Skip to main content

Σοφία Ηλιάδου – Τάχου: Κομμουνισμός, αντικομμουνισμός και εκπαίδευση από την κατοχή του Άξονα ως τον πρώιμο Ψυχρό Πόλεμο (1944-1967)

Σοφία Ηλιάδου – Τάχου

Κομμουνισμός, αντικομμουνισμός και εκπαίδευση από την κατοχή του Άξονα ως τον πρώιμο Ψυχρό Πόλεμο (1944-1967)

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν απέφυγε τη συμμετοχή της στις  διεθνείς αντιπαραθέσεις, για παράδειγμα στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, στον Ψυχρό Πόλεμο ή ακόμα υπέστη τη δοκιμασία ενός στον εμφυλίου σπαραγμού (1943-1949), εντούτοις υπάρχει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία  που σχετίζεται με την Iστορία της Eκπαίδευσης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, μολονότι η ιστορία της εκπαίδευσης αποτελεί αποδεδειγμένα  αναπόσπαστο τμήμα της Νεοελληνικής Ιστορίας. Τα επιστημονικά άρθρα που σχετίζονται με την επιλογή του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος  (ΚΚΕ) να ιδρύσει μειονοτικά σλαβομακεδονικά σχολεία στις σλαβόφωνες  κοινότητες της Δυτικής Μακεδονίας είναι λιγοστά.[1]  Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει σημαντική ακαδημαϊκή συμβολή στην περιγραφή της  διπλωματικής ιστορίας του Ψυχρού Πολέμου στην Ελλάδα, [2] και στο θεματικό πεδίο της κοινωνικής ιστορίας του Ψυχρού Πολέμου, που αναφέρεται στον αντικομουνισμό και στην αμερικανική επεμβατική πολιτική, [3] με ιδιαίτερη εστίαση στη Δυτική Μακεδονία. [4] Υπάρχουν επίσης αξιοσημείωτες μελέτες σχετικές με την καλλιέργεια της ιδεολογίας της «εθνικοφροσύνης» στην Ελλάδα, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. [5] Ωστόσο, το επιστημονικό πεδίο της Ιστορίας της Εκπαίδευσης στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ιστορικής έρευνας. [6]

Η παρούσα έρευνα εκτείνεται χρονικά από το 1944 έως το 1967. Το 1944  είναι το έτος κατά το οποίο δημιουργήθηκε ο θεσμός του  σλαβομακεδονικού σχολείου  στην περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας. Πρόκειται για τα σχολεία τα οποία υπάγονταν στην   διοίκηση του ΕΑΜ / ΚΚΕ. Η έρευνα τελειώνει το 1967, έτος κατάλυσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα  και επιβολής ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, της χούντας των συνταγματαρχών.

Η συγκεκριμένη μελέτη στοχεύει στην εξέταση της κομμουνιστικής εκπαίδευσης στην κατεχόμενη από τον Άξονα Ελλάδα της περιόδου 1944-1945. Εστιάζει ακόμα  στην αντικομμουνιστική εκπαίδευση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967). Ειδικότερα διεξέρχεται πρώτα  τους σκοπούς και τους στόχους της ίδρυσης των σλαβομακεδονικών σχολείων από το ΕΑΜ/ΚΚΕ, με εστίαση στα χαρακτηριστικά τους. Έπειτα καθορίζει τις ιδιαιτερότητες του αμερικανικού αντικομμουνιστικού εκπαιδευτικού μοντέλου και  τις επιπτώσεις του στην διαμόρφωση του χαρακτήρα της ελληνικής εκπαίδευσης: εστιάζει δηλαδή στην προσπάθεια για ανασύσταση του ελληνικού έθνους, στην απόπειρα συγκρότησης του αντικομμουνιστικού νομοθετικού πλαισίου, στο αίτημα για την  προώθηση μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, στην ανάγκη για εκσυγχρονισμό  των δομών του κράτους και στην προαγωγή του στόχου της τεχνολογικής και οικονομικής προόδου. Σε αυτή τη μελέτη χρησιμοποιήθηκε πρωτογενές αρχειακό υλικό, το οποίο εντοπίστηκε σε δημόσια και τοπικά αρχεία και εξετάστηκε διεξοδικά. [7]

 

Η κομμουνιστική εκπαίδευση στην κατεχόμενη Ελλάδα (1944-1945)

Το συγκείμενο

Η επανάσταση των μπολσεβίκων επικράτησε, την ώρα που η Ευρώπη βρισκόταν στα πρόθυρα της οικονομικής και πολιτικής κατάρρευσης. Η Σοβιετική Ένωση ίδρυσε δύο μεγάλες οργανώσεις προκειμένου να προωθήσει την πολιτική της ατζέντα και να μεγιστοποιήσει την επιρροή της στα Βαλκάνια από τη μια και στο διεθνές προσκήνιο από την άλλη:  τη «Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία» (1920/21-1939) και την «Κομμουνιστική Διεθνή (Comintern)» (1919–1943 ). [8]

Αφίσα της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Στην πραγματικότητα, το 1935, η στρατηγική της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» -η οποία αργότερα υιοθετήθηκε και από το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) – ήταν να ενθαρρύνει την πολιτική συνεργασία μεταξύ των κομμουνιστών και των σοσιαλιστών, με σκοπό τη δημιουργία μετώπου κατά του φασισμού.[9]

Αυτή η στρατηγική δημιούργησε ένα ευφάνταστο, ευέλικτο πρόγραμμα, στο οποίο οι κομμουνιστές είχαν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τα σύμβολα του πατριωτισμού και να αναλάβουν τον ρόλο των υπερασπιστών της εθνικής ανεξαρτησίας, προκειμένου να επιτεθούν στον φασισμό. [10]  Κατά συνέπεια, η 7η σύνοδος της «Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας» αποδέχθηκε τη νέα πολιτική πλατφόρμα της «Κομμουνιστικής Διεθνούς», η οποία σχετιζόταν με την παροχή ίσων δικαιωμάτων στις μειονότητες, εντός των εθνικών ορίων. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1935, το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα[11] αναγνώρισε την ύπαρξη σλαβομακεδονικής μειονότητας και διεκδίκησε  την παροχή ίσων δικαιωμάτων σε αυτήν, εντός των ορίων του ελληνικού κράτους. [12]

Νέος Ριζοσπάστης, 19 Σεπτεμβρίου 1932.

Έμμεση συνέπεια της αναγνώρισης ήταν η ίδρυση, τον Οκτώβριο του 1944, από το ΕΑΜ / ΚΚΕ, των σλαβομακεδονικών σχολείων στη Δυτική Μακεδονία,  παρά το γεγονός ότι  δεν τεκμηριώνεται ότι είχε τεθεί   ανάλογο θέμα στο πλαίσιο της αναγνωρισμένης τότε από το ΕΑΜ/ΚΚΕ «Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας». Πραγματικά το θέμα της ίδρυσης σλαβομακεδονικών σχολείων υλοποιήθηκε από την  περιφερειακή επιτροπή του ΚΚΕ της Φλώρινας-Καστοριάς, με πρωτοβουλία του τοπικού κομισάριου της παιδείας Γιάννη Καλαϊτζίδη.  Εικάζουμε ότι το συγκεκριμένο γεγονός  αποτελεί πολιτική επιλογή του  τοπικού κομισάριου που αποσκοπούσε στο να δοθεί απτή διαβεβαίωση στους σλαβόφωνους της Δυτικής  Μακεδονίας που είχαν συμμαχήσει  με το ΕΑΜ/ΚΚΕ ότι εκπληρώνονταν έμπρακτα οι δεσμεύσεις του ΕΑΜ/ΚΚΕ απέναντί τους  στην ουσία όμως ως δέλεαρ για να αποτραπεί, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, η προσχώρησή τους  στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους των Τέμπο-Τίτο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της κομμουνιστικής εκπαίδευσης στην Ελληνική Μακεδονία (1941-1944)

Τα κύρια χαρακτηριστικά του κομμουνιστικού εκπαιδευτικού μοντέλου ήταν τα εξής:

α) Η κατασκευή της «σλαβομακεδονικής μειονότητας»  με εργαλείο τον εκπαιδευτικό μηχανισμό: Στην Τριανταφυλλιά, στις 24 Οκτωβρίου 1944, οι αξιωματικοί του επαρχιακού γραφείου του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος ενημέρωσαν τους Έλληνες δασκάλους ότι έπρεπε να παραδεχτούν και να αναγνωρίσουν την ύπαρξη «σλαβομακεδονικής μειονότητας με τα έθιμα, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία και τον χαρακτήρα της, ως μειονότητας διαφορετικής από το ελληνικό έθνος.» [13]

β) H αναζήτηση του «σλαβομακεδόνα δασκάλου» ανάμεσα στους δασκάλους με σλαβόφωνη καταγωγή: Σύμφωνα με το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το ζήτημα της καθιέρωσης της  «μειονοτικής εκπαίδευσης» παρουσιάστηκε στους εκπαιδευτικούς κατά την «1η Εκπαιδευτική Συνάντηση» που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1944 στον Πολυπόταμο, ένα χωριό της Φλώρινας. [14]

Στο επόμενο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Τριανταφυλλιά, οι αντιδράσεις των εκπαιδευτικών που είχαν σλαβόφωνη προέλευση, σύμφωνα με την εφημερίδα Εκπαιδευτικός Ακρίτας, ήταν οι ακόλουθες : « (α) Εμείς, οι εκπαιδευτικοί, που συμμετείχαμε στο εκπαιδευτικό συνέδριο, απορρίπτουμε τη σλαβομακεδονική  ταυτότητα και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μας αποκαλεί έτσι, επειδή είμαστε Έλληνες (β) Το σλαβομακεδονικό έθνος δεν υπάρχει (γ) Η γλώσσα στη Μακεδονία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κριτήριο της εθνικής συνείδησης κάποιων (δ) Η επιμονή των αγροτών να αυτοαποκαλούνται Σλαβομακεδόνες δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μάσκα για να καλύψουν τα βουλγαρικά, αυτονομιστικά και γενικά ανθελληνικά αισθήματά τους…» [15]

Λαοκρατία, Φλώρινα 3 Αυγούστου 1944.

γ) Η επιλογή των  εκπαιδευτικών εγχειριδίων: Τα μέλη του ΕΑΜ / ΚΚΕ παρουσίασαν ένα «Βουλγαρικό Αλφαβητάριο», το οποίο είχε εκδοθεί το 1936 στη Σόφια και προοριζόταν για τα σλαβομακεδονικά σχολεία της περιοχής. Ο Επιθεωρητής Καλαϊτζίδης πρότεινε, μεταξύ άλλων, τη σύσταση Επιτροπής για τη σύνταξη ενός Αλφαβήτου στη σλαβομακεδονική γλώσσα για τους μαθητές των σλαβομακεδονικών σχολείων.

δ) Οι δημιουργία σχολής για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών των σλαβομακεδονικών σχολείων: Η έλλειψη εκπαιδευτικών για τα σλαβομακεδονικά σχολεία αντιμετωπίστηκε με τη βραχύβια λειτουργία του Φροντιστηρίου στο Άργος Ορεστικό. Το «Φροντιστήριο» προετοίμασε δασκάλους  για τα σλαβομακεδονικά σχολεία, οι οποίοι φαίνεται ότι προέρχονταν από τα σλαβόφωνα χωριά, κυρίως της περιφέρειας  της Καστοριάς. [16]

Χαιρετισμός του Νίκου Ζαχαριάδη στο 2ο συνέδριο του ΝΟΦ (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο) στις 25-26 Μαρτίου 1949 στο χωριό Ψαράδες των Πρεσπών.

Η αντικομμουνιστική εκπαίδευση την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967)

Το συγκείμενο

Η κυριαρχία ενός διπολικού πολωτικού λόγου  ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον αντικομμουνισμό καθόρισε τις επιλογές του ελληνικού κράτους στην διάρκεια της πρώιμης φάσης του Ψυχρού Πολέμου. [17] Ο Εμφύλιος Πόλεμος τελείωσε με τη νίκη της Δεξιάς, χάρις και στην αμερικανική παρέμβαση[18] που ξεκίνησε με το «Δόγμα  Τρούμαν»,[19] το οποίο θεωρήθηκε ως ουσιαστικό σημείο καμπής της Νεοελληνικής Ιστορίας. [20] Στην πραγματικότητα, η διακήρυξη του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Χάρυ Τρούμαν το 1947[21] υπογράμμισε τη δέσμευση των ΗΠΑ  να προστατέψουν τους λαούς και να τους στηρίξουν στον αγώνα τους για την «ανάσχεση του κομμουνιστικού κινδύνου» [22]

Επομένως την εποχή του Ψυχρού Πολέμου ο αντικομμουνισμός ως ιδεολογία συσπείρωνε έναν κόσμο στον οποίο τα ανεξάρτητα έθνη, όπως το ελληνικό, ενώνονταν ενάντια στην κομμουνιστική απειλή. [23] Σε αυτό το πλαίσιο, το «Σχέδιο Μάρσαλ» [24]εκπονήθηκε ως ένα σχέδιο οικονομικής βοήθειας που στόχευε στο να βοηθήσει τα έθνη της Δυτικής Ευρώπης.[25]Έτσι, δημιουργήθηκε η συμμαχία του «Δυτικού Μπλοκ» ή του «Ελεύθερου Κόσμου»[26]  ή του «Δυτικού κόσμου» με τις Ηνωμένες Πολιτείες[27] και το ΝΑΤΟ,[28] ενάντια στην απειλή που αντιπροσώπευε η  Σοβιετική Ένωση. [29]

Η εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν (12 Μαρτίου 1947).

Τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής αντικομμουνιστικής εκπαίδευσης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967)

Τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν: α) Ο επαναπροσδιορισμός  της έννοιας του ελληνικού έθνους[30]:Η εφαρμογή του αντικομμουνιστικού μοντέλου οδήγησε στην κυριαρχία ενός εθνικιστικού μοντέλου εκπαίδευσης. [31] Η κυριαρχία του εθνικισμού ως αξίας του πρώιμου Ψυχρού Πολέμου είναι ένα προϊόν που εισάγεται στην Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και σχετίζεται άμεσα με την ιδεολογία, η οποία είχε επικρατήσει σε ολόκληρο το δυτικό μπλοκ, σύμφωνα με την οποία έπρεπε «να αντιμετωπιστεί και να ανασχεθεί η απειλή του κομμουνισμού»

Στην περίπτωση του ελληνικού αντικομμουνισμού, όπως αποδεικνύεται από μελέτες, τόσο του αμερικανικού όσο και του ιταλικού εκπαιδευτικού μοντέλου, η αναβίωση του ελληνικού εθνικισμού είχε ως στόχο να αναδημιουργήσει «το έθνος», ως ασπίδα για την καταπολέμηση του κομμουνιστικού διεθνισμού. Συμπερασματικά, στην Ελλάδα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου ο εθνικισμός  θεωρήθηκε ως  η ισχυρότερη συλλογική εναλλακτική λύση που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στην κομμουνιστική ιδεολογία. Για αυτό τον λόγο  είχε  εξελιχτεί σε σημείο σύγκλισης για ένα ευρύ φάσμα εθνικών ελίτ. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις συγκροτήθηκε το αντικομμουνιστικό μέτωπο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε μια άλλη διάσταση του ελληνικού αντικομμουνιστικού μοντέλου, τον «πατριωτισμό» ο οποίος στην ελληνική περίπτωση θεωρήθηκε κυρίαρχη εθνική και υπερεθνική αξία. Μπορούμε ακόμα να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το αντικομμουνιστικό μέτωπο υποσχέθηκε να αποκαταστήσει τις αξίες της ελληνορθόδοξης παράδοσης,   η οποία θεωρήθηκε  ως  βασική συνιστώσα του ελληνικού έθνους και  της  ελληνικής εθνικής ταυτότητας, αφού το 1951 ψηφίστηκε ένας νόμος από το ελληνικό κοινοβούλιο[32] που διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό από το δημόσιο εκείνων που δεν είχαν  ενστερνιστεί τις αξίες του ελληνορθόδοξου πολιτισμού, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νέου Συντάγματος του 1952, ο ελληνορθόδοξος προσανατολισμός της εκπαίδευσης θεωρήθηκε καθοριστικός.

Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι η ιδιαιτερότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού μοντέλου έγκειται κυρίως στην έμφαση που δίνεται στον αντισλαβισμό ο οποίος θεωρείται  συνιστώσα του αντικομμουνισμού. [33] Η ταυτοποίηση του εσωτερικού εχθρού, των κομμουνιστών, με τον εξωτερικό εχθρό, τους Σλάβους, προσλήφθηκε εύκολα από το συλλογικό υποσυνείδητο του Έλληνα, επειδή βασίστηκε στις μακροχρόνιες αξιώσεις των Σλάβων  για τη διεκδίκηση της ελληνικής Μακεδονίας.

Αναμόρφωσις, 2 Οκτωβρίου 1948.

β) Η Ανασυγκρότηση του κράτους[34]: το μοντέλο της αμερικανικοποίησης[35] ή της δυτικοποίησης[36] Όσον αφορά στον πολιτικό τομέα, αξίζει να σημειωθεί ότι το αντικομμουνιστικό πολιτικό μέτωπο είχε σαφή φιλοδυτικό προσανατολισμό και ως εκ τούτου υποστήριξε την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στα όργανα της Δυτικής Ευρώπης. Έτσι, η αντικομμουνιστική ιδεολογία στην πρώιμη εποχή του Ψυχρού Πολέμου υποστήριξε τις στρατηγικές της δυτικής συμμαχίας και τις αξίες του δυτικού κόσμου. Κατά συνέπεια, κατά την πρώιμη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρήθηκαν ως η Μεγάλη Δύναμη του Προστατευτισμού που περιφρουρούσε  το νόμο, την τάξη και την ασφάλεια της Ελλάδας και η οποία διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την οικονομική πρόοδο και ανάπτυξή της.

Οι κύριοι στόχοι της αμερικανικής παρέμβασης ή της προστατευτικής πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην Ελλάδα καταβλήθηκε προσπάθεια να ενσωματωθούν άμεσα στην ελληνική κοινωνία. Οι στόχοι αυτοί ήταν οι εξής: α) η επιστροφή και η αποκατάσταση των παιδιών που μεταφέρθηκαν από τον εθνικό στρατό κατά τη διάρκεια εμφύλιων συγκρούσεων από τις αγροτικές περιοχές στα αστικά κέντρα και παράλληλα η επιστροφή των παιδιών που μεταφέρθηκαν στις κομμουνιστικές χώρες από τους αντάρτες.[37] β) η παροχή γεωργικής και τεχνικής εκπαίδευσης που στόχευε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων γ) η ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας, [38] δ) η δημιουργία συνθηκών σωματικής και ψυχικής υγιεινής, ε) η βελτίωση  των υποδομών.

Προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες για την αμερικανική πολιτισμική διείσδυση, κατασκευάστηκε μια ελίτ τεχνοκρατών επιφορτισμένη με  τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την προώθηση του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης.[39] Επιπλέον στον πολιτικό τομέα προετοιμάστηκε μια φιλοαμερικανική ηγεσία,  η οποία εκμεταλλεύτηκε ένα ευρύ δίκτυο εκπαιδευτικών δομών, που χρηματοδοτήθηκε από τις ΗΠΑ.[40] Οι δραστηριότητες οι οποίες αναπτύχθηκαν, ακολούθησαν τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίστηκαν και χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του «Σχέδιο Marshal» από την δράση «Εξωτερική Βοήθεια», η οποία παρεχόταν από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι ομοιότητες αυτού του εκπαιδευτικού μοντέλου με εκείνες που εφαρμόστηκαν στην Ιταλία, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με την συνδρομή του αμερικανικού παράγοντα και της παρέμβασής του  στη χώρα είναι καθοριστικές. Όπως έγραψε ο Andrea Mariuzzo, [41]σχετικά με την ιταλική εκπαιδευτική πολιτική τη δεκαετία του 1950, μια ομάδα συμβούλων χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Ford το 1960 για τη στήριξη των  εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, οι αρχές των οποίων βασίστηκαν στον «αξιοκρατικό εκδημοκρατισμό» της εκπαίδευσης. [42]

γ) Η προώθηση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης: Η ανάγκη εκσυγχρονισμού και η απαίτηση για τεχνολογική και οικονομική πρόοδο: Η δημιουργία των συνθηκών για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης  ωρίμασε μετά τον καταστροφικό Εμφύλιο Πόλεμο στην ελληνική κοινωνία. Η  ανάδυση της ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών, σε συνδυασμό με τη σύνδεση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, κατά την περίοδο Καραμανλή (1955-1961), η οποία οδήγησε στην επικείμενη ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα την περίοδο  1979-1981, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις στροφής της χώρας  προς την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση.

Κατά συνέπεια, τα μέτωπα που σχηματίστηκαν στην κοινωνία ήταν δύο: το μέτωπο της φιλελεύθερης αστικής τάξης και το μέτωπο των συντηρητικών. Οι φιλελεύθεροι υποστήριξαν την ανάγκη για θεσμικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής εκπαίδευσης, προκειμένου αυτή να ανταποκριθεί στις  νέες κοινωνικές και οικονομικές απαιτήσεις. Οι συντηρητικοί αντίθετα προέκριναν  την ανάγκη προστασίας της ανθρωπιστικής εκπαίδευσης. Ακόμα οι ίδιοι υπερεκτίμησαν την χρήση  της καθαρεύουσας γλώσσας ως επίσημης γλώσσας  του κράτους,  προκειμένου να διασφαλισθεί «η ενότητα του Ελληνισμού». [43]

Η άνοδος της φιλελεύθερης αστικής τάξης στην εξουσία το 1963,  κατέστησε κυρίαρχο το αίτημα για θεσμικές και διαρθρωτικές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία,  και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του 1964. [44] Η ορμή της μεταρρύθμισης αυτής ανακόπηκε το 1967,   εξαιτίας  της επιβολής της «δικτατορίας των συνταγματαρχών», όπως είναι ευρύτερα γνωστή η στρατιωτική χούντα. [45]

δ) Η συγκρότηση του αντικομουνιστικού νομοθετικού πλαισίου[46] :Παρά το γεγονός ότι η οικοδόμηση νομικών κανόνων υπήρξε ανέκαθεν απαραίτητη προϋπόθεση για την ανοικοδόμηση του κράτους, στο ελληνικό αυταρχικό κράτος της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, διαμορφώθηκε ένα νομοθετικό πλαίσιο που αποσκοπούσε στον έλεγχο μέσω του εκπαιδευτικού μηχανισμού  των φρονημάτων των πολιτών. Προέκυψαν έτσι οι νόμοι που έλεγχαν τη νομιμοφροσύνη των εκπαιδευτικών και τιμωρούσαν αυτούς που εμφορούνταν από κομμουνιστικές ιδέες.

Εκπαιδευτικός Ακρίτας, 23.6.1945.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκκαθάριση της εκπαίδευσης από τους αριστερούς δασκάλους ήταν η δημιουργία του κατάλληλου νομικού πλαισίου που θα εναρμονιζόταν με τις αξίες του αντικομμουνισμού. Αρχικά η δημιουργία ενός κατάλληλου ιδεολογικού κλίματος για την αποδοχή των διώξεων κατά  των αριστερών δασκάλων προετοιμάστηκε από τις εφημερίδες των εθνικοφρόνων. Συγκεκριμένα, μέσω των άρθρων του Εκπαιδευτικού Ακρίτα κατασκευάστηκε  το μοντέλο του αντικομμουνιστή δασκάλου που προοριζόταν να πραγματοποιήσει «μια ανώτατη εθνική αποστολή». [47][48]

Είναι προφανές ότι σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές κυβερνήσεις της πρώιμης φάσης του Ψυχρού Πολέμου,[49] διαμόρφωσαν ένα καθεστώς στέρησης της ατομικής ελευθερίας: Σε αυτό το σημείο  πρέπει να συμπεριληφθεί το «Γ Ψήφισμα», [50] το οποίο σηματοδότησε την αρχή της δίωξης των κομμουνιστών [51] και το οποίο συνέχισε την παράδοση του «Ιδιωνύμου» του Ελευθέριου Βενιζέλου ή τη νομοθεσία του Ιωάννη Μεταξά. [52]

Τέλος, το κράτος   της εθνικοφροσύνης και του αντικομμουνισμού προσπάθησε να εκκαθαρίσει τον δημόσιο τομέα, μέσω της έκδοσης των «πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων»,  τα οποία παρέχονταν αυστηρά στον κόσμο των «εθνικοφρόνων πολιτών». Βάσει του προαναφερθέντος νομοθετικού πλαισίου, η κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Παπάγου προχώρησε το 1953 σε εκτεταμένη απόλυση των «μη εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών«. Ο Αλέξανδρος Δελμούζος χαρακτήρισε την κατάσταση ως απαράδεκτη. [53]

 

Αντικρουόμενα συνθήματα στις προσόψεις κτηρίων στην ύπαιθρο.

Συμπεράσματα

Η εκπαιδευτική πολιτική του ΕΑΜ / ΚΚΕ σχετικά με την ίδρυση των σλαβoμακεδονικών σχολείων κατά το τελευταίο έτος της γερμανικής κατοχής ήταν απόλυτα σύμφωνη με την απόφαση της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» το 1935 που αφορούσε στην αναγνώριση σλαβομακεδονικής μειονότητας  εντός του ελληνικού κράτους.

Το εγχείρημα της κομμουνιστικής αριστεράς για την λειτουργία αυτών των σχολείων απέβη εξαιρετικά δυσχερές και ανατράπηκε από τις μετέπειτα εξελίξεις. Στη συνέχεια τα σχολεία αυτά θεωρήθηκαν προϊόντα του κομμουνιστικού διεθνισμού και ενίσχυσαν την πεποίθηση του συντηρητικού τμήματος της κοινωνίας, ότι μια πιθανή νίκη του κομμουνισμού θα σήμαινε απώλεια εθνικών ελληνικών εδαφών και απειλή για την εθνική ακεραιότητα της χώρας.

Συμπερασματικά, στον ιδεολογικό τομέα, οι δραστηριότητες των Ηνωμένων Πολιτειών αποτέλεσαν μια επιτυχημένη κοινωνική παρέμβαση μεγάλης κλίμακας, με επίκεντρο κυρίως τις βόρειες επαρχίες της χώρας. Η αμερικανική παρέμβαση και η ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενοποιήθηκαν και έγιναν δεκτές, όχι μόνο χάρις σε μια σειρά οικονομικών πακέτων, υποσχέσεων  που αποσκοπούσαν στην ανάπτυξη στρατηγικών βοήθειας για τον «εκσυγχρονισμό» της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και χάρις στο γεγονός ότι είχε προωθηθεί η δημιουργία των προϋποθέσεων οικονομικής και κοινωνικής προόδου, βάσει του «δυτικού αναπτυξιακού μοντέλου». [54]

Εντούτοις σε ότι αφορά στο αντικομμουνιστικό εκπαιδευτικό μοντέλο, πρέπει να επισημάνουμε ότι  πρωταρχικός στόχος της  πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών υπήρξε ο μετασχηματισμός της Ελλάδας σε πρότυπο εφαρμογής των δυτικών θεσμών και  περιφρούρησης της αμερικανικής και δυτικής κουλτούρας, στο πλαίσιο της «πολιτισμικής διπλωματίας». [55]

Κατά συνέπεια πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ελληνική εκπαίδευση στην πρώιμη εποχή του Ψυχρού Πολέμου είχε ως στόχο, αφενός, την πολιτισμική αφομοίωση της νέας γενιάς βάσει των αμερικανικών προτύπων και, αφετέρου,  τον συνδυασμό αυτών των προτύπων με την ελληνική παράδοση της ορθοδοξίας και  του εθνικισμού.

Ειδικότερα, το μοντέλο του αντικομμουνισμού, όπως διαμορφώθηκε στην ελληνική εκπαίδευση, περιείχε μια εγγενή αντίφαση: ενώ προσπαθούσε να ακολουθήσει τα αμερικανικά πρότυπα εκσυγχρονισμού, φάνηκε να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα  σε αυτά και στα ξεπερασμένα πρότυπα του νεοελληνικού εθνικισμού και της παραδοσιακής Ορθοδοξίας. Έτσι η σύγκρουση μεταξύ της αμερικανικής διαδικασίας εκσυγχρονισμού από την μια και του ελληνικού εθνικισμού από την άλλη, απέβη καταλυτική για την ελληνική εκπαίδευση: η αντιμεταρρυθμιστική τάση κυριάρχησε κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, με κύρια χαρακτηριστικά την υιοθέτηση των παρωχημένων αντιλήψεων, την επιβράδυνση κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, την παρεμπόδιση  της προόδου.

Χρειάστηκαν πολλά χρόνια και πολλή προσπάθεια για να απαλλαγεί η ελληνική κοινωνία από τα αντικομμουνιστικά της σύνδρομα και να προχωρήσει προς το μέλλον.

 

Η Σοφία Ηλιάδου-Τάχου είναι Καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Ιστορίας και Ιστορίας της Εκπαίδευσης στη Σχολή Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων. (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2008);  Ανδρέας Ανδρέου, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ιωάννης Μπέτσας, «Από το παιδομάζωμα στην βασιλική προστασία του παιδιού: μεταπολεμικές όψεις κοινωνικής δικαιοσύνης στις βόρειες επαρχίες της χώρας» στο  Σήφης Μπουζάκης (εκδ). Πρακτικά του 5ου επιστημονικού συμποσίου της Ιστορίας της Εκπαίδευσης. Εκπαίδευση και κοινωνική δικαιοσύνη. (Patra, 2009) http// www. eriande. elemedu. upatras. Gr (accessed June 7, 2008); Andreas Andreou, Sofia Iliadou-Tachou, Ioannis Mpetsas, ‘Inclusive Education as a Concept of Social Inclusion or a method of Assimilation? The case of Frederica’s Children’, in Proceedings of 12th International Conference of BASOPED, Athina Sipitanou and N. Galevska-Angeloska (ed). Inclusive Education in the Balkan Countries: Policy and Practice, (Thessaloniki: Kyriakidis, 2011), 709-718; Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου «Όψεις της εκπαιδευτικής πολιτικής στη Δυτική Μακεδονία. Τα σχολεία της εκπαίδευσης των σλαβοφώνων», στο Κωνσταντίνος Φωτιάδης, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Βλάσης Βλασίδης (επιμ), Πρακτικά του Διεθνούς συνεδρίου Δυτική Μακεδονία. Από την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος μέχρι σήμερα.  (Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο, 2014), 253-275; Sofia Iliadou – Tachou, Ioannis Mpetsas, ‘Children in the Maelstrom of the Greek Civil War. Educational and Social Practices at the Beginning of the Cold War’, in Pantelis Kiprianos, Jean Pierre Pourtois (eds) Actes du XVeme Congres de l’ AIFREF a Patras en Mai 2013, Family, School, and Local Societies: Policies and Practices for Children, (Patra 2015), 221-229.

[2] Mark Mazaower. “The Cold War and the Appropriation of Memory: Greece after Liberation”. In Deák I., Gross J., & Judt T. (Eds.), The Politics of Retribution in Europe: World War II and Its Aftermath. (Princeton, New Jersey: Princeton University Press, 2000), 212-232, http://www.jstor.org/stable/j.ctt7s01h.12;  Andreas Stergiou, (2008). ‘Greece during the cold war’. Southeast European and Black Sea Studies, 8, 1, (2008): 67–73; Pelt Mogens, Tying Greece to the West: US–West German–Greek Relations, 1949–1974. (Copenhagen: Museum Tusculanum Press, 2006); Evanthis Hatzivassiliou, Greece and the Cold War: Frontline state, 1952–1967, London and New York: Routledge, 2006).

[3] Ricci Van Boeschoten, ‘Enemies of the Nation—A Nation of Enemies: The Long Greek Civil War’. In Kissane B. (Ed.), After Civil War: Division, Reconstruction, and Reconciliation in Contemporary Europe  (University of Pennsylvania Press, 2015), 93-120, http://www.jstor.org/stable/j.ctt13x1ntm.7; James Miller, ‘The Right (1953-1963)’. In The United States and the Making of Modern Greece: History and Power, 1950-1974, (Chapel hill: University of North Carolina Press, 2009), 66-83, http://www.jstor.org/stable/10.5149/9780807887943_miller.1 (accessed February 3, 2020); Polymeris Voglis, ‘The Civil War: A Case of Nation-State Rebuilding’,  in Becoming a Subject: Political Prisoners during the Greek Civil War, 1945-1950, (New York; Oxford: Berghahn Books,2002), 52-73; Neni Panourgia, ‘1945–1946: White Terror’,  in Dangerous Citizens: The Greek Left and the Terror of the State, (New York: Fordham University 2009), 78-80,  http://www.jstor.org/stable/j.ctt13x011k.12, (accessed February 3, 2020); Efi Avdela, ‘Youth in moral danger: (re)conceptualizing delinquency in post-Civil-War Greece’, Social History, 42 no 1 (2017): 73-93; Νίκος Μαραντζίδης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου  (επιμ). Η Ελλάδα και ο Ψυχρός πόλεμος. Επέκταση των ερμηνειών. (Θεσσαλονίκη : Επίκεντρο, 2018).

[4] Ricci Van Boeschoten, ‘When difference matters: sociopolitical dimensions of ethnicity in the district of Florina’, in Jane Cowan  (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference,  (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 28-46; Piero Vereni, ‘Os Ellin Makedonas: Autobiografy, memory and national identity in western Greek Macedonia’, in Jane Cowan (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference, (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 47-67; Iakovos Michailidis, ‘On the other side of the river: the defeated slavophones and Greek history’,  in Jane Cowan (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference,  (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 68-84;

[5]Βασίλης Γούναρης. Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων. Κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικομμουνισμού στην Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου (1945-1949). (Θεσσαλονίκη: Επίκεντρo, 2005).

[6] Χαράλαμπος Νούτσος, Ο δρόμος της καμήλας και το σχολείο. Εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα 1944-1946. (Αθήνα:Βιβλιόραμα, 2003); Loukianos Hassiotis, ‘The views of Franco’s regime on the ‘children’s issue’ during the Greek civil war’, Byzantine and Modern Greek Studies, 33 no 2 (2009): 204-218, Andrea Mariuzzo,  ‘American cultural diplomacy and post-war educational reforms: James Bryant Conant’s mission to Italy in 1960’, History of Education, 45, no 3 (2016): 352-371; Zinovia Lialiouti, ‘American cultural diplomacy in Greece, 1953–1968’, Journal of Transatlantic Studies, 15 no 3  (2017); 229-250; Ιωάννης Μπέτσας, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου «Πολιτικές των Βασιλικών Ιδρυμάτων σχετικά με την νεολαία, την έρευνα και την εκπαίδευση στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο. Η εφαρμογή του αμερικανικού μοντέλου της πολιτισμικής αφομοίωσης» στο Νίκος Μαραντζίδης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου  (επιμ). Η Ελλάδα και ο Ψυχρός πόλεμος. Επέκταση των ερμηνειών.(Θεσσαλονίκη : Επίκεντρο, 2018), 259-275.

[7] Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων, Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Ιούλιος 29, 1945, «Επί του ψηφίσματος διαμαρτυρίας που έκανε η οργάνωση των εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών της περιοχής της Φλώρινας»; ΦΕΚ 407/τ. Α,  Νοέμβριος 14, 1941,   ΦΕΚ 67,τ.Α,  Μάρτιος 21, 1941, ΦΕΚ 93, τ. Α, Απρίλιος 13, 1945;

Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (=ΑΣΚΙ), Φάκελος ΚΚΕ, F 23/8/253, 1944. Περιφερειακή Επιτροπή Φλώρινας στο Επαρχιακό Γραφείο Μακεδονίας, Θάνος στον Αλέκο, F : 23. 8. 221 a, Σημείωση του Θάνου στον Θεόφιλο (χωρίς αναφορά δεδομένων), Κ:415, F:23.8.75α, Σημείωση, του Περικλή στο Μακεδονικό γραφείο, (χωρίς αναφορά δεδομένων), Κ:415, F :23. 8. 258, Περιφερειακή Επιτροπή Φλώρινας στο Επαρχιακό Γραφείο Μακεδονίας, «Οργανωτική Κατάσταση 1944«, Θάνος προς Αλέκο, Ιανουάριος 10, 1945;

Electronical sources, http://www.yourarticlelibrary.com/international-politics/study-of-international-politics-areas-and-scope/48466, University of Siena, Department of Social, Political and Cognitive Sciences European Union National, Institutes for Culture / EUNIC, Cultural diplomacy “… should be something that is limited to what state actors do, that is what government, government agents, or governmental institutions do to pursue diplomatic goals through cultural tools.

In https://www.cultureinexternalrelations.eu/2017/01/20/cultural-diplomacy-as-discipline-and-practice-concepts-training-and-skills/, http://www.marxists.org/history/international/comintern/7th-congress/index.htm The Seventh Congress, Marxist Inernet Alliance, http://libcom.org/library/1914-1946-third-camp-internationalists-france-during-world-war-ii .

[8]Leften Stavros Stavrianos, Balkan Federation: A History of the Movement toward Balkan Unity in Modern Times (1942, 1944), (Smith College studies in history: Archon Books, 1964).

[9]Archie Brown, the rise and fall of communism, (New York: Paperback, 2011), 88-100; Peter Joyce, ‘The Liberal Party and the Popular Front: an assessment of the arguments over progressive unity in the 1930sJournal of Liberal Democrat History 28 (2000): 11-16.

https://liberalhistory.org.uk/wp-content/uploads/2014/10/28_joyce_the_liberal_party_and_the_popular_front.pdf (Accessed September 24, 2018).

[10]Kermit E. McKenzie, Comintern and World Revolution, 1928-1943: The Shaping of a Doctrine, (London and New York: Columbia University Press, 1964), 159-160.

[11]Ελληνικό Κομουνιστικό Κόμμα  (=KKE)

[12]Evaggelos Kofos, Nationalism and Communism in Macedonia, (Thessaloniki: Institute for Balkan studies, 1964).

[13]  Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων, Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Ιούλιος 29, 1945, «Επί του ψηφίσματος διαμαρτυρίας που έκανε η οργάνωση των εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών της περιοχής της Φλώρινας».

[14] Ηλιάδου-Τάχου κα., «Όψεις της Εαμικής εκπαιδευτικής πολιτικής»; Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Απρίλιος 21, 1945, «Περί του ιστορικού συνεδρίου της Τριανταφυλλιάς».

[15] Στο ίδιο

[16] Στο ίδιο.

[17] David Close, ‘Conservatism, authoritarianism and fascism in Greece, 1915-45’, in Martin Blinkhorn (ed.), Fascists and Conservatives. The radical right and the establishment in twentieth-century Europe. (London: Routledge, 1990), 200-217.

[18] Alan P. Dobson, Steve Marsh, US foreign policy since 1945. (London: Routledge, 2002); Robert Frazier, British and American policy with regard to Greece 1943-1947: the transition from British to American patronage, (PhD thesis, University of Nottingham, 1989).

[19] Robert Frazier, (1984). ‘Did Britain Start the Cold War? Bevin and the Truman Doctrine’ The Historical Journal, 27 no 3 (1984): 715-727.

[20] Alan P. Dobson, Steve Marsh, US foreign policy since 1945…, (PhD thesis, University of Nottingham, 1989).

[21] Michael Cox, ‘From the Truman Doctrine to the Second Superpower Detente: The Rise and Fall of the Cold War’, Journal of Peace Research, 27 no 1 (1990): 25-41;

[22] Leften S. Stavrakis, (1989). Moscow and Greek Communism, 1944–1949, (Ithaca and London: Cornell University Press, 1989); Matthias Esche, Die kommunistische Partei Griechenlands 1941–1949, (Munich, Germany: Oldenburg, 1982); John Lewis Gaddis, ‘Containment: Its Past and Future’, International Security, 5, no 4 (1981): 74-102; David Mayers, ‘Containment and the Primacy of Diplomacy: George Kennan’s Views, 1947-1948, International Security, 11 no 1(1986): 124-162; John Lewis Gaddis, Strategies of containment, (Oxford University Press: New York, 2005); Fredrik Logevall, ‘A Critique of Containment’, Diplomatic History, 28 no 4 (2004): 473-499.

[23] Walter LaFeber, America, Russia, and the Cold War, 1945-1966. (New York: Wiley, 1967); Simon J. Ball, The cold war. (London: Arnold, 2004), Melvyn P. Leffler and David S., Origins of the Cold War. (London: Routledge, 2002); John W. Mason, The Cold War, 1945-1991, (London: Routledge, 1996).

[24] Apostolos Vetsopoulos, The economic dimensions of the Marshall Plan in Greece, 1947-1952, (Doctoral thesis , University of London, 2002) ; Stephen Mc  Glinchey, The Marshall Plan, the Truman Doctrine, and the Division of Europe, (2009) in https://www.e-ir.info/2009/10/13/the-marshall-plan-the-truman-doctrine-and-the-division-of-europe; Edwin Borchard, ‘The Truman Doctrine and the Marshall Plan’, The American Journal of International Law, 41 no 4 (1947):  885-888, Kathleen Burk, ‘The Marshall Plan: Filling in Some of the Blanks’, Contemporary European History, 10 no 2 (2001): 267-294; William C. Cromwell, ‘The Marshall Non Plan, Congress and the Soviet Union’, The Western Political Quarterly, 32 no 4 (1979):  422-443.

[25] Michael Cox, and Caroline Kennedy-Pipe, ‘The Tragedy of American Diplomacy? Rethinking the Marshall Plan’, Journal of Cold War Studies, 7, no 1(2005): 97-134.

[26] John Spanier, American foreign policy since World War II. (Washington, D.C.: CQ Press, 1988).

[27] Warren I. Cohen, America in the age of Soviet power, 1945-1991. (Cambridge: Cambridge University Press, 1993); James Edward Miller, The United States and the Making of Modern Greece: History and Power, 1950–1974. (Chapel Hilll. University of North Carolina Press, 2009); Alexander Kitroef. ‘Greece and the U.S. during the Cold War’, Diplomatic History, 35, no 5, (2011):  929–932.

[28]  Diego A. Ruiz Palmer, Constancy on purpose and Strategy-Making in NATO, 1949-2019. Research Division, n.3, June 2019.NDC Research paper-NATO defense College-Rome, in NDC_RP_03pdf. Accessed 22.8.2020.

[29] Francesca Gori and Silvio Pons, The Soviet Union and Europe in the Cold War, 1943-53. (New York: St. Martin’s Press, 1996); Caroline Kennedy-Pipe, Stalin’s Cold War, (Manchester: Manchester University Press, 1995); Vojtech Mastny, The Cold War and Soviet insecurity, (New York: Oxford University Press., 1996)

[30] Mazower Marc, Μετά τον Πόλεμο. Η ανακατασκευή της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960. (Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2004).

[31] Β. Anderson, Imagined communities. Reflections on the Origin and the Spread of Nationalism, London 1983, p. 3;

[32] Αναγκαστικός Νόμος 1811, ΦΕΚ 141, τ. Α, Μάιος 16, 1951 «Σχετικά με τον κώδικα κατάστασης των υπαλλήλων δημόσιας διοίκησης».

[33] Βασίλης Γούναρης. Εγνωσμένων κοινωνικών… (Θεσσαλονίκη Επίκεντρο, 2005).

[34] Mazower Marc. Μετά τον Πόλεμο…Στο ίδιο.

[35]Volker R. Berghahn, ‘The Debate on “Americanization” among Economic and Cultural Historians’, Cold War History 10 (2010); 107-130, Constantina Botsiou (2007), ‘The interface between Politics and Culture in Greece’ in Alexander Stefan (ed). The Americanization of Europe: Culture, Diplomacy and Anti-Americanism after 1945. (New York: Berghahn, 2007): 277-306.

[36] Holger Nehring, ‘Westernization’: A new paradigm for interpreting west European History in a cold war context’, Cold war History 4 (2004); 175-191.

[37]Ανδρέας Ανδρέου, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ιωάννης Μπέτσας «Από το παιδομάζωμα..» στο ίδιο.

[38]Στο ίδιο

[39]Μπέτσας, Ηλιάδου, Ανδρέου, «Πολιτικές των βασιλικών ιδρυμάτων..», στο ίδιο, 259-275.

[40]Στο ίδιο

[41] Andrea Mariuzzo (2016) «American cultural diplomacy and post-war educational

reforms: James Bryant Conant’s mission to Italy in 1960», History of Education, 45:3, 352-371, Fabio Pruneri (2016) ibid.

[42]Στο ίδιο

[43] Αλέξης Δημαράς. Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε: τεκμήρια Ιστορίας, τ. B, 1895-1967, (Athens: Εστία), 1973-1974, 229-233.

[44] Διάταγμα 4379/1964. «Σχετικά με τον Οργανισμό Γενικής Στοιχειώδους και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης», ΦΕΚ, τ. Α, Μάϊος  1965. Περί της τεχνικής εκπαίδευσης και της καθιέρωσής της στα πανεπιστήμια.

[45] Σήφης Μπουζάκης, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821-1998). (Αθήνα: Gutenberg, 2002),  118-119.

[46] Νίκος Αλιβιζάτος, Πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. (Αθήνα: Θεμέλιο, 1995).

[47]Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Απριλίου 21, 1945, «ο δάσκαλος, ως φορέας των ιδεών του νέου ελληνικού κράτους, ο οποίος πρέπει να συμμετάσχει στον αγώνα της δικής του ανοικοδόμησης»

[48]Στο ίδιο

[49]John V. Kofas, (1983). Authoritarianism in Greece. The Metaxas-Regime. (New York; Columbia University Press, 1983); Heinz Richter, Griechenland zwischen Revolution und Konterrevolution (1936 – 1946). (Europäische Verlagsanstalt, 1973)

[50]Mark Mazower, The Policing of Politics in the 20th century. Historical Perspectives. (Providence: Berghahn Books, 1997)

[51]Evi Gkotzaridis, A pacifist’s life and death. Grigorios Lambrakis and Greece in the long shadow of the Civil War, (Cambridge Scholar Publishing, 2016), 173.

[52] Kofas, (1983). Authoritarianism; Richter, Griechenland zwischen Revolution…, Στο ίδιο

[53] Χρήστος Κάτσικας, Κώστας Θεριανός, Ιστορία της Σύγχρονης Ελληνικής Εκπαίδευσης.  (Αθήνα: Σαβάλας, 2007).

[54] George Politakis, The Post-War Reconstruction of Greece: A History of Economic Stabilization and development 1944-1952. (New York: Palgrave Macmillan, 2018);  Evanthis Hatzivassiliou, Cold War Allegiances and Societal Pressures: Post-war Reconstruction and Greece’s Position in the International Economic System, in https://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/10413/3465_02_2.5.1 (accessed February 3, 2020).

[55]Richard T. Arndt, The First Resort of Kings.: American cultural Diplomacy in the 20th century, (Potomac Books Inc, Dulles Va, 2005); Ιωάννης Μπέτσας, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου, «Πολιτικές των βασιλικών ιδρυμάτων…», Στο ίδιο

Ιωάννης Δασκαρόλης: Ο φονικός σεισμός της Κορινθίας (1928). Η ίδρυση και η δραστηριότητα του Α.Ο.Σ.Κ. για την ανοικοδόμηση της περιοχής

Ιωάννης Δασκαρόλης

Ο φονικός σεισμός της Κορινθίας (1928).

Η ίδρυση και η δραστηριότητα του Α.Ο.Σ.Κ. για την ανοικοδόμηση της περιοχής

                                

Πρόλογος

Στην ευρύτερη περιοχή του Κορινθιακού κόλπου είχε σημειωθεί έντονη σεισμική δραστηριότητα ήδη από την Αρχαιότητα. Ο Θουκυδίδης το 420 π.Χ. καταγράφει σεισμό στην περιοχή της Νεμέας που δεν επέτρεψε να ευοδωθούν οι συζητήσεις μεταξύ Κορίνθιων και Αργείων για συμμαχία καθώς θεωρήθηκε κακός οιωνός.[1] Ακολούθησε μια σειρά καταστρεπτικών σεισμών κατά την Βυζαντινή περίοδο (521 μ. Χ., 543 μ. Χ. 1402 μ.Χ.) που καταγράφηκαν από τους χρονικογράφους της εποχής.[2] Το 580 γίνεται λόγος για ένα σεισμό στην περιοχή της Κορίνθου, για τον οποίο δεν υπάρχουν ιστορικές καταγραφές ή άλλες έγκυρες πηγές. Ωστόσο, το γεγονός πιστοποιήθηκε από ευρήματα αρχαιολόγων (νομίσματα, σκελετοί και σχετικές θέσεις αυτών), τα οποία ύστερα από εκτενείς μελέτες οδήγησαν στο παραπάνω συμπέρασμα.[3]

Στη σύγχρονη εποχή, ο πρώτος μεγάλος σεισμός στην περιοχή σημειώθηκε το 1858 και προκάλεσε εκτεταμένες κατολισθήσεις βράχων από τον Ακροκόρινθο και καταστροφές στην ευρύτερη περιοχή της Κορινθίας. Δύο ώρες πριν τον κύριο σεισμό, οι κάτοικοι άκουγαν θορύβους, υπήρχε σκόνη και θόρυβος από τις κατοικίες που κατέρρεαν, ενώ 21 άτομα σκοτώθηκαν από τη θεομηνία και 65 τραυματίστηκαν.[4] Αν και οι εκκλησίες, το μουσουλμανικό τέμενος και τα καλύτερα χτισμένα σπίτια έπαθαν μόνο ελαφριές ζημιές, οι κίονες, τα κιονόκρανα και το επιστύλιο του ναού του Απόλλωνα μετατοπίστηκαν και ένας μεγάλος αριθμός σπιτιών με πλίνθινους τοίχους τα οποία ανήκαν σε φτωχές οικογένειες, έπαθαν πολύ σοβαρές ζημιές. Οι πυρκαγιές που ξέσπασαν στα συντρίμμια αποτελείωσαν το καταστροφικό έργο του μεγάλου σεισμού, φέρνοντας ακόμη περισσότερη δυστυχία και απόγνωση στους κατοίκους των δύο χωριών.[5] Λόγω αυτού, η πόλη μεταφέρεται σε νέα θέση, με το όνομα Νέα Κόρινθος, στο ΝΑ μέρος του Αρχαίου Λιμανιού του Λεχαίου.[6] Η σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή δεν σταμάτησε, αλλά έγιναν μεγάλοι σεισμοί το 1861 και το 1876 προκαλώντας σημαντικές ζημιές στις κατοικίες της περιοχής.

 Το δραματικό γεγονός (22 Απριλίου 1928)

Το βράδυ της 22ης Απριλίου 1928 εκδηλώθηκε ο πανίσχυρος τεκτονικός σεισμός της Κορίνθου που κατέστρεψε ολοσχερώς την πόλη, το γειτονικό Λουτράκι, καθώς και πολλά χωριά και οικισμούς της ευρύτερης περιοχής. Ο πρώτος προάγγελος ήταν μια μικρή δόνηση που καταγράφηκε στις 06:19 της ίδιας ημέρας στον Πατραϊκό. Η πρώτη ισχυρή δόνηση σημειώθηκε στην Κόρινθο στις 21:00 το ίδιο βράδυ και την ακολούθησαν 18 ασθενείς δονήσεις. Στις 22:00 σημειώθηκε ο δεύτερος ισχυρός σεισμός τον οποίο διαδέχθηκαν 6 μικρές δονήσεις. Ο κυρίως σεισμός, ο οποίος κατέστρεψε την πόλη της Κορίνθου, εκδηλώθηκε στις 22:14. Η μέγιστη έντασή του ήταν 9-10 βαθμοί της κλίμακας Μερκάλι ενώ το μέγεθος ήταν 6,3 βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ. Ήταν επιφανειακός, βάθους 5 χλμ. και το επίκεντρό του υπολογίστηκε 70 χλμ. δυτικά της Αθήνας, κοντά στη διώρυγα και εντός του τριγώνου Κόρινθος-Καλαμάκι-Λουτράκι. Έγινε αισθητός σε όλη σχεδόν της Πελοπόννησο, το μεγαλύτερο μέρος της Εύβοιας και της Στερεάς Ελλάδας, τα νησιά του Σαρωνικού, τις Κυκλάδες, τον Βόλο, την Πρέβεζα, ακόμα και την Κρήτη. Καθώς ο σεισμός ήταν υποθαλάσσιος, ακολούθησε τσουνάμι που προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στο λιμάνι της Κορίνθου.

Γενική άποψη της Κορίνθου μετά τον σεισμό (πηγή: Αρχείο ΕΡΤ).

Ο κυρίως σεισμός κατεδάφισε σχεδόν ολοσχερώς την Κόρινθο και το Λουτράκι, ενώ στην Κόρινθο υπήρξαν 20 νεκροί και 30 τραυματίες, σχετικά μικρές απώλειες για το μέγεθος της καταστροφής.[7] Αυτό συνέβη γιατί οι ισχυρές προσεισμικές δονήσεις είχαν τρομοκρατήσει τους κατοίκους της περιοχής που είχαν εγκαταλείψει εγκαίρως τα σπίτια τους. Τα σπίτια της περιοχής δεν είχαν την παραμικρή αντισεισμική θωράκιση με αποτέλεσμα στην πλειοψηφία τους να γκρεμιστούν (καταστράφηκαν πάνω από 2.000 κατοικίες). Όρθια έμειναν μόνο όσα είχαν χτιστεί τα τελευταία χρόνια και διέθεταν θεμέλια από σκυρόδεμα. Οι περιγραφές των αυτοπτών μαρτύρων της καταστροφής κάνουν λόγο για στιγμές Δαντικής κόλασης με το έδαφος να υποχωρεί στην κυριολεξία κάτω από τα πόδια τους. Εκτός των νεκρών, τραυματίστηκαν στρατιώτες που βρίσκονταν στο στρατόπεδο της Κορίνθου, ενώ διακόπηκε η τηλεγραφική σύνδεση της περιοχής με την υπόλοιπη Ελλάδα, με αποτέλεσμα οι πληροφορίες για την καταστροφή να είναι συγκεχυμένες τις πρώτες ημέρες.[8] Το τελευταίο μήνυμα που εξέπεμψε το τηλεγραφείο της Κορίνθου, ελήφθη από το τηλεγραφείο στο Ξυλόκαστρο και ήταν «Παναγία μου βοήθα. Βοήθεια. Βοήθεια. Μεγάλη καταστροφή γίνεται».[9] Όλα τα δημόσια κτήρια της Κορίνθου, ανάμεσά τους το πρωτοδικείο, το τηλεγραφείο, το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, η Εισαγγελία και η Διεύθυνση της Αστυνομίας καταστράφηκαν ολοσχερώς,[10] ενώ από τις φυλακές της πόλης βρήκαν ευκαιρία να αποδράσουν πολλοί φυλακισμένοι, οι οποίοι όμως συνελήφθησαν αμέσως, χάρις την επέμβαση των κατοίκων.[11]

Στο Λουτράκι από 500 σπίτια είχαν μείνει όρθια μόλις τα 100, από τα οποία όμως πολλά είχαν υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Οι κάτοικοι έζησαν ένα ακόμη μαρτύριο καθώς στις εφιαλτικές στιγμές του σεισμού είχαν δει μια πυκνή κόκκινη φλόγα να «γδέρνει» τον ουρανό. Οι γυναίκες έκλαιγαν, οι άνδρες σταυροκοπιούνταν λέγοντας ότι είχε έρθει η Δευτέρα Παρουσία, αλλά τελικώς όπως αποδείχθηκε οι φλόγες προέρχονταν από τον τοπικό ηλεκτρικό σταθμό που υπέστη σοβαρές ζημιές.[12] Μετά τον σεισμό οι κάτοικοι της περιοχής βρέθηκαν σε απόγνωση, καθώς έβλεπαν τα σπίτια τους να έχουν μεταβληθεί σε σωρούς ερειπίων, ενώ δεν διέθεταν ούτε τρόφιμα για να επιβιώσουν. Πολλοί δεν απομακρύνονταν από τα χαλάσματα καθώς φοβούνταν ότι θα τους έκλεβαν τα έπιπλα τους, ενώ ο στρατός μετά τις πρώτες ημέρες είχε βάλει ισχυρές περιπολίες στην περιοχή για την αποφυγή κλοπών.[13] Η επικοινωνία του Λουτρακίου με την Αθήνα είχε επίσης διακοπεί καθώς όλες οι τηλεγραφικές υπηρεσίες είχαν παύσει, όλα τα κρατικά κτήρια είχαν είτε καταστραφεί ολοσχερώς, είτε είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας.

Σοβαρές ζημιές είχαν σημειωθεί και στα γύρω χωριά, όπως στην Παλαιά Κόρινθο, το Καλαμάκι, το Κιάτο,  τα Εξαμίλια, όπου έπεσαν πολλές κατοικίες, ενώ στο Βραχάτι καταστράφηκε όλη η αγορά του χωριού. Στο χωριό Κοκκώνι γκρεμίστηκαν όλες οι οικίες, εκτός μιας που ήταν από σκυρόδεμα. Σύμφωνα με ένα πρώτο πρόχειρο υπολογισμό, οι ζημιές στην Κορινθία σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Συγκοινωνιών Μεταξά στον Τύπο ξεπερνούσαν τα 600 εκατομμύρια δρχ.[14] αλλά υπήρξε πολύ θετικό το γεγονός ότι δεν έγιναν κατολισθήσεις στον Ισθμό της Κορίνθου, που παρέμεινε ανοικτός στη ναυσιπλοΐα.[15]

Οι καθυστερημένες (;) αντιδράσεις της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού (23-25 Απριλίου 1928)

Η καταστροφή του τηλεγραφείου στην Κόρινθο και η διακοπή των συγκοινωνιών με την πληγείσα περιοχή, δεν επέτρεψαν στην κυβέρνηση να αποκτήσει αμέσως σαφή εικόνα της καταστροφής. Αναμφίβολα το δραματικό νέο αιφνιδίασε την κυβέρνηση και τους αρμόδιους υπουργούς. Αρχικώς έγιναν πολλές διυπουργικές συναντήσεις με τον Καφαντάρη (υπουργός Οικονομικών), Μεταξά (Συγκοινωνιών), Εξηντάρη (Γεωργίας), Μαρή (Εσωτερικών) και τον καθ΄ ύλην αρμόδιο Μιχαήλ Κύρκο (Πρόνοιας). Στις συναντήσεις αυτές συζητήθηκαν λύσεις για να δοθεί άμεση βοήθεια στις σεισμόπληκτες περιοχές οπότε ο Καφαντάρης έδωσε διαταγή στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους να αποδεσμεύσει πίστωση 5 εκατομμυρίων δρχ. για την υποστήριξη των σεισμοπαθών και πρόσθετες πιστώσεις στα υπουργεία για δαπάνες υπέρ των σεισμόπληκτων. Όλοι οι υπουργοί μετέβησαν στην Κόρινθο την επομένη με ειδική αμαξοστοιχία για να αντιληφθούν και οι ίδιοι το μέγεθος των ζημιών,[16] προσπαθώντας να δώσουν κουράγιο στους σεισμόπληκτους.[17] Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Παύλος Κουντουριώτης με δηλώσεις του, εξέφρασε την συγκίνησή του για την καταστροφή, ζήτησε από όλους τους πολίτες να βοηθήσουν οικονομικά για να ανακουφιστούν οι πληγέντες, ενώ πρόσφερε πρώτος ο ίδιος 20.000 δρχ.[18]                                   

Σύμφωνα με τον αντιπολιτευόμενο Τύπο τίποτε δεν λειτούργησε αποτελεσματικά και το Κράτος βραδυκίνητο και γραφειοκρατικό απέτυχε να βοηθήσει αποτελεσματικά τους Κορίνθιους τις κρίσιμες δύο πρώτες μέρες μετά τον σεισμό.[19] Πράγματι, παρατηρήθηκαν αστοχίες, συγκρούσεις αρμοδιοτήτων, αναποτελεσματικότητα, που αναδείχθηκαν έντονα από τον αντιπολιτευόμενο Τύπο και τους αρχηγούς της αντιπολίτευσης Παπαναστασίου[20] και Τσαλδάρη.[21]  Στο στόχαστρό τους βρέθηκε κυρίως ο υπουργός Πρόνοιας Μιχαήλ Κύρκος στον οποίο χρεώθηκε όλη η κρατική ανεπάρκεια για την ανακούφιση των σεισμοπαθών.[22] Πάντως δεν είναι σαφές αν όντως η κυβέρνηση ολιγώρησε, όπως την κατηγορούσε με δριμύτητα ο αντιπολιτευόμενος Τύπος. Αναμφίβολα σημειώθηκαν καθυστερήσεις, αλλά αυτές δεν φαίνεται να είχαν να κάνουν με την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης και τα ανακλαστικά της, αλλά με τις περιορισμένες δυνατότητες του πρωτόγονου κρατικού μηχανισμού να υλοποιήσουν ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης.[23] Ακόμη και ο Μητροπολίτης Κορινθίας Δαμασκηνός που βρισκόταν επί τόπου τηλεγράφησε στον Τύπο ότι η κυβέρνηση πήρε όλα τα απαραίτητα μέτρα υπέρ των σεισμοπαθών για την πρόχειρη στέγαση και διατροφή τους.[24]

Πάντως και ο στρατός που διέθετε μηχανισμούς για να βοηθήσει σε μια περίπτωση έκτακτης ανάγκης όπως αυτή, απέτυχε να συνδράμει έγκαιρα τους σεισμόπληκτους καθώς τόσο ο Στρατηγός Κλάδος, διοικητής του Β΄ Σώματος στρατού στην Πάτρα, όσο και ο υπουργός Στρατιωτικών Αλέξανδρος Μαζαράκης επέδειξαν αδράνεια σε πρώτο χρόνο. Λίγο μετά η ηγεσία του στρατού χολώθηκε από το γεγονός ότι της αφαιρέθηκε η περίθαλψη των σεισμόπληκτων και επέδειξε χαρακτηριστική βραδύτητα στην δράση της.[25] Στο κρίσιμο αυτό διάστημα των πρώτων ημερών οι κάτοικοι βρίσκονταν κυριολεκτικά στο χώμα και την απελπισία τους, επέτεινε η διήμερη κακοκαιρία που ακολούθησε. Η πλειοψηφία των σεισμόπληκτων στην Κόρινθο και στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές[26] υπέστησαν αληθινά μαρτύρια διανυκτερεύοντας στην ύπαιθρο υπό κακές καιρικές συνθήκες,[27] ενώ την νύχτα η κατάσταση ήταν τρομερή καθώς δεν υπήρχε ρεύμα και το βαθύ σκοτάδι δημιουργούσε μια καταθλιπτική ατμόσφαιρα στην περιοχή. Το απόκοσμο σκηνικό συμπλήρωναν δεκάδες μικροί και μεγάλοι μετασεισμοί[28] που όταν σημειώνονταν τη νύχτα τρομοκρατούσαν τους δυστυχείς κατοίκους.

Ο συντονισμός των ενεργειών ανακούφισης των σεισμοπαθών (26 Απριλίου – 20 Μαΐου 1928)

Στην ερειπωμένη Κόρινθο τις επόμενες δύο ημέρες σημειώθηκαν πάνω από 40 μικροί μετασεισμοί που πανικόβαλαν τους κατοίκους, κάποιοι εκ των οποίων είχαν καταφύγει στους λόφους της περιοχής. Άλλοι οδυρόμενοι περιφέρονταν στους δρόμους της ερειπωμένης πόλης ως μισότρελοι, αναζητώντας συγγενικά τους πρόσωπα, ενώ κάποιοι άλλοι πανικόβλητοι απομακρύνονταν από την περιοχή χωρίς να γνωρίζουν που πηγαίνουν. Την κρατική αδυναμία αναπλήρωσε η ιδιωτική πρωτοβουλία,[29] ο Ερυθρός Σταυρός και ο Αγγλικός στόλος. Η πρώτη βοήθεια στην Κόρινθο κατέφθασε από το Ναύπλιο, από όπου ιδιωτικά αυτοκίνητα μετέφεραν τρόφιμα, φάρμακα και ιατρούς υπό τον συντονισμό του νομάρχη Ναυπλίου Βούτση. Ο οργανισμός του Ερυθρού Σταυρού ανέλαβε την περίθαλψη των τραυματιών, ενώ οργάνωσε συσσίτια στην Κόρινθο και τις γύρω περιοχές.[30] Πολύ σημαντική βοήθεια τις πρώτες μέρες πρόσφερε ο Σιδηροδρομικός Οργανισμός Πελοποννήσου και οι εργαζόμενοί του. Παρά τις μεγάλες ζημιές που είχαν υποστεί οι σταθμοί και τα κτήρια του οργανισμού, οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι πρόσφεραν αληθινό έργο στην εξισορρόπηση της κατάστασης χάρις στα συνεχή δρομολόγια που διεξήγαγαν από την Κόρινθο προς Αθήνα και Πάτρα μεταφέροντας χιλιάδες άτομα και πολλούς τόννους τροφίμων και υλικών.[31]

Χάρις στην πρωτοβουλία του ημερήσιου Αθηναϊκού Τύπου αλλά και πολλών εύπορων ιδιωτών, οργανώθηκαν άμεσα κάποιοι έρανοι και συγκεντρώθηκαν ποσά που αμέσως δαπανήθηκαν για την αγορά και διανομή τροφίμων.[32] Λίγες ημέρες αργότερα οργανώθηκε τριακονταμελής ειδική επιτροπή για την διεξαγωγή πανελληνίων εράνων υπέρ των σεισμοπαθών, με μέλη της τους Κουντουριώτη, Παναγή Τσαλδάρη, Ντίνο Τσαλδάρη, Ανδρέα Χατζηκυριάκο, Απόστολο Δοξιάδη, Παναγιώτη Τρανταφυλλάκο, Αντώνη Χριστομάνο, Φίλιππο Δραγούμη και Εμμανουήλ Μπενάκη.[33] Ανάμεσα στους δωρητές ήταν τραπεζικά ιδρύματα, η Γαλλική στρατιωτική αποστολή, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο εκπεσών Βασιλιάς Γεώργιος από την Αγγλία,[34] ο Παναγής Τσαλδάρης και ο Ιωάννης Δροσόπουλος.[35] Τις επόμενες εβδομάδες εκδηλώθηκε ενεργότερη και η κρατική υποστήριξη στις σεισμοπαθείς περιοχές. Φορτηγά με ξυλεία και ειδικά συνεργεία κατέφθασαν επί τόπου για την ανοικοδόμηση ξύλινων παραπηγμάτων στην κεντρική πλατεία, όπου στεγάστηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες και η επιτροπή στέγασης.

Αλλά η καταστροφή στην Κόρινθο συγκέντρωσε και την διεθνή αρωγή. Όταν πληροφορήθηκε την καταστροφή, ο Βρετανός πρέσβης ενημέρωσε την Αγγλική μοίρα ναυτικού στην Μάλτα και εντός 48 ωρών δύο αντιτορπιλικά βρέθηκαν στον Κορινθιακό κόλπο. Τα πληρώματα κατάφεραν εντός 24 ωρών να στεγάσουν σε σκηνές όλους τους κατοίκους στο Λουτράκι και τουλάχιστον τους μισούς άστεγους στην Κόρινθο.[36] Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βρετανοί διέθεταν αρκετό ακόμη υλικό για τους άστεγους όπως ρούχα και τρόφιμα, όμως δεν υπήρχε αρμόδιος επί τόπου για να τα παραλάβει! Ο Benito Mussolini από την Ιταλία κατέβαλλε χρηματικό ποσό ώστε να ανεγερθεί κτήριο για να στεγάσει επαγγελματική σχολή στην Κόρινθο όταν θα γινόταν η ανοικοδόμησή της.[37] Τηλεγραφήματα συμπαράστασης απέστειλαν ο πρόεδρος των ΗΠΑ John Calvin Coolidge, ο βασιλιάς της Ιταλίας Vittorio Emanuele, ο Γενικός Γραμματέας της ΚτΕ James Eric Drummond.[38]

Μητροπολίτης Κορινθίας Δαμασκηνός.

Αλλά η μεγάλη φυσιογνωμία που αναδείχθηκε στα ερείπια της καταστροφής βάζοντας υποθήκη για την μελλοντική του ανέλιξη στα κορυφαία αξιώματα της χώρας, ήταν αναμφίβολα ο Μητροπολίτης Κορίνθου Δαμασκηνός. Ο Δαμασκηνός, χάρις στην επιβλητική φυσιογνωμία του (ηθική αλλά και σωματική καθώς ήταν ιδιαίτερα ψηλός), κατάφερε να καλύψει το μεγάλο κρατικό κενό και να συντονίσει επί τόπου με αρκετή επιτυχία τις κρατικές προσπάθειες ανακουφίζοντας άμεσα τους σεισμοπαθείς. Καθοδήγησε την διανομή των σεισμόπληκτων στις σκηνές, διοργάνωσε συσσίτια, μοίρασε τα διαθέσιμα ρούχα, οργάνωσε στοιχειωδώς την ζωή των ντόπιων που είχαν παραλύσει από την καταστροφή. Ο ίδιος παρέμεινε στο πλευρό του δοκιμαζόμενου λαού στις πρώτες πολύ δύσκολες ημέρες μετά την καταστροφή κερδίζοντας την αναγνώριση όσων είχαν εμπλοκή.

Μια γλαφυρή περιγραφή του Δαμασκηνού προέρχεται από αναφορά του νομάρχη Κορινθίας Γ. Παρασκευόπουλου προς το υπουργείο Εσωτερικών στις 20 Μαΐου 1928: «Τον είδα ιστάμενον ορθόν, τον γίγαντα τούτον σωματικώς και ψυχικώς Κληρικόν, να κυκλοφορεί εις το μικροσκοπικόν αυτό καταφύγιον (δηλαδή εις το βαγόνι του τραίνου που είχε εγκατασταθεί), εν μέσω διαφόρων επιτροπών σεισμοπαθών, δημοσιογράφων, αντιπροσώπων εταιρειών, υποβαλλουσών προτάσεις περί ανοικοδομήσεως της πόλεως, αντιπροσώπων διαφόρων Οργανώσεων Αθηνών και Πειραιώς, αι οποίαι έσπευσαν να παράσχουν την αρωγή των εις τους σεισμοπλήκτους κατοίκους. Εις έκαστον τούτων έδιδε την κατάλληλον απάντησιν, οδηγίαν, πληροφορίαν ή παραμυθίαν ο εκ Θείας Προνοίας ευρεθείς εν μέσω τοιαύτης καταστροφής εμπνευσμένος ούτος Ιεράρχης, λύων δια της ευθυκρισίας, της αντιλήψεως, της θεληματικότητος, της συμβιβαστικότητος, της ευπροσηγορίας, της δημιουργικότητος, όλα τα περίπλοκα προβλήματα, τα οποία κάθε ώραν και στιγμήν παρουσιάζοντο, προς εξοικονόμησιν και διεκπεραίωσιν…».[39]

Αλλά και το Ελεύθερον Βήμα έγραφε για τον Μητροπολίτη: «Ο Δαμασκηνός όταν τα πάντα κατέλυε η αναπάντεχη συμφορά των σεισμών, δεν εκάθησε να θρηνήση στους ερειπωμένους τοίχους. Αντίθετα, ύψωσε την πίστη και την ελπίδα, έγινε ο παραμυθητής της δυστυχίας. Ημέρα και νύκτα εργάζεται. Αεικίνητος, πανταχού παρών, με το στρατηγείο του σ’ ένα βαγονάκι του κατεστραμμένου σιδηροδρομικού σταθμού, δίνει τα σωτήρια παραγγέλματα της βοηθείας και περιθάλψεως. Ο κρίκος, που συνεκράτησε τη διαρροή του πληθυσμού. Στο απελπιστικό κήρυγμα να εγκαταλειφθεί η σεισμόπληκτη πόλις αντιτάσσει το δόγμα της κοινωνικής ενότητος και της συνεχίσεως της ιστορίας της Κορίνθου. Δαμασκηνός, ο ήρωας της κορινθιακής τραγωδίας».[40]

Where The Earth Trembled (1928) – British Pathé (Film ID:726.04)
 

Το προσωπικό ενδιαφέρον του Παναγή Τσαλδάρη και του Ελευθέριου Βενιζέλου για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου

Στη Βουλή, το Λαϊκό κόμμα δεν έχασε την ευκαιρία και να υπογραμμίσει την καθυστέρηση της κυβέρνησης να αντιδράσει στους καταστροφικούς σεισμούς της Κορίνθου βοηθώντας έγκαιρα τους πληγέντες.[41] Άλλωστε η Κόρινθος υπήρξε ανέκαθεν πολιτικό προπύργιο των αντιβενιζελικών ως ανήκουσα στην Παλαιά Ελλάδα, ενώ υπήρξε η άτυπη πρωτεύουσα των αντεπαναστατών κατά το κίνημα Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου το 1923.[42] Ο Παναγής Τσαλδάρης επικεφαλής του Λαϊκού κόμματος, ως βουλευτής Κορίνθου ο ίδιος, αλλά και καταγόμενος από το Σοφικό Κορινθίας, είχε προσωπικό πολιτικό και ιδιωτικό ενδιαφέρον στο ζήτημα. Από την πρώτη στιγμή της καταστροφής, μετέβη στην Κόρινθο και συμπαραστάθηκε στους συμπατριώτες του, ενώ περιόδευσε και στις γύρω περιοχές για να διαπιστώσει την κατάσταση.[43] Ακολούθως, από το βήμα της Βουλής διεκτραγώδησε την κατάσταση της ερειπωμένης πόλης και των σεισμόπληκτων κατοίκων της, στηλιτεύοντας την, κατά τον ίδιο, κυβερνητική παραλυσία προς ανακούφισή τους.[44]  Ζήτησε από τον υπουργό Παιδείας Θεολόγο Νικολούδη να επέμβει άμεσα καθώς λόγω της ερείπωσης των σχολείων γίνονταν μαθήματα στο νεκροταφείο της πόλης, από τον υπουργό Οικονομικών Βελέντζα να επιταχυνθούν οι διαδικασίες προσωρινής στέγασης των σεισμοπαθών και από τον Μεταξά να ληφθούν άμεσα μέτρα υπέρ των σεισμοπαθών της Κορίνθου και να αποκατασταθεί η ηλεκτροδότηση της πόλης, ενώ ο ίδιος τις επόμενες εβδομάδες συνέχισε να περιοδεύει στην ευρύτερη περιοχή με κλιμάκιο βουλευτών.[45]

Παναγής Τσαλδάρης
Ελευθέριος Βενιζέλος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσω των αναλυτικών εξηγήσεων των κυβερνητικών στελεχών στη Βουλή και στον Τύπο η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι έκανε ό,τι περισσότερο μπορούσε στο πλαίσιο των δυνάμεων του Κράτους[46] για να ανακουφίσει τους πληγέντες,[47] ενώ η Πολιτεία, επίσημο δημοσιογραφικό όργανο των Ελευθεροφρόνων, κατηγόρησε τον Τσαλδάρη για δημοκοπία.[48] Πάντως υπήρξαν καταγγελίες σεισμοπαθών για καθυστερήσεις στις κυβερνητικές δράσεις, οι οποίες φιλοξενήθηκαν εκτεταμένα στον αντικυβερνητικό Τύπο, προκαλώντας μεγάλη ζημιά στην κυβέρνηση, αφού η τραγωδία των σεισμοπαθών είχε συγκλονίσει το Πανελλήνιο. Ο Τσαλδάρης παρακολούθησε στενά το ζήτημα που αφορούσε την εκλογική του περιφέρεια, ενώ βρισκόταν σε επαφή και με τον Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνό με τον οποίο συντόνιζαν τις ενέργειές τους για το ζήτημα,[49] ακόμα και μετά τη συντριβή του Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές του 1928.[50] Έτσι, κατά τη συζήτηση της Βουλής για το νομοσχέδιο υπέρ των σεισμοπαθών της Κορίνθου, ζήτησε να δοθεί η κρατική αρωγή σε όλους τους Κορίνθιους χωρίς εξαίρεση.[51]

Η δεύτερη πολιτική προσωπικότητα που επέδειξε έντονο ενδιαφέρον για το δράμα της Κορίνθου ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Από την πρώτη στιγμή που επανεμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο, ο Κρητικός πολιτικός έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για το δράμα των σεισμοπαθών της Κορίνθου. Ο ίδιος περιόδευσε προεκλογικά τόσο στην σεισμόπληκτη πόλη όσο και στα περίχωρα του νομού όπου και υποσχέθηκε να λάβει μέτρα για την ανακούφιση των σεισμοπαθών. Το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου απασχόλησε ιδιαίτερα τον Βενιζέλο όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, όπως φαίνεται από το αρχείο του, όπου υπάρχει ξεχωριστός φάκελος[52] με σχετικά έγγραφα.[53] Επίσης υπάρχουν ιδιόχειρες σημειώσεις του με σκέψεις για τον δίκαιο τρόπο ανοικοδόμησης των οικιών των σεισμοπαθών, με την καταβολή των τόκων των στεγαστικών δανείων επί οκταετία (όχι και για τα εμπορικά καταστήματα).[54]

27 Οκτωβρίου 1929: η τελετή θεμελίωσης της Νέας Κορίνθου. Διακρίνονται ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός
και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος

Στις 27 Οκτωβρίου 1929 σε μια πανηγυρική τελετή θεμελιώνεται η Νέα Κόρινθος από τον Μητροπολίτη Δαμασκηνό, παρόντος του πρωθυπουργού πλέον Ελευθέριου Βενιζέλου. Οι πρωτοβουλίες του Βενιζέλου φάνηκε ότι έλυναν το ζήτημα και έθεταν το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου και του Λουτρακίου σε ασφαλείς βάσεις. Έτσι, το δημοτικό συμβούλιο Κορίνθου απέστειλε ευχαριστήριο ψήφισμα στον Βενιζέλο και στο Υπουργικό Συμβούλιο για το ενδιαφέρον που επέδειξαν, υποσχόμενοι ότι κεντρικός δρόμος της πόλης θα έφερε τιμητικά το όνομά του.[55] Ο εμπορικός σύλλογος της Κορίνθου επίσης απέστειλε ευχαριστήριο ψήφισμα στον Βενιζέλο για την συνεισφορά του στην ανοικοδόμηση της πόλης,[56] ενώ το σύστημα προσκόπων της πόλης τον ανακήρυξε επίτιμο μέλος.[57]

Ο Αυτόνομος Οργανισμός Σεισμοπαθών Κορίνθου (Α.Ο.Σ.Κ.)  και οι μεγάλες δυσκολίες για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου (Δεκέμβριος 1928 – Δεκέμβριος 1930)

Ουσιαστικά το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου έμεινε στάσιμο τους πρώτους οκτώ μήνες, αφού μετά τον Μάιο προκλήθηκε πολύμηνη πολιτική κρίση που διήρκεσε μέχρι τις εκλογές του Αυγούστου που έφεραν θριαμβευτικά τον Βενιζέλο στην εξουσία. Αλλά και όταν η νέα κυβέρνηση ήρθε στην εξουσία προώθησε το ζήτημα της ανοικοδόμησης, έχοντας ως βάση τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί από τους εράνους. Αυτό δημιούργησε μεγάλη δυσαρέσκεια στους σεισμόπληκτους της Κορίνθου που εκδηλώθηκε με το αιματηρό συλλαλητήριο της 13ης Δεκεμβρίου 1928. Την ημέρα εκείνη κάτοικοι της Κορίνθου συγκεντρώθηκαν αυθόρμητα στο κέντρο της γκρεμισμένης πόλης για να διαμαρτυρηθούν για τη μη διανομή των χρημάτων των εράνων. Ισχυρή αστυνομική δύναμη προσπάθησε να διαλύσει το πλήθος και ακολούθησε συμπλοκή καθώς οι κάτοικοι λιθοβόλησαν τους αστυνομικούς, ενώ έγιναν 16 συλλήψεις.[58] Αναβρασμός επικράτησε τόσο στην Κόρινθο, όσο και στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές, καθώς οι σεισμοπαθείς ήταν εξοργισμένοι ζητώντας την άμεση διανομή των χρημάτων των εράνων. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να στείλει μονάδες στρατού από την Πάτρα, τόσο στην Κόρινθο όσο και στο Λουτράκι για να επιβάλλει την τάξη, καθώς υπήρχαν αξιόπιστες πληροφορίες ότι θα συνέρρεαν στην Κόρινθο ένοπλοι χωρικοί από τα γύρω κατεστραμμένα χωριά και θα γινόταν εξέγερση κατά των Αρχών.[59]

Ο αναβρασμός στην Κορινθία εξανάγκασε την Κυβέρνηση να επιταχύνει τις σχετικές διαδικασίες, ώστε να μην εκτραχυνθεί άλλο η κατάσταση. Το έργο της ανοικοδόμησης της Κορίνθου, του Λουτρακίου και των γύρω περιοχών ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο και η κυβέρνηση Βενιζέλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν πρακτικά αδύνατο να το αναλάβει είτε κάποιο υπουργείο είτε κάποια κρατική υπηρεσία. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου 1928 ιδρύθηκε ο Αυτόνομος Οργανισμός Σεισμοπαθών Κορίνθου (Α.Ο.Σ.Κ.) με αποστολή την ανοικοδόμηση της Κορίνθου, των γύρω χωριών, του Λουτρακίου και την ανάδειξη των λουτρών του τελευταίου.[60] Μετά την αναμφίβολες οργανωτικές αρετές και τα διοικητικά προσόντα που επέδειξε ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός κατά τις πρώτες κρίσιμες ημέρες μετά τον σεισμό, ορίστηκε επικεφαλής του Οργανισμού, του οποίου η σύνθεση  ήταν εννεαμελής. Ο νόμος προέβλεπε τριμερή χρηματοδότηση για τον Α.Ο.Σ.Κ. μεταβιβάζοντας τα έσοδα του καζίνο και των λουτρών του Λουτρακίου, ενώ προβλεπόταν και ποσό κρατικής χρηματοδότησης 5 εκατομμυρίων δρχ. ετησίως, που θα αναφερόταν στον κρατικό προϋπολογισμό.[61] Ο νόμος προέβλεψε τη σύναψη δανείων από τον οργανισμό υπό την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, ενώ απάλλαξε όλα τα υλικά που θα χρησιμοποιούνταν για τις ανεγέρσεις από εισαγωγικούς δασμούς και οι ανεγειρόμενες οικίες απαλλάσσονταν από οποιονδήποτε δασμό για μια δεκαετία. Η διάρκεια του Οργανισμού προβλεπόταν 40ετής μετά το πέρας της οποίας η περιουσία του οργανισμού επανερχόταν στο ελληνικό Δημόσιο.

Ο Οργανισμός ανέλαβε ένα τιτάνιο και συγχρόνως πολύπλοκο έργο που απαιτούσε συντονισμό σε πολλά επίπεδα. Το πρώτο ζήτημα που έπρεπε να λυθεί, ήταν η εξεύρεση πόρων πέραν της κρατικής χρηματοδότησης. Εκτός από τον πανελλήνιο έρανο που διεξήγαγε η επιτροπή που είχε συγκροτηθεί στην Αθήνα, ο Δαμασκηνός ταξίδεψε στην Αμερική όπου μετά από σκληρές προσπάθειες κατάφερε να συγκεντρώσει σημαντικά κεφάλαια από την Ομογένεια για να χρηματοδοτηθεί η ανοικοδόμηση της Κορίνθου. Συνολικά το ποσό που συγκεντρώθηκε από τους εράνους ανήλθε σε 52 εκατομμύρια δρχ.[62] και αποτέλεσε τη βάση της χρηματοδότησης του Οργανισμού.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες ο Α.Ο.Σ.Κ. κατάφερε να οργανώσει έστω στοιχειωδώς τις υπηρεσίες του και ακολούθως αφιέρωσε όλη του τη δραστηριότητα για να επισκευαστούν και να επαναλειτουργήσουν τα λουτρά στο Λουτράκι, ώστε να μην χαθεί η θερινή περίοδος του 1929 και ο Οργανισμός να έχει σταθερά έσοδα. Τα λουτρά αποκαταστάθηκαν και λειτούργησαν κανονικά μετά την 1η Μαΐου 1929, επιτρέποντας στον Οργανισμό να ασχοληθεί με την ανοικοδόμηση των δύο πόλεων προσλαμβάνοντας μηχανικούς για να επεξεργαστούν νέα σχέδια πόλης τόσο για την Κόρινθο όσο και για το Λουτράκι που θα επέτρεπε στην λουτρόπολη να αυξήσει την εμπορική και τουριστική της αξία με την καλύτερη εκμετάλλευση των ιαματικών πηγών.

Στο πλαίσιο αυτό οι αναγκαίες εργασίες ήταν η κτηματογράφηση των τόπων, η εκτίμηση των καταστροφών που είχαν γίνει στις οικοδομές και στις υποδομές της πόλης, η μελέτη αντισεισμικών κατασκευών, η σειρά ανοικοδόμησης των κτηρίων και τέλος το ακανθώδες ζήτημα μιας νέας λειτουργικής ρυμοτομίας για τις δύο πόλεις. Ο Α.Ο.Σ.Κ. αποπεράτωσε τα πρώτα στάδια της διαδικασίας μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 1929, αλλά η αλλαγή στη ρυμοτομία των δύο πόλεων με μεγαλύτερους δρόμους και κεντρικές αρτηρίες συνάντησαν μεγάλες αντιδράσεις καθώς μοιραία έθιξαν ατομικά συμφέροντα.[63] Στο Λουτράκι, η νέα ρυμοτομία της πόλης, αλλά και η απόφαση να μην επιτραπεί η ανοικοδόμηση οικιών σε ένα μεγάλο τμήμα του παραλιακού μετώπου, εξανάγκασε την επιτροπή να δώσει αποζημιώσεις ύψους 1 εκατομμυρίου δρχ. Αλλά και οι αντισεισμικές προδιαγραφές των ακινήτων δημιούργησαν μεγάλες καθυστερήσεις στην ανέγερση των κατοικιών, ενώ πολλές διατάξεις τους ήταν ασαφείς με αποτέλεσμα οι μηχανικοί του Οργανισμού να ζητούν συνεχώς επεξηγήσεις. Τελικά ο κανονισμός ανέγερσης κτηρίων σε Κόρινθο και Λουτράκι αναθεωρήθηκε  το 1931 με μερικές τροποποιήσεις στις προβλέψεις του.[64] Ο Οργανισμός επέβλεψε την κατασκευή των κτηρίων με βάση τους νέους αντισεισμικούς κανονισμούς, που εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα ενώ ανέλαβε και την χορήγηση δανείων και χρηματικής βοήθειας για την κατασκευή τους. Στις 7 Νοεμβρίου 1928 δημοσιεύεται το ΦΕΚ 234Α με τίτλο «Περί Αντισεισμικού Οικοδομικού Κανονισμού Κορίνθου Λουτρακίου». Ο Νόμος αυτός προέβλεπε επακριβώς την αντισεισμική θωράκιση όλων των οικιών που θα ανεγείρονταν στην Κόρινθο, στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές.

Αριστερά: Επιστολή προς τον Μητροπολίτη Κορινθίας και Πρόεδρο του Αυτόνομου Οργανισμού Σεισμοπαθών Κορινθίας, Δαμασκηνό, σχετικά με την πληροφορία ότι ο Οργανισμός χρησιμοποιεί τσιμέντα από το εξωτερικό. Δεξιά: Αίτηση υπαγωγής άστεγων επιτηδευματιών του Λουτρακίου σε νόμο περί αποκατάστασης των επιτηδευματιών της Κορίνθου (άρθρο 5 του νόμου 5703). Πηγή: Μουσείο Μπενάκη – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”.

Ο Α.Ο.Σ.Κ. μέχρι τον Απρίλιο του 1930 είχε αναθέσει την ανέγερση οκτώ  οικοδομικών τμημάτων στην Κόρινθο και ενός στο Λουτράκι με κόστος 15 εκατομμύρια δρχ. το καθένα. Ως εκείνη την περίοδο δεν είχε πράξει απολύτως τίποτε για την ανοικοδόμηση των χωριών των γύρω περιοχών της Κορίνθου, με αποτέλεσμα τις έντονες διαμαρτυρίες των περιοίκων. Ακόμη και ο ίδιος ο Δαμασκηνός βρέθηκε στο στόχαστρο κριτικής και διαμαρτυριών κατοίκων που θίγονταν τα συμφέροντά τους, και που τον έφτασαν στο χείλος της παραίτησης.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Α.Ο.Σ.Κ., το κόστος ανέγερσης των δύο πόλεων θα άγγιζε τα 385 εκατομμύρια δρχ., ενώ διεκδικούσε πρόσθετη κρατική χρηματοδότηση για την κατασκευή λιμανιού, συστήματος ύδρευσης και υπονόμων στην Κόρινθο.[65] Ο Οργανισμός προσπάθησε να συνάψει δάνειο 60 εκατομμυρίων δρχ. υπό την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, αλλά απέτυχε, καθώς οι όροι που πρόσφεραν οι τράπεζες ήταν επαχθείς. Μετά από επέμβαση της κυβέρνησης ορίστηκε ότι θα γινόταν άμεση σύναψη δανείου 30 εκατομμυρίου δρχ. εκ μέρους όλων των ελληνικών τραπεζών, αλλά μέχρι την 30η Απριλίου δεν είχε γίνει απολύτως τίποτε.[66] Έτσι, ενώ ο Α.Ο.Σ.Κ. είχε αναλάβει υποχρεώσεις 135 εκατομμυρίων περίπου ως εκείνη τη στιγμή, το ποσό που διέθετε στα ταμεία του δεν ξεπερνούσε τα 40 εκατομμύρια δρχ. Στην παρουσίαση του απολογισμού, ο Δαμασκηνός κατέληγε με την προειδοποίηση ότι αν δεν εκταμιευόταν άμεσα το δάνειο των 30 εκατομμυρίων δρχ. μέχρι να γίνει η σύμβαση του οριστικού δανείου για την ανοικοδόμηση, ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναγκαζόταν να αναστείλει τις εργασίες του με απρόβλεπτες επιπτώσεις στις σεισμοπαθείς περιοχές.[67]

Η κυβέρνηση όμως δεν ανταποκρίθηκε σε όσα ζητούσε ο Α.Ο.Σ.Κ. αναφορικά με την άμεση χρηματοδότησή του, ενώ δεν επέτρεψε στον Οργανισμό ούτε καν να προσλάβει έναν διοικητικό υπάλληλο που είχε κριθεί απαραίτητος για να προχωρήσουν οι εργασίες του. Η έλλειψη χρηματοδότησης οδήγησε τον Α.Ο.Σ.Κ. στο χείλος της χρεοκοπίας, καθώς ενώ είχαν εξαντληθεί οι πόροι του, εξακολουθούσε να έχει εκκρεμείς υποχρεώσεις: είχε ήδη συνάψει συμβάσεις με εργολάβους που προχωρούσαν την ανοικοδόμηση κατοικιών και η αθέτησή τους συνεπαγόταν ιλιγγιώδεις αποζημιώσεις υπέρ τους. Ο Δαμασκηνός αναγκάστηκε να στείλει νέα επιστολή στην κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1930, ενημερώνοντας για τη δραματική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο Οργανισμός, ζητώντας επειγόντως οικονομική ενίσχυση και την πρόσληψη του διοικητικού υπαλλήλου, προειδοποιώντας ότι σε άλλη περίπτωση ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναγκαζόταν να διακόψει τη δραστηριότητά του. Επίσης στην επιστολή τόνιζε την σταδιακή κόπωση των σεισμόπληκτων από την στασιμότητα στο ζήτημά τους.[68]

Η κυβερνητική αδράνεια συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 1930, καθώς φαίνεται ότι υπήρχε οικονομική στενότητα στα δημόσια ταμεία. Καθώς το ζήτημα των σεισμοπαθών δεν έβρισκε λύση,  η Ένωση Αστικής Ιδιοκτησίας Κορίνθου απέστειλε επιστολή στον Βενιζέλο διαμαρτυρόμενη για την αναστολή των εργασιών ανέγερσης κατοικιών στην Κόρινθο. Η επιστολή εμπεριείχε και διαμαρτυρίες για τον Α.Ο.Σ.Κ. εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είχε την έδρα του στην Κόρινθο, ενώ οι αποφάσεις του δεν ήταν δίκαιες και έθιγαν το καθεστώς ιδιοκτησίας πολλών σεισμοπαθών.[69] Στα τέλη του 1930 σημειώθηκαν και οι πρώτες δημόσιες διαμαρτυρίες των σεισμοπαθών στην Κόρινθο που έτυχαν ευρείας προβολής από τις εφημερίδες της αντιπολίτευσης, αναγκάζοντας το Υπουργείο Πρόνοιας να εκδώσει ανακοίνωση για να υπερασπιστεί την κρατική πολιτική.[70]

Πρόχειρη στέγαση του τηλεγραφείου έπειτα από τον σεισμό της 22ας Απριλίου 1928.

Δεύτερος σεισμός στην Κορινθία και νέες περιπλοκές στην ανοικοδόμηση της περιοχής (4 Ιανουαρίου – 4 Νοεμβρίου 1931)

Η τελική ώθηση στην οριστική διευθέτηση του ζητήματος των σεισμοπαθών της Κορίνθου δόθηκε απρόσμενα από τους σεισμούς της 4ης Ιανουαρίου 1931 που έγιναν στην Κορινθία. Συγκεκριμένα, από τις 11 το βράδυ της 3ης Ιανουαρίου ξεκίνησε έντονη σεισμική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Κορίνθου που έγινε αμέσως αισθητή από τους κατοίκους της Κορίνθου. Στις 2 τα ξημερώματα της 4ης Ιανουαρίου εκδηλώθηκε ο μεγάλος σεισμός που σύμφωνα με το αστεροσκοπείο Αθηνών είχε επίκεντρο στην περιοχή του Ακροκορίνθου. Ο σεισμός έγινε αντιληπτός στην Αθήνα με αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι να βγουν από τα σπίτια τους πανικόβλητοι και να διανυκτερεύσουν στις πλατείες.[71] Ο σεισμός προκάλεσε νέες καταστροφές στην Κορινθία, γκρεμίστηκαν εκατοντάδες κατοικίες στην ευρύτερη περιοχή της Κορίνθου, ενώ έγιναν ζημιές σε υποδομές και κρατικά κτήρια.[72] Πάνω από 200 οικίες στα χωριά της Κορινθίας είτε έπεσαν είτε κατέστησαν ακατοίκητες, όσα σπίτια της Κορίνθου ήταν μισογκρεμισμένα από τον σεισμό του 1928 γκρεμίστηκαν εντελώς, ήταν όμως πολύ σημαντικό ότι όσες κατοικίες είχαν ανεγερθεί από τον Α.Ο.Σ.Κ. με τον νέο αντισεισμικό νόμο δεν έπαθαν την παραμικρή ζημιά.[73] Οι νέες ζημιές κοστολογήθηκαν σε 100 εκατομμύρια δρχ. εκτίμηση που οδήγησε την κυβέρνηση στην απόφαση να κινήσει τις διαδικασίες για ένα δεύτερο δάνειο προς τον Α.Ο.Σ.Κ. του ύψους αυτού από την Αγροτική Τράπεζα, η οποία δεν είχε συμμετάσχει στο πρώτο δάνειο.

Οι νέες ζημιές κινητοποίησαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να δώσει μια οριστική λύση στο ζήτημα των δανείων ώστε να ρυθμιστεί οριστικά το ζήτημα της ανοικοδόμησης, καθώς το τελευταίο λάμβανε πλέον πολιτικές διαστάσεις. Έτσι στις 15 Ιουνίου 1931 συνήφθη η σύμβαση για το οριστικό δάνειο ύψους 215 εκατομμυρίων δρχ. μεταξύ Α.Ο.Σ.Κ. και ενός ομίλου ελληνικών τραπεζών υπό την αιγίδα της Τράπεζας της Ελλάδος (Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Αθηνών, Εμπορική Τράπεζα, Τράπεζα Ανατολής, Ιταλοελληνική Τράπεζα, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο). Το πρώτο ποσό (90 εκατομμύρια δρχ.) θα εκταμιευόταν στις 8 Ιουλίου 1931 και το υπόλοιπο ποσό του δανείου στις 8 Ιουλίου 1932. Η διάρκεια του δανείου ήταν 46 έτη και θα αποπληρωνόταν από τους ιδιοκτήτες των ανεγερθεισών κατοικιών, αλλά ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναλάμβανε να αποπληρώσει τους τόκους των πρώτων ετών.[74]

Έτσι ο Α.Ο.Σ.Κ. έλαβε άμεσα 90 εκατομμύρια δρχ. το καλοκαίρι του 1931 αλλά ένα ακριβώς έτος αργότερα, το καλοκαίρι του 1932, οπότε έπρεπε να γίνει η δεύτερη εκταμίευση, ορισμένες τράπεζες αρνήθηκαν να καταβάλλουν το ποσό που τους αναλογούσε λόγω ταμειακής στενότητας, αλλά και λόγω της πτώσης των εγγυήσεων του Δημοσίου μετά τη χρεοκοπία του Μαΐου του 1932. Η κυβέρνηση προσπάθησε να δώσει λύση εξαιρώντας με νόμο της 14ης Αυγούστου 1932 το εν λόγω δάνειο από το χρεοστάσιο που είχε κηρύξει, δίχως αποτέλεσμα,  καθώς οι τράπεζες δεν μετέβαλλαν τη στάση τους.[75] Το αποτέλεσμα ήταν ο Α.Ο.Σ.Κ. να μην λάβει 26 εκατομμύρια δρχ. από τη δεύτερη δόση και συνεπακόλουθα να μην έχει τους πόρους να αποπερατώσει τις εργασίες ανοικοδόμησης, δημιουργώντας ένα σοβαρό ψυχικό χάσμα μεταξύ των κατοίκων, των οποίων είχαν ανεγερθεί τα σπίτια και σε εκείνων που εξακολουθούσαν να παραμένουν στις σκηνές. Έτσι ο Α.Ο.Σ.Κ. έκανε έκκληση προς την κυβέρνηση και τον Βενιζέλο προσωπικά στις 14 Οκτωβρίου 1932 να εξαναγκάσει τις τράπεζες να καταβάλλουν το μέρος του δανείου που υπολειπόταν, ούτως ώστε ο Οργανισμός να ολοκληρώσει τις εργασίες του στην Κόρινθο και να κοπάσει ο κοινωνικός σάλος που είχε προκληθεί.[76]

Μόλις δύο εβδομάδες μετά, στις 4 Νοεμβρίου 1932, η κυβέρνηση Βενιζέλου υπέβαλλε την παραίτησή της, πυροδοτώντας την μεγαλύτερη πολιτική κρίση του Μεσοπολέμου….

Ο Ιωάννης Δασκαρόλης είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου και συγγραφέας της πραγματείας Δημοκρατικά τάγματα. Οι «πραιτωριανοί» της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας 1923-1926, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση, 2019.

              

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]«Μετά την εορτήν των Ολυμπίων, οι Αργείοι ήλθαν μετά των άλλων συμμάχων των εις την Κόρινθον, δια να πείσουν τους Κορινθίους να λάβουν μέρος εις τη συμμαχίαν. Και πρέσβεις των Λακεδαιμονίων έτυχαν ωσαύτως να ευρίσκωνται εκεί. Μετά μακράς όμως διαπραγματεύσεις, εις ουδέν κατέληξαν, και ένεκα επισυμβάντος σεισμού, οι πρέσβεις των διαφόρων πόλεων επέστρεψαν εις τα ίδια. Και το θέρος έληξε.» Θουκυδίδη Ιστορία, Βιβλίο Ε΄, Έτος 12ον: 420–419 π. Χ.

(μετάφραση Ελευθέριος Βενιζέλος).

[2] Καβύρης Γεώργιος, Μελέτη ιδιοτήτων σεισμικών πηγών ανατολικού Κορινθιακού κόλπου (διδακτορική διατριβή Καποδιστριακού πανεπιστημίου Αθηνών), Αθήνα 2003, σελ. 41.

[3] Καλέση Χαρά – Βίγλα Θεοδώρα, Ψηφιακή πλατφόρμα δεδομένων του δικτύου επιταχυνσιογράφων του εργαστηρίου σεισμολογίας στον Κορινθιακό κόλπο (διπλωματική εργασία Καποδιστριακού πανεπιστημίου Αθηνών), Αθήνα 2015, σελ. 23-24.

[4] Ο.π.

[5]  Πανδώρα, 15.8.1858.

[6]ΦΕΚ Α9, 20.3.1958.

[7] Βραδυνή, 24.4.1928.

[8] Βραδυνή, 23.4.1928.

[9] ΕΜΠΡΟΣ, 23.4.1928.

[10] Έθνος, 23.4.1928.

[11] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[12] Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Λοβέρδο, Διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας «Ήτο κάτι που δύσκολα μπορεί κανείς να περιγράψη. Ευρισκόμεθα εις την παραλίαν, οπότε ακούσαμε μια δυνατή βοή, μετ’ ολίγας δε στιγμάς η γη ήρχισε να φεύγη. Συγχρόνως μια λάμψις τεραστία εφώτισε όλην την περιφέρειαν, Την ίδιαν στιγμήν κρότοι εκκωφαντικοί, τρομεροί ηκούοντο. Ήταν τα σπίτια τα οποία κατέρρεον. Ο κόσμος δεν μπορούσε να εξηγήση τι εσήμαινεν εκείνη η φλόγα. Αργότερα εμάθαμε, ότι η φλόγα ωφείλετο εις την ένωσιν του ηλεκτρικού της Κορίνθου. Το κτίριον του ηλεκτρικού παρά την παραλία κατεστράφη τελείως. Ουρανομήκη σύννεφα σκόνης εσηκώθηκαν από τους βράχους που κατέρρεον, τα δε σύννεφα αυτά καθώς τα περνούσε η λάμψις του ηλεκτρικού, επηύξανον την τραγικότητα του θεάματος». ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[13] Έθνος, 24.4.1928.

[14] Έθνος, 24.4.1928.

[15] Έθνος, 23.4.1928.

[16] «Κόρινθον. Επί τόπου. Τελεία καταστροφή. Λουτράκι. Λήψις μέτρων. Καφαντάρης επιστροφήν άρρωστος», βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 23ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[17] Έθνος, 24.4.1928.

[18] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[19] Βραδυνή, 24,4,1928, ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[20] ΣΚΡΙΠ, 26.4.1928, δηλώσεις Παπαναστασίου για κυβερνητική ολιγωρία.

[21] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[22] ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[23] «Επίθεσις εφημερίδων της αντιπολιτεύσεως κατά Κυβερνήσεως διά Κόρινθον. Τι αηδία!» , βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 24ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[24] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[25] Ριζοσπάστης, 27.4.1928.

[26] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[27] Έθνος, 25.4.1928.

[28] «Διαρκώς μικροί σεισμοί» , βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 27ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[29] ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[30] Έθνος, 24.4.1928.

[31] ΣΚΡΙΠ, 24.4.1928.

[32] Βραδυνή, 24.4.1928.

[33] Έθνος, 25.4.1928.

[34] ΣΚΡΙΠ, 27.4.1928.

[35] Έθνος, 25.4.1928.

[36] Έθνος, 25.4.1928.

[37] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση από του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνό προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη με τα πεπραγμένα του ΑΟΣΚ αναφορικά με την ανοικοδόμηση της σεισμόπληκτης περιοχής και των σεισμοπαθών και την εκμετάλλευση του Λουτρακίου (30ης Απριλίου 1930).

[38] ΣΚΡΙΠ, 27.4.1928.

[39] Κούκουνας Δημοσθένης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2004, σελ. 30.

[40] Ελεύθερον Βήμα, 27.4.1928.

[41] Καθημερινή, 23.4.1928, άρθρο: Αναλγησία.

[42] Δασκαρόλης Ιωάννης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1923-1926), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019, σελ. 73.

[43] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[44] Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 14ης Δεκεμβρίου 1928.

[45] Καθημερινή, 26.4.1928.

[46] Πολιτεία, 26.4.1928.

[47] Πολιτεία, 27.4.1928.

[48] Πολιτεία, 9.5.1928.

[49] Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκελος 1α (έγγραφο 5/1), ΙΚΚ, Επιστολή Δαμασκηνού προς Παναγή Τσαλδάρη 27ης Απριλίου 1928.

[50] Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκελος 1α (έγγραφο 6/2), ΙΚΚ, Επιστολή Δαμασκηνού προς Παναγή Τσαλδάρη 13ης Ιουλίου 1928.

[51] Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 5ης Μαΐου 1928.

[52] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 283/98. Μουσείο Μπενάκη, Φάκελος Ανέγερσης Κορίνθου (1930).

[53] Ανάμεσά τους και ένας πίνακας με όλους τους σεισμοπαθείς της Κορίνθου ονομαστικά. Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 225/11-12. Μουσείο Μπενάκη, Πίνακας με τους σεισμοπαθείς ιδιοκτήτες της Κορίνθου.

[54] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 173/11. Μουσείο Μπενάκη, Σημείωμα Βενιζέλου για τον τρόπο ανοικοδόμησης της Κορίνθου.

[55] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 168/1. Μουσείο Μπενάκη, Πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Κορινθίας με την οποία αποφασίζει να συντάξει ευχαριστήριο ψήφισμα προς τον Ε. Βενιζέλο για το ενδιαφέρον του σχετικά με την αποκατάσταση των καταστροφών (2 Ιανουαρίου 1930).

[56] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 172/36. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του Φιλοπροοδευτικού Συνδέσμου Ο Απόλλων προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία τον ευχαριστεί για την μέριμνά του για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου (31ης Δεκεμβρίου 1929).

[57] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 172/36. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του Τοπικού Εφόρου Κορίνθου, Γ. Βλάχου, προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία του προσφέρει τον τίτλο του επίτιμου μέλους του Α’ Συστήματος Προσκόπων Κορίνθου.2. (13ης Οκτωβρίου 1930).

[58] ΕΜΠΡΟΣ, 14.12.1928, Ριζοσπάστης, 14.12.1928.

[59] ΕΜΠΡΟΣ, 17.12.1928.

[60] ΦΕΚ 276/28-12-1928 («Περί ιδρύσεως Αυτόνομου Οργανισμού προς αποκατάστασιν των σεισμοπαθών της επαρχίας Κορίνθου»).

[61] Ό.π.

[62] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/16. Μουσείο Μπενάκη, Σημείωμα με ανάλυση οικονομικών στοιχείων για το έργο του Α.Ο.Σ.Κ. (10ης Μαΐου 1930).

[63] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνού προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη με τα πεπραγμένα του ΑΟΣΚ αναφορικά με την ανοικοδόμηση της σεισμόπληκτης περιοχής και των σεισμοπαθών και την εκμετάλλευση του Λουτρακίου (30ης Απριλίου 1930).

[64] ΠΔ 2-10-1931 (ΦΕΚ 375Α/29-10-1931) «Περί του Αντισεισμικού Οικοδομικού Κανονισμού της σεισμοπλήκτου περιοχής Κορίνθου-Λουτρακίου».

[65] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/14. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνού προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη για τα οικονομικά μεγέθη της ανοικοδόμησης του ΑΟΣΚ (30ης Απριλίου 1930).

[66] Ό.π.

[67] Ό.π.

[68]Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/17. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του προέδρου του Ο.Α.Σ.Κ. Μητροπολίτη Δαμασκηνού προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία του ζητά την άμεση οικονομική ενίσχυση του Οργανισμού και το διορισμό υπαλλήλου.

[69] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη,  Επιστολή Ένωση Αστικής Ιδιοκτησίας Κορίνθου προς Βενιζέλο (20ης Νοεμβρίου 1930).

[70] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 135/45. Μουσείο Μπενάκη,  Ανακοίνωση υπουργείου Πρόνοιας για τους σεισμοπαθείς της Κορίνθου.

[71] Εστία, 5.1.1931. Άρθρο: Σεισμοφοβία. (Χρονογράφημα Παύλου Νιρβάνα).

[72] Εστία, 4.1.1931.

[73] Ημερήσιος Τύπος, 5.1.1931.

[74] Νόμος 5268, ΦΕΚ 277/14-8-1931.

[75] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, Φάκελος 194/13. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή Α.Ο.Σ.Κ. προς Βενιζέλο (14ης Οκτωβρίου 1932),

[76] Ό.π.

 

 ΠΗΓΕΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή (ΙΚΚ).

Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Μουσείο Μπενάκη.

Εφημερίδες ΣΚΡΙΠ, Βραδυνή, ΕΜΠΡΟΣ, Ελεύθερον Βήμα, Έθνος, Εστία, Πολιτεία, Καθημερινή, Ημερήσιος Τύπος.

Δασκαρόλης Ιωάννης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1923-1926), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019.

Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 5ης Μαΐου 1928 & 14ης Δεκεμβρίου 1928.

Κούκουνας Δημοσθένης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2004.

Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

 

Σημ. συγγραφέα: Το άρθρο αυτό το έγραψα με αφορμή μια  διήμερη εκδρομή στο Λουτράκι με τους κουμπάρους μου στις 9/4/2016. Σε αυτούς είναι και αφιερωμένο…

 

Dušan T. Bataković: Η Γενοκτονία εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους (1941 – 1945)

Dušan T. Bataković

Η Γενοκτονία εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους
(1941 – 1945)

 

Η επίσημη ανακήρυξη του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους (Nezavisna Država Hrvatska – NDH), υπό την προστασία του Γ΄ Ράιχ, πραγματοποιήθηκε στις 10 Απριλίου 1941 στο Ζάγκρεμπ, τέσσερις ημέρες έπειτα από την επίθεση του Hitler κατά του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας και μια εβδομάδα πριν από τη συνθηκολόγηση του τελευταίου. Η ανακήρυξη του NDH ενισχύθηκε και από την άφιξη των γερμανικών προφυλακών. Η ανάγνωση του σχετικού κειμένου έγινε μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού του Ζάγκρεμπ από τον Slavko Kvaternik, πρώην αξιωματικό του αυστροουγγρικού στρατού, εξ ονόματος του Ante Pavelić, αρχηγού των Ούστασε (Ustaša – Hrvatski revolucionarni pokret) – επρόκειτο για τους Κροάτες φασίστες- ο οποίος τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή βρισκόταν στη Φλωρεντία. Αμέσως κατόπιν διαβάστηκε και το διάγγελμα του Δρ. Vladko Maček, προέδρου του Κροατικού Αγροτικού Κόμματος και αντιπροέδρου της βασιλικής γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης, σύμφωνα με το οποίο ζητούσε από τον κόσμο να επιδείξει σεβασμό προς τις νέες αρχές. Στο μεταξύ, ο Mussolini έδωσε εντολές, προκειμένου ο Pavelić και οι περίπου 250 Ούστασε, οι οποίοι είχαν παραμείνει στην Ιταλία υπό την προστασία του, να μεταφερθούν στην Κροατία. Ως αντάλλαγμα ζήτησε την διαβεβαίωση ότι η Δαλματία θα εκχωρείτο στην Ιταλία.

Στις 15 Απριλίου ο Pavelić αφίχθη στο Ζάγκρεμπ και ανέλαβε την εξουσία. Με γνώμονα τις διατάξεις του Συμφώνου της Ρώμης της 18ης Μαΐου 1941 “Περί εγγυήσεων και συνεργασίας ανάμεσα στα Βασίλεια της Κροατίας και της Ιταλίας”, το Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος είχε καταστεί προτεκτοράτο της Ιταλίας. Το στέμμα του βασιλέα Zvonimir (1075-1089) προσφέρθηκε στον δούκα του Σπολέτο του οίκου της Σαβοΐας. Η στέψη επρόκειτο να λάβει χώρα στη Μπάνια Λούκα, την πόλη, την οποία ο Pavelić είχε επιλέξει ως πρωτεύουσα του NDH. Ωστόσο, ο δούκας του Σπολέτο, που επρόκειτο να βασιλεύσει ως Tomislav Β΄, αρνήθηκε την προσφορά. Η πραγματική εξουσία στο Ζάγκρεμπ ασκείτο από τον στρατιωτικό απεσταλμένο του Ράιχ, τον στρατηγό Edmund Glaise von Horstenau, πρώην αξιωματικό του αυστροουγγρικού στρατού. Παρά τη συμφωνία ανάμεσα στους Hitler και Mussolini, το νεότευκτο κράτος θα υπαγόταν στην ιταλική σφαίρα επιρροής. Σύμφωνα πάντοτε με το παραπάνω σύμφωνο, το NDH θα αποτελείτο από τις ακόλουθες επαρχίες: Κροατία, Σλοβενία, τμήμα της Δαλματίας από το Σπλιτ έως το Ντουμπρόβνικ καθώς και τρία νησιά της Αδριατικής. Στις 23 Απριλίου 1941, ο γερμανικός στρατός παραχώρησε στο νέο κράτος ολόκληρη τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, προσθέτοντας το Σρεμ και το νοτιοδυτικό τμήμα της Βοϊβοντίνας μέχρι την κωμόπολη Ζέμουν, που μόνο ο ποταμός Σάβας χώριζε από την πρωτεύουσα της Σερβίας, το Βελιγράδι.¹

Χάρτης του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους.

Σύμφωνα με κροατική στατιστική του 1941, η εθνολογική σύνθεση του κράτους είχε ως εξής:

 Κροάτες                 3.069.000       50.78%
Σέρβοι                    1.847.000       30,56%
Μουσουλμάνοι         717.000       11,86%
Άλλες εθνότητες      410.000       6,80% ²

Το μεγάλο πρόβλημα για τις νέες αρχές ήταν το ψηλό ποσοστό των Σέρβων. Σύμφωνα με την απογραφή του 1931, οι Σέρβοι πλειοψηφούσαν οριακά στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (44,3%) και υπερτερούσαν αδιαμφισβήτητα στην περιοχή της Κράινας (σερβικός θύλακας εντός του κροατικού εδάφους) καθώς και στην περιοχή του Σρεμ, όπου εκπροσωπούνταν με ποσοστό ανώτερο του 50%. Στην πραγματικότητα, όμως, τα πληθυσμιακά δεδομένα υπέρ των τελευταίων ήταν ανώτερα από εκείνα που δημοσιοποιούνταν μέσω των επίσημων στατιστικών. Μέσα στα γεωγραφικά όρια του μελλοντικού NDH, το 1921 κατοικούσαν 1.570.000 Σέρβοι ορθόδοξοι. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1931, ο συνολικός αριθμός είχε ανέλθει στους 1.850.000. Με έναν μέσο όρο ετήσιας αύξησης της τάξεως του 1,8%, το 1941 λογικά έπρεπε να κατοικούν στην περιοχή 2.180.000 Σέρβοι, σύμφωνα δε με ορισμένες άλλες εκτιμήσεις, ο αριθμός ξεπερνούσε τα 2.200.000.³

Στις 7 Ιουνίου 1941, στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνάντησης, ο Hitler είχε συμβουλέψει τον Pavelić να επιλύσει το πρόβλημα των εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους Σέρβων με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίο ο ίδιος είχε χειριστεί το ζήτημα των Πολωνών, οι οποίοι ζούσαν στις παρυφές των ανατολικών συνόρων του Γ΄ Ράιχ. Ο Pavelić δήλωνε και εκείνος οπαδός της θεωρίας περί φυλετικής ανωτερότητας. Μάλιστα, διέθετε πρότυπα για την επίλυση των προβλημάτων που πήγαζαν από τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων, αποφασισμένος να τα εφαρμόσει στη χώρα του. Μέχρι την αναχώρησή του, το 1929, από την Γιουγκοσλαβία, ήταν μέλος του Κροατικού Κόμματος Δικαιοσύνης (Hrvatska stranka prava).

Ο Hitler υποδέχεται τον Pavelić στο Μπερχτεσγκάντεν στις 7 Ιουνίου 1941.

Εμφανιζόταν ως θεματοφύλακας της θεωρίας του Ante Starčević (1823-1896), ιδρυτή και κορυφαίου ιδεολόγου του συγκεκριμένου κόμματος. Σε αντίθεση με την κίνηση προσέγγισης μεταξύ Σέρβων και Κροατών, ο Starčević αμφισβητούσε την ίδια την ύπαρξη της σερβικής εθνότητας εντός της Κροατίας. Την θεωρούσε ως “εισβολέα” κάνοντας χρήση υποτιμητικών χαρακτηρισμών όπως “ράτσα σκύλων αλητών”. Η ιδεολογία αυτή ενσωματώθηκε από τον Pavelić στις Αρχές του Κινήματος Ούστασε, μόλις δε ο τελευταίος ανέλαβε την εξουσία φρόντισε να δημοσιεύσει με κάθε επισημότητα τα έργα του μέντορά του.⁴ Τα Χριστούγεννα του 1941, ο καθολικός αρχιεπίσκοπος του Σαράγεβου Ivan Sarić συνέθεσε μια Ωδή προς τον Poglavnik (= Αρχηγό κατά το πρότυπο του Φύρερ και του Ντούτσε), μέσα στην οποία συμπεριέλαβε την ακόλουθη στροφή: “O Ante Starčević υπήρξε εκείνος που σε ενέπνευσε/ Εκείνος υπήρξε το ίνδαλμά σου”.⁵

Οι Ούστασε, αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα του Starčević, υιοθέτησαν την άποψη ότι οι Μουσουλμάνοι της Βοσνίας αποτελούσαν την πλέον αυθεντική έκφανση του κροατικού έθνους: “Ανήκουν στην κροατική φυλή, αποτελούν την παλαιότερη και περισσότερο ανόθευτη αριστοκρατία που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη”.⁶ Ο υπουργός Jozo Dumančić, σε λόγο, τον οποίον εκφώνησε στις 25 Μαΐου στην πρωτεύουσα Μπάνια Λούκα, επισήμανε πως: “Ο Αρχηγός μας τρέφει για τους Μουσουλμάνους αδελφούς μας τα ίδια ακριβώς αισθήματα αγάπης που έτρεφε γι’ αυτούς παλαιότερα ο Starčević”.⁷ Μέρος της πολιτικής ηγεσίας των τελευταίων (Osman και Džafer Kulenović) εισήλθε στην κυβέρνηση των Ούστασε. Σημαντικός αριθμός Μουσουλμάνων της Βοσνίας οργανώθηκε στους κόλπους της Μεραρχίας SS Handžar, η οποία προέβη σε σειρά εκτεταμένων εγκλημάτων σε βάρος του σερβικού πληθυσμού της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Παρά ταύτα, ένα άλλο τμήμα της ηγεσίας των Μουσουλμάνων τήρησε αποστάσεις από το νέο καθεστώς από την πρώτη κιόλας στιγμή, καταδικάζοντας τα εγκλήματα κατά των Σέρβων και των Εβραίων και καταγγέλλοντας όσους συμμετείχαν ενεργά σε αυτά.⁸

Ο Μέγας Μουφτής της Ιερουσαλήμ Haj Amin al-Hussein, απευθύνει ναζιστικό χαιρετισμό σε τιμητικό άγημα εθελοντών της Μεραρχίας SS Handžar, τον Νοέμβριο του 1943.

 

Η πυραμίδα των φυλετικών διακρίσεων

Αμέσως έπειτα από την ανάληψη της εξουσίας, το καθεστώς Ούστασε εξήγγειλε τους κανόνες φυλετικής διάκρισης. Στις 30 Απριλίου 1941 εκδόθηκαν: 1) Ο νόμος περί φυλετικής προέλευσης και 2) ο νόμος περί προστασίας του άριου αίματος και της τιμής του κροατικού έθνους. Στα παραπάνω κείμενα προσδιοριζόταν η ρητή απαγόρευση τέλεσης γάμου μεταξύ των Εβραίων, αλλά και μεταξύ ατόμων, των οποίων η καταγωγή δεν προερχόταν από την Αρία φυλή. Η ίδια απαγόρευση ίσχυε και για τους ανήκοντες στην Αρία φυλή, οι οποίοι, ωστόσο, καταμετρούσαν Εβραίους ή ανήκοντες σε άλλη φυλή προγόνους μέχρι τη δεύτερη γενιά.⁹ Σε ό,τι αφορούσε τους Σέρβους, στις 3 Μαΐου θεσπίστηκε νόμος, ο οποίος προέβλεπε την μεταπήδηση από το ένα δόγμα στο άλλο. Επρόκειτο για το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του βίαιου προσηλυτισμού των Σέρβων στην καθολική θρησκεία. Ο νόμος περί προστασίας του έθνους και του κράτους (17 Απριλίου 1941) προσέβλεπε στην ίδρυση ειδικών εθνικών δικαστηρίων. Ιδού η μαρτυρία του Κροάτη δημοσιογράφου Sime Balen αναφορικά με τη λειτουργία των παραπάνω δικαστηρίων: “Αρκούσε μια απλή καταγγελία σε βάρος ενός Εβραίου ή ενός Σέρβου καταστηματάρχη, προκειμένου αυτός να κατηγορηθεί για δολιοφθορά, να συρθεί ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο χωρίς χρονοτριβή τον καταδίκαζε ως ένοχο εσχάτης προδοσίας και τον εκτελούσε. Όσο για τον Ούστασε, ο οποίος τον είχε καταγγείλει, το κατάστημα περιερχόταν σε αυτόν”.¹º Σύντομα τέθηκαν σε λειτουργία και έκτακτα στρατοδικεία, κύρια θύματα των οποίων υπήρξαν Σέρβοι και Εβραίοι.¹¹

Με το που έφτασε στο Ζάγκρεμπ, ο Pavelić, αναφερόμενος στη δολοφονία του βασιλέα Αλέξανδρου της Γιουγκοσλαβίας το 1934 στη Μασσαλία δήλωσε χαρακτηριστικά: “Έκοψα το δέντρο. Σε εσάς εναπόκειται τώρα να πράξετε το ίδιο με τα κλαδιά του (τον σερβικό λαό)”. Την επομένη του λόγου του της 21ης Μαΐου, όπου εξέθεσε το πρόγραμμά του για την “νέα Κροατία”, οι πλησιέστεροι συνεργάτες του, οι υπουργοί και οι ιθύνοντες του καθεστώτος ανέπτυξαν τις θέσεις του Αρχηγού σχετικά με το ζήτημα των Σέρβων. Ο υπουργός Εξωτερικών του NDH Milovan Žanić δήλωσε: “Ούστασε! Μιλώ ξεκάθαρα, αυτό το κράτος, η πατρίδα μας, πρέπει να είναι κροατικό και να μην ανήκει σε κανέναν άλλο. Για το λόγο αυτό, όσοι ήρθαν εδώ, οφείλουν να φύγουν. Τα τεκταινόμενα ανά τους αιώνες και ειδικότερα κατά τα είκοσι τελευταία χρόνια (η διάρκεια του βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας), απέδειξαν ότι αποκλείεται κάθε είδους συμβιβασμός. Το μέρος αυτό πρέπει να είναι η γη των Κροατών και κανενός άλλου. Για εμάς τους Ούστασε, δεν υπάρχει άλλη προσφερόμενη μέθοδος προκειμένου η γη αυτή να παραμείνει κροατική από το να την απαλλάξουμε από τους Σέρβους, οι οποίοι μας έθεσαν σε κίνδυνο εδώ και αιώνες ολόκληρους και που συνεχίζουν να μας εκθέτουν ευκαιρίας δοθείσης. Δεν πρόκειται για κανένα μυστικό. Πρόκειται για την πολιτική αυτού του κράτους. Μόλις την ολοκληρώσουμε, θα έχουμε πραγματοποιήσει όσα ανταποκρίνονται στις αρχές μας”.¹² Συνέχισε δε απειλώντας: “Ο κροατικός λαός οφείλει να εξαγνιστεί από όλα τα στοιχεία εκείνα, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη δυστυχία του, που είναι ξένα προς αυτόν και που επί αιώνες τον είχαν σπρώξει από το ένα κακό στο άλλο. Πρόκειται για τους Εβραίους και για τους Σέρβους”.¹³

Ο υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού Mile Budak, σε δικό του λόγο που εκφώνησε στο Σλαβόνσκι Μπροντ, υποστήριξε ότι: “Έχουμε όχι μόνο δικαίωμα αλλά και χρέος να απαιτήσουμε από τον εδώ ορθόδοξο πληθυσμό να καταλάβει ποιος ακριβώς είναι και να πορευτεί δεόντως. Για τον λόγο αυτό μπορούμε να λέμε: εάν κάποιος είναι Σέρβος, υπάρχει και η Σερβία. Εκεί βρίσκεται η πατρίδα του.”¹⁴ Στο Γκόσπιτς, εκφράστηκε ενώπιον του Μεγάλου Κοινοβουλίου των Ούστασε, όπου εξέθεσε με μεγάλη ευκρίνεια τον τρόπο, με τον οποίο επρόκειτο να ενεργοποιηθεί η “τελική λύση” του ζητήματος των Σέρβων: “Θα εξοντώσουμε ένα μέρος του σερβικού πληθυσμού, θα εκτοπίσουμε ένα άλλο και θα προσηλυτίσουμε τους εναπομείναντες στον καθολικισμό μετατρέποντάς τους σε Κροάτες.”¹⁵

Από την πρώτη στιγμή, οι Σέρβοι υπέστησαν τα πάνδεινα. Απαγορεύτηκε η χρήση του κυριλλικού αλφαβήτου, η όποια αναφορά στην σερβορθόδοξη θρησκεία, η μετακίνηση στη διάρκεια της νύκτας. Όλοι οι Σέρβοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε αστικές συνοικίες των πόλεων, εκδιώχθηκαν από τις οικίες τους. Γενικότερα, οι Σέρβοι, όπως και οι Εβραίοι, ήταν αναγκασμένοι να φέρουν στο πίσω μέρος του ενδύματός τους μια λωρίδα κυανού χρώματος με το κεφαλαίο αρχικό “P” (Pravoslavni – ορθόδοξος). Σχεδόν αμέσως ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις και λίγο αργότερα μαζικές εκτελέσεις.¹⁶

Προπαγανδιστική αφίσα με αντισημιτικό περιεχόμενο
Προκήρυξη, η οποία καλεί Σέρβους και Εβραίους να παραδώσουν τον οπλισμό τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι ομαδικές εκτελέσεις

H ιστορικός Filektra Jelić-Butić από την Κροατία, κάνοντας χρήση αυθεντικού υλικού, προερχομένου από τους Ούστασε, αποκατέστησε τη χρονολογία των διώξεων εις βάρος των Σέρβων κατά τους πρώτους μήνες ζωής του NDH. Εκτός από τον εγκλεισμό ολοένα και περισσότερων ατόμων στα στρατόπεδα, όπου άρχισαν να λαμβάνουν χώρα ομαδικές εκτελέσεις, παρατηρήθηκαν φαινόμενα σφαγών και μέσα σε ορισμένες κατοικημένες περιοχές. Μεταξύ 27 και 28 Απριλίου 1941, στο χωριό Γκούντοβατς, πλησίον του Μπγιέλοβαρ, οι Ούστασε εκτέλεσαν 184 Σέρβους χωρικούς. Στο Μπλαγκάζ, στην ευρύτερη περιοχή του Κόρντουν, αφού κάλεσαν τους Σέρβους των γύρω οικισμών να συγκεντρωθούν σε εκείνο το σημείο, σκότωσαν περί τα 250 άτομα, τα οποία είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμα. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 και 12 Μαΐου, 300 περίπου Σέρβοι σφαγιάστηκαν στη Γκλίνα. Κατά τον μήνα Ιούνιο, σημειώθηκαν εκτελέσεις ευρύτερης κλίμακας στην Ερζεγοβίνη. Στα προάστια της κωμόπολης Λιουμπίνιε, στις 2 Ιουνίου, πραγματοποιήθηκε ομαδική σφαγή 140 περίπου Σέρβων. Τρεις ημέρες αργότερα, οι Ούστασε εξολόθρευσαν 180 κατοίκους του χωριού Κορίτα, πλησίον του Γκάτσκο. Στις 23 του ιδίου μήνα, πάντοτε στην παραπάνω περιοχή, 240 συνολικά άνδρες, γυναίκες και παιδιά βρήκαν τον θάνατο. Στις 25, σε χωριά της περιοχής του Στόλατς, σφαγιάστηκαν 260 άνδρες. Στις 30, στο Λιουμπούσκο, περί τους 90 Σέρβοι, οι οποίοι είχαν μεταφερθεί εκεί εκτελέστηκαν. Τον Ιούνιο πάντοτε, έλαβε χώρα και η εξόντωση των Σέρβων της βορείου Δαλματίας. Οι σφαγές ξεκίνησαν με ομαδικό εγκλεισμό στις περιοχές Ντρνις και Κνιν. Γύρω στους 60 χωρικοί φυλακίστηκαν στο κάστρο του Κνιν, όπου εκτελέστηκαν. Ανάλογη μοίρα επιφυλάχθηκε σε μια ομάδα 50 ατόμων κατά μήκος του οδικού άξονα μεταξύ Κνιν και Γκράκατς. Τη νύκτα της 19ης προς 20ή Ιουνίου συνελήφθησαν 76 Σέρβοι του Κνιν και Κνίνσκο-Πόλιε και τουφεκίστηκαν κοντά στην Προμίνα. Σε πολλά χωριά του τριγώνου Βρλίκα-Ντρνις-Προμίνα 250 χωρικοί, μεταξύ των οποίων μεγάλος αριθμός γυναικών και παιδιών, βρήκαν τραγικό θάνατο. Σε τέσσερα χωριά πέριξ του Κνιν, 70 Σέρβοι είχαν εκτελεστεί πριν τις 12 Ιουλίου. Ανάλογη τύχη είχαν άλλα 90 άτομα του χωριού Προσόϊ, αφού προηγουμένως συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν.¹⁷

Οι ομαδικές σφαγές συνεχίστηκαν στη διάρκεια του θέρους του 1941. Τον Ιούλιο – σύμφωνα πάντοτε με την Jelić-Butić – οργανώθηκε σειρά ολόκληρη ανάλογων εκτρόπων, η οποία κορυφώθηκε στο τέλος του μήνα. Η συγκυρία συμπίπτει με εκείνη της ένοπλης εξέγερσης κατά των αρχών τόσο στην Κροατία όσο και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Την 1η Ιουλίου, εκτελέστηκαν πλησίον του Γκράκατς περί τους 300 άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Στις 24 και 25 Ιουλίου, οι Ούστασε σφαγίασαν γύρω στα 1.200 άτομα. Ανάλογα περιστατικά σημειώθηκαν στο Πρίγιεμποζ την εβδομάδα μεταξύ 20 και 27 Ιουλίου. Τη νύκτα της 27ης προς 28η του ιδίου μήνα 80 άνδρες φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν στο Πριμίσλιε. Την επομένη, 28 Ιουλίου, ανάλογη τύχη είχαν περί τους 180 Σέρβοι κοντά στο Βόγνιτς. Την ίδια ημέρα εκτελέστηκαν 50 άνδρες και γυναίκες του χωριού Πολάτσε, πλησίον του Κνιν. Στις 29, έλαβε χώρα η μεγάλη σφαγή πολλών εκατοντάδων Σέρβων στην εκκλησία της Γκλίνα. Ταυτόχρονα σημειώθηκαν ανάλογα έκτροπα με 500 περίπου θύματα στο Γκράκατς και την ευρύτερη περιοχή. Οι μεγαλύτερες σφαγές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν επί του βοσνιακού εδάφους έλαβαν χώρα στο δυτικό τμήμα στο τέλος του μήνα. Υπολογίζεται πως τότε εκτελέστηκαν γύρω στους 20.000 Σέρβοι στις περιφέρειες Μπίχατς, Μποζάνσκα Κρούπα και Καζίν, από 6.000 σε εκείνες του Σάνσκι Μοστ, Πρίγιεντορ και Μποζάνσκι Μπροντ. Οι Ούστασε σκότωσαν περί τα 250 άτομα, κατοίκους των σερβικών χωριών του Ντούβνο. Στις 29 Ιουλίου ξεκίνησε γύρος μαζικών εκκαθαρίσεων στην περιοχή του Λίβνο, όπου κατά τους αμέσως επόμενους μήνες καταμετρήθηκαν άνω των 1.000 θύματα.¹⁸ Στα χωριά Πρεμπίλοβσι και Σουρμάνσι της Ερζεγοβίνης εκτελέστηκαν 559 Σέρβοι, ως επί το πλείστον ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά. Οδηγήθηκαν στο χείλος ενός γκρεμού, όπου σφαγιάστηκαν, οι δε σοροί τους ρίχτηκαν από τον γκρεμό. Οι θηριωδίες συμπεριέλαβαν και την περιοχή του Σρεμ. Έπειτα από τις σφαγές του 1941, ένα έτος αργότερα, στις 12 Αυγούστου 1942, εκτελέστηκαν 60 άτομα στη Ρούμα και στις 25 Αυγούστου άλλα 140 στο Βούκοβαρ.¹⁹

Το εύρος και η συχνότητα των θηριωδιών εξέπληξαν ακόμη και τους διαπιστευμένους στο Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος διπλωματικούς αντιπροσώπους της Ιταλίας και της Γερμανίας. Στις 28 Ιουνίου, ο Glaise von Horstenau σημείωνε πως “σύμφωνα με αξιόπιστες εκθέσεις προερχόμενες από μεγάλο αριθμό Γερμανών παρατηρητών, κατά τις τελευταίες ημέρες τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο οι Ούστασε έχουν κυριολεκτικά παραφρονήσει”.²º Στις αρχές του μηνός Ιουλίου, ο στρατηγός von Horstenau πάντοτε δήλωνε έκπληκτος ότι “οι Κροάτες έχουν απελάσει από το Ζάγκρεμπ όλους τους Σέρβους διανοούμενους”. Στις 10 του ιδίου μήνα έκανε λόγο περί “απολύτως απάνθρωπης μεταχείρισης σε βάρος του σερβικού πληθυσμού της Κροατίας”. Ταυτόχρονα, περιέγραφε και την ενόχληση των Γερμανών, οι οποίοι παρά τα έξι συντάγματα πεζικού που διατηρούσαν επιτόπου, δεν μπορούσαν να πράξουν κάτι διαφορετικό από το να είναι απλοί μάρτυρες “της τυφλής και αιμοσταγούς οργής των Ούστασε”.²¹

Ο Ιταλός συνταγματάρχης Umberto Salvatore σημείωνε την 1η Αυγούστου 1941 ότι “το Γκράκατς θύμιζε την κόλαση του Δάντη. Ακούγονταν συνεχώς πυροβολισμοί, γυναίκες και παιδιά ούρλιαζαν, ενώ παντού περιφέρονταν ένστολοι Ούστασε, προκλητικοί και αλαζόνες, με πρόσωπα δημίων”.²² Αναλυτικές πληροφορίες των ιταλικών στρατιωτικών αρχών κάνουν λόγο για μεγάλο αριθμό θυμάτων το 1941. Σε ένα υπόμνημα με τίτλο Τεκμήρια σχετικά με τις παράνομες και βίαιες πράξεις των Ούστασε σε βάρος του γιουγκοσλαβικού πληθυσμού, αναφέρονται 141 περιπτώσεις ομαδικών σφαγών, συνοδευόμενες από αναλυτική ονομαστική κατάσταση 46.286 νεκρών. Γενικότερα για το χρονικό διάστημα μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου 1941 ο συνολικός αριθμός των θυμάτων – οι περισσότεροι Σέρβοι – ξεπερνά τις 80.000.²³

Τεκμήρια ομαδικών εκτελέσεων προερχόμενα από το περιφερειακό αρχείο της Βοϊβοντίνας (Νόβι Σαντ).

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης

Ήδη από το καλοκαίρι του 1941 δημιουργήθηκαν στρατόπεδα προσωρινού εγκλεισμού, τα οποία, μιμούμενα το ναζιστικό πρότυπο, μετεξελίχθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα μεγαλύτερα “στρατόπεδα του θανάτου” βρίσκονταν στο Γιασένοβατς, στο Γιάντοβνο, στη Στάρα Γκράντισκα και στο Γιαστρέμπαρσκο. Η Filektra Jelić-Butić επισημαίνει πως τα κυριότερα από αυτά ήταν το πρώτο και το τελευταίο από τα προαναφερθέντα. Το στρατόπεδο του Γιασένοβατς είδε το φως της ημέρας στη διάρκεια του καλοκαιριού, οπότε οι Ούστασε άρχισαν να συγκεντρώνουν εκεί ομάδες Σέρβων και Εβραίων (στρατόπεδο αρ.1). Η συνεχόμενη άφιξη νέων αιχμαλώτων οδήγησε στη δημιουργία νέων εγκαταστάσεων (στρατόπεδο αρ.2). Από τον μήνα Νοέμβριο και κατόπιν, το στρατόπεδο συνέχισε να επεκτείνεται (στρατόπεδα αρ.3 και αρ.4).²⁴

Η Jelić-Butić αναφέρει επίσης ότι ο μεγαλύτερος αριθμός φονευθέντων ατόμων εντός των συνόρων του NDH – πολλές εκατοντάδες χιλιάδες – παρατηρήθηκε στα στρατόπεδα του Γιασένοβατς, στη συμβολή των ποταμών Ούνα και Σάβα. Ο συνολικός αριθμός κυμαίνεται μεταξύ 500.000 και 600.000, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Κροατικής εθνικής επιτροπής για την εκτίμηση των εγκλημάτων των δυνάμεων κατοχής και των συνεργατών τους. Οι επιτόπιες έρευνες στα νεκροταφεία της περιοχής απέδειξαν ότι άνω των 360.000 έγκλειστοι εκτελέστηκαν και θάφτηκαν σε μια επιφάνεια 57.000 τετραγωνικών μέτρων. Οι σχετικές αναφορές συμπεριλαμβάνονται στο φυλλάδιο Το Γιασένοβατς και τα στρατόπεδά του (Γιασένοβατς, 1974) με συντάκτη τον R. Trivunćić. Στο συγκεκριμένο φυλλάδιο, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως “Με γνώμονα τα ευρήματα στην επιφάνεια της γης καθώς και τις μαρτυρίες των επιζώντων κρατουμένων, ο αριθμός των 700.000 εκτελεσθέντων φαντάζει ως πολύ αξιόπιστος.”²⁵

Ο Edmond Paris υποστηρίζει ότι μόνο μεταξύ των ετών 1941 και 1942, έχασαν τη ζωή τους στο Γιασένοβατς περί τους 200.000 άντρες. Το 1942 γύρω στα 24.000 παιδιά βρίσκονταν έγκλειστα στο ίδιο στρατόπεδο. Τα μισά από αυτά έχασαν τη ζωή τους: “Ομάδες ολόκληρες παιδιών εβραϊκής προέλευσης κάηκαν ζωντανά στους φούρνους του παλαιού κεραμοποιείου, το οποίο είχε για την περίσταση μετατραπεί σε κρεματόριο”.²⁶ Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Vjekoslav Luburić, επικεφαλής του στρατοπέδου και υπεύθυνου για τη λειτουργία του, ενώπιον της αφρόκρεμας του NDH στις 9 Οτωβρίου 1942 “Φέτος, στο Γιασένοβατς, σφάξαμε περισσότερους άντρες από όσους η Οθωμανική αυτοκρατορία σε ολόκληρη τη διάρκεια της παρουσίας της στην Ευρώπη”.²⁷

Παραμορφωμένες σοροί εκτελεσθέντων στο στρατόπεδο του Γιασένοβατς.

Οι έρευνες της Jelić-Butić απέδειξαν πως, όταν τον Αύγουστο του 1941 διακόπηκε η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Γιάντοβνο, 35.000 άτομα, σε μεγάλο ποσοστό Σέρβοι και Εβραίοι, είχαν απωλέσει τη ζωή τους. Επίσης, σημαντικός αριθμός γυναικών σερβικής καταγωγής, από κοινού με 1.300 Εβραίες και τα παιδιά τους, μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο του Λόμπογκραντ (προτού αυτό κλείσει το 1942) προς εκείνο του Άουσβιτς. Στο στρατόπεδο της Στάρα Γκράντισκα, το προσωπικό είχε ειδικευθεί στην εξόντωση γυναικοπαίδων.²⁸ Άλλοι 4.500 Σέρβοι και 2.400 Εβραίοι είχαν συγκεντρωθεί στη νήσο Παγκ. Την παραμονή της εκχώρησης της τελευταίας στους Ιταλούς, οι Ούστασε προέβησαν στην εκτέλεση 4.500 κρατουμένων.²⁹ Το 1942, στο Γιαστρέμπαρσκο, μεταφέρθηκαν 1.200 παιδιά από το βόρειο τμήμα της Κράινας. Έπεσαν θύματα της χειρότερης βίας. Τα 486 από αυτά υπέκυψαν αμέσως λόγω ασιτίας και μόνο ένας μικρός αριθμός κατόρθωσε τελικά να αποφύγει την εξόντωση.³º

Ο στρατιωτικός απεσταλμένος του Γ΄ Ράιχ, στρατηγός Glaise von Horstenau, σε έκθεση της 20ής Φεβρουαρίου 1942 με αποδέκτη το Βερολίνο, εκτιμά πως ο συνολικός αριθμός των θυμάτων εντός του NDH κυμαινόταν μεταξύ 200.000 και 700.000 ατόμων. Ο ίδιος θεωρούσε ως περισσότερο ακριβή τον αριθμό των 300.000. Μέλη της κροατικής κυβέρνησης επαίρονταν πως πριν από την είσοδο του 1942 είχαν ήδη εκτελεστεί 250.000 Κροάτες και 200.000 Σέρβοι. Ο Horstenau ήταν της άποψης ότι η πρώτη εκτίμηση ήταν υπερβολική, η δε δεύτερη κατά πολύ κατώτερη της πραγματικότητας.³¹ Οι μαζικές σφαγές επεκτάθηκαν και στα επόμενα χρόνια. Μια από τις σημαντικότερες έλαβε χώρα στην Κοζάρα, στο βορειοδυτικό τμήμα της Βοσνίας, όταν, στο πλαίσιο κοινών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Ούστασε με τους Γερμανούς, δεκάδες χιλιάδες Σέρβοι, μεταξύ των οποίων πολλά παιδιά, έχασαν τη ζωή τους.³²

Edmund Glaise von Horstenau.
Vjekoslav Luburić, ο δήμιος του Γιασένοβατς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προνομιακός στόχος των διώξεων υπήρξαν και οι λειτουργοί της σερβικής ορθόδοξης εκκλησίας. Σε ολόκληρη την επικράτεια του NDH υπήρχαν 9 επισκοπές, 1.100 ναοί, 31 μονές, 800 ιερείς και 160 μοναχοί. Τρεις από τους σημαντικότερους επισκόπους, οι Platon Jovanović της Μπάνια Λούκα, Petar Zimonjić του Σαράγεβου και Sava Trlajić του Κάρλοβατς δολοφονήθηκαν με βίαιο τρόπο. Ο μητροπολίτης του Ζάγκρεμπ Dositej εκτοπίστηκε στο Βελιγράδι, αφού προηγουμένως υπέστη βασανιστήρια. Εντός των ορίων της επισκοπής του Κάρλοβατς, 175 ναοί κάηκαν, καταστράφηκαν ολοσχερώς ή υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Μόνο 14 παρέμειναν άθικτοι. Στην επισκοπή του Πάκρατς, σε σύνολο 99 ναών, 53 πυρπολήθηκαν και άλλοι 22 υπέστησαν ζημιές. Στην επισκοπή της Δαλματίας, σε σύνολο 109 ναών, 18 κατεδαφίστηκαν και 55 υπέστησαν ζημιές. Από τις 12 ναούς, τους οποίους διέθετε η επισκοπή της Μποσάνσκα Δντούμπιτσα 7 κατεδαφίστηκαν και άλλοι 6 υπέστησαν ζημιές. Στην ίδια επισκοπή, ο συνολικός αριθμός των Σέρβων από 32.687 κατήλθε σε 13.286. Στα πέντε χρόνια που διήρκησε το καθεστώς των Ούστασε, στο σύνολο της επικράτειας καταμετρήθηκαν περί τις 400 κατεδαφίσεις σερβικών ναών και μοναστηριών. Πολλοί μετατράπηκαν σε στάβλους, αποθήκες, σφαγεία ζώων, ακόμη και δημόσια αποχωρητήρια. Προτού καταστραφεί πλήρως, η εκκλησία του Γιασένοβατς λειτούργησε ως ιπποφορβείο. Από την εκδικητική μανία των Ούστασε δεν εξαιρέθηκαν ούτε τα ορθόδοξα νεκροταφεία, πολλά από τα οποία βεβηλώθηκαν, καταστράφηκαν και εν συνεχεία χρησίμευσαν ως καλλιεργήσιμη γη. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι περιπτώσεις των νεκροταφείων πέριξ της Μπάνια Λούκα, καθώς και των περιοχών Κάινιτσε, Μπρτσκο, Τράβνικ, Μόσταρ, Λιουμπίνιε, Σλαβόνσκι Μπροντ, Μπόροβο, Τένια και πολλών άλλων.³³

 

Οι μαζικές εκτοπίσεις

Αρμόδιο όργανο για τις εκτοπίσεις των Σέρβων ήταν η Κρατική Διεύθυνση για την Αναβίωση. Η αποστολή της συνίστατο στην υποδοχή και εγκατάσταση πληθυσμών από τη γερμανοκρατούμενη Σλοβενία με τον συνακόλουθο εκπατρισμό των Σέρβων κατοίκων του NDH.³⁴ Ο εν λόγω εκπατρισμός πραγματοποιείτο κατά κύματα και δίχως να υφίσταται κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Σύμφωνα με γερμανικές πηγές, 137.000 Σέρβοι είχαν φύγει οικειοθελώς ή αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την επικράτεια του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους ήδη πριν από το τέλος Ιουνίου 1941. Τα δεδομένα, τα οποία διέθετε την ίδια εποχή η Γενική Διεύθυνση Προσφύγων της Σερβίας, έκαναν λόγο για αριθμό που ξεπερνούσε τα 200.000 άτομα.³⁵

Σε συνέντευξη, την οποία παραχώρησε στη γερμανική εφημερίδα Neue Ordnung, ο Ante Pavelić είχε δηλώσει επί λέξει: “Έχει προκύψει μια σύγχυση σχετικά με τους Σέρβους. Στην Κροατία κατοικούν λίγοι μόνο πραγματικοί Σέρβοι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ορθόδοξους Κροάτες και για Βλάχους. Το όλο πρόβλημα θα λυθεί με τον πλέον ενδεδειγμένο προσφερόμενο τρόπο. Κατόπιν συνεργασίας με τις γερμανικές αρχές, 250.000 Σέρβοι πρόκειται να σταλούν στη Σερβία, ενώ στους υπόλοιπους θα επιτραπεί να παραμείνουν εδώ”.³⁶ Στην ίδια, πάντοτε, συνέντευξη, ο αρχηγός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους αναπαρήγαγε την προσφιλή, αναπόδεικτη ωστόσο, θεωρία του Starčević, σύμφωνα με την οποία οι ορθόδοξοι Σέρβοι της Κροατίας ήταν κροατικής ή βλάχικης προέλευσης Ρουμάνοι κτηνοτρόφοι που χείμαζαν στις Δειναρικές Άλπεις και οι οποίοι, με την πάροδο του χρόνου, είχαν μετεξελιχθεί σε Σέρβους ασπασθέντες το ορθόδοξο δόγμα. Με την είσοδο του 1942, οι Ούστασε προχώρησαν στην ίδρυση μιας κροατικής ορθόδοξης Εκκλησίας, τοποθετώντας επικεφαλής έναν Ρώσο μοναχό. Προφανής τους στόχος ήταν να εξαλείψουν κάθε σερβικό ίχνος.

Ο Ante Pavelić ενώπιον του κροατικού κοινοβουλίου τον Νοέμβριο του 1942.

To σχέδιο του Pavelić δεν κατάφερε να υλοποιηθεί στον βαθμό, τουλάχιστον, που οραματιζόταν ο επικεφαλής του NDH, εξαιτίας της αντίδρασης των γερμανικών αρχών κατοχής της Σερβίας. Μέχρι τις 25 Αυγούστου 1941 είχαν καταμετρηθεί 13.343 περιστατικά Σέρβων, οι οποίοι είχαν “νομίμως” εκπατριστεί στη Σερβία. Στις 22 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, οι Γερμανοί δήλωσαν πως επιχειρήσεις αυτού του είδους έπρεπε να διακοπούν. Μοναδική εξαίρεση αποτελούσαν 3.200 περίπου Σέρβοι, που είχαν συγκεντρωθεί στα στρατόπεδα του Μπγέλοβαρ, της Σλαβόνσκα Ποζέγκα και του Κάμπραγκ, εν αναμονή της μεταφοράς τους στη Σερβία. Παρά ταύτα, οι εκτοπίσεις συνεχίστηκαν και στους επόμενους μήνες, μόνο που δεν καλύπτονταν από τον μανδύα της “νομιμότητας”. Μέχρι το τέλος του 1941, υπολογίζεται ότι οι Ούστασε είχαν εκδιώξει 118.000 άτομα.³⁷

 

Ο προσηλυτισμός στην Καθολική θρησκεία

H ηγεσία της καθολικής εκκλησίας της Κροατίας καλλιέργησε στενές σχέσεις συνεργασίας με το καθεστώς των Ούστασε. Επικεφαλής της ιεραρχίας βρισκόταν ο αρχιεπίσκοπος του Ζάγκρεμπ Alojzije Stepinac, ο οποίος, όχι μόνο χαιρέτισε την άνοδο των τελευταίων στην εξουσία, αλλά έσπευσε να δώσει την ευλογία του στον Ante Pavelić. Οι πλειοψηφία των επισκόπων (πρόκειται για τους καρδινάλιους Sarić στο Σαράγεβο, Bonefaćić στο Σπλιτ, Pusić στο Χβαρ, Srebrenić στο Κρκ, Burić στο Σένι, Aksamović στο Ντιάκοβο, Garić στη Μπάνια Λούκα, Mileta στο Σίμπερνικ) συνέβαλαν ενεργά στην εξάπλωση του καθεστώτος. Πολλοί, μάλιστα, ιερείς και μοναχοί φορούσαν στολές των Ούστασε, ειδικότερα οι φραγκισκανοί της Βοσνίας, οι οποίοι ουδόλως απέκρυπταν τη συμμετοχή τους στα εγκλήματα.³⁸

Στους κόλπους της Κρατικής Διεύθυνσης για την Αναβίωση ιδρύθηκε ένας τομέας, αρμόδιος για τα θρησκευτικά ζητήματα. Ως κύρια αποστολή είχε τον προσηλυτισμό ενός εκατομμυρίου Σέρβων στον καθολικισμό. Αξίζει να σημειωθεί πως η Καθολική Εκκλησία απαγόρευε ρητά τον αναγκαστικό προσηλυτισμό. Οι μαζικές αιτήσεις για δήθεν οικειοθελή αλλαγή θρησκείας ήταν απόρροια πιέσεων και φόβου για αντίποινα. Ο φραγκισκανός αδελφός Dionizije Jurcev, ο οποίος ηγείτο μέχρι τον Νοέμβριο του 1941 της όλης εκστρατείας προσηλυτισμού των Σέρβων, δήλωσε πως “Σε τούτη τη χώρα, μόνο οι Κροάτες δικαιούνται να ζουν. Όσους αρνηθούν να ασπαστούν την Καθολική θρησκεία γνωρίζουμε πολύ καλά που θα τους στείλουμε. (…) Το να σκοτώσει κανείς σήμερα ένα παιδί 7 ετών, επειδή θεωρείται εμπόδιο στο κίνημά μας των Ούστασε, δεν αποτελεί αμάρτημα. (…) Αγνοείστε το γεγονός ότι φορώ ιερατική αμφίεση. Να ξέρετε πως ανά πάσα στιγμή, εάν χρειαστεί, είμαι έτοιμος να πιάσω ένα πολυβόλο και να εξοντώσω οποιονδήποτε αντιμάχεται το Κράτος και τις κροατικές αρχές”.³⁹

Αριστερά: ο επικεφαλής της κροατικής καθολικής εκκλησίας και αρχιεπίσκοπος του Ζάγκρεμπ Alojzije Stepinac. Δεξιά: ο ειδικός απεσταλμένος του Βατικανού στην Κροατία μεταξύ των ετών 1941-1945, Μονσινιόρ Ramiro Marcone (δεξιά στη φωτογραφία), στο πλευρό του Ante Pavelić.

Ο υπουργός των Ούστασε Mirko Puk, επισήμαινε εμφατικά πως το NDH “υποστηρίζει τις ενέργειες προσηλυτισμού των ορθοδόξων στην καθολική θρησκεία, στο ποσοστό που αυτός ακριβώς ο προσηλυτισμός συνιστά επάνοδο στη θρησκεία των προγόνων”, κατέληγε δε λέγοντας, αναφερόμενος σε όποιον αντιστεκόταν σε αυτή την ιστορικά αποδεδειγμένη, όπως έλεγε, πραγματικότητα, “δεν του απομένει παρά να εγκαταλείψει το έδαφος αυτού εδώ του Κράτους”.⁴° Όπου η εκστρατεία εξαναγκασμού στον προσηλυτισμό δεν απέδιδε τα αναμενόμενα, ακολουθούσαν εγκλεισμοί στη φυλακή και σφαγές. Τον Φεβρουάριο του 1942, στα περίχωρα της Μπάνια Λούκα, υπολογίζεται πως εξολοθρεύτηκαν 2.300 Σέρβοι από μονάδες των Ούστασε. Καταγράφηκαν ακόμα και περιπτώσεις ατόμων που μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, παρά το γεγονός ότι, νωρίτερα, είχαν ασπαστεί τον καθολικισμό. Το ίδιο ακριβώς συνέβη περί τα τέλη Μαΐου του ιδίου έτους, όταν σύσσωμος ο σερβικός πληθυσμός της Μποσάνσκα Ντούμπιτσα στάλθηκε στα στρατόπεδα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, υπολογίζεται ότι κατά τα έτη 1941 και 1942, περί τους 240.000 Σέρβοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν θρησκεία.⁴¹

Ο δρ. Rusinović, ειδικός απεσταλμένος της κροατικής κυβέρνησης στο Βατικανό, σε έκθεση της 9ης Μαΐου 1942 επισήμαινε ότι είχε ενημερώσει την τελευταία “πως η Αγία Έδρα διαθέτει τουλάχιστον οκτώ χιλιάδες φωτογραφίες, όπου αποτυπώνονται οι σφαγές των Σέρβων ορθοδόξων”. Ο Γάλλος καρδινάλιος Eugène Tisserant εξέφρασε τον αποτροπιασμό του, πληροφορούμενος την εξαφάνιση 350.000 Σέρβων καθώς και την αξιοθρήνητη διαγωγή των φραγκισκανών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.⁴²

 

 Ο γενικός απολογισμός

Μέχρι σήμερα, δεν έχει εξακριβωθεί επακριβώς ο συνολικός αριθμός των Σέρβων, θυμάτων της τρομοκρατίας των Ούστασε. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη συστηματικής έρευνας στους τόπους εκείνους, όπου τα εγκλήματα διαπράχτηκαν. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται μεταξύ 300.000 και 700.000 ατόμων. Οι αριθμοί των Εβραίων και Αθίγγανων θυμάτων (35.000 και 25.000 αντίστοιχα) παραμένουν αναλλοίωτοι. Αντίθετα, εκείνοι των Σέρβων επί δεκαετίες υπήρξαν αντικείμενο παραποίησης για πολιτικούς λόγους. Μειώνοντας την έκταση του ολοκαυτώματος των Σέρβων, η ύπαρξη του τελευταίου είτε διαψεύδεται πλήρως, είτε περιορίζεται δραστικά, εμφανιζόμενο ως φαινόμενο αντεκδίκησης για έκτροπα σε βάρος των Μουσουλμάνων της ανατολικής Βοσνίας, ή ακόμα και για ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλωτισθέντων Ούστασε. Πρόσφατα, ο Robert Fink, αποκτώντας ο ίδιος πρόσβαση σε χιλιάδες φακέλους των αρχείων της Μπάνια Λούκα, απέδειξε πως η εθνική κάθαρση των Σέρβων της Βοσνίας ήταν κολοσσιαίων διαστάσεων.⁴³

 

Sons of Herod (genocide in independent state of Croatia WWII)

 

O Dušan T. Bataković (Βελιγράδι 1957- Βελιγράδι 2017) ήταν ιστορικός και διπλωμάτης. Έπειτα από μια πλούσια σταδιοδρομία στον χώρο της επιστήμης της Ιστορίας, διετέλεσε πρέσβης της Σερβίας στην Ελλάδα, στον Καναδά, στη Γαλλία και ειδικός σύμβουλος της Προεδρίας της Δημοκρατίας για το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Από το 2008 έως τον θάνατό του, υπήρξε διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Σε δυτικές γλώσσες η πιο πλήρης πραγματεία για το Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος είναι εκείνη των Ladislaus Hory – Martin Broszat, Der Kroatische Ustasha Staat 1941-1945, Stuttgart, Deutche Verlags-Anstalt, 1964. Σχετικά με τα εγκλήματα των Ούστασε βλ. Edmond Paris, Genocide in Satellite Croatia 1941-1945. A Record of Racial and Religious Persecutions and massacres, translated from the French by Louis Perkins, The Institute for Balkan Affairs, Chicago 1962, V. Dedijer, The Yugoslav Auschwitz and the Vatican. The Croatian Massacre of the Serbs during World War II, Prometheus Books Buffalo-New York and Ahriman Verlag Freiburg Germany, 1992, H. Laurière, Assasins au nom de Dieu, Paris 1951, Kruno Meneghello-Dincić, “L’Etat ‘Oustacha’ de Croatie (1941-1945)”, Revue d’histoire de la Deuxième Guerre mondiale, N° 74, avril 1969, pp.43-65, Xavier de Montclos, Les chrétiens face au nazisme et au stalinisme. L’épreuve totalitaire, 1939-1945, Editions Complexe, 1991, pp.151-179. Στην κροατική γλώσσα: F. Jelić-Butić, Ustase i NDH, Globus-Skolska knjiga, Zagreb 1977, B.Krizman, Pavelić izmedju Hitlera i Musolinija, Globus, Zagreb 1983.

² B.Krizman, op. cit., σ. 129.

³ E.Paris, op. cit., σ. 47 υποσ. 7. Βλ. Carlo Falconi, Le silence de Pie XII 1939-1945, Monaco, editions du Rocher, 1965, σ. 274.

⁴ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 14, 15, 23.

Hrvatski narod, Zagreb, 25 Δεκεμβρίου 1941. Βλ. H. Laurière, op. cit., σ. 88.

⁶ Ante Starčević, Izabrana djela (επιμ. Blaz Jurisić), Zagreb 1942, σ. 430.

Hrvatska krajina, Banja Luka, 28 Μαΐου 1941.

⁸ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 196-201.

Hrvatski narod, Zagreb, 17 Απριλίου 1941, N° 64 et 67.

¹º Sime Balen, Pavelić, Zagreb 1952, σ. 65.

¹¹ B. Krizman, op.cit., σ. 120-121.

¹² B. Krizman, op. cit., σ. 120-121.

¹³ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 164, note 95.

¹⁴ B.Krizman, op. cit., σ. 123-124.

¹⁵ Viktor Novak, Magnum Crimen. Pola vijeka klerikalizma u Hrvatskoj, Zagreb 1948, σ. 605.

¹⁶ B. Krizman, op.cit., σ. 124.

¹⁷ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 166.

¹⁸ Ibid., σ. 167. Ανάλογο διαφωτιστικό υλικό με αναλυτική κατάσταση των διώξεων στο E.Paris, op.cit., σ. 59-60, 80-87, 104-107. Σχετικά με τα εγκλήματα των Ούστασε στην Ερζεγοβίνη βλ. Savo Skoko, Pokolji hercegovackih Srba 1941, Beograd 1991. Μαρτυρία ιδίοις όμμασι αποτελεί η πραγματεία του Jean Hussard, Vu en Yougoslavie 1939-1944, Lausanne 1944.

¹⁹ E.Paris, op. cit., σ. 103, 127.

²º Johnatan Steinberg, All or Nothing. The Axis and the Holocaust 1941-1945, Ruthledge, London and New York 1990, σ. 29-30.

²¹ Ibid., σ. 30.

²² Ibid., σ. 38.

²³ Stato Maggiore Generale, Ufficio informazioni, Doc. Nos 00001-00129. L. Maliković (ed.), Krvavi bilans Nezavisne Hrvatske. Iz tajnih dokumenata italijanske armije, Revija 92, Beograd 1991, σ. 1-55.

²⁴ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 186.

²⁵ Ibid., σ. 187, υποσ. 214.

²⁶ E.Paris, op. cit., σ. 132-133.

²⁷ Ibid.

²⁸ F.Jelić-Butić, op. cit., σ. 186-187.

²⁹ E.Paris, op. cit., σ. 129.

³º Ibid., σ. 130.

³¹ Antun Miletić, Koncentracioni logor Jasenovac, Beograd 1986, τ. Α΄, σ. 161.

³² Dragoje Lukić, Rat i djeca Kozare, Beograd 1990, με κατάσταση των 11.196 παιδιών, τα οποία εκτελέστηκαν από τους Ούστασε μεταξύ των ετών 1941-1945.

³³ Dragoslav Stranjaković, Najveci zlocini sadasnjice. Patnje i stradanje srpskog naroda u Nezavisnoj drzavi Hrvatskoj, Decje Novine – Jedinstvo, Gornji Milanovac και Pristina, 1991, σ. 127-185.

³⁴ B. Krizman, op. cit., σ. 127.

³⁵ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 172.

³⁶ Neue Ordnung, Berlin, 24 Αυγούστου 1941.

³⁷ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 170-171, B. Krizman, op. cit., σ. 127.

³⁸ V. Novak, op. cit., σ. 450-700; F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 214-221.

³⁹ V. Novak, op. cit., σ. 627.

⁴° F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 175. Βλ. Dokumenti o protunarodnom radu i zlocinima jednog dijela katolickog klera, Zagreb 1946, passim, Dragoljub R. Zivojinovic-Dejan Lucić, Varvarstvo u ime Hristovo. Prilozi za Magnum Crimen, Beograd 1988, passim.

⁴¹ F. Jelić-Butić, op. cit., p. 175. Cf. Sima Simić, Prekrstavanje Srba u Drugom svetskom ratu, Titograd 1958, passim.

⁴² X. de Montclos, op. cit., σ. 178.

⁴³ Robert Fisk, ‘Cleansing Bosnia at the Camp called Jasenovac’, The Independent, 15 Αυγούστου 1992. Βλ. επίσης Richard West, ‘Convert a third, kill a third’, The Guardian, 20 Αυγούστου,1992.

 

Το παρόν άρθρο βρίσκεται στην αρχική του μορφή με τίτλο Le Génocide dans l’ État Indépendant Croate, 1941-1945 στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://www.rastko.rs/rastko-bl/istorija/batakovic/batakovic-ustase_fr.html

Μια συνοπτική εκδοχή έχει δημοσιευτεί στο Hérodote, N° 67, Paris 1992, σ. 70-80.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Γεωργία Μπακάλη: Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Γεωργία Μπακάλη

Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Η απονομή του «Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος» στον Καβάφη από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου, το 1926, είναι ένα γεγονός για το οποίο, έως σήμερα, δεν γνωρίζουμε πολλά. Καταγράφεται στην χρονογραφία των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Μαρίας Στασινοπούλου (2002):

Μάιος (;): Η δικτατορική  κυβέρνηση του Πάγκαλου απονέμει στον Καβάφη, αλλά και στην ισπανίδα χορεύτρια Αούρεα, το παράσημο του Φοίνικος. Είναι η μόνη διάκριση που αξιώθηκε ο ποιητής όσο ζούσε.  Πίσω από τη βράβευση βρίσκεται ο φίλος και θαυμαστής του Καβάφη, Γ. Χαριτάκης, υπουργός στην τότε κυβέρνηση. Το θέμα συζητιέται πολύ στην Αλεξάνδρεια και άλλοι πιέζουν τον ποιητή να το δεχτεί , άλλοι να το επιστρέψει. Ο ίδιος απαντά «Το παράσημο μου το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, την οποία σέβομαι και αγαπώ. Η επιστροφή του παρασήμου θα είναι προσβολή εκ μέρους μου προς την Ελληνικήν Πολιτείαν, γι’ αυτό και το κρατώ».

Από τις σελίδες της αλεξανδρινής εφημερίδας Ταχυδρόμος μπορούμε να εξακριβώσουμε τι πραγματικά έγινε εκείνη τη βραδιά της Κυριακής, 23 Μαΐου 1926, στο κοσμικό Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας. Τα αλεξανδρινά περιοδικά Νέα Ζωή και Γράμματα παρέθεσαν δείπνο, προς τιμήν του γενικού προξένου Μαρίνου Σιγούρου, με την ευκαιρία της ανάληψης των καθηκόντων του· την ανάμνηση αυτής της τιμητικής βραδιάς αφηγείται, χρόνια μετά, ο Μ. Σιγούρος σε συνέντευξή του στον Μαν. Γιαλουράκη (Ταχυδρόμος, 19.07.1953). Στο δείπνο εκείνο, παρευρίσκονταν όλοι σχεδόν οι διανοούμενοι της ελληνικής Αλεξάνδρειας, σαράντα τέσσερις αντιπρόσωποι των γραμμάτων και των τεχνών. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η Αγγελική Παναγιωτάτου (ιατρός, διευθύντρια του μικροβιολογικού εργαστηρίου του Ελληνικού Νοσοκομείου και ποιήτρια, με το ψευδώνυμο Ίσις), η Θάλεια Φλωρά-Καραβία,  η Ρίκα Αγαλλιανού (μετέπειτα Σεγκοπούλου, ποιήτρια, κληρονόμος του Καβάφη), ο Στέφανος Πάργας (εκδότης των Γραμμάτων) κ.ά. Την επομένη, το εκτενές ρεπορτάζ μετέφερε στιγμιότυπο από τις προπόσεις:

[…] ο κ. Σιγούρος διά του επιλόγου της αντιφωνήσεώς του μετέτρεψε το δοθέν υπέρ αυτού γεύμα, εις τιμητικόν υπέρ του ποιητού μας κ. Κ. Καβάφη, του οποίου, είπε, το όνομα θα παραμείνει και όταν ακόμη ουδέν θα έχει εκ της ακμαίας και ανθούσης σήμερον ελληνικής αποικίας.

Ταχυδρόμος-Ομόνοια, 24.05.1926.

Κεντρικά σημεία της Αλεξάνδρειας σε καρτ ποστάλ εποχής.

Ο Μ. Σιγούρος, οικουμενική προσωπικότητα (ελληνοϊταλικής καταγωγής, ποιητής, μεταφραστής, διπλωμάτης), αν και ήταν το τιμώμενο πρόσωπο, προτίμησε να τιμήσει κατά την πρόποσή του τον Καβάφη, παρόμοια και οι εκλεκτοί συνδαιτυμόνες: «Στη γενική συμμετοχή πρωτοστάτησε ο Καβάφης και στην ανταλλαγή των προπόσεων έκρινα πως έπρεπε να ανταποδώσω την τιμή στον Αλεξανδρινό ποιητή», λέγει ο Σιγούρος στη συνέντευξή του. Συνεπώς, την Κυριακή 23 Μαΐου 1926, στο Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας, τίμησε τον Καβάφη ο Σιγούρος – όχι ο Πάγκαλος στην Αθήνα, όπως ίσως αφήνεται να εννοηθεί στο Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Τσίρκα.

Ως προς την επίσημη τιμή προς τον Καβάφη: στις 12.07.1926 υπογράφτηκε από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλο δίπλωμα «εις πίστωσιν» της απονομής του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος. Δύο περίπου μήνες μετά (08.09.1926), ο Μ. Σιγούρος διαβίβασε στον Καβάφη το δίπλωμα αυτό του παράσημου «προς ένδειξιν τιμής διά το ποιητικόν υμών έργον», εκφράζοντας με την ευκαιρία την ιδιαίτερη υπόληψή του προς τον ποιητή (βλ. Ίδρυμα Ωνάση/ Αρχείο Καβάφη/Νομικά έγγραφα). Η σύνδεση της απονομής με τον φίλο του Καβάφη Γ. Χαριτάκη και υπουργό στην τότε κυβέρνηση (σύμφωνα με το χρονολόγιο των Δ. Δασκαλόπουλου – Μ. Στασινοπούλου), δεν αποκλείει τη σύνδεση και με τον Σιγούρο, αν λάβουμε υπόψη τον θεσμικό του ρόλο, ως προξένου στην Αλεξάνδρεια.

Αριστερά: Μαρίνος Σιγούρος, Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια (πηγή: Ελληνικό Λογτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Δεξιά: Το δίπλωμα του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικα που απονεμήθηκε στον ποιητή από την Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας με χρονολογική ένδειξη 12/7/1926 (© 2016-2018 Αρχείο Καβάφη, Ίδρυμα Ωνάση).

Με τη βράβευση του Καβάφη δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα ο αθηναϊκός Τύπος· η είδηση πέρασε μόνο στα ψιλά της Πρωίας (23.07.1926):

Εις τον Έλληνα ποιητήν της Αλεξανδρείας κ. Κ. Καβάφην απενεμήθη το Αργυρούν Παράσημον του Τάγματος του Φοίνικος.

Ο Καβάφης είναι γνωστότατος μεταξύ των διανοουμένων μας και τιμάται ιδιαζόντως υπό της μορφωμένης Ελληνικής κοινωνίας της Αιγύπτου διά την εξαιρετικήν του μόρφωσιν και το ισχυρόν του ποιητικόν ταλέντο. 

Το, μάλλον, άνευρο αυτό δημοσίευμα ο (φιλοκαβαφικός) Ταχυδρόμος (28.07.1926) σχολίαζε ειρωνευόμενος: «Οι άσπονδοι φίλοι του κ. Καβάφη, οι ανησυχήσαντες μήπως η είδησις της παρασημοφορίας του ήτο ψευδής, παρακαλούνται να ησυχάσουν». Άλλες αθηναϊκές εφημερίδες δεν αναφέρονται στην απονομή (θα έλεγε κανείς, ενθυμούμενος τον καβαφικό «Οροφέρνη», πως «ίσως η ιστορία να το πέρασε, και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει»).

Στην Αλεξάνδρεια, την απονομή χαιρέτισε πρώτος ο Ταχυδρόμος (24.07.1926). Στο αθησαύριστο (όσο διαπίστωσα) πρωτοσέλιδο άρθρο του, ο αρχισυντάκτης και χρονογράφος Αγησίλαος Αριστοκλής (Αριστό) συνθέτει έναν υπέρ του Καβάφη λόγο. Επιδοκιμάζεται εξαρχής το γεγονός της παρασημοφορίας «[…] αυτό δεν είναι μικρό πράγμα, που ανεγνωρίσθη συμπολίτης μας ποιητής από κυβέρνησιν ελληνικήν», με το σκεπτικό ότι κάθε παρασημοφορία «Έλληνος λογίου, πρέπει να θεωρείται γεγονός παρήγορον διά τα Ελληνικά γράμματα […]». Ειδικότερα για τον Καβάφη τονίζεται ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του, πως δεν είναι «πλασμένος για να συγκινεί», αλλά είναι ποιητής που «αναγκάζει τον άλλον να σκέπτεται», χαρακτηριστικό που, σκόπιμα, όπως φαίνεται, συνδέεται με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό: «γενικώς, οι άνθρωποι μάλιστα δε οι εξ αυτών Έλληνες, προτιμούν να συγκινούνται φιλολογικώς παρά να σκέπτονται…». Και παρότι, συνεχίζει, ο Καβάφης «θέλησε να μπει στο μυαλό του άλλου» και γι’ αυτό «τα ηύρε μπαστούνια απ’ τους πολλούς», που προτιμούν να συγκινούνται «οσάκις στρέφονται προς τα γράμματα […] παρά να σκέφτονται», αυτό δεν σημαίνει ότι «είναι ολιγότερον άξιος τιμής». Σημαντικό, λοιπόν, είναι το γεγονός ότι, μολονότι ο Καβάφης γράφει ποίηση «εγκεφαλική» και γι’ αυτό «δεν κατόρθωσε παρά τους ολίγους να απασχολήσει», η ελληνική πολιτεία τον βράβευσε. Ο συντάκτης εκφράζει την ικανοποίησή του για την παρασημοφόρηση και για τον λόγο ότι εφεξής θα προσέχουν αυτοί που διασύρουν ανευλαβώς τον ποιητή των Κεριών, τη φήμη του οποίου προσπαθεί να αποκαταστήσει:

«Ο Καβάφης δεν εννοεί ν’ απασχολεί διαρκώς τον πνευματικόν κόσμον […] Σχολιάζεται πάνω εις τα ολίγα που έδωσε και δίδει. Και πώς τα δίδει! Ουδέποτε ποιητής υπήρξε τόσον καουτσουκέ [sic], τόσον αθόρυβος, τόσον διακριτικός και εις τούτο: γράφει το ποίημά του, το τυπώνει αμέσως και σου το βάζει στη τσέπη σου, όπως σου ρίχνουν εκεί, με πολλάς προφυλάξεις, ερωτικήν επιστολήν μπρος σε κόσμον».

Η ιδιότυπη εκδοτική πρακτική του Καβάφη είναι κι αυτή απόδειξη του ξεχωριστού ήθους του· όμως, όπως γράφει, «[…] είναι ανάγκη ο ποιητής της Αλεξανδρείας να παραδώσει εις το τυπογραφείον το ποιητικόν του άπαντον […] Ο Καβάφης είναι καιρός να βρίσκεται και εις το βιβλιοπωλείον, όχι δε μόνον στις τσέπες των φίλων του σαν καπνοσακούλα ή στας στήλας περιοδικών και εφημερίδων […]». Τότε μόνο, αν δηλαδή διαβαστεί από το πλατύ κοινό, ο κόσμος δεν θα σκεφτεί, «όπως δυνατόν να σκεφθεί σήμερον, ότι το Κράτος ετίμησεν έναν ποιητήν του τελείως ερήμην του κοινού…».

Εντύπωση, ωστόσο, θα προξενούσε στον αναγνώστη του Ταχυδρόμου η αλλαγή της στάσης του στο θέμα του παράσημου. Ο ανοιχτά αντιπαγκαλικός Ταχυδρόμος είχε ειρωνευτεί αρχικά (20.05.1926) τόσο την ιδέα του Πάγκαλου να συστήσει νέο παράσημο (απορώντας αν ήθελε με τον Φοίνικα να αναγεννήσει την Ελλάδα σαν άλλος Καποδίστριας) όσο και λίγο αργότερα (17.06.1926) την, πολιτικών σκοπιμοτήτων, ανταλλαγή Μεγαλόσταυρων «μεταξύ των δικτατόρων» Πάγκαλου και Μουσολίνι. Η απονομή του Καβάφη είναι προφανές ότι για τον Ταχυδρόμο αποτελούσε μια ηθική δικαίωση και μια ευκαιρία αναγνώρισης και επανεκτίμησης του ποιητικού έργου του. Εντέλει μετρούσε ως εξαιρετική τιμή της ελληνικής πολιτείας και, κατ’ επέκταση, του ελληνισμού.

Το θέμα της απονομής συζητήθηκε πολύ στην Αλεξάνδρεια. Από το άρθρο της εφημερίδας Ομόνοια-Ταχυδρόμος (13.08.1926) με τον παιγνιώδη τίτλο: «Το παράσημον της … Αρουραίας», μαθαίνουμε ότι η (αλεξανδρινή) Εφημερίς συσχέτισε την απονομή του Καβάφη με εκείνη της Áurea. Η συσχέτιση αυτή έδωσε αφορμή σε μερικούς άσπονδους φίλους του ποιητή να παρακινήσουν το περιοδικό Οθόνη, να διερευνήσει τη γνώμη διανοουμένων της παροικίας για τη στάση του Καβάφη απέναντι στην κυβέρνηση που τον τίμησε. Ο Ταχυδρόμος θεωρεί άστοχη τόσο τη συσχέτιση όσο και την έρευνα της Οθόνης, για τον εξής λόγο: «Διότι ο κ. Καβάφης δεχθείς μετά θερμών ευχαριστιών την προσγενομένην αυτώ τιμήν, δεν οφείλει ουδέ δικαιούται να κρίνει και να επικρίνει την κυβέρνησιν διότι ετίμησε αύτη και ανάξια τοιαύτης τιμής πρόσωπα. Πολύ δε ολιγότερον να επιστρέψει το παράσημο». Έτσι, η Ομόνοια-Ταχυδρόμος κρατάει μακριά τον Καβάφη από τους όποιους ειρωνικούς συσχετισμούς ή δηκτικούς υπαινιγμούς, μη παραλείποντας όμως να εκφράσει την αγανάκτησή του για την παρασημοφόρηση ανάξιων προσώπων. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Πάγκαλου παρασημοφόρησε διαδοχικά δύο ανθρώπους της τέχνης, οι οποίοι δεν ήταν το ίδιο άξιοι να τιμηθούν, έδωσε λαβές ώστε να συζητηθεί έντονα στην Αλεξάνδρεια η παρασημοφόρηση του Καβάφη. Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται και στη διαφορετική αντιμετώπιση της Áurea (όπως την υπαινίσσεται η εφημερίδα): «την οποίαν εγνωρίσαμεν μεν ημείς εδώ, οι εν Αθήναις όμως εξέλαβον ως μεγάλη καλλιτέχνιδα». Άλλη μία έμμεση βολή για το κοινό της Αθήνας. Παρόμοια στάση, αποσύνδεσης των δύο απονομών, κρατάει και η Αργώ (Σεπτέμβριος 1926), παρότι, κρίνοντας από πολιτική σκοπιά την παρασημοφόρηση, την αποκηρύσσει:

«Η κυβέρνηση της δικτατορικής “κατάστασης” παρασημοφόρησε τον ποιητή Κ. Π. Καβάφη. Νομίζουμε πως ένα τέτοιο διάβημα κάθε άλλο παρά τιμή αποτελεί για τον ποιητή…»

«Μα θαρρούμε πολύ αδικαιολόγητα μερικοί απαιτούν από τον κ. Καβάφη να αρνηθεί το παράσημο, μόνο και μόνο γιατί δόθηκε και στην Αουρέα».

Με σατιρική διάθεση, η αιχμηρή γελοιογραφία του Ν. Παπά, δημοσιευμένη στο περιοδικό Ίσις (Δασκαλόπουλος – Στασινοπούλου, σ. 122-123), φέρει τον  τίτλο: «Οι δύο παρασημοφορηθέντες και οι αναρίθμητοι μνηστήρες». Απεικονίζεται ημίγυμνη η Áurea, σαν κοινή γυναίκα ή χορεύτρια σε καμπαρέ, με ένα πέπλο πίσω της, ο Καβάφης ντυμένος σαν ταυρομάχος, κι οι δυο τους σε χορευτική πόζα κρατώντας φύλλα φοίνικα. Απέναντί τους παράταξη λογίων της εποχής (Σικελιανός, Καζαντζάκης κ.ά) στην ουρά για το παράσημο(;). Γελοία αναπαράσταση της απονομής και υποτίμηση του τιμώμενου Καβάφη.

Η επίμαχη γελοιογραφία.

Θα άξιζε εδώ να ειπωθούν λίγα λόγια για την Áurea, η παρασημοφόρηση της οποίας συνδέθηκε τόσο κακόπιστα με του Καβάφη. Η Áurea de Sarrá (1884-1974) ήταν γνωστή για τους πλαστικούς χορούς της, που αναπαρίσταναν περιπέτειες και δράματα θεών και ηρώων της αρχαιότητας (όπως η αναπαράσταση του θρήνου της θεάς Δήμητρας στην Ελευσίνα). Μάλιστα, θεωρήθηκε, στον τομέα του χορού, η καλύτερη εκπρόσωπος του πολιτιστικού κινήματος της Καταλονίας, του Νoucentisme (κυρίαρχο στοιχείο του η επιστροφή στον κλασικό και τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό). Παρά την όποια φήμη της, η αθηναϊκή εφημερίδα Εμπρός (15.05.1926) εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή της για την παραχώρηση αρχαιολογικών χώρων σε ξένες χορεύτριες, υποστηρίζοντας πως είναι μια ανήθικη και εμπορικότατη εκμετάλλευση που έπρεπε να σταματήσει – ένα ζήτημα με προϊστορία που συχνά επανέρχεται στο προσκήνιο! Η Áurea απαντώντας υπερασπίστηκε την τέχνη της, με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, ότι της παραχωρήθηκε ο ναός του Καρνάκ (Εμπρός, 19.05.1926) κατά την περιοδεία της στην Αίγυπτο (ενδεχομένως το πρόσφατο πέρασμα της Áurea από την Αλεξάνδρεια να προκάλεσε στους κύκλους πόλης συνειρμούς, ώστε να συσχετιστούν οι δύο απονομές). Οι παραστάσεις της στο Ηρώδειο και στην Ελευσίνα τελούσαν υπό την προστασία του πρωθυπουργού και προέδρου της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλου (συνήθης η προβολή δικτατόρων μέσα από το κλασικό παρελθόν) καθώς και του Ισπανού πρεσβευτή (Ελεύθερος Τύπος, 28.05.1926). Επιπλέον, ο (αντικαβαφικός) Κωστής Παλαμάς και ο αρχαιολόγος Αλέξανδρος Φιλαδελφέας, παρόντες κι αυτοί στις παραστάσεις της, την τιμούσαν με τη φιλία τους. Θα μπορούσε να δει κάποιος μια σειρά από ειρωνικές συμπτώσεις στη συγκυρία της τιμής προς τον Καβάφη.

Áurea de Sarrá

Για αρκετό διάστημα μετά την απονομή ζωήρευε η δημόσια συζήτηση στην Αλεξάνδρεια γύρω από τον ποιητή. Φαίνεται πως κορυφώθηκε με τη δημοσίευση (στο περιοδικό Οθόνη) της συνέντευξης του Κ. Παλαμά στον λόγιο του Καΐρου Λουκά Χριστοφίδη (το επίμαχο απόσπασμα όπου ο Παλαμάς αμφισβητεί απαξιωτικά την καβαφική ποίηση αναδημοσίευσε η Ομόνοια-Ταχυδρόμος (18.10.1926). Οι συζητήσεις αυτές στάθηκαν αφορμή να γεννηθεί, αντίβαρο στην καβαφική πολεμική, ένα λογοτεχνικό περιοδικό, η Αλεξανδρινή Τέχνη (Ταχυδρόμος, 02.12.1926), υποστηριζόμενο από τον Καβάφη, σύμφωνα με τον Τσίρκα. Στο πρώτο μάλιστα τεύχος (Δεκέμβριος 1926) και στη στήλη Σημειώματα, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, σχολιάζεται η απονομή σύντομα μεν αλλά με τρόπο ρητό και απόλυτο. Δίνεται έτσι μια απάντηση σε όσα επικριτικά είχαν μέχρι τότε γραφεί, ίσως και για να κατασιγάσει ο θόρυβος που είχε προκληθεί στην Αλεξάνδρεια: 

«Η Ελληνική Πολιτεία έκαμε άριστη εκλογή απονέμοντας στον ποιητή Κ.Π. Καβάφη τον Φοίνικά της».

«Παίρνοντάς το για σύμβολο της άφθαρτης αξίας του Ποιητή, διαδηλώνομε σ’ αυτόν την βαθειά εκτίμηση και τον αμείωτο σεβασμό που τρέφομε στο έργο του».

Ο Κ.Π. Καβάφης με το βλέμμα του Στρατή Τσίρκα.

 

Η Γεωργία Μπακάλη είναι εκπαιδευτικός και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Βιβλιογραφία, δικτυογραφία

«Σημειώματα», περ. Αλεξανδρινή Τέχνη, τχ. 1/1 (Δεκ. 1926) 21.

«Σημειώματα», περ. Αργώ, Αλεξάνδρεια, τχ. 3/3 (Σεπτ. 1926) 119.

Στρατής Τσίρκας, «Κ. Π. Καβάφης, Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Βίου του», Επιθεώρηση Τέχνης, 108 (12/1963) 699.

Δημήτρης Δασκαλόπουλος – Μαρία Στασινοπούλου, Ο Βίος και το Έργο του Κ. Π. Καβάφη, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2002.

Χ. Λ. Καράογλου, «Καβαφικά βιβλιογραφικά πελεκούδια και ροκανίδια», Κονδυλοφόρος, 12 (2013) 241-249.

 Ευχαριστίες

Ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Γρανάδας Μόσχο Μορφακίδη Φυλακτό για τη μετάφραση του άρθρου:

https://www.raco.cat/index.php/RevistaGirona/article/view/99469/125498

Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στον Χ. Κ. Καράογλου, ομότιμο καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας ΑΠΘ, για τα λήμματα της βράβευσης και τις χρησιμότατες υποδείξεις στο κείμενο.

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη: Έμφυλες διαστάσεις της Ελληνικής παροικίας στην Αίγυπτο του 19ου και 20ού αιώνα

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη

Έμφυλες διαστάσεις της Ελληνικής παροικίας

στην Αίγυπτο του 19ου και 20ού αιώνα

 

Ιστορικό πλαίσιο

Η εγκατάσταση των Ελλήνων στη νεότερη Αίγυπτο και η ιστορικά αποτελεσματική παρουσία τους εκεί διαπιστώνεται στις αρχές του 19ου αιώνα, επί Μωχάμετ Άλη. Η Αίγυπτος του 19ου αιώνα ευνόησε την Ελληνική διασπορά προσφέροντάς της απλόχερα γόνιμο έδαφος, οικονομικό και πολιτικό, για να αναπτύξει εντυπωσιακή δραστηριότητα. Ο Μωχάμετ Άλη υπολόγιζε πολύ στη συμβολή των Ελλήνων παροίκων προκειμένου να υλοποιήσει το πολιτικό του σχέδιο, που συνίστατο στην αποδέσμευση της Αιγύπτου από το οθωμανικό κράτος και την πρόσδεσή της στις Ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Αναγκαίο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή θεωρούσε την καθιέρωση της εκτατικής καλλιέργειας του βάμβακος και, μέσω αυτής, το ιστορικό άνοιγμα της χώρας προς τη Δύση. Η οργανική συνεργασία των Ελλήνων παροίκων με τις Δυτικές μητροπόλεις ήταν το πλαίσιο αυτής της αμοιβαία επωφελούς διευθέτησης.

Εποποιΐα και η Ευποιΐα είναι δύο εμβληματικά σημαίνοντα που συνοψίζουν το ιστορικό αποτύπωμα του περάσματος των Ελλήνων από τη χώρα του Νείλου. Στην πορεία αυτή η δεσπόζουσα πτυχή είναι  «ο δρόμος του βαμβακιού»,  που παραμένει ακόμη ένας θρύλος για όσους τον έζησαν.

Η εξέλιξη του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού χωρίζεται σε τρείς μεγάλες περιόδους που σηματοδοτούν και την συνολική του ιστορία.

  • Η πρώτη περίοδος εκτείνεται μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και αντιστοιχεί στην συγκρότηση και ανάπτυξη της παροικίας. Ανάπτυξη δημογραφική, οικονομική και κοινοτική. Ιδιαίτερα ενισχύθηκε η θέση της παροικίας μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Αραμπή (1882) και την κατάληψη της Αιγύπτου από την Αγγλία. Η κυριαρχία των Άγγλων ταυτίστηκε με τη δημιουργία του Quartier Grec στην Αλεξάνδρεια, γεγονός που άλλαξε τον πολιτικό προσανατολισμό της παροικίας. Μία εκδήλωση αυτής της αλλαγής ήταν και το ότι οι Κοινοτικές εκλογές του 1884 ανέδειξαν την Αγγλόφιλη ομάδα των Ζερβουδάκη-Σαλβάγου-Μπενάκη πλάι στους Ράλλη-Αβέρωφ.

  • Η δεύτερη περίοδος καλύπτει το πρώτο τρίτο του 20ού αιώνα και φτάνει πρακτικά μέχρι το 1930. Εμφανίζει υψηλούς δημογραφικούς ρυθμούς και αντιπροσωπεύει την εν γένει ωριμότητα και ακμή της παροικίας. Ακμή δημογραφική, οικονομική και κοινοτική με επέκταση και στην Ελλάδα, όπου οι Αιγυπτιώτες συμμετέχουν αποφασιστικά στον αστικό μετασχηματισμό τον οποίο προωθούσε ο Βενιζελισμός και ο Ευεργετισμός που ανέπτυξαν. Ακολούθησαν τα ταραγμένα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της σε όλους τους τομείς.

  • Η τρίτη περίοδος ξεκινά γύρω στο 1930 και έχει ως σταθμούς το 1934 (ψηφίζεται ο Νόμος 51 και θεσμοθετείται ο κρατικός έλεγχος στις ποικιλίες βάμβακος) και το 1937 (καταργούνται οι Διομολογήσεις). Σ’ αυτή την περίοδο η παροικία ακολουθεί την φθίνουσα πορεία του αποικιακού συστήματος και μπαίνει σε κρίση. Κρίση δημογραφική, οικονομική και κοινοτική. Αμέσως μετά το 1952 και την επανάσταση του στρατού καθίστανται εμφανή τα σημεία της δημογραφικής κρίσης και της επακόλουθης διάλυσής της το 1960.

Και στις τρεις αυτές περιόδους η ιστορία έδειξε ότι οι Αιγυπτιώτισσες όλων των κοινωνικών τάξεων συμμετείχαν με τρόπο ουσιαστικό, διακριτό και αναγνωρίσιμο στο γίγνεσθαι της Ελληνικής παροικίας.

Ξένες παροικίες στην Αίγυπτο. Η πολυπληθής ελληνική κατέχει αριθμητικά την πρώτη θέση.

Συγκρότηση και εξέλιξη της παροικίας

Στην πρώτη περίοδο η παροικία συγκροτείται κυρίως μέσω της εισροής ανδρών μεταναστών πού αναζητούσαν έναν τόπο εργασίας και επιβίωσης, συγκεντρώνοντας τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε η μετακίνησή τους να χαρακτηρίζεται «οικονομική μετανάστευση».

Στην Αιγυπτιακή Απογραφή πληθυσμού του 1897 παρατηρούμε ότι όσο μεγαλώνει η απόσταση από την θάλασσα, δηλαδή από το εύφορο Δέλτα του Νείλου, τόσο περισσότεροι είναι οι άντρες που επιδίδονται μόνοι τους στην περιπέτεια της εγκατάστασης στους δύσκολους εκείνους τόπους, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αλεξανδρείας και του Καΐρου. Χαρακτηριστικά, στις επαρχίες της Βεχέρας, της Μενουφίας και της Γιαλουμπίας, όπου κυριαρχούσαν οι σκληρές και επίπονες ασχολίες με τη γη κυρίως, ο αριθμός των Ελληνίδων υπολείπεται αισθητά των ανδρών παροίκων.

Από τα δεδομένα αυτά συμπεραίνουμε ότι η συγκεκριμένη μετανάστευση στην Αίγυπτο του 19ου αιώνα εκτός από «οικονομική» ήταν και «έμφυλη», με ό,τι επακόλουθα είχε αυτό στην συγκρότηση της παροικίας. Στη συνέχεια, χάρις στις Αδελφότητες των συντοπιτών που εξασφάλιζαν την σύσφιξη των ανθρώπινων δεσμών στις συνθήκες του μαζικού εκπατρισμού, αλλά και χάρις στα προξενιά που γίνονταν, οι άντρες της παροικίας προτρέπονταν να ταξιδέψουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους προκειμένου να παντρευτούν τη γυναίκα που τους είχαν προξενέψει στην οικεία Αδελφότητα. Ακολουθούσαν οι «κουμπαριές», που έπλεκαν δεσμούς αλληλοϋποστήριξης και βλέψεις για πιθανή κοινωνική άνοδο, και η οριστική εγκατάσταση και των γυναικών στην παροικία.

Με τον τρόπο αυτό, η «οικονομική μετανάστευση» μετατρεπόταν εύκολα και γρήγορα σε «μετανάστευση εγκατάστασης». Δηλαδή στην αρχή ήταν η ανάγκη που έδιωχνε τους ανθρώπους από τον τόπο τους προς ένα άλλο τόπο όπου ήλπιζαν ότι θα βρουν εργασία και ψωμί για να ζήσουν. Στη συνέχεια οι άνθρωποι αυτοί επέλεγαν ένα νέο τόπο εγκατάστασης, ο οποίος προοριζόταν να γίνει η δεύτερη πατρίδα τους.

Διαμονητήριο που εξέδωσε το Γενικό προξενείο της Ελλάδας στο Κάιρο το 1902 (Συλλογή Ιωάννη Ζήλλη).

Σε αυτές τις συνθήκες οι Αιγυπτιώτισσες επιτελούν ζωτική λειτουργία στο οικογενειακό και κοινωνικό πεδίο. Η δομική συμβολή τους στη συγκρότηση και αναπαραγωγή της παροικίας συνεχώς αυξάνει και τελικά δεσπόζει. Οι οικογένειες που δημιουργούσαν συνιστούσαν τον θεμελιώδη θεσμό, μέσω του οποίου οι άνθρωποι οργάνωναν τη ζωή τους και τις δραστηριότητές τους, ενώ ταυτόχρονα εξασφάλιζαν τη συνέχεια της Ελληνικότητας και της ορθοδοξίας στις συνθήκες της πολυπολιτισμικής και πολυεθνικής αποικιοκρατούμενης Αιγύπτου.

Στην πορεία της, η παροικία ανέδειξε πολλά ζευγάρια που σημάδεψαν την ιστορία του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού. Ενδεικτικά μόνο αναφέρομαι στα ακόλουθα :

Μιχαήλ Τοσίτσας και Ελένη Τοσίτσα

Εμμανουήλ Μπενάκης και Βιργινία Χωρέμη

Μικές Σαλβάγος και Αργίνη Μπενάκη

Θεόδωρος Κότσικας και Δέσποινα Μπενάκη

Μιχάλης Καζούλλης και Μαρίκα Δραγούμη

Γεώργιος Σπετσερόπουλος και Αθηνά Μαλούχου

Σοφοκλής Βενιζέλος και Ζωή Ροδοκανάκη

Απόστολος Πάντος και Αλίκη Μάνου

Παλαιολόγος Γεωργίου και Αλκμήνη Πετρώνδα

Νίκος Ζελίτας (Στέφανος Πάργας) και Στέλλα Κρεμεζή

Έχει ενδιαφέρον εδώ το γεγονός ότι η Αιγυπτιώτισσα σύζυγος δεν κινήθηκε μόνο στη σκιά του συζύγου της. Λειτούργησε και αυτοτελώς στα επίπεδα της μητρότητας, της κοινωφελούς δραστηριότητας, της φιλανθρωπίας, της εκπαίδευσης, της επιστήμης και της υπερεθνικής κοινωνικής αλληλεγγύης, δημιουργώντας αυτό που της ταίριαζε σε ένα περιβάλλον κοσμοπολίτικο και επηρεασμένο από τα Ευρωπαϊκά ρεύματα.

Η οικογένεια Εμμανουήλ Μπενάκη.

Μητρότητα

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μητρότητας στις Αιγυπτιώτισσες Ελληνίδες είναι τα ακόλουθα:

  • Η σπουδαιότητα της μεταναστευτικής ροής για την υποστήριξη της δημογραφικής συγκρότησης και ανάπτυξης της παροικίας. Όπως είπαμε πιο πάνω, στα αρχικά στάδια οι μετανάστες ήταν άντρες, οι οποίοι δεν παντρεύονταν γυναίκες από την Αίγυπτο αλλά από τον τόπο καταγωγής τους με τη διαμεσολάβηση των Αδελφοτήτων, που στην προκειμένη περίπτωση λειτουργούσαν και ως μηχανισμός που εξασφάλιζε νύφες. Ειδικά στην φάση αυτή οι μετανάστριες που εισέρεαν στην Αίγυπτο ήταν νέες γυναίκες. Η απουσία του παραδοσιακού σογιού, που υποστήριζε την μητρότητα ανεξάρτητα από την παρουσία της μητέρας, ήταν καθοριστική ως προς τη σταδιακή μείωση της γεννητικότητας.

  • Η διαχρονική τάση μείωσης των ρυθμών της δημογραφικής λειτουργίας (β΄ και γ΄ περίοδος). Όπως έδειξε η έρευνά μας για τον ελληνισμό του Καΐρου μεταξύ των ετών 1927-1936 παρατηρήθηκε έντονη μείωση της γεννητικότητας, της οποίας το ποσοστό μειώθηκε κατά το 1/4, από 40‰ σε 30‰ (βλ. πίνακα που ακολουθεί)

 

Ποσοστά (‰) δημογραφικών συμβάντων της Καϊρινής παροικίας (1907-1946)
Περίοδος Μέσος πληθυσμός δεκαετίας Γεννητικότητα Γαμηλιότητα
1907-1916 17.284,5 40,19 13,95
1917-1926 17.682,5 39,22 13,58
1927-1936 18.532,0 30,60 11,48
1937-1946 16.311,0 36,56 20,16

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Οι Έλληνες του Καΐρου.

 

Έπεται η γαμηλιότητα, που το ποσοστό της φθίνει κατά περίπου το 1/5, από 14 ‰ σε 11,5‰. Ακολουθεί η θνησιμότητα, το ποσοστό της οποίας μειώνεται κατά το 1/6, από 30‰ σε 25 ‰.

Η μεγάλη καμπή στη δημογραφική λειτουργία της Καϊρινής παροικίας αντιστοιχεί, λοιπόν, στην περίοδο 1927-1936. Πρόκειται για δομικό μετασχηματισμό της παροικιακής δημογραφίας, που αντιστοιχεί στη διαδικασία της δημογραφικής μετάβασης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η μετάβαση αυτή από το Ανατολικό μοντέλο γαμηλιότητας-γονιμότητας στο Δυτικό πραγματοποιήθηκε κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο, με την παράλληλη δηλαδή μείωση της γεννητικότητας και της θνησιμότητας, και μάλιστα με περισσότερο έντονη τη μείωση της γεννητικότητας. Το αρχικό υπόδειγμα δημογραφικής λειτουργίας αντιστοιχούσε σε αυτό της χώρας καταγωγής (Ελλάδα) και μάλιστα με ρυθμούς γεννητικότητας που προσομοιάζουν με αυτούς της χώρας υποδοχής (Αίγυπτος). Ωστόσο, η δημογραφική μετάβαση πραγματοποιήθηκε τελικά σύμφωνα με το πρότυπο των χωρών και των πολιτισμών αναφοράς (Δυτική Ευρώπη). Παρατηρούμε λοιπόν ότι η κοσμοπολίτικη κουλτούρα της Καϊρινής παροικίας αποδέσμευσε το πρότυπο της δημογραφικής της λειτουργίας τόσο από τη χώρα υποδοχής όσο και από τη χώρα καταγωγής και ανέδειξε τους προνομιακούς δεσμούς της με τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις.

 

Επαγγελματικός βίος

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το ζήτημα της γυναικείας επαγγελματικής δραστηριότητας. Στα πρώτα χρόνια ζωής της παροικίας, η εξωτερική γυναικεία απασχόληση φαίνεται να μη συνηθιζόταν στην Αίγυπτο σε κορίτσια μικρότερα των 10 ετών. Έτσι, στην απογραφή του 1897 (βλ. πίνακα που ακολουθεί) μόνο το 20% του συνόλου των αλλοδαπών γυναικών (7.440/37.669) αναφέρεται ως απασχολούμενο και κατά κύριο λόγο ως οικιακές βοηθοί (2.683/7.440, ήτοι το 36% των εργαζομένων), ως εκπαιδευτικοί(1.749/7.440, ήτοι το 24%) και στη νηματουργία-υφαντουργία (1.251/7.440,ήτοι το 17%).

Απογραφή 1897: Επαγγέλματα γυναικών (άνω των 10 ετών) κατά εθνικότητα (Πηγή: Centre d’ études et de documentation économiques, juridiques et sociales – CEDEJ).

Το σύνολο των εργαζομένων Ελληνίδων είναι 17%. Ειδικότερα, στις οικιακές βοηθούς η συντριπτική πλειονότητα ήταν Ελληνίδες (42%), ακολουθεί ο τομέας της εκπαίδευσης (22%) και τελευταίος ο τομέας της νηματουργίας-υφαντουργίας (24%).

Η εργασία, ιδίως για λογαριασμό τρίτων (π.χ. οικιακή βοηθός, υπάλληλος, δασκάλα, κλπ.) έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις χρόνου, κόπου και ψυχοδιανοητικής επένδυσης. Οι πόροι αυτοί αφαιρούνται και δεν είναι πλέον διαθέσιμοι για τη μητρότητα. Γι’ αυτό τον λόγο οι διαστάσεις της γυναικείας εργασίας έξω από την οικογένεια αντιπροσωπεύουν ενδείκτη που εκφράζει τη διαθεσιμότητα για μητρική μέριμνα, και κατ’ επέκταση την πραγματικότητα και την αναπαράσταση της μητρότητας στη συγκεκριμένη κοινωνία. Όσο μεγαλύτερες είναι οι διαστάσεις της γυναικείας εργασίας τόσο μεγαλύτεροι είναι οι περιορισμοί και οι πιέσεις που ασκούνται στις μητρικές δραστηριότητες.

Διαπαιδαγώγηση

Ανοιχτά μυαλά, οι πάροικοι από πολύ νωρίς είχαν σε υψηλή αξία την επαγγελματική εκπαίδευση. Τα κορίτσια τους τα έγραφαν στη Σχολή κοπτικής- ραπτικής και αργότερα στην Μέση Εμπορική του Αβερωφείου, που ήταν αντίστοιχη με την Σαλβάγειο επαγγελματική, Σχολή που προτιμούσαν για τα αγόρια τους. Ηθικά στοιχεία σε γενικές γραμμές, ενίσχυαν οικονομικά την πατρική τους οικογένεια και κυριαρχούσε η αλληλοσυμπαράσταση. Γενικότερα τα παιδιά τους ανατρέφονταν με αγάπη αλλά και αυστηρότητα. Ο ρόλος της Αιγυπτιώτισσας μητέρας σε αυτό ήταν καθοριστικός.

Μετά τον πόλεμο, λόγω της βελτίωσης των οικονομικών, πολλοί πάροικοι φρόντιζαν να διαμένουν σε καλές γειτονιές των μεγάλων πόλεων όπου κατοικούσαν, να έχουν ποιότητα ζωής στο σπίτι τους, καλή εκπαίδευση για τα παιδιά τους και να ασχολούνται με εξωσχολικές δραστηριότητες, όπως προσκοπισμός, αθλητισμός, μουσική, θέατρο, μπαλέτο. Διοργάνωναν πάρτι για τα γενέθλιά τους και την ονομαστική τους γιορτή, κυρίως Χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν. Διαμορφώνονταν έτσι άτομα κοινωνικά και φιλοπρόοδα, ενώ οι κοινωνικές εκδηλώσεις της παροικίας αποτελούν σημείο νοσταλγικής αναφοράς για όσες και όσους τα έζησαν.

Όσο περνούσαν τα χρόνια δίνανε μεγαλύτερη βαρύτητα στη μόρφωση. Τα παιδιά έπρεπε να τελειώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και να αναπτύσσουν την κοινωνικότητά τους μέσα από τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις τους. Αγόρια και κορίτσια μαθήτευαν σε χωριστά κτίρια στα σχολεία τους, αλλά με τους Συλλόγους και τις Αδελφότητες γνωρίζονταν μεταξύ τους και είχαν άνεση στην επικοινωνία τους. Εξ ου και είχαν δημιουργηθεί ειδύλλια με κατάληξη τον γάμο. Στα περισσότερα σπίτια τώρα υπήρχε μία συγγενής, μία γιαγιά ή μία θεία που βοηθούσε στο νοικοκυριό και στην ανατροφή, η οποία περιλάμβανε καλούς τρόπους, καθαρή εμφάνιση, τήρηση του προγράμματος των μαθημάτων, προσέλευση στην εκκλησία, σεβασμό στους μεγαλύτερους.

Αν και καθε νοικοκυριό, πλούσιο ή φτωχό, είχε τη δική του αντίληψη και λειτουργία, σημαντικοί αρωγοί για την καλή ανατροφή των παιδιών τους ήταν το σχολείο, η εκκλησία, η τήρηση από όλους των ηθών και εθίμων που είχαν καθιερωθεί, γεγονός που βάρυνε αποφασιστικά στη σύσφιξη των σχέσεων των παροίκων.

Στους ξενιτεμένους Αιγυπτιώτες κυριαρχούσε το πνεύμα της φιλοπατρίας, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι οι σχέσεις της παροικίας με την Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα πυκνές και υποστηρικτικές. Οι Αιγυπτιώτες πάροικοι μοιράστηκαν με τους κατοίκους του ελληνικού κράτους τις κοινωνικές και τις πολιτικές εξελίξεις, τις εθνικές περιπέτειες και τις παγκόσμιες κρίσεις, από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα αντιαποικιακά κινήματα, που οδήγησαν ένα μεγάλο κομμάτι του Ελληνισμού της διασποράς στην επανασύμπτυξή του στο εθνικό κέντρο.

Από τον πίνακα των πεσόντων που ακολουθεί διαπιστώνουμε ότι πολλοί πάροικοι, από όλα τα κοινωνικά στρώματα της παροικίας, έχασαν τη ζωή τους σε αυτούς τους πολέμους.

Παρόλα αυτά ο Ελληνισμός της Αιγύπτου προσπάθησε με κάθε τρόπο να αμβλύνει τον πόνο από τις ανθρώπινες απώλειες στα πεδία των μαχών. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα που έστειλε ο πρόεδρος της ελληνικής Κοινότητας Καΐρου, Θεόδωρος Π. Κότσικας, συμπαραστεκόμενος στον αντιπρόεδρο της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας, Νικόλαο Βατιμπέλλα, για τον θάνατο του γιού του.Η στάση λοιπόν και η συμμετοχή των Ελληνικών Κοινοτήτων και των παροικιακών οικογενειών στα αποφασιστικά εθνικά και διεθνή γεγονότα, όπως τα προαναφερθέντα, εικονογραφούν ανάγλυφα τη διάσταση του «κρατικού μηχανισμού υπό κλίμακα», που χαρακτηρίζει τη λειτουργία ολόκληρης της παροικίας Αιγύπτου.

Αριστερά: Ονόματα πεσόντων παροίκων στους πολέμους 1914-1922. Δεξιά: Ο Γεώργιος Β΄ στην Αίγυπτο στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

 Κοινωφελής δραστηριότητα

Στα τέλη του 19ου αιώνα το ζήτημα της σωματεμπορίας είχε απασχολήσει τους κρατικούς λειτουργούς και τους φιλανθρώπους σε όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη. Έτσι, το 1876 ιδρύθηκε στην Ελβετία η Διεθνής Ένωση Προστασίας των Νεανίδων, η National Vigilance Association καθώς και η Traveller’s Aid Society.

Στην Αίγυπτο, οι Ελληνίδες που έφταναν μόνες τους για να βρουν εργασία βρίσκονταν απροστάτευτες και εκτεθειμένες σε πλείστους κινδύνους. Για την προστασία τους, η Βιργινία Μπενάκη ίδρυσε τον Δεκέμβριο 1909 το Άσυλο Προστασίας Ελληνίδων, που λειτουργούσε παράλληλα με τον Διεθνή Σύνδεσμο κατά της Σωματεμπορίας. Μέλη της Κεντρικής Επιτροπής για την σύνταξη του Κανονισμού του Ασύλου ήταν η Βιργινία Μπενάκη (Πρόεδρος) και οι Μπαλάνου, Πηλαβάκη, Θεοδωράκη, Κέπετζη, Κορομηλή και Παπαδοπούλου, προερχόμενες από την ανώτερη κοινωνική τάξη της παροικίας.

Την ίδια εποχή, ήδη στην Αθήνα είχαν αρχίσει να λειτουργούν γυναικείες φιλανθρωπικές ομάδες που συγκέντρωναν γυναίκες διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων προκειμένου να αναπτύξουν σημαντική κοινωφελή δραστηριότητα.

Από αίσθημα υψηλής κοινωνικής ευθύνης, πολλές Αιγυπτιώτισσες, προερχόμενες από όλες τις κοινωνικές τάξεις της παροικίας, συμμετείχαν ενεργά αναπτύσσοντας εξαιρετική δραστηριότητα στον τομέα αυτόν. Δημιουργήθηκαν οι «Σύλλογοι Κυριών» , η «Ελληνική Ένωση Γυναικών Αιγύπτου» και η «Φιλολογική Συντροφιά Ελληνίδων Γυναικών Αιγύπτου». Οι οργανώσεις αυτές πρόσθεσαν στις καθαρά φιλανθρωπικές δραστηριότητες (υποστήριξη των Ορφανοτροφείων, των λαϊκών συσσιτίων, των φτωχοκομείων και των παιδικών εξοχών) και άλλες πρωτοβουλίες κοινωνικής αναμόρφωσης. Τέτοιες ήταν οι Ημερήσιες Σχολές, οι καμπάνιες για την αναμόρφωση του σωφρονιστικού συστήματος, οι επαγγελματικές Σχολές, τα Κυριακά Σχολεία για τον λαό, το κίνημα υπερεθνικής αλληλεγγύης στις αγωνιζόμενες Αιγύπτιες για παραχώρηση ψήφου.

Εμπνεύστηκαν τη δημιουργία στοχευμένων εράνων που γίνονταν τις παραμονές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Τέτοιο ήταν το γνωστό «τριανταφυλλάκι», φτιαγμένο από πολύχρωμο χαρτί, που την Μεγάλη Εβδομάδα κινητοποιούσε ολόκληρη την παροικία και έκανε να συσφίγγονται οι ανθρώπινες σχέσεις των παροίκων. Εμπνεύστηκαν την συγκέντρωση και τη διανομή φαρμάκων για τους απόρους, γεγονός που αντανακλά την πρόνοια που έδειξαν για τις πρώτες κοινωνικές ανάγκες της παροικίας. Καθιέρωσαν το φιλανθρωπικό λαχείο, διάφορες λαχειοφόρες αγορές και χοροεσπερίδες, των οποίων οι εισπράξεις κάλυπταν πολλές ανάγκες της παροικίας και των ιδρυμάτων της.

Το αποτέλεσμα αυτής της λειτουργίας των Ελληνίδων στην Αίγυπτο ήταν να αναπτυχθεί η ιδιαιτερότητα του πολιτισμικού χαρακτήρα της παροικίας και να εδραιωθεί το αίσθημα της εθνικής συνείδησης στον εκτός του περιορισμένου ελληνικού κράτους παροικιακό χώρο.

Το Ελληνικό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας.

Φιλανθρωπία – ευεργετισμός

Πολλές Αιγυπτιώτισσες ανέπτυξαν την ανθρωπιστική τους λειτουργία με υποδειγματικό τρόπο αναδεικνύοντάς την σε κοινωνική παρέμβαση με μέγιστη σημασία. Πρόκειται για γυναίκες που άσκησαν φιλανθρωπία και δίδαξαν την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αγάπη στον πλησίον και την χριστιανική καλοσύνη.

Γενικά, φιλάνθρωπος είναι ένα άτομο (ο/η δυνάμενος/η) που βοηθάει πλήθος άλλων ατόμων (αδυνάμων). Πρόκειται για μία προσωπική λειτουργία από άνθρωπο σε άνθρωπο που την συναντάμε στην παραδοσιακή κοινωνική ζωή, χαρακτηρίζεται από την διιστορικότητα των παραδοσιακών διανοουμένων και θυμίζει τον τρόπο που λειτουργούσε ο παπάς και ο γιατρός στην παραδοσιακή κοινωνία.

Στην κοινωνία υποδοχής των παροίκων, ο Ισλαμισμός διδάσκει το Σαντακάτ (φιλευσπλαχνία) ως ενδεδειγμένη στάση που ενθαρρύνει όλο τον κόσμο να κάνει το καλό. Το Σαντακάτ , για το οποίο πολύ συχνά μιλάει το Κοράνι, διαφοροποιείται από το Ζακάτ (ευεργεσία) η λειτουργία του οποίου είναι υποχρεωτική αλλά μόνο για τους πλούσιους.

Κάτι ανάλογο γινόταν και στις αρχαίες ελληνικές πόλεις . Η ευεργεσία ήταν υποχρεωτική μόνο για τους εύπορους που μπορούσαν να την πράξουν (κατ’ αναλογία με το Ζακάτ). Αντίθετα, η φιλανθρωπία που αναπτύχθηκε στη νεοελληνική κοινωνία και στην Αιγυπτιώτικη παροικία αποτελεί έκφραση ψυχικής ανάγκης των ανθρώπων που γίνεται με σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη χωρίς να επιβάλλεται από την χριστιανική θρησκεία (κατά αναλογία με το Σαντακάτ).

Ο φιλάνθρωπος με τη διασπορά της αγαθοεργίας του ανταποκρίνεται σε προσωπικά αιτήματα συνανθρώπων του καλύπτοντας τις ανάγκες τους. Καλλιεργεί έτσι την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αγάπη στον πλησίον και την χριστιανική ηθική. Το έργο του διακόπτεται υποχρεωτικά με τον φυσικό του θάνατο, που σημαίνει και το τέλος της συγκεκριμένης χειρονομίας από τον συγκεκριμένο άνθρωπο, ενώ το όνομά του πλέον μένει στις προφορικές διηγήσεις μόνο ως ανάμνηση του «καλού και φιλάνθρωπου ανθρώπου».

Ανάμεσα στους Έλληνες της παροικίας, το όνομα της  Μαρίκας Καζούλλη στην Αλεξάνδρεια έμεινε στη μνήμη για τη φιλανθρωπική της δράση και την έμπρακτη υποστήριξή της όχι μόνο στους ομογενείς της παροικίας, αλλά και στους συνανθρώπους της του Αιγυπτιακού πληθυσμού. Μεγάλη φιλάνθρωπος, η Μαρίκα Καζούλλη ανέπτυξε σπάνια κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα. Σύζυγος του ευεργέτη Μιχάλη Καζούλλη, κόρη του πρωθυπουργού της Ελλάδας το 1909 Στέφανου Δραγούμη και αδελφή του διπλωμάτη και πολιτικού Ιωνα Δραγούμη, ίδρυσε το 1918 τον «Εθνικό Σύνδεσμο Ελληνίδων Αιγύπτου» που συντηρούσε τα φιλανθρωπικά Ιδρύματα ολόκληρης της ελληνικής παροικίας. Η φιλανθρωπική της όμως δραστηριότητα αναπτύχθηκε και με προσωπικές χειρονομίες ατομικής αρωγής σε φτωχούς ανθρώπους, δραστηριότητα που της προσέδωσε το προσωνύμιο «Μάννα». Ήταν η «Μάννα» του φτωχού που το όνομά της προκαλούσε σεβασμό . Ήταν τόσο μεγάλη η κοινωνική της προσφορά που η ημέρα του θανάτου της (22 Νοεμβρίου 1939) κηρύχθηκε ημέρα πένθους σε ολόκληρη την Αλεξάνδρεια.

Μπενάκειο οικονομικό συσσίτιο.

Αν και η φιλανθρωπία διαφοροποιείται από τον ευεργετισμό, ωστόσο και  τα δύο αναπτύχθηκαν στην παροικία με έντονη την γυναικεία έμπρακτη συμμετοχή.

Συγκεκριμένες Αιγυπτιώτισσες της παροικιακής αστικής τάξης, ακολουθώντας την οικογενειακή τους παράδοση, λειτούργησαν και στην κλίμακα του ευεργετισμού, που είναι κατ΄εξοχήν αστική ιδεολογία και πραγματώνεται μέσα από τον κύριο κώδικα της κεφαλαιοκρατικής λειτουργίας, ήτοι του χρήματος. Ανταποκρίθηκαν στο τρίπτυχο της ευεργετικής λειτουργίας και διέθεσαν σημαντικά χρηματικά ποσά για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, την παροικία και το εθνικό κέντρο. Η Ελένη Τοσίτσα, σύζυγος του Μιχαήλ Τοσίτσα, ανέλαβε την οικονομική κάλυψη προκειμένου να δημιουργηθεί το Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα και ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Η Βιργινία Μπενάκη , σύζυγος του Εμμανουήλ Μπενάκη, δημιούργησε το Δημοτικό πολυιατρείο Αθηνών. Η Ευφροσύνη Ιωνίδη, σύζυγος του Δημητρίου Κασσαβέτη, είναι ευεργέτιδα του Ωδείου Αθηνών ενώ η Ιωάννα Καζούλλη, σύζυγος του Παναγιώτη Αριστόφρωνος, ανέλαβε την δαπάνη για τις απαλλοτριώσεις και τις ανασκαφές στην Ακαδημία Πλάτωνος και κληροδότησε μέρος του οικοπέδου της βίλας της στην Κηφισιά, προκειμένου να χτιστεί το νοσοκομείο ατυχημάτων ΚΑΤ.

Οι ξεχωριστές αυτές Αιγυπτιώτισσες πραγματοποίησαν μία προσωπική διαδρομή με όρους ατομικής εποποιίας και ευποιίας στην υπηρεσία του κοινού αγαθού. Υπηρέτησαν τους θεσμούς, την υγεία, την παιδεία, τον πολιτισμό. Με το ευεργέτημά τους προσέφεραν όχι μόνο σε έναν άνθρωπο που είχε κάποια συγκεκριμένη ανάγκη, όπως έκαναν όσες ανέπτυξαν την φιλανθρωπία. Προσέφεραν στο σύνολο των ανθρώπων, αφού υπηρετώντας τους θεσμούς δημιούργησαν νοσοκομεία, σχολεία, ωδεία και μουσεία. Λειτούργησαν δηλαδή όχι ως παραδοσιακοί διανοούμενοι (φιλάνθρωποι) αλλά ως οργανικοί διανοούμενοι (με την Γκραμσιανή έννοια) και προσέφεραν τα μέγιστα στην οργάνωση της κοινωνίας, καθώς ως ευεργέτες διεκπεραίωσαν έργα στη θέση της συντεταγμένης πολιτείας και των συλλογικοτήτων. Τα έργα τους παραμένουν σε λειτουργία και μετά τον θάνατό τους, καθώς και η αναγνώριση του έργου τους.

 

Γυναικεία εκπαίδευση

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, το ζήτημα της γυναικείας εκπαίδευσης απασχόλησε πολύ τόσο την μητροπολιτική Ελλάδα όσο και τον χώρο του παροικιακού Ελληνισμού. Το ενδιαφέρον τους για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης των γυναικών βρισκόταν σε ευθεία αναλογία με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ωστόσο, όπως είναι αναμενόμενο, η εκπαίδευση των κοριτσιών στην παροικία της Αιγύπτου αρχίζει πολύ αργότερα από τα αγόρια, όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα «Σχολεία κορασίδων» (Παρθεναγωγεία) σε όλες τις Ελληνικές Κοινότητες.

Στην Αλεξάνδρεια οι αδελφοί Θεόδωρος και Μιχαήλ Τοσίτσας το 1854 ίδρυσαν και λειτούργησαν την «Τοσιτσαία Σχολή θηλέων». Το 1878 ιδρύεται η Αβερώφειος Σχολή Αλεξανδρείας, που το 1909-10 μετονομάστηκε σε «Αβερώφειο Παρθεναγωγείο-Διδασκαλείο». Την ίδια χρονιά ολοκληρώθηκε το κτήριο που στέγασε την τότε Ζερβουδάκειο Αστική Σχολή αρρένων και το οποίο αργότερα έγινε μικτής φοίτησης. Το 1918-19 το Αβερώφειο Διδασκαλείο μετονομάζεται σε «Ανώτερο Αβερώφειο Παρθεναγωγείο» και το 1935-36 σε «Αβερώφειο γυμνάσιο θηλέων», ενώ δημιουργείται και η «Μέση Εμπορική Σχολή» του Αβερωφείου. Από το 1926 αρχίζει την λειτουργία της η «Φαμηλιάδειος Δημοτική Σχολή αρρένων και θηλέων».

Σχολείο θηλέων στην Αλεξάνδρεια.

Εν τω μεταξύ, στα τέλη Οκτωβρίου 1883 ο Ευάγγελος Αχιλλόπουλος, από την Δρέσδη όπου βρισκόταν, κληροδότησε στην κοινότητα 15.000 λίρες Αιγύπτου προκειμένου να ιδρυθεί το «Αχιλλοπούλειο Παρθεναγωγείου Καΐρου».

Παράλληλα ιδρύθηκαν επαγγελματικές Σχολές γυναικών όπου διδάσκονταν κοπτική, ραπτική και πλέξιμο.  Η εξέλιξη αυτή έρχεται να συναντήσει ανάλογες κινήσεις που γίνονταν στην Αθήνα από το ζεύγος Χίλλ, την Καλλιρόη Σιγανού-Παρρέν και την Σεβαστή Καλησπέρη.

Η αξία της γνώσης στα κορίτσια, κυρίως των ανώτερων και μέσων κοινωνικών τάξεων της παροικίας, αντανακλάται στον αυξανόμενο αριθμό κοριτσιών που παρακολουθούσαν την σχολική εκπαίδευση. Όχι μόνο στα Κοινοτικά σχολεία αλλά και σε πολλά ιδιωτικά ξένα Σχολεία – κυρίως στα Γαλλικά και στα Ιταλικά.

Η εκπαίδευση των Αιγυπτιωτισσών είχε δύο στόχους: τη μόρφωση οικοδεσποινών, που θα εξασφάλιζαν γαλήνη και ασφάλεια στην οικογενειακή ζωή, και την εκπαίδευση διδασκαλισσών. Η επιλογή του κατάλληλου χώρου για την μόρφωση των παιδιών τους, καθώς και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων για την καλύτερη εξωοικιακή επαγγελματική τακτοποίηση των επιστημονικά ειδικευμένων κοριτσιών, απασχόλησε τους Αιγυπτιώτες γονείς.

Άνθρωποι δραστήριοι και οξυδερκείς, πολλοί από αυτούς αποφάσισαν να στείλουν τις κόρες τους στην Αθήνα προκειμένου να φοιτήσουν εσώκλειστες στα Αρσάκεια Σχολεία Ψυχικού. Το μελλοντικό σχέδιο ήταν να εργαστούν ως δασκάλες στα Κοινοτικά σχολεία της Αιγύπτου ή όπου αλλού θα μπορούσαν να είναι απαραίτητες. Η μελέτη στο Αρχείο του Αρσακείου για τις Αιγυπτιώτισσες που μαθήτευσαν εκεί την 30ετία 1892-1921 παρέχει πολύτιμες πληροφορίες αναφορικά με την ηλικία τους, τον ακριβή τόπο καταγωγής τους καθώς και την κοινωνική τους προέλευση, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο επάγγελμα του πατέρα τους.

Διαπιστώθηκε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κοριτσιών έρχονταν από την Αλεξάνδρεια, ένας μικρός αριθμός μαθητριών ήταν από το Κάιρο και ελάχιστες από την Μανσούρα. Εκεί, οι Αιγυπτιώτισσες βρέθηκαν ανάμεσα σε άλλα κορίτσια ομογενών που προέρχονταν από την Ρωσία, Γερμανία, Ιταλία, την Κωνσταντινούπολη, τις Κυδωνίες, το Βουκουρέστι, την Τεργέστη, τη Σμύρνη, την Οδησσό, ακόμη και από την Νέα Υόρκη, γεγονός που εικονογραφεί και τις διαστάσεις της Ελληνικής διασποράς . Από το Αρσάκειο πήρε το πτυχίο της δασκάλας το 1878 η Καλλιρόη Παρρέν που αργότερα έγινε διευθύντρια στο Παρθεναγωγείο Οδησσού. Το έτος 1920 διακρίνουμε στο μαθητολόγιο την Στέλλα Κρεμεζή από την Αλεξάνδρεια, με πατέρα παραγγελιοδόχο ( εμπορικές λειτουργίες) η οποία στην ηλικία μόλις των 19 ετών φοιτά στο Αρσάκειο και είναι υποψήφια δασκάλα. Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια παντρεύτηκε τον λόγιο Νίκο Ζελίτα(1888-1938). Περισσότερο γνωστός με το όνομα Στέφανος Πάργας , ο Νίκος Ζελίτας ήταν εκδότης του περιοδικού «Γράμματα» και ιδρυτής του εβδομαδιαίου περιοδικού «Παναιγύπτια».

Η διδασκαλική μόρφωση των κοριτσιών συνέβαλε στην ενδυνάμωση της εθνικής τους ταυτότητας και μέσω της επαγγελματικής τους αποκατάστασης  διευκολύνθηκε η προσαρμογή τους στις νέες κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνονταν τότε στον Αιγυπτιακό πολυεθνικό χώρο. Πολύ παραστατική η Αλεξανδρινή εκπαιδευτικός  Αθηνά Ρουσσάκη το 1912 συμπύκνωσε τις νέες κοινωνικές ευαισθησίες και προοπτικές στο σύνθημα «Τόπο στις γυναίκες». Λίγο αργότερα ο μυθιστoριογράφος Κώστας Τσαγκαράδας, με καταγωγή από το Πήλιο, γνώστης των καθημερινών εξελίξεων στην παροικία,  καταπιάστηκε με την ιστορία των γυναικών (The history of women) κάνοντας αναφορά σε 1000 γυναίκες διαφορετικών λαών και εποχών. Το 1926 δημοσίευσε το έργο του Women under androcracy, βιβλίο που η Αγγελική Παναγιωτάτου του ζήτησε να το παρουσιάσει στη «Φιλολογική Συντροφιά Ελληνίδων Κυριών Αιγύπτου» που εκείνη διηύθυνε.

Το 1929 ιδρύθηκε η Διδασκαλική Ένωση Αλεξανδρείας και Καΐρου . Οι σκοποί της Ένωσης ήταν συντεχνιακοί και απέβλεπαν στη βελτίωση της πνευματικής και της οικονομικής  θέσης των εκπαιδευτικών ολόκληρης της παροικίας. Στις δραστηριότητές της πολύ γρήγορα συμπεριέλαβε την οργάνωση διαλέξεων και συνεδρίων επιστημονικού και κοινωνικού περιεχομένου, στα οποία συμμετείχαν και μέλη άλλων Διδασκαλικών Ενώσεων.

Τον Απρίλιο 1931, στο πρώτο Διδασκαλικό Συνέδριο Αλεξανδρείας εντυπωσίασε η εισήγηση της διευθύντριας του Παρθεναγωγείου του Πορτ – Σαΐντ, Καίτης Μαλανδρή. Στο θέμα των ορίων της γυναικείας επαγγελματικότητας διατύπωσε τη δική της άποψη, εμφανώς επηρεασμένη από τον προλεταριακό χώρο του Πόρτ – Σαΐντ και από τις φεμινιστικές διακηρύξεις της Αιγυπτίας Doria Shafik, που τότε έδινε μεγάλο αγώνα υπερασπιζόμενη τις γυναίκες και την γυναικεία υπόθεση. Μπροστά στις νέες κοινωνικές απαιτήσεις λοιπόν  η Μαλανδρή διακήρυξε ότι έβλεπε τις γυναίκες «όχι μόνο να εργάζονται και να λαμβάνωσι υπεύθυνο δράση, αλλά και να επιζητούν αναγνώρισιν δικαιωμάτων». Τις ίδιες απόψεις υποστήριζαν η καθηγήτρια του Αβερωφείου Αλεξανδρείας Ηρώ Αρμενοπούλου και η διευθύντρια του επιφανούς αυτού Σχολείου Αλκμήνη Πετρώνδα.

Ωστόσο, στο ίδιο Διδασκαλικό Συνέδριο η εισήγηση της Πηνελόπης Χριστάκου, διευθύντριας του Αχιλλοπουλείου Παρθεναγωγείου Καΐρου, ήταν σε διαφορετική κατεύθυνση. Στο ζήτημα «Ποία είναι η θέσις της γυναίκας μέσα στην κοινωνία και ποίαι πρέπει να είναι αι εκπαιδευτικαί της κατευθύνσεις», η συντηρητική Χρηστάκου στηλίτευσε την γυναικεία επαγγελματικότητα και πρότεινε «να περιοριστεί η γυναίκα στα καθαρά γυναικεία επαγγέλματα, όπως ήταν τα ιατρικά», και  επισήμανε (τιμώντας ίσως και τη θέση της ως διευθύντριας) την πληρότητα των γνώσεων που παρέχονταν στα κορίτσια του Αχιλλοπουλείου Παρθεναγωγείου.

Η ουσιαστική απόκλιση των εισηγήσεων των δύο διευθυντριών της παροικίας, πέρα από τη διάσταση των απόψεων, προδίδει και την ένταση των συζητήσεων μεταξύ των εκπαιδευτικών του χώρου αλλά και της ευρύτερης ακαδημαϊκής και πολιτικής κοινότητας της εποχής.

Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Πρύτανης και Καθηγητής της ΦΜΣ Αθηνών, Αντώνης Χρηστομάνος, το 1897 υποστήριζε ότι «η χειραφέτηση των γυναικών εγένετο ήδη συρμός και θα ήτο μάταιος αναχρονισμός να καταπολεμήται παρ’ ημίν. Οφείλομεν να ανεχώμεθα αυτάς και να μήν παρακωλύωμεν την επιστημονικήν ανάπτυξιν του γυναικείου φύλου, αλλά και να μην ενισχύωμεν αυτάς δι’ υπερβολικής ενθαρρύνσεως». Τις απόψεις του Αντώνη Χριστομάνου αντέκρουσε 30 χρόνια αργότερα ο Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής και Πρόεδρος της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών Κωνσταντίνος Μέρμηγκας όταν, το 1927, δημόσια υποστήριζε ότι «θα έπρεπε να αποκλείονται οι γυναίκες από της πανεπιστημιακής παιδεύσεως«.

Γυναίκες επιστήμονες

Για την Αιγυπτιώτισσα Αγγελική Παναγιωτάτου (1875-1954), με καταγωγή από τη Θηνιά της Κεφαλονιάς, το ερώτημα «εάν οι επιστήμες έχουν φύλο» δεν είχε βάση και δεν έπρεπε ούτε να συζητείται. Η Αγγελική Παναγιωτάτου είναι η πρώτη γυναίκα που αποφοίτησε από την Ιατρική Αθηνών. Αντιμετώπισε βέβαια το ανδροκρατούμενο περιβάλλον (1893-1897) στα αμφιθέατρα της Ιατρικής Σχολής και τα θορυβώδη επιφωνήματα των συμφοιτητών της «στην κουζίνα, να πάς στην κουζίνα σου»!

Εκείνα τα χρόνια ήταν άθλος για μία γυναίκα ακόμη και να ονειρευτεί ότι θα γινόταν γιατρός. Ωστόσο, η  Αγγελική Παναγιωτάτου έγινε όχι μόνο γιατρός αλλά και Καθηγήτρια της Ιατρικής, στον Τομέα της Υγιεινής και Τροπικής Παθολογίας. καθώς και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Εμπνευσμένη Ελληνίδα η Παναγιωτάτου, όταν το 1900 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια ανέπτυξε σημαντική κοινωνική και ανθρωπιστική δράση. Με δική της πρωτοβουλία λειτούργησε το «Κυριακάτικο Σχολείο» που παρείχε βασική μόρφωση στους εργαζόμενους παροίκους. Ίδρυσε τις «παιδικές εξοχές» που στις περιόδους των σχολικών διακοπών βοηθούσαν τα οικονομικά αδύναμα παιδιά της παροικίας. Το 1934 ίδρυσε την Φιλολογική Συντροφιά Κυριών Αιγύπτου, γνωστή με το όνομα «Φιλολογικό σαλόνι» της Παναγιωτάτου, που λειτούργησε ως το 1954. Διετέλεσε Σύμβουλος του Μπενακείου Ορφανοτροφείου, στέλεχος του Συλλόγου «Πτολεμαίος» και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ελληνίδων.

Γιατρός υγιεινολόγος η Παναγιωτάτου για πολλά χρόνια εργάσθηκε κοντά στον μικροβιολόγο Καθηγητή Στέφανο Καρτούλη. Στα τέλη του 19ου αιώνα οι επιδημίες χολέρας και πανώλης (πανούκλα) ήταν εξαιρετικά θανατηφόρες στην Αίγυπτο. Για την θανατηφόρα ασθένεια γράφει ο γιατρός και επιφανής πάροικος του Καΐρου Διονύσιος Οικονομόπουλος  ότι «από τον Οχτώβρη του 1895 ως το Φλεβάρη του 1896 πέφτει νέα επιδημία πανούκλας, με σαράντα χιλιάδες θύματα». Μπροστά στην επείγουσα αυτή κατάσταση, η Αγγελική Παναγιωτάτου αποσύρθηκε στο λοιμοκαθαρτήριο του Ελ Τορ και εκεί, στους πρόποδες του όρους Σινά όπου βρισκόταν το λοιμοκαθαρτήριο, μελέτησε τις επιδημίες και πρότεινε τρόπους ίασής τους. Για το συγκεκριμένο ερευνητικό της έργο βραβεύθηκε το 1902 από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση με το παράσημο του Τάγματος του Νείλου. Η Αγγελική Παναγιωτάτου είναι η πρώτη γυναίκα που βραβεύθηκε από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση. Η πρώτη βραβευμένη γυναίκα στην Αίγυπτο είναι Αιγυπτιώτισσα!

Η Αγγελική Παναγιωτάτου στο γραφείο της

Πολιτική συνείδηση και υπερεθνική αλληλεγγύη

Οι επιφανείς και επώνυμες αυτές γυναίκες είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα της συμβολής της Αιγυπτιώτισσας Ελληνίδας στη πρόοδο της  εκπαίδευσης, της επιστήμης, της κοινωφελούς δραστηριότητας, της φιλανθρωπίας και του ευεργετισμού στην παροικία.

Πολλές μαρτυρίες συγκλίνουν στο ότι και οι Αιγυπτιώτισσες των λαϊκών τάξεων καλλιεργούσαν και διατηρούσαν αγαθές σχέσεις και ισχυρούς δεσμούς με τις Αιγύπτιες γυναίκες και γενικότερα με τον Αιγυπτιακό λαό.

Η ανάπτυξη πολιτικής συνείδησης τις έκανε όλο και περισσότερο να συνειδητοποιούν τα προβλήματα από την έλλειψη της γυναικείας χειραφέτησης. Στις αρχές του 20ου αιώνα είδαμε την Αγγελική Παναγιωτάτου να μάχεται στα αμφιθέατρα της Ιατρικής Σχολής Αθηνών για τα δικαιώματα των γυναικών στην μάθηση. Την ίδια εποχή, η εκπαιδευτικός Αθηνά Ρουσσάκη-Γερμανού συμπυκνώνοντας τις νέες κοινωνικές ευαισθησίες και προοπτικές έκλεινε τις δημόσιες ομιλίες της με το πρόσταγμα «κάντε τόπο στις γυναίκες».

Πρωτοπόρος του γυναικείου κινήματος στον Αιγυπτιακό χώρο ήταν η Huda Sha’arawi (1879-1947). Γεννημένη στην Μίνια το 1879 μετείχε στον οργανισμό «Αιγυπτιακή Ένωση γυναικών» και μέχρι τον θάνατό της το 1947 στο Κάιρο αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των γυναικών. Παράλληλα, η εμφάνιση της Αιγυπτίας φεμινίστριας Doria Shafik (1908-1975) άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο στο ζήτημα της υπερεθνικής αλληλεγγύης.  Γεννημένη το 1908 στην Τάντα, η Doria Shafik το 1948 οργάνωσε το κίνημα Πέντ Αλ Νείλ ( ένωση κοριτσιών του Νείλου) προκειμένου να ενισχυθεί η πολιτική συνειδητοποίηση των γυναικών της Αιγύπτου και να τους δοθεί το δικαίωμα ψήφου. Τον Φεβρουάριο 1951 μαζί με τις Ragia Ragab, Fathia Al Falaky, Amina Shokry και άλλες πέντε Αιγύπτιες, ηγήθηκε της πρώτης γυναικείας διαδήλωσης στην Αίγυπτο. Ακολούθησαν κι άλλες κινητοποιήσεις σε συνδιοργάνωση με το Συνδικάτο Δημοσιογράφων.

Στις 16 Ιανουαρίου 1956, μετά την επανάσταση του Ιουλίου 1952, ψηφίστηκε το πρώτο Αιγυπτιακό Σύνταγμα, «Το Σύνταγμα του 1956». Στο Σύνταγμα αυτό η Αιγυπτιακή κυβέρνηση αναγνώρισε το δικαίωμα ψήφου στις Αιγύπτιες δίνοντάς τους το δικαίωμα συμμετοχής τους και εκλογής τους στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Οι Αιγυπτιώτισσες , με ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα της παροχής ψήφου στις γυναίκες, υποστήριξαν τα αιτήματα των αδελφών τους Αιγυπτίων. Η «Ελληνική Ένωση Γυναικών Αιγύπτου» και η «Αιγυπτιακή Ένωση Γυναικών» βρέθηκαν στην ίδια πορεία πολιτικής συνειδητότητας και υπερεθνικής αλληλεγγύης.

 

  Σύνοψη

Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός εξελίχθηκε και άνθησε εντασσόμενος στο παγκόσμιο σύστημα οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών που βασιζόταν στην αποικιακή κυριαρχία των Ευρωπαϊκών Μητροπόλεων. Η κρίση και κατάρρευση του παγκόσμιου αποικιοκρατικού συστήματος συμπαρέσυρε και τον Αιγυπτιώτη Ελληνισμό.

Οι λόγοι για τους οποίους η παροικία δεν κατόρθωσε να αντεπεξέλθει στη δοκιμασία της Νασερικής επανάστασης αναπροσαρμόζοντας τις δραστηριότητές της- όσο ίσως το επέτρεπαν οι νέες συνθήκες – είναι ένα πρόβλημα ακόμη ανοιχτό για την ιστορική έρευνα.

Δημογραφικά, κοινωνικά και οικονομικά η παροικία δεν είναι σήμερα αυτό που ήταν άλλοτε. Μετά την φυγή τους, οι Αιγυπτιώτες τράβηξαν τις προσωπικές τους διαδρομές στις χώρες όπου έχουν διασπαρεί.

Τώρα η Αίγυπτος είναι η χώρα της απουσίας για τους Έλληνες. Ωστόσο η αναφορά των Αιγυπτιωτισσών σε αυτήν αποτελεί στοιχείο της ταυτότητάς και της αξιοπρέπειάς τους. Ταξιδεύουν την κληρονομιά των σπουδαίων χρόνων της παροικίας στη μνήμη τους, στη νοοτροπία τους, στον τρόπο ζωής τους, στα όνειρά τους.

Ευχαριστίες

Θερμά ευχαριστώ την αλεξανδρινή κυρία Νίνα Παπαναστασίου, η οποία μοιράστηκε μαζί μου εμπειρίες, μνήμες και γνώσεις από τη ζωή της παροικίας, καθώς και τον υποψήφιο διδάκτορα Σάμεχ Ελλαμπόντι για τις αναζητήσεις του στις αιγυπτιακές εφημερίδες.

Η Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 Βιβλιογραφία

  • Αιγυπτιακή Εφημερίδα Αχέρ Σαά, «Το σχέδιο της Doria στη διαδήλωση της Βουλής », Κάιρο, 2 Μαρτίου 1951
  • Αιγυπτιακή εφημερίδα Αλ Αχμπάρ, «Η απεργία πείνας της Doria Shafic», Kάιρο, 13 Μαρτίου 1954
  • Αιγυπτιακή εφημερίδα Αλ Αχράμ, «9 Αιγύπτιες αρχίζουν απεργία πείνας μέσα στο Συνδικάτο Δημοσιογράφων», Κάιρο, 18 και 20 Μαρτίου 1954
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και Προσωπικότητα. Ευεργέτες Έλληνες του Καίρου (2 τόμοι), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2002
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Αλεξανδρινές Οικογένειες. Χωρέμη, Μπενάκη, Σαλβάγου, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα, 2004
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, «Αιγυπτιώτης ευεργετισμός. Συλλογική εποποιία και ατομική ευποιία», Πρακτικά Ημερίδας του Μουσείου Μπενάκη με θέμα Το φαινόμενο του ευεργετισμού στη νεότερη Ελλάδα, Αθήνα 2006
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Οι Έλληνες του Καίρου, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2007
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός στους δρόμους του βαμβακιού, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2011
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και νεοελληνική πραγματικότητα, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2016
  • Α.Θ.Πολίτης, Ο Ελληνισμός και η Νεωτέρα Αίγυπτος, εκδόσεις Γράμματα, Αλεξάνδρεια 1930
  • Ν. Αρμαδώρος, Ο Πάροικος, εκδόσεις Ελληνική Κοινότητα Καΐρου, 1992
  • Μανώλης Γιαλουράκης, Η Αίγυπτος των Ελλήνων, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006
  • Αντώνιος Σακτούρης, Έκθεσις του εν Αλεξανδρεία Β΄ Γενικού Προξένου περί εμπορίας, γεωργίας, βιομηχανίας, ναυτιλίας κ.λ.π. της Αιγύπτου από του έτους 1884 έως το 1913, Αθήνα, 1915
  • Στρατής Τσίρκας, Ο Καβάφης και η εποχή του, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1995
  • Νίκος Ψυρούκης, Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1974
  • Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1986
  • Matoula Tomara-Sideris, “Egyptian Hellenism and Benefaction”, Journal of the Hellenic Diaspora, v. 29.1, Pella Publishing Co,NY 2003
  • Matoula Tomara-Sideris, “Women’s Status in the Greek Colonies of Egypt”, Evi Tastsoglou (ed.), στο Women, Gender, and Diasporic Lives. Labor, Community, and Identity in Greek Migrations, Lexington Mellen press, USA, 2009
  • Matoula Tomara-Sideris, Benefaction in Modern Greece. Theory and History, Kerkyra, Athens 2017

 

Πάνος Καπετανίδης: Το φως της σκιάς. Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

Πάνος Καπετανίδης

Το φως της σκιάς.

Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

 

Πόσες φορές δεν παίξαμε με τη σκιά μας, που μία μεγαλώνει και μία μικραίνει!
Πόσες φορές δεν την κυνηγήσαμε, δεν τρέξαμε να την ξεπεράσουμε, δεν κοντοσταθήκαμε να μην την πατήσουμε, δεν κρυφτήκαμε από το φως, για να σταματήσει να μας παρακολουθεί!…

Ποιος τη γεννάει τη σκιά μας; ΤΟ ΦΩΣ.
Όταν έχουμε φως, έχουμε και σκιά.
Το φως είναι η πηγή της δημιουργίας, της ύπαρξής μας.
Πρώτα ο ήλιος, και μετά η φωτιά.
Σήμερα στο παιχνίδι με τη σκιά, βοηθάνε και οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες.
Τόσο παλιά είναι η ύπαρξη της σκιάς. Μαζί με την γέννηση του ήλιου.

Η σκιά εξαρτάται πάντα από το φως, και την παρουσία μιας τρισδιάστατης ύπαρξης, έμψυχης ή άψυχης. Πολλές θρησκείες έδωσαν θρησκευτική σημασία στη σκιά.

Το βασίλειο των σκιών δεν είναι παρά ένα συνώνυμο, για το βασίλειο των νεκρών, ενώ ονομάζουν τους πεθαμένους σκιές του παρελθόντος, και αναφέρονται στις σκιές των νεκρών που περιφέρονται κυρίως τη νύχτα, έξω, ή μέσα σ’ ερειπωμένα σπίτια.

Το πέσιμο της σκιάς και η αλλαγή διαστάσεων, σύμφωνα με τη θέση του ήλιου, κρύβει μιά … μαγική διφορούμενη έννοια.

Σ’ ορισμένα κράτη της Αφρικής, το μεσημέρι θεωρείται η πιο …δαιμονική ώρα, μιας και ο ήλιος είναι κατακόρυφος, εξαφανίζοντας τέλεια τις σκιές.

Να γιατί το Θέατρο Σκιών έχει τόσο παλιές ρίζες, που χάνονται στα βάθη των αιώνων, και οι πηγές δημιουργίας του τόσο σκοτεινές, όσο σκοτεινή είναι και η σκιά. Οι διάφορες θεωρίες, τοποθετούν την αρχή του στην Ινδία την Ιάβα ή την Κίνα. Όμως όλες οι πληροφορίες δείχνουν ότι κατάγεται από την Ασία.

Οι παλαιότερες αποδείξεις εμπεριέχονται στα έπη της Μαχαμπαράτα και της Τεριγκάτα. Μα και τα θέματα των έργων του Θεάτρου Σκιών της Ιάβας, της Κεϋλάνης, της Καμπότζης και της Ταϊλάνδης, προέρχονται από την Μαχαμπαράτα και τη Ραμαγιάνα.

Mahābhārata: Χειρόγραφη απεικόνιση της μάχης της Kurukshetra.

Η ανάπτυξη του Θεάτρου Σκιών στην Ινδία εντοπίζεται γύρω στα 200 π.Χ.

Στην Κίνα εμφανίζεται γύρω στα 200 μ.Χ. από ένα μάγο, που για να παρηγορήσει τον Βασιλιά Βού – Τί, που έχασε τη γυναίκα του, αναπαριστάνει τη σκιά της πίσω από μία οθόνη.

Το Κινέζικο Θέατρο Σκιών φτάνει σε θαυμαστό βαθμό τελειότητας και απαράμιλλη αισθητική ποιότητα, γιατί ενσωματώνει διαφορετικές Τέχνες, όπως: η ζωγραφική, η χαρακτική, η μουσική, η μιμητική, δένοντάς τες, σε μια καινούργια έκφραση.

Καμίας άλλης χώρας οι φιγούρες δεν συγκρίνονται σε φινέτσα και λεπτοδουλειά μ` αυτές της Κίνας. Δουλεμένες με κοφτερά μαχαίρια, πάνω σε δέρμα γαϊδάρου συνδυάζουν μαστοριά και φαντασία. Λεπτοκομμένες και χαραγμένες φιγούρες, έχουν ύψος γύρω στους 33 πόντους και είναι καμωμένες από 11 κομμάτια: το κεφάλι, το πάνω και κάτω μέρος του σώματος, δύο μπράτσα, δύο βραχίονες, δύο παλάμες και δύο πόδια.

Η οθόνη είναι καμωμένη από χαρτί βατόμουρου ή καθαρή άσπρη γάζα, τεζαρισμένη πάνω σε σκελετό μπαμπού, μήκους 8 μέτρων. Βρίσκεται ενάμισι μέτρο πάνω από το έδαφος, διακοσμημένη με μεταξωτά, που κρέμονται και από τις δύο πλευρές.

Στην παράσταση παίρνουν μέρος: ο παρουσιαστής, ο βοηθός, και τρεις μουσικοί, που χρησιμοποιούν διάφορα όργανα.

Οι παλαιότερες φιγούρες προβάλλονταν απάνω στο πανί ακίνητες. Είχαν νύχια και ράμφος, όπως οι ψυχές των νεκρών που συμβόλιζαν. Η παράσταση είχε θρησκευτικό χαραχτήρα. Οι παίκτες ήταν παπάδες, οι Νταλάγκ, όπως τους ονόμαζαν. Τα έργα και οι φιγούρες, παρμένες από τη θρησκευτική λατρεία τους ήταν θεότητες, ή Δράκοι. Αργότερα έπαψε να είναι αποκλειστικά θρησκευτική τέχνη και οι φιγούρες πήραν ανθρώπινη μορφή και κίνηση. Οι παραστάσεις, διαρκούν μέχρι και τέσσερις ώρες.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας, του Μπαλί και της Ιάβας μπορεί να είναι τα πιο γνωστά, με παγκόσμια απήχηση, όμως και άλλες χώρες της Άπω Ανατολής έχουν αναπτύξει αυτή τη Λαϊκή Τέχνη, με ενδιαφέρουσες παραλλαγές, όπως η Καμπότζη και η Ταϊλάνδη.

Στο ταξίδι του από την Άπω Ανατολή προς τα Δυτικά, η Περσία είναι ο πρώτος φυσικός σταθμός. Στο Ιράν, τα έργα Σκιών είναι γνωστά μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

Απ’ όλες τις Αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, μόνο η Αίγυπτος μας παρέχει τα πρώτα τεκμήρια για Θέατρο Σκιών, παρόλο που κάπου – κάπου τ’ αχνάρια του παρουσιάζονται στα μεγάλα Αραβικά αστικά κέντρα όπως η Βαγδάτη και η Δαμασκός.

Μα και στην Αλγερία, από διάφορες πηγές μαθαίνουμε ότι το Θέατρο Σκιών, ήταν ή αγαπημένη διασκέδαση των κατοίκων, όπου κάποιος Καραγκούς παρουσιαζόταν σαν ένας φοβερός πατριώτης και εθνεγέρτης, που χτυπούσε με προσβλητικό τρόπο τους Γάλλους τότε αποικιοκράτες.

Garagouz. Παράσταση Θεάτρου Σκιών στο Αλγέρι το 1843.

Εκτός της Αλγερίας, η Τυνησία και το Μαρόκο έχουν να επιδείξουν ένα δικό τους Θέατρο Σκιών.

Η μόνη απ’ όλες τις χώρες, που κατέχει τα πρώτα γραπτά κείμενα παιγμένα σε παραστάσεις Θεάτρου Σκιών, είναι η Αίγυπτος στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το θέμα πολλών συζητήσεων και διαφωνιών, ανάμεσα στους ερευνητές, της τέχνης του Θεάτρου Σκιών, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτό ταξιδεύει Δυτικά, φθάνει στη Μεσόγειο, και καταλήγει στην Τουρκία και την Ελλάδα. Το πιο πιθανό είναι να ταξίδεψε μαζί με τους Τσιγγάνους από την Ινδία.

Για το πώς ξέφυγε το Θρησκευτικό Θέατρο Σκιών από σοβαρό να γίνει κωμικό, ένας από τους πολλούς – γοητευτικούς θρύλους λέει πως ο Χατζηαβάτης είναι εργολάβος στην Προύσα και χτίζει το σαράι του Πασά. Ο Καραγκιόζ δουλεύει εκεί σαν αρχιμάστορας – μαραγκός, και διηγείται χιλιάδες ιστορίες στους εργάτες. Εκείνοι ακούν τον Καραγκιόζ μ’ ανοιχτό το στόμα, …. και το σαράι δεν λέει να τελειώσει.

Όταν ο Πασάς ανακαλύπτει το λόγο της αργοπορίας, διατάζει να θανατώσουν τον Καραγκιόζ. Αργότερα όμως ο Πασάς είχε τύψεις για το έγκλημά του αυτό, κι έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Τότε ο Χατζηαβάτης, που είχε ακούσει πολλές ιστορίες απ’ τον Καραγκιόζ, κόβει ένα χαρτόνι, του δίνει τη μορφή του Καραγκιόζ, και κάνοντας τη φωνή του παίζει σ’ ένα άσπρο σεντόνι τις αστείες ιστορίες του Καραγκιόζ.

Karagöz και Hacivat: το Θέατρο Σκιών της Τουρκίας.

Αυτός και άλλοι πολλοί θρύλοι, δείχνουν την σύγχυση που υπάρχει για την είσοδο του θεάματος στην Τουρκία, ή αλλιώς την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Στον Ελλαδικό χώρο εμφανίζεται στα 1841 στο Ναύπλιο όπου σε μια εφημερίδα της εποχής, γίνεται λόγος για τον Καραγκιόζη.

Ο πρώτος Καραγκιοζοπαίκτης στην Ελλάδα, ήταν ο μπάρμπα – Γιάννης Βράχαλης. Αμέσως ο Καραγκιόζης γίνεται δεκτός και αγαπητός στην ελεύθερη Ελλάδα, και όπου παίζεται παράστασή του γεμίζει από απλό κόσμο.

 

Η απαλλαγή του Καραγκιόζη από τα τούρκικα στοιχεία, θα γίνει με πολλή σοφία από τον Δημήτριο Σαρδούνη ή Μίμαρο στα 1890, στην Πάτρα. Μεγάλος μάστορας και μίμος ο … Μίμαρος, χτενίζει από τα αισχρά λόγια και άσεμνες εκφράσεις και κινήσεις τον Καραγκιόζη, και σιγά – σιγά του δίνει τη φόρμα που βλέπουμε και σήμερα.

Με τον καιρό, ο Καραγκιόζης γίνεται πια Σατυρικό Θέατρο. Χρησιμοποιώντας την παλιά εξουσία (Πασά, Βεζυροπούλα, Βεζίρη, Βεληγκέκα), πρόσωπα που δεν υπήρχαν στο τούρκικο Θέατρο Σκιών, σατιρίζει την καινούργια εξουσία. Από τόπο σε τόπο, προσθέτονται νέοι χαρακτήρες, ανάλογα με τις ανάγκες της περιοχής, από τους οποίους οι πιο ισχυροί παραμένουν μέχρι σήμερα.

Δημήτριος Σαρδούνης ή Μίμαρος (1859-1912).

Στην Αθήνα, τον πρωτοβλέπουμε στα 1852 σε συνοικία της Πλάκας.

Όπως στον τούρκικο Καραγκιόζη, έτσι και στον ελληνικό, τα γυναικεία πρόσωπα είναι λιγοστά, γιατί ο παίκτης που κάνει όλες τις φωνές, είναι άνδρας. Το ίδιο συμβαίνει και στο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, όπου οι ηθοποιοί ήταν άνδρες, που έκαναν και τους γυναικείους ρόλους.

Ο Πάνος Καπετανίδης και το κιούπι με τις φιγούρες του Καραγκιόζη.

Μεγάλη ομοιότητα του Καραγκιόζη υπάρχει και με τα πρόσωπα της αρχαίας Αριστοφανικής κωμωδίας. Ο Καραγκιόζης φαίνεται σαν ο απόγονος των δούλων των Αριστοφανικών κωμωδιών. Ακόμα λόγω των σταθερών τύπων, υπάρχει μεγάλη συγγένεια και με την Κομέντια ντε λ` άρτε. Ο ήρωας της Κομέντια Πουλτσινέλα φαντάζει σαν ο πρώτος εξάδελφος του Καραγκιόζη.

Ανακεφαλαιώνοντας το μικρό σε έκταση αλλά μεγάλο σε διάρκεια αιώνων και απόσταση ηπείρων οδοιπορικό μας, πρέπει να θυμηθούμε:

 Σκοτεινές και βαθιές είναι οι ρίζες του Θεάτρου Σκιών.

       Οι  μελετητές συγκρούονται ως προς την καταγωγή  του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών.

Ο Καραγκιόζης μας και τα πρόσωπα που τον περιστοιχίζουν, είναι καθαρά     

           ΕΛΛΗΝΙΚΟ – ΛΑΪΚΟ – ΘΕΑΤΡΟ.

 Σήμερα στη Μεσόγειο μόνο στην Ελλάδα παίζεται Θέατρο Σκιών, σε τόσο μεγάλο  ακροατήριο.

 

Και λίγα λόγια για τους Έλληνες παίκτες

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, είναι ένας μεγάλος δημιουργός. Μόνος του κατασκευάζει τις φιγούρες του, τις ζωγραφίζει και τις σκαλίζει από δέρμα μεγάλου ζώου. Μόνος του φτιάχνει τα σκηνικά. Μόνος του κάνει όλες τις φωνές, και τα έργα που παίζει δεν είναι γραμμένα σε κείμενο, αλλά στη μνήμη κάθε Καραγκιοζοπαίχτη, από τον καιρό που ήτανε βοηθός! Δηλαδή από στόμα σε στόμα, από Καραγκιοζοπαίχτη σε βοηθό, σαν το Δημοτικό τραγούδι, ανήκει κι αυτό στον Παραδοσιακό – λαϊκό λόγο.

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, κάνει τη σκηνοθεσία, τη μουσική επιμέλεια, προετοιμάζει με τη φαντασία του τα διάφορα εφέ. Επίσης εκείνος μόνος του κατασκευάζει τη σκηνή του, δίνοντας τη δική του αρχιτεκτονική. Δηλαδή, ο Καραγκιοζοπαίκτης πρέπει να είναι ένα πολύπλευρο ταλέντο.

Ο Βάγγος (Ευάγγελος Κορφιάτης) στην είσοδο του θεάτρου του Ποσειδώνιον.

Η πιο γόνιμη περίοδος που ανθεί το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο Σκιών είναι από το 1915 μέχρι το 1950, οπότε δημιουργούνται τα περισσότερα έργα απ’ αυτά που παίζονται και σήμερα και γεννιούνται οι μεγαλύτεροι Καραγκιοζοπαίχτες. Κάθε γειτονιά έχει το δικό της μαντράκι που γεμίζει κάθε βράδυ από πλήθος κάθε ηλικίας. Τη δυναμική πορεία του θεάματος την ανακόπτει βίαια η τεχνολογία και η ανάπτυξη της 7ηςτέχνης, του Κινηματογράφου, και αργότερα της τηλεόρασης. Σήμερα, το θέαμα βρίσκεται και πάλι σε άνοδο, χωρίς όμως τα κλασσικά μαντράκια με τον κισσό και το αγιόκλημα, χώρος όπου ξεκίνησαν οι μεγαλύτεροι καραγκιοζοπαίχτες.

Οι Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες, παλεύουν σήμερα, για την δημιουργία Εθνικής Σκηνής Θεάτρου Σκιών. Για να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί η τόσο σπουδαία τέχνη: η τέχνη του Ελληνικού – Λαϊκού Θεάτρου Σκιών.

 

Αφιέρωμα στον Πάνο Καπετανίδη

 

Ο Πάνος Καπετανίδης είναι καλλιτέχνης του Θεάτρου Σκιών. Σπούδασε θέατρο και από πολύ μικρός έμαθε την τέχνη του Καραγκιόζη κοντά στον μεγάλο καραγκιοζοπαίκτη Ευάγγελο Κορφιάτη. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. www.karagkiozis.com

 

Έλληνες Καραγκιοζοπαίκτες – Ονομαστική Κατάσταση

 

http://www.karagkiozis.com/paiktes1.htm

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
(με αντίστροφη χρονολογική σειρά)

 

Κορφιάτης, Ευάγγελος, Ο Βάγγος στον Παράδεισο. Αναμνήσεις Ευάγγελου Κορφιάτη (Βάγγου) παίκτη του Θεάτρου Σκιών, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2019.

Ντζαβολάκη, Ελένη, Μπροστά από τον μπερντέ. Ενσαρκώσεις του Καραγκιόζη στην Ελληνική Δραματουργία στον 20ό και τον 21ο αιώνα, Αθήνα, Αιγόκερως, 2019.

Νταγιάκος, Γιάννης, Ελάτε να παίξουμε Καραγκιόζη, Αθήνα, Ωρίων, 2005.

Χαριτάτου, Αλεξάνδρα (επιμ.), Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Φιγούρες από φως και ιστορία, Αθήνα, ΕΛΙΑ, Πολιτιστική Ολυμπιάδα, 2004.

Χοτζάκογλου, Ανθούλα, “Το Θεματολόγιο του Κυπριακού Θεάτρου Σκιών και η παρουσία της Κύπρου στα έργα Ελλαδιτών Καραγκιοζοπαικτών”, Δελτίο Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, Τόμος ΞΣτ΄, Λευκωσία, 2004, σ. 21-246.

Χατζάκης, Μιχάλης, Το έντεχνο Θέατρο Σκιών. Θεωρία και πράξη, Αθήνα, Προσκήνιο, 2003.

Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (επιμ.), Θέατρο Σκιών και Εκπαίδευση, Αθήνα, Καστανιώτης, 2003.

Τσίπηρας, Κώστας, Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες πίσω από τα φώτα του μπερντέ, Αθήνα, Κοχλίας, 2003.

Μόλλας, Δημήτρης, Ο Καραγκιόζης μας: Ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 2002.

Κοτοπούλης, Γεώργιος Κ., Ο Καραγκιόζης στην Πάτρα 1890-1906. Η περίπτωση του Μίμαρου, Πάτρα, Περί Τεχνών, 2000.

Ιερωνυμίδης, Μιχάλης, Πίσω από τον μπερντέ. Ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα στο ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Άμμος, 1998.

Οφλίδης, Σίμος – Καλαϊτζή-Οφλίδη, Λένα, Τα Καραγκιόζικα της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1996.

Κιουρτσάκης, Γιάννης, Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Αθήνα, Κέδρος, 1996.

Βογιατζής, Φώτης Ν., Το Θέατρο Σκιών στην Θεσσαλία, Καρδίτσα, Εκτυπωτική Καρδίτσας, 1995.

Σπαθάρης, Σωτήρης, Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη, 4η έκδοση, Αθήνα, Άγρα, 1992.

Πούχνερ, Βάλτερ, “Η θέση του Καραγκιόζη στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου”, Ελληνική θεατρολογία. Δώδεκα μελετήματα, Αθήνα, Εταιρεία Θεάτρου Κρήτης, 1988, σ. 409-418.

Πούχνερ, Βάλτερ, Οι βαλκανικές διαστάσεις του Καραγκιόζη, Αθήνα, Στιγμή, 1985.

Χατζηπανταζής, Θεόδωρος, Η εισβολή του Καραγκιόζη στην Αθήνα του 1890, Αθήνα, Στιγμή, 1984.

Μόλλα – Γιοβάνου, Αρετή, Ο Καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μόλλας. Η κόρη του θυμάται, Αθήνα, Κέδρος, 1981.

Πετρόπουλος, Ηλίας, Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, Αθήνα, Γράμματα, 1978.

Φωτιάδης, Θανάσης, “Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Στοιχεία για την προέλευση του Καραγκιόζη”, Άνθρωπος, Αθήνα, Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος, 1974, σ. 69-90.

Βενάρδος, Σωκράτης, Με τον Σωτήρη Σπαθάρη, Αθήνα, Τυπογραφείο Εμμ. Ροδάκη, 1975.

Puchner, Walter, Das Neugriechische Shattentheatre Karagiozis, München, Institut für Byzantinistik und Neugriechische Philologie, 1975.

Μπίρης, Κώστας Η., “Ο Καραγκιόζης: Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο”, Νέα Εστία, τόμος 52, Αθήνα, 1952, σ. 3-67.

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ: Το έργο των Ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης (1839-1923)

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ

Το έργο των Ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης
(1839-1923)

 

Προλεγόμενα

Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί – σύμβολο της απομάκρυνσης της Τουρκίας από τον κοσμικό κεμαλισμό και τη Δύση απέχει μία μόλις δεκαετία από τον αντίθετο συμβολισμό των εκδηλώσεων και εκδόσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με αφορμή την ανακήρυξη της Κωνσταντινούπολης ως «Πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης». Σε αυτές ανήκαν η περιοδεύουσα έκθεση «Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» και το ομότιτλο βιβλίο με κείμενα σε τρεις γλώσσες (ελληνικά – τουρκικά και ελληνικά – αγγλικά) που παρουσίασαν το έργο των αρχιτεκτόνων της ελληνορθόδοξης κοινότητας στην πολυεθνική πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πέραν της συμβολής του στον εξευρωπαϊσμό της όψης της Κωνσταντινούπολης, κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού –έως την ανακήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας, το 1923–, το έργο αυτό κάνει ακόμη και σήμερα αισθητή την παρουσία του. Πολλά από τα κτίρια των ρωμιών αρχιτεκτόνων κατοικούνται άνετα μέχρι σήμερα ή άλλαξαν επιτυχώς χρήση, ενώ αρκετά έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα μνημεία.

Πανώ της έκθεσης «Οι Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού», στο Πανεπιστήμιο Ωραίων Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar Üniνersitesi) της Κωνσταντινούπολης με έργα του Περικλή Φωτιάδη, ενός από τους κυριότερους εκφραστές της ελληνοορθόδοξης αρχιτεκτονικής (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Cité de Péra – Κτίριο καταστημάτων και διαμερισμάτων με στοά στην ιστορική συνοικία του Πέραν / σήμερα Beyoğlu, 1876, έργο του αρχιτέκτονα Κλεάνθη Ζάννου εκλεκτικιστικής τεχνοτροπίας (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 17.9.2009).

Στο άρθρο παρουσιάζονται η έκθεση και το βιβλίo για το έργο των ρωμιών αρχιτεκτόνων της Κωνσταντινούπολης στα χρόνια του εξευρωπαϊσμού της, αφού γίνει λόγος για τις ευνοϊκές συνθήκες δημιουργίας αυτού του έργου και ανάδειξής του.

 

Οι ευνοϊκές συνθήκες της περιόδου 1839-1923

Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στην εξασθενημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία υπό την πίεση των Μεγάλων Δυνάμεων και παραχώρησαν πολλά δικαιώματα στις μη μουσουλμανικές εθνότητες, άρχισαν το 1839 με το αυτοκρατορικό φιρμάνι Χάττ-ι Σερίφ του Γκιούλχανε. Συμπληρώθηκαν το 1856 με το Χαττ-ι Χουμαγιούν και ολοκληρώθηκαν με την ανακήρυξη του πρώτου Συντάγματος του 1876.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές στους τομείς της διοίκησης, της δικαιοσύνης, της παιδείας και της οικονομίας διευκόλυναν, μεταξύ άλλων, τη διάδοση των νέων τεχνοτροπιών και κατασκευαστικών μεθόδων της Δύσης, που ήταν άγνωστες στην οθωμανική αρχιτεκτονική. Έτσι, άρχισαν να εμφανίζονται οι ευρωπαίοι αρχιτέκτονες με σκοπό την κατασκευή των πρεσβειών των χωρών τους, πολλοί από τους οποίους θα παραμείνουν στην Πόλη. Ακολουθούν οι αρχιτέκτονες οθωμανικής υπηκοότητας, όπως Λεβαντίνοι, Έλληνες και Αρμένιοι, που είχαν κατά κανόνα επαφές με την Ευρώπη και γνώριζαν καλά ξένες γλώσσες (Kuruyazici, 2019: 9).

Ένας από τους λόγους της κυριαρχίας των ξένων αρχιτεκτόνων στον εξευρωπαϊσμό της όψης της Κωνσταντινούπολης ήταν το γεγονός ότι οι νεαροί Μουσουλμάνοι προτιμούσαν να γίνουν στρατιωτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι ή θεολόγοι. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι, ακόμη και στις αρχές του 20ού αιώνα, ένα μεγάλο μέρος των φοιτητών της αρχιτεκτονικής στη Σχολή Βιομηχάνων Τεχνών –της μετέπειτα Σχολής Ωραίων Τεχνών– ήσαν Έλληνες και Αρμένιοι (Kuruyazici, 2019: 9).

 

Η αισιοδοξία της ρωμαίικης κοινότητας στην αυγή του 21ου αιώνα

Η ιδέα της πρωτοποριακής έκθεσης και του βιβλίου για την αρχιτεκτονική κληρονομιά των Ρωμιών της Πόλης ανήκει στον ομογενή κ. Λάκη Βίγκα, του οποίου ο πατέρας ήταν αρχιτέκτων. Η ανάδειξη της αξίας αυτής της κληρονομιάς  συνδέθηκε  με τη βούληση της  ρωμαίικης κοινότητας να επαναπροσδιορίσει την παρουσία της στην κοσμοπολίτικη Κωνσταντινούπολη της οικονομικά αναπτυσσόμενης Τουρκίας. Τη βούληση αυτή εξέφρασε σε εισήγηση-μανιφέστο, δημοσιευμένη στα Πρακτικά Συνεδρίου με θέμα «Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον» (30.6.-2.7.2006), ο εμπνευστής της έκθεσης και του βιβλίου Λάκης Βίγκας: «Η ομογένεια της Πόλης αναμετρά σήμερα τις δυνατότητές της … Κουράστηκε να επιβιώνει μέσα σε μια ατμόσφαιρα απαισιοδοξίας, που μας εμβολιάζεται επί δεκαετίες από παντού… Θέλουμε να αγωνιστούμε για τη λειτουργικότητα και τον εκσυγχρονισμό της διοίκησης των ιδρυμάτων μας… ώστε να πετύχουμε την ανοικοδόμηση ή ανάπλαση των κοινοτικών μας ακινήτων, για την επιμόρφωση και την ενθάρρυνση της νεολαίας μας, για τις σπουδές της και τον επαγγελματικό της προσανατολισμό, στο πλαίσιο των νέων προοπτικών που ανοίγονται από την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας και την έλευση στη χώρα μας ελληνικών εταιρειών…Επιθυμούμε να συμβάλλουμε στο διάλογο της Ελλάδας με την Τουρκία, όντας ταυτόχρονα μέλη μιας ιστορικής κοινότητας με ελληνικό πολιτισμό και Τούρκοι πολίτες… Θέλουμε να προσαρμοστούμε στην εξελισσόμενη ευρωπαϊκή κοινωνία…, να επωφεληθούμε από τις εμποροβιομηχανικές ευκαιρίες της χώρας μας… Υπάρχει μια νέα γενιά που παραμένει εδώ στην Πόλη τα τελευταία δέκα χρόνια, είναι προσαρμοσμένη στις καθημερινές συνθήκες της ζωής και ενταγμένη στα κοινωνικά και εμπορικά δεδομένα της Πόλης. Αυτοί οι νέοι θα ενισχυθούν και με την έλευση άλλων, από την Ελλάδα, την Κύπρο και τις ΗΠΑ, και θα είναι δυναμικοί παράγοντες του μέλλοντός μας.» (Βίγκας, 2009 και Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, 2009: 295-297).

Η έκθεση και το βιβλίο «Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» πραγματοποιήθηκαν από τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Ζωγραφείου με τη συνδρομή ελλήνων και τούρκων ειδικών επιστημόνων και με τις χορηγίες του Οργανισμού «Istanbul 2010 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Σ. Λάτση. Την έκθεση επιμελήθηκε ο ακάματος ερευνητής του έργου των ρωμιών και αρμενίων αρχιτεκτόνων της Πόλης δρ Hasan Kurayazici, ο οποίος ανέλαβε και την επιστημονική επιμέλεια του βιβλίου μαζί με την δρα Εύα Αλεξάνδρου-Σαρλάκ, αναπληρώτρια καθηγήτρια ιστορίας της τέχνης του Πανεπιστημίου Ισίκ. Πολύτιμη υπήρξε η συμβολή των μελών της επιτροπής του προγράμματος και συγκεκριμένα του δρα αρχιτέκτονα Σάββα Τσιλένη και της δρος αρχιτέκτονος και λέκτορος του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης Μαρίκας Παντελάρα, της διεθνολόγου Μαρίνας Δρυμαλίτου, του προέδρου του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου Άρη Τσόκωνα και του καθηγητή ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κώστα Γαβρόγλου.

 

Η έκθεση

Τα εγκαίνια της περιοδεύουσας έκθεσης «Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού», στην οποία παρουσιάστηκε και το βιβλίο, έγιναν παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τη Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010, στην αίθουσα Οσμάν Χαμντί (Osman Hamdi Salonu) του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar üniversitesi) της συνοικίας Φιντικλί. Η επιλογή του πρώτου χώρου της περιοδεύουσας έκθεσης είχε συμβολική σημασία. Από αυτό το ιστορικό Πανεπιστήμιο αποφοίτησε η πλειονότητα των ρωμιών αρχιτεκτόνων, όταν το ίδρυμα λειτουργούσε ως Σχολή Βιομηχάνων Τεχνών (Sanayi-i Nefise) και αργότερα ως Ακαδημία Ωραίων Τεχνών (Güzel Sanatlar Akademisi). Το πολυπληθές και πολυεθνικό κοινό των εγκαινίων υποδέχτηκαν με σύντομες ομιλίες τους ο Πρόεδρος του Οργανισμού της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης 2010 κ. Σεκίπ Αβντάτζιτς και ο κ. Λάκης Βίγκας, εκ μέρους του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου. Χαιρετισμό απηύθυνε και η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Στιγμιότυπα από τα εγκαίνια της έκθεσης «Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού» και την ομιλία της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην αίθουσα Οσμάν Χαμντί (Osman Hamdi Salonu) του Πανεπιστημίου Καλών Τεχνών Μιμάρ Σινάν (Mimar Sinan Güzel Sanatlar Üniversitesi), στις 22 Νοεμβρίου 2010 (Πηγή: αρχείο Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου).

Στην έκθεση τιμήθηκαν 105 ρωμιοί καλφάδες και αρχιτέκτονες, για τους οποίους οι πληροφορίες που έχουμε είναι λιγοστές. Πρόκειται για τους: Πετράκη Κάλφα Αδαμαντίδη, Βίκτωρα Αδαμαντίδη, Αχιλλέα Αλεξίου, Αλέξανδρο Αλβανόπουλο, Σταύρο Αλβανόπουλο, Δημήτριο Βασιλειάδη, Θεοχάρη Γ. Βασιλειάδη, Χαρίλαο Βλαδίκα, Μιχάλη Βλασσιάδη, Χατζηστέφανο Γαϊτανάκη, Κωνσταντίνο Γαλάτη, Νικόλα Γιαγτζιόγλου, Αθανάσιο Γιάκα, Αλέξανδρο Δ. Γενίντουνια, Γεώργιο Γεωργιάδη, Δημήτριο Γεωργιάδη, Στέφανο Γεωργιάδη, Κωνσταντίνο Γιολασιγμάζη, Ευάγγελο Ν. Δεβετζιάδη, Χρήστο Δημάδη, Κωνσταντίνο Δημάδη, Νικόλαο Δημάδη, Χρήστο Δημάδη, Αντώνη Φ. Δημητρακόπουλο, Βασίλειο Δημητρίου, Χρήστο Δημόπουλο,, Γ. Εμμανουηλίδη, Χατζηστέφανο Γαϊτανάκη, Κωνσταντίνο Γαλάτη, Χρήστο Ιωαννίδη, Γεώργιο Ζαχαριάδη, Κλεάνθη Ζάννο, Νικόλαο Ζήκο, Βασιλάκη Ιωαννίδη, Χρήστο Ιωαννίδη, Γιάγκο Κάλφα, Νικόλα Γκιργκιτζή, Θεόδωρο Κάλφα, Θεόγνωστο Κάλφα, Καντακουζηνό Κάλφα, Κώστα Κάλφα του Σισονίου, Μακρή Κάλφα, Μάρκο Κάλφα, Μήτσο Κάλφα, Παναγιώτη Κάλφα, Χατζή-Κομνηνό Κάλφα, Πάτροκλο Καμπανάκη, Κωνσταντίνο Κάντζο, Καπετανάκη, Ιωάννη Καραγιάννη, Κοσμά Καραγιάννη, Κωνσταντίνο Καρατζά, Λύσανδρο Καυταντζόγλου, Νίκο Κεφάλα, Ι. Κιουπετζόγλου, Κλεόβουλο Κλωναρίδη, Κωνσταντίνο Κυριακίδη, Γ. Κωνσταντινίδη, Γεώργιο Κόββα, Ευθύμο Κοτζαμπασούλη, Γεώργιο Κούλουθρο, Βασίλειο Κουρεμένο, Κωνσταντίνο Κυριακίδη, Ε. Λαδόπουλο, Μάρκο Γ. Λάγγα, Καλούδη Λάσκαρη, Ν. Λάτσo, Βελισάριο Μακρόπουλο, Χατζηκωστή Μαλτεζάκη, Αχιλλέα Μανούσο, Απόστολο Μαυροδόγλου, Αχιλλέα Μαυρομμάτη, Πέτρο Μεϊμαρίδη, Ι.Π. Μελίδη, Απόστολο Μεπάρλο, Ιωάννη Μογακοτή, Γρηγόριο Μόσχο, Χατζηνικολή Νικηταΐδη, Οικονόμου,,Δημήτριο Παναγιωτίδη, Μπ.Γ. Παπάζογλου, Κωνσταντίνο Παππά, Νικόλαο Γ. Πάρλο, Φ. Παρτάλη, Αριστείδη Πασαδαίο, Γ. Πασχάλη, Δημήτριο Ν. Πετσίλα, Απόστολο Κοσμά Πίστικα, Αχιλλέα Πολίτση, Ποτεσάρο, Οδυσσέα Πουσκουλού, Αριστείδη Ραζή, Ιωάννη Σωτήρη, Γιουβανάκη Ταστσιόγλου, Νικόλαο Τζελέπη, Βασίλειο Τσιλένη, Δημήτριο Τσιλένη, Μ. Δ. Τσουρβίδα,, Ιωάννη Τσουβαλά, Σταμάτη Φαλιέρο, Δημήτριο Φαρδή, Ε. Φαραντζή, Περικλή Φωτιάδη, Μ.Ι. Φραγκιά, Αντώνη Κάλφα Χατζηκώστα, Χατζηπέτρο, Ι. Χρηστίδη, Σταύρο Σ. Χρηστίδη, Αλφρέδο Ψάλτη.

Το Banner της έκθεσης (Φωτογραφία
Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

Οι 42 από αυτούς τους αρχιτέκτονες και καλφάδες αναφέρονταν μόνο στο μπάννερ της έκθεσης. Το έργο των υπολοίπων —120 εμβληματικά ή χαρακτηριστικά κτίριά τους— παρουσιάστηκε με φωτογραφίες, αρχιτεκτονικά σχέδια και αρκετά πορτρέτα αρχιτεκτόνων και καλφάδων, καθώς και από ενημερωτική βιντεοταινία. Με την πρωτοβουλία αυτή του Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου, άνοιξε ο δρόμος για τη συγκέντρωση νέων στοιχείων και την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης στο θέμα της προστασίας της αρχιτεκτονικής αυτής κληρονομιάς.

Οι βασικοί κτιριακοί τύποι που παρουσιάστηκαν στην έκθεση είναι οι Ναοί, τα κτίρια εκπαίδευσης, πολιτισμού και ψυχαγωγίας, οι πολυκατοικίες, τα ξενοδοχεία, τα χάνια (κτίρια καταστημάτων, γραφείων και εργαστηρίων),οι εμπορικές στοές και οι εξοχικές κατοικίες.

Μερικά από τα εμβληματικά έργα της έκθεσης φέρουν την υπογραφή διακεκριμένων αρχιτεκτόνων που είναι λιγότερο ή περισσότερο γνωστοί και στην Ελλάδα. Το αρχικό και σήμερα κατεδαφισμένο κτίριο του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου (έτος ίδρυσης 1861) ήταν έργο του Λύσανδρου Καυταντζόγλου (Θεσσαλονίκη 1811 – Αθήνα 1885), ηγετικής φυσιογνωμίας της ελληνικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα (Loyer, 1966: 75,82, 108-114, 177, 179, Loyer, 1983: 74 και Φεσσά-Εμμανουήλ, 2001: 58—75, 114-115, 371-375). Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή (1880-1882) ανεγέρθηκε με σχέδια του γερμανοσπουδασμένου αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη (; – 1901), καταγόμενου πιθανώς από τον Λαύκο του Πηλίου. Άλλα σημαντικά έργα του Kωνσταντίνου Δημάδη στην Κωνσταντινούπολη είναι: το Zωγράφειο Παρθεναγωγείο, μετέπειτα Aστική Σχολή Nεοχωρίου στο Bόσπορο (1872) και το θέρετρο Tριανταφυλλίδη στη Πρίγκηπο (Τσιλένης 2004, 2009: 331-341 και Φεσσά-Εμμανουήλ 2002).

Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή στη συνοικία Μουχλίου, 1880-1883, έργο του αρχιτέκτονα Κωνσταντίνου Δημάδη (Πηγή: https://www.offlinepost.gr/2020/02/η-μεγάλη-του-γένους-σχολή-μέχρι σήμερα/).

Τη σφραγίδα του στο κέντρο του Γαλατά θα αφήσει με την εμβληματική Τράπεζα Αθηνών (Minerva Han, 1911-1913) ο Βασίλειος Κουρεμένος (Βουλιαράτες Β. Ηπείρου 1875 – Αθήνα 1957), διπλωματούχος αρχιτέκτων της Ecole des beaux-arts του Παρισιού και ακαδημαϊκός, ο οποίος ανήκει στις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Αξιόλογα κτίρια έχουν την υπογραφή αποφοίτων της Σχολής Ωραίων Τεχνών της Κωνσταντινούπολης, στους οποίους περιλαμβάνονται ο Περικλής Φωτιάδης (Κωνσταντινούπολη 1859 – Αθήνα 1960), αρχιτέκτων της Πατριαρχικής Θεολογικής Σχολής Χάλκης (1894-1896), του Ζωγραφείου Γυμνασίου (1890-1893) και τμημάτων του ρωμαίικου Νοσοκομείου Βαλουκλί, οι αρχιτέκτονες της πολυκατοικίας Frej (1905-1906) στην πλατεία Sishane Κωνσταντίνος Κυριακίδης (Κωνσταντινούπολη 1881 – Αθήνα 1942) και Αλέξανδρος Γενίντουνια, καθώς και ο Αχιλλέας Μανούσος, αρχιτέκτων των ξενοδοχείων Grand Hôtel de Londres και Bristol, στο Τεπέμπασι (Τσιλένης, 2009: 295-330 και Φεσσά-Εμμανουήλ – Μαρμαράς, 2005 & 2013: 46-59)

Πανώ της έκθεσης «Οι Ρωμιοί αρχιτέκτονες της Πόλης…»: αριστερά η Τράπεζα Αθηνών / Minerva Han, σήμερα παράρτημα του ιδιωτικού Πανεπιστημίου Sabanci, 1911-1913, έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου στο οποίο η νεωτερικότητα εναρμονίστηκε με την παράδοση του κλασικισμού και το πνεύμα του τόπου· στο κέντρο και δεξιά οι πολυκατοικίες κ.λπ. κτίρια των αρχιτεκτόνων Κωνσταντίνου Κυριακίδη και Αλέξανδρου Γενίντουνια (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Η Θεολογική Σχολή Χάλκης, 1894-1896, έργο του αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη νεοβυζαντινής μορφολογίας (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 23.11.2010).

 

Το Ζωγράφειο Γυμνάσιο, 1890-1893, έργο του αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη όψιμης νεοκλασικής μορφολογίας(Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 29.9.2009).

 

Λεπτομέρεια της εκλεκτικιστικής πολυκατοικίας Frej (1905-1906) στην πλατεία Sishane, έργο των αρχιτεκτόνων Κωνσταντίνου Κυριακίδη και Αλέξανδρου Γενίντουνια (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 29.9.2009)

 

To ξενοδοχείο Bristol στο Τεπέμπασι, 1893, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Αχιλλέα Μανούσου στο πνεύμα ενός ακαδημαϊκού εκλεκτικισμού (Φωτογραφία Ε.Φ.-Ε., 17.9.2009).

Οι επόμενοι σταθμοί της έκθεσης στην Κωνσταντινούπολη ήταν το Σισμανόγλειο Μέγαρο του Ελληνικού Προξενείου στη λεωφόρο Istiklal (πρώην Grande rue de Péra), όπου παρέμεινε από την 17η Δεκεμβρίου 2010 έως την 16η Ιανουαρίου 2011 και το Πανεπιστήμιο Μπαχτεσεχίρ (Φεβρουάριος 2011). Μετά την Κωνσταντινούπολη η έκθεση φιλοξενήθηκε στη Θεσσαλονίκη (Κτίριο Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας – Τμήμα Κεντρικής Μακεδονίας, Απρίλιος 2011), στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών – Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία (Μάιος – Ιούλιος 2011), στη Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων (Φεβρουάριος 2012), στη Μαρίνα της Μυτιλήνης (Αύγουστος 2012), στα Οθωμανικά Λουτρά του Κάστρου της Χίου (Σεπτέμβριος 2012), στη Δημοτική Πινακοθήκη της Ξάνθης (Φεβρουάριος 2013), στο Loyola University, Chicago (Οκτώβριος 2013), στο κτίριο της Turkish American Society of Chicago (Μάϊος 2014), στο Clarke University, Dubuque, Iowa (Νοέμβριος 2014) και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ίμβρου, Παναγία (Μάιος 2015).

 

Το βιβλίο

Με το βιβλίο Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού αξιοποιήθηκε επιστημονικά ένα μικρό μέρος των στοιχείων που έφεραν στο φως οι πολυετείς έρευνες και δημοσιεύσεις του δρα αρχιτέκτονα Hasan Kurayazici (Kurayazici, 2010, 2010) και του δρα αρχιτέκτονα-πολεοδόμου Σάββα Τσιλένη (Τσιλένης, 1998, 1999, 2000, 2002, 2004, 2005α,β, 2009α,β), το βιβλίο του καθηγητή Βασίλη Κολώνα “Έλληνες αρχιτέκτονες στην Οθωμανική αυτοκρατορία”, αλλά και το ερευνητικό έργο των συγγραφέων του συλλογικού αυτού τόμου, τα ονόματα και τα άρθρα των οποίων αναφέρονται στη συνέχεια.

Το βιβλίο αυτό ανοίγει ένα ουσιαστικά αδιερεύνητο κεφάλαιο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη νεότερη ιστορία της ελληνικής, τουρκικής και ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για την ανάδειξη του έργου των ρωμιών αρχιτεκτόνων και της συμβολής του στον εκσυγχρονισμό της όψης της Κωνσταντινούπολης. Ο εκσυγχρονισμός αυτός πραγματοποιήθηκε υπό την επήρεια των νέων ρευμάτων της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής αυτών των χρόνων: του νεοκλασικισμού, του ιστορισμού, του εκλεκτικισμού, της art nouveau (Jugendstil / Arte Nuova) και της art déco (Batur, 2005). Στη διαδικασία εξευρωπαϊσμού της Κωνσταντινούπολης, η οποία έλαβε χώρα σε μια από τις πιο πολυτάραχες περιόδους της παγκόσμιας ιστορίας, καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των ξένων καλφάδων και αρχιτεκτόνων – Ρωμιών, και Λεβαντίνων (Kuruyazici, 2010:9).

Ο συλλογικός τόμος εκδόθηκε στα ελληνικά και τουρκικά από τον Σύνδεσμο Αποφοίτων Ζωγραφείου με τις χορηγίες του Οργανισμού «Istanbul 2010 – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννου Σ. Λάτση. Περιλαμβάνει εισαγωγικό κείμενο του υπεύθυνου της έκθεσης Λάκη Βίγκα, πρόλογο του επιστημονικού επιμελητή της έκδοσης Hasan Kurayazici, δρα αρχιτέκτονα και διδάσκοντα στο Πανεπιστήμιο Μπαχτσέσεχιρ, και 13 άρθρα Ελλήνων και Τούρκων ειδικών, τα οποία παρουσιάζονται εδώ με τη σειρά που δημοσιεύτηκαν.

Εξώφυλλο της έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά και τα τουρκικά.
Εξώφυλλο της έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά και τα αγγλικά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1. Στο άρθρο του με τίτλο «Οι ελληνορθόδοξες κοινότητες της Κωνσταντινούπολης στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: Από την αναδιοργάνωση στον κοσμοπολιτισμό», ο Βαγγέλης Κεχριώτης, επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου του Μπογάζιτσι, αφού αναφερθεί στη διαμάχη του εθνοκεντρικού μεγαλοϊδεατισμού της Αθήνας με την ιδεολογία του οικουμενισμού της Πόλης, καταλήγει στην εξής καίρια παρατήρηση: «Ωστόσο, η αυτοκρατορική Κωνσταντινούπολη, με τις δομές του Πατριαρχείου και τον Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως, ένα άτυπο Υπουργείο Παιδείας για τους Ελληνο-οθωμανούς, ήταν σε θέση να διαμορφώσει το δικό της πολιτικό και πολιτισμικό όραμα… Το πολιτισμικό, που πρωτίστως μας ενδιαφέρει με αφορμή την έκθεση, … έγκειται σε μια γόνιμη όσμωση ευρωπαϊκών επιρροών με τη ντόπια βυζαντινή και οθωμανική κληρονομιά, με άλλα λόγια έναν εκλεκτικισμό που σφράγισε αποκαλυπτικά τον κοσμοπολιτικό χαρακτήρα και την κοινωνική αυτοπεποίθηση των ηγετικών αυτών ομάδων έως την κατάρρευση της αυτοκρατορίας που σήμαινε το τέλος μιας δημιουργικής περιόδου για τους Ρωμιούς της Πόλης».

2. Ο Κώστας Γαβρόγλου, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών και η Έφη Κάννερ, λέκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, στο άρθρο τους με τίτλο «Από την καθημερινή ζωή των Ρωμιών της Πόλης: Αρχεία κοινοτήτων και τεκμήρια κατοίκησης», επικεντρώνονται στην ιστορική αξία της αρχειακής αυτής τεκμηρίωσης για την ανασυγκρότηση της καθημερινότητας του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της πόλης.

3. Η Ayşe Özil, δρ ιστορικός και διδάσκουσα στο Πανεπιστήμο του Μπογάζιτσι, στο άρθρο της «Δύο αναγνωστήρια, ένας νάρθηκας: Μια ιστορική και κοινωνική ματιά στα ρωμαίικα κοινοτικά κτίρια (1856-1914)», συσχετίζει το εκσυγχρονιστικό έργο των ρωμιών αρχιτεκτόνων στην εντός και εκτός των τειχών Κωνσταντινούπολη με τις πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές που σημειώθηκαν στους κόλπους της ελληνορθόδοξης κοινότητας κατά τον 19ο αιώνα. Μια τέτοια αλλαγή ήταν η άνοδος της αστικής τάξης, στην οποία οφείλεται η ίδρυση του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, ο εκδημοκρατισμός και εκσυγχρονισμός της παιδείας κ.ά.

4. Τα σχολεία, ως δημόσια κτίρια που απηχούν τις νεωτεριστικές απόψεις της εποχής και εκφράζουν με τον πλέον ηχηρό τρόπο τις προσπάθειες της ελληνικής κοινότητας να προωθήσει τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, προσεγγίζονται στο άρθρο του Pınar Εrkan, δρα αρχιτέκτονα μηχανικού και λέκτορα, με τίτλο «Τα ελληνικά σχολεία της περιοχής Γαλατά Πέρα στα τέλη του 19ου αιώνα».

5. Το άρθρο του Σάββα Τσιλένη, δρα αρχιτέκτονα-μηχανικού – πολεοδόμου, με τίτλο «Η προβολή των ρωμιών αρχιτεκτόνων στα ελληνόφωνα έντυπα της Κωνσταντινούπολης (τέλος 19ου – αρχές 20ού αιώνα)», δεν περιορίζεται στην αναφορά ονομάτων και πληροφοριών που προέκυψαν από τη συστηματική αποδελτίωση του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου της Πόλης, ενός ελληνόφωνου στόλου των μέσων μαζικής επικοινωνίας, ναυαρχίδα του οποίου ήταν ο Νεολόγος (Α’ περίοδος 1867-1897) του Σταύρου Βουτυρά. Φωτίζει τα δυσμενή για το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεδομένα του τελευταίου τετάρτου του 19ου αιώνα — πανσλαβική κίνηση, καθολική και προτεσταντική προπαγάνδα κ.ά. Τα δεδομένα αυτά οδήγησαν στη δημιουργία δημοσιογραφικού οργάνου, το οποίο, εκτός του μορφωτικού του ρόλου, αποσκοπούσε στην προβολή των απόψεων του οικουμενισμού προς την οθωμανική κυβέρνηση και τις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων και της Ελλάδας. Πρόκειται για το περιοδικό που εκδιδόταν κατά την πρώτη πατριαρχία του Ιωακείμ Γ’ (1880-1923) με τίτλο Εκκλησιαστική Αλήθεια, εκτός του πρώτου έτους κατά το οποίο είχε κυκλοφορήσει με τον τίτλο Αλήθεια.

6. Με γνώση και αντικειμενικότητα ο Uğur Tanyeli, καθηγητής Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Γιλδίζ, προσεγγίζει βασικά ιστοριογραφικά ζητήματα με το εκτενές άρθρο του «Η εθνοθρησκευτική πολυμορφία στην Κωνσταντινούπολη και η οθωμανική αρχιτεκτονική (15ος-19ος αιώνας), Ρωμιοί, Αρμένιοι, Τούρκοι». Κρατώντας αποστάσεις από τις συνήθεις προσεγγίσεις, στις οποίες ανήκουν η εθνοκεντρική προσέγγιση (ταύτιση της εθνοθρησκευτικής ποικιλομορφίας με την ποικιλομορφία της αρχιτεκτονικής), η ερμηνεία της μνημειώδους αρχιτεκτονικής ως προϊόντος της οθωμανικής διακυβέρνησης, η οποία αποσιωπά την εθνοθρησκευτική διάσταση και η ιστορία των κτιρίων που αγνοεί ή υποτιμά τους δημιουργούς τους, ο Tanyeli υποστηρίζει μεταξύ άλλων τα εξής: «Με λίγα λόγια, αν δεν ληφθεί υπ’ όψιν η εθνικότητα και η θρησκεία (ή απλά η ποικιλομορφία των ταυτοτήτων) είναι δύσκολο να γραφτεί η ιστορία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής». Απορρίπτει όμως και την αντίθετη κατεύθυνση. Την προσπάθεια τεκμηρίωσης ότι «η κάθε εθνοθρησκευτική κοινότητα έχει τη δική της αρχιτεκτονική», ότι δηλαδή «υπάρχει Τουρκικό (ή Οθωμανικό) σπίτι, Ελληνορθόδοξο σπίτι, Αρμένικο σπίτι κ.ο.κ .»

7. Ακολουθεί το άρθρο της Εύας Αλεξάνδρου-Σαρλάκ, αναπληρώτριας καθηγήτριας του Πανεπιστημίου του Ισίκ, με τίτλο «Οι ελληνικές ορθόδοξες τρουλαίες εκκλησίες που έπαιξαν ρόλο στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας της Κωνσταντινούπολης του 19ου αιώνα». Σε αυτό αναλύονται οι αρχιτεκτονικοί ρυθμοί ενός μέρους των ελληνικών ορθόδοξων εκκλησιών της Πόλης που υπάγονται στο Πατριαρχείο και ανεγέρθηκαν κατά την περίοδο του εξευρωπαϊσμού της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πρόκειται για τους τρουλαίους ναούς του 19ου αιώνα και συγκεκριμένα για τη ρυθμολογική προσέγγιση των προσόψεων και των εσωτερικών τους χώρων.

8. Το άρθρο «Εμπορικά κτίρια και κτίρια διαμερισμάτων στην Κωνσταντινούπολη την εποχή του εξευρωπαϊσμού» του Βασίλη Κολώνα, καθηγητή Τμήματος Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, είναι μια ιστορικοκριτική παρουσίαση του έργου των ελλήνων αρχιτεκτόνων της πόλης, επικεντρωμένη στις δύο βασικές κατηγορίες πολυώροφων κτιρίων της περιόδου 1890-1910 —τα χάνια (καταστήματα, γραφεία, εργαστήρια) και τα κτίρια διαμερισμάτων—, τα οποία άλλαξαν την εικονογραφία της Κωνσταντινούπολης. Επισημαίνονται οι όροι που ευνόησαν την κυριαρχία του εκλεκτικισμού ως αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας και ιδεολογίας, καθώς και η υπολογίσιμη παρουσία του νεοκλασικισμού σε κτίρια ελλήνων ιδιοκτητών, αλλά και σε κτίρια άλλων εθνοτήτων που έχουν σχεδιαστεί από ρωμιούς αρχιτέκτονες.

9. Το άρθρο του Αhmet Ersoy, αναπληρωτή καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μπογάζιτσι, με τίτλο «Ο κρυφός κάλφας του ασύμβατου κτιρίου: Το Χαμιντιγέ Τζαμί και ο Νικόλαος Τζελέπης», δεν περιορίζεται στην τεκμηρίωση της πατρότητας του κτιρίου και την επιστημονική σκιαγράφηση του πορτρέτου του άγνωστου αρχιτέκτονά του Νικόλαου Τζελέπη ή Τζελεπόπουλου, ο οποίος στα οθωμανικά έγγραφα αναφέρεται ως Νικολάκης Εφέντης, κρατικός υπάλληλος και κάλφας. Ο Ersoy ερμηνεύει την τυπολογική και μορφολογική ασυμβατότητα του τζαμιού ως προσωπική αναζήτηση του δημιουργού της, ο οποίος ανέμειξε με εκλεκτικιστική διάθεση ιστορικά στοιχεία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής και στοιχεία της ευρωπαϊκής οριενταλιστικής τεχνοτροπίας που ήταν τότε του συρμού. Επρόκειτο, δηλαδή, για πειραματική έκφραση της τοπικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και της διαφορετικότητας με μια διεθνή γλώσσα — τον εκλεκτικισμό και οριενταλισμό.

10. Το έργο του αρχιτέκτονα και ακαδημαϊκού Βασιλείου Κουρεμένου (1875-1957) στην Πόλη, ο οποίος ανήκει στις δεσπόζουσες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής των ετών 1905-1940, προσεγγίζεται από την Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ, ιστορικό της αρχιτεκτονικής και ομ. καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το άρθρο της, καρπός αρχειακής και επιτόπιας έρευνας, έχει τίτλο «Εκσυγχρονισμός και αυθεντικότητα στο πλαίσιο της παράδοσης του κλασικισμού: Το έργο του αρχιτέκτονα Βασιλείου Κουρεμένου στην Κωνσταντινούπολη, 1911-1915». Περιλαμβάνει: (α) ένα εισαγωγικό για την αρχιτεκτονική κατάρτιση και την επαγγελματική εμπειρία του αρχιτέκτονα, πριν εγκατασταθεί στην οθωμανική πρωτεύουσα, (β) καταγραφή των άγνωστων μέχρι πρότινος κτιρίων και μελετών του στην Κωνσταντινούπολη και (γ) συγκριτική ιστορική προσέγγιση δύο επαρκώς τεκμηριωμένων έργων του —του υποκαταστήματος της Τράπεζας Αθηνών στον Γαλατά και του τάφου της οικογένειας Γαλίτση, στο ελληνικό νεκροταφείο του Sisli. Τα δύο αυτά έργα αποτελούν χαρακτηριστικές εκφράσεις της ανανεωτικής, εκλεπτυσμένης, συμβολικής και εναρμονισμένης προς το περιβάλλον της αρχιτεκτονικής του Κουρεμένου.

11. Καρπός αρχειακής και επιτόπιας έρευνας είναι και το άρθρο της δρος αρχιτέκτονος Λίλας Θεοδωρίδου-Σωτηρίου, καθηγήτριας Τ.Ε.Ι. Σερρών και του δρα αρχιτέκτονα Σάββα Τσιλένη με τίτλο «Το αρχιτεκτονικό όραμα του Πάτροκλου Καμπανάκη». Σε αυτό σκιαγραφούνται η επαγγελματική πορεία, ο ιδεολογικός πλουραλισμός και το άγνωστο έργο του διανοούμενου–καλλιτέχνη, ο οποίος κινήθηκε έξω από τα όρια της ομογένειας. Εκτός από τη δραστηριότητά του στο Κάιρο και την Αθήνα, ο Καμπανάκης δοκίμασε τις δυνάμεις του στις διεθνείς αρένες, συμμετέχοντας στους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς για τον Πύργο του Λονδίνου (1890), το Αρχαιολογικό Μουσείο Καϊρου (1890), το μέγαρο της Κοινωνίας των Εθνών (1928) και τον Φάρο του Κολόμβου (1929).

12. Η εισαγωγή της καινοτόμου τεχνικής του οπλισμένου σκυροδέματος στην Κωνσταντινούπολη, η οποία είναι σχεδόν αποκλειστικά συνδεδεμένη με τη δραστηριότητα της παρισινής φίρμας Bureau Technique de François Hennebique και τα σημαντικότερα κτίρια με οπλισμένο σκυρόδεμα πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στα οποία συμμετείχαν έλληνες τεχνικοί, είναι το θέμα του άρθρου της Βίλμας Χαστάογλου-Μαρτινίδη, καθηγήτριας Τμήματος Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που έχει τίτλο «Η έλευση του μπετόν αρμέ στην Πόλη και οι έλληνες αρχιτέκτονες, μηχανικοί και εργολάβοι, 1902-1913». Στο άρθρο παρέχεται πίνακας των 37 έργων, που μελετήθηκαν ή κατασκευάστηκαν στη Πόλη με το σύστημα Hennebique από το 1902 έως τις παραμονές του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Τα 26 ήταν έργα ελλήνων αρχιτεκτόνων —Ερ. Βουτσίνου, Μ. Λάγγα κ.ά.— ή εργοληπτών και τα σημαντικότερα από αυτά παρουσιάζονται αναλυτικά από τη συγγραφέα.

13. Το άρθρο του Στέλιου Ροΐδη, αρχιτέκτονα-μηχανικού του Πολυτεχνείου Κωνσταντινουπόλεως, έχει τίτλο «Μια παράδοση του 20ού αιώνα: Οι ρωμιοί αρχιτέκτονες της Κωνσταντινούπολης και η προσφορά τους στην πόλη». Βασίζεται στη βιβλιογραφία (Τσιλένης, Κολώνας κ.ά.), σε στοιχεία που έφερε στο φως η ιστορική έρευνα, και σε δικές του αναζητήσεις. Στο πρώτο μέρος του άρθρου, υπάρχουν πληροφορίες για τις σπουδές και το έργο ορισμένων από τους 230 ρωμιούς αρχιτέκτονες της Πόλης, από τις αρχές του 20ού αιώνα έως το 1923. Στοιχεία για τα ονόματα, τις σπουδές και τη σταδιοδρομία των ρωμιών αρχιτεκτόνων μετά το 1923 δίνονται στο δεύτερο μέρος του άρθρου.

 

Greek Architects of Istanbul exhibition film

 

 

Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

  • Batur, Afife (ed., 2005), Architectural Guide to Istanbul. Galata, Chamber of Architects of Turkey – Istanbul Metropolitan Branch, Istanbul.

  • Βίγκας, Λάκης (2009), «Εισήγηση 21. Επισημάνσεις και αποτιμήσεις», σε: Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον. Κείμενα για τη ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα, σ. 295-297

  • Κuruyazici, Hasan και Sarlak, Eva (επιμέλεια, 2010), Batılılaşan İstanbul’un Rum Mimarları / Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού, Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Κωνσταντινούπολη.

  • Kuruyazici, Hasan (επιμέλεια, 2010), Batılılaşan İstanbul’un Ermeni Mimarları / Οι Αρμένιοι Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού (δίγλωσσο βιβλίο που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ομώνυμης έκθεσης), Uluslararası Hrant Dink Vakfı (Διεθνές Κοινωφελές Ίδρυμα Χραντ Ντινκ), Κωνσταντινούπολη.

  • Kuruyazici, Hasan (2010), «Πρόλογος», Οι Ρωμιοί Αρχιτέκτονες της Πόλης στην περίοδο του εκδυτικισμού, Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Κωνσταντινούπολη, σ. 9.

  • Loyer, François (1983), “Lysandre Caftanzoglou. L’ architecture néoclassique dans la Grèce de l’ Indépendence, Archives d’Architecture Moderne, 25/1983, σ. 74-102.

  • Loyer, François (1966), Αrchitecture la Grèce contemporaine, διδακτορική διατριβή 3ου κύκλου, πολυγραφημένη, Παρίσι, σ. 75, 82, 108-114, 177, 179.

  •  Μαρμαράς, Εμμανουήλ Β. (2005 & 2013), «Κωνσταντίνος Κυριακίδης», σε: Φεσσά-Εμμανουήλ, Ε. και Μαρμαράς, Εμ. Β., Δώδεκα ΄Έλληνες Αρχιτέκτονες του Μεσοπολέμου / Twelve Greek Architects of the Interwar Period, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, σ. 46-59.

  • Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου (2009), Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον. Κείμενα για τη ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, Αθήνα.

  • Τσιλένης, Σάββας (1998), «Η Κωνσταντινούπολη του 19ου αιώνα, το πέρασμα από την παράδοση στον κοσμοπολιτισμό», επιθεώρηση Η καθ’ ημάς Ανατολή, Σύνδεσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα, 4/1998, σ. 251-272.

  • Τσιλένης, Σάββας (1999), «Τα έργα και οι ημέρες ενός Κωνσταντινοπολίτη Κάλφα, του Περικλή Δημητρίου Φωτιάδη», σε: Η καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, Πρακτικά επιστημονικής ημερίδας, Σύνδεσμος των εν Αθήναις Μεγαλοσχολιτών, Αθήνα, σ. 189 – 244.

  • Τσιλένης, Σάββας (2000), «Οι Ρωμιοί ‘αρχιτέκτονες’ καλφάδες της Πόλης, 1869-1945», Σύγχρονα Θέματα, 74-75/2000, σ. 166 – 179.

  • Τσιλένης, Σάββας (2002), «Ο αιώνας του εξευρωπαϊσμού στην πολεοδομική εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης, 1840-1950» / «The century of Europeanization in the urban development of Constantinople», σε: Γιαννακόπουλος, Γ. (επιμ.), Κωνσταντινούπολη, η Πόλη των Πόλεων / Constantinople. City of Cities, Έφεσος, Αθήνα, σ. 89- 114.

  • Τσιλένης, Σάββας (2004), «Το κτίριο της Μεγάλης του Γένους Σχολής και ο δημιουργός της K.  Δημάδης», σε: Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, Πρακτικά της τέταρτης επιστημονικής ημερίδας, Εταιρεία Μελέτης της καθ’ ημάς Ανατολής, Αθήνα, σ. 323-366.

  • Τσιλένης, Σάββας (2005), «Η αρχιτεκτονική και πολεοδομική εξέλιξη της Κωνσταντινούπολης και η συμβολή της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας στη διαμόρφωση της πόλης (1878-1908), το παράδειγμα του κάλφα Περικλή Δ. Φωτιάδη», σε: Σαπουνάκη-Δρακάκη, Λ. (επιμ.), Η Ελληνική Πόλη σε ιστορική προοπτική, εκδόσεις Διονικός με συνεργασία του European Association for Urban History, Αθήνα, σ. 70-81.

  • Τσιλένης, Σάββας (2006), «Οι Έλληνες αρχιτέκτονες της Κωνσταντινούπολης και η συμβολή τους στη δημιουργία του αστικού περιβάλλοντος», σε: Πρακτικά πρώτου παγκόσμιου συνεδρίου Κωνσταντινουπολιτών, 27, 28, 29 Μαΐου 2005, Ένωσις Κωνσταντινουπολιτών, Αθήνα, σ. 161-177.

  • Τσιλένης, Σάββας (2009), Η διαμόρφωση του χώρου στην Κωνσταντινούπολη και ο ρόλος των   ομογενών αρχιτεκτόνων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, διδακτορική διατριβή Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ, Αθήνα 2009.

  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2002), «Αρχιτέκτονες του Βόλου και του Πηλίου. Μια πρώτη καταγραφή», εν Βόλω, περιοδική έκδοση Δημοτικού Κέντρου Ιστορίας Βόλου, 6/2002, σ. 42-49.

  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2017), Βασίλειος Κουρεμένος, Αρχιτέκτων, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2017.

Βασίλης Κ. Γούναρης: Οι περιπέτειες του κουρσάρου Κωνσταντή Καλαμάτα στην υπηρεσία της Βρετανίας (1756-1763)

Βασίλης Κ. Γούναρης

 

Οι περιπέτειες του κουρσάρου Κωνσταντή Καλαμάτα στην υπηρεσία της Βρετανίας (1756-1763)*

 

Η κουρσάρικη δραστηριότητα αποτελεί βασική παράμετρο όλων των πολέμων του 18ου αιώνα που διεξήχθησαν μεταξύ ναυτικών δυνάμεων. Η δυνατότητα νόμιμης λεηλασίας και εμπορίας αγαθών που μετέφεραν πλοία με εχθρική σημαία δελέαζε όσους ναυτικούς μπορούσαν να εξοπλίσουν με πυροβόλα τα πλοία τους και να ριψοκινδυνεύσουν εμπλοκές με το επίσης οπλισμένο ή συνοδευόμενο εμπορικό ναυτικό των αντιπάλων. Ένα από τα δραματικότερα κεφάλαια των επιχειρήσεων αυτού του είδους γράφτηκε κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου (1756-1763). Η Βρετανία, αντιμέτωπη στη θάλασσα με τις δυνάμεις της Γαλλίας και της Ισπανίας (από το 1761), εξαπέλυσε άμεσα εκτεταμένο κουρσάρικο πόλεμο σε παγκόσμια κλίμακα, στον οποίο έλαβαν μέρος περίπου 1.700 καταδρομικά.[1] Στους κουρσάρους του βρετανικού στέμματος ανήκουν και οι λεγόμενοι Angligrecs, στους οποίους αναφέρθηκε παρεμπιπτόντως ο Νίκος Σβορώνος. Ήταν έλληνες θαλασσόλυκοι, κυρίως από την παροικία του Mahon της Minorca αλλά και από τα Επτάνησα, τη Μάλτα και την Κρήτη, ανάμικτοι με «Σκλαβούνους» από τα δαλματικά παράλια. Εισήλθαν, επισήμως ή ανεπισήμως, στην υπηρεσία του βρετανικού ναυαρχείου με προτιμώμενη περιοχή δράσης την Ανατολική Μεσόγειο, τα δικά του νερά. Αποτέλεσαν τη συνέχεια της εμπορικής κουρσάρικης και πειρατικής δραστηριότητας που οι πάροικοι ναυτικοί της Minorca –αρκετοί από αυτούς Πάτμιοι στην καταγωγή– είχαν αναλάβει ήδη από τη δεκαετία του 1740, κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Διαδοχής του Αυστριακού Θρόνου.[2] Ένας από αυτούς ήταν ο Κωνσταντής Καλαμάτας, γνωστός ήδη σε όσους έλληνες ιστορικούς ασχολήθηκαν με τη μελέτη των γαλλικών αρχειακών πηγών του 18ου αιώνα, λόγω της εντατικής δράσης του σε βάρος των Γάλλων, στα πελοποννησιακά παράλια. Θεωρούνταν μέχρι τώρα Ζακυθινός.[3] Η ατελής προσωπογραφία που θα επιχειρηθεί εδώ μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτική της περιπετειώδους πορείας των ελλήνων ναυτικών στα μέσα του 18ου αιώνα∙ μιας γενιάς ανδρών που δεν καθιερώθηκαν ως εθνικοί ήρωες, όπως ο Λάμπρος Κατσώνης τριάντα χρόνια αργότερα, όμως συγκέντρωναν σχεδόν όλα τα επαγγελματικά χαρακτηριστικά της ελληνικής ναυτικής επιχειρηματικότητας, μεταξύ ειρήνης και πολέμου, νόμου και παρανομίας, Δύσης και Ανατολής: τόλμη, πονηριά, επιλεκτική εντιμότητα, κινητικότητα, κοινωνικότητα, ευελιξία, προσαρμοστικότητα και επιμονή.[4]

Όταν ο Καλαμάτας, Έλληνας στο γένος, έλαβε το δικό του letter of marque, δηλαδή την άδεια ιδιωτικού κούρσου, στις 21 Οκτωβρίου 1757, είχε ήδη διανύσει μια περιπετειώδη ζωή. Σύμφωνα με κατοπινό έγγραφο της βρετανικής πρεσβείας, η οποία βρισκόταν σε επαφή μαζί του, παρά το επίθετό του και την αντίθετη μαρτυρία των Γάλλων, ήταν Πάτμιος (a native of Patmos) κι όχι Ζακυθινός, ενδεχομένως καλαματιανής καταγωγής. Ως καπετάνιος μετέφερε παράνομα, κατά τα εμπορικά ταξίδια του στο Αρχιπέλαγος, αρκετούς συμπατριώτες του (his Countrymen) υπηκόους του σουλτάνου για μόνιμη εγκατάσταση στο νησί αυτό, που βρισκόταν υπό βρετανική διοίκηση από το 1713.[5] Είναι γνωστό ότι οι Βρετανοί ευνόησαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 1740 τη δημιουργία ελληνικής ουνιτικής (αλλά και εβραϊκής) κοινότητας, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν τεχνητά ερείσματα, φιλικά διακείμενα στο δικό τους καθεστώς μέσα στην καθολική Minorca.[6] Είναι γνωστό επίσης ότι μεγάλο μέρος της παροικίας –ίσως οι μισοί– ήταν Πάτμιοι, με σημαντικότερο τον σιτέμπορο Χατζή-Μανόλη Σίφαντο, που είχε ανοίξει το δρόμο προς τις Βαλεαρίδες.[7] Το 1743 επέτρεψαν την εγκατάσταση ορθόδοξου ιερέα από την Κορσική (Ουνίτη όμως) και επί μια δεκαετία αντιμετώπισαν σθεναρά όλες τις διαμαρτυρίες, αιτιάσεις και προκαταλήψεις των ντόπιων Καθολικών σε βάρος των Ελλήνων. Τελικά, με τη βοήθεια του νέου υποδιοικητή της Minorca, του ιρλανδού υποστρατήγου William Blakeney, το 1754, ολοκληρώθηκε και επιτέλους λειτούργησε στο Mahon ορθόδοξος ναός. Στα έξοδα της ανέγερσης είχε συμβάλει και ο Καλαμάτας με 150 pesas.[8] Την ίδια χρονιά (1754) χορηγήθηκε τριακονταετής άδεια χρήσης γης, κοντά στην ακτή, στους Νικόλαο και Θεόδωρο Αλεξιανό, δύο από τους πρώτους παροίκους, Μονεμβασιώτες στην καταγωγή,[9] καθώς και σε άλλους Έλληνες, προκειμένου να οργανώσουν αλυκές και να κτίσουν εργαστήριο επεξεργασίας τόνων.[10] Από την περίοδο αυτή διασώζεται μαρτυρία μιας πληρωμής στον Καλαμάτα, το Δεκέμβριο του 1753, από το δημόσιο ταμείο, ίσως για κάποια μεταφορικά. Καταβλήθηκε μέσω του Θεόδωρου Αλεξιανού, που τελούσε τότε εγγυητής του Charles Williams. Ο τελευταίος ήταν ο συλλέκτης των φόρων ελλιμενισμού και οινοπνεύματος, όπως φαίνεται από κατοπινό απολογισμό του Αλεξιανού στο Λονδίνο το 1758.[11] Έχει επίσης δημοσιευτεί έγγραφο,  από το οποίο προκύπτει πως ο Καλαμάτας ήταν καπετάνιος στην πολάκρα La Compostana ή Fornells, ιδιοκτησίας του Νικολάου και Θεόδωρου Αλεξιανού καθώς και του Ζαφείρη Παπαγιαννόπουλου, με ποσοστό επί του πλοίου 3/8. Το ποσοστό αυτό φαίνεται πως του το είχαν δώσει οι Αλεξιανοί και ο Παπαγιαννόπουλος. Επειδή όμως στερούνταν ιδίου κεφαλαίου, το παραχώρησε το 1755 στον έμπορο Lorenzo Poli ως εγγύηση, προκειμένου να εφοδιάσει το πλοίο του, κατά το ποσοστό που του αναλογούσε, πριν από ταξίδι στο Λεβάντε. Επειδή το ταξίδι αυτό δεν αποδείχτηκε προσοδοφόρο, ο Poli, για να πάρει πίσω τα χρήματά του, προσέφυγε στο υποναυαρχείο, όπου ο Καλαμάτας, στα τέλη του 1755, ομολόγησε το απλήρωτο χρέος του.[12]

Jean-Baptiste Martin le jeune, Prise de Port Mahon, Minorque le 20 mai 1756, Palais de Versailles.

Η πρώτη φάση της προβληματικής εγκατάστασης των Ελλήνων στη Minorca έληξε τον Ιούνιο του 1756, όταν το νησί καταλήφθηκε από τους Γάλλους. Αμέσως μετά την αποβίβασή τους, ο Καλαμάτας, σύμφωνα με διασταυρωμένες αναφορές του ιδίου, εγκατέλειψε την πολάκρα και τα άλλα υπάρχοντά του και προσέτρεξε ως άμισθος εθελοντής στο φρούριο St Philip, το βρετανικό προπύργιο, όπου και πολέμησε από τις 20 Απριλίου μέχρι τις 29 Ιουνίου. Στις αποθήκες του φρουρίου μετέφερε από το πλοίο του ένα βαρέλι καλαμποκάλευρο και δυο  κιβώτια με γεμάτες γυάλινες μπαρουτοθήκες και φυσίγγια. Συνολικά στη φρουρά μετρήθηκαν 53 Έλληνες, εκ των οποίων οι 21 μάχιμοι, οι περισσότεροι εθελοντές, λίγοι μισθοδοτούμενοι.[13] Μετά τη συνθηκολόγηση, ο Blakeney και οι άνδρες του μεταφέρθηκαν με γαλλικό πλοίο στο Γιβραλτάρ.[14] Εκεί παρέμειναν τουλάχιστον μέχρι το Σεπτέμβριο. Τότε ο Καλαμάτας και οι άλλοι έλληνες εθελοντές, αποσκοπώντας σε αποζημίωση, φρόντισαν να εφοδιαστούν με συστατική επιστολή του Blakeney. Μεσολαβητής ήταν ο Θεόδωρος Αλεξιανός, τον οποίο ο βρετανός υποστράτηγος αναφέρει ως the principal Greek. Εξάλλου η σημαντική βοήθεια του Αλεξιανού και ο ηγετικός του ρόλος έχουν καταγραφεί και από άλλη πηγή.[15] Ουσιαστικά η σύσταση φαίνεται πως υπαγορεύτηκε από τον ίδιο τον Αλεξιανό, ο οποίος και βεβαίωσε, από πρώτο χέρι, την αφοσίωση του Καλαμάτα, έτοιμου πάντα να αναλάβει οποιοδήποτε καθήκον. Το ίδιο συνέβη και με τους άλλους έλληνες πολεμιστές. Σε μια από αυτές, μάλιστα, στην πίσω όψη, για να διευκολύνει τον κομιστή, έγραψε στα ελληνικά «σερτηφικάδο του γκενεράλε δια τον Παναγιώτη Αγηομαβρήτη».[16] Προφανώς η ελληνική φρουρά βρισκόταν υπό την ηγεσία του και είναι εντελώς απίθανο οι άνδρες της να είχαν προσωπική γνωριμία με τον υποστράτηγο. Άλλωστε, ο Καλαμάτας δεν γνώριζε καν την αγγλική γλώσσα.[17]

Sir William Blakeney, 1st Baron Blakeney (1672-1761).

Λίγο αργότερα, άγνωστο πότε ακριβώς, ο Αλέξανδρος και ο Θεόδωρος Αλεξιανός, ο Καλαμάτας και κάποιοι άλλοι έλληνες εθελοντές (Γιακουμής Ιωάννου, Πέτρος Μιχαλίτσης, Νικόλας Καλημέρης, Γιώργος Αγγέλου, Γιώργος Μενιέ και Παναγιώτης Αγιομαυρίτης) βρέθηκαν στο Λονδίνο.[18] Τα ναύλα του ο πάτμιος θαλασσινός τα εξασφάλισε με δάνειο από κάποιον έμπορο του Γιβραλτάρ. Όπως έγραψε, δεν είχε πλέον φίλους και υποστηρικτές και αδυνατούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Έχοντας φυγαδεύσει οθωμανούς υπηκόους, ήταν πλέον παράνομος. Ταλαιπωρημένος από ασθένειες, αποτάθηκε, τον Ιούλιο του 1757, στον βρετανό βασιλέα. Του ζήτησε χρηματική βοήθεια, ως ανταπόδοση της πιστοποιημένης εθελοντικής πολεμικής υπηρεσίας του.[19] Τo αίτημά του εγκρίθηκε και έλαβε πενήντα λίρες, όπως προκύπτει από την απόδειξη που υπέγραψε.[20] Ο Κωνσταντής έλαβε τα χρήματα και πλήρωσε τα χρέη που είχε δημιουργήσει στο Γιβραλτάρ αλλά όχι τα παλαιότερα στο Mahon. Με τη βοήθεια μερικών φίλων του, που δέχτηκαν να μπουν εγγυητές, όπλισε ένα πλοίο με ελληνικό πλήρωμα, για να ξεκινήσει καταδρομές εναντίον των Γάλλων με βάση το Γιβραλτάρ. Προμηθεύτηκε μάλιστα το απαιτούμενο letter of marque. Αγνοούσε, ενδεχομένως, πως η Πύλη, από την αρχή του Επταετούς, με αφορμή τη δράση ενός πλοίου νηολογημένου στο Mahon με έλληνα καπετάνιο, που διαλαλούσε πως είναι βρετανός υπήκοος, είχε ανανεώσει (όπως και η Βενετία) τη διαταγή απαγόρευσης προς όλους τους υπηκόους της να γίνουν κουρσάροι και να διεξαγάγουν εχθροπραξίες στις θάλασσες και τα φρούρια του Σουλτάνου. Ίδια απαγόρευση, όπως θα δούμε παρακάτω, είχαν εκδώσει και οι Άγγλοι, αλλά ίσως το πιστοποιητικό δράσης του ξακουστού Blakeney να δημιούργησε στο Ναυαρχείο την εντύπωση πως επρόκειτο περί εντοπίου της Minorca.[21] Αν δεν αγνοούσε τα τυπικά αυτά προβλήματα, τότε σίγουρα ο έλληνας καπετάνιος αδιαφορούσε και υποτιμούσε τις περιπλοκές, πιστεύοντας πως το χαρτί του ήταν πανίσχυρο.

Ο Καλαμάτας ήταν έτοιμος να αποπλεύσει, όταν αρρώστησε βαριά και αναγκάστηκε να εξαντλήσει το περίσσευμά του σε φάρμακα και γιατρούς. Του ήταν αδύνατο να ενεργοποιήσει την άδεια κουρσάρικης δράσης χωρίς νέα οικονομική βοήθεια, την οποία ζήτησε, μετά από πέντε μήνες ασθένειας, με τη μεσολάβηση του William Ponsonby Viscount Duncannon,  δηλαδή του Λόρδου Επιτρόπου του Ναυαρχείου, ως αποζημίωση για τα εφόδια τα οποία είχε μεταφέρει στο φρούριο του St Philip, φροντίζοντας εγκαίρως να λάβει απόδειξη παραλαβής από την επιμελητεία. Οι ενυπόγραφες επιστολές των συμπληρωματικών αιτήσεών του δεν φέρουν ημερομηνία. Σημείωσε, όμως, πως βρισκόταν στην Αγγλία ήδη για ένα χρόνο και δύο μήνες. Με δεδομένο ότι η συστατική του επιστολή είχε υπογραφεί από τον Blakeney στο Γιβραλτάρ, στις 15 Σεπτεμβρίου 1756, το νέο αίτημα πρέπει να υποβλήθηκε το νωρίτερο στα τέλη του 1757.[22] Αν κρίνουμε από τις εξελίξεις, μάλλον κι αυτό ικανοποιήθηκε.

Σύμφωνα με τα παραπάνω το letter of marque του Καλαμάτα εκδόθηκε όσο ήταν ακόμη άρρωστος. Διέμενε τότε στην ενορία του Αγίου Γεωργίου στην Hanover Square, δηλαδή στο κεντρικό Λονδίνο, κοντά στο Oxford Circus. Παρά την κατάστασή του, αναγκάστηκε να παραστεί προσωπικά, όπως προβλεπόταν, στο High Court of Admiralty. Η άδεια κούρσου εκδόθηκε για λογαριασμό πλοίου περίπου 200 τόνων με το όνομα Lord Blakeney, που θα απέπλεε με πλήρωμα 150 ανδρών. Προφανώς δεν πρέπει να συγχέεται με το κουρσάρικο Brave Blakeney του Liverpool, ενενήντα μόλις τόνων, που μαζί με το Anson, την ίδια ακριβώς περίοδο, έκαναν πλούσιο τον ιδιοκτήτη τους George Campbell.  Τον ίδιο μήνα εκδόθηκαν άλλες 95 άδειες κούρσου –οι περισσότερες σε ένα μήνα κατά τη διάρκεια του Επταετούς– για καταδρομικά με πληρώματα που ξεπερνούσαν τους 11.300 άνδρες.[23] Ο πόλεμος κορυφωνόταν. Το σκαρί του Καλαμάτα έφερε οπλισμό  16 κανονιών με κιλλίβαντα, 18 περιστρεφόμενα κανονάκια, 150 μικρά όπλα, 150 σπαθιά, είκοσι βαρέλια πυρίτιδα, πενήντα μεγάλες μπάλες κανονιών και περίπου διακόσιες μικρές. Διέθετε εφόδια για έξι μήνες, δύο σύνολα ιστίων, τέσσερεις άγκυρες, τέσσερα παλαμάρια και περίπου ένα τόνο επικουρικά σχοινιά. Ήταν, δηλαδή, ένα μπριγκαντίνι ή μια πολάκρα, με προδιαγραφές κατώτερες από τη μικρότερη κατηγορία των πολεμικών πλοίων του Βασιλικού Ναυτικού. Ως ιδιοκτήτες και εξοπλιστές του πλοίου δηλώθηκαν επισήμως ο Θεόδωρος Αλεξιανός, ο Moses de Salvador Cansino και «άλλοι έμποροι του Λονδίνου». Ο Cansino ήταν Εβραίος της Minorca, παντρεμένος με Εβραία από το Γιβραλτάρ. Ενδεχομένως αυτός ήταν ο δανειστής του Καλαμάτα.[24] Προφανώς ο Πάτμιος δεν ήταν τόσο μόνος στο Λονδίνο όσο ήθελε να φαίνεται στις αιτήσεις του. Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, ύπαρχος (Lieutenant) του πλοίου θα ήταν ο Robert White∙ πυροβολητής ο Νικολός Παλαιολόγος, σίγουρα παλιός γνώριμος του Καλαμάτα από το Mahon,[25] που όμως δεν είχε πολεμήσει εθελοντής στην πολιορκία∙ λοστρόμος ο Thomas George (Θωμάς Γεωργίου;),  ξυλουργός o George Verdon, μάγειρας ο Γιάννης Αγγέλου,[26] παλαίμαχος κι αυτός του St Philip’s, και χειρουργός ο Thomas Williams. Το έγγραφο ήταν τυποποιημένο όσον αφορούσε τον αιτούμενο εξοπλισμό, τον οπλισμό όπως και τις στοιχειώδεις ειδικότητες. Υπήρχαν κενά, όπου έπρεπε να συμπληρωθούν αριθμοί και ονόματα. Ο οπλισμός σε πιστόλες και αγχέμαχα έπρεπε να είναι ανάλογος του δηλωμένου πληρώματος. Στο τέλος υπέγραψε ο Καλαμάτας. Αρχικά έγραψε «Κωνσταντής» στα ελληνικά. Μετά το έσβησε και έγραψε το όνομά του με το λατινικό αλφάβητο «Constanten Calamatta», με δύο ταυ, μολονότι ο γραφέας τον είχε ήδη καταχωρίσει ως Constantine Calamata.[27]

Δεν υπάρχει μαρτυρία αν ο Καλαμάτας ενεργοποιήθηκε στη Μεσόγειο εντός του 1758. Σύμφωνα με τις αναφορές των προξένων του Ναυπλίου, των Χανίων και της Χίου, γνωρίζουμε ότι το 1759 έπλεε στο Αιγαίο με πλήρωμα 87 νησιώτες ραγιάδες, υπηκόους της Βενετίας (προφανώς Επτανησίους) και της Ραγούζας. Τότε συνέλαβε στις Σπέτσες, με τη βοήθεια πυροβόλου εγκατεστημένου στη στεριά –άρα παρανόμως– το μπάρκο του Capitaine Brilland από τη Μασσαλία, αξίας 150.000 πιάστρων, με προορισμό τη Σμύρνη.[28] Στο τέλος της ίδιας χρονιάς υπάρχουν μαρτυρίες πως η ανεξέλεγκτη κουρσάρικη δράση στο Αιγαίο, υπό βρετανική σημαία, προξενούσε πλέον εκνευρισμό και στη βρετανική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη. Το κουρσάρικο Gibraltar, με κυβερνήτη κάποιον «Σκλαβούνο», τον Μάρκο Λούκαβικ, λεηλάτησε ένα πλοίο της Ραγούζας με εμπορεύματα Δανών και Ελβετών (του Τουρίνου), που κατευθύνονταν στη Θεσσαλονίκη, μεταφορτωμένα στη Νίκαια. Ο πρεσβευτής της Δανίας αμφισβήτησε τη νομιμότητα της λείας, ενώ ξεκίνησε έλεγχος των πιστοποιητικών του Λούκαβικ από το προξενείο της Σμύρνης.[29] Το Νοέμβριο αναφέρθηκε πως ένας έλληνας κουρσάρος, μη κατονομαζόμενος, με ελληνικό πλήρωμα, είχε συλλάβει ένα δανέζικο πλοίο με προορισμό τη Σμύρνη, ενώ ήταν αγκυροβολημένο στο λιμάνι της Τζιας,  δηλαδή σε οθωμανική επικράτεια, και είχε αφαιρέσει δύο βαρέλια κοχενίλλης (κόκκινης χρωστικής) και άλλα αγαθά, τα οποία εξέλαβε ως γαλλική περιουσία. Στην αλληλογραφία με το Λονδίνο πιθανολογούνταν πως δεν είχε βρετανική άδεια δράσης στο όνομά του. Φερόταν –κατά την εκτίμηση του πρεσβευτή– ως διάδοχος άλλου πρώην κουρσάρου. Μετά βεβαιότητας θα εκδιδόταν οθωμανική απόφαση σε βάρος του, εξαγοράσιμη όμως, αν δεν τους είχε ήδη εκχωρήσει κάποιο μερίδιο της λείας στις αρχές.[30] Το Μάρτιο του 1760 η Levant Company, σε επιστολή προς την Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως, ευχόταν τη σύλληψη και την τιμωρία του Λούκαβικ και του Καλαμάτα, για επιθέσεις εναντίον ουδετέρων πλοίων. Εκτιμούσαν, όμως, πως δεν θα προξενούσαν άλλα προβλήματα στην Πρεσβεία, ενόσω σέβονταν τουλάχιστον τα εμπορεύματα βρετανικών και οθωμανικών συμφερόντων.[31] Είναι σαφές, λοιπόν, πως το όνομά του πάτμιου θαλασσινού κυκλοφορούσε ήδη και, όπως αποδείχθηκε αργότερα, οι φήμες για τις παρατυπίες του πολλαπλασιάζονταν τεχνηέντως από τη γαλλική πρεσβεία. Εξάλλου, οι καταδρομές των πρωσικών κουρσάρικων –συμμάχων της Βρετανίας– εναντίον πλοίων της Τοσκάνης και της Σουηδίας ανησυχούσαν τους βρετανούς  προξένους, μήπως αποβούν σε βάρος τους, αφού κάποια απ’ αυτά είχαν καπετάνιους συμπατριώτες τους.[32] Πολλώ δε μάλλον ότι την περίοδο αυτή ο πρεσβευτής τους James Porter εργαζόταν συστηματικά, ως μεσάζων, για την προσέγγιση της διστακτικής Πύλης με την Πρωσία, ώστε να αναλάβουν οι Τούρκοι πολεμική δράση εναντίον των Αυστριακών.[33]

Το Σεπτέμβριο του 1760, αποκαλύφτηκε ότι ο «Έλληνας με το ελληνικό πλήρωμα» του περιστατικού της Τζιας δεν ήταν άλλος από τον Κωνσταντή Καλαμάτα με το Lord Blakeney. Τον είχε ήδη σταματήσει ο καπουδάν πασάς με δυο φρεγάτες στην Κω. Σύμφωνα με κατοπινή έκθεση του ιδίου του κουρσάρου, οδηγούσε τη λεία του στο νησί αυτό, λιμένα προέλευσής της, ώστε να διαπιστώσει ποιων συμφερόντων ήταν τα εμπορεύματα, αφού οι τούρκοι επιβάτες του είχαν ισχυριστεί πως ήταν δικό τους και το πλοίο και το φορτίο του. Συνελήφθη, λοιπόν, παρά τις εξηγήσεις του, με βάση τις καταγγελίες του γάλλου καπετάνιου και του πληρώματος, πως δήθεν η εντολή του δεν ήταν έγκυρη, και κρατήθηκε μαζί με 60 άνδρες του, ως σκλάβος, στο πλοίο Πατρόνα, που αναχώρησε για την Πόλη. Άλλοι 20-25 άνδρες του φαίνεται πως κρατήθηκαν στη ναυαρχίδα (Capitana) του καπουδάν πασά, που ναυλοχούσε στην Κω. Αναγκάστηκε τότε ο έλληνας κουρσάρος να στείλει στη βρετανική πρεσβεία το letter of marque της 21ης Οκτωβρίου 1757 καθώς και το πιστοποιητικό εγγραφής του. Όμως ο  Porter αμφέβαλε για τη γνησιότητά του, αφού δεν διέθετε αντίγραφο της ομολογίας των ίδιων των εγγυητών. Κατά τον πρεσβευτή, ήταν γνωστός διάδοχος –επανέλαβε επί λέξει ό,τι είχε σημειώσει πριν από μήνες– άλλου κουρσάρου, βενετού υπηκόου –σίγουρα Επτανησίου–  ο οποίος, έχοντας δράσει με τη βρετανική σημαία εναντίον ουδετέρων σκαφών, είχε εγκατασταθεί, πλούσιος πλέον, στην Κεφαλονιά. Τις αμφιβολίες του επέτεινε το γεγονός ότι ο Καλαμάτας, παραδόξως, του είχε προτείνει μερίδιο του πλοίου έναντι της πρεσβευτικής προστασίας∙ μια πρόταση αδικαιολόγητη, αν τα χαρτιά του ήταν εντάξει και το πλοίο είχε άλλους ιδιοκτήτες. Την ίδια ύποπτη προσφορά είχε κάνει προηγουμένως και στον βρετανό πρόξενο στη Σμύρνη, τον Samuel Crawley. Ανησυχούσε επίσης έντονα ο πρεσβευτής και για το πιστοποιητικό του Λούκαβικ.[34]

Οι αμφιβολίες του Porter για τον έλληνα κουρσάρο λύθηκαν σύντομα. Στην έκθεση του επομένου μηνός ανέφερε ότι η πλήρης εξέταση της υπόθεσης του Καλαμάτα είχε φανερώσει πως τα χαρτιά του ήταν γνήσια, πως διέθετε τεκμήρια για τα πολλά ουδέτερα σκάφη, στα οποία είχε κάνει νηοψία και μετά τα είχε ελευθερώσει και πως είχε επανορθώσει ό,τι ζημίες είχε προξενήσει σ’ ένα δανέζικο πλοίο. Γι’ αυτό ο Porter, προκειμένου να αποφύγει την ατίμωση και την προσβολή του Καλαμάτα, που απειλούνταν να προσαχθεί ως κανονικός πειρατής επί ποινή θανάτου, υπέβαλε παράπονα για την παρενόχληση που υπέστη, ενώ είχε επιδείξει έγκυρη βασιλική εντολή. Ήταν πράξη προσβολής για όλα τα βρετανικά κουρσάρικα και πολεμικά. Όμως δεν είχε ληφθεί ακόμη απόφαση από οθωμανικής πλευράς και, βέβαια, οι Γάλλοι ήταν αντίθετοι στην αθώωσή του.[35] Ένα κουρσάρικο λιγότερο –και μάλιστα επιτυχημένο– ήταν κέρδος γι’ αυτούς.

Alexandre-Gabriel Decamps, Pirates Grecs, National Maritime Museum, Greenwich.

Παράλληλα, όπως φαίνεται από την κατοπινή αλληλογραφία, ο Porter ζήτησε από τα γραφεία της Levant Company στο Λονδίνο να διασταυρωθούν τα στοιχεία του Lord Blakeney. Η Εταιρεία, εξάλλου, ήταν ήδη πληροφορημένη για την υπόθεση και θορυβημένη. Ήταν αντίθετη εξαρχής στη χορήγηση αδειών σε αλλοδαπούς και υποπτευόταν πως πολλοί από αυτούς δεν διέθεταν καν έγγραφα. Η σύλληψη ενός από αυτούς από τον καπουδάν πασά και η τιμωρία του θα λειτουργούσαν ανασχετικά.[36] Στο μεταξύ ο Καλαμάτας είχε οδηγηθεί στην Κωνσταντινούπολη σιδηροδέσμιος μαζί με είκοσι άνδρες του (o ίδιος αναφέρει εξήντα), διαφορετικής καταγωγής, όλοι σε άθλια κατάσταση, ζητώντας την απαλλαγή τους. Ήταν πρωτοφανές γεγονός να φυλακίζονται ναυτικοί που δεν είχαν βλάψει Τούρκους, μόνον εξαιτίας γαλλικής υποκίνησης. Οι πρόξενοι της Ζακύνθου, της Πάτρας, της Σμύρνης και της Μήλου, ακόμη και ο στόλαρχος της βρετανικής μοίρας του Αιγαίου, o Hugh Palliser, όλοι συνιστούσαν τον Καλαμάτα ως έντιμο άνδρα, με πολεμικό ζήλο, από τον οποίο οι Τούρκοι δεν είχαν ποτέ έως τότε παράπονα. Είχε βουίξει ο κόσμος με την αδικία. Για ένα διάστημα φημολογήθηκε πως οι Τούρκοι, με γαλλική υποκίνηση, θα έφερναν στην Πόλη το Lord Blakeney με μαύρη πειρατική σημαία, επειδή στο πλήρωμά του συμπεριλαμβάνονταν και πέντε άνδρες του Ulysses, του διαβόητου καπετάν Σολωμού, μολονότι η βασιλική εντολή κούρσου κάλυπτε όλους όσοι βρίσκονταν κάτω από τη σημαία του πλοίου, ανεξαρτήτως πότε είχαν ναυτολογηθεί. Ο Porter αποφάσισε, με την ενθάρρυνση κι άλλων (ενδεχομένως των εμπόρων της Levant Company στην πρωτεύουσα), να διεκδικήσει τον Καλαμάτα και τους άνδρες τους ως προστατευόμενους του βρετανικού στέμματος. Παράλληλα ενεργούσε κι ένας καπετάνιος από την Τοσκάνη, φίλος του Καλαμάτα, που πρόσφερε 700-800 πιάστρα για την εξαγορά του. Μολονότι ο πρεσβευτής πείστηκε πως όλα θα εξελίσσονταν ομαλά, οι Τούρκοι αρνήθηκαν τον έλεγχο του αιχμάλωτου Lord Blakeney, που μάλλον βρισκόταν στη Σμύρνη, για τη συλλογή γραπτών πειστηρίων. Ακόμη και αυτός ο έλεγχος της εντολής του βρετανικού ναυαρχείου, μέσω Σμύρνης, κατέστη δυνατός μόνον μετά από επανειλημμένες αιτήσεις του προξένου στον καπουδάν πασά. Το γαλλικό χρήμα είχε φέρει αποτελέσματα. Μετά το περιστατικό του Καλαμάτα, τα βρετανικά κουρσάρικα δεν είχαν πλέον ασφαλή λιμάνια και όσα βρετανικά πλοία απέπλεαν δεν τολμούσαν να εξοπλιστούν, μην και χαρακτηριστούν κουρσάρικα.[37]

Δεν ήταν όμως μόνον το γαλλικό χρήμα που είχε αλλάξει τη διάθεση των Τούρκων. Παράλληλα είχε συμβεί ένα άλλο ασυνήθιστο γεγονός. Την Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 1760, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του πληρώματος της Capitana βγήκε στην Κω για να επιτελέσει τα θρησκευτικά του καθήκοντα, ένας Chico, μάλλον Μαλτέζος, μαζί με περίπου 160 άλλους σκλάβους από διάφορα μέρη (σε άλλο έγγραφο αναφέρονται εβδομήντα), ακινητοποίησαν τη μικρή φρουρά και απήγαγαν το πλοίο, μαζί με το θησαυρό των φόρων που είχε συλλέξει ο πασάς κατά την περιοδεία του στα νησιά του Αρχιπελάγους. Το σκάφος ήταν οπλισμένο με εβδομήντα κανόνια και ο Chico έμπειρος καπετάνιος. Τον είχαν συλλάβει οι Τούρκοι τον προηγούμενο χρόνο στον κόλπο της Θεσσαλονίκης. Στον πυρήνα της εξέγερσης βρισκόταν κι ένας χανιώτης πειρατής, ο Σταυριανός, αλλά και οι είκοσι άνδρες του Καλαμάτα, όπως έγινε αργότερα γνωστό. Καθώς όλος ο στόλος ήταν διασκορπισμένος, ο πασάς τους καταδίωξε με ένα μικρό ντουλτσινιώτικο και ένα μεγαλύτερο ραγουζάνικο πλοίο, αλλά σύντομα επέστρεψε στην Κω άπρακτος. Ακολούθησε ο αποκεφαλισμός του ιδίου του πασά και του καπετάνιου του ντροπιασμένου πλοίου. Ενώ τα κεφάλια τους μεταφέρονταν από την Κω στην Πόλη, ο Μέγας Σταβλάρχης είχε ήδη προαχθεί σε καπουδάν πασά και είχε ξεκινήσει με μια γαλέρα να αναλάβει το στόλο και να ανακτήσει την Capitana. Άλλες πληροφορίες έλεγαν πως το απαχθέν πλοίο βρισκόταν στη Μάλτα κι άλλες στα Σφακιά.[38] Λίγο αργότερα, προφανώς όταν επιβεβαιώθηκε πως το πλοίο των σκλάβων είχε καταφύγει όντως στη Μάλτα, η Πύλη άσκησε μεγάλη πίεση στον γάλλο πρεσβευτή, ώστε να ενεργήσει για την ανάκτησή του. Άρχισαν επίσης επιδεικτικά ετοιμασίες για μεγάλη εαρινή ναυτική εκστρατεία, ναυπηγώντας πλοία και συγκεντρώνοντας εφόδια και πληρώματα από τις αλβανικές ακτές για τον πενιχρό της στόλο. Παρόμοιες πιέσεις μεσολάβησης ασκούνταν προς τη Βενετία και τη Νάπολη.[39]

Υπό αυτές τις συνθήκες ο Porter ήταν μάλλον απρόθυμος να πιέσει περισσότερο. Το πλήρωμα του Καλαμάτα ήταν ένα τσούρμο αθλίων, ναυτολογημένων εδώ κι εκεί, χωρίς κανέναν απολύτως Άγγλο ανάμεσά τους. Μόνο χάρη στον ίδιο τον Porter το Lord Blakeney δεν είχε χαρακτηριστεί ως πειρατικό και είχαν αποφευχθεί οι σοβαρές συνέπειες μιας τέτοιας απόφασης για τη βρετανική ναυτιλία. Ωστόσο, ο ίδιος δεν θα επανερχόταν στο θέμα, έως ότου μάθαινε από τη Levant Company με ποιο τρόπο είχε πάρει ο Καλαμάτας το letter of marque, ποιοι ήταν οι εγγυητές του  και βεβαιωνόταν ότι δεν είχε καταστρέψει με τις ληστείες και τις λεηλασίες του έντιμους ανθρώπους, όπως είχε συμβεί με τον Λούκαβικ, αν και είχαν διαβεβαιώσει την πρεσβεία περί του αντιθέτου.[40] Δυστυχώς, για την Εταιρεία, που έλπιζε στη σύλληψη ψευδεπίγραφων κουρσάρων, ο Καλαμάτας έφερε διαπιστωμένα νόμιμο έγγραφο όπως και βιβλίο οδηγιών. Έτσι  συμφωνούσαν πως, με βάση όσα είχε διαπιστώσει ο Porter, όντως ο κουρσάρος αυτός δικαιούνταν περισσότερης προστασίας από ό,τι μερικοί από τους συμπατριώτες του.[41] Στις αρχές Φεβρουαρίου 1761 –άγνωστο αν είχε ήδη λάβει την απάντηση της Εταιρείας που είχε συνταχθεί ένα μήνα νωρίτερα– ο πρεσβευτής παραπονέθηκε ότι ο Καλαμάτας τον είχε εξαπατήσει αρκετές φορές. Αρνούνταν τώρα να του παραδώσει τα αγαθά που είχε κατασχέσει από το δανέζικο πλοίο στο λιμάνι της Τζιας. Ως οθωμανός υπήκοος, με τη στάση του ρίσκαρε τη ζωή του, αφού οι Τούρκοι ήθελαν να εκδικηθούν τους νεκρούς της εξέγερσης των σκλάβων, μεταξύ των οποίων ήταν και οι δικοί του άνδρες. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν θα ήταν ασφαλές να επιμείνει για την απελευθέρωσή του. Έμαθε μάλιστα από τον μεσάζοντα του Καλαμάτα ότι ήταν βενετός υπήκοος. Ο ίδιος ο κουρσάρος δεν το ανέφερε ούτε το επικαλέστηκε ποτέ. Δεν προέκυπτε πρακτικό όφελος, ακόμη κι αν ήταν αλήθεια. Ο Porter πάντως έκρινε την πληροφορία ως σημαντική, μολονότι ο ίδιος τον έφερε σταθερά ως Πάτμιο, άρα ως υπήκοο της Πύλης. Θα μπορούσε ενδεχομένως, αν η Πύλη έφθανε στα άκρα, να παρουσιάσει δημοσίως τη βενετική υπηκοότητα ως άλλοθι της βρετανικής αδιαφορίας. Αποφάσισε, λοιπόν, να περιμένει κάποια ευνοϊκότερη συγκυρία, αν ποτέ ήταν δυνατόν να του προσφερθεί βοήθεια.[42]

Ημερολόγιο και αλληλογραφία του Sir James Porter (1710–1786), έκδοση του 1854.

Το ζήτημα του Καλαμάτα επανήλθε στην πρεσβευτική αλληλογραφία τον επόμενο Αύγουστο. Τότε ο Porter  ζήτησε άδεια διέλευσης για την Capitana, την οποία επέστρεφαν οι Γάλλοι με γαλλική σημαία και συνοδεία γαλλικής φρεγάτας. Στην τιμητική της επιστροφή, που αποκαθιστούσε το κύρος των Γάλλων, όφειλαν να συμβάλουν κάπως και οι Βρετανοί. Με την αφορμή αυτή, ο πρεσβευτής ανέφερε πως ο φυλακισμένος κουρσάρος του έστελνε συχνά αιτήματα βοήθειας, αλλά, σε τελική ανάλυση, ήταν οθωμανός υπήκοος. Η συμμετοχή των ανδρών του στην εξέγερση της ναυαρχίδας είχε χολώσει τους Τούρκους. Θα μπορούσε να του στοιχίσει και τη ζωή του, με δεδομένες τις απώλειες αλλά και την παρατεταμένη αιχμαλωσία των τούρκων ναυτικών στη Μάλτα. Υπενθύμισε την ύποπτη προσφορά μεριδίου του πλοίου του, την ανυπαρξία Άγγλων στο πλήρωμά του και τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να είχαν οι παρατυπίες του. Όλα αυτά για να καταλήξει πως έκρινε συνετότερη την αναμονή, έως ότου είχε την κατηγορηματική εντολή του Υπουργείου να τον διεκδικήσει από τους Τούρκους. Με την ανάλυση που είχε κάνει, το μέλλον του Καλαμάτα ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένο. Θα ήταν εντελώς απίθανο το Υπουργείο να προβεί σε τέτοια ρητή εντολή, με τόσες υποψίες στον αέρα και με τους Τούρκους εξαγριωμένους.[43] Ποιος νοιαζόταν στο Λονδίνο για τον Καλαμάτα, αν τον θυμόταν κανείς; Ο ίδιος ο Λόρδος Blakeney –ήρωας πλέον– από το γόητρο που οποίου αντλούσαν όλοι οι μαονέζοι κουρσάροι, πέθανε το Σεπτέμβριο του 1761.[44] H Levant Company, μολονότι παραδέχτηκε πως η εγγυητική του Καλαμάτα ήταν η συνηθισμένη, κατέληξε πως καλώς το ζήτημα είχε παραπεμφθεί στο Υπουργείο.[45]

Εξάλλου υπήρχε κι ένα σημαντικότερο ζήτημα: Καθώς προχωρούσε το θέρος του 1761, παρατηρήθηκε έλλειψη αλεύρων και ρυζιού, των βασικών ειδών διατροφής στην Κωνσταντινούπολη. Φημολογούνταν πως η συγκομιδή είχε αποτύχει στη Μαύρη Θάλασσα και τη Βεσσαραβία. Η Πόλη έβραζε στην ανησυχία της. Η πανώλη προσέβαλλε διάφορα λιμάνια. Μια στάση εκκολάφτηκε στην πρωτεύουσα, αλλά οι πρωτεργάτες απαγχονίστηκαν αμέσως.[46] Ο Porter εξέδωσε, κατ’ απαίτηση της Πύλης, εντολή στους κουρσάρους του να μην αγγίζουν όσα γαλλικά πλοία φόρτωναν καλαμπόκι στα λιμάνια του Αρχιπελάγους για την πρωτεύουσα. Η απρόσκοπτη μεταφορά τροφίμων από την Αίγυπτο ήταν ζωτικής σημασίας και ο ανεξέλεγκτος κούρσος των πλοίων στη διαδρομή αυτή  ήταν οχληρό αγκάθι στις βρετανοτουρκικές σχέσεις.[47]

Έτσι, ο έλληνας κουρσάρος πέρασε στην τουρκική φυλακή άλλους 15 μήνες, πριν ασχοληθεί κάποιος σοβαρά μαζί του. Προφανώς δεν πτοήθηκε. Τον Αύγουστο του 1762 υπέβαλε υπόμνημα ο ίδιος απευθείας στον Υπουργό των Εξωτερικών, στον Charles Wyndham Λόρδο Egremont, ο οποίος εδέησε να ενδιαφερθεί. Στα τέλη του 1762 ο νέος πρεσβευτής της Βρετανίας στην Πύλη, ο Henry Grenville, έλαβε ιδιωτική επιστολή του υφυπουργού Sir Robert Wood, εκ μέρους του Egremont,  με συνημμένη επιστολή προς τον Καλαμάτα, με άγνωστο περιεχόμενο, η οποία και του παραδόθηκε. Επίσης, ο Grenville –προφανώς ακολουθώντας οδηγίες– ξέθαψε τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση αυτή, που είχε εκτυλιχθεί προ της θητείας του, ετοίμασε και έστειλε στο Λονδίνο υπόμνημα με τίτλο «Captain Calamata’s case». Από τη στιγμή που το υπόμνημα βασιζόταν στα αντίγραφα της αλληλογραφίας που είχε προηγηθεί, δεν μπορούσε να λέει κάτι καινούργιο, με μοναδική εξαίρεση τη νέα πληροφορία για τον γενναιόδωρο φίλο του πάτμιου καπετάνιου από την Τοσκάνη. Επίσης, κατά λάθος, το υπόμνημα φόρτωνε στον Καλαμάτα και τη λεηλασία εμπορευμάτων ελβετικών συμφερόντων από το πλοίο της Ραγούζας, έργο, όπως αναφέρθηκε, του κουρσάρου Λούκαβικ. Επιβεβαίωνε, πάντως, πως από την τελευταία επιστολή του Porter καμία νέα οδηγία δεν είχε ληφθεί, ενώ η Levant Company είχε αρκεστεί να επιβεβαιώσει τη γνησιότητα του letter of marque  και να τοποθετηθεί μάλλον αόριστα επί του θέματος.[48]

Σημασία, όμως, για την έκβαση της υπόθεσης είχαν τα συμπεράσματα και οι προτάσεις του Grenville, τις οποίες υπέβαλε με δικές του επιστολές, μια επίσημη προς τον υπουργό των Εξωτερικών και μια ανεπίσημη προς τον Wood. Στην πρώτη εξέφρασε την προσωπική του άποψη, διανθισμένη με λελογισμένο συναισθηματισμό, αλλά βασικά δεν διαφοροποιούνταν από τον προκάτοχό του. Τα δεινά του Καλαμάτα ήταν πολλά, αλλά οι αμαρτίες και τα παραπτώματά του δεν ήταν λίγα. Όπως και να είχε λάβει την πιστοποίηση, δεν δικαιούνταν βρετανικής προστασίας. Αν ο Grenville τον διεκδικούσε ανοιχτά ως βρετανό κουρσάρο, σίγουρα θα εξαγρίωνε την Πύλη και θα προκαλούσε χειρότερες συνέπειες, ενδεχομένως και χρηματικά πρόστιμα (avanias) σε βάρος της αγγλικής κοινότητας, ως αποζημίωση των κουρσάρικων πράξεών του. Αν, όμως, ο Λόρδος έκρινε, παρόλα αυτά, πως ο Καλαμάτας άξιζε να τύχει της προσοχής του Grenville, τότε λύση υπήρχε. Ήταν ο χρηματισμός, που αποτελούσε, όπως σημείωσε, τον κινητήριο μοχλό της διεφθαρμένης οθωμανικής διοίκησης, χωρίς καν να είναι πράξη μεμπτή. Όμως, κατά τον πρεσβευτή, ήταν ο Καλαμάτας αυτός που όφειλε να καταβάλει το απαραίτητο ποσό, το οποίο εκτιμούσε πως δεν θα υπερέβαινε τις 100 λίρες Αγγλίας∙ εφόσον βέβαια είχε τη δυνατότητα. Καταφανώς ο έλληνας καπετάνιος δεν την είχε. Μετά από τόσους μήνες στη φυλακή, ήταν πλέον τόσο φτωχός, ώστε αδυνατούσε να προμηθευτεί το καθημερινό ψωμί του. Περισσότερες πληροφορίες για το ζήτημα αυτό υποσχέθηκε ο πρεσβευτής μέσω της ανεπίσημης επιστολής του προς τον Robert Wood, την οποία συνέταξε την ίδια ημέρα.[49] Σε αυτήν επανέλαβε, πως, ως οθωμανός υπήκοος, ο Καλαμάτας δεν δικαιούνταν προστασίας ούτε μπορούσε να διεκδικηθεί επισήμως∙ ούτε διέθετε τα απαραίτητα χρήματα για την εξαγορά της ελευθερίας του. Τα διέθετε όμως η Πρεσβεία. Ήταν ένα ποσό που ο Porter του είχε αφήσει, δημόσια χρήματα φυσικά. Αν ο Λόρδος Egremont, υποκινούμενος από πνεύμα χριστιανικής συμπόνιας, του ζητούσε να διευθετήσει το ζήτημα, με τη χρήση αυτού του ποσού, ώστε να απελευθερωθεί επιτέλους αυτός ο «φτωχοδιάβολος», θα μπορούσε να το πετύχει κατ’ ιδίαν, αλλά, επανέλαβε, ποτέ δημοσίως, ως βρετανικό αίτημα. Θα περίμενε επ’ αυτού τις εντολές του Λόρδου.[50]

Antoine de Favray, Panorama  du Bosphore et de la Corne d’ Or (τέλος ΙΗ’ αιώνα), Pera Museum.

Οι εντολές του Λόρδου Egremont  δεν έφτασαν ποτέ στην Κωνσταντινούπολη, γιατί πέθανε τον Αύγουστο του 1763. Στο μεταξύ η πανούκλα μείωσε τους άνδρες του Lord Blakeney από 60 σε 30. Οι επιζώντες βρίσκονταν πλέον σε οριακή κατάσταση. Το τέλος τους πλησίαζε. Τέσσερα χρόνια φυλακισμένος, ο Καλαμάτας αναγκάστηκε να γράψει ένα ακόμη υπόμνημα προς το Λονδίνο, προς τον George Montagu-Dunk, Κόμη του Halifax, διάδοχο του Egremont στο Υπουργείο, και να αφηγηθεί εκ νέου τις περιπέτειές του. Υποστήριξε επίσης –προφανώς για να δικαιολογήσει την προσφορά μεριδίου του πλοίου στον Porter– ότι αυτός ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης του Lord Blakeney. Ως εκ τούτου, γνωρίζοντας σε γενικές γραμμές την αλληλογραφία που είχε προηγηθεί μεταξύ της Πρεσβείας και του Υπουργείου, ζήτησε να δώσει ο Halifax εντολή υποστήριξής του στον Grenville, ώστε να ελευθερωθεί ο ίδιος και οι άνδρες του, να του αποδοθούν τα αγαθά που του είχε κατασχέσει ο Porter, το ίδιο το πλοίο του και οποιαδήποτε άλλη βοήθεια κρινόταν σκόπιμη.[51] Από την αλληλογραφία που ακολούθησε προκύπτει πως ο Halifax ενημέρωσε και ζήτησε τη γνώμη του D.Christie, αταύτιστου δημόσιου λειτουργού στο Λονδίνο. Σε απαντητική επιστολή του ο δεύτερος επιβεβαίωσε από μνήμης πως η δέσμευση των αγαθών είχε γίνει από τον Porter στις αρχές ή στα τέλη του 1759 (πέφτοντας έξω κατά ένα χρόνο) και ζήτησε να γίνει επαλήθευση, από τα βιβλία της χρονιάς εκείνης, ώστε να πειστεί και ο Halifax. Εφόσον πειθόταν, θα μπορούσε, συνεκτιμώντας την αγωνία του θανάτου που βίωνε ο Καλαμάτας, να διατάξει την άρση της δέσμευσης, ώστε να προχωρήσει η ρευστοποίηση των αγαθών και να συγκεντρωθεί το κεφάλαιο για την απελευθέρωση του κουρσάρου, από τον ίδιο ή από δικούς του ανθρώπους. Στο μεταξύ ο Christie είχε ήδη αποταθεί γραπτώς και στον Porter, για περαιτέρω πιστοποίηση των γεγονότων. Δύο και πλέον μήνες αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου 1764, το Υπουργείο έστειλε επιστολή στην Πρεσβεία Κωνσταντινουπόλεως εκ μέρους του Halifax. Με τη σύμφωνη γνώμη του υπουργού, ο Grenville παρακαλούνταν, εφόσον εξακολουθούσε να ενδιαφέρεται για τον Καλαμάτα, να «προωθήσει» τα χρήματα που θα του αποστέλλονταν από τον έλληνα κουρσάρο ή από τους φίλους του, σύμφωνα με τη ρύθμιση του Christie.[52]

Ένα χρόνο αργότερα, σε βρετανική επιστολή από την Κωνσταντινούπολη, αναφέρθηκε πως ο Σταυριανός, εκ των πρωτεργατών της απαγωγής της Capitana, είχε συλληφθεί από τον καπουδάν πασά για πειρατεία και απαγχονιστεί στις 4 Νοεμβρίου 1765. Το πλήρωμα της φελούκας του, δέκα Μανιάτες, στάλθηκε στα κάτεργα.[53] Για τον Καλαμάτα, όμως, δεν έγινε πλέον καμία αναφορά. Όσοι θα επιθυμούσαν οπωσδήποτε ένα ευτυχές τέλος στην περιπέτειά του μπορούν να το εικάσουν μόνον, κρίνοντας από την παρουσία το 1821, στην αγγλοκρατούμενη πλέον Μάλτα, του Demetrio Calamatta, Accatapano Minore (υπαστυνόμου) και του Lorenzo Calamatta, Regulator of the Clock of Vittoriosa (δηλαδή της πόλης της παλαιάς Μάλτας), μάλλον απογόνων του έλληνα κουρσάρου, που ζούσαν μια λιγότερο ταραγμένη ζωή, στη δούλεψη και αυτοί των Βρετανών.[54]

Στο σημείο αυτό πρέπει να επιστρέψει κανείς στην ευρύτερη εικόνα. Η κουρσάρικη δράση στο Αιγαίο ήταν μια λεπτή υπόθεση. Αυτό είχε φανεί ήδη από την προηγούμενη πολεμική εμπλοκή της Βρετανίας με τη Γαλλία (1740-48). Η γαλλική εμπορική ναυσιπλοΐα στις θάλασσες αυτές ήταν τόσο δελεαστικός στόχος για τους Βρετανούς όσο και απαραίτητη για τη διακίνηση οθωμανικών συμφερόντων εμπορευμάτων –κυρίως δημητριακών– εντός και εκτός της Αυτοκρατορίας. Για διαφόρους λόγους η επάρκεια σε πολλά μέρη ήταν οριακή και ο αργοπορημένος εφοδιασμός μπορούσε να αποβεί καταστροφικός. Αυτό είχε επισημανθεί εγκαίρως από τον Porter. Είχαν επίσης επισημανθεί οι συνέπειες του ανεξέλεγκτου κούρσου για τη Levant Company. Είχε απολέσει σημαντικά ποσά, τα οποία αποσπάστηκαν ως αποζημιώσεις, ενώ το κύρος των Βρετανών γενικότερα και της Πρεσβείας ειδικότερα φθειρόταν.[55] Οι επιφυλάξεις αυτές είχαν υιοθετηθεί από τη βρετανική κυβέρνηση, μετά από σχετικό υπόμνημα της Εταιρείας, από την αρχή του πολέμου. Απαγορεύονταν ρητά οι κουρσάρικες επιθέσεις σε γαλλικά πλοία ελλιμενισμένα σε οθωμανικά λιμάνια, σε πλοία με τούρκους επιβάτες αλλά και σε κάθε γαλλικό πλοίο που μετέφερε εμπορεύματα μεταξύ οθωμανικών λιμένων ή από την Αίγυπτο.[56]

Από όσα παρουσιάστηκαν παραπάνω είναι προφανές πως η πλήρης εφαρμογή τέτοιων κανόνων στον κόσμο των κουρσάρων ήταν αδύνατη και αυτό ήταν γεγονός όχι μόνον στον κόσμο των Angligrecs αλλά και των βρετανών συναδέλφων τους. Θαλασσινοί όπως ο Καλαμάτας αμελούσαν, σκοπίμως ή από άγνοια, την εφαρμογή των κανονισμών ή φρόντιζαν να βρουν ευλογοφανείς ή και εντελώς ψεύτικες αιτίες για να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους. Προφανώς ο λόγος της τιμής τους ή η υπογραφή τους δεν κάλυπτε υποχρεώσεις προς το δημόσιο– ακόμη και προς το βρετανικό–, έστω κι αν είχαν ευεργετηθεί από αυτό. Η αντίληψή τους για τις υποχρεώσεις του Λονδίνου ήταν πολύ διαφορετική από αυτήν για τις δικές τους αντίστοιχες υποχρεώσεις. Προερχόμενοι από το περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου, ήταν πεπεισμένοι πως με ισχυρούς προστάτες, φίλους, δωροδοκίες και γαλιφιές μπορούσαν και να επιβιώσουν –ακόμη και μέσα στη νοσηρή τουρκική φυλακή– και να πλουτίσουν. Ήταν ικανοί να προσαρμοστούν και να εκμεταλλευτούν κάθε σύστημα, μέσω συστάσεων, αιτήσεων, υπομνημάτων και πολλαπλών υπηκοοτήτων, ακόμη και στο μακρινό Λονδίνο ή μέσα στη φυλακή. Πόσο μάλλον που είχαν πράγματι προσφέρει στο βρετανικό στέμμα την παλικαριά τους, επί σειρά ετών, με όσους κινδύνους συνεπαγόταν η προσφορά αυτή, καθώς και το δίκτυο των στρατολογήσιμων γνωριμιών τους, στη Minorca, την Κρήτη, τα Επτάνησα και αλλού.[57] Η απροθυμία της Πρεσβείας να τους προστατεύσει από τη διαβολή των Γάλλων, μετά από όλα αυτά, πρέπει να ήταν ακατανόητη και θλιβερή, για όσους διαλαλούσαν με περηφάνια πως ήταν «κουρσάροι ιγγλέζοι».

Samuel Scott, An English privateer engaging a French privateer, (μέσα ΙΘ’ αιώνα), National Maritime Museum, Greenwich.

Το συμπέρασμα ότι είχαν πέσει θύματα εκμετάλλευσης θα ήταν προφανές αλλά όχι αναγκαστικά σωστό. Κατ’ αρχάς το πρόβλημα της συμπεριφοράς των κουρσάρων στη Μεσόγειο –κι όχι μόνον– ήταν γενικότερο και, βεβαίως, αφορούσε και τους βρετανούς θαλασσινούς, ακόμη και τους κυβερνήτες των πολεμικών πλοίων. Γι’ αυτό, άλλωστε, θεσπίστηκε η Privateer’s Act του 1759.[58] Όμως, από τις περιπέτειες που αναφέρθηκαν, προκύπτει πως ούτε πριν ούτε μετά τη θέσπιση της πράξης αυτής ήταν δυνατή η εφαρμογή των όρων ούτε οι ανακλήσεις των πιστοποιητικών ήταν ο κανόνας. Από τη στιγμή που τα πρόσωπα των εγγυητών και των ιδιοκτητών, όπως στην περίπτωση του Καλαμάτα, ήταν απλοί γνωστοί του καπετάνιου, ήταν δεδομένο ότι η συνέπεια με την οποία θα ασκούνταν η κουρσάρικη δραστηριότητα θα ήταν συνάρτηση της προσωπικότητας και των οικονομικών αναγκών του καπετάνιου∙ ειδικά αν ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης του πλοίου. Το σύστημα, λοιπόν, είχε κενά και τα κενά αυτά επέτρεπαν την άσκηση ενός προσοδοφόρου επαγγέλματος. Από το 1708 και εξής, ως γνωστόν, το σύνολο της λείας, αν ήταν νόμιμη, περιερχόταν στην κυριότητα του κουρσάρου, ενώ η μεταπώλησή της ήταν ευκολότατη, είτε στο Αιγαίο είτε στο βενετοκρατούμενο Ιόνιο, προκειμένου για αγαθά στην κατοχή Οθωμανών.[59] Μια τέτοια προοπτική άξιζε τους κινδύνους αλλά και τη συχνή παραβίαση των κανόνων, βρετανικών και οθωμανικών. Ο 17ος αιώνας, παρά την αταξία, είχε αφήσει μια πολύτιμη παρακαταθήκη για όσους ναυτικούς του Αρχιπελάγους, του Ιονίου και της Αδριατικής τολμούσαν να ελιχθούν μεταξύ δυτικών εμπόρων, χριστιανών και μουσουλμάνων πειρατών.[60] Ο 18ος αιώνας πρόσφερε ένα σταθερότερο πλαίσιο ανάληψης ναυτικών επιχειρήσεων και συνάμα πολλαπλάσιες ευκαιρίες επωφελούς συνδυασμού εμπορικών και πολεμικών περιπετειών. Με τη βοήθεια της τύχης, μπορούσε ένας τολμηρός καπετάνιος να ξεχρεωθεί και να εξελιχθεί σχετικά σύντομα σε εύπορο έμπορο. Η σύγκλιση των βρετανικών και των ρωσικών συμφερόντων στη Μεσόγειο τους ευνοούσε. Κι αν όλες οι πόρτες έκλειναν, τα βενετοκρατούμενα Επτάνησα –ειδικά τα Κύθηρα– τους εξασφάλιζαν πληρώματα, αγορές για τις λείες τους καθώς και τροφοδοσία. Κάποιοι, λοιπόν, από αυτούς τους θαλασσινούς πέτυχαν.

Όμως ο Καλαμάτας δεν είχε ποτέ τύχη στη θάλασσα. Πτωχευμένος ήδη το 1755, ριψοκινδύνευσε στο πλευρό των Άγγλων το 1756 και επιχείρησε ένα χρόνο αργότερα, με προσεχτικές κινήσεις, να μετατρέψει την πλήρη καταστροφή σε ευκαιρία ανάκαμψης. Μπορούσε να τα καταφέρει. Η ναυτική του αξία ήταν τόσο γνωστή, ώστε οι προστάτες και πιστωτές του να του έχουν ακόμη εμπιστοσύνη. Η συγκυρία ευνοούσε τους τολμηρούς. Σίγουρα παραβίασε τους όρους παραχώρησης του πιστοποιητικού δράσης –έστω με την ανοχή των Αλεξιανών και κάποιων γνωστών τους–, ενδεχομένως τους κανόνες εμπλοκής αλλά και τις οδηγίες της βρετανικής κυβέρνησης περί νόμιμης λείας στο Αιγαίο.  Το πλοίο του δεν είχε παρά το μισό από το απαραίτητο πλήρωμα (87 άνδρες έναντι 150 υπεσχημένων), σύμφωνα με τη διάταξη του 1759, ενώ η σύνθεση ήταν άσχετη από αυτή που είχε δηλωθεί, αφού δεν διέθετε Άγγλους σε θέσεις στελεχών. Το 1757 η αυτοψία δεν ήταν υποχρεωτική ακόμη κι έτσι ξεγλίστρησε. Επίσης παραβίασε πολλαπλώς τις απαγορεύσεις της Πύλης, φυγαδεύοντας Χριστιανούς στη Minorca και προσφέροντας κουρσάρικη υπηρεσία στη Βρετανία. Αλλά όλα αυτά δεν ήταν θανάσιμα αμαρτήματα ούτε για τους Βρετανούς ούτε για τους Οθωμανούς. Ήταν πολύ δύσκολο ακόμη και να πιστοποιηθούν. Δεν ετέθη καν θέμα ανάκλησης του πιστοποιητικού του, όπως θα μπορούσε, σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις. Δυστυχώς ο Καλαμάτας έπεσε στα χέρια των Τούρκων τη χειρότερη δυνατή στιγμή. Η εποχή της ανοχής προς τους κουρσάρους είχε παρέλθει, λόγω των προβλημάτων ανεφοδιασμού, τα οποία επιδείνωνε η αυξανόμενη δράση τους. Η στάση των σκλάβων της Capitana και η έλλειψη των δημητριακών είχε εξαγριώσει τους Οθωμανούς. Η βρετανική μεσολάβηση στην Πύλη και ο φόβος της Levant Company για αυθαίρετα πρόστιμα έκαναν τους πρεσβευτές απρόθυμους να αναλώσουν πολιτικό κεφάλαιο, παρά την αντίθετη αντίληψη που φαίνεται πως είχε το Ναυαρχείο. Οι συνθήκες αυτές τους καθιστούσαν πλέον ευάλωτους στις διαβολές των Γάλλων. Προσωποποιούσε, λοιπόν, ο Καλαμάτας ένα σημαντικό πρόβλημα για την Πρεσβεία, χωρίς όμως να αποτελεί τη χειρότερη εκδοχή του, όπως μαρτυρούσαν κι αρκετοί σύγχρονοί του. Αν μη τι άλλο, είχε περισσότερες σχέσεις με τη Βρετανία από πολλούς άλλους απατεώνες και της είχε προσφέρει σημαντικό έργο, όπως συμφωνούσε ο βρετανός στόλαρχος και φανέρωνε η επιθυμία των Γάλλων να τον παροπλίσουν οριστικά. Στην πραγματικότητα η επίκληση των ατασθαλιών του έλληνα κουρσάρου –με εμφανείς δόσεις προτεσταντικής ηθικολογίας­– ήταν πρόσχημα. Η επίσημη πρεσβευτική παρέμβαση δεν ήταν σκόπιμη, για να μην υπονομευτούν πολύ σοβαρότερες οικονομικές και πολιτικές σκοπιμότητες∙ σκοπιμότητες που ήταν περισσότερο αισθητές στην Κωνσταντινούπολη από ό,τι στο Λονδίνο. Στην Πόλη οι διπλωμάτες υπηρετούσαν το Στέμμα αλλά χρηματοδοτούνταν από τη Levant Company, η οποία δεν περνούσε την καλύτερη περίοδό της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.[61] Άλλωστε, θύματα των σκοπιμοτήτων αυτών έπεσαν όχι μόνον έλληνες αλλά και βρετανοί κουρσάροι της Ανατολικής Μεσογείου. Οι θάλασσες αυτές μπορεί να ήταν πιο ήρεμες από τον Ωκεανό, αλλά οι παγίδες τους εξίσου επικίνδυνες για όσους θαλασσόλυκους υποτιμούσαν τους σκοπέλους της πολιτικής.

 

Ο Βασίλης Κ. Γούναρης είναι Καθηγητής Ιστορίας των Νεοτέρων Χρόνων του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

 

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

Συντομευμένη μορφή της σχεδόν ομώνυμης εργασίας μου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μνήμων, 33 (2013-14), 51-76.

[1] James G. Lydon, Pirates, Privateers, and Profits, Άπερ Σαντλ Ρίβερ, Νιού Τζέρσεϋ, The Greg Press, 1970, σ. 99-100. David Starkley, British Privateering Enterprise in the Eighteenth Century, Έξετερ, Univ. of Exeter Press, 1990, σ. 161-164, 174, 186-187. Για μια συνοπτικότερη παρουσίαση της δουλειάς του στα ελληνικά βλ. του ιδίου, «Δαιμόνια πνεύματα: Βρετανικές καταδρομικές επιχειρήσεις 1739-1815», Τζελίνα Χαρλαύτη (επιμ.), Ιστορία και Ναυτιλία, 16ος-20ος αιώνας. Ναυτιλία, εμπόριο, οικονομία, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2001, σ. 161-165, 179-192.

[2] Νίκος Γ. Σβορώνος, Το εμπόριο της Θεσσαλονίκης τον 18ο αιώνα, μετάφρ. Σ. Ασδραχάς, Ξ. Γιαταγάνας, Φ. Ηλιού, Θ. Καλαφάτης, Χ. Χατζηιωσήφ, Αθήνα,  Θεμέλιο, 1996, σ. 158-61. Γεώργιος Λεονταρίτης, Ελληνική εμπορική ναυτιλία (1453-1850), Αθήνα, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 1987, σ. 49. Τζελίνα Χαρλαύτη, Ιστορία της ελληνόκτητης ναυτιλίας 19ος-20ος αιώνας, Αθήνα, Νεφέλη, 2001, σ. 68-70.

[3] Αλεξάνδρα Κραντονέλλη, Ελληνική πειρατεία και κούρσος τον ΙΗ΄ αιώνα και μέχρι την Ελληνική Επανάσταση, Αθήνα, Εστία, 1998, σ. 45. Βασίλης Κρεμμυδάς, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα (1715-1792) με βάση τα γαλλικά αρχεία, Αθήνα, 1972, σ. 103-104. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. 4, Θεσσαλονίκη, 1973, σ. 201, όπου παραπέμπεται το άρθρο του Marshall (βλ. παρακάτω υποσημ.11).

[4] Για την εξέλιξη αυτή βλ. και Λεονταρίτης, ό.π., σ. 36.

[5] SP 97/42, Captain Calamata’s case, f. 8r.

[6] Οι οικογένειες των ελλήνων εμπόρων, σε αναφορά τους (9 Δεκεμβρίου 1743) προς τον εκκλησιαστικό προϊστάμενο της Minorca, προσδιορίζονται ως “Catholick Christians of the Greek Church”: Colonial Office (CO) 174/2, f. 154r.

[7] Ν.Γ. Σβορώνος, «Η ελληνική παροικία της Μινόρκας. Συμβολή στην ιστορία του ελληνικού εμπορικού ναυτικού του 18ου αιώνα», langes Octave et Melpo Merlier, Αθήνα, Institut Français d’ Athènes, 1956, τόμ. 2, σ. 326, 347.

[8] Sanz F. Hernandez, “La colonia griega establecida en Mahón durante el siglo XVIII”, Revista de Menorca  20 (1925), 340.

[9] Βλ. αναφορά της 16ης Σεπτεμβρίου 1749 στο CO 174/2, f. 162r, όπου υπογράφει ως Νικόλας Αλεξάνο Μαλβαζία. Περισσότερα για τους Αλεξιανούς βλ. στο Ι.Κ. Χασιώτης, «Οι Αλεξιανοί της Μινόρκας. Συμβολή στην Ιστορία των ελληνικών αποδημιών κατά τον ΙΗ΄ αιώνα», Ροδωνιά. Τιμή στον Μ.Ι. Μανούσακα, Ρέθυμνο, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 1994, τόμ. 2, σ. 649-660.

[10] Gregory Desmond, Minorca the Illusory Prize. A History of the British Occupations of Minorca between 1708 and 1802, Λονδίνο και Τορόντο, Associated University Presses, 1990, σ. 82 και 152. F. H. Marshall, “A Greek Community in Minorca”, The Slavonic and East European Review 11.31 (1932) 101-106.

[11] Court of Chancery (C) 12/991/23. Πρβλ. Τ(reasury) 1/364, ff.56-57.

[12] Pedro Pablo Moreno Lucas-Torres, La colonia Griega de Menorca a través de los documentos notariales de Mahón (1756-1802), Γρανάδα, αδημ. διδακτ. διατριβή, 2011, σ. 491-494, έγγρ. Νο. 69. Για την παραχώρηση και την ανάγνωση του εγγράφου, όπως και για την παραπομπή στον Hernandez ευχαριστώ τον ομότιμο καθηγητή Ι. Κ. Χασιώτη.

[13] Desmond, ό., σ. 172. Πρβλ. T1/393, f. 158r, όπου “List of the Greeks which were Volunteers at Saint Philip’s Castle in Minorca during the Siege” με 21 ονόματα. Άλλοι οκτώ μισθοδοτούνταν τακτικά κι έτσι δεν πιστοποιήθηκε ο εθελοντισμός τους, ώστε να αποζημιωθούν αργότερα.

[14] Admiralty 1/383, μήνυμα του πλοίου Ramilies εν πλω κοντά στο ακρωτήριο Sa Roquetta, 15 Ιουλίου 1756, f. 475r.

[15] Edward Clarke, A Defence of the Conduct of the Lieutenant-Governor of the Island of Minorca. In Reply to a Printed Libel, Secretly Dispersed, without a Name, and which is Annexed to this Account, Λονδίνο, 1767, σ. 35 και 40.

[16] T1/393, f. 155r.

[17] T1/379/47-49, ff. 73r-75r. Βλ. επίσης Marshall, ό.π., σ. 106-7, όπου δημοσιεύεται η αίτηση του Καλαμάτα προς το Privy Council (8 Ιουλίου 1757), η οποία παραπέμφθηκε στον Λόρδο Θησαυροφύλακα και εναποτέθηκε στο αρχείο του (Τ1/379, f. 73r).

[18] Τα ονόματα προκύπτουν από την υποβολή των αιτημάτων τους: T1/380/39, f. 74r, T1/393, ff. 150r-153r. Τελευταίος, το 1762, υπέβαλε το αίτημά του ο Αλέξανδρος Αλεξιανός: Privy Council (PC) 1.7.4, ff.1r-2r. Πρβλ. Marshall, ό.π., σ. 106.

[19] T1/379/47-48, ff. 73r-74r.

[20] T1/379/49, f.75v.

[21] SP 97/39, Fox προς Porter, Whitehall, 14 Ιουλίου 1756 s.f. και Porter προς Fox, Κωνσταντινούπολη, 14 Σεπτεμβρίου 1756, s.f.

[22] T1/382, f. 114r και T1/368, ff. 77r-78r.

[23] Desmond, Minorca, ό.π., σ. 183-4 και 301. Πρβλ. Gomer Williams, History of the Liverpool Privateers and Letters of Marque with an Account of the Liverpool Slave Trade, Λίβερπουλ, 1897, σ. 90-91. Και τα δυο κουρσάρικα αναφέρονται ως σταθμευμένα στο Κάλιαρι σε επιστολή που δημοσιεύτηκε στο London Evening Post στις 28 Μαΐου 1757.

[24] Tito M. Benady, “The Role of the Jews in the British Colonies of the Western Mediterranean”, Transactions of the Historical Society of England, 33 (1994) 55.

[25] Μαζί με άλλους Παλαιολόγους υπέγραψε αναφορά το 1749 σχετικά με την αιτούμενη εκκλησία: Marshall, ό.π., σ. 101.

[26] Στη List of all Greeks (βλ. υποσημ. 14) αναφέρεται ως George Stravangelo.

[27] High Court of Admiralty (HCA) 26/8, f. 90r (21 Οκτωβρίου 1757).

[28] Βλ. τις σχετικές παραπομπές στην υποσημ. 4.

[29] Ο Σβορώνος (Το εμπόριο, ό.π., σ. 160) διαβάζει λανθασμένα στη γαλλική πηγή Loucovire και υποθέτει Λουκοβίτης. Πάντως δεν ταυτίζει τον Λουκά με τον Λούκαβικ. Πρβλ. Κραντονέλλη, ό.π., σ. 174.

[30] SP 97/40, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Νοεμβρίου 1759, s.f.

[31] SP 105/119, The Governor and Company προς Porter, Λονδίνο, 13 Μαρτίου 1760, f. 49.

[32] Μάλλον αναφέρεται στη δράση του J. Melphy: Κραντονέλλη, ό.π., σ. 174.

[33] Βλ. π.χ. SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 9 Φεβρουαρίου 1760, ff. 29r-41v. Πρβλ. Franz A. J. Szabo, The Seven Years War in Europe, 1756-1763, Χάρλοου, Pearson-Longman, 2008, σ. 401 και H. M. Scott, The Emergence of the Eastern Powers, 1756-1775, Καίμπριτζ, Cambridge University Press, 2001, σ. 113.

[34] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 2 Σεπτεμβρίου 1760, ff. 104v-105r. Βλ. επίσης SP 97/42, Captain Calamata’s case, συνημμένο στο Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, f. 8r. και The Humble Petition of Constantine Calamata, now prisoner at Constantinople in Turkey, to the Right Honourable the Earl of Halifax, one of his Majesty’s Principal Secretaries of State, f. 129r.

[35] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Οκτωβρίου, 1760, ff. 108r-108v.

[36] SP 105/119, The Governor and Company to Porter, Λονδίνο, 14 Οκτωβρίου 1760, f. 68.

[37] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 16 Οκτωβρίου 1760, ff. 117r-118v. SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Νοεμβρίου 1760, f. 123r-v. SP 97/42, Captain Calamata’s case, συνημμένο στο Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, f. 9r.

[38] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 16 Οκτωβρίου 1760, ff. 117v-118r., 3 Νοεμβρίου 1760, f. 122r. και 7 Δεκεμβρίου 1760, f. 133r. SP 97/42, Kinloch προς Conway, Κωνσταντινούπολη, 16 Νοεμβρίου 1765, f. 302v.

[39] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Δεκεμβρίου 1760, ff. 128v-129v.

[40] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 3 Δεκεμβρίου 1760, f. 129v.

[41] SP 105/119, The Governor and Company προς Porter, Λονδίνο, 16 Ιανουαρίου 1761, f. 70.

[42] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 5 Φεβρουαρίου 1761, f. 146r  και 17 Σεπτεμβρίου 1761, ff. 214v-215r.

[43] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 17 Αυγούστου 1761, ff. 206v-207r.

[44] Για την ηρωοποίησή του βλ. Memoirs of the Life and Particular Actions, of that Brave Man, General Blakeney, Λονδίνο, [1756?].

[45] SP 105/119, The Governor and Company προς Porter, Λονδίνο, 16 Ιουνίου 1761, f. 76.

[46] Για παρόμοια στάση, που είχε εκδηλωθεί στη Θεσσαλονίκη μόλις το 1758, βλ. Basil C. Gounaris, “Reassessing Wheat Crises in 18th Century Salonica”, The Historical Review 5 (2008) 56-57. Για τις τεράστιες ανάγκες ανεφοδιασμού της Κωνσταντινούπολης και για το γαλλικό εμπόριο δημητριακών, εισαγωγικό και εξαγωγικό  βλ. Edhem Eldem, French Trade in Istanbul in the Eighteenth Century, Λάιντεν, Brill, 1999, σ. 25-6, 108-112. Για την πανώλη βλ. Μέρτζιος, Μνημεία, ό.π., σ. 386, 388-9,

[47] SP 97/41, Porter προς Pitt, Κωνσταντινούπολη, 17 Σεπτεμβρίου 1761, ff. 214v-215r.

[48] SP 97/42, Captain Calamata’s case, συνημμένο στο Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, ff. 8r-9v.

[49] SP 97/42, Grenville προς Earl of Egremont, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, ff. 6v-7r.

[50] SP 97/42, Grenville προς Wood, Πέρα, 31 Ιανουαρίου 1763, ff. 10r-11v.

[51] SP 97/42, The Humble Petition of Constantine Calamata, now prisoner at Constantinople in Turkey, to the Right Honourable the Earl of Halifax, one of his Majesty’s Principal Secretaries of State, ff. 129r-129v.

[52] SP 97/42, Ministry of State προς Grenville, St. James’s, 23 Οκτωβρίου 1764, f. 127r, private. Την ίδια περίοδο διακανονίστηκε στο Mahon η τύχη του παλαιότερου πλοίου του Καλαμάτα, το οποίο πέρασε στα χέρια του Poli (μαζί με τα 3/8 του Καλαμάτα) έναντι του χρέους και διαφοράς 1.100 αργυρών pesas, τα οποία κατέβαλε στους Αλεξιανούς και τον Παπαγιαννόπουλο. Ο Poli είχε προσφύγει εκ νέου δικαστικά το 1761: Torres, La colonia Griega, σ. 491-494, έγγραφο Νο. 69. Ενδεχομένως μέρους του ποσού αυτού να αναλογούσε στον Καλαμάτα. Είναι δύσκολο πάντως να υποστηριχθεί βάσιμα πως ο διακανονισμός του Σεπτεμβρίου 1764 συνδεόταν με την επιχείρηση της εξαγοράς του στην Κωνσταντινούπολη.

[53] SP 97/42, Kinloch προς Conway, Κωνσταντινούπολη, 16 Νοεμβρίου 1765, f. 302v.

[54] CO 158/31, Fixed Establishment of all the Departments of Government in Malta. From the 1st January 1821 until further orders. Στη Μάλτα εξακολουθούν να ζουν γόνοι της οικογένειας, που γράφουν το επίθετό τους με δυο ταυ, όπως υπέγραψε ο Κωνσταντής το letter of marque στις 21 Οκτωβρίου 1757.

[55] SP 97/38, Porter προς Earl of Holderness, Κωνσταντινούπολη, 1 Σεπτεμβρίου 1755, s.f.

[56] SP 97/39, Court of St. James, 3 Ιανουαρίου 1756 (W. Sharpe), s.f.

[57] Στην υπηρεσία των Βρετανών ο Θεόδωρος και ο Αλέξανδρος Αλεξιανός έφτασαν και πολέμησαν το 1762 μέχρι τη μακρινή Κούβα. Πάντως, ανταμείφθηκαν για τις υπηρεσίες τους στο Στέμμα μετά την ανακατάληψη της Minorca: Χασιώτης, «Οι Αλεξιανοί», ό.π., σ. 657.

[58] Τον Ιούνιο του 1759, με την Privateer’s Act, η κυβέρνηση του William Pitt, προκειμένου να περιορίσει τις ποικίλες αυθαιρεσίες κατά τη διενέργεια νηοψιών, αφαίρεσε το δικαίωμα των πλοιοκτητών να εγγυώνται προσωπικά τη σωστή διεξαγωγή των κουρσάρικων επιχειρήσεων. Επίσης περιόρισε τη χορήγηση αδειών ιδιωτικού κούρσου μόνον σε πλοία εκτοπίσματος άνω των εκατό τόνων, με  ελάχιστο οπλισμό δέκα κανόνια και πλήρωμα σαράντα ανδρών, κατόπιν αυτοψίας του τελώνη. Όσες άδειες δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις ακυρώθηκαν.

[59] Richard Pares, Colonial Blockade and Neutral Rights 1739-1763, Οξφόρδη, Oxford University Press, 1938, σ. 6-7.

[60] Για το θέμα αυτό βλ. Molly Greene, Catholic Pirates and Greek Merchants. A Maritime History of the Mediterranean, Πρίνστον, Princeton University Press, 2010.

[61] Για τα οικονομικά της προβλήματα βλ. SP 97/42 όπου το σχετικό υπόμνημα που υποβλήθηκε από τους factors στον κόμη  Halifax (24 Αυγούστου 1765), συνημμένο στην επιστολή Grenville προς Conway, Κωνσταντινούπολη, 1 Οκτωβρίου 1765, ff. 286r-293v.

Masaki Miyake: Ευκαιρίες αναχαίτισης του πολέμου στην πορεία της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor

Masaki Miyake

Ευκαιρίες αναχαίτισης του πολέμου στην πορεία της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor

Μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που συνοδεύουν την διαδοχή των γεγονότων του παρελθόντος είναι ασφαλώς η λεγόμενη “ανεκπλήρωτη πιθανότητα” (unfulfilled possibility) μιας δεδομένης στιγμής. Ο Γερμανός μελετητής συνταγματικού δικαίου και πολιτικής Carl Schmitt, στην πραγματεία του με τίτλο Politische Romantik (1919) επισημαίνει πως το κάθε δευτερόλεπτο καθορίζει τον χρόνο ενός ανθρώπου  ψαλιδίζοντας τη δυναμική της βούλησής του. Υπό αυτή την έννοια η κάθε στιγμή ισοδυναμεί με τη διαρκή απόρριψη των αναρίθμητων εναλλακτικών επιλογών, τις οποίες και τελικά εξουδετερώνει.¹ Εάν υποτεθεί, λόγου χάρη, ότι σε κάποια συγκεκριμένη συγκυρία υφίσταντο οι Α΄, Β΄, Γ΄, Δ΄, Ε΄ πολιτικές επιλογές, αλλά από αυτές υιοθετήθηκε μόνο η Α΄, η μελέτη και ανάλυση των υπολοίπων δεν στερείται ενδιαφέροντος. Αν μη τι άλλο, μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τους λόγους που υπαγόρευσαν την προτίμηση της Α΄ επιλογής αλλά και να υπολογίσουμε επακριβώς την αξία της τελευταίας. Διαφορετικά, η πρόσληψη εκ μέρους μας της συγκεκριμένης εκείνης στιγμής θα ήταν ελλιπής.²

Ένας επαναπροσδιορισμός του παρελθόντος του είδους αυτού θα μπορούσε κάλλιστα να βαπτιστεί “αντισταθμιστική ιστορία” (counterfactual history). Συμπεριλαμβάνει το σκεπτικό “εάν…τότε…”. Ένα σκεπτικό, το οποίο θα μπορούσε να ευσταθεί και στην περίπτωση της πορείας της Ιαπωνίας προς το Pearl Harbor. Ως εναρκτήρια αιτία της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ θεωρείται γενικότερα η ιαπωνική εισβολή στην Μαντζουρία τον Σεπτέμβριο του 1931. Κατέστησε αναπόφευκτη την μετέπειτα ρήξη μεταξύ των δυο κρατών, στρεφόμενη ενάντια στην Διπλωματία των Ανοικτών Θυρών της κυβέρνησης της Ουάσινγκτον, η οποία σφυρηλατήθηκε με αφορμή την συνομολόγηση, το 1922, της Συνθήκης των Εννέα Δυνάμεων (Nine-Power Treaty). Εξάλλου, η Ιαπωνία συγκαταλεγόταν μεταξύ των συμβαλλομένων μερών της προαναφερθείσας Συνθήκης. Η Συνθήκη των Εννέα Δυνάμεων λειτουργούσε ως πυρήνας της Συνθήκης της Ουάσινγκτον, η οποία με τη σειρά της υποκαθιστούσε το καθεστώς εκείνης των Βερσαλλιών στην Ασία.

Σεπτέμβριος 1931. Η ιαπωνική εισβολή στη Μαντζουρία.

Ένας από τους λόγους της ιαπωνικής εισβολής στη Μαντζουρία ήταν η οικονομική κρίση, η οποία επί δυο χρόνια ήδη μάστιζε τις ΗΠΑ έχοντας καταστήσει αναπόφευκτη την δραστική μείωση των εισαγωγών από την Ιαπωνία, ειδικότερα δε σε ό,τι αφορούσε το ακατέργαστο μετάξι, που ήταν και το κυριότερο από τα προϊόντα τα οποία εξήγαγε η Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Στη μελέτη του World Economy and World Politics 1924-1931 ο Γερμανός πολιτικός επιστήμονας Gilbert Ziebura αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό:

Οι συνέπειες εις βάρος της ιαπωνικής οικονομίας και κοινωνίας δύνανται εύκολα να  αξιολογηθούν εφόσον ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι κατά τα έτη 1930 και 1931 οι ΗΠΑ απορροφούσαν το 96% των εξαγωγών της Ιαπωνίας σε μετάξι. Αντίστροφα, τα κέρδη από τις εξαγωγές επέτρεπαν την κάλυψη κατά 40% της δαπάνης αγοράς πρώτων υλών και μηχανημάτων που τόσο μεγάλη ανάγκη είχε η χώρα. Σημειωτέον πως το μετάξι αποτελούσε το μοναδικό προϊόν που η Ιαπωνία ήταν σε θέση να εξαγάγει σε μεγάλες ποσότητες. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να κοπεί το “μεταξένιο νήμα”, επί του οποίου στηριζόταν το σύνολο της ιαπωνικής οικονομίας. Επιπρόσθετα, οι εξαγωγές προς τον δεύτερο καλύτερο πελάτη, την Κίνα, γνώρισαν και εκείνες μείωση κατά 50%. Διόλου παράξενο, επομένως, το ότι πολλοί Ιάπωνες συμπέραναν τότε πως το καθεστώς της Συνθήκης της Ουάσινγκτον αποτελούσε πλέον νεκρό γράμμα.”.³

Το παραπάνω απόσπασμα περιγράφει εύγλωττα την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η Ιαπωνία όταν η στρατιά του Κουαντούνγκ, τμήμα των στρατευμάτων που στάθμευαν ήδη στην Μαντζουρία και στη χερσόνησο Λιαοτούνγκ, ανέλαβαν δράση ευελπιστώντας την άρση του αδιεξόδου.

Παρά την αναπόφευκτη, κατά τα φαινόμενα, ρήξη με τις ΗΠΑ, υπήρχαν πιθανότητες αποτροπής της σύγκρουσης. Η υπογραφή, στις 23 Αυγούστου 1939, του Συμφώνου μη Επιθέσεως μεταξύ ΕΣΣΔ και Γερμανίας άνοιξε νέους ορίζοντες στην ιαπωνική διπλωματία.

Michinomiya Hirohito, Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας(1926-1989).
Fumimaro Konoe, Πρωθυπουργός (1937–39, 1940–41).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στρατηγός Hideki Tojo, Πρωθυπουργός (1941-44)
Yōsuke Matsuoka, Υπουργός Εξωτερικών (1940-41).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η λεγομένη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο (αριστοκρατικό προάστιο του Τόκιο) του Ιουλίου 1940 κατέδειξε την προθυμία των πολιτικών αρχηγών υπέρ μιας ειρηνικής επίλυσης των διαφορών με την Σοβιετική Ένωση. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η επιλογή αυτή απέρρεε από την ολοκληρωτική ήττα την οποία είχαν υποστεί οι Ιάπωνες από τους Ρώσους το 1939 στο Νομονχάν, στη μεθόριο μεταξύ Μαντζουρίας και Μογγολίας. Ένας δεύτερος λόγος ήταν το γεγονός ότι η ΕΣΣΔ φάνταζε πλέον ως συνεταίρος της Γερμανίας, συμμάχου της Ιαπωνίας από την εποχή της συνομολόγησης του Συμφώνου Αντι-Κομιτέρν, τον Νοέμβριο του 1936. Παρόντα στη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο ήταν τέσσερα επιφανή στελέχη της δεύτερης κατά σειρά κυβέρνησης Konoe, η οποία λιγες ημέρες μόλις αργότερα (22 Ιουλίου 1940) έμελλε να αναλάβει καθήκοντα. Επρόκειτο για τους Fumimaro Konoe (1891-1945), εν αναμονή πρωθυπουργό, αντιστράτηγο Hideki Tojo (1884-1948), μελλοντικό υπουργό Στρατιωτικών και πρωθυπουργό, υποναύαρχο Zengo Yoshida (1885-1966), εν ενεργεία υπουργό Ναυτικών και Yōsuke Matsuoka (1880-1946), μετέπειτα υπουργό Εξωτερικών. Όλοι τους υιοθέτησαν ως κοινή πολιτική γραμμή της υπό εκκόλαψη κυβέρνησης ένα κείμενο με συντάκτη τον Matsuoka, το οποίο έθιγε, μεταξύ άλλων, δυο σημεία που επρόκειτο σύντομα να λειτουργήσουν ως θεμελιώδεις προτεραιότητες: α) την ενδυνάμωση του Άξονα μεταξύ Ιαπωνίας, Γερμανίας και Ιταλίας και β) τη συνομολόγηση ενός Συμφώνου μη Επιθέσεως πενταετούς ή δεκαετούς διάρκειας ανάμεσα στην Ιαπωνία, το κρατίδιο του Μαντσούκουο και την Εσωτερική Μογγολία αφενός, την ΕΣΣΔ αφετέρου. Το κείμενο αυτό διανθίστηκε με δυο ακόμη προσθήκες. Η πρώτη αναφερόταν στην Ανατολική Ασία και η δεύτερη στις ΗΠΑ.⁴

Ήδη από το καλοκαίρι του 1938, η ιαπωνική ηγεσία είχε αντιμετωπίσει την προοπτική σύναψης μιας νέας αμυντικής συμμαχίας με τη Γερμανία και την Ιταλία. Μια συμμαχία αυτού του είδους θα είχε μεγαλύτερη ισχύ από ό,τι το Σύμφωνο Αντι-Κομιτέρν, στο οποίο είχε εν τω μεταξύ προσχωρήσει και η Ιταλία. Οι σχετικές συζητήσεις δεν καρποφόρησαν εξαιτίας της αντίθεσης του ιαπωνικού Ναυτικού.⁵ Η είδηση της υπογραφής του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου του Αυγούστου 1939 έπεσε σαν κεραυνός στο Τόκιο. Για κάποιο χρονικό διάστημα το όλο σχέδιο παρέμεινε στο περιθώριο. Ωστόσο, η διαφαινόμενη επικράτηση της Γερμανίας στην Ευρώπη έπεισε τους Ιάπωνες να εναρμονιστούν με τις εξελίξεις. Η Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο δρομολόγησε την πορεία προς το Τριμερές Σύμφωνο.

Ως υπουργός Εξωτερικών πλέον, ο Yōsuke Matsuoka έσπευσε να συνομολογήσει το παραπάνω Σύμφωνο έπειτα από συνoμιλίες που είχε τον Σεπτέμβριο του 1940 στο Τόκιο με τον Heinrich Stahmer, ειδικό απεσταλμένο του Γερμανού ομολόγου του, Joachim von Ribbentrop. Στο πλαίσιο των συζητήσεων σχημάτισε την εντύπωση πως η Γερμανία ήταν πρόθυμη να επωμιστεί έναν ρόλο έντιμου διαμεσολαβητή μεταξύ Τόκιο και Μόσχας καθώς οι διμερείς σχέσεις με την ΕΣΣΔ εξακολουθούσαν να είναι προβληματικές και να εγείρουν ανησυχία στην Ιαπωνία.

Ορισμένες επισημάνσεις του Stahmer έχουν περισωθεί σε ένα έγγραφο, το οποίο τιτλοφορείται “Θεμελιώδη σημεία του ενημερωτικού διαλόγου μεταξύ Matsuoka και Stahmer, παρουσία του Γερμανού πρέσβη (9 και 10 Σεπτεμβρίου 1940)”.⁶

Μεταξύ άλλων ο Γερμανός απεσταλμένος, ο οποίος αργότερα ο αναβαθμίστηκε σε πρέσβη του Γ΄ Ράιχ στο Τόκιο (1943-1945), απευθύνθηκε προς τον Ιάπωνα υπουργό Εξωτερικών με τα ακόλουθα λόγια:Θεωρώ προτιμότερο να προηγηθεί η υπογραφή ενός Συμφώνου ανάμεσα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία και αμέσως κατόπιν να στρέψουμε την προσοχή μας προς τη Σοβιετική Ένωση. Η Γερμανία είναι διατεθειμένη να λειτουργήσει ως ειλικρινής διαμεσολαβητής ανάμεσα στην Ιαπωνία και την ΕΣΣΔ. Δεν διακρίνει να παρεμβάλλονται ανυπέρβλητα εμπόδια και πιστεύει πως η όλη διαδικασία δύναται να ολοκληρωθεί δίχως μεγάλη δυσκολία. Σε αντίθεση με τα όσα διατυμπανίζει η βρετανική προπαγάνδα, οι διμερείς γερμανο-σοβιετικές σχέσεις είναι καλές, η δε ΕΣΣΔ ανταποκρίνεται σε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις απέναντί μας προς μεγάλη μας ικανοποίηση”.

 

Οι Yōsuke Matsuoka, Wilhelm Keitel και Heinrich Stahmer στο Βερολίνο, τον Μάρτιο του 1941 (Πηγή:  Bundesarchiv Bild 183-B01910).

Λέγοντας τα παραπάνω, ο Stahmer διαβεβαίωσε τον συνομιλητή του πως αντανακλούσαν τις απόψεις του ιδίου του Ribbentrop προσωπικά. Παίρνοντας τον λόγο, ο Matsuoka διεύρυνε το όλο σκεπτικό προς την κατεύθυνση ενός μεγαλειώδους οράματος: τη συνομολόγηση ενός Τετραμερούς Συμφώνου με τη συμμετοχή σε αυτό και της ΕΣΣΔ. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενδυνάμωνε τη θέση της Ιαπωνίας έναντι των ΗΠΑ και θα απομάκρυνε τον κίνδυνο μιας πολεμικής εμπλοκής με αυτές στο Ειρηνικό Ωκεανό, την οποία στο Τόκιο χαρακτήριζαν με δέος ως πραγματικό “Αρμαγεδδώνα”.⁷  Οι βιογράφοι του Matsuoka διαβεβαιώνουν ότι ήδη από τη διάρκεια της δεκαετούς παραμονής του στην Καλιφόρνια και στο Όρεγκον (1893-1902), ο τελευταίος είχε διαπιστώσει ιδίοις όμμασι πως οι ΗΠΑ είχαν εισέλθει σε τροχιά ανέλιξης σε Μεγάλη Δύναμη. Μοναδικός τρόπος, ούτως ώστε η Ιαπωνία να μπορέσει να αποφύγει την απομόνωση ενισχύοντας συνάμα τη θέση της, ήταν η συνομολόγηση του Τριμερούς Συμφώνου με απώτερη προσχώρηση της ΕΣΣΔ σε αυτό. Προκειμένου να πετύχει τον στόχο του εκμαίευσε από τον Γερμανό πρέσβη, στρατηγό Eugen Ott, την περίφημη δέσμευση περί έντιμης διαμεσολάβησης του Βερολίνου στην όλη υπόθεση. Πράγματι, σε ιδιωτική επιστολή με ημερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 1940, ο Ott ανταποκρίθηκε στην προτροπή του Matsuoka ως εξής:Αναφορικά με τις σχέσεις της Ιαπωνίας με τη Σοβιετική Ρωσία, η Γερμανία προτίθεται να προσφέρει ανά πάσα στιγμή τις καλές της υπηρεσίες και να πράξει ό,τι δυνατόν για την προαγωγή ενός κλίματος αμοιβαίας και φιλικής κατανόησης μεταξύ των δυο μερών”.⁸ Η Johanna Menzel Meskill ισχυρίζεται πως ο Stahmer δεν φιλοτιμήθηκε καν να στείλει στον Ribbentrop αντίγραφο της επιστολής.⁹ Εάν κάτι τέτοιο αληθεύει, τότε το όραμα του Matsuoka περί Τετραμερούς Συμφώνου δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μια απλή ψευδαίσθηση.

Στο σημείο αυτό θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και κάτι άλλο. Ο ίδιος ο Ribbentrop οραματιζόταν τη σφυρηλάτηση ενός ηπειρωτικού συνασπισμού, αποτελούμενου από τις τέσσερις προαναφερθείσες χώρες και με προοπτική προσχώρησης της Ισπανίας. Συχνά έκανε λόγο για μια συμμαχία, η οποία θα εκτεινόταν από το Γιβραλτάρ μέχρι τη Γιοκοχάμα.¹º Ο συνασπισμός αυτός θα στρεφόταν πρωτίστως ενάντια στη Μεγάλη Βρετανία. Ο Ribbentrop καλλιεργούσε συστηματικά την ιδέα εδώ και αρκετό καιρό. Σε σημείωμα, το οποίο είχε υποβάλλει στις 2 Ιανουαρίου 1938 στον Hitler, υποστήριζε ήδη τη δημιουργία ενός τριγώνου Βερολίνου-Ρώμης-Τόκιο.¹¹ Στη μελέτη του για τη διπλωματία του Ribbentrop,  o Wolfgang Michalka φτάνει μέχρι σημείου να ισχυριστεί πως το Σύμφωνο Αντι-Κομιτέρν του 1936 ήταν αντικομμουνιστικό τύποις μόνο. Στην ουσία στρεφόταν κατά της Μεγάλης Βρετανίας.¹² Διακαής πόθος του Ribbentrop ήταν η προσέγγιση με τη Μόσχα. Στις οδηγίες του προς τον Γερμανό πρέσβη στη σοβιετική πρωτεύουσα, κόμη Werner von Schulenburg, ο Ribbentrop επανέρχεται στην ιδέα της γερμανικής έντιμης διαμεσολάβησης. Το γερμανο-σοβιετικό Σύμφωνο μη Επιθέσεως του Αυγούστου 1939 ήταν, επομένως, το επιστέγασμα της φιλορωσικής πολιτικής του επικεφαλής της γερμανικής διπλωματίας.¹³

Από την άλλη πλευρά, φαίνεται ότι ο Hitler αποφάσισε να επιτεθεί κατά της ΕΣΣΔ έπειτα από την ολοκλήρωση των συνομιλιών, τις οποίες είχε στις 12 και 13 Νοεμβρίου 1940 στο Βερολίνο με τον Vyacheslav Molotov, κομισάριο του λαού για τις εξωτερικές υποθέσεις και επικεφαλής της σοβιετικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, επρόκειτο, τότε, για το ουσιαστικό τέλος του γερμανο-σοβιετικού Συμφώνου μη Επιθέσεως του Αυγούστου 1939. Είναι η άποψη τόσο του George F. Kennan, πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στη Μόσχα,¹⁴ όσο και του James F. Byrnes, πρώην υπουργού Εξωτερικών. Ειδικότερα ο Byrnes γράφει σχετικά:Στους ιστορικούς εναπόκειται να εντοπίσουν πότε ακριβώς ο Hitler έλαβε την τελική απόφαση. Η σκέψη τον απασχολούσε από νωρίς. Ωστόσο, μέχρις αποδείξεως του εναντίον, είμαι πεπεισμένος πως η κρίσιμη καμπή ήταν οι συνομιλίες με τον Molotov. Είναι προφανές ότι έπειτα από εκείνη τη μοιραία 13η Νοεμβρίου και μετά, οι διμερείς γερμανο-σοβιετικές σχέσεις ακολούθησαν μια σταδιακή φθίνουσα πορεία.”¹⁵

Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών της ΕΣΣΔ Vyacheslav Molotov στο Βερολίνο και οι συνομιλίες κορυφής με τη γερμανική ηγεσία (12 – 13 Νοεμβρίου 1940).

Στην πρόσκληση του Hitler να προσχωρήσει στο Τριμερές Σύμφωνο, ο Stalin απάντησε με προκλητικό τρόπο. Ούτε λίγο ούτε πολύ ζήτησε να μοιραστούν η Γερμανία με την ΕΣΣΔ τον κόσμο, ύστερα από την επικείμενη κατάρρευση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.¹⁶ Κατά την άποψή του, ο Hitler προέβη σε μια πρόταση αυτού του είδους προκειμένου να τον παρασύρει σε διαπραγματεύσεις γύρω από ευαίσθητα ζητήματα. Με τη σειρά του απάντησε ζητώντας υψηλό αντίτιμο όντας διατεθειμένος πάντως να μετριάσει τους όρους στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη μετατροπή του Τριμερούς Συμφώνου σε Τετραμερές.¹⁷

Τα κυριότερα σημεία της απάντησης του Stalin της 25ης Νοεμβρίου 1940 είχαν ως εξής:

Η σοβιετική κυβέρνηση ήταν διατεθειμένη να εξετάσει ευμενώς το σχέδιο περί συνομολόγησης ενός Τετραμερούς Συμφώνου με αμοιβαίες πολιτικές και οικονομικές δεσμεύσεις, κάτω από τους ακόλουθους όρους:

  • Υπό την προϋπόθεση της άμεσης απόσυρσης των γερμανικών στρατευμάτων από την Φινλανδία εφόσον η τελευταία ανήκε πλέον στη ρωσική σφαίρα επιρροής· η ΕΣΣΔ δεσμευόταν από την πλευρά της να προστατέψει τα εκεί οικονομικά συμφέροντα της Γερμανίας (προμήθεια ξυλείας και νικελίου).
  • Υπό την προϋπόθεση ότι μέσα στους αμέσως επόμενους μήνες θα διασφαλιζόταν η προστασία της ΕΣΣΔ στα Στενά μέσω της υπογραφής ενός διμερούς Συμφώνου με την Βουλγαρία και της εκχώρησης μιας ναυτικής βάσης στην ευρύτερη περιοχή του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων με καθεστώς μακροχρόνιας μίσθωσης.
  • Υπό την προϋπόθεση αναγνώρισης της ζώνης νοτίως του Μπατούμ και του Μπακού με γενική κατεύθυνση προς τον Περσικό Κόλπο ως ζώνης αποκλειστικών συμφερόντων της ΕΣΣΔ.
  • Υπό την προϋπόθεση αποποίησης εκ μέρους της Ιαπωνίας κάθε δικαιώματος εκχώρησης στους τομείς του άνθρακα και του πετρελαίου στο βόρειο τμήμα της νήσου Σαχαλίνης.¹⁸

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η σφυρηλάτηση ενός Τετραμερούς Συμφώνου (ή μιας Τετραμερούς Συνεννόησης, κατά τον προσφιλή όρο του Matsuoka) θα ενίσχυε σημαντικά τη θέση της Ιαπωνίας έναντι των ΗΠΑ, πόσο μάλλον εάν η πρωτοβουλία αυτή είχε μακροχρόνια διάρκεια. Η κυβέρνηση της Ουάσινγκτον, ευρισκόμενη προ τετελεσμένων, θα δίσταζε να εμπλακεί σε μια ένοπλη αντιπαράθεση. Από τη δική της πλευρά, η Κίνα, υπό την ηγεσία του στρατηγού Ciang Kai-shek, θα αποδεχόταν μια ειρηνική διευθέτηση της πολεμικής της διαφοράς με την Ιαπωνία. Απόρροια όλων των παραπάνω θα ήταν μια αποκλιμάκωση της έντασης στον τομέα των διμερών αμερικανο-ιαπωνικών σχέσεων. Εξυπακούεται πως η ιδέα περί Τετραμερούς Συνεννόησης φάνταζε ως μακιαβελική για όποιον δεν προσμετρούσε τις ιδεολογικές διαφορές. Ήταν σε θέση, παρά ταύτα, να αποτρέψει τον κίνδυνο ενός πολέμου εναντίον των ΗΠΑ. Άλλωστε, το εναλλακτικό αυτό σχήμα παρέμεινε αξιόπιστο έως τις συνομιλίες Hitler-Molotov (12-13 Νοεμβρίου) και την επίσημη απάντηση του Stalin (25 Νοεμβρίου). Μια απάντηση, η οποία έθεσε την ταφόπλακα στην βραχύβια αυτή ιδέα. Ο Hitler δεν είχε την παραμικρή πρόθεση να διαπραγματευθεί με την ΕΣΣΔ την απόσυρση των γερμανικών στρατευμάτων από τη Φινλανδία. Αντίθετα, την ίδια ακριβώς στιγμή αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση. Με την οδηγία της 18ης Δεκεμβρίου 1940, διέταξε την  έναρξη των προετοιμασιών για την επιχείρηση Μπαρμπαρόσα.

Ο Gerhard L. Weinberg μας εφιστά την προσοχή στο Ημερολόγιο του στρατηγού Franz Halder, αρχηγού του επιτελείου του γερμανικού στρατού. Σύμφωνα με αυτό (καταχώριση της 31ης Ιουλίου 1940), η απόφαση για την εισβολή είχε ληφθεί από τον καγκελάριο του Γ΄ Ράιχ πολύ νωρίτερα. Μάλιστα, την είχε κοινοποιήσει σε συνάντησή του με την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία στις 31 Ιουλίου στο Μπερχτεσγκάντεν. Η θεωρία του Weinberg μας δυσκολεύει να κατανοήσουμε τους λόγους της αποστολής, ένα μήνα αργότερα, τον Σεπτέμβριο, του Stahmer στο Τόκιο με τη προτροπή του Ribbentrop προς την Ιαπωνία να προσχωρήσει στον Άξονα Βερολίνου-Ρώμης με προοπτικές περαιτέρω διεύρυνσης χάρη στη συμμετοχή και της  ΕΣΣΔ σε αυτόν.¹⁹

Εάν η θεωρία του Weinberg ευσταθεί, τότε το όραμα του Matsuoka έτσι όπως το περιέγραψε τον Σεπτέμβριο του 1940 για μια Τετραμερή Συνεννόηση αποτελεί αυταπάτη, η οποία ουδέποτε ενεργοποίησε το ενδιαφέρον της Γερμανίας. Εάν, αντίθετα, ισχύουν τα όσα υποστηρίζει ο Byrnes, η ιδέα του Matsuoka αντιστοιχούσε με τη γερμανική αντίληψη περί σχηματισμού ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού, η οποία προωθήθηκε από τον Ribbentrop στο σχέδιο για Τετραμερές Σύμφωνο και  επιδόθηκε στις 13 Νοεμβρίου στον Molotov από τον Hitler προσωπικά.²º Σε περίπτωση δε που ο καγκελάριος του Γ΄ Ράιχ έτρεφε κάποιες αμυδρές ελπίδες, ακόμα και μετά τη σύσκεψη της 31ης  Ιουλίου στο Μπερχτεσγκάντεν, να προσεταιριστεί την ΕΣΣΔ, τότε το όραμα του Matsuoka συγκέντρωνε  πιθανότητες επιτυχίας σε ποσοστό 50%. Όπως προαναφέρθηκε, οι μαξιμαλιστικοί όροι τους οποίους έθεσε ο Stalin στην απάντησή του της 25ης Νοεμβρίου, υπήρξαν εκείνοι που έθεσαν απότομο και αμετάκλητο τέλος στην όλη υπόθεση, στρέφοντας τον Hitler προς την επιλογή της δυναμικής λύσης.

Αποκαλυπτική ως προς όλα αυτά είναι η εκδοχή του Klauss Hildebrand. Υποστηρίζει πως στους κόλπους του Γ΄ Ράιχ υπήρχαν δυο αντικρουόμενες πολιτικές. Η πρώτη από αυτές ήταν αντιβρετανική και φιλορωσική με κύριους εκφραστές τους κύκλους του υπουργείου Εξωτερικών, του Πολεμικού Ναυτικού, τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τον Ribbentrop, τον ναύαρχο Erich Raeder και τον Hjalmar Schacht. Επρόκειτο ουσιαστικά για την παραδοσιακή εξωτερική πολιτική της Γερμανίας ήδη από την εποχή του αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄. Δεύτερη τάση ήταν η αγγλόφιλη και αντισοβιετική πολιτική του ιδίου του Hitler.²¹ Η θεωρία του Hildebrand επιτρέπει να κατανοήσουμε την αδυναμία του Matsuoka να αντιληφθεί τον δισυπόστατο χαρακτήρα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Τόσο για τον ίδιο, όσο και για τον πρωθυπουργό Fumimaro Konoe και άλλους Ιάπωνες ανώτατους κρατικούς λειτουργούς, η εξωτερική πολιτική του Γ΄ Ράιχ παράμεινε αινιγματική και μυστηριώδης έως το τέλος του πολέμου.

Βερολίνο, 27 Σεπτεμβρίου 1940: η τελετή υπογραφής του Τριμερούς Συμφώνου. Διακρίνονται οι Saburō Kurusu, πρέσβης της Ιαπωνίας στη Γερμανία, Galeazzo Ciano, υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Adolf Hitler και Joachim von Ribbentrop (όρθιος στο βήμα).

Στο Τόκιο κοινή ήταν η πεποίθηση ότι οι θέσεις του Ribbentrop αντανακλούσαν εκείνες του Hitler, κάτι που κάθε άλλο παρά συνέβαινε στην πραγματικότητα.²² Σύμφωνα με τους Hildebrand και Andreas Hillgruber, ο Γερμανός καγκελάριος ουδέποτε ενστερνίστηκε με ενθουσιασμό το σχήμα ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού που προωθούσε ο Ribbentrop.²³ Στο σημείο ακριβώς αυτό εντοπίζονται οι ρίζες της λανθασμένης εκτίμησης, εκ μέρους των Ιαπώνων, της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο τότε πρέσβης στο Βερολίνο, Hiroshi Oshima, εκμυστηρεύτηκε πολύ αργότερα προς τον γράφοντα τη θλίψη, την οποία του εξέφρασε τον Φεβρουάριο του 1941 ο Ribbentrop, επειδή η οριστική επιλογή του Hitler έκλινε προς την κατεύθυνση της εισβολής στη Σοβιετική Ένωση. Σχετικά με όλα αυτά, ο Hildebrand γράφει τα ακόλουθα:

Αν και ο Hitler έδειχνε ολοένα και περισσότερο απορροφημένος από την ιδέα της εισβολής, ο Ribbentrop κατάφερε προς στιγμή να τον κάνει να στραφεί προς τη δική του αντίληψη. Στόχος του ήταν να τερματιστεί νικηφόρα ο πόλεμος το ταχύτερο δυνατό. Ο Hitler, έστω και δίχως ενθουσιασμό, συμφώνησε με την ιδέα του υπουργού του να εξαναγκάσει τη Μεγάλη Βρετανία να καταθέσει τα όπλα μέσω της σφυρηλάτησης ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού εκτεταμένου από τη Μαδρίτη έως τη Μόσχα. Το σχήμα αυτό απασχόλησε εκ νέου τους δυο άνδρες κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1940. Η υπογραφή του Τριμερούς Συμφώνου ανάμεσα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία στις 27 Σεπτεμβρίου 1940 σηματοδοτεί το αποκορύφωμα της πολιτικής του Ribbentrop…Το σχέδιο περί δημιουργίας ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού θα οδηγούσε, έστω και προσωρινά, στην απομόνωση των ΗΠΑ και στη διατήρηση της ουδετερότητας της Ρωσίας. Θα γονάτιζε τη Βρετανία και θα εξασφάλιζε υπερπόντια εδαφικά κέρδη προς όφελος της Γερμανίας. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται πως ο Hitler κατέληξε στις δικές του επιλογές επιθυμώντας να προσελκύσει το Λονδίνο σε αυτές. Όμως, η προσέγγιση με την Ιαπωνία, τον συνεταίρο από την Άπω Ανατολή στους κόλπους του Τριμερούς Συμφώνου, δεν γνώρισε εφαρμογή στην πράξη. Άλλο τόσο δεν ευοδώθηκε η προσπάθεια ευθυγράμμισης των Mussolini, tain και Franco με τους ευσεβείς πόθους του Γερμανού καγκελαρίου. Πάντως, το όραμα του Ribbentrop δεν καρποφόρησε. Ο Φύρερ απέφυγε να αποκλείσει την ιδέα έως το τέλος Οκτωβρίου, οπότε τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της “Ανατολικής πολιτικής”. Η αποτυχία των συνομιλιών με τον Molotov τον Νοέμβριο του 1940 αφήνει να διαφανεί πως έπεισε τον Hitler να επιλέξει τη στρατιωτική λύση σε βάρος της ΕΣΣΔ, μια σκέψη, με την οποία ερωτοτροπούσε εδώ και αρκετό καιρό. Το ίδιο ισχύει σχετικά και με την πεποίθηση ότι η Βρετανία ήταν εφικτό να εξαναγκαστεί σε υποταγή.²⁴

Η απάντηση του Stalin της 25ης Νοεμβρίου 1940 και η έκδοση της σχετικής διαταγής από τον Hitler στις 18 Δεκεμβρίου, διέλυσαν κάθε προοπτική περί σχηματισμού ενός Ηπειρωτικού Συνασπισμού και μαζί με αυτό κάθε ελπίδα αποφυγής, για την Ιαπωνία, ενός πολέμου στον Ειρηνικό. Μη έχοντας την παραμικρή ενημέρωση σχετικά με την τελική επιλογή του καγκελαρίου του Γ΄ Ράιχ, η κυβέρνηση Konoe ανέμενε εις μάτην την υποσχεθείσα έντιμη διαμεσολάβηση της Γερμανίας όσον αφορά τις σχέσεις της με την ΕΣΣΔ. Όταν ο Matsuoka υπέγραψε με δική του πρωτοβουλία το Σύμφωνο Ουδετερότητας στις 13 Απριλίου 1941 στη Μόσχα, η έναρξη της επιχείρησης Μπαρμπαρόσα πλησίαζε επικίνδυνα. Υπάρχουν δε και ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες και ο Stalin προετοιμαζόταν, με τη σειρά του, για μια δυναμική αναμέτρηση με την Γερμανία.²⁵ Εάν αυτό ευσταθεί, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε πως ουδέποτε υπήρξαν πραγματικές προϋποθέσεις, οι οποίες να συνηγορούν υπέρ της συνομολόγησης ενός Τετραμερούς Συμφώνου. Έπειτα από την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στις 22 Ιουνίου 1941 εντός του σοβιετικού

Μόσχα, 13 Απριλίου 1941: Ο Yōsuke Matsuoka υπογράφει το Σύμφωνο Ουδετερότητας με την ΕΣΣΔ. Όρθιοι διακρίνονται οι Joseph Stalin και Vyacheslav Molotov.

εδάφους, οι προοπτικές αποφυγής ενός πολέμου ανάμεσα στην Ιαπωνία και τις ΗΠΑ αποδείχθηκαν ισχνές έως μηδαμινές. Μια από αυτές ήταν η αποφυγή στρατιωτικής παρέμβασης στη γαλλική κτήση της Ινδοκίνας. Ο Matsuoka είχε ταχθεί απροκάλυπτα εναντίον, προφητεύοντας πως μια πρωτοβουλία αυτού του είδους θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε μια αμερικανο-ιαπωνική πολεμική αντιπαράθεση. Αντ΄ αυτού, συνέστησε επίθεση κατά της ΕΣΣΔ, σε συντονισμό με τη σύμμαχο Γερμανία. Δυο Ιάπωνες ιστορικοί, οι Sumio Hatano και Sadao Asada περιγράφουν την κατάσταση ως εξής:

Το μεγάλο εμπόδιο στην περίπτωση ήταν ο Matsuoka. Τις παραμονές της έναρξης των εχθροπραξιών ανάμεσα στην Γερμανία και την ΕΣΣΔ αντέστρεψε τις αρχικές του προτεραιότητες και τάχθηκε κατά μιας προέλασης προς νότο. Αντίθετα, υποστήριξε μια επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ανώτατες ηγεσίες του Στρατού Ξηράς και του Ναυτικού, οι οποίες μέχρι τότε τον θεωρούσαν ως υπέρμαχο της παρέμβασης στην Ινδοκίνα, αδυνατούσαν να κατανοήσουν αυτή τη μεταστροφή. Αργότερα, μετά το πέρας του πολέμου, ο Matsuoka κατέθεσε πως είχε αντιταχθεί στη ιδέα μιας προέλασης προς νότο επειδή φοβόταν ότι θα οδηγούσε σε πόλεμο με τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Αυτή η εξήγηση μένει να επιβεβαιωθεί. Είναι προφανές πως έτρεφε επίσης μεγάλη εκτίμηση στο Τριμερές Σύμφωνο, στη σύναψη του οποίου είχε ο ίδιος διαδραματίσει σημαντικό ρόλο…Η γερμανική επίθεση κατά της ΕΣΣΔ στις 22 Ιουνίου θρυμμάτισε το μεγάλο όραμα του Matsuoka περί Τετραμερούς Συμφώνου και έριξε τους Ρώσους στις αγκάλες των Βρετανών και των Αμερικανών. Ωστόσο, η παραπάνω εξέλιξη δεν οδήγησε σε μονομερή καταγγελία του Τριμερούς Συμφώνου εκ μέρους της Ιαπωνίας. Το αντίθετο μάλιστα: η ιαπωνική ηγεσία συνέχισε να το υποστηρίζει. Προέβλεψε κατά κράτος επικράτηση της Γερμανίας στον πόλεμο εναντίον της ΕΣΣΔ, γεγονός, το οποίο θα απάλλασσε την Ιαπωνία από τον σοβιετικό κίνδυνο, επιτρέποντάς της, συνάμα, να καταφέρει απρόσκοπτα ένα αποφασιστικό κτύπημα προς νότο. Έκτοτε, η στρατιωτική ηγεσία της χώρας υιοθέτησε ένα νέο σχέδιο: ιαπωνικά στρατεύματα θα στάθμευαν στην Ινδοκίνα. Ταυτόχρονα, θα προετοιμαζόταν επίθεση προς βορρά (εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης), στο ποσοστό που οι συνθήκες για κάτι τέτοιο θα ήταν “ιδιαίτερα ευνοϊκές”. Το Ναυτικό εξέφραζε αντιρρήσεις, μη επιθυμώντας μια ένοπλη σύγκρουση με την ΕΣΣΔ. Τελικά, αναγκάστηκε να ευθυγραμμιστεί έπειτα από την διαβεβαίωση πως η πολεμική προετοιμασία ενάντια στη Βρετανία και τις ΗΠΑ δεν επρόκειτο να επηρεαστεί. Αυτός υπήρξε ο συμβιβασμός, στον οποίο κατέληξε το Αυτοκρατορικό Συμβούλιο της 2ας Ιουλίου 1941. Την επομένη, διατάχθηκε επιστράτευση. Στρατός και Ναυτικό προετοιμάστηκαν για ειρηνική ή ένοπλη προέλαση, ανάλογα με τις περιστάσεις. Έτσι, στις 28 Ιουλίου, 40.000 άνδρες  εισήλθαν “ειρηνικά” στο νότο της Ινδοκίνας.²⁶

Η προέλαση του ιαπωνικού στρατού στη νότια Ινδοκίνα.

Οι ΗΠΑ απάντησαν στην ιαπωνική κατοχή της Ινδοκίνας με την επιβολή πλήρους πετρελαϊκού εμπάργκο που με τη σειρά της οδήγησε τις δυο χώρες σε πόλεμο. Ύστατη ευκαιρία αποτροπής του τελευταίου θα μπορούσε να ήταν, ενδεχομένως, μια συνάντηση κορυφής ανάμεσα στον πρωθυπουργό Konoe και τον πρόεδρο Franklin D. Roosevelt.²⁷ Οι Hatano και Asada συνεχίζουν επ’ αυτού: Η τελευταία απέλπιδα προσπάθεια του Konoe συνίστατο σε μια συνάντηση κορυφής με τον Roosevelt. Ο Ιάπωνας πρωθυπουργός ήταν διατεθειμένος να προβεί σε δραστικές παραχωρήσεις, παραβλέποντας τις προτεραιότητες της στρατιωτικής και ναυτικής ηγεσίας. Σκόπευε να αποσπάσει μια ειρηνική διευθέτηση των εκκρεμών υποθέσεων και με τη συνδρομή του Αυτοκράτορα να διατάξει κατόπιν τον υπουργό Στρατιωτικών Tojo να αποφύγει κάθε πρωτοβουλία ικανή να οδηγήσει σε πόλεμο. Στις αρχές Οκτωβρίου η πρόταση περί συνάντησης κορυφής απορρίφτηκε από τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Cordell Hull, ο οποίος έθεσε ως προϋπόθεση την επίτευξη μιας προκαταρκτικής συμφωνίας επάνω σε βασικές αρχές. Οι Ιάπωνες ιστορικοί επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια να εκτιμήσουν κατά πόσο μια αποδοχή της πρότασης Konoe ήταν δυνατό να οδηγήσει σε αποφυγή πολέμου. Υπάρχει η άποψη πως εάν οι Konoe και Roosevelt κατέληγαν σε κάποιο είδος modus vivendi κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο, οι ίδιες οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες θα καθιστούσαν σχεδόν αδύνατη την αιφνιδιαστική επίθεση κατά του Pearl Harbor.²⁸

Τέλος, ως μια ανεπαίσθητη ευκαιρία αναχαίτισης του πολέμου θα μπορούσε να εκληφθεί και η στιγμή της επιλογής, εκ μέρους του αυτοκράτορα, του διαδόχου του Konoe στον πρωθυπουργικό θώκο. Στη συγκεκριμένη συγκυρία, ο πανίσχυρος υπουργός Σφραγιδοφύλακας Koichi Kido τάχθηκε υπέρ της επιλογής του στρατηγού Hideki Tojo με την ελπίδα πως ο τελευταίος θα συγκρατούσε τις πολεμοχαρείς τάσεις των αξιωματικών και θα απέφευγε μια πολεμική αναμέτρηση με τις ΗΠΑ. Στις 18 Οκτωβρίου 1941 ο Tojo διορίστηκε πρωθυπουργός. Το αυτοκρατορικό διάταγμα διορισμού συνοδευόταν από ένα προσωπικό μήνυμα του αυτοκράτορα, σύμφωνα με το οποίο καλείτο να επανεξετάσει την απόφαση της Αυτοκρατορικής Σύσκεψης της 2ας Ιουλίου περί πολεμικής προπαρασκευής και να προσπαθήσει να αποφύγει τον πόλεμο. Έως τότε, ο Tojo δήλωνε οπαδός της εξάντλησης κάθε διπλωματικού περιθωρίου με τις ΗΠΑ πριν από την προσφυγή στα όπλα. Ήταν επίσης αντίθετος στην ιδέα της απόσυρσης των ιαπωνικών στρατευμάτων από την Κίνα. Ο Kido ήλπιζε ότι ο νέος πρωθυπουργός θα παρέμενε συνεπής στις απόψεις του και πως θα συμμορφωνόταν με το περιεχόμενο του αυτοκρατορικού μηνύματος. Δεν χρειάστηκε να συμπληρωθούν δυο, μόλις, μήνες έως ότου οι προσδοκίες του Kido διαψευστούν παταγωδώς. Η ιαπωνική επίθεση κατά του Pearl Harbor εκδηλώθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1941 [ώρα Ιαπωνίας].

Koichi Kido.
Ναύαρχος Koshiro Oikawa.

                                                                                                

 

 

 

 

 

7 Δεκεμβρίου 1941: η ιαπωνική επίθεση κατά του Pearl Harbor.

Ο υπολογισμός του Kido αποδείχθηκε πέρα ως πέρα εξωπραγματικός. Σε περίπτωση σύρραξης με τις ΗΠΑ, επόμενο ήταν ότι το μεγαλύτερο βάρος αναλογούσε στο Ναυτικό. Εκείνο προοριζόταν να διεξαγάγει τις αποφασιστικές μάχες. Υπό αυτές τις συνθήκες φάνταζε προτιμότερο να είχε επιλεγεί για τη θέση του πρωθυπουργού ένα άτομο προερχόμενο από τις τάξεις του Ναυτικού. Ο ναύαρχος Koshiro Oikawa, υπουργός Ναυτικών της απελθούσας κυβέρνησης Konoe, ήταν εξίσου καλά ενημερωμένος για την όλη κατάσταση χάρη στο αξίωμα, το οποίο κατείχε.²⁹ Επιπρόσθετα, ο Oikawa ήταν πολέμιος μιας δυναμικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ. Ο συλλογισμός του Kido στηριζόταν στην πεποίθηση πως ο Tojo θα παρέμενε νομοταγής στις υποδείξεις του αυτοκράτορα. Παράλληλα, ήταν ένας τρόπος να κτυπηθεί το κακό με το κακό. Αντ’αυτού, στις 18 Οκτωβρίου ο Tojo επέβαλε ένα αμιγώς δικτατορικό καθεστώς. Στην υποθετική περίπτωση επιλογής του Oikawa, ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί το μοιραίο ακόμη και εξαιτίας του αναποφάσιστου χαρακτήρα του ναυάρχου, διαμετρικά αντίθετου με εκείνον του Tojo. Όπως και να έχει το ζήτημα, η προτίμηση του Kido στράφηκε προς το πρόσωπο του Tojo και με τον τρόπο αυτό εξανεμίστηκε κάθε υπόνοια ελπίδας αποφυγής του πολέμου.³º

The Road to War – Japan


 

Ο Masaki Miyake είναι Ομότιμος Καθηγητής Ιαπωνικής Ιστορίας Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Meiji του Τόκιο

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

Το παρόν άρθρο, με τίτλο “Possibilities for Avoiding War on Japan’s Road to Pearl Harbor» δημοσιεύτηκε στον τόμο L’ année ’41. La mondialisation du conflit, Conférence Internationale, C.R.H.Q Université de Caen – Mémorial de Caen “Un musée pour la paix”, Caen, Éditions du Lys, 1992, σ. 185-193.

¹  Carl Schmitt, Politische Romantik, β΄ έκδοση, Μόναχο, 1932, σ. 102.

² Masaki Miyake, “Kita Ikki’s Political Ideas and the February Mutiny of 1936”, International Studies, 1987/II.

³ Gilbert Ziebura, World Economy and World Politics 1924-1931. From Reconstruction to Collapse, μτφ. από τα γερμανικά Bruce Little, Οξφόρδη / Νέα Υόρκη / Μόναχο, 1990, σ. 161.

⁴ Σχετικά με τη Συνδιάσκεψη του Ογκικούμπο βλ. James W. Morley (επιμ.), Deterrent Diplomacy. Japan, Germany and the USSR, 1935-1940, New York, 1976, σ. 216-219 και Gerhard Krebs, Japans Deutschlandpolitik 1935-1941. Eine Studie zur Vorgeschichte des Pazifischen Krieges, τόμος Α΄, Αμβούργο, 1984, σ. 438-440.

⁵ Το θέμα αναλύεται διεξοδικά στο Morley (επιμ.), οπ.π., κεφ. Α΄ και Krebs, οπ.π., κεφ. Β’ και Γ΄. Βλ. επίσης Theo Sommer, Deutschland und Japan zwischen den Mächten 1935-1940 Tübingen,1962, κεφ. Γ΄ και Bernd Martin, “Die deutsch-japanischen Beziechungen während des Dritten Reiches” στο Manfred Funke (επιμ.), Deutschland und die Mächte, Ντύσσελντορφ, 1976.

International Military Tribunal for the Far East, τεκμήριο αρ. 549. Βλ. επίσης Ernst L. Presseisen, Germany and Japan. A Study in Totalitarian Diplomacy 1933-1941, Χάγη, 1958, σ. 260.

⁷ Masaki Miyake, “Die Achse Berlin-Rom-Tokyo im Spiegel der Japanischen Quellen”, Mitteilungen des Österreichischen Staatsarchivs, αρ. 21, 1968 (Βιέννη, 1969), του ίδιου, Nichi-doku-i sangoku domei no kenkyu (A Study on the Tripartite Alliance Berlin-Rome-Tokyo), Tokyo, 1975 (στα ιαπωνικά με περίληψη στην αγγλική γλώσσα).

⁸ Kimitada Miwa, Matsuoka Yōsuke. Sono ningen to gaiko (Yōsuke Matsuoka. His Personality and Diplomacy), Tokyo, 1971, σ. 36.

⁹  Johanna Menzel Meskill, “Der geheime deutsch-japanische Notenaustausch zum Dreimächtepakt. Documentation”, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte, 1957,2 και της ιδίας, Hitler and Japan. The Hollow Alliance, Νέα Υόρκη, 1966, σ. 20.

¹º Wolfgang Michalka, Ribbentrop und die deutsche Weltpolitik 1933-1940. Aussenpolitische Konzeptionen und Entscheindungsprozesse im Dritten Reich, Μόναχο, 1980, σ. 255.

¹¹ Akten zur Deutschen Auswärtigen Politik 1918-1945 (στο εξής ADAP), σειρά Δ΄, τόμος 1, έγγραφο αρ.93.

¹² Michalka, οπ.π., σ. 138.

¹³ ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 6, έγγραφο αρ. 441.

¹⁴ George F. Kennan, Russia and the West under Lenin and Stalin, Βοστώνη, 1960, κεφ. 22.

¹⁵ James F. Byrnes, Speaking Family, Νέα Υόρκη, 1947, σ. 289.

¹⁶ ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 11/1, έγγραφο αρ.325 και τόμος 11/2, έγγραφο αρ. 404.

¹⁷ Andreas Hillgruber, Hitlers Strategie. Politik und Kriegführung 1940-1941, Φρανκφούρτη, 1965, σ. 305-309.

¹⁸ Raymond J. Sontag – James S. Beddie (επιμ.), Nazi-Soviet Relations 1939-1941. Documents from the Archives of the German Foreign Office, Westpoint, 1976, σ. 258-259.

¹⁹ Gerhard L. Weinberg, “Hitlers Entschluss zum Angriff auf Russland”, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte, 1953, 4. Weinberg, Germany and the Soviet Union, β΄ έκδοση, Λάιντεν, 1972. Franz Halder, Kriegstagebuch, τόμος 2, Στουτγάρδη, 1963, σ. 49. Philipp W. Fabry, Der Hitler-Stalin Pakt 1939-1941. Ein Beitrag zur Methode Sowjetischer Aussenpolitik, Ντάρμσταντ, 1962, σ. 498 σημ. 272.

²º R. Sontag – J. Beddie, οπ.π., σ. 255-258. Το γερμανικό πρωτότυπο του σχεδίου περιλαμβάνεται στο ADAP, σειρά Δ΄, τόμος 11/1, έγγραφο αρ. 309.

²¹ Klaus Hildebrand, The Foreign Policy of the Third Reich, Translated by Anthony Fothergill, Λονδίνο, 1973, εισαγωγή.

²² Ibid., κεφ. 4.

²³ Hillgruber, Hitlers Strategie..., σ. 238-242.

²⁴ Hildebrand, The Foreign Policy…, σ. 102-103.

²⁵ Viktor Suvorov, Der Eisbrecher: Hitler in Stalin’s Kalkül, Στουτγάρδη, 1989.

²⁶ Sumio Hatano – Sadao Asada, “The Japanese Decision to Move South (1939-1941)” στο Robert Boyce και Esmonde M. Robertson (επιμ.), Paths to War. New Essays on the Origins of the Second World War, Λονδίνο, 1989, σ. 398-399.

²⁷ Chihiro Hosoya, “Taiheiyo senso wa sakeraretaka?” Rekishi to Jinbutsu, Τόκιο, Ιούλιος 1973, σ. 30-47.

²⁸ Hatano και Asada, οπ.π., σ. 401-402.

²⁹ Yoshitake Oka, Konoe Fumimaro. A Political Biography, Translated by Shumpei Okamoto and Patricia Murray, Τόκιο, 1983, σ. 158.

³º Kido Koichi kankei bunsho, Τόκιο, 1966, σ. 35-35. Hearings before the Joint Committee on the Investigation of the Pearl Harbor Attack, Congress of the United States, Seventy-Ninth Congress, Washington D.C. 1946, Part 20, Joint Committee Exhibits Nos. 173 – 179. Masaki Miyake, “Theories of Civil-Military Relations as related to Japan and a Comparison with Germany’s Case”, Sekei Ronso, τόμος 59, σ. 1-2, Τόκιο, Αύγουστος 1990.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Άνω Μακεδονία

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Άνω Μακεδονία

 

Η ιδέα για τη συγκεκριμένη μελέτη προέκυψε μετά την ενασχόληση του γράφοντος με τους όρους “κοινότητα” και “ταυτότητα” στην αρχαία Μακεδονία.Περιττό να σημειωθεί ότι με τους παραπάνω όρους συνδέονται κι άλλοι, όπως “όρια”, “σύνορα” και “τόποι”, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα από τους ανθρωπολόγους κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα, μετά από την έκδοση από τον F. Barth του πρωτοποριακού για την εποχή του συλλογικού έργου Ethnic Groups and Boundaries.2 Κίνητρο για την επανεξέταση των πηγών που αφορούν στην Άνω Μακεδονία και τους πληθυσμούς της απετέλεσε η λεγόμενη “ανθρωπολογία των συνόρων”, η οποία θα μπορούσε πιθανόν να χρησιμοποιηθεί ως ένα μεθοδολογικό εργαλείο για την πρόσληψή τους, υπό την προϋπόθεση ότι κάτι τέτοιο υποβοηθείται από τις μαρτυρίες που διαθέτουμε. Ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη η θέση ότι «οι παραμεθόριες περιοχές συχνά έχουν καθοριστικό ρόλο στον σχηματισμό εθνών και κρατών».3 Μολονότι η άποψη αφορά σε σύγχρονους όρους, ίσως το σχήμα να έχει εφαρμογή και στην Αρχαιότητα. Τέλος, θα ληφθούν υπόψη, έστω και ακροθιγώς, οι πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην περιοχή, προκειμένου να συμπληρωθεί η εικόνα.

Η γεωγραφική ενότητα, η οποία περικλείεται από τους ορεινούς όγκους του Βόρα Βερμίου στα ανατολικά, του Demir-Hissar, του Plakenska, της Πίνδου και του Βαρνούντα στα δυτικά, των Χασίων, Πιερίων και Καμβουνίων στα νότια και των Dautica, Babuna και Dren στα βόρεια, είναι γνωστή ως Άνω Μακεδονία.4 Ο όρος απαντά για πρώτη φορά στον Ηρόδοτο (7.173.4 και 8.137) και αργότερα στον Θουκυδίδη (2.99) ενώ τα εδάφια είναι γνωστά και έχουν σχολιασθεί επανειλημμένα.5 Ως περιοχές που περιλαμβάνονταν στην Άνω Μακεδονία θα πρέπει να θεωρηθούν η Ορεστίδα, η Ελίμεια, η Λυγκηστίδα, η Πελαγονία, η Εορδαία και η Δερρίοπος.6 Ωστόσο, στα ρωμαϊκά χρόνια οι εν λόγω περιοχές θεωρούνταν πλήρως ενταγμένες στο μακεδονικό βασίλειο.7

Χάρτης της Άνω Μακεδονίας κατά τον 4º αιώνα π.Χ.

O γεωγραφικός καταμερισμός, ο οποίος επιτείνεται από την ύπαρξη και άλλων, μικρότερων ορεινών όγκων στο εσωτερικό αυτής της περιοχής, δημιουργεί ακόμη και σήμερα ένα έντονο αίσθημα διαφοροποίησης στον επισκέπτη, ο οποίος προκαλείται να ανακαλύψει τον τόπο και να εικάσει σε μεγάλο βαθμό (ελλείψει πηγών) την πρόσληψή του από τους νότιους Έλληνες αλλά και τους ίδιους τους κατοίκους του. Η γεωμορφολογία της περιοχής σε συνδυασμό με τα λιγοστά αρχαιολογικά κατάλοιπα είχε οδηγήσει αρχικά στην άποψη περί μερικής απομόνωσής της, όχι μόνον από τις νοτιότερες περιοχές του ελληνικού κόσμου αλλά και από την υπόλοιπη Μακεδονία, άποψη η οποία φαίνεται να διασκεδάζεται μερικώς τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, θα πρέπει να θεωρούμε βέβαιη τη διατήρηση της κώμης, ενός ανοχύρωτου οικισμού, ως βασικού τύπου εγκατάστασης, παρά το γεγονός ότι στη γειτονική Κάτω Μακεδονία η ύπαρξη αστικών σχηματισμών επιβεβαιώνεται αρχαιολογικά ήδη από τα τέλη του έκτου αιώνα π.Χ.8 Όπως, ωστόσο, αποδεικνύεται από τις πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην περιοχή, αυτή η απομόνωση φαίνεται ότι απετέλεσε μεν έναν παράγοντα καθοριστικό για την πρόσληψη των κατοίκων της από τρίτους, όχι όμως και για τις ιστορικές, πολιτικές αλλά και πολιτισμικές εξελίξεις.9 Άλλωστε η αστικοποίηση ήταν ένα πρώιμο και αρκετά διαδεδομένο φαινόμενο, λ.χ. στην Ελίμεια, όπως φανερώνει η περίπτωση της Αιανής, πρωτεύουσας της Ελίμειας.10

Το κύριο ερώτημα που προκύπτει είναι το αν τα φύλα τα οποία κατοικούσαν στην περιοχή ήταν ελληνικά. Ή, για να θέσουμε αλλιώς το ζήτημα, αφορούσε τους κατοίκους της το συγκεκριμένο ερώτημα και, αν ναι, τότε το έθεταν για λόγους εσωτερικής ή εξωτερικής πρόσληψης; Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε την απάντηση, αφού προηγηθεί μία σύντομη αναφορά σε εκείνα τα φύλα της Άνω Μακεδονίας για τα οποία σώζονται οι ιδρυτικοί τους μύθοι.

 

I. Ορεστίδα και Ορέστες

Οι διαθέσιμες για τους Ορέστες πηγές είναι εξαιρετικά ευάριθμες. Ο Στράβων θεωρεί ότι οι Ορέστες ήταν ένα ηπειρωτικό φύλο, αντλώντας προφανώς την πληροφορία του από τον Εκαταίο,11 το οποίο προσαρτήθηκε βίαια στο μακεδονικό βασίλειο μαζί με τους Πελαγόνες και τους Ελιμιώτες.12 Ο Hammond τους αποδέχεται ως Μολοσσούς και θεωρεί ότι κατοικούσαν κάποτε στη δυτική πλευρά των υψιπέδων στα νότια της κοιλάδας του Αώου και σταδιακά κινήθηκαν προς τα ανατολικά, στην κοιλάδα του Άνω Αλιάκμονα.13 Ο Zahrnt πιστεύει πως ο Θουκυδίδης θεωρεί όλα τα ἐπάνωθεν ἔθνη ως μακεδονικής καταγωγής.14 Ο θεσμός της βασιλείας ήταν επίσης γνώρισμα αυτού του φύλου, όπως προκύπτει από τον Θουκυδίδη και την αναφορά του στον βασιλέα των Ορεστών, Αντίοχο.15 Δεν συμπεριλαμβάνονται ονομαστικά και αυτοί στα φύλα της Άνω Μακεδονίας από τον ιστορικό, όπως οι Ελιμιώται και οι Λυγκησταί. Ωστόσο, μένει ανοιχτό το θέμα της ένταξής τους στο βασίλειο του Περδίκκα, καθώς η φράση καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν θα μπορούσε κάλλιστα να τους συμπεριλαμβάνει.

Ανεξάρτητα από το ότι στην εποχή του Εκαταίου θεωρούνταν μολοσσικό φύλο,16 ο Πολύβιος τους συμπεριλαμβάνει στους Μακεδόνες, όταν γράφει ότι οι Ρωμαίοι, μετά τη νικηφόρα για αυτούς έκβαση του Β’ Μακεδονικού πολέμου εναντίον του Φιλίππου Ε’, Μακεδόνων μέν οὖν τούς Ὀρέστας καλουμένους διά τό προσχωρῆσαι σφίσι κατά τόν πόλεμον αὐτονόμους ἀφεῖσαν, ἠλευθέρωσαν δέ Περραιβούς καί Δόλοπας καί Μάγνητας.17 Προφανώς, είχε επέλθει η πολιτική αφομοίωση των Ορεστών με τους Μακεδόνες, μετά την προσάρτησή τους στο μακεδονικό κράτος από τον Φίλιππο Β’18 και ο Πολύβιος τους προσέδιδε την πολιτική έννοια του Μακεδόνος.19 Ενδεχομένως με αυτόν τον τρόπο να εξηγείται και η αναφορά του εθνικού Ὀρεστός Μολοσός σε επιγραφή του 164 π.Χ. από τη Δωδώνη.

Ο Ορέστης στο μαντείο των Δελφών περιστοιχιζόμενος από την Αθηνά και τον Πυλάδη. Ερυθρόμορφος κρατήρας, c. 330 π.Χ.

Σε κάθε περίπτωση, οι πηγές διασώζουν τον σχετικό μύθο περί της ονοματοδοσίας της περιοχής από τον διωκόμενο από την Πελοπόννησο Ορέστη, ο οποίος ίδρυσε μάλιστα και την πόλη Ἄργος Ὀρεστικόν στη Μακεδονία.20 Μολονότι η ιστορική αξία του μύθου δεν αναγνωρίζεται,21 η επιβίωσή του δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την ελληνική καταγωγή των Ορεστών και, κυρίως, για την επιθυμία τους να εμφανίζονται ως Έλληνες. Εάν ο Ορέστης αντιπαραβάλλεται προς το δωρικό Άργος, τότε γιατί να ιδρύσει στο μακεδονικό έδαφος μία ομώνυμη προς την “εχθρική” του πόλη;22 Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι, επειδή ο επώνυμος ήρωάς τους δεν συνδέεται με τον αντίστοιχο των Μακεδόνων, οι Ορέστες διαχωρίζονταν από τους Μακεδόνες και με αυτόν τον τρόπο αναδεικνυόταν ο «ξεχωριστός χαρακτήρας των Ορεστών μεταξύ των εθνών της Άνω Μακεδονίας και έναντι των Μακεδόνων της παραθαλάσσιας χώρας».23 Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ανεξάρτητα από το αν οι Ορέστες ήταν μολοσσικό ή μακεδονικό φύλο, εντάσσονται στην ίδια ευρύτερη ελληνική εθνική ομάδα. Από την άλλη, ανεξάρτητα από την ιστορική αξία του ιδρυτικού μύθου, η τάση των Ορεστών να αποδώσουν την καταγωγή τους σε έναν Έλληνα της νότιας Ελλάδας εντάσσεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι σαφώς και διαφοροποιούνταν ως φύλο από τους Τημενίδες Μακεδόνες, χωρίς να θέτουν, ωστόσο, θέμα ελληνικότητας των τελευταίων. Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της Ηπείρου, όπου τα διαφορετικά μολοσσικά φύλα, πιεζόμενα μεταξύ τους, κατέληξαν σε κάποιον ελληνικό προσδιορισμό της εθνότητάς τους (ή, τουλάχιστον, των βασιλικών τους οίκων) μέσω ενός μύθου.24 Απόδειξη των παραπάνω είναι, πιστεύω, το γεγονός ότι στον τέταρτο αιώνα ο Περδίκκας είχε υποκατασταθεί στον ιδρυτικό μύθο των Μακεδόνων από τον Κάρανο, πρόσωπο στενά δεμένο προς την Ορεστίδα.25 Εδώ θα πρέπει να ανιχνεύσουμε μάλλον την πολιτική του Φιλίππου Β’, ειδικά μετά την προσάρτηση της Ορεστίδος στο μακεδονικό βασίλειο. Η συνοχή του νέου βασιλείου απαιτούσε αλλαγές στην ιδρυτική του παράδοση, προκειμένου τα φύλα που είχαν προσαρτηθεί πρόσφατα να εγκολπωθούν και ιδεολογικά σε αυτό.

 

ΙΙ. Ελιμιώτιδα και Ελιμιώτες

Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο, ο οποίος αντλεί την πληροφορία από τον Στράβωνα, στην περιοχή της Ελιμιώτιδας υπήρχε η πόλη της Ἐλιμίας, την οποία αναφέρει ρητά ως “πόλιν Μακεδονίας”. Η συγκεκριμένη πόλη είχε ιδρυθεί είτε από τον Τρώα ήρωα Έλυμο, νόθο γιο του Αγχίση και αδελφό του Αινεία, είτε από τον Έλενο, γιο του Πριάμου.26 Άσχετα με την αποδοχή ύπαρξης της εν λόγω πόλεως,27 προκύπτει η εύλογη απορία γιατί να υιοθετηθεί ένας Τρώας ως ιδρυτής μιας πόλεως στη Μακεδονία. Η έρευνα κατέληξε στο ότι οι Τρώες δεν αποτελούσαν τον απόλυτο βάρβαρο Άλλο πριν από την περίοδο των Περσικών Πολέμων.28 Εμφανίζονται να μιλούν ελληνικά, με ακριβώς τα ίδια ήθη και έθιμα αλλά και κανόνες ηθικής (φιλοπατρία). Επομένως, η ίδρυση πόλεων ή γενικότερα η παρουσία Τρώων σε περιοχές όπως η Μακεδονία (αλλά και η Ήπειρος), καθιστούσε αυτούς τους τόπους πιο οικείους για τους Έλληνες της Νότιας Ελλάδας.

Ενδεχομένως, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει μαρτυρία για την καταγωγή του φύλου αλλά για την ίδρυση μιας πόλης από τον συγκεκριμένο ήρωα, οι Ελιμιώτες να θεωρούσαν τους εαυτούς τους Μακεδόνες. Ωστόσο, οι γραμματειακές πηγές μας δεν βοηθούν στη διαλεύκανση του ζητήματος. Επίσης, όπως αποδεικνύεται από τις επιγραφικές μαρτυρίες, οι κάτοικοι της Ελίμειας διατήρησαν και τα δύο εθνικά επίθετα, ένδειξη ίσως του ισχυρού τοπικού αυτοσυναισθήματος,29 ενώ ο Hatzopoulos υποστήριξε ότι “το αρχαίο έθνος των Ελιμιωτών επιβίωσε όχι μόνον ως μονάδα επιστράτευσης, αλλά και σαν μία πολιτική οργάνωση μετά την κατάλυση της αρχαίας του βασιλείας και την προσάρτησή του στο βασίλειο των Τημενιδών, επί Περδίκκα Β’”.30 Ανεξάρτητα από τη σημασία αυτού του γεγονότος, η Ελιμιώτιδα παρέμεινε ανεξάρτητη ως την εποχή του Φιλίππου Β’. Η δράση των βασιλέων της (κυρίως του Δέρδα) ανιχνεύεται αδρά στον Θουκυδίδη31 καθώς και στην προαναφερθείσα επιγραφή που αφορά στη συνθήκη Περδίκκα και Αθηναίων.32 Ύστερα από την υπαγωγή της στο βασίλειο της Μακεδονίας, επί Φιλίππου Β, η Ελίμεια θεωρούνταν ως μακεδονική περιοχή.

Εκθέματα του αρχαιολογικού μουσείου Αιανής. Αριστερά: Κεραμικό του 14ου αιώνα π.Χ. Δεξιά: Χρυσή περόνη του δεύτερου ημίσεος του 6ου αιώνα π.Χ.

 

ΙΙΙ. Λύγκος και Λυγκηστές

Στο ήδη αναφερθέν εδάφιο του Θουκυδίδη (2.99.2), εμφανίζονται για πρώτη φορά στις πηγές μας οι Λυγκηστές. Αναφέρονται ως Μακεδόνες, με τον δικό τους βασιλέα (τον Αρραβαίο) και ήταν σύμμαχοι και υπήκοοι των Αργεαδών, ενώ η φυλετική τους οργάνωση αποτυπώνεται και στην ύπαρξη κωμών, όπως διαφαίνεται από ένα άλλο εδάφιο του Θουκυδίδη, στο οποίο αναφέρεται στην εισβολή του Βρασίδα και του Περδίκκα ἐς Λύγκον και τη δήωση των τοπικών κωμών από τους στρατιώτες του Περδίκκα.33 Ο Αρραβαίος απαντά σε τρία εδάφια στον Θουκυδίδη34 καθώς και στο κείμενο της συνθήκης μεταξύ των Αθηναίων και του Περδίκκα Β’.35 Η περιοχή αναφέρεται ως Λυγκηστίς για πρώτη φορά από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο.36

Σύμφωνα με τον Hammond, παρά το μικρό μέγεθος της περιοχής που ήλεγχαν, οι Λυγκηστές ήταν το πλέον ισχυρό φυλετικό κράτος στα μέρη αυτά, τουλάχιστον κατά το δεύτερο ήμισυ του πέμπτου αιώνα, ενώ η δύναμή του σχετίζεται με την ίδρυση ενός βασιλικού οίκου στα μέσα του αιώνα.37 Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή η βασιλική οικογένεια ανήγαγε την καταγωγή της στους Βακχιάδες της Κορίνθου, παράδοση η οποία επιβίωνε ως την εποχή του Στράβωνος.38 Επρόκειτο, προφανώς, για μία παράδοση που εκπορευόταν από την ίδια τη βασιλική οικογένεια των Λυγκηστών, αντίστοιχη προς εκείνη των Τημενιδών. Οπωσδήποτε, δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαία η ύπαρξη κορινθιακών αποικιών στα παράλια της Αδριατικής με την κατασκευή αυτού του μύθου.39 Θα πρέπει να θεωρήσουμε και τους Λυγκηστές Μακεδόνες με την πολιτική έννοια του όρου. Άλλωστε, στην έρευνα εντάσσονται φυλετικά στους Ηπειρώτες.40

Αγγείο-κύπελλο σε σχήμα κεφαλής κριού και ερυθρόμορφη διακόσμηση με φύλλα κισσού στον λαιμό (6ος-4ος αι. π.Χ.) που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στην αρχαία Λυγκηστίδα της Aνω Μακεδονίας. Πρόκειται για μια ανέλπιστη σημαντική αποκάλυψη, καθώς, μέχρι πρόσφατα, λόγω έλλειψης δεδομένων, επικρατούσε η λανθασμένη αντίληψη ότι η περιοχή την περίοδο εκείνη ήταν κοινωνικά και πολιτισμικά απομονωμένη.

 

IV. Πελαγονία και Πελαγόνες

Ως επώνυμος ήρωας των Πελαγόνων αναφέρεται ο Πηλεγών, γιος του ποταμού Αξιού και της νύμφης Περιβοίας, πατέρας του Αστερόπαιου.41 Πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση μεταξύ των φύλων της Άνω Μακεδονίας όπου η καταγωγή ανάγεται σε έναν ομηρικό ήρωα, γιο ποταμού, ενδεικτικό της αυτοχθονίας του φύλου.42 Οι πρώτες μαρτυρίες για τους Πελαγόνες χρονολογούνται μόλις στον τέταρτο αιώνα π.Χ. και, κατά παράδοξο τρόπο, είναι επιγραφικές. Όπως επισημαίνει η Papazoglou, θα έπρεπε να περάσουν άλλοι δύο αιώνες μέχρις ότου να εμφανισθούν οι Πελαγόνες στις γραμματειακές πηγές.43 Η πρώτη από αυτές τις μαρτυρίες αφορά στον Π[…6 τὸν Πε]λαγόνων βα|[σιλέα,44 ο οποίος τιμάται από τον δήμο των Αθηναίων ως πρόξενος καί εὐεργέτης. Το όνομα του τιμώμενου βασιλέα των Πελαγόνων δεν σώζεται, αντίθετα με την περίπτωση απονομής του τίτλου του ευεργέτη στον “ομοεθνή” του βασιλέως Μενέλαο, δύο χρόνια αργότερα (362 π.Χ.).45 Πιθανότατα, ο Μενέλαος ήταν μέλος της βασιλικής οικογένειας των Πελαγόνων, ίσως αδελφός του προαναφερθέντος βασιλέως. Όπως έχει ήδη τονισθεί, η σημασία των δύο επιγραφών έγκειται στο ότι διαχωρίζεται η πολιτική οργάνωση των Πελαγόνων από εκείνη των Λυγκηστών.46 Έκτοτε, και ως την εποχή των Αντιγονιδών, η Πελαγονία δεν μαρτυρείται. Έχει υποστηριχθεί πως η Πελαγονία, ως τη ρωμαϊκή κατάκτηση, αποτελούσε τμήμα της Παιονίας και επομένως βρισκόταν εκτός των συνόρων της κυρίως Μακεδονίας.47

 

Η ταυτότητα

Η Papazoglou θεωρεί ότι η φράση του Θουκυδίδη τῶν γάρ Μακεδόνων εἰσί καί Λυγκησταί καί Ἐλιμιῶται καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, σχετικά με τα φύλα που κατοικούσαν στην Άνω Μακεδονία, δεν υπονοεί την πολιτική υπαγωγή όλων των φύλων που εννοούνται στο βασίλειο του Περδίκκα, αλλά την εθνική τους καταγωγή.48 Θεωρεί ότι επρόκειτο για Μακεδόνες, οι οποίοι δεν ήταν ενταγμένοι στο βασίλειο του Περδίκκα, αλλά είχαν τις δικές τους μοναρχίες.49 Δεν νομίζω ότι ήταν αμιγούς μακεδονικής καταγωγής φύλα. Θα πρέπει ενδεχομένως να θεωρήσουμε ότι οι πληθυσμοί αυτών των περιοχών ήταν από εθνολογική άποψη μεικτοί, υπό την έννοια ότι μολοσσικά φύλα αναμείχθηκαν με τους Μακεδόνες, δημιουργώντας ένα «ετερογενές υπόστρωμα».50 Η άποψη της Papazoglou περί μακεδονικής καταγωγής θα ευσταθούσε, αν στην ξεχωριστή τους αναφορά από τον Θουκυδίδη υπήρχε μόνον η διευκρίνιση ότι επρόκειτο για ξύμμαχα φύλα. Ο ιστορικός, όμως, τα χαρακτηρίζει και ως ὑπήκοα, ένδειξη ότι αυτά είχαν υπαχθεί στη μακεδονική κυριαρχία κάποια στιγμή στο πρώτο μισό του πέμπτου αιώνα.51

Ο Hammond ισχυρίζεται ότι ο Θουκυδίδης δεν άφησε τυχαία απροσδιόριστη τη φράση καί ἄλλα ἔθνη ἐπάνωθεν, καθώς θεωρούσε ότι τα υπόλοιπα φύλα της περιοχής δεν ανήκαν στην άμεση εξουσία του Περδίκκα εκείνη την περίοδο,52 επισημαίνοντας παράλληλα και το εδάφιο από το τέταρτο βιβλίο του ιστορικού, στο οποίο αναφέρεται ο Αρραβαίος ως βασιλεύς των Λυγκηστών Μακεδόνων, όμορων του μακεδονικού βασιλείου.53 Σημειώνει ότι οι Ορέστες, οι Πελαγόνες και οι Ελιμιώτες εντάσσονταν από τον Στράβωνα (ο οποίος αντλούσε τις πληροφορίες του από τον Εκαταίο) ξεκάθαρα στα μολοσσικά φύλα,54 δείγμα ότι την εποχή του Εκαταίου αυτά τα φύλα θεωρούνταν «Μολοσσοί»,55 ενώ αργότερα, την εποχή του Θουκυδίδη, κάποια από αυτά (οι Ελιμιώτες και οι Λυγκηστές αλλά όχι και οι Πελαγόνες) χαρακτηρίζονται ως «Μακεδόνες». Η αιτία της αλλαγής για τον Hammond, όπως προαναφέρθηκε, ήταν καθαρά πολιτική, ενώ το εδάφιο του ιστορικού ερμηνεύεται ως αναγνώριση από την πλευρά του Θουκυδίδη των αξιώσεων του μακεδονικού βασιλείου στις περιοχές της Άνω Μακεδονίας, αξιώσεις που δεν έγιναν πραγματικότητα παρά μόνο κατά τον τέταρτο αιώνα.56

O ιστορικός Nicholas Hammond (1907-2001) σε φωτογραφία του 1931.

Δεν μπορούμε να διακρίνουμε με ακρίβεια σε τι συνίστατο η διαφορά μεταξύ πόλεως και ἔθνους κατά τον πέμπτο αιώνα. Θα πρέπει να δεχθούμε ότι δεν επρόκειτο για δύο αντιθετικούς πόλους, αλλά ότι αποτελούσαν διαφορετικά επίπεδα κοινωνικής οργάνωσης.57 Αφενός, χωρίς να αποτελούν πόλεις με την έννοια της πόλεως-κράτους, αυτά τα έθνη της Άνω Μακεδονίας δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσουν αυτόνομα στον τομέα των «διεθνών» σχέσεων, τουλάχιστον όσο ήταν ενταγμένα στο μακεδονικό βασίλειο.58 Η φράση του Στράβωνος, πιστεύω ότι απηχεί αυτήν την πραγματικότητα: καί δή καί τά περί Λύγκον καί Πελαγονίαν καί Ὀρεστιάδα καί Ἐλίμειαν τήν ἄνω Μακεδονίαν ἐκάλουν, οἱ δ’ ὕστερον καί ἐλευθέραν·59

Αφετέρου, καθ’ όλη τη διάρκεια της Αρχαϊκής εποχής, «η αίσθηση του ανήκειν σε ένα έθνος, το οποίο κατοικούσε σε μία ευρύτερη περιοχή, ήταν πιο δυνατή από την αντίστοιχη του ανήκειν σε μία συγκεκριμένη κοινότητα καθορισμένη να ξεχωρίζει από τους γείτονές της».60 Τα φύλα της Άνω Μακεδονίας εντάσσονται σε αυτήν την κατηγορία. Υπό αυτήν την έννοια θα μπορούσε να ερμηνευθεί και το ότι εκεί οι κάτοικοί της έφεραν το εθνικό επίθετο του γεωγραφικού συνόλου από το οποίο κατάγονταν και που είχε διαμορφωθεί πριν από την ενσωμάτωση αυτών των περιοχών στο βασίλειο των Αργεαδών.61

Παρόμοια με την εικόνα που συναντούμε στη Μακεδονία ήταν και εκείνη στη γειτονική Ήπειρο. Η πολιτική οργάνωση των εθνών της Άνω Μακεδονίας μπορεί να συγκριθεί άνετα με εκείνη των Μολοσσών, για τους οποίους διαθέτουμε και τα περισσότερα στοιχεία.62 Όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι σχετικές μαρτυρίες από τις περιοχές της Άνω Μακεδονίας φανερώνουν την ύπαρξη μιας πολιτικής οργάνωσης βασισμένης στις κώμες, την οποία αναγνωρίζει και ο Θουκυδίδης (1.5.1: πόλεσιν ἀτειχίστοις καί κατά κώμας οἰκουμέναις).63 Αυτό που μένει να διερευνηθεί είναι η σχέση μεταξύ αυτών των οικισμών και των μεγάλων αστικών κέντρων ή της πρωτεύουσας, μέσω μιας εμπειρικής προσέγγισης και μιας ανάλυσης στην οποία δεν θα υπερτερεί (ελλείψει πηγών) η κρίση.64

 

Οι μύθοι καταγωγής

Ένα από τα στοιχεία που αποτελούν κοινό παρονομαστή στα φύλα που κατοικούσαν στην Άνω Μακεδονία είναι οι παραδόσεις σχετικά με την καταγωγή της βασιλικής οικογένειας του κάθε φύλου. Αντιστοιχία υπάρχει όχι μόνον με τους Τημενίδες Μακεδόνες αλλά και με τους Μολοσσούς. Είναι γνωστή η προσπάθεια του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας να πείσει τους Ελλανοδίκες στην Ολυμπία για την καταγωγή του από τους Τημενίδες του Άργους, έτσι ώστε να του επιτραπεί να αγωνισθεί (Ηρόδ. 5.22). Επίσης, οι Μολοσσοί ανήγαγαν την καταγωγή τους στον Πύρρο, γιο του Αχιλλέα, ο οποίος είχε βιάσει τη Λάνασσα, εγγονή του Ηρακλή, στη Δωδώνη.65 Έχει υποστηριχθεί ότι η ομοιότητα μεταξύ των δύο παραδόσεων συνεπάγεται ότι αυτές συνδέονταν κατά κάποιον τρόπο μεταξύ τους, δίχως όμως αυτός να προσδιορίζεται.66 Η παρουσία του Ηρακλή στον ιδρυτικό μύθο των Μολοσσών καθώς και το γεγονός ότι είναι ο μυθικός προπάτορας των Μακεδόνων δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαία. Ο I. Malkin, γράφοντας για τους κατοίκους της Ηπείρου, θεωρούσε ότι ο βασιλικός οίκος των Μολοσσών (όπως και οι αντίστοιχοι οίκοι των υπολοίπων Ελλήνων) δεν στόχευε στον εξελληνισμό των «εθνικών» ριζών των λαών τους αλλά στην αναγωγή της καταγωγής τους σε κάποιον ήρωα, γεγονός σύνηθες στην Ελλάδα της Αρχαϊκής εποχής.67 Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι οι Μολοσσοί -με παρόμοιο τρόπο- υιοθέτησαν την ηρωική τους καταγωγή και τα συμπεριέλαβαν ως αποφασιστικό κριτήριο για την ταυτότητά τους, όταν θεώρησαν τον Νεοπτόλεμο, τον γιο του Αχιλλέα, ως τον μυθικό τους προπάτορα.68

Αυτό το οποίο θα μπορούσε να υποστηριχθεί με βεβαιότητα είναι ότι και η μοναδική ομοιότητα αφορά στην επιθυμία των βασιλικών οίκων για αναγνώριση της ελληνικότητάς τους. Για την Άνω Μακεδονία αντίστοιχοι μύθοι υπάρχουν, όπως είδαμε, για τους Ορέστες, τους Λυγκηστές, τους Ελιμιώτες και τους Πελαγόνες. Μολονότι οι μύθοι αυτοί δεν συνδέονται ρητά σε όλες τις περιπτώσεις με τις βασιλικές οικογένειες αυτών των φύλων, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι η κατάσταση θα ήταν όμοια, δεδομένων των ομοιοτήτων στις φυλετικές δομές τους. Όλοι οι παραπάνω βασιλικοί οίκοι χρησιμοποιούσαν αυτούς τους μύθους ως «πολιτιστικά διαβατήρια» της ελληνικότητάς τους.69 Αν δεχθούμε ότι αυτά τα φύλα δεν υπολογίζονταν ως ελληνικά από τους Έλληνες της νότιας Ελλάδας, τότε αυτή η ενέργεια είναι απόλυτα κατανοητή από την πλευρά των βασιλικών οικογενειών: προσπαθούσαν να συμπεριληφθούν στον ελληνικό κόσμο, επομένως η χρήση του μύθου για τη δόμηση μιας συλλογικής συνείδησης ήταν σχεδόν επιβεβλημένη. Αυτοί οι μύθοι χρησιμοποιήθηκαν επίσης και για την πολιτισμική και “εθνική” διαμεσολάβηση μεταξύ Ελλήνων και ντόπιων και συνέβαλαν τελικά στην δημιουργία της συλλογικής ταυτότητας των γηγενών λαών και την αυτοπρόσληψή τους.70

Ωστόσο, όλες αυτές οι παραδόσεις υιοθετούνται άκριτα από τον Εκαταίο (πηγή για τον Στράβωνα αλλά και τον Στέφανο) και τον Ηρόδοτο, γεγονός που υποδηλώνει ότι ήταν ήδη διαδεδομένες στα τέλη του έκτου αιώνα π.Χ. Επίσης, δεν θα ήταν δυνατή η επιβίωση (ή η κατασκευή) αυτών των παραδόσεων δίχως την ύπαρξη ορισμένων πραγματικών ιστορικών στοιχείων. Μολονότι δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πότε ακριβώς έγινε αυτή η διεύρυνση του όρου Ἕλλην ώστε να συμπεριλάβει και όσους κατοικούσαν στις εν λόγω περιοχές,71 θα πρέπει να θεωρήσουμε ως βέβαιο ότι ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης της εποχής θα θεωρούσε τους βασιλικούς οίκους αυτών των φύλων ως ελληνικούς.72 Σύμφωνα με τις γενεαλογίες, ο Δευκαλίων και η Πύρρα τοποθετούνται να κατοικούν στους πρόποδες της Όσσας και του Ολύμπου, ένα γεωγραφικό σημείο από το οποίο ξεκινά η «εθνογένεση»73 όλων των Ελλήνων. Η γεωγραφική διεύρυνση της περιπλάνησης των Ηρακλειδών από τον Ηρόδοτο (Ι.56.2-3) στα βόρεια του Ολύμπου δεν είναι συμπτωματική. Οι απόγονοι του Ηρακλή (σημειωτέον, μυθικού προπάτορα των Μακεδόνων) εγκαταλείπουν την Πελοπόννησο και βρίσκουν καταφύγιο αρχικά (επί Δευκαλίωνος) στη Φθιώτιδα, στη συνέχεια -επί Δώρου, γιου του Έλληνος (!)- στους πρόποδες της Όσσας και του Ολύμπου. Από εκεί, διωγμένοι από τους Καδμείους, καταφεύγουν στην Πίνδο, όπου ονομάζονται Μακεδνόν έθνος, για να καταλήξουν μέσω της Δρυοπίδας στην Πελοπόννησο. Στους Έλληνες συμπεριλαμβάνονται φυσικά όχι μόνον τα φύλα της νότιας Ελλάδας αλλά και εκείνα της Άνω Μακεδονίας, όπως επίσης οι Μολοσσοί και οι Αργεάδες Μακεδόνες, καθώς όλες αυτές οι παραδόσεις εξαπλώνονται σε ένα εξαιρετικά μεγάλο γεωγραφικό εύρος της βόρειας πλευράς της ελληνικής χερσονήσου, από τα παράλια του Ιονίου ως τον Θερμαϊκό κόλπο.

Αρχαιολογικά ευρήματα στο Καστρί Γρεβενών.

Την προφορική παράδοση έρχονται να ενισχύσουν τα αρχαιολογικά κατάλοιπα. Πρόσφατες ανασκαφές στις περιοχές της Άνω Μακεδονίας καταδεικνύουν την ύπαρξη πόλεων (αστικών κέντρων), με ιερά, μεγαλεπήβολα κτίρια και γενικότερα στοιχεία τα οποία παραπέμπουν σε μια αναθεώρηση της άποψης ότι η Μακεδονία αποτελούσε μία περιοχή ξένη προς τον ελληνικό κόσμο. Αντίθετα, όλα φαίνεται να ενισχύουν την πεποίθηση ότι η Μακεδονία αποτελούσε την εσωτερική περιφέρεια του ελληνικού κόσμου. Τα πρόσφατα αρχαιολογικά δεδομένα καταδεικνύουν ισχυρές επαφές με τα μυκηναϊκά κέντρα, τουλάχιστον από την Ύστερη Εποχή Χαλκού, αν όχι νωρίτερα.74 Στην περιοχή του Ολύμπου και της Πιερίας αποκαλύφθηκαν σαφή δείγματα μυκηναϊκής παρουσίας, όπως και στην κοιλάδα του Αλιάκμονα.75 Επιπλέον, και οι αναφορές του Θουκυδίδη για την ενεργό συμμετοχή Αθηναίων και Σπαρτιατών κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου στην περιοχή, ενισχύουν τη θέση αυτή. Μολονότι ο ιστορικός δεν παρουσιάζει αναλυτικά το πολιτειακό καθεστώς των φύλων αυτών εντάσσοντάς τα στους Μακεδόνες, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε άστοχη την άποψη που διατυπώθηκε ότι τους θεωρούσε τμήμα του μακεδονικού βασιλείου.

Όσον αφορά στην ομοιογένεια που εμφάνιζαν τα φύλα που κατοικούσαν εκεί, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί τυχαία η αναφορά του Στράβωνος ότι η όλη περιοχή θεωρούνταν Μακεδονία, εξαιτίας των ομοιοτήτων στη γλώσσα, την ενδυμασία και την κουρά (7.7.8: ἔνιοι δέ καί σύμπασαν τήν μέχρι Κορκύρας Μακεδονίαν προσαγορεύουσιν, αἰτιολογοῦντες ἅμα ὅτι καί κουρᾷ καί διαλέκτῳ καί χλαμύδι καί ἄλλοις τοιούτοις χρῶνται παραπλησίως). Επίσης, οι βασιλικοί οίκοι των Αργεαδών και των Μολοσσών ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου επί Φιλίππου Β’. Αυτό βέβαια συνέβαινε και με άλλους οίκους για πολιτικούς λόγους, ωστόσο η εν λόγω ένωση θα πρέπει να είχε μία ιδιαίτερη σημασία.

*

Η κατασκευή / επινόηση των παραπάνω ιδρυτικών μύθων τοποθετείται, όπως είδαμε, στον έβδομο αιώνα. Ωστόσο, ως και την υπαγωγή αυτών των περιοχών στο βασίλειο της Μακεδονίας από τον Φίλιππο Β’, αυτοί χρησιμοποιούνται ευρέως. Τι αναγκάζει τη διατήρησή τους ως τα μέσα του τέταρτου αιώνα; Ίσως το γεγονός ότι η περιοχή της Άνω Μακεδονίας συγκεντρώνει χαρακτηριστικά στοιχεία ενός ενδιάμεσου, αν όχι βαρβαρικού τόπου. Άξιο λόγου, ωστόσο, είναι ένα εδάφιο που απαντά στον Θεόπομπο, σύμφωνα με το οποίο ἐν † Λυγκήστωι φησί πηγήν εἶναι, τῆι μέν γεύσει ὀξίζουσαν, τούς δέ πίνοντας μεθύσκεσθαι ὡς ἀπό οἴνου.76 Είναι, κατά τη γνώμη μας, ενδεικτικό της πρόσληψης αυτών των περιοχών από τους νότιους Έλληνες. Συνήθως, παρόμοιες απόψεις παραπέμπουν σε αποτυπώσεις του βαρβαρικού στοιχείου, καθώς οι κάτοικοι αυτών των περιοχών εντάσσονταν σε ένα πλαίσιο διαφορετικό από εκείνο της Νότιας Ελλάδας. Δεν ήταν βάρβαροι, με την έννοια της πλήρους πολωτικής αντίθεσης μεταξύ αυτών και των Ελλήνων, αλλά ήταν τμήμα του ημιεξωτικού Άλλου.

Ακόμη και ο Θουκυδίδης προσπάθησε να καθορίσει τον πολιτιστικό προσδιορισμό της ελληνικότητας, αλλά με διαφορετικούς όρους από τον Ηρόδοτο. Η πολιτιστική πρόσληψη της ελληνικής ταυτότητας από τον τελευταίο λειτουργούσε πάνω σε μία αδιαμφισβήτητη βάση αποδοχής/αποκλεισμού. Αντίθετα, ο Θουκυδίδης θεωρούσε τους Έλληνες (δηλ. τους Αθηναίους) και τους βαρβάρους ως πολωτικά αντίθετους. Σε ένα εδάφιό του, όπου γίνεται αναφορά στους Ευρυτάνες, που αποτελούσαν ένα μεγάλο τμήμα του αιτωλικού ἔθνους, αφήνονται μέσω της διήγησης να διαφανούν οι ευρύτερες αθηναϊκές προκαταλήψεις απέναντι στους κατοίκους της κεντρικής και βόρειας Ελλαδικής χερσονήσου ως σύνολο. Το σχόλιο του Θουκυδίδη ότι οι Ευρυτάνες «μιλούσαν μία τελείως άγνωστη γλώσσα και κατανάλωναν ωμό κρέας» τονίζει εμφατικά τα γλωσσικά και πολιτισμικά κριτήρια της διαφοροποίησης ανάμεσα στους Έλληνες και τους Ευρυτάνες «άλλους».77 Ο Θουκυδίδης διακήρυξε στην Αρχαιολογία του ότι, κατά τη γνώμη του, «οι αρχαίοι Έλληνες ζούσαν έτσι όπως ζουν οι σημερινοί βάρβαροι»,78 άποψη που υπονοεί ότι οι σύγχρονοί του Έλληνες ήταν κατά τεκμήριο ανώτεροι από τους βαρβάρους και ότι ήταν αδύνατο για τους τελευταίους να φτάσουν το ελληνικό επίπεδο διαβίωσης. Άρα, ένας βασικός σκοπός της Αρχαιολογίας ήταν να «δείξει τη βαθμίδα της πολιτιστικής προόδου στην οποία είχαν φτάσει ορισμένα τουλάχιστον μέρη της Ελλάδος το 431 και, ως εκ τούτου, να προβάλει έντονα την ηθική εξαχρείωση που είχε επιφέρει ο πόλεμος στον ελληνικό κόσμο».79 Γίνεται αντιληπτή η ύπαρξη μιας διπολικότητας στην εισαγωγή του, η οποία απουσιάζει από το υπόλοιπο έργο του. Αλλά αυτή η διπολικότητα δεν είναι μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων (με τους οποίους, σημειωτέον, δεν ασχολείται καθόλου στη συγγραφή του). Από τη στιγμή που ονομάζει ως πολιτιστικά καθυστερημένους τους Λοκρούς, τους Ακαρνάνες και τους Αιτωλούς, πρόκειται ουσιαστικά για μία αντίθεση ανάμεσα σε εκείνους που είχαν φτάσει στο αθηναϊκό πολιτιστικό επίπεδο και σε όλους τους υπολοίπους.

Αρχαία Έδεσσα.

Αυτή η διαπίστωση μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι ο Θουκυδίδης επηρεαζόταν από συγκεκριμένες παραμέτρους. Καταρχάς, από την λεγόμενη «οπτική του αποικιστού», μέσω της οποίας οι συμπολίτες του Αθηναίοι, όπως και άλλοι Έλληνες της Νότιας Ελλάδας, αντιμετώπιζαν τους κατοίκους όλων των υπολοίπων περιοχών, από την Αιτωλία ως τα παράλια του βορείου Αιγαίου. Οι ελληνικές αποικίες στις ακτές της Πιερίας και της Χαλκιδικής θα πρέπει να συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας αντίληψης ότι αυτές οι περιοχές κατοικούνταν από βαρβάρους. Όπως χαρακτηριστικά συμβαίνει στις αποικιακές κοινωνίες, οι εγχώριοι που κατοικούν στις νεοανακαλυφθείσες περιοχές προσλαμβάνονται από τους αποίκους ως «άλλοι», με τους οποίους έπρεπε είτε να συνεργαστούν (μέσω εμπορικών συναλλαγών, για παράδειγμα), είτε να εμπλακούν σε διαμάχες, ίσως και πόλεμο. Επομένως, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η αποικιακή εμπειρία των Ελλήνων έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην αποκρυστάλλωση τόσο της συνολικής όσο και της αντιθετικής αίσθησης της ελληνικότητας. Σε αυτήν τη διαδικασία, οι γηγενείς εθνικές ομάδες είχαν μία αντιθετική χροιά.80 Επιπρόσθετα, συγκεκριμένα στοιχεία αυτών των γηγενών πληθυσμών πρέπει να είχαν συμβάλει στην ανάπτυξη της εικόνας του βαρβαρικού: όλα αυτά τα έθνη είχαν βεβαίως τον δικό τους υλικό πολιτισμό, τη δική τους γλώσσα, θρησκεία καθώς και άλλα έθιμα.81 Η δεύτερη παράμετρος, που θα μπορούσε σαφώς να έχει επηρεάσει λ.χ. τον Θουκυδίδη ως προς τις αναφορές του στους λαούς της περιοχής, ήταν η ύπαρξη της πόλεως-κράτους. Η βάση της σκέψης του ήταν εκείνη της πόλεως με τον διαφορετικό πολιτισμό και τον τρόπο ζωής αλλά και τους διαφορετικούς θεσμούς. Αν στα παραπάνω προστεθούν και οι διενέξεις μεταξύ των φύλων της Άνω Μακεδονίας με τους Μακεδόνες,82 τότε η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ρευστή για έναν εξωτερικό παρατηρητή.

Επομένως, η κατασκευή και χρήση των ιδρυτικών μύθων από τα φύλα της Άνω Μακεδονίας εξυπηρετούσε και αυτήν την ανάγκη: τη διασκέδαση οποιωνδήποτε υπονοιών περί μη ελληνικότητάς τους. Παράλληλα, λειτουργούσαν ενωτικά και στο εσωτερικό τους, καθιστώντας τα συμπαγή και με μία ισχυρή ελληνική αυτοσυνείδηση. Άλλωστε, επρόκειτο για μικρές περιοχές, όπου όλοι σχεδόν γνωρίζονταν μεταξύ τους και όπου ο όρος περιφερειακός σήμαινε σχεδόν τοπικός. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ταυτότητα βασίζεται στην καθημερινή εμπειρία, σε ό,τι αφορά αυτό που γίνεται κατανοητό ως “κοινά συμφέροντα” ή “το κοινό μας παρελθόν”.

 

Ο Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας
του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Xydopoulos, 2007, 1-22.

2. Barth 1969, 9.

3. Wilson-Donnan 1998, 3.

4. Για τα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας, βλ. Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985, 11 και σημ. 1.

5. Ηρόδοτ. 7.173.4: δοκέειν δέ μοι, ἀρρωδίη ἦν τό πεῖθον, ὡς ἐπύθοντο καί ἄλλην ἐοῦσαν ἐσβολήν ἐς Θεσσαλούς κατά τήν ἄνω Μακεδονίην διά Περραιβῶν κατά Γόννον πόλιν, τῇ περ δή καί ἐσέβαλε ἡ στρατιή ἡ Ξέρξεω και 8.137: τοῦ δέ Ἀλεξάνδρου τούτου ἕβδομος γενέτωρ Περδίκκης ἐστί ὁ κτησάμενος τῶν Μακεδόνων τήν τυραννίδα τρόπῳ τοιῷδε. ἐξ Ἄργεος ἔφυγον ἐς Ἰλλυριούς τῶν Τημένου ἀπογόνων τρεῖς ἀδελφεοί, Γαυάνης τε καί Ἀέροπος καί Περδίκκης, ἐκ δέ Ἰλλυριῶν ὑπερβαλόντες ἐς τήν ἄνω Μακεδονίην ἀπίκοντο ἐς Λεβαίην πόλιν. Βλ και Θουκ. 2.99.1 κεξ.: ξυνηθροίζοντο ον ν τΔοβήρκαί παρεσκευάζοντο, πως κατά κορυφήν σβαλοσιν ς τήν κάτω Μακεδονίαν, ς Περδίκκας ρχεντν γάρ Μακεδόνων εσί καί Λυγκησταί καί Ἐλιμιται καί ἄλλα θνη πάνωθεν, ξύμμαχα μέν στι τούτοις καί πήκοαβασιλείας δχει καθ’ ατά. Βλ. Classen-Steup 19145, 190. Gomme 1956, 247Kleinknecht 1966, 134-146. Hammond 1967, 422 και 1979, 28. Zahrnt 1984, 341. Hornblower 1991, 374-375.

6. Με την εξαίρεση της Τυμφαίας, ακολουθώ τον χωρισμό του Hatzopoulos 1996, 77-104. Ο Zahrnt 1984, 346 επισημαίνει τη δυσκολία προσδιορισμού των ορίων της Άνω Μακεδονίας, ενώ οι Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985, 11, δεν συμπεριλαμβάνουν σε αυτήν τη Δερρίοπο. Πιστεύω ότι δεν θα πρέπει να συμπεριλάβουμε την Τυμφαία στις μακεδονικές περιοχές (ενν. πριν την προσάρτησή της στο μακεδονικό βασίλειο από τον Φίλιππο Β’), ακολουθώντας τον Στράβωνα, όπως υποστήριξε και η Papazoglou (1988, 229-234), αλλά σε εκείνες που ανήκαν στο βασίλειο των Μολοσσών. Οι Τυμφαίοι συμπεριλήφθηκαν στο μακεδονικό βασίλειο μετά το 350, αποτελώντας έκτοτε αναπόσπαστο τμήμα του, επομένως δεν συγκαταλέγονταν στα έθνη για τα οποία κάνει λόγο ο ΘουκυδίδηςΗ Papazoglou εξαιρεί τη Δασαρρήτιδα από την Άνω Μακεδονία, με το επιχείρημα ότι οι Δασσαρέτες ήταν ένα ιλλυρικό φύλο, το οποίο βρισκόταν στο εθνικό και πολιτικό όριο ανάμεσα στους Ιλλυριούς και τους Μακεδόνες (Papazoglou 1988, 227-228). Αντίθετα, η Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999, 73 κεξ., συμπεριλαμβάνει τη Δασσαρήτιδα.

7. Όπως δέχεται η Papazoglou 1988, 276.  Για την αντίθετη άποψη, ότι δηλ. τα επιμέρους βασίλεια της Άνω Μακεδονίας (και ειδικά η Ορεστίδα) δεν ενσωματώθηκαν ποτέ πλήρως στο μακεδονικό βασίλειο, βλ. Bosworth 1971, 105.

8. Hatzopoulos 2003, 55 και σημ. 30.

9. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2008, 7.

10. Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1990, 75-92 ib., 2008.

11. Hammond 1967, 447 κεξ. Για τον Εκαταίο, βλ. πρκ. σημ. Στράβων 7.7.8: πειρται δ’ εἰσί καί Ἀμφίλοχοι καί οἱ ὑπερκείμενοι καί συνάπτοντες τος λλυρικος ρεσι, τραχεαν οκοντες χώραν, Μολοττοί τε καί Ἀθαμνες καΑθικες καί Τυμφαοι καί Ὀρέσται Παρωραοί τε καί τιντνες, οἱ μέν πλησιάζοντες τος Μακεδόσι μλλον οδέ τῷ Ἰονίῳ κόλπ.

12. Στράβων 9.5.11: διά γάρ τήν πιφάνειάν τε καί τήν πικράτειαν τν Θετταλν καί τν Μακεδόνων οπλησιάζοντες ατος μάλιστα τν πειρωτν, ομέν κόντες οδ’ κοντες, μέρη καθίσταντο Θετταλν Μακεδόνων, καθάπερ θαμνες καί Αθικες καί Τάλαρες Θετταλν, ρέσται δέ καί Πελαγόνες καί Ἐλιμιται Μακεδόνων.

13. Hammond 1972, 310.

14. Zahrnt 1984, 345.

15. Θουκ. 2.80.6: Μολοσσούς δέ ἦγε καί τιντνας Σαβύλινθος πίτροπος ν Θάρυπος τοβασιλέως τι παιδός ντοςκαί Παραυαίους ροιδος βασιλεύων. ρέσται δέ χίλιοι, ν βασίλευεν ντίοχος, μετά Παραυαίων ξυνεστρατεύοντο ροίδῳἈντιόχου πιτρέψαντος. Ο Αντίοχος απαντά επίσης και στη συνθήκη μεταξύ Περδίκκα Β’ και Αθήνας (IG I3, 89, στ. 69). Το γεγονός ότι οι βασιλείς των Ορεστών, Λυγκηστών και πιθανότατα των Ελιμιωτών αναφέρονται ως σύμμαχοι του Περδίκκα επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του Θουκυδίδη, περί ξυμμάχων καί ὑποτελῶν. Δεν θα πρέπει να θεωρούμε απίθανο το ότι ο αναφερόμενος στην ίδια επιγραφή Δέρδας, είναι ο ηγέτης της Ελίμειας (Θουκ. 1.57.3, 59.2), άποψη που έχουν διατυπώσει ήδη οι Geyer 1930, 78 και Hammond 1979, 18 και αφήνει ανοιχτή ως πιθανότητα ο Zahrnt 1984, 341, σημ. 53. Η επιγραφή χρονολογείται από τον Hammond 1979, 134 κεξ. γύρω στα 415 π.Χ. Ο Hatzopoulos 1986, 285 και σημ. 29 παραθέτει τη σχετική βιβλιογραφία Ο Μάλλιος 2011, 176-177, πιθανολογεί συμμαχία του Περδίκκα Β’ με τον Αντίοχο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τους «φυγόκεντρους» Ελιμιώτες και Λυγκηστές, κάτι που προφανώς -κρίνοντας από την παραπάνω επιγραφή- στέφθηκε από επιτυχία.

16. Ο Hammond 1972, 439, σημειώνει ότι ο Στράβων τους αναφέρει ως ηπειρωτικά φύλα, χρησιμοποιώντας προφανώς έναν όρο που είχε εισαγάγει ο Έφορος.

17. Πολύβ. 18.47.6. Ο Walbank 1967, 616, απλά αναφέρει για τους Ορέστες ότι σύμφωνα με τον Στράβωνα (7.323.326) και τον Θουκ.(2.80.6) ήταν ηπειρωτικά φύλα, ενώ ο Εκαταίος τους αναφέρει ως Μολοσσούς (FGrHist 1, F 107). Ωστόσο, ήδη στον τέταρτο αιώνα οι Ορέστες είχαν συμπεριληφθεί στη Μακεδονία, δεδομένου ότι αποτελούν μια από τις έξι τάξεις στα Γαυγάμηλα, υπό την ηγεσία του Περδίκκα (Διόδ. 17.5.2). Βλ. Schmidt 1939, 960-965. Δεν θεωρώ ότι έχει δίκιο η Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999, 96, η οποία επιχειρηματολογεί υπέρ της μακεδονικής τoυς προέλευσης. Το ότι ονομάζονται Μακεδόνες στις πηγές σχετίζεται με το ότι είχαν υπαχθεί στο μακεδονικό βασίλειο. Βλ. και Zahrnt 1984, 353, ο οποίος θεωρεί ότι οι Ορέστες, όπως και τα άλλα ἔθνη ἐπάνωθεν «ανήκαν στους Μακεδόνες», εννοώντας την πολιτική τους ταυτότητα.

18. Ο Hammond 1972, 439 σημειώνει την αλλαγή στις αναφορές των Ορεστών, των Πελαγόνων και των Ελιμιωτών ως Μολοσσσών από τον Εκαταίο και ως «Μακεδόνων» την εποχή του Θουκυδίδη, την οποία βασίζει σε πολιτικούς λόγους (την προσάρτησή τους, δηλ. στο μακεδονικό βασίλειο). Στην κατεύθυνση αυτή κλίνει και ο Hornblower 1991, 363, ο οποίος θεωρεί ότι κατά τον πέμπτο αιώνα η Ορεστίδα λογιζόταν ως τμήμα της Ηπείρου, ακολουθώντας το απόσπασμα του Θουκυδίδη (2.80.6).

19. Η αναφορά στον Hammond 1972, 111.

20. Στράβων 7.7.8: λέγεται δέ τήν ρεστιάδα κατασχεν ποτε ρέστης φεύγων τόν τς μητρός φόνον καί καταλιπεν πώνυμον αυτοτήν χώραν κτίσαι, δέ καί πόλιν, καλεσθαι δ’ αὐτήν ργος ρεστικόνΟ Hatzopoulos 2004, 796, την συμπεριλαμβάνει στους προελληνιστικούς οικισμούς, οι οποίοι μαρτυρούνται ως πόλεις.

21. Hammond 1972, 311.

22. Όπως ισχυρίζεται ο Hammond 1979, 44-45. Βλ. για την αντίθετη άποψη, Μάλλιος 2011, 173.

23. Μάλλιος 2011, 169.

24. Malkin 1998, 141.

25. Ο Μάλλιος 2011, 174 κεξ, θεωρεί ότι ο Ορέστης ως μυθικός προπάτορας των Ορεστών αντιπαραβάλλεται προς τον Νεοπτόλεμο, γιο του Αχιλλέα και ιδρυτή του κράτους των Μολοσσών.

26. Στέφ. Βυζ. σ. 266, στ. 13: <Ἐλιμία,πόλις Μακεδονίας, Στράβων ἑβδόμῳ. ἀπό Ἐλύμου τοῦ ἥρωος ἢ ἀπό Ἑλένου ἢ ἀπό Ἐλύμα τοῦ Τυρρηνῶν βασιλέως. τό ἐθνικόν Ἐλιμιώτης.

27. Η εν λόγω πόλη δεν αναφέρεται καν στον συνολικό κατάλογο των πόλεων της Μακεδονίας από τον Hatzopoulos, 2004 (βλ. Hansen–Nielsen 2004, 794-809).

28. Για την παρουσία των Τρώων στο έπος και την τραγωδία, βλ. γενικά την E. Hall 1989. Πρβλ. και J. Hall 1997, 46
και ib. 2007, 346-350.

29.  Αυτό ισχυρίζεται η Papazoglou ότι προκύπτει από το ψήφισμα των Δελφών, η οποία το χρονολογεί στο 222 π.Χ. Βλ. FD III 4, 417, III, 1  κεξ (εκεί δίνεται η χρονολόγηση 257/6 π.Χ.): θεοί· | Δελφοί ἔδωκαν Φιλάρχωι Ἑλλανίωνος Μακεδόνι Ἐ[λ]ειμιώτ[ηι] | ἐκ Πυθείου αὐτῶι καί ἐκγόνοις προξενίαν, προμαντείαν προεδρί|αν προδικίαν, ἀσυλίαν, ἀτέλειαν πάντων καί τἆλλα ὅσα καί τοῖς ἄλ|λοις προξένοις καί εὐεργέταιςΤο Πύθ(ε)ιο απουσιάζει επίσης στον Hatzopoulos 2004 (βλ. Hansen–Nielsen 2004, 794-809).

30. Hatzopoulos 1996, 89.

31. Θουκ. 1.57 και 59.

32. Βλ. πρπ., σημ. 15.

33. Θουκ. 4.124.4.

34. Θουκ. 4.79.2, 4.83, 4.124 κεξ.

35. IG I3, 89, στ. 55 -χρονολογημένη στη διάρκεια του Αρχιδάμειου Πολέμου.

36. Πτολεμ. 3.12.30: Λυγκηστίδος ράκλεια.

37. Hammond 1972, 103.

38. Στράβων 7.7.8: οδέ Λυγκσται π‘ ρραβαίῳ ἐγένοντο τοῦ Βακχιαδν γένους ντι·

39. Malkin 1998, 136.

40. Ο Malkin 1998, 136 και σημ. 83, τους χαρακτηρίζει ως Ηπειρώτες (παραπέμποντας στον Hammond 1967, 439).

41. Ομήρου, Ιλιάδος Φ, 141.

42. Μάλλιος 2011, 204.

43. Papazoglou 1988, 276.

44. IG II/III2, 190.

45. IG II/III2, 110.

46. Papazoglou 1988, 278-279.

47. Hatzopoulos 1996, 91

48. Papazoglou 1988, 228.

49. Papazoglou 1988, 232.

50. Papazoglou 1988, σ. 227. 

51. Ο Hammond 1972, 439, ισχυρίζεται ότι αυτό συνέβη κάποια στιγμή μετά το 500 π.Χ., και θα μπορούσε να τοποθετηθεί πιθανότατα στην εποχή του Αλεξάνδρου Α’, καθώς ο Θουκυδίδης αναφέρει μόνον αυτόν ανάμεσα στους επτά διαδόχους του Περδίκκα Α’. Ο Hammond 1989, 51, σημ. 4, σημειώνει ότι μεταφράζει τον όρο ξύμμαχα ως «υπόχρεους να πολεμούν μαζί με τους Μακεδόνες», καθώς η κυριολεκτική σημασία του δεν συμβαδίζει νοηματικά με τον όρο ὑπήκοα. Βασίζει τη μετάφρασή του στο εδάφιο 2.100.5, όπου οι Μακεδόνες αναζήτησαν ιππείς από τους συμμάχους στο εσωτερικό.

52. Hammond 1972, 436. Λίγο πιο κάτω (439), ο Hammond σημειώνει: «Το 429 π.Χ. η Μακεδονία ήταν περιορισμένη επειδή οι Λυγκηστές, οι Ελιμιώτες και τα άλλα φύλα είχαν τις δικές τους μοναρχίες και συμπεριφέρονταν κατά καιρούς ανεξάρτητα, όπως στην περίπτωση των Λυγκηστών».

53. Θουκ. 4.83.1: Περδίκκας δέ Βρασίδαν καί τήν στρατιάν εθύς λαβών μετά τς αυτοδυνάμεως στρατεύει πί ρραβαον τόν ΒρομεροΛυγκηστν Μακεδόνων βασιλέα μορον ντα, διαφορς τε ατοσης καί βουλόμενος καταστρέψασθαι.

54. Στράβων, Γεωγραφικά, 7.7.8: Ἠπειρῶται δ’ εἰσί καί Ἀμφίλοχοι καί οἱ ὑπερκείμενοι καί συνάπτοντες τοῖς Ἰλλυρικοῖς ὄρεσι, τραχεῖαν οἰκοῦντες χώραν, Μολοττοί τε καί Ἀθαμᾶνες καί Αἴθικες καί Τυμφαῖοι καί Ὀρέσται Παρωραῖοί τε καί Ἀτιντᾶνες, οἱ μέν πλησιάζοντες τοῖς Μακεδόσι μᾶλλον οἱ δέ τῷ Ἰονίῳ κόλπῳ (…). πρός δέ τούτοις Λυγκῆσταί τε καί ἡ Δευρίοπος καί ἡ τρίπολις Πελαγονία καί Ἐορδοί καί Ἐλίμεια καὶ Ἐράτυρα.

55. Εκαταίος, FGrHist 1, 107: ρέσται. Μολοσσικόν θνος.

56. Hammond 1972, 439. Ο Hornblower 1991, 374-375, αφού σημειώνει ότι είναι παράξενο ότι ο Θουκυδίδης, ο οποίος και στο 2.99.2 και στο 4.83 είναι ξεκάθαρος ότι αυτοί οι βασιλείς της Άνω Μακεδονίας ήταν ανεξάρτητοι, τους αποκαλεί παρόλα αυτά “Μακεδόνες””, συντάσσεται με την άποψη του Hammond.

57. Archibald 2000, 214.

58. Hatzopoulos 1996, 81.

59. Στράβων 7.7.8.

60. Osborne 1996, 286.

61. Hatzopoulos 1996, 81. Kalléris 1988, 597.

62. Hatzopoulos 1996, 104.

63. Hatzopoulos 1996, 101.

64. Archibald 2000, 214-215.

65. Η όλη ιστορία στον Ιουστίνο, 17.3.1-22.

66. Davies 2000, 242.

67. Malkin 1998, 135.

68. Malkin 1998, 136.

69. Davies 2000, 242.

70. Malkin 1998 1 κεξ . Antonaccio 2001, 122 κεξ.

71. Όπως υποστήριξε σωστά ο Heuß 1962, 108, οι απαρχές αυτής της διεύρυνσης του όρου Ἕλλην θα πρέπει να τοποθετηθούν στο δεύτερο μισό του έβδομου αιώνα π.Χ. 

72. Για τους Αργεάδες, βλ. Ξυδόπουλος 20062, 54 και σημ. 87. Δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε αυτήν την αποδοχή αντίστοιχη με εκείνη που εννοεί ο S. Hornblower , σε ένα πρόσφατο άρθρο του, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες άποικοι κατά τον όγδοο αιώνα, “επανακατηγοριοποιούσαν ως Έλληνες τους λαούς που έβρισκαν εκεί” (Hornblower 2008, 39).

73. Ο όρος απαντά στον Ulf 1996, 269-270.

74. Για την μυκηναϊκή παρουσία στην Μακεδονία βλ. Tiverios 2008, σ. 11  και σημ. 55, όπου και η σχετική πρόσφατη βιβλιογραφία.

75. Για την παρουσία Μυκηναίων στην κοιλάδα του Αλιάκμονα βλ. Karamitrou-Mentessidi 2007. Για τις ανασκαφές στην Πιερία και τον Όλυμπο βλ. Tiverios 2008, σ. 19 και σημ. 84-85.

76.  FGrHist 115, F 278d.

77. Θουκ. 3.94.5.

78. Θουκ. 1.6.6.

79. Cartledge 1993 [2002], 84.

80. Antonaccio 2001, 120-121.

81.  Antonaccio 2001, 121.

82.  Για την σχέση ανάμεσα στην Μακεδονία των Τημενιδών και την Άνω Μακεδονία βλ. ενδεικτικά Hammond 1978, 14 κεξ. Επίσης βλ. Zahrnt 1984, 341 κεξ.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Antonaccio 2001 C. Antonaccio, ‘Ethnicity and Colonization’, Irad Malkin (εκδ.), Ancient Perceptions of Greek Ethnicity, Cambridge, Massachusetts and London, 2001, 112-157.
Archibald 2000 Z.H. Archibald, “Space, Hierarchy, and Community in Archaic and Classical Macedonia, Thessaly, and Thrace”, στο R. Brock and S. Hodkinson (εκδ.), Alternatives To Athens. Varieties of Political Organization and Community in Ancient Greece, Oxford 2000, 212-233.

 

Barth 1969

 

F. Barth, “Introduction”, in F. Barth (εκδ.), Ethnic Groups and Boundaries. The Social organization of Culture Difference, Boston 1969.

 

Bosworth 1971

 

A.B. Bosworth, “Philip II and Upper Macedonia”, The Classical Quarterly 21 (1971), 93-105.

 

Cartledge 1993 [2002] P. Cartledge, The Greeks: A Portrait of Self and Others. Cambridge: Cambridge University Press, 1993 (ελλ. μτφ. 2002).
Classen-Steup 19145

 

J. Classen – J. Steup, Thukydides, II, Berlin 19145.

 

Davies 2000

 

J.K. Davies, “A Wholly Non-Aristotelian Universe” στο R. Brock and S. Hodkinson (εκδ.), Alternatives To Athens. Varieties of Political Organization and Community in Ancient Greece, Oxford 2000, 234-258.

 

Geyer 1930

 

F. Geyer, Makedonien bis zur Thronbesteigung Philipps II. [HZ 19], München 1930.

 

Gomme 1956

 

A.W. Gomme, A Historical Commentary on Thucydides, vol. II, Books II-III, Oxford, 1956.

 

E. Hall 1989

 

E. Hall, Inventing the Barbarian. Greek Self-definition through Tragedy, Oxford, 1989.

 

J. Hall 1997 J.M. Hall, Ethnic Identity in Greek Antiquity, Cambridge, 1997.
J. Hall 2002

 

J.M. Hall, Hellenicity: Between Ethnicity and Culture, Chicago, 2002.

 

Hammond 1967

 

N.G.L. Hammond, Epirus, Oxford 1967.

 

Hammond 1972

 

N.G.L. Hammond, A History of Macedonia I. Historical Geography and Prehistory,
Oxford 1972.
Hammond 1979

 

N.G.L. Hammond – G.T. Griffith, A History of Macedonia, II, Oxford, 1979.

 

Hammond 1989

 

N.G.L. Hammond, The Macedonian State, Oxford 1989.

 

Hansen–Nielsen 2004

 

M.H. Hansen – T.H. Nielsen (εκδ.), An inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2004.
Hatzopoulos 1986

 

M.B. Hatzopoulos, “Succesion and Regency in Classical Macedonia”, Αρχαία Μακεδονία IV, Θεσσαλονίκη 1986, 279-292.

 

Hatzopoulos 1996

 

Μ.Β. Hatzopoulos, Macedonian Institutions Under the Kings I (ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 22), Athens 1996.

 

Hatzopoulos 2003

 

M. B. Hatzopoulos, “Polis, Ethnos and Kingship in Northern Greece” στο K. Buraselis – K. Zoumboulakis (εκδ.), The Idea of European Community in History, vol. II, Athens 2003, 51-64.

 

Hatzopoulos 2004

 

Μ.Β. Hatzopoulos, “Makedonia” στο M.H. Hansen – T.H. Nielsen (εκδ.), An inventory of Archaic and Classical Poleis, Oxford 2004, 794-809.

 

Heuß 1962

 

A. Heuß, “Hellas” στο G. Mann – A. Heuß (εκδ.), «Griechenland. Die hellenistische Welt», Propyläen Weltgeschichte, III, Berlin / Frankfurt a.M. / Wien 1962, 69-400.

 

Hornblower 1991

 

S. Hornblower, A Commentary on Thucydides, vol. I, Oxford, 1991.

 

Hornblower 2008

 

S. Hornblower, “Greek Identity in the Archaic and Classical Periods”, in K. Zacharia (εκδ.), Hellenisms. Culture, Identity, and Ethnicity from Antiquity to Modernity, Hampshire 2008, 37-58.

 

 

Kalléris 1988

 

J. Kalléris, Les Anciens Macédoniens, I-II.1, Athènes, 1954-ανατ. 1988.

 

Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1990

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, “Ανασκαφή Αιανής 1990, ”ΑΕΜΘ 4 (1990), 75-92.

 

Καραμήτρου-Μεντεσίδη 1999

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Βόιον-Νότια Ορεστίς. Αρχαιολογική έρευνα και ιστορική τοπογραφία, Θεσσαλονίκη 1999.
Karamitrou-Mentessidi 2007 Karamitrou-Mentessidi, G., «The Late Bronze Age in Aiani», Aegeo-Balkan Prehistory, ανάρτηση της 16ης Μαρτίου 2007, (www.aegeobalkanprehistory.net).
Καραμήτρου-Μεντεσίδη 2008

 

Γ. Καραμήτρου-Μεντεσίδη, Αιανή. Αρχαιολογικοί χώροι και Μουσείο, Αιανή 2008.
Kleinknecht 1966

 

H. Kleinknecht, “Herodot und die makedonische Urgeschichte”, Hermes 94 (1966), 134-146.

 

Malkin 1998

 

I. Malkin, The Returns of Odysseus. Colonization and Ethnicity, Berkeley and Los Angeles 1998.

 

Μάλλιος (υπό έκδ.)

 

Γ. Μάλλιος, Μύθος και Ιστορία. Η περίπτωση της Αρχαίας Μακεδονίας, Διδ. Διατρ., Θεσσαλονίκη (υπό έκδοση).

 

Osborne 1996

 

R. Osborne, Greece in the Making 1200-479 BC, London 1996.

 

Papazoglou 1988

 

F. Papazoglou, Les villes de Macédoine à l’époque romaine (BCH Suppl. XIV), Paris 1988.

 

Ριζάκης-Τουράτσογλου 1985

 

Θ. Ριζάκης – Ι. Τουράτσογλου, Ἐπιγραφές Ἄνω Μακεδονίας Ι, Αθήνα 1985.
Schmidt 1939

 

J. Schmidt, RE XVIII.1 (1939), s.v. ‘Orestai’, 960-965.

 

Tiverios 2008

 

M. Tiverios, “Greek Colonization of the Northern Aegean” στο G.R. Tsetskhladze (ed.), Greek Colonization. An Account of Greek Colonies and Other Settlements Overseas, vol. 2, Leiden-Boston 2008, 1-154.

 

Ulf 1996

 

C. Ulf, “Griechische Ethnogenese versus Wanderungen von Stämmen und Staamstaaten”, στο C. Ulf (εκδ.), Wege zur Genese griechischer Identität. Die Bedeutung der frügriechischen Zeit, Berlin 1996, 240-280.

 

Walbank 1967

 

F.W. Walbank, A Historical Commentary on Polybius II, Oxford 1967.

 

Wilson-Donnan 1998 T.M. Wilson and H. Donnan, “Nation, State and identity at International frontiers” in T.M. Wilson and H. Donnan (eds.), Border identities. Nation and State at International frontiers, Cambridge 1998, 1-30.
Ξυδόπουλος 20062 Ι.Κ. Ξυδόπουλος, Κοινωνικές και πολιτιστικές σχέσεις των Μακεδόνων και των Νοτίων Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 20062.
Xydopoulos 2007 I.K. Xydopoulos, “The Concept and Representation of Northern Communities in Ancient Greek Historiography: The Case of Thucydides”, in J. PanMontojo and F. Pedersen (eds.), Communities in European History: Representations, Jurisdictions, Conflicts, Pisa 2007, 1-22.
Zahrnt 1984

 

M. Zahrnt, ‘Die Entwicklung des makedonischen Reiches bis zu den Persenkriegen’, Chiron 14 (1984), 325-368.