Skip to main content

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ: Η Aθήνα σε τροχιά αστικού εκσυγχρονισμού, 1875-1922:Πολεοδομική εξέλιξη και αρχιτεκτονική δημιουργία

Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ

Η Aθήνα σε τροχιά αστικού εκσυγχρονισμού, 1875-1922.

Πολεοδομική εξέλιξη και αρχιτεκτονική δημιουργία

Η πολεοδομική εξέλιξη της ελληνικής πρωτεύουσας και η έντεχνη αρχιτεκτονική της από την εποχή του Τρικούπη έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, αποτελούν το θέμα αυτού του άρθρου. Ύστερα από την αναγκαία σύνδεση με την προηγούμενη περίοδο, η οποία υπήρξε αντικείμενο εμπεριστατωμένων ερευνών, θα σκιαγραφηθεί ο πολεοδομικός και αρχιτεκτονικός εκσυγχρονισμός της Αθήνας στα σαράντα επτά αυτά χρόνια. Πρόκειται για μια περίοδο της αθηναϊκής πολεοδομίας και αρχιτεκτονικής η οποία, παρά τη σημασία της, έχει απασχολήσει πολύ λιγότερο την επιστημονική έρευνα από ότι η οθωνική περίοδος και ο Μεσοπόλεμος.

Προλεγόμενα

Η ελληνική πρωτεύουσα είναι μια νέα πόλη που δημιουργήθηκε επάνω στα ερείπια της αρχαίας Αθήνας και στα συντρίμμια της οθωμανικής κωμόπολης η οποία αριθμούσε μόλις 10 χιλιάδες κατοίκους. Η πολεοδομία και η νεοκλασική αρχιτεκτονική της κατά την oθωνική περίοδο διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση της ταυτότητας του νεοελληνικού κράτους. Η προσπάθεια  οργάνωσης του χώρου σύμφωνα με τις αρχές της ευρωπαϊκής πολεοδομίας και η μέριμνα για την ανάδειξη των μνημείων της κλασικής αρχαιότητας σηματοδοτούν τη ρήξη με το oθωμανικό παρελθόν. Χάρη στην εθνικο-ρομαντική αντιμετώπιση του  παρελθόντος κλέους, τις θεσμοθετημένες παρεμβάσεις μέσω των ρυθμιστικών σχεδίων και της νομοθεσίας και με τα νεωτερικά κτίριά της, η ελληνική πρωτεύουσα λειτούργησε ως σύμβολo πολιτισμικής αναγέννησης και εξευρωπαϊσμού. H αστικότητα της νεοκλασικής Αθήνας, που υπήρξε πρότυπο για τις υπόλοιπες πόλεις της παλαιάς Ελλάδας, βοήθησε  τους κρατικούς θεσμούς να ισχυροποιήσουν την παρουσία τους και αποδείχθηκε χρήσιμο εργαλείο για την ομογενοποίηση ενός πληθυσμού πολλαπλών και ετερογενών καταβολών (Παπαγεωργίου-Βενετάς 1996: 135-164· Μαρμαράς 2004: 390, Fessas-Emmanouil, 2017, Hastaoglou-Martinidis, 1993: 99-123 και Αργυρόπουλος, 1983: 49-53).

Για τη σύνταξη των πολεοδομικών σχεδίων, την εποπτεία της ανοικοδόμησης και την εκτέλεση των δημοσίων έργων συστάθηκαν το 1833 δύο ειδικές υπηρεσίες: το αρχιτεκτονικό και το τοπογραφικό τμήμα του Υπουργείου  των Εσωτερικών, που θα διευθύνουν για δέκα χρόνια ο αρχιτέκτων Eduard Schaubert το πρώτο, με υφισταμένους τους ομοτέχνους του Hans Christian Hansen, J. Hoffer και C. Rοeser, και ο γεωμέτρης D. A. Guebhard το δεύτερο. Mετά την παύση των Βαυαρών, τo 1843 και έως το 1878,  τη θέση τους θα πάρουν Έλληνες αξιωματικοί του Σώματος του Mηχανικού αποσπασμένοι στο Υπουργείο των Εσωτερικών (Μπίρης Κ.: 43, 82 και Δανιήλ 2017: 212).

Hans Christian Hansen, αρχιτέκτων (1803-1883)
Τheohilus Hansen, αρχιτέκτων (1813-1891)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι ρυθμίσεις  του 19ου αιώνα οι οποίες αφορούσαν στην παραγωγή του κτισμένου περιβάλλοντος είχαν συνέχεια και επάρκεια για τα δεδομένα της εποχής τους (Μονιούδη-Γαβαλά : 27, 85-88).  Το πρώτο μεγαλόπνοο σχέδιο πόλης των Σταμάτη Κλεάνθη και Eduard Schaubert (1933-1834) τροποποιήθηκε από τον Leo von Klenze, συντάκτη του δεύτερου εγκεκριμένου σχεδίου του 1834, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για τα επόμενα (Μπίρης Κ.: 26-39, Παπαγεωργίου-Βενετάς, 2001: 45-113, 147- 201, Δανιήλ 2017:  80, Σαρηγιάννης 2000: 71-74, Σαρηγιάννης 2010). Η ισχύς των νομοθετικών διαταγμάτων του 1835 («Περί υγιεινής οικοδομής πόλεων και κωμών»), του 1836 για την εκτέλεση του σχεδίου της Αθήνας και του 1867 («Περί εκτελέσεως των σχεδίων των πόλεων και κωμών»), όπως διαμορφώθηκαν με τις ολιγάριθμες μεταγενέστερες συμπληρώσεις τους, επεκτάθηκε στις πόλεις που ενσωματώθηκαν στον εθνικό κορμό το 1864 και το 1881. Οι διατάξεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση και για τις ρυθμίσεις του νόμου του 1923 «Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών» (Μονιούδη-Γαβαλά, 2012: 23-27 και 2017: 21-22· Μαρμαράς, 2004: 390).

Όμως, σε αντίθεση με την Ευρώπη όπου η αύξηση του αστικού πληθυσμού οφείλεται κυρίως στην εκβιομηχάνιση, η δημογραφική ανάπτυξη της ελληνικής πρωτεύουσας ήταν αποτέλεσμα της μεγέθυνσης του τριτογενούς τομέα και της εντατικής οικοδομικής δραστηριότητας. Σε αυτό συνέβαλε το πελατειακό κράτος, η ισχυρή σχέση των Νεοελλήνων με την έγγεια ιδοκτησία και η αντιμετώπιση των ακινήτων ως των κατεξοχήν επενδυτικών αντικειμένων. Μια άλλη ιδιαιτερότητα της Αθήνας ήταν η έλλειψη της αναγκαίας δημόσιας γης για την ορθολογική συγκρότησή της. Επιπλέον, με την αυθαίρετη δόμηση, η ανάπτυξη της πόλης προηγήθηκε συχνά της επέκτασης  του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου (Τραυλός, 1993: 255). Στις ιδιαιτερότητες αυτές οφείλονται, μεταξύ άλλων,  οι δυσκολίες εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδιασμών που προϋπέθεταν την επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων, την ευθυγράμιση και διαπλάτυνση οδών, τη μεταρρύθμιση ιδιοκτησιών κ.λπ. Εξ’ ού η αμφιθυμία της αθηναϊκής κοινωνίας απέναντι στη νέα πολεοδομική πραγματικότητα: η φιλοδοξία της άρχουσας τάξης, των πολεοδόμων και αρχιτεκτόνων της για μια νέα πρωτεύουσα ευρωπαϊκών προδιαγραφών συνυπάρχει με την αντίθεση των κατοίκων προς τις αυταρχικές παρεμβάσεις της oθωνικής περιόδου (Μονιούδη-Γαβαλά: 23-24).

Κάτω από την πίεση των ιδιοκτητών της αστικής και περιαστικής γής, η οικιστική ανάπτυξη της πρωτεύουσας μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 άρχισε να γίνεται εις βάρος των ελεύθερων χώρων και των μνημείων της (Μπίρης Κ.:191-193, 226). Αυτό αποκαλύπτει το τρίτο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης, το οποίο προσπάθησε να εξορθολογίσει τις επεκτάσεις του σχεδίου Klenze. Εκπονήθηκε το 1864-1865 από τη Διεύθυνση Μηχανικού του Στρατού για λογαριασμό του Υπουργείου Εσωτερικών και με βάση την πρόταση Επιτροπής υπό τον συνταγματάρχη Δ. Σταυρίδη, η οποία συγκροτήθηκε το 1860 με πρωτοβουλία του Δήμου Αθηναίων (Δανιήλ 2017: 289-290). Το εγκεκριμένο σχέδιο εκφράζει την αποδοχή μιας ελαστικότερης ρύθμισης του χώρου προσαρμοσμένης στα καθ’ ημάς. Άλλωστε όλες οι κρατικές παρεμβάσεις στην αθηναϊκή πολεοδομία εξακολούθησαν να είναι αφενός επεκτάσεις των ρυθμιστικών σχεδίων της και αφετέρου τροποποιήσεις μικρότερης ή μεγαλύτερης σημασίας — διανοίξεις δρόμων και πλατειών, διευθετήσεις μικροπεριοχών εκτός σχεδίου, κ.λπ. (Σαρηγιάννης 2000: 76) Επομένως, οι συνθήκες του αστικού εκσυγχρονισμού κάθε άλλο παρά ομαλές και ανώδυνες υπήρξαν για την αθηναϊκή κοινωνία του 19ου αιώνα.

Ο Δήμος Αθηναίων δεν κατόρθωσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της πόλης, παρά την επιθυμία του και τη στελέχωση της τεχνικής του υπηρεσίας με αξιόλογους μηχανικούς και αρχιτέκτονες. Βασικοί λόγοι αυτής της αδυναμίας ήταν η έλλειψη κτηματικής περιουσίας και οικονομικών πόρων σε συνδυασμό με την ανοχή της  κερδοσκοπίας της γης από τους δημότες – ψηφοφόρους και τη διαρκή αντιμαχία του με την Κυβέρνηση. Στα θέματα της πολεοδομίας ειδικότερα είχε μόνο δικαίωμα γνώμης, μη δεσμευτικής για τις Κυβερνήσεις (Μπίρης Κ. 21995: 86-87 και Δανιήλ 2017: επίλογος).

Τέλος, αρκετά από τα αξιολογότερα δημόσια και εκλησιαστικά κτίρια της Αθήνας σχεδιάστηκαν, ανεγέρθηκαν ή θεμελιώθηκαν στα χρόνια του Όθωνα.  Πολλά από αυτά χρηματοδοτήθηκαν από εύπορους Έλληνες της διασποράς και ήταν έργα διακεκριμένων αρχιτεκτόνων οι οποίοι εμπνεύστηκαν από την επιτόπια μελέτη των αρχαιολογικών μνημείων της. Στις κορυφαίες μορφές της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής αυτών των χρόνων ανήκουν οι Γερμανοί Friedrich von Gärtner —αρχιτέκτων των αρχετυπικών Ανακτόρων [1836-1843]— και Leo von Klenze, οι Δανοί αδελφοί Hans Christian και Theophilus Hansen που σχεδίασαν την  Αθηναϊκή Τριλογία στο πνεύμα του ρομαντικού κλασικισμού, ο Έλληνας δημιουργός του Πολυτεχνείου Λύσανδρος Καυταντζόγλου, οι συμπατριώτες του Σταμάτιος Κλεάνθης, Παναγής Κάλκος  και Δημήτριος Ζέζος κ.ά. (Μπίρης Κ. 21995: 113-158, Τραυλός 1967: 22-24 & 27-34, Loyer 2017: 141-156, Παπανικολάου-Κρίστενσεν 1993, Μπαδήμα-Φουντουλάκη 2002 & 2011, Σκαρπιά-Χόϊπελ 1976).

Η Αθηναϊκή Τριλογία, υδατογραφία Th. Hansen, 1885. H.C.Hansen, Πανεπιστήμιο Αθηνών (1839-1843, κέντρο). Th. Hansen, [Σιναία] Ακαδημία των Επιστημών (1859-1887, δεξιά) και Εθνική Βιβλιοθήκη (1883-1888, αριστερά).
Λύσανδρος Καυταντζόγλου, αρχιτέκτων(1811-1885).
Λ. Καυταντζόγλου. Κεντρικό Κτίριο Αβέρωφ του Πολυτεχνείου, 1862-1876.

Πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι η κυριαρχία του νεοκλασικισμού στην πολεοδομία, τα δημόσια κτίρια και τα αστικά μέγαρα της οθωνικής περιόδου δεν θα εξαλείψει τις  παραδοσιακές τυπολογίες και πρακτικές. Στη κατοικία του μέσου Αθηναίου με τη νεοκλασική συχνά όψη επιβιώνει η δυναμική συγκρότηση των χώρων γύρω από μια αυλή, ενώ στην εκτός σχεδίου δόμηση συνεχίζεται αθηναϊκή παράδοση της οργανικής χρήσης του χώρου (Μπίρης Μ. 1987: 29-34, Τραυλός 21993: 247-248, Κωνσταντινίδης 1950).

  1. Η αθηναϊκή πολεοδομία από την εποχή του Τρικούπη έως το 1922

Αποφασιστικό βήμα για τον εκσυγχρονισμό της πολεοδομίας και των δημοσίων έργων υπήρξε ο νόμος ΧΠΗ΄ του 1878 «Περί συστάσεως σώματος των πολιτικών μηχανικών» ο οποίος ανεξαρτητοποιoύσε πλήρως τις τεχνικές υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών από τον στρατό, έχοντας ως πρότυπο την οργάνωση της αντίστοιχης γαλλικής γραφειοκρατίας. Έκτοτε, και έως το 1914 που ιδρύθηκε το Υπουργείο Συγκοινωνίας, ο πολεοδομικός σχεδιασμός μεταφέρθηκε στην αποκλειστική αρμοδιότητα των πολιτικών μηχανικών του Υπουργείου των Εσωτερικών (Μπίρης 21995: 82-83, Δανιήλ 2017: 212).

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1870, που στην πολιτική ζωή της χώρας κυριαρχεί ο Χαρίλαος Τρικούπης, καταγράφεται μεγάλη αύξηση στον αριθμό των τροποποιήσεων και επεκτάσεων του τρίτου ρυθμιστικού σχεδίου, η οποία συμβαδίζει με την αλματώδη αύξηση του πληθυσμού, τις απαρχές της συγκρότησης του ελληνικού κεφαλαιοκρατικού συστήματος και την αστικοποίηση της αθηναϊκής κοινωνίας. Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού ανάμεσα στο μεταρρυθμιστικό Τρικουπικό κόμμα, υπέρμαχο του εξευρωπαϊσμού και της ελεύθερης οικονομίας, και το παραδοσιακό Δηλιγιαννικό κόμμα, οπαδό της κρατικής και κομματικής γραφειοκρα­τίας, η ρύθμιση του αστικού χώρου γίνεται μια ελαστικότερη διαδικασία από εκείνη της προηγούμενης περιόδου. Βασικοί λόγοι αυτής της χαλάρωσης ήταν αφενός η αύξηση των επενδυόμενων κεφαλαίων στην αγορά γης και την ανέγερση οικοδομών και αφετέρου η διεύρυνση του πελατειακού κράτους.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η Aθήνα θα έχει προωθήσει αποφασιστικά την πολεοδομική συγκρότηση και τον αρχιτεκτονικό εκσυγχρονισμό της που ενίσχυσαν τη χωρική διαφοροποίηση. Στην ανατολική περιοχή της πόλης υπήρχε το επίσημο κέντρο και η κατοικία της άρχουσας τάξης, ενώ στη δυτική της οι βιοτεχνίες, τα εργαστήρια και οι φτωχογειτονιές. Ο παλαιός πυρήνας —Πλάκα, Ψυρρή, Καλαμιώτη κ.λπ.— θα παραμείνει τόπος διαμονής γηγενών όλων  των τάξεων  (Μπίρης M. 1987: 1- 7, Σαρηγιάννης 2000: 66). Από το 1869 λειτουργούσε ο σιδηρόδρομος Αθηνών-Πειραιώς και από το 1885 οι γραμμές του ατμήλατου σιδηροδρόμου Αθηνών-Κηφισιάς — του περίφημου «θηρίου»— και Αθηνών-Νέου Φαλήρου. Το Νέο Φάληρο γίνεται το κατεξοχήν θέρετρο της πρωτεύουσας με πολυτελείς κατοικίες, ενώ τους εύπορους Αθηναίους και τους ομογενείς προσελκύει και η εξοχική Κηφισιά (Μπίρης Κ. 21995: 196-198, Σαρηγιάννης 2000: 80-87). Παράλληλα θα έχει παραγματοποιηθεί αξιόλογο έργο στην ανάδειξη των μοναδικών αρχαίων μνημείων της ελληνικής πρωτεύουσας (Μπίρης Κ. 21995: 183-185, 226-228). Παρά τις περιπέτειες και την πτώχευση του 1893 η Αθήνα ήταν πλέον μια μεσογειακή πρωτεύουσα ικανή να φιλοξενήσει το 1896 τους πρώτους Oλυμπιακούς Aγώνες των νεότερων χρόνων. Είχε εξελιχθεί σε μια ελκυστική πόλη με ειδυλλιακές εξοχές και αξιόλογα νέα κτίρια, ιδιωτικά και κυρίως δημόσια, που οφείλονταν εν πολλοίς στη γεναιοδωρία Eλλήνων της διασποράς και στους εξαίρετους  αρχιτέκτονες της άρχουσας αστικής τάξης. Aυτή την περιορισμένη σε έκταση Aθήνα των 200.000 περίπου κατοίκων, με τα διώροφα ή τριώροφα το πολύ σπίτια με αυλές και μέγαρα περιτριγυρισμένα από κήπους, παρέδωσε ο 19ος αιώνας στον 20ό (Μπίρης Κ. 21995: 202-205, 219-224, 210).

Πανοραμική φωτογραφία της Αθήνας από την Ακρόπολη, 1890 (φωτ. Αφών Ρωμαΐδη).

Aπό την αυγή του 20ού αιώνα έως το 1922, που ο πληθυσμός της εγγίζει τις 500.000 κατοίκους, η Aθήνα γίνεται ο μοχλός αλλά και ο κύριος αποδέκτης των ιστορικών αλλαγών της χώρας. Το ανορθωτικό έργο του Γεωργίου Θεοτόκη, το ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων του Bενιζέλου, οι δύο νικηφόροι Bαλκανικοί Πόλεμοι του 1912 και 1913 και η εισαγωγή πληθώρας νεωτερισμών στην καθημερινή ζωή των Aθηναίων, θα φέρουν την πόλη τους πλησιέστερα προς τα ευρωπαϊκά της πρότυπα. Δεν θα αναιρέσουν όμως τον πολιτισμικό δυισμό της αθηναϊκής κοινωνίας στην οποία η δυτική νεωτερικότητα συνυπάρχει με την ανατολικο-μεσογειακή παράδοση. Ως πόλη που βρίσκεται στο μεταίχμιο της Ανατολής και της Δύσης, χωρίς να ανήκει ευκρινώς σε καμία, περιγράφει την Αθήνα των αρχών του 20ού αιώνα ο δημοσιογράφος Σπυρίδων Παγανέλης (Παγανέλης, 1907: 52-53).

Το αστικό τοπίο αρχίζει να μεταβάλλεται καθώς η ελληνική πρωτεύουσα προσελκύει τον μεγαλύτερο όγκο της εσωτερικής μετανάστευσης και των επαναπατριζόμενων ομογενών. Την εντατικότερη εκμετάλλευση του αστικού εδάφους θα διευκολύνει το διάταγμα του 1919 για τα ύψη των οικοδομών (το μέγιστο ύψος τους καθορίστηκε στα 12/10 του πλάτους του δρόμου, και πάντως όχι μεγαλύτερο των 23 μ.). Παράλληλα, η Αθήνα επεκτείνεται άναρχα και εμφανίζει ορισμένα από τα προβλήματα της βιομηχανικής πόλης: κακές συνθήκες κατοικίας των φτωχών μεταναστών, ανεπαρκείς υποδομές κ.ά. (Μαρμαράς 1991: 44, 77-83, Πολύζος 1985: 24-26).

Tο αισιόδοξο κλίμα της δεκαετίας του 1910 ευνοεί τη συστηματική προσπάθεια για μια σχεδιασμένη ανάπτυξη της πρωτεύουσας ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Όμως τόσο τα μεγαλεπήβολα σχέδια εκσυγχρονισμού της φυσιογνωμίας της που συντάχθηκαν από τον Γερμανό Ludwig Hoffmann (1908-1910) και τον Άγγλο Thomas Mawson (1914-1918) όσο και οι ρεαλιστικότερες προτάσεις του Αριστείδη Μπαλάνου (1917) και του Στυλιανού Λελούδα (1918, 1921) έμειναν στο χαρτί (Schmidt 1979, Πολύζος 1985: 37-39, Μανούδη 1985: 47-54). Ακυρώθηκαν κυρίως το 1922 λόγω του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος των 230.000 ομογενών προσφύγων από τη Mικρά Aσία και των μεταναστών από την επαρχία και το εξωτερικό (περιοχές της πρώην Οθωμανικής και της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας).

  1. 1875-1922: H αρχιτεκτονική δημιουργία

2.1. To έργο των αρχιτεκτόνων κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα

Η αρχιτεκτονική κοσμογονία της Αθήνας θα επιταχυνθεί κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα.  H έντεχνη αρχιτεκτονική της εκσυγχρονίζεται τυπολογικά, κατασκευαστικά, αλλά και μορφολογικά καθώς απομακρύνεται από τον κλασικισμό κάτω από την επίδραση των νέων ρευμάτων της Ευρώπης: του ιστορισμού και του εκλεκτικισμού. Σε αυτό δεν συνέβαλαν μόνο οι αρχιτέκτονες που δραστηριοποιήθηκαν κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, όπως ο Σάξων Ernst Ziller (1837-1923), ο μαθητής του Πάνος Καραθανασόπουλος, οι Γάλλοι Eugène Troump (1846-1929), Piat, Χ. Girard, οι στρατιωτικοί αρχιτέκτονες Ιωάννης Σέχος και Αναστάσιος Θεοφιλάς, κ.ά. (Μπίρης Κ. 21995: 173-183, Σκαρπιά-Χοϊπελ 1976 & 2010: 33-37, Loyer 2017: 165-185). Σημαντικό ρόλο είχαν και οι προτιμήσεις των πελατών τους οι οποίοι ανήκαν στην ανανεωμένη αστική τάξη της εποχής του Τρικούπη.

Ernst Ziller, αρχιτέκτων (1837-1923).

Ωστόσο, η αθηναϊκή αρχιτεκτονική —η έντεχνη και κυρίως η ανώνυμη— θα μείνουν για πολύ περισσότερα χρόνια στον κλασικισμό από ό,τι η αρχιτεκτονική άλλων ευρωπαϊκών πόλεων (Μπίρης Μ.: 153). Χαρακτηριστικά κτίρια όψιμου αθηναϊκού κλασικισμού είναι  το Δημαρχείο (π. 1872-1874, αρχιτέκτων Π. Κάλκος), το Αρεταίειο Νοσοκομείο του Πανεπιστημίου Αθηνών (1896-1898, αρχιτέκτονες Η. Αγγελόπουλος και Ι. Ιωάννου), το νέο Δημοτικό Νοσοκομείο Αθηνών «Η Ελπίς» (1904-1912, αρχιτέκτων Ι. Κολλινιάτης) και το Μαράσλειο Διδασκαλείο (π. 1905, αρχιτέκτων Δ. Καλλίας), ενώ στο πνεύμα του πιο περίτεχνου κλασικισμού της παρισινής École des beaux-arts σχεδιάστηκαν περί το 1873  από τον V.-E. Poitrineau τα μέγαρα Σκουλούδη και Βούρου της πλατείας Συντάγματος, τα οποία κατασκευάστηκαν με επιβλέποντες τους Troump και Piat και κατεδαφίστηκαν μεταπολεμικά για την ανέγερση των ξενοδοχείων King George και Athens Plaza   (Μπίρης Κ. 21995: 178-179, 207-209 & 266, Αναγνωστοπούλου 2013: 524, 536, 680 & 687,  Καλλίας 1906: 103-107 και Loyer 2017: 172-173).

Στα χρόνια του Τρικούπη ολοκληρώθηκαν, ανεγέρθηκαν και θεμελιώθηκαν αξιόλογα δημόσια κτίρια. Το 1887 αποπερατώθηκε, με δωρεές Σίμωνος και Ιφιγένειας Σίνα και επίβλεψη E. Ziller, το εμβληματικό μέγαρο της Ακαδημίας Αθηνών, το αποκαλούμενο τότε «[Σιναία] Aκαδημία των Επιστημών».  To έργο σχεδιάστηκε τo 1856-1859 από τον Τheophil Hansen σε εκλεκτικιστικό πνεύμα με αρχαιοελληνικές αναφορές που ο ίδιος χαρακτήρισε “Hellenische Renaissance” [«Ελληνική Αναγέννηση»] (Φατσέα, 2015: 233-259 και Κασιμάτη – Πανέτσος 2015). Το 1889 ολοκληρώθηκε η κεντρική πτέρυγα και η πρόσοψη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, βάσει σχεδίων του αρχιτέκτονα Ludwig Lange, τροποποιημένων από τους Π. Κάλκο και Ε. Ziller, οι οποίοι ήταν και οι βασικοί επιβλέποντες των εργασιών ανέγερσής του. Το οικόπεδο δώρησε η Ελένη Τοσίτσα και τη χρηματοδότηση προσέφεραν το ελληνικό δημόσιο, η Αρχαιολογική Εταιρεία και οι ομογενείς Δ. και  Ν. Βερναρδάκης από την Πετρούπολη. Ο Τρικούπης προώθησε, μεταξύ άλλων, την ανέγερση δύο σημαντικών δημοσίων κτιρίων, της Εθνικής Βιβλιοθήκης και του Εθνικού Χημείου του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Σχεδιασμένο το 1883-1888 από τον Τheophil Hansen σε παρόμοιο πνεύμα με την Ακαδημία  Αθηνών, το μέγαρο της Βιβλιοθήκης θεμελιώθηκε το 1888, ανεγέρθηκε με δωρεά των Κεφαλλήνων Αφών Βαλλιάνων και επίβλεψη του Ziller και αποπερατώθηκε το 1902, ολοκληρώνοντας  την Αθηναϊκή Τριλογία  (Mπίρης K., 21995: 214-216).

Στο, ευρωπαϊκών προδιαγραφών κτίριο του Εθνικού Χημείου του Πανεπιστημίου Αθηνών, που ανεγέρθηκε το 1887-1890 με πρωτοβουλία του σπουδαίου καθηγητή της Χημείας Αναστάσιου Χρηστομάνου,  ο Ziller  θα χρησιμοποιήσει μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή του αρχιτεκτονικού ιδιώματος του μέντορά του Τh. Hansen (Πανέτσος 2010: 38-42, Καρδαμίτση-Αδάμη 2006: 168-171).

Με σχέδια του Ziller ανεγέρθηκαν το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα τα δύο μνημειώδη Θέατρα της Αθήνας, το Δημοτικό και το Βασιλικό. Το πρώτο άρχισε να κτίζεται το 1873 με πρωτοβουλία μετοχικής εταιρείας εύπορων Αθηναίων, η οποία ανέλα­βε να χρηματοδοτήσει την κατασκευή του σε τμήμα της πρώην πλατείας του Λαού (μετέπειτα Λουδοβί­κου και σήμερα Κοτζιά) που παραχωρήθηκε από τον Δήμο Αθηναίων. Οι εργασίες σταμάτησαν για οικονομικούς λόγους τον επόμενο χρόνο, συνεχίστηκαν από τον Δήμο μετά 13 χρόνια και ολοκληρώθηκαν το 1888 χάρη στη δωρεά του Ανδρέα Συγγρού. Tο μυθοποιημένο αυτό αρχιτεκτόνημα του Ziller δεν αποτελούσε μόνο τον φτωχό συγγενή των ομοειδών θεάτρων της Ευρώπης και των Βαλκανικών πρωτευουσών από άποψη κατασκευής, σκηνικού χώρου, εξοπλισμού και διακόσμου. Ήταν επίσης παρωχημένης για την εποχή του τυπολογίας, τεχνολογίας και τεχνοτροπίας. Το εξωτερικό του Δημοτικού Θεάτρου, σχεδιασμένο στο πνεύμα του σαξονικού και βιεννέζικου εκλεκτικισμού της περιόδου 1860-1870, δεν έλυσε με ιδιαίτερη τέχνη ή πρωτοτυπία τα μορφολογικά προβλήματα που έθετε μια αρχιτεκτονική μεγάλων αξιώσεων και περιορισμένων μέσων στην Αθήνα εκείνης της εποχής με τις έντονες νεοκλασικές μνήμες. Μοιραία για την τύχη του κτιρίου στάθηκε η εγκατάσταση σε αυτό 1.500 Μικρασιατών προσφύγων, παρά την αντίθετη γνώμη του δημάρχου Σπύρου Πάτση και της αθηναϊκής κοινής γνώμης (Φεσσά-Εμμανουήλ 1994, Α´: 280-302).

Το εκλεκτικιστικής τεχνοτροπίας Δημοτικό Θέατρο, έργο του E. Ziller (1873/1886-1888), γύρω στα 1900. Επιστολικό δελτάριο.
Το Δημοτικό Θέατρο στα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Αντίθετα, το Βασιλικό —και από το 1932 Εθνικό— Θέατρο (1891-1901), δικαίωσε τελικά τις προσδοκίες των δημιουργών του, παρά τις αδυναμίες του: οικόπεδο απόκεντρο και ανεπαρκών διαστάσεων, μικρή αίθουσα, κ.ά. Την πρωτοβουλία για την ανέγερσή του είχε ο Γεώργιος Α´, διαθέτοντας για τον σκοπό αυτό τις δωρεές των ευεργετών Στ. Ράλλη, Μ. Κοργιαλένιου και κρατικά κονδύλια. Το Βασιλικό (Εθνικό) Θέατρο δεν ανήκει στα σημαντικότερα έργα του Ziller, παρά τη σοβαρή μελέτη και την επιμελημένη εκτέλεση των σχεδίων του. Βασική λ.χ. αδυναμία του αρχιτεκτονήματος αυτού ήταν το μπαροκίζον ύφος των των όψεων που τους έδινε μια πλαστικότητα δυσανάλογη προς την κλίμακά τους (Φεσσά-Εμμανουήλ 1994, Α: 302-317).

Ε. Ziller. Πρόσοψη Βασιλικού —σήμερα Εθνικού—Θεάτρου, υδατογραφία 1892. Η ασυμμετρία της οφείλεται στο προϋπάρχον κτίσμα στην δεξιά γωνία του οικοδομικού τετραγώνου.
Το Εθνικό Θέατρο το 2009, μετά την τελευταία ανακαίνιση.

Η ανακατασκευή του Παναθηναϊκού Σταδίου (329-330 π.Χ. και 140-144 μ.Χ.) με χορηγία Γ. Αβέρωφ και σχέδια του Αν. Μεταξά  για τη φιλοξενία των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων των νεότερων χρόνων (1896), υπήρξε το κατεξοχήν έργο γοήτρου της νέας Αθήνας  (πύλη Οδυσσεύς, Μπίρης K. 21995: 219-221, Κασιμάτη 2010:  17, 110-111).

Άποψη του ανακατασκευασμένου Παναθηναϊκού Σταδίου κατά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 (αρχιτέκτων ανακατασκευής 1894-1896 Αν. Μεταξάς, ανασκαφή 1864-1869 και αποτύπωση Ε. Ziller).

Η κατοικία ήταν το κύριο θέμα της έντεχνης αρχιτεκτονικής κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα  και δεσπόζουσα μορφή της ο παραγωγικότητος Ziller. Τα νέα ηγετικά  στρώματα της αθηναϊκής κοινωνίας προτιμούσαν να προβάλονται με τις ιδιωτικές κατοικίες τους —μέγαρα και επαύλεις— και λιγότερο με την ανέγερση κτιρίων δημόσιας χρήσης, όπως το έκαμαν οι ρομαντικότεροι προκάτοχοί τους της οθωνικής περιόδου (Μπίρης Κ. : 179-183, Loyer 2017: 165, Κασιμάτη 2010: 164-179, 180-235 και Fessas-Emmanouil 2017). Στα αξιολογότερα παραδείγματα αυτής της κατηγορίας ανήκουν τέσσερα νεοαναγεννησιακής μορφολογίας έργα του Ziller —το μέγαρο Schliemann  (1878-1880), σήμερα στέγη του Νομισματικού Μουσείου· το μέγαρο Στ. Ψύχα (1885-1904), μετ. κατοικία πρίγκιπος Νικολάου και σήμερα Ιταλική Πρεσβεία· το μέγαρο του Διαδόχου (1891-1897), σήμερα Προεδρικό μέγαρο και το εκλεκτικιστικό μέγαρο Σταθάτου (μελέτη 1895) που αποτελεί παράρτημα του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης— καθώς και το εκλεκτικιστικής μορφολογίας μέγαρο Λουριώτη – Νεγρεπόντη που ανεγέρθηκε περί το 1880 με σχέδια του Troump, χρησιμοποιήθηκε ως προσωρινό ανάκτορο του διαδόχου Κωνσταντίνου, στέγασε  το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας και κατεδαφίστηκε το 1956 (Τραυλός 1967: 182-186, Καρδαμίτση-Αδάμη 2006:  68-72,  98-109, Κασιμάτη 2010: 185-188, 192-196 και Loyer 2017: 165-176).

E. Ziller. Το νεοαναγεννησιακής μορφολογίας μέγαρο Schliemann —«Ιλίου Μέλαθρον»—, επί της λεωφ.Πανεπιστημίου 12 (1878-1880), σήμερα στέγη του Νομισματικού Μουσείου
E. Ziller. Το εκλεκτικιστικό μέγαρο Όθωνος Σταθάτου στη γωνία της λεωφ. Βασ. Σοφίας και Ηροδότου (μελέτη
1895), σήμερα παράρτημα του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης.
E. Troump. Το εκλεκτικιστικής μορφολογίας μέγαρο Λουριώτη – Νεγρεπόντη στη γωνία των οδών Αμαλίας και
Όθωνος που ανεγέρθηκε περί το 1880 και κατεδαφίστηκε το 1956.

2.2. 1900-1922. Η μετάβαση από τον γαλλικό εκλεκτισμό στον μετριοπαθή μοντερνισμό και το μανιφέστο του αρχιτεκτονικού δημοτικισμού

Τα χρόνια αυτά είναι μια εποχή αλλαγών για τη φύση και την άσκηση της αρχιτεκτονικής. Η ανάδυση του νεωτερικού αρχιτέκτονα-σχεδιαστή οφείλεται σε διάφορους λόγους. Ο σημαντικότερος ήταν η εισαγωγή ξένων βιομηχανικών προϊόντων και κατασκευαστικών μεθόδων (οπλισμένο σκυρόδεμα, μεταλλικές κατασκευές κ.ά.) που μόνο όσοι είχαν εκπαιδευτεί στα Πολυτεχνεία της Ευρώπης και της Ελλάδας γνώριζαν να χρησιμοποιούν. Επιπλέον, ο σχεδιασμός κτιρίων ευρωπαϊκού τύπου απαιτούσε επικαιροποιημένες γνώσεις που οι εμπειροτέχνες και οι παλιοί αρχιτέκτονες δεν είχαν. Στο ελληνικό κράτος η κίνηση για την αναβάθμιση των αρχιτεκτόνων έναντι των εμπειροτεχνών και για την κατοχύρωση του επαγγέλματός τους σε σχέση με εκείνο των πολιτικών μηχανικών, εκτός από αργοπορημένη υπήρξε και αλυσιτελής. Παρά την ίδρυση της Σχολής Αρχιτεκτόνων-Μηχανικών του Πολυτεχνείου της Αθήνας το 1917 και του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών (ΣΑΔΑΣ) το 1922, οι κανόνες άσκησης του επαγγέλματος διαμορφώθηκαν τελικά μέσα από θεσμούς συλλογικής εκπροσώπησης των μηχανικών, όπως ήταν ο Πολυτεχνικός Σύλλογος (έτος ιδρύσεως 1899) και το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος (έτος ιδρύσεως 1923), στους οποίους οι αρχιτέκτονες αποτελούσαν αμελητέα μειοψηφία (Αντωνίου 2006:181-193 και Φεσσά-Εμμανουήλ 2001: 313-321).

Οι νέοι τύποι κτιρίων για το εμπόριο και τη βιομηχανία, οι τράπεζες, οι ναοί, οι τόποι και χώροι αναψυχής –λουτροπόλεις, θέρετρα, ξενοδοχεία–, οι μονοκατοικίες –αστικές, προαστιακές, παραθεριστικές– και οι πολυκατοικίες αποτελούν τα βασικά αντικείμενα των αρχιτεκτόνων και αρχιτεκτονούντων μηχανικών αυτής της περιόδου που εργάζονται κυρίως ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

Η προσπάθεια ευθυγράμμισης με τα σύγχρονα ρεύματα  και προσαρμογής τους στα τοπικά δεδομένα παραμένει η βασική τάση της αστικής αρχιτεκτονικής των ετών 1900-1922. Στις καλύτερες περιπτώσεις η προσπάθεια κατορθώνει να αφομοιώσει δημιουργικά τις ευρωπαϊκές τυπολογίες και τεχνοτροπίες τόσο τις ακαδημαϊκές όσο και τις νεωτερικές. Στις χειρότερες περιπτώσεις έχουμε την αναχρονιστική ή αδόκιμη εφαρμογή των ευρωπαϊκών κτιριακών τύπων, συνθετικών κανόνων και στιλ. Οι κυρίαρχες τεχνοτροπίες της μεταβατικής αυτής περιόδου είναι ο εκλεκτικισμός του Ziller, το νεομπαρόκ της École des beaux-arts του Παρισιού και ο ανανεωμένος κλασικισμός. Αντίθετα, η επιρροή των νεωτερικών ρευμάτων της  belle époque —art nouveau, Secession, Jugendstil κ.ά— στην αθηναϊκή αρχιτεκτονική θα είναι καθυστερημένη, επίπλαστη και περιορισμένη σε διακοσμητικά μοτίβα (Μπίρης Μ. 1987: 128-139).

Από τους αρχιτέκτονες των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα ξεχωρίζουν ο ανανεωτής του αθηναϊκού κλασικισμού Αναστάσιος Μεταξάς (1862-1937), δημιουργός του Αιγινήτειου Νοσοκομείου (θ. 1900, απ. 1905/1909), της Χαροκοπείου Σχολής (μελέτη 1906-1909, αποπεράτωση 1920), της Ιονικής Τράπεζας (1911-1916) και πολλών αστικών μεγάρων — Πάλλη στην πλατεία Συντάγματος  (περί το 1910-1911), Χαροκόπου-Μπενάκη (1911) στη γωνία των οδών Βασ. Σοφίας και Κουμπάρη κ.ά.· ο παλαίμαχος Ernst Ziller με την πολυκατοικία Πεσμαζόγλου στη γωνία των οδών Βασ. Σοφίας 4 και Ηρώδου Αττικού (1900) και το Νέο Αρσάκειο (κτίριο γραφείων και καταστημάτων) επί της οδού Σταδίου (1911-1917) και τα δύο τεχνοτροπίας νεομπαρόκ· ο εκλεκτικιστής μαθητής του Πάνος Καραθανασόπουλος, αρχιτέκτων του νεομπαρόκ ξενοδοχείου Ακταίον στο Νέο Φάληρο που εγκαινιάστηκε το 1903 και της Λαϊκής Τράπεζας επί της οδού Πανεπιστημίου απέναντι περίπου από το παλιό Αρσάκειο (1908)· και ο Παναγιώτης Ζίζηλας με την πολυκατοικία Ησαΐα στη γωνία Πατησίων και Ιουλιανού (1923) («Μεταξάς, Αναστάσιος» 1987, Καρδαμίτση-Αδάμη 2006:256-261  και Μπίρης Κ.: 291-292).

Μεταξάς Α. Η Ιονική Τράπεζα επί της οδού Πεσμαζόγλου (1911-1916, δεξιά) και Λαϊκή Τράπεζα στη γωνία της λεωφόρου Πανεπιστημίου και της οδού Πεσμαζόγλου (π. 1927, αριστερά). Προοτικό σκίτσο.

Στο προσκήνιο εμφανίζονται και οι απόφοιτοι της École des beaux-arts του Παρισιού που θα πρωταγωνιστήσουν στους διαγωνισμούς και στην αστική αρχιτεκτονική του Μεσοπολέμου. Ο πρώτος από αυτούς ήταν ο δεξιοτέχνης Αλέξανδρος Νικολούδης (1874-1944) ο οποίος διετέλεσε  καθηγητής της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Πολυτεχνείου. Η βράβευσή του σε τρεις από τους σημαντικότερους διαγωνισμούς της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα θα εκτινάξει τη φήμη του στα ύψη, παρά το γεγονός ότι οι προτάσεις του ήταν εκτός ελληνικής πραγματικότητας και γι’ αυτό έμειναν στο χαρτί. Θέματα των τριων διαγωνισμών ήταν: το Υπουργείο Οικονομικών στο οικοδομικό τετράγωνο που όριζαν η λεωφόρος Πανεπιστημίου και οι οδοί Αρσάκη, Σταδίου και Σανταρόζα   (1902, αρχιτέκτων Α. Νικολούδης, β΄ βραβείο) και το Δικαστικό Μέγαρο Αθηνών σε οικόπεδο επί των οδών Κηφισίας και Ρηγίλλης (αρχιτέκτονες Α. Νικολούδης και P. Guidetti, 1901, β΄ βραβείο και 1910-1911, α΄ βραβείο) (Κωτσάκη 2007: και μορφολογικό 27-32, 34—50, 78-82). Κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα τα γνωστά έργα του Νικολούδη που προώθησαν τον εκσυγχρονισμό της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής ήταν τέσσερις μονοκατοικίες εύπορων αστών και ένας κινηματογράφος. Ακολουθώντας τις συνθετικές αρχές της École des beaux-arts, ο αρχιτέκτων προσάρμοσε δημιουργικά τις ορθολογιστικές διατάξεις, τις τεχνολογικές καινοτομίες και τη μορφολογία των γαλλικών προτύπων του στα αθηναϊκά δεδομένα. Το μέγαρο Λιβιεράτου στη γωνία των οδών Πατησίων και Ηπείρου (1906-1909), τεκμήριο των συνθετικών και μορφοπλαστικών ικανοτήτων του Νικολούδη, είναι σήμερα ευρύτερα γνωστό ως μέγαρο «Υπατία» που το 2011 φιλοξένησε μετανάστες απεργούς πείνας. Ο κινηματογράφος Αττικόν της οδού Σταδίου (1916), πρώτη αίθουσα αξιώσεων της έβδομης τέχνης στην Αθήνα, έγινε στόχος εμπρηστών στις ταραχές του 2007 και παραμένει έκτοτε μια χαίνουσα πληγή του ιστορικού κέντρου (Κωτσάκη 2007: 168-173 & 144-149, Φεσσά-Εμμανουήλ 1994 Β: 108-113).

Nικολούδης Α. και Guidetti P. Μελέτη Δικαστικού Μεγάρου Αθηνών, όψη επί της λεωφόρου Κηφισίας (1910, α΄
βραβείο διεθνούς [;] αρχιτεκτονικού διαγωνισμού).
Nικολούδης Α. Το μέγαρο Λιβιεράτου, Πατησίων και Ηπείρου,  1906-1909.

Παράλληλα το πνευματικό κλίμα, το οποίο από τα τέλη του 19ου αιώνα στήριξε την ανάπτυξη της λαογραφίας και τον αστικό δημοτικισμό, θα επηρεάσει και τους αρχιτέκτονες.  Το αίτημά τους για αυθεντικότητα βασίζεται στη θέση ότι ο αέναος και μιμητικός εκσυγχρονισμός δεν διευκολύνει τη νεοελληνική αρχιτεκτονική να αποκτήσει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της, αλλά και τους δημιουργούς της να αναπτύξουν ένα προσωπικό ύφος. Ο πολιτισμικός αντίλογος στον επίπλαστο εξευρωπαϊσμό θα ενισχύσει το αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον για το Βυζάντιο και τη σύνδεσή του με την αυτόχθονη λαϊκή παράδοση ως στοιχείων της νεοελληνικής ταυτότητας. Το ενδιαφέρον αυτό δεν συνδέεται μόνο με τον εθνικό αλυτρωτισμό. Συμβαδίζει και με μεταρρυθμιστικές κινήσεις της belle époque που διαπνέονται από όραμα κοινωνικό, πολιτισμικό και αισθητικό, όπως ήταν τα αγγλικά κινήματα Τέχνες και Χειροτεχνία (Arts and Crafts, 1880-1920) και Domestic revival και o γερμανικός σύνδεσμος Deutscher Werkbund. Τις κινήσεις αυτές γέννησε η αντίθεση προς τα δεινά της βιομηχανικής κοινωνίας. H επιστροφή στη φύση και στις αξίες της παράδοσης ως μέσον αλλαγής αισθητικών κριτηρίων αλλά και ως διαδικασία αυτοπροσδιορισμού —πολιτισμικού ή εθνικού—, ήταν μια κίνηση του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, επηρεασμένη από τη φιλοσοφία της ιστορίας και την αισθητική του Johann Gottfried von Herder (Φεσσά-Εμμανουήλ 2013: 14-16, 70-71)

Βασικός εκφραστής αυτού του νέου πνεύματος στην αρχιτεκτονική από το 1908 ήταν ο γερμανοσπουδασμένος αρχιτέκτων Αριστοτέλης Ζάχος (1871-1939), ηγετική μορφή του αρχιτεκτονικού δημοτικισμού. Στη επιτόπια μελέτη της λαϊκής αρχιτεκτονικής παράδοσης και του παρελθόντος της —βυζαντινού και παλαιοχριστιανικού́— ο Ζάχος αναζήτησε τη γνήσια έκφραση της ψυχής του ελληνικού λαού. Από τη βαθιά αυτήν δεξαμενή άντλησε συναισθηματική δύναμη, πρότυπα και εκφραστικά μέσα για την αρχιτεκτονική μεταρρύθμισή του, η οποία προαναγγέλλεται με το άρθρο του «Λαϊκή Αρχιτεκτονική» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ο Καλλιτέχνης, τον  Αύγουστο του 1911. Το μεταρρυθμιστικό όραμα του Ζάχου θα υλοποιηθεί την περίοδο του Μεσοπολέμου στους τομείς της μονοκατοικίας, της ναοδομίας και των εκπαιδευτικών κτιρίων (Φεσσά-Εμμανουήλ  2001: 76-95 και 2013: 43-64).

Ο αρχιτέκτων Αριστοτέλης Ζάχος (1871-1939). Ελαιογραφία Ευ. Ιωαννίδη, 1911.

Βιβλιογραφικές αναφορές

  • Αναγνωστοπούλου Γεωργία Μ. (2013), Κτίρια δημόσιας υγείας στην Αθήνα, 1833-1923, διδακτορική διατριβή ΕΜΠ.
  • Αντωνίου Γιάννης (2006), Οι Έλληνες Μηχανικοί. Θεσμοί και Ιδέες, 1900-1940, Εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα.
  • Αργυρόπουλος Θαλής (1983), «Η χαμένη πολεοδομική παράδοση του Νεοκλασικισμού», στο: Νεοκλασική Πόλη και Αρχιτεκτονική, Πρακτικά Πανελλήνιου Συνεδρίου, Σπουδαστήριο Ιστορίας Αρχιτεκτονικής, Θεσσαλονίκη, σ. 49-53.
  • Δανιήλ, Μαρία (2017), Το έργο της Αρχιτεκτονικής Υπηρεσίας του Δήμου Αθηναίων κατά την περίοδο 1835-1912. Παρεμβάσεις και συμβολή του Δήμου Αθηναίων στη διαμόρφωση της πόλης των Αθηνών, διδακτορική διατριβή ΕΜΠ.
  • Fessas-Emmanouil, Helen (2017), “Neohellenic architecture”, in: Encyclopedia of Romantic Nationalism in Europe, ed. Joep Leerssen (electronic version; Amsterdam: Study Platform on Interlocking Nationalisms, www.romanticnationalism.net : http://ernie.uva.nl/viewer.p/21/56/object/122-280144)
  • Hastaoglou-Martinidis, V. (1995), “City Form and National Identity: Urban Designs in Nineteenth Century Greece”, Journal of Modern Greek Studies, 13, 99-123.
  • Καλλίας, Δημήτριος (1906), «Το Μαράσλειον διδασκαλείον», Αρχιμήδης, 106, σ. 103-106.
  • Καρδαμίτση-Αδάμη, Μάρω (2006), Ερνστ Τσίλλερ 1837-1923. Η Τέχνη του Κλασικού, Εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, Αθήνα.
  • Κασιμάτη, Μαριλένα (επιμ.) (2010), Ερνέστος Τσίλλερ Αρχιτέκτων (1837-1923), Κατάλογος έκθεσης, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Αθήνα.
  • Κασιμάτη, Μαριλένα Ζ. – Πανέτσος, Γεώργιος Α. (επιμ.) (2015), Hellenische Renaissance: Η αρχιτεκτονική του Θεοφίλου Χάνσεν / The Architecture of Theophil Hansen, Ίδρυμα Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα.
  • Κωνσταντινίδης, Άρης (1950), Τα παλιά αθηναϊκά σπίτια, Αθήνα.
  • Κωτσάκη, Αμαλία (2007), Αλέξανδρος Νικολούδης, 1874-1944. Αρχιτεκτονικά οράματα – Πολιτικές χειρονομίες, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα.
  • Loyer, François (2017), L’architecture de la Grèce au XIXe siècle (1821-1912), École Française d’Athènes, Athènes.
  • Μανούδη, Μαρία (1985), «Οι προτάσεις Hoffmann και Mawson και ο αθηναϊκός Τύπος», στο: Η Αθήνα στον 20ό αιώνα. 1900-1940: Αθήνα ελληνική πρωτεύουσα, Kατάλογος έκθεσης, ΥΠΠΟ – Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, Αθήνα, σ. 47-57.
  • Μαρμαράς, Μανόλης Β. (1991), Η αστική πολυκατοικία της μεσοπολεμικής Αθήνας. Η αρχή της εντατικής εκμετάλλευσης του αστικού εδάφους, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα.
  • Μαρμαράς, Εμμανουήλ (2004), «Ελληνική πόλη και μοντερνισμός. 1900-1940», σε: Λαγόπουλος Α.-Φ. (επιμ.), Η ιστορία της ελληνικής πόλης, «Αρχαιολογία & Τέχνες», Εκδοτική Ερμής ΕΠΕ, Αθήνα.
  • «Μεταξάς, Αναστάσιος» (1987), Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμος 6, Εκδοτική Αθηνών., σ. 155.
  • Μονιούδη-Γαβαλά,  Δώρα (2012), Πολεοδομία στο ελληνικό κράτος 1833-1890 / Urban Planning in the Greek State 1833-1890, έκδοση Τμήματος Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Δυτικής Ελλάδας (σήμερα Τμήμα του Πανεπιστημίου Πατρών), Αγρίνιο.
  • Μονιούδη-Γαβαλά, Δώρα (2017), Σχεδιασμός και έγγειος ιδιοκτησία στην Αθήνα, 1833-1922, Εκδόσεις Παρασκήνιο, Αθήνα.
  • Μπίρης, Κώστας Η. (21995), Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, Εκδοτικός Οίκος Μέλισσα, Αθήνα.
  • Μπίρης, Μάνος (1987), Μισός αιώνας αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, Αθήνα.
  • Μπαδήμα-Φουντουλάκη, Όλγα (2002), Σταμάτης Κλεάνθης (1802-1862). Αρχιτέκτων, επιχειρηματίας, οραματιστής, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα.
  • Μπαδήμα-Φουντουλάκη, Όλγα (2011), Η Δούκισσα της Πλακεντίας και οι αρχιτέκτονές της, Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήνα.
  • Παγανέλης, Σπυρίδων (1907), Αθηναϊκαί ημέραι, Αθήνα.
  • Πανέτσος, Γεώργιος Α. (2010), «Ζητήματα μαθητείας: Η σχέση Θ. Χάνσεν – Ε. Τσίλλερ και ο αθηναϊκός νεοκλασικισμός», στο: Κασιμάτη Μ. (επιμ.), Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων (1837-1923), Κατάλογος έκθεσης, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Αθήνα.
  • Πανέτσος, Γεώργιος Α. – Κασιμάτη, Μαριλένα Ζ. (2015), «Η “Hellenische Renaissance” του Θεοφίλου Χάνσεν», στο: Hellenische Renaissance: Η αρχιτεκτονική του Θεοφίλου Χάνσεν / The Architecture of Theophil Hansen, Κατάλογος έκθεσης, Ίδρυμα Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα, σ.  29-34 /35-3
  • Παπαγεωργίου-Βενετάς, Αλέξανδρος (2001), Αθήνα. Ένα όραμα του κλασικισμού, Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα.
  • Παπανικολάου-Κρίστενσεν, Αριστέα (1993), Χριστιανός Χάνσεν. Επιστολές και σχέδια από την Ελλάδα, Ωκεανίδα, Αθήνα.
  • Πολύζος, Γιάννης (1985), «Η Αθήνα πρωτεύουσα του ελληνισμού» και «Μεταρρυθμιστικά όνειρα και πολεοδομικές ρυθμίσεις» στο: Η Αθήνα στον 20ό αιώνα. 1900-1940: Αθήνα ελληνική πρωτεύουσα, Κατάλογος έκθεσης, ΥΠΠΟ – Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, Αθήνα, σ. 24-31, 36-46.
  • Πύλη Οδυσσεύς – Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού: odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=1777
  • Σαρηγιάννης, Γεώργιος, Μ. (2000), Αθήνα 1830-2000. Εξέλιξη – Πολεοδομία – Μεταφορές, Εκδόσεις Συμμετρία, Αθήνα.
  • Σαρηγιάννης, Γεώργιος, Μ. 2010. Τα ρυθμιστικά σχέδια Αθηνών και οι μεταβολές των πλαισίων τους, greekarchitects.gr (http://www.greekarchitects.gr/gr/αρχιτεκτονικες-ματιες/τα-ρυθμιστικά-σχέδια-αθηνών-και-οι-μεταβολές-των-πλαισίων-τους-id3464).
  • Schmidt, Hartwig (1979), “Das ‘Wilhelminische’ Athen. Ludwig Hoffmanns Generalbebauungsplan für Athen”, Zeitschrift für Geschichte der Baukunst / Journal of the History of Architecture, 9/1979, S. 30-44, Deutscher Kunstverlag, München – Berlin.
  • Σκαρπιά-Χόϊπελ, Ξ. (1976), Η μορφολογία του γερμανικού κλασσικισμού (1789-1848) και η δημιουργική αφομοίωσή του από την ελληνική αρχιτεκτονική (1833-1897), διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη.
  • Σκαρπιά-Χόϊπελ, Ξ. (2010), «Ο Ερνέστος Τσίλλερ, το μοντέλο της πλουραλιστικής ιδέας και η συμβολή του στη διαμόρφωση του ώριμου νεοελληνικού κλασικισμού», στο: Κασιμάτη, Μ. (επιμ.) (2010), Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων (1837-1923), Κατάλογος έκθεσης, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Αθήνα, σ. 33-37.
  • Τραυλός, Ιωάννης (1967), Νεοκλασική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα. Έκδοσις Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήναι.
  • Τραυλός, Ιωάννης (21993), Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών. Από των προϊστορικών χρόνων μέχρι των αρχών του 19ου αιώνος, Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα.
  • Φατσέα, Ειρήνη [Ρένα] (2015), «Το κτήριο της Ακαδημίας Αθηνών του Θεόφιλου Χάνσεν στο πλαίσιο του ρομαντικού κλασικισμού του δέκατου ένατου αιώνα », στο: Hellenische Renaissance. Η αρχιτεκτονική του Θεοφίλου Χάνσεν / The Architecture of Theophil Hansen, Ίδρυμα Β. και Μ. Θεοχαράκη, Αθήνα, σ.   233-259.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη  (1994), Η Αρχιτεκτονική του Νεοελληνικού Θεάτρου, 1720-1940, τόμοι Α´και Β´, Αθήνα.
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη (2001), Δοκίμια για τη νέα ελληνική αρχιτεκτονική, Αθήνα, 2001, σ. 313-321 («Η περιθωριοποίηση των αρχιτεκτόνων στη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής πόλης και των σημαντικών κτιρίων της»).
  • Φεσσά-Εμμανουήλ, Ελένη  (2013), Αριστοτέλης Ζάχος & Josef Durm. Η αλληλογραφία ενός πρωτοπόρου αρχιτέκτονα με τον  μέντορά του, Εκδόσεις Ποταμός, Αθήνα.
Η Ελένη Φεσσά-Εμμανουήλ είναι ιστορικός της Αρχιτεκτονικής και Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών

Χρίστος Στεργ. Μπελλές: Οι Γενοβέζοι κατακτητές – δυνάστες της Χίου Giustiniani (1346 – 1566) και το προϊόν της μαστίχας

Χρίστος Στεργ. Μπελλές

Οι Γενοβέζοι κατακτητές – δυνάστες της Χίου Giustiniani

(1346 – 1566)

και το προϊόν της μαστίχας

 

Η Γένουα τις παραμονές της κατάκτησης της Χίου

Το 1344 εκλέγεται Δόγης της Γένουας ο Giovanni Murta. Ενώ διαρκούσαν στη Γένουα οι εμφύλιοι σπαραγμοί και οι εξωτερικοί πόλεμοι, μια μερίδα των επαναστατών κατέφυγε στο Μονακό. Το 1346 ο Δόγης και το Συμβούλιο μαθαίνουν ότι 10.000 επαναστάτες έχοντας εξοπλί­σει στόλο τριάντα γαλερών, βοηθούμενοι υπό των ευγενών Grimaldi (Γριμάλδη), σκοπεύουν να πολιορκήσουν τη Γένουα.

Ο Δόγης Murta εκλέγει μια επιτροπή τεσσάρων αξιωματικών, με σκοπό την εξεύρεση των μέσων κατά των στασιαστών. Ελλείψει χρη­μάτων η επιτροπή αποφασίζει να εξοπλισθεί ένας αριθμός γαλερών με ιδιωτική πρωτοβουλία. Τα πλοία θα προετοιμάζονταν από κάθε πλοιο­κτήτη και το κράτος θα εξασφάλιζε τους πλοιοκτήτες-εφοπλιστές και θα τους αποζημίωνε για κάθε βλάβη που ήθελε προκύψει στις γαλέρες. Τα έξοδα, συμπεριλαμβανομένου και του στρατού, θα αναλάμβανε το κράτος εξ ολοκλήρου. Η πόλη εγγυάται, επί υποθήκη των προσόδων των τελωνείων, το ποσό των 20.000 λιβρών που θα ελάμβαναν οι πλοι­οκτήτες (armatori). Πιο συγκεκριμένα, οι πλοιοκτήτες θα ελάμβαναν αποζημιώσεις για όλα τα έξοδά τους και τις όποιες απώλειες, αλλά μέχρις ότου ικανοποιηθούν θα μπορούσαν να εκμεταλλεύονται οποιοδήποτε τόπο καταλάμβαναν.

Εξοπλίστηκαν, τελικά, 29 γαλέρες 3 ευγενών (nobili) και 26 λαϊκών (popolari) και εκλέχτηκε αρχηγός των παραπάνω πλοιοκτητών ο Simone Vignoso. Στις 24 Απριλίου 1346, ο Simone Vignoso επικεφα­λής του στόλου των 29 γαλερών, επί των οποίων επιβαίνουν 6.000 άντρες, απέπλευσε από τη Γένουα για Μονακό, όπου διέλυσε τους απροετοίμαστους επαναστάτες. Ο στόλος επιστρέφει θριαμβευτής στη Γένουα.

Christoforo de Grassi, Άποψη της Γένουας και του στόλου της (1597, αντίγραφο σχεδίου του 1481), Galata Museo del Mare, Genoa.

Η κατάκτηση της Χίου από τον Simone Vignoso

Στις 3 Μαΐου 1346 ο στόλος των Γενουατών υπό το Simone Vignoso απέπλευσε για την Ανατολή με σκοπό να ενισχύσει τη θέση της Γένου­ας στην περιοχή, όπου πρωταγωνιστούσαν τότες οι ανταγωνιστές τους Ενετοί, και να βοηθήσει τις αποικίες των Γενουατών στην Κριμαία που απειλούνταν από τους Μογγόλους. Στις 8 Ιουνίου κατέπλευσε στον πορθμό του Ευρίπου, όπου συνά­ντησε το συμμαχικό στόλο των Ενετών, Ιωαννιτών και άλλων συμμά­χων υπό τον Humbert (Ουμπέρτο). Ο Ουμπέρτο με τους συμμάχους του — και με τις ευλογίες του Πάπα — σκόπευε να καταλάβει τη Χίο, δή­θεν για τρία έτη, για να τη χρησιμοποιήσει σαν βάση στον αγώνα κατά των Τούρκων και ζήτησε από το Vignoso να συνεργαστούν για τον πα­ραπάνω σκοπό. Ο Vignoso αρνήθηκε την προτεινόμενη συνεργασία, υποστηρίζο­ντας ότι η Χίος και η Φώκαια ήταν γενουατικές κτήσεις μέχρι το 1329, που αποσπάστηκαν δολίως υπό των Ελλήνων και ότι σκοπός της επι­χείρησής του ήταν η ένταξη και πάλι των δυο παραπάνω τόπων στη γενουατική κυριαρχία. Από το 1304-1329 κυρίαρχοι του νησιού, ως γνωστόν, υπήρξαν και πάλι οι Γενουήνσιοι Zaccaria de Castro (Ζαχαρία του Κάστρου, από το χωροταξικό παρτέρι Castro της Γένουας, όπου διέμε­ναν τούτοι οι ευπατρίδες), με επικυρίαρχο το Βυζαντινό Αυτοκράτορα. 

Το 1346 ο εμφύλιος πόλεμος στο Βυζάντιο συνεχίζεται με τον Καντακουζηνό να στέφεται Αυτοκράτορας ως Ιωάννης ο ΣΤ΄ στην Ανδριανούπολη από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, ενώ στην Κωνσταντι­νούπολη η κυβέρνηση ήταν στα χέρια αυτών που υποστήριζαν την Αντιβασίλισσα Άννα και το δεκαπενταετή Αυτοκράτορα Ιωάννη Ε’ Παλαιολόγο (1). Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο Vignoso απέπλευσε από τη Χαλκί­δα, με προορισμό τη Χίο. Κατεπάνω (Αυτοκρατορικός Επίτροπος) της Χίου ήταν τότες ο Καλογιάννης Ζυβός. Σ’ αυτόν, εν τω μεταξύ, προα­νήγγειλε τις δόλιες προθέσεις του, αποστέλλοντας τρεις γαλέρες. Ντυ­μένος φίλος και προστάτης της Χίου, τον προειδοποιεί για τις προθέ­σεις του Ουμπέρτο να καταλάβει τη Χίο. Στη συνέχεια, ζητεί να του παραδώσει το νησί με την υπόσχεση να το επιστρέψει στο Ζυβό μετά την πάροδο του κινδύνου. Οι άρχοντες της Χίου απέρριψαν την πρόταση-προσφορά του Vignoso, τονίζοντας ότι είναι αρκετά ισχυροί και δεν έχουν ανάγκη προστατών. Στις 15 Ιουνίου καταπλέει στη Χίο ο Vignoso και με την αποστολή νέων πρέσβεων επαναλαμβάνει τις δόλιες προτάσεις του, για να λάβει την ίδια απάντηση από τους Χιώτες ιθύνοντες. Τότε ο Γενουάτης ναύ­αρχος προβαίνει σε δεύτερη δόλια πρόταση, ζητώντας την άδεια να παραμείνει στο λιμάνι, για να προσφέρει τις καλές του υπηρεσίες όταν ο Ουμπέρτο θα επιτίθετο. Και αυτή η προσφορά απορρίπτεται συνοδευόμενη με εκτόξευση λίθων, βελών, ακοντίων από το κάστρο κατά των Γενουατών. Την άλλη μέρα, Παρασκευή 16 Ιουνίου, την αυγή, ο Vignoso απο­καλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο επιτιθέμενος με όλες του τις δυ­νάμεις — θαλάσσιες και χερσαίες — εναντίον της πόλης με ένα σώμα από χίλιους άντρες. Όπως μας πληροφορεί ο Νικηφόρος Γρηγοράς, οι Χιώτες πολέμησαν με αντρεία(2), τραυμάτισαν περισσότερους από 500 του αντίπαλου στρατοπέδου, αλλά η ατείχιστη πόλη έπεσε στα χέρια των Γενουατών  (3). Από τις 21 Ιουνίου ο Γενουάτης αρχηγός του στόλου πολιορκεί το κάστρο από ξηρά και θάλασσα κι αναγκάζει τους γενναίους πολιορκημένους να παραδοθούν από πείνα και δίψα  (4) στις 12 Σεπτεμβρίου 1346.

Χειρόγραφος χάρτης της Χίου από τον Cristoforo Buodelmonte, 1422. Αντίγραφο από το Βρετανικό Μουσείο (πηγή: Συλλογή Αργέντη, Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»)

Την ίδια μέρα μέσα στο κάστρο, στο ναό του Αγίου Νικολάου, έλα­βαν χώρα δύο συμφωνίες μεταξύ Χιωτών και των νέων κυριάρχων. Η πρώτη συμφωνία υπογράφεται μεταξύ των Κώστα Ζυβού, αντιπροσώπου του αδερφού του Καλογιάννη Ζυβού, του Vignoso και των λοιπών πλοιοκτητών και αφορά στην τύχη και τη διατήρηση των μέχρι τότε κεκτημένων του Κατεπάνω και των συγγενών του, στα πλαίσια του νέου status.

«(…) Τα χρυσόβουλλα και αι προνομίαι του (του Καλοϊωάννη Ζυβού), αι χορηγηθείσαι παρά των Βυζαντινών, θα έχουν την αυτήν ισχύν και το αυτό κύρος και παρά Γενουάταις, όπως και αυτός θα έχη έναντι της Γενούης τας υποχρεώσεις τας οποίας είχε προς τον αυτοκράτορα. Τα δικαιώματα ταύτα, θα είναι κληρονομικά». (5)

Η δεύτερη συμφωνία-συνθήκη παράδοσης της Χίου στους Γενουά­τες — υπογράφεται από την τετράδα των αρχόντων σαν εκπροσώπων της Χίου (απουσίαζαν Καλογιάννης Ζυβός και Δαμαλάς) και το ναύαρχο Vignoso και τους λοιπούς πλοιοκτήτες, και αφορά στις σχέσεις των Χιωτών χρυσοβουλλάτων ευγενών, στα πλαίσια του νέου καθεστώτος. «Οι ευγενείς όλοι του κάστρου και της πόλεως (nobiles civitatis et castri), οι οποίοι είχον λάβει δωρεάς και προνομίας παρά του αυτοκράτορος των Ρωμαίων και περί των οποίων υπάρχουν διατάξεις και χρυσόβουλλα είτε ερυθραί γραφαί, τα λεγόμενα προστάγματα εις την ελληνικήν γλώσσαν, αυτοί θα έχουν ασφαλείς και ακεραίας τας παρα­χωρήσεις ταύτας, απολαμβάνοντες των αυτών προνομιών παρά της γενουατικής πολιτείας, τας οποίας απελάμβανον παρά των αυτοκρατόρων των Ρωμαίων». (6)

Το κατά πόσο τηρήθηκαν από τούτη τη στρατιωτικοοικονομική εταιρεία οι συμφωνίες και οι συμβάσεις είναι μια άλλη ιστορία, την οποία αποκαλύπτουμε στην παρακάτω αφήγησή μας. Στις 17 Σεπτεμβρίου κατέλαβε αμαχητί την παλαιά Φώκαια, η οποία βρισκόταν υπό τη διοίκηση του Αυτοκρατορικού Έπαρχου Καλογιάννη Ζυβού, ο οποίος παραμένει στη θέση του κυβερνήτη εκπρο­σωπώντας στο εξής γενουατικά συμφέροντα. Στις 20 Σεπτεμβρίου παραδόθηκε και η νέα Φώκαια, η οποία βρι­σκόταν υπό τη δικαιοδοσία του Κατεπάνω Λέοντος Πετρωνά.(7) Η συνθήκη που υπογράφτηκε μεταξύ των αρχόντων της Νέας Φώκαιας, του Vignoso και των συντρόφων του ήταν αυστηρότερη εκείνης της Χίου .(8) Έτσι καταλύθηκε το βυζαντινό καθεστώς στη Χίο και τις δύο Φώκαιες και στο εξής όλα υπόκεινται στη στυγνή εκμετάλλευση των νέων εμπόρων-κατακτητών.

Το οικόσημο της πεντάδας (βασιλικός επίτροπος στη μέση και η φεουδαρχική τετράδα γύρω). Οι άρχοντες τούτοι υπέγραψαν το 1566 τη συνθήκη παράδοσης της Χίου στο Simone Vignoso

Η Εταιρεία Μαοna της Χίου

Μετά την κατάκτηση της Χίου και των δύο Φωκαιών (Focea Vecchia, Focea Nuova) και την εξασφάλιση νευραλγικών σταθμών για το εμπόριο της Ανατολής, ο Vignoso επιστρέφει στη Γένουα στις 29 Νοεμβρίου 1346, με σκοπό να διαπραγματευτεί με το Κομούνιο τα χρέη που εκκρεμούσαν γι’ αυτόν και τους λοιπούς πλοιοκτήτες, σχετικά με τις υπη­ρεσίες τους στην κατάκτηση των συμφωνηθέντων εδαφών.

Επειδή το Κυβερνητικό Ταμείο «ήτο μείον», ύστερα από μακρές συσκέψεις μεταξύ αντιπροσώπων του Κομουνίου της Γένουας και των αντιπροσώπων των πλοιοκτητών, συμφωνήθηκε το ύψος του χρέους της πολιτείας προς τους τελευταίους στο ποσό των 203.000 λιβρών (7.000 λίβρες για καθένα από τους 29 πλοιοκτήτες).(9)

Στις 26 Φεβρουάριου 1347 (10) υπογράφτηκε σύμβαση μεταξύ του Κομουνίου της Γένουας και των αντιπροσώπων των πλοιοκτητών, με επικεφαλής το Simone Vignoso. Με βάση τη συμφωνία αυτή, η Γένουα αναγνωριζόταν επικυρίαρχος του άλλοτε ανατολικού κράτους των Zaccaria (1304-1329) και οι πλοιοκτήτες αναλαμβάνουν την επικαρπία του, μέχρι της εξοφλήσεως του ποσού της συμφωνηθείσας αποζη­μίωσης, που προβλεπόταν να λάβει χώρα μετά από 20 έτη. Η Χίος αποτελούσε επί Zaccaria το οικονομικό και πολιτικό κέντρο μιας περιφέρειας που συμπεριλάμβανε τα νησιά των Οινουσσών, των Ψαρών, της Σάμου, της Ικαρίας, της Κω, της ευρισκόμενης στην απέ­ναντι Ιωνία Παλαιάς και Νέας Φώκαιας και το λιμάνι του Περάματος ή Κρήνης ή Passagio, όπως το αποκαλούσαν οι Zaccaria.(11) Βάσει της σύμβασης, λοιπόν, η μητρόπολη της Γένουας έχει επί 20 συναπτά έτη την υπέρτατη πολιτική και δικαστική δικαιοδοσία στη Χίο και τις δύο Φώκαιες. Κατέχει, επίσης, τα φρούρια και διορίζει τον Podestà (Διοικητή)(12), ο οποίος κυβερνά το νησί μαζί με το Συμβούλιό του, από έξι άντρες που επιλέγουν οι Συνέταιροι, σύμφωνα με τους νό­μους και τα έθιμα της Γένουας, και σε περίπτωση μη επάρκειας αυτών σύμφωνα με το ρωμαϊκό δίκαιο. Διορίζει επίσης η Μητρόπολη – με τον ίδιο τρόπο που επιλέγει τον Podestà – και το Castellano ή Castellanus (Φρούραρχο)(13), ο οποίος ορκίζεται να φυλάει το φρούριο για λογαριασμό των Συνεταίρων, του Δόγη του και του Συμβουλίου του. Για τις απαιτήσεις της παραπάνω σύμβασης οι πλοιοκτήτες ιδρύουν εταιρεία με το όνομα Mahona ή Maona (Μαόνα).(14)

Το 1155 υπήρχαν επτά τέτοιες εταιρείες με την ονομασία «Μαόνα», στις οποίες η Γένουα παραχωρούσε το δικαίωμα εκμετάλλευσης των αποικιών της. Στις εταιρείες αυτές δε συμμετείχαν αλλοδαποί, εκτός αν είχαν προσφέρει υπηρεσίες στο κράτος και το Συμβούλιό τους άλ­λαζε ανά 3 ή 4 έτη. Οι παραπάνω εταιρείες διέθεταν τα κέρδη στους «μετόχους» τους, ανάλογα με τα μερίδια των μετοχών τους.(15) Η Μαόνα του 1347, αποτελούμενη από τα πρώτα μέλη – τα περισ­σότερα διέμεναν στη Γένουα – μίσθωσε τις προσόδους της Χίου σε άλ­λη μετοχική εταιρεία που ιδρύθηκε το 1349(16) και για να ξεχωρίζει από την άλλη έλαβε την ονομασία Νέα Μαόνα (Maona Nuova), σε αντίθε­ση με την παλιά Μαόνα (Maona Vecchia). Τα μέλη της παλαιάς Μαόνα πουλούν καθημερνά τις μετοχές τους και το 1358, που πεθαίνει ο Vignoso, το νησί περιέρχεται στην κυριότη­τα 8 Μαονέζων, από τους οποίους μόνο ένας ανήκε στα ιδρυτικά μέλη. Οι οκτώ μέτοχοι της Maona Vecchia και οι δώδεκα της Maona Nuova βρίσκονται σε διαρκείς διαφωνίες και αντιθέσεις, λόγω διαφοράς αντιλή­ψεων και συμφερόντων μεταξύ τους, με αποτέλεσμα πολλές φορές να παρεμβαίνει η γενουατική κυβέρνηση για να διευθετήσει τα πράγματα.

Οικονομικός και διοικητικός χάρτης της Χίου, που περιλαμβάνει τις 12 συνδεσποτείες του νησιού που αντιστοιχούν στις 12 μετοχικές μερίδες, τα δωδεκατημόρια (duodeni) της Μαόνας των Guistiniani (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Στις 8 Μαρτίου 1362 (17), με τη σύμφωνη γνώμη της παλιάς και της νέας Μαόνα, η Χίος μισθώνεται για δώδεκα έτη σε εταιρεία, που αποτελείται από δώδεκα Γενουήνσιους πολίτες, αφού πρώτα εγκρίνονται από το Δόγη και τους Μαονέζους. Ο καθένας θα ελάμβανε το 1/12 (δωδεκατημόριο ή duodenum) των συνολικών προσόδων και η εταιρεία υποχρεωνόταν να πληρώσει στους παλαιούς μετόχους τα χρήματα που τους όφειλε η κυβέρνηση. Ήταν, λοιπόν, οι μετοχές της εταιρείας δώδεκα και ονομάζονταν δωδεκατημόρια (duodeni). Κάθε μετοχή (duodenum) υποδιαιρούνταν σε τρεις μικρότερες, που ονομάζονταν «grossi caratti». Κάθε μια απ’ αυ­τές υποδιαιρούνταν σε οκτώ μικρότερες, ονομαζόμενες «piccoli caratti». Αργότερα τα δωδεκατημόρια έγιναν 13 και το δέκατο τρίτο διαι­ρούνταν σε 2 grossi caratti και το καθένα από τα τελευταία σε 8 piccoli caratti. Επομένως ο συνολικός αριθμός των μεγάλων μετοχών ήταν 13, των grossi caratti 38 και των picolli caratti 304.(18) Στις 14 Νοεμβρίου 1372 οι μέτοχοι συνιστούν Albergo (19), αντικαθιστώ­ντας όλα τα επώνυμά τους με το Ιουστινιάνι (Giustiniani) κι έτσι έμειναν στο εξής στην Ιστορία Albergo di Giustiniani = (Albergo των Ιουστινιάνι). 

Στις 14 Νοεμβρίου 1372 οι μέτοχοι της Maona de Scio συγκροτούν το Albergo di Guistiniani (Albergo των Ιουστινιάνι). Δ. Ροδοκανάκη «Ιουστινιάναι-Χίος» (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Η Μaona και το μονοπώλιο της μαστίχας

Οι Μαονέζοι αποτελούσαν μια στρατιωτικοοικονομική δύναμη που οι φορείς της, αυτόνομοι ή με τη βοήθεια της Μητρόπολης, πολιτεύθηκαν κρατώντας με το ’να χέρι τη ζυγαριά και με τ’ άλλο το σπαθί. Εκμε­τάλλευση στους δουλοπάροικους του μαστιχοφόρου σχίνου και σπαθί για τους αντιρρησίες-επαναστάτες κατοίκους του νησιού, όπως και για τους κατοίκους των δυο Φωκαιών, μα και για τους Ενετούς ανταγωνι­στές, αν χρειαζόταν. Ο Simone Vignoso, ο οποίος διοίκησε τη Μαόνα μέχρι το θάνατό του το 1358, κυρίευσε την Κάρυστο, την οποία κατεί­χαν οι Ενετοί και μετέφερε «εν θριάμβω» τα κλειδιά του Ευρίπου στη Χίο.(20)

Όλα αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με κάποια ακόμη που θα αναπτύξουμε στη συνέχεια, οδήγησαν τον καθηγητή Βασίλη Φίλια να επιλέξει με απόλυτη συνείδηση του πράγματος τον όρο «γενοβέζικη κα­τοχή στο νησί της Χίου», κατά την περίοδο 1346-1566, όσον αφορά στους αγροτικούς πληθυσμούς του νησιού και κατά συνέπεια στους μαστιχοκαλλιεργητές (21).

Σύμφωνα με τον ίδιο, είναι αναμφισβήτητο ότι οι Γενοβέζοι, όταν έρχονται στη Χίο, δημιουργούν αμέσως μια σχέση τραχύτατης κατα­πίεσης σε βάρος των αγροτικών πληθυσμών και επίσης αναμφίβολα παρατηρείται μια τεράστια οικειοποίηση — ή ακριβέστερα, υφαρπαγή — των γαιών τους. Δεν υπάρχει καμία πράξη παραχώρησης των χιώτικων γαιών στη Maona. Άρα, αυθαίρετα οι γαίες αυτές αφαιρέθηκαν από τους καλλιεργητές τους, στους οποίους ανήκαν και στους οποίους επε­τράπη στο εξής στοιχειωδώς απλά και μόνο να καλλιεργούν τη γη σε μια σχέση ιδιαίτερα βαριάς κολληγίας. Πρόκειται, δηλαδή, για μια τυ­χοδιωκτική κατάκτηση, που διαμόρφωσε συνθήκες σε βάρος του αγροτικού πληθυσμού χειρότερες από εκείνες που ίσχυαν στη Δύση στην ακμή του φεουδαρχικού συστήματος. Αυτό είναι εμφανές και από το είδος των οικισμών οι οποίοι δημιουργήθηκαν αυτή την περίοδο. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Χιώτες αγρότες μόνιμα και σταθερά ήταν υπέρ του Βυζαντινού Αυτοκράτορα.

Τούτοι οι Μαονέζοι έμποροι-κατακτητές επέφεραν την πλήρη κα­τάργηση της λειτουργίας της κοινότητας και κάθε κοινοτικού θε­σμού, αφού ίχνη κοινότητας μαρτυρούνται τόσο επί Βυζαντίου όσο κι επί Zaccaria (22). Δεν επέτρεψαν στους αγρότες, στους μαστιχοπαραγωγούς να λειτουργήσουν κάτω από ένα σύστημα στοιχειώδους έστω αυ­τοδιοίκησης, αλλά τους υποχρέωσαν να βρίσκονται κάτω από την επι­κυριαρχία του Podestà. Η πολιτική τους βασιζόταν ουσιαστικά στην εκμετάλλευση πρώτων υλών και γενικά αγροτικών προϊόντων και εμπο­ρευμάτων, τα οποία υφάρπαζαν στην κυριολεξία από τους ιθαγενείς των περιοχών που κατακτούσαν.

Το κυριότερο προϊόν του νησιού επί των ημερών των Μαονέζων ήταν η μαστίχα, της οποίας η παραγωγή και η πώληση ανήκε στη Μα­όνα. Σε κανένα μαστιχοκαλλιεργητή δεν επιτρεπόταν να κόψει έστω κι ένα μικρό δενδρύλλιο σχίνου που βρισκόταν στα κτήματα εκμετάλλευ­σής του κι ο παραβάτης του νόμου τιμωρούνταν ως κοινός εγκλημα­τίας. Δεν επιτρεπόταν ακόμα σε κάποιον να σταθεί κοντά στο μαστιχάρη χωρίς εργασία, όταν αυτός κεντούσε τους σχίνους ή μάζευε τη μα­στίχα. Σε κανένα παραγωγό δεν επιτρεπόταν να πουλήσει μαστίχα ή να αποκρύψει ή να κρατήσει για δική του χρήση έστω και ελάχιστη πο­σότητα χωρίς να λάβει άδεια. Εάν κάποιοι μαστιχοπαραγωγοί για διάφορους λόγους — εκουσίους ή ακουσίους — δεν κατόρθωναν να δώ­σουν το ποσό της μαστίχας το οποίο υποχρεούνταν κάθε χρόνο, ετιμωρούνταν με πρόστιμο το οποίο ανερχόταν στο διπλάσιο της τιμής της μαστίχας.

Οι απάνθρωπες ποινές και η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής σαν αυταξίας δεν έχουν το προηγούμενό τους τουλάχιστον στην ιστορία του νησιού, αλλά και της βυζαντινής επικράτειας θα λέγαμε. Τούτοι οι Μαονέζοι Ιουστινιάνι οργάνωσαν το εμπόριο της μαστί­χας συστηματικά και παρέμειναν ιστορικές οι ωμές και απάνθρωπες ποινές — οι ιστορικές ειδήσεις και οι παραδόσεις μιλούν για περσικά πρότυπα — για τους κλέπτες της μαστίχας. Ο Κάρολος Αραγκής Ιουστινιάνι, ο οποίος έγινε Επίσκοπος στο μητροπολιτικό θρόνο της Χίου σε ηλικία 16 χρόνων (εκκαιδεκαετής), το 1394, μας δίνει τέσσερις πα­ραινετικές επιστολές προς τους Χιώτες καλλιεργητές της μαστίχας γραμμένες στην καθομιλουμένη γλώσσα της εποχής. Στις επιστολές αυτές, πέρα από τις οδηγίες που δίνει ο συγγραφέας στους μαστιχοπαραγωγούς για την επιτυχή και αποδοτική καλλιέργεια των μαστιχόδενδρων, μας ιστορεί και κάθε τι που έχει άμεση ή έμμεση σχέση με τη μα­στίχα την οποία ονομάζει σχοινίνην. Δεν παραλείπει επίσης να υπεν­θυμίσει στους αγρότες τις συνέπειες από την κλοπή του προϊόντος: ο κλέπτης μέχρι δέκα λίτρες (3,2 κιλά) καταδικάζεται από τον ποδεστάτη σε πρόστιμο ενός μέχρι έξι υπερπύρων για κάθε ουγκιά, που εάν δεν μπορούσε να το πληρώσει μαστιγωνόταν και του έκοβαν το ένα αυτί. Εάν έκλεβε από δέκα έως είκοσι πέντε λίτρες, στιγματιζόταν στο μέτω­πο με πυρακτωμένο σίδερο. Εάν έκλεβε είκοσι πέντε μέχρι σαράντα πέ­ντε λίτρες, του έκοβαν τη μύτη. Από σαράντα πέντε μέχρι πενήντα του έκοβαν το δεξιό αυτί και τη μύτη. Από πενήντα έως ογδόντα λίτρες του έκοβαν τα δυο αυτιά και τη μύτη και τον στιγμάτιζαν στο μέτωπο με τον παραπάνω τρόπο. Από εκατό μέχρι διακόσιες λίτρες του έβγαζαν το ένα μάτι και του έκοβαν το πόδι ή το χέρι. Κλέπτης άνω των διακοσίων λίτρων απαγχονιζόταν. Επίσης, κρέμαγαν και αυτόν που είχε τι­μωρηθεί για την κλοπή εκατό λιτρών εάν επαναλάμβανε το ίδιο έγκλη­μα. Οι καταδότες ανταμείβονταν πλουσιοπάροχα, οι δε κλεπταποδό­χοι τιμωρούνταν με τις ίδιες, ακόμα και αυστηρότερες ποινές από εκεί­νες των αυτουργών (23).

Τις παραπάνω ποινές επιβεβαιώνει ο Κυριακός Πιτσενικόλλας (24) (Kiriacus Picenicolleus) από την Αγκώνα σε μια από τις επιστολές του που έγραψε στη Χίο, άγνωστο προς ποιον και πότε, με το «ελληνιστί και λατινιστί» δίστιχο του:

Ει, όστις αν, σώος εν Χίω ζην εθέλεις,

Μαστίχων φύλαξαι μήποτε κλέπτης πέλεις».

«Si vis impune Chion, quisquis es, frequentare,

Mastices caveto numquam fraudare».

[«Όποιος θέλει να ζει σώος στη Χίο

να φυλάσσει τη μαστίχα και ποτέ να μην την κλέβει».]

Ο Κυριακός επισκέφθηκε δύο φορές την Ανατολή, το 1435 και το 1444. Την πρώτη φορά έμεινε περίπου δέκα μήνες και τη δεύτερη τρία χρόνια. Από τη Χίο έφυγε για πάντα στις 27 Φεβρουάριου του 1446.

Όλοι οι χωρικοί των Μαστιχοχώρων ήταν υποχρεωμένοι να δουλέ­ψουν για τη μαστίχα, της οποίας το αποκλειστικό μονοπώλιο ανήκε στη Maona. Οι καλλιεργητές της μαστίχας (μαστιχάρης και μαστιχάρισσα) δούλευαν υπό την επίβλεψη των Masticarii, οι οποίοι ήταν συ­νήθως μετανάστες από τη Γένουα με γυναίκα από τη Χίο και οι οποίοι αναλαμβάνοντας μια Masticaria (περιοχή με μαστιχόδεντρα) τελούσαν υπό τις διαταγές των αξιωματούχων των επιφορτισμένων με τη μαστί­χα, οι οποίοι εκλέγονταν είτε από τον Podestà είτε από τους Μαονέζους.

Συγκεκριμένα, ο Podestà εξέλεγε τους επόπτες των Μαστιχοχωρίων που λέγονταν Λογαριαστές (Logariastitae), όπως και τον επί της σταθμίσεως και απογραφής της μαστίχης Ελεγκτή (Scriba Masticis), του οποίου έργο ήταν ο έλεγχος της ποσότητας κι η απογραφή της μαστίχας. Όπως υποστηρίζει ο Hopf, Scriba Masticis (Γραμματέας των Μαστιχοχωρίων) ορίσθηκε το 1409. Τούτος ο θώκος διατηρήθηκε μέχρι και το 1700, όπου συναντάμε τον I. Μαυροκορδάτο — αδελφό του εξ Απορρήτων – να τον κατέχει. Οι κυβερνήτες της Μαόνας εξέλεγαν τους Εξεταστές (Perquisitores) με σκοπό να ελέγχουν τα αναχωρούντα πλοία για τυχούσα ύπαρξη μαστίχας και τους επί της συγκομι­δής της μαστίχης Επιστάτες (Officiales Super Recullectionem Masticis) (25), οι οποίοι επιστατούσαν για τη σύναξη και την καταμέτρηση της μαστίχας, την οποία μοίραζαν στους μετόχους ανάλογα με τις με­τοχές τους στην εταιρεία Μαόνα.

Η κυριότερη πηγή πλούτου για την εταιρεία Μαόνα υπήρξε το εμπόριο. Το σημαντικότερο όμως κι επικερδέστερο γι’ αυτή εμπόριο ήταν εκείνο της μαστίχας. Η ετήσια μέση παραγωγή της μαστίχας ανερχόταν σε 434 στατήρες (καντάριοι) (26). Την εκμετάλλευση της μαστίχας μονοπωλούσε αδιάλειπτα η Μαόνα και οι ετήσιες πωλήσεις (27) ανέρχονταν βάσει της παραπάνω παραγωγής σε:

120 στατήρες για την Ευρώπη

114 στατήρες για την Αρμενία, Κύπρο, Ρόδο, Συρία, Αίγυπτο και

200 στατήρες για την Ελλάδα, Κωνσταντινούπολη, Τουρκία και Μικρά Ασία.

Οι Μαονέζοι διατηρούσαν, για τις ανάγκες του εμπορίου της μαστίχας, σε μερικές πόλεις ιδιαίτερα πρακτορεία, όπως για παράδειγμα στην Αλεξάνδρεια και τη Δαμασκό.

Στη Δύση οι κύριες περιοχές εξαγωγής ήταν η Βαρβαρία (Βορειοδυ­τική Αφρική) και η Ιταλία (Σικελία, Καλαβρία, Πούλια, Μάρκες, Το­σκάνη και Λομβαρδία). Η κεντρική αποθήκη όλης της συγκομιδής βρι­σκόταν στη Χίο στο «Casa del Mastice». Στη Γένουα χτίστηκαν αποθή­κες για τη Δύση και στη Ρόδο για τις ανατολικές χώρες.

Το εμπόρευμα το συγκέντρωναν, το επεξεργάζονταν και το πουλού­σαν σε «Cuffini» (σεντούκια ή κιβώτια) κλεισμένα και τυλιγμένα με καναβάτσες. Ένα «cuffino» (κοφίνι) ζύγιζε ακαθάριστο 57 κιλά περίπου, ενώ το φορτίο του σε καθαρή καλής ποιότητας μαστίχα ισοδυναμούσε με 46 περίπου κιλά. Το «πλοίο της μαστίχας» της Maona μετέφερε από 14 έως 30 «coffini».

Αξίζει να μνημονεύσουμε εδώ και την περίπτωση της απόσυρσης του προϊόντος από τη «Μαόνα» για να διατηρηθεί η τιμή σε υψηλά επίπεδα. Ο Κ. Μ. Κατλάς (28) λέγει σχετικά: «Αν η συλλεγομένη ποσότης ήτο μεγαλυτέρα της οριζομένης εκ των προτέρων, το περίσσευμα εφυλάσσετο εις τας αποθήκας διά το επόμενον έτος, ή εκαίετο αμέσως». Τα παραπά­νω είναι αρκετά για να συμπεράνουμε πόσο καλά ήταν οργανωμένο το εμπόριο της μαστίχας στα χρόνια των Γενουατών, ώστε οι μεγάλοι αυ­τοί έμποροι ήταν σε θέση με μεθόδους, που και σήμερα γίνονται απο­δεκτές στο παιχνίδι της οικονομίας, να ελέγχουν την προσφορά και τη ζήτηση του προϊόντος. Η Μαόνα φρόντιζε, επίσης, για τον έλεγχο και την παραγωγή της μαστίχας στα πλαίσια μη εξάντλησης των μαστιχοφόρων σχίνων.

Την εμπορική εκμετάλλευση των παραπάνω ποσοτήτων μαστίχας είχαν συνήθως ιδιώτες ή εταιρείες, οι οποίες στη συνέχεια πουλούσαν με δικό τους κίνδυνο το προϊόν στις παραπάνω χώρες. Δηλαδή, οι πωλήσεις γίνονταν από τη Μαόνα σ’ αυτές τις ατομικές ή εταιρικές επι­χειρήσεις, επί πιστώσει τριών, έξι, οκτώ, δέκα ή και περισσοτέρων ετών, έναντι εξαμηνιαίων συναλλαγματικών σε διαταγή της Μαόνα και πληρωτέες στην Κύπρο, η οποία ήταν γενουατική αποικία ή τη Γένουα. (29)

Δεν ήταν ασύνηθες το φαινόμενο της πώλησης της μαστίχας προκαταβολικά. Όταν οι Μαονέζοι είχαν ανάγκη από χρήματα, ανέθεταν την πώληση της μαστίχας σε ιδιωτικές εταιρείες, εισπράττοντας την αξία της προκαταβολικά (30).

Από το 14ο αιώνα η μαστίχα, μέσω των δικτύων των Μαονέζων Giustiniani, γίνεται γνωστή σ’ όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα να αυξη­θεί η ζήτησή της και συνακόλουθα η τιμή της. Η ετήσια πρόσοδος από τη μαστίχα ανερχόταν σε 30.000 δουκάτα, βάσει των μαρτυριών του Ιερώνυμου Giustiniani(31) και, σύμφωνα με άλλη μαρτυρία από το ημερο­λόγιο του Χριστόφορου Κολόμβου, πάνω από 50.000.

Ο παρακάτω πίνακας α’ μας δίνει τις διακυμάνσεις της τιμής της μαστίχας από το 1362 και μετά:(32)

                                                                                 

ΤΙΜΕΣ ΜΑΣΤΙΧΑΣ ΕΠΙ GIUSTINIANI(³³)

Χρονολογία Μονάδα βάρους Τιμή
1 10 Οκτωβρίου 1362 Στατήρας 40 λίβρες
2 31 Μαΐου 1364 Στατήρας 40 λίβρες
3 1391 Στατήρας 51,5 λίβρες
4 17 Ιουνίου 1394 Στατήρας 190 δουκάτα
5 1407 Στατήρας 45 λίβρες
6 19 Απριλίου 1417 Στατήρας 45 λίβρες
7 1 Μαΐου 1516 Capsion 61 δουκάτα
8 1532 Capsion

100 δουκάτα


Κατά τον ΙΣΤ’ αιώνα πωλούνταν ετήσια 300 κιβώτια, που το καθέ­να ζύγιζε 320 λίβρες ή 3.840 ουγκιές, προς 100 δουκάτα το κιβώτιο. Από τον Ιερώνυμο Ιουστινιάνι(34) μπορούμε να λάβουμε, παρά τις υπερβολές του, την εικόνα των εισοδημάτων και εξόδων της Χίου, όπως και του ρόλου του προϊόντος της μαστίχας στον παρακάτω ισο­λογισμό:

Εισοδήματα

                          Χρυσά Δουκάτα

Έκαστος εκ των 13 αρχόντων (συναριθ-

μουμένου και του Υπάτου) εσύναζε κατ’

έτος παρά του λαού 2000 χρυσά δουκάτα˙

όλα ομού……………………………………………………………………………………….26,000

Εσυνάζοντο τριακοσίαι κιβωτοί μαστίχης

(εκάστη κιβωτός εζύγιζε 320 λίτρας η δε

λίτρα δώδεκα ουγγίας) προς εκατόν δου-

κάτα η κιβωτός……………………………………………………………………………..30,000

Εκ των τελωνείων…………………………………………………………………………..30,000

                                                                                                                    86,000

Έξοδα

                       Χρυσά Δουκάτα

Οι δεκατρείς Άρχοντες ελάμβανον…………………………………………………..26,000

Κεφαλητιών(35) διδομένη εις τον Σουλτάνον

(περί τα τέλη της κυριαρχίας των Ιουστιάνων)………………………………….14,000

Προς πληρωμήν του τόκου του διά παρελθόντας

πολέμους γενομένου χρέους, διά τε τον περιτειχι-

σμόν της πόλεως και άλλα έξοδα αναγκαία………………………………………20,000

Όσα εξοδεύοντο κατ’ έτος προς δώρα γινόμενα εις

τον Σουλτάνον, τους Πασάδας, τον Αρχιναύαρχον

(οσάκις προσωρμίζετο εις την Χίον) και προς αποστο-

λήν πρέσβεων εις την Κωνσταντινούπολιν.

Όσα εχρειάζοντο προς μίσθωσιν των δημοσίων Υπουργών      

                                                                                                                          60,000

 

Όσα χρήματα περίσσευαν, τα διαμοιράζονταν οι Μαονείς(36) ανάλογα με το μερίδιο που είχε καταθέσει ο καθένας με σκοπό την κατάκτηση της Χίου από τους Βυζαντινούς το 1346.

 Η αρχιτεκτονική προδίδει τον ιδιότυπο φεουδαλισμό των Giustiniani

Επειδή η ιστορία απεικονίζεται κραυγαλέα στην αρχιτεκτονική, οι οι­κισμοί των Μαστιχοχώρων, όπως δημιουργήθηκαν από τους Μαονέζους, παραμένουν αδιαφιλονίκητοι ζωντανοί μάρτυρες τούτης της αδυ­σώπητης κατοχής και της κερδώας φρενίτιδας των εμπόρων-κατακτητών. Στέλνουν, λοιπόν, σχέδια, πολεοδόμους, μηχανικούς κι αρχιτέκτο­νες, τεχνικούς, ίσως ακόμη κι εργάτες και δημιουργούν τούτα τα μεσαι­ωνικά χωριά, τα Καστροχώρια. «Εργατικές πολυκατοικίες» τα αποκαλεί η αγαπητή μου Μαρία Ξύδα, στα πλαίσια εξευμενισμού του «κακού»(37).

Το Καστροχώρι-Μαστιχοχώρι Μεστά, από το Francisco Lupazzulo, 1639 (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»)

 Αν λάβουμε σαν αντιπροσωπευτικό τύπο αυτών των χωριών τα Με­στά, μιας κι ο πανδαμάτορας χρόνος τα σεβάστηκε πιότερο από τ’ άλλα, θα δούμε ότι έχουν δομηθεί στη λογική των φρουρίων. Πρόκειται για ένα κλειστό παραλληλόγραμμο — το εμβαδόν του οποίου ποικίλλει ανάλογα με το πλήθος των κατοίκων κάθε χωριού — με πυκνό πολεοδομικό ιστό. Τα ακραία σπίτια – ο ξώγυρος του χωριού – αυτού του πα­ραλληλόγραμμου είναι χτισμένα σε συνεχή κι αδιάσπαστη σειρά, χωρίς πόρτες και παράθυρα προς τα έξω, δημιουργώντας ένα εξωτερικό τεί­χος. Οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών βλέπουν στο εσωτερικό του χωριού. Σε κάθε γωνία του παραλληλόγραμμου υπάρχει ο γνωστός μικρός πύργος (πυργόπουλο). Δύο συνήθως σιδερένιες πόρτες, που έκλειναν το βράδυ (με το ηλιοβασίλεμα), «φυλάκιζαν κι ελευθέρωναν» τους κατοίκους του χωριού.


    Η επιβλητική εξώπορτα του πύργου Αργέντη στον Κάμπο της Χίου, όπως σώζεται σήμερα  (φωτ. Γιάννης Βούλγαρης)

 Στο μέσο του χωριού δέσποζε ο πύργος, που περιβαλλόταν κι αυτός από παραλληλόγραμμο περιτείχισμα με τέσσερις πυργίσκους (πυργόπουλα) στις τέσσερις κορυφές του περιτειχίσματος. Ενώ οι οικισμοί ήταν χτισμένοι σε εκτάσεις που τους έκαναν μη ορατούς απ’ τη θάλασ­σα, για τους ευνόητους λόγους, ο τελευταίος όροφος του κεντρικού πύργου μπορούσε να δει τα διάφορα παρατηρητήρια (βίγλες), που επόπτευαν τις θάλασσες, δημιουργώντας μ’ αυτό τον τρόπο ένα δίκτυο επι­κοινωνίας μεταξύ χωριών και παραλίων.

Στενοί δρόμοι, σκοτεινοί, ανήλιαγοι, αδιέξοδοι, διασχίζουν τον πυ­κνό ιστό του χωριού κι εμποδίζουν τη δυνατότητα μαζικών συγκεντρώ­σεων σε περίπτωση εξεγέρσεων των κατοίκων. Ακόμα και η καθιερωμέ­νη, στις μέρες μας, πλατεία του χωριού απουσίαζε για τους ίδιους ευ­νόητους λόγους.

Με τον τρόπο αυτό οι δυνάστες εξασφάλιζαν την εξωτερική επι­βουλή, αλλά κύρια ήλεγχαν το εργατικό δυναμικό, όπως και την παρα­γωγή και διάθεση του πολύτιμου και κερδοφόρου, γι’ αυτούς, προϊό­ντος της μαστίχας.

Τα μεσαιωνικά χωριά της Λιγουρίας (Dolce Acqua, Ventimiglia, San Remo κλπ.), που χτίστηκαν περίπου την ίδια χρονική περίοδο με τα χιώτικα, παρουσιάζουν ίδια δομή, λογική κι οργάνωση. Μοιάζουν σαν «δυο σταγόνες νερό».

Ενισχυτικός κι επιβεβαιωτικός των παραπάνω ο λόγος του Ιγνάτιου Πάσκουα Ιουστινιάνι, διά στόματος του de Coulanges:

«η οχύρωσις των χωρίων της νήσου ημών, προς τη κατά των πειρατών αμύνη, σκοπόν είχε, την διευκόλυνσιν της επιτηρήσεως της μαστίχης υπό των Μαονέων, της τε συγκομιδής και της πωλήσεως του προϊόντος εις ουδένα επιτρεπομένης άνευ αδείας αυτών επί ποινή θανάτου»(38).

Τις ποινές για τους παραβάτες της μαστίχας ο Κ. Σγουρός τις συγκρίνει με τα κρατούντα στη Γαλλία προ της μεγάλης επαναστάσεως, όπου η απο­κοπή χεριού αναγραφόταν στον ποινικό κώδικα μέχρι της βασιλείας του Φιλίππου(39). Ο Hopf τις αποδίδει καθαρά στη μονοπωλιακή φύση της μα­στίχας, από την οποία η πρόσοδος έφτανε τα 30.000 δουκάτα. Για τούτους τους δυνάστες του «ξίφους και της ζυγαριάς» το χρήμα μόνο μετρούσε.

Το Καστροχώρι-Μαστιχοχώρι Αρμόλια απ’ το μολύβι του Francisco Lupazzulo, 1639. Τούτο το χωριό υπήρξε παράλληλα και μεγάλο βιοτεχνικό κέντρο στο νησί την υπό εξέταση εποχή, συνεχίζοντας αδιάλειπτα την παράδοση αυτή μέχρι και σήμερα. Στην κορυφή του λόφου δεσπόζει το κάστρο των Απολίχνων ή Ωργηάς (Ωραίας), που διατηρείται στις μέρες μας σε ερειπιώδη κατάσταση (πηγή: Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής»).

Αλλά ας ακούσουμε το Γάλλο διπλωματικό υπάλληλο Victor Fontanier να μας ξεναγεί «εν έτει 1827», καταθέτοντας το δικό του χρώμα:

«(…) Το χωρίον τούτο (Μαστιχοχώρι) είχε κτισθή προ της κατοχής των Τούρκων· έβλεπέ τις πύλας και φρούριον όμοια προς εκείνα τα οποία υπενθυμίζουν εισέτι εν Γαλλία τους χρόνους του φεουδαλισμού. Κατώκει αυτό ο αγάς, ο επιτετραμμένος την επίβλεψιν της μαστίχης και διήρχετο ευχαρίστως την ημέραν του εις το υψηλότερον διαμέρι­σμα μικρού πύργου, οπόθεν έβλεπε την εξοχήν, της οποίας η φύλαξις του ήτο εμπεπιστευμένη˙ωπλισμένος με καλόν τηλεσκόπιον εξέτεινε τας παρατηρήσεις του μέχρι της θαλάσσης και εζήτει να αναγνωρίσει μήπως τα εμφανιζόμενα εις τον ορίζοντα πλοία ανήκωσιν εις τους Έλληνας επαναστάτας (…)»(40)

Ο Δημ. Βικέλας στο εκτενές αφήγημά του «Λουκής Λάρας» γράφει για τα μεσαιωνικά χωριά της Χίου:

«Τα χωριά της Χίου ήσαν ως φυλακαί. Δεν έχουν τείχη, αλλά κατά τας τέσσαρας εξωτερικάς πλευράς των οικιών τα οπίσθια συνεχόμενα αποτελούν αδιάκοπον προτείχισμα. Αι θύραι των οικιών κείνται εντός του χωρίου, η κεντρική δε αυτού οδός τέμνουσα των οικιών την συνέχειαν σχηματίζει τον οχυρώματος την πύλην. Οδοί λίαν στεναί και οικοδομαί συνεσφιγμέναι πληρούσι τον χώρον, τον οποίον περιστοιχίζει η εξωτερική πλευρά των οικιών. Εις το μέσον ευρίσκονται οι πύρ­γοι»(41).

Οι οικισμοί με τέτοια φιλοσοφία αναφέρονται και από το Θουκυδί­δη (στα «Πλαταϊκά», βιβλίο 2, παράγραφος 3-4) κι από τον Πλάτωνα (στους «Νόμους» του):

«Αλλ’ ει δη τείχος γε τι χρεών ανθρώποις είναι, τας οικοδομίας χρη τας των ιδίων οικήσεων ούτως εξ αρχής βάλλεσθαι, όπως αν η πάσα η πόλις εν τείχος, ομαλότητί τε και ομοιότησιν εις τας οδούς πασών των οικήσεων εχουσών ενέρκειαν, ιδείν τε ουκ αηδές μιας οικίας σχήμα εχούσης αυτής, εις τε την της φυλακής ραστώνην όλω και παντί προς σωτηρίαν γίγνοιτ’ αν διάφορος».

[«Αλλ’ αν εν πάση περιπτώσει είναι ανάγκη να υπάρξουν τείχη για τους ανθρώπους, πρέπει το χτίσιμο των ιδιωτικών κατοικιών να είναι καμωμένο από την αρχή έτσι, ώστε ολόκληρη η πόλη ν’ αποτελεί ένα συμπαγές τείχος, όλες δε οι οικίες να έχουν ασφά­λεια, κτισμένες κατά τρόπο ομαλό και ομοιόμορφο, με όψη στους δρόμους, δεδομένου ότι δεν είναι άσχημο το θέαμα πόλης η οποία να έχει σχήμα μιας οικίας, και ότι όταν διευκολύνεται η φρούρησή της, θα παρέχει ξεχωριστή ασφάλεια, εξ ολοκλήρου σε όλους».]

Επειδή η ιστορία απεικονίζεται κραυγαλέα στην αρχιτεκτονική, οι οικισμοί των Μαστιχοχώρων, όπως δημιουργήθηκαν από τους Giustiniani – Ιουστινιάνι  παραμένουν αδιαφιλονίκητοι ζωντανοί μάρτυρες τούτης της αδυσώπητης κατοχής και της κερδώας φρενίτιδας των εμπόρων-κατακτητών. Στέλνουν, λοιπόν, σχέδια, πολεοδόμους, μηχανικούς κι αρχιτέκτονες, τεχνικούς, ίσως ακόμη κι εργάτες και δημιουργούν τούτα τα μεσαιωνικά χωριά, τα Καστροχώρια, στην υπηρεσία του ιδιότυπου φεουδαλισμού τους.  Η αρχιτεκτονική, η δομική φυσιογνωμία και η ομοιότητα των παραπάνω χωριών (μοιάζουν σαν μια σταγόνα νερού), προδίδουν – πέραν των άλλων – τους   «πρωτομάστορές» τους…
Νόμισμα του 14ου αιώνα. Στο μπροστινό μέρος διακρίνεται ο Δόγης. Στο πίσω, ο σταυρός της Δημοκρατίας της Γένουας.
(https://www.vcoins.com/en/stores/pavlos_s_pavlou_numismatist/131/product/crusader_statesgreeceisland_of_chios_under_genoathe_mahona_1347_and_laterargigliato/521635/Default.aspx).
Ο Χρίστος Στεργ. Μπελλές είναι Δρ Ιστορίας και
 Πρόεδρος Δ.Ε. Ελεύθερου Πανεπιστημίου «Ιωνία»

 

YΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

  1. Ο εμφύλιος πόλεμος τελείωσε στις 3 Φεβρουάριου 1347.
  2. Ν. Γρηγορός, «Ρωμαϊκή Ιστορία», σελ. 765.
  3. Α. Δαμαλάς, «Ο Οικονομικός Βίος της Νήσου Χίου», σελ. 749.
  4. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Β’, σελ. 385.
  5. Α. Δαμαλάς, «Ο Οικονομικός Βίος της Νήσου Χίου», σελ. 753.
  6. Αυτόθι, σελ. 756.
  7. Αυτόθι, σελ. 764.
  8. Ο Βενέδικτος, μετά το θάνατο του αδερφού του Εμμανουήλ το 1288, για να ενισχύσει την Παλαιά Φώκαια (Focea Vecchia) από την τουρκική απειλή, έχτισε βορειοδυτικά της και σε απόσταση 12 χιλιομέτρων άλλο φρούριο, το οποίο κατοικήθηκε από 300 Έλληνες της Ιωνίας που εργάζονταν στα ορυχεία της στυπτηρίας. Τούτο απετέλεσε τη Νέα Φώκαια (Focea Nuova).
  9. 9. Hopf, «Les Guistiniani», σελ. 37. – Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 2.
  10. Αυτόθι, σελ. 3. – Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της Νήσου Χίου», σελ. 190.
  11. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Β’, σελ. 396-398.
  12. Podestà και ελληνικά ποδεστάτος ή ποτεστάτος ή ποδεστάς ή εξουσιαστής ή αρμοστής ή προεστός.
  13. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 3, 15. – C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 39.
  14. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι – Χίος», σελ. 8 – Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της Νήσου Χίου», σελ. 190 – C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 98.
  15. Λ. Θ. Χουμανίδης, «Οικονομία και Εμπόριον εις το Βυζάντιον», σελ. 304-305 – L. Cioli, «Histoire économique», σελ. 110.
  16. Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 60.
  17. Αυτόθι, σελ. 61.
  18. Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 62.
  19. Albergo = σύνολο πολιτών αριστοκρατών (nobili) και λαϊκών (popolari), που στο βωμό ενός σκοπού ή στόχου άλλαζαν τα επώνυμά τους κι ελάμβαναν ένα άλλο άσχετο των μελών ή το επώνυμο ενός κορυφαίου από τα μέλη. Ας πούμε πως γινόταν αδερφοποιτοί στα καθ’ ημάς. Τα alberghi πέτυχαν να αμ­βλύνουν τις αντιθέσεις μεταξύ nobili και popolari. Το 14ο αιώνα υπήρξαν στη Γένουα 70 alberghi.
  20. Π. Λάμπρου, «Μεσαιωνικά Νομίσματα των Δυναστών της Χίου», σελ. 17.
  21. «Χίος-Γένοβα», Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Χίου για την Ιστορία και τον Πολιτισμό του Νησιού, Β. Φίλιας, σελ. 95-98.
  22. Γ. I. Ζολώτας, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Γ1, σελ. 58.
  23. Δ. Ροδοκανάκης, «Ιουστινιάναι — Χίος», σελ. 65, 66.
  24. Αυτόθι, σελ. 75, 76.
  25. Κ. Σγουρός, «Ιστορία της Χίου», τόμ. Γ’, σελ. 221, 228.
  26. Ένας στατήρας (cantarium) = 150 λίβρες = 37,5 οκάδες

       1 λίβρα =100 δράμια

       1 οκά = 400 δράμια

       1 οκά = 1280 γραμμάρια

  1. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 129 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150.
  2. Αυτόθι.
  3. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 129 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150.
  4. Ph. Argenti, τόμ. 1, σελ. 485.
  5. Κ. Α. Σγουρός, «Ιστορία της νήσου Χίου», σελ. 221, υποσ. 2.
  6. C. Hopf, «Les Giustiniani», σελ. 130 – Ph. Argenti, τόμ. 1, σελ. 487.
  7. Α. Σ. Δαμαλάς, «Οικονομικός Βίος της νήσου Χίου», σελ. 1052 – Κ. Μ. Κατλάς, «Η Χίος υπό τους Γενουηνσίους», σελ. 150-151.
  8. Ιερώνυμος Ιουστινιάνι: υπήρξε γιος του Βικέντιου Ιουστινιάνι και γεννήθηκε στη Χίο το 1544. Έγραψε την ιστορία της Χίου «πρώτον γραικιστί, έπει­τα δε ιταλιστί, λατινιστί και γαλλιστί». Το ιστορικό του έργο διακρίνει η υπερ­βολή. Δεν παύει όμως να αποτελεί μια ιστορική είδηση, που μπορεί ο καθένας να τη σταθμίσει ανάλογα.
  9. Κεφαλητιών ή χαράτσι ή κεφαλικός φόρος.
  10. Α. Μ. Βλαστός, «Χιακά», σελ. 169-170.
  11. «Χίος-Γένοβα», Πρακτικά Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Χίου για την Ιστορία και τον Πολιτισμό του Νησιού, Μ. Ξύδα, σελ. 93-94.
  12. Κ. Σγουρός, «Ιστορία της νήσου Χίου», σελ. 221.
  13. Αυτόθι, σελ. 220.
  14. Φ. Π. Αργέντη – Σ. Π. Κυριακίδη, «Η Χίος παρά τοις Γεωγράφοις και Περιηγηταίς», σελ. 1135.
  15. Σύλλογος Πυργούσων Αττικής, «Ένα κειμήλιο. Το Πυργί της Χίου», σ. 48.

Slobodan Marković: Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip. Μέρος B’: Από τη δεκαετία του ’40 έως σήμερα

Slobodan Marković

Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip.

Μέρος B’: Από τη δεκαετία του ’40 έως σήμερα

 

H Rebecca West και η “απόπειρα” του Σεράγεβου

Η δημοσίευση ενός οδοιπορικού της Cicely Isabel Fairfield, περισσότερο γνωστής με το ψευδώνυμο Rebecca West (1892-1983), αποτελεί σταθμό ως προς τον τρόπο, με τον οποίον οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν τον Princip. Με τη δύση του 1941, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο της, που έφερε τον τίτλο “Μαύρο πρόβατο και Γκρίζος ιέραξ. Οδοιπορικό στη Γιουγκοσλαβία” (Black Lamp and Grey Falcon. A Journey through Yougoslavia).⁵² Με την πάροδο του χρόνου, το βιβλίο έγινε ιδιαίτερα δημοφιλές. Στη νεκρολογία της στους New York Times, ξεχώριζε ο χαρακτηρισμός, που παλαιότερα της είχε αποδώσει η κριτικός της λογοτεχνίας Diana Trilling: “Μια από τις εξέχουσες λογοτεχνικές προσωπικότητες του αιώνα”. Όσο για το οδοιπορικό στη Γιουγκοσλαβία, ήταν “πέραν πάσης αμφιβολίας, ένα από τα καλύτερα βιβλία των τελευταίων πενήντα ετών”.⁵³ Σε αυτό, λοιπόν, το βιβλίο, η  Rebecca West δίνει μια εντελώς νέα ερμηνεία για τη δολοφονία του Σεράγεβου, ή καλύτερα, της απόπειρας, όπως χαρακτηριστικά την κατονομάζει, επιμένοντας στη χρήση του γαλλικού όρου (attentat), ομόηχου και σχεδόν πανομοιότυπου ορθογραφικά με τον αντίστοιχο σερβο-κροατικό (atentat).

Ο βαθμός της συμπάθειας, που σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής της η Rebecca West έτρεφε έναντι των Γιουγκοσλάβων και των Σέρβων, αναδείχθηκε ανάγλυφα από ένα περιστατικό, το 1977, όταν το περίφημο οδοιπορικό της επανεκδόθηκε. Στρεφόμενη κατά του εντύπου The Spectator,  που κατ επανάληψη είχε δημοσιεύσει αρνητικά σχόλια για την ίδια και για το βιβλίο, δήλωσε δημόσια ότι θα επέδιδε την αποζημίωση, η οποία της επιδικάστηκε, στην Ορθόδοξη Σερβική Κοινότητα του Λονδίνου.⁵⁴

Ένα μεγάλο κεφάλαιο του οδοιπορικού, με 15 υποκεφάλαια, είναι αφιερωμένο στη Βοσνία. Στο έβδομο από αυτά, η West περιγράφει το προσκύνημα στα μνήματα των συνωμοτών. Μια επίσκεψη, η οποία ήταν για τη συγγραφέα μια πρώτου μεγέθους ευκαιρία προκειμένου να σχολιάσει την εικόνα, που είχε διαμορφωθεί στη Δύση γι αυτούς, προτού ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. “Η γενικότερη εντύπωση έκλινε προς την κατεύθυνση ότι επρόκειτο για επικίνδυνους φανατικούς μανιακού ή αρρωστημένου τύπου. Ωστόσο, η εν γένει διαγωγή, που επέδειξαν κατά τη διάρκεια της δίκης, όχι μόνο ήταν απόλυτα υγιής και γεμάτη αξιοπρέπεια, αλλά και η επιχειρηματολογία, όπως άλλωστε και η απολογία τους, αποτελούσαν απόδειξη ατομικών ικανοτήτων και καλλιέργειας υψηλού επιπέδου”.⁵⁵

Rebecca West

Η West αντιπαραβάλλει τον Čabrinović, έναν ειρηνιστή, όπως τον χαρακτηρίζει, με το Princip, ο οποίος δεν συμμερίζεται τις ιδέες του. Παρά ταύτα, η συγγραφέας δεν στρέφεται εναντίον του δευτέρου. Βεβαίως, καταδικάζει την πράξη της δολοφονίας. Σπεύδει, όμως, να τη σχετικοποιήσει κάνοντας λόγο περί τυραννικής άσκησης της εξουσίας στη Βοσνία εκ μέρους της αυστριακής διοίκησης: “Η πράξη των νέων αυτών είναι ειδεχθής, εξίσου με το είδος της τυραννίας ενάντια στην οποία στράφηκαν. Πιθανότατα θα είχαν ανατραφεί με την προοπτική να γίνουν καλοί άνθρωποι, εάν δεν ερχόταν να συντριβεί επάνω τους η ευρισκόμενη σε κατάσταση κατάρρευσης Αυστριακή Αυτοκρατορία. Η τερατώδης αδυναμία μιας αυτοκρατορίας είναι δυνατό να προκαλέσει καταστάσεις του είδους αυτού”.⁵⁶ Εν συνεχεία, η Rebecca West καταλήγει στην εκτίμηση πως οι συνωμότες καλούνταν να χειριστούν ένα μυστήριο, το οποίο είχε διαφορετική μορφή για τον Princip, για τον Čabrinović, για τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους και για τους χωρικούς και τους εμπόρους, που τους παρείχαν ακούσια, την υποστήριξή τους. “Η όλη πράξη, έτσι όπως την είχε φαντασθεί ο Princip, ουδέποτε έλαβε χώρα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή συνδέθηκε, με ένα άλλο εγχείρημα, μια δολοφονία, η οποία δεν φαίνεται να είχε σχεδιασθεί από κανέναν. Όμως, η σκέψη και μόνο εξήπτε τη ευρηματικότητα όσων ονειροπόλων απαρνούνταν κάθε μορφή εγκράτειας όποτε λειτουργούσαν στη σφαίρα του φαντασιακού. Από τις δυο αυτές αντιλήψεις, επικράτησε εκείνη που σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους και υποβάθμισε οτιδήποτε ζωντανό απέμεινε. Κάνω λόγο για μυστήριο. Γιατί, υπό αυτή τη μορφή εκλαμβάνω, όπως και οι υπόλοιποι Δυτικοί, τη συγκεκριμένη πράξη. Για όσους, όμως, την αξιολογούν υπό την οπτική γωνία του τόπου, όπου διεπράχθη, και ανατολικότερα από αυτόν, επρόκειτο για μια ιερή ενέργεια απελευθέρωσης. Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγονται και άτομα, προερχόμενα από τη Δύση, που θεωρούνται έξυπνα και πολιτισμένα”.⁵⁷

Οι σοροί του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου και της συζύγου του, Σοφίας.

 Στην πραγματικότητα, δεν μας αποκάλυψε ποιο ήταν το περίφημο μυστήριο, στο οποίο τόσο πολύ επέμενε. Απλά, περιορίστηκε στο σχόλιο ότι “η απόπειρα του Σεράγεβου ήταν μυστήρια όσο μυστήρια είναι η Ιστορία ή, ακόμα, και η ίδια η ζωή”. Αναγνώριζε πως “όσο πιο πολλά γνωρίζει κανείς γι αυτό το θέμα, τόσο πιο ακατανόητο εκείνο γίνεται”. Ως προς τις συνέπειες της απόπειρας υποστήριζε ότι “να προβεί κανείς σε καταδίκη με γνώμονα την ηθική, είναι κάτι το αδύνατο”(…) “Η ψυχή όφειλε να επιλέξει τη ζωή. Τη στιγμή, όμως, που οι Βόσνιοι επέλεγαν τη ζωή δολοφονώντας τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο, καταδίκαζαν αυτόματα σε θάνατο Γάλλους, Γερμανούς και Βρετανούς”. Εάν παρουσιαζόταν μια ευκαιρία στους τελευταίους, αναμφίβολα αυτοί με τη σειρά τους “θα επέλεγαν τον θάνατο για τους Βόσνιους”. Για να καταλήξει κάπως πικραμένη: “Το να στίβει κανείς το νου του προσπαθώντας να υπολογίσει το συνολικό τίμημα, είναι παράλογο. Κι όμως, δεν μας απομένει, στην περίπτωση, να πράξουμε τίποτε άλλο από το να επιβαρύνουμε διαρκώς το άθροισμα με επιπρόσθετες ανθρώπινες απώλειες. Δεν είμαστε παρά αριθμομηχανές, αναγκασμένες να λειτουργούν προς αυτή την κατεύθυνση…”.⁵⁸

Η Rebecca West υπήρξε μεταξύ των πρώτων Δυτικοευρωπαίων διαμορφωτών κοινής γνώμης, οι οποίοι προσέδωσαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στους συνωμότες του Σεράγεβου.⁵⁹ Από “άτομα ευρισκόμενα σε ψυχοπαθή κατάσταση”, φανατικούς “μανιακού ή αρρωστημένου τύπου”, τους μετέτρεψε σε υγιείς, ενθουσιώδεις νεαρούς, με τη σειρά τους θύματα των περιστάσεων. Η πρώτη κριτική του βιβλίου της, που δημοσιεύθηκε στους Times, δεν παρέλειψε να επισημάνει τη συμπάθειά της προς αυτούς: “Η κυρία West αναφέρεται σε συνωμοσίες και δολοφονίες, συχνά περιγράφει τί είδους άνδρες και γυναίκες ήταν τα θύματα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε με δυσκολία να μπορεί κανείς να εκφραστεί υπέρ των τελευταίων, την ίδια στιγμή που παραθέτει ένα σωρό δικαιολογίες προς όφελος των δραστών”.⁶º Προβαίνει, είναι αλήθεια, σε μια καταδίκη της απόπειρας, η οποία, ωστόσο, είναι χλωμή, συγκεχυμένη και χαμένη στο φόντο, τη στιγμή που η ιστορία των νεαρών συνωμοτών αναδεικνύεται ως κομβικό στοιχείο της αφήγησής της, παρά το γεγονός ότι είχε ως συνέπεια έναν πόλεμο με εκατομμύρια θύματα.

Μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το βιβλίο της αποτέλεσε υποχρεωτικό ανάγνωσμα όλων των αγγλόφωνων διπλωματών, οι οποίοι ήταν διαπιστευμένοι στη Γιουγκοσλαβία. Γι αυτό και η κάλυψη, εκ μέρους της, της απόπειρας ⁶¹, όπως επίσης και οι αναφορές της στην ιστορία και στις συνθήκες, που επικρατούσαν στη χώρα αυτή, επηρρέασαν τα μέγιστα τις Αγγλο-αμερικανικές αντιλήψεις. Εκείνο, όμως, που δεν μπορεί να παραμείνει ασχολίαστο, είναι το ότι, οσάκις ερμηνεύει το παρελθόν μιας χώρας με βεβαρυμένο από εντάσεις, ιστορικό, δεν πράττει τίποτε άλλο από το να αναπαράγει αυτούσιες τις απόψεις του συνταξιδιώτη της Κωνσταντίνου (στην πραγματικότητα πρόκειται για τον γνωστό Σέρβο/Γιουγκοσλάβο συγγραφέα Stanislav Vivaner), επηρρεασμένες από τις θεμελιώδεις κατευθύνσεις της σερβικής κουλτούρας της εποχής του Μεσοπολέμου, και του τρόπου, με τον οποίο εκείνη αντιμετώπιζε το παρελθόν.

Ο A.J.P. Taylor και η δολοφονία του Σεράγεβου

Επόμενο ήταν το έργο της Rebecca West να επηρρεάσει τον δημοφιλέστερο Βρετανό μεταπολεμικό ιστορικό, τον A.J.P. Taylor (1906-1990). Ένας άλλος ιστορικός, ο Lewis Bernstein Namier (1888-1960), καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ, του οποίου ο Taylor διετέλεσε προστατευόμενος, ζήτησε από τον τελευταίο να γράψει στο περιοδικό Time and Tide μια ευμενή βιβλιοκρισία για το οδοιπορικό της West. Ο Taylor αποδέχθηκε. Ιδού πως περιγράφει ο ίδιος το περιστατικό: “Εκτίμησα ιδιαίτερα το βιβλίο, αν και σήμερα αντιλαμβάνομαι ότι υπερέβαλα και πως ανταποκρίθηκα από υποχρέωση”. ⁶² Αργότερα, συνδέθηκε φιλικά με την West. Εννέα χρόνια μετά, το 1954, δημοσίευσε το αριστούργημά του “Ο αγώνας για την επικράτηση στην Ευρώπη, 1848-1918” (“The Struggle for Mastery in Europe, 1848-1918”) και ακόμη αργότερα ένα δοκίμιο με τίτλο “Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου” (“Τhe Outbreak of the First World War”).⁶³

Η άποψή του σχετικά με τη συνωμοσία του Σεράγεβου καθώς και για τον ρόλο των δραστών και της Σερβίας, αντανακλά τις θέσεις του βιβλίου της West. Επιπρόσθετα, ο Taylor αποκόμισε προσωπική εμπειρία από την Γιουγκοσλαβία, την οποία επισκέφθηκε το 1947. Το ταξίδι είχε χρηματοδοτηθεί από τις αρχές του Βελιγραδίου ως χειρονομία αναγνώρισης για τη συμβολής του στη δημοσιοποίηση των γιουγκοσλαβικών διεκδικήσεων ως προς την προσάρτηση της Τεργέστης.⁶⁴ Με την ευκαιρία αυτή, ο Taylor ζήτησε από τις αρχές να οργανώσουν, για λογαριασμό του ιδίου, έναν γύρο των σερβικών μοναστηριών. Στην αυτοβιογραφία του εξηγεί πως είχε υποβάλει το παραπάνω αίτημα, όντας επηρρεασμένος από το βιβλίο του Gabriel Millet για τις μεσαιωνικές εκκλησίες. Παρόλο που δεν αναφέρει τίποτε σχετικό στην αυτοβιογραφία του, το “Μαύρο πρόβατο και Γκρίζος ιέραξ” δεν μπορεί παρά να τον ώθησε επίσης να επισκεφθεί τα μοναστήρια όχι μόνο το 1947, αλλά και στο πλαίσιο της επόμενης επίσκεψής του στη Γιουγκοσλαβία, το 1969, καθώς το οδοιπορικό της West περιλαμβάνει εξαιρετικές αναφορές στις μεσαιωνικές μονές της χώρας.⁶⁵

Σε πολλά από τα βιβλία του, ο Taylor σχολιάζει τη δολοφονία του Σεράγεβου, τον ρόλο των συνωμοτών και τη διολίσθηση προς τον πόλεμο. Το πράττει περισσότερο αναλυτικά στο δοκίμιο περί έκρηξης του πολέμου, το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1956, σε μια επιτομή δικών του κειμένων, που εξέδωσε με τίτλο “Englishmen and Others”.⁶⁶ Το ίδιο δοκίμιο επανακυκλοφόρησε το 1967, στο πλαίσιο μιας επίσης σειράς (ιδιαίτερα δημοφιλούς) δικών του κειμένων, “Europe: Grandeur and Decline”.⁶⁷ Σύμφωνα με τον συγγραφέα, “η συνωμοσία ήταν προϊόν έξι θερμόαιμων ιδεαλιστών. Δυο εξ αυτών, παραμένουν εν ζωή. Ο ένας, είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Ο δεύτερος, είναι επιμελητής στο Μουσείο του Σεράγεβου”.⁶⁸ Ο Taylor απορρίπτει κάθε ιδέα περί εμπλοκής της Σερβικής Κυβέρνησης. Γράφει χαρακτηριστικά: “Ουδείς επιχείρησε να αποδείξει ότι η Σερβική Κυβέρνηση είχε την παραμικρή σχέση με τη συνομωσία. Το πολύ να διέθετε πληροφορίες, και αυτές εξαιρετικά αόριστες”. Εάν κάποιο άτομο στη Σερβία ήταν ενήμερο για τα παραπάνω, αυτός ήταν ο συνταγματάρχης Dragutin Dimitrijević. Παρά το γεγονός ότι “επιδοκίμασε τα σχέδια, εν τούτοις δεν δρομολόγησε την υλοποίησή τους, ούτε και προσέφερε κάποια ουσιαστική βοήθεια”.⁶⁹ Παρακάτω, περιγράφει τη σκηνή της δολοφονίας και την αντίδραση της Αυστροουγγαρίας ως εξής:

Alan John Percivale Taylor

Ο όλος σχεδιασμός των νεαρών αυτών ατόμων, ήταν μάλλον ερασιτεχνικός. Στην πραγματικότητα, απέτυχαν και οι έξι να εκπληρώσουν τον αρχικό τους στόχο. Ο Princip, αναμφίβολα ο ισχυρότερος χαρακτήρας από όλους τους υπόλοιπους, στεκόταν αποκαρδιωμένος στο πεζοδρόμιο έτοιμος να επιστρέψει στο σπίτι του, όταν αίφνης σταμάτησε ακριβώς μπροστά από αυτόν ένα ανοικτό αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε ο Φραγκίσκος-Φερδινάνδος. Ο οδηγός δεν είχε υπολογίσει σωστά τη στροφή και, προς στιγμή, ακινητοποίησε το όχημα με σκοπό να κινηθεί με την όπισθεν. Ο Princip, σκαρφάλωσε, τότε, στον αναβατήρα της πόρτας του αυτοκινήτου, σκότωσε με μια βολή τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο και, κατά λάθος, τη σύζυγό του με μια δεύτερη, η οποία προοριζόταν για τον Κυβερνήτη της Βοσνίας. Έτσι έλαβε χώρα η δολοφονία του Σεράγεβου. Η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν ενδιαφερόταν, ουσιαστικά, για την τιμωρία των ενόχων. Γι αυτήν, προείχε η τιμωρία ενός άλλου εγκλήματος. Εκείνου που είχε διαπράξει η Σερβία, με το να υφίσταται ως ανεξάρτητο κράτος. Οι Αυστριακοί επιθυμούσαν διακαώς να αποδείξουν ότι η χώρα τους εξακολουθούσε να παραμένει μια Μεγάλη Δύναμη μέσω της εξάλειψης της Σερβίας. Ήταν αποφασισμένοι να προχωρήσουν σε πόλεμο μαζί της, όποιες και αν ήταν οι δικαιολογίες ή, ακόμα, και οι απολογίες από πλευράς Βελιγραδίου. Αυτό υπήρξε το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του Μεγάλου Πολέμου. Βασικός υπεύθυνος πρέπει να θεωρηθεί ο κόμης Berchtold, ένας επιπόλαιος αριστοκράτης και υπουργός Εξωτερικών της Αυστροουγγρικής  Αυτοκρατορίας”.⁷º

Με τον τρόπο αυτό, στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο Taylor ανέπτυξε τις θέσεις του σχετικά με το ρόλο των συνωμοτών του Σεράγεβου και τις ευθύνες της Αυστροουγγαρίας στο ζήτημα της έκρηξης του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Εντοπίζοντας συνέχεια μεταξύ του Δευτέρου και του Τρίτου Γερμανικού Ράϊχ, επέρριπτε ευθύνες και στην Κυβέρνηση του Βερολίνου στο βιβλίο του για την Ιστορία της Γερμανίας, το οποίο κυκλοφόρησε περί τα τέλη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.⁷¹ Το θέμα είναι ότι ο Taylor και πολλοί Σέρβοι και Γιουγκοσλάβοι ιστορικοί κατέληξαν σε ανάλογα συμπεράσματα ως προς το πλαίσιο και την ερμηνεία της “απόπειρας” του Σεράγεβου, ακολουθώντας, ο καθένας για δικό του λογαριασμό, ανεξάρτητη και μοναχική πορεία.⁷²

Η συμβολή του Vladimir Dedijer 

Το 1959 κυκλοφόρησε μια μονογραφία αφιερωμένη στη συνωμοσία του Σεράγεβου. Συγγραφέας ήταν ο Αμερικανός Γερμανικής καταγωγής ιστορικός και καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σάντα Μπάρμπαρα της Καλιφόρνιας, Joachim Remak (1920-2001).⁷³ Σχετικά με το παρασκήνιο και τον όλο σχεδιασμό της υπόθεσης, ο Remak στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην πραγματεία του Sidney Fay.  Παραδέχεται πως η δική του εκδοχή “δεν διεκδικεί τίποτα περισσότερο από όσα περικλείονται στην πλέον εμπεριστατωμένη από όλες τις υπάρχουσες μελέτες καθώς και στις καταθέσεις των πλέον αξιόπιστων μαρτύρων. Ωστόσο, επιδέχεται ορισμένες αμφιβολίες”.⁷⁴ Έχοντας σχετικοποιήσει προκαταβολικά το ίδιο του το έργο, ο Remak υιοθετεί την γραμμή βάσει της οποίας ο Apis, “αναμφίβολα ο μεγαλύτερος ειδήμων στον τομέα της βασιλοκτονίας σε ευρωπαϊκή κλίμακα”⁷⁵ υπήρξε ο πραγματικός οργανωτής της συνωμοσίας. Ο Apis, σύμφωνα με την εκτίμηση του συγγραφέα, “εντάσσεται σε μια συνέχεια, η οποία ως αφετηρία έχει τον Ροβεσπιέρο και καταληκτικό σημείο, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, τον συνταγματάρχη Nasser”.⁷⁶       Παραδέχεται πως δεν γνωρίζει πότε ακριβώς η δολοφονία του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου αποφασίστηκε από τον αρχηγό της “Μαύρης Χείρας” και επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Σερβίας. Εικάζει πως ο τελευταίος είχε καταστήσει τον Ρώσο στρατιωτικό ακόλουθο στο Βελιγράδι, Artamonov, κοινωνό των σχεδίων του.⁷⁷ Σχετικά με τον πρωθυπουργό Pašić και το πόσα αυτός γνώριζε για τα παραπάνω, ο Remak αναπαράγει σχεδόν αυτούσια τη μαρτυρία του  Ljubomir Jovanović (σημ μεταφρ. Βλέπε σχετικά το Α’ μέρος του άρθρου).⁷⁸ Η σκιαγράφηση του Princip και των συνεργατών του, στην οποία προβαίνει, δύναται να χαρακτηριστεί ως συγκρατημένα ευνοϊκή: “Πέραν του παρορμητισμού τους να διαπράξουν προδοσία και φόνο, ήταν πράγματι καλoσυνάτα και γενναιόδωρα άτομα, απαλλαγμένα από κακές συνήθειες”.⁷⁹ Οι Princip, Grabež και Čabrinović δεν έπαυαν, παραταύτα, να λειτουργούν ως μαριονέτες αφότου η “Μαύρη Χείρα” είχε αποφασίσει πως ο Αρχιδούκας έπρεπε να δολοφονηθεί. Ο τίτλος του υποκεφαλαίου “Οι καθαροί νεαροί δολοφόνοι” είναι χαρακτηριστικός του πνεύματος, με το οποίο κινείται ο συγγραφέας. Η “Μαύρη Χείρα” επέλεξε εξεπιτούτου τέτοιου είδους άτομα ως εκτελεστικά όργανα, προκειμένου να καλύψει το αληθινό παρασκήνιο της συνωμοσίας.“Απλούστατα στρατολογήθηκαν, προκειμένου να διεκπεραιώσουν μια καταδίκη και να εξοντώσουν έναν εχθρό”.⁸º

Οι  Čabrinović (αριστερά) και Princip (στο κέντρο) έπειτα από τη σύλληψή τους.

Εν ολίγοις, ο Remak δεν έπραξε κάτι διαφορετικό από το να κατηγοριοποιήσει και να επικαιροποιήσει τα όσα είχε γράψει, τριάντα χρόνια νωρίτερα, ο Fay. Γενική ήταν η αίσθηση πως απολύτως τίποτα καινούριο δεν ήταν δυνατό να προκύψει, πλέον, σχετικά με τη δολοφονία στο Σεράγεβο. Αυτό ακριβώς εξηγεί και το γιατί η εμφάνιση, το 1966, μιας μελέτης βασισμένης σε μια αναπάντεχη ποικιλία πηγών και πληροφοριών, προκάλεσε πραγματικό σεισμό γύρω από το όλο ζήτημα.

Το δεύτερο βιβλίο, έπειτα από το οδοιπορικό της West, το οποίο επηρρέασε βαθύτατα τους Βρετανούς και Αμερικανούς ειδικούς στα θέματα της Γιουγκοσλαβίας, ήταν η μελέτη ενός ατίθασου, ημι-αντιφρονούντα Σέρβου/Γιουγκοσλάβου ιστορικού, του Vladimir Dedijer (1914-1990). Γράφτηκε και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1966 στα αγγλικά, με τον τίτλο “Η πορεία προς το Σεράγεβο” (“The Road to Sarajevo”). Επρόκειτο για το απόσταγμα των ερευνών του συγγραφέα ενόσω αυτός κατείχε καθηγητικές θέσεις στη Βρετανία και στις ΗΠΑ.⁸¹ Μια πρώτη, ωστόσο, επιτομή των ευρημάτων του κυκλοφόρησε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Foreign Affairs δυο χρόνια νωρίτερα, με αφορμή τη συμπλήρωση μισού αιώνα από τη δολοφονία του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο “Sarajevo. Fifty Years After”.⁸² Το ίδιο άρθρο επαναδημοσιεύθηκε από τους Times του Λονδίνου με την υπογραφή “Vladimir Dedijer, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Harvard”. ‘Ηταν η εποχή που ο συγγραφέας ακολουθούσε μια λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία στη Δύση. Το γεγονός ότι ένας Σέρβος/Γιουγκοσλάβος ιστορικός προσφερόταν να δημοσιεύσει αναλυτικά τα αποτελέσματα της ερευνητικής του προσπάθειας στην αγγλική γλώσσα οφείλεται σε δυο παραμέτρους. Ως ημι-αντιφρονών και ένθερμος οπαδός του Milovan Djilas, κυρίου εκφραστή της αντιπολίτευσης μέσα στην τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία, ο Dedijer έγινε γρήγορα γνωστός στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Οι γνώσεις που διέθετε γύρω από την “απόπειρα” του Σεράγεβου, τον είχαν καταστήσει ειδήμονα του είδους στους κύκλους των ιστορικών της Δύσης. Η ανάδειξη του Dedijer ως του κατ εξοχήν ειδικού στο ζήτημα αυτό έμελλε να επηρρεάσει βαθύτατα τις προσλήψεις σχετικά με τη δολοφονία και τους  πρωταγωνιστές της. Ο Dedijer προέβη σε μια ευφυή κίνηση, η οποία τον ανέδειξε ως κορυφαίο ειδικό των γεγονότων του 1914, προτού καν δημοσιευθεί το ογκώδες έργο του το 1966. Πρόκειται για τη δημοσίευση των άρθρων του εν είδει προδημοσίευσης της ίδιας της μελέτης, δυο χρόνια νωρίτερα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε,  ότι συγκαταλέγεται μεταξύ των έξι μοναδικών Σέρβων, που αποδήμησαν μεταξύ των ετών 1897 και 2000 και των οποίων οι βιογραφίες βρίσκονται στο περίφημο Βρετανικό λεξικό Who is Who.⁸⁴

Vladimir Dedijer

Η φήμη του Dedijer σφυρηλατήθηκε επίσης χάρη σε μια επιστολή, την οποία έστειλε τον Απρίλιο του 1966 προς τους Times, όπου εξομοιώνει τον Ιρλανδό ηγέτη της εξέγερσης του 1916 στο Δουβλίνο Patrick Pearse με τον Gavrilo Princip. “Ο καθένας μπορεί να εναντιώνεται στις μεθόδους πολιτικού αγώνα των Pearse και Princip. Όμως, υπό την οπτική της πίστης, της αυτοθυσίας και του ηρωϊσμού, αμφότεροι ανήκουν, αναμφισβήτητα, στην κατηγορία των πρωτόγονων επαναστατών”.⁸⁵ Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί κάποιον άλλο χαρακτηρισμό από αυτόν του Pearse ως “του ευγενέστερου αγωνιστή”, που να αντιβαίνει περισσότερο στην επικρατούσα, στη Βρετανία, αντίληψη περί του Ιρλανδικού Ζητήματος.

Παρά ταύτα, η σύνταξη της κορυφαίας εφημερίδας δέχθηκε να δημοσιεύσει την επιστολή.

Στο άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs, o Dedijer προαναγγέλει το πνεύμα του βιβλίου του: “Η λιγότερο ερευνηθείσα, μέχρι στιγμής, πτυχή της υπόθεσης του Σεράγεβου, έχει να κάνει με τους ίδιους τους δολοφόνους: τα ψυχολογικά και διανοητικά χαρακτηριστικά, το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο μεγάλωσαν, τη σχέση ανάμεσα στα πολιτικά και τα προσωπικά τους κίνητρα, τέλος, τις διασυνδέσεις των Βοσνιακών μυστικών οργανώσεων με άλλες του ιδίου είδους μεταξύ των Νοτιοσλάβων. Στο εξής, οφείλουμε να σχετίζουμε τη δολοφονία του Σεράγεβου όχι μόνο με τις εξωτερικές σχέσεις της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, με την προσωπικότητα και τις πράξεις του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, αλλά και με τα κοινωνικά προβλήματα της καθημερινής πραγματικότητας στις δυο αυτές επαρχίες”.⁸⁶ Αργότερα, στο βιβλίο του, ο Dedijer σκιαγραφεί πειστικά και με πολλές αποχρώσεις την ψυχολογία των συνωμοτών, στηριζόμενος σε πλούσιες πρωτογενείς πηγές αλλά και συνεντεύξεις, τις οποίες πήρε ο ίδιος από αυτόπτες μάρτυρες. Στο δέκατο, μακροσκελές κεφάλαιο (“Οι πρωτόγονοι επαναστάτες της Βοσνίας”)⁸⁷, παραθέτει το προφίλ των μελών της “Νέας Βοσνίας”, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικότερων συνωμοτών (Vladimir Gaćinović, Danilo Ilić, Gavrilo Princip και Nedeljko Čabrinović).⁸⁸ Σύμφωνα με τον Dedijer, τα μέλη της οργάνωσης “Νέα Βοσνία” ήταν “ένα είδος πρωτόγονων επαναστατών, οι καταβολές της ανησυχίας των οποίων θα έπρεπε να αναζητηθούν στην ιδιαιτερότητα της κοινωνίας όπου ανήκαν”.⁸⁹ Οι περισσότεροι από αυτούς, όπως ο Princip, ήταν κάτι σαν ποιητές. Ο τελευταίος “παρά το ότι επιθυμούσε να γίνει ποιητής, δεν διέθετε το απαραίτητο χάρισμα”. Έχοντας διατρέξει ορισμένους στίχους, που διασώθηκαν σε ένα τετράδιο σε ανάμνηση μιας επίσκεψης του Princip, το 1911, στο όρος Bjelašnica, ο Dedijer συνάγει το ακόλουθο συμπέρασμα: “Επρόκειτο για έναν ιδιαίτερα ευαίσθητο νέο, έντονα προβληματισμένο από όσα διαδραματίζονταν γύρω του”. Όπως συνέβαινε και με την περίπτωση του Gaćinović, ένοιωθε βαθειά μέσα του “τον πόνο των γύρω του σαν να επρόκειτο για τον δικό του”.⁹º

O Dedijer διέθετε όλη την ικανότητα, προκειμένου να καταστήσει ελκυστικούς, τόσο στους ειδικούς όσο και στο ευρύ κοινό, τους κυριότερους πρωταγωνιστές. Δεν επρόκειτο, πλέον, για επτά συμμετέχοντες σε μια συνομωσία, έχοντες ως κίνητρο προσωπικά απωθημένα. Μετουσιώθηκαν σε ιστορικά πρόσωπα, βαθειά ριζωμένα μέσα σε βοσνιακές και ευρωπαϊκές παραδόσεις, πλούσια σε ιδέες και γεμάτα από πολιτικές και ιδεολογικές ανησυχίες. Η σχέση τους με τη λογοτεχνία, μια σχέση την οποία ο συγγραφέας αναδεικνύει ανάγλυφα στην πραγματεία του, προσέδιδε μια νότα λυρισμού στη βιογραφία τους. Συμφωνα, πάντοτε, με τον Dedijer, είχαν πέσει θύματα της φιλελεύθερης εθνικιστικής ιδεολογίας της εποχής, την οποία ασπάσθηκαν μαζί με ορισμένες σοσιαλιστικές και αναρχικές θέσεις. Τα μέλη της “Νέας Βοσνίας” ήταν οπαδοί διαφόρων (και διαφορετικών) Ευρωπαίων πολιτικών και στοχαστών, όπως οι Mazzini, Masaryk, Chernishevsky και Bakunin. Εμπνέονταν από τα ευγενέστερα λογοτεχνικά αριστουργήματα. Ο Γουλιέλμος Τέλλος του Friedrich Schiller, επί παραδείγματι, διατήρησε μέσα τους ζωντανή τη φλόγα για τον αγώνα ενάντια στην τυραννία και την απαλλαγή από τη δυναστεία των Αψβούργων. Εμπνέονταν, επίσης, από τα γραπτά των Kierkegaard, Strindberg, Ibsen, Edgar Allan Poe, Walt Whitman, Oscar Wilde, Dostoyevsky και Maxim Gorky, φθάνοντας μέχρι σημείου να επιχειρήσουν να μεταφράσουν ορισμένα από αυτά.⁹¹ Εν ολίγοις, ο Dedijer τους ανέσυρε από το χώρο της απρόσωπης αφήγησης, τοποθετώντας τους στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας. Τους απεικόνισε σαν να επρόκειτο για ένα κράμα του κοινωνικού στερεώματος της Βοσνίας με τις θεμελιώδεις ευρωπαϊκές πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις και τάσεις της εποχής. Καταφέροντας να προσδώσει ανθρώπινη διάσταση στους συνομώτες στα μάτια των Ευρωπαίων και Αμερικανών αναγνωστών, ολοκλήρωσε,  κατά κάποιο τρόπο, αυτό που νωρίτερα είχε ξεκινήσει η Rebecca West.

H επιτυχία του βιβλίου υπήρξε μεγάλη, οι δε απανωτές μεταφράσεις της αρχικής έκδοσης στα Γαλλικά, στα Γερμανικά και στα Ιταλικά, συνέβαλαν ώστε κομβικής σημασίας στοιχεία, σχετικά με τους συνωμότες του Σεράγεβου, να καταστούν προσιτά στον όποιον ενδιαφερόμενο αναγνώστη της Δύσης. Η βιβλιοκρισία, την οποία δημοσίευσε ο Α.J.P. Taylor στο έγκυρο δεκαπενθήμερο περιοδικό The New York Review of Books, απηχεί την εντύπωση, η οποία προκλήθηκε μεταξύ των συναδέλφων του: “(Ο συγγραφέας) δίδαξε πρόσφατα στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης, του Μάντσεστερ, του Χάρβαρντ και του Κορνέλ. Κυρίως, όμως, πρόκειται για έναν δημοσιογράφο, που γνωρίζει πολύ καλά το πώς να γράφει. Κανείς άλλος, σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν θα μπορούσε να συγγράψει το βιβλίο αυτό με τόση ικανότητα, ορθή αξιοποίηση των πηγών και με τόσο μεγάλη αποστασιοποίηση”. Χαρακτήρισε τη μελέτη σαν “την πρώτη, μέχρι στιγμής, που χειρίστηκε με τόση αντικειμενικότητα τη δολοφονία του Σεράγεβου. Όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που ένας έντιμος ιστορικός πραγματεύεται το ερευνητικό του αντικείμενο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απόλυτη δημοσίευση επί του θέματος”.⁹²

Από τη στιγμή που, χάρη στο βιβλίο του Dedijer, οι συνωμότες απόκτησαν ανθρώπινη ταυτότητα, παρατηρήθηκε ένα αυξανόμενο ενδιαφέρον γι αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και δυο, οι οποίοι βρίσκονταν ακόμα εν ζωή. Ο πρώτος ήταν ο Cvetko Popović, συνταξιούχος επιμελητής του Εθνογραφικού Μουσείου του Σεράγεβου, ο οποίος δημοσίευσε μια δήλωση στους New York Times, προτού, μάλιστα, κυκλοφορήσει το βιβλίο του Dedijer στο εμπόριο. Τη σχετική συνέντευξη πήρε, κατά τρόπο σχεδόν τυχαίο, ο David Binder, με την αφορμή της συμπλήρωσης πενήντα ετών από τη δολοφονία.⁹³ Αργότερα, ακολούθησαν και άλλες, ανάλογου είδους, συνεντεύξεις. Το 1973, οι  New York Times εκ νέου, δημοσίευσαν έναν σύντομο διάλογο κα τον καθηγητή Vasa Čubrilović. Το ίδιο έτος, οι Times πήραν συνέντευξη από ένα άλλο μέλος της “Νέας Βοσνίας”, τον Γιουγκοσλάβο πολιτικό εξόριστο Ratko Parežanin.⁹⁴

Γενικότερα, το βιβλίο του Dedijer σηματοδότησε μια νέα εποχή, καθώς οι συμμετέχοντες στην “απόπειρα” φωτίζονται κάτω από διαφορετική οπτική γωνία. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας προσέγγισης αποτελεί ο πρόλογος στην αμερικανική έκδοση της μελέτης “Η κρίση του Ιουλίου” (“The July Crisis”) του Γερμανού ιστορικού Imanuel Geiss (1931-2012). O Geiss εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή υπό την καθοδήγηση του φημισμένου καθηγητή Fritz Fischer (1908-1999), και τον βόηθησε να διαμορφώσει τη γνωστή θεωρία του σχετικά με τις ευθύνες της Γερμανίας στο ζήτημα της έκρηξης του πολέμου, τη συνέχεια μεταξύ Δευτέρου και Τρίτου Ράϊχ. Με την πάροδο του χρόνου, οι ιδέες αυτές άρχισαν να συμπεριλαμβάνονται στη διεθνή ιστοριογραφία και να γίνονται αποδεκτές ακόμη και μέσα στη ίδια τη Γερμανία.⁹⁵ Ο Geiss ειδικότερα, κατέληγε στο συμπέρασμα πως “η αποτρόπαια πράξη του Σεράγεβου κατά κανένα τρόπο δεν υπαγορεύθηκε από την Κυβέρνηση της Σερβίας”. Είχε σχεδιαστεί “από την εξτρεμιστική πτέρυγα του Σερβικού εθνικισμού, την μυστική οργάνωση Ένωση ή Θάνατος”. Η αρχική, ωστόσο, ιδέα, είχε ως προέλευση  κύκλους της “Νέας Βοσνίας”. Για να συνεχίσει: “Σε τελευταία ανάλυση, η δολοφονία του Σεράγεβου υπήρξε έργο του ιδίου του Princip προσωπικά, με έμμεση ανάμειξη της “Μαύρης Χείρας”. Όχι, όμως, της Σερβικής Κυβέρνησης ούτε, κατ επέκταση, του Σερβικού λαού”.

Η ουσιαστική ευθύνη αναλογούσε στην άρχουσα τάξη της Αυστροουγγαρίας: “Λιγότερο επειδή έστειλε τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο σε ένα άντρο βομβιστών και περισσότερο εξαιτίας της εγγενούς αδυναμίας της να ικανοποιήσει τον δίκαιο αγώνα των διαφόρων εθνοτήτων της για ελευθερία, ισότιμη μεταχείριση και κοινωνική δικαιοσύνη (ένα κίνητρο, το οποίο αγνοείται γενικότερα από την καταδίκη των συνωμοτών εκ μέρους της Γερμανίας και της Αυστρίας). Οι δυο παραπάνω Δυνάμεις, με την άκαμπτη προσήλωσή τους σε πολιτικές και κοινωνικές αξίες, δεν άφησαν την παραμικρή διέξοδο στον αναβρασμό της Νοτιοσλαβικής διανόησης. Η τελευταία, ευρισκόμενη σε κατάσταση απελπισίας, οδηγήθηκε με μαθηματική ακρίβεια στο έγκλημα της πολιτικής δολοφονίας. Κάθε ιστορική αποτίμηση των πολύπλοκων συμβάντων των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου του 1914, οφείλει να μην αγνοήσει την παράμετρο αυτή, κάτι, το οποίο έπραξαν επί μακρόν η Γερμανία και η Αυστρία. Είναι προφανές πως οι δύο παραπάνω χώρες έσφαλαν στην όλη αξιολόγηση των βαθύτερων αιτίων του εγκλήματος”.⁹⁶ Είναι εμφανές ότι πολλά από τα συμπεράσματα του Dedijer, αντανακλώνται στις απόψεις του Geiss, κάτι που αποδεικνύεται και από τις συχνές παραπομπές.

 Η εικόνα του Princip στις δεκαετίες του ’60 και του ’70

Το 1964, η Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση κλήθηκε να χειρισθεί μια πρόκληση: την επέτειο των πενήντα ετών από τα γεγονότα του Σεράγεβου. Αποφασίστηκε να πραγματοποιηθούν ορισμένες εκδηλώσεις επιτόπου. Η όλη οργάνωση ανατέθηκε στις αρχές της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, μέλους, τότε, της Κομμουνιστικής Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Επρόκειτο για μια επιδέξια κίνηση. Έχοντας υποβαθμίσει την επέτειο σε εκδήλωση τοπικού βεληνεκούς, η Κυβέρνηση του Βελιγραδίου μπορούσε να αντικρούσει τις όποιες κατηγορίες, προερχόμενες από τον διεθνή χώρο. Σε αντιδιαστολή με το προπολεμικό καθεστώς, το οποίο είχε αποφύγει να στείλει εκπρόσωπο στο Σεράγεβο το 1930, για την τελετή εντοιχισμού αναμνηστικής πινακίδας στο σημείο της δολοφονίας, η κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία έπραξε περισσότερα. Το 1964, ο Princip και οι συνεργοί του τιμήθηκαν με κάποια μεγαλύτερη επισημότητα. Ωστόσο, το πρόβλημα εξακολουθούσε να παραμένει αναλοίωτο. Ορισμένα δεδομένα αφήνουν να εννοηθεί ότι το κομμουνιστικό καθεστώς ήταν αναγκασμένο να λάβει υπόψη την εναπομείνασα οργή της Δύσης κατά του Princip και της πράξης του. Τον Μάρτιο του ιδίου έτους, η κορυφαία εφημερίδα του Βελιγραδίου, Politika, δημοσίευσε την είδηση πως ένα πρόπλασμα του αδριάντα του Princip, έργο του γλύπτη Afan Hozić, είχε “προσωρινά τοποθετηθεί στην όχθη του ποταμού Miljacka, ακριβώς απέναντι από σημείο της δολοφονίας”. Ο ανταποκριτής της Politika, πλημμυρισμένος από ενθουσιασμό, μετέδωσε τις εντυπώσεις πολιτών του Σεράγεβου, οι οποίοι “ομόφωνα τάσσονταν υπέρ της ανέγερσης του χάλκινου αγάλματος στο ακριβές σημείο, από όπου ο Princip πυροβόλησε”.⁹⁷ Όταν, τον επίμαχο Ιούνιο, κατέφθασαν στην πρωτεύουσα της Βοσνίας ξένοι ανταποκριτές, δεν υπήρχε κανένα άγαλμα. Είναι προφανές ότι το πρόπλασμα είχε αποσυρθεί δίχως να υπάρξει κάποια συνέχεια.

O διάσημος (γεννηθείς στο Σεράγεβο) σκηνοθέτης  Emir Kusturica ασπάζεται την προτομή του Gavrilo Princip στην πόλη Tovariševo της Σερβίας.

Οι διάφορες ανταποκρίσεις των Times και New York Times από το Σεράγεβο, επιτρέπουν να διαμορφώσει κανείς μια εικόνα ως προς το παρασκήνιο της όλης υπόθεσης. Οι τοπικές αρχές είχαν λάβει από την κεντρική Κυβέρνηση σαφή εντολή να υποβαθμίσουν τις τελετές. Όπως διαβάζει κανείς στους Times, “περί τα 300 άτομα συγκεντρώθηκαν περισσότερο για να υπενθυμίσουν την επέτειο και όχι προκειμένου να την τιμήσουν, έστω και αν οι πυροβολισμοί του Σεράγεβου δρομολόγησαν, τελικά, τις διαδικασίες για την ενοποίηση των Νοτιοσλάβων”.⁹⁸   Την ίδια την ημέρα της 50ής επετείου, ο ανταποκριτής των New York Times David Binder, σημείωνε πως ο Princip “αντιμετωπίζεται, πλέον, ως ήρωας της κίνησης υπέρ της δημιουργίας ενός Νοτιοσλαβικού κράτους, απαλλαγμένου από τον Αυστριακό και από τον Οθωμανικό ζυγό”. Διαπίστωνε, επίσης, την ύπαρξη, μέσα στην πόλη του Σεράγεβου, μιας γέφυρας, η οποία έφερε το όνομά του. Ωστόσο, δεν έτυχε να δει κανένα άγαλμα ούτε και αναμνηστικά είδη με την εικόνα του. Τέλος, ο Binder δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει στην ανταπόκρισή του την ακόλουθη δήλωση ενός κατοίκου της πόλης: “Μη γελιέστε. Είμαστε υπερήφανοι για το συμβάν, όχι γιατί προκάλεσε τον πόλεμο, αλλά επειδή ενεργοποίησε τη διαδικασία για την απελευθέρωσή μας”.⁹⁹ Ό,τι η Βασιλική Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση απέτυχε να πράξει το 1930 –  αντιμετωπίζοντας ολόκληρη σειρά από καταδικαστικά δημοσιεύματα των Times παρόλη την προσπάθειά της να προσδώσει ιδιωτικό χαρακτήρα στην υπόθεση ανέγερσης αναμνηστικής πινακίδας στο σημείο της δολοφονίας – το κατάφερε το 1964, εν μέρει, το κομμουνιστικό καθεστώς. Βέβαια, στους εορτασμούς της πεντηκονταετίας, ήταν παρούσα όλη η κομμουνιστική ιεραρχία της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης. Παραβλέποντας το γεγονός αυτό, ο Binder κατέληγε στο συμπέρασμα ότι “οι τελετές δεν ήταν εν γνώσει της Γιουγκοσλαβικής Κυβέρνησης, κάτι που υπονοεί πως οι τρομοκρατικές ενέργειες της 28ης Ιουνίου 1914 προκαλούν αποστροφή στις αρχές του Βελιγραδίου”. Ο ανταποκριτής των New York Times προχωρούσε ακόμη μακρύτερα στις εκτιμήσεις του, πιστεύοντας ότι μια πόλη 200.000 κατοίκων την ημέρα εκείνη “έστρεψε κυριολεκτικά την πλάτη της στους νεαρούς εκείνους, που την είχαν καταστήσει διάσημη πενήντα χρόνια νωρίτερα”.¹ºº Πρόκειται ακριβώς για τον τρόπο, με τον οποίο η Γιουγκοσλαβική Κυβέρνηση επιθυμούσε να παρουσιαστεί το γεγονός στη Δύση.

Η εφημερίδα Politika του Βελιγραδίου ενημέρωσε το αναγνωστικό της κοινό πως στις 28 Ιουνίου 1964, είχε λάβει χώρα μια εκδήλωση μνήμης στο Σεράγεβο, στην οποία είχαν παραστεί ο πρωθυπουργός της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης Džemal Bijedić και άλλοι υψηλά ιστάμενοι κρατικοί λειτουργοί. Γινόταν, επίσης, μνεία, για παρουσία ξένων τουριστών, όχι όμως Γιουγκοσλάβων.¹º¹ Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν πως η τελετή έχαιρε της υποστήριξης των τοπικών αρχών, όχι, όμως, και εκείνης της κεντρικής κυβέρνησης. Πιθανότατα δε, οι όποιοι Γιουγκοσλάβοι επίδοξοι προσκυνητές, αποθαρρύνθηκαν από κάθε είδους πρόθεση να μεταβούν επιτόπου. Ένας άλλος ανταποκριτής των New York Times, o Joseph A. Barry, παρόλο που υπήρξε περισσότερο διεισδυτικός στην έρευνά του, δεν κατάφερε, παρά ταύτα, να αποκωδικοποιήσει την όλη κατάσταση. Σε ένα μακροσκελές άρθρο του Κυριακάτικου φύλλου, υπογράμμιζε την αμηχανία των κομμουνιστικών αρχών της χώρας στο ζήτημα του εορτασμού της πράξης του Princip. “Αισθάνονται αμηχανία για δυο λόγους. Πρώτον, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως, παρά το γεγονός ότι σε επίπεδο του απλού λαού μέσα στη Γιουγκοσλαβία,  ο Princip θεωρείται εθνικός ήρωας, στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου – συμπεριλαμβανομένου και του κομμουνιστικού στερεώματος – φαντάζει ως ο παράφρων, που οδήγησε τις εξελίξεις στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο”.¹º² “Με αυτό τον τρόπο, η κομμουνιστική ιεραρχία του Βελιγραδίου έχει πράξει τα πάντα, προκειμένου να περιβάλλει τον Princip με έναν πειστικό μανδύα, εκείνον της συμμετοχής του στην οργάνωση“Νέα Βοσνία”.¹º³

Ο Barry, χαρακτήρισε τον Murat Kusturica, υπουργό Πληροφοριών της Βοσνίας, ως έναν από τους λειτουργούς εκείνους, που ως αποστολή  είχαν να αποθαρρύνουν, γενικότερα, τους ξένους δημοσιογράφους, έστω και αν, φαινομενικά, έδινε την εντύπωση ενός προσηνούς και φιλικού ατόμου. Ο ανταποκριτής των New York Times σημείωνε πως ο Kusturica είχε αλλεπάλληλες συναντήσεις με τις δημοτικές αρχές σχετικά με το πώς θα απέφευγε να παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια προς τους δημοσιογράφους, οι οποίοι θα συνέρρεαν στο Σεράγεβο για να καλύψουν τις επετειακές εκδηλώσεις.¹º⁴

Παίρνοντας συνέντευξη από έναν από τους επιζώντες της συνωμοσίας, τον Hamdija Nikšić, τον ρώτησε “εάν γνώριζε πως οι αρχές υπονόμευαν την όλη ιστορία”.“Ναι, γνωρίζω. Αυτό άπτεται του τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Βασιλείς και βασίλισσες εξακολουθούν να υφίστανται” ήταν η απάντηση. Εν συνεχεία, ο Barry επισκέφθηκε ένα καφενείο, στο οποίο σύχναζαν εργάτες. Εκεί πληροφορήθηκε ότι ο εργατικός κόσμος της πόλης υποστήριζε την ιδέα να επιτρέψει στα παιδιά του να επισκεφθούν το μουσείο του Princip.¹º⁵

Γκράφιτι με το πρόσωπο του Princip σε τοίχο του σημερινού Βελιγραδίου.

O Barry επισημαίνει, παράλληλα, πως οι επετειακές εκδηλώσεις του 1964 δεν ήταν κάποια ιδιωτική υπόθεση. Ο ίδιος υπήρξε μάρτυς της αμηχανίας των επίσημων κομμουνιστικών αρχών. Κατά τη γνώμη του, ο Princip εξακολουθούσε να είναι ένα ανισόρροπο άτομο. Ωστόσο, τα πράγματα έμελλαν να μεταβληθούν πολύ γρήγορα. Κομβικό ρόλο διαδραμάτησε η κυκλοφορία της μελέτης του Dedijer. Οι οπαδοί της “Νέας Βοσνίας”, είχαν βρει, επιτέλους, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, έναν τρόπο να διηγηθούν τα βιώματά τους στις περισσότερες, μάλιστα, από τις καθιερωμένες διεθνείς γλώσσες.  Δέκα χρόνια αργότερα, το ίδιο ακριβώς συνέβη με έναν από τους ελάχιστους επιζώντες της συνωμοσίας και προσωπικό φίλο του Princip, τον Ratko Parežanin (είχαν συγκατοικήσει στο ίδιο δωμάτιο στο Βελιγράδι, λίγες εβδομάδες πριν από την απόπειρα). Έπειτα από το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ως πολιτικός πρόσφυγας πλέον, ο  Parežanin παραχώρησε συνέντευξη στους Times. Μόλις είχε κυκλοφορήσει τότε στο Μόναχο το βιβλίο του “H Νέα Βοσνία και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.¹º⁶ Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε την ημέρα της συμπλήρωσης των εξήντα ετών, στις 28 Ιουνίου 1974, ο δε  Parežanin έφερε, εν προκειμένω, την ιδιότητα ενός “αφυπηρετήσαντος Γιουγκοσλάβου διπλωμάτη”. O ίδιος ισχυρίσθηκε ότι, όπως άλλωστε και ο Princip, “δεν είχε καν διανοηθεί πως μια τέτοια ενέργεια μπορούσε να έχει ως συνέπεια το ξέσπασμα ενός γενικευμένου πολέμου”. Τέλος, ως προς το ζήτημα του συσχετισμού της δολοφονίας με την τρομοκρατική έξαρση της δεκαετίας του 1970, προέβη στην ακόλουθη ερμηνεία: “Δυστυχώς, η βία έχει αποκτήσει στις μέρες μας τη χειρότερη δυνατή μορφή. Το χρήμα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και δεν είναι λίγοι οι τρομοκράτες  που πληρώνονται αδρά. Η περίπτωση του Princip υπήρξε εκ διαμέτρου διαφορετική. Κινητοποιήθηκε από ηρωϊσμό και αγάπη προς την πατρίδα του, όντας προετοιμασμένος να θυσιάσει ακόμα και την ίδια του τη ζωή. Ήμασταν φτωχοί, αλλά γεμάτοι ιδεαλισμό. Τη στιγμή που τον αποχωρίστηκα εκείνη τη μέρα κοντά στο ποτάμι, με ρώτησε αν μπορούσα να του δανείσω λίγα χρήματα, προκειμένου να αγοράσει για τον εαυτό του  κάτι να φάει”.¹º⁷

‘Αλλος τρόπος απενοχοποίησης του Princip, ήταν το γύρισμα μιας υψηλού κόστους κινηματογραφικής παραγωγής στη Γιουγκοσλαβία. Τον Μάρτιο του 1974, ο ειδικός απεσταλμένος των New York Times Malcolm W. Browne, έκανε λόγο για κάτι τέτοιο, επισημαίνοντας ό,τι “κάτοικοι του Σεράγεβου ερωτοτροπούν για μια ακόμη φορά με την ιδέα της ηθικής δικαίωσης των πολιτικών δολοφονιών”. Το άρθρο ανέφερε δίχως περιστροφές πως πρόθεση του σκηνοθέτη Veljko Bulajić, αγαπημένου σκηνοθέτη του Josip Broz Tito, “ήταν να δικαιώσει τη δολοφονία”.¹º⁸ Κρίνοντας δε από τις αντιδράσεις των επισήμων αρχών, ο Browne κατέληγε στο συμπέρασμα πως η ταινία “έχαιρε της ευλογίας των ηγετών του ΚΚ, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι δεν είχαν ξεκαθαρίσει απόλυτα μέσα τους κατά πόσο η δολοφονία αποτελεί ή όχι θεμιτό πολιτικό εργαλείο”.¹º⁹ Για τις ανάγκες της κοινής αυτής Γιουγκοσλαβικής-Τσεχοσλοβακικής παραγωγής, η οποία συγκαταλεγόταν μεταξύ των 21 υποψηφίων για το βραβείο Όσκαρ της καλύτερης ξένης ταινίας για το έτος 1976, ο Bulajić επιστράτευσε γνωστούς αστέρες του Hollywood. Συγκεκριμένα, ο Christopher Plummer υποδύθηκε τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο και ο Maximilian Schell τον Djuro Šarac. Από μόνο του, το γεγονός αυτό υποδηλώνει την αλλαγή του κλίματος, που επήλθε στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στην Τσεχοσλοβακία και στη Γιουγκοσλαβία την επομένη της έκδοσης και κυκλοφορίας του βιβλίου του Dedijer. Ο Bulajić επιχείρησε να μιμηθεί το παράδειγμα του τελευταίου στο χώρο της έβδoμης τέχνης. Ο τίτλος της ταινίας στα σερβο-κροατικά ήταν Atentat u Sarajevu. Στο διεθνές στερέωμα κυκλοφόρησε με την περισσότερο δραματική διατύπωση Η μέρα που συγκλόνισε τον κόσμο (“The Day that shook the world”). Παρά ταύτα, απέτυχε να πείσει τους ειδικούς στη Δύση. Η ετυμηγορία των New York Times δεν άφηνε περιθώρια για κανενός είδους παρερμηνείες: “Μια αλλόκοτη ταινία” (“A Quaint Film”). ¹¹º

 

Ο Σερβο-Βόσνιος ηθοποιός Irfan Mensur ως Gavrilo Princip στην ταινία Atentat u Sarajevu.                

Η περιγραφείσα, παραπάνω, τάση για προσέγγιση του Princip και της πράξης του, δοκιμάστηκε εν μέρει από την ανάδειξη της αραβικής τρομοκρατίας στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, όταν η οργάνωση “Μαύρος Σεπτέμβρης” προέβη σε μια σειρά αεροπειρατιών και βομβιστικών επιθέσεων. Το 1967, η Κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία είχε διακόψει τις διπλωματικές της σχέσεις με το κράτος του Ισραήλ παρέχοντας την υποστήριξή της στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Υπό αυτές τις συνθήκες, η 60ή επέτειος της δολοφονίας του Σεράγεβου διαδραματίστηκε σε διαφορετικό κλίμα, λιγότερο ευνοϊκό για τον Princip, ο οποίος κατά τις παρελθούσες δεκαετίες είχε ταυτιστεί από μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου με την εικόνα του τρομοκράτη και του φανατικού. Όλα αυτά καταγράφηκαν από τους New York Times, ο ειδικός απεσταλμένος των οποίων ήταν προφανώς εν γνώσει των διασυνδέσεων μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Παλαιστινίων ¹¹¹, καθώς επεδίωξε να τις συσχετίσει με την επέτειο της μεμονωμένης πράξης του Princip. Υποψιασμένος για ερωτήσεις αυτής της μορφής, ο  Δρ. Marko Šunić, αντιπρόεδρος της τοπικής κυβέρνησης της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και εκπρόσωπος, εν προκειμένω, της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, απάντησε αόριστα στη σχετική συνέντευξη που παραχώρησε προς την εφημερίδα, μη κρύβοντας, ωστόσο, τη συμπάθειά του προς το πρόσωπο του Princip.¹¹²

 Επανεκτιμήσεις των δεκαετιών του ’80 και του ΄90.

Η συμπλήρωση των εβδομήντα ετών από τη δολοφονία συνέπεσε με τη διοργάνωση, το 1984, στο Σεράγεβο, των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων, γεγονός που οδήγησε αναπόφευκτα σε δημιουργία ιστορικών συνειρμών. Ενδεικτική υπήρξε η ανταπόκριση των New York Times: “Όποιοι και αν είναι οι χρυσοί ολυμπιονίκες, η διαπίστωση είναι μια και μοναδική: το Σεράγεβο εξακολουθεί να παραμένει γνωστό στην ιστορία για τη δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου, η οποία και ενεργοποίησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο”. Θεωρώντας πως ο Princip είχε αναγορευθεί από τους κατοίκους της πόλης σε ήρωα, ο Dave Anderson σημείωνε πως τα αποτυπώματα από τα υποδήματα του Princip στο σημείο της απόπειρας, ήταν εφάμιλλα, από τουριστικής απόψεως, με εκείνα των κινηματογραφικών αστέρων του Holywood.¹¹³ Σε μια άλλη ανταπόκριση της ίδιας εφημερίδας, σχετική με τον χειμερινό τουρισμό, ο δημοσιογράφος Clifford May επισήμανε πως πρώτος σταθμός επίσκεψης στο Σεράγεβο “ήταν το Μουσείο της Νέας Βοσνίας, στη γωνία ακριβώς όπου στις 28 Ιουνίου του 1914, ένας δεκαεννιάχρονος εθνικιστής φοιτητής, ονόματι Gavrilo Princip δολοφόνησε τον διάδοχο του Αυστροουγγρικού θρόνου”.¹¹⁴ Στη δεκαετία του ΄80, η εικόνα του Princip στις στήλες των New York Times, είχε υποβαθμισθεί σε επίπεδο τουριστικής ψυχαγωγίας.

Ένα σημαντικό γεγονός της δεκαετίας του ΄80, πέρασε δυστυχώς σχεδόν απαρατήρητο από τους ειδικούς. Πρόκειται για τη μετάφραση στην αγγλική γλώσσα και με ένα νέο πρόλογο, των πρακτικών της δίκης των δραστών, που τριάντα χρόνια νωρίτερα είχαν κυκλοφορήσει στα σερβο-κροατικά σε επιμέλεια του Vojislav Bogićević.¹¹⁵ Η έκδοσή τους προκάλεσε περιορισμένο ενδιαφέρον. ¹¹⁶ Όταν, πολύ πρόσφατα, η συμπλήρωση των εκατό ετών αναβίωσε εκ των πραγμάτων το ενδιαφέρον γύρω από το πρόσωπο του Princip, η ύπαρξη της σημαντικής αυτής έκδοσης είχε σχεδόν ξεχαστεί στη Δύση.

Κατά τη δεκαετία του 1990, η εικόνα των Σέρβων στον αγγλοσαξωνικό κόσμο υπέστη μεγάλη φθορά. Η άσκηση της εξουσίας από τον Slobodan Milošević, οι διώξεις σε βάρος των αντιφρονούντων στη Σερβία, το είδος της συμμετοχής της τελευταίας στην όλη διαδικασία διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας (1991-1999), συνέβαλαν στην εμπέδωση μιας καθόλα αρνητικής εικόνας. Αποκορύφωμα υπήρξε η διετία 1993-1995 καθώς και το έτος 1999, κατά τη διάρκεια και αμέσως έπειτα από την παρέμβαση του ΝΑΤΟ. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα αμερικανικά και βρετανικά μέσα στοχοποίησαν τον Σερβικό εθνικισμό. Οποιοσδήποτε συσχετισμός του Princip με αυτόν ισοδυναμούσε με εξοστρακισμό. Επόμενο ήταν να αναβιώσουν οι παλαιότερες εκδοχές περί μανιακού δολοφόνου. Επιπρόσθετα, o Princip αμφισβητείτο από τις δυο κυρίαρχες μη σερβικές εθνότητες της Βοσνίας. Ο ανταποκριτής των New York Times στην πρώην Γιουγκοσλαβία Chris Hedges, περιέγραφε τί ακριβώς διδάσκονταν οι Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης: “Ήρωας και ποιητής για τους μαθητές του ελεγχόμενου από τους Σέρβους τμήματος της χώρας. Τρομοκράτης – δολοφόνος εκπαιδευμένος από τους Σέρβους, για τους νεαρούς Κροάτες. Εθνικιστής, η πράξη του οποίου ενεργοποίησε διώξεις σε βάρος των υπολοίπων εθνοτήτων για τους Μουσουλμάνους. Κι όμως, ενόσω Σέρβοι, Κροάτες και Μουσουλμάνοι ζούσαν υπό την κοινή σκέπη του Κομμουνισμού, η εικόνα στα διάφορα εγχειρίδια Ιστορίας ήταν ενιαία: εκείνη του ήρωα”.¹¹⁷ Γενικότερα, διαρκούσης της δεκαετίας του ΄90, Αμερικανοί και Βρετανοί δημοσιογράφοι ήταν προκατειλημμένοι εναντίον των Σερβο-Βοσνίων. Επόμενο ήταν, ο Princip να μετατραπεί στα μάτια τους σε Σέρβο εθνικιστή. Τον Μάιο του 1995, ο Roger Cohen, ένας ανταποκριτής των New York Times με μεγάλη επιρροή, ξεκινούσε ένα άρθρο του, γραμμένο στο Σπλιτ, με μια αναφορά “σε έναν Σέρβο εθνικιστή ονόματι Gavrilo Princip”. Κατέληγε δε ως ακολούθως: “O κ. Princip και οι πέριξ αυτόν, μάχονταν υπέρ των Σερβικών εθνικών συμφερόντων μέσα στη Βοσνία”.¹¹⁸ Με τον τρόπο αυτό, μια αόρατη γέφυρα είχε στηθεί ανάμεσα στον Princip και τους Σερβο-Βόσνιους της περιόδου 1992-1995. Σε ορισμένα δε δυτικά έντυπα είχε φωλιάσει η εικόνα της ύπαρξης ενός δυνατού συσχετισμού ανάμεσα στον Princip και τον Σερβο-Βοσνιακό στρατό ή, ακόμα χειρότερα, ανάμεσα στη δολοφονία του Σεράγεβου και τη σφαγή της Srebrenica. Ρόλο συνδετικού ιστού ασκούσε, στην περίπτωση, ο Σερβικός εθνικισμός.

Γενικότερα, μπορούμε να πούμε πως είχε επικρατήσει μια λανθάνουσα συναίνεση μεταξύ Σέρβων, Κροατών, Μουσουλμάνων και Δυτικών σχετικά με την ταυτότητα του Princip. Για όλους αυτούς, ο Princip ήταν αποκλειστικά Σέρβος. Είχε γεννηθεί Σέρβος και μεγαλώσει σε μια περιοχή γαλουχημένη με Σερβική επική παράδοση γύρω από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου. Γνώριζε απ έξω το Στεφάνι του Βουνού (The Mountain Wreath), κορυφαίο έργο του Πρίγκηπα-Επισκόπου, ποιητή και φιλόσοφου Petar II Petrović-Njegoš (1813-1851).¹¹⁹ Ωστόσο, κατά τα ταραχώδη έτη που διαδέχθηκαν την προσάρτηση, εκ μέρους της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, των δυο επαρχιών της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης, δρομολογήθηκε μια προσέγγιση μεταξύ Σέρβων και Κροατών, η οποία επηρρέασε τα μέγιστα την αντίληψη γύρω από τον Princip. Ως εκ τούτου, όλοι όσοι τον είχαν σερβοποιήσει, στέρησαν από τον πραγματικό Princip την ταυτότητα, την οποία ο ίδιος είχε προσδιορίσει για τον εαυτό του την εποχή της απόπειρας και της δίκης, η οποία τη διαδέχθηκε. Ερωτηθείς τότε από τον πρόεδρο του δικαστηρίου Alois/Luigi von Curinaldi σχετικά με τις πεποιθήσεις του, απάντησε: “Είμαι ένας εθνικιστής, ένας Γιουγκοσλάβος, ο οποίος αγωνίζεται για την ενότητα όλων των περιοχών εκείνων, που έχουν απαλλαγεί από τον Αυστριακό ζυγό”¹²º. Θα μπορούσε να είχε προσθέσει ότι ανήκε στους προοδευτικούς κύκλους που προωθούσαν, από το 1911 και έπειτα, την ιδέα μιας κοινής Σερβο-Κροατικής ταυτότητας. Ο Cvetko Popović έχει προσφέρει σημαντικά στοιχεία γύρω από αυτή την υπόθεση. “Κατ εμέ”, γράφει, “οι προοδευτικοί Σερβο-Κροάτες ήταν μια εντελώς νέα εθνότητα, την οποία απαντούσε κανείς μόνο στο Σεράγεβο. Υποστήριζαν πως δεν ήταν μόνο Σέρβοι ή μόνο Κροάτες. Ήταν αμφότερα. Εμείς, Σερβοι και Κροάτες, τους κατηγορούσαμε ως προδότες. Σε αυτή την ομάδα ανήκε και ο Gavrilo Princip”.¹²¹ Από τα παραπάνω προκύπτει σαφέστατα πως, ήδη από το 1912, ο Princip είχε ασπασθεί μια ευρύτερη ταυτότητα, η οποία ξεπερνούσε τα στενά σερβικά όρια. Είχε διαμορφωμένη αντίληψη περί μιας εθνικής ενότητας μεταξύ Σέρβων και Κροατών. Τέλος, τον προσέλκυε η ιδέα μιας κοινής Σερβο-Κροατικής και, κατ επέκταση, μιας ευρύτερης Γιουγκοσλαβικής ταυτότητας.

 Η επέτειος της εκατονταετίας και τα νέα διλήμματα

H συμπλήρωση ενός αιώνα, αναπτέρωσε το ενδιαφέρον γύρω από το πρόσωπο του Princip στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο. Το 2012 κυκλοφόρησε μια μελέτη του Christopher Clark (1960 – ), επιφανούς καθηγητή του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ, όπου ο συγγραφέας επιχειρεί να αναλύσει πώς και γιατί,το 1914, η Ευρώπη παρασύρθηκε σε πόλεμο.¹²² Το εισαγωγικό κεφάλαιο φέρει τον τίτλο “Σερβικά φαντάσματα” (“Serbian ghosts”). O Clark αποδίδει την έλλειψη γραπτών τεκμηρίων για τη συνωμοσία στο γεγονός της απόλυτης μυστικότητας, από την οποία διακατέχονταν όλα τα εμπλεκόμενα άτομα.¹²³ Η ορθή αυτή διαπίστωση δεν τον απέτρεψε, ωστόσο, από το να προβεί στη δική του ανασύνθεση του συμβάντος.

Christopher Clark.

Σύμφωνα με τον Clark, οι Princip, Čabrinović και Grabež “ήταν γεμάτοι από ιδανικά, στερούνταν, όμως, της απαραίτητης πείρας”. Είχαν εστιάσει την προσοχή τους στις δοκιμασίες και στα βάσανα των Σέρβων “κατηγορώντας τους πάντες πλην των Σέρβων γι αυτά”. Η θυσία είχε γίνει πραγματική εμμονή γι αυτούς ¹²⁴. Ο συγγραφέας τους περιγράφει ως ανήκοντες σε ένα δίκτυο, υπαγόμενο στον Dragutin Dimitijević Apis, τον επικεφαλής της μυστικής οργάνωσης “Μαύρη Χείρα”. Πρώτος έλαβε τη διαταγή από αυτόν ο Tankosić, ο οποίος και την μετέφερε στον Milan Ciganović, επίσης μέλος της οργάνωσης και εκτελεστικό όργανο της τελευταίας.¹²⁵ Επομένως, σύμφωνα με τον Clark, η δολοφονία υπήρξε έργο της “Μαύρης Χείρας”. Η ομάδα του Σεράγεβου (Mehmedbašić, Cvetko Popović και Vasa Čubrilović), δεν ήταν παρά προπέτασμα καπνού, προκειμένου να καλυφθούν οι διασυνδέσεις των συνωμοτών με το Βελιγράδι.¹²⁶ Ο Clark δεν απορρίπτει την εκδοχή, σύμφωνα με την οποία ο πρωθυπουργός της Σερβίας Pašić είχε τηρηθεί ενήμερος για τις προετοιμασίες (πιθανότατα από τον ίδιο τον Ciganović προσωπικά). Αναγνωρίζει, παρά ταύτα, πως η ερμηνεία αυτή συνάγεται από έμμεσες πηγές. “Εφόσον η διασύνδεση μεταξύ Ciganović και Pašić αποδειχθεί αληθής”, συνεχίζει, “τότε υφίστανται προϋποθέσεις, προκειμένου να υποστηρίξει κανείς πως ο  Pašić είχε λάβει εγκαίρως ενημέρωση για τη συνωμοσία”.¹²⁷ Οι ρωγμές ανάμεσα στη Σερβική πολιτική διοίκηση και τις στρατιωτικές αρχές, όπου είχε  παρεισφρήσει η “Μαύρη Χείρα”, “επεκτείνονταν πλέον σε ολόκληρη τη διαδρομή ανάμεσα στις όχθες του ποταμού Δρίνου και τα κέντρα αποφάσεων του Βελιγραδίου”¹²⁸ Σε μια εύθραυστη δημοκρατία, όπως ήταν την εποχή εκείνη η Σερβία, “οι αρμόδιοι ως προς τη λήψη των πολιτικών αποφάσεων βρίσκονταν σε κατάσταση άμυνας”. Έπειτα από άνω των τριών δεκαετιών ενασχόληση με τα κοινά, ο Pašić “ήταν ένα γνήσιο προϊόν του σερβικού πολιτικού στερεώματος: εχέμυθος έως μυστικοπαθής, προσεκτικός έως υπέρμετρα υποχωρητικός”. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά τον βοηθούσαν, αναμφίβολα, να επιβιώσει μέσα στον διαταραγμένο πολιτικό χώρο του Βελιγραδίου. Ταυτόχρονα, όμως, τον καθιστούσαν “επικίνδυνα ανίκανο να διαχειριστεί εκ μέρους της Σερβίας την κρίση, η οποία έμελλε να διαδεχθεί την εκπλήρωση της αποστολής των συνωμοτών”.¹²⁹ 

O Clark παρουσιάζει τον Princip και τους υπόλοιπους συνεργούς ως αμιγείς Σέρβους εθνικιστές. Έστω και με επιφυλάξεις, αποδίδει στην κυβέρνηση του Βελιγραδίου μερίδιο ευθύνης για τη δολοφονία. Αργότερα, μετέβαλε τις απόψεις του. Σε μια συνέντευξη, την οποία παραχώρησε στον ραδιοφωνικό σταθμό “Ελεύθερη Ευρώπη”, ξεκαθάρισε πως δεν θεωρούσε τη Σερβία συνυπεύθυνη για το έγκλημα “από τη στιγμή, κατά την οποία δεν ήταν αναμεμιγμένη στην υπόθεση της δολοφονίας”.¹³º Στην πρώτη έκδοση της μελέτης του στα αγγλικά, περιέγραφε τους συνωμότες ως “τρομοκράτες”.¹³¹ Έπειτα από έντονες διαμαρτυρίες, με προέλευση το Βελιγράδι, στην γερμανική έκδοση του ιδίου βιβλίου μετρίασε κάπως την ορολογία του.¹³²  Όπως και να έχει, πάντως, το ζήτημα, ο κύριος (εάν όχι ο μοναδικός) ένοχος, παραμένει για τον Clark η κυβέρνηση της Σερβίας. Όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί, αρμόδιοι για τις κρατικές αποφάσεις στο Βερολίνο, τη Βιέννη, την Αγία Πετρούπολη, το Λονδίνο και το Παρίσι, αφέθηκαν να παρασυρθούν στον πόλεμο ως “υπνοβάτες, στοιχειωμένοι από όνειρα, αλλά τυφλοί μπροστά στην πραγματικότητα της φρίκης, προς την κατεύθυνση της οποίας οι ίδιοι συμπαρέσυραν την Ανθρωπότητα”. Ο συγγραφέας επιμένει πως η διολίσθηση προς τον πόλεμο “δεν είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα της Agatha Christie, στο τέλος του οποίου βρίσκεται ο ένοχος δίπλα στο πτώμα κρατώντας στα χέρια του ένα καπνίζον, ακόμη, περίστροφο. Δεν υπάρχει καπνίζον περίστροφο σε αυτή την ιστορία. Ή, μάλλον, υπάρχει από ένα στα χέρια του κάθε πρωταγωνιστή. Υπό αυτή την οπτική, η έκρηξη του πολέμου ήταν τραγωδία, όχι έγκλημα”.¹³³ Με αυτά τα λόγια, ο Clark παραδέχεται στο τελικό του συμπέρασμα ότι μερίδιο ευθύνης ως προς την έκρηξη του πολέμου, αναλογεί στις εμπλεκόμενες, στην κρίση του Ιουλίου 1914, κυβερνήσεις.

Tο μείζον βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε το 2014, με αφορμή τη συμπλήρωση των εκατό ετών έχει ως συγγραφέα τον Tim Butcher (1967-  ), πρώην ανταποκριτή της Daily Telegraph στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Ο Butcher είχε καλύψει τα γεγονότα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, κατά την κρίσιμη δεκαετία του ΄90. Το 2012 ακολούθησε τα ίχνη του Princip, από τη γενέτειρα του τελευταίου, το χωριό Obljaj στη νοτιοδυτική Βοσνία έως το Σεράγεβο, το Βελιγράδι και πάλι το Σεράγεβο. Το βιβλίο του είναι ένα κράμα οδοιπορικού, δημοσιογραφικής έρευνας και βιογραφίας του Princip. Μέσα σε ένα καταφύγιο του όρους Šator άφησε ένα σημείωμα, το οποίο προσδιόριζε με γλαφυρό τρόπο την ιδιότητά του: “Βρετανός συγγραφέας, σε αναζήτηση του φαντάσματος του Princip”.¹³⁴ Στην περιήγησή του είχε ως οδηγό έναν Βόσνιο Μουσουλμάνο, ο οποίος, ως παιδί, είχε επιζήσει από τη φρίκη του πολέμου της Βοσνίας. Παρακολουθώντας τη μοίρα του τελευταίου, ο Butcher άρχισε να διερωτάται ποιος ήταν πραγματικά ο Princip: “Ήταν από τους λίγους εκείνους, που αποκόμιζαν από τον εθνικισμό προσωπικά οφέλη, ή μήπως αγωνιζόταν για κάτι ευγενέστερο”;¹³⁵ Συνομίλησε και με τον  Džile, έναν από τους επιζώντες της σφαγής της Srebrenica, ο οποίος τον ρώτησε σχετικά με τον Princip: “Πρόκειται για τον νεαρό Σέρβο, που πυροβόλησε τον Αρχιδούκα στο Σεράγεβο, έτσι δεν είναι; …Εάν είχε την παραμικρή σχέση με τους Σέρβους, οι οποίοι επιτέθηκαν στη Srebrenica, τότε θα έλεγα πως τον μισώ. Είχε, όμως, οποιαδήποτε σχέση με αυτούς;”.¹³⁶

Στην προσπάθειά του να βρει μια απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα, ο Butcher ακολούθησε το παράδειγμα της Rebecca West και του Vladimir Dedijer, “ένα βιβλίο, το οποίο λειτούργησε ως ακρογωνιαίος λίθος στη δική μου περιπλάνηση”.¹³⁷ Ως συγγραφέας και ερευνητής, προσεγγίζει τον Princip όχι μόνο ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ως ένα μεταμορφωμένο σύμβολο, έναν αιώνα αργότερα. Όντας ιδιαίτερα επικριτικός έναντι του Σερβικού εθνικισμού της δεκαετίας του ΄90, ο Butcher αποφεύγει να κάνει αναγωγές του ιδίου αυτού εθνικισμού στο παρελθόν. Επιχειρεί να ανακαλύψει έναν αυθεντικό Princip, μακρυά από κάθε είδους ιδεολογική και πολιτική φόρτιση. Στο τέλος του βιβλίου συμπεραίνει: “Ο Princip ήταν ένας ονειροπόλος, η σύντομη ζωή του οποίου τον εξέθεσε στα ίδια πολιτικά ρεύματα, που ενέπνευσαν τόσους άλλους στον αγώνα τους για απαλλαγή από μη αιρετές και απολυταρχικές δομές”. Ο Princip διακατεχόταν από το όραμα της απελευθέρωσης, ένα όραμα, το οποίο μοιράζονταν μαζί του κι άλλοι λαοί της Βαλκανικής, Ιρλανδοί εθνικιστές, Ρώσοι επαναστάτες της τσαρικής περιόδου, αλλά και λαοί άλλων ηπείρων.

Tim Butcher.

Η τοξική διάσταση του εθνικισμού αναδείχθηκε πολύ αργότερα. Ο Princip, πάντοτε κατά τον Butcher, είχε ένα σπάνιο ιδανικό, το οποίο, όμως, δεν κατόρθωσε να καρποφορήσει. “ Η επιθυμία του να δει τους Νοτιοσλάβους να συμβιώνουν, δεν υπήρξε όσο δυνατή χρειαζόταν για να υπερνικήσει τον σωβινισμό, που επικρατούσε μέσα στο ίδιο το δικό του περιβάλλον”.¹³⁸ Ο Butcher πιστώνεται μια σημαντική διάκριση, στην οποία προέβη. Κατάφερε να διαχωρίσει τον σύγχρονο Σερβικό εθνικισμό από εκείνον της “Νέας Βοσνίας” και του Princip, που διέθετε ένα Γιουγκοσλαβικό υπόβαθρο. Στη δεκαετία του ΄90, οι τρεις εθνότητες της Βοσνίας, για δικούς της λόγους η κάθε μια από αυτές, είχαν ασπασθεί την θεωρία ό,τι ο Princip ήταν Σέρβος και όχι Γιουγκοσλάβος. Οι δυτικοί δημοσιογράφοι υιοθέτησαν, με τη σειρά τους, την ιδέα αυτή. Ο Butcher κατάφερε να επαναφέρει τον Princip εκεί ακριβώς όπου τον είχε τοποθετήσει η υπέροχη έρευνα του Dedijer. Επρόκειτο για έναν Γιουγκοσλάβο εθνικιστή, ο οποίος προσέβλεπε στην ενοποίηση Σέρβων, Κροατών και υπολοίπων Γιουγκοσλάβων.  Στον Butcher έλαχε τελικά ο κλήρος να δημοσιεύσει το κείμενό του με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη δολοφονία του Σεράγεβου και 50 ετών από την κυκλοφορία της μελέτης του Dedijer. Αξίζει να επισημανθεί πως ο συγγραφέας επιχειρεί έναν παραλληλισμό ανάμεσα την εξεταστική επιτροπή Chilcot, η οποία συγκροτήθηκε προκειμένου να διερευνήσει τις συνθήκες εμπλοκής του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ιράκ το 2003 και μια φανταστική αντίστοιχη επιτροπή, δικής του επινόησης, προορισμένη να διελευκάνει με ποιο τρόπο το 1914 η Ανθρωπότητα σύρθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας λειτούργησε ως εφαλτήριο για μια διήγηση γύρω από τον Princip δια μέσου του φίλτρου γεγονότων της δεκαετίας του 1990 όπως π.χ. η σφαγή της Srebrenica: “Μια επιτροπή τύπου Chilcot, θα αναδείκνυε ασφαλώς ότι, το 1914, ο Princip ήταν ένας Γιουγκοσλάβος και όχι ένας Σέρβος εθνικιστής και πως ο ισχυρισμός της Βιέννης περί εμπλοκής της Σερβίας στην υπόθεση της δολοφονίας δεν ήταν παρά μια πρόφαση για να εισβάλλει στρατιωτικά σε ένα ενοχλητικό γειτονικό κράτος”.¹³⁹

 Οι Times του Λονδίνου τάχθηκαν κατά του συσχετισμού της σύγχρονης πραγματικότητας με την προσέγγιση του ιστορικού παρελθόντος. Αντίθετα, οι New York Times απέδειξαν πως ο παραπάνω συσχετισμός ήταν αναπόφευκτος. Συγκεκριμένα, ο John F. Burns δημοσίευσε ένα άρθρο, όπου τονιζόταν πως το Σεράγεβο “είχε μετατραπεί σε πεδίο αντικρουόμενων θέσεων σχετικά με την διεκδίκηση της κληρονομιάς του Princip”. Μιας κληρονομιάς, η οποία αντιμετωπιζόταν με διαφορετικό  τρόπο από τρεις εθνικές κοινότητες. Για τους Σέρβους, ο Princip φάνταζε “ως μια ηρωϊκή φυσιογνωμία στον αγώνα κατά του Αυστριακού ζυγού όχι μόνο για τους ίδιους, αλλά επίσης και για τους Κροάτες και τους Μουσουλμάνους. Με άλλα λόγια, ως ένας εκ των  σκαπανέων της γιουγκοσλαβικής ενότητας”. Οι έτερες δυο κοινότητες δεν έδειχναν να συμμερίζονται αυτή την οπτική. “Για τους Καθολικούς Κροάτες καθώς  και για μερίδα Βοσνίων Μουσουλμάνων, πολλοί εκ των οποίων στρέφονταν προς την κυβέρνηση της Βιέννης προς αναζήτηση προστασίας έναντι των Ορθοδόξων Σέρβων, μια εμφάνιση του Princip ως αναρχικού και τρομοκράτη, ακριβώς όπως τον είχαν χαρακτηρίσει οι δικαστικές αρχές του Σεράγεβου όταν τον καταδίκασαν σε πονή φυλάκισης 20 ετών, συνέφερε περισσότερο”. Ανάλογες διαφοροποιήσεις διέκρινε ο Burns και ως προς τον τρόπο, με τον οποίο τιμήθηκε η επέτειος της εκατονταετίας. “Οι Σέρβοι σκληροπυρηνικοί επιχείρησαν να μποϊκοτάρουν τελετές, που είχαν χρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση με την προώθηση δικών τους εκδηλώσεων, όπως ήταν τα αποκαλυπτήρια αγαλμάτων και προτομών του Princip και η οργάνωση σχετικών ομιλιών προς τιμή του”.  Κατάφερε, μάλιστα, να εξασφαλίσει μια αποκλειστική συνέντευξη του διάσημου σκηνοθέτη Emir Kusturica, “αιχμή του δόρατος των εκδηλώσεων υπέρ του Princip”. Η συνέντευξη έλαβε χώρα στο Andrićgrad, προάστιο του Višegrad, μιας πόλης που υπέστη, σύμφωνα με τον Burns, “τις χειρότερες θηριωδίες εκ μέρους των Σέρβων (ομαδικοί βιασμοί, πυρπολήσεις κατοικιών με τους ενοίκους εγκλωβισμένους μέσα σε αυτές) το 1992, κατά τους πρώτους μήνες των εθνικών εκκαθαρίσεων στις ανατολικές επαρχίες της Βοσνίας”. Από μόνη της, αυτή η εισαγωγή του δημοσιογράφου οδηγεί αναπόφευκτα σε παραλληλισμούς ανάμεσα στον Princip του 1914 και την προβολή του τελευταίου στη δεκαετία του ’90. Σύμφωνα, μάλιστα, με τα λόγια του  Kusturica, “οι πολιτικές δολοφονίες ανέκαθεν αποτελούσαν κοινή πρακτική στην Ιστορία”, οι δε Δυτικοί, “οι οποίοι καταδίκαζαν τον Princip, συνάμα, όμως, υποστήριζαν τον απαγχονισμό του Saddam Hussein ή το λυντσάρισμα του Muammar el-Qaddafi, δεν ήταν παρά σκέτοι υποκριτές”.¹⁴º

Μέσα σε έναν αιώνα, ανάμεσα στην απόπειρα του 1914 και την επέτειο των εκατό ετών, η εικόνα του Princip στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο γνώρισε πολλές μεταπτώσεις: φανατικός και ανισόρροπος στην αρχή (κείμενα των Laffan, Seton-Watson και Joseph Barry), ιδεαλιστής και πρώϊμος επαναστάτης κατόπιν (Rebecca West και Vladimir Dedijer). Όμως, στη συνείδηση του κόσμου παρέμεινε ένας εκτελεστής, όρος, ο οποίος στην αγγλική γλώσσα ισοδυναμεί με κοινό δολοφόνο. Σε πολλά κείμενα χαρακτηρίζεται και ως τρομοκράτης. Ο Christopher Clark του προσδίδει επιπρόσθετες ιδιότητες: ιδεαλιστής αλλά ταυτόχρονα και τρομοκράτης με την έννοια του όρου έτσι όπως υιοθετήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα.¹⁴¹ Στην πιο πρόσφατη, σήμερα, εκδοχή (Tim Butcher), ο Princip αποκρυπτογραφείται ως Γιουγκοσλάβος εθνικιστής, παρόμοιος με τη μορφή, που του είχε προσδώσει νωρίτερα ο Dedijer. Σε επίπεδο ανθρώπινης προσέγγισης, στις αρχικές ερμηνείες δεν ήταν παρά “ο άλλος”. Η Rebecca West υπήρξε η πρώτη, η οποία επιχείρησε να τον προσεγγίσει επιδεικνύοντας κάποιου είδους οικειότητα. Ο Tim Butcher προχώρησε ακόμα πιο μακριά. Έφτασε μέχρι σημείου πλήρους ταύτισης μαζί του.

Κλείνοντας, θα ήταν σκόπιμο να παραθέσει κανείς δυο επισημάνσεις του A.J.P. Taylor. Έχοντας διαβάσει την πραγματεία του Dedijer “The Road to Sarajevo”, απηύθηνε το ακόλουθο μήνυμα προς όλους όσους είχαν διαβλέψει στο παρελθόν συνωμοσίες πίσω από τη δολοφονία του Αρχιδούκα: “Τα εννέα δέκατα των όσων έχουν γραφεί σχετικά με την απόπειρα του Σεράγεβου είναι άχρηστα σκουπίδια (rubbish). Εμφορούνται από την πρόθεση να ανακαλυφθεί κάπου μια καλά οργανωμένη και άρτια επεξεργασμένη συνωμοσία. Προφανώς είναι δύσκολο για τους ιστορικούς να κατανοήσουν πως ορισμένοι άνθρωποι είναι έτοιμοι να προσφέρουν τη ζωή τους για τα πιστεύω τους, δίχως, απαραίτητα, να υπακούουν σε άνωθεν εντολές. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Η απλούστερη εξήγηση τυγχάνει να είναι συνάμα και η αληθινή. Συμβαίνει συχνά”.¹⁴²  Η δεύτερη  επισήμανση του Taylor χρονολογείται από το 1956, οπότε και επέστησε την προσοχή σε μια πολύ σημαντική παράμετρο της κρίσης του Ιουλίου: “Γνωρίζουμε σήμερα τί ακριβώς διαμοίφθηκε μεταξύ 28 Ιουνίου και 4 Αυγούστου 1914, με περισσότερες λεπτομέρειες απ ό,τι για οποιεσδήποτε άλλες πέντε εβδομάδες της ιστορίας. Εάν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τα εν λόγω γεγονότα και να συμφωνήσουμε μεταξύ μας, τότε δεν θα είμαστε ποτέ σε θέση να κατανοήσουμε ο,τιδήποτε και να συμφωνήσουμε ως προς αυτό.”¹⁴³ Από το παρόν άρθρο, προκύπτει πως ιστορικοί και δημοσιογράφοι εξακολουθούν, κατά καιρούς, να ψάχνουν για συνωμοσίες. Πρέπει δε να ομολογήσουμε πως η απόπειρα του Σεράγεβου προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Για το λόγο αυτό, η δεύτερη επισήμανση του Taylor εξακολουθεί να λειτουργεί ως προειδοποίηση. Είναι, άραγε, οι ιστορικοί σε θέση να κατανοήσουν κάτι και να συμφωνήσουν ως προς αυτό; Για πολλά, ασφαλώς είναι. Ως προς την απόπειρα/δολοφονία του Σεράγεβου, δεν δείχνουν ακόμη να συμφωνούν σχετικά με την εικόνα και τον ρόλο του Princip κατά τις πέντε εβδομάδες, οι οποίες προηγήθηκαν των τεσσάρων μοιραίων της κρίσης του Ιουλίου.

 

O Slobodan Marković είναι Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών  του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου.

 

 

World War I: Gavrilo Princip’s Final Days      

           

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

⁵² Rebecca West, Black Lamb and Grey Falcon. A Journey through Yugoslavia, 2 vols. (NewYork: The Viking Press, 1941).

⁵³ Linda Charlton, “Dame Rebecca West dies in London”, The New York Times, March 16, 1983.

⁵⁴ “Libel Damages for Dame Rebecca West“, The Times, January 22, 1980, 23.

⁵⁵  Rebecca West, Black Lamb and Grey Falcon. A Journey through Yugoslavia (Edinburgh: Canongate Books, 1993), 375.

⁵⁶ Ibid. 379.

⁵⁷ Ibid. 381.

⁵⁸ Ibid. 382.

⁵⁹ Ένας άλλος Βρετανός προηγήθηκε και επηρρεάζοντάς την εν συνεχεία. Πρόκειται για τον συγγραφέα και διηγηματογράφο Stephen Graham (1884–1975). Το 1930 ο Graham δημοσίευσε ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο από τη συνωμοσία του Σεράγεβου. Η δεύτερη σύζυγός του, Vera Mitrinović, ήταν αδελφή του κορυφαίου συγγραφέα και ιδεολόγου της “Νέας Βοσνίας”, Dimitrije Mitrinović.

⁶º “Book of the Week. Balkan Background“, The Times, no. 49177, March 6, 1942, 8.

⁶¹ A. J. P. Taylor, A Personal History (Coronet Books, 1984), 216.

⁶² A. J. P. Taylor, The Struggle for Mastery in Europe 1848–1918 (Oxford: Clarendon Press, 1954); A. J. P. Taylor, “The Outbreak of the First World War”, Europe. Grandeur and Decline (Harmondsworth: Penguin Books, 1967), 183–189.

⁶³ Βλ. A. J. P. Taylor, Trieste (London: Yugoslav Information Office, 1945). Το φυλλάδιο καταλαμβάνει 32 σελίδες.

⁶⁴ A.J.P. Taylor, A Personal History, 239–240, 320–321.

⁶⁵ A. J. P. Taylor, Englishmen and Others (London: Hamish Hamilton, 1956).

⁶⁶  Taylor, “The Outbreak of the First World War”, 183–189.

⁶⁷ O Taylor παραπάμπει στους Dr. Vasa Čubrilović και Cvetko Popović.

⁶⁸ Ibid. 186.

⁶⁹ Ibid. 186.

⁷º A. J. P. Taylor, The Course of German History: a Survey of the Development of Germany since 1815 (London: Hamish Hamilton, 1945).

⁷¹ Σχετικά με την Γιουγκοσλαβική οπτική της δολοφονίας/απόπειρας του Σεράγεβου, την πλέον κατατοπιστική θεώρηση αποτελεί το λήμμα του Κροάτη/Γιουγκοσλάβου ιστορικού  Bogdan Krizman στην ημι-επίσημη Enciklopedija Jugoslavije: “Sarajevski atentat”, Enciklopedija Jugoslavije, vol. VII (Zagreb: Jugoslavenski leksikografski zavod, 1968), 141–143.

⁷²  Joachim Remak, A Story of a Political Murder (London: Weidenfeld and Nicolson, 1959).

⁷³   Ibid. 54.

⁷⁴ Ibid. 50

⁷⁵ Ibid. 53.

⁷⁶ Ibid. 55–57.

⁷⁷ Ibid. 71–72.

⁷⁸ Ibid. 63–64.

⁷⁹ Ibid. 66.

⁸º Vladimir Dedijer, The Road to Sarajevo (New York: Simon and Schuster, 1966, και London: Macgibbon and Kee, 1967).

⁸¹ Vladimir Dedijer, “Sarajevo. Fifty Years After“, Foreign Affairs, 42.4 (July 1964), 569–584.

⁸² Vladimir Dedijer, “Back to Sarajevo after 50 Years“, The Times, June 26, 1964, 13.

⁸³ Τα άλλα πέντε άτομα είναι δυο Αμερικανοί Σέρβοι (Nikola Tesla και Michael Idvorsky Pupin), ένας καθηγητής της Οξφόρδης  (John Plamenatz), ένας Σέρβος διπλωμάτης ( Chedomille Mijatovich), τέλος, ο συγγραφέας και διπλωμάτης  Ivo Andrić, Who Was Who a Cumulated Index 1897–2000 (London: A. & C. Black, 2002), 18, 216, 566, 654, 670, 805. Οι Andrić και  Dedijer πρωτοεμφανίστηκαν στην ετήσια έκδοση του Who’s Who? του 1963, την παραμονή της 50ής επετείου.

⁸⁴ Επιστολή του Vladimir Dedijer, “Ireland’s Easter Blood Bath”, The Times, no. 56604, April 13, 1966, 13

⁸⁵ Dedijer, “Sarajevo. Fifty Years After”, 571.

⁸⁶ Dedijer, The Road to Sarajevo, 175–234.

⁸⁷ Ibid. 177–184 (Vladimir Gaćinović); 184–185 (Danilo Ilić); 185–197 (Gavrilo Princip); 198–202 (Nedeljko Čabrinović).

⁸⁸ Ibid. 233.

⁸⁹  Ibid. 193, 195.

⁹⁰ Ibid. 161–163, 178–179, 230.

⁹¹ A. J. P. Taylor, “The Great Assassination. The Road to Sarajevo by Vladimir Dedijer”, The New York Review of Books, October 20, 1966.

⁹² David Binder, “Sarajevo Marking First Shot of World War I”, The New York Times, June 28, 1964, 20.

⁹³ Raymond H. Anderson, “1914 Conspirator Recalls Sarajevo Assassination”, The New York Times,

⁹⁴  May 27, 1973; Iain Macdonald, “Sarajevo: When a teenager with a gun sent the world to war”, The Times, no. 59125, June 28, 1974, 18.

⁹⁵ Journal of Contemporary History, 48.2 (2013).

⁹⁶ Imanuel Geiss, “Origins of the First World War”, in H. W. Koch, ed., The Origins of the First World War (London and Basingstoke: The Macmillan Press, 1972), 78. Idem“Origins of the First World War”, in Imanuel Geiss, ed., July 1914. The Outbreak of the First World War: Selected Documents (New York: Charles Scribner’s Sons, 1967), 53.

⁹⁷ Asim Gruhonjić, “Gde postaviti spomenik Gavrilu Principu (Pred 50-godišnjicu Sarajevskog atentata)” [Where to place a monument to Gavrilo Princip. On the eve of the 50th anniversary of the Sarajevo attentat], Politika, March 14, 1964.

⁹⁸ Our own correspondent, “Sarajevo Shooting Commemorated”, The Times, no. 56050, June 29, 1964, 9.

⁹⁹ David Binder, “Sarajevo Marking First Shot of World War I”, The New York Times, June 28, 1964, 20.

¹ºº David Binder, “Only a Few in Sarajevo mark 1914 Assassination”, The New York Times, June 29, 1964, 3.

¹º¹ Asim Gruhonjić, “ ‘Mlada Bosna’ – Borac za jedinstvo srpske, hrvatske i muslimanske omladine” [Young Bosnia – fighter for the unity of Serbian, Croatian and Muslim Youth], Politika, June 29, 1964, 5.

¹º² Joseph A. Barry, “Sarajevo Revisited, 50 Years After”, The New York Times Magazine, Sunday, June 28, 1964, 15.

¹º³ Ibid.

¹º⁴ Ibid.

¹º⁵ Ibid. 16.

¹º⁶ Ratko Parežanin, Mlada Bosna i Prvi svetski rat (Munich: Iskra, 1974).

¹º⁷ Η προηγούμενη κινηματογραφική ταινία για τον Princip γυρίστηκε το 1968 από τον  σκηνοθέτη Fadil Hadžić και έφερε τον τίτλο “Sarajevski atentat”. Σε αυτή αναφέρεται ο  Bulajić.

¹º⁸  Malcom W. Browne, “Sarajevo Hails Assassin but Debates Ethics of Deed”, The New York Times, March 30, 1974, 2.

¹º⁹ A. H. Weiler, “Atentat u Sarajevu (1975) ‘The Day That Shook the World’ A Quaint Film”, The New York Times, January 24, 1977.

¹¹º The New York Times, November 28, 1989.

¹¹¹ Malcolm W. Browne, “Sarajevo hails Assassin but Debates Ethics of Deed”, The New York Times, March 30, 1974.

¹¹² Dave Anderson, “Sports of The Times; Snowflakes and Shoeprints”, The New York Times, February 5, 1984.

¹¹³ Clifford D. May, “On and Off the Slopes at Sarajevo”, The New York Times, November 27, 1988.

¹¹⁴ W. A. Dolph Owings, Elizabeth Pribic and Nikola Pribic, eds. and trans., The Sarajevo Trial, 2 vols. (Chapel Hill: Documentary Publications, 1984).

¹¹⁵ Mark Wheeler, “Review of The Sarajevo Trial”, The Slavonic and East European Review 64 (Oct. 1986), 650–51.

¹¹⁶ Chris Hedges, “Sarajevo Journal; In Bosnia’s Schools, 3 Ways Never to Learn from History”, The New York Times, November 25, 1997.

¹¹⁷ Roger Cohen, “The World: A Small Bite at the Bosnian Bullet”, The New York Times, May 28, 1995.

¹¹⁸ Dedijer, The Road to Sarajevo, 259–260.

¹¹⁹ Vojislav Bogićević, ed., Sarajevski atentat. Izvorne stenografske bilješke sa glavne rasprave protiv Gavrila Principa i drugova održane u Sarajevu 1914 g. (Sarajevo: Državni arhiv narodne Republike BiH, 1954), 62.

¹²º Cvetko Dj. Popović, Sarajevski Vidovdan 1914. Doživljaji i sećanja (Belgrade: Prosveta, 2014) [1st ed.: Belgrade: Prosveta, 1969], 19. Cf. Drago Ljubibratić, “Gavrilo Princip”, in Muharem Bazdulj, ed., Mlada Bosna, ειδική θεματική έκδοση της εφημερίδας Gradac, no. 175–177 (2010), 139.

¹²¹ Christopher Clark, The Sleepwalkers: How Europe Went to War in 1914 (London: Allen Lane, 2012).

¹²² Ibid. 47–48.

¹²³ Ibid. 50–51.

¹²⁴ Ibid. 53.

¹²⁵ Ibid. 56.

¹²⁶ Ibid.

¹²⁷ Ibid. 58.

¹²⁸ Ibid. 64.

¹²⁹ “Kristofer Klark for RSE. ‘Srbi ne treba da se stide Gavrila Principa’. Intervju Draganu Štavljaninu” [Christopher Clark for RFE. ‘Serbs should not be ashamed of Gavrilo Princip’. Interview by Dragan Štavljanin], Radio Free Europe, June 24, 2014: http:// www.slobodnaevropa.org/content/kristofer-klark-za-rse-srbi-ne-treba-da-se-stidegavrila-principa/25432649.html

¹³º  Editorial, “The Princip Precedent”, The Guardian, August 27, 2008.

¹³¹ Ο  Christopher Clark ξεκαθάρισε τη νέα του τοποθέτηση ως εξής: “Εξακολουθώ να πιστεύω πως η οργάνωση “Ένωση ή Θάνατος” [Μαύρη Χείρα] ήταν τρομοκρατική. Όμως, ο  Gavrilo Princip δεν ήταν τρομοκράτης. Στις μέρες μας χρησιμοποιούμε τον όρο αυτό για να υποδείξουμε τους εξτρεμιστές του Ιράκ και την  Al Qaeda που δεν διστάζουν να σφάζουν γυναικόπαιδα σε πολυσύχναστους χώρους και αλλού. Τις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου ο όρος “τρομοκράτης” είχε εντελώς άλλο νόημα. Πολλά δε από τα στελέχη της “Νέας Βοσνίας” αυτοαποκαλούνταν τρομοκράτες” (“Kristofer Klark for RSE. ‘Srbi ne treba da se stide Gavrila Principa’”).

¹³² Clark, The Sleepwalkers, 561.

¹³³ Tim Butcher, The Trigger. Hunting the Assassin who brought the World to War (New York: Grove Press, 2014), 91.

¹³⁴ Ibid. 154.

¹³⁵ Ibid. 234.

¹³⁶ Ibid. 123.

¹³⁷ Ibid. 296.

¹³⁸ Tim Butcher, “Was the war to end all wars based on a lie? A Chilcot-style inquiry into the First World War would uncover spin and distortion that caused the death of millions”, The Times, June 28, 2014, 26.

¹³⁹ John F. Burns, “In Sarajevo Divisions that drove an Assassin have only begun to heal”, The New York Times, June 28, 2014.

¹⁴º Ο Clark εξέφρασε, όντως, κάποιου είδους συμπάθεια έναντι του Princip. Σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2013 στο εβδομαδιαίο περιοδικό Vreme, δήλωσε: “Όχι, ο Princip και οι συνεργάτες του δεν ήσαν υπνοβάτες. Ήταν καλά παιδιά και κάθε μητέρα δικαιούνταν να αισθάνεται περηφάνεια γι αυτά. Διακρίνονταν από καλούς τρόπους, δεν ήταν μέθυσοι, δεν έτρεχαν στους οίκους ανοχής όπως έπρατταν πολλοί φοιτητές. Ήταν τα καλά παιδιά, αφοσιωμένα στον αγώνα τους, γι αυτό και εξελίχθηκαν, τελικά, σε μέρος της τραγωδίας” (“Najbolja slika oba rata. Intervju – Kristofer Klark” [The best photo of both wars – An interview – Christopher Clark], Vreme, no. 1192, November 7, 2013)

¹⁴¹ Taylor, “The Great Assassination. The Road to Sarajevo by Vladimir Dedijer”. The New York Review of Books, 20 October 1966.

¹⁴² Taylor , “The Outbreak of the First World War”, 184.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος             

 

 

 

Slobodan Marković : Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip. Μέρος Α΄: Η περίοδος του Μεσοπολέμου

 Slobodan Marković

 Αγγλο-αμερικανικές εκτιμήσεις για τον Gavrilo Princip

Μέρος Α΄: Η περίοδος του Μεσοπολέμου

Υπάρχει μια εκτενής ιστοριογραφία για τον Gavrilo Princip, τον δολοφόνο του Αρχιδούκα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας Φραγκίσκου-Φερδινάνδου , στα σερβικά και στα αγγλικά. Το παρόν κείμενο εστιάζει στα άρθρα, τα οποία δημοσιεύθηκαν στις στήλες δυο κορυφαίων εφημερίδων στη Μεγάλη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Πρόκειται αντίστοιχα για τους Times και τους New York Times. Συμπληρώνεται από την ανάλυση των σημαντικότερων επιστημονικών δημοσιεύσεων, που πραγματεύονται το όλο θέμα.

Διαρκούντος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το Βασίλειο της Σερβίας και η Μεγάλη Βρετανία ήταν σύμμαχοι. Το ίδιο ίσχυε και με τις ΗΠΑ κατά τους δεκαεννέα τελευταίους μήνες του πολέμου. Φυσικό επακόλουθο του κοινού αγώνα και των αμοιβαίων δοκιμασιών, ήταν να παρατηρηθεί, τόσο στη Βρετανία όσο και στις ΗΠΑ, μια τάση υποστήριξης και αλληλλεγγύης έναντι  της μεσοπολεμικής Γιουγκοσλαβίας.  Είναι γεγονός, πως είδηση της δολοφονίας στο Βελιγράδι, τον Μάιο του 1903, του βασιλέα της Σερβίας Αλεξάνδρου Obrenovich και της συζύγου του Draga, είχε προκαλέσει τον αποτροπιασμό της βρετανικής κοινής γνώμης. Ο τρόπος, με τον οποίο το κίνημα του 1903 υπήρξε αντικείμενο χειρισμού από πλευράς Λονδίνου, έκανε τη Σερβία να φαντάζει σαν ένα ανατολικό υπανάπτυκτο κράτος, πέρα από τα όρια του ευρωπαϊκού πολιτισμένου κόσμου της εποχής.¹

 Μετά από τη λήξη του πολέμου, η καθόλα αρνητική αυτή διάθεση, αν και υποβαθμισμένη κάπως, συνυπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα με την ελπιδοφόρα αύρα, που απέπνεε το νεότευκτο βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων/Γιουγκοσλαβία. Υπήρχε, ωστόσο, ένας κοινός παρονομαστής. Η ομόφωνη αποδοκιμασία και καταδίκη της δολοφονίας του Σεράγεβου. Η ενέργεια του Gavrilo Princip δεν τύγχανε της συμπάθειας ή, έστω, της ανοχής κανενός. Ένας ένθερμος υποστηρικτής των Σερβικών ιδεωδών της περιόδου του πολέμου ήταν ο Robert George Dalrymple Laffan (1887-1972), στέλεχος του Queens’ College του Καίμπριτζ. Τον Σεπτέμβριο του 1917 ολοκλήρωσε τη σύνταξη ενός βιβλίου, το οποίο έφερε τον τίτλο “Οι Σέρβοι, φύλακες των πυλών” (The Serbs. The Guardians of the Gate). Ο τίτλος προερχόταν από μια αγόρευση του σερβόφιλου πρωθυπουργού David Lloyd George, ενώπιον της Βουλής των Κοινοτήτων στις 8 Αυγούστου του ιδίου έτους. Ο υποναύαρχος E.T.Troubridge, εξίσου ένθερμος υποστηρικτής των Σέρβων, κατέληγε στον πρόλογο του βιβλίου με την εξής φράση: “Πράγματι, η Σερβία ανταποκρίθηκε άμεσα και με γενναιότητα στο ερώτημα: Τι έχει να αποκομίσει ένας άνθρωπος εάν, κατακτώντας τον κόσμο, πουλήσει την ψυχή του;”.² Από βασιλοκοκτόνοι το 1903, οι Σέρβοι, χάρη στη διενέργεια του πόλεμου, είχαν μετεξελιχθεί σε μικρό έντιμο σύμμαχο και φύλακα των πυλών. Ο Laffan διέτρεξε ολόκληρη την περίοδο από τον Karageorgevich έως το 1917. Μάλιστα,  ένα ολόκληρο κεφάλαιο, από τα δεκαεπτά που περιέχει συνολικά το βιβλίο, είναι αφιερωμένο στο επεισόδιο της δολοφονίας του Σεράγεβου. Στο κεφάλαιο αυτό, ο συγγραφέας καταθέτει την κατανόησή του για τους λόγους, οι οποίοι οδήγησαν στη δολοφονία του Αρχιδούκα, ταυτόχρονα, όμως, εκφράζει και την ευχή “ποτέ στο μέλλον, οι Σέρβοι οποιασδήποτε χώρας, να μην καταφύγουν σε τόσο άχρηστες μεθόδους, που τους στερούν, εν τέλει, τη συμπάθεια εκείνων που αναγνωρίζουν τον δίκαιο αγώνα τους”.³ Χαρακτηρίζει ως “νεαρό αναρχικό” τον συνωμότη Nedeljko Čabrinović, στο δε ευρετήριο του βιβλίου, ο Princip καταχωρίζεται επίσης ως “αναρχικός”.⁴

Στις τριάντα σελίδες, που καταλαμβάνει το συγκεκριμένο κεφάλαιο, ο Princip δικαιούται μόλις δυόμισι σειρές, όπου αναφέρεται επί λέξει ό,τι “κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και άδειασε το περίστροφό του επάνω στον Αρχιδούκα και τη σύζυγό του”.⁵ Ο Laffan σπεύδει να υποστηρίξει με έμφαση πως ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο για τον Αρχιδούκα να επισκεφθεί το Σεράγεβο, όπου στο παρελθόν, ο ήρωας Miloš Obilić είχε δολοφονήσει τον Σουλτάνο Μουράτ Α΄. “Δεν θα ήταν ουδόλως αξιοπερίεργο”, συνεχίζει, “εάν κάποιος ανισόρροπος νεαρός Σερβοβόσνιος, μιμούμενος το παραπάνω παράδειγμα, επιχειρούσε να επιφυλάξει το ίδιο τέλος σε έναν εκπρόσωπο της Αυστροουγγρικής μοναρχίας ”.⁶ Επισημαίνει δε πως “τίποτα δεν μπορούσε να είναι περισσότερο αυτοκαταστροφικό για τη Σερβία τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή, από το να δρομολογήσει μια σύγκρουση με μια γειτονική Μεγάλη Δύναμη”. Σε μια στιγμή, μάλιστα, που η Γερμανία επιθυμούσε να εξαλείψει, κατά μήκος της προέλασής της από το Βερολίνο προς τη Βαγδάτη, την “αναξιόπιστη” και “ενοχλητική” Σερβία, o Laffan στρέφει την προσοχή των αναγνωστών του προς την κατεύθυνση μιας πιθανής ευθύνης των Ούγγρων στην υπόθεση της δολοφονίας, με τη σύμπραξη κύκλων της Βιέννης. Υποστηρίζοντας πως, με βάση το παραπάνω επιχείρημα, “μια άποψη είναι δυνατόν να διαμορφωθεί”, συμπεραίνει εκθέτοντας το ακόλουθο σκεπτικό: “Η δολοφονία υπήρξε το έργο ενός ή δυο φανατικών προσώπων Σερβικής καταγωγής, στην υπηρεσία της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, εξοργισμένων από την άθλια μεταχείριση, της οποίας έχαιραν οι ορθόδοξοι πληθυσμοί της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης. Πιθανότατα βρίσκονταν σε επαφή με “κομιτατζήδες” από τη Σερβία, παντελώς απληροφόρητους για τα τεκταινόμενα στην Ευρώπη, και, κατ επέκταση, μη αντιλαμβανόμενους την εύφλεκτη ιδιότητα του υλικού, με το οποίο έπαιζαν. Η κυβέρνηση της Σερβίας και οι κρατικές υπηρεσίες γενικότερα, δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για τα όσα προετοιμάζονταν. Τα γνώριζε, όμως, η Αυστροουγγρική κυβέρνηση, η οποία χρησιμοποίησε αυτή την ουρανοκατέβατη συνωμοσία προκειμένου να απομακρύνει έναν ανεπιθύμητο διάδοχο από τον θρόνο και να ενοχοποιήσει, κατόπιν, τη Σερβία στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης”.⁷  Η αφήγηση του Laffan, με τον τρόπο, με τον οποίο αναπτύσσεται, επιβεβαιώνει πως ακόμη και οι οπαδοί της σφυρηλάτησης ενός νέου προφίλ της Σερβίας, προβάλλοντας την ιδιότητά της ως γενναίου συμμάχου των Βρετανών, όφειλαν να τηρήσουν απόσταση από τον Princip και να επειδείξουν αυτοσυγκράτηση. Ο Laffan όχι μόνο δεν γνωρίζει, αλλά ούτε και επιθυμεί να γνωρίζει πολλά πράγματα για τους Princip και  Čabrinović.  Ουδόλως δείχνουν να τον απασχολούν και οι υπόλοιποι συνωμότες.

Από αριστερά προς τα δεξιά: Trifko Grabež, Milan Ciganović και Gavrilo Princip στο οχυρό Kalemegdan του Βελιγραδίου τον Μάιο του 1914, ένα μήνα προ της δολοφονίας.

Ένας άλλος ένθερμος υποστηρικτής των Σέρβων στη Μεγάλη Βρετανία κατά τη διάρκεια του πολέμου ήταν ο Robert William Seaton-Watson (1879-1951). Εξέφρασε θέσεις παρόμοιες με εκείνες του Laffan. Από το 1922 και έπειτα, ο Seaton-Watson υπήρξε ο πρώτος, κατά σειρά, κάτοχος της έδρας Masaryk της Σχολής Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Λονδίνου, όπου δίδαξε Ιστορία της Κεντρικής Ευρώπης. Εθεωρείτο αυθεντία στη χώρα του ως προς το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο, συμπεριλαμβανομένης και της ιστορίας των Νοτιοσλάβων.⁸ Το 1925 εξέδωσε μια μελέτη αφιερωμένη στις καταβολές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στην οποία αντέκρουε τις περισσότερες από τις κατηγορίες, που στρέφονταν κατά της Σερβίας σχετικά με τις άμεσες συνθήκες έκρηξης του πολέμου.⁹ Στο τιτλοφορούμενο “Η ευθύνη του εγκλήματος” έκτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Seaton-Watson ήταν ο πρώτος Βρετανός συγγραφέας, ο οποίος επισήμανε ξεκάθαρα πως “Η πραγματική πρωτοβουλία προήλθε μέσα από τη Βοσνία” καθώς επίσης και ότι πέρα από τους συνωμότες του Σεράγεβου “υπήρχε ένας σημαντικός αριθμός νέων, που είχαν ορκισθεί να αποπειραθούν κατά της ζωής του Αρχιδούκα και πως ανάλογες ομάδες, έτοιμες να μιμηθούν το παράδειγμά τους, καιροφυλακτούσαν στην Κροατία και στη Δαλματία”.¹º Καταλήγοντας σε αυτή την εκτίμηση, είχε επηρεαστεί από τη μελέτη του Borivoje Jevtić,¹¹ αλλά και από συνεντέυξεις, που είχε πάρει αυτοπροσώπως από μερικούς οπαδούς του Βοσνιακού κινήματος.

Ανακεφαλαιώνοντας ως προς το ζήτημα της ευθύνης, ο Seaton-Watson γράφει: “Το έγκλημα του Σεράγεβου αποτελεί μια ανεξίτηλη κηλίδα σε βάρος της κίνησης των Γιουγκοσλάβων για ενότητα. Όμως, και στο ποσοστό που δεν έχουμε απωλέσει κάθε αίσθηση του μέτρου, οφείλουμε να χρεώσουμε το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης στην Αυστροουγγαρία, η οποία, εφαρμόζοντας μια πολιτική καταστολής εντός των συνόρων και επιθετικότητας προς τα έξω, λειτούργησε ανταγωνιστικά έναντι του συνόλου της Γιουγκοσλαβικής φυλής”.¹² Προς το τέλος δε του βιβλίου, αφήνει να πέσει η παρακάτω ετυμηγορία: “Με μια λέξη, δεν φαίνεται τόσο δύσκολο να υποστηρίξει κανείς πως με σκόπιμες ενέργειες, προγραμματισμένες έως την τελευταία λεπτομέρεια, η Βιέννη και το Βερολίνο είχαν υφάνει, περί τις 23 Ιουνίου, ένα διπλωματικό κλίμα, από το οποίο η Ευρώπη μπορούσε να απεμπλακεί μόνο χάρη σε ένα θαύμα και ότι οι ευθύνη για την έκρηξη του πολέμου πρέπει, κατά συνέπεια, να βαρύνει τους ώμους τους”.¹³

Robert William Seaton-Watson.

Ωστόσο, ήδη από το 1925, ο Seaton-Watson προειδοποιούσε: “Δυστυχώς, υπάρχουν άλλοι, που επιμένουν να ηρωποιούν τους δολοφόνους. Αυτή ακριβώς η αντίληψη – περισσότερο διαδεδομένη εντός της ίδιας της Βοσνίας, όπως είναι φυσικό – ευθύνεται για τη μετακίνηση του μνημείου από τον τόπο του εγκλήματος και για την μεταφορά των λειψάνων των δολοφόνων σε ειδικό τιμητικό τάφο στο Σεράγεβο”.  Εισηγήθηκε δε, η  Ημέρα της Ανακωχής (11 Νοεμβρίου) να εορτάζεται ως “ημέρα εθνικής εξιλέωσης” και όχι ως “μια ετήσια τελετή του εγκλήματος”.¹⁴ Πέντε, μόλις, έτη έπειτα από την κυκλοφορία του βιβλίου του, άσκησε δριμεία κριτική κατά της ανέγερσης μιας αναμνηστικής πινακίδας στο Σεράγεβο, προς τιμήν του Gavrilo Princip. Σε επιστολή προς τους Times επισήμανε πως “με την ιδιότητα κάποιου, ο οποίος υπερασπίστηκε σθεναρά τη Σερβία ενάντια στην κατηγορία ότι επιτάχυνε σκόπιμα τον πόλεμο με την πολιτική που ακολούθησε, διαμαρτύρομαι δημόσια με όλη μου τη δύναμη κατά της απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε σήμερα από τους Times, περί ανέγερσης μνημείου προς τιμήν των δολοφόνων του Αρχιδούκα στο σημείο του συμβάντος, στο Σεράγεβο”(…) “Η ανέγερση μνημείου όχι στη μνήμη του θύματος, αλλά σε εκείνη του δολοφόνου, συνιστά ευθεία προσβολή σε βάρος όλων των υγειώς σκεπτόμενων ανθρώπων μέσα στην ίδια τη Γιουγκοσλαβία, ταυτόχρονα όμως, και σε βάρος των συμμάχων της κατά τη διάρκεια του πολέμου”, κατέληγε με πικρία στην ίδια επιστολή.¹⁵

Δυο μέρες αργότερα, σε δημοσίευμα των Times υπογραμμιζόταν πως στην εν λόγω τελετή, “ούτε η κυβέρνηση ούτε κάποια ημιεπίσημη οργάνωση έστειλαν εκπροσώπους και ότι είχαν ρητά απαγορευθεί από τις αρχές οποιεσδήποτε εκδηλώσεις καθώς και η εκφώνηση λόγων”. Ωστόσο, η εφημερίδα μεμφόταν τη Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση, επειδή είχε επιτρέψει τη διενέργεια “αυτής της λυπηρής και προσβλητικής τελετής”(…)“Είναι πιθανότατα ακριβές ότι, πέραν από μια μορφωμένη και δυτικόφερτη μειοψηφία, η σερβική κοινή γνώμη ηρωποίησε τον Princip και τους συντρόφους του”. Το δημοσίευμα κατέληγε με την εξής επισήμανση: “Ακόμα και η δημοκρατική Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση πρέπει να έχει αντιληφθεί και προσμετρήσει την αρνητική εντύπωση, που προκάλεσε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, επιτρέποντας τον δημόσιο εορτασμό μιας πράξης, η οποία υπήρξε η άμεση αιτία του Μεγάλου Πολέμου, της φρίκης που αυτός προκάλεσε και της γενικότερης συμφοράς, που άφησε πίσω του”. Η κορυφαία βρετανική εφημερίδα απηύθηνε και μια προειδοποίηση προς πάσα κατεύθυνση: “Δεν έχουμε να κάνουμε, εδώ, με μια από τις περιπτώσεις εκείνες, όπου αυτοί που κατανοούν είναι διατεθειμένοι να προτρέψουν για συγχώρεση”.¹⁶

Ένα έτος κατόπιν, ο Winston Churchill (1874-1965), κάτοχος, στο παρελθόν, διαφόρων υπουργικών χαρτοφυλακίων, το πιο πρόσφατο εκ των οποίων ήταν εκείνο των Οικονομικών (1924-1929), εξέδωσε τον πέμπτο τόμο του έργου του “The World Crisis, που φέρει τον υπότιτλοThe Uknown War.¹⁷ Σε αντιδιαστολή με τους περισσότερους άλλους συγγραφείς, ο Churchill αφιερώνει έναν ολόκληρο τόμο στο Ανατολικό Μέτωπο, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Σερβίας και της Θεσσαλονίκης. Παραθέτει έως και αναλυτικούς χάρτες σχετικούς με την αντεπίθεση των Σέρβων τον Δεκέμβριο του 1914 (μάχες  Jadar και Kolubara), καθώς και με την αυστρογερμανική εισβολή του Οκτωβρίου του 1915 σε βάρος της Σερβίας.¹⁸ Η απόδoση είναι ορθή, με σαφή συμπάθεια έναντι του σερβικού στρατού. Όμως, υπάρχουν δυο πρόσωπα, προς τα οποία ο Churchill δείχνει ιδιαίτερα επιφυλακτικός. Πρόκειται για τους Gavrilo Princip και Dragutin Dimitrijević Apis.

Στο πέμπτο κεφάλαιο (“Η δολοφονία του Αρχιδούκα”) γίνεται μνεία στην αναμνηστική πινακίδα του Princip στο Σεράγεβο. “Princip] πέθανε στη φυλακή και ένα μνημείο, το οποίο αναγέρθηκε πρόσφατα από τους συμπατριώτες του, ηρωποιεί την επαίσχυντη πράξη του, όπως και εκείνη των οπαδών του”.¹⁹ Σύμφωνα με τον Churchill, η Μαύρη Χείρα, η μοιραία, όπως την χαρακτήριζε, μυστική οργάνωση του Dimitrijević, “η οποία καλλιεργούσε έναν άγριο πατριωτισμό επιστρατεύοντας την πειθαρχία των πρώτων Ιηουσιτών και τις μεθόδους των Ρώσων μηδενιστών” δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας. Ήταν βέβαιο πως “ο  Dimitrijević είχε οργανώσει τη δολοφονία του Αρχιδούκα κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Βοσνία”.²° Ως προς τα ουσιαστικά, δε, αίτια του πολέμου, απαριθμεί την ψυχολογία των κυβερνώντων, τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις, τέλος, “τη σύγκρουση συμφερόντων και το βαθειά ριζωμένο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και του αυτοπροσδιορισμού των διαφόρων εθνικών μειονοτήτων”. Ταυτόχρονα, επιρρίπτει ευθύνες σε τρια πρόσωπα: στον άνθρωπο “που πυροβόλησε σκοτώνοντας τον Αρχιδούκα και τη σύζυγό του”, στον άνθρωπο, που “μη προσμετρώντας τον κίνδυνο ενός παγκοσμίου πολέμου, σκοπίμως διαβεβαίωσε τον Αυστριακό Αυτοκράτορα ότι η Γερμανία θα του παραχωρούσε το ελεύθερο να παρέμβει κατά της Σερβίας πείθοντάς τον να μην αφήσει την ευκαιρία αυτή να περάσει ανεκμετάλλευτη” και στον άνθρωπο “που συνέταξε και επέδωσε το τελεσίγραφο στη Σερβία”. Τα τρία αυτά πρόσωπα υπήρξαν, τελικά, εκείνα  τα οποία προέβησαν στις μοιραίες κινήσεις. Δίχως να τους κατονομάζει, ο Churchill θεωρεί υπεύθυνους για την έκρηξη του πολέμου τον Gavrilo Princip, τον Αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄ της Γερμανίας και τον κόμη Berchtold, υπουργό Εξωτερικών της Αυστροουγγαρίας. Αργότερα, το 1937, σε άρθρο που δημοσιεύθηκε στην καθημερινή εφημερίδα Le Journal του Παρισιού, ο Churchill χαρακτηρίζει ως ηθικό αυτουργό και κύριο οργανωτή της δολοφονίας τον Dragutin Dimitrijević Apis, αρχηγό των συνωμοτών.²²

 

Όμως, στην Βρετανία υπήρξαν και συγγραφείς, οι οποίοι κατηγόρησαν ευθέως τη Σερβική Κυβέρνηση ως υπεύθυνη για τη δολοφονία. Περισσότερο γνωστοί είναι η Mary Edith Durham (1863-1944) και ο Herbert Vivian (1865-1940).²³ Κανείς τους δεν ήταν σε θέση να εντυπωσιάσει το αγγλικό κοινό, αν και η Durham φάνηκε να ασκεί, συγκριτικά, μεγαλύτερη επιρροή. Στηρίχθηκε σε ισχυρισμούς ενός υψηλά ιστάμενου προσώπου του Ριζοσπαστικού Κόμματος του Pašić. Πρόκειται για τον Ljubomir Jovanović, υπουργό Παιδείας το 1914, ο οποίος, ορμώμενος από πολιτικό καιροσκοπισμό, κατηγόρησε ανυπόστατα τον Σέρβο πρωθυπουργό.²⁴ Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι περί τα τέλη Μαίου – αρχές Ιουνίου, ο Pašić “μας αποκάλυψε (πρωτίστως στον υπουργό Εσωτερικών Stojan Protić, αλλά και σε εμάς τους υπόλοιπους) την ύπαρξη ατόμων, ευρισκομένων σε ετοιμότητα για να μεταβούν στο Σεράγεβο, προκειμένου να δολοφονήσουν τον Φραγκίσκο-Φερδινάνδο, ο οποίος επρόκειτο να γίνει δεκτός εκεί με επισημότητα”.²⁵ Η Edith Durham αξιοποίησε αυτό το στοιχείο στο πλαίσιο διαλέξεων, που πραγματοποίησε και άρθρων, που δημοσίευσε σε διάφορες εφημερίδες, κατηγορώντας την Κυβέρνηση του Βελιγραδίου για συνενοχή.²⁶ Μάλιστα, την ίδια εποχή, δυο έντυπα στη Μεγάλη Βρετανία (εκ των οποίων το έγκριτο Journal of the British Institute for International Affairs) και άλλο ένα στις ΗΠΑ, αναδημοσίευσαν σε μετάφραση το κείμενο του  Jovanović.²⁷ Η φαινομενική αξιοπιστία των ισχυρισμών του τελευταίου, ενισχύθηκε και από την ιδιότητα, την οποία είχε το 1924: εκείνη του Προέδρου του Κοινοβουλίου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων.

Ένα άλλο δημοσίευμα, σχετικό με το ρόλο της Σερβίας στα γεγονότα του Σεράγεβου, πυροδότησε έντονες συζητήσεις στη Βρετανία και στη Γερμανία. Το 1923, ένας γνωστός Σέρβος ιστορικός και καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου, ο Stanoje Stanojević, ορκισμένος εχθρός του  Pašić, δημοσίευσε ένα αμφιβόλου αξιοπιστίας φυλλάδιο έκτασης 54 σελίδων, το οποίο τιτλοφορείτo “Η δολοφονία του Διαδόχου Φερδινάνδου. Συμβολή στην υπόθεση της έκρηξης του Παγκοσμίου Πολέμου”.²⁸ Στο φυλλάδιο αυτό, ο  Stanojević επέμενε εμφατικά στο ρόλο που η μυστική οργάνωση “Μαύρη Χείρα” και ο αρχηγός της,  Dragutin Dimitrijević Apis, είχαν διαδραματίσει στην όλη συνωμοσία.²⁹ Το κείμενο μεταφράστηκε αμέσως στη γερμανική γλώσσα.³º

 

Το Σερβικό Μαυσωλείο στη Θεσσαλονίκη, όπου είναι θαμένος ο  Dragutin Dimitrijević Apis.

Την ίδια ακριβώς εποχή, ένα τμήμα της Βρετανικής κοινής γνώμης με αρκετή επιρροή, είχε ταχθεί υπέρ της χαλάρωσης των όρων της Συνθήκης του Τριανόν (1920), στηρίζοντας σχετικό αίτημα, που είχε υποβάλει η Ουγγαρία. Η πρωτοβουλία δεν εστρέφετο, κατ ανάγκη, εναντίον της Γιουγκοσλαβίας. Εντασσόταν περισσότερο στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας αναθεώρησης του καθεστώτος των Συνθηκών των Βερσαλλιών. Ο Harold Sidney Rothermere (1868-1940), ένας εκκεντρικός αριστοκράτης, μεγιστάνας του Τύπου και ιδιοκτήτης της Daily Mail, υπήρξε ιδιαίτερα δραστήριος στους κόλπους της κίνησης αυτής. Η εφημερίδα του είχε τη μεγαλύτερη ημερήσια κυκλοφορία σε παγκόσμια κλίμακα στις αρχές του 20ού αιώνα. Από το 1922 έως το 1927, μέσα από τις στήλες του εντύπου, συντόνισε προσωπικά μια εκστρατεία με στόχο την αναθεώρηση της Συνθήκης του Τριανόν, ενέργεια, η οποία τον κατέστησε ιδιαίτερα δημοφιλή στην Ουγγαρία. Η εκστρατεία καρποφόρησε το 1932, όταν ο βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος Sir Robert Gower, εισηγήθηκε στη Βουλή των Κοινοτήτων μια αναθεώρηση, η οποία θα επέτρεπε στο βασίλειο της Ουγγαρίας να προσαρτήσει τις περιοχές εκείνες, όπου ο ουγγρικός πληθυσμός αποτελούσε την πλειοψηφία. Περί τους διακόσιους βουλευτές έσπευσαν να υποστηρίξουν την πρόταση. Ωστόσο, η όλη προσπάθεια δεν γνώρισε συνέχεια, εξαιτίας της παρασκηνιακής ανάμειξης του Foreign Office.³¹

Οι θέσεις των  Stanoje Stanojević και  Ljubomir Jovanović έπιασαν τόπο και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Το 1929, ο Sidney Bradshaw Fay (1876-1967), καθηγητής στο Smith College, δημοσίευσε το δίτομο έργο “The Origins of the World War”. O πρώτος τόμος καταλήγει με το πέμπτο κεφάλαιο “Βαλκανικά προβλήματα 1907-1914”. Καλύπτει 94 σελίδες. Στην αρχή του κεφαλαίου, ο Fay σχολιάζει: “ Παρόλο που ο κ.  Pašić και οι σερβικές αρχές, γενικότερα, δεν επιθυμούσαν αλλά ούτε και σχεδίαζαν έναν πόλεμο το 1914, επέδειξαν ανοχή έναντι ενός αναβρασμού με συνεχόμενες δολοφονίες, αποκορύφωμα του οποίου υπήρξε η τραγωδία του Σεράγεβου”. Η Αυστροουγγαρία είχε αμελήσει να εκχωρήσει δημοκρατικά δικαιώματα στους Σλάβους και Ρουμάνους υπηκόους της. “Αντίθετα, οραματίστηκε τη σωτηρία της μέσω της διεξαγωγής ενός πολέμου, που θα αποδυνάμωνε τη Σερβία και θα την ανάγκαζε να παραχωρήσει δικά της εδάφη στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία και στην Αλβανία” (…) “Υποδέχθηκε με ικανοποίηση την προοπτική ενός τοπικού πολέμου, με αφορμή τη δολοφονία του Διαδόχου του Αυστριακού Θρόνου ”. Ο Fay επέμενε ότι ο πόλεμος δεν ήταν αναπόφευκτος. Παραδεχόταν, ωστόσο, πως “ από όλες τις μεγάλες συγκρούσεις συμφερόντων, οι Βαλκανικές επιπλοκές ήταν εκείνες, που καθιστούσαν σχεδόν αδύνατη την εξεύρεση μιας ειρηνικής επίλυσης”.³³

Στον δεύτερο τόμο του βιβλίου του, ο Fay αφιερώνει 14 σελίδες στην αποκάλυψη του  Ljubomir Jovanović.³⁴ Κατά την άποψή του, επρόκειτο για μια ακριβή και πειστική μαρτυρία.³⁵ Στην εκτίμηση αυτή κατέληξε επηρεασμένος και από μια συλλογή τεκμηρίων, την οποία είχε επιμεληθεί και δημοσιεύσει ο Miloš Bogićević (1876-1938), ένας γερμανόφιλος Σέρβος διπλωμάτης, που είχε απολυθεί από το αξίωμά του το 1915 για ανυπακοή έναντι του υπουργείου Εξωτερικών της χώρας του.³⁶ Ο Fay υποστηρίζει πως ο Princip τελούσε υπό την ισχυρή επίδραση της “Μαύρης Χείρας” έχοντας ενστερνιστεί τις μεθόδους της τελευταίας περί τρομοκρατικών ενεργειών μέσω της διάπραξης πολιτικών δολοφονιών.³⁷ Κατά τον Seaton-Watson, η ιδέα για τη δολοφονία είχε ως προέλευση την Βοσνία. Ο Fay, αντίθετα, υιοθετεί τις θέσεις του  Bogićević. Σύμφωνα με αυτές, ο Voja Tankosić, αξιωματικός του σερβικού στρατού και ένα από τα πλέον δραστήρια ηγετικά στελέχη της “Μαύρης Χείρας”, είχε οργανώσει, τον Ιανουάριο του 1914, μια μυστική συνάντηση στην Τουλούζη, στην οποία παρευρίσκονταν οι Mustafa Golubić, Muhamed Mehmedbašić και Vladimir Gaćinović. Στη συνάντηση αυτή αποφασίστηκε ότι ο Αρχιδούκας έπρεπε να δολοφονηθεί. Κατόπιν τούτου, ο Princip έλαβε τη σχετική εντολή από το Βελιγράδι και όχι από τη Βοσνία, συγκεκριμένα δε, από τον ταγματάρχη  Tankosić προσωπικά.³⁸

Στο ίδιο κεφάλαιο, υπάρχει ειδική αναφορά στα κίνητρα των δολοφόνων. Ο Fay, θεωρώντας ότι τα κίνητρα του Princip και του Ćabrinović συμπίπτουν μεταξύ τους, τα αξιολογεί από κοινού. Πρώτο από αυτά ήταν “μια αποστροφή για την ίδια τους τη ζωή και η επιθυμία να εξελιχθούν σε ήρωες και μάρτυρες, ακολουθώντας το πρόσφατο παράδειγμα του Bogdan Žerajić”. Η εκδίκηση σε βάρος της Αυστρίας για την πολιτική καταστολής, την οποία η τελευταία εφάρμοζε στη Βοσνία, αποτελούσε το δεύτερο κίνητρο. Το τρίτο, συνακόλουθο, ήταν “η πυροδότηση μεγαλύτερης αντίστασης και μίσους κατά της διοίκησης των Αψβούργων”. Καταλήγοντας σχετικά με τα κίνητρα, ο Fay αδυνατεί να τα ιεραρχήσει και να απομονώσει το πιο ισχυρό από αυτά.³⁹

Ως προς τις ευθύνες, που βάρυναν τη Σερβία στο ζήτημα του ξεσπάσματος του πολέμου, ο Fay γράφει: “H Σερβία δεν επεδίωκε τον πόλεμο. Πίστευε, όμως, ότι αυτός θα της επιβαλλόταν. Ο κ.  Pašić ήταν ενήμερος για τη συνωμοσία τρεις εβδομάδες προτού αυτή διαπραχθεί. Δεν έπραξε απολύτως τίποτα προκειμένου να εμποδίσει τους δολοφόνους να διαβούν τα σύνορα με τη Βοσνία. Δεν μερίμνησε να ενημερώσει σχετικά την Αυστροουγγαρία, κάτι που μπορούσε να είχε αποτρέψει το μοιραίο έγκλημα. Η Αυστρία αγνοούσε τα πάντα. Αντίθετα, η ευθύνη για τη Σερβία είναι μεγάλη”.⁴º Εν συνεχεία, καταλογίζει ευθύνες στην Αυστροουγγαρία, περισσότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη Μεγάλη Δύναμη, για τη διολίσθηση προς τον πόλεμο. Ειδικότερα, καταφέρεται εναντίον του κόμη Berchtold, o οποίος “συνέταξε σκοπίμως το τελεσίγραφο προς τη Σερβία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να απορριφθεί(…) Ο Berchtold διακινδύνευσε έναν τοπικό πόλεμο, με την πεποίθηση πως μπορούσε να υπολογίζει στην ισχύ του γερμανικού ξίφους. Ήταν, όμως, προετοιμασμένος και για το ενδεχόμενο να παρασύρει την Ευρώπη ολόκληρη στον πόλεμο”. Επιρρίπτει ευθύνες και στη Ρωσία, εξαιτίας της αδιάκοπης υποστήριξης, την οποία η τελευταία παρείχε προς τη Σερβία. Σχετικά με τη Γερμανία, ο Fay απορρίπτει πλήρως την ετυμηγορία των Βερσαλλιών σε βάρος της χώρας αυτής, χαρακτηρίζοντάς την “ιστορικά αβάσιμη”⁴¹. Εν κατακλείδι, οι ευθύνη επιμερίζεται μεταξύ Σερβίας και Αυστροουγγαρίας.⁴² Σχεδόν ταυτόχρονα με την έκδοση του βιβλίου του, ο Fay έγινε καθηγητής στα δυο πιο διάσημα αμερικανικά πανεπιστήμια, το Harvard και το Yale. To δε δίτομο έργο του, άσκησε μεγάλη επιρροή επάνω στο αμερικανικό ακαδημαϊκό στερέωμα για ό,τι σχετιζόταν με την ιστορία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι θέσεις του Fay αντικρούστηκαν από έναν άλλον Αμερικανό, ειδικό της συγκεκριμένης περιόδου. Το 1930, ο Bernadotte Schmitt (1886-1969), καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σικάγου, εξέδωσε την, επίσης δίτομη, μελέτη του “The Coming of War 1914”,⁴³ η οποία σταδιακά εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς στο πλαίσιο της αμερικανικής ιστοριογραφίας. Σε αντιδιαστολή με τον Fay, ο οποίος καταλόγιζε ευθύνες στη Σερβία και στην Αυστροουγγαρία, ο Schmitt στρέφει τα πυρά του ενάντια στη Γερμανία. Πέραν από τις γνωστές προσιτές πηγές (γραμμένες στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες), ο συγγραφέας χρησιμοποιεί και υλικό στα σερβικά, κάνοντας χρήση του Κυριλλικού αλφαβήτου στους τίτλους βιβλίων ή ακόμα και στην παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων.

Bernadotte E. Schmitt.

Κατά τον Schmitt, οι Βόσνιοι φοιτητές παρασύρθηκαν από το Βελιγράδι, μόνο και μόνο επειδή “μπορούσαν να εισπνέουν, εκεί,τον αέρα της ελευθερίας”. Όραμά τους ήταν η ένωση όλων των Νοτιοσλάβων σε ένα είδος δημοκρατίας. Πίστευαν πως “εάν η Αυστρία βυθιζόταν σε προβλήματα, μια επανάσταση θα ήταν το φυσικό επακόλουθο. Μόνο που απαιτείτο η απαραίτητη προετοιμασία. Δεν είχε, όμως, συμβεί απολύτως τίποτα. Μέσω μιας δολοφονίας αυτού του βεληνεκούς, κάτι μπορούσε να ξεκινήσει”. Ο Princip ήταν ένας “επαναστάτης”, ο οποίος δεν στερείτο ούτε αποφασιστικότητας ούτε θάρρους, και που κατά τη διάρκεια της δίκης του στο Σεράγεβο αυτοπροσδιορίστηκε ως “εθνικιστής” και “Γιουγκοσλάβος”.⁴⁴ O καθηγητής Schmitt υπήρξε, επίσης, ο πρώτος, κατά σειρά, εκδότης του περιοδικού The Journal for Modern History το 1929, έτος της πρώτης κυκλοφορίας του. Το 1944, με την ευκαιρία συμπλήρωσης τριάντα ετών από τη δολοφονία στο Σεράγεβο, δημοσίευσε στο περιοδικό μια επικαιροποιημένη εκδοχή των συμπερασμάτων του βιβλίου του. Σχετικά με τις εκτιμήσεις του για τον Princip, δεν είχε μεσολαβήσει η παραμικρή διαφοροποίηση από τις αρχικές θέσεις. Ο Gavrilo Princip και οι συνεργοί του, είχαν προσχωρήσει στην επαναστατική κίνηση “Νέα Βοσνία” (“Mlada Bosnia”), η οποία δραστηριοποιείτο στις δυο επαρχίες που είχε προσαρτήσει η Αυστροουγγαρία. Τους είχε συνεπάρει το όραμα της Γιουγκοσλαβικής ενότητας. Έτσι εξηγούνταν οι επαφές τους, στο Βελιγράδι, με μέλη της οργάνωσης “Ένωση ή Θάνατος” (“Narodna odbrana”),περισσότερο γνωστής ως “Μαύρη Χείρα”.⁴⁵ Ο Schmitt αντιμετώπιζε με μεγάλο σκεπτικισμό τους ισχυρισμούς του  Ljubomir Jovanović. Κοντολογίς, δεν θεωρούσε κατά κανένα τρόπο τη Σερβική Κυβέρνηση ως υπεύθυνη για τη συνωμοσία. Όπως χαρακτηριστικά γράφει “ο,τιδήποτε και αν ήταν σε γνώση της Σερβικής Κυβέρνησης, δεν υπάρχει απολύτως κανένα στοιχείο, που να αποδεικνύει πως η τελευταία έδωσε τη συγκατάθεσή της ή ότι είχε την παραμικρή ανάμειξη στην προετοιμασία της συνωμοσίας”.⁴⁶ Στηριζόμενη στις διαθέσιμες, τότε, Γερμανικές και Αυστριακές πηγές, η ανάλυσή του καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο κόμης Berchtold ήταν εκείνος, ο οποίος επιθυμούσε διακαώς έναν πόλεμο με τη Σερβία, και ότι οι Γερμανοί “αποδέχθηκαν και ενέκριναν την πολιτική αυτή, ζητώντας την υλοποίησή της παρά τον κίνδυνο εμπλοκής σε πόλεμο με τη Ρωσία”(…) “ Η κρίση του Ιουλίου 1914 δεν λύθηκε ειρηνικά επειδή οι Αυστριακές απαιτήσεις έναντι της Σερβίας, οι οποίες τύγχαναν της στήριξης της Γερμανίας, φάνταζαν στα μάτια της Ρωσίας, αλλά και σε εκείνα της Γαλλίας και της Βρετανίας, ως προσπάθεια επιβολής ενός Αυστρογερμανικού ελέγχου στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη γενικότερα”.⁴⁷

Η εκτίμησή του για την ευθύνη ως προς την έκρηξη του πολέμου, ήταν παρόμοια με εκείνη του δημοφιλούς βιβλίου του: “ Από τη στιγμή που η Αυστρία δεν υπήρχε περίπτωση να κινηθεί εάν δεν είχε προηγουμένως εξασφαλίσει τη συγκατάθεση και τη στήριξη του Βερολίνου, η πρωταρχική ευθύνη για τη μοιραία έκβαση της κρίσης είναι ξεκάθαρη και τη χρεώνεται η Γερμανία”.⁴⁸ Από τους πρώτους, που επικρότησαν με σθένος το βιβλίο του Schmitt ήταν ο Winston Churchill. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε “ο συγγραφέας χειρίστηκε έντεχνα και με άψογο τρόπο το σύνολο του υλικού που χρησιμοποίησε”⁴⁹ Οι θέσεις του Bernadotte Schmitt σχετικά με την ενοχή της Γερμανίας ενισχύθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 χάρη στην εμφάνιση του Fischer και των σχετικών δημοσιευμάτων του.

Σε τελευταία ανάλυση, στη Βρετανία, στις ΗΠΑ αλλά και στη Γερμανία, ο συνδυασμός των ισχυρισμών των  Jovanović και  Stanojević διαμόρφωσε, από το 1925 και κατόπιν, μια ολόκληρη τάση ως προς την πρόσληψη της απόπειρας του Σεράγεβου. Από όλα τα σχετικά δημοσιεύματα της εποχής του Μεσοπολέμου, προκύπτουν τέσσερα θεμελιώδη ερωτήματα, η απάντηση στα οποία είτε είναι απαλλακτική για τη Σερβική/Γιουγκοσλαβική πλευρά είτε είναι καταδικαστική γι αυτήν. Τα τέσσερα ερωτήματα έχουν ως εξής:

  • O Σέρβος πρωθυπουργός Nicola Pašić ήταν ενήμερος για τη συνωμοσία, ενόσω αυτή βρισκόταν σε προπαρασκευαστικό στάδιο και αν ναι, πόσα πολλά γνώριζε;
  •  ρόλος του Dragutin Dimitrijević Apis και της οργάνωσης “Μαύρη Χείρα” υπήρξε, όντως, κομβικός στην όλη υπόθεση;
  • Ο Princip και οι υπόλοιποι Βόσνιοι συνεργοί του, υπήρξαν οι πραγματικοί οργανωτές της απόπειρας ή μήπως χρησιμοποιήθηκαν σαν μαριονέτες από τον Apis;
  • Ήταν ο Princip ένας γνήσιος ιδεαλιστής της Νέας Βοσνίας ή, μήπως, ένας Σέρβος εθνικιστής στην υπηρεσία των μυστικών κυκλωμάτων του Βελιγραδίου;

 

Οι θιασώτες της συνενοχής ή, ακόμη, και της πλήρους ενοχής του  Pašić σχετικά με το ξέσπασμα του πολέμου, υποστηρίζουν πως η συμβολή της “Μαύρης Χείρας” υπήρξε καθοριστική. Αντίθετα, όσοι αντικρούουν την παραπάνω κατηγορία, ελαχιστοποιούν την εμπλοκή του Apis στη συνωμοσία. Ως προς τον ίδιο τον Princip, οι απόψεις διύστανται. Οι επικριτές της Σερβίας τον θεωρούν ταυτόχρονα ως μαριονέτα της “Μαύρης Χείρας” και ως έναν φανατικό εθνικιστή, επηρεασμένο από την προπαγάνδα του Βελιγραδίου σε βάρος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Οι υποστηρικτές της Σερβίας παρουσιάζουν τη δολοφονία σαν έργο της “Νέας Βοσνίας” και τον Princip σαν ένα νεαρό Βόσνιο ιδεαλιστή.

Η άφιξη του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου στο σιδηροδρομικό σταθμό του Σεράγεβου.

Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι η Γιουγκοσλαβία, υπήρξε από τα λίγα πρώην εμπόλεμα κράτη, που δεν προχώρησαν στη δημοσίευση διπλωματικών αρχείων σχετικών με την προ του 1914 πολιτική της. Το κενό αυτό καλύφθηκε εκ των πραγμάτων από τις δημοσιεύσεις των  Jovanović, Stanojević και  Bogićević, με αποτέλεσμα οι τελευταίες να κεντρίσουν το ενδιαφέρον της Δύσης. Η διαδικασία δημοσίευσης των σερβικών επισήμων αρχειακών πηγών ενεργοποιήθηκε από τη Σερβική Ακαδημία Επιστημών πολύ αργότερα, το 1964, με αφορμή τη συμπλήρωση, τη χρονιά εκείνη, πενήντα ετών από την έκρηξη του πολέμου. Χρειάστηκαν πενήντα επιπλέον έτη, έως ότου η αποστολή αυτή φτάσει, τελικά, σε πέρας. Σήμερα, η σειρά περιλαμβάνει 42 τόμους διπλωματικής αλληλογραφίας του Βασιλείου της Σερβίας για το χρονικό διάστημα 1903-1914.⁵º Μη διαθέτοντας πρωτογενές υλικό, πέραν του συμπεριλαμβανομένου στις πραγματείες  των  Jovanović, Stanojević και  Bogićević, οι ιστορικοί της εποχής του Μεσοπολέμου ήταν επόμενο να στραφούν προς αυτές, υπερεκτιμώντας το περιεχόμενό τους.⁵¹

 

[Συνεχίζεται]

 

O Slobodan Marković είναι Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου.

 

 The Road to War (The End of an Empire)

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

Το παρόν άρθρο με τίτλοAnglo-American Views of Gavrilo Princip” δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Balcanica, XLVI (2015) σελ. 273-314.

¹   D. C. Watt, “The British Reactions to the Assassination in Sarajevo”, European Studies Review1(July 1971), 233–247. Slobodan G. Markovich, British Perceptions of Serbia and the Balkans (Paris:Dialogue, 2000).

²  R. G. D. Laffan, The Serbs. The Guardians of the Gate (Oxford: Clarendon Press, 1918), 2. H διατύπωση προέρχεται από την Καινή Διαθήκη, Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο 8: 36 (KJV).

³   Ibid. 166.

⁴   Ιbid. 170, 294.

⁵   Ibid. 171.

⁶   Ibid. 170.

₇   Ibid.  179-180.

⁸  Wickham Steed, Lillian M. Penson, W. J. Rose, Milan Ćurčin, Lev Sychrava and V. V.Tilea, “Tributes to R. W. Seton-Watson: A Symposium”, The Slavonic and East European Review 30.75 (June 1952), 331–363. S. v. “Seton-Watson, Robert William”, in The Concise Dictionary of National Bi⁴³ography. From earliest times to 1985, vol. III (Oxford: Oxford University Press, 1992), 698–699.

⁹  R. W. Seton-Watson, Sarajevo. A Study in the Origins of the Great War (London: Hutchinson and Co., 1925).

¹º  Ibid. 144, 148.

¹¹  Borivoje Jevtić, Sarajevski atentat (Belgrade: “Petar N. Gaković”, 1924).

¹²  Seton-Watson, Sarajevo, 155.

¹³  Ibid. 289.

¹⁴ Ibid. 159.

¹⁵ R. W. Seton-Watson, Letter to the Editor, “The Serajevo Murder”, The Times, no.45426, February 1, 1930, p. 13. He reacted to the following article: From our Correspondent,“The Serajevo Murder. Memorial to be unveiled to Assassin”, The Times, no.45425, January 31, 1930, p. 13.

¹⁶ Editorial, “The Serajevo Tablet”, The Times, no. 45427, February 3, 1930, p. 13.

¹⁷ Winston S. Churchill, The World Crisis, vol. V: The Unknown War (London: Charles Scribner’s Sons, 1931). Έχει κυκλοφορήσει και με τον υπότιτλο The Eastern Front.

¹⁸ W. S. Churchill, The Unknown War, vol. V of The World Crisis (London and New York: Bloomsbury, 2015), 82, 183–18, 238, 240, 243.

¹⁹ Ibid. 32.

²º Ιbid. 31.

²² Ibid. 45.

²³ “chef des conspirateurs”, Winston Churchill, “La vérité sur l’attentat qui déclencha la guerre”, Le Journal, June 28, 1937, 1, 4.

²⁴  [Herbert Vivian], Myself not Least, Being the Personal Reminiscences of ‘X’ (London: Thornton Butterworth Ltd., 1925). Herbert Vivian, The Life of the Emperor Charles of Austria (London: Grayson & Grayson, 1932). Στο τελευταίο (σ. 39) ο Vivian αναρωτήθηκε: “And why seek other culprits when the evidence is as clear as daylight that the murders were committed by agents of Serbian secret societies under the direct patronage of the Serbian Government, with Russia as an accessory before the fact?” Σκιαγραφεί τον κεντρικό πρωταγωνιστή της απόπειρας του Σεράγεβου μα τα ακόλουθα λόγια (ibid. 46): “Prinzip was emotional and unbalanced, perhaps diseased in mind as well as in body.”

²⁵ Ο Ljuba Jovanović δημοσίευσε το άρθρο του στον εξής συλλογικό τόμο: Krv slovenstva. Spomenica desetogodišnjice svetskog rata, 1914–1924 [The Blood of Slavdom.Commemorative edition of 10 years of the World War, 1914–1924] (Belgrade 1924).

²⁶ M. Ljuba Jovanović, “The Murder of Sarajevo”, Journal of the British Institute of International Affairs, 4.2 (March 1925), 57. Cf. Seton-Watson, Sarajevo, 153.

²⁷  Προέβη σε δριμύα κριτική σε βάρος της Σερβικής Κυβέρνησης στη μελέτη της: The Serajevo Crime (London: Edward Arnold, 1925).

²⁸ Ljuba Jovanović, “The Murder of Sarajevo”, 57-69. Στη Βρετανία, το άρθρο του Jovanović’ φιλοξενήθηκε επίσης από τις στήλες του περιοδικού The National Review (April 1925). Στις ΗΠΑ δημοσιεύθηκε από ένα έγκριτο περιοδικό της Βοστώνης με διαφορετικό τίτλο: Ljuba Jovanović, “More Light on Serajevo”, The Living Age (May 9, 1925), 305–311.

²⁹ Stanoje Stanojević, Ubistvo austriskog prestolonaslednika Ferdinanda. Prilozi pitanju opočetku svetskog rata (Belgrade: Izdavačka knjižarnica Napredak, 1923).

³º Ο R. W. Seton-Watson, Sarajevo, 131, σχολιάζει σχετικά με αυτό: “And he then concentrates upon the ‘Black Hand,’ whose importance is thus exalted out of all proportions to the true facts.”

³¹ Για περισσότερες πληροφορίες βλ. την αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή: Eric Beckett Weaver, Revision and its modes: Hungary’s attempts to overturn the Treaty of Trianon 1931–1938 (2008). Cf. Ignác Romsics, “Hungary’s Place in the Sun. A British Newspaper Article and its Hungarian Repercussions“, in László Péter and Martyn Rady, eds., British Hungarian Relations since 1848 (London: Hungarian Cultural Centre and School of Slavonic and East European Studies, 2004), 193–204.

³² Sidney Bradshaw Fay, The Origins of the World War, 2 vols. (New York: The Macmillan Company, 1929): vol. 1: Before Sarajevo: Underlying Causes of the War; vol. 2: After Sarajevo: Immediate Causes of the War. Αργότερα, η μελέτη συμπτύχθηκε σε έναν τόμο: Sidney Bradshaw Fay, The Origins of the World War, 2nd ed., revised two volumes in one (New York: The Macmillan Company, 1931).

³³ Fay, The Origins of the World War, vol. 1 (1929), 544, 546.

³⁴ Fay, The Origins of the World War, 2nd ed.(1931), 61–74.

³⁵ Ibid. 66.

³⁶ M. Boghitschevitsch, Die auswärtige Politik Serbiens, 1903-1914, vol. 1: Geheimakte aus Serbischen Archiven (Berlin: Brückenverlag, 1928); vol. 2: Diplomatische Geheimakten aus russischen, monetenegrinischen und sonstigen Archiven (Berlin: Brückenverlag, 1929); vol. 3: Serbien und der Weltkrieg (Berlin: Brückenverlag, 1931). Ο A. J. P. Taylor The Struggle for Mastery in Europe, 1848-1918 (Oxford: OUP, 1971, 1st ed. 1954), 582, χαρακτήρισε ως “λίαν ικανοποιητική” τη συλλογή αυτή.

³⁷ Fay, The Origins of the World War, 2nd ed., vol. 2 (1931), 101.

³⁸ Ibid. 105.

³⁹ Ibid. 128–132, 134.

⁴º Ibid. 550.

⁴¹ Ibid. 550–551, 554, 558.

⁴² Το επανέλαβε σε ένα άρθρο, που δημοσιεύθηκε με αφορμή τη συμπλήρωση 15 ετών από τη δολοφονία του Αρχιδούκα Φραγκίσκου-Φερδινάνδου στο ίδιο περιοδικό, όπου τέσσερα χρόνια νωρίτερα, ο Ljuba Jovanović είχε δημοσιεύσει τη δική του μαρτυρία “Suffice is to say that Serbia must share a deep responsibility, because there is evidence that Mr. Pashich, the Serbian Prime Minister, was aware of the plot several days before Princip… and took no effective measures to prevent it… But Austria-Hungary is also to be condemned for using the assassination as an excuse for presenting to Serbia a stiff ultimatum…” Sidney Bradshaw Fay, “Serajevo Fifteen Years After”, The Living Age (July 1, 1929), 379.

⁴³ Bernadotte Schmitt, The Coming of the War 1914, 2 vols. (New York and London: Charles Scribner’s Sons, 1930).

⁴⁴ Schmitt, The Coming of War, vol. 1, 211.

⁴⁵ Bernadotte E. Schmitt, “July 1914. Thirty Years After”, The Journal of Modern History 16.3 (Sep. 1944), 171.

⁴⁶ Ibid. 172.

⁴⁷ Ibid. 176, 203.

⁴⁸ Ibid. 204.

⁴⁹ Churchill, The Unknown War, xii.

⁵º Vasilije Dj. Krestić, “A Note on Documents on the Foreign Policy of the Kingdom of Serbia, 1903-1914”, in Dragoljub R. Živojinović,ed., The Serbs and the First World War 1914–1918 (Belgrade: SASA, 2015), 459–461.

⁵¹ Ο S. B. Fay αναφέρει “Serbian Government’s persistent failure to follow the example of other states in disclosing fully and frankly their secret pre-war archives”, στο “Preface to the Second Edition Revised” της μελέτης του The Origins of the World War (1931), vii-viii. Επίσης, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’20, ο R.W. Seton-Watson παρώτρυνε κατ επανάληψη την Γιουγκοσλαβική κυβέρνηση να προβεί στη δημοσίευση των διπλωματικών εγγράφων σχετικών με την εξωτερική πολιτική της Σερβίας. Εξεπλάγη δε από την ανετοιμότητα της κυβέρνησης να απαντήσει στο άρθρο του Jovanović. Τον Νοέμβριο του 1925, σημείωσε με πικρία (Sarajevo, 154): “A Blue Book was promised in April, but nothing more has been heard of it.”

 Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος 

Έλλη Λεμονίδου: Οι δίκες για το καθεστώς του Βισύ στη μεταπολεμική Γαλλία

 Έλλη Λεμονίδου

 

Οι δίκες για το καθεστώς του Βισύ στη μεταπολεμική Γαλλία

 

Το καθεστώς του Βισύ εγκαθιδρύθηκε στις μη κατακτημένες από τους Ναζί νότιες περιοχές της Γαλλίας από τις 10 Ιουνίου 1940 έως τις 25 Αυγούστου 1944. Αρχηγός του ήταν ο στρατάρχης Philippe Pétain, ήρωας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Βασικοί εχθροί του ήταν οι αντιστασιακοί, ενώ, εξαιτίας των αντισημιτικών μέτρων που έλαβε το Καθεστώς, εξοντώθηκαν περισσότεροι των 60.000 Εβραίοι πολίτες στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου, δηλαδή το 20-25% περίπου του συνολικού εβραϊκού πληθυσμού της Γαλλίας.

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Pétain και άλλοι ανώτατοι αξιωματούχοι του Καθεστώτος, όπως ο Pierre Laval, δοτός πρωθυπουργός του Βισύ από την άνοιξη του 1942, καταδικάστηκαν ως συνεργάτες του εχθρού. Οι δίκες έγιναν στο Παρίσι, τον Αύγουστο και τον Οκτώβριο του 1945, αντίστοιχα, από ένα νέο Ανώτατο Δικαστήριο, ένα νέο όργανο απόδοσης δικαιοσύνης, με τη συμμετοχή δικαστών και ενόρκων, κοινοβουλευτικών και αντιστασιακών που εκπροσωπούσαν τον λαό και τα θύματα αντίστοιχα.[1] Αυτό ήταν το πρώτο κύμα των δικών του Βισύ, στο πλαίσιο μιας γρήγορης διαδικασίας Κάθαρσης που κρίθηκε επιβεβλημένη αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου. Στο πλαίσιο αυτής της Κάθαρσης δικάστηκαν υπουργοί, άλλοι πολιτικοί και στρατιωτικοί που είχαν συνεργαστεί με το Καθεστώς, συνολικά 108 άτομα, καθώς και απλοί Γάλλοι πολίτες, που πλέον θα σημαδεύονταν από την ετικέτα «collabo» (συντομογραφία της λέξης «collaborateur»), δηλαδή: συνεργάτης. Μεταξύ κυρίως των ετών 1944-1945 δικάστηκαν συνολικά (είτε από το Ανώτατο Δικαστήριο είτε από άλλα δικαιοδοτικά όργανα) 57.000 Γάλλοι. Εκδόθηκαν συνολικά 6.763 θανατικές καταδίκες, από τις οποίες εκτελέστηκαν οι 767. Οι υπόλοιπες καταδίκες ήταν σε ισόβια δεσμά ή σε ορισμένης διάρκειας καταναγκαστικά έργα, σε φυλάκιση ή σε επιβολή «εθνικής ταπείνωσης», ενώ δεν έλειψαν βεβαίως και οι αθωωτικές αποφάσεις.[2]

 

Η δίκη του Philippe Pétain (Ιούλιος-Αύγουστος 1945).

Ωστόσο, γρήγορα αυτή η διαδικασία της Κάθαρσης διακόπηκε, με την κινητοποίηση κυρίως των κομμάτων της Δεξιάς. Στα χρόνια που ακολούθησαν δόθηκαν δύο διαδοχικές αμνηστίες, το 1951 και το 1953, με τις οποίες απελευθερώθηκαν όσοι είχαν δικαστεί και φυλακιστεί, παρά τις έντονες αντιδράσεις των αντιστασιακών. Όμως, οι αντιδράσεις αυτές δεν μπόρεσαν να ανακόψουν το κύμα της «πλασματικής» εθνικής συμφιλίωσης, την οποία διευκόλυνε ούτως ή άλλως ο Ψυχρός Πόλεμος, αναστέλλοντας στην ουσία τις διεργασίες επεξεργασίας (νοητικής και ψυχικής) του τραύματος της γαλλικής κοινωνίας. Ο μύθος της παλλαϊκής αντίστασης του γαλλικού λαού ενάντια στον Γερμανό κατακτητή, που απωθούσε στη λήθη το Καθεστώς του Βισύ και την πρόθυμη συνεργασία μιας μερίδας Γάλλων, πολιτικών και άλλων πολιτών, με τους Ναζί, –μύθος ο οποίος υπήρξε επινόηση του στρατηγού De Gaulle στα μέσα της δεκαετίας του 1950–, θα αποδειχθεί πολύ ισχυρός τα επόμενα χρόνια, καθώς δεν θα αμφισβητηθεί ούτε από τους επόμενους Προέδρους της Γαλλικής Δημοκρατίας (Georges Pompidou, François Mitterrand).[3]

Η σορός του Pierre Laval μεταφέρεται έξω από την φυλακή Fresnes αμέσως έπειτα από την εκτέλεσή του (Οκτώβριος 1945).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η δικαιοσύνη ήρθε και πάλι στο προσκήνιο, για να γίνει ο κατεξοχήν φορέας της μνήμης και, για κάποιους, πρωτεργάτης στη «συμπλήρωση» των σελίδων που είχαν μείνει λευκές στην ιστορία. Από τη δικαιοσύνη ζητήθηκε, λοιπόν, να κρίνει, έστω και με καθυστέρηση, τα εγκλήματα που είχαν μείνει ατιμώρητα· να ξανανοίξει ορισμένους φακέλους, σε ένα πλαίσιο εντελώς διαφορετικό από ό,τι αυτό που ίσχυε μεταπολεμικά, για να έρθουν στο φως, αυτήν την φορά, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα οποία είχαν στο μεταξύ καταστεί απαράγραπτα, με νόμο που ψηφίστηκε ομόφωνα από το Γαλλικό Κοινοβούλιο, στις 26 Δεκεμβρίου 1964.

Η αφορμή δόθηκε από ένα άρθρο του περιοδικού LExpress, τον Ιούνιο του 1972, το οποίο αποκάλυπτε ότι το 1971 είχε δοθεί χάρη από τον πρόεδρο Pompidou στον Paul Τouvier. Ο Τouvier υπήρξε συνεργάτης των Γερμανών, αρχηγός της Milice στην περιοχή του Ροδανού (Rhône). Η αποκάλυψη του περιοδικού προκάλεσε αίσθηση στην κοινή γνώμη και οργή σε μεγάλο τμήμα της γαλλικής κοινωνίας, την οποία οι δηλώσεις του τότε Προέδρου, Pompidou, δεν κατάφεραν να κατασιγάσουν.

Έτσι ξεκίνησε μια νέα διαδικασία αναζήτησης ευθυνών για το Καθεστώς του Βισύ, η οποία λάμβανε πλέον υπόψη και το νέο νομικό πλαίσιο που είχε διαμορφωθεί. Η διαδικασία αυτή, μετά από μακρά περίοδο προετοιμασίας και επώασης, οδήγησε σε ένα δεύτερο κύμα δικών, που τοποθετείται χρονολογικά στην περίοδο από το 1987 έως το 1998. Αυτή την φορά οι πρώην αξιωματούχοι του Καθεστώτος του Βισύ θα δικάζονταν για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, που αφορούσαν κυρίως δράσεις και ενέργειες στο πλαίσιο της «Τελικής Λύσης».

Δικάστηκαν ένας Γερμανός και δύο Γάλλοι :

Ο Γερμανός ήταν ο Κlaus Barbie. Πρόκειται για τον αρχηγό της Gestapo στη Λυών, ο οποίος συνέλαβε και βασάνισε μέχρι θανάτου τον αρχηγό της Γαλλικής Αντίστασης Jean Moulin. Μετά την ήττα της Γερμανίας, o Barbie εγκαταστάθηκε στη Βολιβία, απ’ όπου και μεταφέρθηκε το 1983 στη Γαλλία για να φυλακιστεί στη Λυών και να δικαστεί. Η δίκη του Barbie διήρκεσε από την άνοιξη έως τις αρχές του καλοκαιριού του 1987. Κρίθηκε ένοχος για 17 εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, για «τον εκτοπισμό εκατοντάδων Εβραίων της Γαλλίας» στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου και καταδικάστηκε σε ισόβια. Πέθανε στη φυλακή στη Λυών τον Σεπτέμβριο του 1991.

Ο προαναφερθείς Paul Τouvier διέφευγε τη σύλληψη για πολλά χρόνια, όντας υπό την προστασία υψηλόβαθμων αξιωματούχων της Καθολικής Εκκλησίας. Τελικά συνελήφθη στη Νίκαια το 1989 και κλείστηκε στις φυλακές, αφέθηκε όμως ελεύθερος το 1991, επικαλούμενος λόγους υγείας. Το 1994 εισήχθη και πάλι σε δίκη και πέθανε στη φυλακή το 1996.

Τέλος, ο Maurice Papon, ο οποίος διατέλεσε ανώτατος αξιωματούχος της Τέταρτης και της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, καθώς και υπουργός στην κυβέρνηση Raymond Barre (1976-1981). Ο Papon υπήρξε Γενικός Γραμματέας στη διοικητική περιφέρεια του Bordeaux κατά την περίοδο του Καθεστώτος του Vichy και ήταν ο βασικός υπεύθυνος για τον εκτοπισμό, μεταξύ των ετών 1942-1944, 1.600 Εβραίων της περιοχής στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Drancy. Στη δίκη του το 1997, η οποία διήρκεσε έξι μήνες, δεν έδειξε ίχνος μεταμέλειας και συμπάθειας για τα θύματά του. Απελευθερώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2002 λόγω σοβαρής βλάβης της υγείας του και πέθανε τον Φεβρουάριο του 2007, σε ηλικία 96 ετών. Αν και ο Papon κρίθηκε ένοχος για διάπραξη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, εντούτοις τού αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό ότι «δεν μπορούσε να γνωρίζει την ολέθρια μοίρα των εκτοπισμένων Εβραίων»!

Maurice Papon.

Υπήρξαν και δύο περιπτώσεις αξιωματούχων του Βισύ, που είδαν να τους απαγγέλλεται η κατηγορία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όμως απεβίωσαν πριν δικαστούν: πρόκειται για τον Jean Leguay, τον άνθρωπο της αστυνομίας του Βισύ που συνομιλoύσε απευθείας με τους Γερμανούς για την οργάνωση των συλλήψεων και των εκτοπισμών. Ήταν ο πρώτος που είδε να του απαγγέλλεται η κατηγορία για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ωστόσο έμελλε να πεθάνει υπόδικος τον Ιούλιο του 1989, πριν δικαστεί. Ο δεύτερος ήταν ο René Bousquet, Γενικός Γραμματέας της Αστυνομίας του Καθεστώτος του Βισύ, που κρίθηκε υπεύθυνος για τη μαζική σύλληψη στο Χειμερινό Ποδηλατοδρόμιο του Παρισιού (Vélodrome d’Hiver), τον Ιούλιο του 1942, και τον εκτοπισμό στα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου 13.000 Εβραίων. Αυτός κατέστη υπόδικος τον Μάρτιο του 1991, αλλά δολοφονήθηκε τον Ιούνιο του 1993, επίσης πριν δικαστεί.

Οι «νεότερες» αυτές δίκες δεν έθεταν βεβαίως σε κίνδυνο την «εθνική ενότητα» της γαλλικής κοινωνίας, όπως είχε υποστηριχτεί για τις παλαιότερες δίκες την εποχή της μεταπολεμικής Κάθαρσης. Το διακύβευμα βρισκόταν πλέον αλλού. Αφορούσε τον τρόπο με τον οποίον μια χώρα τολμούσε να αντιμετωπίσει το παρελθόν της, καθώς και τη θέση που έδινε στην Ιστορία, στη μνήμη και τη δικαιοσύνη. Αφορούσε το αίτημα να εκπληρωθεί ένα «καθήκον μνήμης», αλλά και τον παιδαγωγικό ρόλο που θα μπορούσε αυτή η διαδικασία να έχει για τις νεότερες γενιές και την πολιτειακή τους αγωγή.[4]

Ωστόσο, στη διάρκεια αυτού του δευτέρου κύματος δικών προέκυψαν μια σειρά από ζητήματα, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ιδίως σε ό,τι αφορά τη νομική και δικαστική πτυχή του θέματος. Στη συνέχεια του κειμένου θα επιχειρηθεί μια επισκόπηση των βασικών αξόνων του προβληματισμού που αναπτύχθηκε γύρω από τη συγκεκριμένη διάσταση.

 

  1. Tόσον καιρό μετά…

Το πρώτο ζήτημα αφορά την καθυστέρηση στη δικαστική διαδικασία, η οποία ερχόταν σε αντίθεση με μια από τις θεμελιακές αρχές του Cesare Beccaria, αυτήν περί της αμεσότητας στην απόδοση της δικαιοσύνης. Είναι άραγε δυνατόν, αναρωτήθηκαν πολλοί, να κριθούν πράξεις και δράσεις μετά από παρέλευση τόσων πολλών ετών; Είναι δυνατόν μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου να ανασυσταθεί το πλαίσιο μιας εποχής, να αξιολογηθούν αναδρομικά τα γεγονότα; Είναι δυνατόν να κριθούν μια εγκληματική πολιτική ή ένα εγκληματικό Καθεστώς μέσα από την περίπτωση ατόμων που δεν ήταν όλοι «αντιπροσωπευτικές» περιπτώσεις αυτού που θέλαμε να καταδικάσουμε;

Σύμφωνα με μια άλλη ένσταση που διατυπώθηκε, υπήρχε κίνδυνος μια τόσο  καθυστερημένη δίκη να αποδομήσει τον συνεκτικό ιστό της χώρας, η αποκατάσταση του οποίου είχε συντελεστεί ενίοτε με πολλές παραχωρήσεις και θυσίες της γαλλικής κοινωνίας. Καλή ή κακή, πρώιμη ή όχι, η επιλογή της αμνηστίας υπήρξε, παρά τα όποια μειονεκτήματα, εν πολλοίς αναγκαία και ένα βασικό στάδιο στην ηθική ανασυγκρότηση της χώρας. Εξέφραζε μία πλειοψηφική βούληση για αλλαγή σελίδας. Πώς θα μπορούσε, άραγε, μια άλλη γενιά να εκμηδενίσει αυτή την επιλογή;

H δίκη του Klaus Barbie στο Δικαστικό Μέγαρο της Λυών (Μάιος-Ιούνιος 1987).

Οι αντιρρήσεις για αυτές τις «αργοπορημένες» δίκες δεν προέρχονταν μόνο από όσους εκπροσωπούσαν μια ακραία νοσταλγική δεξιά, που έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου πως αυτές οι πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να αναζωπυρώσουν εμφύλιες διαμάχες του παρελθόντος. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Simone Veil, μιας προσωπικότητας που αγωνίστηκε πολύ για τη διατήρηση της ενθύμησης του Ολοκαυτώματος. Από τη στιγμή ήδη της έκδοσης του Barbie, η Veil υποστήριζε τα εξής: «Πάντα σκεφτόμουν ότι η δουλειά των  ιστορικών μπορεί να συνεισφέρει περισσότερα από όποιες καθυστερημένες δίκες, ενώ πρέπει να λάβουμε ιδιαιτέρως υπόψη μας και την ερμηνεία που δίνεται στην έννοια του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας». Η δραματοποίηση που υπεισέρχεται στη διάρκεια μιας δίκης έχει, χωρίς αμφιβολία, ένα ενισχυμένο συναισθηματικό αποτέλεσμα. Αλλά, ως πρώην δικαστικός, παραμένω σε σύγχυση σε σχέση με τα μέσα και την παραδειγματική αξία μιας δικαιοσύνης που παρεμβαίνει πολύ μετά τα εγκλήματα, ενώ οι μάρτυρες δεν έχουν πλέον πολύ συγκεκριμένες αναμνήσεις, οι δε δικαστές και ένορκοι δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαπράχθηκαν τα γεγονότα. […] Παραμένω εντούτοις επιφυλακτική σε ό,τι αφορά την έννοια του απαράγραπτου, ακόμη και για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας».[5]

O Klaus Barbie μεταφέρεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου (11 Μαίου 1987).

Ομοίως και ο τότε Πρόεδρος François Mitterrand, σε πολυσυζητημένη συνέντευξη που έδωσε στον Olivier Wieviorka μεσούσης της υπόθεσης Touvier, υποστήριξε πως δεν είναι δυνατόν μια κοινωνία να ζει συνέχεια με τις αναμνήσεις ή με τα μίση και τις έχθρες για το παρελθόν και επιχειρηματολόγησε περαιτέρω, λέγοντας πως στην ιστορία της Γαλλίας οι μεγαλύτερες κοινωνικές διαιρέσεις ξεπεράστηκαν με αμνηστίες ή με ηθελημένη λήθη, μέσα σε διάστημα είκοσι ετών από τα γεγονότα. Ακόμη και στην περίπτωση της Παρισινής Κομμούνας, που υπήρξε το πιο δραματικό εσωτερικό ορόσημο στην ιστορία της Γαλλίας μετά την Επανάσταση, οι κομμουνάριοι, –όσοι τουλάχιστον δεν τυφεκίστηκαν–, αφέθηκαν ελεύθεροι 20 χρόνια μετά, σχολίασε χαρακτηριστικά ο Mitterrand.[6]

Πέρα όμως από τα ηθικά ζητήματα, προέκυψαν και πρακτικά ζητήματα νομικής φύσης εξαιτίας αυτής της καθυστερημένης διαδικασίας. Ο Paul Touvier, στο παράδειγμα του οποίου ήδη αναφερθήκαμε, δικάστηκε και καταδικάστηκε τρεις φορές: το 1946, το 1947 και το 1994, καταρχάς σε θάνατο, έπειτα σε ισόβια. Επωφελήθηκε στο μεταξύ από την παραγραφή της κύριας ποινής του, το 1967, στη συνέχεια από μια προεδρική χάρη που του αποδόθηκε για δευτερεύουσες ποινές, το 1971, όπως είδαμε, καθώς και από ένα γενικό απαλλακτικό βούλευμα, το 1992, το οποίο, όπως θα δούμε στη συνέχεια, ακυρώθηκε την ίδια χρονιά. Αυτή η πορεία δεν είναι και τόσο συνηθισμένη. Επίσης, ο Touvier είδε τον χαρακτηρισμό των εγκλημάτων που του αποδόθηκαν να αλλάζει πολλές φορές, κάτι που αποτέλεσε και ένα από τα πιο καίρια επιχειρήματα της υπεράσπισής του.

Αντιστοίχως, στην περίπτωση του Papon, η δίκη έγινε επίσης με μεγάλη καθυστέρηση από τα γεγονότα, μισό και πλέον αιώνα μετά. «Σαν να δικάζαμε τους λιποτάκτες του 1917 τον Μάη του 68!», όπως έχει γράψει χαρακτηριστικά ο Jean-Noel Jeanneney,[7] ή, για να δώσουμε ένα ελληνικό παράδειγμα, σαν οι κατηγορούμενοι στη Δίκη των Εξ να δικάζονταν το 1973 ή στην αρχή της Μεταπολίτευσης…

 

  1. Ο ορισμός του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας»

 

Σε αυτές τις αργοπορημένες δίκες υπάρχει και μία άλλη δυσκολία, εξαιτίας του περίπλοκου χαρακτήρα της έννοιας του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας, με το οποίο βαρύνονταν οι κατηγορούμενοι. Επρόκειτο για όρο που επινοήθηκε ενόψει της διαδικασίας της Νυρεμβέργης και μπήκε ως παράρτημα στη διασυμμαχική συμφωνία του Λονδίνου, που υπογράφηκε στις 8 Αυγούστου του 1945 μεταξύ της προσωρινής γαλλικής κυβέρνησης και των κυβερνήσεων των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας και της ΕΣΣΔ. Το κείμενο αυτό του 1945 αφορούσε καταρχάς τους πολίτες του Τρίτου Ράιχ και τους συνεργάτες τους, κάθε εθνικότητας, και η αρμοδιότητα για να δικαστούν ανήκε στο Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο. Στην υπόθεση λοιπόν του Touvier, που αποτέλεσε τον πρώτο Γάλλο στον οποίον απαγγέλθηκε αυτή η κατηγορία, προέκυψαν μια σειρά από ερωτήματα:

  • Ποιο δικαστήριο μπορούσε να δικάσει αυτά τα εγκλήματα, εφόσον το Στρατιωτικό Δικαστήριο της Νυρεμβέργης δεν υπήρχε πλέον;
  • Επρόκειτο για μια κατηγορία που απέρρεε από το εσωτερικό δίκαιο, ενώ αυτό δεν την είχε καθορίσει;
  • Δεν επρόκειτο για έναν νόμο αναχρονιστικό, καθώς εισήχθη εκ των υστέρων μια νέα παράμετρος –ο απαράγραπτος χαρακτήρας των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, με βάση τον νόμο του 1964–, κάτι που απουσίαζε από το κείμενο του 1945;

Αυτές ακριβώς οι δυσκολίες προκάλεσαν και την περίεργη εξέλιξη στη δίκη του Touvier.

 Ο Touvier δικάστηκε για ένα μόνο έγκλημα, το οποίο αποφασίστηκε ότι εμπίπτει στην κατηγορία του «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας» – οι άλλες κατηγορίες είχαν διαγραφεί λόγω έλλειψης επαρκών αποδείξεων. Αυτό το ένα έγκλημα ήταν η στυγερή εκτέλεση επτά Γαλλοεβραίων στο Rillieux-la-Pape, κοντά στη Λυών, τον Ιούνιο του 1944, σε αντίποινα για τη δολοφονία ενός επιφανούς συνεργάτη των κατακτητών. Το έγκλημα αυτό το είχε παραδεχτεί και ο ίδιος ο Touvier. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1992, το δικαστήριο εξέδωσε ένα γενικό απαλλακτικό βούλευμα για τον κατηγορούμενο, αποφασίζοντας με βάση τον ορισμό του εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας που είχε δοθεί από τον Άρειο Πάγο (Cour de cassation) το 1988, κατά την δίκη Barbie, και που έλεγε πως για να τεκμηριωθεί ως τέτοιο ένα έγκλημα θα έπρεπε να έχει γίνει στο όνομα ενός Κράτους που ασκούσε μια «πολιτική ιδεολογική ηγεμονία». Το δικαστήριο έκρινε, λοιπόν, ότι, το Βισύ δεν υιοθέτησε μια τέτοια πολιτική, επομένως οι αξιωματούχοι του δεν μπορούσαν να δικαστούν όπως αυτοί του Τρίτου Ράιχ. Επιπλέον, το Βισύ δεν όριζε τους Εβραίους ως εχθρούς του Κράτους.

Paul Touvier.

Η απόφαση προκάλεσε σάλο και ιδιαίτερα έντονες αντιδράσεις στους κόλπους της γαλλικής κοινωνίας. Λίγους μήνες μετά, τον Νοέμβριο του 1992, ο Άρειος Πάγος ακύρωσε εν μέρει την απόφαση. Ακολούθως, τον Ιούνιο του 1993, δόθηκαν μια σειρά από διευκρινίσεις εκ μέρους του Αρείου Πάγου στον νόμο περί «εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας». Για να εμπίπτει πλέον στην κατηγορία «εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας», ήταν απαραίτητο να αποδειχθεί πως ο Touvier δεχόταν επιρροή από τον κατακτητή, ήταν συνεργός της ναζιστικής Γερμανίας στο πλαίσιο της πολιτικής της ιδεολογικής ηγεμονίας και της εξόντωσης των Εβραίων και πως δεν λειτουργούσε αυτόνομα. Όλη η ουσία λοιπόν ήταν να αποδειχτεί πως υπήρξε παρέμβαση των Γερμανών στην υπόθεση του εγκλήματος στο Rillieux. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα μπορούσε να γίνει λόγος για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Αν, αντίθετα, επρόκειτο για μία πράξη μόνο της Milice και ο Paul Touvier είχε δράσει μόνος, το έγκλημα στο Rillieux δεν θα ήταν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, θα ήταν ένα «γαλλικό» έγκλημα.

Έτσι, το κακουργιοδικείο των Βερσαλλιών, στο οποίο ο Touvier προσήλθε για να δικαστεί από τις 17 Μαρτίου έως τις 20 Απριλίου του 1994, είδε την υπερασπιστική γραμμή του κατηγορουμένου να έχει αλλάξει άρδην, είδε τον Εισαγγελέα και το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικώς εναγόντων να επιμένουν στην άμεση σχέση του Touvier και την εξάρτησή του από τους Ναζί, ενώ η μέχρι τότε ανακριτική έρευνα είχε τονίσει, με απολύτως πειστικά επιχειρήματα, την αυτονομία του άλλοτε αρχηγού της Μilice, καθώς έτσι (με τα έως τότε δεδομένα) αποδεικνυόταν και η μεγαλύτερη ευθύνη του. Δόθηκε μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι οι αρχηγοί της γερμανικής αστυνομίας και τα SS συνεργάζονταν με Γάλλους συναδέλφους τους, τους αρχηγούς της Milice, κυρίως με τη Milice της Λυών. Τελικά, αποδείχθηκε πως τo Rillieux ήταν ένα έγκλημα που διαπράχθηκε για λογαριασμό των Γερμανών και ο Touvier, που είχε βρεθεί υπό τις διαταγές τους, καταδικάστηκε σε ισόβια στις 19 Απριλίου 1994.[8]

Με αυτόν τον τρόπο, όμως –και αυτό μας οδηγεί στο τρίτο πρόβλημα που ανέκυψε από τις ύστερες δίκες–, παραποιήθηκε η ιστορική αλήθεια.

 

  1. Παραποίηση της ιστορικής αλήθειας

Στη συζήτηση που άνοιξε για τη φύση του Καθεστώτος Βισύ έγινε αντιληπτό ότι, αντί η δίκη Touvier να φωτίσει την αυτονομία του ρόλου του Καθεστώτος στο Ολοκαύτωμα και το γεγονός ότι ήταν Γάλλοι πολίτες αυτοί που συμμετείχαν στο Βισύ, ανεξάρτητα από τις πράξεις των γερμανικών αρχών Κατοχής, εμφάνιζε, αντίθετα, το Βισύ αθωωμένο.[9]

Οι δικαστές που αθώωσαν το 1992 τον Touvier έδειξαν επιείκεια για το καθεστώς του Pétain, που σίγουρα δεν έχρηζε υπεράσπισης στα μάτια κάθε ειδικού ή μη, ακόμη και στα μάτια ενός μαθητή σχολείου που είχε στα χέρια του ένα καλό εγχειρίδιο ιστορίας. Επρόκειτο αναμφίβολα, όπως έχει υποστηριχθεί, για κατάχρηση αρμοδιότητας.[10] Το δικαστήριο είχε επομένως αποφανθεί εν γένει για το Καθεστώς του Βισύ, την ιστορία, τη φύση, τον χαρακτήρα, την ιδεολογία, τη δράση και τη σημασία του. Και η ετυμηγορία ήταν αντίθετη με την άποψη των ιστορικών της περιόδου, που γνώριζαν βεβαίως την αντικομμουνιστική και αντισημιτική ιδεολογική ταυτότητα του Βισύ, αλλά και πως η Milice ήταν μεν, πράγματι, μία δύναμη βοηθητική προς τους Ναζί, εντούτοις, σε πολλές περιπτώσεις δρούσε με ιδία πρωτοβουλία και έφερνε μόνη της σε πέρας τις εγκληματικές δράσεις της.[11]

Επομένως, η καταδίκη του Touvier δεν κατέστη δυνατή παρά μόνο με παραποίηση της ιστορικής αλήθειας – ήταν βασισμένη σε ένα ιστορικό ψέμα. Ειπώθηκαν βεβαίως και πολλές άλλες ανακρίβειες στις δίκες αυτές: ο Bousquet παραποίησε την ιστορία, αποκρύπτοντας την αντισημιτική ιδεολογία του Βισύ και το γεγονός ότι στόχος των Γάλλων αξιωματούχων του Καθεστώτος υπήρξαν και τα παιδιά, ήδη από την άνοιξη του 1942. Από τη μεριά του, ο Papon είχε ισχυριστεί πως οι Γάλλοι ιθύνοντες δεν γνώριζαν την απαίσια αλήθεια για τις εκτοπίσεις και την τύχη των Εβραίων, μέχρι την άνοιξη του 1945, κάτι που φυσικά δεν ίσχυε.[12]

Η δίκη του Maurice Papon (Ιανουάριος 1997).

 

Είναι αλήθεια ότι στις δίκες Papon και Touvier, οι ιστορικοί κλήθηκαν ως μάρτυρες και όχι ως ειδικοί. Σκοπός ήταν να βοηθήσουν τους δικαστές να προβούν σε μια συνολική εκτίμηση του Καθεστώτος του Βισύ, όχι μόνο σε σχέση με μία ατομική συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Εντούτοις, δεν εισακούστηκαν.

Η διαπίστωση αυτή μας οδηγεί και πάλι σε μια συζήτηση που επανέρχεται συνεχώς στις τάξεις των ιστορικών – και όχι μόνο: Είναι άραγε αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης ή της Ιστορίας, των δικαστών ή των ιστορικών να γράφουν ή να ξαναγράφουν και να αναθεωρούν την Ιστορία; Και ποιος είναι ο ρόλος που παίζει η νομοθετική εξουσία σε αυτή την εξίσωση; Πρόκειται για ένα καίριο ερώτημα, που έχει βρεθεί στο επίκεντρο του δημόσιου και του ακαδημαϊκού διαλόγου τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες, αποτελεί δε κλειδί για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η προσέγγιση και ερμηνεία του παρελθόντος στη δημόσια σφαίρα.

La traque et le procès de Klaus Barbie | Archive INA

 

Η Έλλη Λεμονίδου είναι Μόνιμη Επίκουρη Καθηγήτρια
Νεώτερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Jean-Marc Varaut, Le Procès Pétain. 1945-1995, Παρίσι, Perrin, 1995.

[2] Fred Kupferman, Le Procès de Vichy. Pucheu, Pétain, Laval, Παρίσι, Editions Complexe, 2006, σ. 30.

[3] Γιώργος Κόκκινος, Μαρία Βλαχού, Βασιλική Σακκά κ.ά., Προσεγγίζοντας το Ολοκαύτωμα στο ελληνικό σχολείο, Αθήνα, Ταξιδευτής, 2007, σ. 106-121: Σύμφωνα με τον Henry Rousso, υπάρχουν τα εξής τέσσερα διακριτά στάδια αναφορικά με την επεξεργασία του τραύματος του Βισύ και τη συλλογική μνήμη στη Γαλλία ως προς τη σημασιοδότηση του Καθεστώτος: 1) 1944-1954: Απώθηση – Αποσιώπηση – Ενοχή, 2) 1954-1971: Απώθηση (το απόγειο της αντιστασιοκεντρικής γκωλικής – κομμουνιστικής οπτικής), 3) 1971-1974: Η επιστροφή του απωθημένου, με τη βοήθεια της ιστοριογραφικής και δημοσιογραφικής έρευνας και της κινηματογραφικής αποτύπωσης, με ορόσημα την ταινία του Marcel Ophuls, Le Chagrin et la Pitié (1971) και το βιβλίο του ιστορικού Robert Paxton, Η Γαλλία του Βισύ/La France de Vichy (1973, έτος κυκλοφορίας της γαλλικής μετάφρασης), 4) 1974 και εξής: Η ψύχωση (το στοιχειωμένο παρελθόν επανέρχεται, όπως και το αίσθημα της ενοχής, μεταξύ άλλων με την αναγνώριση από τον Jacques Chirac, τον Ιούλιο 1995, της ευθύνης του γαλλικού κράτους για τον αφανισμό των Εβραίων της Γαλλίας στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, αλλά και με τον καταλογισμό ποινικών ευθυνών, σε ατομικό επίπεδο, στις δίκες των αξιωματούχων του Βισύ που έλαβαν χώρα τις δεκαετίες του 1980 και του 1990).

[4] Éric Conan, Henry Rousso, Vichy, un passé qui ne passe pas, Παρίσι, Librairie Arthème Fayard/Pluriel, 2013, σ. 110-111.

[5] Στο ίδιο, σ. 114.

[6] Στο ίδιο, σ. 116-117.

[7] Jean-Noël Jeanneney, Le passé dans le prétoire. L’historien, le juge et le journaliste, Παρίσι, Éditions du Seuil, 1998, σ. 69 (βλ. γενικά όλο το σχετικό κεφάλαιο: σ. 69-78).

[8] Éric Conan, Henry Rousso, ό.π., σ. 124-158. Sorj Chalandon, «Proceedings», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), The Bousquet and Touvier Affairs, Ανόβερο-Λονδίνο, University Press of New England, 1996, σ. 147-149, 152-154. Sorj Chalandon, Pascale Nivelle, Crimes contre l’humanité. Barbie – Touvier – Bousquer – Papon, Παρίσι, Plon, 1998, σ. 212-214.

[9] Bertram M. Gordon, «Afterword: Who Were the Guilty and Should They Be Tried?», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), ό.π., σ. 192-193.

[10] Jean-Noël Jeanneney, ό.π., σ. 20-22, 43-45.

[11] Henry Rousso, «The Stakes in the Summer of 1944», στο: Richard J. Golsan (επιμ.), ό.π., σ. 160-161.

[12] Sorj Chalandon, Pascale Nivelle,  ό.π., σ. 251-280, 376-512.

Σοφία Ηλιάδου-Τάχου: Η κατοχική βία στην Δυτική Μακεδονία: Μεθοδολογικά ζητήματα και εννοιολογικοί προσδιορισμοί

Σοφία  Ηλιάδου-Τάχου

Η κατοχική βία στην Δυτική Μακεδονία: Μεθοδολογικά ζητήματα  και εννοιολογικοί προσδιορισμοί

Μέχρι σήμερα η  ιστοριογραφία είχε την τάση να διερμηνεύει τα γεγονότα της κατοχικής περιόδου δημιουργώντας ένα μεγάλο ενιαίο αφήγημα, στο πλαίσιο του οποίου παρέχονταν αναφορικά με κάθε συγκείμενο οι ίδιοι αδιαφιλονίκητοι κώδικες προσέγγισης και αποτίμησης των τραυματικών εμπειριών της περιόδου. Όπως αποδείχτηκε όμως στη συνέχεια τα εργαλεία αυτά και διαμεσολαβημένα από την μετέπειτα εμπειρία ήταν και αδόκιμα, αφού δεν λάμβαναν υπόψη τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Στο συμπέρασμα της σημασίας που θα είχε μια αποκωδικοποίηση των τοπικών κοινωνιών την κατοχική περίοδο οδηγηθήκαμε μέσα από τη διερεύνηση της δράσης της ΟΠΛΑ Θεσσαλονίκης,[1] η οποία αποδείχτηκε μια υπόθεση διαφορετική από την αντίστοιχη εμπειρία της ΟΠΛΑ που έδρασε στην Αθήνα.

Για να θέσουμε όμως τον όλο προβληματισμό στις ουσιαστικές του διαστάσεις πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η διερεύνηση των αποχρώσεων της κατοχικής βίας, όπως εμφανίστηκε από  τους Καθηγητές Νίκο Μαραντζίδη και Στάθη Καλύβα πολύ πρόσφατα,[2] βάζει ανάμεσα στα άλλα στο τραπέζι, με το παράδειγμα της Πελοποννήσου, τη συζήτηση για τη σημασία του  τοπικού συγκείμενου, δηλαδή της μικροϊστορικής εστίασης και εκκινεί τον διάλογο για το ιδιαίτερο ενδιαφέρον που έχει μια ουσιαστική αποτύπωση/ερμηνεία των συνιστωσών που προσδιορίζουν το πλαίσιο αυτό. Παρακολουθώντας η επιστημονική κοινότητα τη διαμάχη ανάμεσα στους ιστορικούς που προαναφέρθηκαν και στους Ηλία Νικολακόπουλο[3] και  Χάγκεν Φλάϊσερ [4] στάθηκε κατά την εκτίμησή μου περισσότερο σε ζητήματα όπως η άρση της πνευματικής ηγεμονίας της δεξιάς ή η ανάδυση της πνευματικής ηγεμονίας της αριστεράς, ή ακόμα η σημασία της ερευνητικής εμμονής στις ανθρωποκτονίες, παρά σε αυτό το οποίο, χωρίς ίσως να το ιεραρχούν ως προτεραιότητα, εντούτοις το έβαλαν, από την πίσω πόρτα στο τραπέζι, οι μελέτες των «αναθεωρητών» : αυτό αφορούσε στη σημασία που είχε η εστίαση στους παράγοντες που διαμόρφωσαν το τοπικό συγκείμενο, άρα η αποτύπωση και η ερμηνεία των ιδιαίτερων συνθηκών των τοπικών κοινωνιών, η αιτιολόγηση των επιλογών αυτών από τις ίδιες τις τοπικές κοινωνίες και η κατάδειξη της πολυπαραγοντικής εξίσωσης του ποιος, γιατί, πότε, με ποιου την καθοδήγηση παρήγαγε ποια μορφή βίας. Γιατί η βία ως κοινωνικό φαινόμενο προϋποθέτει την περιγραφή της κοινωνίας μέσα στην οποία ασκείται, δηλαδή των υποκειμένων της βίας και των θυμάτων, που μέχρι να υποστούν τη βία, είχαν ασκήσει και αυτά τη δική τους βία, για κάποιους κοινωνικούς, ταξικούς, εθνοτικούς, οικονομικούς κλπ λόγους. Βέβαια ο Χάγκεν Φλάϊσερ τονίζει ότι το  αναθεωρητικό ρεύμα στη θεώρηση της κατοχής δεν έδωσε παρά μερικές αξιόλογες τοπικού χαρακτήρα μελέτες οι οποίες δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά το περιτύλιγμα μιας διεπιστημονικής παλιάς συνθηματολογίας δοσμένης με οίηση. Έχει πει όμως και το έχει πολύ γρήγορα προσπεράσει, κάτι που είναι πιο σημαντικό από όλα τα άλλα, την σημασία της εστίασης, κατανόησης και ερμηνείας της «τοπικότητας» με πεδίο εφαρμογής την κατοχή.  Και οπωσδήποτε, μετά την κατάλυση της χούντας, η ιστορική σκέψη βγήκε από τον γύψο και αναζήτησε τον δρόμο της, πέρα από τις κίβδηλες παραχαράξεις της «νομιμόφρονος εθνικοφροσύνης», υιοθετώντας την κριτική σκέψη και αποδεχόμενη την οπτική των «πολλαπλών αναγνώσεων». Κατά συνέπεια η μικροϊστορική εστίαση μέσα στο πλαίσιο της νέας πολιτισμικής ιστορίας μπορεί κατά τη γνώμη μου να φωτίσει το τοπικό και μέσα από αυτό το εθνικό. Και μπορεί να μας δώσει ακόμα και αυτό που ορίστηκε ως η ιστορία από τα κάτω, δηλαδή να σκύψει πάνω από την οπτική των απλών ανθρώπων, αυτών που δεν υπήρξαν οι πρωταγωνιστές στα δρώμενα εθνικής εμβέλειας.

Έχοντας αυτά κατά νου,  επιχειρούμε μια αποτύπωση των παραμέτρων Κατοχή-Αντίσταση-Εθνοτικές και Εμφύλιες συγκρούσεις, όπως αυτή υλοποιήθηκε στη Δυτική Μακεδονία, με την προσδοκία να δημιουργήσουμε ένα ερμηνευτικό σχήμα, το οποίο να μπορεί να ανταποκρίνεται στη συγκεκριμένη περιοχή και να λαμβάνει υπόψη τις ιδιάζουσες συνθήκες που διαμορφώθηκαν σε αυτήν, όπως για παράδειγμα τα εθνοτικά ζητήματα, ή οι διεκδικήσεις των εμπλεκομένων δυνάμεων στο πολιτικό πάζλ της περιόδου. Οπωσδήποτε όπως είναι αναγκαίο, λαμβάνονται υπόψη και προσμετρούνται κριτήρια όπως η δημογραφική σύνθεση της Δυτικής Μακεδονίας, η κοινωνική/ταξική διαστρωμάτωση της πόλης και της υπαίθρου, οι εθνοτικές ταυτότητες που κατασκευάστηκαν μέσα από τις ιστορικές συνθήκες  ή επανακαθορίστηκαν μέσα στη δυναμική της κατοχικής συγκυρίας και καθόρισαν στη συνέχεια τις στάσεις του πληθυσμού απέναντι στην ελληνική ή τη γερμανική διοίκηση της κατοχικής περιόδου.

Ο απαγχονισμός 15 Ελλήνων στην Κλαδοράχη Φλώρινας στις 9 Αυγούστου 1943 ως αντίποινα για την ενέδρα αντιστασιακής ομάδας στον δημόσιο δρόμο Φλώρινας – Κλαδοράχης εναντίον Γερμανικού αποσπάσματος.

Η πρώτη βασική αρχή της έρευνάς μας είναι ότι  για να μπορούμε να ερμηνεύσουμε  τα χρώματα ή τις αποχρώσεις της βίας είναι  αναγκαία η ένταξή της στο συγκείμενο και η καταγραφή των χαρακτηριστικών των χρονικών περιόδων άσκησής της. Καθίσταται έτσι δυνατή η συσχέτιση της βίας  με τη δυναμική της «συγκυρίας» μέσα στην οποία εντάσσεται για να την ερμηνεύσουμε. Επομένως το πρώτο ζητούμενό μας είναι να δούμε τί έγινε στην Δυτική Μακεδονία την περίοδο της κατοχής, δηλαδή ποιος και γιατί άσκησε βία και κάτω από ποιες συνθήκες. Η δεύτερη αρχή στην έρευνά μας σχετίζεται με το περιεχόμενο της έννοιας «βία». Γιατί ως «βία» η μελέτη μας δεν αντιλαμβάνεται αποκλειστικά τις δολοφονίες, αλλά όλες τις εκφάνσεις του φαινομένου: δηλαδή τις φυλακίσεις, τις σωματικές ποινές, τις εκτελέσεις, τους τραυματισμούς, τις μαζικές εξοντώσεις, τα ολοκαυτώματα,  τα αντίποινα, τις εθνοκαθάρσεις, τις εθνοτικές-εξοντώσεις, τα χρηματικά πρόστιμα/ποινές, τις δικαστικές διώξεις, τους  εκτοπισμούς, την οικονομική εξόντωση, την καταστροφή του παραγωγικού ιστού, τις πυρπολήσεις, τις ομηρίες, την παρακολούθηση των εκτελέσεων, τον στρεβλό επισιτισμό, τις λαθροχειρίες, τις επιτάξεις ζώων, αυτοκινήτων, σπιτιών, περιουσιακών στοιχείων, γεννημάτων, την ηθική βία, τους βιασμούς όλων των μορφών, την τρομοκρατία, τη διασπορά φόβου, και όλα τα ανάλογα. Επομένως σε αυτή τη μελέτη επιλέξαμε να αναφερθούμε σε όλες τις μορφές αυτής της βίας, είτε ασκούνται από τα κράτη και τα κρατικά ή διοικητικά μορφώματα που έχουν το μονοπώλιο της έννομης βίας, είτε από εκείνους που την αμφισβητούν, δίνοντας έμφαση στα υποκείμενα της βίας και στις χρωματικές συνυποδηλώσεις που την συνοδεύουν.  Και η τρίτη αξιωματική αρχή που υιοθετήθηκε είναι η εκ προοιμίου αποδοχή του «αδόκιμου» χαρακτήρα κάθε συμψηφισμού. Η δυναμική της κατοχικής περιόδου ειδικά στη Δυτική Μακεδονία που ήταν διαρκώς στο κόκκινο επιτάσσει κατά τη γνώμη μας την εκ προοιμίου καταγγελία όλων των πολιτικών προθέσεων που μπορεί να ελλοχεύουν πίσω από την έρευνα. Η βία δεν έχει κατά τη γνώμη μας ποσοτικά χαρακτηριστικά  αλλά ποιοτικά. Και από μόνη της αποτελεί ιστορικό δρώμενο, η νομιμότητα του οποίου απορρέει από την αντίληψή μας για τη νομιμότητα του κράτους ως θεσμού που την ασκεί ή εναντίον του οποίου τα υποκείμενα της βίας επαναστατούν. Γιατί ήδη από την εποχή του «κοινωνικού συμβολαίου» του Ζαν Ζακ Ρουσώ η επανάσταση ενάντια σε ένα κράτος του οποίου οι άρχοντες δεν αποβλέπουν στο όφελος των πολιτών είναι «νόμιμη». Επομένως εκείνο που νομιμοποιεί την βία που ασκήθηκε την περίοδο της κατοχής προϋποθέτει την απάντηση στο ερώτημα ποιανού το συμφέρον υπηρετούσε το κατοχικό κράτος, το συμφέρον των κατακτητών ή αυτό των πολιτών.  Αν υπηρετούσε το πρώτο, τότε η βία των πολιτών ήταν νόμιμη, αν υπηρετούσε  το δεύτερο, τότε η βία του κράτους ήταν νόμιμη.

Στο μεθοδολογικό πεδίο επιλέξαμε την μικροϊστορική εστίαση της κατοχικής βίας, η οποία εστιάζει στις συνιστώσες του χώρου της Δυτικής Μακεδονίας, αποτυπώνει τον γεωγραφικό καταμερισμό της και αποπειράται να καταλήξει σε αξιόπιστα συμπεράσματα. Ωστόσο, επειδή έχουν εντοπιστεί από τη βιβλιογραφία μειονεκτήματα της μικροϊστορικής εστίασης αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στα εξής σημεία αναφοράς: Πρώτα πρώτα προσπαθούμε να αποτρέψουμε στην ανάλυσή μας αυτό που θα μπορούσαμε ίσως να ονομάσουμε «α-πολιτικοποίηση της βίας»[5] αποτέλεσμα στο οποίο είναι πιθανόν να οδηγήσει ο εγκλωβισμός ενός κοινωνικού φαινομένου όπως η βία στο πεδίο της «τοπικότητας». Για να το πετύχουμε αυτό χρησιμοποιούμε στην κατάταξή μας ως κυρίαρχο δομικό στοιχείο την προέλευσή της, το υποκείμενο δηλαδή που την ασκεί. Έτσι η βασική διάκριση είναι Μαύρη βία, σημαίνον που αντιστοιχεί στη βία των αρχών κατοχής άρα στην τύποις έννομη εξουσία από τη μια και την κόκκινη βία, άρα τη βία των αντιστασιακών κινημάτων ή της επανάστασης, η οποία, όσο και αν δεν απορρέει από την έννοια του κράτους, έχει το δικό της ιδεολογικό και πολιτικό φορτίο.

Άντον Κάλτσεφ (1910-1948), Βούλγαρος στρατιωτικός, ο οποίος έδρασε στην ελληνική Μακεδονία ως απεσταλμένος της βουλγαρικής κυβέρνησης με σκοπό την υποκίνηση του σλαβικού στοιχείου και την προσάρτησή της στη Βουλγαρία.

Μέσα σε αυτό το βασικό σχήμα εντάσσονται και δομούνται τα επί μέρους που εκκινούν από το γενικό, το πανελλήνιο και εστιάζουν στο περιφερειακό-τοπικό.

Κατά τη γνώμη μας η μικροϊστορική εστίαση στην ερμηνεία της βίας έχει εκτός από τα μειονεκτήματα που προαναφέρθηκαν και πολλά και σημαντικά πλεονεκτήματα. Συγκεκριμένα, η εστίαση του ερευνητή στο πεδίο της «τοπικότητας» δεν αναιρεί  εξ ορισμού τις διαστάσεις της πολιτικοποίησης της βίας. Αν οι ευκαιρίες εμβάθυνσης που δημιουργούνται, στην περίπτωση βέβαια που υπάρξει η καλή γνώση των τοπικών παραμέτρων, συνδυαστεί με την πολιτική δυναμική της συγκυρίας, η τοπικότητα ενσωματώνεται κατά την άποψή μας σε ένα εθνικό/διεθνές συγκείμενο και  η έρευνα  δεν οδηγεί στην α-πολιτικοποίηση της βίας, αλλά  στη διαμόρφωση ενός ερμηνευτικού σχήματος με πολιτικές συνιστώσες.  Ακόμα επειδή στην υπάρχουσα βιβλιογραφία η βία αντιμετωπίζεται ως μηχανιστική αντίδραση που δεν συναντά τα συλλογικά ιδεολογικά προτάγματα [6], στη μελέτη μας η βία αποδίδεται σε αντιπαρατιθέμενες ιδεολογίες και ομάδες που εμφορούνται από αυτήν. Είναι για παράδειγμα η βία της ελληνικής κατοχικής  διοίκησης, ή η βία του ΕΑΜ, αλλά πίσω από τις λογικές των ομάδων ελλοχεύει η  διαφορετική πολιτική ή ιδεολογική κουλτούρα, η διαφορετική εθνοτική κουλτούρα και όλα αυτά καταβάλλεται προσπάθεια να συσχετιστούν και να αναδειχτούν. Άρα μέσα στο συγκεκριμένο ερμηνευτικό σχήμα η βία δεν αντιμετωπίζεται ως μηχανιστική αντίδραση που δεν συναντά τα συλλογικά ιδεολογικά προτάγματα, αλλά ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα της αντίστασης/αποδοχής των συλλογικών ιδεολογικών προταγμάτων.

Η βουλγαρική κοινότητα της Φλώρινας υποδέχεται το 1942 τον Κάλτσεφ και τους Γερμανούς στην κεντρική πλατεία της πόλης.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι ενώ στην πρόσφατη βιβλιογραφία η βία θεωρήθηκε  προνομιακό εργαλείο για την ερμηνεία των στάσεων της τοπικής κοινωνίας απέναντι στην κατοχή ή στο ΕΑΜ,[7]στην παρούσα μελέτη οι συνιστώσες της τοπικής κοινωνίας, οι ταξικοί διαχωρισμοί, οι εθνοτικές διακρίσεις, ο καταμερισμός της εργασίας αποτελούν παράγοντες που μπορούν να βοηθήσουν στην ερμηνεία της βίας, δηλαδή να απαντήσουν στο ερώτημα γιατί ο τοπικός  παράγοντας Α καταλήγει στο να επιλέγει την βία. Επομένως η βία δεν ερμηνεύει κατά τη γνώμη μας τις στάσεις της τοπικής κοινωνίας, αλλά η τοπική κοινωνία και οι συνιστώσες της μας οδηγούν στο να καταλάβουμε γιατί επιστρατεύεται η βία. Ακόμα σε ότι αφορά στο συγκεκριμένο ερμηνευτικό σχήμα η βία θεωρείται  ως αυτοσκοπός  ενώ η ερμηνεία της εδράζεται τόσο  στα τοπικά όσο και στα συλλογικά ιδεολογικά προτάγματα που καθορίζουν την συγκυρία. Έτσι για παράδειγμα  μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη βία με βάση τη μεταβλητή  «μειονότητα» /«εθνοτικά ζητήματα» αλλά και  να αποκωδικοποιήσουμε την ανα-σηματοδότηση παλιών ταυτοτήτων κάτω από τη δυναμική των νέων εθνικών/διεθνών συγκυριών. Γιατί θεωρούμε πως μέσα από αυτό το σχήμα μπορούν να ερμηνευτούν τα είδη/μορφές της βίας ως κοινωνικού φαινομένου στην διαχρονικότητά του  και να οδηγηθούμε στην καταγραφή μιας νέας ανάγνωση του παρελθόντος υπό το φως των νέων δεδομένων. Και ακριβώς αυτή η διαχρονία καθιστά τη βία ένα ιστορικό φαινόμενο και την προσέγγισή της ένα κατεξοχήν αντικείμενο του ιστορικού. Τέλος αν για ένα μέρος των ιστορικών η  βία συνιστά ένα κοινωνικό πεδίο πρόσφορο για ανθρωπολογικές προσεγγίσεις, [8]η δική μας μελέτη δεν θέτει ανάλογους στόχους, αλλά αρκείται στην πλαισίωσή της, στην κατανόησή της και στην επισήμανση των πολιτισμικών της διαστάσεων και χαρακτηριστικών.

Ο ελληνομαθής  Όσβαλντ Πούσιχ, από μητέρα Ελληνίδα, υπεύθυνος για τις συλλήψεις στα προσφυγικά χωριά και τις εκτελέσεις στον Άγιο Γεώργιο Φλώρινας.

Ειδικότερα η μικροϊστορική εστίαση στη Δυτική Μακεδονία έχει εξορισμού τις προϋποθέσεις για να συναχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα για πολλούς λόγους. Ο κυριότερος είναι κατά τη γνώμη μας το γεγονός ότι η περιοχή διακρίνεται για την παρουσία σλαβόφωνων πληθυσμών, η στάση απέναντι στους οποίους  καθόρισε όχι μόνο τη βία/αντι-βία της βουλγαρικής διοίκησης ή την βία/αντι-βία της ελληνικής διοίκησης και κατ επέκταση τη συνακόλουθη βία της γερμανικής ή της ιταλικής  αλλά και τη διαχείριση της βίας των άλλων από το ΕΑΜ/ΚΚΕ ή τη έκφραση της δικής του βίας/αντι-βίας.  Και οπωσδήποτε  σε αυτό το πολυπαραγοντικό πλαίσιο έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον η πολιτική διαχείριση της βίας. Επίσης η ευρύτερη περιοχή της Δυτικής  Μακεδονίας κατοικήθηκε μετά από το 1923 από μεγάλο αριθμό προσφύγων, οι οποίοι αποκαταστάθηκαν αγροτικά από την ΕΑΠ. Οι σχέσεις τους με τους σλαβόφωνους γηγενείς κατοίκους απέβησαν προβληματικές, κυρίως εξαιτίας της αδυναμίας του ελληνικού κράτους να διαχειριστεί ζητήματα της αποκατάστασης που αποτελούσαν αντικείμενο διεκδίκησης από τις δύο πλευρές και εξαιτίας της μεροληπτική ή προνομιακής μεταχείρισης των προσφύγων έναντι των σλαβόφωνων. Η συγκυρία της Κατοχής ειδικά σε αυτή την περιοχή αναπαρήγαγε παλιές ταυτότητες, αναθέρμανε διαφορές και δημιούργησε χαρακώματα. Κατά συνέπεια η μικροϊστορική εστίαση στη Δυτική Μακεδονία μπορεί να αποτελέσει ένα παράδειγμα για τον προσδιορισμό των χρωμάτων ή των αποχρώσεων της κατοχικής βίας. Για την επίτευξη των στόχων που προαναφέρθηκαν χρησιμοποιήθηκαν α) η ιστορική-ερμηνευτική μέθοδος που βασίζεται στη μελέτη πρωτογενούς αρχειακού υλικού και β) η ημιδομημένη συνέντευξητων πρωταγωνιστών ή των συγγενικών τους προσώπων.

Από την  έρευνα που έγινε προέκυψε με σαφήνεια μια κατηγοριoποίηση των υποκειμένων αλλά και των αποδεκτών της βίας στη Δυτική Μακεδονία. Γιατί όπως τονίστηκε από την αρχή οι θύτες που μετασχηματίζονταν κατά περίσταση σε αποδέκτες της βίας την περίοδο της κατοχής στη Δυτική Μακεδονία και τανάπαλιν, ήταν όλοι εκείνοι που ασκούσαν τη βία, ή δέχονταν τις επιπτώσεις της κατ’ εντολήν των ιθυνόντων. Τέτοιοι στη Δυτική Μακεδονία ήταν οι κάτοικοι των αγροτικών και αστικών κέντρων της περιοχής, που άλλοτε λειτουργούσαν ως θύτες και άλλοτε ως θύματα. Επιχειρώντας λοιπόν μια πρώτη ανάγνωση οφείλουμε να τονίσουμε πως η μαύρη βία ήταν η βία των κατοχικών αρχών, ενώ η κόκκινη βία ήταν η βία των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων και πρώτιστα του ΕΑΜ/ΚΚΕ το οποίο και κυρίως έδρασε στη Δυτική Μακεδονία, εξοβελίζοντας στο πλαίσιο εμφύλιων συγκρούσεων τις λοιπές εθνικιστικές αντιστασιακές οργανώσεις της περιοχής.

Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε ως υποκείμενα της μαύρης βίας θεωρήθηκαν α) η ελληνική κατοχική διοίκηση β) η γερμανική κατοχική διοίκηση (γερμανικό φρουραρχείο) γ) η βουλγαρική κατοχική διοίκηση (Βούλγαροι αξιωματικοί-σύνδεσμοι στο γερμανικό φρουραρχείο)[9] δ) η ιταλική κατοχική διοίκηση. Ξεκινάμε λοιπόν από την περιγραφή της κατοχικής συγκυρίας, την οποία διαμόρφωσε κατά κύριο λόγο ο γερμανικός παράγοντας.[10] Όπως αποδείχτηκε από την έρευνα οι στόχοι της βίας που άσκησαν οι Γερμανοί στην Κοζάνη και στη Φλώρινα ήταν συνυφασμένοι με τα γεωστρατηγικά σχέδια τους και εξυπηρετούσαν πρώτιστα τις ανάγκες ανεφοδιασμού του στρατού τους. Έτσι μια μελλοντική προοπτική ελέγχου των Βαλκανίων συμπεριλάμβανε για τους Γερμανούς όχι μόνο το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ως κόμβο ενός γερμανικού δικτύου πόλεων, αλλά και την οδό Φλώρινας-Μοναστηρίου ως διόδου διέλευσης από και προς την Ευρώπη. Για όλους αυτούς τους λόγους που προαναφέρθηκαν οι Γερμανοί δεν ήταν διατεθειμένοι επ’ ουδενί να βοηθήσουν τους συμμάχους τους Βούλγαρους να υλοποιήσουν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου του 1878 και να τους προσφέρουν «έτοιμη στο πιάτο» την υλοποίηση του εθνικού τους οράματος για τη Μεγάλη Βουλγαρία.

Ο εορτασμός των τριάντα ετών από  την απελευθέρωση της Φλώρινας στις 8 Νοεμβρίου 1942, τελετή με συμβολική σημασία σε περίοδο ξένης κατοχής.

Αλλά στην περιοχή υπήρχαν και οι «βουλγαρόφρονες». Πραγματικά η προσέγγιση των ιστορικών στοιχείων τεκμηριώνει τον μετασχηματισμό της ταυτότητας μερίδας των σλαβόφωνων σε «βουλγαρόφρονες» ή εκδηλωθέντες ότι ανήκουν εις την βουλγαρικήν εθνικότητα. Τα αίτια του μετασχηματισμού της ταυτότητας των σλαβόφωνων θα πρέπει να αναζητηθούν στην ισχυρή παρουσία του βουλγαρικού παράγοντα στην περιοχή, στις ισχυρές προκλήσεις που η παρουσία αυτή θεωρήθηκε ότι διασφάλιζε, για παράδειγμα κοινωνικό κύρος για τους αστούς εξ αυτών και δυνατότητες επιβίωσης μέσα από το δίκτυο παροχής τροφίμων που είχε συσταθεί για τους κατοίκους των χωριών. Εξίσου σημαντική όμως παράμετρος που επιτάχυνε τη διαδικασία διχοτόμησης της ταυτότητας των σλαβόφωνων και μετασχηματισμού της σε ταυτότητα «βουλγαροφρόνων» στο νομό της Φλώρινας ήταν η λειτουργία της συλλογικής μνήμης της ομάδας των σλαβόφωνων. Η συγκυρία της κατοχής και ο διαχωρισμός σε «γνήσιους Έλληνες και ύποπτους σλαβόφωνους» από την ελληνική διοίκηση της κατοχικής περιόδου οδήγησε στην ανανοηματοδότηση παλιών βιωμάτων της μεταξικής περιόδου, αλλά και των αδικιών που είχαν συμβεί σε βάρος τους, εξαιτίας της προσφυγικής εγκατάστασης.[11] Κατά συνέπεια η μνήμη της εθνοτικής ομάδας, υπό το κράτος της τραυματικής συγκυρίας της κατοχής, ακύρωσε την προσέγγιση που είχε επιτευχθεί στη διάρκεια του μεσοπολέμου. Οι προκλήσεις και οι υποσχέσεις στη συνέχεια του εθνικιστικού και φασιστικού βουλγαρικού κράτους δια των εκπροσώπων του Βούλγαρων συνδέσμων, εκλήφθηκαν από εκείνη τη μερίδα της εθνοτικής ομάδας των σλαβόφωνων, που εκδηλώθηκαν ως βουλγαρόφρονες, ως ελκυστικές. Οι διαδικασίες «ταυτοποίηση» με την έννοια που προσδίδει στον όρο ο Barth είχαν ξεκινήσει.[12]

Εν κατακλείδι  η έρευνα απέδειξε την ισχυρή παρουσία των βουλγαρικών βλέψεων για την περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας και ειδικά για τις σλαβόφωνες κοινότητες της Φλώρινας και της Καστοριάς, στις οποίες κυρίως η βουλγαρική πολιτική απευθυνόταν. Απέδειξε όμως πως ο κίνδυνος αυτός, ήταν διαχειρίσιμος από την ελληνική πλευρά, επειδή τα συμφέροντα των Γερμανών και της ελληνικής διοίκησης συνέκλιναν σε ένα σημείο: στο ότι η περιοχή της Φλώρινας δεν έπρεπε να περιέλθει υπό βουλγαρικό έλεγχο. Αυτό αντέβαινε στα σχέδια των Γερμανών, τους έφερνε σε σύγκρουση με την ελληνική διοίκηση και δημιουργούσε σε αυτούς πρόσθετα προβλήματα.

Η Σοφία Ηλιάδου-Τάχου είναι Καθηγήτρια Ιστορίας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

Υποσημειώσεις

[1] Ηλιάδου-Τάχου Σ. (2013). Μέρες της ΟΠΛΑ στη Θεσσαλονίκη. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.

[2] Καλύβας Στάθης (2000). Κόκκινη τρομοκρατία. Η βία της αριστεράς στην Κατοχή.  στο συλλογικό, Μαζάουερ Μαρκ (επιμ.) Η ανασυγκρότηση της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα 1943-1960. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σ.142-183, Καλύβας Στάθης ( 2002). Μορφές, Μορφές, Διαστάσεις και Πρακτικές της Βίας στον Eμφύλιο (1943-1949): Μια πρώτη Προσέγγιση. Στο Ηλίας Νικολακόπουλος, Άλκης Ρήγος και Γρηγόρης Ψαλίδας (επιμ.) Ο εμφύλιος πόλεμος. Από τη Βάρκιζα στο Γράμμο. Φεβρουάριος 1945-Αύγουστος 1945. Αθήνα: Θεμέλιο, σ. 188-207. Ακόμα εις http://www.greekhistoryrepository.gr/archive/item/4170, Καλύβας Στάθης, Μαραντζίδης Νίκος  (2004). Δεκάλογος της φρέσκιας ματιάς. Τα Νέα. 20.3.2004, Kalyvas Stathis N (2006). The logic of violence in civil war. Cambridge University Press,  Kalyvas  Stathis N (2008) Armed collaboration in Greece, 1941–1944. European Review of History—Revue européenne d’histoire Vol. 15, No. 2, April 2008, π. 129–142, Καλύβας Στάθης (2009).Η Ιστορία ως τυμβωρυχία. Το Βήμα, 20.12.2009. Καλύβας Στάθης (2009 ). Η γεωγραφία της εμφύλιας βίας στη κατοχική Μεσσηνία. Μια ποσοτική προσέγγιση. Εις Καρακατσιάνης Ιωάννης (επιμ.). Νότια Πελοπόννησος 1935-1950. Αλφειός, σ. 1-19.

[3] Νικολακόπουλος Ηλίας , Τα Νέα, 28.11.2009.Wallace J. David, Βρετανική πολιτική και αντιστασιακά κινήματα στην Ελλάδα], «Τα Νέα»/ «Βιβλιοδρόμιο», 28.11.2009.

[4] Τα Νέα» (28.11.2009). Έκθεση ταγματάρχη Ντέιβιντ Γουάλας για τις ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις (1943). Καλύβας «Βήμα της Κυριακής», 20 Δεκεμβρίου 2009. «Η Ιστορία ως τυμβωρυχία». Φλάισερ Χάγκεν «Βήμα της Κυριακής» 10 Ιανουαρίου 2010 « Η “κόκκινη” και η “μαύρη” βία».

[5] Skocpol Theda (1979). State and social Revolutions. A comparative analysis of France, Russia and China. Cambridge: Cambridge University Press, p. 4.

[6] Βόγλης Πολυμέρης (2016). Η αδύνατη επανάσταση. Η κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου. Αθήνα : Αλεξάνδρεια, σ. 25-26.

[7] Skocpol. State and social Revolutions, ό.π.,  p. 4.

[8] Βόγλης. Η αδύνατη επανάσταση, ό.π. , σσ.25.

[9] Ενώ η βιβλιογραφία μέχρι σήμερα αναφέρεται στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η περιοχή της Φλώρινας είχε γερμανική διοίκηση, ότι υπήρχε ιταλική διοίκηση στην Καστοριά και στην Κοζάνη γερμανική, επιμένω πως ειδικά στη Φλώρινα και στην Καστοριά η παρουσία του βουλγαρικού παράγοντα ήταν τόσο συχνή, ώστε δικαιούμαστε να μιλάμε και για βουλγαρική παρέμβαση στις περιοχές αυτές.

[10] Hλιάδου-Τάχου Σ. & Ανδρέου Α. (2017). “Μετασχηματισμός των ταυτοτήτων των σλαβόφωνων της Δυτικής Μακεδονίας (1941-1944): ο ρόλος των τοπικών ελίτ και η δυναμική της συγκυρίας”, Συνέδριο Η Δυτική Μακεδονία στη δεκαετία 40-50. Θεσσαλονίκη-Επίκεντρο

[11] Κωστόπουλος Τάσος (2008). Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων. Αθήνα: Βιβλιόραμα .

[12] Ηλιάδου-Τάχου – Ανδρέου, Μετασχηματισμός…, ό.π

Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης: Η γενετική σχέση Χριστιανών και Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης*

Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης

Η γενετική σχέση Χριστιανών και Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης*

Το DNA του ανθρώπου: Ένα ανεξίτηλο μήνυμα από τους προγόνους μας.    Το ανθρώπινο γονιδίωμα (DNA) είναι μια τεράστια συλλογή πληροφοριών, οι οποίες οργανώνονται στα διαφορετικά μακρομόρια DNA (44 αυτοσωματικά και  2 φυλετικά χρωμοσώματα, τα X και Y) στον πυρήνα του κυττάρου (Εικόνα 1) και στο DNA των μιτοχονδρίων. Οι πληροφορίες αυτές καταγράφονται με τον κώδικα των τεσσάρων γραμμάτων Α, Τ, C και G, που αποτελούν συντομογραφίες των βάσεων αδενίνη, θυμίνη, κυτοσίνη και γουανίνη, αντίστοιχα (Εικόνα 1). Η διαδοχή των βάσεων δίνει την πρωτοδιάταξη του μακρομόριου του DNA, που έχει την ιδιότητα να είναι μοναδική για κάθε άνθρωπο και περιέχει τις πληροφορίες εκείνες που είναι υπεύθυνες για την εκδήλωση των βιολογικών χαρακτηριστικών μας, αλλά και τη διαφοροποίηση και εξέλιξη των οργανισμών.

Εικόνα 1. Σχηματική απεικόνιση της δομής  ενός κυττάρου (cell) με τα χρωμοσώματα (chromosomes) εντός του  πυρήνα  που εμπεριέχει το DΝΑ, ενός γονιδίου (gene), και της μοριακής δομής του DNA. Πηγή. U.S. Department of Energy Genomic Science, ηλεκτρονική διεύθυνση: http://genomicscience.energy.gov.

Στο σώμα κάθε ενήλικου ατόμου υπάρχουν 1014 κύτταρα  που περιέχουν όλα το ίδιο γενετικό υλικό. Η ολοκλήρωση της ανάλυσης του γονιδιώματος  του ανθρώπου, το 2003, έδειξε ότι το DNA σε κάθε πυρήνα ανθρώπινου  κυττάρου αποτελείται από 3,2 δισεκατομμύρια  ζευγάρια νουκλεοτιδίων. Ακόμα και  δύο τελείως ξένα μεταξύ τους άτομα έχουν ίδιες αλληλουχίες DNA  σε ποσοστό τουλάχιστον 99,0%. Η ανάλυση του DΝΑ χιλιάδων ατόμων έδειξε ότι το DNA κάθε ατόμου διέφερε από τη πρότυπη ακολουθία ανθρώπινου γονιδιώματος από 4,1 έως 5,0 εκατομμύρια νουκλεοτιδικές θέσεις. Υπολογίζεται πως υπάρχει  μία διαφορά στο DΝΑ δύο οποιωνδήποτε ατόμων  κάθε 100 ζεύγη βάσεων.

Γενετικοί δείκτες χρησιμοποιούμενοι στην ανάλυση της γενετικής σύστασης ανθρώπινων πληθυσμών. Για να μελετηθεί η γενετική σύσταση κάποιου πληθυσμού μπορούν να χρησιμοποιηθούν πολλοί και διαφορετικοί γενετικοί  δείκτες.  Η επιλογή των κατάλληλων γενετικών δεικτών για μια πληθυσμιακή μελέτη εξαρτάται από μια σειρά κριτηρίων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά τον αρχικό σχεδιασμό ενός ερευνητικού έργου. Μεταξύ αυτών τα κυριότερα είναι: Το είδος του επιστημονικού ερωτήματος, ο αριθμός και η συχνότητα των αλληλομόρφων (παραλλαγών) του γενετικού δείκτη, το κόστος ανάλυσης, κτλ. Στην πράξη, κατά την ανάλυση της γενετικής σύστασης ενός πληθυσμού, επιλέγονται εκείνοι οι πολυμορφικοί γενετικοί δείκτες που προσφέρουν τις περισσότερες πληροφορίες.

Μέχρι τη δεκαετία του 1980, οι εκτιμήσεις για  τη  γενετική  σύσταση και τη συγγένεια ανάμεσα στους πληθυσμούς του ανθρώπου βασίζονταν κυρίως στην εκτίμηση των συχνοτήτων των αλληλομόρφων  πολλών κλασικών  γενετικών δεικτών, όπως είναι τα γονίδια που καθορίζουν ομάδες αίματος.

Το 1987 διαπιστώθηκε ότι οι τότε νέες τεχνολογίες επέτρεπαν να αναλυθεί σχετικά εύκολα το μιτοχονδριακό DNA, που κληρονομείται μόνο από τη μητέρα στα παιδιά της (μητροπλευρικός τρόπος κληρονόμησης). Ακολούθησε  η ανάλυση του DNA που κληρονομείται από τον πατέρα μόνο στον γιο του   (πατροπλευρικός τρόπος κληρονόμησης).

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι τεχνικές μελέτης της γενετικής ποικιλομορφίας στον άνθρωπο βελτιώθηκαν και χαρακτηρίστηκαν χιλιάδες διαδοχικά επαναλαμβανόμενες ακολουθίες DNASTRs). Αργότερα, με τη μετέπειτα ανάπτυξη της τεχνολογίας του υβριδισμού DNA σε μικροδιατάξεις (microchips) κατέστη δυνατόν να εξετάζονται σε DNA αναλυτές  ταυτόχρονα χιλιάδες απλοί νουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί ή SNPs.

H ανάλυση της αλληλουχίας των βάσεων του DNA γίνεται πλέον σε αυτόματα μηχανήματα. Η δαπάνη μάλιστα για την ανάλυση όλου του DNA ενός ατόμου μειώνεται  με ραγδαίους ρυθμούς (3.000 ευρώ σήμερα), ενώ η ακρίβειά της μεθοδολογίας βελτιώνεται σημαντικά. Η επιτυχία αυτή σηματοδοτεί την απαρχή νέας εποχής, τόσο στην πληθυσμιακή γενετική, όσο και στην εφαρμοσμένη γενετική στην υγεία, τη γεωργοκτηνοτροφία και το περιβάλλον. Η ραγδαία ανάπτυξη των εργαστηριακών τεχνικών ανάλυσης του γονιδιώματος και της βιοπληροφορικής παρέχει πλέον τη δυνατότητα ανάλυσης του συνόλου της αλληλουχίας του DNA, που αποτελεί τον χρυσό κανόνα για τις γενετικές αναλύσεις. Η ανάλυση αυτή προσφέρει τις περισσότερες πληροφορίες, αφού επιτρέπει τον προσδιορισμό όλων των μεταλλάξεων (αλλαγών)  στο DNA, καθώς επίσης άμεση ποσοτική καταγραφή του μεγέθους των γενετικών πολυμορφισμών.

Η πληθυσμιακή σύνθεση των κατοίκων της Δυτικής Θράκης. Η σημερινή πληθυσμιακή σύνθεση της περιοχής χαρακτηρίζεται από  μωσαϊκό διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων  που διαμορφώθηκε από τις μετακινήσεις πληθυσμών, λόγω της συνθήκης της Λωζάννης (1923), αλλά και των πρόσφατων εισροών Ελληνικών πληθυσμιακών ομάδων προερχομένων από τη Γεωργία, την Αμπχαζία, το Ουζμπεκιστάν και το Καζακστάν.  Οι πληθυσμιακές ομάδες  που κατοικούν στην περιοχή κατατάσσονται βάσει της θρησκείας σε Χριστιανούς και Μουσουλμάνους, και διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη γλώσσα, τις   πολιτιστικές παραδόσεις και τα πρότυπα αναπαραγωγικών συμπεριφορών. Σύμφωνα με τη διδακτορική διατριβή της Σιμιτοπούλου-Κοτζαμάνη,1 η διαστρωμάτωση αυτή δημιουργήθηκε από το 1.400 μ.Χ., με τη κατάληψη της περιοχής από τους Οθωμανούς, οπότε προκλήθηκαν  πολιτιστικοί φραγμοί επιμειξίας λόγω της διαφορετικής θρησκείας, γλώσσας και των παραδόσεων των δύο πληθυσμών, που ενδέχεται να επηρέασαν σημαντικά τις επιμεικτικές συμπεριφορές των πληθυσμιακών ομάδων. Κατά συνέπεια ενδέχεται οι υποπληθυσμοί αυτοί να εμφανίζουν διακριτά γενετικά πρότυπα.

Οι Χριστιανικοί πληθυσμοί απαρτίζονται κυρίως από ΄Ελληνες γηγενείς και πρόσφυγες με διαφορετικά γεωγραφικά σημεία προέλευσης, όπως την Ανατολική Θράκη, την Ανατολική Ρωμυλία, τον Πόντο, την Καππαδοκία και πρόσφατα από  πρώην σοσιαλιστικές δημοκρατίες.

Η Μουσουλμανική κοινότητα του Νομού Ροδόπης απαρτίζεται από τρεις κυρίως πληθυσμιακές υποομάδες με διαφορετική δομή, τόσο βιολογική, όσο και πολιτιστική. Η πρώτη υποομάδα αποτελείται από αγροτικούς  πληθυσμούς Μουσουλμάνων που ζουν στις πεδινές περιοχές νομών της Δυτικής Θράκης. Η δεύτερη πληθυσμιακή ομάδα είναι οι Πομάκοι, που ζουν στον καταπράσινο ορεινό όγκο της Ροδόπης, κατά μήκος των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Η τρίτη υποομάδα είναι οι Ρομά.  Πριν παραθέσω τα γενετικά στοιχεία για κάθε πληθυσμιακή υποομάδα, και επειδή αρκετές φορές παρερμηνεύονται τα γενετικά δεδομένα, σπεύδω να προσθέσω ότι: ως γενετιστής γνωρίζω ότι η εθνοτική ιθαγένεια είναι θέμα πολιτισμού, παιδείας, θρησκείας, γλώσσας και συνειδήσεως και δεν εντοπίζεται στο DNA ή στο αίμα.

Α. Η γενετική σύσταση των Roma

Οι Roma, γνωστοί επίσης ως Τσιγγάνοι ή Αθίγγανοι  είναι ένας νομαδικός λαός. Η πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα καταγράφεται το 1320 μ.Χ. στην Κρήτη.   Στην Ελλάδα ο πληθυσμός τους υπολογίζεται σε 120.000-150.000  και είναι διασκορπισμένος  σε όλη τη χώρα. Οι περισσότεροι ΄Ελληνες Roma καταγράφονται ως Χριστιανοί Ορθόδοξοι, εκτός από εκείνους που ζουν στη Δυτική Θράκη που η πλειονότητά τους είναι Μουσουλμάνοι. Μια μικρή πληθυσμιακή ομάδα Χριστιανών Roma κατοικεί στο χωριό ΄Αρατος. ΄Ολοι μιλούν τη μητρική τους γλώσσα, ενώ πολλοί την Ελληνική με στοιχεία από τη γλώσσα των προγόνων τους.

Οι μελέτες στα γλωσσικά ιδιώματα των Roma επιβεβαιώνουν την πολύπλοκη κοινωνική δομή τους και μέχρι πρότινος αποτελούσαν τη μόνη αξιόπιστη μέθοδο διαχωρισμού των κατά τόπους πληθυσμιακών ομάδων. Οι γενετικές μελέτες στράφηκαν κυρίως προς δυο στόχους: α) Στη σύγκριση της γενετικής σύστασης των Roma με την αντίστοιχη των τοπικών πληθυσμών των περιοχών όπου διαμένουν, και β) Στην αναζήτηση της γενετικής ταυτότητας των Roma ανά την Ευρώπη και ίσως τη διαλεύκανση του ζητήματος της καταγωγής τους.

Εικόνα 2. Φυλογενετικό δενδρόγραμμα  με βάση τις γενετικές αποστάσεις σε επίπεδο συχνοτήτων των απλοτύπων του χρωμοσώματος Υ μεταξύ των διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων Ρομά, αλλά και μεταξύ του πληθυσμού των Ρομά και του Ελληνικού πληθυσμού. Τροποποίηση από Δεληγιαννίδη.3

 Αντιπροσωπευτικό δείγμα Ελλήνων Roma αναλύθηκε για τέσσερα είδη DNA (γενετικών) δεικτών.2,3,4 α) Μικροδορυφορικοί δείκτες. H γενετική σύσταση των Roma συγκρίθηκε με ανάλογα αποτελέσματα από την Ελλάδα και προέκυψαν στατιστικά σημαντικές διαφορές σε 11 από τους 13 γενετικούς δείκτες που εξετάστηκαν. β) Δείκτες του χρωμοσώματος Υ. Οι  συγκρίσεις μεταξύ του πληθυσμού των Roma και αντίστοιχων αποτελεσμάτων από τον υπόλοιπο Ελληνικό πληθυσμό έδειξαν στατιστικά σημαντικές διαφορές σε όλους τους γενετικούς δείκτες. Με βάση τις συχνότητες των απλοτύπων υπολογίστηκαν οι γενετικές αποστάσεις μεταξύ  διαφορετικών ευρωπαϊκών πληθυσμών των Ρομά, αλλά και μεταξύ του πληθυσμού των Ρομά και του Ελληνικού πληθυσμού και κατασκευάστηκε δενδρόγραμμα (Εικ. 2). Οι Ρομά από 6 Ευρωπαϊκές χώρες δεν ομαδοποιούνται σε ενιαία ομάδα και εντάσσονται σε ξεχωριστούς φυλογενετικούς κλάδους από αυτόν των Ελλήνων. Η πιο συχνή (~71%) γενετική σύσταση στο χρωμόσωμα Υ των Ελλήνων Roma ανήκει στην υποαπλοομάδα Η-Μ82. Η γενετική σύσταση αυτή εντοπίστηκε κυρίως  στην Ινδία και στο Πακιστάν. Επιπλέον, οι παραλλαγές DNA του πληθυσμού των Roma έδειξαν μεγαλύτερη συγγένεια (85,2%)  με τους Ινδούς, παρά με τους υπόλοιπους Έλληνες. γ) Αλληλουχία μιτοχονδριακού DNA. Η σύγκριση των συχνοτήτων αρκετών παραλλαγών του mtDNA του πληθυσμού των Roma με αντίστοιχες για τον Ελληνικό πληθυσμό έδειξε  στατιστικά σημαντικές διαφορές. δ) Ανάλυση όλου του DNΑ.  Η γενετική σύσταση των Roma, που προέρχονταν από 13 Ευρωπαϊκές χώρες, αναλύθηκε χρησιμοποιώντας χιλιάδες απλούς νουκλεοτιδικούς πολυμορφικούς δείκτες προκειμένου να διερευνηθεί η δημογραφική ιστορία τους και η συσχέτισή τους με άλλους Ευρασιατικούς πληθυσμούς. Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι οι πληθυσμοί Roma της Ευρώπης μοιράζονται κοινή γενετική καταγωγή και  δείχνουν μεγαλύτερη γενετική συγγένεια με πληθυσμούς της Ινδίας, παρά με γηγενείς πληθυσμούς της Ευρώπης. Επιπλέον, όλοι οι Ευρωπαϊκοί υποπληθυσμοί Roma παρουσιάζουν χαμηλότερη γενετική ποικιλομορφία σε σχέση με τους μη-Ρομά τοπικούς Ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, λόγω γάμων ανάμεσα σε συγγενικά άτομα, του νομαδικού τρόπου ζωής τους και της κοινωνικής απομόνωσης  από τους γειτονικούς τοπικούς πληθυσμούς.      

Το γεγονός ότι επί χίλια χρόνια περίπου οι Roma ζούσαν δίπλα με άλλους μη Roma Ευρωπαϊκούς πληθυσμούς αναμένεται να οδήγησε σε κάποιο βαθμό επιμειξίας μεταξύ τους. Πράγματι, φαινόμενα DNA ροής μεταξύ Roma και τοπικών πληθυσμών έχουν παρατηρηθεί  στα Βαλκάνια, όπου το γενετικό υπόβαθρο των Roma είναι αρκετά επηρεασμένο από τους τοπικούς πληθυσμούς.

Συμπερασματικά,   τα γενετικά δεδομένα των Ρομά, σε συμφωνία με τα αποτελέσματα γλωσσικών, ανθρωπολογικών και πολιτιστικών μελετών, υποδεικνύουν ότι οι πληθυσμοί των Ρομά διαφοροποιούνται από τους τοπικούς Ευρωπαϊκούς λαούς, όσον αφορά τη γενετική σύστασή τους και υποστηρίζουν την προέλευσή τους από την Ασία. Μάλιστα φαίνεται ότι οι Roma της Ελλάδας, αλλά και όλης της Ευρώπης, είναι απόγονοι ενός προγονικού πληθυσμού της Ινδίας που παραδοσιακά σήμερα αναφέρεται ως Doma ή Domna. Οι πρόγονοι των Ευρωπαίων Roma ξεκίνησαν την «έξοδό» τους από την επαρχία Παντζάμπ  της ΒΔ Ινδίας πριν από 1.500 χρόνια. Με απλά λόγια, οι γενετικές ρίζες των προγόνων των Roma βρίσκονται στη ΒΔ Ινδία.

Β. Η γενετική σύσταση και καταγωγή των Πομάκων

Οι Πομάκοι είναι Μουσουλμανική πληθυσμιακή ομάδα που ζει στη Θράκη εδώ και χιλιάδες χρόνια. Κατοικούν στον ορεινό όγκο της Ροδόπης, κατά μήκος των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων. Μερικά από τα 80 χωριά και οικισμοί τους είναι: Οργάνη, Βυρσίνη,  Δρανιά, Δροσύνη, Εχίνος, Κένταυρος, Κερασιά, Σάτρες, Σμιγάδα, Ραγάδα, Κάρδαμος, Μύτικας, Μύκη.  Σήμερα η πληθυσμιακή αυτή ομάδα είναι διασκορπισμένη κυρίως  μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας, Τουρκίας και π.Γ.Δ.Μ. Η πλειοψηφία των Πομάκων ζει από την άλλη πλευρά των Ελληνοβουλγαρικών συνόρων, στη Νότια Βουλγαρία. Ομιλούν την Πομακική γλώσσα, ένα αμιγώς προφορικό γλωσσικό ιδίωμα. Ανήκει στην Ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών. Βέβαια, σήμερα οι περισσότεροι Πομάκοι μιλούν Τουρκικά ή Ελληνικά.

Oι υποπληθυσμοί των Πομάκων έχουν κοινά μορφολογικά, γλωσσικά, θρησκευτικά, κοινωνικό-οικονομικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Παρέμειναν για πολλούς αιώνες γενετικά απομονωμένοι εξαιτίας των ορεινών περιοχών όπου ζούσαν, των λαογραφικών εθίμων τους, του ενδογαμικού τρόπου της οργάνωσης της κοινωνίας τους και του παραδοσιακού τρόπου ζωής τους. Από αυτή τη σκοπιά ο πληθυσμός των Πομάκων παρουσιάζει τεράστιο επιστημονικό ενδιαφέρον. Άλλα στοιχεία που αυξάνουν το ενδιαφέρον για την επιστημονική  μελέτη τους αποτελούν: Η δημιουργία των πληθυσμών/οικισμών από μικρό αριθμό γεννητόρων,  καθώς και η περιορισμένη γονιδιακή ροή (μετακίνηση ανθρώπων) προς και από γειτονικούς πληθυσμούς. Αυτό συνεπάγεται ότι μικρό μέγεθος του πληθυσμού συμμετέχει ως γεννήτορες στη δημιουργία κάθε επόμενης γενιάς και οδηγεί τελικά σε αυξημένα επίπεδα ομοζυγωτίας. Η γενετική δομή/αρχιτεκτονική των απομονωνόμενων πληθυσμιακών ομάδων μπορεί να επηρεαστεί περαιτέρω από φαινόμενα γενετικής παρέκκλισης** που συνήθως έχουν ως αποτέλεσμα την περαιτέρω μείωση του βαθμού της γενετικής ποικιλότητας.

Η γενετική καταγωγή των Πομάκων. Η ιστορική προέλευση των Πομάκων παραμένει αδιευκρίνιστη. Σχετικά με την προέλευσή τους  έχουν διατυπωθεί διάφορες αντικρουόμενες θεωρίες/υποθέσεις, περισσότερο ή λιγότερο δόκιμες, λόγω της έλλειψης επαρκών γραπτών στοιχείων τεκμηρίωσης. Δύο είναι οι επικρατούσες θεωρίες όσον αφορά την καταγωγή τους: α) οι Πομάκοι αντιπροσωπεύουν απογόνους γηγενών Βαλκανικών πληθυσμών, π.χ. αρχαίων Θρακών,5  και β) Οι Πομάκοι  κατάγονται από Μογγολικές φυλές που κατοικούσαν στην Ασία  ή ακόμα ότι κατάγονται από αρχαίες “φυλές” της Αφρικής. Το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για γηγενείς πληθυσμούς, εγκατεστημένους στην ορεινή Ροδόπη γεωγραφικά απομονωμένους οι οποίοι εξισλαμίστηκαν τον 17ο  – 18ο  αιώνα κατά την Οθωμανική περίοδο.6

Γεγονός είναι ότι οι χώρες όπου κατοικούν οι Πομάκοι διεκδικούν την εθνική τους καταγωγή. Τόσο η Ελλάδα, όσο και η Βουλγαρία, αλλά και η Τουρκία έχουν διεκδικήσει τους Πομάκους, παρουσιάζοντας διαφορετικά ιστορικά στοιχεία προκειμένου να ενισχύσουν τους εθνικούς μύθους προσεταιρισμού τους. Στην Ελλάδα ιστορικοί υποστηρίζουν ότι οι Πομάκοι είναι απόγονοι του Παιονικού φύλου των Ροδοπαίων Αγριάνων. Βούλγαροι ιστορικοί θεωρούν τους Πομάκους Βούλγαρους Σλάβους, οι οποίοι εξισλαμίστηκαν. Κατά τους Τούρκους ιστορικούς είναι Τουρκογενούς προέλευσης, π.χ.  Πετσενέγοι   ή Κουμάνοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Ροδόπης πριν την Οθωμανική κατάκτηση της περιοχής. Βέβαια, κάθε μια από τις προηγούμενες υποθέσεις  έχει ως αποτέλεσμα οι Πομάκοι να έχουν διαφορετική γενετική σύσταση. Ας δούμε τι δείχνουν τα αποτελέσματα των γενετικών αναλύσεων πάνω στο θέμα:

Β.1 Κλασικοί γενετικοί δείκτες

Ο Καθηγητής Νικόλαος Ξηροτύρης, το 1971,6  και μετά μία εικοσαετία ο ίδιος με συνεργάτες του μελέτησαν τις γονιδιακές συχνότητες διάφορων ομάδων αίματος (ΑΒΟ, Rhesus) στους Πομάκους και άλλους τοπικούς πληθυσμούς. Τα γενετικά αποτελέσματα εμφάνισαν  ομαδοποιήσεις των πληθυσμών ανάλογα με τη γεωγραφική θέση και του τρόπου ζωής τους

Β.2. DNA γενετικοί δείκτες

Β.2.1. Μικροδορυφορικοί γενετικοί δείκτες. Η κ. Σιμιτοπούλου- Κοτζαμάνη1  εξέτασε στη διδακτορική της διατριβή τη γενετική σύσταση τυχαίων και  αντιπροσωπευτικών δειγμάτων Χριστιανών, Πεδινών Μουσουλμάνων και Πομάκων του Νομού Ροδόπης με τη χρησιμοποίηση 15 αυτοσωματικών μικροδορυφορικών γενετικών δεικτών (STRs) προκειμένου να διερευνήσει την πιθανή ετερογενή γενετική σύστασή τους.

Οι εκτιμήσεις των γενετικών αποστάσεων ανάμεσα στα  πληθυσμιακά δείγματα έδειξαν πολύ μικρές τιμές ανάμεσα στους τρεις υποπληθυσμούς, αν και διαπιστώθηκε  μεγαλύτερη γενετική απόσταση καθενός από τους δύο υποπληθυσμούς με τους Πομάκους. Το αποτέλεσμα αυτό επιβεβαιώνει την εμπειρική γνώση, ότι οι Πομάκοι της ορεινής Ροδόπης – λόγω και της μακρόχρονης γεωγραφικής απομόνωσης –  διαφέρουν από τις άλλες δύο πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες παρουσιάζουν κοινά γενετικά χαρακτηριστικά.

Β.2.2.  Απλοί νουκλεοτιδικοί πολυμορφισμοί. Η γενετική σύσταση μεγάλου αριθμού  Πομάκων από   Πομακοχώρια του Νομού Ξάνθης εξετάστηκε με την ανάλυση  733.202 απλών νουκλεοτιδικών πολυμορφισμών (SNPs).7 ΄Επειτα, η γενετική σύσταση των Πομάκων συγκρίθηκε με την αντίστοιχη του γενικού Ελληνικού πληθυσμού, Ευρασιατικών πληθυσμών, καθώς και  πληθυσμιακού δείγματος  που προερχόταν από την περιοχή Μυοποτάμου-Ανωγείων Κρήτης.  Η έρευνα κατέληξε στα ακόλουθα ενδιαφέροντα συμπεράσματα:

Στον τοπολογικό γενετικό χάρτη, που  κατασκεύασαν οι συγγραφείς, οι δύο απομονωμένοι υποπληθυσμοί σχημάτισαν δύο ανεξάρτητες καλοκαθορισμένες ομάδες δίπλα – αλλά εκατέρωθεν –  της θέσης του γενικού Ελληνικού πληθυσμού.

Διαπιστώθηκε, επίσης, ότι: Ο βαθμός γενετικής διαφοροποίησης ήταν υψηλότερος, αν και ακόμη σχετικά μικρός, μεταξύ  των δύο απομονωμένων πληθυσμών   (Fst = 0.005),  από ότι ανάμεσα σε κάθε απομονωμένο πληθυσμό και  το γενικό πληθυσμιακό δείγμα από την Ελλάδα, π.χ. για τους κατοίκους του Μυλοποτάμου/Ανωγείων σε σχέση με τον πληθυσμιακό δείγμα από την Ελλάδα, Fst = 0,002, και ανάμεσα στους Πομάκους σε σχέση με τον πληθυσμιακό δείγμα από την Ελλάδα, Fst = 0,003. Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι οι Πομάκοι ομαδοποιούνται μαζί με άλλα Ευρωπαϊκά πληθυσμιακά δείγματα.

Ο συντελεστής ομομιξίας ήταν πολλαπλάσιος στο πληθυσμιακό δείγμα των Πομάκων και αυτού από τον Μυλοπόταμο σε σχέση με τον γενικό πληθυσμιακό δείγμα από την Ελλάδα (0,014, 0,007 και 0,0004, αντίστοιχα). Παρόμοια, ο βαθμός ομοζυγωτίας στο γονιδίωμα των Πομάκων ήταν λίγο υψηλότερος από τον αντίστοιχο του γενικού Ελληνικού πληθυσμού (0,643 και 0,635, αντίστοιχα). Ο βαθμός απομόνωσης των Πομάκων τεκμηριώνεται και από το γεγονός ότι  88% του πληθυσμιακού δείγματος έχει τουλάχιστον ένα «υποκατάστατο (surrogate)  γονέα» σε σύγκριση με το 6% του γενικού Ελληνικού πληθυσμού. Μάλιστα εκτιμήθηκε πως  η μέση ηλικία των κοινών προγόνων ήταν  8.56  και  89,7 γενιές πριν από σήμερα, αντίστοιχα. Με βάση αυτά τα στοιχεία υπολογίστηκε πως το  δραστικό*** πληθυσμιακό μέγεθος  ήταν 2.400 και 32.000 άτομα, αντίστοιχα.  Με απλά λόγια, το ποσοστό της γενετικής παρέκκλισης στον απομονωμένο πληθυσμό των Πομάκων είναι τουλάχιστο  10 φορές μεγαλύτερο από αυτό του γενικού Ελληνικού πληθυσμού.

Β.2.3. HLA δείκτες. Η ανάλυση της γενετικής σύστασης των Πομάκων με τον DNA προσδιορισμό των αλληλομόρφων γονιδίων που καθορίζουν λευκοκυτταρικά αντιγόνα (HLA) έδειξε8 ότι  οι πληθυσμιακές ομάδες που βρίσκονται γενετικά πλησιέστερα προς τους Πομάκους είναι οι  Έλληνες και οι Βούλγαροι, παρά οι Τούρκοι.

Β.2.4.  Συσχέτιση γενετικών παραλλαγών με αιματολογικά χαρακτηριστικά. Διαπιστώθηκε9 στους Πομάκους υψηλός βαθμός συσχέτισης ανάμεσα σε τέσσερις παραλλαγές αλληλουχιών DNA (rs13382259,  rs6131100, rs79748197 rs557129696) που επηρεάζουν τη διαστολική αρτηριακή πίεση, τα επίπεδα της γλυκόζης (σακχάρου), τον αριθμό των λευκών αιμοσφαιρίων και τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης, αντίστοιχα.

Νωρίτερα, είχε διαπιστωθεί7 υψηλός βαθμός συσχέτισης ανάμεσα  σε δύο άλλες γενετικές παραλλαγές (rs 6913631 και rs7116019) που εδράζονται στο κοντό βραχίονα του 11ου χρωμοσώματος και στην περιοχή 15.41 του ίδιου χρωμοσώματος (στην οποία βρίσκεται και το γονίδιο που κωδικοποιεί την αλυσίδα β της αιμοσφαιρίνης) και σε αιματολογικά χαρακτηριστικά, όπως τον μέσο όγκο ερυθρών, τη μέση συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης και τη μέση περιεκτικότητα αιμοσφαιρίνης. Τo αλληλόμορφο π.χ. rs 6913631 είχε 32 φορές υψηλότερη συχνότητα (4,41%) στους Πομάκους σε σχέση με τον γενικό πληθυσμιακό δείγμα από την Ελλάδα (0,14%).

Τα προηγούμενα αιματολογικά χαρακτηριστικά ίσως αποτελούν θετικές προσαρμογές της γενετικής σύστασης των Πομάκων στη μακρόχρονη  κατοίκησή τους σε υψηλά ορεινά υψόμετρα, όπως συμβαίνει με τους κατοίκους του Θιβέτ που  επιβιώνουν σε μεγάλο υψόμετρο (υψόμετρο 4.900 μέτρων)  σε οροπέδιο  της Κεντρικής Ασίας. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι δύο γονίδια ρυθμίζουν την παραγωγή αιμοσφαιρίνης των ερυθροκυττάρων ως απόκριση στις χαμηλές συγκεντρώσεις οξυγόνου που υπάρχουν σε μεγάλα υψόμετρα.

Στο ίδιο πλαίσιο, ένα γενετικό στοιχείο χαρακτηριστικό για τους ΄Ελληνες Πομάκους αποτελεί η παραλλαγή της αιμοσφαιρίνης που ονομάζεται αιμοσφαιρίνη HbO-Arab.10 Αυτή παρουσιάζει τη μεγαλύτερη συχνότητα παγκοσμίως στους ΄Ελληνες Πομάκους.11 H συγκεκριμένη μετάλλαξη, η HbO-Arab, δημιουργήθηκε στους ΄Ελληνες Πομάκους περίπου 2.000 χρόνια πριν.12 Η συχνότητά της στον απομονωμένο πληθυσμό είναι αυξημένη ως συνέπεια της  ενδογαμίας και της υψηλής γενετικής παρέκκλισης σε αυτόν τον πληθυσμό. Η σύγκριση των απλότυπων HbO-Arab των Πομάκων με αντίστοιχα δεδομένα από άλλους πληθυσμούς (΄Ελληνες, Ευρωπαίους, Ασιάτες, Ινδιάνους των Η.Π.Α., Αφρικανούς)  υποδεικνύουν ότι οι Πομάκοι βρίσκονται γενετικά πλησιέστερα στους Ευρωπαίους και στους ΄Ελληνες, παρά σε Αφρικανούς ή Ασιάτες. Το στοιχείο αυτό υποδεικνύει ότι οι ΄Ελληνες Πομάκοι είναι Ευρωπαϊκής (καλύτερα Βαλκανικής) καταγωγής και όχι Ασιατικής ή Αφρικανικής  προέλευσης, ενισχύοντας την υπόθεση που διατυπώθηκε από τον Θεοχαρίδη5 ότι πρόκειται για γηγενή πληθυσμό, πιθανώς απογόνων Θρακοελληνικών “φύλων”.

Γ. Η γενετική σύσταση των Χριστιανών και των Μουσουλμάνων που ζουν στις πεδινές περιοχές

Προκειμένου να διερευνηθεί η πιθανώς ανομοιογενής γενετική δομή των Χριστιανών και των  πεδινών Μουσουλμάνων, η κ. Σιμιτοπούλου-Κοτζαμάνη1  προσδιόρισε σε  πληθυσμιακά δείγματα από τους δύο υποπληθυσμούς τις συχνότητες των αλληλομόρφων σε αρκετούς αυτοσωματικούς μικροδορυφορικούς δείκτες.

Η γενετική μελέτη αποκάλυψε ότι ο συνολικός αριθμός των αλληλομόρφων που παρατηρήθηκε στους 15 γενετικούς δείκτες σε κάθε έναν από τους δύο πληθυσμούς ήταν 165 και 173, αντίστοιχα.  Ο μέσος αριθμός αλληλομόρφων που ανιχνεύτηκε σε κάθε πληθυσμό ήταν σχεδόν παρόμοιος μεταξύ Χριστιανών και Πεδινών Μουσουλμάνων. Επίσης, ο μέσος βαθμός ετεροζυγωτίας ήταν παρόμοιος ανάμεσα στα πληθυσμιακά δείγματα των Πεδινών Μουσουλμάνων και των Χριστιανών.

Η σύγκριση του Χριστιανικού υποπληθυσμού με αντίστοιχα δεδομένα από γειτονικές πληθυσμιακές ομάδες από την Ελλάδα, τη Βουλγαρία και την Τουρκία έδειξε ότι:  Ο Χριστιανικός πληθυσμός του Νομού Ροδόπης εναρμονίζεται με τα γενετικά δεδομένα του ευρύτερου Ελληνικού πληθυσμού, ενώ δεν διαφέρει σημαντικά από αντίστοιχα  δείγματα Ελληνικών πληθυσμών Μικρασιατικής καταγωγής, αλλά και  πληθυσμών από περιοχές των ακτών του Αιγαίου και του Μαρμαρά. Το γεγονός ότι το δείγμα Χριστιανών από τη Ροδόπη δεν διαφέρει στατιστικά σημαντικά από τα γενετικά δεδομένα του ευρύτερου Ελληνισμού μάλλον οφείλεται στη δημογραφική επίρρωση της Θράκης, μετά τον 16ον αιώνα, από Ελληνικούς πληθυσμούς ολόκληρου του ελλαδικού γεωγραφικού χώρου.13

Το πληθυσμιακό δείγμα των πεδινών Μουσουλμάνων του Νομού Ροδόπης  δείχνει ελάχιστες γενετικές αποκλίσεις  από το δείγμα του Ελληνικού πληθυσμού. Οι γενετικοί δηλαδή αυτοί δείκτες δεν αποκάλυψαν  γενετική διαφοροποίηση ανάμεσα στους Χριστιανούς και τους πεδινούς Μουσουλμάνους, οι οποίοι διαφοροποιήθηκαν πολιτισμικά στη διάρκεια των τελευταίων 6  περίπου αιώνων.

Τα συνολικά αποτελέσματα,1 στο επίπεδο του DNA, δεν καταδεικνύουν σημαντικές διαφορές  στη γενετική σύσταση των δύο θρησκευτικών κοινοτήτων (Χριστιανοί και πεδινοί Μουσουλμάνοι) του Νομού Ροδόπης. Προφανώς σε αυτές τις περιπτώσεις οι διαφορές στη θρησκεία ή και στη γλώσσα δεν αντιστοιχούν σε γενετικές διαφορές, αλλά οφείλονται σε προσηλυτισμό μέρους του Χριστιανικού πληθυσμού στη Μωαμεθανική θρησκεία κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας. Η υιοθέτηση της Μουσουλμανικής θρησκείας  από τον αυτόχθονα πληθυσμό δεν οδήγησε βέβαια και στην αλλαγή της γενετικής του σύστασης. Από γενετικής δηλαδή άποψης ο εξισλαμισμός αυτός αποτελεί μια πρόσφατη εξέλιξη  η οποία διατηρείται σήμερα, ως παρόμοια συχνότητα γενετικών δεικτών­ μεταξύ των δύο ομάδων πληθυσμού που διαμένουν στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Αξίζει να ειπωθεί πως η ανάλυση της γενετικής κληρονομιάς των κατοίκων της Κύπρου αποκάλυψε,14 επίσης, ότι οι Ελληνοκύπριοι  και οι Τουρκοκύπριοι  μοιράζονται μια κοινή πατρική καταγωγή από την περίοδο πριν από την Οθωμανική κυριαρχία στο νησί. Έτσι, αυτή η μεταξύ τους γενετική ομοιότητα (μεγαλύτερη από ό,τι με οποιονδήποτε άλλο πληθυσμό της γύρω περιοχής) θα μπορούσε να αποδοθεί  στην κοινή προ-οθωμανική καταγωγή και των δύο κοινοτήτων που διαφοροποιήθηκε (αλλά ακόμη διατηρούνται σημαντικές ομοιότητες) μετά την Οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου.

Δ. Συμπεράσματα

Συνοψίζοντας, τα βασικά συμπεράσματα της γενετικής έρευνας των πληθυσμών της Δυτικής Θράκης με τη χρήση ποικίλων γενετικών DNA δεικτών είναι:

  • Oι Ρομά διαφοροποιούνται από τους υπόλοιπους ΄Ελληνες, όσον αφορά τη γενετική σύστασή τους. Οι Ρομά είναι απόγονοι ενός προγονικού πληθυσμού της ΒΔ Ινδίας, που μετανάστευσε προς την Ευρώπη πριν από 1.500 χρόνια.
  • Οι πληθυσμοί των Πομάκων παρουσιάζουν μικρότερη γενετική ποικιλότητα και βαθμό ετεροζυγωτίας σε σχέση με άλλους Βαλκανικούς πληθυσμούς, γεγονός που υποδεικνύει δράση γενετικής παρέκκλισης ή μειωμένη αρχική ιδρυτική πληθυσμιακή ομάδα δημιουργίας τους ή και τα δύο.
  • Οι Πομάκοι παρουσιάζουν διακριτό γενετικό πρότυπο σε σχέση με τις άλλες δύο πληθυσμιακές ομάδες της Δυτικής Θράκης (Χριστιανούς και Πεδινούς Μουσουλμάνους).
  • Τα πολλαπλά γενετικά στοιχεία ενισχύουν την υπόθεση ότι οι Πομάκοι αποτελούν γηγενή πληθυσμό της Βαλκανικής χερσονήσου.
  • Οι πληθυσμιακές ομάδες που βρίσκονται γενετικά πλησιέστερα προς τους Πομάκους είναι οι Έλληνες και οι Βούλγαροι, παρά οι Τούρκοι. Ως εκ τούτου τα γενετικά στοιχεία απορρίπτουν το σενάριο που προβλέπει ότι οι Πομάκοι έχουν Τουρκογενή προέλευση. Οι Πομάκοι ζουν από την αρχαιότητα στην περιοχή της οροσειράς της Ροδόπης. Πρόκειται για απογόνους ενός  προγονικού πληθυσμού της Θράκης, που ζει στην περιοχή για εκατοντάδες χρόνια.
  • Τα γενετικά στοιχεία, στο επίπεδο του DNA, δεν αποδεικνύουν σημαντικές διαφορές στο γονιδιακό απόθεμα των δύο θρησκευτικών κοινοτήτων (Χριστιανοί και πεδινοί Μουσουλμάνοι) της Δυτικής Θράκης.

Η μεγάλη γενετική ομοιότητα ανάμεσα στις δύο θρησκευτικές κοινότητες (Χριστιανοί και πεδινοί Μουσουλμάνοι) της Δυτικής Θράκης θα μπορούσε να αποδοθεί  στην κοινή προ-οθωμανική καταγωγή τους.

Ο Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης είναι Ομότιμος Καθηγητής Γενετικής και Γενετικής του Ανθρώπου, Τμήμα Βιολογίας Α.Π.Θ.

Υποσημειώσεις

*Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του άρθρου προέρχεται από το βιβλίο μου με τίτλο: The Genetic Origins of the Greeks, 2018, Εκδόσεις Δέσποινας Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη.

**Γενετική παρέκκλιση. Οι τυχαίες αλλαγές στις γονιδιακές συχνότητες ενός πληθυσμού από τη μια γενιά στην άλλη, που οφείλονται σε τυχαίες διακυμάνσεις στο δείγμα των γαμετών που συμβάλλουν στη δημιουργία της επόμενης γενιάς. ΄Οσο μικρότερος είναι ένας πληθυσμός, τόσο εντονότερη είναι η γενετική παρέκκλιση. Το τελικό αποτέλεσμα της γενετικής παρέκκλισης είναι η διαφοροποίηση μεταξύ πληθυσμών.

***O αριθμός των ενεργά αναπαραγόμενων ατόμων σε ένα πληθυσμό  που συμβάλλει στη δημιουργία της επόμενης γενιάς. Είναι μικρότερος από τον πραγματικό αριθμό των ατόμων του πληθυσμού.

Βιβλιογραφία

  1. Σιμιτοπούλου-Κοτζαμάνη Κ. (2011). Μελέτη γενετικών δεικτών σε πληθυσμιακές ομάδες της Θράκης. Τμήμα Ιστορίας-Εθνολογίας. Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. (Διδακτορική Διατριβή), Κομοτηνή.
  2. Deligiannidis P., Triantaphyllidis C., et al. (2006). Forensic Sci. Int. 157: 198-200.
  3. Δεληγιαννίδης Π. (2007). Πληθυσμιακή ανάλυση DNA δεικτών και Ιατροδικαστική αξιολόγησή τους. Διδακτορική διατριβή, Τμήμα Βιολογίας ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, σελ. 200.
  4. Martinez-Cruz B., Mendizzabal I., et al. (2016). Origins, admixture and founder lineages in European Roma. J. Human Genetics 24: 937-943.
  5. Θεοχαρίδης Π. (1995). ΠΟΜΑΚΟΙ. Οι Μουσουλμάνοι της Ροδόπης: Ιστορία, Καταγωγή, Γλώσσα, Θρησκεία, Λαογραφία. ΄Εκδοση Πολιτιστικού Αναπτυξιακού Κέντρου Θράκης, Ξάνθη 1995, σελ. 600.
  6. Ξηροτύρης Ν.Ι. (1971). ΄Ιδιαι παρατηρήσεις επί της κατανομής των συχνοτήτων των ομάδων αίματος εις τους Πομάκους. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Διδακτορική διατριβή), Θεσσαλονίκη.
  7. Panoutsopoulou K., Hatzikotoulas K., Xirafa D., et al. (2014). Genetic characterization of Greek population isolates reveals strong genetic drift at missense and trait-associated variants. Nature Commun. 5: 5345, σελ. 11.
  8. Khdair Sawsan (2013). Πολυμορφισμός των HLA τάξης Ι-ΙΙ γονιδίων στους Πομάκους της Ανατολικής Θράκης. Τμήμα Ιατρικής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Διδακτορική διατριβή),  Αθήνα , σελ. 151.
  9. Sautharm L., Gilly A., Suveges D., et al. (2017). Whole genome sequencing and imputation in isolated populations identity genetic associations with medically-relevant complex traits. Nature Commun.  8: 15606
  10. Skaragas G., Koliakos G., et al. (1996). Haemoglobin O Arab in the Pomak Population of Thrace. Gene Geography 10, σελ. 123-133.
  11. Papadopoulos , Dermitzakis E., et al. (2005). HbO-Arab mutation originated in the Pomak population of Greek Thrace. Haematologica 90 , σελ. 255-257.
  12. Papadopoulos , Dermitzakis E., et al. (2006). The origin Greek Pomaks based on HbO-Arab mutation history. Haema 9, σελ. 380-394.
  13. Βακαλόπουλος Κ. (2004). Ιστορία της Μείζονος Θράκης. Εκδότης Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη, σελ. 1-32, 40-41.
  14. Heraclides A.et al. (2017). Y-chromosomal analysis of Greek Cypriots reveals a primarily common pre-Ottoman paternal ancestry with Turkish Cypriots), PLoS One 12:e0179474.

Μαριάννα Δ. Χριστοπούλου: «Ο πρωθυπουργός παραιτήθη. Ζήτω ο πρωθυπουργός!».Ο Δημήτριος Γούναρης και η συγκρότηση μιας μεταρρυθμιστικής προσδοκίας (1902-1915)

Μαριάννα Δ. Χριστοπούλου

«Ο πρωθυπουργός παραιτήθη. Ζήτω ο πρωθυπουργός!»
Ο Δημήτριος Γούναρης και η συγκρότηση μιας μεταρρυθμιστικής προσδοκίας (1902-1915)
[1]

«Ο πρωθυπουργός παραιτήθη. Ζήτω ο πρωθυπουργός!».[2] Με αυτή τη φράση υποδέχτηκε ο εκδότης της εφημερίδας Ακρόπολις, Βλάσης Γαβριηλίδης την άνοδο του Δημητρίου Γούναρη στο πρωθυπουργικό αξίωμα τον Μάρτιο του 1915. Πρόκειται για παράφραση της γνωστής ρήσης «Ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς!», η οποία πέρα από την τυπική ανακοίνωση της διαδοχής, ενέχει την αίσθηση της συνέχειας και τη βεβαιότητα της ομαλότητας. Υπό αυτήν την έννοια, η χρήση της παράφρασης αυτής από τον Γαβριηλίδη σήμαινε ότι ο ίδιος δεν προέβλεπε ούτε ασυνέχεια, ούτε βέβαια ρήξη αλλά μάλλον ομαλή εναλλαγή εξίσου ικανών πολιτικών ηγετών με παρόμοιο όραμα και πολιτική στοχοθεσία.

Ίσως μια τέτοια τοποθέτηση να εκπλήσσει ένα σημερινό αναγνώστη, καθώς οι δύο αυτοί άνδρες όχι μόνο αναδείχθηκαν σε σφοδρούς αντιπάλους της ελληνικής πολιτικής ζωής αλλά ταυτίστηκαν με έναν από τους βαθύτερους διχασμούς της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Στις αρχές του 1915, όμως, τα πράγματα ήταν ακόμη διαφορετικά. Ο Δ. Γούναρης και ο Ελ. Βενιζέλος παρέμεναν στη συνείδηση των πολλών ως ικανοί, αν όχι ισάξιοι, ηγέτες της αλλαγής και της πολύ αναμενόμενης, αν και ασαφώς θεωρημένης, μεταρρύθμισης.

Δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει την παρόμοια εκκίνηση της πολιτικής σταδιοδρομίας τους. Ηλικιακά ήταν σχεδόν συνομήλικοι, ο Βενιζέλος μεγαλύτερος κατά τρία χρόνια, αμφότεροι ήσαν γόνοι εμπορικών οικογενειών μεσαίας κλίμακας, οι οποίοι επέλεξαν να ασχοληθούν με τη δικηγορία. Πρέπει μάλιστα να υπήρξαν και συμφοιτητές στη Νομική Αθηνών, αλλά σε διαφορετικά έτη. Ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους με αξιώσεις και επιδόθηκαν και οι δύο στη δικηγορία στα Χανιά και στην Πάτρα αντίστοιχα. Εμφανές σημείο διαφοροποίησής τους σε αυτό το πρώιμο στάδιο ήταν ότι ο Ελ. Βενιζέλος ενεπλάκη άμεσα με την πολιτική κατεβαίνοντας ως υποψήφιος στις εκλογές για την Κρητική βουλή το 1889, δύο χρόνια δηλαδή μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στην Αθήνα, ενώ ο Γούναρης συνέχισε τις σπουδές του στο εξωτερικό με στόχο μάλλον την ακαδημαϊκή καριέρα.

Αν αναζητήσει κανείς έναν κοινό παρονομαστή στη δράση των δύο αυτών ανδρών μέχρι να βρεθούν αντιμέτωποι στα έδρανα του ελληνικού κοινοβουλίου το 1910, θα κατέληγε στην ανήσυχη φύση τους. Ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος ήταν πολιτικοί του μέσου όρου. Η δράση του Ελ. Βενιζέλου ήταν βέβαια η περισσότερο εντυπωσιακή και επιτυχής ως προς τους στόχους της. Ο κρητικός πολιτικός αποτέλεσε έναν από τους βασικότερους παράγοντες της πολιτικής ζωής της Κρήτης. Συμμετείχε στην Κρητική επανάσταση (1897), αντιπροσώπευσε τους επαναστατημένους Κρητικούς στους ξένους, έλαβε σημαντικά δημόσια αξιώματα στην Κρητική Πολιτεία, ήρθε σε σύγκρουση με τον Ύπατο Αρμοστή πρίγκιπα Γεώργιο, ποδηγέτησε την επανάσταση στο Θέρισο (1906) και εν τέλει το 1910 εκλέχθηκε πρωθυπουργός της Κρητικής Πολιτείας.[3] Επρόκειτο για ένα ρεαλιστή πολιτικό με εθνικό όραμα και πολιτικό πρόγραμμα που εμπνεόταν κυρίως από τις αρχές του ριζοσπαστικού φιλελευθερισμού.[4] Η συμμετοχή του στην κατάρτιση του συντάγματος της Κρητικής Πολιτείας του είχε δώσει από νωρίς τη δυνατότητα να μετατρέψει κάποιες από τις θεωρητικές αντιλήψεις του σε εφαρμόσιμες πολιτικές προτάσεις. Όταν το 1910 προσκλήθηκε από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο στην Αθήνα και τελικά ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1911, ύστερα από εκλογές, ήταν ένας πολιτικός έμπειρος και «δοκιμασμένος» στην αντιμετώπιση ιδιαίτερα σύνθετων ζητημάτων.

Αν και η πολιτική δράση του Δημήτριου Γούναρη μέχρι το 1910 ήταν πολύ πιο περιορισμένη ήταν επίσης ξεχωριστή. Ο αχαιός πολιτικός ήδη από την πρώτη του θητεία στο ελληνικό κοινοβούλιο έδειξε ότι δεν είχε καμία πρόθεση να περιοριστεί σε ρόλο δευτερεύοντα ή παθητικό. Ήταν αποφασισμένος να υποστηρίξει ό,τι ο ίδιος έκρινε ορθό με ελάχιστη διάθεση ελιγμών ή παρεκκλίσεων, ακόμη και αν το σπίτι του λιθοβολούταν από εξοργισμένους συμπολίτες του, όπως έγινε δύο φορές το 1904 και 1906, λόγω των απόψεων του για το σταφιδικό και της υποστήριξης της απόφασης του Γ. Θεοτόκη για αύξηση της φορολογίας.[5]

Επρόκειτο για πολιτικό με πολλές ιδέες και θεωρητική σκέψη, μπολιασμένη από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και ειδικότερα από αυτές στη Γερμανία, όπου είχε πραγματοποιήσει το κύριο μέρος των ανώτερων σπουδών του. Η πολιτική του φιλοσοφία, μολονότι δεν διατυπώθηκε ποτέ συγκροτημένα, φαίνεται ότι αναπτυσσόταν με επίκεντρο το κράτος, στο οποίο έβλεπε τον διασφαλιστή των δικαιωμάτων του πολίτη, του πολιτεύματος, τον μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας και το μέσο της εξισορρόπησης των κοινωνικών αντιθέσεων. «παντοῦ το κράτος ὑπάρχῃ χάριν τῆς κοινωνίας, την ἀνάπτυξιν τῆς ὁποίας κατά πάντα τρόπον καλεῖται να ὑποβοηθήσῃ».[6] Το ελληνικό κράτος όμως νοσούσε βαθιά. Τούτο το είχε υποστηρίξει ήδη από το 1902, όταν παραχώρησε την πρώτη του προγραμματική συνέντευξη ως υποψήφιος βουλευτής Αχαΐας.[7] Δυσλειτουργούσε εξαιτίας των κομματικών πεδών του και κυρίως της παράδοσής του στα χέρια μιας πολιτικής και κοινωνικής ολιγαρχίας, η οποία νεμόταν τα αξιώματα και καρπωνόταν τα οφέλη από την εργασία των πολλών.[8] Είχε καταντήσει να είναι:

‘Ἕνα παμπάλαιο γέλασμα νόμων ἕνας μεσαιωνικός πύργος ἐρειπωμένος με πνεῦμα κυβερνητικόν πρωτογονικόν, με μεθόδους βίου δανεισμένας ἀπό ὅ,τι στάσιμον, ὀπισθοδρομικόν και βάρβαρον ὑπάρχει εις τον κόσμον τοῦ πολιτισμοῦ.»[9]

Πολιτικός στόχος του Δ. Γούναρη ήταν αυτό το δυσλειτουργικό, άδικο και οπισθοδρομικό κράτος να το ανακαινίσει. Ξεκίνησε να το πράττει τα πρώτα χρόνια με ενεργητική βουλευτική δράση. Αξίζει να σημειωθεί ότι χάρις κυρίως στην πίεσή του συστάθηκε επιτροπή, στην οποία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο, με στόχο την εκπόνηση προτάσεων νόμων για την μετανάστευση, θέμα καίριο για την ελληνική κοινωνία και οικονομία το 1904 αλλά παραγκωνισμένο από τις μέχρι τότε κυβερνήσεις.

Η συμμετοχή του στην ομάδα των Ιαπώνων (Αύγουστος 1906 – Απρίλιος 1908) και η εννιάμηνη θητεία του ως υπουργός Οικονομικών (Ιούνιος 1908- Φεβρουάριος 1909) συνιστούν τα σημαντικότερα σημεία της πολιτικής του πορείας έως το 1915. Οι «Ιάπωνες» ήταν μια ομάδα βουλευτών θεραπόντων της τρικουπικής παράδοσης η πλειονότητα των οποίων είχαν εκλεχθεί με το θεοτοκικό κόμμα. Μαγιά της ομάδας ήταν ο Γούναρης μαζί με τον επιστήθιο φίλο του Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, οι οποίοι σύντομα πλαισιώθηκαν από τους Εμμανουήλ Ρέπουλη, Χαράλαμπο Βοζίκη και Ανδρέα Παναγιωτόπουλο. Επικεφαλής ετέθη ο πεπειραμένος Στέφανος Δραγούμη, ο οποίος μετά την ήττα του από τον Γεώργιο Θεοτόκη στις εκλογές διαδοχής του Χαρίλαου Τρικούπη, πολιτευόταν ανεξάρτητα.[10]

Η ομάδα αυτή έχει χαρακτηριστεί ως «πρόπλασμα της ανόρθωσης»,[11] και όχι άδικα. Η κοινοβουλευτική δράση των Ιαπώνων έμοιαζε να κομίζει στην ελληνική πολιτική ζωή ένα νέο ήθος. Ο συστηματικός και επί της ουσίας έλεγχος του κυβερνητικού έργου, η προσεχτική μελέτη των προς ψήφιση νομοσχεδίων, η απαίτηση μιας «νομοθετικής και διοικητικής μεταρρυθμιστικής πολιτικής»[12], η ανελέητη κριτική των κακώς κειμένων και οι γόνιμες αντιπροτάσεις τους έκαναν τη μερίδα εκείνη του Τύπου που ευαγγελιζόταν την μεταρρύθμιση και την ανόρθωση να αναφέρεται σ’ αυτούς όλο προσδοκία.

Μολαταύτα, αν και εντυπωσιακό, το προϊόν του κοινοβουλευτικού έργου των Ιαπώνων υπέφερε από μια σημαντική δυσαναλογία. Οι Ιάπωνες προσηλώθηκαν σε ένα ρόλο κατ’ εξοχήν αντιπολιτευτικό χωρίς να επιχειρούν το μεγάλο βήμα, που οι υποστηρικτές τους περίμεναν, τη συγκρότηση κόμματος με αξιώσεις διακυβέρνησης. Ακριβώς αυτή η αδυναμία οδήγησε και στον σχετικά εύκολο διεμβολισμό τους, όταν ο τότε πρωθυπουργός Θεοτόκης ζήτησε από τον Γούναρη να συμμετάσχει στην κυβέρνησή του στη θέση του παραιτηθέντος υπουργού Οικονομικών Ανάργυρου Σιμόπουλου την άνοιξη του 1908.[13]

Ο Δημήτριος Γούναρης με τον ανηψιό του Παναγιώτη Κανελλόπουλο το 1909.

Ο Γούναρης αποδέχτηκε την πρόκληση με στόχο να αποδείξει ότι μπορούσε να περάσει ουσιαστικότερα στη δράση και ότι οι απόψεις του ήταν εφαρμόσιμες. Δούλεψε με ζήλο για να δικαιώσει την απόφασή του. Μέσα σε έξι μήνες κατέθεσε εννέα νομοσχέδια με τα οποία στόχευε στον εκσυγχρονισμό του τομέα διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, στην πάταξη του λαθρεμπορίου και στη φορολογική μεταρρύθμιση. Επρόκειτο για σημαντική προσπάθεια, τολμηρή όμως και με μεγάλο ρίσκο, η οποία επιχειρούσε όχι μόνο να δώσει λύσεις σε παθογένειες της ελληνικής οικονομίας αλλά και να εφαρμόσει φορολογική δικαιοσύνη, ζήτημα το οποίο απασχολούσε τον Γούναρη από την αρχή της πολιτικής του καριέρας. Την περίοδο κυρίως της «ιαπωνικής» του δράσης, είχαν επαναφέρει μαζί με τον Πρωτοπαπαδάκη το ζήτημα της επιβολής φόρου εισοδήματος και της φορολογικής ελάφρυνσης των μεσαίων και κατώτερων στρωμάτων, αντιτιθέμενοι παράλληλα στον άκρατο δασμολογικό προστατευτισμό.[14]

Μια πρώτη ενέργεια του Γούναρη, ως υπουργού Οικονομικών, ήταν να μειώσει κατά 40% τον δασμό της ζάχαρης, που ήταν προϊόν ευρείας κατανάλωσης. Αυτή η συμβολικού χαρακτήρα κίνηση ήταν δηλωτική των προθέσεών του να ελαφρύνει την φορολογία και σε άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Παράλληλα, προχώρησε στη φορολόγηση προϊόντων «ἅτινα ἀτόπως και ἀδίκως μένουσιν ἀφορολόγητα»[15]: κυρίως τις φωτιστικές ύλες, το εισόδημα από τα ομόλογα των ανωνύμων εταιρειών και το οινόπνευμα.

Η πρόθεση εφαρμογής, ωστόσο, μιας δικαιότερης φορολογικής πολιτικής προσέκρουε στην ανάγκη των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Όσα ο Γούναρης ευαγγελιζόταν απαιτούσαν οικονομική ευελιξία και αυτή δεν υπήρχε. Η απόφασή του να φορολογήσει για λόγους εισπρακτικούς τα παράγωγα της σταφίδας και κυρίως το φωτιστικό οινόπνευμα, το οποίο χρησιμοποιούταν ευρέως από τα κατώτερα στρώματα συνιστούσαν μια ενέργεια ανάγκης αλλά ταυτόχρονα και μια στιγμή «αυτοαναίρεσης» σε σχέση με όσα είχε εξαγγείλει. Η εφημερίδα Σκριπ σχολίαζε σκωπτικά στις στήλες της:

Με την ἐλλάτωσιν τοῦ ἐπι τῆς ζακχάρεως φόρου, ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπι τοῦ λαϊκοῦ φωτισμοῦ ἀποτελεῖ αὐτοκαταδίκην πλέον τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος. […] Ἔρχεται και λαμβάνει δια τῆς ἑτέρας χειρός ὅ,τι ἔδωκεν δια τῆς μίας.[16]

Τα καλομελετημένα και άρτια νομοσχέδιά του για τον εκσυγχρονισμό του υπουργείου Οικονομικών και των υπηρεσιών, όσο και τα «γενναία» νομοθετήματά του για την πάταξη του λαθρεμπορίου δεν μπόρεσαν είτε να αντισταθμίσουν την απογοήτευση είτε να υπερκεράσουν τη δυναμική αντίδραση όλων όσων θίγονταν τα συμφέροντά τους, και αυτοί ήταν πολλοί. Η απροθυμία του πρωθυπουργού Θεοτόκη να υποστηρίξει τον υπουργό του, οδήγησε τον Γούναρη σε παραίτηση τον Φεβρουάριο του 1909.

Γελοιογραφία στον Ρωμηό, 21 Φεβρουαρίου 1909.

Με την επιλογή συνεργασίας με το κόμμα του Θεοτόκη, το περιεχόμενο των νομοσχεδίων του και το άδοξο τέλος της θητείας του στο υπουργείο Οικονομικών ο Γούναρης απώλεσε μέρος της δημοτικότητάς του, χωρίς ωστόσο να ακυρώνεται η φήμη του προοδευτικού. Για μερίδα άλλωστε του φιλοπρόοδου Τύπου, όπως η Ακρόπολις, η παραίτηση συνιστούσε μια γενναία άρνηση συσχηματισμού με το σύστημα. Ο Γούναρης παρέμεινε, δηλαδή, ένας μεταρρυθμιστής, που προσπάθησε να εφαρμόσει ένα πρωτοπόρο πρόγραμμα αλλά η κοινωνία δεν ήταν ώριμη να το υποστηρίξει.

Είναι άλλωστε χαρακτηριστική η αντίδραση των υποστηρικτών του, όταν λίγα χρόνια αργότερα ο Ελ. Βενιζέλος κατόρθωσε να εφαρμόσει παρόμοια μέτρα. Σχολιάζοντας για παράδειγμα την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1912, ο δημοσιογράφος Μ. Σακελλαρίου επεσήμανε ότι πολλές ιδέες είχαν αντληθεί από το ευρύ οικονομικό πρόγραμμα του 1908 με τη διαφορά ότι: «Ὁ Γούναρης ὑπῆρξε μόνον ἀτυχής. Δεν εὐτύχησε να τα ψηφίσει. Ὁ Βενιζέλος ὑπῆρξε κατα τοῦτο εὐτυχής. Είχε βοηθόν την επανάστασιν…»[17]

Για τον Γούναρη, προσωπικά, η εμπειρία της αποτυχημένης αυτής μεταρρυθμιστικής του προσπάθειας τον σημάδεψε καθώς έκτοτε πορεύτηκε με μεγάλη επιφυλακτικότητα, προσεκτική προσμέτρηση του πολιτικού κόστους και βραδύτητα κατά τη λήψη σημαντικών αποφάσεων.[18] Αν και πικράθηκε από τη στάση του Γ. Θεοτόκη, παρέμεινε στο κόμμα του. Παρά τις εκκλήσεις της Ακροπόλεως να ποδηγετήσει το ογκούμενο λαϊκό αίτημα για μεταρρύθμιση, ηγούμενος μιας «εἰρηνικῆς ἐπαναστάσεως»,[19] παρέμεινε αμέτοχος στις ραγδαίες εξελίξεις που ακολούθησαν το καλοκαίρι του 1909 και οδήγησαν τελικά τον Αύγουστο στο στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί. Η ηγεσία του κινήματος, που ως σημαία του είχε την μεταρρύθμιση, αποτάθηκε και στον Γούναρη για να αναλάβει τα ηνία, ο ίδιος όμως το αρνήθηκε. Είναι πολύ πιθανό η άρνηση εμπλοκής να προέκυψε όχι λόγω επιφυλακτικότητας αλλά και επειδή, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο φίλος και υποστηρικτής του Γούναρη, Αρ. Καμπάνης «δεν φανταζότανε την ἐπανάσταση στρατοκρατική. Την ἤθελε κάπως ἀλλιῶς, την εὑρῆκε κατώτερη ἀπο τα ἰδανικά του».[20]

Σε οποιαδήποτε περίπτωση με την αποχή του ο δρόμος έμεινε ανοιχτός για τον Βενιζέλο, πρωθυπουργό τότε της Κρητικής πολιτείας, ο οποίος προσκλήθηκε από το Σύνδεσμο να επαναφέρει τον τόπο στην ομαλότητα, εφαρμόζοντας παράλληλα ευρείες μεταρρυθμίσεις.[21] Αν και σύντομα ο Βενιζέλος προσέλκυσε γύρω του φιλοπρόοδα και καινούργια πρόσωπα, βρέθηκε αντιμέτωπος και με πολλούς που τον αμφισβητούσαν και ένας εξ’ αυτών ήταν ο Γούναρης.

Αρχικά, τουλάχιστον, το βαθύτερο αίτιο της αμφισβήτησης του Βενιζέλου από τον Γούναρη δεν ήταν ιδεολογικής υφής. Ο αχαιός πολιτικός δεν τον ακολούθησε, επειδή δεν πίστεψε ότι θα κατόρθωνε να επιτύχει όλα όσα τα παλαιά κόμματα και ο ίδιος, είχαν αποτύχει να κάνουν. Όπως ανέφερε σε ιδιωτική επιστολή του αν κάτι τον σκανδάλιζε ήταν η «ἀναίδεια» του Βενιζέλου, που συγκέντρωσε στο πρόγραμμά του «εἰς μίαν και μόνη ὁμολογίαν πᾶν ὅ, τι ἀπετέλεσε το ἀντικείμενο τοῦ ἀγῶνος τῶν καταδικαζόμενων κομμάτων ἐπι τόσα ἔτη», χωρίς να αναφέρει το αίτιο της αποτυχίας και τον τρόπο που: «θα το ἄρῃ ἀπό την πολιτικη μηχανή. Δι’ αὐτό οὐδέ λέξιν. Ἠρκέσθη ὡς θαυματοποιός να ὑποσχεθῇ τα πάντα».[22]

Όντας, επίσης, βαθύτατα ενοχλημένος από την πλήρη απαξίωση των παλαιών κομμάτων μέρος των οποίων, έστω και «έκκεντρο», υπήρξε και ο ίδιος, ο Γούναρης παρέμεινε ένα τα μαχητικότερα και εργατικότερα στελέχη του σχηματιζόμενου αντιβενιζελικού στρατοπέδου. Έως τις εκλογές του Αυγούστου του 1910 για τη σύγκληση αναθεωρητικής βουλής, ο Δ. Γούναρης εργάστηκε στην επιτροπή του θεοτοκικού κόμματος σχετικά με τα αναθεωρητέα άρθρα του Συντάγματος και συγκρούστηκε με τον συνάδελφό του Δ. Βοκοτόπουλο, όταν ο τελευταίος πρότεινε να συμπεριληφθεί διάταξη για την περιστολή των ελευθεριών του Τύπου.[23] Συμμετείχε παράλληλα και στον κοινοβουλευτικό διάλογο κατά την ψήφιση διάφορων νομοσχεδίων. Αν και οι προωθημένες σκέψεις του για τη μεταρρύθμιση στη διοίκηση δεν εισακούστηκαν, [24] όπως και εκείνες για τη διανομή γης στους ακτήμονες της Θεσσαλίας,[25] οι παρεμβάσεις του απηχούσαν το “ιαπωνικό” παρελθόν του, φυλάσσοντας γι’ αυτόν μια ξεχωριστή θέση στον χώρο των παλαιών κομμάτων.

Για τις εκλογές του Αυγούστου 1910, ο Γούναρης αναγνώρισε ότι το εκλογικό κλίμα ήταν «νεοανδρικόν»,[26] όμως δεν κατέβηκε ως ανεξάρτητος. Σύμφωνος με τη συνεργασία με το κόμμα του Δ. Ράλλη και του Γ. Θεοτόκη, συνασπίστηκε με τους βασικούς κομματάρχες της Πάτρας στο κοινό ψηφοδέλτιο των Ηνωμένων Κομμάτων. Προσηλώθηκε στον συνασπισμό, αλλά ταυτόχρονα διεκδικούσε τη νεωτερικότητα. Η απόφασή του, ωστόσο, να μη συμμετάσχει, όπως και η πλειονότητα των αντιβενιζελικών, στις εκλογές που προκηρύχτηκαν για τη σύγκληση δεύτερης αναθεωρητικής βουλής στις 28 Νοεμβρίου/11 Δεκεμβρίου 1910, του στέρησε τη δυνατότητα να διατυπώσει συγκροτημένα τις απόψεις του και να προωθήσει μια προοδευτική πολιτική..

Γενικότερα την περίοδο που οι φιλελεύθεροι αναθεωρούσαν το σύνταγμα και ο Βενιζέλος προχωρούσε σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο διενεργούνταν έντονες κομματικές ζυμώσεις. Στο διάσελο μιας νέας πολιτικής εποχής ο Δ. Γούναρης βρέθηκε μπροστά σε δύο δρόμους, είτε της διεκδίκησης της αρχηγίας στο θεοτοκικό κόμμα, είτε της δημιουργίας ενός νέου.[27] Για κανένα, όμως, δεν έκρινε τις συνθήκες κατάλληλες, ιδιαίτερα όσο αφορούσε στη συγκρότηση νέου κόμματος. Ο ίδιος ενδιαφερόταν να συγκροτήσει ένα κόμμα αρχών, όμως σύμφωνα με δηλώσεις του στις αρχές του 1912, η γένεση κομμάτων αρχών προϋπέθετε συγκεκριμένα πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά δεδομένα, όπως η ύπαρξη λαϊκών εκλογικών ομάδων, που θα καθόριζαν «τους ἱκανούς να ἐκπροσωπίσωσι τας λαϊκάς ἀνάγκας και να προασπίσωσι τα λαϊκά συμφέροντα».[28] Εφόσον στην χώρα δεν υπήρχε μεγάλη βιομηχανία, άρα και μεγάλες εργατικές ενώσεις, τέτοιες ομάδες δεν μπορούσαν ακόμη να συγκροτηθούν.

Αντίστοιχα έκρινε, κάπως περιοριστικά, ανούσιο τον σχηματισμό αγροτικού κόμματος, καθώς κανείς δεν ήταν αντίθετος με τη «φυσική επίλυση» του ζητήματος στη Θεσσαλία. Τέλος, όσον αφορούσε στο πολίτευμα, ο Γούναρης υποστήριζε ότι ο βασιλικός θεσμός δεν αμφισβητούταν από πολιτικούς, οπαδούς της αβασιλεύτου δημοκρατίας, κατά συνέπεια ούτε κόμμα με βασική αρχή την αλλαγή του πολιτεύματος μπορούσε να συγκροτηθεί.. Με άλλα λόγια, εφόσον στον πολιτικό κόσμο της Ελλάδας του 1911-1912 «εις τα θεμελιώδη ὑπάρχῃ συμφωνία», εξέλιπε αιτία δημιουργίας ενός νέου κόμματος αρχών. Τα υπάρχοντα κόμματα όφειλαν να αμιλλώνται στην επιβολή των καλύτερων μέτρων για τη βελτίωση της παιδείας, του στρατού, της δικαιοσύνης, της συγκοινωνίας και των οικονομικών.[29]

Ο Δημήτριος Γούναρης, αργότερα, κατά την εποχή της πρωθυπουργίας του.

Με τις παρατηρήσεις του παραδεχόταν έμμεσα ότι για τη σύγκρουση με τον Βενιζέλο θα στεκόταν κυρίως σε ελάσσονα σημεία και όχι σε ιδεολογικά προτάγματα. Όμως ακόμη και έτσι, στις αρχές του 1912, ο Γούναρης δεν φαίνεται να είχε κατασταλάξει στο περιεχόμενο της αντιπρότασής του. Προτίμησε να κατέβει στις εκλογές του Μαρτίου του 1912 ως ανεξάρτητος και να αποφασίσει ανάλογα και με τα εκλογικά αποτελέσματα για την κατοπινή του πορεία, η οποία θα ήταν αντιβενιζελική.[30] Το βασικό του πρόβλημα ήταν ωστόσο ότι το νομοθετικό έργο των Φιλελευθέρων έμοιαζε να “αποψιλώνει” τους παλαιούς από τις νεωτερικές τους ιδέες και είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γούναρης επέμενε να διεκδικεί την πατρότητά τους.

Σε ομιλία του στο Διακοφτό τον Μάρτιο του 1912 υπογράμμισε ότι οι επικρατούσες «ἀνακαινιστικαὶ ἰδέαι» δεν συνιστούσαν έργο της επανάστασης του 1909, αλλά προϊόν σποράς παλαιότερων πολιτικών ανδρών, οι οποίοι θα έμεναν άγνωστοι στον λαό. «Ἡ ἐπελθοῦσα ἐπανάστασις ἔφερεν εἰς την ἐπιφάνειαν τας ἰδέας ταύτας. Ὁ σπόρος ἐβλάστησε». Δίκαια διεκδίκησε έπειτα μια θέση μεταξύ των συνετών σπορέων του έθνους σχολιάζοντας, ωστόσο, ότι ο λαός όφειλε να έχει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και να μην αναζητά μεσσίες: «Τα πάντα ἀπό τον λαόν ἐξαρτῶνται και αὐτός ὁ λαός εἶνε ὁ Μεσσίας, αὐτός ἔχει την δύναμιν τῆς δημιουργίας».[31] Ο υπαινιγμός για τον Ελ. Βενιζέλο ήταν προφανής.

Η παταγώδης αποτυχία των αντιβενιζελικών στις εκλογές του Μαρτίου του 1912 δικαίωσαν τις ανησυχίες πολλών για την αδυναμία των παλαιών κομμάτων να ανακτήσουν τα ερείσματά τους στο εκλογικό σώμα. Ερμηνεύοντας το εκλογικό αποτέλεσμα ο Δ. Γούναρης παραδέχτηκε ότι ο λαός αφαίρεσε από τον αγώνα της αντιπολίτευσης «την προς ἄμεσον κατάληψιν τῆς ἀρχῆς ἔφεσιν», ενώ όσο αφορούσε την κυβέρνηση της κατέδειξε ότι επιθυμεί να τελεί υπό τον έλεγχο του κοινοβουλίου.[32] Έντιμα τέλος αναγνώρισε ότι ο λαός με την ψήφο του χάραξε την «ὁριστικήν κατεύθυνσιν τῆς θετικῆς ἐργασίας τοῦ μέλλοντος». Η Ἀκρόπολις ανακουφισμένη από την ώριμη αυτή προσέγγιση, του αφιέρωσε πρωτοσέλιδο άρθρο με τον τίτλο «Αὐτός εἶναι». Εκεί ο Γαβριηλίδης, ελπίζοντας ενδεχομένως στην ανασύσταση του δικομματισμού υπό ικανές ηγεσίες, υποστήριξε ότι ο Δ. Γούναρης «ἀνευρέθη» και ότι εμπνεόταν εξ ολοκλήρου από «νεοϊδεατισμὸ», προβλέποντας αισιόδοξα: «Εὐτυχής ἡ Ἑλλάς που θα κυβερνᾶται ἀλληλοδιαδόχως ἀπό Βενιζέλον και ἀπό Γούναρην. Ἀπό Γούναρην καὶ Βενιζέλον».[33]

Έκτοτε και μέχρι το 1915, ο Γούναρης παρέμεινε μια μαχητική προσωπικότητα της αντιβενιζελικής παράταξης. Πορεύτηκε την αντιπολιτευτική οδό με τον τρόπο που είχε κάνει ως «Ιάπων», δηλαδή με την εξονυχιστική μελέτη των νομοσχεδίων και την ανάδειξη σημείων προς βελτίωση. Δεν έλειψαν όμως και οι δημιουργικότερες παρεμβάσεις, όπως οι προτάσεις που διατύπωσε εκ νέου υπέρ της τοπικής αυτοδιοίκησης κατά τη συζήτηση του προϋπολογισμού του 1914. Με αφορμή τον τρόπο διάθεσης των κρατικών δαπανών, υποστήριξε την ανάγκη εισαγωγής διοικητικού συστήματος «ἐπιτρέπον[τος] να γεννηθῶσι αὐτοδιοικούμενοι κύκλοι με ζωήν πραγματικήν» και χορήγησης στους πολίτες της δυνατότητας να μπορούν να «ἐνεργήσωσιν ἰδίᾳ βουλήσει και ἐξ ἰδίων μέσων προς ἱκανοποιήσιν αὐτῶν».[34] Με αυτόν τον τρόπο η ευπείθεια στους νόμους και το ενδιαφέρον για το κοινό καλό δεν θα ήταν προϊόν κρατικής επιβολής αλλά επιλογής των πολιτών. Πέρα από την “πολιτική διαπαιδαγώγηση”, θα διευκολυνόταν και το έργο του κράτους, είτε για τη φορολογία, είτε για την κατανομή των δαπανών.

Γνωστότερη παρέμεινε, ωστόσο, η ομιλία του Δ. Γούναρη για το δικαίωμα της απεργίας, την οποία εκφώνησε στις 30 Σεπτεμβρίου/13 Οκτωβρίου 1914. Η κοινοβουλευτική συζήτηση ξεκίνησε με αφορμή την κατάθεση νομοσχεδίου που περιόριζε το δικαίωμα των υπαλλήλων και των εργατών των τροχιοδρόμων και των σιδηροδρόμων να προβαίνουν σε απεργία, προβλέποντας τη δυνατότητα της κυβέρνησης να τους επιστρατεύσει. Ο Δ. Γούναρης δεν αντιτάχθηκε στην ουσία του νομοσχεδίου. Αναγνώρισε ότι «κοινωνική ἀνάγκη ὑπερτάτη, ὅρος ὑπάρξεως ἵσως τῆς κοινωνικῆς ζωῆς ἐπιβάλλει να χορηγηθῇ ἡ ἐξουσία αὕτη»,[35] δηλαδή το δικαίωμα περιορισμού της απεργίας από την εκτελεστική εξουσία, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, τον «ξαιρετικόν» του χαρακτήρα και την ανάγκη να διασφαλίζονται από το κράτος τα συμφέροντα των εργατών.

Ο Δημήτριος Γούναρης με τον βασιλέα Κωνσταντίνο (Πηγή: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο).

Στην εκτενή ομιλία του, ο Γούναρης υπογράμμισε ότι η σύγκρουση του κεφαλαίου και των εργατών για τη διεκδίκηση της «μείζονος ἀξίας», δηλαδή του κέρδους ήταν «φυσική κατάστασις τῶν πραγμάτων» στην κοινωνία[36] και στάθηκε αρκετά στο ρυθμιστικό ρόλο του κράτους. Όπως ανέφερε, εφόσον το κράτος αποφάσιζε να θίξει το αγαθό της απεργίας, έπρεπε να βρει έναν τρόπο να αποζημιώσει τον εργάτη, όπως έκανε όταν έθιγε το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, και να μην τον αφήσει έκθετο στους κεφαλαιούχους. Έκρινε εσφαλμένη την αντίληψη ότι, όταν το αποτέλεσμα της παύσης της εργασίας εκ μέρους των εργατών ήταν επιζήμιο για την επιχείρηση, θα έπρεπε να περιοριστεί το δικαίωμα της απεργίας, υποδεικνύοντας ότι δεν υπήρχε μέριμνα για το αντίστροφο, δηλαδή για τον εργάτη, όταν ο εργοδότης αποφάσιζε να παύσει την επιχείρηση. Τέλος υποστήριξε το δικαίωμα στη συλλογική απεργία.[37]

Οι απόψεις του Δ. Γούναρη για το εργατικό ζήτημα χαρακτηρίζονταν από φιλεργατικό πνεύμα και συνιστούσαν συνέχεια των προγραμματικών του δηλώσεων το 1902 στην Ἀκρόπολη για τη σημασία της προστασίας των εργατών, του «σημαντικοτέρου κεφαλαίου» του τόπου.[38] Ήταν επίσης σύντονες με τις προτάσεις του 1906 για την οργάνωση των εργατών σε συνδικάτα για την καλύτερη προάσπιση των δικαιωμάτων τους. [39] Προϊόν εμβριθούς μελέτης και γνώσης των ευρωπαϊκών τάσεων, οι αντιλήψεις αυτές δεν προϋπέθεταν, ωστόσο, και μη ταύτισή του, συνολικά, με τον αστικό πολιτικό χώρο. Αποδέχτηκε, άλλωστε, τον περιορισμό του δικαιώματος της απεργίας για «ἐξαίρετες» περιστάσεις. Το σημαντικότερο ωστόσο ήταν ότι οι απόψεις αυτές τον έφερναν πιο κοντά στις αντίστοιχες του Ελ. Βενιζέλου, παρά σε εκείνες των αντιβενιζελικών συναδέλφων του, η πλειονότητα των οποίων αντιτάχθηκε επί της ουσίας στο δικαίωμα της απεργίας.[40]

Απέναντι σε ένα τέτοιο κοινοβουλευτικό παρελθόν δεν ήταν παράλογος ο πανηγυρισμός του Γαβριηλίδη για τη «διαδοχή» του Βενιζέλου από τον Γούναρη τον Μάρτιο του 1915. Δεν ήταν ο μοναδικός. Σημαντική μερίδα των Βενιζέλικων έδειξαν θετική προαίρεση για τον αχαιό πολιτικό, ο οποίος «παρέσχε κάποτε δείγματα μεταρρυθμιστικοῦ και ἀναμορφωτικοῦ πνεύματος».[41] Η θετική προαίρεση και η αγαθή προσδοκία δεν έμελλε βέβαια να συντηρηθεί για πολύ. Ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος αποστέρησε τη δυνατότητα να σταθούν οι δύο άνδρες δημιουργικά αντιμέτωποι για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής και μεταρρύθμισης. Αντίθετα, το ζήτημα της επιλογής στρατοπέδου μεταξύ των δύο εμπόλεμων συνασπισμών, απετέλεσε την αφορμή για να αναδειχθούν με οξύτητα οι αντιθέσεις, οι αποκλίσεις αλλά και τα όρια των δυνατοτήτων τους.

Σκίτσο για τις εκλογές 1915 με Γούναρη και Βενιζέλο να διεκδικούν την κάλπη.

H Μαριάννα Χριστοπούλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας της πραγματείας Δημήτριος Γούναρης, Αθήνα, Εκδόσεις του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, 2017.

Υποσημειώσεις

[1]Θα ήθελα να ευχαριστήσω τις καθηγήτριες Λύδα Παπαστεφανάκη και Άννα Μαχαιρά που τον Νοέμβριο του 2015 μου έδωσαν τη δυνατότητα να παρουσιάσω τις σκέψεις μου πάνω σε αυτό το θέμα στον κύκλο διαλέξεων Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του τομέα Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

[2]Ακρόπολις, 24 Φεβρουαρίου 1915.

[3]Για τη ζωή και τη δράση του Ελ. Βενιζέλου μέχρι το 1910 βλ. ειδικότερα Λιλή Μακράκη, Ελευθέριος Βενιζέλος 1864-1910 Η διάπλαση ενός εθνικού ηγέτη, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2001 και της ιδίας το συντομότερο “Venizelos’ early life and political carrier in Crete 1864-1910” στο Paschalis Kitromilidis (επιμ.), Eleftherios Venizelos The Trials of Statesmanship, Edinburgh University Press, Edinburgh 2006, σ. 37-83.

[4]Νικόλαος Παπαδάκης, «Ανιχνεύοντας την ιδεολογική ταυτότητα του Βενιζέλου» Ελευθέριος Βενιζέλος Η διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του, ιδεολογικές αφετηρίες και επιρροές. Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2014, σ. 15-19. Βλ. επίσης στον ίδιο τόμο το Ευάνθης Χατζηβασιλείου, «Ο φιλελευθερισμός του Βενιζέλου: στοχοθεσία και πολιτική πράξη, 1910-1916», σ. 143-169.

[5]Βλ. ειδικότερα, Μαριάννα Δ. Χριστοπούλου, Δημήτριος Γούναρης, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2017, σ. 43.

[6]Ακρόπολις, 12 Νοεμβρίου 1902.

[7]Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις στις 11, 12, 13 Νοεμβρίου 1902.

[8]Ό.π.,

[9]Απόσπασμα από την ομιλία του Γούναρη στις 23 Απριλίου 1907. Διονύσιος Αλικανιώτης, Δημήτριος Γούναρης, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1983,σ. 82.

[10]Ειδικότερα για την ιστορία αυτής της ομάδας βλ. Nanako Sawayanagi, The team of the Japanese, A concept and Politics of Reform in Greece (1906-1908), αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, New York University 2009.

[11]Θανάσης Διαμαντόπουλος, Οι πολιτικές δυνάμεις της βενιζελικής περιόδου, τ. 1: Ο Βενιζελισμός, τχ. 1: Ο Βενιζελισμός της ανόρθωσης, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1985, σ. 26-28.

[12]Πατρίς, 26 Ιουνίου 1908.

[13]Χριστοπούλου, Δημήτριος Γούναρης, σ. 84-89.

[14]Νεολόγος Πατρών, 6 Δεκεμβρίου 1906.

[15]Εφημερίδα Συζητήσεων της Βουλής, Παράρτημα της Γ´ Συνόδου, της 18ης βουλευτικής περιόδου, Αιτιολογική έκθεσις του νομοσχεδίου περί οργανώσεως της κεντρικής υπηρεσίας του Υπ. Οικονομικών, 17 Νοεμβρίου 1908, σ. 48. [Στο εξής ΕΣΒ].

[16]Σκριπ, 4 Δεκεμβρίου 1908.

[17]Κραυγή του εκπνέοντος Ελληνισμού, 19 Φεβρουαρίου 1912.

[18]Mark Mazower, “The Messiah and the Bourgeoisie: Venizelos and Politics in Greece, 1909-1912”, The Historical Journal, 35.4(Δεκ. 1992), σ. 894.

[19]Ακρόπολις, 16 Φεβρουαρίου 1909.

[20]Άρθρο του Αρ. Καμπάνη για τον Δ. Γούναρη στο Νουμάς, 7 Μαρτίου 1915, τ. 13, σ. 109-110.

[21]Για το μεταρρυθμιστικό έργο του Βενιζέλου βλ. ενδεικτικά Γιώργος Μαυρογορδάτος- Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1988.

[22]Δ. Γούναρης προς Γ. Μπαλτατζή, 15 Νοεμβρίου 1910, ΙΑΜΜ, Αρχείο Γ. Μπαλτατζή, αρ. εισ. 399, φάκ.: Αλληλογραφία 1910.

[23]Νικόλαος Λεβίδης, Σημειώσεις και Απομνημονεύματα (χειρόγρ. αδημοσίευτο), επεξεργασία – μεταγραφή: Ζωή Χρ. Εξάρχου, Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός», τ. 10, σ. 3415.

[24]Gunar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004, τ. 2, σ. 772-773.

[25]Ιωάννης Μάλλωσης, Η πολιτική ιστορία του Δημητρίου Π. Γούναρη, τ. 1, 1902-1920, Νέα Εποχή, Αθήνα 1926, σ. 215-217.

[26]Αρίστος Καμπάνης, Ο Δημήτριος Γούναρης και η ελληνική κρίσις των ετών 1918-1922, Πυρσός, Αθήνα 1946, σ. 50.

[27]Αναλυτικότερα βλ. Χριστοπούλου, Δημήτριος Γούναρης, σ. 118-124.

[28]Νεολόγος Πατρών, 3 Ιανουαρίου 1912.

[29]Ακρόπολις, 17 Μαρτίου 1912.

[30]Καιροί, 29 Δεκεμβρίου 1912.

[31]Νεολόγος Πατρών, 5 Μαρτίου 1912.

[32]Νεολόγος Πατρών, 19 Μαρτίου 1912.

[33]Ακρόπολις, 20 Μαρτίου 1912.

[34]Μάλλωσης, Η πολιτική ιστορία του Δημητρίου Π. Γούναρη, ό.π., σ. 291-292.

[35]ΕΦΣΒ, Συνεδρίαση 14, 30 Σεπτεμβρίου 1914,, ό.π., σ. 287.

[36]ΕΦΣΒ, Συνεδρίαση 14, 30 Σεπτεμβρίου 1914, ό.π., σ. 286.

[37]Βλ. ειδικότερα, Χριστοπούλου, Δημήτριος Γούναρης, σ. 136-138.

[38]Ακρόπολις, 14 Νοεμβρίου 1902.

[39]Παναγιώτης Νούτσος (επιμ.), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 έως το 1974, τ. 1, Γνώση, Αθήνα 1990, σ. 86.

[40]Χριστοπούλου, Δ. Γούναρης, σ. 136.

[41]23 Φεβρουαρίου 1915, Ημερολόγιο 1914-1915, σ. 97, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Γ. Μελά, φάκ. 1.1. Παρόμοια εκφράστηκε στον Ελ. Βενιζέλο και ο στρατηγός Π. Δαγκλής. Βλ. Π. Γ. Δαγκλής, Αναμνήσεις- Έγγραφα-Αλληλογραφία- το Αρχείον του, Ξ. Λευκοπαρίδης (επιμ.), τ. 2, Αθήνα 1965, σ. 128-129. Βλ. επίσης Εστία, 24 Φεβρουαρίου 1915 και Έθνος, 24 Φεβρουαρίου 1915, το οποίο επισήμανε ότι η επιλογή του Δ. Γούναρη «ἐνεποίησεν ἀγαθὴν ἐντύπωσιν».

Κώστας Τσίβος: H προσωπική σχέση του Νίκου Ζαχαριάδη με την Τσεχοσλοβακία

Κώστας Τσίβος

H προσωπική σχέση του Νίκου Ζαχαριάδη με την Τσεχοσλοβακία

Ο Νίκος Ζαχαριάδης αποτελεί την κυριότερη όσο και αντιφατικότερη μορφή του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Απουσιάζει ωστόσο κάποια εμπεριστατωμένη βιογραφία του Έλληνα κομμουνιστή ηγέτη από την οποία θα αναδεικνυόταν η προσωπικότητα του Ζαχαριάδη και θα φωτίζονταν καλύτερα κάποιες κρίσιμες στιγμές της νεότερης ιστορίας μας. Περισσότερο άγνωστη παραμένει η προσωπική ζωή του Ζαχαριάδη, ειδικά η σχέση του με την Τσέχα γυναίκα του Μαρία Νοβάκοβα, όσο και η σχέση που – μέσω αυτής – απέκτησε με την Τσεχοσλοβακία. Από το γάμο του Ζαχαριάδη με τη Νοβάκοβα γεννήθηκαν δύο παιδιά: ο Κύρος (1934 – 2006) και η Όλγα (1947), η οποία ζει σήμερα στην Πράγα. Το παρόν κείμενο, στηριγμένο σε έρευνα των σχετικών φακέλων του Εθνικού Αρχείου  της Πράγας καθώς και στην προσωπική μαρτυρία της Όλγας Ντιουρίτσοβα – Ζαχαριάδη, επιχειρεί να φωτίσει κάποιες πλευρές της προσωπικής ζωής του έλληνα κομμουνιστή ηγέτη.

Η Μαρία Νοβάκοβα, την οποία ο Ζαχαριάδης φώναζε χαϊδευτικά με το τσεχικό υποκοριστικό «Μάνια», γεννήθηκε το 1907 στην Πράγα, σε οικογένεια εργατών. Μετά την ολοκλήρωση της βασικής εκπαίδευσης άρχισε να δουλεύει σε βιοτεχνία ζαχαροπλαστικής. Το 1926 εντάχθηκε στο ΚΚ Τσεχοσλοβακίας και άρχισε να δουλεύει στο μηχανισμό του. Το 1928 εγκατέλειψε παράνομα την Τσεχοσλοβακία προκειμένου να λάβει μέρος στο 6ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν), το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα. Στο συνέδριο συμμετείχε πολυμελής τσεχοσλοβακική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον μετέπειτα κομμουνιστή ηγέτη της Τσεχοσλοβακίας, Κλέμεντ Γκότβαλντ.  Απ΄ ό,τι φαίνεται, κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου της Κομιντέρν έγινε η πρώτη γνωριμία της Μαρίας Νοβάκοβα με το Νίκο Ζαχαριάδη. Σύμφωνα με όσα μας διηγείται η κόρη τους Όλγα, ο Νίκος Ζαχαριάδης έμελλε να γίνει «ο πρώτος κι ο τελευταίος άνδρας» που γνώρισε η μητέρα της.

Το 1929 η Νοβάκοβα επέστρεψε από τη Μόσχα στην Τσεχοσλοβακία όπου συνέχισε να εργάζεται στο μηχανισμό του τσεχοσλοβακικού κόμματος, ενώ ένα χρόνο αργότερα πρωταγωνίστησε στη διοργάνωση μιας μεγάλης πορείας εργατών στα προάστια της Πράγας. Οι διαδηλωτές διαμαρτύρονταν για τις επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης και η πορεία τους χτυπήθηκε άγρια από την τσεχοσλοβακική χωροφυλακή, η οποία έστρεψε τα όπλα της εναντίον των διαδηλωτών με αποτέλεσμα να υπάρξουν αρκετοί τραυματισμοί.[1]

Μαρία Νοβάκοβα (1907-1981).

Η Νοβάκοβα μετά τον έρχομό της στην Πράγα συνέχισε να διατηρεί αλληλογραφία με τον Ζαχαριάδη, ο οποίος στο μεταξύ είχε αναδειχθεί σε ηγέτη του ΚΚΕ. Στις αρχές του 1932, μόλις η Μαρία Νοβάκοβα απέκτησε νόμιμο τσεχοσλοβακικό διαβατήριο, αναχώρησε αμέσως για την Αθήνα, προκειμένου να μπορέσει να ξανανταμώσει τον αγαπημένο της Νίκο. Μετά από ένα μήνα επέστρεψε και πάλι στην Πράγα. Μαρία και Νίκος ξανασυναντήθηκαν στη Μόσχα δύο χρόνια αργότερα, το Φεβρουάριο του 1934, οπότε και η σχέση τους επισημοποιήθηκε με γάμο, κάτι που δεν συνηθιζόταν από τα στελέχη της Κομμουνιστικής Διεθνούς τα οποία ως επί το πλείστον συζούσαν με τους / τις συντρόφους τους, αποφεύγοντας το γάμο. Στη ληξιαρχική πράξη γάμου η Μαρία και ο Νίκος χρησιμοποίησαν τα πλαστά ονόματα Βλάστα Κραούζοβα και Γκιόργκι Ντιμιτρίεφ αντίστοιχα. Το ζευγάρι συνεννοούνταν στα ρωσικά, τα οποία μιλούσε με μεγάλη άνεση τόσο η Μαρία όσο κι ο Νίκος, ο οποίος μετά από κάποιο χρονικό διάστημα επέστρεψε στην Ελλάδα. Η Μαρία, έγκυος πια, έμεινε πίσω στη Μόσχα εργαζόμενη στο μηχανισμό της Κομιντέρν. Στη Μόσχα γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1934 το πρώτο παιδί του ζεύγους Ζαχαριάδη, ο Κύρος.

Τον Αύγουστο του 1935 η Μαρία και ο μικρός Κύρος αναχώρησαν από τη Μόσχα για την Ελλάδα, προκειμένου να συναντήσουν τον Ζαχαριάδη, ο οποίος στο μεταξύ είχε αναδειχθεί σε σημαντική πολιτική φυσιογνωμία της εποχής. Ο Ζαχαριάδης, που με τη γυναίκα του και το γιό του έμειναν σε μυστικό σπίτι στο Παγκράτι, εμφανιζόταν προς τα έξω με το ψευδώνυμο Κατρής. Μαζί η οικογένεια «Κατρή» έμεινε έναν ολόκληρο χρόνο: επρόκειτο μάλλον για το μακρύτερο χρονικό διάστημα που έζησαν από κοινού Μαρία και Νίκος, μολονότι – όπως αντιλαμβανόμαστε – η συμβίωση κάθε άλλο παρά ανέφελη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, καθώς βρίσκονταν σε εξέλιξη συνταρακτικά πολιτικά γεγονότα που στις 4 Αυγούστου 1936 οδήγησαν στην επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά. Το ΚΚΕ τέθηκε αμέσως εκτός νόμου, ενώ στα μέσα Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς συνελήφθη ο Νίκος Ζαχαριάδης. Απελπισμένη από αυτή την εξέλιξη η Μαρία, η οποία έμεινε μόνη με τον μικρό Κύρο στο παράνομο σπίτι στο Παγκράτι, χωρίς επαφές και πόρους αναγκάστηκε να καταφύγει μετά από δύο εβδομάδες στην τσεχοσλοβακική πρεσβεία της Αθήνας, όπου ζήτησε την έκδοση προσωρινού διαβατήριου προκειμένου να επιστρέψει στους γονείς της στην Πράγα. Στην τσεχοσλοβακική Πρεσβεία η Μαρία, η οποία δεν είχε μαζί της κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει την ταυτότητα της ίδιας και του γιού της, αποκάλυψε ότι είναι σύζυγος του φυλακισμένου κομμουνιστή ηγέτη Ζαχαριάδη και ζήτησε από τους διπλωμάτες να τη διευκολύνουν να επιστρέψει στην Τσεχία.

Λίγο μετά την περιπετειώδη επιστροφή της στην Πράγα η Μαρία Νοβάκοβα συνελήφθη και ανακρίθηκε από την τσεχοσλοβακική Αστυνομία. Το Φεβρουάριο του 1938 αναχώρησε εκ νέου με τον Κύρο για τη Μόσχα. Όπως είναι γνωστό, λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1938, με το Σύμφωνο του Μονάχου η Τσεχοσλοβακία διαμελίστηκε και οι γερμανόφωνες περιοχές της (Σουδητία) αποδόθηκαν στη ναζιστική Γερμανία, με τη σύμφωνη γνώμη της Αγγλίας και της Γαλλίας, σε μια προσπάθεια «εξημέρωσης» του Χίτλερ. Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον γερμανό ηγέτη να καταλάβει λίγους μήνες αργότερα ολόκληρη την Τσεχοσλοβακία, στην οποία βρήκε άθικτες πολεμικές βιομηχανίες και πολύτιμο στρατιωτικό υλικό που στη συνέχεια η Βέρμαχτ χρησιμοποίησε στις επιχειρήσεις που άρχισαν το Σεπτέμβριο του 1939.

Καθ΄ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και ενώ ο Νίκος Ζαχαριάδης βρισκόταν φυλακισμένος στις φυλακές της Κέρκυρας αρχικά και στο στρατόπεδο Νταχάου μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς, η Μαρία Νοβάκοβα και ο μικρός Κύρος έζησαν αρχικά στη Μόσχα και μετά το 1942 στο Κουϊμπίσεφ, όπου η Μαρία εργαζόταν στις τσεχοσλοβακικές εκπομπές του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας.

Μετά τη λήξη του πολέμου η Μαρία και ο Κύρος αναχώρησαν και πάλι για την Αθήνα, προκειμένου να ξανασμίξουν με τον Νίκο, ο οποίος στο μεταξύ είχε απελευθερωθεί και με αγγλικό αεροσκάφος είχε επιστρέψει στην Ελλάδα. Η τριμελής οικογένεια εγκαταστάθηκε το καλοκαίρι του ΄45 σε μια μονοκατοικία που βρήκε ο κομματικός μηχανισμός στην Αγία Παρασκευή. Σε διπλανή μονοκατοικία είχε εγκατασταθεί ο Νίκος Πλουμπίδης. Σύμφωνα με την περιγραφή της Ηρώς Μπαρτζιώτα, συζύγου του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Βασίλη Μπαρτζιώτα, η Μάνια Ζαχαριάδη ήταν μια ωραία, υψηλή Τσέχα, καστανή, κομψή, ο Κύρος ξανθός κι αδύνατος. Το ζευγάρι θα πρέπει να ήταν από άποψη εμφάνισης αρκετά παράταιρο, καθότι ο Ζαχαριάδης ήταν αρκετά μικροκαμωμένος. Κι όπως λέει η κόρη του Όλγα, την πρώτη και τελευταία φορά που συνάντησε τον πατέρα της στη Σιβηρία δυσκολεύτηκε να τον αναγνωρίσει ακριβώς επειδή δεν φανταζόταν ότι θα ήταν «τόσο μικροσκοπικός».

Ο Νίκος Ζαχαριάδης (καθιστός) με στελέχη του Πολιτικού Γραφείου του ΚΚΕ λίγο μετά την επιστροφή του από το  στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου.

Το Μάρτιο του 1946 προκηρύχτηκαν οι πρώτες μεταπολεμικές βουλευτικές εκλογές και σημειώθηκε η πρώτη επίθεση αριστερών ανταρτικών ομάδων στο Λιτόχωρο. Την ίδια περίοδο ο ηγέτης του ΚΚΕ επέλεξε να μην βρίσκεται στην Αθήνα αλλά στην … Πράγα, προκειμένου να παρακολουθήσει τις εργασίες του 8ου Συνεδρίου του αδελφού ΚΚ Τσεχοσλοβακίας. Στην Πράγα ο Ζαχαριάδης είχε κατ΄ ιδίαν συνάντηση με τον τσεχοσλοβάκο κομμουνιστή ηγέτη και τότε ακόμα πρωθυπουργό της κυβέρνησης Εθνικού Μετώπου, Κλέμεντ Γκότβαλντ. Στα αρχεία δεν βρέθηκαν ακόμα στοιχεία για το περιεχόμενο της συνομιλίας που είχαν οι δύο ηγέτες. Ενδέχεται να μην κρατήθηκαν πρακτικά λόγω του προσωπικού ή ιδιαίτερα εμπιστευτικού χαρακτήρα της συνομιλίας τους. Αυτό που γνωρίζουμε με βεβαιότητα είναι ότι ο Γκότβαλντ υποσχέθηκε στο Ζαχαριάδη να τον εφοδιάσει με ένα ιδιωτικό αυτοκίνητο, το οποίο παρέλαβε αργότερα στην Πράγα ειδικός απεσταλμένος του ΚΚΕ. Στις συναντήσεις της Πράγας ο Ζαχαριάδης συνοδεύονταν από το Μιλτιάδη Πορφυρογέννη, που κι αυτός στο μεταξύ συνδέθηκε με την επίσης Τσέχα σύντροφό του Μαρία Τριφουνοβίτσοβα.

Αρχές Απριλίου του 1946 ο Ζαχαριάδης αναχώρησε από την Πράγα με προορισμό διαδοχικά το Βελιγράδι, τη Σόφια και τη Μόσχα, όπου ενημέρωσε τους ηγέτες των ΚΚ της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας και της Σοβιετικής Ένωσης για την απόφασή του να αρχίσει το δεύτερο αντάρτικο. Στο μεταξύ τον Οκτώβριο του ΄46, ενόσω φούντωνε ο Εμφύλιος,  η Μαρία και ο Κύρος εγκατέλειψαν την Αθήνα και αναχώρησαν οριστικά για την Πράγα. Η αναχώρηση αυτή αποδίδεται σε λόγους ασφαλείας. Ορισμένοι ωστόσο αποδίδουν την αναχώρηση της Μάνιας και του Κύρου στην παράνομη σχέση που στο μεταξύ σύναψε ο Ζαχαριάδης με τη Ρούλα Κουκούλου. Στο δεσμό του Ζαχαριάδη με την Κουκούλου δεν στάθηκε εμπόδιο ούτε το γεγονός ότι και οι δυό τους ήταν παντρεμένοι, μάλιστα ο σύζυγος της Κουκούλου βρισκόταν φυλακισμένος την περίοδο που η ίδια ερωτοτροπούσε με τον Ζαχαριάδη στα βουνά της «Ελεύθερης Ελλάδας». Το ειδύλλιο Ζαχαριάδη – Κουκούλου αποτέλεσε όχι μόνο πρόκληση για τα «χρηστά ήθη» του αστικού κόσμου αλλά παραβίαζε κατάφορα τις πουρατινικές σχέσεις που επέβαλε το ΚΚΕ μεταξύ των ανταρτών, καθώς είχαν αυστηρά απαγορευθεί οι όποιες ερωτικές σχέσεις μεταξύ μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ.

Τελευταία φορά που η Μαρία είδε το Ζαχαριάδη ήταν το 1948, σε μια άλλη σύντομη επίσκεψη που πραγματοποίησε ο ηγέτης του ΚΚΕ στην Πράγα. Στο μεταξύ η Μαρία είχε γεννήσει την Όλγα, την οποία όμως ο Ζαχαριάδης δεν πρόλαβε να δει. Λίγο αργότερα «άνθρωποι του κόμματος», σύμφωνα με όσα διηγείται η Όλγα, ήρθαν και πήραν από το σπίτι τους στην Πράγα τον τότε 13χρονο Κύρο, προκειμένου να τον οδηγήσουν στην καλύβα του Αρχηγού στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Όλγας, ο Ζαχαριάδης επιθυμούσε να απομακρύνει τον Κύρο από τη φούστα της μάνας του, λέγοντας του ότι έφτασε η ώρα να γίνει μαχητής. Ο Κύρος στο βουνό φοίτησε στη Σχολή Αξιωματικών του ΔΣΕ. Ο Ζαχαριάδης όμως δεν έδωσε τη συγκατάθεσή του προκειμένου να του απονεμηθεί το σχετικό δίπλωμα και ο βαθμός του ανθυπολοχαγού στην ειδική τελετή της σειράς του, κάτι που ο Κύρος θεώρησε βαριά προσβολή.

Όλγα Ντουρίσοβα, κόρη της  Μαρίας Νοβάκοβα και του Νίκου Ζαχαριάδη.

Μετά την ήττα του ΔΣΕ στο Γράμμο ο Κύρος κατέφυγε στη Σοβιετική Ένωση, όπου με προτροπή του πατέρα του φοίτησε σε σοβιετική Στρατιωτική Ακαδημία. Ελάχιστες φορές ο Κύρος συναντήθηκε με τη μητέρα του και την νεώτερη αδελφή του. Οι επισκέψεις του Κύρου στην Πράγα έπρεπε προηγουμένως να εγκριθούν όχι μόνο από την ηγεσία του ελληνικού αλλά και του τσεχοσλοβακικού κόμματος. Η μητέρα του ζούσε στην Πράγα με μια μικρή σύνταξη που της είχε χορηγήσει το τσεχοσλοβάκικο κόμμα για την προπολεμική της δραστηριότητα. Ποτέ δεν επέστρεψε στην παραγωγή, ποτέ δεν επαναδραστηριοποιήθηκε στη δημόσια ζωή. Ποτέ, πάντα σύμφωνα με την Όλγα, δεν είπε άσχημη κουβέντα για τον άνδρα της. Ο Ζαχαριάδης τις λίγες φορές που επισκέφτηκε την Πράγα την περίοδο ακόμα της μετεμφυλιακής παντοδυναμίας του (1949-1956), απέφυγε να συναντήσει τόσο την επίσημη σύζυγό του – από την οποία δεν πήρε ποτέ διαζύγιο – όσο και την κόρη του Όλγα. «Οι πολιτικοί δεν πρέπει να κάνουν παιδιά» λέει σήμερα η Όλγα. «Ο πατέρας μου έγραψε βιβλία, τόμους εισηγήσεων και ομιλιών, σε μένα όμως δε βρήκε χρόνο να γράψει ούτε πέντε αράδες», αναφέρει με παράπονο.

Ο Ζαχαριάδης πραγματοποίησε τρεις επισκέψεις στην Πράγα μετά τη λήξη του Εμφυλίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις επισκέψεις του αυτές ο Ζαχαριάδης δεν είχε συναντήσεις με κανένα από τα υψηλόβαθμα στελέχη της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας, η οποία κατά το διάστημα 1951-52 κυριολεκτικά αποδεκατίστηκε στις δίκες σκοπιμότητας που οργάνωσαν ειδικοί σύμβουλοι του Στάλιν.[2] Μεταξύ των εκτελεσθέντων συμπεριλαμβάνονταν και ο γερμανο-εβραϊκής καταγωγής Φρίντριχ Γκέμιντερ, προπολεμικά εκπρόσωπος Τύπου της Κομιντέρν και στενός συνεργάτης του Γκιόργκι Ντιμιτρόφ, επικεφαλής του Διεθνούς Τμήματος της ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας από το 1948 – και με την ιδιότητα αυτή – υπεύθυνος γα την επιχείρηση υποδοχής και εγκατάστασης των 12.000 Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στη χώρα.

Το 1952 εκτελέστηκε και ο Κάρελ Σβαμπ, υφυπουργός Εθνικής Ασφάλειας, στον οποίο από το Νοέμβριο του 1949 είχε ανατεθεί η εποπτεία της «Σχολής δολιοφθορέων» του ΚΚΕ, που σε συνθήκες άκρας μυστικότητας άρχισε να λειτουργεί από τις αρχές του 1950 στο στρατόπεδο Μικουλοβίτσε της Μοραβίας. Από την πρώτη σειρά αυτής της Σχολής αποφοίτησαν 40 μαχητές με ειδίκευση στις επικοινωνίες, τις δολιοφθορές και την κατασκοπεία. Οι μαθητές της Σχολής επιλέχτηκαν προσωπικά από τον Γ. Ιωαννίδη, δεξί χέρι του Ζαχαριάδη στην ηγεσία του ΚΚΕ και αποφοίτησαν μετά από εξάμηνη εκπαίδευση. Στα τσεχοσλοβακικά αρχεία διασώζεται ιδιόχειρη επιστολή του Νίκου Ζαχαριάδη με την οποία ζητά από τους Τσέχους να επιτρέψουν στους αποφοίτους της Σχολής να ξεκουραστούν σε κάποια λουτρόπουλη πριν αναλάβουν δράση στην Ελλάδα. Στο μεταξύ, προετοιμάζονταν εντατικά τα μαθήματα της δεύτερης σειράς, στην οποία επρόκειτο να συμμετάσχουν γυναίκες προχωρημένης ηλικίας, οι οποίες θα στέλνονταν στην Ελλάδα προκειμένου να δουλέψουν ως υπηρέτριες ή βρεφοκόμοι σε σπίτια υψηλά ιστάμενων κυβερνητικών και στρατιωτικών στελεχών, με σκοπό να αποσπούν απόρρητες πληροφορίες, διοχετεύοντας τες στη συνέχεια με ασυρμάτους στην εξόριστη ηγεσία του ΚΚΕ. Η λειτουργία της Σχολής διεκόπη ξαφνικά το 1952, όταν η ΚΥΠ συνέλαβε έναν από τους αποφοίτους της πρώτης σειράς, ο οποίος «έσπασε» στις ανακρίσεις καταθέτοντας λεπτομερειακές πληροφορίες για τη Σχολή, τους αποφοίτους και τις αποστολές τους.

Επιστολή του Νίκου Ζαχαριάδη προς την ΚΕ του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας με την οποία ζητεί να δοθεί άδεια σε αποφοίτους της σχολής ώστε  να ξεκουραστούν πριν από την αποστολή  τους στην Ελλάδα.

Στη διάρκεια των επισκέψεων που πραγματοποίησε ο Νίκος Ζαχαριάδης στην Τσεχοσλοβακία την περίοδο 1951-1956 συζητούσε μόνο με στελέχη του Διεθνούς Τμήματος του τσεχοσλοβακικού κόμματος που είχαν την ευθύνη για την ελληνική προσφυγιά, δείγμα του γενικότερου ξεπεσμού όχι μόνο του ΚΚΕ αλλά και του άλλωτε πανίσχυρου ηγέτη του. Η πρώτη μετεμφυλιακή επίσκεψη του Ν. Ζαχαριάδη στην Τσεχοσλοβακία καταγράφεται στις 6 Σεπτεμβρίου 1951, όταν προερχόμενος από την Πολωνία, ενημέρωσε τα στελέχη του τσεχοσλοβακικού κόμματος για τις εκλογές που επρόκειτο να διεξαχθούν στην Ελλάδα τρεις μέρες αργότερα. Ο Ζαχαριάδης ανέφερε ότι το ΚΚΕ, το Αγροτικό Κόμμα (ΑΚΕ) και ορισμένες ομάδες του ΕΑΜ συμμετείχαν στις εκλογές με το ψηφοδέλτιο της ΕΔΑ. Επεσήμανε ότι πολλοί από τους υποψηφίους της ΕΔΑ ήταν φυλακισμένοι, ακόμα και καταδικασμένοι σε θάνατο, ενώ χαρακτήριζε «καλές τις προοπτικές της παράταξης».

Η δεύτερη επίσκεψη του Ν. Ζαχαριάδη στην Πράγα πραγματοποιήθηκε το Φεβρουάριο του 1953. Από την επίσκεψη αυτή διασώθηκε έγγραφο με αιτήματα του Ζαχαριάδη προς το τσεχοσλοβάκικο κόμμα. Τα αιτήματα ήταν κυρίως τεχνικού και λιγότερου πολιτικού χαρακτήρα, π.χ. εκπαίδευση νέων ασυρματιστών για τις ανάγκες του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ, αποστολή πρόσκλησης στον Πρόεδρο της ΕΔΑ Γ. Πασαλίδη να επισκεφτεί την Τσεχοσλοβακία, αποστολή δεμάτων και χρηματικής βοήθειας σε φυλακισμένους Έλληνες αγωνιστές κλπ.

Λίγο μετά το θάνατο του Στάλιν το Μάρτιο 1953 – και λίγες μέρες αργότερα και του Τσεχοσλοβάκου σταλινικού ηγέτη Κλέμεντ Γκότβαλντ – άρχισε να τρίζει και η καρέκλα του Νίκου Ζαχαριάδη. Προς το τέλος του 1955 έφτασε στην κοινότητα των προσφύγων της Τσεχοσλοβακίας ο απόηχος των αιματηρών γεγονότων της Τασκένδης (Σεπτέμβριος 1955).  Τα γεγονότα αυτά ώθησαν ορισμένους νεαρούς πρόσφυγες, ιδιαίτερα τα μέλη της κομματικής οργάνωσης φοιτητών της Πράγας, να αρχίσουν εκστρατεία αμφισβήτησης του Ζαχαριάδη στις προσφυγικές κοινότητες της Τσεχοσλοβακίας. Η ηγεσία του ΚΚΕ ζήτησε αμέσως από το τσεχοσλοβακικό κόμμα να μεσολαβήσει για την αποβολή των αντιζαχαριαδικών φοιτητών από το Πανεπιστήμιο, εξετάζοντας ακόμα και το ενδεχόμενο απέλασής τους από τη χώρα. Το θέμα αυτό επρόκειτο να το θέσει προσωπικά ο Ζαχαριάδης στους Τσέχους συντρόφους σε επίσκεψη που πραγματοποίησε στην Πράγα στις αρχές του 1956.

Λίγο πριν την επίσκεψη του Ζαχαριάδη στην Πράγα, κατέφτασε από τη Μόσχα ο Βασίλι Μοσέτοφ, Νο 2 του Διεθνούς Τμήματος του ΚΚΣΕ, ο οποίος ενημέρωσε τον Α΄ Γραμματέα του τσεχοσλοβάκικου κόμματος Αντονίν Νόβοτνι για τα γεγονότα της Τασκένδης. Επέρριψε την ευθύνη των αιματηρών γεγονότων στους χειρισμούς της ζαχαριαδικής ηγεσίας και χωρίς προφάσεις άφησε στα στελέχη του ΚΚΤσ. να καταλάβουν ότι σύντομα επρόκειτο να ακολουθήσουν σημαντικές αλλαγές στην ηγεσία του ελληνικού κόμματος. Στην ενημέρωσή του ο Μοσέτοφ δεν δίστασε να κατηγορήσει τον Ζαχαριάδη για ηθική κατάπτωση, καθώς, όπως ανέφερε, ζούσε με τρίτη γυναίκα, έσπερνε παιδιά εδώ κι εκεί, για το μεγάλωμα των οποίων έπρεπε να φροντίζουν τα αδελφά κόμματα κλπ. Οι Τσέχοι ανέφεραν στον Μοσέτοφ ότι στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματός τους καταφτάνουν εκατοντάδες γράμματα Ελλήνων προσφύγων, με τα οποία άλλοι υπερασπίζονταν τον Ζαχαριάδη, ενώ άλλοι καταφέρονταν εναντίον του. Ο Μοσέτοφ σημείωσε ότι τα ίδια παρατηρούνταν και στη Σοβιετική Ένωση και γι αυτό συνέστησε στα στελέχη των Τσεχοσλοβάκων να επαγρυπνούν προκειμένου να αποφύγουν την επανάληψη γεγονότων παρόμοιων με αυτών της Τασκένδης. Όταν οι Τσέχοι ζήτησαν τη συμβουλή του Μοσέτοφ για το τι πρέπει να πράξουν με τους Έλληνες φοιτητές, το κεφάλι των οποίων ζητούσε επίμονα η ελληνική καθοδήγηση, ο Μοσέτοφ συνέστησε ψυχραιμία: «περιμένετε και θα δείτε», τους είπε συβιλλικά.

Τρεις μήνες αργότερα, το Μάρτιο του 1956, το τσεχοσλοβακικό κόμμα κλήθηκε να εκπροσωπηθεί στην λεγόμενη «Επιτροπή των έξι αδελφών κομμάτων», η οποία συγκάλεσε την 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Σε αυτή, με έξωθεν παρότρυνση, αποφασίστηκε η αποκαθήλωση του Ζαχαριάδη και των συνεργατών του από την ηγεσία του ΚΚΕ. Είναι ενδεικτικό ότι οι Τσεχοσλοβάκοι σύντροφοι σε αυτή την επιτροπή εκπροσωπήθηκαν από τον πλέον «αρμόδιο»: τον τότε υπουργό Εσωτερικών, Ρούντολφ Μπάρακ.

Ο διχασμός που ακολούθησε την αποκαθήλωση του Ν. Ζαχαριάδη μετά το 1956 ήταν κάθετος κι επηρέασε τη ζωή όλων των κομματικών οργανώσεων και όλων των προσφυγικών κοινοτήτων. Οι αμετανόητοι ζαχαριαδικοί αποπέμφθηκαν από τις θέσεις τους, κάποιοι κυνηγήθηκαν από τις δουλειές τους (π.χ. αρκετοί δάσκαλοι σε ελληνικούς παιδικούς σταθμούς υποχρεώθηκαν σε παραίτηση), ενώ άλλοι εξορίστηκαν σε απόμερα μέρη της Σλοβακίας. Μετά το Μάρτιο του 1956 στις κοινότητες των προσφύγων οι εορτασμοί των εθνικών και των κομματικών επετείων γίνονταν χωριστά. Στο Εθνικό Αρχείο της Πράγας βρίσκονται ταξινομημένες περίπου 300 επιστολές Ελλήνων πολιτικών προσφύγων εκείνης της περιόδου. Οι συντάκτες τους απευθύνονταν στους ηγέτες της Σοβιετικής Ένωσης, της Τσεχοσλοβακίας, της Κίνας, της Αλβανίας, ζητώντας τους να παρέμβουν υπέρ της μιας ή της άλλης ομάδας. Τους ζητούσαν να ψάξουν να βρουν τους ενόχους της ταπεινωτικής ήττας του 1949, των Δεκεμβριανών, της Καζέρτας κλπ., ενώ άλλοι έβγαζαν απωθημένα για αδικίες που υπέστησαν οι ίδιοι. Η έξαψη των παθών οδήγησε τον Οκτώβριο 1958 στη δολοφονία του ζαχαριαδικού Δημήτρη Κουφάκη στη μικρή ελληνική κοινότητα του Μπερόουν, 30 χιλιόμετρα δυτικά της Πράγας.[3]

Ο εορτασμός της εργατικής Πρωτομαγιάς από Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία.

Μετά από μια δεκαετία τα «πάθη των Ελλήνων» κυριάρχησαν εκ νέου στην Τσεχοσλοβακία, σε συνδυασμό με τις δραματικές εξελίξεις της 12ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (Φεβρουάριος 1968), που οδήγησαν στην οριστική διάσπαση του ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος, σε συνδυασμό και με την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας από τα στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας (Αύγουστος 1968). Τα γεγονότα του 1968 ενέπνευσαν τον Αλέξη Πάρνη, πιστό συνεργάτη του Νίκου Ζαχαριάδη, να γράψει το μυθιστόρημα «Μια Πράγα στον καθένα», όπου καταδικάζεται απερίφραστα η εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία. Δεν έγινε ωστόσο γνωστή η άποψη του Νίκου Ζαχαριάδη για την εισβολή του 1968, καθώς ο ίδιος κρατούνταν στο Σοργκούτ της Σιβηρίας σε αυστηρή απομόνωση.

Δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1970, η Όλγα έλαβε πρόσκληση από τον Κύρο να πάει στη Μόσχα, προφασιζόμενη ότι θέλει να γνωρίσει τα πεθερικά του. Φτάνοντας στη Μόσχα ο Κύρος της αποκάλυψε ότι θα μετέβαινε μυστικά στο Τιούμεν προκειμένου να συναντήσει, για πρώτη φορά, τον πατέρα τους και τον ετεροθαλή αδελφό τους Σήφη. Μετά από περιπετειώδες ταξίδι, η Όλγα μετέβη αεροπορικώς στο Τιούμεν και από εκεί στο Σουργκούτ, όπου κρατούνταν υπό αστυνομική επιτήρηση ο πατέρας της. Στο Σουργκούτ η Όλγα έμεινε με τον πατέρα της δυό εβδομάδες, «διάστημα πολύ μικρό για να μπορέσεις να χορτάσεις τον γονιό», όπως λέει. Σύμφωνα με την ίδια, βρήκε τον πατέρα της πικραμένο και απογοητευμένο. Ο Ζαχαριάδης της εκμυστηρεύτηκε ότι οι άνθρωποι τον απογοήτευσαν. «Δεν αγαπάω τους ανθρώπους… Εάν υπάρχει κάποιος που πραγματικά αγάπησα στη ζωή μου, αυτός είναι η Μάνια», ανέφερε στην κόρη του. Την ημέρα που η  Όλγα θα αναχωρούσε από το Σουργκούτ, ο Ζαχαριάδης της παρέδωσε ένα γράμμα, το οποίο θα το παραλάμβανε απεσταλμένος του στην Πράγα. Στο αεροδρόμιο της Μόσχας, όμως, άνδρες της σοβιετικής Ασφάλειας έκαναν εξονυχιστικό έλεγχο στις αποσκευές της, κατάσχεσαν το γράμμα καθώς κι ένα ραδιόφωνο που της είχε χαρίσει, «το μοναδικό δώρο που πήρα ποτέ από τον πατέρα μου», λέει η Όλγα.

Ο Νίκος Ζαχαριάδης με τον γιό του, Σήφη, στη Μόσχα.

Όπως είναι γνωστό ο Ζαχαριάδης έθεσε τέρμα στη ζωή του την 1η Αυγούστου 1973. Λίγες μέρες αργότερα η Μαρία Νοβάκοβα, η οποία ποτέ δεν τον αποκήρυξε, έλαβε από την ηγεσία του ΚΚΕ ένα επίσημο συλλυπητήριο τηλεγράφημα, με το οποίο την πληροφορούσαν για το θάνατο του συντρόφου της Νίκου. Η ίδια πέθανε ξεχασμένη στην Πράγα οκτώ χρόνια αργότερα, στις 8 Ιουνίου 1981

 

 

 

Ο Κώστας Τσίβος είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
και επικεφαλής του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

[1]  Το συγκεκριμένο γεγονός ενέπνευσε τη δεκαετία του ΄50 τον γνωστό Τσέχο σκηνοθέτη Γίρζι Σέκβενς να γυρίσει την ταινία «Μολυβένιο ψωμί», βάσει ακριβώς της μαρτυρίας της Μαρίας Νοβάκοβα – Ζαχαριάδη.

[2] Στις δίκες-παρωδία καταδικάστηκε σε θάνατο, μεταξύ άλλων, και ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας Ρούντολφ Σλάνσκι, Νο 2 στην ιεραρχία του τσεχοσλοβάκικου κόμματος, καθώς και αρκετά ακόμα κομματικά και κυβερνητικά στελέχη, πρώην αγωνιστές των Διεθνών Ταξιαρχιών στην Ισπανία, κρατούμενοι των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης ή αντιφασίστες αγωνιστές. Μετά από βασανιστήρια απίστευτης βαρβαρότητας τα στελέχη αυτά αναγκάστηκαν να «ομολογήσουν» τη συνεργασία τους με τον ταξικό εχθρό, με σιωνιστικές ή τροτσκιστικές οργανώσεις, ή ότι άλλο σκέφτονταν οι εντεταλμένοι σταλινικοί ανακριτές.

[3] Τον Κουφάκη έσφαξαν με μαχαίρι τη μέρα της ονομαστικής του εορτής, μπροστά στα μάτια της οικογενειάς του, μέλη ομάδας κολιγιαννικών, τους οποίους λίγο νωρίτερα η νέα κομματική καθοδήγηση τους είχε ζητήσει να «συμμαζέψουν» τους αντιπάλους ζαχαριαδικούς.

 

Ελισάβετ Χατζηαντωνίου: Ο θεσμός της δουλείας κατά τους βυζαντινούς χρόνους

Ελισάβετ Χατζηαντωνίου

Ο θεσμός της δουλείας κατά τους βυζαντινούς χρόνους*

Η δουλεία είναι ένα φαινόμενο πανάρχαιο, σχεδόν τόσο παλιό όσο ο άνθρωπος και σίγουρα όσο ο πόλεμος. Στον χώρο της Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής η άνθησή του τοποθετείται στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Το βυζαντινό κράτος, αποτελώντας τη συνέχεια και εξέλιξη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, κληρονόμησε πλήθος θεσμών που ίσχυαν στους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους. Μεταξύ αυτών οπωσδήποτε συγκαταλέγεται και η δουλεία, που ως κοινωνική, οικονομική και νομική πραγματικότητα υφίστατο σε όλη τη βυζαντινή περίοδο, αν και με φθίνουσα πορεία από τα τέλη του 11ου αιώνα και εφεξής.

Η  νομική θέση των δούλων – εξελίξεις στο νομικό πλαίσιο

Θα αναφερθούμε στη δουλεία ως έννοια και ως κατάσταση ξεκινώντας από τα δεδομένα που προκύπτουν μέσα από την εξέταση του βυζαντινού Δικαίου. Η επιλογή αυτή καθίσταται απαραίτητη, από τη μια πλευρά, επειδή το νομικό status των δούλων επηρέαζε καθοριστικά την ποιότητα της ζωής τους και, από την άλλη, διότι οι εξελίξεις στη νομοθεσία προφανώς αντικατόπτριζαν επίκαιρες πολιτικές ή κοινωνικές καταστάσεις ή/και διαμόρφωναν νέες αντιλήψεις και πρακτικές.

Γενική αρχή του θεσμού της δουλείας είναι ότι επέτρεπε τη μετατροπή ή την εξαρχής αντιμετώπιση ενός ανθρώπου ως έμψυχου περιουσιακού στοιχείου προς κατοχή και χρήση. Έτσι, κατά το ρωμαϊκό και βυζαντινό Δίκαιο, οι δούλοι κατείχαν μια ρευστή θέση ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα και στην κινητή περιουσία. Παρότι ο νομοθέτης κάνει αναφορά στον φυσικό νόμο σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι άνθρωποι είναι καταρχήν ίσοι, ωστόσο  αποδέχεται τη διάκριση των ανθρώπων σε ελεύθερους και δούλους: «πάντες οἱ ἄνθρωποι ἢ δοῦλοί εἰσιν ἢ ἐλεύθεροι» (Βασιλικά 46.1.1). Σε αντίθεση λοιπόν με τον ελεύθερο άνθρωπο, που αποτελεί υποκείμενου του Δικαίου, ο δούλος αποτελεί αντικείμενο του Δικαίου (res), που αγοράζεται και πωλείται ως ζωντανό εμπόρευμα, ενεχυριάζεται, κληροδοτείται, δωρίζεται, χρησιμοποιείται κατά τη βούληση του ιδιοκτήτη του.

Ως περιουσιακό στοιχείο, σε περίπτωση που ένας δούλος υφίστατο οποιουδήποτε είδους φθορά ή παράνομη χρήση, ο δεσπότης του θα έπρεπε να αποζημιωθεί. Έτσι, αν ένας ερχόταν σε σαρκική επαφή με δούλη ή δούλο κάποιου, όφειλε να καταβάλει χρηματική αποζημίωση στον κύριό τους. Βέβαια, δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για την προάσπιση της προσωπικότητας του θύματος, αν η επαφή ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Αντίθετα, ο δεσπότης μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος ή να παραχωρήσει τη δούλη ή τον δούλο του σε ένα τρίτο (φιλικό ή συγγενικό) πρόσωπο ως σεξουαλικό αντικείμενο. Αντιστοίχως, σε περίπτωση κλοπής δούλου, ο νόμος επέβαλλε την επιστροφή του, την καταβολή αποζημίωσης ίσης με το τίμημα του δούλου καθώς και αποζημίωση για το προϊόν εργασίας που δεν είχε παραχθεί λόγω της απουσίας του. Ο νόμος επίσης προέβλεπε ότι, αν κάποιος σκότωνε αναίτια δούλο ή ένα τετράποδο ζώο άλλου ιδιοκτήτη, θα έπρεπε να αποζημιώσει τον τελευταίο καταβάλλοντας τίμημα ίσο με την ακριβότερη τρέχουσα τιμή της αγοράς.

Δεδομένου ότι οι δούλοι δεν συνιστούσαν υποκείμενα του Δικαίου, δεν μπορούσαν να εμπλακούν σε δικαστική διένεξη με έναν ελεύθερο πολίτη – είτε ως ενάγοντες είτε ως εναγόμενοι. Συνεπώς, δεν μπορούσαν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη ούτε εναντίον του δεσπότη τους, ακόμη και αν επρόκειτο για ποινικές υποθέσεις. Ο δε κύριός τους ήταν υπόλογος για αδικήματα του δούλου του, όπως θα ήταν και για άλλη κινητή περιουσία του (λ.χ. αν ένα από τα παραγωγικά ζώα του προκαλούσε ζημία στο κτήμα του γείτονα). Βέβαια, για σοβαρά αδικήματα, ο δεσπότης προφανώς δεν επιθυμούσε να αναλάβει την ευθύνη για τις πράξεις του δούλου του και να καταβάλει σχετική αποζημίωση. Σε αυτή την περίπτωση, μπορούσε να αποποιηθεί του περιουσιακού του δικαιώματος, ο δε δούλος περιερχόταν στην ιδιοκτησία του δημοσίου, οπότε παραδιδόταν στην κρατική δικαιοσύνη.

Τέλος, εφόσον ο δούλος δεν υφίστατο ως νομική προσωπικότητα, δεν του αναγνωριζόταν το δικαίωμα να εμφανίζεται ως μάρτυρας κατηγορίας ή υπεράσπισης στο δικαστήριο, ακόμα και αν μπορούσε να αποδείξει την αλήθεια των πληροφοριών του. Άλλωστε, κατά το βυζαντινό Δίκαιο, δεν γινόταν δεκτή ούτε και η μαρτυρία πενήτων και οικονομικά εξαρτημένων, άρα προσώπων αναξιόπιστων και χωρίς ελευθερία συνειδήσεως. Σε υποθέσεις ωστόσο που αφορούσαν εγκλήματα καθοσίωσης και γενικώς για εγκλήματα σε βάρος του δημοσίου ήταν δυνατό να κατατεθεί και η μαρτυρία δούλων. Αυτού του είδους και άλλες εξαιρέσεις, που όμως εδώ δεν είναι δυνατό να αναφέρουμε για οικονομία χώρου, δείχνουν ότι τα στεγανά ανάμεσα στις δύο νομικές ομάδες δεν ήταν πάντοτε απόλυτα.

Όπως προαναφέρθηκε, παρότι ο νόμος αντιμετώπιζε τον δούλο ως ένα έμψυχο περιουσιακό στοιχείο και εργαλείο, ταυτόχρονα του αναγνώριζε την ανθρώπινή του υπόσταση. Μάλιστα, ήδη από τα ρωμαϊκά χρόνια άρχισαν να εισάγονται διατάξεις που στόχευαν στην αντιμετώπιση των δούλων π τ φιλανθρωπότερον. Οι ρυθμίσεις αυτές αυξήθηκαν και εμπλουτίστηκαν κατά τη βυζαντινή περίοδο. Αποσκοπούσαν στον περιορισμό των απάνθρωπων τιμωριών (με επιβολή ποινής στον δεσπότη – ειδικά σε περίπτωση θανάτωσης δούλου), στη διασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διατροφής και διαβίωσης, στην αποτροπή της εκπόρνευσης γυναικών δούλων καθώς και του ευνουχισμού ανδρών. Μάλιστα, στις δύο τελευταίες περιπτώσεις αναγνωριζόταν στους παθόντες το δικαίωμα απελευθέρωσης. Το μέσο για την απαλλαγή από σκληρό και βάναυσο δεσπότη ή ακόμη και για τη διεκδίκηση της ελευθερίας τους ήταν ο θεσμός του ασύλου, που βέβαια ίσχυε ήδη από την αρχαιότητα. Στο ζήτημα θα επανέλθουμε παρακάτω.

Επίσης, η νομοθεσία αναγνώρισε συνήθεις πρακτικές και μάλιστα συνέβαλε στην εξέλιξή τους, όπως λ.χ. το δικαίωμα των δούλων να κατέχουν και να εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος τμήμα της περιουσίας του κυρίου τους (peculium). Την κυριότητα του πεκούλιου εξακολουθούσε βέβαια να έχει ο δεσπότης, ο οποίος μπορούσε να το αποσπάσει οποτεδήποτε επιθυμούσε. Ωστόσο, οι δούλοι απολάμβαναν το παραγόμενο προϊόν και ενίοτε αποκόμιζαν έσοδα από το πλεόνασμα της παραγωγής. Έτσι, ήταν δυνατό να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσής τους, ακόμη και να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Στα τέλη του 9ου αιώνα, ο αυτοκράτορας Λέοντας Στ΄ (886-912) όρισε με Νεαρά του ότι οι αυτοκρατορικοί δούλοι μπορούσαν να διαθέτουν κατά το δοκούν το πεκούλιον τους. Ταυτόχρονα, ο αυτοκράτορας παρότρυνε τους κρατικούς αξιωματούχους να μιμηθούν το παράδειγμά του και να παραχωρήσουν ανάλογα δικαιώματα στους δικούς τους δούλους. Ο εν λόγω νόμος εισάγει μια καινοτομία στον θεσμό της δουλείας: για πρώτη φορά γίνεται λόγος για περιουσία του δούλου, καθώς έως τότε η ιδιότητά του ως αντικειμένου του περιουσιακού Δικαίου ήταν ασυμβίβαστη με την έννοια της απόκτησης προσωπικής περιουσίας (με άλλα λόγια, ένα περιουσιακό στοιχείο δεν μπορούσε να είναι ιδιοκτήτης άλλου περιουσιακού στοιχείου). Μάλιστα, η συγκεκριμένη Νεαρά συνιστά ένα ενδεικτικό παράδειγμα για το πώς η αυτοκρατορική πρακτική μπορούσε να επηρεάσει σταδιακά τις αντιλήψεις των υπηκόων. Έτσι, στα τέλη του 12ου αιώνα ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος σε ομιλία προς το ποίμνιό του σημειώνει ότι ο δεσπότης δεν θα πρέπει να ζητά πίσω το πεκούλιον από τον δούλο, διότι πλέον του ανήκει.

Η Νεαρά 38 του Λέοντα Στ΄ (886-912) συνιστά καινοτομία για τον θεσμό της δουλείας στο Βυζάντιο, καθώς αντιμετωπίζει τον δούλο ως υποκείμενο του Δικαίου που μπορεί να αποκτήσει δική του περιουσία. Ωστόσο, η εφαρμογή του νόμου αφορά μόνο στους βασιλικούς δούλους. Είναι φανερή η επιφυλακτικότητα του αυτοκράτορα να απαιτήσει την  καθολική επιβολή μιας διάταξης που θα προκαλούσε σημαντικές αντιδράσεις από πλούσιους και μη δουλοκτήτες.

Βέβαια, δεν αρκεί να γνωρίζουμε μόνο το θεωρητικό πλαίσιο για τη μελέτη ενός θεσμού. Και αυτό διότι συχνά υπάρχει διάσταση ανάμεσα στις νομικές προβλέψεις και την κοινωνική πραγματικότητα. Αξιοποιώντας πηγές που απεικονίζουν την εφαρμογή των νόμων (Πείρα Ευστάθιου Ρωμαίου, 11ος αι.), αντλώντας δεδομένα από το εκκλησιαστικό Δίκαιο και τα σχόλια των κανονολόγων του 12ου αιώνα (Βαλσαμώνος, Ιωάννη Ζωναρά, Αριστηνού) και συνδυάζοντας μαρτυρίες από αγιολογικά κείμενα, χρονικές συγγραφές, ομιλίες και επιστολές αρχιερέων κ.λπ., είμαστε σε θέση να διαμορφώσουμε μια πληρέστερη εικόνα σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσης των δούλων, τη μεταχείρισή τους από τους δεσπότες καθώς και για την ιδιωτική τους ζωή.

Η μεταχείριση των δούλων από τους δεσπότες

Από τη συνοπτική αναφορά στο νομικό status των δούλων, αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι καθημερινές τους δραστηριότητες και η ποιότητα της ζωής τους εξαρτώνταν απόλυτα από τη βούληση, την προσωπικότητα και την ηθική του κυρίου τους. Πέρα από ορισμένους περιορισμούς που του επέβαλλε η νομοθεσία (λ.χ. υποχρέωση παροχής βασικού ρουχισμού και στοιχειώδους διατροφής και ιατρικής φροντίδας, απαγόρευση εκπόρνευσης και ευνουχισμού, αποφυγή βάναυσων τιμωριών και ποινή σε περίπτωση θανάτωσης), κατά τα άλλα ο δεσπότης μπορούσε να χρησιμοποιήσει και να διαθέσει τους δούλους του όπως εκείνος επιθυμούσε.

Για παράδειγμα, αρκετά συχνό ήταν το φαινόμενο των σαρκικών επαφών – τόσο με τη χρήση της δούλης ως παλλακίδας, όσο και με την περιστασιακή ή και συχνή ερωτική επαφή, που μπορεί να έπαιρνε και τη μορφή σεξουαλικής κακοποίησης εάν γινόταν με τη βία. Πέρα από την απαγόρευση για την εκπόρνευση και τον ευνουχισμό των δούλων, δεν υπήρχε άλλη νομική προστασία τους όσον αφορά την εκμετάλλευσή τους στον γενετήσιο τομέα. Το αυτοκρατορικό Δίκαιο περιοριζόταν μόνο σε προβλέψεις που θα απέτρεπαν τις ερωτικές επαφές ελεύθερων ή έγγαμων γυναικών και δούλων, με στόχο οι δύο νομικές ομάδες να παραμείνουν στεγανές και απόλυτα διακριτές. Απαγορευτικές προβλέψεις για σχέσεις έγγαμου δεσπότη με δούλη του δεν υπήρχαν. Σε αυτό το πλαίσιο δύσκολα μπορούσε να προστατεύσει κανείς τους δούλους, κυρίως γυναικείου φύλου, από τις σεξουαλικές ορέξεις των κυρίων τους. Μόνο η χριστιανική ηθική και οι εκκλησιαστικοί κανόνες μπορούσαν να αποτελέσουν μια δικλείδα ασφαλείας, καθώς κατά το κανονικό Δίκαιο η μοιχεία και η πορνεία (= κάθε εξώγαμη σαρκική σχέση) θεωρούνταν σοβαρά αμαρτήματα. Στόχος πάντως των σχετικών προβλέψεων του εκκλησιαστικού Δικαίου και πάλι δεν ήταν η προστασία των δούλων αλλά η προστασία των θεσμών του γάμου και της οικογενείας.

Ένα άλλο ζήτημα που σχετίζεται με τη μεταχείριση των δούλων από τους κυρίους τους είναι οι βάναυσες τιμωρίες που τους επιβάλλονταν. Βέβαια, θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η σωματική ποινή προβλεπόταν από το αυτοκρατορικό και εκκλησιαστικό Δίκαιο για υπηκόους και πιστούς, ενώ συνιστούσε και μέθοδο διαπαιδαγώγησης τέκνων. Ως εκ τούτου, θεωρούνταν συνηθισμένη πρακτική για τον σωφρονισμό ενός απειθούς δούλου ή για την τιμωρία ενός απρόσεκτου ή αφελούς δούλου που ζημίωσε με κάποιον τρόπο τον κύριό του. Όπως προαναφέρθηκε, ήδη από τους ρωμαϊκούς χρόνους άρχισαν να επιβάλλονται ποινές στον δεσπότη που θανάτωσε για ασήμαντη αιτία (!) τον δούλο  του. Ο Μέγας Κωνσταντίνος (306/324-337) όρισε ότι επιτρέπεται μεν στους δεσπότες να τιμωρούν τους σκλάβους για να τους σωφρονίσουν, ωστόσο δεν θα πρέπει να εξαντλούν την αυστηρότητά τους πάνω στα σώματά τους. Μάλιστα ο κύριος που σκόπιμα χτύπησε τον δούλο του με θανάσιμο τρόπο (με χτύπημα στο κεφάλι, ανελέητο μαστίγωμα, κάψιμο μελών, δηλητηρίαση, φρικτά βασανιστήρια) θεωρούνταν ένοχος για ανθρωποκτονία. Παρά τις σχετικές νομικές διατάξεις αλλά και, όπως θα δούμε, τις συμβουλές των ιεραρχών για επιεική αντιμετώπιση, ο καθένας αντιλαμβανόταν διαφορετικά τη μετριοπάθεια. Συνηθισμένες τιμωρίες ήταν η στέρηση τροφής και ενδυμάτων ή/και ο εγκλεισμός σε απομονωμένο χώρο. Σώζονται ωστόσο και μαρτυρίες για υπερβολικά σκληρές τιμωρίες (ξερίζωμα του τριχωτού της κεφαλής, μαστίγωμα, αλυσοδέσιμο, απαγχονισμός) – ακόμη και τον 12ο και τον 14ο αιώνα, περίοδο κατά την οποία ο θεσμός έφθινε στο Βυζάντιο και ενώ οι Βυζαντινοί όλο και συχνότερα καθίσταντο πλέον θύματα αιχμαλωσίας και δουλείας.

Η απάνθρωπη μεταχείριση των κυρίων ενίοτε οδηγούσε τους δούλους σε φυγή. Οι νόμοι απέτρεπαν φυσικά και νομικά πρόσωπα (γαιοκτήμονες, μονές κ.λπ.) να υποδέχονται και να θέτουν στην υπηρεσία τους άγνωστα πρόσωπα, καθώς μπορεί να επρόκειτο για φυγάδες δούλους, που απέκρυπταν την ιδιότητά τους. Μάλιστα, ο νομοθέτης όριζε ότι η περίθαλψη φυγάδα δούλου ισούταν με κλοπή. Προφανής στόχος ήταν να μην του παρέχεται δυνατότητα επιβίωσης, γεγονός που οπωσδήποτε λειτουργούσε αποθαρρυντικά για τη σύλληψη ενός σχεδίου διαφυγής.

Αρκετοί δούλοι αναζητούσαν άσυλο σε εκκλησίες, όπως άλλωστε συνέβαινε και στην εποχή της κλασικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας οπότε οι δούλοι κατέφευγαν σε ναούς και αγάλματα αυτοκρατόρων. Ειδικοί εκκλησιαστικοί οφφικιάλιοι, οι έκδικοι/ιεροέκδικοι και ο πρωτέκδικος, διερευνούσαν τους λόγους για τους οποίους ένας δούλος είχε ζητήσει άσυλο. Αν όντως η προσφυγή οφειλόταν σε κακομεταχείριση και βάναυση συμπεριφορά, ο κύριος έχανε την κυριότητα επί του δούλου και αποζημιωνόταν στοιχειωδώς, ο δε δούλος πωλούνταν σε άλλο δεσπότη. Όπως προαναφέρθηκε, σε ειδικές περιπτώσεις (εκπόρνευση, ευνουχισμός) ο δούλος μπορούσε ακόμη και να απελευθερωθεί. Αν είχε υποπέσει σε σφάλμα (κλοπή ή ζημία) και απλώς φοβούνταν την οργισμένη αντίδραση του κυρίου του, τότε ο δεύτερος μπορούσε να υποσχεθεί ενόρκως ότι δεν θα τον τιμωρούσε σκληρά και ο δούλος επιστρεφόταν σε αυτόν. Σε περίπτωση βέβαια που η αιτία προσφυγής αποδεικνυόταν ασήμαντη, ο δούλος αποδιδόταν στον δεσπότη, αφού μάλιστα υφίστατο σωματική ποινή από τον έκδικο. Τον 5ο και 6ο αιώνα το φαινόμενο αναζήτησης εκκλησιαστικού ασύλου ήταν ιδιαίτερα συχνό και απασχόλησε αρκετές φορές τους αυτοκράτορες. Ο Ιουστινιανός Α΄ (527-565) διέταξε την επιτάχυνση των διαδικασιών, καθώς αυξανόταν ο αριθμός των δούλων που κατοικούσαν σε ναούς και προσκτίσματα, φέροντας προσκόμματα στη λειτουργία τους και στις υπηρεσίες που όφειλαν να προσφέρουν αλλά και προκαλώντας εντάσεις.

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και περιγραφές δεσποτών σε γραπτές πηγές κυρίως ηθικοπλαστικού χαρακτήρα (λ.χ. Βίους αγίων, ομιλίες αρχιερέων), που αναφέρονται σε κυρίους που αντιμετώπιζαν τους δούλους τους σχεδόν ως μέλη της οικογένειάς τους: ενδιαφέρονται γι’ αυτούς όταν αρρώσταιναν και έσπευδαν σε αγίους εκλιπαρώντας για τη θεραπεία τους, είχαν στενούς συναισθηματικούς δεσμούς με ορισμένους από αυτούς, σε βαθμό μάλιστα που αποφάσιζαν να τους χαρίσουν την ελευθερία τους. Τα συγκεκριμένα κείμενα προβάλλουν το πρότυπο του καλού δεσπότη, που θα μπορούσε να εμπνεύσει και τους υπόλοιπους πιστούς. Βέβαια, η συμπεριφορά του κυρίου απέναντι στους δούλους, όπως άλλωστε και προς τους έμμισθους υπηρέτες, εξαρτιόταν από τον χαρακτήρα, την κοινωνική και οικονομική θέση, το μορφωτικό και ηθικό του επίπεδο, αλλά και από το γενικότερο πνεύμα της εποχής.

Σε κάθε περίπτωση, και άλλες αφηγηματικές πηγές αλλά και δικαιοπρακτικά έγγραφα (διαθήκες, έγγραφα απελευθέρωσης) παρέχουν μαρτυρίες για δεσπότες προσηνείς και συμπονετικούς – ιδίως απέναντι σε δούλους με τους οποίους είχαν μεγαλώσει και ζήσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή τους. Ήδη αναφέρθηκε ότι συχνά δεσπότες παραχωρούσαν πεκούλια σε δούλους τους, γεγονός που δημιουργούσε τις προϋποθέσεις να βελτιώσουν τους όρους διαβίωσής τους και να εξαγοράσουν την ελευθερία τους. Άλλοι δεσπότες συμβίωναν με τις παλλακίδες δούλες τους έως τον θάνατό τους ή (σπανιότερα) τις παντρεύονταν – πράξεις που νομικά ισοδυναμούσαν με απελευθέρωση των γυναικών. Ακόμη, μαρτυρούνται πάμπολλες περιπτώσεις δούλων που είχαν αποκτήσει την εμπιστοσύνη των κυρίων τους. Ο αριστοκράτης Κεκαυμένος (11ος αι.) συστήνει μάλιστα στους γιους του να φροντίζουν ώστε να έχουν πάντοτε δίπλα τους έναν έμπιστο άνθρωπο, δούλο ή ελεύθερο, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ήταν εφικτό να αναπτυχθεί μια τέτοια σχέση. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αρκετοί δούλοι αναλάμβαναν υπεύθυνες θέσεις στο σπίτι ως τροφοί και παιδαγωγοί των τέκνων της οικογένειας ή ως οικονόμοι του σπιτιού, επιστάτες των καλλιεργειών ή υπεύθυνοι καταστημάτων, ως γραμματείς, διερμηνείς, έμπιστοι σωματοφύλακες κ.λπ. Από τον Ιωάννη Ζωναρά και τον Αριστηνό πληροφορούμαστε ότι δεσπότες ανέθεταν σε παιδαγωγούς-ιερωμένους τη διδασκαλία όχι μόνο των παιδιών αλλά και των δούλων τους. Αυτή η ευνοϊκή μεταχείριση εξυπηρετούσε προφανώς δύο σκοπούς. Πρώτον, την εξασφάλιση προσωπικού υψηλού μορφωτικού και διανοητικού επιπέδου, το οποίο θα ήταν χρησιμότερο για τους κυρίους τους και, δεύτερον, την αύξηση της αξίας των δούλων λόγω της απόκτησης επιπλέον προσόντων. Παράλληλα όμως, δείχνει τη βελτίωση της αντιμετώπισης των δούλων, ενδεχομένως στο πλαίσιο της ηθικής διδασκαλίας της εκκλησίας για τις σχέσεις των κυρίων με τους δούλους τους.

Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι σωζόμενες διαθήκες όπου μεταξύ άλλων οι δεσπότες διατύπωναν την επιθυμία να απελευθερωθούν ορισμένοι, τουλάχιστον, από τους δούλους τους. Φρόντιζαν μάλιστα να αφήσουν στους απελεύθερους και ένα κληροδότημα, προκειμένου να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι στον υπόλοιπο βίο τους. Βέβαια, εκτός από τον συναισθηματικό δεσμό που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους, στους λόγους που οδηγούσαν έναν δεσπότη να απελευθερώσει έναν ή περισσότερους δούλους θα πρέπει να συμπεριληφθούν οι μεταφυσικές του ανησυχίες ενόψει του τέλους της ζωής του – οπότε αποφάσιζε να προβεί σε πράξεις ελεημοσύνης και φιλανθρωπίας που θεωρούσε ότι θα διασφάλιζαν τη σωτηρία της ψυχής του. Για ίδιους λόγους, άλλοι ιδιοκτήτες επιθυμούσαν να λάβουν το μοναχικό σχήμα, οπότε θεωρούσαν ορθό (και όφειλαν) να αποδεσμευτούν από τα εγκόσμια και, άρα, από κάθε περιουσιακό στοιχείο. Άλλοι πάλι κύριοι δεν περιορίζονταν σε τόσο καθυστερημένες πράξεις ευεργεσίας και απελευθέρωναν δούλους τους νωρίτερα. Σώζονται μάλιστα τύποι συμβολαιογραφικών εγγράφων, με τα οποία τους εκχωρούνταν η ελευθερία (ἀκτος ἐλευθερίας ψυχαρίου). Στα κείμενα αυτά τονίζεται ότι η δουλεία είναι αντίθετη προς τον νόμο του Θεού, που έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο.

Στον παραπάνω τύπο συμβολαιογραφικής πράξης απελευθέρωσης δούλου τονίζεται ότι ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο, η δε κατάσταση της δουλείας αποτελεί συνέπεια της ανθρώπινης πλεονεξίας.  Επισημαίνεται ότι η ευεργεσία του δεσπότη οφείλεται στη μακροχρόνια σχέση με τον δούλο του και στα αισθήματα εκτίμησης και συμπάθειας που είχε αναπτύξει γι’ αυτόν. Αυτό διακρίνεται και από το γεγονός ότι του παρέχεται άνευ όρων ελευθερία, χωρίς καμία υποχρέωση του απελεύθερου προς τη δεσποτική οικογένεια και χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό κινήσεων.

Η ιδιωτική ζωή των δούλων – οι οικογενειακές σχέσεις

Κατά τους ελληνορωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους, ο γάμος συνιστούσε νομική πράξη. Εφόσον όμως οι δούλοι στερούνταν του δικαιώματος δικαιοπραξίας, νομικά δεν μπορούσαν να συνάψουν έγγαμες σχέσεις και, άρα, να έχουν οικογένεια και συγγενείς. Ωστόσο, καθώς σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητούνταν η ανθρώπινή τους υπόσταση, τους αναγνωριζόταν το δικαίωμα να ζουν ἐν συντροφίᾳ – με την άδεια βέβαια του δεσπότη. Με αυτόν τον τρόπο θεωρούνταν ότι οι δούλοι θα κάλυπταν ευπρεπώς τις γενετήσιες ορμές τους, χωρίς να προσβάλουν την τιμή της οικογένειας στην οποία ανήκαν. Πέρα από το ηθικό όφελος, υπήρχε βέβαια και πρακτικό όφελος, καθώς τα τέκνα των δούλων ανήκαν επίσης στον δεσπότη των γονέων. Έτσι, σε διάφορες πηγές απαντά ο όρος φαμίλια/οικογένεια δούλων και άλλοι βαθμοί συγγένειας. Ενίοτε, ακόμη και σε νομικά κείμενα χρησιμοποιούνται καταχρηστικά όροι που δηλώνουν οικογενειακούς δεσμούς, ενώ εντοπίζουμε και προβλέψεις περί μη διαχωρισμού των μελών της οικογένειας σε περίπτωση πώλησής της.

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, αν και η Πολιτεία αντιμετώπιζε τη δουλεία και τον γάμο ως δύο έννοιες ασυμβίβαστες, η Εκκλησία απαιτούσε από όλους τους χριστιανούς, ελευθέρους και δούλους, να συμμετέχουν στο θρησκευτικό μυστήριο του γάμου. Πρόβλημα κυρίως προκύπτει από τα τέλη του 9ου αιώνα, οπότε η αυτοκρατορική νομοθεσία επέβαλε όλοι οι υπήκοοι να τελούν θρησκευτικό γάμο, εξισώνοντάς τον ταυτόχρονα με πράξη αστικού Δικαίου. Αρκετοί λοιπόν δεσπότες δεν επέτρεπαν την ιερολόγηση της συμβίωσης δύο δούλων, φοβούμενοι ότι, αν τους αναγνώριζαν το δικαίωμα να συνάπτουν συμβόλαιο γάμου (άρα, το δικαίωμα να προβούν σε μια δικαιοπραξία ως υποκείμενα του Δικαίου), έμμεσα θα τους αναγνώριζαν την ελευθερία τους. Το θέμα διευθετήθηκε από τον Αλέξιο Α΄  Κομνηνό (1081-1118), ο οποίος αναγνώρισε ότι ο θρησκευτικός γάμος ήταν υποχρεωτικός για όλους τους χριστιανούς, ελεύθερους και δούλους. Tαυτόχρονα όμως, διαβεβαίωσε τους δεσπότες ότι τα δικαιώματά τους επί των δούλων τους δεν θίγονταν, καθώς, όπως διευκρίνιζε ρητά, η ιερολογία δεν συνιστούσε τεκμήριο απελευθέρωσής τους.  Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι η σχετική απροθυμία των δεσποτών δεν ήταν εύκολο να καμφθεί, καθώς κανονολόγοι των μέσων του 13ου αιώνα εξακολουθούν να απασχολούνται με το εν λόγω ζήτημα. Βέβαια, θα πρέπει να τονιστεί ότι τόσο η Εκκλησία, που αντιμετώπιζε όλους τους πιστούς ισότιμα όσον αφορά στα θρησκευτικά τους καθήκοντα και δικαιώματα, όσο και η Πολιτεία με τον νόμο του Αλεξίου Α΄ συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην ηθική εξίσωση δούλων και ελευθέρων.

Η στάση της Εκκλησίας απέναντι στον θεσμό της δουλείας

Με αφορμή το προαναφερθέν σχόλιο, θα περάσουμε σε ένα άλλο θέμα, δηλαδή στη στάση που τήρησε η Εκκλησία απέναντι στον θεσμό της δουλείας. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, μια και η χριστιανική διδασκαλία κηρύττει την ισότητα όλων των ανθρώπων ενώπιον του Θεού, ενώ βασικές αρχές της είναι η εν Χριστώ αγάπη και αδελφότητα, η αλληλεγγύη, η ελεημοσύνη και η φιλανθρωπία. Ωστόσο, η Εκκλησία αντιμετώπισε τη δουλεία ως μια μη αμφισβητήσιμη κοινωνικο-οικονομική και νομική πραγματικότητα. Ο Απόστολος Παύλος  κάλεσε τους χριστιανούς δούλους να υπηρετούν τους κοσμικούς κυρίους τους με υπακοή και σεβασμό, τους δε δεσπότες να ασκούν την εξουσία τους με έλεος και φιλανθρωπία αναλογιζόμενοι ότι όλοι ανεξαιρέτως είναι δούλοι του Κυρίου και ότι θα κριθούν για τη σκληρή ή απάνθρωπη συμπεριφορά τους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Ιωάννης Χρυσόστομος, επανέλαβαν εν πολλοίς τα λόγια του Αποστόλου, εξηγώντας ότι η πνευματική ελευθερία είναι ανώτερη της κοσμικής ελευθερίας. Η δε προσπάθεια του πιστού για ηθική εξύψωση και πνευματική προετοιμασία για τη μεταθανάτια ζωή δεν έχει σχέση με τις εξωτερικές (νομικές, οικονομικές, κοινωνικές κ.ά.) συνθήκες. Ένας δούλος και ένας ελεύθερος, ένας πένης και ένας πλούσιος δυνητικά μπορούσαν εξίσου να επιτύχουν την πνευματική τους ολοκλήρωση. Ο καθένας αντιμετωπίζει τις δικές του προκλήσεις και οφείλει να τις ξεπεράσει, για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα, που είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Έμφαση λοιπόν πρέπει να δίνεται στην επιδίωξη της αρετής, στον έλεγχο των παθών, στην πνευματική ελευθερία, με την επίτευξη της οποίας κατ’ όνομα κανείς ήταν σκλάβος· ο δε δούλος της αμαρτίας κατ’ όνομα μόνο ήταν αφέντης.

Η παραπάνω προσέγγιση επεξηγεί την οπτική της Εκκλησίας, που επέλεξε να μην στραφεί κατά του θεσμού της δουλείας καθώς και άλλων κοινωνικών ζητημάτων. Στόχος της δεν ήταν η αναμόρφωση της κοινωνίας, ώστε να λειτουργεί πιο δίκαια και αρμονικά, αλλά η προσωπική, εσωτερική αναμόρφωση του κάθε πιστού. Από την άλλη, βέβαια, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η Εκκλησία, ως αναγνωρισμένος και επίσημος θεσμός του Βυζαντίου ήδη από τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου, δεν ήταν απαλλαγμένη από σκοπιμότητες και δεν επιθυμούσε τη σύγκρουση με την καθεστηκυία τάξη. Σε κάθε περίπτωση, δεν αμφισβήτησε τις διατάξεις του αυτοκρατορικού Δικαίου που αφορούσαν τη δουλεία και δεν έκανε καμία προσπάθεια να καταργηθεί ο θεσμός της. Αντιθέτως, το 340 η τοπική σύνοδο της Γάγγρας καταδίκασε την αίρεση των Ευσταθιανών, οπαδών του μητροπολίτη Σεβαστείας Ευσταθίου, που μεταξύ άλλων παρότρυναν τους δούλους να εγκαταλείπουν τα καθήκοντά τους και να δείχνουν απείθεια προς τους κυρίους τους. Η υποχρέωση των δούλων για υποταγή στους κυρίους αποτελούσε λοιπόν επιταγή και του κανονικού Δικαίου. Καταδικαστέα ήταν μόνο η κατοχή χριστιανού δούλου από αιρετικό ή αλλόθρησκο – κανόνας που επηρέασε και το αυτοκρατορικό Δίκαιο.

Στο παραπάνω πλαίσιο, τόσο εκκλησιαστικά ιδρύματα όσο και πρόσωπα ήταν επιτρεπτό να κατέχουν και όντως διέθεταν δούλους. Βέβαια, ο ηγούμενος της μονής Στουδίου Θεόδωρος (τέλη 8ου-αρχές 9ου αι.), ο οποίος συνέταξε μοναστικούς κανόνες με μεγάλη και διαχρονική απήχηση, θεωρούσε ανεπίτρεπτο μοναχοί και μονές να κατέχουν δούλους, που ως άνθρωποι είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση δημιουργήματα του Θεού. Ωστόσο, και μάλιστα παρά τον κανόνα ακτημοσύνης που ισχύει για τους μοναχούς, εντοπίζουμε αναφορές σε πρόσωπα που συνέχιζαν να απολαμβάνουν τις υπηρεσίες δούλου/-ων τους και μετά τη μοναχική κουρά τους.

Βέβαια, όπως κατέστη ήδη φανερό, αν και η επίσημη Εκκλησία δεν προέβη σε καταδίκη του δικαιώματος κατοχής ανθρώπου από άνθρωπο, ωστόσο καταδίκαζε την κατάχρησή του, επικρίνοντας τη βάναυση συμπεριφορά δεσποτών. Σύμφωνα με τις χριστιανικές αρχές της δικαιοσύνης, της πραότητας και της φιλανθρωπίας, καλούνταν οι ιδιοκτήτες να αντιμετωπίζουν τους δούλους τους με ήπιο τρόπο. Υπήρξαν μάλιστα πεφωτισμένοι αρχιερείς, όπως ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός ή ο Ιωάννης Χρυσόστομος, που μίλησαν για ισότητα των ανθρώπων ως τέκτων του ιδίου πατέρα και ως αδελφών, προέτρεψαν τους κατόχους δούλων να αποκαταστήσουν τον θείο νόμο και να ελευθερώσουν τους δούλους τους παρέχοντάς τους παράλληλα και τα απαραίτητα εφόδια για να επιβιώσουν στο μέλλον. Πέρα από την ηθική διδασκαλία και τις προτροπές, η Εκκλησία, όπως σημειώθηκε παραπάνω, είχε αναλάβει θεσμικό ρόλο για την παροχή ασύλου. Ουσιαστικά, το άσυλο ήταν ο μοναδικός νόμιμος τρόπος μέσω του οποίου ο δούλος μπορούσε να διεκδικήσει την απαλλαγή του από τον απάνθρωπο αφέντη ή και να αποκτήσει την ελευθερία του.

Τέλος, το εκκλησιαστικό Δίκαιο αντιμετώπιζε ισότιμα όλους τους πιστούς, ελευθέρους και δούλους. Έγινε ήδη λόγος για το δικαίωμα τέλεσης θρησκευτικού γάμου εκ μέρους τους. Επίσης, σε αντίθεση με το αυτοκρατορικό Δίκαιο που δεν αναγνώριζε στους δούλους να παρουσιαστούν σε δικαστικό βήμα, η Εκκλησία τούς δεχόταν ακόμη και ως ενάγοντες σε βάρος ιερωμένων και επισκόπων. Με βάση την αρχή της ισότητας όλων των πιστών ενώπιον του Θεού, ήταν επίσης δυνατή η χειροτονία ενός δούλου σε κληρικό ή η κουρά του σε μοναχό – υπό τον όρο βέβαια ότι είχε τη συναίνεση του κυρίου του, καθώς η υποχρέωση υποταγής σε εκείνον αντετίθετο στην υποχρέωση απόλυτης υπακοής στον επίσκοπο ή στον ηγούμενο, αντίστοιχα.

Συμπερασματικά, οι απόψεις της Εκκλησίας περί ισότητας και εν Χριστώ αδελφοσύνης όλων των πιστών καθώς και η χριστιανική διδασκαλία που υπαγόρευε μια πιο φιλάνθρωπη μεταχείρισή τους συνέτειναν, από τη μια πλευρά, στην ηθική τους εξίσωση με τους ελεύθερους και, από την άλλη, στην καλύτερη αντιμετώπισή τους – τουλάχιστον από τους δεσπότες, που επιθυμούσαν να διάγουν ένα χριστιανικό βίο. Παρότι λοιπόν η Εκκλησία δεν ήρθε ποτέ σε ρήξη με το αυτοκρατορικό Δίκαιο και δεν διατάραξε τις ισχύουσες κοινωνικο-οικονομικές ισορροπίες, θα πρέπει να δεχτεί κανείς ότι μέσα από τους επίσημους και ευρύτερους κύκλους της ασκήθηκε θετική επίδραση στις κοινωνικές αντιλήψεις της εποχής.

Οι διαστάσεις του φαινομένου – ο ρόλος των δούλων στον οικονομικό βίο

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη περιγραφή του θεσμού της δουλείας κατά τους βυζαντινούς χρόνους, θα αναφερθούμε στον τρόπο απόκτησης δούλων και στον ρόλο τους στον οικονομικό και κοινωνικό βίο των Βυζαντινών.

Τέσσερις ήταν οι βασικές πηγές δούλων: α) οι πολεμικές εχθροπραξίες, από όπου προέκυπταν οι αιχμάλωτοι πολέμου·

Από τις πολεμικές εχθροπραξίες προέκυπταν αιχμάλωτοι πολέμου, που αν δεν εξαγοράζονταν, μετατρέπονταν σε δούλους. Οι αντίπαλοι του Βυζαντίου σπάνια προέβαιναν σε εξαγορά των αιχμαλώτων τους. Εξαίρεση αποτελούσαν οι Άραβες, οι οποίοι τελούσαν αλλάγια (ανταλλαγές αιχμαλώτων) με τους Βυζαντινούς. Στην εικόνα απεικονίζονται Άραβες αιχμάλωτοι, που αποδίδονται στον αυτοκράτορα Ρωμανό Γ΄ Αργυρό (1028-1034). Σύνοψη Ιστοριών Ιωάννη Σκυλίτζη (11ος αι.), μικρογραφία από το χειρόγραφο των μέσων του 13ου αι. (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη).

β) η πειρατεία και η ληστεία, που απέφεραν και ανθρώπινη λεία, γ) η φυσική αναπαραγωγή, καθώς η ιδιότητα του δούλου ήταν κληρονομική και δ) η αδυναμία αποπληρωμής χρεών, οπότε ο οφειλέτης πωλούσε τον εαυτό του ή τα τέκνα του ως δούλους – παρότι αυτό αντέκειτο στη νομοθεσία.

Κάποιος που επιθυμούσε να αποκτήσει έναν ή περισσότερους δούλους προσέφευγε στην αγορά, που τροφοδοτούνταν με ανθρώπινο εμπόρευμα με τους προαναφερθέντες τρόπους.  Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε καθορισμένος χώρος για τη διεξαγωγή δουλεμπορίου, αν και δεν γνωρίζουμε αν επρόκειτο για περιοδική ή μόνιμη αγορά. Το δεύτερο φαίνεται πιθανότερο, καθώς η πόλη ήταν κόμβος διακίνησης

Ελαιογραφία με τίτλο «Η αγορά σκλάβων» του Γάλλου ζωγράφου Jean-Léon Gérôme (περ. 1866). Clark Art Institute, Williamstown, Massachusetts, USA.

δούλων μεταξύ Ανατολής και Δύσης και μεταξύ Μαύρης Θάλασσας και Μεσογείου. Επίσης, τα μεγάλα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου (Τραπεζούντα, Θεοδοσία/Καφάς, Τάνα), της Αδριατικής (Ραγούσα), των νοτίων παραλίων της Μικράς Ασίας (Αττάλεια, Ταρσός, Σελεύκεια), η Θεσσαλονίκη, η Κόρινθος, η Κρήτη καθώς και σημαντικά αστικά κέντρα, όπως η Αδριανούπολη, λειτουργούσαν ως διαμετακομιστικοί σταθμοί αλλά και ως τοπικές αγορές δούλων.

Οι τιμές κυμαίνονταν ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση καθώς και με το φύλο, την ηλικία, τα σωματικά και άλλα προσόντα του κάθε δούλου. Ενδεικτικά, αναφέρουμε ότι επί Ιουστινιανού Α΄ ένας νεαρός δούλος (10-20 ετών) είχε αξία 20 χρυσών νομισμάτων, ενώ αν ήταν ειδικευμένος κόστιζε 30 νομίσματα. Αν ήταν εγγράμματος, οπότε μπορούσε να απασχοληθεί ως γραμματέας ή παιδαγωγός, πωλούνταν 50 νομίσματα. Τέλος, αν είχε ιατρικές γνώσεις έφτανε τα 60 νομίσματα. Το κοστολόγιο αυξανόταν αντιστοίχως, αν επρόκειτο για ευνούχο δούλο, καθώς θεωρούνταν αξιόπιστοι και χρήσιμοι για οικιακή απασχόληση αλλά και έμπιστοι ακόλουθοι του κυρίου τους. Παραβάλλοντας δεδομένα από τον 6ο, 9ο και 11ο-12ο αιώνα, συνάγεται ότι σε γενικές γραμμές η αξία των δούλων παρέμεινε διαχρονικά σταθερή. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, θα αναφέρουμε ότι ένας ελεύθερος υπήκοος που στη μέση βυζαντινή περίοδο ανήκε στην κοινωνικο-οικονομική τάξη των πενήτων διέθετε συνολική περιουσία κάτω από 50 χρυσά νομίσματα.

Όσον αφορά στις διαστάσεις του υπό εξέταση φαινομένου, δεν έχουμε βέβαια στη διάθεσή μας συγκεκριμένα αριθμητικά στοιχεία. Μπορούμε ωστόσο να διακρίνουμε ορισμένες φάσεις σε σχέση με το δυναμικό των δούλων και τη χρησιμοποίησή τους ως εργατικής δύναμης.

Σε γενικές γραμμές, οι μελετητές θεωρούν ότι κατά την περίοδο από τον 4ο αιώνα έως το α΄ μισό 7ου αιώνα δεν υπήρξε τόση εισροή δούλων όση στη διαρκώς διευρυνόμενη αυτοκρατορία των ρωμαϊκών χρόνων. Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική κατάσταση του πρωτοβυζαντινού κράτους ήταν τέτοια που επέτρεπε, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο, τον επαρκή ανεφοδιασμό της αγοράς σε δούλους. Παράλληλα, είχε σαφώς κοπάσει ο ενθουσιασμός και ο ζήλος των εύπορων πιστών των πρωτοχριστιανικών χρόνων, που για να εξασφαλίσουν την αιώνια ζωή έσπευδαν να απελευθερώσουν τους δούλους τους ή και να διαθέσουν τον πλούτο τους για την εξαγορά ομόθρησκων δούλων. Έτσι, ο διδάσκαλος ρητορικής και φιλοσοφίας Λιβάνιος (β΄ μισό 4ου αι.) στην ομιλία του Περί δουλείας παρουσιάζει το φαινόμενο ως ευρέως διαδεδομένο. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη ιουστινιάνεια νομοθεσία, που πραγματεύεται το ζήτημα επανειλημμένα. Το ίδιο προκύπτει και από τις αναφορές των Πατέρων της Εκκλησίας του 4ου και 5ου αιώνα, οι οποίοι επικρίνουν τους άρχοντες, τους πλούσιους γαιοκτήμονες και αριστοκράτες της εποχής τους, που έχουν στην κατοχή τους πλήθος δούλων από επιθυμία για πολυτελή βίο αλλά και από ματαιοδοξία, καθώς οι δούλοι αποτελούσαν πάντοτε ένδειξη πλούτου και μέσο κοινωνικής προβολής.

Συνεπώς, παρότι είχε αρχίσει να μειώνεται ο αριθμός τους σε σχέση με τη ρωμαϊκή περίοδο, οι δούλοι εξακολουθούσαν στο Βυζάντιο να αποτελούν μείζονα εργατική δύναμη τόσο στην οικιακή όσο και στην αγροτική και αστική οικονομία. Όσον αφορά στους δούλους του δημοσίου, πλήθος αυτών απασχολούνταν στην αυτοκρατορική αυλή. Έτσι επιδεικνυόταν ο πλούτος της αυτοκρατορίας και εμπνεόταν δέος στους υπηκόους για το μεγαλείο και την ισχύ της αυτοκρατορικής εξουσίας, αν και η κατάσταση αυτή επιβάρυνε σημαντικά το αυτοκρατορικό ταμείο. Επίσης, οι δούλοι εργάζονταν σε βασιλικά εργαστήρια για την παραγωγή και βαφή των πολύτιμων μεταξωτών, χρυσοποίκιλτων και πορφυρών υφασμάτων και ενδυμάτων, στα νομισματοκοπεία, στη βιοτεχνία όπλων, σε μεταλλεία, λατομεία και αλυκές, ενώ μεγάλος αριθμός αξιοποιούνταν στα δημόσια αρτοποιεία για την παρασκευή άρτου που θα διανεμόταν στον πληθυσμό της πρωτεύουσας. Γενικά, η χρησιμοποίηση δουλικής εργασίας γινόταν από το κράτος σε κλάδους όπου απαιτούνταν σκληρή εργασία (που ισοδυναμούσε με κάτεργα ή και θανατική ποινή) ή τεχνογνωσία (που δεν έπρεπε να διαδοθεί τόσο στην ευρύτερη αγορά όσο και εκτός του Βυζαντίου).

Στη μέση βυζαντινή περίοδο, ιδίως από τον 9ο αιώνα και εξής, ο θεσμός φαίνεται ότι γνωρίζει μια νέα άνθηση ή κατ’ άλλους μια τελευταία αναλαμπή. Με τις στρατιωτικές επιτυχίες επί Ισαύρων και Μακεδόνων αυτοκρατόρων εναντίον των Αράβων και των Βουλγάρων καθώς και

Η Δανιηλίδα, πλούσια χήρα από την Πάτρα, πάτρωνας του μετέπειτα αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ (867-886), μεταφερόμενη και συνοδευόμενη από πλήθος δούλων της κατά το ταξίδι της στην Κωνσταντινούπολη. Σύνοψη Ιστοριών Ιωάννη Σκυλίτζη (11ος αι.), μικρογραφία από το χειρόγραφο των μέσων του 13ου αι. (Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη).

άλλων εξωτερικών εχθρών εισέρεε πλήθος αιχμαλώτων, που ενίσχυαν τον προϋπάρχοντα πληθυσμό των δούλων. Ταυτόχρονα, το ανθηρό ήδη από τον 10ο αιώνα εξωτερικό εμπόριο των Βυζαντινών εξασφάλιζε την αγορά των πόλεων με δούλους, κυρίως από τα παράλια της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας. Παράλληλα με τους Βυζαντινούς εμπόρους και οι Βενετοί ανέπτυσσαν ανάλογη δραστηριότητα. Τα σκλαβοπάζαρα τροφοδοτούνταν και από τη δράση των Αράβων και άλλων πειρατών, που λυμαίνονταν το Αιγαίο και γενικά τη Μεσόγειο. Φυσικά, η ανάκαμψη του φαινομένου δεν θα μπορούσε απλώς να αποδοθεί σε αυξημένη προσφορά δούλων. Κατά τους 10ο-12ο αιώνες τοποθετείται η ακμή της βυζαντινής οικονομίας, γεγονός που δημιούργησε μια πολυπληθή εύπορη τάξη, με αγοραστική ικανότητα και διάθεση να διάγει έναν πολυτελή βίο. Τέλος, το φαινόμενο της δουλείας φαίνεται ότι ενισχυόταν και από τις συνεχείς πιέσεις των δυνατών γαιοκτημόνων προς τις αδυνάτους/πένητες (μικρογαιούχους), οι οποίοι υπό το βάρος των διογκούμενων χρεών περιέρχονταν στην κατάσταση του δούλου. Στη θεραπεία αυτού του προβλήματος ενδεχομένως να στόχευαν και οι Νεαρές του Λέοντα Στ΄ (886-912) και Μανουήλ Α΄ Κομνηνού (1143-1180) που απαγόρευαν ελεύθερους υπηκόους να πωλούν τον εαυτό τους.

Από τα χρόνια των Κομνηνών (τέλη 11ου αι. – τέλη 12ου αι.) άρχισε και πάλι να φθίνει ο θεσμός. Κατ’ αρχάς, εισάγονται νομοθετικές ρυθμίσεις που ευνοούσαν τις απελευθερώσεις – αν και για τους δούλους του δημοσίου μια τέτοια τάση διακρίνεται ήδη από τον 9ο αι­ώνα. Το 1095, ο Αλέξιος Α΄ όρισε ότι κατά την εκδίκαση υπόθεσης εκκλησιαστικού ασύλου θα προσάγονταν μόνο μάρτυρες του εγκαλούντος, δηλαδή του δούλου, ώστε να τερματίζεται γρήγορα η διαδικασία και να μην θίγεται ο ασθενέστερος. Επίσης, θέσπισε ότι όσοι μπορούσαν να αποδείξουν με δύο μάρτυρες ότι είχαν γεννηθεί από ελεύθερους γονείς στον τόπο καταγωγής τους θα κέρδιζαν την ελευθερία τους. Ο ίδιος αυτοκράτορας απελευθέρωσε πλήθος Πετσενέγγων αιχμαλώτων, τους οποίους εγκατέστησε στα Μογλενά και στρατολόγησε. Με τον ίδιο στόχο, δηλαδή την ενίσχυση του βυζαντινού στρατεύματος – ίσως όμως και για λόγους άσκησης κοινωνικής πολιτικής, ο Μανουήλ Α΄ Κομνηνός απελευθέρωσε πλήθος Βυζαντινών που είχαν υποπέσει στην κατάσταση του δούλου λόγω χρεών. Η απελευθέρωσή τους έγινε με χρηματική αποζημίωση από το αυτοκρατορικό ταμείο, ώστε να μην υπάρξει δυσαρέσκεια από τους δεσπότες τους.

Πάντως, φαίνεται να μην είναι τυχαίο που ο Μανουήλ Α΄ ήταν ο τελευταίος αυτοκράτορας που εισήγαγε ρυθμίσεις σε σχέση με τον θεσμό της δουλείας. Οι νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που προκάλεσε η συνεχής απορρόφηση της μικρής έγγειας ιδιοκτησίας από τους μεγαλογαιοκτήμονες (10ος-12ος αι.) είχαν μάλλον ευνοήσει την αντικατάσταση των δούλων ως εργατικού δυναμικού από πρώην μικρογαιούχους. Σε αυτοκρατορικά, δικαιοπρακτικά και απογραφικά έγγραφα καθώς και σε οικονομικές πραγματείες της περιόδου απαντούν κυρίως ενοικιαστές γαιών (προσωρινοί/εκλήπτορες ή μόνιμοι/πάροικοι), μίσθιοι εργάτες (δουλευτές, δουλευτοπάροικοι, δουλοπάροικοι) και απελεύθεροι. Υπάρχουν λοιπόν ενδείξεις ότι η χρησιμοποίηση των δούλων στις αγροτικές εργασίες ήταν αρκετά περιορισμένη σε σχέση με τους πρώιμους και μέσους βυζαντινούς χρόνους. Κατά μία άποψη, αυτό θα πρέπει να αποδοθεί και σε οικονομικούς λόγους: η δουλική εργασία ήταν κατώτερης ποιότητας, άρα όχι τόσο αποδοτική, η δε συντήρηση των δούλων ήταν δαπανηρή σε σχέση με το παραγόμενο έργο. Έτσι, προκρίθηκε ως πιο αποδοτική και συμφέρουσα μια άλλη μορφή εξαρτημένης εργατικής δύναμης, εκείνης των παροίκων και δουλευτοπαροίκων, που άλλωστε την περίοδο αυτή ήταν πολυάριθμη και επαρκώς προσφερόμενη.

Κατά τους 13ο-15ο αιώνες, ο θεσμός της δουλείας συνέχισε βέβαια να υφίσταται νομικά και πρακτικά, ωστόσο οι διαστάσεις του φαινομένου ήταν πλέον μικρές. Μετά την κατάλυση της αυτοκρατορίας στο πλαίσιο της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204, το Βυζάντιο εισήλθε σε μια φάση κρίσης. Κυρίαρχα χαρακτηριστικά της περιόδου ήταν ο αγώνας για συσπείρωση και επιβίωση του βυζαντινού στοιχείου και η προσπάθεια ανασύστασης του κράτους και ανάκτησης των χαμένων εδαφών. Η βυζαντινή οικονομία δέχτηκε σοβαρά πλήγματα λόγω της συνεχούς και πανταχόθεν εμπόλεμης κατάστασης αλλά και εξαιτίας της επικράτησης των ιταλικών ναυτικών δυνάμεων στο Αιγαίο και γενικά στην Ανατολική Μεσόγειο. Εκ των πραγμάτων λοιπόν οι Βυζαντινοί δεν είχαν δυνατότητα να αποκτήσουν μεγάλο αριθμό δούλων. Ο οικονομικός τους ρόλος ήταν πλέον αμελητέος, με τους περισσότερους να απασχολούνται κυρίως ως οικιακοί υπηρέτες. Τα κέντρα δουλεμπορίου μετατοπίστηκαν προς τις εύπορες ιταλικές πόλεις, την Ισπανία και τους μουσουλμάνους της Βόρειας Αφρικής, όπου υπήρχε ικανό αγοραστικό κοινό.

Άλλωστε, είχε αρχίσει ολοένα και περισσότερο να εμπεδώνεται η αντίληψη ότι επρόκειτο για έναν απάνθρωπο και αντιχριστιανικό θεσμό, ιδίως από τη στιγμή που οι ίδιοι οι Βυζαντινοί έπεφταν ολοένα και συχνότερα θύματα εξανδραποδισμού και δουλεμπορίου. Ήδη από τα τέλη του 11ου αιώνα, η σελτζουκική κατάκτηση στη Μικρά Ασία, αργότερα η λατινική κυριαρχία στον ελλαδικό χώρο και τέλος η οθωμανική και γενικά τουρκική επεκτατικότητα, σε συνδυασμό με την ανεξέλεγκτη πειρατεία στις θάλασσες του Αιγαίου και του Ευξείνου Πόντου και το δραστήριο ιταλικό δουλεμπόριο, είχαν ως αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε σκλαβοπάζαρα Ανατολής και Δύσης πλήθη Βυζαντινών, κάθε ηλικίας, φύλου, ιδιότητας και κοινωνικής τάξης. Σε αυτό το πλαίσιο, μεμονωμένα πρόσωπα μιας οικονομικής επιφάνειας προσπαθούσαν να εξαγοράσουν τους οικείους τους, προτού χαθούν τα ίχνη τους οριστικά. Οι δε Βυζαντινοί αυτοκράτορες, ανήμποροι λόγω στρατιωτικής αδυναμίας να προστατεύσουν τους επαρχιακούς τους πληθυσμούς, μάταια επιχειρούσαν να κάμψουν το θλιβερό φαινόμενο με σχετικές εκκλήσεις προς τους πάπες και τους αρχηγούς δυτικών και λατινοκρατούμενων χωρών. Ωστόσο, τα επανειλημμένα παπικά και σπανιότερα κρατικά θεσπίσματα, που άλλοτε αφορούσαν στην απελευθέρωση Βυζαντινών σκλάβων από Δυτικούς και άλλοτε στην απαγόρευση διακίνησης χριστιανών δούλων προς τους μουσουλμάνους της Αιγύπτου, ελάχιστα άμβλυναν το κυρίαρχο κίνητρο που συνιστούσε το οικονομικό συμφέρον.

Η Ελισάβετ Χατζηαντωνίου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Βυζαντινής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

* Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της διάλεξης που δόθηκε στο πλαίσιο του μαθήματος «Δουλεία και δουλεμπόριο στη νεότερη και σύγχρονη εποχή», Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σεμιναρίων, Τομέας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας / οργάνωση: καθηγητές Β. Γούναρης και Αθ. Σφήκας ΑΠΘ (Μάρτιος 2014).

 ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Πηγές

Codex Justinianus, έκδ. P. Krüger, Berlin 1877 (ανατ. Dublin-Zürich 1970).

Digesta (Πανδέκτης), έκδ. Th. Mommsen, Berlin 1892 (ανατ. Dublin-Zürich 1973).

Novelles Justiniani, έκδ. P. Schoell – Kroll, Berlin 1895 (ανατ. Dublin-Zürich 1972).

Πρόχειρος Νόμος, έκδ. I. και Π. Ζέπος, Jus Graecoromanum (= JGR), τ. 1-8, Αθήνα 1931 (ανατ. Αalen 1962), τ. 2, σ. 107-228.

Επαναγωγή του Νόμου υπό Βασιλείου και Λέοντος και Αλεξάνδρου, JGR 2, σ. 236-369.

Basilicorum Libri LX, έκδ. Η. J. Scheltema – Ν. van der Wal, τ. Ι-VIII, Groningen 1955-1988.

Les novelles de Leon VI le Sage, έκδ. P. Noailles – A. Dain, Paris 1944.

Novellae et aureae bullae imperatorum post Justinianum, JGR, τ. 1, σ. 291-429 (Νεαρές Κομνηνών, 1081-1185).

Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, έκδ. Γ. Α. Ράλλης – Μ. Ποτλής, τ. 1-6, Αθήναι 1852-1859, ανατ. 1966.

Το επαρχικόν βιβλίον, έκδ. J. Koder, Das Eparchenbuch Leons des Weisen, Wein

Στρατηγικόν Κεκαυμένου, έκδ. G. Litavrin, Sovety is rasskazy Kekavmena, Moskva

Πείρα ήγουν διδασκαλία εκ των πράξεων του μεγάλου κυρού Ευσταθίου του Ρωμαίου, στο: JGR, τ. 4, σ. 9-260.

Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου, Πρόχειρον νόμων ή Εξάβιβλος, έκδ. Κ. Γ. Πιτσάκης, Αθήνα 1971.

Α. Veselovskij, Razyskanija ν’ oblasti russkago dukhovnago stikha, Sbornik Otd. Russ. Jaz. i Imp. Akad. Nauk 46, S. Peterburg 1899, αρ. 6, Priloženije, σ. 10-76 (Βίος οσίου Βασιλείου του Νέου).

Le testament d’Eustathios Boïlas, έκδ. P. Lemerle, στο: Cinq études sur le XIe siècle byzantin, Paris 1977, σ. 15-63.

Άκτος ελευθερίας ψυχαρίου, έκδ. Κ. Σάθας, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Βενετία 1877, τ. 6, σ. 617-618.

Β. Βοηθήματα

Χριστίνα Αγγελίδη, Δούλοι στην Κωνσταντινούπολη τον 10ο αι. Η μαρτυρία του Βίου του οσίου Βασιλείου του Νέου, Βυζαντινά Σύμμεικτα 6 (1985) 33-51.

  1. Glancy, Slavery in early Christianity, Oxford University Press 2002.

Anne Hadjinicolaou-Marava, Recherches sur la vie des esclaves dans le Monde Byzantin, Athènes 1950.

Helga Köpstein, Μερικές παρατηρήσεις για τη νομική κατάσταση των δούλων κατά την Πείρα, στο: Η καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο, Αθήνα 1989, σ. 409-419.

Helga Köpstein, Zur Slaverei im ausgehenden Byzanz, Berlin 1966.

Σοφία Μεργιαλή-Σαχά, Οι Βυζαντινοί ως εμπορεύσιμο αγαθό στο δουλεμπόριο της Μεσογείου τον 14ο αιώνα, στο: Αντικήνσωρ, Τιμητικός τόμος Σ. Τρωιάνου, Αθήνα 2013, τ. Β΄, σ. 971-996.

  1. Meijjering, Molesting priests, castrating slaves. Justinianic Novels in the lexicon Ρωμαϊκαι αγωγαί, Subseciva Groningana 4 (1990) 141-162.

Ν. Μοσχονάς, Η αγορά των δούλων, στο: Χρήμα και Αγορά στην εποχή των Παλαιολόγων, Αθήνα 2003, σ. 249-272.

Π. Μπούμης, Η απελευθέρωσις των δούλων, Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ 24 (1980) 695-708.

Ελευθερία Παπαγιάννη, Τo πρόβλημα τωv δoύλωv στo έργo τωv καvovoλόγωv τoυ 12oυ αιώvα, στo: Τo Βυζάvτιo κατά τov 12o αιώvα: Καvovικό Δίκαιo, κράτος και κoιvωvία, Αθήvα 1991, σ. 405-445.

St. Perentidis, L’ordination de l’esclave à Byzance : droit officiel et conceptions populaires, Revue historique de droit français et étranger 59 (1981) 231-248.

  1. Prinzing, On slaves and slavery, στο: The byzantine world, London – New York 2010, σ. 92-102.
  2. Rotman, Les Esclaves et l’esclavage de la Méditerranée antique à la Méditerranée médiévale, VIe – XIe siècles, Paris 2004 (= Byzantine Slavery and the Mediterranean World, αγγλ. μτφρ. J.-M.Todd, Cambridge 2009).

Ch. Verlinden, La traite des esclaves dans l’espace byzantine au XIVe siècle, στο: Actes du XIVe Congrès International des Etudes Byzantines, Bucarest, 6-12 Septembre 1971, σ. 281-284.

Ch. Verlinden, L’esclavage dans l’Europe médiévale, τ. II, Gent 1977, σ. 978-1009.