Skip to main content

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος: Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο “Ανένδοτος Αγώνας”

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος

Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο “Ανένδοτος Αγώνας”

Την 9η Ιανουαρίου 1962, συνήλθε η νέα Βουλή. Οι βουλευτές της «Ενώσεως Κέντρου» έδωσαν τον όρκο με επιφύλαξη, διότι (κατ’ αυτούς) είχε παραβιασθεί το Σύνταγμα. Η σχετική δήλωση είχε ως εξής: «Οι Βουλευταί της Ενώσεως Κέντρου ομνύοντες υπακοήν εις το Σύνταγμα, εκφράζουν την επιφύλαξιν ότι το Σύνταγμα της Βασιλευομένης Δημοκρατίας έχει παραβιασθή. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Ε.Ρ.Ε, κατά τας προσφάτους εκλογάς της 29ης Οκτωβρίου 1961, δεν προήλθεν από την ελευθέραν θέλησιν του Ελληνικού Λαού, αλλά από την άσκησιν βίας και νοθείας. Συνεπείς προς τον όρκον των οι βουλευταί της Ενώσεως Κέντρου δηλούν ότι δεν αναγνωρίζουν ως νόμιμον την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. Και διακηρύττουν, ότι θ’ αγωνισθούν με όλα τα μέσα δια την αποκατάστασιν της ομαλής λειτουργίας του Δημοκρατικού ημών Πολιτεύματος». Κατόπιν, κατέθεσαν πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβερνήσεως (την 18η Ιανουαρίου), καθώς και άλλη πρόταση για την παραπομπή σε ειδικό δικαστήριο (βάσει του νόμου περί ευθύνης υπουργών) του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Κων. Δόβα και των υπουργών Χ. Ποταμιάνου, Ν. Λιανόπουλου και Π. Καλογερόπουλου (την 23η Ιανουαρίου).

Η συζήτηση ξεκίνησε την 18η Ιανουαρίου, με την ομιλία του Παπανδρέου. Ο ίδιος θεωρούσε ότι επρόκειτο για μία από τις καλύτερες στιγμές του κοινοβουλευτικού βίου του. Προς τούτο και θα παρατεθούν τα κυριότερα σημεία της.

«Και από του βήματος της Εθνικής Αντιπροσωπείας θεωρούμεν καθήκον να διακηρύξωμεν, ότι το αποτέλεσμα των εκλογών της 29ης Οκτωβρίου υπήρξεν προϊόν βίας και νοθείας. Και ωδήγησεν η βία και η νοθεία εις την δημιουργίαν νόθου πλειοψηφίας της Βουλής και παρανόμου Κυβερνήσεως. Δηλούμεν ότι δεν αναγνωρίζωμεν ως νόμιμον την σημερινήν Κυβέρνησιν. Και θεωρούμεν αποστολήν μας να αγωνισθώμεν δια την αποκατάστασιν των ελευθέρων θεσμών, δια την αποκατάστασιν, την ομαλήν λειτουργίαν του δημοκρατικού πολιτεύματος. Από αυτήν την αρχήν ενεπνεύσθη η απόφασίς μας να μη παραστώμεν κατά τας πρώτας συνεδριάσεις της Βουλής, οπότε συνετελείτο η τυπική νομιμοποίησις της Κυβερνήσεως. Από αυτήν την αρχήν εμπνέεται επίσης η απόφασίς μας να μη μετέχωμεν εις το μέλλον ουδεμιάς ψηφοφορίας, δια να μη συντελέσωμεν έστω και αρνητικώς εις αυτήν την νομιμοποίησιν. Και από αυτήν την αρχήν θα εμπνευσθούν επίσης και όλα τα μέτρα τα οποία εν συνεχεία θα λάβωμεν εις το μέλλον.

Έχει τεθή το ερώτημα: Αφού εμπνεόμεθα από αυτήν την αρχήν διατί παριστάμεθα εις την Βουλήν; Η απάντησις είναι : Παριστάμεθα διότι ημείς είμεθα γνήσιοι εκπρόσωποι του λαού και δικαιούμεθα να παριστάμεθα… και δικαιούμεθα να παριστάμεθα όταν θέλωμεν. Άλλοι δεν δικαιούνται… Είπεν ο κ. Πρόεδρος της Κυβερνήσεως: “Επιδιώκομεν ανωμαλίας, έχομεν αντισυνταγματικάς επιδιώξεις”. Και απαντώμεν: Το αντίθετον είναι ακριβές. Αγωνιζόμεθα δια την αποκατάστασιν της ομαλότητος, δια την αποκατάστασιν της συνταγματικής τάξεως. Την ομαλότητα κατέλυσαν και το Σύνταγμα παρεβίασαν αι εκλογαί της 29ης Οκτωβρίου.

Βάρκες και καΐκια προϋπαντούν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κατά την προεκλογική περιοδεία του στην Κέρκυρα.

Εξαιρετικά υπήρξαν τα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν, εξαιρετικά θα είναι και τα μέτρα με τα οποία θα τα αντιμετωπίσωμεν. Είπεν ο κ. Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως ότι έχομεν φυγομαχήσει και ότι τα πυρά τα ιδικά μας θα είναι άσφαιρα. Αλλά εάν τα πυρά πρόκειται να είναι άσφαιρα, προς τι ο στόμφος της προκλήσεως; Είπεν επίσης ότι επί μακρόν εφυγομαχήσαμεν. Το αληθές είναι ότι υπάρχει εις τους κόλπους της Ε.Ρ.Ε. μία μεγάλη σχολή μικρών τεχνασμάτων, τα οποία εχρησιμοποίησε καθ’ όλην αυτήν την περίοδον. Και είχον όλα την αυτήν τύχην, την αυτήν ατυχίαν. Εναυάγησαν. Ενόμισαν, την 7ην Δεκεμβρίου ότι ηδύναντο να μας απευθύνουν τελεσίγραφον δια να μας αναγκάσουν να παριστάμεθα εις την Βουλήν. Αλλά είχον κάμει λάθος εις την διεύθυνσιν. Δεν ανήκομεν εις τους ανθρώπους, οι οποίοι δέχονται τελεσίγραφα. Και το απερρίψαμεν. Προχθές επεδίωξαν πάλιν με την μέθοδον των παρελκύσεων του μεγάλου θέματος, να το μειώσουν εις σημασίαν. Και υπερεφαλαγγίσθησαν με την ιδικήν μας πρότασιν δυσπιστίας. Ευχόμεθα τα παθήματα να γίνουν μαθήματα δια το μέλλον. Αλλά δεν επιμένομεν. Διότι επί τέλους, δεν είμεθα και απαρηγόρητοι από τα παθήματα του Προεδρείου και της Κυβερνήσεως.

Ελέχθη ότι αποτελεί συνήθειαν ιδικήν μας, έπειτα από πάσαν ήτταν, να επικαλούμεθα την παρανομίαν των εκλογών. Ο ισχυρισμός είναι απολύτως ασύστατος. Ουδέποτε εις το παρελθόν, μετά την έκβασιν εκλογών, κατηγγείλαμεν κυβέρνησιν ως παράνομον. Είναι η πρώτη φορά. Διότι πρώτην φοράν συνετελέσθη εις τόσην έκτασιν το όργιον της βίας και της νοθείας. Όταν εις τας εκλογάς του 1958, τας οποίας υπέμνησεν ο κ. Υπουργός των Εσωτερικών, ηττήθημεν, υπεκύψαμεν και εδέχθημεν την ήτταν ως αληθείς δημοκράται. Διότι ως αληθείς δημοκράται γνωρίζομεν ότι όσοι υποκύπτουν εις την θέλησιν του λαού είναι άνδρες, όσοι υποκύπτουν εις την βίαν είναι ανδράποδα. Και ουδέποτε είχομεν τοιαύτην φιλοδοξίαν. Μας απευθύνθη το ερώτημα: Σεις εζητήσατε υπηρεσιακήν. Διατί διαμαρτύρεσθε; Απαντώμεν: Εζητήσαμεν υπηρεσιακήν επί τη βάσει της πείρας των τριών προγενεστέρων υπηρεσιακών κυβερνήσεων, του 1950, του 1952 και του 1958, αι οποίαι πράγματι διεξήγαγον σχετικώς τιμίας εκλογάς. Και ηλπίζαμεν, επίσης, ότι και η τετάρτη υπηρεσιακή κυβέρνησις θα ήτο επίσης αδιάβλητος. Διεψεύσθημεν όμως εις τας προσδοκίας μας. Αυτή είναι η απάντησις. Και διότι εις τας ημέρας της Κυβερνήσεως του Στρατηγού Δόβα συνετελέσθη όργιον βίας και νοθείας και διότι το ηνέχθη, εθεωρήσαμεν χρέος να καταθέσωμεν την πρότασιν παραπομπής εις ειδικόν δικαστήριον.

Οι εκλογές του 1961 δια χειρός Μποστ.

Λέγουν: Αφού πράγματι υποστηρίζετε ότι συνετελέσθησαν όργια βίας και νοθείας διατί δεν διεμαρτυρήθητε κατά το στάδιον των εκλογών; Απαντώμεν: Μόνον Έλληνες του εξωτερικού είναι δυνατόν να διατυπώσουν αυτό το ερώτημα. Όσοι έζησαν εις την Ελλάδα, πρέπει να ενθυμούνται ότι καθημερινώς υπήρχαν σφοδρόταται διαμαρτυρίαι. Επεσκέφθημεν τον Στρατηγόν Δόβαν και διεμαρτυρήθημεν. Και μας παρείχε καλοπροαιρέτους υποσχέσεις, αι οποίαι ουδέποτε ετηρούντο. Εφθάσαμεν εις μίαν απόφασιν, η οποία δεν έχει προηγούμενον εις την πολιτικήν ιστορίαν της χώρας μας. Εννέα ημέρας προ των εκλογών, την 20ην Οκτωβρίου, απευθύναμεν προς όλους τους υποψηφίους της Ενώσεως Κέντρου διάγγελμα…

Ελέχθη: Διατί τότε δεν αποφίσαστε αποχήν; Και αυτήν την εσκέφθημεν, ηλπίσαμεν όμως μέχρι της τελευταίας εβδομάδος, ότι το μέγα ρεύμα θα είχεν υπερφαλαγγίσει την βίαν. Αλλά συμφώνως προς το σχέδιον, το οποίον είχεν έκτοτε καταρτισθή, η μεγάλη εκλογική επιχείρησις ενηργήθη την Παρασκευήν και κατ’ εξοχήν το Σάββατον, την νύκτα του Σαββάτου προς την Κυριακήν. Ιδού διατί δεν εφθάσαμεν εις την απόφασιν της αποχής. Αυτή είναι η προϊστορία, η οποία δικαιώνει εις το ακέραιον τας καταγγελίας, τας οποίας διετυπώνομεν έπειτα από τας εκλογάς. Και τίθεται τώρα το ερώτημα: Αι αποδείξεις; Ποίας αποδείξεις προσκομίζετε δι’ αυτό το όργιον της βίας και της νοθείας; Το προνόμιον του γενικού σχεδίου είναι ότι προνοεί δια την μείωσιν, την εξέλειψιν των αποδείξεων. Όταν η βία και η νοθεία είναι εκδήλωσις τοπική, σπασμωδική και αυθαίρετος, προσφέρεται ευκολώτερον προς απόδειξιν.

Όταν υπάρχη σχέδιον γενικόν, υπάρχει επίσης πρόνοια και δια την απόκρυψιν. Μ’ όλα ταύτα, υπάρχουν αι αποδείξεις. Και αι αποδείξεις κατατάσσονται εις τρεις κατηγορίας, εις τρία κεφάλαια. Είναι, πρώτον, τα γεγονότα. Είναι, δεύτερον, οι αριθμοί. Και είναι, τρίτον, τα κείμενα. Εις τα γεγονότα την πρώτην θέσιν κατέχει το κομματικόν Κράτος. Εμποτισμένον το Κράτος από το Κόμμα, ενήργησε με όλην την πίεσιν των Νομαρχών, των Προέδρων Κοινοτήτων, με τα μικρά κοινωφελή και μεγάλα κομματωφελή έργα. Ενήργησε, προς εξυπηρέτησιν της Ε.Ρ.Ε…

Και έρχομαι τώρα εις το κεφάλαιον της βίας… Συμφώνως με το σχέδιον, εκαλούντο οι πολίται εις τα αστυνομικά τμήματα, οι χωροφύλακες επεσκέπτοντο εις τας οικίας των τους χωρικούς και τους ενέπνεον τρόμον, τους ηπείλουν με φακέλλους, με οικονομικάς συνεπείας δι’ αυτούς και τους συγγενείς των, με απολύσεις, μεταθέσεις, με δάνεια της Α.Τ.Ε. Και υπό το κράτος αυτής της πιέσεως εκάμπτετο το εκλογικόν των φρόνημα και ηναγκάζοντο να προσαρμοσθούν εις το αίτημα της ψηφίσεως της Ε.Ρ.Ε…

Τα αποτελέσματα των στρατιωτικών τμημάτων αποτελούν επίσης μίαν πλήρη απόδειξιν της βίας, η οποία ησκήθη. Όταν επί των ημέρων του Στρατάρχου Παπάγου το ποσοστόν υπήρξε 52% και σήμερον, αφαιρουμένων των δημοσίων υπαλλήλων, φθάνει περίπου εις το 100% ποίαν χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων; Το 100% αποδεικνύει όχι μόνον ότι διετάχθη ο στρατός να ψηφίση Ε.Ρ.Ε. Αποδεικνύει επί πλέον, ότι το κράτος έχει εμποτισθή από το Κόμμα και τούτο βεβαίως έχει επιπτώσεις όχι μόνον επί της ψήφου του στρατού αλλά και εις όλας τας εκδηλώσεις της κρατικής επεμβάσεως…

Ιδού η πλήρης απόδειξις, η οποία θα έχη τον τίτλον εις την μαύρην βίβλον της 29ης Οκτωβρίου “Ο εμπαιγμός”, ο εμπαιγμός ο ιδικός μου από τον Στρατηγόν Δόβαν. Διότι όταν ημείς υπεστηρίζαμεν ανάκλησιν των Τ.Ε.Α. ή αχρήστευσιν και μας το υπέσχετο, εις τον ίδιον χρόνον εγνώριζεν, ότι οργανούνται τα Τ.Ε.Α. ως δύναμις εκλογικής επιχειρήσεως. Μέχρις εσχάτων ετέλουν εν απορία αν ηγνόει και ο ίδιος και ενεπαίζετο ή εγνώριζε και μας ενέπαιζε. Τώρα πλέον έχω πεισθή, ότι έχει συμβή το δεύτερον…

Κύριοι βουλευταί, αυταί είναι αι αποδείξεις των κειμένων. Επεκαλέσθημεν τας αποδείξεις των γεγονότων, τας αποδείξεις των αριθμών, τας αποδείξεις των κειμένων. Και είναι πλήρης η απόδειξις, ότι ωργανώθη πράγματι όργιον βίας και νοθείας, εις την άσκησιν του οποίου οφείλεται ο στραγγαλισμός της αληθούς θελήσεως του λαού και η έκβασις εκλογικού αποτελέσματος, το οποίον δεν ανταποκρίνεται προς την αληθή του θέλησιν…

Ο κ. Καρδαμάκης[1] ενόμιζεν ότι ώφειλε να έλθη πάλιν εις την σκηνήν να αρχίση και πάλιν την πολιτικήν και να επιδοθή εις την κατασυκοφάντησιν των ηγετών, του πολιτικού κόσμου και του Τύπου της Ενώσεως Κέντρου. Προ ολίγων ημερών ο Στρατηγός Καρδαμάκης εξέδωκεν την ακόλουθον διαταγήν ημερομηνίας 5 Ιανουαρίου 1962: “Από της προεκλογικής ακόμη περιόδου είχεν αναληφθή συκοφαντική εκστρατεία κατά του Στρατού και των Τ.Ε.Α.”. Δεν είμεθα ημείς, οι οποίοι συκοφαντούμεν τον Στρατόν και τα Τ.Ε.Α., δεν είμεθα ημείς εναντίον του Στρατού και των Τ.Ε.Α. Τιμώμεν ημείς τας Ενόπλους Δυνάμεις, τα Τ.Ε.Α. και τα Σώματα Ασφαλείας. Ημείς είμεθα εναντίον των αναξίων ηγετών του στρατεύματος.

Συνεχίζει ο Στρατηγός Καρδαμάκης: “Η εκστρατεία αύτη, συνεχιζομένη μέχρι σήμερον, εκδηλούται κυρίως δια καταγγελιών, σχολίων και δημοσιευμάτων ως τα τελευταίως αναγραφέντα περί παρανόμου αναμίξεως του Στρατού και των Τ.Ε.Α. εις την διεξαγωγήν των τελευταίων εκλογών”. Και ανακοινώνει εις το στράτευμα κείμενα, τα οποία στρέφονται εναντίον των ηγετών της Ενώσεως Κέντρου. Δεν ανακοινώνει ο Στρατηγός Καρδαμάκης τας απαντήσεις μας, ανακοινώνει μόνον τας επικρίσεις εναντίον μας. Με ποίον δικαίωμα ο Στρατηγός Καρδαμάκης απομονώνει τας επικρίσεις;

Πρώτον, με ποίον δικαίωμα εισέρχεται εις άσκησιν πολιτικής ο Στρατηγός Καρδαμάκης ανακοινών τας δηλώσεις του κ. Πρωτοπαπαδάκη[2] και όχι την ιδικήν μου απάντησιν; Και περαιτέρω προβαίνει εις μίαν ασύδοτον ανακοίνωσιν, αφορώσαν τον κ. Βενιζέλον. Γράφει: “Πρόκειται περί φαιδρολογημάτων, τα οποία έχει εξασφαλίσει εις την χώραν το προνόμιον της πολιτικής ασυδοσίας” και προχωρεί εις βαρυτάτας ύβρεις εναντίον του κ. Βενιζέλου. Αυτός είναι ο Στρατηγός Καρδαμάκης.

Κωνσταντίνος Καραμανλής και Γεώργιος Παπανδρέου.

Και έχομεν το δικαίωμα από του εθνικού τούτου βήματος να απευθυνθώμεν προς αυτόν και να του είπωμεν: Ποίος είσαι συ Στρατηγέ Καρδαμάκη, ανάξιε ηγέτα του στρατεύματος; Ανάξιε ηγέτα του στρατεύματος, ο οποίος δύνασαι να συκοφαντής τους ηγέτας, τους πολιτικούς ηγέτας της Ενώσεως Κέντρου ως αντεθνικούς, της Ενώσεως Κέντρου εις την οποίαν ανήκουν πρώται δυνάμεις της χώρας, αι οποίαι έχουν προσφέρει μεγάλας υπηρεσίας εις την πατρίδα, είναι κατάφορτοι από εθνικούς τίτλους, έχουν προσφέρει ιστορίαν, απελευθέρωσιν εις την Ελλάδα; Ποίος είσαι συ Στρατηγέ Καρδαμάκη; Εάν υπήρχε Κυβέρνησις, εντός μιας ώρας ο Στρατηγός Καρδαμάκης θα έπαυε να είναι αρχηγός του Στρατού και Στρατηγός. Αλλά βεβαίως δεν υπάρχει…

Η Ένωσις Κέντρου εντός των προσεχών ημερών θα απευθύνη διάγγελμα και προς τας Ενόπλους Δυνάμεις και προς τα Σώματα Ασφαλείας. Θα τους εκφράση και την εμπιστοσύνην και την στοργήν της και ταυτοχρόνως θα καταγγείλη εις τας Ενόπλους Δυνάμεις και εις τα Σώματα Ασφαλείας την αναξίαν των ηγεσίαν, η οποία προσπαθεί να δηλητηριάση την ψυχήν των ευγενών τέκνων του Ελληνικού Λαού με την συκοφαντικήν δυσφήμισην ότι οι ηγέται μιας μεγάλης μερίδος, της πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού, είναι ηγέται αντεθνικοί και στρέφονται εναντίον και των Ενόπλων Δυνάμεων και εναντίον των Σωμάτων Ασφαλείας…

Αλλά είναι βέβαιον ότι έχει πλέον δημιουργηθή μία τραγική κατάστασις εις την χώραν. Όταν οι ηγέται του στρατεύματος επιδίδωνται εις αυτό το έργον, είναι βέβαιον δυστυχώς ότι τα θεμέλια του ελευθέρου πολιτεύματος, τα θεμέλια των ελευθέρων θεσμών έχουν κλονισθή. Εγίνατε εσωτερική κατοχή. Είμεθα εθνική αντίστασις. Ο ανένδοτος αγών αποτελεί πλέον υπέρτατον χρέος τιμής. Και είμεθα βέβαιοι ότι με την συμπαράστασιν της μεγάλης πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού και προ παντός με την συμπαράστασιν της Νεότητος, της οποίας αι ευγενείς καρδίαι δονούνται από ιδεώδη και πάλλονται με τον παλμόν της δημοκρατίας είμεθα βέβαιοι ότι θα αχθή εις αίσιον πέρας. Ο αγών θα ευοδωθή. Οι ένοχοι θα τιμωρηθούν. Η δημοκρατία θα νικήση!».

Η πρώτη κοινοβουλευτική μάχη έληξε με ψηφοφορία επί των προτάσεων δυσπιστίας της Ε.Κ. και της Ε.Δ.Α. Υπέρ αυτών ψήφισαν 111 βουλευτές και κατά 173. Οι προτάσεις απερρίφθησαν, ως ανεμένετο, αλλά ο «ανένδοτος αγώνας» δεν επλήγη. Την 23η Φεβρουαρίου 1962, εξεδόθη το πόρισμα του Εισαγγελέως Ποινικής Αγωγής Αλεξ. Φλώρου κατόπιν μηνύσεως, η οποία υπεβλήθη από τους πολιτευτές Λουκ. Ακρίτα, Αναστ. Κολοκυθά και Χρ. Τούντα εις βάρος 562 ατόμων. Αυτά κατηγορούντο ότι είχαν παρανόμως εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους του Χαϊδαρίου και είχαν ψηφίσει στις εκλογές. Μόλις έμαθε το περιεχόμενο του πορίσματος, ο Παπανδρέου δήλωσε τα ακόλουθα. «Η Δικαιοσύνη ωμίλησε. Και αποτελεί το εισαγγελικόν πόρισμα πανηγυρικήν δικαίωσιν ιδικήν μας και πλήρη συντριβήν της Κυβερνήσεως της Ε.Ρ.Ε. Το εκλογικόν πραξικόπημα έχει πλέον δικαστικώς επιβεβαιωθή. Από σήμερον, όμως, την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. δεν βαρύνει μόνον το όργιον της βίας και της νοθείας των εκλογών της 29ης Οκτωβρίου, χάρις εις το οποίον κατεσκευάσθη η νόθος πλειοψηφία της Βουλής και η παράνομος Κυβέρνησις. Από σήμερον εις τας ευθύνας του παρελθόντος προστίθενται νέαι ευθύναι, ακόμη βαρύτεραι. Είναι το πελώριον ηθικόν θέμα, το οποίον ανακύπτει δια την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. μετά την έκδοσιν του δικαστικού πορίσματος. Αποδεικνύεται τώρα ότι ολόκληρος η Κυβέρνησις εψεύσθη ενώπιον της Βουλής του Έθνους…                         

Το συμπέρασμα είναι σαφές. Αποτελεί πλέον αίτημα ηθικής τάξεως η άμεσος παραίτησις της Κυβερνήσεως. Εάν εις το δημόσιον βίον της χώρας πρόκειται να υπάρξη ευπρέπεια και εντροπή, η σημερινή Κυβέρνησις δεν έχει το δικαίωμα να παραμένη εις την θέσιν της. Αλλά διότι βεβαίως είναι δύσκολον να ελπίσωμεν εις ευθιξίαν από μίαν Κυβέρνησιν, η οποία απετόλμησε και όσα έπραξε και όσα είπε, χρέος αισθανόμεθα να απευθυνθώμεν προς τον Ρυθμιστήν του Πολιτεύματος. Εφ’ όσον αι καταγγελίαι διετυπούντο μόνον από την Ένωσιν Κέντρου, ηδύναντο οι σύμβουλοί του να ισχυρίζωνται ότι ωφείλοντο εις κομματικά ελατήρια. Αλλά ωμίλησεν η ελληνική Δικαιοσύνη και η φωνή της δεν είναι δυνατόν να μη ακουσθή. Εάν η αρετή πρόκειται να είναι το θεμέλιον της Δημοκρατίας, δεν δύνανται να είναι κυβερνήται εκείνοι οι οποίοι την παρεβίασαν». 

Γεώργιος Παπανδρέου Διακήρυξη Ανένδοτου Αγώνα 18/01/1962

Αντιθέτως, ο Ράλλης ερμήνευσε διαφορετικά το πόρισμα, αναφέροντας ότι από αυτό «προκύπτει ότι ούτε διπλοψηφίσαντες υπήρξαν ούτε “δέντρα” ψήφισαν, αλλά υπαρκτοί και κανονικοί ψηφοφόροι». Εξ ίσου διαφορετική είναι η αντιμετώπιση των δικαστικών αποφάσεων. Ο Κορέσης έκανε λόγο και για άλλες δικαστικές αποφάσεις, βάσει των οποίων κατεδικάζοντο κρατικά όργανα για παραβιάσεις της εκλογικής διαδικασίας, γεγονός το οποίο ώθησε τον αρχηγό της «Ενώσεως Κέντρου» να χαρακτηρίσει την δικαιοσύνη «οχυρό της Δημοκρατίας».

Μολαταύτα, ο Ράλλης έγραψε ότι «από όλες τις χιλιάδες των υποθέσεων, οι οποίες με επιμονή της Ενώσεως Κέντρου, έφθασαν στη Δικαιοσύνη μόνο για έξι εκδόθηκαν καταδικαστικές αποφάσεις». Ο Κων. Παπακωνσταντίνου ανέφερε στην προαναφερθείσα επιστολή του προς την εφημερίδα Τα Νέα ότι το εκλογοδικείο ακύρωσε την εκλογή σε μόλις 8 εκλογικά τμήματα επί συνόλου 9.700. Προσέθεσε δε, ότι «εις όλα αυτά τα Τμήματα ετηρήθησαν πρακτικά πιστοποιούντα την άψογον διεξαγωγήν της ψηφοφορίας. Και υπέγραψαν ταύτα, πλην των δικαστικών αντιπρωσώπων και οι αντιπρόσωποι των κομμάτων της αντιπολιτεύσεως». Ο Καραμανλής και οι βιογράφοι του διεκήρυξαν επανειλημμένως ότι η διαφορά σε ψήφους μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου κόμματος ήταν τόσο μεγάλη ώστε δεν μπορούσε να αποδοθεί σε καλπονοθεία.

Στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του (για το 1962), ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως έκανε έναν απολογισμό του παρελθόντος, χαράσσοντας την πορεία για το μέλλον. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής : «Πρώτον στάδιον υπήρξεν η απόδειξις του εκλογικού πραξικοπήματος και προσεκόμισεν η Ένωσις Κέντρου πλήρεις αποδείξεις αι οποίαι, συγκεντρωθείσαι εις την εκδοθείσαν “Μαύρην Βίβλον”, θα ιστορούν και εις το μέλλον το ανεξίτηλον στίγμα της Ε.Ρ.Ε. Μετά την απόδειξιν της βίας και της νοθείας, επεδόθημεν εις την επικοινωνίαν με τον Ελληνικόν Λαόν και κατηγγείλαμεν την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. ως εσωτερικήν κατοχήν. Και είναι ιδιαιτέρως άξιον εξάρσεως το γεγονός ότι εξεδηλώθη εκ μέρους του λαού όχι απλώς αγωνιστικόν, αλλά ιδεολογικόν πάθος. Ο ανένδοτος αγών θα συνεχισθή και θα καθίσταται συνεχώς περισσότερον έντονος μέχρι της πλήρους ευοδώσεως. Θα συνεχισθή εις όλα τα μέτωπα. Και εις την Βουλήν και εις τον Τύπον και ενώπιον του Λαού… Κατά το λήγον έτος, υπήρξεν επικοινωνία της ηγεσίας με τον λαόν των πόλεων. Κατά την νέαν φάσην, ο αγών θα ενταθή και θα γενικευθή. Θα είναι η πορεία όλου του κόμματος, βουλευτών και πολιτευτών προς την ύπαιθρον. Σκοπός θα είναι η διαφώτισις, η εμψύχωσις, η οργάνωσις του λαού».

Στις αρχές του 1962, ο Παπανδρέου ξεκίνησε την προαναφερθείσα «πορεία προς τον λαόν». Ήταν ήδη 74 ετών και αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με την μέση του, το οποίο ελάχιστοι εγνώριζαν. Το πρόβλημα αυτό σχεδόν ουδείς αντελήφθη, καθώς ο Αχαιός πολιτικός γύρισε όλη την Ελλάδα με νεανικό σφρίγος, τους επόμενους μήνες. Η έναρξη της περιοδείας έγινε από το Ηράκλειο της Κρήτης, την 18η Μαρτίου. Η συγκέντρωση ήταν επιτυχής και ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» είπε την περίφημη φράση «Μέγα πλήθος, μέγα πάθος». Ακολούθως ήρθε η σειρά των Αθηνών. Η ηγεσία του κόμματος απεφάσισε να καλέσει τους οπαδούς της Ε.Κ. σε ανοικτή συγκέντρωση, την 20η Απριλίου 1962. Είχε προηγηθεί αίτημα του Παπανδρέου για την χορήγηση αδείας στην πλατεία Κλαυθμώνος προκειμένου να πραγματοποιηθεί ανοικτή συγκέντρωση, την 4η Ιανουαρίου. Τότε, η κυβέρνηση είχε αρνηθεί και ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» δεν επέμεινε.

Την άνοιξη, όμως, το κλίμα ήταν προσφορότερο για την κλιμάκωση του «ανένδοτου αγώνα». Την 8η Απριλίου, έλαβε χώρα η αναπληρωματική εκλογή στην Θεσσαλονίκη, μετά την ακύρωση των αποτελεσμάτων σε τέσσερα εκλογικά τμήματα, στα οποία είχαν συμβεί παρατυπίες την 29η Οκτωβρίου. Η Ε.Δ.Α. απεφάσισε να υποστηρίξει τον υποψήφιο της Ε.Κ. Στεφ. Τσαπάρα, ο οποίος υπερίσχυσε του αντιστοίχου της Ε.Ρ.Ε. Κανδηλιέρη. Η ήττα της Ε.Ρ.Ε. κατέστη μεγαλύτερη διότι απώλεσε το 20% των ψήφων της εντός ολίγων μηνών.  Φυσικά, το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να μείνει ανεκμετάλλευτο από την αντιπολίτευση, η οποία το θεώρησε επιβεβαίωση της βίας και της νοθείας του 1961. Η κυβέρνηση έδωσε άδεια για την διεξαγωγή της συγκεντρώσεως αλλά για το γήπεδο του Παναθηναϊκού, επικαλούμενη λόγους ασφαλείας.

Η «Ένωση Κέντρου» απήντησε ότι ήταν δικαίωμά της να πραγματοποιήσει συγκέντρωση σε οποιονδήποτε ανοικτό χώρο εντός της πόλεως. Εκάλεσε δε τον λαό έξω από την Λέσχη Φιλελευθέρων, στην πλατεία Καρύτση. Η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να συμβιβασθεί, κινητοποιώντας παράλληλα ένα μεγάλο μέρος των ανδρών της Αστυνομικής Διευθύνσεως Αθηνών. Οι αστυνομικοί σχημάτισαν αλλεπάλληλες ζώνες, καθιστώντας δύσκολη την πρόσβαση των Αθηναίων στο κέντρο της πόλεως. Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Σοφοκλής Βενιζέλος διέσπασαν τον κλοιό και έφθασαν στην Λέσχη Φιλελευθέρων. Εκεί, γνώρισαν την αποθέωση από τους συγκεντρωμένους οπαδούς του κόμματος. Εντούτοις, δεν υπήρξε η αναμενόμενη προσέλευση και ο αρχηγός της Ε.Κ. έκανε λόγο για προσπάθεια όπως εμποδισθούν οι κάτοικοι των συνοικών να προσέλθουν στην συγκέντρωση. Μολαταύτα, ο ίδιος συνέχισε απτόητος, εκφωνώντας μία από τις καλύτερες ομιλίες του εκτός Κοινοβουλίου.

Αρχίσε με την φράση «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού˙ ουκ έστι Λαός. Άλλ’ έστι Λαός!», κατά παράφραση του γνωστού ψαλμού του Δαβίδ. Και συνέχισε : «Με τα μέτρα τα οποία έλαβεν εναντίον του Λαού η Κυβέρνησις, επιβεβαιώνει την βαρείαν κατηγορίαν, την οποίαν της έχω απευθύνει. Έγινεν εσωτερική κατοχή και εγίναμεν εθνική αντίστασις! Και θα εξακολουθήσωμεν τον αγώνα της εθνικής αντιστάσεως μέχρι της απελευθερώσεως του Λαού μας! Πολίται και νέοι των Αθηνών, ήλπισεν η μωρία της Κυβερνήσεως ότι ο αποκλεισμός των οδών θα ήτο δυνατόν να σημάνη ματαίωσιν της προσελεύσεως, και εσήμανε το αντίθετον. Διότι δεν έχει σημασίαν πόσοι έφθασαν εδώ. Έχει σημασίαν πόσοι εξεκίνησαν. Και όχι μόνον, πολίται και νέοι των Αθηνών, όχι μόνον εξεκίνησαν αλλά έφθασαν και μάχονται και τραυματίζονται και επιμένουν δια να αποδείξουν ότι δεν επρόκειτο να έλθουν από περιέργειαν, ότι ήλθαν με το πάθος της Ελευθερίας, με το πάθος της Δημοκρατίας».

Ακολούθως, απευθύνθηκε ανοικτά (για πρώτη φορά εκτός του Κοινοβουλίου) στον Βασιλέα και του ζήτησε τίμιο κράτος, τίμιο εκλογικό σύστημα και τίμιες εκλογές. «Το πολίτευμα είναι Βασιλευομένη Δημοκρατία αλλά σήμερον έχει μείνει μόνον το Βασιλευομένη και έχει πάψει να είναι Δημοκρατία», προσέθεσε. Ο ηγέτης της «Ενώσεως Κέντρου» σημείωσε σε όλους τους τόνους ότι δεν επιζητούσε ούτε εύνοια ούτε προνομιακή μεταχείριση αλλά ισότητα, δικαιοσύνη και σωστή λειτουργία των θεσμών. Τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στην πρωτεύουσα έφεραν το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα για την κυβέρνηση. Επί ημέρες, ο αντιπολιτευόμενος Τύπος δημοσίευε εκτενή ρεπορτάζ από τα έκτροπα και η Ε.Ρ.Ε. ευρέθη αμυνόμενη.

Ως εκ τούτου, όταν η Ε.Κ. προανήγγειλε την διοργάνωση αντίστοιχης συγκέντρωσης στην Θεσσαλονίκη, η κυβέρνηση έδωσε την άδεια για την πλατεία Αριστοτέλους. Αλλά αυτό έγινε την τελευταία στιγμή και δεν υπήρχε επαρκής χρόνος για την οργάνωσή της. Επιπλέον, ουδείς ιδιοκτήτης ακινήτου στην πλατεία διέθεσε στον Παπανδρέου ένα παράθυρο ή έναν εξώστη για να μιλήσει, όπως ακριβώς είχε συμβεί και με ομιλητές της Αριστεράς στην Αθήνα, κατά το παρελθόν (βλέπε ανωτέρω). Τελικώς, στήθηκε ένας εξώστης και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως μίλησε υπό βροχήν.

Ξεκίνησε την ομιλία του, απευθυνόμενος προς τους άδειους εξώστες. «Ευχαριστώ τους εξώστας, δια την άρνησίν των. Εις τους εξώστας θα ευρισκόμουν απέναντι του Λαού. Τώρα ευρίσκομαι εντός του Λαού. Άλλωστε, λαέ της βορείου Ελλάδος εις τας εξέδρας εορτάζεται η Ανάστασις!». Απευθύνθηκε στους νέους και τους ζήτησε να ενημερώσουν και να εμψυχώσουν τους αγρότες, εξουδετερώνοντας τον φόβο. Τότε, «έριξε για πρώτη φορά το σύνθημα νέοι, τρομοκρατήσατε τους τρομοκράτας».

Η ανταπόκριση του κοινού δεν ήταν πάντα τόσο μαζική ούτε τόσο ενθουσιώδης. Μία από αυτές τις περιπτώσεις ήταν και η προαναφερθείσα συγκέντρωση. Είναι δεδομένο ότι η προσέλευση του κόσμου δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο ανεμένετο από τους διοργανωτές. Το γεγονός αυτό αποκαρδίωσε πολλά στελέχη του κόμματος στην συμπρωτεύουσα. Ο ίδιος δεν έχασε το κουράγιο του και συνέστησε στους συνεργάτες του να μεταφέρουν στον κόσμο μηνύματα αισιοδοξίας. «Είμαστε αναγκασμένοι να υποκριθούμε, αλλιώς πως θα βγάλουμε πέρα τον αγώνα μας;», ρώτησε ρητορικά τον Μιχ. Παπακωνσταντίνου.Ο «ανένδοτος αγώνας» απαιτούσε μεγάλα ψυχικά αποθέματα αλλά και συναισθηματική υποστήριξη για να αχθεί εις πέρας. Είναι ελάχιστα γνωστόν ότι ο Παπανδρέου είχε χωρίσει από την Κυβέλη δίχως ποτέ να εκδοθεί διαζύγιο. Αυτό είχε συμβεί στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Έκτοτε, ζούσε μόνος, περιτριγυρισμένος από φίλους και συνεργάτες. Η επάνοδος του υιού του Ανδρέα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και η μεταγενέστερη μόνιμη εγκατάστασή του στην Αθήνα άλλαξαν το οικογενειακό σκηνικό για τον Αχαιό πολιτικό. Οι δύο άνδρες είχαν απομακρυνθεί αρκετά μετά από την εγκατάσταση του υιού στην Αμερική. Ο ίδιος ο Ανδρέας έγραψε ότι έως τότε ποτέ δεν του εδόθη η ευκαιρία να γνωρίσει καλά τον πατέρα του. Απώτερος σκοπός της επανόδου του στην Ελλάδα ήταν να ξαναγνωρίσει τον πατέρα του «κι αυτή την φορά με ώριμο τρόπο».

Προχώρησε, λοιπόν, στην ενοικίαση μίας οικίας στην Εκάλη, όπου και εγκαταστάθηκε με την πολυμελή οικογένειά του. Έως τότε, ο Αχαιός πολιτικός ήταν απορροφημένος από την πολιτική και ουδέποτε είχε την ευκαιρία να ζήσει αυτό που για τους περισσότερους Έλληνες ονομάζεται «οικογενειακή ατμόσφαιρα». Ξαφνικά, βρέθηκε περιτριγυρισμένος από πολλά και νέα πρόσωπα, ιδίως μικρά παιδιά στα οποία είχε ιδιαίτερη αδυναμία, και μετεβλήθη σε έναν «ενθουσιώδη παππού» (σύμφωνα με τον υιό του Ανδρέα). Η αλήθεια είναι πως ήθελε να μοιράζεται ώρες με τα εγγόνια του, αν και συχνά δεν το κατόρθωνε. Ίσως, αυτή να ήταν και η βαθύτερη αιτία της αδυναμίας που έτρεφε για τον μεγάλο υιό του, τον οποίο προσπαθούσε να μυήσει στα μυστικά της πολιτικής. Στο παρελθόν, κατά τις σπάνιες περιπτώσεις που αναφερόταν σε στενούς φίλους του γι’ αυτόν, διέκρινε κανείς (πέραν της υπερηφάνειας για την πανεπιστημιακή σταδιοδρομία του) και ένα αίσθημα λύπης διότι δεν του είχε αφιερώσει τον δέοντα χρόνο, κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του…

Η αλλαγή στην οικογενειακή του κατάσταση και η επιμονή του, τον ώθησαν να συνεχίσει απτόητος την επαφή του με τον λαό, πηγαίνοντας στην Πάτρα, όπου μίλησε περιστοιχισμένος από τον Σοφ. Βενιζέλο και τον Στεφ. Στεφανόπουλο. Σε αυτήν, έθεσε και το ακόλουθο ρητορικό ερώτημα: «Ηλίθιοι,˙και αν ακόμη από όλας τας αποδόσεις του ανενδότου αγώνος μας δεν κατορθώσατε να εννοήσετε την αξίαν του, τουλάχιστον το γεγονός ότι η νεότης της Ελλάδος παλλομένη από ιδεώδη, ευρίσκεται υπό την σημαίαν μας, δεν κατόρθωσε να σας δώση να εννοήσετε την ηθικήν αξίαν, την ιστορικήν αξίαν των αγώνων τους οποίους διεξάγωμεν;». Η κυβέρνηση πίστευε στην κόπωση (τόσο την  ψυχολογική όσο και την βιολογική) του αρχηγού της «Ενώσεως Κέντρου» και των οπαδών της αλλά αυτό δεν συνέβη. Ο Παπανδρέου μετέβη και μίλησε σε πολλά μέρη της χώρας (κατ’ αλφαβητική σειρά Αργοστόλι, Άρτα, Βόλο, Ελασσόνα, Ζάκυνθο, Καρδίτσα, Μυτιλήνη, Ναύπακτο, Χίο κ.α). Μετά, ήρθε πάλι η σειρά των Αθηνών. Η συγκέντρωση ορίσθηκε για την 22α Νοεμβρίου. Αυτή την φορά η κυβέρνηση έδωσε την άδεια για την πλατεία Κλαυθμώνος. Πράγματι, η συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε ομαλά και ήταν πρωτοφανής σε όγκο και παλμό. Ακόμη και ο συμπολιτευόμενος Τύπος παραδέχθηκε την επιτυχία της.

Ο αρχηγός του κόμματος ήταν ο μόνος ομιλητής, καθώς είχε αναλάβει να σηκώσει μόνος του το βάρος του «ανένδοτου αγώνα» μαζί με λίγα στελέχη που πίστεψαν στο όλο εγχείρημα. Το συγκεντρωμένο πλήθος φώναζε: «Κάτω οι παράνομοι» και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως απευθύνθηκε στον Βασ. Παύλο. «Όταν το πολίτευμα λειτουργεί ομαλώς, ο Βασιλεύς είναι ανεύθυνος. Όταν το πολίτευμα παραβιάζεται, ο Βασιλεύς καθίσταται υπεύθυνος και οφείλει να ενεργήσει δια την αποκατάστασίν του». Επρόκειτο για μία κίνηση υψηλού πολιτικού ρίσκου, εφ’ όσον ο αρχηγός της μείζονος αντιπολιτεύσεως επιχειρούσε να καταστήσει τον ανώτατο άρχοντα μέρος του προβλήματος, συνένοχο με την «παράνομη» κυβέρνηση, την οποία ανεχόταν. Ο ίδιος έδειξε ότι αντιλαμβανόταν πλήρως την βαρύτητα της ενέργειάς του με την επόμενη φράση του. «Μεγαλειότατε! Ο λαός ωμίλησε και αναμένει». Τότε, οι οπαδοί της Ε.Κ. φώναξαν το σύνθημα «Πάρε θέση βασιλιά».

Ο Βασιλέας Παύλος.

Εν τω μεταξύ, είχε αποφασισθεί η διακοπή κάθε σχέσεως με την κυβέρνηση αλλά και με τα Ανάκτορα. Ήταν ένα θέμα που δημιούργησε έντονες εσωκομματικές τριβές, καθώς πολλοί διεφώνησαν με την τακτική αυτή. Η επιδεικτική αποχή της Ε.Κ. από τον γάμο της θυγατέρας του Παύλου πριγκίπισσας Σοφίας θα μπορούσε να εκληφθεί ως προσβολή από τον ίδιο τον ανώτατο άρχοντα. Προς τούτο, ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» του έστειλε μία μακρά επιστολή στα μέσα Μαρτίου. Σε αυτήν, του εξηγούσε ότι επρόκειτο περί κεντρικής πολιτικής γραμμής και του υπενθύμιζε δύο συνομιλίες τις οποίες είχε μαζί του, κατά το πρόσφατο παρελθόν. Ο Παπανδρέου είχε διευκρινίσει ότι δεν υπήρχε ταύτιση συμφερόντων μεταξύ του πρωθυπουργού και του Στέμματος, καθώς ο πρώτος ενδιαφερόταν για τις επόμενες εκλογές και ο δεύτερος για όλες όσες θα διεξήγοντο στο μέλλον. Επομένως, ο πρώτος είχε βραχυπρόθεσμα συμφέροντα, ενώ ο Θρόνος μακροπρόθεσμα. Καλούσε δε τον ρυθμιστή του πολιτεύματος να λάβει θέση για να αποφευχθεί ένας νέος διχασμός και να δημιουργηθεί μία νέα κυβέρνηση, η οποία θα απελάμβανε της εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου.

Τότε, τα Ανάκτορα δεν έδωσαν συνέχεια στην επιστολή αυτή, με αποτέλεσμα ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως να την δημοσιοποιήσει (την 27η Μαρτίου). Εντούτοις, ο Βασ. Παύλος προβληματίσθηκε, καθώς είχαν δημιουργηθεί συνθήκες αστάθειας και κοινωνικής αναταραχής. Αυτός που αντέδρασε έντονα ήταν ο Καραμανλής, ο οποίος δήλωσε ότι «το μόνο δικαίωμα που δίδει το Σύνταγμα εις τον Βασιλέα είναι, εάν διαπιστώση δυσαρμονία λαϊκού αισθήματος και πλειοψηφίας της Βουλής, να διαλύση την Βουλήν και να προκηρύξη εκλογάς εντός 45 ημερών. Σχηματισμός κυβερνήσεως η οποία θα ενεφανίζετο ενώπιον της Βουλής μετά την παύσιν της εχούσης την εμπιστοσύνην του Σώματος θα απετέλη παρανομίαν και θα μετέβαλε τον Βασιλέα εις συνένοχον της Ενώσεως Κέντρου».

Πάντως, η πρόταση του Γεωργ. Παπανδρέου περί σχηματισμού κυβερνήσεως από την παρούσα Βουλή αποτελούσε μία κίνηση τακτικής από μέρους του αρχηγού της Ε.Κ., κατόπιν πιέσεων του Σοφ. Βενιζέλου για να εξομαλύνει τις σχέσεις του με τα Ανάκτορα. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως φαινόταν ότι υπαναχωρούσε από την αρχική θέση του περί άμεσης προσφυγής στις κάλπες, πολλώ δε μάλλον εφ’ όσον ο ίδιος θεωρούσε την σύνθεση της συγκεκριμένης Βουλής προϊόν βίας και νοθείας. O Παπανδρέου, όμως, ήταν βέβαιος ότι ο Παύλος δεν θα προέβαινε σε μία τόσο ριζοσπαστική (και πρόδηλα αντισυνταγματική) ενέργεια. Ως εκ τούτου, φαινόταν μετριοπαθής για να εκτονώσει την εσωκομματική ένταση με τους λεγόμενους «διαλλακτικούς», δίχως να ρισκάρει το βασικό διακύβευμα, το οποίο ήταν η απομάκρυνση της Ε.Ρ.Ε. από την εξουσία.

Το επόμενο διάστημα, ο ίδιος συνέχισε τον «ανένδοτο αγώνα» και η Ε.Κ. ακολούθησε απαρέγκλιτα την ίδια τακτική έναντι της πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας σε όλες τις περιπτώσεις και έναντι όλων, π.χ. τόσο κατά την επίσημη επίσκεψη του αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Λύντον Τζόνσον (Lyndon Baines Johnson), όσο και κατά την άφιξη του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο του 1962. Στην τελευταία περίπτωση, ο Παύλος παρέθεσε επίσημο γεύμα προς τιμήν του ηγέτη της Κύπρου, στο οποίο προσεκλήθησαν τόσο ο Γεώργιος Παπανδρέου όσο και ο Σοφοκλής Bενιζέλος. Το κόμμα περιήλθε σε δύσκολη θέση, καθώς ο τελευταίος διατηρούσε καλές σχέσεις με το βασιλικό ζεύγος, ως γνωστόν. Εξεδόθη μία επίσημη ανακοίνωση, την οποία είχε συντάξει ο ίδιος ο Αχαιός πολιτικός. Αυτή επανέλαβε την γνωστή επιχειρηματολογία του κόμματος και έκλεισε ως εξής: «… Το δημοκρατικόν μας πολίτευμα θα αποκατασταθή μόνον όταν δοθή εις τον κυρίαρχον Λαόν η ευκαιρία να εκλέξη ελευθέρως με την θέλησιν της πλειοψηφίας την νόμιμον κυβέρνησιν της χώρας. Τότε, θα αποκατασταθούν αι σχέσεις της Ενώσεως Κέντρου με το Στέμμα. Αυτός είναι ο καταστατικός χάρτης της Ενώσεως Κέντρου και είναι περιττόν να σημειωθή ότι ισχύει όχι μόνον δια την ηγεσίαν της Ενώσεως Κέντρου αλλά και δι’ όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της». Η κυβέρνηση χαρακτήρισε την απόφαση «αήθη» και «ηθικώς απαράδεκτον εκβίασιν». Ο Παπανδρέου «παραδέχθηκε» τον αήθη χαρακτήρα της αλλά την χαρακτήρισε πρέπουσα απάντηση στην αήθη παρουσία της παρανόμου κυβερνήσεως.

Εν τω μεταξύ, η κοινωνία ευρίσκετο σε αναβρασμό ήδη από τον Μάρτιο. Η αιχμή του δόρατος ήταν η φοιτητιώσα νεολαία, η οποία ζητούσε να διατεθεί στην Παιδεία το 15% των κονδυλίων του Προϋπολογισμού. Συνθήματα όπως «Δεν χωράμε στα ψυγεία!» και «114»[3] δονούσαν τις συγκεντρώσεις, στις οποίες συμμετείχαν νέοι τόσο της Αριστεράς όσο και του Κέντρου. Ταυτόχρονα, στο Κοινοβούλιο υπήρξε συμπόρευση της Ε.Κ. με την Ε.Δ.Α. στο θέμα της προικοδότησης της πριγκιπίσσης Σοφίας, η οποία θα παντρευόταν τον Χουάν Κάρλος της Ισπανίας. Το ίδιο συνέβη και με το θέμα της αυξήσεως της βασιλικής χορηγίας, τον Σεπτέμβριο. Μάλιστα, τότε η Ε.Κ. απεχώρησε από την Βουλή προ της ψηφοφορίας, μιμούμενη την Ε.Δ.Α. Τέλος, τα δύο κόμματα συνεργάσθηκαν και σε συνδικαλιστικό επίπεδο. Τα γεγονότα αυτά επέτρεψαν στην κυβέρνηση να κάνει λόγο περί «συμπτύξεως λαϊκού μετώπου».

Την 29η Οκτωβρίου 1962, συμπληρώθηκε ένα έτος από την διεξαγωγή των εκλογών. Ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» απηύθυνε ένα διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, επ’ αφορμή της επετείου αυτής. Σε αυτό σημείωσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : «Ο Ανένδοτος Αγών θα συνεχισθή. Μέχρις ότου η Κυβέρνησις της Ε.Ρ.Ε., η οποία είναι όχι μόνον παράνομος αλλά επίσης και ανίκανος και επικίνδυνος δια τον Λαόν και το Έθνος, εγκαταλείψη την Αρχήν… Ο Ανώτατος Άρχων… οφείλει, επιτελών το συνταγματικόν του καθήκον, να καλέση τον Κυρίαρχον Ελληνικόν Λαόν, όπως εκλέξη την κυβέρνησιν της ελευθέρας θελήσεώς του. Έως τότε ο Ανένδοτος Αγών όχι μόνον θα συνεχισθή αλλά και θα ενταθή. Και ασφαλώς θα ευοδωθή. Η Δημοκρατία, η αληθής δημοκρατία θα νικήση…».

Δεκέμβριος 1962. Περισσότεροι από 4.000 φοιτητές διαδηλώνουν στο Κέντρο της Αθήνας. Οι κινητοποιήσεις για την Παιδεία αποτέλεσαν εφαλτήριο του Ανένδοτου Αγώνα.

Τον Ιανουάριο του 1963, ο Σοφ. Βενιζέλος μετέβη στα Ανάκτορα, συνοδευόμενος από τον Τσιριμώκο. Σύμφωνα με τον Γούντχαουζ, ζήτησε την διάλυση της Βουλής, αλλά ο Βασ. Παύλος αρνήθηκε να συναινέσει στο αίτημά του και ο πρωθυπουργός επαίνεσε την προσήλωσή του στους Συνταγματικούς κανόνες. Αντιθέτως, ο Δαφνής σημείωσε ότι ζήτησε την βοήθεια του ρυθμιστή του πολιτεύματος προς αποτροπή ακραίων λύσεων. Κατ’ ουσίαν, πρότεινε την συνεργασία των δύο κομμάτων, με «θυσία» των αρχηγών τους. Επηκολούθησε η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του Καραμανλή και του Βενιζέλου, ο οποίος φάνηκε να αυτονομείται. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την μη συμμετοχή του αρχηγού της Ε.Κ. κατά την μετάβαση των δύο ηγετικών στελεχών της στα Ανάκτορα επισημάνθηκε από τον αρχηγό της Ε.Ρ.Ε. και έφερε σε δύσκολη θέση τον Παπανδρέου, ο οποίος ίσως και να μην ήταν γνώστης της πρωτοβουλίας. Το θεώρησε ως την πρώτη έμπρακτη αμφισβήτηση του ενιαίου χαρακτήρα του κόμματος. Σημειώνεται ότι η «Ένωση Κέντρου» είχε γίνει ενιαίο κόμμα με απόφαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδος (παρά την αντίδραση του Παπαπολίτη και του Τσιριμώκου), την 20η Ιουλίου 1962.

Τον Μάρτιο του 1963, οι σχέσεις του Γεωργίου Παπανδρέου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο έφθασαν σε οριακό σημείο. Ο Κρητικός πολιτικός έστειλε στον αρχηγό του κόμματος μία επιστολή, με την οποία του ζητούσε την σύγκληση συνεδρίου και την εκλογή συλλογικών οργάνων διοικήσεως. Οι προαναφερθείσες ενέργειες εκλείφθησαν ως προσπάθεια αμφισβητήσεως της θέσεως του Αχαιού πολιτικού και προκάλεσαν τις αντιδράσεις πολλών βουλευτών. Εντούτοις, ο αρχηγός της Ε.Κ. κατόρθωσε να θέσει υπό έλεγχο την κατάσταση, κατά την δεδομένη χρονική στιγμή.

Περιοδεία στην Κρήτη. Διακρίνονται οι Σ. Βενιζέλος, Γ. Παπανδρέου και το ζεύγος Κ. Μητσοτάκη.

Την ίδια περίοδο, 26 βουλευτές της Ε.Ρ.Ε. κατέθεσαν στο Κοινοβούλιο μία πρόταση περί  αναθεωρήσεως ορισμένων μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. Η κίνηση αυτή εντασσόταν σε μία ευρύτερη προσπάθεια της κυβερνήσεως για την εκδημοκρατικοποίηση και πλήρη ομαλοποίηση του δημοσίου βίου. Η Ε.Κ. αρνήθηκε να συμπράξει, ενώ η Ε.Δ.Α. δεν ξεκαθάρισε την θέση της. Μόνον ο Μαρκεζίνης προσέφερε την υποστήριξή του, αλλά υποβάλλοντας συγκεκριμένους όρους. Ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» χαρακτήρισε την πρωτοβουλία της Ε.Ρ.Ε. «πολιτικό αντιπερισπασμό». Τελικώς, η Ε.Δ.Α. δεν εδέχθη να συμμετάσχει. Τότε, ο Πρόεδρος της Βουλής Κων. Ροδόπουλος διόρισε αυτοβούλως μέλη της Ε.Κ. στην υπό σύσταση επιτροπή, γεγονός το οποίο ο Παπανδρέου εξέλαβε ως προσπάθεια διασπάσεως του κόμματος.

Ταυτόχρονα, εντεινόταν η προσπάθεια της κυβερνήσεως να ταυτίσει την Ε.Κ. με την Ε.Δ.Α., φέρνοντας κατά τον τρόπον αυτόν σε δύσκολη θέση τον Παπανδρέου. Αξιοποιήθηκε κυρίως η απόπειρα της Αριστεράς να νομιμοποιηθεί το Κ.Κ.Ε., στην οποία συμμετείχαν και στελέχη του Κέντρου. Επίσης, η Ε.Ρ.Ε. ήλπιζε σε σύμπραξη του Αχαιού πολιτικού με την Αριστερά, κατά την πρόταση μομφής της Ε.Δ.Α. εις βάρος της κυβερνήσεως. Ο πολύπειρος, όμως, κοινοβουλευτικά αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» απέφυγε την παγίδα, αποχωρώντας προ της ψηφοφορίας.

Την 22α Μαΐου, ο βουλευτής της Αριστεράς Γρηγ. Λαμπράκης κτυπήθηκε από παρακρατικούς στην Θεσσαλονίκη. Δράστες ήταν οι Εμμ. Εμμανουηλίδης (ο οποίος είχε καταφέρει το κτύπημα στον Λαμπράκη) και ο Σπ. Γκοτζαμάνης (οδηγός του τρικύκλου, στο οποίο επέβαινε ο Εμμανουηλίδης). Ο τραυματίας απεβίωσε ύστερα από τετραήμερη πάλη με τον θάνατο. Προεκλήθη πανελλήνια συγκίνηση και η κυβέρνηση περιήλθε υπό ασφυκτική πίεση. Ο Παπανδρέου κατηγόρησε τον Καραμανλή ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας εξ αιτίας της δημιουργηθείσης καταστάσεως και ο τελευταίος απήντησε ότι «το πάθος από το οποίον κατέχεται ο κ. Παπανδρέου τον οδηγεί όχι μόνον εις πολιτικάς, αλλά και εις εθνικάς απρεπείας. Δια την σημερινήν του δήλωσιν θα εντρέπεται εις όλην του την ζωήν». Η ανάκριση απεκάλυψε την ύπαρξη διαφόρων οργανώσεων («Ελπιδοφόροι Νέοι», «Κυανή Φάλαγξ» κ.α.), τα μέλη των οποίων δρούσαν εις γνώσιν των κρατικών Αρχών.

Η δολοφονία του βουλευτού της Ε.Δ.Α. Γρ. Λαμπράκη.

Τα γεγονότα αυτά κλόνισαν συθέμελα την κυβέρνηση. Την χαριστική βολή (ή κατ’ άλλους την βολική πρόφαση) έδωσε το ζήτημα της επισκέψεως του βασιλικού ζεύγους στην Μεγ. Βρεταννία. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο ανωτάτων πολιτειακών παραγόντων είχαν αρχίσει να κλονίζονται τουλάχιστον από την 3η Οκτωβρίου του 1962. Τότε, ο Καραμανλής έστειλε στον Βασ. Παύλο μία επιστολή. Ο βιογράφος του τότε πρωθυπουργού έκανε λόγο για «γραπτές παραστάσεις», στις οποίος ο ρυθμιστής του πολιτεύματος (βαθύτατα ενοχλημένος) απήντησε επίσης γραπτώς, την 14η Οκτωβρίου. Ο Σερραίος πολιτικός «ανταπήντησε», ζητώντας ακρόαση, κατά την διάρκεια της οποίας υπέβαλε την παραίτησή του. Ο Βασ. Παύλος αρνήθηκε να την κάνει αποδεκτή και το θέμα εθεωρήθη λήξαν. Λίγες εβδομάδες μετά, ο ανώτατος άρχοντας προσέφερε στον Καραμανλή τον Μεγαλόσταυρο της Τάξεως του Σωτήρος αλλά ο τελευταίος τον αποποιήθηκε ευγενικά, θεωρώντας ότι ήταν πρόωρη η απονομή, καθώς δεν είχε ολοκληρώσει ακόμη το έργο του.

Επηκολούθησε ο εορτασμός της εκατονταετηρίδος της δυναστείας, κατά την διάρκεια του οποίου ασθένησε ο Βασ. Παύλος και φημολογείται ότι δημιουργήθηκε νέα προστριβή του πρωθυπουργού με τα Ανάκτορα. Την 20η Απριλίου, έλαβε χώρα ένα επεισόδιο εις βάρος της Βασιλίσσης Φρειδερίκης, κατά την διάρκεια ανεπίσημου ταξιδιού της στο Λονδίνο. Πρωταγωνίστρια ήταν η Βρεταννίδα σύζυγος του φυλακισμένου στελέχους της Αριστεράς Αντ. Αμπατιέλου, Μπέτυ. Το θέμα έλαβε μεγάλη έκταση, καθώς ήδη η Βασίλισσα είχε τεθεί στο στόχαστρο του αντιπολιτευόμενου Τύπου, το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Ο αριστερός βρεταννικός Τύπος ανεκίνησε το θέμα των πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου εκμεταλλεύθηκε περίτεχνα την περίσταση. «Η Ένωσις Κέντρου και ο ελληνικός δημοκρατικός Τύπος, εκφράζοντας αγανάκτηση για την προσβολή που είχε υποστή η χώρα στο πρόσωπο της βασίλισσας, επέρριπταν την ουσιαστική ευθύνη στην Ε.Ρ.Ε., η οποία με το ανελεύθερο και άνομο καθεστώς της είχε προκαλέσει εξέγερση και είχε δώσει λαβή σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις, μέχρι σημείου ώστε να γίνεται προβληματική η εμφάνιση των βασιλέων της Ελλάδος στο εξωτερικό». Η κατάσταση αυτή κινδύνευε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στις διμερείς σχέσεις, καθώς επίκειτο η πραγματοποίηση επίσημου ταξιδιού του βασιλικού ζεύγους στο Λονδίνο, την 9η Ιουλίου.

Ο  Καραμανλής εξέφρασε εξ αρχής τις έντονες διαφωνίες του, συντάσσοντας και σχετική ανακοίνωση περί αναβολής του ταξιδιού, την οποία έστειλε στον Βασιλέα προς υπογραφήν. Ο Παύλος εξεπλάγη από την αντίδραση του πρωθυπουργού αλλά απέφυγε να οξύνει την κατάσταση και μετέθεσε την εξέταση του ζητήματος. Μεσολάβησαν τόσο η επίσκεψή του Γάλλου Προέδρου Σαρλ Ντε Γκωλ (Charles de Gaulle) όσο και μία βραχύβια ασθένειά του και το θέμα επανεξετάσθηκε στις αρχές Ιουνίου. Ο Παύλος θεωρούσε ανεπίτρεπτη μία νέα αναβολή του ταξιδιού, πολλώ δε μάλλον εφ’ όσον είχε προηγηθεί η επίσημη αποδοχή της προτάσεως της Βασιλίσσης της Αγγλίας και είχαν αμοιβαία συμφωνηθεί οι σχετικές ημερομηνίες. Άλλωστε, η εικόνα που θα δινόταν θα ήταν αρνητική, καθώς η κοινή γνώμη θα πίστευε ότι οι Βασιλείς της Ελλάδος δεν μπορούσαν να μεταβούν στο εξωτερικό από τον φόβο αντιδράσεων. Ο πρωθυπουργός απήντησε ότι οι εντυπώσεις θα ήταν πολύ χειρότερες εάν όντως συνέβαινε κάποιο «ατυχές περιστατικόν».

Παύλος Α΄ και Κ. Καραμανλής.

Ο ρυθμιστής του πολιτεύματος εξέθεσε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των δύο επιλογών, κλίνοντας σαφώς υπέρ της πραγματοποιήσεως του ταξιδιού. Της ιδίας απόψεως ήταν και ο πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο Μιχ. Μελάς. Ο πρωθυπουργός εξέθεσε εκ νέου την επιχειρηματολογία του, δηλώνοντας ότι η κυβέρνηση θα ανελάμβανε την ευθύνη της αναβολής. Έδωσε δε και συνταγματική χροιά στο όλο θέμα, σημειώνοντας την αλγεινή εντύπωση που θα προξενούσε στους Βρεταννούς η ενδεχόμενη άρνηση του Βασιλέως να εισακούσει την εισήγηση του πρωθυπουργού. Κατά τον βιογράφο του, «αισθανόταν υποχρεωμένος να επιμείνει στην εισήγησή του, μέχρι παραιτήσεως». Ο Παύλος του απηύθυνε έκκληση να μην επιμείνει αλλά ο Σερραίος πολιτικός δεν εφάνη να πείθεται.

Αντιθέτως, προσεπάθησε να μεταπείσει τον Παύλο. Ο τελευταίος απέφυγε να οξύνει την κατάσταση και οι δύο άνδρες συνεζήτησαν τρόπους για να αποφευχθεί το διπλωματικό επεισόδιο σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως του ταξιδιού. Το θέμα έμεινε σε εκκρεμότητα για την επομένη, όταν οριστικοποιήθηκε η διαφωνία και ο πρωθυπουργός υπέβαλε επισήμως στον Βασιλέα την παραίτησή του (την 11η Ιουνίου). «Υποβάλλοντας την παραίτησή του ο Κ. Καραμανλής εισηγήθηκε την άμεση διενέργεια εκλογών με πλειοψηφικό σύστημα (όπως προέβλεπε ο ισχύων εκλογικός νόμος του 1961) για την ανάδειξη της νέας Βουλής, η οποία μάλιστα, κατά την άποψή του, όφειλε να έχει αναθεωρητικό χαρακτήρα. Ο βασιλιάς Παύλος δεν έκανε όμως δεκτή την εισήγηση του Κ. Καραμανλή και αντίθετα παρέτεινε επί μία εβδομάδα τις διαβουλεύσεις για την αντιμετώπιση της κυβερνητικής κρίσης, εξετάζοντας τη δυνατότητα να σχηματιστεί κυβέρνηση, η οποία θα στηριζόταν από τα δύο μεγάλα κόμματα ή από σημαντικές μερίδες τους και περιμένοντας (ή προσβλέποντας σε) ενδεχόμενες εξελίξεις που θα οδηγούσαν σε αλλαγές στην ηγεσία της Ε.Ρ.Ε.».

Ο Βασ. Παύλος προέβη σε διάγγελμα προς τον λαό, στο οποίο τόνιζε ότι το συμφέρον της χώρας επέβαλε την πραγματοποίηση του ταξιδιού. Αργότερα, ο Παπανδρέου συνετάχθη μαζί του, γεγονός το οποίο προκάλεσε τις επικρίσεις της Αριστεράς. Ο Τύπος της λεγομένης δημοκρατικής παρατάξεως έγραψε ότι η παραίτηση του Καραμανλή ήταν αποτέλεσμα της ανωμάλου καταστάσεως, η οποία είχε δημιουργηθεί στην χώρα μετά το 1961. Απόδειξη αποτελούσαν και τότε πρόσφατα γεγονότα στην Θεσσαλονίκη. Αξίζει να σημειωθεί ότι τρεις ημέρες μετά την εναντίον του επίθεση και ενώ ο Λαμπράκης διετηρείτο στη ζωή με μηχανική υποστήριξη, ο αρχηγός της Κ.Υ.Π. περιέγραφε στον Καραμανλή την «επικίνδυνη ατμόσφαιρα», η οποία επικρατούσε στην συμπρωτεύουσα. Τότε, ο πρωθυπουργός φέρεται να κτύπησε την γροθιά του στο τραπέζι και να φώναξε «πολλά πράγματα έχουν γίνει εν αγνοία μου τον τελευταίο καιρό… Θέλω να μάθω, κύριε Νάτσινα, ποιός κυβερνά επιτέλους αυτό τον τόπο».

Πάντως, έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι η διαφωνία για το ταξίδι στο Λονδίνο ήταν προσχηματική. Τα βαθύτερα αίτια ήταν α. η πρόθεση του Καραμανλή να προχωρήσει σε αλλαγές στο Σύνταγμα, β. η απόπειρά του να θέσει υπό τον έλεγχό του τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας. Μάλιστα, είχε ζητήσει από από τον Αρχηγό του Γ.Ε.Σ. Αντιστράτηγο Πετρ. Σακελλαρίου να προχωρήσει σε αλλαγές υπό αυτό το πνεύμα. Ο τελευταίος, όμως, δεν το έπραξε και έσπευσε να ενημερώσει τον Βασιλέα, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Ελ. Κοτσαρίδα. Τρίτον, είχε δημιουργηθεί ένα θέμα με την ενθρόνιση του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου. Ο Βασ. Παύλος παρέστη στην «διαβεβαίωση» του Αρχιεπισκόπου, ενώ η κυβέρνηση δεν έστειλε εκπρόσωπό της. Ως εκ τούτου, εδόθη η εσφαλμένη εντύπωση ότι ο ανώτατος άρχοντας ευνοούσε τον Ιάκωβο, για την εκλογή του οποίου υπήρχαν αντιδράσεις, ενώ ο ίδιος (δηλαδή ο Παύλος) δεν είχε ασχοληθεί καν με το θέμα (σύμφωνα με τον βιογράφο του Γεωργ. Παπανδρέου). Τέλος, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο τότε πρωθυπουργός τελούσε υπό έντονη πίεση μετά από την δολοφονία του Λαμπράκη. Έχει γραφεί ότι ενδεχομένως να επεχείρησε μία ηρωϊκή «έξοδο» για να διατηρήσει το κύρος του.

Προ της διαμορφωθείσης καταστάσεως, ο αρχηγός της Ε.Κ. πρότεινε την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Παν. Κανελλόπουλο. Ο αρχηγός της Ε.Ρ.Ε., όμως, απέρριψε αμέσως την πρόταση, φοβούμενος εσωκομματικές διεργασίες. Απεδέχθη μόνον την λύση του ανίσχυρου κομματικά Παν. Πιπινέλη, ο οποίος δεν ήταν καν βουλευτής. Ταυτόχρονα, όμως, κυκλοφορούσαν έντονες φήμες για πρωθυπουργοποίηση ή τουλάχιστον διαφοροποίηση του υπουργού Θεοτόκη. Μάλιστα, η συμπολιτευόμενη εφημερίδα Η Καθημερινή τον ανέφερε σε πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της ως βέβαιο μελλοντικό πρωθυπουργό. Ο ίδιος εκφράζει την πλήρη άγνοιά του στα Απομνημονεύματά του. Πιθανότατα, οι φήμες να οφείλονταν στο γεγονός ότι ήταν ο μόνος (μαζί με τον υπουργό Εμπορίου Λεων. Μπουρνιά), ο οποίος διεφώνησε ανοικτά στο υπουργικό συμβούλιο με την απόφαση του πρωθυπουργού να παραιτηθεί.

 

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδος Ελευθερία.

Την 17η Ιουνίου, ο Πιπινέλης ανέλαβε την πρωθυπουργία και την επομένη ο Καραμανλής ανεχώρησε για την Ζυρίχη προκειμένου να ξεκουρασθεί (κατά δήλωσή του). Ανέθεσε την διοίκηση της Ε.Ρ.Ε. στους Παν. Κανελλόπουλο, Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Ο αρχηγός της Ε.Κ. δήλωσε στην Βουλή τα ακόλουθα. «Επί είκοσι μήνας έχομεν διεξαγάγει ανένδοτον αγώνα εναντίον της παρανόμου κυβερνήσεως. Και ο αγών μας εδικαιώθη. Ο ανένδοτος αγών εσάλευσε τα θεμέλια του φαυλοκρατικού καθεστώτος της Ε.Ρ.Ε., δια να επακολουθήση με τους ανέμους της Θεσσαλονίκης και του Λονδίνου η κατάρρευσις. Και έληξεν η πρώτη νικηφόρος φάσις του ανενδότου αγώνος με την φυγήν του αρχηγού της Ε.Ρ.Ε. εις την Ζυρίχην, τον τόπον του εθνικού εγκλήματος. Εις μάτην ο Τύπος της Ε.Ρ.Ε προσπαθεί να εμφανίση την φυγήν ως γενναιότητα. Πρόκειται απολύτως περί φυγής ενώπιον των ευθυνών και ενώπιον της Βουλής, της οποίας δεν ετόλμησε να αντιμετωπίση τον έλεγχον»…

 

Ο Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι Διεθνολόγος και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Ο Αντιστράτηγος Βασίλειος Καρδαμάκης ήταν αρχηγός Γ.Ε.Σ. κατά την περίοδο 1959 – 1962.

[2]  Ο Αριστείδης Πρωτοπαπαδάκης ήταν υπουργός Εθνικής Αμύνης.

[3]  Το 114 ήταν το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος που όριζε ότι η φύλαξή του επαφιόταν στον πατριωτισμό των Ελλήνων.

Aleksandra Μ. Pećinar: Από τις ελληνοσερβικές στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Οι εξελίξεις του διπλωματικού άξονα Αθήνας-Βελιγραδίου προς το τέλος του Μεγάλου Πολέμου

Aleksandra Μ. Pećinar

 Από τις ελληνοσερβικές στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις.

 Οι εξελίξεις του διπλωματικού άξονα Αθήνας-Βελιγραδίου προς το τέλος του Μεγάλου Πολέμου 

Παρά τη σημασία και τη διαπλοκή των ελληνοσερβικών σχέσεων  στον 19ο και στον 20ό αιώνα, η πορεία τους στην βαλκανική ιστοριογραφία έχει ερευνηθεί επιπόλαια και μη συστηματικά μέχρι στιγμής, κυρίως ως μέρος των φαινομένων που σχετίζονται με την πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στα Βαλκάνια.  Επιπρόσθετα, η αναφορά στην εγγύτητα και στους παραδοσιακούς δεσμούς τους, έχει δημιουργήσει μια παράδοξη εικόνα που υποδεικνύει την ανεπαρκή επίγνωση στα βασικά φαινόμενα και στις διαδικασίες, που καθόριζαν ζωτικής σημασίας διασυνδέσεις της Σερβίας  και της Ελλάδας κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ιστορικής διαδρομής των μεταξύ τους σχέσεων. Διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν πολλές ανεξερεύνητες πτυχές των συνολικών διμερών επαφών τους. Ιδιαίτερα περίπλοκο είναι το ζήτημα των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών. (1)

Εδώ θα έπρεπε να έχει κανείς υπόψη ότι η μη επαρκής αποτίμηση της επίδρασης του παράγοντα της στρατιωτικής ισχύος και της πολιτικής επάνω στις διπλωματικές εξελίξεις, όπως και στην αλληλοεξαρτησή τους, συχνά συνεπάγεται την ερμηνεία των διακρατικών σχέσεων αποκλειστικά βάσει της οπτικής και των πρωτοβουλιών των ηγετών. Πέρα όμως από τον ρόλο που διαδραμάτισαν ο Έλληνας και ο Σέρβος πρωθυπουργός στην διευθέτηση των ελληνοσερβικών σχέσεων, η σημασία του «στρατιωτικού παράγοντα», ήταν προφανής για την όλη εξέλιξη του συγκεκριμένου διπλωματικού άξονα μεταξύ Αθηνών και Βελιγραδίου,  ειδικά στα χρονολογικά πλαίσια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. (2)

Σε μια προσπάθεια οι διμερείς δεσμοί των δύο χωρών να διασαφηνιστούν βάσει των πολιτικών γεγονότων, αλλά και των σχετικών στρατιωτικών ζητημάτων κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από το τέλος του,  ας γυρίσουμε το βλέμμα έναν αιώνα πίσω και ας θυμηθούμε τις ιστορικές εξελίξεις που υποβοήθησαν σημαντικά και πολυδιάστατα, όχι μόνο τις επιχειρήσεις για τη διάσπαση του Μακεδονικού Μετώπου τον Σεπτέμβριο του 1918, αλλά και την περαιτέρω πορεία των γειτονικών ελληνοσερβικών σχέσεων.

Οι δυο πρωθυπουργοί Ελλάδας και Σερβίας, Ελευθέριος Βενιζέλος και Nikola Pašić.

Σερβία και Ελλάδα από το 1912 έως το 1917

Παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις των δύο χωρών πριν από τη διενέργεια των Βαλκανικών Πολέμων εδράζονταν σε ένα σαθρό υπόβαθρο, η στροφή των Βαλκανίων προς νέες ιστορικές συγκυρίες στις αρχές της δεκαετίας του 1910-1920, σηματοδότησε μια περισσότερο δυναμική τους ανάπτυξη. Χωρίς να αμφισβητήσει κανείς τη  σημασία της πρωτοβουλίας του Βελιγραδίου, τον Αύγουστο του 1912, περί συνομολόγησης μιας ελληνοσερβικής συνθήκης, οι σχέσεις ανάμεσα στις δυο χώρες είχαν ήδη προσλάβει μια πιο συγκεκριμένη μορφή χάρη στον σχηματισμό της Βαλκανικής Συμμαχίας, λίγους μήνες νωρίτερα. Ωστόσο, οι εξελίξεις των Βαλκανικών Πολέμων (κατ’ αρχήν η άποψη των δύο χωρών περί των κοινών συνόρων δυτικά του Αξιού από το 1913, αλλά και η αμοιβαία πίστη και προσήλωση στους κοινούς στόχους ενός ενδεχομένου ελληνοσερβικού άξονα), συνέβαλαν στην ενίσχυση της συνεργασίας τους στο μέλλον.

Η υπογραφή της Συνθήκης Συμμαχίας του 1913 αποτέλεσε αναμφίβολα τον πυρήνα αυτών των σχέσεων, συνάμα όμως και μια έκφραση της νέας αντίληψης της βαλκανικής πολιτικής των δύο χωρών, που μέχρι τότε χαρακτηριζόταν από την απουσία στρατηγικής και από την πλήρη υπαγωγή στις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Η ποιοτική διαφορά της ελληνοσερβικής Συνθήκης συμμαχίας που συνήφθη το 1913, σε αντιδιαστολή με τις προηγούμενες προσπάθειες διακρατικών προσεγγίσεων στα Βαλκάνια, αντανακλάται στο γεγονός ότι η πράξη αυτή παρείχε ένα απλό, αλλά συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο υποσχόταν μακροπρόθεσμη συνεργασία σε πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, η συγκεκριμένη συνθήκη προέβλεπε τη διασφάλιση και προστασία του νέου status quo στην περιοχή, ως εγγυητρια της σταθερότητας, επιβεβαιώνοντας, επιπρόσθετα, τις πρόσφατες εδαφικές επεκτάσεις.

Η ουσία των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Σερβίας και της Ελλάδας κατά την περίοδο αυτή συνίστατο στη διατήρηση μιας κοινής θέσης, η οποία θα έπρεπε να είναι επωφελής και για τις δύο πλευρές ως προς την εφαρμογή των ειρηνευτικών τους πρωτοβουλιών. (3) Ακριβώς βάσει αυτής την αντίληψης εξελίχθηκαν οι ελληνοσερβικές σχέσεις κατά την περίοδο του Μεγάλου Πολέμου που ακολούθησε. Είναι αλήθεια ότι η Συνθήκη Συμμαχίας του 1913 υπογράφτηκε υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σε μια στιγμή όπου, βάσει των γεωπολιτικών συγκυριών και κριτηρίων της εποχής, μια ενδεχόμενη ένοπλη σύγκρουση ήταν εφικτό να περιοριστεί στα Βαλκάνια. Σύμφωνα με τις τότε γεωπολιτικές αντιλήψεις, θα ήταν ήταν ανακόλουθο  η Ελλάδα να παρέμβει σε έναν αυστροσερβικό πόλεμο. Εξίσου παράλογη ηχούσε μια σερβική ανάμειξη σε μια ενδεχόμενη ένοπλη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, που, λίγους μήνες αργότερα, φάνταζε ως εφικτή εξαιτίας του ζητήματος της κυριαρχίας στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα θα πρέπει να κατανοήσει κανείς την άρνηση της Αθήνας να συνδράμει στρατιωτικά το Βελιγράδι τον Αύγουστο του 1914. Ο Βενιζέλος απέρριψε την ευκαιρία να συμμετάσχει στον πόλεμο κατόπιν του αυστροουγγρικού τελεσίγραφου, του οποίου η Σερβία είχε γίνει αποδέκτης. Η Ελλάδα, ωστόσο, έσπευσε να καταστήσει σαφές ότι θα τηρούσε στάση ευμενούς ουδετερότητας, επιτρέποντας τη διέλευση, μέσω του λιμένα της Θεσσαλονίκης, οπλισμού και εν γένει πολεμικού υλικού. (4)

H αυστριακή κανονιοφόρος SMS Bodrog στον Δούναβη και ο βομβαρδισμός του Βελιγραδίου (29 Ιουλίου 1914).

Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να παραβλέψουμε τους ιδεολογικούς παράγοντες που είχαν αντίκτυπο στην τελική απόφαση του βασιλιά Κωνσταντίνου και των συνεργατών του στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Ελλάδας να κρατήσει τη χώρα έξω από τον πόλεμο. Η πίστη του στην ισχύ του γερμανικού στρατιωτικού και πολιτικού  μηχανισμού, οι εξ αγχιστείας στενοί οικογενειακοί του δεσμοί με τον Γερμανό αυτοκράτορα, αλλά και η αντίθεση ενός τμήματος της ελληνικής άρχουσας τάξης στην πολιτική του αστικού φιλελευθερισμού που ακολουθούσε ο Βενιζέλος, επηρέασαν αναμφίβολα τις απόψεις του σχετικά με τον στρατηγικό σχεδιασμό της χώρα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. (5)

Ωστόσο, η άρνηση του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ζαΐμη να υπερασπιστούν τη σερβική πλευρά μπροστά στη βουλγαρική επίθεση, τον Οκτώβριο του 1915, δεν υπόκειτο σε γεωπολιτικά κριτήρια της εποχής. Η επίθεση της Βουλγαρίας είχε ως στόχο την κατάκτηση του σερβικού τμήματος της Μακεδονίας, τη διατάραξη των κοινών συνόρων μεταξύ Σερβίας και Ελλάδας, τέλος, την πλήρη ανατροπή του status quo, που εγγυόταν η Συνθήκη Συμμαχίας του 1913. Σε τελική ανάλυση, η παραβίαση, από πλευράς Ελλάδας, των συμβατικών της υποχρεώσεων, τον Οκτώβριο του 1915, προκλήθηκε και από την αποτυχία της βαλκανικής πολιτικής του συνασπισμού της Συνεννοήσεως, από την αποτελεσματική γερμανική διπλωματική παρέμβαση στην περιοχή, καθώς και εξαιτίας των παρενεργειών της πολιτικοοικονομικής κρίσης που η χώρα βίωσε μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα . (6)

Η σύγκρουση αυτή του βασιλιά και του πρωθυπουργού σηματοδότησε ουσιαστικά την έναρξη του φαινομένου, που στην ελληνική ιστοριογραφία φέρει την ονομασία «Εθνικός Διχασμός» και το οποίο παρουσιάζεται ως κομβική παράμετρος της μεταβολής των ποιοτικών χαρακτηριστικών των ελληνοσερβικών σχέσεων (1915-1917).

Όσο η πολιτική και οικονομική κρίση στην Ελλάδα είχε άμεσο αντίκτυπο στις ελληνοσερβικές σχέσεις, άλλο τόσο οι συγκρούσεις στο εσωτερικό της σερβικής στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας κατά την ίδια περίοδο προκάλεσαν τις δικές τους αρνητικές παρενέργειες, ακόμη και αν δεν είχαν προσλάβει τόσο δραματική τροπή. Στην περίπτωση της Σερβίας, η εσωτερική κρίση προκλήθηκε από την αντιπαράθεση μεταξύ της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας. Φυσιολογικά, το ξέσπασμα του πολέμου ενίσχυσε τη θέση της δεύτερης, αποδυναμώνοντας αισθητά την ευελιξία της πολιτικής ηγεσίας στην υλοποίηση των δικών της σχεδιασμών. Τα ιστορικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι τα αποτελέσματα της ελληνοσερβικής αμυντικής συμμαχίας του 1913 σε μεγάλο βαθμό περιορίστηκαν από τις εδαφικές διεκδικήσεις αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών, οδηγώντας σε αυξανόμενες εντάσεις και διαφωνίες. Τις σχέσεις αυτές, οι πρωθυπουργοί των δυο χωρών, επιχείρησαν να αποκρύψουν μέσω της προπαγάνδας για τους προαναφερθέντες λόγους. Μια σειρά από επίσημα έγγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ ελληνικής και σερβικής ηγεσίας μαρτυρούν  τις προσπάθειές των δύο συμμαχικών κυβερνήσεων. Η πολιτική αυτή δοκιμάστηκε άσχημα όταν οι σχέσεις της Αθήνας με τον συνασπισμό της Συνεννοήσεως είχαν φτάσει σε οριακό σημείο. Η σερβική κυβέρνηση εξαρτιόταν, φυσικά, εξ ολοκλήρου από τους Συμμάχους, γνωρίζοντας, ταυτόχρονα, ότι η διατήρηση καλών σχέσεων με την Ελλάδα θα μπορούσε να είναι πολύτιμη στη μεταπολεμική οργάνωση των Βαλκανίων. Για τον ίδιο λόγο, οι ελληνικές αρχές απέφευγαν να αντιδράσουν έντονα στις προπαγανδιστικές δραστηριότητες των Σέρβων στρατιωτών στην ελληνική Μακεδονία, γνωρίζοντας ότι αυτές δεν αποτελούσαν την επιλογή της σερβικής πολιτικής ηγεσίας. Υιοθετώντας  μετριοπαθή στάση ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, προσπάθησαν να αποφύγουν ακόμη μεγαλύτερους κραδασμούς στις ελληνοσερβικές σχέσεις, που θεωρούνταν πολύτιμες για τη διασφάλιση των ζωτικών συμφερόντων του ελληνισμού. Η επάνοδος του Βενιζέλου στην εξουσία, όμως, το καλοκαίρι του 1917, παρείχε τις προδιαγραφές για μια ριζική αναβάθμιση των σχέσεων αυτών, καθώς και την ελπίδα ότι η παρουσία του θα συνέβαλε ριζικά στην ταχεία αποκατάσταση των διμερών φιλικών σχέσεων έως το πέρας των πολεμικών επιχειρήσεων το 1918. (7) 

Η Ελληνο-Σερβική Συνθήκη Συμμαχίας, έκδοση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας.

Η νίκη του Σκρα και ο αντίκτυπός της στις ελληνοσερβικές σχέσεις

Όταν επιχειρήσει κανείς να αναλύσει το θέμα του ελληνικού διπλωματικού σχεδιασμού κατά την περίοδο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και προσπαθήσει να αξιολογήσει τα κίνητρα της επίσημης εξόδου της Ελλάδας στον πόλεμο, πρέπει να έχει υπόψη ότι «η ελληνική κυβέρνηση εντάσσοντας τη χώρα στην πολεμική προσπάθεια  των δυνάμεων της Entente,  στην πραγματικότητα εκπλήρωνε την υπόσχεση που είχε υιοθετήσει το 1915 να τηρήσει τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την ελληνοσερβική Συνθήκη Συμμαχίας του 1913!» (8)

Η σερβική ηγεσία έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον  για τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Η πρεσβεία στην Αθήνα βρισκόταν σε συχνή επικοινωνία με τον Βενιζέλο και τον υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη, προκειμένου να διαπιστώσει της δυνατότητες της νέας κυβέρνησης να επιβάλει την εξουσία της στην χώρα και να συνδράμει έμπρακτα στην πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων. (9) Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η παρέμβαση της Ελλάδας στον πόλεμο το καλοκαίρι του 1917 επιβαλλόταν και για αμυντικούς λόγους, αφού τμήμα της ελληνικής Μακεδονίας βρισκόταν ήδη υπό τον έλεγχο του εχθρού. Σε τελική όμως ανάλυση, τη μαξιμαλιστική πολιτική του Βενιζέλου την κατέστησε αναπόδραστη ο Εθνικός Διχασμός. Ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε να αντιμετωπίσει ανυπέρβλητα προβλήματα. Εάν λάβει κανείς υπόψη τις πολιτικές εξελίξεις από τις αρχές του Μεγάλου Πολέμου, που καταπόνησαν στο έπακρο τις στρατιωτικές δυνατότητες της χώρας ( ήδη περιορισμένες εξαιτίας των οικονομικών, βιομηχανικών και δημοσιονομικών δυσκολιών), τόσο μεγαλύτερη σημασία θα έπρεπε να αποδοθεί στη σημαντικότατη μάχη του Σκρα, της οποίας οι συνέπειες υπήρξαν καθοριστικές, καθώς από την έκβαση της επιχείρησης κρίθηκε η αξία του ελληνικού στρατού, η τύχη του Μακεδονικού μετώπου, αλλά ίσως και η μοίρα της ίδιας της Μακεδονίας!(10)

Αξιωματικοί της μεραρχίας Αρχιπελάγους απέναντι από το ύψωμα του Σκρα ντι Λέγκεν.

Η νικηφόρα μάχη του Σκρα  ντι Λέγκεν είχε μεγάλη απήχηση στην πολιτικά διαιρεμένη Ελλάδα. Βοήθησε στο να περάσουν σε δεύτερη μοίρα, έστω προσωρινά, τα οξυμένα πολιτικά πάθη, να αναβιώσουν οι μνήμες των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων των ετών 1912-1913 και να αποκατασταθεί η ενότητα των Ελλήνων. Εξύψωσε ακόμη το φρόνημα των ελληνικών δυνάμεων που πρόσφατα είχαν επιστρατευθεί και αναπτέρωσε το ηθικό τους, καθώς εντάχθηκαν στις τάξεις ενός  νικηφόρου στρατού. Τέλος, συνέβαλε στην ανύψωση του ηθικού του συνόλου του Σ.υμμαχικού Στρατηγείου, κάτι που συνέτεινε τα μέγιστα στη επιτυχή έκβαση της τελικής μάχης, για τη διάσπαση του μετώπου λίγους μήνες αργότερα. Σε οικονομικό επίπεδο έδωσε τα αναγκαία επιχειρήματα στον ανακληθέντα από τις 9 Ιουνίου 1918 στο Παρίσι στρατηγό Guillaumat να υποστηρίξει με σθένος την εισήγησή του προς τον Γάλλο πρωθυπουργό Clemenceau για να χορηγηθούν στην Ελλάδα δύο δάνεια, για την άμεση ανασυγκρότηση του Ελληνικού Στρατού. Σε στρατιωτικό/τακτικό επίπεδο πέτυχε να εκτιμηθεί διεθνώς η ανδρεία και η αξία του ελληνικού στρατού. Ο στρατηγός Guillaumat άρχιζε μετά τη μάχη του Σκρα να καταρτίζει τα επιθετικά του σχέδια, τα οποία στηρίζονταν σε σημαντικό βαθμό στον Ελληνικό Στρατό. Ακολούθησε η διάσπαση του Μακεδονικού Μετώπου το Σεπτέμβριο του 1918, που κατάφερε το τελειωτικό πλήγμα στις  Κεντρικές Αυτοκρατορίες στο βαλκανικό χώρο. Σε στρατηγικό επίπεδο, η νικηφόρα μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν, η οποία σημειωτέον υπήρξε η πρώτη καταγραφείσα διάρρηξη σε ένα από τα τρία ως τότε μεγάλα μέτωπα, σε αρκετά μεγάλο εύρος ρήγματος, σε δύσβατο ορεινό έδαφος, έπεισε και τους τελευταίους από τους Συμμάχους για την αναγκαιότητα της υπάρξεως και ενισχύσεως του Μακεδονικού Μετώπου. Σε διπλωματικό, τέλος επίπεδο, αμέσως σχεδόν μετά τη διάσπαση του μετώπου, ο ένας μετά τον άλλο οι σύμμαχοι των Κεντρικών Αυτοκρατοριών συνθηκολόγησαν! (11)

 

Γυναίκα υπαξιωματικός του Σερβικού στρατού κυκλοφορεί τραυματίας σε κεντρική οδό της Θεσσαλονίκης.
Ο μετέπειτα ακαδημαϊκός Miladin Pećinar, πρωτοπόρος της υδροτεχνικής στη Σερβία (στο μέσο) εικονίζεται στο αεροδρόμιο της Μίκρας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρά το γεγονός ότι ο διεθνής αντίκτυπος της μάχης του Σκρά ήταν τεράστιος, στην ουσία, η απουσία πραγματικού ενδιαφέροντος των Συμμάχων ματαίωνε τους περαιτέρω στόχους του Βενιζέλου. Επιπλέον, με έναν απρόβλεπτο τρόπο, η ήττα του βουλγαρικού στρατού άρχισε να απειλεί την Ελλάδα.(12) Μετά την πτώση του Radoslavov, ένας από τους λόγους, από τους οποίους προήλθε και η ήττα αυτή, η νέα βουλγαρική κυβέρνηση, υπό τον Aleksandar Malinov, άρχισε κρυφές διαπραγματεύσεις με τους Συμμάχους. Ιδίως στους κόλπους των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, η προοπτική της σύναψης χωριστής ειρήνης με τη Βουλγαρία, έβρισκε σοβαρά ερείσματα, καθώς έτσι οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες θα έχαναν ένα από τα βασικά τους περιφερειακά στηρίγματα. Καθώς οι Βούλγαροι εξακολουθούσαν να κατέχουν την Ανατολική Μακεδονία και σερβικά εδάφη, ο κίνδυνος να αποστατήσουν από τον αυστρογερμανικό συνασπισμό, με αντάλλαγμα τα κατεχόμενα εδάφη, συνιστούσε  μια απειλητική εξέλιξη για την Ελλάδα. Ο εφιάλτης αυτός βασάνιζε τον Βενιζέλο από την εποχή που το ελληνικό Γενικό επιτελείο είχε παραδώσει στη Βουλγαρία την ανατολική Μακεδονία. Γνώριζε καλά ότι η καθυστερημένη παρέμβαση της Ελλάδας στον πόλεμο και τα προηγηθέντα δραματικά εσωτερικά γεγονότα, περιόριζαν τις διεθνείς δυνατότητες της χώρας, ενώ οι ενδοσυμμαχικοί ανταγωνισμοί και αντιθέσεις επιδείνωναν την κατάσταση. Οι επιλογές του ισορροπούσαν σε τεντωμένο σκοινί, καθώς δεν υπήρχε κοινή στρατηγική των Συμμάχων για το συγκεκριμένο μέτωπο. Στους κόλπους της βρετανικής κυβέρνησης επικρατούσε ισχυρό ρεύμα υπέρ της απόσυρσης των στρατευμάτων από τη Θεσσαλονίκη και της μεταφοράς τους στην Παλαιστίνη. Η απουσία πραγματικού ενδιαφέροντος, εκ μέρους του συμμαχικού παράγοντα ακύρωνε τον στόχο του Βενιζέλου, που ήταν να αποτελέσει το Μακεδονικό μέτωπο μια από τις επιθετικές αιχμές της Entente. (13)

Η πάλη του Βενιζέλου ήταν σκληρή και η στρατηγική του αναπτύχθηκε σε πολλά επίπεδα. Με τη σειρά της, η Σερβία αντιμετώπιζε ανάλογη απειλή, καθώς σε περίπτωση σύναψης χωριστής ειρήνης της Entente με τη Βουλγαρία κινδύνευαν και σερβικά εδάφη. Με την επάνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία άρχισαν οι επαφές ανάμεσα στην ελληνική και την σερβική κυβέρνηση προκειμένου να διαμορφωθεί κοινή στάση σε μια σειρά από διπλωματικά ζητήματα που αφορούσαν στα συμφέροντα των δύο κρατών. Θεμελιώδες κίνητρο αμφοτέρων των πλευρών ήταν ακριβώς η αντιμετώπιση των προαναφερθέντων σεναρίων περί χωριστής ειρήνης με τη Βουλγαρία. Ο Βενιζέλος συναντήθηκε το φθινόπωρο του 1917 στην Κέρκυρα με τον Σέρβο πρωθυπουργό Nikola Pašić και τον έπεισε να συμπήξουν κοινό μέτωπο, αναβιώνοντας, με τον τρόπο αυτό, την ελληνοσερβική συμμαχία. Στο κοινό μέτωπο προσχώρησε και η Ρουμανία, γεγονός που δυσκόλευε τις επιδιώξεις των βουλγαρόφιλων στελεχών της βρετανικής κυβέρνησης. Πάντως, ο υπουργός Εξωτερικών Arthur Balfour, αν και αντιμετώπιζε θετικά την προοπτική μιας χωριστής ειρήνης, δεν ήθελε να έρθει σε ρήξη με την Αθήνα, επισημαίνοντας ότι “επιβάλλεται να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς απέναντι σε έναν πολιτικό όπως ο Βενιζέλος!”.(14) Η πλάστιγγα έγειρε προς το μέρος της Ελλάδας και των υπολοίπων βαλκανικών χωρών από τη στιγμή που και η Γαλλία ξεκαθάρισε τη θέση της: καμία διαπραγμάτευση με τη Βουλγαρία. Η λύση έπρεπε να δοθεί στα πεδία των μαχών. Η άφιξη τον Ιούνιο του 1918 στη Θεσσαλονίκη του τρίτου κατά σειρά ανώτατου διοικητή, Louis Franchet d’ Espèrey, σηματοδότησε την εγκατάλειψη των διαφόρων σεναρίων για συνεννόηση ανάμεσα στην Entente και Βουλγαρία. Τελικά η αγγλογαλική συνδιάσκεψη των Βερσαλλιών, με συμμετοχή της στρατιωτικής και διπλωματικής ηγεσίας των δύο κρατών, αποφάσισε να απορρίψει τελικά κάθε ιδέα περί χωριστής ειρήνης με τη Βουλγαρία, εκτιμώντας ότι στην παρούσα φάση θα έβλαπτε την πολεμική τους προσπάθεια στα Βαλκάνια.

Ο νέος αρχιστράτηγος ήταν θιασώτης μιας γενικής επίθεσης κατά των Γερμανοβουλγάρων, όμως η ανώτατη συμμαχική διοίκηση στο Παρίσι παρέμενε διστακτική. Ο Βενιζέλος και ο Franchet d’ Espèrey διέθεταν έναν σημαντικό σύμμαχο στο Παρίσι: τον Guillaumat, ο οποίος πίστευε ότι μια νίκη στα Βαλκάνια ήταν εφικτή. Στην πλάστιγγα βάραινε τώρα και ο ελληνικός στρατιωτικός παράγοντας. Η Ελλάδα διέθετε, πλέον, στρατό 300.000 ανδρών, η αξία του οποίου είχε δοκιμαστεί στο Σκρα. Πρώτοι πείστηκαν οι Γάλλοι, ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός David Lloyd George έκαμψε τις αντιστάσεις του αυτοκρατορικού επιτελείου. Έμεναν οι Ιταλοί, οι αντιρρήσεις των οποίων δεν σχετίζονταν με τη στρατιωτική πτυχή της επιχείρησης, αλλά με τον φόβο τους ότι μια νίκη στα Βαλκάνια θα αύξανε το διεθνές κύρος της Ελλάδας και εκείνο του Βενιζέλου προσωπικά. (15)

Οι Γάλλοι στρατηγοί Maurice Sarrail(επάνω) Adolphe Guillaumat(κάτω δεξιά) και Louis Franchet d’ Espèrey(κάτω αριστερά), ανώτατοι διοικητές του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης.

Η αλλαγή στη διεθνή θέση της Ελλάδας κατά την περίοδο δημιουργίας του Βασίλειου των  Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων

Η περίοδος ενίσχυσης της διεθνούς θέσης της Ελλάδας λίγο πριν από την επίσημη ένταξή της στο πλευρό της Entente, και η νίκη της στη μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν, συνέπεσε με την περίοδο προετοιμασίας για τη δημιουργία ενός νέου γιουγκοσλαβικού κράτους. Παράλληλα με τις διεργασίες ενοποίησης των νοτιοσλαβικών λαών σε ένα κοινό κράτος, εξελίσσονταν και οι διαδικασίες προβολής  των επισήμων ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων, καθώς και οι προετοιμασίες για τη συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο. (16)

Από τη στιγμή της επίσημης ένταξης της Ελλάδας στον πόλεμο, ο Βενιζέλος είχε αποφύγει να προβάλει τις ελληνικές διεκδικήσεις, στάση που διατήρησε  και κατά τη διάρκεια της διπλωματικής προσπάθειας για την  αποτροπή της σύναψης χωριστής ειρήνης της Entente με τη Βουλγαρία. Η επίσημη προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων άρχισε να πραγματοποιείται μετά τη μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν και έγινε περισσότερο έντονη την εποχή της συνθηκολόγησης της Βουλγαρίας. (17)

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, ως εμπόλεμο κράτος ευθύς εξαρχής, η Σερβία είχε τη δυνατότητα να προβάλει  τις επίσημες διεκδικήσεις της από νωρίς. Η ένωση των Γιουγκοσλάβων αποτελούσε ανέκαθεν το μεγάλο εθνικό όραμα όλων των σερβικών κυβερνήσεων. Ωστόσο, η κήρυξη του πολέμου από την Αυστροουγγαρία  προσέφερε μια μοναδική ευκαιρία για την υλοποίησή του, στην περίπτωση, βέβαια, που οι Σύμμαχοι εξέρχονταν νικητές από τον πόλεμο.

Κέρκυρα, 20 Ιουλίου 1917: Η υπογραφή της Διακήρυξης για τη δημιουργία ενός ενιαίου σλαβικού κράτους

Οι διεργασίες αυτές σηματοδοτούσαν την αρχή μιας περιόδου, την οποία χαρακτήριζε η επίσημη συνεργασία των δύο χωρών και η μεταξύ τους συνεννόηση για την επίτευξη των εξωτερικών τους στόχων. Στην ουσία, όμως, ξεκινούσε μια εποχή, κατά την οποία οι πολιτικές εξελίξεις στο σκηνικό των Βαλκανίων δημιουργούσαν γόνιμο έδαφος για την εμφάνιση νέων προστριβών μεταξύ των δύο συμμάχων. (18)

Όπως ήταν φυσικό, δημιουργήθηκαν προβλήματα στην ελληνοσερβική μεθόριο, ως συνέπεια της μακροχρόνιας παρουσίας στρατευμάτων στην περιοχή. Τα συνοριακά επεισόδια αποτελούσαν συνεχή εστία προβλημάτων για τις δύο ηγεσίες.  Δεν ήταν λίγες οι αναφορές των αρμοδίων ελληνικών αρχών που έκαναν λόγο για βίαιη συμπεριφορά Σέρβων στρατιωτών, επιτάξεις τροφίμων, παρεμπόδιση οικονομικών συναλλαγών, αλλά, κυρίως, για διεξαγωγή προπαγάνδας στους Σλαβόφωνους, και όχι μόνο, κατοίκους της περιοχής. Παράπονα, εντούτοις, εκφράζονταν και από τη σερβική πλευρά,  εξαιτίας αντίστοιχης συμπεριφοράς των ελληνικών δυνάμεων εντός του σερβικού εδάφους. (19)

Αλλωστε, το ότι στρατιωτικοί κύκλοι του Βελιγραδίου υποστήριζαν την επέκταση προς νότο με καταληκτικό σημείο τη Θεσσαλονίκη, αποτελούσε κοινό μυστικό.  Από την άλλη πλευρά, με δεδομένη την παρουσία του ελληνικού πληθυσμού στη Μακεδονία, ήταν επόμενο να τρέφονται ελληνικές βλέψεις για το Μοναστήρι, τουλάχιστον υπό μορφή προπαγάνδας, αισθητής στον τοπικό πληθυσμό και σε συλλόγους από την εποχή ανάκαμψης της Ελλάδας, της ισχυροποίησης της θέσης της χώρας στα Βαλκάνια, της επιστράτευσης του 1917 και της συνακόλουθης παρουσίας ελληνικών στρατιωτικών μονάδων στην ευρύτερη περιοχή. Ο Βενιζέλος επέκρινε αυστηρά τα σχέδια αυτά έχοντας κατά νου τη διατήρηση των καλών γειτονικών σχέσεων με τη Σερβία. Παρά το γεγονός ότι τόσο ο Ιωάννης Κουντουριώτης, επιτετραμμένος  παρά τη σερβική Αυλή, όσο και ο ίδιος ο Βενιζέλος, ως ένθερμοι υποστηρικτές της ελληνοσερβικής φιλίας, θεωρούσαν ότι η προσάρτηση της Γευγελής ήταν ζωτικής σημασίας  για τα συμφέροντα της Ελλάδας, όλη η υπόθεση εγκαταλείφθηκε από την ελληνική διπλωματία, αν και επισημαίνετο χαρακτηριστικά πως «σε μια εποχή, κατά την οποία η Σερβία συνειδητοποιούσε ότι στα Βαλκάνια δεν διέθετε άλλον φίλο πέραν την Ελλάδας”, η επίσημη Αθήνα όφειλε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία δεόντως.  (20)

Εντούτοις, ούτε τα μεθοριακά επεισόδια, ούτε το πρόσφατο παρελθόν κατάφεραν να δηλητηριάσουν τις διμερείς διακρατικές σχέσεις. Τόσο η Αθήνα, όσο και το Βελιγράδι, επιθυμούσαν ειλικρινά την ανάπτυξη των αγαστών σχέσεων και, επομένως, δεν έδιναν συνέχεια στα παράπονα διαφόρων τοπικών παραγόντων. Κύριο μέλημα τους αποτέλεσε η συγκρότηση ενός διπλωματικού μετώπου ενάντια στη Βουλγαρία. Οι εδαφικές απαιτήσεις της Σερβίας είχαν απόλυτη ανάγκη από την υποστήριξη της Ελλάδας και, ως εκ τούτου ήταν παράλογη η σκέψη ότι η Σερβία εποφθαλμιούσε τα ελληνικά εδάφη. Επιπρόσθετα, η απειλή της Βουλγαρίας για αμφότερες τις χώρες, κατέστησε την συνεργασία μεταξύ τους αναπόφευκτη. Τον Οκτώβριο του 1918, ο Έλληνας πρωθυπουργός κατάφερε να αποκομίσει τη σερβική συγκατάθεση ως προς τις ελληνικές διεκδικήσεις στην Ανατολική και Δυτική Θράκη, η οποία επιβεβαιώθηκε και κατά τις συναντήσεις του Pašić με τους Βενιζέλο και Κουντουριώτη, έναν μήνα, περίπου. αργότερα.

Αμέσως μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όλες οι χώρες που κατοικούνταν από τους Σλάβους ( Σερβία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Κροατία, Σλοβενία ​​και Μαυροβούνιο), ενώθηκαν υπό το σκήπτρο του βασιλιά Πέτρου Α΄ της Σερβίας και του διαδόχου του Αλεξάνδρου, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο κράτος, το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Αναμφίβολα, η ελληνική πλευρά αφιέρωνε μεγάλη προσοχή στην όλη υπόθεση.(21) Οι αναφορές των ελληνικών πρωτογενών πηγών σχετικά με τις εσωτερικές εξελίξεις στο νεοσύστατο γιουγκοσλαβικό κράτος, καθε άλλο παρά ως πλούσιες δύνανται να χαρακτηριστούν, εκφράζουν, εν τούτοις, μια αντικειμενική άποψη σχετικά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η γειτονική χώρα, ως αποτέλεσμα των εθνικών και πολιτικών προστριβών και των κοινωνικών αναταράξεων. Το ζήτημα της αναγνώρισης του νεοσύστατου Βασίλειου από την Ελλάδα λειτουργούσε πλέον ως ένας πολύ σημαντικός δείκτης των προσπαθειών της ελληνικής πλευράς για τη διατήρηση των καλών γειτονικών σχέσεων, ακόμη και με δεδομένη την «πολυπλοκότητα του βορείου γείτονά της». (22)

Τα δύο κράτη καλούνταν τώρα να προσδιορίσουν εκ νέου τις μεταξύ τους σχέσεις. Το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών πρότεινε την επαναδιαπραγμάτευση του πρωτοκόλλου του 1913, τονίζοντας ότι το σερβικό κράτος με τη νομική έννοια του όρου δεν υφίστατο πια. Βάσει αυτής της θέσης δεν επρόκειτο το Βασίλειο των Σέρβων Κροατών και Σλοβένων να υποχρεωθεί να πολεμήσει στη Μικρά Ασία, αλλά ούτε και η Ελλάδα σε βάρος της Ουγγαρίας. Αντιθέτως, αμφότερα τα  συμβαλλόμενα μέρη έπρεπε να επιμείνουν στη διατήρηση των Συνθηκών του Βουκουρεστίου και του Νεϊγύ, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα τη μεταξύ τους συμμαχία αποκλειστικά σε σχέση με τη Βουλγαρία. Λαμβανομένης υπόψη της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων, ανέκυπτε η ανάγκη μιας επίσημης ερμηνείας των συμμαχικών διασυνδέσεων μεταξύ των δύο κρατών. (23)

Χάρτης και θυρεός το Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων

Η θέση της Αθήνας ήταν ότι το κοινό κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό παράγοντα στα Βαλκάνια και ως εκ τούτου η συμμαχία του με την Ελλάδα ήταν σε θέση να λειτουργήσει αποτρεπτικά έναντι οποιασδήποτε επιβουλής της Ιταλίας στην Αδριατική θάλασσα. Περικυκλωμένο, όμως, από επτά γείτονες  (με τους έξι εκ των οποίων υπήρχαν διαμάχες και οι προστριβές περί συνόρων), το νεοσύστατο Βασίλειο δεν έπαυε να διανύει μια κρίσιμη περίοδο. Αν και οι προσδοκίες του Βελιγραδίου ότι η επερχόμενη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης θα δημιουργούσε τον καινούργιο πολιτικό χάρτη της Ευρώπης ήταν εμφανείς, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων αφενός είχε εγκαταλειφθεί από τους συμμάχους του Μεγάλου Πολέμου (που έτρεφαν τα δικά τους σχέδια για τα Βαλκάνια) και αφετέρου βρισκόταν αντιμέτωπο με τις επιθετικές φιλοδοξίες της ιταλικής διπλωματίας στην ίδια περιοχή. Παρά την εδαφική επέκταση, και την υπεροχή, την οποία είχε αποκτήσει  έναντι της Ελλάδας στον τομέα αυτό, η σερβική εξωτερική πολιτική της στιγμής εκείνης χαρακτηριζόταν από  αβεβαιότητα και έλλειψη αποφασιστικότητας απέναντι  στον διπλωματικά ενισχυμένο γείτονά της. Στα χρόνια που ακολούθησαν η εμφάνιση ενός νέου κράτους στα βόρεια σύνορά της Ελλάδας, προκάλεσε μερική μεταστροφή στις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο γειτόνων. (24)

Η ανακύρηξη του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων στη Λιουμπλιάνα στις 29 Οκτωβρίου 1918.

Συμπεράσματα

Βάσει των ανωτέρω στοιχειών μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι ελληνοσερβικές σχέσεις κατά την περίοδο του Μεγάλου Πολέμου βασίστηκαν σε μια παράξενη ισορροπία, χρήσιμη, ωστόσο για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής ηγεσίας και των δύο χωρών. Η ισορροπία αυτή διατηρήθηκε εξαιτίας της κοινής πεποίθησης περί διαρκούς κινδύνου από τη Βουλγαρία, όπως  και της αμοιβαίας διαφύλαξης του εδαφικού καθεστώτος που δημιούργησε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913 στα Βαλκάνια. Ακόμη και στις δύσκολες στιγμές που διένυσαν οι ελληνοσερβικές σχέσεις, και οι δύο πλευρές φρόντισαν να μην διαταράξουν αυτή τη ιδιότυπη ισορροπία, γνωρίζοντας καλά πως,  ανεξάρτητα από την τελική έκβαση του πολέμου, η αμοιβαία τους συμφωνία θα αποδεικνυόταν απαραίτητη για τη χάραξη του μεταπολεμικού πολιτικού γίγνεσθαι στα Βαλκάνια. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρία, αλλά και να προστατεύσουν μακροπρόθεσμα τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη περιοχή.

Αναλύοντας την επίδραση του στρατιωτικού παράγοντα στις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής και στην διπλωματική ικανότητα της Σερβίας (Γιουγκοσλαβίας) κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η στρατιωτική της ισχύς διαδραμάτιζε κομβικό ρόλο στον όλο σχεδιασμό και εφαρμογή της εξωτερικής της πολιτικής (και όχι μόνο εν καιρώ πολέμου) αποτελώντας «το εργαλείο της πολιτικής» στην επίλυση των ζητημάτων που την αφορούσαν διαχρονικά.  Επίσης, ότι, η έμπρακτη συμμετοχή της Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, χαρακτηρίζεται από πολιτικές και διπλωματικές παραμέτρους, οι οποίες  συσχετίστηκαν άμεσα με τη λειτουργία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Με δεδομένη, επομένως, την αλληλοεξάρτηση της στρατιωτικής ισχύος μιας χώρας με την άσκηση της επίσημης διπλωματίας της, διαπιστώνουμε ότι  η νίκη των Ελλήνων στη μάχη του Σκρα αποτέλεσε σημείο καμπής έως το τέλος του 1918, επισπεύδοντας το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο μέτωπο της Θεσσαλονίκης. Εν κατακλείδι, η Ελλάδα, αν και καθυστέρησε να εξέλθει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, εντούτοις προσέφερε στους Συμμάχους σοβαρή ενίσχυση τα δε ελληνικά στρατεύματα συμμετείχαν με αξιόλογη ικανότητα και μεγάλη αποτελεσματικότητα στις επιχειρήσεις. Η μάχη του Σκρα υπήρξε καθοριστική για την τελική νικηφόρα έκβαση του πολέμου στην περιοχή.  Ομοίως, ο σερβικός στρατός μεταμορφώθηκε την ίδια εποχή στον « ισχυρότερο μοχλό της σερβικής πολιτικής» έπειτα από τις κρίσεις  που η χώρα βίωσε στις αρχές του 20ού αιώνα

Ο άξονας Αθήνας – Βελιγραδίου, ο οποίος στηριζόταν σε καθαρά αντιβουλγαρικό υπόβαθρο, συνιστούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της εξωτερικής πολιτικής των δύο χωρών. Η δαιμονοποίηση του βασιλιά Κωνσταντίνου από τον πολιτικό και στρατιωτικό κόσμο της Ελλάδας έπειτα από τα γεγονότα του 1915, ανήγαγε τον Βενιζέλο  σε εγγυητή των εγκάρδιων σχέσεων και των κοινών συμφερόντων. Η επίτευξη της εθνικής ολοκλήρωσης της Ελλάδας και της Σερβίας, όπως αυτή εννοείτο μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μετέτρεψε τα δύο μικρά βαλκανικά κράτη  σε ρυθμιστές του ευρύτερου γεωπολιτικού σκηνικού στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, δίχως, ωστόσο, να παραγνωρίζεται ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων.

Η Aleksandra Μ. Pećinar είναι Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου. Έχει ειδικευθεί στη μελέτη των διμερών ελληνο-σερβικών σχέσεων και είναι συγγραφέας της πραγματείας Srpsko-grcki diplomatski i saveznicki odnosi(1912-1918) [Ελληνο-σερβικές συμμαχικές και διπλωματικές σχέσεις (1912-1918)], Βελιγράδι, 2016.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Richard Clogg,  Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, (Βελιγράδι 2000), 279.

² M. Bjelajac, Diplomatija i vojska, Srbija i Jugoslavija 1901-1999 [Διπλωματία και στρατός, Σερβία και Γιουγκοσλαβία 1901-1999], (Βελιγράδι׃ Odbrana, 2010), 13.

³ Λ. Χασιώτης, Ελληνοσερβικές σχέσεις 19131918, Συμμαχικές προτεραιότητες και πολιτικές αντιπαλότητες, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004,197.

⁴  Μ. Milošević, Srbija i Grčka 1914-1918, Iz istorije diplomatskih odnosa, Zaje ar 1997 [Ελλάδα και Σερβία 1914-1918, Από την ιστορία των διπλωματικών σχέσεων) (Ζάγιετσαρ 1997], 32. Δ.Δ. Ζαγκλής, Η Μακεδονία του Αιγαίου και οι Γιουγκοσλάβοι, (Αθήνα׃ Σιδέρης, 1975), 383-396.

⁵  Γ. Λεονταρίτης, Η  Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, (Αθήνα׃ ΜΙΕΤ, 2005), 15-18.

⁶ Ž. Αvramovski, Ratni ciljevi Bugarske i centralne sile 1914-1918 [Οι πολεμικοί στόχοι της Βουλγαρίας και Κεντρικές Δυνάμεις] (Βελιγράδι׃ ISI, 1985).

⁷  Γ. Λεονταρίτης, Η  Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 73-108.

⁸  Ε.Γαρδίκα- Κατσιαδάκη, “Greek Diplomatic Planning” στο׃ The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, (Θεσσαλονίκη׃ ΙΜΧΑ, 2005), 109.

⁹  A. Pećinar, Zaokret u grčkoj politici prema jugoslovenskoj državi 1919-1922, [Στροφή στην ελληνική «γιουγκοσλαβική» πολιτική 1919-1922] Arhiv, časopis Arhiva Jugoslavije, godina XIII, (1-2),81-96.

¹º Κ. Σβολόπουλος, Η Απόφαση για την ελληνική απόβαση στη Σμύρνη, Ομιλία του Ακαδημαικού κ. Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, Ακαδημία Αθηνών, Δημόσια συνεδρία της 5ης  Μαΐου 2009, Εν Αθήναις 2009, Εκ των Πρακτικών της Ακαδημίας Αθηνών, τ.84 Β` (2009)

¹¹  Γ. Λιακούρης, Αντιστράτηγος ε.α., «Η Μάχη του Σκρα, 30 Μαΐου 1918», Περίπλους Ναυτικής Ιστορίας, Τεύχος 99, Απρίλιος-Μαίος 2017, 22-28.

¹²  Γ. Λεονταρίτης, Η  Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, (Αθήνα׃ ΜΙΕΤ, 2005),19-20.

¹³ Νικόλαος Εμμ. Παπαδάκης, Ελευθέριος Βενιζέλος και Μακεδονία,1914-1918, Η σημασία μάχης του Σκρα, ( Χανιά׃ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», 2008),43–44.

¹⁴ Д. Живојиновић, Невољни ратници, Велике силе и Солунски фронт (1914–1918), Београд, 2008. [ Απρόθυμοι πολεμιστές, Μεγάλες Δυνάμεις και Μακεδονικό μέτωπο (1914-1918), Βελιγράδι 2008] 292–295.

¹⁵ Νικόλαος Εμμ. Παπαδάκης, Ελευθέριος Βενιζέλος και Μακεδονία,1914-1918, Η σημασία μάχης του Σκρα, ( Χανιά׃ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», 2008),54.

¹⁶ A. Pećinar, Zaokret u grčkoj politici prema jugoslovenskoj državi 1919-1922, [Στροφή στην ελληνική «γιουγκοσλαβική» πολιτική 1919-1922] Arhiv, časopis Arhiva Jugoslavije, godina XIII, (1-2),81-96.

¹⁷ Hellenic Army General Staff, Army History Directorate, A Concise history of the Participation of the Hellenic Army in the First World War 1914-1918,  An Army History Directorate publication, Athens 1999, 179–187.

¹⁸ ΑΥΕ/1918/А5/II, Α΄ Πολιτική, Τελικοί σκοποί πολέμου, Ελληνικαί βλέψεις/Διαμαντόπουλος από Θεσσαλονίκη, 28 Δεκεμβρίου 1917, Αριθμός 10267. Βλ. και Milošević, Srbija i Grčka, 290.

¹⁹ Λ. Χασιώτης, Ελληνοσερβικές σχέσεις 1913-1918,354.

²º Ibid 19.

²¹ Bogdan Krizman, Vanjska politika Jugoslavenske drzave (1918-1941) [Η εξωτερική πολιτική του γιουγκοσλαβικού κράτους] (Zagreb 1975),11.

²² Την τάση του Βενιζέλου το καινούριο γιουγκοσλαβικό Βασίλειο να αναγνωριστεί πρώτα από την πλευρά της Αθήνας την προκατέλαβε ο Αμερικανός πρόεδρος Woodrow Wilson στις 6 Φεβρουαρίου 1919 (στο Χασιώτης, Ελληνοσερβικές σχέσεις 1913-1918, 246.)

²³ Λ. Χασιώτης, Ελληνοσερβικές σχέσεις 1913-1918, 247.

²⁴ Bogdan Krizman, Vanjska politika Jugoslavenske drzave (1918-1941) [Η εξωτερική πολιτική του γιουγκοσλαβικού κράτους] (Zagreb, 1975),11.

Γιάννης Σακκάς: Ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Γεωπολιτικές ισορροπίες και ανατροπές

Γιάννης Σακκάς

Ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Γεωπολιτικές ισορροπίες και ανατροπές

 

Η αμερικανο-σοβιετική αντιπαράθεση που ξέσπασε μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου με τη μορφή «Ψυχρού Πολέμου» γρήγορα σταθεροποιήθηκε στην Ευρώπη με το χωρισμό της σε οριοθετημένες σφαίρες επιρροής και με την ‘επίλυση’ του γερμανικού ζητήματος. Αντίθετα, στον αναπτυσσόμενο κόσμο έλαβε μεγάλες διαστάσεις, όταν τις δεκαετίες του 1940 και 1950 αναδύθηκαν ισχυρά εθνικά και αντιαποικιοκρατικά κινήματα και οι αντιθέσεις μεταξύ φιλοκομμουνιστικών και φιλοδυτικών τάσεων οξύνθηκαν. Για τους Σοβιετικούς, τα κινήματα αυτά ήταν κινήματα απελευθέρωσης καταπιεσμένων λαών ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες,  καθιστούσαν αναγκαία την υιοθέτηση δογμάτων ασφαλείας, στα οποία όλοι οι πρόεδροι της ψυχροπολεμικής περιόδου εκτός από τον Τζέραλντ Φορντ έδωσαν τα ονόματά τους. Τα δόγματα αυτά δικαιολογούσαν τις επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών στην εξωτερική τους πολιτική και κινητοποιούσαν τα συντηρητικά καθεστώτα κατά της απειλής του κομμουνισμού.

O ευρύτερος χώρος της Μέσης Ανατολής.

Η ανάδυση του αραβικού εθνικισμού και ο αγώνας κατά της αποικιοκρατίας

Η αθέτηση της υπόσχεσης που είχαν δώσει οι Αγγλο-Γάλλοι στους Άραβες για αυτοδιάθεση, σε συνδυασμό με τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, ενίσχυσαν τη δυναμική του αραβικού εθνικισμού κατά το μεσοπόλεμο. Σημαντικές εξεγέρσεις σημειώθηκαν στο Ιράκ, τη Συρία και τη βόρεια Αφρική και οι δύο αποικιοκρατικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να λάβουν σκληρά μέτρα για να τις καταστείλουν. Καμπή στην ανάπτυξη του αραβικού εθνικισμού αποτέλεσαν η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948 και η ήττα των Αράβων στον πρώτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο το ίδιο έτος. Υπεύθυνοι για τα γεγονότα αυτά θεωρήθηκαν η διεφθαρμένη αραβική αριστοκρατία και οι Βρετανοί, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για συνεργία με τους Ισραηλινούς.

Τα επόμενα χρόνια, ο αραβικός εθνικισμός ριζοσπαστικοποιήθηκε και απέκτησε έντονο αντιαποικιοκρατικό χαρακτήρα. Το 1951, η βρετανική στρατιωτική διοίκηση στη Λιβύη αποχώρησε και η χώρα διακήρυξε την ανεξαρτησία της. Στο Ιράν η κυβέρνηση Μοσαντέκ προχώρησε στην εθνικοποίηση των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων που ανήκαν σε εταιρεία βρετανικών συμφερόντων, αλλά το 1953 ανατράπηκε με κοινή αγγλο-αμερικανική επιχείρηση. Ένα χρόνο νωρίτερα, το υπό βρετανικό έλεγχο μοναρχικό καθεστώς στην Αίγυπτο ανατράπηκε από τους «Ελεύθερους Αξιωματικούς», επικεφαλής των οποίων ήταν ο συνταγματάρχης Νάσερ. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο Νάσερ αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή για όλο τον αραβικό κόσμο: ήταν υπέρμαχος της αραβικής ενότητας, υποστηριχτής του κινήματος των Αδεσμεύτων, πολιτικός και κοινωνικός μεταρρυθμιστής στη χώρα του, εχθρός της βρετανικής αποικιοκρατίας, πολέμιος του κράτους του Ισραήλ. Την ίδια περίοδο, στη Συρία, ο αραβικός εθνικισμός εκδηλώθηκε με τη μορφή του μπααθισμού, ενός κινήματος που είχε στόχο την «αναγέννηση (μπάαθ)» όλων των Αράβων: την ενότητά τους, την απελευθέρωσή τους από τον ιμπεριαλιστικό ζυγό και την αναμόρφωση του πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Το 1958, οι Άραβες εθνικιστές πέτυχαν, έστω και προσωρινά, αυτό που ως τότε φάνταζε ακατόρθωτο: τα σημαντικότερα κράτη του αραβικού κόσμου, η Αίγυπτος και η Συρία, ενώθηκαν υπό την ηγεσία του Νάσερ και σχημάτισαν την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία. Ο αραβικός εθνικισμός είχε φτάσει στο απόγειο της δύναμής του. Στη διαδικασία αυτή, τα μη αραβικά κράτη της περιοχής, η Τουρκία, το Ιράν και το Ισραήλ, που είχαν στενούς δεσμούς με τη Δύση, παρέμειναν στο περιθώριο του αραβικού περιφερειακού συστήματος, καθώς τα αραβικά κράτη εναντιώνονταν στον ισραηλινό έλεγχο της Παλαιστίνης, ενώ η Τουρκία και το Ιράν επιθυμούσαν να ενταχθούν σε δυτικά συμμαχικά σχήματα.

Ο Νάσερ και ο αραβικός εθνικισμός.

Η Γαλλία αντιμετώπισε στη βόρεια Αφρική παρόμοια προβλήματα αποαποικιοποίησης με τη Βρετανία. Το 1956, το κίνημα ανεξαρτησίας στο Μαρόκο εξασφάλισε τη δημιουργία ενός ελεύθερου από την ευρωπαϊκή επίβλεψη κράτους. Το ίδιο έτος απέκτησε την ανεξαρτησία και η Τυνησία. Η περίπτωση της Αλγερίας, που είχε συνδεθεί με τη Γαλλία από τη δεκαετία του 1830, ήταν πολύ πιο περίπλοκη. Η Αλγερία δεν ήταν αποικία της Γαλλίας, αλλά διοικητική της περιφέρεια (département). Το 19ο αιώνα, η γαλλική ηγεμονία στη χώρα εδραιώθηκε και επεκτάθηκε με την εφαρμογή κατασταλτικών μέτρων, τη μαζική μετανάστευση αποίκων, την κατάληψη απ’ αυτούς διοικητικών και κυβερνητικών θέσεων και την απαλλοτρίωση της γης των αυτόχθονων. Μεγάλες πόλεις, όπως το Αλγέρι και το Οράν, μεταβλήθηκαν σε κέντρα διάδοσης του γαλλικού πολιτικού συστήματος και πολιτισμού – μάλιστα το Αλγέρι διέθετε πανεπιστήμιο, στο οποίο φοίτησαν διακεκριμένοι ιστορικοί της Μεσογείου, όπως ο Φερνάντ Μπροντέλ. Όταν ξέσπασε η επανάσταση των Αλγερινών εθνικιστών το 1954, το Παρίσι την αντιμετώπισε με αποφασιστικότητα και εξαιρετική σκληρότητα. Παρ’ όλα αυτά, χρειάστηκαν η συμβιβαστική διάθεση και οι διπλωματικές ικανότητες του προέδρου Ντε Γκωλ για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και να παραχωρηθεί και στη χώρα αυτή ανεξαρτησία τον Ιούλιο του 1962.

Στο μεταξύ, το αντιαποικιοκρατικό κίνημα είχε οργανωθεί και ισχυροποιηθεί μετά την ιστορική διάσκεψη του Μπαντούγκ της Ινδονησίας (17-24 Απρ. 1955). Στη διάσκεψη αυτή έλαβαν μέρος εκπρόσωποι 29 χωρών της Ασίας και της Αφρικής με διαφορετικά πολιτικά συστήματα: από την ιρανική μοναρχία και την ουδετερόφιλη Ινδία έως τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Κίνας και του Βορείου Βιετνάμ. Μετά το τέλος της διάσκεψης, υιοθετήθηκαν πέντε βασικές αρχές: της μη επίθεσης, του αμοιβαίου σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας, της μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών, της αμοιβαιότητας στα οφέλη που προβλέπονται από τις συμβάσεις και της ειρηνικής συνύπαρξης. Μια από τις μορφές που ξεχώρισαν στη διάσκεψη ήταν ο Νάσερ, ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα πρωταγωνιστούσε από κοινού με το Νεχρού της Ινδίας και τον Τίτο της Γιουγκοσλαβίας στο λεγόμενο «κίνημα των Αδεσμεύτων» κατά του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.

Η Μέση Ανατολή υπό βρετανική επιρροή, 1945-56

Η Μέση Ανατολή καθυστέρησε να αποτελέσει πεδίο του διεθνούς ανταγωνισμού. Ο βασικός λόγος γι’ αυτό ήταν ότι η βρετανική επιρροή εκεί ήταν πολύ ισχυρή και αδιαμφισβήτητη. Υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Βρετανίας ήταν η Κύπρος, το Άντεν, η Αίγυπτος, το Σουδάν, η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και τα ημι-ανεξάρτητα κράτη του Ιράκ και του Ιράν. Πυρήνας του αμυντικού της συστήματος  (από Λιβύη έως Ιράν και Ινδία ανατολικά – Σουδάν και Ερυθραία νότια) ήταν η διώρυγα του Σουέζ, όπου διατηρούσε μεγάλες στρατιωτικές βάσεις. Μετά την απώλεια της Παλαιστίνης το 1948, η διώρυγα απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Από τη στιγμή που οι Αμερικανοί δεν είχαν ακόμα δεσμευτεί να εμπλακούν ενεργά στα μεσανατολικά θέματα, οι βρετανικές βάσεις στο Σουέζ έπρεπε να διατηρηθούν πάση θυσία ως ανάχωμα στη σοβιετική επιρροή σε καιρό ειρήνης και ως εφαλτήριο για αντεπίθεση σε περίπτωση πολέμου. O πρωθυπουργός Άντονι ΄Ηντεν είχε τονίσει τη σημασία της Μέσης Ανατολής και του Σουέζ για τη βρετανική αυτοκρατορία ήδη από τον Απρίλιο του 1945 ως υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Τσόρτσιλ, σε υπόμνημά του προς το υπουργικό συμβούλιο:

Η Μέση Ανατολή είναι περιοχή συνάντησης δύο ηπείρων και αν προστεθεί η Τουρκία τριών ηπείρων. Είναι λοιπόν μία από τις πιο σημαντικές στρατηγικές περιοχές του κόσμου… ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη βρετανική Αυτοκρατορία… Συνεπώς, είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε στη Μέση Ανατολή μια άκρως υψηλή προτεραιότητα… δεν μπορούμε να απορρίψουμε την ιδιάζουσα θέση μας στην περιοχή… Δεύτερον, η Μέση Ανατολή είναι η μοναδική μεγάλη πηγή πετρελαίου έξω από την Αμερική που μας είναι διαθέσιμη. Πρόσφατες μελέτες αποδεικνύουν ότι σε δέκα χρόνια ούτε η βρετανική αυτοκρατορία ούτε καν οι ΗΠΑ θα είναι ικανές να εμπλακούν σε πόλεμο χωρίς όλες τις προμήθειες πετρελαίου του Περσικού κόλπου.

Η θέση των ΗΠΑ στη διώρυγα του Παναμά είναι παρόμοια με τη δική μας στο Σουέζ και με τη θέση της Ρωσίας στην ανατολική Ευρώπη… Εκφράζω λοιπόν την άποψη στους συναδέλφους μου ότι η κυβέρνηση της Μεγαλειοτάτης πρέπει να εξασφαλίσει τα ζωτικά συμφέροντα της βρετανικής Αυτοκρατορίας και Κοινοπολιτείας στη Μέση Ανατολή με τα δικά της μέσα.[1]

Η Διώρυγα του Σουέζ. Δορυφορική λήψη.

Το Εργατικό Κόμμα υπό τον Άτλη, μόλις ανήλθε στην εξουσία τον Ιούλιο του 1945, έθεσε δύο στόχους για τη Μέση Ανατολή: τη δημιουργία μιας «συνομοσπονδίας των αραβικών εθνών» για την άμυνα της περιοχής και την οικονομική της ανάπτυξη με βρετανικά κεφάλαια. Γρήγορα όμως έγινε αντιληπτό ότι οι στόχοι αυτοί ήταν ανέφικτοι λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων της καταπονημένης από τον πόλεμο Βρετανίας και της ισχύος του αραβικού εθνικισμού, ιδιαίτερα στην Αίγυπτο. O χώρος της Μέσης Ανατολής δεν μπορούσε πλέον να αποτελεί σφαίρα αποκλειστικής βρετανικής επιρροής, αλλά ήταν επιθυμητή και επιβεβλημένη η συμμετοχή των ΗΠΑ. Επιπλέον, κάποιες αραβικές χώρες δεν θα εντάσσονταν ποτέ σ’ ένα τέτοιο αμυντικό μηχανισμό, όπως η Συρία και ο Λίβανος, που ήταν υπό γαλλική επιρροή, και η Σαουδική Αραβία, που ήταν υπό αμερικανική κηδεμονία. Ως καλύτερη λύση προκρίθηκε η σύναψη διμερών συμφωνιών με κάποιες αραβικές χώρες, με την ελπίδα αργότερα να συναφθεί ένας συλλογικός διακανονισμός, στον οποίο θα συμμετείχαν και οι ΗΠΑ.

Το 1951 η Βρετανία πρότεινε την ίδρυση της Διοίκησης Μέσης Ανατολής (Middle East Command – ΜΕC) με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και της Τουρκίας. Η Διοίκηση θα ενοποιούσε αμυντικά το χώρο από την Αίγυπτο ως τον Περσικό Κόλπο, με επίκεντρο τη διώρυγα του Σουέζ. Η Βρετανία δεν είχε αντίρρηση να ενταχθεί και η Ελλάδα στη Διοίκηση, αλλά τελικά επικράτησε η άποψη των Αμερικανών να περιοριστεί ο στρατιωτικός ρόλος της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό-μεσογειακό χώρο υπό τη διοίκηση του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή του ΝΑΤΟ Αϊζενχάουερ. Το 1952 η Ελλάδα εντάχτηκε στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία εντάχθηκε όχι μόνο στο ΝΑΤΟ αλλά και στη ΜΕC, επειδή Βρετανοί και Αμερικανοί τη θεωρούσαν χώρα-κλειδί για την άμυνα της Μέσης Ανατολής. Οι ισχυρές τουρκικές ένοπλες δυνάμεις κρίνονταν ως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε αμυντικού σχεδιασμού από την ανατολική Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο και συνεπώς η ένταξή τους στους διεθνείς στρατιωτικούς οργανισμούς της Δύσης αντιμετωπιζόταν ως ζήτημα άμεσης προτεραιότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τουρκία, από το 1946 εως το 1985, έλαβε αμερικανική βοήθεια αξίας 7.857,8 εκ. δολαρίων. Οι μοναδικές χώρες που την ξεπέρασαν σε αυτόν τον τομέα την ίδια περίοδο ήταν το Ισραήλ, το Νότιο Βιετνάμ και η Νότια Κορέα. Oι ΗΠΑ εγκατέστησαν στην Τουρκία στρατιωτικές βάσεις με σημαντικότερη τη βάση του Ιντσιρλίκ στα Άδανα της Κιλικίας. Από εκεί, αεροπλάνα με πυρηνικά όπλα μπορούσαν να πλήξουν εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαίου στον Καύκασο και βιομηχανικά συγκροτήματα στην Ουκρανία και τα Ουράλια. Η παρουσία αυτών των βάσεων κοντά στα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης, προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στη Μόσχα και αποτέλεσε την κύρια αιτία της κρίσης της Κούβας το 1962.

Το Σεπτέμβριο του 1951, οι ΗΠΑ συναίνεσαν στη δημιουργία της MEC, για να βοηθήσουν τους Βρετανούς συμμάχους να διατηρήσουν τη θέση τους στη Μέση Ανατολή, αφού οι ίδιοι είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις στην Ευρώπη και την ανατολική Ασία. Η MEC θα συνδεόταν στρατιωτικά με το ΝΑΤΟ και θα είχε ως μέλη τη Βρετανία, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Τουρκία, το Ισραήλ και αραβικές χώρες. Η Αίγυπτος όμως αρνήθηκε να προσχωρήσει στη δυτική συμμαχία, επικαλούμενη τη βρετανική στρατιωτική παρουσία στο έδαφός της. Τον Ιανουάριο του 1952, η Βρετανία τροποποίησε τον αμυντικό σχεδιασμό της και πρότεινε τη δημιουργία ενός Οργανισμού Άμυνας Μέσης Ανατολής (Middle East Defense Organization – ΜEDO) με έδρα την Κύπρο. Ένα χρόνο αργότερα, η Ελλάδα ζήτησε να εκπροσωπηθεί με παρατηρητές στις συνομιλίες για τη συγκρότηση του MEDO και με στρατιωτικό σύνδεσμο στο Συμβούλιο Σχεδιασμού, που πιθανότατα θα ιδρυόταν. Αν και οι ΗΠΑ, η Γαλλία και οι αραβικές χώρες είδαν με ευνοϊκή διάθεση το ελληνικό αίτημα, η Βρετανία το απέρριψε με το επιχείρημα ότι το σχέδιο για τον νέο οργανισμό άμυνας ήταν ακαθόριστο και ότι το Συμβούλιο Σχεδιασμού δεν θα λάμβανε πολιτικές αποφάσεις, αλλά θα είχε μόνο τεχνικές αρμοδιότητες. Ήταν προφανές ότι η Βρετανία δεν θεωρούσε πια απαραίτητη στη μεσανατολική αμυντική οργάνωση τη συμμετοχή μιας χώρας, που ακολουθούσε φιλοαραβική πολιτική και ενδιαφερόταν για την Κύπρο, η οποία αναμενόταν να παίξει σημαντικό ρόλο στο νέο αμυντικό οργανισμό. Τελικά και αυτό το βρετανικό σχέδιο ναυάγησε μετά την αποτυχία των αγγλο-αιγυπτιακών διαπραγματεύσεων.[2]

To 1954, οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να υπογράψουν συμφωνία με το Κάιρο, η οποία προέβλεπε ότι θα αποχωρούσαν από τη βάση του Σουέζ έως το 1956, θα είχαν όμως το δικαίωμα να την επανεργοποιήσουν σε περίπτωση επίθεσης κατά αραβικής χώρας μέλους του Αραβικού Συνδέσμου ή κατά της Τουρκίας. Η συμπερίληψη της Τουρκίας καταδείκνυε τη μεγάλη γεωστρατηγική σημασία της χώρας στο μεσανατολικό αμυντικό σύστημα της Βρετανίας. Την άνοιξη του 1955, αφού η Τουρκία είχε πρώτα προετοιμάσει το έδαφος συνάπτοντας συμφωνίες με το Πακιστάν και το Ιράκ, η Βρετανία ίδρυσε το σύμφωνο της Βαγδάτης με τη συμμετοχή του Ιράκ και τριών μη αραβικών χωρών, της Τουρκίας, του Ιράν και του Πακιστάν. Το Σεπτέμβριο συγκάλεσε τη διάσκεψη του Λονδίνου για το κυπριακό, εισάγοντας για πρώτη φορά στο ζήτημα τον τουρκικό παράγοντα. Όμως η προσπάθειά της να διατηρήσει τη θέση της στη Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο υποβοηθούμενη από την Τουρκία, απέτυχε. Το σύμφωνο της Βαγδάτης δεν προσέλκυσε την υποστήριξη άλλης αραβικής χώρας εκτός από το Ιράκ και προκάλεσε την καχυποψία των Αράβων εθνικιστών, ιδιαίτερα του Νάσερ, οδηγώντας σε επίταση της αγγλοαιγυπτιακής διαμάχης. Oι Ηνωμένες Πολιτείες, ο σημαντικότερος εν δυνάμει εταίρος της Βρετανίας στη μεσανατολική άμυνα, προτίμησαν να μην συμμετάσχουν πολιτικά στο Σύμφωνο. Όταν η Κύπρος κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1960, η βρετανική κυριαρχία στη Μέση Ανατολή είχε περιοριστεί στα ανατολικά και νότια άκρα της αραβικής χερσονήσου.

Το σύμφωνο της Βαγδάτης, 1955.

Η πολιτική των υπερδυνάμεων στη Μέση Ανατολή

H επιτυχία της αμερικανικής στρατηγικής της ανάσχεσης του σοβιετικού κομμουνισμού στη δυτική Ευρώπη ήταν συνυφασμένη με τη διατήρηση της αμερικανικής υπεροχής στη Μέση Ανατολή. Η πρώτη αμερικανοσοβιετική αντιπαράθεση στη Μέση Ανατολή εκδηλώθηκε το 1945-46, όταν η Σοβιετική Ένωση απαίτησε από την Τουρκία τον έλεγχο των Στενών των Δαρδανελλίων και αρνήθηκε να αποσύρει τις δυνάμεις της από το βόρειο Ιράν. Το Μάρτιο του 1947, ο πρόεδρος Τρούμαν ζήτησε από το Κογκρέσο να εγκρίνει άφθονη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία για να αντιμετωπίσουν τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Αν και το δόγμα Τρούμαν είχε περιορισμένο γεωγραφικό χαρακτήρα, αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την εφαρμογή από τις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950 μιας πολιτικής ανάσχεσης της Σοβιετικής Ένωσης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, βασισμένης στον άξονα Ελλάδας – Τουρκίας – Ιράν – Αφγανιστάν (βόρειο διάζωμα του ΝΑΤΟ). H Τουρκία ήταν ο στυλοβάτης όχι μόνο του διαζώματος, αλλά, μαζί με την Ελλάδα, και της αμερικανικής γραμμής άμυνας στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο. Στις 12 Οκτωβρίου 1953, οι ΗΠΑ υπέγραψαν με την Ελλάδα συμφωνία για την εγκαθίδρυση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε ελληνικό έδαφος – επικυρώθηκε από το ελληνικό υπουργικό συμβούλιο την ίδια μέρα, χωρίς όμως να συζητηθεί στη Βουλή – και στις 23 Ιουνίου 1954, μια παρόμοια συμφωνία με την Τουρκία. Μια ακόμα βαλκανική χώρα, η Γιουγκοσλαβία, συνδέθηκε έμμεσα με το ΝΑΤΟ, όταν, το Φεβρουάριο του 1953, σύναψε με Ελλάδα και Τουρκία τη συνθήκη Ειρήνης και Συνεργασίας συμπληρωμένη τον Αύγουστο του 1954 με το στρατιωτικό σύμφωνο του Μπλεντ (στη Σλοβακία). Η συνεργασία αυτή εδραζόταν στην κοινή απειλή από τη Σοβιετική Ένωση και την αναζήτηση ασφάλειας στο δυτικό αμυντικό σύστημα. Όμως αποδείχτηκε θνησιγενής. Το γιουγκοσλαβικό ενδιαφέρον για στρατιωτική συνεργασία εξανεμίστηκε μετά τη βελτίωση των σχέσεων με τη Μόσχα, ενώ η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, που αναπτύχθηκε από το 1954 στο κυπριακό, άλλαξε ριζικά το σκηνικό στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Το γεγονός που μετέβαλε ριζικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή ήταν η κρίση στο Σουέζ το 1956. Η εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ και η άρνηση του Νάσερ να αποδεχτεί τις απαιτήσεις της Βρετανίας, προκάλεσαν την οργή του Λονδίνου αλλά και του Παρισιού. Στις αρχές Νοεμβρίου, αγγλο-γαλλικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Αίγυπτο με σκοπό την ανατροπή του Αιγύπτιου ηγέτη. Οι Σοβιετικοί, τη στιγμή που κατέπνιγαν την ‘αντεπανάσταση’ στην Ουγγαρία, εγκατέλειψαν τους χαμηλούς τόνους και βγήκαν δυναμικά στο προσκήνιο, αποστέλλοντας επιστολές στον πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, στον πρόεδρο των ΗΠΑ και στους πρωθυπουργούς της Βρετανίας, της Γαλλίας και του Ισραήλ. Το κεντρικό θέμα των επιστολών ήταν το ίδιο: η επίθεση κατά της Αιγύπτου έπρεπε να τερματιστεί και ο ΟΗΕ να επέμβει για την επίλυση της κρίσης. Η Σοβιετική Ένωση ήταν έτοιμη να αναλάβει από κοινού με τις ΗΠΑ στρατιωτική δράση για την επιβολή εκεχειρίας. Στην επιστολή προς τον Αμερικανό πρόεδρο υπήρχε και υπαινιγμός για έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο επανεκλεγείς στην προεδρία των ΗΠΑ Αϊζενχάουερ (6 Νοεμβρίου), απέρριψε κατηγορηματικά κάθε ιδέα κοινής στρατιωτικής δράσης με τη Σοβιετική Ένωση και προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα αντιδρούσαν σε οποιαδήποτε μονομερή σοβιετική στρατιωτική κίνηση. Παράλληλα, αύξησε τις πιέσεις του στη Βρετανία και τη Γαλλία, για να σταματήσουν τις επιχειρήσεις τους και να αποφευχθεί μια μεγάλη διεθνής κρίση.

 

The Other Side of Suez (BBC Documentary)

 

Οι εξελίξεις στο Σουέζ είχαν θετικές συνέπειες για τις δύο υπερδυνάμεις. Όπως τονίζει ο Χ. Κίσινγκερ, η ΕΣΣΔ «πέρασε μ’ ένα άλμα την cordon sanitaire που είχαν κατασκευάσει οι ΗΠΑ γύρω της, βάζοντας την Ουάσιγκτον αντιμέτωπη με το καθήκον να αντιμάχεται τους Σοβιετικούς σε περιοχές που μέχρι τότε θεωρούνταν ότι ανήκαν σίγουρα στη δυτική σφαίρα επιρροής.»[3] Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα γεγονότα στην Αίγυπτο σηματοδότησαν την αναρρίχησή τους στη θέση της παγκόσμιας ηγετικής δύναμης και την απομάκρυνσή τους από ηθικές δεσμεύσεις. Στο νέο διπολικό κόσμο και με τη Βρετανία εμφανώς αποδυναμωμένη, ήταν επιτακτική ανάγκη να καλύψουν το κενό ισχύος στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, προτού προλάβει να το πράξει η Σοβιετική Ένωση.

Το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών για την περιοχή επισημοποιήθηκε με τη διακήρυξη του δόγματος Αϊζενχάουερ, τον Ιανουάριο του 1957. Τα γεωπολιτικά συμφέροντα που διακυβεύονταν στην περιοχή ήταν τεράστια. Η υπερδύναμη έπρεπε να προστατεύσει τα φιλοδυτικά μεσανατολικά καθεστώτα από τον κομμουνισμό και το νασερισμό, να επεκτείνει τις στρατιωτικές της βάσεις και να ελέγξει τα αποθέματα πετρελαίου στον Κόλπο, τα μεγαλύτερα στον κόσμο, καθώς και τις οδούς διακίνησής του προς τη Δύση. Παράλληλα ήταν ανάγκη να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του Ισραήλ και να διατηρήσει τη συνοχή της νοτιο-ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, αποτελούμενης από την Τουρκία και την Ελλάδα, με μια διευθέτηση του κυπριακού που θα ικανοποιούσε και τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.

Η άλλη υπερδύναμη, η Σοβιετική Ένωση, μετά το B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ανατολική – κεντρική Ευρώπη και την Άπω Ανατολή παρά για τη Μέση Ανατολή. Περιοχές όπως η Συρία, ο Λίβανος, η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και το Σουέζ ήταν σχετικά απομακρυσμένες και υπό απόλυτο αγγλο-γαλλικό έλεγχο. Η Μόσχα το μόνο που μπορούσε να πετύχει εκεί, ήταν να ενισχύει τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Το Φεβρουάριο του 1946, υπέγραψε μυστικές συμφωνίες με τη Συρία και το Λίβανο και υποστήριξε το αίτημά τους στον ΟΗΕ για γρήγορη και απόλυτη αποχώρηση των αγγλο-γαλλικών δυνάμεων· και το καλοκαίρι του 1947 υποστήριξε στο διεθνή οργανισμό το αιγυπτιακό αίτημα για αποχώρηση των βρετανικών δυνάμεων από την Αίγυπτο και το Σουδάν.

Μετά το θάνατο του Στάλιν, τον Μάρτιο του 1953, η νέα σοβιετική ηγεσία έδειξε αυξημένο ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή. Σ’ αυτό συνέβαλε η ανάδυση του αραβικού εθνικισμού υπό την ηγεσία του Νάσερ, του οποίου η αντιδυτική ρητορική της πρόσφερε την ευκαιρία για μια μεγαλύτερη παρέμβαση στα μεσανατολικά ζητήματα. Όπως είδαμε, στην κρίση του Σουέζ το 1956, η Σοβιετική Ένωση υποστήριξε τον Νάσερ απειλώντας τη Δύση ακόμα και με πυρηνικό πόλεμο. Το επόμενο έτος, υπερασπίστηκε το αριστερό καθεστώς της Συρίας στη διαμάχη του με την Τουρκία. Στο κυπριακό, επέκρινε τη βρετανική και τουρκική πολιτική και υπεραμύνθηκε της άσκησης του δικαιώματος του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση. Τη δεκαετία του 1960, αύξησε περαιτέρω την επιρροή της στη Μέση Ανατολή καλλιεργώντας στενές σχέσεις με τα ριζοσπαστικά καθεστώτα της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ, της νότιας Υεμένης και της Αλγερίας.

Η κατασκευή του Φράγματος του Ασουάν.

Ο Ψυχρός Πόλεμος και το παλαιστινιακό ζήτημα

Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου κυριάρχησε στη Μέση Ανατολή η αραβο-ισραηλινή αντιπαράθεση. Η αντιπαράθεση αυτή ξεκίνησε πριν τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά επιδεινώθηκε με τον ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων μετά το 1945. Παράλληλα, η πολιτική του Ισραήλ και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) συνυφάνθηκε με το  ψυχροπολεμικό κλίμα. Σκοπός του Ισραήλ ήταν να διατηρήσει το status quo στη Μέση Ανατολή και να περιορίσει την επιρροή του αραβικού εθνικισμού. Η PLO  καθόριζε την πολιτική της με βάση τους διεθνείς συσχετισμούς δυνάμεων και κυρίως με βάση την πολιτική των σοσιαλιστικών καθεστώτων της Συρίας και της Αιγύπτου. Από την άλλη, δεν ήταν ένας παθητικός δρων. Κύριος σκοπός της ήταν να χαράξει αυτόνομες στρατηγικές και να αποκτήσει διπλωματικό πλεονέκτημα στο μεσανατολικό. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα την περίοδο 1973-82, όταν προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τo κλίμα ύφεσης στις αμερικανο-σοβιετικές σχέσεις. Η PLO είχε τη δική της δυναμική, τις δικές της τακτικές και παρά το βάρος του ψυχροπολεμικού κλίματος, δεν ήταν σε καμιά περίπτωση υποταγμένη σε συστημικούς περιορισμούς. Για να κατανοήσουμε τον αντίκτυπο του Ψυχρού Πολέμου στην πολιτική των Παλαιστινίων και του Ισραήλ, θα πρέπει να εστιάσουμε σε τρία επίπεδα: το τοπικό, το περιφερειακό και το διεθνές.

Οι Παλαιστίνιοι, ως πρόσφυγες μετά το 1948, βίωναν τον Ψυχρό Πόλεμο μόνο μέσω των κρατών στα οποία διέμεναν. Ο Ψυχρός Πόλεμος δεν επηρέασε άμεσα την εξέλιξη του παλαιστινιακού εθνικισμού. Παλαιστινιακή εξωτερική πολιτική αρχίζει να υπάρχει μόνο μετά την ίδρυση της PLO το 1964 και ιδιαίτερα μετά τη μεταβολή της σε πολιτικά αυτόνομη οργάνωση περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Το κατά πόσο ο Ψυχρός Πόλεμος καθόριζε τις ισορροπίες στο παλαιστινιακό φάνηκε στα γεγονότα στην Ιορδανίας το 1970-1, όταν η PLO ήρθε αντιμέτωπη με τη φιλοδυτική Ιορδανία και, ηττημένη, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από εκεί. Στον πόλεμο του 1973, έγινε εμφανής η επίδραση του εξωτερικού παράγοντα και η PLO αποδέχτηκε ότι το πολιτικό της μέλλον εξαρτιόταν από τη δική της διαπραγματευτική ικανότητα σε σχέση με τις δύο υπερδυνάμεις. Βέβαια, η σχέση παρέμεινε αμφίδρομη. Όσο το βάρος των υπερδυνάμεων γινόταν πιο αισθητό στο παλαιστινιακό, τόσο η PLO διαμόρφωνε την πολιτική της μέσα από εσωτερικές αναζητήσεις και συγκρούσεις.

Το παλαιστινιακό αποτελούσε κεντρικό περιφερειακό ζήτημα και ήταν φυσικό τα γειτονικά στο Ισραήλ αραβικά κράτη να επιδείξουν ενδιαφέρον για την τύχη των ομοεθνών τους Παλαιστινίων. Οι παρεμβάσεις τους δεν απέρρεαν μόνο από την εθνική αλληλεγγύη, αλλά και από την επιδίωξη των δικών τους συμφερόντων, το κυριότερο από τα οποία αφορούσε την έκταση της περιφερειακής τους ισχύος. Αραβικά κράτη, που εκδήλωσαν μεγάλο ενδιαφέρον για τον αγώνα των Παλαιστινίων και προσπάθησαν στον ένα ή στον άλλο βαθμό να τον ποδηγετήσουν, ήταν η Αίγυπτος και η Συρία και δευτερευόντως ο Λίβανος και η Ιορδανία.

Το παλαιστινιακό μετά το 1948, θα αποτελέσει πάνω από όλα διεθνές ζήτημα, καθώς και για τις δυο υπερδυνάμεις η περιοχή της Μέσης Ανατολής ήταν ζωτικής σημασίας για τα εθνικά τους συμφέροντα. Το Ισραήλ στράφηκε προς τις ΗΠΑ και σφυρηλάτησε μαζί τους μια «ειδική σχέση», ενώ οι Παλαιστίνιοι προς τη Σοβιετική Ένωση και τα φιλοσοβιετικά αραβικά κράτη. Οι υπερδυνάμεις ενεπλάκησαν ενεργά στο παλαιστινιακό και στα εσωτερικά των αραβικών κρατών, με σκοπό να αυξήσουν τη σφαίρα επιρροής τους στην περιοχή. Από την άλλη πλευρά, οι τοπικοί παράγοντες δεν λειτουργούσαν απλά ως μαριονέτες στο διεθνή  ανταγωνισμό  για τη Μέση Ανατολή. Ακολουθούσαν μια όσο το δυνατόν αυτόνομη πολιτική και μάλιστα, επειδή ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων ήταν ιδιαίτερα οξύς, διέθεταν μεγαλύτερες δυνατότητες για ελιγμούς.

Οι υπερδυνάμεις ενεπλάκησαν ενεργά στους αραβο-ισραηλινούς πολέμους του 1967 και του 1973. Αιτία του σύντομου πολέμου του 1967, υπήρξε ο οξύς ανταγωνισμός των δυο ισχυρότερων και ριζοσπαστικότερων αραβικών κρατών της Μέσης Ανατολής, της Συρίας και της Αιγύπτου, με το Ισραήλ. Το επαναστατικό καθεστώς της Συρίας, που είχε εγκαθιδρυθεί τον προηγούμενο χρόνο, επιθυμούσε να επιλύσει δυναμικά το παλαιστινιακό ζήτημα, ενώ ο Νάσερ ήθελε να καταστήσει τη χώρα του ηγέτιδα του αραβικού κόσμου. Από την άλλη, το Ισραήλ γνώριζε ότι, από στρατιωτική και πολιτική άποψη, ήταν ισχυρότερο από τους Άραβες γείτονές του και κατά συνέπεια, αφού αντιμετώπιζε διαρκώς απειλές απ’ αυτούς, η καλύτερη λύση ήταν να τους δείξει τη δύναμή του. Βέβαια, πίσω από τη στάση αυτή κρυβόταν η ελπίδα της κατάκτησης της υπόλοιπης Παλαιστίνης και η ολοκλήρωση του πολέμου του 1948.

O Πόλεμος των Έξι Ημερών (5-11 Ιουνίου 1967).

Το Μάιο του 1967, ο Νάσερ, ύστερα από συριακές και σοβιετικές πληροφορίες για επικείμενη ισραηλινή επίθεση, ζήτησε να αποσύρει ο ΟΗΕ την ειρηνευτική του δύναμη από τα σύνορα με το Ισραήλ και να τοποθετηθούν στη θέση τους αιγυπτιακές μονάδες, που θα είχαν την ικανότητα να αντιμετωπίσουν τον εισβολέα. Όταν έγινε αυτό, ο Αιγύπτιος ηγέτης, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, αλλά και παλαιότερης διμερούς συνθήκης με το ίδιο το Ισραήλ, έκλεισε την είσοδο των κρίσιμων για το Ισραήλ Στενών του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα, ώστε να αποτρέψει πολεμική ενέργεια του Ισραήλ εναντίον της χώρας του και της Συρίας με τη μεταφορά στο ισραηλινό λιμάνι της Εϊλάτ στρατιωτικού υλικού και κυρίως πετρελαίου. Καθώς η ένταση κορυφωνόταν, η Ιορδανία και η Συρία συμμάχησαν με την Αίγυπτο. Το Ισραήλ, όμως, τους επιτέθηκε και μέσα σε 6 μέρες (5-11 Ιουνίου) τους συνέτριψε: κατέλαβε τη χερσόνησο του Σινά μέχρι τη διώρυγα του Σουέζ, τη λωρίδα της Γάζας, τη Δυτική Όχθη, τα υψίπεδα του Γκολάν και την ανατολική Ιερουσαλήμ, που ανήκε στην Ιορδανία. 400.000 Παλαιστίνιοι κατέφυγαν στην Ιορδανία και περισσότεροι από ένα εκατομμύριο παρέμειναν στα κατεχόμενα από το Ισραήλ εδάφη. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αξίωσε με την απόφαση 242 να αποσύρει το Ισραήλ τα στρατεύματά του από τα κατεχόμενα εδάφη, με αντάλλαγμα την αναγνώρισή του από τον Αραβικό Σύνδεσμο. Το Ισραήλ, όμως, αγνόησε τον ΟΗΕ, ενώ οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να διακόψουν τη μεγάλη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια που παρείχαν στο εβραϊκό κράτος.

Τα εδαφικά οφέλη του Ισραήλ μετά τον πόλεμο του 1967.

Ο πόλεμος του 1967 άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Η έκταση του Ισραήλ τριπλασιάστηκε και η στρατιωτική του ισχύς κατέστη αδιαμφισβήτητη. Η θέση των Αμερικανών στην περιοχή εδραιώθηκε, γεγονός που φάνηκε με τη φιλοδυτική στροφή του επόμενου Αιγύπτιου ηγέτη Ανουάρ Σαντάτ τη δεκαετία του 1970. Από την άλλη πλευρά, η Σοβιετική Ένωση υπέστη μια ήττα γοήτρου, αλλά ταυτόχρονα αντιλήφθηκε ότι έπρεπε στο μέλλον να επιδείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και αποφασιστικότητα στα θέματα της Μέσης Ανατολής και να προστατεύσει τα φιλικά προς αυτή αραβικά καθεστώτα από μια καινούργια ταπείνωση. Η συντριβή των Αράβων ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής και πολιτικής τους ικανότητας, και σηματοδότησε τη μείωση της απήχησης του αραβικού εθνικισμού, ως το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα. Επίσης, προκάλεσε την ανάδυση νέων αριστερών ριζοσπαστικών κινημάτων και ενός αυτόνομου ένοπλου παλαιστινιακού εθνικού κινήματος, το οποίο θα στρεφόταν εναντίον του Ισραήλ και εκείνων των αραβικών καθεστώτων, που θα επιδίωκαν με ποικίλους τρόπους να το εργαλειοποιήσουν, για την εξυπηρέτηση των δικών τους, συχνά αντικρουόμενων, φιλοδοξιών (όπως συνέβη στην περίπτωση της Ιορδανίας το 1970 και της Συρίας το 1976). Επιπλέον, μετά το 1967, οι κρατικές ελίτ προσπάθησαν να ορίσουν τα εθνικά τους συμφέροντα με περισσότερο εδαφικούς raison d’ état όρους, παρά με αραβικούς εθνικούς όρους, οδηγώντας σε νέες διαμάχες για περιφερειακή επιρροή.

Στις 6 Οκτωβρίου 1973, ημέρα θρησκευτικής γιορτής του Ισραήλ (Γιομ Κιπούρ=ημέρα της εξιλέωσης), η Αίγυπτος και η Συρία επιτέθηκαν κατά του εβραϊκού κράτους. Απώτερος σκοπός τους φαίνεται ότι ήταν, ανεξάρτητα από την έκβαση της σύρραξης, να προκαλέσουν διεθνή επέμβαση και να επιτύχουν έτσι την εφαρμογή της απόφασης 242 του ΟΗΕ. Στην αρχή, οι δύο αραβικές χώρες είχαν επιτυχίες, αλλά σταδιακά οι Ισραηλινοί με αμερικανική βοήθεια αναπλήρωσαν το χαμένο έδαφος. Παρ’ όλα αυτά, οι Αιγύπτιοι κατόρθωσαν να  ανακαταλάβουν τη δυτική όχθη της διώρυγας του Σουέζ και με αυτό τον τρόπο να καταδείξουν ότι το Ισραήλ δεν ήταν παντοδύναμο και ότι, σε πολυμέτωπο αγώνα, ήταν πλήρως εξαρτώμενο από την αδιάλειπτη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ. Τελικά, με παρέμβαση των υπερδυνάμεων, που δεν επιθυμούσαν ο πόλεμος να κλιμακωθεί με κίνδυνο την εμπλοκή τους σ’ αυτόν, επήλθε κατάπαυση του πυρός και δυνάμεις του ΟΗΕ κατέλαβαν θέσεις ανάμεσα στους εμπόλεμους.

Μία από τις συνέπειες αυτού του πολέμου ήταν ότι η PLO προσπάθησε να βελτιώσει την εικόνα της στο εξωτερικό. Οι αραβικές χώρες την αναγνώρισαν ως το μόνο νόμιμο εκπρόσωπο του παλαιστινιακού λαού και η γενική συνέλευση του ΟΗΕ την αποδέχτηκε ως μέλος του οργανισμού, με την ιδιότητα του παρατηρητή. Επίσης, η PLO άρχισε να αντιμετωπίζει θετικά την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητης παλαιστινιακής αρχής στη Λωρίδα της Γάζας και στη Δυτική Όχθη, ως μεταβατικό στάδιο για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου της απελευθέρωσης ολόκληρης της Παλαιστίνης και της ίδρυσης ενός “δημοκρατικού παλαιστινιακού κράτους”. Tο 1978, οι δύο ισχυρότερες προσωπικότητες στη Μέση Ανατολή, ο πρόεδρος της Αιγύπτου Ανουάρ Σαντάτ και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μεναχέμ Μπέγκιν, υπέγραψαν τις συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ.  Σε αντάλλαγμα για την αποχώρηση των Ισραηλινών από τη χερσόνησο του Σινά (πραγματοποιήθηκε τη διετία 1981-2) ο Σαντάτ εγκατέλειψε την ιδέα της αυτοδιάθεσης των Παλαιστινίων υπέρ του σχεδίου Μπέγκιν για «αυτονομία» στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, αναγνώρισε το Ισραήλ και κατοχύρωσε για τη χώρα του το δικαίωμα ελεύθερης ναυσιπλοΐας στη διώρυγα του Σουέζ και στα στενά του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα (γεωστρατηγική ασφάλεια και ένα βάθρο για περιφερειακή ηγεμονία). Για τους Αμερικανούς, οι συμφωνίες στο Κάμπ Ντέιβιντ είχαν τρεις θετικές συνέπειες: εξασφάλισαν την ασφάλεια του Ισραήλ, εξάλειψαν οριστικά τη δυνατότητα των Αράβων για συλλογική δράση και έθεσαν τη Σοβιετική Ένωση για μια ακόμη φορά διπλωματικά στο περιθώριο. Όμως, για τους Άραβες ήταν ανάθεμα, προδοσία και ξεπούλημα των παλαιστινιακών δικαιωμάτων, επειδή δεν προέβλεπαν την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, ούτε καν την αποχώρηση του Ισραήλ από τις περιοχές που είχε καταλάβει το 1967. Όλες οι αραβικές χώρες τις καταδίκασαν – με εξαίρεση το Σουδάν και το Ομάν –, ενώ η Αίγυπτος έγινε εν μία νυκτί το μαύρο πρόβατο του αραβικού κόσμου και εκδιώχτηκε από τον Αραβικό Σύνδεσμο.

Η συνθήκη ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, 1979. Διακρίνονται οι πρόεδροι της Αιγύπτου, Muhammad Anwar el-Sadat, των ΗΠΑ, Jimmy Carter και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Menachem Begin.

Ενώ οι ΗΠΑ επιδίωκαν να προσεταιριστούν την Αίγυπτο και να πετύχουν έναν ευνοϊκό γι’ αυτούς διακανονισμό στη Μέση Ανατολή, περιφερειακές δυνάμεις αγωνίζονταν να αυξήσουν τη γεωπολιτική επιρροή τους. Το Ιράν υπό το καθεστώς του Σάχη στράφηκε προς το διασπασμένο αραβικό κόσμο και ιδιαίτερα προς τα γειτονικά μικρά κράτη του Κόλπου μετά την ανεξαρτησία τους από τη Βρετανία. Το γειτονικό Ιράκ επιχείρησε να θεμελιώσει την ισχύ της χώρας με την ανάπτυξη στενών σχέσεων με τη Γαλλία και την Κίνα. Παράλληλα, η Συρία και το Ισραήλ συνέχισαν τον ανταγωνισμό τους για τον έλεγχο της στρατηγικής σημασίας περιοχής του Λεβάντε. Το Ισραήλ επέκτεινε την επιρροή του στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ εισέβαλε και αργότερα κατέλαβε  το νότιο Λίβανο. Στο μεταξύ, οι συριακές δυνάμεις είχαν εισβάλει στο Λίβανο μετά την έναρξη του εμφυλίου το 1974. Θα παρέμεναν εκεί για τα επόμενα τριάντα χρόνια.

Στα τέλη της δεκαετίες του 1970, οι γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή για άλλη μια φορά κλονίστηκαν. Αιτία για αυτό στάθηκαν δύο πολύ σημαντικά γεγονότα: η ισλαμική επανάσταση στο Ιράν και η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν. Τα γεγονότα αυτά θα ωθήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πιο ενεργό εμπλοκή στα ζητήματα της περιοχής. Η προσπάθεια του Ιράκ να ανατρέψει το νέο θεοκρατικό καθεστώς στο Ιράν τη δεκαετία του 1980, ενισχύθηκε από τα αραβικά κράτη του Κόλπου και από τις ΗΠΑ. Το Ιράν αναδύθηκε ως ένας μεγάλος ανταγωνιστής των αμερικανικών συμμάχων, της Σαουδικής Αραβίας ιδιαίτερα, ενώ συνέβαλε στην ίδρυση της ισλαμικής οργάνωσης Χεζμπολά, η οποία στράφηκε κατά της αμερικανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή και της ισραηλινής κατοχής του Λιβάνου.

Η επανάσταση στο Ιράν, 1978-9.

Με την περιοχή να παίρνει έναν σαφώς αντιαμερικανικό προσανατολισμό, η Ουάσιγκτον δεν είχε άλλη επιλογή από το να ενισχύσει τη γεωπολιτική θέση της στο Κόλπο, με την εγκαθίδρυση πολλών ναυτικών και αεροπορικών βάσεων. Αυτή ακριβώς τη θέση θα αμφισβητήσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο φιλόδοξος ηγέτης του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν.

Μερικές επισημάνσεις για τον Ψυχρό Πόλεμο στη Μέση Ανατολή

Η ψυχροπολεμική αντιπαράθεση είχε περιορισμένο αντίκτυπο στη Μέση Ανατολή, παρά τις διακρατικές διενέξεις, τη σημασία του πετρελαίου και την εγγύτητα της Σοβιετικής Ένωσης. Η απουσία ισχυρής  εργατικής τάξης και η καταλυτική επίδραση της θρησκείας, απέτρεψαν τη δημιουργία αριστερών επαναστατικών κινημάτων, όπως στην Άπω Ανατολή και τη Νότια Αφρική. Σε ορισμένα αραβικά κράτη, η κομμουνιστική  παρουσία ήταν εμφανής, όπως στο Ιράκ και το Σουδάν, αλλά ποτέ δεν απέκτησε τη μαζικότητα των κομμουνιστικών κομμάτων στην Κίνα, την Κορέα, το Βιετνάμ, την Αγκόλα, τη Μοζαμβίκη και τη Νότια Αφρική. Απ’ όλα τα αραβικά καθεστώτα, μόνο το καθεστώς της Υεμένης ήταν απόλυτα φιλοσοβιετικό. Αλλά και αυτό υπέστη πολλούς τριγμούς, τους οποίους η Σοβιετική Ένωση δεν κατάφερε να διαχειριστεί. Το πιο ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα στην περιοχή ήταν το Τουντέχ στο Ιράν, αλλά ουδέποτε συνήλθε μετά το φιλοδυτικό πραξικόπημα του 1953. Το μοναδικό κομμουνιστικό κόμμα που τελικά κατέλαβε την εξουσία ήταν το ΚΚ του Αφγανιστάν (Απρίλιος 1978). Λίγο αργότερα, ανατράπηκε από τους Ταλιμπάν, προκαλώντας την εισβολή των Σοβιετικών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή μετά την κρίση του Σουέζ και την αποχώρηση της Βρετανίας από την περιοχή. Οι λόγοι ήταν γεωπολιτικοί και οικονομικοί. Για να αντιμετωπίσουν τη Σοβιετική απειλή και τον αραβικό εθνικισμό και τις κύριες εκδηλώσεις του, το νασερισμό και το μπααθισμό, ενίσχυσαν τους δεσμούς τους με ισχυρές συμμαχικές χώρες, όπως με την Τουρκία, το Ισραήλ και το Ιράν. Από τις αραβικές χώρες, φιλοαμερικανική πολιτική ακολούθησαν η Ιορδανία και η Σαουδική Αραβία. Η εμπλοκή των ΗΠΑ στα κράτη αυτή ήταν έντονη, αλλά κατά καιρούς αναδύονταν διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, όχι όμως τόσο σε θέματα σκοπών, όσο σε θέματα του τρόπου για την επίτευξη των σκοπών.

Αντίθετα, η Σοβιετική Ένωση έδειξε μικρό ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή ως ξεχωριστή γεωπολιτική οντότητα. Εντούτοις, διατήρησε ισχυρούς δεσμούς με μεμονωμένους δρώντες, όπως με τη Συρία, την οποία ενίσχυε διπλωματικά και στρατιωτικά, καθώς και με τα φιλικά καθεστώτα της Υεμένης, της Αιγύπτου και της Λιβύης. Παρ’ όλα αυτά, δεν καθόρισε τις πολιτικές εξελίξεις των σοσιαλιστικών αραβικών κρατών ούτε την εξωτερική πολιτική τους. Υπήρχε συχνά έλλειψη συντονισμού, μυστικισμός, καχυποψία, αμφισβήτηση. Το 1973, ο πρόεδρος της Αιγύπτου Σαντάτ έδιωξε τους σοβιετικούς συμβούλους και έστρεψε τη χώρα του προς τη Δύση χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, παρά τις μεγάλες συνέπειες που είχε η πράξη του για τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Ακόμα και η PLO αρνήθηκε να ακολουθήσει τη σοβιετική συμβουλή να αναγνωρίσει στο Ισραήλ το δικαίωμα ύπαρξής του.

Ο ηγέτης των Παλαιστινίων Γιασέρ Αραφάτ με τον ΓΓ του ΚΚΣΕ Λεονίντ Μπρέζνιεφ.

Όπως σε άλλες περιοχές του Τρίτου Κόσμου, έτσι και στη Μέση Ανατολή, ο Ψυχρός Πόλεμος συνετέλεσε στη δημιουργία διακρατικών συμμαχιών με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το Σύμφωνο της Βαγδάτης, που μετεξελίχτηκε σε CENTO (Ιράκ, Τουρκία, Πακιστάν, Ιράν και Βρετανία). Η Σοβιετική Ένωση δεν κατάφερε να δημιουργήσει αντίστοιχο συνασπισμό, γιατί ούτε το επιδίωξε ούτε τα σοσιαλιστικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής το επιθυμούσαν. Άλλωστε, σχεδόν κάθε κράτος είχε το δικό του είδος σοσιαλισμού. Η Αίγυπτος το νασερισμό, η Συρία το μπααθισμό, η Λιβύη το ισλαμικό, η Αλγερία το σοβιετικό.

Οι διενέξεις στη Μέση Ανατολή διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τον δικό τους αυτόνομο χαρακτήρα. Οι αιτίες τους βρίσκονταν στις εθνικές, πολιτικές, θρησκευτικές, ακόμα και φυλετικές αντιθέσεις. Ωστόσο, ο Ψυχρός Πόλεμος βρήκε στη Μέση Ανατολή γόνιμο έδαφος να εξελιχθεί και να φουντώσει, επειδή οι διακρατικές και ενδοκρατικές αντιπαραθέσεις ήταν έντονες. Οι αντιπαραθέσεις αυτές απέκτησαν αναγκαστικά ψυχροπολεμική διάσταση, όχι μόνο στην αραβο-ισραηλινή διένεξη, αλλά και στις συγκρούσεις Ιράν-Ιράκ, Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας-Συρίας, Βόρειας και Νότιας Υεμένης (η διένεξη Ελλάδος-Τουρκίας αποτελεί εξαίρεση, αφού και οι δύο χώρες ανήκαν στον ίδιο συνασπισμό, το ΝΑΤΟ). Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο ιστορικός L. Carl Brown παρατήρησε ότι «η Μέση Ανατολή έχει δεχτεί τη μεγαλύτερη διείσδυση ξένων δυνάμεων από οποιαδήποτε άλλο περιφερειακό υποσύστημα». Με τον όρο «διείσδυση» εννοούσε ότι η Μέση Ανατολή αναμείχθηκε στα γεωπολιτικά σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, ενώ καμιά Μεγάλη Δύναμη δεν κατάφερε να διαδραματίσει ηγεμονικό ρόλο ή να διαμορφώσει κατά το δοκούν την περιοχή. Μια από τις αιτίες παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων, ήταν η αποτροπή της ανάδυσης μιας ισχυρής περιφερειακής δύναμης, που θα μετέβαλε τις ισορροπίες στην περιοχή και θα απειλούσε τα συμφέροντά τους. Παράλληλα, το ίδιο το μεσανατολικό σύστημα τροφοδοτούσε τις εξωτερικές παρεμβάσεις, καθώς οι τοπικές πολιτικές ελίτ συχνά βασίζονταν σε εξωτερικές πηγές προκειμένου να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, προκαλώντας την αντίδραση των αντιπάλων τους και την έκρηξη νέων εσωτερικών ανταγωνισμών και διακρατικών εντάσεων.

Δύο τελευταίες παρατηρήσεις. Όπως ορθά υποστηρίζουν ορισμένοι ιστορικοί, ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν τελείωσε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αλλά μια δεκαετία νωρίτερα με την ιρανική επανάσταση το 1979 και την έναρξη του ιρανο-ιρακινού πολέμου. Και για τις δύο υπερδυνάμεις, η μεγάλη απειλή προερχόταν από το θεοκρατικό Ιράν και γι’ αυτό δεν δίστασαν να υποστηρίξουν την ίδια πλευρά, το εγκληματικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Επιπλέον, η άνοδος του ισλαμικού κινήματος μετά το 1979 στη Μέση Ανατολή, συνέβαλε στην ανάδυση ισχυρών υπο-κρατικών και μη-κρατικών δρώντων, που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στο σχεδιασμό της περιφερειακής νέας τάξης πραγμάτων και θα προκαλέσουν τη δραστική μείωση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003.

‘The Pragmatic Superpower: Winning the Cold War in the Middle East’

 

Ο Γιάννης Σακκάς είναι Kαθηγητής Ιστορίας της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Foreign Office, CAB 66/65, WP (45) 256, «Άμυνα της Μέσης Ανατολής», 13 Απρ. 1945.

[2] FRUS, 1952-54, τ. 9, The Near East and Middle East, σ. 251.

[3] Χένρι Κίσινγκερ, Διπλωματία, σ. 584.

 

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ελληνόγλωσση

Σακκάς Γ., Οι Άραβες. Ιστορία και Κοινωνία. Αθήνα, Πατάκης, 2005.

Aboulafia, D. (επιμ.), Η Μεσόγειος στην Ιστορία. Αθήνα, Πατάκης, 2004.

Carpentier, J., Lebrun, Fr., Ιστορία της Μεσογείου. Αθήνα, Πατάκης, 2009.

Hourani, Alber, Ιστορία των Αραβικών Λαών. Αθήνα, Νέα Σύνορα-Λιβάνης, 1994

Nouschi, A., Η Μεσόγειος στον 20o αιώνα. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2003.

Ξενόγλωσση

Brown, L. Carl, International Politics and the Middle East. Old Rules, Dangerous Game. Princeton, Princeton University Press 1984.

Crom, Georges M., Fragmentation of the Middle East. The Last Thirty Years, London, Hutchinson, 1988.

Freedman, Lawrence, A Choice of Enemies. America Confronts the Middle East. New York, PublicAffairs, 2008.

Gerges,  F., The Superpowers and the Middle East: Regional and International Politics, 1955-67. London, Westview 1994.

Hinnebusch, R., “The Middle East Regional System”, in Raymond Hinnebusch and Anoushiravan Ehteshami, eds., The Foreign Policies of Middle East States, 2nd ed., Boulder, Lynne Rienner, 2014, pp. 35-72,

Kuniholm, B., The Origins of the Cold War in the Middle East. Princeton, PUP 1980.

Louis, W. Roger, The British Empire in the Middle East, 1945-1951. Arab Nationalism, the United States and Postwar Imperialism, Oxford, Oxford University Press, 1984.

Sayigh, Yezid, Armed Struggle and the Search for State. The Palestinian National Movement, 1949-1993, Oxford, Oxford University Press. 1997.

Sayigh Y. and A. Shlaim (ed.), The Cold War and the Middle East. Oxford, Clarendon Press 1997.

Shlaim, Avi, The Iron Wall. Israel and the Arab World, 2nd ed., London, W.W.Norton & Co., 2014.

Τibi, B., Conflict and War in the Middle East, 1967-91: Regional Dynamic and the Superpowers. London, Macmillan 1993.

Vassiliev, A., Russian Policy in the Middle East. From Messianism to Pragmatism. Reading, Ithaca Press 1993.

 

 

 

 

 

 

Αλέξανδρος Δάγκας: Το κομματικό συμφέρον (raison de Parti) και το κρατικό συμφέρον (raison d’État). Η μπολσεβικική επανάσταση και η κομματική (κρατική) εξουσία έως το 1953.

Αλέξανδρος Δάγκας

Το κομματικό συμφέρον (raison de Parti) και το κρατικό συμφέρον (raison d’État). Η μπολσεβικική επανάσταση και η κομματική (κρατική) εξουσία έως το 1953.

Tο κομματικό συμφέρον (raison de Parti) είναι ιστορικά η συνισταμένη των επιδιώξεων του εργατικού κόμματος –του μηχανισμού εξουσίας της εργατικής τάξης– στο πεδίο της πάλης των τάξεων. Οι αντιλήψεις του Β. Ι. Λένιν για τη σοσιαλιστική επανάσταση και για το κόμμα κοινοποιήθηκαν αρχικά στο περιβάλλον των διανοουμένων ως απλά μία πρακτική που μετερχόταν την κατά περίπτωση κατάλληλη τακτική[1], έως το 1923 που ο Lukacs, με το έργο του Ιστορία και ταξική συνείδηση, προέβη σε μία φιλοσοφική αιτιολόγηση του μπολσεβικισμού και ενέταξε την επαναστατική ιδεολογία και πρακτική του λενινισμού σε ένα πλαίσιο φιλοσοφίας της επανάστασης και του κόμματος της εργατικής τάξης[2]. Στην πορεία της ρωσσικής επανάστασης, το λενινιστικό «κόμμα νέου τύπου» εξελίχθηκε σε ανεξιχνίαστο μυστήριο  Χωρίς τη συγκρότηση ενός κόμματος αυτού του τύπου, μονολιθικού, με επαγγελματίες επαναστάτες και παράνομο κομματικό μηχανισμό, δεν θα ήταν δυνατή η επίτευξη της κοινωνικής ανατροπής. Με ένα κόμμα αυτού του τύπου, αφ’ ετέρου, εκδηλώνονταν αρνητικά φαινόμενα σχετιζόμενα με τη χρήση της εξουσίας, που εμφανίζονταν αλληλεξαρτώμενα με το περιεχόμενό του.

Πρώτιστο μέλημα του κόμματος, σε παραλληλισμό με το κράτος, υπήρξε η επιβίωσή του. Με την ισχύ, επιδιωκόταν η συντήρηση του μάχιμου των δυνάμεών του, και η διατήρηση μηχανισμών που θα εγγυούνταν την ασφάλειά του. Απαραίτητος ήταν, ακόμη και στην ειρηνική περίοδο, ο παράνομος μηχανισμός, μη υποκείμενος σε έλεγχο. Στην πορεία της ρωσσικής επανάστασης και της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, το κομματικό συμφέρον (raison de Parti) ενισχύθηκε, αφού διατυπώθηκε μία προσέγγιση με την οποία έβρισκε στην πράξη δρόμους ο λενινιστικός πραγματισμός και υιοθετούνταν τακτικοί χειρισμοί που απέβλεπαν στην ισχυροποίηση του κόμματος.

Η ανείπωτη τραγωδία, μετά το 1934, κατά την επιβολή του κομματικού (κρατικού) συμφέροντος, εκ μέρους των προσώπων της πυραμίδας εξουσίας στη Μόσχα, εναντίον επιλεγμένων στόχων συνδέθηκε με την παραβίαση ηθικών κανόνων. Η κρατική ασφάλεια έκρινε την κοινωνική πραγματικότητα με γνώμονα το κομματικό (κρατικό) συμφέρον, το οποίο τοποθετούνταν σιωπηλά υπεράνω της ηθικής. Οι κρατούντες έκριναν ότι ο ιδεαλισμός στην πολιτική του κομμουνιστικού οργανισμού (κομμουνιστικό κόμμα, προλεταριακό κράτος) θα οδηγούσε σε αδυναμία υπεράσπισης της ταξικής επανάστασης, στην αμφιβολία κατά την αναγνώριση, σε κάθε βήμα, του ταξικού συμφέροντος. Οι τακτικές κινήσεις του κόμματος και του κράτους όφειλαν να παραμείνουν κρυφές, στην περίπτωση υιοθέτησης πρακτικών που ήταν αντίθετες σε αρχές και ιδεώδη.

Το ζήτημα των εκκαθαρίσεων στο σοβιετικό κόμμα και το σοβιετικό κράτος συνδεόταν με την εσωκομματική διένεξη των συνεργατών του Λένιν, μετά το θάνατο του ηγέτη (1924), και των τάσεων που αυτοί εκπροσωπούσαν. Οι μπολσεβίκοι, μικρή ομάδα (είκοσι τέσσερεις χιλιάδες άτομα κατά την αστική επανάσταση το Φεβρουάριο 1917) που μεγεθύνθηκε (τριακόσιες χιλιάδες στην εποχή της σοσιαλιστικής επανάστασης τον Οκτώβριο 1917), ήταν ενταγμένοι σε ένα πολιτικό σύστημα που δημιουργήθηκε από ανάγκη –δεν υπήρχαν άλλα κόμματα–. Τα μέλη ήταν ελάχιστα σε σχέση με την κοινωνία. Μία σύγκρουση μεταξύ των ηγετικών στελεχών κατέληξε στην επικράτηση του Ι. Β. Στάλιν. Όπισθεν των προσώπων, συγκρούονταν επίσης πολιτικές γραμμές. Ο Στάλιν προέκρινε την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα. Η αρχική ημικαπιταλιστική επιλογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (πωλήσεις μέρους των προϊόντων των αγροτών στην ελεύθερη αγορά) εγκαταλείφθηκε. Το 1929, η κομματική καθοδήγηση υπό το Στάλιν θεώρησε ότι ωρίμασαν οι συνθήκες για συνεταιριστικοποίηση (κολλεκτιβοποίηση) της αγροτικής οικονομίας και συσπείρωσης των αγροτών σε συγκεντροποιημένες μονάδες παραγωγής (συνεταιριστικά κολχόζ, κρατικά σοβχόζ). Ο στόχος της επιλογής ήταν να εξευρεθούν τα οικονομικά μέσα που απαιτούνταν για την εκβιομηχάνιση της αγροτικής παραγωγής (εργαλεία, τρακτέρ) και για τη σοσιαλιστική εκβιομηχάνιση της σοβιετικής οικονομίας. Στο πλαίσιο της «πολιτικής της επίθεσης του σοσιαλισμού ενάντια στον καπιταλισμό», επισυνέβησαν δραματικές ανατροπές στην κοινωνία. Οι αλλαγές επιχειρούνταν στη διάρκεια συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών, σε μία χώρα που βρισκόταν περικυκλωμένη από ισχυρές καπιταλιστικές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, με οικονομία στην οποία ο πυρήνας συνίστατο από αγρότες, κουλάκους (εύποροι χωρικοί) και κατόχους μικρής ιδιοκτησίας. Η άποψη της κομματικής ομάδας καθοδήγησης ήταν ότι η αγροτική οικονομία αποτελούσε τροχοπέδη για το σοσιαλισμό. Έπρεπε πάση θυσία να κολλεκτιβοποιηθεί, διότι δεν μπορούσε η κατακερματισμένη παραγωγή να καλύψει τις ανάγκες της πόλης, ούτε να προσφέρει εξαγωγικούς πόρους για αντίστοιχη εισαγωγή αγαθών αναγκαίων για την κίνηση της βιομηχανίας. Οι σφοδρές αντιδράσεις στη σφαίρα της οικονομίας, που οδήγησαν σε φρικτές εξελίξεις όπως ο λιμός των ετών 1931-1933, αντιμετωπίσθηκαν με δρακόντεια κρατικά μέτρα, διώξεις, απάλειψη των κουλάκων ως κοινωνικού στρώματος και καταστολή της αντίδρασης των συντεταγμένων με αυτούς μεσαίων αγροτών και καθυστερημένων πτωχών χωρικών. Βρέθηκε, σε μία χρονική φάση, το κόμμα να έχει χάσει τη στήριξη της κοινωνίας. Παραβιαζόταν το αξίωμα του Λένιν που προσδιόριζε ως εγγύηση για την παραμονή των εργατών στην εξουσία τη συμμαχία με τους αγρότες (το είχε επιτύχει με την εφαρμογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής). Το κόμμα κήρυξε πόλεμο κατά των αγροτών και άλλων κοινωνικών στρωμάτων και ομάδων που εναντιώνονταν, με την πρόβλεψη ότι σύντομα θα δικαιωνόταν. Η καθοδηγητική ομάδα υπό το Στάλιν, αδυνατώντας να δώσει εξηγήσεις στο λαό για τις κυβερνητικές αποτυχίες (ο οικονομικός και διοικητικός μηχανισμός λειτουργούσε πλημμελώς, με ατυχήματα, εκρήξεις σε εργοστάσια, εκτροχιασμούς συρμών), στράφηκε για αντιπερισπασμό στην αναζήτηση εχθρικών στοιχείων και δολιοφθορέων. Παραπέμφθηκαν, το 1928, πρόσωπα σε δίκες για σαμποτάζ, οι οποίες έλαβαν προπαγανδιστική αξιοποίηση. Τελικά, στη σύγκρουση του κόμματος με τους αγρότες, το πείραμα επέτυχε. Η σοβιετική οικονομία, και η κοινωνία πίσω από αυτή, άρχισε να παράγει. Στις αρχές του 1933, το κόμμα δήλωσε ότι η κολλεκτιβοποίηση είχε ολοκληρωθεί και ότι η εκβιομηχάνιση είχε νικήσει. Στο 17ο συνέδριο του κόμματος («συνέδριο των νικητών»), στις αρχές του 1934, αναγνωρίσθηκε ο «θρίαμβος της σταλινικής πολιτικής».

Ένα από τα πρώτα συνεταιριστικά κολχόζ στην Ουκρανία, στη δεκαετία 1920-1930.

Η κομματική ηγετική ομάδα, και το κράτος στα χέρια της, οχυρώνονταν. Τον Ιούλιο 1934, η υπηρεσία ασφαλείας (ΓκεΠεΟυ) έγινε τμήμα του κομμισσαριάτου (υπουργείου) εσωτερικών υποθέσεων (ΕνΚαΒεΝτε) και απωλέσθηκε ο έλεγχός της από το κόμμα. Η περίοδος 1935-1938 χαρακτηρίσθηκε από την καταστροφή του κόμματος του Λένιν. Η καθοδήγηση υπό το Στάλιν τσάκισε ανηλεώς τους θεωρούμενους ως αντιπάλους. Το σύνθημα για την εκκαθάριση του κόμματος δόθηκε με το φόνο του ηγετικού στελέχους Σ. Μ. Κίρωφ, το Δεκέμβριο 1934. Για το φοβερό γεγονός, εκφράσθηκαν διάφορες εκτιμήσεις. Ο εξόριστος Λ. Ν. Τρότσκυ κατήγγειλε το Στάλιν ως εμπνευστή του φόνου. Η καθοδηγητική ομάδα υπό το Στάλιν χρέωσε την ενέργεια σε παράνομο κέντρο τρομοκρατίας, και έδωσε το σύνθημα έναρξης διώξεων. Τη νομική βάση για την απαγγελία κατηγορίας και την άμεση εκτέλεση μεγάλου αριθμού σοβιετικών πολιτών αποτέλεσε διάταγμα, που προέβλεπε ταχύτατες, απλοποιημένες διερευνήσεις υποθέσεων και απαγόρευε την έφεση και αίτηση χάριτος. Το Σεπτέμβριο 1936, ο κομμισσάριος (υπουργός) εσωτερικών υποθέσεων (ΕνΚαΒεΝτε) Γ. Γ. Γιάγκοντα αντικαταστάθηκε από το Ν. Ι. Γιεζώφ[3]. Με το όνομα του τελευταίου συνδέθηκε η περίοδος των μαζικών εκκαθαρίσεων. Η ΕνΚαΒεΝτε γιγαντώθηκε, με εκτεταμένο δίκτυο πρακτόρων σε όλη την επικράτεια. Το 1937, εκτυλίχθηκε επιχείρηση δίωξης απάντων των θεωρούμενων ως ενεργών αντισοβιετικών στοιχείων, αδιακρίτως μπολσεβίκων, πρώην κουλάκων, μελών εθνικών μειονοτήτων και λοιπών, και των φιλικών προς αυτούς ατόμων. Εκκαθαρίσθηκαν μέλη εθνοτήτων ύποπτων για συνεργασία με ξένα κράτη, μάζες ανθρώπων που διέμεναν στη χώρα, πολιτικοί πρόσφυγες, κομμουνιστές, αντιφασίστες και άλλοι φυγάδες. Στις 11 Δεκεμβρίου 1937, εκδόθηκε διάταγμα για τη διεξαγωγή επιχείρησης διώξεων εναντίον των Ελλήνων. Κατά τη γενική εκκαθάριση μέσα στο μπολσεβικικό κόμμα, ηγετικά στελέχη παραπέμφθηκαν στις «δίκες της Μόσχας», το 1936-1938. Σχεδόν όλοι εκτελέσθηκαν. Ενδιαμέσως, το 1937, καταδικάσθηκαν και εκτελέσθηκαν οι ανώτατοι αξιωματικοί. Οδηγήθηκαν στο θάνατο σχεδόν όλοι οι στρατάρχες και διοικητές στρατιών, όλοι οι ναύαρχοι. Τον Ιούλιο 1938, ο Λ. Π. Μπέρια ανέλαβε καθήκοντα ως αναπληρωτής του Γιεζώφ. Μετά από αυτό το χρονικό σημείο, σημειώθηκε άμβλυνση των διώξεων. Το Νοέμβριο 1938, ο Μπέρια διέταξε την παύση των διώξεων και τον επόμενο μήνα, Δεκέμβριο 1938, ανέλαβε επικεφαλής της ΕνΚαΒεΝτε[4]. Οι επτακόσιες χιλιάδες εκτελεσθέντες κατά το διάστημα 1937-1938 ήταν κυρίως καθοδηγητικά στελέχη του κόμματος, μέλη των κρατικών οργάνων, των οικονομικών οργάνων, της διοίκησης του στρατού, της ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Από τα εκατόν σαράντα μέλη της κεντρικής επιτροπής του σοβιετικού κόμματος, που εκλέχθηκαν το 1934 στο 17ο συνέδριο (το τελευταίο πριν από τις διώξεις), εκτελέσθηκαν τα δύο τρίτα. Από τους δύο χιλιάδες αντιπροσώπους του 17ου συνεδρίου, σχεδόν οι μισοί εκτελέσθηκαν με την κατηγορία της αντεπαναστατικής δράσης. Οι διώξεις αξιωματικών στο στρατό, τον Ιούνιο 1937, ήταν εκτενείς (πολλές χιλιάδες θύματα, ήρωες του εμφύλιου πολέμου και του αγώνα κατά της ξένης επέμβασης υπό τις εντολές του Τρότσκυ). Μεγάλος αριθμός μελών ξένων κομμουνιστικών κομμάτων, τμημάτων (παραρτήματα) της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που είχαν βρει καταφύγιο στη Ρωσσία, χιλιάδες ήρωες, εκτελέσθηκαν ως πράκτορες ξένων δυνάμεων, κατά την εξέλιξη μίας απίστευτης συμφοράς. Μεταξύ των ελλήνων κομμουνιστών, χάθηκε ο «ήρωας του Καλπακίου» Μάρκος Μαρκοβίτης από τη Νάουσσα. Σε εκθέσεις, που υποχρεώθηκε να γράψει, ο Μαρκοβίτης έδωσε περιγραφή του Ιορδάνη Ιορδανίδη με μελανά χρώματα. Επρόκειτο για ανυποχώρητο κομμουνιστή, ο οποίος κινήθηκε από τη γενέτειρα Κωνσταντινούπολη στην Αίγυπτο το 1919, όπου εργάσθηκε ως καθηγητής ελληνικών, και κατόπιν στην Αθήνα το 1923 ως συνεργάτης του παιδαγωγού Αλέξανδρου Δελμούζου στη Μαράσλειο Σχολή, πριν να καταλήξει το 1930 στο σοβιετικό έδαφος[5]. Οι πιέσεις εις βάρος του Μαρκοβίτη για ομολογία ενοχής βρήκαν αποτέλεσμα στην κατάθεση ενοχοποιητικών στοιχείων για τον Ιορδανίδη και ακόλουθη δίωξή του και εκτέλεση.

Ιορδάνης Ιορδανίδης, 1930
Κάρτα για τους Μαρκοβίτη – Πανούση, «ήρωες του Καλπακίου» (συλλογή Αλ. Δάγκα).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι εκκαθαρίσεις στο εσωτερικό της ΕνΚαΒεΝτε ήταν εξίσου ολέθριες. Ο επικεφαλής Γιάγκοντα (1934-1936) καταδικάσθηκε για αυτουργία στο φόνο του Κίρωφ. Μαζί με αυτόν, εκτελέσθηκε όλη η σειρά των αξιωματικών της παλιάς Τσεκά (υπηρεσία ασφαλείας επί Λένιν). Ο Γιεζώφ (συνελήφθη τον Απρίλιο 1939, εκτελέσθηκε το Φεβρουάριο 1940) κρίθηκε υπεύθυνος για τις μεγάλες διώξεις και την αδυναμία να ελέγξει το μέγεθος των εκκαθαρίσεων, με σκοπό να φέρει πανικό στο λαό, με εντολές που λάμβανε από το τροτσκιστικό κέντρο. Μαζί με το Γιεζώφ, εξοντώθηκε το σύνολο των αξιωματικών της ΕνΚαΒεΝτε που διεκπεραίωναν τη δουλειά των εκτελέσεων πριν από δύο χρόνια. Σε αυτούς αποδόθηκε η ευθύνη, αφήνοντας αλώβητο το κόμμα και την ομάδα καθοδήγησης υπό το Στάλιν.

Αριστερά: O Genrikh Yagoda  με τη σύζυγό του Ida Averbakh  το 1922. Η Ida εκτελέστηκε το 1938. Δεξιά: Nikolai  Ivanovich Yezhov.

Η πρακτική του κατασταλτικού κομματικού (κρατικού) μηχανισμού χαρατηρίσθηκε από τη συστηματική παραβίαση της σοσιαλιστικής νομιμότητας, με εκδήλωση σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη περίπτωση αφορούσε στους συλληφθέντες εντός του σοβιετικού κράτους. Σε γενικευμένη κλίμακα, ασκήθηκε εκ μέρους των κρατικών οργάνων ακραία βία για την απόσπαση ομολογιών προσωπικής ενοχής (συνεργασία με τους τροτσκιστές και με τις ξένες μυστικές υπηρεσίες για ανατροπή του κράτους) και για την κατάθεση στοιχείων ενοχής άλλων προσώπων. Συνθηκολογημένοι, σε κατάσταση κατάπτωσης, σωματικά και ηθικά τσακισμένοι από τα βασανιστήρια και την ψυχολογική πίεση, τρομοκρατημένοι από τις απειλές εναντίον των οικογενειών τους, οι ήρωες πρώην ηγέτες μπολσεβίκοι βρέθηκαν πειθαναγκασμένοι να προβούν, εμπρός στο πολιτικό αδιέξοδο, σε δημόσιες ομολογίες της προδοσίας τους και να ενοχοποιήσουν άλλους υποτιθέμενους συνωμότες. Οι κατηγορούμενοι κατέθεταν ανακρίβειες, για γεγονότα, μέρη και ανθρώπους που ήταν ευχερής υπόθεση να διαπιστωθούν, χωρίς να λαμβάνεται σχετική πρόνοια διαλεύκανσης, οδηγώντας τις σοβαροφανείς δικονομικές διαδικασίες και τελικές ετυμηγορίες ενοχής στη σφαίρα της γελοιότητας. Οι καταδίκες σε θάνατο εκτελούνταν χωρίς καθυστέρηση[6]. Ορισμένα κορυφαία στελέχη, που καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση και καταναγκαστικά έργα, βρήκαν το θάνατο λίγο αργότερα, κατά παράνομο τρόπο. Στην περίπτωση των Karl Radek και Γ. Γ. Σοκόλνικωφ, οι οποίοι καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση το 1937 στη δεύτερη δίκη της Μόσχας, θανατώθηκαν το 1939 μέσα στη φυλακή από πράκτορες της ΕνΚαΒεΝτε (διαδόθηκε ότι φονεύθηκαν από συγκρατούμενους). Πολλές εκτελέσεις φυλακισμένων έλαβαν χώρα μετά τη γερμανική επίθεση το 1941, με διαταγή του Μπέρια προς τους άνδρες της ΕνΚαΒεΝτε. Σε μία περίπτωση, εκατόν εξήντα φυλακισμένοι στη φυλακή Ορυόλ νοτίως της Μόσχας, μεταξύ αυτών ο Christian Rakovsky, πρώην κορυφαίος ηγέτης καταδικασθείς στην τρίτη δίκη της Μόσχας το 1938 σε καταναγκαστικά έργα, και η Ό. Ν. Κάμενεβα (σύζυγος του πρώην κορυφαίου Λ. Μ. Κάμενεφ, αδελφή του Τρότσκυ), οδηγήθηκαν στο γειτονικό δάσος Μεντβέντεφ και εκτελέσθηκαν. Ο Α. Γ. Μπελομπορόντωφ (το 1918, στο Εκατερίνμπουγκ Ουραλίων, κατά την προέλαση των Λευκοφρουρών και πτώση της πόλης, διέταξε, πριν από την εκκένωση, την εκτέλεση των μελών της βασιλικής οικογένειας Ρομανώφ) αρνήθηκε να ομολογήσει και δεν προσήχθη στη δεύτερη δίκη της Μόσχας, το 1937, όπως είχε προγραμματισθεί. Σε σημείωμα προς το Γιεζώφ, ο Στάλιν έγραψε: «… Δεν είναι η ώρα να πιέσετε αυτό τον άνθρωπο και να τον κάνετε να μιλήσει για τις βρώμικες πράξεις του; Πού βρίσκεται, σε φυλακή ή σε ξενοδοχείο;»  Η συνέχεια ήταν τα βάρβαρα βασανιστήρια. Τουφεκίσθηκε το 1938. Σπουδαίοι μπολσεβίκοι πρόφθασαν να αυτοκτονήσουν πριν να διασυρθούν, όπως ο Β. Β. Λομινάτζε το 1935, ο Μ. Π. Τόμσκυ το 1936, ο Γ. Κ. Ορτζονικίτζε το 1937, ο γενναίος στρατηγός Γ. Μ. Γκαμάρνικ το 1937.

Ο πολιτισμός, που διακατείχε τα κρατικά όργανα, έφθασε σε απόλυτη εκτροπή. Άνδρες της υπηρεσίας ασφαλείας, εντεταλμένοι για την εκτέλεση θανατικών ποινών, ασκούνταν στη σκοποβολή με κινούμενους ανθρώπινους στόχους. Η κατάχρηση εξουσίας άγγιζε ποταπά όρια. Στην περίπτωση του Μπέρια, ο φύλακας της κρατικής ασφαλείας αποκόμιζε αντίτιμο από γυναίκες που προσέρχονταν για να ικετεύσουν για τους κρατούμενους συζύγους τους.

Κόκκινη Πλατεία Μόσχας, 1933. Η σοβιετική ηγεσία στο κόμμα, κυβέρνηση, στρατό, πολιτισμό. Επάνω, ομιλητής ο Λ. Μ. Καγκανόβιτς, επικεφαλής της κομματικής οργάνωσης Μόσχας. Πρώτος από αριστερά, ο Μαξίμ Γκόρκυ.

Η δεύτερη περίπτωση επαναστατικής, αλλά εν πάση περιπτώσει παράνομης, πρακτικής των σοβιετικών πρακτόρων αφορούσε στην εξουδετέρωση ατόμων, τα οποία βρίσκονταν εκτός της σοβιετικής επικράτειας. Οι φονικές ενέργειες εναντίον επιλεγμένων στόχων ήταν αμέτρητες. Ως η μεγαλύτερη επιτυχία θεωρήθηκε η επιχείρηση εξόντωσης του Τρότσκυ, εγκατεστημένου στην Πόλη του Μεξικού, τον Αύγουστο 1940. Ο αυτουργός, ισπανός κομμουνιστής Ramón Mercader, ο οποίος προσήχθη ενώπιον της μεξικανικής δικαιοσύνης, πάραυτα τιμήθηκε in absentia, στη Μόσχα, με ανώτατο παράσημο[7]. Σε ένα απάνθισμα γεγονότων που έλαβαν χώρα στο εξωτερικό, ο Γ. Σ. Αγκαμπέκωφ, παλαιός πράκτορας της Τσεκά και κατόπιν της ΓκεΠεΟυ, αυτομόλησε το 1930 στη Γαλλία, και φονεύθηκε από πράκτορες της ΕνΚαΒεΝτε στα Πυρηναία το 1937. Ο Ignace Reiss, πράκτορας που δραστηριοποιούνταν στη δυτική Ευρώπη από τη δεκαετία του 1920, διαπίστωσε το 1936 ότι οι φίλοι του στη Μόσχα εκτελούνταν διαδοχικά και, το 1937, ειδοποίησε την υπηρεσία ασφαλείας ότι αποχωρούσε και εντασσόταν στον τροτσκισμό. Σε ενάμισυ μήνα, τον φόνευσαν στη Λωζάνη της Ελβετίας. Μετά την εξουδετέρωσή του,  ο φίλος του, Β. Γ. Κριβίτσκυ, επίσης πράκτορας στη δυτική Ευρώπη, αποστάτησε, κατέφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες και αποκάλυψε τα απόρρητα στοιχεία που γνώριζε. Πυροβολήθηκε, το 1941, σε δωμάτιο ξενοδοχείου στην Ουάσιγκτον[8]. Ο στρατιωτικός ηγέτης στην εποχή της επανάστασης και διπλωμάτης Φ. Τ. Ρασκόλνικωφ, ευρισκόμενος το 1938 στη Βουλγαρία, στη Σόφια, αρνήθηκε να υπακούσει σε διαταγή επιστροφής στη Μόσχα, προβλέποντας τη σύλληψή του, και συνέγραψε ανοικτή επιστολή διαμαρτυρίας προς το Στάλιν εναντίον της κατηγορίας περί αυτομόλησης. Το 1939, στη Νίκαια Γαλλίας, σκοτώθηκε από πτώση από παράθυρο του πέμπτου ορόφου κτιρίου. Ο υποστράτηγος της ΕνΚαΒεΝτε Γ. Σ. Λιουσκώφ, ο σαδιστής  που απέσπασε τις ομολογίες των Γ. Ε. Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ το 1936 (κορυφαίοι, ένοχοι στην πρώτη δίκη της Μόσχας), αυτομόλησε στους Ιάπωνες το 1938 μετά τον παραμερισμό του προϊσταμένου του, Γιεζώφ, και παρέδωσε κρίσιμα απόρρητα έγγραφα. Ευρισκόμενος στην κατεχόμενη Κίνα, το 1945, κατά την προέλαση των Σοβιετικών εκτελέσθηκε από τους Ιάπωνες. Ορισμένοι αποστάτες κατόρθωσαν να επιβιώσουν. Στην περίπτωση του συνταγματάρχη της ΕνΚαΒεΝτε Α. Μ. Ορλώφ, παρόντος από το 1936 στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο όπου διακρίθηκε κατά των αναρχικών και τροτσκιστών, αρνήθηκε να επιστρέψει το 1938 στη Μόσχα, γνωρίζοντας την εξόντωση συναδέλφων του και προβλέποντας την εκτέλεσή του, και διέφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου επέζησε[9].

Η ορειβατική σκαπάνη (πιολέ), φονικό εργαλείο του Ramón Mercader κατά του Τρότσκυ, στο Μουσείο Κατασκοπείας στη Νέα Υόρκη.

Η ερμηνεία της εκκαθάρισης συνδέεται με το γεγονός ότι το κόμμα, αφού αρχικά διευθέτησε το ταξικό ζήτημα, μετά το 1934 έδωσε ριζική λύση στο εσωκομματικό. Η αναταραχή στην αγροτική κοινωνία, την οποία συμμερίζονταν τα κομματικά μέλη με αγροτικές καταβολές, εκφράσθηκε ομοίως στο εσωτερικό του κόμματος. Το 1929-1932, χιλιάδες αγροτικές εξεγέρσεις, που καταστέλλονταν από το στρατό, μετέδιδαν κλίμα λιποψυχίας μέσα στο κόμμα. Η ομάδα καθοδήγησης θεώρησε ότι η κομματική (κρατική) εξουσία ήταν επισφαλής ανάμεσα σε αντιπάλους, οι οποίοι αναζωογονούνταν. Μετά το 1935, όταν η χώρα οδηγούνταν στην πλήρη κολλεκτιβοποίηση της αγροτικής παραγωγής, τα πρόσωπα της καθοδήγησης υπό το Στάλιν έκριναν ότι υπήρχαν μεγάλες ομάδες προς τις οποίες δεν μπορούσαν να δείξουν εμπιστοσύνη. Έπρεπε, αυτοί οι οποίοι είχαν δημιουργήσει εσωκομματικά προβλήματα κατά το παρελθόν, επίσης οι εν δυνάμει ύποπτοι για συνένωση σε ανατρεπτική κίνηση, παλιοί συναγωνιστές του Λένιν, στρατιωτικά στελέχη του Κόκκινου Στρατού επί Τρότσκυ, άτομα με προσωπικότητα, με μνήμη και με γνώμη, να εξαφανισθούν. Το πρόβλημα ήταν να δικαιολογηθεί η ενδοκομμουνιστική εκκαθάριση. Μετά το φόνο του Κίρωφ, παρουσιάσθηκε αιφνιδίως μία εικόνα στην κοινωνία, σύμφωνα με την οποία αρθρωνόταν πολυπλόκαμη συνωμοσία, με νήματα που οδηγούσαν στον Τρότσκυ και από αυτόν στις ξένες μυστικές υπηρεσίες. Μετά το 1936, εκτυλίχθηκε η υπόθεση της επαγρύπνησης κατά του εχθρού, ο οποίος διέθετε τεράστια εξάπλωση, έχοντας εισχωρήσει παντού, στο κράτος, κόμμα, στρατό, αστυνομία, ΕνΚαΒεΝτε (υπηρεσία ασφαλείας), στον οικονομικό μηχανισμό (εργοστάσια, κολχόζ), και δρούσε αργά, μεθοδικά. Για την καταστολή της συνωμοσίας, απαιτούνταν μέτρα τα οποία οδήγησαν σε μαζικές διώξεις των παλαιών κομματικών στελεχών. Η κατασκευή του κατάλληλου σκηνικού είχε απώτερο στόχο να ενοχοποιηθούν οι κατηγορούμενοι για τα δεινά, να επωμισθούν τις αδυναμίες στην οικονομία και διοίκηση. Υπερίσχυσε η τακτική της αποκάλυψης δολιοφθορέων που ευθύνονταν για τα προβλήματα στην παραγωγή και στις υποδομές (βιομηχανικά ατυχήματα, βλάβες στις γραμμές παραγωγής, δυστυχήματα στις συγκοινωνίες) και παραπομπής αυτών σε δίκες στο φως της ημέρας.

Ο εξόριστος Τρότσκυ ήταν, στην υπόθεση των εκκαθαρίσεων, το σκιάχτρο. Ανύπαρκτος στο σοβιετικό κόμμα, καταγεγραμμένος ως εχθρός στη συλλογική κρίση της κοινωνίας, διάσημος στη Δύση χάρις στην παρεχόμενη διαφήμιση, χρησίμευσε στην κομματική ηγεσία υπό το Στάλιν ως πρόσχημα για τις διώξεις Το πραγματικό στήριγμα ανά χώρα δεν ήταν τα ελάχιστα, ασήμαντα τροτσκιστικά στελέχη, αλλά οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες χειραγωγούσαν τον τροτσκισμό εναντίον του αληθινού αντίπαλου, των Σοβιετικών. Ο εχθρός του εχθρού ήταν ο καλύτερος φίλος. Πολλοί τροτσκιστές, εφαρμόζοντας την τακτική του εισοδισμού (είσοδος στους αντίπαλους πολιτικούς σχηματισμούς για επαναστατική δουλειά εκ των ένδον), συνδέονταν οργανικά με τα καπιταλιστικά καθεστώτα –και, παρεμπιπτόντως, πλούτιζαν–.Υπήρχε εξάλλου  το βάσιμο αξίωμα ότι δεν εμφανίσθηκε οιοδήποτε κίνημα ενάντια στο σοβιετισμό το οποίο να μη χειραγωγήθηκε από τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες. Ο παιδαγωγός John Dewey, τίμιος αστός δημοκράτης και παλιός φίλος των μπολσεβίκων («χρήσιμος ηλίθιος»), επιχείρησε να αναμειχθεί το 1937 για τη διαπίστωση της συνεργασίας του Τρότσκυ με τους υποτιθέμενους συνωμότες (αργότερα, το 1946, που τα αρχεία της γερμανικής υπηρεσίας Gestapo πέρασαν στα χέρια των Συμμάχων, προβλήθηκε η υπόδειξη για την αναζήτηση αποδείξεων της υποτιθέμενης συνεργασίας των θυμάτων των δικών της Μόσχας με το ναζιστικό καθεστώς).

Ενεχόταν, στην κατάπτωση της κομματικής ηθικής, ο χαρακτήρας του λενινιστικού κόμματος. Στις εξελίξεις δεν μετείχε μόνος ο καθοδηγητής, αλλά στο σύνολό του ο κομματικός μηχανισμός, μονολιθικός, μη δεχόμενος τη διαφωνία. Υπεισερχόταν επίσης ο χαρακτήρας του πολιτικού συστήματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε στό σοβιετικό κράτος, με την ύπαρξη ενός μόνο κόμματος, στο οποίο απαγορευόταν η δημιουργία τάσεων. Υπήρχαν συγκρούσεις κοινωνικές, ομάδες και τάξεις με αντικρουόμενα συμφέροντα, οι οποίες δεν μπορούσαν να εκφρασθούν μέσω άλλων πολιτικών συλλογικοτήτων. Αναγκαστικά, χωνεύονταν μέσα στο ενιαίο κόμμα και στην ομοφωνία του, στο πλαίσιο της μονολιθικότητας. Ακραίες ήταν επίσης οι ανεπάρκειες του υποκειμενικού παράγοντα. Στις συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής καθυστέρησης –κατάλοιπο της τσαρικής εποχής–, της αμάθειας και απουσίας δημοκρατικών παραδόσεων, το σύστημα που οικοδομήθηκε στό σοβιετικό κράτος στηριζόταν στην απόλυτη εξουσία των κομματικών στελεχών. Επρόκειτο για επαγγελματίες επαναστάτες με χαμηλή πρόσληψη της οικονομίας και τεχνικής σε σχέση με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη χώρα. Αμόρφωτοι, οι γραμματείς περιοχών είχαν κατά 70% στοιχειώδη μόνο εκπαίδευση. Εξάλλου, στις συνθήκες έως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον κίνδυνο εισβολής από το εξωτερικό, απαιτούνταν ενότητα στην κοινωνία που έπρεπε να εξασφαλισθεί από τα παλιά στελέχη. Όμως τα νέα μέλη που αποφοιτούσαν από τις παραγωγικές, στρατιωτικές και άλλες σχολές είχαν διαφορετικά συμφέροντα και εξέφραζαν δυσαρέσκεια, η οποία συσσωρευόταν και δημιουργούσε προβλήματα στην εξουσία. Η καθοδήγηση υπό το Στάλιν επενέβη με την τακτική των εκτελέσεων των παλιών κομμουνιστών. Προς όφελος αυτής της νέας κομματικής μάζας, καταστράφηκε το άνθος του μπολσεβικισμού, η μερίδα των στελεχών, πολιτισμένων επαναστατών, που μορφώθηκαν στη Δύση και γνώρισαν τις αξίες και την ηθική του Διαφωτισμού.

Η χρονική επιλογή ενεργοποίησης των διώξεων, το έτος 1937, καθορίσθηκε από την οικονομική συγκυρία. Είχε λήξει, τότε, το δεύτερο πεντάχρονο οικονομικό πλάνο 1933-1937, είχαν επιλυθεί βασικά οικονομικά ζητήματα, ολοκληρώθηκε η κολλεκτιβοποίηση και διευθετήθηκε το πρόβλημα της πείνας, προόδευσε η εκβιομηχάνιση. Φάνηκαν στην πράξη ενδείξεις ότι η σοβιετική εξουσία μπορούσε να επιβιώσει, ότι διέθετε τη δυνατότητα οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα. Είχαν εισέλθει τα νέα στελέχη –η πρώτη γενιά μετά την επανάσταση– στην παραγωγή, στο κράτος, στο στρατό. Τα θετικά αποτελέσματα σε όλους τους τομείς αποτελούσαν εγγύηση επίτευξης περαιτέρω προόδου χωρίς τη βοήθεια του παλιού κομματικού δυναμικού. Η αλλαγή φρουράς πραγματοποιήθηκε ταχέως, με σκληρότητα εκ μέρους των νέων, την ίδια που είχαν επιδείξει οι παλιοί απέναντι στους αντιπάλους τους.

Η κουλτούρα, 1939. Ορχήστρα μπαλαλάικας του Κόκκινου Στρατού.

Με τη γενική εκκαθάριση και την εξάλειψη μέχρι και των εν δυνάμει υπόπτων, η κομματική ηγεσία υπό το Στάλιν ένοιωσε ασφαλής από τον κίνδυνο εσωτερικών εχθρών, οι οποίοι, στον επερχόμενο πόλεμο, θα συνέβαλλαν στην ήττα, Η κοινωνία είχε ομογενοποιηθεί, αναπτύχθηκε η οικονομία περαιτέρω, Στο 18ο συνέδριο του κόμματος, το Μάρτιο 1939, διαπιστώθηκε η κυριαρχία της σοσιαλιστικής οικονομίας και νίκη του σοσιαλισμού, αλλαγή της ταξικής σύνθεσης της σοβιετικής κοινωνίας, εξαφάνιση των εκμεταλλευτριών τάξεων, με επίτευξη εξίσωσης των εργατών, αγροτών, διανοουμένων χωρίς ταξικές συγκρούσεις μεταξύ αυτών. Στην πραγματικότητα, η ριζική αλλαγή βρισκόταν στη διαμόρφωση νέας δομής εξουσίας. Στρατολογούνταν στο κόμμα νέα μέλη με άγραφη μνήμη (tabula rasa), χωρίς απευθείας γνώση της ιστορίας του μπολσεβικισμού παρά μόνο με τη διαμεσολάβηση της τρέχουσας επίσημης κομματικής άποψης, ευχειράγωγα στην ένταξή τους στο υποδεικνυόμενο κομματικό πλαίσιο λειτουργίας του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» (διάλογος και αντίλογος στο εσωτερικό του κόμματος –ανύπαρκτος–, υλοποίηση των αποφάσεων με ενιαία δράση προς τα έξω). Άξεστοι και ακαλλιέργητοι τύποι, όπως ο εκλεκτός της ομάδας καθοδήγησης υπό το Στάλιν, Α. Α. Ζντάνωφ, αναγορεύονταν σε ηγετικές φιγούρες. Τα νέα στελέχη ήταν επιδεκτικά στην αφομοίωση της καθοδηγητικής γραμμής που παρεχόταν από την ηγετική ομάδα με όλες τις στρεβλώσεις όπως η προσωπολατρεία του Στάλιν. Ουδείς αμφισβητούσε τον αρχηγό. Επικουρικός ήταν, για την τυφλή υπακοή, ο μύθος του ηγέτη. Ο Ι. Β. Στάλιν ήταν ο καλύτερος μαθητής του Β. Ι. Λένιν, του αλάνθαστου, αδιαμφισβήτητου καθολικής αποδοχής προσώπου (στην πραγματικότητα, ο αρχηγός αμφισβητούνταν συνεχώς, υποχρεωμένος να ζυγιάζει τους συσχετισμούς στην ηγεσία κάθε φορά που εισηγούνταν τις αριστοτεχνικές τακτικές κινήσεις του). Ο Στάλιν είχε κατανοήσει την αξία της επαναστατικής τρομοκρατίας του Λένιν (ο διάδοχος τη μετέφερε, στην κομματική και κρατική πρακτική, στην πλέον στρεβλή, αυθαίρετη και βίαιη εκδοχή.της). Ο Στάλιν ήταν ο εγκρατής επαναστάτης που κοιμόταν με τις μπότες (στην πραγματικότητα, είχε απαράδεκτα ελαττώματα –ήταν πότης, επίσης ευήκοος στις γυναικοδουλειές που προτείνονταν από το λάγνο γεωργιανό συμπατριώτη Μπέρια–). Ο Στάλιν ήταν ο θεωρητικός του μαρξισμού που μελετούσε εντατικά (στην πραγματικότητα, απαίδευτος, απέκτησε στοιχειώδη μόνο θεωρητική κατάρτιση ως ακροατής σε ιδιαίτερα μαθήματα με ακαδημαϊκούς και άλλους σοφούς).

Οι εκκαθαρίσεις στην κοινωνία και στο κόμμα, τα εγκλήματα, προξένησαν ανυπολόγιστη ζημία στην εικόνα του κομμουνισμού, την οποία προσλάμβανε η διεθνής κοινή γνώμη, διαπαιδαγωγημένη στις αξίες και την ηθική του Διαφωτισμού. Σε μία περίπτωση, στη Θεσσαλονίκη, ο φοιτητής φιλολογίας Σωτήρης Κωστόπουλος κλήθηκε, μαζί με άλλους σεσημασμένους φοιτητές, από τον καθηγητή Αβροτέλη Ελευθερόπουλο, ο οποίος ζητούσε να μάθει, «τί γίνεται, εκεί πάνω, με τους δικούς σας, σκοτώνονται μεταξύ τους;»[10]

Η αυτοπεποίθηση μετά την αντιφασιστική νίκη, το 1945, και η προβολή του σοβιετικού κράτους ως παγκόσμιας δύναμης δεν επέδρασαν στον πολιτισμό της καθοδηγητικής ομάδας υπό το Στάλιν. Συνεχίσθηκε η καταδίωξη υποτιθέμενων εχθρών και εξαφάνισή τους. Η παρέμβαση του σοβιετικού κράτους στο εβραϊκό ζήτημα ήταν, εν προκειμένω, η πλέον ατυχής πτυχή.

Κρατικές συμμαχίες 1941-1945. «Έτσι θα γίνει με το φασιστικό θηρίο»

Επαγρύπνηση, 1953. «Εργάτη πολιτοφύλακα, να είσαι σε επαγρύπνηση! Δεν έχεις δικαίωμα να χαλαρώνεις την προσοχή σου!»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι Εβραίοι που εντάχθηκαν, μέσα στην κάθε χώρα, στην υπόθεση του σοσιαλισμού ήταν σε αναλογία πολύ μεγαλύτερη σε σύγκριση με τις άλλες εθνικές ομάδες. Μετά το 1920, εβραίοι πράκτορες κινήθηκαν στις χώρες της ανατολικής Μεσογείου για να δημιουργήσουν επαναστατική αγκιτάτσια μεταξύ των αράβων και εβραίων γηγενών, επίσης των εβραίων εποίκων στην Παλαιστίνη. Όλοι βρήκαν το θάνατο στις εκκαθαρίσεις της δεκαετίας 1930. Στην περίπτωση της Charlotte Rosenthal, εβραίας γηγενούς της Αλεξάνδρειας (ήταν σύζυγος του πράκτορα Avigdor που συνελήφθη το 1936 και αποβίωσε στη φυλακή), φυλακίσθηκε αλλά επέζησε. Μετά τη γερμανική εισβολή το 1941, η κομματική ηγεσία στη Μόσχα έλαβε, το Φεβρουάριο 1942, την πρωτοβουλία σύστασης της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής, η οποία έθεσε στόχο την κινητοποίηση των απανταχού Εβραίων στον αγώνα κατά του φασισμού. Ο πρόεδρος, Σ. Μ. Μιχόελς, αναγνωρισμένος ηθοποιός και θεατρικός παράγων, ταξίδευσε το 1943, μαζί με το διανοούμενο ποιητή Ι. Σ. Φέφφερ, στις χώρες της Αμερικής, με καθήκοντα εράνου για το σοβιετικό στρατό και αντιφασιστικής προπαγάνδας. Στο πολιτικό κλίμα της αποδοχής και καλλιέργειας των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, εισηγήθηκαν, το Φεβρουάριο 1944, με επιστολή προς το Στάλιν, την ίδρυση αυτόνομης εβραϊκής δημοκρατίας στην Κριμαία. Το σοβιετικό κράτος ενεπλάκη, το 1947, στις συζητήσεις για την ίδρυση εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη και υποστήριξε με υπέρμετρη έμφαση στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών την εβραϊκή υπόθεση, προσδοκώντας οφέλη από την κομμουνιστικοποίηση των σοσιαλιστών σιωνιστών εναντίον των αντιδραστικών αραβικών καθεστώτων (το αφελές ρομάντσο αποδείχθηκε σύντομο, με την οριστική τοποθέτηση, έως το 1950, του ισραηλινού κράτους στο πλευρό του δυτικού καπιταλιστικού μπλοκ).

Σπάνια φωτογραφία. Η Charlotte Rosenthal, συνοδευόμενη από τον Thompson, βρετανό κομμουνιστή από το Μάντσεστερ (British National Archives [παραχωρήθηκε από τον αιγύπτιο ιστορικό Rim Naguib])
Solomon Mikhoels, πρόεδρος της  Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παράλληλα με την ανάπτυξη διπλωματικών σχέσεων και δραστηριοποίηση για τον προσεταιρισμό του κράτους του Ισραήλ, μία εκκαθάριση ενεργοποιήθηκε το 1948 κατά μελών της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής, με την κατηγορία της ανάπτυξης εθνικιστικής αντίδρασης μέσα στη χώρα. Τον Ιανουάριο 1948, πράκτορες φόνευσαν το Μιχόελς, στο Μινσκ της Λευκορωσσίας, με κτύπημα στο κεφάλι, μετέφεραν το πτώμα στο ρείθρο ενός δρόμου και ο θάνατος καταγράφηκε ως τροχαίο δυστύχημα. Η κηδεία έγινε υποκριτικά με τις δέουσες για μία προσωπικότητα τιμές. Ο Φέφφερ, που συνελήφθη, μνημόνευσε κατά την ανάκριση, χωρίς να υποστεί βασανιστήρια, δεκάδες Εβραίους. Οι ανακρίσεις στοιχειοθέτησαν τη συνεργασία των κατηγορουμένων με τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες, με απόσπαση ομολογιών με βασανιστήρια οι οποίες, κατά τα γνωστά, ενοχοποιούσαν και τρίτα πρόσωπα. Ο δημοσιογράφος και ιστορικός τέχνης Ζ. Γ. Γκρίνμπεργκ πέθανε το 1949 από τα βασανιστήρια μέσα στη φυλακή Λουμπιάνκα της Μόσχας. Ο πεφωτισμένος κομματικός και κρατικός παράγων, πρώην γραμματέας της κόκκινης Διεθνούς της εργασίας (Profintern), Σ. Α. Λοζόφσκυ, 70 ετών, επιλέχθηκε στο ρόλο του κύριου κατηγορούμενου, συνελήφθη τον Ιανουάριο 1949, βασανίσθηκε αλλά άντεξε και δεν προέβη σε ομολογία ή υπόδειξη τρίτων προσώπων. Εκτελέσθηκε, μαζί με το Φέφφερ και δώδεκα επιπλέον εβραίους διανοουμένους, το 1952, στα υπόγεια της φυλακής Λουμπιάνκα[11]. Ο Μ. Μ. Λιτβίνωφ, ο σπουδαίος πρώην κομμισσάριος (υπουργός) εξωτερικών (έως το 1939), που, μολονότι φίλος των επίσης εβραίων Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ και Τρότσκυ, επέζησε των εκκαθαρίσεων της δεκαετίας 1930 (κατά τύχη, σύμφωνα με κατοπινή εκτίμηση του διαδόχου του, Β. Μ. Μόλοτωφ), τραυματίσθηκε το 1951 σε σύγκρουση του αυτοκινήτου του με φορτηγό και υπέκυψε σε σύντομο χρόνο. Το 1949, συνελήφθη η Π. Σ. Ζεμτσούζινα, σύζυγος του Μόλοτωφ ο οποίος βρισκόταν σε δυσμένεια. Καταδικάσθηκε για συμμετοχή στη σιωνιστική προδοσία και εξορίσθηκε, έως το 1953 που αποβίωσε ο Στάλιν. Σε άλλη γενική εκκαθάριση, εκατοντάδες εβραίοι ιατροί, κορυφαίοι επιστήμονες, επιβαρύνθηκαν, το 1952-1953, με κατηγορίες για συνωμοσία κατά της ζωής των σοβιετικών ηγετών. Η υπόθεση συνδεόταν με ανακατατάξεις στην κορυφή, κατά τις οποίες απολύθηκε και συνελήφθη ο κομμισσάριος (υπουργός) κρατικής ασφαλείας, βασανιστής Β. Σ. Αμπακούμωφ. Η δίωξη κατά των ιατρών έπαυσε το 1953 με το θάνατο του Στάλιν[12]. Οι διώξεις κατά Εβραίων δεν ήταν ωστόσο καθολικής κλίμακας. Παραδείγματος χάριν, ο συγγραφέας Ι. Γ. Έρενμπουργκ, μέλος της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής, δεν ενοχλήθηκε. Ο Λ. Μ. Καγκανόβιτς, ηγετικό στέλεχος στη στενή ομάδα περί το Στάλιν, παρέμεινε στο πόστο του.

Παρέλαση Πρωτομαγιάς στο Τελ Αβίβ, 1949.

Με τις αλλαγές στην κομμουνιστική ηγεσία, το 1953, και την επικράτηση νέας καθοδηγητικής ομάδας υπό το Ν. Σ. Χρουστσώφ, διαφορετικό πνεύμα επικράτησε στο κόμμα και στο κράτος σε σχέση με το κομματικό (κρατικό) συμφέρον, με αποκατάσταση της σοσιαλιστικής νομιμότητας και στροφή σε πλείστα θέματα εσωτερικού και εξωτερικού ενδιαφέροντος.

Εν είδει συμπεράσματος, η υφήλιος, στην περίοδο που εξετάζουμε, βίωσε, εκτός από τον αγριανθρωπισμό του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, αυθαιρεσίες της εξουσίας στην πρώτη χώρα του σοσιαλισμού, με την εξυπηρέτηση του κρατικού συμφέροντος μέσω της εφαρμογής μίας ανηλεούς τακτικής. Ο επαγγελματισμός των αρμόδιων οργάνων, προσώπων και ομάδων πιστών στη σοβιετική εξουσία, μαχητών στις συνθήκες πριν και κατά τον πόλεμο, για την περιφρούρηση του κομματικού συμφέροντος –ακριβέστερα, της εξουσίας της καθοδηγητικής ομάδας υπό το Στάλιν– δεν γνώρισε φραγμό. Στην περίπτωση του Andrés Nin, ηγέτη της αυτόνομης οργάνωσης POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος εξαφανίσθηκε το 1937 (απήχθη από τους πράκτορες της ΕνΚαΒεΝτε και κατέληξε από τα βασανιστήρια που υπέστη υπό την εποπτεία του Ορλώφ), και του ερωτήματος που έθεταν οι μαχητές του POUM, «πού είναι ο Nin;», οι κομμουνιστές απαντούσαν, «στη Salamanca [έδρα του φασίστα ηγέτη Franco] ή στο Βερολίνο [έδρα του Hitler]». Το μήνυμα ήταν ότι οι αμφισβητίες που δεν συντάσσονταν με τη σταλινική εκδοχή της σοσιαλιστικής επανάστασης ήταν αποσυνάγωγοι.

Το κόμμα και το κράτος μετά το 1953. Ν. Σ. Χρουστσώφ: «Σύντροφοι, στη δουλειά! Οι σκοποί μας είναι σαφείς, οι στόχοι μας προκαθορισμένοι.»
Επαγρύπνηση στο στρατό, 1953. «Σοβιετικέ στρατιώτη! Τήρησε τους κανόνες των τηλεφωνικών και τηλεγραφικών ραδιοσυνδιαλέξεων. Πρόσεχε!»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η κριτική για τα απεχθή εγκλήματα, με μία σύνθετη οπτική, δεν υποτιμά τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες αναπτύχθηκε το φαινόμενο της κομματικής αυθαιρεσίας. Οι ακρότητες, αντικειμενικά, οδήγησαν στη διάλυση των αναχρονιστικών οικονομικών και κοινωνικών δομών, και δημιουργία μίας κοινωνίας ενιαίας, η οποία άντεξε στον ανταγωνισμό της οικονομικής ανάπτυξης και κέρδισε τον παγκόσμιο πόλεμο. Στον αντίποδα της κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας, ο λαός ήταν αφοσιωμένος στο σοσιαλισμό και η νεώτερη γενεά δούλεψε για την εκπλήρωση των πλάνων όχι από φόβο αλλά από συνείδηση. Οι πρόοδοι ενίσχυσαν την αυτοπεποίθηση των σοβιετικών πολιτών και του διεθνούς προλεταριάτου για τη δυνατότητα επικράτησης επί του κεφαλαιικού συστήματος.

Σήμερα, στην ιστορική πορεία, οι επιστήμονες ερευνητές, κρίνοντας εκ των υστέρων (εκ του ασφαλούς –εκ του αποτελέσματος–) διαπιστώνουν ότι το κοινωνικό πείραμα του λενινισμού στον 20ό αιώνα δεν άφησε ίχνη παρά μονάχα εμμέσως, ως ουτοπία της κοινωνικής δικαιοσύνης, έστω βυθισμένη σε τέλματα αμφιλεγόμενης περιφρούρησης των δικαίων του προλεταριάτου και άσκησης αυθαίρετης εξουσίας. Το ερώτημα που τίθεται, κατά τη μελέτη του λενινιστικού «κόμματος νέου τύπου»  εκ μέρους των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, είναι εάν αυτό διατηρεί αντιστοίχιση με τη σύγχρονη κοινωνία, ή έχει εκπνεύσει.

Ο Αλέξανδρος Δάγκας είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής Ιστορίας, ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Lars T. Lih, Lenin Rediscovered. What Is to Be Done? in Context, Historical Materialism Book Series – Vol. 9, Brill, Leiden 2005.

[2] Georg Lukacs, Geschichte und Klassenbewußtsein. Studien über marxistische Dialektik, Malik Verlag, Berlin 1923.

[3] Donald Rayfield, Stalin and His Hangmen, Random House, New York 2005.

[4] Pavel Sudoplatov, Special Tasks. The Memoirs of an Unwanted Witness, Little, Brown and Company, Boston 1994.

[5] Μαρία Ιορδανίδου, Σαν τα τρελλά πουλιά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1980.

[6] Robert Conquest, The Great Terror. A Reassessment, Oxford University Press, Oxford 1991.

[7] Luis Mercader – Germán Sánchez, Ramón Mercader, mi hermano. Cincuenta años después, Espasa Calpe, Madrid 1990.

[8] Amy Knight, How the Cold War Began, Carroll & Graf, New York 2007.

[9] Boris Volodarsky, Stalin’s Agent. The Life and Death of Alexander Orlov, Oxford University Press, Oxford 2015.

[10] Σωτήρης Κωστόπουλος (1916-2006), γραμματέας οργάνωσης Κεντρικής Μακεδονίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, μαρτυρία, 1975.

[11] Joshua Rubenstein – Vladimir P. Naumov, Stalin’s Secret Pogrom. The Postwar Inquisition of the Jewish Anti-Fascist Committee, Yale University Press, New Haven 2001.

[12] Erwin Marquit, “The Need for a Balanced Reappraisal of the USSR. A Review Essay”, NST (Nature, Society, and Thought), 16, No 4, 2003, pp. 473-506.

Αλίκη Μουστάκα: Το ιερό του Διός στην Αρχαία Ολυμπία – Αρχαιολογία και Πολιτική στην Ελλάδα του 19ου και του 20ού αι.

Αλίκη Μουστάκα

Το ιερό του Διός στην Αρχαία Ολυμπία – Αρχαιολογία και Πολιτική στην Ελλάδα του 19ου και του 20ού αι.

 

Το ιερό του Διός στην Αρχαία Ολυμπία δεν αποτελεί μόνο έναν από τους σπουδαιότερους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας, αλλά και ένα σημαντικό σημείο αναφοράς για όποιον ενδιαφέρεται για τη μελέτη των ιστορικών διεργασιών και φαινομένων, που σχετίζονται με τη γένεση και ανάπτυξη του νεοελληνικού κράτους κατά τον 19ο αιώνα, καθώς και με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή.

Παρόλον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που έχει ποικιλοτρόπως απασχολήσει την έρευνα και η σχετική βιβλιογραφία είναι τεράστια, μια μικρή αναδρομή στις απαρχές της ανακάλυψης του ιερού αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την πλαισίωση των όσων πρόκειται να ακολουθήσουν.

 

Α΄. Οι περιηγητές και η ταύτιση του χώρου

Βασιζόμενοι κυρίως στην αναλυτική περιγραφή του ιερού και των πλούσιων αφιερωμάτων του από τον περιηγητή του 2ου αι. μ.Χ. Παυσανία, οι ερευνητές της αρχαιότητας και γνώστες της αρχαίας γραμματείας, οι οποίοι από την Αναγέννηση και πέρα αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς στη Δύση, διαμορφώνουν σταδιακά ένα διάχυτο ενδιαφέρον για τον αρχαίο κόσμο και τα επιτεύγματά του. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η επιθυμία ο κόσμος της αρχαιότητας να έρθει στο φως, ενώ οι πρώτοι περιηγητές αρχίζουν να επισκέπτονται τους τόπους που γνωρίζουν από τις γραπτές πηγές, αναζητώντας τα τεκμήρια του αρχαίου κόσμου και καταρτίζοντας τις πρώτες επιστημονικές αποστολές.

Όσον αφορά την ανακάλυψη της Ολυμπίας, θα πρέπει να επισημανθεί ότι τόσο η ακριβής θέση της όσο και το όνομα του τόπου είχαν παντελώς ξεχασθεί, διότι είχαν καλυφθεί ήδη κατά την ύστερη αρχαιότητα από ένα παχύτατο στρώμα άμμου, που δημιουργήθηκε από τις αλλεπάλληλες προσχώσεις και πλημμύρες του παρακείμενου ποταμού Αλφειού. Την περιοχή που ήταν τότε ακατοίκητη, αποκαλούσαν «Αντίλαλο», προφανώς από την επιστροφή της ηχούς από τα γύρω βουνά όπου υπήρχε ήδη τότε, στον δρόμο προς τη Φολόη, το χωριό με το όνομα Λάλας. Μόνο λίγα αρχιτεκτονικά λείψανα που, όπως αποδείχθηκε αργότερα ανήκαν στον μεγάλο ναό του Δία, ξεπρόβαλαν από την άμμο και ήταν εκείνα που οδήγησαν πρώτο τον Άγγλο περιηγητή Richard Chandler το 1766 στην ταύτιση της θέσης.

Edward Dodwell, Plains of Olympia, 1819

Από τον γαλλόφωνο χώρο σημαντικό τεκμήριο αποτελεί μια επιστολή που έγραψε το 1723 ο Γάλλος μοναχός του Τάγματος του Αγίου Βενεδίκτου Bernard de Montfaucon, στον οποίο μάλιστα αποδίδεται η ίδρυση της επιστήμης της Παλαιογραφίας. Στην επιστολή αυτή εκφράζει την επιθυμία ο χώρος τέλεσης των ολυμπιακών αγώνων να έρθει κάποτε στο φως.

H έντονη επιθυμία ανασύστασης του χαμένου ιερού διαφαίνεται και μέσα από την προσπάθεια να αποδοθεί με ένα σχέδιο -έστω και κατά προσέγγιση- η μορφή του, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στην καθαρά φανταστική γνωστή χαλκογραφία του J. D. Barbié du Bocage, που χρονολογείται το 1780. Ακολούθησαν και άλλοι όπως o διπλωμάτης και ζωγράφος L. F. S. Fauvel, στην σχεδιαστική αποτύπωση του οποίου για πρώτη φορά ταυτίσθηκε με βεβαιότητα ο ναός του Διός. Επίσης ο John Spencer Stanhope, ο οποίος στο πλαίσιο της αποστολής της Ακαδημίας des Inscriptions et Belles Lettres εκπόνησε το 1813 ένα τοπογραφικό σχέδιο της Ολυμπίας και επίσης διάφορες απόψεις της πεδιάδας που χαρακτηρίζονται από εντυπωσιακή ακρίβεια.

Άποψη της πεδιάδας της Αρχαίας Ολυμπίας (Αντίλαλο) από John Spencer Stanhope, 1824

Στον Edward Dodwell οφείλεται άλλωστε και μία χρωματισμένη χαλκογραφία της πεδιάδας που χρονολογείται λίγο αργότερα, το 1819 (βλ. παραπάνω).

 

Β΄. Οι πρώτες ανασκαφές – η γαλλική αποστολή (Expédition Scientifique de Morée)

Από τις αποστολές που δραστηριοποιήθηκαν εκείνη την περίοδο, ίσως η παλαιότερη και πιο γνωστή στον ελληνικό χώρο είναι η γαλλική επιστημονική αποστολή που είχε ενταχθεί στο εκστρατευτικό σώμα, τη επονομαζόμενη Expédition Scientifique de Morée και η οποία, υπό τον αρχιτέκτονα Abel Blouet, διενήργησε το 1829 και τις πρώτες ανασκαφές στο ιερό της Ολυμπίας. Από τις πρώτες αυτές έρευνες στην περιοχή του ναού του Διός που δεν διήρκεσαν παρά λίγες εβδομάδες, προέρχονται ορισμένα σημαντικά γλυπτά (κυρίως μετόπες) και αρχιτεκτονικά μέλη του, τα οποία μεταφέρθηκαν στο Λούβρο, όπου εκτίθενται μέχρι σήμερα σε ειδική αίθουσα αφιερωμένη στο ιερό.

Οι έρευνες αυτές των Γάλλων τερματίσθηκαν μετά από έντονες αντιδράσεις και σύμφωνα με διάταγμα του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια,  σηματοδοτώντας και την έναρξη της αυτόνομης ύπαρξης του μόλις νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το οποίο σταδιακά και εν μέσω των γεωπολιτικών συμμαχιών της εποχής προσπαθούσε να βρει τον βηματισμό του. Από τότε παρήλθε ένα χρονικό διάστημα αρκετών δεκαετιών μέχρις ότου ο χώρος της Ολυμπίας αποτελέσει εν τέλει πεδίο συστηματικής ανασκαφικής αναζήτησης.

Expédition scientifique de Morée, ordonnée par le gouvernement français : Architecture, sculptures, inscriptions et vues du Péloponèse, des Cyclades et de l’Attique, mesurée, dessinées, recueillies et publiées par Abel Blouet, architecte, ancien pensionnaire de l’Académie de France à Rome, Directeur de la section d’architecture et de sculpture de l’Expédition scientifique de Morée, Amable Ravoisié, Achille Poirot, Félix Trézel et Frédéric de Gournay, ses collaborateurs, ouvrage dédié au Roy. Premier volume, Paris, 1831.

Γ΄. Το ενδιαφέρον της γερμανόφωνης πλευράς – Η πρώτη ανασκαφική σύμβαση

Εκτός από τον γαλλόφωνο χώρο έτσι και στον γερμανόφωνο, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, το ενδιαφέρον για την ανακάλυψη των ελληνικών αρχαιοτήτων ήταν  αντίστοιχα μεγάλο. Ήδη ο J. J. Winckelmann (1717 – 1768) ήταν εκείνος, που πρώτος είχε εκφράσει τη σκέψη να διενεργηθούν ανασκαφές στην Ολυμπία για την ανεύρεση των πολλά υποσχόμενων μνημείων, ενώ ο Ludwig Ross (1806-1859), ο πρώτος καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, είχε και αυτός διατυπώσει την ευχή να γίνει πραγματικότητα το όραμα του Winckelmann. Στη συνέχεια μάλιστα, μετά την αναχώρησή του από την Ελλάδα προκειμένου να καταλάβει τη θέση του καθηγητή Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Halle, ο Ross είχε δημοσιεύσει στις 4 Μαϊου 1853 ένα κείμενο με τον τίτλο «Ανασκαφές στην Ολυμπία. Μια πρόταση», προσπαθώντας να συγκεντρώσει ένα χρηματικό ποσό για τον σκοπό αυτό. Είτε λόγω των ιστορικών συγκυριών της εποχής και συγκεκριμένα λόγω του πολέμου της Κριμαίας, είτε διότι δεν κατόρθωσε πραγματικά να εμπνεύσει ένα μεγάλο αριθμό ενδιαφερομένων για την επίτευξη αυτού του σκοπού, το ποσό των 254 ταλάντων ή 1068 δραχμών που συγκεντρώθηκε δεν ήταν τελικά αρκετό για την έναρξη των εργασιών. Μετά από αυτό ο Ross αποφάσισε να διαθέσει το ποσό αυτό στο ελληνικό κράτος ως συμβολή για τις ανασκαφές των Μυκηνών ενώ τελικά χρησιμοποιήθηκε από τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή για ανασκαφή στο Ηραίο του Άργους.

Anton von Moran, Προσωπογραφία του Johann Joachim Winckelmann, 1768 Kunstsammlungen, Weimar.

Όμως εκείνη η προσωπικότητα του γερμανόφωνου χώρου που διαδραμάτισε τον σημαντικότερο ρόλο για την κινητοποίηση της κοινής γνώμης υπέρ της συγκέντρωσης χρημάτων για την πραγματοποίηση αυτού του ονείρου δεν ήταν παρά ο ιστορικός της αρχαιότητας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου Ernst Curtius, ο οποίος μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες κατόρθωσε εν τέλει, χάρη σε μια φλογερή ομιλία στην Ακαδημία του Βερολίνου στις 10 Ιανουαρίου του 1852, να προκαλέσει το ενδιαφέρον του κοινού και του ίδιου του βασιλέως Φρειδερίκου Γουλιέλμου του IV (1795-1861) και να συγκεντρώσει σταδιακά ένα σημαντικό ποσό.

Οι σχετικές προσπάθειες που ακολούθησαν στη συνέχεια του 19ου αιώνα και οδήγησαν εν τέλει το 1874 στην ανάληψη των ανασκαφών από το τότε «Βασιλικό Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο», το σημερινό «Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο» με έδρα το Βερολίνο, συνάντησαν ποικίλες δυσκολίες και έχουν αποτελέσει, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, αντικείμενο έρευνας τόσο από αρχαιολόγους όσο και από ιστορικούς. Το ενδιαφέρον στρέφεται μεταξύ άλλων και στις πολιτικές διεργασίες, που οδήγησαν σε αυτή την απόφαση από την πλευρά της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, η οποία τελικά αποδέχθηκε το γερμανικό αίτημα, ενώ ο λόγος για την αποδοχή δεν πρέπει να ήταν άσχετος με τα γεγονότα του 1871, όταν ο γαλλοπρωσικός πόλεμος κατέληξε με ήττα των Γάλλων.

Max Koner, Προσωπογραφία του Ernst Curtius, 1896, Alte Nationalgalerie, Berlin.

Δ΄. Οι «παλαιές ανασκαφές» (19ος αι.)

Γεγονός πάντως είναι ότι τον Απρίλιο του 1874, η υπογραφή της πρώτης σύμβασης για τη διεξαγωγή ανασκαφών στην Ολυμπία έγινε πραγματικότητα. Παρόντες ήταν από ελληνικής πλευράς ο τότε Υπουργός των Εξωτερικών Ιωάννης Δεληγιάννης, ο Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων Παναγιώτης Ευστρατιάδης και από γερμανικής ο πρέσβης E. von Wagner και ο Ernst Curtius. H σύμβαση αυτή προέβλεπε ότι οι Γερμανοί θα είχαν το δικαίωμα της επιστημονικής εκμετάλλευσης των ευρημάτων τους αλλά θα τους επετρέπετο να εξάγουν μόνο «τα διπλά και όμοια εξ’ αυτών». Η σύμβαση αυτή εγκρίθηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, ενώ η επίσημη έναρξη των ανασκαφών πραγματοποιήθηκε στις 4 Οκτωβρίου του 1875. Από αυτή την πρώτη φάση των ανασκαφών προέρχονται ορισμένες αρχαιότητες, οι οποίες και μεταφέρθηκαν στο Μουσείο της Περγάμου στο Βερολίνο. Οι ιδιαιτερότητες της πρώτης αυτής σύμβασης και οι τριβές, τις οποίες προκάλεσαν στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, έχουν επίσης απασχολήσει την ιστορική έρευνα ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια και δεν θα αναφερθούμε και πάλι αναλυτικά σε αυτές. Πάντως οδήγησαν τελικά στην υπογραφή μιάς δεύτερης τροποποιημένης σύμβασης μετά από την πάροδο του πρώτου έτους, σύμφωνα με την οποία οι ανασκαφείς δεν είχαν πλέον κανένα δικαίωμα εξαγωγής ευρημάτων.

Ανασκαφή ναού Διός, 1875-76. Φωτογραφία αδελφοί Ρωμαΐδαι.

Η πρώτη φάση στην ιστορία των συστηματικών πλέον ανασκαφών της Ολυμπίας δεν διήρκεσε παρά έξι μόνο χρόνια (1875 – 1881). Η επιστημονική ομάδα υπό την αιγίδα των Ernst Curtius και Friedrich Adler, αποτελούμενη από έγκριτους αρχαιολόγους όπως οι G. Hirschfeld, G. Treu, A. Furtwängler, αρχιτέκτονες όπως οι A. Boetticher και W. Dörpfeld, επιγραφολόγους όπως ο W. Dittenberger και K. Purgold κ.α., που εναλάσσονταν κατά διαστήματα κατόρθωσαν, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, οι οποίες οφείλονταν κυρίως στο ιδιαίτερα υγρό κλίμα και την ελονοσία που μάστιζε την περιοχή, να φέρουν εις πέρας ένα τιτάνιο έργο.

Κίονες της νότιας περίστασης του ναού του Διός. Σχέδιο Fr. Adler, 1877.

Με τη βοήθεια πολυάριθμων εργατών που κατά καιρούς έφθαναν και τους 450, οι οποίοι είχαν έρθει, ως επί το πλείστον, από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας και εγκαταστάθηκαν στην έρημη τότε πεδιάδα δίπλα στον Αλφειό και τον παραπόταμό του τον Κλάδεο ή στον κοντινό λόφο της Δρούβας, ένα μεγάλο μέρος της άμμου που κάλυπτε την Άλτη απομακρύνθηκε. Μέσα από αυτό άρχισαν να αναδύονται σταδιακά εκτός από το ναό του Διός και άλλα κτίρια όπως το Ηραίο, το Μητρώο, το Βουλευτήριο, το Φιλιππείο, το Νυμφαίο του Ηρώδη Αττικού, τμήμα του Λεωνιδαίου κ.α., καθώς και πολυάριθμα κινητά ευρήματα. Ανάμεσα στα μαρμάρινα γλυπτά που ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια των πρώτων ανασκαφών, συγκαταλέγονται τα αετωματικά γλυπτά του ναού του Δία, η περίφημη Νίκη, έργο του γλύπτη Παιωνίου από τη Μένδη της Χαλκιδικής και ο Ερμής του Πραξιτέλη. Ιδιαίτερα ο τελευταίος προκάλεσε μεγάλη χαρά στους ανασκαφείς, διότι βρέθηκε στον σηκό του ναού της Ήρας επιβεβαιώνοντας την περιγραφή του Παυσανία και ήταν ένα από τα λίγα αναγνωρίσιμα έργα ενός από τους μεγάλους γλύπτες της αρχαιότητας. H ανεύρεσή του τόνωσε το ηθικό των ανασκαφέων, οι οποίοι είχαν ανάγκη από σημαντικά αποτελέσματα για να επιτύχουν τη συνέχιση της χρηματοδότησης από το Βερολίνο, η οποία έπρεπε να ανανεώνεται από χρόνο σε χρόνο.

O Ερμής του Πραξιτέλη υπό Amand Schweiger Lerchenfeld, 1890.

Ως επόπτης της ανασκαφής είχε τοποθετηθεί από ελληνικής πλευράς ο Αθανάσιος Δημητριάδης τον οποίο, λόγω προβλημάτων υγείας, σύντομα διαδέχθηκε ο αδελφός του Κωνσταντίνος, που παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Ολυμπία. Η παραμονή των αδελφών Δημητριάδη στην Ολυμπία υπερκάλυψε το διάστημα των ανασκαφών (1875 – 1887) και κατά τη διάρκειά της οι δύο αρχαιολόγοι τήρησαν υποδειγματικά το ημερολόγιο και το ευρετήριο των ευρημάτων. Μέχρι πριν λίγες δεκαετίες η γνώση μας για τα ημερολόγια των δύο αδελφών περιοριζόταν μόνο στη γερμανική μετάφραση του ημερολογίου της πρώτης περιόδου που είχε σωθεί. Τύχη αγαθή οδήγησε εν τέλει στην ανεύρεση των πρωτοτύπων και τη δημοσίευσή τους από τον Πέτρο Θέμελη. Από τον τρόπο γραφής δεν συνάγεται μόνο η εξαιρετική αρχαιολογική και φιλολογική κατάρτιση των αδελφών Δημητριάδη αλλά αντλούνται και πολύ χρήσιμα στοιχεία, σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την περίοδο, τη σχέση των Ελλήνων με τους Γερμανούς και αποτελούν εν γένει πολύτιμα τεκμήρια για την κατανόηση της οικονομικής και πολιτικής κατάστασης  της περιόδου.

Για να γίνει εφικτή η μελέτη των ευρημάτων, επιστρατεύθηκαν από τους ανασκαφείς όλα τα τότε γνωστά μέσα, όπως για παράδειγμα η τεχνική της φωτογραφίας, η οποία τότε δεν μετρούσε παρά λίγες δεκαετίες από την εφεύρεσή της. Για την φωτογραφική τεκμηρίωση κλήθηκαν να συνδράμουν οι φωτογράφοι αδελφοί Ρωμαΐδαι, οι οποίοι είχαν τότε την έδρα τους στη Πάτρα.

Φωτογράφιση στο ναό του Διός. Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών

Είναι εντυπωσιακό ότι πολύ σύντομα μετά το πέρας της εξαετίας, τα πορίσματα των ανασκαφών δημοσιεύθηκαν ήδη το 1897 υποδειγματικά στους μνημειώδεις τόμους Olympia I-V και έγιναν προσβάσιμα στον επιστημονικό κόσμο. Όμως, σχεδόν παράλληλα έχουμε και τις πρώτες μονογραφίες για το ιερό στα ελληνικά. Μετά τον Κωνσταντίνο Δημητριάδη στη θέση του επιμελητή της Ολυμπίας τοποθετήθηκε ο Βασίλειος Λεονάρδος, στον οποίο οφείλεται η συγγραφή βιβλίου για το ιερό, που εξεδόθη το 1901. Λιγότερο γνωστό είναι όμως και το εκδοθέν ήδη το 1890 μικρό βιβλίο του φιλολόγου Δ. Γ. Παπαγεωργίου, ο οποίος, κατά τη διάρκεια των ανασκαφών, χρημάτισε καθηγητής σε Γυμνάσιο του Πύργου και φαίνεται να παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη των τελευταίων. Βλέπουμε λοιπόν ότι και από ελληνικής πλευράς το ενδιαφέρον για την πορεία των ερευνών ήταν εξ’ αρχής έντονο.

Oι ανασκαφές δεν έφεραν μόνο στο φως τα κατάλοιπα του μεγάλου ιερού, αλλά λειτούργησαν και ως καταλύτης για τη διαμόρφωση και σταδιακή ανάπτυξη της περιοχής. Σημαντικό ρόλο έπαιξε κατ’ αρχάς η απόφαση για ανοικοδόμηση του πρώτου Μουσείου εκτός Αθηνών, που προοριζόταν για την έκθεση των ευρημάτων από το ιερό, του λεγόμενου σήμερα «Παλαιού Μουσείου» της Ολυμπίας. Το κτήριο χρηματοδοτήθηκε το 1879 από τον Ανδρέα Συγγρό, ενώ τα σχέδια εκπονήθηκαν από τους Friedrich Adler και Wilhelm Dörpfeld.

Στο πλαίσιο αυτό επεκτάθηκε το σιδηροδρομικό δίκτυο από τον Πύργο στην Αρχαία Ολυμπία και ανοικοδομήθηκε το μεγάλο ξενοδοχείο με το όνομα ΣΠΑΠ (Σιδηρόδρομοι Πειραιώς-Αθηνών-Πελοποννήσου). Με τα νέα αυτά δεδομένα τέθηκαν οι βάσεις για την προσβασιμότητα του τόπου στους ενδιαφερόμενους επισκέπτες.

Τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της Ολυμπίας μετά το τέλος των πρώτων ανασκαφών, Karl Baedeker 1894

Ε΄. Η δεύτερη φάση των ανασκαφών (ανασκαφές Dörpfeld)

Ως δεύτερη φάση των ανασκαφών θεωρούνται οι έρευνες, τις οποίες διεξήγαγε κατά διαστήματα ο Wilhelm Dörpfeld ανάμεσα στο 1908 και το 1925. Παρά το γεγονός ότι ο Dörpfeld ήταν αρχιτέκτων, είχε έντονο ενδιαφέρον για το ζήτημα της αρχαιότητας του ιερού, το οποίο είχε προκαλέσει κατά την διάρκεια της «παλαιάς ανασκαφής» σημαντική επιστημονική αντιπαράθεση μεταξύ εκείνου και του A. Furtwängler. Ο Furtwängler θεωρούσε, με βάση τα πολυάριθμα χάλκινα ευρήματα σε μορφή ειδωλίων που απέδιδαν κυρίως ανδρικές μορφές ή διάφορα ζώα όπως βοοειδή και άλογα, χαρακτηριστικά της κοινωνίας της εποχής στην περιοχή, ότι δεν ήταν πολύ παλαιότερα του 8ου αι. π. Χ. και συνεπώς πίστευε ότι το ιερό θα πρέπει να είχε ιδρυθεί εκείνη την περίοδο. Ο Dörpfeld, αντίθετα, ήταν θιασώτης της άποψης ότι η ίδρυση του ιερού ανάγεται σε πολύ παλαιότερη εποχή, και μάλιστα στα προϊστορικά χρόνια. Με τις ανασκαφές του, που έφεραν στο φως μια σειρά από αψιδωτά κτίσματα στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ Ηραίου, Πελοπίου και Μητρώου, ο Dörpfeld θεώρησε τον εαυτό του δικαιωμένο. Τα αποτελέσματα των ερευνών του, κυρίως όσον αφορά τις προταθείσες χρονολογήσεις, παρόλον ότι σχετικά σύντομα αντιμετωπίσθηκαν με περίσκεψη από την επιστημονική κοινότητα, απετέλεσαν ένα πεδίο με το οποίο κανείς δεν τόλμησε να ασχοληθεί για τα επόμενα 60 περίπου χρόνια.

Wilhelm Dörpfeld.

Στ΄. Η τρίτη φάση των ανασκαφών (1936-1942 και 1952-σήμερα)

Για αρκετές δεκαετίες η έρευνα της Ολυμπίας είχε μείνει ανενεργή μέχρις ότου το 1936, στο πλαίσιο των τότε ιστορικών συγκυριών, δηλαδή με την ευκαιρία της διεξαγωγής των ολυμπιακών αγώνων στο Βερολίνο. Με εντολή του ίδιου του Χίτλερ, σηματοδοτήθηκε η έναρξη της τρίτης φάσης της ανασκαφής, που επικεντρώθηκε κατ’ αρχάς στην έρευνα του ανδήρου των Θησαυρών και στην σταδιακή αποκάλυψη ενός μεγάλου μέρους του Σταδίου. Όμως, η νέα αυτή φάση διακόπηκε αναγκαστικά λόγω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ως αποτέλεσμα του οποίου παύθηκε και η λειτουργία του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα μέχρι την εξομάλυνση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες στις αρχές της δεκαετίας του ’50.

Η επανέναρξη της ανασκαφής και η συνέχεια των ερευνών στο Στάδιο μετά το τέλος του πολέμου σηματοδοτείται από την τοποθέτηση στη θέση του Διευθυντή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα και των ανασκαφών Ολυμπίας, του διαπρεπούς αρχαιολόγου Emil Kunze. Ο Kunze παρέμεινε στη θέση αυτή για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ στη διεύθυνση των ανασκαφών τον διαδέχθηκε το 1972 ο αρχιτέκτονας Alfred Mallwitz, στον οποίο οφείλεται επίσης μια σειρά σημαντικών μελετών. Στη νέα αυτή περίοδο πραγματοποιούνται μια σειρά συστηματικών καινούριων ερευνών, αλλά και πολυάριθμων δημοσιεύσεων στο πλαίσιο δύο σειρών που εκδίδονται από το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο μέχρι σήμερα. Πρόκειται αφ’ ενός για τη σειρά των μονογραφιών υπό τον τίτλο «Olympische Forschungen», όπου παρουσιάζονται αναλυτικά κατά κατηγορίες οι διάφορες ομάδες ευρημάτων και αφ’ετέρου, για τις δημοσιεύσεις των ανασκαφικών εκθέσεων, τα λεγόμενα «Olympia Berichte», οι οποίες περιλαμβάνουν βεβαίως και μεμονωμένα ευρήματα. Οι δημοσιεύσεις αυτές τοποθετούν το ιερό στα μεγάλα κέντρα του ελληνικού κόσμου, τα οποία έχουν γίνει προσβάσιμα στην έρευνα μέσω μεγάλου αριθμού σχετικών δημοσιεύσεων. Στη φάση αυτή, εκτός από την ολοκλήρωση της έρευνας του Σταδίου, διενεργήθηκαν και πολυάριθμες άλλες, που αποκάλυψαν, μεταξύ άλλων, το Εργαστήριο του Φειδία, το Λεωνίδαιο, τη Νότια Στοά κλπ ενώ ακολούθησε επίσης η δημοσιοποίηση των πορισμάτων.

Emil Kunze, V. Bericht über die Ausgrabungen in Olympia. Mit Beiträgen von H.-V. Herrmann und H. Weber. Winter 1941/1942 und Herbst 1952. Hrsg. vom Deutschen Archäologischen Institut.

Από το 1985 και έπειτα, τη διεύθυνση των ανασκαφών της Ολυμπίας ανέλαβε ο τότε Πρόεδρος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου του Βερολίνου, Helmut Kyrieleis, ο οποίος προηγουμένως είχε διατελέσει για 14 χρόνια και Διευθυντής του Ινστιτούτου στην Αθήνα. Ο νέος διευθυντής των ανασκαφών προχώρησε στην απόφαση να επαναφέρει τη συζήτηση σχετικά το ζήτημα της αρχαιότητας του ιερού που είχε τόσο απασχολήσει τον Dörpfeld.  Οι προϋποθέσεις για μια τέτοια έρευνα ήταν τώρα πλέον εντελώς διαφορετικές, διότι η μελέτη των πρώιμων φάσεων στον ελληνικό χώρο είχε στο μεταξύ αλλάξει εντελώς τα δεδομένα.

Από το 1987 οι νέες αυτές έρευνες επικεντρώθηκαν στο κέντρο του ιερού και συγκεκριμένα στο λεγόμενο Πελόπιον, το ηρώο που ήταν αφιερωμένο στη λατρεία του ήρωα Πέλοπα, ονοματοδότη της Πελοποννήσου. Στα σημαντικότερα  συμπεράσματα αυτής της έρευνας συγκαταλέγεται το γεγονός ότι φάνηκε πλέον με σαφήνεια, πως οι απαρχές της λατρείας του Διός θα πρέπει να τοποθετηθούν στα τέλη του 11ου αι. π.Χ., δηλαδή στην λεγόμενη υπομυκηναϊκή περίοδο και έδωσαν τη δυνατότητα για επανεξέταση του ζητήματος της σημασίας της λατρείας του Διός σε σχέση με εκείνη του Πέλοπα.

 

Ζ΄. Σύντομη περιήγηση στο ιερό

Στο σημείο αυτό θα επιχειρήσουμε μια σύντομη περιήγηση του ιερού με βάση την χρονολογική του εξέλιξη και τα σημαντικότερα οικοδομικά του κατάλοιπα.

Σύμφωνα με τις ως τώρα γνώσεις μας στην περιοχή υπήρξε εγκατάσταση ήδη από την πρώϊμη εποχή του Χαλκού, όπως υποδηλώνουν τα αψιδωτά οικοδομήματα που έφεραν στο φως οι έρευνες του Dörpfeld. Όμως, ο πρώϊμος αυτός οικισμός που δημιουργήθηκε στην εύφορη κοιλάδα του Αλφειού και δίπλα στο ποτάμι, δεν είχε καμμία σχέση με το μετέπειτα ιερό.

Αργότερα, στη θέση αυτή, σε άμεση γειτνίαση με τα αψιδωτά κτίσματα, δημιουργήθηκε ένας τεχνητός λοφίσκος, ένας τύμβος, που οριοθετήθηκε κυκλικά από σειρά κροκάλων. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο τύμβος αυτός περιβλήθηκε σταδιακά με την αχλή του μύθου που τον συνέδεσε μετέπειτα με τον μυθικό ήρωα Πέλοπα και την έλευσή του από τη μακρινή Φρυγία. Αυτό συνάγεται από το γεγονός, ότι ο λοφίσκος εξακολούθησε να είναι ορατός και στα πρώϊμα ιστορικά χρόνια και εν τέλει περικλείσθηκε στα κλασικά χρόνια από ένα τοιχίο με μνημειακό πρόπυλο.

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας – J. van Falke, 1880. λιθογραφία.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, σήμερα γνωρίζουμε πλέον με βάση τα νέα ανασκαφικά δεδομένα, ότι η λατρεία του Δία είχε εγκατασταθεί στην Ολυμπία, στις υπώρειες του Κρονίου λόφου, ήδη κατά την λεγόμενη υπομυκηναϊκή εποχή, δηλαδή τον 11ο αιώνα π.Χ. Την ύπαρξη πρώϊμου βωμού από τέφρα ανακατωμένου μαζί με τη λάσπη του Αλφειού που ήταν σε χρήση μέχρι και τουλάχιστον τον 8ο αι. πΧ., πιστοποιεί ένα εκτεταμένο στρώμα γεμάτο ευρήματα, στα οποία συγκαταλέγονται τα αναρίθμητα ειδώλια για τα οποία έγινε λόγος προηγουμένως, αλλά και οι μνημειώδεις χάλκινοι τρίποδες. Το στρώμα αυτό, που ονομάσθηκε «μαύρο στρώμα» λόγω της ύπαρξης πλούσιων καταλοίπων στάχτης, εκτεινόταν σε ένα μεγάλο τμήμα νοτιοδυτικά του Κρονίου, καλύπτοντας την περιοχή όπου περί το 600 π.Χ. οικοδομήθηκε ο πρώτος λίθινος και παλαιότερος δωρικός ναός της Πελοποννήσου, το λεγόμενο Ηραίο.

Από την εποχή πριν την ανοικοδόμηση αυτού του ναού, τα κτηριακά κατάλοιπα είναι πενιχρά και περιορίζονται στην ύπαρξη ενός τοξωτού στηρίγματος λίθινης γέφυρας που τεκμηριώνει ότι ο παραπόταμος του Αλφειού, Κλάδεος, αποτελούσε με την ορμητική ροή των υδάτων του ιδίως κατά τους χειμερινούς μήνες, ένα σημαντικό εμπόδιο στην ανάπτυξη του χώρου.

Τα ιστορικά δεδομένα της πρώϊμης αυτής περιόδου είναι ασαφή και σχετίζονται με τις εν γένει εξελίξεις στην Πελοπόννησο και τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα ισχυρά πολιτικά κέντρα της αρχαϊκής εποχής, όπως είναι η Κόρινθος, το Άργος και η Σπάρτη. Ιδιαίτερα οι δύο τελευταίες πόλεις φαίνεται πως ερίζουν για τη σταδιακή κυριαρχία τους επί του ιερού, η φήμη του οποίου, κυρίως μετά την ανοδική πορεία των ολυμπιακών αγώνων, η απαρχή των οποίων τοποθετείται σύμφωνα με τις νεώτερες έρευνες στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. (σε αντίθεση με την παλαιότερη άποψη που βασιζόταν στον κατάλογο των ολυμπιονικών της αρχαιότητας, ο οποίος καθόριζε την έναρξη των αγώνων το 776 π.Χ.) ολοένα και αυξάνεται. Αυτό γίνεται φανερό από την κατασκευή του πρώτου Σταδίου και την σταδιακή συμμετοχή αθλητών από πολλές περιοχές του ελληνικού κόσμου, όπως και από την παρουσία αφιερωμάτων με ποικίλη προέλευση, ακόμα και από την Ανατολή. Τα ευρήματα αυτά, που χρονολογούνται κατά το πλείστον στον 7ο αι. π.Χ., αποτελούν αδιάσειστα τεκμήρια για την επίδραση που άσκησαν τα ανατολικά πρότυπα στην εικονογραφία και την τεχνοτροπία των ελληνικών εργαστηρίων τόσο της χαλκουργίας όσο και της κεραμεικής και στην οποία οφείλεται ο όρος που έχει καθιερωθεί για την περίοδο αυτή ως «ανατολίζουσα περίοδος». Μεγάλος είναι επίσης ο αριθμός των όπλων που αφιερώνονται στον Δία, όπου κατά τη διάρκεια των αγώνων εφαρμόζεται η «εκεχειρία», διαμορφώνοντας μια νέα αντίληψη για το ζήτημα του πολέμου. Την «διεθνοποίηση» του ιερού τονίζει υπεράνω όλων και η ανοικοδόμηση μιάς σειράς ναϊσκόμορφων κτηρίων, των λεγόμενων Θησαυρών, που αποτελούν αφιερώματα διαφόρων πόλεων του ελληνικού κόσμου κατά μήκος της νότιας πλαγιάς του Κρονίου. Όπως είναι γνωστό από τον Παυσανία, οι περισσότεροι Θησαυροί αφιερώθηκαν από πόλεις της Μεγάλης Ελλάδας και της Σικελίας ,αλλά σημαντικό είναι ότι πλάϊ σε Θησαυρούς της μητροπολιτικής Ελλάδας υπήρχαν και αντίστοιχα αφιερώματα του Βυζαντίου στην Προποντίδα και της Κυρήνης στη Βόρεια Αφρική.

Κατά τη διάρκεια του 6ου αι. π.Χ., μια νέα δύναμη αρχίζει να εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο της βορειοδυτικής Πελοποννήσου. Πρόκειται για την πόλη της Ήλιδας, που αναπτύχθηκε 60 χιλιόμετρα βόρεια της Ολυμπίας και δημιουργήθηκε από σταδιακό συνοικισμό των κωμών της περιοχής. Η επίσημη ίδρυσή της τοποθετείται μεταξύ του 510 και του 470 π.Χ. Με τις αρχές του 5ου αι. π.Χ., η Ήλιδα κυριαρχεί στην ευρύτερη περιοχή βορείως του Αλφειού, ενώ η περιοχή της Τριφυλίας, στα νότια του ποταμού, εξακολουθεί για μεγάλα διαστήματα να παραμένει υπό την επίδραση της  Σπάρτης.

Την πολιτική δομή της οργάνωσης του ιερού, κυρίως κατά τη μεταβατική περίοδο από την υστεροαρχαϊκή προς την πρώϊμη κλασική εποχή, πιστοποιεί ένα ιδιαίτερο οικοδόμημα που αποτελείται από δύο δίδυμα κτήρια με αψιδωτή απόληξη και τα οποία αποτελούν σαφή αναφορά στην αρχαιότητα του χώρου. Στο δίδυμο αυτό κτήριο αναγνωρίζεται το Βουλευτήριο, στο οποίο αποδίδονται διαφορετικές αρμοδιότητες που σχετίζονται με την οργάνωση του ιερού και των αγώνων, την ανίδρυση τιμητικών και άλλων αναθημάτων κ.ο.κ. Δεν είναι πάντως τυχαίο ότι η κατασκευή του νεώτερου των δύο που είναι και το βορειότερο οικοδόμημα, συμπίπτει χρονικά με τον συνοικισμό της Ήλιδας και την προφανή επιβολή της κυριαρχίας της στο ιερό.

Κατά το πρώτο τέταρτο του 5ου αι., με την παρουσία των Ηλείων συντελούνται στο ιερό σημαντικές αλλαγές που αλλάζουν εντελώς την εικόνα του. Ανοικοδομείται ο μεγάλος δωρικός ναός του Δία στο κέντρο του ιερού που σύμφωνα με τον Παυσανία οφείλεται στον, κατά τα άλλα παντελώς άγνωστο, Ηλείο αρχιτέκτονα Λίβωνα. Ο ναός εντυπωσιάζει με τις αναλογίες, με την εξαιρετικά επιμελημένη κατασκευή του αλλά πάνω από όλα με τον εντυπωσιακό γλυπτό του διάκοσμο, τόσο όσον αφορά τα αετώματα όπου εικονίζονται η αρματοδρομία μεταξύ του Πέλοπα και του μυθικού βασιλιά της Ήλιδας Οινομάου στο ανατολικό και η θεσσαλική κενταυρομαχία στο δυτικό, όσο και στις μετόπες με τους δώδεκα άθλους του Ηρακλή, μυθικού ιδρυτή της Ολυμπίας. Τα γλυπτά, έργα του λεγόμενου Αυστηρού Ρυθμού, είναι κατασκευασμένα, όπως άλλωστε και η στέγη του κτηρίου, από το ακριβό παριανό μάρμαρο. Το τεράστιο κόστος αυτής της κατασκευής αποτελεί ένα ζήτημα, το οποίο εξακολουθεί να απασχολεί την έρευνα. Δεν είναι σίγουρα τυχαίο ότι την ίδια εποχή τοποθετούνται, πιθανότατα στο ιερό, οι πρώτες κοπές των εντυπωσιακών αργυρών στατήρων με σύμβολα που συνδέονται αποκλειστικά με τη λατρεία του Δία, δηλαδή τη Νίκη, τον αετό και τον κεραυνό, αλλά και κάποιες φορές και με τη μορφή του θεού. Αργότερα, στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι., έρχεται να προστεθεί και μια άλλη σειρά στατήρων που εικονίζει την μορφή της Ήρας.

Την εποχή αυτή, η συνήθεια να αφιερώνονται όπλα στο ιερό εγκαταλείπεται σταδιακά όπως και η ανάθεση Θησαυρών. Τη θέση τους παίρνουν πλέον τα μνημειακά, συχνά πολυπρόσωπα, αναθήματα, που άρχισαν να ανιδρύονται ήδη κατά το τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα και ήταν κατασκευασμένα από χαλκό ή μάρμαρο. Δυστυχώς, λίγα από αυτά διατηρήθηκαν ως τις μέρες μας. Ωστόσο, οι πολυάριθμες βάσεις τους και οι περιγραφές του Παυσανία αποτελούν τεκμήριο για το μέγεθος της απώλειας. Σε αντίθεση με την αρχαϊκή εποχή, η οποία διατηρήθηκε μέσω των ευρημάτων που  αποτέθηκαν στα πολυάριθμα πηγάδια κατά μήκος του Σταδίου, τα αναθήματα των μεταγενέστερων εποχών, που ήταν σε μεγάλο βαθμό χάλκινα, διερπάγησαν ή καταστράφηκαν.

Το χρυσελεφάντινο λατρευτικό άγαλμα του ναού, ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας, έργο του Αθηναίου γλύπτη Φειδία, τοποθετήθηκε περίπου 25 χρόνια αργότερα στον σηκό του αφού είχε κατασκευασθεί με μια περίπλοκη τεχνική στο εργαστήριο, το οποίο ανοικοδομήθηκε σε άμεση γειτνίαση αλλά έξω από τον περίβολο του ιερού, στα δυτικά του ναού.

Kεντρικό ακρωτήριο του ναού ήταν ένας επιχρυσωμένος τρίποδας, στα πλάγια ήταν τοποθετημένη από μία επίσης επιχρυσωμένη Νίκη, όπως μας ενημερώνει η επιγραφή στον τριγωνικό πεσσό, που βρέθηκε ανατολικά της πρόσοψης του ναού και έφερε τη  περίφημη μορφή της Νίκης, χαρακτηριστικό έργο του Πλούσιου Ρυθμού, που φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Παιώνιο με προέλευση από τη Μένδη της Χαλκιδικής. Τύχη αγαθή έχει διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό το έργο αυτό του μεγάλου γλύπτη, που είναι επίσης κατασκευασμένο από παριανό μάρμαρο.

Φανταστική απεικόνιση του λατρευτικού αγάλματος του Διός Ολυμπίου. Fischer von Erlach, 1721.

Ο τρίτος και τελευταίος ναός που κτίσθηκε περίπου στο 400 π.Χ. είναι το Μητρώο, ναός αφιερωμένος στη Μητέρα των Θεών, που όμως είναι πολύ μικρότερος από τους δύο προηγούμενους. Το λατρευτικό σκηνικό στο ιερό αλλάζει σταδιακά αυτή την εποχή και αυτό οφείλεται στις αλλαγές που σημειώνονται κατά τη διάρκεια του τετάρτου αιώνα, κατά τον οποίο η τέλεση της λατρείας και οι αγώνες που έως τότε αποτελούσαν μια ενότητα, αποσυνδέονται κατ’ αρχάς από τοπογραφική άποψη με την κατασκευή της στοάς της Ηχούς, στο ανατολικό πέρας της Άλτης. Ο συμβολικός χαρακτήρας αυτής της αλλαγής διαφαίνεται όμως κυρίως λόγω της διόγκωσης της σημασίας των αγώνων, σε συνδυασμό με την αύξηση των εγκαταστάσεων που σχετίζονται μαζί τους. Έτσι, μετά την ανέγερση της Παλαίστρας, ακολουθούν αργότερα το Γυμνάσιο και άλλα σχετικά οικοδομήματα.

Το κυριότερο και πρωϊμότερο οικοδόμημα, που αποτελεί ορόσημο για τη νέα αυτή εποχή, είναι το μεγάλο τετράγωνο κτήριο, που οικοδομήθηκε εκτός του τεμένους, στα νοτιοδυτικά του τελευταίου, αλλά σε άμεση γειτνίαση με αυτό. Πρόκειται για το λεγόμενο Λεωνίδαιο, που ονομάσθηκε σύμφωνα με τον χορηγό του, κάποιον Λεωνίδα από τη Νάξο. Με ένα κεντρικό περιστύλιο, γύρω από το οποίο συντάσσονται ξενώνες για τους αθλητές, το εντυπωσιακό αυτό οικοδόμημα παρέμεινε σε χρήση ακόμα και μέχρι τη ρωμαϊκή περίοδο, οπότε και συντελέσθηκαν κάποιες σημαντικές τροποποιήσεις.

Το στοιχείο, ωστόσο, που αντανακλά ανάγλυφα τις αλλαγές που συντελούνται στο πολιτικό σκηνικό από τον τέταρτο αιώνα και μετά και το οποίο άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του και στο ιερό του Δία, είναι η εμφάνιση, για πρώτη φορά στον χώρο του ιερού, μνημείων που σχετίζονται με την πολιτική προπαγάνδα. Η παλαιότερη χωροταξική παρέμβαση αυτού του τύπου οφείλεται στον βασιλά Φίλιππο Β’, ο οποίος, ως ο πρώτος Μακεδόνας που συμμετείχε στους ολυμπιακούς αγώνες, θέλησε να αφιερώσει στο ιερό ένα κυκλικό πολυτελές οικοδόμημα. Όμως, λόγω του ξαφνικού θανάτου του, δεν στάθηκε δυνατόν να το ολοκληρώσει ο ίδιος, κάτι που έμελλε να πράξει ο γιός του, Αλέξανδρος Γ’. Αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι, όπως γνωρίζουμε από τον Παυσανία, στο εσωτερικό του τοποθετήθηκαν χρυσελεφάντινα αγάλματα των μελών της οικογενείας του, δηλαδή των γονέων του Φιλίππου και Ολυμπιάδας και των προγόνων τους Αμύντα και Ευρυδίκης, έργα του γλύπτη Λεωχάρη.

Αυτή η νέα αντίληψη της Άλτεως ως χώρου προσωπικής προβολής των ηγεμόνων της ελληνιστικής περιόδου, επρόκειτο βέβαια να έχει συνέχεια και στους επόμενους αιώνες. Ένα από τα λιγοστά διατηρημένα εν μέρει, μνημεία είναι και το λεγόμενο ανάθημα των Πτολεμαίων, που αποτελούνταν από δύο ιδιαίτερα ψηλούς ιωνικούς κίονες, τοποθετημένους σε απόσταση μεταξύ τους πάνω σε επιμήκη βάση και οι οποίοι έφεραν επάνω τις μορφές του Πτολεμαίου Β’ του Φιλαδέλφου (284 – 246 π.Χ.) και της ετεροθαλούς αδελφής του, Αρσινόης. Πρόκειται για το ανάθημα του ναυάρχου Καλλικράτη προς τιμή του βασιλικού ζεύγους.

Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο το ιερό συρρικνώνεται, διερύνονται όμως οι διάφορες εγκαταστάσεις, οι οποίες εξυπηρετούν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών, όπως συμπεραίνεται από την αύξηση των λουτρικών εγκαταστάσεων και άλλων οικοδομημάτων που σχετίζονται με την διαμονή και ενδιαίτηση επισκεπτών και αθλητών. Σημαντική αλλαγή συντελείται κατά τον 1ο αι. μ.Χ. όταν το Μητρώο μετατράπηκε σε κτήριο αφιερωμένο στην αυτοκρατορική λατρεία.

Αναμφίβολα όμως, το πιο εντυπωσιακό οικοδόμημα των ρωμαϊκών χρόνων αποτελεί το Νυμφαίο, που ανεγέρθηκε από τον περίφημο Ηρώδη τον Αττικό και αφιερώθηκε στην σύζυγό του Ρήγιλλα, η οποία αναφέρεται ως ιέρεια της Δήμητρας. Πρόκειται για ένα πολυτελές διώροφο οικοδόμημα επενδεδυμένο με μάρμαρο, στις κόγχες του οποίου προβάλλονταν μαρμάρινα αγάλματα που απεικόνιζαν τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογενείας στο ένα επίπεδο και τα μέλη της οικογενείας του ιδίου του Ηρώδη στο δεύτερο. Και στους δύο ορόφους ως κεντρική μορφή δέσποζε η μορφή του Δία.

Η σταδιακή  παρακμή του ιερού, η οποία επιτάθηκε τον 3ο αι. μ.Χ. υπό τον φόβο της έλευσης του βαρβαρικού φύλου των Ερούλων, δεν απετέλεσε εμπόδιο για τη συνέχιση των ολυμπιακών αγώνων. Μια μεγάλη χάλκινη επιγραφή που βρέθηκε πριν μερικά χρόνια στο χώρο των νοτιοδυτικών θερμών, οι οποίες χρησίμευαν και ως χώρος συγκέντρωσης των αθλητών, βεβαιώνει την τέλεσή τους μέχρι τουλάχιστον τον  ύστερο 4ο μεταχριστιανικό αιώνα, μέχρις ότου το διάταγμα του Θεοδοσίου Ι’ του 393 μ.Χ. απαγορεύσει πλέον οριστικά την τέλεση της ειδωλολατρικής λατρείας. Όμως, και οι πρώϊμοι χριστιανοί κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο ιερό με την ανοικοδόμηση τον 5ο αι. μ.Χ., ακριβώς στο σημείο όπου κάποτε βρισκόταν το εργαστήριο του Φειδία, μιας εξαιρετικής Βασιλικής.

Εναέρια άποψη από νότια του αρχαιολογικού χώρου Ολυμπίας. Διακρίνονται η Ιερή Άλτη, το αρχαίο Στάδιο, ο Κρόνιος λόφος, ο ποταμός Αλφειός και στο βάθος η σύγχρονη πόλη και το Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας

Κατά τον 6ο αι. μ.Χ., ένας μεγάλος σεισμός καθώς και αλλεπάλληλες πλημμύρες του Αλφειού, συνεχίζουν το καταστροφικό τους έργο και το αρχαίο ιερό καλύπτεται από τη λάσπη και την άμμο, περνώντας για πολλούς αιώνες στη λήθη μέχρι να αρχίσει η αναζήτησή του από τους περιηγητές, όπως περιγράφηκε στην αρχή.

 

Η΄.  Αναστηλωτικό έργο

Είναι αυτονόητο ότι τα οικοδομήματα που αναφέρθηκαν στη σύντομη περιήγηση, λόγω της φθοράς που είχαν υποστεί από τον χρόνο, έχρηζαν και ιδιαίτερης φροντίδας. Έτσι, στην όλη πορεία των ανασκαφών και πάντοτε υπό την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, πραγματοποιήθηκαν κατά καιρούς αναστηλώσεις σε διάφορα κτίρια του ιερού. Εκτός από την αναστήλωση κιόνων του Ηραίου, της Παλαίστρας και άλλων κτισμάτων, που πραγματοποιήθηκαν ήδη την δεκαετία του ’60, τα τελευταία χρόνια έχουν ολοκληρωθεί μια σειρά από σημαντικές επεμβάσεις, που έχουν αλλάξει κατά πολύ την εικόνα του ιερού, δίνοντας την απαραίτητη τρίτη διάσταση σε διάφορα κτήρια, που μέχρι πρόσφατα δεν ήταν κατανοητά στον απλό επισκέπτη. Κατά πρώτον λόγο θα πρέπει αναφερθεί η αναστήλωση ενός κίονα του ναού του Διός, που πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία

Άποψη του ναού του Διός με τον αναστηλωμένο κίονα

 των ολυμπιακών αγώνων του 2004, ενώ λίγο αργότερα ολοκληρώθηκε η αναστήλωση τμήματος του κρηπιδώματος και ορισμένοι κίονες του Φιλιππείου και -πολύ πρόσφατα- ο ένας κίονας από το ανάθημα των Πτολεμαίων.

Ο αναστηλωμένος βόρειος κίονας του αναθήματος των Πτολεμαίων.

Στις γνώσεις μας των τελευταίων ετών έχουν συμβάλει και οι έρευνες της Αρχαιολογικής Yπηρεσίας, τόσο στην προέκταση του Γυμνασίου όσο και σε άλλα, άγνωστα μέχρι πρότινος, ιερά στην ευρύτερη περιοχή. ‘Ομως, πέρα από τη σημαντική τους προσφορά στην έρευνα της Αρχαιότητας, οι ανασκαφές της Αρχαίας Ολυμπίας, όπως προσπάθησα να τονίσω στη σύντομη αυτή παρουσίαση, αποτελούν μια σημαντική περίπτωση μελέτης όχι μόνο για την πορεία της  αρχαιολογικής έρευνας αλλά και για την εξέλιξη του ίδιου του ελληνικού κράτους. Παρακολουθώντας την περιπετειώδη διαδρομή που διήνυσε η ανασκαφή αυτή μέχρι να γίνει πραγματικότητα, τα διάφορα εμπόδια που συνάντησε στην πορεία της και τα οποία συνδέονται με τις ιστορικές συγκυρίες, συνειδητοποιεί κανείς ακόμα μια φορά τη στενή σχέση μεταξύ της Αρχαιολογίας και της Πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό ίσως δεν αποτελεί υπερβολή η άποψη που εξέφρασε πρόσφατα σε ένα βιβλίο του ο Ε. Papi, νυν διευθυντής της Ιταλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, στο πλαίσιο μιάς γενικότερης θεώρησης της ιστορικής πορείας που οδήγησε, μέσα από εθνικούς ανταγωνισμούς, στην πραγματοποίηση ορισμένων μεγάλων ανασκαφών, σύμφωνα με την οποία: «H Αρχαιολογία αποτελεί την συνέχεια του πολέμου με διαφορετικά μέσα».

 

Η Αλίκη Μουστάκα είναι Καθηγήτρια Κλασσικής Αρχαιολογίας του Τμήματος Ιστορίας καi Αρχαιολογίας ΑΠΘ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

A. Boetticher, Olympia. Das Fest und seine Stätte (Βερολίνο, 1886).
E. Curtius – Fr. Adler (Επιμ.), Οlympia, die Ergebnisse der vom Deutschen Reich veranstalteten Ausgrabungen τόμοι I-V (1890-1897).
H.-V. Herrmann, Olympia. Heiligtum und Wettkampfstätte (Μόναχο, 1972).
Th. Kalpaxis, “Die Vorgeschichte und die Nachwirkungen des Olympia-Vertrags” στο: H. Kyrieleis (επιμ.), Olympia 1875 – 2000. 125 Jahre Deutsche Ausgrabungen. Internationales Symposion, Berlin 9.-11.11.2000 (Mainz am Rhein, 2002) 19-30.
L. Klinkhammer, “Grossgrabung und große Politik. Der Olympia-Vertrag als Epochenwende“ στο: H. Kyrieleis (επιμ.), Olympia 1875 – 2000. 125 Jahre Deutsche Ausgrabungen. Internationales Symposion, Berlin 9.-11.11.2000 (Mainz am Rhein, 2002) 31-43.
Ε. Κόκκου, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία (Αθήνα, 1977).
H. Kyrieleis, Olympia. Archäologie eines Heiligtums (Darmstadt, 2011).
Β. Λεονάρδος, Η Ολυμπία (Αθήνα, 1901).
A. Mallwitz, Olympia und seine Bauten (Μόναχο, 1972).
S. L. Marchand, Down from Olympus. Archaeology and Philhellenism in Germany 1750-1970 (Princeton University Press, Princeton/New Jersey 1996).
A. Moustaka, “The German and Greek Excavations” στο: A. Amendt-Chr. Wacker-St. Wassong (Eds.), Olympics. Past & Present (München, 2013) 93 – 100.
Θ. Ν. Μποχώτης, Ελέγχοντας τον τόπο του παρελθόντος. Η γερμανοεληνική σχέση εξουσίας στις ανασκαφές της Ολυμπίας 1869-1882 (Ηράκλειο 2015).
Δ. Γ. Παπαγεωργίου, Ολυμπία και Ολυμπιακοί αγώνες (Αθήνα, 1890) φωτομηχανική έκδοση Εκδ. Καπόν 2013 (με πρόθεμα της Α. Μουστάκα).
Ε. Papi, Pietre dello scandalo (Roma 2017) 123.
A. Schnapp, “The Forgetting and Rediscovery of Olympia from the Beginningst to the Expédition de Morée” στο: A. Amendt-Chr. Wacker – St. Wassong (Eds.), Olympics. Past & Present (Munich-London-New York 2013) 85-92.
J. S. Stanhope, Olympia or Topography Illustrative of the actual state of the plain of Olympia and the ruins of the city of Elis (London, 1824).
P. Themelis, Die Brüder A. und K. Dimitriadis,“ Kommissare der Ausgrabungen in Olympia (1875-1887)” στο: W.-D. Heilmeyer et alii, Mythos Olympia. Kult und Spiele (Μόναχο, 2012) 188-189.
Γ. Εμμ. Χατζή, Το αρχαιολογικό Μουσείο της Ολυμπίας (Αθήνα, 2002).

 

 

Δάφνη Μουρέλου: Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ και η εδραίωση της τέχνης του μπαλέτου

Δάφνη Μουρέλου

 Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ και η εδραίωση της τέχνης του μπαλέτου

 

Γνωρίζουμε πως το μπαλέτο αποτελεί μια μορφή τέχνης που υποκρύπτει τη σκληρή πειθαρχία που επιβάλλεται στο σώμα προβάλλοντας μια ωραιοποιημένη εικόνα, καθώς δεν επιτρέπεται να γίνεται φανερή στο κοινό οποιαδήποτε τεχνική δυσκολία. Οι ιδιότητες της χάρης, της κομψότητας και της αρμονίας των κινήσεων αποτελούν σημαντικές προϋποθέσεις για έναν/μια επαγγελματία από τις απαρχές της δημιουργίας του είδους.[1]

Στο σημείο αυτό, έχει σημασία να σταθεί κανείς στις κινητικές απαρχές του  μπαλέτου, οι οποίες σφράγισαν σε μεγάλο βαθμό την περαιτέρω αισθητική του εξέλιξη. Η τεχνική του μπαλέτου έχει καταβολές στους αυλικούς χορούς της αναγεννησιακής περιόδου.  Η φιλοσοφία του ουμανισμού είχε μεγάλο αντίκτυπο στις βασιλικές αυλές της Αναγέννησης. Η ιδέα του ανθρώπου ως προικισμένου πλάσματος με αναρίθμητες ικανότητες εξέλιξης βρισκόταν στον πυρήνα αυτής της προσέγγισης. Έτσι, ήταν επιτακτικό καθήκον η διεύρυνση κάθε είδους γνώσης, όπως επίσης και η ανάπτυξη των ατομικών δυνατοτήτων. Μέσα σε αυτό το πνεύμα, άνθισαν σημαντικά οι τέχνες και τα γράμματα στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών αυλών. Ο χορός, η μουσική, το θέατρο και όλες οι δημιουργικές εκφράσεις του ανθρώπινου πνεύματος τάχθηκαν στην υπηρεσία των ισχυρών μοναρχών της Ευρώπης. Ο χορός ειδικότερα, πέρα από τον ψυχαγωγικό του χαρακτήρα, αποτελούσε εκπαιδευτική λειτουργία, καθώς μέσω αυτού οι αυλικοί διδάσκονταν τους νόμιμους τρόπους κοινωνικής συμπεριφοράς και χάρης.[2] Οι χορευτικές κινήσεις των αυλικών ήταν απόλυτα συμβατές με τον τρόπο που κινούνταν στην καθημερινότητά τους. Όπως αναφέρει ο Kraus, η κίνησή τους ήταν γνωστή για “την αλαζονική της αυτοπεποίθηση, προσποιητά κομψή, πλούσια διακοσμημένη, γρήγορη και αυταρχική, καθώς και αυστηρά πειθαρχημένη, με όρθια κορμοστασιά, ελαφράδα, δύναμη, λαμπρότητα και γατίσια χρησιμοποίηση των ποδιών”.[3] Ο Reyna επίσης αναφέρει χαρακτηριστικές χορευτικές οδηγίες της εποχής εκείνης, οι οποίες μας θυμίζουν αρκετά το ύφος του μπαλέτου, όπως το γνωρίζουμε σήμερα: πόδια γυρισμένα προς τα έξω (en dehors), καλοτεντωμένα γόνατα και γάμπες (tendus), χορός στις άκρες των δακτύλων των ποδιών (à pointe).[4]

Αναγεννησιακή τέχνη. Εργαστήρι του Andrea Mantegna: Χορός τεσσάρων γυναικών (π. 1497).

Σύμφωνα με τον Elias, στις ευρωπαϊκές αυλές ξεκίνησε η καλλιέργεια ιδιοτήτων οι οποίες αποδείχτηκαν καθοριστικές για την εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα άτομα ανέπτυξαν ιδιότητες όπως η αυτοκυριαρχία, η αυστηρή ρύθμιση των προσωπικών παθών, ο έλεγχος του θυμικού και ο μακρόπνοος υπολογισμός. Απώτερος σκοπός της “αυλικής ορθολογικότητας” ήταν η διατήρηση του κοινωνικού γοήτρου και η απόκτηση της βασιλικής εύνοιας.[5] Τα μέλη της αριστοκρατικής κοινωνίας επεξεργάζονταν διεξοδικά το βιοτικό ύφος τους με σκοπό να διακρίνονται από την αστική τάξη και τα χαμηλότερα στρώματα. Οι κινήσεις, οι χειρονομίες και η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν εντάσσονται στο παραπάνω σκεπτικό. Επιπλέον, η κόσμια αυλική συμπεριφορά θα εξασφάλιζε και την εύνοια του μονάρχη. Σταδιακά, το μοντέλο συμπεριφοράς της αυλικής αριστοκρατίας άρχισε να διαχέεται προς τα χαμηλότερα στρώματα με την κοινωνική άνοδο της αστικής τάξης και την παρακμή της απολυταρχίας. Τα χαρακτηριστικά του αυλικού μοντέλου συμπεριφοράς διατηρήθηκαν, εξαπλώθηκαν και βάσει αυτών διαμορφώθηκε η έννοια του πολιτισμού.[6]

Στο παραπάνω πλαίσιο εντασσόταν και η συμμετοχή των ευγενών στα αυλικά μπαλέτα. Η συμμετοχή είχε σκοπούς ψυχαγωγικούς αλλά και πολιτικούς, καθώς μέσα από τον χορό οι συμμετέχοντες εξέφραζαν τον θαυμασμό και την υποταγή τους στο μονάρχη. Επίσης, η ενασχόληση με τον χορό θεωρούνταν αναπόσπαστο κομμάτι της ευγενούς ανατροφής στο πλαίσιο της αυλής.[7]  Έτσι, οι κυρίαρχοι λόγοι των υψηλών στρωμάτων της εποχής ενσωματώθηκαν στην τεχνική του μπαλέτου. Οι νόμιμοι και ταξικά προσδιορισμένοι τρόποι με τους οποίους οι αυλικοί χειρίζονταν το σώμα τους, αποτέλεσαν την πρώτη ύλη για την δημιουργία της τεχνικής του μπαλέτου, η οποία αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια των αιώνων χωρίς να χάσει την αριστοκρατική της αισθητική. 

Η έξω στροφή των ποδιών αποτελούσε χαρακτηριστικό γνώρισμα των κοινωνικών χορών της βασιλικής αυλής, καθώς επέτρεπε στους αυλικούς να εκτελούν τις καθημερινές τους κινήσεις με χάρη και κομψότητα. Το “άνοιγμα” του σώματος που δημιουργείτο από αυτή την έξη είχε εξουσιαστικές συνδηλώσεις, καθώς προσέδιδε ιδιαίτερο κύρος και στυλ, ενώ αντίστοιχα το “μάζεμα” θεωρούνταν σημάδι αμάθειας και αποκλίνουσας πρακτικής.[8] Επίσης, η σταθερότητα του κορμού και η έξω στροφή των ποδιών είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της ξιφασκίας, συχνής πρακτικής στις βασιλικές αυλές. Η στροφή αυτή εξελίχθηκε σε στροφή ενενήντα μοιρών κατά την περαιτέρω ανάπτυξη της τεχνικής του μπαλέτου και τη διεξαγωγή των θεαμάτων σε θεατρικούς χώρους.[9]

Giovanni Domenico Tiepolo: Χορός στην εξοχή (π. 1755), Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

Σύμφωνα με τον Reyna, η χορογραφία γεννήθηκε στις ιταλικές αυλές του 15ου αιώνα.[10] Οι λαϊκοί χοροί της εποχής πέρασαν σταδιακά στους κύκλους των ευγενών και εντάχθηκαν μετά απο επεξεργασία-ραφινάρισμα στο πλαίσιο των βασιλικών αυλών. Έχει γίνει, δηλαδή, σταδιακή εισαγωγή και επεξεργασία των κοινωνικών χορών των χαμηλότερων στρωμάτων στην βασιλική Αυλή, όπου οι αυλικοί δίνουν μεγάλη έμφαση στην κοκεταρία, την πόζα και την επίδειξη. Ταυτόχρονα, ο χορός τείνει προς μια ολοένα και μεγαλύτερη επιτήδευση και οι βηματισμοί γίνονται συγκεκριμένοι, χωρίς να υπάρχει αυτοσχεδιασμός. Σύμφωνα με τον Kraus, οι αυλικοί χοροί της εποχής μπορούν να χωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Basse Dance (τα πόδια βρίσκονται σε συνεχή επαφή με το πάτωμα) και Haute Dance (χοροί με μικρές αναπηδήσεις ή και άλματα).[11]

Το 1581 είναι μια εξαιρετικά σημαντική ημερομηνία για την ιστορία του χορού, καθώς τότε θεωρείται ότι έγινε η εκτέλεση του πρώτου ευρωπαϊκού μπαλέτου. Επρόκειτο για Το Κωμικό Μπαλέτο της Βασίλισσας το οποίο έλαβε χώρα στην αυλή του Ερρίκου Γ΄ της Γαλλίας και διοργανώθηκε από την γυναίκα του, Αικατερίνη των Μεδίκων. Το Κωμικό Μπαλέτο της Βασίλισσας ήταν ένα μίγμα από ιστορίες από την Παλαιά Διαθήκη, την ελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία. Βασικό θέμα του ήταν η μάγισσα Κίρκη. Επρόκειτο για ένα σύνθετο και πολυδάπανο έργο με πολύπλοκα σκηνικά και μηχανές, το οποίο είχε τεράστια επιτυχία επειδή προσπάθησε να κινηθεί γύρω από ένα σταθερό θέμα. Ήταν η πρώτη φορά που ο χορός λάμβανε τις διαστάσεις ενός οργανωμένου, θεατρικού θεάματος με σκοπό την θεατρική αφήγηση μέσω της κίνησης.[12]

Τρεις σειρήνες, από το Το Κωμικό Μπαλέτο της Βασίλισσας.

Κάποια χρόνια αργότερα, η αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ αποτέλεσε τον τόπο γέννησης του νεότερου δυτικού θεατρικού χορού, καθώς με δική του πρωτοβουλία η τέχνη του μπαλέτου έγινε επάγγελμα. Ο ίδιος, ενθουσιώδης υποστηρικτής του είδους, έπαιρνε καθημερινά μαθήματα από τον προσωπικό του χοροδιδάσκαλο Pierre Beauchamps για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Παράλληλα, συμμετείχε ως χορευτής στα μπαλέτα της αυλής ασκώντας έτσι και την προσωπική του προπαγάνδα.[13]  Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Ballet de la Nuit, μπαλέτο του 1653, το οποίο αφηγείται μια νύχτα όπου παραμονεύουν δαιμονικά πλάσματα έως ότου ξημερώνει και ανατέλλει λυτρωτικά ο θεός ήλιος, τον ρόλο του οποίου παίζει ο ίδιος ο μονάρχης.

 

Στιγμιότυπο από την κινηματογραφική ταινία του rard Corbiau Le Roi Danse (2000)

 

Είναι χρήσιμο να επισημάνουμε πως θεωρία του θείου δικαιώματος του μονάρχη (Ελέω Θεού μοναρχία) αποτέλεσε ισχυρό στήριγμα για την γαλλική, και όχι μόνο, απολυταρχία, καθώς αφ ενός προϋπέθετε το καθήκον της παθητικής υποταγής των υπηκόων προς τους μονάρχες, αφ ετέρου, διασφάλιζε την σταθερότητα του μονάρχη στον θρόνο καθώς ήταν αδύνατη η εκθρόνιση του από εξωτερικές δυνάμεις, όπως ο πάπας. Είναι αξιοσημείωτο, λοιπόν, το γεγονός ότι το μπαλέτο έχει μια σημαντική πολιτική διάσταση. Επιπρόσθετα, η Chazin-Bennahum εξηγεί πως στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄ η κίνηση, ο χορός και η μόδα κωδικοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτελούν διακριτική λειτουργία, δηλαδή, να είναι δηλωτικά της απόστασης που χωρίζει την ανώτερη τάξη από τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Το ενδυματολογικό πρότυπο, λοιπόν, χαρακτηρίζεται από ακριβά υφάσματα, ζωντανά χρώματα, βαριά αξεσουάρ και μεγάλες περούκες. Παράλληλα, οι αυλικοί και ιδιαίτερα οι γυναίκες, μαθαίνουν πώς να κινούνται με χάρη και ευπρέπεια επιδεικνύοντας την εντυπωσιακή ενδυμασία τους.[14]

Jean Garnier (1632-1705): O Λουδοβίκος ΙΔ΄ προστάτης των Τεχνών και των Επιστημών, Ανάκτορο των Βερσαλλιών.

Το 1661 ο Λουδοβίκος ανέθεσε στον Beauchamps να θεμελιώσει κανόνες για το μπαλέτο και να καταγράψει όλες τις έως τότε γνωστές κινήσεις και σχηματισμούς. Είναι η πρώτη φορά που γίνεται μια οργανωμένη καταγραφή και μέσα από αυτήν εισήχθη μεγάλο μέρος της τεχνικής του μπαλέτου, δημιουργώντας τη βάση για την εξέλιξη του. Την ίδια εποχή, με πρωτοβουλία του Λουδοβίκου, ιδρύθηκε η Βασιλική Ακαδημία Χορού ως ο πρώτος επίσημος φορέας που θα στέγαζε την επαγγελματική χορευτική εκπαίδευση.[15] Παρά τις προθέσεις του μονάρχη, για διάφορους λόγους η Ακαδημία δεν λειτούργησε επί μια δεκαετία. Το 1671 με πρωτοβουλία του συνθέτη Jean-Baptiste Lully συγχωνεύθηκαν η Βασιλική Ακαδημία Χορού με την Βασιλική Ακαδημία Μουσικής σχηματίζοντας έναν ισχυρό οργανισμό. Ο νεοσύστατος οργανισμός στεγάστηκε στο Palais Royal και η επαγγελματική χορευτική εκπαίδευση αποτελούσε πλέον πραγματικότητα. Μέσα από αυτές τις εξελίξεις ο χορός μεταφέρθηκε από την βασιλική αυλή στο θέατρο.[16] Οι επαγγελματίες χορευτές και χορεύτριες του Παρισιού περιόδευαν σταθερά στις ευρωπαϊκές αυλές και παράλληλα ιδρύθηκαν βασιλικές όπερες και θέατρα σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Σε κάποιες περιπτώσεις ιδρύθηκαν ξεχωριστοί θίασοι μπαλέτου με βασιλική επιχορήγηση. Αλλού, το μπαλέτο εντάχθηκε στο πλαίσιο του οπερατικού θιάσου.[17]

Jean-Baptiste Lully (1632-1687).
O Λουδοβίκος ΙΔ’ ως Απόλλων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η μπαλετική τεχνική εξελίχθηκε περαιτέρω μέσα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Έτσι, η κίνηση απέκτησε ακόμα πιο γεωμετρική φόρμα, χωρίς να αποτινάξει τα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά τα οποία διατηρούνται μέχρι σήμερα. Οι πέντε βασικές θέσεις των ποδιών αποτέλεσαν την βάση για την εξέλιξη μιας τεχνικής η οποία, βασιζόμενη σε γεωμετρικούς και ανατομικούς υπολογισμούς, αποσκοπεί στην ανύψωση των σωμάτων αψηφώντας τους νόμους της βαρύτητας.[18] Εδώ μπορεί να εντοπίσει κανείς την εγγενή αντίφαση του μπαλέτου. Η ανάπτυξη των σωμάτων βασίζεται σε μια ορθολογικά οργανωμένη τεχνική αλλά η σκηνική τους παρουσία αποσκοπεί στην έκφραση του άπιαστου και του αιθέριου, χαρακτηριστικά τα οποία παραπέμπουν στην ρομαντική αισθητική από την οποία δέχτηκε επίσης καθοριστικές επιρροές.[19]

Κλείνοντας, έχει σημασία να αναφέρουμε πως πλέον το μπαλέτο αποτελεί μια μορφή τέχνης που αντιπροσωπεύεται σε διεθνές επίπεδο από διαφορετικές σχολές. Όλες οι σχολές βασίζονται σε μια κοινή βάση τεχνικής, ωστόσο υπάρχουν επιμέρους διαφοροποιήσεις σε σχέση με το στιλ και το ύφος των κινήσεων. Από τις πιο παλιές είναι η Γαλλική, η Ρωσική και η Δανέζικη. Όπως είδαμε μέσα από την Γαλλική σχολή το μπαλέτο εδραιώθηκε ως ξεχωριστό σύστημα τεχνικής στα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Πολύ σύντομα, οι Τσάροι εκφράζουν έντονο ενδιαφέρον για τη νέα χορευτική τέχνη και υποστηρίζουν τη μετάδοση της γνώσης με Ρώσους απεσταλμένους στην Γαλλική αυλή, αλλά και προσκεκλημένους Γάλλους χοροδιδασκάλους στην Ρωσία. Από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα, το ρωσικό μπαλέτο αναπτύσσεται ραγδαία και εξελίσσει τα ιδιαίτερά του χαρακτηριστικά, κυρίως μέσα από την πολυετή θητεία του Marius Petipa στο Αυτοκρατορικό Θέατρο.[20] Στη συνέχεια, παραμένει ακμαίο επί κομμουνισμού υπηρετώντας προπαγανδιστικές σκοπιμότητες.[21] Η Δανέζικη σχολή είναι επίσης παλιά και η μέθοδός της διαμορφώθηκε κυρίως από τον August Bournonville τον 19ο αιώνα. Κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα αναπτύχθηκαν ακόμη εντυπωσιακά η Αγγλική και η Αμερικανική σχολή. Η Αγγλική σχολή απέκτησε ένα ξεχωριστό στυλ και ύφος κυρίως χάρη στη συμβολή των Ninette de Valois, Marie Rambert και Frederick Ashton.[22] Το Αμερικανικό μπαλέτο εδραιώθηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη στο έργο του George Balanchine,[23] παλιό συνεργάτη του πρωτοποριακού θιάσου των Ρωσικών Μπαλέτων, του Diaghilev, που επέφερε τομή στα χορευτικά δρώμενα στην αρχή του 20ου αιώνα.

 

Ballet Evolved – At the court of Louis XIV

 

H Δάφνη Μουρέλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διπλωματούχος καθηγήτρια χορού (Α.Ε.Σ.Χ. “Ραλλού Μάνου”) και συντονίστρια του προγράμματος χορού (Dance Program Coordinator) στο Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Deree – The American College of Greece).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Susan Au (2006), Ballet and Modern Dance, Thames & Hudson, Λονδίνο, σ. 45

[2]Richard Kraus (1980), Ιστορία του Χορού, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, σσ. 111-112

[3] Richard Kraus (1980), ο.π., σσ.130-131

[4] Ferdinando Reyna (1965), A Concise History of Ballet, Thames and Hudson, Λονδίνο,  σ. 32

[5] Norbert Elias (1997), Η Εξέλιξη του Πολιτισμού, Κοινωνιογενετικές και Ψυχογενετικές Έρευνες, Τόμος  Β, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα, σσ. 305-307

[6] Norbert Elias (1997), ο.π., σσ. 341-345

[7] Susan Au (2006), ο.π., σσ. 11-13

[8] Peter Stoneley(2007), A Queer History of the Ballet, Routledge, Η.Π.Α. και Καναδάς, σ. 9

[9] Susan Au (2006), ο.π., σ. 26

[10] Richard Kraus (1980), ο., σσ. 122-123

[11] Richard Kraus (1980), ο., σ. 117

[12] Richard Kraus (1980), ο., σ. 123

[13] Susan Au (2006), σσ. 17-20

[14] Judith Chazin-Bennahum (2005), The Lure of Perfection. Fashion and Ballet, 1780-1830, Routledge, Νέα Υόρκη και Λονδίνο, σσ. 9-14

[15] Richard Kraus (1980), ο.π., σ. 130

[16] Richard Kraus (1980), ο.π., σ. 131

[17] Richard Kraus (1980), ο.π., σσ. 137-138

[18] Gedeon P.Dienes (1995), “Ballet: European by Birth”, Dance  Chronicle, Routledge, Vol. 18,  σσ. 171- 177, σ.173

[19] Susan Au (2006), ο.π., σ. 45

[20] Richard Kraus (1980), ο.π., σσ. 159-167

[21] Ferdinando Reyna (1965), ο.π.,  σσ. 199-207

[22] Ferdinando Reyna (1965), ο.π.,  σσ. 189-196

[23] Ferdinando Reyna (1965), ο.π., σσ.   216-219

Δημήτριος Κούρτης: Η Συλλογική Μνήμη της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου ως Κανονιστικό Ζήτημα

100 χρόνια από τη Γενοκτονία των Ποντίων

Δημήτριος Κούρτης

 Η Συλλογική Μνήμη της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου ως Κανονιστικό Ζήτημα

 

Ι. Συλλογική Μνήμη, Μαζικές Θηριωδίες και Νομική Ρύθμιση

Ο απλούστερος ορισμός της έννοιας «συλλογική μνήμη»[1] εκκινεί από την παραδοχή (precept) ότι η μνήμη ως νοητική, ψυχο-συναισθηματική και κοινωνιο-κεντρική διαδικασία διαμορφώνεται όχι μόνον με αναφορά στο ατομικό βίωμα (στενή αυτό-αναφορικότητα), αλλά και την κοινωνική επίκτηση, δηλαδή ένα σύνολο κοινωνικών διαδικασιών που κατατείνουν στη διαμόρφωση, διαιώνιση και μεταλαμπάδευση από γενεά σε γενεά ορισμένων βασικών αφηγήσεων που θεμελιώνουν, ενοποιούν και εγγυώνται την κοινωνική συνοχή και συνέχεια.[2] Στην πραγματικότητα, η συλλογική μνήμη ως ιδεότυπος προϋποθέτει –σε σχέση αιτίου-αιτιατού– την ύπαρξη κοινότητας ή κοινωνίας και την εξ ορισμένου λόγου (ιστορικού, κοινωνικού, βιολογικού, κοσμοθεωρητικού, κοινωνικο-συναισθηματικού) ένταξη ορισμένου προσώπου σ’ αυτήν (προϋπόθεση ιδιότητας μέλους).[3] Η ένταξη πραγματοποιείται με τέτοιο τρόπο, ώστε το να συμμερίζεται κανείς τα βασικά κοινοτιστικά αφηγήματα να δικαιολογεί, να επικυρώνει και να οριστικοποιεί την εισδοχή του υποκειμένου στη συλλογικότητα[4] στους τρεις άξονες του ιστορικού χρόνου (παρελθόν-παρόν-μέλλον) και στο σημειακό θεμέλιο, δηλαδή το άχρονο εκείνο όριο που καθορίζει την κοινωνική μεταφυσική.[5] Αυτός ακριβώς ο άχρονος σημειακός τόπος αποτελεί και τον συμβολικό τόπο της συλλογικής μνήμης.

Στο πεδίο της νομικής ρύθμισης των μαζικών θηριωδιών, τα ζητήματα διαχείρισης της μνήμης, ποινικοποίησης της άρνησης ή αμφισβήτησης αυτών και εγκαθίδρυσης επίσημων πολιτικών μνήμης εμφανίζονται με ολοένα και μεγαλύτερη συχνότητα.[6] Περαιτέρω, είναι αληθές ότι η σταδιακή ανάδυση νόμων μνήμης[7] που αποβλέπουν στην αποκρυστάλλωση ενός επίσημου αφηγήματος για ορισμένη τετελεσμένη θηριωδία και στην προληπτική/κατασταλτική αντιμετώπιση αναθεωρητικών τάσεων έλκει την κανονιστική της καταγωγή από τη δυτικοευρωπαϊκή νομοθετική πρακτική, αναφορικά με την κατεξοχήν γενοκτονία avant la lettre,[8] ήτοι το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Γηραιάς Ηπείρου.[9] Με δεδομένο ότι το υπό εξέταση ζήτημα αφορά τη νομική μεταχείριση της συλλογικής μνήμης μιας ακόμη «προ-συμβατικής» (πριν την έναρξη ισχύος της ΣΠΚΕΓ) γενοκτονίας, εκείνης του Ελληνισμού του Πόντου, μερικές προκαταρκτικές παρατηρήσεις κρίνονται αναγκαίες.

Ένα από τα σημαντικότερα επίδικα, στο πλαίσιο της αλληλοδιαπλοκής ως άνω σκοπών, παραμένει η θέση και η φωνή των θυμάτων της τετελεσμένης θηριωδίας.[18] Στον απόηχο της μαζικής φρίκης του Ολοκαυτώματος, διαπιστώνεται μια σταδιακή στροφή της διεθνούς έννομης τάξης στην προστασία του μνημονικού αποτυπώματος των εγκλημάτων θηριωδίας,[19] τόσο μέσα από το δόγμα των ατομικών ελευθεριών όσο και μέσα από την τυπολογία των θετικών υποχρεώσεων των κρατών.[20] Κατ’ αυτόν τον τρόπο από τις ρήτρες λησμοσύνης του αττικού δικαίου[21] και της Συνθήκης της Βεστφαλίας (1648)[22] και την κανονιστική επιβολή συγκεκριμένων ιστορικών αφηγημάτων,[23] το διεθνές σύστημα πέρασε στην εποχή της αποκαταστατικής λειτουργίας της μνήμης, η οποία κατέστη αυτοτελές έννομο αγαθό.[24]Η διατήρηση της μνήμης των τετελεσμένων γενοκτονιών, αποτελεί –κατά την παραδοσιακότερη προσέγγιση– αυτοτελή και αυτοδύναμη εγγύηση μη επανάληψης της θηριωδίας του παρελθόντος.[10] Ταυτόχρονα, σε αρκετές περιπτώσεις η ως άνω στόχευση συμπλέκεται με τους αποκαταστατικούς και γενικο-προληπτικούς σκοπούς της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης, αποκτώντας έτσι ένα «σκληρό πυρήνα» συμβολοποίησης,[11] πέρα από την αρχική μνημονική ratio. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, στην περίπτωση των δικών των μειζόνων εγκληματιών πολέμου ενώπιον του Διεθνούς Στρατοδικείου της Νυρεμβέργης,[12] του οποίου η αποστολή περιελάμβανε την εκτενή ιστορική καταγραφή των θηριωδιών του Γ’ Ράιχ,[13] με σκοπό τη γενική πρόληψη, αλλά και την επικοινωνία μιας ολοκληρωμένης και συνολικής αφήγησης γεγονότων.[14] Είναι εύληπτο ότι η στόχευση αυτή υπερβαίνει τόσο τις κλασικές επιδιώξεις του ποινικού συστήματος[15] όσο και τις βασικές επιταγές του κοινού κρατικού ή διακρατικού ενδιαφέροντος για τη διατήρηση της ανάμνησης ενός ιστορικού γεγονότος,[16] θεμελιούμενη στην καταστατική επιλογή δημιουργίας ενός διεθνούς συστήματος πρόληψης-καταστολής-μη επανάληψης των φρικαλεοτήτων του παρελθόντος.[17]

Φυσικά, η ετερόνομη ρύθμιση της ιστορικής αλήθειας δυνάμει πράξεων του εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου συχνά υποκρύπτει την επιθυμία των κρατών να παγιώσουν ορισμένο αφήγημα, ανταποκρινόμενα σε εσωτερικές πολιτικές και λοιπές πιέσεις.[25] Όταν, μάλιστα, η κρατική παρέμβαση αφορά την προστασία της συλλογικής μνήμης τετελεσμένης γενοκτονίας προ της έναρξης ισχύος της ΣΠΚΕΓ, εκεί η επιδίωξη προστασίας της ηθικής υπόστασης των θυμάτων και των απογόνων τους[26] αποτελεί οπωσδήποτε μόνον τη μία όψη του νομίσματος της νομοθετικής ratio. Ειδικότερα, λαμβάνοντας ως δεδομένες τις νομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο χαρακτηρισμός των ως άνω γενοκτονικών θηριωδιών ως «γενοκτονιών sensu legale»,[27] αλλά και της απόλυτης άρνησης του κράτους-δράστη να αναλάβει την ευθύνη και να παράσχει επανόρθωση, η μνημονική θωράκιση του υποκείμενο ιστορικού αφηγήματος αποτελεί, επί της ουσίας, μια μορφή νομικής πολεμικής (lawfare).[28] Ως τέτοια κατατείνει, δια της επιστράτευσης κανονιστικών μέσων, μεθόδων και τυπολογιών, στην ενίσχυση του ηθικού αλλά και νομικού κεφαλαίου των μη κρατικών δρώντων που διεκδικούν την αναγνώριση της εν λόγω γενοκτονίας και την απόδοση ευθυνών στο κράτος, στο οποίο η πράξη αυτή θα μπορούσε να καταλογιστεί.[29]

Με βάση τις ως άνω παρατηρήσεις, στο δεύτερο μέρος του παρόντος θα επιχειρηθεί μια πρώτη προσέγγιση στην τυπολογία, στοχοθεσία και λειτουργία του ελληνικού νόμου μνήμης αναφορικά με τη Γενοκτονία του Ελληνισμού του Πόντου. Αφού παρουσιαστεί το δικαιο-πολιτικό πλαίσιο της υιοθέτησής του επίμαχου νομοθετήματος, θα επιχειρηθεί μια συνοπτική αξιολόγηση των βασικών εννόμων συνεπειών του και θα εξεταστεί εάν και κατά πόσο εκείνες ανταποκρίνονται στην αρχική νομοθετική στοχοθεσία. Η παρούσα συμβολή θα ολοκληρωθεί με ορισμένες προκαταρκτικές προτάσεις επαναπροσδιορισμού της εθνικής νομοθετικής αντιμετώπισης της επίμαχης θηριωδίας, αλλά και μερικές καταληκτικές επισημάνσεις για τη επίδραση του επίμαχου νομοθετήματος και της συναφούς ελληνικής πρακτικής στη διαμόρφωση και αποσαφήνιση του περιεχομένου των κανόνων του εθιμικού διεθνούς δικαίου αναφορικά με τις γενοκτονίες που τελέστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της ΣΠΚΕΓ.

 

ΙΙ.Η Ελληνική Πρακτική αναφορικά με την Αναγνώριση της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου

Η σχέση της ελληνικής έννομης τάξης με το έγκλημα της γενοκτονίας γενικά μπορεί να χαρακτηριστεί τουλάχιστον ταραχώδης. Η χώρα ποινικοποίησε τρεις φορές το έγκλημα της γενοκτονίας,[30] για να συνάψει τελικά με πενήντα επτά έτη καθυστέρηση συγκεκριμένη κύρωση στο εν λόγω διεθνές ποινικό αδίκημα.[31] Η «ελληνική ιδιαιτερότητα», βέβαια, δεν περιορίζεται μονάχα στην ομαλή οικοδόμηση του φράγματος της ποινικοποίησης, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της προβληματικής που μας απασχολεί ενόψει της συμπλήρωσης εκατό ετών από την τελική φάση (19η Μαΐου 1919) της γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου. Η προβληματική αυτή αφορά την απόφαση της Ελληνικής Πολιτείας να προβεί στην νομοθέτηση ημέρας μνήμης της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου,[32] χωρίς προηγούμενα να εξετάσει το βασικό νομικό διακύβευμα, αλλά και το οικείο νομικό πλαίσιο,[33] αυτής της ενέργειάς της. Επεξηγηματικά, η υιοθέτηση ενός μνημονικού νόμου[34] επιχειρήθηκε, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε αναφορά στο μείζον, ήτοι στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης νομικής και διπλωματικής στρατηγικής με σκοπό την οριστική δικαίωση των αρχικών και διαγενεακών θυμάτων της θηριωδίας.

Αξίζει να επισημανθεί ότι, κατά την υιοθέτηση του επίμαχου νομοθετήματος, δεν υπήρξε καμία αναφορά στο έργο της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών που εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει να επεξεργάζεται ζητήματα απτόμενα των δικαιωμάτων των θυμάτων εγκλημάτων θηριωδίας και άλλων σοβαρών παραβιάσεων των θεμελιωδών ελευθεριών.[35] Σημαντική είναι και η πλήρης παράβλεψη του αρχικού ορισμού της έννοιας του θύματος, όπως αποτυπώθηκε στη Διακήρυξη της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για τις Βασικές Αρχές Δικαιοσύνης για τα Θύματα Εγκλήματος και Κατάχρησης Εξουσίας (1985).[36] Πέραν, όμως, του θυματολογικού ελλείμματος της επίμαχης ρύθμισης,[37] η κανονιστική πληρότητα του κειμένου της καθίσταται ακόμη πιο αμφίβολη, όταν εξεταστεί η νομοπαρασκευαστική της ιστορία.

Ειδικότερα, είναι ενδιαφέρον ότι στην εισηγητική έκθεση του σχεδίου νόμου, που υποβλήθηκε από το Υπουργείο των Εσωτερικών,[38] επιχειρείται ευθεία αναφορά στον βασικό κυρωτικό κανόνα της ΣΠΚΕΓ (Αρθρ. ΙΙ), χωρίς μνεία του πρωθυστέρου, δηλαδή του γεγονότος ότι η γενοκτονία υπέρ της οποίας θεσμοθετείται ημέρα μνήμης συνιστά γενοκτονία avant la lettre, ήτοι γενοκτονία προ της έναρξης της ισχύος της ΣΠΚΕΓ (δηλαδή προ της 12ης Ιανουαρίου 1951):

Στην περίπτωση της Ποντιακής γενοκτονίας έχουμε εξόντωση των μελών συγκεκριμένης εθνικής ομάδας, σοβαρή προσβολή της φυσικής και πνευματικής της ακεραιότητας και υποβολή αυτής σε συνθήκες διαβίωσης που συνεπάγονταν τη μερική ή ολική βιολογική καταστροφή της. Έχουμε βίαιη μεταφορά παιδιών σε άλλη εθνική ομάδα. Όλες δηλαδή τις πράξεις, που σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας, που υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 9 Δεκεμβρίου 1948, στοιχειοθετούν αυτό το μεγάλο έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα, το έγκλημα της γενοκτονίας.[39]

Από δε την εισηγητική έκθεση της πρότασης νόμου,[40] δεδομένου ότι το κρίσιμο νομοσχέδιο κατατέθηκε με βουλευτική πρωτοβουλία, ενώ συζητήθηκε ως σχέδιο νόμου αρμοδιότητας του Υπουργείου Εσωτερικών, προκύπτει ότι:

Η γενοκτονία των Ποντίων, η δεύτερη μέσα στον 20ό αιώνα μετά τη γενοκτονία των Αρμενίων, δεν θα επραγματοποιείτο εάν δεν υπήρχαν άμεσοι ή έμμεσοι συνεργοί των Τούρκων εγκληματιών.[41]

Ήδη μέσα από την παράθεση των ως άνω αποσπασμάτων καθίσταται σαφές ότι το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου ως τέτοιας, ενδεχόμενα δε και το ζήτημα της ολικής ή μερικής αναδρομικής εφαρμογής της ΣΠΚΕΓ, ουδόλως απασχόλησε την τότε κυβέρνηση ή/και την κυβερνητική πλειοψηφία. Η απουσία έκθεσης της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής[42] είναι, επίσης, ενδεικτική της παντελούς παράβλεψης των νομικών πτυχών του ζητήματος κατά το στάδιο επιχείρησης της θεμελιωδέστερης νομικής πράξης εκ μέρους της Ελληνικής Πολιτείας. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι η επιχειρούμενη κριτική προσέγγιση δεν εξαντλείται στην απλή διαπίστωση των νομοπαρασκευαστικών και νομοτεχνικών προβλημάτων ή ελλείψεων της ρύθμισης. Σε γενικό και αφηρημένο επίπεδο, η Ελληνική Πολιτεία παρέμενε απόλυτα ελεύθερη να υιοθετήσει έναν πληρέστερο νόμο μνήμης ή να αρκεστεί σε μια de minimis νομοθέτηση, όπως και έπραξε εν τέλει. Δεδομένου ότι οι αρχές της καλής νομοθέτησης, τις οποίες η ίδια υιοθέτησε,[43] δεν είχαν ακόμη τεθεί σε ισχύ, στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου δεν εγείρονται ιδιαίτερα ζητήματα. Ο πραγματικός λόγος για τον οποίον μας απασχολεί η ως άνω προβληματική συνάπτεται ακριβώς με τον νομικό χαρακτηρισμό και τις συνέπειες που απορρέουν από την επίμαχη πράξη. Επεξηγηματικά, ο Ν. 2193/1994 επιτελεί διττή λειτουργία. Εν πρώτοις σωματοποιεί μια επίσημη κρατική πολιτική, εκείνη της υιοθέτησης ενός εσωτερικού μνημονικού νόμου.[44] Η στοχοθεσία, όμως, του νομοθετήματος βαίνει και πέραν αυτού. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του αρμοδίου Υπουργού, η ratio του N. 2193 δεν ήταν μόνον η εγκαθίδρυση μιας μνημονικής αφήγησης, αλλά και η συμβολή του στην ηθική αποκατάσταση του Ελληνισμού του Πόντου. Κατ’ αυτό το σκέλος, αποτελούσε δε επανορθωτικό νομοθετικό μέτρο, το οποίο:

έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο εθνικό, ιστορικό, ηθικό και πολιτικό κενό καθιερώνοντας την 19η Μαΐου, […], ως ήμερα μνήμης της Ποντιακής γενοκτονίας […] [σ]υμβάλλοντας, έτσι, έστω και στο ελάχιστο στην αποκατάσταση της ηθικής καταστροφής που υπέστη ο Ποντιακός Ελληνισμός, καθιερώνοντας μια ημέρα ιστορικής μνήμης.[45]

Σε επίπεδο μνημονικής πολιτικής, πρέπει ευθύς εξαρχής να επισημανθεί ότι ο Ν. 2193 είναι αρκετά αφαιρετικός, καθιερώνοντας την ημέρα μνήμης[46] και εξουσιοδοτώντας την κανονιστικά δρώσα Διοίκηση να προβεί στην εξειδίκευση της μορφής, του χαρακτήρα, του φορέα και του τρόπου οργάνωσης των εκδηλώσεων.[47] Το δε εκτελεστικό νομοθέτημα, πέραν της περιγραφής των εθιμοτυπικών και πανηγυρικών στοιχείων των εκδηλώσεων μνήμης, δεν συμπληρώνει ούτε προσθέτει τίποτε στο εξ αρχής ελλιπές κανονιστικό πλαίσιο.[48] Ήδη από την απλή αντιπαραβολή της επίμαχης ελληνική μνημονική νομοθεσίας με άλλα ευρωπαϊκά ανάλογα,[49] μπορούν να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα. Συγκεκριμένα, ο ελληνικός νόμος δεν εγκαθιδρύει έναν κεντρικό δρώντα συντονισμού του οικείου μνημονικού αφηγήματος, δεν αναλαμβάνει την κυριότητα των υποχρεώσεων που απορρέουν από την επίμαχη πράξη αναγνώρισης και δεν υπεισέρχεται καν στα ακανθώδη νομικά ζητήματα που εγείρονται αναφορικά με τις γενοκτονίες avant la lettre. Δεν θα ήταν υπερβολή να χαρακτηρίσουμε αυτή την πράξη αναγνώρισης ως παραδειγματική περίπτωση αποσυσχέτισης[50] της νομικής από την κοινωνική πρόσληψη της γενοκτονίας.[51]

Εξάλλου, ως αποκαταστατικό μέτρο, ο Ν. 2193 φαίνεται και πάλι να μην στέκεται στο ύψος των προσδοκιών. Αρχικά, πρέπει να επισημάνουμε ότι παραβλέπει τις βασικές προκλήσεις που θέτει το φαινόμενο της μαζικής και διαγενεακής θυματοποίησης, ως απότοκο της εξαιρετικής βίας (μαζική εγκληματικότητα/μαζική θυματοποίηση)[52] που χαρακτηρίζει τη Γενοκτονία του Ελληνισμού του Πόντου. Παρά τις διακηρύξεις κατά το στάδιο της ψήφισης, στις οποίες αναφερθήκαμε, ο Ν. 2193 δεν λαμβάνει υπόψη την αναγκαιότητα αποκατάστασης ως άμεση έννομη συνέπεια της παραβίασης μιας υποχρέωσης που το μητροπολιτικό κράτος φέρει έναντι των πολιτών του και όσων εντάσσει στη σφαίρα της υπηκοότητάς του. Πρόκειται για την κομβική υποχρέωση προστασίας τόσο από την αρχική θηριωδία όσο και από τις επιπτώσεις της παρατεταμένης μη επανόρθωσης.[53]

 

Περαιτέρω, λαμβάνοντας ως αφετηρία την τριμερή πρόσληψη[54] για τη θεραπευτική λειτουργία της αλήθειας στο πλαίσιο μαζικών θηριωδιών του παρελθόντος,[55] μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι το επίμαχο νομοθέτημα (α) δεν συνεισφέρει αποτελεσματικά στην απαίτηση για έννομη προστασία των απογόνων της θυματοποιημένης κοινότητας, η οποία εντείνεται ενόψει του διαδραμόντος χρόνου αλλά και της αμετάκλητης ατιμωρησίας των φυσικών αυτουργών· (β) δεν αρθρώνει ένα ενεργητικό πλαίσιο προώθησης της αξίωσης των απογόνων της θυματοποιημένης κοινότητας για δικαίωση και επανόρθωση, (γ) δεν επικυρώνει, πέραν της χρήσης του όρου «γενοκτονία», το πυρηνικό αφήγημα της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου και δεν επιδεικνύει την παραμικρή μέριμνα για την ανάγκη αποκάλυψης, τεκμηρίωσης, επικοινωνίας και διατήρησης της ιστορικής αλήθειας για τις τύχες των αρχικών θυμάτων.

Επί της ουσίας, η πράξη αναγνώρισης πέραν της χρήσης της «λέξης από γ-»,[56] αποσυνδέει παντελώς το κύριο έννομο αποτέλεσμα (καθιέρωση της ημέρας μνήμης) από τη διακηρυγμένη του αποκαταστική στόχευση.[57] Με δεδομένο ότι η αποκάλυψη και επικύρωση της αλήθειας για την τύχη των θυμάτων συνιστά τόσο προϋπόθεση όσο και συστατικό στοιχείο[58] της σκοπούμενης από τον νόμο ηθικής αποκατάστασης της θυματοποιημένης κοινότητας, η επίμαχη μνημονική ρύθμιση υπολείπεται κατά πολύ του ολοκληρωμένου θεσμικού πλαισίου (άρση λειτουργικών προσκομμάτων, δημιουργία/προώθηση οριζόντιων συνεργιών και δικτύων, προαγωγή του δημόσιου λόγου αναφορικά με την κρίσιμη θηριωδία, εγκαθίδρυση δημόσιο χώρου, εκπαίδευση, τεκμηρίωση και δημιουργία επίσημων αρχείων)[59] που απαιτείται για την ενίσχυση των προσπαθειών των δρώντων της κοινωνίας των πολιτών με σκοπό την οριστική δικαίωση.

Είναι αναντίρρητο ότι η κυριότητα αυτού του αγώνα ανήκει πρώτα και κύρια στους απογόνους της θυματοποιημένης κοινότητας.[60] Από την άλλη, σε καμία περίπτωση μια νομική ρύθμιση per se δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ιστορική έρευνα. Παρόμοια, δεν είναι επ’ ουδενί σκόπιμο ή αναγκαίο στη θέση της επιστημονικής κοινότητας που διερευνά την ιστορική αλήθεια να υποκατασταθεί ένας εθνικός νομοθέτης, αποπροσωποποιημένος όσο και πάντα ευεπίφορος στην αξιοποίηση της ιστορικής αφήγησης για αλλότριους σκοπούς.[61] Ωστόσο, ένα νομοθέτημα που εντάσσει στους σκοπούς του την ηθική δικαίωση της θυματοποιημένης κοινότητας είναι αναγκαίο να θέτει, τουλάχιστον, τους βασικούς θεσμικούς όρους για την υλοποίηση αυτής. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση του Ν. 2193. Η δε υιοθέτησή του, υπό το κράτος των στοχεύσεων που προαναφέρθηκαν, δεν εξαντλεί σε καμία περίπτωση την υποχρέωση του μητροπολιτικού κράτους έναντι της θυματοποιημένης κοινότητας.

Δεδομένου ότι σε αμιγώς δικαιοδοτικό επίπεδο, η προσφυγή ενώπιον της διεθνούς δικαιοσύνης συνάπτεται με σειρά σοβαρότατων προκλήσεων,[62] μια ολοκληρωμένη στρατηγική ενίσχυσης των δρώντων της κοινωνίας των πολιτών, σε αρμονία με τις θεμελιακές παραδοχές του σύγχρονου διεθνούς δικαίου για τα δικαιώματα των θυμάτων, προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη.[63] Εξάλλου, σε επίπεδο δικαιο-πολιτικό, είναι βέβαιο ότι η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας ή η διερεύνηση των ευθυνών για θηριωδίες που έλαβαν χώρα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, δύσκολα θα μπορούσε να χωρέσει στην περιορισμένη και συναινετικά θεμελιωμένη εντολή των διεθνών δικαιοδοτικών θεσμών, όπως του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης ή του Διαρκούς Διαιτητικού Δικαστηρίου.[64] Για τον λόγο αυτόν, η όποια πράξη αναγνώρισης εκ μέρους του μητροπολιτικού κράτους, η οποία επιχειρείται υπό συνθήκες φαινόμενου νομικού κενού, χωρίς οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τη νομική ενδυνάμωση της θέσης των θυμάτων και χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα θεμελιώδη δικαιώματά τους, είναι βέβαιο ότι δεν επιτυγχάνει ούτε κατ’ ελάχιστον τους αποκαταστατικούς σκοπούς, τους οποίους ευαγγελίζεται.

Με την οδό, λοιπόν, της δικαιοδοτικής κρίσης να παραμένει δύσβατη, θα ήταν αναμενόμενο το ενδιαφερόμενο κράτος να επιχειρήσει να ενισχύσει νομικά τον κρίσιμο σκοπό, με διαφορετικό τρόπο και τα κατάλληλα μέσα. Αντ’ αυτού, η πράξη αναγνώρισης εκ μέρους των ελληνικών αρχών επιχειρήθηκε υπό συνθήκες φαινόμενου νομικού κενού, χωρίς οποιοδήποτε ενδιαφέρον για τη νομική ενδυνάμωση της θέσης των θυμάτων και χωρίς καν την ύπαρξη υποτυπώδους σχεδιασμού διαχείρισης των υποχρεώσεων που προκύπτουν από μια τέτοια αναγνώριση. Ο Ν. 2193 παραβλέποντας ότι η αναγνωριζόμενη γενοκτονία δεν αφορά κάποιον απρόσωπο πληθυσμό ενός μακρινού τόπου, αλλά μια μεγάλη μερίδα υπηκόων της Ελληνικής Πολιτείας που έλκουν δικαιώματα και καταγωγή από την αρχικά στοχευμένη κοινότητα, όχι μόνον δεν κατόρθωσε να ενδυναμώσει νομικά τις θέσεις του Ποντιακού Ελληνισμού, αλλά φαίνεται ότι καλλιέργησε και μια λογική εξάντλησης των κρατικών υποχρεώσεων στην απλή θεσμοθέτηση της ημέρας μνήμης. Επιπλέον, το εν λόγω νομοθέτημα δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έφερε την κοινότητα πλησιέστερα προς την διακηρυχθείσα «ηθική αποκατάσταση».

Η ως άνω κριτική δεν σημαίνει, βέβαια, ότι το η ρύθμιση αυτή στερείται παντελώς εννόμων συνεπειών ή νομικού ενδιαφέροντος. Συγκεκριμένα, εξετάζοντας τον Ν. 2193 από κοινού με τις ποινικού χαρακτήρα διατάξεις του Αρθρ. 2(1) Ν. 927/1979,[65] όπως σήμερα ισχύει, διαπιστώνουμε ότι η βασικότερη έννομη συνέπεια της υιοθέτησης του νόμου είναι ποινικοποίηση της άρνησης της επίμαχης γενοκτονίας. Αναλυτικότερα, η εκ προθέσεως δημόσια άρνηση ή αμφισβήτηση της αναγνωρισμένης από τη Βουλή των Ελλήνων Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου, εφόσον συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της νομοτυπικής υπόστασης του αδικήματος,[66] συνιστά σοβαρό πλημμέλημα, για το οποίο απειλείται στερητική της ελευθερίας ποινή και χρηματική κύρωση.[67] Ωστόσο, η κρίσιμη διάταξη, κατά το σκέλος που απειλεί ποινικές κυρώσεις εναντίον πράξεων αμφισβήτησης αναγνωρισμένων με απόφαση του εθνικού κοινοβουλίου γενοκτονιών, βαίνει πέραν του γράμματος των αντίστοιχων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου,[68] τις οποίες ο προαναφερθείς νόμος επιχείρησε να ενσωματώσει στην ελληνική έννομη τάξη.[69] Η αναντιστοιχία αυτή, μάλιστα, συνέβαλε στην έγερση σειράς νομικών ζητημάτων αναφορικά με τη συνταγματικότητα της επίμαχης ρύθμισης. Συγκεκριμένα, η πρόσφατη νομολογία των δικαστηρίων της ουσίας, στο πλαίσιο της περίφημης υπόθεσης Richter,[70] τείνει στον παραμερισμό της σχετικής ποινικής διάταξης, θεωρώντας το περιεχόμενό της αντισυνταγματικό.[71]

Σύμφωνα με την ως άνω νομολογιακή προσέγγιση, κατά το μέρος που ο Ν. 927/1979 αναγνωρίζει την εξουσία του ελληνικού κοινοβουλίου να αποφαίνεται δεσμευτικά για τον χαρακτηρισμό ορισμένης θηριωδίας ως γενοκτονίας, παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Θεμέλιο της κρίσης του δικαστηρίου, συνιστά η άποψη ότι η αποκλειστική αρμοδιότητα νομικής αξιολόγησης και χαρακτηρισμού των εκάστοτε επίδικων γεγονότων ανήκει στη δικαιοσύνη και όχι στο νομοθετικό σώμα ή/και την εκτελεστική λειτουργία.[72] Η έμμεση δε αναγνώριση συν-αρμοδιότητας δεσμευτικής κρίσης υπέρ του εθνικού κοινοβουλίου συνιστά νόσφιση δικαιοδοτικής λειτουργίας και για αυτόν τον λόγο παραβιάζει τον διακανονισμό της νομής κρατικής εξουσίας που αποκρυσταλλώνει στην εσωτερική έννομη τάξη το Αρθρ. 26 Συντ.

Αν και η εν λόγω ερμηνεία θα επανεξεταστεί στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης που έχει ξεκινήσει, η κρίση του δικαστηρίου σχετικά με την αποκλειστικότητα της επίμαχης αρμοδιότητας και τις συνέπειες που απορρέουν από την έλλειψη δικανικής διάγνωσης είναι εξόχως προβληματική. Ειδικότερα, σύμφωνα με την επίμαχη απόφαση, η μη αναγνώριση των κρίσιμων εγκλημάτων δυνάμει δικαστικών αποφάσεων ισοδυναμεί με έμμεση απόδειξη για την νομική τους ανυπαρξία.[73] Πρέπει να επισημάνουμε ότι η παραδοχή αυτή κρίνεται, τουλάχιστον, ατυχής, καθώς αγνοεί παντελώς όχι μόνον τη διεθνή, αλλά και την εσωτερική δικονομική πραγματικότητα. Ταυτόχρονα, το δικαστήριο, στην προσπάθειά του να κατοχυρώσει την πληρότητα της δικαστικής αρμοδιότητας για τον νομικό χαρακτηρισμό των εγκλημάτων θηριωδίας, παρέβλεψε μια από τις πλέον οικουμενικές αλήθειες του διεθνούς βίου· δηλαδή, το γεγονός ότι ελάχιστα εγκλήματα θηριωδίας φθάνουν τελικά στις αίθουσες των εθνικών, διεθνικών και των αληθώς διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων.

Σε κάθε περίπτωση, και με δεδομένο ότι η προαναφερθείσα υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, μετά την άσκηση αναίρεσης υπέρ του νόμου, εκείνο το οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε με σχετική ασφάλεια είναι ότι η πλέον σοβαρή έννομη συνέπεια της βασικής πράξης αναγνώρισης, δηλαδή η ποινικοποίηση πράξεων αρνητισμού ή αμφισβήτησης, παρίσταται –στην παρούσα φάση– τουλάχιστον νομικά αβέβαιη. Εάν, μάλιστα, λάβουμε υπόψη μας και τη σχετικά πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων [ΕΔΑΔ] στην υπόθεση Perinçek, αναφορικά με τα όρια ποινικοποίησης της αμφισβήτησης των γενοκτονιών avant la lettre,[74] μπορούμε ευχερώς να συνάγουμε ότι η αξιοποίηση των μέσων του ποινικού οπλοστασίου για την προστασία της ηθικής υπόστασης της θυματοποιημένης κοινότητας, όπως τουλάχιστον επιχειρήθηκε στην περίπτωση που εξετάζουμε, αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες αν μη και κίνδυνο οριστικής ματαίωσης.

Στο σημείο αυτό γίνεται αντιληπτό ότι η υπό εξέταση πράξη αναγνώρισης δεν παρουσιάζει μόνο σημαντικές ελλείψεις ως νομοθέτημα μνήμης, αλλά στερείται ακόμη και των βασικότερων χαρακτηριστικών που απαιτούνται για να χαρακτηριστεί αποκαταστατικό κανονιστικό μέτρο. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και εκ του γεγονότος ότι η πλέον κομβική έννομη συνέπεια της πράξης αναγνώρισης, δηλαδή η ποινική αντιμετώπιση των αρνητών της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου εντός της μητροπολιτικής έννομης τάξης, παραμένει –στην καλύτερη περίπτωση– μετάρσια, έως ότου αποφανθεί το αναιρετικό δικαστήριο. Επιπρόσθετα, η μακροχρόνια αδράνεια του ελληνικού κράτους εντείνει τα προβλήματα που προκύπτουν από την πλημμελή και ελλειπτική πράξη αναγνώρισης. Είναι ενδεικτικό ότι η ελληνική δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των κυβερνήσεων που παρενέβησαν εκ τρίτου στη υπόθεση Perinçek ενώπιον της μείζονος σύνθεσης του ΕΔΑΔ.[75]

Η απόφαση αυτή της ελληνικής πλευράς βαραίνει ιδιαίτερα, καθώς η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Αρμενίων,[76] ποινικοποιώντας εντεύθεν πράξεις αρνητισμού ή αμφισβήτησής της. Λόγω της ουσιώδους ομοιότητας των πραγματικών και νομικών δεδομένων, είναι προφανές ότι η χώρα μας θα είχε δικαιολογημένο ενδιαφέρον στην παρακολούθηση της εξέλιξης της επίμαχης υπόθεσης. Η ως άνω στάση της ελληνικής κυβέρνησης είναι, πάντως, συνεπής προς την αντίστοιχη πρακτική των αναγνωρίσεων εκ μέρους του κοινοβουλίου και επιβεβαιώνει μια αρκετά δυσάρεστη όσο και προβληματική παραδοχή· πρόκειται για την άποψη των πολιτειακών αρχών σχετικά με την εξάντληση των υποχρεώσεών τους προς τους απογόνους των θυματοποιημένων κοινοτήτων, από και δια της υιοθέτησης ενός ελλειπτικού νόμου μνήμης που απλά χρησιμοποιεί τον όρο «γενοκτονία».

 

IIΙ. Μερικές Επιλογικές Παρατηρήσεις

Όπως έχει επισημανθεί στην επιστήμη, μια από τις βασικές προκλήσεις, όταν εξετάζουμε την περίπτωση των γενοκτονιών avant la lettre των απαρχών του 20ου αιώνα, έγκειται στον προσδιορισμό εκείνου του απώτατου χρονικού σημείου, μετά το οποίο μπορούμε να ομιλούμε για την ανάδυση ενός εθιμικού κανόνα τυποποίησης των επίμαχων θηριωδιών ως εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.[77] Αν και η συστηματική μελέτη της κρατικής πρακτικής από την έναρξη εφαρμογής της γενοκτονικής πολιτικής εναντίον των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έως τη συνομολόγηση της Συνθήκης της Λωζάννης (1923) στηρίζει την παραδοχή σχετικά με τον χαρακτηρισμό των επίμαχων θηριωδιών ως διεθνών ποινικών αδικημάτων,[78] είναι βέβαιο ότι το εθιμικό καθεστώς χρήζει τόσο αποσαφήνισης όσο και παγίωσης. Η ανάγκη αυτή προβάλλει επιτακτικά, προκειμένου η τουρκική πλευρά να στερηθεί του πλέον προσφιλούς επιχειρήματός της σχετικά με την ανυπαρξία του διεθνούς ποινικού αδικήματος πριν την υιοθέτηση της ΣΠΚΕΓ.[79] Μια πράξη αναγνώρισης της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου ως τέτοιας, κατά συνέπεια, δεν αποτελεί απλά ζήτημα υψηλής πολιτικής ή συμβολισμών. Για να μπορέσει πράγματι να ενισχύσει τη θέση και τον αγώνα των απογόνων της θυματοποιημένης κοινότητας, θα πρέπει να επιφέρει και νομικά αποτελέσματα, αποσαφηνίζοντας το περιεχόμενο του εθιμικού διεθνούς δικαίου κατά τον κρίσιμο χρόνο και προωθώντας την αντίληψη σχετικά με τη δυνατότητα αναδρομικής εφαρμογής ορισμένων τουλάχιστον διατάξεων της ΣΠΚΕΓ.[80] Με άλλα λόγια, μια πράξη αναγνώρισης πρέπει να αποτελεί εν ταυτώ και σημαντική κατά το διεθνές δίκαιο κρατική πρακτική.

Συναφώς, είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με το σχέδιο συμπερασμάτων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών για την αναγνώριση του εθιμικού διεθνούς δικαίου,[81] η κρατική πρακτική ως συστατικό στοιχείο του εθιμικού διεθνούς δικαίου θεμελιώνεται μέσα από τη συμπεριφορά του κράτους κατά την ενάσκηση είτε των κλασικών του εξουσιών (νομοθετική, εκτελεστική, δικαιοδοτική) είτε και λοιπών λειτουργιών.[82] Μάλιστα, αξιοσημείωτη είναι η παραδοχή της Επιτροπής ότι ακόμη και ενέργειες των τοπικών ή περιφερειακών κρατικών οργάνων και αρχών δεν εξαιρούνται εκ των προτέρων από το σώμα του πρωτογενούς υλικού θεμελίωσης του αντικειμενικού στοιχείου του διεθνούς εθίμου.[83] Περαιτέρω, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η εσωτερική νομοθεσία συνιστά τμήμα της κρατικής πρακτικής, ήτοι του υλικού βραχίονα του εθιμικού διεθνούς δικαίου.[84] Με δεδομένο ότι η Επιτροπή υιοθετεί την ευρύτερη δυνατή πρόσληψη της έννοιας «νομοθεσία»,[85] είναι εύληπτο ότι οι ελληνικοί νόμοι μνήμης μπορούν αντικειμενικά να αποτελέσουν στοιχείο της ελληνικής κρατικής πρακτικής.

Υπό αυτά τα δεδομένα, η προσπάθεια για την οικουμενική αναγνώριση της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου μπορεί και είναι αναγκαίο να λάβει και τη μορφή μιας προσπάθειας αποκρυστάλλωσης και διασάφησης του εθιμικού καθεστώτος σχετικά με τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Καθώς ο αγώνας των απογόνων της θυματοποιημένης κοινότητας μπορεί να αποκτήσει και μια νέα δυναμική, και έχοντας πάντοτε κατά νου την συμπλήρωση εκατό χρόνων από την τελική φάση της γενοκτονίας που σηματοδοτεί η άφιξη του Κεμάλ στην Αμισό, είναι αναγκαίο η ελληνική πράξη αναγνώρισης να επανεξεταστεί με σκοπό τη συμπλήρωσή της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, κατά τον χρόνο επιχείρησής της, αποτέλεσε μια σπουδαία κατάκτηση του Ποντιακού Ελληνισμού με σοβαρές συμβολικές, αλλά και πολιτικές προεκτάσεις. Πλην όμως, σήμερα –είκοσι πέντε έτη μετά την υιοθέτηση του Ν. 2193– έχει γίνει προφανές ότι η αποσύνδεση των συμβολικών και πολιτικών κινήσεων από τα νομικά επίδικα δεν ενισχύει, αλλά αδυνατίζει τις αξιώσεις της θυματοποιημένης κοινότητας.

Αν η Ελλάδα επιθυμεί πράγματι να  «να καλύψει ένα μεγάλο εθνικό, ιστορικό, ηθικό και πολιτικό κενό […] [σ]υμβάλλοντας, έτσι, έστω και στο ελάχιστο στην αποκατάσταση της ηθικής καταστροφής»[86] που υπέστη ο Ελληνισμός του Πόντου, τότε η υιοθέτηση ενός πληρέστερου νόμου μνήμης, σε αρμονία προς τις σύγχρονες εξελίξεις στο πεδίο του διεθνούς δικαίου κατά των μαζικών θηριωδιών, κρίνεται επιβεβλημένη.[87] Από την άλλη, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι ένα νέο νομοθέτημα καθαυτό δεν αρκεί. Είναι αναγκαία τόσο η ανάληψη πρωτοβουλιών σε διεθνές επίπεδο[88] όσο και η επίτευξη νομικά σημαντικών αναγνωρίσεων, όπως πρώτιστα εκείνες που προέρχονται από όργανα με εξουσία διεθνούς εκπροσώπησης του αναγνωρίζοντος κράτους ή από το κεντρικό νομοθετικό του σώμα.[89] Εν τέλει δε, είναι απαραίτητη μια συγκροτημένη όσο και δημιουργική σύμπραξη μεταξύ των κρατικών αρχών και της κοινωνίας των πολιτών, η οποία θα μπορούσε να λάβει και κανονιστική αποτύπωση, ιδίως μέσα από τη δημιουργία ενός ζώντος οργανισμού προστασίας της συλλογικής μνήμης. Σε διαφορετική περίπτωση, η απλή ετήσια άσκηση μνημοσύνης και εθιμοτυπίας εκ μέρους των φορέων των διαφόρων κρατικών λειτουργιών, όχι μόνον δεν προσθέτει τίποτε στις εργώδεις προσπάθειες των απογόνων της θυματοποιημένης κοινότητας, αλλά γεννά εύλογες αμφιβολίες σχετικά με το αν οι κρατικές αρχές έχουν διαχρονικά συνειδητοποιήσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την υιοθέτηση της επίμαχης πράξης αναγνώρισης.

Ο Δημήτριος Κούρτης είναι δικηγόρος, υποψήφιος διδάκτορας Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ, με αντικείμενο διδακτορικής διατριβής ‘Remedies for victims of genocide in international law’.

Υποσημειώσεις

[1] Ο όρος απαντά για πρώτη φορά στο έργο του Γάλλου κοινωνιολόγου Maurice Halbwachs, On Collective Memory (Lewis A. Coser ed. & trns., Chicago/London: University of Chicago Press, 1992), αποδίδοντας την αντίληψη για γεγονότα του παρελθόντος ως κοινό, αμοιβαία αποδεκτό και αλληλεπιδραστικά επιβεβαιούμενο γνωσιακό αγαθό ορισμένης συλλογικότητας, στο πλάτος της οποίας εντάσσονται από μικρές ομαδοποιήσεις, χωρίς συγκεκριμένη τυπολογία, έως και εθνικά κράτη, διεθνείς μη κρατικοί δρώντες, αλλά ακόμη και η ίδια η διεθνής κοινότητα στο σύνολό της. Βλ. και Joachim J. Savelsberg, Ryan D. King, ‘Law and Collective Memory’ (2007) 3 Annual Review of Law & Social Science 189, 191.

[2] Βλ. Jeffrey K. Olick, Vered Vinitzky-Seroussi & Daniel Levy, ‘Introduction’ στο Jeffrey K. Olick, Vered Vinitzky-Seroussi & Daniel Levy (eds.), The Collective Memory Reader (Oxford: Oxford University Press, 2011) 3-62· Jeffrey K. Olick, ‘Collective Memory: The Two Cultures’ (1999) 17 Sociological Theory 333. Επίσης και Moshe Hirsch, Invitation to the Sociology of International Law (Oxford: Oxford University Press, 2015) 50-52.

[3] Aaron Beim, ‘The Cognitive Aspects of Collective Memory’ (2007) 30(1) Symbolic Interaction 7.

[4] Hirsch Invitation 51· Eviatar Zerubavel, ‘Social Memories: Steps to a Past’ (1996) 19(3) Qualitative Sociology 283-289· Jan Assmann, John Czaplicka, ‘Collective Memory and Cultural Identity’ (1995) 65 New German Critique 125-133.

[5] Βλ. και Jeffrey K. Olick, ‘From Collective Memory to the Sociology of Mnemonic Practices and Products’ στο Astrid Erll, Ansgar Nünning (eds), Cultural Memory Studies: An International and Interdisciplinary Handbook (N. York/Berlin: Walter de Gruyter, 2008) 151-159· Jeffrey Andrew Barash, Collective Memory and the Historical Past (Chicago/London: Chicago University Press, 2016) 1, 11 et seq.

[6] Βλ. ενδεικτικά Emanuela Fronza, Memory and Punishment: Historical Denialism, Free Speech and the Limits of Criminal Law (The Hague: TMC Asser, 2018)· Paul Behrens, Nicholas Terry & Olaf Jensen (eds), Holocaust and Genocide Denial: A Contextual Perspective (Abington Oxon: Routlege, 2017)· Uladzislau Belavusau, Aleksandra Gliszczyńska-Grabias (eds), Law and Memory: Towards Legal Governance of History (Cambridge: Cambridge University Press, 2017)· Nikolay Koposov, Memory Laws, Memory Wars: The Politics of the Past in Europe and Russia (Cambridge: Cambridge University Press, 2017)· Mark Osiel, Mass Atrocity, Collective Memory, and the Law (Michael Curtis ed., 1st edn. 1997, Abington Oxon: Routledge, 2017)· Rachel López, ‘The (Re)Collection of Memory After Mass Atrocity and the Dilemma for Transitional Justice’ (2015) 47 N. York University Journal of International Law & Politics 799· Gabriele Delia Morte, ‘International Law between the Duty of Memory and the Right to Oblivion’ (2014) 14 International Criminal Law Review 427· Ludovic Hennebel, Thomas Hochmann (eds), Genocide Denials and the Law (Oxford: Oxford University Press, 2011)· Robert A. Kahn, Holocaust Denial and the Law: A Comparative Study (N. York: Palgrave Macmillan, 2004).

[7] Σύμφωνα με έναν ασφαλή όσο και αρκετά αφαιρετικό ορισμό, ως «νόμοι μνήμης» (memory laws) νοούνται οι κανονιστικές ρυθμίσεις που υιοθετούν μια συγκεκριμένη ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, αποδίδοντας συνήθως σε αυτά και δεδομένο νομικό χαρακτηρισμό· βλ. Aleksandra Gliszczyńska-Grabias, ‘Historical Truth’ στο Andreas Johannes Wiesand, Kalliopi Chainoglou & alt. (eds), Culture and Human Rights – The Wroclaw Commentaries (Berlin/Boston MA: De Gruyter, 2016) 177.

[8] Με το λεκτικό αυτό σχήμα αποδίδονται μαζικές θηριωδίες που φέρουν τα χαρακτηριστικά της γενοκτονίας, πλην όμως έλαβαν χώρα πριν από την υιοθέτηση της Σύμβασης για την Πρόληψη και την Καταστολή του Εγκλήματος της Γενοκτονίας [ΣΠΚΕΓ] της 9ης Δεκεμβρίου 1948, Convention on the Prevention and Punishment of the Crime of Genocide (adopted 9 December 1948, entered into force 12 January 1951) [UNGA Res. 260A(III), UN Doc. A/RES/260A(III)] 78 UNTS 277· βλ. Donald Bloxham, A. Dirk Moses, ‘Editors’ Introduction: Changing Themes in the Study of Genocide’ στο Donald Bloxham, A. Dirk Moses (eds.), Oxford Handbook of Genocide Studies (Oxford: Oxford University Press, 2010) 1, 10-11.

[9] Uladzislau Belavusau, Aleksandra Gliszczyńska-Grabias, ‘Introduction: Memory Laws: Mapping a New Subject in Comparative Law and Transitional Justice’ στο Belavusau/Gliszczyńska-Grabias (2017) 1, 6· Koposov Memory Laws 7, 27-38.

[10] Πρβλ. τη θέση του πολιτικού τμήματος του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Γερμανίας, το οποίο, πριν την ποινικοποίηση της άρνησης του Ολοκαυτώματος με ειδικό νόμο το 1985, είχε θεμελιώσει ερμηνευτικά το αξιόποινο, μέσα από τις διατάξεις του γερμανικού ποινικού κώδικα σχετικά με τα εγκλήματα κατά της τιμής· σύμφωνα με τη νομολογιακή αυτή προσέγγιση, η ποινική αντιμετώπιση της αμφισβήτησης του Ολοκαυτώματος αντιστοιχούσε στην υποχρέωση του γερμανικού λαού να διατηρήσει τη μνήμη της θηριωδίας που, με τη σειρά της, λειτουργούσε ως εγγύηση μη επανάληψης και αποτελούσε όρο sine qua non, προκειμένου οι επιζήσαντες της στοχευμένης κοινότητας να συνεχίσουν τη ζωή τους με ασφάλεια και αξιοπρέπεια στη μεταπολεμική Γερμανία· BGH 18.09.1979 – VI ZR 140/78 στο BGHZ 75 (1979) 160, 161· Kahn Holocaust Denial 18· Koposov Memory Laws 77.

[11] Marina Aksenova, ‘The Role of International Criminal Tribunals in Shaping the Historical Accounts of Genocide’ στο Belavusau/Gliszczyńska-Grabias (2017) 48-69.

[12] IMT Nuremberg, United States of America et alt. v. Göring, Judgment & Sentences of 1 October 1946 (1947) 41(1) American Journal of International Law 172.

[13] William A. Schabas, Unimaginable Atrocities: Justice, Politics, and Rights at the War Crimes Tribunals (Oxford: Oxford University Press, 2012) 9-14.

[14] Hirsch Invitation 53· Antonio Cassese, International Criminal Law (3rd edn., Oxford: Oxford University Press, 2013) 256· Savelsberg & King Law 193.

[15] Δηλαδή, γενική πρόληψη (αποτροπή), αποδοκιμασία, ανταπόδοση και συλλογική συνδιαλλαγή· βλ. ICTY[TC], Case No IT-96-22-T, Prosecutor v. Erdemović, Sentencing Judgment of 29 November 1996 para 58: ‘[…] general prevention (or deterrence), reprobation, retribution (or “just deserts”), as well as collective reconciliation’.

[16] Για τις πρώιμες κρατικές προσπάθειες εμπέδωσης συγκεκριμένων πολιτικών δημόσιας μνήμης στην επαναστατική Γαλλία, βλ. Andrew McClellan, Inventing the Louvre: Art, Politics, and the Origins of the Modern Museum in Eighteenth-Century Paris (Berkeley CA: University of California Press, 1999)· για την πρώιμη διακρατική συνεργασία στο αντίστοιχο πεδίο, βλ. Belavusau & Gliszczyńska-Grabias Introduction 3, 6.

[17] Osiel Mass Atrocity 6· βλ. επίσης και I/ACtHR, Case of Gutiérrez Soler v. Colombia, Judgment (Merits, Reparations & Costs) of 12 September 2005, Series C No 132 Separate Opinion of Judge Antônio Augusto Cançado Trindade paras 11-14.

[18] Luke Moffett, Justice for Victims Before the International Criminal Court (London/N.York: Routledge, 2014) 35-38· Chrisje Brants, Katrien Klep, ‘Transitional Justice: History-Telling, Collective Memory, and the Victim-Witness’ (2013) 7(1) International Journal of Conflict & Violence 37· Yael Danieli, ‘Massive Trauma and the Healing Role of Reparative Justice’ στο Carla Ferstman, Mariana Goetz, Alan Stephens (eds.), Reparations for Victims of Genocide, War Crimes and Crimes against Humanity: Systems in Place and Systems in the Making (Leiden/Boston MA: Martinus Nijhoff Publishers, 2009) 41-77· Raquel Aldana-Pindell, ‘In Vindication of Justiciable Victims’ Rights to Truth and Justice for State-Sponsored Crimes’ (2002) 35(5) Vanderbilt Journal of Transnational Law 1399.

[19] Koposov Memory Laws 38-41.

[20] ECtHR[GC], El-Masri v. The Former Yugoslav Republic of Macedonia, Application No 39630/09, Judgment of 13 December 2012 para 191· ECtHR, Association ‘21 December 1989’ v. Romania, Application No 33810/07, Judgment of 24 May 2011 para 144· I/ACtHR, Case of Bámaca Velásquez v. Guatemala, Judgment (Merits) of 25 November 2000, Series C No 70 para 201· βλ. και Juan Carlos Ochoa, The Rights of Victims in Criminal Justice Proceedings for Serious Human Rights Violations (Leiden/Boston MA: Martinus Nijhoff Publishers, 2013) 37 et seq.

[21] Πρβλ. Ανδοκίδης, Περί των Μυστηρίων 1.81-90· για την Αθηναϊκή Αμνηστία του 403 π.Χ./ΠΚΕ, βλ. Edwin Carawan, The Athenian Amnesty and Reconstructing the Law (Oxford: Oxford University Press, 2013).

[22] Peace Treaty (Peace Treaty of Münster) (Spain ― Netherlands) 30 January 1648, 1 CTS 1· Treaty of Peace (Pacts of Münster) (Holy Roman Empire ― France) 12 (24) October 1648, 1 CTS 271· Peace Treaty (Pact of Osnabrück) (Holy Roman Empire ― Sweden) 14 (24) October 1648, 1 CTS 198· Κοινό Αρθρ. ΙΙ: «[…] θα υπάρξει διηνεκής Λησμοσύνη και Αμνήστευση [Διαγραφή από την Ιστορική Μνήμη] όλων όσων διαπράχθησαν από την αρχή αυτών των Ταραχών».

[23] Versailles Peace Treaty (Allied & Associated Powers ― Germany) (signed 28 June 1919, entered into force 10 January 1920) 225 CTS 188· Αρθρ. 231: «Αι Σύμμαχοι και Συνησπισμέναι Κυβερνήσεις δηλούσιν, η δε Γερμανία αναγνωρίζει ότι αύτη και οι Σύμμαχοι αυτής εισίν υπεύθυνοι, ως γενόμενοι πρόξενοι, όλων των απωλειών και ζημιών ας υπέστησαν αι Σύμμαχαι και Συνησπισμέναι Κυβερνήσεις και οι υπήκοοι αυτών συνεπεία του επιβληθέντος αυταίς πολέμου εκ της επιθέσεως της Γερμανίας και των Συμμάχων αυτής».

[24] Πρβλ. Fronza Memory and Punishment 24-38. Για την αποκαταστατική λειτουργία της μνήμης, βλ. Frédéric Mégret, ‘The International Criminal Court Statute and the Failure to Mention Symbolic Reparation’ (2009) 16 International Review of Victimology 127, 129-142.

[25] Για ανάλογες προσπάθειες εκ μέρους των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης, μέσω της υιοθέτησης νόμων μνήμης με έντονη ποινική χροιά από τη δεκαετία του 1990 και εντεύθεν, βλ. Koposov Memory Laws 152-176. Επίσης και Peter J. Verovšek, ‘Collective Memory, Politics, and the Influence of the Past: The Politics of Memory as a Research Paradigm’ (2016) 4(3) Politics, Groups, & Identities 529.

[26] Πρβλ. ECtHR[GC], Perinçek v. Switzerland, Application No 27510/08, Judgment of 15 October 2015 paras 155-157.

[27] Για τις βασικές νομικές προκλήσεις, βλ. Kai Ambos, ‘The Armenian “Genocide”?’ EJIL: Talk! Blog of the European Journal of International Law (11 May 2015), προσβάσιμο από <https://www.ejiltalk.org/the-armenian-genocide/> (τελευταία πρόσβαση 4/2019)· Pulat Tacar, Maxime Gauin, ‘State Identity, Continuity, and Responsibility: The Ottoman Empire, the Republic of Turkey and the Armenian Genocide: A Reply to Vahagn Avedian’ (2012) 23(3) European Journal of International Law 821.

[28] Ενδιαφέρον είναι ότι ο William A. Schabas, ‘Gaza, Goldstone, and Lawfare’ (2010) 43 Case Western Reserve Journal of International Law 307, 309-310 αναφέρει ως αρχετυπική περίπτωση νομικής πολεμικής (lawfare) την Τριμερή Διακήρυξη του 1915 για τις οθωμανικές θηριωδίες εναντίον των Αρμενίων [File No. 867.4016/67 (28 May 1915), FRUSA WWI 1915 Supplement, προσβάσιμο από <https://history.state.gov/historicaldocuments/frus1915Supp/d1398> (τελευταία πρόσβαση 4/2019)]· πρόκειται για τη διακήρυξη στην οποίαν απαντά για πρώτη φορά ο όρος «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας»· βλ. William A. Schabas, Genocide in International Law: The Crime of Crimes (2nd edn., Cambridge: Cambridge University Press, 2009) 20· επίσης και M. Cherif Bassiouni, Crimes Against Humanity: Historical Evolution and Contemporary Application (Cambridge: Cambridge University Press, 2011) 1-2.

[29] Για τη λογική του «ηθικού κεφαλαίου» και της ενίσχυσης αυτού ως επιμέρους προβληματική της μελέτης των γενοκτονιών, βλ. Donald W. Beachler, The Genocide Debate: Politicians, Academics, and Victims (N. York: Palgrave Macmillan, 2011)· επίσης και Michael J. Kelly, Genocide, ‘The Power of a Label’ (2007) 40 Case Western Reserve Journal of International Law 147.

[30] Αρχικά, δυνάμει του ΝΔ 3091/1954 «Περί Κυρώσεως της Συμβάσεως δια την Πρόληψιν και Καταστολήν του Εγκλήματος της Γενοκτονίας από 9 Δεκεμβρίου 1948 (ΦΕΚ Α’ 250/12η Οκτωβρίου 1954)· εν συνεχεία, δυνάμει του Ν. 3003/2002 «Κύρωση του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου» (ΦΕΚ Α’ 75/8η Απριλίου 2002) και, τελικά, δια του Ν. 3948/2011 «Προσαρμογή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου προς τις διατάξεις του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου» (ΦΕΚ Α’ 71/5η Απριλίου 2011).

[31] Αρθρ. 7 Ν. 3948/2011: «Όποιος, με σκοπό να καταστρέψει, εν όλω ή εν μέρει, μια εθνική, εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα, ως τέτοια: (α) σκοτώνει μέλος αυτής της ομάδας, (β) προκαλεί σε μέλος της ομάδας βαριά σωματική ή διανοητική βλάβη (Άρθρο 310§2 ΠΚ), (γ) επιβάλλει στην ομάδα συνθήκες διαβίωσης ικανές να προκαλέσουν την πλήρη ή μερική φυσική της εξόντωση, (δ) επιβάλλει μέτρα που σκοπεύουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων εντός της ομάδας, (ε) μεταφέρει δια της βίας ανηλίκους της μιας ομάδας σε άλλη ομάδα και έτσι δημιουργεί ο ίδιος ή σε συνεργασία με άλλους, κίνδυνο για την ύπαρξη της ομάδας, τιμωρείται: (α) στην περίπτωση α’ με ισόβια κάθειρξη, (β) στις περιπτώσεις β’ έως ε’ με κάθειρξη και αν από την πράξη επήλθε θάνατος, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών».

[32] Ν. 2193/1994 «Η 19η Μαΐου Καθιερώνεται ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου» (ΦΕΚ Α’ 32/11η Μαρτίου 1994).

[33] UN Doc. A/HRC/25/49 ‘Report of the Special Rapporteur in the Field of Cultural Rights, Farida Shaheed: Memorialization Processes’ (23 January 2014) paras 25-48. Βέβαια, αρκετές από τις κανονιστικές εξελίξεις που η Ειδική Εισηγήτρια Farida Shaheed καταγράφει στην έκθεσή της είναι μεταγενέστερες του υιοθετηθέντος νόμου. Ωστόσο, η οπτική των θεμελιωδών δικαιωμάτων (paras 45-48), ιδίως των πολιτισμικών δικαιωμάτων, προηγείται του επίμαχου νόμου τόσο στο εσωτερικό (πρώτιστα το συνταγματικό) δίκαιο όσο και στο πεδίο της διεθνούς δικαιοταξίας· βλ. International Covenant on Economic, Social and Cultural Rights (adopted 16 December 1966, entry into force 3 January 1976) [UNGA Res. 2200A(XXI), UN Doc. A/RES/2200A(XXI)], το οποίο η Ελλάδα κύρωσε Ν. 1532/1985 «Κύρωση του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα» (ΦΕΚ Α’ 25/19η Μαρτίου 1985).

[34] Σχετικά με τους νόμους μνήμης, βλ. Belavusau & Gliszczyńska-Grabias Introduction 1-26.

[35] UN Doc. E/CN.4/Sub.2/1993/8 ‘Study Concerning the Right to Restitution, Compensation and Rehabilitation for Victims of Gross Violations of Human Rights and Fundamental Freedoms: Final Report submitted by Mr. Theo van Boven, Special Rapporteur’ (2 July 1993).

[36] Βλ. UNGA Res. 40/34, UN Doc. A/RES/4034 ‘Declaration of Basic Principles of Justice for Victims of Crime and Abuse of Power’ (29 November 1985).

[37] Φυσικά, ούτε οι αρχές Joinet/Orentlicher (1997/2005) ούτε οι αρχές van Boven/Bassiouni (1997/2000) λήφθηκαν υπόψη, καθώς διατυπώθηκαν μετά την υιοθέτηση του νομοθετήματος· UN Doc. E/CN.4/Sub.2/1997/20/Rev.1 ‘Question of the Impunity of Perpetrators of Human Rights Violations (Civil and Political): Revised Final Report prepared by Mr. Joinet pursuant to Sub-Commission Decision 1996/119’ (2 October 1997)· UN Doc. E/CN.4/2005/102/Add.1 ‘Impunity Report of the Independent Expert to update the Set of Principles to Combat Impunity, Diane Orentlicher’ (8 February 2005)· UN Doc. E/CN.4/1997/104, Annex ‘Basic Principles and Guidelines on the Right to Reparation for Victims of [Gross] Violations of Human Rights and International Humanitarian Law’ (16 January 1997), ιδίως ¶15(f)· UN Doc. E/CN.4/2000/62 ‘The Right to Restitution, Compensation and Rehabilitation for Victims of Gross Violations of Human Rights and Fundamental Freedoms: Final Report of the Special Rapporteur, Mr. M. Cherif Bassiouni, submitted in accordance with Commission Resolution 1999/33’, Annex ‘Basic Principles and Guidelines on the Right to a Remedy and Reparation for Victims of Violations of International Human Rights and International Humanitarian Law’ (18 January 2000), ιδίως ¶25(g). Επισημαίνεται ότι οι αρχές van Boven/Bassiouni αποτέλεσαν τη βάση για την κατάστρωση των Βασικών Αρχών και Κατευθυντηρίων σχετικά με το Δικαίωμα σε Έννομη Θεραπεία και Επανόρθωση για τα Θύματα των Δριμειών Παραβιάσεων του Διεθνούς Δικαίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Σοβαρών Παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών το 2005· βλ. UNGA Res. 60/147, UN Doc. A/RES/60/147 ‘Basic Principles and Guidelines on the Right to a Remedy and Reparation for Victims of Gross Violations of International Human Rights Law and Serious Violations of International Humanitarian Law’ (21 March 2006).

[38] Εισηγητική Έκθεση Υπουργού Εσωτερικών στην Πρόταση Νόμου «Για την καθιέρωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων τον Πόντου ως Ημέρας Μνήμης» (23η Φεβρουαρίου 1994) 1-3, προσβάσιμη από <https://www.hellenicparliament.gr/Nomothetiko-Ergo/Anazitisi-Nomothetikou-Ergou?law_id=7cddf4a9-aa83-4615-8941-6ce27e1ac418 > (τελευταία πρόσβαση 4/2019).

[39] Ibid. 2.

[40] Εισηγητική Έκθεση Προτεινόντων Βουλευτών στην Πρόταση Νόμου «Για την καθιέρωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων τον Πόντου ως Ημέρας Μνήμης» (30η Μαρτίου 1992) 1-4, προσβάσιμη από <https://www.hellenicparliament.gr/Nomothetiko-Ergo/Anazitisi-Nomothetikou-Ergou?law_id=7cddf4a9-aa83-4615-8941-6ce27e1ac418 > (τελευταία πρόσβαση 4/2019)

[41] Ibid. 1.

[42] Για τη διαδικασία παραπομπής στην προβλεπόμενη από τα Αρθρ. 65(5) Συντ. και 162 Καν.ΒτΕ Επιστημονική Επιτροπή εισαχθέντων στην εθνική αντιπροσωπεία σχεδίων ή προτάσεων νόμων, βλ. Αρθρ. 92 Κανονισμού ΒτΕ.

[43] Ν. 4048/2012 «Ρυθμιστική Διακυβέρνηση: Αρχές, Διαδικασίες και Μέσα Καλής Νομοθέτησης» (ΦΕΚ Α’ 34/23η Φεβρουαρίου 2012).

[44] Για την τυπολογία των νόμων μνήμης, βλ. Grażyna Baranowska, Aleksandra Gliszczyńska-Grabias, ‘“Right to Truth” and Memory Laws: General Rules and Practical Implications’ (2018) 47(1) Polish Political Science Yearbook 97, 98-99.

[45] Εισηγητική Έκθεση Υπουργού Εσωτερικών 3.

[46] Αρθρ. 1 Ν. 2193/1994.

[47] Ibid. Αρθρ. 2.

[48] ΠΔ 99/1994 «Ορισμός της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου» (ΦΕΚ Α’ 98/13η Μαΐου 1994).

[49] Βλ. για παράδειγμα τον αντίστοιχο πολωνικό Νόμο για το Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης [Act on the Institute of National Remembrance – Commission for the Prosecution of Crimes against the Polish Nation (18 December 1998), προσβάσιμη από <http://melaproject.org/sites/default/files/2018-12/Article%2055%20of%20Act%20on%20the%20Institute%20of%20National%20Remembrance%2C%2018%20December%201998.pdf> (τελευταία πρόσβαση 4/2019)]. Για την πρόσφατη τροποποίησή του (2018), η οποία προκάλεσε έντονο θεωρητικό διάλογο, αλλά και διπλωματικούς τριγμούς μεταξύ Πολωνίας και Ισραήλ, βλ. <https://www.germandeathcampsnotpolish.com/772_act_en.pdf> (τελευταία πρόσβαση 4/2019). Μια πρώτη κριτική αποτίμηση σε Patrycja Grzebyk, ‘Amendments of January 2018 to the Act on the Institute of National Remembrance – Commission for the Prosecution of Crimes against the Polish Nation in Light of International Law’ (2017) 37 Polish Yearbook of International Law 287.

[50] Πρβλ. Larissa van den Herik, ‘The Schism between the Legal and the Social Concept of Genocide in Light of the Responsibility to Protect’ στο René Provost, Payam Akhavan (eds), Confronting Genocide (Dordrecht: Springer, 2012) 75, 75-76, 91-95.

[51] Αν και η πολωνική γενοκτονία συνιστά, επίσης, γενοκτονία avant la lettre, ο οικείος μνημονικός νόμος υιοθετεί (Αρθρ. 3 & 4) συγκεκριμένο διακηρυκτικό λεκτικό με αναφορά και στην ΣΠΚΕΓ, αποδίδοντας τη νομική πεποίθηση των πολωνικών αρχών αναφορικά με τη χρήση του όρου γενοκτονία. Για τη νομολογιακή αντιμετώπιση της επίμαχης θηριωδίας ως γενοκτονίας, βλ. Supreme National Tribunal of Poland, Trial of Hauptsturmführer Amon Leopold Goeth, Case No 37 (5 September 1946) VII LRTWC 1, 7-9· Supreme National Tribunal of Poland, Trial of Gauleiter Artur Greiser, Case No 74 (7 July 1946) XIII LRTWC 70, 113-114.

[52] Αναφορικά με την επίμαχη εξίσωση στο πλαίσιο των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, βλ. Adil A. Haque, ‘Group Violence and Group Vengeance: Toward a Retributivist Theory of International Criminal Law’ (2005) 9(1) Buffalo Criminal Law Review 273, 301 et seq.

[53] Για μια ενδιαφέρουσα επεξεργασία της σχέσης μεταξύ κοινωνικού συμβολαίου, υποχρέωσης πρόνοιας και επανόρθωσης, βλ. ICC[TC-V(a)], Case No ICC-01/09-01/11, Prosecutor v. Ruto & Sang, Victims’ Views and Concerns on the Issue of Reparation or Assistance in Lieu of Reparation Pursuant to the Trial Chamber Decision of 5 April 2016 on the Defence Motions on ‘No Case to Answer’, plus 3 Annexes (15 June 2016) paras 29-32.

[54] Sévane Garibian, ‘Ghosts Also Die Resisting Disappearance through the‘Right to the Truth’and the Juicios por la Verdad in Argentina’ (2014) 12 Journal of International Criminal Justice 515.

[55] Miltiadis Sarigiannidis, ‘On A Right and A Duty to the Truth, and its Relevance to International Peace and Justice’ στο Thomas Skouteris, Michael Vagias (eds), International Organizations and the Protection of Human Rights: Essays in Honor of Professor Paroula Naskou-Perraki (Athens: Themis, 2014) 31· Dermot Groom, ‘The Right to Truth in the Fight against Impunity’ (2011) 29(1) Berkley Journal of International Law 175· Juan E. Méndez, ‘The Right to Truth’ στο Reining in Impunity for International Crimes and Serious Violations of Fundamental Human Rights: Proceedings of the Siracusa Conference, 17-21 September 1998 (Toulouse: Érès, 1998) 255.

[56] Ο όρος αποδίδει το λεκτικό, νομικό, αλλά και εξωνομικό taboo που συνάπτεται προς τη χρήση της λέξης «γενοκτονία»· βλ. και Martin Mennecke, ‘What’s in a Name? Reflections on Using, Not Using, and Overusing the “G-Word”’ (2007) 2(1) Genocide Studies & Prevention 57.

[57] Για τα κριτήρια εξειδίκευσης της έννοιας της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, βλ. Pablo De Greiff, ‘Justice and Reparations’ στο Pablo De Greiff (ed.), The Handbook of Reparations (Oxford: Oxford University Press, 2006) 451, 455-466.

[58] Margaret Urban Walker, ‘Truth Telling as Reparations’ (2010) 41(4) Metaphilosophy 525, 530.

[59] Βλ. mutatis mutandis τις σχετικές προτάσεις του Ειδικού Εισηγητή για την προώθηση της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της επανόρθωσης και των εγγυήσεων μη επανάληψης De Greiff στο UN Doc. A/72/523 ‘Report of the Special Rapporteur on the Promotion of Truth, Justice, Reparation and Guarantees of Non-Recurrence’ (12 October 2017) paras 66-80.

[60] Βλ. και UN Doc. A/HRC/37/65 ‘Joint Study of the Special Rapporteur on the Promotion of Truth, Justice, Reparation and Guarantees of Non-Recurrence and the Special Adviser to the Secretary-General on the Prevention of Genocide’ (1 March 2018) paras 59-71.

[61] Πρβλ. τα σχόλια του ιδιαίτερα επικριτικού στις κανονιστικές επεμβάσεις τόσο στο μνημονικό όσο και στο ιστορικό πεδίο, Costas Douzinas, ‘History Trials: Can Law Decide History?’ (2012) 8 Annual Review of Law and Social Science 273, 287.

[62] Susan L. Karamanian, ‘The International Court of Justice and the Armenian Genocide’ στο Alexis Demirdjian (ed.), The Armenian Genocide Legacy (N. York/London: Palgrave Macmillan, 2016) 84, ιδίως 95-96, όπου η έμφαση δίδεται στις πιλοτικές μεμονωμένες δίκες ενώπιον εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων με σκοπό την αποκατάσταση των απογόνων των θυμάτων.

[63] Με αναφορά στο διατλαντικό δουλεμπόριο, βλ. Luke Moffett, Katarina Schwarz. ‘Reparations for the Transatlantic Slave Trade and Historical Enslavement: Linking Past Atrocities with Contemporary Victim Populations’ (2018) 36(4) Netherlands Quarterly of Human Rights 247, ιδίως 261 et seq.

[64] Βλ. και Alexis Demirdjian, ‘A Moving Defence: The Turkish State and the Armenian Genocide’ (2018) 16(3) Journal of International Criminal Justice 501, 522.

[65] «Περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις» (ΦΕΚ Α’ 139/28η Ιουνίου 1979).

[66] Ibid. «Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά ή δια του τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων, που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου «χαρακτηριστικά φύλου» ή την αναπηρία, κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων (5.000 – 20.000) ευρώ».

[67] Για την συγκριτική προσέγγιση ελληνικής και γαλλικής πρακτικής αναφορικά με το ποινικό σκέλος των μνημονικών νόμων, βλ. Ioanna Tourkochoriti, ‘Challenging Historical Facts and National Truths: An Analysis of Cases from France and Greece’ στο Belavusau/Gliszczyńska-Grabias (2017) 151-174.

[68] Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 «Για την Καταπολέμηση Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου» (Επίσημη Εφημερίδα ΕΕ L 328/55/6-12-2008), Αρθρ. 1(δ): « Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσει ότι τιμωρούνται οι ακόλουθες εκ προθέσεως τελούμενες πράξεις: […] η δημόσια επιδοκιμασία, άρνηση ή χονδροειδής υποτίμηση της σοβαρότητας των εγκλημάτων τα οποία ορίζονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού του Διεθνούς Στρατοδικείου που προσαρτάται στη συμφωνία του Λονδίνου της 8ης Αυγούστου 1945, η οποία στρέφεται κατά ομάδας προσώπων ή μέλους τέτοιας ομάδας που προσδιορίζεται βάσει της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, των γενεαλογικών καταβολών ή της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, όταν η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά τρόπο που είναι πιθανόν να υποκινήσει βία ή μίσος στρεφόμενο κατά μιας τέτοιας ομάδας ή μέλους μιας τέτοιας ομάδας».

[69] Αρθρ. 2 Ν. 4285/2014 «Τροποποίηση του Ν. 927/1979 (Α’ 139) και Προσαρμογή του στην Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ της 28ης Νοεμβρίου 2008, για την Καταπολέμηση Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου (L 328) και Άλλες Διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 191/10η Μαρτίου 2014).

[70] Tourkochoriti Challenging 161-164.

[71] Βλ. Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης 2383/2015 ΤΝΠ NOMOS και [2017] Ποινικά Χρονικά 450 (Μοροζίνης).

[72] Ibid. ¶¶80-81 «Ο Έλληνας νομοθέτης στο άρ. 2 του Ν. 4285/2014 προσέθεσε την αναφορά «σε αποφάσεις της Βουλής», η οποία ως επιλογή αποκλειόταν από το άρ. 1 παρ. 4 της απόφασης-πλαίσιο 2008/931/ΔΕΥ. Δυνάμει της τελευταίας, ο νομοθέτης μπορεί ουσιαστικά να τιμωρεί την επιδοκιμασία, τον ευτελισμό ή την κακόβουλη άρνηση της ύπαρξης και της σοβαρότητας ιστορικών ή σύγχρονων περιστατικών, των οποίων την ύπαρξη και το νομικό χαρακτηρισμό τους ως εγκλήματα μπορεί ο ίδιος να καθορίζει «αυθεντικά», χωρίς να έχει διεξαχθεί δίκη από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Ωστόσο, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις στην αρχή της παρούσας, η ποινική δικαιοδοσία, η οποία ασκείται αποκλειστικά από τα δικαστήρια κατά τα άρ. 26, 87 και 96 Συντ., περιλαμβάνει την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, τον νομικό χαρακτηρισμό τους και την επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων στους δράστες για όλα τα εγκλήματα που προβλέπονται στο άρ. 2 του Ν. 4285/2014 […]. Ως εκ τούτου, με την παραπάνω προσθήκη, ο Έλληνας νομοθέτης υπερέβη τον συνταγματικώς καθορισμένο ρόλο του και εισέδυσε ανεπίτρεπτα στη ποινική δικαιοδοσία που ασκείται αποκλειστικά από τα δικαστήρια κατά τα άρ. 26,87 και 96 Συντ., υποκαθιστώντας τα τελευταία».

[73] Ibid. ¶83 «Επιπροσθέτως, η μη αναγνώριση των προβλεπόμενων εγκλημάτων από τα αρμόδια διεθνή ή εθνικά δικαστήρια στις περισσότερες περιπτώσεις κατατείνει λογικά στην ανυπαρξία τους, είτε επειδή τα επίδικα πραγματικά περιστατικά δεν τα στοιχειοθετούν είτε γιατί κατά το χρόνο επέλευσης των σχετικών γεγονότων δεν υπήρχε το απαραίτητο νομικό οπλοστάσιο. Κατ’ αποτέλεσμα, η εκ των υστέρων αναγνώριση των σχετικών εγκλημάτων με «αποφάσεις της Βουλής» συνιστά κατ’ ουσίαν μια ιδιότυπη αναδρομική εφαρμογή του ποινικού νόμου, αντίθετη με την αρχή nullum crimen nulla poena sine lege praevia […]».

[74] Στην επίμαχη υπόθεση κρίθηκε ότι η καταδίκη του αρνητή της Γενοκτονίας των Αρμενίων Doğu Perinçek από ελβετικό ποινικό δικαστήριο συνιστούσε δυσανάλογη επέμβαση του κράτους στην ελευθερία της έκφρασης του προσφεύγοντος (Αρθρ. 10 ΕΣΔΑ). Βλ. ECtHR[GC] Perinçek paras 274-281.

[75] Ibid. paras 173-179· στην υπόθεση παρενέβησαν η τουρκική, αρμενική και γαλλική κυβέρνηση.

[76] Ν. 2397/1996 «Η 24η Απριλίου Καθιερώνεται ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων από την Τουρκία.» (ΦΕΚ Α’ 80/10η Μαΐου 1996).

[77] William A. Schabas, ‘Retroactive Application of the Genocide Convention’ (2010) 4 University of St. Thomas Journal of Law & Public Policy 36, 42 & 47.

[78] Βλ. και Miltiadis Sarigiannidis, ‘International Law Against the Politics of Evil: The Case of Genocide of Pontic Greeks 1915-1923’ [υπό δημοσίευση μελέτη σε συλλογικό τόμο πρακτικών συνεδρίου διοργάνωσης Institut für Diaspora – und Genozidforschung με θέμα ‘The Displacement, Extinction and Genocide of the Pontic Greeks 1916-1923’ (Bochum, Germany, 25-26 February 2016).] Ευχαριστώ θερμά τον κ. Σαρηγιαννίδη που έθεσε στη διάθεσή μου την αναφερόμενη συμβολή.

[79] Βλ. Republic of Turkey, Ministry of Foreign Affairs, ‘Controversy between Turkey and Armenia about the Events of 1915’, Armenian Claims and Historical Facts: Questions and Answers (Ankara: Center for Strategic Research, 2007) 27, προσβάσιμο από <http://www.mfa.gov.tr/data/DISPOLITIKA/ErmeniIddialari/Ermeni_ingilizce_Soru_CevapKitapcigi.pdf> (τελευταία πρόσβαση 4/2019).

[80] Για τις προκλήσεις μιας τέτοιας προσέγγισης, βλ. International Center for Transitional Justice, ‘The Applicability of the United Nations Convention on the Prevention and Punishment of the Crime of Genocide to Events which Occurred during the Early Twentieth Century: Legal Analysis’ (4 February 2003) 7, προσβάσιμο από <https://www.ictj.org/sites/default/files/ICTJ-Turkey-Armenian-Reconciliation-2002-English.pdf > (τελευταία πρόσβαση 4/2019).

[81] Βλ. την πλέον πρόσφατη εκδοχή των συμπερασμάτων στο International Law Commission, ‘Draft Conclusions on Identification of Customary International Law’ (2018), προσβάσιμο από <http://legal.un.org/ilc/texts/instruments/english/draft_articles/1_13_2018.pdf> (τελευταία πρόσβαση 4/2019).

[82] Ibid. Draft Conclusion 5.

[83] Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδεται στο status των ως άνω αρχών και οργάνων σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο. Βλ. International Law Commission, ‘Draft Conclusions on Identification of Customary International Law with Commentaries’ (2018), προσβάσιμο από <http://legal.un.org/ilc/texts/instruments/english/commentaries/1_13_2018.pdf> (τελευταία πρόσβαση 4/2019) Conclusion 5, Commentary para 2.

[84] Ibid. Draft Conclusion 6(2).

[85] Ibid. Commentary para 5.

[86]  Βλ. Εισηγητική Έκθεση Υπουργού Εσωτερικών 3.

[87] Για τις συνέπειες, αλλά και τις προκλήσεις, μιας τέτοιας καθυστερημένης μεταβατικής διαδικασίας, βλ. mutatis mutandis (αναφορικά με τη γαλλική νομοθεσία διαχείρισης της μνήμης του αποικιακού παρελθόντος) Stiina Löytömäki, ‘The Law and Collective Memory of Colonialism: France and the Case of ‘Belated’ Transitional Justice’ (2013) 7(2) International Journal of Transitional Justice 205-223.

[88] Στο σημείο αυτό, η αδράνεια της Ελληνική Δημοκρατίας έναντι του έργου της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου αναφορικά με τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας (μέχρι τον 4/2019 η χώρα δεν έχει υποβάλει παρατηρήσεις, όπως προκύπτει από τον επίσημο ιστότοπο της Επιτροπής <http://legal.un.org/ilc/guide/7_7.shtml>) κρίνεται τουλάχιστον άστοχη.

[89] Για τη νομική αξιολόγηση των μονομερών δικαιοπραξιών (πράξεις αναγνώρισης) γενικότερα, βλ. Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης, «Μονομερείς Διακηρύξεις» στο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος, Κωνσταντίνος Μαγκλιβέρας (επιμ. εκδ.), Το Δίκαιο της Διεθνούς Κοινωνίας (3η εκδ., Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2017) 433.

Θεοδόσης Κυριακίδης: Οι βίαιοι εκτοπισμοί ως εργαλείο εξόντωσης στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

100 χρόνια από τη Γενοκτονία των Ποντίων

Θεοδόσης Κυριακίδης

 Οι βίαιοι εκτοπισμοί ως εργαλείο εξόντωσης στη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου[i].

Η καταστροφή του ελληνορθόδοξου μιλλέτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πραγματοποιήθηκε παράλληλα με την καταστροφή και εξαφάνιση των υπόλοιπων γηγενών χριστιανών της Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια της τελευταίας μεταβατικής δεκαετίας, από την ίδια τους την κυβέρνηση. Οι γενοκτονημένοι λαοί με άλλα λόγια υπήρξαν οθωμανοί υπήκοοι και εξοντώθηκαν από το ίδιο τους το κράτος[ii]. Για να κατανοήσουμε πως οι κυβερνητικές ελίτ, οι Νεότουρκοι και αργότερα οι Κεμαλικοί κατέληξαν στο σχέδιο της εξόντωσης των χριστιανών οθωμανών πολιτών, θα πρέπει να κατανοήσουμε το ιστορικό συγκείμενο και τις αιτίες που πυροδότησαν τη συγκεκριμένη εξέλιξη.  Η Γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολής αποτελεί την κορύφωση δυο ιστορικών διαδικασιών και μεταμορφώσεων που είχαν ξεκινήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα. Αυτές ήταν αφενός το περίφημο Ανατολικό ζήτημα και αφετέρου η αφύπνιση του εθνικισμού και η κυριαρχία των εννοιών του έθνους-κράτους.

Η διαδρομή από τη σύλληψη της ιδέας, -οι ερευνητές προβληματίζονται για το πότε ακριβώς αποφασίστηκε επιτελικά η εξόντωση-, μέχρι τη  διάπραξη της Γενοκτονίας αναπτύχθηκε σταδιακά και επηρεάστηκε τόσο από εξωτερικά, όσο και από εσωτερικά γεγονότα, όπως θα σημειώσουμε παρακάτω. Αυτή η σταδιακή ριζοσπαστικοποίηση στην περίπτωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής χαρακτηρίστηκε από την Tessa Hofmann  ως Γενοκτονία εν ροή  (cumulative Genocide)[iii].

Είναι γεγονός πως οι γενοκτονίες δεν πραγματοποιούνται χωρίς κεντρικό σχεδιασμό και βασικούς πρωταγωνιστές. Με άλλα λόγια δεν αποτελούν μια σειρά από αυθόρμητες βιαιότητες. Αντίθετα, αποτελούν καλά μελετημένες πράξεις σφαγών και βίαιων εκτοπίσεων πληθυσμών, σε συνθήκες που οδηγούν αναπόφευκτα σε εξόντωση[iv]. Ως εκ τούτου, η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι τα γεγονότα που οδήγησαν στην εξαφάνιση των χριστιανικών πληθυσμών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, πληρούν τις προδιαγραφές του ορισμού  της «γενοκτονίας», που διατυπώθηκε από τον πολωνοεβραίο νομικό Raphael Lemkin και υιοθετήθηκε με  τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών στις 9 Δεκεμβρίου 1948, σύμβαση που τέθηκε σε ισχύ από τις 12 Ιανουαρίου 1951[v].

Στη Σύμβαση αναφέροναι, μεταξύ άλλων, ως πράξεις Γενοκτονίας οι οργανωμένες σφαγές ή άλλες πράξεις που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή της στοχευμένης ομάδας με σκοπό την εξολόθρευση. Εκείνο που παραμένει σημαντικό στην περίπτωση μιας Γενοκτονίας, είναι η πρόθεση. Για τον Roger Smith, αυτή ακριβώς η πρόθεση εφαρμόστηκε στην περίπτωση των Ελλήνων στον Πόντο. Όπως γράφει «… κάποιος πρέπει να εξετάσει την πρόθεση και τις συνέπειες. Και στις περιπτώσεις των οθωμανικών αρχών, η πρόθεση είναι σαφής καθώς και οι συνέπειες: οι χριστιανικές μειονότητες της Τουρκίας καταστράφηκαν σε μεγάλο βαθμό από το 1913 έως το 1923»[vi]. Ο Hannibal Travis αντίστοιχα σημειώνει: «Εάν δεν υπήρξε κυβερνητική πρόθεση να εξοντωθούν οι χριστιανοί της Αυτοκρατορίας, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να εξηγηθεί πώς οι σφαγές, οι βιασμοί, οι απελάσεις και οι εκδιώξεις των Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων χριστιανών που ζουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την εποχή του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν σε τόσο μεγάλη κλίμακα. Πώς θα μπορούσε να προκύψει ένας τέτοιος σημαντικός βαθμός συντονισμού και κοινός σκοπός στη σφαγή αμάχων, τη διαφθορά των γυναικών, τη δημιουργία ορφανών παιδιών και την κλοπή χρημάτων και περιουσίας χωρίς οργάνωση και κατεύθυνση από ψηλά;»[vii].

Στην περίπτωση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου η εξολόθρευση δεν επιτεύχθηκε μόνο με σφαγές, αλλά με σειρά μέτρων που εφαρμόστηκαν. Οι αναφορές σε διπλωματικά έγγραφα το καταδεικνύουν καθαρά καθώς αναφέρουν ότι μέχρι το 1916, μεγάλο μέρος του Ελληνισμού του Πόντου και της Ανατολίας εξοντώθηκε με την αναγκαστική είσοδό του στα τάγματα εργασίας[viii], αλλά και από εκτοπίσεις και βίαιους διωγμούς, οι οποίοι ήταν εξίσου θανατηφόροι όσο και οι σφαγές, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Τάγματα Εργασίας.

Οι εκτοπίσεις ισοδυναμούν με θάνατο

Σχετικά με τις εκτοπίσεις και τις μακρές εξαντλητικές πορείες  θανάτου, οι καθολικοί ιεραπόστολοι και διάφοροι διπλωμάτες ήταν πεπεισμένοι ότι δεν πραγματοποιούνταν για στρατιωτικούς λόγους και ότι ο εκτοπισμός σήμαινε σκόπιμο και βέβαιο θάνατο. Πολλές είναι οι σχετικές μαρτυρίες. Μια αναφορά που απεστάλη στον καρδινάλιο Gasparri, της Γραμματείας του Κράτους του Βατικανού, στις 20 Μαρτίου 1916, από τον αποστολικό επιτετραμμένο της Βιέννης καρδινάλιο Scapinelli[ix] υπογράμμιζε τα εξής: «Κάποιος μπορεί να θεωρήσει ότι η απέλαση είναι μια πιο ήπια μορφή τιμωρίας από τη δολοφονία. Πράγματι, αλλά η πρώτη δεν διαφέρει πολύ από την τελευταία. Και αυτό διότι παρόλο που κάποιος μπορεί να ξεφύγει τη γενική σφαγή, μπορεί να κρυφτεί ή να διαφύγει στα βουνά, η προοπτική επιβίωσης για τους εκτοπισμένους είναι εξαιρετικά χαμηλή. Αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους όπως τα βοοειδή, περπατούν εβδομάδες και μήνες σε διαφορετικές κατευθύνσεις του αρχικού προορισμού τους, ενώ η παροχή του απαραίτητου φαγητού είναι η πιο σπάνια περίπτωση. Έτσι, οι φτωχοί υποκύπτουν στη μαζική λιμοκτονία και τις επιδημίες. Όταν φτάνουν στον προορισμό τους δεν υπάρχει διαμονή για αυτούς, αλλά οδηγούνται σε έναν νέο προορισμό και στη συνέχεια πάλι σε άλλο, έτσι ώστε να μην ξαποστάσουν ποτέ. Σε άλλες περιπτώσεις, οι οικογένειες διασκορπίζονται και επειδή οι άνδρες συνήθως διαχωρίζονται από τις γυναίκες και επειδή οι τελευταίες εξαρτώνται εξ ολοκλήρου στη ζωή τους από τους συζύγους, η πείνα και οι απειλές οδηγούν τις γυναίκες στα τουρκικά σπίτια. Τα παιδιά εξισλαμίζονται από ιδιώτες Τούρκους ή ως ορφανά πολέμου εξισλαμίζονται μέσω κρατικών δομών … «[x]. Παρόμοιες πληροφορίες απεστάλησαν από τον Αποστολικό Νούντσιο της Βιέννης στις 5 Νοεμβρίου 1915, όπου σημείωσε, μεταξύ άλλων, ότι «ο εκτοπισμός είναι πολύ συχνά ισοδύναμος με τον θάνατο ή για τα μικρότερα παιδιά σημαίνει την είσοδο στις ισλαμικές και τουρκικές οικογένειες»[xi].  Και ο Γερμανός πρόξενος της Σαμψούντας, Kückhoff, έγραψε στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 16 Ιουλίου 1916: «Από αξιόπιστες πηγές, ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης και της παραλιακής περιοχής της επαρχίας Κασταμονής έχει εξοριστεί. Εξορία και εξολόθρευση είναι στα τουρκικά η ίδια έννοια, γιατί όποιος δε δολοφονείται, πεθαίνει ως επί το πλείστον από τις αρρώστιες και την πείνα»[xii].

Από τους 13.000 συνολικά κατοίκους της περιοχής Τριπόλεως επέζησαν μετά τους βίαιους εκτοπισμούς μόνο οι 800.

Πράγματι, όπως φαίνεται από το ποσοστό των επιζώντων, η πεποίθηση των ιεραποστόλων και των διπλωματών είναι ακριβής. Ας δούμε κάποια παραδείγματα: Από τους 13.000 που απελάθηκαν από την Τρίπολη μόνο 800 επέζησαν [xiii], από 700 εκδιωγμένους από το Τεπέκιοϊ της Πουλαντζάκης το 1916, μόνο 232 επέζησαν [xiv] και σύμφωνα με τις αναφορές του Μητροπολίτη Γερμανού: «Εκ των εξορισθέντων εις το βιλαέτιον της Άγκυρας μόλις το δέκατον ευρίσκεται σήμερον εν ζωή, οι δε κάτοικοι των προαστίων Άνω Αμισού και Ελιάζκιοϊ δεν ευρίσκονται πλέον εν τη ζωή, διότι το Σουγκουρλού υπήρξεν ο τάφος αυτών»[xv].

«Εκ των εξορισθέντων εις το βιλαέτιον της Άγκυρας μόλις το δέκατον ευρίσκεται σήμερον εν ζωή, οι δε κάτοικοι των προαστίων Άνω Αμισού και Ελιάζκιοϊ δεν ευρίσκονται πλέον εν τη ζωή, διότι το Σουγκουρλού υπήρξεν ο τάφος αυτών», Μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός.

Παρόλο, όμως, που οι εκτοπίσεις είχαν το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό των σφαγών, παρέχουν στον θύτη των εγκλημάτων το πλεονέκτημα του ισχυρισμού ότι είναι αθώος. Αναφέρει ο Hannibal Travis: «Η γενοκτονία  διαμέσου του εκτοπισμού διευκολύνει την άρνηση του εγκλήματος. Λίγοι θα μπορούσαν να αρνηθούν ότι η γενοκτονία με άμεση δολοφονία μιας φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας θα αποτελούσε ένα τεράστιο έγκλημα… Στην πρόσφατη εργασία μου υποστήριξα ότι η γενοκτονία μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω εκτοπισμών σε συνθήκες που προκαλούν θανάτους μεγάλης κλίμακας από πείνα, την ασθένεια, την έκθεση και την έλλειψη στέγης»[xvi]. Η συγκεκριμένη πρακτική των βίαιων εκτοπισμών εμπίπτει στο άρθρο 2, παρ. γ) της Σύμβασης του 1948, το οποίο αναφέρει πως πράξεις γενοκτονίας είναι η «Εκ προθέσεως υποβολή της ομάδος εις συνθήκας διαβιώσεως δυναμένας να επιφέρωσιν την πλήρη ή την μερικήν σωματικήν καταστροφήν αυτής»[xvii].

Εκείνο όμως που έχει μεγαλύτερη αξία για έναν ιστορικό, από το να κατονομάσει τα γεγονότα, είναι να κατανοήσει τη χρονική αλληλουχία και τις αιτίες αυτών. Υπό αυτή την έννοια, η εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών, δηλαδή των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων, πρέπει να ειδωθεί ως ένα συνολικό σχέδιο εξόντωσης και αντικατάστασης του ανεπιθύμητου πληθυσμού στην προσπάθεια δημιουργίας «καθαρού» εθνικού κράτους. Η προσπάθεια αυτή ξεκίνησε  με διωγμούς και  απελάσεις ήδη από το 1913 με τους Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και στη συνέχεια με τους Έλληνες της Μικράς Ασίας. Το πρόγραμμα εξολόθρευσης περιελάμβανε βίαιες μετακινήσεις και απελάσεις, οικονομικό αποκλεισμό, σφαγές και λεηλασίες. Είναι επίσης σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως όλα τα παραπάνω συνέβησαν πριν από την παρέμβαση της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε αντίθεση με όσα συχνά υποστηρίζει η τουρκική ιστοριογραφία, ότι δηλαδή τα γεγονότα έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων. Αυτό που συνέβη με τους Έλληνες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης ήταν πρόδρομος σε αυτό που θα ακολουθούσε και σε άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς[xviii]. Πράγματι, ο αμερικανός πρέσβης Henry Morgnethau,αποκαλύπτει ότι ο Bedri Bey, αστυνομικός διοικητής στην Κωνσταντινούπολη, ανέφερε σε έναν από τους γραμματείς του ότι οι μετακινήσεις των Ελλήνων ήταν τόσο επιτυχείς, που αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν την ίδια μέθοδο και στις άλλες φυλές της Αυτοκρατορίας[xix]. Υπήρξαν δηλαδή όχι απλά σαφείς ενδείξεις, αλλά δημόσιες ομολογίες για την εξολόθρευση των χριστιανών.

Henry Morgenthau, Αμερικανός πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη.
Bedri Bey, αστυνομικός διοικητής στην Κωνσταντινούπολη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επιπλέον, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι δημογραφικές ανησυχίες της Αυτοκρατορίας διαμόρφωσαν τις απελάσεις του ελληνικού πληθυσμού στον Πόντο. Ως εκ τούτου, οι εκτοπισμοί δεν πραγματοποιήθηκαν τυχαία και χωρίς σχέδιο, αλλά υπήρξαν συνέπεια  μιας συστηματικής μελέτης των δεδομένων του πληθυσμού. Ο Fuat Dundar κατέγραψε στη μελέτη του ότι οι Νεότουρκοι ανέπτυξαν εθνικές στατιστικές, χάρτες και εθνολογικές μελέτες το καλοκαίρι του 1914, γεγονός που τους βοήθησε να προσδώσουν έναν επιστημονικό τρόπο στην πολιτική ομοιογενοποίησης της Ανατολίας. Επιπλέον, οι Fuat Dundar και Taner Akcam συμφωνούν ότι τα οθωμανικά έγγραφα αποκαλύπτουν ότι η δημογραφική πολιτική χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά των Ελλήνων στη δυτική Ανατολία και εφαρμόστηκε μεταξύ των ετών 1913 και 1914. Έτσι, πρώτοι οι Έλληνες και αργότερα οι Αρμένιοι διανεμήθηκαν σε όλη την Αυτοκρατορία, ώστε ο αριθμός των χριστιανών σε κάθε περιοχή να είναι 10%, 5% και 2% ή ακόμα λιγότερο από τον υπόλοιπο μουσουλμανικό πληθυσμό. Με άλλα λόγια, είναι πλέον γεγονός ότι η πολιτική βίαιων εκτοπισμών στο εσωτερικό ήταν μια καλά μελετημένη και όχι τυχαία ενέργεια για την απομάκρυνση των Ελλήνων του Πόντου[xx].

Στην σχετική έκθεση που συντάσσει ο εκπαιδευτικός Π. Κυνηγόπουλος επιβεβαιώνει τα παραπάνω σημειώνοντας πως: «Στην περιοχή της Σεβάστειας, από το 1916, οι περισσότεροι άνδρες είτε εκτοπίστηκαν είτε φυλακίστηκαν. Οι γυναίκες και τα παιδιά μεταφέρθηκαν στην περιοχή Αζηζηγιέ, όπου κατανεμήθηκαν σε τουρκικά χωριά, με σκοπό τον εξισλαμισμό, κατά τέτοιο τρόπο,  ώστε  σε κάθε χωριό να μην υπάρχουν περισσότερες από  πέντε δέκα  ψυχές»[xxi]. Το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος έλαβε σχετική προειδοποίηση για τον επικείμενο κίνδυνο εκτουρκισμού που επικρατούσε στις 14 Ιανουαρίου 1915, η οποία είχε ως εξής: «Μεταξύ των υπό του Νεοτουρκικού κομιτάτου ληφθεισών αποφάσεων είναι και ο εκτουρκισμός των ελληνικών πληθυσμών, ο οποίος δεν είναι δυνατός, εφόσον υπάρχουσι συμπαγείς ελληνικοί συνοικισμοί. Αι στρατιωτικαί ανάγκαι παρέχουσιν καταλληλοτάτην πρόφασιν ίνα διασκορπισθώσιν οι χριστιανοί και ούτω καταστή δυνατός ο εκτουρκισμός αυτών»[xxii]. Ενδεικτικό αυτής της πολιτικής είναι ότι η Διεύθυνση Εγκατάστασης Φυλών και Προσφύγων (ΙΑΜΜ), ρωτούσε διαρκώς πόσοι έφυγαν, πόσοι είχαν εγκατασταθεί και πόσοι είχαν παραμείνει στις περιοχές ενδιαφέροντος τους[xxiii]. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα στελέχη της Ένωσης και Προόδου είχαν προγραμματίσει όχι μόνο τη μετανάστευση των χριστιανών, αλλά και τη διαδικασία εγκατάστασης των μουσουλμάνων [xxiv]. Μόλις οι αρχές εκκένωναν ένα  χωριό ή μια περιοχή, εγκαθιστούσαν αμέσως μουσουλμανικό πληθυσμό[xxv]. Μάλιστα, διευκόλυναν την εθελοντική μετανάστευση για εκείνους που ήθελαν να φύγουν στην Ελλάδα. Σε επιστολή που στάλθηκε στην επαρχία Τραπεζούντας στις 15 Απριλίου 1914 αναφέρεται ότι ο ναύλος ήταν 10 γρόσια, αλλά σημειωνόταν ότι όλοι είχαν το δικαίωμα να ταξιδέψουν, ακόμη και εκείνοι που δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν[xxvi]. Προκειμένου να καλυφθεί αυτή η διαδικασία μετακίνησης με ένα νομικό πλαίσιο, ψηφίστηκε στη Βουλή στις 27 Μαΐου 1915 ένας νόμος περί αποστολής και εγκατάστασης (Sevk ve İskan Kanunu), γνωστός ως νόμος tehcir [xxvii].

Πρόσφυγες από τη Σαμψούντα στην Ελλάδα. Μεταφέρονται από την Πάτρα στην ενδοχώρα (Πηγή: National Geographic Magazine, Nοέμβριος 1925, αρ. τεύχους 48, σ. 568.

Μετά την έναρξη των πρώτων διωγμών το 1913, κυρίως στην Ανατολική Θράκη και τη Δυτική Μικρά Ασία, πολλοί παράγοντες επηρέασαν τους Νεότουρκους να αλλάξουν την πολιτική τους και να σταματήσουν τους εκτοπισμούς. Ένας λόγος ήταν ότι η Ελλάδα δεν είχε εξέλθει στον πόλεμο με την πλευρά της Αντάντ, αλλά είχε παραμείνει ουδέτερη. Ως εκ τούτου, η Γερμανία είχε ζητήσει από τους Νεότουρκους να αλλάξουν την πολιτική τους με την ελπίδα να κερδίσουν την Ελλάδα στο πλευρό τους[xxviii]. Επιπλέον, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι διαμαρτυρίες του Πατριαρχείου για τις βιαιότητες, οι διαμαρτυρίες των Ελλήνων βουλευτών στο Οθωμανικό Κοινοβούλιο, καθώς και εκείνες  των ξένων διπλωματικών αντιπροσώπων. Ο Taner Akcam υπογραμμίζει ότι ένας ακόμα λόγος ήταν το γεγονός ότι η πίεση που ασκούνταν στους μουσουλμάνους του ελληνικού κράτους είχε επίσης σταματήσει[xxix]. Θεωρείται πάντως πως εάν δεν υπήρχε το ελληνικό κράτος και το σημαντικό μουσουλμανικό στοιχείο που πίεζε την Τουρκία, ο αριθμός των Ελλήνων θυμάτων των πρώτων αυτών διωγμών θα ήταν υψηλότερος[xxx]. Επιπλέον, ο Βενιζέλος χρησιμοποιούσε στη ρητορική του τις φρικαλεότητες που διέπραξαν οι Νεότουρκοι στους Έλληνες και έτσι η αναστολή των εκτοπισμών κατά τη συγκεκριμένη περίοδο πραγματοποιήθηκε για να μην ενισχύονται τα επιχειρήματά του εναντίον του φιλογερμανού βασιλιά Κωνσταντίνου[xxxi].Τόσο ο Βενιζέλος όσο όμως και ο Κωνσταντίνος είχαν διαμαρτυρηθεί έντονα για τις διώξεις ήδη από το 1914 και υπήρχε φόβος ότι, λόγω των διωγμών, θα  μπορούσε να ξεσπάσει μια γενική σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, την οποία οι Τούρκοι και οι Γερμανοί δεν ενέκριναν για την ώρα[xxxii].

Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα, η Γερμανία διατηρούσε μια πιο ήπια θέση εναντίον της Ελλάδας με την ελπίδα να την κερδίσει στην πλευρά της και να ευνοήσει τον βασιλιά σε βάρος της εξουσίας του Βενιζέλου. Αλλά οι σφαγές και τα εγκλήματα που είχαν διαπράξει οι Τούρκοι και οι σύμμαχοί τους, είχαν αρχίσει να την απασχολούν. Οι Γερμανοί ανησυχούσαν ιδιαιτέρως για τον αρνητικό αντίκτυπο που προκάλεσαν οι σφαγές και οι εκτοπίσεις της Τουρκίας στη διεθνή τους εικόνα, καθώς θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι αυτοί ενέπνευσαν τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν. Η άποψη της κοινής γνώμης στη Γερμανία  καταγράφεται  στην εφημερίδα Münchner Tagesblatt στις 12 Οκτωβρίου 1915, όπου σημειωνόταν ότι οι σφαγές έγιναν στο όνομα του Kaiser[xxxiii].

Πάντως, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι οι αρχές ενέκριναν τη γενική εκκένωση των επαρχιών μόνο αφού είχαν κατορθώσει να μεταφέρουν τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς εκεί. Με τον τρόπο αυτό, δεν θα κατέστρεφαν τις βιομηχανικές περιοχές της Αυτοκρατορίας ούτε θα σταματούσαν τη γεωργική παραγωγή που στήριζε την αδύναμη οικονομία της χώρας. Αυτός ήταν ο λόγος, για τον οποίο κάποιοι Έλληνες είχαν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στις πατρίδες τους και να διδάξουν μεθόδους παραγωγής στους μουσουλμάνους πρόσφυγες. Όπως δήλωσε ο Ραμμί Μπέη: «Οι Τούρκοι προτού εξαφανίσουν τους Έλληνες θα πρέπει να μάθουν πολλά από αυτούς»[xxxiv]. Πράγματι, οι ζημιές που αντιμετώπιζε η τουρκική οικονομία και οι δυσκολίες με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπη, λόγω της απειρίας των μουσουλμάνων στο εμπόριο, υπήρξαν εξαιρετικά σημαντικές[xxxv].

 Ασυμφωνία τηλεγραφημάτων και πραγματικότητας. Οι ομολογίες του Ταλαάτ και το συστηματικό σχέδιο εξόντωσης.

Μέχρι το 1916, οι αρχές δεν είχαν εκτοπίσει μαζικά τους Έλληνες στον Πόντο. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει μόνο μετά το φθινόπωρο του 1916. Σύμφωνα με τον Taner Akcam, αυτό συνέβη για τρεις λόγους: 1) την κατάληψη των νησιών του Αιγαίου Μυτιλήνης, Χίου και Σάμου την προηγούμενη άνοιξη. 2) τη ρωσική πρόοδο στις ανατολικές επαρχίες της Ανατολίας. και 3) την αναμονή μιας επικείμενης ελληνικής συμμετοχής στον πόλεμο στο πλευρό της Ρωσίας και της Βρετανίας. Εκείνο που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον στην μελέτη των τηλεγραφημάτων είναι ότι, μέχρι το καλοκαίρι του 1916, ο Ταλαάτ ζητά να ακολουθηθεί μια ηπιότερη μεταχείριση στους Έλληνες, προκειμένου να μην προκαλέσουν την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, ενώ το χειμώνα του 1916, οι σφαγές και οι εκτοπισμοί κλιμακώνονται. Σε ένα τηλεγράφημα που στάλθηκε στην Τραπεζούντα στις 15 Μαΐου 1916 διαβάζουμε: «να διατηρείται μια ανεκτική πολιτική έναντι των Ελλήνων, είναι μειονέκτημα να κινηθούν όλοι οι Έλληνες της ακτής στο εσωτερικό της Ανατολίας, εκτός από εκείνους που κρίνεται απαραίτητο για λόγους ασφαλείας»[xxxvi]. Επιπλέον, ο Ταλαάτ ζήτησε τον τερματισμό των διώξεων στέλνοντας στην Τραπεζούντα το ακόλουθο τηλεγράφημα: «γνωρίζουμε ότι οι εκτοπίσεις των Ελλήνων πραγματοποιήθηκαν μετά από απόφαση των νομαρχιών και της συναίνεσης του στρατού». Αλλά «για να διασφαλιστεί η πρόληψη των αντιδράσεων της ελληνικής κυβέρνησης», το ελληνικό στοιχείο πρέπει να «αντιμετωπίζεται με πολιτική ανοχής»[xxxvii]. Το προαναφερθέν τηλεγράφημα, στέλνεται ακριβώς στη λογική της μη προτροπής της Ελλάδας να παρέμβει στον πόλεμο και χρησιμοποιείται από την τουρκική ιστοριογραφία ως πειστήριο για την ευνοϊκή μεταχείριση των εκτοπισμένων. Εκείνο, όμως, που πιστοποιούν τα γεγονότα με την κλιμάκωση των βιαιοτήτων και των εκτοπίσεων αμέσως μετά από τα συγκεκριμένα τηλεγραφήματα, είναι η ύπαρξη ενός διπλού μηχανισμού, με τον οποίο λειτουργούσαν οι Νεότουρκοι: από τη μια επίσημα τηλεγραφήματα για αναστολή των σφαγών ή ήπια μεταχείριση και από την άλλη ανεπίσημες οδηγίες, με κεντρικά πρόσωπα τους τοπικούς γραμματείς του Κομιτάτου για σφαγές και εξολόθρευση. Τέλος, εκείνο που επίσης πρέπει να επισημανθεί, είναι ότι τα τηλεγραφήματα αυτά αποκαλύπτουν επίσημα τη συμμετοχή των κρατικών οργάνων, των νομαρχιών και του στρατού στις εκτοπίσεις.

Ο Akcam διαπιστώνει ότι τα τηλεγραφήματα του Ταλαάτ από το Σεπτέμβριο του 1916 στους κυβερνήτες των επαρχιών, αποκαλύπτουν ότι περίμεναν την απέλαση των Ελλήνων υπό τη δικαιοδοσία τους. Με βάση τους αριθμούς των τηλεγραφημάτων, φαίνεται ότι η διαδικασία αυτή κλιμακώθηκε το 1917[xxxviii]. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, ο Ταλαάτ σημειώνει συχνά στη βιογραφία του, ότι αυτό που συνέβη στους Έλληνες δεν είχε σχεδιαστεί κεντρικά. Σε προσωπική συνομιλία όμως, που είχε με έμπιστο του πράκτορα των Αυστριακών στις 31 Ιανουαρίου 1916, λίγο πριν από την κατάκτηση της Τραπεζούντας από τους Ρώσους, αποκάλυψε τη σκέψη του λέγοντας ότι «βλέπει να παρουσιάζεται η αναγκαιότητα στην Τουρκία να ξεμπλέξει με τους Έλληνες, όπως προηγουμένως με τους Αρμένιους»[xxxix]. Η πρόθεση του Ταλαάτ να καθαρίσει την Τουρκία από όλα τα χριστιανικά στοιχεία είχε αποκαλυφθεί και νωρίτερα από τον Γερμανό Πρέσβυ Wangenheim, σε μια έκθεση που έστειλε στις 17 Ιουνίου 1915 στο Γερμανό Καγκελάριο Bethmann-Hollweg. Οι διπλωμάτες φαίνεται να είναι έκπληκτοι  από τις κυνικές αποκαλύψεις του[xl], καθώς μίλησε μαζί τους ανοιχτά για το θέμα της απέλασης των Χριστιανών: «Ο Ταλαάτ Μπέης … εξήγησε χωρίς δισταγμό ότι η κυβέρνηση ήθελε να χρησιμοποιήσει τον Παγκόσμιο Πόλεμο ως πρόσχημα (προκειμένου να μην επιτρέψει στις ξένες δυνάμεις να παρεμβαίνουν), έτσι ώστε να καθαρίσει τη χώρα από τον εσωτερικό εχθρό – δηλαδή τους χριστιανούς όλων των ομολογιών»[xli]. Επιπλέον και άλλοι αξιωματούχοι μιλούσαν ανοικτά για την διάθεση ολοκληρωτικής εξόντωσης των Ελλήνων. Σε μια εξαιρετικά εμπιστευτική έκθεση που έστειλε ο αυστριακός πρόξενος Kviatkovski από τη Σαμψούντα στις 29 Νοεμβρίου 1916, δηλώνεται ότι ο τοπικός μουτεσαρίφης του είπε: «Πρέπει τώρα να τελειώνουμε  με τους Έλληνες, έστειλα σήμερα στα περίχωρα μέρος της χωροφυλακής με σκοπό να σκοτώσουν κάθε Έλληνα που θα συναντούσαν στο δρόμο «[xlii].

Mehmed Talaat Pasha, υπουργός Εσωτερικών
Hans Freiherr von Wangenheim, Γερμανός πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Taner Akcam θεωρεί  ότι η προσπάθεια του Ταλαάτ να κρύψει τις γνώσεις του για τις σφαγές βασίστηκε ακριβώς στον διπλό  μηχανισμό που χρησιμοποιούσαν οι Νεότουρκοι. Από τη μια πλευρά δίνονταν γραπτές εντολές προς τις κυβερνητικές αρχές για να χειρίζονται ήπια τους Έλληνες και, από την άλλη, υπήρχαν προφορικές εντολές σε παραστρατιωτικές ομάδες, που οργάνωνε η Teskilat-i-mahsusa, για να πραγματοποιούν τις δολοφονίες και τις λεηλασίες. Πιστεύει επίσης ότι ο ίδιος αυτός μηχανισμός τέθηκε σε λειτουργία και στο μποϊκοτάζ που εφαρμόστηκε στους χριστιανούς.[xliii]. Η ίδια εικόνα, αφενός της υπεράσπισης μιας μη βίαιης εκτόπισης των Ελλήνων και αφετέρου της συμμετοχής του κεντρικού πολιτικού και στρατιωτικού μηχανισμού, αποκαλύπτεται στο ακόλουθο τηλεγράφημα που έστειλε ο Ταλαάτ στην επαρχία της Σαμψούντας στις 11 Ιανουαρίου 1917: «Μίλησα με τον Ένβερ Πασά. Λέει ότι οι ρυθμίσεις έγιναν από την 3η Στρατιά. Ο στόχος είναι να μεταφερθούν οι Έλληνες κατά μήκος της ακτής περίπου τριάντα έως πενήντα χιλιόμετρα στο εσωτερικό. Ωστόσο, είναι εξαιρετικά σημαντικό να μην υπάρξουν επιθέσεις σε κανένα άτομο ή ιδιοκτησία κατά τη διάρκεια των απελάσεων» [xliv]. Και πάλι αν διαβάσει κανείς το συγκεκριμένο τηλεγράφημα αποκομμένο από το ιστορικό συγκείμενο, θα θεωρήσει ότι, πράγματι, οι μετακινήσεις πραγματοποιήθηκαν με σκοπό την προστασία των Ελλήνων. Για αυτό λοιπόν είναι σημαντικό  να υπογραμμίσουμε πως το συγκεκριμένο επίσημο τηλεγράφημα στάλθηκε αμέσως μετά τις μαζικές σφαγές και τις φρικαλεότητες στο τέλος του 1916, υποδεικνύοντας αυτό που σημειώσαμε και παραπάνω, τη λειτουργία του διπλού μηχανισμού και τη διπλή φύση του Ταλαάτ και της Επιτροπής. Δηλαδή, ενώ εκδίδονταν επίσημα  τηλεγραφήματα για την προστασία των ανθρώπων και της περιουσίας τους, εκτελέστηκαν αντίθετες ενέργειες όπως εξορίες, εκτελέσεις, βίαιες εκτοπίσεις ανθρώπων μακρύτερα από τριάντα ή πενήντα χιλιόμετρα στην Άγκυρα, στη Σεβάστεια ή ακόμη και στο Χαλέπι, το Χάρπουτ και στην Μαλάτια, ενώ ακολούθησε άμεση εγκατάσταση μουσουλμάνων στα εγκαταλελειμμένα σπίτια τους. Στις περιπτώσεις που δεν υπήρχαν εγκαταστάσεις μουσουλμάνων, τα σπίτια και τα χωριά λεηλατήθηκαν και κάηκαν[xlv].

Παρά την διαταγή για εκτόπιση 30 ή 50 χλμ προς το εσωτερικό οι ομάδες των εκτοπισμένων εκτοπίζονταν εκατοντάδες χιλιόμετρα στην Άγκυρα, στο Χαλέπι, το Χάρπουτ και στην Μαλάτια ακόμη και μέχρι τη Σεβάστεια.

Η χρήση του εκτοπισμού ως αποτελεσματικού μηχανισμού για την εκκαθάριση των χριστιανών αποκαλύφθηκε από τον Ταλαάτ στον αμερικανό πρέσβη Henry Morgenthau. Ο Morgenthau έγραψε σχετικά με μία από τις συναντήσεις του με τον Ταλάτ: «Μου είπε ότι η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου εξέτασε προσεκτικά το θέμα σε όλες τις λεπτομέρειες και ότι η πολιτική που ακολουθούσε ήταν εκείνη που είχαν εγκρίνει επίσημα. Είπε ότι δεν πρέπει να έχω την ιδέα ότι οι απελάσεις αποφασίστηκαν βιαστικά· στην πραγματικότητα, ήταν το αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης και προσεκτικής συζήτησης»[xlvi].

Ωστόσο, η επαγρύπνηση της Τουρκίας για την αποτροπή της εξόδου της Ελλάδας στον πόλεμο και η ήπια στάση προς τους εκτοπισμένους, συνοδεύτηκε κι από ένα δεύτερο σχέδιο, σε περίπτωση που η Ελλάδα αποφάσιζε τελικά να συνταχθεί με τις δυνάμεις της Αντάντ. Το τηλεγράφημα, που έστειλε ο Ταλαάτ στις επαρχίες  προς το σκοπό αυτό, είναι διαφωτιστικό: «Υπό το φως της σημερινής κατάστασης, πρέπει να γίνουν ήδη τα αναγκαία βήματα και προετοιμασίες ώστε, στην πιθανή περίπτωση που η Ελλάδα θα ενταχθεί στον πόλεμο εναντίον μας, οι Οθωμανοί Έλληνες που ζουν στις παραμεθόριες περιοχές μπορούν, αμέσως μετά την αρχική διαταγή που προέρχεται από εδώ, να μετακινηθούν αμέσως στο εσωτερικό και να εγκατασταθούν σε κατάλληλα μέρη. Αυτή η κατάσταση πρέπει να διατηρείται αυστηρά μυστική και οι πληροφορίες [σχετικά με την κατάσταση της επιχείρησης] θα αναφέρονται πίσω εδώ»[xlvii]. Φαίνεται λοιπόν και από το συγκεκριμένο τηλεγράφημα πως το σχέδιο εκτοπισμού είχε μελετηθεί συστηματικά εκ των προτέρων, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι οι εκτοπίσεις έγιναν μετά από συστηματική μελέτη και στρατηγικό σχεδιασμό. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι η Γενική Διεύθυνση Ασφαλείας (ΕUΜ) είχε ζητήσει να ενημερωθεί για τον αριθμό των εκτοπισθέντων Ελλήνων και αυτών που παρέμειναν πίσω, πριν από τη διαταγή της 3ης Στρατιάς για τον εκτοπισμό των Ελλήνων του Πόντου. Αυτό που ακολούθησε ήταν η απέλασή τους, ο χωρισμός τους και η διασπορά τους σε μικρούς αριθμούς σε διαφορετικά σημεία στο εσωτερικό[xlviii].

Στοχευμένη και συστηματική εξολόθρευση

Η πρώτη μεγάλη καταστροφή στην περιοχή του Δυτικού Πόντου πραγματοποιήθηκε το 1916 στην Σαμψούντα. Η προσεκτική παρατήρηση των συγκεκριμένων γεγονότων αποδεικνύει, όχι μόνο πως η καταστροφή υπήρξε συστηματική,  -καίγεται και καταστρέφεται το ένα χωριό μετά το άλλο, -αλλά και ότι συνδυάζεται με την παρουσία συγκεκριμένων προσώπων στην περιοχή, γνωστών για τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στη Γενοκτονία των Αρμενίων. Πρώτα απ’ όλα, σύμφωνα με ένα τηλεγράφημα που στάλθηκε στο Τζανίκ, οι αρχές ζητούν να πληροφορηθούν πόσοι Έλληνες είχαν μετακινηθεί από τη συγκεκριμένη επαρχία του Δυτικού Πόντου, πού είχαν αποσταλεί και πόσοι από αυτούς είχαν παραμείνει στις θέσεις τους[xlix]. Δεν  γνωρίζουμε, δυστυχώς, την απάντηση στο συγκεκριμένο τηλεγράφημα, αλλά στους επόμενους μήνες οι διώξεις και η βία κλιμακώθηκαν απότομα. Η άφιξη του μέλους της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΕΠ Bahaeddin Sakir έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Μετά την άφιξη του στην περιοχή το φθινόπωρο του 1916, η διαδικασία απέλασης έγινε πιο συστηματική, ενώ μεταξύ του Ιουνίου του 1916 και του Φεβρουαρίου του 1917 οι σφαγές και οι μετακινήσεις κλιμακώθηκαν.

Οι εκκαθαριστικές ενέργειες στη Σινώπη και στην Ινέπολη περιγράφονται στις 7 Σεπτεμβρίου 1916 από τον Γερμανό επιτετραμένο Mithrinek ως εξής: «Στη Σινώπη, η εκκαθάριση διήρκεσε 4 ώρες. Ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός, που φτάνει τα 4.500 άτομα, μεταφέρθηκε εν μέρει στο Μπογιαμπάτ και την Κασταμονή και εν μέρει μοιράσθηκε σε τουρκικά χωριά του βιλαετίου. Τα ίδια μέτρα πάρθηκαν στην Ινέπολη και σε μερικά άλλα χωριά»[l]. Αργότερα, μεταξύ 3 και 16 Νοεμβρίου 1916, πραγματοποιήθηκε η πρώτη απέλαση από την Τρίπολη [li]. Στις 28 Δεκεμβρίου 1916, μια επιτροπή Τούρκων αξιωματικών που παρουσιάστηκε στην Κερασούντα και επιλέγοντας από έναν ειδικό κατάλογο πρώτα 65 και στη συνέχεια 150 οικογενειών, άρχισε τη δίωξη και τον εκτοπισμό των Ελλήνων της πόλης[lii].Συνολικά, μόνο στην Κερασούντα, 88 χωριά καταστράφηκαν, ενώ 33.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν το χειμώνα του 1916[liii]. Ο πρέσβυς της Αυστρίας στην Κωνσταντινούπολη αναφέρει τη συστηματική καταστροφή: «11 Δεκεμβρίου 1916.  ελληνικά χωριά λεηλατήθηκαν και καίγονται. Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν. 12 Δεκεμβρίου 1916. Στα περίχωρα της πόλης, τα χωριά καίγονται. 14 Δεκεμβρίου 1916. Όλα τα χωριά καίγονται μαζί με σχολεία και εκκλησίες. 17 Δεκεμβρίου 1916. Στην περιοχή της Σαμψούντας, 11 χωριά κάηκαν. Η λεηλασία συνεχίζεται. Οι χωρικοί διώκονται. 31 Δεκεμβρίου 1916. Περίπου 18 χωριά έχουν καεί εντελώς, 15 εν μέρει. Περίπου 60 γυναίκες βιάστηκαν. Έχουν λεηλατήσει ακόμη και τις εκκλησίες»[liv]. Ομοίως, νωρίτερα το ίδιο έτος, διατάχθηκε να εκκενωθούν οι ακτές της περιοχής Κασταμονής, Σινώπης, Κέρζε και της γύρω περιοχής, του Αλατζάμ και του Αγιαντζίκ. Επιπλέον, τον Δεκέμβριο του 1916, 80 από τους πλουσιότερους και πιο ισχυρούς πολίτες της Σαμψούντας φυλακίστηκαν και την επόμενη ημέρα εξορίστηκαν χωρίς να τους επιτραπεί να πάρουν τίποτα για τη συντήρησή τους[lv].

Η Νεοτουρκική εξουσία κατά την πάγια τακτική της και αρνούμενη τις ευθύνες, απέδιδε τα γεγονότα σε άτακτες ομάδες. Σε τηλεγράφημα, λοιπόν, στο Τζανίκ στις 26 Φεβρουαρίου 1917, ο Ταλαάτ Πασάς απαίτησε: «να διεξαχθεί έρευνα και να αναφερθούν τα αποτελέσματα σχετικά με τα χωριά που καίγονται και καταστρέφονται μέχρι τώρα κατά τη διάρκεια επιδρομών ληστών«[lvi].

Η εξολόθρευση των κατοίκων της Κερασούντας μέσω των βίαιων εκτοπισμών και η καταστροφή των χωριών της περιοχής.

Εκτοπισμοί λόγω στρατιωτικών αναγκών;

Ένα άλλο ζήτημα που προκύπτει από την πολιτική των Νεότουρκων είναι ότι, ακόμη και αν αποδεχθεί κάποιος τη λογική της στρατιωτικής ανάγκης πίσω από τις διώξεις, ορισμένα ερωτήματα παραμένουν: γιατί οι αρχές δεν εξόρισαν μόνο τους άνδρες, αλλά συμπεριέλαβαν στα μέτρα και τις γυναίκες και τα παιδιά; Ποιος ήταν ο στρατιωτικός λόγος που επέβαλλε τη συγκεκριμένη διαταγή; Ο Hans von Wanghenheim, τότε γερμανός πρέσβυς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, δεν θεωρούσε ότι οι απελάσεις επιβλήθηκαν για στρατιωτικούς λόγους, αλλά ότι ο απώτερος στόχος των Τούρκων ήταν η οριστική απομάκρυνση των αυτόχθονων χριστιανών που θεωρούνταν εσωτερικοί εχθροί[lvii]. Σημαντικές ανησυχίες εξέφρασε επίσης ο αυστριακός πρόξενος Kwiatkowski, ο οποίος δήλωσε ότι τα μέτρα δεν είχαν επιβληθεί από κάποιον στρατιωτικό λόγο, αλλά για να εξυπηρετήσουν πολιτικούς σκοπούς[lviii]. Ο Αυστριακός πρέσβυς Παλλαβιτσίνι είχε την ίδια άποψη: «Είναι φανερό ότι οι εκτοπίσεις αυτές δεν υπαγορεύονται, αυτή τη στιγμή, από κανένα στρατιωτικό λόγο και ότι στοχεύουν μόνο σε κακώς εννοούμενες πολιτικές σκοπιμότητες»[lix]. Επιπλέον, όπως έγραψε ο Αμερικανός πρέσβυς Henry Morgenthau, ο Ενβέρ και ο Ταλαάτ τον διαβεβαίωσαν ότι οι γυναίκες και τα παιδιά θα εξαιρούνταν από τα μέτρα [lx]. Ωστόσο, η κυβέρνηση δεν σκόπευε να επιτρέψει σε όσους απελάθηκαν από τις παράκτιες περιοχές να επιστρέψουν στα χωριά τους, δεδομένου ότι σχεδίαζε να εγκαταστήσει μουσουλμάνους πρόσφυγες στα σπίτια τους [lxi]. Σύμφωνα με τον Σουηδό πρέσβυ στην Κωνσταντινούπολη Cosswa Anckarsvärd, αυτός ήταν ο λόγος, για τον οποίο οι διωγμοί τόσο των Αρμενίων όσο και των Ελλήνων, είχαν συμπεριλάβει τον άμαχο πληθυσμό. Σε μια επιστολή που απέστειλε στην κυβέρνησή του, σημείωνε τα εξής: «Αυτό που φαίνεται πάνω από όλα ως περιττή σκληρότητα είναι ότι η απέλαση δεν περιορίζεται μόνο στους άνδρες, αλλά επεκτείνεται και στις γυναίκες και τα παιδιά. Αυτό υποτίθεται ότι γίνεται για να είναι πολύ ευκολότερο να κατασχεθεί η περιουσία του απελαθέντος»[lxii]. Στην πραγματικότητα όμως, η συγκριτική μελέτη των Γενοκτονιών μας δίνει την απάντηση. Όπως σημειώνει ο Anthonie Hoslag «η στοχοποίηση των γυναικών και των παιδιών καταδεικνύει ότι στη γενοκτονία δεν είναι ποτέ αρκετό να σκοτωθούν μαχητές, να δολοφονηθούν άνδρες και οι ηγέτες της κοινότητας, αλλά η συνέχεια της ομάδας πρέπει να διαρρηγνύεται αμετάκλητα με τη στοχοποίηση των γυναικών. Δεν πρέπει να επιτραπεί στην κοινότητα να έχει μέλλον»[lxiii]. Η πρόθεση εξόντωσης των εκτοπισμένων αποκαλύπτεται και από την έλλειψη πρόθεσης των αρχών να επιτρέψουν οποιαδήποτε επιστροφή στα χωριά και στις οικίες τους, όπως φανερώνει το παράδειγμα στον διωγμό των Ελλήνων της Κερασούντας. Δυο εβδομάδες μετά τον εκτοπισμό τους και το διαμοιρασμό τους τον Ιούνιο του 1917 στη Σεβάστεια, την Άγκυρα, το Μπολού και την Κασταμονή, πρόσφυγες από τον Καύκασο εγκαταστάθηκαν στα σπίτια τους [lxiv].

Πόντιοι αντάρτες το 1919.

Μετά την παρέμβαση της Ελλάδας στον πόλεμο, το καλοκαίρι του 1917, οι συστηματικές  διώξεις και σφαγές εντάθηκαν εκ νέου[lxv]. Τον Οκτώβριο του 1917, οι Έλληνες από την Κοτύωρα εκτοπίστηκαν στην Τοκάτη, ενώ τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους οι Έλληνες της Μπάφρας στάλθηκαν στην Άγκυρα και στο Τσόρουμ [lxvi]. Ακριβώς επειδή οι εξοντώσεις και οι εκτοπισμοί αποτελούν μέρος ενός στρατηγικού σχεδιασμού, λίγους μήνες πριν το τέλος του πολέμου και της απώλειας της εξουσίας, οι Ενωτικοί ενδιαφέρονται να δουν πόσο έχει προχωρήσει το σχέδιό τους και ζητούν στατιστικές και αριθμούς του ελληνικού πληθυσμού. Με τηλεγράφημα που στέλνουν στην Τραπεζούντα στις 9 Σεπτεμβρίου 1918, επιθυμούν να πληροφορηθούν πόσοι Έλληνες έχουν εκτοπισθεί και πόσοι έχουν παραμείνει στους οικισμούς τους[lxvii]. Όταν κατάλαβαν ότι ο πόλεμος είχε χαθεί, αποφάσισαν την επιστροφή των εκτοπισθέντων, ενεργοποιώντας ξανά τον γνωστό μηχανισμό. Ζήτησαν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση του πληθυσμού του Δυτικού Πόντου και της Τραπεζούντας όπου έπρεπε να επιστρέψουν, καθώς και τους υπολογισμούς αυτών που αναμένονταν να επιστρέψουν. Αφού ενημερώθηκαν για τα στατιστικά στοιχεία τον Σεπτέμβριο του 1918, δόθηκε η άδεια για την επιστροφή τους. Ωστόσο, η νέα κυβέρνηση που ήρθε στην εξουσία μετά το τέλος του πολέμου, δεν επιθυμούσε την επιστροφή των Ελλήνων στα σπίτια τους. Αυτό το γεγονός, μαζί με την κατάκτηση των αυτοκρατορικών εδαφών από τις νικηφόρες συμμαχικές δυνάμεις, οδήγησε στην ενίσχυση του κεμαλικού κινήματος. Άλλωστε πολλοί Κεμαλικοί ήταν μουσουλμάνοι που είχαν εγκατασταθεί στα σπίτια των εκτοπισμένων Ελλήνων και συνεπώς δεν επιθυμούσαν την επιστροφή τους καθώς είχαν ήδη διαμοιράσει την περιουσία τους[lxviii]. Μάλιστα η καλοσχεδιασμένη στρατηγική των νεοτουρκικών αρχών προκειμένου να νομιμοποιήσουν τις πράξεις τους απέναντι στη διεθνή κοινότητα, ανάγκασε σε πολλές περιπτώσεις τους Έλληνες να υπογράψουν δηλώσεις ότι εγκατέλειπαν με δική τους βούληση και με δική τους πρωτοβουλία τα χωριά τους και τις περιουσίες τους[lxix].

Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρατηρείται μια διακοπή στη γενοκτονική διαδικασία, την οποία όμως σύντομα θα ανατρέψει η απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, στις 19 Μαΐου του 1919. Ο Κεμάλ στάλθηκε στον Πόντο με την ιδιότητα του επιθεωρητή των ανατολικών επαρχιών και με την εντολή, ουσιαστικά, των Βρετανών να επιβάλλει την τάξη στην περιοχή. Αμέσως μετά την αποβίβαση στη Σαμψούντα και ενώ έχει σταλεί εκεί προκειμένου να σταματήσει τη δράση των άτακτων ομάδων που βιαιοπραγούσαν και δολοφονούσαν, ο Κεμάλ ενέτεινε το σχέδιο της Γενοκτονίας, συγκεντρώνοντας γύρω του τα σημαντικότερα στελέχη αυτών των άτακτων ομάδων. Η περιγραφή αυτής της περιόδου ξεπερνά τους στόχους της παρούσας μελέτης.

Ο Θεοδόσης Κυριακίδης είναι Διδάκτωρ Ιστορίας και επιστημονικός συνεργάτης της Έδρας Ποντιακών Σπουδών του ΑΠΘ

Υποσημειώσεις

[i] Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται μόνο η περίοδος των Νεοτούρκων (1913-1918), όπου οι βίαιοι εκτοπισμοί χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλη έκταση για την καταστροφή της ελληνοχριστιανικής κοινότητας του Πόντου. Οι μεταφράσεις των ιταλικών και αγγλικών κειμένων είναι του συγγραφέα.

[ii] Τη συγκεκριμένη πρακτική, να γενοκτονούνται δηλαδή πολίτες από το ίδιο τους το κράτος ο Rudolph J. Rummel την ονόμασε Democide, στη γνωστή μελέτη του με τον τίτλο: Statistics of Democide. Genocide and Mass Murder since 1900.

[iii] Bλ. Tessa Hofmann, “Γενοκτονία εν Ροή-Cumulative Genocide, The massacres and Deportations of the Greek Population of the Ottoman Empire (1912-1923)”, στο Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund, Vasileios Meichanetsidis (επιμ.), The Genocide of the Ottoman Greeks, Studies on the state-sponsored Campaign of extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and its aftermath: History, Law, Memory, New York 2011, σ. 39-111.

[iv] Θεωρώ πως η λογική της εκδίωξης και εκτοπισμού από τις εστίες στόχευσε όλους τους Έλληνες της Αυτοκρατορίας και όχι μόνο στους Έλληνες του Πόντου. Η σύλληψη της εξαφάνισης του ελληνικού ορθόδοξου στοιχείου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν χαρακτηρίζεται από περιοχικούς περιορισμούς, καθώς η εθνική και θρησκευτική ομογενοποίηση της Ανατολίας αφορούσε ολόκληρη την Αυτοκρατορία. Ο χρόνος της εκτέλεσης, η ένταση και η έκταση των διωγμών διαμορφώθηκαν ανάλογα με πολιτικές, στρατιωτικές και άλλες περιστάσεις που ακροθιγώς αναφέρονται στο παρόν κείμενο. Ειδικότερα για τις διώξεις και το κλίμα που διαμορφώθηκε στην Αυτοκρατορία του Ελληνισμού πριν από τους πρώτους διωγμούς στον Πόντο, βλέπε ενδεικτικά Tessa Hofmann, “Γενοκτονία εν Ροή-Cumulative Genocide, The massacres and Deportations of the Greek Population of the Ottoman Empire (1912-1923)”, στο Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund, Vasileios Meichanetsidis (επιμ.), The Genocide of the Ottoman Greeks, Studies on the state-sponsored Campaign of extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and its aftermath: History, Law, Memory, Νέα Υόρκη 2011, σ. 39-111, Taner Akcam, “The Greek Deportations and Massacres of 1913-1914: A Trial for the Armenian Genocide”, σ. 69-88, Matthias Bjørnlund, “The Persecution of Greeks and Armenians in Smyrna, 1914-1916: A Special Case in the course of the Late Ottoman Genocides”, σ. 89-133 στο George N. Shirinian, The Asia Minor catastrophe and the Ottoman Greek Genocide, Νέα Υόρκη 2012, Tessa Hofmann, The Genocide against the Ottoman Armenians, σ. 26.

[v] Άλλωστε ο ίδιος ο Raphael Lemkin προκειμένου να δομήσει την έννοια της Γενοκτονίας βασίστηκε στις σφαγές που πραγματοποίησαν οι Νεότουρκοι και Κεμαλικοί στους πληθυσμούς των Αρμενίων και των Ελλήνων. Βλ. Steven Leonard Jacobs, Genocide of others: Raphael Lemkin, the Genocide of the Greeks, the Holocaust, and the present moment, στο Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund, Vasileios Meichanetsidis (ed.), The Genocide of the Ottoman Greeks, Studies on the state-sponsored Campaign of extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and its aftermath: History, Law, Memory, Νέα Υόρκη 2011, σ. 297-309.

[vi] Roger W. Smith, “Introduction: The Ottoman Genocides of Armenians, Assyrians, and Greeks”, Genocide Studies International, vol. 9. No. 1 (2015) 2.

[vii] Hannibal Travis, “Native Christians Massacred”: The Ottoman Genocide of the Assyrians during the World War I”, στο Genocide Studies and Prevention, vol. 1, no. 3, (2006), σ. 342.

[viii] βλ. χαρακτηριστικά Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 185-196 και Speros Vryonis, “Greek Labor Battalions in Asia Minor”, στο Richard G. Hovannisian, The Armenian Genocide: Cultural and Ethnical Legacies, New Jersey 2007, 275-290. Βλ. και Tessa Hofmann, “The Genocide against the Ottoman Armenians: German diplomatic correspondence and eyewitness testimonies”, Genocide Studies International, vol. 9, no 1 (2015) 30-32.

[ix] Segreteria di Stato, Sezione per i Rapporti con gli Stati, Archivio Storico, Congregazione degli Affari Ecclesiastici Straordinari, Austria-Ungheria, 1916, Pos. 1075, fasc. 466, ff. 8r, Card. Scapinelli στον Card. Gasparri, Βιέννη, 20 Μαρτίου, 1916.

[x] Segreteria di Stato, Sezione per i Rapporti con gli Stati, Archivio Storico, Congregazione degli Affari Ecclesiastici Straordinari, Austria-Ungheria, 1916, Pos. 1075, fasc. 466, ff. 9r, 10r, 11r, 12r, 13r, 14r, 15r, 16r, 17r, 18r, 19r, 20r, 21r, 22r, 23r, 24r and 25r, M. Erzberger, Memorandum uber die Lage der kath. Armenier in der Türkei, Βερολίνο, Φεβρουάριος 1916. Σύμφωνα με τη Σύμβαση του 1948 και το άρθρο 2, παράγραφος  ε), πράξη γενοκτονίας αποτελεί η «αναγκαστική μεταφορά παίδων μιας ομάδος εις ετέραν ομάδα».

[xi] Segreteria di Stato, Guerra (1914-1918), rubr. 244, fasc. 110, p. 259r, mons. Raffaele to card. Gasparri, Vienna, 5 November, 1915 and Segreteria di Stato, Guerra (1914-1918), rubr. 244, fasc. 110, σ. 244r-246r, MEMORANDUM, Sullo stato delle cose cristiane in Turchia durante la guerra.

[xii] Bonn PAAA, Türkei Nr. 168, Beziehungen der Türkei zu Griechenland, Bd. 15, (16.7.1916), Abschrift von Telegramm Nr. 129 (15.7.1916) von Kückhoff. Wien HHSTA, PA, XXXVIII, Karton 369, Konsultate 1916, Trapezunt, ZI 27/p, Kwiatkowski an Buriàn, Samsun (30.7.1916) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 208.  Βλ. και “Turkish Cruelty Bared by Greeks”, The New York Times (June 16, 1918), σ. 42 στο Tessa Hofmann, The Genocide against the Christians, σ. 54, που αναφέρεται στη μαρτυρία του Kückhoff ως εξής: “In Turkish the terms deportation and destruction have the same meaning, for in most cases those who are not killed fall victim to diseases or starvation”.

[xiii] Τ. Γκρίτσι Μιλλιέξ, Η Τρίπολη του Πόντου, Αθήνα 1976, σ. 150-152.

[xiv] Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1917, Β/38, Kerasun (15.12.1916) στο Konstantinos Emm. Fotiadis, The Genocide of the Pontian Greeks, σ. 185.

[xv] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 254.

[xvi] Hannibal Travis, “Genocide by deportation into poverty. Western diplomats on Ottoman Christian killings and expulsions, 1914-24”, in George N. Shirinian, Genocide in the Ottoman Empire, Armenians, Assyrians and Greeks 1913-1923, Νέα Υόρκη-Οξφόρδη, σ. 354.

[xvii]http://www.ohchr.org/EN/ProfessionalInterest/Pages/CrimeOfGenocide.aspx. (προσπέλαση 15/1/2018) Σχετικά με τη συζήτηση για το αν οι βίαιοι εκτοπισμοί και η συνεπακόλουθη έκθεση σε κίνδυνο θανάτου αποτελούν νομικά μέρος μιας γενοκτονικής πρακτικής βλ. Hannibal Travis, Genocide by deportation, σ. 371-78. Βλ. και Tessa Hofmann, “The Genocide against the Christians in the Late Ottoman Period, 1912-1922”, στο George N. Shirinian, The Asia Minor Catastrophe and the Ottoman Greek Genocide. Essays on Asia Minor, Pontos, and Eastern Thrace, 1912-1923, Νέα Υόρκη 2012, σ. 55, όπου σημειώνει ότι οι εκτοπίσεις καταγράφονται στο άρθρο 7 του Καταστατικού της Ρώμης (1998) ως ένα από τα επτά αδικήματα που συνιστούν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

[xviii] Taner Akcam, A shameful act, σ. 108 και Tessa Hofmann, The Genocide against the Christians, σ. 48-52.

[xix] Henry Morgenthau, Ambassador Morgenthau’s Story, Νέα Υόρκη 1919, σ. 323.

[xx] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, Η μηχανική των εθνοτήτων της «Ένωσης και Προόδου» (1913-1918), Αθήνα/Νέα Υόρκη 2014.

[xxi] Κυνηγόπουλος Π., Εκθέσεις περί των καταστροφών και σφαγών της επαρχίας Κολωνίας της Νικοπόλεως του Πόντου, Κωνσταντινούπολη 1919, σ. 70. Βλ. και Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 230.

[xxii] Α.Υ.Ε., Κ.Υ., 1917, Οι ανθελληνικοί εν Τουρκία διωγμοί, reg. No 3501, Costantinople (14.6.1915), στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ.

[xxiii] Taner Akcam, The Young Turks’ crime against humanity. The Armenian Genocide and Ethnic Cleansing in the Ottoman Empire, Πρίνστον και Οξφόρδη 2012, σ. 78.

[xxiv] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 71-76. Βλ. και Hannibal Travis, Genocide by deportation, σ. 361 και 362.

[xxv] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 200-7.

[xxvi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 77-8.

[xxvii] Βλ. Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 123.

[xxviii] Tessa Hofmann, The Genocide against the Christians, σ. 55-7.

[xxix] Taner Akcam, The Young Turkscrime, σ. 97 και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 233-37. Ο Ντουντάρ σημειώνει ότι η δίωξη των Ελλήνων σταμάτησε στις 22 Οκτωβρίου 1914 λόγω της έναρξης των μυστικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Γερμανίας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βλ. Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 238. Βλ. και Matthias Bjørnlund, Danish sources on the destruction, σ. 164.

[xxx] Gevorg Vardanyan, “The Greek Genocide in the Ottoman Empire. Parallels with the Armenian Genocide”, στο George N. Shirinian, Genocide in the Ottoman Empire, Armenians, Assyrians and Greeks 1913-1923, Νέα Υόρκη-Οξφόρδη, σ. 285-286.

[xxxi] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 237 και 240. Βλ. και Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 122.

[xxxii] Matthias Bjørnlund, Danish sources on the destruction, σ. 155-56.

[xxxiii] ASV, Arch. Deleg. Turchia 101, fasc 527, σ. 47r-48r και ASV, Arch. Deleg. Turchia 113, fasc. 601, σ. 263r-264r, Münchner Tagesblatt, 12 Οκτωβρίου, 1915.

[xxxiv] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 233-5. Πράγματι, οι Έλληνες ήταν εξειδικευμένοι τεχνίτες και πρωτοπόροι στις γεωργικές παραγωγές. Βλ. και Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 119-120.

[xxxv]Βλ. Ayhan Aktar, “Homogenizing the Nation, Turkifying the Economy: Turkish Experience of Populations Exchange Reconsidered”, στο Renée Hirschon (ed.), Crossing the Aegean: An Appraisal of the 1923 Compulsory Exchange between Greece and Turkey, Οξφόρδη 2003, σ. 88-92. Βλ. Matthias Bjørnlund, Danish sources on the destruction, σ. 159-61.

[xxxvi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, 106-7 και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 245-6.

[xxxvii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ.  246.

[xxxviii] Taner Akcam, The Young Turkscrime, σ. 97 και 109-110 και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 247.

[xxxix] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 227. Βλ. και Matthias Bjørnlund, Danish sources on the destruction, σ. 152.

[xl] PA-AA/R 14086; A 19744, pr. 24.6.1915 p.m.; Bericht (1915-06-17-DE-003), Nr. 372, Der Botschafter in Konstantinopel (Wangenheim) an den Reichskanzler (Bethmann Hollweg), Pera, den 17. Juni 1915, στο  Wolfgang Gust (Hg.), Der Völkermord an den Armeniern 1915/16, Springe 2005, σ. 171. Βλ. και Tessa Hofmann, The Genocide against the Ottoman Armenians, σ. 28.

[xli] PA-AA/Botschaft Konstantinopel/Bd. 169. Note added by Germany’s Consul-General in Constantinople, and expert on Armenian affairs Johannes Mordtmann to the report, dated 6 June 1915,  by the Consul in Aleppo, Rößler to the German Embassy in Constantinople.

[xlii] Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο, Διπλωματικά Έγγραφα από την Βιέννη (1909-1918), Θεσσαλονίκη 1996, σ.  139. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι μερικές μέρες νωρίτερα (24/11/1916) από την προαναφερθείσα διακήρυξη, η κυβέρνηση Βενιζέλου της «Εθνικής Αμύνης» κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις, γεγονός που ασφαλώς θα συνέβαλε στην επιτάχυνση της διαδικασίας εξόντωσης.

[xliii] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 85. Βλ. και  Taner Akcam, Deportation and Massacres, σ. 306-308.

[xliv] BOA/DH,SFR, no. 71/234, Coded telegram from interior minister Talat to the Provincial District of Samsun, dated 11 January 1917: στο Taner Akcam, The Young Turks’ crime against humanity, σ. 111.

[xlv] Για παράδειγμα βλ. Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου,  σ. 251-252. Αυτή η προσπάθεια να χαλκευθεί η αλήθεια με τηλεγραφήματα που δεν είχαν καμιά σχέση με το τι πραγματικά συνέβαινε αναλύεται εξαιρετικά στην τελευταία μελέτη του Taner Akcam με τίτλο: Killing Orders, Talat Pashas Telegrams and the Armenian Genocide, Palgrave Macmillan, 2018

[xlvi] George N. Shirinian, The Background, σ. 59.

[xlvii] BOA/DH,SFR, no. 67/243, Coded telegram from interior minister Talat to several Provinces, dated 11 September 1916: στο Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σσ. 109-110. Βλ. και Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 248.

[xlviii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 248-9.

[xlix] BOA/DH/ŞFR, 72/83/1335.RA.30, telegram from Interior Minister Talât to Canik district, dated 22 January 1916, στο  Taner Akcam, “Deportation and Massacres in the Cipher Telegrams of the Interior Ministry in the Prime Ministerial Archive (Başbakanlık Arşivi)”, στο Genocide Studies and Prevention, vol. 1, no. 3, (2006) 309.

[l] Bonn P.A.A.A., Türkei No. 168, Bd. 15, f. Bd. 16, No. 532, A. 24684, Θεραπειά (7.9.1916) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 210.

[li] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 217.

[lii] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Μαύρη Βίβλος, διωγμών και μαρτυρίων του εν Τουρκία Ελληνισμού 1914-1918, Οικουμενικό Πατριαρχείο, Κωνσταντινούπολη 1919, σ. 262.

[liii] Tessa Hofmann, The Genocide against the Ottoman Armenians, σ. 26-27.

[liv] Wien HHSTA, PA, Türkei XXVII, Liasse 467 LIV, Griechenverfolgungen in der Türkei 1916-1918, No 97/pol., Konstantinopel (19.1.1916) and (2.1.1917). Ίδιες αναφορές και στα γερμανικά αρχεία: Bonn PAAA, Türkei Nr. 168. Bd. 15, f Bd. 16 (9.2.1917) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 201-211. Οι διώξεις που σημειώθηκε τον Δεκέμβριο του 1916 περιγράφεται και από τον μητροπολίτη Αμασσίας Γερμανού Καραβαγγέλη.. Βλ. Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 124.

[lv] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Μαύρη Βίβλος, σ. 291-293.

[lvi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 112.

[lvii] Gabriele Paolini, Offensive di Pace, La Santa Sede e la prima guerra mondiale, Φλωρεντία 2008, σ. 329.

[lviii] Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο, σσ. κστ΄, κζ΄.

[lix] Wien HHStA, PA, Türkei XII, Liasse 467 LIV, No. 4/E/pol., Costantinople (12.1.1918) στο Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 250.

[lx] Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο, σ. 115.

[lxi] Taner Akcam, The Young Turks’ crime, σ. 113-14.

[lxii] Βλ. Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 126.

[lxiii] Anthonie Hoslag, “Exposed Bodies: A Conceptual Approach on Sexual Violence During the Armenian Genocide, στο A.E. Randall (επιμ.), Genocide and Gender in the Twentieth Century, Bloomsbury Publishing, Λονδίνο 2015, σ. 101.

[lxiv] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 250.

[lxv] Βλ. χαρακτηριστικά Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 126-28.

[lxvi] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 250.

[lxvii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 251.

[lxviii] Φουάτ Ντουντάρ, Ο Κώδικας της Σύγχρονης Τουρκίας, σ. 251-2.

[lxix] Κωνσταντίνος Εμμ. Φωτιάδης, Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, σ. 151. Βλ. και Vasileios Th. Meichanetsidis, The Genocide of the Greeks, σ. 121.

Γιώργος Αν. Θεοδώρου: Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης της Σμύρνης

100 χρόνια από τότε

Γιώργος Αν. Θεοδώρου

Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης της Σμύρνης

 

Στις 30 Οκτωβρίου του 1918 υπογράφτηκε στον κόλπο του Μούδρου στη Λήμνο η ομώνυμη ανακωχή που έθετε τέρμα στις εχθροπραξίες ανάμεσα στους Συμμάχους και την ηττημένη πλέον κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Μετά τα δυσάρεστα για την Ελλάδα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν την ημέρα  της απόβασης, ήταν επιτακτική η ανάγκη να αποσταλεί στη Σμύρνη πολιτικός αντιπρόσωπος, προκειμένου να συγκρατήσει τους ομοεθνείς και το στρατό από νέες ακρότητες σε βάρος των μουσουλμάνων. Ύστερα από ενέργειες του Ελ. Βενιζέλου, αποβιβάστηκε στις 21 Μαίου 1919 στο λιμάνι της Σμύρνης ο μέχρι εκείνη τη στιγμή Γενικός Διοικητής Ηπείρου Αριστείδης Στεργιάδης, με το διάταγμα του διορισμού του ως Ύπατου Αρμοστή της Ελλάδας. Στο εξής, οι στρατιωτικές αρχές και κάθε κάτοικος της περιοχής όφειλαν να συμμορφώνονται στις εντολές του. Η δικαιοδοσία επεκτεινόταν σε κάθε μορφής δραστηριότητες που ανέπτυσσαν οι ελληνικές και τουρκικές υπηρεσίες, εκτός από ζητήματα οργάνωσης και τακτικής του στρατού.

Τον πυρήνα της Ύπατης Αρμοστείας αποτέλεσαν, εκτός από τον Στεργιάδη, ο νομάρχης Δράμας Αλή Ναϊπ Ζαδέ, ο νομάρχης Πρέβεζας Τ. Κρυωνάς, ο Γ. Ξυνόπουλος, ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, ο Ε. Κουφιδάκης οικονομικός υπάλληλος του Γενικού Λογιστηρίου και ο Πέτρος Γουναράκης, γενικός γραμματέας της Διοίκησης Ηπείρου ο οποίος ανέλαβε την ίδια θέση στην Ύπατη Αρμοστεία. Οι περισσότερες  θέσεις καλύφθηκαν στη συνέχεια από υπαλλήλους αποσπασμένους από την Αθήνα, χάρη στους οποίους επιμορφώθηκαν αρκετοί Μικρασιάτες για να στελεχώσουν τις διάφορες υπηρεσίες.

Ο Αριστείδης Στεργιάδης (δεύτερος από αριστερά) με τον αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο και τον συνταγματάρχη Θεόδωρο Πάγκαλο (δεύτερο από δεξιά) τον Αύγουστο του 1920 στη Σμύρνη.

Η Ύπατη Αρμοστεία στεγάστηκε στο κτίριο του ελληνικού προξενείου. Αντιπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή τοποθετήθηκαν στις πόλεις που ολοένα καταλάμβανε ο ελληνικός στρατός. Σταδιακά οργανώθηκαν 11 τμήματα: Γραφείο Ύπατου Αρμοστή, Γενική Γραμματεία, Τμήμα Διπλωματικών Σχέσεων, Τμήμα Υγείας, Τμήμα Παλιννόστησης και Εγκατάστασης Προσφύγων, Τμήμα Φυλακών, Ταχυδρομείων, Οικονομική Υπηρεσία, Μεταφραστικό Τμήμα, Τμήμα Δημοσίων Έργων καθώς και Τμήμα Μουσουλμανικών Υποθέσεων.

To έργο που έπρεπε να επιτελέσει η Ύπατη Αρμοστεία ήταν τριπλό: α) διακριτικός έλεγχος πάνω στις οθωμανικές αρχές μέχρι να αναλάβει η Ελλάδα την πλήρη διοίκηση της περιοχής μετά την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης, β) εκπροσώπηση των ελληνικών συμφερόντων ενώπιον των αντιπροσώπων των Συμμάχων και της οθωμανικής κυβέρνησης και γ) προετοιμασία του εδάφους για μελλοντική προσάρτηση της Δυτικής Μικράς Ασίας στην κυρίως Ελλάδα.

Διακρίνονται δύο φάσεις στη λειτουργία της. Η πρώτη, από το Μάϊο του 1919 μέχρι τον Αύγουστο του 1920, οπότε και υπογράφεται η Συνθήκη των Σεβρών, και η δεύτερη, που διαρκεί μέχρι και το Σεπτέμβρη του 1922. Σε αυτή τη δεύτερη περίοδο, η Ύπατη Αρμοστεία Σμύρνης μετονομάστηκε σε Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης. Η διάκριση αυτή δεν είναι πάντοτε εμφανής, καθώς ο Αριστείδης Στεργιάδης, επικεφαλής και στα δύο σχήματα αναφέρεται μέχρι το τέλος ως Ύπατος Αρμοστής. Η Ελληνική  Διοίκηση Σμύρνης οργανώθηκε σε δέκα Διευθύνσεις:

  • Γενική Γραμματεία που περιλάμβανε α) το γραφείο του Ύπατου Αρμοστή, β) το πολιτικό τμήμα, γ) το τμήμα εξωτερικών υποθέσεων, δ) το γραφείο τύπου, ε) το γραφείο διεκπεραίωσης καταχώρησης αρχείου και στ) το γραφείο του Γενικού Διοικητικού Επιθεωρητή. Από την αρχή της ελληνικής κατοχής Γενικός Γραμματέας τοποθετήθηκε ο Πέτρος Γουναράκης. Τη θέση του προϊσταμένου του γραφείου του Γενικού Διοικητικού Επιθεωρητή κατέλαβε ο Διευθυντής Α΄ τάξης Αλή μπέης Ναϊπ Ζαδέ.
  • Διεύθυνση Δικαιοσύνης με α) τμήμα προσωπικού, β) υπηρεσία Διοίκησης Φυλακών Μ. Ασίας, γ) μεταφραστικό γραφείο και δ) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Διευθυντής της διεύθυνσης αυτής ορίστηκε ο εισαγγελέας Πρωτοδικών Γουλιέλμος Τόμας.
  • Διεύθυνση Εσωτερικών με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα τοπικής διοίκησης, γ) τμήμα δημόσιας ασφάλειας, δ) τμήμα θρησκευμάτων, ε) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου και στ) υπηρεσία Επιθεώρησης. Εδώ αναπληρωτής Διευθυντής ανέλαβε ο Σπ. Σκαρπέτης και προϊστάμενος της υπηρεσίας επιθεώρησης ο Πέτρος Ευριπαίος.
  • Διεύθυνση Δημόσιας Εκπαίδευσης που διαιρούνταν α) στο τμήμα Ανώτατης, Μέσης και Δημοτικής Εκπαίδευσης, β) στο τμήμα Αρχαιοτήτων, γ) στο τμήμα Σχολικής Υγιεινής, δ) στο γραφείο Γενικής Επιθεώρησης και ε) στο γραφείο διεκπεραίωσης Αρχείου. Γενικός Επιθεωρητής τοποθετήθηκε ο Μ. Μιχαηλίδης – Νουάρος.
  • Διεύθυνση Οικονομικών η οποία περιλάμβανε α) διοικητικό τμήμα, β)τμήμα έμμεσων φόρων, γ) τμήμα άμεσων φόρων, δ) τμήμα δημοσίων κτημάτων, ε) τμήμα διεκπεραίωσης αρχείου και εντύπων. Στην ίδια διεύθυνση λειτουργούσε και Γενικό Λογιστήριο με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα ελέγχου ταμειακών υπολόγων, γ) τμήμα ελέγχου τελωνειακών υπολόγων, δ) τμήμα καταχώρησης και συγκέντρωσης λογαριασμών και ε) τμήμα εντελλομένων εξόδων. Επικεφαλής της διεύθυνσης ήταν ο Κ. Σαμαράκης.
  • Διεύθυνση Εθνικής Οικονομίας υποδιαιρούμενη στην Υποδιεύθυνση Εμπορίου και Βιομηχανίας και στην Υποδιεύθυνση Γεωργίας. Την πρώτη Υποδιεύθυνση αποτελούσαν τα τμήματα εμπορίου, βιομηχανίας , εργασίας και στατιστικής, το γραφείο επισιτισμού και το γραφείο μεταλλείων. υποδιευθυντής ανέλαβε ο διευθυντής Α΄ τάξης Σπ. Βάσιλας. Η δεύτερη Υποδιεύθυνση ανατέθηκε στο νομογεωπόνο Ι. Καραμάνο και περιλάμβανε τμήμα γεωργίας, τμήμα γεωργικής οικονομίας, κτηνιατρικό τμήμα, τμήμα δασών καθώς και τμήμα διεκπεραίωσης αρχείου.
  • Διεύθυνση Δημοσίων Έργων με α) διοικητικό τμήμα, β) τμήμα οδοποιίας, υδραυλικών και λιμενικών έργων γ) αρχιτεκτονικό τμήμα, ηλεκτομηχανολογικό τμήμα και ε) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Αναπληρωτής διευθυντής τοποθετήθηκε ο νομομηχανικός β΄τάξης Αλ. Ορτεντζάτος.
  • Διεύθυνση Τ.Τ.Τ. με α) ταχυδρομικό τμήμα, β) τηλεγραφικό και τηλεφωνικό τμήμα και γ) γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Αναπληρωτής διευθυντής ορίστηκε ο αρχιμηχανικός Φ. Κυριάκης.
  • Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και Αντιλήψεως που την συγκροτούσαν α) το τμήμα δημόσιας υγείας, β) το τμήμα παλιννόστησης προσφύγων, γ) το τμήμα περίθαλψης επιστράτων, δ) το τμήμα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, υγιεινής και αντιλήψεως και ε) το γραφείο διεκπεραίωσης αρχείου. Τη θέση του διευθυντή εδώ κατείχε ο τμηματάρχης α΄ τάξης του υπουργείου εθνικής οικονομίας Γ. Ξυνόπουλος.
  • Διεύθυνση Μουσουλμανικών Υπηρεσιών με α) τμήμα ιδρυμάτων, β) τμήμα δικαστικών υποθέσεων, γ) τμήμα μουσουλμανικής εκπαίδευσης και δ) γραφείο διεκπεραίωσης. Αναπληρωτής διευθυντής ανέλαβε ο τμηματάρχης α΄ τάξης Δ. Βουδούρης.

Στις 12 Αυγούστου του 1920, δηλ. δύο μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, συναντήθηκαν στο Διοικητήριο της Σμύρνης ο Π. Γουναράκης, Γενικός Γραμματέας της Ύπατης Αρμοστείας, όπως ήδη αναφέρθηκε, και ο αναπληρωτής Βαλής Αϊδινίου, Αχμέτ Μπεσίμ Μπέης. Εκεί υπογράφτηκε το πρωτόκολλο που παρέδιδε στην Ελλάδα κάθε διοικητική εξουσία στην περιοχή της Σμύρνης. Η Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης ανέλαβε να οργανώσει διοικητικά από τη μια την περιοχή που αποδόθηκε στην Ελλάδα με τη Συνθήκη των Σεβρών δηλαδή τη «Διοικούμενη Ζώνη», εκτάσεως 17452 τετρ. χιλ., και από την άλλη τη «Στρατιωτικώς Κατεχόμενη Χώρα» η οποία ύστερα από συνεχείς προελάσεις του Ελληνικού Στρατού έφτασε τον Αύγουστο   του 1922 τα 80700 τετρ. χιλ.

H Διοικούμενη Ζώνη.

Η οργάνωση της πρώτης περιοχής βασίστηκε στη διοικητική υποδιαίρεση του οθωμανικού κράτους δηλ. τους Καζάδες με ελάχιστες παραλλαγές. Ολόκληρη η Ζώνη των Σεβρών είχε διαιρεθεί σε μια Νομαρχία(Μαγνησίας) και σε δέκα υποδιοικήσεις(Οδεμησίου, Θείρων, Βαϊνδηρίου Κασαμπά, Αξαρίου, Περγάμου, Νυμφαίου, Παλ. Φώκαιας, Μαινεμένης και Κυδωνίων). Η περιοχή του πρώην Καζά Σμύρνης με τον τομέα του Αγιασολούκ δεν αποτελούσαν ξεχωριστή υποδιοίκηση αλλά εξαρτήθηκαν απ’ ευθείας από το κέντρο.

Όσον αφορά τη «Στρατιωτικώς Κατεχόμενη Χώρα», σ’ αυτήν είχαν συγκροτηθεί είκοσι αντιπροσωπείες του Υπ. Αρμοστή , οι εξής: Ανωτέρα Αντιπροσωπεία Προύσης και οι αντιπροσωπείες: Μουδανιών, Πανόρμου, Κίου, Μίχαλιτς, Ινεγκιόλ, Μπίγας, Εζινέ, Μπάλιας, Μπαλή-Κεσέρ, Σόμα, Αδραμυττίου, Σαλιχλή, Αλασεχίρ (Φιλαδέλεφειας), Κούλων, Ουσάκ, Σιμάβ, Αφιόν Καραχισάρ, Κιουτάχειας και Εσκί Σεχίρ. Οι αντιπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή ήταν επιφορτισμένοι με την εποπτεία των υπηρεσιών της οθωμανικής διοίκησης, καθώς και με την παρακολούθηση της κανονικής εφαρμογής της οθωμανικής νομοθεσίας (διοικητικής, φορολογικής, δικαστικής κ.α.) Ταυτόχρονα, παρείχαν κάθε δυνατή συνδρομή για την ομαλή λειτουργία των υπηρεσιών αυτών και σαν εκπρόσωποι του Ύπατου Αρμοστή επέβλεπαν την ακριβή εκτέλεση των αποφάσεών του. Εξάλλου, χρησίμευαν και ως μεσάζοντες μεταξύ των τουρκικών αρχών και του ελληνικού στρατού.

Σμύρνη: Αλλαγή φρουράς στην είσοδο της έδρας του Γενικού Στρατηγείου.

Η Εκπαίδευση

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στη μέριμνα της Ελληνικής Διοίκησης για την αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης στη Μικρά Ασία. Στην περιοχή υπήρχε ένα πλήθος εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, εξαιτίας της συνύπαρξης διαφορετικών εθνικών και θρησκευτικών ομάδων. Οι ελληνικές αρχές βρήκαν το εκπαιδευτικό σύστημα αποδιοργανωμένο. Τις περισσότερες ελλείψεις είχαν τα χριστιανικά και ειδικότερα τα ελληνικά σχολεία, λόγω των γεγονότων του πολέμου και των διώξεων, που ασκήθηκαν σε βάρος των χριστιανών από τους Νεότουρκους. Η ανάγκη διατήρησης της εθνικής ταυτότητας  μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον, τους είχε αναγκάσει να οργανώσουν αποτελεσματικά την εκπαίδευση, αφού μόνο κατ’ αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να αποφύγουν τη σταδιακή αφομοίωση. Τα σχολεία αυτά χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς ως πρότυπο σε τουρκικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, καθώς ήταν φανερό ότι τα προσόντα ενός Έλληνα ή ενός Αρμένιου μαθητή ήταν, σε γενικές γραμμές, περισσότερα από ενός μουσουλμάνου συνομηλίκου τους. Τα περισσότερα δημοτικά σχολεία ήταν επτατάξια και ονομάζονταν Αστικές Σχολές, ενώ η μέση εκπαίδευση περιοριζόταν σε πεντατάξια σχολεία, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα που είχαν εφαρμοστεί στην Κωνσταντινούπολη. Την εποπτεία των χριστιανικών είχε αναλάβει το Πατριαρχείο μέσω ειδικής παιδαγωγικής επιτροπής. Η Ελληνική Διοίκηση φρόντισε, αμέσως μετά την εγκατάσταση της, για την οργάνωση του Γραφείου Παιδείας, στο οποίο ανήκαν εκτός από το Διευθυντή και του Τμηματάρχες μέσης και δημοτικής εκπαίδευσης και οι Επιθεωρητές, που ήταν υπεύθυνοι όχι μόνο για τα ελληνικά, αλλά και για τα σχολεία των άλλων εθνοτήτων.

Από τις πρώτες φροντίδες της ελληνικής κυβέρνησης ήταν η ίδρυση τριτάξιου διδασκαλείου αρρένων. Σκοπός ήταν η εκπαίδευση ντόπιων δασκάλων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Η ίδρυση κρίθηκε αναγκαία, γιατί το μόνο ανάλογο ίδρυμα στην περιοχή είχε πάψει να λειτουργεί από τα χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το διδασκαλείο στεγάστηκε στο ενοριακό παρθεναγωγείο του Αγ. Τρύφωνα και το συντηρούσε με δικές της δαπάνες η Ύπατη Αρμοστεία. Είχε διδακτικό προσωπικό έντεκα καθηγητές, με διευθυντή τον Π. Αντωνόπουλο, που είχε σπουδάσει παιδαγωγικά στην Ευρώπη. Η λειτουργία του ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1919. Σύντομα απέκτησε αξιόλογη βιβλιοθήκη για τις ανάγκες των σπουδαστών. Τον πρώτο χρόνο φοίτησαν σε αυτό 18 σπουδαστές, το δεύτερο 15 και τον τρίτο και τελευταίο χρόνο της λειτουργίας του 59. Εκτός από το διδασκαλείο αρρένων η Ύπατη Αρμοστεία συνειδητοποίησε την ανάγκη ίδρυσης διδασκαλείου νηπιαγωγών για τη σωστή διαπαιδαγώγηση των παιδιών της προσχολικής ηλικίας. Η αύξηση του αριθμού των νηπιαγωγών θα βοηθούσε στην εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας σε τουρκόφωνους ελληνικούς  πληθυσμούς, οι οποίοι είχαν εκφράσει κατά το παρελθόν την επιθυμία να μάθουν τα παιδιά τους την εθνική γλώσσα. Το διδασκαλείο στεγάστηκε στο κτίριο του Κεντρικού Παρθεναγωγείου και η Ύπατη Αρμοστεία ανέλαβε τα έξοδα των σπουδαστριών καθώς και τη στέγασή τους, προκειμένου να προσελκύσει υποψήφιες νηπιαγωγούς και  από τουρκόφωνες περιοχές.

Την άνοιξη του 1920 ιδρύθηκε το Αρμοστειακό Γυμνάσιο για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες της μέσης εκπαίδευσης. Το νέο σχολείο στεγάστηκε στη συνοικία της Ευαγγελίστριας, στη Σμύρνη. Τον πρώτο χρόνο διέθετε τρεις τάξεις, ενώ το δεύτερο και τελευταίο αριθμούσε 230 μαθητές και 9 καθηγητές. Με Βασιλικό Διάταγμα του Απριλίου του 1922, αναγνωρίστηκε ισότιμο με τα υπόλοιπα δημόσια γυμνάσια του ελληνικού κράτους.

Η Ελληνική Διοίκηση  επέφερε σημαντικές αλλαγές και στα εκπαιδευτικά  ιδρύματα που λειτουργούσαν  στη Σμύρνη πριν την εγκατάστασή της εκεί. Τροποποιήθηκαν τα έτη και η φοίτηση των μαθητριών  του  Κεντρικού Παρθεναγωγείου. Ταυτόχρονα, ιδρύθηκε Γυμνάσιο θηλέων για τις απόφοιτες της Αστικής Σχολής του Κεντρικού Παρθεναγωγείου. Στο Γυμνάσιο φοιτούσαν όσες ήθελαν να λάβουν πληρέστερη μόρφωση, αλλά δεν επιθυμούσαν να εργαστούν ως δασκάλες. Ανάλογες παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν και  στο σημαντικότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα για τους Έλληνες της περιοχής της Σμύρνης, την Ευαγγελική Σχολή που λειτουργούσε στην πόλη της Σμύρνης  ήδη από το 1733. Τον Ιούνιο του 1914, η Σχολή είχε κλείσει εξαιτίας των διωγμών εναντίον του ελληνικού στοιχείου. Ο τότε βαλής (διοικητής) Ραχμή Μπέης έπαψε να αναγνωρίζει τη βρετανική προστασία που μέχρι τότε απολάμβανε το ίδρυμα και απαγόρευσε σε Έλληνες υπηκόους να διδάσκουν σε αυτό. Η Ευαγγελική Σχολή διέθετε Γυμνάσιο, Εμπορικό τμήμα και Διδασκαλείο.  Η οργάνωση και τα μέσα που χρησιμοποιούσε μπορούν να χαρακτηριστούν πρωτοποριακά. Διέθετε δική της βιβλιοθήκη, πειραματικά εργαστήρια, γυμναστήρια και χώρους άθλησης για ομαδικά και ατομικά αθλήματα, μουσικό τμήμα κ.α.

Η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης.

Μουσουλμανικά σχολεία:  Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης των Σεβρών, το ελληνικό κράτος δεν είχε καμία υποχρέωση σχετικά με  τη λειτουργία των τουρκικών σχολείων. Η συνθήκη καθόριζε ότι δεν έπρεπε να διακοπεί η λειτουργία τους, αλλά θα ήταν αναγκασμένα να εξασφαλίσουν τα ίδια τους πόρους προκειμένου να συντηρηθούν, όπως γινόταν παλιότερα με τα σχολεία των ελληνικών κοινοτήτων. Παρά ταύτα, στη Διεύθυνση Εκπαίδευσης ιδρύθηκε και Τουρκικό Τμήμα, το οποίο κατάρτισε λεπτομερή πίνακα των τουρκικών σχολείων μέσης και δημοτικής εκπαίδευσης, καθώς και των οργανικών τους θέσεων. Πολλά από αυτά δεν διέθεταν πλήρες προσωπικό, εξαιτίας παραιτήσεων για οικονομικούς, κυρίως, λόγους. Η Ελληνική Διοίκηση, προκειμένου να ανακόψει τη διάλυση της τουρκικής εκπαίδευσης, διόρισε κατ’ αρχήν επιθεωρητή του αντίστοιχου τμήματος τον Οθωμανό Μιδχάτ Εφέντη, ο οποίος συνέταξε πολλές εκθέσεις για την κατάσταση των μουσουλμανικών εκπαιδευτηρίων στην περιοχή. Οι εκθέσεις αυτές υποβλήθηκαν στον Ύπατο Αρμοστή μαζί με προτάσεις για τη βελτίωση της κατάστασης. Τα προτεινόμενα μέτρα έγιναν αμέσως αποδεκτά και άρχισε ο διορισμός δασκάλων με αύξηση των αποδοχών τους κατά 20-30%. Το ενδιαφέρον των ελληνικών αρχών αποδεικνύουν οι συχνές επισκέψεις του επικεφαλής της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης σε τουρκικά σχολεία της Σμύρνης και των γύρω περιοχών. Μέχρι το 1922 μόνο, στην περιοχή της Σμύρνης λειτουργούσαν 14 σχολεία αρρένων με 145 δασκάλους και 2727 μαθητές, 16 παρθεναγωγεία με 153 δασκάλες και 2372 μαθήτριες καθώς και 3 ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Παράλληλα υπήρχε το λεγόμενο «Πολυτεχνείο» όπου οικότροφοι του ορφανοτροφείου διδάσκονταν ξυλουργική, ταπητουργία, εριουργία, βιβλιοδετική, ραπτική και μουσική.

Ιωνικό Πανεπιστήμιο: Από τις πρώτες μέριμνες του Ελ. Βενιζέλου και του Αρ. Στεργιάδη ήταν η ίδρυση πανεπιστημίου στη Σμύρνη. Το ίδρυμα θα εξυπηρετούσε τις κυριότερες ανάγκες της Δυτικής Μ. Ασίας σε επιστημονικό προσωπικό, για τη στελέχωση των  διάφορων τομέων της διοίκησης και της οικονομίας. Για την οργάνωσή του μετακλήθηκε, τον Απρίλιο του 1920, από το Βερολίνο, ο καθηγητής του εκεί πανεπιστημίου Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Το 1904, ο Καραθεοδωρή είχε αναγορευτεί διδάκτορας στο πανεπιστήμιο του Göttingen  και διετέλεσε καθηγητής μαθηματικών στα πολυτεχνεία του Αννόβερου και του Μπρεσλάου, ενώ παράλληλα εκλέχτηκε μέλος των μεγαλύτερων Ακαδημιών της Ευρώπης. Σε έναν άνθρωπο, λοιπόν, με διεθνές κύρος, ανατέθηκε η οργάνωση του Ιωνικού Πανεπιστημίου. Ο Καραθεοδωρή είχε συντάξει ήδη τότε, έπειτα από υπόδειξη του Ελ. Βενιζέλου, το σχέδιο λειτουργίας του νέου ιδρύματος κατά το πρότυπο των αγγλοσαξωνικών πανεπιστημίων, που συνδύαζαν τις θετικές με τις θεωρητικές επιστήμες. Για να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα προβλήματα που θα προέκυπταν, η Διεύθυνση Εκπαίδευσης της Ύπατης Αρμοστείας Σμύρνης σύστησε το Γραφείο Οργανώσεως Πανεπιστημίου, οι αρμοδιότητες του οποίου εκτείνονταν στη διαμόρφωση του νομικού πλαισίου και του κανονισμού λειτουργίας του νεοσυσταθέντος ιδρύματος. Η Ύπατη Αρμοστεία ανέλαβε, επίσης, να το χρηματοδοτήσει και να εξασφαλίσει τη στέγασή του. Το κτίριο που επιλέχθηκε, βρισκόταν στο λόφο Μπαχρή Μπαμπά και ήταν ημιτελές όταν εγκαταστάθηκαν οι ελληνικές αρχές στη Σμύρνη. Μετά την αποπεράτωσή του, περιλάμβανε 70 αίθουσες και αμφιθέατρο 320 θέσεων. Το οικόπεδο του πανεπιστημίου ήταν παλιότερα ισραηλιτικό νεκροταφείο, όπου μετά το 1878, η οθωμανική κυβέρνηση είχε εγκαταστήσει σε πρόχειρες παράγκες Τούρκους πρόσφυγες κυρίως από τη Βουλγαρία. Τελικά, έπειτα από διαβήματα της εβραϊκής κοινότητας, ο χώρος καθαρίστηκε και τους αποδόθηκε ξανά με τη συμφωνία να μην μη γίνονται πλέον νέες  ταφές και να πληρώνουν ετήσιο ενοίκιο. Επειδή το ενοίκιο δεν καταβλήθηκε ποτέ, το 1914 άρχισε με απόφαση του Βαλή να χτίζεται δημόσια βιβλιοθήκη και ανώτερη Τουρκική Σχολή. Η ισραηλιτική κοινότητα ανακίνησε το θέμα μετά το Νοέμβριο του 1918, αλλά τόσο το Νομαρχιακό Συμβούλιο της Σμύρνης όσο και η Ύπατη Αρμοστεία, αργότερα, απέρριψαν τις αξιώσεις της, αφού το οικόπεδο ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο. Οι ελληνικές αρχές πρόσθεσαν και άλλα κτίρια στον περίβολο για τον Πρύτανη και τους καθηγητές του Πανεπιστημίου, του οποίου η ολοκλήρωση κόστισε 110000 τουρκικές λίρες.

Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή (1873-1950).

Από την αρχή τέθηκαν οι στόχοι που έπρεπε να επιτελέσει το νέο ίδρυμα: α) προαγωγή της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, β) βελτίωση των έργων υποδομής, γ) καταπολέμηση των λοιμωδών ασθενειών και δ) δημιουργία αξιόλογου διοικητικού προσωπικού. Για τους λόγους αυτούς περιλάμβανε τις εξής σχολές:

  1. Σχολή Φυσικών και Τεχνικών Επιστημών, από την οποία αρχικά θα αποφοιτούσαν πολιτικοί μηχανικοί και χημικοί, ενώ αργότερα θα αποκτούσε τμήματα μηχανολόγων, ηλεκτρολόγων, γεωλόγων, φυσικών κλπ, απαραίτητα για τη ζωολογική φυτολογική και γεωλογική μελέτη της περιοχής, καθώς και για τη δημιουργία τεχνικών υποδομών.
  2. Γεωπονική Σχολή, με γνώσεις θεωρητικές και πρακτικές, ενώ ταυτόχρονα θα παραδίδονταν μαθήματα σε καλλιεργητές. Οι απόφοιτοι θα υποδείκνυαν στους γεωργούς τρόπους για την αύξηση της παραγωγής τους στηριζόμενοι σε εργαστηριακές μελέτες και πρότυπες καλλιέργειες στο πειραματικό αγρόκτημα του πανεπιστημίου στο Τεπέκιοϊ. Εκτός από την καταπολέμηση των ασθενειών των φυτών, τη σχολή θα την απασχολούσαν και όλα τα ζητήματα που σχετίζονταν με την κτηνοτροφία.
  3. Σχολή Ανατολικών Γλωσσών, που θα προετοίμαζε δασκάλους των ανώτερων εκπαιδευτηρίων με έμφαση στην κατανόηση της ιστορίας και της φιλολογίας των ανατολικών πολιτισμών. Ιδιαίτερη έμφαση θα δινόταν στην ελληνική, την τουρκική, την αραβική, την περσική, την αρμενική και την εβραϊκή γλώσσα αφού ο πληθυσμός της περιοχής απαρτιζόταν από αυτές, κυρίως, τις εθνότητες. Εξάλλου, προβλεπόταν η δημιουργία φροντιστηρίων πρακτικής διδασκαλίας για την εκμάθηση των συγκεκριμένων γλωσσών.
  4. Σχολή Δημοσίων Υπαλλήλων, για τη στελέχωση της ανώτερης, κυρίως, διοικητικής ιεραρχίας. Με την πάροδο του χρόνου θα μπορούσε να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στον τομέα των κοινωνικών και οικονομικών επιστημών
  5. Προκαταρκτικό Τμήμα, για την προετοιμασία φοιτητών, που δε διέθεταν τις απαιτούμενες ικανότητες προκειμένου να παρακολουθήσουν τα μαθήματα του πανεπιστημίου.
  6. Ινστιτούτο Υγιεινής, το οποίο θα διενεργούσε βακτηριολογικές, ουρολογικές, υγιειονολογικές και βιοχημικές εξετάσεις για τη στήριξη ιατρικών διαγνώσεων. Ακόμη θα παρασκεύαζε ορούς, εμβόλια, αντιτοξίνες και αντιγόνα. Υπηρεσία του Ινστιτούτου θα οργάνωνε τη συστηματική καταπολέμηση των λοιμωδών νοσημάτων και θα χρησίμευε σαν κέντρο ενημέρωσης σε γιατρούς που προορίζονταν να αναλάβουν την προστασία της δημόσιας υγείας. Ειδικά μαθήματα θα προσφέρονταν επίσης σε νοσοκόμους και μαίες.
  7. Εμπορική Σχολή, με τμήματα μέσου και ανωτέρου επιπέδου για όσους επιθυμούσαν να ασχοληθούν με το εμπόριο.
  8. Σχολείο Χωροσταθμών και Εργοδηγών, για την επίβλεψη των εργασιών κατασκευής τεχνικών έργων.
  9. Ανώτερο Μουσουλμανικό Ιεροδικείο, με σκοπό την επιμόρφωση Μουφτήδων και Ιεροδικαστών.
  10. Πρότυπο Αγρόκτημα στο Τεπέκιοϊ, για την εξοικείωση των αγροτών με τον τρόπο λειτουργίας και επισκευής γεωργικών μηχανημάτων.

Το πανεπιστήμιο θα διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη, την οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιεί εκτός από το προσωπικό και τους φοιτητές, οποιοσδήποτε άλλος το επιθυμούσε. Επιθυμία του Κ. Καραθεοδωρή ήταν να δημιουργήσει στη Σμύρνη μια βιβλιοθήκη χωρίς προηγούμενο στη Μ. Ασία. Ενθουσιώδης θιασώτης της ιδέας αυτής ήταν και Ύπατος Αρμοστής που προχώρησε στην έκδοση επιταγής  2000000 μάρκων για την προμήθεια βιβλίων και εργαστηριακού υλικού από τη Γερμανία. Γερμανική ήταν επίσης και η επίπλωση του πανεπιστημίου. Η βιβλιοθήκη εμπλουτίστηκε με σπάνια χειρόγραφα σχετικά με την ιστορία και τον πολιτισμό της Μ. Ασίας.

Την έδρα της Φυσικής ανέλαβε με πρόταση του Καραθεοδωρή, ο Φρίξος Θεοδωρίδης, διπλωματούχος του Πολυτεχνείου της Ζυρίχης. Στην έδρα της Χημείας τοποθετήθηκε ο Π. Κυρόπουλος, που διέθετε και γνώσεις μεταλλειολογίας. Τη Γεωπονική Σχολή η Ύπατη Αρμοστεία εμπιστεύθηκε στον Θ. Κασίσογλου, απόφοιτο της βελγικής σχολής του Gembloux. Στον τομέα Μηχανολογίας διορίστηκε ο E. Paschevitz, ειδικευμένος στο χειρισμό ευαίσθητων μηχανών υψηλής για την εποχή τεχνολογίας. Κάθε μέλος του ανώτερου διδακτικού προσωπικού είχε μηνιαίες αποδοχές 3000 δρχ. Η Διεύθυνση Εκπαίδευσης φρόντισε για τη στελέχωση του πανεπιστημίου με διοικητικούς υπαλλήλους, μεταξύ των οποίων υπήρχαν δακτυλογράφοι, ακόλουθοι, σχεδιαστές, καθώς και ο γραμματέας του ιδρύματος Ν. Κρητικός, που αποσπάστηκε από τη Στρατιά Μ. Ασίας.

Δυστυχώς, το Ιωνικό Πανεπιστήμιο, το «Φως εξ Ανατολών» όπως συνήθιζε να το χαρακτηρίζει ο Καραθεοδωρή, δεν άνοιξε ποτέ τις πύλες του στο λαό της Μ. Ασίας. Τα εγκαίνια είχαν προγραμματιστεί για τις 10 Οκτωβρίου 1922. Το μόνο που διασώθηκε ήταν ένα μέρος από τον εξοπλισμό, που φορτώθηκε εσπευσμένα χάρις στις προσπάθειες του Καραθεοδωρή στο τελευταίο ελληνικό πλοίο που απέπλευσε από τη Σμύρνη.

Δοξολογία στον Ιερό Ναό της Αγίας Φωτεινής.

Η ίδρυση του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας στη Σμύρνη

Από τα ελληνικά σχέδια για μόνιμη εγκατάσταση στην Ανατολή δε θα μπορούσε να απουσιάζει και μια δυναμική οικονομική πολιτική. Ανάλογες επισημάνσεις είχαν γίνει πολύ πριν την παρουσία επίσημων πολιτικών αρχών στην Ιωνία. Ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος καθώς και η καθιέρωση της δραχμής ως βασικού μέσου συναλλαγών, αποτελούσαν τη δεύτερη, εξίσου σημαντική με τη στρατιωτική επέκταση, συνιστώσα για την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του Σουλτάνου. Ήδη, τον Απρίλιο του 1919 άρχισε να σχεδιάζεται η ίδρυση τραπεζικών υποκαταστημάτων, προκειμένου να εφαρμοστεί η σχεδιαζόμενη οικονομική και νομισματική πολιτική.

Μετά την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, η Εθνική Τράπεζα, ακολουθώντας την παράδοση συμπόρευσης με την κρατική πολιτική, έστειλε εκεί τον γενικό επιθεωρητή Αλ. Κορυζή για να εξετάσει το θέμα. Η έκθεση, που ο τελευταίος συνέταξε μετά την επιστροφή του στην Αθήνα έπεισε τη διοίκηση της τράπεζας να λάβει θετικές αποφάσεις. Τα ελληνικά κεφάλαια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρέμεναν ανενεργά, ενώ παράλληλα παρουσιάζονταν καθημερινά και νέες ανάγκες στην περιοχή, τις οποίες θα μπορούσαν να καλύψουν. Η Δυτική Μ. Ασία αποτελούσε δυναμική πρόκληση για γόνιμες και υγιείς επενδύσεις. Ο Αρ. Στεργιάδης υποστήριξε με ενθουσιασμό την ιδέα και όταν αυτή πραγματοποιήθηκε, φρόντισε για τη στελέχωση του υποκαταστήματος της ΕΤΕ στη Σμύρνη με ειδικευμένο προσωπικό. Επικεφαλής τοποθετήθηκε ο Αλ. Κορυζής, ο οποίος ανέλαβε και οικονομικός σύμβουλος της Ύπατης Αρμοστείας. Το κύρος του ήταν τέτοιο, ώστε γρήγορα περιβλήθηκε με την εμπιστοσύνη των ξένων οικονομικών οργανισμών. Ανάμεσα στις πρωτοβουλίες του εξέχουσα θέση κατέλαβε η έγκριση δανείου είκοσι εκατομμυρίων δραχμών για την αποκατάσταση των παλιννοστούντων προσφύγων. Η παρουσία της ΕΤΕ στη Μ. Ασία  απάλλαξε τις ελληνικές αρχές από την ενασχόλησή τους με ζητήματα άσχετα του έργου τους. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η διατίμηση της δραχμής και των άλλων νομισμάτων, που κυκλοφορούσαν στις αγορές της Δυτικής Μ. Ασίας, είχε γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης τόσο από τις Ευρωπαϊκές τράπεζες, όσο και από διάφορους κερδοσκόπους. Οι παρεμβάσεις του Ύπατου Αρμοστή δεν είχαν σταθεί ικανές να συγκρατήσουν αδικαιολόγητες αυξήσεις σε τιμές βασικών αγαθών.

Το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στη Σμύρνη.

Το μόνιμο νομισματικό πρόβλημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η ΕΤΕ στη Σμύρνη, ήταν η συνέχιση της κυκλοφορίας του τουρκικού νομίσματος κατά τη μεταβατική περίοδο της πενταετίας, έως το δημοψήφισμα, το οποίο θα καθόριζε το οριστικό καθεστώς της περιοχής. Μολονότι οι Βρετανοί στην Παλαιστίνη και τη Μεσοποταμία απαγόρευαν την κυκλοφορία της τουρκικής λίρας, η συνθήκη με την Οθωμανική Αυτοκρατορία εξασφάλιζε τη διατήρηση του νομισματικού συστήματός της στην ελληνική ζώνη. Η σχετική διάταξη δεν αμφισβητούσε μόνο τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, αλλά δημιουργούσε και πρόσθετα προβλήματα, αφού η χάρτινη τουρκική λίρα είχε υποτιμηθεί άπειρες φορές μετά τον πόλεμο και δε γινόταν εύκολα δεκτή στις συναλλαγές. Η δραχμή εξακολουθούσε να εκλαμβάνεται σαν ξένο νόμισμα και κατά συνέπεια η Σμύρνη και η περιοχή της να εξαρτώνται οικονομικά από την Τουρκία. Η ΕΤΕ αντέδρασε, καθιερώνοντας τη δραχμή ως βασικό νόμισμα πληρωμών. Με τον τρόπο αυτό, ενίσχυε το γόητρο της ελληνικής διοίκησης και διευκόλυνε την ιδιοποίηση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της περιοχής από την Ελλάδα.

Το Μάιο του 1920 ο Αλ. Κορυζής ανακλήθηκε στην Αθήνα για να αναλάβει τη Διεύθυνση Επιθεωρήσεων. Στη Σμύρνη τον αντικατέστησε μέχρι το καλοκαίρι του 1922, ο στενός του συνεργάτης Σπ. Αναστασόπουλος. Έξι περίπου μήνες μετά την αποχώρηση του Κορυζή άρχισε, ταυτόχρονα με την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, η ραγδαία διολίσθηση της αξίας της δραχμής. Η τιμή της στερλίνας από 37 δρχ. το Νοέμβριο του 1920 έφτασε τις 410 δρχ. το Σεπτέμβριο του 1922. Παρόλα αυτά, το υποκατάστημα της ΕΤΕ στη Σμύρνη αντιμετώπισε με επιτυχία τους κλυδωνισμούς που προκάλεσαν οι οικονομικές και πολιτικές αντιξοότητες. Το πιο σημαντικό είναι ότι εργάστηκε χωρίς να απασχολήσει κεφάλαια από το κέντρο. Στηρίχθηκε αποκλειστικά στις καταθέσεις της σμυρναϊκής πελατείας και κατά το διάστημα 1919-1922 είχε καθαρά κέρδη 7515422,50 δρχ. Οι δραστηριότητές του επεκτάθηκαν με την ίδρυση παραρτημάτων και σε άλλες πόλεις, όπως το Αϊδίνιο, τη Μαγνησία, το Οδεμήσιο, την Πέργαμο, τις Κυδωνιές και το Τσεσμέ.

Ο οικονομικός απολογισμός των δραστηριοτήτων της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης αποδεικνύει ότι έγινε το καλύτερο δυνατό από πολιτικής και ανθρωπιστικής πλευράς για την εδραίωση των ελληνικών συμφερόντων στην Ανατολία. Συγκεκριμένα, τα δαπανηθέντα ποσά μέχρι την 1η Αυγούστου του 1922 ανέρχονταν σε  1736000 δραχμές. Οι μεγαλύτερες δαπάνες έγιναν για την ανοικοδόμηση κατεστραμμένων πόλεων (όπως για παράδειγμα του Αϊδινίου), την εγκατάσταση των παλιννοστούντων προσφύγων που είχαν απομακρυνθεί από τις εστίες τους με τον πρώτο διωγμό του 1914, καθώς και για τις αποζημιώσεις για τις πρώτες μέρες της ελληνικής απόβασης στη Σμύρνη, οπότε και σημειώθηκαν επεισόδια ανάμεσα σε Έλληνες και Τούρκους στρατιώτες. Οι εισπράξεις της διετίας 1920 – 1922 κάλυψαν τις λειτουργικές δαπάνες της τοπικής διοίκησης και επέτρεψαν την αποπεράτωση μεγάλων έργων, όπως για παράδειγμα το κτίριο του Ιωνικού Πανεπιστημίου, τη βελτίωση του συγκοινωνιακού και τηλεπικοινωνιακού δικτύου κ.α. Ακόμα και το ελληνικό κράτος,  εξαντλημένο από την πολύχρονη πολεμική  προσπάθεια, βρήκε μοναδικό επίκουρο την Ελληνική Διοίκηση Σμύρνης η οποία εκτός από μετρητά, είχε κατορθώσει να εξασφαλίσει και τρόφιμα για τον ελληνικό στρατό. Εξάλλου, μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, χάρις στα περισσεύματα των ταμείων από τη Σμύρνη έγινε δυνατή η αντιμετώπιση των πρώτων ασφυκτικών αναγκών που είχαν προκύψει.

Σμύρνη: Πανοραμική άποψη της προκυμαίας

Έχει κατά καιρούς ειπωθεί ότι μόνο το έργο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού είναι αρκετό για να καταξιώσει την ελληνική παρουσία στη Μ. Ασία στις αρχές του 20ου αιώνα. Ωστόσο, αν θελήσει κανείς να προχωρήσει σε μια συνολική αποτίμηση, δεν θα μπορούσε να παραβλέψει την προσπάθεια που καταβλήθηκε για την οργάνωση της τοπικής οικονομίας σε ευρωπαϊκά πρότυπα. Για την Ελλάδα, η Μικρά Ασία δεν ήταν ο χώρος όπου θα έβρισκε εφαρμογή η αποικιακή πολιτική που είχαν κατά νου οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ιταλοί όταν πατούσαν  το πόδι τους στην Ανατολία, έχοντας από πριν καθορίσει ποιο τμήμα της θα κρατούσε ο καθένας για τον εαυτό του. Οι μακραίωνοι δεσμοί ανάμεσα στη γη της Ιωνίας και το ελληνικό έθνος, επέβαλαν στην Ελλάδα να παρέμβει εποικοδομητικά και όχι να συντελέσει στην απομύζησή της. Η Μικρά Ασία ήταν σίγουρα μια περιοχή με μεγάλες δυνατότητες αξιοποίησης. Η Ελλάδα κατανόησε ότι έπρεπε να δείξει τον καλύτερο εαυτό της εάν ήθελε να ελπίζει στη διαρκή παρουσία της στην ασιατική ήπειρο. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος, που ώθησε την Ύπατη Αρμοστεία σε δραστηριότητες καθόλα αξιέπαινες, αλλά που φαντάζουν εξωπραγματικές όταν, λίγο πιο πέρα, μαινόταν αδυσώπητος ο πόλεμος. Ίσως πίστευε πως με ανάλογες ενέργειες θα συγκινούσε τους μεγάλους συμμάχους της για να τη συνδράμουν έστω και την έσχατη στιγμή. Πολλά πάντως από όσα έγιναν οφείλονται στο ζήλο των Ελλήνων που βρέθηκαν τότε εκεί. Γαλουχημένη με το όραμα  της Μεγάλης Ιδέας η γενιά εκείνη πίστεψε ότι της έλαχε να πραγματώσει τους προαιώνιους πόθους του Έθνους.

Από την άλλη, όμως, πλευρά, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υπήρξαν και αρνητικά σημεία στο έργο των ελληνικών υπηρεσιών. Η εξιδανικευμένη εικόνα που απορρέει από τα έγγραφα της εποχής ή ακόμα και τα σύγχρονα και μεταγενέστερα συγγράμματα, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται εξ’ ολοκλήρου στην πραγματικότητα. Η μικρασιατική εκστρατεία συνιστά ιδιάζουσα περίπτωση στην ιστορική έρευνα. Το δραματικό τέλος των «Χαμένων Πατρίδων» κάλυψε τα πραγματικά γεγονότα με πέπλο βαθιάς συναισθηματικής φόρτισης, που καθυστέρησε σημαντικά τη διαδικασία αποστασιοποίησης,  η οποία κρίνεται απαραίτητη για μια περισσότερο αντικειμενική παρουσίαση.

Στο σημερινό ερευνητή, οι αδυναμίες της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης φτάνουν μέσω ενδείξεων. Θα ήταν εξαιρετικά επισφαλές να εκτεθούν αβίαστα, δίχως να εκφραστεί η παραμικρή αμφιβολία σχετικά με το κατά πόσο αποτέλεσαν ή όχι πραγματικές καταστάσεις. Επιπλέον, μια άλλη παράμετρος που εμποδίζει την κριτική θεώρηση να αποδώσει, είναι η έλλειψη διάρκειας. Τα τρεισήμισι,  περίπου, χρόνια της επίσημης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια, προκειμένου να ανιχνευθούν οι κατευθυντήριες γραμμές, τις οποίες είχε δώσει η κεντρική εξουσία για το μέλλον τη περιοχής. Για παράδειγμα, ένα ερώτημα, που εύλογα προκύπτει, σχετίζεται με τους μουσουλμάνους της ελληνικής ζώνης. Θα εξακολουθούσαν  να απολαμβάνουν μαζί με τους υπόλοιπους συμπολίτες τους ίση μεταχείριση «ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος», όπως φρόντιζαν να διαδίδουν σε κάθε τους βήμα οι Έλληνες αξιωματούχοι, ή ακολουθώντας τη μοίρα όλων, σχεδόν, των μειονοτήτων, θα παρέμεναν παραγκωνισμένοι μέχρι να πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς;

Με το πέρασμα των αιώνων, η Ανατολία είχε μεταβληθεί σε πεδίο αναμέτρησης ποικίλων εθνικών και πολιτιστικών συνόλων. Το κυρίαρχο έθνος αργά ή γρήγορα θα αντιμετώπιζε την έχθρα των υπόλοιπων, στην προσπάθειά του να υποβαθμίσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, με σκοπό την πλήρη αφομοίωση. Η μικρασιατική εκστρατεία, με την ατυχή για την Ελλάδα έκβαση, επίσπευσε απλά τη διαδικασία εκδίωξης των ετερογενών στοιχείων από το νέο εθνικό τουρκικό κράτος. Περιθώρια για συνύπαρξη ανάμεσα στους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους δεν υπήρχαν, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της εθνικιστικής φόρτισης που χαρακτηρίζει τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Έλληνες και Τούρκοι έπρεπε, σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο ποσοστό, να διαχωριστούν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να πάψουν να υπάρχουν σημεία τριβής για τις δύο χώρες, που αναζητούσαν το δρόμο της ανάπτυξης ύστερα από αλλεπάλληλες πολεμικές αναμετρήσεις.

Ο Γιώργος Αν. Θεοδώρου είναι Φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση
και κάτοχος τίτλου Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ.
Η διπλωματική του εργασία (1991) έφερε τον τίτλο: Η άλλη όψη της Μικρασιατικής εκστρατείας. Η οργάνωση και το έργο της Ύπατης Αρμοστείας και της Ελληνικής Διοίκησης Σμύρνης (1919-1922)

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βακάς Δ., Η Μεγάλη Ελλάς, ο Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος πολεμικός ηγέτης, Αθήνα 1964

Βερέμης Θ. – Κωστής Κ., Η  Εθνική Τράπεζα στη Μικρά Ασία 1919-1922, Αθήνα 1984

Horton G. , The Blight of Asia, Brooklyn N.Y., 1926

Νοταράς Μ, Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν πριν 50 χρόνια, Αθήναι 1972

Smith M. L. , Ionian Vision: Greece in Asia Minor, 1919-1922, Λονδίνο 1973

 

Sir Michael Llewellyn-Smith: Η απόβαση στη Σμύρνη: μια εμβληματική ημέρα για την Ελλάδα

100 χρόνια από τότε

Sir Michael Llewellyn-Smith

Η απόβαση στη Σμύρνη: μια εμβληματική ημέρα για την Ελλάδα

Lloyd George: “Έχετε διαθέσιμες δυνάμεις;”

Βενιζέλος: “Έχουμε. Για ποιό σκοπό;”

Lloyd George: “Ο Πρόεδρος Wilson, ο κ. Clemenceau κι εγώ αποφασίσαμε πως πρέπει να καταλάβετε τη Σμύρνη”.

Βενιζέλος: “Είμαστε έτοιμοι”.¹

Στις 14 Μαΐου 1919, Συμμαχικά αγήματα, υπό τις διαταγές του Βρετανού Ναυάρχου Calthorpe, αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη, στα ανατολικά παράλια της Τουρκίας. Ο Calthorpe ενημέρωσε πάραυτα τον Τούρκο Βαλή της πόλης σχετικά με τις προθέσεις των Συμμάχων της Συνεννοήσεως. Οι άνδρες του  έθεσαν υπό έλεγχο τις αμυντικές οχυρώσεις της πόλης και ανέλαβαν τη φύλαξη των ξένων προξενείων. Ταυτόχρονα, φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν για τα σχέδια των Συμμάχων ως προς το μέλλον της πόλης και της ευρύτερης ενδοχώρας, που αποτελούσαν μέρος των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων, έτσι όπως αυτές παρουσιάστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο πλαίσιο των εργασιών του Συνεδρίου της Ειρήνης, στο Παρίσι. Προς το τέλος της ημέρας διαδόθηκε η είδηση πως το ελληνικό σώμα κατοχής βρισκόταν ήδη καθ οδόν. Άλλωστε, η Σμύρνη ήταν η προεξέχουσα ελληνική πολιτιστική και εμπορική πόλη της  Ανατολής.

Το επόμενο πρωϊνό” όπως αργότερα περιέγραψε χαρακτηριστικά ένας ιστορικός, “ανέτειλε όμορφα και ηλιόλουστα. Χιλιάδες ‘Ελληνες συνέκλιναν προς την παραλία. Γαλανόλευκες σημαίες κυμάτιζαν στην προκυμαία και στόλιζαν τα κτήρια κατά μήκος του θαλασσίου μετώπου. Για τους Έλληνες κατοίκους της πόλης ήταν μια άνευ προηγουμένου συγκινητική περίσταση. Επρόκειτο για την υλοποίηση ενός οράματος. Ουδείς διανοείτο πως η εκεί παρουσία του ελληνικού στρατού μπορούσε να διαθέτει ημερομηνία λήξης. Με τις σημαίες και τις γιρλάντες να πάλλονται μέσα στο πρωϊνό φως του ηλίου, η ατμόσφαιρα ήταν πανηγυρική. Ένα μικρό απόσπασμα, το οποίο αποβιβάστηκε πρώτο με σκοπό να θέσει υπό έλεγχο τα σημεία της αποβίβασης, απέτυχε να κρατήσει το πλήθος σε απόσταση ασφαλείας. Ο καπνός που ανέβαινε στον ορίζοντα, ήταν η πρώτη ένδειξη πως ο στόλος πλησίαζε. Στις επτά ακριβώς, τα μεταγωγικά πλοία άρχισαν να διακρίνονται στο βάθος του κόλπου. Μισή ώρα αργότερα, το επιβατηγό Πατρίς προσέγγισε στην προκυμαία. Από τη γέφυρα, ακούστηκε ένα σάλπισμα. Την ίδια στιγμή, άρχισαν να ηχούν οι σειρήνες από όλα τα παραπλήσια ατμόπλοια”.²

Τα πρώτα αγήματα αποβιβάζονται στην προκυμαία.

Μόλις ο στολίσκος εισήλθε στο λιμάνι της Σμύρνης, ξεκίνησε η επιχείρηση αποβίβασης του σώματος κατοχής. Σε αντιδιαστολή με τον αρχικό σχεδιασμό του ασκούντος τη διοίκηση Έλληνα Συνταγματάρχη, ένα απόσπασμα, κινούμενο κατά μήκος της προκυμαίας, πέρασε μπροστά από το στρατώνα, όπου η τουρκική φρουρά της πόλης τελούσε υπό περιορισμό. Αίφνης, ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Ακολούθησε ομαδικό πυρ εναντίον των εγκαταστάσεων από την πλευρά των Ελλήνων, με αποτέλεσμα την άμεση παράδοση των εγκλείστων εκεί Τούρκων. Μέχρι σήμερα δεν εχει εξακριβωθεί η ταυτότητα του προσώπου, το οποίο πυροβόλησε πρώτο. Προς στιγμή, οι ελληνικές δυνάμεις απώλεσαν τον έλεγχο της όλης κατάστασης. Ορισμένοι Τούρκοι κακοποιήθηκαν καθώς σπρώχθηκαν προς την προκυμαία. Βιαιοπραγίες, εξαιτίας των οποίων καταμετρήθηκαν θύματα εκατέρωθεν (καμιά εκατοστή Τούρκοι, κάπως λιγότεροι Έλληνες) εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την πόλη. Επρόκειτο για μια ατυχή απαρχή για την ελληνική στρατιωτική παρουσία, η οποία, όπως  ο Βενιζέλος την εκλάμβανε απευθυνόμενος προς τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας, προοριζόταν να αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς για τον ελληνικό πολιτισμό και να λειτουργήσει μελλοντικά ως υπόδειγμα διακυβέρνησης ενός έθνους από ένα άλλο.

Απόβαση στη Σμύρνη – τουρκική αντίδραση

Πως βρέθηκε, όμως, ο ελληνικός στρατός στη Σμύρνη; Οι αποφάσεις, οι οποίες οδήγησαν στη στρατιωτική κατοχή της πόλης συγκροτούν από μόνες τους ένα δράμα, που εντάσσεται σε ένα κατά πολύ μεγαλύτερο ομόλογό του: εκείνο της Συνδιάσκεψης Ειρήνης του Παρισιού, από τις σημαντικότερες του είδους στην παγκόσμια ιστορία. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Woodrow Wilson και οι πρωθυπουργοί της Μεγ. Βρετανίας, David Lloyd George, και της Γαλλίας, Georges Clemenceau αγωνίστηκαν σκληρά, προκειμένου να καταφέρουν να προσαρμόσουν στα δικά τους εθνικά συμφέροντα δίκαιες και μακρόπνοες επιλογές για τη σφυρηλάτηση του μεταπολεμικού κόσμου. Η απόφαση περί αποστολής ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων εντός της τουρκικής Μικράς Ασίας πήγαζε από τα διάφορα διπλωματικά στρατηγήματα της εποχής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η υπόθεση της Σμύρνης αναδύθηκε στην επιφάνεια χάρη σε ένα μοιραίο συνδυασμό: την επιθυμία του συνασπισμού της Συνεννοήσεως να προσδέσει την Ελλάδα στο δικό του άρμα και την εμμονή του Ελευθερίου Βενιζέλου να ευθυγραμμιστεί με αυτόν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η υπόθεση της Σμύρνης διέθετε όλες τις προδιαγραφές προκειμένου να λειτουργήσει ως δόλωμα. Ένα δόλωμα, το οποίο θα επέτρεπε, ενδεχομένως, στον Βενιζέλο να μεταπείσει τον βασιλέα Κωνσταντίνο κάνοντάς τον να αποδεχθεί την πρόταση των Συμμάχων.

Η προσφορά της Σμύρνης

Οι πρώτοι μήνες του πολέμου υπήρξαν μια περίοδος έντονης διπλωματικής κινητικότητας για όλα τα εμπλεκόμενα κράτη. Τόσο ο συνασπισμός της Συνεννοήσεως όσο και εκείνος των Κεντρικών Αυτοκρατοριών είχαν επιδοθεί σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού περιφερειακών κρατών. Στις αρχές του 1915, στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, οι δυνάμεις της Συνεννοήσεως είχαν εστιάσει την προσοχή τους πάνω σε τρεις χώρες: την Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Αντικειμενικός τους στόχος ήταν να πείσουν μια ή και περισσότερες από αυτές να προστρέξουν σε βοήθεια της ευρισκόμενης υπό αυστριακή επίθεση και άσχημα δοκιμαζόμενης, τότε, Σερβίας. Για να πετύχουν, όμως, κάτι τέτοιο, έπρεπε να προτείνουν κάποιο αντίτιμο, υπό τη μορφή εδαφικών ανταλλαγμάτων. Ειδικότερα στην περίπτωση της Ελλάδας, ο προαλειφόμενος, για κάτι τέτοιο, χώρος, βρισκόταν προς βορρά (π.χ. Ανατολική Θράκη), και φάνταζε ως φυσική προέκταση των προσαρτήσεων της εποχής των Βαλκανικών Πολέμων. Μια προοπτική του είδους αυτού ερχόταν σε αντιδιαστολή με τα συμφέροντα της Βουλγαρίας, στο ποσοστό, κατά το οποίο οι Σύμμαχοι προσδοκούσαν και τη δική της προσχώρηση  ή, στη χειρότερη των περιπτώσεων, την τήρηση ευμενούς ουδετερότητας έναντι του πολέμου. Ως εκ τούτου,  μοναδική προσφερόμενη εναλλακτική λύση ήταν η Μικρά Ασία. Η παρέμβαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων απάλλαξε τους Συμμάχους από κάθε είδους αναστολές. Ήταν, πλέον, σε θέση να προσφέρουν στους Έλληνες τουρκικό έδαφος. Επιπρόσθετα, η εξέλιξη αυτή κατέστησε ακόμα πιο ελκυστική τη σύμπραξη της Ελλάδας. Έτσι έχει το ιστορικό της ασυνήθιστης προσφοράς προς την τελευταία, στην οποία προέβη στς 23 Ιανουαρίου 1915 ο υπουργός Εξωτερικών της Μεγ. Βρετανίας, Sir Edward Grey. Συγκεκριμένα, σε τηλεγράφημα, που απηύθηνε προς τον πρεσβευτή του στην Αθήνα, ο Grey τον εξουσιοδότησε να προσφέρει “υψίστης σημασίας εδαφικά ανταλλάγματα στα παράλια της Μικράς Ασίας” έναντι μιας εξόδου της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλευρό του συνασπισμού της Συνεννοήσεως.

Η πρωτοβουλία του Grey προκάλεσε πυρετώδεις συζητήσεις στην Αθήνα. Ο Βενιζέλος δεν εξέφρασε απολύτως καμία επιφύλαξη. Ήταν πρόθυμος να αποδεχθεί την πρόταση και να σύρει την Ελλάδα στον πόλεμο. Ήδη από το 1912, την επομένη ακριβώς του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου και τη συνάντηση που είχε με τον Lloyd George, έβλεπε στο πρόσωπο της Μεγ. Βρετανίας έναν ισχυρό και αξιόπιστο επίδοξο προστάτη των ελληνικών συμφερόντων. Διακατεχόμενος από μια τέτοια ψυχολογία, είχε δρομολογήσει διμερείς συνομιλίες ενόψει μιας ευρύτερης ελληνοβρετανικής συνεργασίας στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Φιλοδοξία του ήταν να αξιοποιήσει οποιαδήποτε ευκαιρία, που θα επέτρεπε μια εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους καθώς και τη συμπερίληψη, εντός των νέων ορίων του τελευταίου, των Ελλήνων, που κατοικούσαν εντός της οθωμανικής επικράτειας. Με τον τρόπο αυτό η Ελλάδα θα αναβαθμιζόταν σε αξιόλογη μεσογειακή δύναμη. Η απόκτηση της Σμύρνης και σημαντικού τμήματος του οθωμανικού εδάφους, όπου, μεταξύ άλλων, κατοικούσε μια πολυπληθής και σχετικά ακμάζουσα ελληνική κοινότητα, συνιστούσε το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.³

Ο χάρτης της Μεγάλης Ελλάδας.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, εκείνο του βασιλέα και των κορυφαίων συμβούλων του Γεωργίου Στρέϊτ, υπουργού Εξωτερικών και Ιωάννη Μεταξά, ανώτατου επιτελικού αξιωματικού και πρώην στρατιωτικού συμβούλου του Βενιζέλου, υπήρχε έντονος προβληματισμός. Η προσφορά της Σμύρνης ήταν ασφαλώς ελκυστική. Μάλιστα, μπορούσε να εκληφθεί ως το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της υλοποίησης του μεγάλου ελληνικού οράματος: της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης και της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, πέραν της, ούτως ή άλλως,υφισταμένης πολιτικής αντιπαλότητας, τα μεγαλεπήβολα όνειρα του Βενιζέλου ενεργοποιούσαν αντιδράσεις καχυποψίας. Πόσο μάλλον που η καλή πρόθεση των χωρών της Συνεννοήσεως τελούσε υπό αμφισβήτηση. Αν μη τι άλλο, προεξοφλούσε την ήττα της Γερμανίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κάτι που ο Κωνσταντίνος και το περιβάλλον του δυσκολεύονταν να αποδεχτούν. Να λοιπόν, γιατί η καχυποψία και ο προβληματισμός υπερίσχυσαν τελικά του πειρασμού.

Οι παραπάνω επιφυλάξεις αποκρυσταλλώθηκαν σε μια ολόκληρη σειρά συνεδριάσεων και υπομνημάτων περί τα τέλη Ιανουαρίου και εντός του Φεβρουαρίου 1915.⁴ Η επιχειρηματολογία στρεφόταν εν μέρει γύρω από την υπάρχουσα πολιτική και στρατιωτική κατάσταση και τους συσχετισμούς και εν μέρει γύρω από τις μακροπρόθεσμες συνέπειες ενδεχόμενης αποδοχής της προσφοράς του Sir Edward Grey. Συνέπειες, οι οποίες αντανακλούν την εν γένει κατάσταση έτσι όπως αυτή διαμορφώθηκε στο Παρίσι και στη Σμύρνη αργά την άνοιξη του 1919.  Η ισορροοπία των επιχειρημάτων αποτυπώνεται στις τοποθετήσεις των Βενιζέλου και Μεταξά, οι σταδιοδρομίες των οποίων διαπλέκονταν σε πολλά σημεία. Ωστόσο, οι δυο άνδρες διακατέχονταν από συναίσθημα αμοιβαίου σεβασμού, ακόμη και όταν συγκρούονταν μεταξύ τους ανελέητα. Ο Βενιζέλος, συνεπαρμένος υπέρμετρα από την προοπτική μιας εδαφικής επέκτασης, θεωρούσε πως η απόκτηση της Σμύρνης και της Δυτικής Μικράς Ασίας ήταν κάτι το εφικτό. Πόσο μάλλον εάν έχαιρε της υποστήριξης της Μεγ. Βρετανίας. Σε αυτή την προοπτική, ο Μεταξάς αντέτασσε τα στρατιωτικής φύσεως εμπόδια ως προς το γεωγραφικό και εθνογραφικό γίγνεσθαι της μεταπολεμικής Τουρκίας καθώς και το πνεύμα, από το οποίο διακατεχόταν ο τουρκικός λαός.

Οι διαφοροποιήσεις Βενιζέλου και Κωνσταντίνου οδήγησαν στη διαίρεση του ελληνικού λαού και στον επονομαζόμενο “Εθνικό Διχασμό”,⁵ καθώς και σε μια μετατόπιση του κέντρου βάρους στη Μακεδονία, όπου από τα τέλη του 1915 έως τα τέλη του 1918, ένα διεθνές εκστρατευτικό σώμα απαρτιζόμενο από Γάλλους, Βρετανούς, Σέρβους, Έλληνες, Ιταλούς και Ρώσους, υπό γαλλική διοίκηση, αντιπαρατάθηκε με στρατεύματα προερχόμενα από τη Γερμανία, την Αυστρία και τη Βουλγαρία. Η προσφορά της Σμύρνης είχε ουσιαστικά πάψει να υφίσταται, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της απροθυμίας του βασιλέα να την αποδεχθεί και ως εκ τούτου της αδυναμίας της Ελλάδας να μπορέσει να ανταποκριθεί. Όμως, ο Βενιζέλος δεν την είχε λησμονήσει. Αρκούσε μια συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο, στο πλευρό των χωρών της Συνεννοήσεως, προκειμένου να ενεργοποιηθεί εκ νέου και να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα των ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων μετά το πέρας των εχθροπραξιών. Την επομένη των επιτυχιών των Συμμάχων στο μακεδονικό μέτωπο, ο Βενιζέλος επισκέφτηκε το Λονδίνο και, κατόπιν, το Παρίσι, όπου και εκπροσώπησε τη χώρα του στις εργασίες του Συνεδρίου της Ειρήνης. Τότε ακριβώς καθορίστηκε η μοίρα των ηττημένων, έπειτα από μήνες ολόκληρους εντατικών διαπραγματεύσεων. Μεταξύ των ηττημένων συγκαταλεγόταν και η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία περιέκλειε το μεγάλο τρόπαιο, που ο Έλληνας πρωθυπουργός προόριζε για τη χώρα του: τη Σμύρνη.

Οι διαπραγματεύσεις της ειρήνης στο Παρίσι

Το κύρος του Βενιζέλου είχε φτάσει τότε στο απόγειό του. Είχε καταφέρει να εξασφαλίσει εξέχουσα θέση ανάμεσα στους ηγέτες των δευτερευόντων κρατών, χάρη στην προσωπική γοητεία που εξέπεμπε αλλά και στη σκληρή προσπάθεια, στην οποία είχε επιδοθεί. Συνάμα, όμως, και να εξαργυρώσει με τον αποτελεσματικότερο τρόπο το γεγονός, ότι χάρη σε αυτόν, η Ελλάδα είχε μετεξελιχθεί σε αξιόπιστο σύμμαχο της Συνεννοήσεως. Ως προς αυτό το τελευταίο, συνέδραμε τα μέγιστα η φιλική του σχέση με τον Lloyd George, όπως και η διαπραγματευτική του ικανότητα, όποτε συναλλασσόταν με τους υπόλοιπους μεγάλους. Αυτό ακριβώς υπήρξε το σκηνικό για την απόφαση περί Σμύρνης. Όταν έφτασε η στιγμή της υποστήριξης των ελληνικών διεκδικήσεων, ο Βενιζέλος έκανε χρήση, τόσο σε πολυμερές όσο και σε διμερές επίπεδο, μιας μεθοδικά προετοιμασμένης επιχειρηματολογίας. Εξέφρασε την υποστήριξή του προς τον θεσμό της Κοινωνίας των Εθνών (το πνευματικό τέκνο του προέδρου Wilson), συμμετείχε στρατιωτικά στη Συμμαχική εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία (η πατρότητα της οποίας ανήκε στον Clemenceau), γοήτευσε τον Lloyd George και τα υπόλοιπα μέλη της βρετανικής αντιπροσωπείας.

Εργασίες της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης στην αίθουσα των κατόπτρων του ανακτόρου των Βερσαλλιών.

Θύματα της γοητείας του, οι ηγέτες της Δύσης θέλησαν να τον βοηθήσουν. Ακόμα και η απόφαση σχετικά με την εκχώρηση της Σμύρνης, πάρθηκε με βεβιασμένο, σχεδόν επιπόλαιο τρόπο. Είχε προηγηθεί μακρύς και επίπονος στοχασμός, προκειμένου να βρεθεί μια φόρμουλα, που θα εξασφάλιζε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ικανοποίηση των ελληνικών επιδιώξεων. Την ανεύρεση της παραπάνω φόρμουλας ανέλαβε μια ειδική επιτροπή του Συμβουλίου των Τεσσάρων, η οποία, από βρετανικής πλευράς, περιλάμβανε στους κόλπους της τους Arnold Toynbee και Harold Nicolson. Η επιτροπή κινήθηκε προς την κατεύθυνση ενός συμβιβασμού ανάμεσα στην εθνική υπερηφάνεια των Τούρκων και τις διεκδικήσεις των Ελλήνων, συνυπολογίζοντας την οικονομική και στρατιωτική παράμετρο. Μόλις, όμως, η Ιταλία, μια χώρα ευρισκόμενη σε αναζήτηση αποικιών, έστειλε τον πολεμικό της στόλο επιτόπου, σε μια εμφανή προσπάθεια να εκβιάσει υπέρ των δικών της συμφερόντων τις αποφάσεις του Ανωτάτου Συμβουλίου, οι Lloyd George, Clemenceau και Wilson αντέδρασαν πάραυτα, αποφασίζοντας την άμεση αποστολή του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη.

Επρόκειτο για μια μοιραία απόφαση. Ο Lloyd George εκμεταλλεύτηκε το στραβοπάτημα των Ιταλών, όπως και την εις βάρος τους αγανάκτηση του Wilson. Με τον τρόπο αυτό, κατάφερε να αποσπάσει την έγκριση των δυο συναδέλφων του και να εξουσιοδοτήσει τους Έλληνες να καταλάβουν τη Σμύρνη. Η σχετική στιχομυθία έχει καταγραφεί πλήρως στα πρακτικά της Συνδιάσκεψης:

Lloyd George: Επιμένω πως δεν πρέπει να επιτρέψουμε στην Ιταλία να μας θέσει προ τετελεσμένου στην Ασία. Ας εξουσιοδοτήσουμε τους Έλληνες να αποβιβάσουν στρατεύματα στη Σμύρνη…

Wilson: Γιατί δεν τους λέμε να το πράξουν ευθύς αμέσως; Έχετε κάποια αντίρρηση ως προς αυτό;

Lloyd George: Απολύτως καμία.

Clemenceau: Ούτε κι εγώ. Μήπως, ωστόσο, οφείλουμε να ενημερώσουμε προηγουμένως τους Ιταλούς;

Lloyd George: Κατά την άποψή μου, όχι.

Με γνώμονα τα μετέπειτα διαδραματισθέντα, δηλαδή την μακρά και επίπονη ελληνική εκστρατεία, όπως και την ατυχή της έκβαση τον Αύγουστο του 1922, η προαναφερθείσα απόφαση φαντάζει εκ πρώτης όψεως παράδοξη έως και λανθασμένη. Είναι εμφανές ότι πρόκειται για προϊόν αυτοσχεδιασμού, δίχως πρόνοια για τις συνακόλουθες συνέπειες μέσα στην ίδια την Τουρκία. Υπάρχουν, όμως, και παράγοντες, που λειτουργούν ως ελαφρυντικό. Σχετίζονται με την ισχυρή πίεση, υπό την οποία τελούσαν εκείνοι που την έλαβαν, ειδικότερα ως προς τα ζητήματα της ολοκλήρωσης του κύκλου των διαπραγματεύσεων για τη συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία, της απειλητικής εξέλιξης της κατάστασης στη Ρωσία, τέλος, τη διαμόρφωση της μεταπολεμικής πραγματικότητας στην Κεντρική και ΝΑ Ευρώπη. Οι όποιες λανθασμένες ενέργειες δεν οφείλονται σε ανεπάρκειες και ελλείψεις του μηχανισμού της Συνδιάσκεψης. Είναι αποτέλεσμα πίεσης και δυσκολίας εύρεσης λύσης σε πολλά και σημαντικά εκκρεμή ζητήματα. Στην περίπτωση που μας απασχολεί, η Συνδιάσκεψη κινούνταν σε αχαρτογράφητο τοπίο: την επικείμενη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την (προσωρινή) υπαγωγή του τουρκικού στρατού στις επιταγές της συνθηκολόγησης, τις εκτιμήσεις ως προς την ικανότητα της Ελλάδας να εγκατασταθεί στη Μικρά Ασία, τη χρονική διάρκεια της στρατιωτικής υπεροχής των Συμμάχων.

Από αριστερά προς τα δεξιά: David Lloyd George, Georges Clemenceau, Woodrow Wilson.

Στα παραπάνω οφείλει κανείς να προσθέσει και μια εξαιρετικά ανησυχητική οικονομική διάσταση. Τη στιγμή της έναρξης της ελληνικής κατοχής, η κατάσταση των οικονομικών της χώρας ακολουθούσε φθίνουσα πορεία. Η τριετία 1919-1922, υπήρξε μια περίοδος σταθερής και αργότερα ταχείας επιδείνωσης. Ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου 1919, ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών είχε προειδοποιήσει τον Βενιζέλο ως προς την επιβάρυνση, την οποία επέφερε το κόστος της στρατιωτικής εκστρατείας, επισημαίνοντας πως, κάτω από παρόμοιες συνθήκες, ήταν αδύνατο για τη χώρα να προσφύγει  σε εξωτερικό δανεισμό.⁸

Με δεδομένη την πατροπαράδοτη ένταση στις σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, θα περίμενε κανείς επίδειξη μεγαλύτερης μέριμνας εκ μέρους των Συμμάχων της Συννενοήσεως για μια ειρηνική κατοχή της Σμύρνης. Θα μπορούσαν, λ.χ., να αναθέσουν την τελευταία σε μια μεικτή δύναμη, αποτελούμενη από Βρετανούς, Γάλλους, Αμερικανούς και Ιταλούς. Τα πραγματα προσέλαβαν διαφορετική τροπή. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας ήταν αποφασισμένος να χειριστεί την όλη υπόθεση ως ευκαιρία επίδειξης ισχύος, προοίμιο για μια μόνιμη στρατιωτική παρουσία. Απασχολημένοι με πολλά άλλα ζητήματα, οι Σύμμαχοι έσπευσαν να αφήσουν τον έλεγχο της όλης κατάστασης στον Βενιζέλο. Το αποτέλεσμα, που προέκυψε, ήταν ταραχές και σκοτωμοί μέσα στους δρόμους της Σμύρνης. Η βία εξαπλώθηκε με ταχύτατους ρυθμούς στην ευρύτερη ενδοχώρα. Η λογική της ελληνικής εντολής πρέσβευε τη διατήρηση της τάξης και της ησυχίας σε ολόκληρη τη ζώνη κατοχής. Η ελληνική διοίκηση και τα ελληνικά όπλα επέκτειναν την επιρροή και παρουσία τους σε μια περιοχή, όπου οι Έλληνες αποτελούσαν αριθμητικά μειοψηφία, οι δε Τούρκοι, πλειοψηφία.

Αντιδράσεις σε βάρος της ελληνικής κατοχής

Παρόλη την αρχική κακοτυχία, ο Βενιζέλος αντιμετώπισε την εντολή του Ανωτάτου Συμβουλίου των Συμμάχων προς την Ελλάδα ως το πρώτο βήμα προς την πλήρη προσάρτηση της Σμύρνης και της ενδοχώρας. Επιπρόσθετα, επρόκειτο για μια πολλά υποσχόμενη περιοχή, ικανή να τροφοδοτήσει τη χώρα με προϊόντα, πολιτισμό και ανθρώπινο δυναμικό. Η επικύρωση της ελληνικής εντολής εκκρεμούσε ενόψει της υπογραφής της συνθήκης ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, για την οποία χρειάστηκε να παρέλθει άνω του ενός έτους έως ότου λάβει χώρα, τον Αύγουστο του 1920. Μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα η κατάσταση επιτόπου είχε επιδεινωθεί για την Ελλάδα, καθιστώντας αδύνατη την επικύρωση της συνθήκης. Ο κύριος υποκινητής της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στη Σμύρνη, Lloyd George, ήταν ευτυχής που είχε καταφέρει να βοηθήσει τον προσωπικό του φίλο, Βενιζέλο, και μέσω του τελευταίου να προωθήσει αυτά που ο ίδιος εκλάμβανε ως βρετανικά στρατηγικά συμφέροντα. Υπήρχαν, όμως, και άλλοι με διαφορετική οπτική. Η πλειοψηφία της βρετανικής στρατιωτικής ηγεσίας θεωρούσε την ελληνική εντολή ως ασύμφορη. Ανάλογη υπήρξε και η στάση των αμερικανικών διπλωματικών και στρατιωτικών υπηρεσιών. Με την πάροδο του χρόνου κατέστη σαφές πως, σε αυστηρά πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, οι Γάλλοι θα επέλεγαν τους Τούρκους και όχι τους Έλληνες. Όσο για τους Ιταλούς, οι οποίοι είχαν εξαιρεθεί από τη διαδικασία της εκχώρησης της εντολής προς την Ελλάδα, καιροφυλακτούσαν, προκειμένου να υπονομεύσουν την ελληνική κατοχή.

Ιταλική προπαγανδιστική απόδοση της αποβίβασης του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη.

Από τουρκικής πλευράς ήταν επόμενο να κυριαρχεί μια αίσθηση εθνικής ταπείνωσης. Η αίσθηση αυτή  εκπροσωπούσε τόσο μια εξαντλημένη και ευθυγραμμισμένη με τις επιταγές της Συνδιάσκεψης της Ειρήνης κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης, όσο και ένα νεοφερμένο στο στερέωμα παράγοντα. Το καλοκαίρι του 1919, ο στρατηγός Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος είχε σταλεί ως επιθεωρητής του στρατού στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του, εγκαινίασε μια προσπάθεια αναδιοργάνωσης των καταλοίπων του τουρκικού στρατού, αποστασιοποίησης από τις θέσεις της επίσημης κυβέρνησης και αναπτέρωσης του ηθικού προς την κατεύθυνση ενός αγώνα ανεξαρτησίας και αποτίναξης της ελληνικής παρουσίας.

Την ίδια εποχή, ο Βενιζέλος ήταν, ως επί το πλείστον, απών από την Αθήνα. Εκπροσωπούσε τα ελληνικά συμφέροντα στο Παρίσι. Τη διακυβέρνηση ασκούσαν οι συνεργάτες, τους οποίους είχε αφήσει πίσω, στην ελληνική πρωτεύουσα. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης, όπως ο πρώην πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Ιωάννης Μεταξάς, βρίσκονταν εξόριστοι στην Κορσική, όπου τελούσαν υπό την επιτήρηση των γαλλικών αστυνομικών αρχών. Δεν ήταν, συνεπώς, σε θέση να τοποθετηθούν έναντι της αποστολής των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. Παρά ταύτα, στο Ημερολόγιο του Μεταξά είναι καταγεγραμμένη η αρνητική τους διάθεση. Συγκεκριμένα, στις 5/18 Μαΐου υπάρχει η ακόλουθη καταχώριση: “ …Το βράδυ αι εφημερίδες: Οι Έλληνες κατέλαβον την Σμύρνην! Στρατιωτική κατοχή. Βεβαιότης ότι θα την λάβη. Ετελείωσε! Ημείς ηττήθημεν οριστικώς πολιτικώς, αλλά ας μεγαλυνθή η Ελλάς, και ας ευδαιμονήση, όπως αυτή νομίζει καλλίτερον. Ημείς θα ζήσωμεν εν εξορία, φυγάδες, πτωχοί, καταδιωκόμενοι…”.⁹

Πρώτες δυσκολίες: Η Διεθνής Ανακριτική Επιτροπή

Οι αρχικοί πέντε μήνες της κατοχής αποδείχτηκαν δύσκολοι για τους Έλληνες. Λίγοι ήταν εκείνοι, που αμφισβητούσαν τη νομιμότητα εκχώρησης της εντολής εκ μέρους των Τριών Μεγάλων. Πήγαζε, άλλωστε, από το δίκαιο του νικητή. Ωστόσο, τα κρούσματα βίας, τα οποία πλαισίωσαν την άφιξη των ελληνικών στρατευμάτων, συνέπεσαν με την εμφάνιση των πρώτων επιφυλάξεων ως προς τον βαθμό εμπιστοσύνης έναντι των ελληνικών διοικητικών αρχών της Δυτικής Μικράς Ασίας, καθώς επρόκειτο για μια περιοχή, όπου κατοικούσε μεγάλος αριθμός Τούρκων Μουσουλμάνων. Οι ειρηνοποιοί αντέδρασαν όπως κάθε κυβερνήτης που αντιμετωπίζει προβλήματα και δυσκολίες. Συγκεκριμένα, αποφάσισαν τη σύσταση μιας Ανακριτικής Επιτροπής, επιφορτισμένης με την αποστολή να διερευνήσει τα έκτροπα της 15ης Μαΐου 1919. Μήπως, προσφεύγοντας σε αυτό το μέτρο, είχαν κατά νου κάποια μεταβολή προς την κατεύθυνση μιας αναστολής ή, ακόμα, μιας αποχώρησης της ελληνικής διοίκησης; Οι εξελίξεις συνηγορούν υπέρ του αντιθέτου. Η εγκαθιδρυθείσα δύναμη διαθέτει, πάντοτε, πλεονεκτήματα. Στη δε συγκεκριμένη περίπτωση, εγκαθιδρυθείσα δύναμη ήταν η Ελλάδα. Πόσο μάλλον που έχαιρε της αμέριστης συμπαράστασης της Μεγ. Βρετανίας και εκείνης, περισσότερο αμφιλεγόμενης, της Γαλλίας. Μια διαταγή του Ανωτάτου Συμβουλίου για αποχώρηση των ελληνικών αρχών από τη Σμύρνη, θα ισοδυναμούσε με ομολογία αποτυχίας.

Την Ανακριτική Επιτροπή στελέχωναν ένας Αμερικανός ναύαρχος και ένας Βρετανός, Γάλλος και Ιταλός στρατηγός. Χρειάστηκαν 46 συνεδριάσεις, ακροάσεις μαρτύρων από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και αυτοψίες στη Σμύρνη και, γενικότερα, εντός των ορίων της ελληνικής ζώνης κατοχής. Τον Οκτώβριο 1919, η Επιτροπή κατέθεσε το πόρισμά της. Ήταν εξόχως επιβλαβές για την ελληνική υπόθεση. Η Επιτροπή κάλεσε το Ανώτατο Συμβούλιο να αποδεχθεί μια πραγματικότητα: την ατέρμονη αντίσταση των Τούρκων ενάντια στην ελληνική κατοχή. Το πόρισμα διακατεχόταν από μια στυγνή λογική: η ελληνική κατοχή ήταν αδύνατο να διαιωνιστεί, παρά μόνο στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία το Συνέδριο της Ειρήνης ανακοίνωνε την “οριστική και πλήρη προσάρτηση” της περιοχής στην Ελλάδα. Όμως, μια προσάρτηση του είδους αυτού αντέβαινε στο σεβασμό της αρχής των εθνοτήτων, από τη στιγμή που σε ολόκληρο το βιλαέτι του Αϊδινίου (με μοναδική εξαίρεση τη Σμύρνη και το Αϊβαλί), η αριθμητική υπεροχή του τουρκικού στοιχείου έναντι του ελληνικού, ήταν “αδιαμφισβήτητη”. Η Επιτροπή προχωρούσε περαιτέρω, επισημαίνοντας πως το τουρκικό εθνικό φρόνημα “ουδέποτε θα αποδεχόταν μια τέτοια προσάρτηση, παρά μόνο δια της βίας”. Κατά συνέπεια, η ελληνική κατοχή έπρεπε να λάβει τέλος.¹º

Η ελληνική σημαία κυματίζει μπροστά από το Κονάκι (Στρατώνα), όπου σημειώθηκαν τα πρώτα επεισόδια.

Όταν, στις 8 Νοεμβρίου, το Ανώτατο Συμβούλιο έλαβε γνώση του τελικού πορίσματος, ο Clemenceau ζήτησε, για πρώτη φορά, εξηγήσεις σχετικά με την ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία. Ο Βενιζέλος αντέδρασε με σφοδρότητα, τόσο σε προφορικό όσο και σε γραπτό επίπεδο. Επρόκειτο για μια κομβική συγκυρία. Τη μοναδική, ίσως, όπου με αφορμή την επίκληση του πορίσματος της Επιτροπής, η Ελλάδα μπορούσε να έχει αποπεμφθεί από τη Μικρά Ασία, τηρώντας τα προσχήματα. Με τί είδους τίμημα, όμως, σε βάρος των εκεί ελληνικών κοινοτήτων; Η ευκαιρία χάθηκε, και η Ελλάδα συνέχισε να ασκεί την εντολή, η οποία της είχε ανατεθεί, κάτω από ολοένα και πιο αντίξοες συνθήκες.

Αριστείδης Στεργιάδης: ένας αμφιλεγόμενος ΄Υπατος Αρμοστής

Από την πρώτη στιγμή, ο Βενιζέλος είχε κοινοποιήσει προς κάθε κατεύθυνση, πως δεν επρόκειτο να ανεχθεί κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους των στρατιωτικών. Όμως, η στρατιωτική διάσταση δεν ήταν η μόνη του όλου προβλήματος. Η Ελλάδα όφειλε, επίσης, να εγκαταστήσει μια ρωμαλέα και αμερόληπτη διοίκηση. Ο κλήρος για την αποστολή αυτή έπεσε σε έναν ευυπόληπτο Κρητικό, τον Αριστείδη Στεργιάδη.

Αριστείδης Στεργιάδης

Ο Στεργιάδης υπήρξε προσωπική επιλογή του Βενιζέλου. Οι δυο άνδρες γνωρίζονταν από την εποχή της διεθνούς κατοχής της Κρήτης από βρετανικές, γαλλικές, ιταλικές και ρωσικές στρατιωτικές δυνάμεις. Ο Στεργιάδης ασκούσε, τότε, χρέη εκπροσώπου του Βενιζέλου στην ευρύτερη περιοχή του Ηρακλείου. Αργότερα, προς το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, υπηρέτησε ως Γενικός Διοικητής της Ηπείρου, αποσπώντας την εμπιστοσύνη του Βενιζέλου χάρη στην πάταξη της ληστείας και την ορθή επιβολή του Νόμου, ενέργειες, στις οποίες προέβη με τρόπο αποτελεσματικό. Συγχρόνως με την αποστολή ελληνικών δυνάμεων στη Σμύρνη, ο Βενιζέλος τον κάλεσε να μεταβεί κατεπειγόντως  επιτόπου. Σχεδόν ταυτόχρονα με την εγκατάστασή του, ο Στεργιάδης αποκατέστησε την τάξη, απαιτώντας από τα τοπικά δικαστήρια και από τις ελληνικές στρατιωτικές αρχές να επιδείξουν πνεύμα ισότιμης μεταχείρισης μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Με τη στάση του αυτή, έδωσε σε πολλούς επώνυμους συμπατριώτες του το πρόσχημα, προκειμένου να τον επικρίνουν για μεροληπτική συμπεριφορά υπέρ του τουρκικού στοιχείου. Διέθετε, ωστόσο, τη συμπαράσταση του Βενιζέλου, ο οποίος, ευκαιρίας δοθείσης, τον προστάτευε δημόσια ενάντια σε κάθε είδους κριτική με προέλευση τη Σμύρνη και την Αθήνα

Η ελληνική διοίκηση πληρούσε τις προδιαγραφές για να διαλύσει την καταιγίδα, που είχαν προκαλέσει τα συμβάντα της 15ης Μαΐου και των επομένων ημερών. Το καλοκαίρι του 1919 επικράτησε μια εύθραυστη ισορροπία σε ολόκληρη τη ζώνη της ελληνικής εντολής. Βέβαια, κρούσματα βίας, προερχόμενα από Τούρκους ατάκτους, δεν εξέλειπαν. Όμως, η ελληνική στρατιωτική ισχύς στην περιοχή ήταν επαρκής, ούτως ώστε να μπορέσει να διασφαλίσει την απρόσκοπτη λειτουργία της διοίκησης και του Ύπατου Αρμοστή. Το όραμα του Στεργιάδη συμπεριλάμβανε την ίδρυση ενός Ιωνικού Πανεπιστημίου, πρώτος πρύτανης του οποίου διετέλεσε ο διακεκριμένος μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή. Μόνο που ήταν αδύνατο για την εκπολιτιστική πολιτική του Στεργιάδη, και της Ελλάδας γενικότερα, να επιζήσει των εγγενών προστριβών του ιδίου με τις ελληνικές στρατιωτικές και εκκλησιαστικές αρχές, όπως και της αντιπαράθεσης μεταξύ ελληνικού και μουσουλμανικού πληθυσμού.

Η πορεία προς τον όλεθρο 

Η στρατιωτική προσπάθεια των Ελλήνων με στόχο την καταστολή του κεμαλικού κινήματος, χρεώθηκε με μια ολοκληρωτική ήττα. Ο τερματισμός της ελληνικής διοίκησης συνέπεσε με την καταστροφή της Σμύρνης τους μήνες  Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1922. Πώς και γιατί, άραγε, τα πράγματα έφτασαν μέχρις αυτού του σημείου;

Η διήγηση ξεκινά από τις εξελίξεις μεταξύ καλοκαιριού και φθινωπόρου 1920 και τις αντιδράσεις του Βενιζέλου, μόλις συνειδητοποίησε το αδιέξοδο, το οποίο απειλούσε ευθέως την ευόδωση της ελληνικής παρουσίας και κατοχής. Ήταν η στιγμή, που μέσα στο νου του Έλληνα πρωθυπουργού έκρουσε ο κώδωνας του κινδύνου, καθώς προσμετρούσε το μέγεθος των δυνάμεων εκείνων, οι οποίες είχαν παραταχθεί απέναντί του και ενώ οι δικοί του σύμμαχοι εξέφραζαν ολοένα και μεγαλύτερη έλλειψη προθυμίας να προστρέξουν σε βοήθειά του. Η συνομολόγηση της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920, προσέλαβε στην Ελλάδα μορφή επιβεβαίωσης της επιτυχούς πολιτικής του. Μέσα, όμως, από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία του με τον Lloyd George κατά τους δύσκολους αυτούς μήνες, αναδεικνύονται ανάγλυφα στοιχεία απόγνωσης μπροστά στον διαρκώς ανερχόμενο κεμαλικό κίνδυνο.¹¹ Την ίδια, πάντοτε, εποχή, ήταν αισθητές οι εξουθενωτικές επιπτώσεις της παρατεταμένης στρατιωτικής κατοχής σε βάρος της ελληνικής οικονομίας. Ο Βενιζέλος προτίμησε να αγνοήσει αυτά τα προειδοποιητικά σημάδια. Είχε ψυχολογικά κλονιστεί από μια δολοφονική απόπειρα, που λίγο έλειψε να του κοστίσει τη ζωή. Στις 12 Αυγούστου, τη μεθεπομένη, μόλις, της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών, δυο βασιλικοί απότακτοι αξιωματικοί τον πυροβόλησαν στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών, στο Παρίσι. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, την προσοχή του μονοπώλησε η προετοιμασία των εκλογών. Η ημερομηνία των τελευταίων είχε επιλεγεί από τον ίδιο. Πίστευε ακράδαντα πως οι συγκυρίες ευνοούσαν την προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία. Η υπογραφή της Συνθήκης, εμφανίστηκε ως δικαίωση της εξωτερικής του πολιτικής και αναγορεύτηκε σε αιχμή του δόρατος της προεκλογικής του εκστρατείας. Ωστόσο, φαίνεται πως δεν κατάφερε να πείσει το εκλογικό σώμα. Ο ίδιος και το κόμμα των Φιλελευθέρων, του οποίου ηγείτο, υπέστησαν οδυνηρή ήττα. Σχεδόν αμέσως, επέλεξε την οδό της αυτοεξορίας.

Η επάνοδος του Κωνσταντίνου

 Από το εκλογικό αποτέλεσμα προέκυψε καθεστωτική μεταβολή. Την επαύριο ενός δημοψηφίσματος, ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, η διαχείριση της εξουσίας περιήλθε στην αντιβενιζελική παράταξη. Το παράδοξο της όλης υπόθεσης συνίσταται στο ότι η νέα κυβέρνηση, στους κόλπους της οποίας ξεχώριζε ως ισχυρός άνδρας ο Δημήτριος Γούναρης, συνέχισε να εφαρμόζει, στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, το πρόγραμμα του Βενιζέλου. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι η εκλογική αποτυχία και η αναχώρηση του Βενιζέλου από την Ελλάδα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αξιοποιήσιμη ευκαιρία για μια απεμπλοκή από τη Μικρά Ασία και τον τερματισμό μιας δαπανηρής, από κάθε άποψη, εκστρατείας.

Η αντίδραση των Δυνάμεων της Συνεννοήσεως στην επάνοδο του Κωνσταντίνου.

Η παλινόρθωση του Κωνσταντίνου κατέστησε ακόμα πιο δυσχερή τη θέση της νέας κυβέρνησης. Κατόπιν πρωτοβουλίας των Γάλλων, οι οποίοι καταλόγιζαν στον Έλληνα μονάρχη την γερμανόφιλη  στάση, που είχε υιοθετήσει του κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (το 1916, Γάλλοι στρατιώτες είχαν απωλέσει τη ζωή τους μέσα στους δρόμους της Αθήνας κατά τα γνωστά “Νοεμβριανά”), διακόπηκε κάθε οικονομική παροχή προς τη χώρα. Κατόπιν τούτου, το κόστος διατήρησης επί ποδός πολέμου ενός στρατού κατοχής εντός ξένου εδάφους, μετέτρεψε την μικρασιατική εμπλοκή σε μια εμφανώς μη βιώσιμη υπόθεση. Στους κύκλους των βενιζελικών, υπήρχαν ακόμη άτομα, τα οποία οραματίζονταν μια παραίτηση του Κωνσταντίνου υπέρ κάποιου από τους γιούς του. Διέφευγε από την αντίληψή τους το γεγονός ότι ο τελευταίος αποτελούσε το σύμβολο της αντιβενιζελικής παράταξης και της πρόσφατης εκλογικής της επιτυχίας. Ήταν, επομένως, αδιανόητο να αναμένει κανείς από αυτόν να θυσιαστεί οικειοθελώς υπό παρόμοιες συνθήκες. Ο Γούναρης επιδόθηκε σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των Συμμάχων έναντι της (κωνσταντινικής πλέον) Ελλάδας. Για την επίτευξη του σκοπού του, είχε επενδύσει στην υπάρχουσα, ακόμη, πεποίθηση του Lloyd George ως προς την ικανότητα της χώρας να φέρει εις πέρας το φιλόδοξο πρόγραμμα του Βενιζέλου. Προσέκρουε, όμως, σε μια ολόκληρη σειρά από παραμέτρους, οι οποίες λειτουργούσαν ανασταλτικά, όπως ήταν η ανεπάρκεια των ιδίων των διαδοχικών βασιλικών κυβερνήσεων, η οικονομική ευθραυστότητα, τέλος, η ακλόνητη αποφασιστικότητα του Κεμάλ να θέσει τέλος στην ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία.

Όπως και να έχει, πάντως, το ζήτημα, η κυβερνητική μεταβολή του Νοεμβρίου 1920, προσέδωσε μια νέα οπτική στην όλη υπόθεση. Η μικρασιατική εμπλοκή αντιμετωπιζόταν, πλέον, ως πρόβλημα και όχι ως ένδοξη πρόκληση. Με την πάροδο του χρόνου, οι μεν βενιζελικοί συνειδητοποιούσαν ολοένα και περισσότερο πως  δεν υπήρχαν προοπτικές, προκειμένου να μπορέσει η κυβέρνηση να επωμιστεί το φορτίο της Μικράς Ασίας, οι δε βασιλικοί διακατέχονταν από ένα διαρκώς αυξανόμενο συναίσθημα απαισιοδοξίας ως προς το επιχειρησιακό σκέλος. Οι όποιες πρωτοβουλίες των Βρετανών προς την κατεύθυνση ανεύρεσης διπλωματικής λύσης στο αδιέξοδο ναυάγησαν, εξαιτίας της αδιαλλαξίας των Τούρκων έναντι πάσης φύσεως συμβιβασμού. Η επιτάχυνση της επίλυσης των διαφορών στο πεδίο των εχθροπραξιών φάνταζε ως η μόνη εναλλακτική επιλογή. Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση Γούναρη αναγκάστηκε να στραφεί προς αναζήτηση στρατιωτικής λύσης, προσβλέποντας στην καταστροφή του κεμαλικού κινήματος. Δυστυχώς, και η νέα αυτή ελληνική εκστρατεία έμελλε να χρεωθεί με αποτυχία.

1921: Προς αναζήτηση στρατιωτικής λύσης

Φαίνεται πως, κατά κάποιο βαθμό, είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη του Γούναρη προς τον αρχιστράτηγο του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο, στρατηγό Αναστάσιο Παπούλα. Έτσι εξηγείται γιατί ο πρωθυπουργός και οι συνάδελφοί του βολιδοσκόπησαν, προβαίνοντας σε μια αιφνίδια και εντυπωσιακή πρωτοβουλία, τον Ιωάννη Μεταξά. Ο Μεταξάς είχε αποδείξει τις αδιαμφισβήτητες επιτελικές του αρετές στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Διέθετε, επομένως, όλες τις προδιαγραφές προκειμένου, για μια ακόμη φορά, να αντιστρέψει τους στρατιωτικούς συσχετισμούς. Σε δυο περιπτώσεις, στις 25 και 29 Μαρτίου 1921, οι κυβερνητικοί ιθύνοντες συναντήθηκαν μαζί του στην οικία του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη.¹² Οι συνομιλίες έχουν καταχωριστεί λεπτομερώς στο Ημερολόγιο του Μεταξά και αναδεικνύουν ανάγλυφα την ανικανότητα των υπουργών να αξιολογήσουν την εν γένει κατάσταση, την έλλειψη ιδεών που τους διέκρινε, τη μάταιη προσήλωσή τους σε μια πολιτική, στην οποία ούτε οι ίδιοι πίστευαν στην πραγματικότητα, τέλος, τον φόβο τους ότι, σε περίπτωση απώλειας του ελέγχου, θα διαμορφώνονταν συνθήκες, ικανές να επαναφέρουν τον μισητό Βενιζέλο στην εξουσία. Η καταγραφή των συνομιλιών από τον Μεταξά αποδίδουν εύγλωττα τις στρατηγικές και τακτικές επιλογές της ελληνικής κυβέρνησης όπως και τη χρεοκοπία των υπουργών. Για τους τελευταίους, η πλέον επίφοβη εξέλιξη ήταν μια πτώση του βασιλικού καθεστώτος και του ιδίου του βασιλέα ως επακόλουθο μιας στρατιωτικής ήττας στη Μικρά Ασία. Η απάντηση του Μεταξά σε όλα αυτά υπήρξε δηκτική. Διακύβευμα του υπό διεξαγωγή πολέμου δεν ήταν η επιβίωση του συγκεκριμένου πολιτικού καθεστώτος. Εάν ο πόλεμος μπορούσε να προσλάβει νικηφόρα έκβαση χάρη σε μια επάνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία, τότε δεν έπρεπε να αποκλειστεί ούτε αυτό, ακόμα, το ενδεχόμενο.

Ο Ιωάννης Μεταξάς (δεξιά) το 1902, την εποχή της φοίτησής του στη Στρατιωτική Ακαδημία του Βερολίνου.

Τα επιχειρήματα, που ο Μεταξάς αντιπαρέβαλε, υπήρξαν απόλυτα συνεπή με εκείνα, τα οποία είχε επικαλεστεί το 1915 και είχαν καταγραφεί σε ένα υπόμνημα με αποδέκτη τον Βενιζέλο. Η φιλοδοξία της Ελλάδας ως προς τον έλεγχο της Μικράς Ασίας ήταν ανέφικτη. Τούτο υπαγόρευαν εθνολογικοί,  γεωγραφικοί και ψυχολογικοί παράγοντες. Ο πληθυσμός, στη μεγάλη του πλειοψηφία, ήταν τουρκικός και μουσουλμανικός. Ο ελληνικός στρατός θα ήταν υποχρεωμένος να επιχειρεί σε αφιλόξενο έδαφος, ενώ την ίδια στιγμή οι Τούρκοι θα διέθεταν άπλετο χώρο για να υποχωρήσουν και να ανασυνταχθούν. Τέλος, η Ελλάδα θα βρισκόταν αντιμέτωπη με έναν τουρκικό εθνικισμό, αποφασισμένο να υπερασπιστεί με κάθε κόστος την ίδια του τη χώρα. Ο Μεταξάς δεν ήταν διατεθειμένος να ενστερνιστεί μια πολιτική, στην αξία της οποίας ο ίδιος δεν έτρεφε την παραμικρή εμπιστοσύνη. Για το λόγο αυτό απέρριψε την πρόταση να αναλάβει το αξίωμα του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου ή ακόμα εκείνο του Αρχιστρατήγου της Στρατιάς της Μικράς Ασίας. Οι ατέρμονες και εξαντλητικές συζητήσεις της 25ης και 29ης Μαρτίου κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία. Ο πόλεμος συνεχίστηκε έως την επώδυνη κατάληξή του δίχως τη συμπραξη του Μεταξά.

 1922: Η καταστροφή

Ο διάλογος ανάμεσα στους Μεταξά και Γούναρη (αν και φαίνεται πως τη μεγαλύτερη συμμετοχή στην όλη συζήτηση εκ μέρους των κυβερνητικών είχαν ο οικοδεσπότης Πρωτοπαπαδάκης και ο υπουργός Στρατιωτικών Νικόλαος Θεοτόκης) επέτρεψε να διαφανούν τα διλήμματα της επίσημης ελληνικής πλευράς. Ταυτόχρονα, έδωσαν μια πρόγευση όσων έμελλαν να ακολουθήσουν ανάμεσα στην άνοιξη-καλοκαίρι 1921 και την καταληκτική καταστροφή του Σεπτεμβρίου 1922. Ο Μεταξάς δεν είχε προβλέψει την ολοκληρωτική κατάρρευση του μετώπου. Είχε διαγνώσει, απλώς, τις δυσκολίες των θερινών επιχειρήσεων του 1921, όταν ο ελληνικός στρατός αναλώθηκε σε μια εξουθενωτική πορεία εντός της μικρασιατικής ενδοχώρας δια μέσου της Αλμυράς Ερήμου. Η προέλαση είχε ως αντικειμενικό στόχο τη διάσπαση του τουρκικού μετώπου στο ύψος του ποταμού Σαγγάριου και τη στρατιωτική κατάληψη της Άγκυρας, της πρωτεύουσας του κεμαλικού κινήματος. Το σχέδιο απέτυχε, με αποτέλεσμα ο ελληνικός στρατός να επανέλθει στη γραμμή εκκίνησης και να περιοριστεί σε αμυντικής φύσεως επιχειρήσεις για ολόκληρο το υπόλοιπο 1921 και για το πρώτο ήμισυ του 1922. Στο μεταξύ, η ελληνική οικονομία είχε αγγίξει το όριο της χρεοκοπίας.

Ενόσω το ηθικό των Ελλήνων, τόσο στην πρώτη γραμμή όσο και στο εσωτερικό μέτωπο, βρισκόταν υπό καθεστώς κατάρρευσης, οι συνθήκες είχαν ωριμάσει για την προετοιμασία της τουρκικής αντεπίθεσης. Η τελευταία εκδηλώθηκε προς το τέλος του καλοκαιριού του 1922, υπό τις διαταγές του Ismet Inönü. Ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση και καταστροφή της Σμύρνης, την εκκένωση από τον ελληνικό πληθυσμό και τον τερματισμό της ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία.

Έτσι είχε η καταστροφή της Σμύρνης, που σηματοδότησε το μέλλον της Ελλάδας και της Μικράς Ασίας, τοποθετώντας, συνάμα, την οριστική ταφόπλακα στο όραμα της Μεγάλης Ιδέας.

Η πτώση και καταστροφή της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922.

 

Ο Sir Michael Llewellyn-Smith παρακολούθησε κλασσικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Εισήλθε στη βρετανική διπλωματική υπηρεσία το 1970 και υπηρέτησε επί τριάντα χρόνια στις πρεσβείες της Μόσχας, του Παρισιού, της Βαρσοβίας, της Αθήνας καθώς και στην Κεντρική Υπηρεσία, στο Λονδίνο. Διετέλεσε πρέσβης στην Πολωνία (1991-1996) και στην Ελλάδα (1996-1999). Ως φοιτητής, δάσκαλος, διπλωμάτης και περιηγητής έχει αφιερώσει περισσότερα από έντεκα χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα. Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων με θέματα της ελληνικής ιστορίας και  πολιτισμού. Γνωστότερη είναι οι πραγματεία του για την ελληνική εμπλοκή στη Μικρά Ασία με τίτλο: Ionian Vision. Greece in Asia Minor, 1919-1922 (ελληνική έκδοση: Το Όραμα της Ιωνίας. Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922, Αθήνα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ, 2009). Άλλες του μελέτες αναφέρονται στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, στην εξέλιξη της πόλης των Αθηνών δια μέσου των αιώνων, στην ιστορία του κτηρίου της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα (πρώην οικίας Βενιζέλου). Ο Sir Michael Llewellyn-Smith τιμήθηκε με τις διακρίσεις CMG το 1990 και το KCVO (Knight Commander of the Victorian Order) το 1996.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Ημερολόγιο Ελευθερίου Βενιζέλου (6-19 Μαΐου 1919), περιοδικό Ταχυδρόμος, τεύχη αρ. 788-781, Αθήνα, 16 Μαΐου-6 Ιουνίου 1969. Ο Βενιζέλος σπανίως τηρούσε ημερολόγιο. Στο συγκεκριμένο, αναφέρει πως “μετά το δείπνο, αποφάσισα να γράψω όλα αυτά σε ένα χαρτί, καθώς πρόκειται για ζητήματα υψίστης σημασίας για το μέλλον του έθνους και, ει δυνατόν, να συνεχίσω την καταγραφή σε ημερολόγιο έως το πέρας της κρίσης”.

²  M. Llewellyn Smith, Ionian Vision: Greece in Asia Minor 1919 – 1922, London: Hurst & Co., 2nd edn 1998, σ. 88-9.

³  Σχετικά με την εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου βλ.  M. Llewellyn-Smith, ‘Venizelos’ Diplomacy, 1910-23: From Balkan Alliance to Greek-Turkish Settlement’, στο Kitromilides, Paschalis M. ed., Eleftherios Venizelos: The Trials of Statesmanship, Edinburgh University Press, 2006.

⁴  Επιστολές Βενιζέλου προς Κωνσταντίνο, 11/24 Ιανουαρίου 1915, στο Βενιζέλος, Κείμενα, τόμος Β΄, επιμ. Σ. Στεφάνου, Αθήνα 1982, σσ. 65-8. Επιστολή προς Κωνσταντίνο, 17/30 Ιανουαρίου, σσ. 68-71. Επιστολή προς Κωνσταντίνο, 17Φεβρουαρίου/2 Μαρτίου, σσ. 71-4. Οι παραπάνω επιστολές, εμπλουτισμένες με επιπλέον σημαντική αλληλογραφία, έχουν συμπεριληφθεί αυτούσιες και σε άλλες πραγματείες, όπως στο παράρτημα του Α΄ τόμου του Γ. Βεντήρη, Η Ελλάς του 1910-1920, Αθήνα, 1931, σσ. 369-77. Ο Βεντήρης δημοσιεύει επίσης την επιστολή Μεταξά προς Βενιζέλο της 17 Φεβρ

⁵ Σχετικά με τον Εθνικό Διχασμό βλ, Γ.Θ. Μαυρογορδάτος, 1915: Ο Εθνικός Διχασμός  Αθήνα, Πατάκης, 2015 και του ιδίου Μετά το 1922: Η παράταση του Διχασμού, Αθήνα, Πατάκης, 2017.

⁷  Link, Arthur S., ed., The Deliberations of the Council of Four, March 24 – June 28 1919, Notes of the Official Interpreter Paul Mantoux, vol. 1, Princeton University Press, 1992, [στηρίζεται στην αρχική γαλλική έκδοση του Paul Mantoux, Les Déliberations du Conseil des Quatre].

⁸ Κώστας Κωστής, Ιστορία της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1914-1945, Αθήνα, Εκδόσεις του Ιστορικού Αρχείου της Εθνικής Τράπεζας, 2003, σ. 150.

⁹  Ι. Μεταξάς, Το προσωπικό του Ημερολόγιο (επιμ. Χρ. Χρηστίδη), τόμος Β΄, Αθήνα, 1952, σ. 506.

¹º Σχετικά με τα ευρήματα της Διεθνούς Ανακριτικής Επιτροπής, βλ. Μ. Llewellyn-Smith, οπ.π., σσ. 110-14. Η πατρότητα της ιδέας ανήκε στον Clemenceau. Ο ίδιος πίεσε ακόμα πιο σκληρά τον Βενιζέλο στη συζήτηση, που ακολούθησε, γύρω από το τελικό πόρισμα.

¹¹ Για τις εξελίξεις, οι οποίες μεσολάβησαν μεταξύ της υπογραφής της Συνθήκης των Σεβρών (10 Αυγούστου) και των εκλογών του Νοεμβρίου 1920, βλ. Μ. Llewellyn Smith, οπ.π., σσ. 129 – 134, ειδικότερα δε το τηλεγράφημα της 5ης Οκτωβρίου προς τον Lloyd George, σ. 131.

¹²  Ι. Μεταξάς, οπ.π., τόμος Γ΄, καταχωρίσεις της 25ης και 29ης Μαρτίου 1921. Διερωτάται κανείς πόσο πιστά απέδωσε τα γεγονότα ο Μεταξάς. Συνέταξε την μακροσκελή καταχώριση της 29ης Μαρτίου ανάμεσα στην ημερομηνία αυτή και την 25η Μαΐου. Ασφαλώς τελειοποίησε, μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα, την επιχειρηματολογία του, με απώτερο σκοπό την υστεροφημία του. Ωστόσο, δεν υφίσταται λόγος να αμφισβητήσει κανείς το όλο σκεπτικό, που παραμένει συνεπές και με την επιχειρηματολογία, την οποία, για πρώτη φορά είχε αναπτύξει στις αρχές του 1915.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος