Skip to main content

Christopher Montague Woodhouse: Το δράμα της γραμμής Αλιάκμoνα

Christopher Montague Woodhouse

Το δράμα της γραμμής Αλιάκμoνα

Θα ξεκινήσω με μια προσωπική ανάμνηση.*Αργά τη νύκτα της 4ης Μαρτίου 1941, με την ιδιότητα ενός κατώτερου αξιωματικού της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής, ήμουν επιφορτισμένος με την μεταφορά ενός μηνύματος από το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, έδρα της αποστολής, στη βρετανική πρεσβεία. Παραλήπτης του μηνύματος αυτού ήταν ο στρατηγός Wavell, ανώτατος διοικητής της Μέσης Ανατολής, ο οποίος διέμενε προσωρινά στην πρεσβεία. Θυμάμαι πως ήταν ημέρα Τρίτη, όχι ό,τι καλύτερο για να ξεκινήσει μια νέα στρατιωτική επιχείρηση στην Ελλάδα, όμως οι καιροί ήταν ζοφεροί. Γερμανικά στρατεύματα είχαν προωθηθεί έως τα σύνορα της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας και δραστικές (αν και καθυστερημένες χρονικά) αποφάσεις έπρεπε να ληφθούν ταχύτατα.

Η μεγάλη αίθουσα της πρεσβείας βρισκόταν σε κατάσταση αναβρασμού. Εκτός από τον στρατηγό Wavell, στον οποίο παρέδωσα αμέσως το μήνυμα δίχως να γνωρίζω, έως σήμερα, το περιεχόμενο, αναγνώρισα πάνω από τα μισά πρόσωπα που ήταν παρόντα: τον βασιλέα Γεώργιο Β΄, τον Αλέξανδρο Κορυζή, ο οποίος, λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε διαδεχθεί τον στρατηγό Μεταξά στην πρωθυπουργία, τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου στρατηγό Παπάγο, τον βρετανό υπουργό Εξωτερικών Anthony Eden, τον αρχηγό του Αυτοκρατορικού Επιτελείου Sir John Dill, τον πρεσβευτή Sir Michael Palairet, καθώς και μια πλειάδα Ελλήνων και Βρετανών διπλωματών, κρατικών λειτουργών και ανωτάτων αξιωματικών των τριών όπλων.

Ο Chris Woodhouse στην Ελλάδα, το 1941.

Το ζητούμενο ήταν η λήψη τελικών αποφάσεων για τη δημιουργία ενός κοινού μετώπου στη βόρειο Ελλάδα, όπου  αναμενόταν να εκδηλωθεί γερμανική εισβολή, προερχομένη είτε από τη Βουλγαρία είτε δια μέσου της Γιουγκοσλαβίας. Οι σχετικές διαπραγματεύσεις είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα Ιανουαρίου του 1941, όταν ο στρατηγός Wavell επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Ελλάδα. Η χώρα, τότε, τελούσε υπό καθεστώς πολέμου έναντι της Ιταλίας, όχι όμως έναντι της Γερμανίας. Ο ελληνικός στρατός στο μέτωπο της Αλβανίας και ο βρετανικός σε εκείνο της βορείου Αφρικής, μόλις είχαν καταφέρει σημαντικά πλήγματα σε βάρος των Ιταλών. Ο στρατηγός Μεταξάς, λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό του, μη επιθυμώντας να προκαλέσει πρόωρα τη Γερμανία με καταστρεπτικές συνέπειες για τον τόπο, προτιμούσε οι συνομιλίες με τον Wavell να περιοριστούν στο ζήτημα του πολέμου κατά της Ιταλίας. Ωστόσο, ήταν εξωπραγματικό να μη θιγεί καθόλου η γερμανική απειλή, καθότι τα γερμανικά στρατεύματα είχαν ήδη εισέλθει στη Ρουμανία και προωθούνταν κρυφά εντός του βουλγαρικού εθνικού εδάφους. Κατόπιν τούτου, οι Μεταξάς, Παπάγος και Wavell συνεκτίμησαν και την παράμετρο αυτή, δίχως να καταλήξουν σε συγκεκριμένο συμπέρασμα.

Κατά τον πρώτο, αυτό, γύρο των συνομιλιών, ο Παπάγος είχε δηλώσει πως σε περίπτωση σχηματισμού ενός κοινού ελληνο-βρετανικού μετώπου, η καλύτερα προσφερόμενη περιοχή ήταν η Μακεδονία, βορείως της Θεσσαλονίκης και σε άμεση γειτνίαση με τη μεθόριο τόσο με τη Βουλγαρία όσο και με τη Γιουγκοσλαβία. Με άλλα λόγια, η επονομαζόμενη “Γραμμή Μεταξά”. Το ανατολικό σκέλος των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, που μάχονταν στο αλβανικό μέτωπο, θα υποχωρούσε μερικά μίλια, ούτως ώστε να ευθυγραμμιστεί με αυτή. Οι Μεταξάς και Παπάγος απογοητεύθηκαν σφόδρα ακούγοντας τον Wavell να τους εξηγεί πως οι Βρετανοί δεν είχαν διαθέσιμες εφεδρείες πέρα από ορισμένες μονάδες πυροβολικού. Κατέστησαν σαφές πως η αποστολή στην Ελλάδα ανεπαρκών ενισχύσεων υπήρχε κίνδυνος να εκληφθεί από τους Γερμανούς ως πρόκληση, προσφέροντας στους τελευταίους το πρόσχημα προκειμένου να επιτεθούν. Υπό παρόμοιες συνθήκες, η αναχαίτιση μιας γερμανικής εισβολής ήταν πρακτικά αδύνατη. Οι συνομιλίες απέβησαν άκαρπες. Για πρώτη φορά, όμως, αναφέρθηκε η προοπτική οργάνωσης μιας μικρότερης, σε μήκος, αμυντικής γραμμής, στο ύψος του ποταμού Αλιάκμονα.

Η γραμμή Αλιάκμονα διέθετε πράγματι τις προδιαγραφές μιας ισχυρής αμυντικής θέσης. Από ελληνικής πλευράς, όμως, εκφράστηκαν σοβαρές ενστάσεις για μια επιλογή αυτού του είδους. Μια ελληνο-βρετανική σύμπτυξη των δυνάμεων κατά μήκος της παραπάνω γραμμής σήμαινε, αυτομάτως, την απόσυρση του ελληνικού στρατού από τα εδάφη, τα οποία είχε κατακτήσει στην Αλβανία. Σήμαινε επίσης, την εγκατάλειψη αμαχητί της δυτικής Θράκης, της ανατολικής και κεντρικής Μακεδονίας και, υπεράνω όλων, εκείνη της Θεσσαλονίκης. Επρόκειτο για θυσίες, ικανές να κλονίσουν ανεπανόρθωτα το ηθικό του ελληνικού λαού. Για τον Παπάγο, ο Αλιάκμονας εκπροσωπούσε την ύστατη γραμμή άμυνας. Αντίθετα, αποτελούσε την μείζονα προτεραιότητα του βρετανικού Γενικού Επιτελείου.

Οι συνομιλίες του Ιανουαρίου 1941 ολοκληρώθηκαν με μια ξεκάθαρη δήλωση του Μεταξά, ό,τι δεν επρόκειτο να καλέσει σε βοήθεια τους Βρετανούς παρά μόνο εάν ο γερμανικός στρατός εισερχόταν στη Βουλγαρία και εφόσον οι προοριζόμενες για την Ελλάδα ενισχύσεις επαρκούσαν για την αποτελεσματική απόκρουση μιας  εισβολής. Λίγες μέρες αργότερα, στις 29 Ιανουαρίου, ο Μεταξάς εξέπνευσε. Ο βασιλέας τοποθέτησε στη θέση του τον Αλέξανδρο Κορυζή, έναν οικονομολόγο, ο οποίος στερείτο παντελώς κάποιας, έστω στοιχειώδους, επαγγελματικής στρατιωτικής εμπειρίας. Έκτοτε, η διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας περιήλθε ουσιαστικά στον βασιλέα και στον

Πολεμικό συμβούλιο υπό την προεδρία του Γεωργίου Β’ (στο κέντρο). Από αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται ο Βρετανός στρατηγός Parry, ο Ιωάννης Μεταξάς,, ο Βρετανός πτέραρχος D’ Albiac και ο Αλέξανδρος Παπάγος.

Παπάγο. Όταν, διαρκούντος του Φεβρουαρίου, τα γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν μαζικά εντός του βουλγαρικού εθνικού εδάφους, ο πρεσβευτής Sir Michael Palairet, ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση να επιβεβαιώσει την πρόθεση του Μεταξά να καλέσει τους Βρετανούς σε βοήθεια σε μια τέτοια περίπτωση. Αν και καταφατική, η απάντηση έκανε εκ νέου λόγο για αποστολή επαρκούς στρατιωτικής δύναμης.

Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Wavell, η Αθήνα απέφευγε να προσδιορίσει τί ακριβώς εννοούσε με τον επιθετικό προσδιορισμό “επαρκής”. Από τη δική του πλευρά, ο ανώτατος διοικητής του θεάτρου της Μέσης Ανατολής ήταν αποδέκτης ισχυρών πιέσεων εκ μέρους της βρετανικής κυβέρνησης, για αποστολή του μεγίστου δυνατού ενισχύσεων, εις βάρος ακόμα και των δυνάμεών του, που μάχονταν στο μέτωπο της βορείου Αφρικής. Η Μεγάλη Βρετανία όφειλε να είναι συνεπής ως προς τις υποχρεώσεις της έναντι της Ελλάδας και να ανταποκριθεί στη δήλωση εγγυήσεως, στην οποία είχε προβεί τον Απρίλιο του 1939, την επομένη της κατάκτησης της Αλβανίας από τον ιταλικό στρατό. Η πίεση έναντι του Wavell και του Παπάγου αυξήθηκε περί το τέλος Φεβρουαρίου, όταν κατέφθασε στη Μέση Ανατολή μια πολυπληθής διπλωματική και στρατιωτική αποστολή, με επικεφαλείς τον υπουργό Εξωτερικών, Anthony Eden και τον αρχηγό του Αυτοκρατορικού Επιτελείου, Sir John Dill.

Πρώτος σταθμός της αποστολής ήταν το Κάϊρο, έδρα του στρατηγείου του Wavell. Στις 22 Φεβρουαρίου ακολούθησε η Αθήνα, με τη συνοδεία του ανώτατου διοικητή Μέσης Ανατολής προσωπικά. Κατόπιν, σειρά είχαν η Άγκυρα και η Κύπρος και εκ νέου η Αθήνα, στις 2 Μαρτίου. Για μια ακόμη φορά, το ζητούμενο ήταν η δημιουργία ενός κοινού ελληνο-βρετανικού μετώπου ενάντια σε μια γερμανική εισβολή, προερχόμενη από τη Βουλγαρία, η οποία θεωρείτο βεβαία. Η έκβαση της όλης υπόθεσης έμελλε να προκαλέσει ολόκληρη σειρά από παρεξηγήσεις ανάμεσα στις δυο σύμμαχες χώρες.

Το ύψος της βοήθειας δεν αποτελούσε, πλέον, εμπόδιο για μια επίτευξη συμφωνίας. Πέρα από βρετανικές μονάδες, ο Wavell ήταν σε θέση να προσφέρει αυστραλιανές, νεοζηλανδικές και πολωνικές, συνολικού ύψους 100.000 ανδρών περίπου. Η δυνατότητα αποστολής ενισχύσεων του μεγέθους αυτού οφειλόταν στην ολοκληρωτική ήττα των Ιταλών στη βόρειο Αφρική και στην αποδέσμευση στρατευμάτων από εκεί. Ως διοικητής του εκστρατευτικού σώματος επελέγη ο στρατηγός Maitland Wilson και ως υποδιοικητής ο Αυστραλός στρατηγός Blamey. Ωστόσο, αμφότεροι θα υπάγονταν στις διαταγές του Παπάγου. Ο Παπάγος εξακολουθούσε να θεωρεί την προτεινόμενη βοήθεια

Maitland Wilson.

ως ανεπαρκή. Τελικά, αναγκάστηκε να υποκύψει μπροστά στην επιμονή του βασιλέα Γεωργίου Β΄, για λόγους υψίστης εθνικής πολιτικής.

Δυστυχώς, οι ρίζες της παρεξήγησης ήταν απλωμένες βαθειά και οφείλονταν, πρωτίστως, σε ψυχολογικούς λόγους: στην ενδόμυχη ελπίδα του Παπάγου πως η άμυνα της βορειοανατολικής Ελλάδας ήταν εφικτή, την ίδια στιγμή που οι Βρετανοί στρατηγοί είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι η μόνη θέση, στην οποία ήταν διατεθειμένοι να αναπτύξουν τις δυνάμεις τους, ήταν η γραμμή Αλιάκμονα. Οι τελευταίοι, δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν τη σημασία, που εκπροσωπούσε για τους Έλληνες, μια παράδοση της Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης στον εχθρό. Προσηλωμένοι σε μια αμιγώς στρατηγική οπτική, θεωρούσαν ευκολότερη την οργάνωση της άμυνας κατά μήκος μιας μικρότερης γραμμής. Μόνο υπό αυτή την προϋπόθεση η βρετανική βοήθεια ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως επαρκής.

Όταν, στις 22 Φεβρουαρίου, οι Eden και Dill έφτασαν στην Αθήνα, ήλπιζαν πως θα  κατάφερναν να πείσουν τον Παπάγο να αποσύρει αμέσως τις δυνάμεις του από την βορειοανατολική Ελλάδα και να τις συμπτύξει στο ύψος του Αλιάκμονα, με ότιδήποτε μια ενέργεια του είδους αυτού συνεπαγόταν ως προς την εγκατάλειψη της Θεσσαλονίκης. Όμως, δεν ήταν δυνατό για τον Παπάγο να λάβει μια τόσο σοβαρή απόφαση εάν όλα τα δυνατά περιθώρια δεν είχαν προηγουμένως εξαντληθεί. Υπήρχε ακόμη το ενδεχόμενο η Τουρκία και η Γιουγκοσλαβία να παρέμβουν, ξεχωριστά η καθεμιά ή από κοινού, στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων, παρόλη την παρουσία των γερμανικών στρατευμάτων στη Βουλγαρία. Αμέσως μετά τη συνεδρίαση της 23ης Φεβρουαρίου, οι δυο Βρετανοί αξιωματούχοι αναχώρησαν με προορισμό την Άγκυρα δίχως τη συνοδεία του Wavell, προκειμένου να βολιδοσκοπήσουν τους Τούρκους και να εξετάσουν τις προθέσεις τους. Παράλληλα, ο Eden ήρθε σε επαφή με την κυβερνηση της Γιουγκοσλαβίας μέσω της βρετανικής πρεσβείας στο Βελιγράδι, για τον ίδιο ακριβώς σκοπό.

Πιθανότατα, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών δεν έτρεφε ιδιαίτερες ελπίδες για μια θετική ανταπόκριση, τόσο από πλευράς Τουρκίας, όσο και από πλευράς Γιουγκοσλαβίας. Στο νου του, το διάβημα, στο οποίο είχε προβεί, προσλάμβανε περισσότερο χροιά χειρονομίας υποστήριξης έναντι του Παπάγου, ενόψει της οδυνηρής απόφασης που ο τελευταίος καλείτο να πάρει. Ενόσω δε βρισκόταν εκτός Αθηνών, ο Eden ήταν πεπεισμένος πως ο Παπάγος είχε ενεργοποιήσει τη διαδικασία μεταφοράς των μεραρχιών του στη γραμμή Αλιάκμονα. Ο τελευταίος, όμως, είχε αναστείλει κάθε ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση, έως ότου αποσαφηνίζονταν πλήρως οι προθέσεις της Άγκυρας και του Βελιγραδίου. Τα εκατέρωθεν πρακτικά, γραμμένα στα ελληνικά και στα αγγλικά, των συνομιλιών της 22ας και 23ης Φεβρουαρίου 1941 στην Αθήνα, αναδεικνύουν ανάγλυφα, σε όλο της το μέγεθος, τη θεμελιώδη αυτή παρεξήγηση ανάμεσα στα δυο μέρη. Είναι άξιο απορίας το γεγονός πως δεν καταβλήθηκε επιτόπου καμία προσπάθεια για αντιπαραβολή και συμβιβασμό ανάμεσα στα δυο πρακτικά. Υπήρξα προσωπικά ο πρώτος που επιχείρησε μια αντιπαραβολή του ελληνικού κειμένου, όταν αυτό δημοσιεύτηκε το 1980, με το αντίστοιχο αγγλικό, το οποίο φυλάσσεται στα Βρετανικά Κρατικά Αρχεία.

Το παρακάτω απόσπασμα του ελληνικού κειμένου επιτρέπει να κατανοήσει κανείς τον τρόπο, με τον οποίο ο Παπάγος εκλάμβανε τα όσα είχαν συμφωνηθεί: “Διότι σκοπός μας, εις περίπτωσιν εισβολής των Γερμανών είναι να δημιουργήσωμεν κάπου έν μέτωπον προς κάλυψιν του κυρίου κορμού της Ελλάδος. Εις περίπτωσιν καθ’ ην οι Γιουγκοσλάβοι δεν μετάσχουν εις τον πόλεμον, ενδείκνυται η τοποθεσία Καϊμακτσαλάν-Έδεσσα-Αλιάκμων ποταμός, εις την οποίαν δέον να συμπτυχθώσιν αι δυνάμεις της Ανατολικής Μακεδονίας (…). Αντιθέτως, εάν η Γιουγκοσλαβία μετείχε του πολέμου κατά της Γερμανίας, ενδείκνυται η παρ’ ημίν εξασφάλισις τοποθεσίας καλυπτούσης την Θεσσαλονίκην”

Αλέξανδρος Παπάγος

Ο Παπάγος επισήμανε πως σε περίπτωση εξόδου της Τουρκίας στον πόλεμο, τα ελληνικά στρατεύματα, τα οποία στάθμευαν στη Δυτική Θράκη, θα παρέμεναν επιτόπου προς υποστήριξη. Σε αντίθετη περίπτωση, θα αποσύρονταν και αυτά, από κοινού με τις δυνάμεις της Ανατολικής Μακεδονίας. Και συνέχισε λέγοντας: “Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ό,τι το στρατιωτικόν πρόβλημα της αντιμετωπίσεως γερμανικής εις το ελληνικόν έδαφος εισβολής επηρεάση σημαντικώς η σχετική στάσις την οποίαν θα τηρήσωσιν η Γιουγκοσλαβία και η Τουρκία. Το πολιτικόν τούτο δεδομένον αναγκαιοί απολύτως δια να καταρτισθή το σχετικόν σχέδιον ενεργείας”.²

Επομένως, προκύπτει σαφώς ότι για τον Παπάγο, η απόφαση απόσυρσης των στρατευμάτων του από την βορειοανατολική Ελλάδα στη γραμμή Αλιάκμονα, βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από την απάντηση του Βελιγραδίου, όπως, άλλωστε, σημειώνει και ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, τα οποία κυκλοφόρησαν μετά τον πόλεμο.³

Εντελώς διαφορετική δείχνει να είναι η εντύπωση, που είχε αποκομίσει ο Eden. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των βρετανικών πρακτικών στα National Archives, ο Παπάγος φέρεται να λεέι: “Η αβέβαιη στάση των Γιουγκοσλάβων και των Τούρκων καθιστά αδύνατη την κάλυψη της Θεσσαλονίκης. Υπό τις παρούσες συνθήκες η μόνη υπερασπίσιμη γραμμή είναι αυτή του Αλιάκμονα”. Ο ίδιος ο Eden δήλωσε πως “η στάση της Γιουγκοσλαβίας  καθιστά αναγκαία, από στρατιωτικής πλευράς, την οργάνωση της γραμμής Αλιάκμονα το ταχύτερο δυνατόν” και ότι “οι συνθήκες απαιτούν την άμεση απόσυρση των ελληνικών δυνάμεων της Ανατολικής Μακεδονίας και την σύμπτυξή τους κατά μήκος της γραμμής Αλιάκμονα”.

Ωστόσο, στο βρετανικό κείμενο ο Eden καταγράφεται να συσχετίζει την παραπάνω άποψη, υπαγορευόμενη από αυστηρά στρατιωτικά κριτήρια, με τρεις προοπτικές, τις οποίες ο ίδιος βαπτίζει “το πολιτικό σκέλος”. Η πρώτη από αυτές κάνει λόγο “περί απόσυρσης των ελληνικών δυνάμεων προτού καν γνωστοποιηθούν οι προθέσεις της Γιουγκοσλαβίας”. Η δεύτερη προέβλεπε “την έναρξη της απόσυρσης ταυτόχρονα με τη βολιδοσκόπηση προς το Βελιγράδι”. Η τρίτη πρέσβευε “αναμονή έως ότου η Γιουγκοσλαβία τοποθετηθεί με σαφήνεια”. Πάντοτε σύμφωνα με τα βρετανικά πρακτικά, η απάντηση της ελληνικής πλευράς συγκεκριμενοποιήθηκε χάρη σε επίμονες ερωτήσεις που υπέβαλλε ο Eden κατά τη διάρκεια των συνομιλιών.

Σε ένα πρώτο στάδιο, οι δυο πλευρές συμφώνησαν να επιχειρηθεί επαφή με τον αντιβασιλέα Παύλο της Γιουγκοσλαβίας με την αποστολή ενός επιτελικού αξιωματικού στο Βελιγράδι. Αργότερα, ο Eden προτίμησε να επιδιώξει την επαφή μέσω του Βρετανού πρεσβευτή στη γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα, ούτως ώστε να ενημερωθεί για τις εκτιμήσεις του αντιβασιλέα σχετικά με τη γερμανική απειλή. Σύμφωνα, πάντοτε, με τα βρετανικά πρακτικά, επήλθε ταύτιση απόψεων και ως προς δυο άλλα σημεία: α) Άμεση λήψη μέτρων για την απόσυρση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Θράκη και τη Μακεδονία και τη μεταφορά τους σε μια υπερασπίσιμη γραμμή πυρός, για την περίπτωση εκείνη που η Γιουγκοσλαβία δεν προέβαλλε αντίσταση και β) Δίχως χρονοτριβή βελτιωτικές παρεμβάσεις στο ελληνικό συγκοινωνιακό δίκτυο, προκειμένου να διευκολυνθεί η προώθηση στην πρώτη γραμμή του βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος. Αυτά αναφέρουν, σε γενικές γραμμές, τα πρακτικά των συνομιλιών, έτσι όπως τηρήθηκαν από τη βρετανική πλευρά. Η εμπλοκή των Ελλήνων στην όλη υπόθεση παραμένει αρκετά ασαφής, εάν περιοριστεί κανείς σε αυτά.

Η χρήση του επιθετικού προσδιορισμού “άμεση” αφήνει να διαφανεί πως, σύμφωνα με τη βρετανική εκδοχή, η λήψη των παραπάνω στρατιωτικών μέτρων δεν υπόκειτο στην ανταπόκριση ή μη από πλευράς Βελιγραδίου. Αντίθετα, ο Παπάγος εξακολουθούσε να υποστηρίζει πως το περιεχόμενο της απάντησης ήταν εκείνο, που θα καθόριζε κατά πόσο ο ελληνικός στρατός θα εγκατέλειπε την βορειοανατολική Μακεδονία. Ως προς αυτό, υφίστανται ακράδαντα αποδεικτικά στοιχεία.

Στις συνομιλίες της 22ας και 23ης Φεβρουαρίου συμμετείχε και ο στρατηγός Ηeywood, επικεφαλής της βρετανικής στρατιωτικής απόστολής στην Αθήνα. Όπως ο Παπάγος, έτσι και ο Heywood είχε εγκαταστήσει το επιτελείο του στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία. Οι δυο αξιωματικοί βρίσκονταν σε συνεχή επικοινωνία μεταξύ τους. Μιλούσαν, αμφότεροι, γαλλικά με χαρακτηριστική ευχέρεια και δεν ήταν λίγες οι φορές που δειπνούσαν κατ ιδίαν. Έπειτα από την αναχώρηση του Eden και της αποστολής του για την Άγκυρα, δεν περνούσε μέρα που ο Παπάγος να μη ρωτήσει τον συνάδελφό του εάν υπήρχαν νεώτερα σχετικά με την απάντηση του Βελιγραδίου. Κάθε φορά, ο Heywood απαντούσε πως δεν γνώριζε απολύτως τίποτα. Οι δυο άνδρες επιβεβαίωσαν κατηγορηματικά το είδος της στιχομυθίας αυτής σε μεταγενέστερες δημόσιες τοποθετήσεις, στις οποίες προέβησαν. Επιπρόσθετα, ο Παπάγος συμπεριέλαβε την ίδια πληροφορία και στα απομνημονεύματά του, που κυκλοφόρησαν μετά από το πέρας του πολέμου. Για μια ακόμη φορά, ο Heywood την επιβεβαίωσε. Επομένως, ο Έλληνας αρχιστράτηγος δεν προχώρησε σε καμία απολύτως ενέργεια απόσυρσης των στρατευμάτων του από την βορειοανατολική Ελλάδα ενόσω συνεχιζόταν η επίσκεψη του Eden στην Τουρκία και στην Κύπρο.

Παρά τις προτροπές του, ο Eden δεν έλαβε κάποια ενθάρρυνση από την πλευρά της Τουρκίας, που να του επιτρέπει να ελπίζει σε μια παρέμβαση της χώρας αυτής στον πόλεμο. Ευρισκόμενος στην Άγκυρα, υπήρξε αποδέκτης ενός εξίσου απογοητευτικού μηνύματος, προερχομένου από το Βελιγράδι, που του γνωστοποίησε ο πρεσβευτής της Γιουγκοσλαβίας στην τουρκική πρωτεύουσα. Δυστυχώς, δεν του πέρασε από το νου να εξετάσει κατά πόσο το περιεχόμενο του μηνύματος αυτού ήταν εν γνώσει της Αθήνας. Έτσι, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα στις 2 Μαρτίου, διαπίστωσε, εμβρόντητος, πως τα στρατεύματα του Παπάγου βρίσκονταν ακόμη καθηλωμένα στις θέσεις τους και πως η γραμμή Αλιάκμονα παρέμενε ανέτοιμη και ανοχύρωτη. Ο Heywood του απαρίθμησε δυο παραμέτρους, οι οποίες, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, εξηγούσαν την αδράνεια από ελληνικής πλευράς: έλλειψη χρόνου και αγωνία ως προς τις παρενέργειες επάνω στο ηθικό του πληθυσμού. Δεν έκανε την παραμικρή μνεία σχετικά με την απουσία απάντησης του Βελιγραδίου, ούτε για τις καθημερινές οχλήσεις του Παπάγου προς τον ίδιο για το συγκεκριμένο ζήτημα.

Ακολούθησε μια στενάχωρη συνάντηση ανάμεσα στους Έλληνες και Βρετανούς ιθύνοντες, η οποία διήρκεσε κατά το μεγαλύτερο μέρος της νύκτας της 2ας προς 3η Μαρτίου. Αντικείμενο ήταν η αποκατάσταση της ζημιάς, που είχε προκληθεί από την καθυστέρηση. Ανταλλάχθηκαν κατηγορίες, δίχως, ωστόσο, να προκύψει κάποια αποτελεσματική λύση. Για μια ακόμη φορά τηρήθηκαν χωριστά πρακτικά. Για μια ακόμη φορά παρατηρήθηκαν αποκκλίσεις ως προς το περιεχόμενό τους. Επί παραδείγματι, η δυσαρέσκεια του Παπάγου ως προς την αδυναμία εκμαίευσης κάποιας απάντησης σχετικά με τις προθέσεις των Γιουγκοσλάβων (την οποία δείχνει να συμμερίζεται ο Heywood) δεν αναφέρεται παρά μόνο στα ελληνικά πρακτικά. Δεν γίνεται η παραμικρή σχετική μνεία στα αντίστοιχα βρετανικά.

Τη φορά αυτή, ο Έλληνας αρχιστράτηγος υποστήριξε πως ήταν πλέον αργά για μια απόσυρση των στρατευμάτων του. Η ιδέα έπρεπε να εγκαταλειφθεί, με γνώμονα τα νέα δεδομένα. Αντίθετα, μια νέα κοινή ελληνοβρετανική γραμμή άμυνας ήταν δυνατό να σχηματισθεί κατά μήκος της λεγομένης “Γραμμής Μεταξά”, των οχυρωματικών, δηλαδή, έργων, που είχαν κατασκευαστεί βορείως της Θεσσαλονίκης. Εκτιμώντας πως οι βρετανικές δυνάμεις παρασύρονταν μακρυά από τις βάσεις ανεφοδιασμού τους, οι Eden και Dill απέρριψαν την πρόταση. Παρά ταύτα, οι δυο πλευρές απέφυγαν να καταλήξουν σε μια απόφαση προτού ακούσουν τις απόψεις του στρατηγού Wavell. Ο ανώτατος διοικητής του θεάτρου της Μέσης Ανατολής αφίχθηκε στην Αθήνα τις πρωϊνές ώρες της 4ης Μαρτίου. Την ίδια μέρα, έλαβαν χώρα τρεις ιδιαίτερα κρίσιμες συναντήσεις.

Ο στρατηγός Παπάγος συνέχισε να υποστηρίζει πως η στρατιωτική λογική υπαγόρευε την υπεράσπιση μιας γραμμής κατά μήκος των βορείων συνόρων. Οι δυο Βρετανοί συνάδελφοί του, Dill και Wavell, χαρακτήρισαν την επιλογή εντελώς επισφαλή με τέτοια επιμονή, κάνοντας ακόμα και τον ίδιο τον Παπάγο να αρχίσει να αμφιβάλλει γι αυτήν. Ο Eden ζήτησε να συνομιλήσει κατ ιδίαν με τον βασιλέα. Στη συνάντηση που ακολούθησε, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών διευκρίνισε πως, σε περίπτωση που ο Παπάγος εξακολουθούσε να επιμένει στις θέσεις του, ο ίδιος θα εισηγείτο την ματαίωση της αποστολής του βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Ελλάδα. Κατόπιν τούτου, ο Γεώργιος Β’ κάλεσε τους Κορυζή και Παπάγο και τους επiσήμανε πως ο αρχιστράτηγος έπρεπε να υποχωρήσει για λόγους υψίστης εθνικής σημασίας για τη χώρα. Αν και διαμαρτυρόμενος, ο Παπάγος ενέδωσε. Όπως θα ανέμενε κανείς, η κατ ιδίαν συνομιλία του βασιλέα με τον Eden, συμπεριλαμβάνεται μόνο στα βρετανικά πρακτικά, ενώ εκείνη με τους Κορυζή και Παπάγο μόνο στα αντίστοιχα ελληνικά.

Οι Anthony Eden (αριστερά) και Sir John Dill στη Μάλτα, καθ οδόν για την Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Β΄ άσκησε την προεδρία των δυο πρώτων συνεδριάσεων της 4ης Μαρτίου, μόνο και μόνο προκειμένου να αποφευχθούν πισωγυρίσματα. Ο Παπάγος συνέχισε να δίνει δείγματα ηττοπάθειας σχετικά με τη γραμμή Αλιάκμονα, μόνο που αυτά καταγράφονται με διαφορετικό τρόπο στα ελληνικά και στα βρετανικά πρακτικά. Εάν κανείς πιστέψει το βρετανικό κείμενο, τα τελευταία λόγια του βασιλέα είχαν ως εξής: “Ο Στρατηγός Παπάγος, τώρα πλέον που αποφάσισε να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς, θα το πράξει με το ίδιο σθένος, ανεξάρτητα από το μέγεθος των διαθέσιμων μονάδων ή  την επιλογή του τελικού επιχειρησιακού σχεδίου”. Πρόκειται για λόγια, τα οποία δεν είναι καταγεγραμμένα στα ελληνικά πρακτικά.

Στην τρίτη και τελευταία συνεδρίαση, αργά τη νύκτα της 4ης Μαρτίου – πρόκειται για τη νύκτα που έτυχε να βρεθώ ανάμεσα στους συμμετέχοντες κομίζοντας το μήνυμα προς τον στρατηγό Wavell – οι Dill και Παπάγος υπέγραψαν το τελικό κείμενο της συμφωνίας. Ας σημειωθεί πως η τελευταία αυτή συνεδρίαση είναι η μόνη από μια ολόκληρη σειρά συναντήσεων, που χρονολογούνται από τον Ιανουάριο, της οποίας τα πρακτικά συμπίπτουν λέξη προς λέξη. Μια πρόχειρη αντιπαραβολή αρκεί προκειμένου να αντιληφθεί κανείς πως το ελληνικό κείμενο δεν είναι παρά μια απλή μετάφραση του αγγλικού. Δεν ετίθετο ζήτημα ορολογίας, από τη στιγμή που το προσχέδιο, το οποίο έφερε επίσης την υπογραφή των δυο ανδρών είχε συνταχθεί στη γαλλική γλώσσα.⁴

Δυο σημεία εξακολουθούν να με εκπλήσσουν σχετικά με αυτές τις παρατεταμένες διαπραγματεύσεις. Το πρώτο από αυτά είναι πως μέχρι την τελευταία στιγμή δεν καταβλήθηκε η παραμικρή προσπάθεια αντιπαραβολής των δυο πρακτικών, στα ελληνικά και στα αγγλικά, ούτως ώστε να μην ελλοχεύει ο κίνδυνος μιας παρεξήγησης για όσα είχαν συμφωνηθεί. Το δεύτερο σημείο έχει να κάνει με τον στρατηγό Heywood. Ο τελευταίος λειτουργούσε ως σύνδεσμος ανάμεσα στα δυο επιτελεία. Κι όμως, ουδέποτε επιχείρησε να ενημερώσει τους Eden και Dill για την ανυπομονησία του Παπάγου σχετικά με την απάντηση του Βελιγραδίου, ή ακόμα και τον ίδιο τον Παπάγο για την πρόθεση των Eden και Dill να ενεργοποιηθεί η διαδικασία απόσυρσης των ελληνικών στρατευμάτων δίχως αναμονή και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της απάντησης των Γιουγκοσλάβων.

Βρετανικά υδροπλάνα τύπου Sunderland εκκενώνουν τους υποχωρούντες Βρετανούς από το λιμάνι της Καλαμάτας.

Οι τραγικές επιπτώσεις είναι γνωστές σε όλους και δεν χρειάζεται να τις ανακεφαλαιώσω. Να προσθέσω απλώς πως η ήττα των ελληνοβρετανικών δυνάμεων ήταν, ούτως ή άλλως, αναπόφευκτη σε κάθε περίπτωση. Για αμφότερους τους εμπλεκόμενους υπερίσχυσαν τελικά οι πολιτικές προτεραιότητες έναντι των αντίστοιχων στρατιωτικών. Για τους Βρετανούς υπήρχε επιτακτική ανάγκη να θέσουν τέλος σε μια ολόκληρη αλυσίδα ανεκπλήρωτων υποχρεώσεων και εγγυήσεων έναντι της Τσεχοσλοβακίας, της Πολωνίας και της Ρουμανίας. Κανένα από τα κράτη αυτά δεν είχε, τελικά, καταφέρει να αποφύγει τον γερμανικό ζυγό. Από ελληνικής πλευράς, ο Γεώργιος Β΄ είχε επισημάνει προς τον Παπάγο ότι, για καθαρά πολιτικούς λόγους, ήταν επιτακτικό να επιλυθούν οι πάσης φύσεως στρατηγικές δυσκολίες για την έλευση στην Ελλάδα των βρετανικών ενισχύσεων. Διαφορετικά, “όχι μόνο οι Βρετανοί θα είναι απόντες από τον αγώνα, αλλά, επιπρόσθετα, θα προκληθεί η μήνις των τελευταίων με εξαιρετικά δυσάρεστες επιπτώσεις, γεγονός, για το οποίο υπάρχουν ήδη ενδείξεις”.

Όλοι οι θεωρητικοί του είδους, από τον Αριστοτέλη έως τον Clausewitz, συμφωνούν ότι στον πόλεμο, είναι δύσκολο να διαχωρίσει κανείς απολύτως τις στρατιωτικές εκτιμήσεις από τις πολιτικές. Ο κανόνας αυτός επιβεβαιώθηκε την άνοιξη του 1941 στα πεδία των μαχών της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης. Είναι γεγονός πως η όλη περιπέτεια επεφύλαξε για τους συμμάχους ένα άδοξο τέλος. Δεν θα ήταν, ωστόσο, άσκοπο να επιχειρήσει κανείς να αποκαταστήσει μια σειρά γεγονότων, αρχής γενομένης από την αψυχολόγητη ενέργεια του Mussolini να επιτεθεί κατά της Ελλάδας, τον Οκτώβριο του 1940, εξαναγκάζοντας τον Hitler να αναθεωρήσει τα σχέδιά του σχετικά με την εισβολή του γερμανικού στρατού στην ΕΣΣΔ, σώζοντας, με τον τρόπο αυτό, άθελά του τη Μόσχα, ενδεχομένως δε, αλλάζοντας και τον ρου του ιδίου του πολέμου.

Greek Tragedy: The Australian Campaign in Greece & Crete 1941 (Part One)

             Greek Tragedy: The Australian Campaign in Greece & Crete 1941 (Part Two)

 

Από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες της περιόδου του πολέμου, της κατοχής και της αντίστασης στην Ελλάδα, ο Christopher Montague Woodhouse,  5ος Βαρόνος Terrington,, DSO, OBE (1917–2001), υπήρξε υπαρχηγός και αργότερα αρχηγός της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στα ελληνικά βουνά (1942–1944). Διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην επιχείρηση ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου τον Νοέμβριο του 1942. Μετά το πέρας του πολέμου υπηρέτησε στις πρεσβείες της Αθήνας (1945–1946) και της Τεχεράνης (1951–1953). Διετέλεσε γενικός διευθυντής του Royal Institute of International Affairs (1955–1959), βουλευτής του Συντηρητικού Κόμματος εκπροσωπώντας την Οξφόρδη στη Βουλή των Κοινοτήτων (1959–1966 και 1970–1974), υφυπουργός Εσωτερικών (1962–1964). Εξαιρετικός γνώστης των ελληνικών πραγμάτων και χρήστης της ελληνικής γλώσσας, εθεωρείτο στη χώρα του από τους μεγαλύτερους ειδικούς για την Ελλάδα, την οποία αγάπησε με πάθος ως το τέλος της ζωής του.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Apple of Discord, A survey of recent Greek politics in their international setting – 1948

Modern Greece: A Short History – 1968

The Philhellenes – 1971

Capodistria: The Founder of Greek Independence by C. M. Woodhouse London O.U.P. 1973

The Struggle for Greece – 1976

Karamanlis: The Restorer of Greek Democracy (biography) – 1982

Something Ventured (autobiography) – 1982

The Rise and Fall of the Greek Colonels – 1985

George Gemistos Plethon – The Last of the Hellenes – 1986

«Rhigas Velestinlis :The proto-Martyr of the Greek Revoloution» by C. M. Woodhouse 1995

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* Το πρωτότυπο κείμενο στην αγγλική γλώσσα, αναπτύχθηκε προφορικά στο πλαίσιο των εργασιών Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου. Βλ. σχετικά, Ελληνική Επιτροπή Στρατιωτικής Ιστορίας, Διεθνές Συμπόσιο για τα 50 χρόνια από το Έπος 1940-41, Πρακτικά, Αθήνα, 1991, σελ. 42-47.

¹ Για τα ελληνικά πρακτικά της σύσκεψης της 22ας Φεβρουαρίου 1941 στα ανάκτορα του Τατοΐου, προκρίθηκε από τον διενεργήσαντα τη μετάφραση η παράθεση του πρωτοτύπου κειμένου και όχι η απόδοση στην αγγλική γλώσσα, στην οποία προσφεύγει ο συγγραφέας. Βλ. σχετικά, Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, σελ. 102. Επίσης βλ. Αλ. Παπάγος, Ο πόλεμος της Ελλάδος 1940-1941, Αθήνα, 1945, σελ. 265.

² Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, σελ. 102.

³ (Σημ. Μεταφρ.) Παρακάτω, στα ελληνικά πρακτικά καταγράφεται η ακόλουθη στιχομυθία:

Ντηλ: Νομίζετε ότι επέστη η στιγμή να συμπτύξετε τας δυνάμεις Ανατολικής Μακεδονίας εις την τοποθεσία του Αλιάκμονος ποταμού;

Παπάγος: Εάν η Γιουγκοσλαβία αδρανήση, ου μόνον από στρατιωτικής απόψεως συμφέρει να γίνη το ταχύτερον αλλά και από πολιτικής τοιαύτης, ως ελέχθη ήδη, και τούτο ίνα η σύμπτυξις αύτη έχη τον μικρότερον δυνατόν αντίκτυπον εις το ηθικόν του πληθυσμού της Μακεδονίας.

Ουέιβελ: Εάν αυτήν την στιγμήν λάβωμεν τηλεγράφημα ό,τι οι Γιουγκοσλάβοι θα εξέλθωσιν εις τον πόλεμον;

Παπάγος: Τότε θα κρατήσωμεν τοποθεσία καλύπτουσαν την Θεσσαλονίκην”.

Προς το τέλος δε της σύσκεψης:

Κατόπιν βραχείας συνομιλίας του Στρατηγού Ουέιβελ μετά του Στρατηγού Ντηλ εφάνησαν ό,τι θεωρούν την συζήτησιν περατωθείσαν.

Παπάγος: (Αποτεινόμενος προς τον Στρατηγόν Χέϋγουντ), θα ήθελα να πληροφορηθώ αν οι Στρατηγοί είναι σύμφωνοι με όσα τους εξέθεσα.

Ουέιβελ και Ντηλ: Σύμφωνοι απολύτως”.

[Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, σελ. 104].

Η ίδια εντύπωση απορρέει και από ένα Μνημόνιο, που την ίδια μέρα συνέταξε ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής και στο οποίο περιγράφεται η συνέχεια των διαπραγματεύσεων:

Μετά την ιδιαιτέραν σύσκεψιν του κ. Αρχιστρατήγου μετά των άγγλων Στρατηγών επηκολούθησεν η τελευταία γενική τοιαύτη, καθ’ ην ο Στρατηγός Παπάγος, λαβών τον λόγον, εξέθηκε την στρατιωτικήν κατάστασιν. Ο κ. Ηντεν εδήλωσεν ακολούθως ό,τι οι άγγλοι Στρατηγοί συμφωνούν προς τας απόψεις του Στρατηγού Παπάγου, αίτινες δια την διάταξιν και θέσιν των στρατευμάτων έχουν ως προϋπόθεσιν την μη σύμπραξιν του γιουγκοσλαβικού στρατού”.

[Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, σελ. 100].

⁴ (Σημ. Μεταφρ.) Υπουργείο Εξωτερικών, Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1940-1941, Αθήνα 1980, σελ. 145-146. Για τις συνομιλίες της 2ας, 3ης και 4ης Μαρτίου 1941 βλ. επίσης Αλ. Παπάγος, οπ.π., σελ. 266-268.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Κωσταντίνος Ι. Αιλιανός: Έλληνες Διπλωματικοί, θύματα εν ώρα καθήκοντος

Κωσταντίνος Ι. Αιλιανός

Ο τορπιλλισμός του επιβατηγού πλοίου Città di Bari στα στενά του Οτράντο (1917)          

Έλληνες Διπλωματικοί, θύματα εν ώρα καθήκοντος

Ένα τηλεγράφημα από την Ρώμη,[1] την 27η Σεπτεμβρίου 1917, ανεκοίνωνε στο Υπουργείο των Εξωτερικών το τραγικό συμβάν: «ΕΠΕΙΓΟΝ. Το πλοίον Città di Bari, αναχωρήσαν από την Gallipoli[2] στο οποίο επέβαιναν 14 προξενικοί υπάλληλοι, ετορπιλλίσθη την παρελθούσαν Παρασκευήν».  Σε νεώτερο τηλεγράφημα, ο Χαράλαμπος Σιμόπουλος, Γραμματεύς Πρεσβείας, πληροφορούσε ότι «επί του πλοίου ευρίσκοντο ο Κύριος Δημαράς και η σύζυγός του[3]….Δυστυχώς ουδείς εκ των υπαλλήλων μας αναφέρεται εις τον πίνακα των διασωθέντων… ». Οι υπόλοιποι προξενικοί υπάλληλοι ήσαν οι εξής: Μιλτιάδης Ραφαήλ, Γενικός Πρόξενος Ιεροσολύμων, Νικόλαος Χαντέλης, Υποπρόξενος Αττάλειας, Ν. Γκίκας, Υποπρόξενος Βηρυττού, Δημήτριος Βλάχος, Πρόεδρος του Προξενικού Δικαστηρίου Σμύρνης,  Θεμιστοκλής Αποστολόπουλος, Υποπρόξενος στην Αμισσό, Μιλτιάδης Τέρκας, α΄ Διερμηνεύς Προξ. Σμύρνης,  Ευστράτιος Καμπότης, γραμματεύς Προξ. Σμύρνης, Δ. Μαντικόπουλος, Ι. Σιδερής, Ισίδωρος Λιπαρώδης, προξενικοί γραφείς Σμύρνης, Β. Διαλυσμάς, βοηθητικό προσωπικό Προξ. Σμύρνης.[4]  Πνίγηκαν. Το προαναφερθέν πλοίο επαναπάτριζε υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών από διάφορες προξενικές αρχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, μαζύ με 350 άλλους, έλληνες μετανάστες από τις ΗΠΑ ως επί το πλείστον, αλλά και 50 περίπου ιταλούς στρατιωτικούς και άλλους ξένους. Στο πλοίο επέβαιναν συνολικά 493 άτομα. Βυθίσθηκε την 23η Σεπτεμβρίου (6 Οκτωβρίου) 1917, στις 05.00 τα ξημερώματα.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο συμπληρώθηκαν 100 χρόνια, από αυτό το λίγο γνωστό συμβάν. Αξίζει να γραφή κάτι για αυτήν την ιδιαίτερη περίπτωση, μοναδική ίσως λόγω της φύσεώς της, διπλωματικών υπαλλήλων, οι οποίοι απεβίωσαν εν υπηρεσία κατά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο! Το άρθρο αυτό αφιερώνεται σε όλους τους υπαλλήλους, θύματα του τορπιλλισμού. Εστιάζω, εν τούτοις, το κείμενό μου αυτό στον Κωνσταντίνο Δημαρά, πρόσεδρο υπουργό[5], Γενικό Πρόξενο στην Σμύρνη από το 1914, τον αρχαιότερο από τα θύματα και με σημαντική εθνική υπηρεσιακή προσφορά, εφ’όσον η συγγένειά μου με αυτόν και η οικογενειακή μνήμη  με κατέστησε γνώστη του πολεμικού    αυτού  επεισοδίου.[6]

 ***

Τί, ακριβώς, συνέβη;

Τον Ιούνιο 1917 ο Βενιζέλος ολοκληρώνοντας το διχαστικό του κίνημα, δημιουργούσε την κυβέρνησή του στην Αθήνα. Λίγες ημέρες νωρύτερα είχε αναχωρήσει από την Ελλάδα ο βασιλεύς Κωνσταντίνος ενώ ο Αλέξανδρος ορκίστηκε την 30η Μαϊου.  Από τις πρώτες αποφάσεις της νέας κυβερνήσεως ήταν η διακοπή, και επισήμως (στις 15 Ιουνίου 1917), των διπλωματικών σχέσεων[7] με τις εχθρικές χώρες – τις τρεις αυτοκρατορίες (Αυστρο-Ουγγαρία, Γερμανία και Οθωμανική), και την Βουλγαρία και η κήρυξη πολέμου κατ΄αυτών. Συνέπεια υπήρξε η ανάγκη επιστροφής των υπαλλήλων των διπλωματικών και προξενικών αρχών μας από την Τουρκία –αλλά και από τις άλλες χώρες – στην Αθήνα.

Το εγχείρημα δεν θα ήταν απλό. Οι συνθήκες δεν επέτρεπαν την απ’ευθείας μετάβαση στην Αθήνα. Τα σύνορα ήταν κλειστά. Οι υπάλληλοι έπρεπε να επαναπατρισθούν μέσω μιάς ουδέτερης χώρας. Επί του προκειμένου της Ελβετίας. Σημείο συγκεντρώσεως ορίσθηκε η Βέρνη. Η σιδηροδρομική μετάβαση μέσω των εχθρικών  γραμμών δεν ήταν η πλέον άνετη, έστω και αν οι οθωμανικές αρχές έθεσαν στην διάθεση των αναχωρούντων ειδικό βαγόνι – wagon-lits. Υπήρξαν περιπτώσεις που οι τοπικές αρχές δεν επέτρεψαν στον συρμό  να διέλθη. Αλλά και προ τούτου, οι οθωμανικές αρχές δεν έδιδαν άδεια αναχωρήσεως σε αριθμό υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και στον Κων. Δημαρά. Για να τους επιτραπή η αναχώρηση από την Τουρκία[8], έγιναν διαβήματα, τον Αύγουστο, στην  Πύλη, μέσω των Ισπανικών διπλωματικών αρχών, δεδομένου ότι η Μαδρίτη είχε αναλάβει την εξυπηρέτηση των ελληνικών συμφερόντων στην Οθωμανική αυτοκρατορία.[9]  Αποτέλεσμα ήταν ότι η αναχώρηση του ζεύγους Δημαρά και άλλων υπαλλήλων από την Κωνσταντινούπολη καθυστέρησε πολύ, μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου.[10]

Όπως προανεφέρθη, οι προξενικοί υπάλληλοι θα συνεκεντρώνοντο στην Βέρνη. Από εκεί θα προωθούντο, καθ΄ομάδας, στην Ρώμη. Από την ιταλική πρωτεύουσα θα μετεφέροντο στον νότο, στον λιμένα της Καλλιπόλεως. Από την Καλλίπολη με πλοία, ιταλικά κυρίως, θα μετέβαιναν στην Πάτρα. Οδηγίες εδόθησαν στην Πρεσβεία Ρώμης, οι συγκεντρωθέντες υπάλληλοι να ταξειδεύσουν προς την Ελλάδα με «ιταλικόν ατμόπλοιον, με το οποίον οι κίνδυνοι είναι ελάχιστοι».[11]  Άγνωστον διατί, εθεωρείτο ότι τα ιταλικά πλοία παρείχαν μεγαλύτερη ασφάλεια στον κίνδυνο επιθέσεως αυστριακού ή γερμανικού υποβρυχίου.  Μία ομάδα είχε την τύχη στα τέλη Ιουλίου να επιβιβασθή στην, μέχρι πρό τινος βασιλική, θαλαμηγό ΑΜΦΙΤΡΗΤΗ,  η οποία  είχε πλεύσει στην Ιταλία με άλλη αποστολή.

Η ομάδα των 11 προξενικών υπαλλήλων και των συζύγων τριών από αυτούς ανεχώρησαν με το επιβατηγό ατμόπλοιο Città di Bari,από τον λιμένα της Καλλιπόλεως το απόγευμα της 22ας Σεπτεμβρίου/5ης Οκτωβρίου 1917. Ο πλοίαρχος του ατμοπλοίου, ως συνήθως, δεν είχε ζητήσει συνοδεία ασφαλείας.

Λίγο πρίν από τα μεσάνυκτα της 22ας σημειώθηκε μια πρώτη επαφή με (γερμανικό) υποβρύχιο (βλ. φωτογραφία), δυτικά των Παξών[12], αδιευκρίνιστο αν επρόκειτο περί ίχνους τορπίλλης ή του περισκοπίου του υποβρυχίου. Κατά τα επίσημα στοιχεία, μιά πρώτη τορπίλλη ερρίφθη στις 02.30.[13] Ευτυχώς απέτυχε τον στόχο της. Αργότερα, γύρω στις 04.10, ακούστηκε μεγάλη έκρηξη από την  δεύτερη τορπίλλη που εξετοξεύθη από το υποβρύχιο και η οποία έπληξε την φορά αυτή το σκάφος, όχι όμως καίρια, και το οποίο « ἒκλινεν ὀλίγον πρός τήν μίαν πλευράν», όπως ανέφερε ο πλοίαρχος ενός άλλου ελληνικού πλοίου, ο οποίος επέβαινε στο Città di Bari, και ο οποίος διεσώθη.[14]  Η προξενηθείσα βλάβη δεν ήταν τόσο ουσιαστική ώστε να οδηγήση σε άμεση βύθιση το σκάφος. Το πλοίο βρισκόταν τότε 37 ν.μ. περίπου δυτικά των Παξών, σε στίγμα  39.40 βόρειο πλάτος και 19.23 ανατολικό μήκος.

Συγχρόνως με την διαδικασία καθελκύσεως των σωστικών λέμβων, ο ιταλός κυβερνήτης του ατμοπλοίου έδωσε εντολή να βληθή το υποβρύχιο που εν τω μεταξύ είχε αναδυθή, με το μικρό τηλεβόλο 76 mm με το οποίο ήταν εξοπλισμένο. Από το σημείο αυτό άρχισε η τραγωδία! Περιγράφει ο διασωθείς ναυαγός πλοίαρχος – τα αναφέρω όπως τα μεταφέρει στο κείμενο της επιστολής του ο Δημ. Δημαράς, για να διατηρηθή η αμεσότης της διηγήσεως : « πανικός τότε κατέλαβε τούς ἐπιβάτας…οἳτινες ἐν ἀταξίᾳ κατέφυγαν εἰς τάς κρεμαμένας λέμβους, ἀλλ’ αὗται ὑπό τό βάρος κατέπεσαν εἰς τήν θάλασσαν διαρραγεῖσαι. Ἒπειτα ἐρρίφθησαν ἐκ τοῦ πλοίου σχεδίαι, ὧν ἐπέβησαν περί τούς 170 ἐπιβάται. Μετά ½ ὃμως ὣραν ἀπό τοῦ τορπιλλισμοῦ, τό ὑποβρύχιον ἀναδηθέν ἢρχισε σφοδρόν κατά τοῦ πλοίου κανονιοβολισμόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπήλθεν ἡ καταβύθισίς του. Οἱ ἐπί τῶν σχεδιῶν ναυαγοί ἒμειναν ἐν τῆ θαλάσσῃ καί ὑπό σφοδράν τρικυμίαν μέχρι τῆς 4 ἑσπ. τῆς Κυριακῆς, ὃτε ἐφάνησαν ἀντιτορπιλλικά, τά ὁποῖα περισυνέλεξαν αὐτούς καί τούς μέν 50 μετέφεραν εἰς Κέρκυραν…τούς δέ λοιπούς 120 εἰς Καλ[λίπολιν] ἢ εἰς Τάραντα». Και συνεχίζει ο Δημ. Δημαράς: «Ἐν Κερκύρᾳ ὁ Κώστας ἀσφαλῶς δέν εὑρίσκεται, ὧστε ἡ μόνη ἐλπίς, ἧν διατηρῶ, εἶναι νά μετεφέρθη εἰς Τάραντα…Φαντάζεσαι τήν ἀγωνίαν μου…ἡ καρδία μου τρέμει. Παρῆλθε τό μεσονύκτιον καί δέν ἒχω δύναμιν νά πλαγιάσω…Εὑρίσκω ἀνακούφισιν νά σοῦ γράφω».[15]

Το επιβατικό πλοίο Città di Bari.

Ο Giov. Verni, στο άρθρο του, περιγράφει, με τα ίδια, λίγο πολύ, χρώματα τα διαδραματισθέντα στο πλοίο, προσθέτοντας ουσιαστικές λεπτομέρειες. Όταν άρχισε η επίθεση κατά του υποβρυχίου, Έλληνες επιβαίνοντες παρενέβησαν βίαια ώστε να σταματήσει. Φοβόντουσαν, και δικαίως, αντίποινα.[16] Όπως επίσης, εξαγριωμένοι Έλληνες παρενέβαιναν στην καθέλκυση των λέμβων, δυσχεραίνοντας την διαδικασία. Μερικοί από αυτούς σήκωσαν μια λευκή σημαία, ένα πουκάμισο! Εν τω μεταξύ το υποβρύχιο άρχισε να βάλη αδιακρίτως κατά του Città di Bari αλλά και κατά των λέμβων, ακόμη και με εμπρηστικές βόμβες, οι οποίες είχαν σαν αποτέλεσμα την πρόκληση  πυρκαϊών που επετάχυναν πλέον την βύθιση. Πολλοί επιβάτες έπεφταν στην φουρτουνιασμένη θάλασσα. Το υποβρύχιο, σημειωτέον, πλησίασε το βυθιζόμενο πλοίο σε απόσταση 15 μέτρων. Δεν περισυνέλεξε, ωστόσο, ναυαγούς!

Το Città di Bari εβυθίσθη σε περίπου 45 λεπτά, φλεγόμενο, όπως αναφέρει έκθεση τού ναυαρχείου της Πόλα, ναυστάθμου της Αυστρο-Ουγγαρίας στην Αδριατική. Με τις λέμβους και τις σχεδίες που καθελκύσθηκαν εσώθησαν περί τα 156 άτομα. 98 από τους 493 συνολικά επιβάτες και πλήρωμα μετεφέρθηκαν από τα πλοία που τους περισυνέλεξαν στην Καλλίπολη, 48 στην Κέρκυρα. Μερικοί άλλοι οδηγήθηκαν στον Τάραντα.  Η καθυστέρηση μεταδόσεως του σήματος του τορπιλισμού αλλά και οι δυσμενείς καιρικές συνθήκες είχαν ως αποτέλεσμα οι ναυαγοί να μείνουν αβοήθητοι περί τις 36 ώρες! Ορισμένοι από αυτούς που είχαν επιβιβασθή σε λέμβους επλήγησαν από το τηλεβόλο του υποβρυχίου και απεβίωσαν εν τω μεταξύ ή ακόμη και όταν μετεφέρθησαν στην ξηρά. Από τους προξενικούς υπαλλήλους πνίγηκαν όλοι, καθώς και η σύζυγος του Κων. Δημαρά. Οι Κες  Κομπότη και Αποστολόπουλου διεσώθησαν στην Κέρκυρα.  To Città di Bari υπήρξε ένα ακόμη θύμα του πολέμου των υποβρυχίων που βυθίστηκε από τις εχθρικές τορπίλλες.[17]

Γερμανικό υποβρύχιο UB-48.

Εις μνήμην των θυμάτων «τῆς ἀνάνδρου καί θηριώδους δολοφονίας ἀόπλων ἀνδρών καί ἀνυπερασπίστων γυναικοπαίδων…»[18] πραγματοποιήθηκε επιμνημόσυνος δέηση στην Μητρόπολη των Αθηνών, στις 8 Οκτωβρίου, με «ασφυκτική συμμετοχή επισήμων».[19] Παρέστη ο πρωθυπουργός, ο υπουργός Εξωτερικών, το υπουργικό συμβούλιο, οι ξένοι πρέσβεις –όσοι παρέμεναν στην Αθήνα. Στεφάνι κατέθεσε ο Αλέξανδρος Ναούμ, Γενικός Δ/της του Υπουργείου και μέχρι πρότινος πρέσβυς στην Σόφια, ενώ λόγο εξεφώνησε ο Δημήτριος Καλλέργης, τ. πρέσβυς στην Κωνσταντινούπολη, στην δικαιοδοσία του οποίου ευρίσκοντο τα θύματα. Στεφάνι κατέθεσε και ο δήμαρχος Αθηναίων, Σπυρίδων Πάτσης.

***

 Ας επανέλθουμε στον Γενικό Πρόξενο Σμύρνης, Κωνσταντίνο Ι. Δημαρά, πρόσεδρο υπουργό (βλ. φωτογραφία). Δεν προτίθεμαι να εξετάσω διεξοδικά την σταδιοδρομία του, αλλά αξίζει μια ματιά στην –προξενική -υπηρεσιακή του πορεία τα λιγοστά – 12 – χρόνια θητείας του στον κλάδο.

Ο Κωνσταντίνος Δημαράς γεννήθηκε στο Ναύπλιο, το 1863[20]. Ο πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Δημαράς, επώνυμος έμπορος στην πόλη, η δε μητέρα του κόρη του δικηγόρου και γόνου παλαιάς Ναυπλιώτικης οικογενείας Παναγιώτου Φαρμακοπούλου, του οποίου το όνομα φέρει κεντρικἠ οδός της πόλεως. Αδελφοί του ήταν ο Νικόλαος Δημαράς (1856-1906), γνωστός καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο Δημήτριος (1869-1926), ο οποίος διετέλεσε υποστράτηγος, καθώς και ο Θησεύς-Παναγιώτης (1872-1927), τραπεζικός.[21]

Ο Κων. Δημαράς εσπούδασε νομικά, ονομάσθηκε διδάκτωρ, και εισήλθε, κατόπιν εξετάσεων, στο δικαστικό σώμα, ως πρωτοδίκης στην Τρίπολη, το 1888, μετατεθείς εν συνεχεία στον Πύργο. Τον Μάρτιο 1891 διωρίσθη έμμισθος πάρεδρος δικαστής στο Προξενικό Δικαστήριο στο Γενικό Προξενείο Σμύρνης, τον δε Απρίλιο 1896 ανέλαβε υπηρεσία στο Γενικό Προξενείο Αλεξανδρείας, ως πάρεδρος και εν συνεχεία προεδρεύων τού εκεί (Μικτού) Προξενικού Δικαστηρίου.[22] Η θητεία του  υπήρξε επιτυχής, εάν κρίνουμε από τις εύφημες μνείες που του εγένοντο γιά την « ἀνατεθεῖσαν ἐπιθεώρησιν τῶν ἐν Αἰγύπτῳ ὑποπροξενείων…» και άλλες αποστολές που του ανετέθησαν.[23]

Η θητεία του στα προξενικά δικαστήρια τον οδήγησαν στην ένταξή του στο Υπουργείο Εξωτερικών. Τον Ιούλιο 1905, ως Πρόξενος Α΄τάξεως πλέον, ανέλαβε υπηρεσία στο Προξενείο Αδριανουπόλεως.[24] Η τοποθέτησή του στην Αδριανούπολη αλλά και ο χρόνος διαμονής του εκεί συνέπιπτε με μιά κρίσιμη περίοδο του Μακεδονικού Αγώνος. Όσο και αν η περιφέρειά του δεν βρισκόταν στο επίκεντρο της εντάσεως, ήταν φυσικό και η Θράκη να επηρεάζεται από την εχθρότητα της Βουλγαρίας προς το ελληνικό στοιχείο γενικότερα, αλλά και την επιβουλή της προς περιοχές που ήταν μεν έδαφος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, πλην όμως τις ενέτασσε στις ευρύτερες βλέψεις της. Αλλά και η μετάθεσή του, εν συνεχεία, στο Μοναστήρι, θα τον έφερνε και πάλι αντιμέτωπο με την βουλγαρική βαρβαρότητα.

Κατά την θητεία του στην Αδριανούπολη κατέβαλε συστηματικές προσπάθειες για να εμψυχώσει τον ελληνισμό, προωθώντας, μεταξύ άλλων, την εκμάθηση και χρήση της ελληνικής γλώσσας τονώνοντας το εθνικό αίσθημα. Μεταξύ των άλλων προτάσεων του Δημαρά ήταν και αυτή δημιουργίας υποκαταστήματος ελληνικής τραπέζης στην Αδριανούπολη, προς διευκόλυνση των ομογενών επιχειρηματιών, πρόταση που υπεστήριξε και το Υπουργείο των Εξωτερικών. Με τέτοιο πνεύμα επεσκέπτετο τους αγροτικούς ελληνικούς πληθυσμούς που είχαν διογκωθή από τους Έλληνες που διέφευγαν ή διώκοντο από την Αν. Ρωμυλία. Η βουλγαρική πολιτική, στο πλαίσιο των βλέψεων της Σόφιας στην περιοχή, καθοδηγούσε την ένοπλη δράση των κομιτάτων για να ασκή τρομοκρατία και να προβαίνη σε φόνους Ελλήνων στο βιλαέτι της Αδριανουπόλεως. Πέραν αυτών ο Δημαράς τόνιζε προς πάσα κατεύθυνση  την δημογραφική δύναμη του ελληνικού στοιχείου, έναντι των αλλοιωμένων βουλγαρικών στατιστικών αλλά και των ανακριβών οθωμανικών, ενώ επεσήμαινε προς την Αθήνα την οικονομική ανάπτυξη του Ιουδαϊκού στοιχείου. Τέλος, εισηγήθηκε την απόσπαση στην περιοχή και άλλων πρακτόρων στα πλέον καίρια σημεία, προς παρακολούθηση των βουλγαρικών κινήσεων σε συνδυασμό με τον Μακεδονικό αγώνα.[25]

Μετά διετία, τον Μάρτιο 1907 μετετέθη, μάλλον αιφνιδίως, σε άλλη καίρια αρχή, στην καρδιά του Μακεδονικού Αγώνα, στο Προξενείο Μοναστηρίου. Στην διαταγή μεταθέσεώς του ο υπουργός Εξωτερικών, Αλεξ. Σκουζές, σημειώνει: « …πέπεισμαι ὃτι θέλετε ἀναπτύξει ὑπέρ τῶν ἐθνικῶν ἐν τῶ σπουδαίῳ ἐκείνῳ κέντρῳ, συμφερόντων, πᾶσαν τήν δεξιότητα καί τόν ζῆλον ὑμῶν».[26]  Όντως, η θητεία του στην νέα του θέση υπήρξε πολυσχιδής, ταραχώδης και, πάλι, απολύτως ουσιαστική. Από το Μοναστήρι έπρεπε να παρακολουθεί τις κινήσεις και την πολιτική των αλβανο-ρουμανο-βουλγαρικών συμμοριών και κομιτάτων, που καθίσταντο ασύδοτα λόγω της ατιμωρησίας και αδρανείας των οθωμανικών αρχών.[27] Ειδικώς οι βουλγαρικές συμμορίες είχαν οδηγίες να εξολοθρεύουν κάθε τι το ελληνικό![28] Συγχρόνως έπρεπε να υπονομεύει στις τουρκικές αρχές τις πολιτικές βλέψεις των βουλγαρικών κομιτάτων, προβάλλοντας, από την άλλη πλευρά, το πνεύμα συνεργασίας των Ελλήνων, εξουδετερώνοντας την εντύπωση των οθωμανών αξιωματούχων ότι ο Πρόξενος ευρίσκετο όπισθεν της δράσεως των ελληνικών συμμοριών που δρούσαν στην περιοχή, γεγονός όχι αναληθές, άλλωστε. Διότι, στην πράξη, ο Δημαράς εκαλείτο να προωθεί στις ελληνικές ομάδες οπλισμό ή να τους μεταφέρει πληροφορίες, ακόμη και να τους συντονίζει, όσο επέτρεπαν οι συνθήκες. Πάντως, όπως ήταν φυσικό, διατηρούσε άριστη συνεργασία με τον γενικό διοικητή Χιλμί πασά, σε σημείο που ο τελευταίος του παρείχε διακριτική αλλά ουσιαστική προστασία, έναντι αυτών που απειλούσαν την ζωή του.[29]

Το κτήριο του Ελληνικού Προξενείου Μοναστηρίου.

Η παραμονή του στο Μοναστήρι επί τρία  συναπτά έτη υπήρξε και ιδιαιτέρως κοπιαστική αλλά, κυρίως, επικίνδυνη. Δυστυχώς, τα οικογενειακά αρχεία δεν περιλαμβάνουν προσωπικές επιστολές του με την εμπειρία του. Σε αναγνώριση, πάντως, της επιτυχούς εκεί θητείας του, προήχθη τον Ιούνιο 1910 σε Γενικό Πρόξενο, μετατεθείς, λίγο αργότερα, στα Ιωάννινα, όπου παρέμεινε για  λίγο,[30] εφ’όσον  τον Ιανουάριο 1911 απεστάλη εκ νέου, εκτάκτως,  στο Γενικό, πλέον, Προξενείο Αδριανουπόλεως, όπου υπηρέτησε μέχρι τον Οκτώβριο 1912. Είναι σημαντικό ότι τον Απρίλιο 1912, προήχθη στο βασιλικό Τάγμα του Σωτήρος στον Χρυσούν Σταυρόν, « διά τήν εὐδόκιμον [αυτού] ὑπηρεσίαν», ως ανεγράφη διά χειρός στην σχετική προς αυτόν ανακοίνωση. Και την περίοδο αυτή, διατηρώντας άριστες πάντα επαφές με τις οθωμανικές αρχές, σημείωνε την εξέλιξη των προβληματικών σχέσεων των τοπικών αρχών με τους βουλγαρικούς πληθυσμούς και ιδίως έναντι των «αναρχικών» κινημάτων της Επαναστατικής Βουλγαρικής Οργανώσεως. Επεσήμαινε ότι ο τουρκικός πληθυσμός, ερεθισμένος έναντι των βουλγάρων, ενδιεφέρετο περισσότερο για τις βουλγαρικές κινητοποιήσεις και τους κινδύνους που αυτές υπέκρυπταν, παρά για τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο.[31]

Η ελληνική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου (Δεκέμβριος 1912). Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά οι Γεώργιος Στρέιτ, Στέφανος Σκουλούδης, Π. Δαγκλής (πρώτη σειρά), Νικ. Πολίτης, Π. Μεταξάς, διπλωμάτης, Ι. Μεταξάς, Ι. Καρατζάς,  Κ. Δημαράς και Ι. Παππάς. Πηγή: Σπ. Μαρκεζίνης, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος,  τόμος 3, σελ. 263.

Με την έναρξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου επέστρεψε στην Αθήνα, όπου διηύθυνε για μικρό διάστημα το Β΄ Πολιτικό τμήμα, μία από τις κύριες διευθύνσεις του Υπουργείου. Μετά δε την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, προσεκλήθη από τον Κωνσταντίνο Ρακτιβάν,[32] αντιπρόσωπο της Κυβερνήσεως στην Θεσσαλονίκη, ως διευθυντής στην νεοσύστατη Ελληνική Διοίκηση. Λίγο μετά, στις 22 Νοεμβρίου, έλαβε εντολή να μεταβή  στο Λονδίνο,  ως μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας « πρός διαπραγμάτευσιν καί ὑπογραφήν τῆς μεταξύ Ἑλλάδος καί Τουρκίας Συνθήκης περί εἰρήνης».[33] Στην βρεταννική πρωτεύουσα θα μετέβαιναν και επίλεκτες προσωπικότητες της πολιτικής ζωής και του Υπουργείου Εξωτερικών, μεταξύ άλλων ο Γεώργιος Στρέιτ και ο Στέφανος Σκουλούδης. Με το πέρας της αποσπάσεως του στο Λονδίνο, τον Ιανουάριο 1913, επανήλθε στην προτέρα θέση του, στην Αδριανούπολη, από όπου, την 1.3.1913, διετάχθη να επιστρέψη «ἐπί εἰδικῆ ἀποστολῆ» στην  Θεσσαλονίκη και να παρουσιασθή ενώπιον του Πρίγκηπος Νικολάου. Εκεί, εκλήθη να μετάσχη των εργασιών Επιτροπής για ζητήματα κατοχής των νέων εδαφών, προς διευθέτηση των διαφορών που είχαν προκύψει με την Βουλγαρία από τον πρώτο Βαλκανικό πόλεμο.[34]

Τον Αύγουστο 1913, ο Δημαράς μετετέθη στην Κεντρική Υπηρεσία, ως   τμηματάρχης Α΄τάξεως, σε αντικατάσταση του Ιωάννη (Ίωνος) Δραγούμη,[35] στην καίρια θέση του διευθύνοντος το Β΄ Τμήμα – επονομαζόμενο Ανατολικό – της Διευθύνσεως Πολιτικών Υποθέσεων της Γενικής Διευθύνσεως, το οποίο ο τελευταίος είχε ιδρύσει. Εύκολα γίνεται αντιληπτή η σπουδαιότης αυτής της τοποθετήσεως.[36]

Καθ’όδον πρός το τελευταίο του, ιδιαιτέρως απαιτητικό, πόστο, το Γενικό Προξενείο Σμύρνης, και εν όψει της προαγωγής του (2.7.1914) σε πρόσεδρο υπουργό, ο Δημαράς ‘εστάθμευσε’ προσωρινώς στην Κωνσταντινούπολη, ως προϊστάμενος του Προξενικού Γραφείου της Πρεσβείας (Φεβρουάριος-Ιούνιος).[37] Στην Σμύρνη, οι αρμοδιότητές του θα ήσαν βεβαρυμμένες. Παραλλήλως προς τα προξενικά καθήκοντά του, κύρια αποστολή του θα ήταν  η συμμετοχή του ως εκπροσώπου της Ελλάδος  στην Μικτή Επιτροπή για την ανταλλαγή των πληθυσμών και των περιουσιών όσων ομογενών κατέφυγαν στην Ελλάδα και αντιστοίχως όσων μωαμεθανών από την Ελλάδα μετανάστευσαν στην Τουρκία. Έργο ευαίσθητο, δυσχερές, λόγω των συνθηκών, και  άχαρο.

Η Επιτροπή άρχισε να λειτουργεί στις 28.6.1914. Ο Δημαράς, διευκολύνετο στην  αποστολή του και από την νομική του κατάρτιση. Ήδη, υπό την πίεση των Βαλκανικών πολέμων αλλά και των συστηματικών διωγμών εκ μέρους των τουρκικών αρχών, περί τους 150.000 έλληνες είχαν μεταναστεύσει στην Ελλάδα. Παρά την σύσταση της Επιτροπής οι διωγμοί επετείνοντο. Μετά δε την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου οι συνθήκες χειροτέρευαν. Στην προσπάθειά του να αναστείλει το κύμα φυγής από τα Οθωμανικά εδάφη και να ανακουφίζει τους Έλληνες, είχε να αντιμετωπίσει την διαρκή αρνητικότητα των Τούρκων, στόχος των οποίων, σε κλίμα έντονου εθνικισμού, ήταν η αποψίλωση των εδαφών τους από τους ελληνικούς πληθυσμούς. Και πάλι, δηλ., για τρίτη φορά, ο Δημαράς είχε να αντιμετωπίσει τον διωγμό και την εκδίωξη των Ελλήνων από τα πατρογονικά τους εδάφη! Συγχρόνως η Επιτροπή είχε την αρμοδιότητα αποτιμήσεως των περιουσιών που άφηναν οι έλληνες, κινητή και ακίνητη. Έργο δύσκολο και δύστροπο, καθ’ην στιγμή οι οθωμανικές αρχές ζητούσαν κάθε δυνατή διευκόλυνση για τους μουσουλμάνους της Ελλάδος.[38]

Εν τω μεταξύ, τον Αύγουστο 1914, είχε ξεσπάσει η θύελλα του Μεγάλου Πολέμου, στην πρώτη φάση του οποίου η Ελλάς παρέμενε ουδέτερη. Παρά ταύτα, ήταν ευνόητο ότι στο κλίμα των τεταμένων σχέσεων με την Πύλη, η Επιτροπή δεν ήτο δυνατόν να λειτουργήσει ικανοποιητικά. Είχε, αρχικά, αναστείλη προσωρινά τις εργασίες της την 25 Ιουλίου, με πρωτοβουλία της οθωμανικής πλευράς. Αν και αυτές επανελήφθησαν στις 24 Οκτωβρίου, έπαυσε ουσιαστικά  να λειτουργεί την 1 Δεκεμβρίου. Η Πύλη από τα τέλη Οκτωβρίου είχε εμπλακή στον πόλεμο με τις Κεντρικές Δυνάμεις. Ο Κων. Δημαράς παρέμεινε στην Σμύρνη ως Γενικός Πρόξενος, μέχρι την διακοπή των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τον Ιούνιο 1917, σε μία περίοδο ιδιαίτερης εντάσεως.

Τηλεγράφημα Δημαρά προς ΥΠΕΞ, σχετικά με τις εργασίες της Μικτής Επιτροπής (ΑΥΕ/1914/φακ. Α/21).

Η δεύτερη αυτή θητεία του στην Σμύρνη συνέπεσε με την χειρότερη φάση των διωγμών των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Οι εκθέσεις του Δημαρά είναι αποκαλυπτικές των δεινών που υφίσταντο  οι Έλληνες, εκδιωκόμενοι από τις πατρογονικές τους εστίες, χωρίς σχεδόν κανένα εφόδιο, εγκαταλείποντας τα πάντα, και πουλώντας ό,τι τους έμενε από ρουχισμό στο δρόμο τους για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Παρά τις διαβεβαιώσεις των οθωμανικών, αλλά και των γερμανικών στρατιωτικών αρχών – οι οποίες μεθόδευαν τους διωγμούς των Ελλήνων – οι διωγμοί δεν ανεστάλησαν. Τουναντίον μετά τις Κυδωνιές,  ο ξεριζωμός επεξετάθη και σε άλλες πόλεις της Μικρασίας. Ο Δημαράς, προσπαθούσε να απαλύνει τους πόνους των «λιμοκτονούντων καί ὑπό ἀσθενείας ταλαιπωρουμένων» Ελλήνων. Πολλοί πέθαιναν από ασιτία. Ζητούσε κονδύλια από την Αθήνα, ώστε να τους έλθη αρωγός, όσο ήταν δυνατόν σε ένα πύθο των Δαναΐδων. Σταγών εν τω ωκεανώ! Τα γεγονότα του 1917 αποτελούσαν, βεβαίως, τον προάγγελο των όσων έλαβαν χώρα το 1922! Ο Δημαράς προσπαθούσε το κατά δύναμιν σε μία διαδικασία, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν προδιαγεγραμμένο!

Υπό αυτές τις συνθήκες διεκόπησαν οι διπλωματικές σχέσεις και με την Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι προξενικές αρχές ανεχώρησαν και οι Τούρκοι, υπό την καθοδήγηση των γερμανών, συνέχισαν το απάνθρωπο έργο τους.

Φώκαια, Ιούνιος 1914. Κάτοικοι της πόλης και των γύρω περιοχών επιβιβάζονται σε πλοιάρια με προορισμό τη Λέσβο (δεξιά). Κατεστραμμένο κατάστημα στην ελληνική συνοικία της Παλαιάς Φώκαιας (αριστερά).(Πηγή: http://anatropitora.blogspot.com/2015/06/12-1914.html)

Η απαρίθμηση απλώς των πόστων στα οποία υπηρέτησε ο Κων. Δημαράς, δεν υποδηλοί, είναι ευνόητο, την σπουδαιότητα του έργου του. Όμως, είναι εύκολο να αντιληφθή κανείς ότι η τοποθέτησή του στις νευραλγικές θέσεις και οι δύσκολες αποστολές που του ανετέθησαν, δεν υπήρξε τυχαίο γεγονός. Στο Μοναστήρι και την Αδριανούπολη είχε να αντιμετωπίσει την λαίλαπα των   διωγμών του ελληνισμού από τους Βουλγάρους και να προασπίση τα συμφέροντα της εκεί θάλλουσας ομογένειας, διατηρώντας, κατά το δυνατόν, άριστες τις σχέσεις με τις Οθωμανικές αρχές. Με την ευστροφία του το επέτυχε, κατά τρόπο που μπόρεσε να προσφέρει σημαντικότατες υπηρεσίες κατά τον Μακεδονικό Αγώνα.

Αλλά και στην Σμύρνη η θητεία του συνέπεσε με την χειρότερη φάση διωγμών του ελληνισμού. Αναφέρεται με ιδιαίτερη ευφράδεια στο βιογραφικό του σημείωμα που βρέθηκε στο οικογενειακό αρχείο, το οποίο ως φαίνεται συνετάγη λίγο μετά τον θάνατό του, εν είδη νεκρολογίας, από συνάδελφό του στο Υπουργείο Εξωτερικών:[39] « ἡ ὑπηρεσία αὐτού συνέπεσε πάλιν μέ τόν ἀπηνῆ διωγμόν τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ὑπ’αὐτῆς τῆς ἐπισήμου Τουρκίας, κατά προδιαγεγραμμένον Γερμανικόν σχέδιον,[40] διωγμόν ὃστις ἀρξάμενος τήν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου, ἓτι ὀξύτερος καί συστηματικώτερος ἀπέβη μετά τήν ἒκρηξιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καί ἀνένδοτος ἐξακολουθεῖ ἓτι καί νῦν. Ὁλόκληρος ὁ χρόνος τῆς τελευταίας ἐν Σμύρνῃ ὑπηρεσίας τοῦ Κ. Δημαρᾶ ἦτο διαρκῆς καί ἀχάριστος ἀγῶν πρός προστασίαν τῶν καταδυναστευομένων ὁμοεθνῶν ἡμῶν, συνάμα δέ καί πρός ἀνακούφισιν τῆς πενομένης πλειονότητος αὐτών….». Και τελειώνει το σημείωμα: «Ἡ ὃλη ἐν γένει πατριωτική ἐργασία τοῦ Κ. Δημαρᾶ, ἐν τῆ ἐπιμελείᾳ τῶν ἀνατεθειμένων αὐτῶ ἐθνικῶν συμφερόντων κατέχει τιμητικωτάτην διά τήν μνήμην αὐτού θέσιν ἐν τῆ ἡμετέρᾳ ἱστορίᾳ τῶν τελευταίων χρόνων, καί ἀποτελεῖ ἀληθῶς ζημία ἀνυπολόγιστον διά τήν Ἑλληνικήν πολιτείαν ἡ πρόωρος ἀπώλεια τοιούτου διακεκριμένου  ὑπαλλήλου ».

Ο Κωνσταντίνος Ι. Αιλιανός είναι Πρέσβυς ε.τ. Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, επικεφαλής των πρεσβειών του Νέου Δελχί, της Βαρσοβίας και της Βόννης, Υπηρεσιακός Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Εξωτερικών (1999-2000), Γενικός Γραμματεύς της Προεδρίας της Δημοκρατίας (2000-2005), Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως (2006-2007). Είναι πρόεδρος της “Εταιρίας Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας” και μέλος του ΔΣ του Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

Υποσημειώσεις

[1]  ΑΥΕ, 1917, φακ. Αακ.2, σελ. ηλεκτρονικού καταλόγου, 118, 122,151, 156, 160.

[2] Η Καλλίπολις ευρίσκεται στο νότιο τμήμα του ανατολικού σκέλους του κόλπου του Τάραντος.

[3]Όλγα, το γένος Κωνσταντινίδου.

[4]Εφ. ΕΣΤΙΑ, 23.9.191. Συνταξίδευαν και οι κυρίες Αποστολόπουλου και Καμπότη.

[5]Ο βαθμός του προσέδρου υπουργού (ministre résident) ήταν τότε ο πρώτος των πρεσβευτικών, λεγομένων, βαθμών. Kατηργήθη ήδη προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

[6]Πολλά από τα βιογραφικά στοιχεία του άρθρου ελήφθησαν από επίσημες διαταγές όπως και σημείωμα/νεκρολογία που βρέθηκε στο αρχείο του Κων. Δημαρά (Αρχ. ΚΔ).  Το αρχείο διατηρεί ο Ιωάννης Ζολώτας, δισέγγονος του Θησέως-Παναγιώτου Δημαρά, αδελφού του Κων/νου και γυιός της εγγονής του, Μαρίας Δημαρά. Τον ευχαριστώ εγκαρδίως για όλη την διευκόλυνση που μου παρέσχε στην αναδίφηση και την μελέτη του αρχείου. Ο συγγραφεύς έχει τον ίδιο βαθμό συγγενείας προς τον Κων. Δημαρά, μέσω της αδελφής του Ευαγγελίας (1860-1917).

[7]Είχαν κατά πρώτον διακοπή ατύπως όταν ο Γάλλος ναύαρχος Dartige du Fournet, χωρίς την έγκριση της κυβερνήσεως, διέταξε την εκδίωξη των πρέσβεων της Τετραπλής Συμμαχίας, τον Νοέμβριο 1916. Τότε, η προσωρινή κυβέρνησις της Θεσσαλονίκης είχε κηρύξει τον πόλεμο κατά των εχθρών κρατών, στις 10 και 11 Νοεμβρίου 1916. Οι Έλληνες διπλωματικοί δεν είχαν ανακληθή από τις θέσεις τους. Ήδη, τον Δεκέμβριο 1915, οι αρχές της Ανταντ είχαν εκδιώξει από την Θεσσαλονίκη και την Βόρειο Ελλάδα το προσωπικό των προξενείων των εχθρικών Δυνάμεων.

[8]ΑΥΕ, 1917, Ι/67 (5), Οδηγ. Αθηνών προς Πρεσβεία Βέρνης, 9941, 7.8.17, 11640, 24.8.1917, 6328, 29.8.1917.

[9]ΑΥΕ, 1917, Ι/76, 3, Οδηγ. προς Βέρνη, από 2.6.17., Α/5,VII, 6088, 25.8.1917, Τηλ. Υπ. Εξωτερικών προς Νομάρχη Ηρακλείου. Η Ολλανδία εκπροσωπούσε τα οθωμανικά συμφέροντα στην Ελλάδα.

[10]ΑΥΕ, 1917, Ι/76,4, Οδηγ. Υπ. Εξωτ. προς Βέρνη, 6328, 29.8.1917, για διάβημα στην Ισπανική Πρεσβεία.

[11] ΑΥΕ, 1917 Ι/76 (3),  Οδηγ. προς Πρεσβεία Ρώμης, 9942, 4.8.1917.

[12]Ο αθηναϊκός τύπος αναφέρει ότι το υποβρύχιο ήταν αυστριακό. Τα γερμανικά αρχεία επιβεβαιώνουν ότι επρόκειτο για γερμανικό, το UB48, τύπου UB III, με κυβερνήτη τον ανθυποπλοίαρχο  Wolfgang  Steinbauer.  (1888, Στρασβούργο – 1978, Κολωνία). Στην επίσημη αλληλογραφία της πρεσβείας Ρώμης ουδέν αναφέρεται για την εθνικότητα του υποβρυχίου. Τα ιταλικά δημοσιεύματα, επίσης, αναφέρονται σε γερμανικό. Την ίδια ημέρα βυθίστηκαν δύο ελληνικά πλοία, το ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ και το ΝΙΚΟΣ ΡΟΥΣΣΟΣ.

[13]Πολλές λεπτομέρειες αναφέρονται στο άρθρο του καθηγητού Giovanni Verni, «4.10.17, Il triste epilogo del piroscafo Città di Bari», το οποίο δημοσιεύθηκε στην ηλεκτρ. ιστοσελίδα La voce di marinaio στις 4 Οκτωβρίου 2016.

[14]Αρχ. ΚΔ, επιστολή (Πάτρα, 27.9.1917) του αδελφού του Κωνσταντίνου, Δημητρίου, αντισυνταγματάρχου τότε, που υπηρετούσε στην Πάτρα, προς τον άλλο αδελφό του, Τάκη (Θησέα-Παναγιώτη). Ο Δημήτριος Δημαράς μεταφέρει όσα του διηγήθηκε ο ναυαγός πλοίαρχος που διεσώθη στην Κέρκυρα και μετέβη αμέσως στην Πάτρα.

[15]Idem υ/σ 15.

[16]Βλ. και ΑΥΕ, 1917, Ι/76,(4), τηλ. Ρώμης, Σιμόπουλος, από 4.10.1917 (193).

[17]Στην Αθήνα κυκλοφόρησε η φήμη, η οποία αναμετεδόθη στον τύπο του εξωτερικού, ότι το πλοίο εβυθίσθη κατόπιν εντολής του βασιλέως Κωνσταντίνου ως αντίποινα (revenge) για την εκθρόνισή του,. Βλ. On the seas, 19.10.1917, (αναμετάδοση από ανταπόκριση εξ Αθηνών της 17.10.17).   Πιθανόν επειδή ορισμένοι επιβάτες φώναζαν προς το υποβρύχιο «Κωνσταντίνος, Κωνσταντίνος…».Βλ. προαναφερθέν άρθρο καθηγητού Giovani Verni, υ/σ 14.

[18]Εφ. ΕΜΠΡΟΣ, 3.10.17.

[19]Εφ. ΕΣΤΙΑ, 8.10.1917 , ΚΑΙΡΟΙ, 9.101917. Πέραν των ειδησεογραφικών τηλεγραφημάτων δεν επεσήμανα περιγραφές του επεισοδίου στο ελληνικό τύπο από διασωθέντες ναυαγούς.

[20]Κατ΄άλλους το 1856.

[21]Ο ιστορικός φιλόλογος Κων. Δημαράς ήταν υιός του Θησέως-Παναγιώτου.

[22]Στις – μη χριστιανικές – χώρες όπου ίσχυε το καθεστώς των Διομολογήσεων, λειτουργούσαν προξενικά δικαστήρια για την επίλυση διαφορών μεταξύ των υπηκόων της χώρας του δικαστηρίου. Στην Οθωμανική αυτοκρατορία το καθεστώς κατηργήθη μονομερώς τον Σεπτέμβριο 1914, με την έναρξη του πολέμου. Στην Αίγυπτο λειτουργούσαν αντίστοιχα (πολυμελή) Μικτά (προξενικά) Δικαστήρια, απαρτιζόμενα από αλλοδαπούς και ημεδαπούς δικαστές, των οποίων ο πρόεδρος ήταν αλλοδαπός.

[23]Αρχ. ΚΔ, Έγγ. Υπ. Εξωτερικών, Προξενικού τμήματος, αρ. 2173/19.2.1901, και Τμήματος Γ΄, αρ. 7098/22.7.1904.

[24] ΑΥΕ, 1905, Γ/34.1, έγγ. 7932, 15.6.1905, εντολή προς Κ. Δημαρά να μεταβή στην Αδριανούπολη, αφού διέλθη από την Κωνσταντινούπολη.

[25]Για την δράση του Κ. Δημαρά στην Αδριανούπολη βλ. ΑΥΕ, 1906, Φ. 15/2 (Α/5Ἄ),  16/1 (Α), και 72/1 (Η), καθώς και 1907, Φ. 55.4 (Δ1).

[26]Αρχ. ΚΔ, Διαταγή Τμήματος Γ΄, Προξενικού αρ. 3482/10.3.1907.

[27]ΑΥΕ, 1907, 92.1, τηλ. Δημαρά, από 29.10.1907.

[28]ΑΥΕ, 1907, 92.1, τηλ. Δημαρά, από 19.6.1907.

[29]Βλ. ΑΥΕ, 1907,  92,1, τηλ. Δημαρά, από 19.6.1907.

[30]Αρχ. ΚΔ, Διαταγή Γ΄Τμήματος, Προξενικού, αρ. 8988, 1.6.1910.

[31]ΑΥΕ, 1912, 105.2, έγγ. Δημαρά, 1123, 8.12.1911.

[32]Αδελφό της συζύγου του νεώτερου αδελφού του, Θησέως-Παναγιώτου.

[33]ΑΥΕ, 1912, 53,5, τηλ. 22.11.12, ΥΠΕΞ προς Ρακτιβάν, υπουργόν Δικαιοσύνης. Διαταγή Γεν. Δ/σεως Πολιτικών Υποθέσεων, αρ. 35209/23.11.1912. Βλ. φωτογραφία μελών της αντιπροσωπείας στο Σπ. Μαρκεζίνης «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», Τ. 3, σ. 263.

[34]Αρχ. ΚΔ, Διαταγή Γεν. Δ/σεως Πολιτικών Υποθέσεων, αρ. 7067/1.3.1913 και διαταγή του Τμήματος Στρατιάς, προς τον Κο Κων. Δημαράν, από 16.3.1913, με υπογραφή Νικόλαος

[35]ΑΥΕ, 1913, 72,5, Γραφ. Υπουργού προς Α.Μ. τον Βασιλέα, προς έγκριση, αρ. 23645, 16.8.1913.

[36]Τέλη Δεκεμβρίου 1913, έλαβε εντολή να μεταβή στο Γεν. Προξενείο Οδησσού, Ωστόσο, δεν φαίνεται η μετάθεση να υλοποιήθηκε.

[37] Αρχ. ΚΔ,  Διαταγή μεταθέσεως στην Κωνσταντινούπολη, αρ. 4419/18.2.1914.

[38]Για την θητεία του Δημαρά στην Επιτροπή βλ. Γιάννης Μουρέλος, “Πληθυσμιακές ανακατατάξεις την επομένη των Βαλκανικών πολέμων: η πρώτη απόπειρα ανταλλαγής των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία”, από το Συμπόσιο ‘Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα’, Θεσσαλονίκη, 16-18 Νοεμβρίου 1988, ΙΜΧΑ, 1990. Στην εργασία αυτή του Γ. Μουρἐλου γίνεται συχνά αναφορά σε έγγραφα του Κ.Δημαρά προς τον υπουργό Εξωτερικών, Γ. Στρέιτ.

[39]Βλ. υ/σ 8. Δεν είναι γνωστόν ούτε με ποια ευκαιρία ανεγνώσθη ούτε αν και πού δημοσιεύθηκε. Αλλά συγκρίνοντας τον γραφικό χαρακτήρα  με άλλο υπηρεσιακό σημείωμα, θα πρέπει να εγράφη από υπάλληλο του υπουργείου.

[40]Η πολιτική αυτή είχεν όντως την υποστήριξη της Γερμανίας, ιδίως ύστερα από την άφιξη της στρατιωτικής γερμανικής αποστολής υπό τον στρατηγό Liman von Sanders. Μουρέλος Γιάννης, Πληθυσμιακές ανακατατάξεις… Σ. 178.

Στάθης Μπίρταχας: Το “Ημερολόγιο της πολιορκίας του Ναυαρίνου” του Giacinto Provana di Collegno (1824-25): συμβολή στη μελέτη των ιδιαιτεροτήτων της ιταλικής συνιστώσας του μαχόμενου φιλελληνισμού.

Στάθης Μπίρταχας

ΤοΗμερολόγιο της πολιορκίας του Ναυαρίνου”

του Giacinto Provana di Collegno (1824-25):

συμβολή στη μελέτη των ιδιαιτεροτήτων

της ιταλικής συνιστώσας του μαχόμενου φιλελληνισμού.*

Τα ημερολόγια, τα απομνημονεύματα και οι επιστολές των φιλελλήνων μαχητών της ελευθερίας που συνεισέφεραν στον ελληνικό αγώνα για

Giacinto Provana di Collegno. Χαρακτικό. Από: Leone Ottolenghi, La vita e i tempi di Giacinto Provana di Collegno. Col Diario dell’assedio di Navarino 1825 che si pubblica la prima volta nell’originale francese, E. Loescher, Torino 1882.

την ανεξαρτησία και την οικοδόμηση του εθνικού κράτους συνιστούν ιστορικές πηγές αδιαμφισβήτητης αξίας για τη μελέτη των ποικίλων εκφάνσεων του φιλελληνικού κινήματος και αναδεικνύουν τη διεθνική διάσταση της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και την ετερότητα και τους ποικίλους τρόπους του βλέμματος των συντακτών των εν λόγω κειμένων έναντι της νεοελληνικής πραγματικότητας, καθώς και τις

συγκλίσεις ή αποκλίσεις της εν λόγω πραγματικότητας από τα ευρωπαϊκά πρότυπα πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής συγκρότησης της εποχής[1]. Στο πλαίσιο αυτό, στην παρούσα μελέτη εξετάζεται κατά τρόπο ενδελεχή το Ημερολόγιο της Πολιορκίας του Ναυαρίνου (Diario dellassedio di Navarino)[2] που συνέγραψε ο κόμης Giacinto Ottavio Enrico Provana di Collegno από το Πιεμόντε[3] και το οποίο μπορεί να συμβάλει στη μελέτη και τη βαθύτερη κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων της ιταλικής συνιστώσας του μαχόμενου φιλελληνισμού κατά τη δεκαετία του 1820. Σημειωτέον ότι ο Collegno είχε λάβει μέρος στο αποτυχημένο συνταγματικό κίνημα των φιλελευθέρων που είχε εκδηλωθεί στην πατρίδα του το 1821 και ταξίδεψε στην Ελλάδα κατά τα τέλη του 1824 εκκινώντας από τον τόπο της εξορίας του, το Λονδίνο, από κοινού με τον συμπατριώτη, συναγωνιστή και αδελφικό του φίλο κόμη Santorre di Santarosa, πεσόντα εν συνεχεία στη μάχη της Σφακτηρίας μεταξύ Ελλήνων και Αιγυπτίων (Μάιος 1825).

 

  1. Οι πρώτοι ιταλοί εξόριστοι επαναστάτες του Risorgimento: τέκνα μίας “Φιλελεύθερης Διεθνούς”

Η περίπτωση του Collegno εντάσσεται σ’ ένα κίνημα εθελοντών, οι οποίοι στρατολογούνται στον ελληνικό αγώνα για ανεξαρτησία. Αυτοί συνιστούν μέλη μίας περιπλανώμενης ομάδας, που διατρέχει και συνδέει τα μέτωπα του επαναστατικού κύματος της δεκαετίας του 1820: στην Ιταλία, στην Ισπανία, στην Ελλάδα, αλλά και στη Λατινική Αμερική. Συνεκτικά στοιχεία τους συνιστούν η συμμετοχή σε μυστικές εταιρείες[4], η φιλελεύθερη ιδεολογία (εξ ου και ο χαρακτηρισμός της ομάδας ως “Φιλελεύθερης Διεθνούς”), αλλά και η βούληση πολλών από αυτούς να συνεχίσουν τη στρατιωτική σταδιοδρομία ύστερα από το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων και την υποχρεωτική αποστρατεία[5]. Όσον αφορά τους εκπροσώπους του Risorgimento, οι ιταλοί επαναστάτες της περιόδου ερμηνεύουν την ελληνική ανεξαρτησία στο πλαίσιο της μεγάλης υπόθεσης της ελευθερίας στην Ευρώπη. Στην Ιταλία οικοδομείται σε πρώτο χρόνο η έννοια της ελληνολατινικής αλληλεγγύης, που απορρέει από τη σύνδεση των δύο πολιτισμών της κλασσικής αρχαιότητας. Προϊόντος του χρόνου – ύστερα από τα αποτυχημένα συνταγματικά και φιλελεύθερα κινήματα του 1820-21 στο Πιεμόντε, τη Νεάπολη και τη Σικελία – οι ιταλοί φιλελεύθεροι πατριώτες διευρύνουν στην εξορία τα όρια της κοινής δράσης και του συντονισμού των επαναστατικών δυνάμεων στο πλαίσιο μίας αλληλεγγύης των μεσογειακών λαών[6]. Από την άλλη, βέβαια, ήδη πριν από την εκδήλωση της Ελληνικής Επανάστασης η ιταλική χερσόνησος αναδεικνύεται σε πραγματικό ζυμωτήρι, σε σημείο συνάντησης του αγγλικού ρομαντισμού με κύκλους ιταλών συνωμοτών, καθώς και σημαντικούς εκπροσώπους του νεοελληνικού διαφωτισμού και της Φιλικής Εταιρείας. Στην Τοσκάνη, ειδικότερα, συναντώνται οι άγγλοι ριζοσπάστες ρομαντικοί ποιητές Byron και Shelley με τους ιταλούς καρμπονάρους και τον “κύκλο της Πίζας” των Ελλήνων της διασποράς[7].

Επαναστατικά κινήματα στην Ευρώπη (δεκαετία 1820).
Πηγή:http://slideplayer.com/slide/7505029/24/images/4/Revolutionary+Movements+in+the+Early+19c.jpg

Το Λονδίνο συνιστά το τελικό σημείο συνάντησης και ώσμωσης επιμέρους συντελεστών της Επανάστασης: των εξόριστων επαναστατών, των επιτροπών στήριξης του αγώνα, αλλά και του οικονομικού παράγοντα που θα τον χρηματοδοτούσε. Παράλληλα, η πόλη αποτελεί κομβικό σημείο για την ανάπτυξη του ιταλικού εθνικού αφηγήματος, γεγονός στο οποίο συμβάλλει και η έντονη εκδοτική δραστηριότητα των εκεί ιταλών εξορίστων – πρωτοστατούντος του Ugo Foscolo, του ποιητή με την υβριδική ταυτότητα που συνεισέφερε καθοριστικά στη διάδοση της ελληνικής υπόθεσης μεταξύ των Ιταλών. Με την πεποίθηση ότι η υπόθεση της Επανάστασης κρίνεται στο μέτωπο της Ελλάδας, αυτοί συνδέουν την εθνική τους υπόθεση με την ελληνική[8]. Ακριβώς από το Λονδίνο οι Collegno και Santarosa αναχωρούν στις 5 Νοεμβρίου 1824 με το πλοίο “Little Sally” για το ελληνικό μέτωπο˙ και τούτο, παρά τις αντιρρήσεις του John Bowring, γραμματέα της Ελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου (London Greek Committee), καθώς και άλλων μελών αυτής αντίθετων με την αποστολή στην Ελλάδα ιταλών εξορίστων, ώστε να μη θεωρηθεί απόδειξη από τις εχθρικές απολυταρχικές δυνάμεις ότι τα ίδια ανατρεπτικά στοιχεία υποκινούσαν τις επαναστάσεις στις τρεις μεσογειακές χερσονήσους[9]. Είχε προηγηθεί η μετάβαση του Collegno στην ιβηρική χερσόνησο για να στηρίξει την ισπανική συνταγματική κυβέρνηση˙ όχι, όμως, και του Santarosa, ο οποίος αφενός θεωρούσε ότι κάτι τέτοιο αντίβαινε στις πολιτικές αρχές του και αφετέρου δεν αισθανόταν καμία συμπάθεια για την Ισπανία. Για την Ελλάδα, αντιθέτως, αισθανόταν μία αγάπη και μία αδελφοσύνη που είχαν κάτι το ιερό[10]. Συνεπώς, η μετάβαση στην Ελλάδα των δύο ιταλών φιλελεύθερων εξορίστων – πρωταγωνιστών του συνταγματικού κινήματος στο Πιεμόντε και καταδικασθέντων σε θάνατο στην πατρίδα τους – εντάσσεται στη δεύτερη φάση ενίσχυσης του ελληνικού αγώνα με κοσμοπολίτες μαχητές της ελευθερίας: ύστερα δηλαδή από τον θάνατο-προσκλητήριο του Byron στο Μεσολόγγι, το ισπανικό Trienio liberal (1820-23) και το τέλος των επαναστάσεων της Λατινικής Αμερικής. Πρόκειται για την περίοδο από το 1824 έως το 1826, όταν κατευθύνονται πλέον προς την Ελλάδα έμπειροι ως επί το πλείστον αξιωματικοί με την προοπτική να αναλάβουν θέσεις ευθύνης στις ελληνικές δυνάμεις και εντείνονται οι προσπάθειες για τη συγκρότηση τακτικού στρατού[11].

Annibale Santorre Derossi di Pomarolo, κόμης di Santarosa, έργο Πολυχρόνη Λεμπέση, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1882, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
  1. Το ημερολόγιο του Giacinto Provana di Collegno

2.1. Στο ελληνικό μέτωπο

Οι Santarosa και Collegno φθάνουν στην πόλη του Ναυπλίου (Napoli di Romania, όπως είναι γνωστή από τη βενετική περίοδο) στις 10 Δεκεμβρίου 1824. Η φήμη του πρώτου αναγκάζει τις ελληνικές αρχές να μην του απονείμουν κάποιο σημαντικό στρατιωτικό ή διοικητικό οφίκιο – παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου από μέρους των εκπροσώπων της ελληνικής διοίκησης στο Λονδίνο (του Ιωάννη Ορλάνδου και του Ανδρέα Λουριώτη)[12] – και να τον στείλουν εν τέλει ως απλό μαχητή στη Σφακτηρία με το ψευδώνυμο Derossi[13]. Στον Collegno, από την άλλη, απονέμεται ο βαθμός του συνταγματάρχη και αποστέλλεται ως διοικητής του μηχανικού (archimeccanico) στο φρούριο του Νεοκάστρου (Ναυαρίνου).

Στοιχεία για τα έργα και τις ημέρες του Collegno στο ελληνικό μέτωπο αντλούμε από το δικό του Ημερολόγιο της πολιορκίας του Ναυαρίνου (Diario dellassedio di Navarino), που εκδόθηκε στο Τορίνο το 1857 από κοινού με ένα βιογραφικό σχεδίασμα του συγγραφέα, που συνέταξε ο φίλος του και μετριοπαθής φιλελεύθερος πολιτικός Massimo d’Azeglio[14]. Από ιστοριογραφικής απόψεως, σύμφωνα με τον ιστορικό της εκστρατείας του Ιμπραήμ Πασά στην Πελοπόννησο Μιχαήλ Σακελλαρίου, «Επειδή [ο Collegno] ήταν πολύ σοβαρός και πολύ παρατηρητικός, το κείμενό του είναι η καλύτερη πηγή για την πολιορκία του Νεοκάστρου [Μάιος 1825]»[15].

Πρόθεσή μου εδώ δεν είναι να αναδείξω τη συμβολή του Collegno στην αποκατάσταση των πολεμικών γεγονότων, αλλά τις οπτικές του έναντι: α) των ελλήνων συμμαχητών του και της νεοελληνικής πραγματικότητας˙ β) των εχθρών στο πεδίο της μάχης, δηλαδή των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ˙ και γ) των ομοεθνών “άλλων”, των ιταλών δηλ. μισθοφόρων αξιωματικών που βρέθηκαν στρατολογημένοι στο αντίπαλο στρατόπεδο. Τέλος, το ενδιαφέρον μου στρέφεται στην εικόνα της ελληνικής γης και του Μοριά ειδικότερα, όπως αυτή εξάγεται από τις περιγραφές του Collegno υπό τύπον περιηγητικής λογοτεχνίας.

2.2. Η εικόνα της φίλιας πλευράς: Έλληνες και νεοελληνική πραγματικότητα

Η συνάντηση με τους έλληνες ιθύνοντες, αλλά και με τους γηγενείς πολεμιστές στο πεδίο της μάχης αναδεικνύει τη γνωστή – από τα κείμενα πλήθους άλλων ευρωπαίων εθελοντών – προβληματική επαφή και προσέγγιση δύο αντιθετικών κόσμων: των φιλελλήνων της φιλελεύθερης Δύσης από τη μία και των Ελλήνων της οθωμανικής Ανατολής από την άλλη. Συνακόλουθα, τίθενται σε δοκιμασία οι εκατέρωθεν αναπαραστάσεις. Η αμηχανία του Collegno έναντι των Ελλήνων είναι πρόδηλη: από τη μία το δέος για την κλασσική παράδοση – που τροφοδοτείται, ωστόσο, κατά κύριο λόγο από τον οίστρο του διανοούμενου συνοδού και φίλου Santarosa για την πατρίδα του Σωκράτη[16] – και από την άλλη η αποστροφή ενώπιον της νεοελληνικής βαρβαρότητας. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η συμπόρευση είναι προβληματική, γεγονός που κυριαρχεί σε όλο το εύρος του Ημερολογίου του Collegno[17].

Giacinto Collegno, Diario dell’assedio di Navarino. Memorie di Giacinto Collegno precedute da un ricordo biografico dell’autore scritto da Massimo d’Azeglio, μτφρ. A. Mauri, Pelazza, Τorino 1857.

Ας δούμε αναλυτικότερα τις επιμέρους πτυχές αυτής της συνάντησης του ιταλού εθελοντή με τους γηγενείς και της προβληματικής σύμπραξής του με αυτούς ακόμη και την κρίσιμη ώρα της μάχης˙ και πρώτα απ’ όλα, την εικόνα που ο Collegno σχηματίζει γενικά για τους Νεοέλληνες, τις συνήθειες, τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές τους. Ο πολιτισμός φθάνει έως τα – τέως βενετικά και νυν βρετανικά – Ιόνια Νησιά, σημειώνει κατηγορηματικά. Οι Έλληνες είναι απολίτιστοι και βάρβαροι˙ συμφεροντολόγοι, άπληστοι και διεφθαρμένοι (μόνον οι μικροί και οι φτωχοί απέχουν από τη διαφθορά)˙ απερίσκεπτοι και καθόλου προνοητικοί για την αυριανή ημέρα˙ πότες˙ ξεκινούν να κάνουν κάτι με την όρεξη και την ορμή των Γάλλων, αλλά εν συνεχεία χάνουν το ενδιαφέρον τους και πέφτουν στη ραθυμία των Ισπανών και δεν υπάρχει κάτι που να τους βγάλει από αυτήν τη μακάρια κατάσταση˙ δεν είναι σταθεροί στις απόψεις τους, αλλά αλλάζουν γνώμη ανά πάσα στιγμή και ανάλογα με τις περιστάσεις[18]˙ φοβούνται το σκοτάδι περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο («στο σκοτάδι δεν είναι πια ο εαυτός τους!»[19])˙ με την πρώτη ευκαιρία απλώνουν «το δεξί χέρι, ανοίγοντας τα δάκτυλα και φωνάζοντας εκείνο το Ναα τους που εκφράζει ρητώς την περιφρόνηση»[20]. Όσο για τη ζωή στα χωριά, εκεί τα πράγματα είναι πραγματικά δύσκολα: είναι καλύτερα κανείς να διανυκτερεύει στην ύπαιθρο παρά «στις ρυπαρές καλύβες»[21].

Οι έλληνες γιατροί είναι εντελώς αδαείς και η επιβίωση των τραυματιών στα χέρια τους είναι σχεδόν αδύνατη. Επ’ αυτού, ο Collegno μνημονεύει την περίπτωση ενός χειρουργού ονόματι «Satrako»[22], που προέβαινε σε διάτρηση κρανίου όλων όσοι τραυματίζονταν στο κεφάλι˙ δεν επιβίωσε κανείς τους[23].

Όσον αφορά τις Ελληνίδες, αυτές είναι σκλάβες των ανδρών. Στον γάμο η γυναίκα δεν είναι σύντροφος, αλλά υπηρέτρια ή μάλλον σκλάβα του άνδρα, τον οποίο αποκαλεί «εφέντη, δηλαδή κύριο» και τον υπηρετεί αδιαλείπτως. Μόνον εκείνος κοιμάται σε κρεβάτι, ενώ εκείνη και τα παιδιά πλαγιάζουν στο πάτωμα. Δεν υπάρχει κανενός είδους συντροφικότητα και αγάπη στη σχέση τους. Ο Collegno καταλήγει διερωτώμενος: «Να ’ναι άραγε και ο έρωτας καρπός του πολιτισμού;»[24].

Γενικά είναι δύσκολο να βρει κανείς κάτι θετικό στους Έλληνες. Ως εκ τούτου, ο Collegno αισθάνεται οίκτο για τον επίδοξο μονάρχη της αναδυόμενης Ελλάδας, έναν δηλαδή από τους γιους του δούκα της Ορλεάνης, τον οποίο προωθεί ο Γάλλος στρατηγός Henri Roche. «Φτωχό παιδί! Τι έχεις κάνει άραγε και σκέφτονται να σε στείλουν βασιλιά σ’ αυτόν τον τόπο;», διερωτάται[25]. Οικτίρει, ομοίως, εκείνους που «άφησαν την πολιτισμένη Ευρώπη» και «δοκιμάζουν την ελληνική ζωή: φτωχούληδες! τους συμπονώ από τα βάθη της ψυχής μου»[26].

2.2.1. Έλληνες συμμαχητές

Η παραπάνω εικόνα επιτείνεται αφενός από την κατηγορηματική απόρριψη εκ μέρους του Collegno των στρατιωτικών πρακτικών, αλλά και της ιδιοσυγκρασίας των ατάκτων ελλήνων συμμαχητών του˙ και αφετέρου και αντίστοιχα, από τη γενική δυσπιστία των τελευταίων προς το πρόσωπό του, την περιφρόνηση για τις στρατιωτικές του γνώσεις, αλλά και για την προσήλωσή του σε κανόνες και αρχές (πειθαρχία, κώδικας τιμής κλπ.), που εκείνοι θεωρούν αδιανόητες και ανεφάρμοστες σε συνθήκες ασύμμετρου πολέμου. Στο πλαίσιο αυτό, οι Έλληνες μαχητές, αξιωματικοί και απλοί στρατιώτες, είναι σύμφωνα με τον Collegno δειλοί και κρύβονται ή διαφεύγουν ακόμη και στο άκουσμα του ονόματος των Τούρκων. Ενώπιον, μάλιστα, του αιγυπτιακού στόλου αποφεύγουν να αντισταθούν, αποφασίζουν τη διαφυγή και αφήνουν στη Σφακτηρία έκθετους, στο έλεος του εχθρού, τους πολεμιστές που βρίσκονταν εκεί – μεταξύ αυτών και τον Santarosa[27]. Επ’ αυτού διατυπώνονται ευθείες αιχμές κατά του διοικητή του φρουρίου Δημητρίου Σαχτούρη και ιδίως κατά του πρίγκιπα Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου που διαφεύγει με το μπρίκι “Άρης”. Επιπλέον, φεύγοντας αφήνουν το Ναυαρίνο δίχως βλήματα: «η μπαρουταποθήκη μας ήταν το [μπρίκι] “Άρης”, και τo “Άρης” το απομάκρυνε ο πρίγκιπας Μαυροκορδάτος»[28]. Η πειθαρχία είναι άγνωστη έννοια στους Έλληνες

Χάρτης του όρμου του Ναυαρίνου. Από: William Martin Leake, Travels in the Morea, John Murray, London 1830.

μαχητές τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα. Αυτοί είναι, επίσης, οκνηροί. Οι έλληνες αξιωματικοί δεν αναγνωρίζουν την αξία των ειδικευμένων ευρωπαίων αξιωματούχων και παρουσιάζονται απρόθυμοι να ακολουθήσουν τις οδηγίες τους όταν δεν συνάδουν με τις δικές τους συνήθειες και επιθυμίες. Ειδικότερα, οι προτάσεις του Collegno για την εκπόνηση αναγκαίων εργασιών προκειμένου να ενισχυθεί η άμυνα του φρουρίου του Ναυαρίνου προκαλούν τη θυμηδία τους, αλλά ενίοτε και την ανοικτή αποδοκιμασία και την καταφρόνησή τους. «Οι Έλληνες διαμαρτυρήθηκαν έντονα όλοι με μια φωνή, δεν είναι σκλάβοι˙ κανείς τους δεν μπορεί να μεταφέρει χώμα. Εάν ο διοικητής του μηχανικού χρειάζεται χειρώνακτες, ας πάει να πάρει τους Αιγύπτιους: εκείνοι, μάλιστα, θα δουλέψουν», αναφέρει επί λέξει ο Collegno[29]. Οι έλληνες ανώτεροι αξιωματικοί είναι κλέφτες: τους έδωσε το τηλεσκόπιό του να κοιτάξουν και του το έκλεψαν μπροστά στα μάτια του. Oι έλληνες στρατιωτικοί ιθύνοντες είναι ανέντιμοι και βάρβαροι: δεν τηρούν τις συμφωνίες τους με τον εχθρό και δεν δείχνουν το παραμικρό έλεος για τους ηττημένους. Επ’ αυτού, ο Collegno μνημονεύει την περίπτωση της ανέντιμης σφαγής – παρά τα συμφωνηθέντα – των 600 περίπου τούρκων αιχμαλώτων του Ναυαρίνου το 1821. Από τους έλληνες αξιωματούχους ξεχωρίζει μόνον έναν για την ειλικρίνεια, την εντιμότητα και την ανιδιοτέλειά του: τον Υδραίο Αναστάσιο Τσαμαδό. Οι άλλοι ως επί το πλείστον είναι ιδιοτελείς[30]˙ σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που σκέφτονται ακόμη και να προτείνουν στον Ιμπραήμ την παράδοση του φρουρίου του Ναυαρίνου υπό τον όρο να καταβάλει στη φρουρά αμοιβή έξι μηνών! Μα αυτό «θα ισοδυναμούσε με πώληση του φρουρίου, όχι με παράδοσή του υπό τίμιους όρους», σημειώνει εμφατικά ο Collegno[31]. Είναι αγροίκοι – συνεχίζει – και δεν έχουν επαφή με την πραγματικότητα: αδυνατούν να αντιληφθούν ακόμη και το γεγονός ότι τα ευρωπαϊκά πλοία μπορούν να εγγυηθούν την προστασία τους όχι με την ισχύ των κανονιών, αλλά μ’ εκείνη της σημαίας τους. «Ως πειρατές συνηθισμένοι να επιτίθενται κάθε φορά που είναι ισχυρότεροι, αυτές οι έννοιες είναι γι’ αυτούς πολύ αφηρημένες», συμπεραίνει ο Collegno[32].

Σημερινή άποψη του φρουρίου του Νεοκάστρου και της Πύλου.

Η απαξίωσή τους απέναντι στο πρόσωπο του Collegno είναι πέρα για πέρα εμφανής. «Απόψε στα πρανή του οχυρού έτυχε να ακούσω κάποιους που περνούσαν από κοντά μου να λένε μεταξύ τους: “Α! εκείνος ο σκύλος ο Φράγκος πληγώθηκε”. Τι ωραία φιλοφρόνηση!», γράφει με πικρία ο Collegno[33]. Κι ακόμη χειρότερα, όταν αποστέλλεται ως μέλος αντιπροσωπείας για να διαπραγματευτεί με τον Ιμπραήμ την παράδοση του Ναυαρίνου εισπράττει τη δυσπιστία τους και καθίσταται ύποπτος προδοσίας –συμπεριλαμβανομένου και πρωταγωνισθέντος του Μακρυγιάννη, τον οποίο ο Collegno αποδομεί[34]. Επί τη ευκαιρία δε ξεσπά: «οι βάρβαροι είμαστε εμείς και όχι οι Τούρκοι. […] Γιατί λοιπόν θα έπρεπε να μείνω κι άλλο σε έναν τόπο, όπου κανείς δεν με καταλαβαίνει;»[35]. Εν τέλει, ύστερα από την παράδοση του Ναυαρίνου ο Collegno πληροφορείται με έκπληξη ότι οι Έλληνες ψιθυρίζουν μεταξύ τους πως λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς που είχε εισπράξει από μέρους τους δεν περίμεναν παρά να έχει περάσει στην υπηρεσία του Ιμπραήμ. Αργότερα, μάλιστα, στον δρόμο της επιστροφής του για το Ναύπλιο, στους Μύλους του Άργους, τον υποδέχονται ως ήρωα του Ναυαρίνου, γεγονός που τον αφήνει εμβρόντητο: «Πραγματικά, αδυνατώ να καταλάβω γιατί εδώ μου κάνουν τόσους τεμενάδες, ενώ στο Ναυαρίνο με αποκαλούσαν εκείνος ο σκύλος ο Φράγκος[36]. Όπως θα πληροφορείτο αργότερα, είχε διαδοθεί η φήμη – αναληθής βεβαίως – ότι, ενώ ο Ιμπραήμ του έταζε “τον ουρανό με τ’ άστρα”, είχε αρνηθεί να δωροδοκηθεί και να προσχωρήσει στον στρατό του. Και καταλήγει: «Πραγματικά, αυτοί οι Έλληνες πρέπει να έχουν μία πολύ ευτελή ιδέα για τους φιλέλληνες!»[37].

Και πράγματι, οι έλληνες συμμαχητές αδυνατούν να κατανοήσουν τα κίνητρά του και των ευρωπαίων εθελοντών εν γένει. Εις επίρρωσιν τούτου, μνημονεύει το ακόλουθο επεισόδιο: «[…] ο Μακρυγιάννης, απευθυνόμενος στον γραμματέα του […] τον ρώτησε: “Τι μπορεί να έφερε εδώ αυτούς τους Φράγκους; Δεν είναι η χώρα τους αυτή: δεν έχουν εδώ οικογένεια ή άλλο πολύτιμο αγαθό να υπερασπιστούν˙ παρ’ όλα αυτά μοιράζονται τους κινδύνους μας και τις στερήσεις μας, και δεν παραπονούνται ποτέ”. Και ο γραμματέας με περισπούδαστο ύφος του απάντησε: “Τους έφερε εδώ ο πόθος για τη δόξα!”»[38]. Η αδυναμία αυτή κατανόησης τους οδηγεί ένα βήμα παραπέρα: στην αχαριστία ή και την ύβρη έναντι των θυσιασθέντων φιλελλήνων. Εύγλωττη απόδειξη συνιστά η στάση του λοχαγού του πυροβολικού Εμμανουήλ Καλλέργη εξ αφορμής του θανάτου του Santarosa, την οποία ο Collegno στηλιτεύει δεόντως: «Απόψε ο Καλλέργης μου έλεγε: “Τι τρελός εκείνος ο δικός σας ο Santarosa που ήρθε εδώ να σκοτωθεί!”»[39].

2.2.2. Έλληνες ιθύνοντες

Ανεξάρτητα από τον πόλεμο των ατάκτων και τις ιδιαιτερότητες των ελλήνων μαχητών, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι κρίσεις του Collegno για την ελληνική κυβέρνηση, για τους αξιωματούχους της, καθώς και για ορισμένες εμβληματικές προσωπικότητες του ελληνικού αγώνα. Η κυβέρνηση των Υδραίων θεωρείται υπαίτια του εμφυλίου πολέμου, από τη στιγμή που απέκλεισε από τις τάξεις της τους Μωραΐτες. Στηλιτεύεται, ομοίως, η συνεργασία της με τους Ρουμελιώτες οι οποίοι, αφού κατέκλεψαν και κατέστησαν τον Μοριά ανίκανο να αμυνθεί κατά των Τούρκων, επιστρέφουν στις πατρίδες τους. Επιπλέον, επικρίνεται επειδή κατασπαταλά τα χρήματα του αγγλικού δανείου πληρώνοντας καπετανέους ατάκτων για τη συντήρηση ανύπαρκτων ανδρών, ώστε αυτοί να μην στρατολογήσουν κόσμο και την ανατρέψουν. «Ιδού λοιπόν η ιστορία του ελληνικού στρατού!», σχολιάζει ο Collegno[40]. Ύστερα από την πτώση του Ναυαρίνου, o Collegno θεωρεί την αποστολή του λήξασα και αρνείται να προσφέρει άλλες υπηρεσίες σε τέτοιου είδους ελληνική κυβέρνηση. Σημειώνει δε εμφατικά ότι η μοναδική επαφή που θα επιθυμούσε μαζί της θα ήταν μία αποχαιρετιστήρια επίσκεψη[41].

Ο πρόεδρος του Εκτελεστικού Γεώργιος Κουντουριώτης, ο δήθεν αρχιστράτηγος κατά την αντίσταση εναντίον του Ιμπραήμ, αντιμετωπίζεται σχεδόν ως λιποτάκτης: μόλις πληροφορήθηκε την απώλεια της Σφακτηρίας, εγκατέλειψε τον ελληνικό στόλο και στρατό για να κατευθυνθεί στους δικούς του, στην Ύδρα. Ανάξιοι εμπιστοσύνης είναι και οι λοιποί κυβερνητικοί αξιωματούχοι – εκτός βεβαίως του υπουργού των εσωτερικών Παπαφλέσσα, που «με το γιαταγάνι στο χέρι […] χάθηκε ένδοξα με όλους τους δικούς του»[42]. Όσον αφορά τον προαναφερθέντα πρίγκιπα Μαυροκορδάτο, γραμματέα του Εκτελεστικού, ο Collegno τον θεωρεί υπαίτιο του χαμού του Santarosa, τον αντιμετωπίζει με δυσπιστία και τον αποφεύγει συστηματικά. Η προσωπικότητα που θέλγει πραγματικά τον Collegno είναι εκείνη του πρίγκιπα Δημητρίου Υψηλάντη, στρατιωτικού και πολιτικού αλλά αγνού πατριώτη, που δεν ενεπλάκη στον εμφύλιο[43]: «Ο Υψηλάντης παραμένει πάντοτε ο μοναδικός πολιτισμένος Έλληνας, για τον οποίο τρέφω μία αδυναμία, και η ιδέα που έχω γι’ αυτόν μεγεθύνθηκε ύστερα από τη συναναστροφή μου με τον αντίπαλό του Μαυροκορδάτο»[44].

Ιωάννης Μακρυγιάννης – Παναγιώτης Ζωγράφος, Μάχη της Σφακτηρίας (Μάιος 1825). Από: I. Makryjannis – P. Zographos, Histoire picturale de la Guerre de l’indépendance hellénique, Editions d’Art Boissonas – Librairie Jean Budry & CIE, Genève – Paris 1926.

Εν αντιθέσει προς τις οπτικές πολλών άλλων φιλελλήνων, ο Collegno προσλαμβάνει θετικά τον εμβληματικό στρατιωτικό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον οποίο σέβονται αλλά και φοβούνται άπαντες. Τον εκλαμβάνει ως φυσικό ηγέτη του λαού, εν αντιθέσει προς τη μισητή και ανίκανη κυβέρνηση που τον έχει εξουδετερώσει την ώρα που οι δυνάμεις του Ιμπραήμ προελαύνουν. Τον περιγράφει δε ως ακολούθως: «Ο Κολοκοτρώνης, τον οποίο είδα σήμερα [30 Μαΐου 1825] για πρώτη φορά, είναι ένας άνδρας μεταξύ σαράντα πέντε και πενήντα ετών, ψηλός, στιβαρός, με μαύρα ακόμη μαλλιά και με τον αέρα μεγάλου ηγέτη. Κρατούσε στο χέρι ένα κυρτό μπαστούνι σε σχήμα ποιμενικής γκλίτσας ή ποιμαντορικής ράβδου: […] Βλέποντας τον σεβασμό με τον οποίο όλοι τον τιμούν, πρέπει να ειπωθεί ότι πρόκειται για τον δικό τους άνθρωπο, για τον ηγέτη της επιλογής τους»[45]. Στην Τριπολιτσά, αλλά και στην ευρύτερη ζώνη όλοι («άνδρες, γυναίκες, γέροι, νέοι, όσοι εν τέλει συναντούμε στον δρόμο») εκφράζουν τη λατρεία και τον σεβασμό τους απέναντι στον «γέρο τους»[46] (έτσι τον αποκαλούν) και την απέχθειά τους για τον Κουντουριώτη και την κυβέρνηση των Υδραίων που τον φυλάκισε. Πιστεύουν δε ότι, εφόσον ο Κολοκοτρώνης δεν είχε φυλακιστεί, το Ναυαρίνο δεν θα είχε πέσει στα χέρια του Ιμπραήμ. Υπό την αρχηγία του Κολοκοτρώνη όλοι είναι πρόθυμοι να πολεμήσουν τους Αιγύπτιους˙ σε αντίθετη περίπτωση όχι. O Collegno ρωτά κάποια στιγμή τον στρατηγό Roche «εάν είναι της γνώμης ότι η Ελλάδα μπορεί να διοικηθεί δίχως τον Κολοκοτρώνη, και πως η παρούσα κυβέρνηση μπορεί να εξακολουθήσει να υφίσταται εφόσον ο Κολοκοτρώνης τεθεί επικεφαλής του στρατού. Κατά την άποψή μου, ένας μόνον τρόπος μπορεί να σώσει την Ελλάδα, κι αυτός δεν είναι άλλος από μία στρατιωτική κυβέρνηση. Αλλ’ όση εκτίμηση κι αν τρέφω για τον Κολοκοτρώνη, θα μου ήταν αδύνατον από την άλλη να ζήσω υπό την απόλυτη εξουσία της δικής του προαιρέσεως˙ εκτός του ότι όλα όσα γνωρίζω γι’ αυτόν με κάνουν να πιστεύω ότι οι Ευρωπαίοι δεν θα τα βγάλουν εύκολα πέρα όταν εκείνος πάρει την κατάσταση στα χέρια του»[47].

2.3. Η εικόνα του εχθρού: Ιμπραήμ και Αιγύπτιοι

Η εικόνα του “άλλου”, του αλλόθρησκου εχθρού, όπως αυτή εξάγεται από το Ημερολόγιο του Collegno, παρουσιάζει ορισμένες θετικές πτυχές. Όσον αφορά τον Ιμπραήμ Πασά, ο Collegno δεν διστάζει να παραδεχθεί τη μεγαλοψυχία του αιγύπτιου στρατηλάτη προς τους παραδοθέντες Έλληνες του Ναυαρίνου – εν αντιθέσει προς την προρρηθείσα ανάλγητη στάση των Ελλήνων έναντι των Τούρκων παραδοθέντων της ίδιας πόλης το 1821˙ και τούτο, παρά τα όσα φρικώδη του καταμαρτυρούν. Οι εφημερίδες σας γράφουν «ότι τρώω ανθρώπινο κρέας και πίνω αίμα», δηλώνει στον Collegno και του ζητά να ανασκευάσει την εικόνα αυτή όταν θα μεταβεί στη Δύση με τα αρνητικά της στερεότυπα για τους Οθωμανούς και τους μουσουλμάνους συμμάχους τους. Και συνεχίζει: «Πράγματι, είναι μία ευγενής υπόθεση εκείνη των Ελλήνων! Είναι οι δικές σας προκαταλήψεις που την καθιστούν τέτοια!»[48]. Από την άλλη, εκφράζει απερίφραστα τον θαυμασμό του για τον Ναπολέοντα. Εντύπωση προξενεί, εξάλλου, στον Collegno ότι οι αιχμάλωτοι που έστειλε ο Ιμπραήμ στους Έλληνες για να τους πείσει να παραδώσουν το Ναυαρίνο «Ήταν άοπλοι, αλλά ντυμένοι με τα συνηθισμένα ρούχα τους, και δεν ανταποκρίνονταν επ’ ουδενί στην εικόνα εκείνων των ελλήνων αιχμαλώτων, που αναπαριστώνται στις ευρωπαϊκές λιθογραφίες ως φέροντες αλυσίδες και μώλωπες από κτυπήματα»[49]. Στο πρόσωπο δε του ικανού συνταγματάρχη Σουλεϊμάν Μπέη, γάλλου εξωμότη και νικητή της Σφακτηρίας[50], ο Collegno αναγνωρίζει έναν καλλιεργημένο και έντιμο άνθρωπο. Συνακόλουθα, αναπτύσσεται σχέση αλληλοσεβασμού και εκτίμησης μεταξύ τους. Ο Σουλεϊμάν τον ενημερώνει για την τύχη του φίλου του Santarosa, του μοναδικού από τους ανευρεθέντες θανόντες που φορούσε γυαλιά. Επίσης, προσφέρεται να του δανείσει χρήματα, καθώς και να τον βοηθήσει να μεταβεί στη Δύση μέσω Αιγύπτου, εφόσον το θελήσει˙ προτάσεις που αμφότερες απορρίπτει ευγενικά ο Collegno. Όλα τα παραπάνω γεννούν ανάμικτα συναισθήματα στον ιταλό φιλέλληνα: από τη μία η πολιτισμένη συμπεριφορά απέναντί του από μέρους των εχθρών και από την άλλη η απαράδεκτη αντιμετώπιση από μέρους της φίλιας πλευράς των Ελλήνων. Παρ’ όλα αυτά, απομακρυνόμενος από το Ναυαρίνο, επάνω στο πλοίο, και αντικρίζοντας την τουρκική σημαία να κυματίζει επάνω στον ναό της Μεταμορφώσεως, το μοναδικό όρθιο κτίσμα της πόλης, συγκινείται και κλαίει[51].

2.4. Η εικόνα του ομοεθνούς “άλλου”: Ιταλοί μισθοφόροι στο αντίπαλο στρατόπεδο

Η οπτική του Collegno έναντι των ομοεθνών “άλλων”, των τυχοδιωκτών μισθοφόρων της επανάστασης, των ιταλών δηλαδή αξιωματικών που βρέθηκαν στρατολογημένοι στο αντίπαλο στρατόπεδο, είναι ασφαλώς διαφορετική. Στον στρατό του Μεχμέτ Αλή υπήρχαν ευρωπαίοι εκπαιδευτές, που αναμφίβολα είχαν τις ίδιες καταβολές με τους εθελοντές που κατευθύνθηκαν στην Ελλάδα και συνέδραμαν τον ελληνικό αγώνα: ήταν στην πλειονότητά τους απόστρατοι της Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντα. Σημειωτέον ότι στις τάξεις τους είχε περάσει πλέον και ο επαγγελματίας μισθοφόρος Gubernatis από το Πιεμόντε, που είχε πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων στη μάχη του Πέτα. Το γεγονός είναι δηλωτικό της ρευστότητας των ορίων όσον αφορά στις κατατάξεις, καθώς και των προσωπικών προτεραιοτήτων και του τυχοδιωκτισμού που διέκρινε ορισμένους ευρωπαίους μαχητές. Στην εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συμμετείχαν τεκμηριωμένα οι Ιταλοί Romei, Luchessi, Trona, Scarpa, Bolognini, Albertini και Luccoli, καθώς και οι Κορσικανοί Muri και Giacometti[52]. Η έκπληξη της συνάντησης του Collegno με ορισμένους από τους προαναφερθέντες επαγγελματίες στρατιωτικούς συμπατριώτες στο εχθρικό στρατόπεδο είναι αναπόφευκτη. Η αποστροφή του, ωστόσο, και η ψυχρότητα έναντι των τυχοδιωκτών τέως ομοϊδεατών του φιλελευθέρων αξιωματικών είναι δεδομένη: «Αξιωματικοί που ήταν ή τουλάχιστον δήλωναν φιλελεύθεροι, και που υπηρετούσαν εναντίον των Ελλήνων, και για το χρήμα μάχονταν ενάντια στις αρχές τους, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν πλέον από εμένα φίλοι!»[53].

2.5. Περιηγητισμός και το τέλος της επαναστατικής περιπέτειας

Όπως ήδη προειπώθηκε, ύστερα από τον χαμό του φίλου Santarosa και τη δική του απομάκρυνση από το πεδίο της μάχης ωριμάζει η απόφαση τoυ Collegno να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Κατά την επιστροφή από την Καλαμάτα στο Ναύπλιο βαθμιαία αποφορτίζεται, αρχίζει να απολαμβάνει τις ομορφιές του Μοριά και από μαχητής της ελευθερίας μετατρέπεται σε ευρωπαίο περιηγητή[54]. Σε όλη αυτή τη διαδρομή, αλλά κυρίως όταν φθάνει στο Ναύπλιο, αναζητά τη συντροφιά και τη θαλπωρή στο γνώριμο και ευγενές περιβάλλον των συμπατριωτών και των φιλελλήνων (των Charles Fabvier, Giuseppe Pecchio, Pietro Gamba, Luigi Porro-Lambertenghi κ.ά.), αλλά και των ελάχιστων καλλιεργημένων ελλήνων που τους συναναστρέφονται (όπως λ.χ. του Καλλέργη)[55]. Η πόλη της Καλαμάτας φαντάζει στα μάτια του ως «ένα μικρό Παρίσι εν συγκρίσει προς το ερειπωμένο Ναυαρίνο»[56]. Εκεί απολαμβάνει το αφέψημά του «σε ένα καφέ που μόλις έχει ανοίξει, που το διασχίζει ένα ποταμάκι, το οποίο του δίνει μία δροσιά άγνωστη στα καφέ των πολιτισμένων χωρών»[57]. Κάνει τον περίπατό του παρέα με τον Fabvier στους κήπους των Καλυβίων, στα περίχωρα της Καλαμάτας, και γεύεται πορτοκάλια και λεμόνια[58]. Η ανοιξιάτικη γη της Αρκαδίας ανακαλεί στη μνήμη του Collegno οικείους τόπους και γνώριμες πολιτισμικές αναφορές. Ιδού πώς την περιγράφει:

Η Αρκαδία είναι λοιπόν ο ωραίος τόπος, ακόμη και εν συγκρίσει προς τη Μεσσηνία: θα την παραλλήλιζα με μία από τις υψηλές πεδιάδες των Απεννίνων, ενώ η περιοχή που περάσαμε εχθές ανακαλεί στη μνήμη τις ακτές της Νεαπόλεως. Χαιρέτησα τις βελανιδιές ενός δάσους που εκτείνεται από το Λεοντάρι έως εδώ˙ τις χαιρέτησα ως παλαιούς φίλους, διότι είναι οι μοναδικές που είδα από τη στιγμή που άφησα την πολιτισμένη Ευρώπη. Ο Αλφειός αυτή την εποχή […] είναι ένα ποτάμι ήσυχο, διαυγές, που περιβάλλεται από λιβάδια και δάση, η θέα του οποίου ανακουφίζει από τη ζέστη της ημέρας. […] Ψηλά από τους λόφους αποχαιρέτησα τον Αλφειό και την Αρκαδία, και από εκείνο το σημείο κατάλαβα σήμερα γιατί η Αρκαδία επελέγη ως ο κατεξοχήν τόπος της πιο ανέμελης και χαρούμενης ποιμενικής ζωής»[59].

Η δε Τριπολιτσά είναι μία ανερχόμενη πόλη: «ύστερα από την Αθήνα, η πόλη που μου φάνηκε περισσότερο από κάθε άλλη σε φάση ανάπτυξης»[60]. Τέλος, το Ναύπλιο είναι η έδρα της κυβέρνησης, αλλά και η πόλη των φιλελλήνων. Ο Collegno συντρώγει, περιηγείται, τραγουδά, ψυχαγωγείται μαζί τους. Η πόλη είναι, επίσης, η πύλη που οδηγεί στην Ευρώπη. Εκεί ο Collegno κάνει το πρώτο βήμα για την επιστροφή του στον πολιτισμό. Παίρνει το λουτρό του για πρώτη φορά από τότε που κατατάχτηκε στις ελληνικές δυνάμεις, αλλάζει ρούχα και εκφράζει την ανακούφισή του. Το Ναυαρίνο, οι κακουχίες, οι απώλειες, η ρυπαρότητα, η βαρβαρότητα, οι φρούδες ελπίδες από την υπηρέτηση της ελληνικής υπόθεσης, όλα ετούτα είναι πλέον μακριά. «Εγώ επιστρέφω στον πολιτισμό»[61], δηλώνει αναχωρώντας για τη Σμύρνη με τον Gamba και με το ίδιο πλοίο, το “Little Sally”, το βράδυ της 10ης Ιουνίου 1825[62].

Από το Βέλγιο, όπου μετέβη ύστερα από την Ελλάδα, απέστειλε μία σκληρή επιστολή προς τους εκπροσώπους της ελληνικής διοίκησης στο Λονδίνο, με την οποία τους κατηγορούσε για τη στάση τη δική τους και της ελληνικής κυβέρνησης απέναντι σ’ αυτόν, αλλά και στη θυσία του Santarosa[63].

  1. Συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, το Ημερολόγιο του Collegno συνιστά πηγή για τη σκιαγράφηση του προφίλ του εν λόγω μαχητή, αλλά και γενικότερα συνεισφορά στη μελέτη των ιδιαιτεροτήτων των ιταλών φιλελλήνων εθελοντών που συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση. Η εμπειρία του Collegno από τη μετάβασή του στο ελληνικό μέτωπο υπήρξε, αναμφίβολα, βαθύτατα τραυματική. Η διανοητική και παιδευτική του συγκρότηση, εξάλλου, δεν ήταν τέτοια που να του επιτρέψει να βιώσει τη νεοελληνική πραγματικότητα διαφορετικά. Πιστεύοντας ακράδαντα στην αξία των θεσμών, των διοικητικών και νομοθετικών μεταρρυθμίσεων και της πολιτικής σταθερότητας ύστερα από την ναπολεόντεια εμπειρία της Ιταλίας[64] και διαθέτοντας στρατιωτική κατά βάση παιδεία, αδυνατούσε να ερμηνεύσει την περίπλοκη νεοελληνική πραγματικότητα κατά τον τρόπο ενός Santarosa – του διανοούμενου με την πλούσια κλασσική παιδεία και την αδάμαστη ρομαντική ορμή – που, παρά τις απογοητεύσεις, την καταφρόνηση και τις προσωπικές προσβολές στην Ελλάδα, παρέμεινε βαθύτατα αφοσιωμένος στην υπόθεση της ελληνικής ελευθερίας έως την ύστατη στιγμή[65]˙ ή ενός Pecchio, που για να αιτιολογήσει το χαοτικό εμφυλιακό κλίμα στην Ελλάδα αναζητούσε συγγένειες μεταξύ των αρχαίων και των νέων Ελλήνων:

Αυτό το δείγμα αντικρουόμενων συμφερόντων και παθών αρκεί για να καταστήσει σαφές ότι οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν διατηρήσει εκείνη την ανησυχία, εκείνες τις αντιπαλότητες, εκείνα τα πολιτικά πάθη που είχαν οι πρόγονοί τους στην Ελλάδα, και εκτός της Ελλάδας, στη Μικρά Ασία, στη Μεγάλη Ελλάδα, στη Σικελία, όπου κι αν εγκαταστάθηκαν.[66]

Μνημείο Σανταρόζα στη Σφακτηρία. Περιγραφή: http://hdl.handle.net/11596/158

Η ειδοποιός αυτή διαφορά μεταξύ τους υποδηλώνεται, άλλωστε, και από το γεγονός ότι οι αναφορές του Collegno, ακόμη και ως περιηγητή, στην ελληνική αρχαιότητα είναι περιορισμένες έως σχεδόν ανύπαρκτες στο Ημερολόγιό του. Δεν μνημονεύει ούτε καν την Μάχη της Σφακτηρίας, που είχε διεξαχθεί στον τόπο της θυσίας του Santarosa ακριβώς 1400 έτη προγενέστερα (425 π.Χ.) μεταξύ των Αθηναίων και των Σπαρτιατών στο πλαίσιο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Για την ακρίβεια, η μοναδική αναδρομή στην ιστορία της αρχαίας Ελλάδας πραγματοποιείται όταν ο συγγραφέας αντικρίζει από το πλοίο την Καλαμάτα και νιώθει τα ίδια συναισθήματα με τους «Μεσσήνιους, όταν μπόρεσαν να ξαναδούν τις εστίες τους ύστερα από την μακροχρόνια εξορία στην οποία τους είχε καταδικάσει η Σπάρτη»[67]. Ανύπαρκτο είναι, ομοίως, το ενδιαφέρον του για τα ορατά κατάλοιπα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Δεν επισκέφτηκε – όπως ο Santarosa και άλλοι ιταλοί φιλέλληνες – «την Επίδαυρο, το νησί της Αίγινας και τον ναό του Δία», «στην Αθήνα […] τα μνημεία αυτής πόλης», δεν πραγματοποίησε «προσκύνημα στην Αττική για να επισκεφτεί τον Μαραθώνα και το Ακρωτήριο Σούνιο» και δεν έγραψε το όνομά του στις κολώνες «του ναού του Θησέα» ή «της Αθηνάς Σουνιάδος», πλάι στα ονόματα συμπατριωτών όπως οι Carlo Vidua, Luigi Provana del Sabbione, Giacomo Luigi Ornato κ.ά.[68]

Υπ’ αυτό το πρίσμα, ο ιταλός εθελοντής δεν δίστασε να αναγάγει τη στρατιωτική ασυμβατότητα με τους έλληνες μαχητές στο Ναυαρίνο, τον φατριασμό των ελλήνων κυβερνώντων και την αδυναμία συνεννόησης μαζί τους σε πολιτισμική διαφορά. Η αναγωγή αυτή, βέβαια, παρουσιάζει αναλογίες με τους όρους προσέγγισης των Ελλήνων από μέρους των βρετανών μπενθαμιτών (των θιασωτών δηλ. του άγγλου φιλοσόφου και νομικού Jeremy Bentham) αλλά και των άλλων λαών της Μεσογείου από μέρους των προηγμένων δυτικών και των Βορειοευρωπαίων. Οι στρατιώτες του Wellington λ.χ. είχαν προσδώσει στους Ισπανούς υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς (ιθαγενείς, βάρβαροι, άγριοι, υπανάπτυκτοι κλπ.)[69]. Επίσης, σύμφωνα με τα στερεότυπα πολλών βρετανών περιηγητών ακόμη και αυτής της εποχής, του Grand Tour των ρομαντικών, η Ιταλία εξακολουθούσε να εκλαμβάνεται ως γη της ηθικής πενίας και της βίας, ενώ οι ίδιοι οι Ιταλοί ως ευρισκόμενοι στην περιφέρεια του πολιτισμού της γηραιάς ηπείρου. Όσον αφορά δε τη νότια Ιταλία, αυτή τοποθετούνταν εκτός της “πολιτισμένης Ευρώπης”[70] – εκείνης δηλαδή που επικαλείται διαρκώς στο Ημερολόγιό του ο Collegno. Κατ’ αντίστοιχο λόγο, οι Νεοέλληνες τίθενται από αυτόν εκτός του δυτικού πολιτισμού και του “πολιτισμένου” κόσμου. Έτσι, ωστόσο, τίθενται σε δοκιμασία οι προσπάθειες των άλλων ιταλών εξορίστων να ενσωματώσουν τη Μεσόγειο κατά τρόπο δημιουργικό και επωφελές για τις διεκδικήσεις των λαών της στην γεωγραφία του πολιτισμού˙ καθώς, ομοίως, και τα αντιθετικά δίπολα Δύση – Ανατολή, Χριστιανισμός – Ισλάμ, πολιτισμός – βαρβαρότητα, που είχαν επεξεργαστεί οι Ugo Foscolo και Giovanni Berchet στην προσπάθειά τους να τοποθετήσουν την Ελλάδα στις ανατολικές παρυφές της Ευρώπης[71].

Όπως και να ’χει, ο πιεμοντέζος αριστοκράτης Collegno υπήρξε ένας κοσμοπολίτης φιλελεύθερος πατριώτης, που συμμετείχε στην Ελληνική Επανάσταση δίχως ιδιοτελείς στόχους, αλλά με ειλικρινή διάθεση για συνεισφορά στον κοινό αγώνα κατά της τυραννίας. Τη δεδομένη χρονική στιγμή άλλωστε – ύστερα από την καταστολή των εξεγέρσεων στην Ισπανία και την Πορτογαλία – η ελληνική περίπτωση ήταν το μοναδικό καταφύγιο στην Ευρώπη για τους κυνηγημένους επαναστάτες γενικά και για τον Collegno ειδικότερα. Τα δε μασονικά δίκτυα διευκόλυναν τη μετάβαση τόσο του ιδίου όσο και άλλων συμπατριωτών του στο ελληνικό μέτωπο. Εκεί, η προκατασκευασμένη και εξιδανικευμένη εικόνα του για τη νεώτερη Ελλάδα κατέρρευσε ενώπιον των σύγχρονών της δυτικών υποδειγμάτων. Η αδυναμία πολιτισμικής επικοινωνίας με τους Νεοέλληνες, καθώς και η εν γένει απογοήτευση του Collegno από τα επαναστατικά κινήματα και το περιβάλλον των μυστικών εταιρειών τον οδήγησαν όχι μόνον στη διαφοροποίηση από το αφήγημα της ελληνικής υπόθεσης, αλλά και στον τερματισμό της εμπειρίας του ως συνωμότη και μαχητή της ελευθερίας. Μακριά πλέον από την επαναστατική δράση, αφοσιώθηκε: σε πρώτο χρόνο, στις σπουδές τις οποίες είχε εγκαταλείψει νεότατος για να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία˙ εν συνεχεία, στην ακαδημαϊκή σταδιοδρομία ως γεωλόγος˙ και, εν τέλει, στην προλείανση του εδάφους για την επιστροφή του στην πατρίδα, την οποία θα υπηρετούσε πλέον υπό εντελώς διαφορετικούς όρους προσχωρώντας στους κύκλους της élite των μετριοπαθών φιλελευθέρων του Πιεμόντε. Το γεγονός απαιτούσε, ασφαλώς, τη διαχείριση της μνήμης αναφορικά με τα έργα και τις ημέρες τού τέως εξόριστου Collegno και την αποκάθαρσή της από κάθε ιδέα ή πολιτικό εγχείρημα ριζοσπαστικού τύπου και, επομένως, από το συνωμοτικό και επαναστατικό παρελθόν του[72].

Πρέπει να τονιστεί, εντούτοις, ότι οι φίλοι και σύντροφοι του Collegno ιταλοί εξόριστοι πατριώτες – όπως επί παραδείγματι ο Giuseppe Pecchio[73], ο Pietro Gamba[74] ή ο Alerino Palma[75] από την ομάδα των αποκαλούμενων «κομήτων καρμπονάρων» –, παρά το γεγονός ότι ασπάζονταν τις αντιλήψεις του Collegno περί του χαρακτήρα των Νεοελλήνων, εξακολούθησαν να υπηρετούν την ελληνική υπόθεση. Διαφοροποιούνταν, ωστόσο, από την υπεροπτική και αποικιοκρατική προσέγγιση των άγγλων μπενθαμιτών, οι οποίοι διατείνονταν ότι η καθυστερημένη και διεφθαρμένη ελληνική κοινωνία μπορούσε να εκπολιτιστεί μόνον υπό την πατρική καθοδήγηση των Βορειοευρωπαίων[76]. Οι ιταλοί φιλέλληνες δεν έτρεφαν πλέον αυταπάτες: οι Έλληνες δεν ήταν έτοιμοι για την ελευθερία και η εγκαθίδρυση κράτους στην Ελλάδα, με σταθερή πολιτική διοίκηση και θεσμούς, έμοιαζε με ουτοπία. Οι ίδιοι, όμως, αισθάνονταν την ανάγκη να πιστέψουν στον ελληνικό εθνικό μύθο, ώστε να μπορέσουν να υποστηρίξουν τον ανάλογο μύθο που οικοδομούσαν για την Ιταλία. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αγγλικές θέσεις απειλούσαν να υπονομεύσουν ολόκληρο το ιδεολογικό οικοδόμημα του ιταλικού πατριωτισμού. Οι Ιταλοί, άλλωστε, έπρεπε να αντικρούσουν τα ανάλογα στερεότυπα των βορειοευρωπαίων παρατηρητών, που αντιλαμβάνονταν κατά παρόμοιο τρόπο την Ιταλία ως έναν τόπο μη πολιτισμένο. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η διαπλοκή μεταξύ ελληνικού και ιταλικού εθνικού

Alerino Palma, Κατήχησις πολιτική εις χρήσιν των Ελλήνων συνταχθείσα μεν ιταλιστί υπό του φιλέλληνος Κ. Α. Π. [Κόμητος Αλερίνο Πάλμα] μεταφρασθείσα δε παρά Νικολάου Γ. Παγκαλάκη, Εκ της εν Ύδρα Τυπογραφίας, Ύδρα 1826.

προγράμματος δεν ήταν γι’ αυτούς παρά δεδομένη. Η ίδια πάνω-κάτω διαπλοκή μεταξύ των δύο εθνικών προγραμμάτων λειτούργησε και στην περίπτωση της ηρωοποίησης του συνταξιδιώτη και συμμαχητή του Collegno, δηλαδή του Santarosa. Όπως ορθώς παρατηρεί ο Maurizio Isabella, μέσω της σύνδεσης μίας ιταλικής μορφής με τη δημοφιλέστερη πολιτική υπόθεση στην Ευρώπη εκείνη την εποχή προσφερόταν στους ιταλούς πατριώτες ένα παράδειγμα εθνικού και υπερεθνικού ηρωισμού και ταυτόχρονα εγειρόταν το ιταλικό εθνικό ζήτημα σε διεθνές επίπεδο[77]. Ασφαλώς, το Ημερολόγιο του Collegno συνιστά συμβολή στην ηρωοποίηση αυτή, αλλά και εν γένει στη μελέτη της ιταλικής συνιστώσας του μαχόμενου φιλελληνισμού την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Η στρατηγική δε του ελληνοϊταλικού παραλληλισμού και της ανάδειξης της ιδέας της αδελφοσύνης των δύο λαών, προσδίδει στην ως άνω συνιστώσα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά και εξηγεί εν πολλοίς γιατί αυτή υπήρξε μακροβιότερη από τις ευρωπαϊκές ομόλογές της, μια και η εθελοντική παράδοση της δεκαετίας του 1820 θα ανανεωνόταν κατά το δεύτερο μισό του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα με τη συμμετοχή των ιταλών γαριβαλδινών εθελοντών στους ελληνικούς αλυτρωτικούς αγώνες της περιόδου[78].

Ως προς το ζήτημα της μνήμης, τέλος, καίτοι οι ελληνικές αρχές αδράνησαν σε πρώτο χρόνο, η αλληλεγγύη που επέδειξαν οι ιταλοί εθελοντές προς τον ελληνικό λαό κατά τη διάρκεια της Επανάστασης κατόρθωσε να παραμείνει, έως έναν βαθμό, ζωντανή στη μνήμη του τελευταίου. Το μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, το μνημείο που ανεγέρθηκε (1925) επί τη εκατονταετηρίδι του θανάτου του Santarosa στον τόπο της θυσίας του, τη Σφακτηρία, που στις μέρες μας (2000) χαρακτηρίστηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο[79]˙ τα οδωνύμια της Αθήνας και πολλών άλλων ελληνικών πόλεων[80], οι εορταστικές εκδηλώσεις και τα πολιτικά μνημόσυνα προς τιμήν ιταλών φιλελλήνων της περιόδου[81].

Χάρτης του όρμου του Ναυαρίνου, όπου αποτυπώνονται και τα μνημεία των φιλελλήνων. Από: Ισμήνη Καρυωτάκη, Μετατροπή, Αντλιοστάσιο, Γιάλοβα, εκδ. Ροδακιό, Αθήνα 2005.

 

Ο Στάθης Μπίρταχας είναι Επίκουρος Kαθηγητής Ευρωπαϊκής Ιστορίας
στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας & Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ

 

** Το κείμενο συνιστά ανεπτυγμένη μορφή ανακοίνωσης με τίτλο «Esilio risorgimentale e filellenismo combattente al tempo di Ugo Foscolo: il conte Giacinto Provana di Collegno in Grecia (1824-25)», που εκφωνήθηκε στο διεθνές συνέδριο Ugo Niccolò Foscolo entre Italie et Grèce (διοργάνωση: Université Nice Sophia Antipolis, Université Sorbonne Nouvelle Paris 3 & Università degli Studi di Genova˙ Νίκαια – Βεντιμίλια, 9-11 Μαρτίου 2017) και η δημοσίευση της οποίας επίκειται (στην ιταλική) στα πρακτικά του εν λόγω συνεδρίου.

Ως τελευταία ημερομηνία πρόσβασης στις διαδικτυακές πηγές θα πρέπει να θεωρηθεί η 7η Νοεμβρίου 2017.

Υποσημειώσεις

[1] Μεταξύ πολλών άλλων, βλ. λ.χ.: Maxime Raybaud, Mémoires sur la Grèce pour servir à l’histoire de la guerre de l’Indépendance …; avec une introduction historique, par Alph. Rabbe, τ. 1-2, Tournachon-Molin Libraire, Paris 1824-1825˙ Alerino Palma, Greece Vindicated; in Two Letters by Count Alerino Palma: to which αre Added, by the same Author, Critical Remarks on the Works Recently Published on the Same Subject by Messrs. Bulwer, Emerson, Pecchio, Humphreys, Stanhope, Parry, & Blaquiere, Printed for the Author, London 1826˙ Giuseppe Pecchio, Relazione degli avvenimenti della Grecia nella primavera del 1825, Vanelli, Lugano 1826˙ Sketches of Modern Greece, illustrative of the leading events of the Revolution; by a young English volunteer in the Greek service, τ. 1-2, Hurst, Chance & Co., London 1828˙ Jacques Mangeart, Souvenirs de la Morée, recueillis pendant le séjour des Français dans le Péloponnèse, Igonette, Paris 1830˙ Julius Millingen, Memoirs of the Affairs of Greece; containing an Account of the Military and Political Events which occurred in 1823 and following Years…, John Rodwell, London 1831˙ Persat Maurice, Mémoires du commandant Persat, 1806 à 1844…, Librairie Plon, Paris 1910˙ Santorre di Santa Rosa, Lettere dall’esilio (1821-1825), επιμ. A. Olmo, Istituto per la Storia del Risorgimento Italiano, Roma 1969˙ Σάμουελ Χάου [Samuel Gridley Howe], Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825-1829, Καραβίας, Αθήνα 1971.

[2] Giacinto Collegno, Diario dell’assedio di Navarino. Memorie di Giacinto Collegno precedute da un ricordo biografico dell’autore scritto da Massimo d’Azeglio, μτφρ. A. Mauri, Pelazza, Τorino 1857.

[3] Για τον Collegno βλ. Massimo d’Azeglio, Ricordo d’una vita italiana. Giacinto Collegno, στο Collegno, Diario…, σσ. 5-22˙ Albert De La Marmora, Notice biographique sur le general H. Provana de Collegno, Imprimerie royale, Turin 1857˙ Leone Ottolenghi, La vita e i tempi di Giacinto Provana di Collegno. Col Diario dell’assedio di Navarino 1825 che si pubblica la prima volta nell’originale francese, E. Loescher, Torino 1882, σσ. 3-191˙ Guido Ratti, «Collegno, Giacinto Ottavio Provana di», Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 26, Treccani, Roma 1982, σ. 802-807, http://www.treccani.it/enciclopedia/giacinto-ottavio-provana-di-collegno_(Dizionario-Biografico)/˙ Σπύρος Δ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός κατά τον αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, 1821-1833, Ελληνική Επιτροπή Σπουδών Νοτιοανατολικής Ευρώπης, Αθήνα 1996, σσ. 64-66˙ Roberto Chiaramonte (επιμ.), Giacinto Provana di Collegno. Uomo d’Armi, geologo, eroe risorgimentale, Ministro di Stato e Senatore del Regno. Atti del Convegno, R. Chiaramonte Editore, Collegno (Torino) 2011.

[4] Ο Collegno είχε προσχωρήσει στις τάξεις της καρμποναρικής “Alta Vendita”. Ratti, «Collegno…».

[5] Marion S. Miller, «A ‘Liberal International’? Perspectives on Comparative Approaches to the Revolutions in Spain, Italy, and Greece in the 1820s», Mediterranean Studies 2 (1990), σσ. 61-67. Εκτός από ένα μεγάλο ποσοστό πρώην στρατιωτών και αξιωματικών, στις τάξεις των ιταλών εξορίστων αυτής της περιόδου συγκαταλέγονταν, επίσης, πολλοί πανεπιστημιακοί φοιτητές, άνθρωποι των γραμμάτων, δικηγόροι, γιατροί, συμβολαιογράφοι κλπ. Maurizio Isabella, Risorgimento in esilio. L’internazionale liberale e l’età delle rivoluzioni, μτφρ. D. Scaffei, Laterza, Roma – Bari 2011, σ. 12. Για τις πολιτικές και ιδεολογικές τους καταβολές βλ. στο ίδιο, σσ. 14-26. Σημειωτέον ότι από καιρού εις καιρόν έβρισκε μεταξύ αυτών τη θέση του και ο ρομαντικός παρορμητικός τυχοδιωκτισμός ορισμένων εθελοντών. Βλ. ενδεικτικά παρακάτω, ενότητα 2.4., όπου περιπτώσεις ιταλών που κατατάχθηκαν στον αιγυπτιακό στρατό και πολέμησαν κατά των Ελλήνων.

[6] Άννα Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας» και 1821. Η Ελληνική Επανάσταση στη διεθνική της διάσταση, Πεδίο, Αθήνα 2016, σσ. 19, 116, 128. Για τις έννοιες της ελληνολατινικής και μεσογειακής αλληλεγγύης βλ. τις συναφείς μελέτες του Gilles Pécout: «Philhellenism in Italy: political friendship and the Italian volunteers in the Mediterranean in the nineteenth century», Journal of Modern Italian Studies 9/4 (2004), σσ. 405-427˙ «The international armed volunteers: pilgrims of a transnational Risorgimento», Journal of Modern Italian Studies 14/4 (2009), σσ. 413-426˙ «Ελληνική Επανάσταση: Η ιδρυτική στιγμή των μεσογειακών πολιτικών αλληλεγγύης;», στο Πέτρος Πιζάνιας (επιμ.), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα ευρωπαϊκό γεγονός, Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Κέδρος, Αθήνα 2009, σσ. 119-130.

[7] Για τις ελληνοϊταλικές ανταλλαγές της περιόδου βλ. κυρίως τα ακόλουθα έργα όπου συγκεντρώνεται η σημαντικότερη βιβλιογραφία: Isabella, Risorgimento in esilio, μέρος 1˙ Stathis Birtachas, «Solidarietà e scambi ideologico-culturali italo-ellenici in epoca risorgimentale. L’emigrazione politica italiana nelle Isole Ionie e in Grecia», Mediterranea. Ricerche Storiche 26 (dicembre 2012), σσ. 461-474, http://www.storiamediterranea.it/portfolio/dicembre-2012/˙ του ιδίου, «Εκφάνσεις του ιταλικού φιλελληνισμού κατά τη δεκαετία του 1820», στο Α. Β. Μανδηλαρά, Γ. Β. Νικολάου, Λ. Φλιτούρης, Ν. Αναστασόπουλος (επιμ.), Δήμος Νικολάου Σκουφά – Ηρόδοτος, Αθήνα 2015, σσ. 373-391, https://www.academia.edu/34159791/Manifestations_of_the_Italian_Philhellenism_during_the_1820s˙ Andrea Giovanni Noto, La ricezione del Risorgimento greco in Italia (1770-1844). Tra idealità filelleniche, stereotipi e Realpolitik, Edizioni Nuova Cultura, Roma 2015, κεφ. 3˙ Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, passim, ιδίως κεφ. 1-3. Πρβλ. Ι. Τσόλκας, Η Ελληνική Παλιγγενεσία και ο αντίκτυπός της στη Λογοτεχνία της Ιταλίας κατά το 19ο αιώνα, Διδ. διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2004˙ Gerassimos D. Pagratis, «Emigrazione italiana, condizioni socio-economiche e politica statale nelle Isole Ionie nell’età del Risorgimento: nuovi interrogativi su una vecchia questione», Mediterranean Chronicle 4 (2014), σσ. 153-164˙ Caterina Carpinato, «Filellenismo minore ai tempi della rete. Qualche spunto di riflessione attraverso testimonianze letterarie italiane e greche», στο Serena Fornasiero και Silvana Tamiozzo (επιμ.), Studi sul Sette-Ottocento offerti a Marinella Colummi, σ. 29-48˙ Guido Muoni, Η φιλελληνική λογοτεχνία στον Ιταλικό Ρομαντισμό, εισαγωγή και επιμ. Ά. Μπουμπάρα, μτφρ. Σ. Κουτράκης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2016.

[8] Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 20, 129, 154-170, 175-176; Isabella, Risorgimento in esilio…, passim.

[9] Για τις στοχεύσεις και τους προσανατολισμούς της Ελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου, τα δάνεια της ανεξαρτησίας, την κακοδιαχείρισή τους και, εν τέλει, την απαξίωση της Επιτροπής βλ. τις κάτωθι ειδικές μελέτες, όπου η βιβλιογραφία: Γιάννα Τζουρμανά, Βρετανοί Φιλελεύθεροι και ριζοσπάστες μεταρρυθμιστές: Ο Τζέρεμυ Μπένθαμ και η Ελληνική Επιτροπή του Λονδίνου (1823-1826), Διδ. διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο / Τμήμα Κοινωνιολογίας, Αθήνα 2007˙ Μαρία Χριστίνα Χατζηιωάννου, Το προπατορικό χρέος: Τα δάνεια της εθνικής ανεξαρτησίας της Ελλάδας, Gutenberg, Αθήνα 2013˙ Γιάννα Τζουρμανά, Βρετανοί Ριζοσπάτες Μεταρρυθμιστές: Φιλικές εταιρείες και κομιτάτα στο Λονδίνο (1790-1823), Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2015.

[10] Βλ. επ’ αυτού μία επιστολή του προς τον φίλο του Victor Cousin (Λονδίνο, 31 Οκτωβρίου 1824): «Mon ami, je n’avais point de sympathie pour l’Espagne, et je n’y suis point allé, puisque par cela seul je n’y aurais été bon à rien. Je sens au contraire pour la Grèce un amour qui a quelque chose de solennel; la patrie de Socrate, entends tu bien? – Le peuple grec est brave, il est bon, et bien des siècles d’esclavage n’ont pas pu détruire entièrement son beau caractère; je le regarde d’ailleurs comme un peuple frère. Dans tous les âges, l’Italie et la Grèce ont entremêlé leurs destinées; et ne pouvant rien pour ma patrie, je considère presque comme un devoir de consacrer à la Grèce quelques années de vigueur qui me restent encore». Santa Rosa, Lettere dall’esilio…, σ. 461.

[11] William St Clair, That Greece Might Still Be Free. The Philhellenes in the War of Independence, Open Book Publishers, Cambridge 2008, σσ. 254-255; Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 18, 36 123-126, 133.

[12] Εκείνος είχε ζητήσει τη διοίκηση ενός τάγματος κι εκείνοι του είχαν αντιτείνει ότι «η ελληνική κυβέρνηση θα του εμπιστευόταν καθήκοντα πολύ πιο σημαντικά και πως του αναλογούσε το έργο της διαχείρισης του πολέμου, της αναδιοργάνωσης των οικονομικών κλπ.». Collegno, Diario, σσ. 24-25 (πρβλ. σ. 114).

[13] Collegno, Diario, σσ. 24-25, 114-115. Για την προσαρμογή της ελληνικής διοίκησης στα δεδομένα της διεθνούς διπλωματίας προκειμένου οι Έλληνες να αποκτήσουν υπόληψη στην Ευρώπη και εν γένει για την απόπειρα αποσύνδεσης των επιδιώξεων των Ελλήνων από τη δράση των συνωμοτικών εταιρειών (συμπεριλαμβανομένης και της Φιλικής Εταιρείας) και των ανατρεπτικών βλέψεων των Ισπανών και των Ιταλών βλ. Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 209-217.

[14] Collegno, Diario... Το πρωτότυπο γαλλικό κείμενο δημοσιεύτηκε 25 έτη αργότερα στο Ottolenghi, La vita e i tempi, σσ. 193-298. Για τη χρήση του εν λόγω ημερολογίου κατά το παρελθόν βλ. κυρίως Brigitte Urbani, «Patriotes italiens en Grèce (1825)», Italies 1 (1997), σσ. 47-73, http://italies.revues.org/3411, η οποία το έχει μελετήσει σε αντιπαραβολή με τις Lettere dallesilio του Santarosa και τη Relazione degli avvenimenti della Grecia του Giuseppe Pecchio, που μνημονεύθηκαν παραπάνω (σημ. 1)˙ και Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης, 24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825, Π.Ε.Κ., Ηράκλειο 2012, passim.

[15] Σακελλαρίου, Η απόβαση…, σσ. 29-30.

[16] Βλ. παραπάνω, σημ. 10.

[17] Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 193-209. Πρβλ. St Clair, That Greece…, σσ. 255-256.

[18] Collegno, Diario…, σσ. 28-29, 41-42, 44, 46, 75-76.

[19] Collegno, Diario…, σ. 75.

[20] Collegno, Diario…, σ. 52.

[21] Collegno, Diario…, σσ. 100-101.

[22] Πρόκειται προφανώς είτε για τον Παναγιώτη Γιατράκο από την Άρνα της Λακωνίας, Φιλικό, αγωνιστή και γιατρό, που είχε σπουδάσει την ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, είτε για κάποιον από τους πέντε αδελφούς του, που ασκούσαν την ιατρική εμπειρικά. Θεόδωρος Δαρβδαβέσης, «Υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη των αγωνιστών του 1821», Πάπυροι 2 (2013), σσ. 15-17.

[23] Collegno, Diario…, σσ. 60-61.

[24] Collegno, Diario…, σσ. 97-98.

[25] Collegno, Diario…, σ. 103.

[26] Collegno, Diario…, σ. 101˙ πρβλ. σσ. 41, 102-103.

[27] Από την πλευρά του ο Santarosa εκθείαζε την αξία των Νεοελλήνων έως την τελευταία ημέρα της ζωής του: «Μακάρι, προτού πεθάνει, να μην είδε να το σκάνε τούτοι οι Έλληνες, των οποίων ακόμη και εχθές μου εξυμνούσε το σθένος! Είθε τουλάχιστον να έκλεισε τα μάτια πιστεύοντας ότι έπεσε με τους ανδρείους της σειράς του!», σημειώνει ο Collegno. Collegno, Diario…, σ. 56.

[28] Collegno, Diario…, σ. 57.

[29] Collegno, Diario…, σ. 34.

[30] Collegno, Diario…, σσ. 41-42, 51, 56-57, 63, 65.

[31] Collegno, Diario…, σ. 63.

[32] Collegno, Diario…, σ. 81. Με την εικόνα του έλληνα πολεμιστή που παρουσιάζει ο Collegno συμφωνούν πλείστοι φιλέλληνες, μεταξύ αυτών και ο αμερικανός φιλέλληνας γιατρός στο Ναυαρίνο Samuel Gridley Howe. Ο τελευταίος, ωστόσο, αντιπαραβάλλοντας τους έλληνες στρατιώτες με τους δυτικούς ομολόγους τους καταλήγει σε ένα πολύ ενδιαφέρον συμπέρασμα: «Ως στρατός, επομένως, και σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς, δεν είναι γενναίοι˙ αλλά είναι αμφίβολο αν οι Ευρωπαίοι ή οι Αμερικανοί, στην ίδια θέση, θα ήταν γενναιότεροι». Laura E. Richards (ed.), Letters and Journals of Samuel Gridley Howe, εισαγωγή και σημειώσεις F. B. Sanborn, Dana Estes & Company – John Lane, Boston – London 1906, p. 34˙ David Brewer, Η Φλόγα της Ελευθερίας: Ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία, 1821-1833, μτφρ. Τιτίνα Σπερελάκη, Ενάλιος, Αθήνα 2004, σ. 287.

[33] Collegno, Diario…, σ. 63.

[34] Collegno, Diario…, σσ. 76, 80, 86.

[35] Collegno, Diario…, σ. 80.

[36] Collegno, Diario…, σ. 105.

[37] Collegno, Diario…, σ. 108˙ πρβλ. σσ. 105, 107.

[38] Collegno, Diario…, σ. 52.

[39] Collegno, Diario…, σ. 57.

[40] Collegno, Diario…, σ. 111.

[41] Collegno, Diario…, σσ. 43, 93, 98.

[42] Collegno, Diario…, σ. 115.

[43] Collegno, Diario…, σσ. 56-57, 94, 102-103.

[44] Collegno, Diario…, σ. 103.

[45] Collegno, Diario…, σ. 109.

[46] Collegno, Diario…, σ. 101.

[47] Collegno, Diario…, σσ. 110-111.

[48] Collegno, Diario…, σ. 91.

[49] Collegno, Diario…, σ. 66.

[50] Απαντάται ως Suleyman Bey, Soliman Aga, Soliman Bey ή Soliman Pacha. Το αρχικό γαλλικό του όνομα ήταν Joseph Anthelme Sève. Βλ. https://web.archive.org/web/20060701155543/http://soliman-pacha.ifrance.com/biograph.htm.

[51] Collegno, Diario, σσ. 73, 79-80, 90-92.

[52] Σακελλαρίου, Η απόβαση…, σσ. 69-72. Οι Romei και Scarpa εμφανίζονταν μετανιωμένοι που μάχονταν εναντίον των Ελλήνων και σχεδίαζαν να αποσυρθούν. Παρείχαν δε πληροφορίες για το αιγυπτιακό στρατόπεδο στον ιταλό στρατηγό Giuseppe Maria Rosaroll-Scorza, τέως συνάδελφο στον ναπολεόντειο στρατό. Στο ίδιο, σσ. 71-72.

[53] Collegno, Diario…, σ. 89.

[54] Collegno, Diario…, σ. 95.

[55] Collegno, Diario…, σ. 127. Δεν διευκρινίζει εάν πρόκειται για τον Εμμανουήλ ή τον Δημήτριο Καλλέργη. Ωστόσο, πιθανότατα αναφέρεται στον δεύτερο.

[56] Collegno, Diario…, σ. 94.

[57] Collegno, Diario…, σ. 96.

[58] Collegno, Diario…, σ. 98.

[59] Collegno, Diario…, σ. 102.

[60] Collegno, Diario…, σ. 104.

[61] Collegno, Diario…, σ. 128.

[62] Collegno, Diario…, σσ. 106-108, 113-115, 127-128.

[63] Collegno, Diario…, σσ. 129-130.

[64] Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 18-20.

[65] Βλ. παραπάνω σημ. 27.

[66] Pecchio, Relazione…, σ. 70.

[67] Collegno, Diario…, σ. 93.

[68] Collegno, Diario…, σ. 25.

[69] Gavin Daly, The British Soldier in the Peninsular War: Encounters with Spain and Portugal, 1808-1814, Palgrave Macmillan, Basingstoke (UK) 2013, σσ. 123-124.

[70] Για το ζήτημα αυτό, καθώς και για τις προσπάθειες των ιταλών εξορίστων στην Αγγλία (του Foscolo κ.ά.) να μεταβάλουν αυτή την ιδέα του αγγλικού κοινού για την πατρίδα τους βλ. Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 110 και σημ. 90, 249 κ.ε. Πρβλ. Καρακατσούλη, «Μαχητές της Ελευθερίας»…, σσ. 120-122.

[71] Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 91-92, 100.

[72] Ratti, «Collegno…»˙ Isabella, Risorgimento in esilio…, σ. 291 και σημ. 20.

[73] O μιλανέζος Giuseppe Pecchio μετέβη στην Ελλάδα το 1825 μαζί με τον Pietro Gamba για να παραδώσει μία δόση του δεύτερου αγγλικού δανείου και το επόμενο έτος συνέγραψε στην αγγλική ένα χρονικό, το οποίο είχε ευρεία απήχηση και μεταφράστηκε εν συνεχεία στην ιταλική (βλ. παραπάνω σημ. 1), στη γαλλική και εν τέλει στην ελληνική (H Ελλάς κατά το έαρ του 1825, μτφρ. Σ. Α. Αντωνόπουλος, Εκδοθείσα υπό του περιοδικού «Αττικού Ορίζοντος», Τυπ. «Φοίνιξ» Αντ. Χαλούλος, Αθήνα 1855). Για τον Pecchio βλ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός, σ. 107˙ Elena Riva, «Pecchio, Giuseppe», Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 82 (2015), http://www.treccani.it/enciclopedia/giuseppe-pecchio_(Dizionario-Biografico).

[74] O Pietro Gamba από τη Ραβέννα υπήρξε γραμματέας του Βύρωνα και αρχισυντάκτης της εφημερίδας “Telegrafo greco”, που δημοσίευε στο Μεσολόγγι κείμενα στην ιταλική, τη γαλλική, την αγγλική και ενίοτε τη γερμανική (Μάρτιος – Δεκέμβριος 1824). Πέθανε το 1828 στην Τακτικούπολη της Τροιζηνίας. Γι’ αυτόν βλ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός…, σσ. 78-80. Έχουν μεταφραστεί στην ελληνική τα ακόλουθα έργα του, τα οποία προσέφεραν υλικό για την οικοδόμηση του μύθου του Βύρωνα: Ο Βύρων εν Ελλάδι: Έκθεσις των κατά την μετάβασιν του Βύρωνος εν Ελλάδι, μτφρ. Μπάμπης Άννινος, Εκάτη, Αθήνα 2005˙ Ο Λόρδος Βύρων στην Ελλάδα: Η άφιξή του στο Μεσολόγγι, η υποδοχή, η δράση του, τα αισθήματά του, η αγωνία του, ο θάνατος, ο θρήνος, μτφρ. Μ. Άννινος, Βεργίνα, Αθήνα 2007˙ Το τελευταίο ταξίδι του Λόρδου Μπάυρον στην Ελλάδα, μτφρ. Μ. Άννινος, Ε. Χεμίκογλου, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, Αθήνα 2010.

[75] O Alerino Palma από το Ριβαρόλο Καναβέζε του Τορίνου παρέμεινε στην Ελλάδα έως τον θάνατό του (Ερμούπολη, 1851). Σταδιοδρόμησε ως νομικός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και έλαβε μέρος στη σύνταξη της αρχικής Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας και διετέλεσε μέλος του Αρείου Πάγου. Γι’ αυτόν βλ. Λουκάτος, Ο ιταλικός φιλελληνισμός, σσ. 104-106˙ Roberto Damilano, «Palma di Cesnola, Alerino», Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 80 (2014), http://www.treccani.it/enciclopedia/palma-di-cesnola-alerino_(Dizionario-Biografico). O Palma συνέταξε μία πολιτική κατήχηση: Κατήχησις πολιτική εις χρήσιν των Ελλήνων συνταχθείσα μεν ιταλιστί υπό του φιλέλληνος Κ. Α. Π. μεταφρασθείσα δε παρά Νικολάου Γ. Παγκαλάκη, Εκ της εν Ύδρα Τυπογραφίας, Ύδρα 1826. Επίσης, έχει μεταφράσει στην ελληνική το ακόλουθο έργο: Συλλογή των αρχών του πρωτοτύπου και του εκ συνθήκης της Ευρώπης δικαιώματος των εθνών περί των θαλασσίων λειών και της ουδετερότητος, μεταφρασθείσα εκ του γαλλικού υπό του κόμητος Α. Πάλμα, Εκ της εν Ύδρα Τυπογραφίας, Ύδρα 1826 [Φωτοτυπική επανέκδοση: Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1972]. Από τα υπόλοιπα έργα του Palma άξιες μνείας είναι οι ακόλουθες πραγματείες: A Summary Account of the Steam Boats for Lord Cochrane’s Expedition: With Some Few Words Upon the Two Frigates Ordered at New York for the Service of Greece, Effingham Wilson, London 1826, με την οποία ο Palma κατηγορούσε τον John Bowring και την Ελληνική Επιτροπή του Λονδίνου για κατασπατάληση των χρημάτων που είχαν συγκεντρωθεί με σκοπό την κατασκευή των πλοίων που ήταν αναγκαία για τη συνέχιση του πολέμου˙ Greece Vindicated…, τουτέστιν μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, ενδελεχείς και οξυδερκείς αναλύσεις της ευρωπαϊκής συνεισφοράς στον ελληνικό αγώνα.

[76] Για τις θέσεις των ιταλών εξορίστων έναντι των Ελλήνων, που απείχαν παρασάγγας από εκείνες των βρετανών φιλελλήνων, βλ. Isabella, Risorgimento in esilio…, σσ. 100-110.

[77] Isabella, Risorgimento in esilio…, σ. 119. Για όλη αυτή τη συζήτηση των ιταλών εξόριστων πατριωτών και την ηρωοποίηση του Santarosa βλ. στο ίδιο, σσ. 106-120. Πρβλ. Pécout, «Ελληνική Επανάσταση…», σσ. 125-129.

[78] Για το θέμα βλ. Stathis Birtachas, «“In defence of the liberty and the rights of Great Mother Greece”. The Italian Garibaldini Volunteers in Epirus: the decline of a long tradition in Greece. Evaluation of an old story and new research perspectives», Mediterranean Chronicle 6 (2016), σσ. 161-182, όπου η βιβλιογραφία. Πρβλ. Andrea Giovanni Noto, «Le “nazioni sorelle”. Affinità, diversità e influenze reciproche nel Risorgimento di Italia e Grecia», στο G. Altarozzi, C. Sigmirean (επιμ.), Il Risorgimento italiano e i movimenti nazionali in Europa. Dal modello italiano alla realtà dell’Europa centro-orientale, Edizioni Nuova Cultura, Roma 2013, σσ. 43-68.

[79] http://listedmonuments.culture.gr/fek.php?ID_FEKYA=1191225891&v17=. Βλ. απεικόνιση και περιγραφή του στην ακόλουθη ιστοσελίδα: http://repository.pylia.gr/dspace/handle/11596/158.

[80] Ο Δήμος Αθηναίων λ.χ. έδωσε τιμητικά το όνομα του Santarosa σε μία από τις οδούς στο κέντρο της πόλης, όπου παλαιότερα στεγάζονταν τα δικαστήρια. Το ίδιο συνέβη σε μία σειρά από άλλους δήμους της χώρας.

[81]Βλ. επί παραδείγματι τις παράλληλες εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν ομοίως το 1925 στην Ελλάδα και την Ιταλία εις μνήμην του Santarosa. Δύο έτη αργότερα διεξήχθησαν ανάλογες εορταστικές εκδηλώσεις στη Ζάκυνθο επί τη εκατονταετηρίδι του θανάτου του ελληνοϊταλού ποιητή Ugo Foscolo. Βλ. σχετικά Σωκράτης Β. Κουγέας, Λόγος εκφωνηθείς κατ’ εντολήν της Πανεπ. Συγκλήτου εν τῃ μεγάλῃ αιθούσῃ των τελετών του Πανεπιστημίου την 10ην Μαΐου 1925 εις μνήμην του Ιταλού Φιλέλληνος Κόμητος Σανταρόζα επί τῃ εκατονταετηρίδι του εν Σφακτηρίᾳ θανάτου αυτού, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1925˙ Δημήτρης Φιλιππής, Ελλάδα-Ιταλία 1919/20-1940 και η εμπλοκή της Ισπανίας, Διδ. διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο / Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Αθήνα 2005, σσ. 175-180.

Αρετή Τούντα-Φεργάδη: Η επίσκεψη του Γεωργίου Παπανδρέου στις ΗΠΑ και ο αντίκτυπός της στο ελληνικό Κοινοβούλιο (Ιούνιος-Ιούλιος 1964).*

Αρετή Τούντα-Φεργάδη

Η επίσκεψη του Γεωργίου Παπανδρέου στις ΗΠΑ και ο αντίκτυπός της στο ελληνικό Κοινοβούλιο (Ιούνιος-Ιούλιος 1964).*

Την εποχή των πολυμερών, διαδοχικών, διαβουλεύσεων, που οδήγησαν στην ίδρυση της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, στην αθηναϊκή εφημερίδα Το Βήμα, δημοσιευόταν άρθρο, στο οποίο αναγράφονταν και τα ακόλουθα: «Η Κύπρος καθίσταται επομένως το θερμόμετρο της Ελληνοτουρκικής προσεγγίσεως, διότι εκεί θα βλέπωμεν εάν αυξάνεται ο πυρετός μεταξύ Αθηνών και Αγκύρας ή αν, αντιθέτως, η κατάστασις των σχέσεών μας έχει πλήρως εξυγιανθή. […]. Και πάλιν, εγγυηταί της προόδου του Κυπριακού Κράτους και της ειλικρινούς συμβιώσεως Ελλήνων και Τούρκων πρέπει να είναι οι Αμερικανοί. Αυτοί προώθησαν την συνεννόηση προς δικό τους, όσο και δικό μας αμυντικό συμφέρον. Άρα αυτοί είναι και συνυπεύθυνοι για την κατοχύρωση των επιτευχθέντων, ώστε ο ένας να μην αδική τον άλλον και να μην παραβαίνη τις υποχρεώσεις του»[1].

Οι σκέψεις αυτές μπορούμε να πούμε πως ήταν τόσο αποκαλυπτικές, για το ρόλο των Αμερικανών στην εν γένει Κυπριακή υπόθεση, όσο και προφητικές για τα όσα επακολούθησαν λίγα χρόνια αργότερα. Πράγματι, από τον Νοέμβριο του 1963 τα πράγματα στην Κύπρο οξύνθηκαν, όταν ο Πρόεδρος Μακάριος υπέβαλε στον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ το υπόμνημά του, που έχει μείνει γνωστό ως «13 Σημεία» και αφορούσε στην αναθεώρηση του κυπριακού Συντάγματος, στον τομέα του περιορισμού των αρμοδιοτήτων της τουρκοκυπριακής κοινότητας[2]. Η κίνηση αυτή πυροδότησε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις· από δε τον Δεκέμβριο, το φάσμα ενός ελληνοτουρκικού πολέμου δεν έπαψε να πλανάται στον ορίζοντα των σχέσεων των δύο κρατών. Στις αρχές του καλοκαιριού το 1964, η κατάσταση έφτασε και πάλι σε σημείο αιχμής τέτοιο, ώστε να προκαλέσει εκ νέου την ανάμιξη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, οι οποίες είχαν νωρίτερα ενδιαφερθεί για τα τεκταινόμενα στην ευαίσθητη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ερχόμενες σε αντιπαράθεση με τη Σοβιετική Ένωση, επιζητώντας και οι δύο να υπογραμμίσουν την παρουσία τους και να διαφυλάξουν τα συμφέροντά τους, που διακυβεύονταν.

Η αντιπαλότητα των δύο υπερδυνάμεων για την Ανατολική Μεσόγειο χρονολογείτο από τα τέλη, κυρίως, του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και συνέχισε αμείωτη στη δεκαετία του 1950. Οι ΗΠΑ, ηγέτης του Βορειοατλαντικού Συμφώνου, στο οποίο συμμετείχαν Ελλάδα και Τουρκία, είχαν αναλάβει ουσιαστικό ρόλο και στην υπόθεση της Κυπριακής ανεξαρτησίας, προωθώντας τη συνεργασία των δύο χωρών, στοχεύοντας στην ικανοποίηση των αμυντικών τους συμφερόντων. Επομένως, η Αμερική, ήταν εκείνη, η οποία κατηύθυνε «το πολιτικό παιγνίδι της Δύσεως» και υπολόγιζε στην ελληνοτουρκική προσέγγιση και συνεργασία, διότι σ’ αυτήν στηριζόταν, εν πολλοίς, «η άμυνα της Δύσεως στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου»[3].

Ωστόσο, γνωρίζοντας τη συνεχή βρετανική παρουσία στην Κύπρο, από το 1878 και ως το 1959-1960, νομιμοποιείται να υποστηρίξει κανείς πως τον πρώτο λόγο στο Κυπριακό θα έπρεπε να έχει η Βρετανία. Όμως, προς τα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Βρετανία, στρεφόταν αναγκαστικά προς τις ΗΠΑ και της μεταβίβαζε τα «δικαιώματά» της επί της Τουρκίας και της Ελλάδας αλλά και στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο  της Ανατολικής Μεσογείου. Η παρουσία των ΗΠΑ στην περιοχή, τα επόμενα χρόνια, ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο, έναντι της Βρετανίας, εξαιτίας της κρίσης του Σουέζ[4]. Επομένως, δεν είναι παράδοξη η ανάμιξη της Αμερικής στην Κυπριακή υπόθεση και την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, δεδομένου ότι, από τις αρχές της δεκαετίας του ’50, οι Αμερικανοί αντιδρούσαν ποικιλοτρόπως στη διεθνοποίηση του Κυπριακού[5].

Όμως, τον χειμώνα του 1963-64, όταν ξέσπασε η πρώτη βαθιά κρίση στο νεοπαγές Κυπριακό κράτος από την εποχή της ίδρυσής του[6], αναφάνηκε έντονο το ενδιαφέρον των δύο υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης. Η πιθανότητα ενεργού παρέμβασης της Μόσχας στην Κυπριακή υπόθεση φάνηκε πως διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο στην αποσόβηση της απειλούμενης επέμβασης των Τούρκων στο νησί[7]. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, θιασώτης του κινήματος των Αδεσμεύτων, είχε στραφεί και προς τη Μόσχα. Επανειλημμένως, ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΣΕ, Νικήτα Χρουστσόφ, είχε δηλώσει πως η χώρα του ήταν αντίθετη σε οποιαδήποτε ξένη ανάμιξη στα εσωτερικά πράγματα της νήσου και «δεν θα παρέμενε αδιάφορη στην κατάσταση που εκτυλίσσεται στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου»[8].

Οι επαφές του Μακαρίου με τη Σοβιετική Ένωση. Δεξιά διακρίνονται ο Πρόεδρος της ΕΣΣΔ Nikolai Podgorny και ο Υπουργός Εξωτερικών Andrei Gromyko .

Αλλά και η Αμερική μετά, κυρίως, την αποτυχία της πενταμερούς Διάσκεψης του Λονδίνου, της 15ης Ιανουαρίου, αποφάσισε να παρέμβει στην κρίση, στέλνοντας στην Αθήνα και την Άγκυρα τον Λέμνιτζερ,  Διοικητή του ΝΑΤΟ, υπεύθυνο για τα ζητήματα της Ευρώπης. Αποστολή του ήταν να πληροφορήσει τις δύο κυβερνήσεις για τις επιπτώσεις, που θα είχε στη Συμμαχία ενδεχόμενος ελληνοτουρκικός πόλεμος για το Κυπριακό[9]. Η επίσκεψη αυτή ερμηνεύθηκε ως αποβλέπουσα «στη ματαίωση μονομερούς επέμβασης της Τουρκίας στην Κύπρο»[10].

Παραλλήλως, οι Σοβιετικοί, στις συνομιλίες, που διεξήχθησαν στα ΗΕ, κατήγγειλαν τις Δυνάμεις του ΝΑΤΟ, ότι προσπαθούσαν «να μετατρέψουν την Κύπρο σε στρατιωτικό προγεφύρωμα». Ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον απευθυνόταν στον Χρουστσόφ, στις 4 Μαρτίου, τονίζοντας πως όφειλε να αποτρέψει «την όξυνση της κατάστασης στην ανατολική Μεσόγειο»[11]. Την ίδια μέρα, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, εξέδιδε απόφαση, βάσει της οποίας τα κράτη-μέλη του όφειλαν να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια ή και από οποιαδήποτε απειλή ενέργειας, παρεπόμενο της οποίας θα ήταν η διακύβευση της Κυπριακής κυριαρχίας και η διατάραξη της παγκόσμιας ειρήνης[12].

Dean Acheson

Λίγους μήνες αργότερα, και ενώ η Τουρκία φαινόταν να ετοιμάζεται για πόλεμο[13], στις 5 Ιουνίου 1964, ο Λίντον Τζόνσον, στοχεύοντας στη μη διάρρηξη των συμμαχικών δεσμών στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, απευθύνθηκε προς τον Ισμέτ Ινονού, στέλνοντάς του επιστολή, όπου τόνιζε πως τυχόν «στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας στην Κύπρο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση εμπλοκή της Σοβιετικής Ενώσεως». Επιπλέον, διευκρίνιζε πως είχε πληροφορίες πως η τουρκική κυβέρνηση ήταν έτοιμη να επέμβει ενόπλως στην Κύπρο, γεγονός το οποίο τον ανησυχούσε.  Εφιστούσε την προσοχή του Ινονού στο ότι ένας ελληνοτουρκικός πόλεμος ήταν «αδιανόητος» και επισήμαινε πως η Τουρκία δεν ήταν δυνατόν να στρέψει τα όπλα, με τα οποία την είχε εφοδιάσει η Αμερική, εναντίον της Κύπρου. Μια ανάλογη ενέργεια της Τουρκίας θα αντέβαινε προς τους όρους εκείνους, οι οποίοι περιλαμβάνονταν στη Συμφωνία, βάσει της οποίας είχε παρασχεθεί η στρατιωτική βοήθεια[14]. Τα συγκεκριμένα σημεία, που αναφέρονταν στην επιστολή Τζόνσον, αποδεικνύουν, με πλήρη καθαρότητα, την επικινδυνότητα της όλης κατάστασης εξαιτίας ενός επικείμενου πολέμου. Ο φόβος του Αμερικανού Προέδρου, για πόλεμο, τον οποίο δεν θα μπορούσε να σταματήσει, διαφαίνεται και από επιστολή, που έστειλε στον Παπανδρέου, στις 2 Ιουλίου, λίγες μέρες αφότου ο τελευταίος είχε επιστρέψει στην Αθήνα[15]. Ας σημειωθεί, πως η θέση του Τζόνσον φαίνεται να αποδείχθηκε και όταν ενδιαφέρθηκε για την προώθηση του Σχεδίου Άτσεσον, τον Αύγουστου του 1964, σχέδιο στο οποίο διαφαινόταν το ενδεχόμενο μόνιμης τουρκικής παρουσίας στονησί και το οποίο παρέμεινε ανεφάρμοστο λόγω, κυρίως, της αντίδρασης του Μακάριου[16].  Η διχοτόμηση αποτράπηκε για μερικά χρόνια.

Είναι προφανές πως ο Τζόνσον προσπαθούσε να αποτρέψει μια δυναμική ενέργεια της ΕΣΣΔ σε περιοχή, η οποία θεωρούσε πως ανήκε στη δική του δικαιοδοσία. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής προσκάλεσε στην Αμερική τον Ισμέτ Ινονού και τον Γεώργιο Παπανδρέου για συνομιλίες, υποδηλώνοντας έτσι την πρόθεσή του να τερματίσει τη σοβιετική ανάμιξη στο πρόβλημα της Κύπρου, ανάμιξη η οποία είχε διευκολυνθεί από την αδέσμευτη πολιτική του Μακαρίου. Με την πρόσκληση αυτή  αναγνώριζε εμμέσως, πλην σαφώς, ότι τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη, στην κυπριακή υπόθεση, ήταν η Τουρκία και η Ελλάδα[17], παρότι από την άνοιξη ο Μακάριος, από τις αρχές Απριλίου, είχε καταγγείλει την Συνθήκη Συμμαχίας του 1959[18]. Στην ουσία, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζόνσον, ενδιαφερόταν να επιτύχει έναν «νέο συνεταιρισμό», θεμελιωμένο στην άμεση διαβούλευση ανάμεσα στις δύο χώρες[19].

Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος από την πρώτη στιγμή, που ανήλθε στην εξουσία, μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1963, βρέθηκε αντιμέτωπος με την Κυπριακή κρίση, δέχθηκε την πρόσκληση του Τζόνσον αλλά αρνήθηκε να έρθει σε απευθείας συνομιλίες με τον Τούρκο ομόλογό του, Ινονού. Στην πρώτη συνάντησή του με τον εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου, το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου 1964[20], άκουσε τον Τζόνσον να υποστηρίζει πως η επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, εξαιτίας των εξελίξεων στην Κύπρο, αποτελούσαν για τον ίδιο και τη χώρα του «αντικείμενον βαθείας ανησυχίας». Οι Αμερικανοί δεν είχαν να προτείνουν λύση για τη διευθέτηση της κατάστασης[21] αλλά έτρεφαν την ελπίδα πως οι σύμμαχοί τους θα είχαν τη δυνατότητα να διαπραγματευθούν μεταξύ τους και να αποφύγουν τον πόλεμο. Ήταν διατεθειμένοι να οργανώσουν τη συνάντηση των δύο ανδρών «[ε]ν πάση μυστικότητι» και με τη βοήθεια του Ντην Άτσεσον, πρώην υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ και γνώστη της όλης υπόθεσης.

Ο Παπανδρέου, παίρνοντας τον λόγο, είχε αντιτείνει πως και βεβαίως η κατάσταση ήταν κρίσιμη και ο πόλεμος έπρεπε, πάση θυσία, να αποτραπεί. Όμως, η μέθοδος, που πρότειναν οι Αμερικανοί, εξυπηρετούσε περισσότερο τον πόλεμο και σε καμία περίπτωση την ειρήνη, διότι, αν πραγματοποιείτο η συνάντηση και οι συνομιλίες αποτύγχαναν, τότε «τα ακραία στοιχεία θα αποκομίσουν την εντύπωσιν ότι ο πόλεμος πλέον καθίσταται αναπόφευκτος. Και θα προτραπούν εις εξαπόλυσιν αυτού». Σημαντικό σημείο των όσων υποστήριξε ήταν και η ανάπτυξη, από πλευράς του, των δικαιωμάτων, τα οποία είχε η Τουρκία επί της υποθέσεως, τα οποία διαχώρισε σε νομικά και πολιτικά, δηλ. ουσιαστικά. Ως προς τα πρώτα, η αντίθεση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν καθολική, δεδομένου ότι σε καμία περίπτωση δεν δεχόταν την ερμηνεία, την οποία έδινε η Τουρκία στη Συνθήκη Εγγυήσεως της Κυπριακής Ανεξαρτησίας, σύμφωνα με την οποία αναγνωριζόταν στις εγγυήτριες Δυνάμεις δικαίωμα επεμβάσεως. Και αν ακόμα οι Έλληνες δέχονταν αυτή την ερμηνεία, η Συνθήκη ήταν άκυρη πλέον, από τη στιγμή που η Κύπρος είχε γίνει μέλος του ΟΗΕ. Ως προς την πραγματική πλευρά του ζητήματος, η Τουρκία δεν είχε κανένα δικαίωμα να ζητά κάθε τόσο και ένα αντάλλαγμα εκ μέρους της Ελλάδας. Πριν από εκατό χρόνια, αρχές Ιουνίου του 1878, είχε εκχωρήσει την Κύπρο στη Μεγάλη Βρετανία[22]. Υπογράφοντας, δε, τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, το 1923, είχε αναγνωρίσει «την πλήρη αποξένωσίν της εκ της νήσου». Γιατί να αποζημιωθεί; Το μόνο δικαίωμα που της αναγνωριζόταν ήταν το αίτημά της για ασφάλεια της Επικράτειάς της και ασφάλεια της τουρκικής μειονότητας της Κύπρου. Αναφερόμενος στο ζήτημα της Ομοσπονδίας ή του Διαμελισμού, που συζητείτο τότε, υποστήριξε πως και οι δύο λύσεις θα ήταν επικίνδυνες για την Τουρκία, διότι, αν το ένα τμήμα της Κύπρου γίνει τουρκικό «το άλλο θα γίνη Κούβα»[23]. Η Ελλάδα δεν ζητούσε τίποτα, επομένως δεν χρειαζόταν και τίποτα να δώσει. Το μόνο αίτημά της ήταν «αδέσμευτη ανεξαρτησία» και «αυτοδιάθεση». Εκείνο, το οποίο χρειαζόταν να γίνει αντιληπτό από την Τουρκία και να της επιβληθεί, ήταν πως «τα όπλα του ΝΑΤΟ δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν εναντίον Συμμάχων». Από τη στιγμή, που αυτό θα επιτυγχανόταν, τότε θα ήταν δυνατόν να προσέλθουν σε συνομιλίες.

Δημόσιες δηλώσεις στον περίβολο του Λευκού Οίκου. Πίσω από τον Γεώργιο Παπανδρέου διακρίνεται το προεδρικό ζεύγος των ΗΠΑ και δεξιά ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Σταύρος Κωστόπουλος.

Το ταξίδι του Παπανδρέου στην Αμερική σχολιάστηκε με ευνοϊκότατα σχόλια από τον τύπο της συμπολίτευσης[24]: «Διήμερος ανένδοτος αγών εις την Ουάσιγκτον», ήταν ένας από τους τίτλους πρωτοσέλιδου άρθρου της εφημερίδας Ελευθερία, όπου αναφερόταν πως χάριν της «αποφασιστικής» ελληνικής στάσης «εματαιώθη οριστικώς το αμερικανικόν σχέδιον διμερών ελληνοτουρκικών διαπραγματεύσεων και εις το επίσημον ανακοινωθέν ανεγνωρίσθη η αρμοδιότης των Ηνωμένων Εθνών δια το Κυπριακόν»[25].  Στο ίδιο πρωτοσέλιδο, ο αρθρογράφος Σπ. Γρανίτσας, δημοσίευε άρθρο με τίτλο: «Αποφασιστικώς: ΟΧΙ», όπου μεταξύ άλλων ανέφερε και απόσπασμα συνομιλίας του πρωθυπουργού με τον Μακναμάρα. Στην εν λόγω συζήτηση ο Παπανδρέου απαντώντας στις προτάσεις του Αμερικανού υπουργού για απ’ ευθείας διάλογο με την Τουρκία ή ακόμα και για «ανάγκη συμβιβασμού», ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος, είχε διευκρινίσει πως ανάλογες ενέργειες θα συνιστούσαν «αθλίαν απεμπόλησιν των αρχών της Ελευθερίας, της Δικαιοσύνης και της Δημοκρατίας. […]. Θα απετέλει επίσης σφετερισμόν των αρμοδιοτήτων του ΟΗΕ και πλήγμα εναντίον του κύρους του». Στην εφημερίδα Εμπρός το κοινό ανακοινωθέν χαρακτηρίστηκε ως «άνευ ουσιαστικού περιεχομένου»[26].

Τις μέρες που ο Παπανδρέου βρισκόταν στην Ουάσιγκτον, ο Τούρκος πρωθυπουργός δήλωνε, απεριφράστως, πως η «ενσωμάτωσις ενός τμήματος της νήσου εις την Ελλάδα και του ετέρου τμήματος εις την Τουρκίαν, θα ήτο η μάλλον ενδεδειγμένη λύσις»[27]. Η εν λόγω δήλωση δεν ήταν τυχαία. Ίσως να δικαίωνε τις αμφιβολίες, που ο αρθρογράφος του Εμπρός διατύπωνε ως εξής: «Οι Αμερικανοί […] μη δυνηθέντες […] να επιτύχουν υποχώρησιν των ελληνικών απόψεων, φαίνονται διατεθειμένοι αν όχι να παροτρύνουν τους Τούρκους να επιχειρήσουν απόβασιν αλλά να ανεχθούν οιανδήποτε πραξικοπηματικήν ενέργειαν δυναμένη να εκβιάση απαραδέκτους λύσεις του Κυπριακού»[28].

Επιστρέφοντας ο Έλληνας πρωθυπουργός από την Αμερική και τη Γαλλία[29], όπου είχε μεταβεί με σκοπό να συνομιλήσει με τους αρμόδιους για το μεγάλο εθνικό ζήτημα της Κύπρου και ελπίζοντας πως από τη συνάντηση «θα προέκυπτε […] μία διευθέτησις του Κυπριακού θέματος», θεώρησε υποχρέωσή του να ενημερώσει τους αντιπροσώπους του Έθνους για τα όσα είχαν διαμειφθεί στο ταξίδι του και να εξηγήσει τις θέσεις του.

Τα όσα συζητήθηκαν στο Ελληνικό Κοινοβούλιο στη συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου 1964, τόσο η αγόρευση του πρωθυπουργού όσο και τα όσα υποστηρίχθηκαν από εκπροσώπους της αντιπολίτευσης, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι σ’ αυτές τις αναλύσεις αναδεικνύονται πτυχές και όψεις του Κυπριακού, οι οποίες επαληθεύθηκαν στην ιστορική του πορεία.

Οι κύριοι άξονες της αγόρευσης του Έλληνα πρωθυπουργού, ενώπιον των αντιπροσώπων του Έθνους, δεν απείχαν από τα όσα είχε υποστηρίξει στις συνομιλίες του με τους Αμερικανούς επισήμους. Δεν απείχαν, δε, και από τις θέσεις του, τις οποίες είχε αναπτύξει στην αίθουσα του Ελληνικού Κοινοβουλίου, λίγους μήνες νωρίτερα[30]. Στη συγκεκριμένη Συνεδρίαση της 3ης Ιουλίου, υπερτόνισε το γεγονός πως σε περίπτωση, που αποδεχόταν την πρόταση του Τζόνσον και προσερχόταν σε συνομιλίες με τον Ινονού με αντικείμενο το Κυπριακό, τότε θα παρεχόταν η εικόνα πως το εν λόγω θέμα ήταν ζήτημα «Ελληνοτουρκικής διενέξεως, ενώ τούτο δεν είναι αληθές, διότι υπάρχει η Κύπρος, και ως Κράτος, και ως λαός. Και δεν είναι δυνατόν η Ελλάς και η Τουρκία, να διαχειρισθούν το θέμα της Κύπρου, ερήμην της Κύπρου και ως Κράτους και ως λαού]»[31]. Στο τέλος της αγόρευσής του, ο Παπανδρέου, δήλωσε πως αν, παρά την σαφή, αρνητική του θέση απέναντι στα όσα είχαν προταθεί από του Αμερικανούς, η απειλή απόβασης της Τουρκίας στην Κύπρο είχε τον χαρακτήρα «τελεσιγράφου, προς υποταγήν της Ελλάδος», η απάντηση είχε δοθεί, ήδη, από την Ιστορία. Τη σύμπνοια και την εναρμόνιση προς την κυβερνητική πολιτική, απέναντι σε μια παρόμοια ενέργεια της Τουρκίας, δήλωσαν τόσο ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αρχηγός της ΕΡΕ, τόσο και ο Ηλίας Ηλιού, εκπρόσωπος της ΕΔΑ.

Γεώργιος Παπανδρέου και Παναγιώτης Κανελλόπουλος (πάνω). Ηλίας Ηλιού (κάτω).

Η αγόρευση του τελευταίου, που ακολούθησε τη σύντομη παρέμβαση του Κανελλόπουλου[32], ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, δεδομένου ότι στις θέσεις του  ανιχνεύονται και αναδεικνύονται πολλές πτυχές του παρασκηνίου της Κυπριακής υπόθεσης[33]. Στις αναλύσεις του διαπιστώνουμε πως πολλά απ’ όσα υποστήριζε επαληθεύθηκαν στην πορεία της τραγικής ιστορίας της Κύπρου. Παρουσίασε πλευρές του θέματος, τις οποίες δεν είχε θίξει ο πρωθυπουργός. Τον κατηγόρησε, πως εξωράισε την «εξιστόρησιν τού πως έγινε δεκτός εκεί». Το τι θα συναντούσε στις ΗΠΑ του ήταν γνωστό πριν από την αναχώρησή του. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, δημοσιευμένες στην εφημερίδα Sunday Times της Νέας Υόρκης, η Ουάσιγκτον και οι Δυτικές πρωτεύουσες θεωρούσαν πως «η Κύπρος έπαυσε να υφίσταται ως κυρίαρχον Κράτος» και μετά τη συνάντηση Παπανδρέου ‒ Ινονού, «ο κ. Τζόνσον θα αρχίση διπλωματικήν εγχείρησιν, η οποία θα καταλήξη εις την διάλυσιν της Κύπρου ως ανεξαρτήτου χώρας». Ο ισχυρισμός του Παπανδρέου, πως η κυβέρνηση είχε ακολουθήσει «εθνικήν εξωτερικήν πολιτικήν» δεν ευσταθούσε, αν περιοριζόταν μόνο στην άρνηση απευθείας διαβουλεύσεων με την Τουρκία. Για ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική μπορεί κανείς να μιλά μόνο όταν αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους τομείς. Και έφερε ως παράδειγμα το ζήτημα των βάσεων, θέμα στο οποίο η ΕΔΑ είχε αντιταχθεί από την αρχή, από τη δεκαετία του ’50, όταν εγκαταστάθηκαν οι αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί πως στα παραδείγματά του, ως προς τι σημαίνει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, ανέφερε το «θέμα της αμύνης της χώρας από την  κατακτητικήν διείσδυσιν ξένων μονοπωλιακών συγκροτημάτων». Η θέση του αυτή, διατυπωμένη πριν από πενήντα περίπου χρόνια, καθίσταται δραματικά επίκαιρη, αν αναλογιστούμε και τη σημερινή κατάσταση, στην οποία έχει περιέλθει η Ελλάδα την τελευταία τριετία και η Κυπριακή Δημοκρατία από τον χειμώνα του 2013.

Ο Ηλιού, συνεχίζοντας το λόγο του, αναφέρθηκε στο ζήτημα των συμμαχικών δεσμών της Ελλάδας με την Τουρκία, ως μέλη του ΝΑΤΟ. Εντός αυτού του πλαισίου, δεν ήταν δυνατόν η άρνηση για διμερείς διαβουλεύσεις να προβάλλεται ως ανεξάρτητη και εθνική πολιτική. Η κυβέρνηση αντιμετώπιζε το ζήτημα, που είχε ανακύψει με «ασταθή βήματα». Ωστόσο, η παράταξή του ενέκρινε την άρνηση της κυβέρνησης  να προσέλθει σε διαπραγματεύσεις με την Τουρκία. Δεν ήταν δυνατόν να αποφασίσουν τρίτοι για το μέλλον της Κύπρου, μιας χώρας μέλους του ΟΗΕ, δοθέντος ότι με αυτό τον τρόπο, με αυτή τη μέθοδο, τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη επέβαλαν τη Συνθήκη της Ζυρίχης, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η επιβολή στους Κυπρίους λύσης, «δια την οποίαν ούτε ηρωτήθησαν, ούτε συνήνεσαν, ούτε ηδύνατο ουδαμόθεν να συναχθή ότι συνήνουν, διότι ευρίσκετο εις απόλυτον αντίθεσιν  προς την παγίαν και δικαίαν διεκδίκησίν των[.]».

Ο πρόεδρος της ΕΔΑ υποστήριξε τις θέσεις του, εκθέτοντας και τις απόψεις, που είχαν διατυπωθεί στο εξωτερικό, σχετικά με τη θέση του Αμερικανού προέδρου έναντι της ελληνοτουρκικής αντιδικίας. Ανέφερε, λοιπόν, πως η διαμεσολάβηση του Τζόνσον είχε σχολιασθεί αρνητικά από τη γαλλική εφημερίδα Le Monde, της 27ης Ιουνίου. Ο αρθρογράφος θεωρούσε πως οι προσπάθειες του Τζόνσον συνιστούσαν στην ουσία «υποστήριξιν» προς την τουρκική κυβέρνηση. Ελληνοτουρκικός διάλογος θα σήμαινε πως εμμέσως αναγνωριζόταν στην Τουρκία δικαίωμα να επέμβει σε μια διαφορά, πράγμα το οποίο η Ελλάδα δεν δεχόταν. Οι θέσεις του Ινονού ήταν απολύτως σαφείς: ή θα έπρεπε να διατηρηθεί το υφιστάμενο συνταγματικό καθεστώς της Κύπρου ή το νησί θα έπρεπε να διχοτομηθεί και να διαμοιραστεί ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.

Η γνώμη του εκπροσώπου της ΕΔΑ ήταν πως η αποδοχή της πρότασης Τζόνσον θα ισοδυναμούσε με αναίρεση της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών. Θα συνιστούσε προσπάθεια «υπερκερασμού της λύσεως του Κυπριακού δια του ΟΗΕ, μίαν προσπάθειαν επαναφοράς του εις τα πλαίσια των συμμαχιών του ΝΑΤΟ, εκεί ακριβώς όπου εχαλκεύθησαν κατά το παρελθόν αι αλυσίδες του Κυπριακού λαού». Το ΝΑΤΟ, κατά τη γνώμη της παράταξής του, εξυπηρετούσε πάντα συμφέροντα ιμπεριαλιστικά και αντιτίθετο στην Κυπριακή αυτοδιάθεση, διότι είχε ανάγκη την Κύπρο, «δια μίαν στρατηγικήν περικυκλώσεως της Ανατολικής Μεσογείου, είτε διότι την χρειάζονται προς προστασίαν των μονοπωλίων πετρελαίου, είτε δια να δύνανται να ασκούν πίεσιν επί των αδεσμεύτων αραβικών χωρών της Μέσης Ανατολής», τις οποίες μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήλεγχαν ως αποικίες.

Υπενθύμισε το ιστορικό της υπόθεσης, το πως ξεκίνησαν από τον Δεκέμβριο του 1963 τα τρέχοντα, εκείνη την περίοδο,  γεγονότα και θεώρησε ευτυχές το ότι απεφεύχθη η εμπλοκή του ΝΑΤΟ, το οποίο ήταν έτοιμο να στείλει στρατεύματα στη νήσο, αποσκοπώντας σε λύση του Κυπριακού, σύμφωνα με τις δικές του επιδιώξεις. Η εξέλιξη αυτή ήταν απότοκη της υποβολής προσφυγής, εκ μέρους της Κυπριακής κυβέρνησης, στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου οι υποστηρίζοντες λύση του αναφυέντος προβλήματος, μέσω της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, θα είχαν να αντιμετωπίσουν την ισχυρή πλειοψηφία και συμπαράσταση των αδεσμεύτων, των σοσιαλιστικών και των ουδέτερων χωρών. Αυτή η δύναμη ήταν ικανή να αναχαιτίσει και να ανατρέψει τα εξυφαινόμενα από του Αμερικανούς σχέδια και αυτή τη δύναμη φοβούνταν εκείνοι, οι οποίοι προετοίμαζαν, πάση θυσία, να παρακαμφθεί ο ΟΗΕ με την τοποθέτηση ενός μεσολαβητή, ο οποίος, στην ουσία θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Συμμαχίας. Αυτή τη λύση ο Μακάριος την είχε απορρίψει.

Οι μηχανορραφίες αυτές εξυφαίνονταν παράλληλα με μια πραγματική εκστρατεία «εκβιαστικών απειλών περί επικειμένης ενόπλου επεμβάσεως της Τουρκίας», γεγονός το οποίο είχε οδηγήσει σε συνεχείς και επαναλαμβανόμενες στρατιωτικές συσκέψεις. Παραλλήλως, καταβαλλόταν προσπάθεια τείνουσα στη διάσπαση της εθνικής ενότητας της Κύπρου. Πληροφορίες, δημοσιευόμενες στη γαλλική εφημερίδα Le Monde, των προηγουμένων ημερών, ανέφεραν πως σύμφωνα με Κυπριακή εφημερίδα «οι Αμερικανοί προετοίμαζαν πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου, το οποίον θα επραγματοποιείτο κατά την διάρκειαν της απουσίας του κατά την προσεχή εβδομάδα όταν θα μεταβή εις την συνδιάσκεψιν των Πρωθυπουργών της Κοινοπολιτείας». Στόχος αυτής της ενέργειας ήταν να εκδιώξουν τον Μακάριο από τη θέση του, ώστε να διευκολυνθούν στην επιβολή του σχεδίου τους, επιτυγχάνοντας να δώσουν ένα τέλος στην περαιτέρω αύξηση της σοβιετικής και κομμουνιστικής επιρροής στην Κύπρο.

Ο Ηλιού έκρινε αρνητικώς τη στάση του Παπανδρέου απέναντι στα υποστηριχθέντα από τον Τζόνσον, πως δεν θα μπορούσε να αποτρέψει ένοπλη επέμβαση των Τούρκων στην Κύπρο, αν οι τελευταίοι εκδήλωναν εκ νέου παρόμοια πρόθεση. Η μη σθεναρή αντίδραση του Έλληνα πρωθυπουργού σήμαινε παραδοχή, εκ μέρους του, πως στο παρελθόν οι Αμερικανοί είχαν αποτρέψει ανάλογη τουρκική ενέργεια. Όμως, ήταν γνωστό πως η απειλή επέμβασης της Τουρκίας στο νησί οφειλόταν στην αυστηρή και κατηγορηματική προειδοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης. Εξάλλου, υπήρχαν ανάλογες δηλώσεις και προειδοποιήσεις και από τη Στοκχόλμη και από το Όσλο. Ήταν προφανές, επομένως, πως η στάση της κυβέρνησης των ΗΠΑ ήταν «απολύτως αρνητική, απολύτως εχθρική».

Η αλήθεια είναι πως οι μηχανορραφίες συνεχίζονταν και συνιστούσαν εκδήλωση της επιθυμίας των ΗΠΑ να παγιώσουν ένα «de facto διαμελισμό, ο οποίος πραγματοποιείται εις τας λεγομένας πρασίνας γραμμάς της Κύπρου, όπου παρενεβλήθησαν αγγλικά στρατεύματα και ύστερα παρέδωσαν της θέσιν των εις τα στρατεύματα του ΟΗΕ». Βάσει του σχεδίου Λέμνιτζερ προετοιμαζόταν ένας de facto διαμελισμός της νήσου, ταυτοχρόνως, δε, καταβάλλονταν προσπάθειες διάσπασης της ενότητας του Ελληνισμού της νήσου, «η οποία είναι το μόνον ασφαλές θεμέλιον ότι, η επιδίωξις, η διεκδίκησίς του  δια την αυτοδιάθεσιν και την ελευθερίαν  θα έλθη εις αίσιον πέρας».

Ο πρωθυπουργός είχε παραλείψει, συνέχιζε ο Ηλιού, στις συνομιλίες του με τον Τζόνσον, να αναφερθεί στο ζήτημα των Αδεσμεύτων χωρών και στην υποστήριξη που αυτές παρείχαν στην υπόθεση της Κύπρου. Ο αντικομουνισμός, ο οποίος εκδηλωνόταν, ήταν απαράδεκτος και φαινόταν σαν να δικαιούνταν να θυσιάζουν «τους προασπιστάς και τους συμπαραστάτας της Κυπριακής ελευθερίας, με νοοτροπίαν πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων».

Κατά τη γνώμη του, για το μέγα εθνικό ζήτημα, που είχε ανακύψει, το Κυπριακό, έπρεπε η κυβέρνηση να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη πορεία, ακολουθώντας τα εξής σημεία: τη διαδικασία των οργάνων των ΗΕ, την αποφυγή διμερών ή τριμερών ή οποιωνδήποτε άλλων ενδοτικών διαδικασιών, στροφή προς τον Κυπριακό Ελληνισμό, του οποίου όφειλε να ενισχύσει το φρόνημα και την ενότητα, ολομέτωπος αγώνας για την κατάργηση των υπαρχουσών στην Κύπρο βάσεων και αντίθεση σε εγκατάσταση καινούριων, συνεργασία με τις χώρες εκείνες, οι οποίες υπεράσπιζαν και προασπίζονταν την υπόθεση της Κύπρου.

Ο Ηλιού, ολοκλήρωσε την αγόρευσή του, παραπονούμενος για το ότι ο πρωθυπουργός είχε αποκλείσει την ΕΔΑ από την ενημέρωση των φακέλων της Κυπριακής υπόθεσης, κάνοντας διάκριση ανάμεσα σε μείζονα και υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης. Υποστήριξε πως, και αν ακόμη δεν είχαν υπογραφεί οι ιδρυτικές της Κυπριακής ανεξαρτησίας Συνθήκες, βάσει των οποίων αποκλείσθηκε η αυτοδιάθεση και οι Τούρκοι επανήλθαν στην Κύπρο και οι οποίες ήταν το πραγματικό αίτιο της κατάστασης, που είχε δημιουργηθεί, πάλι η διάκριση θα ήταν «άτοπος».

Η συνεδρίαση της μέρας εκείνης ολοκληρώθηκε με την παρέμβαση του Σπύρου Μαρκεζίνη[34], ο οποίος επιχείρησε μια ιστορική αναδρομή στην υπόθεση του Κυπριακού, όπως αυτό είχε εκτυλιχθεί από τα τέλη του 1963. Υπενθύμισε πως ο πρωθυπουργός στην πρώτη του,  εναρκτήρια, εμφάνιση στην Εθνοσυνέλευση, στις 20 Δεκεμβρίου, δεν είχε καν θίξει το εν λόγω θέμα, περιοριζόμενος μόνο στο να αναφερθεί στις καλές ελληνοτουρκικές σχέσεις, που υφίσταντο ως τότε και είχε διατρανώσει την πίστη του στην αναγκαιότητα προώθησής τους «προς κοινόν όφελος». Ο μόνος από την κυβέρνηση, που είχε μιλήσει τότε για το Κυπριακό ήταν ο Σοφοκλής Βενιζέλος, ο οποίος επιστρέφοντας από το Παρίσι είχε εκφράσει τις ανησυχίες του. Η αγόρευση του Μαρκεζίνη, αρχηγού των Προοδευτικών, είχε τερματισθεί άδοξα από την παρεμβολή ορισμένων ταραξιών, που εισήλθαν στην αίθουσα συνεδριάσεων του Κοινοβουλίου και αρνήθηκε να συνεχίσει το λόγο του.

Ο υπουργός Εξωτερικών Σταύρος Κωστόπουλος υποδέχεται τον ΓΓ του ΟΗΕ U-Thant στον αερολιμένα του Ελληνικού.

Η μέρα εκείνη τελείωσε με σύντομη αγόρευση του υπουργού Εξωτερικών, Σταύρου Κωστόπουλου[35], ο οποίος αντέκρουσε τα επιχειρήματα του Ηλιού, τα σχετικά με το ΝΑΤΟ και τη θέση της Ελλάδας σ’ αυτό, υποστηρίζοντας πως η Ελλάδα ήταν μέλος μιας αμυντικής συμμαχίας, «η οποία δεν πρόκειται ούτε ιμπεριαλιστικά συμφέροντα να υπηρετήση ούτε και άλλους ανομολογήτους σκοπούς να επιδιώξη». Τέλος, υπεραμύνθηκε της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, υπενθυμίζοντας την πρόοδο, που είχε σημειωθεί στο ζήτημα των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων, οι οποίες επρόκειτο να επισφραγισθούν τις επόμενες μέρες με την εισαγωγή προς συζήτηση και ψήφιση από τη Βουλή των δώδεκα συμφωνιών, που είχαν ήδη μονογραφηθεί στη Σόφια.

Από την εξιστόρηση των γεγονότων, τα οποία συνθέτουν το σκηνικό του ταξιδιού του πρωθυπουργού της Ελλάδας, Γεωργίου Παπανδρέου, στην Ουάσιγκτον και τις συνομιλίες του με τον Αμερικανό πρόεδρο Τζόνσον και άλλους επίσημους παράγοντες, καθώς και από την παράθεση των όσων σημαντικών συζητήθηκαν στην ελληνική Εθνοσυνέλευση μετά την επιστροφή του, φαίνεται να προκύπτουν ορισμένα κωδικοποιημένα συμπεράσματα:

  • Ο Έλληνας πολιτικός, υπέρμαχος της αρχής της αυτοδιάθεσης και της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα, μετά τη δεύτερη, κυρίως, εκλογική του επιτυχία, τον Φεβρουάριο του 1964, ενέτεινε τις προσπάθειές του για αποσόβηση στρατιωτικής επέμβασης της Τουρκίας στην Κύπρο και του, συνεπεία αυτής,  επαπειλούμενου ελληνοτουρκικού πολέμου. Στο πλαίσιο αυτής της πολιτικής θέσης, αρνήθηκε να συμμετάσχει σε απευθείας συνομιλίες με τον Τούρκο πρωθυπουργό, Ισμέτ Ινονού, πρόταση, που του υποβλήθηκε από τον Αμερικανό πρόεδρο, Τζόνσον, δηλώνοντας πως μια παρόμοια αποδοχή θα σήμαινε παραδοχή και αναγνώριση στην Τουρκία δικαιωμάτων, τα οποία, πλέον, δεν είχε, λόγω του ότι μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης είχε αποξενωθεί νομικώς.

 

  • Η πρόταση του Τζόνσον υποδήλωνε φιλοτουρκική στάση, παρά το γεγονός πως ο φόβος για τουρκική επέμβαση στην Κύπρο, στις αρχές Ιουνίου, εξαλείφθηκε λόγω της ουσιαστικής παρέμβασής του. Ωστόσο, δεν πρέπει να παροράται και το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος ενδιαφερόταν για τη μη διάρρηξη της συνοχής στην Ανατολική πτέρυγα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, γεγονός το οποίο, αν συνέβαινε, θα διευκόλυνε την περαιτέρω διείσδυση της Σοβιετικής Ένωσης στη συγκεκριμένη περιοχή. Επίσης, την περίοδο εκείνη οι ΗΠΑ θεωρούσαν την Ελλάδα και την Τουρκία ως τμήματα «μιας στρατηγικής εξίσωσης» και όχι ως χώρες, των οποίων τα στρατηγικά και διπλωματικά τους ενδιαφέροντα ήταν δυνατόν να συμβαδίζουν με την «παγκόσμια στρατηγική των ΗΠΑ» αλλά θα μπορούσαν να διαφέρουν από αυτή[36].

 

  • Οι καταγγελίες του εκπροσώπου της ΕΔΑ, Ηλία Ηλιού, στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, για τα όσα εξυφαίνονταν από την Αμερική σχετικά με την Κύπρο, δηλ. σχέδιο ανατροπής του Μακαρίου κλπ., επαληθεύθηκαν μετά από δέκα ακριβώς χρόνια.

 

  • Παρά την άρνηση του τότε πρωθυπουργού να δεχθεί τον απευθείας διάλογο με τους Τούρκους, ως προς το Κυπριακό, καθίσταται  προφανές πως, εκείνη την περίοδο, ετέθη επισήμως από αμερικανικής πλευράς, για πρώτη φορά ένα σχέδιο διαμελισμού του νησιού, σχέδιο το οποίο πραγματοποιήθηκε, με πραξικοπηματικό τρόπο, το καλοκαίρι του 1974. Όσο κι’ αν ο Τζόνσον διατεινόταν, στις συνομιλίες του με τον Έλληνα πρωθυπουργό, πως δεν είχε να προτείνει λύση για την ανακύψασα ελληνοτουρκική διαφορά, εκείνη τη δεδομένη περίοδο, οι παραινέσεις του για απ’ ευθείας διμερείς συνεννοήσεις Παπανδρέου-Ινονού, είναι προφανές πως αναβάθμιζαν το ρόλο της Τουρκίας στην κυπριακή υπόθεση και προϊδέαζαν για τις επερχόμενες πολιτικές, διπλωματικές και γεωστρατηγικές εξελίξεις.

 

Η Αρετή Τούντα-Φεργάδη είναι Ομότιμη Καθηγήτρια Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

*  Το συγκεκριμένο κείμενο έχει δημοσιευθεί στη γαλλική, Tounta-Fergadi A.,  «Le voyage de Georges Papandréou en Amérique et sa répercussion au Parlement grec (juin-juillet 1964)», στο Samara-Krispi A., Kareklas I. (ed.), Essays on International Law in Honour of Professor Elias Krispis, 31, Athens-Thessaloniki, Sakkoulas Publications, 2014, pp. 175-191. Στο δημοσιευόμενο κείμενο έχουν γίνει λίαν περιορισμένες προσθήκες και τροποποιήσεις.

Υποσημειώσεις

[1]Λαμπράκης Χ., «Ο ρόλος των Αμερικανών στην Ελληνοτουρκική φιλία», Το Βήμα, 7 Ιουνίου 1959, σ.1. Αναλυτικά για την κρίση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, εκείνη την περίοδο, εξαιτίας του Κυπριακού, τη θέση των δύο υπερδυνάμεων αλλά και τις επιπτώσεις της στη διαρρύθμιση των σχέσεων της Ελλάδας με τη Βουλγαρία βλ. Τούντα-Φεργάδη Α., Συνιστώσες της Γένεσης και της Πορείας του Ελληνικού Κράτους, 30, Ίδρυμα Διεθνών Νομικών Μελετών Η. Κρίσπη, Αθήνα, Εκδ. Σάκκουλα, 2012, σσ. 134-169. Για το ίδιο κείμενο στην αγγλική βλ. Tounta-Fergadi A., «The Cyprus Question and the settlement of Greek-Bulgarian Abeyances»,Thetis, Band 16/ 17, Mannheim 2010, pp. 131-139. Ειδικότερα για το ρόλο της Αμερικής στα ελληνικά πράγματα από τη δεκαετία του ’50 και ως το 1974 βλ. Miller J. E., The United States and the making of Modern Greece. History and Power, 1950-1974, The University of North Carolina Press, 2009.

[2] Συρίγος Α., Σχέδιο Ανάν. Οι κληρονομιές του παρελθόντος και οι προοπτικές του μέλλοντος, Αθήνα, Εκδ. Πατάκη, 2005, σ. 54-55 και σσ . 166-167, για μια ανάλυση  των 13 Σημείων. Πιο εξειδικευμένα,  Στυλιανού Φ., «Τα 13 Σημεία», στο Παπαπολυβίου Π. (επιμ.), 1960-2010: Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, τ. 1, 1960-1969: Η δεκαετία της εγκαθίδρυσης, Λευκωσία, Φιλελεύθερος, 2010, σσ. 94-97.  Για το θέμα των κοινοτήτων στην Κύπρο βλ. Markides D., Cyprus 1957-1963: from colonial conflict to constitutional crisis: the key role of the municipal issue, University of Minnesota, 2001.

[3] Λαμπράκης Χ., ό.π., σ.1.

[4] Βαληνάκης Γ., Μπότσιου Κ., Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγική στην Πυρηνική Εποχή, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 2000. Ήφαιστος Π., Διπλωματία και Στρατηγική των Μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Γαλλίας, Γερμανίας, Μεγάλης Βρετανίας, Αθήνα, Ποιότητα, 2000, σσ. 175-177, ειδικότερα για το Σουέζ.

[5] Για μια ιδιαίτερη ανάλυση του ρόλου της Αμερικής στα ελληνικά πράγματα με έμφαση στο ζήτημα της Κύπρου, Στεφανίδης Ι., Εν Ονόματι του Έθνους. Πολιτική κουλτούρα, αλυτρωτισμός και αντιαμερικανισμός στη μεταπολεμική Ελλάδα, 1945-1967, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2010, σσ.286-297 και σ. 305.

[6] Για την Κυπριακή κρίση εκείνης της περιόδου βλ. Χατζηβασιλείου Ε., «Η κρίση του 1963: Ερωτήματα και αποτιμήσεις», στο Παπαπολυβίου, 2010, σ. 114-118.

[7] Χατζηβασιλείου Ε., Στα Σύνορα των Κόσμων. Η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, 1952-1967, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2009, σ. 398. Ο βουλευτής της ΕΔΑ, Ηλιού, επεσήμαινε: «Αν δεν υπήρχεν η Σοβιετική προειδοποίησις πού θα ευρίσκετο σήμερον το Κυπριακόν ζήτημα; Η διχοτόμησις είναι δυνατόν να ήτο πραγματικότης». Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής (=ΕΣΒ), Συνεδρίασις 5η, 31 Μαρτίου 1964, σ. 52. Αργότερα,  τον Αύγουστο του 1964,  ο Μακάριος «εξεμαίευε δήλωση […] της σοβιετικής κυβέρνησης για την παροχή βοήθειας με σκοπό την προάσπιση της ανεξαρτησίας της κυπριακής επικράτειας». Σβολόπουλος, Κ., Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1945-1981, Αθήνα, Εστία, 2001, σ. 163 και γενικότερα, σελ. 133-166, για τις εν γένει εξελίξεις της κυπριακής υπόθεσης. Για λεπτομέρειες σχετικά με τα όσα οδήγησαν στην κρίση του Δεκεμβρίου 1963 και τα όσα επακολούθησαν βλ. Δρουσιώτης Μ., Η πρώτη διχοτόμηση. Κύπρος, 1963-1964, Λευκωσία, Αλφάδι, 2005.

[8] Ténékidès G., Chypre. Histoire récente et perspectives davenir, Paris, Les Editions Nagel, 1964, pp. 197-198, κυρίως, για το περιεχόμενο του μηνύματος Χρουστσόφ. Για τη σοβιετική πολιτική έναντι της Κύπρου, Stergiou A., «Soviet Policy toward Cyprus», στο The Cyprus Review, V. 19:2 Fall 2007, pp. 83-106.

[9] Adams, T. W. and Cottrell, A. J., Cyprus between East and West, Baltimore, The Johns Hopkins Press, 1968, p. 61.

[10] Παπανδρέου Α., Η Δημοκρατία στο Απόσπασμα, Τόμος Α΄, Αθήνα, Εκδ. Οίκος Α.Α. Λιβάνη, 2006, σ. 186.

[11]Adams and Cottrell, 1968, pp. 35-36.

[12] Τενεκίδης Γ., Κοινωνιολογία των Διεθνών Σχέσεων. Μεθοδολογικά. Η διεθνής θέση της Ελλάδας. Το Κυπριακό πρόβλημα, Αθήνα, Παπαζήσης, 1978, σ. 188.

[13] Δρουσιώτης, 2005, σσ. 259-260.

[14] Βαληνάκης Γ., Εισαγωγή στην Ελληνική Εξωτερική Πολιτική, 1949-1988, Αθήνα, Ι. Σιδέρης, 2005²,  σσ . 179-183. Επίσης, Συρίγος, 2007, σ. 55. Δρουσιώτης, 2005, σσ. 260-261.

[15] Χατζηβασιλείου, 2009, σ. 404, όπου δημοσιεύεται απόσπασμα από τη συγκεκριμένη επιστολή και γίνεται αποτίμηση της στάσης του Αμερικανού προέδρου έναντι του Έλληνα πρωθυπουργού. Η δεύτερη επιστολή του Τζόνσον προς τον Παπανδρέου, εκείνη της 2ας Ιουλίου, καθώς και η απάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού, της 6ης Ιουλίου, δημοσιεύονται αυτούσιες στο Πετρίδης Π., Ο Γεώργιος Παπανδρέου και το Κυπριακό Ζήτημα (1954-1965), Ντοκουμέντα, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1998, σσ. 294-298.

[16] Για το Σχέδιο Άτσεσον, Παπανδρέου,  2006, σσ. 163-164. Η πρώτη επιστολή Άτσεσον προς τον Γ. Παπανδρέου, της 20 Αυγούστου 1964, δημοσιεύεται στο Ξύδη Α., Λιναρδάτου Σ., Χτζηαργύρη Κ., Ο Μακάριος και οι Σύμμαχοί του, Αθήνα, Gutenberg, 1972², σσ. 341-342 και ακολουθεί η απαντητική επιστολή του Παπανδρέου, στις 22 Αυγούστου 1964, στις σελ.343-345.

[17] Ténékidès, 1964, pp. 192-193. Adams and Cottrell, 1968, p. 37.

[18] Δρουσιώτης, 2005, σ. 206.

[19] Miller, 2009, p. 96. Ο ίδιος συγγραφέας (p. 97)  υποστηρίζει πως οι συνομιλίες του Τζόνσον με τον Έλληνα πρωθυπουργό σηματοδοτούσαν «την αρχή μιας μακράς προσπάθειας», τείνουσας στην εξεύρεση ενός πεδίου συνεννόησης αναφορικά με την Κύπρο.

[20] Οι συνομιλίες, με τους Αμερικανούς αξιωματούχους, διεξήχθησαν στο χρονικό διάστημα 24 ‒ 28 Ιουνίου 1964 και σχετικά έγγραφα δημοσιεύονται στο Πετρίδης, 1998, σσ. 233-270. Στο συγκεκριμένο βιβλίο δημοσιεύονται και αποσπάσματα από αγορεύσεις του Γεωργίου Παπανδρέου στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, και κατά το 1964, αλλά δεν διευκρινίζονται οι ακριβείς ημερομηνίες.

[21]   Στο «άκρως απόρρητον» έγγραφο το οποίο έστειλε ο πρέσβης της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, Α. Μάτσας, στο Παπανδρέου, την 1η Ιουλίου, εικάζεται πως οι Αμερικανοί είχαν έτοιμη λύση ή λύσεις, τις οποίες «πεισμόνως απέφυγον αποκαλύψουν ημίν». Ο Μάτσας θεωρούσε πως η αποκάλυψη της λύσης ήταν αντίθετη προς τις άγραφες αρχές της αμερικανικής διπλωματίας. Πίστευε πως «επιμελής […] οργάνωσις προταθείσης συναντήσεως εν Camp David προδίδει ότι υπάρχει πάντως το ουσιαστικώτερον στοιχείον, η λύσις. […]. Ως ταχυδακτυλουργός, ο αυτάρεσκος και πολυμήχανος Αμερικανός Νέστωρ θα ενεφάνιζε την λύσιν ενώπιον εγκαθείρκτων απεσταλμένων, ως εάν προήρχετο εξ αυτών». Πετρίδης, 1998, σσ. 292-293.

[22] Για το ιστορικό υπόβαθρο, Klapsis A., «The Strategic Importance o Cyprus and the Prospect of Union with Greece, 1919-1923: The Greek Perspective», στο Journal of Imperial and Commonwealth History, 41:5, 765-782, DOI:  10.1080/03086534.2013.789275

[23] Ο χαρακτηρισμός «Κούβα της Μεσογείου» έχει αποδοθεί στον Παπανδρέου. Όμως, έχει διατυπωθεί η άποψη πως ήταν αμερικανικής έμπνευσης και επίνευσης. Δρουσιώτης, 2005, σ. 262.

[24] Ο συμπολιτευόμενος τύπος είχε εκφρασθεί υπέρ της στάσης του πρωθυπουργού υποστηρίζοντας πως: «Δια πρώτην φοράν από πολλών ετών, ευρέθη Έλλην πρωθυπουργός, ο οποίος αντέταξεν άρνησιν  υπερήφανον εις τας αξιώσεις των ξένων». Η αντιπολίτευση κατέκρινε το «ηρωικόν όχι» του Παπανδρέου και υποστήριξε πως η αμερικανική ανάμιξη δεν συνιστούσε επέμβαση στα εσωτερικά του κράτους αλλά «προσφορά υπηρεσιών διαμεσολάβησης». Στεφανίδης, 2010, σ. 380 και έως 386.

[25] Ελευθερία, 26 Ιουνίου 1964, Νο 6071, σ. 1.

[26] Εμπρός, 27 Ιουνίου 1964, Νο 26, σ. 3.  Το άρθρο με τίτλο «Εμπαιγμός».

[27] Ελευθερία, 26 Ιουνίου 1964, Νο 6071, σ. 7.

[28] Εμπρός, 27 Ιουνίου 1964, Νο 26, σ. 3.  Το άρθρο με τίτλο «Εμπαιγμός».

[29] Ο Παπανδρέου, όταν αναφέρθηκε στις συζητήσεις, που είχε στη Γαλλία με τον πρόεδρο Ντε Γκωλ και τον πρωθυπουργό Πομπιντού, υποστήριξε πως συνάντησε «πλήρη κατανόησιν. Και ήτο εύκολον, διότι το θέμα της Αυτοδιαθέσεως τους είναι γνώριμον». Ωστόσο,  έχει διατυπωθεί πως ο Γάλλος ηγέτης δεν «είχε υποστηρίξει τις ελληνικές θέσεις για άμεση Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα». Χατζηβασιλείου, 2009, σ. 379. Ο Ηλιού, στην αγόρευσή του της 3ης Ιουλίου υποστήριξε πως και στο Παρίσι ο Παπανδρέου πιέστηκε να δεχθεί τις αμερικανικές προτάσεις. ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, 3 Ιουλίου 1964, σ. 638. Προφανώς, ο Ηλιού, εννοούσε τις προτάσεις για διμερείς συζητήσεις με τον Ινονού. Αξίζει να αναφερθεί πως μετά τη συνάντησή του με τον Ντε Γκωλ ο Παπανδρέου επέμενε στην Ένωση, ως τη μόνη λύση, η οποία θα κατασφάλιζε την ειρήνη. Το μόνο, που απέμενε προς διαπραγμάτευση ήταν «η μορφή των διεθνών εγγυήσεων προς την τουρκικήν μειονότητα». Ελευθερία, 30 Ιουνίου 1964, Νο 6074, σ. 1.

[30] Στην ομιλία του της 30ης Μαρτίου, αναγνώριζε πως το ζήτημα της Κύπρου είχε καταστεί σημείο διατάραξης των ελληνοτουρκικών σχέσεων και εξήγησε πως δεν ευθυνόταν η κυβέρνησή του για το γεγονός της αμφισβήτησης των Συμφωνιών της Ζυρίχης και του Λονδίνου. Η αντιγνωμία επί των συγκεκριμένων συμβατικών κειμένων και η άρνηση αποδοχής τους οφειλόταν στην εξέλιξη των γεγονότων. Τα ίδια τα πράγματα είχαν αποδείξει «ότι το σημερινόν καθεστώς, αντί να οδηγήση εις ειρήνην και ευημερίαν, έχει οδηγήση εις αδιέξοδον». Στη διαπίστωση αυτή είχε καταλήξει το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και είχε γίνει αποδεκτή διεθνώς. Βεβαίως, δεν επρόκειτο περί απλής διαπίστωσης, επρόκειτο περί απόφασης και ενεργείας, αποτέλεσμα της οποίας ήταν, αφενός η παρουσία διεθνούς στρατιωτικής δύναμης στη Μεγαλόνησο, με σκοπό να επαναφέρει την ειρήνη, αφετέρου ο διορισμός μεσολαβητή, ώστε να καταστεί δυνατή η αναζήτηση νέου πολιτικού σχήματος, αφ’ ης στιγμής είχε διαπιστωθεί η πλήρης κατάρρευση του παλαιού. Σ’ αυτό το πραγματικό γεγονός είχε συντελέσει και η ίδια η Τουρκία, δεδομένου ότι είχε ψηφίσει στο Συμβούλιο Ασφαλείας τις σχετικές αποφάσεις, επομένως κακώς διαμαρτυρόταν πως η Ελλάδα έθετε υπό αμφισβήτηση το καθεστώς της Κύπρου. Από τα συμφραζόμενα συνάγεται το συμπέρασμα πως η Τουρκία απειλούσε να επέμβει στο νησί και ο Παπανδρέου σημείωνε πως η πρόκληση μιας έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις θα είχε ως πιθανό επακόλουθο τη ρήξη, διότι σε περίπτωση επέμβασης «αποτελεί χρέος τιμής η άμυνα». Το ζήτημα της Κύπρου είχε πλέον περιέλθει υπό διεθνή κρίση και έπρεπε να επιλυθεί βάσει των συγχρόνων αρχών της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Κατά τη γνώμη του, οποιαδήποτε εξωτερική επέμβαση όφειλε να τερματισθεί και να αναγνωρισθούν τα δικαιώματα της Ελληνικής πλειοψηφίας και της Τουρκικής μειονότητας. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να επιλυθούν τα προβλήματα, που είχαν έρθει στο προσκήνιο και προξενούσαν κραδασμούς στις σχέσεις Ελλάδας ‒ Τουρκίας, στη Συμμαχία του ΝΑΤΟ αλλά και εν γένει στην ειρήνη. ΕΣΒ, Συνεδρίασις 4η, 30 Μαρτίου 1964, σ. 22.

[31] ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, ό. π.,  σσ.632-634, για την αγόρευση του Παπανδρέου.

[32] Για την αγόρευση του Κανελλόπουλου,  ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, ό. π., σσ. 634-635, κυρίως.

[33] Για την αγόρευση του Ηλιού,  ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, ό. π.,  σσ. 638-642.

[34] ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, ό. π.,  σσ. 642-643.

[35] ΕΣΒ, Συνεδρίασις 56, ό. π., σσ. 653-655.

[36] Για την τελευταία επισήμανση, Χατζηβασιλείου, 2009, σ. 388.

Θεοδόσης Καρβουναράκης: Η ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΗ ΒΟΣΝΙΑ

Θεοδόσης Καρβουναράκης

Η  ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΣΤΗ ΒΟΣΝΙΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η κρίση της Γιουγκοσλαβίας απασχόλησε έντονα τη διεθνή κοινότητα για μία δεκαετία και είχε δραματικές συνέπειες για τους λαούς της περιοχής.  Στο κέντρο του προβλήματος βρισκόταν η έντονη διαφωνία ανάμεσα στις συνιστώσες εθνότητες της χώρας, τόσο για το εδαφικό, όσο και για το συνταγματικό καθεστώς που θα ακολουθούσε την κατάρρευση του κομουνισμού.  Στη Βοσνία η ύπαρξη τριών εθνοτήτων, δύο εκ των οποίων, Σέρβοι και Κροάτες, με ισχυρούς και όμορους προστάτες, ενέτεινε και παρέτεινε τις συγκρούσεις δημιουργώντας μία εστία αναταραχής, επικίνδυνης για την ασφάλεια της περιοχής και απαράδεκτης από ανθρωπιστική άποψη, που η διεθνής κοινότητα προσπάθησε να ελέγξει.

Από όλους τους παράγοντες που αναμείχθηκαν, διεθνείς οργανισμούς όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Ο.Η.Ε, ή κατ’ ιδίαν κράτη, πιο αποτελεσματικές αποδείχθηκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.  Μετά από παρατεταμένη περίοδο διστακτικότητας που οφείλονταν σε αντίξοες πολιτικές, διεθνείς και εσωτερικές συνθήκες, οι Η.Π.Α παρενέβησαν αποφασιστικά στη σύρραξη, όταν οι συνθήκες έγιναν πιο πρόσφορες και όταν η μη υιοθέτηση ενεργότερης πολιτικής θα έβλαπτε πλέον παρά θα ωφελούσε τα συμφέροντα της χώρας.

Το άρθρο αυτό επιχειρεί να καταγράψει την εξέλιξη των αμερικανικών θέσεων και πράξεων και εστιάζεται κυρίως στην τελευταία φάση της αμερικανικής εμπλοκής, όταν οι συντονισμένες και τολμηρές ενέργειες των Αμερικανών διπλωματών είχαν σαν αποτέλεσμα τη διάσκεψη και συμφωνία του Dayton που αντιμετώπισε ριζικά το πρόβλημα.  Διαφαίνονται από την ανάλυση των γεγονότων οι ιδιαίτερες δυνατότητες αλλά και προφανείς περιορισμοί της μοναδικής απομένουσας υπερδύναμης στην αντιμετώπιση διεθνών κρίσεων, δυνατότητες που εξανάγκασαν τους  αντιμαχόμενους σε συναίνεση και περιορισμοί που έκαναν αναγκαία την εξεύρεση μίας ρεαλιστικής και όχι ακριβοδίκαιης λύσης.

Στόχος του γράφοντος δεν είναι η πολιτική ανάλυση αλλά η ιστορική καταγραφή και ερμηνεία των γεγονότων. Η προσέγγιση είναι εμπειρική, χωρίς προσπάθεια αναγωγής σε θεωρητικά υποδείγματα πολιτικής δράσης. Επιχειρείται μια πρώτη παρουσίαση των ουσιωδών παραμέτρων του ζητήματος, κατ’ανάγκη ελλιπής, αφού η χρονική εγγύτητα των γεγονότων δεν επιτρέπει την πρόσβαση σε καίριες αρχειακές πηγές.

 

Η Αμερικανικη Πολιτικη Μεχρι τον Ιουνιο του 1995

Radovan Karadžić και Ratko Mladić (αριστερά).

Η στάση των Η.Π.Α σχετικά με την Γιουγκοσλαβική κρίση ήταν αρχικά περισσότερο εκείνη του παρατηρητή παρά του άμεσα ενδιαφερόμενου για την αντιμετώπισή της.  Από το 1990 με προφανή την επικείμενη έκρηξη βίας στην περιοχή, η Αμερικανοί απέφυγαν να αναλάβουν πρωτοβουλίες γιατί δεν ήθελαν να διασπάσουν την προσοχή τους από την εν εξελίξει κατάσταση στον Περσικό κόλπο μετά την κατάληψη του Κουβέιτ από τον Σαντάμ Χουσεΐν.  Για τον ίδιο λόγο, την επιτυχία δηλαδή της εκεί προσπάθειάς τους, δεν ήθελαν να προσθέσουν έναν ακόμη λόγο διαφωνιών με τους Ευρωπαίους συμμάχους τους, που ήταν ήδη δυσαρεστημένοι με τους αμερικανικούς χειρισμούς στο θέμα του Ιράκ.  Αλλά και μετά τη λήξη του πολέμου του κόλπου, η αμερικανική απόσταση από τις εξελίξεις στην Γιουγκοσλαβία διατηρήθηκε.  Ένας λόγος γι’ αυτό, ήταν η προσπάθεια να αποφευχθούν οι απρόβλεπτες συνέπειες της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης, της οποίας η ενότητα απειλούνταν από εθνικά κινήματα παρόμοια με εκείνα της Γιουγκοσλαβίας.  Η αναγνώριση από τις Η.Π.Α της ανεξαρτησίας των γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών θα έστελνε λάθος μήνυμα στις εθνότητες της Σοβιετικής Ένωσης, πράγμα που η κυβέρνηση του Προέδρου Bush ήθελε να αποφύγει.  Έτσι μέχρι και τις αρχές του 1992, οι  Η.Π.Α επέμεναν ότι η Γιουγκοσλαβία πρέπει να παραμείνει ένα ενιαίο κράτος. 

Επίσης, ήταν αμφίβολο αν μπορούσε να αποτραπεί η ένοπλη σύγκρουση στην Γιουγκοσλαβία χωρίς την παρουσία εκεί μεγάλου αριθμού αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, μία κίνηση που φαινόταν απίθανο να γίνει αποδεκτή από την αμερικανική κοινή γνώμη.  Ιδωμένη από την οπτική γωνία της realpolitik, μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου η Γιουγκοσλαβία και τα Βαλκάνια ευρύτερα δεν αποτελούσαν υψηλή προτεραιότητα για τα αμερικανικά συμφέροντα.  Ο κίνδυνος βέβαια  επέκτασης της Γιουγκοσλαβικής κρίσης με την ανάμειξη γειτονικών κρατών ανησυχούσε τους Αμερικανούς και για να τον περιορίσουν επίσης υποστήριζαν τον μη διαμελισμό της χώρας ώστε η σύρραξη να περιοριστεί στα πλαίσια μιας μόνο κρατικής οντότητας.  Τέλος, η απροθυμία εμπλοκής των Aμερικανών οφείλεται στον ισχυρισμό των Ευρωπαίων συμμάχων τους ότι η Γιουγκοσλαβία ήταν ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσει κατά κύριο λόγο η ευρωπαϊκή κοινότητα.  Μετά τη λήξη ψυχρού πολέμου, η ενωμένη Ευρώπη φαινόταν διατεθειμένη να αποκτήσει τη δική της φωνή, ανεξάρτητη από εκείνη των Η.Π.Α, στα μεγάλα διεθνή θέματα, κάτι που στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας διευκόλυνε τους Αμερικανούς, καθώς δεν επιθυμούσαν άμεση εμπλοκή στο συγκεκριμένο, δυσεπίλυτο και επικίνδυνο πολιτικά πρόβλημα.  Από την άλλη πλευρά, η αποτυχία των Ευρωπαίων θα καθιστούσε σαφή την ανάγκη για την συνέχιση του πρωταγωνιστικού ρόλου των Αμερικανών και στην Ευρώπη.

Σημαντική αλλαγή στις απόψεις των Αμερικανών παρατηρείται τον Απρίλιο του 1992, όταν οι Η.Π.Α αναγνωρίζουν την ανεξαρτησία της Κροατίας, της Σλοβενίας και της Βοσνίας.  Οι Αμερικανοί αποφάσισαν να συμπορευθούν με τους Ευρωπαίους, που είχαν αναγνωρίσει τις δύο πρώτες τον Ιανουάριου του 1992.[i] Παράγοντας με ιδιαίτερη βαρύτητα που οδήγησαν στην αναγνώριση της Βοσνίας ήταν η υποστήριξη που αυτή είχε από τον μουσουλμανικό κόσμο και η επιθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών να αποφύγουν την αντιπαράθεση μαζί του.  Ειδικότερα ήταν απαραίτητο να διατηρηθούν οι καλές σχέσεις με την Τουρκία, λόγω της στρατιωτικής της σημασίας για τη διατήρηση του μεταπολεμικού καθεστώτος στο Ιράκ, αλλά και της μελετώμενης κατασκευής πετρελαιαγωγού που δια του εδάφους τους θα μετέφερε στη Μεσόγειο πετρέλαιο από την κεντρική Ασία.  Η ιδιαίτερη σχέση της Τουρκίας – μέχρι και τέσσερα εκατομμύρια Τούρκων είναι βοσνιακής καταγωγής – αλλά και οι πολιτικές διαστάσεις που είχε πάρει εκεί το θέμα μετά την αξιοποίησή του από ισλαμικούς και άλλους κύκλους, καθιστούσαν αναπόφευκτο το έντονο ενδιαφέρον αυτής της χώρας.  Τέλος, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης είχε απαλλάξει τους Αμερικανούς από τις αναστολές τους σχετικά με τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει εκεί η ανεξαρτητοποίηση των Γιουγκοσλαβικών δημοκρατιών. [ii]

Η Διεθνής όμως αναγνώριση δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει τον πόλεμο στη Βοσνία.  Στις 6 Απριλίου άρχισαν οι ένοπλες συγκρούσεις.  Αναπόφευκτα, η σύρραξη στη Βοσνία αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαράθεσης στις Προεδρικές εκλογές του 1992.  Ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Bill Clinton, σε αντίθεση με τον Πρόεδρο Bush υποστήριζε πως η σερβική πρόκληση – η προσπάθεια δηλαδή των Σερβοβοσνίων να διευρύνουν με τη βία την περιοχή ελέγχου τους – έπρεπε εν ανάγκη  να αντιμετωπιστεί με στρατιωτικά μέσα.  Τον Αύγουστο του 1992, αντιδρώντας σε αναφορές που έκαναν λόγο για εθνοκάθαρση εις βάρος των μουσουλμάνων, ο Clinton δήλωσε ότι ως Πρόεδρος θα διέταζε αεροπορικές επιδρομές κατά των Σέρβων.  Μετά την εκλογή του, ο Πρόεδρος Clinton κατέστησε σαφή την πρόθεσή του να υποστηρίξει τους μουσουλμάνους, που ήταν η κυρίως αδικούμενη πλευρά και συγκέντρωναν την συμπάθεια του αμερικανικού λαού, αλλά φρόντισε να αποφύγει την άμεση στρατιωτική εμπλοκή της χώρας του.

Φλεγόμενο κτήριο στο Σεράγεβο

Εν τω μεταξύ, η ανάμειξη της διεθνούς κοινότητας στην κρίση της Γιουγκοσλαβίας, είχε σαν αποτέλεσμα την επιβολή από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε, εμπάργκο (απαγόρευσης) πώλησης όπλων προς  όλες ανεξαιρέτως τις αντιμαχόμενες πλευρές.  Λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1992, αποφασίστηκε η σύσταση της UNPROFOR, ειρηνευτικής δύναμης του Ο.Η.Ε, εντεταλμένης να επιβλέπει την τήρηση της ανακωχής που είχε επιτευχθεί στην Κροατία.  Από το Νοέμβριο του 1992, τμήματα της UNPROFOR που περιλάμβαναν και προσωπικό από χώρες της ευρωπαϊκής κοινότητας, είχαν αποσταλεί και στη Βοσνία.  Τέλος, και αρχής γενομένης από το Νοέμβριο του 1991, είχαν επιβληθεί οικονομικές κυρώσεις στην κυβέρνηση του Βελιγραδίου για το ρόλο της στην σύρραξη, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1992, η κολοβωμένη Γιουγκοσλαβία, είχε αποβληθεί από τον Ο.Η.Ε.[iii]  Το εμπάργκο όπλων έθιγε κυρίως τους Βόσνιους μουσουλμάνους, γιατί οι Σέρβοι είχαν στη διάθεσή τους μεγάλα αποθέματα οπλισμού από τον γιουγκοσλαβικό εθνικό στρατό, όπου το έθνος τους είχε πάντα κυρίαρχη θέση.  Για να διευκολύνει λοιπόν τους Βόσνιους Μουσουλμάνους, που βρίσκονταν σε δεινή στρατιωτική θέση, ο Clinton αποφάσισε να άρει το εις βάρος τους εμπάργκο.  Αν οι Σέρβοι απαντούσαν εντείνοντας τις πολεμικές τους επιχειρήσεις, οι Η.Π.Α θα εξαπέλυαν αεροπορικές επιθέσεις εναντίον σερβικών θέσεων.  Για την εφαρμογή αυτής της πρότασης «αίρω και χτυπώ» (lift and strike) όπως συνοπτικά ονομάστηκε, οι Αμερικανοί ζήτησαν την συνεργασία των Ευρωπαίων συμμάχων τους που εκείνοι όμως αρνήθηκαν.  Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι των οποίων στρατιωτικά τμήματα συμμετείχαν στην UNPROFOR δεν ήθελαν να εκθέσουν το προσωπικό τους στα αντίποινα των Σερβοβοσνίων που ήταν πολύ πιθανό να ακολουθήσουν τους βομβαρδισμούς από τη δυτική συμμαχία.   Δεν πίστευαν επίσης ότι ακόμη και με ενισχυμένο τον πολεμικό τους εφοδιασμό, οι μουσουλμάνοι ήταν ικανοί να σταματήσουν τους Σέρβους.  Για τους ίδιους και άλλους λόγους, την πρόταση απέρριψαν και οι Ρώσοι.  Οι Ευρωπαίοι θα συνεργάζονταν μόνο αν οι Η.Π.Α αναλάμβαναν ηγετικό ρόλο στο ζήτημα της επίλυσης της Γιουγκοσλαβικής κρίσης, πράγμα που η Ουάσιγκτον δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει, φοβούμενη μία μακροχρόνια, αδιέξοδη και δαπανηρή εμπλοκή που ο αμερικανικός λαός θα καταδίκαζε [iv].  Χωρίς την υποστήριξη των Ευρωπαίων το σχέδιο αποσύρθηκε και οι Αμερικανοί περιόρισαν τη δράση τους σε θέματα όπως η αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας στη Βοσνία και η επιβολή δια του ΝΑΤΟ των ζωνών απαγόρευσης πτήσης που είχε  επιβάλει τον Οκτώβριο του 1992 το Συμβούλιο Ασφαλείας, μετά από αίτημα των Αμερικανών, με στόχο τον περιορισμό της πολεμικής δράσης των Σέρβων. 

Μέχρι τον Απρίλιο του 1994, οι Η.Π.Α παραμένουν τυπικά εκτός της διαπραγματευτικής διαδικασίας που διεξάγεται από τη Διεθνή Διάσκεψη για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICFI) που συγκροτείται τον Αύγουστο του 1992 με κοινή πρωτοβουλία της ευρωπαϊκής κοινότητας και του Ο.Η.Ε.[v].  Η επιρροή όμως των Η.Π.Α σαν  τη μόνη εναπομείνασα υπερδύναμη παρέμεινε καθοριστική για την τύχη των λύσεων που προωθούνταν καθώς όλα τα εμπλεκόμενα μέρη εξαρτούσαν από την στάση της τελευταίας τον δικό τους τρόπο ενέργειας.  Με την απροθυμία τους λοιπόν να εμπλακούν άμεσα στην περιοχή, τις αντιδράσεις τους σε σχέση με προτεινόμενες λύσεις ή τις δικές τους σπασμωδικές παράλληλες παρεμβάσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες ουσιαστικά αποδυνάμωσαν τις μεσολαβητικές προσπάθειες και συνέβαλαν στην τελική αποτυχία τους.  Παράδειγμα αποτελεί η υπονόμευση του σχεδίου Vance – Owen που υποβλήθηκε τον Ιανουάριο του 1993.  Αυτό πρόβλεπε τη διαίρεση της Βοσνίας σε δέκα ημιαυτόνομες διοικητικές περιφέρειες με βάση την εθνοτική τους σύνθεση.  Οι Αμερικανοί που πίστευαν στην ανάγκη διατήρησης μίας ισχυρής κεντρικής εξουσίας, αλλά και θεωρούσαν πως με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις αμοίβονταν η σερβική επιθετικότητα, εκφράστηκαν επικριτικά, αν και δεν έφεραν τελικά αντίρρηση στην προώθηση του σχεδίου.  Η αμφιλεγόμενη όμως στάση τους ενθάρρυνε τους πολέμιους και αποθάρρυνε τους υπέρμαχους του σχεδίου που τελικά εγκαταλείφθηκε μετά την απόρριψή του από το σερβοβοσνιακό κοινοβούλιο τον Μάιο του 1993[vi].

Στις αρχές όμως του 1994, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποδηλώνουν τη βούλησή τους να παρέμβουν πιο αποφασιστικά στην περιοχή. Μεσολαβούν για την σύναψη μίας συμφωνίας που έχει σαν αποτέλεσμα τον τερματισμό των συγκρούσεων ανάμεσα στους μουσουλμάνους τις Βοσνίας και τους Κροάτες, καθώς και τη δημιουργία ομοσπονδίας ανάμεσα στις δύο αυτές βοσνιακές εθνότητες.  Ο λόγος για την ανάληψη αυτής της πρωτοβουλίας, για την οποία επίσης ζητείται και επιτυγχάνεται η συμμετοχή της Γερμανίας, που είχε ιδιαίτερη επιρροή επί των Κροατών, είναι η επιδεινούμενη για τους μουσουλμάνους στρατιωτική κατάσταση.  Η κροατομουσουλμανικές διαφορές είχαν οδηγήσει σε πολύμηνες συγκρούσεις που ανάγκαζαν τους μουσουλμάνους να πολεμούν σε δύο μέτωπα και ενέκλειαν τον κίνδυνο συνεννόησης μεταξύ Κροατών και Σέρβων που θα οδηγούσε στον διαμελισμό της Βοσνίας.  Οι συνέπειες μίας τέτοιας εξέλιξης θα ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για την ασφάλεια και την αυτοδιάθεση της μουσουλμανικής κοινότητας.  Στην προσπάθειά τους να πετύχουν την συγκατάθεση τόσο των Βοσνίων Κροατών  όσο και του κράτους της Κροατίας που είχε εμπλακεί άμεσα στην σύρραξη, οι Η.Π.Α χρησιμοποίησαν ένα μείγμα υποσχέσεων και απειλών, όπως οικονομική βοήθεια, υποστήριξη για την ανάκτηση των χαμένων από τους  Σέρβους περιοχών, αλλά και διεθνείς κυρώσεις κατά της Κροατίας, που με τον στρατό της είχε προσβάλει την εδαφική ακεραιότητα του ανεξάρτητου κράτους της Βοσνίας.  Με ανάλογες μεθόδους ξεπεράστηκαν και οι δισταγμοί των μουσουλμάνων. 

Η συνεννόηση με τους Κροάτες έδωσε τη δυνατότητα στους μουσουλμάνους να συγκεντρώσουν την πολεμική τους προσπάθεια κατά των Σέρβων αλλά και εξασφάλισε την συνέχιση της ενίσχυσης τους με πολεμικό υλικό, παρά το διεθνές εμπάργκο, μέσω Κροατίας.  Σηματοδότησε επίσης μεγαλύτερη διαπραγματευτική ευκαμψία εκ μέρους των Η.Π.Α που με τη δημιουργία της ομοσπονδίας φαινόταν να εγκαταλείπουν την ιδέα του συγκεντρωτικού, ενιαίου βοσνιακού κράτους, προς όφελος αυτόνομων αλλά ομόσπονδων οντοτήτων.

Η διπλωματική εμπλοκή των Η.Π.Α διευρύνθηκε τον Απρίλιο του 1994 με την συμμετοχή τους στην Ομάδα Επαφής (Contact Group) που επίσης περιελάμβανε την Ρωσία, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, και τη Γερμανία.  Η απευθείας ανάμειξη όλων των ισχυρών που ενδιαφέρονταν για την περιοχή είχε ασφαλώς περισσότερα εχέγγυα επιτυχίας, από εκείνη ενός διεθνούς οργανισμού, όπως για παράδειγμα ο Ο.Η.Ε., που στερούνταν ιδίων πόρων και ισχύος.  Και σ’ αυτήν την περίπτωση όμως, διαφωνίες ανάμεσα στα μέλη της ομάδας, όσον αφορά στα μέσα με τα οποία θα εξασφάλιζαν την αποδοχή των προτάσεών τους, οδήγησαν σε αποτυχία αφού οι Σέρβοι, συμπεραίνοντας ότι δεν υπήρχε πιθανότητα άσκησης καταναγκασμού εις βάρος τους, απέρριψαν τον προτεινόμενο εδαφικό διακανονισμό.

Μεταφορά από τη Srebrenica

 Μια Αποφασιστική Πρωτοβουλία

Η στάση όμως αυτή της επιλεκτικής και περιορισμένης ανάμειξης των Η.Π.Α έμελε να αλλάξει.  Τον Ιούνιο του 1995, με αφορμή την επικείμενη συνάντηση του προέδρου Clinton με το Γάλλο ομόλογό του Jacques Chirac, η αμερικανική πολιτική στη Βοσνία συζητήθηκε εκτεταμένα από τους ιθύνοντες του Λευκού Οίκου. Η κατάσταση στη Βοσνία, όπως μέχρι τότε είχε διαμορφωθεί, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονταν από της Ηνωμένες Πολιτείες, είχαν εκνευρίσει τον Αμερικανό Πρόεδρο.  Η ασυμφωνία μέσα στους κύκλους των συμβούλων και συνεργατών του, αλλά και μεταξύ της Ουάσινγκτον και των συμμάχων της, δεν επέτρεπε τη διαμόρφωση στρατηγικών προτάσεων ευρείας προοπτικής, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην οριστική λύση του προβλήματος.  Νέες πρωτοβουλίες ήταν λοιπόν απαραίτητες για να αλλάξουν τα δεδομένα.

Προς αυτήν την κατεύθυνση εργάστηκαν οι βασικοί φορείς παραγωγής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, το Υπουργείο Εξωτερικών και το Υπουργείο Άμυνας σε συνεργασία με το γραφείο της Madeleine Albright, πρέσβεως των ΗΠΑ στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και θερμό υποστηρικτή ενεργότερου αμερικανικού ρόλου στη Βοσνία. Έτσι, με την έγκριση του προέδρου Clinton, μια νέα πρωτοβουλία για τη λύση του Βοσνιακού υποβλήθηκε στους Ευρωπαίους συμμάχους από τον Anthony Lake, σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας, που ταξίδεψε για αυτόν το σκοπό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τον Αύγουστο του 1995[vii].

Σύμφωνα με τις νέες αμερικανικές θέσεις, θα έπρεπε να επιδιωχθεί μία συνολική ρύθμιση του προβλήματος, που θα περιλάμβανε ένα ενιαίο βοσνιακό κράτος, τριμερή αμοιβαία αναγνώριση από την Κροατία, τη Βοσνία και τη Γιουγκοσλαβία, αλλά και μία «παράλληλη ειδική σχέση» της Μουσουλμανικής-Κροατικής Ομοσπονδίας και της Σερβικής Δημοκρατίας – των προβλεπομένων δηλαδή αυτονόμων συστατικών οντοτήτων του βοσνιακού κράτους- με την Κροατία και τη Σερβία αντίστοιχα. Σαν κίνητρο για την αποδοχή του σχεδίου τους, οι Αμερικανοί πρότειναν τη σταδιακή άρση των κυρώσεων που είχαν επιβληθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στη Γιουγκοσλαβία για το ρόλο της στη σύρραξη αλλά και σημαντική οικονομική βοήθεια για την ανασυγκρότηση της περιοχής υπό τη μορφή ενός μικρού Σχεδίου Μάρσαλ. Σε περίπτωση που η νέα αυτή διπλωματική πρωτοβουλία αποτύγχανε, οι Αμερικανοί ήταν διατεθειμένοι να συνδυάσουν την αποχώρηση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ με άρση του εμπάργκο όπλων, αποστολή πολεμικού υλικού και εκπαίδευση των Βοσνίων, αεροπορικές επιδρομές κατά των Σερβοβοσνίων και ενθάρρυνση της παρουσίας πολυεθνικής δύναμης που θα βοηθούσε τους Μουσουλμάνους.

Χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, οι Ευρωπαίοι δέχτηκαν να στηρίξουν τη νέα πρωτοβουλία. Επικεφαλής της αποστολής που αναλάμβανε να πείσει τους εμπολέμους να συζητήσουν σοβαρά τις νέες προτάσεις, ορίστηκε ο βοηθός Υπουργός Εξωτερικών Richard Holbrooke, του οποίου η επιμονή, έντονη προσωπικότητα και σκληρή διαπραγματευτική τακτική θεωρήθηκαν απαραίτητο αντιστάθμισμα στις μεθόδους του Milocevic και των άλλων αντιπάλων ηγετών. Διάφοροι λόγοι θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν αυτή τη σημαντική μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής :

1. H αναμενόμενη κατάρρευση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ στη Βοσνία (United Nations Protection Force – UNPROFOR) μετά την σύλληψη και ομηρία κυανοκράνων από τις σερβικές δυνάμεις, με στόχο να αποτραπεί η επανάληψη Νατοϊκών βομβαρδισμών που είχαν διαταχθεί από τον ΟΗΕ το Μάιο του 1995, σαν απάντηση σε απαγορευμένες σερβικές πολεμικές ενέργειες. Η ταπείνωση και αδυναμία του οργανισμού να επιβάλλει τις αποφάσεις του – οι βομβαρδισμοί διακόπηκαν χωρίς αποτέλεσμα – που αποδείχτηκε πέρα από κάθε αμφιβολία με την κατάληψη από τους Σέρβους του θύλακα της Σρεμπρενίτσα τον Ιούλιο του 1995 και τη σφαγή, υπό τα όμματα των κυανοκράνων, περίπου 8.000 Βοσνίων, καταρράκωσαν το γόητρο της UNPROFOR και ήραν κάθε αμφιβολία για την αναποτελεσματικότητά της.  Φαινόταν ότι ο ΟΗΕ δεν θα μπορούσε πλέον να παρέχει το πρόσχημα για την μη ενεργότερη ανάμειξη των Αμερικανών στην περιοχή. Επιπλέον, φαινόταν τώρα πολύ πιθανή η αποχώρηση της ειρηνευτικής δύναμης λόγω της απροθυμίας των Ευρωπαίων και μελών του ΝΑΤΟ που συνεισέφεραν στη σύνθεσή της να διακινδυνεύσουν την ασφάλεια του στρατιωτικού τους προσωπικού. Σ’ αυτήν την περίπτωση, οι ΗΠΑ είχαν αναλάβει την υποχρέωση να βοηθήσουν με μεγάλο αριθμό ανδρών σε μια επικίνδυνη κατά τα αναμενόμενα επιχείρηση αποχώρησης[viii]. Για να αποτραπούν λοιπόν τέτοιες εξελίξεις, αλλά και για να εξασφαλιστεί η ανεξάρτητη από αποφάσεις τρίτων στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ, αν κάτι τέτοιο γινόταν αναπόφευκτο, ήταν αναγκαίο η Ουάσιγκτον να αναλάβει μία νέα πρωτοβουλία.

2. Η σοβαρή και μακροχρόνια εμπλοκή του ΝΑΤΟ στο Βοσνιακό πρόβλημα, δημιουργούσε εντάσεις και διαφωνίες στους κόλπους της συμμαχίας, με αποτέλεσμα να διακυβεύεται η ενότητα και η αποτελεσματικότητά της. Ο ηγετικός ρόλος της Αμερικής ετίθετο επίσης σε αμφισβήτηση, όπως φανέρωνε και η δήλωση του Jacques Chirac ότι «η θέση του ηγέτη του Ελευθέρου Κόσμου είναι κενή».

3.   Η σύρραξη στη Βοσνία και ευρύτερα η έκρυθμη κατάσταση στην πρώην Γιουγκοσλαβία, αντέβαινε στην πραγμάτωση του οράματος του προέδρου Clinton για τη μεταψυχροπολεμική Ευρώπη, που στόχευε στη δημιουργία ενός ενιαίου ειρηνικού ευρωπαϊκού χώρου, με ισχυρές δημοκρατίες και ευημερούσες οικονομίες της αγοράς, όπου θα ενσωματώνονταν το πρώην κομμουνιστικό ήμισυ της ηπείρου. Κεντρικό ρόλο στην επίτευξη αυτού του στόχου θα διαδραμάτιζαν το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Γι’ αυτό και η αποκατάσταση της αξιοπιστίας και της ενότητας του οργανισμού, που απειλούνταν από τη βοσνιακή κρίση, γινόταν ακόμη πιο πιεστική και αναγκαία.

4. Τέλος, το πολιτικό κλίμα και ο δημόσιος διάλογος στις Ηνωμένες Πολιτείες σε σχέση με τη Βοσνία είχαν μεταβληθεί. Τα προηγούμενα τρία χρόνια οι απόψεις κατά της εμπλοκής και της ουδετερότητας είχαν σημαντική απήχηση στην αμερικανική κοινή γνώμη. Φαίνεται όμως πως γύρω στον Ιούλιο του 1995 οι υποστηρικτές κάποιου είδους παρέμβασης είχαν αρχίσει να επικρατούν. Η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία, υπό την επήρεια και των φρικαλεοτήτων στη Σρεμπρένιτσα, ψήφισε με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της άρσης του εμπάργκο όπλων που είχε επιβληθεί στη Βοσνία. Μια τέτοια εξέλιξη όμως θα ενέτεινε τις συγκρούσεις, αυξάνοντας τις πιθανότητες αποχώρησης των δυνάμεων του ΟΗΕ και στρατιωτικής εμπλοκής της Ουάσιγκτον προς διευκόλυνση της αποχώρησης. Έπρεπε λοιπόν ο πρόεδρος Clinton να προτείνει μία πειστική εναλλακτική λύση, που θα έπειθε το Κογκρέσο να μην αμφισβητήσει το αναπόφευκτο προεδρικό βέτο κατά της παραπάνω απόφασης. Επιπλέον, το 1996 ήταν χρονιά προεδρικών εκλογών και ο πιο πιθανός αντίπαλος του Clinton φαινόταν ότι θα ήταν ο Ρεπουμπλικάνος επικεφαλής της πλειοψηφίας στη Γερουσία, Robert Dole, γνωστός και επίμονος επικριτής της πολιτικής Clinton στη Βοσνία. Ήταν ανάγκη λοιπόν το βοσνιακό πρόβλημα να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το συντομότερο δυνατό, για να μην αποτελέσει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους αντιπάλους του προέδρου στην προεκλογική εκστρατεία που επέκειτο.

Αρχικά, λίγοι στην Ουάσιγκτον πίστευαν ότι το διπλωματικό σκέλος της νέας αμερικανικής πρωτοβουλίας είχε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Οι πιο πολλοί θεωρούσαν μια νέα σοβαρή διπλωματική προσπάθεια απλώς αναγκαίο βήμα για να πεισθούν οι σύμμαχοι να στηρίξουν το στρατιωτικό σκέλος του αμερικανικού σχεδίου, που προέβλεπε την αναβάθμιση των στρατιωτικών δυνατοτήτων των Βοσνίων με αμερικανική ενίσχυση, σε συνδυασμό με τη διενέργεια αεροπορικών επιδρομών. Μόνο τότε, και αφού επιτυγχάνονταν κάποια ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των αντιμαχομένων, θα μπορούσαν να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις με ελπίδες επιτυχίας.       

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου όμως, οι εκτιμήσεις των Αμερικανών ιθυνόντων άλλαξαν, καθώς μια διπλωματική λύση θεωρούνταν τώρα άμεσα εφικτή. Και αυτό γιατί οι πραγματικές συνθήκες στη Βοσνία είχαν μεταβληθεί, δημιουργώντας έτσι ένα κλίμα που ευνοούσε τις διαπραγματεύσεις. Τρεις ήταν οι λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτήν την εξέλιξη :

1.      Η συνδυασμένη επίθεση Κροατών και Μουσουλμάνων Βοσνίων το καλοκαίρι του 1995, που περιόρισε την περιοχή ελέγχου των Σερβοβοσνίων από 70% σε λιγότερο από 50% του εδάφους της χώρας, διευκολύνοντας έτσι ιδιαίτερα τους δυτικούς διαπραγματευτές, που προωθούσαν την σε ποσοστό 51% – 49% κατανομή του εδάφους για τους Βοσνίους-Κροάτες και Σέρβους αντίστοιχα. Οι επιχειρήσεις των Βοσνίων και των Κροατών ενθαρρύνθηκαν από τις ΗΠΑ. Σημαντικές παραβιάσεις του εμπάργκο όπλων προς ενίσχυση των Βοσνίων από μουσουλμανικές χώρες φαίνεται πως ήταν εν γνώσει των Αμερικανών, που όμως προτίμησαν  τουλάχιστον να τις αποσιωπήσουν[ix]. Για δε την εισβολή του κροατικού στρατού στη Βοσνία, στρατιωτικός διοικητής, μέλος της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ παρατήρησε : «ήταν υπόδειγμα στρατιωτικής επιχείρησης, αλλά όχι υπόδειγμα από εγχειρίδιο του Γιουγκοσλαβικού στρατού. Όποιος κατέστρωσε αυτό το σχέδιο επιθέσεως θα μπορούσε να έχει πάει σε οποιαδήποτε σχολή επιτελών του ΝΑΤΟ στη Βόρεια Αμερική ή στη Δυτική Ευρώπη και να έχει αριστεύσει»[x].

2.      Η απόφαση του Milocević να ηγηθεί της σερβικής πλευράς στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, βάζοντας στο περιθώριο τους Σερβοβόσνιους ηγέτες και υποχρεώνοντάς τους να δεχθούν ως καθοριστική τη δική του γνώμη για τα ζητήματα που θα εξετάζονταν[xi]. Ο Milocević ενδιαφέρονταν να αρθούν οι κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στη Γιουγκοσλαβία από το Συμβούλιο Ασφαλείας και να πάψει η χώρα του να αποτελεί τον παρία της διεθνούς κοινότητας. Ήταν διατεθειμένος λοιπόν να κάνει πολλά προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία των μερών. Ως μοναδικός δε υποστηρικτής των Σερβοβοσνίων μπορούσε να ασκήσει επάνω τους μεγάλη επιρροή, πράγμα που εξηγεί και την ανάληψη από μέρους του τόσο σημαντικού ρόλου και δικαιοδοσίας. Φαίνεται ακόμη πολύ πιθανό ότι ο Milocević επικρότησε ή και διευκόλυνε την κροατική επίθεση μετά από συμφωνία με τον Κροάτη πρόεδρο Tudjman.

3.      Αεροπορικές επιδρομές που διεξήγαγε το ΝΑΤΟ κατά σερβοβοσνιακών θέσεων. Με αφορμή την έκρηξη βλήματος πυροβολικού στις 28 Αυγούστου στην αγορά του Σεράγεβο, που προκάλεσε το θάνατο 38 ατόμων και τον τραυματισμό άλλων 85, οι δυτικοί σύμμαχοι ενεργοποίησαν την απόφασή τους του προηγουμένου Ιουλίου να απαντήσουν με αεροπορικές επιδρομές σε επίθεση κατά οιασδήποτε «ασφαλούς περιοχής» που ο ΟΗΕ είχε αναλάβει να προστατεύσει.

 

To NATO βομβαρδίζει θέσεις των Σερβο-Βόσνιων στο Σεράγεβο

Οι βομβαρδισμοί, που κράτησαν μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου και αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση στην ιστορία του ΝΑΤΟ, σε συνδυασμό με την προέλαση Βοσνίων και Κροατών, ανησύχησαν τους Σερβοβοσνίους που αντιμετώπιζαν πλέον το ενδεχόμενο ακόμη μεγαλύτερων εδαφικών απωλειών. Έγιναν έτσι πιο διαλλακτικοί και πρόθυμοι να διαπραγματευτούν. Οι πιθανότητες λοιπόν επίτευξης διπλωματικής λύσης αυξήθηκαν κατά πολύ γιατί το κύριο εμπόδιο στην υιοθέτηση της προτεινόμενης από τη Δύση συμβιβαστικής φόρμουλας ήταν τώρα αντί των Σερβοβοσνίων, που οι Αμερικανοί δεν μπορούσαν να ελέγξουν, οι Μουσουλμάνοι, επί των οποίων μπορούσαν να ασκήσουν μεγάλη επιρροή.

Η επίτευξη βέβαια της τελικής συμφωνίας ήταν ακόμη μακριά. Έπρεπε να προηγηθεί έντονη διπλωματική δραστηριότητα με πρωτοβουλία των Ηνωμένων Πολιτειών για να αντιμετωπιστούν τα πολλά προβλήματα που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την ειρηνευτική διαδικασία. Ασκήθηκε έτσι πίεση από τον Holbrooke στους Μωαμεθανούς και τους Κροάτες να σταματήσουν την προέλασή τους, ενώ το ΝΑΤΟ δεν αντέδρασε, παρά τη συνήθη του πρακτική, στη συμμετοχή της σερβοβοσνιακής αεροπορίας στις συγκρούσεις. Προφανής επιδίωξη ήταν να μην ανατραπεί η σε ποσοστό 51% προς 49% διανομή του βοσνιακού εδάφους που θεωρούνταν από τους Σέρβους απαραίτητη προϋπόθεση για τη συζήτηση της προτεινόμενης συμφωνίας .Έγινε επίσης προσπάθεια να εξομαλυνθούν οι διαφορές των μερών με ενδιάμεσες συμφωνίες που αντιμετώπιζαν συγκεκριμένα προβλήματα και υποχωρήσεις που απέσπασαν οι Αμερικανοί από τους εμπολέμους. Στις 14 Σεπτεμβρίου ο Holbrooke, με τη βοήθεια του Milocević και με αντάλλαγμα την αναστολή των βομβαρδισμών, έπεισε τους Σερβοβόσνιους να άρουν την πολιορκία του Σεράγεβο. Στις 8 Σεπτεμβρίου, και ενώ οι βομβαρδισμοί συνεχίζονταν, οι υπουργοί εξωτερικών της Βοσνίας, της Κροατίας και της Γιουγκοσλαβίας, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ συναντήθηκαν στη Γενεύη και συμφώνησαν στην αμοιβαία αναγνώριση των συνόρων των κρατών τους και τη δημιουργία βοσνιακού κράτους δύο οντοτήτων. Το τελευταίο ικανοποιούσε τη σερβική απαίτηση για τη δημιουργία αυτονόμου σερβοβοσνιακής  πολιτείας, πράγμα που αποτελούσε μείζονα παραχώρηση των Βοσνίων Μουσουλμάνων αλλά και παράλληλα επίτευγμα των Σέρβων, των οποίων το βοσνιακό κράτος εν κράτει (Republica Srpska) αναγνωρίζονταν επίσημα για πρώτη φορά.  Δεύτερη συνάντηση των υπουργών στη Νέα Υόρκη στις 26 Σεπτεμβρίου αποδέχτηκε και συμφώνησε σε βασικές αρχές που θα καθόριζαν το καθεστώς του νέου κράτους.  Η επίτευξη συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός όμως αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη. Οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν και μετά την αναγγελία της στις 5 Οκτωβρίου από τον πρόεδρο Clinton – που επίσης ανακοίνωσε την έναρξη των συνομιλιών στο Dayton – και μετά την υπογραφή της στις 12 του ίδιου μήνα, καθώς οι αντίπαλοι προσπαθούσαν να βελτιώσουν τη θέση τους μέχρι την τελευταία στιγμή πριν τον τελικό διακανονισμό.

Slobodan Milocević και Richard Holbrooke

Η συνολική και τελική ρύθμιση του Βοσνιακού επιτεύχθηκε στο Dayton του Οχάιο, στη διάρκεια «εκ του σύνεγγυς συνομιλιών» (proximity talks), διαμεσολάβησης δηλαδή των χωρών της «Ομάδας Επαφής», Γερμανίας, Γαλλίας, Ρωσίας, Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ μεταξύ των εκπροσώπων των τριών αντιπάλων που δεν αντάλλασσαν απ’ ευθείας απόψεις. Έχοντας αποδεχθεί την κύρια ευθύνη για την επίτευξη αλλά  και τη διατήρηση της ειρήνης, οι Αμερικανοί από την αρχή ανέλαβαν κυρίαρχο ρόλο στο χειρισμό των διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με την επικεφαλής της βρετανικής  αποστολής στο Dayton, «ο Αμερικανός διαπραγματευτής … αποφάσιζε την ημερήσια διάταξη και διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις όπως ήθελε, με τη συγκατάθεση των υπολοίπων. Αυτοί ενημερώνονταν αλλά δεν ερωτούνταν και ο κύριος ρόλος τους ήταν να βοηθούν, στο μέτρο που τους ζητούνταν, να παρίστανται και να επικυρώνουν το αποτέλεσμα. Αλλά δεν έπρεπε να παρεμβαίνουν»[xii].  Ο συντονισμός και ο έλεγχος της όλης διαδικασίας από μία και μόνη χώρα, παρουσίαζε βέβαια σημαντικά πλεονεκτήματα καθώς δεν απαιτούνταν στη λήψη αποφάσεων η συναίνεση ενός αριθμού κρατών με διαφορετικά συμφέροντα και προτεραιότητες.  Το πλήθος όμως των διεθνών ενδιαφερόντων της υπερδύναμης, σε συνδυασμό με τα επιμέρους συμφέροντα και απόψεις των διαφόρων κλάδων της διοίκησης, δημιούργησε και στην περίπτωση του ενός ουσιαστικά μεσολαβητή προβλήματα συνοχής της ακολουθούμενης πολιτικής.  Έτσι η γραφειοκρατία του Λευκού Οίκου αντέδρασε στη πρόταση των διπλωματών να ασκηθεί πίεση από τον Πρόεδρο Clinton επί του ηγέτη των Βοσνίων Μουσουλμάνων για μεγαλύτερη διαλλακτικότητα, φοβούμενη τις δυσμενείς επιπτώσεις που μία τέτοια ενέργεια θα μπορούσε να έχει στις σχέσεις των Η.Π.Α με τον μουσουλμανικό κόσμο.  Με πρόσφατη την εμπειρία της Σομαλίας[xiii], αδιέξοδης αιματηρής και χωρίς ουσιαστική σημασία για την ασφάλεια των Η.Π.Α στρατιωτικής εμπλοκής, το Πεντάγωνο αντιδρούσε στη ανάληψη εκτεταμένων αρμοδιοτήτων, από τη νέα ειρηνευτική δύναμη για τη Βοσνία (IFOR), στις τάξεις της οποίας θα υπηρετούσαν τα αμερικανικά στρατεύματα.  Στο μεγαλύτερο μέρος, οι Αμερικανοί διπλωμάτες που υποστήριζαν έναν διευρυμένο ρόλο για την IFOR, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν[xiv].

Οι διαφορές των αντιμαχομένων εστιάζονταν σε δύο κυρίως ζητήματα:  το Σύνταγμα που θα καθόριζε τη δομή και λειτουργία του βοσνιακού κράτους, αλλά και το ποια εδάφη θα έλεγχε η κάθε πλευρά.  Οι λύσεις που θα υιοθετούνταν είχαν μεγάλη σημασία, κυρίως για τους Σέρβους και του Μουσουλμάνους, γιατί μέσω αυτών θα μπορούσαν να προωθηθούν οι διαφορετικοί για τη κάθε πλευρά στόχοι σε σχέση με το κράτος τους, ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας και ενιαίο κράτος για τους Μουσουλμάνους, η δυνατότητα της τελικής απόσχισης της σερβικής οντότητας από τη Βοσνία για τους Σέρβους. Οι συνθήκες υπό τις οποίες προσέρχονταν στις διαπραγματεύσεις για την ανεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης ήταν διαφορετικές για το κάθε ένα από τα τρία εμπλεκόμενα μέρη.  Έχοντας επιτύχει τους στρατιωτικούς τους στόχους, οι Κροάτες ήταν ικανοποιημένοι από τις μέχρι τότε εξελίξεις και ως  εκ τούτου πρόθυμοι να βοηθήσουν τη διαδικασία.  Η πιθανότητα δημιουργίας σοβαρών προβλημάτων από τους Σέρβους είχε επίσης κατά πολύ περιοριστεί.  «….. οι Σερβοβόσνιοι της αντιπροσωπείας του Milosević αγνοήθηκαν παντελώς.  Για τους Αμερικανούς ήταν αόρατοι.  Για τον Milosević ήταν μόνο για να μαθαίνουν ό,τι επέλεγε να τους πει σχετικά με ό,τι είχε διαπραγματευθεί για λογαριασμό τους.  Μάλιστα, μόλις λίγα λεπτά πριν από την τελετή υπογραφής (της Συνθήκης) είπε ο Milosević στους Σερβοβοσνίους ότι είχε εγκαταλείψει την σερβική απαίτηση για το Σεράγιεβο.  Η επέκταση στην πρωτεύουσα της Βοσνίας ήταν «εκ των ων ουκ άνευ» για τους Σερβοβοσνίους και ο αντιπρόεδρος Nikola Koljević φαίνεται πως λιποθύμησε όταν είδε τον χάρτη του Dayton.  Εξοργισμένοι αλλά ανίκανοι να αντιδράσουν, έφυγαν από το Dayton χωρίς να υπογράψου τίποτα, όμως μέσα σε μία εβδομάδα ατάραχος ο Milosević τους κατάφερε να συμφωνήσουν»[xv].

Περισσότερο αδιάλλακτοι εμφανίζονταν οι Μουσουλμάνοι που είχαν ενθαρρυνθεί από τις πρόσφατες στρατιωτικές τους επιτυχίες και ήλπιζαν ότι με την επανάληψη των εχθροπραξιών θα πετύχαιναν τον έλεγχο περισσοτέρων εδαφών και σε τελική ανάλυση καλύτερους όρους.  Μέχρι την τελευταία στιγμή φαινόταν να ανθίστανται στην σύναψη συμφωνίας.  Για να κάμψουν την αδιαλλαξία τους, οι Αμερικανοί τους υποσχέθηκαν σημαντική οικονομική βοήθεια, αλλά και μεσολάβησαν για την επίλυση των Σερβο-Κροατικών διαφορών, πράγμα που σήμαινε πως σε περίπτωση επανάληψης των εχθροπραξιών οι Μουσουλμάνοι δεν θα μπορούσαν να υπολογίζουν στην πολύτιμη Κροατική βοήθεια. 

Οι διαπραγματεύσεις του Dayton

Για να ξεπεραστούν οι διαφωνίες των μερών, οι Αμερικανοί προώθησαν ρυθμίσεις που δημιουργούσαν ασάφεια σε σχέση με το συμφωνούμενο καθεστώς.  Έτσι και οι Μουσουλμάνοι και οι Σέρβοι μπορούσαν να ισχυριστούν πως πέτυχαν τον στόχο τους: οι μεν τη δημιουργία ενιαίου κράτους, οι δε  την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας τους.  Η πορεία των διαπραγματεύσεων διευκολύνθηκε επίσης από  την παρουσία στο Dayton των επικεφαλής κρατών και κυβερνήσεων, πράγμα που περιόριζε τη δυνατότητα κωλυσιεργίας, με τη δικαιολογία της αναμονής οδηγιών.  Τον περιορισμό των επαφών με τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, γιατί η μεγάλη δημοσιότητα θα μπορούσε, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, να μειώσει την ευελιξία των διαπραγματευομένων.  Την επιδέξια χρήση διοριών (deadlines) από τους Αμερικανούς – που είχαν αυτή τη δυνατότητα ως χώρα προεδρεύουσα της διάσκεψης- για να ασκήσουν πίεση επί των μερών ώστε να συμβιβαστούν.  Έτσι ο Αμερικανός υπουργός εξωτερικών, Warren Christopher,  πληροφόρησε τους διαπραγματευομένους την εικοστή ημέρα της διάσκεψης, ότι σε λίγες ώρες θα ανακοίνωνε την αποτυχία της.  Γνωρίζοντας τις αρνητικές για όλους συνέπειες μίας τέτοιας εξέλιξης, εκείνη έσπευσαν να ξεπεράσουν τις εναπομένουσες διαφορές τους, κάνοντας έτσι εφικτή την επίτευξη της τελικής συμφωνίας.  Τέλος, οι Αμερικανική πρωτοβουλία επωφελήθηκε σημαντικά από τις σύντονες και συνεχείς διπλωματικές προσπάθειες που είχαν προηγηθεί.  Φορείς όπως η ICFΥ ( Διεθνής Διάσκεψη για την Πρώην Γιουγκοσλαβία) και  η Ομάδα Επαφής είχαν συλλάβει και επεξεργαστεί το μεγαλύτερο μέρος των ρυθμίσεων στις οποίες βασίστηκε η Αμερικανική πρόταση, ενώ ήταν ήδη γνωστή και η αντίδραση των εμπολέμων σε αυτές.  Για παράδειγμα, το ποσοστό εδάφους που θα έλεγχε η κάθε εθνότητα [xvi] – αν και όχι ποιες ακριβώς περιοχές αυτό θα περιελάμβανε – είχε ήδη γίνει δεκτό από τον Δεκέμβριο του 1993 στα πλαίσια διαπραγματεύσεων για την αποδοχή ειρηνευτικού σχεδίου, που τελικά εγκαταλείφθηκαν. 

Μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις τριών εβδομάδων, με έντονη την δυσαρέσκεια των μερών για τις υποχωρήσεις που τους επιβάλλονταν, η τελική συμφωνία μονογραφήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1995. Προέβλεπε μια ενιαία Βοσνία – Ερζεγοβίνη με δύο χωριστές οντότητες, την Μουσουλμανική – Κροατική Ομοσπονδία και τη Σερβική Δημοκρατία, που θα μοιράζονταν περίπου εξ ημισείας το έδαφος της χώρας, θα είχαν η κάθε μία το δικό της Σύνταγμα, το δικό της Κοινοβούλιο και τη δυνατότητα να συνάπτουν αυτοτελώς σχέσεις με γειτονικές χώρες.  Χωριστές εκλογές για τις δύο οντότητες, με διεθνή επίβλεψη θα διεξάγονταν μέσα σε έξι με εννέα μήνες.  Η κάθε μία από τις τρεις εθνότητες θα είχε το δικό της στρατό. Η συμφωνία εγγυόνταν στους πρόσφυγες το δικαίωμα επιστροφής στις εστίες τους και σ’ όλους τους πολίτες ελευθερία κίνησης, τα δε συμβαλλόμενα μέρη υπόσχονταν να συνεργαστούν με το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία. Την εφαρμογή του πλήθους των επιμέρους όρων της συνθήκης ανέλαβε να εξασφαλίσει πολυεθνική ειρηνευτική δύναμη 60.000 ανδρών, η IFOR ( Implementation Force) με συμμετοχή 20.000 Αμερικανών και κυρίαρχο το ρόλο του ΝΑΤΟ, μετά από εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

Αμερικανικές δυνάμεις σε πλήρη ανάπτυξη στο πλαίσιο της επιχείρησης Joint Endeavor, Δεκέμβριος 1995

Η Ουάσιγκτον αρχικά προσπάθησε να αποφύγει μια εκτεταμένη από άποψη υποχρεώσεων και μακροχρόνια στρατιωτική εμπλοκή στη Βοσνία. Για πολλούς ιθύνοντες φαινόταν αρκετό να ενισχυθεί στο χρόνο παραμονής της IFOR στη Βοσνία η στρατιωτική ικανότητα των Μουσουλμάνων σαν μέσο αποτροπής επανάληψης των εχθροπραξιών, αντί να οικοδομηθεί προσεκτικά μια βιώσιμη ειρήνη με μέτρα που θα επιτύγχαναν την αλληλοαποδοχή της συνύπαρξης των τριών εθνοτήτων. Έτσι, χρόνος παραμονής της IFOR ορίστηκαν οι δώδεκα μήνες και καθήκοντά της κυρίως η εφαρμογή των στρατιωτικών όρων της συμφωνίας του Dayton. Σταδιακά όμως, η άποψη ότι η κατά το δυνατόν πληρέστερη εφαρμογή των όρων του Dayton ήταν εφικτός και ασφαλέστερος τρόπος για την αποφυγή επανάληψης των εχθροπραξιών επικράτησε. Οι αρμοδιότητες της ειρηνευτικής δύναμης διευρύνθηκαν και η εντολή της παρατάθηκε. Το Δεκέμβριο του 1997 ο πρόεδρος Clinton δήλωσε πως η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Βοσνία θα παρατείνονταν μέχρι την οριστική εδραίωση της ειρήνης.

O Bill Clinton επισκέπτεται την αεροπορική βάση της Tuzla το 1996

                                                           

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η πολιτική των Η.Π.Α στην Βοσνία- Ερζεγοβίνη εξελίχθηκε σε συνάρτηση με του παράγοντες που κατά κανόνα προσδιορίζουν την εξωτερική πολιτική της χώρας.  Τόσο η αποσχιστική διαδικασία στη Γιουγκοσλαβία, όσο και η Βοσνία ειδικότερα, δεν αποτελούσαν πρόβλημα υψηλής προτεραιότητας για τις Η.Π.Α.  Μετά το τέλος του ψυχρού πολέμου, η σημασία της  περιοχής για την ασφάλεια της χώρας είχε περιοριστεί, ενώ πολύ περιορισμένα ήταν και τα οικονομικά της συμφέροντα.  Για την περιφρούρηση βέβαια του κύρους της ως μόνης  υπερδύναμης και ως ηγέτη του δυτικού κόσμου, έπρεπε να αναλάβει κάποιες πρωτοβουλίες.  Για ανθρωπιστικούς επίσης λόγους, προς αυτήν την κατεύθυνση πίεζε τόσο η Αμερικανική όσο και η παγκόσμια κοινή γνώμη.   Τέλος, η κρίση θα μπορούσε να διευρύνει διαφωνίες στα πλαίσια της δυτικής συμμαχίας.  Παράλληλα όμως φαινόταν απίθανο να γίνει αποδεκτή από τον Αμερικανικό λαό η παρατεταμένη και δαπανηρή κυρίως από άποψη ανθρώπινων ζωών στρατιωτική παρέμβαση των Η.Π.Α, με στόχο την υλοποίηση μίας δίκαιης και βιώσιμης λύσης.

Η παρέμβαση λοιπόν των Η.Π.Α ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα περιορισμένη και αναποτελεσματική, κατά καιρούς και αρνητική, όταν αντιτίθονταν ή δεν στήριζε επαρκώς τις Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.  Υπήρξαν βεβαίως και θετικά βήματα, όπως η αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Βοσνίας, και η διπλωματική παρέμβαση για τη δημιουργία της Κροατο-Μουσουλμανικής ομοσπονδίας, καθώς επίσης και μία διαρκής ανησυχία, άρα και ενδιαφέρον, για τη μη επέκταση και μη αύξηση της έντασης της σύρραξης. 

Οι περιστάσεις τελικά επέτρεψαν και επέβαλαν στις Ηνωμένες Πολιτείες την ανάληψη μίας πιο συγκροτημένης, επίμονης και συστηματικής πρωτοβουλίας, στα πλαίσια της οποίας τα άφθονα μέσα στη διάθεση της υπερδύναμης (διπλωματικές υπηρεσίες και δυνατότητες, οικονομική και στρατιωτική ισχύς) χρησιμοποιήθηκαν αποτελεσματικά. Πέτυχαν έτσι οι Η.Π.Α να οδηγήσουν τους αντιμαχόμενους στην αποδοχή ενός διακανονισμού που σταμάτησε την αιματοχυσία και αποδείχθηκε ανθεκτικός στον χρόνο. Μία εστία λοιπόν προβλημάτων τόσο για τις Η.Π.Α όσο και για τους συμμάχους της τέθηκε υπό έλεγχο, με μικρό κόστος αφού η εκτεταμένη και επικίνδυνη στρατιωτική εμπλοκή των Η.Π.Α αποφεύχθηκε.   Η λύση βέβαια που υιοθετήθηκε δεν ήταν αδιάβλητη, είτε από άποψη δικαίου, είτε από άποψη ηθικής [xvii].  Ήταν όμως κατά πάσα πιθανότητα η μόνη εφικτή, με δεδομένη την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην περιοχή και τα όρια εμπλοκής που είχαν θέσει στον εαυτό τους η διεθνής κοινότητα και η Η.Π.Α.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Αμερικανική διπλωματία ακολούθησε μία πρωτότυπη διαδικασία, που θα μπορούσε να ονομασθεί «εξαναγκαστική διαμεσολάβηση» (coercive mediation).  Δεν περιορίστηκε δηλαδή μόνο στην υποβολή και υποστήριξη συγκεκριμένης συμβιβαστικής πρότασης, αλλά και με την χρήση διπλωματικών και στρατιωτικών μέσων διαμόρφωσε τις συνθήκες ώστε τα αντιμαχόμενα μέρη να οδηγηθούν στην αποδοχή της.  Το αποτέλεσμα, αν και αρχικά αντικείμενο εντόνων επικρίσεων, δικαίωσε τους εμπνευστές του αφού σταμάτησε την αιματοχυσία, έδωσε τη δυνατότητα ελεγχόμενης και αποτελεσματικής παρέμβασης στη διεθνή κοινότητα, και δημιούργησε τις προοπτικές για μία μόνιμη ειρήνη στην περιοχή[xviii].

Ο χάρτης του Dayton

 

 

Bosnian War 1992-1995! ( Part 1/2) The Death Of Yugoslavia BBC Documentary

Bosnian War 1992-1995! ( Part 2/2) The Death Of Yugoslavia BBC Documentary

 

 

Ο Θεοδόσης Καρβουναράκης είναι Καθηγητής
της Διπλωματικής Ιστορίας της Ευρώπης και των ΗΠΑ στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Η ευρωπαϊκή κοινότητα επίσης αναγνώρισε τη Βοσνία τον Απρίλιο του 1992.
[ii]    Touval Saadia, Mediation in the Yugoslav Wars.  The Critical Years, 1990-95.  Palgrave, New York 2002.  σελ. 138-139.
[iii]  Rogel, Carole, The Breakup of Yugoslavia and the War in Bosnia.  Greenwood Press. London, 1998. σελ. 60.
[iv] Daalder, Ivo.  Getting to Dayton. The Making of America’s Bosnian Policy. The Brookings Institution, Washington D.C, 2000 σελ. 17-18.
[v] Από το Νοέμβριο του 1993 και σαν συνέπεια της Συνθήκης του Μάαστριχτ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μετονομάστηκε σε Ευρωπαϊκή Ένωση. 
[vi] Touval. σελ. 120-123
[vii]  Στην απόφαση του Αμερικανού Προέδρου, συνέβαλε και η προφανής διάθεση του νεοεκλεγέντα Chirac να αντιμετωπίσει το Βοσνιακό με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Με πρωτοβουλία του οι Ευρωπαίοι ενέκριναν την δημιουργία της καλά εξοπλισμένης και εκπαιδευμένης Δύναμης Ταχείας Αντιδράσεως (Rapid Reaction Force) που θα παρέμβαινε για να προστατεύσει την ειρηνευτική δύναμη του Ο.Η.Ε. στη Βοσνία και να τη διευκολύνει στο έργο της. Το κλίμα λοιπόν φαινόταν ευνοϊκό για την προώθηση μιας πιο δυναμικής πολιτικής. Burg, Steven and Shoup, Paul    The War in Bosnia-Herzegovina. Ethnic Conflict and International  Intervention. M.E. Sharpe, London, 1999. σσ 326, 341. Daalder. σσ 44-45.
[viii] Αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ πίστευαν πως και οι Σερβοβόσνιοι και οι Μουσουλμάνοι θα επιχειρούσαν να αποσπάσουν τον εξοπλισμό των απερχομένων τμημάτων ή και να συλλάβουν ομήρους. Βλ. Burg σελ. 324, Touval σελ.143
[ix] Holbrooke, Richard.  To End a War. Random House, New York, 1998 σελ.50-51. Burg σελ. 307-309, 338-339 «Από τον Ιούλιο (1995) κύκλοι ευρωπαϊκών μυστικών υπηρεσιών υπαινίσσονταν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, ‘ ενορχήστρωναν’  αποστολές στρατιωτικού υλικού στη Βοσνία από συμμάχους στον μουσουλμανικό κόσμο» οπ. παρ. σελ 309
[x] Ο συνταγματάρχης Leslie στο Silber, Laura and Little, Allan. Yugoslavia: Death of a Nation. Penguin Books, New York, 1997. σ 357. Με  τη βοήθεια της αμερικανικής κυβέρνησης,  μία εταιρία συμβούλων με προσωπικό πρώην αξιωματικούς του αμερικανικού στρατού είχε αναλάβει την εκπαίδευση και την οργάνωση του κροατικού στρατού.  Ο Holbrooke προσπάθησε επίσης  να καθοδηγήσει την Κροατο-Μουσουλμανική προέλαση με στόχο τη δημιουργία De facto εδαφικού καθεστώτος που θα διευκόλυνε τη μεσολαβητική του προσπάθεια με το  να προσεγγίζει έναν κοινά αποδεκτό εδαφικό διακανονισμό. Γενικά φαίνεται πως οι Αμερικανοί αναμείχθηκαν τόσο στην προετοιμασία, όσο και στην διεξαγωγή των Kροατο-Μουσουλμανικών επιχειρήσεων, με στόχο να επιδεινωθεί η θέση των Σέρβων και να γίνουν πιο διαλλακτικοί στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων.
[xi] Holbrooke σελ. 105-106.  Κατά τον ίδιο τρόπο ο Πρόεδρος της Κροατίας, Franjo Tudjman, θα εκπροσωπούσε και τους Βόσνιους Κροάτες.
[xii] Pauline Neville-Jones στο άρθρο της “Dayton, IFOR and Alliance Relations in Bosnia”, Survival 30, no 4, (Winter 1996-97) σ 48. Βλ. επίσης και Burg and Shoup σ 361. Πρωταρχικό ρόλο έπαιξαν οι Ευρωπαίοι μόνο στην σύναψη δύο συμπληρωματικών συμφωνιών. Touval, σελ. 157
[xiii] Για μία σύντομη αλλά εμπεριστατωμένη παρουσίαση της αμερικανικής παρέμβασης στη Σομαλία, βλέπε, Huchthausen, Peter. America’s Splendid Little Wars. Penguin, New York, 2003 σελ. 160-182
[xiv] Touval, σελ. 158-159
[xv] Bass, Warren, The Triage of Dayton στο The Balkans and American Foreign Policy, A Council on Foreign Relations Book, Foreign Affairs, 2002. σελ. 100
[xvi]  Σέρβοι 49%, Μουσουλμάνοι 33,5%, Κροάτες 17,5%
[xvii] Με πληθυσμό 31,4% οι Σέρβοι αναγνωρίστηκαν κυρίαρχοι στο 49% του εδάφους της Βοσνίας.  Η ίδια η ύπαρξη του κράτους δυνητικά υπονομεύθηκε με την πρόβλεψη να μπορούν οι δύο συνιστώσες οντότητες να συνάπτουν ανεξάρτητα εξωτερικές σχέσεις. Και η ανάθεση καίριου ρόλου στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων στους  Tudjman  και Milosevic ενίσχυσε το κλονισμένο από τις εθνικιστικές ακρότητες κύρος τους και ενθάρρυνε τον δεύτερο να προχωρήσει στην ολέθρια για το Κόσσοβο πολιτική του. 
[xviii] Παράβαλε την αρχική αβεβαιότητα  για το μέλλον της συμφωνίας με την παρακάτω παρατήρηση του 2006 για την εξελισσόμενη κατάσταση, υπεραισιόδοξη ίσως αλλά ακόμη και σήμερα όχι ουτοπική: « Μάλιστα, μερικοί αξιωματούχοι και πολιτικοί από τη διεθνή κοινότητα, ισχυρίζονται ότι οι πολιτικοί της Βοσνίας και της Ερζεγοβίνης κατ’ ιδίαν παραδέχονται ότι οι (ξεχωριστές οντότητες της BiH (Βοσνίας – Ερζεγοβίνης) θα εξαφανιστούν μέσα σε μία δεκαετία, καθώς το κράτος γίνεται ισχυρότερο και η δημοτική αναδιοργάνωση οικοδομεί τη δυνατότητα σε τοπικό επίπεδο για την παροχή υπηρεσιών, των οποίων επί του παρόντος η διαχείριση γίνεται σε επίπεδο οντότητας και καντονίου».  Toal, Gerard, O’ Loughlin John, Djipa Dino, Bosnia- Herzegovina Ten Years After Dayton: Constitutional Change and Public Opinion στο Eurasian Geography and Economics, 2006 47 Νo.1 σελ. 74.  Για την εξέλιξη της κατάστασης από την υπογραφή της συμφωνίας  βλέπε επίσης Toal, Gerard Embedding Bosnia- Herzegovina in Euro-Atlantic Structures: From Dayton to Brussels.  Eurasian Geography and Economics, 2005, 46 No. 1 σελ. 51-67

Bosnia –Herzegovina Country Review, 2006.

CountryWatch Incorporated, Houston, TX USA.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.      Bass, Warren “The Triage of Dayton” The Balkans And American Foreign Policy, A Council on Foreign Relations Book. Foreign Affairs 2002.

2.      Burg, Steven and Shoup, Paul  “The War in Bosnia-Herzegovina: Ethnic Conflict and International  Intervention” M.E. Sharpe, London, 1999

3.      Clinton William Jefferson Bill and Dole, Robert J. “Contrasting foreign policy agendas: addresses to the Nixon Center Conference by President Clinton and Senator Dole” Foreign Policy Bulletin; 5:30-5 My/Je 1995

4.      Daalder, Ivo “Getting to Dayton. The Making of America’s Bosnia Policy” Brookings Institution Press, Washington, DC, 2000

5.      Glenny, Μisha “The Balkans 1804-1999. Nationalism, War and the Great Powers”. Granta Books, London 2000

6.      Gow, James “Triumph of the Lack of Will.  International Diplomacy and the Yugoslav War”, Columbia University Press New York, 1997

7.      Holbrooke, Richard “To End a War”, Random House, New York,1998

8.      Holbrooke, Richard “The Road to Sarajevo” The New Yorker, October 21& 28, 1996 σσ 88-102

9.      Huchthausen Peter “America’s Splendid Little Wars.  A Short History of U.S Military Engagements: 1975-2000” Penguin, New York 2003

10.  Hyland, William “Clinton’s World.  Remaking American Foreign Policy” Praeger, Westport, CT 1999

11.  Kelly, Michael “The Negotiator” The New Yorker, November 6, 1995 σσ 81-92

12.  Rogel, Carole “The Breakup of Yugoslavia and the War in Bosnia”, Greenwood Press, London, 1998

13.  Schild Georg “The USA and Civil War in Bosnia” Aussenpolitik, 47:22-32 no 1 1996

14.  Schonberg, Karl “Traditions and Interests: American Belief Systems, American Policy and the Bosnia War” World Affairs (Washington, D.C.) v162 no1 pp11-21 Summ 1999

15.  Silber, Laura and Little, Allan “Yugoslavia: Death of a Nation” Penguin Books, New York, 1997

16.  Touval, Saadia “Mediation in the Yugoslav Wars. The Critical Years 1990-1995” Palgrave, New York 2002

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χάρης Αλεξάνδρου: 61 χρόνια από τον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Ευαγόρας Παλληκαρίδης: Ο Νέος, ο Αντάρτης, ο Ήρωας

Χάρης Αλεξάνδρου

Ευαγόρας Παλληκαρίδης: Ο Νέος, ο Αντάρτης, ο Ήρωας

Μια από τις τελευταίες μαθητικές φωτογραφίες του Ευαγόρα

Τις πλείστες φορές στις επετείους της θυσίας των ηρώων, και ειδικά των απαγχονισθέντων ένεκα της τραγικής φύσης της εκτέλεσης, συνηθίζεται να αναφερόμαστε στις τελευταίες τους πράξεις και στα τελευταία τους λόγια. Αυτά δεν αποτελούν παρά μόνο την ύψιστη εκδήλωση μιας βαθμηδών συνειδητοποίησης της προσφοράς στην πατρίδα και στον συνάνθρωπο. Οι ήρωες της ΕΟΚΑ δεν ξεκίνησαν ψυχωμένοι αγωνιστές, παράτολμοι αντάρτες και περιφρονητές του θανάτου. Πέρασαν από τη ψυχική προετοιμασία της στυγνής αποικιοκρατίας, τη ψυχική δοκιμασία της ένταξης και της δράσης σε μια «παράνομη» οργάνωση, την έμπρακτη δοκιμασία της εμπλοκής στη λαίλαπα της μάχης. Όλα αυτά, μαζί και οι αγώνες και οι θυσίες των συναγωνιστών τους, μαζί και ο θαυμασμός των Κυπρίων και των ελεύθερων ανθρώπων ανά το παγκόσμιο, φτέρωσε τα μέλη της ΕΟΚΑ. Τους ψύχωσε για να φτάσουν σε πράξεις αυτοθυσίας, ηρωισμού, αυταπάρνησης, για να φτάσουν να περιφρονούν υπερκόσμιες και κοσμικές εξουσίες, το θάνατο και τους αποικιακούς δικαστές, για να φτάσουν να εκστομίζουν, όπως ο Ευαγόρας στις 25 Φεβρουαρίου 1957 ένα ξερό «Τίποτε άλλο» μετά τη μεγαλειώδη παραδοχή της «ενοχής» ότι πολεμούσε σαν Έλληνας που ποθούσε την Ελευθερία. Η απάντηση της αποικιοκρατίας δια στόματος Δικαστή Σω, αρμόζουσα στο μπόι ανθρώπων που κρέμμαζαν 18χρονους για να τρομοκρατήσουν τους «τρομοκράτες»: «Ευαγόρα Μιλτιάδου Παλληκαρίδη, […] η ποινή που σου επιβάλλω είναι να […] απαγχονισθείς για να πεθάνεις και είθε ο Θεός να φανεί ίλεως σε σένα.». Ο υπόκωφος βρόντος της καταπακτής, τα ξημερώματα της 14ης Μαρτίου 1957, αποτέλεσε λοιπόν της κορύφωση του δράματος.

Ο Παλληκαρίδης από τη στιγμή που ξήλωνε τον εορταστικό διάκοσμο με τον οποίο είχε στολιστεί η αποικιοκρατούμενη Πάφος με αφορμή τη στέψη της Ελισάβετστις 2 Ιουνίου 1953, από τη στιγμή που δημιουργούσε μαζί με συμμαθητές του την οργάνωση ΕΑΜΟ, αφού οι πυρήνες της ΕΟΚΑ είχαν συλληφθεί από τον Ιανουάριο του 1955 στις ακτές της Χλώρακας μαζί με το καράβι Άγιος Γεώργιος, από τη στιγμή που γρονθοκοπούσε τον Εγγλέζο στρατιώτη που είχε συλλάβει τον συμμαθητή του, από τη στιγμή που εσώκλειε το ποίημα «Θα πάρω μιαν ανηφοριά» και από τη στιγμή που ανέπνεε τον καθαρό αέρα των δασών της Πάφου ανέβαινε ήδη την κλίμακα της αθανασίας. Πριν φτάσει όμως να εκτελεστεί από τους Άγγλους, είχε επιτελέσει αξιόλογο έργο. Μια ενέδρα μάλιστα στην οποία είχε λάβει μέρος, αξιολογήθηκε από τον Διγενή ως «μία από τας καλυτέρας τόσον από απόψεως σχεδίου και εκτελέσεως του όσον και από απόψεως αποτελεσμάτων».
Ο Παλληκαρίδης (δεξια) με τους συναγωνιστές του στο αντάρτικο στο δάσος της Πάφου

Ομάδα η οποίο αποτελείτο από τους Γεώργιο Ράφτη, Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Αντώνη Καλογήρου, Πανίκο Μιχαηλίδη, Ευάγγελο Χριστοφή, Γεώργιο Μιχαήλ – Πόπη, Δήμο Σάββα και Ανδρέα Κυριάκου – Τσάκμαν στις 27 Μαΐου 1956 επιτέθηκε κατά του στρατιωτικού καταυλισμού του μεταλλείου Κινούσας με οπλισμό 3 αραβίδες, 1 στεν, 1 τόμπσον, κυνηγετικά και χειροβομβίδες. Το σχέδιο της επιχείρησης προνοούσε να κτυπηθεί ο στρατιωτικός καταυλισμός, να κληθούν ενισχύσεις από το παρακείμενο στρατόπεδο Λίμνης που απείχε περίπου 5 χιλιόμετρα και αυτές να κτυπιούνταν από ομάδα ενεδρευόντων αγωνιστών. Οι αγωνιστές χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Η ομάδα που θα χτυπούσε τη φρουρά του μεταλλείου ήταν οι Ευαγόρας Παλληκαρίδης, Ευάγγελος Χριστοφή, Αντώνιος Καλογήρου και Πανίκος Μιχαηλίδης. Η ομάδα που θα διενεργούσε την ενέδρα ήταν οι Γεώργιος Ράφτης, Οδυσσέας Καλογήρου, Ανδρέας Τσάκμας, ο Κοκής και ο Δήμος. Οι αγωνιστές περίμεναν την αλλαγή της φρουράς όταν οι στρατιώτες μαζί με τον αξιωματικό αλλαγής κινούνταν σε ομάδα κοντά στο όριο του μεταλλείου. Μόλις είδαν τους Άγγλους της αλλαγής φρουράς, οι αγωνιστές άρχισαν να τους βάλλουν. Άκουσαν κραυγές και το στρατόπεδο συσκοτίστηκε. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα, οι Άγγλοι ανταπέδωσαν τα πυρά και έρριψαν φωτοβολίες για φωτισμό της νύχτας αλλά και για να ειδοποιήσουν το στρατόπεδο της Λίμνης ότι δέχονταν επίθεση. Μάλιστα μία εξ αυτών έπεσε σε σπαρμένο χωράφι και προκάλεσε πυρκαγιά. Οι άνδρες που διενεργούσαν την επίθεση συνέχιζαν να βάλλουν αραιά κατά του στρατοπέδου αλλά είχαν το νου τους προς το στρατόπεδο της Λίμνης, που φαινόταν από την Κινούσα, να αποχωρούσαν και να ενίσχυαν την άλλη ομάδα που ενέδρευε. Ουσιαστικά η ομάδα της επίθεσης κρατούσε καθηλωμένους τους Άγγλους μέσα στο μεταλλείο για να μη βγουν έξω και τους περικυκλώσουν. Όπως αναφέρει ο Ράφτης «τους ρίχναμε εμείς τρεις σφαίρες και μας έριχναν εκείνοι 200 και φωτοβολίδες». Όντως κλήθηκαν ενισχύσεις και μόλις οι αγωνιστές είδαν τα φώτα των αυτοκινήτων να κατευθύνονται στην Κινούσα από το στρατόπεδο Λίμνης, απαγκιστρώθηκαν και διανύοντας μια απόσταση περίπου 800 μέτρων ενώθηκαν με την ομάδα των ενεδρευόντων.

Η επικήρυξη του Παλληκαρίδη από τους Άγγλους

Στους Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Ευάγγελο Χριστοφή και Πανίκο Μιχαηλίδης ο Ράφτης έδωσε διαταγή να ανεβούν ψηλότερα από τους άλλους για να κάλυπταν την υποχώρηση. Ο Καλογήρου θα κατέβαινε κάτω με την υπόλοιπη ενεδρεύουσα ομάδα γιατί ήταν γνώστης της περιοχής και θα τους οδηγούσε κατά τη διαφυγή. Μόλις τα αυτοκίνητα έφτασαν στο καθορισμένο σημείο ο Ράφτης κτύπησε το τρίτο και τελευταίο αυτοκίνητο δίνοντας το σύνθημα της επίθεσης. Η ψηλότερη ομάδα κτύπησε το πρώτο και το δεύτερο αυτοκίνητο αναγκάζοντάς το να ακινητοποιηθεί, ενώ η άλλη ομάδα που βρισκόταν χαμηλότερα, συγκέντρωσαν τον όγκο πυρός στο τελευταίο, τρίτο αυτοκίνητο από απόσταση 5-6 μέτρων σε οχυρωμένη θέση πάνω από το δρόμο. Οι Άγγλοι ανταπέδωσαν τα πυρά αλλά διέπραξαν το λάθος να αφήσουν αναμμένα τα φώτα των οχημάτων γεγονός που μέσα στη νύχτα έδινε ξεκάθαρους στόχους στους αγωνιστές. Με το σύνθημα της λήξης της επίθεσης, οι αραβίδες συνέχισαν να βάλλουν για να καλύψουν την οπισθοχώρηση. Όλη η ομάδα μετέβη στην περιοχή Βουνί της Περιστερώνας όπου διανυκτέρευσε, επιστρέφοντας την άλλη μέρα στο λημέρι της Λυσού. Οι συναγωνιστές του Παλληκαρίδη αναφέρουν ότι κατά την υποχώρηση ο Παλληκαρίδης ήταν συναισθηματικά φορτισμένος. Όχι μόνο από τη δράση της ενέδρας αλλά όπως τους είχε πει γιατί λυπόταν τις μάνες των νεκρών και τραυματισμένων στρατιωτών.

ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ Ο ΗΡΩΑΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Σκην/σία Πέτρος Πετρίδης

Ο Χάρης Αλεξάνδρου είναι Διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου

 

 

Λύντια Τρίχα: Η παρουσία του Χαρίλαου Τρικούπη στις βουλευτικές εκλογές, Μεσολόγγι 1865-1895

Λύντια Τρίχα

Η παρουσία του Χαρίλαου Τρικούπη στις βουλευτικές εκλογές, Μεσολόγγι 1865-1895

Πολιτική σταδιοδρομία

 Βουλευτής στα τριάντα τρία του ο Χαρίλαος Τρικούπης, υπουργός στα τριάντα τέσσερα, αρχηγός κόμματος στα σαράντα και πρωθυπουργός στα σαράντα τρία, υπήρξε από νέος ένας από τους κύριους παίκτες της πολιτικής σκακιέρας, για να εξελιχθεί σταδιακά στον επικρατέστερο και να δεσπόσει επί είκοσι χρόνια στην ελληνική πολιτική ζωή (1875-1895). Η σταδιοδρομία του, που άρχισε πανηγυρικά με την πρώτη εκλογή του, το 1865, δεν ήταν πάντα ανθόσπαρτη. Τις μεγάλες επιτυχίες, τις ακολουθούσαν αποτυχίες και απογοητεύσεις, με αποκορύφωμα την τελευταία εκλογική πανωλεθρία του, το 1895. Η σταδιοδρομία των πολιτικών συνήθως τελειώνει είτε με μια ήττα, είτε με τον θάνατό τους. Στην περίπτωση του Τρικούπη συνέβησαν και τα δύο: την ήττα, την ακολούθησε ο θάνατος, πριν προλάβει να επαναδραστηριοποιηθεί.

Δεδομένης της μικρής συμμετοχής του Χαρίλαου Τρικούπη στις εργασίες της Β΄ Εθνικής Συνέλευσης, στην οποία είχε εκλεγεί πληρεξούσιος της Ελληνικής Κοινότητας του Λονδίνου, ως αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας ουσιαστικά θα πρέπει να θεωρήσουμε το 1865. Τότε κατέρχεται για πρώτη φορά στον εκλογικό στίβο, λαμβάνοντας μέρος στις πρώτες εκλογές της βασιλείας του Γεωργίου Α΄, που προκηρύχθηκαν μετά την ψήφιση του Συντάγματος. Στα επόμενα τριάντα χρόνια, μέχρι το 1895, ο ελληνικός λαός θα κληθεί συνολικά δεκατέσσερεις φορές στις κάλπες. Ο Τρικούπης, υποψήφιος πάντα στο Μεσολόγγι, συμμετείχε στις δεκατρείς, αρνούμενος να θέσει υποψηφιότητα το 1874, όταν οι εκλογές προμηνύονταν, και όντως ήταν, κατεξοχήν νόθες. Εκλέχθηκε εννέα φορές βουλευτής και απέτυχε τέσσερεις, τρεις κατά τη νεότητά του (1868, 1869 και 1873) και μία το μοιραίο 1895.

1865                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στην Α΄ Βουλευτική περίοδο (1865-1868)

1868                Αποτυγχάνει στις εκλογές.

1869                Αποτυγχάνει πάλι στις εκλογές.

1872                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στη Δ΄ Βουλευτική περίοδο (1872)

1873                Αποτυγχάνει στις εκλογές.

1874                Δεν λαμβάνει μέρος στις εκλογές.

1875                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στη Ζ΄ Βουλευτική περίοδο (1875-1879)

1879                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στην Η΄ Βουλευτική περίοδο (1879-1881)

1881                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στη Θ΄ Βουλευτική περίοδο (1881-1885)

1885                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στην Ι΄ Βουλευτική περίοδο (1885-1886)

1887                Εκλέγεται βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας στην ΙΑ΄ Βουλευτική περίοδο (1887-1890)

1890                Εκλέγεται βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας στην ΙΒ΄ Βουλευτική περίοδο (1890-1892)

1892                Εκλέγεται βουλευτής Μεσολογγίου στην ΙΓ΄ Βουλευτική περίοδο (1892-1895)

1895                Αποτυγχάνει στις εκλογές.

Διεξαγωγή των εκλογών

Επί της βασιλείας του Όθωνα οι εκλογές διεξάγονταν τμηματικά, σε διαφορετική ημερομηνία σε κάθε εκλογική περιφέρεια. Η ψηφοφορία διαρκούσε οκτώ ημέρες, αρκετό χρόνο ώστε να «μαγειρεύονται» τα αποτελέσματα, και επιπλέον χρησιμοποιούσαν ψηφοδέλτια, ενώ οι περισσότεροι εκλογείς ήταν αγράμματοι. Οι εκλογικές παρεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας ήταν απροκάλυπτες και η εκτεταμένη καλπονοθεία έδινε συχνά μηδενικό αριθμό ψήφων στους υποψήφιους της αντιπολίτευσης. Έτσι οι εκλογές κατέληγαν να είναι παρωδία εκλογών. Αυτά ήρθε να θεραπεύσει το Σύνταγμα του 1864 και οι εκλογικοί νόμοι που ψηφίσθηκαν για την εφαρμογή του.

Για να μη νοθεύεται η θέληση του μεγάλου αριθμού των αναλφάβητων, καταργήθηκαν τα ψηφοδέλτια, που ίσχυαν επί Όθωνα, και από το 1865 μέχρι το 1926 οι εκλογές γίνονταν με μολυβένια σφαιρίδια. Οι κάλπες ήταν χωρισμένες εσωτερικά σε δύο τμήματα, που εξωτερικά ήταν βαμμένα το ένα άσπρο και το άλλο μαύρο. Το άσπρο τμήμα έγραφε ναι, το μαύρο έγραφε όχι, και ο ψηφοφόρος ρίχνοντας το σφαιρίδιό του σε μια από τις δύο πλευρές, υπερψήφιζε ή καταψήφιζε τον υποψήφιο. Λόγω του ισχύοντος συστήματος, κάθε εκλογέας μπορούσε να υπερψηφίσει όσους υποψήφιους ήθελε, ακόμη και όλους. Επιτυχόντες ήταν εκείνοι, στις κάλπες των οποίων ευρίσκονταν τα περισσότερα ναι.

Στο Μεσολόγγι

Οι πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές διενεργήθηκαν στις 14-17 Μαΐου 1865· μέχρι το 1879, που εφαρμόσθηκε ο εκλογικός νόμος του 1877 και θεσπίσθηκε η διεξαγωγή τους σε μία μόνον ημέρα, η ψηφοφορία διαρκούσε τέσσερεις ημέρες, διεξαγόταν όμως ταυτόχρονα σε όλη την χώρα.  Ο Τρικούπης, έχοντας επιστρέψει από την Ευρώπη με την επιτυχή διαπραγμάτευση της Ένωσης των Επτανήσων στο ενεργητικό του, κατέρχεται το 1865 για πρώτη φορά στις εκλογές και επιλέγει να πολιτευθεί στο Μεσολόγγι, από όπου καταγόταν. Έκτοτε θα πολιτεύεται πάντοτε εκεί, παρόλο που θα το επισκέπτεται ελάχιστα.

Τα πρώτα χρόνια ο Τρικούπης βρισκόταν συνεχώς στο Μεσολόγγι κατά την προεκλογική περίοδο, περιοδεύοντας σχεδόν καθημερινά σε όλη την επαρχία. Προς ενίσχυσή του ερχόταν και ο θείος του, Απόστολος Τρικούπης, ενώ τον συνέδραμε και ο άλλος αδελφός του πατέρα του, ο Θεμιστοκλής, που ήταν δημοτικός σύμβουλος Μεσολογγίου. Αλλά από τη στιγμή που ανέλαβε πρωθυπουργός, περιόρισε δραστικά την προσωπική του παρουσία στην επαρχία του και ανέθεσε για πολλά χρόνια την εκπροσώπισή του στον Απόστολο Τρικούπη. Κατά τις τελευταίες όμως εκλογές, το 1895, θα παραμείνει πάλι αρκετό διάστημα στο Μεσολόγγι, περιοδεύοντας και ενθαρρύνοντας τους οπαδούς του, που δυστυχώς μειώνονταν.

Το Μεσολόγγι εξέλεγε αρχικά δύο βουλευτές. Οι εκλογές γίνονταν με το σύστημα της στενής εκλογικής περιφέρειας, όπου κάθε επαρχία αποτελούσε μια εκλογική περιφέρεια και ο αριθμός των βουλευτών της καθοριζόταν σε συνάρτηση με το μέγεθος του πληθυσμού της. Έτσι, όταν με την απογραφή του 1879 αυξήθηκε ο πληθυσμός του, αυξήθηκε και ο αριθμός των βουλευτών του σε τρεις. Ο Τρικούπης θα θεσπίσει το 1886 το σύστημα της ευρείας εκλογικής περιφέρειας, περιορίζοντας δραστικά τον αριθμό των εκλογικών περιφερειών από 74 σε 19, ενώ συγχρόνως θα μειώσει τον αριθμό των βουλευτών από 245 σε 150, ρυθμίσεις που θα ισχύσουν για δύο μόνο εκλογικές αναμετρήσεις (1887 και 1890). Το Μεσολόγγι κατά τις αναμετρήσεις αυτές ανήκε στην εκλογική περιφέρεια Αιτωλίας και Ακαρνανίας, που εξέλεγε δέκα βουλευτές.

Οικονομικά των εκλογών

Ο νεαρός Τρικούπης το 1865 άρχισε τον προεκλογικό αγώνα με μια τακτική, που δεν ξαναχρησιμοποίησε αργότερα: προσέφερε στον δήμο, για την κατασκευή υδραγωγείου, όλες τις αποδοχές που είχε λάβει ως πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, 3.390 δραχμές, και γνωστοποίησε την πρόθεσή του, εφόσον εκλεγεί, να παραχωρεί το σύνολο των βουλευτικών αποδοχών του κατ’ αναλογία στους πέντε δήμους της επαρχίας. Δεν ήταν ούτε ανιδιοτελής ούτε πρωτότυπη η σκέψη του. Η προσφορά στο κοινωνικό σύνολο με απώτερο σκοπό τη δημόσια προβολή και την αύξηση της δημοτικότητας υπήρξε γνωστή και επιτυχημένη τακτική από την εποχή ήδη του Περικλή, που και αυτός προσέφερε μια χορηγία πριν εμφανισθεί στον πολιτικό στίβο.

Παρά το ότι η διάθεση του μισθού του υπέρ της επαρχίας του δείχνει οικονομική ευμάρεια, ο προεκλογικός αγώνας είχε έξοδα, τα οποία φαίνεται ότι ο Τρικούπης δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει μόνος, παρόλο που κατά δική του ομολογία δαπανούσε πολύ  λιγότερα χρήματα από ό,τι οι αντίπαλοί του. Αρωγός του ήρθε ήδη από το 1865 ο εξάδελφός του Γεώργιος Μαυροκορδάτος, δευτερότοκος γιος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ο οποίος έχοντας μεγάλη οικονομική άνεση λόγω του γάμου του με την κόρη του εθνικού ευεργέτη Σίμωνα Σίνα, θα χρηματοδοτήσει πολλές φορές στο μέλλον τις προεκλογικές ανάγκες του. Το 1865 τού διέθεσε το σημαντικό ποσόν των 20.000 φράγκων, αλλά το 1895, δυσαρεστημένος θα αρνηθεί καθε οικονομική ενίχυση, συντελώντας ίσως έτσι στη μεγάλη τρικουπική ήττα.

Πιθανώς υπήρχαν και άλλοι χρηματοδότες, τα ονόματα των οποίων δεν είναι γνωστά. Ο ίδιος ο Τρικούπης την εποχή εκείνη είχε πλέον εξαντλήσει την οικογενειακή περιουσία και είχε αναγκασθεί να πάρει δάνειο 28.000 δραχμών από την Εθνική Τράπεζα, δίνοντας ως ενέχυρο το βαρύτιμο ασημένιο σερβίτσιο τσαγιού, το οποίο του είχαν δωρίσει οι Έλληνες του Λονδίνου, όταν είχε ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις για την Ένωση της Επτανήσου.

Εκλογείς και υποψήφιοι βουλευτές

Επαμεινώνδας Δεληγεώργης

Παρά την καθολική ψηφοφορία, καθώς ψήφιζαν μόνον οι άνδρες, το εκλογικό σώμα δεν αντιστοιχούσε ούτε στο ένα τρίτο του πληθυσμού. Σύμφωνα με τους επίσημους πίνακες, οι εκλογείς αντιπροσώπευαν το 32% του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας το 1870, το 25% το 1879 και το 29% το 1895. Από αυτούς ψήφιζε το 65-72 %, συνεπώς το 20% περίπου του συνολικού πληθυσμού. Αντίστοιχα ποσοστά ίσχυαν και για το Μεσολόγγι, όπου ήταν εγγεγραμμένοι περίπου 6.000 εκλογείς και συνήθως ψήφιζαν περί τους 4.500-4.800.

Οι υποψήφιοι βουλευτές Μεσολογγίου ήταν από τέσσερεις (το 1865) μέχρι δεκατέσσερεις (το 1895), δεν ενδιαφέρονταν όμως όλοι πράγματι για την εκλογή τους. Κάποιοι έθεταν υποψηφιότητα για να ενισχύσουν άλλον υποψήφιο ενώ ορισμένοι αξιωματικοί ήθελαν απλώς να επωφεληθούν από την υποχρεωτική άδεια, που έπαιρναν, για να ρυθμίσουν τις προσωπικές τους υποθέσεις. Βασικός τοπικός αντίπαλος του Τρικούπη ήταν τα πρώτα χρόνια ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης και μετά τον θάνατό του ο αδελφός του Λεωνίδας. Αντίθετα, ο Μιλτιάδης Γουλιμής, για τον οποίο λέχθηκε το περίφημο «Ανθ’ ημών ο κύριος Γουλιμής», ήταν αρχικά προστατευόμενος του Τρικούπη και  ένθερμος υποστηρικτής του, αλλά το 1895, χωρίς να προβεί σε απροκάλυπτη προεκλογική υποστήριξη του Δηλιγιάννη, είχε μεταστραφεί και είχε αποφύγει τον συνδυασμό με τον Τρικούπη.

Συνδυασμοί                                                                                      

Δεδομένου ότι οι ψηφοφόροι μπορούσαν να ψηφίζουν ελεύθερα όποιους και όσους  υποψήφιους ήθελαν, για να θεραπευθεί η έλλειψη κοινού ψηφοδελτίου που θα καθοδηγούσε τους εκλογείς, δημιουργήθηκαν οι «συνδυασμοί», συνεταιρισμοί δηλαδή υποψηφίων, όπου κάθε ένας αναλάμβανε την υποχρέωση να δώσει τις ψήφους των οπαδών του και στους άλλους συμμετέχοντες. Μερικές φορές καταρτίζονταν και οι ονομαζόμενοι μικτοί συνδυασμοί, όπου δηλαδή δύο ή περισσότεροι υποψήφιοι ζητούσαν από κοινού την ψήφο των συμπολιτών τους, για να υποστηρίξουν μετά στη Βουλή οι μεν την κυβέρνηση και οι δε την αντιπολίτευση.

Στις δύο πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις (1865 και 1868), ο Τρικούπης έθεσε «ορφανή» κάλπη, δεν μετείχε δηλαδή σε κανένα συνδυασμό, γεγονός που ήταν μάλλον δυσμενές για την προοπτική της εκλογής του. Το 1865 κατάφερε να υπερκεράσει τις δυσκολίες και να εκλεγεί, αλλά το 1868 δεν εκλέχθηκε. Έκτοτε θα μετέχει πάντα σε συνδυασμό, από δε το 1879 και στο εξής ως επικεφαλής του.

Το 1875, διενεργώντας ο ίδιος πρώτη φορά εκλογές ως πρωθυπουργός, εξέπληξε τους συμπολίτες του, καθώς συνδυάσθηκε με τον Επαμεινώνδα Δεληγεώργη. Και τούτο παρά το ότι δήλωναν ότι αντιπροσώπευαν εκ διαμέτρου αντίθετες ιδέες, παρά τις διαφορές που τους χώριζαν μέχρι την παραμονή της ανακοίνωσης του συνδυασμού, παρά τις κατηγορίες που εκτόξευαν ο ένας για τον άλλον ακόμη και κατά το πολύ πρόσφατο παρελθόν και παρά την κυβερνητική καταγγελία των μικτών συνδυασμών ως καρκινωμάτων. Ίσως να υπερίσχυσε η σκέψη ότι ο συνδυασμός τους  θα είχε το θετικό αποτέλεσμα να αμβλύνει τα ακραία αποτελέσματα της προεκλογικής πόλωσης. Πάντως ο συνδυασμός των δύο πρωθυπουργών χαιρετίσθηκε με ενθουσιασμό, με πανηγυρικές εκδηλώσεις και τραγούδια και αποδείχθηκε απολύτως επιτυχής, καθώς εκλέχθηκαν αμφότεροι και μάλιστα με τον ίδιο αριθμό ψήφων.

Πρόγραμμα

Ο Τρικούπης δεν γνωρίζουμε να δημοσίευε γραπτό προσωπικό πρόγραμμα πριν από τις εκλογές. Τις θέσεις που επρόκειτο να ακολουθήσει ως βουλευτής και ως αρχηγός κόμματος τις εξέθετε προφορικά στους λίγους σχετικά προεκλογικούς ή μετεκλογικούς λόγους  του. Θεωρούσε ότι καθήκον του βουλευτή είναι να μεριμνά για την επαρχία του, αλλά και να μην ξεχνά ότι η ευημερία κάθε επαρχίας εξαρτάται αναπόσπαστα από την ευημερία ολόκληρου του κράτους. Διακήρυττε από την αρχή της σταδιοδρομίας του την πίστη του στο Σύνταγμα και στο πολίτευμα, τόνιζε, όμως, συγχρόνως και τον απαραίτητο δημοκρατικό χαρακτήρα του. Κατατάσσοντας σαφώς την Ελλάδα στη Δύση, υποστήριζε ότι έπρεπε να αναπτυχθεί για να καταλάβει τη θέση που της άρμοζε και θεωρούσε ότι ήταν καθήκον όλων των πολιτευόμενων να επιδιώξουν από κοινού την ανάπτυξή της, βασίζοντας την πολιτική τους στην ηθική και τη νομιμοφροσύνη της κυβέρνησης και στον σεβασμό της ελευθερίας και των δικαιωμάτων των πολιτών.

Ο Χαρίλαος Τρικούπης στο βήμα της Βουλής των Ελλήνων.

Γενικότερα, οι βασικοί άξονες της πολιτικής του, τους οποίους διακήρυττε με κάθε ευκαιρία, στηρίζονταν α) στην υπακοή στο Σύνταγμα, στους νόμους και στην ελεύθερη βούληση του λαού, β) στον σεβασμό των κοινοβουλευτικών θεσμών, γ) στην επιδίωξη του εκσυγχρονισμού και της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας σε συνδυασμό με την οργάνωση και την ενίσχυση του στρατού και του στόλου και δ) στη διαφύλαξη της ειρήνης μέχρι να καταστεί η Ελλάδα ισχυρή και ικανή να διεκδικήσει οποιαδήποτε επέκταση των εδαφικών ορίων της. Δεδομένου, όμως, ότι η πολιτικο-στρατιωτική ισορροπία στην περιοχή ήταν εξαιρετικά ασταθής και το Ανατολικό Ζήτημα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εκραγεί, θεωρούσε ότι έπρεπε η οικονομική και η στρατιωτική ανάπτυξη να επιτευχθούν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Εξ ου και η σπουδή του στην εφαρμογή του εκσυγχρονιστικού του προγράμματος.

Αποτυχίες

Τα αίτια της επιτυχίας ενός βουλευτή σπάνια αναζητούνται. Αντιθέτως τα αίτια της αποτυχίας του διερευνώνται και αναλύονται προσεκτικά τόσο από τον ίδιο όσο και από εχθρούς και φίλους.

Ο Τρικούπης το 1868 απέδωσε την αποτυχία του στην ελεύθερη μεταστροφή των ψηφοφόρων του. Τον επόμενο όμως χρόνο θα αποτύχει για λόγους που αποτυπώνουν την έκρυθμη κατάσταση που επικράτησε στο Μεσολόγγι κατά τις εκλογές: στην αποτυχία του συνετέλεσαν η δολοφονία ενός κομματάρχη του, που διαπράχθηκε κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας, η απόπειρα δολοφονίας ενός άλλου και η φήμη ότι υπήρχε κατάλογος προγραφών, γεγονότα που προκάλεσαν μεγάλη αναταραχή και αποχή από τα εκλογικά τμήματα. Το 1873 θα αποδώσει την αποτυχία του στις κυβερνητικές πιέσεις που γίνονταν μέχρι την τελευταία ημέρα της ψηφοφορίας, στην αποσκίρτηση φίλων του που διορίσθηκαν από την κυβέρνηση σε δημόσιες υπηρεσίες και στην παράνομη συγκρότηση της εφορευτικής επιτροπής Μεσολογγίου, που επέτρεψε να ψηφίσουν άλλοι αντί άλλων, ακόμη και νεκρών. Εκτός των άλλων, όμως, κατά τη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα φαίνεται ότι στήθηκε και μια ενέδρα για να τον δολοφονήσουν. Απογοητευμένος κατά βάθος, αλλά ψύχραιμος, κατέληξε τότε να πιστεύει ότι έτσι όπως ήταν τα πράγματα μόνον εκτός Βουλής θα μπορούσε να πετύχει κάτι. Γιαυτό και δεν συμμετείχε στις εκλογές του 1874.

Τα αίτια της αποτυχίας του το 1895 και της πανωλεθρίας του τρικουπικού κόμματος είναι πολύ πιο σύνθετα. Οι εκλογές οδήγησαν σε σαρωτική νίκη του Δηλιγιάννη, ο προεκλογικός αγώνας του οποίου είχε βασισθεί κυρίως στη λαϊκή δυσφορία για την κακή οικονομική κατάσταση. Έχει υποστηριχθεί, ότι η αποτυχία του τόσο του ίδιου όσο και του κόμματός του στις τελευταίες αυτές εκλογές μπορεί να εκληφθεί και ως αποδοκιμασία όλου του φιλελεύθερου αγγλικού κοινωνικού προτύπου, προς το οποίο ήθελε να οδηγήσει την ελληνική κοινωνία. Ο μέσος Έλληνας είχε συνηθίσει στο ρουσφέτι, στη χαλαρότητα της διοίκησης, στην έλλειψη αυστηρού νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου και δεν ήταν πρόθυμος να ξεφύγει από αυτά. Πιθανόν, επίσης, η καταψήφισή του να μην οφειλόταν μόνο στη δημαγωγία του Δηλιγιάννη και στον φατριασμό των αντιπάλων του, αλλά να είχε και κοινωνικο-οικονομικό χαρακτήρα, κατά της πλουτοκρατίας, την οποία τον κατηγορούσαν ότι ευνοούσε. Οπωσδήποτε πάντως οφειλόταν και στις επιπτώσεις των εκσυγχρονιστικών αλλαγών που επέβαλε στα ήδη διαμορφωμένα συμφέροντα, στο «ξεβόλεμα» πολλών, που έβλεπαν αρνητικά την επιδίωξη της συγκρότησης ενός ευνομούμενου σύγχρονου κράτους.

Το ίδιο εκείνο βράδυ, μετά τη συνειδητοποίηση της ήττας του, γράφει μια επιστολή στην αδελφή του όπου της δηλώνει και την πρόθεσή του να εγκαταλείψει οριστικά την πολιτική. Όσο εκλεγόταν βουλευτής, έστω και αν έχανε τις εκλογές το κόμμα του, αισθανόταν την υποχρέωση, τόσο απέναντι στην επαρχία του όσο και στους άλλους βουλευτές που πολιτεύονταν μαζί του, να μην εγκαταλείψει την πολιτική αρένα. Τώρα, όμως, αφού είχε κάνει ό,τι επιβαλλόταν για να παραμείνει στη Βουλή αλλά δεν εκλέχθηκε, θεωρούσε ότι κανείς δεν μπορούσε να έχει παράπονο αν αποσυρόταν για να ιδιωτεύσει.

Ακόμη και αν μπορούσε να ισχυρισθεί ότι δεν τον λύπησε η προσωπική αποτυχία του, δεν ήταν δυνατόν να μην παραδεχθεί ότι τον λύπησε η γενική αποτυχία των βουλευτών του, την οποία χαρακτήρισε ως αποδοκιμασία όλων των προσπαθειών του τόσων ετών. «Επί είκοσι έτη αγωνιζόμεθα ανενδότως δια να διορθώσωμεν τα κακώς κείμενα», έλεγε προσθέτοντας μελαγχολικά «και όμως ουδείς ανεγνώρισε τους κόπους μας και τους αγώνας μας. Εκοπιάσαμεν εις μάτην».

 

Η Λύντια Τρίχα είναι νομικός και ιστορικός. Έχει ειδικευθεί στη μελέτη της προσωπικότητας και του έργου του Χαριλάου Τρικούπη.

Γ. Κοντογιώργης – Η προσωπικότητα και το έργο του Χαρίλαου Τρικούπη (2014)

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς: Η αρχαία κληρονομιά μέσα στην σύγχρονη μεγαλούπολη: Η συμβολή του Δημήτρη Πικιώνη στην διαμόρφωση του μνημειακού χώρου της Αθήνας

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς

Η αρχαία κληρονομιά μέσα στην σύγχρονη μεγαλούπολη: Η συμβολή του Δημήτρη Πικιώνη στην διαμόρφωση του μνημειακού χώρου της Αθήνας

 

Η σημερινή Αθήνα, μια μητρόπολη 5 περίπου εκατομμυρίων κατοίκων, πάσχει από τις συνέπειες μιας ασύστολης πολεοδομικής ανάπτυξης και της απρογραμμάτιστης εγκατάστασης ενός μεγάλου μέρους της βιομηχανίας της χώρας στο από όρη περιβαλλόμενο λεκανοπέδιο.

Μια ραγδαία πτώση της ποιότητας ζωής σ’ αυτήν την μοναδική σε τοποθεσία πόλη και η απειλητική ρύπανση του περιβάλλοντος επιβαρύνουν την ζωή των κατοίκων της και σκιάζουν μάλιστα προοδευτικά ως και την αίγλη της ιστορίας της.

Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια κριτική παρουσίαση ενός τόσο σημαντικού θέματος, όπως είναι η διάσωση και ένταξη της αρχαίας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στην σύγχρονη πραγματικότητα της Αθήνας.

Μέσα στο πλαίσιο αυτής της κληρονομιάς κατέχει το έργο του Δημήτρη Πικιώνη μια ιδιαίτερη, καθοριστική σημασία. Προϋπόθεση για την κατανόηση της προσφοράς του αποτελεί ωστόσο η εξιστόρηση των πεπρωμένων, δηλαδή της ιστορικής εξέλιξης του μνημειακού χώρου της Αθήνας που δίνει στην Πόλη την ανεξίτηλή της ταυτότητα. Σ’ αντιδιαστολή προς τη Ρώμη ή την Κων/πολη, που στις ένδοξες μέρες τους είχαν τη δεκαπλάσια απ’ ότι η Αθήνα έκταση, κι όπου σήμερα τα αρχαιολογικά κατάλοιπα είναι διεσπαρμένα σ’ όλη την έκταση του σύγχρονου πολεοδομικού ιστού, οι αρχαιότητες της Αθήνας είναι συγκεντρωμένες στον εγγύς περί την Ακρόπολη και τους γειτονικούς λόφους χώρο. Εδώ, χάρη σε συνειδητό σχεδιασμό, αλλά ταυτόχρονα και χάρη σε ευτυχείς συγκυρίες των εξελίξεων κατά τα τελευταία 180 χρόνια, δημιουργήθηκε προοδευτικά ένας αρκετά ενιαίος χώρος σαν ιστορικό-αρχαιολογικό πάρκο στο κέντρο μιάς σύγχρονης μεγαλούπολης.

Ας μην επεκταθούμε, σε μια σύντομη ανασκόπηση, σε λεπτομέρειες της πολεοδομικής εξέλιξης της νεώτερης Αθήνας. Ας επισημάνουμε ωστόσο τους παράγοντες εκείνους που συνετέλεσαν στην διατήρηση και αποκάλυψη αυτού του ιστορικού τοπίου στη διάρκεια του 19ου και του 20ου αιώνα.

Στην σημερινή πρωτεύουσα, ολικής έκτασης 500 περίπου τετρ. χλμ. που απλώνεται σ’ όλο το αθηναϊκό λεκανοπέδιο, η ιστορική Αθήνα καταλαμβάνει ένα κεντρικό μεν, αλλά εντυπωσιακά μικρό χώρο. Η κλασική πόλη, η «πόλη του Θησέα», ήταν ανεπτυγμένη γύρω απ’ την Αγορά, στην βόρεια κλιτύ της Ακρόπολης, και είχε μόλις 2 τετρ. χλμ. έκταση και 50.000 περίπου κατοίκους, χωρίς τον πληθυσμό των πολυάριθμων δήμων της Αττικής. Η πόλη οχυρώθηκε μετά τους Περσικούς Πολέμους. Στην κυκλοτερή οχύρωση που εκτείνονταν εν μέρει στα πεδινά και εν μέρει στους λόφους, προστέθηκαν και τα 8 περίπου χλμ. των «μακρών τειχών», που συνέδεαν την Αθήνα με το λιμάνι του Πειραιά. Στη ρωμαϊκή εποχή, στα χρόνια του Αδριανού ξανάνθισε η πόλη. Απέκτησε ένα νέο κέντρο δημόσιας ζωής, τη Ρωμαϊκή Αγορά, και στολίστηκε με σημαντικά κτίσματα όπως το Στάδιο, το Ωδείο του Ηρώδου Αττικού και το τώρα πιά περατωμένο Ολυμπείο, τον μεγαλύτερο ναό στον αττικό χώρο. Μια σημαντική επέκταση της πόλης, η λεγόμενη «πόλη του Αδριανού», αύξησε την ολική επιφάνειά της σε 2,5 τετρ. χλμ., την μεγαλύτερή της έκταση στην Αρχαιότητα, που ξεπεράσθηκε πολύ αργότερα, μόνο μετά το 1860. Στη διάρκεια της ελληνικής και της ρωμαϊκής περιόδου οι λόφοι δυτικά της Ακρόπολης ήταν τμήμα της πόλης, καλυμμένοι με ιδιωτικές κατοικίες, γεγονός αρκετά ευνόητο, μια και αυτή η τοποθεσία διέθετε την ωραιότερη θέα και τις καλύτερες κλιματικές συνθήκες.

Η πόλη μειώθηκε δραματικά κατά τον Μεσαίωνα υπό βυζαντινή και φραγκική κυριαρχία. Υπό το γένος των Γάλλων De la Roche  και των Φλωρεντινών Acciaiuoli τον 13ο και 14ο αιώνα διεμορφώθησαν σε ανάκτορο τα Προπύλαια και το πλάτωμα της Ακρόπολης εποικίσθηκε ως οχυρωμένη άνω πόλη. Η κάτω πόλη περιορίσθηκε σε μία ελάχιστη έκταση 10 περίπου εκταρίων στη βόρεια πλευρά του οχυρού.

Στους επόμενους 4 αιώνες τουρκικής δουλείας αναπτύχθηκε και πάλι ο οικισμός σε μία μικρή επαρχιακή πόλη: 4000 κάτοικοι, Έλληνες, Αλβανοί και Τούρκοι σε χωριστές συνοικίες, περίπου 100 εκτάρια έκταση με μία οχύρωση (18ος αιών) από πλίνθους. Ένα επαρχιακό κέντρο, που φυτοζωούσε στο περιθώριο της ιστορίας. Ας θυμηθούμε εδώ και τον Ελληνιστή Μαρτίνο Κρούσιο (Martinus Crusius) από το Τübingen, που σ’ ένα απ’ τα γράμματά του προς τον Πατριάρχη της Κων/πολης αναρωτιόταν στα τέλη του 16ου αιώνα «αν η Αθήνα, η πόλη του Πλάτωνα και του Σωκράτη υπάρχει ακόμη».

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η πόλη επέζησε- επί 14 αιώνες μετά το κλείσιμο των Φιλοσοφικών Σχολών τον 6ον αιώνα από τον Ιουστινιανό, τόσο κάτω από τη βυζαντινή όσο και από την τουρκική κυριαρχία- στο περιθώριο της ιστορίας και ότι είχε αφανισθεί πολεοδομικά και πολιτιστικά. Η αρχιτεκτονική κληρονομιά καταρρέει από πολεμικές καταστροφές και κυρίως από έλλειψη μέριμνας και άγνοια. Ο περιορισμός της έκτασης της πόλης είχε ωστόσο και τις θετικές του συνέπειες για τη μετέπειτα εξέλιξη: όλοι οι λόφοι δυτικά και νότια της Ακρόπολης διατηρήθηκαν ελεύθεροι από κτίσματα, γεγονός που αποτέλεσε βασική προϋπόθεση αργότερα για τη δημιουργία του αθηναϊκού αρχαιολογικού πάρκου.

Η οικία Κλεάνθη-Schaubert στην Πλάκα, σήμερα ιστορικό μουσείο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το πάρκο αυτό θεωρήθηκε απ’ τους αρχιτέκτονες του σχεδίου της νέας Αθήνας σαν βασικό στοιχείο στην πολεοδομική της σύνθεση. Οι μαθητές του  C.F. Schinkel, Eduard Schaubert απ’ το Breslau και Σταμάτιος Κλεάνθης από τη Θεσσαλία, απόφοιτοι της αρχιτεκτονικής Ακαδημίας του Βερολίνου, είχαν αρχίσει ήδη απ’ το 1831 με δική τους πρωτοβουλία να αποτυπώνουν όλη την έκταση της κατεστραμμένης απ’ τον απελευθερωτικό αγώνα Αθήνας και είχαν συντάξει σχέδιο για την επανίδρυση της πόλης. Το σχέδιο, που εγκρίθηκε απ’ την κυβέρνηση το 1833, προέβλεπε την επέκταση της Αθήνας κατά τα πρότυπα του κλασικισμού της «Πεφωτισμένης Δεσποτείας». Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της πόλης ακολουθούν το ακτινωτό πλέγμα οδών των πολεοδομικών προτύπων Versailles, Karlsruhe, St. Petersburg: Με συμβολικό τρόπο απλώνεται η δέσμη των κύριων οδών ακτινωτά από το επίκεντρο των ανακτόρων. Την πρόταση των δύο νεότατων αρχιτεκτόνων χαρακτηρίζουν θεμελιωμένες βασικές αρχές:

  • Ανοικοδόμηση όχι επάνω, αλλά δίπλα στο αρχαίο κέντρο της πόλης στη πεδιάδα προς Βορρά. Συνέχεια άρα στην ανάπτυξη του πολεοδομικού ιστού.
  • Διασφάλιση οπτικών διασυνδέσεων απ’ το κυρίαρχο σημείο της νέας πόλης (τα ανάκτορα) προς τα Προπύλαια της Ακροπόλεως μετωπικά και προς το Στάδιο και λιμάνι του Πειραιά πλευρικά.
  • Σύμπτωση των κατευθύνσεων των κυρίων οδών (σε διάταξη ορθογωνίου τριγώνου) με τους κύριους διαύλους διασυνδέσεων μεταξύ των λόφων του Αθηναϊκού λεκανοπεδίου.

Η επέκταση της πόλης προς Βορρά αποδείχθηκε ωστόσο προβληματική: η εξάπλωση εδώ της νέας πόλης δημιούργησε σύντομα ένα κίνητρο για την επανοικοδόμηση της βόρειας κλιτύος της Ακρόπολης που –σαν επίκεντρο της αρχαίας πόλης- θα έπρεπε να μείνει ακάλυπτη για μελλοντικές ανασκαφές. Τόσο οι δύο αρχιτέκτονες του σχεδίου όσο και ο αναθεωρητής του, Leo von Klenze, υποστήριξαν την αποκάλυψη του αρχαίου άστεος, αλλά η αλματώδης ανάπτυξη της πόλης, η οικονομική αδυναμία της νεοσύστατης πολιτείας και η κερδοσκοπία επί της γης ματαίωσαν αυτές τις προθέσεις. Αλλά ούτε και η αθηναϊκή Δημογεροντία μπόρεσε να κρατήσει την υπόσχεσή της προς τον Όθωνα, να απαλλοτριώσει- σε περίπτωση που θα διαλέγονταν η Αθήνα για πρωτεύουσα- τις ιδιοκτησίες στην τελείως κατεστραμμένη Παλιά Πόλη και να τις διαθέσει στην αρχαιολογική έρευνα. Έτσι επανοικοδομήθηκε στη διάρκεια του 19ου αιώνα ένα μεγάλο μέρος της σημερινής Παλιάς Πόλης, της Πλάκας, με λαϊκό-νεοκλασικό χαρακτήρα, κι έτσι προέκυψε για πολύ χρόνο η δεοντολογική αντίθεση ανάμεσα σε δύο αλληλοσυγκρουόμενους στόχους: την διατήρηση μιάς ζωντανής, ιστορικής, αν και μορφολογικά όχι σημαντικής παλιάς συνοικίας, και την κατεδάφιση των κτισμάτων στην βόρεια κλιτύ για αρχαιολογικές ανασκαφές.

Ο  Eduard Schaubert (1804-1860) σχεδιάζει το πολεοδομικό σχέδιο των νέων Αθηνών. Πίνακας του Carl Rahl, 1834.

Παρ’ όλα αυτά όμως, πρέπει να εκτιμηθεί σωστά η προνοητικότητα του Κλεάνθη και του Schaubert. Οι προθέσεις τους, που σαν κατευθυντήριες αρχές διατηρούν πάντα την ισχύ τους, υλοποιήθηκαν εν μέρει έναν αιώνα αργότερα! Αναφέρω απόσπασμα από το «Μνημόνιον τους προς την Αντιβασιλεία»: «Η μεταφορά της πόλης στην πεδιάδα προς βορράν προσφέρει το πλεονέκτημα, ότι η γή της παληάς πόλης του Θησέα και του Αδριανού μένει ακάλυπτη κι έτσι αφίνεται χώρος για ανασκαφές. Κι αν ακόμη η σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα δεν επιτρέπει να γίνουν άμεσες ανασκαφές, οι επόμενες γενιές θα κατέκριναν την σημερινή για έλλειψη προνοητικότητας, αν δεν μεριμνήσουμε γι’ αυτό από σήμερα. Ιδιαίτερα επιθυμητό θα ήταν, να ελευθερώνονταν η βόρεια κλιτύς της Ακρόπολης με τις αρχαιότητές της σιγά-σιγά απ’ τις επιχώσεις που συσσώρευσαν πάνω της οι αιώνες».

Ως προς τη διαμόρφωση του χώρου και τη φύτευσή του, οι δύο αρχιτέκτονες διαπνέονται από τις ίδιες αρχές όπως 120 χρόνια αργότερα ο Πικιώνης. Γράφουν: «Η νότια πλευρά της πόλης θα χρησίμευε- αφού φυτεύονταν μετά το τέλος των ανασκαφών με δέντρα και διαμορφώνονταν με αλέες γύρω απ’ το βράχο- σαν περίπατος. Για τον περίπατο γύρω απ’ το κάστρο θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν δέντρα, που ν’ αντέχουν χωρίς νερό , έτσι ώστε οι ωραίοι βράχοι της Ακρόπολης να προβάλλουν στεφανωμένοι από πράσινο».

Πρόπλασμα της πόλεως των Αθηνών κατά το έτος 1842. Αναγνωρίζεται η πυκνά δομημένη παλαιά πόλη, η χάραξη των κυρίων οδών της νέας πόλεως, οι διανοίξεις οδών στην παλαιά πόλη, η Ακρόπολη και τα βασιλικά ανάκτορα στο ύψωμα της Αναλαμπής.

Ο Klenze, που επιδέξια ελισσόμενος, προσάρμοσε μεν το αρχικό σχέδιο στις συνθήκες της πραγματικότητας, αναγκάσθηκε όμως να εγκαταλείψει το μεγαλόπνοο χαρακτήρα του αρχικού σχεδίου, έπαιξε σημαντικό ρόλο ως εισηγητής της φροντίδας για τα μνημεία στην Ελλάδα. Με εισήγηση του καταργήθηκε η Ακρόπολη σαν στρατιωτικό οχυρό και άρχισαν οι εργασίες καθαρισμού για την απομάκρυνση των νεώτερων κτισμάτων και το άνοιγμα των Προπυλαίων. Λιγότερο ευτυχής θα ήταν η πραγματοποίηση του σχεδίου του για την ανέγερση των βασιλικών ανακτόρων στην δυτική κλιτύ του λόφου των Νυμφών. Το σχέδιο αυτό εμποδίσθηκε, ως γνωστόν, με την μεσολάβηση του Gärtner και την εκλογή της τελικής θέσης των ανακτόρων στην ανατολική πλευρά της νέας πόλης. Η επέκταση προς βορράν είχε όμως και τις θετικές της επιπτώσεις: ο άμεσος χώρος δυτικά και νότια της Ακρόπολης διατηρήθηκε ελεύθερος από κάθε οικοδόμηση.

Σχηματική ανασχεδίαση από τον συγγραφέα της προτάσεως Κλεάνθη-Schaubert, 1833 (άνω) και εκείνης του Leo von Klenze, 1834 (κάτω).

Η πόλη μεγάλωσε με βραδύ ρυθμό στη διάρκεια του 19ου αιώνα και ξεπέρασε το όριο των 100.000 κατοίκων γύρω στα 1900. Στο πρώτο ακριβές τοπογραφικό σχέδιο των Αθηνών, αποτυπωμένο απ’ τον Kaupert το 1875 για λογαριασμό του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, ξεπερνάει η έκταση της πόλης ελάχιστα τα όρια του αρχικού σχεδίου. Το σχέδιο δείχνει την πλήρη ανοικοδόμηση στην βόρεια κλιτύ του ιερού βράχου, αλλά και τον τελείως άκτιστο χώρο ανατολικά και νότια της Ακρόπολης. Πρώτες φωτογραφικές απεικονίσεις πιστοποιούν την ξηρότητα και εγκατάλειψη του χώρου, τις επιχώσεις από φερτά υλικά στη νότια κλιτύ και το χαρακτηριστικό περίγραμμα της Ακρόπολης που δεσπόζει στην εικόνα της πόλης.

Στα πρώτα 10 χρόνια του 20ου αιώνα διπλασιάζεται ο αριθμός των κατοίκων σε 250.000 και ξεπερνάει με το μικρασιατικό προσφυγικό ρεύμα το όριο του ενός εκατομμυρίου στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Στην διάρκεια αυτής της εκρηκτικής εξέλιξης θα είχαν πιθανότατα εποικισθεί και οι λόφοι του ιστορικού τοπίου, αν δεν είχε προνοήσει εναντίον μιάς τέτοιας εξέλιξης παλαιότερα η ενεργητικότητα δύο γυναικών. Έτσι, η πρώτη βασίλισσα της Ελλάδος Αμαλία, με την καθοδήγηση του πεθερού της, του φιλέλληνα βασιλιά Ludwig Ι. της Βαυαρίας, έθεσε υπό την προστασία της το αττικό τοπίο και δημιούργησε με πεισματική προσπάθεια στο χώρο της πόλης του Αδριανού τα 16 εκτάρια του βασιλικού κήπου: μια όαση στο τόσο εξαθλιωμένο και γυμνό αττικό τοπίο. Αργότερα, η βασίλισσα Σοφία εφρόντισε για την αναδάσωση – απ’ το 1890 και μετά- όλων των λόφων της πόλης (Λυκαβηττός, Αρδηττός, Πνύκα, Φιλοπάππου) και μάλιστα με πεύκα, κυπαρίσσια και κάκτους, που ταιριάζουν στις κλιματικές συνθήκες του τόπου. Χωρίς να έχει επιδιωχθεί κάποια συγκεκριμένη διαμόρφωση του χώρου, διασφάλισαν αυτές οι φυτεύσεις το «μη ανοικοδομήσιμο» καθεστώς των λόφων.

Η πρώτη μεγάλης κλίμακας προσπάθεια έρευνας της αρχαίας κληρονομιάς έξω από την Ακρόπολη άρχισε στην δεκαετία του ’30. Η έρευνα είχε βέβαια αρχίσει ήδη απ’ τον 19ο αιώνα στην περιοχή του θεάτρου του Διονύσου, της Πνύκας και του κλασικού οικισμού της Μελίτης στη δυτική κλιτύ του Αρείου Πάγου καθώς και στο Κεραμεικό. Τώρα όμως έρχεται η ανασκαφή του συνόλου της Αρχαίας Αγοράς, του κέντρου της αρχαίας δημόσιας ζωής, όπως το περιέγραψε ο Παυσανίας. Την ανασκαφή ανέλαβε η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, που –στο διάστημα 30 χρόνων, με ένα μεγάλο διάλειμμα στην διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου- απεκάλυψε τα 10 εκτάρια της Κλασικής Αγοράς και συνέβαλε σημαντικά στην γνώση μας, όχι μόνο της αθηναϊκής τοπογραφίας, αλλά και της πολιτικής δομής της αρχαίας πόλης.

Με την πάροδο των ετών της δεκαετίας του ’50 άρχισε να διαφαίνεται, μετά από πολυάριθμες ανασκαφικές περιόδους, η ολοκλήρωση των ανασκαφών της Αρχαίας Αγοράς. Για πρώτη φορά κρίθηκε τότε αναγκαίο – 120 χρόνια μετά την ίδρυση της Νέας Αθήνας- ν’ αντιμετωπισθεί το πρόβλημα της διαμόρφωσης και ένταξης ενός εκτεταμένου χώρου ανασκαφών στον ζωντανό πολεοδομικό ιστό. Οι πρώτες απόψεις των δημοσίων υπηρεσιών για τη διαμόρφωση του άμεσου περιβάλλοντος της Ακρόπολης χρονολογούνται από αυτή την εποχή: η σκέψη δημιουργίας ενός περιφερειακού κυκλοφοριακού δακτυλίου, της ενοποίησης του Κεραμικού με την Αρχαία Αγορά, η συνέχιση των ανασκαφών στην ανατολική πλευρά της παλιάς πόλης, η διαπλάτυνση της οδού Αδριανού, η αποκατάσταση της αρχαίας οδού των Παναθηναίων- είναι τα αντικείμενα του προβληματισμού. Το κυρίως πρόβλημα όμως, η κατάτμηση του χώρου από σημαντικούς οδικούς άξονες(οδοί Αποστόλου Παύλου και Διονυσίου Αρεοπαγίτου) παραβλέπεται.

Είναι χαρακτηριστικό, ότι αφορμή για τον πολεοδομικό σχεδιασμό στην περιοχή δεν ήταν η κηποτεχνική διαμόρφωση του χώρου γύρω από την Ακρόπολη, αλλά η προσπάθεια βελτίωσης της πρόσβασης των αρχαιοτήτων. Διαφαίνεται τώρα η ανάπτυξη του μαζικού τουρισμού. Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για μια «αξιοποίηση» της αρχαίας κληρονομιάς. Το 1954 αναθέτει ο τότε υπουργός Δημοσίων Έργων και μετέπειτα πρωθυπουργός και πρόεδρος της Δημοκρατίας Κων. Καραμανλής, καθ’ υπόδειξη των υπηρεσιακών παραγόντων, στον καθηγητή Πικιώνη τα λεγόμενα «έργα Ακροπόλεως».  Για τον φίλο των δημοσίων έργων Καραμανλή σήμαινε η εντολή του την βιαστική εκτέλεση έργων πρόσβασης και «εξωραϊσμού» με την συμβατική έννοια του όρου. Αυτή όμως δεν ήταν και η άποψη του Πικιώνη· αυτός χρειάζονταν χρόνο, για ν΄ αφήσει να  ωριμάσει μέσα του με περίσκεψη ένα πνευματικό έργο.

Ιστορική φωτογραφία. Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής δίνει με χαρακτηριστική χειρονομία κατευθύνσεις για τα έργα προσβάσεως της Ακροπόλεως από τον Δημήτρη Πικιώνη (1953-1957). Διακρίνονται ο Διευθυντής της Ακροπόλεως Έφορος Γιάννης Μηλιάδης και αριστερά οι καθηγηταί του ΕΜΠ Δ. Πικιώνης και Α. Ορλάνδος.

Παροιμιακή έμεινε η ήπια και γεμάτη αυτοπεποίθηση στάση του Πικιώνη. Στις επανειλημμένες πιέσεις του πρωθυπουργού να προωθήσει σύντομα τα έργα, απαντούσε ακλόνητος: «Κύριε πρόεδρε, εγώ δεν σας δίνω οδηγίες, πώς να εκτελέσετε τα καθήκοντά σας, αφήστε με κι εσείς να εκτελώ τα δικά μου όπως ξέρω».

Ποιος ήταν όμως ο αρχιτέκτων Δημήτρης Πικιώνης; Γεννημένος το 1887, βρίσκονταν σε ώριμη ηλικία και στο απόγειο της πείρας του, όταν του ανατέθηκε αυτό το σημαντικό έργο. Μεγαλωμένος στο Πειραιά, γιός μιας οικογένειας καπετάνιων, τον γοητεύει από νέο το αττικό τοπίο, που το εξερευνά και το ζωγραφίζει στα γυμνασιακά του χρόνια. Από νωρίς διαφαίνεται η ολοκληρωμένη του τοποθέτηση: καλλιτεχνικές ροπές, ηθική θεώρηση και ποιητική σύλληψη της ύπαρξης. Ακολουθεί πολλούς δρόμους για να προσεγγίσει τελικά τον στόχο του: την εναρμόνιση του αρχιτεκτονικού έργου με το – γι’ αυτόν- ιερό αττικό τοπίο και την πλαστική έκφραση μέσα σ’ αυτόν τον τότε ακόμη σχετικά αλώβητο χώρο.

Το 1908, σε ηλικία 21 χρόνων, αποφοιτά από το ΕΜΠ ως πολιτικός μηχανικός, τον έλκει όμως έντονα η ζωγραφική. Στις επισκέψεις του στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα γνωρίζεται με τον Giorgio de Chirico που σπούδαζε τότε εκεί. Περνάει 4 χρόνια στο Παρίσι, όπου αφοσιώνεται αποκλειστικά στην ζωγραφική. Σημαντική είναι γι’ αυτόν η επαφή με το έργο του Cézanne. Το 1912 στρέφεται σαν αυτοδίδακτος στην αρχιτεκτονική- ας σκεφτούμε εδώ τον Le Corbusier, που ακολούθησε την ίδια πορεία από την ζωγραφική στην αρχιτεκτονική- για να εξασφαλίσει ένα βιοποριστικό επάγγελμα. Υποκύπτει από εξωτερική- όπως νόμιζε τότε- αδίρητη βιοτική ανάγκη στην μόνη ωραία τέχνη, που υπηρετεί την χρησιμότητα, την Αρχιτεκτονική, και στο τέλος της παραδίνεται.

Ακολουθούν τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που τα περνά στο μέτωπο ως λοχαγός του Μηχανικού. Σ’ αυτή τη δεκαετία (1912-22) εξοικειώνεται και με ένα καινούριο πεδίο δράσεως, την συστηματική μελέτη της ελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Έτσι εξερευνά όλη τη χώρα. Η λαϊκή αρχιτεκτονική, που τα δημιουργήματά της του φαίνονται σαν προέκταση της φύσης, του γίνεται πρότυπο και αντικείμενο αναλλοίωτης αγάπης.

Ο αρχιτέκτων Δημήτριος Πικιώνης (1887-1968), αισθητής και οραματιστής.

Πλησιάζοντας τα 40 του χρόνια, δεν έχει κτίσει ακόμη τίποτε σχεδόν, αλλά έχει κερδίσει πείρα και έχει αποκρυσταλλώσει την πνευματική του τοποθέτηση. Αυτή η αυτεξούσια προσωπικότης ορίζεται στα 38 του χρόνια (1925) καθηγητής στην Έδρα της Αρχιτεκτονικής Εσωτερικών Χώρων (σημειωτέον ότι λέγονταν «Έδρα Διακοσμητικής») στο ΕΜΠ. Αυτή τη θέση θα την κρατήσει μέχρι την αποχώρηση του από το Πολυτεχνείο σε ηλικία εβδομήντα χρόνων, το 1957 και θα γίνει έτσι ο δάσκαλος δύο γενεών Ελλήνων αρχιτεκτόνων, τόσο της γενιάς του μεσοπολέμου όσο και της μεταπολεμικής.

Ο Πικιώνης τα πάντα εδίδασκε, μόνο «Διακοσμητική» δεν έκανε! Μια παράδοση μαθήματος «από καθέδρας» δεν ακούσαμε ποτέ απ’ αυτόν. Ήταν άνθρωπος των μικρών ομάδων – ας μην ξεχνάμε, ότι το 1950 ήμασταν είκοσι σπουδαστές σε κάθε έτος- της αυθόρμητης συζήτησης, του αυτοσχεδιασμού, του καθοδηγητικού, υποβλητικού διαλόγου. Τα θέματα που έθετε ήταν συγκεκριμένες, δύσκολες μορφολογικές συνθέσεις, μικρής κλίμακος: η μελέτη μιας βρύσης, η πλακόστρωση ενός περιβόλου, ένας τοίχος αντιστήριξης, η σύνθεση κτισμάτων γύρω από έναν υπαίθριο χώρο.

Οι συνάδελφοί του στο Πολυτεχνείο χαρακτήριζαν τη διδασκαλία του σαν «μάθημα ευαισθησίας». Ο Πικιώνης, που ασκούσε αρχιτεκτονική «επί του πεδίου» με συνεχή προσαρμογή και αυτοσχεδιασμό- κάτι ανάλογο με την τέχνη της φούγκας στη μουσική- και που εφεύρισκε την τελείωση του έργου του στο γιαπί, σχεδίαζε με μεγάλη ευαισθησία όχι για αυτοπροβολή, αλλά για άσκηση και διείσδυση στο θέμα.

Είναι αυτονόητο ότι, σε μία εποχή κατά την οποία ανθούσε η «διεθνιστική μορφολογία» (δεκαετία του ’50), ένας δάσκαλος που επέμενε στην αυτογνωσία και στον ενστερνισμό της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, είχε τους μαθητές του- θα ‘λεγα τους πιστούς του- αλλά βέβαια και τους αντιπάλους του. Για ένα μέρος των σπουδαστών ήταν ο ονειροπαρμένος, ευαίσθητος οραματιστής, που δεν ενδιαφέρονταν για τα επιτεύγματα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Ο Πικιώνης ωστόσο τα είχε ξεπεράσει όλ’ αυτά πολύ νωρίτερα. Στο διάστημα μεταξύ 1925 και 1933 είχε και αυτός γοητευθεί απ’ το κίνημα της νέας αρχιτεκτονικής. Ακριβώς όπως ο Le Corbusier την ίδια εποχή, ανεκάλυπτε την βαθύτερη συγγένεια ανάμεσα στην λαϊκή αρχιτεκτονική των Κυκλάδων και τις νέες κυρίαρχες ιδέες και πεποιθήσεις: την ίδια απαίτηση για λειτουργικότητα, την ίδια προσπάθεια για ένταξη στο φυσικό περιβάλλον και ειλικρίνεια στην χρήση των υλικών, την ίδια αφοσίωση στην ελεύθερη πλαστικότητα των κυβικών όγκων.

Ο Δ. Πικιώνης σχεδιάζει εις τον Άγιον Δημήτριο τον Λουμπαρδιάρη (1956). Παρακολουθούν οι μαθηταί του Σάββας Κονταράτος και Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς.

Ως σημαντικότερο κτίσμα του αυτής της περιόδου πρέπει να θεωρηθεί το Σχολείο του Λυκαβηττού. Η καθαρή διάρθρωση των όγκων και η κλιμάκωσή τους στην πλαγιά του λόφου πείθουν ακόμη σήμερα. Σε μια κατοπινή θεώρηση όμως, θα πεί γι’ αυτό το έργο: «Το Σχολείο του Λυκαβηττού χτίσθηκε περί το 1933. Όταν τελείωσε, δεν με ικανοποιούσε. Είναι τότε που στοχάσθηκα πως το οικουμενικό πνεύμα πρέπει να συντεθεί με το πνεύμα της εθνότητας».

Από τότε και μέχρι το θάνατό του, 35 χρόνια αργότερα, θ’ ακολουθούσε πλέον αποκλειστικά την μορφολογική κατεύθυνση, που είχε χαράξει. Πρόκειται για μια μεταγραφή της παραδοσιακής μορφολογίας της χθόνιας λαϊκής αρχιτεκτονικής σ’ ένα δικό του κανόνα μορφών, που δεν διστάζει να μεταχειρισθεί σύγχρονα δομικά υλικά, όπως το εμφανές σκυρόδεμα και το γυαλί.

Ο Πικιώνης κατηγορήθηκε γι’ αυτήν του την κατεύθυνση για μορφοκρατία και ρομαντικό τοπικισμό. Πιο σωστό θα ήταν να χαρακτηρισθεί σαν πρώιμος υπερασπιστής της διαφοροποίησης της αρχιτεκτονικής κατά γεωγραφικό χώρο (Regionalism) –μερικές δεκαετίες πριν εφευρεθεί ο όρος στην Δυτική Ευρώπη – που πίστευε μεν στην διεθνή σημασία της λειτουργικότητας και της κατασκευαστικής ειλικρίνειας, ταυτόχρονα όμως επιζητούσε την επιλογή των αρχιτεκτονικών μορφών που αντιστοιχούν στον εκάστοτε φυσικό και πολιτιστικό χώρο. Μ’ αυτό του το αίτημα βρίσκονταν πιο μπροστά απ’ την εποχή του. Το κατά πόσο, βέβαια, η εκλεκτική αναφορά στα πρότυπα της λαϊκής αρχιτεκτονικής ήταν ο μόνος σωστός δρόμος, μένει ένα ερώτημα ανοικτό. Αναμφισβήτητη είναι ωστόσο η υψηλή μορφολογική ποιότητα των σχεδίων του και η εράσμια και τέλεια εκτέλεσή τους από τα ανθρώπινα χέρια που οδηγούσε.

Απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ’30 δημιούργησε μ’ αυτήν την θεώρηση κάπου 25 έργα, απ’ τα οποία κυριότερα ήταν το Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1933) και το Ξενία των Δελφών (στην δεκαετία του ’50). Σημαντικότερες μελέτες όπως το Δασικό Χωριό στο Περτούλι Τρικκάλων ή δεν έγιναν σε συνέπεια με τις απόψεις του ή δεν πραγματοποιήθηκαν καθόλου, όπως ο συνεταιρικός οικισμός στην Αιξωνή, όπου  ήλπιζε ότι θα πραγμάτωνε του πολεοδομικούς του οραματισμούς.

Η διαμόρφωση του χώρου γύρω από την Ακρόπολη παίρνει έτσι μια ξεχωριστή σημασία στο όλο έργο του, μια κι έδωσε στον δάσκαλο για πρώτη φορά την δυνατότητα να εργασθεί σε μια τέτοια κλίμακα. Δεν έχουμε εδώ ούτε μια καθαρά πολεοδομική ρύθμιση ούτε και μια απλή εργασία κηποτεχνικής διαμόρφωσης, αλλά την αρμονική διάρθρωση ενός ιστορικού ελεύθερου χώρου. Έπρεπε να μελετηθούν οι προσβάσεις σε σημαντικές αρχαιότητες καθώς και νέα κτίσματα ενταγμένα στο ιστορικό τοπίο: ένα απ’ τα πιο δύσκολα έργα για έναν αρχιτέκτονα.

Το άνδηρον θέας στον λόφο του Φιλοπάππου.

Ο Πικιώνης έθεσε σαν κύριο στόχο, να διαμορφώσει όσο το δυνατόν πιο διακριτικά προσβάσεις στα μνημεία της Ακρόπολης για τον πεζό, προσφέροντας τη φυσική αλλά και την πνευματική προσέγγιση. Για να πετύχει το πρώτο, σχεδίασε ένα σύστημα πεζόδρομων και ατραπών προσαρμοσμένο με μεγάλη ευαισθησία στην τοπογραφία του χώρου. Την πνευματική προσέγγιση προσπάθησε να διασφαλίσει με τρείς τρόπους:

α) την εκλογή και διαμόρφωση σημείων στάσεως και θέας που προσφέρουν τις καλύτερες οπτικές διασυνδέσεις προς τα μνημεία.

β) την ένταξη στη σύνθεσή του χαρακτηριστικών τοπογραφικών στοιχείων και υπαρχουσών αρχαιοτήτων διαφόρων εποχών.

γ) την αναφορά σε αρχέτυπες μορφές της ελληνικής αρχιτεκτονικής στο σχεδιασμό των νέων κτισμάτων, για να δημιουργήσει μία σχέση αναφοράς ανάμεσα σ’ αυτά και τις αρχαιότητες.

Το σύστημα των οδεύσεων αποτελείται από δύο κύριους κλάδους (μήκους 300 και 500 μ. αντίστοιχα) που, ξεκινώντας απ’ το σταυροδρόμι των οδών προσβάσεως στο διάσελο μεταξύ των λόφων του Φιλοπάππου, της Πνύκας και του Αρείου Πάγου, υπηρετούν δύο διαφορετικούς σκοπούς. Ενώ η πρώτη όδευση οδηγεί στην είσοδο της Ακρόπολης, η δεύτερη προσφέρει την ενατένιση της Ακρόπολης απ’ τους γειτονικούς λόφους. Αυτές οι κύριες οδεύσεις είναι διαμορφωμένες σαν λιθόστρωτα σπάνιας εφευρετικότητας: συμπαγείς ασβεστόλιθοι συντίθενται σ’ εναλλαγή με χοντρές μαρμαρόπλακες διαφόρων σχημάτων και μεγεθών καθώς και με επί τόπου χυμένες λωρίδες σκυροδέματος που υποβάλλουν την εκάστοτε πορεία. Το πλάτος των κύριων οδεύσεων κυμαίνεται ανάμεσα στα 5 και 7 μέτρα.

Για τον Πικιώνη ήταν αυτονόητη η λειτουργία αυτών των οδεύσεων αποκλειστικά σαν πεζόδρομων. Σε κριτικές παρατηρήσεις ότι θα ήταν αναγκαία η μηχανοκίνητη πρόσβαση των επισκεπτών αντιδρούσε με προσποιητή αφέλεια και λεπτή ειρωνεία, χαριτολογώντας: «Αν οι σύγχρονοι προσκυνητές είναι τόσο οκνοί ώστε να αρνούνται ν’ ανέβουν τα τελευταία μέτρα με τα πόδια, τότε ας φροντίσουν να τους ανεβάζουν με ανάκλιντρα, όπως γινόταν με τους μαλθακούς τουρίστες της ρωμαϊκής εποχής». Τα θαυμάσια αυτά λιθόστρωτα, που θυμίζουν πιο πολύ πίνακα του Klee ή του Mondrian παρά διάστρωση δρόμου, δέχθηκαν ωστόσο επί 20 χρόνια (μέχρι το 1978) την φθορά της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων!

Μοναδικής ευαισθησίας είναι η προσφερόμενη εναλλαγή οπτικών εντυπώσεων κατά μήκος των δύο οδεύσεων. Κύριο βοήθημα της ψυχολογικής υποβολής είναι το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Η Ακρόπολη φαίνεται αρχικά από το πλάι, από τον Νότο, και ο Παρθενών μόλις διακρίνεται από το θριγκό του. Στη συνέχεια χάνει ο πεζός – στην αρχή της πρώτης οδεύσεως – τελείως από τα μάτια του την Ακρόπολη πίσω από την δασωμένη πλαγιά, για να βρεθεί- αφού φθάσει στο βράχο του Αρείου Πάγου και να στραφεί προς τα δεξιά- έξαφνα μπροστά στην Πύλη του Beulé και τα Προπύλαια.

Αλλιώτικα είναι τα βιώματα στη δεύτερη όδευση: Με τα νώτα στραμμένα προς την Ακρόπολη, ανεβαίνουμε μέχρι το διάσελο μεταξύ Πνύκας και Φιλοπάππου. Εδώ η θέα απλώνεται απεριόριστη στο αθηναϊκό λεκανοπέδιο μέχρι τον Πειραιά: στο  βάθος η θάλασσα, η Σαλαμίνα και η Αίγινα. Εδώ σταματάει ο Πικιώνης δίπλα στα ορατά ίχνη των καταλοίπων του αρχαίου τείχους (Κλεώνειο Διατείχισμα) και τον μεταβυζαντινό ναΐσκο του Αγίου Δημητρίου του Λουμπαρδιάρη. Σ’ αυτό το σημείο δημιουργείται ένα αναπαυτήρι και στοχαστήρι με τη μορφή ενός μικρού περιβόλου: ναός, περίπτερο θέας με σκιάδα και καφενείο περιβάλλουν ένα προαύλιο. Ξαναβρίσκουμε εδώ την ανοικτή μορφή των αρχαίων ιερών: ένα ραδινό ξύλινο πρόπυλο, αλλά και διάφορες οπτικές φυγές και εξόδους από τον περίβολο. Ένας με σαφήνεια ορισμένος, αλλά όχι ερμητικά κλειστός ελεύθερος χώρος: ελληνική χωροδομία.

Η επιλογή της θέσης του περιπτέρου –σε κατάλληλο ύψος και ακριβώς στην προέκταση του κυρίου άξονα του Παρθενώνα- προσφέρει την μετωπική θέα της επιβλητικής δυτικής όψης του ναού. Απ’ αυτό το διαρθρωτικό σημείο της όλης σύνθεσης προσφέρονται δύο δυνατότητες για την παραπέρα επίσκεψη του ιστορικού χώρου:

-Προς τα δεξιά φέρνει ένας απλός σκυρόστρωτος δρόμος στο ημικυκλικό πλάτωμα της Πνύκας, την αρχαία «εκκλησία του Δήμου». Απ’ αυτό το σημείο προσφέρεται στον θεατή ένα ευρύ πανόραμα προς τον ναό του Ηφαίστου και τον χώρο των ανασκαφών της Αρχαίας Αγοράς μέχρι την Ακρόπολη. Είναι χαρακτηριστικό για τον σεβασμό του Πικιώνη προς τα δημιουργήματα της αρχαιότητας, ότι εδώ όπου προϋπάρχει ένα αυθεντικό, αρχαίο χωροδρομικό σύνολο, δεν προσθέτει τίποτε δικό του και είναι απόλυτα επιφυλακτικός.

-Αλλιώτικη είναι η συνέχεια του δρόμου προς τ’ αριστερά: εδώ, με επιμέλεια λιθοστρωμένος όπως τον περιγράψαμε, ο δρόμος οδηγείται με απαλή ανηφορική καμπύλη προς τα επάνω και τελειώνει στα μισά περίπου του ύψους του λόφου του Φιλοπάππου, δίπλα στο αρχαίο τείχος. Σ’ αυτό το σημείο, σε ύψος επιλεγμένο με ακρίβεια που προσφέρει μια εντυπωσιακή πανοραμική θέα της Ακρόπολης, ο  Πικιώνης σχεδιάζει το  μεγάλο πλάτωμα θέας, το Άνδηρον, μ’ ένα σύνολο λίθινων εξεδρών, διατεταγμένων σε διάφορα, ελαφρά κλιμακωτά επίπεδα.

Η άνοδος προς τον λόφο του Φιλοπάππου.

Ένα πυκνό πλέγμα από σκαλοπατητά μονοπάτια, διαστρωμένα με μικρές πέτρες και εμπλουτισμένα μ’ ένα πλήθος μορφολογικών εφευρημάτων, επιτρέπει την παραπέρα διερεύνηση των πλαγιών. Ο λόφος του Φιλοπάππου καλύπτονταν στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή, από αστικές κατοικίες֗ έτσι βρίσκονται παντού κατόψεις και θεμέλια σπιτιών λαξευμένα σε βράχους. Όλ’ αυτά τα ίχνη τα διατήρησε με μεγάλο σεβασμό ο Πικιώνης, τα συνέδεσε όμως με το δικό του πλέγμα ατραπών. Στο δασύλλιο των πεύκων και των κυπαρισσιών τοποθετήθηκε ένα αρδευτικό δίκτυο που διευκόλυνε τον εμπλουτισμό της βλάστησης με φύτευση εγχωρίων φυτών και θάμνων-δάφνες, αγριελιές, τεύκρια και σχίνους. Κατηγορηματικά απέρριπτε οποιαδήποτε ιδέα ενός γλυκερού κηποτεχικού «εξωραϊσμού». Μόνο ένα φωτεινό αλσύλλιο που θα βοηθούσε στην ανάγνωση της ιστορικής τοπογραφίας του φαίνονταν ταιριαστό.

Ο Πικιώνης χρησιμοποιούσε συνειδητά και με συνέπεια μια μέθοδο δημιουργικού αυτοσχεδιασμού. Περνούσε ώρες ολόκληρες επί τόπου, καθισμένος σε ένα ταπεινό σκαμνάκι, για να ορίσει τις βασικές χαράξεις και να δώσει στους έμπειρους «πελεκάνους» τις απαραίτητες οδηγίες. Τα σχέδια χρησίμευαν μόνον ως στοιχεία αναφοράς. Μια μικρή μάδα πιστών μαθητών τέντωνε διαρκώς επί του πεδίου, με την καθοδήγησή του, τις ευθυντηρίες των νημάτων που όριζαν τα σχέδια των λιθόστρωτων.

Εκτός από τη πέτρα και το ξύλο, ο Πικιώνης χρησιμοποίησε συχνά και αρχιτεκτονικά μαρμάρινα μέλη που τα μάζευε από κατεδαφισμένα νεοκλασικά σπίτια της Αθήνας και που χρησιμοποιούσε για τοίχους αντιστήριξης, καθίσματα και λιθοστρώσεις. Γι’ αυτές τις εκλεκτιστικές αλλά με πολλή ευαισθησία βαλμένες ιστορικές «μνείες» υπήρχε πολύ λίγη κατανόηση το 1950, σε αντίθεση με σήμερα, που θα πρέπει να είχαν εξασφαλισμένη μια πολύ θετική αποδοχή. Κυκλοφορούσε μάλιστα ο μύθος για τα «ψεύτικα αρχαία» που δήθεν σκόρπισε στο τοπίο!

Λεπτομέρεια των ενθέτων σπαραγμάτων στην τοιχοποιϊα του ναϊσκου του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη.

 

O ναϊσκος του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη. Μεσημβρινή όψη.
Εξέδρες και πλακόστρωτα στην οδό προσπελάσεως προς τον ναϊσκον του Αγίου Δημητρίου Λουμπαρδιάρη.

Το 1958 είχε ολοκληρωθεί το έργο του Πικιώνη στην Ακρόπολη: ένα σχετικά μικρό αλλά πολύ σημαντικό τμήμα της διαμόρφωσης του αρχαιολογικού-ιστορικού πάρκου της Αθήνας, η οποία βρίσκεται ακόμη σε πλήρη εξέλιξη. Το αποτέλεσμα αναγνωρίσθηκε ήδη τότε –παρά τον υποτιθέμενο ιστορίζοντα χαρακτήρα του- σαν καθοριστικό. Έτσι ο Ιάπωνας μεταβολιστής Kurokawa μιλά για μια αρχιτεκτονική που ανταποκρίνεται στην ανθρώπινη κινητική διαδικασία και ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης για μια ανθρωπιστική δημιουργία που ξαναβρίσκει τον χαμένο διάλογο με το κλίμα, το πνεύμα του τόπου και την αρχιτεκτονική κληρονομιά.

Ο Πικιώνης έζησε ακόμη 10 χρόνια μετά τη σημαντικότερη αυτή δημιουργία του –πέθανε το1968 σε ηλικία 81 ετών. Μελέτησε δύο ακόμη σημαντικά έργα ωριμότητας: τη γαλήνια και αιθέρια Παιδική Χαρά στην Φιλοθέη και την τουριστική αξιοποίηση της Φορτέτζας στο Ρέθυμνο της Κρήτης. Η πρώτη μελέτη πραγματοποιήθηκε, η δεύτερη έμεινε – όπως πολλά άλλα έργα του- «ένα θαυμάσιο γοητευτικό όνειρο θερινής νύκτας ενός μεγάλου αρχιτέκτονα», για να μεταχειρισθώ τα λόγια του  Klenze που αναφέρονται στη πρόταση του Schinkel για ένα ανάκτορο στη Ακρόπολη.

Θα έπρεπε τώρα, για να ολοκληρωθεί η εικόνα της εξέλιξης, να μνημονευθούν εκτενώς τα σημαντικότερα μέτρα που ελήφθησαν για την ιστορική κληρονομιά της Αθήνας τα επόμενα χρόνια. Αυτό όμως θ’ αποτελούσε αντικείμενο μιας άλλης ενημερωτικής πραγματείας. Ας ανατρέξουμε ωστόσο στην περίοδο αυτή με κάθε συντομία, επισημαίνοντας τα κύρια βήματα: Ας αναφερθεί πρώτα η κατασκευαστικά με άψογη, από άποψη όμως δεοντολογίας της συντήρησης των μνημείων αμφιλεγόμενη ανακατασκευή της ελληνιστικής Στοάς του Αττάλου του Α’, στον χώρο της Αρχαίας Αγοράς στο διάστημα 1953-1958.

Λεπτομέρεια πλακοστρώσεως της οδού προς το άνδηρον του Φιλοπάππου.

Ακολουθεί η βαθμιαία αποκατάσταση του αρχαίου “Περιπάτου” του περιφερειακού πεζοδρόμου στη ρίζα του βράχου της Ακρόπολης, που προσφέρει την δυνατότητα μιάς συνολικής θέας του αρχαιολογικού χώρου αλλά και της εικόνας της σημερινής μεγαλούπολης από περίοπτη θέση.

Μετά από μια δημόσια αντιμαχία (που κράτησε μέχρι  1975 περίπου) για την τύχη των 20 περίπου εκταρίων της παλιάς Πόλης πάνω απ’ την οδό Αδριανού, ολοκληρώθηκαν τα μέτρα για μια προσεκτική συντήρηση και ανάπλαση της Πλάκας. Σημαντικές μεμονωμένες ανασκαφές έγιναν και σ’ αυτό το χώρο: η σκέψη όμως να κατεδαφισθεί όλη η περιοχή για αρχαιολογικές ανασκαφές εγκαταλείφθηκε οριστικά.

Απ’ το 1976 διεξάγεται μια μεγάλης κλίμακος επιχείρηση για την διάσωση των μνημείων της Ακρόπολης και την τακτοποίηση των 2.000 αρχιτεκτονικών μελών που είναι σκορπισμένα στο πλάτωμά της.

Σημαντικά έργα υποδομής, όπως το νέο μουσείο στις προσβάσεις της Ακροπόλεως απέναντι από το θέατρο του Διονύσου αλλά και η πεζοδρόμηση του άξονος των οδών Διονυσίου Αρεοπαγίτου – Αποστόλου Παύλου και η δημιουργία του “Αθηναϊκού περιπάτου”, ολοκληρώθηκαν με το ξεκίνημα του νέου αιώνα.

Έτσι διαφαίνεται η δημιουργία ενός ενοποιημένου πολιτιστικού πάρκου που εκτείνεται από τον Κεραμεικό και τον λόφο της Πνύκας δυτικά, μέχρι το Στάδιο και τον Αρδηττό ανατολικά, περιλαμβάνοντας τη  παλιά πόλη, την περιοχή Ακροπόλεως, Αρείου Πάγου και Φιλοπάππου καθώς και το Ολυμπείο, το Ζάππειο και τον Εθνικό Κήπο. Η σταδιακή δημιουργία μιας μνημειακής ζώνης πρασίνου στο κέντρο της πόλης μπορεί ν’ αξιολογηθεί σαν μια θετική εξέλιξη στην κατά τα άλλα πολεοδομικά πάσχουσα μεγαλούπολη.

Ο πεζόδρομος της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου σήμερα.

Στο πέλαγος των κτισμάτων των 500 τετρ. χλμ. της σύγχρονης πόλης, αυτά τα 2,5 τετρ. χλμ. πρασίνου διατηρούν ζωντανή τη μνήμη της ιστορικής εξέλιξης της πόλης και διασώζουν τα βασικά χαρακτηριστικά του ιστορικού τοπίου. Ακόμη δίνουν στην εικόνα της Αθήνας την μοναδική της ταυτότητα. Ταυτόχρονα προσφέρει αυτός ο ελεύθερος δημόσιος χώρος στον ταλαιπωρημένο σημερινό κάτοικο τη μοναδική δυνατότητα ανάπαυσης και περισυλλογής στην καρδιά της μεγαλούπολης.

Το περιδιάβασμα των λόφων που σώθηκαν από τον εποικισμό επιτρέπει τη θεώρηση του συνόλου της πόλης: το χαμένο περίγραμμά της, τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος φυσικού χώρου, το ημικύκλιο των βουνών, η θάλασσα και τα κοντινά νησιά, όλα γίνονται μεμιάς πάλι ορατά.

Ποια είναι, όμως, η σημασία της δημιουργίας το Πικιώνη σαν συστατικό τμήμα αυτού του πολιτιστικού πάρκου; Ποια αξία έχουν τα 10 εκτάρια ελευθέρου χώρου που εκείνος διαμόρφωσε, μέσα στα 250 της ολικής έκτασης των λόφων, πάρκων και χώρων ανασκαφών;

Ας αποτολμήσουμε μια αποτίμηση της προσφοράς του: στο μεταξύ ανδρώθηκαν δυο γενιές αρχιτεκτόνων. Γι’ αυτές δεν έχουν πιά σημασία οι αισθητικές διαμάχες σχετικά με τις μορφολογικές λύσεις του Πικιώνη. Το κατά πόσον έκανε ιστορισμό ή «ψεύτικα αρχαία» ή έπαιζε με τρόπο μεγαλοφυή με την συλλογή ελληνικών αρχετύπων από διάφορες εποχές (για να θυμηθούμε τις επικρίσεις εναντίον του). Αυτά τα ερωτήματα δεν συγκινούν πια κανέναν!

Ο Πικιώνης περπατεί στα πλακόστρωτα που διαμόρφωσε κάτω από την Ακρόπολη.

Το έργο του εντάσσεται τέλεια στο ιστορικό χώρο και οι Αθηναίοι το έχουν οικειοποιηθεί. Η διακριτικότητα και σεμνότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Πικιώνη έχουν καταξιωθεί διπλά: για τον απλό πολίτη μοιάζει η διαμόρφωση σαν να υπήρχε πάντα, σαν άχρονη, σαν αναπόσπαστο μέρος του τοπίου. Στο εξασκημένο μάτι όμως αποκαλύπτεται ένα θαύμα προσεκτικής προσαρμογής, ένταξης στο πνεύμα του χώρου και υποταγής στην παρουσία της μεγάλης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Οι μορφολογικές λεπτομέρειες ή η επιλογή των επιμέρους μορφών – για τις οποίες πάντα διῒστανται οι απόψεις- δεν είναι τα κριτήρια του έργου. Αυτό που προσδίδει στο έργο αυτό την ιδιαίτερη αξία του, είναι το καλλιτεχνικό ήθος του δημιουργού του: η απόφαση του Πικιώνη να μην αντιπαραταχθεί υπερφίαλα σαν σύγχρονος ανταγωνιστής στο έργο του Ικτίνου, αλλά να μας κάνει προσιτή αυτή την κληρονομιά με τη δύναμη της υποβολής. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Δάσκαλος μιλούσε μεν και ζωγράφιζε με τρόπο υποβλητικό, θεωρούσε όμως και τους δύο αυτούς τρόπους μόνον ως μέσα για την προσέγγιση του ουσιαστικού· κι αυτό ήταν γι’ αυτόν πάντα η βίωση του αρχιτεκτονημένου χώρου.

Θα ήθελα λοιπόν να σας προτρέψω να ζήσετε αυτόν το χώρο, όχι μόνο με την περιέργεια του επισκέπτη, αλλά σαν στοχαστικοί προσκυνητές –όπως το επιθυμούσε εκείνος. Θα γνωρίσετε τότε μια μεγάλη χαρά: το «θαυμάζειν». Θα νιώσετε θαυμασμό για τη διακριτική προσέγγιση της αρχαίας κληρονομιάς και την σεμνότητα κι ευαισθησία από την οποία πήγασε η δημιουργία αυτή.

Μια τέτοια αντιμετώπιση του έργου του θα ήταν και η μεγαλύτερη τιμή για τον Πικιώνη. Για την επίσκεψή σας αυτή, συνοδευτικά, τα σημαίνοντα λόγια του απ’ την πνευματική του διαθήκη: Έγραφε: “Νέοι… κατεβείτε στο σκάμμα της υποταγής. Αυτή και μόνη θα σας χαρίσει την αληθινή ελευθερία. Και μην οκνήσετε ποτέ, γιατ’ είναι γραμμένο πως το να μην μπορέσουμε, ίσως κάποτε μας συγχωρεθεί· το να μην προσπαθήσουμε, ποτέ».

Ο καθηγητής Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς είναι Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος, μαθητής του Δημ. Πικιώνη

Δημήτρης Πικιώνης. Τα χρόνια της μαθητείας μου κοντά του. Ομιλεί ο Αλέξανδρος Παπαγεωργίου – Βενετάς

Αναστασία Παπαδία-Λάλα: ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1204. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ (13ος-18ος αι.)*

Αναστασία Παπαδία-Λάλα

ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1204. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ
ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ (13ος-18ος αι.)*

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους Σταυροφόρους και τους Βενετούς, τον Απρίλιο του 1204, σηματοδότησε την πλήρη ανακατάταξη του πολιτικού χάρτη στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Με την Partitio Terrarum Imperii Romaniae, τη συνθήκη διανομής της βυζαντινής αυτοκρατορίας μεταξύ των νικητών, στον παραδοσιακό ελληνικό χώρο εγκαινιάζεται η μακρά περίοδος της λατινοκρατίας και εγκαθιδρύονται πολυάριθμες, βραχύβιες και εναλλασσόμενες δυτικές κυριαρχίες. Στη νέα ιστορική πραγματικότητα, η Βενετία απέκτησε δεσπόζουσα θέση. Σύμφωνα με την Partitio, απέσπασε, μεταξύ άλλων θέσεων, μεγάλο τμήμα της σημερινής παράκτιας και νησιωτικής Ελλάδας, ενώ τον Αύγουστο του 1204, μετά από συμφωνία με τον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, στην επικράτειά της ενσωματώθηκε και η Κρήτη.

Η Βενετία από τον Μπολονίνο Ζαλτιέρι, 1565 (https://el.wikipedia.org/wiki/Βενετία).

Με τον τρόπο αυτό, η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του αγίου Μάρκου, πόλη-κράτος, που κατά τη μεσαιωνική περίοδο τυπικά ήταν υποτελής στον βυζαντινό αυτοκράτορα και από αιώνες διατηρούσε στενές εμπορικές σχέσεις με την Ανατολή, εγκατέστησε σε άλλοτε βυζαντινά εδάφη την πολιτική εξουσία της. Κατά τη μακρά χρονική περίοδο της βενετικής επιβολής, η ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου διατέλεσε συγχρόνως ή διαδοχικώς κάτω και από άλλες αρχές: τη βυζαντινή –από το 1261, όταν ανασυστάθηκε η βυζαντινή αυτοκρατορία, κατά ένα τμήμα της, έως το 1453–, διάφορες δυτικές και την οθωμανική. Στον ταραγμένο αυτό ιστορικό περίγυρο, το βενετικό «Κράτος της Θάλασσας» (Stato da Mar) αποδείχθηκε το μακροβιότερο από τα δυτικά κράτη της Ανατολής και διατηρήθηκε έως το 1797, όταν η ίδια η Βενετία και, ακολούθως, οι ολιγάριθμες πλέον κτήσεις της στον ελληνικό χώρο παραδόθηκαν στα γαλλικά στρατεύματα του Ναπολέοντα. Ωστόσο, τα γεωγραφικά όριά του δεν υπήρξαν σταθερά και μεταβλήθηκαν επανειλημμένα ως απόρροια του περίπλοκου ιστορικού περιγύρου αλλά και των μεταβαλλόμενων ιδεολογικών θέσεων των εγχώριων, ελληνορθόδοξων πληθυσμών.

Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα, μέσα σε έντονα αντιβενετικό και γενικότερα αντιδυτικό κλίμα, η Βενετία είχε περιορισθεί στην Κρήτη και στις πελοποννησιακές εμπορικές βάσεις της Μεθώνης και της Κορώνης.

Αγνώστου, Το Ρέθυμνο κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, 17ος αιώνας, Δημαρχείο Ρεθύμνου.

Η θέση της, ακόμη και στην εδαφικά συρρικνωμένη αυτή επικράτεια, εμφανιζόταν επισφαλής. Η Κρήτη, επί μακρό χρόνο (13ος αιώνας – μέσα 14ου αιώνα), συνταράχθηκε από επαναστατικές κινήσεις, υπό την αρχηγία παλαιών αρχοντικών οικογενειών του νησιού, με βυζαντινές ρίζες (Αγιοστεφανίτες, Σκορδίληδες, Μελισσηνοί, Βαρούχες, Χορτάτσηδες, Καλλέργηδες κ.ά.), ενώ στο επαναστατικό αυτό κλίμα ιδιαίτερη είναι η σημασία της γνωστής, αποτυχημένης «αποστασίας του Αγίου Τίτου» (1363-1364/6), με πρωτεργάτες βενετικής και ελληνικής καταγωγής, εγχώριους φεουδάρχες. Παράλληλα, τόσο η ανασυγκροτημένη από το 1261 βυζαντινή αυτοκρατορία όσο και άλλες δυτικές δυνάμεις πρόβαλλαν ισχυρές διεκδικήσεις επί των βενετικών εδαφών.

Νέοι όροι εμπέδωσης αλλά και επέκτασης της βενετικής κυριαρχίας άρχισαν να διαμορφώνονται κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, λόγω της τουρκικής προέλασης στην ανατολική Μεσόγειο και τη Βαλκανική. Στην Κρήτη, οι τοπικοί άρχοντες, σχεδόν στο σύνολό τους, είχαν συνθηκολογήσει με τις βενετικές αρχές, έλαβαν γαίες και τίτλους ευγενείας και μετατράπηκαν σε σταθερά φιλοβενετικά στοιχεία. Την ίδια εποχή, ενώ είχε προηγηθεί η προσάρτηση του θεσσαλικού κάστρου του Πτελεού (1322) και των Κυθήρων (1363), εγκαινιάζεται νέα περίοδος της βενετοκρατίας στην Ανατολή. Προ του τουρκικού κινδύνου, με την ανοχή ή και την πρόσκληση των κατοίκων τους, στο βενετικό κράτος ενσωματώθηκαν πολλές περιοχές, είτε βυζαντινές είτε φραγκοκρατούμενες: η Κέρκυρα και το ηπειρωτικό της εξάρτημα, ο Βουθρωτός (1386), το Ναύπλιο και το Άργος (1389 και 1394, αντίστοιχα), η Εύβοια, η Τήνος και η Μύκονος (1390), η Πάργα (1401), η Ναύπακτος (1407), το Ναβαρίνο (1423). Επιπλέον, στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα βραχύχρονη βενετική κυριαρχία γνώρισαν η Πάτρα (1408-1413, 1417-1419) και η Θεσσαλονίκη (1423-1430), ενώ από τον 14ο έως τον 16ο αιώνα σποραδικά και για περιορισμένα χρονικά διαστήματα σημειώνεται άμεση υπαγωγή στη βενετική πολιτεία νησιών του Αιγαίου, που εξουσιάζονταν από δυτικής καταγωγής ηγεμόνες (Αμοργός, Άνδρος, Νάξος, Πάρος).

Το ενετικό κάστρο της Μεθώνης (13ος-15ος αιώνας).

Κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, το 1453, οι Βενετοί στάθηκαν στο πλευρό των Βυζαντινών, όμως, το 1454, ένα σχεδόν χρόνο μετά την Άλωση, έσπευσαν να συνάψουν νέα εμπορική συνθήκη με τους Οθωμανούς. Την ίδια περίοδο, περί τα μέσα του 15ου αιώνα, στην επικράτειά τους εντάχθηκαν ειρηνικά η Αίγινα (1451), η Σκύρος, η Σκιάθος και η Σκόπελος (1454), η Μονεμβασία (1463).

Τέλος, το βενετικό κράτος στην Ανατολή γνώρισε ποικίλες αυξομειώσεις ως συνέχεια των επτά βενετοτουρκικών πολέμων (δεύτερο μισό 15ου αιώνα – αρχές 18ου αιώνα.). Ο πρώτος βενετοτουρκικός πόλεμος (1463-1479), παρά τις περιστασιακές βενετικές επιτυχίες, όπως η προσωρινή κατάληψη ορισμένων πελοποννησιακών θέσεων, της Λήμνου και άλλων νησιών του βόρειου Αιγαίου, είχε ως κατάληξη την απώλεια για τους Βενετούς του Άργους (1463), της βίαια κατακτημένης το 1470 από τα τουρκικά στρατεύματα Χαλκίδας –του βενετικού Negroponte– και, συνακολούθως, ολόκληρης της Εύβοιας, καθώς και του Πτελεού. Την ίδια εποχή, το βενετικό κράτος επεκτάθηκε με την προσάρτηση της Ζακύνθου, υπό τον όρο της καταβολής στους Οθωμανούς φόρου υποτελείας (1484), και με την παραχώρηση της Κύπρου στη Βενετία από την τελευταία βασίλισσά της, τη Βενετή Αικατερίνη Cornaro (1489). Σημαντικές υπήρξαν οι εδαφικές απώλειες των Βενετών κατά τον δεύτερο βενετοτουρκικό πόλεμο (1499-1503). Με τη συνθήκη του 1503 αποδόθηκαν στους Οθωμανούς οι ήδη κατειλημμένες βενετικές βάσεις της Ναυπάκτου στη Στερεά Ελλάδα, καθώς και της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναβαρίνου στην Πελοπόννησο. Σε αντιστάθμισμα, οι Βενετοί επισημοποίησαν την κατοχή τους στη Ζάκυνθο και απέσπασαν την Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Με τον τρόπο αυτό, όλα τα νησιά του Ιονίου, εκτός από τη Λευκάδα, πέρασαν στη βενετική κυριαρχία και ο χώρος απέκτησε ιδεατή ενότητα. Κατά τον τρίτο βενετοτουρκικό πόλεμο (1537-1540), στο πλαίσιο της «Ιεράς Συμμαχίας» (Santa Lega), οι Βενετοί υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν και επίσημα στους Οθωμανούς τα τελευταία εδάφη τους στην Πελοπόννησο –το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία–, την Αίγινα, τη Σκύρο, τη Σκιάθο και τη Σκόπελο, ενώ στις Κυκλάδες μοναδική βενετική κτήση παρέμεινε η Τήνος. Τρεις δεκαετίες αργότερα κηρύχθηκε ο τέταρτος βενετοτουρκικός πόλεμος (1570-1573), κατά τη διάρκεια του οποίου οι οθωμανικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κύπρο (1570-1571). Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των Βενετών, στο πλαίσιο του νέου «Ιερού Συνασπισμού» (Sacra Liga), καθυστέρησαν να τους προσφέρουν τη βοήθειά τους, λόγω των εσωτερικών αντιθέσεών τους, και δεν κατόρθωσαν να εκμεταλλευθούν τη μεγάλη κοινή νίκη τους επί των Οθωμανών κατά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), στην οποία έλαβαν μέρος στο πλευρό των χριστιανικών στρατευμάτων πολλοί Έλληνες από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές.

Γκραβούρα ανώνυμου Γερμανού με θέμα την πολιορκία του Χάνδακα, 1669.

Η μακρά περίοδος ειρήνης που ακολούθησε στον μεσογειακό χώρο διακόπηκε με την έκρηξη του πολυετούς Κρητικού Πολέμου (1645-1669). Η λήξη του, με τη συνθήκη παράδοσης του Χάνδακα (1669), σήμανε για τη Βενετία την οριστική απώλεια ολόκληρης της Κρήτης, εκτός από τις στρατιωτικές βάσεις της Σούδας, της Σπιναλόγκας και της Γραμβούσας. Είχαν προηγηθεί οι διαδοχικές καταλήψεις από τους Οθωμανούς των Χανιών (1645), του Ρεθύμνου (1646), της Σητείας (1651) και η υπερεικοσαετής πολιορκία του Χάνδακα (1648-1669).

Λίγα χρόνια αργότερα, η Βενετία, με τη συμμετοχή της στον «Ιερό Συνασπισμό του Linz» (1684), έλαβε μέρος στον νέο πόλεμο των ευρωπαϊκών δυνάμεων κατά των Οθωμανών (1684-1699), πέτυχε σημαντικές στρατιωτικές νίκες και, με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), εξασφάλισε και επίσημα την κυριαρχία της στις ήδη κατακτημένες περιοχές της Πελοποννήσου, της Λευκάδας και της Αίγινας, υποχρεώθηκε, ωστόσο, να παραχωρήσει τη Γραμβούσα. Οι νικηφόρες εκστρατείες των Βενετών αμαυρώθηκαν από την καταστροφή που επέφεραν στα μνημεία της Ακρόπολης οι σφοδροί βομβαρδισμοί των βενετικών στρατευμάτων υπό τον Francesco Morosini (1687). Η δεύτερη βενετοκρατία στην Πελοπόννησο έληξε κατά τη διάρκεια του τελευταίου βενετοτουρκικού πολέμου (1714-1718) και η προσάρτηση της περιοχής, όπως και της Τήνου, της Αίγινας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας στην οθωμανική αυτοκρατορία, επικυρώθηκε με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (1718). Από την άλλη πλευρά, οι Βενετοί, έως και τα τέλη του 18ου αι., παρέμειναν κύριοι των Ιόνιων Νησιών και των ηπειρωτικών εξαρτημάτων τους (Βουθρωτός, Πάργα, Πρέβεζα, Βόνιτσα). Κατά την τελευταία περίοδο της βενετοκρατίας, κυρίαρχο ρόλο στον αντιτουρκικό αγώνα και στα εθνικοαπελευθερωτικά, πλέον, σχέδια ολόκληρου του ελληνικού κόσμου διαδραμάτιζε η ορθόδοξη Ρωσία. Ειδικά στα Ιόνια Νησιά, παρά τις μάταιες προσπάθειες των Βενετών να τηρήσουν στάση ουδετερότητας, αναπτύχθηκε ισχυρό ρωσοφιλικό ρεύμα, ενώ πολλοί από τους κατοίκους τους μετείχαν στους ρωσοτουρκικούς πολέμους και εκμεταλλεύθηκαν τις οικονομικές ευκαιρίες που προσέφερε η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Η περιορισμένη αυτή βενετική επικράτεια στον ελληνικό χώρο διατηρήθηκε έως την κατάλυση της βενετικής πολιτείας από τις γαλλικές δυνάμεις, το 1797. Το ίδιο έτος, γαλλικά στρατεύματα αποβιβάσθηκαν στα Ιόνια Νησιά, με την ενθουσιώδη αποδοχή του μεγαλύτερου τμήματος των κατοίκων τους, θέτοντας, έτσι, τέλος στη μακραίωνη περίοδο της βενετοκρατίας στον ελληνικό χώρο.

Η βενετική κυριαρχία στις ελληνικές περιοχές συνεπέφερε ριζικές αλλαγές σε όλο το φάσμα της εσωτερικής τους ζωής και συνέβαλε στην ανάδυση νέων ιστορικών πραγματικοτήτων, που είτε επιβλήθηκαν από τους Βενετούς είτε διαμορφώθηκαν σταδιακά, με τη συναίρεση παραδοσιακών, βυζαντινών – τοπικών στοιχείων και δυτικοευρωπαϊκών θεσμών: επιβολή της λατινικής Εκκλησίας, παράλληλα με την κεντρική θέση της ορθόδοξης Εκκλησίας, υιοθέτηση του βενετικού διοικητικού συστήματος, της μεσαιωνικής κοινωνικής οργάνωσης και των φεουδαρχικών θεσμών, ανάπτυξη, περιορισμένων έστω, σε σχέση με την κυρίαρχη αγροτική οικονομία, αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων, εκδήλωση σημαντικών πολιτισμικών φαινομένων στη λογοτεχνία, την τέχνη και τη μουσική, με κορυφαίες εκφάνσεις την κρητική λογοτεχνία και την κρητική ζωγραφική.

Θεμελιακές υπήρξαν οι ανατροπές στην προηγούμενη εκκλησιαστική τάξη. Ο ευρύτερα πολιτικός ρόλος που διαδραμάτιζε η ορθόδοξη Εκκλησία για τους ελληνορθόδοξους υπηκόους της και η καχυποψία με την οποία η Βενετία αντιμετώπιζε το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, πριν και μετά το 1453, επέδρασαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της βενετικής πολιτικής στο εκκλησιαστικό πεδίο. Στο πλαίσιο αυτό, παρά τη γνωστή –ανεξάρτητη έναντι του πάπα– πολιτική της, η Γαληνοτάτη στις νέες κτήσεις της απέδωσε στη λατινική Εκκλησία περίοπτη θέση. Στον χώρο ιδρύθηκαν λατινικές αρχές, αρχιεπισκοπή και επισκοπές, λειτούργησαν λατινικά μοναστήρια και έδρασαν μοναχικά τάγματα (Φραγκισκανοί, Βενεδικτίνοι, Ιησουίτες). Η απήχησή της, πάντως, υπήρξε περιορισμένη και στην όψιμη βενετοκρατία η λατινική Εκκλησία παρουσίαζε εικόνα παρακμής, με ποιμενάρχες που δεν ανταποκρίνονταν πάντοτε στον πνευματικό ρόλο τους, ολιγάριθμο ποίμνιο, πλημμελή διαχείριση της περιουσίας της. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική των Βενετών απέναντι στην ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπήρξε ενιαία και καθορίσθηκε από τη στάση των κατοίκων κάθε κτήσης.

Χαρακτηριστικά στην Κρήτη, που από τα πρώτα χρόνια της βενετικής εγκατάστασης δοκιμάσθηκε από αντιβενετικές κινήσεις, οι ανώτερες ορθόδοξες αρχές εκδιώχθηκαν, η αρχιεπισκοπή και οι επισκοπές καταργήθηκαν, η περιουσία της ορθόδοξης Εκκλησίας αφαιρέθηκε. Η χειροτονία των ορθόδοξων ιερέων γινόταν έξω από το νησί, σε βενετικές και μη βενετικές περιοχές, όπου έδρευαν ορθόδοξοι επίσκοποι, με χρονοβόρες και περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Προϊστάμενοι του ορθόδοξου κλήρου ορίσθηκαν οι λεγόμενοι πρωτοπαπάδες και πρωτοψάλτες, φιλενωτικών τάσεων, που διορίζονταν και μισθοδοτούνταν από την πολιτεία. Αντίστοιχα στην Κέρκυρα, επικεφαλής του ορθόδοξου κλήρου ήταν ο μέγας πρωτοπαπάς, που εκλεγόταν από σώμα 32 κληρικών και λαϊκών από την τάξη των τοπικών ευγενών.

Οι ορθόδοξες επισκοπές εξακολούθησαν να λειτουργούν σε περιοχές, όπου η βενετική επιβολή συνέβη ομαλά (Μεθώνη – Κορώνη, Σκύρος, Σκιάθος, Μονεμβασία, Κύπρος, Ζάκυνθος – Κεφαλονιά, Λευκάδα, Πελοπόννησος κατά τη δεύτερη βενετοκρατία).

Η ορθόδοξη Μονή Αρκαδίου σήμερα.

Κατά τους τελευταίους αιώνες της βενετικής κυριαρχίας στην Ανατολή, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής προσέγγισης, οι Βενετοί αντιμετώπισαν τους ορθόδοξους υπηκόους τους με ηπιότητα· τους προστάτευσαν από τις ποικίλες πιέσεις της λατινικής Εκκλησίας σε ζητήματα όπως οι μικτοί γάμοι μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων ή στην τελικά αποτυχημένη προσπάθεια των Καθολικών να επιβάλουν και στην Ανατολή το γρηγοριανό ημερολόγιο, ενώ οι κάτοικοι των κτήσεων, ιδιαίτερα της Κρήτης, συνέβαλαν στρατιωτικά και οικονομικά στον αγώνα της βενετικής πολιτείας κατά της Αγίας Έδρας (αρχές 17ου αιώνα). Εξάλλου, ενδιαφέρον επέδειξε η Βενετία για την εξύψωση του ηθικού και μορφωτικού επιπέδου του ορθόδοξου όπως και του καθολικού κλήρου, καθώς και για τη διευθέτηση κρίσεων στο εσωτερικό της ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στο κλίμα αυτό, στην Κρήτη μετά τον 15ο αι. σημειώνεται άνθηση των ορθόδοξων μοναστηριών, συνολικά στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές παρατηρείται άμβλυνση των αντιθέσεων Ορθοδόξων – Καθολικών, που, μεταξύ άλλων, εκδηλώθηκε με συλλειτουργίες, συμμετοχή σε κοινές γιορτές και λιτανείες, συστέγαση των δυο δογμάτων σε κοινούς χώρους, αποδοχή αγίων του άλλου δόγματος, με χαρακτηριστική περίπτωση τη λατρεία του αγίου Φραγκίσκου από τους ορθόδοξους Κρητικούς.

Στο διοικητικό πεδίο, οι Βενετοί εισήγαγαν στον ελληνικό χώρο στοιχεία του βενετικού διοικητικού συστήματος. Πρόκειται για σύστημα, που, σε αντίθεση με το παράδειγμα του βυζαντινού αλλά και του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου της ίδιας εποχής, δεν γνώριζε την κληρονομική διαδοχή. Οι Βενετοί αξιωματούχοι εκλέγονταν στο σύνολό τους σε αξιώματα μη μεταβιβάσιμα, με θητεία είτε βραχύχρονη είτε, στην περίπτωση του δόγη, ισόβια. Παράλληλα, το δικαίωμα συμμετοχής στην άσκηση της βενετικής διοίκησης περιοριζόταν στις ευάριθμες ευγενείς οικογένειες, που απάρτιζαν το βενετικό Μείζον Συμβούλιο (Maggior Consiglio), με αποτέλεσμα το καθεστώς να εμφανίζει αριστοκρατικό χαρακτήρα. Το διοικητικό αυτό σχήμα, με διάφορες τοπικές παραλλαγές, μεταφυτεύθηκε και στις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή.

Η διοίκηση χωρίσθηκε σε δύο επίπεδα, στη βενετική και την εγχώρια. Τα ανώτερα αξιώματα καταλάμβαναν βενετοί ευγενείς, που αποστέλλονταν από τη Μητρόπολη, με ολιγόχρονη θητεία, μεταξύ των δύο και τεσσάρων ετών. Οι αρμοδιότητές τους ήταν προσδιορισμένες σε γενικά κείμενα, τα λεγόμενα καπιτουλάρια, και εξειδικεύονταν με τις εντολές (commisiones), που λάμβαναν κατά την αναχώρησή τους, ενώ μετά το πέρας της θητείας τους υπέβαλλαν στη βενετική Σύγκλητο γραπτές εκθέσεις (relazioni). Στις μεγάλες περιφέρειες τη διοίκηση ασκούσαν τριμελή όργανα (Reggimenti), με εξουσίες πολιτικές, στρατιωτικές και δικαστικές. Οι επικεφαλής των τοπικών Διοικήσεων περιβάλλονταν από δύο συμβούλους και εμφανίζουν διάφορη κατά περιοχές τιτλοφορία: δούκας στον Χάνδακα και ρέκτορας στο Ρέθυμνο και στα Χανιά, βάιλος στην Κέρκυρα και στην Εύβοια, τοποτηρητής (locotenetnte) στην Κύπρο, προνοητής (provveditore) στη Ζάκυνθο και στην Κεφαλονιά. Τον τίτλο του προνοητή έφεραν οι επικεφαλής των τεσσάρων διαμερισμάτων (provincie) της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη βενετοκρατία, υπό τον ανώτερο διοικητή της περιοχής, τον γενικό προνοητή (Provveditor General dell’Armi in Regno di Morea), και τη Λευκάδα διοικούσαν ο έκτακτος και ο τακτικός προνοητής (provveditor estraordinario και provveditor ordinario). Στις μικρότερες κτήσεις (Μεθώνη, Κορώνη, Κύθηρα Άργος, Ναύπλιο, Τήνος – Μύκονος, Ναύπακτος, Αίγινα, Σκύρος, Σκιάθος, Σκόπελος, Μονεμβασία) τη διοίκηση ασκούσαν –άλλοτε μόνοι και άλλοτε με τη συνεργασία συμβούλων– αξιωματούχοι με τις διάφορες και, κάποτε εναλλασσόμενες, επωνυμίες τoυ φρουράρχου (castellan), του προνοητή, του ποτεστάτου, του ρέκτορα. Ιδιαίτερη θέση στη διοικητική ιεραρχία είχαν οι επικεφαλής των οικονομικών υπηρεσιών (camere), οι λεγόμενοι camerarii-camerlenghi και οι επικεφαλής των τοπικών γραμματειών (cancellieri).

Στην Κρήτη, από τα μέσα του 16ου αιώνα, μετά τον περιορισμό της εξουσίας του δούκα στο ανατολικό τμήμα της, ανώτερος διοικητής του νησιού αναδείχθηκε ο γενικός προνοητής (provveditor general), έκτακτο αξίωμα, που από το 1569 και στο εξής μετατράπηκε σε τακτικό, λόγω των εξωτερικών κινδύνων. Την ίδια περίοδο στα Ιόνια Νησιά αυξημένες αρμοδιότητες απέκτησε ο γενικός προνοητής της Θάλασσας και, αργότερα, της Ανατολής (provveditor general da Mar / del Levante).

Τέλος, εποπτικές λειτουργίες ασκούσαν ανώτεροι Βενετοί αξιωματούχοι, που κατά διαστήματα περιόδευαν στις κτήσεις, όπως οι σύνδικοι ανακριτές της Ανατολής (sindici inquisitori in Levante).

Από την άλλη πλευρά, συμμετοχή στην κατώτερη διοίκηση ως δικαστές, αγορανόμοι, υγειονόμοι, διευθυντές ευαγών ιδρυμάτων, αλλά και διοικητές μικρών περιφερειών, είχαν οι εγχώριοι, μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και των κατά περιοχές αστικών συμβουλίων. Από τα τοπικά αξιώματα άλλα ήταν έμμισθα και άλλα άμισθα και τιμητικά. Επιπλέον, μια δεύτερη κατηγορία αξιωμάτων, ιεραρχικά υποδεέστερων, αλλά και υπαλληλικές θέσεις καταλαμβάνονταν από τα αποκλεισμένα από τα τοπικά συμβούλια αστικά στρώματα.

Το διοικητικό αυτό σχήμα σχετιζόταν άμεσα με το δυτικοευρωπαϊκό σύστημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, που επέβαλαν οι Βενετοί, μεταφέροντας στον ελληνικό χώρο θεσμικές πραγματικότητες, άγνωστες και κατά την προγενέστερη βυζαντινή εποχή αλλά και σε μεταγενέστερους χρόνους.

Στην ανώτερη κοινωνική βαθμίδα, που σταδιακά ταυτίσθηκε με τα μέλη των κοινοτικών συμβουλίων, ανήκαν στη μεν Κρήτη οι ευγενείς, Βενετοί και Κρητικοί, στις δε υπόλοιπες περιοχές οι πολίτες (cittadini). Στην περίπτωση της Κρήτης προϋπόθεση της συμμετοχής στα κοινοτικά συμβούλια αποτελούσε η κατοχή της ιδιότητας της ευγένειας. Σε άλλες περιοχές οι τοπικές κοινότητες απαρτίσθηκαν κατά την πρώιμη ιστορία τους από το σύνολο του αστικού πληθυσμού, αρχικά του λατινικού, ακολούθως δε και του ελληνικού. Από τον 15ο αιώνα και στο εξής, με πρότυπο τo «κλείσιμο του Μείζονος Συμβουλίου» (serrata del Maggior Consiglio) της Μητρόπολης (1297), σε όλες τις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή σημειώθηκαν ανάλογες κινήσεις προς αποκλεισμό από τις κοινοτικές διαδικασίες των κατώτερων αστικών στρωμάτων. Οι διεργασίες αυτές εκδηλώθηκαν σε ολοκληρωμένη μορφή στα Ιόνια Νησιά, και μάλιστα στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο, όπου από το δεύτερο μισό του 16ου αι. παρατηρείται το σταδιακό «κλείσιμο» των τοπικών συμβουλίων, με βάση σωρευτικά κριτήρια αστικότητας, που όφειλε να πληροί κάθε μέλος τους (σχέση με την πόλη, εντοπιότητα, τρεις βαθμοί της αστικότητας, δηλαδή μη άσκηση χειρωνακτικής τέχνης επί τρεις γενεές, γέννηση από νόμιμο γάμο, ευυπόληπτος τρόπος ζωής). Oι κάτοχοι των αστικών κριτηρίων, με την επωνυμία των πολιτών (και αργότερα των ευγενών στην περίπτωση της Κέρκυρας και της Ζακύνθου), καταγράφονταν σε ειδικά μητρώα, τις τοπικές Χρυσές Βίβλους (Libri d’Oro), και αποτελούσαν, ισόβια και κληρονομικά, μέλη των συμβουλίων. Στο γενικό αυτό σχήμα ιδιόμορφη υπήρξε η περίπτωση της κοινοτικής οργάνωσης στην Κεφαλονιά, ενώ, κατά την ύστερη βενετοκρατία, στη Λευκάδα, την Πελοπόννησο, την Πρέβεζα, τη Βόνιτσα επιχειρήθηκε η επιβολή κλειστών, αστικών κοινοτήτων, με μικρό, εξαρχής προσδιορισμένο αριθμό μελών και αυστηρά προσόντα εισαγωγής. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα μέλη των κοινοτήτων, ως απόρροια του προνομιακού κοινωνικού καθεστώτος που απολάμβαναν, είχαν το δικαίωμα να αποστέλλουν ως σώμα πρεσβείες στη Μητρόπολη και να μετέχουν στην τοπική διοίκηση.

Ιωάννου Κοράη, Η λιτανεία του λειψάνου του Αγίου Χαραλάμπη , Μουσείο Ζακύνθου.

Το δεύτερο κοινωνικό στρώμα αντιστοιχούσε σε μια ρευστή κοινωνική κατηγορία, με ελληνική κυρίως καταγωγή, τους πολίτες / αστούς (cittadini) στην Κρήτη ή αστικούς (civili) στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο, που διακρίνονταν μεταξύ των υπόλοιπων κατοίκων των πόλεων για την εξέχουσα κοινωνικοοικονομική θέση τους και καταλάμβαναν ορισμένα αξιώματα στην τοπική υπαλληλία, ωστόσο ήταν αποκλεισμένοι από τα κοινοτικά συμβούλια. Στην τρίτη βαθμίδα, του λαού ή όχλου (popolo – plebe), ανήκαν τα κατώτερα, επίσης σχεδόν συνολικά ελληνικής καταγωγής, στρώματα των κατοίκων των πόλεων, όπως τεχνίτες και μικρέμποροι, συχνά οργανωμένοι σε συντεχνιακές ενώσεις. Τέλος, το πιο πολυάριθμο τμήμα των εγχώριων πληθυσμών απαρτιζόταν από τους ελληνορθόδοξους αγρότες, τους προσαρτημένους στα φέουδα βιλλάνους και τους ελεύθερους, κατόχους γης και, κυρίως, ακτήμονες. Η αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση γέννησε κοινωνικές αντιθέσεις, που κάποτε εκδηλώνονταν με τη μορφή της ένοπλης σύρραξης και καταπνίγονταν βιαίως από τους Βενετούς. Αγροτικό χαρακτήρα είχαν οι ταραχές στη δυτική Κρήτη, οι γνωστές ως «επανάσταση» του Γεωργίου Γαδανολέου – Λυσσογιώργη (1508-1528), στην Κύπρο τη δεκαετία του 1560, στην Κέρκυρα περί τα μέσα του 17ου αιώνα. Από την άλλη πλευρά, έντονες κοινωνικές συγκρούσεις προκάλεσαν οι αποκλεισμοί από τις αστικές κοινότητες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το λεγόμενο Ρεμπελιό των Ποπολάρων στη Ζάκυνθο (1628).

Το σύστημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε μεγάλο βαθμό απέρρεε από τη γαιοκτησία. Οι Βενετοί, καίτοι οι ίδιοι δεν γνώριζαν τους φεουδαρχικούς θεσμούς, επέβαλαν στις κτήσεις τους τη φεουδαρχία, με στόχο την αποτελεσματική οργάνωση της άμυνας και της οικονομίας. Η ισχυρή συγκεντρωτικότητα της βενετικής διοίκησης αφαίρεσε από το σύστημα τα αμιγώς φεουδαρχικά χαρακτηριστικά, αλλά διατήρησε στοιχεία που αντιστοιχούσαν στις σύγχρονες ευρωπαϊκές πραγματικότητες. Αρχικά το φεουδαρχικό σύστημα εφαρμόσθηκε στην Κρήτη. Οι πρώτοι φεουδάρχες ήταν Βενετοί άποικοι, που εγκαταστάθηκαν στο νησί με τους διαδοχικούς αποικισμούς των ετών 1211, 1222, 1233, 1252. Αργότερα, τόσο στην Κρήτη όσο και στις υπόλοιπες κτήσεις, στο σύστημα εντάχθηκαν και εγχώριοι. Ανάλογα με τον κάτοχο, τα φέουδα διακρίθηκαν σε δημόσια, εκκλησιαστικά και ιδιωτικά. Αντίστοιχα, οι καλλιεργητές, παράλληλα με τη βυζαντινή επωνυμία των παροίκων, παρουσιάζονται ως βιλλάνοι (του Δημοσίου, της Εκκλησίας και των ιδιωτών). Σε πολλές περιοχές το φεουδαρχικό σύστημα λειτουργούσε με βάση τον φεουδαρχικό κώδικα των Ασσιζών της Ρωμανίας και, ειδικά στην Κύπρο, των Ασσιζών των Ιεροσολύμων. Στο πλαίσιο της φεουδαρχικής κοινωνίας καθιερώθηκαν τίτλοι ευγενείας (κόμητες ή βαρώνοι) και οι θεσμοί περιβλήθηκαν με τελετουργικά στοιχεία, όπως η περιβολή (investitura), η τελετή κατάληψης του φεούδου από τον νέο φεουδάρχη. Μέρος του συστήματος αποτέλεσαν η ετήσια γενική επίδειξη των τοπικών φεουδαρχών, η mostra generale, αλλά και οι ιπποτικές κονταρομαχίες, οι γραφικές γκιόστρες. Το φεουδαρχικό σύστημα στην όψιμη βενετοκρατία παρουσίασε έκδηλα δείγματα αποσύνθεσης. Στην Κρήτη τα φέουδα έχασαν τον αρχικό στρατιωτικό τους χαρακτήρα και κατανεμήθηκαν σε πολλούς κατόχους, ενώ στα Ιόνια Νησιά ο αριθμός τους παρουσίασε σταδιακή μείωση.

Η Βενετία άσκησε ισχυρές παρεμβάσεις στην τοπική οικονομία, με τη χάραξη μιας συγκεντρωτικής οικονομικής πολιτικής, που αποφασιζόταν από το μητροπολιτικό κέντρο. Αρχικά οι βενετικές κτήσεις είχαν ως αποστολή την εξυπηρέτηση του βενετικού εμπορίου, λειτουργώντας ως εμπορικοί σταθμοί και βάσεις ανεφοδιασμού για τα βενετικά πλοία. Από τον 14ο αιώνα, μετά την ειρήνευση της Κρήτης και τις νέες εδαφικές προσαρτήσεις, οι Βενετοί επιδόθηκαν στην οικονομική αξιοποίηση της επικράτειάς τους στην Ανατολή.

Κυρίαρχη μορφή της οικονομίας υπήρξε η αγροτική. H γεωργική παραγωγή στηριζόταν στα μεσογειακά προϊόντα (δημητριακά, λάδι, κρασί, οπωροκηπευτικά), και λιγότερο στη ζάχαρη και στο βαμβάκι της Κύπρου. Ανάπτυξη γνώρισαν και η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία, η υλοτομία, η εκμετάλλευση των αλυκών. Στον 16ο αιώνα, και ιδιαίτερα μετά την απώλεια και της Κύπρου, πάγιο πρόβλημα αποτέλεσε η σιτάρκεια, καθώς η σιτοκαλλιέργεια υποχώρησε υπέρ αποδοτικότερων καλλιεργειών, που εξελίχθηκαν σχεδόν σε μονοκαλλιέργειες: των αμπελιών στην Κρήτη, της ελιάς στην Κέρκυρα, της σταφίδας στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά.

Η αύξηση της αγροτικής παραγωγής, καθώς και η σύνδεση της υπαίθρου με τις αναπτυσσόμενες πόλεις, συνέβαλαν στην άνθηση των εμπορικών δραστηριοτήτων. Οι εξαγωγές περιλάμβαναν κυρίως αγροτικά προϊόντα. Το κρασί της Κρήτης έφθανε μέχρι τις αγορές της Αγγλίας και της Φλάνδρας, η σταφίδα της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς ήταν περιζήτητη από την αγγλική αγορά και το λάδι της Κέρκυρας εξαγόταν στην ίδια τη Βενετία. Αντίστοιχα, οι εισαγωγές κάλυπταν τις ανάγκες των τοπικών αγορών σε μεταποιημένα και πολυτελή είδη, ενισχύοντας, έτσι, την εικόνα μιας περιφερειακής οικονομίας. Το εξαγωγικό – εισαγωγικό εμπόριο ελεγχόταν από τους Βενετούς, σταδιακά, όμως, σημειώνεται η διείσδυση και άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Στον 16ο αιώνα στην Κρήτη έδρευε Άγγλος πρόξενος, ενώ από το 1583 η Ζάκυνθος αποτέλεσε την έδρα της αγγλικής Εταιρείας της Ανατολής (Levant Company). Επιπλέον, από την πρώιμη ήδη βενετοκρατία μαρτυρείται η ενεργός συμμετοχή στο εμπόριο και στη ναυτιλία εγχωρίων, από τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Εύβοια. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται για τη δραστηριότητα των Κρητικών ως εμπόρων, πλοιοκτητών, κυβερνητών πλοίων, ναυπηγών, ενώ ανάλογη εικόνα παρουσιάζεται στον 18ο αιώνα στα Ιόνια Νησιά. Οι πειρατικές επιδρομές καθώς και το λαθρεμπόριο της σταφίδας και του λαδιού συνέβαλαν στη συσσώρευση κεφαλαίων, που, μεταξύ άλλων, επενδύθηκαν στην αναπτυσσόμενη ναυτιλία του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία για τον ακμαίο εμπορικό στόλο της Κεφαλονιάς, που στα τέλη του 18ου αιώνα ανερχόταν σε 200 περίπου πλοία και πολυάριθμα πλοιάρια.

Περιορισμένες υπήρξαν οι βιοτεχνικές δραστηριότητες, κυρίως στο πλαίσιο της συντεχνιακής οργάνωσης, με κύριο στόχο την εξυπηρέτηση των τοπικών αγορών. Μεταξύ των λιγοστών αναπτυγμένων κλάδων μαρτυρούνται η βυρσοδεψία, η βαρελοποιία, η κατασκευή φορητών εικόνων και ξυλογλύπτων στην Κρήτη αλλά και χρυσοΰφαντων μεταξωτών και καμηλωτών στην Κύπρο.

Οι βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές υπήρξαν χώροι ανάδυσης σημαντικών πολιτισμικών φαινομένων, που χαρακτηρίσθηκαν από τη σύνθεση βυζαντινών και δυτικών στοιχείων. Αρχικά στην Κρήτη και ακολούθως στα Ιόνια Νησιά μεταφυτεύθηκε ο δυτικός θεσμός των Ακαδημιών, με πρότυπο την Πλατωνική Ακαδημία. Οι Ακαδημίες, φιλολογικοί σύλλογοι, με μέλη Βενετούς και Έλληνες από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα των πόλεων, συνέβαλαν στην προαγωγή της εγχώριας πνευματικής ζωής. Η πρώτη γνωστή Ακαδημία, με την επωνυμία των «Ζωντανών» (Vivi), ιδρύθηκε στο Ρέθυμνο το 1562 από τον βενετοκρητικό λόγιο Φραγκίσκο Barozzi, ενώ σημαντική δραστηριότητα ανέπτυξε σε δύο χρονικές φάσεις (τέλη 16ου αιώνα και περί τα μέσα του 17ου αιώνα) η Ακαδημία των «Αλλοκότων» (Stravaganti) στον Χάνδακα, με ιδρυτή τον ισχυρό βενετό ευγενή και λόγιο Ανδρέα Κορνάρο. Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της «Αγροτικής Ακαδημίας» της Κεφαλονιάς, που ιδρύθηκε το 1791, με στόχο την επιστημονική ανάπτυξη της γεωργίας.

Παρότι στον βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο δεν λειτούργησε τυπογραφείο, είναι γνωστή η διάδοση του έντυπου βιβλίου και η ύπαρξη βιβλιοθηκών, μοναστηριακών και ιδιωτικών. Τα βιβλία, ελληνικά και δυτικά, θρησκευτικά, επιστημονικά, λογοτεχνικά, προέρχονταν από τη Δύση, και, σε μεγάλο μέρος, από τα ελληνικά τυπογραφεία της Βενετίας. Παράλληλα, στις πιο αναπτυγμένες από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές σημειώνεται έντονη εκπαιδευτική δραστηριότητα. Οι νέοι των αστικών, κατά βάση, κέντρων είχαν τη δυνατότητα να διδαχθούν την ελληνική, λατινική ή ιταλική γλώσσα, αλλά και ποικίλους τομείς των τεχνών και της επιστήμης. Η διδασκαλία γινόταν κυρίως μέσω ιδιωτικών διδασκάλων, όπως μαρτυρούν πολυάριθμες συμβάσεις μαθητείας, καθώς και στα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, που λειτούργησαν κατά καιρούς. Ενδεικτικά, μνημονεύονται η ελληνική σχολή του Ιακώβου Διασσωρινού στην Κύπρο, στη δεκαετία του 1560, που συνδέθηκε με την αντιβενετική δράση του ιδρυτή της, το διδακτήριο του Βικεντίου Δαμοδού στην Κεφαλονιά (πρώτο μισό 17ου αιώνα) και το βραχύβιο «Κοινό Φροντιστήριο» του Νικηφόρου Θεοτόκη στην Κέρκυρα (μέσα 18ου αιώνα), όπου έμφαση δόθηκε στη διδασκαλία τόσο των κλασικών γραμμάτων όσο και των φυσικών επιστημών. Επιπλέον, πολλοί Έλληνες, από τα ανώτερα ιδιαίτερα στρώματα, συνέχιζαν τις σπουδές στη Δύση, και μάλιστα στο Πανεπιστήμιο της βενετικής επικράτειας, στην Πάδοβα, στους κλάδους της ιατρικής, της φιλοσοφίας και της νομικής.

Στο γόνιμο πνευματικό κλίμα των αναπτυσσόμενων αστικών κέντρων, εκδηλώθηκε το φαινόμενο της «Κρητικής Λογοτεχνίας». Στην πρώιμη φάση (14ος αιώνας – μέσα 16ου αιώνα) εγγράφονται τα ηθικοδιδακτικά, σατιρικά, θρησκευτικά ποιητικά έργα των Στέφανου Σαχλίκη, Λεονάρδου Ντελλαπόρτα, Μαρίνου Φαλιέρου, Ιωάννη Πικατόρου, Μπεργαδή και άλλων επώνυμων και ανώνυμων δημιουργών. Η ώριμη φάση της Κρητικής Λογοτεχνίας (μέσα 16ου – μέσα 17ου αιώνα) κυριαρχείται από την πλούσια, ποιοτική θεατρική παραγωγή, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Γεώργιο Χορτάτση, ο οποίος καλλιέργησε εξίσου την τραγωδία (Ερωφίλη), την κωμωδία (Κατσούρμπος) και το ποιμενικό δράμα (Πανώρια ή Γύπαρης). Κορυφαίο έργο της Κρητικής Λογοτεχνίας είναι το έμμετρο ιπποτικό μυθιστόρημα Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου, στον οποίο παλαιότερα αποδιδόταν και το θρησκευτικό δράμα Η Θυσία του Αβραάμ. Στην πλούσια λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου ανήκουν, μεταξύ άλλων, η Βοσκοπούλα, ανωνύμου, και το ιστορικό έργο Ο Κρητικός Πόλεμος του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή. Τα έργα της Κρητικής Λογοτεχνίας έχουν χαρακτήρα έντεχνο και πρότυπα δυτικά, τα οποία, όμως, προσαρμόζουν στην τοπική παράδοση και αναπλάθουν με γόνιμο τρόπο, ξεπερνώντας τα συχνά σε δημιουργική έμπνευση. Οι συγγραφείς τους, ορθόδοξοι και καθολικοί, ελληνικής και βενετικής καταγωγής, προέρχονταν από τα ανώτερα και λόγια κοινωνικά στρώματα, αλλά η διάδοσή τους στο κοινωνικό σύνολο υπήρξε ευρύτατη.


Μετά την παράδοση του Χάνδακα (1669), πολλοί Κρητικοί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στα Ιόνια Νησιά και μετέφεραν στις νέες πατρίδες τους το πνευματικό κλίμα της Κρήτης. Στον 18ο αιώνα ο χώρος του Ιονίου σηματοδοτήθηκε από την καλλιέργεια των επιστημών, την υποδοχή των δυτικών διαφωτιστικών ιδεών και την αφομοίωση των αξιών του δυτικού πολιτισμού.

Σημαντική ανάπτυξη γνώρισε στην Κρήτη η τέχνη, στους τομείς της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής και της μικροτεχνίας. Ωστόσο, η καλλιτεχνική δημιουργία στην κορυφαία της έκφανση, προϊόν σύνθεσης της βυζαντινής παράδοσης με δυτικά στοιχεία, εμφανίζεται στο πεδίο της ζωγραφικής, θρησκευτικής και κοσμικής, και μάλιστα της φορητής εικόνας. Σύμφωνα με πρόσφατες αρχειακές έρευνες, οι Κρητικοί ζωγράφοι, που ανέρχονταν σε εκατοντάδες, ήταν οργανωμένοι στη συντεχνία του Αγίου Λουκά και ζωγράφιζαν τις θρησκευτικές εικόνες τους εξίσου alla greca και alla latina, ανάλογα με τις απαιτήσεις του αγοραστικού κοινού. Στην Κρήτη εργάζονταν και Δυτικοί καλλιτέχνες. Μεταξύ των σημαντικών Κρητικών ζωγράφων του 16ου αιώνα συγκαταλέγονταν οι Θεοφάνης Στρελίτζας, λεγόμενος Μπαθάς, Γεώργιος Κλόντζας, Μιχαήλ Δαμασκηνός. Στο κλίμα αυτό ανδρώθηκε καλλιτεχνικά ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, αναγνωρισμένος ήδη ζωγράφος στην Κρήτη, πριν από τη μετάβασή του στην Ιταλία και εν συνεχεία στην Ισπανία, όπου και δημιούργησε το έργο που τον ανέδειξε σε έναν από τους κορυφαίους Ευρωπαίους ζωγράφους.

Μετά το 1669 η κρητική τέχνη μεταφέρθηκε στα Ιόνια Νησιά από Κρητικούς πρόσφυγες και άσκησε ισχυρή επίδραση στην τοπική καλλιτεχνική δημιουργία, που σταδιακά απέκτησε αυτοτέλεια, χωρίς, ωστόσο, να κατορθώσει να υπερβεί την Κρητική Σχολή στην ακτινοβολία της.

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος,Η Προσκύνηση των Μάγων, 1565-1567, Συλλογή Μουσείου Μπενάκη.

Αξιόλογη δραστηριότητα, αρχικά στην Κρήτη και ακολούθως στα Ιόνια Νησιά, εμφανίζεται και στον τομέα της μουσικής, βυζαντινής, παραδοσιακής και δυτικής, κοσμικής και εκκλησιαστικής. Από τους πολυάριθμους μουσικούς που μνημονεύονται στις πηγές, ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Κρητικός μουσικοσυνθέτης Φραγκίσκος Λεονταρίτης (πρώτο μισό του 16ου αιώνα), ο οποίος έδρασε στην Κρήτη αλλά και στη δυτική Ευρώπη και συνέθεσε έργα που εντάσσονται στη δυτικοευρωπαϊκή μουσική παράδοση.

Κατά τη μακραίωνη κυριαρχία της Βενετίας στον ελληνικό χώρο, μέσα από περίπλοκες ιστορικές διαδρομές αναδεικνύεται ένα νέο, σύνθετο ιδεολογικό τοπίο, που διαμορφώθηκε αφενός από τη διεκδικητική παρουσία στον ίδιο χώρο Βυζαντινών, άλλων Δυτικών και Οθωμανών, και αφετέρου από τις ιδεολογικές θέσεις των εγχώριων πληθυσμών απέναντι στη «Δύση». Πρόκειται για σχήμα με κυρίαρχα εθνοτικοθρησκευτικά γνωρίσματα, που, παράλληλα, καθορίσθηκε από το αυστηρά διαστρωματωμένο κοινωνικό σύστημα των βενετικών κτήσεων.

Σε πρώτο επίπεδο, το ιδεολογικό κλίμα προσδιοριζόταν από μια υποβόσκουσα εσωτερική σύγκρουση με πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Οι κάτοικοι των βενετοκρατούμενων ελληνικών περιοχών, με κριτήριο την ιστορική παράδοση, τη γεωγραφική θέση, το πολιτικό καθεστώς των τόπων τους, εντάσσονταν οργανικά στη σύγχρονη ευρωπαϊκή, και μάλιστα δυτικοευρωπαϊκή, κοινότητα, παράλληλα, όμως, διαχωρίζονταν από αυτήν λόγω της μακροχρόνιας αντιπαράθεσης του καθολικού δυτικού κόσμου με τον ορθόδοξο ανατολικό. Στο πλαίσιο αυτό, η δυτικοευρωπαϊκή Βενετία, εκπροσωπώντας κατά την πρώτη περίοδο της λατινοκρατίας στην Ανατολή τις πολιτικές – εκκλησιαστικές δυνάμεις που είχαν καταλύσει τη βυζαντινή αυτοκρατορία, συγκέντρωνε την αντίδρασή τους. Η τουρκική προέλαση από τα μέσα του 14ου αιώνα άλλαξε τα δεδομένα. Το δογματικό ζήτημα παρέμενε το καίριο σημείο διαχωρισμών Ελλήνων – Λατίνων και η ανεκτική στάση των Οθωμανών απέναντι στην ορθόδοξη Εκκλησία επέτεινε την ιδεολογική σύγχυση. Ωστόσο, η σταδιακή στροφή προς τις δυτικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων η Βενετία μέχρι το 18ο αιώνα είχε κεντρική θέση, αποτέλεσε μια νέα, ισχυρή πραγματικότητα, που εμπεδώθηκε όχι μόνο στον βενετοκρατούμενο αλλά και στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο και συνδέθηκε με τις πολυάριθμες αντιτουρκικές κινήσεις των Ελλήνων στη δύσβατη διαδρομή προς την εθνική αυτοσυνειδησία.

Από την άλλη πλευρά, στο εσωτερικό των βενετικών κτήσεων σε όλη την περίοδο της βενετοκρατίας η στάση των υποτελών ελληνορθόδοξων πληθυσμών απέναντι στη βενετική κυριαρχία δεν υπήρξε ενιαία και καθορίσθηκε από τις οξείες κοινωνικοοικονομικές διαφορές τους. Γενικευτικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα ανώτερα και αστικά κοινωνικά στρώματα στις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή είχαν ταυτισθεί με τη βενετική πολιτική και τήρησαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σταθερή φιλοβενετική στάση, ενισχύοντας παντοιοτρόπως τους βενετικούς αγώνες. Αντίθετα, οι ελληνορθόδοξοι αγροτικοί πληθυσμοί, βιώνοντας ένα πιεστικό κοινωνικοοικονομικό καθεστώς, σε κρίσιμες για τη Βενετία συγκυρίες αντιμετώπισαν παθητικά μια ενδεχόμενη οθωμανική κυριαρχία, παράλληλα, όμως, σε αρκετές περιπτώσεις κατά τις βενετοτουρκικές συγκρούσεις αγωνίσθηκαν στο πλευρό των ομόθρησκων Βενετών, με σημαία τη χριστιανική πίστη.

Κατά τους έξι αιώνες της βενετοκρατίας οι ελληνικές περιοχές σταδιακά λειτούργησαν ως γέφυρα μεταξύ της δυτικής, καθολικής και της ανατολικής, ορθόδοξης Ευρώπης. Ανήκαν στην «Ανατολή», αλλά επί αιώνες διετέλεσαν τμήμα μιας δυτικής δύναμης, αναδέχθηκαν θεσμούς και πολιτισμικά ρεύματα της δυτικής Ευρώπης, που, σε πολλές περιπτώσεις, σε σύζευξη με τα στοιχεία της τοπικής παράδοσης, μεταπλάσθηκαν δημιουργικά σε κοινά σχήματα.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων (San Giorgio dei Greci) και η Φλαγγίνειος Σχολή, σημερινή έδρα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών Βενετίας (https.//anemoution.blogspot.gr./2017/08/blog-post_787.html).

Από την άλλη πλευρά, η Δύση ήρθε σε άμεση επαφή με την Ανατολή όχι μόνο μέσα από την αρχαία κληρονομιά της αλλά και από τη σύγχρονη ιστορία της. Η αναγκαστική συμβίωση των δύο κοινοτήτων συνετέλεσε, παρά τις ποικίλες αντιξοότητες, στη γνωριμία, στην κατανόηση και, τελικά, στη δυνατότητα έκφρασης ενός κοινού λόγου σε διάφορα πεδία, ενώ η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του αγίου Μάρκου σταδιακά εξελισσόταν για τους Έλληνες σε χώρο φιλικό, που έδιδε ευκαιρίες πνευματικού και υλικού πλουτισμού και ταυτιζόταν μαζί τους σε ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις. Το σύνθετο αυτό περιβάλλον ο αναπαραστατικός συμβολικός λόγος αποκτούσε τη δική του δυναμική, μετατρέποντας στην ελληνική συνείδηση την εχθρική, κατακτητική δύναμη του 1204 στη «φουμιστή» Βενετία των τρυφερών νανουρισμάτων, των οραμάτων και των προσδοκιών.

Η Αναστασία Παπαδία-Λάλα είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής
του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

*Πρώτη δημοσίευση στον συλλογικό τόμο: «H Τέταρτη Σταυροφορία και ο ελληνικός κόσμος», Ν. Γ. Μοσχονάς (επιστημονική επιμέλεια), Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα 2008, σ. 365-381. Το κυρίως κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο. Αλλαγές, που συμπεριλαμβάνουν και πρόσφατες εκδόσεις, έχουν επέλθει στη βιβλιογραφία.

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Αρβανιτάκης Δ. Δ., Κοινωνικές αντιθέσεις στην πόλη της Ζακύνθου. Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων (1628), Αθήνα 2001.

Arbel Β., «Venice’s Maritime Empire in the Early Modern Period», A Companion to Venetian History, 1400-1797, επιμ. E. R. Dursteler, Λέιντεν – Βοστώνη 2013, σ. 125-253.

Γάσπαρης Χ., Η γη και οι αγρότες στη Μεσαιωνική Κρήτη. 13ος-14ος αι., Αθήνα 1997.

Georgopoulou Maria, Venice’s Mediterranean Colonies. Architecture and Urbanism, Cambridge 2001.

Karapidakis Ν., Civis fidelis: L’avènement et l’affirmation de la citoyenneté corfiote (XVIème-XVIIème siècles), Φραγκφούρτη 1992.

Κωνσταντινίδου Κατερίνα, «Το κακό οδεύει έρποντας…» Οι λοιμοί της πανώλης στα Ιόνια Νησιά (17ος-18ος αι.), Βενετία 2007.

Λαμπρινός Κ.Ε., Οι cittadini στη βενετική Κρήτη. Κοινωνικο-πολιτική και γραφειοκρατική εξέλιξη (15ος-17ος αι.), Αθήνα 2015.

Lane F. C., Βενετία, η θαλασσοκράτειρα, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, επιστ. επιμ. Γ. Παγκράτης, Αθήνα 2007.

Μάλλιαρης Α.Μ., Η Πάτρα κατά τη βενετική περίοδο, 1687-1715: γη, πληθυσμοί, κοινωνία στη Β.Δ. Πελοπόννησο, Βενετία 2008.

Μαλτέζου Χρύσα (επιμ.), Όψεις της ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, Αθήνα 1993.

Μαλτέζου Χρύσα (επιμ.), Βενετοκρατούμενη Ελλάδα. Προσεγγίζοντας την ιστορία της, επιμ. κειμένων, Δέσποινα Βλάσση – Αγγελική Τζαβάρα, τ. 1-2, Αθήνα – Βενετία 2010.

Ντόκος Κ. – Γ. Παναγόπουλος Γ., Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, πρόλογος: B. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα 1993.

Παναγιωτάκης Ν. Μ., Ο ποιητής του «Ερωτοκρίτου» και άλλα βενετοκρητικά μελετήματα, Ηράκλειο 1989.

Παναγιωτόπουλος Β., Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου. 13ος-18ος αιώνας, μετάφρ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Αθήνα 1985.

Πανοπούλου Αγγελική, Συντεχνίες και θρησκευτικές αδελφότητες στη βενετοκρατούµενη Κρήτη, Αθήνα – Βενετία 2012.

Παπαδία-Λάλα Αναστασία, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μια συνθετική προσέγγιση, Βενετία ²2008.

Thiriet F, La Romanie Vénitienne au Moyen Age. Le développement et l’exploitation du domaine colonial vénitien (XIIe-XVe siècles), Παρίσι ²1975.

Τζιβάρα Παναγιώτα, Σχολεία και δάσκαλοι στη βενετοκρατούµενη Κέρκυρα (16ος-18ος αι.), Αθήνα 2003.

Ιωάννης Δ. Στεφανίδης:Η άλλη «Βάρκιζα»: Η κρίση αποστράτευσης του Βελγίου (Νοέμβριος 1944)

Ιωάννης Δ. Στεφανίδης:

Η άλλη «Βάρκιζα»: Η κρίση αποστράτευσης του Βελγίου

(Νοέμβριος 1944)

Η δεκαετία του 1930 υπήρξε μια περίοδος κλιμακούμενης αβεβαιότητας και ανασφάλειας για τον κόσμο των κρατών. Η δεκαετία ξεκίνησε με τη μεγάλη οικονομική κρίση και ύφεση και συνεχίστηκε με την απειλητική εμφάνιση δυνάμεων που επιδίωκαν την αναθεώρηση του εδαφικού καθεστώτος των συνθηκών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενόψει της αποτυχίας να αντιμετωπιστούν τα φαινόμενα αυτά με συλλογική ή πολυμερή δράση, οι κυβερνήσεις τράπηκαν σε επιλογές που χαρακτηρίζονταν από εσωστρέφεια και ευσεβείς πόθους πως τα απειλητικά νέφη που σωρεύονταν στον διεθνή ορίζοντα δεν θα ξεσπούσαν επάνω τους. Η ηγεσία του Βελγίου δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ήδη από τον Νοέμβριο του 1936, η χώρα που είχε δοκιμαστεί σκληρά κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου επέλεξε να ακολουθήσει πολιτική αυστηρής ουδετερότητας έναντι όλων των εν δυνάμει εμπόλεμων δυνάμεων. Η σχετική διακήρυξη έγινε δια στόματος του βασιλιά Λεοπόλδου Γ΄, και είχε ως συνέπεια οι Βρυξέλλες να αποχωρήσουν από τη Συνθήκη του Λοκάρνο (η οποία, μεταξύ άλλων, εγγυόταν τα σύνορα της χώρας με τη Γερμανία) και να καταγγείλουν την υφιστάμενη από το 1920 αμυντική συμμαχία με τη Γαλλία. Το ίδιο διάστημα, η βελγική αμυντική πολιτική επικεντρώθηκε στην ενίσχυση των οχυρωματικών έργων που κατανέμονταν σε δύο διαδοχικές γραμμές άμυνας (η πρώτη, κατά μήκος της νεότευκτης διώρυγας του βασιλιά Αλβέρτου, μεταξύ Αμβέρσας και Λιέγης, η δεύτερη μεταξύ Αμβέρσας και της πόλης Βαβρ, νοτιοανατολικά των Βρυξελλών). Η έκρηξη του πολέμου στην Ευρώπη, ως αποτέλεσμα της γερμανικής εισβολής στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939, θορύβησε τη βελγική κυβέρνηση αρκούντως ώστε να προχωρήσει σε σταδιακή επιστράτευση. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά αποδείχτηκαν ανεπαρκή απέναντι στη γερμανική τακτική του «αστραπιαίου πολέμου» (Blitzkrieg).

Όπως πάγια προέβλεπαν τα γερμανικά πολεμικά σχέδια από τις αρχές του 20ού αιώνα, η αποφασιστική επίθεση εναντίον της Γαλλίας εξαπολύθηκε μέσα από τα εδάφη του Βελγίου και του γειτονικού Λουξεμβούργου. Στις 28 Μαΐου 1940, έπειτα από αντίσταση δεκαοκτώ ημερών, ο 39χρονος Λεοπόλδος, ο οποίος είχε επιμείνει να ασκεί την αρχιστρατηγία, αγνόησε την αντίθετη άποψη της βελγικής κυβέρνησης και παραδόθηκε με τον στρατό του στους Γερμανούς.[1] Ο βασιλιάς έκρινε ότι όφειλε να συμμεριστεί τη μοίρα του λαού του και να παραμείνει στη χώρα του, επιχειρώντας να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες της ήττας.[2] Οι προσπάθειές του επικεντρώθηκαν κυρίως στην απελευθέρωση των 80.000 βαλλώνων στρατιωτών, οι οποίοι, σε αντίθεση με τους φλαμανδούς συναδέλφους τους, δεν απελευθερώθηκαν το θέρος του 1940.[3] Παρά την ακρόαση που ο Λεοπόλδος εξασφάλισε με τον Αδόλφο Χίτλερ, στο Μπέρχτεσγκαντεν, τον Νοέμβριο του 1940, οι πλείστοι των βαλλώνων στρατιωτών παρέμειναν αιχμάλωτοι έως το τέλος του πολέμου. Η αποτυχία αυτή, η σκληρή πραγματικότητα της κατοχής, καθώς και η αρνητική για τον Άξονα τροπή του πολέμου μετά το 1942, επρόκειτο τελικά να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ της εξόριστης βελγικής κυβέρνησης που έδρευε στο Λονδίνο.[4]

Λεοπόλδος Γ΄ (1901-1983).
Hubert Pierlot(1883-1963)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ως αιρετός πρωθυπουργός την εποχή της γερμανικής εισβολής, ο Hubert Pierlot δημόσια κατήγγειλε την παράδοση του στρατού από τον Λεοπόλδο ως αντισυνταγματική ενέργεια, αντίθετη με το καλώς νοούμενο συμφέρον της χώρας. Έπειτα από μία πρώτη περίοδο αμφιταλάντευσης, το ολιγομελές κυβερνητικό σχήμα του οποίου προΐστατο ο Pierlot ανέλαβε να σηκώσει τη σημαία της αντίστασης σε μια εποχή που στο κατεχόμενο Βέλγιο επικρατούσε πνεύμα παραίτησης και συμβιβασμού. Τον Pierlot, ο οποίος εκπροσωπούσε το Καθολικό Κόμμα, πλαισίωναν ανά ένα επιφανή στελέχη των άλλων δύο μεγάλων κομμάτων στο τελευταίο προπολεμικό κοινοβούλιο, του Σοσιαλιστικού και του Φιλελεύθερου. Διεκδικώντας τον ρόλο του συνεχιστή της προπολεμικής νομιμότητας, η εξόριστη κυβέρνηση διαχώριζε σαφώς τη θέση της από τον αυταρχικών αντιλήψεων Λεοπόλδο, η στάση του οποίου πρόδιδε μια μοιρολατρική αποδοχή της ναζιστικής «Νέας Τάξης» στην Ευρώπη.[5] Παρά ταύτα, ο Pierlot και οι εταίροι του στο Λονδίνο επιχείρησαν να έρθουν σε συνεννόηση με τον βασιλιά στην κατεχόμενη χώρα. Οι κρούσεις τους, όμως, έμειναν χωρίς ανταπόκριση έως ότου, την επομένη της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία, τον Ιούνιο του 1944, ο Λεοπόλδος μεταφέρθηκε κρατούμενος σε γερμανικό έδαφος.[6] Έτσι, η καταφανής δυσαρμονία κυβέρνησης και ανώτατου άρχοντα έμεινε να υποδαυλίζει μια παρατεταμένη πολιτειακή κρίση, η οποία επρόκειτο να λυθεί με την παραίτηση του Λεοπόλδου υπέρ του διαδόχου του το 1950. Ωστόσο, μια άλλη κρίση, η οποία εκδηλώθηκε κατά το πρώτο στάδιο της απελευθέρωσης, απείλησε να κλιμακωθεί σε αιματηρή εμφύλια σύρραξη, ανάλογη με εκείνη που δοκίμασε η Ελλάδα με ελάχιστη χρονική διαφορά.

Λονδίνο, Οκτώβριος 1940. Ο πρωθυπουργός Hubert Pierlot επιθεωρεί στρατιωτικό άγημα.

Μελετώντας τη μετάβαση του Βελγίου από τον πόλεμο και την κατοχή στην ειρήνη και την ανασυγκρότηση, ο ιστορικός Martin Conway υποστήριξε ότι, παρά τους έντονους κλυδωνισμούς αυτής της περιόδου, η συναίνεση που έμπρακτα εκδηλώθηκε στο επίπεδο των ιθυνόντων της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας, απέτρεψε τη βίαιη αμφισβήτηση της κυβερνητικής νομιμότητας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στο γεγονός ότι οι εν λόγω ελίτ, ιδίως οι επιχειρηματικές του τραπεζικού και του βιομηχανικού τομέα, αλλά και η προπολεμική πολιτική τάξη σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, διατήρησαν σχετικά αλώβητη την ισχύ τους «σε αυτή την πλέον καπιταλιστική από τις κοινωνίες της Ευρώπης»,[7] – η οποία, πέρα από τη συμμαχική βοήθεια, διέθετε πρόσβαση και στους πόρους της πλουσιότατης αποικίας του Κονγκό. Ανθεκτικότητα επέδειξαν και μια σειρά από δυνάμεις της βελγικής πολιτείας και κοινωνίας που προϋπήρχαν του πολέμου. Επρόκειτο για τους μακραίωνους θεσμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, τη δικαιοσύνη, την Καθολική Εκκλησία, τα πανεπιστήμια, τις εργοδοτικές οργανώσεις, αλλά και φορείς μιας άνωθεν καθοδηγούμενης κοινωνίας πολιτών, δηλαδή, τα κοινωνικά και ιδεολογικά δίκτυα που είχαν ιδρύσει ήδη από τον 19ο αιώνα τα κυριότερα πολιτικά κόμματα της χώρας, Καθολικοί, Σοσιαλιστές και Φιλελεύθεροι.[8] Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, όλοι αυτοί οι παράγοντες ήταν κατά βάση αντίθετοι στις ριζικές ανατροπές. Όταν, με την επιβολή της ξένης κατοχής, οι κεντρικοί θεσμοί (βασιλιάς, κυβέρνηση, κοινοβούλιο) τέθηκαν σε αναστολή, οι εν λόγω δυνάμεις λειτούργησαν ως εγγυητές κάποιας συνέχειας με την προπολεμική τάξη, αλλά και ως παράγοντες κοινωνικής συνοχής, στον βαθμό που μερίμνησαν για την επιβίωση του χειμαζόμενου έθνους. Επιπλέον, περιφρούρησαν την κοινή εθνική ταυτότητα των Βέλγων απέναντι στις εθνικιστικές αντιθέσεις που υποδαύλισε η γερμανική κατοχή.[9] Η συμπόρευση ή ταύτιση με τον κατακτητή κόστισε στους ακραίους εθνικιστές σε Βαλλωνία και Φλάνδρα την «καλή μαρτυρία» της μεγάλης πλειονότητας των Βέλγων για τις επόμενες δύο δεκαετίες, τουλάχιστον.

Στο πνεύμα, λοιπόν, του «compromis à la belge», το οποίο σφυρηλάτησαν με τη στάση τους στη διάρκεια του πολέμου οι δυνάμεις που αναφέρθηκαν, ο Conway απέδωσε τη μεταπολεμική σταθερότητα της χώρας, παρά την πόλωση που συντήρησε επί πενταετία η εκκρεμότητα σχετικά με την επάνοδο του Λεοπόλδου στον θρόνο.[10] Αυτό το πνεύμα συμβιβασμού αμφισβήτησαν οι βέλγοι κομμουνιστές τον Νοέμβριο του 1944, προβάλλοντας ως εναλλακτική πηγή νομιμοποίησης την αντίσταση στον κατακτητή. Όπως είχε συμβεί στις περισσότερες κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης, ο ενεργός ρόλος τους στην αντίσταση είχε ενισχύσει την επιρροή τους. Παρά το γεγονός ότι στην αντίσταση αναμίχθηκε ενεργά ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού, μπορούσε βάσιμα να αναμένεται ότι η μεγάλη πλειονότητα θα έσπευδε να ταυτιστεί μαζί της κατά τη «μεθυστική» στιγμή της απελευθέρωσης.[11] Το ερώτημα ήταν κατά πόσον οι κομμουνιστές θα είχαν τη δυνατότητα να διαμορφώσουν τις εξελίξεις, είτε αυτοτελώς είτε μέσω συμμαχιών.

Οι Βρυξέλλες υπό Γερμανική κατοχή. Παρέλαση μπροστά από τα βασιλικά ανάκτορα.

Η επιτυχία της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία έθεσε επί τάπητος το ζήτημα ποιος και πώς θα κάλυπτε το κενό εξουσίας που άφηνε ο τερματισμός της κατοχής.[12] Η αποχώρηση των Γερμανών συμπαρέσυρε στον πολιτικό Καιάδα τους πιο κραυγαλέους, τουλάχιστον, από τους συνεργάτες τους, ιδίως το κόμμα των «Ρεξιστών» (Parti Rexiste), που δρούσε στη Βαλλωνία, και τον Φλαμανδικό Εθνικό Σύνδεσμο (Vlaams Nationaal Verbond) – οργανώσεις που εξέφραζαν την εθνικιστική άκρα δεξιά στη δεκαετία του 1930. Ο βασιλιάς Λεοπόλδος, με μειωμένο κύρος λόγω της παθητικής στάσης του κατά τα τελευταία δύο χρόνια της κατοχής αλλά και της προσωπικής του ζωής,[13] είχε μεταφερθεί εκτός Βελγίου. Έτσι, απέμεναν τέσσερεις παράγοντες ικανοί να επηρεάσουν τις εξελίξεις: Πρώτον, η ετερόκλητη αντίσταση, με ισχυρότερους εκπροσώπους τον φιλοσυμμαχικό και εν πολλοίς βασιλόφρονα Μυστικό Στρατό (Armée Secrète: AS) και το φιλοκομμουνιστικό Μέτωπο Ανεξαρτησίας (Front de l’Indépendance: FI), οι τάξεις των οποίων πύκνωναν με «αντιστασιακούς της ενδέκατης ώρας». Θεωρητικά, οι δυνάμεις αυτές μπορούσαν να διεκδικήσουν αυτοτελή νομιμοποίηση, επικαλούμενες τον αγώνα τους κατά του κατακτητή. Η φιλοδοξία αυτή επρόκειτο να προσκρούσει στη στάση των άλλων τριών παραγόντων, με πρώτο τις δυνάμεις που είχαν στηρίξει την de facto διακυβέρνηση του Βελγίου από υψηλά ιστάμενα στελέχη του κρατικού μηχανισμού έως την ώρα της γερμανικής αποχώρησης. Επρόκειτο για τις κοινωνικές ελίτ που προαναφέρθηκαν (τοπικοί άρχοντες, δικαιοσύνη, Εκκλησία, κοινωνικές και οικονομικές ελίτ και οι οργανώσεις τους) και είχαν λειτουργήσει ως «θεματοφύλακες του εθνικού συμφέροντος» απέναντι στον κατακτητή και τους συνεργάτες του. Το ζήτημα ήταν ότι αυτή η ‘notable elite’ είχε τηρήσει διακριτική απόσταση από τον τρίτο παράγοντα, την εξόριστη κυβέρνηση, η οποία διέθετε, όμως, την πλήρη στήριξη των Συμμάχων, ιδίως των Βρετανών. Οι τελευταίοι αποτελούσαν τον τέταρτο και σημαντικότατο πόλο ισχύος, καθώς είχαν ισχυρότατη στρατιωτική παρουσία αλλά και την πρωτοκαθεδρία στη συμμαχική αποστολή που θα λειτουργούσε στο Βέλγιο όσο διαρκούσε ο πόλεμος με το Γ΄ Ράιχ.[14]

Εκτός από τη συμμαχική στήριξη, η κυβέρνηση Pierlot, που εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες στις 8 Σεπτεμβρίου, διέθετε και το τεκμήριο της νομιμοποίησης. Παρά τη ρήξη με τον Λεοπόλδο, την αμοιβαία καχυποψία με την κομμουνιστική αλλά, ως ένα βαθμό, και με την υπόλοιπη αντίσταση, και τις αρνητικές επιπτώσεις που αναπόφευκτα είχε η αποκοπή της από την κατοχική εμπειρία της χώρας, στα μάτια της φιλοδυτικής πλειονότητας η κυβέρνηση αυτή «κατ’ ελάχιστον διασφάλιζε ότι το Βέλγιο εκπροσωπείτο στις τάξεις των Συμμάχων και θα αναγνωριζόταν ως [σύμμαχος χώρα] στο τέλος του πολέμου». Επιπλέον, το αρχικό τριμελές σχήμα του 1940 είχε σταδιακά διευρυνθεί με την προσέλευση σημαντικού αριθμού πολιτικών και κρατικών λειτουργών από την κατεχόμενη χώρα. Τέλος, και σημαντικότερο, οι αντιστασιακές οργανώσεις δεν είχαν πρόσβαση στη συμμαχική βοήθεια και προπαγάνδα χωρίς την έγκριση της εξόριστης κυβέρνησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, από τους πρώτους μήνες του 1943, οι δυνάμεις της συνέχειας στο εσωτερικό του Βελγίου ξεκίνησαν μια «διαδικασία σύγκλισης» μέσω συμβιβασμών τόσο μεταξύ τους όσο και με το Λονδίνο, με την ενθάρρυνση των Βρετανών. Από τη διαδικασία αυτή δεν έμεινε αμέτοχο το Κομμουνιστικό Κόμμα Βελγίου (ΚΚΒ) και ο αντιστασιακός του βραχίονας, το FI.[15] Το ζητούμενο για τις δυνάμεις της συνέχειας και τους βρετανούς συμμάχους τους ήταν η απελευθέρωση να μη συνοδευτεί από έμπρακτη αμφισβήτηση της κυβερνητικής νομιμότητας.

 

ΛΥΤΡΩΣΗ!
Η απελευθέρωση των Βρυξελλών από τα Βρετανικά στρατεύματα (4 Σεπτεμβρίου 1944).

Σε αντίθεση με τη Γαλλία και την Ολλανδία, οι επαφές με τις αντιστασιακές οργανώσεις δεν κατέληξαν στη σύσταση ενός συλλογικού φορέα της αντίστασης υπό την εποπτεία της εξόριστης κυβέρνησης. Υπήρχαν, ωστόσο, άλλα εμπόδια στην ωρίμανση επαναστατικών συνθηκών. Σε μια χώρα, όπου η ευνομία μάλλον ήταν ο κανόνας πριν από τον πόλεμο, ο φόβος μήπως «η στιγμιαία μέθη της απελευθέρωσης» αποδεσμεύσει δυνάμεις αμφισβήτησης και ανατροπής οπωσδήποτε συνείχε μια σημαντική μερίδα του βελγικού πληθυσμού. Το ενδεχόμενο δε να επωφεληθεί από το κενό εξουσίας η κομμουνιστική αριστερά θορυβούσε τους θιασώτες της συνέχειας, οι οποίοι δεν άργησαν να συσπειρωθούν γύρω από την κυβέρνηση Pierlot, παραμερίζοντας προς στιγμήν το ζήτημα του θρόνου (το Καθολικό Κόμμα ευνοούσε την επιστροφή του Λεοπόλδου, οι υπόλοιποι αντιτάσσονταν). Φυσικά, και οι Σύμμαχοι ενδιαφέρονταν ζωηρά για τη διαφύλαξη της τάξης ενόσω οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο βελγικό έδαφος συνεχίζονταν. Κατά συνέπεια, τρεις από τους τέσσερεις εν δυνάμει διεκδικητές της εξουσίας στο μετακατοχικό Βέλγιο είχαν βραχυπρόθεσμα κοινό συμφέρον να χαλιναγωγήσουν τον τέταρτο, την αντίσταση, και ιδίως την κομμουνιστική.[16]

Εν τέλει, κενό εξουσίας δεν υπήρξε στο Βέλγιο. Σε αυτό συνέβαλε αποφασιστικά η ταχεία ανάπτυξη ισχυρών συμμαχικών δυνάμεων και η δραστήρια παρουσία της αποστολής υπό τον βρετανό αντιστράτηγο George Erskine. Ενδεχομένως ως μια επιβεβαίωση της νόμιμης συνέχειας του κράτους, οι Σύμμαχοι ενθάρρυναν τη διατήρηση του κυβερνητικού σχήματος που έδρευε στο Λονδίνο. Ως παραχώρηση στους θιασώτες της αλλαγής, το σχήμα αυτό μετονομάστηκε σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» με την προσθήκη προσωπικοτήτων που είχαν παραμείνει στο κατεχόμενο Βέλγιο. Ωστόσο, οι υπουργοί που δεν ανήκαν στα τρία παραδοσιακά κόμματα μειοψηφούσαν, και μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν δύο ηγετικά στελέχη του FI και ένας εκπρόσωπος του ΚΚΒ. Οι θώκοι-κλειδιά παρέμειναν στα χέρια των προσώπων που είχαν στελεχώσει την εξόριστη κυβέρνηση.[17]

Bελγικές αντιστασιακές οργανώσεις: Κάρτα μέλους του Front de l’Indépendance (αριστερά) και της Armée Secrète .

Η σύνθεση της κυβέρνησης δεν ικανοποιούσε τις δυνάμεις που επιθυμούσαν να αντλήσουν πολιτικό κεφάλαιο από τη συμμετοχή τους στην αντίσταση. Αυτό ίσχυε ιδίως για τους κομμουνιστές και τους εταίρους τους στο FI. Στις τελευταίες προπολεμικές εκλογές του Απριλίου του 1939, το ΚΚΒ είχε συγκεντρώσει ένα μάλλον ισχνό 4,65%. Στη διάρκεια της κατοχής είχε κερδίσει νέους υποστηρικτές, ιδίως στη Βαλλωνία, και μπορούσε να υπολογίζει στην παρουσία δέκα, περίπου χιλιάδων ενόπλων, οργανωμένων σε ομάδες «παρτιζάνων» (Partisan Armés), οι οποίοι αποτελούσαν τη δύναμη κρούσης του FI.[18] Την αβεβαιότητα επέτεινε το γεγονός ότι, ένα μήνα μετά την επάνοδο της κυβέρνησης στις Βρυξέλλες, στη χώρα παρέμεναν περί τους 85.000 ενόπλους, οι οποίοι αναφέρονταν στις επί μέρους οργανώσεις. Προκειμένου να ενισχυθεί η κυβερνητική εξουσία, ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στη δυτική Ευρώπη Dwight Eisenhower εξέδωσε ημερήσια διαταγή στις 3 Οκτωβρίου, με την οποία προσκαλούσε τις αντιστασιακές οργανώσεις να παραδώσουν τον οπλισμό τους στις βελγικές αρχές και τα μέλη τους να ενταχθούν στον τακτικό στρατό που επρόκειτο να σχηματισθεί. Οι κομμουνιστές αγνόησαν το σκέλος περί αφοπλισμού και ουσιαστικά επέμειναν να αναγνωριστούν οι ένοπλοι αντιστασιακοί σχηματισμοί ως μονάδες του μελλοντικού στρατού. Η κυβερνητική υπόσχεση για σταδιακή απορρόφηση αυτού του δυναμικού βρήκε ανταπόκριση μόνο από τον νομιμόφρονα AS. Ταυτόχρονα, ως μέτρο αυτοπροστασίας, οι δυνάμεις ασφαλείας, που αριθμούσαν μόλις 6.000 άνδρες, επανεξοπλίστηκαν με 5.000 βρετανικά αυτόματα τύπου Sten.[19]

Το ίδιο διάστημα, οι Βρετανοί εμφανίζονταν δυσαρεστημένοι με τις επιδόσεις της κυβέρνησης Pierlot. Γίνονταν μάρτυρες δημόσιων εκδηλώσεων διαμαρτυρίας με αφορμή τις ελλείψεις σε αγαθά, ιδίως τρόφιμα και καύσιμα.

Sir George Erskine (1899-1965).

Επιπλέον, ο Erskine, επιθυμούσε μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στο ζήτημα του αφοπλισμού. Στις 21 Οκτωβρίου, ζήτησε από το Ανώτατο Στρατηγείο των συμμαχικών δυνάμεων στην Ευρώπη να προετοιμάσει το έδαφος για ενδεχόμενη στρατιωτική επιχείρηση με σκοπό την προάσπιση της κυβέρνησης του Βελγίου. Έστω και με καθυστέρηση, η σχετική οδηγία εκδόθηκε στις 18 Νοεμβρίου. Νωρίτερα, ο Eisenhower με επιστολή του προς τη βελγική κυβέρνηση είχε ζητήσει να απαγορευτεί η οπλοκατοχή από τους πολίτες, υποσχόμενος βοήθεια σε περίπτωση ανάγκης. Λίγες μέρες αργότερα, επισκέφτηκε ο ίδιος τη βελγική πρωτεύουσα. Ενθαρρυμένη, στις 31 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι 40.000 πρώην μέλη της αντίστασης, δηλαδή, κάτι λιγότερο από τους μισούς, θα εντάσσονταν σε ατομική βάση – και όχι ως σχηματισμοί – στις ένοπλες δυνάμεις. Στις 13 Νοεμβρίου, εξέδωσε νομοθετικό διάταγμα που έθετε πενθήμερη διορία προκειμένου οι πολίτες να παραδώσουν όλο το στρατιωτικό υλικό που είχαν στην κατοχή τους στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα. Εξαίρεση προβλεπόταν μόνο σε περιπτώσεις κατοχής ειδικής άδειας από τις συμμαχικές ή τις βελγικές αρχές. Εκτός από τις ποινές για παράνομη οπλοκατοχή, το διάταγμα θέσπιζε και χρηματική ανταμοιβή για όσους συμμορφώνονταν.[20]

Ήταν προφανές ότι η κυβέρνηση είχε υπαναχωρήσει από την εξαγγελία της σταδιακής απορρόφησης των αντιστασιακών στο στράτευμα. Αυτό ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις επιδιώξεις των κομμουνιστών. Ισχυριζόμενο ότι, εκδίδοντας το διάταγμα περί αφοπλισμού, ο πρωθυπουργός είχε ενεργήσει «εναντίον της θέλησης του υπουργικού συμβουλίου στο σύνολό του», το ΚΚΒ κατήγγειλε το μέτρο ως μέρος μιας «αντιδραστικής συνωμοσίας», έργο του μεγάλου κεφαλαίου και δεξιών στρατηγών, με στόχο «να φιμωθεί η φωνή των εργαζόμενων μαζών και να αποτραπούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις». Το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος, που συνεδρίασε στις 14 Νοεμβρίου, αξίωσε τελεσιγραφικά από την κυβέρνηση να εγγυηθεί αμέσως την χωρίς εξαιρέσεις ένταξη όλων των αντιστασιακών δυνάμεων, μαζί με τους αξιωματικούς και τον εξοπλισμό τους, στις ένοπλες δυνάμεις, καθώς και τη λήψη μέτρων εναντίον των συνεργατών του εχθρού στην οικονομία και τη διοίκηση, οι οποίοι, σύμφωνα με την απόφαση, εξακολουθούσαν να σαμποτάρουν την παραγωγή. Διαφορετικά, προειδοποίησε, η κυβέρνηση έχανε το δικαίωμά της να παραμένει στην εξουσία. Μετά από δύο ημέρες, καθώς οι αξιώσεις τους δεν ικανοποιήθηκαν, το ΚΚΒ και το FI απέσυραν τους υπουργούς τους από το κυβερνητικό σχήμα και προχώρησαν σε μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας.[21]

Αψηφώντας την κυβερνητική απαγόρευση, στις 16 Νοεμβρίου οι κομμουνιστές πραγματοποίησαν συλλαλητήριο στο κέντρο των Βρυξελλών. Απευθυνόμενος στο πλήθος, ο γενικός γραμματέας του FI και μέχρι πρότινος υπουργός Fernand Demany απείλησε με επιστροφή στον ανταρτοπόλεμο, αν οι περιστάσεις το επέβαλλαν, για να προσθέσει αμέσως παρακάτω: «Όμως θέλουμε μια αξιοπρεπή χώρα και θα την έχουμε». Στην πρόκληση απάντησε αυθημερόν ο Pierlot σε σκληρό τόνο, μέσω του ραδιοφώνου. Η κυβέρνησή του, διακήρυξε, δεν επρόκειτο να ανεχθεί οποιαδήποτε απόπειρα από ένοπλους σχηματισμούς να πτοήσουν τις «νόμιμες αρχές» και τον πληθυσμό προκειμένου να επιβάλουν απόψεις που δεν είχαν καμία σχέση με τη συνεχιζόμενη πολεμική προσπάθεια εναντίον του εχθρού. Το πρωθυπουργικό διάγγελμα ακολούθησε η μετάδοση δήλωσης του Erskine, με την οποία ο βρετανός στρατηγός υποσχόταν επέμβαση των συμμαχικών δυνάμεων εάν αυτό επέβαλλε η προάσπιση του νόμου και της τάξης. Το ίδιο βράδυ, ο Erskine συναντήθηκε με τους τρεις πρώην υπουργούς των κομμουνιστών και εκμαίευσε κοινό ανακοινωθέν, σύμφωνα με το οποίο οι συνομιλητές του δήλωναν πρόθυμοι να διασφαλίσουν την τήρηση του νόμου και δεσμεύονταν να «αποφύγουν οιαδήποτε σύγκρουση» με τις συμμαχικές δυνάμεις. Τις επόμενες ημέρες, συμφωνήθηκε μια φόρμουλα που θα μπορούσε να διευκολύνει τον αφοπλισμό, καθώς οι προσκείμενες στην Αριστερά οργανώσεις δέχτηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους στους συμμάχους, και όχι στις αστυνομικές αρχές.[22]

Παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές προς τους εκπροσώπους των Συμμάχων, το ΚΚΒ και το FI απέρριπταν τον διάλογο με την κυβέρνηση Pierlot. Κατά την εκτίμηση του βρετανού πρεσβευτή Sir Hugh Knatchbull-Hugessen, oι κομμουνιστές «έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να καταρρακώσουν το κύρος της κυβέρνησης στα μάτια του πληθυσμού». Ως μέσο πίεσης επέλεξαν τα συλλαλητήρια με κύριο αίτημα την αντικατάσταση της κυβέρνησης από ένα περισσότερο «δημοκρατικό» σχήμα. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα έντασης και αμοιβαίας καχυποψίας αύξανε τις πιθανότητες για βίαιη κλιμάκωση των μαζικών αυτών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας. Αυτό συνέβη στις 25 Νοεμβρίου, όταν αντικυβερνητική διαδήλωση στην πρωτεύουσα βάφτηκε στο αίμα. Παρά τις αποκλίνουσες μαρτυρίες για τον καταλογισμό των ευθυνών,[23] το βέβαιο είναι πως δυνάμεις της χωροφυλακής που προστάτευαν κυβερνητικά κτίρια άνοιξαν πυρ εναντίον του πλήθους, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό άνω των τριάντα διαδηλωτών. Το ευτύχημα για τη χώρα ήταν ότι δεν υπήρχαν νεκροί.[24]

Την αιματοχυσία ακολούθησε νέο συλλαλητήριο, στη διάρκεια του οποίου οι εκπρόσωποι του ΚΚΒ και του FI περιέγραψαν το συμβάν ως ένοπλη επίθεση εναντίον της «αντίστασης». Για τον Demany, η μακροημέρευση της κυβέρνησης θα άνοιγε τον δρόμο στην επάνοδο του φασισμού. Το συμπέρασμά του ήταν ότι το Βέλγιο χρειαζόταν μια «δεύτερη» απελευθέρωση. Φοβούμενοι τη βίαιη κλιμάκωση της κρίσης, οι Βρετανοί επιδίωξαν να έρθουν σε επαφή με την ηγεσία του FI. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης Νοεμβρίου, ο Erskine απέσπασε νέα διαβεβαίωση του Demany ότι δεν θα καλούσε τους οπαδούς του FI σε ενέργειες που ήταν δυνατό να θέσουν τη ζωή τους σε κίνδυνο.[25] Παρά ταύτα, οι κομμουνιστές δεν εγκατέλειψαν την προσπάθεια να εξωθήσουν την κυβέρνηση σε παραίτηση. Αυτή τη φορά, δοκίμασαν τη μέθοδο της γενικής απεργίας, την οποία κήρυξαν οι προσκείμενες στο ΚΚΒ εργατικές ενώσεις για τις 28 Νοεμβρίου. Το ίδιο πρωί, ο βέλγος πρωθυπουργός ενημέρωσε τον βρετανό πρεσβευτή ότι ένοπλοι κομμουνιστές από την πόλη Μονς κατευθύνονταν οδικώς προς τις Βρυξέλλες με σκοπό να «χτυπήσουν την κυβέρνηση». Ο Pierlot υπέβαλε επίσημο αίτημα για βρετανική βοήθεια. Αμέσως, στρατιωτικές δυνάμεις με τεθωρακισμένα αναπτύχθηκαν μέσα και γύρω από την πρωτεύουσα. Το ίδιο απόγευμα, συγκλήθηκε εκτάκτως το τελευταίο προπολεμικό κοινοβούλιο με παρόντα 134 από τα 202 μέλη του, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Το γεγονός αυτό, τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας και, κυρίως, η απροθυμία άλλων δυνάμεων να συνταχθούν με την αντικυβερνητική γραμμή της κομμουνιστικής αριστεράς οδήγησαν σε αποτυχία το εγχείρημα της γενικής απεργίας.[26]

Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΒ αμέσως μετά από την απελευθέρωση.

Από τις διεξοδικότερες μελέτες για τη βελγική κρίση του Νοεμβρίου προκύπτει το συμπέρασμα ότι η κομμουνιστική ηγεσία επεδίωκε δύο κύριους στόχους, οι οποίοι εν τέλει αποδείχθηκαν αλληλοαναιρούμενοι. Καταρχάς, επιζητούσαν να διατηρήσουν το πολιτικό κεφάλαιο της αντίστασης και να το εκμεταλλευτούν για να διεκδικήσουν μερίδιο στη διακυβέρνηση της χώρας αλλά και στο στράτευμα. Για τον λόγο αυτό, απαιτούσαν την αναβολή του αφοπλισμού των αντιστασιακών οργανώσεων μέχρι να εξασφαλιστεί η πλήρης ένταξη των «παρτιζάνων» τους στον υπό ανασύσταση τακτικό στρατό. Όταν αυτό προσέκρουσε στην κυβερνητική απόφαση για άμεσο αφοπλισμό των αντιστασιακών οργανώσεων και επιλεκτική στελέχωση του στρατεύματος, προέκριναν τον εξαναγκασμό της κυβέρνησης Pierlot σε παραίτηση, με απώτερη επιδίωξη να διευρύνουν τη συμμετοχή τους στο διάδοχο σχήμα. Καθώς υστερούσε συντριπτικά σε δύναμη πυρός απέναντι στο ενιαίο μέτωπο κυβέρνησης και Βρετανών, η κομμουνιστική ηγεσία προτίμησε να ασκήσει πίεση με διάφορα μέσα «ειρηνικής πάλης», όπως συλλαλητήρια και απεργίες. Το κλίμα αυτό αναταραχής και η επιθετική ρητορεία που το υποδαύλιζε υπονόμευσαν τον δεύτερο στόχο των κομμουνιστών, που απηχούσε τη γραμμή των «λαϊκών μετώπων»: Αν η χρήση βίας αποκλειόταν και ως μόνη ρεαλιστική επιλογή απέμενε η μακρόχρονη πάλη με τις δυνάμεις της «αντίδρασης», το ΚΚΒ όφειλε να αναζητήσει συμμάχους πέρα από τον στενό κύκλο του FI.[27] Ωστόσο, κατά το κρίσιμο διάστημα του Νοεμβρίου, η τακτική των κομμουνιστών εν τέλει διεύρυνε το χάσμα με τις «όμορες» πολιτικές δυνάμεις.

Καθοριστικής σημασίας στάθηκε η αποτυχία των κομμουνιστών να εκφοβίσουν ή να δελεάσουν τους σοσιαλιστές και τους εκπροσώπους οργανώσεων της αντίστασης, προκειμένου να αποσυρθούν από την κυβέρνηση. Παρά τις διαμαρτυρίες τριών οργανώσεων επιπλέον του FI, οι υπόλοιποι αντιστασιακοί υπουργοί έμειναν στις θέσεις τους. Αντιμέτωπη με την εκστρατεία του ΚΚΒ, η οποία έβρισκε απήχηση μεταξύ ορισμένων μελών του κόμματος, η ηγεσία των σοσιαλιστών ομόφωνα τάχθηκε εναντίον της παραίτησης και επέκρινε την κομμουνιστική ηγεσία για οπορτουνισμό. «Σε μια εμπόλεμη χώρα», ανέφερε η σχετική απόφαση της 17ης Νοεμβρίου, «είναι προτιμότερη μια μη δημοφιλής κυβέρνηση παρά η αναρχία».[28] Οκτώ ημέρες αργότερα, το εθνικό συμβούλιο του Σοσιαλιστικού Κόμματος που συνήλθε αμέσως μετά τα αιματηρά γεγονότα των Βρυξελλών, ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία την παραμονή στο κυβερνητικό σχήμα. Όπως θα δήλωνε σε ξένο ανταποκριτή το ηγετικό στέλεχος του κόμματος και μελλοντικός διάδοχος του Pierlot στην πρωθυπουργία, ο Achille Van Acker: «Αφ’ ης στιγμής υπήρξε απειλή αναταραχής, είχαμε ξεκάθαρα καθήκον να παραμείνουμε στην Κυβέρνηση. Διότι εάν αυτή η Κυβέρνηση ενέδιδε στις διαδηλώσεις και στις απεργίες, θα εξασθένιζε τη θέση κάθε μελλοντικής κυβέρνησης».[29]

Η σθεναρή αντίδραση της κυβέρνησης και των Βρετανών και η αποτυχία τους να βρουν συμμάχους, οδήγησε τους κομμουνιστές σε τακτική αναδίπλωση. Μέσα σε δέκα ημέρες από την αιματηρή διαδήλωση της 25ης Νοεμβρίου, παραδόθηκαν ή κατασχέθηκαν δώδεκα χιλιάδες όπλα. Στις αρχές Δεκεμβρίου, όλες οι αντιστασιακές οργανώσεις συμφώνησαν με την κυβέρνηση να ξεκινήσει μια διαδικασία αναγνώρισης και απονομής ευεργετημάτων προς τα μέλη τους, γεγονός που σηματοδότησε τη λήξη της αποστολής τους. Ως προς τη συμμετοχή μελών της αντίστασης στο στράτευμα, μόνο 25.000 προσήλθαν σε σύνολο 80.000 περίπου, προερχόμενοι κυρίως από μη κομμουνιστικές οργανώσεις, όπως ο AS.[30] Με τα μέτρα αυτά, όπως επισημαίνει ο Conway, εκμηδενίστηκε «η αξία της αντίστασης ως πολιτικού κεφαλαίου».[31]

Τα Δεκεμβριανά.

Ο πειρασμός να συσχετιστούν τα «Νοεμβριανά» του Βελγίου με τα λίγο μεταγενέστερα «Δεκεμβριανά» στην Ελλάδα είναι ευεξήγητος. Ο ίδιος ο Winston Churchill προέβη σε ευθύ παραλληλισμό όταν, σε αγόρευσή του στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 8 Δεκεμβρίου, έκανε λόγο για «διοργάνωση πραξικοπήματος» με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης Pierlot. Ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι, όπως στην Ελλάδα έτσι και στο Βέλγιο, οι κομμουνιστές αποπειράθηκαν να υφαρπάξουν την εξουσία διά της βίας, δεν αποδεικνύεται από την ιστορική έρευνα. Το δραματικό διάβημα του βέλγου πρωθυπουργού προς τους Βρετανούς το πρωί της 28ης Νοεμβρίου μάλλον στόχευε σε μια δημόσια και σαφή επιβεβαίωση της συμμαχικής υποστήριξης προς την κυβέρνησή του, η οποία βέβαια θα λειτουργούσε αποτρεπτικά, σε περίπτωση που η Αριστερά εξέταζε τη χρήση βίας.[32] Ακόμα και η έκθεση που συνέταξε η βελγική κυβέρνηση για να διευκολύνει τον Churchill να τεκμηριώσει εκ των υστέρων τον ισχυρισμό του περί πραξικοπήματος, δεν ανέφερε παρά τέσσερα μεμονωμένα περιστατικά, όλα στην επαρχία Hainaut, κατά τα οποία η χωροφυλακή σταμάτησε και με χαρακτηριστική ευκολία αφόπλισε εποχούμενες ομάδες κομμουνιστών.[33] Τόσο ο Conway όσο και o Geoffrey Warner καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, σε αντίθεση με τους έλληνες ομολόγους τους, οι ηγέτες του ΚΚΒ και του FI δεν αντιμετώπισαν σοβαρά την προσφυγή στην ένοπλη βία.[34]

Η σύγκριση με την Ελλάδα μοιάζει αδόκιμη και για πρόσθετους λόγους. Το επί το πλείστον πεδινό έδαφος, η πληθώρα των αστικών κέντρων και το πυκνό δίκτυο επικοινωνιών του Βελγίου δεν ευνοούσαν τον ανταρτοπόλεμο. Αναμφίβολα, ο κύριος αποτρεπτικός παράγοντας ήταν η παρουσία πολύ μεγάλου αριθμού συμμαχικών στρατευμάτων, την οποία καθιστούσε αναγκαία η εγγύτητα του μετώπου με τη Γερμανία. Διαθέτοντας συντριπτική υπεροπλία, η βρετανική στρατιωτική αποστολή, που είχε την τελική ευθύνη για τη διαφύλαξη της τάξης στη χώρα, επέδειξε μεγάλη ετοιμότητα στη διαχείριση της κρίσης από την πρώτη στιγμή. Πέρα από την κατηγορηματική και δημόσια στήριξη της κυβέρνησης, ο Erskine φρόντιζε να συναντά αυτοπροσώπως τους ηγέτες του ΚΚΒ και του FI και να τους πειθαναγκάζει, κάθε φορά που απειλείτο βίαιη κλιμάκωση της αντιπαράθεσής τους με την κυβέρνηση. Φυσικά, ο Erskine μιλούσε από θέση ισχύος, κάτι που δεν ίσχυε για τον διοικητή των πολύ ασθενέστερων βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, στρατηγό Ronald Scobie. Ο τελευταίος απευθύνθηκε στην ηγεσία του ΚΚΕ σχεδόν μία εβδομάδα μετά την έναρξη των επιθέσεων του ΕΛΑΣ εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων, με δεδομένη, βέβαια, την επιθυμία του Churchill για δυναμική λύση στο ελληνικό πρόβλημα μόλις έφταναν στην Αθήνα οι απαραίτητες ενισχύσεις.[35] Εκτός αυτού, στο Βέλγιο αποδείχτηκε ότι η κυβέρνηση μπορούσε να υπολογίζει στη στήριξη ενός ευρύτατου πολιτικού φάσματος, αλλά και στα «συντηρητικά ένστικτα» μιας πλειονότητας που απεχθανόταν τη «βία του πεζοδρομίου».[36] Στον κόσμο αυτό, η αντίσταση στην ένοπλη μορφή της είχε πολύ μικρότερη απήχηση – και δυνατότητα άσκησης επιρροής – από ό,τι συνέβαινε στην ελληνική ύπαιθρο ή στις φτωχογειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

Όπως αναφέρει ο Warner, κατά το 8ο συνέδριό του, τον Φεβρουάριο του 1946, το ΚΚΒ εμμέσως παραδέχθηκε ότι η τακτική του υπήρξε εσφαλμένη. Αναγνώρισε, λοιπόν, ότι η βελγική κυβέρνηση είχε επιτύχει να απομονώσει το κόμμα, το οποίο, «βαλλόμενο από όλες τις πλευρές, γνώριζε πώς να υποχωρήσει συντεταγμένα», προκειμένου να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Το Πολιτικό Γραφείο επαινέθηκε για τη «ρεαλιστική εκτίμηση των συσχετισμών ισχύος» και για το ότι κατόρθωσε να μην αποκοπεί από τα εργατικά στρώματα και «τις διάφορες δημοκρατικές ομάδες», υπονοώντας, προφανώς τους συνοδοιπόρους των κομμουνιστών στο FI. Βεβαίως, σε αντίθεση με τη στρατιωτική συντριβή αλλά και την πολιτική απομόνωση των ελλήνων συντρόφων τους, οι βέλγοι κομμουνιστές μπορούσαν να αντλήσουν ικανοποίηση από το γεγονός ότι, την εποχή περίπου που υπογραφόταν η Συμφωνία της Βάρκιζας, η κυβέρνηση Pierlot έδωσε τη θέση της σε άλλη υπό τον Van Acker.[37] Η συμμετοχή του ΚΚΒ σε αυτή και σε διάδοχες κυβερνήσεις υπό σοσιαλιστή πρωθυπουργό αποτελούσε συνέχεια της «ρεαλιστικής στροφής» που το κόμμα αυτό εγκαινίασε μετά την κρίση του Νοεμβρίου. Από την πλευρά των αντιπάλων του, ιδίως των Σοσιαλιστών που ηγήθηκαν των εν λόγω κυβερνήσεων, επρόκειτο για μέρος μιας στρατηγικής για την εξουδετέρωση των κομμουνιστών ως παράγοντα αναταραχής, μέσω της ανάθεσης κυβερνητικών καθηκόντων,[38] αντίστοιχη της «κοοπτάτσια» που τότε εφάρμοζαν τα ίδια τα κομμουνιστικά κόμματα στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης απέναντι σε εν δυνάμει πολιτικούς ανταγωνιστές τους. Όταν οι κυβερνώντες αισθάνθηκαν μεγαλύτερη ασφάλεια, οδήγησαν τους κομμουνιστές εταίρους τους στην έξοδο από τη βελγική κυβέρνηση, τον Μάρτιο του 1947.

O Ιωάννης Δ. Στεφανίδης είναι Καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.

Υποσημειώσεις

[1] Χρήσιμη επισκόπηση της συμμετοχής του Βελγίου στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προσφέρει το έργο του βέλγου διπλωμάτη Jean-Michel Veranneman, Belgium in the Second World War, Barnsley: Pen & Sword Military, 2014.

[2]Για τις απαρχές της διάστασης μεταξύ του Λεοπόλδου και της βελγικής κυβέρνησης, βλ. τη μονογραφία του Jean Vanwelkenhuyzen, Quand les chemins se parent (Mai – juin – juillet 1940): Aux origines de la question royale, Paris-Gembloux: Duculot, 1988 (επανέκδοση: Bruxelles, Racine, 2001)

[3]Η διακριτική αυτή μεταχείριση απηχούσε τη «φλαμανδική πολιτική» (Flamenpolitik) του ναζιστικού καθεστώτος, σύμφωνα με την οποία η Φλάνδρα προοριζόταν για ενσωμάτωση στο Γ΄ Ράιχ: Pieter Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation: Patriotic Memory and National Recovery in Western Europe, 1945-1965, Cambridge: C.U.P., 2000, 83.

[4]Για την ιστορία του κατεχόμενου Βελγίου, ειδικότερα, υπάρχει το βιβλίο του Werner Warmbrunn, The German Occupation of Belgium, 1940–1944, Νέα Υόρκη: Peter Lang, 1993. Επίσης, το εκτενές πρώτο κεφάλαιο στο Martin Conway, The Sorrows of Belgium: Liberation and Political Reconstruction, 1944–1947, Oxford: Oxford University Press, 2012.

[5]Αντιστρόφως ανάλογη ήταν η εικόνα στη γειτονική Ολλανδία, της οποίας η βασίλισσα Βιλελμίνη απέπεμψε τον πρωθυπουργό της πρώτης εξόριστης κυβέρνησης Dirk Jan de Geer, όταν εκείνος εισηγήθηκε συνδιαλλαγή με τη Γερμανία.

[6]Για τις σχέσεις του Λεοπόλδου με την κυβέρνηση του Λονδίνου στη διάρκεια του πολέμου, βλ. Conway, Sorrows, 32-33, 39-43.

[7] Στο ίδιο, 1.

[8]Μάλιστα, τα προσκείμενα σε Καθολικούς και Σοσιαλιστές συνδικάτα συμμετείχαν μαζί με εκπροσώπους των εργοδοτικών οργανώσεων στην εκπόνηση ενός «Κοινωνικού Συμφώνου», το οποίο αποσκοπούσε να εγγυηθεί την εναρμόνιση των συμφερόντων κεφαλαίου και εργασίας στο μεταπολεμικό Βέλγιο: Conway, Sorrows, 24-27.

[9]Στο ίδιο, 3·Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 35.

[10]Conway, Sorrows, 5-6, 9-15, 55.

[11]Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32.

[12]Conway, Sorrows, 14-15.

[13]Ο Λεοπόλδος είχε χάσει την πρώτη του σύζυγο βασίλισσα Άστριντ σε τροχαίο δυστύχημα για το οποίο έφερε ο ίδιος την ευθύνη, το 1935. Τον Δεκέμβριο του 1941 σύναψε μοργανατικό γάμο με την κόρη βέλγου εφοπλιστή και πολιτικού. Ο γάμος αυτός κρίθηκε ανυπόστατος με βάση το βελγικό δίκαιο και μείωσε περαιτέρω τη δημοτικότητα του βασιλιά.

[14]Conway, Sorrows, 15 επ.

[15] Στο ίδιο, 13, 17, 33-37.

[16] Conway, Sorrows, 48-49, και idem, ‘The Greek Civil War: Greek Exceptionalism or Mirror of a European Civil War?’, στο Philip Carabott – Thanasis D. Sfikas (επιμ.), The Greek Civil War: Essays on A Conflict of Exceptionalism and Silences, Aldershot: Ashgate 2004, 26· Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32, 35.

[17]Conway, Sorrows, 33, 61· idem, ‘The Greek Civil War’, 17.

[18]Geoffrey Warner, ‘Allies, Government and Resistance: The Belgian Political Crisis of November 1944’, Transactions of the Royal Historical Society, Vol. 28 (1978), 47.

[19]Στο ίδιο, 46-47.

[20] Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32· Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 48-51.

[21]Στο ίδιο, 50-51.

[22]Στο ίδιο, 52.

[23]Οι διαφορές έγκεινται στο κατά πόσον οι διαδηλωτές επιχείρησαν να διασπάσουν τη ζώνη προστασίας του κοινοβουλίου και άλλων δημόσιων κτιρίων, απωθώντας βίαια τις δυνάμεις ασφαλείας.

[24]Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 52-53.

[25]Στο ίδιο, 53.

[26]Στο ίδιο, 54.

[27]Τη γραμμή αυτή συνιστούσε ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης στον γενικό γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, σε συνάντησή τους στη Μόσχα, το ίδιο διάστημα με τα γεγονότα του Βελγίου: ‘Record of the Conversation of Comrade I.V. Stalin with the General Secretary of the CC French Communist Party, Comrade Thorez,’ November 19, 1944, History and Public Policy Program Digital Archive, ‘Anglichane i Amerikatsy khotiat vezde sozdat’ raktsionnye pravitel’stva,’ Istochnik, 1995, no. 4, pp. 152-158 (APRF, f. 45, op. 1, d. 390, l. 85-93). Translated by Vladislav Zubok. http://digitalarchive.wilsoncenter.org/document/123208.

[28]Conway, Sorrows, 109.

[29]Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 57.

[30]Οι βέλγοι εθελοντές διατέθηκαν κυρίως σε μη μάχιμες θέσεις, όπως η επιμελητεία και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες, και ο αριθμός τους στο τέλος του πολέμου στην Ευρώπη δεν ξεπερνούσε τις 53.000: Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32, 50.

[31]Conway, Sorrows, 108-109. Για την πολιτική διαχείριση και εκμετάλλευση της αναγνώρισης της αντιστασιακής δράσης από διαδοχικές βελγικές κυβερνήσεις, βλ. Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 50-58.

[32]Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 47.

[33]Conway, Sorrows, 108· Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 54-55.

[34]Αυτή ήταν και η άποψη αξιωματούχου του Foreign Office, που παραθέτει ο Conway: idem, Sorrows, 5. Πβ. Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 55.

[35]Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Δεκεμβριανά 1944: Η μάχη της Αθήνας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2014, σ. 219.

[36]Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 57.

[37]Στο ίδιο.

[38]Ο Warner αναφέρεται στην επιλογή αυτή ως «ομοιοπαθητική»: Στο ίδιο, 60.