκίνησε την επομένη, 25 Ιουνίου.

Το γαλλογερμανικό κείμενο περιλάμβανε 24 άρθρα, βάσει του πρώτου, η Γαλλία έπρεπε να τερματίσει τις εχθροπραξίες εναντίον του Γ΄ Ράιχ, σε ολόκληρο το γαλλικό έδαφος, όπως και σε όλες τις κτήσεις, στα προτεκτοράτα, τις αποικίες καθώς και στα υπό εντολή εδάφη και στη θάλασσα. Τα γαλλικά στρατεύματα, που βρίσκονταν περικυκλωμένα από γερμανικά, όφειλαν να καταθέσουν, άμεσα, τα όπλα τους. Ιδιαίτερη σημασία, παρουσιάζει το τελευταίο άρθρο, βάσει του οποίου οριζόταν η ισχύς της ανακωχής έως την υπογραφή Συνθήκης Ειρήνης, με δυνατότητα καταγγελίας, εκ μέρους της Γερμανίας, αν η Γαλλία δεν συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις της, που περιγράφονταν στο κείμενο της ανακωχής[9]. Με άλλα λόγια, ο χρόνος εκπνοής της ανακωχής, ήταν απροσδιόριστος και, συγχρόνως, «προδιέγραφε», εμμέσως, τη νίκη της Γερμανίας στον διεξαγόμενο πόλεμο.

Αν θέλουμε να αντιπαραβάλουμε τις δύο, γαλλογερμανικές ανακωχές, του 1918 και του 1940, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως ο χρόνος και μόνο της υπογραφής τους, υποδηλώνει την τεράστια διαφορά τους. Η πρώτη, τερμάτιζε έναν πόλεμο, ολέθριο και απάνθρωπο, και άνοιγε την πόρτα, ή ένα παράθυρο, στην ειρήνη, η δεύτερη επισφράγιζε και πριμοδοτούσε έναν πόλεμο, που είχε ξεκινήσει δέκα μήνες νωρίτερα, προαναγγέλλοντας λαθεμένα τον νικητή του πολέμου. Και μόνο αυτό το γεγονός, θεωρούμε, πως είναι αρκετό για να θέσει έναν προβληματισμό: επρόκειτο για Ανακωχή ή για Συνθηκολόγηση;

Armistice (World War 1 Documentary) | Timeline


                 

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Υποσημειώσεις

[1]Ας υπενθυμισθεί, ότι ο όρος «Σύμμαχες και Συνασπισμένες Δυνάμεις», ανήκει στον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος επιδίωξε να διευκρινίσει πως οι ΗΠΑ συνεταιρίστηκαν, μεν, με τις ευρωπαϊκές Δυνάμεις της Αντάντ, αλλά εκείνες πολέμησαν για «δικούς τους λόγους» και επιδίωκαν να επιτύχουν τους δικούς τους «σκοπούς του πολέμου». http://mjp.univperp.fr/traites/1918armistice.htm

[2]Έθνος, 30 Οκτωβρίου 1918. Σημειώνεται πως οι ημερομηνίες στις ελληνικές εφημερίδες είναι σύμφωνες με το Iουλιανό ημερολόγιο, που ίσχυε τότε ακόμα στην Ελλάδα.

[3] LHomme Libre, 12 novembre 1918.

[4]Σημειωτέον, πως οι ΗΠΑ, παρά την εκδηλωθείσα και εμπράκτως επιθυμία τους να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στις διεργασίες της Αντάντ με τη Βουλγαρία, για την επίτευξη συμβατικής ειρήνης, παρεμποδίστηκαν από τον Clemenceau, ο οποίος δήλωσε στον Wilson πως δεν είχε κηρυχθεί εμπόλεμη κατάσταση ανάμεσα στις δυο χώρες. Λεονταρίτης, 2000, 372.

[5]Μακεδονία, 30 Οκτωβρίου 1918.

[6]LHumanité, 12 novembre 1918, όπου δημοσιευόταν το περιεχόμενο των όρων της Ανακωχής. Στην ίδια εφημερίδα και το άρθρο, Marchel Cachin, « La signature de l’armistice ». Επίσης, Le Temps, L’Homme Libre, 12 novembre 1918.

[7]Οι επισημάνσεις αυτές προκύπτουν από έναν ορισμό του όρου «Ανακωχή»: «L’ armistice est l’ accord qui a pour effet la suspension totale ou partielle des hostilités, pour un temps déterminé ou indéterminé, sur tout le théâtre de guerre ou bien sur une partie de ce dernier». Monaco, 1947, p.323.

[8]http://mjp.univ-perp.fr/traites/1918armistice.htm  Επίσης, Service historique de la Défense. La Convention d’armistice du 11 novembre 1918. servicehistorique.sga.defense.gouv.fr .

[9]http://mjp.univ-perp.fr/france/1940armistice.htm

Βιβλιογραφία

 Αρχειακές-Διαδικτυακές Πηγές

http://mjp.univperp.fr/traites/1918armistice.htm

Service historique de la Défense. La Convention d’armistice du 11 novembre 1918. servicehistorique.sga.defense.gouv.fr .

http://mjp.univ-perp.fr/france/1940armistice.htm

Εφημερίδες

Ακρόπολις

Αστήρ

Έθνος

Εμπρός

Homme Libre (L’)

Humanité(L’)

Μακεδονία

Temps (Le)

Βιβλία και Μελέτες.

Albrecht-Carrié René, A Diplomatic History of Europe Since The Congress of Vienna, London, Methuen & Co LTD-London, 1961.

Βεντήρης Γεώργιος, Η Ελλάς του 1910-1920, Τόμος Δεύτερος, Αθήναι, 1970.

Berger Françoise, «L’armistice de 1940 : négociations et conséquences», Revue de la Société des Amies du Musé de l’Armée, 2011, pp. 57-65. <halshs-00693149>

Berstein Serge – Milza Pierre, Διάσπαση και Ανοικοδόμηση της Ευρώπης. 1919 έως Σήμερα, μετάφραση, Μιχάλης Κοκαλάκης, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1997.

Berstein Serge, Δημοκρατίες, αυταρχικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα στον 20ό αιώνα, Μετάφραση Ηρακλεία Στροίκου-Σοφία Βόικου, Γ΄ έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Ποιότητα-Hachette, 2004.

Carr Edward H., Η Εικοσαετής Κρίση, 1919-1939. Εισαγωγή στη μελέτη των Διεθνών Σχέσεων, Μετάφραση Ηρακλεία Στροίκου, Αθήνα, Τρίτη Έκδοση, Εκδόσεις Ποιότητα, 2004.

Driault Édouard et Lhéritier Michel, Histoire diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours, T. V, Paris, Les presses Universitaires de France, 1926.

Droz Jacques, Histoire diplomatique de 1648 à 1919, Troisième édition, Paris, Dalloz, 1972.

Goemans H.E., War and Punishment: the causes of War Termination and the First World War, Princeton, Princeton University Press, 2012.

Kershaw Ian, Χίτλερ 1889-1936: Ύβρις, Αθήνα, Scripta, 2000.

Kershaw Ian, Στην Κόλαση των δύο Πολέμων, Ευρώπη, 1914-1949, μετ. Ελένη Αρσενίου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2016.

Kissinger Henry, Διπλωματία, Αθήνα, «Νέα Σύνορα»-Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, 1995.

Κοραντής Α. Ι., Διπλωματική Ιστορία της Ευρώπης (1919-1955), Τόμος Πρώτος, Θεσσαλονίκη, 1968.

Λεονταρίτης Β. Γεώργιος, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2000.

Monaco Riccardo, « Les conventions entre belligérants », Recueil des Cours de l’Académie de droit international de la Haye, T. 75, 1947, pp.273-362.

Mourélos Yannis, L’intervention de la Grèce dans la Grande Guerre, Athènes, Institut Français d’ Athènes, 1983.

Mourélos Yannis, «Le front d’Orient dans la Grande Guerre. Enjeux et Stratégies», Colloque. La Grèce et la Guerre. Actes. Philippe Contamine, Jacques Jouanna  et Michel Zink éd., Cahiers da la Villa « Kérylos», No 26, Beaulieu-sur-Mer (Alpes-Maritimes), Paris, Diffusion de  Boccard, 2015, pp. 260-272, 271.

Renouvin Pierre, Histoire des relations Internationales, Tomes Septième, Les crises du XXe siècle, I. De 1914 à 1929, Paris, Librairie Hachette, 1957.

Renouvin Pierre, L’armistice de Rethondes : 11 novembre 1918, Paris, Gallimard, 2006.

Roucaud Michel, «La convention d’armistice du 11 novembre 1918. Une première étape pour sortir de la guerre», Revue historique des armées. En ligne], 245|2006, mis en ligne le 13 novembre 2008, consulté le 10 juillet 2018. URL:http://journals.openedition.org/rha/5672.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900-1945, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992.

Σφέτας Σπυρίδων, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία, Από την Οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (1934-1918), Τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Βάνιας, 2009.

Soutou Georges-Henri, « 1918: la fin de la Première Guerre mondiale ? », Revue historique des armées [en ligne], 251|2008, consulté le 30 septembre 2016. URL :http://rha.revues.org/288

Χριστοδουλίδης Θεόδωρος, Διπλωματική Ιστορία. Από τη Βιέννη στις Βερσαλλίες (1815-1919), Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 1991.

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός: Finis Austriae. Η ήττα της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Vittorio Venetto και η ανακωχή της Villa Giusti. (3 Νοεμβρίου 1918)

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου   

Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός

Finis Austriae. Η ήττα της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Vittorio Venetto και η ανακωχή της Villa Giusti.

(3  Νοεμβρίου 1918)

Στις 3 Νοεμβρίου 1918, στις 18.40′, ο αυστριακός στρατηγός Victor Weber Edler von Webenau, διοικητής του VI Σώματος στρατού, και ο  Ιταλός στρατηγός Pietro Badoglio, υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου, υπέγραφαν στην Villa Giusti della Mandria, έξω από την Padova, «ανακωχή» μεταξύ Αυστρο-Ουγγαρίας και Ιταλίας, εξ ονόματος της Entente και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Ουσιαστικά επρόκειτο περί της πλήρους  συνθηκολογήσεως της Αυστρο-Ουγγρικής αυτοκρατορίας. Η κατάσταση του στρατού της Δυαδικής Μοναρχίας είχε φθάσει σε σημείο διαλύσεως, γεγονός που συνεπέφερε και την παταγώδη ήττα του στην μάχη του Vittorio Veneto,[1]  ακολουθώντας την κατιούσα μετά την νίκη στο Caporetto, ακριβώς ένα χρόνο ενωρίτερα. Παρά τα όσα ανεγράφησαν για την μάχη αυτή, πρέπει κανείς να παραδεχθή ότι επρόκειτο για μια στρατιωτική νίκη της Ιταλίας, μεγάλης ψυχολογικής σημασίας. Η τροπή των εχθροπραξιών, σε συνάρτηση με την γενικώτερη κακοδαιμονία της αυτοκρατορίας, είχε σαν συνέπεια η Βιέννη να ζητήση επίμονα ανακωχή ήδη από τις 28 Οκτωβρίου. Οι όροι που έθεσαν τα κράτη της Entente από το συμμαχικό στρατηγείο στις Βερσαλλίες ήσαν ιδιαιτέρως σκληροί, σε σημείο που τόσο ο αυστριακός αυτοκράτωρ Κάρολος όσο και ο επί κεφαλής των δυνάμεων στο Ιταλικό μέτωπο εδίσταζαν να τους δεχθούν[2]. Ουσιαστικά επρόκειτο περί τελεσιγράφου.

Πρέπει να τονισθή ότι η ιταλο-αυστριακή ανακωχή διέφερε από τις άλλες που τερμάτισαν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εφ’ όσον αυτή είχε σαν πρόθεμα – προφανώς όμως και σαν βαθύτερη αιτία – την διάλυση μίας αυτοκρατορίας. Υπεγράφη δε από στρατηγούς που δεν εκπροσωπούσαν πλέον ένα κράτος. Αυτό είχε καταλυθή λίγο πριν. Όπως παρατηρούσε η Ελληνική πρεσβεία Λονδίνου, οι όροι κοινοποιήθηκαν στο Αυστριακό στρατηγείο «comme à un pouvoir de fait vu que gouvernement régulier cessa exister à Vienne et que empereur est considéré comme virtuellement abdiqué»[3]. Η Αυστρο-Ουγγαρία, «αυτό το μωσαϊκό  εθνοτήτων τόσων διαφορετικών παραδόσεων, θρησκευμάτων, γλωσσών και καταβολών»[4] είχε πρακτικά διαμελισθή[5]. Και ο στρατός είχε διαλυθή όχι μόνον λόγω των φυγοκέντρων τάσεων εξαιτίας των εθνικών καταβολών και της ψυχολογικής καταρρακώσεως του, αλλά και λόγω της απίστευτης καταστάσεως, στην οποία βρισκόταν από πλευράς διοικητικής μέριμνας[6]. Οι εξελίξεις στην αυτοκρατορία απλώς επισημοποίησαν τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθή de facto τους τελευταίους μήνες. Στην θέση της  δημιουργείτο πλειάδα εθνικών κρατών που σηματοδοτούσαν την ριζική αλλαγή του χάρτη της Ευρώπης.

Μετά την ανακωχή των δυτικών Δυνάμεων με την Βουλγαρία, στις 29 Σεπτεμβρίου 1918 και με την Οθωμανική αυτοκρατορία στις 30 Οκτωβρίου, που εσήμαναν την λήξη του πολέμου στα Βαλκάνια, η εξέλιξη στο ιταλικό μέτωπο οδήγησε σχεδόν αναπόδραστα στον τερματισμό του πολέμου. Ήταν ζήτημα χρόνου η κατάρρευση και της ίδιας της Γερμανίας. Η ανακωχή με αυτήν υπεγράφη λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου στην Rethondes, επί γαλλικού εδάφους.

Ας σημειωθή ότι ενώ η τύχη του αυστριακού στρατού στην βόρειο Ιταλία υπήρξε καταλυτική, εκείνη του σώματος στρατού στην Αλβανία, λίγο ενωρίτερα, είχε διαφορετική εξέλιξη. Μετά την κατάρρευση της Βουλγαρίας, οι αυστριακές μονάδες που ήταν ανεπτυγμένες σε ολόκληρη την Αλβανία, υπό την διοίκηση του στρατηγού Karl von Pflanzer-Baltin, άρχισαν την  υποχώρησή τους  εν τάξει προς τα πατρώα εδάφη.

Δύο είναι οι πτυχές που πρέπει να τύχουν αναλύσεως ώστε να γίνει κατανοητή η πορεία που κατέληξε στην ήττα της Δυαδικής Μοναρχίας στο Vittorio Veneto και στην ανακωχή της Villa Giusti: η εσωτερική κατάσταση της αυτοκρατορίας και οι στρατιωτικές εξελίξεις, για τις οποίες η ιστοριογραφία του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν έχει επιδείξει  το ενδιαφέρον που θα ανέμενε κανείς.

Ας εγκύψουμε κατ’ αρχάς στις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στην Δυαδική Μοναρχία. Την αποκαλώ έτσι για να υπογραμμίσω ότι το διφυές του πολιτεύματος και της διοικήσεως απετέλεσε ουσιώδη αιτία της κακοδαιμονίας της αυτοκρατορίας. Χρονικά  οι κεντρόφυγες εθνοκεντρικές τάσεις προτάσσονται, με αναμφισβήτητες διαλυτικές συνέπειες στην συνοχή των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.

Ήδη προ του θανάτου του αγαπητού στον λαό και δυστυχισμένου ηγεμόνος της Αυστρο-Ουγγαρίας, Φραγκίσκου Ιωσήφ Α’, είχαν σημειωθή υφέρπουσες διεκδικήσεις των διαφόρων εθνικών οντοτήτων που απήρτιζαν την Μοναρχία. Ο ίδιος δεν είχε κατορθώσει να αναστείλει τις διεργασίες  αυτές, οι οποίες πάντως ενδυναμώθηκαν με την διαδοχή του, τον Νοέμβριο του 1916, από τον  Κάρολο Α’.

Η στέψη του Αυτοκράτορα Καρόλου Α΄.

Η κατάσταση που κυριαρχούσε στην αυτοκρατορία όταν ανήλθε στον θρόνο των Αψβούργων ο Κάρολος ήταν  βεβαρυμμένη, ιδίως μετά από  2 ½ χρόνια πολέμου. Ο ίδιος, αναγνωρίζοντας την προβληματική της κατάσταση, αντιμετώπιζε την εκπόνηση προγράμματος για την ανόρθωση της χώρας, την βελτίωση της οικονομίας και ιδίως για την επίτευξη της ειρήνης, όπως εδήλωσε ήδη στο πρώτο του διάγγελμα. Και πράγματι, αμέσως μετά την ορκωμοσία του, επελήφθη της προσπάθειας να επιτύχει την ειρήνη –είτε με την σύμπραξη της Γερμανίας, είτε διμερή- στις οποίες η Entente απέφυγε να ανταποκριθή.

Εργατικός, συνειδητοποιώντας τις υποχρεώσεις του, επιθυμώντας επαφή με τον λαό, επεδίωξε να εισαγάγη ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις ακόμη και στην δομή της Μοναρχίας.  Ιδιαίτερο γνώρισμά του ήταν ότι ήθελε να ασκεί ο ίδιος την  ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, όχι μόνον κατ’ όνομα, παρ’ όλο ότι δεν είχε ιδιαίτερη στρατιωτική παιδεία και πείρα.

Όμως, ο λαός δυσανασχετούσε. Από την άνοιξη του 1917 η έλλειψη τροφίμων γινόταν σοβαρά αισθητή. Άνθρωποι πέθαιναν πλέον από πείνα. Η έντονη επιθυμία του, πάλι, για δομικές αλλαγές προσέκοπταν στα κόμματα της γερμανικής Αυστρίας όπως και στην ουγγρική αριστοκρατία, η οποία  με εμπάθεια υπονόμευε κάθε προσπάθεια παρεμβάσεως στα εσωτερικά της χώρας της – της Ουγγαρίας – με άμεσο στόχο την εξουδετέρωση  κάθε τυχόν σκέψεως μεταβολής της ισορροπίας μεταξύ των δύο συστατικών τμημάτων της αυτοκρατορίας. Ο νέος αυτοκράτωρ είχε απόλυτη επίγνωση των κινδύνων που υπέβοσκαν. Ιδίως συναισθανόταν ότι τα χρονικά όρια στένευαν επικίνδυνα. Στα μέσα του 1917 η Μοναρχία εστερείτο όχι μόνον βασικών προϊόντων και τροφίμων, αλλά και πρώτων υλών, άνθρακα και πυρομαχικών. Συγχρόνως, μία νέα κρίσιμη παράμετρο αποτελούσε, μετά την Επανάσταση του Οκτωβρίου στην Ρωσσία, ο φόβος μεταγγίσεως του επαναστατικού πνεύματος από την  γείτονα.

Ουρά για προμήθεια τροφίμων το 1917 στη Βιέννη.

Δεν είχε άδικο. Αντί οι διάφορες εθνότητες της Μοναρχίας να αισθάνονται ικανοποιημένες από τις επιδιώξεις του αυτοκράτορος, οι υλικές κακουχίες επιδείνωναν την ένταση  και βάθαιναν την διάσταση μεταξύ τους. Η οικονομική κρίση συνέβαλλε στην γενικότερη δυσπραγία. Σ’ αυτές τις εξελίξεις ουσιαστικό ανατρεπτικό ρόλο διεδραμάτιζαν και οι εθνοτικές ομάδες που ήσαν εγκατεστημένες στο εξωτερικό. Από τις αρχές του 20ου αιώνος ο εθνικισμός, γενικότερα, με ρίζες στην Γαλλική Επανάσταση, κέρδιζε έδαφος. Πρώτο ρόλο έπαιζαν οι Τσεχοσλοβάκοι εμιγκρέδες, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Σε παράλληλη τροχιά τον Ιούλιο του 1917, στην Κέρκυρα, ο  Nicola Pasić, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου των Σέρβων, και ο  Ante Trumbić, εκ μέρους των Κροατών και των Σλοβένων, διεκήρυξαν την δημιουργία ενός ενιαίου κράτους των τριών αυτών εθνοτήτων, πόλο – έστω ασύμβατο – όλων των νοτίων σλάβων.  Αντίστοιχα κινήματα διοργάνωναν οι Πολωνοί. Οι χώρες της Entente και οι ΗΠΑ δεν θα αργούσαν να αναγνωρίσουν τις εθνικές οργανώσεις που δημιουργούσαν οι διάφορες εθνότητες, σαν μαγιά για την αναγνώριση, αργότερα, των εθνικών κρατών[1]. Έτσι, η Αυστριακή (γερμανική) Δημοκρατία θα παρέμενε  από τις 30 Οκτωβρίου, απομονωμένη, με την φυσική διαδηλωμένη διάθεση ενώσεως με την Δημοκρατία της Γερμανίας.

Με την παράταση του πολέμου, από τις αρχές του 1917, αναζωπυρώθηκαν τα παλαιότερα αιτήματα της Ουγγαρίας να αποσπασθούν οι ουγγρικές μονάδες από τις κοινές ένοπλες δυνάμεις και να ενταχθούν στον εθνικό στρατό, υπογραμμίζοντας, με τον τρόπο αυτόν τον δυαρχικό χαρακτήρα της αυτοκρατορίας. Ο Κάρολος αντέστη στις πιέσεις. Αλλά το χάσμα μεταξύ των δύο μερών διευρύνετο.

Κρίσιμη καμπή στον πόλεμο απετέλεσε η Επανάσταση του Φεβρουαρίου και του Οκτωβρίου στην Ρωσσία. Μετά την νικηφόρα αντεπίθεση των ρωσσικών στρατευμάτων στο ανατολικό μέτωπο τον Ιούνιο του 1916, υπό την διοίκηση του στρατηγού Brusilov, η Επανάσταση άλλαξε τον ρου της ιστορίας.  Ιδίως με την επιθυμία της Ρωσσίας να τερματίσει τον πόλεμο. Η τελευταία, αποτυχημένη, επίθεση του ρωσσικού στρατού επέτεινε την επιθυμία αυτή. Έτσι, μετά από ταχείες διαπραγματεύσεις, υπεγράφη στις 13 Δεκεμβρίου του 1917 η ανακωχή στο Brest-Litovsk μεταξύ της Ρωσσικής Σοβιετικής Ομοσπονδίας Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών και των κρατών της Τετραμερούς Συμμαχίας[2]. Τόσο για την Ρωσσία όσο και για την Γερμανία αλλά και, κυρίως, για την Αυστρο-Ουγγαρία η ανάπαυλα της ανακωχής αυτής ήταν αναγκαία λόγω των σοβαρών οικονομικών και επισιτιστικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η κάθε μια. Για την Μοναρχία, μια πρώτη ανακούφιση προήλθε από τον Ρουμανικό σιτοβολώνα (το Βουκουρέστι υπέγραψε ανακωχή στις 9 Δεκεμβρίου 1917 και συνθήκη ειρήνης στις 7 Μαρτίου 1918). Παράλληλα, και η ανεξάρτητη πλέον Ουκρανία θα ανελάμβανε – αναποτελεσματικά όμως – μετά την υπογραφή εν τάχει, στις 9 Φεβρουαρίου 1918, της διμερούς συνθήκης ειρήνης με την Αυστρο-Ουγγαρία, (την Brotfrieden[3], την ειρήνη του άρτου,) την αποστολή μεγάλων ποσοτήτων σίτου στην Μοναρχία. Εν τω μεταξύ, οι διαδηλώσεις και η κοινωνική αναταραχή  ανάγκαζαν την Αυστριακή ηγεσία να μεταφέρει στο εσωτερικό επτά μεραρχίες για να επιβάλλει την τάξη.

Οι υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας Richard von Kuhlmann (καθιστός) και της Αυστροουγγαρίας Ottokar von Czernin (όρθιος δεξιά με πολιτική περιβολή) υπογράφουν τη Συνθήκη Ειρήνης του Brest-Litovsk με τη Ρωσσική Σοβιετική Ομοσπονδία Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Μάρτιος 1918).

Οι διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της ανακωχής με την Ρωσσία δεν θα ήταν εύκολες για τους Αυστριακούς  λόγω των διαφορών απόψεων που ανεφύοντο με την σύμμαχο Γερμανία, η οποία φαινόταν να επιδιώκει υπερβολικά κέρδη. Τουναντίον, ο υπουργός Εξωτερικών της Μοναρχίας, κόμης Ottokar von Chudenitz Czernin, σε νευρική κρίση , αντιμετώπιζε ακόμη και την υπογραφή μονομερούς ειρήνης εάν δεν επετυγχάνετο ευθυγράμμιση των αιτημάτων των δύο συμμάχων. Τον ενδιέφερε κυρίως η επίτευξη ειρήνης, όχι τόσο οι όροι της[4]. Δεν απέβλεπε σε εδαφικές ανακατατάξεις ή πολεμικές αποζημιώσεις. Επεδίωκε τον αφοπλισμό, ώστε να καταστή αδύνατη η επανάληψη ενός πολέμου[5]. Όμως, η εμμονή της Μοναρχίας για την εξυπηρέτηση των προτεραιοτήτων της θα είχε σαν  επίπτωση την ηυξημένη πίεση του Βερολίνου να αποστείλει η  Βιέννη δυνάμεις στο Δυτικό μέτωπο, αποσύροντάς τες από το ανατολικό,  εν όψει της μεγάλης επιθέσεως που σχεδίαζε ο Hindenburg. Ο Κάρολος, ο οποίος πάντοτε ήθελε να αποφύγει κάθε ενέργεια η οποία θα οδηγούσε στην «δορυφοριοποίηση» της Μοναρχίας ή θα επέτεινε την εξάρτηση της  από την Γερμανία, αναγκάσθηκε να ενδώσει[6]. Αλλά και πέραν αυτού, η επίσκεψη  που αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει αργότερα, στις 12 Μαΐου 1918,  στον Γερμανό ομόλογό του στην έδρα του Γερμανικού Γενικού Επιτελείου, στο  Spa του Βελγίου και η αποδοχή της υπαγωγής του αυστριακού στρατού στην διοίκηση του γερμανικού, εξουδετέρωνε σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό την αυτοτέλειά του.[7] Άλλη μια ατυχής ενέργεια της Αυστρο-Ουγγρικής πολιτικής ηγεσίας.

Η χειρότερη, εν τούτοις, επίπτωση της ειρήνης με την Ρωσσία ήταν η απελευθέρωση των αυστρο-ούγγρων αιχμαλώτων: άνω των 2 εκατ. ανδρών! Έστω και αν η επιστροφή τους στην πατρίδα γινόταν με αργούς ρυθμούς, αυτοί το μόνο που δεν επιθυμούσαν ήταν να επανενταχθούν στις αυτοκρατορικές ένοπλες δυνάμεις. Τουναντίον, εγίνοντο, όπως και οι ρώσσοι αιχμάλωτοι, φορείς της  «μεταδοτικής» κομμουνιστικής ιδεολογίας.  Έτσι, παραλλήλως προς τις εθνικιστικές διασπαστικές εκδηλώσεις, διαβρωνόταν και ο κοινωνικός ιστός της Μοναρχίας. Οι χειρισμοί για την κεντρική διοίκηση δεν ήσαν ευχερείς. Αποτέλεσμα ήταν η απειθαρχία να αυξάνεται, οι λιποταξίες να πολλαπλασιάζονται και  να σημειώνονται  κρούσματα στασιαστικά..

Από στρατιωτικής πλευράς οι εσωτερικές εθνοτικές εξελίξεις στην Δυαδική Μοναρχία, η ραγδαίως επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση και οι στερήσεις που υφίσταντο οι  άνδρες με αποτέλεσμα την μείωση του αξιομάχου τους, ήταν ευνόητο ότι δημιουργούσαν κρίσιμες παρενέργειες στην συνοχή των ενόπλων δυνάμεων της Μοναρχίας, την μέχρι τότε θεσμική ραχοκοκαλιά της.

Είναι σκόπιμο να ανατρέξη κανείς στα στρατιωτικά προεόρτια της ήττας του Οκτωβρίου του 1918, η οποία και οδήγησε την Βιέννη στην συνθηκολόγηση της Villa Giusti.

Ο αυτοκράτωρ Κάρολος, είχε διαδηλώσει από τον Δεκέμβριο 1916, αμέσως μετά την ανάρρησή του στον θρόνο, την απόφασή του να ασκεί ο ίδιος την πραγματική στρατιωτική εξουσία. Μια τέτοια δομική αλλαγή ήταν έκδηλο ότι θα συνεπέφερε πολλούς κλυδωνισμούς. Μια πρώτη πρωτοβουλία του, ερήμην των στρατιωτικών, ήταν η μεταφορά της έδρας του Γενικού Επιτελείου, στο  Baden, μια μικρή πόλη κοντά στην Βιέννη, από το κάπως μακρυνό  Teschen. Έμμεσος στόχος του η, κατά το δυνατόν, απεξάρτηση του Αυστρο-Ουγγρικού Γενικού Επιτελείου από την επιρροή του Γερμανικού, το οποίο είχε τότε ακόμη την έδρα του στο Pless, σε μικρή απόσταση από το αυστριακό. Επόμενη απόφαση του Καρόλου ήταν η απομάκρυνση, τον Φεβρουάριο 1917, του αυστριακού αρχιστρατήγου Conrad von Hötzendorff, του οποίου η χημεία δεν ήταν συμβατή με την δική του και ο οποίος μέχρι τότε ασκούσε κατ’ αποκλειστικότητα την αρχηγία του στρατεύματος[8]. Τον αντικατατέστησε με τον στρατηγό Arz von Straussenburg, τότε διοικητή του σώματος στρατού στο Ρουμανικό μέτωπο, αξιωματικό με εξαιρετικές ομολογουμένως επιδόσεις. Οι αλλαγές αυτές είχαν σοβαρές συνέπειες στην διοίκηση του στρατού, εφ΄όσον πλέον ο αυτοκράτωρ ο ίδιος παρενέβαινε σε αποφάσεις στρατηγικής.

Στα μέσα του 1917 δεν  σημειούτο ιδιαίτερη  έξαρση στα μέτωπα αυστριακού ενδιαφέροντος. Από πλευράς της Μοναρχίας μόνον 780.000 άνδρες ευρίσκοντο τότε στα διάφορα μέτωπα, το ανατολικό, το ιταλικό, και το αλβανικό/μακεδονικό[9]. Στο δυτικό ο Κάρολος, με το προαναφερθέν σκεπτικό, πεισματικά ηρνείτο να αποστείλη μονάδες[10]. Από τις 78 μεραρχίες που διατηρούσε στα διάφορα μέτωπα, 52  απησχολούντο στο ανατολικό, 16 τότε ακόμη στο ιταλικό[11] και το ΧΙΧ Σώμα στρατού, με ηλαττωμένη σύνθεση, στο Βαλκανικό. Πολλές δυνάμεις είχαν διατεθή για την διατήρηση της εσωτερικής τάξεως της αυτοκρατορίας.

Το αυτοκρατορικό ζεύγος της Αυστροουγγαρίας σε υπαίθρια δοξολογία κοντά στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Λίγο αργότερα, τον Μάιο και τον Αύγουστο του 1917, σημειώθηκαν δύο ακόμη ιταλικές επιθέσεις στην περιοχή του Ισόντζο. Οι αυστριακοί αντεπεξήλθαν ικανοποιητικά, παρά τις αντίξοες γενικότερες συνθήκες.

Εν τω μεταξύ, μία απροσδόκητη εξέλιξη σημειώθηκε στο αυστρο-ρωσσικό μέτωπο. Δεν ήταν η στρατιωτική διάσταση που είχε σημασία για την Μοναρχία, αλλά κυρίως η εσωτερική, πολιτική. Και τούτο, διότι οι  300.000 Τσέχοι και Σλοβάκοι αιχμάλωτοι πολέμου, εντεταγμένοι στις ρωσσικές δυνάμεις, βρέθηκαν σε αντιπαράθεση με τους  ομοεθνείς τους του Αυστριακού στρατού. Συνέπεια υπήρξε ότι οι τελευταίοι κατέθεσαν τα όπλα! Το φαινόμενο, επικίνδυνο, υπήρχαν φόβοι ότι θα εξαπλούτο, συγχρόνως με την ιδεολογική, κομμουνιστική, προπαγάνδα. Όντως, ο εθνικός συναισθηματισμός απέκτησε το προβάδισμα έναντι του δυναστικού ενοποιητικού πατριωτισμού.[12] Η ανακωχή του  Brest-Litovsk που επηκολούθησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, άλλαξε ριζικά τα δεδομένα στην στρατηγική του πολέμου.

Η κατάργηση του Ανατολικού μετώπου μετά την ανακωχή και την ειρήνη στο Brest-Litovsk, επέτρεψε στο στρατηγείο του Baden να αντιμετωπίσει τον σχεδιασμό μιας μεγάλης επιθέσεως στο μεγάλου μήκους ιταλικό μέτωπο με την ελπίδα ότι μία νίκη θα επέσπευδε  την ειρήνη, την οποία, άλλωστε, επεδίωκαν και στο Βερολίνο. Ο σχεδιασμός συμπεριελάμβανε την ενίσχυση του μετώπου με δυνάμεις τις οποίες η Γερμανία θα μπορούσε να διαθέσει αποσπώντας τες από το ρωσσικό. Στο αίτημα του Καρόλου, η απάντηση υπήρξε θετική, αλλά περιορισμένη: η Γερμανία θα συμμετείχε μόνον με 7 μεραρχίες. Με υστερόβουλο στόχο, όμως, αφ’ ενός μεν να εξαναγκάσει την σύμμαχο να αποστείλει εν συνεχεία δυνάμεις στο δυτικό μέτωπο και αφ΄ ετέρου να την υποτάξει πιο δεσμευτικά στην γερμανική εξουσία [13]. Συνολικά στο ιταλικό μέτωπο οι κεντρικές δυνάμεις θα παρέτασσαν 34 μεραρχίες έναντι 41 της Ιταλίας[14].

Η επίθεση σημειώθηκε την 24η Οκτωβρίου 1917 υπό γερμανική διοίκηση. Το σχέδιο του γερμανού στρατηγού von Below απεδείχθη απολύτως επιτυχές και οι Ιταλοί υπεχώρησαν κατά κράτος, με μεγάλες απώλειες και σε ψυχολογική κατάρρευση. Το μέτωπο περιορίσθηκε κατά 200 χιλ. και μετετέθη πολύ δυτικότερα, στον ποταμό Piave. Η νίκη ήταν σημαντική. Νέα, όμως, τοπική επίθεση, στα τέλη Νοεμβρίου, για να υπερβούν τον ποταμό,  δεν τελεσφόρησε. Εν πάση περιπτώσει, η  νίκη μεν των αυστρο-γερμανών, η αδυναμία τους, εν τούτοις, να υπερβούν τον  Piave, απετέλεσε το ορόσημο των δυνατοτήτων των δυνάμεων των δύο κεντρικών αυτοκρατοριών.[15]  Πολλοί την ονόμασαν Πύρρειο! Η διάσταση αυτή θα χαρακτηρίσει την επόμενη φάση των εχθροπραξιών στο ιταλικό μέτωπο.

Η μάχη του Caporetto.

Η νίκη στο  Caporetto (η πρώτη μάχη του Piave, 12η του Isonzo), παρά την συνεργασία αυστριακών και γερμανικών μονάδων, δεν συνετέλεσε στην άμβλυνση των τεταμένων πάντοτε σχέσεων των Γενικών Επιτελείων των δύο αυτοκρατοριών. Τόσο μάλλον που εν τάχει ο Ludendorff, για τον οποίο το ιταλικό μέτωπο ήταν δευτερευούσης σημασίας, απέσυρε, προώρως, τις δυνάμεις του για να τις μεταφέρει στο δυτικό θέατρο . Αντίστροφα, το αυστριακό Επιτελείο αναγκάσθηκε να αποστείλει μονάδες, 2 μεραρχίες, στην Γαλλία, πέραν της μεραρχίας βαρέως πυροβολικού που βρισκόταν ήδη εκεί από τις αρχές του 1918.[16] Λίγο αργότερα, στις αρχές του 1918, από τις 79 μεραρχίες που διέθετε η Μοναρχία  οι 43 πλέον είχαν μεταφερθή στο ιταλικό ενώ στο αλβανικό παρέμενε η ίδια κατάσταση.[17]

Ενώ από  πλευράς στρατηγικής η μάχη του Caporetto δεν είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις, μία άλλη παράπλευρη συνέπεια θα επηρέαζε αποφασιστικά την πορεία του πολέμου: η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να κηρύξουν τον πόλεμο και κατά της Αυστρο-Ουγγαρίας, στις 7 Δεκεμβρίου 1917.[18] Αντίστροφα, η ήττα των ρωσσικών δυνάμεων που συνεπέφερε την ειρήνη του Brest-Litovsk (3.3.1918) και την ειρήνη με την Ρουμανία (7.3.1918) ανεπτέρωσε τις  –  φρούδες αλλά επιτακτικές –  ελπίδες του καταβεβλημένου αυστριακού στρατού για λήξη του πολέμου.

Η νίκη αυτή δεν ανέστειλε τις εσωτερικές εξελίξεις στην Μοναρχία. Ενεφάνιζε πλέον όχι μόνον «μικρές σχισμές αλλά μεγάλες ρωγμές,  το κτήριο έπαιρνε νερά από όλες τις πλευρές…» κατά τον Jean- Paul Bled. «Οι εκδηλώσεις της διαδικασίας διαλύσεως είναι ποικίλες. Ακόμη χειρότερο, κάθε μία επιδρά αρνητικά στις άλλες…»[19]. Στο ψυχολογικό κεφάλαιο προσετίθετο πλέον η κρίσιμη επιδείνωση της κρίσεως στα τρόφιμα αλλά και στους εξοπλισμούς. Στον λαό και στον στρατό. Οι στρατιώτες είχαν απισχνανθή με συνέπεια την μείωση της μαχητικής ικανότητός τους. Η τάση λιποταξίας αυξάνετο ανησυχαστικά. Η εσωτερική ανησυχία μεγάλωνε. Οι σοβαρές ενδείξεις αποσαθρώσεως των ενόπλων δυνάμεων επλήθαιναν. Οι εθνοτικές διαφοροποιήσεις με τον χρόνο εγίνοντο εντονώτερες, ενώ η στρατιωτική ηγεσία ήταν αναγκασμένη να λαμβάνει υπ’ όψιν με ακόμη αυστηρότερα κριτήρια την σύσταση των μεγάλων μονάδων από πλευράς εθνικών ομάδων, προς αποφυγή φαινομένων ανυπακοής ή και στάσεων στις γραμμές της.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιούνιο 1918, οι στρατηγικοί σχεδιασμοί του Γερμανικού Επιτελείου στο Δυτικό μέτωπο απαιτούσαν την εκδήλωση μιας νέας επιθέσεως στο Ιταλικό θέατρο. Στόχος θα ήταν η δέσμευση των γαλλο-βρεταννικών δυνάμεων στην Ιταλία καθ’ ην στιγμή θα σημειούτο η μεγάλη επίθεση των αντιστοίχων γερμανικών στο δυτικό μέτωπο. Το Αυστριακό Επιτελείο, υπό την πίεση των Γερμανών, ανταπεκρίθη[20]. Τον εξυπηρετούσε να επιφέρει το τελειωτικό κτύπημα στην Ιταλία.  Ο Κάρολος ονειρευόταν  ότι μια ακόμη νίκη θα προσέδιδε νέους τίτλους στην Μοναρχία κατά τις επερχόμενες ειρηνευτικές διαδικασίες που επιζητούσε πάντα. Και παρά την εισήγηση του Γερμανικού Επιτελείου  για την συμμετοχή γερμανικών μονάδων, στην φάση αυτή ο αυτοκράτωρ απέφυγε την προσφορά προσβλέποντας σε  μια νίκη αποκλειστικά αυστρο-ουγγρική!

Παρά ταύτα, οι προτροπές του Γερμανικού Επιτελείου προκαλούσαν   δεύτερες σκέψεις. Κατά την Ελληνική πρεσβεία της Ρώμης οι Ιταλοί «έφθαναν στο συμπέρασμα ότι οι Γερμανοί δεν επιδιώκουν η Ιταλία να υποστή καίρια ήττα από τους Αυστριακούς, διότι μια τέτοια εξέλιξη θα καθιστούσε την Αυστρο-Ουγγαρία λιγότερο χειραγωγήσιμη[21]

Όμως, οι συνθήκες  από το τέλος του 1917 είχαν ουσιαστικά μεταβληθή επί τα χείρω για τον αυστριακό στρατό. Θα πρέπει εδώ να γίνει μια γενικότερη αποτίμηση, για να γίνει κατανοητή η κατάσταση[22]. Η Μοναρχία  ήταν σε θέση να παρατάξη στην ιταλική γραμμή κατ όνομα μόνον 58 μεραρχίες,  μειωμένου δυναμικού : 5-8.000 άνδρες εκάστη αντί τουλάχιστον 12.000 ανδρών, ουσιαστικά, δηλ. σε  ισοτιμία περίπου 30- 37 πλήρεις μεραρχίες. Συγχρόνως οι άνδρες ήταν υποσιτισμένοι, με στολές κατεστραμμένες, με διοικητική μέριμνα  σχεδόν ανύπαρκτη, με εξοπλισμό και εφόδια περιορισμένα. Η ελονοσία, κοντά στον ποταμό, εθέριζε. Είναι αυτονόητο ότι η μαχητική ισχύς τους ήταν αισθητά μειωμένη. Ως εκ τούτου μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνον αμυντικούς σκοπούς. Αλλά από πλευράς της αυστριακής ηγεσίας έγιναν και σφάλματα στρατηγικής, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις να διασπασθούν και να δημιουργηθούν δευτερευούσης σημασίας μέτωπα[23].

Από της πλευράς, πάλι, των ιταλικών δυνάμεων η κατάσταση, έστω και αν αριθμητικά παρέμενε στα ίδια επίπεδα, είχε βελτιωθή από την προ  εξαμήνου ήττα τους[24]. Πέραν της αναδιοργανώσεως της δομής του ιταλικού στρατού από την νέα διοίκησή του, υπό τον στρατηγό Armando Diaz, είχε αναβαθμισθή και ψυχολογικά. Η  συμπαράταξη των γαλλικών και των αγγλικών μεραρχιών, 3 και 2 αντίστοιχα, συνέβαλε στον τομέα αυτόν. Η αεροπορία δε, φαίνεται να υπερείχε της αυστριακής. Και η αλήθεια είναι ότι η ανωτέρω εικόνα κατηύθυνε ορισμένους από την αυστριακή στρατιωτική ηγεσία να επιδιώκουν αναβολή της επιθέσεως. Μια μικρή αναβολή, όντως, παρεσχέθη, αλλά ένας άλλος παράγοντας παρενεβλήθη: η αποτυχία του αιφνιδιασμού! Λιποτάκτες γνωστοποίησαν την οριστική ημερομηνία αλλά και τα σχέδια επιθέσεως  στην ιταλική πλευρά. Οι συνέπειες ήσαν οι αναμενόμενες: οι Ιταλοί αναδιέταξαν τις δυνάμεις τους, έτσι ώστε οι βολές του πυροβολικού του εχθρού να πέφτουν στο κενό. Τουναντίον, οι Ιταλοί έβαλλαν εκ του ασφαλούς εναντίον των αυστριακών θέσεων, επιφέροντας καίρια πλήγματα.

O στρατηγός Armando Diaz, αρχιστράτηγος του ιταλικού στρατού.

Η επίθεση –η δεύτερη μάχη του Piave– άρχισε στις 15 Ιουνίου 1918. Η ιταλική στρατηγική απεδείχθη αποτελεσματική. Συγχρόνως, έναντι του επιτυχούς ιταλικού, το αυστριακό πυροβολικό δεν διέθετε καν τον αναγκαίο αριθμό πυρομαχικών ώστε να αντεπεξέλθη στην επίθεση των στρατευμάτων της Entente. Από τις πρώτες φάσεις των εχθροπραξιών, οι εντυπώσεις έκλιναν εις βάρος  της Μοναρχίας. Η γαλλο-βρεταννική  παρουσία  συνέδραμε αποφασιστικά τις ιταλικές δυνάμεις. Αλλά και οι καιρικές συνθήκες – εντονώτατες βροχοπτώσεις με υπερχείλιση του ποταμού Piave – παρεμπόδιζαν τις τακτικές κινήσεις των αυτοκρατορικών δυνάμεων. Ακόμη και οι σιδηροδρομικές μεταφορές πολεμοφοδίων είχαν καταστή ιδιαιτέρως προβληματικές. Και ναι μεν αποσπάσματα είχαν κατορθώσει να διαπεραιωθούν εκείθεν του ποταμού, αλλά η επιτυχία αυτή δεν ήταν ικανή να δώση μιαν  αποφασιστική τροπή στην μάχη. Οι προοπτικές, για τους αυστριακούς, διεφαίνοντο εξόχως αρνητικές. Εν τέλει, συνυπολογίζοντας και τις καιρικές συνθήκες, το Επιτελείο αναγκάσθηκε να διατάξει την επιστροφή των δυνάμεων στις αρχικές τους θέσεις, στην ανατολική όχθη του Piave.

Το χειρότερο ήταν ότι, εν τω μεταξύ, το Γερμανικό Γενικό Επιτελείο, αντιμετωπίζοντας την πίεση στο Δυτικό μέτωπο, τροποποίησε την στρατηγική του στο Ιταλικό: διέταξε το Αυστριακό Επιτελείο, εν μέσω της συγκρούσεως, να αναστείλει τις εχθροπραξίες. Και όχι μόνον τούτο, αλλά επίεζε ώστε να μεταφερθούν ταχέως μονάδες στο γαλλικό μέτωπο![25]

Η αναστολή των εχθροπραξιών, κατά διαταγή του Καρόλου, βρήκε τον αυστριακό στρατό στο σημείο εκκινήσεώς του. Άρα, στην ουσία επρόκειτο περί αποτυχίας της επιθετικής τακτικής από την οποία η Βιέννη ανέμενε τόσα πολλά. Με υπερβολικές θυσίες, νεκρών, τραυματιών και αιχμαλώτων, η αυστρο-ουγγρική στρατηγική τερματίσθηκε άδοξα και ανεπανόρθωτα στις 23 Ιουνίου. Η ανεπιτυχής αυτή προσπάθεια σηματοδότησε στην πράξη την οριστική παράλυση των ενόπλων δυνάμεων της Μοναρχίας[26]. Ούτως ή άλλως, το Αυστριακό Επιτελείο, εν πλήρη γνώσει της καταστάσεως, υπεδείκνυε ήδη από καιρό στους συμμάχους του ότι δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθη στην πολεμική προσπάθεια πέραν του Δεκεμβρίου 1918[27]. Ακόμη και οι δύο μεραρχίες – από τις έξι που είχε υποσχεθή ο στρατηγός Arz – που απεσπάσθησαν, τελικώς, στο Δυτικό μέτωπο, ελλιπώς αξιόμαχες,  για τους απογοητευμένους Γερμανούς επιτελείς, απέδειξαν πλέον τα όρια αντοχής του συμμαχικού τους στρατού[28].

Τους μήνες μετά την μάχη αυτή του Piave, το ιταλικό μέτωπο παρουσίασε αρκετή δραστηριότητα. Το ηθικό των Ιταλών αναπτερώθηκε αισθητά[29].  Στην μαχητική βελτίωση συνέβαλε και ο εξοπλισμός του με πολυβόλα νέου τύπου. Τότε, ο στρατηγός Diaz, συντονιζόμενος και με τις γενικότερες προθέσεις του κεντρικού Συμμαχικού Στρατηγείου,  απεφάσισε την εκδήλωση νέας επιθέσεως : της τελευταίας μεγάλης επιθέσεως του μετώπου, στο Vittorio Veneto, γνωστής και ως 3η μάχης του Piave.

Η 3η μάχη του Piave (Vittorio Veneto).

Η πλευρά της Entente διέθετε συνολικά 51 ιταλικές μεραρχίες, 2 γαλλικές, 3 βρεταννικές, μία τσεχοσλοβακική και ένα σύνταγμα των ΗΠΑ. Η Αυστρο-Ουγγαρία παρέταξε 57 1/2  μεραρχίες, περί τους 400.000 άνδρες, εκ των οποίων, ως φαίνεται, μόνον το ένα τρίτο, 18 μεραρχίες, σε θέσεις των πρόσω[30]. Οι αυστριακές δυνάμεις, σε ψυχολογική αποσύνθεση, δεν είχαν ακόμη συνέλθη από την προ μηνών αλγεινή εμπειρία τους. Το ηθικό παρέμενε χαμηλό. Είναι αδιανόητη η υλική κατάπτωση και οι οριακές συνθήκες επιβιώσεως στις οποίες είχε περιπέσει ο αυτοκρατορικὀς στρατός.

Υπό το φως ότι από αυστριακής πλευράς οι αυτοκρατορικἐς δυνάμεις αποτελούσαν στρατό χωρίς πατρίδα, εφ’ όσον οι διαδικασίες ανεξαρτησίας των διαφόρων εθνοτήτων είχαν καταστή ανεπίστροφες,[31] ο στρατός της Μοναρχίας δεν είχε πλέον κάποιο νομιμοποιητικό έρεισμα, κάποιο ψυχολογικό υπόβαθρο για να πολεμήσει! Ο αυτοκράτωρ, σε μια ενέργεια απελπισίας για να αναστείλη την ιταλική επίθεση και την επερχόμενη -και αναμενόμενη- γενική καταστροφή απευθύνθηκε στις 23 Οκτωβρίου στον Πάπα, δίδοντας συνέχεια σε παλαιότερη πρωτοβουλία του Βατικανού. Ο διατιθέμενος χρόνος, όμως, και οι σχέσεις της Αγίας Έδρας με την Βιέννη δεν επέτρεπαν καμμία τέτοια παρέμβαση.

Η επίθεση, προγραμματισμένη αρχικά για τις 18 Οκτωβρίου, λόγω πολύ κακών καιρικών συνθηκών ανεβλήθη κατά μία εβδομάδα, για τις 24 Οκτωβρίου,(δηλ. ένα έτος ακριβώς μετά την μάχη στο Caporetto). Στις 27 Οκτωβρίου, τρεις ημέρες μετά την έναρξη της επιθέσεως, οι ειδήσεις για την Βιέννη ήταν ακόμη ενθαρρυντικές, έως και συγκινητικές από τις προσπάθειες του στρατεύματος. Οι αυτοκρατορικές δυνάμεις αντεπιτίθεντο και εμάχοντο αποτελεσματικά σε διάφορα σημεία του μετώπου. Την ημέρα εκείνη, όμως, οι βρεταννικές μονάδες κατόρθωσαν να διαβούν τον ποταμό Piave, δημιουργώντας προγεφύρωμα στην περιοχή του Vittorio Veneto. Εκμεταλλεύτηκαν το κενό της αποσύρσεως ουγγρικών μονάδων την προηγουμένη![32] Αυτό το προγεφύρωμα σηματοδότησε την έναρξη της καταστροφής.

Η 28η Οκτωβρίου απετέλεσε την αποφασιστική ημέρα των εχθροπραξιών. Οι αυστριακές μονάδες, σταδιακά αποψιλούντο από τους άνδρες τους. Άλλες μεραρχίες εστασίαζαν. Ο στρατός, αποτελούμενος κυρίως από σλάβους,  είχε ουσιαστικά αποσυντεθή.[33] Ο στρατηγός Svetozar Boroevic von Bojna, την ημέρα αυτή από το θέατρο των επιχειρήσεων, επεσήμαινε στο Baden την κρισιμότητα της καταστάσεως και ότι απητείτο λήψη πολιτικής αποφάσεως «ώστε να αποφευχθή αναρχία και καταστροφή του στρατού και της Μοναρχίας».  Από δικής της πλευράς, η πολιτική ηγεσία, υπολογίζοντας τις ανατρεπτικές συνέπειες, επανήρχετο επιτακτικά στις προσπάθειες εξασφαλίσεως της ειρήνης απευθυνόμενη για μια ακόμη φορά[34] στον πρόεδρο Wilson, προβάλλοντας την ετοιμότητά της να αρχίσει ειρηνευτικές συνομιλίες «χωρίς να αναμείνει την πορεία άλλων διαπραγματεύσεων», δηλ. χωριστά από τη Γερμανία.

Ιταλοί στρατιώτες στη μάχη του Vittorio Veneto.

Πώς ακριβώς ο αυτοκρατορικός στρατός έφθασε στο σημείο να συρθή να υπογράψει την ανακωχή στην Villa Giusti και υπό ποίους όρους;

Οι δραματικές εξελίξεις στο μέτωπο, οδήγησαν, στις 29 Οκτωβρίου, το Γενικό Επιτελείο στο Baden να ζητήσει επειγόντως ανακωχή[35]. Σκέψεις προς την κατεύθυνση αυτή ήδη εγίνοντο, εφ’ όσον από τις 4 Οκτωβρίου είχε συσταθή  στο τοπικό στρατηγείο, στο Trento, μία διαπραγματευτική επιτροπή. Οι οδηγίες πάντως εδόθησαν υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων στο μέτωπο:  θα εγίνετο αποδεκτός κάθε όρος που δεν θα έθιγε την τιμή της χώρας. Ο Κάρολος είχε, ως φαίνεται, κατά νουν ορισμένους όρους που δεν έθιγαν την αξιοπρέπεια της Μοναρχίας, όπως την σταδιακή εκκένωση των εδαφών που είχαν καταληφθή ή τον μη ακρωτηριασμό των εδαφών της αυτοκρατορίας. Ήταν και πάλι εκτός πραγματικότητος! Τουναντίον, οι όροι που θέλησαν να επιβάλουν  οι Ιταλοί και οι σύμμαχοί τους απέβλεπαν ουσιαστικά στην πλήρη συνθηκολόγηση της μεγάλης πάλαι ποτέ αυτοκρατορίας.

Τι συνέβη τις επόμενες ημέρες:

Στην πρώτη κρούση για ανακωχή, οι Ιταλικές αρχές καθυστερούσαν να απαντήσουν. Προφανώς, διότι το Επιτελείο δεν επιθυμούσε να παρενοχλήσει τις επιχειρήσεις που ήσαν σε εξέλιξη. Το Αυστριακό Γενικό Επιτελείο ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με το Ιταλικό. Στις 30 Οκτωβρίου η στρατιωτική αντιπροσωπεία της Αυστρο-Ουγγαρίας  οδηγήθηκε στην Villa Giusti, έξω από την Padova, όπου, την επομένη αφίχθη ο στρατηγός Badoglio, χωρίς οδηγίες. Οι οδηγίες από τις Βερσαλλίες, όπου ήδρευε το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο, θα έφθαναν στην Ιταλική αντιπροσωπεία  την  επομένη. Η ηθελημένη  αναβλητικότητα απεδίδετο στην υστεροβουλία των Ιταλών, ώστε να καθυστερήσει η υπογραφή της ανακωχής, με ό,τι αυτό θα συνεπείγετο στο μέτωπο. Εν τω μεταξύ, συνεχίζοντο οι μεταξύ των Συμμάχων διαβουλεύσεις  στις Βερσαλλίες, οι οποίες είχαν ξεκινήσει ήδη πριν από αρκετές ημέρες, προκαταλαμβάνοντας τα γεγονότα.[36]

Εν αναμονή του επισήμου κειμένου, ο στρατηγός Badoglio επέδωσε την 1η Νοεμβρίου το μεσημέρι, ένα ανεπίσημο κείμενο των όρων της ανακωχής, στα ιταλικά, λέγοντας στον στρατηγό Weber, μεταξύ άλλων: «Οι όροι πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ή να απορριφθούν από τους αυστριακούς πληρεξουσίους. Δεν μπορεί να υπάρξη διαπραγμάτευση»[37]. Η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη.

Τους τελεσιγραφικούς όρους της «ανακωχής», ουσιαστικά της συνθηκολογήσεως, είχαν  συναποφασίσει μεταξύ τους οι Σύμμαχοι. Οι Ιταλοί, από δικής τους πλευράς, προσέθεσαν ορισμένους. Κυρίως την θέση εν ισχύ της ανακωχής 24 ώρες μετά την υπογραφή της, όπως συμπεριελήφθη στο πρόσθετο πρωτόκολλο. Αλλά οι συνεννοήσεις μεταξύ των Συμμάχων δεν θα απεδεικνύοντο εύκολες, παρά την γενική κοινή κατεύθυνση: ανεφύησαν  σοβαρές διαφοροποιήσεις. Οι Iταλοί, ο πρωθυπουργός Vittorio Orlando και ο υπουργός Εξωτερικών  Sidney Sonnino, διεμαρτύροντο για τα 14 σημεία του προέδρου Wilson. Ο Georges Clemençeau ήταν επικριτικός για την γενικότερη στάση της Ιταλίας. Ήδη η Ρώμη, σύμφωνα με τις προτάσεις της ζητούσε περισσότερα εδάφη από αυτά που της είχαν ορίσει οι Σύμμαχοι με την συμφωνία του Λονδίνου του 1915, προκαλώντας την οργή των Γιουγκοσλάβων[38]. Από δικής του σκοπιάς ο γάλλος πρωθυπουργός, επιφυλακτικός έναντι της Ρώμης, δεν ήθελε την Ιταλία νικήτρια διότι φοβόταν ότι θα προέβαλλε υπερβολικές αξιώσεις.[39] Έναντι των πολύ αυστηρών όρων που ήθελαν να επιβάλουν τα μέλη της Συμμαχικής Ναυτικής Επιτροπής, οι πρωθυπουργοί επεδίωκαν την άμβλυνσή τους, δηλ. την παράδοση μικρότερου αριθμού πλοίων. Ιδίως ο David Lloyd George, ο οποίος είχε εκδηλώσει την ανωτέρω θέση, εξέφραζε τον φόβο μήπως η Αυστρία, αρνούμενη τους πολύ αυστηρούς όρους, συνέχιζε τον πόλεμο. Τελικώς, υπερίσχυσε η μετριοπαθής άποψη. Μια άλλη πτυχή απασχολούσε τους Συμμάχους της Entente: εφ’ όσον η Μοναρχία εδέχετο τους όρους, θα ήταν σε θέση να τους εκτελέσει;[40] Οι προβληματισμοί αυτοί αφήνουν να διαφανή μιά έλλειψη επακριβούς πληροφορήσεως για την δραματική εσωτερική και στρατιωτική κατάσταση στην Αυστρο-Ουγγαρία.

H Villa Giusti στη σημερινή της μορφή.

Οι προκαταρκτικές οδηγίες του στρατηγού Arz προς τον Weber ήταν να γίνουν δεκτοί όλοι οι όροι για την ανακωχή, οι οποίοι δεν θα έθιγαν την τιμή της χώρας και των ενόπλων δυνάμεων. Όταν το πρώτο, ανεπίσημο, κείμενο των όρων της ανακωχής έφθασε στην Villa Giusti, ο στρατηγός Weber αντελήφθη ότι αυτοί υπερέβαιναν κατά πολύ τις οδηγίες που είχε λάβη: αποτελούσαν τελεσίγραφο συνθηκολογήσεως. Τους απέστειλε μέσω Trento στο Baden και στην Βιέννη. Ο Κάρολος και αυτός ηρνείτο να τους αποδεχθή. Τον ενοχλούσε κυρίως ο όρος ότι οι δυνάμεις της Entente θα είχαν ελευθερία κινήσεων εντός του αυστριακού εδάφους, δηλ. θα μπορούσαν να επιτεθούν εναντίον των Γερμανικών δυνάμεων. Δεν είχε άδικo. Το συμμαχικό στρατηγείο, όντως σχεδίαζε ήδη την, μέσω αυστριακών εδαφών, επίθεση κατά της Βαυαρίας![41]

Εν τω μεταξύ, ο εκνευρισμός στο στρατηγείο στο Trento γινόταν όλο και πιο έκδηλος καθώς περνούσε η ώρα και η κατάσταση επί του εδάφους χειροτέρευε. Η ηγεσία του τοπικού στρατηγείου τηλεγραφούσε υπέρ της άνευ όρων αποδοχής της ανακωχής ως την μόνη λύση σωτηρίας!  Οι Ιταλοί, από πλευράς τους, απέρριπταν τα επίμονα επιχειρήματα των Αυστριακών να ανασταλούν οι εχθροπραξίες αμέσως για λόγους ανθρωπιστικούς. Οι Ιταλοί εκπρόσωποι έθεταν προθεσμίες και απειλούσαν με διακοπή των συνομιλιών, οι οποίες εγίνοντο όλο και πιο ζωηρές και νευρικές. Ο αυτοκράτωρ, στην Βιέννη, εν μέσω μεγάλης εντάσεως, εζήτησε την έγκριση του Συμβουλίου του Κράτους (Staatsrat) της γερμανικής Αυστρίας. Αυτό αρνήθηκε ως αναρμόδιο να συγκατατεθή στην απόφαση αποδοχής της ανακωχής. Κατόπιν άλλων αλυσιτελών μεθοδεύσεων, εν τέλει συνεκάλεσε το Συμβούλιο του Στέμματος, το οποίο, αυτό, volens nolens, απεδέχθη ομοφώνως το τελεσίγραφο. Οι στρατηγοί, από πλευράς τους, είχαν ταχθή υπέρ της άνευ όρων αποδοχής του τελεσιγράφου. Στην Βιέννη επίστευαν ότι κάθε διαμαρτυρία έναντι μεμονωμένων όρων θα έμενε άνευ αποτελέσματος, αντιμέτωπη με την απόλυτη άρνηση των Ιταλών . Ο στρατηγός Alexander von Krobatin υπό το φως των καθυστερήσεων, τηλεγραφούσε από το Trento «…μόνον με μία ανακωχή άνευ όρων θα μπορούσε να αποφευχθή, διατηρώντας την τιμή του στρατεύματος, μία καταστροφή…»[42] Και πάλι, όμως ο αυτοκράτωρ εδίσταζε. Προσεπάθησε να υπαναχωρήσει. Αλλά ήταν πλέον αδύνατον. Ας σημειωθή ότι η γερμανική πλευρά επεδίωξε, κατά διαταγή του στρατάρχου Hindenburg, να εκμεταλλευθή την διαδικασία και να υπεισέλθη στις διαπραγματεύσεις. Το ιταλικό Γενικό Επιτελείο άνευ περιστροφών απέρριψε την πρόταση με το επιχείρημα ότι η αυστριακή πλευρά δεν είχε ζητήσει την παρέμβαση της Γερμανίας[43].

Ο επικεφαλής της αυστροουγγρικής αντιπροσωπείας στρατηγός Viktor Weber von Webenau (δεύτερος από αριστερά) εξέρχεται από τη Villa Giusti.
Η υπογραφή της πράξης ανακωχής στις 3 Νοεμβρίου 1918.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι όροι της ανακωχής ήταν, χωρίς αμφιβολία, ιδιαιτέρως σκληροί. Εκδικητικοί, θα έλεγε κανείς. Επρόκειτο περί τελεσιγράφου. Δύο σημεία ενόχλησαν ιδιαιτέρως την αυστριακή πλευρά: το δικαίωμα των δυνάμεων της Entente να προωθηθούν μέσω Αυστρίας ώστε να επιτεθούν κατά της Γερμανίας, και η θέση εν ισχύ της παύσεως του πυρός από της 15.00 της 4ης Νοεμβρίου, παρά τον πρώτο όρο του κειμένου της ανακωχής που ανέφερε σαφώς ότι η  παύση πυρός ήταν άμεση. Ο Weber επανήλθε επανειλημμένως στα δύο αυτά σημεία, πλην εις μάτην. Τόσο μάλλον που, κινούμενος από ανθρωπιστικούς λόγους, ο ίδιος ο Arz είχε διατάξη τα αυστριακά στρατεύματα, πριν ακόμη την υπογραφή της ανακωχής, να αναστείλουν τις εχθροπραξίες, δηλ. 36 ώρες ενωρίτερα. Ο Badoglio ήταν αμετάπειστος σχετικά με το σημείο αυτό : έπρεπε να υπάρξη η αναγκαία διορία ώστε να ειδοποιηθούν οι μονάδες σε ένα   μέτωπο 300 χιλιομέτρων. Είτε από υστεροβουλία –ώστε να προωθηθούν τα στρατεύματα- είτε από πραγματική ανάγκη, το αποτέλεσμα ήταν ότι συνελήφθησαν 360.000 αιχμάλωτοι από τον Ιταλικό στρατό. Σημειωτέον ότι η παύση πυρός αφορούσε και στα Βαλκάνια![44]

Το οριστικό, επίσημο, γαλλικό, κείμενο της ανακωχής επεδόθη στην αυστριακή αντιπροσωπεία στις 02.00, μεταξύ της 2ας και της 3ης Νοεμβρίου. Μετεδόθη αμέσως στην Βιέννη, όπου, ήταν φυσικό, ο αρχηγός των Ενόπλων δυνάμεων von Arz και το επιτελείο του ευρίσκοντο σε κατάσταση νευρικού κλονισμού.

Εν τω μεταξύ, στην Βιέννη οι αποφάσεις έχουν ληφθή: να γίνουν δεκτοί οι όροι και να υπογραφή η πράξη ανακωχής, με παράλληλη επιφύλαξη στο ζήτημα 4, δηλ. της δυνατότητος διαπεραιώσεως στρατευμάτων μέσω του εδάφους της Αυστρο-Ουγγαρίας. Μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, ο Κάρολος απέστειλε, αργά το βράδυ, στον Weber την έγκριση του να υπογράψει την πράξη της ανακωχής[45]. Οι οδηγίες όμως, όπως φαίνεται δεν κατέστη δυνατόν να αναδιαβιβασθούν κανονικά[46].  Με συνέπεια την καθυστέρηση. Τον αναβρασμό στην Villa Giusti επέτεινε τελεσίγραφο των Ιταλών που ώριζε ότι οι όροι έπρεπε να γίνουν δεκτοί μέχρι τα μεσάνυκτα της 3ης Νοεμβρίου, αλλιώς δεν θα υπήρχε ανακωχή![47]. Ο εκνευρισμός και στην Villa  ήταν έκδηλος.

Υπό τις έκτακτες αυτές συνθήκες, τα αντιφατικά μηνύματα που έφθαναν και λαμβάνοντας υπ όψιν ότι υπήρχε αδυναμία επικοινωνίας με την  κεντρική διοίκηση, ο Weber  ανέλαβε την ευθύνη να υπογράψει, χωρίς να έχει ανά χείρας ρητές οδηγίες[48]. Προσέθεσε ότι η αποδοχή της ανακωχής δεν προκαθόριζε τους όρους της ειρήνης και διεμαρτύρετο διότι οι Ιταλοί συνέχιζαν τις εχθροπραξίες.

Η αίθουσα υπογραφής της πράξης ανακωχής.

Η πράξη, εν τέλει, υπεγράφη επισήμως επί του γαλλικού κειμένου από τις δύο αντιπροσωπείες την Κυριακή, 3η Νοεμβρίου, στις 18.40. Παρά ταύτα, ο στρατηγός Badoglio απεδέχθη ως ώρα υπογραφής την 15.20, όταν ο Weber εδήλωσε ότι εδέχετο το κείμενο και ήταν έτοιμος να το υπογράψη, την δε αναστολή των εχθροπραξιών στις 15.00 της 4ης Νοεμβρίου[49].

  1918 – L’armistizio di Villa Giusti

 

Η απόφαση του Καρόλου να παραχωρήσει στις 30 Οκτωβρίου, δηλ. προ της υποβολής των όρων της ανακωχής, τον στόλο που ναυλοχούσε στον ναύσταθμο της Pola στους Νοτιο-σλάβους ώστε να μην περιέλθη στην Ιταλία, δημιούργησε άλλες περιπλοκές. Μετά την έντονη δυσφορία του Sonnino, έγιναν σκέψεις από πλευράς της Entente, ο στόλος να πλεύση προς την Κέρκυρα με λευκή σημαία, και να τεθή εις την διάθεση των Συμμάχων[50].  Η αντίδραση, εν τούτοις, των Νοτιο-σλάβων, ιδίως του Κροάτη Ante Trumpić, ότι μισούν περισσότερο τους Ιταλούς από ό,τι τους Αυστριακούς, και ότι θα βομβάρδιζαν τυχόν ιταλικό πλοίο που θα πλησίαζε τα ύδατα υπό Γιουγκοσλαβικό έλεγχο είχε σαν αποτέλεσμα να  αναστείλη κάθε σχετική απόφαση[51].

Ποιοι ήταν οι όροι της ανακωχής; Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου στις Βερσαλλίες (2.11.1918), οι όροι, που υπεβλήθησαν και εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, συμπληρωμένοι και από ιταλικής πλευράς, λεπτομερέστατοι,   εκάλυπταν τόσο τον στρατό ξηράς, όσο και το ναυτικό και την αεροπορία. Ανεφέροντο δε και στις Γερμανικές δυνάμεις.

Σε γενικές γραμμές οι όροι ήσαν οι εξής:

-άμεση παύση των εχθροπραξιών,
-αφοπλισμός των Αυστρο-Ουγγρικών δυνάμεων πλην 20 μεραρχιών ειρηνικής συνθέσεως, παραχώρηση στην Entente του ½ της δυνάμεως του πυροβολικού,
-εκκένωση των κατεχομένων εδαφών σε μια γραμμή που περιεγράφετο λεπτομερώς, από το Bremmer, Pustertal, Treviso, Isonzo, Istria συμπεριλαμβανομένης της Τεργέστης, της Βορείας Δαλματίας και των νήσων. Η εκκένωση θα γινόταν σταδιακά, σύμφωνα με τις αποφάσεις των επί τόπου διοικητών,
-ελεύθερη μετακίνηση των συμμαχικών δυνάμεων μέσω των εδαφών της Αυστρο-Ουγγαρίας σύμφωνα με τις ανάγκες τους,
-κατοχή στρατηγικών σημείων της επικρατείας,
-απελευθέρωση όλων των αιχμαλώτων των δυνάμεων της Entente χωρίς αμοιβαιότητα,η ελεύθερη χρήση παντός αναγκαίου μεταφορικού μέσου,
-η αναδίπλωση πάσης γερμανικής μονάδος εντός 15 ημερών, όχι μόνον από τα Ιταλικά και τα Βαλκανικά εδάφη, αλλά από ολόκληρο το έδαφος της αυτοκρατορίας.

Η οριοθετική γραμμή όπως ορίστηκε από την πράξη ανακωχής.

Οι όροι για το ναυτικό προέβλεπαν την παράδοση 15 νεότευκτων υποβρυχίων, συμπεριλαμβανομένων και όσων γερμανικών ευρίσκοντο εντός των εθνικών υδάτων της Μοναρχίας, 34 άλλων μονάδων, ακόμη και ποταμοπλοίων, εθεσπίζετο η ελεύθερη ναυσιπλοΐα σε όλα τα εθνικά ύδατα, τους ποταμούς και τις λίμνες, η εγκατάλειψη των λιμένων και των ακτών που ευρίσκοντο εκτός των εθνικών ορίων της χώρας, η συγκέντρωση όλων των ναυτικών αεροπορικών μέσων σε σημεία που θα υπεδεικνύοντο από τους Συμμάχους, η επιστροφή όλων των κατασχεθέντων εμπορικών πλοίων υπό σημαία των χωρών της Entente[52].

 

  Cento anni dall’ armistizio 1918-2018

Εν τω μεταξύ, η Βουδαπέστη, έχοντας καταγγείλη από τις 30 Οκτωβρίου την ένωση (Realunion) μεταξύ των δύο χωρών και έχοντας κηρύξει την ανεξαρτησία της Ουγγαρίας, θεωρούσε ότι οι πράξεις της Βιέννης δεν την αφορούσαν. Κατόπιν τούτου ζήτησε και υπέγραψε με τους Συμμάχους της Entente ξεχωριστή ανακωχή στις 13 Νοεμβρίου, στο Βελιγράδι[53]. Οι όροι της ανακωχής με την Ουγγαρία ήσαν  ιδιαιτέρως αυστηροί, εφ’ όσον της αφαιρούσαν μεγάλα τμήματα επικρατείας προς όφελος των Νοτιο-Σλάβων.

Ενώ ο κύριος ενωτικός θεσμός, η ραχοκοκαλιά της Δυαδικής Μοναρχίας, οι ένοπλες δυνάμεις, είχαν καταστραφή, η Μοναρχία, διαμελισμένη σταδιακά ήδη, έπαψε να υπάρχη ως κράτος λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου. Ο αυτοκράτωρ  Κάρολος υπέγραψε το διάγγελμα με το οποίο έπαυε να ασκεί την εξουσία στο υπόλοιπο της πάλαι ποτέ Δυαδικής Μοναρχίας, δηλ. στην Γερμανική Αυστρία, η οποία και αυτή ήδη, από τις 30 Οκτωβρίου, είχε  μετωνομασθή σε «Αυστριακή Δημοκρατία»: «παραιτούμαι κάθε αναμίξεώς μου στις υποθέσεις του κράτους». Η λέξη «παραίτηση από τον θρόνο» δεν αναγράφεται πουθενά. Ωστόσο η ουσία ήταν αυτή[54].

Ο πόλεμος, που τόσο επιπόλαια η Δυαδική Μοναρχία εκήρυξε τον Ιούλιο του 1914, παρασυρθείσα από την «σύμμαχο» Γερμανία, επερατούτο με καταστροφή που κανείς δεν φανταζόταν κατά την έναρξή του. Τότε επίστευαν ότι ο πόλεμος θα ήταν βραχύς και τοπικά περιορισμένος. Τελικώς, η αυτοκρατορία μέσα σε τέσσερα χρόνια στρατολόγησε 8 εκατ. άνδρες, έχασε τουλάχιστον 1.600.000 και αριθμούσε 2.000.000 περίπου τραυματίες.[55] Κατέστρεψε σχεδόν πλήρως τις οικονομικές της υποδομές.  Ανέτρεψε δε την ιστορία της Ευρώπης.

Rudolf Konopa: “Die Ausrufung der Republik vor dem Parlament in Wien am 12. November 1918”, 1918, Wien Museum.

Αυτά συνέβαιναν στο εσωτερικό της Δυαδικής Μοναρχίας και στο Ιταλικό μέτωπο. Και  στα Βαλκάνια; Εκεί, σε όλη την έκταση της Αλβανίας και του Μαυροβουνίου,  ευρίσκοντο αυστριακές μονάδες σε αντιπαράθεση με ιταλικές, κατά μήκος του Αώου/Βογιούσα ποταμού, και ολίγες στην Μακεδονία. Στο μέτωπο αυτό η κατάσταση διαμορφώθηκε προ της ήττας στο Vittorio Veneto.

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου 1918, ο Βούλγαρος βασιλεύς Φερδινάνδος, υπό το φως των εσωτερικών εξελίξεων[56] και της δραματικής – από πλευράς  εξοπλισμών αλλά και  από ψυχολογικής απόψεως – καταστάσεως του στρατού του αλλά και υπό τον φόβο γενικής επιθέσεως της Entente, είχε ζητήσει την στρατιωτική βοήθεια των συμμάχων του, βάσει της συμφωνίας εμπλοκής του 1915. Όμως, υπό τις υπάρχουσες τότε συνθήκες στα άλλα μέτωπα, ήταν αδύνατη η άμεση ικανοποίηση του αιτήματος για την αποστολή σημαντικών δυνάμεων. Η Αυστρία είχε δεσμευθή για την αποστολή, εν τέλει, μόνον δύο μεραρχιών. Αλλά η κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου δεν θα επέτρεπε την προώθηση των μονάδων αυτών προ της παρελεύσεως μηνός. Η επιχείρηση εγκατελείφθη. Ο Βουλγαρικός στρατός κατέρρευσε.

Η αδυναμία της τετραπλής συμμαχίας να αντεπεξέλθη στην γενική επίθεση που εξαπέλυσε η Entente στο Μακεδονικό μέτωπο, στις 15 Σεπτεμβρίου 1918, είχε σαν συνέπεια η Σόφια στις 26 Σεπτεμβρίου να ζητήση ανακωχή. Αυτή υπεγράφη στις 29, στην Θεσσαλονίκη. Η Τουρκία από πλευράς της, μη μπορώντας να αντιμετωπίση την νέα τροπή, ζήτησε με την σειρά της, ανακωχή. Αυτή υπεγράφη στις 30 Οκτωβρίου, στον Μούδρο. Η κατάσταση στο Μακεδονικό μέτωπο είχε ξεκαθαρίσει λίγο προ της αυστριακής καταρρεύσεως στο Vittorio Veneto.

Η διάλυση του Βουλγαρικού στρατού απετέλεσε βαρύ στρατιωτικό πλήγμα για την Αυστρο-Ουγγαρία, εφ΄όσον μονάδες του πρώτου είχαν καταλάβη, σε συνεργασία με την Αυστριακή στρατιωτική ηγεσία – παρά την έλλειψη κάθε εμπιστοσύνης μεταξύ Βουλγαρικού και Αυστριακού στρατού – το νοτιο-ανατολικό τμήμα της Αλβανίας και εφάπτοντο κοντά στο Πόγραδετς, προφυλάσσοντας το ανατολικό άκρο της Αυστριακής αναπτύξεως.

Οι επιχειρήσεις στο αλβανικό μέτωπο το καλοκαίρι-φθινόπωρο του 1918.

Οι Ιταλοί, ως γνωστόν, από την αρχή του πολέμου είχαν εγκατασταθή στον Αυλώνα και ανατολικά αυτού – το XVI Σώμα Στρατού[57]– έχοντας απέναντί τους τις Αυστριακές μονάδες, το μειωμένο σε δύναμη ΧΙΧ Σώμα Στρατού -40.000 άνδρες περίπου- πέραν του ποταμού Αώου/Βογιούσα. Οι Ιταλοί υπερείχαν σε δυνάμεις στην γραμμή του μετώπου. Ανατολικά από τους Ιταλούς η περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της Κορυτσάς, εκαλύπτετο από γαλλικά στρατεύματα[58]. Παρά επανειλημμένες προσπάθειες, οι περιορισμένες και μειωμένης ικανότητος Αυστριακές δυνάμεις, αποδεκατισμένες και από την ελονοσία, δεν είχαν κατορθώσει να εκβάλουν τους Ιταλούς από την στρατηγική τοποθεσία του Αυλώνος. Τότε, στις 10 Ιουλίου, τοποθετήθηκε επικεφαλής του αυστριακού στρατού στην Αλβανία ο ικανός στρατηγός Karl von Pflanzer-Baltin. Ο νέος διοικητής κατόρθωσε να αναπτερώση το ηθικό των αυστριακών μονάδων κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους προβαίνοντας και σε αναδιάταξη των δυνάμεων.

Στις 28 Αυγούστου του 1918, μετά από μια εν μέρει επιτυχή επιχείρηση των Γαλλο-Ιταλών τον Ιούλιο, οι Αυστριακές δυνάμεις πέρασαν σε αντεπίθεση. Κατέλαβαν το Μπεράτι, το Φιέρι και την Ταμορίτσα, με την αεροπορία των δύο χωρών να διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο. Ο αυστριακός στρατός απέδειξε την μαχητικότητά του.

Αισιόδοξος από τις επιτυχίες αυτές αλλά και με τις ελαφρές ενισχύσεις που εδέχθη[59], ο στρατηγόςPflanzer-Baltin, διοικητής του επιχειρησιακού θεάτρου, προγραμμάτιζε επίθεση κατά του Αυλώνος. Όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Εν τω μεταξύ κατέρρευσε το Μακεδονικό μέτωπο[60]. Συγχρόνως, οι αλβανικές μονάδες, σύμμαχοι μέχρι τότε των Αυστριακών, αυτομόλησαν[61]. Τελικώς, την 24η Σεπτεμβρίου προεκρίθη η υποχώρηση μέσω της βορείου Αλβανίας και του Μαυροβουνίου, προς τα εδάφη της αυτοκρατορίας. Η κίνηση αναδιπλώσεως έγινε κατά απόλυτα συντεταγμένο τρόπο, προς τιμήν του Αυστριακού διοικητού. Ο Ιταλικός στρατός παρακολουθούσε  την υποχώρηση χωρίς να παρεμβαίνει. Εν τέλει, και αφού οι  δυνάμεις που είχαν φθάσει στην Bocche di Cattaro, κατετμήθηκαν κατά εθνικότητες, στις 22 Νοεμβρίου, μετεφέρθησαν από τους διαφόρους λιμένες του Μαυροβουνίου όπου είχαν καταλήξει, με  γαλλικά πλοία στην Β. Ιταλία[62].

Ο στρατηγός Karl Freiherr von Pflanzer-Baltin, διοικητής των αυστριακών δυνάμεων στο αλβανικό μέτωπο το 1918.

Όπως προαναφέρθηκε, οι αυστριακές δυνάμεις στο Αλβανικό μέτωπο ενώ αρχικά ανέμεναν ενισχύσεις, σύμφωνα με το σχέδιο του Αυστριακού Αρχηγείου, τελικώς αυτές ποτέ δεν έφθασαν, πλην της τεθωρακισμένης μεραρχίας. Μεταξύ άλλων και διότι μονάδες –Πολωνών, Τσέχων, Σλοβάκων-  εστασίασαν, αρνούμενες πλέον να πολεμήσουν. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο στρατάρχης Hermann von Kövess, νέος γενικός διοικητής των δυνάμεων στα Βαλκάνια,  αναγκάσθηκε να διατάξει γενική υποχώρηση προς τον Δούναβη. Στην καταδίωξη των μονάδων των κεντρικών Δυνάμεων προς την ενδοχώρα από τις δυνάμεις της Entente, συνέβαλαν αποτελεσματικά και μονάδες του Ελληνικού στρατού.

Με την τροπή αυτή περατώθηκε η όλη στρατιωτική παρουσία της Αυστρο-Ουγγαρίας στο Ιταλικό και το Βαλκανικό μέτωπο. Στην πράξη, τα μέτωπα αυτά συνέβαλαν αποφασιστικά όχι μόνον στην λήξη του πολέμου, αλλά και στην κατάλυση της Δυαδικής Μοναρχίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με συνέπεια την ριζοσπαστική αλλαγή του ευρωπαϊκού χάρτη και την εκκόλαψη νέων στρατηγικών ισορροπιών.

Österreich – Vom Reich zur Republik 1916 – 1918

 

Ο Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβυς ε.τ. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, επικεφαλής των πρεσβειών της Βαρσοβίας, του Νέου Δελχί και της Βόννης, Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών (1999-2000), Γενικός Γραμματεύς της Προεδρίας της Δημοκρατίας (2000-2005), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (2006-2007). Διετέλεσε πρόεδρος της “Εταιρίας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας” και είναι μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

α) Για την κατάσταση προ της ανακωχής.

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die Erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 19, 21, 25.

Hindenburg, General Feld Marschall von, Aus meinem Leben, (Ma vie), Paris, 1921.

P. Bled, L’Agonie d’une Monarchie, Autriche-Hongrie, 1914-1920, Paris, Editions Talandier, 2014,

Cramon, general A. von, Quatre  ans au G.Q.G. Austro- Hongrois pendant La Guerre Mondiale, Paris, 1922.

Czernin, Ottocar von, Im Weltkriege, Wien, 1919.

Fetjö , François, Histoire de la destruction de l’Autriche-Hongrie, Paris, Seuil,1993

Max Schiavon, L’Autriche-Hongrie dans la Première Guerre mondiale, La fin d’un Empire, Paris, SOTECA , 2011,

Max Schiavon, Le Front d’ Orient, Du désastre des Dardanelles à la Victoire Finale, 1915-1918, Paris, Tallandier, 2014.

Edmund Glaise von Hortenau, Ein General im Zwielicht, Wien, Böhlau, 1988

Manfried Frankensteiner, The first world war and the end of the Habsburg Monarchy,Wien, 2014.

The Cambridge History of the First World War, Vol. I, Cambridge University Press, 2014.

Holger H. Herwig, The First World War, Germany and Austria, 1914-1918, London, Bloomsbury Academic 2009.

β) για την υπογραφή της ανακωχής

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 25, Der Zusammenbruch.

Sir Frederick Maurice, The Armistices of 1918, London, Oxford University Press,, 1943.

Lenci, Giuliano, Le giornate di Villa Giusti, Storia di un armistizio, Padova, Il Poligrafo 2008.

Charles Vilain, Les quatre Armistices de 1918, Paris,  Editions FranceEmpire, 1968.

Bultitt, Lowry, Armistice 1918, Kent State University Press, 1966, .

Gooch John, The Italian army and the A; World War, Cambridge University Press, 2014.

Wagner, Der Waffenstillstand von Villa Giusti, 3.11.1918, Wr. Diss, 1970

γ) για τα Βαλκάνια

Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 22, Feldzug in Albanien.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Οι Τσέχοι εκήρυξαν την ανεξαρτησία τους στις 18 Οκτωβρίου 1918, οι Σέρβοι και οι Κροάτες-Σλοβένοι στις 29 Οκτωβρίου και οι Ούγγροι στις 30 Οκτωβρίου. Στις  30 Οκτωβρίου ανεκηρύχθη η Αυστριακή (γερμανική) Δημοκρατία. Η Πολωνία, που αντιμετώπιζε προβλήματα συντονισμού λόγω του τριπλού διαμελισμού της χώρας, κήρυξε την ανεξαρτησία της, στην Βαρσοβία, στις 3 Νοεμβρίου.

[2] Η ειρήνη στο Brest-Litovsk υπεγράφη πολύ αργότερα μετά κοπιώδεις διαπραγματεύσεις, στις 3 Μαρτίου 1918. Βλ. J. P. Bled, L’Agonie d’une Monarchie, Autriche-Hongrie, 1914-1920, Editions Talandier, 2014, Κεφ. VII.

[3] Όπως χαρακτηριστικά την απεκάλεσε ο ίδιος ο Ottocar von Czernin, υπουργός Εξωτερικών της Μοναρχίας.

[4]  Cramon, general A. von, Quatre  ans au G.Q.G. Austro- Hongrois pendant la Guerre Mondiale, Paris, 1922. 229, 235. Bled, 336.

[5]  Czernin, Ottocar von, Im Weltkriege, Wien, 1919. 212.

[6] Fetjö , François, Histoire de la destruction de l’Autriche-Hongrie, 1992, 284. Bled,, 346

[7] Bled, 374

[8] Ο Conrad τοποθετήθηκε επί κεφαλής των δυνάμεων στο Νότιο Τυρόλο, στο Ιταλικό μέτωπο.

[9] Bled, 316.

[10] Cramon, 243-244. 276, Ως φαίνεται, στην στάση αυτή του Καρόλου τον επηρέαζε η σύζυγός του, Ζίτα, του οίκου των Βουρβώνων, η οποία δεν ήθελε αυστριακά στρατεύματα να μάχονται εναντίον γαλλικών.

[11] Bled, 317.

[12] Max Schiavon, L’Autriche-Hongrie dans la Première Guerre mondiale, La fin d’un Empire, SOTECA , 2011, 210.

[13] Bled, 323, 346.

[14] Κατά την διάρκεια της μάχης δεν συμμετέσχον γαλλικά ή αγγλικά στρατεύματα. Γαλλία και Βρεταννία επέστειλαν αντίστοιχα 6 και 5 μεραρχίες λίγο αργότερα, υπό τον φόβο καταρρεύσεως του ιταλικού θεάτρου. Αυτές  ελαττώθηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα.

[15] Bled, 328

[16] Schiavon, 218. Cramon, 244. Απετελείτο από 50 κανόνια βαρέως και μέσου διαμετρήματος.

[17] Schiavon, 215.

[18] Οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν την ουδετερότητα την οποία τηρούσαν τον Απρίλιο 1917, όταν  ξέσπασε ο πόλεμος των υποβρυχίων και βυθίστηκε το ΛΟΥΖΙΤΑΝΙΑ,  κηρύσσοντας τον πόλεμο στην Γερμανία. Στις 7 Δεκεμβρίου κήρυξαν τον πόλεμο και στις άλλες τρεις χώρες.  Τα πρώτα στρατεύματα έφθασαν στην Γαλλία τον Ιούνιο 1917.

[19] Bled,377

[20] Κατά τον Cramon η πρωτοβουλία ήταν του Arz με την σύμφωνη γνώμη του Hindenburg.

[21] ΑΥΕ, 1918, Α/4//ΙΙΙ,  Τηλ. πρεσβείας Ρώμης, Κορομηλάς, 1346, 7/20.4.1918.

[22] Στοιχεία από το έργο του Bled, σελ. 382-384, 398.

[23] Cramon, 272.

[24] Βλ. και ΑΥΕ, 1918, Α/12/Ι, Ιταλικός τύπος, Επιστολή Κώστα Καιροφύλα προς Υπουργό Εξωτερικών, Ρώμη, 10/23.6.1918, περί «ανορθώσεως του ηθικού ιταλικού στρατού» από το Caporetto και ότι «μάχεται  μετ’ ενθουσιώδους τόλμης και αποφασιστικότητος».

[25] Bled ,386. Cramon, 275.

[26] Παράπλευρη συνέπεια ήταν η απόφαση αποστρατείας του στρατάρχου Conrad von Hötzendorff.

[27]  Hindenburg, 266.

[28] Hindenburg, 364, Cramon 276,293.

[29] Κατά τον Bled, 398, μερικούς μήνες μετά την μάχη του Piave, έναντι 500.000 αυστριακών, η Entente αντιπαραθέτει τριπλάσιο αριθμό ανδρών.

[30] Οι αριθμοί διαφέρουν. Bled, 411, Holger H. Herwig, The First World War, Germany and Austria, 1914-1918, 1996, 421. Der Weltkampf, Τ. 5, κεφ. 25, 5. Ο αυστριακός στρατός διέθετε 250-350.000 ενόπλους.

[31] Cramon, 310.

[32] Cramon, 310-311,

[33] Herwig, 422. «melted away…». O Arz ενημέρωσε το Γερμανικό Επιτελείο ότι 30 μεραρχίες είχαν στασιάσει. Βλ. και ΑΥΕ, 1918, Α/4/ΙΙΙ, Τηλ. Βέρνη, Μαρκέττης, 4303, 20.10/1.11.1918,Πληροφορίες από την Βιέννη. Περισσότερες από 23 μεραρχίες στασίασαν και εγκατέλειψαν το μέτωπο.  Ο δε Κορομηλάς από την Ρώμη ( 21.10/2.11.1918) τηλεγραφούσε «αιφνίδια μεταστροφή των δεδομένων, παρουσιάζουν νέες προοπτικές για την Ιταλία. Εμείς θα υποστούμε τις συνέπειες».

[34] Ο Κάρολος είχε απευθυνθή στον πρόεδρο Wilson ήδη στις 14 Σεπτεμβρίου και στις 7 Οκτωβρίου.  Sir Frederick Maurice, The Armistices of 1918, Oxford Un. Press, 51.

[35] Σημειωτέον ότι ένα πρώτο αίτημα ανακωχής είχε υποβληθή ήδη ένα μήνα νωρύτερα, με το αίτημα για ειρήνη προς τον πρόεδρο Wilson. Lenci, 48.

[36] Lenci, 62. Ήδη οι σύμμαχοι συζητούσαν για τους όρους ανακωχής με την Γερμανία.

[37] Charles Vilain, Les quatre Armistices de 1918, Paris, 1968, 159. Lenci, 95.

[38] Ο Clémanceau διεβεβαίωνε τους Νοτιο-σλάβους που ζητούσαν με επιμονή,  ότι  η γραμμή της ανακωχής  δεν προεξοφλούσε  τους όρους  της μελλοντικής ειρήνης . Lenci, 91.

[39] Bultitt, Lowry, Armistice 1918, Kent State University Press, 1966, 103.

[40] Bultitt, 112.

[41] Bultitt, 113.

[42] Lenci, 62.

[43] Lenci, 91.

[44] Vilain, 165. Κατ’απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου. Βλ και κείμενο ανακωχής αναφορικά με αποχώρηση γερμανικών δυνάμεων.

[45] Ας σημειωθή ότι ο Κάρολος παρεχώρησε την αρχηγεία του στρατεύματος στον στρατηγό Kövess, τον αρχαιότερο εν υπηρεσία στρατηγό, την 2α  Νοεμβρίου, ώστε να μην κατηγορηθή ο αυτοκρατο-ρικός θεσμός για την αποδοχή της καταστρεπτικής ανακωχής.

[46] Vilain, 164, 166, 169. Lenci, 108,

[47] Vilain, 169

[48] Vilain, 170. Σε έκθεσή του ο στρατηγός Weber αναγνωρίζει ότι έλαβε την σχετική απόφαση ώρες προτού λάβη τις σχετικές οδηγίες. Βλ. Wikipedia.org/Viktor Weber von Webenau.

[49] Σε ορισμένες νομικές διαμαρτυρίες αξιωματικών της αυστριακής επιτροπής, ο Badoglio, ιδιαιτέρως εκνευρισμένος, απείλησε την ακύρωση της πράξεως ανακωχής.

[50] Bultitt, 111.

[51] Οι Ιταλοί αντέδρασαν έντονα. Την 1 Νοεμβρίου ιταλική τορπίλη εβύθισε στον λιμένα αυτόν την ναυαρχίδα του αυστριακού ναυτικού Viribus Unitis, με πολλά θύματα, και ένα άλλο, εμπορικό, πλοίο. Την δε 5 Νοεμβρίου ο ναύαρχος Cagni κατέλαβε τον ναύσταθμο και το μεγαλύτερο τμήμα του στόλου.

[52] Συγχρόνως υπεγράφη και το Protocole annexe contenant les détails et les clauses d’exécution de certains points de l’Armistice.

[53] Υπεγράφη από τον εκπρόσωπο της Ουγγρικής κυβερνήσεως, τον υπουργό πολέμου,  Bela Linder.

[54] Υπό την έννοια αυτή, παρέμενε βασιλεύς της Ουγγαρίας. Προσεπάθησε δύο φορές ανεπιτυχώς να  επανέλθη στον θρόνο, το 1921.

[55] The Cambridge History of the First World War, Vol. I, Cambridge Un.Press, 291.

[56] Τον Ιούνιο 1918, ανετράπη ο γερμανόφιλος πρωθυπουργός  Vasil Radoslavov. Αντεκατεστάθη από τον Alexandar Malinov, μετριοπαθή και  προσκείμενο στην Entente.

[57] Για τις τελευταίες επιχειρήσεις στην Αλβανία, βλ. και Hindenburg,  364-366. Το ιταλικό ΧVI Σ.Σ. απετελείτο από τις 38, 13 και 36 Μεραρχίες πεζικού και την 9 ταξιαρχία ιππικού. Το αυστρο-ουγγρικό XIX Σ.Σ., μετωνομασθέν σε Armeegroup Albania, απετελείτο από την 47 και 81 μεραρχίες και μία Landsturm ταξιαρχία.

[58] Οι Ιταλοί διέθεταν στο Μακεδονικό Μέτωπο την 35η Μεραρχία ( δυνάμεως  36.500 ανδρών), λίγο ανατολικά του Μοναστηρίου. Παρέμεινε  εν δράσει  μέχρι την λήξη του πολέμου.

[59] Την 9η Τεθωρακισμένη μεραρχία, από την Ιταλία.

[60] Όπου η Μοναρχία διέθετε δύο τάγματα. Der Weltkampf, Τ. 25, κεφ. 2.

[61] Και οι δύο εμπόλεμοι χρησιμοποίησαν μονάδες αλβανών ατάκτων. Με τις μονάδες της Μοναρχίας συνεργάζοντο 9 τάγματα, περίπου 6000 ανδρών.

[62] Ο αυστριακός στρατηγός διεπραγματεύθη επιτυχώς την μεταφορά των στρατευμάτων με γαλλικά πλοία στο Fiume. Οι ουγγρικές δυνάμεις κατευθύνθηκαν οδικώς προς την πατρίδα τους.

[1] Τότε ακόμη εκαλείτο απλώς Vittorio. Το 1923 μετωνομάσθηκε σε Vittorio Veneto.

[2] Κύριο έργο της βιβλιογραφίας είναι το Der Weltkampf um Ehre und Recht. Die Erforschung des Krieges in seiner wahren Begebenheit. Max Schwarte, 1923. Τόμ. 5, κεφ. 22, 25.

[3] Διπλωματικό και Ιστορικό Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών (ΑΥΕ), 1918, Φακ.  Α/5/IV,2, Ειδικός φάκελος Αυστρο-Ουγγαρίας. Τηλ. ανοικτό, Λονδίνο, 4.10.1918.

[4] Lenci, Giuliano, Le giornate di Villa Giusti, Storia di un armistizio, Padova, 2008. 116.

[5] Ενδεικτικά ας αναφερθή ότι το φθινόπωρο του 1918 η σύνθεση των αυστρο-ουγγρικών ενόπλων δυνάμεων ήταν η εξής: 60% σλάβοι, 16% Ούγγροι, 13% αυστρο-γερμανοί, 11% Ρουμάνοι. Schiavon, 227. Βλ. και 215-216. Ακόμη και στο ουγγρικό τμήμα της αυτοκρατορίας, το 47% δεν το αποτελούσαν Ούγγροι. Schiavon, 153.

[6] Hindenburg, General Feld Marschall von, Aus meinem Leben, (Ma vie), Paris, 378.

Jean – Claude Allain: Το πρώτο ρήγμα: Οι ανακωχές της Θεσσαλονίκης και του Μούδρου(Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1918)

Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Jean – Claude Allain

Το πρώτο ρήγμα: Οι ανακωχές της Θεσσαλονίκης και του Μούδρου

(Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 1918)

O συνασπισμός των Κεντρικών Δυνάμεων αποσυντίθεται ακολουθώντας συμμετρικά αντίστροφη φορά από εκείνη της συγκρότησής του. Η Βουλγαρία, τέταρτη και τελευταία χώρα, που προσχώρησε τον Σεπτέμβριο του 1915, είναι η πρώτη, η οποία εγκαταλείπει τον συνασπισμό ακριβώς τρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1918. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, που είχε ενεργοποιήσει στις 29 Αυγούστου του 1914 τη μυστική συμφωνία, την οποία είχε συνάψει στις 2 Αυγούστου του ιδίου έτους με την Γερμανία, ακολουθεί το παράδειγμα της Βουλγαρίας τον Οκτώβριο του 1918. Η Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία, ο αρχαιότερος και πλέον αξιόπιστος σύμμαχος της Γερμανίας, με την οποία ήταν συνδεδεμένη με στρατιωτικές δεσμεύσεις ήδη από το 1879, καταθέτει τα όπλα στις 4 Νοεμβρίου 1918, δίχως, ωστόσο, να καταφέρει να αποφύγει τελικά τη διάλυσή της. Η ίδια η Γερμανία, απομονωμένη, αναγκάζεται να ζητήσει ανακωχή, προκειμένου να μην υποστεί στρατιωτική εισβολή εντός του εθνικού της εδάφους. Η ανακωχή υπογράφεται στις 11 Νοεμβρίου 1918. Η διαδικασία, η οποία ολοκληρώνει εντός χρονικού διαστήματος έξι, μόλις, εβδομάδων, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, επαληθεύει την περίφημη θεωρία του “ντόμινο”, πολύ προτού αυτή εμφανιστεί τo 1954.

Πώς διαγραφόταν, το φθινόπωρο του 1918, η κατάσταση στο Μακεδονικό μέτωπο; Η σκέψη για ανάληψη επιθετικής πρωτοβουλίας σε βάρος μιας Βουλγαρίας, η οποία εκπέμπει μηνύματα αδυναμίας και πολιτικής αστάθειας, άρχισε να διαμορφώνεται από τον μήνα Ιούνιο. Στόχος ήταν να εξαναγκαστεί η χώρα να εγκαταλείψει τη συμμαχία της και να αποσυρθεί από τον πόλεμο. Ο πρωθυπουργός της Γαλλίας, Georges Clemenceau, διέταξε στις 23 τον στρατηγό Franchet d’ Espèrey, ανώτατο διοικητή του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης, να αυξήσει την πίεση κατά μήκος του μετώπου με τη Βουλγαρία και να εκπονήσει ένα σχέδιο γενικής επίθεσης. Προς την ίδια κατεύθυνση έκλινε και το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρίασή του της 2ας Ιουλίου 1918, στις Βερσαλλίες. Από την πλευρά των Βρετανών, ο  υπουργός Εξωτερικών Arthur Balfour και ο υφυπουργός Robert Cecil, υπογράμμισαν, κατά την ίδια συνεδρίαση, τις αποσταθεροποιητικές παρενέργειες επί της ασταθούς Βουλγαρικής κυβέρνησης, οι οποίες μπορούσαν να προκύψουν από μια ενδεχόμενη επίθεση. Οι αρχές της Σόφιας θα βρίσκονταν ενώπιον δυο επιλογών: α) μιας συνθηκολόγησης και β) του κινδύνου μιας γενικευμένης εξέγερσης στο εσωτερικό της χώρας. Αμφότερα τα ενδεχόμενα μπορούσαν να αποβούν ιδιαίτερα επωφελή για τους Συμμάχους. Ο προκάτοχος του  Franchet d’ Espèrey στη Θεσσαλονίκη, στρατηγός Guillaumat, είχε διαβλέψει προ πολλού μια τέτοια προοπτική, δίχως, ωστόσο, να τρέφει φιλοδοξίες προέλασης των στρατευμάτων του έως την πρωτεύουσα της Βουλγαρίας. Ο Clemenceau αξιοποίησε το επιχείρημα αυτό, πείθοντας τελικά το Ανώτατο Πολεμικό Συμβούλιο να ρίξει το βάρος στον τομέα της Θεσσαλονίκης. Έτσι, μέσω διαφορετικών αναλύσεων, προέκυψε ομοφωνία μεταξύ των δυνάμεων της Συνεννοήσεως σχετικά με την προπαρασκευή μιας γενικής επίθεσης σε βάρος της Βουλγαρίας, η οποία θα εξανάγκαζε την τελευταία να αναλάβει πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της αναστολής των εχθροπραξιών.¹

Στρατηγός Louis Franchet d’ Espèrey.

Στις 5 Αυγούστου 1918, έναν, μόλις, μήνα έπειτα από την ανάληψη της διοίκησης του μετώπου, ο  Franchet d’ Espèrey εξέθεσε το σχέδιο επίθεσης. Θεωρούσε το φθινόπωρο ως κατάλληλη εποχή, υπό την προϋπόθεση ενός διαρκούς και επαρκούς ανεφοδιασμού των στρατευμάτων του.² Στόχος ήταν η διάσπαση των γραμμών του αντιπάλου στον σερβικό τομέα, κατά μήκος της γραμμής Οχρίδας-Μοναστηρίου-Καϊμάκτσαλαν, με αξιοποίηση του ρήγματος προς την κατεύθυνση του οδικού άξονα Πρίλεπ-Βελεσών-Σκοπίων (έδρας της ΧΙης Γερμανικής Στρατιάς του στρατηγού von Scholz). Το βάρος της επίθεσης επρόκειτο να επωμιστούν οι Γάλλοι και οι Σέρβοι. Μια δεύτερη, ταυτόχρονη, ενέργεια του ιδίου είδους προβλεπόταν στον τομέα του ποταμού Αξιού, στο ύψος της λίμνης Δοϊράνης. Την πρωτοβουλία στο σημείο αυτό θα αναλάμβαναν οι Βρετανοί και οι Έλληνες. Παρά ταύτα, οι οδηγίες σχετικά με την προοπτική αξιοποίησης ενός πιθανού ρήγματος σε βάρος των γραμμών του αντιπάλου, παρέμεναν γενικές και αόριστες: “Να τεθούν υπό έλεγχο μακρινά και κομβικής σημασίας στρατηγικά σημεία του εχθρού”³, προσδιόριζε χαρακτηριστικά η σχετική οδηγία του Γενικού Επιτελείου.⁴

Η επίθεση της 14ης Σεπτεμβρίου 1918 στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Το καλοκαίρι του 1918, τα γαλλικά στρατεύματα στο Θέατρο της Θεσσαλονίκης ανέρχονται σε 258.000 άνδρες (16 Αυγούστου)⁵ και σε 196.000 (15 Σεπτεμβρίου, ημέρα εξαπόλυσης της επίθεσης).⁶ Η μείωση του αριθμού είναι συνεχής (έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής το δυναμικό πέφτει στους 150.000 άνδρες) και θεωρείται φυσιολογικό φαινόμενο, παρά την ενεργό συμμετοχή αποικιακών στρατευμάτων, προερχομένων από τις αφρικανικές κτήσεις (Σενεγαλέζοι και Μαροκινοί). Μάλιστα, η αριθμητική κάμψη των Γαλλων παρατηρείται ακριβώς τη στιγμή, που η συνολική ισχύς των Συμμάχων αγγίζει το υψηλότερο σημείο: 570.000 άνδρες, εκ των οποίων 130.000 Βρετανοί και Ινδοί, 40.000 Ιταλοί, 140.000 Σέρβοι και 150.000 Έλληνες.⁷ Αντιστρόφως ανάλογη φορά ακολουθεί η αριθμητική ισχύς των Ελλήνων και των Σέρβων. Σημειώνει συνεχή ανοδική πορεία, γεγονός που εκτιμάται και με πολιτικά δεδομένα στην έδρα του Ανώτατου Συμμαχικού Στρατηγείου, στο Chantilly. Οι οδηγίες του Clemenceau τόσο πριν, όσο και έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης, είναι ενδεικτικές: “Το βάρος της όλης προσπάθειας αναλογεί ουσιαστικά στα βαλκανικά στρατεύματα, τα οποία έχουμε συμφέρον να ενεργοποιήσουμε κατά προτίμηση εντός του εθνικού τους εδάφους και οργανωμένα σε μονάδες υπό την υψηλή εποπτεία Γάλλων και Βρετανών αξιωματικών”.⁸ Με αυτό, ακριβώς, το πνεύμα, ο  Franchet d’ Espèrey είχε προχωρήσει στην εκπόνηση του σχεδίου επίθεσης.

Παρόλες τις αντιρρήσεις των Βρετανών, οι οποίοι δεν έκρυβαν την προτίμησή τους για μια επίθεση προς την κατεύθυνση της Κωνσταντινούπολης, που θα ανακούφιζε τα στρατεύματα του στρατηγού Allenby στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, το σχέδιο του Franchet d’ Espèrey υιοθετήθηκε τελικά από όλες τις πλευρές. Δεν απέμενε παρά η επιλογή της κατάλληλης ημερομηνίας. Όλες οι προπαρασκευαστικές ενέργειες διέφυγαν της προσοχής του εχθρού, το ηθικό του οποίου εκτιμάτο μέτριο (πρόκειται, ωστόσο, για έναν λανθασμένο υπολογισμό, με γνώμονα πληροφορίες αποσπασμένες από λιποτάκτες και αιχμαλώτους πολέμου). Αντίθετα, εκείνο των Συμμάχων εθεωρείτο άριστο και ενισχυμένο από τις πρόσφατες στρατιωτικές επιτυχίες των Γάλλων στο Δυτικό μέτωπο.⁹ Η έκπληξη ως προς τον απρόσμενα αποφασιστικό βαθμό αντίστασης των Βουλγάρων την κρίσιμη στιγμή θα είναι μεγάλη αργότερα, με αποτέλεσμα στις διάφορες αναφορές, με αποδέκτες τα ανώτατα κλιμάκια της ηγεσίας, να καταβληθεί προσπάθεια προκειμένου να υποβαθμιστεί.

Πάντως, για την ώρα, όλα τα δεδομένα συνηγορούν πως οι συνθήκες είναι ιδανικές συμπεριλαμβανομένων και των μετεωρολογικών προβλέψεων. Στις 5 και 9 Σεπτεμβρίου, ο Franchet d’ Espèrey ζητεί επίμονα άδεια για έναρξη της επίθεσης: “Χρειαζόμαστε καλές καιρικές συνθήκες ούτως ώστε να επιτεθούμε, κυρίως δε, προκειμένου να συνεχίσουμε την προέλαση και να οργανώσουμε τις επικοινωνίες μας σε μια ορεινή περιοχή (…). Η επιχείρηση είναι ώριμη και οποιαδήποτε καθυστέρηση κινδυνεύει να αποβεί μοιραία”.¹º Στις 10 του μηνός, ο Clemenceau, εφοδιασμένος με τη συγκατάθεση Βρετανών και Ιταλών, διαβίβασε προς τη Θεσσαλονίκη την πολυπόθητη άδεια (“Μπορείτε να εξαπολύσετε την επίθεση όποτε εσείς το κρίνετε σκόπιμο”).¹¹ Τελικά, επελέγη η 14η Σεπτεμβρίου ως ημερομηνία έναρξης των προπαρασκευαστικών βομβαρδισμών από το πυροβολικό (εκ των υστέρων τα αποτελέσματα αποδείχθηκαν πενιχρά εξαιτίας της καλής οχύρωσης των Βουλγάρων σε βραχώδες έδαφος).

Η επίθεση αυτή καθεαυτή ορίστηκε για την επομένη, 15 Σεπτεμβρίου 1918.¹² Την εξαπέλυσαν στον κεντρικό τομέα η ΙΙη Σερβική Στρατιά και δυο Μεραρχίες του Γαλλικού στρατού (η 122α Πεζικού και η 17η Ιππικού). Με τη δύση του ηλίου, το ρήγμα στις εχθρικές θέσεις ανέρχεται σε 7 χλμ. βάθους, σε ένα μέτωπο μήκους 25 χλμ. Οι δυο Βουλγαρικές Μεραρχίες (2η και 3η) καθώς και ένα Γερμανικό Τάγμα, που είχαν αναλάβει την κάλυψη της περιοχής, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν προς τα βόρεια.¹³ Το αποκτηθέν από τη μάχη του Σόκολ πλεονέκτημα, επιτρέπει στους Συμμάχους να εξαπολύσουν, στις 18 Σεπτεμβρίου, την δεύτερη προγραμματισμένη επίθεση, στον τομέα της Δοϊράνης, με τη σύμπραξη δύο Ελληνικών και δύο Βρετανικών Μεραρχιών.¹⁴ Πέντε ημέρες αργότερα, η υποχώρηση των Γερμανο-Βουλγάρων είναι γενική, μεταξύ Μοναστηρίου και  Δοϊράνης. Στον κάθετο άξονα Μοναστηρίου-Πρίλεπ-Βελεσών επικρατεί συμφόρηση εξαιτίας των υποχωρούντων στρατευμάτων, ενώ η σύγχυση στις γραμμές του αντιπάλου επιτείνεται από τους αδιάκοπους βομβαρδισμούς, στους οποίους προβαίνει η Συμμαχική αεροπορία.¹⁵ Το Πρίλεπ καταλαμβάνεται στις 24 Σεπτεμβρίου. Πέντε ημέρες αργότερα, στις 29, τα Συμμαχικά στρατεύματα εισέρχονται στα Σκόπια. Στον ανατολικό τομέα του μετώπου, η προέλαση είναι εξίσου νικηφόρα. Η κατάληψη της Στρώμνιτσας στις 26 Σεπτεμβρίου, σηματοδοτεί την είσοδο των Συμμαχικών στρατευμάτων εντός του Βουλγαρικού εδάφους.¹⁶

Η μάχη του Σόκολ (15 Σεπτεμβρίου 1918)

Ο  Franchet d’ Espèrey θριαμβολογεί: “Πρόκειται για μια πολλά υποσχόμενη νίκη”, τηλεγραφεί προς το Παρίσι στις 23 Σεπτεμβρίου, απαριθμώντας αιχμαλώτους και πυροβόλα, που έπεσαν στα χέρια των Συμμάχων. “Η υποχώρηση του εχθρού έπειτα από δεκατρείς ημέρες στρατιωτικών επιχειρήσεων, έχει προσλάβει διαστάσεις πανωλεθρίας”, διαπιστώνει την 1η Οκτωβρίου.¹⁷ Την ίδια, ακριβώς, αίσθηση έχει και ο Ludendorff στο αρχηγείο του Γερμανικού στρατού, στην πόλη Σπα. Επιθυμώντας να γεφυρώσει ένα ρήγμα, που μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο τόσο για την ασφάλεια της Σόφιας όσο και για εκείνη της Κωνσταντινούπολης, διέταξε τη μεταφορά της 217ης Γερμανικής Μεραρχίας από την Ουκρανία και τη συγκέντρωση άλλων πέντε γύρω από την Νις. Ο τσάρος Φερδινάνδος εγκαταλείπει τα Σκόπια και αναζητεί την προστασία των Γερμανών, επιστρέφοντας στην πρωτεύουσα της Βουλγαρίας.¹⁸ Ωστόσο, οι εξελίξεις τον ξεπερνούν, καθώς η κυβέρνηση της Σόφιας ενεργοποιεί τη διαδικασία της ανακωχής.

Είναι γεγονός πως, πέρα από τις επιτυχίες στο πεδίο των μαχών, η Συμμαχική επίθεση του Σεπτεμβρίου εκπλήρωσε και τον πολιτικό της στόχο, θέτωντας τέλος σε μια ολόκληρη σειρά από παρασκηνιακές διεργασίες. Συγκεκριμένα, οι ΗΠΑ, οι οποίες δεν τελούν υπό καθεστώς πολέμου με τη Βουλγαρία, βρίσκονται, από τον Ιανουάριο του 1918, σε επαφή μαζί της μέσω της πρεσβείας τους στη Βέρνη. Χρέη μεσάζοντος εκτελεί ο Teodor Sipkov, πρόσωπο του αμέσου περιβάλλοντος του τσάρου Φερδινάνδου. Οι Γερμανοί διατηρούσαν έναν δεύτερο δίαυλο επικοινωνίας με έναν Αμερικανό παρατηρητή, ονόματι George Herron. Η όλη υπόθεση αποκαλύφθηκε από την Washington Post. Τον Ιούνιο, οι Βρετανοί υπολογίζουν σε μια εξέγερση του Βουλγαρικού λαού, εάν όχι και σε κάποιο στρατιωτικό πραξικόπημα. Έτσι, άλλωστε, εξηγείται και η τελική ευθυγράμμισή τους με την σχεδιαζόμενη επίθεση  του Franchet d’ Espèrey.¹⁹ Από τη δική τους πλευρά, Γάλλοι, Ιταλοί και Βαλκάνιοι είναι ιδιαίτερα σκεπτικοί και επιφυλακτικοί. Ειδικότερα, φοβούνται τους Βούλγαρους. Τους θεωρούν ειδήμονες στον τομέα της μηχανορραφίας. Ο υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας, Stephen Pichon, τυγχάνει να γνωρίζει προσωπικά τον Φερδινάνδο. Δεν τρέφει καθόλου εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του. Ο Ιταλός πρωθυπουργός Vittorio Emanuele Orlando, είναι ακόμα πιο αποκαλυπτικός: H Βουλγαρία “είναι η πιο αναξιόπιστη χώρα αυτού του πολέμου. Λίγο δύσκολο, βέβαια, με την παρουσία της Γερμανίας στο πλευρό της. Πέρα ως πέρα αληθινό, ωστόσο”. Προσηλωμένος στον στόχο, δηλαδή τη θέση της Βουλγαρίας εκτός του συνασπισμού των Κεντρικών Δυνάμεων, ο Robert Cecil, είναι της άποψης πως οι Σύμμαχοι οφείλουν να δείξουν κάποιου είδους κατανόηση προς αυτήν. Προβαίνει, επομένως, σε έναν διαχωρισμό μεταξύ ηθικής και πολιτικής (“Ο δόλιος χαρακτήρας του βασιλέα δεν πρέπει να μας τυφλώνει”). Αντίθετα, ο Pichon είναι της άποψης πως, των όποιων διαπραγματεύσεων, οφείλει να προηγηθεί μια στρατιωτική ήττα.²º

Την ίδια την ημέρα εκδήλωσης της Συμμαχικής επίθεσης (15 Σεπτεμβρίου), η πρεσβεία της Ισπανίας στο Παρίσι διεμήνυσε πως ήδη από τις 9 του ιδίου μήνα, η κυβέρνηση της Σόφιας είχε εκφράσει επιθυμία για έναρξη διαπραγματεύσεων στη Βέρνη, με αντικείμενο την ανταλλαγή των αιχμαλώτων πολέμου. Ένα ιδιόχειρο σημείωμα του Jules Cambon, γενικού γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών, συστήνει προσοχή (“Η πρόταση αυτή είναι πιθανό να υποκρύπτει προσπάθεια έναρξης διαπραγματεύσεων”).²¹ Η καθυστέρηση διαβίβασης όλων των παραπάνω έμμεσων πληροφοριών, σε συνδυασμό με την ταχύτατη εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, κατέστησαν ανενεργά τα όποια ανοίγματα. Οι ρυθμοί είναι φρενήρεις, σε βαθμό που προκαταλαμβάνουν κι αυτό, ακόμη, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο.

Πράγματι, στις 26 Σεπτεμβρίου, στον βρετανικό τομέα της Στρώμνιτσας, παρουσιάστηκε ένας Βούλγαρος αξιωματικός. Ήταν κομιστής ενός μηνύματος από τον ανώτατο διοικητή, στρατηγό Todorov, ο οποίος ζητούσε 48ωρη αναστολή των εχθροπραξιών, που θα επέτρεπε την αποστολή δυο επίσημων εκπροσώπων, εξουσιοδοτημένων για έναρξη διαπραγματεύσεων. Ο  Franchet d’ Espèrey δεν απέκλειε μια εξέλιξη αυτού του είδους. Διαπιστώνοντας, τρεις ημέρες νωρίτερα, τους ρυθμούς της Συμμαχικής προέλασης, είχε διαμηνύσει προς τους διοικητές των μονάδων της πρώτης γραμμής ότι έπρεπε να υποδεχθούν ενδεχόμενους απεσταλμένους του αντιπάλου, δίχως, ωστόσο, να μειώσουν την στρατιωτική πίεση. Φοβούμενος μήπως επρόκειτο για ενέργεια αντιπερισπασμού με στόχο τη διασφάλιση πολύτιμου χρόνου, ο οποίος θα επέτρεπε στους Βούλγαρους να ανασυνταχθούν, ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης απάντησε, στις 27, προς τον Todorov, μέσω του ιδίου μεσάζοντα, πως, με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις σε πλήρη εξέλιξη, δεν ήταν δυνατό να συναινέσει σε αναστολή εχθροπραξιών, πόσο μάλλον σε υπογραφή ανακωχής. Πρόσθεσε όμως, ότι θα υποδεχόταν με τον προσήκοντα σεβασμό τους δυο εντεταλμένους της Βουλγαρικής κυβέρνησης.Δεν έχουν παρά να παρουσιαστούν μπροστά από τις βρετανικές γραμμές”.²²

Ανάλογα φαινόμενα παρατηρήθηκαν την ίδια ημέρα και σε άλλους τομείς του μετώπου. Έλληνες διοικητές μονάδων υπήρξαν αποδέκτες μηνυμάτων με το ερώτημα εάν και κατά πόσο η Βουλγαρική πρωτοβουλία της προηγουμένης είχε γίνει αποδεκτή. Ταυτόχρονα, καταφθάνει στη Θεσσαλονίκη μέσω της διπλωματικής οδού, ένα αίτημα εκ μέρους της κυβέρνησης της Σόφιας περί διαμεσολάβησης των ΗΠΑ. Συντάκτης είναι ο Robert Murphy, επιτετραμμένος της Αμερικανικής πρεσβείας στη βουλγαρική πρωτεύουσα. Το αίτημα αποστέλλεται στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να διαβιβασθεί, κατόπιν, στην Ουάσινγκτον. Πρόκειται για τη δεύτερη, κατά σειρά, έκκληση του πρωθυπουργού Malinov. Είχε προηγηθεί, στις 21 Σεπτεμβρίου, η αποστολή, προς όλους τους εμπολέμους, μιας πρότασης για ειρήνη καθώς και ένα αίτημα για μεσολάβηση των ΗΠΑ. Το τελευταίο στάλθηκε προς τον πρόεδρο Wilson, δια μέσου της Αμερικανικής πρεσβείας στη Βέρνη. Ο Malinov δεν έτρεφε αυταπάτες ως προς την τελική έκβαση των επιχειρήσεων. Είχε, προηγουμένως, ζητήσει ενημέρωση από τους στρατιωτικούς συμβούλους του. Σε μια ύστατη προσπάθεια να τον αποτρέψουν από το να καταθέσει τα όπλα, οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες και η Υψηλή Πύλη του υποσχέθηκαν, στις 22 του μηνός, την προσάρτηση της Δοβρουτσάς, την οποία ανέκαθεν διεκδικούσε η Βουλγαρία από τη Ρουμανία. Στις 25 Σεπτεμβρίου, αμέσως έπειτα από την απώλεια του Πρίλεπ, ο Malinov απηύθυνε προς τις ΗΠΑ νέα έκκληση. Συνοδευόταν από μια ένθερμη επιχειρηματολογία του Murphy, σύμφωνα με την οποία η Βουλγαρία εμφανιζόταν πως ευθύς εξαρχής είχε εναντιωθεί στο όλο πρόγραμμα της Γερμανίας, ειδικότερα δε έπειτα από τους λόγους του προέδρου Wilson, του οποίου οι αρχές “έχουν υιοθετηθεί άνευ επιφυλάξεων από το σύνολο του Βουλγαρικού λαού”. Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Malinov ήταν η έμπρακτη απόδειξη! Ο Murphy υποστήριζε, δίχως να μπορεί να αποφύγει τις αντιφάσεις, πως “η κυβέρνηση έχει κάθε λόγο να θεωρεί ως διακοπείσες τις σχέσεις με τις Κεντρικές Δυνάμεις, από τη στιγμή που οι τελευταίες δεν είχαν εκπληρώσει τις δεσμεύσεις τους έναντι της Βουλγαρίας”. Ο καταπονημένος και άσχημα καθοδηγημένος αυτός λαός ήταν, πάντοτε και με όλη του την καρδιά, αφοσιωμένος στις ΗΠΑ (“have always at heart been with US”). Έπρεπε, επομένως, να αισθανθεί κάποιου είδους ικανοποίηση, πόσο μάλλον “από τη στιγμή που είναι έτοιμος να ακολουθήσει με ενθουσιασμό τη γραμμή της Αμερικής”. Προφανώς, η εν γένει στάση του Murphy ήταν εκείνη που έπεισε τον υπουργό Οικονομικών Liaptchev να του προτείνει να συνοδεύσει την επιτροπή ανακωχής.²³

Robert Daniel Murphy.

Ευθύς εξαρχής, οι δυνάμεις της Συνεννοήσεως διέβλεψαν στην πρωτοβουλία του Murphy ένα σχέδιο συνομολόγησης χωριστής ειρήνης με τη Βουλγαρία υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Επρόκειτο για μια προοπτική, την οποία απέρριπταν τόσο ο Clemenceau όσο και το Foreign Office, όπου ο Balfour και ο Cecil εκτιμούν πως “ο εν λόγω κατώτερος υπάλληλος παρενέβη στην υπόθεση των διαπραγματεύσεων δίχως να διαθέτει εξουσιοδότηση από τους προϊσταμένους του”. Αυτό ακριβώς διαβεβαίωσε την ίδια ημέρα ο επικεφαλής του State Department, Robert Lansing, προς τον πρέσβυ της Γαλλικής Δημοκρατίας στην Αμερικανική πρωτεύουσα, Jules Jusserand. Σύμφωνα με τα λεχθέντα του, ο Murphy ενεπλάκη αυτοβούλως, δίχως την παραμικρή οδηγία. Κατόπιν τούτου, η Κεντρική Υπηρεσία προχώρησε στην ανάκλησή του από τη Σόφια. Ενέργεια επιτακτική, προκειμένου να εξευμενιστούν οι Γάλλοι.²⁴ Όμως, πρόκειται για μια επίπληξη, η οποία έλαβε χώρα έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής με την Βουλγαρία. Η αλήθεια είναι πως ο πρόεδρος Wilson, μόλις πληροφορήθηκε το αίτημα της κυβέρνησης της Σόφιας, τηλεγράφησε προς τον Murphy τη σύμφωνη γνώμη του για μια Αμερικανική διαμεσολάβηση υπό όρους. Μεταξύ των όρων αυτών συμπεριλαμβάνονταν η πλήρης απόσυρση των Βουλγαρικών στρατευμάτων από τη Σερβία και η ελεύθερη χρήση του εδάφους της Βουλγαρίας από τους Συμμάχους για τη συνέχιση του πολέμου εναντίον των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Το παραπάνω κρυπτογράφημα του Wilson έφτασε στον προορισμό του με καθυστέρηση και ενώ είχε, εν τω μεταξύ, υπογραφεί η πράξη της ανακωχής.²⁵

Αδιαφορώντας για τις παραπάνω ζυμώσεις, ο  Franchet d’ Espèrey υπέβαλε, προς έγκριση, στο Παρίσι τις προτάσεις του για ανακωχή. Συνάμα ζήτησε την αποστολή εξειδικευμένου προσωπικού για να μπορέσει να παρασύρει εκ νέου την, απαλλαγμένη πλέον από τον Βουλγαρικό κίνδυνο, Ρουμανία στον πόλεμο. Τη νύκτα της 27ης προς 28η Σεπτεμβρίου, ο Clemenceau τηλεγράφησε την πλήρη συναίνεσή του, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να τηρηθούν υπό έλεγχο στρατηγικής σημασίας σημεία. Συνέστησε την αποφυγή οποιασδήποτε συζήτησης γύρω από τη Ρουμανία.²⁶ Ως προς τη χώρα αυτή, στις 30 Σεπτεμβρίου στάλθηκε στο Ιάσιο ειδική αντιπροσωπεία υπό τον στρατηγό Berthelot.²⁷ Εκείνο, που προκαλεί εύλογα ερωτηματικά, είναι το περιεχόμενο ενός δευτέρου τηλεγραφήματος εκ μέρους του Clemenceau και αποδέκτη τον Franchet d’ Espèrey, με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου, όπου ο Γάλλος πρωθυπουργός επιφυλάσσεται να στείλει νέες οδηγίες κατόπιν συνεννοήσεως με τους υπόλοιπους Συμμάχους. Στο ίδιο τηλεγράφημα δεν παραλείπει να…συγχαρεί τον στρατηγό για την υπογραφή της ανακωχής και να τον ενημερώσει για την επικείμενη παρασημοφόρησή του!²⁸ Πρόκειται, πιθανότατα, για άλλοθι έναντι των Συμμάχων, καθώς η συναίνεση στις προτάσεις του  Franchet d’ Espèrey, δυο μέρες νωρίτερα, είχε πραγματοποιηθεί δίχως τη συγκατάθεση των τελευταίων. Όπως και να έχει το ζήτημα, στη Θεσσαλονίκη τα πάντα ήταν έτοιμα όταν, στις 16.00 μ.μ. της 28ης Σεπτεμβρίου κατέφθασε η Βουλγαρική αντιπροσωπεία. Στελέχη της ήταν ο υπουργός Οικονομικών  Liaptchev, ο στρατηγός Lukov, διοικητής της ΙΙης Στρατιάς, ο πληρεξούσιος υπουργός Radev και δυο αξιωματικοί. Χρειάστηκαν μόλις τρεις συνεδριάσεις κατά την επόμενη μέρα, 29 Σεπτεμβρίου, προκειμένου να συνταχθεί η τελική πράξη της ανακωχής. Υπογράφηκε στις 23.00 μ.μ. με έναρξη ισχύος την 30ή Σεπτεμβρίου 1918 στις 12 το μεσημέρι.²⁹

Θεσσαλονίκη, 28 Σεπτεμβρίου 1918. Άφιξη του στρατηγού Lukov.

Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν σφαιρικά. ³º Οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι. Η όλη διαδικασία λειτουργούσε στη συνείδηση των Συμμάχων ως προπομπός των όσων ανέμεναν πως θα  ακολουθούσαν αργότερα, με τα σύμμαχα κράτη της Βουλγαρίας. Δεν ήταν, επομένως, προς το συμφέρον τους να δουν τις συνομιλίες να ναυαγούν από λάθος ή εξαιτίας επίδειξης αδιαλλαξίας. Αντίθετα, η ευόδωση των διαπραγματεύσεων πίστευαν ότι θα είχε μεταδοτική επίδραση πάνω στις κυβερνήσεις των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Αν μη τι άλλο, θα τις θορυβούσε. Κατά δεύτερο λόγο, το είδος των σχέσεων της διασυμμαχικής στρατιωτικής διοίκησης της Θεσσαλονίκης με τις Βουλγαρικές αρχές δεν μπορούσε κατά κανένα τρόπο να αντιπαραβληθεί με το πνεύμα, το οποίο χαρακτήριζε τις διμερείς Γαλλο-Γερμανικές ή Αυστρο-Ιταλικές σχέσεις. Ενδεχομένως το κλιμα να ήταν πιο βεβαρυμένο εάν στις διαπραγματεύσεις συμμετείχαν εκπρόσωποι της Ελλάδας και της Σερβίας, κάτι που, όμως, δεν συνέβη τελικά. Η υποδοχή εκ μέρους του  Franchet d’ Espèrey είναι παραπάνω από τυπική. Στην εναρκτήρια παρέμβασή του δεν κρύβει την ικανοποίησή του για την επιλογή της Βουλγαρικής κυβέρνησης, υπογραμμίζοντας πως η στάση της τελευταίας υπήρξε ανέκαθεν “έντιμη έναντι των Γάλλων”. Αυτές οι φιλοφρονήσεις συνοδεύονταν, πάντως, και από απειλές: η Βουλγαρία δεν είχε άλλη επιλογή εάν επιθυμούσε να αποφύγει την εισβολή, την κατάληψη του εθνικού της εδάφους και την επιβολή μιας νέας κυβέρνησης. Βρισκόταν κυριολεκτικά στο έλεος του νικητή. Η δευτερεύουσα συμβολή της στον πόλεμο επέτρεπε να της επιδειχθεί κάποιο είδος επιείκιας, μόνο και μόνο προκειμένου οι Σύμμαχοι να εξοικονομήσουν δυνάμεις αποφεύγοντας μια παράταση των εχθροπραξιών μαζί της. Κυρίως όμως, ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης κάθε άλλο παρά ήταν διατεθειμένος να παρασυρθεί από την επιδέξια διαλεκτική των συνομιλητών του.

Πράγματι, ο Liaptchev ξεδίπλωσε ολόκληρη επιχειρηματολογία με επίκεντρο την επάνοδο της Βουλγαρίας σε καθεστώς ουδετερότητας. Η χώρα θα επέστρεφε στα προ του πολέμου σύνορά της, επιτρέποντας τη διάβαση από το έδαφός της των Συμμαχικών στρατευμάτων. Σκοπός ήταν, σε ένα δεύτερο στάδιο η πράξη της ανακωχής να μεταλλαχθεί σε πραγματική ανατροπή των συμμαχιών. “Πρακτικά, γινόμαστε σύμμαχοί σας”, υποστήριξε. Ο  Franchet d’ Espèrey διέκρινε την παγίδα. Η Βουλγαρία είναι ηττημένη και οφείλει να πληρώσει. Εάν επιθυμούσε ειλικρινά να τηρήσει στάση ουδετερότητας, για ποιό λόγο δεν το είχε πράξει πριν από τις 15 Σεπτεμβρίου; Εξακολουθεί δε  να παραμένει στρατιωτική ζώνη. “Ούτε ουδέτεροι, ούτε σύμμαχοι. Είστε ηττημένοι”. Ο  Liaptchev αναγκάζεται να το παραδεχθεί. Οι διαπραγματευτικοί του ελιγμοί δεν θα τραβήξουν σε μάκρος. Το μόνο, που ενδεχομένως πέτυχαν, είναι κάποια ανεπαίσθητη μείωση τις πίεσης ως προς το περιεχόμενο των διατάξεων της ανακωχής.

Όταν οι συνομιλίες στράφηκαν στο ζήτημα της αποστράτευσης και της άμεσης εκκένωσης των Σερβικών και Ελληνικών εδαφών,  ο στρατηγός Lukov ζήτησε την παραμονή υπό τα όπλα του συνόλου των μονάδων του Βουλγαρικού ιππικού. Ήταν ο μόνος τρόπος, υποστήριξε, προκειμένου η χώρα του να μπορέσει να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο επίθεσης από τον Οθωμανικό στρατό, καθώς το τουρκικό επιτελείο είχε συγκεντρώσει δύναμη 100.000 ανδρών βορείως της Αδριανούπολης. Ειδάλλως, αργά ή γρήγορα, τις δυνάμεις αυτές θα καλούνταν να αντιμετωπίσουν οι ίδιοι οι Σύμμαχοι. Από την άλλη πλευρά, μια πλήρης αποστράτευση και εκκένωση των Σερβικών εδαφών θα ενθάρρυνε Γερμανούς και Αυστριακούς να επεκτείνουν την κατοχή τους σε περιοχές, οι οποίες θα παρέμεναν άνευ προστασίας, καθώς τα Συμμαχικά στρατεύματα βρίσκονταν ακόμη σε μεγάλη απόσταση από αυτές. Πρόκειται για ένα επιχείρημα, το οποίο δεν στερείται λογικής. Ο Franchet d’ Espèrey αντέδρασε ακαριαία. Τρια σώματα Βουλγαρικού ιππικού θα παρέμεναν σε επιφυλακή πλησίον των συνόρων με την Τουρκία. Η ΧΙη Γερμανική Στρατιά, η οποία είχε πολεμήσει στο πλευρό των Βουλγάρων, επρόκειτο να αφοπλιστεί και να αιχμαλωτιστεί. Οι διπλωματικοί και προξενικοί υπάλληλοι της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας, καθώς και όλοι οι υπήκοοι των δυο παραπάνω χωρών θα είχαν διορία τεσσάρων εβδομάδων, προκειμένου να αποσυρθούν. Πρόκειται για το άρθρο 7 της πράξης ανακωχής, το οποίο πλαισιώνεται από μια μυστική διάταξη: την πλήρη διακοπή κάθε είδους σχέσεων της Βουλγαρίας με τους μέχρι τούδε συμμάχους της. Πρόκειται για καλυμμένη διακοπή διπλωματικών σχέσεων, διχως να απαιτείται η ανάκληση των διαπιστευμένων εκπροσώπων.

Η παράδοση του πολεμικού υλικού ενεργοποίησε νέο γύρο θρήνων εκ μέρους του  Liaptchev, ο οποίος θεώρησε τις διατάξεις αυτές ως σκλήρυνση των όρων της ανακωχής, με συνακόλουθο τον κίνδυνο πρόκλησης ταραχών στη Σόφια και εισβολής της χώρας από τα στρατεύματα του Mackensen. Το όλο πρόβλημα τέθηκε με αφορμή την παράδοση, στους Έλληνες, του υλικού του, έγκλειστου στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας,  Δ΄ Σώματος Στρατού. Από το παραπάνω υλικό είχε παραμείνει στα χέρια των Βουλγάρων ο βαρύς οπλισμός. Ο  Franchet d’ Espèrey υπήρξε ανένδοτος και οι συζητήσεις περιορίστηκαν, μοιραία, στην επιλογή των σημείων εκείνων, κοντά στα σύνορα, όπου θα συντελείτο η παράδοση.

Μέλη της Βουλγαρικής αντιπροσωπείας. Στο κέντρο διακρίνεται ο Andrei Liaptchev.

Ένα θέμα, το οποίο απασχολούσε σοβαρά τους Βούλγαρους εντεταλμένους, ήταν η προοπτική μιας στρατιωτικής κατοχής της χώρας τους. Για τον  Franchet d’ Espèrey κάτι τέτοιο δεν ήταν αυτοσκοπός. Εκείνο, που τον ενδιέφερε ήταν η εξασφάλιση επιχειρησιακών βάσεων για τα Συμμαχικά στρατεύματα. Επομένως, συνόδευσε την κατ αρχήν απαίτηση περί στρατιωτικής κατοχής, με την απαρίθμηση των μέτρων εκείνων, τα οποία θα καθιστούσαν την τελευταία λιγότερο επαχθή. Συγκεκριμένα, επικέντρωσε την πίεσή του στην πλήρη θέση υπό έλεγχο του σιδηροδρομικού δικτύου καθώς και ορισμένων σημείων της Βουλγαρικής επικράτειας με στρατηγική αξία. Στόχος ήταν η διασφάλιση της δυνατότητας διάβασης των Συμμαχικών στρατευμάτων προς βορρά και προς ανατολάς, καθώς και η απρόσκοπτη μεταφορά τους δια μέσου της χώρας. Ο διπλωμάτης Radev πρότεινε απλή άσκηση ελέγχου επί του σιδηροδρομικού δικτύου. Δίχως να απορρίψει την προοπτική της κατάληψης των στρατηγικών σημείων από τους Συμμάχους, ζήτησε να εξαιρεθεί η Ελλάδα από το μέτρο αυτό. Ο   Franchet d’ Espèrey αρνήθηκε μια διάκριση τέτοιου είδους. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, που έδειξε να χάνει την αυτοκυριαρχία του. Πόσο μάλλον που το συγκεκριμένο επιχείρημα του Radev πλαισιώθηκε από τον ελιγμό να εμφανιστεί η Βουλγαρία ως ουδέτερη. Ο ανώτατος διοικητής του Θεάτρου της Θεσσαλονίκης δήλωσε πως οι Σύμμαχοι είναι “ένα σύμπλεγμα ελεύθερων λαών” και όχι “μια συμμορία δουλοπρεπών” όπως οι Κεντρικές Δυνάμεις. Ως εκ τούτου, Έλληνες και Σέρβοι θα συμμετείχαν επί ίσοις όροις στο ζήτημα της στρατιωτικής κατοχής.

Η ανακοίνωση της ανακωχής στο γαλλικό τύπο

Το όλο θέμα αναβλήθηκε για την απογευματινή συνεδρίαση της 29ης Σεπτεμβρίου. Ο λόγος ήταν η αναζήτηση μιας φόρμουλας, υπό την μορφή μιας μυστικής προσθήκης στο τελικό κείμενο, που να καθησυχάζει τους φόβους των Βουλγάρων για ξέσπασμα εσωτερικών ταραχών ή, ακόμη, και για μια δυναμική αντίδραση εκ μέρους της Γερμανίας. Στη δημοσιοποιημένη σύμβαση δεν θα γινόταν χρήση του όρου  “στρατιωτική κατοχή”, παρά το γεγονός ότι θα υπήρχε τέτοια κατοχή, περιορισμένη στα στρατηγικά σημεία, ως εγγύηση για την πιστή εκτέλεση των συμβατικών δεσμεύσεων. Θα απαγορευόταν στις αρχές κατοχής η χρήση κατασταλτικών μέτρων ή το δικαίωμα προσφυγής σε αυθαίρετες επιτάξεις, με βάση μια διατύπωση, η οποία άφηνε ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα για διαφορετικές, μεταξύ τους, ερμηνείες. Στην πόλη της Σόφιας δεν επρόκειτο να επιβληθεί στρατιωτική κατοχή, παρά μόνο εφόσον το απαιτούσαν οι συνθήκες. Στο μυστικό παράρτημα της σύμβασης ανακωχής, απαριθμούνταν όλα τα δίκτυα συγκοινωνιών, επικοινωνιών και κοινής οφέλειας, τα οποία επρόκειτο να τεθούν υπό Συμμαχικο έλεγχο: οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, ταχυδρομεία, τηλεπικοινωνίες και δίκτυο ύδρευσης. Τα πλοία των Συμμάχων και των ουδετέρων κρατών θα  έκαναν ελεύθερη χρήση των λιμενικών εγκαταστάσεων (το σημείο αυτό συμπεριλήφθηκε στο μυστικό παράρτημα εξαιτίας της εγγύτητας με το τουρκικό μέτωπο). Ωστόσο, το κείμενο δεν προβαίνει σε λεπτομερείς περιγραφές: ο τρόπος χρήσης π.χ. των σιδηροδρόμων, του μακρόθεν σημαντικότερου από τα παραπάνω δίκτυα, θα αποτελούσε αντικείμενο μελλοντικών διαπραγματεύσεων με τις Βουλγαρικές αρχές. Με τον τρόπο αυτό, αποφεύχθηκαν άσκοπες καθυστερήσεις στην όλη διαδικασία υπογραφής της ανακωχής, μιας πράξης, την οποία αποζητούσαν, σε τελευταία ανάλυση, αμφότερα τα μέρη.

Τηρουμένων των αναλογιών, οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές για τη Βουλγαρία. Οι όροι της ανακωχής αποτελούσαν το λιγότερο, που μπορούσε να απαιτήσει κανείς από αυτήν. Το μελλον διαγραφόταν ανοικτό, καθώς τίποτε δεν προδιέγραφε, για την ώρα, τις προθέσεις των νικητών σχετικά με το περιεχόμενο της μελλοντικής Συνθήκης Ειρήνης, με εξαίρεση την αποκατάσταση των συνόρων με τη Σερβία και με την Ελλάδα, έτσι όπως αυτά είχαν πριν από την παρέμβαση της Βουλγαρίας στον πόλεμο. Κατά τα άλλα, η ανακωχή ήταν στρατιωτικής και μόνο φύσεως. Επιπρόσθετα, η γεωπολιτική της αξία, μόνο πλεονεκτήματα της εξασφάλιζε προς ανατολάς. Οι Σύμμαχοι προσέβλεπαν στη χρήση του εδάφους της. Δεν είχαν ανάγκη από την ίδια. Η χρήση αυτή ήταν δυνατό να εξασφαλιστεί δίχως την ενεργό συνδρομή της χώρας, εάν χρειαζόταν δε, ακόμα και ενάντια στη θέλησή της. Το ίδιο, ουσιαστικά, είχαν πράξει τρία χρόνια νωρίτερα οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες, αντικειμενικός στόχος των οποίων ήταν ο πλήρης έλεγχος των δυο στρατηγικής σημασίας οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων προς βορρά (Ρουμανία) και προς τα νοτιοανατολικά (Κωνσταντινούπολη). Οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι του συνασπισμού της Συνεννοήσεως επέδειξαν ανάλογη μετριοπάθεια. Ο Αλέξανδρος της Σερβίας και ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατέστησαν σαφές προς τον  Franchet d’ Espèrey πως δεν σκόπευαν να επιμείνουν σε μια στρατιωτική κατάληψη της Σόφιας, αλλά ούτε και να συμμετάσχουν στον έλεγχο των στρατηγικών σημείων.³¹ Άλλωστε, αυτή ήταν και η επιθυμία του στρατηγού, παρά τις δηλώσεις του περί ισότιμης συμμετοχής των Συμμάχων. Το συμφέρον καθώς και η κοινή λογική υπαγόρευαν ότι η Βουλγαρία δεν έπρεπε να υποστεί άσκοπη ταπείνωση πληρώνοντας το τίμημα της ήττας. Το Παρίσι εξέπεμπε στο ίδιο μήκος κύματος. Ο Clemenceau τηλεγράφησε προς τη Θεσσαλονίκη πως η ελληνική στρατιωτική παρουσία έπρεπε να περιοριστεί στα εδάφη εκείνα, τα οποία ανήκαν προπολεμικά στην Ελλάδα. Το ίδιο θα ίσχυε, αντίστοιχα, και για τους Σέρβους. Ο  Franchet d’ Espèrey ήταν εκείνος, ο οποίος θα όριζε τις συνθήκες της στρατιωτικής κατοχής του υπόλοιπου εδάφους, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά στρατεύματα ανήκοντα στη Συνεννόηση. Μόνο έτσι ήταν δυνατό να αποσοβηθούν εθνοτικές συγκρούσεις, αλλά και μια αρνητική αντίδραση της Βουλγαρικής κοινής γνώμης σε βάρος των Συμμάχων. “Εννοείται πως δεν πρέπει σε καμία στιγμή και με κανένα τρόπο να παρέμβετε στις εσωτερικές υποθέσεις της Βουλγαρίας, παρά μόνο αν κάτι τέτοιο θεωρηθεί απαραίτητο για στρατιωτικούς λόγους”, συνέχιζε το τηλεγράφημα. Αλλά ακόμα και ως προς αυτό, το Παρίσι έπρεπε να τηρηθεί ενήμερο εγκαίρως.³² Με άλλα λόγια, ο Clemenceau εξουδετέρωνε προληπτικά οποιαδήποτε ενδεχόμενη πρόθεση του στρατηγού να συμπεριφερθεί ως ανθύπατος. Ούτε ήταν σκοπός να προκριθεί το πολιτικό μέλλον της χώρας. Οι Σύμμαχοι δεν επιθυμούσαν να εκμεταλλευθούν προς όφελός τους τις υπάρχουσες ενδοκυβερνητικές τριβές. “Στόχος μας δεν είναι να προκαλέσουμε μια επανάσταση, ούτε καν ταραχές, αλλά ούτε και να προωθηθούμε περισσότερο εντός της Βουλγαρικής επικράτειας”³³. Απόλυτα κατανοητό εφόσον το ζητούμενο ήταν απλώς η χρήση του εδάφους της για περαιτέρω επιχειρήσεις προς τα βόρεια και τα νοτιοανατολικά. Τελικά, οι ίδιοι οι Βούλγαροι διευκόλυναν τις εξελίξεις κατά τη διάρκεια της κρίσιμης μεταβατικής περιόδου. Ο τσάρος Φερδινάνδος, αφού προηγουμένως εξέτασε το ενδεχόμενο ενός πραξικοπήματος με τη συνδρομή της Γερμανίας, παραιτήθηκε από το αξίωμά του στις 3 Οκτωβρίου, προς όφελος του διαδόχου Βόριδος του Γ΄. Πρόκειται για μια ενέργεια, η οποία επέφερε κάποια εκτόνωση στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συνταγματάρχη Trousson, ο οποίος είχε σταλεί στη Σόφια προκειμένου να επιβλέψει την ορθή εφαρμογή των όρων της ανακωχής, όσον καιρό ο πόλεμος εμαίνετο στα σύνορα της χώρας, κυρίως δε όσο τα γερμανικά στρατεύματα δεν είχαν εκκενώσει πλήρως το Βουλγαρικό έδαφος, η κατάσταση παρέμενε ρευστή: “Οι Βούλγαροι παλινδρομούν ανάμεσα στον φόβο που τους εμπνέουν οι Γερμανοί και τη διάθεση να συγχωρεθούν από την Αντάντ”.³⁴ Εξ ου και η αμοιβαία σχετική ευκαμψία, η οποία διέκρινε τις διμερείς γαλλο-βουλγαρικές σχέσεις, τόσο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, όσο και κατά τις αμέσως επόμενες εβδομάδες. Πάντως, ο χρόνος κυλά εις βάρος της Βουλγαρικής πλευράς, η οποία δεν διαθέτει απολύτως καμιά εναλλακτική λύση. Αντίθετα, τίποτα δεν εμποδίζει τους Συμμάχους από το να επιβάλλουν έναν ακόμα πιο ανισομερή    συσχετισμό δυνάμεων. “Θα μπορούμε να επανέλθουμε δριμύτεροι αργότερα” επισημαίνει ο  Franchet d’ Espèrey την επομένη της υπογραφής της ανακωχής.³⁵

Salonika – Away from the Western Front

Αναμνηστικό γραμματόσημο, το οποίο κυκλοφόρησε το 1968 τιμώντας την πεντηκοστή επέτειο της υπογραφής της ανακωχής της Θεσσαλονίκης.

Εκείνο που επείγει, για την ώρα, είναι η άμεση επαναλειτουργία της σιδηροδρομικής γραμμής Νίς-βουλγαροτουρκικής μεθορίου μέσω Σόφιας και Αδριανούπολης στον βορρά και μέσω Θεσσαλονίκης στο νότο. Τα παραπάνω, βεβαίως, με την προοπτική μιας επίθεσης κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Θράκη, με ανάπτυξη χερσαίων και ναυτικών δυνάμεων καθώς και τη δημιουργία μιας βάσης ανεφοδιασμού και αποβίβασης στρατευμάτων στο λιμάνι του Δεδεαγάτς. Η Τουρκία θεωρείται εύκολος αντίπαλος, ευρισκόμενη στα όρια αντοχής. Όμως, αυτό ισχύει στο μέτωπο της Εγγύς Ανατολής, όπου οι Βρετανοί ασκούν τον πλήρη έλεγχο. Έχουν εκχωρήσει στους Γάλλους την αρμοδιότητα των διαπραγματεύσεων με τη Βουλγαρία με λευκή επιταγή. Θεωρούν αυτονόητη μια αμοιβαιότητα στο ζήτημα της υπογραφής ανακωχής με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στο σημείο αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε την υπέρμετρη ματαιοδοξία των αξιώσεών τους. Πρόκειται για κάτι, που θα ενεργοποιήσει την ανάγκη δημιουργίας μιας ενοποιημένης Συμμαχικής στρατιωτικής διοίκησης. Το όλο πρόβλημα θα εξομαλυνθεί στα υπόλοιπα μέτωπα εν όψει της ανακωχής με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες. Θα τεθεί, πάντως, με αφορμή τις αγγλοτουρκικές διαπραγματεύσεις, που θα οδηγήσουν στην υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου.

Μπορεί η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η κεντρική διοίκηση να βρίσκονται στην ευρωπαϊκή Τουρκία, σε εξάρτηση, τρόπον τινα, από το Βαλκανικό Μέτωπο, όμως ο πόλεμος, τον οποίο διεξάγει νικηφόρα ο στρατηγός Allenby, συνεπικουρούμενος από τον αραβικό στρατό του πρίγκηπα Fayçal, λαμβάνει χώρα στα ασιατικά εδάφη της αυτοκρατορίας. Εκεί ασκείται η αποφασιστική πίεση σε βάρος της Υψηλής Πύλης. Ωστόσο, η Συρία βρίσκεται μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Με την απόσυρση δε της Βουλγαρίας από τον πόλεμο, η πρωτεύουσα βρίσκεται ξαφνικά υπό την άμεση απειλή της Συμμαχικής Στρατιάς της Ανατολής. Μια απειλή, που πρέπει να λάβει σάρκα και οστά μέσω μιας επίθεσης ικανής, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Clemenceau στις οδηγίες της 7ης Οκτωβρίου προς τον Franchet d’ Espèreyνα απομονώσει την Τουρκία και να την εξαναγκάσει, με τη σειρά της, σε υπογραφή ανακωχής”.³⁷ Συνεπώς, τόσο σε επίπεδο σχεδιασμού όσο και εκτέλεσης, η όλη επιχείρηση ενέπιπτε στην αρμοδιότητα των Γάλλων, κατά το πρότυπο εκείνης της Μακεδονίας. Πέραν από τα Γαλλικά, Σερβικά, Ελληνικά και Ιταλικά στρατεύματα, ο  Franchet d’ Espèrey ασκεί την ανώτατη διοίκηση και επί των τριών Βρετανικών Μεραρχιών του στρατηγού Milne. Με τη διαταγή, την οποία εξέδωσε στις 5 Οκτωβρίου, ο διοικητής του μετώπου διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος από τις  Βρετανικές δυνάμεις στον Σερβικό τομέα των επιχειρήσεων. Αντίθετα, στο νεοπαγές Μέτωπο της Θράκης, πέραν από την 122α Γαλλική Μεραρχία Πεζικού, μεταφέρθηκε μόνο μια αντίστοιχη Βρετανική (η 22α). Το γενικό πρόσταγμα ανήκε εκ νέου στους Γάλλους και συγκεκριμένα στον στρατηγό Anselme.³⁸ Αποστολή του τελευταίου, ήταν ο από ξηράς έλεγχος της εισόδου των Στενών και της Θάλασσας του Μαρμαρά, ενόψει μιας προώθησης του Συμμαχικού στόλου έως την Κωνσταντινούπολη. “Πρόκειται για μια επιχείρηση, που προβλέπεται να τραβήξει σε μάκρος”, εκτιμούν στο Παρίσι.³⁹ Όταν, ξαφνικά, έφτασε από τη γαλλική πρωτεύουσα η διαταγή, που ανέθετε τη διοίκηση του Θρακικού Μετώπου στον στρατηγό Milne, με όλα τα απαραίτητα μέσα ούτως ώστε να φέρει εις πέρας την επίθεση. Πρόκειται για μια απόφαση, που υπαγορεύτηκε από πολιτικά κριτήρια και έναντι της οποίας ο  Franchet d’ Espèrey δεν μπορούσε να πράξει το παραμικρό, παρά μόνο να εκφράσει την εκτίμηση ότι μια αλλαγή διοίκησης του είδους αυτού “θα καθυστερούσε μοιραία την εκτέλεση του όλου σχεδίου”.⁴⁰ Ελήφθη από τις κυβερνήσεις των τριών χωρών της Συνεννοήσεως και μέσω αυτής επιβεβαιώνεται η πρωτοκαθεδρία της Βρετανίας στους κόλπους του συνασπισμού, σε οτιδήποτε άπτεται των υποθέσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Μεταξύ 6 και 9 Οκτωβρίου 1918 συνήλθε στο Παρίσι το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο. Ο David Lloyd George κατέστησε σαφή την πρόθεσή του να αποσύρει από τα Βαλκάνια τα ευρισκόμενα υπό Γαλλική διοίκηση Βρετανικά στρατεύματα, ειδικότερα εκείνα, που προορίζονταν για τις επιχειρήσεις κατά της Κωνσταντινούπολης. Επρόκειτο για μια έκφραση δυσαρέσκειας καθώς, παρά τη σημαντική συμβολή τους στο Θέατρο Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης από τη διάνοιξη του τελευταίου, το 1915, και κατόπιν, και ενόψει της τελικής έκβασης, “ουδέποτε σχεδόν τα Βρετανικά στρατεύματα ελήφθησαν σοβαρά υπόψιν”. Ο Franchet d’ Espèrey είχε ενεργήσει περισσότερο ως πολιτικός και λιγότερο ως διοικητής ενός διασυμμαχικού εκστρατευτικού σώματος, σε αντιδιαστολή με τον ομόλογό του Ferdinand Foch στο Δυτικό Μέτωπο. Ανάλογη θέση υποστήριξε και ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Sidney Sonnino σχετικά με την προέλαση των Γαλλικών στρατευμάτων εντός του Αλβανικού εδάφους. Η προέλαση αυτή προσέβλεπε σε πολιτικά οφέλη, από τη στιγμή που, από επιχειρησιακής απόψεως, ο συγκεκριμένος τομέας του μετώπου είχε από κοινού συμφωνηθεί ότι ανήκε στη δικαιοδοσία των Ιταλών. Έχοντας αιφνιδιαστεί από τη διπλή επίθεση, την οποία υπέστη, ο Clemenceau υπαναχώρησε, υποστηρίζοντας πως η επίθεση κατά της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν παρά “ένα απλό σχέδιο ευρισκόμενο σε προκαταρκτικό στάδιο”, ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ενεργοποιηθεί εφόσον δεν έχαιρε της ομόφωνης στήριξης των τριών κυβερνήσεων, τέλος, πως ήταν πολύ εύκολο να εγκαταλειφθεί.

Υπό τις παραπάνω, επομένως, συνθήκες συντάχθηκε το περίφημο τηλεγράφημα, το οποίο προέβλεπε τη συγκέντρωση των Βρετανικών στρατευμάτων στη Θράκη, την ανάθεση της διοίκησης του τομέα στον στρατηγό Milne και την απόσυρση των Γαλλικών δυνάμεων από το Αλβανικό έδαφος. Στο εξής, τον πρώτο λόγο στην Ανατολή θα έχουν οι Βρετανοί, στον Βορρά οι Γάλλοι και στη Δύση οι Ιταλοί.⁴¹ Πρόκειται για μια λογιστική αναπροσαρμογή, η οποία δικαίωνε τη Μεγάλη Βρετανία.  Επιπρόσθετα ενίσχυε την εξίσου δίκαιη προσδοκία της να είναι εκείνη, που θα διαπραγματευόταν, εξ ονόματος των Συμμάχων, τους όρους της ανακωχής με τους Οθωμανούς. Τέλος, ενίσχυε την εικόνα της και ως ναυτικής δύναμης. Κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι τουρκικές βολιδοσκοπήσεις για σύναψη ανακωχής προήλθαν τελικά από τη θάλασσα και όχι από την ξηρά, όπως αναμενόταν.

Το HMS Agamemnon, επί του οποίου υπογράφηκε η ανακωχή με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον όρμο του Μούδρου.

Οι διατάξεις του αγγλο-γαλλικού συμφώνου του 1915, όριζαν, σε ό,τι αφορά τη διεύθυνση των ναυτικών επιχειρήσεων της Μεσογείου, πως ο ανώτατος διοικητής θα ήταν Γάλλος (επρόκειτο για τον ναύαρχο Gauchet, εγκατεστημένο στην Κέρκυρα), όπως, άλλωστε, και ο ομόλογός του για τις χερσαίες επιχειρήσεις, με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Από το παραπάνω σχήμα εξαιρείτο το Αιγαίο Πέλαγος, το οποίο καταχωρίστηκε στους Βρετανούς (ναύαρχος Seymour, με έδρα τη Λήμνο)⁴². Συνεπώς, οι Γάλλοι ήταν ιεραρχικά αρμόδιοι να υποδεχθούν, εκείνοι, τους απεσταλμένους της Υψηλής Πύλης και να διαπραγματευτούν μαζί τους για τις επιχειρήσεις σε ξηρά και θάλασσα. Όμως, αυτή η κατανομή ευθυνών δεν ανταποκρινόταν με τον πραγματικό συσχετισμό των ισορροπιών στο Αιγαίο. Στις 3 Οκτωβρίου, ο ναύαρχος Arthur Calthorpe διατάχθηκε από την κυβέρνηση του Λονδίνου να μεταβεί στον όρμο του Μούδρου, στη Λήμνο, προκειμένου να διαπραγματευθεί με τους Τούρκους τους όρους της ανακωχής. Έφθασε επιτόπου δέκα ημέρες αργότερα, στις 13 του μηνός. Παρόλες τις διαμαρτυρίες του υπουργείου Ναυτικών και της κυβέρνησης, στο Παρίσι, οι Βρετανοί είχαν θέσει τους συμμάχους τους προ τετελεσμένου.

Στις 2 Οκτωβρίου 1918, λιγότερο από τρία εικοσιτετράωρα έπειτα από την υπογραφή της ανακωχής με τη Βουλγαρία, επιχειρήθηκε, από την πλευρά της Υψηλής Πύλης, μια πρώτη (έμμεση) κρούση. Ο βαλής της Σμύρνης φαίνεται πως είχε βολιδοσκοπήσει τους Συμμάχους, προκειμένου να παραδώσει την πόλη. Αυτή, τουλάχιστον, υπήρξε η αρχική εκτίμηση του διαβήματος. Η πληροφορία είχε ως προέλευση την Αθήνα. Πρώτοι ενημερώθηκαν οι Ιταλοί, οι οποίοι έσπευσαν να την κοινοποιήσουν στους υπόλοιπους Συμμάχους. Ανάλογες φήμες έφτασαν στις 6 Οκτωβρίου από τη Λέσβο στη Θεσσαλονίκη. Δυο εκπρόσωποι του βαλή κατέφθασαν εκεί με μια ατμάκατο, φέρουσα λευκή σημαία. Ζήτησαν να οδηγηθούν, δίχως χρονοτριβή, στη ναυτική διοίκηση της Λήμνου και από εκεί στη Βρετανική πρεσβεία της Αθήνας. Ο πρεσβευτής της Γαλλίας στην ελληνική πρωτεύουσα, Robert de Billy, επιβεβαιώνει το γεγονός στα κρυπτογραφήματα, που αποστέλλει προς το Παρίσι. Παραμένει, ωστόσο, επιφυλακτικός. Μήπως πρόκειται για κάποιου είδους σκευωρία; Ο φερόμενος ως εντολοδόχος, Rahmi μπέης, είναι ορκισμένος εχθρός του Μεγάλου Βεζύρη και πρώην υπουργού Εσωτερικών, Talaat. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως η πρωτοβουλία του προσβλέπει σε δημιουργία κλίματος αμφισβήτησης στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο και (γιατί όχι) σε ανατροπή της κυβέρνησης Talaat. Ως βάση διαπραγμάτευσης προτείνει την απόσυρση από τα αραβικά εδάφη της Μέσης Ανατολής και από την Αρμενία, την επάνοδο στα τουρκο-βουλγαρικά σύνορα του 1911, την ελεύθερη ναυσιπλοία τα Στενά, όπου θα διατηρούνταν τα οχυρωματικά έργα.⁴⁴

Οι πραγματικοί όροι της ανακωχής συντάχθηκαν μεταξύ 6 και 9 Οκτωβρίου στο Παρίσι, από τους πρωθυπουργούς και υπουργούς Εξωτερικών των κρατών της Συνεννοήσεως.⁴⁵ Σε δυο περιπτώσεις, στις 6 και 8, ο Lloyd George ενημέρωσε τους συνομιλητές του για το διάβημα του Rahmi. Οι όροι, τους οποίους ο τελευταίος είχε προτείνει, απορρίφτηκαν ως απαράδεκτοι. Ουδεμία συνέχεια δόθηκε. Οι Σύμμαχοι δεν διαπραγματεύονταν με πρόσωπα μη εξουσιοδοτημένα. Ο σουλτάνος Mehmet ΣΤ΄, είχε διαμηνύσει, μέσω του ιδίου διαύλου επικοινωνίας, ότι, ουσιαστικα, δεν έθετε παρά δυο, μονάχα, όρους: την ανεξαρτησία της χώρας και τη διατήρησή του στον θρόνο.⁴⁶ Χρήσιμες ενδείξεις για τη συνέχεια, που, όμως, άπτονται της Συνθήκης Ειρήνης και όχι μιας απλής πράξης ανακωχής. Το ζητούμενο, για την ώρα, είναι η διακοπή των εχθροπραξιών, δίχως τη συμμετοχή (οφείλουμε να τονίσουμε) των ΗΠΑ. Όλοι οι υπόλοιποι αντιμετωπίζουν προκαταβολικά με δέος τη στιγμή, κατά την οποία ο Woodrow Wilson θα λάμβανε γνώση των μυστικών συμφωνιών της διετίας 1915-1917 περί μεταπολεμικού διαμελισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.⁴⁷ Στο κείμενο, που συνέταξε, και στο οποίο προσέδωσε τον χαρακτηρισμό του προσχεδίου, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο προσπέρασε με προσοχή τους παραπάνω σκοπέλους. Το κείμενο στάλθηκε προς  στρατηγούς και ναυάρχους για παρατηρήσεις επί του τεχνικού μέρους, προτού επιστρέψει στο Παρίσι για την τελική έγκριση. Συμπεριλάμβανε 25 άρθρα.⁴⁸

Η ποικιλία του περιεχομένου οφείλεται στην αχανή έκταση της Οθωμανικής επικράτειας. Οι διατάξεις ταξινομήθηκαν κατά γεωγραφική σειρά, ούτως ώστε να μην υπάρξει η παραμικρή υπόνοια για υπεκφυγή του αντιπάλου από την εφαρμογή των όρων. Το όλο πνεύμα παραπέμπει, ωστόσο, στην ανακωχή, που είχε συναφθεί, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, με τη Βουλγαρία. Η άμεση διακοπή των εχθροπραξιών ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με την παράδοση των στρατιωτικών μονάδων της Μέσης Ανατολής και της Τριπολίτιδας, εκείνη των πολεμικών πλοίων (άρθρα 16, 18 και 6), την αποχώρηση των Οθωμανικών στρατευμάτων από την Περσία, τον Καύκασο και την Κιλικία (άρθρα 11 και 16), την γενική αποστράτευση με μέριμνα για την ασφάλεια των συνόρων και την τήρηση της δημόσιας τάξης (άρθρο 5), τέλος, την στρατιωτική κατάληψη στρατηγικής σημασίας θέσεων όπως τα οχυρά των Στενών και οι σήραγγες του Ταύρου (άρθρα 1, 7 και 10). Η συνέχιση του πολέμου με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες επιβάλλει το άνοιγμα των Στενών και την ελεύθερη ναυσιπλοία στην περιοχή (άρθρα 1-3), τη διάθεση των λιμένων, των ναυπηγείων, των επικοινωνιών (τηλέγραφος και ασύρματος), την παράδοση του συνόλου του οπλισμού και εν γένει του πολεμικού υλικού, των υποδομών ανεφοδιασμού σε καύσιμα καθώς και των αποθεμάτων σε τρόφιμα (άρθρα 8, 9, 13, 14, 20 και 21). Όλοι οι υπήκοοι των Κεντρικών Αυτοκρατοριών έπρεπε να απελαθούν δίχως χρονοτριβή. Η Υψηλή Πύλη όφειλε να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με τους μέχρι τούδε συμμάχους της (άρθρα 19 και 23). To Σύμφωνο Ανακωχής προέβλεπε την άμεση αποφυλάκιση των αιχμαλώτων πολέμου, όχι όμως των Τούρκων (άρθρα 4 και 22), καθώς και εκείνη των Αρμενίων εγκλείστων. Σε περίπτωση εκδήλωσης ταραχών μέσα στην ίδια την Αρμενία, οι Σύμμαχοι θα προέβαιναν στην άμεση στρατιωτική της κατάληψη (άρθρα 4 και 24). Στις 2 Νοεμβρίου, τρεις μέρες μετά την υπογραφή, ο Βενιζέλος ζήτησε να συμπεριληφθούν στην κατηγορία των υπό απελευθέρωση πληθυσμών οι Έλληνες των δυτικών παραλίων της Μικράς Ασίας, οι οποίοι, κατόπιν πιέσεων της Γερμανίας, είχαν απελαθεί στα βάθη της Ανατολίας. Η συμπερίληψη της παραπάνω κατηγορίας στο κείμενο της τελικής πράξης δεν ήταν εφικτή εφόσον είχε προηγηθεί χρονικά η συνομολόγηση. Παρά ταύτα, οι διατάξεις της ανακωχής ίσχυσαν de facto και για τους Έλληνες απελαθέντες.⁴⁹

Ο έλεγχος των στρατηγικών θέσεων (Στενά, Ταύρος) διαθέτει μια διάσταση, η οποία ξεπερνά τη συγκυρία του πολέμου κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Σύμμαχοι σχεδίαζαν να θέσουν υπό έλεγχο τη σιδηροδρομική γραμμή μεταξύ των λιμένων Μπατούμ (Εύξεινος Πόντος) και Μπακού (Κασπία Θάλασσα). Με αυτή την προοπτική, προβλεπόταν η προώθηση Συμμαχικών στρατευμάτων και η στρατιωτική κατοχή των δυο αυτών περιοχών (άρθρα 12 και 15). Πρόκειται για έδαφος, το οποίο βρίσκεται εκτός τουρκικών συνόρων, κάτι που είχε επισημάνει προς το Foreign Office, ήδη από το 1916, και ο Sir Marc Sykes, τη στιγμή που υπέγραφε το γνωστό Σύμφωνο Sykes-Picot περί διαμελισμού της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.⁵⁰ Οι Τούρκοι είχαν εκμεταλλευτεί προς όφελός τους τη γενικότερη αστάθεια, που επικρατούσε σε αυτά τα δυο περιφερειακά εδάφη της Ρωσικής επικράτειας. Με τη συνδρομή των Αζέρων, κατέλαβαν, τον Σεπτέμβριο του 1918, την πόλη του Μπακού προχωρώντας σε εκτεταμένες σφαγές εις βάρος των εκεί Αρμενίων. Την ίδια περιοχή εποφθαλμιούν και οι Βρετανοί. Πρόκειται για ιδανικό ανάχωμα κατά της επέκτασης, προς νότο, της κομμουνιστικής απειλής.⁵¹ Μια διατήρηση της Οθωμανικής στρατιωτικής παρουσίας επιτόπου, εξυπηρετούσε το όλο σχέδιο. Για το λόγο αυτό, παρά τη συμπερίληψη στην τελική πράξη της ανακωχής, ειδικής διάταξης περί εκκένωσης της εν λόγω περιοχής από τα τουρκικά στρατεύματα, η κυβέρνηση του Λονδίνου δεν επέμεινε προς μια τέτοια κατεύθυνση. “Πρέπει να μεταχειριστούμε την Τουρκία λιγότερο σκληρά από ότι τη Βουλγαρία”, δήλωσε στις 4 Οκτωβρίου ο λόρδος Robert Cecil. Η ερμηνεία του Βρετανού υφυπουργού Εξωτερικών κοινοποιήθηκε άμεσα στον Μούδρο, όπου βρισκόταν ήδη ο ναύαρχος Calthorpe, αλλά και στο Παρίσι, όπου ο υπουργός Εξωτερικών Pichon, επιχειρεί εις μάτην να εκμαιεύσει μια εκπροσώπηση της χώρας του στις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία.

Στρατηγός Sir Charles Vere Townshend.
Ναύαρχος Sir Somerset Arthur Gough-Calthorpe.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 21 Οκτωβρίου, στον Μούδρο, έφτασε ένας νέος Τούρκος απεσταλμένος, ονόματι Tewfick μπέης. Συνοδευόταν από τον Βρετανό στρατηγό Sir Charles Townshend, ο οποίος, το 1916, είχε αιχμαλωτισθεί κατά τη διάρκεια της μάχης του Kut el Amara και ελευθερωθεί τώρα, ειδικά για την περίσταση. Δυο μέρες νωρίτερα, προτού αναχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη, είχε γίνει δεκτός σε ακρόαση από τον νέο πρωθυπουργό, Izzet πασά, πρώτιστη προτεραιότητα του οποίου ήταν να φέρει εις πέρας τις διαπραγματεύσεις περί ανακωχής. Ο Townshend είχε επίσης συνάντηση με τον υπουργό Ναυτικών Reouf μπέη. Αμφότεροι εξέφρασαν την ευχή να δουν την ειρήνη να αποκαθίσταται. Φθάνοντας στον Μούδρο, ο Βρετανός στρατηγός και ο Τούρκος απεσταλμένος συναντήθηκαν με δυο Γάλλους αξιωματικούς: τον υποναύαρχο Amet και τον πλοίαρχο Laurens. Στις 22 Οκτωβρίου, ο Tewfick πήρε τον δρόμο της επιστροφής για την Κωνσταντινούπολη μέσω Χίου και Σμύρνης. Η εικόνα, την οποία περιέγραψε ήταν ήδη γνωστή στους Συμμάχους. Οι οθωμανικές αρχές επιθυμούσαν να απαλλαγούν από την κηδεμονία της Γερμανίας. Ήταν αποφασισμένες να απαγορεύσουν τη διέλευση των Στενών στις μονάδες του Γερμανικού πολεμικού στόλου, που ναυλοχούσαν στην Κωνσταντινούπολη, εγκλωβίζοντας, με τον τρόπο αυτό, τις τελευταίες στον Εύξεινο Πόντο, πόσο μάλλον από τη στιγμή, που ο Συμμαχικός στόλος ετοιμαζόταν να διέλθει από τα Στενά.⁵³ Το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου έφθασαν στον Μούδρο οι πληρεξούσιοι της Υψηλής Πύλης για διενέργεια διαπραγματεύσεων. Επικεφαλής της αντιπροσωπείας ήταν ο υπουργός Ναυτικών Reouf μπέης. Τον πλαισίωναν ο Rechad Hikmi, υφυπουργός Εξωτερικών, και ο συνταγματάρχης Saadullah μπέης, εκπρόσωπος του Γενικού Επιτελείου.⁵⁴ Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν δίχως τη συμμετοχή των Γάλλων. Οι προσπάθειες των τελευταίων, μεταξύ 26 και 30 Οκτωβρίου, δεν ευοδώθηκαν. Η πληροφόρησή τους, ενόσω διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις, υπήρξε αποσπασματική. Ενημερώθηκαν για τους όρους της ανακωχής μόνο όταν, εκ των υστέρων, κλήθηκαν να συνυπογράψουν την τελική πράξη.⁵⁵

Στις 30 Οκτωβρίου 1918, ημέρα της υπογραφής, ο πρώτος από τους όρους της ανακωχής (διέλευση του Συμμαχικού στόλου από τα Στενά) υπαγορευόταν από στρατιωτικές σκοπιμότητες. Αντικειμενικός στόχος ήταν η εξουδετέρωση του Γερμανικού στόλου μέσα στη Μαύρη Θάλασσα. Ο τελευταίος αριθμούσε πέντε θωρηκτα τύπου Dreadnought, καθώς και το βαρύ καταδρομικό πρώην Goeben. Μαζί με τα πολεμικά του Οθωμανικού ναυτικού, που τα συνόδευαν, η όλη δύναμη ξεπερνούσε τις 20 μονάδες επιφανείας.⁵⁶ Ένας δεύτερος στόχος ήταν η διάνοιξη μιας οδού επικοινωνίας, δια θαλάσσης, με τη Ρουμανία. “Ωστόσο, τίθεται ένα θέμα γοήτρου, σχετικά με τη διέλευση των Στενών”, δήλωσε στις 30 Οκτωβρίου ο Clemenceau. Επιθυμία του Γάλλου πρωθυπουργού ήταν να εισέλθει ταυτόχρονα ο αγγλο-γαλλικός στόλος, και όχι, μάλιστα, ακολουθώντας τη βρετανική ναυαρχίδα. Η άφιξη και παρουσία του στόλου στην Κωνσταντινούπολη είχαν, επίσης, ύψιστη συμβολική σημασία. Παράλληλα, έπρεπε να τηρηθούν όλοι οι απαραίτητοι κανόνες ασφαλείας.

Οι συνθήκες διάπλου των Στενών από τα πλοία του Συμμαχικού στόλου προσδιορίστηκαν την 1η Νοεμβρίου. Θα εφαρμόζονταν “οι στοιχειώδεις κανόνες προτεραιότητας, που ίσχυαν σε περίπτωση εμπλοκής με ναυτικές δυνάμεις του αντιπάλου”. Η πρόταση του Λονδίνου προέβλεπε τη διάβαση από τον βρετανικό στόλο. Ο γαλλικός, θα ακολουθούσε με μια ώρα διαφορά. “Αδικαιολόγητη καθυστέρηση”, υπήρξε η απάντηση από πλευράς Παρισιού, στις 6 Νοεμβρίου. Η διέλευση έπρεπε να πραγματοποιηθεί ταυτόχρονα και με σχηματισμούς ίσης δυναμικότητας, οι οποίοι να εγγυώνται την ασφάλεια του στόλου. “Η γαλλική σημαία πρέπει να κυματίζει στον Κεράτειο κόλπο δίπλα στην αντίστοιχη βρετανική”. Γεγονός πάντως είναι πως έως ότου ολοκληρωθεί, τελικά, η αποστρατικοποίηση και η στρατιωτική κατοχή των Δαρδανελλίων και της Θάλασσας του Μαρμαρά, ο πόλεμος στο δυτικό μέτωπο είχε τερματιστεί. Συνεπώς, η επικείμενη προώθηση του στόλου έως την Κωνσταντινούπολη προσλάμβανε διαστάσεις νικηφόρου ναυτικής παρέλασης.

Βρετανικά στρατεύματα στη σημαιοστολισμένη με την γαλανόλευκη Κωνσταντινούπολη.

Στις 12 Νοεμβρίου, υπό εξαιρετικές καιρικές συνθήκες και με ταχύτητα δεκαπέντε κόμβων, ο  στόλος εισήλθε στα Στενά, επευφημούμενος από τα Βρετανικά στρατεύματα, που είχαν προηγουμένως απασφαλίσει τα οχυρά και παραταχθεί κατά μήκος και των δυο ακτών. Το πρωί της επομένης, 13 Νοεμβρίου, έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Η κάθε χώρα του συνασπισμού της Συνεννοήσεως, (Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία) συμμετείχε με δύναμη τριών θωρηκτών, τα οποία διασκορπίστηκαν στον Βόσπορο. Ο υπόλοιπος στόλος, υπό ελληνική διοίκηση, αγκυροβόλησε μπροστά από τον σιδηροδρομικό σταθμό Haydarpaşa . Οι οθωμανικές αρχές υπέβαλαν τα σέβη τους στον ναύαρχο Calthorpe. Ακούγοντας τον τελευταίο να διευκρινίζει πως δεν εκπροσωπούσε παρά μόνο τη Μεγάλη Βρετανία, ο υπουργός Ναυτικών  Reouf μπέης έσπευσε να στείλει αντιπροσώπους και στους Γάλλο και Ιταλό ναυάρχους. Με την παραπάνω πρωτοβουλία, ο Calthorpe φρόντισε να αποσοβήσει εγκαίρως άσκοπες αντιπαραθέσεις μεταξύ Συμμάχων, που πήγαζαν από λόγους γοήτρου και μόνο. Παρά ταύτα, ο Γάλλος ναύαρχος Amet, τον οποίο η κυβέρνηση του Παρισιού αναγόρευσε σε Ύπατο Αρμοστή, δεν έκρυβε την καχυποψία του για τον Βρετανό συνάδελφό του (“η εν γένει διαγωγή του Calthorpe επιβεβαιώνει την πρόθεσή του να καταστήσει τη Μεγάλη Βρετανία ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ανατολή”) αλλά ούτε και τον φθόνο του για τα μέσα, τα οποία ο τελευταίος είχε στη διάθεσή του: έναν υποναύαρχο, δυο ανώτατους διπλωμάτες και έναν δραγουμάνο. Το Παρίσι θα ανταποκριθεί άμεσα, στέλνοντας επιτόπου τρεις διπλωμάτες, έναν γενικό επιθεωρητή Οικονομικών, έναν μηχανικό του υπουργείου Δημοσίων Έργων, και έναν αντισυνταγματάρχη, με την ιδιότητα του διευθυντή της Régie des Tabacs, αποκαθιστώντας, έτσι, τη συνέχεια με την προπολεμική πραγματικότητα.⁵⁷ Η κυβέρνηση πράττει τα πάντα, προκειμένου να διασφαλιστεί μια ισοδύναμη παρουσία, ή, τουλάχιστον, να δοθεί η εντύπωση για κάτι τέτοιο. Το θέαμα δεν εγγυάται, ασφαλώς, την ισχύ. Το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσο η ισχύς δύναται να αποστασιοποιηθεί από το θέαμα.

Blood & Oil: The Ottoman Empire Surrenders

Ο Jean-Claude Allain (Λίλλη 1934 – Παρίσι 2008), ειδικός της Σύγχρονης Ιστορίας, διετέλεσε Καθηγητής στα πανεπιστήμια του Maine (1978-1989) και του Παρισιού (Université de Paris III – Sorbonne Nouvelle, 1989-2000), όπου διηύθηνε το ερευνητικό κέντρο Défense et diplomatie dans le monde contemporain (DDMC). Διετέλεσε μέλος της Γαλλικής και της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (2000-2005). Κατά τα έτη 1984-1988 δίδαξε στην Ανώτατη Στρατιωτική Ακαδημία Saint-Cyr – Coëtquidan. Από το 1989 έως τον θάνατό του υπήρξε αρχισυντάκτης των περιοδικών Guerres mondiales et Conflits contemporains και Relations internationales.

Εργογραφία του συγγραφέα              

Agadir 1911 : une crise impérialiste en Europe pour la conquête du Maroc, Université Paris I, coll. « Publications de la Sorbonne », « série internationale » no 7, Paris, 1976, X-471 σελ.

Joseph Caillaux 1. Le Défi victorieux : 1863-1914, Imprimerie nationale, coll. « Personnages », Paris, 1978, 537 σελ.

Joseph Caillaux 2. L’Oracle : 1914-1944, Imprimerie nationale, coll. « Personnages », Paris, 1978, 589 σελ.

Jean-Claude Allain, Pierre Guillen et Georges-Henri Soutou, Histoire de la diplomatie française. II, De 1815 à nos jours, Paris, Perrin, 2007, 636 σελ.

La Moyenne puissance au XXe siècle: recherche d’une définition, Paris, IHCC, 1989, 401 σελ.

Jean-Claude Allain (επιμ.) Présences et images franco-marocaines au temps du protectorat, Paris, l’Harmattan, 2003, 250 σελ.

Jean-Claude Allain (επιμ.) Représentations du Maroc et regards croisés franco-marocains, Paris, l’Harmattan, 2004, 270 σελ.

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το άρθρο παρουσιάστηκε ως ανακοίνωση στο πλαίσιο διεθνούς επιστημονικού συμποσίου και δημοσιεύτηκε στα πρακτικά των εργασιών με τίτλο: “La France et les armistices de 1918 en Orient” στο (επιμ. Γιάννη Μουρέλου) La France et la Grèce dans la Grande guerre, Actes du colloque organisé par le Département d’ Histoire et d’ Archéologie de l’ Université Aristote de Thessalonique et l’ Institut d’ Histoire des Conflits contemporains, Paris, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ. 25-44.

Συντομογραφίες

SHD/Marine: Service Historique de la Défense, section Marine (Ναυτικά Αρχεία της Γαλλίας).

SHD/Armée de Terre: Service Historique de la Défense, section  Armée de Terre (Στρατιωτικά Αρχεία της Γαλλίας).

ΜΑΕ: Ministère des Affaires étrangères (Aρχεία του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας).

AFGG: Les armées françaises dans la Grande Guerre (η επίσημη ιστορία της γαλλικής στρατιωτικής συμμετοχής στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, έκδοση του υπουργείου Εθνικής Αμύνης).

¹ ΜΑΕ, σειρά Υ, τόμος 13, Συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου της 2ας Ιουλίου 1918. Πρακτικά.

² SHD/Armée de Terre, σειρά 6N τόμος 204, φάκελος “Κωνσταντινούπολη”, 3 Αυγούστου 1918, αρ.4695-3. Βλ. επίσης Charles Villain, Les 4 armistices de 1918. Salonique, Moudros, Padoue, Rethondes, Παρίσι, 1968, κεφάλαια 1 και 2.

³ Ibid., 6N201, Φάκελος “Θεσσαλονίκη”, 5 Αυγούστου 1918, αρ. 4713-3 και 4726-3.

Ibid., 16Ν3026, Σημείωμα του Γενικού Επιτελείου Στρατού, αρ. 12878, 6 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 6N201, Φάκελος “Θεσσαλονίκη”,, αρ. 2688-89, 2 Σεπτεμβρίου 1918.

Ibid., 6N204, Η μηνιαία έκθεση αρ. 6176 της 1ης Νοεμβρίου 1918, εκτιμά το δυναμικό των γαλλικών στρατευμάτων σε 182.000 άνδρες.

Ibid., 16Ν3147, αρ. καταχώρισης 19, έκθεση Guillaumat, 2 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 16Ν3026,  αρ.12913, 7 Οκτωβρίου 1918.

Ibid., 6N201, αρ.4714 της 5ης Αυγούστου και αρ.5001 της 6ης Σεπτεμβρίου 1918. Αναφορά στο χαμηλό, σχετικά, ηθικό υπάρχει και στις 11 Αυγούστου (αρ.4790) και 19 Αυγούστου 1918 (αρ.4859).

¹º Ιbid., 16Ν3147, αρ.5023, 9 Σεπτεμβρίου 1918 (απάντηση στο αρ.11849 με προέλευση το Παρίσι).

¹¹ AFGG, τόμος VIII-3,2, αρ. 910.

¹² Ibid., 6N201, αρ.5169, 23 Σεπτεμβρίου 1918. Βλ. επίσης Mermeix, Le commandement unique, τόμος Β’, Sarrail et les armées d’ Orient, Παρίσι, 1910, σελ. 148-158.

¹³ Ibid., 6N201, αρ.5097, 16 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁴ Ibid., αρ. 5112, 18 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁵ Ibid., αρ. 2867-71, 23 Σεπτεμβρίου 1918.

¹⁶ Ibid., αρ. 5169, 23 Σεπτεμβρίου, αρ. 5253, 1η Οκτωβρίου και 3013, 2 Οκτωβρίου 1918.

¹⁷ Ibid., αρ. 5169, 23 Σεπτεμβρίου, αρ. 5253, 1η Οκτωβρίου 1918.

¹⁸ Charles Villain, οπ.π., σελ.24.

¹⁹ ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, αρ.847 και 852, Βέρνη, 26 Ιουνίου 1918. Βλ. επίσης Victor S. Mamatey, “The U.S. and Bulgaria in World War I”, στο American Slavic and East European Review, τεύχος αρ. ΧΙΙ-2, Απρίλιος 1953, σελ. 242-250.

²º  Ibid., σειρά Υ, τόμος 13, Συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου της 2ας Ιουλίου 1918. Πρακτικά. Παρόμοια εκτίμηση του Pichon στο αρ. 1270, 3 Αυγούστου 1918 με προορισμό την Βέρνη, το Λονδίνο και την Ουάσινγκτον, ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150.

²¹  Ibid., σειρά Α, τόμος 150.

²² SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 5571, 23 Σεπτεμβρίου 1918 και 6Ν301, αρ.11736-2CH (πρωτότυπο και μεταφρασμένο), 28 Σεπτεμβρίου 1918.

²³ Ibid. και V. Mamatey, οπ.π., σελ. 252-253.

²⁴ Ibid., 4Ν76, Φάκελος “Διαπραγματεύσεις με Βουλγαρία”, αρ. 1162 και 1354, 2 Οκτωβρίου 1918. ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, 30 Σεπτεμβρίου 1918. Ο Clemenceau αρνείται τη συμμετοχή του Murphy στις διαπραγματεύσεις της Θεσσαλονίκης και προβαίνει σε σχετικό διάβημα διαμαρτυρίας προς την Ουάσινγκτον. O ίδιος ο Murphy στην αυτοβιογραφία του  Diplomat Among Warriors, αποσιωπά το εν λόγω επεισόδιο.

²⁵ V. Mamatey, οπ.π., σελ. 253-255. Σύμφωνα με τον συντασματάρχη House, ο  Franchet d’ Espèrey είχε εισηγηθεί τη συμμετοχή των ΗΠΑ στην στρατιωτική κατοχή της Βουλγαρίας, πρόταση, την οποία απέρριψε ο επικεφαλής του State Department, Robert Lansing.

²⁶ SHD/Armée de Terre, 4N76 Φάκελος “Βουλγαρία”, αρ. 12524-BS3, 27 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁷ Ibid.,Φάκελος “Διαπραγματεύσεις με Βουλγαρία”, αρ. 12662-BS3, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁸ ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 150, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

²⁹ SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 11755, 29 Σεπτεμβρίου, αρ. 5252, 30 Σεπτεμβρίου 1918. Τα ίδια έγγραφα βρίσκονται και στον φάκελο 6Ν201.

³º Ακολουθούμε πιστά το υπόμνημα που κατέθεσε στις 24 Οκτωβρίου 1918 ο  Franchet d’ Espèrey στο ibid., 16N3147, αρ. 2332-2CH. Το τελικό κείμενο της Σύμβασης Ανακωχής στάλθηκε τηλεγραφικά προς το Παρίσι στις 30 Σεπτεμβρίου 1918 με αρ. 5255 (φάκελος 6Ν201). Βλ. επίσης Livre Jaune. Guerre européenne, Δεκέμβριος 1918, Conventions d’ armistice.

³¹  Ibid., αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918.

³² AFGG, τόμος VIII-3,2, αρ. 1244, 30 Σεπτεμβρίου 1918.

³³ SHD/Armée de Terre, 16Ν3147, αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918.

³⁴ Ibid.,6Ν201, αρ. 12076-2CH, 13 Οκτωβρίου 1918.

³⁵ Ibid., 16Ν3147, αρ. 11800-2, 1η Οκτωβρίου 1918

³⁶ Ibid.,4N4 αρ. καταχώρισης 3 και ΜΑΕ, σειρά Υ, τόμοι 13 και 14.

³⁷ Ibid.,16N3026, αρ.12913, 7 Οκτωβρίου 1918.

³⁸ Ibid., 16Ν3147, αρ. 5346, 5 Οκτωβρίου 1918.

³⁹ Ibid.,6Ν201, δίχως αριθμό, 6 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁰ Ibid., 16Ν3147, αρ. καταχώρισης 19, 9 Οκτωβρίου 1918 (αυτόγραφο κείμενο του  Franchet d’ Espèrey, σχετικά με το τροποποιηθέν σχέδιο δράσης).

⁴¹ MAE, σειρά Υ, τόμος 14 (fol. 85-91 και 128).

⁴² SHD/Armée de Terre, 4Ν76, Φάκελος “Ανακωχή με Τουρκία”, αρ. 10139, 10 Οκτωβρίου, αρ. 1729, 28 Οκτωβρίου 1918, SHD/Marine, SS-A29, αρ. 23827, 27 Οκτωβρίου 1918.

⁴³ SHD/Marine, SS-C95, αρ. 604, 8 Οκτωβρίου 1918, SHD/Armée de Terre, 6Ν201, αρ. 11918/2, 6 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁴  ΜΑΕ, σειρά Α, τόμος 164, αρ. 390, 7 οκτωβρίου 1918.

⁴⁵ Ibid., σειρά Υ, τόμος 14 (δυσανάγνωστες φωτοτυπίες).

⁴⁶ Ibid., αρ. καταχώρησης 6 (fol. 134-140), 7 (fol.1020) και για τη σύντομη συνομιλία της 6ης Οκτωβρίου 1918 βλ. fol.75.

⁴⁷ Ibid., αρ. 1177, 4 Οκτωβρίου 1918.

⁴⁸ Ibid., με 21 διατάξεις (fol. 80-81 στα γαλλικά και fol. 129-130 στα αγγλικά). Με τις χειρόγραφες επιπρόσθετες διατάξεις της 9ης Οκτωβρίου 1918, στα αγγλικά, βλ. fol. 177-178 και AFGG, τόμος VIII-3,3, αρ. 1686 με τρεις κενές διατάξεις (12, 15 και 17).

⁴⁹ SHD/Armée de Terre, 4Ν3, Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο, συνεδρίαση της 2ας Νοεμβρίου 1918, σύντομη συνομιλία μεταξύ Βενιζέλου και Clemenceau με αφορμή τη συζήτηση για την ανακωχή με την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία.

⁵⁰ Ibid., 4Ν76, αρ. 2593, 3 Νοεμβρίου 1918.

⁵¹ Anais Ter Minassian, “Indépendance et soviétisation des Républiques transcaucasiennes”, διάλεξη της 4ης Νοεμβρίου 1989, Bulletin de la société d’ histoire moderne, 17η σειρά, αρ.2, Ιούνιος 1990, σελ.6.

⁵² MAE, σειρά Υ, τόμος 14, Παρίσι προς Λονδίνο, 14 και 23 Οκτωβρίου 1918.

⁵³ SHD/Marine, SS-C95, αρ.1142 και 1145, 21 Οκτωβρίου 1918,  SHD/Marine, SS-Α45, αρ.9066Α, 24 Οκτωβρίου 1918.

⁵⁴ Ibid., SS-A29, αρ. 23901, 26 Οκτωβρίου 1918.

⁵⁵ Βλ. Jean-Claude Allain, “Le commandement unifié sur le front d’ Orient: théorie et pratique en 1918”, Guerres mondiales et Conflits contemporains, τεύχος αρ. 168, Οκτώβριος 1992, σελ. 37-50.

⁵⁶ SHD/Marine, SS-C114, αριθμός καταχώρισης 56, 10 Σεπτεμβρίου 1918.

⁵⁷ Ibid., αρ. καταχώρισης 58, 1η Νοεμβρίου 1918., SHD/Marine, SS-A29, αρ. 25229 και 25392, 6 Νοεμβρίου, SHD/Marine, SS-E156, Φάκελος “1918-1919”, Calthorpe προς Λονδίνο, 18 Νοεμβρίου 1918.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

 

Σπυρίδων Σφέτας: Το τίμημα της εξουσίας: Η Συνθηκολόγηση στο Brest-Litovsk

 Αφιέρωμα στα 100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου   

 Σπυρίδων Σφέτας    

Το τίμημα της εξουσίας: Η Συνθηκολόγηση στο BrestLitovsk

Η ταπεινωτική για τους Μποσελβίκους συνθήκη του Brest-Litovsk, με τις τεράστιες εδαφικές παραχωρήσεις των τελευταίων προς τους Γερμανούς, ήταν ‘’η εξόφληση των λογαριασμών‘’ των Μπολσεβίκων προς τον Γερμανό Κάϊζερ για την βοήθειά του προκειμένου να ανέλθουν στην εξουσία. Μόνο αν γνωρίζουμε την εμπλοκή της Γερμανίας στην αξιοποίηση  Ρώσων επαναστατών φυγάδων, ιδιαίτερα της σκληροπυρηνικής ομάδας των Μπολσεβίκων υπό τον Λένιν, για την αποχώρηση της Ρωσίας από την Αντάντ και την αύξηση των πιθανοτήτων για τη νίκη  της Γερμανίας, μπορούμε να κατανοήσουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση (ή Οκτωβριανό Πραξικόπημα;), όχι ως μια  δήθεν ιστορική νομοτέλεια, αλλά ως  μια προσχεδιασμένη  πράξη σε κατάλληλη ιστορική συγκυρία στις ειδικές για τη Ρωσία συνθήκες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η επαναστατική ζύμωση στη Ρωσία στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης αστικο-δημοκρατικού εκσυγχρονισμού, μια ρωσική ιδιαιτερότητα, που δεν συμβάδιζε με τις εξελίξεις στη Δυτική Ευρώπη.

 Μεταρρυθμίσεις στη Ρωσία μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο

Το βασικά  προβλήματα  της Ρωσίας ήταν το αγροτικό ζήτημα και η απολυταρχία του τσάρου. Μετά την ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856), ο τσάρος Αλέξανδρος Β΄ προέβη σε  ορισμένες μεταρρυθμίσεις, φοβούμενος εξεγέρσεις των χωρικών. Το 1861 κατήργησε  τη δουλοπαροικία. Ωστόσο, η χειραφέτηση των χωρικών είχε την έννοια  ότι δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία των πρώην αφεντικών τους και μπορούσαν να  μεταβούν  στις πόλεις,  όμως σε  καμιά περίπτωση   δεν ήταν ελεύθεροι χωρικοί, όπως στη Δύση. Οι μισές γαίες  είχαν παραμείνει στους γαιοκτήμονες, και η γη που  διανεμήθηκε στους πρώην δουλοπάροικους δεν ήταν ιδιοκτησία τους, αλλά ανήκε  συλλογικά στην αγροτική κοινότητα (Μir). To  κοινοτικό συμβούλιο, ένα είδος  δημογεροντίας, ήταν  υπεύθυνο  για  τη διαχείριση των γαιών και  κυρίως  για  τη  συνολική καταβολή των  φόρων της κοινότητας   προς το κράτος (η εξασφάλιση  των φορολογικών  εσόδων του κράτους  ήταν  βασική γενεσιουργός αιτία της αγροτικής κοινότητας), και προχωρούσε σε αναδιανομές των γαιών, ανάλογα με τις  γεννήσεις και τους θανάτους.  Η γη που μοιράστηκε στους  πρώην δουλοπαροίκους δεν ήταν δωρεάν. Οι κοινότητες όφειλαν  να καταβάλλουν επί χρόνια  σε  δόσεις το αντίτιμο στους πρώην ιδιοκτήτες τους. Από την άλλη  πλευρά οι υπερεξουσίες  του συμβουλίου της   κοινότητας δεν οδήγησαν σε αύξηση της αγροτικής παραγωγής , συνεχίζονταν  οι παραδοσιακές μέθοδοι καλλιέργειας. Εντός του Mir επήλθαν οικονομικές ανισότητες μεταξύ των χωρικών, προϊόντος του χρόνου  αναδύθηκε μια μεσαία τάξη χωρικών, οι κουλάκοι. Δεν ήταν επομένως μια εξισωτική κοινωνία.

Το 1864 ο τσάρος θέσπισε το σύστημα των αιρετών επαρχιακών  συνελεύσεων (Zemstvo)  που είχαν τοπικές εξουσίες σε τομείς, όπως η κατασκευή δρόμων, η υγεία και η παιδεία. Την ίδια χρονιά τα Πανεπιστήμια απέκτησαν αυτονομία.  Οι διανοούμενοι απέκτησαν μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, η λογοκρισία περιορίστηκε και τα ταξίδια στην Ευρώπη έγιναν ευκολότερα. Τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση αποτέλεσε  η πρόοδος στο νομικό σύστημα. Τυπικά  τουλάχιστον, όλοι οι Ρώσοι ήταν ίσοι απέναντι στο νόμο, οι δίκες διεξάγονταν δημόσια, άρχισε να λειτουργεί ένα σύστημα ορκωτών δικαστηρίων, οι κατηγορούμενοι είχαν το δικαίωμα να εκπροσωπούνται από επαγγελματία συνήγορο. Η πράξη ήταν πιο σύνθετη, αλλά η επαφή των Ρώσων υπηκόων  με το κράτος δικαίου είχε αναβαθμιστεί. Το 1874 εισήχθη η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και στις πόλεις επιτράπηκε η λειτουργία επαγγελματικών  σωματείων.

Ο τσάρος δεν προχώρησε στο γενναίο βήμα της ίδρυσης μιας αντιπροσωπευτικής συνέλευσης κατά το πρότυπο  των Κοινοβουλίων της Δύσης.  Οι μεταρρυθμίσεις του τσάρου δεν αποτελούσαν ρηξικέλευθη τομή στο πολιτικό σύστημα της Ρωσίας, αλλά ευνόησαν την πολιτικοποίηση της διανόησης που επιδίωκε αλλαγή του πολιτικού  συστήματος.

Επαναστατικές ζυμώσεις στη Ρωσία και η ίδρυση παράνομων πολιτικών κομμάτων.

Αρχικός φορέας της μόνιμης  επαναστατικής ζύμωσης ήταν  οι ‘’ Οι Φίλοι του Λαού’,  οι Ναρόντικι.  Δεν ήταν μια συμπαγής ομάδα, είχαν συγκεχυμένες αναρχοσοσιαλιστικές  και ουτοπικές σοσιαλιστικές ιδέες  του Φουριέ και του Σαιν-Σιμόν.  Βασική γραμμή ήταν  άποψη του Αλεξάντερ Χέρτζεν ότι  η Ρωσία θα μπορούσε να αποφύγει  τις ωδίνες  του καπιταλισμού και να μεταβεί κατ’ευθείαν  στο σοσιαλισμό έχοντας ως μήτρα  της σοσιαλιστικής κοινωνίας την αγροτική  ‘’εξισωτική κοινότητα (Mir)’’, την οποία εξιδανίκευε. Την ίδια ουτοπική άποψη υποστήριζε και ο Μάο–Τσε-Τούγκ  κατά τη διάρκεια  της πολιτιστικής επανάστασης (1966-69) : Ο κομμουνισμός είναι περισσότερο ένας τρόπος ζωής, μπορεί  να δημιουργηθεί σύντομα , χωρίς την εκβιομηχάνιση. Το κινεζικό κοινόβιο (ομάδα ανθρώπων που είναι στρατιωτικά οργανωμένοι, εργάζονται  σε αγρούς  ή εργοστάσια, σιτίζονται σε ομαδικά συσσίτια)   είναι το βασικό   κύτταρο μιας εξισωτικής κοινωνίας.

Αλλά η προσφυγή στο λαό για τη διαφώτισή του και την κινητοποίησή του για την ανατροπή  του τσαρισμού ήταν μια απογοήτευση. Το καλοκαίρι του 1874 νεαροί ακτιβιστές, κυρίως φοιτητές, έσπευσαν στη ρωσική ύπαιθρο για να ζήσουν με τους χωρικούς. Δεν βρήκαν  όμως κοινή γλώσσα επικοινωνίας  και  αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία.  Όχι ο τσάρος, αλλά ο μεγαλοκτηματίας ήταν για  τους χωρικούς  ο εχθρός. Έτσι, τέθηκε το ερώτημα αν μια επαναστατική ελίτ θα μπορούσε να  κάνει αυτό που δεν είχαν συνειδητοποιήσει ακόμα οι  μάζες.  Εδώ αναδείχτηκαν δύο τάσεις. Οι αναρχικοί του Μπακούνιν (Νετσάγιεφ, Τκάτσεφ) και οι διαφωτιστές του Λαβρώφ. Οι πρώτοι εμφορούνταν από μια ανήλεη καταστροφομανία, από Μακιαβελλισμό και  Ιησουϊτισμό. «Ένας επαναστάτης έχει πάντοτε το δικαίωμα να καλεί το λαό σε εξέγερση.  Το άμεσο  και πιο σημαντικό καθήκον  είναι η κατάληψη  της εξουσίας, η ανατροπή της κυβέρνησης και η μετατροπή του συντηρητικού κράτους σε επαναστατικό κράτος. Αλλά η κατάληψη  της εξουσίας από μόνη της δεν αποτελεί επανάσταση. Η επανάσταση πραγματοποείται όταν η νέα κυβέρνηση εκκαθαρίσει όλα τα συντηρητικά στοιχεία και αντικαταστήσει τους θεσμούς»,  έγραφε ο Τκάτσεφ το 1875. Η επανάσταση επομένως ήταν υπόθεση όχι των μαζών, αλλά μιας επαναστατικής ελιτίστικης ομάδας. Είναι γνωστή η διαφωνία του αναρχικού Μπακούνιν  με τον Μάρξ, κάτι που  είχε καταστήσει αδρανή την Πρώτη Διεθνή (1869). Αντίθετα για τον Λαβρώφ  προείχε η  διαρκής διαφώτιση του λαού, μέχρι να αποκτήσει κάθε άτομο  συνείδηση  της αποστολής του. «Δεν θέλουμε καμία νέα κυριαρχία της βίας. Όποιος θέλει το καλό του λαού, δεν πρέπει να επιδιώκει να γίνει  ο ίδιος εξουσία, αλλά να καταστήσει το λαό ικανό να συνειδητοποιήσει τους στόχους  του, και να υλοποιήσει αυτούς τους κοινωνικούς στόχους, όταν έρθει η στιγμή της ανατροπής», έγραφε ο Λαβρώφ στο περιοδικό Εμπρός – Vperëd ( 1873-1876) που εκδιδόταν στη Ζυρίχη. Για τους αναρχικούς της ομάδας Μπακούνιν, Νετσάγιεφ και Τκάτσεφ   ο λαός  θα μιμούνταν την επαναστατική ελίτ, αν αυτή τον κινητοποιούσε και με τη μέθοδο της τρομοκρατίας. Η ομάδα κρούσης ‘’Λαϊκή Θέληση‘’ (Narodnaja Volja)” ήταν μια τρομοκρατική οργάνωση  που κατάφερε να δολοφονήσει τον τσάρο Αλέξανδρο Β΄ το 1881. Ο νέος τσάρος Αλέξανδρος Γ΄ ανακάλεσε ορισμένες μεταρρυθμίσεις του πατέρα του και  έλαβε κατασταλτικά μέτρα.  Το 1887  η ‘’Λαϊκή Θέληση’’ οργάνωσε (αποτυχημένη) δολοφονική απόπειρα κατά του  τσάρου Αλέξανδρου Γ΄, στην οποία συμμετείχε και ο  μεγαλύτερος αδελφός του Λένιν. Καταδικάστηκε σε θάνατο  δια απαγχονισμού. Ο Λένιν είχε μια εκδικητική μανία κατά του τσαρισμού και λόγω προσωπικών βιωμάτων. Από την οργάνωση αυτή και την αναβίωση των πρώην Ναρόντικι συγκροτήθηκε το 1901 το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό Κόμμα. Το κόμμα στηριζόταν στους αγρότες, είχε  ως πυρήνα του προγράμματός του την αγροτική μεταρρύθμιση, χωρίς να εγκαταλείψει πλήρως την τρομοκρατία.

Michail Aleksandrovich Bakunin.
Pyotr Lavrovich Lavrov.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά μετά το 1890 ήταν εμφανή στη Ρωσία τα σημάδια μιας κρατικής καπιταλιστικής ανάπτυξης. Ο υπουργός Οικονομικών Σεργκέϊ Βίτε- Sergej Witte (1892-1903) στα τελευταία χρόνια της θητείας του τσάρου Αλεξάνδρου Γ ΄ ( 1881-1894) και τα πρώτα χρόνια της θητείας του νέου τσάρου Νικολάου Β΄ (1894-1917) ευνόησε μια καπιταλιστική ανάπτυξη: εκτενές σιδηροδρομικό δίκτυο, τραπεζικό σύστημα, ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας και μεταλλουργίας, εισροή δυτικών επενδύσεων και εμπειρογνωμόνων, αύξηση της εξαγωγής σιτηρών για την εξοικονόμηση συναλλάγματος χάριν της εκβιομηχάνισης, μετάβαση χωρικών από την ύπαιθρο στις πόλεις ως εργατών σε εργοστάσια. Ωστόσο, ήταν οι απαρχές της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η Ρωσία δεν ήταν ακόμα βιομηχανικό κράτος, αλλά αγροτικό, οι εργάτες βρίσκονταν στις μεγάλες πόλεις ( Μόσχα, Πετρούπολη) και ήταν ισχνή μειοψηφία ( 3.000.000 το 1917) σε σύγκριση με τα εκατομμύρια των εξαθλιωμένων χωρικών. Η ανάδυση εργατικής τάξης έθεσε επί τάπητος το ζήτημα της ίδρυσης και Εργατικού Κόμματος.

Ο Μαρξισμός ήταν από πολύ νωρίς γνωστός στη ρωσική διανόηση. Η πρώτη ξένη γλώσσα στην οποία μεταφράστηκε το Κεφάλαιο του Μάρξ το 1874 ήταν η ρωσική. Οι ρωσικές αρχές επέτρεψαν την κυκλοφορία του, διότι το βιβλίο αφορούσε τη Δυτική Ευρώπη και κρίθηκε ακίνδυνο για τη Ρωσία στην οποία δεν υπήρχε ακόμα προλεταριάτο. Την πρώτη ουσιαστική μαρξιστική ομάδα συγκρότησε στη Γενεύη το 1883 ο Γκεόργκυ Πλεχάνωφ (Georgi Plechanov), μεταφράζοντας και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στα ρωσικά με πρόλογο του ίδιου του Μάρξ . Ο Μάρξ, που έβλεπε ότι μετά το 1848 δεν ακολούθησε ένα νέο επαναστατικό κύμα στην Ευρώπη, δεν απέκλειε στον πρόλογό του το ενδεχόμενο μιας επανάστασης στη Ρωσία χωρίς προλεταριάτο που θα αποτελούσε θρυαλλίδα για μια επανάσταση και στη Δυτική Ευρώπη. Ο Μάρξ πράγματι διαψεύστηκε στις προβλέψεις του για την επανάσταση στη Δυτική Ευρώπη. Η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία, για παράδειγμα, εξελισσόταν σε μεταρρυθμιστικό κόμμα ( με επαναστατική αναμονή), αναγνωρίζοντας τη σημασία του κοινωνικού κράτους του Μπίσμαρκ. Αλλά τι θα γινόταν στη Ρωσία; Mετά το 1890 είχε αρχίσει μια καπιταλιστική ανάπτυξη. Θα έπρεπε να αναμένει κανείς την πλήρη ανάπτυξη του καπιταλισμού που ίσως διαρκούσε δεκαετίες; Μετά από βασανιστικές σκέψεις ο Πλεχάνωφ έδωσε την ακόλουθη απάντηση: O επαναστάτης δεν μπορεί να αλλάξει το ρου της ιστορίας, μπορεί όμως να ενεργήσει λογικά, αν καταλάβει σωστά, σε ποιο σημείο της ιστορικής εξέλιξης βρίσκεται. Η Ρωσία εισήλθε στη φάση του καπιταλισμού, ο αγώνας του προλεταριάτου εναντίον της καπιταλιστικής αστικής τάξης είναι αναπόφευκτος, όμως η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων είναι στην αρχή, ο εχθρός είναι ακόμα ανίσχυρος, όσο νωρίτερα δεχτεί επίθεση, τόσο ευκολότερα θα χτυπηθεί, μια συμμαχία με Φιλελεύθερους για την πτώση της απολυταρχίας πρέπει να απορριφθεί, διότι θα ενίσχυε τον εχθρό, την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, ανάγκη της παρούσας στιγμής είναι η ίδρυση ενός Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος από το βιομηχανικό προλεταριάτο.

Georgi Valentinovich Plekhanov.
To Κεφάλαιο του Karl Marx μεταφρασμένο στα ρωσικά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

To 1898 συνήλθε στο Μίνσκ  ένα συνέδριο αντιπροσώπων των διαφόρων μαρξιστικών ομάδων της Ρωσίας και ίδρυσε το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα της Ρωσίας. Ο Λένιν ήταν εξόριστος στη Σιβηρία και δεν παρέστη στο ιδρυτικό συνέδριο, προσχώρησε  όμως στο κόμμα το 1899. Το 1903 συνήλθε το δεύτερο συνέδριο του κόμματος που άρχισε τις εργασίες στις Βρυξέλλες  και τις ολοκλήρωσε  στο Λονδίνο. Στο συνέδριο ξέσπασαν σοβαρές διαφωνίες για τον χαρακτήρα του κόμματος με αποτέλεσμα να σχηματισθούν δύο αντίθετες παρατάξεις, οι Μενσεβίκοι (μειοψηφία)  με επικεφαλής τον Μαρτώφ  και οι Μπολσεβίκοι (πλειοψηφία) με επικεφαλής τον Λένιν . Ο Λένιν ήθελε ένα μικρό,  ελιτίστικο κόμμα επαγγελματιών επαναστατών με ιδιόμορφη στρατιωτικοπολιτική οργάνωση  και με συνωμοτικό χαρακτήρα. Αντίθετα, ο Μαρτώφ ήθελε  ένα ευρύ κόμμα των εργαζομένων  μαζών  με δημοκρατική οργάνωση. Αρχικά ο Μαρτώφ πλειοψηφούσε.  Στη διάρκεια όμως του συνεδρίου αποχώρησαν επτά αντιπρόσωποι  και ο Λένιν απέσπασε 24 ψήφους  έναντι 20 του Μαρτώφ.  Ο Λένιν δέχτηκε ισχυρή κριτική όχι μονάχα από τον Μαρτώφ, αλλά κυρίως από τον νεαρό τότε Τρότσκυ που  χαρακτήρισε τον Λένιν τύραννο και προέβλεψε ότι με τον Λένιν η δικτατορία του προλεταριάτου καθίσταται προσωπική δικτατορία του  κομματικού  αρχηγού. Μετά το συνέδριο οι διαφωνίες συνεχίστηκαν,   ο αγώνας  για την επανάσταση εξελίχθηκε σε κομματικό  αγώνα εξουσίας  με τον Λένιν να υιοθετεί τον αμοραλισμό και  την επαναστατική τακτική των Ναρόντικι.

Οι φιλελεύθερες δυνάμεις (αριστοκρατικής καταγωγής) προέκυψαν από τις επαρχιακές συνελεύσεις (Zemstvo) και οργανώθηκαν το 1904 με τη φιλελεύθερη αστική διανόηση σε έναν παράνομο  “Σύνδεσμο  για την Απελευθέρωση’’, που απαιτούσε  μια εκπροσώπηση του λαού με ελεύθερες εκλογές. Από τέτοιους κύκλους ίδρυσε ο Μιλγιούκωφ (Paul Miljukov)  τον Οκτώβριο του 1905  το Φιλελεύθερο Κόμμα  των Συνταγματικών – Δημοκρατικών ( Καντέ). Οι Καντέ ήταν αντίθετοι στην εσωτερική πολιτική του τσαρισμού, αλλά εντός των νόμιμων ορίων μιας κοινοβουλευτική δράσης. Με την εξωτερική πολιτική του τσαρισμού ήταν βασικά σύμφωνοι.

Η επανάσταση του 1905, ο ψευδοκοινοβουλετισμός του τσαρισμού (1906-1917) και οι άξονες της εξωτερικής πολιτικής της τσαρικής Ρωσίας

Η Ρωσία, στοχεύοντας  να αποκτήσει  ερείσματα στην Άπω Ανατολή, ήρθε σε σύγκρουση  με την Ιαπωνία και οδηγήθηκε το 1904 σε Ρωσοϊαπωνικό  Πόλεμο, κατά τον οποίο η Ρωσία υπέστη μια ταπεινωτική ήττα. Η ήττα προκάλεσε κοινωνική έκρηξη. Τον Ιανουάριο του 1905 το κύμα των απεργιών  που ξέσπασε  στην Αγία Πετρούπολη  κατέληξε σε μια έκκληση προς τον τσάρο  να προχωρήσει σε οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Στις 22 Ιανουαρίου 250.00  ειρηνικοί  διαδηλωτές κινήθηκαν προς τα χειμερινά ανάκτορα,  τραγουδώντας πατριωτικούς σκοπούς και κρατώντας την εικόνα του τσάρου. Ο ίδιος ο τσάρος δεν βρισκόταν στα ανάκτορα, αλλά οι δυνάμεις που τα φρουρούσαν  πανικοβλήθηκαν και άνοιξαν πυρ , σκοτώνοντας και τραυματίζοντας χιλιάδες διαδηλωτές. Τα νέα για τη Ματωμένη Κυριακή  διαδόθηκαν σε ολόκληρη τη Ρωσία. Ο μύθος του τσάρου-πατερούλη που φρόντιζε  για το λαό του είχε υποστεί πλήγμα. Διαδηλώσεις διαμαρτυρίας σάρωναν τη χώρα. Οι Σοσιαλδημοκράτες, οι Σοσιαλεπαναστάτες και οι Φιλελεύθεροι  συναγωνίζονταν  για την ποδηγέτηση των οργισμένων. Στα μεγάλα αστικά κέντρα οργανώθηκαν από τους Σοσιαλεπαναστάτες  και τους Σοσιαλδημοκράτες επαναστατικά συμβούλια, γνωστά ως σοβιέτ. Τον Ιούνιο του 1905 στασίασε  το πλήρωμα του θωρηκτού Ποτέμκιν που υπαγόταν στο στόλο  της Μαύρης  Θάλασσας. Τον Οκτώβριο του 1905  μια γενική απεργία που κήρυξαν στην Αγία Πετρούπολη τα σοβιέτ της πόλης  έπεισε το τσάρο να κάνει παραχωρήσεις. Ο Νικόλαος Β΄ δημοσίευσε το Οκτωβριανό Μανιφέστο, υποσχόμενος  την παραχώρηση  πολιτικών ελευθεριών στο ρωσικό λαό, την παραχώρηση δικαιώματος ψήφου σε όλους τους άρρενες υπηκόους  και  την ίδρυση εθνικού κοινοβουλίου, της Δούμας.  Οι παραχωρήσεις αυτές  άφησαν  ασυγκίνητους πολλούς επαναστάτες που δεν πίστευαν στην ειλικρίνεια του τσάρου. Ο τσάρος θέλησε να εκμεταλλευτεί τις διενέξεις Φιλελευθέρων  και Ριζοσπαστών.

Η Ματωμένη Κυριακή της 22ας Ιανουαρίου 1905.

Τον Δεκέμβριο του 1905 διέταξε τη σύλληψη των ηγετών των σοβιέτ της Αγίας Πετρούπολης. Ο Τρότσκυ  παραπέμφθηκε σε δίκη, η εβραϊκή  του καταγωγή δεν πέρασε απαρατήρητη, ο αντισημιτισμός  ήταν παθογένεια των ρωσικών φιλoτσαρικών πολιτικών οργανώσεων.  Το 1906 ο τσάρος νομιμοποίησε   με νομοθετικές πράξεις τα πολιτικά κόμματα, τα νομοθετικά όργανα θα αποτελούνταν από δύο σώματα, τη Γερουσία και τη Δούμα. Αλλά επρόκειτο για ημίμετρα.  Τα μισά μέλη της Γερουσίας  θα διορίζονταν από τον τσάρο, οι βουλευτές της Δούμα θα εκλέγονταν με έμμεσο τρόπο σε γενικές  εκλογές. Ο τσάρος είχε το δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις της Δούμα, παρέμεινε αρχηγός του στρατού, καθόριζε την εξωτερική πολιτική, διόριζε την κυβέρνηση, συγκαλούσε και διέλυε τη Δούμα. Το ‘’σύνταγμα’’ της Ρωσίας θύμιζε το γερμανικό σύνταγμα του 1871. Στην πρώτη Δούμα  (Μάϊος 1906-Ιούλιος 1906) την πλειοψηφία είχαν οι Καντέ με 178 βουλευτές. Ωστόσο, είχε μικρά διάρκεια λόγω της δυσλειτουργικής σχέσης μεταξύ κυβέρνησης και βουλής κα της απειρίας των βουλευτών. Οι υπουργοί ήταν υπόλογοι στον τσάρο και όχι στη Βουλή.  Τον Ιούλιο του 1906 ο τσάρος  διέλυσε τη Δούμα και προκήρυξε  εκλογές.  Στη δεύτερη Δούμα (Φεβρουάριος 1907-Ιούνιος 1907) υπερίσχυαν τα σοσιαλιστικά κόμματα. Με ημιπραξικόπημα ο τσάρος διέλυσε τη δεύτερη Δούμα τον Ιούνιο του 1907  και προκήρυξε εκλογές με νέο αυθαίρετο εκλογικό  νόμο  που εξασφάλισε μια συντηρητική πλειοψηφία. Στην τρίτη και τέταρτη Δούμα  (Νοέμβριος 1907-Ιούνιος 1912, Νοέμβριος 1912-Φεβρουάριος 1917) η φιλελεύθερη και σοσιαλιστική αντιπολίτευση  μαζί  αποτελούσαν το ¼ των βουλευτών. Εντός της Δούμα Μπολσεβίκοι και Μενσεβίκοι εμφανίζονταν ως ενιαίο κόμμα. από το 1906 μέχρι το 1912.

Με τους όρους αυτούς το πείραμα το κοινοβουλευτισμού ήταν φυσικό να αποτύχει.  Και  οι φιλοδοξίες του  πρωθυπουργού Στολύπιν  (P. Stolypin)  να  συγκροτήσει μια  τάξη χειραφετημένων  αγροτών στη Ρωσία  σε υγιή βάση δεν καρποφόρησαν. Επί πρωθυπουργίας  του ψηφίστηκαν  πολλοί  νόμοι που έδιναν στους χωρικούς το δικαίωμα να αποδεσμευτούν από την αγροτική κοινότητα και να αποκτήσουν δική τους γη. Ο Στολύπιν υπολόγιζε ότι,  αν οι Ρώσοι χωρικοί αποκτούσαν δική τους γη,  θα  εξελίσσονταν σε συντηρητική δύναμη. Πολλοί χωρικοί εκμεταλλεύτηκαν το νόμο. Ο Στολύπιν  είχε μόνο τη χλιαρή υποστήριξη του τσάρου, ενώ έπρεπε  να αντιμετωπίσει την εχθρότητα τόσο των κουλάκων εντός της αγροτικής κοινότητας όσο και των αντιδραστικών μεγαλογαιοκτημόνων. Δολοφονήθηκε το 1911,  ενώ παρακολουθούσε μια  θεατρική παράσταση και δίπλα  του καθόταν ο τσάρος.

Στη εξωτερική πολιτική η Ρωσία,  μετά την ήττα της στον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο, άρχισε να στρέφεται πάλι στα Βαλκάνια με κύρια  μακροπρόθεσμη  επιδίωξη τα Στενά και την Κωνστανινούπολη. Η ανεξέλεγκτη γερμανική διείσδυση στη Οθωμανική Αυτοκρατορία (σε βάρος της Ρωσίας και της Αγγλίας) με στόχο την  κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής Κωνσταντινούπολης-Βαγδάτης,   η ναυπήγηση γερμανικού στόλου στον Ατλαντικό  ( σε βάρος της  Αγγλίας) και οι γερμανικές  βλέψεις στο Μαρόκο (σε βάρος της Γαλλίας) οδήγησαν  στην ίδρυση της Αντάντ. Η αγγλορωσική συμφωνία του 1907 για την οριοθέτηση  των αγγλορωσικών σφαιρών επιρροής στην Περσία, στο Αφγανιστάν και στο Θιβέτ αποτελεί τομή στο Ανατολικό Ζήτημα. Η Αγγλία επί της αρχής δεν είχε πλέον ενστάσεις  στο ενδεχόμενο διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ικανοποίησης ρωσικών επιδιώξεων στην Κωνσταντινούπολη  και τα Στενά. Η αγγλορωσική συμφωνία της 12ης Μαρτίου 1915  ικανοποιούσε  την αιώνια επιδίωξη της Ρωσίας για την Κωνσταντινούπολη και τα Στενά, λαμβάνοντας υπόψη και τα αγγλικά συμφέροντα. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμο ήταν για τη Ρωσία ιερός πόλεμος.

Oι Ρώσοι επαναστάτες στο σχεδιασμό της γερμανικής αντιτσαρικής πολιτικής

Όταν την 1η Αυγούστου 1914 η Γερμανία κήρυξε πόλεμο στη Ρωσία, ο Λένιν, ηλικίας 44 ετών,  με  τη σύζυγό του Κρούσπαγια ζούσε τη Γαλικία, κοντά στην Κρακοβία, επί εδάφους της Αυστροουγγαρίας. Συνελήφθη από την  αυστριακή αστυνομία και ανακρίθηκε  με την υποψία ότι είναι Ρώσος κατάσκοπος. Κατά τη ανάκριση η αστυνομία διαπίστωσε ότι είναι πολέμιος του τσαρισμού. Επενέβησαν και αυστριακοί Σοσιαλδημοκράτες που τον γνώριζαν  και επιβεβαίωσαν στην αστυνομία της Κρακοβίας, όπου κρατούνταν ο Λένιν,  την εχθρότητά του προς τον τσάρο,  με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος  και να αναχωρήσει για την ουδέτερη Ελβετία. Χωρίς ισχυρούς οικονομικούς πόρους, ζούσε λιτά  με τη γυναίκα  του  σε  ενοικιαζόμενο  διαμέρισμα στη Ζυρίχη.

Η κατοικία του Λένιν στην Spiegel gasse αρ. 14 της Ζυρίχης.
Η άδεια εισόδου στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βέρνης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ένα κρεβάτι, μια θερμάστρα με κάρβουνο, ένα τραπέζι με μια στοίβα βιβλίων ήταν η περιουσία του. Κάθε μέρα μελετούσε στις βιβλιοθήκες της Ζυρίχης και έκανε επαναστατικά κηρύγματα σε νεαρούς Σοσιαλιστές της Ελβετίας για την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση που θα προέκυπτε από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. «Εμείς οι παλιοί ίσως δεν θα βιώσουμε τους αποφασιστικούς αγώνες της επερχόμενης επανάστασης. Αλλά είμαι βέβαιος ότι οι νέοι θα έχουν την τύχη όχι μόνο να αγωνιστούν, αλλά και να νικήσουν στην επερχόμενη προλεταριακή επανάσταση», έλεγε σε διάλεξή του σε νέους Σοσιαλιστές της Ελβετίας τον Ιανουάριο του 1917. Η επαναστατική του διεθνιστική ρητορική δεν ήταν αρεστή στους Ευρωπαίους Σοσιαλδημοκράτες που είχαν ψηφίσει τους προϋπολογισμούς των κυβερνήσεών τους, κάτι που προκάλεσε τον επιθανάτιο ρόγχο της Β΄ Διεθνούς.

Ο Λένιν, εκτός των κύκλων της Σοσιαλδημοκρατίας και αστυνομίας της Πετρούπολης, δεν ήταν ευρύτερα γνωστός. Πληροφορίες για Ρώσους επαναστάτες, πολιτικούς φυγάδες, άρχιζε να συγκεντρώνει η γερμανική κυβέρνηση από τα τέλη του 1914. Μετά την αποτυχία των γερμανικών επιχειρήσεων στο δυτικό μέτωπο το 1914, η Γερμανία σχεδίαζε την απεμπλοκή της από το ανατολικό μέτωπο. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί ή με την υπογραφή χωριστής ειρήνης με την τσαρική Ρωσία και την έξοδο της Ρωσίας από την Αντάντ ή με την εσωτερική υπονόμευση της τσαρικής Ρωσίας, υποστηρίζοντας επαναστατικές δυνάμεις. Από τα τέλη του 1914 οι γερμανικές πρεσβείες στη Βέρνη, στην Κοπεγχάγη και στη Στοκχόλμη άρχισαν να συγκεντρώνουν πληροφορίας για Ρώσους επαναστάτες. Βασικός πληροφοριοδότης ήταν ο Σοσιαλδημοκράτης Alexander Helphand, ένας μικροκαμωμένος, στρουμπουλός Λευκορώσος εβραϊκής καταγωγής, γνωστός με το ψευδώνυμο Parvus, που ως υπερχρεωμένος ‘’επιχειρηματίας’’ διείδε στην υπόθεση μια ευκαιρία πλουτισμού.

Αlexander Parvus.

Έζησε χρόνια στη Γερμανία την οποία λάτρευε και το διαμέρισμά του στο Μόναχο ήταν κέντρο διέλευσης Ρώσων επαναστατών. Τυχοδιωκτική φύση, χάθηκε για ένα διάστημα στα Βαλκάνια και έφθασε απένταρος στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 1910. Τον Ιανουάριο του 1915 το Υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Γερμανό πρέσβη Hans von Wangenheim στην Κωνσταντινούπολη στο οποίο αναφερόταν ότι ένας επιχειρηματίας, ο Alexander Helphand, είχε ένα σχέδιο για την ανατροπή του τσαρισμού, τονίζοντας ότι τα συμφέροντα της γερμανικής κυβέρνησης ήταν ταυτόσημα με αυτά των Ρώσων επαναστατών. Ο Helphand πίστευε ότι θα ενεργούσε γρήγορα, μολύνοντας με αντιτσαρική προπαγάνδα τα ρωσικά στρατεύματα πριν αυτά σταλούν στο μέτωπο και συγκαλώντας ένα συνέδριο των Ρώσων επαναστατών στο εξωτερικό για να ενεργούν ως ενιαίο σώμα. Ήταν πρόθυμος να κάνει τα απαραίτητα πρώτα βήματα για το σκοπό αυτό, έγραφε ο Wangenheim στο Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά θα χρειαζόταν σημαντικά ποσά. Η προσφορά του Parvus εκτιμήθηκε θετικά στο Βερολίνο. Τέλη Μαρτίου 1915 έλαβε 1.000.000 μάρκα και μετακόμισε στην Κοπεγχάγη, συνεργαζόμενος υπό την ασυλία του επιχειρηματία με την εκεί γερμανική πρεσβεία για τον κοινό σκοπό και έχοντας ένα δίκτυο πληροφοριοδοτών.

Το όνομα του Λένιν εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 25 Μαρτίου 1915 σε έκθεση πληροφοριοδότη προς την γερμανική πρεσβεία της Βέρνης. Αργότερα δόθηκαν και άλλα στοιχεία για το πρόγραμμα του Λένιν που προέβλεπε, πέρα από τις κοινωνικές αλλαγές στη Ρωσία, την υπογραφή χωριστής ειρήνης της Ρωσίας με τη Γερμανία, χωρίς να ληφθεί υπόψη η Γαλλία. Στο Βερολίνο εκτιμούσαν ότι από όλους τους Ρώσους επαναστάτες οι Μπολσεβίκοι ήταν οι πλέον έμπιστοι για την υπόθεση της υπογραφής χωριστής ειρήνης. Το Βερολίνο έκρινε ότι έπρεπε να τηρήσει επί του παρόντος στάση αναμονής και να συγκεντρώνει πληροφορίες. Σημαντικός αποδείχτηκε εδώ ο ρόλος του Γερμανού πρέσβη στην Κοπεγχάγη Urlich Graf von Brockendorff – Rantzau που γνώριζε καλά τη Ρωσία και είχε στενή συνεργασία με τον Parvus.

Hans von Wangenheim.
Urlich Graf von Brockendorff – Rantzau

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Φεβρουριανή επανάσταση του 1917  και η δυαδική εξουσία Προσωρινής Κυβέρνησης και Σοβιέτ, η επιστροφή του Λένιν και το Οκτωβριανό Πραξικόπημα/Οκτωβριανή Επανάσταση.

Στο μέτωπο η Ρωσία υφίστατο ήττες . Η επίθεση του Brusilov  στη Γαλικία το καλοκαίρι του 1916,  παρά την αρχική της επιτυχία, τελικά απέτυχε. Η δυσαρέσκεια ήταν γενική  και ένας σπινθήρας αρκούσε να προκαλέσει  γενικευμένη  εξέγερση.

Η Επανάσταση ξέσπασε εντελώς αυθόρμητα στις 23 Φεβρουαρίου/8 Μαρτίου 1917, όταν κυκλοφόρησε στην Αγία Πετρούπολη η φήμη ότι αρχίζει η πείνα. Μεγάλες ουρές γυναικών σχηματίστηκαν μπροστά από τα καταστήματα και σε λίγο άρχισαν να κραυγάζουν, ζητώντας ψωμί. Χιλιάδες  εργάτες άφησαν τις δουλειές τους και έτρεξαν να  συνενωθούν με τα πλήθη. Η αστυνομία  επέδειξε αυτοσυγκράτηση. Τις επόμενες ημέρες υπήρξαν νέες διαδηλώσεις και απεργίες  με 40 περίπου νεκρούς. Παρατηρήθηκαν και συμπτώματα διάλυσης στο στράτευμα και η φρουρά της Πετρούπολης προσχώρησε στην Επανάσταση. Τα συνθήματα ήταν Ψωμί, Γη,  Ειρήνη,  δεν είχαν καμία σχέση με τον Μαρξισμό.  Στις 2/15 Μαρτίου ο τσάρος παραιτήθηκε και η Ρωσία για πρώτη φορά στην ιστορία της ανακηρύχθηκε σε Δημοκρατία.

Διαδήλωση στη λεωφόρο Nevski της Αγίας Πετρούπολης κατά τη διάρκεια της Φεβρουαριανής επανάστασης.

Σχηματίσθηκε Προσωρινή Κυβέρνηση, αποτελούμενη από Φιλελεύθερους της Δούμας με αριστοκρατική και αστική καταγωγή. Για παράδειγμα  πρωθυπουργός ήταν ο πρίγκηπας Λβώφ και υπουργός Εξωτερικών ο Μιλγιούκωφ. Ο μόνος σοσιαλιστικής απόχρωσης υπουργός ήταν ο Κερένσκυ, υπουργός  Δικαιοσύνης, που ανήκε  στο  μικρό, ειρηνικό,  σοσιαλιστικό  κόμμα των Τρουντοβίκων.

Όπως και το 1905, έτσι και τώρα  συγκροτήθηκαν τα επαναστατικά συμβούλια  των  σοβιέτ  (εργάτες, αγρότες, στρατιώτες), στα οποία συμμετείχαν κυρίως  οι Σοσιαλδημοκράτες ( Μενσεβίκοι και  Μπολσεβίκοι) και οι Σοσιαλεπαναστάτες. Οι Μπολσεβίκοι ήταν μειοψηφία στα σοβιέτ και  σε ιδεολογική σύγχυση.  Μετά τη πτώση  του τσαρισμού στη Ρωσία υπήρχαν  επί της ουσίας δύο πολιτικές  δυνάμεις , η φιλελεύθερη δημοκρατία και η σοσιαλδημοκρατία.   Τα σοβιέτ ασκούσαν πίεση στην Προσωρινή   Κυβέρνηση.  Στις 16 Μαρτίου 1917 η Προσωρινή Κυβέρνηση  ανήγγειλε την προσήλωσή της στη Δημοκρατία και την ελευθερία,  την πολιτική αμνηστία,  τη διεξαγωγή εκλογών για Συντακτική Συνέλευση η οποία θα έλυνε τα φλέγοντα ζητήματα: το πολιτειακό, τη συνέχιση του πολέμου ή την ειρήνη, το αγροτικό, τα εργατικό, το εθνικό  και άλλα. Τα σοβιέτ   κατά βάση συναινούσαν στη γενική θέση ότι η Συντακτική Συνέλευση  ήταν αρμόδια, χωρίς βία, να  αποφασίσει  για τα  βασικά ζητήματα. Η Προσωρινή Κυβέρνηση απελευθέρωσε  όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους,  μεταξύ αυτών και τους Μπολσεβίκους. Επίσης επέτρεψε  τον  επαναπατρισμό  των  φυγάδων από το  εξωτερικό και τη νόμιμη δράση των  πολιτικών κομμάτων, την ελευθερία λόγου, Τύπου και συγκεντρώσεων . Εκτόξευσε όμως την απειλή ότι όσοι επέστρεφαν με γερμανική βοήθεια θα θεωρούνταν εχθροί.

Βασικό θέμα ήταν ο πόλεμος. Μπορεί  την οριστική απόφαση να την έπαιρνε η Συντακτική Συνέλευση , αλλά η θέση των σοβιέτ ‘’ειρήνη ‘χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις’’ δεν ήταν η θέση του υπουργού  Εξωτερικών  Μιλγιούκωφ. Σε συνέντευξή του σε κυβερνητική εφημερίδα, στις 5 Απριλίου, μία ημέρα μετά την είσοδο της Αμερικής στον πόλεμο (4.4.1917), τόνιζε τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ρωσίας στη Δυτική Ουκρανία (Γαλικία), για να ενωθεί με την Ανατολική Ουκρανία, στην Κωνσταντινούπολη όπου «το τουρκικό έθνος, παρά τους πέντε αιώνες κυριαρχίας, δεν έχει εξαπλώσει  βαθιά τις ρίζες του εκεί» . Η κατοχή των Στενών ήταν ένα μέτρο  «προστασίας των  πυλών  της ρωσικής πατρίδας». Με άλλα λόγια δεν παρουσίαζε τις εδαφικές  διεκδικήσεις της Ρωσίας ως προσάρτηση ξένων εδαφών, αλλά είτε ως ιστορικά δίκαια της Ρωσίας είτε ως ζωτικούς λόγους ασφάλειας. Είναι γνωστά τα προβλήματα που προκλήθηκαν στην Ρωσία από το κλείσιμο  των Στενών το 1914.

Στο μέτωπο ωστόσο  υπήρχαν μονάδες  που  συνέχιζαν να μάχονται, αλλά και μονάδες στις οποίες σημειώνονταν λιποταξίες και φαινόμενα ανυπακοής, στρατιώτες διέταζαν τους αξιωματικούς,  και  στις πόλεις εργάτες είχαν καταλάβει τα εργοστάσια. Πολλοί στρατιώτες διερωτώντο, τι νόημα  είχε να λάβουν γη, αν είχαν σκοτωθεί  στον πόλεμο. Το ζήτημα του πολέμου εκμεταλλεύτηκε επιδέξια ο Λένιν . Η επιστροφή του Λένιν μετέβαλε την κατάσταση και απέδειξε τη σημασία του ρόλου  της προσωπικότητας στην ιστορία.

O Λένιν πληροφορούνταν τα τεκταινόμενα στη Ρωσία από τις εφημερίδες.  Ήταν τόσο  έντονη η επιθυμία να επιστρέψει στη  Ρωσία ώστε τα  βράδια  ξυπνούσε με τους εφιάλτες του Κερένσκυ και του Μιλγιούκωφ! Ήρθε σε επαφή με τη γερμανική πρεσβεία της Βέρνης  και τελικά επήλθε συμφωνία ανάμεσα στον Λένιν και τους Γερμανούς στους οποίους δεν ήταν τώρα άγνωστος. Οι Γερμανοί αναλάμβαναν να επιτρέψουν στο Λένιν και στους  συνεργάτες του να περάσουν από γερμανικό έδαφος και έθεταν στη διάθεσή τους ειδικό  σιδηροδρομικό όχημα  για να φθάσουν στη Ρωσία.

Υπεύθυνη δήλωση των Ρώσων επαναστατών ότι γνωρίζουν 1) πως η Προσωρινή Κυβέρνηση θεωρεί όσους επιστρέφουν μέσω Γερμανίας ως εθνικούς προδότες, 2) ότι επωμίζονται την πολιτική ευθύνη του ταξιδιού, 3) ότι το ταξίδι από τη Ζυρίχη μέχρι τη Στοκχόλμη είναι εγγυημένο. Διακρίνεται πρώτη η χειρόγραφη υπογραφή του Λένιν, Ζυρίχη 9 Απριλίου 1917

Το ειδικά σφραγισμένο βαγόνι θα θεωρούνταν “ουδέτερο έδαφος” και δεν θα  ελέγχονταν. Υπολόγιζαν ότι ο Λένιν  και οι συνεργάτες του θα εξαπέλυαν μια  επανάσταση, κάτι που θα τους διευκόλυνε να θέσουν εκτός μάχης  τη Ρωσία. Για τη Γερμανία το ζήτημα αυτό ήταν επείγον μετά και την είσοδο της Αμερικής  στον πόλεμο. Η επαφή   του Λένιν με τη γερμανική κυβέρνηση έγινε μέσω Γερμανών  Σοσιαλιστών και  το Γενικό Επιτελείο έδωσε τη συγκατάθεσή του.

Η αναχώρηση του Λένιν και των 32 συνεργατών του από τη Ζυρίχη έγινε στις 9 Απριλίου 1917, Μεγάλη Δευτέρα των Ορθοδόξων, για να φθάσουν τις ημέρες του Πάσχα στη Ρωσία, όταν ίσως οι  συνοριακοί  έλεγχοι θα ήταν χαλαροί. Το τραίνο έφθασε στη Στοκχόλμη στις 13 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή.

Pyotr Vasiliev, Ο Λένιν καθ οδόν προς την Πετρούπολη, 1949
Η διαδρομή του σφραγισμένου συρμού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σουηδοί Σοσιαλδημοκράτες υποδέχτηκαν τον Λένιν και την ομάδα του, δίνοντας χρηματική βοήθεια και αγοράζοντάς τους καινούργια ρούχα. Το βασικότερο όμως ήταν ότι από την Κοπεγχάγη στη Στοκχόλμη αφίχθη και ο μυστηριώδης Parvus και συναντήθηκε με τον αυστριακό Karl Radek που ανήκε στην ομάδα του Λένιν. Ο Radek έμεινε στη Στοκχόλμη και δεν εισήλθε σε ρωσικό έδαφος. Πρόβλημα της ομάδας του Λένιν ίσως θα ήταν η διέλευση από τη Σουηδία στο Μεγάλο Δουκάτο της Φινλανδίας που ανήκε στη ρωσική επικράτεια. Ο συνοριακός σταθμός του Tornio ήταν ένα στρατιωτικό φυλάκιο της Αντάντ. Άγγλοι αξιωματικοί αναγνώρισαν τον Λένιν που ισχυρίστηκε ότι ήταν δημοσιογράφος. Απευθύνθηκαν στη ρωσική κυβέρνηση. Κατά μία εκδοχή ο Κερένσκυ, υπουργός Πολέμου, απάντησε ότι η Δημοκρατική Ρωσία επιτρέπει στους πολίτες της να επιστρέψουν στη Ρωσία. Έτσι, δεν ίσχυσε η ρητορική του αποκλεισμού όσων είχαν επιστρέψει με γερμανική βοήθεια! Κατά μία άλλη εκδοχή αναζητήθηκε ο Μιλγιούκωφ που όμως δεν βρέθηκε. Πλησίαζε το Πάσχα. Τελικά ο Λένιν και η ομάδα του εισήλθαν σε φιλανδικό/ ρωσικό έδαφος και στις 16 Απριλίου έφθασαν στην Αγία Πετρούπολη. Την επόμενη ημέρα ο Λένιν κάλεσε τους Μπολσεβίκους και ανήγγειλε τις περιβόητες «θέσεις του Απρίλη» με τις οποίες υποστήριζε την άμεση παύση του πολέμου, τη μη στήριξη της Προσωρινής Κυβέρνησης από τη μειοψηφία των Μπολσεβίκων, τη μετατροπή της δημοκρατικής επανάστασης σε κομμουνιστική και το πέρασμα όλης της εξουσίας στα σοβιέτ.

Ο μεθοριακός σταθμός Tornio.

Οι Μπολσεβίκοι ήταν μια μειοψηφία στα σοβιέτ της Πετρούπολης  και της Μόσχας. Είχαν όμως μια σταδιακή άνοδο.  Αυτό οφειλόταν  στη ενισχυμένη προπαγάνδα  που ασκούσαν με  την εφημερίδα τους, την Πράβδα, χάρη στη γερμανική οικονομική βοήθεια, στην εκμετάλλευση  του πολέμου  και στη διορατικότητα και οξύνοια του Λένιν που ήξερε να εκμεταλλεύεται τις αδυναμίες της Προσωρινής Κυβέρνησης  και να κρίνει πότε ήταν η κατάλληλη στιγμή για δράση.

H ατμομηχανή του συρμού που μετέφερε τον Λένιν εκτίθεται στον σιδηροδρομικό σταθμό της Φινλανδίας, στην Αγία Πετρούπολη.

Μαύρο γερμανικό  χρήμα διακινούνταν  τους επόμενους μήνες από τον Parvus  και τον Radek στους Μπολσεβίκους. Δεν είναι γνωστό μέσω ποιών διαύλων, μάλλον σε εταιρείες-φαντάσματα  του  Parvus  στη Ρωσία. Πολλά έγγραφα έχουν καταστραφεί.  Η ρωσική κυβέρνηση  με τη βοήθεια  πρακτόρων  της Αντάντ είχε υποκλέψει τηλεγραφήματα  για  τη διακίνηση   μαύρου χρήματος  στη Ρωσία από το εξωτερικό, αλλά  πουθενά δεν υπήρχε το όνομα του Λένιν. Όλες οι υποψίες όμως φωτογράφιζαν  τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους.

Τον Μάιο (1-3.05.1917) η Προσωρινή Κυβέρνηση διήλθε την πρώτη της κρίση. Ο υπουργός Εξωτερικών Μιλγιούκωφ επέδωσε  διπλωματική διακοίνωση  στη Αντάντ  στην οποία διαβεβαίωνε τους συμμάχους ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση θα συνέχιζε τον πόλεμο μέχρι  την τελική νίκη. Η διπλωματική διακοίνωση προκάλεσε διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες στις οποίες έλαβαν μέρος εκπρόσωποι όλων των σοσιαλιστικών κομμάτων. Οι Καντέ  ανακοίνωσαν την πάταξη της αναρχίας και κάλεσαν τους πολίτες να στηρίξουν τον Μιλγιούκωφ  και την Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι Μπολσεβίκοι κάλεσαν εργάτες και στρατιώτες  σε ξεχωριστή διαδήλωση  για την καταδίκη της διπλωματικής διακοίνωσης του Μιλγιούκωφ και της πολιτικής της Προσωρινής Κυβέρνησης.  Ένα μέρος των Μποσλεβίκων της Πετρούπολης κάλεσε τους διαδηλωτές να καταλάβουν την εξουσία.  Εκδηλώθηκαν  και   ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των διαδηλωτών, καθώς άλλοι στήριζαν την κυβέρνηση και άλλοι ζητούσαν την ανατροπή της  με αποτέλεσμα να υπάρξουν  και τα πρώτα θύματα μετά τη Φεβρουριανή Επανάσταση. Η κρίση προκάλεσε την παραίτηση  του Μιλγιούκωφ και του υπουργού  των Στρατιωτικών  Γκουτσκώφ.  Το υπουργείο των Στρατιωτικών ανέλαβε ο Κερένσκυ. Η Προσωρινή Κυβέρνηση συνεχώς διευρυνόταν με Σοσιαλιστές υπουργούς, με αποτέλεσμα να απαρτίζεται από 6 Σοσιαλιστές και 10 Φιλελεύθερους. Υπουργός Γεωργίας, για παράδειγμα, έγινε ο Σοσιαλεπαναναστάτης Τσερνώφ, για να επεξεργαστεί το πρόγραμμα  του κόμματος για την αγροτική μεταρρύθμιση.

Οι Μπολσεβίκοι επιδόθηκαν σε ανηλεή πόλεμο φθοράς της κυβέρνησης, των Μενσεβίκων και των Σοσιαλεπαναστών (Εσαίρων). Τον Ιούνιο  διοργάνωσαν νέες αντικυβερνητικές  διαδηλώσεις  σε μια προσπάθεια  να εξασφαλίσουν   την πλειοψηφία  στην Πρώτη  Πανρωσική  Σύνοδο των σοβιέτ. Αλλά είχαν μόνο  35 μέλη, 250 μέλη ήταν  Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες. Η Πρώτη Πανρωσική Σύνοδος  εξέφρασε την στήριξη στην κυβέρνηση και τάχθηκε υπέρ της συνέχισης του πολέμου. Μόλις άρχισε την 1η Ιουλίου η  ρωσική επίθεση στο μέτωπο της Γαλικίας-αρχικά με επιτυχίες- αναρχικοί   συμμάχησαν με τους Μπολσεβίκους στην Πετρούπολη. Στο μέτωπο Μποσλεβίκοι προπαγανδιστές και Γερμανοί πράκτορες   καλλιεργούσαν ηττοπάθεια  στο ρωσικό  στρατό, καλώντας τους στρατιώτες να μην πολεμήσουν και να μην υπακούουν στις διαταγές των αξιωματικών στον ιμπεριαλιστικό αυτό πόλεμο, αλλά να τον μετατρέψουν  σε εμφύλιο.  Η  ρωσική επίθεση στη Γαλικία απέτυχε. Στις 15 Ιουλίου οι αναρχικοί  στην Αγία  Πετρούπολη  αποφάσισαν ένοπλη εξέγερση για την ανατροπή της Προσωρινής Κυβέρνησης,  διεισδύοντας  στη  φρουρά της πόλης και στους ναύτες της Κροστάνδης. Άρχισαν  ένοπλες συγκρούσεις. Οι Μπολσεβίκοι, μετά από μερικές αμφιταλαντεύσεις, στήριξαν τελικά τους αναρχικούς.  Κατά το Λένιν ήταν προτιμότερο   να κάνεις λάθος στο πλευρό των επαναστατημένων μαζών παρά να έχεις δίκαιο και να είσαι εναντίον τους. Τότε η  Προσωρινή Κυβέρνηση διέταξε τη σύλληψη των ηγετών  των Μπολσεβίκων,  αποκαλώντας τον Λένιν κατάσκοπο των Γερμανών. Εναντίον του Λένιν είχε διαταχθεί εισαγγελική παραγγελία για τη διερεύνηση των σχέσεών του με τους Γερμανούς.   Ο Λένιν,  μεταμφιεσμένος ως χωρικός,  διέφυγε στη Φιλανδία, ο Τρότσκυ, που μόλις  το καλοκαίρι του 1917 είχε προσχωρήσει στους  Μπολσεβίκους, συνελήφθη και φυλακίστηκε, όπως και άλλοι ηγέτες  των Μπολσεβίκων.  Στη Φινλανδία ο χαλκέντερος   Λένιν συνέθεσε  τον Ιούλιο-Αύγουστο  του 1917 την πραγματεία Κράτος και Επανάσταση,  στην οποία εισήγαγε τον όρο του  Σοσιαλσωβινιστή για τους Μενσεβίκους  και τους Σοσιαλεπαναστάτες, όπως για τους Ευρωπαίους  Σοοσιαλδημοκράτες  που στήριζαν τον πόλεμο των κυβερνήσεών τους. Διευκρίνισε: «Το ρεύμα αυτό, σοσιαλισμός στα λόγια, σωβινισμός στην πράξη,  το διακρίνει η πρόστυχη λακεδίστικη προσαρμογή «των αρχηγών του σοσιαλισμού» στα συμφέροντα όχι μόνο της «δικής του» εθνικής αστικής τάξης , μα και του «δικού κράτους», γιατί  οι περισσότερες από τις λεγόμενες μεγάλες Δυνάμεις από καιρό εκμεταλλεύονται και  υποδουλώνουν πολλές μικρές και αδύναμες εθνότητες. Κι ο  ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι ίσα-ίσα πόλεμος για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα αυτού του είδους της λείας. Η πάλη για την απαλλαγή των εργαζομένων μαζών από την επιρροή της αστικής γενικά τάξης γενικά, και της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης  ιδιαίτερα, δεν είναι δυνατή χωρίς την καταπολέμηση των οπορτουνιστικών  προλήψεων για το κράτος… Οι παλιάνθρωποι  του σοσιαλσωβινισμού  το 1914-1917 σκέπαζαν την υπεράσπιση των ληστρικών συμφερόντων  της «δικής τους» αστικής τάξης με φράσεις για «την υπεράσπιση της πατρίδας», για  «άμυνα  της δημοκρατίας και της επανάστασης» και με άλλα παρόμοια». Δίνοντας μια ασαφή εικόνα για την Κομμούνα των Παρισίων, ο Λένιν υποστήριζε ότι «η αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού» θα συνέτριβε  το αστικό κράτος.

Αleksantr Fyodorovich Κerenski.

Στις 27 Ιουλίου 1917 σχηματίστηκε η δεύτερη Προσωρινή Κυβέρνηση Συνασπισμού με πρωθυπουργό τον ίδιο τον Κερένσκυ που διατήρησε και το Υπουργείο των Στρατιωτικών. Ανώτατος διοικητής του ρωσικού στρατού διορίστηκε ο στρατηγός Λ. Κορνίλωφ. Στο μέτωπο εισήχθηκε η θανατική ποινή. Ο Κορνίλωφ ήταν υπέρ της λήψης σκληρών μέτρων , απαραίτητων για την πολιτική σταθερότητα και την αποτροπή της αποσύνθεσης της χώρας και του στρατού.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1917 ο Κορνίλωφ θέλησε να μετακινήσει το Τρίτο Σώμα Ιππικού στην Αγία Πετρούπολη για την επιβολή της τάξης. Αρχικά ο Κερένσκυ συμφωνούσε, αλλά κατόπιν άλλαξε γνώμη, φοβούμενος ότι ο Κορνίλωφ προετοίμαζε πραξικόπημα, ότι θα χάνονταν τα κεκτημένα της επανάστασης, ότι θα μετατρεπόταν σε Βοναπαρτιστή. Πανικοβλημένος ο Κερένσκυ, καθαίρεσε τον Κορνίλωφ και ζήτησε τη βοήθεια των ηγετών της επανάστασης, συμπεριλαμβανομένων και των Μπολσεβίκων που πρόσφατα είχε φυλακίσει . Τους απελευθέρωσε και τους επέτρεψε να εξοπλιστούν. Μη διαθέτοντας πολιτική πείρα και οξύνοια, και με κακό σύμβουλο τον πανικό, ο Κερένσκυ ‘’ πήγε στο στόμα του λύκου’’. Στις 13 Σεπτεμβρίου ο Κορνίλωφ συνελήφθη. Η απειλή στρατιωτικού πραξικοπήματος που ήγειρε η υπόθεση Κορνίλωφ έπαψε πολύ γρήγορα να υφίσταται. Οι σιδηροδρομικοί αρνήθηκαν να μεταφέρουν τα στρατεύματα του Κορνίλωφ στην πρωτεύουσα, ενώ και περισσότεροι από τους στρατιώτες δεν έβλεπαν με ενθουσιασμό την προοπτική κατάλυσης των σοβιέτ που δεν εξισώνονταν με τους Μπολσεβίκους. Από τη ρήξη Κορνίλωφ-Κερένσκυ κερδισμένος βγήκε ο Λένιν. Στις αρχές Οκτωβρίου επέστρεψε από την κρυψώνα του στη Ρωσία και οι Μπολσεβίκοι άρχισαν να αποκτούν την πλειοψηφία στα σοβιέτ της Πετρούπολης,, επισείοντας τον κίνδυνο παλινόρθωσης του τσαρισμού.

Στις 10/23 Οκτωβρίου 1917 η Κεντρική Επιτροπή των Μπολσεβίκων αποφάσισε την κατάληψη της εξουσίας, μετά από εισήγηση του Λένιν, που έκρινε ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη λόγω της αποδυνάμωσης της θέσης του Κερένσκυ. Ο Ζηνόβιεφ και o Κάμενεφ αντέδρασαν, επικαλούμενοι ότι οι Μπολσεβίκοι δεν είχαν την πλειοψηφία του ρωσικού λαού στα σοβιέτ σε πανρωσικό πλαίσιο, και είχαν ήδη προκηρυχτεί εκλογές για Συντακτική Συνέλευση. Τελικά υπέκυψαν στην πίεση του Λένιν Για την προετοιμασία της κατάληψης της εξουσίας είχε συγκροτηθεί μια Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή. Κρίσιμη ίσως σημασία είχε το γεγονός ότι ο Κερένσκυ είχε αποξενώσει τους στρατιώτες της φρουράς της Πετρούπολης, όταν θέλησε να τους στείλει στο μέτωπο. Η κατάληψη της εξουσίας είχε χρονικά προσδιοριστεί έτσι ώστε να συμπέσει με τη Δεύτερη Πανρωσική Σύνοδο των σοβιέτ η οποία θα επικύρωνε την κατάληψη της εξουσίας. Τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου 1917 (6ης προς 7η Νοεμβρίου) οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν σιδηροδρομικούς σταθμούς, γέφυρες, το κεντρικό ταχυδρομείο, το τηλεγραφικό πρακτορείο, το τηλεφωνικό κέντρο και ορισμένα δημόσια κτήρια, εργοστάσια ηλεκτρικού ρεύματος αποθήκες τροφίμων , την Εθνική Τράπεζα . Κατέλαβαν τα Χειμερινά Ανάκτορα και συνέλαβαν τους υπουργούς. Ο κόσμος δεν είχε αντιληφθεί τι είχε συμβεί. Το πρωί της 7ης Νοεμβρίου η Στρατιωτική Επαναστατική Επιτροπή εξέδωσε την ακόλουθη προκήρυξη «Η Προσωρινή Κυβέρνηση καθαιρέθηκε. Η εξουσία πέρασε στα χέρια της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής που βρίσκεται επικεφαλής του προλεταριάτου και της φρουράς της Πετρουπόλεως. Όλα τα επίκαιρα σημεία της πόλης έχουν καταληφθεί. Ζήτω η Επανάσταση».

O Λένιν απευθύνεται στο πλήθος.

Και στη Δεύτερη Πανρωσική Σύνοδο των σοβιέτ οι Μπολσεβίκοι δεν διέθεταν την απόλυτη πλειοψηφία. Η πλειοψηφία των αντιπροσώπων ήταν πρόθυμη να ψηφίσει υπέρ της μεταβίβασης της εξουσίας στα σοβιέτ, όχι όμως να εγκρίνει όλες τις πρωτοβουλίες των Μπολσεβίκων, όπως τη βίαιη ανατροπή του Κερένσκυ ή το ελεγχόμενο πλήρως από τους Μπολσεβίκους Συμβούλιο των Λαϊκών Κομισάριων που εκτελούσε τυπικά χρέη κυβέρνησης. Ορισμένοι Σοσιαλεπαναστάτες και Μενσεβίκοι άσκησαν δριμύτατη κριτική στους Μπολσεβίκους και χαρακτήρισαν την ενέργειά τους πραξικόπημα. Τελικά όμως καμιά επαναστατική δύναμη δεν αμφισβήτησε το μονοπώλιο της εξουσίας των Μπολσεβίκων που υπό την κάλυψη των σοβιέτ θα επέβαλλαν ένα μονοκομματικό σύστημα.

H κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων και η καθαίρεση της κυβέρνησης Κερένσκυ χωρίς ουσιαστική αιματοχυσία έχει σαφή χαρακτηριστικά πραξικοπήματος. Ο χαρακτηρισμός Επανάσταση απηχεί την γενικότερη επαναστατική ζύμωση που υπήρχε στη Ρωσία. Αλλά σε τελευταία ανάλυση τι ζητούσε ο κόσμος όταν τον Φεβρουάριο του 1917 κατήλθε στο δρόμο και ανέτρεψε τον τσάρο; Ψωμί, Γη και Ειρήνη, συνθήματα που ελάχιστη σχέση είχαν με τον Μαρξισμό. Τι εξασφάλισαν οι Μπολσεβίκοι; Όχι μια ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και αποζημιώσεις, αλλά μια ταπεινωτική ειρήνη με εδαφικές παραχωρήσεις, όπως θα δούμε, οι χωρικοί δεν απέκτησαν γη ως ελεύθεροι ιδιοκτήτες καλλιεργητές, η γη περιήλθε στο κράτος και δεν διανεμήθηκε στους χωρικούς, παρά τα αρχικά διατάγματα, οι κουλάκοι που προϋπήρχαν, αργότερα εξοντώθηκαν, η πλήρης παράλυση του κράτους και της οικονομίας οδήγησε τον Λένιν στη Νέα Οικονομική Πολιτική ( 1920) που ήταν μια soft αναβίωση καπιταλισμού. Οι Μπολσεβίκοι δεν έλαβαν υπόψη τη λαϊκή ετυμηγορία, όπως αυτή εκφράστηκε στις πρώτες ελεύθερες πανρωσικές εκλογές της 25ης Νοεμβρίου/8ης Δεκεμβρίου 1917, που είχαν προκηρυχθεί ακόμα από την Προσωρινή Κυβέρνηση. Οι Μπολσεβίκοι έλαβαν το 25%, τα σοσιαλιστικά κόμματα το 62%, τα αστικά κόμματα το 13% των ψήφων. Στη Συντακτική Συνέλευση από τους 715 βουλευτές μόνο οι 183 ήταν Μπολσεβίκοι. Οι Ρώσοι ψήφισαν για μια φιλελεύθερη σοσιαλιστική δημοκρατία. Αλλά η τόσο προ πολλού αναμενόμενη Συντακτική Συνέλευση διαλύθηκε γρήγορα από τους Μπολσεβίκους με τη βία. Ο Λένιν γνώριζε ότι η Ρωσία χωρίς ισχυρό προλεταριάτο δεν ήταν ώριμη για προλεταριακή επανάσταση, αλλά ανέμενε ότι η ρωσική επανάσταση θα αποτελούσε τη θρυαλλίδα της παγκόσμιας προλεταριακής επανάσταση με πρώτη χώρα τη Γερμανία. Ο Λένιν διαψεύστηκε, όπως και ο Μάρξ.

Η εξόφληση των γερμανικών λογαριασμών: Από την ανακωχή της 15ης Δεκεμβρίου 1917 με τους Γερμανούς στην ταπεινωτική συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ της 3ης Μαρτίου 1918.

Ιδιαίτερους λόγους να επιχαίρουν για τα τεκταινόμενα στη Ρωσία είχαν φυσικά οι Γερμανοί. Επειδή θεωρούσαν επισφαλή τη θέση των Μπολσεβίκων, βιάζονταν για την ανακωχή και την υπογραφή συνθήκης ειρήνης.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών Kühlmann έγραφε σε αξιωματικό-σύνδεσμο του Υπουργείου Εξωτερικών στις 3 Δεκεμβρίου 1917: «Η διάσπαση της Αντάντ και στη συνέχεια η διαμόρφωση ευνοϊκών γι’ μας συνθηκών είναι , από διπλωματικής απόψεως, ο σπουδαιότερος πολιτικός μας σκοπός. Ως ασθενέστερος κρίκος της εχθρικής αλυσίδας εμφανιζόταν η Ρωσία. Επομένως ενδεικνυόταν για μας η χαλάρωση και η απόσπασή του , αν αυτό ήταν δυνατόν. Τον σκοπό αυτό εξυπηρετούσε η αποσυνθετική εργασία που φροντίσαμε να αναληφθεί πίσω από το μέτωπο, στο εσωτερικό της Ρωσίας, η ενθάρρυνση των διασπαστικών τάσεων και η υποστήριξη των Μπολσεβίκων. Μόνο τα μέσα που στείλαμε στους Μπολσεβίκους δια διαφόρων οδών και με εναλλασσόμενη διαρκώς ετικέτα, τους επέτρεψαν να συγκροτήσουν και να εκδώσουν το κυριώτερο δημοσιογραφικό τους όργανο, την Πράβδα, να αναπτύξουν ενεργητική δράση και να διευρύνουν τη στενή αρχική βάση του κόμματός τους. Οι Μπολσεβίκοι βρίσκονται ήδη στην εξουσία. Δεν μπορούμε φυσικά να προβλέψουμε πόσο καιρό θα μπορέσουν να παραμείνουν στην εξουσία. Για την ενίσχυση των θέσεών τους τούς είναι απαραίτητη η ειρήνη. Είναι ευνόητο για την πλευρά μας ότι έχουμε κάθε συμφέρον να εκμεταλλευτούμε την βραχεία ίσως παραμονή τους στην εξουσία για να καταλήξουμε πρώτον σε μια ανακωχή και στη συνέχεια, αν είναι δυνατόν, στη συνομολόγηση της ειρήνης. Η σύναψη μιας χωριστής ειρήνης θα σήμαινε την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου πολεμικού μας σκοπού, τη ρήξη των σχέσεων της Ρωσίας με τους συμμάχους της….».. (Α. Β. Ζeman (ed), Germany and the Revolution in Russia, 1915- 1918. Documents from the Archives of the German Foreign Ministry, London 1958, p. 94. Επίσης βλ. Γ. Κ. Γεωργαλά, Ο Κομμουνισμός. Θεωρία , Πράξις, Ιστορία και Κριτική, Αθήναι 1968, σσ.226-227 ) .

H πρωτοβουλία για τη σύναψη ανακωχής προήλθε από τη ρωσική πλευρά. Οι Μπολσεβίκοι προσέγγισαν τους Γερμανούς στις 13/26 Νοεμβρίου 1917 κοντά στο Dvink και άρχισαν διαπραγματεύσεις στο Γενικό Επιτελείο των Κεντρικών Δυνάμεων του Ανατολικού Μετώπου στο Brest-Litovsk, όπου στις 2/15 Δεκεμβρίου συνήφθηκε η ανακωχή. Αρχικά είχε διάρκεια 10 ημερών, αλλά συνεχώς παρατεινόταν. Για τη ρωσική πλευρά ήταν απλά η νομιμοποίηση μιας προ πολλού υπάρχουσας κατάστασης.

Πολύ δύσκολη αποδείχτηκε η συνομολόγηση της ειρήνης, οι σχετικές διαπραγματεύσεις άρχισαν στις 9/22 Δεκεμβρίου 1917. Ήταν η πρώτη φορά που η νεαρή μπολσεβίκικη σοβιετική εξουσία ερχόταν σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο για ένα σημαντικό θέμα. Οι Μπολσεβίκοι απαίτησαν δημόσιο διάλογο και από την πρώτη μέρα κατέστη σαφές ότι οι δύο αντιπροσωπείες εξέφραζαν δύο διαφορετικούς κόσμους και μιλούσαν διαφορετική γλώσσα. Ο Γερμανός υφυπουργός Εξωτερικών Kühlman, o Επιτελάρχης της Ανώτατης Γερμανικής Διοίκησης στο Ανατολικό Μέτωπο Hoffman, ο υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας Czernin, όπως και οι επικεφαλής της τουρκικής και της βουλγαρικής αντιπροσωπείας επιδίωκαν ανταλλάγματα, κυρίως εδαφικά.

H ρωσική αντιπροσωπεία στο Brest-Litovsk. Διακρίνονται οι Trotsky (1), ναύαρχος Altfater (2) και Joffe (3). Η φωτογραφία τραβήχτηκε μεταξύ 3 και 15 Δεκεμβρίου 1917

Για τον Α. Joffe, που στις 27 Δεκεμβρίου 1917/9 Ιανουαρίου 1918 είχε αντικαταστήσει προσωρινά τον Τρότσκυ ως Λαϊκός Κομισάριος για εξωτερικά θέματα, η ειρήνη ήταν ένα βήμα για την παγκόσμια επανάσταση, ο ακρογωνιαίος λίθος για τη νέα σοσιαλιστική τάξη πραγμάτων. Επίτηδες ασκούσε μια παρελκυστική τακτική με αόριστα κηρύγματα για την αυτοδιάθεση των λαών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ήταν υπό καθεστώς αποικιοκρατίας. Στα μέσα Ιανουαρίου 1918 ο Hoffman απαίτησε την εκχώρηση συγκεκριμένων εδαφών, ως conditio sine qua non, και προανήγγειλε χωριστές συνομιλίες με την εθνική Ουκρανική Εθνοσυνέλευση (Rada) που είχε την εξουσία στο Κίεβο και επιδίωκε μια Ανεξάρτητη Ουκρανία. Ως πρωτεύουσα της Ουκρανίας οι Μπολσεβίκοι είχαν ανακηρύξει το Χάρκοβο τον Δεκέμβριο του 1917. Στην Ουκρανία υπήρχε μια δυαδική εξουσία. Μετά την πτώση του τσαρισμού είχε τεθεί σε κίνηση η διαδικασία ανεξαρτητοποίησης των μη ρωσικών εθνοτήτων, ιδιαίτερα στον Καύκασο (1918-1921). Ο Hoffman έθεσε τους Μπολσεβίκους ενώπιον του διλήμματος ή εξαγορά της ειρήνης με την εκχώρηση εδαφών ή επανάληψη των εχθροπραξιών. To θέμα αυτό προκάλεσε εντός των Μπολσεβίκων μια έντονη διένεξη . Ο Λένιν τάχθηκε αμέσως υπέρ την αποδοχής των όρων και θεώρησε ως ανεύθυνη τυχοδιωκτική πολιτική τη διακύβευση της σοβιετικής εξουσίας μπροστά στην αμυδρά ελπίδα της παγκόσμιας επανάστασης! (Θέσεις της 7ης / 20ής Ιανουαρίου 1918). Είχε όμως ελάχιστους οπαδούς και με κόπο, συνεπικουρούμενος και από τον Μπουχάριν, κατάφερε να αποτρέψει έναν επαναστατικό πόλεμο εναντίον των Ιμπεριαλιστών. Η πλειοψηφία ακολούθησε την έξυπνη, αλλά μη ρεαλιστική θέση του Τρότσκυ ‘’ ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη’’. «Ελπίζοντας σταθερά στην επικείμενη παγκόσμια επανάσταση, αποσύρουμε το στρατό μας και το λαό μας από τον πόλεμο…..είμαστε όμως εξαναγκασμένοι … να μην βάλουμε την υπογραφή μας», δήλωσε εμφατικά ο Τρότσκυ στις 10 Φεβρουαρίου 1918. Αναχώρησε από το Brest- Litovsk και επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη, γενόμενος δεκτός με επευφημίες. Η Παγκόσμια Επανάσταση όμως δεν ξέσπασε και οι Κεντρικές Δυνάμεις αντέδρασαν, αναγνωρίζοντας την 1η Φεβρουαρίου 1918 την εθνική Λαϊκή Δημοκρατία της Ουκρανίας και συνάπτοντας την 9η Φεβρουαρίου τη λεγόμενη ‘’ Ειρήνη του Ψωμιού’’( Brotfrieden), δηλαδή αναγνώριση της Ουκρανίας με αντάλλαγμα τρόφιμα. «Η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία, η Βουλγαρία και η Τουρκία από μη μια πλευρά η Ουκρανική Λαϊκή Δημοκρατία από την άλλη, δηλώνουν, ότι η εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους έχει τερματιστεί. Τα συμβεβλημένα μέρη είναι αποφασισμένα, από τώρα και στο εξής, να ζουν σε αμοιβαία ειρήνη και φιλία», τονιζόταν στο κείμενο της χωριστής ειρήνης.

Με τη δικαιολογία ότι η συμπεριφορά της ρωσικής αντιπροσωπείας έθεσε τέρμα στην ανακωχή, άρχισε στις 18 Φεβρουαρίου 1918 η γερμανική επίθεση σε όλο το μέτωπο χωρίς την παραμικρή αντίσταση, και ενώ ο Τρότσκυ είχε ήδη διατάξει την αποστράτευση. Ενώπιον του άμεσου κινδύνου συντριβής της επανάστασης από τους Γερμανούς, υπερίσχυσε η γνώμη του Λένιν, ο Τρότσκυ υπαναχώρησε και με την ψήφο του ο Λένιν το απόγευμα της 18ης Φεβρουαρίου 1918 εξασφάλισε την πλειοψηφία στην Κεντρική Επιτροπή. Η σοβιετική κυβέρνηση ζήτησε αμέσως τη συνομολόγηση ειρήνης. Οι Κεντρικές Δυνάμεις απάντησαν αργά, στις 23 Φεβρουαρίου, σε ένδειξη απαξίωσης. Η παρελκυστική τακτική των Μπολσεβίκων με την χιμαιρική προσδοκία της παγκόσμιας επανάστασης (με σπινθήρα το γερμανικό στρατό) απέβη μοιραία. Οι Γερμανοί συνέχισαν την προέλαση και έθεσαν σκληρότερους όρους, τους οποίους αποδέχτηκε και πάλι ο Λένιν. Στην Κεντρική Επιτροπή εξασφάλισε μια οριακή πλειοψηφία (7 Ναι, 4 Όχι, 4 Αποχές).

Μετά την υπογραφή της “Ειρήνης του Ψωμιού – Brotfrieden”, γερμανικά και αυστροουγγρικά στρατεύματα εξαπέλυσαν επίθεση κατά των Μπολσεβίκων φθάνοντας, τον Μάρτιο του 1918, μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, η οποία μετατράπηκε σε γερμανική λίμνη. Η γερμανική επίθεση εξανάγκασε τους Μπολσεβίκους να συνθηκολογήσουν με τους σκληρούς γερμανικούς όρους στο Brest-Litovsk

Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο Λένιν χρηματίστηκε από τους Γερμανούς για την αποδοχή και επιβολή γενικά στην Κεντρική Επιτροπή των σκληρών γερμανικών όρων. Τα λεγόμενα Sisson Documents είναι πλαστά, όπως απέδειξε πειστικά και ο George E. Kennan, ο ιδεολογικός πατέρας του Ψυχρού Πολέμου. [Βλ. ‘’ The Sisson Documents’’, Journal of Modern History, 28: 2 (June 1956), pp.130-154 ]. Κέρδιζε όμως λεφτά από τη μαύρη αγορά μολυβιών και προφυλακτικών. «What is beyond doubt is that Lenin accepted 2, 000 rubles from Fürstenberg in April when he was planning his journey to Russia, and he took 800 more for Zinoviev. He did not balk at that variety of German gold. For those who still refuse to credit that the greatest socialist on earth could ever lie about a wad of German notes, the alternative is to concede that he subsidized himself with profits from the war’s black- market trade in lead pencils and condoms (with teat end)». (Catherine Merridale, Lenin on the Train, Penguin Books, Penguin Random House UK, 2017, p. 261).

Στις 3 Μαρτίου 1918 υπογράφτηκε η συνθήκη ειρήνης στο Brest-Litovsk και στις 15 Μαρτίου επικυρώθηκε από το Τέταρτο Πανρωσικό Συνέδριο των σοβιέτ. Σύμφωνα με τους όρους, η σοβιετική κυβέρνηση έπρεπε να εκχωρήσει τη Λιθουνία, τη Λεττονία, την Εσθονία και την Πολωνία , να αναγνωρίσει την Ουκρανία και τη Φιλανδία ως κυρίαρχα κράτη και να αποσύρει τα στρατεύματα και τις ερυθρές φρουρές και στο μέλλον να μη διεξάγει προπαγάνδα εναντίον των εθνικών κυβερνήσεων των χωρών αυτών. Η Τουρκία προσάρτησε το Καρς, το Αρδαχάν και το Μπατούμ. Η προσάρτηση της Βεσσαραβίας, που ήδη από τον Δεκέμβριο του 1917 είχε καταληφθεί από το ρουμανικό στρατό, στη Ρουμανία αναγνωρίστηκε σε ειδική συνθήκη μεταξύ της Ρουμανίας και των Κεντρικών Δυνάμεων στις 9 Μαρτίου 1918. Η Ρωσία έχασε ένα μεγάλο μέρος της επικράτειά της με την ταπεινωτική ειρήνη του Brest- Litovsk. Λόγω της γερμανικής απειλής η σοβιετική κυβέρνηση μετέφερε την πρωτεύουσα από την Πετρούπολη στη Μόσχα στις 12 Μαρτίου 1918.

Ο χάρτης του Brest-Litovsk (Μάρτιος 1918).

Εν τέλει, δεν ήταν η Παγκόσμια Προλεταριακή Επανάσταση που έσωσε τον Λένιν από τα δεσμά της ταπεινωτικής Συνθήκης του Brest- Litovsk, αλλά η συνθηκολόγηση της Γερμανίας το Νοέμβριο του 1918. Η Γερμανία έπρεπε να διατηρεί στρατεύματα στις νέες χώρες, κάτι που αποδυνάμωσε το δυτικό μέτωπο, όπου κυρίως κρίθηκε ο Μεγάλος Πόλεμος. Η είσοδος της Αμερικής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε κυρίως οικονομική και δευτερευόντως στρατιωτική σημασία για την Αντάντ. Η δημιουργία εθνικών κρατών στην Ανατολική Ευρώπη μετά τη διάλυση των Αυτοκρατοριών, κρατών εχθρικών προς τη Σοβιετική Ένωση, κατέστησε την επαγγελία της Παγκόσμιας Επανάστασης της Τρίτης Διεθνούς (1919) θνησιγενή, ο Λένιν, βλέποντας τη διάψευση των προσδοκιών του και το χάος που προκάλεσε στη Ρωσία, υπέστη καρδιακά και εγκεφαλικά επεισόδια μέχρι που πέθανε τον Ιανουάριο του 1924 σε ηλικία μόλις 54 ετών και ο Στάλιν, εξουδετερώνοντας πολιτικά τον Τρότσκυ, αποδέχτηκε την σταθεροποίηση του καπιταλισμού και περιορίστηκε στο σοσιαλιστικό πείραμα σε μια μόνο χώρα.

Мирные переговоры в Брест-Литовске / Peace talks In Brest-Litovsk: 1917-1918

             

 

Ο Σπυρίδων Σφέτας είναι Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Α.Π.Θ.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Hahlweg W. (Ed.), Der Friede von Brest-Litowsk – Ein unveröffentlichter Band aus dem Werk des Untersuchungsausschusses der Deutschen Verfassungsgebenden Nationalversammlung und des Deutschen Reichstages, Düsseldorf, 1971.

Merridale C., Lenin on the Train, Penguin Books, Penguin Random House UK, 2017.

Warth, R. D., The Allies and the Russian Revolution from the Fall of the Monarchy to the Peace of Brest-Litovsk. Durham, N. C., Duke University Press, 1954.
Wheeler-Bennett, J.WThe Treaty of Brest-Litovsk and Germany’s Eastern Policy (Oxford Pamphlets of World Affairs), Claredon Press, Oxford, 1939.