Skip to main content

Γιάννης Μουρέλος: Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Γιάννης Μουρέλος

Ο άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ

Ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και πατέρας του κλάδου της Στρατιωτικής Ιστορίας Sir Michael Howard, θεωρεί πως η επιχείρηση “Κιμάς” (Operation Mincemeat) υπήρξε η επιτυχέστερη ενέργεια παραπληροφόρησης εκ μέρους των Συμμάχων, σε ολόκληρη τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Μια επιχείρηση αποπροσανατολισμού του αντιπάλου προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, φαντασία, αληθοφάνεια, διορατικότητα, διαίσθηση και άριστη προετοιμασία. Πράγματι, ο εκβρασμός, στις ακτές ενός ουδετέρου κράτους, μιας σορού με ψεύτικη ταυτότητα, φέρουσας, ωστόσο, γνήσια διαβαθμισμένα έγγραφα με παραπλανητικό περιεχόμενο, είναι μια ιδέα, η οποία δεν στερείται πρωτοτυπίας. Αν και υλοποιήθηκε προκειμένου να καλυφθεί η επικείμενη Συμμαχική απόβαση στη Σικελία το 1943, η ιδέα αυτή διαθέτει μια αξιοπρόσεκτη προϊστορία, η οποία αξίζει να αναφερθεί εν προκειμένῳ.

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1939, και ενώ ο πόλεμος δεν είχε συμπληρώσει ακόμα τον πρώτο του μήνα, η Υπηρεσία Πληροφοριών του Βρετανικού Ναυτικού συνέταξε ένα εμπιστευτικό υπόμνημα με τον τίτλο Trout (“Πέστροφα”), το οποίο περιέγραφε διάφορες  μεθόδους παραπληροφόρησης των Γερμανών.  Η υπ αριθμόν 28 εισήγηση (“όχι πολύ κομψή”, όπως χαρακτηριστικά αναφερόταν) προέβλεπε την τοποθέτηση παραπλανητικών εγγράφων σε ένα πτώμα, με απώτερο στόχο τα έγγραφα αυτά να περιέλθουν εν γνώσει του αντιπάλου. Αν και ως συντάκτης του υπομνήματος φερόταν ο τότε διευθυντής της υπηρεσίας, υποναύαρχος John Godfrey, πιστεύεται πως αυτό γράφτηκε από έναν υφιστάμενο του τελευταίου, ονόματι Ian Fleming, τον μετέπειτα εμπνευστή και δημιουργό του προσώπου του James Bond. Ως προς την πρόταση αρ. 28, ο πλωτάρχης Ian Fleming δεν χρειάστηκε να αναλωθεί σε εκτεταμένης κλίμακας έρευνες. Ξεσήκωσε την ιδέα από το βιβλίο ενός ειδήμονα στο χώρο των Μυστικών Υπηρεσιών, του Sir Basil Thomson: ένα πτώμα, με περιβολή αεροπόρου, φέροντας έγγραφα στις τσέπες του, θα εκβραζόταν στην ακτή, δήθεν ως απώλεια αλεξιπτώτου, το οποίο δεν είχε ανοίξει. “Γνωρίζω πως δεν υπάρχουν μεγάλες δυσκολίες, προκειμένου να προμηθευθεί κανείς ένα πτώμα από το ναυτικό Νοσοκομείο, αρκεί, φυσικά, να είναι πρόσφατο”, κατέληγε ο Thomson. Με ελάχιστες παραλλαγές, πρόκειται για τη μέθοδο, η οποία επιλέχθηκε το 1943 για την επιχείρηση “Κιμάς¨.

Πλωτάρχης Ian Fleming.
Sir Basil Thomson.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά και ο ίδιος ο Basil Thomson είχε εμπνευστεί από ενέργειες του παρελθόντος, καθώς η “διαρροή” εγγράφων, με απώτερο αποδέκτη τον εχθρό, υπήρξε μια πρακτική, η οποία γνώρισε ευρεία εφαρμογή στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αρκετούς, δε, μήνες πριν από τη δρομολόγηση της επιχείρησης “Κιμάς”, κάτι αντίστοιχο δοκιμάστηκε με αξιομνημόνευτη επιτυχία στο μέτωπο της Βορείου Αφρικής.

Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1942, στη μάχη της Alam Halfa, ένα πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα όχημα, το οποίο εγκαταλείφθηκε μπροστά από τις γερμανικές γραμμές. Έφερε έναν χάρτη, στον οποίον επάνω ήταν σημειωμένα, υποτίθεται, όλα τα βρετανικά ναρκοπέδια της περιοχής. Ο χάρτης εκλήφθηκε ως γνήσιος από τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να οδηγήσουν τα τεθωρακισμένα κατευθείαν επάνω στην παγίδα, που είχε επιμελώς στηθεί σε βάρος τους. Ένα μήνα αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1942, ένα άλλο επεισόδιο μπορεί να εκληφθεί ως προπομπός της επιχείρησης “Κιμάς”. Ένα αεροσκάφος καθ οδόν προς το Γιβραλτάρ, κατέπεσε στη θάλασσα στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, με αποτέλεσμα  να βρουν τον θάνατο όλοι οι επιβαίνοντες, μεταξύ των οποίων ένας  Βρετανός  αξιωματικός και ένας πράκτορας των Ελευθέρων Γάλλων. Ο πρώτος έφερε αυθεντικά έγγραφα προς τον Κυβερνήτη του Γιβραλτάρ και ο δεύτερος ένα σημειωματάριο. Οι δυο σοροί εκβράστηκαν σε μια ακτή κοντά στην πόλη Tarifa και, όπως ήταν επόμενο, της υπόθεσης επιλήφθηκαν οι ισπανικές αρχές. Όταν οι σοροί επαναπατρίστηκαν, έφεραν επάνω τους τα έγγραφα. Έπειτα από έναν εξονυχιστικό έλεγχο, αποδείχθηκε πως οι επιστολές του Βρετανού είχαν παραμείνει άθικτες. Από άλλες, ωστόσο, πηγές, προέκυψε πως το σημειωματάριο του Γάλλου είχε φωτογραφηθεί από τους Γερμανούς. Η όλη υπόθεση υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τον σχεδιασμό της επιχείρησης “Κιμάς”, καθώς είχε αποκαλυφθεί η ύπαρξη ενός δικτύου συνεργασίας ανάμεσα στις ισπανικές αρχές και τις γερμανικές Μυστικές Υπηρεσίες.

                            Α. Σχεδιασμός και προετοιμασία της επιχείρησης “Κιμάς”

Στη Συνδιάσκεψη της Καζαμπλάνκας (Ιανουάριος 1943), με δεδομένη την τελική υπέρ αυτών έκβαση των επιχειρήσεων στο θέατρο της Βορείου Αφρικής, οι Σύμμαχοι αποφάσισαν τη διάνοιξη ενός νέου μετώπου στην Ιταλία, αρχής γενομένης από τη νήσο Σικελία. Σε αντιδιαστολή με ό,τι έμελλε να ακολουθήσει, αργότερα, στη Νορμανδία, όπου η επιχείρηση ήταν σχεδιασμένη παράτολμα με γνώμονα τα στοιχεία της ανακολουθίας και του αιφνιδιασμού, η επιλογή της Σικελίας (επιχείρηση Husky) ανταποκρινόταν σε όλους τους κανόνες της λογικής: μικρή απόσταση από τις ακτές της Βορείου Αφρικής, ανεπαρκής άμυνα της νήσου από ιταλικές (κυρίως) μονάδες, σχηματισμός ενός  προγεφυρώματος στο μαλακό υπογάστριο των δυνάμεων του Άξονα με προοπτικές περαιτέρω αξιοποίησης, δημιουργία προϋποθέσεων για ανατροπή του φασιστικού καθεστώτος και συνακόλουθη αποδέσμευση της Ιταλίας από τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Γερμανίας. Η ρήση του Winston Churchill, έπειτα από το πέρας της Συνδιάσκεψης, είναι χαρακτηριστική ως προς το προβλέψιμο της σχεδιαζόμενης επιχείρησης: «Everyone but a bloody fool would know that it’s Sicily».

Επιχείρηση Husky. Τελική εκδοχή.

Έχοντας αυτή την προοπτική κατά νου, οι βρετανικές Υπηρεσίες Πληροφοριών αναλώθηκαν σε μια προσπάθεια ανεύρεσης τρόπων, ικανών να οδηγήσουν σε έναν αποπροσανατολισμό των Γερμανών. Σκοπός ήταν να στραφεί η προσοχή των τελευταίων προς τις δυο εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες προσφέρονταν την ίδια στιγμή στους Συμμάχους για τη διάνοιξη ενός επιχειρησιακού θεάτρου στη νότιο Ευρώπη: τη νήσο Σαρδηνία και τις δυτικές ακτές της Πελοποννήσου. Ήδη από τον Οκτώβριο 1942, ο Charles Cholmondeley, αξιωματικός της RAF, αποσπασμένος στην Υπηρεσία Πληροφοριών, με νωπό ακόμα το επεισόδιο της πτώσης του αεροσκάφους στα ανοικτά των ισπανικών ακτών, άρχισε να επεξεργάζεται μια παραλλαγή του Trout Memo του Ian Fleming, στην οποία έδωσε το χαρακτηριστικό συνθηματικό όνομα Trojan Horse (“Δούρειος Ίππος”). Σύμφωνα με την παραλλαγή αυτή, ένα πτώμα, με τους πνεύμονες γεμάτους νερό και με επίσημα έγγραφα στις τσέπες του, θα ριχνόταν από αέρος στη θάλασσα, με αντικειμενικό στόχο τα έγγραφα να περιέλθουν σε γνώση των γερμανικών Μυστικών Υπηρεσιών.

Ο Cholmondeley, έμπειρο στέλεχος της περιβόητης ΜΙ5 (Military Intelligence 5), ανήκε σε μια ενδο-υπηρεσιακή μονάδα, την “Επιτροπή των Είκοσι”, επιφορτισμένη με τη διαχείριση των διπλών κατασκόπων (πρακτόρων των Γερμανών, που είχαν στο μεταξύ αυτομολήσει και τεθεί στη διάθεση των Βρετανών). Τον μήνα Νοέμβριο, η Επιτροπή απέρριψε το σχέδιο, ως ανεπαρκές. Θεωρώντας, ωστόσο, ότι περιείχε αξιοποιήσιμα στοιχεία, και επειδή διέθετε μια σημαντική ναυτική διάσταση, όρισε τον πλωτάρχη Ewen Montagu, ως συνεργάτη του  Cholmondeley, με αποστολή να το επεξεργαστούν από κοινού και να το τελειοποιήσουν. Σε ένα αρχικό στάδιο, η επιχείρηση “Κιμάς” (η επιλογή του συνθηματικού ονόματος οφείλεται στον Montagu), επανήλθε στην   ιδέα της ρίψης του πτώματος με αλεξίπτωτο. Επειδή όμως οι Γερμανοί γνώριζαν την πολιτική των Συμμάχων για απαγόρευση μεταφοράς διαβαθμισμένων εγγράφων πάνω από εχθρικό έδαφος, προκρίθηκε η ιδέα της υποτιθέμενης πτώσης αεροσκάφους στα ανοικτά των ακτών ενός ουδετέρου κράτους. Αυτό θα εξηγούσε τόσο την πολυήμερη παραμονή του πτώματος στο νερό, όσο και την ύπαρξη εγγράφων επάνω του. Από το σημείο αυτό και πέρα, η όλη προετοιμασία αποτελεί υπόδειγμα σχολαστικής δουλειάς.

Ο Montagu ήρθε σε επικοινωνία με τον διακεκριμένο παθολόγο Sir Bernard Spilsbury, προκειμένου να πληροφορηθεί το είδος του πτώματος, που χρειαζόταν, ούτως ώστε να παραπλανηθούν οι Ισπανοί ιατροδικαστές σχετικά με την αιτία του θανάτου. Προς μεγάλη του ικανοποίηση άκουσε πως για κάποιον ιατροδικαστή, γαλουχημένο με την ιδέα πως ο θάνατος επήλθε από πνιγμό, η αυτοψία σε ένα άψυχο σώμα, ευρισκόμενο σε διαδικασία αποσύνθεσης, δύσκολα μπορούσε να οδηγήσει σε κάποιο διαφορετικό συμπέρασμα. Πρόκειται για μια απάντηση, η οποία τον χαροποίησε ιδιαίτερα, καθώς πολλαπλασίαζε, θεωρητικά, τον αριθμό των προσφερόμενων προς επιλογή σορών. Η ευεξία δεν άργησε να μετατραπεί σε απογοήτευση, όταν πληροφορήθηκε από τα χείλη του ιατροδικαστή Bentley Purchase πως η επιχείρηση θα προσέκρουε σε νομικό κώλυμα, καθώς για κάθε υποψήφιο πτώμα, θα έπρεπε, προηγουμένως, να εξασφαλιστεί η συγκατάθεση των συγγενών. Δεν ήταν μόνο αδύνατο να εξηγηθούν οι πραγματικοί λόγοι. Κινδύνευε το ίδιο το απόρρητο της επιχείρησης, καθώς η τελευταία θα εξαρτάτο, πλέον, από την εχεμύθεια των, έστω και μερικώς, ενημερωθέντων συγγενών. Πάντως, ο Purchase δεσμεύτηκε να ξεκινήσει μια έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού, τεχνικά κατάλληλης, και δίχως την ύπαρξη συγγενών, ικανών να τη διεκδικήσουν. Είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του, καθώς η επιχείρηση “Κιμάς” βρισκόταν ακόμα σε προκαταρκτικό επίπεδο, δίχως ουδείς να γνωρίζει εάν και πότε επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή. Οι πάντες, ωστόσο, όφειλαν να τελούν υπό συνεχή ετοιμότητα.

Charles Cholmondeley (αριστερά) και Ewen Montagu.

Στις 4 Φεβρουαρίου 1943, οι  Cholmondeley και  Montagu ανέπτυξαν την ολοκληρωμένη μορφή του σχεδίου τους ενώπιον της Επιτροπής των Είκοσι και τη φορά αυτή έτυχαν της έγκρισης της τελευταίας. Το σχέδιο προέβλεπε την τοποθέτηση αυθεντικών εγγράφων σε μια σορό, η οποία θα μεταφερόταν με υποβρύχιο έως τα ανοικτά της πόλης Huelva, λιμένα της νοτιοδυτικής Ισπανίας, κοντά στα σύνορα με την Πορτογαλία. Η επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής οφειλόταν σε πολλαπλούς λόγους. Πρώτος ήταν το είδος των θαλασσίων ρευμάτων, ικανών να μεταφέρουν τη σορό από το υποβρύχιο στην ακτή. Δεύτερος λόγος ήταν η επιβεβαιωμένη, επιτόπου, παρουσία του Adolf Clauss, ενός δραστήριου πράκτορα, στελέχους της Abwehr, της γερμανικής Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Τέλος, στην Huelva υπηρετούσε ως υποπρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας ο Francis Haselden, ένας έμπιστος και ικανός διπλωμάτης, στη συνδρομή του οποίου ο Montagu θεωρούσε πως μπορούσε να υπολογίζει. Δίχως χρονοτριβή, η Επιτροπή των Είκοσι διαβίβασε με θετική εισήγηση το σχέδιο στα ανώτερα κλιμάκια της Υπηρεσίας και ο Montagu διατάχθηκε να ξεκινήσει την έρευνα για την ανεύρεση μιας σορού. Η τελευταία είχε εντοπιστεί ήδη από τις 28 Ιανουαρίου, χάρη στις προσπάθειες του Bentley Purchase. Επρόκειτο για την περίπτωση ενός άστεγου, ονόματι Glyndwr Michael, ο οποίος είχε αυτοκτονήσει πίνοντας ποντικοφάρμακο, δίχως να έχει αφήσει πίσω του κανένα συγγενή. O Purchase διαβεβαίωσε πως το δηλητήριο δεν υπήρχε περίπτωση να εντοπιστεί σε ένα σώμα, το οποίο υποτίθεται πως θα έπλεε στη θάλασσα επί πολλές ημέρες. Για τους διενεργούντες την νεκροψία, ο πνιγμός θα ήταν η κυρίαρχη εκδοχή. Δέχθηκε να διατηρήσει τη σορό στο ψυγείο του νεκροθαλάμου, επισημαίνοντας πως έπειτα από την παρέλευση τριών μηνών, η αποσύνθεση θα είχε ξεπεράσει το όριο ασφαλείας και το σώμα θα ήταν, πλέον, άχρηστο. Η συγκυρία ήταν, πράγματι, ευτυχής. Δεν απέμενε παρά η σορός του Michael να αποκτήσει μια νέα ταυτότητα και να σφυρηλατηθεί ένας πειστικός μύθος γύρω από αυτή.

Η σορός του William Martin, κατά κόσμον Glyndwr Michael.

                          Β. Ο “ταγματάρχης William Martin” αναχωρεί για τον πόλεμο

Τόσο το όνομα όσο και ο βαθμός, που επιλέχθηκαν τελικά, είχαν ως σκοπό να καταστήσουν δυσχερή μια αναμενόμενη γερμανική έρευνα ως προς το γνήσιο της (νέας) ταυτότητας της σορού και την αυθεντικότητα των εγγράφων, τα οποία η τελευταία θα έφερε πάνω της. Το όνομα William Martin, ήταν αρκετά κοινό, όχι, όμως, σε σημείο, που να κινεί υποψίες. Ο δε βαθμός του ταγματάρχη, επέτρεπε σε όποιον τον έφερε, να είναι κομιστής διαβαθμισμένων εγγράφων. Η όλη πλεκτάνη στήθηκε με άξονα δυο καθ όλα πρωτότυπες επιστολές με παραπλανητικό, ωστόσο, περιεχόμενο. Η πρώτη, έφερε την υπογραφή του υποστράτηγου  Archibald Nye, υπαρχηγού του Βρετανικού Αυτοκρατορικού Επιτελείου. Αποδέκτης ήταν ο στρατηγός  Harold Alexander, ανώτατος διοικητής του θεάτρου επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής. Αφού έθιγε διάφορες (αληθείς) εκκρεμότητες, η επιστολή κατέληγε ως εξής: “Πρόσθετες πληροφορίες θέλουν τους Γερμανούς να ενισχύουν την άμυνά τους στην Κρήτη και στην Ελλάδα. Το Αυτοκρατορικό Επιτελείο θεωρεί ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, οι διαθέσιμες δυνάμεις μας για την απόβαση είναι ανεπαρκείς. Οι Αρχηγοί του Επιτελείου συμφώνησαν πως η 5η Μεραρχία πρέπει να ενισχυθεί με μια Ταξιαρχία για την απόβαση στις ακτές νοτίως του Ακρωτηρίου Αράξου και πως ανάλογης ενίσχυσης πρέπει να χαίρει η 56η Μεραρχία για την Καλαμάτα”. Το περιεχόμενο του συγκεκριμένου σημείου του εγγράφου άφηνε να εννοηθεί πως οι προετοιμασίες ενόψει μιας Συμμαχικής απόβασης στην Ελλάδα βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο και ήταν πέρα ως πέρα αναληθές. Επρόκειτο για το δόλωμα της επιχείρησης “Κιμάς”.

Η επιστολή Mountbatten προς Cunningham

Προκειμένου δε να πειστούν οι Γερμανοί ως προς την ταυτότητα του κομιστή του εγγράφου, μέσα στον χαρτοφύλακα (δεμένου με χειροπέδες στο χέρι της σορού), τοποθετήθηκε μια δεύτερη, εξίσου γνήσια με την προηγούμενη, επιστολή του λόρδου Louis Mountbatten, διευθυντή του κλάδου των Ειδικών Επιχειρήσεων, προς το ναύαρχο Andrew Cunningham, διοικητή του Στόλου της Μεσογείου. Ο συντάκτης της επιστολής σύστηνε τον ταγματάρχη Martin ως ειδικό για αμφίβιες επιχειρήσεις και τον έθετε στη διάθεση του ναυάρχου έως ότου η “απόβαση στην Ελλάδα” ολοκληρωθεί. Ήταν, αναμφίβολα, μια προληπτική κίνηση, προκειμένου να μην εγερθούν αμφιβολίες ως προς την ταυτότητα της σορού. Στο τέλος, μάλιστα, της δεύτερης επιστολής, υπήρχε μια χαριτολογία περί σαρδελλών (sardines), που κάλλιστα μπορούσε να εκληφθεί ως καλυμμένη αναφορά στον έτερο υποψήφιο στόχο των Συμμάχων, τη νήσο Σαρδηνία. Με τον τρόπο αυτό, η σύγχυση στις τάξεις των Γερμανών θα ήταν πλήρης. Τέλος, το γνήσιο της υπογραφής και τα δακτυλικά αποτυπώματα των συντακτών πάνω στις δυο επιστολές, καθιστούσαν τις τελευταίες ακόμα πιο αληθοφανείς. Ο Montagu δεν αρκέστηκε μόνο σε αυτές τις προληπτικές   ενέργειες.  Προχώρησε μέχρι σημείου να κατασκευάσει μια ολόκληρη ιδιωτική ζωή γύρω από τον ταγματάρχη Martin.  Μέσα  στο πορτοφόλι της σορού, τοποθέτησε δυο ερωτικές επιστολές της υποτιθέμενης μνηστής του ταγματάρχη, ονόματι Pam, καθώς και μια φωτογραφία της τελευταίας, η οποία, στην πραγματικότητα, ανήκε σε μια υπάλληλο της ΜΙ5. Πρόσθεσε την απόδειξη αγοράς από ένα κοσμηματοπωλείο της Bond street, ενός δακτυλιδιού αρραβώνων, αξίας 53,10 λιρών. Μέσα στον χαρτοφύλακα, πέραν από τις επίσημες επιστολές υπήρχε και μια τρίτη, γραμμένη από έναν φανταστικό πατέρα, όπου είχε επισυναφθεί μια ειδοποίηση από τον δικηγόρο της οικογένειας για την εξόφληση ενός χρέους ύψους 79,19 λιρών. Ως προς το μελάνι που χρησιμοποιήθηκε, ο Montagu επέλεξε, κατόπιν συμβουλής των ειδικών της ΜΙ5, το είδος εκείνο που ήταν περισσότερο ανθεκτικό στο θαλασσινό νερό. Μέσα στις τσέπες της στολής τοποθετήθηκαν κλειδιά, ένας ασημένιος σταυρός, τσιγάρα, σπίρτα, μια απόδειξη αγοράς πουκαμίσων και ένα εισιτήριο θεατρικής παράστασης με ημερομηνία κοντινή με εκείνη της μεταφοράς της σορού στα ανοικτά των ισπανικών ακτών. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο ταγματάρχης Martin, έφερε πάνω του και έγγραφα, τα οποία πιστοποιούσαν την ιδιότητά του, συγκεκριμένα μια στρατιωτική ταυτότητα. Την αποστολή επισήμανσης ενός προσώπου, για τη φωτογραφία της ταυτότητας, το οποίο να μοιάζει με εκείνο της σορού, έφερε σε πέρας με επιτυχία ο Cholmondeley. Στις 17 Απριλίου 1943, οι Cholmondeley και Montagu ολοκλήρωσαν τις προετοιμασίες, φορώντας τη στολή και το σωσίβιο στη σορό. Κατόπιν τούτου, ο ταγματάρχης William Martin ήταν πανέτοιμος να αναχωρήσει για τον πόλεμο.

Το πτώμα τοποθετήθηκε μέσα σε ένα αεροστεγές μεταλλικό δοχείο, γεμάτο με ξηρό πάγο (στερεή μορφή του διοξειδίου του άνθρακα σε θερμοκρασία -78,5 βαθμών Κελσίου), προκειμένου να μπορέσει να διατηρηθεί κατά τη διάρκεια της διαδρομής προς τη Huelva. Το δοχείο έφερε την ένδειξη:“Προσοχή, ευαίσθητο οπτικό υλικό”. Η αρχική σκέψη χρήσης αεροπλάνου εγκαταλείφθηκε νωρίς, εξαιτίας του κινδύνου κατάρριψης, τον οποίον ενείχε. Προκρίθηκε η περισσότερο χρονοβόρα μεταφορά με υποβρύχιο. Το υποβρύχιο Seraph, το οποίο ανέλαβε την αποστολή, κατά τη διάρκεια της διαδρομής δέχτηκε δυο φορές επίθεση με βόμβες βυθού. Τα χαράματα της 30ής Απριλίου 1943 αναδύθηκε έξω στα ανοικτά της Huelva. Ο κυβερνήτης Bill Jewell, αφού διέταξε την εκκένωση του καταστρώματος από το πλήρωμα, με τη βοήθεια των αξιωματικών άνοιξε το δοχείο, ανέγνωσε τον προσήκοντα Ψαλμό και έριξε τη σορό στη θάλασσα. Ο παφλασμός από τον έλικα, έσπρωξε την τελευταία προς την ακτή. Τη συνέχεια ανέλαβαν τα ρεύματα της περιοχής. Η επιχείρηση “Κιμάς”είχε εισέλθει στο αποφασιστικότερο στάδιο, εκείνο της εκτέλεσης, όπου η ανθρώπινη οξυδέρκεια παραμέριζε τη θέση της στον παράγοντα τύχη.

HMS Seraph.
Bill Jewell.


 

 

 

 

 

 

                                           

                                         Γ.  “Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”

Η σορός εντοπίστηκε στις 9.30 π.μ. από έναν ψαρά και μεταφέρθηκε αμέσως στο κτήριο του Ναυτοδικείου. Ταυτόχρονα, ειδοποιήθηκε από τις τοπικές αρχές ο υποπρόξενος, Francis Haselden. Δίχως χρονοτριβή, ξεκίνησε μια ανταλλαγή τηλεγραφημάτων ανάμεσα στο Foreign Office και το υποπροξενείο της Huelva. Υποψιαζόμενο τον κίνδυνο υποκλοπής, το Λονδίνο ύψωσε επίτηδες τους τόνους, διατάσσοντας τον Haselden να αποσπάσει πάση θυσία από τους Ισπανούς τον χαρτοφύλακα, επειδή περιείχε σημαντικά έγγραφα. Η νεκροψία διενεργήθηκε, παρουσία του Haselden, το μεσημέρι της 1ης Μαΐου και η τελική διάγνωση έκανε λόγο για θάνατο από πνιγμό. Η σορός παραδόθηκε στον Βρετανό υποπρόξενο και την επομένη, ο ταγματάρχης William Martin κηδεύτηκε με απόδοση στρατιωτικών τιμών στο κοιμητήριο της Huelva. Ο χαρτοφύλακας ακολούθησε μια περισσότερο δαιδαλώδη πορεία έως ότου επιστραφεί και αυτός, εννέα μέρες αργότερα, στον Haselden. Τα όσα διαδραματίστηκαν μέσα σε αυτές τις εννέα μέρες στοιχειοθετούν την πλήρη επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”. Στην ίδια τη Huelva, παρά τις έντονες παραστάσεις του πράκτορα της Abwehr, Adolf Clauss, τίποτα απολύτως από το περιεχόμενο του χαρτοφύλακα δεν περιήλθε στη διάθεσή του. Ο χαρτοφύλακας στάλθηκε στη Μαδρίτη για περαιτέρω εξέταση. Εκεί, κινητοποιήθηκε η Γερμανική πρεσβεία, καθώς ένας από τους κορυφαίους πράκτορες της Abwehr στην ισπανική πρωτεύουσα, ο Karl-Erich Kühlenthal, ενημέρωσε σχετικά τον προϊστάμενό του στο Βερολίνο, τον ναύαρχο Wilhelm Canaris, προτρέποντάς τον να μεσολαβήσει, ώστε να ασκηθεί πίεση προς την κυβέρνηση της Μαδρίτης, προκειμένου η τελευταία να παραδώσει τα έγγραφα. Οι Ισπανοί τα είχαν, στο μεταξύ, στεγνώσει και φωτογραφίσει. Εν συνεχεία, τα βούτηξαν επί 24 ώρες μέσα σε θαλασσινό νερό, για να προσλάβουν εκ νέου την αρχική τους μορφή. Στις 8 Μαΐου, το περιεχόμενο αποκαλύφθηκε στον Kühlenthal. Η περίπτωση του τελευταίου, όπως και των υπολοίπων χειριστών της υπόθεσης σε ανώτερο επίπεδο, αποδείχτηκε αποφασιστική για την τελική έκβαση της επιχείρησης “Κιμάς”. Κατά το ήμισυ Εβραίος, ο Kühlenthal είχε κάθε λόγο να παραμένει εκτός γερμανικών συνόρων αλλά και να βομβαρδίζει το Βερολίνο με ευχάριστες ειδήσεις, δίχως να αξιολογεί σε βάθος την κάθε υπόθεση που συναντούσε μπροστά του. Διακατεχόμενος από αυτή την ψυχολογία, μετέφερε αυτοπροσώπως το περιεχόμενο των εγγράφων στη γερμανική πρωτεύουσα με τη γνωμοδότηση πως ήταν γνήσιο.

Ακολούθως, του όλου θέματος επελήφθη βαρόνος  Alexis von Roenne. O von Roenne προΐστατο της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Γενικού Επιτελείου, Fremde Heer West (FHW). Εθεωρείτο ειδήμων στον τομέα της αποκρυπτογράφησης των προθέσεων των Συμμάχων. Ο ίδιος ο Hitler, προσωπικά, πίστευε πως ο von Roenne διέθετε ένα αλάθητο αισθητήριο και είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση του. Όμως, τα αισθήματα δεν ήσαν αμοιβαία. Γόνος παλαιάς αριστοκρατικής οικογένειας και ήρωας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Roenne αντιπαθούσε σφόδρα τον Γερμανό δικτάτορα. Ευκαιρίας δοθείσης, υπονόμευε συστηματικά την πολεμική προσπάθεια των Ναζί. Άλλωστε, ήταν σε θέση να το πράξει, χάρη στο αξίωμα που κατείχε. Αν και έτρεφε σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την αυθεντικότητα των εγγράφων, διαβεβαίωσε τον Hitler πως αυτά ήταν πέραν πάσης αμφιβολίας αληθινά. Εν κατακλείδι, δυο κομβικά πρόσωπα, υπερεκτίμησαν, για να μην πει κανείς πως διαστρέβλωσαν, την σημασία των εγγράφων. Το πρώτο, μεριμνώντας για την δική του ασφάλεια, τo δεύτερο για ιδεολογικούς λόγους.

Adolf Clauss, o πράκτορας της Abwehr στην Huelva.

 

Karl-Erich Kühlenthal.
Alexis von Roenne.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μόλις ο χαρτοφύλακας επιστράφηκε στο Λονδίνο, τα έγγραφα υποβλήθηκαν σε εξονυχιστικό έλεγχο, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είχαν περιέλθει εν γνώσει των αντιπάλων. Από τον έλεγχο προέκυψε πως οι φάκελοι, οι οποίοι περιείχαν τα δυο κύρια έγγραφα, είχαν παραβιαστεί και πως τα έγγραφα αυτά είχαν φωτογραφηθεί. Τίποτα, ωστόσο, δεν μαρτυρούσε πως οι Γερμανοί ήταν ενήμεροι για το περιεχόμενο των τελευταίων. Ένα νέο τηλεγράφημα στάλθηκε προς τον Haselden, με την προοπτική, πάντοτε, να υποκλαπεί από τον εχθρό. Περιείχε την αναφορά ότι οι φάκελοι είχαν υποστεί έλεγχο, δεν είχαν, ωστόσο, ανοιχτεί. Ο Haselden φρόντισε, επιπρόσθετα, να διαρρεύσει την ίδια πληροφορία σε ισπανικούς κύκλους, που γνώριζε πως ήταν προσκείμενοι στους Γερμανούς. Τη φορά αυτή, η αδημονία στο Λονδίνο ήταν ειλικρινής και ως εκ τούτου, ακριβώς, ελλόχευε ο μέγας κίνδυνος να αποκαλυφθούν τα πάντα.

Η λύτρωση από την αγωνία ήρθε τελικά στις 14 Μαΐου από το Bletchley Park, όπου έδρευε η υπηρεσία αποκρυπτογράφησης των γερμανικών ραδιοσημάτων. Το υποκλαπέν τηλεγράφημα, το οποίο είχε αποσταλεί δυο μέρες νωρίτερα, έκανε λόγο περί επικείμενης Συμμαχικής απόβασης στα Βαλκάνια, με μια επιχείρηση αντιπερισπασμού στα Δωδεκάνησα. Στις 21 του ίδιου μήνα, υποκλάπηκε η διαταγή του Hitler περί μετακίνησης από τη Γαλλία στη Θεσσαλονίκη της έμπειρης 1ης Μεραρχίας Panzer. Σε αντιδιαστολή με τον Mussolini, ο οποίος επέμενε ως προς την επιλογή της Σικελίας, ο Γερμανός καγκελάριος ήταν πεπεισμένος πως το επόμενο Συμμαχικό πλήγμα θα καταφερόταν στην Ελλάδα, στη Σαρδηνία ή στην Κορσική. Την άποψη αυτή επιβεβαιώνει και ο ναύαρχος Dönitz, ο οποίος, στις 14 Μαΐου, είχε συζήτηση με τον Hitler σχετικά με τα έγγραφα της επιχείρησης “Κιμάς”. Μόλις όλες οι παραπάνω πληροφορίες συγκεντρώθηκαν από την υπηρεσία του Bletchley Park, ενημερώθηκαν αμέσως οι αρχηγοί των επιτελείων. Το συνθηματικό τηλεγράφημα, που στάλθηκε στον Churchill, ο οποίος την ίδια στιγμή βρισκόταν στις ΗΠΑ, έγραφε: «Mincemeat swallowed rod”(“Ο Κιμάς καταβροχθίστηκε ολάκερος”).

Με κανένα τρόπο, ωστόσο, οι υπηρεσίες των Συμμάχων δεν έπρεπε να χαλαρώσουν, καθώς ο κίνδυνος αποκάλυψης της πλεκτάνης παράμενε, ακόμη, ισχυρός. Ο Montagu συνέχισε την εκστρατεία παραπληροφόρησης φροντίζοντας να προστεθεί το όνομα του ταγματάρχη Martin στην κατάσταση των απωλειών, η οποία δημοσιεύτηκε στις 4 Ιουνίου από τους Times. Επρόκειτο για την πρώτη πηγή, που θα έλεγχαν οι Γερμανοί, προκειμένου να διαπιστώσουν κατά πόσο επρόκειτο για υπαρκτό πρόσωπο. Κατά καλή του τύχη, την ίδια μέρα δημοσιεύθηκε και η (αληθινή τη φορά αυτή) είδηση της πτώσης ενός βρετανικού αεροσκάφους στον Βισκαϊκό κόλπο και της συνακόλουθης απώλειας του πληρώματος. Επρόκειτο για ένα συγκυριακό γεγονός, που καθιστούσε περισσότερο πειστική την ύπαρξη του ταγματάρχη Martin. Έως σήμερα, δεν έχει αποτιμηθεί επακριβώς η συνεισφορά της επιχείρησης “Κιμάς” στη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Είναι γεγονός, πως η άμυνα των Βαλκανίων και της Σαρδηνίας ενισχύθηκε από επίλεκτες μονάδες, οι οποίες μεταφέρθηκαν εκεί από αλλού. Ενδεικτικό της εμμονής του Hitler για επικείμενο Συμμαχικό πλήγμα στα Βαλκάνια, είναι το γεγονός της αποστολής εικοσιενός αεροσκαφών από τη Σικελία στην Ελλάδα στις 9 Ιουλίου, τέσσερις ώρες έπειτα από την έναρξη της Συμμαχικής απόβασης. Ακόμα και τότε, η επιχείρηση Husky, λειτουργούσε στα μάτια των Γερμανών ως αντιπερισπασμός. Περί τα τέλη δε του μήνα, ο στρατάρχης Erwin Rommel στάλθηκε στη Θεσσαλονίκη, με αποστολή να διερευνήσει τρόπους ενίσχυσης της άμυνας στα Βαλκάνια. Όταν το Γερμανικό επιτελείο αντιλήφθηκε το λάθος, ήταν πλέον πολύ αργά.

Κατά πόσο όλα τα παραπάνω οφείλονται στην επιτυχία της επιχείρησης “Κιμάς”, ή είναι προϊόν της εμμονής του Hitler περί επικείμενης Συμμαχικής επέμβασης στα Βαλκάνια, δεν θα το πληροφορηθούμε ποτέ. Το πιθανότερο είναι πως αποτελούν συνδυασμό αυτών των δυο, όπως και άλλων πολλών παραμέτρων. Πρόκειται για μια διαπίστωση, η οποία ουδόλως υποβαθμίζει την αξία μιας υποδειγματικά σχεδιασμένης επιχείρησης παραπληροφόρησης. Τέλος, θα ήταν άδικο να μη γίνει ειδική μνεία στην περίπτωση του  Glyndwr Michael, ενός άστεγου ξεχασμένου από Θεό και ανθρώπους, ο οποίος, θέτοντας με τραγικό τρόπο τέλος στη ζωή του, μετουσιώθηκε, δίχως να το έχει υποψιαστεί ούτε κατά διάνοια, στον άνθρωπο που δεν υπήρξε ποτέ και που με αυτή την ιδιότητα προσέφερε ανεκτίμητη υπηρεσία τον αγώνα των Συμμάχων.

9 Ιουλίου 1943: Οι Σύμμαχοι αποβιβάζονται στη Σικελία

 

                                                        Δ. Η μεταφορά στην οθόνη

                                        The man who never was (1956), trailer

                                

Το κινηματογραφικό έργο The man who never was, προβλήθηκε για πρώτη φορά στις αίθουσες το 1956. Βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του Ewen Montagu, το οποίο είχε κυκλοφορήσει τρία χρόνια νωρίτερα. Σε αρκετά σημεία, ωστόσο, το σενάριο παίρνει αποστάσεις από την πραγματικότητα, πιθανόν για εμπορικούς λόγους. Οι Montagu, Jewell, Nye, Mountbatten και Haselden εμφανίζονται με τα πραγματικά τους ονόματα. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον  Cholmondeley, τον οποίο υποκαθιστά ένας αξιωματικός του Ναυτικού ονόματι George Acres, η δε φανταστική Pam, μνηστή του ταγματάρχη Martin, εμφανίζεται με το ίδιο όνομα ως υπάλληλος της ΜΙ5. Τη σύνταξη της ερωτικής επιστολής έχει αναλάβει εδώ η ανυποψίαστη φίλη της, Lucy Sherwood, εφεύρημα εξ ολοκλήρου του σεναριογράφου. Κυρίως, όμως, ολόκληρο το δεύτερο μέρος του έργου κινείται στο χώρο του φαντασιακού. Περιγράφει την άφιξη στο Λονδίνο  του Patrick O’ Reilly, ενός ιρλανδικής καταγωγής πράκτορα των Γερμανών, ο οποίος έχει αναλάβει την αποστολή να εξιχνιάσει την ταυτότητα του ταγματάρχη Martin. Όταν ο Montagu διάβασε το σενάριο, δεν εξέφρασε την παραμικρή αντίρρηση γι αυτή την ηθελημένη εκτροπή από την πραγματικότητα, υποστηρίζοντας πως οι βρετανικές υπηρεσίες θεωρούσαν μια εξέλιξη του είδους ως απόλυτα εφικτή και βρίσκονταν σε διαρκή εγρήγορση, προκειμένου να μπορέσουν να την αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά. Η έκπληξη της ταινίας είναι η φευγαλέα εμφάνιση του ιδίου του Montagu, ο οποίος υποδύεται έναν υποπτέραρχο, κατά την καλύτερη παράδοση του Alfred Hitchcock να σημαδεύει τα έργα του με μια δική του στιγμιαία παρουσία. Ο Άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον από άκρη σε άκρη, καθώς το σενάριο διατηρεί συνεχή την ένταση και οι ερμηνείες όλων των συντελεστών είναι υποδειγματικές.

 

                The man who never was (1956), ο εκβρασμός της σορού στην ακτή

 

Η ταφή του ταγματάρχη William Martin στο Κοιμητήριο της Huelva.

 

Ο εργαστηριακός έλεγχος των εγγράφων έπειτα από τον επαναπατρισμό τους.

 

                    Operation Mincemeat. WWII deception prior to invading Italy

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Howard, Michael, British Intelligence in the Second World War, London, 1990

Howard, Michael, Strategic Deception in the Second World War, New York, 1995

Latimer, Jon, Deception in War, London, 2001

Macintyre, Ben, Operation Mincemeat, London, 2010

Montagu, Ewen, The Man Who Never Was, Philadelphia, 1953

Smyth, Denis, Deathly Deception: The Real Story of Operation Mincemeat, London, 2010

 

 

 

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

Μαρία Δημητρίου: Βαρθολομαίος Μίτρε. Ο ελληνικής καταγωγής ιδρυτής της Αργεντινής Δημοκρατίας

Μαρία Δημητρίου

Βαρθολομαίος Μίτρε.

Ο ελληνικής καταγωγής ιδρυτής της Αργεντινής Δημοκρατίας

 

Ο στρατηγός Βαρθολομαίος Μίτρε (1821-1906), απόγονος Έλληνα μετανάστη, ήταν ο πρώτος εκλεγμένος πρόεδρος (1862-1868) της ενοποιημένης Αργεντινής.  Θεωρείται  ο ιδρυτής της σύγχρονης Αργεντινής, καθώς πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του εθνικού κράτους, εγκαινιάζοντας μια εποχή θεσμικής οργάνωσης, οικονομικής ανάπτυξης, πολιτικού και κοινωνικού  εκσυγχρονισμού της χώρας.

Πολυσχιδής προσωπικότητα, υπήρξε πολιτικός, στρατιωτικός, διπλωμάτης, ιστορικός, δημοσιογράφος, λογοτέχνης και μεταφραστής. Έχει χαρακτηριστεί ως ο “Αργεντινός Ηρόδοτος”, λόγω της πολύτιμης συνεισφοράς του στην εθνική ιστοριογραφία.  Οι σύγχρονοί του αναφέρονταν σε αυτόν με σεβασμό και τον περιέγραψαν ως ένα “άντρα ψηλό, λεπτό, πολύ κομψό, με φαρδύ μέτωπο, όψη στοχαστική και εμφάνιση ιπποτική, υπερβολικά εκλεπτυσμένη”.  Σε αναφορά του προς το Βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών ο τότε πρέσβης στο Μπουένος Άιρες έγραφε: “Είναι ένας άνδρας πολύ δραστήριος  και λέγεται ότι τον χαρακτηρίζει κάτι ιδιαίτερα σπάνιο: είναι έντιμος.  Από τότε που πήρε την εξουσία ο στρατηγός Μίτρε η χώρα γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση. Η διακυβέρνηση αυτού του φωτισμένου άνδρα είναι ισχυρή, καλή και ευεργετική”

                                          Οι ελληνικές ρίζες και ο πολυτάραχος βίος

Γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες στις 26 Ιουνίου 1821 και ήταν το πρωτότοκο από τα τέσσερα παιδιά του Abrosio Estanislao de la Concepción Mitre y Campos και της Josefa Martínez Whetherton, ισπανο-ιρλανδικής καταγωγής.  Από την πλευρά του πατέρα του είχε ελληνική καταγωγή. Ως προς το όνομα του Έλληνα μετανάστη προγόνου του, ο οποίος από τη Βενετία ήρθε στο Μπουένος Άιρες στα τέλη του 17ου αιώνα, κάποιοι γενεαλόγοι υποστηρίζουν ότι ονομαζόταν Βεντούρα Δημήτριος Μητρόπουλος και το όνομα Μίτρε προήλθε από την ισπανοποίηση του επιθέτου Μητρόπουλος.  Άλλοι δεν αναφέρουν το επίθετο Μητρόπουλος, επειδή δεν αναγράφεται στις ληξιαρχικές πράξεις των δύο γάμων του, που τελέστηκαν στον καθεδρικό ναό του Μπουένος Άιρες, όπου αναφέρεται ως Βεντούρα Δημήτριος. Ο πρώτος έγινε στις 7-11-1693 με την Isabel González.  Μετά το θάνατο της Isabel, νυμφεύτηκε την Catalina Ruiz de Ocaña την 1-4-1698.  Επιπλέον, στο πιστοποιητικό μιας βάπτισης με ημερομηνία 14-10-1722, όπου παρέστη ως μάρτυρας, σημειώνεται: “Το επίθετο Mitre είναι κάποιου Ventura Demetrio, που τον προηγούμενο αιώνα ήταν Έλληνας”.  Επίσης, ο αργεντινός γενεαλόγος Hernán Carlos Lux Wurm, μελετώντας τα πρακτικά μιας δίκης, ανακάλυψε την κατάθεση του Demetre Ventura, με ημερομηνία 19-10-1712.  Σε αυτήν αναγράφεται ότι ο μάρτυρας “έχει ελληνική καταγωγή, είναι 50 ετών περίπου και δεν υπέγραψε επειδή δεν γνωρίζει”.  Τα έγγραφα αυτά τεκμηριώνουν την ελληνική καταγωγή του Βεντούρα Δημητρίου, αλλά ακόμη δεν είναι γνωστό αν γεννήθηκε στη Βενετία ή στις βενετοκρατούμενες περιοχές της Ηπείρου και των Επτανήσων.

Άποψη του Μπουένος Άιρες το 1820.

Και τα οκτώ παιδιά του  Βεντούρα Δημητρίου έφεραν το επίθετο Mitre, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά από διαδοχικές τροποποιήσεις: de Metrio, de Mitrio, de Mitre.  Ένα από αυτά, ο José Francisco Xavier Mitre y Ruiz συμμετείχε στην  πρώτη αποίκηση του Μοντεβιδέο το 1727.  Από το γάμο του με την Josefa María Martínez de los Santos απέκτησε επτά παιδιά, μεταξύ αυτών και τον Bartolomé Mitre (1740-1828), που υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της πόλης Santa Lucia (σε απόσταση 50 χιλ. από το Μοντεβιδέο) και ήταν ο παππούς του προέδρου Μίτρε.  Ένα από τα οκτώ παιδιά του Bartolomé και της Catalina María Campos ήταν ο Abrosio Estanislao (1774-1845), που διακρίθηκε στον αγώνα της ανεξαρτησίας της Αργεντινής.

Ο Μίτρε σε νεανική και σε ώριμη ηλικία.

To 1829 ο Abrosio Estanislao έστειλε τον οκτάχρονο γιο του Βαρθολομαίο στο αγρόκτημα του φίλου της οικογένειας Gervasio Rosas, αδελφού του αργεντινού δικτάτορα Juan Manuel de Rosas, προκειμένου να εκπαιδευτεί στις αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες, για τις οποίες τον προόριζε.  Ωστόσο, πολύ σύντομα, ο Rosas τον έστειλε πίσω στο Μπουένος Άιρες με τα εξής σχόλια: “Πείτε στον Ντον Αμβρόσιο ότι αυτός ο νεαρός δε χρησιμεύει ούτε πρόκειται να χρησιμεύσει σε τίποτε, καθώς όταν βλέπει μια σκιά, ξεκαβαλικεύει και στρώνεται στο διάβασμα”.

Η κλίση του για τα γράμματα  εκδηλώθηκε σε νεαρή ηλικία, όταν δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα σε μία εφημερίδα του Μοντεβιδέο, όπου μετακόμισε η οικογένειά του το 1831.  Εκεί, το 1836 φοίτησε στη στρατιωτική ακαδημία, το 1839 έγινε ανθυπολοχαγός του πυροβολικού και παράλληλα ενεπλάκη με την πολιτική,  ως μέλος του Έγχρωμου κόμματος.  Το 1841 νυμφεύτηκε την Delfina María Luisa de Vedia y Pérez, με την οποία απέκτησε  δύο κόρες και τέσσερις γιους.  Το 1842, ήδη λοχαγός, πήρε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο της Αργεντινής, όταν ο Ουρουγουανός Πρόεδρος José Rivera, ιδρυτής του Εγχρώμου κόμματος, ένωσε τις δυνάμεις του με τους αργεντινούς αντικαθεστωτικούς που επαναστάτησαν κατά του δικτάτορα της Αργεντινής Rosas, αλλά ηττήθηκαν.  Το 1846 ήρθε σε σύγκρουση με τον Rivera και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Μοντεβιδέο για να πάει στη Βολιβία, όπου προσελήφθη ως εκπαιδευτής στο πυροβολικό, εντάχθηκε στο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον του προέδρου José Ballivián και ανέπτυξε δράση κατά της αντιπολίτευσης.  Όταν ο Ballivián ανατράπηκε, στον Μίτρε δόθηκε προθεσμία δύο ωρών για να εγκαταλείψει τη χώρα.  Επέστρεψε στα τέλη του 1847, όταν άλλαξε η πολιτική κατάσταση, αλλά και πάλι απελάθηκε, αυτή τη φορά στο Περού, όπου κρίθηκε ανεπιθύμητος και τελικά κατέφυγε στη Χιλή.  To 1851 πήρε μέρος στην εξέγερση των φιλελεύθερων κατά του εκλεγμένου προέδρου Manuel Montt, με συνέπεια την απέλασή του από τη Χιλή.  Κατά τη διάρκεια της εξορίας του σε Ουρουγουάη, Βολιβία, Περού και Χιλή, μελέτησε τις γλώσσες των ιθαγενών και άσκησε τη δημοσιογραφία.  Το 1852, ως επικεφαλής μιας μεραρχίας πυροβολικού αργεντικών αντικαθεστωτικών, συμμετείχε στη μάχη της Caseros, η οποία έθεσε τέλος στην πολυετή εξουσία του Rosas στην Αργεντινή.  Επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες και συμμετείχε ενεργά στο κίνημα της αντιπολίτευσης, που είχε αναπτυχθεί στην πόλη κατά του νικητή της μάχης στην Caseros, Justo José de Urquiza.  Μετά τη νίκη του ο  Urquiza ίδρυσε τη Συνομοσπονδία του Έθνους της Αργεντινής και εξελέγη πρόεδρός της.  Σε αυτήν προσχώρησαν όλες οι επαρχίες (13) εκτός της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, που ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος, διατηρώντας την αποκλειστική εκμετάλλευση του μεγαλύτερου λιμανιού εξωτερικού εμπορίου της χώρας.  Οικονομικοί παράγοντες των porteños (κάτοικοι του λιμανιού), όπως χαρακτηριστικά αποκαλούνται από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα οι πολίτες του Μπουένος Άιρες,  δεν επιθυμούσαν την εθνικοποίηση του τελωνείου του λιμανιού, καθώς αυτή θα επέφερε το μοίρασμα των υπέρογκων  εσόδων του με την υπόλοιπη χώρα, που ήταν οικονομικά και κοινωνικά υποβαθμισμένη.  Όταν τα στρατεύματα των Ομοσπονδιακών πολιόρκησαν το Μπουένος Άιρες, προκειμένου να το εξαναγκάσουν να ενσωματωθεί στη Συνομοσπονδία, ο Μίτρε συμμετείχε στην υπεράσπιση της πόλης και πληγώθηκε στη μάχη.

11 Σεπτεμβρίου 1852. Η ανακήρυξη του Κράτους του Μπουένος Άιρες (Estado de Buenos Aires).

Το Μπουένος Άιρες κατάφερε να παραμείνει ανεξάρτητο κράτος και ο Μίτρε ως υπουργός Στρατιωτικών ηγήθηκε δύο ανεπιτυχών εκστρατειών.  Η πρώτη κατά των Ινδιάνων στο νότο της επαρχίας τον Μάιο του 1855, που κατέληξε σε ήττα, όπως και η δεύτερη, κατά του στρατού της Συνομοσπονδίας στις 23 Οκτωβρίου 1859 στη Cepeda. Ο νικητής στρατηγός Urquiza δεν προχώρησε σε κατάληψη του Μπουένος Άιρες, αλλά διαπραγματεύτηκε την προσχώρησή του στη Συνομοσπονδία.  Το 1860 ο Μίτρε εξελέγη κυβερνήτης του κράτους του Μπουένος Άιρες, υποσχόμενος την ολοκλήρωση της διαδικασίας ενοποίησης, εφόσον πραγματοποιηθεί αναθεώρηση του συντάγματος που είχε θεσπίσει η Συνομοσπονδία το 1853.  Ως πρόεδρος της εισηγητικής επιτροπής, συνέβαλε καθοριστικά στη σύνταξη των τροποποιητικών προτάσεων, που διαμορφώθηκαν με πρότυπο το σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών.

1860: Το κράτος του Μπουένος Άιρες και οι 13 επαρχίες της  Συνομοσπονδίας. Στο Νότο ζούσαν φυλές ινδιάνων.

Το 1860 το σύνταγμα αναθεωρήθηκε, οι προτάσεις της επιτροπής υιοθετήθηκαν, αλλά το Μπουένος Άιρες συνέχισε να αντιστέκεται στην ενοποίηση, διεκδικώντας τον πλήρη έλεγχο των εσόδων του λιμανιού.  Η μάχη της Pavón στις 17 Σεπτεμβρίου 1861 έδωσε τη λύση στο πολιτικό αδιέξοδο.  Ο Μίτρε νίκησε αυτή τη φορά τον  Urquiza, η κυβέρνηση της Συνομοσπονδίας παραιτήθηκε και ο ίδιος επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες θριαμβευτής.  Για πρώτη φορά, μετά από σχεδόν πενήντα χρόνια διχασμού, το όραμα της ένωσης δεν φάνταζε πια ουτοπικό.  Το 1862 προκηρύχθηκαν εκλογές στις 14 επαρχίες όλης της χώρας και ο Μίτρε εξελέγη πρώτος πρόεδρος της ενοποιημένης Αργεντινής. Με την ανάληψη των προεδρικών του καθηκόντων στις 12 Οκτωβρίου 1862 ξεκίνησε η πιο σημαντική περίοδος της ιστορίας της χώρας, η οργάνωση και σταθεροποίηση του νεοσύστατου εθνικού κράτους.  Μολονότι οι εξεγέρσεις δεν σταμάτησαν, αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία και επιτεύχθηκε η οριστική υποταγή των επαρχιών στην κεντρική εξουσία. Μετά το τέλος της θητείας του το 1868, το έργο της εθνικής ολοκλήρωσης συνέχισαν με ζήλο και συνέπεια οι δύο επόμενοι πρόεδροι Domingo Faustino Sarmiento (1868-1874) και Nicolás Avellaneda (1874-1880). Με κοινό σύνθημα το τρίπτυχο “Έθνος, Σύνταγμα, Ελευθερία” οι τρεις πρόεδροι έθεσαν τα θεμέλια της σύγχρονης Αργεντινής. Τα 18 συνολικά χρόνια της διακυβέρνησής τους αποκαλούνται Ιστορικές ή Ιδρυτικές Προεδρίες.

Η μεταβαλλόμενη έκταση της Αργεντινής από το 1816 έως το 2000.

                    Από την ανεξαρτησία στο σχηματισμό του αργεντινού κράτους

Για να γίνουν αντιληπτές οι συνθήκες που επέτρεψαν την άνοδο του Μίτρε στην εξουσία και την ίδρυση του εθνικού κράτους το 1862, θα πρέπει να εξεταστούν οι αιτίες της αποτυχίας των μέχρι τότε προσπαθειών για εθνική συγκρότηση.

Ως αποικία της Ισπανικής Αυτοκρατορίας η Αργεντινή αποτελούσε μέρος της Αντιβασιλείας του Rio de la Plata.  Με την επανάσταση του Μαΐου του 1810 ξεκίνησε ο αγώνας της ανεξαρτησίας, αλλά η ρήξη με την αυτοκρατορική μητρόπολη δεν προήλθε από την εθνική ωρίμανση και έτσι δε δημιουργήθηκε άμεσα η ανάγκη σύστασης εθνικού κράτους.  Η Αντιβασιλεία του Rio de la Plata απαρτιζόταν από ένα σύνολο περιφερειών και επαρχιών που μεταξύ τους εμφάνιζαν πολύ έντονες γεωγραφικές, πολιτικο-οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές, συνθήκες αντίξοες για τη διαμόρφωση συλλογικής συνείδησης.

Τον Ιούλιο του 1816 οι επαναστάτες συνήλθαν για να ανακηρύξουν την πλήρη ανεξαρτησία από την ισπανική κυριαρχία και την ίδρυση των Ηνωμένων Επαρχιών της Νότιας Αμερικής.   Η κυβερνητική συνέλευση απέτυχε να επιβάλει την εξουσία της στα υπόλοιπα μέρη της πρώην Αντιβασιλείας ‒Άνω Περού(Βολιβία), Παραγουάη, Banda Oriental (Ουρουγουάη)‒ αλλά και στις επαρχίες της Αργεντινής, καθώς ήρθε αντιμέτωπη με συμφέροντα οικονομικά και πολιτικά, που δεν συνέπιπταν με αυτά της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, που βάσιζε την οικονομία της στο λιμάνι και στα έσοδα του τελωνείου από το εξωτερικό εμπόριο.  Η σύνδεσή του διά θαλάσσης με την Ευρώπη, έφερνε τους porteños σε επαφή με τις σύγχρονες ιδέες και προσέφερε οικονομικές ευκαιρίες ενώ η ενδοχώρα παρέμενε πιο συντηρητική και υπανάπτυκτη, κλίνοντας προς τη διατήρηση του παλαιού φεουδαρχικού κοινωνικού και πολιτικού συστήματος.

Η αντιπαλότητα μεταξύ porteños και caudillos (επαρχιακών αρχηγών) εκφράστηκε σε πολιτικό επίπεδο από τον ανταγωνισμό μεταξύ των δύο κομμάτων, των Ενωτικών και των Ομοσπονδιακών, τα οποία διαφωνούσαν ως προς την πολιτική οργάνωση του κράτους.  Ως προς τη διαχείριση της οικονομίας η διαμάχη ήταν μεταξύ των Φιλελεύθερων (Ενωτικών), οπαδών της ελεύθερης αγοράς, και των οπαδών του Προστατευτισμού (Ομοσπονδιακών), οι οποίοι υπεραμύνονταν της προστασίας της εγχώριας παραγωγής έναντι του ξένου ανταγωνισμού.  Πίσω από αυτόν τον ανταγωνισμό κρύβονταν τα οικονομικά συμφέροντα των ηγετικών ομάδων κάθε επαρχίας, προς υπεράσπιση των οποίων διεξάγονταν ένοπλες συγκρούσεις.

Μέχρι το 1829 οι προσπάθειες τερματισμού του εμφυλίου δεν ευδοκίμησαν. Το οικονομικο-πολιτικό μοντέλο που θέλησαν να επιβάλουν οι porteños δεν έγινε αποδεκτό από τους caudillos, επειδή βασιζόταν στα ευρωπαϊκά πρότυπα του Φιλελευθερισμού και αγνοούσε τα συμφέροντα των επαρχιών.  Όλα τα σχέδια εθνικού συντάγματος και εθνικής συγκρότησης που προτάθηκαν απορρίφθηκαν, επειδή δεν προσέφεραν τη δυνατότητα ενσωμάτωσης των επαρχιών σε μία ενιαία εθνική οικονομία, αλλά και δεν υπήρχαν υλικοί και πολιτισμικοί δεσμοί μεταξύ τους, ώστε να μπορούν να μιλούν για ενιαία πατρίδα.  Η Αργεντινή δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη στη συλλογική συνείδηση ως πατρίδα ούτε ως έθνος.  Κάθε επαρχία έγινε πατρίδα και έθνος που κυβερνιόταν από τοπικούς αρχηγούς, είχε το δικό της στρατό, το δικό της νόμισμα, τη δική της οικονομική διαχείριση.  Οι Φιλελεύθεροι porteños θεωρούσαν ότι ήταν οι φορείς της προόδου και του πολιτισμού, ενώ κατηγορούσαν τους ομοσπονδιακούς caudillos ότι αποτελούσαν κατάλοιπα της αποικιοκρατικής περιόδου και ήταν εκφραστές της βαρβαρότητας.

Η περίοδος από το 1829 μέχρι το 1850 (με ένα διάλειμμα τριών ετών μεταξύ 1832 έως 1835) χαρακτηρίζεται ως δικτατορία, λόγω της αυταρχικής εξουσίας του Juan Manuel de Rosas στην επαρχία του Μπουένος Άιρες και της μη θεσμοθετημένης επιβολής της εξουσίας του στις υπόλοιπες επαρχίες, βασισμένη σε de facto συμφωνίες που ο Rosas είχε συνάψει με τους caudillos.  Το 1852 οι επαρχίες, αντιδρώντας στο συγκεντρωτικό καθεστώς του Rosas, ένωσαν τις δυνάμεις τους και υπό την ηγεσία του Urquiza νίκησαν το Rosas στη μάχη της Caseros.  Αλλά ούτε η πτώση του Rosas, ούτε η συνένωση των 13 επαρχιών που συγκρότησαν την Αργεντινή Συνομοσπονδία  με πρόεδρο τον Urquiza, οδήγησαν στη δημιουργία εθνικού κράτους, επειδή η επαρχία του Μπουένος Άιρες συνέχισε να λειτουργεί ως ανεξάρτητο κράτος.  Το σύνταγμα, που θέσπισε η Συνομοσπονδία το 1853, όριζε ως πολιτικό σύστημα την αντιπροσωπευτική, ομοσπονδιακή δημοκρατία, εξασφάλιζε τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών και εγγυόταν την αυτονομία των επαρχιών, αποτελώντας την πρώτη σοβαρή απόπειρα ειρήνευσης μεταξύ των αντιμαχόμενων ισχυρών κέντρων εξουσίας της χώρας, με στόχο την ενοποίηση και τη δημιουργία κράτους.  Οι προσπάθειες του Urquiza για εθνική συγκρότηση συνεχίστηκαν μέχρι τη λήξη της θητείας του το 1860 χωρίς όμως τη στήριξη της 14ης επαρχίας, που συνέχισε να διαχειρίζεται τα έσοδα του πιο προσοδοφόρου τελωνείου της χώρας, παραμένοντας εκτός της Συνομοσπονδίας.  Έτσι συνεχίστηκε η αστάθεια και η χώρα παρέμενε χωρισμένη σε δύο κέντρα εξουσίας που το ένα προσπαθούσε να επιβληθεί στο άλλο, άλλοτε στο στίβο της πολιτικής και άλλοτε στο πεδίο της μάχης.

Από το 1859 μέχρι το 1862 οι Φιλελεύθεροι με αρχηγό τον Μίτρε απέκτησαν σταδιακά μεγάλη επιρροή στα οικονομικά εύρωστα κέντρα εξουσίας του Μπουένος Άιρες και μερικών επαρχιών. Άρχισε να ωριμάζει η αντίληψη ότι έπρεπε να τεθεί τέρμα στις συγκρούσεις με τη Συνομοσπονδία, και ως μόνη διέξοδος πρόβαλε η δημιουργία μιας συγκεντρωτικής εξουσίας, υπεράνω όλων των τοπικών εξουσιών, το εθνικό κράτος.  Για να μην παραμείνει η ενοποίηση όνειρο ανεκπλήρωτο, θα έπρεπε να γίνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις και οι porteños να δώσουν πρώτοι το παράδειγμα, αποδεχόμενοι την εθνικοποίηση του λιμανιού και τη δίκαιη κατανομή των εσόδων του σε όλη την επικράτεια.   Η αριστοκρατία του Μπουένος Άιρες συνειδητοποίησε ότι ο ηγετικός ρόλος που φιλοδοξούσε να έχει στην συγκρότηση του κράτους, απαιτούσε τη συναίνεση των επαρχιακών ολιγαρχιών.

Πορτραίτο του Μίτρε φιλοτεχνημένο από τον Ignacio Manzoni το 1861 κατά τη διάρκεια της μάχης της Pavón.

                  1861-1868: Η οργάνωση της δημοκρατίας και η εθνική ολοκλήρωση

Η νίκη των porteños στη μάχη της Pavón στις 17 Σεπτεμβρίου 1861 έθεσε τέλος στο διαχωρισμό της εξουσίας μεταξύ Ομοσπονδιακών και Μπουένος Άιρες και άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία εθνικού κράτους.  Ωστόσο δεν ήταν ένας δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα, λόγω της απροθυμίας των Ομοσπονδιακών να αναγνωρίσουν την εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης και να αποδεχθούν τη συγκεντρωτική πολιτική της.  Η επίτευξη της εθνικής ενότητας και η καθιέρωση της κυριαρχίας της κυβέρνησης Μίτρε σε εθνικό επίπεδο ήταν δύο στόχοι που προϋπόθεταν την ειρήνευση στο εσωτερικό της χώρας.  Οι μακροχρόνιοι εμφύλιοι πόλεμοι είχαν καταστήσει εμφανές ότι η κεντρική εξουσία δεν μπορούσε να επιβληθεί μόνο με τη δύναμη των όπλων.  Αλλά και η διακυβέρνηση του Rosas έδειξε ότι ούτε οι καιροσκοπικές συμμαχίες με τους caudillos μπορούσαν να αποτελέσουν μία σταθερή βάση για την εθνική ολοκλήρωση.

Ως πρώτη κίνηση εθνικής συμφιλίωσης, ο Μίτρε συγκάλεσε τους εκλεγμένους εκπροσώπους όλων των επαρχιών σε συνέλευση, προκειμένου να αποφασίσουν από κοινού για την εθνική διακυβέρνηση της χώρας. Στις 5 Οκτωβρίου 1862 η συνέλευση, αποτελούμενη από  133 εκλέκτορες από όλη την επικράτεια, εξέλεξε ομόφωνα ως Πρόεδρο του Έθνους τον Μίτρε. Στην ορκωμοσία του στις  12 Οκτωβρίου, κατέστησε σαφές ότι άξονας του κυβερνητικού του έργου θα ήταν η συνταγματική οργάνωση του κράτους.  Δίνοντας προτεραιότητα στην επίτευξη της εθνικής ολοκλήρωσης, ο Μίτρε επιστράτευσε μηχανισμούς υλικού και πολιτικο-ιδεολογικού χαρακτήρα:

α) Κατασταλτικούς: την κατάπνιξη κάθε προσπάθειας διατάραξης της επιβληθείσας τάξης από το εθνικό κράτος.

β) Έμμεσα παρεμβατικούς: η αύξηση στην επαρχία του πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού, διορισμένου από την εθνική κυβέρνηση, της επέτρεψε να ασκήσει έλεγχο στην εξέλιξη των εσωτερικών ζητημάτων των επαρχιών.   Επιπλέον, η ελεγχόμενη διάθεση πόρων στόχευε στον προσεταιρισμό των ντόπιων ηγετικών ομάδων και των επαρχιακών κυβερνήσεων.

γ) Υλικούς: η κατασκευή δημοσίων έργων, υποδομών και υπηρεσιών απαραίτητων για την οικονομική πρόοδο των επαρχιών, που παράλληλα συνέβαλαν στην ευημερία της εθνικής οικονομίας.

δ) Ιδεολογικούς: η δημιουργία και διάδοση γνώσεων, αξιών και συμβόλων που απέβλεπαν στην καλλιέργεια εθνικής συνείδησης και κατά συνέπεια, τη νομιμοποίηση του εθνικού συστήματος διακυβέρνησης.  Όχημα αυτού του ιδεολογικού μηχανισμού ήταν η κρατική εκπαίδευση, που αποτέλεσε το βασικό εργαλείο στη διαμόρφωση της συλλογικής συνείδησης, καθώς και στην “αργεντινοποίηση ” των παιδιών των μεταναστών, που συνέρρεαν μαζικά στη χώρα.

Ο Μίτρε (στο μέσο), επισκέπτεται το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο το έτος 1901.

Η σταθεροποίηση της εθνικής εξουσίας

Όταν ο Μίτρε εξελέγη Πρόεδρος, το κράτος δεν ήταν παρά μόνο μία επέκταση της ισχύος της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, ως αποτέλεσμα της νίκης της στη μάχη της Pavón.  Για την εδραίωση της κεντρικής εξουσίας και την επίτευξη της εθνικής ενότητας, ο Μίτρε εφάρμοσε την τακτική “όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος”: επιβράβευε όσους επιδείκνυαν προθυμία υπακοής στην κεντρική εξουσία, ενώ όσοι αντιστέκονταν, αντιμετώπιζαν ανελέητη τιμωρία και συχνά φυσική εξόντωση από τον εθνικό στρατό.  Η ίδρυση εθνικού στρατού το 1864 και η μόνιμη εγκατάσταση στρατιωτικών σωμάτων σε καίρια σημεία  σε όλη την επικράτεια, ήταν το μέτρο που λειτούργησε αποτελεσματικά στην καταστολή των εξεγέρσεων στις επαρχίες.  Οι εθνικές ένοπλες δυνάμεις εξελίχθηκαν σε ένα από τους ακρογωνιαίους λίθους του νέου καθεστώτος, καθώς ο ρόλος που διαδραμάτισαν όχι μόνο στην εσωτερική ασφάλεια και ειρήνευση, αλλά και στον πόλεμο κατά της Παραγουάης, είχε ως αποτέλεσμα την καθιέρωσή τους ως θεσμού με σημαντική πολιτική βαρύτητα στην εδραίωση της ισχύος του εθνικού κράτους.

Η πρώτη μεγάλης έκτασης εξέγερση που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο Μίτρε ήταν αυτή του caudillo Ángel Vicente Peñaloza, που ασκούσε σημαντική επιρροή στις βόρειες επαρχίες και είχε στο πλευρό του μεγάλο αριθμό εμπειροπόλεμων ομοσπονδιακών. Η εξέγερση έληξε με νίκη των κυβερνητικών δυνάμεων το Νοέμβριο του 1863.

Όταν στην αντίσταση των επαρχιών στο συγκεντρωτισμό του Μπουένος Άιρες προστέθηκε και  η πλήρης αντίθεσή τους στον πόλεμο κατά της Παραγουάης (οι επιστρατευμένοι στον εθνικό στρατό λιποτακτούσαν μαζικά), ξέσπασε ένοπλη εξέγερση  των βορείων επαρχιών το 1866. Ο νεοσύστατος εθνικός στρατός αντιμετώπισε αποτελεσματικά τους εξεγερμένους και τον Απρίλιο του 1867 ο βορράς επανήλθε στον πλήρη έλεγχο της εθνικής κυβέρνησης.

Εκτός από τους caudillos με τους οποίους η κυβέρνηση Μίτρε ήρθε αντιμέτωπη, καθώς δεν ήταν καθόλου πρόθυμοι να στερηθούν την αυτονομία και τα προνόμια που απολάμβαναν χάρη σε αυτήν, αντιμετώπισε προβλήματα και από τους porteños, όταν προτάθηκε το Μπουένος Άιρες ως πρωτεύουσα του κράτους. Ο Μίτρε δεν κατάφερε να πείσει την εσωκομματική αντιπολίτευση ότι το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει το Μπουένος Άιρες για την επίτευξη της εθνικής ενότητας, ήταν η ομοσπονδιοποίηση της πόλης, ο ορισμός της ως πρωτεύουσα του κράτους και η εθνικοποίηση των εσόδων του τελωνείου.  Η αντίδραση των μελών επέφερε τη διάσπαση του Φιλελεύθερου κόμματος σε δύο νέα σχήματα: το Αυτονομιστικό, με επικεφαλής τον Adolfo Alsina, που επιζητούσε τον περιορισμό της κεντρικής εξουσίας και τη διατήρηση της αυτονομίας των επαρχιών, και το Εθνικιστικό, με επικεφαλής τον Μίτρε, που υπεραμυνόταν της κυριαρχίας της εθνικής κυβέρνησης επί των επαρχιών.  Εκείνη την εποχή ο όρος εθνικισμός είχε καθιερωθεί ως τάση δημιουργίας εθνικού κράτους.

Η θεσμική οργάνωση

Οι εσωτερικές συγκρούσεις, δεν απομάκρυναν τον Μίτρε από το κύριο στόχο του που ήταν η θεσμική αναδιοργάνωση του κράτους και της κοινωνίας.  Θεωρούσε ότι δύο ήταν οι σταθεροί πυλώνες στήριξης μιας ευνομούμενης κοινωνίας: αφενός η ανεξαρτησία των εξουσιών της κυβέρνησης, αφετέρου η ελευθερία του Τύπου, η οποία θα λειτουργούσε ως η εξουσία-ελεγκτής των ορίων εντός των οποίων θα πρέπει να λειτουργεί η δημοκρατία, προκειμένου να αποφύγει τον αυταρχισμό και να μην εκφυλιστεί σε δικτατορία. Ως φιλελεύθερος διανοούμενος, επηρεασμένος από το Διαφωτισμό, έθεσε ως προτεραιότητα την προάσπιση των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, το κράτος Δικαίου και το Συνταγματισμό.  Ανέθεσε σε καταξιωμένους νομικούς τη σύνταξη αστικού και ποινικού κώδικα και την προσαρμογή του ισχύοντος εμπορικού κώδικα του Μπουένος Άιρες στις ιδιαιτερότητες της εθνικής επικράτειας.  Στις 16 Οκτωβρίου 1862, τέσσερις μόνο μέρες μετά την ορκωμοσία του, ψηφίστηκε ο Νόμος 27 που αφορούσε στην οργάνωση της Δικαστικής Εξουσίας του Έθνους.  Με αυτόν τον νόμο, ιδρύθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο και τα κατώτερα δικαστικά όργανα.  Με τη σύμφωνη γνώμη της Βουλής, ο Μίτρε διόρισε ως μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου άτομα που όχι μόνο δεν ανήκαν στο πολιτικό του περιβάλλον, αλλά είχαν συνεργαστεί με τους κομματικούς του αντιπάλους ή υπήρξαν δραστήρια μέλη των Ομοσπονδιακών, προκειμένου να εξασφαλίσει την υποδειγματική λειτουργία της Δικαιοσύνης.  Ο ίδιος, όταν ρωτήθηκε ποιά ήταν τα κίνητρα που τον ώθησαν στη λήψη αυτής της απόφασης, απάντησε: “Ως Πρόεδρος του Έθνους αναζήτησα τους άνδρες που θα εξασφάλιζαν ότι το Ανώτατο Δικαστήριο θα ασκούσε αμερόληπτο έλεγχο  στις αυθαιρεσίες των άλλων εξουσιών του Κράτους, και επιπλέον, προερχόμενοι από την αντιπολίτευση, θα παρείχαν στους συμπολίτες τους τη μέγιστη βεβαιότητα για την ευρεία προστασία των δικαιωμάτων τους και την εγγύηση της συνολικής και απόλυτης ανεξαρτησίας της Δικαστικής Εξουσίας”.²

Η διαλλακτική πολιτική του Μίτρε προκάλεσε την αντίδραση των Porteños, κυρίως των θερμοκέφαλων Ενωτικών, που απαιτούσαν την κατάργηση του συντάγματος του 1853 και την αντικατάστασή του από άλλο, που θα καταργούσε την ομοσπονδία και θα επέβαλε την ένωση και την ολοκληρωτική πολιτική κυριαρχία του Μπουένος Άιρες επί των επαρχιών.  Ωστόσο, ο συνετός Μίτρε δεν θέλησε να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου.  Άλλωστε, θεωρούσε ότι μετά την αναθεώρηση του 1860, το σύνταγμα του 1853 έθετε τα θεμέλια της εθνικής συγκρότησης, γι αυτό το διατήρησε σε πλήρη ισχύ μέχρι το 1866.

Η ανάπτυξη της Οικονομίας

Ο Μίτρε έθεσε ως προτεραιότητα τον οικονομικό και κοινωνικό εκσυγχρονισμό της χώρας και ως υπέρμαχος του κλασικού Φιλελευθερισμού προώθησε το μεταρρυθμιστικό του πρόγραμμα, το οποίο προέβλεπε απελευθέρωση της οικονομίας από τον κρατικό έλεγχο.  Ωστόσο, προκειμένου να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση των δημοσιονομικών εξόδων, η κυβέρνηση διατήρησε την κεντρική διαχείριση των κυριοτέρων πλουτοπαραγωγικών πηγών του κράτους.  Εθνικοποίησε τα τελωνεία όλης της χώρας και παραχώρησε προνόμια στο εμπόριο με την Ευρώπη, μέτρο που διπλασίασε τα δημόσια έσοδα από 7 σε 14 εκατομμύρια χρυσά πέσος. Η εθνικοποίηση της δασμολογίας των ποτάμιων συγκοινωνιών και η ανάπτυξη των επίγειων συγκοινωνιών, μέσω της επέκτασης του σιδηροδρομικού δικτύου, και την κατασκευή μεγάλων έργων, όπως δρόμων και γεφυρών, επέφεραν την οικονομική ανάπτυξη των επαρχιών, που αύξησαν την παραγωγή τους, επωφελούμενες από την απρόσκοπτη εμπορική διακίνηση των προϊόντων τους. Προς διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών, αναπτύχθηκαν οι ταχυδρομικές υπηρεσίες σε όλη τη χώρα και το τηλεγραφικό δίκτυο επεκτάθηκε και εκσυγχρονίστηκε.  Επίσης εκδόθηκε ενιαίο εθνικό νόμισμα, μέτρο που δεν έγινε άμεσα αποδεκτό από τις επαρχίες που εξακολούθησαν να τυπώνουν τα τοπικά νομίσματα για λίγα χρόνια ακόμη.  Επιπλέον, τα αποικιακά μέτρα και σταθμά αντικαταστάθηκαν από το δεκαδικό μετρικό σύστημα.

Το Μουσείο Μίτρε στο Μπουένος Άιρες.

Για τη στελέχωση της Δημόσιας Διοίκησης και τη λειτουργία των ταχυδρομείων και των σιδηροδρόμων διορίστηκαν δημόσιοι υπάλληλοι. Έτσι προέκυψε μία νέα τάξη, φίλα προσκείμενη στην εθνική κυβέρνηση, η οποία μαζί με το στρατό αποτέλεσε το κύριο μέσο ελέγχου και διείσδυσης της κυβέρνησης σε όλη την επικράτεια.

Για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και της οικονομίας διευκολύνθηκε η εισαγωγή ξένων κεφαλαίων (κυρίως βρετανικών) σε μορφή δανείων και επενδύσεων.  Η ευφορία της ταχείας ανάπτυξης εμπόδισε τους νεόκοπους φιλελεύθερους της κυβέρνησης να προβλέψουν τις αρνητικές συνέπειες του υπερδανεισμού, που έγιναν οδυνηρά αισθητές την επόμενη δεκαετία, όταν ξέσπασε η πρώτη οικονομική κρίση.  Στην άνθηση της οικονομίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο η άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων ευρωπαίων μεταναστών, για την προσέλκυση των οποίων είχαν αρχίσει να προσφέρονται κίνητρα  ήδη από το 1853, προκειμένου να καλλιεργηθούν οι τεράστιες εκτάσεις γης, που έμεναν ανεκμετάλλευτες είτε επειδή ανήκαν σε φυλές ινδιάνων, είτε λόγω της έλλειψης πληθυσμού. Ο εποικισμός αποτέλεσε προτεραιότητα  τόσο της κυβέρνησης Μίτρε όσο και των επομένων κυβερνήσεων, που υιοθέτησαν το σύνθημα “κυβερνώ σημαίνει εποικίζω”.  Οι επόμενες κυβερνήσεις προέβησαν σε ανελέητες εκστρατείες αφανισμού των ινδιάνων και ενσωμάτωσης των εδαφών τους στο εθνικό κράτος, προκειμένου να καλυφθούν οι αυξανόμενες ανάγκες σε καλλιεργήσιμη γη.

Η εκπαίδευση ως φορέας εκσυγχρονισμού

Στον τομέα της εκπαίδευσης ο Μίτρε έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τη θεωρούσε όχημα προόδου.  Ενισχύθηκε η πρωτοβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στη δευτεροβάθμια με την ίδρυση το 1863 του  Εθνικού Κολλεγίου του Μπουένος Άιρες και στη συνέχεια την ίδρυση παρόμοιων ιδρυμάτων στις μεγάλες επαρχιακές πόλεις. Ωστόσο, ο Μίτρε δεν θεωρούσε ότι η εκπαίδευση θα έπρεπε να απευθύνεται σε όλους, αλλά στις ηγετικές τάξεις, ώστε να έχουν επαρκή κατάρτιση τα στελέχη των υπηρεσιών του αναπτυσσόμενου κράτους, που θα προέρχονταν από αυτές.  Επιπλέον ήταν πεπεισμένος ότι η δημιουργία μιας πνευματικής πρωτοπορίας θα μπορούσε να εμπνεύσει τις μάζες και να εξασφαλίσει τη συναίνεσή τους, με στόχο τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και τάξης.  Η “αριστοκρατική” αντίληψή του σχετικά με τη λειτουργία και το σκοπό που όφειλαν να εκπληρώσουν τα εθνικά κολέγια καταγράφηκε στο λόγο που εκφώνησε στη Γερουσία στις 16 Ιουλίου 1870:

Είναι ζήτημα επείγουσας και ζωτικής σημασίας να δράσουμε κατά της αμάθειας πριν η άξεστη μάζα κυριαρχήσει ασύδοτη και μας στερήσει το κουράγιο να την κατευθύνουμε προς την οδό της σωτηρίας.  Αυτός είναι ο λόγος που εκτός από τα δημοτικά σχολεία, έχουμε και τα εθνικά κολέγια για να προσφέρουν δευτεροβάθμια εκπαίδευση που καθιστά ικανό το άτομο να διάγει κοινωνικό βίο, αναπτύσσοντας τις ικανότητές του σε ύψιστο βαθμό, ανυψώνοντας το διανοητικό του επίπεδο με τρόπο ώστε η συσσωρευμένη γνώση ορισμένου αριθμού ατόμων δράσει επί της αμόρφωτης μάζας, προκειμένου να διαδώσει σε αυτήν το φώς της γνώσης και να υποστηρίξει με πιο ήπια όπλα τις θέσεις με τις οποίες κυβερνώνται οι λαοί ”.³

Διεθνείς Σχέσεις

Στην εξωτερική πολιτική ο Μίτρε επέλεξε την τακτική της μη ανάμειξης στα ζητήματα των άλλων νεοσύστατων κρατών με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, προκειμένου να εξασφαλίσει την ένταξη τη χώρας του στη διεθνή πολιτική σκηνή.  Έτσι δεν συμμετείχε στο Παναμερικανικό Συνέδριο που συνήλθε στη Λίμα το 1862, με θέματα την γαλλική επέμβαση στο Μεξικό και την επανενσωμάτωση της Δομινικανής Δημοκρατίας στην Ισπανική Αυτοκρατορία. Επίσης δεν πήρε θέση στην άρνηση της Ισπανίας να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Περού. Η στάση αυτή αποδοκιμάστηκε έντονα στο εσωτερικό της χώρας, αλλά εκτιμήθηκε από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, με πρώτη την Ισπανία, που το 1863 αποδέχθηκε το δικαίωμα της Αργεντινής στην αυτοδιάθεση και υπέγραψε σύμφωνο αναγνώρισης της ανεξαρτησίας της.

Το 1865 ο Μίτρε εγκατέλειψε την αρχή της μη ανάμειξης και ενέπλεξε τη χώρα του στη σύρραξη δύο γειτονικών χωρών της Παραγουάης και της Βραζιλίας που εξελίχθηκε στο πιο αιματηρό πόλεμο στη Λατινική Αμερική.

Ο καταστροφικός πόλεμος της Παραγουάης (1865-1870)

Όταν η Αντιβασιλεία του Ρίο ντε λα Πλάτα κατέρρευσε, στις αρχές της δεκαετίας του 1810, σχηματίστηκαν σταδιακά τα κράτη της Αργεντινής, της Παραγουάης, της Βολιβίας και της Ουρουγουάης με συνεχείς εδαφικές διαμάχες μεταξύ τους.  H Παραγουάη, παρόλο το μικρό μέγεθός της, είχε εξελιχθεί στην πιο ανεπτυγμένη χώρα της Νότιας Αμερικής και κατάφερε να είναι αυτάρκης σε βασικά και βιομηχανικά προϊόντα, η μοναδική χωρίς εξωτερικό δανεισμό.  Η οικονομία της εκσυγχρονίστηκε και έγινε ιδιαίτερα ανταγωνιστική όχι μόνο ως προς τις οικονομίες των γειτόνων της, αλλά και των ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Ο πόλεμος της Παραγουάης. Διακρίνονται τα εδαφικά κέρδη της Αργεντινής και της Βραζιλίας.

Ο πόλεμος ξέσπασε με αφορμή την εισβολή της Βραζιλίας στην  Ουρουγουάη.  Η Παραγουάη έσπευσε προς βοήθεια της συμμάχου Ουρουγουάης, αλλά τα στρατεύματά της πέρασαν μέσα από το έδαφος της Αργεντινής, αψηφώντας την αρνητική απάντηση του Μίτρε στο αίτημα διέλευσης που είχαν υποβάλει.  Αυτή η αυθαιρεσία αποτέλεσε την αφορμή για τη συσπείρωση των δύο γιγάντων της περιοχής, Αργεντινής και Βραζιλίας οι οποίες μαζί με την υποτελή πλέον Ουρουγουάη συνυπέγραψαν το 1865 το Σύμφωνο Τριπλής Συμμαχίας και επιτέθηκαν στην Παραγουάη.  Ο Μίτρε παρέδωσε προσωρινά τη διακυβέρνηση της χώρας στον αντιπρόεδρο Marcos Paz, προκειμένου ο ίδιος να διευθύνει προσωπικά τις πολεμικές επιχειρήσεις, ως επικεφαλής των στρατευμάτων της Συμμαχίας, δηλώνοντας ότι σε τρεις μήνες θα έχει επιστρέψει θριαμβευτής.  Ωστόσο, επέστρεψε σχεδόν τρία χρόνια μετά, μεσούντος του πολέμου, επειδή τον Ιανουάριο του 1868 απεβίωσε ο Paz.

Η Παραγουάη αντιστάθηκε ηρωικά επί 5 χρόνια, αλλά αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει όταν σκοτώθηκε στη μάχη ο Πρόεδρός της Francisco Solano  López.  Οι συνέπειες του πολέμου ήταν καταστροφικές.  Ο πληθυσμός της μειώθηκε κατά το ήμισυ, η γεωργία και η κτηνοτροφία εγκαταλείφθηκαν, η ακμάζουσα βιομηχανία της κατέρρευσε και υποχρεώθηκε να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις.  Επιπλέον, έχασε σημαντικό μέρος των εδαφών της, τα οποία προσάρτησαν η Βραζιλία και η Αργεντινή.

Αλλά και για την Αργεντινή οι συνέπειες του πολέμου δεν ήταν αμελητέες.   Στις ανθρώπινες απώλειες προστέθηκαν και αυτές του εμφυλίου, που προκλήθηκε από την άρνηση των Αργεντινών να πολεμήσουν κατά της Παραγουάης.  Η οικονομία της δοκιμάστηκε, η παραγωγή μειώθηκε και το εξωτερικό χρέος της χώρας αυξήθηκε, καθώς ο πόλεμος χρηματοδοτήθηκε με δάνεια βρετανικών τραπεζών.   Αλλά και ο Μίτρε δεν βγήκε αλώβητος από αυτήν την περιπέτεια.  Η ολοκληρωτική καταστροφή της μικρής αλλά ηρωικής Παραγουάης και η σφαγή του πληθυσμού της προκάλεσαν τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης.  Επιπλέον, η απομάκρυνσή του από την πολιτική δράση τον αποδυνάμωσε, με αποτέλεσμα να μη μπορέσει να επιβάλλει τον ευνοούμενό του στις προεδρικές εκλογές του 1868,  που διεξήχθησαν λίγους μήνες μετά την επιστροφή του.  Νικητής αναδείχθηκε ο Domingo Faustino Sarmiento με την υποστήριξη του Alsina, πολιτικού αντιπάλου του Μίτρε.

      1862-1868 Presidentes Argentinos – Bartolomé Mitre

            Πολιτικά ενεργός μετά την Προεδρία – Δημοσιογράφος και συγγραφέας

Ο Μίτρε, μετά τη λήξη της Προεδρίας του, εξελέγη γερουσιαστής στις εκλογές του 1868.  Αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτό, καθώς ήταν αποφασισμένος να μην παραχωρήσει το μερίδιό του στην εξουσία.  Είχε ασκήσει τη δημοσιογραφία σε όλες τις χώρες που είχε ζήσει, οπότε γνώριζε πολύ καλά τη σπουδαιότητα που είχε ο τύπος τον 19ο αιώνα σε όλη την αμερικανική ήπειρο, καθώς αποτελούσε το βασικό όργανο έκφρασης και παράλληλα διαμόρφωσης της κοινής γνώμης.  Απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας για όποιον ήθελε να πολιτευτεί ήταν να έχει δική του εφημερίδα.  Την πολιτική εκστρατεία του Μίτρε το 1862 στήριξε η εφημερίδα La Nación Argentina που εκδόθηκε την ίδια χρονιά.  Το 1869 αγοράστηκε από το Μίτρε και στις 4 Ιανουαρίου 1870 κυκλοφόρησε ανανεωμένο το πρώτο φύλλο με το όνομα La Nación.  “Τέκνο της εργασίας, κρεμώ προς το παρόν το σπαθί, που πλέον δεν το χρειάζεται η πατρίδα μου, και κραδαίνω το τυπογραφικό συνθετήριο Franklin”, έγραψε σε μία επιστολή του στα τέλη του 1869, αναγγέλλοντας την επιστροφή του στον Τύπο.  Δε δίστασε να  πουλήσει μεγάλο μέρος των επίπλων και των βιβλίων του, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την δημοσιογραφική του επιχείρηση.  Σε επιστολή προς το φίλο του  Wenceslao Paunero, έγραφε σχετικά με την απόφασή του: “Είμαι αποφασισμένος να γίνω εκδότης.  Θα ξεπουλήσω τα πολυτελή έπιπλά μου, μέρος των βιβλίων μου, μερικούς πίνακες και διάφορα αντικείμενα αξίας που βαραίνουν τις αποσκευές ενός εργατικού ατόμου, για να πληρώσω τις επιχειρηματικές μου δραστηριότητες και να παραμείνω μάχιμος.”⁴

Το πρώτο φύλλο της εφημερίδας La Nación στις 4 Ιανουαρίου 1870

Το 1871 αρρώστησε βαριά από μια επιδημία κίτρινου πυρετού.  Μόλις αποκαταστάθηκε η υγεία του, ο πρόεδρος Sarmiento του ανέθεσε μία διπλωματική αποστολή στη Βραζιλία για να διαπραγματευτεί τον καθορισμό των συνόρων, καθώς μετά τη λήξη του πολέμου οι δύο χώρες διαφώνησαν στο διαμερισμό των κατακτημένων εδαφών της Παραγουάης.

Στις εκλογές του 1874 έθεσε υποψηφιότητα για την Προεδρία, αλλά δεν κατάφερε να εκλεγεί.  Κατήγγειλε τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο Nicolás Avellaneda για νοθεία, οργάνωσε πραξικόπημα και ηγήθηκε στρατιωτικής δύναμης που κινήθηκε κατά της κυβέρνησης.  Αλλά την ήττα του στις κάλπες διαδέχτηκε η ήττα στο πεδίο της μάχης.  Η εφημερίδα του έκλεισε, ο ίδιος φυλακίστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο.  Ωστόσο, χάρη στην πολιτική συμφιλίωσης του προέδρου Avellaneda, σύντομα αμνηστεύτηκε, αφέθηκε ελεύθερος, επανακυκλοφόρησε την εφημερίδα του και συνέχισε να αρθρογραφεί καθημερινά, ασκώντας επιρροή στα πολιτικά πράγματα.

Στα επόμενα 15 χρόνια αφιερώθηκε στη δημοσιογραφία και την ιστορική έρευνα για τη συγγραφή των βιβλίων του.  Αλλά ως άνθρωπος της δράσης, επανήλθε στην ενεργό πολιτική το 1890, όταν συσπείρωσε την αντιπολίτευση σε ενιαίο μέτωπο κατά του προέδρου Miguel Juárez Celman.  Ο Μίτρε από κοινού με τον Leonardo Alem ηγήθηκαν ενός μεγάλου συνασπισμού, που ονομάστηκε Ένωση Πολιτών.  Στις 26 Ιουλίου 1890 ξέσπασε η αποκαλούμενη Επανάσταση του Πάρκου υποκινούμενη και καθοδηγούμενη από την Ένωση Πολιτών.  Ο Μίτρε, έχοντας τη πικρή εμπειρία του παρελθόντος, προτίμησε να απουσιάζει από τη χώρα, προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες σε περίπτωση αποτυχίας.  Παρόλη τη συμμετοχή μερίδας του στρατού, η επανάσταση κατεστάλη από τις αρχές.  Αυτή η στάση του Μίτρε, καθώς και οι μετέπειτα διαπραγματεύσεις του με άλλα μέλη της αντιπολίτευσης, που κατέληξαν στην παραίτηση του Celman και την εκλογή στην προεδρία του Carlos Pellegrini, θεωρήθηκαν προδοσία από τον Alem και οδήγησαν στη διάσπαση της Ένωσης Πολιτών.  Οι δύο νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που προέκυψαν ήταν η Εθνική Ένωση Πολιτών, με επικεφαλής τον Μίτρε και η Ριζοσπαστική Ένωση Πολιτών με επικεφαλής τον Alem.

Η Επανάσταση του Πάρκου (Revolución del Parque).

Το 1894 επανεξελέγη γερουσιαστής, χωρίς να εγκαταλείψει την άλλη του μεγάλη αγάπη, τη συγγραφή.  Δημοσίευσε μια αναλυτική μελέτη των γηγενών γλωσσών όλης της αμερικανικής ηπείρου, από τη Γη του Πυρός ως την Αλάσκα.  Έγραψε πεζά, ποιητικά και θεατρικά έργα και έκανε σημαντικές μεταφράσεις έργων, όπως τη Θείας Κωμωδίας του Δάντη.  Παράλληλα συνέλεξε 4.000 περίπου νομίσματα και το 1893 ίδρυσε τη Νομισματική Ένωση, που μετά το θάνατό του μετονομάστηκε σε Εθνική Ακαδημία Ιστορίας.

Από το 1890 και μέχρι τον θάνατό του ο Μίτρε επηρέασε αποφασιστικά την πολιτική ζωή του τόπου δια μέσου των κυβερνήσεων της περιόδου αυτής, οι οποίες ανήκαν στο συντηρητικό στρατόπεδο και είχαν την ένθερμη στήριξη της εφημερίδας La Nación.  Τίποτα δεν συνέβαινε στις γραμμές των συντηρητικών χωρίς πρώτα να συμβουλευτούν τον “Don Bartolo”, όπως τον αποκαλούσαν όλοι με σεβασμό και συγκρατημένη οικειότητα.

Το κύρος του αυξήθηκε με το πέρασμα του χρόνου και έφτασε στο απόγειό του το 1901, όταν με αφορμή τα 80κοστά γενέθλιά του, η κυβέρνηση ανακήρυξε αργία την ημέρα γέννησής του, η πρωτεύουσα σημαιοστολίστηκε και το πλήθος παρήλαυνε επί 16 ώρες μπροστά από το σπίτι του. Ο στρατηγός, όπως προτιμούσε να τον αποκαλούν, εκφώνησε ένα συγκινητικό απόσπασμα κλασικής ρητορικής τέχνης.

Απεβίωσε στις 19 Ιανουαρίου 1906 στο σπίτι του, στην οδό San Martín 336.  Τεράστιο πλήθος συνόδευσε τη σορό του μέχρι το κοιμητήριο Recoleta, όπου βρίσκεται ακόμη ο τάφος του.

Ο τάφος του Mitre στο Cementerio de la Recoleta του Μπουένος Άιρες.

                                                                 Ο Μίτρε ως ιστορικός

Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ο Μίτρε ποτέ δεν εγκατέλειψε τη δράση του ως διανοούμενος.  Μελετούσε ακατάπαυστα, όπως μαρτυρά η τεράστια βιβλιοθήκη του με τα ταξινομημένα βιβλία γεμάτα σημειώσεις.  Η συστηματική ιστορική του έρευνα είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση πολυάριθμων ιστορικών μελετών, με κορυφαία έργα την Historia de Belgrano y de la independencia argentina (1858-1859)  και Historia de San Martín y de la emancipación sudamericana (1887).  Μέσα από τις βιογραφίες των δύο κορυφαίων ηρώων του αγώνα της ανεξαρτησίας, του José de San Martín και του Manuel  Belgrano, επιχείρησε να αναλύσει την πορεία του αγώνα από την επανάσταση του Μαΐου 1810 έως τις ιστορικές μάχες της Caseros και Pavón σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης της διχασμένης Αργεντινής.  Θεωρούσε ότι η γνώση του κοινού εξιδανικευμένου παρελθόντος και οι άθλοι των αγωνιστών της ανεξαρτησίας θα δημιουργούσαν μια συνείδηση εθνικού “συνανήκειν” και  θα ενίσχυαν την εθνική υπερηφάνεια.  Η σύμπτωση έθνους και κράτους θα επέφερε τη εθνική ομογενοποίηση της χώρας και τη νομιμοποίηση της κεντρικής εξουσίας.

Το έργο του έτυχε ευρείας αποδοχής από τους συμπατριώτες του:

Το 1876, όταν κυκλοφόρησε η τρίτη (πρώτη ολοκληρωμένη) έκδοση της Ιστορίας του Μπελγράνο, έγινε δεκτή με την ίδια ιερή ευλάβεια που προκαλεί η βροχή μετά την ξηρασία. Υπήρχαν προγενέστερα έργα, αλλά όχι μια ιστορία της γέννησης της Δημοκρατίας αποδεκτή από τους περισσότερους ως κληρονομιά |…| έσπειρε στη συλλογική ψυχή μία άνθηση κατευθυντήριων ιδεών |…| που αφύπνισαν και ενίσχυσαν την συνείδηση όλου του λαού”.⁵

Τα Άπαντα του Βαρθολομαίου Μίτρε.

Τα βιβλία του διδάχτηκαν ως επίσημη ιστορία από τα σχολικά εγχειρίδια και αποτέλεσαν τη βάση της αργεντινής εθνικής ταυτότητας. Οι σύγχρονοι ερευνητές, που επιχειρούν μία αναθεωρητική προσέγγιση της ιστορίας, κρίνουν ότι το ιστορικό του έργο είναι ποιοτικής λογοτεχνίας, αλλά στερείται αντικειμενικότητας,  επειδή έθεσε ως προτεραιότητα τις ανάγκες του έθνους, στήριξε την εθνική ιδεολογία και αποσκοπούσε στη δικαίωση της πολιτικής και στρατιωτικής του δράσης.  Ωστόσο, ο Μίτρε δεν κατέγραψε απλά τα γεγονότα, αλλά με επιστημονικό ζήλο αναζήτησε σε όλη τη χώρα ντοκουμέντα για να αντλήσει τεκμηριωμένη πληροφόρηση. Μολονότι αναγνωρίστηκε η συνεισφορά του στην ιστορική έρευνα, κατηγορήθηκε ότι οικειοποιήθηκε πλήρη αρχεία, αλλά εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η πολιτική ούτε η συνείδηση διατήρησής τους ως ιστορικές πηγές και είναι πολύ πιθανό να είχαν καταστραφεί. Χάρη στο Μίτρε διασώθηκαν και εξακολουθούν να είναι διαθέσιμα στην ιστορική έρευνα. Μετά το θάνατό του, το αρχείο του χαρακτηρίστηκε ιστορική κληρονομιά, δωρίστηκε στο κράτος μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του και ιδρύθηκε το μουσείο Μίτρε, που στεγάστηκε στο σπίτι του.

Το ιστορικό του έργο σφράγισε τις συνειδήσεις πολλών γενεών και κατάφερε να επισκιάσει την τεράστια συνεισφορά του στο πολιτικό γίγνεσθαι της νεώτερης Αργεντινής, όπως επισημαίνει ο αργεντινός ιστορικός Tulio Halperín Donghi:

Έχει ίσως τους περισσότερους τίτλους από οποιονδήποτε άλλο για να του αναγνωρισθεί δικαίως ο τίτλος του πατέρα της σύγχρονης Αργεντινής, μολονότι πιο συχνά αναφέρεται ως ο ιδρυτής της νεώτερης αργεντινής ιστοριογραφίας, καθώς το ιστορικό έργο του χαρακτηρίζεται από ευρυμάθεια, αξιοπιστία και επιστημονική αντικειμενικότητα, ιδιότητες που έλειπαν μέχρι τότε”.⁶

Η πολιτική του δράση εξακολουθεί να έχει μέχρι σήμερα θαυμαστές αλλά και επικριτές, ωστόσο σχεδόν όλοι αναγνωρίζουν τη συνεισφορά του στη δημιουργία του κράτους της Αργεντινής και στη διαμόρφωσή της ως έθνος.  Προς τιμήν του έχουν ανεγερθεί αγάλματα σε πολλές πόλεις, το όνομά του έχει δοθεί σε εκατοντάδες δρόμους και πλατείες σε όλη την Αργεντινή, ακόμη και στην Ισπανία, όπου το 1929 μια κεντρική λεωφόρος της Βαρκελώνης ονομάστηκε Ronda del General Mitre.  Στη Γη του Πυρός υπάρχει η χερσόνησος Mitre και στις νήσους Μαλβίνας (Φώκλαντ) το λιμάνι Mitre. Η μορφή του είναι τυπωμένη στο χαρτονόμισμα των 2 πέσος.  Οι απόγονοί του εξακολουθούν να επηρεάζουν την πολιτική ζωή της Αργεντινής μέσα από την εφημερίδα La Nación και το ραδιοφωνικό σταθμό Mitre που ιδρύθηκε το 1925 από την οικογένεια Μίτρε, σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδρυση της αργεντινής ραδιοφωνίας.

 Visita del presidente Bartolome Mitre al Museo de Historia (1901)

Ο στρατηγός Μίτρε έφιππος στην ομώνυμη πλατεία του Μπουένος Άιρες.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

¹ David Rock, La construcción del estado y los movimientos políticos en la Argentina, 1860-1916, Buenos Aires, Prometeo Libros, 2006, σ.33.

²  http://www.lanacion.com.ar/2037252-la-leccion-de-mitre

³  Marta Bonaudo (διεύθ.) Nueva Historia Argentina, Liberalismo, Εstado y Orden Burgués (1852-1880), Buenos Aires: Sudamericana, 1999, σ. 554

⁴  http://www.museomitre.gob.ar/biografia.htm

⁵ Sergio Mejía, Las historias de Bartolomé Mitre: operación nacionalista al gusto de los argentinos, HISTORIA CRÍTICA No 33, Bogotá, 2007, σσ. 98-121

⁶ Tulio Halperin Donghi, Mitre y la formulación de una historia nacional para la Argentina, anuario IEHS, No 11, Tandil, 1996, σσ. 57-69

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Marta Bonaudo (διεύθ.) Nueva Historia Argentina, Liberalismo, Εstado y Orden Burgués (1852-1880), Buenos Aires: Sudamericana, 1999

Fernando Devoto & Nora Pagano, Historia de la Historiografía Argentina, Buenos Aires: Sudamericana, 2009

Haydée Gorostegui de Torres, La organización nacional, vol.4, Buenos Aires: Paidós, 1972

Tulio Halperin Donghi, Una nación para el desierto argentino, Buenos Aires: Prometeo Libros, 2010

Adriana Puiggrós, Qué pasó en la educación argentina, Buenos Aires: Galerna, 2003

David Rock, La construcción del estado y los movimientos políticos en la Argentina, 1860-1916, Buenos Aires: Prometeo Libros, 2006

Άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά

Alejandro Eujanian, La Nación, la Historia y sus usos en el Estado de Buenos Aires, 1852-1861, anuario IEHS No 27, Tandil, 2012

Tulio Halperin Donghi, Mitre y la formulación de una historia nacional para la Argentina, anuario IEHS No 11, Tandil, 1996

Sergio Mejía, Las historias de Bartolomé Mitre: operación nacionalista al gusto de los argentinos, HISTORIA CRÍTICA No 33, Bogotá, 2007

 

Η Μαρία Δημητρίου διδάσκει Ισπανική Γλώσσα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
Ανήκει στο Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό (ΕΕΠ) του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών

 

Κωνσταντίνος Καλαχάνης, Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα, Ιωάννης Κωστίκας, Στράτος Θεοδοσίου, Βασίλειος Μανιμάνης, Ευαγγελία Πάνου, Silvio Rotolo, Kωνσταντίνος Κυριακόπουλος: Η Ορφική εκδοχή για το ταξίδι των Αργοναυτών

Κωνσταντίνος Καλαχάνης, Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα, Ιωάννης Κωστίκας, Στράτος Θεοδοσίου, Βασίλειος Μανιμάνης, Ευαγγελία Πάνου, Silvio Rotolo, Kωνσταντίνος Κυριακόπουλος

Η Ορφική εκδοχή για το ταξίδι των Αργοναυτών

Tο παρόν άρθρο αποτελεί περιληπτική απόδοση του επιστημονικού άρθρου “The Argonautica Orphica version for the voyage of the Argonauts: A Geo-analysis” το οποίο δημοσιεύτηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό “Mediterranean Archaeology and Archaeometry” Vol. 17, No. 2 και είναι διαθέσιμο στον ιστότοπο:http://www.maajournal.com/Issues2017b.php

Επίσης το παρόν άρθρο έχει εγκριθεί προς δημοσίευση στον τόμο Πρακτικών του 6ου Διεπιστημονικού Συνεδρίου ‘Φιλοσοφία και Κοσμολογία’.

Περίληψη

Η Αργοναυτική Εκστρατεία περιγράφεται σε δύο μακροσκελή ποιήματα της αρχαιότητας. Το πρώτο από αυτά αποδίδεται στον Ορφέα, ο οποίος μετέχει της εκστρατείας και καταγράφηκε τον 6ο αιώνα π.Χ., από ομάδα λογίων της εποχής, επί Πεισιστρατιδών, στην Αθήνα. Το δεύτερο ποίημα ανήκει στον Απολλώνιο τον Ρόδιο και γράφτηκε τον 3o αιώνα π.Χ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ταξίδι της επιστροφής της Αργούς περιγράφεται τελείως διαφορετικά, στα δυο αυτά έργα. Στην εργασία μας υπό τον τίτλο ‘The Argonautica Orphica version for the voyage of the Argonauts: a geo-analysis’ (MAA, Vol. 17, Νo. 2, p. 77-95, 2017) αναλύσαμε την διαδρομή των Αργοναυτών με βάση την Ορφική εκδοχή.

 

Εικόνα 1: Jean-François Detroy, The Capture of the Golden Fleece, 1742-1743, The National Portrait Gallery, Washington D.C.

Εισαγωγή

Η Αργώ, καράβι με 50 κουπιά όπως γράφει το κείμενο, αποπλέει από τον Παγασητικό κόλπο και μέσω  Σκιάθου, Άθω, Σαμοθράκης και Λήμνου, εισέρχεται στον Ελλήσποντο. Οι Αργοναύτες διαπλέουν τα Στενά και στην έξοδο του Βοσπόρου προς τον Εύξεινο Πόντο συναντούν ένα δύσκολο πέρασμα, τις γνωστές Κυανές ή Συμπληγάδες Πέτρες. Στην συνέχεια, όπως περιγράφει το αρχαίο κείμενο, η Αργώ πλέει στα νότια παράλια του Ευξείνου Πόντου (Εικόνα 2), φτάνει τελικά στον ποταμό Φάσι (σημερινός ποταμός Rioni στην Γεωργία) και εισέρχεται από το στόμιο του ποταμού προς την ενδοχώρα, την Αία. Μετά τη συνάντηση με τον Αιήτη, οι Αργοναύτες με τη βοήθεια της Μήδειας, κόρης του Αιήτη, κλέβουν το «χρυσόμαλλο δέρας» και σκοτώνουν τον Άψυρτο, τον γιο του Αιήτη.

Ύστερα από αυτό, οι Αργοναύτες μέσα στη νύχτα και από τη βιασύνη τους, κινήθηκαν «ανοήτως», όπως λέει το κείμενο, όχι προς τις εκβολές του ποταμού Φάσι στον Εύξεινο Πόντο, αλλά προς την ενδοχώρα, προς τις πηγές του ποταμού που βρίσκονται στον Καύκασο. Και στην συνέχεια, όπως λέει το κείμενο, μέσω άλλου ποταμού βρέθηκαν στην Μαιώτιδα λίμνη (σημερινή Αζοφική θάλασσα). Υπάρχει πράγματι αυτό το ποτάμι και είναι ο Kuban (870 km), ο οποίος πηγάζει επίσης από τον Καύκασο και χύνεται στην Αζοφική θάλασσα. Ωστόσο αυτά τα δύο ποτάμια δεν συναντώνται. Φαίνεται όμως ότι αν μετά τον Rioni ακολουθήσουν τον πλου μέσα από τους σημερινούς πέντε  ποταμούς του Καυκάσου: Tskhenistskali, Kheledula, Kasleti, Nenskra και Dalari, θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν με τον ποταμό Kuban. Αυτή η πλωτή διαδρομή κόβεται σε δύο σημεία διαδρομής συνολικού μήκους 6 km  όπου πρέπει να μεταφέρουν οι ίδιοι το πλοίο για να διαπεράσουν την ορεινή περιοχή. Το εγχείρημα μοιάζει δύσκολο έως ακατόρθωτο. Μια σημαντική πληροφορία για αυτή την διάβαση του Καυκάσου δίνει στο βιβλίο του με τίτλο, «Ορφέας και Αργοναυτική Εκστρατεία», Εκδόσεις Νοών, ο κ. Σωτήρης Σοφιάς (2009), ο οποίος κάνοντας προσωπική έρευνα καταλήγει στην ύπαρξη αρχαίας δίολκου (πέρασμα Κλουχόρι) επί του Καυκάσου και συνεπώς ερμηνεύει τον τρόπο αυτής της διάβασης.

 

Εικόνα 2: Ο χάρτης του Φλαμανδού χαρτογράφου Ορτέλιους (1624). Φαίνονται οι λαοί που υπήρχαν γύρω από τον Εύξεινο Πόντο, κατά την αρχαιότητα. Ανάμεσα τους διακρίνονται οι περιοχές από τις οποίες πέρασαν οι Αργοναύτες, σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά.

Οι Αργοναύτες από την Μαιώτιδα λίμνη, εξέρχονται στον Εύξεινο Πόντο, καθόσον σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο, φτάνουν στους Ταύρους, στην Ταυρίδα που είναι η σημερινή χερσόνησος της Κριμαίας. Δηλαδή κατευθύνονται από τις βόρειες ακτές του Ευξείνου Πόντου προς τα δυτικά. Από δω και πέρα αρχίζει το πολυσυζητημένο ταξίδι της επιστροφής. Στην συγκεκριμένη εργασία παρουσιάζουμε αυτή την διαδρομή βασιζόμενοι αποκλειστικά στους στίχους των Ορφικών Αργοναυτικών.

Πορεία προς τον Ατλαντικό Ωκεανό

Οι Αργοναύτες έφτασαν στις χαράδρες των Ριπαίων ορέων και μέσα από ένα στενό ποτάμιο ρεύμα «πέφτουν»- σύμφωνα με το κείμενο- στον Ωκεανό, τον οποίο οι Υπερβόρειοι ονομάζουν Κρόνιο Πόντο και Νεκρά Θάλασσα. Τα Ριπαία Όρη βρίσκονται κοντά στη οροσειρά των Άλπεων και ταυτίζονται με τον Μέλανα Δρυμό (σύνορα Γαλλίας-Γερμανίας), από όπου πηγάζει ο πλωτός ποταμός Δούναβης (κατά την αρχαιότητα Ίστρος) που εκβάλει στον Εύξεινο Πόντο, όπως αναφέρεται σε αρχαίες πηγές, όπως ο Εκαταίος ο Μιλήσιος (Fragmenta, 18b), («τὸν δὲ Ἴστρον καταφέρεσθαι ἐκ

Εικόνα 3: Η ναυπήγηση της Αργούς. Διακρίνονται η Αθηνά (αριστερά), ο Τίφυς (στο μέσο) και ο Άργος (δεξιά). Ρωμαϊκό ανάγλυφο από τερακότα του 1ου αιώνα μ.Χ., Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο.

τῶν Ῥιπαίων ὀρῶν, ἅ ἐστι τῆς Κελτικῆς»), αλλά και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στα Αργοναυτικά (IV, στ. 284-286).  Άλλωστε το ίδιο το ορφικό κείμενο, θα τοποθετήσει τα Ριπαία Όρη κοντά στις Άλπεις (στ. 1123-1131), όταν μιλήσει για την χώρα των Κιμμερίων που ζουν μέσα στο σκοτάδι. Αυτή η «σκοτεινότητα» αποδίδεται από το ίδιο το αρχαίο κείμενο σε μια περιοχή που βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα σε αυτά τα ψηλά βουνά, οπότε οι ακτίνες του Ηλίου δεν βρίσκουν δίοδο για να φτάσουν επί του εδάφους.

Αυτό σημαίνει ότι οι Αργοναύτες εισήλθαν στον ποταμό Δούναβη, έφτασαν στην Κεντρική Ευρώπη, πέρασαν στον επίσης πλωτό ποταμό Ρήνο και οδηγήθηκαν στο σημερινό Ρότερνταμ, στην Ολλανδία, όπου εκβάλλει ο Ρήνος, οπότε βρέθηκαν (‘ἒμπεσε δ’ Ὠκεανῷ’) στον Κρόνιο Πόντο (Εικόνα 4). Σύμφωνα με πολλά αρχαία κείμενα ο ‘Κρόνιος Πόντος’ τοποθετείται στον Β. Ατλαντικό Ωκεανό  (π.χ. Anonymous: Hypotyposis Geographias, 45, 8). Επίσης καλείται Υπερβόρειος Ωκεανός (John the Lydian, De mensibus, III, 1, 11; Plutarch, De facie in orbelunae, 941 Α, 10). Η σύνδεση μεταξύ των δυο ποταμών είναι δυνατή από πολλά σημεία όπως η πορεία μέσω ποταμών που οδηγούν στην μεγαλύτερη κοιλάδα, την κοιλάδα Dreisam.

Εκεί, στο Ρότερνταμ, σύμφωνα με το κείμενο, ο καπετάνιος κατηύθυνε την Αργώ προς το δεξιό μέρος του αιγιαλού, δηλαδή προς τα βόρεια. Στη συνέχεια εξ’ αιτίας της άπνοιας που επικρατούσε στην περιοχή, οι Αργοναύτες αναγκάστηκαν να πηδήξουν έξω από το πλοίο και να σύρουν την Αργώ πάνω στα βότσαλα της παραλίας, κινούμενοι «ταχέως» κατά μήκος του αιγιαλού, για έξι μέρες. Προφανώς κινούνται βόρεια. Η ταχύτητα βαδίσματος του μέσου ανθρώπου είναι 4-5 km/h (Browning et al. 2006). Αν υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος κινείται άνευ διακοπής όλο το 24ωρο, θα έχει διανύσει περίπου 600 km, σε 6 ημέρες. Η απόσταση αυτή αντιστοιχεί κατά προσέγγιση στην απόσταση Ρότερνταμ-Esbjerg στην σημερινή χερσόνησο της Γιουτλάνδης (Δανία).

Εικόνα 4: Η πορεία μέσω του Δούναβη και του Ρήνου προς τον Κρόνιο Πόντο.

Η περιγραφή της περιοχής που έφτασαν, όπως της χώρας των Μακροβίων που ζουν σε τόπους χλοερούς, δηλαδή σε λιβάδια, της χαμηλής Ερμιόνειας (προφανώς πεδινή) με τα πολλά βοσκοτόπια, της ακτής, στην οποία είχε τις εκβολές του ο Αχέροντας ποταμός που χαρακτηρίζεται «ψυχρή» περιοχή, ταιριάζουν στις περιοχές της Ολλανδίας, τις βόρειες ακτές της Γερμανίας και την χερσόνησο της Γιουτλάνδης (Δανία). Επίσης τα νερά του ποταμού έχουν χρώμα αργυρό αλλά και χρυσό. Ο υδροβιότοπος Ho Bugt που βρίσκεται σε αυτή την περιοχή, με τους πολλούς αμμόλοφους, που σχηματίζει μία εκτεταμένη λιμνοθάλασσα, ταιριάζει με αυτή την περιγραφή, καθώς το κίτρινο («χρυσό») χρώμα των υδάτων θα μπορούσε να προέλθει από τη διάβρωση των αμμόλοφων από το νερό. Άλλωστε και στο αρχαίο κείμενο διαβάζουμε ότι «το απέραντο ύδωρ του Ωκεανού βουίζει πάνω στην άμμο» και όλη η δυτική ακτή της Δανίας είναι αμμώδης.

Ταξιδεύοντας στον Ατλαντικό Ωκεανό

Σε αυτή την περιοχή, ο κυβερνήτης αντιλαμβάνεται ότι αρχίζει να πνέει  ισχυρός δυτικός άνεμος (στ. 1150) και δίνει εντολή να επιβιβαστούν, να ανοίξουν τα πανιά και να ετοιμαστούν για τον απόπλου προς το ‘Ατλαντικό πέλαγος’, όπως λέει το ίδιο το κείμενο (στ. 1169). Αλλά πώς είναι δυνατόν κάποιος να αποπλεύσει από Ευρωπαϊκή ακτή προς τον Ατλαντικό Ωκεανό με ούριο δυτικό άνεμο; Ο δυτικός άνεμος έχει ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση. Όμως, στη συγκεκριμένη περιοχή φτάνει ένας κλάδος των θαλασσίων ρευμάτων του Βορείου Ατλαντικού Ωκεανού που είναι το Norwegian Current και το οποίο ερχόμενο δυτικά από τον Ατλαντικό Ωκεανό, σε εκείνη την περιοχή στρέφεται βόρεια, κατευθυνόμενο προς τη Σκανδιναβία (Εικόνα 5). Ο κυβερνήτης εκμεταλλεύτηκε αυτό το θαλάσσιο ρεύμα και κατηύθυνε το πλοίο βορειοδυτικά, οπότε παραπλέουν τις Ιερνίδες νήσους (Μεγάλη Βρετανία) από τη βόρεια πλευρά (Σκωτία), ενώ τους ‘σπρώχνει από πίσω μαύρη θύελλα με βροντές που φούσκωνε τα πανιά και το πλοίο έτρεχε γρήγορα’ (1180-1184).

Εικόνα 5: Η διαδρομή των Αργοναυτών στον Κρόνιο Πόντο (μπλε γραμμή). Ο χάρτης δείχνει: α) Τμήμα των ωκεάνιων ρευμάτων του Βόρειου Ατλαντικού Ωκεανού (σκούρο χρώμα) β) Την διαδρομή από τις εκβολές του Ρήνου (Ρότερνταμ) μέχρι την παράκαμψη των Ιερνίδων νήσων (Μεγάλη Βρετανία και Ιρλανδία) και γ) Την έξι ημερών πορεία, περίπου 600 km, προς τους Μακρόβιους.

Όταν τελικά έφτασαν και απομακρύνθηκαν από το νοτιότερο άκρο αυτών των νησιών (νότιο άκρο Ιρλανδίας) και σε απόσταση περίπου 200 km, βρέθηκαν πλέον σε ανοικτό πέλαγος και δεν διέκριναν καμία στεριά. Αυτό το ταξίδι σύμφωνα με το κείμενο, διαρκεί 12 ημέρες και οι Αργοναύτες αισθάνονται σαν χαμένοι (στ. 1185-1192).

Παρακολουθήσαμε την πορεία της Αργούς μεσοπέλαγα, με ταχύτητα 6-7 km/h [τιμή που δίνει η βιβλιογραφία για τέτοια καράβια (Casson, 1951)] και κατεύθυνση από την Ιρλανδία προς το Γιβραλτάρ. Σύμφωνα με το κείμενο, μετά τη δωδέκατη ημέρα ο Λυγκεύς εντόπισε «από πολύ μακριά» μια νήσο, από τα ορογραφικά νέφη που σχηματίζονται γύρω από το ψηλό βουνό της. Πράγματι, το νοτιότερο άκρο αυτής της διαδρομής απέχει περίπου 100 km από τη νήσο Μαδέρα με υψόμετρο 1862 m ‒η μεγαλύτερη κορυφή Ruivo‒ (Εικόνα 6).

Η θέαση αυτού του νησιού ήταν σημάδι ότι είχαν ήδη προσπεράσει το Γιβραλτάρ γι’ αυτό η Αργώ στρέφεται αμέσως προς τα ανατολικά, με άμεση εντολή του καπετάνιου, σε μια προσπάθεια να εισέλθει στο Γιβραλτάρ. Όμως οι Αργοναύτες βρίσκονται ήδη μέσα στο θαλάσσιο ρεύμα των Καναρίων νήσων που έχει κατεύθυνση προς νότο. Συνεπώς, κινούνται τελικά νοτιοανατολικά και φτάνουν στις ακτές του Μαρόκου, λίγο πιο κάτω από το Γιβραλτάρ, στη χερσόνησο της Essaouira.

Εικόνα 6: Η πορεία στον Ατλαντικό Ωκεανό (μπλε γραμμή), διάρκειας 12 ημερών, όπου με βέλη σημειώνονται τα θαλάσσια ρεύματα. Επίσης σημειώνεται η τοποθεσία της νήσου Μαδέρας που αντιστοιχεί στην ‘νήσο της Δήμητρας’. Φαίνεται ότι 200 km νότια των Ιερνίδων νήσων δεν διακρίνεται καμία στεριά, ενώ η ίδια η νήσος Μαδέρα γίνεται αντιληπτή από τα ψηλά βουνά της από μία απόσταση περίπου 100 km. Η χώρα της Κίρκης (Αιαία) εντοπίζεται στην χερσόνησο Essaouira του Μαρόκου.

Στην χώρα της Κίρκης

Σύμφωνα με το αρχαίο κείμενο, κατά την τρίτη ημέρα έφτασαν στα δώματα της Κίρκης. Η απόσταση των περίπου 700 km, από την στροφή έξω από την Μαδέρα έως τις ακτές του Μαρόκου (χερσόνησος της Essaouira), διανύεται μέσα σε αυτό το διάστημα με ταχύτητα 9-10 km/h, δηλαδή με την ταχύτητα της Αργούς γύρω στα 6-7 km/h ενισχυμένη από το θαλάσσιο ρεύμα των Καναρίων κατά 1-2 km/h. Η περιοχή αυτή, είναι στους πρόποδες του ‘Ηλίου όρος’, κατά τον Πτολεμαίο [Geography (IV, 1, 3, 1)], ενώ η Κίρκη ήταν η κόρη του Ηλίου και η αδελφή του Αιήτη. Η νήσος Mogador βρίσκεται πολύ κοντά στην χερσόνησο της Essaouira, απέχοντας μόλις 1,5 km, πράγμα που σημαίνει ότι πριν από τόσες χιλιάδες χρόνια, το νησί θα ήταν συνέχεια της σημερινής χερσονήσου και η χερσόνησος θα έμοιαζε με μια εκτενή μακρόστενη νήσο (Εικόνα 7).

Επειδή στο κείμενο των Ορφικών Αργοναυτικών δεν υπάρχει καμία περιγραφή της χώρας της Κίρκης, καθώς εκείνη, σύμφωνα με το ορφικό κείμενο, ουσιαστικά τους έδιωξε, γιατί είχαν διαπράξει φόνο, ανατρέχουμε στη ραψωδία κ΄ της Οδύσσειας, όπου υπάρχει λεπτομερής περιγραφή της περιοχής (Εικόνα 7):

  • H περιοχή είναι δασώδης. Η Essaouira βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Άτλας και πολύ κοντά στην υψηλότερη κορυφή του.
  • Το πλοίο του Οδυσσέα προσέγγισε σε βαθύ λιμένα και πράγματι η περιοχή είναι ένα ασφαλές αγκυροβόλιο.
  • Το καράβι του Οδυσσέα είχε αράξει κοντά σε κάποιο ποτάμι. Πράγματι στην περιοχή υπάρχει το ποτάμι Qued Ksob που απέχει μόλις 2 km από την πόλη της Essaouira.
  • Σε αυτό το ποτάμι πήγε να πιει νερό ένα μεγαλόσωμο ελάφι ψηλοκέρατο, το οποίο ο Οδυσσέας σκότωσε και το πήγε στο καράβι για να φάνε οι σύντροφοί του. Σήμερα γνωρίζουμε ότι στην περιοχή ζει ένα είδος ελαφιού που έχει τα χαρακτηριστικά του μεγαλόσωμου και του ψηλοκέρατου, γνωστό ως Barbary stag (Cervus elaphus barbarus or Atlas deer ), το οποίο είναι υποκατηγορία του κόκκινου ελαφιού.
  • Στο σπίτι της Κίρκης ζουν λύκοι και λιοντάρια. Πράγματι στην περιοχή του Άτλαντα ζει το είδος λύκου African golden wolf (Canis anthus) και το λιοντάρι Barbary lion (Panthera leo – Atlas lion).
Εικόνα 7: Η χερσόνησος της Essaouira στο Μαρόκο, όπου διακρίνεται η νήσος Mogador και το ποτάμι Qued Ksob. Στην περιοχή ακόμη ζουν τα εξής ζώα: το ελάφι Barbary stag (αριστερά), ο αφρικανικός χρυσός λύκος (Canis anthus, στο μέσον), και το Barbary lion (Panthera leo – Atlas lion, δεξιά).

Οι Αργοναύτες στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς το ‘στόμιο’ του ποταμού της Ταρτησσού (‘ἀνὰ στόμα Ταρτησσοῖο  ἱκόμεθα’). Σύμφωνα με το Λεξικό Lidell-Scott, η σύνταξη της πρόθεσης ‘ανά + αιτιατική’ δηλώνει κίνηση ‘από κάτω προς τα πάνω’. Επομένως, οι Αργοναύτες κινήθηκαν από το Μαρόκο προς την ‘είσοδο’ του ποταμού της Ταρτησσού (Γουαδαλκιβίρ), στην Ισπανία. Όμως πως είναι δυνατόν να κωπηλάτησαν αντίθετα στο ισχυρό θαλάσσιο ρεύμα των Καναρίων νήσων που υπάρχει στην περιοχή και οδηγεί νότια;

Ωστόσο, ανάμεσα σε αυτά τα νησιά, υπάρχει μια ευέλικτη διαδρομή που εκμεταλλεύεται την αλλαγή της φοράς των αληγών και ανταληγών ανέμων στην περιοχή και με χρήση των ιστίων και κατάλληλης κωπηλασίας οδηγεί το καράβι να κοντράρει το θαλάσσιο ρεύμα και να κάνει ‘στροφή μέσα στην θάλασσα’ ώστε να κατευθυνθεί προς την Ισπανία και την Πορτογαλία. Η τεχνική αυτή (volta do mar) έγινε γνωστή από τους Πορτογάλους θαλασσοπόρους (Εικόνα 8). Φαίνεται ότι με αυτό τον τρόπο, οι Αργοναύτες έφτασαν στην Ταρτησσό και από εκεί κατευθύνθηκαν προς τις Ηράκλειες Στήλες (Γιβραλτάρ) και εισήλθαν στην Μεσόγειο Θάλασσα, όπως ακριβώς περιγράφεται στο αρχαίο κείμενο.

 

Εικόνα 8: Η πορεία των θαλασσοπόρων volta do mar, με το κόκκινο βέλος. Με πράσινα βέλη σημειώνεται η κατεύθυνση των ανέμων, ενώ με μπλε βέλη η κατεύθυνση των θαλασσίων ρευμάτων. (https://en.wikipedia.org/wiki/Volta_do_mar#/media/File:Henrican_navigation_routes.gif).

Το ταξίδι μέσα στην Μεσόγειο Θάλασσα

Σύμφωνα πάντα με το αρχαίο κείμενο, περνώντας την Σαρδηνία, τις Αυσόνιες νήσους και τις Τυρρηνικές ακτές (Ιταλία), έφτασαν στον Λιλύβαιο Πορθμό (το πέρασμα ανάμεσα στην Σικελία και την Αφρική). Εκεί, στα νότια της Σικελίας, μετά τον Λιλύβαιο Πορθμό (στ. 1250-1258) υπάρχουν πολλά ενεργά υποθαλάσσια ηφαίστεια και ηφαιστειογενείς νήσοι (Campi Flegrei del Mar Sicilia), που είναι ενεργά προ χιλιάδων ετών μέχρι και σήμερα. Ο μεγαλύτερος υποθαλάσσιος ηφαιστειακός κρατήρας ονομάζεται Εμπεδοκλής, βρίσκεται στην Graham Bank και απέχει 30 km από την ακτή της Σικελίας (Εικόνα 9). Το ηφαίστειο αυτό έχει αναδυθεί και καταδυθεί αρκετές φορές στο παρελθόν, με τελευταία φορά, το 1831. Σήμερα βρίσκεται μόλις έξι μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Σε αυτή την περιοχή, σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά, οι Αργοναύτες συνάντησαν πρώτα τη ‘Χάρυβδη’ (μόνη χωρίς την Σκύλα) και μετά τις ‘Σειρήνες’. Δηλαδή αντίθετα από την περιγραφή της Οδύσσειας.

Η περιγραφή για την Χάρυβδη έχει ως ακολούθως (στ.1254-1264): Σηκώθηκε κυματισμός με ζεματιστό νερό από τον πυθμένα της θάλασσας που περιέρρεε την πλώρη, ενώ τα νερά τραβήχτηκαν από τον βυθό και ως κοχλάζον κύμα έπεσαν στην άκρη του ιστίου. Το καράβι ακινητοποιήθηκε και άρχισε να κάνει περιστροφικές κινήσεις (περιδίνηση) επάνω σε ένα ‘κοίλωμα’ της θάλασσας, ενώ κινδύνευσε να καταβυθιστεί στη λάσπη του πυθμένα. Αυτή η περιγραφή ταιριάζει απόλυτα σε θαλάσσια δίνη προερχόμενη από έκρηξη ενός υποθαλάσσιου ηφαιστείου.

Εικόνα 9: Η περιοχή Campi Flegrei del Mar Sicilia στα νότια της Σικελίας, η οποία περιλαμβάνει πολλά υποθαλάσσια ενεργά ηφαίστεια. Είναι ένας σχηματικός χάρτης του καναλιού της Σικελίας με τέσσερις τοποθεσίες βυθοκόρησης: Graham Bank, Nameless Bank, Pantelleria East και Pantelleria Southeast seamounts (Rotolo et al. 2006).

Στη συνέχεια, πάντα σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά, αφού ξέφυγε από αυτή την θαλάσσια δίνη, η Αργώ φτάνει σε έναν προεξέχοντα ‘σκόπελο’, που ήταν πολύ κοντά στην Χάρυβδη (στ. 1265). Η λέξη «σκόπελος» σημαίνει, σύμφωνα με το Λεξικό Liddell –Scott, «ψηλός βράχος ή κορυφή», «απόκρημνο μέρος προς την θάλασσα ή ακρωτήρι». Εκεί κοντά υπάρχει κάποιος άλλος απόκρημνος βράχος (‘πέτρη ἀπορρώξ’) ο οποίος αναδύεται προς τα επάνω πιέζοντας την θάλασσα, διαμέσου χασμάτων, ενώ βουίζει ο κυματισμός, ανάμεσα στα χάσματα (στ. 1265-1275). Πάνω σε αυτόν τον βράχο κάθονται οι Σειρήνες που εκπέμπουν ‘λιγυρήν’ φωνή (και όχι σε χλοερό λιβάδι, όπως αναφέρεται στην Οδύσσεια). Σύμφωνα με το Λεξικό Liddell –Scott, η λέξη ‘λιγυρήν’ σημαίνει καθαρός, ευκρινής, συρίζων, οξύς ισχυρός ήχος. Οι Αργοναύτες αφήνουν τα κουπιά και η Αργώ κατευθύνεται προς τις Σειρήνες, οι οποίες τώρα αναφέρεται ότι κάθονται σε ‘προβλήτα κολωνόν’, δηλαδή προεξέχοντα ‘λόφο’ (στ. 1273) και όχι σε απόκρημνο βράχο (‘πέτρη ἀπορρώξ’), που αναφέρει λίγους στίχους παραπάνω. Η περιγραφή συνάδει με την ανάδυση μίας ηφαιστειογενούς νησίδας ως επακόλουθο έκρηξης υποθαλάσσιου ηφαιστείου.

Ο οξύς ισχυρός ήχος που συνοδεύει την ηφαιστειακή έκρηξη ως αποτέλεσμα αναταράξεων και τριβής που δημιουργείται από τα θερμά αέρια καθώς επιταχύνονται προς τα πάνω και διαφεύγουν από τον κρατήρα, περιέχοντας θραύσματα μάγματος, τέφρας και άλλα σωματίδια, (Medici et al. 2013, http://volcano.oregonstate.edu/volcano-soundsduring-eruptions) παρομοιάζεται με την ‘λιγυρή φωνή των Σειρήνων’. Πιθανώς λόγω του διαπεραστικού ήχου, οι Αργοναύτες αφήνουν τα κουπιά, για να κλείσουν τα αφτιά τους και ο Ορφέας καλύπτει τον ήχο παίζοντας φόρμιγγα. Το πλοίο ακυβέρνητο κατευθύνεται προς τον «λόφο των Σειρήνων».

Τότε από έναν άλλο ‘σκόπελο’ που χαρακτηρίζεται χιονοσκεπής (‘νιφόεντα’), οι Σειρήνες εξέπεμψαν φοβερό στεναγμό και αυτοκτόνησαν πέφτοντας στην θάλασσα από το άκρον του γκρεμού, οπότε μεταμορφώθηκαν σε μικρούς βράχους (στ. 1284-1289). Ο «φοβερός στεναγμός» εκφράζει ποιητικά τον πολύ ισχυρό ήχο της εκτίναξης του θόλου του υποθαλάσσιου ηφαιστείου. Παρατηρούμε επίσης ότι οι ‘Σειρήνες’ πέφτουν στην θάλασσα, όπως λέει το κείμενο, ως δίσκοι (‘δίσκευσαν’), (στ. 1289) δηλαδή εκτελώντας περιστροφική κίνηση στον αέρα, όπως κάνει ο δίσκος που πετά ο δισκοβόλος. Περιγραφή που αποδίδει πολύ παραστατικά την κίνηση τεμαχίων λάβας που εκτοξεύονται από τον ηφαιστειακό κρατήρα κατά την έκρηξη. Αν επρόκειτο για ανθρώπινα σώματα, η περιγραφή θα μιλούσε για κατακόρυφη πτώση, λόγω του βάρους. Φαίνεται ότι αυτή η πτώση της λάβας συνδέεται με την εμφάνιση μικρών ηφαιστειογενών βράχων που αναδύθηκαν μέσα από την θάλασσα.

Εικόνα 10: Η πορεία των Αργοναυτών μέσα στην Μεσόγειο θάλασσα.

Ο χαρακτηρισμός «χιονοσκεπής» πιθανώς δηλώνει την λευκή απόχρωση των συστατικών της λάβας (π.χ. περλίτης, κίσσηρη, σκωρία) με την οποία είναι καλυμμένος ο συγκεκριμένος ‘σκόπελος’. Αλλά επίσης, κοντά σε αυτή την περιοχή, στα νότια της Σικελίας που απέχει μόνο 5 km από το Porto Empedocles, βρίσκεται ένας κόλπος ( η τουριστική περιοχή Scala dei Turchi) στον οποίο δεσπόζουν πολλοί λευκοί βράχοι. Πρόκειται για ιζηματογενή πετρώματα ηλικίας χιλιάδων ετών.

Οι Αργοναύτες τελικά φεύγουν από την Σικελία και διασχίζουν την ‘κυματώδη θάλασσα και τον κόλπο’ (προφανώς) του Τάραντα με τα πανιά καθώς πνέει ισχυρός άνεμος. Έφτασαν στην Κέρκυρα και στη συνέχεια, κατευθύνθηκαν νότια προς τον Αμβρακικό κόλπο (Εικόνα 10). Από εκεί ο ισχυρός άνεμος τους έσπρωξε προς τον κόλπο της Σύρτης (Β. Αφρική). Διασωθέντες (το αρχαίο κείμενο των Ορφικών Αργοναυτικών δεν αναφέρει τι έγινε τη Β. Αφρική) κατευθύνθηκαν προς την Κρήτη. Όμως ο χάλκινος γίγαντας, δηλαδή ο Τάλως, όπως αναφέρει ο Απολλώνιος ο Ρόδιος στα Αργοναυτικά (IV, 1638) δεν τους επέτρεπε να βγουν σε κάποιο λιμάνι. Πάλευαν με τα μεγάλα κύματα (του Κρητικού Πελάγους) κάτω από μαύρα σύννεφα που ‘έτρεχαν’ στον ουρανό, με σκοπό να φτάσουν στους Μελάντιους Βράχους. Πρόκειται για τις δυο βραχονησίδες (Παχιά και Μακρά) που βρίσκονται λίγο νοτιότερα της Ανάφης. Ο εντοπισμός τους αναφέρεται επίσης στην εργασία του κ. Σ. Σοφιά (2009).

Οπότε ο Παιάν (Απόλλων), εξαπέλυσε ένα βέλος και με αυτό τους υπέδειξε ένα νησί, προς το οποίο και κατευθύνθηκαν. Επειδή το νησί αυτό ‘ανεφάνη’ μέσα στο σκότος και την τρικυμία, ονομάστηκε Ανάφη. Όμως o Ιάσων, σύμφωνα με τα Ορφικά Αργοναυτικά, δεν μπορούσε να βγει στην στεριά καθώς ήταν μιαρός και δεν του το επέτρεπε η θεότητα (στ. 1360 ). Έτσι τελικά οι Αργοναύτες κωπηλατώντας έφτασαν στο ακρωτήριο του Μαλέα (Πελοπόννησος). Εκεί ο Ορφέας σύμφωνα με την εντολή της Κίρκης κατέβηκε για να πάει στην είσοδο του Άδη που βρίσκεται στο όρος Ταίναρο και να κάνει καθαρμό (στ. 1370 ). Οι Αργοναύτες συνέχισαν το ταξίδι τους προς την Ιωλκό, ενώ ο Ορφέας όταν τελείωσε το έργο του, επέστρεψε σύμφωνα με το κείμενο στους πρόποδες του Ολύμπου, στα Λείβυθρα της Πιερίας (σημερινό Σκότινα, κοντά στην Κατερίνη).

Εικόνα 11: Κωνσταντίνος Βολανάκης, Η επιστροφή των Αργοναυτών, Εθνική Πινακοθήκη, Αθήνα.

Συμπέρασμα

Παρακολουθήσαμε την πορεία της Αργούς, σύμφωνα με τα λεγόμενα Ορφικά Αργοναυτικά. Διαπιστώσαμε ότι όντως η διαδρομή είναι πραγματοποιήσιμη με πλεύση εντός των μεγάλων ποταμών της Ευρώπης που κατ’ αυτόν τον τρόπο συνδέουν τον Εύξεινο Πόντο με τον Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. Η περιγραφή του ταξιδιού μέσα στον Ατλαντικό Ωκεανό, ο οποίος αναφέρεται με αυτό ακριβώς το όνομα μέσα στο αρχαίο κείμενο, δείχνει υψηλή γνώση ναυσιπλοΐας με χρήση των θαλασσίων ρευμάτων. Επίσης η γνώση των Ηράκλειων Στηλών και της Ταρτησσού, δηλώνει ότι δεν ήταν οι πρώτοι που έκαναν αυτό το ταξίδι, στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Εντοπίσαμε την νήσο Μαδέρα, ως την αναφερόμενη από το κείμενο νήσο της Δήμητρας και την χερσόνησο της Essaouira με την νήσο Mogador, στο Μαρόκο, ως την χώρα της Κίρκης, κόρης του Ηλίου. Η περιοχή αναφέρεται ως ‘Ηλίου όρος’ από τον Πτολεμαίο. Σύμφωνα με την Οδύσσεια, εκεί κοντά βρισκόταν και το παλάτι της Ηούς, αδελφής του Ηλίου (Od.12.1-5). Από το αρχαίο κείμενο είναι σαφές ότι η χώρα της Κίρκης βρίσκεται εκτός των Ηράκλειων Στηλών (Γιβραλτάρ), δηλαδή στον Ατλαντικό Ωκεανό.

Επισημαίνουμε την διαφορετική περιγραφή της Χάρυβδης και των Σειρήνων όπως αυτή αναφέρεται στην Ομηρική Οδύσσεια και στα Ορφικά Αργοναυτικά. Οι Αργοναύτες διέσχισαν τον Λιλύβαιο Πορθμό στα νότια της Σικελίας με τα πολλά υποθαλάσσια ηφαίστεια. Η περιγραφή υποδεικνύει ότι η πλεύση τους συνέπεσε με μια ηφαιστειακή έκρηξη. Η Χάρυβδη αντιστοιχεί σε περιγραφή θαλάσσιας δίνης ως επακόλουθο αυτής της υποθαλάσσιας ηφαιστειακής έκρηξης και οι βράχοι των Σειρήνων αντιστοιχούν σε ανάδυση ηφαιστειογενών νησίδων λόγω αυτής της έκρηξης. Οι τρομεροί ήχοι των εκτινάξεων λάβας αντιστοιχούν στον οξύ και διαπεραστικό ήχο των Σειρήνων οι οποίες τελικά στροβιλίζονται στον αέρα ως δίσκοι που πετούν οι δισκοβόλοι (εκτόξευση και πτώση της λάβας) και πέφτουν στην θάλασσα όπου μεταμορφώνονται σε μικρά ηφαιστειογενή βραχάκια.

Στην Οδύσσεια, οι Σειρήνες βρίσκονται σε χλοερό λιβάδι κοντά στην χώρα της Κίρκης, ενώ στα Ορφικά Αργοναυτικά βρίσκονται πολύ μακριά από την χώρα της Κίρκης και με άλλη περιγραφή. Το ίδιο ισχύει και για την Χάρυβδη που στην Οδύσσεια βρίσκεται μαζί με την Σκύλα μετά τις Σειρήνες, κοντά στην χώρα της Κίρκης. Στην Οδύσσεια η Χάρυβδη περιγράφεται ως φαινόμενο πλημμυρίδας- άμπωτις που συμβαίνει τρεις φορές την ημέρα και όχι ως θαλάσσια δίνη που περιγράφεται στα Ορφικά Αργοναυτικά.

                                                                       

 

Ο Κωνσταντίνος Καλαχάνης είναι  Δρ.Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ.
Η Παναγιώτα Πρέκα-Παπαδήμα είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Αστροφυσικής του Τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Ιωάννης Κωστίκας είναι τελειόφοιτος του  Τμήματος Φυσικής του ΕΚΠΑ.
Ο Στράτος Θεοδοσίου είναι Αστροφυσικός, μέλος του Σώματος Ομοτίμων Καθηγητών του ΕΚΠΑ και Πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Βασίλειος Ν. Μανιμάνης είναι συγγραφέας.
Η Ευαγγελία Πάνου είναι στέλεχος Επιτελικής Δομής ΕΣΠΑ στον Tομέα Παιδείας του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΥΠΠΕΘ)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

O Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος είναι Καθηγητής του Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ
Ο Silvio Rotolo είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Παλέρμο (Dipartimento di Scienze della Terra e del Mare -DISTEM)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Browning, R. C., Baker, E. A., Herron, J. A. and Kram, R. (2006). ‘Effects of obesity and sex on the energetic cost and preferred speed of walking’. Journal of Applied Physiology 100 (2): 390–398.

Casson, L. (1951). ‘Speed under sail of ancient ships’, Transactions of the American Philological Association  Vol. 82 (1951), pp.136-148.

Orphica, Procli Hymni, Musaei Carmen de Hero et Leandro, Callimachi Hymni et Epigrammata, Editio Stereotypa, Lipsiae, 1829

Ορφικά, Εγκυκλοπαίδεια του Ηλίου του Ι. Πασσά (1950)

Kalachanis, Κ., Preka-Papadema, P., Kostikas, I., Theodossiou, E., Manimanis,V.N., Panou, E., Rotolo, S.G., Kyriakopoulos, K. (2017). ‘The Argonautica Orhica version for the voyage of the Argonauts: a geo-analysis’, MAA, Vol. 17, no. 2, p.77-95.

Kalachanis, Κ., Preka-Papadema, P., Kostikas, I., Theodossiou, E., Manimanis,V.N., Panou, E., Rotolo, S.G., Kyriakopoulos, K. (2018). ‘Supplementary notes on the article The Argonautica Orhica version for the voyage of the Argonauts: a geo-analysis’ , MAA, in press.

Passas, I. (1950). The Orphics, Encyclopedia of Helios Publications, Athens (in Greek).

Rotolo, S. G. Castorina, F. Cellura, D. and Pompilio, M. (2006). ‘Petrology and Geochemistry of Submarine Volcanism in the Sicily Channel Rift’ The Journal of  Geology, volume 114, p. 355–365.

Sofias, S. (2009). ‘Orpheus and Argonauts’, Noon Publ., Athens (in Greek).

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος: Η πορεία του Ζητήματος των Δωδεκανήσων από την “απελευθέρωσή” τους από την οθωμανική κυριαρχία έως την προσάρτησή τους στην Ιταλία (1912-1925)

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος

  Η πορεία του Ζητήματος των Δωδεκανήσων από την “απελευθέρωσή” τους  από την οθωμανική κυριαρχία έως την προσάρτησή τους στην Ιταλία (1912-1925)

 

Τον Μάρτιο του 1948, ο μακραίωνος πόθος των κατοίκων όλου του νησιωτικού συμπλέγματος των Δωδεκανήσων έγινε πραγματικότητα και αυτές ενώθησαν επισήμως με την μητέρα-Ελλάδα. Υπενθυμίζεται ότι οι νήσοι γνώρισαν ξενική κατοχή επί περίπου 6,5 αιώνες. Πιο συγκεκριμένα, η περιοχή των Δωδεκανήσων υπέστη την ιπποτική κυριαρχία (1309-1522), την τουρκοκρατία (1522-1912) και την ιταλική τυραννία (1912-1945). Επηκολούθησαν οι βραχύβιες περίοδοι της γερμανικής κατοχής και της αγγλοκρατίας, έως την απελευθέρωση.

Στα χρόνια της ξενικής κατοχής, ο Δωδεκανησιακός ελληνισμός διετήρησε αλώβητο το ελληνικό του φρόνημα, την γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα και κυρίως την πίστη του στην Ορθοδοξία.  Στην παρούσα διάλεξη, θα εξεταστεί μία σκοτεινή περίοδος, αυτή της πρώτης φάσεως της ιταλοκρατίας, με βάση μακροχρόνια έρευνα του ομιλούντος σε αγγλικά και ιταλικά αρχεία.

Ως γνωστόν, η Ιταλία ενοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό κατά το β΄ ήμισυ του 19ου αιώνος. Εξ αρχής, η πολιτική της ηγεσία προσεπάθησε να πείσει την διεθνή κοινότητα (αλλά και τους Ιταλούς) ότι η χώρα αποτελούσε μία Μεγάλη Δύναμη, αν και ήταν προφανές ότι αυτό δεν ίσχυε. Τις επόμενες δεκαετίες, η προσπάθεια αυτή δεν εστέφθη με επιτυχία. Τον Σεπτέμβριο του 1911, η Ρώμη απεφάσισε πως έπρεπε να προχωρήσει σε μία πράξη που θα κατεδείκνυε την νέα θέση της και θα την κατέτασσε αυταπόδεικτα μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Η ιταλική διπλωματία χρησιμοποίησε την υποτιθέμενη παρεμπόδιση στην εκφόρτωση των ιταλικών προϊόντων σε ορισμένα λιμάνια της οθωμανικής επικράτειας ως πρόσχημα για να προσαρτήσει την Τριπολίτιδα, η οποία ευρίσκετο υπό τον έλεγχο της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Την 15η/28η Σεπτεμβρίου, η Ρώμη απέστειλε ένα τελεσίγραφο στην Υψηλή Πύλη, το οποίο έμεινε αναπάντητο.  Ο Σουλτάνος ανέμενε την αντίδραση των συμμάχων της Ιταλίας, στους οποίους προσέτρεξε, δηλ. των Αυστριακών και των Γερμανών. Οι Ιταλοί δεν έδωσαν την παραμικρή σημασία στις γερμανικές νουθεσίες και απεφάσισαν να συνεχίσουν τις προκλήσεις τους, οι οποίες τελικώς οδήγησαν στο ξέσπασμα του πολέμου.

Η Ρώμη κινητοποίησε 150.000 άνδρες, έναντι μόλις 8.000 Τούρκων και 20.000 Λίβυων πολιτοφυλάκων. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, μία ισχυρή ναυτική μοίρα έκανε την εμφάνισή της στα ανοικτά της Τριπόλεως. Την 3η Οκτωβρίου, τα ιταλικά πλοία βομβάρδισαν τα πεπαλαιωμένα παραθαλάσσια φρούρια της Κυρηναϊκής. Οι φρουρές τους δεν διέθεταν τον απαιτούμενο οπλισμό για να ανταποδώσουν τα πυρά. Μετά την πάροδο μίας εβδομάδος, ισχυρές ιταλικές δυνάμεις απεβιβάσθησαν στην στεριά και κατευθύνθησαν με διστακτικές κινήσεις προς τα οχυρά.  Οι τουρκικές φρουρές προτίμησαν να καταφύγουν στο εσωτερικό, όπου οργάνωσαν αντάρτικο με την βοήθεια των τοπικών φυλών. Την 5η Νοεμβρίου, η Ρώμη ανεκοίνωσε την επίσημη προσάρτηση της Τριπολίτιδος, δίχως να υπάρξουν αντιδράσεις. Εν τούτοις, ο Σουλτάνος ουδεμία διάθεση διαπραγμάτευσης έδειχνε και οι Ιταλοί βομβάρδισαν την Βηρυττό.

Ο ιταλο-τουρκικός πόλεμος του 1911-1912 σε επιτραπέζιο παιχνίδι εποχής.

Η Υψηλή Πύλη δεν μετέβαλε πολιτική και ως εκ τούτου η Ρώμη προχώρησε σε μία νέα επίδειξη ισχύος, την επόμενη άνοιξη. Πιο συγκεκριμένα, ναυτικά αγήματα κατέλαβαν την Αστυπάλαια στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Δωδεκανήσων, την 22α Απριλίου 1912. Ήταν η αρχή της «απελευθερώσεως» των Δωδεκανήσων από την μακραίωνη κυριαρχία των Οθωμανών. Οι στρατιωτικές ενέργειες των Ιταλών στις νήσους κορυφώθηκαν την 5η Μαΐου, όταν οι δυνάμεις του Στρατηγού Giovanni Battista Ameglio πάτησαν το πόδι τους στη Ρόδο, την οποία και κατέλαβαν σε σύντομο χρονικό διάστημα και λόγω της ουσιαστικής βοήθειας των Ελλήνων κατοίκων της νήσου.

Η τελική παράδοση των Τούρκων στην Ψίνθο εορτάστηκε με τυμπανοκρουσίες σ’ όλη την Ρόδο, ενώ οι Ορθόδοξοι ιερείς προσέφεραν αγιασμένο νερό και τις ευλογίες τους στους νικητές. Την 8η Μαΐου, κατελήφθη η Χάλκη και ακολούθησαν η Τήλος, η Λέρος, η Πάτμος, η Κάλυμνος και οι άλλες νήσοι του συμπλέγματος. Οι Ιταλοί ονόμασαν την κατάληψη των Δωδεκανήσων «απελευθέρωση» και ο Στρατηγός Ameglio διεκήρυξε ότι η Ιταλία ακολουθούσε τον δρόμο, που της είχε χαράξει ο Θεός, διεξάγοντας έναν πόλεμο στο όνομα της δικαιοσύνης και της αγάπης.

 

Η ανακοίνωση της κατάληψης της Κω στον ιταλικό Τύπο.

Στην Αθήνα, ο Τύπος πανηγύριζε για κάθε ιταλική νίκη επί των Τούρκων. Έχει γραφεί ότι ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ευνοούσε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ιταλών στο Αιγαίο με αντάλλαγμα την υπόσχεση της Ρώμης περί μελλοντικής δημιουργίας μίας αυτόνομης επικράτειας υπό ιταλική ή ευρωπαϊκή προστασία. Μάλιστα, φαίνεται ότι δεν απέκλειε ακόμη και την εν όπλοις σύμπραξη με την Ιταλία. Αν και δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμη η στρατιωτική προπαρασκευή της χώρας, ο Κρητικός πολιτικός πρότεινε στην Ρώμη την σύναψη μίας συμμαχίας, όπως απεκάλυψε ο Ιταλός πρωθυπουργός Giovanni Giolitti στα Απομνημονεύματά του. Ευτυχώς για την Ελλάδα, οι προαναφερθείσες προτάσεις δεν βρήκαν ανταπόκριση στην άλλη πλευρά της Αδριατικής.

Την 4η Ιουλίου 1912, οι εκπρόσωποι των Δωδεκανησίων συγκεντρώθηκαν στην Μονή του Αγ. Ιωάννου στην Πάτμο και διεκήρυξαν την επιθυμία των κατοίκων των νήσων όπως ενωθούν με την Ελλάδα. Η διακήρυξη αυτή προκάλεσε την αντίδραση της ιταλικής διοικήσεως, η οποία προχώρησε σε ενέργειες δηλωτικές της προθέσεώς της όπως εγκατασταθεί μονίμως επί των Δωδεκανήσων. Οι προθέσεις των Ιταλών έγιναν φανερές με την υπογραφή της Συνθήκης του Ouchy με την Οθωμανική Αυτοκρατορία την 15η Οκτωβρίου του 1912. Σε αυτήν, αναφερόταν μεταξύ άλλων πως η Ρώμη θα κατείχε τα Δωδεκάνησα προσωρινώς μέχρι την αποχώρηση και του τελευταίου Οθωμανού στρατιώτη από την Κυρηναϊκή. Ουδεμία νύξη γινόταν περί αποδόσεως των νήσων στην Ελλάδα ή έστω περί εγκαθιδρύσεως ενός καθεστώτος αυτονομίας. Το γεγονός αυτό προκάλεσε έκδηλη αγανάκτηση τόσο στην Αθήνα όσο και στα Δωδεκάνησα. Οι Έλληνες άρχισαν πλέον να δυσπιστούν εύλογα για τις ιταλικές προθέσεις.

Τρεις ημέρες μετά την υπογραφή της εν λόγω συνθήκης, ξέσπασε ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Οι Ιταλοί βρήκαν την κατάλληλη αφορμή για να ματαιώσουν την αποχώρησή τους από τα Δωδεκάνησα, προκαλώντας την έντονη αγανάκτηση των κατοίκων τους. Τους φόβους και τις ανησυχίες των τελευταίων δεν μπορούσε να διασκεδάσει ούτε ο Giolitti, ο οποίος με συνεχείς δηλώσεις του άλλοτε διεκήρυττε πως «η κατάληψη των νήσων δεν αποτελούσε στόχο αλλά μέσον· Η Ιταλία θα τα ξαναπροσφέρει στην Ευρώπη και αυτή θα λύσει το πρόβλημα όσο καλύτερα μπορεί» και άλλοτε πως «η Ιταλία δε διανοήθηκε ποτέ να προσαρτήσει τις νήσους, δημιουργώντας συνθήκες αλυτρωτισμού αντίθετες με τις παραδόσεις της· Η κατάληψή τους έγινε για λόγους καθαρά στρατιωτικούς… Δεν κατέχει τα νησιά αυτά για λογαριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δεν έχει αναλάβει καμμία σχετική μυστική δέσμευση». Οι καθησυχαστικές αυτές δηλώσεις δεν έπειθαν ούτε τους Έλληνες ούτε τις κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ο μόνιμος Υφυπουργός Εξωτερικών της Μεγ. Βρεταννίας Sir Arthur Nicolson είχε έναν έντονο διάλογο με τον Ιταλό πρέσβυ στο Λονδίνο Μαρκήσιο Guglielmo Imperiali, στον οποίο τόνισε το ενδιαφέρον της βρεταννικής κυβερνήσεως για την τύχη των νήσων του Αιγαίου. «Ποίων νήσων;» ρώτησε ο Ιταλός πρέσβυς. «Αυτών που κατέλαβαν οι Έλληνες. Δεν ανησυχούμε για όσα κατέχετε Εσείς διότι η Συνθήκη (ενν. η προαναφερθείσα του Οuchy) Σας υποχρεώνει να τα εκκενώσετε και επιπλέον μας διαβεβαιώσατε πως δεν σκοπεύετε να τα κρατήσετε», του απάντησε με εμφατικό τρόπο ο Βρεταννός διπλωμάτης. Ο Ιταλός πρέσβυς, φανερά ενοχλημένος, τον ρώτησε για ποιο λόγο το Λονδίνο ενδιαφερόταν για «εκείνα τα νησιά», δηλαδή τα Δωδεκάνησα. Ο Νicolson  του απήντησε πως ήταν αδύνατον να επιτραπεί σε μία Μεγάλη Δύναμη η κατοχή μίας τόσο στρατηγικής θέσεως διότι διαφορετικά το ίδιο θα επεδίωκαν και άλλες Μεγάλες Δυνάμεις. Την ιδία περίοδο, έντονο ενδιαφέρον εξέφρασε και το Παρίσι, η επιρροή του οποίου στα Δωδεκάνησα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη. Ο Ιταλός πρέσβυς στη γαλλική πρωτεύουσα Tommaso Tittoni διαβεβαίωσε αυτοβούλως τη γαλλική κυβέρνηση πως η Ρώμη προτίθετο να εφαρμόσει την Συνθήκη του Ouchy, επιστρέφοντας τα νησιά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Το θέμα παρέμεινε σε εκκρεμότητα έως τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων. Στην Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, η ιταλική αντιπροσωπεία απέφυγε να συζητήσει την υπόθεση, παραπέμποντας τους ενδιαφερομένους στην Συνθήκη του Οuchy. Πάντως, ήταν μάλλον ή ήττον φανερό ότι η Ρώμη προτιμούσε να επιστραφούν τα Δωδεκάνησα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το να δοθούν στην Ελλάδα – πιθανή σύμμαχο των δυνάμεων της Εγκάρδιας Συνεννοήσεως (Entente Cordiale) και συνεπώς μελλοντικής αντιπάλου της Ιταλίας με τα δεδομένα της περιόδου εκείνης. Επιπλέον, η Ρώμη προσπαθούσε να εκμεταλλευθεί το όλο ζήτημα για να επιτύχει ανταλλάγματα στην περιοχή της Ηπείρου. Την 25η Φεβρουαρίου 1913, οι κάτοικοι της Καλύμνου κήρυξαν την ένωσή τους με την Ελλάδα, γεγονός που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της ιταλικής διοικήσεως. Η τελευταία απηγόρευσε την ανάρτηση ελληνικών σημαιών σε όλα τα Δωδεκάνησα. Οι κάτοικοι των τελευταίων αντέδρασαν, αναρτώντας παντού γαλλικές σημαίες, φέρνοντας με τον τρόπο αυτό σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση τους Ιταλούς.

Η κατάσταση ήταν έκρυθμη και αναγκάστηκαν να παρέμβουν ο Πρωθυπουργός Giolitti και ο Υπουργός Εξωτερικών Μαρκήσιος Antonino Paterno – Castello di San Giuliano. Οι τελευταίοι προέβησαν σε μία σειρά δηλώσεων, με τις οποίες διεκήρυτταν πως η Ρώμη δεν είχε την πρόθεση να διατηρήσει τα Δωδεκάνησα υπό την κατοχή της. Την ιδία περίοδο, όμως, ο Στρατηγός Ameglio γινόταν θριαμβευτικά δεκτός στη Ρώμη «σαν κατακτητής», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Driault. Σταδιακά, η αντίφαση μεταξύ λόγων και έργων των Ιταλών ιθυνόντων γινόταν ολοένα και πιο φανερή. Λίγο αργότερα, ο San Giuliano δήλωσε προκλητικά πως «η Ιταλία θα πράξει το καλύτερο ώστε από την αποχώρησή της (ενν. από τα Δωδεκάνησα) να ωφεληθεί περισσότερο η Τουρκία. Άλλωστε, το θέμα των νήσων συνδέεται άμεσα με αυτό των νοτίων συνόρων της Αλβανίας»!

Σειρά ιταλικών γραμματοσήμων, τα οποία κυκλοφόρησαν στα Δωδεκάνησα μεταξύ των ετών 1912 και 1917.

Την 23η Ιουλίου 1913, και ενώ διαρκούσαν ακόμα οι διαπραγματεύσεις στο Βουκουρέστι για τη συνομολόγηση της συνθήκης, με την οποία θα τερματίζονταν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, ο Ιταλός πρέσβυς στο Παρίσι δήλωσε πως «εφ’ όσον η Ελλάδα αποκτήσει αξιόλογες εδαφικές εκτάσεις, δεν είναι απαραίτητο να πάρει όλες τις νήσους (ενν. των Δωδεκανήσων). Ορισμένες εξ αυτών θα μπορούσαν να δοθούν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σαν αντάλλαγμα για την εγκατάλειψη εκ μέρους της, της Αδριανουπόλεως».

Η γαλλική κυβέρνηση αρνήθηκε τον συμψηφισμό και μέσω εκπροσώπου της τού απάντησε πως το Παρίσι είχε συναινέσει σε μείωση των παραχωρήσεων στην Ήπειρο (ενν. υπέρ της Ελλάδος), ακριβώς επειδή η Ρώμη είχε υποσχεθεί ρητώς να επιτρέψει στις Μεγάλες Δυνάμεις την εκχώρηση όλων των νήσων στην Ελλάδα. Αυτή ήταν η μόνη αποδεκτή διευθέτηση της υποθέσεως για τη γαλλική κυβέρνηση. Την αντίθεσή της προς τις ιταλικές μεθοδεύσεις εξεδήλωσε και η βρεταννική κυβέρνηση, η οποία παρενέβη και πέτυχε την υπογραφή ενός πρωτοκόλλου από εκπροσώπους της ιταλικής κυβερνήσεως στο Λονδίνο την 12η Αυγούστου του 1913. Σύμφωνα με τις διατάξεις του κειμένου εκείνου, η τύχη των νήσων συναρτάτο εκ νέου με αυτήν της Κυρηναϊκής.

Η Ρώμη δεν εκάμφθη από τις αγγλο-γαλλικές αντιδράσεις και προχώρησε αφ’ ενός στη λήψη νέων καταπιεστικών μέτρων εις βάρος των Δωδεκανησίων και αφ’ ετέρου στην ανάληψη πρωτοβουλιών, οι οποίες απέβλεπαν στη μόνιμη εγκατάστασή της στις νήσους. Την 7η Οκτωβρίου, η βρεταννική κυβέρνηση προέβη σε διάβημα προς την αντίστοιχη ιταλική για την τύχη των Δωδεκανήσων. Η απάντηση της Ρώμης ήταν εκ νέου παραπειστική. «Η Ιταλία διεκήρυξε την αρχή ότι καμμία Μεγάλη Δύναμη δεν θα πρέπει να αποκομίσει εδαφικά οφέλη από την πρόσφατη κρίση στην Ανατολή. Πρόθεσή της ήταν να μην παρεκκλίνει από αυτή της τη διακήρυξη…. Η βρεταννική κυβέρνηση όφειλε να τη δεχθεί, παρά οιανδήποτε αντίθετη φημολογία, με την ίδια εμπιστοσύνη, με την οποία γίνονταν δεκτές ανάλογες διαβεβαιώσεις της βρεταννικής κυβερνήσεως…».

Εν τούτοις, λίγες ημέρες αργότερα, την 16η Οκτωβρίου, η Ρώμη απευθύνθηκε στη γαλλική κυβέρνηση, κομίζοντας νέες ρηξικέλευθες προτάσεις. Εάν το Παρίσι επιθυμούσε την διευθέτηση του ζητήματος των νήσων με μοναδικό κριτήριο την εθνικότητα των κατοίκων τους, δηλαδή κατ’ ουσίαν την παραχώρησή τους στην Ελλάδα, θα ερχόταν αντιμέτωπο με την έντονη αντίδραση της ιταλικής κυβερνήσεως. Η τελευταία φρονούσε ότι το κριτήριο αυτό δεν έπρεπε να ισχύσει για τις νήσους του Αιγαίου, η τύχη των οποίων επιβαλλόταν να ρυθμισθεί με βάση τα γενικότερα συμφέροντα στην Ευρώπη.

Το όλο θέμα παρέμεινε σε εκκρεμότητα μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά τη λήξη του οποίου διοργανώθηκε το Β΄ Πανδωδεκανησιακό Συνέδριο στη Σύμη, στη Μονή του Πανορμίτη. Τα ψηφίσματά του υπέρ της ενώσεως των νήσων με την Ελλάδα ακολούθησαν ζωηρές εκδηλώσεις στη Σύμη, οι οποίες κατεστάλησαν με αγριότητα από την ιταλική διοίκηση. Την 29η Ιουλίου 1919, υπεγράφη το Σύμφωνο Tittoni – Βενιζέλου, βάσει του οποίου όλα τα Δωδεκάνησα, πλην της Ρόδου, θα αποδίδονταν στην Ελλάδα. Το μεγάλο μειονέκτημα του εν λόγω Συμφώνου ήταν ότι η εφαρμογή των όρων του τελούσε υπό αίρεση (σύμφωνα με το άρθρο 7). Η Ιταλία θα υπεστήριζε τις ελληνικές διεκδικήσεις στο μέτρο, που θα εκπληρώνονταν οι δικές της από την Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Εάν η Ιταλία δεν ικανοποιείτο στην Μικρά Ασία, τότε αποκτούσε πλήρη ελευθερία κινήσεων ως προς όλα τα σημεία του Συμφώνου.

Την 13η Ιανουαρίου 1920, το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο συμφώνησε στον καθορισμό των νοτίων συνόρων της Αλβανίας με βάση τις επιδιώξεις της Ρώμης. Ο νέος πρωθυπουργός της Ιταλίας Francesco Saverio Nitti δήλωσε πως το άρθρο 7 του Συμφώνου Tittoni – Βενιζέλου εξακολουθούσε να ισχύει, προφανώς διότι δεν είχε επιλυθεί ακόμη το ακανθώδες Μικρασιατικό ζήτημα. Την 17η Μαΐου, η Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών απεφάσισε την απόδοση, μεταξύ άλλων, και των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα (Resolution 324). Η απόφαση αυτή ελάχιστα επηρέασε την πορεία των πραγμάτων. Η Ιταλία δεν έμεινε ικανοποιημένη από την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την οριστική διευθέτηση του Μικρασιατικού ζητήματος και πριν καν υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών (την 10η Αυγούστου 1920), ο Ιταλός Υπουργός Εξωτερικών Κόμης Carlo Sforza κατήγγειλε το Σύμφωνο Tittoni – Βενιζέλου, επικαλούμενος ακριβώς το άρθρο 7. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αργοπορημένη μεν, οξεία δε αντίδραση του Λονδίνου. Λίγες ημέρες αργότερα, υπεγράφη η Συνθήκη των Σεβρών, στο άρθρο 122 της οποίας αναφερόταν ότι η Τουρκία παραιτείτο των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί των Δωδεκανήσων υπέρ της Ιταλίας.

Ελευθέριος Βενιζέλος.
Tommaso Tittoni.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μολαταύτα, η Συνθήκη αυτή δεν επρόκειτο να ισχύσει εξαιτίας της Μικρασιατικής καταστροφής. Τον Οκτώβριο του 1922, ο πρέσβυς της Μεγ. Βρεταννίας στη Ρώμη επέδωσε μία δριμεία ανακοίνωση της κυβερνήσεως του προς την αντίστοιχη ιταλική εξ αφορμής της στάσεως της τελευταίας στο Δωδεκανησιακό. Οι απειλές, οι οποίες εκτοξεύονταν, ήταν άνευ αντικρίσματος, αλλά η ουσία της επιστολής, δηλαδή το ότι η ιταλική κυβέρνηση δεν εδικαιούτο να καταγγείλει μονομερώς μία διεθνή συμφωνία, παρέμενε σημαντική. Επίσης, έδινε ένα σοβαρό έρεισμα στην ελληνική κυβέρνηση για να αξιώνει την επίτευξη μίας λύσεως σύμφωνα με την αρχή των εθνοτήτων. Η μετριοπαθής απάντηση του νέου ισχυρού άνδρα της Ιταλίας Benito Mussolini δεν απέκρυπτε την δυσφορία των Ιταλών για την «ελληνική εμμονή» επί του θέματος. Ως έμπρακτη απόδειξη της δυσφορίας αυτής, η κυβέρνηση της Ιταλίας άφησε αναπάντητες τις επανειλημμένες προτάσεις του Έλληνα Υπουργού Εξωτερικών Απόστολου Αλεξανδρή, όπως ο τελευταίος συναντηθεί με κάποιον Ιταλό αξιωματούχο προς εξομάλυνση των διμερών σχέσεων. Άλλωστε η Ρώμη εμφορείτο από σαφή ανθελληνικά αισθήματα, τουλάχιστον από την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων. Η στάση αυτή πολλών Ιταλών ιθυνόντων και μεγάλης μερίδος της κοινής γνώμης έγινε μονιμότερη μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, όταν οι υπόλοιποι Σύμμαχοι δεν ικανοποίησαν τις βλέψεις της Ρώμης στην Μικρά Ασία. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η ιταλική κυβέρνηση δεν είχε αναγνωρίσει έως τότε τη νέα επαναστατική κυβέρνηση των Αθηνών, ακολουθώντας σε τούτο το Λονδίνο.

Στις διαπραγματεύσεις οι οποίες διεξάγονταν στη Λωζάννη μετά την Μικρασιατική καταστροφή, η ιταλική αντιπροσωπεία υπεστήριζε ότι τα ιταλικά στρατεύματα «ευρίσκοντο» (και όχι «κατείχαν») στα Δωδεκάνησα για να προστατεύσουν τους «ομόθρησκούς τους Έλληνες» από πιθανές πράξεις αντεκδικήσεως των Τούρκων. Ένας ακόμη στόχος των Ιταλών ήταν η δήθεν αποτροπή της καταλήψεως των νήσων από την Τουρκία. Μάλιστα, ο ίδιος ο Mussolini φέρεται ότι υποσχόταν την συνδρομή του προς την Ελλάδα, σε περίπτωση που η τελευταία δεχόταν τουρκική επίθεση. Ενδεικτικό, ίσως, του όλου κλίματος υπήρξε το γεγονός της εμφανούς αγανακτήσεως ορισμένων Ιταλών διπλωματών από την εμμονή των Τούρκων όπως τους αποδοθεί το Καστελλόριζο.

Από την άλλη πλευρά, οι Βρεταννοί διεκήρυτταν ότι δεν θα απέδιδαν το ευρισκόμενο στην Αφρική Jubaland στους Ιταλούς, ως όφειλαν, και κυρίως πίεζαν την Ρώμη για την εφαρμογή του ήδη καταγγελθέντος από αυτήν Συμφώνου Tittoni – Βενιζέλου. Η μη διορατική αυτή στάση του Foreign Office επέτρεπε στον Mussolini να βρίσκεται μονίμως σε θέση ισχύος, επικαλούμενος το άρθρο 7 του εν λόγω Συμφώνου. Η σταθερή πολιτική θέση των Ιταλών επί του θέματος οδήγησε τον Βενιζέλο στη σκέψη να μεταβεί στην Ρώμη αυτοπροσώπως για να διευθετήσει το ζήτημα με τον ίδιο τον Ιταλό ηγέτη.

Τελικώς, το ταξίδι αυτό δεν πραγματοποιήθηκε και στο τελικό κείμενο της Συνθήκης της Λωζάννης (στα άρθρα 15 και 16) υιοθετήθηκε εκ νέου η διάταξη του άρθρου 122  της Συνθήκης των Σεβρών. Η Ιταλία δήλωσε πως παρέμενε σε ισχύ η υποχρέωσή της όπως συζητήσει το θέμα με τους άλλους Συμμάχους για την οριστική διευθέτησή του και η Τουρκία δήλωσε ότι παραιτείτο των δικαιωμάτων της επί των Δωδεκανήσων υπέρ των Ιταλών. Έκτοτε, το θέμα θεωρήθηκε λήξαν για την Ρώμη παρά τις περί του αντιθέτου δηλώσεις του Βρεταννού Υπουργού Εξωτερικών Λόρδου George Nathaniel Curzon. Οι Ιταλοί πίστευαν ότι θα απέφευγαν την επανεξέταση της υποθέσεως, εάν επισπευδόταν η επικύρωση της Συνθήκης της Λωζάννης από τους συμβαλλομένους. Απώτερος στόχος της ιταλικής διπλωματίας ήταν η τυπική μεταβίβαση της κυριαρχίας των νήσων από τους Τούρκους να γίνει κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο νομικώς, καθώς δεν υπήρχε ειδικός όρος επανεξετάσεως της υποθέσεως στο κείμενο της Συνθήκης.

Η πολιτική, όμως, αυτή δεν έβρισκε σύμφωνο τον Mussolini, ο οποίος επιθυμούσε να ξεκαθαρίσει την όλη υπόθεση κατά το γνωστό, εντυπωσιακό φασιστικό φαίνεσθαι. H σιωπηλή έστω επικράτησή του στη Λωζάννη επί των Βρεταννών δεν τον ικανοποιούσε και επιπλέον αυτός είχε εξοργιστεί από τα συχνά δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου, που απηχούσαν την οργή των Ελλήνων για την στάση της Ιταλίας στο Δωδεκανησιακό και το Βορειοηπειρωτικό. Προς τούτο, είχε ετοιμάσει μία διακήρυξη, με την οποία θα ανεκοίνωνε την επίσημη προσάρτηση των Δωδεκανήσων στην Ιταλία. Επιπλέον, ο Ιταλός ηγέτης σχεδίαζε την εμφάνιση μίας ναυτικής μοίρας στα χωρικά ύδατα των νήσων για να δώσει πανηγυρικό τόνο στην επίσημη προσάρτησή τους. Οι σχετικές εντολές είχαν ήδη δοθεί από τον Ιούλιο του έτους εκείνου (δηλαδή του 1923) και μεγάλες μονάδες του ιταλικού στόλου προετοιμάζονταν με εντατικούς ρυθμούς.

Η είδηση έφτασε μέχρι το ιταλικό Υπουργείο Εξωτερικών, οι ιθύνοντες του οποίου αντέδρασαν έντονα. Οι τελευταίοι διέβλεψαν εγκαίρως την ένταση, η οποία θα δημιουργείτο στις σχέσεις της Ρώμης με την Αθήνα και κυρίως με το Λονδίνο. Άλλωστε, η μετάβαση μίας πολυπληθούς ναυτικής μοίρας προς κατάληψη νήσων, οι οποίες ήδη ευρίσκοντο de facto υπό την ιταλική κυριαρχία από δεκαετίας, εκτός από πολυδάπανη και περιττή ενέργεια, καθίστατο εν πολλοίς και γελοία κατά την ρήση υψηλόβαθμου Ιταλού διπλωμάτη.

Η κατάσταση περιπλέχθηκε ακόμα περισσότερο όταν το σχέδιο αυτό διέρρευσε στους Βρεταννούς. Ο μόνιμος Υφυπουργός Εξωτερικών της Μεγ. Βρεταννίας Sir Eyre Crowe συνάντησε εσπευσμένα τον Ιταλό πρέσβυ στο Λονδίνο Μαρκήσιο Pietro Paolo Tomasi della Torretta και τον ενημέρωσε για την πλήρη διαφωνία της βρεταννικής κυβερνήσεως προς το ιταλικό σχέδιο,  υπενθυμίζοντάς του τις παλαιότερες υποσχέσεις του Mussolini προς τον Curzon επί του θέματος. Ο Ιταλός πρέσβυς ήρθε σε πολύ δύσκολη θέση και ο Ιταλός ηγέτης εξοργίστηκε σε τέτοιον βαθμό ώστε συνέταξε ο ίδιος μία απαντητική διακοίνωση προς την βρεταννική κυβέρνηση. Αν και υπάρχουν ενδείξεις περί κλονισμού της εμπιστοσύνης του μετέπειτα Duce του φασισμού ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας του εγχειρήματος, οι σχετικές διαταγές του δεν ανεκλήθησαν. Απλώς, επήλθε μία τροποποίησή τους, η οποία συνίστατο στην ενδεχόμενη κατάληψη της Κερκύρας, στην περίπτωση κατά την οποία η Αθήνα αντιδρούσε στην επίσημη προσάρτηση των Δωδεκανήσων στην Ιταλία. Οι ρυθμοί της προετοιμασίας για την εφαρμογή του όλου σχεδίου επιταχύνθηκαν. Την 20η Αυγούστου 1923, η Τουρκία επεκύρωσε την Συνθήκη της Λωζάννης, ενώ το ίδιο έπραξε και η Ελλάδα έξι ημέρες αργότερα.

 

Οι διαπραγματεύσεις της Λωζάνης (γελοιογραφία των Alois Derso και Emery Kelèn).

Αμέσως μετά, έλαβε χώρα η περίεργη δολοφονία των μελών της ιταλικής αντιπροσωπείας διαχαράξεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου και η ιταλική κυβέρνηση επέδωσε ένα τελεσίγραφο προς την αντίστοιχη ελληνική. Η τελευταία απεδέχθη μερικώς το τελεσίγραφο εκείνο. Ο Ιταλός ηγέτης, δίχως να περιμένει καν την απάντηση των Αθηνών, διέταξε την κατάληψη της Κερκύρας, από την οποία απεχώρησαν οι Ιταλοί ύστερα από έναν μήνα αφού πρώτα εξασφάλισαν την καταβολή αποζημιώσεως εκ μέρους της ελληνικής κυβερνήσεως. Τα γεγονότα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την  αναβολή της επισήμου ανακοινώσεως της προσαρτήσεως των Δωδεκανήσων στην Ιταλία, η κυβέρνηση της οποίας ήλπιζε στην παγίωση της de facto καταστάσεως. Το Foreign Office, όμως, συνέχισε να θεωρεί πως η Ρώμη ήταν ηθικά, αν όχι και νομικά, δεσμευμένη να αποδώσει στην Αθήνα τις νήσους.

Τον Οκτώβριο του 1923, κυκλοφόρησαν φήμες περί μονομερούς ιταλικής ενεργείας στα Δωδεκάνησα. Ο Curzon εξοργίστηκε τόσο ώστε απέστειλε τηλεγράφημα προς τον πρέσβυ της χώρας του στην Ρώμη Sir Ronald Graham, με το οποίο  καλούσε τον τελευταίο να τονίσει στον Mussolini ότι ο ίδιος (δηλαδή ο Curzon) δεν είχε εγείρει αξιώσεις επιστροφής των νήσων στην Ελλάδα κατά τις διαπραγματεύσεις στη Λωζάννη, εμπιστευόμενος τα λόγια του ιδίου του Ιταλού ηγέτη ότι «το θέμα επ’ ουδενί λόγω εθεωρείτο λήξαν».

Πράγματι, ο Graham συνήντησε τον Ιταλό ηγέτη και του μετεβίβασε τις απόψεις του προϊσταμένου του, παρ’ όλες τις παρακλήσεις του γενικού γραμματέα του ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών Salvatore  Contarini  όπως ανακινήσει το θέμα «εν ευθέτω χρόνω». Παραδόξως, ο μετέπειτα Duce του φασισμού όχι μόνο δεν εξοργίστηκε αλλά συμφώνησε να μην προβεί σε καμμία ενέργεια προτού συμβουλευθεί τον Curzon. O παριστάμενος Contarini είχε μείνει άναυδος και το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να ρωτήσει «οff the record» τον Βρεταννό πρέσβυ τι ακριβώς επιθυμούσε το Λονδίνο. Ο Βρεταννός διπλωμάτης απήντησε ότι δεν είχε επίσημη ενημέρωση επ’ αυτού αλλά πως ο ίδιος πίστευε ότι η Μεγ. Βρεταννία θα ικανοποιείτο εάν οι Έλληνες έμεναν ευχαριστημένοι από την διευθέτηση του ζητήματος. Άλλωστε, οι νήσοι ήταν ελληνικές και όσες περισσότερες απέδιδε η Ρώμη στην Αθήνα τόσο το καλύτερο. Ο Contarini ανταπάντησε πως η Ρόδος δεν ετίθετο καν υπό διαπραγμάτευση για την Ιταλία. Η Ρώμη, ίσως, να έδινε στην Αθήνα τις πλησιέστερα ευρισκόμενες στην Ελλάδα νήσους, διατηρώντας, όμως, υπό την κατοχή της τις υπόλοιπες.

Ρόδος, 1920: Carabinieri Reali (Ιταλική Αστυνομία).

Κατά το προσεχές δίμηνο, οι Curzon και Della Torretta επεξεργάστηκαν ένα σχέδιο για την απόδοση στην Ελλάδα εννέα νήσων, το οποίο έμεινε ανεφάρμοστο λόγω της «πτώσεως» της κυβερνήσεως των Συντηρητικών στην Μεγ. Βρεταννία. Στις αρχές του 1924, η Αθήνα μετέβαλε πολιτική και διεμήνυσε στο Λονδίνο πως θεωρούσε ορθότερο το να μην «διασπάσει» τα Δωδεκάνησα αναλόγως της γεωγραφικής τους θέσεως, αφήνοντας το όλο θέμα ανοικτό για μία συνολική διευθέτηση στο μέλλον. Τον Ιανουάριο του 1924, υπήρξε κυβερνητική μεταβολή στην Μεγ. Βρεταννία και σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ των Εργατικών και των Φιλελευθέρων. Ο νέος Βρεταννός πρωθυπουργός Ramsay MacDonald ήταν περισσότερο φιλικός προς τον Mussolini από πολλούς άλλους Bρεταννούς πολιτικούς, αν και ο ίδιος ανήκε στο Εργατικό κόμμα, μέλη του οποίου είχαν καταφερθεί με σφοδρότητα κατά του φασισμού και του Mussolini προσωπικώς. O ΜacDonald πήρε, λοιπόν, την πρωτοβουλία και αποσυνέδεσε το Δωδεκανησιακό από την υποχρέωση της χώρας του όπως αποδώσει το Jubaland στην Ιταλία. Η πράξη αυτή διευκόλυνε αφάνταστα τον Ιταλό ηγέτη, ο οποίος δεν είχε να πράξει τίποτα περισσότερο από το να περιμένει απλώς το οριστικό κλείσιμο της υποθέσεως με την αποδοχή των τετελεσμένων από πλευράς του Λονδίνου. Αυτό έγινε με δηλώσεις του Βρεταννού Υπουργού Εξωτερικών Sir Austen Joseph Chamberlain στο βρεταννικό Κοινοβούλιο, λίγο αργότερα.

Ύστερα από τις δηλώσεις αυτές, ο Mussolini άφησε την τυπική λήξη της υποθέσεως στους Ιταλούς βουλευτές. Πράγματι, σε μία επεισοδιακή συνεδρίαση του ιταλικού κοινοβουλίου (την 25η Μαρτίου 1925) εκφράστηκαν ξεκάθαρα και επισήμως οι ιταλικές βλέψεις επί των νήσων. Πιο χαρακτηριστικά, ένας βουλευτής είπε: «η Ιταλία επιβαλλόταν να εγκατασταθεί οριστικώς εις τας νήσους… και να κηρύξει την προσάρτησή τους δια να συντρίψει με ένα πλήγμα τον ελληνικό αλυτρωτισμό». Ένας άλλος συνάδελφός του δήλωσε ανερυθρίαστα πως: «τα Δωδεκάνησα δεν είναι ελληνικά. Το ελληνικό φρόνημα των Ορθοδόξων κατοίκων τους είναι υπό αμφισβήτησιν… αντιθέτως η “λατινικότητα” της Ρόδου είναι καταφανής από την εποχή του Μεσαίωνα, γεγονός το οποίο δηλώνεται από τα μνημεία της» κ.ο.κ.. Η αντίθεση με τις δηλώσεις του Ιταλού πρωθυπουργού Giolitti και των λοιπών Ιταλών ιθυνόντων κατά τα έτη 1912 – 1913 είναι προφανής. Η συζήτηση επεκτάθηκε στην ακολουθητέα πολιτική της Ρώμης στον χώρο της ευρύτερης Ανατολής. Όλοι οι ομιλητές τόνισαν ότι τα Δωδεκάνησα θα αποτελούσαν βάση εξορμήσεως για νέες «κατακτήσεις».

Ρόδος, δεκαετία του 1920. Λουόμενοι στην ακτή του Ξενοδοχείου των Ρόδων.

Η ιταλική κατοχή των νήσων διήρκεσε έως το 1943. Οι Έλληνες των νήσων υπέστησαν τα πάνδεινα καθ’ όλη αυτή την περίοδο, ενώ κατέβαλαν βαρύ φόρο αίματος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως μέλη του Συντάγματος Εθελοντών Δωδεκανησίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο πρώτος νεκρός αξιωματικός των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ήταν ο γεννηθείς στην Χάλκη Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος. Πιο συγκεκριμένα, λίγο μετά την εκδήλωση της ιταλικής επιθέσεως, οδήγησε τους άνδρες του στην ανακατάληψη ενός λόφου, φωνάζοντας «Εμπρός παιδιά! Για μια μεγάλη Ελλάδα! Για μιαν ελεύθερη Δωδεκάνησο!». Η φράση αυτή ήταν η τελευταία της επίγειας ζωής του. Ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά, πέρασε στο πάνθεον των ηρώων του ελληνισμού, στο πλάϊ όλων όσων «έπεσαν» υπέρ Πατρίδος.

Από τα τέλη Ιουνίου του 1944, τμήματα του Ιερού Λόχου διεξήγαγαν μία σειρά από καταδρομικές επιχειρήσεις σε διάφορες νήσους του συμπλέγματος των Δωδεκανήσων (Κάλυμνο, Σύμη, Κάρπαθο, Κω, Τήλο και Νίσυρο), ενώ ο διοικητής του Συνταγματάρχης Χριστόδουλος Τσιγάντες παρίστατο στην παράδοση του Γερμανού Διοικητού Δωδεκανήσων Στρατηγού Όττο Βάγκενερ. Μάλιστα, ο τελευταίος είχε εκφράσει την επιθυμία να παραδοθεί σε Έλληνες. Σημειωτέον ότι ο τελευταίος παρέδωσε το όπλο του στον αρχαιότερο αξιωματικό Βρεταννό Ταξίαρχο Τζέημς Μόφφατ. Ο Βρεταννός αξιωματικός, όμως, το έδωσε στον Τσιγάντε, λέγοντάς του: «Αυτό το τρόπαιο ανήκει σε Εσάς και στον Ιερό Λόχο». Τότε, ο θλιμμένος αλλά πάντοτε σοβαρός Βάγκενερ έστρεψε το βλέμμα του στον Βρεταννό Ταξίαρχο, επιδοκιμάζοντας την πράξη του, λέγοντας «ja», δηλαδή «ναι».

Την 27η Ιουνίου 1946, η Συνδιάσκεψη των Υπουργών Εξωτερικών των νικητριών Συμμαχικών δυνάμεων απεφάσισε την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα. Η Ιταλία επεδίωξε να υπάρξει συμψηφισμός με τις πολεμικές αποζημιώσεις, τις οποίες όφειλε να καταβάλει στην Ελλάδα, ισχυριζόμενη ότι είχε υποβληθεί σε μεγάλες δαπάνες κατά την διάρκεια της κατοχής των νήσων για την πραγματοποίηση δημοσίων έργων, τα οποία έμειναν προς όφελος των κατοίκων. Η ελληνική αντιπροσωπεία υπεστήριξε ότι επρόκειτο κατά βάση για έργα βιτρίνας προς προπαγάνδιση του δήθεν «λατινικού μεγαλείου». Επίσης, αυτά είχαν πραγματοποιηθεί με αναγκαστική απαλλοτρίωση επί κτημάτων Ελλήνων κατοίκων των νήσων, οι οποίοι έλαβαν ελάχιστα χρήματα ως αποζημίωση. Τρίτον, τα έργα πραγματοποιήθηκαν κατά βάση με την εργασία των Δωδεκανησίων, οι οποίοι αμοίβονταν μόλις με το 1/5 των Ιταλών συναδέλφων τους. Τέλος, ο προϋπολογισμός των νήσων ήταν πλεονασματικός και μόλις μία φορά κατά την διάρκεια των 31 ετών της ιταλικής κατοχής απαιτήθηκε η συνδρομή χρημάτων από τον προϋπολογισμό της μητροπολιτικής Ιταλίας. Άλλωστε, όπως γνωρίζετε κάλλιον εμού, η Ρόδος είναι αυτάρκης επισιτιστικά. Η ελληνική επιχειρηματολογία έπεισε την διεθνή κοινότητα και η Ιταλία υπεχρεώθη στην καταβολή αποζημιώσεων.

Η ένωση των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα επικυρώθηκε με την ελληνοϊταλική Συνθήκη των Παρισίων, η οποία υπεγράφη την 10η Φεβρουαρίου 1947. Σύμφωνα με το κείμενο αυτό, η Ιταλία εκχωρεί στην Ελλάδα με πλήρη κυριαρχία τις νήσους του συμπλέγματος της Δωδεκανήσου και τις παρακείμενες νησίδες. Ο Βρεταννός διοικητής των Συμμαχικών Δυνάμεων Κατοχής Δωδεκανήσου Ταξίαρχος Arthur Stanley Parker παρέδωσε στον σύζυγο της Πριγκιπίσσης Μαρίας (αδελφής του Βασιλέως Γεωργίου) Αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη την στρατιωτική διοίκηση των νήσων, υπογράφοντας σχετικό πρωτόκολλο, την 31η Μαρτίου 1947.

Από την ημέρα εκείνη, άρχισε η μεταβατική περίοδος της Ελληνικής Στρατιωτικής Διοικήσεως Δωδεκανήσου. Την 11η Ιουνίου, η ζώνη διαιρέθηκε σε τέσσαρες περιοχές (Ρόδου, Καλύμνου, Καρπάθου και Κω). Τότε, κατεγράφησαν μία προς μία οι νησίδες που υπάγονταν σε κάθε περιφέρεια ως παρακείμενες στις 14 μεγαλύτερες νήσους. Συνολικά, αναφέρονταν 41 νησίδες και 132 νησίδια. Την 9η Ιανουαρίου 1948, με το άρθρο 1 του Νόμου 518 «Περί προσαρτήσεως της Δωδεκανήσου εις την Ελλάδα» τερματίστηκε το μεταβατικό στάδιο της ελληνικής στρατιωτικής διοικήσεως. Την 7η Μαρτίου 1948, πραγματοποιήθηκε η επίσημη τελετή της ενσωματώσεως, παρουσία του βασιλικού ζεύγους, μελών της κυβερνήσεως και της στρατιωτικής ηγεσίας.

Ο Δήμαρχος Ρόδου Γαβριήλ Χαρίτος παρέδωσε συμβολικά στον Βασιλέα Παύλο το κλειδί της πόλεως και είπε:

«Το προαιώνιον όνειρον των Δωδεκανησίων πραγματοποιείται σήμερον και ολοκληρούται το εθνικόν έργον των. Με την συντελουμένην σήμερον ενσωμάτωσιν της πολυπαθούς Δωδεκανήσου εις την Μητέρα Ελλάδα τερματίζεται μία οδυνηρά περίοδος της ελληνικής ιστορίας και αρχίζει μία περίοδος νέα και πλήρης ελπίδων. Οι Δωδεκανήσιοι έχουν πλέον πλήρη επίγνωσιν της αποστολής των και γνωρίζουν ότι δια της ενώσεως θα συμβάλουν απ’ ευθείας εις την ευημερίαν, την πρόοδον και την ακμήν της Ελλάδος. Η δε συμβολή των αυτή θα είναι πιο πολυτιμοτάτη διά την εθνικήν πνευματικήν ανάπτυξιν και το μεγαλείον του Έθνους μας.

Μεγαλειότατοι!

Υπό το κράτος της πλέον ισχυράς συγκινήσεως δια την εξαιρετικήν εύνοιαν την οποίαν η τύχη επεφύλασσεν εις εμέ, παραδίδω εις Υμάς, τους ανταξίους συνεχιστάς της αίγλης των Βασιλέων του Βυζαντίου και του αειμνήστου αδελφού σας Γεωργίου του Β΄ του οποίου το πνεύμα θα σας είναι πιστός συμπαραστάτης, τας κλείδας της πόλεως της Ρόδου και των άλλων Δωδεκανήσων, με την διάπυρον ευχήν όπως συνεχίσετε την ένδοξον πορείαν Σας».

Ρόδος, 7 Μαρτίου 1948. Η επίσημη τελετή της ενσωματώσεως.

Στο σημείο αυτό, περατώνεται η περιήγηση στις δέλτους της ιστορίας και τα γρανάζια της διπλωματίας. Σήμερα, εβδομήντα έτη μετά, η ιταλική κατοχή αποτελεί μία μακρινή και δυσάρεστη ανάμνηση για τους κατοίκους των Δωδεκανήσων. Οι νήσοι αυτές ήταν, είναι και θα παραμείνουν ελληνικές!

 

I reali Savoia sbarcano a Rodi 19/05/1929

(Πηγή: Istituto Luce Cinecittà – Archivio Storico)

 

Ρόδος – Ιταλικά επίκαιρα (Πηγή: Kalymnos Archives)

Ο Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι Διεθνολόγος και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το παραπάνω κείμενο εκφωνήθηκε υπό μορφή διαλέξεως από τον συγγραφέα στη Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων της Ρόδου στις 2 Μαρτίου 2018.

Δάφνη Μουρέλου: West Side Story: Ιδεολογική προσέγγιση και κοινωνικές προεκτάσεις

100 χρόνια από τη γέννηση του Leonard Bernstein

Δάφνη Μουρέλου

West Side Story: Ιδεολογική προσέγγιση και κοινωνικές προεκτάσεις

Στις 25 Αυγούστου 1918, στην κωμόπολη Lawrence της Πολιτείας της Μασαχουσέτης γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους μουσικοσυνθέτες και αρχιμουσικούς του δευτέρου ημίσεως του 20ού αιώνα, ο Leonard Bernstein. Το συνθετικό του έργο καλύπτει μια ευρεία κλίμακα, από μιούζικαλ του Broadway έως όπερες και συμφωνικά έργα. Γνωστότερα είναι η τριλογία με θεματικό άξονα τη Νέα Υόρκη (On the Town -1944, Wonderful Town-1954, West Side Story-1957), οι τρεις συμφωνίες (αρ. 1 Jeremiah-1942, αρ.2 The Age of Anxiety-1949, αρ.3 Kaddish-1963), οι όπερες Trouble in Tahiti-1952, Candide-1973, A Quite Place-1983, τα μπαλέτα Fancy Free-1944 και Dybbuk-1974, τα χορωδιακά Chichester  Psalms-1965 και Missa Brevis-1988 καθώς και έργα μουσικής δωματίου. Το 1957, διαδέχθηκε τον Δημήτρη Μητρόπουλο ως διευθυντής της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης, όπου παρέμεινε ως το 1969. Κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980 συνεργάστηκε με τις μεγαλύτερες ορχήστρες των ΗΠΑ και της Ευρώπης, γεγονός που έχει αποθανατιστεί σε πλήθος ποιοτικών ηχογραφήσεων.  Η Clio Turbata τιμά, σήμερα, τη μνήμη μιας από τις πλέον χαρισματικές καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες της μεταπολεμικής εποχής, με ένα αφιέρωμα στο συγκεκριμένο εκείνο έργο, το οποίο κατέστησε τον Leonard Bernstein ιδιαίτερα δημοφιλή στο διεθνές στερέωμα και στo ευρύ κοινό.

Leonard Bernstein (1918 – 1990).

A. ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ Η ΔΟΜΗ ΤΟΥ

Η ταινία West Side Story προβλήθηκε για πρώτη φορά στους κινηματογράφους στις 18 Οκτωβρίου του 1961, και αποτελεί κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου μιούζικαλ, το οποίο είχε ανεβεί με αξιομνημόνευτη επιτυχία σε σκηνή του Broadway στις 26 Σεπτεμβρίου του 1957. Οι διαφορές ανάμεσα στο μιούζικαλ και την κινηματογραφική διασκευή είναι αμελητέες και είχαν να κάνουν  κυρίως με την σειρά εναλλαγής των σκηνών και των τραγουδιών.¹ Την ομάδα δημιουργίας του μιούζικαλ συν-υπέγραφαν οι Arthur Laurents (σενάριο), Stephen Sodnheim (στιχουργία), Leonard Bernstein (μουσική επένδυση), Jerome Robbins (χορογραφία-σκηνοθεσία), Robert E. Griffith και Harold Prince (παραγωγή). Στην κινηματογραφική εκδοχή του έργου την σκηνοθεσία συνυπέγραψαν οι Jerome Robbins και Robert Wise. Ο τελευταίος υπήρξε ταυτόχρονα και παραγωγός της ταινίας. Την διανομή ανέλαβε η εταιρία United Artists

Ορισμένοι ηθοποιοί συμμετείχαν και στις δυο διανομές. Μεταξύ άλλων, ο ελληνικής καταγωγής George Chakiris, ο οποίος πριν από την συμμετοχή του στην ταινία, είχε αναλάβει τον ρόλο του Riff στις παραστάσεις του West End.³ Αρχικά, ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Tony προορίζονταν για τον Elvis Presley, εν τέλει όμως δεν επιτεύχθηκε συμφωνία ανάμεσα στον δημοφιλή καλλιτέχνη και τους δημιουργούς της ταινίας. Ο ρόλος της Anita είναι ο μοναδικός δεύτερος ρόλος, ο οποίος ερμηνεύθηκε από ηθοποιούς πορτορικανικής καταγωγής και στις δυο περιπτώσεις. Τόσο στο αρχικό μιούζικαλ όσο και στη μεταγενέστερη κινηματογραφική ταινία, υπάρχουν ελάχιστοι ηθοποιοί πορτορικανικής καταγωγής. Οι τελευταίοι, ανέλαβαν δευτερεύοντες ρόλους στην συμμορία των Sharks.⁴ Η βιομηχανία του Hollywood ακολουθούσε πολιτική φυλετικών διακρίσεων σε ό,τι αφορά στην επιλογή Λατινοαμερικανών και Αφροαμερικανών ηθοποιών σε διανομές ταινιών, ειδικότερα εφόσον επρόκειτο για πρωταγωνιστικούς ρόλους.⁵ Σε γενικές γραμμές, οι ηθοποιοί λατινοαμερικανικής καταγωγής  συμπεριλαμβάνονταν σε ελάσσονες, μόνο, ρόλους. Στο χολιγουντιανό φαντασιακό, η αμερικανική ταυτότητα εξισώνονταν με την λευκή επιδερμίδα. Ως εκ τούτου, η ιδέα της “λευκότητας” αποτελεί κοινό τόπο στις κινηματογραφικές ταινίες της εποχής.⁶ Χαρακτηριστικοί είναι οι στερεοτυπικοί ρόλοι που δημιουργούνταν για τις ηθοποιούς λατινοαμερικανικής προέλευσης: η υπηρέτρια, το αντικείμενο του πόθου και της σεξουαλικής επιθυμίας, η οξύθυμη και αντιδραστική λατίνα. Με βάση τον τελευταίο, σκιαγραφείται και η προσωπικότητα της Anita στο West Side Story.

Οι συντελεστές του West Side Story στην παράσταση του Brodway. Από αριστερά προς τα δεξιά: Stephen Sondheim(στιχουργός),  Arthur Laurents (σεναριογράφος),  Harold Prince (συμπαραγωγός), Robert Griffith (συμπαραγωγός, καθιστός),  Leonard Bernstein (συνθέτης) και Jerome Robbins (χορογράφος).

H κινηματογραφική εκδοχή απέσπασε συνολικά εννέα βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων εκείνα της καλύτερης ταινίας, της καλύτερης σκηνοθεσίας και της καλύτερης χορογραφίας. Η ταινία έχει καταγραφεί στην ιστορία του κινηματογράφου ως μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες όλων των εποχών.

Οι αφίσες του της κινηματογραφικής ταινίας (1961)και του μιούζικαλ (1957).

Η πλοκή του έργου διαδραματίζεται στην δυτική πλευρά του Μανχάταν. Πρόκειται για μια ιστορία διαμάχης μεταξύ συμμοριών διαφορετικής καταγωγής. Οι Αμερικανοί Jets και οι Πορτορικανοί Sharks συγκρούονται για την κυριαρχία και τον έλεγχο της περιοχής, ενώ βρίσκονται υπό συνεχή καταδίωξη από τις αστυνομικές αρχές. Οι Jets αποζητούν την βοήθεια ενός πρώην συμμορίτη, του Tony. Σε έναν χορό που διεξάγεται στον “ουδέτερο” χώρο του γυμναστηρίου, ο Tony γνωρίζει την Maria, την αδελφή του αρχηγού των Sharks (Bernardo) και την ερωτεύεται. Το ζευγάρι κάνει σχέδια γάμου, ενώ ταυτόχρονα εντείνεται η διαμάχη μεταξύ των συμμοριών. Σε ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών χάνουν τη ζωή τους οι αρχηγοί των δύο ομάδων. Λίγο αργότερα δολοφονείται και ο Tony από τον “επίσημο” αγαπημένο της Maria σε μια προσπάθεια απόδοσης αντιποίνων, αλλά και λόγω ζήλιας, δίνοντας έτσι τραγικό τέλος στην ιστορία.⁸

Το West Side Story αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή του σεξπηρικού έργου Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Σε ένα αρχικό στάδιο, οι Laurents, Robbins και Bernstein είχαν κατά νου μια ιστορία αγάπης ανάμεσα σε έναν Ιταλοαμερικανό ρωμαιοκαθολικό και μια κοπέλα εβραϊκής καταγωγής. Ο τίτλος που προτάθηκε τότε για το έργο, ήταν East Side Story. Ωστόσο, η σκέψη αυτή εγκαταλείφθηκε σύντομα, καθώς παρόμοιο θέμα πραγματευόταν το δημοφιλές μιούζικαλ της Anne Nichols Abie’s Irish Rose. Ως εναλλακτική, προτάθηκε από τους Bernstein και Laurents μια ιστορία διαμάχης μεταξύ δυο αντιπάλων συμμοριών πορτορικανικής και αμερικανικής καταγωγής. Το θέμα αυτό ήταν ιδιαίτερα επίκαιρο, καθώς η εισροή μεταναστών από την Καραϊβική είχε γνωρίσει έξαρση  κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Επιπλέον, την εποχή εκείνη μαίνονταν οι συγκρούσεις μεταξύ συμμοριών μέσα στην πόλη της Νέας Υόρκης. Ο Bernstein αναφέρει πως η ιδέα της ανάδειξης αντιπαραθέσεων μεταξύ συμμοριών ως θεμελιώδες στοιχείο της πλοκής, προήλθε από την ανάγνωση κεντρικών τίτλων μιας εφημερίδας της εποχής, όπου αναγραφόταν “Συγκρούσεις μεταξύ συμμοριών.”

Όταν γυρίστηκε το West Side Story βρισκόταν υπό ισχύ στις Η.Π.Α. ο κώδικας λογοκρισίας (1930-1968), ο οποίος όριζε τί ήταν θεμιτό και τί όχι στις κινηματογραφικές αναπαραστάσεις. Ανάμεσα στους γενικούς κανόνες του κώδικα συμπεριλαμβάνονταν η απαγόρευση της αναπαράστασης διαφυλετικών σχέσεων και γάμων, όπως επίσης και η απαγόρευση της αναπαράστασης ομοφυλοφιλικών σχέσεων. Επιπλέον, απαραίτητη θεωρούταν η επίδειξη σεβασμού προς την αμερικανική σημαία και κουλτούρα.¹º

Το West Side Story ανήκει στην κατηγορία του θεατρικού μιούζικαλ. Το είδος αυτό ακολουθεί την ιδέα του ευρωπαϊκού οπερατικού κανόνα περί ενότητας πλοκής, μουσικής και κίνησης, σε μια αρμονικά δομημένη ολότητα.¹¹ Το έργο έχει δεχτεί διάφορες προσαρμογές κατά καιρούς καθώς, πέραν από μιούζικαλ, έχει ανεβεί και υπό μορφή όπερας. Η ταινία αποτελεί μια ακόμη προσαρμογή του συγκεκριμένου έργου σε κινηματογραφικά δεδομένα. Παρόμοιες περιπτώσεις αποτελούν τα έργα The Sound of Music, My Fair Lady, Chicago κ.α..¹²

Η αφήγηση ακολουθεί γραμμική πορεία. Καθώς η ταινία αποτελεί προσαρμογή θεατρικού μιούζικαλ, παρατηρείται η ύπαρξη ορισμένων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, όπως είναι ο διάλογος ή ο μονόλογος υπό μορφή τραγουδιού, η πάλη και το αθλητικό παιχνίδι υπό μορφή χορού κ.ο.κ.. Τα χαρακτηριστικά αυτά βρίσκονται σε συνεχή εναλλαγή με πιο συμβατικά γνωρίσματα της κινηματογραφικής αφήγησης.

Επιπλέον, ακολουθείται ένας αντικειμενικός τύπος αφήγησης, καθώς ο αφηγητής δεν φαίνεται να προσκολλάται σε κάποιον από τους χαρακτήρες. Επίσης, οι πληροφορίες για τους κεντρικούς χαρακτήρες προκύπτουν με έναν γραμμικό τρόπο, ανάλογα με την εξέλιξη της πλοκής.¹³

Παρατηρείται ακόμη η χρήση τραγουδιών ως προάγγελων των επερχόμενων εξελίξεων. Τέτοιου είδους παραδείγματα αποτελούν τα τραγούδια Something’s coming και Tonight Quintet & Chorus. Στην πρώτη περίπτωση προοικονομείται η γνωριμία του Tony και της Maria (“Κάτι θα συμβεί”), και στην δεύτερη περίπτωση ο θάνατος των δύο αρχηγών (“Απόψε δεν θα βγει αυγερινός”). Επίσης, κατά την διάρκεια του Tonight Quintet & Chorus παρατηρείται η μοναδική ταυτοχρονία του έργου, κατά την οποία εναλλάσσονται πλάνα των Tony, Maria, Anita, Jets και Sharks,  με σκοπό την κλιμάκωση της έντασης, η οποία θα έχει ως κατάληξη τον ταυτόχρονο θάνατο των δύο αρχηγών, Bernardo και Riff.

West Side Story -Tonight Quintet & Chorus (1961)

Oι Leonard Bernstein, Kiri Te Kanawa και José Carreras ηχογραφούν το Tonight Quintet &  Chorus το 1988 στη Νέα Υόρκη, δυο χρόνια πριν από το θάνατο του συνθέτη

Συχνή επίσης είναι η χρήση ψευδωνύμων, καθώς η πρακτική αυτή είναι συνήθης μεταξύ των συμμοριών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα ψευδώνυμα είναι δηλωτικά των βασικών ιδιοτήτων των χαρακτήρων (ενδεικτικά : Action, Ice, Baby John, Big Deal, Snowboy). Γενικότερα, πρακτική της ονοματοδότησης συνδέεται με την πρόθεση ανάδειξης συγκεκριμένων νοημάτων στην εν λόγω ταινία.                       

Σε αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζει ενδιαφέρον ο χαρακτήρας του αγοροκόριτσου Anybodys. Η Anybodys είναι ένας χαρακτήρας με αμφισεξουαλικά χαρακτηριστικά.¹⁴ Θα μπορούσε να ενδεχομένως να θεωρηθεί πως η ονοματοδότηση του χαρακτήρα παραπέμπει σε μια φροϋδικού τύπου θεώρηση,  σύμφωνα με την οποία κάθε υποκείμενο-σώμα (anybody) διαθέτει από την φύση του διπλή σεξουαλικότητα.¹⁵ Από την άλλη, θα μπορούσε επίσης να υποδηλώνει ότι ο καθένας και η καθεμία μπορεί δυνητικά να εμφανίσει τάσεις απόκλισης από τους συμβατικούς ρόλους με τους οποίους επενδύεται η πατριαρχική θεώρηση των φύλων.

Με ανάλογο τρόπο, η ονομασία του Baby John παραπέμπει στην μαλθακότητα και στην έλλειψη της παραδοσιακής αρρενωπότητας, η οποία αποτελεί τον κανόνα για τα υπόλοιπα μέλη των συμμοριών (συμμετοχή σε καβγάδες κ.ο.κ.).¹⁶ Tο όνομα της Maria υποδηλώνει αγνότητα και θρησκευτικότητα, κάτι το οποίο ενισχύεται από την λευκή ενδυμασία της, όπως επίσης και από τους στίχους του ομώνυμου τραγουδιού “Πες το αργά (το όνομα Maria) και ακούγεται σαν προσευχή.” Αναλόγως, η ονομασία του Doc, ιδιοκτήτη του τοπικού καφενείου, ενός προσώπου που επιχειρεί μάταια να λειτουργήσει μεσολαβητικά, συνδέει τον συγκεκριμένο χαρακτήρα με τις βασικές ιδιότητες ενός γιατρού, ο οποίος, μέσω της ορθολογικής επιστήμης, επιχειρεί την ίαση των ασθενειών. Εν προκειμένω, πρόκειται για την “κοινωνική ασθένεια” της ανήλικης εγκληματικότητας.

Γύρω από μια ανάλογη φιλοσοφία κινούνται οι ονομασίες των συμμοριών Jets και Sharks. Μέσω της ονομασίας των Αμερικανών Jets υποδηλώνεται συνεχής, δυναμική κίνηση και τεχνολογική εξέλιξη. Στην ίδια φιλοσοφία, η ονομασία των Πορτορικανών Sharks μπορεί να συνδεθεί με χαρακτηριστικά αγριότητας, πρωτογονισμού, κανιβαλισμού και βίας. Σύμφωνα με την Negron-Muntaner, ο διαχωρισμός των ονομασιών Jets / Sharks συγκροτεί περαιτέρω εννοιολογικές διχοτομήσεις όπως: τεχνολογία  / πρωτογονισμός, Δύση / μη-Δύση, λευκότητα / μη-λευκότητα.¹⁷

O ίδιος ο τίτλος του έργου (West Side Story) κινείται γύρω από έναν άξονα διπλής σημασιοδότησης. Αφενός, το επίθετο West αναφέρεται στην περιοχή του Δυτικού Μανχάταν, στην οποία εξελίσσεται η πλοκή. Αφετέρου, στο πλαίσιο μιας πιο διευρυμένης σημασιοδότησης, ενδέχεται να παραπέμπει στον δυτικό πολιτισμό γενικότερα, εφόσον ο τίτλος δεν περιλαμβάνει ξεκάθαρη αναγωγή της πλευράς (Side) σε κάποιο μέρος ή κάποια συγκεκριμένη περιοχή.

Sharks (αριστερά) και Jets (1961).

Ήδη αναφέρθηκε πως οι ηθοποιοί λατινοαμερικάνικης καταγωγής αντιμετωπίζονταν από την βιομηχανία του Hollywood κατά τρόπο που ενίσχυε περαιτέρω φυλετικές διακρίσεις (τυποποίηση ρόλων, μη συμπερίληψη σε διανομές κ.ο.κ.). Σε αυτό το πλαίσιο, η χρήση συγκεκριμένων τεχνασμάτων για την αναπαράσταση γηγενών Αμερικανών και Πορτορικανών μεταναστών είναι χαρακτηριστική. Το σκούρο χρώμα της επιδερμίδας του Bernardo είναι τεχνητό, καθώς ο Chakiris  είναι ελληνικής καταγωγής. Άλλωστε, ο ίδιος ηθοποιός εναλλασσόταν μεταξύ εκ διαμέτρου αντίθετων ρόλων, καθώς είχε αναλάβει την ερμηνεία του ρόλου του Riff, αρχηγού των Jets, στις παραστάσεις του West End. Επιπλέον, τα τεχνητά, υπέρξανθα μαλλιά των περισσότερων Jets λειτουργούν ενισχυτικά προς την παγίωση διχοτομιών σε ένα αρχικό, οπτικό, επίπεδο καθώς με την βοήθεια του μακιγιάζ γίνεται εφικτή μια επιτηδευμένη αναπαράσταση του εννοιολογικού διπόλου λευκότητας / μη-λευκότητας.                                                                                                                          

Η τεχνητή λατινοαμερικανική προφορά των George Chakiris και Natalie Wood λειτουργεί συμπληρωματικά προς μια μη ρεαλιστική αναπαράσταση των Πορτορικανών στην συγκεκριμένη ταινία.¹⁸ Επίσης, κατά την εξέλιξη της πλοκής δεν γίνεται χρήση της ισπανικής γλώσσας από τους Πορτορικανούς χαρακτήρες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όπως ο σύντομος διάλογος της Maria με τον πατέρα της, η σκηνή στο γυμναστήριο, και η χρήση κάποιων εκφράσεων (“Buenas Noches”, “Por Favor”).

Η ταινία δέχτηκε εξαιρετικές κριτικές. H New York Herald Tribune εξήρε την ενότητα πλοκής και χορογραφίας και η New York Daily News το χαρακτήρισε ως ένα “εξαιρετικό και υπέρ-μοντέρνο μουσικό δράμα” το οποίο αποτελούσε σημαντική συμβολή στην εξέλιξη του αμερικανικού μουσικού θεάτρου. Επίσης, το Time Magazine επαίνεσε το έργο για την απόφαση να θίξει τα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα της μετανάστευσης και της ανήλικης εγκληματικότητας, όπως επίσης και για την διάθεση να αναδειχτεί η δυναμική της νεολαίας.¹⁹

Ωστόσο, υπήρξαν και λιγότερο καλές κριτικές οι οποίες μιλούσαν για εξιδανικευμένη απόδοση της ανήλικης εγκληματικότητας, όπως επίσης και για στερεοτυπική αναπαράσταση των Πορτορικανών. Επιπλέον, το έργο δέχτηκε κακή κριτική σε ότι αφορά την μη συμπερίληψη Πορτορικανών ηθοποιών στη διανομή πέραν της Moreno και ορισμένων άλλων στους οποίους εναποτέθηκε η ερμηνεία δευτερευόντων ρόλων.²º Ακόμη, το τραγούδι America δέχτηκε επανειλημμένα κριτικές ως προς το ιδεολογικό του περιεχόμενο καθώς θεωρήθηκε ότι διχάζει πολιτικά και ιδεολογικά τους Πορτορικανούς ανάμεσα σε εθνικιστές και αφομοιωμένους από την αμερικανική κουλτούρα.²¹

B. Ο ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Η ΧΡΟΝΙΚΗ – ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

1)  Η “Κουζίνα του Διαβόλου”

Η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται στη Νέα Υόρκη, στην δυτική πλευρά του Μανχάταν – γνωστή και ως “ Κουζίνα του Διαβόλου” (“Hell’s Kitchen”). Πρόκειται για μια υποβαθμισμένη και κακόφημη περιοχή, ανάμεσα στην 34η και 57η οδό, που εκτείνεται από την 8η λεωφόρο μέχρι τον ποταμό Hudson. Η διαμόρφωση της περιοχής ξεκίνησε στα μέσα του 19ου αιώνα με την προσέλευση μεταναστών κυρίως από την Ιρλανδία. Μετά την λήξη του Αμερικανικού Εμφυλίου (1865), ο πληθυσμός αυξήθηκε δραματικά με αποτέλεσμα τη δημιουργία πραγματικού συνωστισμού. Οι εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και η φτώχεια είχαν ως αποτέλεσμα τη σύσταση πολλαπλών συμμοριών που ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της περιοχής. Από τις αρχές του 20ου αιώνα, η δυτική πλευρά του Μανχάταν είχε αποκτήσει την φήμη της “πιο επικίνδυνης περιοχής της Αμερικανικής Ηπείρου”. Η βία κλιμακώθηκε κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1920 με την επιβολή της ποτοαπαγόρευσης, καθώς οι αποθήκες της δυτικής πλευράς μετατράπηκαν σε κέντρα παράνομης διακίνησης αλκοόλ. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1950, ένα μεγάλο κύμα Πορτορικανών μεταναστών εγκαταστάθηκε στην περιοχή. Η σύγκρουση με τους ντόπιους κατοίκους αποτελεί το κεντρικό θέμα της ταινίας. Η κακή φήμη της δυτικής πλευράς διατηρήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα. Ωστόσο, κατά τις τελευταίες δεκαετίες η περιοχή ακολουθεί μια σταδιακή πορεία αναβάθμισης, καθώς, λόγω εγγύτητας με το κέντρο της πόλης και τα θέατρα του Broadway αποτελεί πλέον έναν αρκετά δημοφιλή τόπο διαβίωσης.²²

West Side Story – Hell’s Kitchen (1961)    

2) Η αμερικανική επικυριαρχία επί του Πουέρτο Ρίκο και η μετανάστευση στη Νέα Υόρκη

Κεντρικό διακύβευμα του έργου είναι το θέμα της μετανάστευσης των Πορτορικανών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και συγκεκριμένα, προς την πόλη της Νέας Υόρκης. Μετά το τέλος του ισπανο-αμερικανικού πολέμου (1898) έως και σήμερα, το Πουέρτο Ρίκο βρίσκεται υπό το καθεστώς αμερικανικής επικυριαρχίας.²³ Σύντομα συγκροτήθηκε ο αποικιοκρατικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο ο Πορτορικανικός λαός, στερούνταν ικανοτήτων αυτοδιαχείρισης και αυτοκυβέρνησης. Στο αμερικανικό φαντασιακό, οι Πορτορικανοί αντιμετωπίζονταν ως οι πολιτισμικά κατώτεροι “άλλοι”. Κατά συνέπεια, από πολύ νωρίς διαμορφώθηκε ένα δόγμα εξαμερικανισμού του Πουέρτο Ρίκο, σύμφωνα με το οποίο, μέσω του νέου αποικιακού καθεστώτος, θα επιτυγχάνονταν οικονομική ευμάρεια και “ανοδική” πολιτισμική πορεία.²⁴

Το 1917 οι κάτοικοι του νησιού έλαβαν την αμερικανική υπηκοότητα και κατ επέκταση, τη δυνατότητα ελεύθερης μετεγκατάστασης στις Η.Π.Α..²⁵ Κατά τη δεκαετία του 1920, ένας μικρός, σχετικά, αριθμός έκανε χρήση του παραπάνω δικαιώματος. Το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα μετακινήθηκε προς την ενδοχώρα έπειτα από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κορύφωση του φαινομένου σημειώθηκε κατά την δεκαετία του 1950.²⁶ Οι μετανάστες εγκαταστάθηκαν στα μεγάλα αστικά κέντρα  προσβλέποντας σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης.²⁷ Η πρακτική της μετανάστευσης αντιμετωπίζονταν ως μέσο επίλυσης των σοβαρών προβλημάτων, τα οποία μάστιζαν το νησί του Πουέρτο Ρίκο. Τα σημαντικότερα από αυτά ήταν ο υπερπληθυσμός, η περιορισμένη αγορά εργασίας, οι ανεπαρκείς επαγγελματικές ευκαιρίες και οι μεγάλες ανισότητες ως προς την διανομή του πλούτου.²⁸

Η φορά του μεταναστευτικού ρεύματος.
Ομάδα Πορτορικανών μεταναστών αποβιβάζεται το 1947 στο αεροδρόμιο Newark της Νέας Υόρκης.

Οι Πορτορικανοί ευελπιστούσαν στην είσοδό τους στην αγορά εργασίας ως ανειδίκευτοι ή ημι-ειδικευμένοι εργάτες, καθώς οι περισσότεροι προέρχονταν από χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Η πλειοψηφία των μεταναστών κατά την πενταετία 1955-1960 εγκαταστάθηκε στην Νέα Υόρκη. Η ιδιαίτερη προτίμηση των Πορτορικανών προς τη συγκεκριμένη πόλη σχετίζεται με το γεγονός ότι υπήρχε  μεγάλη προσφορά τέτοιου είδους θέσεων εργασίας.

Επιιλέον, τα φτηνά αεροπορικά εισιτήρια με προορισμό τη Νέα Υόρκη, διευκόλυναν ιδιαίτερα την εκροή προς τη μεγαλούπολη.²⁹ Χαρακτηριστικά, το 1953, μέσα σε ένα μόνο έτος, προσήλθαν 75.000  μετανάστες, ενώ το 1964 η πορτορικανική κοινότητα της μητρόπολης ισοδυναμούσε με το 9,3% του συνολικού πληθυσμού της.³º Οι μετανάστες εγκαταστάθηκαν στα ήδη διαμορφωμένα γκέτο των έγχρωμων της πόλης (Χάρλεμ, Μπρονξ, Μπρούκλιν, ανατολική πλευρά του Μανχάταν).³¹ Ο μεγαλύτερος αριθμός εγκαταστάθηκε στο Ανατολικό Χάρλεμ, διαφορετικά γνωστό και ως “Ισπανικό Χάρλεμ” εξ αιτίας της εισροής αυτής. Στο πλαίσιο της προσπάθειας να εδραιώσουν και να αναπτύξουν τις νεοσύστατες κοινότητες, οι Πορτορικανοί άνοιξαν μικρές επιχειρήσεις. Επιπλέον,  ιδιαίτερη άνθιση γνώρισε η μουσική του Πουέρτο Ρίκο από καλλιτέχνες όπως οι Rafael Hernandez και Pedro Flore, οι οποίοι διαμόρφωσαν το δημοφιλές “Trio boricano”. Ωστόσο, υπήρχαν και περιπτώσεις παραβατικών συμπεριφορών.³² Ενδεικτική είναι η περίπτωση του δεκαεξάχρονου συμμορίτη Salvador Argon, ο οποίος διέπραξε διπλή δολοφονία στο πλαίσιο ενός καβγά μεταξύ συμμοριών στην περιοχή του Δυτικού Μανχάταν το 1959. Στα αμερικανικά δικαστικά χρονικά, έχει καταχωριστεί ως το νεότερο σε ηλικία άτομο, στο οποίο επιβλήθηκε θανατική καταδίκη.³³ Η ποινή μετατράπηκε αργότερα σε ισόβια κάθειρξη. Το 1998 ανέβηκε στο Broadway ένα μιούζικαλ των Paul Simon και Derek Walcott με τίτλο The Capeman, εμπνευσμένο από τη ζωή και την παραβατική δραστηριότητα του Salvador Argon.

O ρατσισμός σε βάρος των Πορτορικανών μεταναστών ήταν έντονος και η απαγόρευση εισόδου σε δημόσιους χώρους συχνή. Χαρακτηριστική είναι η σχετική επιγραφή στις εισόδους ορισμένων χώρων εστίασης όπου αναγραφόταν ότι “Δεν επιτρέπονται σκύλοι και Πορτορικανοί”. Κατά την δεκαετία του 1950, με την ίδρυση του Εθνικού Κόμματος του Πουέρτο Ρίκο και την απόπειρα δολοφονίας του προέδρου των Η.Π.Α. Harry Truman από Πορτορικανούς εθνικιστές (Νοέμβριος 1950), οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο ο ρατσισμός και οι διακρίσεις.³⁴

Anthony Krzesinski, ένα από τα θύματα του διπλού φονικού του 1959, με δράστη τον Salvador Argon. Ο παραλληλισμός  με το West Side Story (η πορτορικανική καταγωγή του θύτη, η αντίστοιχη πολωνική και το όνομα του θύματος) είναι αναπόφευκτος.

3) Πορτορικανοί μετανάστες και εθνική ταυτότητα

Σύμφωνα με τον Duany, στις αρχές του 20ου αιώνα ξεκίνησε η συγκρότηση ενός έντονου εθνικιστικού λόγου με κυρίαρχα χαρακτηριστικά την ισπανοφιλία και την αναγωγή της πορτορικανικής κουλτούρας σε ισπανικές ρίζες, τον αντιαμερικανισμό, τον ανδροκεντρισμό και την πατριαρχία, την ξενοφοβία, την ομοφοβία και τον ρατσισμό απέναντι στους έγχρωμους. Ως εκ τούτου, οι εθνικιστές εξήραν κομβικές πτυχές της ισπανικής κληρονομιάς, όπως η ισπανική γλώσσα και ο καθολικισμός. Τα χαρακτηριστικά αυτά θεωρούνται καθοριστικά για την διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας των Πορτορικανών.³⁵

Ωστόσο, φαίνεται πως οι μετανάστες ή αλλιώς “Νεο-ρικανοί” έχουν διαμορφώσει μια υβριδική ταυτότητα, καθώς στην πλειοψηφία τους υιοθετούν διπλή γλώσσα και κουλτούρα. Οι μετανάστες, ιδιαίτερα από την δεύτερη γενιά κι έπειτα, μιλούν τόσο την αγγλική, όσο και την ισπανική γλώσσα, έχοντας δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα, τα ισπανο-αγγλικά (spanglish). Επιπλέον,  από νωρίς συνδύαζαν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της κουλτούρας τους με εκέινα της αμερικανικής. Η ιδιαιτερότητα της εθνικής ταυτότητας των Νεο-ρικανών φαίνεται πως προέκυψε εξαιτίας των συνεχών μετακινήσεων προς τις Η.Π.Α. ήδη από την δεκαετία του 1960, αν όχι και νωρίτερα. Οι μετακινήσεις αυτές πραγματοποιούνταν με αρκετή ευκολία λόγω της έλλειψης γραφειοκρατικών διαδικασιών. Οι Πορτορικανοί διέθεταν αμερικανική υπηκοότητα και επομένως η έκδοση βίζας ή ανάλογων εγγράφων δεν ήταν απαραίτητη. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι οι Πορτορικανοί περιγράφονται ως ένα “έθνος υπό κίνηση”. Έτσι, τα όρια της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας των Νέο-Ρικανών είναι δυσδιάκριτα, καθώς συγκροτούνται με βάση ένα συνονθύλευμα επιρροών από δυο διαφορετικές κουλτούρες.³⁶

4) Ρατσισμός, Επιμειξία, Ενδογαμία

Οι έννοιες του ρατσισμού, της επιμειξίας και της ενδογαμίας αποτελούν θεμελιώδη διακυβεύματα, τα οποία τίθενται υπό πραγμάτευση στο West Side Story. Πέραν του ρατσισμού, τον οποίο υφίσταντο οι Νεο-ρικανοί από τους γηγενείς Αμερικανούς, υπήρχε ιδιαίτερα έντονος ρατσισμός μεταξύ των ίδιων των Πορτορικανών ανάμεσα σε λευκούς και εγχρώμους. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στο νησί του Πουέρτο Ρίκο υφίσταντο ταξινομήσεις με γνώμονα τις διάφορες διαβαθμίσεις των χρωμάτων της επιδερμίδας.³⁷

Σε ό,τι αφορά την ενδογαμία, φαίνεται πως δεν αποτελεί ιδιαίτερα διαδεδομένη πρακτική ανάμεσα στους Πορτορικανούς. Αντιθέτως, οι διαφυλετικοί γάμοι είναι αρκετά διαδεδομένοι, κυρίως ανάμεσα σε ανθρώπους, οι οποίοι προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα. Σύμφωνα με την Gordon, η πρακτική της επιμειξίας αποτελεί ένα είδος παράδοσης, αφού πάνω από το 85% του πληθυσμού του Πουέρτο Ρίκο είναι, στην ουσία, ένα “μείγμα” φυλών.³⁸ Επιπλέον, ο διαφυλετικός γάμος εθεωρείτο ως μέσο για το προοδευτικό άνοιγμα του χρώματος του δέρματος λόγω του έντονου ρατσισμού έναντι των Πορτορικανών με σκουρόχρωμη επιδερμίδα. Η λευκή επιδερμίδα αποτελούσε ένα ιδανικό για τους κατοίκους του Πουέρτο Ρίκο, καθώς ταυτιζόταν με κοινωνική καταξίωση.³⁹

5) Παραδοσιακή πορτορικανική μουσική και προσμίξεις

Η μουσική επένδυση του έργου από τον Leonard Bernstein διακρίνεται από έναν συνδυασμό λατινοαμερικανικών ρυθμών και στοιχείων εμπνευσμένων από την jazz. Το είδος latin-jazz διαμορφώθηκε κατά τις δεκαετίες 1930-1950 στην Νέα Υόρκη. Την εποχή εκείνη η jazz αποτελούσε μια ιδιαίτερα δημοφιλή μουσική μορφή στις Η.Π.Α. καθώς η παρουσία Κουβανών και Πορτορικανών μουσικών στην μητρόπολη ευνοούσε τέτοιου είδους πειραματισμούς.⁴º Οι δυο βασικές μουσικές φόρμες, που αναδεικνύονται ανάγλυφα στην μουσική επένδυση της ταινίας, είναι το mambo και το chacha. Οι φόρμες αυτές, θεωρούνται ως μετεξέλιξη των παραδοσιακών κουβανέζικων και πορτορικανικών son και danzón.⁴¹ Τα mambo και chacha αποτελούν μουσικές φόρμες, οι οποίες αναπτύχθηκαν μέσω προσμίξεων στη Νέα Υόρκη κυρίως από Λατινοαμερικανούς μουσικούς (Waxer, 1994). Παρά το γεγονός ότι η αυθεντικότητα του “λατινοαμερικανικού ήχου” συχνά τέθηκε υπό αμφισβήτηση, σταδιακά οι φόρμες αυτές έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς και ανάμεσα στους Λατινοαμερικανούς.⁴²

West Side Story – At the Gym (1961)

6) Πολωνοί μετανάστες στις Η.Π.Α.

Οι πρώτοι Πολωνοί μετανάστες κατέφθασαν στις Η.Π.Α. το 1608. Σε γενικές γραμμές, δεν αντιμετώπιζαν τις Η.Π.Α. ως  τόπο μόνιμης διαμονής. Αντιθέτως, στην πλειοψηφία τους επιθυμούσαν να αποκτήσουν μια πιο εύρωστη οικονομική κατάσταση με απώτερο σκοπό να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να κατακτήσουν μια υψηλότερη κοινωνική θέση. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αρκετοί Πολωνοί επέλεξαν το δρόμο της επιστροφής, ενώ ένας μεγάλος αριθμός αποφάσισε να παραμείνει μόνιμα στις Η.Π.Α..⁴³

Όπως οι περισσότεροι μετανάστες, οι Πολωνοί, στράφηκαν προς τα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι κυριότερες πόλεις, στις οποίες αναπτύχθηκαν πολωνικές κοινότητες, είναι το Σικάγο, η Νέα Υόρκη, η Βοστόνη, το Σαν Φρανσίσκο κ.α.. Στην πόλη της Νέας Υόρκης, η πολυπληθέστερη πολωνική κοινότητα διαμορφώθηκε στη συνοικία του Μπρούκλιν.⁴⁴

Η εθνική ταυτότητα των Πολωνών μεταναστών συγκροτείται κυρίως βάσει της πίστης στην Ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Σύμφωνα με τον Green, οι Πολωνοί διαμόρφωσαν την εθνική τους ταυτότητα μέσω της θρησκευτικής τους προσαρμογής στη χώρα υποδοχής. Η Ρωμαιοκαθολική πίστη λειτούργησε ως ο κυριότερος πολιτισμικός δεσμός των μεταναστών με το παρελθόν.⁴⁵ Πέραν τούτου, μέχρι και σήμερα οι Πολωνοί διατηρούν την πολιτισμική τους ταυτότητα μέσω συστηματικών συνεστιάσεων με παραδοσιακή μουσική, φαγητό και χορούς.⁴⁶

Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως η καταγωγή ενός εκ των πρωταγωνιστών (Tony) είναι πολωνική και οι Sharks τον αποκαλούν Polack”. Ο όρος αυτός έχει ρατσιστικές συνδηλώσεις, καθώς χρησιμοποιείται με προσβλητική και υβριστική διάθεση έναντι ατόμων πολωνικής καταγωγής.⁴⁷

Γ. ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

1) Επιμειξία και ενδογαμία

Στο έργο τίθεται το ζήτημα της επιμειξίας μεταξύ Αμερικανών και Πορτορικανών, όπως επίσης και το θέμα της ενδογαμίας μέσα στους κύκλους των μεταναστών. Ο κεντρικός άξονας της πλοκής περιστρέφεται γύρω από την δυνατότητα σύζευξης των δύο κεντρικών χαρακτήρων, οι οποίοι είναι διαφορετικής φυλετικής προέλευσης. Ο Tony είναι Aμερικανός πολωνικής καταγωγής και η Maria είναι Πορτορικανή μετανάστρια πρώτης γενιάς, καθώς, όπως η ίδια αναφέρει, βρίσκεται μόλις ένα μήνα στις Η.Π.Α.

Κατά την διάρκεια της πλοκής εκφράζονται απόπειρες διαφυλετικής συμφιλίωσης. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή του γυμναστηρίου όπου ο εκφωνητής παροτρύνει, εις μάτην, τις δυο πλευρές να συμφιλιωθούν μέσω του χορού. Επίσης, ο χαρακτήρας του Doc επιχειρεί διαρκείς απόπειρες συμφιλίωσης μεταξύ των δυο ομάδων. Επιπλέον, στους στίχους του τραγουδιού A boy like that / I Have a love, στο οποίο έρχονται σε αντιπαράθεση η Maria και η Anita, διαφαίνεται η άποψη ότι ο έρωτας είναι σε θέση να υπερνικήσει τόσο ηθικούς, όσο και φυλετικούς φραγμούς.

Στο ίδιο τραγούδι γίνεται αντιληπτή η ενδογαμική διάθεση των Πορτορικανών, καθώς η Anita παρακινεί την Maria να “παραμείνει στο είδος της” (“Stick to your own kind”). Παρόμοια άποψη εκφράζει ο Bernardo στην σκηνή του χορού, όπου χωρίζει απότομα την Maria από τον Tony, φωνάζοντας ότι δεν είναι “δικός” τους. Τόσο ο χαρακτήρας του Bernardo όσο και εκείνος της Anita αναπαρίστανται ως προκατειλημμένοι έναντι των Αμερικανών. Συχνά εκφράζουν την άποψη πως οι Αμερικανοί επιζητούν μονάχα την σεξουαλική εκμετάλλευση ενός κοριτσιού πορτορικανικής καταγωγής.

2) Ανήλικη εγκληματικότητα

Το θέμα της ανήλικης παραβατικής συμπεριφοράς είναι κεντρικής σημασίας στο West Side Story, καθώς οι Jets και Sharks αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα συγκρουσιακά προσανατολισμένων υποκουλτούρων.⁴⁸ Πρόκειται για ομάδες, οι οποίες είναι συνδεδεμένες με συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές δράσης και μέσω αυτών συγκροτούν την εδαφική τους ταυτότητα. Με τον όρο εδαφική ταυτότητα ή “αίσθηση εδαφικότητας”, εννοείται η εδαφική κατοχή, η άμυνα καθώς και η ιδεολογικοποίηση της περιοχής από τις υποκουλτούρες που κατοικούν εκεί. Η εδαφική ταυτότητα θεωρείται ως μια εκ των κυρίαρχων αιτιών της μη-κινητικότητας των ομάδων, καθώς συνήθως έχει ως αποτέλεσμα την γκετοποίησή τους και τη δημιουργία συνεκτικών ταυτοτήτων.⁴⁹

Συμμορίες ανηλίκων στους δρόμους της Νέας Υόρκης το 1955.

Οι Jets και Sharks βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση για τη διεκδίκηση της δυτικής περιοχής, ενώ υπάρχουν και “ουδέτεροι” χώροι μέσα στην περιοχή αυτή, όπως το γυμναστήριο. Η συμμετοχή σε αυτές τις συμμορίες λειτουργεί καθοριστικά για την διαμόρφωση ταυτότητας, καθώς σφυρηλατούνται διαχρονικοί οικογενειακοί δεσμοί, όπως αναφέρεται στο τραγούδι των Jets (Jet Song). Επίσης, φαίνεται πως οι συμμορίες διεξάγουν τις συγκρούσεις τους σύμφωνα με προκαθορισμένους όρους, οι οποίοι προκύπτουν κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών (Fair Fight).

Στο τραγούδι “Gee, Officer Krupkeγίνεται λόγος σχετικά με τα αίτια της ανήλικης παραβατικής συμπεριφοράς. Επρόκειτο για ένα κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο βρισκόταν σε έξαρση γενικότερα, αλλά και ειδικότερα στην περιοχή του Δυτικού Μανχάταν.  Μέσα από τους στίχους του τραγουδιού διαφαίνεται η άποψη ότι η εμφάνιση της ανήλικης εγκληματικότητας τροφοδοτείται από έναν συνδυασμό παραγόντων. Πρόκειται για ένα φαινόμενο, το οποίο ανάγεται σε προβληματικά οικογενειακά περιβάλλοντα, όπως επίσης και στην αναποτελεσματικότητα των κοινωνικών φορέων και των μέσων καταστολής. Δεν είναι τυχαίο ότι η αναπαράσταση της αστυνομίας στην ταινία γίνεται με πολύ αρνητικούς όρους. Εν κατακλείδι, η ανήλικη εγκληματικότητα εξισώνεται με κοινωνική αρρώστια (“Είμαστε κοινωνικά ασθενείς”).

West Side Story – Gee Officer Krupke!(1961)

3) Μετανάστευση και αμερικανικό όνειρο

Το τραγούδι America πραγματεύεται τα ζητήματα της μετανάστευσης και του αμερικανικού ονείρου. Στο εν λόγω τραγούδι, οι Πορτορικανοί λογομαχούν μεταξύ τους σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της μετανάστευσης προς τις Η.Π.Α.. Το συγκεκριμένο τραγούδι υπήρξε αντικείμενο αρνητικών σχολίων ως προς το ιδεολογικό του υπόβαθρο, καθώς θεωρήθηκε ότι διακρίνει τους Πορτορικανούς ανάμεσα σε εθνικιστές και αφομοιωμένους από την αμερικανική κουλτούρα.

Κατά την διάρκεια του τραγουδιού, οι γυναικείοι χαρακτήρες με επικεφαλής την Anita φαίνεται να εξαίρουν τα υλικά πλεονεκτήματα του αμερικανικού ονείρου (ακριβά αυτοκίνητα, τηλεόραση, τηλέφωνο, air conditioning κλπ.). Αντίθετα, οι άντρες καταφέρονται ενάντια στην ψευδαίσθηση του αμερικανικού ονείρου και αναδεικνύουν τις πραγματικές συνθήκες, μέσα στις οποίες αγωνίζονται να επιβιώσουν. Συγκεκριμένα, αναφέρονται στον ρατσισμό, στην φτώχεια, στο οργανωμένο έγκλημα και στην επίφαση ελευθερίας και ισότητας.

Ο χαρακτήρας της Anita συγκροτείται μέσα από πολλαπλές αντιθέσεις. Αφενός φαίνεται να εκφράζει ορισμένα χαρακτηριστικά του εθνικιστικού λόγου των Πορτορικανών, αφετέρου, εξαίρει την χειραφέτηση του γυναικείου φύλου στη νέα χώρα, ενώ φαίνεται να χλευάζει την μετανάστευση ως νοοτροπία. Χαρακτηριστική είναι η φράση, την οποία απευθύνει υποτιμητικά στον Bernardo :“Once an immigrant, always an immigrant. Επιπλέον, σε μεταγενέστερο σημείο της ταινίας, τον αποκαλεί, εκ νέου με υποτιμητική διάθεση, immigrantκαι τον επικρίνει για την άρνησή του να ενσωματωθεί στην καινούργια κουλτούρα. Με ανάλογη διάθεση, του απευθύνει σε προγενέστερο σημείο της ταινίας τον λόγο λέγοντας “Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο, το μυαλό σου ή η προφορά σου”. Σε γενικές γραμμές, φαίνεται να επικροτεί τη δυναμική του αμερικανικού ονείρου.

Μέσω του χαρακτήρα της Anita διαφαίνεται μια υποτιμητική στάση απέναντι στην παραδοσιακή κουλτούρα και την εθνική ταυτότητα των Πορτορικανών. Ταυτόχρονα, υιοθετείται μια εξιδανικευμένη εικόνα του αμερικανικού ονείρου. Ως εκ τούτου, μπορεί να θεωρηθεί πως μέσω του χαρακτήρα αυτού συγκροτείται το παρακάτω εννοιολογικό δίπολο:

μετανάστευση-αφομοίωση από την κυρίαρχη κουλτούρα-ευημερία

/

μετανάστευση-διατήρηση της εθνικής ταυτότητας-δυσπραγία

West Side Story – America (1961)


4) Ρατσισμός

 Στην ταινία γίνεται λόγος για τον ρατσισμό έναντι των μεταναστών, όπως επίσης και για τον ρατσισμό έναντι των παραβατικών ανηλίκων. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η προκατάληψη των μέσων καταστολής, έτσι όπως αποδίδεται, φαίνεται πως διαδραματίζει κομβικό ρόλο για την κλιμάκωση του φαινομένου.

Καθαρές αναφορές πάνω στο θέμα αυτό γίνονται στα τραγούδια Gee, Officer Krupke και America. Το ίδιο ισχύει στην σκηνή, όπου η Anita προσφεύγει στους Jets για βοήθεια. Όταν εισέρχεται στο καφενείο, αντιμετωπίζει συμπεριφορές εξευτελισμού και  ρήσεις του τύπου: “She is too dark to pass”. Στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει άμεση σύνδεση με την απαγόρευση εισόδου, την οποία αντιμετώπιζαν οι Πορτορικανοί σε ορισμένους δημόσιους χώρους.  Ανάλογους συνειρμούς προκαλεί η σκηνή, στην οποία ο αστυφύλακας διώχνει τους Sharks από το καφενείο.

Νεαροί μετανάστες στους δρόμους του Δυτικού Μανχάταν στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960.

Ωστόσο, ο ρατσισμός απέναντι στους μετανάστες δεν αναπαρίσταται μονόπλευρα. Οι Πορτορικανοί  υιοθετούν, από τη δική τους πλευρά, αντιαμερικανικές αντιλήψεις και συμπεριφορές. Ενδεικτικός είναι  ο, καθ όλα υποτιμητικός, χαρακτηρισμός του Tony από τους Sharks ως “Polack. Αυτές ακριβώς οι αντιαμερικανικές διαθέσεις παραπέμπουν ευθέως στον εθνικιστικό λόγο των Πορτορικανών.

5) Πατριαρχία

Η έννοια της πατριαρχίας συνδέεται κυρίως με την σκιαγράφηση των Πορτορικανών. Μέσω της σύνδεσης αυτής, για μια ακόμη φορά γίνεται παραπομπή στον εθνικιστικό  λόγο, όπως στην περίπτωση των εννοιών της ενδογαμίας και του ρατσισμού. Παρά το γεγονός ότι δεν γίνεται αναπαράσταση της οικογένειας, η έννοια της πατριαρχίας υποβόσκει στις σχέσεις μεταξύ αδελφών αντιθέτου φύλου, καθώς επίσης και  στις ετεροφυλοφιλικές σχέσεις.

Σε ό,τι αφορά  την πρώτη περίπτωση, χαρακτηριστική είναι η υπερπροστατευτικότητα του μεγάλου αδελφού Bernardo απέναντι στην Maria, καθώς δεν της επιτρέπει να ντύνεται προκλητικά, ενώ διεκδικεί λόγο σε οτιδήποτε σχετίζεται με τη συναισθηματική ζωή της αδελφής του. Ο Bernardo  εκφέρει την άποψη πως οι γυναίκες αποκτούν ουσιαστικό λόγο μετά την ένταξή τους σε κατάσταση γάμου και οικογένειας. Την θέση αυτή ενισχύει η τοποθέτηση των γυναικείων χαρακτήρων σε σχετικό χώρο εργασίας, δηλαδή, σε μαγαζί νυφικών.

Ο υποδεέστερος ρόλος του γυναικείου φύλου διαφαίνεται και στην πρόσληψη της ερωτικής σχέσης εκ μέρους της Maria, καθώς στο τραγούδι A boy like that / I Have a love φαίνεται να θεωρεί τον εαυτό της ως κτήμα του άντρα, με τον οποίο προτίθεται να συνάψει σχέση (“Τον αγαπάω, είμαι δική του.”). Επιπλέον, σύμφωνα με την Negron-Muntaner, στο τραγούδι I Feel Pretty  η Maria  φαίνεται να αποκτά συνείδηση του εαυτού της ως υποκειμένου μέσα από την προσοχή ενός λευκού, Αμερικανού άντρα (“Αισθάνομαι όμορφη, χαρούμενη, έξυπνη(….) γιατί με αγαπάει ένα υπέροχο αγόρι”).⁵º

Δ. ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ

Θεμελιώδης, στο σημείο αυτό, είναι η έννοια της ιδεολογίας, όπως αναδεικνύεται μέσα από την διερεύνηση θεματικών που αποτελούν εξουσιαστικά διακυβεύματα. Το ενδιαφέρον εδώ στρέφεται προς την αναζήτηση θεματικών, γύρω από τις οποίες “παίζεται κάποιο παιχνίδι ανταγωνισμού με στόχο την άσκηση εξουσίας (προς πάσα κατεύθυνση) ή την αντίσταση σε αυτήν”.⁵¹

Η αναπαράσταση των Πορτορικανών συγκροτεί ορισμένα χαρακτηριστικά του εθνικιστικού λόγου καθώς αποδίδονται ως ενδογαμικοί και φοβούμενοι τις διαφυλετικές προσμίξεις. Στο σημείο αυτό παρατηρείται μια ασυνέχεια σε σχέση με την ισχύουσα πραγματικότητα, καθώς όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι διαφυλετικοί γάμοι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πορτορικανικής κουλτούρας. Επιπλέον, η διαφυλετική ένωση ήταν ιδιαίτερα επιθυμητή  στους κύκλους των Πορτορικανών, ιδίως όταν επρόκειτο να αποδώσει απόγονους με λευκότερη επιδερμίδα.

Όπως σημειώνει η Negron-Muntaner, παρά το γεγονός ότι η Maria και ο Tony είναι πρόθυμοι να παντρευτούν, ο θάνατος του τελευταίου εμποδίζει τη σύζευξη από το να γίνει πραγματικότητα. Κατ αυτόν τον τρόπο, δίνεται στο κοινό η ευκαιρία να “απολαύσει” το διαφυλετικό ειδύλλιο, χωρίς το τελευταίο να έχει επίφοβη κατάληξη, δηλαδή, γάμο και τη συνακόλουθη δημιουργία απογόνων. Γύρω από την ίδια λογική κινείται η μη επιλογή Πορτορικανών ηθοποιών, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τις παρεμβάσεις του μακιγιάζ σε ό,τι αφορά το χρώμα της επιδερμίδας και των μαλλιών.⁵² Επομένως,  το έργο συμμορφώνεται με τις οδηγίες του κώδικα λογοκρισίας, σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύονταν αναπαραστάσεις διαφυλετικών γάμων.

Ο μύθος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας μεταφερμένος στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης. Η σκηνή του μπαλκονιού με τους Richard Beymer (Tony) και Natalie Wood (Maria) στην κινηματογραφική εκδοχή του 1961.

Με την πλασματική εναπόθεση διαφυλετικών ανησυχιών στους Πορτορικανούς χαρακτήρες, δημιουργείται μια ιδεολογική συνέχεια, σύμφωνα με την οποία οι Aμερικανοί, ως λαός, είναι δεκτικοί απέναντι σε τέτοιου είδους πρακτικές. Η παραπάνω θέση προκύπτει από την στάση του Tony, αλλά και των περισσοτέρων Αμερικανών, οι οποίοι δεν δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην εθνικότητα της Maria. Επομένως, συγκροτείται ιδεολογικά η θέση ότι η πρακτική του διαφυλετικού γάμου αποτελεί προκατάληψη των Πορτορικανών ενώ, αντίθετα, οι Αμερικανοί δείχνουν κατανόηση έναντι του συγκεκριμένου, αυτού, ζητήματος. Στην πραγματικότητα, ισχύει το ακριβώς αντίθετο.

Σχετικά με την αναπαράσταση της εθνικής ταυτότητας των Πορτορικανών, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως παρατηρούνται συνέχειες σε ό,τι αφορά ορισμένα χαρακτηριστικά του εθνικιστικού λόγου. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται μια επιπλέον συνέχεια, η οποία σχετίζεται με την πίστη στην καθολική εκκλησία. Πέραν, τούτων παρατηρούνται ασυνέχειες σε ό,τι αφορά τα χαρακτηριστικά της ισπανικής γλώσσας και της γενικότερης πολιτισμικής ταυτότητας των Νεο-ρικανών.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός οτι δεν ακούγονται ισπανικά πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Άπαντες χειρίζονται με χαρακτηριστική ευχέρεια και άνεση την αμερικανική γλώσσα, παρά το γεγονός ότι ορισμένοι, όπως η Maria, βρίσκονται μόλις ένα μήνα στις Η.Π.Α.. Η ισπανική προφορά των Bernardo και Maria είναι ανεπαίσθητη, ενώ έχει επικριθεί ως τεχνητή. Επιπλέον, είναι ουσιώδης η παρατήρηση που έγινε σχετικά με την σύσταση του βασικού εννοιολογικού δίπολου μέσα από την προσωπικότητα της Anita (μετανάστευση-αφομοίωση από την κυρίαρχη κουλτούρα-ευημερία / μετανάστευση-διατήρηση της εθνικής ταυτότητας-δυσπραγία). Η εναπόθεση της εξιδανικευμένης πρόσληψης της αμερικανικής κουλτούρας και του αμερικανικού ονείρου στον μοναδικό χαρακτήρα που ενσαρκώνεται από ηθοποιό πορτορικανικής καταγωγής, λειτουργεί ως μοχλός για την ισχυροποίηση της ιδεολογικής συνέχειας, η οποία σφυρηλατείται στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συγκρότηση της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας των Νεο-ρικανών χαρακτηρίζεται από μια συνθετότητα, καθώς διαμορφώθηκε μέσα από ένα συνονθύλευμα επιρροών, προερχομένων τόσο από την πορτορικανική, όσο και από την αμερικανική κουλτούρα. Αντίθετα, μέσα από τον μοναδικό “αυθεντικό” πορτορικανό χαρακτήρα της Αnita, συγκροτείται μια διάθεση αποκήρυξης κάθε ίχνους της πορτορικανικής κουλτούρας και συγχρόνως, εξιδανίκευσης του αμερικανικού ονείρου.

Μια ουσιώδης ανακολουθία μπορεί επίσης να παρατηρηθεί στην σκηνή όπου η Anita αναζητά τον Tony στο καφενείο του Doc. Με την είσοδό της στο καφενείο έρχεται αντιμέτωπη με την ρατσιστική συμπεριφορά των Jets. Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια βίαιη σκηνή, η μουσική υπόκρουση χρησιμοποιεί θέματα από τα δυο πιο χαρούμενα και χορευτικά κομμάτια του έργου (Mambo, America).

West Side Story – Αnita Taunting Scene(1961)

Σε ό,τι αφορά τον τρόπο απόδοσης των Πολωνών μεταναστών, επίσης παρατηρούνται ανακολουθίες σε σχέση με την ιστορική πραγματικότητα. Η εθνική και πολιτισμική ταυτότητα των Πολωνών μεταναστών διατηρείται μέχρι σήμερα με κυρίαρχο χαρακτηριστικό συγκρότησης την ισχυρή θρησκευτική ταυτότητα.

Η αναπαράσταση του Tony δεν συνάδει με κανένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Σε ολόκληρο το έργο γίνεται μια μόνο αναφορά στην σχέση του με την θρησκεία, μέσα από την οποία πληροφορούμαστε πως εκκλησιάζεται. Ωστόσο, δεν τον βλέπουμε ποτέ σε κατάσταση προσευχής, όπως βλέπουμε π.χ. την Maria. Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για ένα αγόρι, το οποίο, παρά την κεντροευρωπαϊκή καταγωγή του, φαίνεται να έχει ενσωματωθεί στην αμερικανική κουλτούρα. Χαρακτηριστική, άλλωστε, είναι η ευρεία κατανάλωση coca-cola από τον ίδιο, καθώς το συγκεκριμένο, αυτό, προϊόν συνδέεται σε συμβολικό επίπεδο με την κουλτούρα των Η.Π.Α.. Σε ανάλογη φιλοσοφία κινείται η αλλαγή του ονόματός από το σλαβικό Anton στο εξαμερικαρισμένο Tony. Επιπλέον, η αρχική απόπειρα της ανάληψης του ρόλου από τον Elvis Presley, αποκαλύπτει την διάθεση των δημιουργών να υπάρχει μια σύνδεση και μια συνέχεια μεταξύ του χαρακτήρα του Tony και της αμερικανικής κουλτούρας, καθώς ο Presley αποτελούσε και εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πλέον εμβληματικά σύμβολα.

Επομένως, με την μη αναπαράσταση των βασικών χαρακτηριστικών της ταυτότητας των Πολωνών μεταναστών, σφυρηλατείται η ιδεολογική συνέχεια μιας Αμερικής ως ομοιογενούς έθνους πριν από την έλευση των Πορτορικανών μεταναστών. Παρά το γεγονός ότι γίνονται αναφορές σχετικά με την πραγματική ανομοιογένεια του έθνους, η συγκρότηση των Αμερικανών χαρακτήρων και ιδιαίτερα του Tony, δομεί έναν διαφορετικό λόγο. Επιπλέον, η συστηματική σύνδεση του προϊόντος της coca-cola με την συμμορία των Jets λειτουργεί σε συμβολικό επίπεδο ως αναφορά σε μια ενιαία, ισχυρή εθνική κουλτούρα.

Με μια ενδεικτική συχνότητα κατά την διάρκεια της ταινίας, το προϊόν της coca-cola εμφανίζεται κατ εξακολούθηση αποκλειστικά σε σκηνές των Jets και του Tony. Το προϊόν αυτό επενδύεται με ιδιαίτερες συμβολικές και πολιτικές διαστάσεις καθώς αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση καταναλωτικού προϊόντος ταυτισμένου με την αμερικανική κουλτούρα. Από τις αρχές του 20ου αιώνα το προϊόν άρχισε να επεκτείνεται στις αγορές της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής, ενώ από την δεκαετία του 1940 κι έπειτα αποτελεί ένα αμερικάνικο προϊόν με παγκόσμια εμβέλεια.⁵³  Ωστόσο, η μεταπολεμική Ευρώπη αντιμετώπισε με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα την είσοδο της coca-cola στις εγχώριες αγορές καθώς εγείρονταν ανησυχίες σχετικά με μια επικείμενη “αμερικανοποίηση” της ηπείρου. Η ιδιαιτερότητα του προϊόντος και η ισχυρή αντίσταση, την οποία συνάντησε, έγκειτο στο γεγονός ότι περιέκλειε πολλαπλά πολιτισμικά, συμβολικά και πολιτικά νοήματα. Η coca-cola συνδέθηκε επιπλέον με τις αποικιοκρατικές πρακτικές των Η.Π.Α.. Χαρακτηριστικός είναι ο όροςcoca-colonizationως λογοπαίγνιο μεταξύ των λέξεων coca-cola και colonization (αποικιοκρατία). Ο Kuisel αναφέρει το παράδειγμα της μεταπολεμικής Γαλλίας, όπου το προϊόν αντιμετωπίζονταν ως συνώνυμο μιας  επικείμενης αποικιοκρατίας της Γαλλίας από την Αμερική. Η είσοδός του προϊόντος στην εγχώρια αγορά συνάντησε μεγάλη αντίσταση, ιδιαίτερα από το Γαλλικό Κομουνιστικό Κόμμα.⁵⁴

Σχετικά με τις σχέσεις εξουσίας και τους ρόλους μεταξύ των δύο φύλων, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, παρατηρείται συνέχεια ανάμεσα στην πατριαρχική αναπαράσταση των Πορτορικανών και τον εθνικιστικό λόγο. Σχετικά με την αναπαράσταση των Αμερικανών, παρουσιάζει ενδιαφέρον η περίπτωση των χαρακτήρων Anybodys και Baby John. Όπως αναφέρθηκε ήδη, οι ονομασίες των δυο χαρακτήρων είναι δηλωτικές της παρέκκλισης από τους συμβατικούς ρόλους που εναποτίθενται στα δύο φύλα στο πλαίσιο του πατριαρχικού λόγου. Αμφότεροι αποτελούν αντικείμενο χλευασμού από τους Jets. H Anybodys επιχειρεί να αποτινάξει κάθε χαρακτηριστικό του φύλου της, με στόχο να συμπεριληφθεί στην ανδροκρατούμενη συμμορία, ενώ ο Baby John προσπαθεί να αποκρύψει κάθε εκδήλωση συναισθημάτων. Όπως δηλώνουν οι Jets στο τραγούδι Cool, η ιδιότητα της ψυχραιμίας και της απόκρυψης των πραγματικών συναισθημάτων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση ενός άντρα.

West Side Story – Cool (1961)

Επομένως, και στην αναπαράσταση των Αμερικανών, το αντρικό φύλο συνδέεται με στερεοτυπικά πατριαρχικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, μέσω των δύο παρεκκλινόντων χαρακτήρων, συγκροτείται με έμμεσο τρόπο μια κριτική προς την πατριαρχική δομή της κοινωνίας. Και οι δύο, σε γενικές γραμμές, εμπνέουν συμπάθεια στον θεατή. Επομένως, μπορεί να υποστηριχτεί πως διαφαίνεται μια έμμεση κριτική προς τους δεδομένους ρόλους των δυο φύλων Η μη άμεση φύση των σχετικών αναφορών, προφανώς αποτελεί απόρροια των απαγορεύσεων του κώδικα λογοκρισίας.

Σχετικά με την έννοια της ανήλικης εγκληματικότητας, εκφράζεται ξεκάθαρα η άποψη πως το φαινόμενο αυτό συνιστά ένα είδος κοινωνικής ασθένειας. Επιπλέον, μέσα από την τακτική της ονοματοδότησης, η ονομασία του Doc λειτουργεί συμπληρωματικά στην όλη πρόσληψη της ανήλικης παραβατικότητας ως φαινομένου, το οποίο χρήζει ίασης. Ασκείται άμεση κριτική προς μια κατάσταση,   ευρισκόμενη σε έξαρση την εποχή δημιουργίας του έργου. Η εγκληματικότητα, γενικότερα, αποτελούσε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιοχής του Δυτικού Μανχάταν. Ωστόσο, δεν φαίνεται να δαιμονοποιούνται τα παραβατικά υποκείμενα. Αντιθέτως, ασκείται κριτική προς τις κοινωνικές δομές οι οποίες φέρουν ευθύνες για την διαμόρφωση και για την εξέλιξή τους. Στοχοποιούνται τα προβληματικά οικογενειακά περιβάλλοντα, η αναποτελεσματική δράση των κοινωνικών φορέων, και τέλος, η βιαιότητα και η προκατάληψη των μέσων καταστολής.

West Side StoryThe fight (1961)

                                            

Ε. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

To West Side Story είναι δομημένο πάνω σε πολλαπλές αντιθέσεις.  Σε μια πρώτη ανάγνωση, δίνεται η εντύπωση ότι η ταινία υπεραμύνεται της διαφυλετικής ισότητας και της άρσης των ρατσιστικών διακρίσεων καθώς οικοδομείται ένας κεντρικός άξονας γύρω από την υπεράσπιση του διαφυλετικού έρωτα μεταξύ του Tony και της Maria. Συγχρόνως, τίθενται από την πλευρά των μεταναστών τα κεντρικά προβλήματα, τα οποία αντιμετωπίζουν στη νέα χώρα. Ωστόσο, εντοπίζονται βασικές ανακολουθίες, οι οποίες παρεισφρέουν στον κεντρικό άξονα, με αποτέλεσμα να τον αποδυναμώνουν ιδεολογικά.

Οι χαρακτήρες της Anita και του Tony λειτουργούν ως μέσα ισχυροποίησης της αμερικανικής κουλτούρας και ομοιογένειας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι διαφυλετικές ανησυχίες αναλογούν, κατά ανακριβή τρόπο, στους Πορτορικανούς. Επιπλέον, ο ίδιος ο τίτλος του έργου προϊδεάζει για μια θέαση της ιστορίας υπό αμερικανική οπτική (West Side – Δύση – Η.Π.Α.). Η αλλαγή τίτλου από East Side Story σε West Side Story συνηγορεί υπέρ της παραπάνω θέσης (βλ. παραπάνω). Προς ανάλογη κατεύθυνση λειτουργεί η επιλογή του Δυτικού Μανχάταν ως τόπου διεξαγωγής της πλοκής. Στο σημείο αυτό παρατηρείται μια ακόμη ανακολουθία, καθώς στην πραγματικότητα η πολυπληθέστερη κοινότητα Πορτορικανών ήταν εγκατεστημένη στο Ανατολικό Χάρλεμ και η αντίστοιχη των Πολωνών στη συνοικία του Μπρούκλιν.

Η γοητευτική, κατά γενική ομολογία, μουσική επένδυση από τον Leonard Bernstein, παραπέμπει σε μια εξαμερικανισμένη εκδοχή των Πορτορικανών. Oι λατινογενείς μουσικές φόρμες, οι οποίες χρησιμοποιούνται, προέκυψαν από προσμίξεις λατινοαμερικανικών και νεοϋρκέζικων επιδράσεων μέσα στη χοάνη της μεγαλούπολης.

Ως προς την έννοια του ρατσισμού, είναι ουσιώδης η ανακολουθία σχετικά με την “χαρούμενη” μουσική υπόκρουση πίσω από τις ρατσιστικές συμπεριφορές σε βάρος της Anita. Η παραπάνω ασυνέχεια είναι ενδεικτική για την ανάγνωση του έργου σε ένα δεύτερο επίπεδο, λαμβάνοντας υπ όψιν το γεγονός ότι η Rita Moreno υπήρξε η μοναδική ηθοποιός πορτορικανικής καταγωγής, στην οποία είχε ανατεθεί κεντρικός ρόλος (την ίδια χρονιά βραβεύτηκε με το Όσκαρ καλύτερου δεύτερου γυναικείου ρόλου).

Σε επίπεδο πλοκής οι δύο από τους τρεις θανάτους αποτελούν αμερικανική απώλεια. Ακόμη, στο ξεκαθάρισμα λογαριασμών γίνεται σαφές πως κάθε προσπάθεια κατευνασμού από μέρους του Tony δεν έχει κανένα αποτέλεσμα απέναντι στον Bernardo (Sharks), ο οποίος φαίνεται αποφασισμένος να εξωθήσει την κατάσταση στα όρια. Ουσιαστικά, η σύγκρουση στην συγκεκριμένη σκηνή πυροδοτείται εξαιτίας της εμμονής του τελευταίου.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις σε συνδυασμό με την επιταγή της ενσάρκωσης πορτορικανών χαρακτήρων από μη πορτορικανούς ηθοποιούς, ως απόρροια της κεντρικής ιδέας περί “λευκότητας”  οδηγούν στο ακόλουθο συμπέρασμα: σε μια δεύτερη ανάγνωση, μπορεί να θεωρηθεί πως η πλοκή του West Side Story κινείται γύρω από μια επιφατική υπεράσπιση της διαφυλετικής ισότητας και της άρσης των ρατσιστικών διακρίσεων, ενώ ταυτόχρονα με υπόγειους τρόπους εκθειάζεται η υπεροχή της αμερικανικής κουλτούρας και η δυναμική του αμερικανικού ονείρου. Όπως επισημάνθηκε ήδη, είναι ιδιαίτερη η σημασία που δίνεται σε επίπεδο ονοματοδότησης. Η ονομασία των Jets παραπέμπει σε συνειρμούς δύναμης, κίνησης και τεχνολογικής εξέλιξης, ενώ η ονομασία των Sharks υποδηλώνει πρωτογονισμό, κανιβαλισμό και βία. Ως εκ τούτου, συγκροτούνται οι βασικές εννοιολογικές διχοτομήσεις με κυρίαρχο το δίπολο Δύση / μη-Δύση. Η σύσταση των παραπάνω διπόλων ισοδυναμεί με την κάλυψη ανακολουθιών, καθώς  μέσα από αυτήν την διαδικασία ανάγονται διαφορές, οι οποίες κατά κανόνα είναι μη αναγώγιμες, σε συμμετρικά και ισοδύναμα αντιθετικά σχήματα.⁵⁵

Γενικότερα, στο δυτικό φαντασιακό η έννοια της “πρωτόγονης” κοινωνίας λαμβάνει  μειονεκτικές διαστάσεις, καθώς συνδέθηκε κατά κόρον με την ανικανότητα απόκτησης θεμελιωδών ποιοτικών χαρακτηριστικών του  Δυτικού πολιτισμού, όπως η οργάνωση, ο εξευγενισμός και τα τεχνολογικά επιτεύγματα.⁵⁶ Στην σκέψη του Διαφωτισμού, οι πρωτόγονες κοινωνίες αντιμετωπίστηκαν ως το απαραίτητο “παιδικό στάδιο” από το οποίο όλες οι κοινωνίες έπρεπε να περάσουν.⁵⁷ Πίσω από πολλές ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές ερμηνείες της έννοιας του “πρωτόγονου” κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, ελλοχεύει μια θεώρηση του πολιτισμού στενά συνδεδεμένη με την έννοια της εξέλιξης των ειδών έτσι όπως διατυπώθηκε από τον Δαρβίνο. Κατά συνέπεια, στο πλαίσιο του κοινωνικού Δαρβινισμού η ερμηνεία της φυσικής επιλογής συνδέθηκε με την αντίληψη ότι οι ανθρώπινες ομάδες εξελίσσονται με διαφορετικές ταχύτητες. Στο συλλογικό φαντασιακό εντυπώθηκε η ιδέα ότι η Δύση αποτελεί το υψηλότερο παράδειγμα της εξέλιξης αυτής, κάτι το οποίο μπορούσε να αποδειχτεί και μέσω της κατάκτησης και ελέγχου αποικιών.⁵⁸  Η έννοια του “πρωτόγονου” συνδέθηκε κυρίως με τις κοινωνίες της Αφρικής, της Αμερικής (προ εποικισμού) και της Ωκεανίας, με τους χωρικούς, και με κάθε είδους παρεκκλίνοντες από το κοινωνικά αποδεκτό όπως σχιζοφρενείς, εγκληματίες, ομοφυλόφιλοι,  εκδιδόμενες γυναίκες κ.ο.κ..⁵⁹

Οι παραπάνω αντιλήψεις ενσωματώνονται στην πλειοψηφία των αποικιοκρατικών λόγων, και η αμερικανική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση. Με βάση τα παραπάνω, μπορεί να θεωρηθεί πως αντανακλώνται οι αποικιοκρατικές διαθέσεις των Η.Π.Α. με γνώμονα το κριτήριο της πολιτισμικής υπεροχής. Σύμφωνα με αυτό, οι πιο “πρωτόγονες” κουλτούρες οφείλουν να μπουν σε μια διαδικασία εκπολιτισμού, επιλέγοντας ως πρότυπο την υπερέχουσα κουλτούρα. Σε αντίθετη περίπτωση, αντιμετωπίζονται ως απειλή.

Συμπερασματικά, το West Side Story είναι μια ταινία, στην οποία εκθειάζεται με έντεχνα έμμεσο τρόπο η υπεροχή της αμερικανικής κουλτούρας απέναντι σε πιο παραδοσιακές, όπως η πορτορικανική. Κατ αυτόν τον τρόπο, τεκμηριώνεται και επικυρώνεται ο αποικιοκρατικός λόγος των Η.Π.Α. στην βάση της δυτικής πολιτισμικής ανωτερότητας. Το έργο φαίνεται να διατηρεί κριτική στάση απέναντι στα αίτια της ανήλικης εγκληματικότητας, μιας κοινωνικής πραγματικότητας με μεγάλες διαστάσεις την εποχή εκείνη. Οι αιτίες της παραβατικότητας εντοπίζονται σε προβληματικές και αναποτελεσματικές κοινωνικές δομές (οικογένεια, κοινωνικοί λειτουργοί, μέσα καταστολής). Το έργο φαίνεται επίσης να εκφράζει μια έμμεσα ριζοσπαστική διάθεση αναφορικά με τις σχέσεις εξουσίας και τους ρόλους μεταξύ των δυο φύλων, καθώς διακρίνεται μια κριτική στάση απέναντι στην ακαμψία των ρόλων, επάνω στους οποίους δομείται το πατριαρχικό μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας.

Η κληρονομιά του West Side Story σήμερα. “Μambo” με τον Gustavo Dudamel

H Δάφνη Μουρέλου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Εκπαίδευσης και Αγωγής στην Προσχολική Ηλικία του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, διπλωματούχος καθηγήτρια χορού (Α.Ε.Σ.Χ. “Ραλλού Μάνου”) και συντονίστρια του προγράμματος χορού (Dance Program Coordinator)  στο  Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδος (Deree – The American College of Greece).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  http: // en.wikipedia.org/wiki/West_Side_Story_(film)

² http: // en.wikipedia.org/wiki/West_Side_Story_(film)

³  http: // en.wikipedia.org/wiki/George_Tsakiris

  Frances Negron-Muntaner (2000), “Feeling Pretty, West Side Story and Puerto Rican Identity Discourses”, Social Text 63 Vol. 18 No 2, Duke University Press, σσ. 90-92.

Mary Caudle Beltran (2002), Bronze Seduction: The Shaping of Latina Stardom in Hollywood Film and Star Publicity, Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή, The University of Texas at Austin, σσ. 128-131.

 Mary Caudle Beltran (2002), ο.π. σσ. 133-139.

Mary Caudle Beltran (2002), ο.π. σ. 161.

  http: // en.wikipedia.org/wiki/West_Side_Story_(film)

  Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σσ.89-90.

¹º http: // en.wikipedia.org/wiki/Production_Code

¹¹ Geoffrey Block (1993), “The Broadway Canon from Show Boat to West Side Story and the European Operatic Ideal”, The Journal of Musicology Vol. 11 No 4, University of California Press, σσ. 541-542.

¹² http: // en.wikipedia.org/wiki/Musicals

¹³ Σχετικά με την τυπολογία της αφήγησης βλ. στο Κύρκος Δοξιάδης (1993), Ιδεολογία και Τηλεόραση, για την διασκευή ενός μυθιστορήματος, Αθήνα,  Πλέθρον, σ. 67

¹ Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π.,  σ. 99

¹⁵  Sigmund Freud (1994), Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας, Αθήνα, Επίκουρος, σ. 68

¹⁶ Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σ. 99.

¹⁷ Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σσ. 94-96.

¹ Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σ. 91.

¹⁹ http: // en.wikipedia.org/wiki/West_Side_Story_(film)

²º http: // en.wikipedia.org/wiki/West_Side_Story_(film)

²¹ Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π.,  σ. 93

²² http: // en.wikipedia.org/wiki/Hell%27s_Kitchen_Manhattan

²³ http: // en.wikipedia.org/wiki/Puerto_Rican_migration_to_New_York

² Jorje Duany (1996), “Imagining the Puerto Rican Nation: Recent Works on Cultural Identity”, Latin American Research Review Vol. 31, The Latin  American Studies Association,  σσ. 252-254.

²  http: // en.wikipedia.org/wiki/Puerto_Rican_migration_to_New_York

² Vilma Ortiz (1986), “Changes in the Characteristics of Puerto Rican Migrants from 1955 to 1980”, International Migration Review Vol. 20, The Center of  Migration  Studies of New York,  σσ. 612-613.

² Jorje Duany (1984), “Popular Music in Puerto Rico: Towards an Anthropology of “Salsa” ”, Latin America Music Review Vol. 5, University of Texas  Press, σ. 196

² Vilma Ortiz (1986), ο.π.,  σσ. 625-626.

²⁹  Jorje Duany (1984), ο.π., σσ. 612-613

³º  http: // en.wikipedia.org/wiki/Puerto_Rican_migration_to_New_York

³¹  Jorje Duany (1984), ο.π., σσ. 196-197

³²  http: // en.wikipedia.org/wiki/Puerto_Rican_migration_to_New_York

³³  http: // en.wikipedia.org/wiki/Salvador_Argon

³  http: // en.wikipedia.org/wiki/Puerto_Rican_migration_to_New_York

³ Jorje Duany (2000), “Nation on the Move: The Construction of Cultural Identities in Puerto Rico and the Diaspora”, American Ethnologist Vol. 27 No. 1, Blackwell  Publishing, σσ. 10-14.

³ Jorje Duany (2000), ο.π.,  σσ. 16-23.

³ Maxine W. Gordon (1949), “Race Patterns and Prejudice in Puerto Rico”, American Sociological Review Vol. 14, σ.298

³  Maxine W. Gordon (1949), ο.π.,  σσ. 299-300.

³ Jorje Duany (2000), ο.π., σ. 14.

⁴º Lise Waxer (1994), “Of Mambo Kings and Songs of Love: Dance Music in Havana and New York  from the 1930s to the 1950s”, Latin American Music Review  Vol. 15, University of Texas Press, σσ. 163-164.

¹ Για μια επεξήγηση των συνθηκών υπό τις οποίες οι βασικές κουβανέζικες μουσικές φόρμες υιοθετήθηκαν από την πορτορικάνικη παράδοση βλ. στο: Lise Waxer (1994), ο.π.,  σσ. 167-168.

⁴² Lise Waxer (1994), ο.π.,  σ. 163.

³  http: // en.wikipedia.org/wiki/Polish_American

⁴⁴ http: // en.wikipedia.org/wiki/Polish_American

⁴⁵ Victor R Greene (1966), “The Origins of Slavic Catholic Self-Consciousness in America”, Church History Vol. 35 No 4, Cambridge University Press,  σσ. 446-448.

⁴⁶ http: // en.wikipedia.org/wiki/Polish_American

⁴⁷ http: // en.wikipedia.org/wiki/Polack

⁴⁸ Aντώνης Ε. Αστρινάκης (1991), Νεανικές Υποκουλτούρες, παρεκκλίνουσες υποκουλτούρες της νεολαίας της εργατικής τάξης. Η βρετανική θεώρηση και η ελληνική εμπειρία, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση, σ. 15.

⁴⁹  Aντώνης Ε. Αστρινάκης (1991), ο.π., σσ. 26-30.

º Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σ. 95.

¹ Για μια αναλυτική προσέγγιση της συγκεκριμένης μεθοδολογίας ανάλυσης λόγου βλ. στο: Κύρκος Δοξιάδης (2008), Ανάλυση Λόγου, κοινωνικό-φιλοσοφική θεμελίωση, Αθήνα, Πλέθρον.                                                   

² Frances Negron-Muntaner (2000), ο.π., σσ. 91-92.

³ Richard F. Kuisel (1991),“Coca-Cola and the Cold War: The French Face Americanization 1948-1953”, French Historical Studies Vol. 17, Duke University Press, σ. 97

⁵⁴ Richard F. Kuisel (1991) ο.π.,, σ. 101

⁵⁵ Κύρκος Δοξιάδης (2008), οπ.π., σ. 299.

⁵⁶ Colin Rhodes (2005), Primitivism and Modern Art, London, Thames and Hudson, σ. 13.

⁵⁷ Frances S. Connelly (1995), The Sleep of Reason: Primitivism in Modern European Art and Aesthetics, 1725-1907, Pennsylvania, The Pennsylvania State University Press, σ. 5.

⁵⁸ Colin Rhodes (2005), ο.π., σσ. 15-17.

⁵⁹ Colin Rhodes (2005), ο.π., σ. 23

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αστρινάκης Αντώνης Ε. (1991), Νεανικές Υποκουλτούρες, παρεκκλίνουσες υποκουλτούρες της νεολαίας της εργατικής τάξης. Η βρετανική θεώρηση και η ελληνική εμπειρία., Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση
  • Δοξιάδης Κύρκος (1993), Ιδεολογία και Τηλεόραση, για την διασκευή ενός μυθιστορήματος, Αθήνα: Πλέθρον
  • Δοξιάδης Κύρκος (2008), Ανάλυση Λόγου, κοινωνικό-φιλοσοφική θεμελίωση, Αθήνα: Πλέθρον
  • Beltran Mary Caudle (2002), Bronze Seduction: The Shaping of Latina Stardom in Hollywood Film and Star Publicity, Αδημοσίευτη Διδακτορική Διατριβή, The University of Texas at Austin
  • Block Geoffrey (1993), “The Broadway Canon from Show Boat to West Side Story and the European Operatic Ideal”, The Journal of Musicology 11, University of California Press, σσ. 525-544
  • Connelly Frances S. (1995), The Sleep of Reason: Primitivism in Modern European Art and Aesthetics 1725-1907, Pennsylvania: The Pennsylvania State University Press
  • Duany Jorje (1984), “Popular Music in Puerto Rico: Toward an Anthropology of “Salsa” ”, Latin America Music Review 5 No 2, University of Texas Press, σσ. 186-216
  • Duany Jorje (1996), “Imagining the Puerto Rican Nation: Recent Works on Cultural Identity”, Latin American Research Review 31, The Latin American Studies Association, σσ. 248-267
  • Duany Jorje (2000), “Nation on the Move: The Construction of Cultural Identities in Puerto Rico and the Diaspora”, American Ethnologist 27, Blackwell Publishing, σσ. 5-30
  • Freud Sigmound (1994), Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας, Αθήνα: Επίκουρος
  • Gordon Maxine W. (1949), “Race Patterns and Prejudice in Puerto Rico”, American Sociological Review 14, American Sociological Association, σσ. 294-301
  • Greene Victor R. (1966), “The Origins of Slavic Catholic Self-Consciousness in America”, Church History 35, Cambridge University Press, σσ. 446-460
  • Kuisel Richard F. (1991),“Coca-Cola and the Cold War: The French Face Americanization 1948-1953”, French Historical Studies 17, Duke University Press, σσ. 96-116
  • Negron-Muntaner Frances (2000), “Feeling Pretty, West Side Story and Puerto Rican Identity Discourses”, Social Text 63 18, Duke University Press, σσ. 83-106
  • Ortiz Vilma (1986), “Changes in the Characteristics of Puerto Rican Migrants from 1955 to 1980”, International Migration Review 20, The Center of Migration Studies of New York, σσ. 612-628
  • Rhodes Colin (2005), Primitivism and Modern Art, London: Thames and Hudson
  • Waxer Lise (1994), “Of Mambo Kings and Songs of Love: Dance Music in Havana and New York from the 1930s to the 1950s”, Latin American Music Review 15, University of Texas Press,  σσ. 139-176

Κώστας Τσίβος: Άνοιξη της Πράγας: από τη μεταρρυθμιστική ευφορία στη βίαιη καταστολή

Πριν από πενήντα χρόνια

Κώστας Τσίβος

 Άνοιξη της Πράγας: από τη μεταρρυθμιστική ευφορία στη βίαιη καταστολή

Το 1968 επρόκειτο να αποτελέσει για την Τσεχοσλοβακία μια χρονιά η οποία χαρακτηρίστηκε από πυκνά γεγονότα που οδήγησαν σε θυελλώδεις ανατροπές προσθέτοντας έτσι άλλο ένα «οχτάρι» στους μέχρι τότε ιστορικούς σταθμούς της χώρας: 1648 υποταγή της χώρας στους Αψβούργους, 1918 ανεξαρτησία της Τσεχοσλοβακίας, 1938 υπογραφή του συμφώνου του Μονάχου, 1948 έναρξη της μονοπωλιακής άσκησης της εξουσίας από το Κομμουνιστικό Κόμμα Τσεχοσλοβακίας.

Η Άνοιξη της Πράγας, ή κατά την κομμουνιστική ορολογία της εποχής, το αναγεννησιακό προτσές προέκυψε μεν απρόσμενα, αποτελεί όμως αναμφίβολα καρπό της γενικότερης χαλάρωσης του ψυχροπολεμικού κλίμακος που συνοδεύτηκε από μια χωρίς προηγούμενο φιλελευθεροποίηση της κοινωνίας, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή. Στην περίπτωση της Τσεχοσλοβακίας αυτή η φιλελευθεροποίηση εκφράστηκε κυρίως στον τομέα της τέχνης, με την εμφάνιση λογοτεχνικών βιβλίων και κινηματογραφικών ταινιών που άσκησαν άμεσα ή έμμεσα κριτική στο καθεστώς, αλλά και στην καθημερινότητα των Τσεχοσλοβάκων πολιτών. Είναι η εποχή που το καθεστώς αποκαθιστά εν ζωή ή μετά θάνατο ορισμένα από τα θύματα  – στην πλειονότητά τους «αιρετικούς» κομμουνιστές –  της «αμαρτωλής» δεκαετίας του ΄50. Η άκαμπτη λογοκρισία χαλαρώνει και επιτρέπεται η κυκλοφορία βιβλίων, η προβολή ταινιών, ντόπιων και ξένων, που νωρίτερα είχαν απαγορευτεί. Η καθημερινότητα των Τσέχων και των Σλοβάκων εμφανίζει ορισμένα δείγματα «καταναλωτισμού», απελευθέρωσης ή και γενικότερης χειραφέτησης των γυναικών, με την κυκλοφορία περιοδικών ελαφρού περιεχομένου και τη διοργάνωση των πρώτων καλλιστείων σε εργασιακούς χώρους (βλέπε π.χ. την ταινία «Ο χορός των πυροσβεστών» του πρόσφατα αποβιώσαντος Μίλος Φόρμαν). Δίνονται επίσης οι πρώτες άδειες, κυρίως σε επιστήμονες και καλλιτέχνες, για ολιγοήμερες επισκέψεις σε δυτικά κράτη.

Με την άρση της αυστηρής απομόνωσης ορισμένοι Τσεχοσλοβάκοι διανοούμενοι και στελέχη της διοίκησης αντιλήφθηκαν την υστέρηση της χώρας σε σχέση με την ανάπτυξη που την ίδια περίοδο κατέγραφαν οι γειτονικές καπιταλιστικές κοινωνίες, ειδικότερα η δυτικογερμανική και η αυστριακή. Η γενικευμένη δυσαρέσκεια για την καθυστέρηση της χώρας όχι μόνο στην οικονομία, ιδιαίτερα στον τομέα παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων, αλλά και σε ότι αφορά τους ασφυκτικούς περιορισμούς στον τομέα των προσωπικών ελευθεριών, ενισχύθηκε, ιδιαίτερα μεταξύ της νεολαίας και των διανοουμένων. Όταν εμφανίστηκαν τα πρώτα δείγματα δημόσιας ανυπακοής (συνέδριο συγγραφέων, διαμαρτυρίες φοιτητών στην Πράγα) το καθεστώς παρενέβη κατασταλτικά, αν και όχι με τη βιαιότητα της προηγούμενης δεκαετίας. Γενικότερος αναβρασμός επικράτησε και στην ηγεσία του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας.

Πράγα, 1963. Το συνέδριο, αφιερωμένο στον Κάφκα, οι εργασίες του οποίου πραγματοποιήθηκαν στον πύργο Liblice, εκτός του ότι οδήγησε στην αποκατάσταση του Τσέχου συγγραφέα, θεωρείται από πολλούς ως η απαρχή της Άνοιξης της Πράγας.

Μια εβδομάδα πριν τα Χριστούγεννα του 1967 συνήλθε στην Πράγα μια από τις τακτικές Ολομέλειες της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, δηλαδή του ανώτατου καθοδηγητικού οργάνου του κόμματος μεταξύ δύο συνεδρίων, το οποίο αριθμούσε περί τα εκατό μέλη. Κατά τη διάρκειά του ο οικονομολόγος Ότα Σικ, αφού χαρακτήρισε «κρίσιμη» την κατάσταση της οικονομίας, επέρριψε ευθύνες στον κομματικό ηγέτη Αντονίν Νόβοτνι. Μεταξύ άλλων ζήτησε τον διαχωρισμό του αξιώματος του Α΄ γραμματέα του κόμματος και του Προέδρου της χώρας, αξιώματα που ασκούσε ο Νόβοτνι από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60. Στην πορεία της συζήτησης μεταξύ των επικριτών προστέθηκαν και τα κομματικά στελέχη της Σλοβακίας, επικεφαλής των οποίων ήταν ο μέχρι τότε άγνωστος Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ. Ενώ οι επικρίσεις του Ότα Σικ και ορισμένων ρεφορμιστών στελεχών αφορούσαν την οικονομική πολιτική, η κριτική των Σλοβάκων συντρόφων τους είχε να κάνει με την απροθυμία του Νόβοτνι να προχωρήσει σε ομοσπονδιακή διευθέτηση της χώρας. Οι μαρτυρίες κάνουν λόγο για μια άνευ προηγουμένου ζωηρή αντιπαράθεση στο ανώτατο κομματικό όργανο. Ο Νόβοτνι προκειμένου να εκτονώσει την ένταση που επικρατούσε, υποσχέθηκε ότι θα παραιτηθεί από το κομματικό αξίωμα, πρότεινε ωστόσο διακοπή της συνεδρίασης προκειμένου «οι συντρόφισσες να ψήσουν τους χριστουγεννιάτικους κουραμπιέδες». Οι εργασίες της Ολομέλειας επαναλήφθηκαν μετά την Πρωτοχρονιά. Το επικριτικό πνεύμα κυριάρχησε και πάλι καθώς ρεφορμιστές, Σλοβάκοι αλλά και ορισμένοι σκληροπυρηνικοί, δυσαρεστημένοι από την πολιτική του Νόβοτνι, συσπειρώθηκαν ζητώντας την παραίτησή του. Έτσι, στις 5 Ιανουαρίου οι Τσεχοσλοβάκοι πολίτες αλλά και οι ηγεσίες των σοσιαλιστικών χωρών πληροφορούνται την απρόσμενη εκλογή του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ στο αξίωμα του κομματικού ηγέτη, καθώς και την αλλαγή ορισμένων στελεχών στο Πολιτικό Γραφείο του κόμματος.

Alexander Dubček.
Antonín Novotný

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Σοβιετικός ηγέτης Λεονίντ Μπρέζνιεφ δέχτηκε μάλλον με ανακούφιση την είδηση της εκλογής του Ντούμπτσεκ επιλέγοντας, ωστόσο, την τακτική της μη ανάμιξης. Ο ίδιος δεν έκρυβε την αντιπάθειά του προς τον Νόβοτνι, καθώς ο τελευταίος είχε ταχθεί εναντίον του στην εσωκομματική διαμάχη που είχε προ τετραετίας ξεσπάσει στην ηγεσία του σοβιετικού κόμματος. Τότε, μετά την καθαίρεση του Νικήτα Χρουστσόφ, ο Νόβοτνι είχε ταχθεί στο πλευρό του ηττημένου Αλεξάντερ Κοσύγκιν. Η εκλογή Ντούμπτσεκ προκάλεσε ερωτηματικά στους σκληροπυρηνικούς ηγέτες της Πολωνίας και της Ανατολικής Γερμανίας, Βλάντισλαβ Γκομούλκα και Βάλτερ Ούλμπριχτ αντίστοιχα, καθώς δεν διέθεταν επαρκείς πληροφορίες για το ποιόν του νέου Τσεχοσλοβάκου ηγέτη, ο οποίος εκλέχτηκε χωρίς τις πρωθύστερες ευλογίες της σοβιετικής ηγεσίας. Οι δύο ηγέτες, όπως και ο Βούλγαρος ηγέτης Τόντορ Ζίβκοφ, παρέμειναν στη συνέχεια ιδιαίτερα αρνητικοί ως προς το πρόσωπο και τις επιλογές του Ντούμπτσεκ, σε αντίθεση με την αρκετά μετριοπαθή στάση που επέδειξε ο Ούγγρος ηγέτης Γιάνος Κάνταρ.

Η ξαφνική απομάκρυνση του Νόβοτνι από την κομματική ηγεσία προκάλεσε σειρά ερωτηματικών και σε ένα μεγάλο τμήμα Τσεχοσλοβάκων πολιτών που εξακολουθούσε να παρακολουθεί τις δημόσιες εξελίξεις. Ζητούσαν ενημέρωση για τους λόγους που οδήγησαν στην επιλογή του Ντούμπτσεκ. Από τον Φεβρουάριο άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες διαρροές στα ΜΜΕ οι οποίες μετέφεραν, διστακτικά στην αρχή, το κλίμα που επικράτησε στην Ολομέλεια της ΚΕ. Την ίδια περίοδο ο Ντούμπτσεκ επέδωσε τα διαπιστευτήρια του στη Μόσχα ενημερώνοντας σε γενικές γραμμές τον Μπρέζνιεφ για τα μεταρρυθμιστικά του σχέδια. Όταν τον Φεβρουάριο του 1968 προέβη στις πρώτες αντικαταστάσεις σκληροπυρηνικών στελεχών στον κομματικό μηχανισμό, ο σοβιετικός πρέσβης στην Πράγα Στιέπαν Τσερβονιένκο άρχισε σε εκθέσεις του προς τη Μόσχα να αναφέρει ότι στην ηγεσία του τσεχοσλοβακικού κόμματος κερδίζουν έδαφος «οι αντισοβιετικές, αντισοσιαλιστικές δεξιές δυνάμεις». Ο Τσερβονιένκο, αντλώντας πληροφορίες από τα παροπλισμένα σκληροπυρηνικά στελέχη και τους σοβιετικούς πράκτορες, άρχισε από τον Μάρτιο να βομβαρδίζει τη Μόσχα με τηλεγραφήματα περί «δεξιάς αντισοσιαλιστικής στροφής» στην τσεχοσλοβακική ηγεσία καλώντας σε εγρήγορση. Λίγο αργότερα, ο ίδιος αλλά και όλοι οι Τσεχοσλοβάκοι πολίτες έμειναν έκπληκτοι από τις διαστάσεις που προσέλαβε η ελευθερία έκφρασης λίγο μετά την ανεπίσημη, ωστόσο ουσιαστική, κατάργηση της λογοκρισίας.

Σημαντικό ρόλο στην κατάργηση της λογοκρισίας και στην οριστική απομάκρυνση του Νόβοτνι και από το αξίωμα του Προέδρου της Τσεχοσλοβακίας διαδραμάτισε η φυγή του στρατηγού Γιαν Σέϊνα, προσωπικού φίλου του Νόβοτνι, ο οποίος στις 25 Φεβρουαρίου ζήτησε άσυλο στη Δύση. Ο Σέϊνα κατέφυγε στη Δύση λίγο πριν αποκαλυφθούν διάφορες περιπτώσεις διασπάθισης δημοσίου χρήματος στις οποίες πρωταγωνιστούσε ο ίδιος. Το σκάνδαλο που προκάλεσε τη φυγή του Σέϊνα έδωσε το έναυσμα για την άρση κάθε μέτρου λογοκρισίας και στις 30 Μαρτίου οδήγησε στην παραίτηση του Αντονίν Νόβοτνι από το προεδρικό αξίωμα. Στη θέση του εκλέχτηκε ο δημοφιλής, και μέχρι τότε παραγκωνισμένος, στρατηγός Λούντβικ Σβόμποντα, ενώ ακολούθησαν κι άλλες αντικαταστάσεις σκληροπυρηνικών στελεχών στον κομματικό και στον κρατικό μηχανισμό.

Ο Alexander Dubček σε “ανθρώπινo” στιγμιότυπο: βουτιά σε δημόσιο κολυμβητήριο.

Η κατάργηση της λογοκρισίας επέφερε μια άνευ προηγουμένου άνθιση της πληροφόρησης καθώς οι εφημερίδες και τα περιοδικά άρχισαν να αναφέρονται σε θέματα απαγορευμένα μέχρι εκείνη την περίοδο. Φοιτητές και πολίτες συμμετείχαν μαζικά σε ανοιχτές συγκεντρώσεις στις οποίες για πρώτη φορά συζητούσαν με στελέχη του κόμματος και άλλους γνωστούς διανοούμενους για τα προβλήματα και τις προοπτικές της τσεχοσλοβακικής κοινωνίας. Η νέα ρεφορμιστική ηγεσία αγκαλιάστηκε από την πλειονότητα των πολιτών. Ο ίδιος ο Ντούμπτσεκ, κι άλλα κορυφαία στελέχη, βγήκαν από τα γραφεία τους και άρχισαν να εμφανίζονται σε δημόσιους χώρους. Βρέθηκαν αντιμέτωποι με συγκινητικές χειρονομίες αναγνώρισης, οι οποίες ασφαλώς τους κολάκευαν και ενίσχυαν την αυτοπεποίθησή τους. Σε ελάχιστο χρονικό διάστημα κατέρρευσε το κλίμα της γενικευμένης απάθειας και της ληθαργίας. Γίνεται λόγος για επανεμφάνιση της κοινωνίας των πολιτών. Η πλειονότητα των Τσεχοσλοβάκων υποστήριζε τις μεταρρυθμίσεις σε ένα πλαίσιο δημοκρατικού σοσιαλισμού, ενώ λίγοι ήταν αυτοί που αμφισβητούσαν το ρόλο των κομμουνιστών ή απέβλεπαν σε αλλαγή του καθεστώτος.

Από τις αρχές Μαρτίου του ΄68 ο Ντούμπτσεκ άρχισε να κάνει λόγο για την οικοδόμηση ενός ιδιαίτερου τσεχοσλοβακικού δρόμου προς έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Το πρόγραμμα των τσεχοσλοβάκων ρεφορμιστών αποτυπώθηκε στο «Πρόγραμμα δράσης» που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 1968. Συγγραφέας του «Προγράμματος» ήταν ο συνταγματολόγος Ζντένιεκ Μλύναρζ, συμφοιτητής του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην Νομική Σχολή της Μόσχας στα μέσα της δεκαετίας του ΄50. Το «Πρόγραμμα δράσης» χωρίς να αμφισβητεί την συνταγματικά κατοχυρωμένη πρωτοκαθεδρία του Κομμουνιστικού Κόμματος πρότεινε σειρά μέτρων που θα οδηγούσαν στην καθιέρωση δημοκρατικών διαδικασιών κατά την εκλογή εκπροσώπων στο Κοινοβούλιο, στα όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και στις διοικήσεις των επιχειρήσεων. Ο Μλύναρζ απέκλεισε μεν την εμφάνιση άλλων πολιτικών κομμάτων, ανταγωνιστικών ως προς το Εθνικό Μέτωπο που λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση των κομμουνιστών, υποστήριξε ωστόσο τη δημιουργία τάσεων και ιδεολογικών πλατφορμών εντός του ίδιου του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μολονότι την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν δυο πολιτικές οργανώσεις (ΚΑΝ, Κ231), οι οποίες δεν είχαν σχέση με τους κομμουνιστές, η επιρροή τους παρέμεινε καθ΄ όλη τη διάρκεια του 1968 εντελώς περιθωριακή. Το «Πρόγραμμα δράσης» πρότεινε την μεταφορά εξουσιών από τον κομματικό μηχανισμό στα αρμόδια κυβερνητικά όργανα. Το κοινοβούλιο επρόκειτο να αποκτήσει ουσιαστικό νομοθετικό ρόλο και όχι απλώς ρόλο επικυρωτικό των κομματικών αποφάσεων. Παράλληλα, το «Πρόγραμμα δράσης» απέβλεπε στη δρομολόγηση μεταρρυθμίσεων στην οικονομία, στην ουσιαστική κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων και της ελεύθερης έκφρασης, στην παραχώρηση θρησκευτικών ελευθεριών καθώς και στην αποκατάσταση όσων είχαν φυλακιστεί ή καταδιωχτεί την δεκαετία του ΄50. Οι μεταρρυθμίσεις άγγιζαν όλο το φάσμα λειτουργίας της τσεχοσλοβακικής κοινωνίας καθώς περιλάμβαναν μέτρα που οδηγούσαν στην ομοσπονδοποίηση της χώρας στη βάση δημιουργίας δύο ισότιμων κρατών (Τσεχία και Σλοβακία), αλλά και μέτρα που άγγιζαν την καθημερινότητα των πολιτών, όπως π.χ. την καθιέρωση αξιοκρατικών εισαγωγικών εξετάσεων στα τριτοβάθμια ιδρύματα και την κατάργηση επιλογής φοιτητών βάσει κομματικών ή ταξικών κριτηρίων.

Η δρομολόγηση των μεταρρυθμίσεων στην Πράγα μπορεί να προκάλεσε κύματα ενθουσιασμού, στις ηγεσίες όμως των γειτονικών κομμουνιστικών καθεστώτων προκάλεσε σοβαρές ανησυχίες για την περαιτέρω πορεία της Τσεχοσλοβακίας. Οι ανησυχίες προβλήθηκαν επισήμως και με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στην σύνοδο των χωρών του Συμφώνου της Βαρσοβίας στην Δρέσδη στις 23 Μαρτίου του 1968. Σ΄ αυτή οι ηγέτες της Πολωνίας και της Ανατολικής Γερμανίας χαρακτήρισαν τις δρομολογούμενες μεταρρυθμίσεις ως «αντεπανάσταση», καθότι θεωρούσαν ότι υπονομεύουν τα σοσιαλιστικά θεμέλια της χώρας, υποσκάπτουν την πρωτοκαθεδρία του ΚΚ και εξασθενούν τους συμμαχικούς δεσμούς της Τσεχοσλοβακίας με τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη. Ο Ντούμπτσεκ εμφανίστηκε στη σύνοδο αρκετά συναινετικός και ήπιος, διαβεβαιώνοντας τον Μπρέζνιεφ και τους άλλους ηγέτες ότι έχει την κατάσταση υπό έλεγχο. Μετά την επιστροφή του στην Πράγα ο Ντούμπτσεκ δεν ενημέρωσε την κομματική ηγεσία, ούτε την κοινή γνώμη της χώρας για τις επικρίσεις που δέχτηκε κατά τη διάρκεια της συνόδου. Η αντίφαση αυτή παρέμεινε χαρακτηριστική για τη συμπεριφορά του Ντούμπτσεκ καθ΄όλη τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου: Ενώ οι επικρίσεις της Μόσχας και των δορυφόρων της ενισχύονταν, αυτός εξακολουθούσε να διαβεβαιώνει ότι έχει τον έλεγχο της κατάστασης και ότι δεν προτίθεται να αμφισβητήσει τις υποχρεώσεις της Τσεχοσλοβακίας στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Από την άλλη μεριά, αρνούνταν να ενημερώσει την κοινή γνώμη της χώρας του για το εύρος της κριτικής που δεχόταν, όπως και για το ρίσκο που αναλάμβανε ο ίδιος σχετικά με την περαιτέρω πορεία της Τσεχοσλοβακίας.

H Πράγα το 1967: Καθημερινά στιγμιότυπα μιας ανορθόδοξης κομμουνιστικής πρωτεύουσας (Πηγή: Brtitish Pathé)

Η διχοτόμηση ανάμεσα στις επιδιώξεις της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας στο εσωτερικό και η αρνητική πρόσληψη αυτών των πρωτοβουλιών από τη Μόσχα και τους συμμάχους της, απέβη καθοριστική για το μέλλον της Άνοιξης της Πράγας. Η δρομολόγηση των μεταρρυθμίσεων δημιουργούσε μια μεθυστική ατμόσφαιρα στην Τσεχοσλοβακία και απογείωνε την αποδοχή του Ντούμπτσεκ και των συνεργατών του, ενισχύοντας την πεποίθησή τους ότι βρίσκονται σε καλό δρόμο. Όπως ήταν φυσικό δεν ήθελαν να αυτοκτονήσουν πολιτικά εισακούοντας τις συστάσεις ή τις απειλητικές προειδοποιήσεις της Μόσχας και των δορυφόρων της για ακύρωση της μεταρρυθμιστικής πορείας και επιστροφή στο απρόσωπο και γκρίζο μπρεζνιεφικό μοντέλο. Αυτή η διχοτόμηση στη συνέχεια εκφράστηκε και σε επίπεδο ηγεσίας του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας με τη δημιουργία μια μειοψηφικής ομάδας στελεχών με επικεφαλής τον Βασίλ Μπίλακ που άρχισε να απαιτεί συμμόρφωση με τις επιταγές της Μόσχας και επιστροφή στον ενδεδειγμένο δρόμο του σοβιετικού μοντέλου.

Brezhnev και Dubček. Το φιλί του Ιούδα.

Η ένταση μεταξύ των ρεφορμιστών και της Μόσχας κορυφώθηκε τους θερινούς μήνες του 1968. Αφορμή αποτέλεσε η δημοσίευση στις 27 Ιουνίου του κειμένου «Δυο χιλιάδες λέξεις», το οποίο συνέταξε ο συγγραφέας Λούντβικ Βάτσουλικ. Με το «μανιφέστο» αυτό εκατοντάδες επιστήμονες και καλλιτέχνες ζητούσαν επιτάχυνση και διεύρυνση των μεταρρυθμίσεων καθώς και παραίτηση του ΚΚ από το συνταγματικά κατοχυρωμένο μονοπώλιο της εξουσίας. Παράλληλα άρχισαν οι συνεδριάσεις των κομματικών οργανώσεων ενόψει του 13ου συνεδρίου του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, το οποίο επρόκειτο να πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις το συνέδριο θα οδηγούσε σε περαιτέρω ενίσχυση των ρεφορμιστών. Ενόψει αυτής της προοπτικής, ο μέχρι τότε μετριοπαθής Μπρέζνιεφ άρχισε να εγκαταλείπει τα σχέδια συναινετικής επίλυσης του «τσεχοσλοβακικού ζητήματος» και υπό την ασφυκτική πίεση των σκληροπυρηνικών στελεχών άρχισε να υιοθετεί σταδιακά την επιλογή της στρατιωτικής επέμβασης. Η κοινή στρατιωτική άσκηση 24 χιλιάδων στρατιωτών του Συμφώνου της Βαρσοβίας κοντά στο τσεχο-δυτικογερμανικά σύνορα τον Ιούνιο του ΄68 έμελλε να λειτουργήσει ως ύστατη προειδοποίηση προς τους Τσεχοσλοβάκους ρεφορμιστές για το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης.

Οι ηγέτες των πέντε κρατών-μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας έτοιμοι να μαχαιρώσουν ύπουλα τη μικρή Τσεχοσλοβακία (γελοιογραφία εποχής).

Στις αρχές Ιουλίου το Πολιτικό Γραφείου του ΚΚ Σοβιετικής Ένωσης απηύθυνε επιστολή στην τσεχοσλοβακική ηγεσία με την οποία εκτιμούσε ότι οι εξελίξεις στην Τσεχοσλοβακία θα οδηγήσουν σε «αντεπαναστατικό πραξικόπημα», σημειώνοντας σαφώς ότι η Μόσχα δεν προτίθεται να παρακολουθήσει αδρανής τις εξελίξεις. Το Κρεμλίνο κάλεσε στα μέσα Ιουλίου σε μυστική σύσκεψη στη Βαρσοβία τις υπόλοιπες τέσσερις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας, αποκλείοντας απ΄ αυτή την Τσεχοσλοβακία και τη Ρουμανία, καθώς η τελευταία είχε επιλέξει να υποστηρίξει διακριτικά την Πράγα.  Ο Σοβιετικός ηγέτης στην Βαρσοβία χαρακτήρισε την κατάσταση στην Πράγα ως «ανοιχτή αντεπαναστατική επίθεση», η οποία θα επέφερε την έξοδο της Τσεχοσλοβακίας από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, παρέχοντας την συγκατάθεσή του για την έναρξη των προετοιμασιών της στρατιωτικής παρέμβασης. Παράλληλα η σοβιετική ηγεσία επιχείρησε μια τελευταία προσπάθεια «συνετισμού» της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας λαμβάνοντας την πρωτοβουλία για συνάντηση αντιπροσωπειών των δυο χωρών στη μεθοριακή πόλη Τσιέρνα ναντ Νίσοου στα σλοβακικο-σοβιετικά σύνορα. Όταν οι Σοβιετικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι επιχειρήσεις συνετισμού δεν αποφέρουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα προσανατολίστηκαν αποκλειστικά στην προετοιμασία της στρατιωτικής επέμβασης.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 20ης Αυγούστου 1968, και ενόσω η τσεχοσλοβακική κομματική ηγεσία συνεδρίαζε στην Πράγα, ο υπουργός Άμυνας Μάρτιν Ντζουρ κλήθηκε να απαντήσει σε τηλεφωνική κλήση του σοβιετικού ομολόγου του Αντρέϊ Γκρέτσκο ο οποίος τον ενημέρωσε ότι άρχισε η επιχείρηση κατάληψης της Τσεχοσλοβακίας. Παράλληλα, τον προειδοποίησε να εκδώσει διαταγή μη προβολής αντίστασης προκειμένου να αποφευχθεί η αιματοχυσία μεταξύ στρατιωτών συμμαχικών κρατών. Λίγη ώρα αργότερα, σοβιετικοί αλεξιπτωτιστές εισέβαλαν στην έδρα του τσεχοσλοβακικού κόμματος, συνέλαβαν όλους τους παρόντες και τους οδήγησαν αεροπορικώς στη Μόσχα. Στην στρατιωτική επιχείρηση έλαβαν μέρος 160.000 στρατιώτες και 4.600 τανκς από τη Σοβιετική Ένωση, την Ανατολική Γερμανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και την Βουλγαρία. Οι τσεχοσλοβακικές ένοπλες δυνάμεις δεν αντέταξαν αντίσταση στους εισβολείς. Διαφορετική ήταν η κατάσταση την επόμενη μέρα στις πόλεις και τα χωριά της Τσεχοσλοβακίας, όταν οι πολίτες με προφανή έκπληξη διαπίστωσαν ότι η χώρα τους είχε καταλειφθεί από στρατιωτικές δυνάμεις. Εκδηλώθηκαν διαδηλώσεις και ενέργειες απείθειας με επίκεντρο την Πράγα, ειδικότερα την περιοχή του ραδιοφωνικού σταθμού, στην οποία είχαν καταγραφεί αιματηρές συγκρούσεις και κατά την περίοδο της επιχείρησης απελευθέρωσης της πρωτεύουσας από τους ναζί, με την διαφορά ότι τότε τα σοβιετικά στρατεύματα είχαν έρθει ως απελευθερωτές ενώ τώρα ως εισβολείς. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων καταστολής των διαμαρτυριών αλλά και από άλλες μεμονωμένες ενέργειες των εισβολέων προκλήθηκαν 130 θύματα, στο σύνολό τους άοπλοι πολίτες.

Η είσοδος των σοβιετικών αρμάτων μάχης στην Πράγα.
Τα σοβιετικά τεθωρακισμένα σε θέση μάχης στην πλατεία Wenceslas (Václavské náměstí) .
Αυθόρμητες αντιδράσεις του πλήθους.

Οι πολίτες της Πράγας παρεμποδίζουν με κάθε μέσο την προέλαση των τεθωρακισμένων.

Οι εισβολείς αμέσως μετά την κατάληψη νευραλγικών σημείων της χώρας ανακοίνωσαν τη σύσταση «εργατο-αγροτικής κυβέρνησης» χωρίς να αναφέρουν οτιδήποτε σχετικά με την σύνθεσή της. Σύντομα, οι Σοβιετικοί αντιλήφθησαν ότι οι ντόπιοι σκληροπυρηνικοί συνεργάτες τους στερούνταν οποιουδήποτε λαϊκού ερείσματος. Απέσυραν το εγχείρημα της «εργατο-αγροτικής κυβέρνησης» και επιχείρησαν να μεταπείσουν τους συλληφθέντες τσεχοσλοβάκους ηγέτες να συναινέσουν με την εισβολή, εγκρίνοντας την «προσωρινή» παραμονή των στρατευμάτων του Συμφώνου της Βαρσοβίας και παρέχοντας εγγυήσεις για λήψη μέτρων που θα οδηγούσαν στην ακύρωση των μεταρρυθμίσεων της Άνοιξης της Πράγας. Η επιχείρηση συνετισμού των Τσεχοσλοβάκων διήρκησε ένα τριήμερο. Τελικά ο Ντούμπτσεκ και οι σύντροφοί του υπό το βάρος της εισβολής και των ψυχολογικών πιέσεων που τους ασκήθηκαν υποχρεώθηκαν να υπογράψουν το προτεινόμενο «Πρωτόκολλο της Μόσχας», βάσει του οποίου συμφωνούσαν ρητά με την εισβολή, ενώ καλούσαν τους πολίτες της χώρας τους να μην προβάλλουν αντίσταση. Η ταπεινωτική παράδοση της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για τους τσεχοσλοβάκους πολίτες που μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμειναν πιστοί στο πνεύμα της Άνοιξης της Πράγας, εκφράζοντας ποικιλότροπα την αμέριστη υποστήριξή τους προς τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας. Ας σημειωθεί ότι το ταπεινωτικό σύμφωνο από την τσεχοσλοβακική αντιπροσωπεία δεν υπέγραψε μόνο ο Φράντισεκ Κρίγκελ, ηγέτης του Εθνικού Μετώπου.

“Θα μπορούσε να εισβάλλει και στη χώρα μας”

Στη συνέχεια, η τσεχοσλοβακική ηγεσία διασπάστηκε. Ορισμένα στελέχη αντιλαμβανόμενα ότι η σοβιετική εισβολή θα οδηγούσε σε σταδιακό «ξεδόντιασμα» της Άνοιξης της Πράγας, προτίμησαν να παραιτηθούν από τα αξιώματά τους αποσυρόμενοι από την πολιτική ζωή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ζντένιεκ Μλύναρζ, ο οποίος αποσύρθηκε στο Εντομολογικό Ινστιτούτο του Εθνικού Μουσείου της Πράγας. Άλλοι πάλι, όπως ο γνωστός συγγραφέας Μίλαν Κούντερα, προτίμησαν να εγκαταλείψουν την Τσεχοσλοβακία ζητώντας πολιτικό άσυλο στη Δύση. Από το 1968 έως τις αρχές του 1970 περίπου 100.000 Τσεχοσλοβάκοι, στην πλειονότητά τους επιστήμονες και διανοούμενοι, κατέφυγαν στη Δύση. Τα ηγετικά στελέχη των ρεφορμιστών, που θεώρησαν ότι συναινώντας «προσωρινά» με τους όρους των εισβολέων θα μπορούσαν να σώσουν «κάτι» από το πνεύμα της Άνοιξης της Πράγας διαψεύστηκαν οικτρά. Ο Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ αφού έκανε την «βρώμικη δουλειά» απαλλάχτηκε τον Απρίλιο του 1969 από τα κομματικά του καθήκοντα και για έναν χρόνο διορίστηκε πρέσβης της Τσεχοσλοβακίας στην Άγκυρα. Στη συνέχεια μετακλήθηκε στην Πράγα, διαγράφτηκε από το Κόμμα και διορίστηκε δασοφύλακας σε μια απομονωμένη περιοχή της Σλοβακίας. Αντίστοιχη μεταχείριση γνώρισαν όχι μόνο τα ρεφορμιστικά στελέχη της τσεχοσλοβακικής ηγεσίας αλλά και εκατοντάδες χιλιάδες μέλη του τσεχοσλοβακικού κόμματος που δεν συντάχθηκαν ανοιχτά με τους εισβολείς. Περίπου μισό εκατομμύριο ρεφορμιστές κομμουνιστές διαγράφτηκαν εντός του 1969 από το κόμμα. Οι πλέον δραστήριοι απ΄ αυτούς, όπως και οι απόγονοί τους, αποκλείστηκαν από τη δημόσια ζωή, οι περισσότεροι υποχρεώθηκαν να ασκούν χειρονακτικές εργασίες ή επαγγέλματα που δεν είχαν σχέση με την ειδίκευσή τους ή δεν απαιτούσαν επαφή με άλλους ανθρώπους. Κορυφαίο γεγονός διαμαρτυρίας όσον αφορά την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας και την επιβολή του καθεστώτος «ομαλοποίησης» που επέβαλαν οι Σοβιετικοί αποτέλεσε η αυτοπυρπόληση του εικοσάχρονου φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Καρόλου Γιαν Πάλαχ, τον Ιανουάριο του 1969 μπροστά από το κτίριο του Εθνικού Μουσείου της Πράγας. Από τον Απρίλιο του 1969 την ηγεσία της χώρας ανέλαβε, με τις ευλογίες των Σοβιετικών, μια σκληροπυρηνική ομάδα υπό τον Γκούσταβ Χούζακ, η οποία με την ίδια περίπου σύνθεση παρέμεινε στην ηγεσία της χώρας μέχρι τον Νοέμβριο του 1989, όταν παρασύρθηκε οριστικά από  τη βελούδινη επανάσταση.

Occupation – Prague Spring

Ο Κώστας Τσίβος είναι Επίκουρος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας και επικεφαλής του Τμήματος Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Καρόλου της Πράγας

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • SKILLING H. Gordon (1976): Czechoslovakia’s Interrupted Revolution, Princeton University Press.
  • WILLIAMS, Kieran (1997): The Prague Spring and its Aftermath: Czechoslovak Politics, 1968-1970. Cambridge University Press.
  • MLYNÁŘ, Zdeněk:  Nightfrost in Prague: The end of humane socialism (Mráz přichází z Kremlu), London, C. Hurst.
  • ΧΑΓΕΚ, Ίρζι (1978): Δέκα χρόνια μετά. Πράγα 1968/1978 Αθήνα, Εκδόσεις Θεμέλιο.
  • ΚΟΥΝΤΕΡΑ, Μίλαν (2016): Η αβάσταχτη ελαφρότητα του Eίναι (Nesnesitelná lehkost bytí) – μυθιστόρημα, Αθήνα, Εστία

Θεοδόσης Τσιρώνης: Η επίκληση των εθνικών σκοπιμοτήτων για τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1942)

Θεοδόσης Τσιρώνης

Η  επίκληση των εθνικών σκοπιμοτήτων για τη λειτουργία της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1942)*

Στις 7 Φεβρουαρίου 1942, λίγους μόλις μήνες μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τις Δυνάμεις του Άξονα, η κατοχική κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου δημοσίευσε το Νομοθετικό Διάταγμα που όριζε ως χρόνο έναρξης της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το πανεπιστημιακό έτος 1941-1942. Η απόφαση είχε ληφθεί από το κατοχικό Υπουργικό Συμβούλιο, στις 10 Ιανουαρίου του ίδιου έτους.[1]

Η αρχική απορία μας για τη χρονική συγκυρία της έναρξης λειτουργίας αυτής της πανεπιστιμιακής Σχολής έστρεψε την προσοχή μας για την εύρεση των σχετικών απαντήσεων στην ίδια τη Σχολή. Στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις των δύο Τμημάτων της, της Θεολογίας και της Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας, καθώς και στους οδηγούς σπουδών, οι σχετικές αναφορές είναι ισχνές.[2] Εκεί που παρέχονται περισσότερες πληροφορίες είναι στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Κοσμητείας της Σχολής. Εκεί υπάρχουν ψηφιοποιημένα ντοκουμέντα που αφορούν στην ίδρυση, τους πτυχιούχους και τους διατελέσαντες καθηγητές της.[3] Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ένα μικρό μόνο τμήμα της σχετικής εργασίας που έχει συντελεστεί τα τελευταία έτη. Πραγματικά, επί Κοσμητείας του καθηγητή Ιωάννη Κογκούλη (2007-2010) ξεκίνησε και προχώρησε σε μεγάλο βαθμό το έργο της θεματικής και χρονολογικής ταξινόμησης και ψηφιοποίησης του Αρχείου της Σχολής και της Κοσμητείας της.[4] Πρόκειται για μία προσπάθεια ανεκτίμητης ιστορικής αξίας, που διασώζει και αναδεικνύει σημαντικές πτυχές της πανεπιστημιακής ζωής της Θεσσαλονίκης. Παρόμοιο έργο στην πόλη μας έχει συντελεστεί μονάχα στη Φιλοσοφική Σχολή, με πρωτοβουλία του Κοσμήτορά της, κ. Φοίβου Γκικόπουλου και υπό την επιστημονική εποπτεία των καθηγητών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, κ. Βασίλη Γούναρη, Άρτεμης Ξανθοπούλου-Κυριακού και Αγγελικής Σφήκας-Θεοδοσίου.

Οι πρώτες εγγραφές των φοιτητών της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατά το πανεπιστημιακό έτος 1941-1942. Πηγή: Αρχείο Θεολογικής Σχολής (στο εξής: ΑΘΣ), Βιβλίο Ειδικού Μητρώου.

Στο Αρχείο της Θεολογικής Σχολής και στο περιοδικό της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, Γρηγόριος ο Παλαμάς, που έχει συνεχή παρουσία από το 1917, το έτος ίδρυσής του δηλαδή, ανατρέξαμε για να λάβουμε τις απαντήσεις τις οποίες τόσο φειδωλά μας παρείχε η βιβλιογραφία. Πραγματικά, οι σχετικές αναφορές σχετικά με την έναρξη της λειτουργίας της Σχολής είναι αποσπασματικές και ελάχιστα διαφωτιστικές. Ακόμα και στο ‘κλασικό’ για το περιεχόμενό του, έργο του συγγραφέα  Γιώργου Καφταντζή, Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον καιρό της Κατοχής,[5] υπάρχει μία μόνο αναφορά στο θέμα που μας απασχολεί δίχως καμία περαιτέρω διευκρίνηση. Μεμονωμένες, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο διαφωτιστικές αναφορές, γίνονται και σε πονήματα που εκδόθηκαν με αφορμή τη συμπλήρωση κάποιων επετείων από την ίδρυση της Σχολής ή του Πανεπιστημίου.[6]

Δήλωση και φωτογραφία του Ιβηρίτη Παγκράτιου, πρώτου εγγεγραμμένου φοιτητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πηγή: ΑΘΣ.

Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στον χαιρετισμό που απηύθυνε, τόνισε πως η Θεολογική ήταν η πρώτη Σχολή που θα έπρεπε να είχε ιδρυθεί στο Πανεπιστήμιο, λόγω της στρατηγικής γεωγραφικής θέσης της πόλης της Θεσσαλονίκης: αυτή αποτελούσε το κέντρο της Ορθοδοξίας και των Βαλκανίων, μπορούσε δε να προσελκύσει την είσοδο φοιτητών από τα Βαλκάνια και βρισκόταν εγγύτερα σε σχέση με την Αθήνα, στο Άγιον Όρος.[7]  Το σίγουρο είναι ότι η απόφαση για την έναρξη λειτουργίας της Σχολής λήφθηκε εσπευσμένα. Ενδεικτικά αναφέρουμε πως η πρώτη συνεδρίαση των καθηγητών της πραγματοποιήθηκε στις 16 Απριλίου 1942, λίγο δηλαδή πριν εκπνεύσει το ακαδημαϊκό έτος. Αν ανατρέξει δε κανείς στα Πρακτικά της Κοσμητείας της Σχολής του έτους 1942,[8] θα διαπιστώσει πως υπήρχαν αρκετές εκκρεμότητες που έπρεπε να διευθετηθούν, προκειμένου να δρομολογηθεί η ομαλή λειτουργία της. Τον επόμενο μήνα τέθηκε από το Υπουργείο της Παιδείας το ενδεχόμενο της μεταφοράς της Σχολής στη Μονή της Αγίας Αναστασίας  στο Νομό της Θεσσαλονίκης και της παράτασης των μαθημάτων κατά τους θερινούς μήνες. Οι καθηγητές αντέδρασαν και στις δύο προτάσεις, επικαλούμενοι ως επιχείρημα για πρώτη φορά τους λόγους εθνικής σκοπιμότητας, που εξυπηρετούσε η λειτουργία της Σχολής. Συγκεκριμένα, θεωρούσαν πως βασικός προορισμός της ήταν πνευματική και θρησκευτική επίδραση στην πόλη και η τόνωση της εθνικής συνείδησης των κατοίκων της, ιδιαίτερα κατά τις κρίσιμες κατοχικές συνθήκες. Οι ίδιοι παραδέχονταν για πρώτη φορά επίσημα πως αυτή η εθνική και κοινωνική αποστολή της Σχολής υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για την ίδρυσή της στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας.[9]

Συμπληρωματικά, φάινεται ότι καταλυτικός για τη ενίσχυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μέσω της λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής[10] υπήρξε και ένας άλλος παράγοντας, αν και δεν κατονομαζόταν∙ αυτός ήταν η βουλγαρική εκπαιδευτική παρουσία στη Θεσσαλονίκη και κατ’ επέκταση, η βουλγαρική προπαγάνδα. Οι βουλγαρικές πολιτικές Αρχές είχαν λάβει την άδεια από τους Γερμανούς να ιδρύσουν στη Θεσσαλονίκη δύο Γυμνάσια με τρόφιμους που είχαν μεταφερθεί από βορειότερες σλαβόφωνες περιοχές, ενώ παράλληλα φέρονταν να πίεζαν για την ίδρυση Βουλγαρικού Πανεπιστημίου στην πόλη.[11] Ο κίνδυνος δεν αξιολογείτο ως αβάσιμος, καθώς είχαν επιτύχει ήδη να ιδρύσουν Πανεπιστήμιο στα γιουγκοσλαβικά Σκόπια. Η εξέλιξη αυτή τελικά αποτράπηκε χάρη στην έντονη συμπαράσταση των τοπικών ελληνικών Αρχών στις ενέργειες του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.[12]

Αν όμως ο βουλγαρικός παράγοντας και οι εθνικές σκοπιμότητες ή αναγκαιότητες είχαν ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο και βαρύτητα στην απόφαση για τη λειτουργία της Σχολής τους πρώτους κατοχικούς μήνες, δεν σημαίνει ότι κυριαρχούσαν και την προπολεμική περίοδο στη σχετική επιχειρηματολογία. Το σημείο αυτό είναι κομβικό, δεν πρέπει δηλαδή να εκληφθεί ότι πρόκειται για μία στατική, αλλά για μία δυναμική και εξελισσόμενη κατάσταση, καθώς τα σχετικά επιχειρήματα επανέρχονταν ανά διαστήματα, προσαρμοζόμενα στην εκάστοτε πολιτική και ιδεολογική συγκυρία. Άλλωστε, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι από τη νομοθετική κατοχύρωση της ίδρυσης της Θεολογικής Σχολής έως την επίτευξη της λειτουργίας της μεσολάβησαν δεκαεπτά έτη, με επαναλαμβανόμενες απόπειρες της εκκλησιατικής ηγεσίας να πείσει και να πιέσει την πολιτική εξουσία προς την κατεύθυνση αυτή.

Συγκεκριμένα, ο ιδρυτικός Νόμος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο Νόμος 3341 της 14ης Ιουνίου 1925, προέβλεπε την ίδρυση της Σχολής, αναφέροντάς την μάλιστα πρώτη στη σειρά.[13] Η Εκλησία της Ελλάδος και η τοπική Μητρόπολη όχι μόνο δεν έμεναν ασυγκίνητες στην εξέλιξη αυτή, αλλά πίεσαν προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης πρωταγωνίστησε στην προσπάθεια αυτή, ήδη πριν τη ψήφιση του Νόμου για την ίδρυση του Πανεπιστημίου. Από το Σεπτέμβριο ήδη του 1924, όταν εφημολογείτο πως η αρμόδια Επιτροπή του Υπουργείου της Παιδείας δεν προέκρινε τη Θεολογική Σχολή στις υπό ίδρυση Σχολές,[14] ο Γεννάδιος απευθύνθηκε στον Πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ζερβό, επικαλούμενος τη μακραίωνα ιστορία και τη θέση της πόλης. Ο τελευταίος απάντησε πως θα λάμβανε υπόψη τους εθνικούς και ιστορικούς λόγους που συνηγορούσαν υπέρ της ίδρυσης της Σχολής. Όταν όμως ιδρύθηκε μεν το Πανεπιστήμιο, αλλά δεν λειτουργούσε ακόμα η Θεολογική, ο Γεννάδιος με επιστολή του στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων της Οικουμενικής κυβέρνησης του Αλέξανδρου Ζαΐμη, Αθανάσιο Αργυρό, προσπάθησε να εκμαιεύσει τη συναίνεσή του, κάνοντας λόγο για την «εις τα πάτρια προσήλωσίν» του.[15] Το Μάιο του 1927, συνεδρίασε η Ενοριακή Αντιπροσωπεία υπό την προεδρία του Γεννάδιου και εκτίμησε πως έπρεπε να εντείνει τις προσπάθειές της, καθώς «παρίσταται δ’ επιτακτική ανάγκη να παρασκευάσωμεν εγκαίρως μεμορφωμένον Κλήρον προς αντιμετώπισιν των μαλλιαροκομμουνιστικών τάσεων και της λυπής εκλύσεως της κοινωνίας».[16] Επομένως, από το 1927, εμπλουτίζεται το ιδεολογικό ‘οπλοστάσιο’ της εκκλησιαστικής ρητορικής με τον ‘αγώνα’ που θα διεξήγαγαν οι κληρικοί πλέον ως φορείς υπεράσπισης του υφιστάμενου κοινωνικού καθεστώτος, εναντίον των δημοτικιστών και των κομμουνιστών, στους οποίους αποδιδόταν η ευθύνη για την κοινωνική παρακμή.

Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης (1912-1951). Πηγή: http://athosphotoarchive.blogspot.gr/search?q=%CE%93%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%AC%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%82

Είχε προηγηθεί η υποβολή υπομνήματος εκ μέρους της Κοινοτικής Αντιπροσωπείας Θεσσαλονίκης στον Υπουργό της Παιδείας της δικτατορικής κυβέρνησης του Θεόδωρου Πάγκαλου. Εκεί αναπτύχθηκαν εννέα συνολικά επιχειρήματα, αλλά τα δύο από αυτά παρουσίαζαν την ιδιαιτερότητα ότι χρησιμοποιήθηκαν μόνο σε εκείνη τη συγκυρία∙ συγκεκριμένα, διαπυπωνόταν η εκτίμηση πως η λειτουργία του Πανεπιστημίου θα λειτουργούσε ως εγγύηση της συναδέλφωσης του ελληνικού και εβραϊκού πληθυσμού, καθώς πολλοί από τους τελευταίους θα φοιτούσαν σ’ αυτό και θα απέβαιναν φορείς του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας και επίσης, η λειτουργία των θεωρητικών ειδικά Σχολών του θα περιόριζε τη δράση των ξένων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στη Θεσσαλονίκη.[17]

Από το 1927, αναδεικνύεται ακόμα ένας παράγοντας που, σύφωνα με τους υπερασπιστές της λειτουργίας της Σχολής, ενισχύει τις θέσεις τους∙ αυτός είναι η Φιλοσοφική Σχολή του ίδιου Πανεπιστημίου, η οποία, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαος Λούβαρις, «όπως συνεκροτήθη είναι πραγματικός κίνδυνος».[18]

Κατά τη διάρκεια της τετραετούς Βενιζελικής διακυβέρνησης, παρατηρήθηκε μία σχετική κάμψη στην ανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους της Εκκλησίας, με εξαίρεση τους θερινούς μήνες της, οπότε και συζητήθηκε σοβαρά το ενδεχόμενο της άμεσης λειτουργίας της Σχολής από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος. Το αμέσως προσεχές διάστημα ωστόσο, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τις αντιβενιζελικές πολιτικές δυνάμεις, οι συνθήκες φαίνεται να ευνοούσαν τη δυναμικότερη προβολή του σχετικού αιτήματος. Από το 1932 και μετά, προβάλλονταν έντονα ο κομμουνισμός σε συνάρτηση με τις ξένες προπαγάνδες στη Μακεδονία και γενικότερα στη Βόρεια Ελλάδα,[19] που απαιτούσαν την ύπαρξη αποτελεσματικών θεσμών που θα λειτουργούσαν ως ανάχωμα απέναντί τους και συγκεκριμένα, η ύπαρξη μορφωμένων κληρικών, ιεροκηρύκων και καθηγητών-θεολόγων. Την ίδια περίοδο, διατυπώθηκε η προσδοκία προσέλκυσης φοιτητών από τη Σερβία και τη Ρουμανία, ενώ και η οικονομική κρίση αξιολογείται ως κίνητρο για την επίσπευση της λειτουργίας, καθώς θα διευκολύνονταν στη φοίτησή τους όσοι κατάγονταν από τη Μακεδονία, τη Θράκη και την Ήπειρο και αναγκάζονταν ως τότε να φοιτούν στην Αθήνα.[20]

Ο Γενάδιος πύκνωσε τις επαφές του με τους αντιβενιζελικούς κυβερνητικούς παράγοντες. Το καλοκαίρι του 1933, συνατήθηκε με τον αρμόδιο Υπουργό και του εξέθεσε την εκτίμησή του πως η Θεολογική Σχολή θα μπορούσε να έρθη «εις αντίρροπον της εν μέρει ελευθεριαζούσης Φιλοσοφικής Σχολής, θα στηρίξη τα Εθνικά, Θρησκευτικά και ηθικά φρονήματα της Ακαδημαϊκής νεολαίας και εν γένει του λαού της Βορείου Ελλάδος περιστοιχιζομένου υπό ποικίλων αντεθνικών και αντικοινωνικών προπαγανδών».[21] Το επόμενο έτος ξανασυναντήθηκε με τον ίδιο Υπουργό και του πρόβαλλε το φάσμα της επικράτησης των υλιστικών και ανατρεπτικών ιδεών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και των ποικίλων προπαγανδών στη Μακεδονία. Απέναντι στους κινδύνους αυτούς, μπορούσε να στηθεί ως ανάχωμα η Θεολογική Σχολή.[22] Η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης, μέσα από το περιοδικό της, έκανε ένα βήμα παραπέρα στη συλλογιστική της, ανεβάζοντας τους τόνους της αντιπαράθεσης με όσους διαφωνούσαν με την έναρξη της λειτουργίας της Σχολής, κατατάσσοντάς τους στους εχθρούς του έθνους και τους υπονομευτές της εθνικής υπόστασης της Μακεδονίας.[23] Με τον τρόπο αυτό ωστόσο, φανέρωνε την εξάντληση της υπομονής της για μία απόφαση που διαρκώς αναβαλλόταν και ‘διαμονοποιούσε’ την εκφορά της αντίθετης άποψης και δεν άφηνε περιθώρια στο δημόσιο διάλογο που είχε αναπτυχθεί.

ΙΜΘ, φ. 59, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Υπουργό Θρησκευμάτων και Παιδείας, Θεσσαλονίκη, 15 Σεπτεμβρίου 1933.

Τα δεδομένα διαφοροποιήθηκαν ολοκληρωτικά με την κατάλυση του Κοινοβουλευτισμού από τη μεταξική δικτατορία. Το νέο καθεστώς δεν είχε τους ενδοιασμούς του καταλυθέντος ‘κομματικού κράτους’ και τάχθηκε ανεπιφύλακτα υπέρ της ανάγκης λειτουργίας της Σχολής: «Αν ελειτούργει ευθύς εξ αρχής η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου, δεν θα εισεπήδων εις αυτό υλισταί, άθεοι, αριστεροί, αντίσοφοι, εχθροί των ηθικών και πνευματικών αξιών, διδάσκαλοι της ηθικής αποκαλούντες την ηθικήν ‘παραφροσύνην’». Ο υποθετικός αυτός συλλογισμός συσχετιζόταν και με τη σφοδρή και μακροχρόνια ιδεολογική αντιπαράθεση που είχε εν τω μεταξύ ξεσπάσει ανάμεσα σε ορισμένους πανεπιστημιακούς καθηγητές και την Εκκλησία της Ελλάδος από τη μια, και τον Καθηγητή της Κοινωνιολογίας στη Νομική Σχολή Αβροτέλη Ελευθερόπουλο από την άλλη.[24] Η νέα κυβερνητική θεώρηση στον τομέα της εκπαιδευτικής πολιτικής συνίστατο στον συνδυασμό της ‘εξυγίανσης’ και της συμπλήρωσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Οι δύο αυτοί άξονες, σύμφωνα με τον Υπουργό της Παιδείας, θα καθιστούσαν τη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα γενικότερα, το κέντρο και την αφετηρία «του εθνικού παλμού και του εθνικού φρονήματος και τον άξονα των ιδανικών και των εθνικών παραδόσεων της αναγεννωμένης και αναδημιουργημένης Ελλάδος».[25]

Το 1937, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος απευθύνθηκαν για το ίδιο θέμα στον αρμόδιο Υπουργό, προσθέτοντας την πληροφορία πως η λειτουργία της Θεολογικής θα επάνδρωνε με ικανά στελέχη τις Μητροπόλεις της Βόρειας Ελλάδας, καθώς τα υπάρχοντα, με επιστημονική κατάρτιση στελέχη, όχι μόνο δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες της Παλαιάς Ελλάδας, αλλά δεν δέχονται καν τον διορισμό τους στις Νέες Χώρες.[26] Στα αιτήματα της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Μητρόπολης Θεσσαλονίκης στάθηκε αρωγός και η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου, που ζήτησε να λειτουργήσει η Σχολή από το ακαδημαϊκό έτος 1939-1940.[27] Οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας παρουσιάστηκαν για ακόμα μία φορά αρκετά ‘ευέλικτοι’: εμφάνισαν δηλαδή τα αιτήματά τους ως άκρως εξυπηρετικά για το «αναδημιουργικόν και εθνοσωτήριον έργον της Εθνικής ημών Κυβερνήσεως».[28] Με την τακτική τους αυτή ωστόσο ταυτίστηκαν με το δικτατορικό καθεστώς και τις πολιτικές και ιδεολογικές του στοχεύσεις. Η κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε θετικά, όχι από έλλειψη πολιτικής βούλησης,[29] αλλά εξαιτίας των απειλητικών συγκυριών, στις παραμονές του επερχόμενου Παγόσμιου Πόλεμου, που έθεταν σε άμεση προτεραιότητα την άμυνα της χώρας και όχι τη διευθέτηση των εκπαιδευτικών εκκρεμοτήτων.

Η Κατοχή της χώρας από τις Δυνάμεις του Άξονα διαφοροποίησε εντελώς τα δεδομένα. Η προσπάθεια όχι μόνο δεν ανεστάλη, αλλά τέθηκε σε νέες βάσεις. Η νέα κυβέρνηση φαίνεται πως από το καλοκαίρι άρχισε να εξετάζει τις προϋποθέσεις για την έναρξη λειτουργίας της Σχολής. Το Σεπτέμβριο δε του 1941, συνεδρίασε η Ανωτέρα Ενοριακή Αντιπροσωπεία της Θεσσαλονίκης, υπό την προεδρία του Γεννάδιου και απέστειλε υπόμνημα στον πρωθυπουργό Γιώργο Τσολάκογλου, ενώ την οριστική απόφαση της κυβέρνησης υπέρ της θέσης της Εκκλησίας, ανακοίνωσε στον Γεννάδιο, ο Υπουργός της Παιδείας Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος.[30]

Στις 19 Απριλίου 1942 τελέστηκε από τον Γεννάδιο ο αγιασμός για την έναρξη των μαθημάτων. Οι επίσημοι που απηύθυναν χαιρετισμούς εστίασαν στην εθνική αποστολή που είχε να επιτελέσει η Σχολή στη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα και χαρακτήρισαν τη λειτουργία της εθνική ανάγκη, ειδικά στις τραγικές συνθήκες της Κατοχής. Ο Πρύτανης δε του Πανεπιστημίου, σε ένα συγκινησιακά φορτισμένο λόγο του, συνέδεσε τη Θεολογική Σχολή με ευοίωνους οιωνούς για το μέλλον της πατρίδας: «είνε η απαρχή ενός ευτυχισμένου για τον τόπο μας μέλλοντος και ενισχύουν την κρυφή μου ελπίδα και τη χαρά πως όλες οι συμφορές που περνάει τώρα η πατρίδα μας, δεν είνε παρά μία προσωρινή νεροποντή που μας έφερε ένας ξαφνικός σίφουνας, που γρήγορα θα περάση, για να γλυκοχαράξη ολοκάθαρος ο ουρανός της ευτυχίας».[31]

Η προσπάθεια για την υλοποίηση του ιδρυτικού Νόμου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ήταν πολυετής. Το γράμμα του Νόμου έμενε κενό για πάνω από δεκαέξι έτη, εξαιτίας των κομματικών συγκυριών, της πολιτικής αστάθειας, της οικονομικής καχεξίας, των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και των δια-επιστημονικών ανταγωνισμών. Όλο αυτό το διάστημα, η Εκκλησία της Ελλάδος και ιδιαίτερα, ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης επανέρχονταν στο πάγιο αίτημά τους. Ο ρόλος δε του τελαυταίου ήταν καθοριστικός.[32] Η αναγνώριση της προσφοράς του ήλθε σύντομα, όταν αποφασίστηκε από τους Καθηγητές της Σχολής να τον αναγορεύσουν σε πρώτο επίτιμο Διδάκτορά της, με το πρόσθετο επιχείρημα της συνολικής εθνικής, ποιμαντικής και κοινωνικής του δράσης.[33]

ΑΘΣ, Ψήφισμα της Θεολογικής Σχολής, με το οποίο αποφασίστηκε η αναγόρευση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης σε Διδάκτορά της, «τιμής ένεκεν». Θεσσαλονίκη, 30 Μαΐου 1942.

Η Θεολογική Σχολή, μετά την Απελευθέρωση, ‘ανασυγκροτήθηκε’, καθώς απολύθηκαν οι καθηγητές της επειδή είχαν διοριστεί επί Κατοχής και νομοθετήθηκε η πλήρωση των κενών πλέον πανεπιστημιακών εδρών με νέα διαδικασία.[34] Ένας από τους προσωρινά, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, απομακρυθέντες καθηγητές της ήταν ο Βασίλειος Έξαρχος, ο οποίος την περίοδο της Κατοχής ανέπτυξε πλούσια προπαγανδιστική δράση υπέρ των Γερμανών.[35] Στο έργο της ‘ανασυγκρότησης’ της Σχολής ενεπλάκη και ο Δαμασκηνός, υπό τη διπλή ιδιότητα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, όσο και του Αντιβασιλέα. Οι καθηγητές της Θεολογικής τον ευχαρίστησαν, διαβεβαιώνοντάς τον πως θα εξακολουθούσαν να επιτελούν το εθνικό τους έργο. Ο δε Δαμασκηνός τους απάντησε, επιδοκιμάζοντας τη μέχρι τότε συνεισφρορά τους και εκθέτοντας το ‘όραμά’ του για την επαναθεμελίωση της ελληνικής κοινωνίας στις χριστιανικές αρχές, με πρωτεργάτη την Εκκλησία:

«ολόκληρον το Έθνος παρακολουθεί, μετ’ ενδιαφέροντος, και θα εκτιμήση προσηκόντως το έργον, το οποίον επιτελείτε εις τα βόρεια διαμερίσματα της Ελληνικής Πατρίδος επ’ ωφελεία και των εθνικών συμφερόντων και της όλης χριστιανικής διαπαιδαγωγήσεως της ελληνικής πανεπιστημιακής νεότητος, η οποία θα ηγηθή, εις το εγγύς μέλλον, της ανασυνθέσεως του Εληνικού Οίκου επί τη βάσει των Αληθειών και των Αρχών της Αγίας ημών Θρησκείας. Διότι ουδενός, νομίζομεν, την προσοχήν διαφεύγει το γεγονός, ότι μόνον η οργάνωσις των ανθρωπίνων κοινωνιών συμφώνως προς τα ηθικά και κοινωνικά παραγγέλματα του Χριστιανισμού δύναται να εξασφαλίση γόνιμον ειρήνην και νήφουσαν ευημερίαν εις την τόσον δεινώς χειμασθείσαν ανθρωπότητα. Από ελληνικής δε πλευράς το τοιούτο επίτευγμα δύναται να πραγματοποιηθή, εάν η όλη εθνική δράσις τεθή υπό την καθοδήγησιν της Αγίας ημών Εκκλησίας, βοηθουμένης υπό της Επιστήμης».[36]

ΑΘΣ, Επιστολή του Κοσμητεύοντα Δημ. Μωραΐτη προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Αντιβασιλέα Δαμασκηνό, Θεσσαλονίκη, 19 Νοεμβρίου 1945.

Κύριο χαρακτηριστικό της επιχειρηματολογίας των εκκλησιαστικών παραγόντων ήταν η ικανότητα να την προσαρμόζουν στις εναλασσόμενες συγκυρίες, αλλά και η σταθερότητα στην επίκληση της εθνικής αναγκαιότητας και σκοπιμότητας[37] που εξυπηρετούσε, σύμφωνα μ’ αυτούς, η λειτουργία της ιδρυμένης, αλλά μη υφιστάμενης Θεολογικής Σχολής. Ό,τι δεν είχε επιτευχθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια, συντελέστηκε εντέλει μέσα στους πρώτους μήνες της Κατοχής∙ εξέλιξη που μαρτυρά και την έμφαση την οποία απέδιδε η νέα κυβέρνηση στην αντιμετώπιση των εθνικών κινδύνων, όπως τους αντιλαμβανόταν και τους αναπτύξαμε στην αρχή της εισήγησής μας.

Η θεμελίωση του κτηρίου της Θεολογικής Σχολής στη Θεσσαλονίκη, παρουσία του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, το 1964. Η συγκεκριμένη φωτογραφία παρουσιάστηκε στην έκθεση «Η ιστορία του ΑΠΘ μέσα από τις φωτογραφίες» που πραγματοποιήθηκε, από τις 5 Ιουλίου 2016 έως τις 15 Οκτωβρίου 2016, στο γυάλινο περίπτερο του Κήπου του Απογευματινού Ήλιου, στη Νέα Παραλία Θεσσαλονίκης, με αφορμή τη συμπλήρωση 90 χρόνων από την ίδρυση του ΑΠΘ. Πηγή: https://i2.wp.com/parallaximag.gr/wp-content/uploads/themeliosi_ktirioy_theologikis_sholis_apo_ton_g._papandreoy1964.jpg?resize=696%2C521
Ο Θεοδόσης Τσιρώνης είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.

Υποσημειώσεις

*Η παρούσα μελέτη αποτελεί επεξεργασμένη μορφή παλαιότερης εισήγησης, που δεν έχει δημοσιευθεί

[1] ΦΕΚ 21/7 Φεβρουαρίου 1942, τχ. 1ο, Ν.Δ. 964/1942.

[2] Βλ. http://www.theo.auth.gr/theo/gr/Documents/Student%20Guide%202011%20-%202012.pdf και http://www.past.auth.gr.

[3] http://www.theosch.auth.gr/digital_archive.htm.

[4] Ιωάννης Β. Κογκούλης, Διακονώντας ως Κοσμήτορας τη Θεολογική Σχολή του Αριστοτερλείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πεπραγμένα Κοσμητείας 2006-2010, Θεσσλονίκη 2010, σσ. 215-230.

[5] Γιώργος Καφταντζής, Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τον καιρό της Κατοχής, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 14.

[6] Βλ. Χρίστος Κρικώνης, «Σύντομη Ιστορία της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Με την ευκαιρία συμπληρώσεως 50 ετών λειτουργίας από την ίδρυσή της (1942-1992)», Εκκλησία, (1), 1/15 Ιανουαρίου 1993, 29-30. Θεόδωρος Ζήσης, Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης. Η πρόσφορά της (1942-1992), Θεσσαλονίκη 1999. Βασίλειος Δ. Κυριαζόπουλος, Αριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης (1926-1960), Θεσσαλονίκη 1960,  σσ. 25-26. Του ιδίου, Τα πενήντα χρόνια του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1926-1976), Θεσσαλονίκη 1976, σσ. 47-48.

[7] Αρχείο Θεολογικής Σχολής (στο εξής: ΑΘΣ), Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος, 1η Συνεδρία, 16 Απριλίου 1942.

[8] ΑΘΣ, Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος .

[9] ΑΘΣ, Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος, 6η Συνεδρία, 23 Μαΐου 1942.

[10] Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η απόφαση, λίγες μόλις ημέρες αργότερα, για την ίδρυση της Ιατρικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, βλ. ΦΕΚ 28/18 Φεβρουαρίου 1942, τχ. 1ο, Ν.Δ. 1021/1942.

[11] Κρικώνης, ό.π., σ. 29

[12] Κυριαζόπουλος, Τα πενήντα χρόνια, σ. 48.

[13] ΦΕΚ 154/22 Ιουνίου 1925, τχ. 1ο, Νόμος 3341/1925.

[14] Η Μητρόπολη Θεσσαλονίκης εκτιμούσε πως μετά την πτώση της κυβέρνησης Παπαναστασίου, επικράτησαν στο Υπουργείο της Παιδείας «αριστερίζουσαι αντιλήψεις», βλ. Γρηγόριος ο Παλαμάς (στο εξής: ΓΠ), 198-199 (Ιούλιος-Αύγουστος 1932), 266-267.

[15] Ιστορικό Αρχείο Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (στο εξής: ΙΜΘ), φ. 48, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, Θεσσαλονίκη, 17 Φεβρουαρίου 1927.

[16] ΓΠ, 203 (Δεκέμβριος 1932), 392. Η Ανωτέρα Ενοριακή Αντιπροσωπεία απέστειλε επιστολή στον Υπουργό της Παιδείας, ο οποίος της απάντησε πως θα λάμβανε υπόψη τις απόψεις της, αλλά απέφευγε να δεσμευτεί για τις μελλοντικές του δράσεις.

[17] ΓΠ, 121 (Ιανουάριος 1926), 47.

[18] ΓΠ, 203 (Δεκέμβριος 1932), 394.

[19] Συγκεκριμένα, στον ΓΠ, 198-199 (Ιούλιος-Αύγουστος 1932), 266 υποστηριζόταν πως: «οργιάζουν οι παντοειδείς ξενικαί προπαγάνδαι, ο δε κομμουνισμός και ο κοινωνικός και ο ηθικός αριστερισμός απειλούν αποσύνθεσιν της οικογενειακής, της εθνικής και αυτής της κρταικής ζωής».

[20] ΓΠ, 202 (Νοέμβριος 1932), 356-357.

[21] ΙΜΘ, φ. 59, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Υπουργό Θρησκευμάτων και Παιδείας, Θεσσαλονίκη, 15 Σεπτεμβρίου 1933.

[22] ΓΠ, 221 (Ιούνιος 1934), 227-228.

[23] ΓΠ, 222-223 (Ιούλιος-Αύγουστος 1934), 270-271.

[24] ΓΠ, 262 (Ιανουάριος 1937), 47-48. Για το ζήτημα αυτό, βλ. Θεοδόσης Αθ. Τσιρώνης, «Εγνωσμένων αριστερών θεωριών και αλλοπροσάλων φρονημάτων: Ο Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αβροτέλης Ελευθερόπουλος και τα όρια ανοχής στην ελευθερία της ακαδημαϊκής έκφρασης» στο συλλογικό έργο, Βασίλης Κ. Γούναρης (επίμ.), Έθνος, Κράτος και Πολιτική, Θεσσαλονίκη 2009, σσ. 303-328.

[25] ΓΠ, 264 (Μάρτιος 1937), 181.

[26] ΓΠ, 271 (Οκτώβριος 1937), 348-349. Τα ίδια επιχειρήματα επανέλαβε η Ιερά Σύνοδος δύο έτη αργότερα, βλ. ΙΜΘ, φ. 89/9, η Ιερά Σύνοδος προς το Υπουργείο Θρησκευμάτων, Αθήνα, 16 Μαρτίου 1939.

[27] ΙΜΘ, φ. 89/9, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης προς το Υπουργείο Θρησκευμάτων,  Θεσσαλονίκη, 10 Μαΐου 1939.

[28] ΙΜΘ,  φ. 8/3, Επιστολή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρύσανθου προς το Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, Αθήνα, 23 Αυγούστου 1939.

[29] Ο Υφυπουργός της Παιδείας, σε συνάντησή του με το Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, τον διαβεβαίωσε πως υιοθετούσε πλήρως την επιχειρηματολογλια της Εκκλησίας, βλ. ΙΜΘ, φ. 89/9, Θεσσαλονίκης Γεννάδιος προς Ιερά Σύνοδο, Θεσσαλονίκη, 16 Μαΐου 1939.

[30] ΓΠ, 209-211 και ΓΠ, 319 (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1941), 200.

[31] ΓΠ, 326-327 (Μάιος-Ιούνιος 1942), 78.

[32] Ζήσης, ό.π., σ. 20, υποσημ. 4.

[33] ΑΘΣ, Βιβλίο Πρακτικών, Τόμος 1ος, 7η Συνεδρία, 30 Μαΐου 1942. Η επίδοση του τιμητικού διπλώματος στον Γεννάδιο, αναβλήθηκε εξαιτίας των ανωμάλων συνθηκών για «ευθετώτερον χρόνον», ώστε η τελετή να λάβει όσο το δυνατό επισημώτερο και πιο πανηγυρικό χαρακτήρα.

[34] Βλ. ΦΕΚ 150/13 Ιουνίου 1945, τχ. 1ο, Α.Ν. 361/1945.

[35] Στράτος Ν. Δορδανάς, Έλληνες ενατίον Ελλήνων, Θεσσαλονίκη 2006.

[36] ΑΘΣ, φ. 121, ο Κοσμητεύων της Θεολογικής Σχολής προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Θεσσαλονίκη, 19 Νοεμβρίου 1945 και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών προς Κοσμήτορα Θεολογικής Σχολής, Αθήνα, 1 Δεκεμβρίου 1945, από όπου και το απόσπασμα.

[37] Στα πονήματα με επετειακούς απολογισμούς της προσφοράς της Θεολογικής Σχολής, τονίζεται και το εθνικό της έργο. Βλ. Ενδεικτικά, Ζήσης, ό.π., σσ. 24-25.

Γιάννης Μπέτσας: Η ελληνική εκπαίδευση και ο αμερικανικός παράγοντας στη μεταπολεμική περίοδο*

Γιάννης Μπέτσας

Η ελληνική εκπαίδευση και ο αμερικανικός παράγοντας στη μεταπολεμική περίοδο*

1.0. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Τα δεδομένα που σχετίζονται με την παρέμβαση του αμερικανικού παράγοντα στη μεταπολεμική Ελλάδα αναδεικνύουν μια πολύπλευρη προσέγγιση στα οικονομικά και κοινωνικοπολιτικά ζητήματα της χώρας την περίοδο εκείνη. Πρόκειται για την κατάθεση νέων στοιχείων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ενσωματωθεί στη συζήτηση για τη μεταπολεμική εκπαιδευτική ιστορία του τόπου μας.

Τα  ερωτήματα  στα  οποία  επιχειρεί  να  απαντήσει  το  κείμενο  που  ακολουθεί  είναι  τα ακόλουθα:

Πώς υλοποιήθηκε η αμερικανική παρέμβαση και στις περιπτώσεις που επικεντρώθηκε στον τομέα της εκπαίδευσης ποιες μορφές πήρε;

Ποια νέα δεδομένα προκύπτουν στη συζήτηση για τη μεταπολεμική εκπαιδευτική ιστορία του τόπου μας;

2.0. ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το τελευταίο διάστημα, διάφορες αφηγήσεις της μεταπολεμικής ιστορίας περιλαμβάνουν πλέον στο ερμηνευτικό τους σχήμα την έννοια της «πολιτισμικής διπλωματίας», μιας διαδικασίας που θεωρείται ότι επικαθόρισε τη δημιουργία της συλλογικής συνείδησης και τον τρόπο διαβίωσης των κατοίκων τόσο του Δυτικού όσο και του Ανατολικού κόσμου αμέσως μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έως και τις μέρες μας. Για την περίπτωση του Δυτικού κόσμου, η έννοια αυτή έχει οριστεί ως η αμφίδρομη εκπαιδευτική και πνευματική ανταλλαγή που είχε ως μακροπρόθεσμο στόχο τη βελτίωση της κατανόησης μεταξύ των λαών και η οποία, τελικά, εξυπηρέτησε τον «πολιτισμικό ιμπεριαλισμό», την πολιτισμική και οικονομική ηγεμονία της Αμερικής.[1]

Στο ίδιο πλαίσιο, διάφορες μελέτες επικεντρώθηκαν στην πολυπλοκότητα των διατλαντικών σχέσεων στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, τεκμηριώνοντας το εμπειρικό περιεχόμενο των όρων «αμερικανοποίηση» και «δυτικοποίηση».[2]Μεταξύ αυτών, οι μελέτες του Doering-Manteuffel προτείνουν  τον  όρο  «δυτικοποίηση»,  ο  οποίος  είναι  βαθύτερος  και  ευρύτερος  απ’ αυτόν  της «αμερικανοποίησης», καθώς αναφέρεται όχι μόνο στην υιοθέτηση ενός τρόπου ζωής και τεχνικών παραγωγής, όπως ο Φορντισμός και ο Τεϋλορισμός, αλλά, κυρίως, στη συνεργασία Αμερικανών με μη-Αμερικανούς για τη διαμόρφωση μιας «διατλαντικής κοινότητας αξιών», μέσω της πολιτισμικής διείσδυσης. Σε αντίθεση με την «αμερικανοποίηση», η «δυτικοποίηση» είναι μια πολυδιάστατη διαδικασία που περιλαμβάνει τη σύγκλιση των πολιτικών και πολιτισμικών αξιών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στη βάση αυτή, οι σχετικές μελέτες επιχειρούν να απαντήσουν σε ερωτήματα σχετικά με τις διαδικασίες οι οποίες συνέβαλαν σε μια δυτικοποιημένη«κοινότητα αξιών» την περίοδο αυτή όπως, επίσης, με τη συμβολή των ιδιαίτερων εθνικών παραδόσεων στο αποτέλεσμα της πολιτισμικής διείσδυσης.[3]

Το Δόγμα Τρούμαν

Κατά συνέπεια, η επιδίωξη της πολιτικής και πολιτισμικής ηγεμονίας των ΗΠΑ στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου είναι σκόπιμο να εξετάζεται όχι στη λογική ενός οδοστρωτήρα που σάρωσε όλες τις οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές δομές των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά σε διαλεκτική σχέση με τις αντιστάσεις που ενεργοποιήθηκαν στη διαδικασία αυτή σε κάθε κοινωνία, λόγω τόσο της παράδοσης όσο και του συστήματος αξιών της. Πάντως, στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτό που φαίνεται να επικράτησε είναι η μίξη των αυτόχθονων ιδεών, αξιών και πρακτικών με εκείνες που διείσδυσαν από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, μια μίξη που εμπότισε τις αυτόχθονες αξίες και οδήγησε στην «κρεολοποίησή τους».[4]

Tο είδος της αμερικανικής κουλτούρας που προβλήθηκε στο εξωτερικό από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, αλλά και από τα μεγάλα φιλανθρωπικά ιδρύματα, Rockefeller, Fulbright και Ford, ήταν κατά κύριο λόγο στον τομέα της «υψηλής» κουλτούρας, η οποία θεωρήθηκε καθοριστικής σημασίας στη δημιουργία μιας «κοινότητας αξιών». Ο «ιδιωτικός τομέας» αφιέρωσε σημαντικούς πόρους και προσπάθειες για την υποστήριξη ενός ευρέως φάσματος διεθνών εκπαιδευτικών και ακαδημαϊκών προγραμμάτων και οργανισμών. Ένας μεγάλος αριθμός μελετών σχετικά με τη στήριξη που παρέχουν τα αμερικανικά ιδρύματα σε πανεπιστήμια και ινστιτούτα, σε επιστημονικά συνέδρια και περιοδικά και σε προγράμματα ανταλλαγών ανά τον κόσμο, τεκμηριώνει τη συμβολή τους και αναδεικνύει την στρατηγική τους στη διαδικασία της πολιτισμικής διείσδυσης. [5]

Ωστόσο, η διάχυση της λαϊκής αμερικανικής κουλτούρας μέσω της τηλεόρασης, του κινηματογράφου, των μουσικών ρευμάτων, της ενδυμασίας, υπήρξε αυτή που εξυπηρέτησε καίρια την πολιτισμική διείσδυση στις λαϊκές μάζες, προσδιορίζοντας παράλληλα ένα προνομιακό πεδίο δραστηριοτήτων για τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Την ίδια περίοδο, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της Αμερικής προωθούσαν στην Ευρώπη τις αμερικανικές μεθόδους μάρκετινγκ για την επίτευξη μαζικής παραγωγής και την τόνωση της μαζικής κατανάλωσης. Ως προϋποθέσεις τέθηκαν ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός και η εξειδικευμένη τεχνική κατάρτιση όπως και η δημιουργία ανάλογης κουλτούρας μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών.

Στη συγκυρία της άμεσης μεταπολεμικής περιόδου, το βασικό πρόταγμα της «πολιτισμικής διπλωματίας» από την αμερικανική  πλευρά υπήρξε η απώθηση του κομμουνιστικού κινδύνου, καθιστώντας κυρίαρχο ιδεολογικό βραχίονά της τον αντικομμουνισμό. H αμερικανική απάντηση στο σοβιετικό κίνδυνο συμπυκνώνεται, για τη συγκεκριμένη περίοδο, στο δόγμα ανάσχεσης κινδύνου (Containment),[6] σύμφωνα με το οποίο ο σοβιετικός επεκτατισμός θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί σε μια βάση μακροπρόθεσμη, μετριοπαθή, ευέλικτη και σταθερή, ανταποκρινόμενη στις μετατοπίσεις και τους ελιγμούς της πολιτικής της άλλης πλευράς. Για το σκοπό αυτό, θεωρήθηκε ότι η καταπολέμηση της σοβιετικής πίεσης κατά των ελεύθερων θεσμών του δυτικού κόσμου προϋπέθετε την ανασυγκρότηση των ευρωπαϊκών οικονομιών, ώστε οι λαοί να απαλλαγούν από το φάσμα της εξαθλίωσης και, κατ’ επέκταση, να θωρακιστούν απέναντι σε θελκτικές υποσχέσεις που έθεταν σε κίνδυνο την ελευθερία και την εθνική τους ανεξαρτησία.

Έκτοτε, διαδοχικά οργανωτικά σχήματα ενεργοποιήθηκαν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους πολύπλευρους στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Μετά την εφαρμογή του Δόγματος Truman (1947), το οποίο αφορούσε αποκλειστικά την Ελλάδα και την Τουρκία, ακολούθησαν το ευρύτερο European Recovery Program (1947-1949), γνωστό ως «Σχέδιο Μάρσαλ», το Point Four Program (1949-1952), ένα πρόγραμμα τεχνικής βοήθειας για τις «αναπτυσσόμενες χώρες», το Mutual Security Agency (1952-1961), που παρείχε στρατιωτική, οικονομική και τεχνική βοήθεια στις φιλικές προς τις ΗΠΑ χώρες και το United States Agency for International Development (1961 έως σήμερα). Στο ίδιο πλαίσιο, ο παρεμβατισμός της αμερικανικής πολιτικής ασκήθηκε και μέσω των διεθνών οργανισμών, τους οποίους από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου κηδεμονεύουν οι ΗΠΑ.

3.0. ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Η καθημαγμένη από τον Εμφύλιο Πόλεμο Ελλάδα, ένα από τα πρώτα πεδία αντιπαράθεσης HΠΑ και Σοβιετικής Ένωσης στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, αποτέλεσε «το πολιτικό εργαστήρι» για την εφαρμογή του αμερικανικού δόγματος της ανάσχεσης.[7]Η αμερικανική παρέμβαση στα ελληνικά πράγματα –παράλληλα με την παρέμβαση στην Τουρκία- όχι μόνο προβλήθηκε ως αναγκαιότητα ζωτικής σημασίας για να ανακοπεί η εξάπλωση του κομμουνισμού, αλλά σηματοδότησε, επίσης, το μεσσιανικό χαρακτήρα της αποστολής των ΗΠΑ σε ρόλο εγγυητή των αξιών του ελεύθερου κόσμου. Στην κατεύθυνση αυτή, το ελληνικό πρόγραμμα περιλάμβανε, αφενός, τη στρατιωτική βοήθεια για την επικράτηση των κυβερνητικών στρατευμάτων έναντι των υποστηριζόμενων από τη Σοβιετική Ένωση ανταρτών και, μετέπειτα, την αποκατάσταση της οικονομικής και της πολιτικής σταθερότητας της χώρας στη βάση μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων προγραμμάτων ανασυγκρότησης, που θα βασίζονταν στην αμερικανική οικονομική βοήθεια και τεχνογνωσία.[8]

Οι τομείς στους οποίους επικεντρώθηκε η αμερικανική παρέμβαση στο διάστημα 1946- 1963 διαχέονται σχεδόν σε όλο το φάσμα της διακυβέρνησης του ελλαδικού κράτους, βάσει και των αναφορών των εντεταλμένων αμερικανών αποστολών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα στο διάστημα αυτό[9]. Πρόκειται διαδοχικά για τις εξής δομές: United Νations Relief and Rehabilitation Administration (UNRRA) 1943-1947, American Mission for Aid to Greece (AMAG), Economic Cooperation Administration / Greece (ECA/GREECE), Mutual Security Agency (MSA/GREECE), Foreign Operations Administration (FUAY/GREECE), International Cooperation Administration (ICA/GREECE). 1168 άτομα αποτελούν το προσωπικό της αμερικανικής αποστολής στα 1948.[10] 218 άτομα συγκροτούν τη μόνιμη αποστολή στην Ελλάδα ως υπάλληλοι του Αμερικανικού Υπουργείου των Εξωτερικών και της Υπηρεσίας Αμοιβαίας Ασφάλειας, στα 1953. Παράλληλα, εκατοντάδες άτομα συμμετέχουν σε αποστολές τεχνικής βοήθειας.[11] Σύμφωνα με τις αμερικανικές πηγές, 1 δισεκατομμύριο 785 εκατομμύρια δολάρια διοχετεύτηκαν στην Ελλάδα την περίοδο αυτή, από τα οποία 1,521,600,000 υπό τη μορφή δωρεών και 263,200,000 υπό τη μορφή δανείων.

Έκθεση του Τμήματος Κατάρτισης της Αμερικανικής Βοήθειας για την Ελλάδα (Απρίλιος 1963)

Πρόκειται, επομένως, για μια πολύπλευρη παρέμβαση που επικαθόρισε τον προσανατολισμό και τους ρυθμούς ανάπτυξης της μεταπολεμικής Ελλάδας συνιστώντας, παράλληλα, την επιτομή του δόγματος της ανάσχεσης. Από το 1947, ήδη, η έκθεση  Porter [12] απέδιδε την εμφύλια διαμάχη στην οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας και επεσήμανε ότι για την αποκατάσταση της πολιτικής σταθερότητας δεν αρκούσε απλά και μόνο η στρατιωτική καταστολή της κομμουνιστικής εξέγερσης, αλλά, επιπρόσθετα, απαιτούνταν βαθιές μεταρρυθμίσεις, που θα υπηρετούσαν την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.

4.0. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ

Τόσο η οικονομική ανάπτυξη όσο και η προοπτική της κοινωνικής συνοχής, ακόμη και ιδωμένες στο προσδιοριστικό πλαίσιο του αντικομμουνισμού που υιοθετούσαν οι αμερικάνοι, προϋπέθεταν μεταρρυθμίσεις στον εκπαιδευτικό τομέα. Το μοντέλο που είχε υιοθετηθεί από την Ουάσιγκτον για τις χώρες πέραν του Ατλαντικού περιλάμβανε παρεμβάσεις στο μορφωτικό και εκπολιτιστικό τομέα, με αρμόδια την Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ (USIA), και στην παροχή τεχνογνωσίας, κυρίως μέσω των προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας της Υπηρεσίας Διεθνούς Ανάπτυξης ( USAID) και των προκατόχων της. Κοινοί τόποι των μορφωτικών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων που εκπονούσαν οι ιθύνοντες της αμερικανικής βοήθειας σε ολόκληρη την υφήλιο υπήρξαν: α) ο εγγραμματισμός, καθώς συνδεόταν με το στόχο της πολιτισμικής διείσδυσης, β) η ανάπτυξη της τεχνικής– επαγγελματικής εκπαίδευσης και η ανάπτυξη της έρευνας, ως προϋποθέσεις τεχνολογικού εκσυγχρονισμού και οικονομικής ανάπτυξης και γ) η εκπαίδευση για την αριστεία και την ηγεσία, προκειμένου να διαμορφωθεί η ομάδα των θεματοφυλάκων των κοινών διατλαντικών αξιών.

Για την περίπτωση της Ελλάδας, αν και στο οργανωτικό σχήμα των υπηρεσιών της αμερικανικής βοήθειας δεν υπήρξε ειδικό τμήμα αναφερόμενο στην εκπαίδευση, ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια υπάρχουν εγγραφές ποσών που αναφέρονται στα σχολεία [13] και αναφορές συγκεκριμένων παρεμβάσεων στις σχετικές εκθέσεις πεπραγμένων των αμερικανικών υπηρεσιών. Είναι, ωστόσο, ποσά που φαίνεται να διατίθενται κυρίως για την οικοδόμηση και την επισκευή σχολείων, καθώς περιλαμβάνονται στη χαρακτηριστική κατηγορία «Επενδύσεις για την προσφορά ανεκτής διαβίωσης». Άλλωστε, σε κάθε ευκαιρία, οι αμερικανοί παρατηρητές της περιόδου εκείνης αναφερόμενοι στην κατάσταση στην Ελλάδα περιγράφουν γλαφυρά μια χώρα της οποίας οι δομές είχαν καταστραφεί ανεπανόρθωτα στη διάρκεια του πολέμου και της γερμανικής κατοχής.

4.1. Εγγραμματισμός

Στον τομέα του εγγραμματισμού οι αναφορές των αμερικανών ειδικών αποδίδουν τα υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού μεταξύ του ελληνικού πληθυσμού, αφενός, στην έλλειψη εκπαιδευτικών δομών, εξαιτίας των πολέμων και, αφετέρου, στο γλωσσικό διχασμό μεταξύ διδασκόμενης και ομιλούμενης γλώσσας.[14] Στη σχετική συζήτηση τίθενται με σαφήνεια υπέρ της καθιέρωσης της ομιλούμενης γλώσσας ως γλώσσας του κράτους και, κατά συνέπεια, και της εκπαίδευσης. [15]

Στις πολιτικές για τον εγγραμματισμό προτείνoνται η σύσταση νηπιαγωγείων, μορφωτικών πυρήνων στους εργατικούς και αγροτικούς οικισμούς, σχολών αλφαβητισμού ενηλίκων. Πρόκειται για δραστηριότητες που γνωρίζουν ιδιαίτερη άνθιση με βασικούς φορείς υλοποίησης τα βασιλικά ιδρύματα και άλλες φιλανθρωπικές οργανώσεις και, δευτερευόντως, το ελληνικό κράτος. [16]

Παράλληλα, υπό την αιγίδα της UNESCO, τίθεται σε εφαρμογή και στην Ελλάδα ένα φιλόδοξο πρόγραμμα σύστασης βιβλιοθηκών. Το πρόγραμμα γνωρίζει ιδιαίτερη άνθιση από το 1960 και έπειτα, κι ενώ έχει μεσολαβήσει στα 1958 η σύσταση του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών για τη συνέχιση της λειτουργίας προγραμμάτων ενημέρωσης στην Ελλάδα, η οποία θα έπρεπε να περιλαμβάνει «(1) λειτουργία βιβλιοθηκών και προγραμμάτων βιβλιοθήκης (2) βοήθεια προς την ελληνική κυβέρνηση για τη δημιουργία δανειστικών βιβλιοθηκών (3) διανομή των βιβλίων, περιοδικών, ταινιών (4) παραγωγή των περιοδικών, φυλλαδίων και υλικού επικαίρων ».[17]

Στην ίδια κατεύθυνση βρίσκονται και οι πρωτοβουλίες για τη διάδοση της αγγλικής γλώσσας και της αμερικανικής γραμματείας. Τα προγράμματα που εκπονούνται στην Αμερική εμπλέκουν τον κρατικό και τον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να επιτευχθεί μια ιδιαίτερα σημαντική παράμετρος πολιτισμικής διείσδυσης. Στην Ελλάδα, η διδασκαλία της αγγλικής ως ξένης γλώσσας εισάγεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση με σχετικό Νόμο το 1951.[18]

Το Αμερικανικό Κολλέγιο Ανατόλια της Θεσσαλονίκης κατά τη δεκαετία του ’40.

4.2.Τεχνική – Επαγγελματική Εκπαίδευση

Από το 1948 στο πλαίσιο της διοικητικής δομής της Αμερικανικής Βοήθειας λειτουργούσε«Γραφείο Τεχνικής και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης», το οποίο υπαγόταν στο διοικητικό τομέα της Εργασίας.[19] Γενικότερα, άλλωστε, η Τεχνική– Επαγγελματική Εκπαίδευση γίνεται κατανοητή σε σχέση με τη βελτίωση της παραγωγής και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό στους χώρους εργασίας. Το 1948 το συγκεκριμένο Γραφείο εκπονεί σχέδιο Νόμου για την τεχνική, επαγγελματική και βιομηχανική εκπαίδευση, με τη σύσταση για άμεση ενεργοποίησή του από τη Βουλή.[20]Ένα σχέδιο Νόμου που σε πολλά του σημεία φαίνεται να προδιαγράφει κάποιες από τις ρυθμίσεις της νομοθεσίας του 1959. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης σε ζητήματα επαγγελματικού προσανατολισμού και συμβουλευτικής στους μαθητές, ώστε να ακολουθήσουν σπουδές σε τεχνικούς κλάδους, όπως επίσης και να προσδιοριστούν επαγγελματικά.

Χαρακτηριστική ώθηση δίνεται στη «γνωστική μαθητεία» για νεαρούς μαθητές 14-18 ετών υπό την εποπτεία των ειδικών της αμερικανικής τεχνικής βοήθειας. Οι αμερικανικές αναφορές υποστηρίζουν πως στο ευρύ δίκτυο γνωστικής μαθητείας που διοργάνωσαν σε τομείς όπως βιομηχανία, γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία, ξυλουργική, κομμωτική, ραπτική, κ.α. μεταξύ των ετών 1948 – 1954 συμμετείχαν περί τους 60000 μαθητές. Η διαδικασία της γνωστικής μαθητείας ήταν η εξής: οι μαθητές αποκτούσαν την τεχνική ικανότητα της δουλειάς κοντά σε μεγαλύτερους επαγγελματίες. Με συστηματική καθοδήγηση και διδασκαλία, μετά το ωράριο εργασίας, επιχειρούνταν οι μαθητές να εισαχθούν στην τεχνογνωσία του επαγγέλματος και να ενημερωθούν για τις εξελίξεις στο χώρο ενδιαφέροντός τους.[21]

Οι αναφορές των υπηρεσιών της αμερικανικής βοήθειας επισημαίνουν την προσπάθειά τους για συστηματική αναδιάρθρωση του τομέα της επαγγελματικής εκπαίδευσης, που, ωστόσο, υπολείπεται των προσδοκιών και των αρχικών σχεδιασμών.[22] Στην αμερικανική βοήθεια πιστώνονται η επαναλειτουργία 22 επαγγελματικών σχολών, μετά την επισκευή και τον εξοπλισμό τους, η παροχή 1,5 εκατομμυρίων δολαρίων και 20,5 εκατομμυρίων δραχμών για την ανάπτυξη της τεχνικής – επαγγελματικής εκπαίδευσης.[23] Στη Διεθνή Τράπεζα αποδίδεται η δημιουργία των πρώην ανώτερων ιδρυμάτων τεχνικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (KATE).[24]

Σε γενικές γραμμές, ο αμερικανικός παράγοντας φέρεται να παίζει καθοριστικό ρόλο στον επαναπροσανατολισμό του παραδοσιακά μονοδιάστατου εκπαιδευτικού συστήματος προς την επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην αναμόρφωση των περιεχομένων μάθησης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στο άνοιγμα των ανώτερων βαθμίδων του συστήματος σε όλες τις κοινωνικές τάξεις και ομάδες και στην εγκαθίδρυση ενός πλαισίου έρευνας και παραγωγής γνώσης.

4.3. Ανάπτυξη της έρευνας

Με την αμερικανική καθοδήγηση, τεχνική υποστήριξη και χρηματοδότηση ή, τουλάχιστον, την καθοριστική συμβολή των υπηρεσιών της αμερικανικής βοήθειας φέρονται να συστήθηκαν μια σειρά σημαντικών πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων, που αποτελούν, έως και σήμερα, τους βασικούς πυλώνες της ερευνητικής παραγωγής στην Ελλάδα. Διάσπαρτες αναφορές σχετίζουν την αμερικανική βοήθεια με τη σύσταση φορέων, όπως το Πανεπιστήμιο Πατρών, την Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης, το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, το Εθνικό (τότε Βασιλικό) Ίδρυμα Ερευνών, το Τεχνολογικό Ίδρυμα Δοξιάδη, το Κέντρο Προγραμματισμού και Έρευνας (ΚΕΠΕ), το Ελληνικό Κέντρο Παραγωγικότητας (ΕΛΚΕΠΑ), το Κέντρο για την Ψυχική Υγεία και Έρευνα, το Κέντρο Ανωτέρας Φυσικής και Φιλοσοφίας της Επιστήμης. [25]4.4. Εκπαίδευση για την Αριστεία και την Ηγεσία

Κέντρα μελέτης και ανάδειξης των αμερικανικών ιδεών και πρακτικών στο εξωτερικό χαρακτηρίζει το άρθρο 214 του Νόμου για την Εξωτερική Βοήθεια του 1961 τα σχολεία εκτός των Η.Π.Α., που ιδρύθηκαν ή χρηματοδοτούνται από αμερικανούς πολίτες. Ως τέτοια κέντρα στην Ελλάδα θεωρήθηκαν η «Γεωργική Αμερικανική Σχολή» και το «Κολλέγιο Ανατόλια» στη Θεσσαλονίκη, το «Αμερικανικό Κολλέγιο Αθηνών», «το Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδας- Pierce», το «Κολλέγιο Deree» και η «Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών» στην Αθήνα. [26] Στη μεταπολεμική περίοδο –και όχι μόνο- τα σχολεία αυτά χρηματοδοτήθηκαν αδρά από την αμερικανική κυβέρνηση, εφάρμοσαν και εστίασαν στην εκπαίδευση για την αριστεία και  την ηγεσία, καθώς, μεταξύ των δεκάδων χιλιάδων της ελιτίστικης πελατείας τους, σημαντικό μέρος αυτών συνιστά την πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ελίτ της Ελλάδας.

Ίσως τα σχολεία  αυτά  και η λειτουργία  τους στο κοινωνικοπολιτικό  πλαίσιο  της μεταπολεμικής Ελλάδας είναι το πιο απτό παράδειγμα της αποτελεσματικότητας της αμερικανικής πολιτισμικής διπλωματίας στη χώρα. Επιπρόσθετα, ωστόσο, η εικόνα συμπληρώνεται από τις δεκάδες χιλιάδες των Ελλήνων που στην ίδια περίοδο εκπαιδεύτηκαν ή καταρτίστηκαν στην Αμερική, στο πλαίσιο διαφόρων προγραμμάτων εκπαιδευτικών ανταλλαγών που οργάνωσαν οι ΗΠΑ σε συνεργασία με τις χώρες του Δυτικού κόσμου. Οι απόφοιτοι των αμερικανικών κολλεγίων είχαν, ούτως ή άλλως, μια προνομιακή μεταχείριση στις υποτροφίες που εξασφάλιζαν τη φοίτηση σε πανεπιστήμια των ΗΠΑ.

Η Ελλάδα, άλλωστε, είναι η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που το 1948 υπέγραψε συμφωνία με το ίδρυμα Fulbright, το οποίο υλοποίησε το πιο φιλόδοξο αμερικανικό πρόγραμμα υποτροφιών και πανεπιστημιακών ανταλλαγών.[27] Από το 1948 έως το 1968, το Ίδρυμα στην Ελλάδα φέρεται να είχε απονείμει υποτροφίες σε περισσότερους από 1,800 Έλληνες και Αμερικανούς και να είχε προσφέρει δωρεάν συμβουλευτικές υπηρεσίες για σπουδές στις Ηνωμένες Πολιτείες σε χιλιάδες άτομα.

Προγράμματα ανταλλαγών στην Ελλάδα ανέπτυξαν, επίσης,  διάφοροι  κρατικοί  και ιδιωτικοί αμερικανικοί φορείς, το πλήθος των οποίων δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί με ακρίβεια. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα υπήρξε η έρευνα που πραγματοποιήθηκε από την USIA μεταξύ των 754 Ελλήνων που είχαν εκπαιδευτεί στο πλαίσιο του Προγράμματος Τεχνικής Συνεργασίας στην Αμερική. Ο μεγαλύτερος αριθμός των συμμετεχόντων ήταν στον τομέα της γεωργίας και ακολουθούσαν οι τομείς της πολιτικής αεροπορίας, του ηλεκτρισμού και της βιομηχανίας. Περίπου το 70% των συμμετεχόντων εργάστηκαν ως υπάλληλοι της ελληνικής κυβέρνησης ή κρατικών υπηρεσιών. Επιπρόσθετα, το μεγαλύτερο μέρος των συμμετεχόντων από τον ιδιωτικό τομέα ήταν νέοι άντρες προερχόμενοι από την εργατική τάξη.[28]

5.0. ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Έως το τέλος της μεταπολεμικής περιόδου όλες αυτές οι πολιτικές στο πεδίο της πολιτισμικής διπλωματίας αποδείχτηκαν αρκετά αποτελεσματικές. Μεγάλο μέρος της πνευματικής, επιστημονικής και πολιτικής ελίτ της Ελλάδας είχε διατηρήσει στενές επαφές με την άλλη πλευρά του Ατλαντικού και συνέβαλε στη μετατόπιση της αξιολογίας της ελληνικής κοινωνίας προς τις αμερικανικές αξίες. Ωστόσο, η στήριξη της στρατιωτικής δικτατορίας της περιόδου 1967-1974 από τον αμερικανικό παράγοντα συνετέλεσε στη διαμόρφωση ενός ισχυρού αντιαμερικανισμού με την έλευση της μεταπολίτευσης, ο οποίος πολλές φορές επικαθόρισε την αφήγηση και τη συνολική αποτίμηση της μεταπολεμικής περιόδου.

Στην ιστορική εκείνη μετεμφυλιακή καμπή, όταν η υπαρξιακή ανασφάλεια του αστικού κράτους όριζε ως αδιαπραγμάτευτο κριτήριο πατριωτισμού τον αντικομμουνισμό, κάθε έκφανση της εκπαιδευτικής διαδικασίας  είχε κληθεί να συμβάλλει σε μια ανάλογη πολιτική κοινωνικοποίηση. Ωστόσο, από τα δεδομένα που αναδείχτηκαν παραπάνω φαίνεται ότι, εκτός από την περιθωριοποίηση όποιου στοιχείου θεωρούνταν ότι αλλοιώνει το ανθρωπιστικό ιδεώδες της αγωγής και το ελληνοχριστιανικό πρόταγμά της (τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση – δημοτική γλώσσα), είχε προταθεί, παράλληλα, και στο πλαίσιο της εκπαίδευσης ένα αρκετά διαφορετικό μοντέλο απώθησης του «κομμουνιστικού κινδύνου». Πρόκειται για το γενικότερο σχέδιο που εκπορεύτηκε από την αντίληψη που εξέφραζε η αμερικανική βοήθεια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου πως η ενίσχυση των θεσμών κοινωνικής πρόνοιας και η συντεταγμένη εμπλοκή των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων στην παραγωγική διαδικασία αποτελούσαν τα σημαντικότερα εχέγγυα για την κοινωνική ενσωμάτωση και τη θωράκιση της αστικής δημοκρατίας. Από τη σκοπιά της εκπαίδευσης, τα σχετικά αρχεία των υπηρεσιών της αμερικανικής βοήθειας αναδεικνύουν πως η θέση αυτή υπηρετήθηκε κυρίαρχα μέσα από την ανάπτυξη της κατώτερης τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, την προώθηση του αλφαβητισμού, την εκπαίδευση αριστείας και την ενσωμάτωση μειονοτικών ομάδων μέσω μοντέλων και πρακτικών που είχαν γνωρίσει επιτυχία στις ΗΠΑ.

Στη βάση των δεδομένων αυτών, φαίνεται πως η ελληνική εκπαίδευση στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια κλήθηκε να συμβάλει στην προτεραιότητα του αντικομμουνισμού μέσω συμπληρωματικών, αντικρουόμενων πολλές φορές, εκπαιδευτικών στρατηγικών, δεδομένης της ιδιαίτερης  βαρύτητας  που  είχε  η  αμερικανική  παρέμβαση  την  περίοδο  εκείνη.  Ωστόσο,  το «ελληνοχριστιανικό» κράτος και η ελληνική κοινωνία επέδειξαν σημαντικές αντιστάσεις ή, τουλάχιστον, εμφανή απροθυμία στην υλοποίηση των προτεινόμενων εκπαιδευτικών πρωτοβουλιών, οι οποίες, κατά κανόνα, περιλάμβαναν μέτρα απαραίτητα για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης και της οικονομίας. Ως εκ τούτου, προκύπτει το δεδομένο η αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πολιτισμικής διπλωματίας στον εκπαιδευτικό τομέα να είναι απολύτως σαφής μόνο εκεί όπου η διαρκής κρατική συνέργεια δεν υπήρξε προϋπόθεση, δηλαδή στα  ιδιωτικά σχολεία και στα προγράμματα εκπαιδευτικών ανταλλαγών.

Τα δεδομένα αυτά δεν εγγράφονται σε κάποιο ερμηνευτικό κενό σε σχέση με την εκπαιδευτική ιστορία της μεταπολεμικής περιόδου. Αντίθετα, σύμφωνα με μια απόπειρα ανάγνωσης, έρχονται να επιβεβαιώσουν τη διαδεδομένη αντίληψη πως οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που είχαν τον έλεγχο του κράτους μεταπολεμικά επέδειξαν εμμονές και αντιστάσεις στο ενδεχόμενο αναπροσανατολισμού της εκπαίδευσης. Η στάση τους αποδίδεται στο συμφέρον που είχαν να χειραγωγούν ιδεολογικά τους μαθητές μέσω της εγχάραξης ενός ιδεολογικοποιημένου παρελθόντος, ώστε να αποτρέπεται διαχρονικά κάθε κριτική αντιμετώπιση του παρόντος. Ωστόσο, μια διαφορετική ανάγνωση προκύπτει για την περίοδο της μεταπολίτευσης, όταν η ενδοαστική σύγκρουση καθιστά κυρίαρχες εκείνες τις πολιτικές και κοινωνικές ομάδες που στα μεταπολεμικά χρόνια κοινωνικοποιήθηκαν ποικιλότροπα στο πλαίσιο της αμερικανικής  πολιτισμικής διπλωματίας. Οι ομάδες αυτές, αν και περιέλαβαν στον εκπαιδευτικό τους λόγο και την αναγκαιότητα της εργαλειακής-ινστρουμενταλιστικής γνώσης και της τεχνικής-επαγγελματικής εκπαίδευσης, εν τούτοις, παρέμειναν πιστές σε έναν εκπαιδευτικό φορμαλισμό που παραπέμπει σε προηγούμενες περιόδους διατηρώντας το σχολικό θεσμό παιδαγωγικά και κοινωνικά δυσλειτουργικό. Ενδεχομένως, η «αποκάλυψη» της σύστασης των «κρεολοποιημένων αξιών και πρακτικών» της ελληνικής κοινωνίας, με τη βοήθεια της κοινωνιολογίας και της ιστορίας του πολιτισμού, να συμβάλει στην απόπειρα ερμηνείας των εκπαιδευτικών πρακτικών και της μεταπολιτευτικής περιόδου. Με την εργασία αυτή επιχειρήθηκε, σε ένα πρώτο στάδιο, να αναδειχθεί ακριβώς αυτή η αναγκαιότητα, να ενσωματωθεί στη συζήτηση για τη μεταπολεμική εκπαιδευτική ιστορία του τόπου και η αμερικανική παρέμβαση, αφού διερευνηθεί σε βάθος και σε όλες τις διαστάσεις της.

Ο Γιάννης Μπέτσας είναι Επίκουρος Καθηγητής στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

*Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο: Κ. Δαλακούρα, Σ. Χατζηστεφανίδου, Α. Χουρδάκης, (επιµ.), Ιστοριογραφία της ελληνικής εκπαίδευσης: Επανεκτιµήσεις και προοπτικές, Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστηµίου Κρήτης, Ρέθυµνο 2015, σσ. 311-339.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Richard T. Arndt, The First Resort of Kings: American Cultural Diplomacy in the Twentieth Century (Dulles, Va.: Potomac Books, Inc, 2005) 40.
  2. Volker R. Berghahn, “The debate on ‘Americanization’ among economic and cultural historians”, Cold War History 10:1 (2010) 107-130.
  3. Anselm Doering – Manteuffel, “Transatlantic exchange and Interaction – The Concept of Westernization” (Paper Presented at the Conference The American Impact on Western Europe: Americanization and Westernization in Transatlantic Perspective, German Historical Institute, Washington D.C., March 25-27, 1999) 7.
  4. Peter Burke, Cultural Hybridity (Cambridge: Polity Press, 2009) 61-64.
  5. Konstantina Botsiou, “The Interface between Politics and Culture in Greece”, The Americanization of Europe: Culture, Diplomacy and Anti-Americanism after 1945, ed. Alexander Stephan (New York: Berghahn, 2007), 277-306, Έφη Κουατροτσιόκι, “Η Αμερικανική Πολιτισμική Διπλωματία στην Ελλάδα” (Μεταπτυχιακή Εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2012) 16.
  6. J. L. Gaddis, Strategies of Containment: A Critical Appraisal of Postwar American National Security Policy (New York: Oxford University Press, 1982), 24-52.
  7. Konstantina Botsiou, όπ.π. 277.
  8. Ioannis D. Stephanides, Stirring the Greek Nation: Political Culture, Irredentism and Anti-Americanism in Post-War Greece, 1945-1967 (Hampshire: Ashgate Publishing Limited, 2007), 18.
  9. Foreign Operations Administration, The American Aid Programs in Greece. A Summary Account of the American Economic Aid Programs to Greece from 1947 to the spring of 1954 (Washington: U.S. Government Printing Office, 1954). E. Gruening, Report of a Study of United States Foreign Aid in Ten Middle Eastern and African Countries (Washington: U.S. Government Printing Office, 1963).
  10. American Mission for Aid to Greece, A Factual Summary Concerning the American Mission for Aid to Greece (Athens: 1948), 20.
  11. U.S. Department of State, Foreign Service List (Washington: U.S. Government Printing Office, 1953), 45-47.
  12. P. Porter, Ζητείται: ένα θαύμα για την Ελλάδα : Ημερολόγιο ενός προεδρικού απεστελμένου, 20 Ιανουαρίου – 27 Φεβρουαρίου 1947, επιμ. Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Σπύρος Βρετός (Αθήνα: Μεταμεσονύκτιες Εκδόσεις, 2008).
  13. Στο τετραετές πρόγραμμα που εκπονήθηκε για την εφαρμογή του «Σχεδίου Μάρσαλ» είχαν προβλεφθεί από κοινού για τη Δημόσια Υγεία και την Εκπαίδευση 39,7 εκ. $, ποσό που αναλογούσε στο 6,9% του συνολικού προγράμματος, Μεταξύ των κλάδων που χρηματοδοτούνται από το πρόγραμμα αμερικανικής βοήθειας στο διάστημα 1946-1953 περιλαμβάνεται και η εκπαίδευση σε μικρό συγκριτικά ποσοστό (1,7%), Foreign Operations Administration, όπ.π. 7.
  14. International Cooperation Administration, Summary of the Labor Situation in Greece (Office of Labor Affairs, 1955), 1.
  15. International Cooperation Administration, Economic development in Greece: the human resources problem, (Washington: International Cooperation Administration, 1957), 7.
  16. A. Andreou, S. Iliadou, I. Mpetsas, Frederica’s Children or Marshall Plan’s Kids? Students of the Royal Educational Institutions in Post-War Greece (Saarbrucken: Lambert Academic Publishing, 2012), 103-105.
  17. U.S. Department of State, Foreign Relations of the United States, 1958-1960. Eastern Europe; Finland; Greece; Turkey, vol. X, Part 2 (Washington: Government Printing Office, 1960), 629.
  18. Έφη Κουατροτσιόκι, όπ.π. 44.
  19. Th. Wilson, Oral History Interview with Spyros Markezinis (Missouri: Harry S. Truman Library Independence, 1970), 47.
  20. American Mission for Aid to Greece, όπ.π. 13.
  21. Foreign Operations Administration, όπ.π. 26-27. European Cooperation Administration, ECA Mission to Greece. Chronicle American Aid Achievements in Greek Labor Movement (Athens: USIS, 1952), 3-4.
  22. «Το ποσοστό εγγραφής για την τεχνική εκπαίδευση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση είναι το χαμηλότερο στην Ευρώπη- παρά τη ζήτηση για τεχνικά καταρτισμένους ανθρώπους σε όλους τους τομείς. Ενώ ο αριθμός των μαθητών σε τεχνικά-επαγγελματικά σχολεία έχει αυξηθεί κατά περίπου 2,25 φορές μεταξύ 1937 και 1964 -από 31.692 σε 71.917- ο αριθμός στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είχε αυξηθεί 4,66 φορές -από 10,561 σε 49,532. Έτσι, η τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει δείξει μια ταχύτερη αύξηση από ό,τι η πολυπόθητη τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση», D.C. Myrick, L.A. Witucki, How Greece Developed its Agriculture, Foreign Agricultural Economic Report No.67 (Washington: U.S. Government Printing Office, 1971), 72-73.
  23. Foreign Operations Administration, όπ.π. 15.
  24. N. Patiniotis, D. Stavroulakis, “The development of vocational education policy in Greece: a critical approach”, Journal of European Industrial Training Vol. 21 No 6/7 (1997): 196.
  25. Konstantina Botsiou, όπ.π. 284-285. N. Patiniotis, D. Stavroulakis, όπ.π. 196. A. Andreou, S. Iliadou, I. Mpetsas, όπ.π. 95-96.
  26. Έφη Κουατροτσιόκι, όπ.π. 44. Konstantina Botsiou, όπ.π. 286.
  27. Νικόλας Μανιτάκης, “Ξένες Κρατικές Υποτροφίες”, Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αι., τομ. 4ος, επιμ. Χατζηιωσήφ, Χ. (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2009) 133-157, 136.
  28. USIA, Survey Report of Returned Participants, Training Division (Athens: United States Aid Mission to Greece, 1963).

Κυριάκος Χατζηκυριακίδης: Μετοικεσίες των Ελλήνων της Ρωσίας και της ΕΣΣΔ στη Μακεδονία στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα

Κυριάκος Χατζηκυριακίδης

 Μετοικεσίες των Ελλήνων της Ρωσίας και της ΕΣΣΔ στη Μακεδονία

στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα

 

 

 

Κανενός τμήματος του εν διασπορά Ελληνισμού η ιστορία δεν συνδέεται τόσον στενά

με την καθόλου ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους, όσον στενά και αδιάσπαστα

είναι συνδεδεμένη με αυτήν η ιστορία του Ελληνισμού της Ρωσίας.

        Ελευθέριος Παυλίδης (1876-1974)

 

Μερικές γενικές παρατηρήσεις

Εδώ και μισόν αιώνα περίπου η νεοελληνική ιστοριογραφία άρχισε να στρέφει σταδιακά την προσοχή της και σε ένα μάλλον παραμελημένο κεφάλαιο της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς: στις τύχες των Ελλήνων της τσαρικής Ρωσίας και της διαδοχικής της Σοβιετικής Ένωσης. Πολλές πτυχές τής ιστορικής εξέλιξης των ελληνικών εστιών τής αχανούς (παρά τις εδαφικές της αναμορφώσεις και αναδιπλώσεις) αυτής χώρας παραμένουν ακόμα ακατάγραφες. Ωστόσο η εικόνα που διαθέτουμε σήμερα για την τύχη τού σημαντικού αυτού τμήματος του απόδημου Ελληνισμού είναι γενικά ικανοποιητική. Οι σχετικά πρόσφατες επίσης έρευνες έχουν επίσης κάνει γνωστά και τα κύματα της «παλινόστησης» που σάρωσαν κυριολεκτικά τον Ελληνισμό της πρώην ΕΣΣΔ, ιδιαίτερα των επιμέρους Σ. Σ. Δημοκρατιών, μετά την κατάρρευση του σοβιετικού καθεστώτος και τη διάλυση της άλλοτε κραταιάς Συνομοσπονδίας. Λιγότερο γνωστές παραμένουν οι παλαιότερες παλινοστήσεις, προπάντων εκείνες που επιχειρήθηκαν στα τέλη του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Προς την κατεύθυνση αυτή κινείται η παρούσα εργασία, η οποία πάντως αφορά τις εγκαταστάσεις των Ελλήνων της Ρωσίας στον μακεδονικό χώρο.

Οι εκτιμήσεις για τα δημογραφικά στοιχεία των ελληνικών πληθυσμών στη ρωσική επικράτεια στα τέλη του 19ου αιώνα παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση συγκριτικά με την επίσης αμφισβητούμενη πρώτη επίσημη ρωσική απογραφή του 1897. Ενώ δηλαδή ο αρχιμ. Πανάρετος Τοπαλίδης υπολόγιζε στις 350 χιλ. όλους τους Έλληνες που είχαν εγκατασταθεί στην τσαρική Ρωσία, σύμφωνα με τη ρωσική απογραφή δεν ξεπερνούσαν τις 207.536 άτομα. Από τον πληθυσμό αυτόν (στη συντριπτική πλειονότητά του ελληνόφωνο), το μισό ήταν εγκαταστημένο στον Καύκασο και την Υπερκαυκασία· και προερχόταν κατά κύριο λόγο από τον τουρκοκρατούμενο Πόντο. Στις αρχές του 20ού αιώνα το ελληνικό στοιχείο της «Νέας Ρωσίας» (δηλαδή της περιοχής που κάλυπτε τις νότιες προς τον Εύξεινο Πόντο κτήσεις της Αυτοκρατορίας) είτε παρέμεινε στάσιμο είτε και μειώθηκε αριθμητικά. Η κατάσταση αυτή αποδίδεται στις εσωτερικές μετακινήσεις των Ελλήνων σε άλλα εμπορικά κέντρα της νότιας Ρωσίας και γενικότερα της ελληνικής Διασποράς, στον εκρωσισμό των παλαιότερων γενεών κ.λπ.

 

Ο Δημοσθένης Οικονομίδης, διευθυντής των ταχυδρομείων Καυκάσου, με τη σύζυγό του, αρχές 20ού αι. (αρχείο Ηρ. Τσακαλίδη)

Αντίθετα, ο ελληνικός πληθυσμός του βορείου Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας σημείωσε μερική ή και συνολική δημογραφική (και οικονομική) ανάπτυξη, με την ανανέωση παλιών και τη δημιουργία νέων συγκροτημένων ελληνορθόδοξων κοινοτήτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, ο Ελληνισμός των περιοχών αυτών έφθανε στις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου τους 180 χιλ. Η κατάρρευση του τσαρικού καθεστώτος και η αποχώρηση του ρωσικού στρατού από την Τραπεζούντα και την ευρύτερη περιοχή της (1917) προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στο ελληνικό στοιχείο. Επρόκειτο όμως μόνο για την αρχή των δεινών του: τα διασταυρούμενα πυρά μεταξύ Ρώσων και Οθωμανών, μπολσεβίκων και εθνικιστών, Αρμενίων-Γεωργιανών και Αζέρων (διάλυση της Υπερκαυκασιανικής Ομοσπονδίας), οι ανηλεείς διώξεις των Οθωμανών ιδιαίτερα μετά και τη ρωσογερμανική συνθήκη του Brest-Litovsk (1918), η ελληνική στρατιωτική συμμετοχή στην αντιμπολσεβικική εκστρατεία στην Ουκρανία και τη νότια Ρωσία (1919), οι αποτυχημένες προσπάθειες σύστασης Αυτόνομης Δημοκρατίας του Πόντου ή δυαδικού ελληνο-αρμενικού ομοσπονδιακού κράτους (1917-1922), και η κεμαλο-μπολσεβικική συμφωνία (1920-1921), όλα αυτά δημιούργησαν συνθήκες που αποδείχτηκαν μακροπρόθεσμα καταστροφικές για την ανάπτυξη ή ακόμα και για την επιβίωση του ελληνικού στοιχείου στη ρωσική/σοβιετική επικράτεια. Μέσα στο κλίμα αυτό άρχισε να ανακύπτει και η ανάγκη για την καταφυγή ενός τμήματος των Ελλήνων των ρωσικών χωρών στην Ελλάδα.

 

Οι «επαναπατρισμοί» Ελλήνων της Ρωσίας στην Ελλάδα

Το ζήτημα της εγκατάστασης Ελλήνων της Ρωσίας στον ελλαδικό χώρο είχε απασχολήσει το ελληνικό κράτος και στα τέλη του 19ου αιώνα, κυρίως μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας (1881). Η πρώτη προσπάθεια έγινε στα 1894-1895, όταν ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός Χαρ. Τρικούπης απέστειλε εκπροσώπους της κυβέρνησης στον Καύκασο, για να προκαλέσει το ενδιαφέρον των εκεί εγκαταστημένων Ελλήνων για τις ανεκμετάλλευτες εκτάσεις του θεσσαλικού κάμπου, όπου οι μέτοικοι θα μπορούσαν να μεταφέρουν την καλλιέργεια του καπνού, στην οποία είχαν από χρόνια ειδικευθεί. Ωστόσο όταν οι ειδικοί απεσταλμένοι των υποψήφιων μεταναστών του Καυκάσου έφτασαν στην Ελλάδα, διαπίστωσαν ότι οι διαβεβαιώσεις των εκπροσώπων της κυβέρνησης Τρικούπη (ο οποίος στο μεταξύ είχε χάσει και την εξουσία) δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα· επιπλέον ότι οι συνθήκες στους χώρους της μετεγκατάστασης ήταν εξαιρετικά δύσκολες και απογοητευτικές. Αυτό τελικά βίωσαν οι 200 περίπου οικογένειες που άφησαν τον Καύκασο το 1895, για να στήσουν τα νοικοκυριά τους στη Θεσσαλία: οι περισσότεροι έμειναν χωρίς γη και στέγαση και ουσιαστικά αποδεκατίσθηκαν από τις ασθένειες και την έλλειψη φιλοξενίας.

Το κακό αυτό προηγούμενο (μεμονωμένο άλλωστε) δεν στάθηκε ικανό να στεγνώσει την αγάπη και τη νοσταλγία των Ελλήνων του Καυκάσου και όλης της Ρωσίας για το εθνικό κέντρο. Το ενδιαφέρον τους εκδηλώθηκε με ενάργεια στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Έτσι, από την αρχή κιόλας του Πρώτου Βαλκανικού Πολέμου (Οκτ. 1912), Έλληνες ομογενείς της Οδησσού συγκεντρώθηκαν με ενθουσιασμό στη Λέσχη «Ομόνοια», για να αποφασίσουν τον έμπρακτο και αποτελεσματικό τρόπο ενίσχυσης της μαχόμενης πατρίδας. Προχώρησαν στην άμεση σύσταση της δεκαπενταμελούς Εθνικής Πατριωτικής Επιτροπής Οδησσού, έργο της οποίας ήταν η συγκέντρωση και αποστολή υλικού (κλινοσκεπάσματα, εσώρουχα, τρόφιμα κ.ά.), και χρημάτων για την ενίσχυση και την κάλυψη ποικίλων αναγκών του ελληνικού στρατού (περίθαλψη τραυματιών, ιατροφαρμακευτικό υλικό κ.λπ.). Αξίζει σχετικά να σημειωθεί ότι η Πατριωτική Επιτροπή κατάφερε να συγκεντρώσει 17 χιλ. ρούβλια σε μία μόλις ημέρα, διενεργώντας έρανο σε εύπορους Έλληνες ομογενείς, ενώ η ελληνική κοινότητα της Οδησσού προσέφερε στον ελληνικό στρατό 90 χιλ. χρυσά φράγκα μέχρι τα τέλη του Νοεμβρίου 1912. Έρανοι πραγματοποιήθηκαν επίσης και σε άλλες ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας (Μόσχας, Ταγανρόγκ, Κιέβου κ.ά.). Έγγραφα του Ελληνικού Προξενείου της Οδησσού πιστοποιούν ότι ο Ελληνισμός της Ρωσίας συγκέντρωσε το καθόλου ευκαταφρόνητο συνολικό ποσό των 535.730,16 δραχμών, συμβάλλοντας τα μέγιστα στις προσπάθειες του ελληνικού στρατού.

Παράλληλα με τη χρηματική βοήθεια η Πατριωτική Επιτροπή Οδησσού και γενικά η ομογένεια της Ρωσίας μερίμνησαν και για την αποστολή-μεταφορά κληρωτών και εθελοντών στην Ελλάδα. Άλλωστε όλοι οι Έλληνες κληρωτοί που διαβιούσαν εκτός Ελλάδας όφειλαν, με βάση εγκύκλιο της ελληνικής κυβέρνησης, να παρουσιαστούν σε διάστημα δύο μηνών στα κατά τόπους ελληνικά προξενεία ή στις ελληνικές κοινοτικές αρχές.

Η ανταπόκριση των κληρωτών καθώς και των εθελοντών των αλύτρωτων περιοχών ήταν εξαιρετικά συγκινητική, όπως βέβαια συνέβαινε πάντοτε σε κάθε «κάλεσμα» της πατρίδας. Για παράδειγμα, κατά το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 1912, 150 κληρωτοί, 100 έφεδροι και 350 εθελοντές (οι τελευταίοι προερχόμενοι από τον Καύκασο) στάλθηκαν από την Οδησσό στην Ελλάδα, ενώ ο συνολικός αριθμός εφέδρων-εθελοντών ανήλθε στους χίλιους μέχρι την 1 Νοεμβρίου. Επιπλέον, σύμφωνα με την εφημερίδα Γιούζναγια Μισλ (Νότια Σκέψη, 1911-1912) του Κεφαλλονίτη επιχειρηματία και τραπεζίτη Ι. Ξυδία, που στην ποικίλη ειδησεογραφική ύλη της περιείχε πολλές πληροφορίες για τους Βαλκανικούς Πολέμους και ιδιαίτερα για την προσφορά των Ελλήνων ομογενών της Ρωσίας (οικονομική ενίσχυση, συμμετοχή στις μάχες κ.λπ.), μέχρι τις 25 Οκτωβρίου είχαν σταλεί από την Εθνική Πατριωτική Επιτροπή Οδησσού 1.678 εθελοντές. Για την αποστολή των κληρωτών-εφέδρων και εθελοντών χρησιμοποιήθηκαν ρωσικά ατμόπλοια, όπως το Chernomor (Μαύρη Θάλασσα), το Koroleva Olga (Βασίλισσα Όλγα, της Russian Steam Navigation & Trading Co.), το Czar Nicholas ΙΙ κ.ά., που πραγματοποιούσαν το δρομολόγιο Οδησσός – Κωνσταντινούπολη – Αλεξάνδρεια – Πειραιάς, καθώς και πλοία ελληνικής ιδιοκτησίας. Όταν όμως τα Στενά έκλεισαν, η άφιξή τους στην Ελλάδα γινόταν μέσω Βουλγαρίας, αρχικά ακτοπλοϊκώς (ως τη Βάρνα) και στη συνέχεια διά ξηράς (με το τρένο), ως την έναρξη βέβαια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.

Έλληνες του Καυκάσου, εθελοντές στους Βαλκανικούς Πολέμους (αρχείο Συλλόγου Καυκασίων Καλαμαριάς «Ο Προμηθέας»).

 

Αμέσως μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων 5 χιλιάδες (3.260 σύμφωνα με την επίσημη καταγραφή) Έλληνες του Καυκάσου, κυρίως από το «Κυβερνείο» του Καρς, ήρθαν να εγκατασταθούν στην απελευθερωμένη Μακεδονία (1913-1914). Τα λόγια τους περιγράφουν ακριβώς τα συναισθήματα που τους κατέκλυζαν στην ιδέα και μόνο τής μετοικεσίας τους στη Μακεδονία:

«Ευθύς μόλις ακούσαμε για τη μάχη του Κιλκίς ξεσηκωθήκαμε. Δεν ακούσαμε τίποτα άλλο, ούτε για τη Θεσσαλονίκη, ούτε για τα Γιάννινα, ούτε για τη Φλώρινα. Βούιξε ο Καύκασος για την ελληνική νίκη του Κιλκίς. Δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί. Ξεσηκωθήκαμε! Λαχταρούσαμε για την Ελλάδα.»

Επίσης είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι οι αφίξεις σχετίζονταν και με τις αποστολές στη Ρωσία εκπροσώπων τής ελληνικής κυβέρνησης για προσέλκυση των εκεί ελληνικών πληθυσμών, γεγονός που αποδεικνύει ότι αυτή τη φορά το ελληνικό κράτος υπό την ηγεσία του Ελ. Βενιζέλου είχε προβλέψει και σχεδιάσει τον εποικισμό των μακεδονικών εδαφών. Συγκεκριμένα ο γιατρός Κουτσοδημήτρης πήγε στη Νότια Ρωσία και τον Καύκασο (Μάιος-Ιούλιος 1914), για να αντλήσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες: για τον αριθμό και τις ασχολίες τού εκεί διαμένοντος Ελληνισμού, καθώς και για τις διαθέσεις του να μετεγκατασταθεί στη Μακεδονία. Μάλιστα ο Κουτσοδημήτρης εκτιμούσε ότι: «η εθνική αύτη μετανάστευσις των αρίστων γεωργών και κτηνοτρόφων, ακραιφνών πατριωτών» ήταν αρκετή για «να εξελληνίση την Μακεδονίαν και να μεταβάλη ταύτην εις χώραν γεωργικήν και κτηνοτροφικήν…».

Παρ’ όλα αυτά δεν έλειψαν δυστυχώς και πάλι οι απογοητεύσεις για τους Έλληνες του Καυκάσου, όπως είχε συμβεί μια εικοσαετία πριν στα εδάφη της Θεσσαλίας. Δεν ήταν λίγοι δηλαδή εκείνοι που επέστρεψαν πολύ γρήγορα στα χωριά τους (στην Τσάλκα και στο «Κυβερνείο» του Καρς). Όμως αναγκάσθηκαν ξανά να τα εγκαταλείψουν στην ταραγμένη περίοδο από το 1917 και μετά, αν και υπήρξαν προσπάθειες οργάνωσης αντίστασης (Ελληνική Μεραρχία Καυκάσου, 1917), οι οποίες, παρά τις προσδοκίες, δεν απέφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Θεωρήθηκε ότι, δεδομένων των συνθηκών, προτιμότερη ήταν η φυγή προς τα ανατολικά και τα βόρεια (παράλια Μ. Θάλασσας, βόρειο Καύκασο και Κουμπάν).

Για την ανακούφιση των δεκάδων χιλιάδων προσφύγων από τον Πόντο και για το μέλλον τους στην παρευξείνια ζώνη συγκινητική ήταν η ανταπόκριση των ίδιων των ελληνικών κοινοτήτων της Ρωσίας, ενώ το ελληνικό κράτος οργάνωσε δύο αποστολές in situ: στη νότια Ρωσία και το βόρειο Καύκασο η πρώτη, και την Υπερκαυκασία και τον Πόντο η δεύτερη (1919). Όμως παρά τις προσπάθειες των ελληνικών επιτροπών αφενός για ενίσχυση και παρότρυνση του ελληνικού στοιχείου, που βίωνε διώξεις και προσφυγιά, να παραμείνει στις ρωσοκρατούμενες περιοχές μέχρι την επιστροφή του στις εστίες του, κυρίως στον Πόντο, και αφετέρου για αποτροπή κάθε τάσης «παλινόστησης» στην Ελλάδα, τα πράγματα άλλαξαν εντελώς μετά τη γρήγορη επικράτηση των Κεμαλικών, που απέκλεισαν οποιοδήποτε ενδεχόμενο επιστροφής των Ελλήνων στα «ανατολικά βιλαέτια».

Οι τραγικές συνθήκες διαβίωσης των Ελλήνων προσφύγων του Πόντου στη Νότια Ρωσία και τον Καύκασο δεν άφησαν όμως και κανένα περιθώριο, ακόμη και στους εκπροσώπους των Ποντίων (που είχαν την έδρα τους στο Βατούμ), να πείσουν τους συμπατριώτες τους να παραμείνουν μέχρι να οργανωθεί η κατά τα δυνατό πιο ασφαλής μεταφορά τους στα παράλια (Βατούμ, Σοχούμ και Νοβοροσίσκ) και στη συνέχεια στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα στο Βατούμ, το καλοκαίρι του 1920, τόσο η συγκέντρωση χιλιάδων προσφύγων και η αδυναμία της ελληνικής κυβέρνησης να αποστείλει περισσότερα πλοία και με συχνότερα δρομολόγια για τη διαπεραίωσή τους στην Ελλάδα, όσο και η εχθρική συμπεριφορά των τοπικών αρχών της Γεωργίας δημιούργησαν συνθήκες «ασφυξίας».

Η απόγνωση αλλά και ο διακαής πόθος των προσφύγων να βρουν καταφύγιο στην Ελλάδα εκφράζεται εύγλωττα στα ακόλουθα λόγια:

Ας πάμε σην Ελλάδαν και ας αποθάνουμ’ εκές» και «Η Ελλάδα εν η Πατρίδα ‘μουν κι έναν πατρίδαν όσον εφτωχόν και όσον μικρόν κι αν εν, εν εφτά κάτια ασά ξένας Πατρίδας.

(Ας πάμε στην Ελλάδα κι ας πεθάνουμε εκεί. Η Ελλάδα είναι η πατρίδα μας, και μια πατρίδα όσο φτωχή και όσο μικρή κι αν είναι, είναι εφτά φορές ανώτερη από τις ξένες πατρίδες).

Από τους περίπου 52 χιλ. Έλληνες που πέρασαν από το Βατούμ (οι μισοί προερχόμενοι από την Αρμενία), υπολογίζεται ότι το ένα τρίτο έχασε τη ζωή του από τις επιδημίες, την ασιτία και το κρύο. Οι αποστολές Ελλήνων της Υπερκαυκασίας και του βορείου Καυκάσου στην Ελλάδα, κυρίως στη Μακεδονία, ξεκίνησαν από τον Απρίλιο του 1920 και διήρκεσαν μέχρι το Μάιο του 1921, μέχρι δηλαδή την οριστική επικράτηση των μπολσεβίκων στην Υπερκαυκασία. Ελληνικά ατμόπλοια (Κέα, Κωνσταντίνος, Ελευθερία, Χίος, Θέμις κ.ά.) μετέφεραν τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους και βοοειδή. Η μεγάλη σε έκταση μακεδονική γη παρουσιαζόταν μάλιστα ως η ενδεδειγμένη λύση για να υποδεχθεί τους πρόσφυγες, ειδικά μετά την αραίωση του πληθυσμού της από την επαναπροώθηση των Θρακιωτών και των Μικρασιατών στις εστίες τους (1919-1920) και την εξωτερική μετανάστευση γηγενών (κυρίως στην Αμερική).

Σημαίνοντα ρόλο την εποχή εκείνη στο προσφυγικό ζήτημα ανέλαβε ο Νίκος Καζαντζάκης:

Tο βαπόρι [γράφει στην Αναφορά στον Γκρέκο] ήταν γεμάτο ψυχές που ξεριζώθηκαν από τα χώματά τους και πήγαινα να τις φυτέψω στην Ελλάδα. Ανθρώποι, αλόγατα, βόδια, σκάφες, κούνιες, στρώματα, αξίνες, άγια κονίσματα, Βαγγέλια, τσάπες έφευγαν τους μπολσεβίκους και τους Κούρδους και δρόμωναν κατά τη λεύτερη Ελλάδα. Η Μαύρη θάλασσα κυμμάτιζε αλαφριά σκούρα, λουλακιά και μύριζε σαν καρπούζι∙ ζερβά μας τ’ ακρόγιαλο και τα βουνά του Πόντου. Μια φορά κι έναν καιρό δικά μας∙ δεξιά αστραφτερό, απέραντο το πέλαγο. Ο Καύκασος είχε σβύσει μέσα στο φως, μα οι γέροι, με τη ράχη γυρισμένοι, κάθονταν στην πρύμνα και δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν τα μάτια τους από τ’ αγαπημένο ακροθάλασσο. Ο Καύκασος είχε χαθεί, φάντασμα ήταν και σκόρπισε, μα απόμεινε ασάλευτος, αβασίλευτος, βαθιά στις λαμπυρίθρες των ματιών τους. Δύσκολο πολύ η ψυχή να ξεκολλήσει από την πατρίδα. Βουνά θάλασσες, αγαπημένοι άνθρωποι, φτωχό αγαπημένο σπιτάκι. Ένα χταπόδι είναι η ψυχή του ανθρώπου κι όλα ετούτα απλοκαμοί της.

Ο Νίκος Καζαντζάκης (δεξιά), ο Γιάννης Σταυριδάκης και ο Ηρακλής Πολεμαρχάκης το καλοκαίρι του 1919 στην Κωνσταντινούπολη, στο πλαίσιο της αποστολής για τη σωτηρία του Ποντιακού Ελληνισμού.

Την ίδια περίοδο που ο Ελληνισμός του Αντικαυκάσου και του Πόντου χειμαζόταν στις εστίες του, κρίσιμα γεγονότα καθόριζαν την τύχη και του ελληνικού στοιχείου στην Ουκρανία και τη Νότια Ρωσία. Η έστω υποβοηθητική για τα σχέδια των συμμάχων παρουσία, από τον Ιανουάριο του 1919, του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Ουκρανία (που δυστυχώς συνοδεύθηκε και από ορισμένες προκλητικές ενέργειες σε βάρος του γηγενούς στοιχείου) και η ενθουσιώδης υποδοχή τής περιορισμένης του δύναμης (2 μεραρχίες) από την ελληνική κοινότητα στην Οδησσό, είχαν ως συνέπεια, μετά την αποτυχία της εκστρατείας, την αναγκαστική εγκατάλειψη τη πόλης, σχεδόν από το σύνολο του ελληνικού της στοιχείου (υπολογιζόταν στις 25-30 χιλ.). Υπολογίζεται ότι 10-12 περίπου χιλιάδες επιβιβάσθηκαν σε ελληνικά πολεμικά και φορτηγά πλοία με προορισμό κάποιοι για την Κωνστάντζα και οι περισσότεροι για τη Θεσσαλονίκη (Απρ. 1919), ενώ η εκκένωση διήρκεσε μέχρι και τις αρχές του επόμενου έτους.

Παρόμοια προβλήματα με αυτά των Ελλήνων της Οδησσού και των άλλων πόλεων της Νότιας Ρωσίας αντιμετώπισε κι ο Ελληνισμός της Κριμαίας. Μετά από διερευνητικές αποστολές «πολιτικών εκπροσώπων» της ελληνικής κυβέρνησης, στάλθηκε στη Σεβαστούπολη απόσπασμα της ελληνικής εκστρατευτικής δύναμης για την προστασία των Ελλήνων τής κριμαϊκής χερσονήσου (Μάρτιος 1919). Ελπίδες για οργάνωση άμυνας και προστασίας τού εκεί ελληνικού στοιχείου με τη συμμετοχή Ελλήνων εθελοντών αποδείχθηκαν ανεδαφικές. Η επέλαση των μπολσεβίκων διέλυσε κάθε αντίσταση και, μετά από συμφωνία, προκρίθηκε η απρόσκοπτη «εθελοντική έξοδος» και η ασφάλεια όσων θα παρέμεναν. Τελικά ένα μεγάλο τμήμα των Ελλήνων της Κριμαίας κατευθύνθηκε προς την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά (Απρ. 1919-αρχές 1920). Το ρεύμα της εξόδου συνεχίστηκε και στα επόμενα χρόνια, κυρίως στα 1921-1922, με τις ίδιες δυσκολίες και τα ίδια ανθρώπινα δράματα.

Υπολογίζεται ότι μέχρι το 1928 εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα (ουσιαστικά στη Μακεδονία) περίπου 60 χιλ. Έλληνες της Ρωσίας (47 χιλ. από Καύκασο και 11 χιλ. από την υπόλοιπη Ρωσία). Ακολούθησε ένα ακόμη κύμα 7 χιλ στα 1929-1933. Το γεγονός ότι μετά από αυτές τις συνεχείς «εξόδους» του Ελληνισμού της Ρωσίας προς την Ελλάδα, το ελληνικό στοιχείο στις υπό ρωσική κυριαρχία περιοχές παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο (σύγκριση απογραφών 1897 και 1926, λίγο πάνω από τις 200 χιλ.) οφείλεται στην αναπλήρωση του αριθμού εκείνων που «επαναπατρίσθηκαν» στην Ελλάδα, με τους Έλληνες του Πόντου που κατέφυγαν εκεί στο διάστημα 1918-1920. Η ειδοποιός διαφορά όμως στα τριάντα χρόνια που μεσολάβησαν ήταν ότι μειώθηκε στο ελάχιστο το αστικοποιημένο ελληνικό στοιχείο των παλιότερων εγκαταστάσεων στη «Νέα Ρωσία», με καταγωγή από το Αιγαίο, το Ιόνιο και τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, σε αντίθεση με την αύξηση των «Ανατολιτών Ελλήνων», που κατέφυγαν στα ρωσοκρατούμενα εδάφη και που ήταν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, Έλληνες του Πόντου.

 

Η προσφυγική εγκατάσταση

Έχοντας βιώσει εξαιρετικά άσχημες συνθήκες, τόσο κατά την πολύμηνη αναμονή της επιβίβασης στα πλοία της φυγής όσο και κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους με πλοία, οι πρόσφυγες άρχισαν να αποβιβάζονται στην Ελλάδα ενθουσιασμένοι, μολονότι σε οικτρή κατάσταση. Πρόσφυγες από το Καράουργαν του Καυκάσου, επιβάτες του πλοίου «Παρθιάν» θυμούνται:

…στο άκουσμα πως το πλοίο μπήκε στον Θερμαϊκό κόλπο [21 Μαΐου 1920], ανέβηκαν όσοι τα κατάφεραν από το μεγάλο συνωστισμό, από τα αμπάρια του πλοίου πάνω στο κατάστρωμα που ήταν γεμάτο κόσμο. Όλοι φρόντιζαν να δουν με αχόρταγο μάτι και να απολαύσουν και αυτοί μαζί με τους άλλους την ωραία Θεσσαλονίκη. Την πόλη του Αγίου Δημητρίου, που μόνο ακουστά την είχαν ως τώρα….

Όλοι οι πρόσφυγες οδηγούνταν στους υποτυπώδεις χώρους υποδοχής του Καράμπουρνου (καραντίνες) για απολύμανση, και στη συνέχεια στους περιχαρακωμένους πρόχειρους καταυλισμούς και τους θαλάμους των εγκαταλελειμμένων συμμαχικών στρατευμάτων στην Καλαμαριά και το Χαρμάνκιοϊ.

Αλλά και αποβιβαζόμενοι στο Καραμπουρνού για απολύμανση, εισέρχονται στο λουτρό και εξέρχονται άλλοι μισόγυμνοι και άλλοι ανυπόδητοι ανεβαίνουν οδό 400 μέτρων περίπου, μέσα στον αέρα. Άλλοι μεταφέρονται στην πλάτη άλλων γιατί δεν μπορούν να βαδίσουν. Μετά από ένα τέταρτο της ώρας φτάνουν στο παράπηγμα που τους υπέδειξαν -γυμνό από κάθε έπιπλο- για να διανυκτερεύσουν, δίχως σκεπάσματα.

 

Το απολυμαντήριο στο Καραμπουρνού.

  

Δυστυχώς οι ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης και η ανεπαρκής ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η πείνα και το ψύχος κατέστησαν τους θανάτους καθημερινό φαινόμενο. Υπολογίζεται ότι μόνον στους χώρους υποδοχής χάθηκε το 13% των προσφύγων.

Είναι συγκλονιστικές οι περιγραφές-θρήνοι των προσφύγων:

…Σην Ελλάδαν έρθαμε, ζεστά έταν τα μήνας,

ενέσπαλαμ’ το βούτυρον και τρώγαμ’ τα κινίνας.

Και τσολ κι έρημον Γαραπουρούν και τρι(γ)ύλ, τρι(γ)ύλ ταφία

και ν’ ανοίξτε και τερέστε ατα, όλια Γαρσί παιδία.

[Ήρθαμε στην Ελλάδα και είχε πολλή ζέστη

Ξεχάσαμε το βούτυρο και τρώγαμε τις κινίνες.

Καταραμένο κι έρημο Καραμπουρνάκι, γύρω γύρω τάφοι

κι ανοίξτε και δείτε τα, όλα παιδιά του Καρς].

Κι ενώ αυτή ήταν η κατάσταση που βίωναν για μήνες οι πρόσφυγες, υπήρξαν ανάμεσά τους και εκείνοι που ζήτησαν να καταταγούν στον ελληνικό στρατό (640 εθελοντές μέχρι τον Οκτώβριο 1919), να λάβουν μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Πολλοί από αυτούς χάθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Οι ανθρώπινες απώλειες δε σταμάτησαν ούτε όταν άρχισε η διάχυση των προσφύγων στη Μακεδονία και τη Θράκη με τη βοήθεια της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων (Ε.Α.Π.), καθώς η ελονοσία από τους «ανωφελείς κώνωπες» αποδεκάτισε κυρίως όσους εγκαταστάθηκαν ως αγρότες στον κάμπο και στους βάλτους. Επιτροπές δημογερόντων και ιερέων από τους οικισμούς της Ρωσίας αναζήτησαν κατάλληλους τόπους οριστικής εγκατάστασης, εξετάζοντας μάλιστα περιοχές που συνήθως είχαν κοινά στοιχεία με εκείνες που είχαν εγκαταλείψει. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σημαντικές εγκαταστάσεις Καυκασίων πραγματοποιήθηκαν κυρίως στον νομό Κιλκίς καθώς και στους αντίστοιχους της Φλώρινας, της Κοζάνης (Εορδαία), της Πιερίας και της Δράμας. Δεν ήταν, βέβαια, λίγοι αυτοί που παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη και σε οικισμούς λίγο έξω από αυτή (Καλαμαριά, Πολίχνη, Ελευθέριο, Διαβατά, Ωραιόκαστρο κ.λπ.). Εντάχθηκαν στην τοπική κοινωνία, μολονότι διατήρησαν τα ιδιαίτερα στοιχεία τής προέλευσής τους (Σύλλογος Νεολαίας Καυκασίων Καλαμαριάς (1924), Σύλλογος Ποντίων εκ Ρωσίας στο Ελευθέριο (1950) κ.ά.) Συνολικά πάντως σε όλη τη Β. Ελλάδα εγκαταστάθηκαν 19.532 οικογένειες (71.165 άτομα) από τον Καύκασο μέχρι το 1921.

Έλληνες του Καυκάσου εγκατεστημένοι στο Κιλκίς. Αγροτική εργασία (σπάσιμο καπνού) (αρχείο Βλ. Αγτζίδη).

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης, αντιμετωπίζοντας εξίσου σοβαρά προβλήματα και πιέσεις στις εστίες τους, αναζήτησαν και πάλι καταφύγιο στην Ελλάδα. Για παράδειγμα στα 1938-1939, λόγω των σταλινικών διώξεων, περίπου 20 χιλιάδες πρόσφυγες κατέφθασαν στα ελληνικά λιμάνια και εγκαταστάθηκαν κυρίως στις περιοχές της Μακεδονίας όπου βρίσκονταν, ήδη από τις προηγούμενες «εξόδους», οι συγγενείς και οι συγχωριανοί τους και, γενικότερα, πληθυσμοί προσφυγικής καταγωγής. Μικρά ή μεγάλα κύματα «επαναπατρισμού» όμως, κυρίως στη Μακεδονία, επισυνέβησαν και μεταπολεμικά, με αποκορύφωμα βέβαια τη μαζική «παλινόστηση» από τη διάλυση της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. και μετά, μέχρι και τις ημέρες μας.


Ο Κυριάκος Χατζηκυριακίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής της Επώνυμης Έδρας Ποντιακών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής  του Α.Π.Θ

                                                     

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Βλ. Αγτζίδης, Παρευξείνιος Διασπορά. Οι ελληνικές εγκαταστάσεις στις βορειοανατολικές περιοχές του Ευξείνου Πόντου, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 2001.

Βλ. Αγτζίδης, «Οι Έλληνες του Καυκάσου», στο Η ιστορία των Ελλήνων του Καυκάσου στο Καρς και στο Κιλκίς. Εικονογραφημένη διαδρομή ενός αιώνα (1900-2000), Αθαν. Διαμαντόπουλος (επιμ.), Αθήνα, Τεχνόγραμμα, 2001, σ. 15-72.

Κ. Αυγητίδης, «Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Ελληνισμός της Ρωσίας», εφημ. Ριζοσπάστης – 7 Μέρες Μαζί, Κυριακή 8 Οχτώβρη 2006, σ. 10.

Ελ. Ιωαννίδου (επιμ.), Η Καλαμαριά στο Μεσοπόλεμο (1920-1940). Πρόσφυγες. Δημιουργώντας τη νέα Πατρίδα, Θεσσαλονίκη, Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού – University Studio Press, 1998.

Ι. Καζταρίδης, Η «έξοδος» των Ελλήνων του Καρς της Αρμενίας (1919-21), Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 1996.

Ισ. Λαυρεντίδης, «Η κατά το 1895-1907 μετοικεσία Ελλήνων Ποντίων του Καυκάσου εις Ελλάδα», Αρχείο Πόντου, 31 (1971-1972), 450-514.

Άρτ. Ξανθοπούλου-Κυριακού, «Μεταναστεύσεις Ελλήνων στον Καύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 10 (1993), 91-172.

Κωνστ. Κ. Παπουλίδης, «Ο Ελ. Βενιζέλος και ο Ελληνισμός του Καυκάσου το 1914», Βαλκανικά Σύμμεικτα, 3 (1989), 131-171.

Κωνστ. Κ. Παπουλίδης, «Οι Έλληνες της Ρωσίας τον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα», Χίλια χρόνια Ελληνισμού-Ρωσίας, Αθήνα, Γνώση, 1994, σ. 213-249.

Ελ. Παυλίδης (επιμ.), Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια τού εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, έκδοση Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, Αθήνα 1953.

Ευστ. Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη δυτική Μακεδονία 1923-1930, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 1994.

Πανάρ. Τοπαλίδης, Ο Πόντος ανά τους αιώνας,  Δράμα, χ.ε., 1929.

Κων. Φωτιάδης, Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, β΄ έκδοση, Θεσσαλονίκη, ΚΕ.ΠΟ.ΜΕ.-εκδοτικός οίκος Αντ. Σταμούλη, 2003.

Ι. Κ. Χασιώτης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Μετοικεσίες και Εκτοπισμοί. Οργάνωση και Ιδεολογία, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1997.

Θεοχ. Κ. Χάρης, Το Καράουργαν του Καρς και η ζωή μου, Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 2001.

Art. Xanthopoulou-Kyriakou, “The Emigration of Pontic Greeks from the Russian Caucasus to Macedonia”, Balkan Studies, 37/2 (1996), 371-388.

 

Σοφία Βουτσίδου: Η εξέλιξη του Νοσοκομείου στην Κύπρο από την Αγγλοκρατία έως το 1974

Σοφία Βουτσίδου

Η εξέλιξη του Νοσοκομείου στην Κύπρο από την Αγγλοκρατία έως το 1974

  1. Εισαγωγή

Το επίπεδο των υπηρεσιών υγείας σε κάθε χώρα συνιστά παραδοσιακά έναν από τους κρισιμότερους δείκτες για τη στάθμιση του βιοτικού επιπέδου της αλλά και του πολιτισμού της. Ιδιαίτερα τους τελευταίους δύο αιώνες η ανάπτυξη του «κοινωνικού κράτους» αποτέλεσε μία κατάκτηση της σύγχρονης ευνομούμενης πολιτείας, η οποία επέτρεψε τη θεαματική βελτίωση των συνθηκών ζωής. Στο εν λόγω άρθρο επιχειρήθηκε μία σφαιρική παρουσίαση και αποτίμηση του συστήματος της υγειονομικής περίθαλψης στην Κύπρο από την Αγγλοκρατία έως το 1974.

  1. Η περίοδος της Αγγλοκρατίας (1878-1960)

Η άφιξη των Βρετανών στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1878, συνέπεσε με μία άσχημη χρονική συγκυρία, λόγω των απανωτών θανάτων από τη λέπρα. Καθώς η έως τότε μέριμνα για τη δημόσια υγεία ήταν ελλιπής, οι υγειονομικές υπηρεσίες έπρεπε να οργανωθούν από την αρχή. Έγραφε χαρακτηριστικά ο Βρετανός γιατρός Μακναμάρα: «…υγειονομικές συνθήκες απλώς δεν υπάρχουν, ο κόσμος είναι υποσιτισμένος, φτωχός, ακάθαρτος και τα παιδιά σχεδόν παντού είναι πολύ αδύνατα και άρρωστα… η μαλάρια αποδεκατίζει τον κυπριακό λαό» (Γεωργιάδης, 2001: 7). Έτσι, αναπόφευκτα, οι επιδημικές ασθένειες χτύπησαν σύντομα και τους Βρετανούς στρατιώτες.

Μπροστά στη ζοφερή αυτή κατάσταση οι βρετανικές αρχές προχώρησαν στη λήψη των πρώτων μέτρων για τη σύσταση μιας νοσηλευτικής υπηρεσίας. Ήδη από το 1878 σε όλες τις πόλεις του νησιού διορίστηκαν γιατροί στην κεντρική υπηρεσία, λειτούργησαν τα πρώτα νοσοκομεία ενώ ιδρύθηκαν τα πρώτα φαρμακεία από κοινού με εξωτερικό ιατρείο. Ιδιαίτερη μέριμνα επιδείχθηκε και για την ύπαιθρο, όπου είκοσι χρόνια αργότερα, το 1898, διορίσθηκαν οι πρώτοι Αγροτικοί Ιατρικοί Λειτουργοί (Μαραγκού & Γεωργιάδης, 2006: 241-242). Στη Λευκωσία διορίστηκαν πέντε στρατιωτικοί γιατροί, ένας για κάθε επαρχία, και ισάριθμοι φαρμακοποιοί. Το 1878 ο Βρετανός Ύπατος Αρμοστής διόρισε τον Dr Anthony D. Home ως τον πρώτο Ιατρικό Λειτουργό. Την ίδια χρονιά το Αββαείο του Μπέλλα Πάις μετατράπηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Το λεπροκομείο συνέχισε τη λειτουργία του. Μάλιστα στη διάρκεια του 1879 νοσηλεύονταν εκεί συνολικά 46 λεπροί. Αρκετοί από τους λεπρούς παντρεύονταν μεταξύ τους, απαγορευόταν όμως η τεκνοποίηση. Οι βρετανικές αρχές του νησιού έδειχναν σαφή προτίμηση στο διορισμό Άγγλων γιατρών, παρόλο που αυτοί πληρώνονταν περισσότερο. Οι Έλληνες ή οι Τούρκοι γιατροί που επιλέγονταν ήταν λίγοι.

Βασιλικό Σώμα Στρατιωτικών Γιατρών.

Το 1883 στο χώρο του παλιού οθωμανικού στρατιωτικού νοσοκομείου λειτούργησε το πρώτο νοσοκομείο Λευκωσίας. Σύντομα σε αυτό προστέθηκε μία νέα αίθουσα ως οφθαλμιατρείο. Ωστόσο, οι αυξημένες ανάγκες καθιστούσαν τη λειτουργία του προβληματική και ανεπαρκή. Έτσι το 1888 ξεκίνησαν οι εργασίες ανέγερσης του νέου Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, το οποίο ξεκίνησε τη λειτουργία του τον Ιούλιο του 1890. Το νοσοκομείο ήταν διώροφο. Διέθετε πέντε θαλάμους και 49 κλίνες. Είχε οφθαλμολογική κλινική, χειρουργείο και Τμήμα Πρώτων Βοηθειών ενώ αργότερα απέκτησε μαιευτικό τμήμα και Εξωτερικά Ιατρεία. Οι πρώτοι γιατροί που υπηρέτησαν σε αυτό ήταν Άγγλοι, Λεβαντίνοι και Έλληνες από τα νησιά του Αιγαίου. Υπηρετούσε επίσης ένας φροντιστής, μία προϊσταμένη νοσοκόμα και δύο νοσοκόμες με έξοδα της αγγλικής κυβέρνησης. Έως το 1926 δεν διορίστηκε σ’ αυτό κανένας Κύπριος γιατρός.

Τμήμα του παλαιού Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας.

Στις 9 Ιανουαρίου του 1882 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια του Ασύλου Φρενοπαθών στην εντός των τειχών Λευκωσία, στο Κονάκι. Αρχικά το Φρενοκομείο διέθετε τέσσερα μονά δωμάτια, τα οποία σύντομα αποδείχθηκαν ανεπαρκή για να στεγάσουν τους ασθενείς. Έτσι, στη διάρκεια του 1887 άρχισε τη λειτουργία του το νέο Άσυλο Φρενοπαθών, το Τουμαρχανέ, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, στην κατοικία του Δερβίς Εφέντη. Διέθετε οκτώ αίθουσες, που αργότερα αυξήθηκαν σε 19, συνήθως για τον εγκλεισμό των ασθενών χωρίς την παράλληλη παροχή συστηματικών θεραπευτικών αγωγών ή στοιχειωδών ανέσεων. Για τη φροντίδα των νοσηλευομένων δεν υπήρχαν νοσοκόμοι αλλά φρουροί-βαρδιάνοι, οι οποίοι χρησίμευαν κυρίως για τη φρούρηση και φύλαξή τους. Η παρακολούθησή τους γινόταν από γενικούς γιατρούς που επισκέπτονταν τους θαλάμους.

Tο άσυλο δεν διέθετε μόνιμο εσωτερικό γιατρό ούτε και ψυχίατρο. Συνέχισε να λειτουργεί έως το 1912, όταν και μεταστεγάστηκε στο Άσυλο της Αγίας Παρασκευής, χωρητικότητας 100 ατόμων, με 10 δωμάτια προορισμένα για άνδρες και 5 για γυναίκες, εξαιτίας διαμαρτυριών των περιοίκων για την παρουσία του ασύλου στην περιοχή τους. «Η όχληση και ο θόρυβος είναι τόσο δυνατά όσο και ανυπόφορα. Για μιάμιση ώρα μια φρενοβλαβής γυναίκα τραγουδούσε, φώναζε, γελούσε και έκλαιε αδιάκοπα, ενώ εδώ και εκεί χτυπούσε τα πόδια της στο έδαφος και χτυπούσε ένα κομμάτι ξύλο» σημείωνε στην αναφορά του ο Βρετανός αξιωματούχος που είχε επιφορτισθεί να διαλευκάνει την υπόθεση (Γεωργιάδης, 2001: 231). Το Άσυλο της Αγίας Παρασκευής λειτούργησε μέχρι το 1964. Από το 1947, με πρωτεργάτη τον νευρολόγο-ψυχίατρο Ανδρέα Μικελλίδη, ξεκίνησε μία συστηματική προσπάθεια για την υιοθέτηση δομικών και λειτουργικών αλλαγών στο χώρο του ψυχιατρείου, βασισμένων σε ευρωπαϊκά πρότυπα, με απώτερο σκοπό τη βελτίωση της περίθαλψης και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των ψυχικά ασθενών.

Η ίδρυση νοσοκομείων με ενέργειες των Βρετανών επεκτάθηκε και σε άλλες πόλεις της Κύπρου. Το 1878 ιδρύθηκε στη Λάρνακα ένα δεύτερο νοσοκομείο, το οποίο στεγάστηκε κοντά στην περιοχή της Ακρόπολης, στο ιδιόκτητο σπίτι της Ελπίδας Λέφα. Πρώτος γιατρός διορίστηκε ο Dr F. Heidenstam, με ετήσιο μισθό 50 αγγλικές λίρες. Τη χρηματοδότηση του νοσηλευτικού ιδρύματος εξασφάλιζαν τόσο οι βρετανικές αρχές όσο και εθελοντικές ιδιωτικές εισφορές. Το 1880 το νοσοκομείο μεταφέρθηκε σε χώρο που δώρισε ο Ριχάρδος Ματτέι, απέναντι από τη σημερινή Αμερικανική Ακαδημία. Εκεί παρέμεινε έως το 1896, όταν και μεταστεγάστηκε για έναν χρόνο στο λοιμοκαθαρτήριο.

Το 1879 λειτούργησε στη Λεμεσό φαρμακείο και εξωτερικό ιατρείο. Έναν χρόνο αργότερα, το 1880, εγκαινιάσθηκε στην ανατολική πλευρά της πόλης, στο Κομεσσαριάτο, το πρώτο νοσοκομείο. Διέθετε συνολικά 28 κλίνες. Σε αυτό εργάστηκε ως νοσοκόμος και επιστάτης ο Κύπριος εμβληματικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης. Το νοσοκομείο επιχορηγούνταν ετησίως από τις βρετανικές αρχές με το ποσό των 100 αγγλικών λιρών. Εθελοντική υπηρεσία προσέφεραν γυναίκες της πόλης, ενώ διάφορα λειτουργικά έξοδα καλύπτονταν από τη διοργάνωση χοροεσπερίδων. Το 1898 η Δημαρχία αγόρασε το ξενοδοχείο του Κυριάκου και μετέφερε εκεί το νοσοκομείο. Στη Λεμεσό ιδρύθηκε επίσης το 1881 ειδικό νοσοκομείο για τα αφροδίσια νοσήματα, το οποίο ανήκε στο δήμο της πόλης ενώ οι δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την αμοιβή του γιατρού καλύπτονταν κεντρικά από την κυβέρνηση.

Στις 8 Φεβρουαρίου του 1883 λειτούργησε το πρώτο νοσοκομείο στην πόλη της Αμμοχώστου, σε κτίριο που αγοράστηκε από τις δημοτικές αρχές κοντά στην Φραγκοεκκλησιά. Σύντομα οι χώροι του αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες περίθαλψης των ασθενών της περιοχής κι έτσι το 1897 αποφασίστηκε η θεμελίωση νέου νοσοκομείου. Ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη υπήρξε ο διορισμός το 1893 των δύο πρώτων Κυπρίων νοσοκόμων, της Ελένης Θεοχαρίδου και της Ρεβέκκας Φανή, στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας.

Στην Κερύνεια το 1898 λειτούργησε το πρώτο νοσοκομείο, το οποίο διέθετε 22 κλίνες. Το 1878 εγκαινιάσθηκε στην Πάφο το πρώτο εξωτερικό ιατρείο. Τρία χρόνια αργότερα, το 1881, λειτούργησε το πρώτο νοσοκομείο σε ένα μικρό σπίτι που διέθετε τρία μεγάλα δωμάτια, στη σημερινή οδό Γεωργίου Γρίβα-Διγενή, ιδιοκτησίας του Όθωνα Τριχάκη. Αρχικά το νοσοκομείο είχε μόνο έναν νοσοκόμο και μία νοσοκόμα ως προσωπικό. Η τοπική κυβέρνηση το επιχορηγούσε με το ετήσιο ποσό των 50 αγγλικών λιρών, ενώ άλλες 30 λίρες ετησίως κατέβαλλε το Δημαρχείο. Το νοσοκομείο διοικούνταν από επιτροπή, στην οποία προέδρευε ο Βρετανός διοικητής και είχε ως μέλη τον δήμαρχο της πόλης, τον κυβερνητικό γιατρό και τον πρόεδρο του δικαστηρίου. Κύρια πρόβλεψη της αγγλικής διοίκησης ήταν η δημιουργία νοσοκομειακών μονάδων στα αστικά κέντρα ενώ οι κάτοικοι της υπαίθρου εξυπηρετούνταν από αγροτικά υγειονομικά ιατρεία. Η παροχή της ιατρικής περίθαλψης ήταν δωρεάν.

Από τις διενεργούμενες αλλαγές στο χώρο της δημόσιας υγείας κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας αξίζει να αναφερθεί η έκδοση του πρώτου νόμου για τη ρύθμιση της άσκησης της ιατρικής και της χειρουργικής. Σε εφαρμογή των διατάξεών του, συγκροτήθηκε στο νησί Ιατρικό Συμβούλιο με μέλη που διόριζε ο Άγγλος κυβερνήτης και εξουσίες έκδοσης αδείας του ιατρικού ή χειρουργικού επαγγέλματος κατόπιν ελέγχου. Επίσης, ιδιαίτερη σημασία προσέλαβε η θέσπιση το 1892 του Νόμου περί Δημόσιας Υγείας (Χωρίων), με τον οποίο διαμορφώθηκε η δομή της δημόσιας υγείας στην Κύπρο. Με βάση τον συγκεκριμένο νόμο ιδρύθηκαν επιτροπές υγείας με διευρυμένες αρμοδιότητες, οι οποίες στόχευαν στη βελτίωση της υγειονομικής κατάστασης σε κάθε επαρχία.

Η είσοδος του 20ού αιώνα συνοδεύτηκε από εντατικοποίηση της οργάνωσης της ιατρικής υπηρεσίας. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, σε ένα σύνολο πληθυσμού 237.022 ατόμων, είχαν καταγραφεί 1.732 τυφλοί, 490 φρενοπαθείς, 323 κωφοί και 135 λεπροί. Τόσο το Άσυλο Φρενοπαθών όσο και το Λεπροκομείο συνέχισαν τη λειτουργία τους, καθώς οι διάφορες επιδημικές ασθένειες δεν ήταν δυνατόν ακόμη να καταπολεμηθούν αποτελεσματικά. Μάλιστα στη διάρκεια του 1907 έγιναν προσπάθειες για την ίδρυση Φθισιατρείου, ενώ ομάδες πολιτών διοργάνωσαν στη Λευκωσία συναυλία για τη συλλογή χρημάτων. Τελικά το 1909 χτίστηκε ένα μικρό Φθισιατρείο στις όχθες του Πεδιαίου ποταμού. Συνολικά, από το 1900 έως το 1910 λειτούργησαν δώδεκα ιατρικά κέντρα στα χωριά Λεύκαρα, Μόρφου, Λεύκα, Πόλη Χρυσοχούς, Βατυλή, Ακανθού, Γιαλούσα, Κοιλάνι, Άχνα, Κελλάκι, Κελοκέδαρα και Αγρό. Ωστόσο η ευλογιά, η διεφθερίτιδα και ο τυφοειδής πυρετός συνέχιζαν να μαστίζουν τον πληθυσμό, παρά το γεγονός ότι καταβλήθηκαν σημαντικές προσπάθειες για τον εμβολιασμό μεγάλου τμήματός του. Το 1908 η βρετανική κυβέρνηση εισήγαγε στην Κύπρο μεγάλες ποσότητες κινίνου και τις διένειμε στους κατοίκους. Οι περιγραφές του νησιού είναι άκρως αποκαλυπτικές των άθλιων συνθηκών διαβίωσης που επικρατούσαν: «Η Λευκωσία παρουσιάζει όψιν της μάλλον ρυπαράς και αθλίας αφρικανικής πόλεως. Αι οδοί της είναι βορβορώδεις παριστώσαι οικτρόν και απαίσιον θέαμα, των πολιτών βυθιζομένων μέχρι αστραγάλων εντός της βρωμεράς λάσπης» έγραφε η εφημερίδα Ελευθερία το 1909 (Μαραγκού & Γεωργιάδης, 2006: 299).

Άποψη της Λευκωσίας κατά τα πρώτα έτη της Αγγλοκρατίας.

Ταυτόχρονα, τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα ιδρύθηκαν αρκετές ιδιωτικές κλινικές και ιατρεία. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν στη Λευκωσία η χειρουργική κλινική του Γεώργιου Θ. Σταυρινίδη, ο οποίος είχε σπουδάσει στην Αθήνα και εν συνεχεία μετεκπαιδεύτηκε στη Μ. Βρετανία (Χριστοδούλου, 2006: 182), η κλινική «Λευκωσία» των γιατρών Γλυκύ και Μούλλερ, η Πολυκλινική του Τουρκοκύπριου γιατρού Χαφούζ Τζεμάλ, η «Νέα Κλινική» του Χρ. Δ. Πετρίδη κοντά στο Παρθεναγωγείο της Φανερωμένης και η Ειδική Χειρουργική, Ορθοπεδική, Γυναικολογική Κλινική του Χριστάκη Αριστ. Ιερωνυμίδη. Ιδιαίτερη δραστηριότητα ανέπτυξε επίσης η Μεγάλη Γενική Χειρουργική και Γυναικολογική Κλινική των Θ. Φράγκου και Α. Γαβριηλίδη στη Λεμεσό.

Σύμφωνα με ιατρική έκθεση του 1921, η κατάσταση των νοσηλευτικών ιδρυμάτων στη Μεγαλόνησο είχε ως εξής (Μαραγκού & Γεωργιάδης, 2006: 309-313):

  • Το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, δυναμικότητας 57 κλινών, είχε αποκτήσει νέο χειρουργείο και γυναικολογικό θάλαμο. Συνολικά είχαν γίνει 1.178 εισαγωγές αρρώστων, με ποσοστό θνησιμότητας 5,4%, ενώ είχαν διενεργηθεί 206 χειρουργικές επεμβάσεις.
  • Το Νοσοκομείο της Λεμεσού ήταν δυναμικότητας 30 κλινών. Συνολικά είχαν νοσηλευθεί σε αυτό 402 ασθενείς, είχαν πραγματοποιηθεί 44 χειρουργικές επεμβάσεις ενώ είχαν αποβιώσει 16 άτομα. Ωστόσο το νοσοκομείο, σύμφωνα με την ίδια έκθεση, αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και για το λόγο αυτό είχε ξεκινήσει η ανέγερση νέου. Το 1923 τελέστηκαν τελικά στη Λεμεσό τα εγκαίνια του νέου νοσοκομείου, το οποίο διέθετε 45 κλίνες και λειτούργησε έως το 1957.
  • Το Νοσοκομείο της Αμμοχώστου ήταν δυναμικότητας 42 κλινών. Είχαν ήδη νοσηλευθεί σε αυτό 421 άτομα, είχαν διενεργηθεί συνολικά 49 χειρουργικές επεμβάσεις ενώ είχαν αποβιώσει 16 ασθενείς.
  • Το Νοσοκομείο της Πάφου διέθετε 22 κλίνες. Είχαν γίνει 316 εισαγωγές ασθενών σε αυτό, είχαν πραγματοποιηθεί συνολικά 49 χειρουργικές επεμβάσεις ενώ 16 νοσηλευόμενοι έχασαν τη ζωή τους.
  • Τέλος, το Νοσοκομείο της Κερύνειας είχε δυναμικότητα 22 κλινών. Είχαν νοσηλευθεί σε αυτό 340 άτομα, είχαν διενεργηθεί 37 χειρουργικές επεμβάσεις ενώ είχαν αποβιώσει πέντε ασθενείς.
  • Επίσης, στο Άσυλο Φρενοβλαβών είχαν νοσηλευθεί συνολικά 96 άτομα.

Τη χρονική περίοδο 1921-1925 το Νοσοκομείο Λευκωσίας επεκτάθηκε και η κτιριακή του υποδομή βελτιώθηκε. Σταδιακά προστέθηκαν σε αυτό Αρχιατρείο, Φαρμακείο, Κλινική για αφροδίσια νοσήματα, εξωτερικά ιατρεία και άλλες υπηρεσίες. Το 1925 άρχισε να λειτουργεί στο δάσος της Αθαλάσσας στα περίχωρα της Λευκωσίας το πρώτο Σανατόριο για την περίθαλψη των φυματικών, το οποίο αποτελούνταν από τέσσερα ξεχωριστά συμπλέγματα. Στους φωτισμένους γιατρούς της εποχής με πολύπλευρη δράση και προσφορά ανήκει ο Φίλος Ζαννέτος, ο οποίος είχε διατελέσει και δήμαρχος της Λάρνακας καθώς και ο παθολόγος Θεμιστοκλής Δέρβης, ο οποίος υπηρέτησε και ως δήμαρχος Λευκωσίας.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά. Σ’ αυτό συνέβαλε και η ίδρυση Τμήματος Υγείας, το οποίο υποδιαιρούνταν στον κλάδο Υγιεινής, τον κλάδο Νοσοκομείων, τον κλάδο της Φαρμακευτικής Υπηρεσίας, τον κλάδο της Νοσηλευτικής και τη θέση της Νοσηλεύτριας Δημόσιας Υγείας. Το Λεπροκομείο της Λευκωσίας αναδιοργανώθηκε με τη βοήθεια της Ένωσης Λεπρών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Οι κλινικές για αφροδίσια νοσήματα έγιναν τέσσερις, ενώ νέες πτέρυγες προστέθηκαν στο σανατόριο της φυματίωσης. Το Ψυχιατρείο επεκτάθηκε ενώ στο Νοσοκομείο Λευκωσίας προστέθηκε πτέρυγα νεογέννητων και παράλληλα αυξήθηκε το ιατρικό και το νοσηλευτικό προσωπικό που υπηρετούσε σ’ αυτό.

Το κτήριο διοίκησης του Νοσοκομείου Λεμεσού το 1924.

Στη διάρκεια του 1931 λειτουργούσαν στην Κύπρο συνολικά πέντε κρατικά νοσοκομεία, τα οποία επιχορηγούνταν εξ ολοκλήρου από την αγγλική κυβέρνηση. Ήταν το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, το Νοσοκομείο Λεμεσού, το Άσυλο Φρενοπαθών, το Σανατόριο και το Λεπροκομείο. Τα νοσοκομεία Πάφου, Λάρνακας και Κερύνειας επιχορηγούνταν μερικώς από την κυβέρνηση και διευθύνονταν από συμβούλια. Ταυτόχρονα, ευκατάστατοι Κύπριοι συνέχισαν να προσφέρουν δωρεές προς τα νοσηλευτικά ιδρύματα. Αξιομνημόνευτη είναι η χορηγία της Ευανθίας Ι. Πιερίδη στο Νοσοκομείο της Λάρνακας. Τέλος, δύο ιδιωτικά νοσοκομεία που ιδρύθηκαν στον Αμίαντο και την Πεντάγυια συνεισέφεραν στην αποτελεσματικότερη παροχή υπηρεσιών υγείας.

Στα τέλη του 1931 οι βρετανικές αρχές του νησιού θέσπισαν μια σειρά από νόμους που αναδιοργάνωναν τη νοσοκομειακή περίθαλψη. Ο Νόμος του Ασύλου Φρενοπαθών που αντικατέστησε τον απαρχαιωμένο οθωμανικό του 1876, ο Νόμος περί μαιών του 1932 και ο Νόμος για τη ρύθμιση του ιατρικού επαγγέλματος, που ψηφίστηκε το 1936, επέφεραν καταλυτικές αλλαγές στο σύστημα υγείας. Το 1935 συστάθηκε το Νοσοκομείο Μόρφου. «Αν επισκεφτήτε το μικρό όμορφο σπιτάκι με την πρόσχαρη βεράντα θα δήτε όλη τη θαυμαστή τάξη και καθαριότητα, που δε θα περιμένατε ποτές από ένα επαρχιακό νοσοκομείο» έγραφε ο Κύπριος ποιητής Κώστας Μόντης (Μαραγκού & Γεωργιάδης, 2006: 352).

Το 1936 άρχισαν οι εργασίες ανέγερσης του νέου Νοσοκομείου Λευκωσίας, το οποίο θα διέθετε χώρους για την περίθαλψη 104 εσωτερικών ασθενών και 18 ιδιωτικών εσωτερικών ασθενών σε δωμάτια 1ης και 2ης τάξεως. Το επόμενο έτος ξεκίνησαν τη λειτουργία τους οι Αντιφυματικές Κλινικές στη Λευκωσία και τη Λάρνακα καθώς και το νοσοκομείο στη Λύση. Στη διάρκεια του 1938 διορίστηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας οι πρώτες Κύπριες αδελφές νοσοκόμες, μετά από τριετή εκπαίδευση στη Γενική Νοσηλευτική Σχολή της Βηρυτού.

Το 1942 εγκαινιάσθηκε το Σανατόριο της Κυπερούντας, ενώ έναν χρόνο αργότερα εγκαθιδρύθηκε προσωρινό σανατόριο για φυματικούς στην Αγύρτα. Το Σανατόριο της Κυπερούντας ήταν δυναμικότητας 100 κλινών. Η θεραπεία που εφαρμοζόταν βασιζόταν στην παροχή βιταμινών, το καλό φαγητό και τον καθαρό αέρα. Στο σανατόριο αυτό πρόσφερε τις υπηρεσίες της ως προϊσταμένη η Τουρκοκύπρια νοσηλεύτρια Τουρκάν Αζίζ, η οποία είχε εξειδικευτεί στη θεραπεία της φυματίωσης στη Μ. Βρετανία. Η δραστηριότητα του σανατορίου ήταν μεγάλη και γρήγορα επεκτάθηκε στη δημιουργία κέντρων ανάπαυσης και χορήγησης φαρμάκων στις παράλιες πόλεις της Λάρνακας, της Λεμεσού και της Αμμοχώστου. Στη διάρκεια του 1949 ξεκίνησε η λειτουργία της πρώτης Κινητής Μονάδας Υγείας με έδρα το χωριό Αρμίνου στην Πάφο. Επρόκειτο στην ουσία για ένα αυτοκίνητο «Μόρις» Βαν με ιπποδύναμη 28 αλόγων, που ήταν εξοπλισμένο με όλα τα αναγκαία και παρείχε τις ευκολίες ενός μικρού χειρουργείου. Το 1950 λειτούργησαν τα νέα νοσοκομεία της Αμμοχώστου και της Πάφου καθώς και μικρό νοσοκομείο στην πόλη της Χρυσοχούς.

Επίσκεψη της Mary Harding, συζύγου του Κυβερνήτη της Κύπρου Sir John Harding στο Σανατόριο της Κυπερούντας.

Το 1945 ιδρύθηκε η Νοσηλευτική Σχολή, η οποία παρείχε διετή εκπαίδευση στη Γενική Νοσηλευτική. Οι σπουδαστές εκπαιδεύονταν ως βοηθοί νοσοκόμοι ενώ συνάμα τους δίνονταν η δυνατότητα μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους να μεταβούν για την παρακολούθηση τριετών προγραμμάτων σπουδών γενικής νοσηλευτικής στη Μ. Βρετανία, απ’ όπου επέστρεφαν με τον τίτλο του ανώτερου νοσηλευτή (Μίτσιγγα, 2005). Πρώτη εκπαιδεύτρια υπήρξε η Αγγλίδα Elizabeth Waller. Έτσι σταδιακά οι Κύπριες νοσηλεύτριες αντικατέστησαν τις Αγγλίδες νοσηλεύτριες στα κυπριακά νοσοκομεία.

Στη διάρκεια του 1948 η αποικιοκρατική κυβέρνηση σχεδίασε ένα δεκαετές πρόγραμμα Ανάπτυξης Υγείας, το οποίο ανάμεσα στα άλλα περιελάμβανε τη βελτίωση της Νοσηλευτικής, την επέκταση των Κέντρων Ευημερίας Βρεφών, την επέκταση του θεσμού των Κινητών και Αγροτικών Μονάδων Υγείας και την κατάργηση της άσκησης ιδιωτικής ιατρικής από κυβερνητικούς γιατρούς. Επιπλέον, τη δεκαετία του 1940 σημειώθηκε εντυπωσιακή πρόοδος αναφορικά με την καταπολέμηση της ελονοσίας.

Τo 1955 αποφασίστηκε η μετακίνηση του Λεπροκομείου από τη Λευκωσία στη Λάρνακα. Το νέο Λεπροκομείο, το οποίο ονομάστηκε «Στέγη Άγιος Χαράλαμπος», διέθετε νοσοκομείο με θάλαμο γυναικών και ανδρών, οδοντιατρείο, λέσχη ψυχαγωγίας, συνεργατικό παντοπωλείο, γραφεία προσωπικού, δωμάτια διανυκτέρευσης καθώς και οικία για τον διευθυντή και τον ιερέα.

Η έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ δοκίμασε έντονα τις σχέσεις ανάμεσα σε Βρετανούς, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους γιατρούς και νοσηλευτές. Αποδράσεις αγωνιστών της ΕΟΚΑ από τα νοσοκομεία κίνησαν υποψίες εναντίον πολλών Ελλήνων γιατρών και νοσηλευτών. Η απόδραση του αγωνιστή Πολύκαρπου Γεωρκάτζη από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, στις 31 Αυγούστου 1956, αποτέλεσε την πιο χαρακτηριστική περίπτωση, στη διάρκεια της οποίας εκτός από τον θάνατο δύο στελεχών της ΕΟΚΑ, σκοτώθηκε και ένας Έλληνας νοσηλευτής. Το κλίμα της εποχής αποτύπωσε εύγλωττα ο χειρουργός Γεώργιος Μαραγκός, ο οποίος υπηρετούσε την εποχή εκείνη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας: «…Πολλάκις, ιδίως κατά τας διακοινοτικάς ταραχάς, παρέστι ανάγκη οι ιατροί να μεταφερθούν εις τας οικίας των κατά τας νυκτερινάς ώρας του Νοσοκομείου, συνοδεία φρουρών. Υπεβλήθησαν εις πολύωρους και εξαντλητικάς ανακρίσεις κατόπιν αποδράσεως νοσηλευομένων πολιτικών καταδίκων. Θάλαμοι περιφράχθησαν υπό συρματοπλεγμάτων και εφρουρούντο νυχθημερόν υπό ενόπλων φρουρών» (Μαραγκού & Γεωργιάδης, 2006: 392-393).

Η μάχη του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας στον Τύπο της εποχής.
Οι δυο αγωνιστές της ΕΟΚΑ, που έπεσαν στη μάχη του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας.
  1. Από την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι το 1974

Μετά την ανεξαρτητοποίηση της Κύπρου εξακολούθησε να εφαρμόζεται στο νησί το σύστημα υγείας που είχε δομηθεί κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατικής διοίκησης (μοντέλο Beveridge), ενώ σύντομα αναδείχθηκαν καινούργιες προκλήσεις. Πρώτος Υπουργός Υγείας διετέλεσε ο Τουρκοκύπριος γιατρός από την Αμμόχωστο Νιαζί Μανιέρα, από τις 16 Αυγούστου 1960 μέχρι τον Ιανουάριο του 1964. Η ίδρυση του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου αλλά και μιας σειράς άλλων εταιρειών καθώς και η παροχή από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας υποτροφιών για εξαετείς σπουδές στην Ιατρική στο Ισραήλ βοήθησε στη βελτίωση των παροχών υγείας.

Το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας συνέχισε να αποτελεί τη «ναυαρχίδα» των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της χώρας. Από κοντά και το δυναμικότητας 60 κλινών Νοσοκομείο της Κυπριακής Μεταλλευτικής Εταιρείας στην Πεντάγυια, λίγα μίλια δυτικά από τη Μόρφου, που ήταν στελεχωμένο με γιατρούς υψηλού επιπέδου ενώ διέθετε και άρτιο εξοπλισμό. Όμως η τουρκική ανταρσία στη διάρκεια του 1964 και οι συγκρούσεις που ακολούθησαν ανάσχεσαν προς στιγμήν το έργο του εκσυγχρονισμού. Υπουργός Υγείας ανέλαβε η Στέλλα Σουλιώτη, η οποία διατήρησε και το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Τα νοσοκομεία της Λευκωσίας, της Πάφου και της Πεντάγυιας σήκωσαν το μεγαλύτερο βάρος της περίθαλψης των τραυματιών.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 η επιστροφή της ειρήνης ευνόησε την εκ νέου πρόοδο στον τομέα της υγείας. Τότε ιδρύθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας η πρώτη ογκολογική κλινική στην Κύπρο με επικεφαλής την ογκολόγο–ακτινοθεραπεύτρια Χέλεν Σωτηρίου (Δημητριάδης & Αναστασιάδης, 2011: 219). Συστάθηκε επίσης η μονάδα νευροχειρουργικής με επικεφαλής τον Δρ. Νίκο Σπανό αλλά και η καρδιοθωρακοχειρουργική μονάδα με επικεφαλής τον Δρ. Ανδρέα Δημητριάδη. Ο ίδιος πραγματοποίησε στις 9 Σεπτεμβρίου 1968 την πρώτη εγχείρηση καρδιάς στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Είχε βεβαίως προηγηθεί από τον ίδιο, στις 5 Ιουνίου του 1962, η πραγματοποίηση της πρώτης εγχείρησης καρδιάς στην Κύπρο σε ιδιωτική κλινική. Το 1980 το νοσοκομείο ενισχύθηκε με την Πτέρυγα Παραπληγικών, ως προέκταση του Νευροχειρουργικού Τμήματος. Λίγα χρόνια αργότερα χτίστηκε μάλιστα ξεχωριστό Νοσοκομείο Παραπληγικών, δίπλα στη Σχολή Τυφλών της Λευκωσίας, με εισφορές Κυπρίων της Μ. Βρετανίας.

  1. Η τουρκική εισβολή

Το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας έζησε τις δραματικότερες στιγμές του στη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, το καλοκαίρι του 1974, η οποία πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις με την κωδική ονομασία Αττίλας 1 και Αττίλας 2. Κατά τη διάρκεια της άνισης πολεμικής αναμέτρησης των δέκα περίπου ημερών (20-25 Ιουλίου, 14-16 Αυγούστου 1974) εισήχθησαν στο Γενικό Νοσοκομείο της πρωτεύουσας 2.195 τραυματίες, από τους οποίους οι 138 ήταν σοβαρά τραυματισμένοι. Οι αμέτρητοι τραυματίες χρειάζονταν επείγουσα περίθαλψη. Για την εξυπηρέτηση των αναγκών οι διάδρομοι και οι θάλαμοι μετατράπηκαν σε πρόχειρα χειρουργεία. «Το Γενικό Νοσοκομείο ήταν ένας μόνιμος στόχος του πυροβολικού. Τα τζάμια του χειρουργείου έσπασαν, τα ντεπόζιτα νερού αχρηστεύτηκαν. Οι διάδρομοι έγιναν τα χειρουργεία μας.», έγραφε ο γιατρός Ανδρέας Δημητριάδης (Δημητριάδης, 2005: 51).

Ανδρέας Δημητριάδης.

Οι γιατροί, το νοσηλευτικό και το παραϊατρικό προσωπικό κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες κάτω από τις πλέον αντίξοες συνθήκες. «Αυτή η κατάσταση επικρατούσε στο Νοσοκομείο τις πρώτες ώρες της εισβολής. σύγχυση και πανδαιμόνιο από την καταιγίδα των βλημάτων, των αεροπλάνων και του πυροβολικού. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα εμείς οι χειρουργοί γιατροί έπρεπε να αντιμετωπίσουμε τους πληγωμένους με καρδιά λιονταριού. Σε πολλούς από μας υπήρχε αρκετή πείρα…», συμπλήρωνε ο θωρακοχειρουργός Ανδρέας Δημητριάδης (Δημητριάδης, 1983: 135).

Ο Ανδρέας Δημητριάδης είναι αναμφίβολα η εμβληματικότερη μορφή ιατρού που έχει καταγράψει τα τεκταινόμενα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974: «Επειδή ψίθυροι για την κατάληψη της Λευκωσίας είχαν διαδοθεί πειστικά, γίνονταν πολλές συζητήσεις για μεταφορά του νοσοκομείου. Η απάντησή μας ήταν καθαρή: ‘εφόσον έστω και ένας στρατιώτης θα πολεμά, το Γενικό Νοσοκομείο θα είναι παρόν’» (Παπαπολυβίου 2011: 116).

Κατά τη δεύτερη τουρκική εισβολή μετακινήθηκαν τα νοσοκομεία Αμμοχώστου, Πέλλα Πάις, Μόρφου και Πεντάγυιας, ακολουθώντας τη μαζική οπισθοχώρηση του πληθυσμού. Το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας αποκόπηκε από την περιφέρεια και διατέθηκε για την περίθαλψη των στρατιωτών της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛΔΥΚ) και του Τάγματος 336 Αμμοχώστου, που έδιναν τη μάχη στην πράσινη γραμμή και το διεθνές αεροδρόμιο για την επιβίωση του κυπριακού κράτους.

Οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν στις 16 Αυγούστου. «Οι σφοδρές μάχες άρχισαν στις 12 το μεσημέρι. Οι φωτιές στο διεθνές αεροδρόμιο της Λευκωσίας υψώνονταν στους ουρανούς. Ο ήλιος καλύφθηκε από καπνούς, η ατμόσφαιρα μαύρισε, τα αεροπλάνα πηγαινοέρχονταν, τα φορεία συνεχώς μετέφεραν τους τραυματίες και τα καμιόνια ξεφόρτωναν συνεχώς τους νεκρούς στο νεκροτομείο, Ελλαδίτες και Ελληνοκυπρίους», θυμάται ο Δημητριάδης (Δημητριάδης, 2005: 54). Η παρουσία του Υπουργού Υγείας Ζήνωνα Σεβέρη ήταν συνεχής στο νοσοκομείο μαζί με τον Γενικό Διευθυντή Δρ. Β. Βασιλόπουλο, τον Αρχίατρο Δρ. Ι. Χριστοδουλίδη και τον Διευθυντή του Νοσοκομείου Δρ. Κ. Οικονόμου. Συνολικά από τους 2.195 τραυματίες που δέχθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας καθ’ όλο το εμπόλεμο διάστημα, μόνο 62 υπέκυψαν στα τραύματά τους ενώ η θνησιμότητα δεν ξεπέρασε το 2,8% (Δημητριάδης, 1983: 133-137; Δημητριάδης, 2005: 41). Συγκινητική υπήρξε επίσης η προσέλευση εθελοντών κάθε ηλικίας για προσφορά αίματος, καθώς καταγράφηκαν γύρω στους 9.000 δότες.

Πάμπολλα περιστατικά με τραυματίες που νοσηλεύτηκαν στα νοσοκομεία της Κύπρου ανέδειξαν την αυτοθυσία και τον ηρωισμό του νοσηλευτικού προσωπικού. Ένα από αυτά καταγράφει και πάλι ο Δημητριάδης: «Στις 5.45 μ.μ. ένα ασθενοφόρο με ιλιγγιώδη ταχύτητα κατέφθασε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών με τον τελευταίο τραυματία του πολέμου, ένα ξανθό μεγαλόσωμο και ωραίο άνδρα, τραυματισμένο από όλμο στο θώρακα. Είχε χάσει πολύ αίμα. Έτρεξε όλο το νοσηλευτικό προσωπικό και γρήγορα μεταφέρθηκε στο χειρουργείο. Έβαλα τα χειρουργικά γάντια και ο αναισθησιολόγος ενδοτραχειακό σωλήνα. Άνοιξα γρήγορα το θώρακα. Αιμορραγούσε η πνευμονική αρτηρία. Με μια ατραυματική λαβίδα σταμάτησε η αιμορραγία. Βαριά ήταν η βλάβη, ο πνεύμονας υπέστη θλάση σαν συκώτι, το περικάρδιο αιμορραγούσε, το θωρακικό τοίχωμα είχε πολλά κατάγματα. Ο αναισθησιολόγος διαρκώς να χορηγεί υγρά και αίμα με πίεση. Ξαφνικά η καρδιά σταμάτησε να πάλλει, καρδιακή ανακοπή. Με τα δυο μου χέρια άρχισα εντατικά το μασάζ της καρδιάς. Οι μεταγγίσεις γίνονταν πιο γρήγορα. Η αγωνία να κυριεύει όλους μας μέσα στο χειρουργείο. Για μια ώρα οι προσπάθειές μας δεν έφεραν αποτέλεσμα. Κατακουρασμένος και απογοητευμένος δήλωσα το στρατιώτη νεκρό. Τα δάκρυα άρχισαν να ρέουν από τα μάτια όλων μας, ο νοσηλευτής Χριστόφορος να σκουπίζει τα δάκρυα της Ρουπίνας και τα δικά μου για την αδυναμία μου να τον κρατήσω στη ζωή. Τι ατυχία και τι αδικία ο τελευταίος τραυματίας. Στο μητρώο του χειρουργείου κατέγραψα τα χειρουργικά ευρήματα, όνομα του ασθενούς: ΑΓΝΩΣΤΟΣ. Όλο το προσωπικό του νοσοκομείου, είκοσι ως τριάντα άτομα, συγκεντρωθήκαμε στο γραφείο απέναντι από το χειρουργείο, άλλοι καθισμένοι στο πάτωμα, άλλοι ιστάμενοι με τα μάτια δακρυσμένα ως ο τελευταίος φόρος τιμής στον άγνωστο στρατιώτη της Λευκωσίας εκ μέρους του προσωπικού του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας» (Παπαπολυβίου 2011: 117-118).

Ο πρόεδρος της Βουλής και προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Γλαύκος Κληρίδης, επισκέπτεται τους τραυματίες της τουρκικής εισβολής στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας.

Αλλά και πολλές ιδιωτικές κλινικές της Λευκωσίας, ως επί το πλείστον χειρουργικές, ορθοπεδικές και γυναικολογικές, έσπευσαν να νοσηλεύσουν ασθενείς συνεισφέροντας στην αποσυμφόρηση του Γενικού Νοσοκομείου. Μεταξύ των ιδιωτικών νοσηλευτικών ιδρυμάτων ξεχώριζε η Κλινική «Λευκωσία» των γιατρών Χρίστου Χριστόπουλου και Κώστα Χριστοδουλάκη καθώς και οι ορθοπεδικές κλινικές του Λεόντιου Παπασάββα και του Νίκου Ιωάννου.

Στα υπόλοιπα κρατικά νοσοκομεία της Κύπρου οι εισαχθέντες τραυματίες υπολογίζονται ως εξής: στο Νοσοκομείο Κερύνειας περίπου 300 άτομα, στο Νοσοκομείο Αμμοχώστου 215, στο Νοσοκομείο Λάρνακας 170, στο Νοσοκομείο Πεντάγυιας 150, στο Νοσοκομείο Μόρφου 100 και στο Νοσοκομείο Λεμεσού 100. Η αναλογική σχέση του αριθμού των τραυματιών προς τους φονευθέντες, που υπολογίστηκε σε περίπου 1:1, μαρτυρά τον τρόπο συμπεριφοράς των εισβολέων.

Κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής βομβαρδίστηκε επίσης το Ψυχιατρείο Αθαλάσσας, όπου 31 ασθενείς και δύο μέλη του προσωπικού βρήκαν τον θάνατο. Δύο θάλαμοι του ιδρύματος κατεδαφίστηκαν ενώ εκτεταμένες ζημιές προξενήθηκαν σε όλη σχεδόν την κτιριακή του υποδομή. Το Νοέμβριο του 2017 στο πλαίσιο του προγράμματος για την ανεύρεση των αγνοουμένων της κυπριακής τραγωδίας ξεκίνησαν εργασίες εκσκαφής στο χώρο του Ψυχιατρείου Αθαλάσσας, οι οποίες σύντομα απέδωσαν καρπούς. Τον Ιανουάριο του 2018 εντοπίσθηκαν οστά αγνοουμένων καθώς και πλήθος από ιατρικά αντικείμενα όπως ορός, χτένες, ακτινογραφίες, μπουκάλια φαρμάκων, ένεση, και άλλα ιατρικά αναλώσιμα καθώς και είδη ρουχισμού, υπόδησης και κουβέρτες (http://www.riknews.com.cy/index.php/news/kinonia/item/61658-entopistikan-osta-trofimon-tou-nos-athalassas-se-perioxi-tou-gn-lefkosias). Όπως μάλιστα δήλωσε στις 23 Μαρτίου ο Επίτροπος Προεδρίας για Ανθρωπιστικά Θέματα και Θέματα Αποδήμων κ. Φώτης Φωτίου σύντομα θα ξεκινούσαν οι ανθρωπολογικές διαδικασίες κι ακολούθως οι επιστημονικές διαδικασίες στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (ΙΝΓΚ) για την ταυτοποίηση των οστών των ένδεκα ατόμων που βρέθηκαν στο χώρο εκταφής.

Ο χειρουργός Ανδρέας Δημητριάδης είναι ο πρωταγωνιστής μιας από τις συγκλονιστικότερες σελίδες της κυπριακής τραγωδίας. Ήταν 16 Αυγούστου 1974 και η μάχη της Λευκωσίας μαινόταν. Ο Τουρκοκύπριος πολεμικός ανταποκριτής Ergin Konuksever, τραυματισμένος σοβαρά στον δεξί θώρακα φθάνει αιχμάλωτος στο νοσοκομείο της Λευκωσίας οδηγώντας ένα όχημα. Μαζί του βρισκόταν ένας συνάδελφός του καθώς και μια έγκυος Τουρκοκύπρια η οποία βρισκόταν στο στάδιο γέννας. Οι τρεις τους είχαν χάσει τον προορισμό τους, κατευθύνθηκαν στο Καϊμακλί όπου έπεσαν σε ελληνική περίπολο, η οποία έβαλε εναντίον τους, τραυμάτισε τον Konuksever και τους συνέλαβε. Η κατάστασή του κρίθηκε από τους Έλληνες γιατρούς κρίσιμη και αμέσως εισήχθη στο χειρουργείο. «Ήταν η πιο δύσκολη μέρα στο χειρουργείο» θυμάται ο Δημητριάδης. Η επέμβαση ολοκληρώθηκε με επιτυχία και μετά από λίγες μέρες ο Konuksever παραδόθηκε στα Ηνωμένα Έθνη και επέστρεψε στην Τουρκία.

Τα χρόνια πέρασαν και η υπόθεση ξεχάσθηκε. Όχι όμως από τον Konuksever ο οποίος εξελίχθηκε στον πιο διάσημο Τούρκο πολεμικό ανταποκριτή. Για πολλά χρόνια προσπαθούσε να ανακαλύψει ποιος ήταν ο Έλληνας γιατρός, ο οποίος του είχε σώσει τη ζωή. Έτσι ανέθεσε στον Τουρκοκύπριο ογκολόγο Ahmet Algin τη σχετική έρευνα, η οποία σύντομα απέδωσε καρπούς. Αμέσως ο Konuksever διαμήνυσε στον Δημητριάδη ότι ήθελε να τον συναντήσει. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2009, στο δημοσιογραφικό κέντρο «Ανατόλια», στο ξενοδοχείο Ledra Palace. Οι δύο άντρες συναντήθηκαν, αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν και για ώρα πολύ διηγούνταν ιστορίες ο ένας στον άλλο. «Αιμορραγούσα συνεχώς. Φτάνοντας στις πρώτες Βοήθειες κατάλαβα ότι οι νοσοκόμοι συζητούσαν αν θα με άφηναν να πεθάνω από αιμορραγία. Τότε εμφανίστηκε ένας νεαρός γιατρός με αστραφτερά γαλάζια μάτια, ο οποίος αποτεινόμενος στους νοσηλευτές του είπε: ‘Πήρα τον όρκο του Ιπποκράτη και για εμένα δεν έχει σημασία αν είναι Έλληνας ή Τούρκος’», περιέγραψε σε συνέντευξη του ο Konuksever (http://www.reporter.com.cy/politics/article/226208/).

Η συγκεκριμένη υπόθεση θα ήταν απλώς μια περίπτωση ιατρικής εντιμότητας και ευσυνειδησίας αν ο Konuksever δεν σχετιζόταν με μια από τις πιο συγκλονιστικές υποθέσεις αγνοουμένων Ελληνοκυπρίων στρατιωτών που είχαν συλληφθεί από τον τουρκικό στρατό. Τον Αύγουστο του 1974 κοντά στο τουρκοκυπριακό χωριό Τζιάος στην περιοχή της Μεσαορίας, πέντε Ελληνοκύπριοι στρατιώτες, οι Κορέλλης Αντώνης, Νικολάου Παναγιώτης, Σκορδής Χριστόφορος, Παπαγιάννης Ιωάννης και Χατζηκυριάκος Ιωάννης συνελήφθησαν από τον τουρκικό στρατό. Τη σκηνή αποτύπωσε ο Konuksever με την κάμερά του, η οποία λίγο αργότερα κατασχέθηκε από τους στρατιώτες της Εθνικής Φρουράς. Τα επόμενα χρόνια η φωτογραφία με τους πέντε Ελληνοκύπριους στρατιώτες να στέκονται αιχμάλωτοι στα γόνατα έκανε το γύρο του κόσμου και έγινε σύμβολο του αγώνα διακρίβωσης της τύχης των αγνοουμένων. Οι οικογένειές τους ζούσαν επί χρόνια με την αγωνία του τι απέγιναν, αφού κανείς δεν μπορούσε να τους δώσει κάποια πληροφορία. Σε συνέντευξη του σε τηλεοπτικό σταθμό της Κυπριακής Δημοκρατίας ο Konuksever δήλωσε πως οι πέντε στρατιώτες ήταν νεκροί, αφού εκτελέσθηκαν λίγο μετά τη σύλληψή τους. Υπογράμμισε μάλιστα ότι στα κατασχεμένα από τις κυπριακές αρχές φιλμ υπήρχαν και άλλες φωτογραφίες που απεικόνιζαν τους στρατιώτες νεκρούς (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=73269).

Η γνωστή φωτογραφία από τον  Ergin Konuksever
Τα λείψανα των αγνοουμένων κατά τη διαδικασία ταυτοποίησης με τη μέθοδο DNA.

Τα λείψανα των πέντε αγνοουμένων στρατιωτών βρέθηκαν σε πηγάδι κοντά στο χωριό Τζιάος και ταυτοποιήθηκαν λίγους μήνες αργότερα με τη μέθοδο του DNA. Η εκταφή τους έγινε από την Επιτροπή Αγνοουμένων Προσώπων που συνέστησε ο ΟΗΕ. Η Τουρκοκύπρια δημοσιογράφος Σεβκιούλ Ουλουντάκ μεταφέρει μια ανατριχιαστική πληροφορία, που την άκουσε από Τουρκοκύπριο του Τζιάος: «Τους έθαψαν εντελώς πρόχειρα και τους ξέθαψαν τα αδέσποτα σκυλιά της περιοχής, οπότε τους μετακίνησαν και τους έριξαν στο πηγάδι». Στο ίδιο πηγάδι βρέθηκαν άλλοι 14 Ελληνοκύπριοι αγνοούμενοι (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=73538). Ήταν το τέλος μιας ιστορίας που δίχως αμφιβολία αποτελεί όνειδος για τον πολιτισμένο κόσμο.

H Σοφία Βουτσίδου είναι ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ και κάτοχος Μεταπτυχιακού Τίτλου Σπουδών στον κλάδο της Υγείας (MSc in Health Management)

Βιβλιογραφία

Βρυωνίδης, Δ. (2006) «Η Νομοθετική Ρύθμιση της Ιατρικής και της Δημόσιας Υγείας στην Κύπρο». Στο Βρυωνίδου-Γιάγκου Μ. (επιμ.) Η Ιατρική στην Κύπρο. Από την Αρχαιότητα μέχρι την Ανεξαρτησία, Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής, εκδόσεις Ι.Γ. Κασουλίδης και Υιός, Λευκωσία, σελ. 423-444.

Γεωργιάδης, Α. (2001) Ιστορία της κυπριακής ιατρικής και νοσηλευτικής κατά την Αγγλοκρατία (1878-1960). Με ιδιαίτερη αναφορά στην ψυχιατρική περίθαλψη. Κοινωνικοί και νομοθετικοί θεσμοί, ιδρύματα, κοινωνικό πλαίσιο και κοινωνικές αντιλήψεις. Λιθογραφεία Κυριακίδη, Λευκωσία.

Δημητριάδης, Α. (1983) Αγώνες και αγωνίες. Εμπειρίες ενός θωρακοχειρουργού στην Κύπρο. Τομές στην Ιατρική και το ιατρικό επάγγελμα. Εκδόσεις Πρόοδος, Λευκωσία.

Δημητριάδης, Α. (2005) Τα Ιατρικά Κύπρια 1962-2002. Αυτόπτης μάρτυρας. Εκδόσεις Κ. Επιφανίου, Λευκωσία.

Δημητριάδης, Α. και Αναστασιάδης, Λ. (2011) «Σταθμοί στην ιστορία της Ιατρικής της Κύπρου, 1960-2010». Στο Παπαπολυβίου Π. (επιμ.) Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας 1960-2010, τόμ. 4, εκδόσεις Ο Φιλελεύθερος, Λευκωσία, σελ. 214-263.

Κυριαζής, Ν. (1934-1935) Νοσοκομεία στην Κύπρο. Κυπριακά Γράμματα, έτος Α΄, αρ. 1-24, σελ. 562-664.

Κυριαζής, Ν. (1934-1935) Η χολέρα στην Κύπρο και το λοιμοκαθαρτήριο. Κυπριακά Γράμματα, έτος Α΄, αρ. 1-24, σελ. 98-700.

Κυριαζής, Ν. (1946) Συλλογή ιστορικών ειδήσεων της πόλεως Λάρνακα–Σκάλα. Εκδόσεις Γ. Μ. Χατζηιωάννου, Λάρνακα.

Κυριαζής, Ν. (1947) Κοινωνική δράσις της πόλεως Σκάλα–Λάρνακα. Λάρνακα: εκδ. συγγρ.

Κυριαζής, Ν. (1995) Ο Δήμος της Λάρνακος εντός μιας πεντηκονταετίας (1878-1928). Έκδοση Δήμου Λάρνακας, Λάρνακα.

Κυριαζής, Μ. (2001) Η Ιατρική στο αρχαίο Κίτιο και την παλιά Λάρνακα. Έκδοση Δήμου Λάρνακας, Λάρνακα.

Μαραγκού, Α. και Γεωργιάδης, Α. (2006) «Η Ιατρική στην Κύπρο κατά τη διάρκεια της Αγγλοκρατίας». Στο Βρυωνίδου-Γιάγκου Μ. (επιμ.) Η Ιατρική στην Κύπρο. Από την Αρχαιότητα μέχρι την Ανεξαρτησία, Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής, εκδόσεις Ι.Γ. Κασουλίδης και Υιός, Λευκωσία, σελ. 217-400.

Μίτσιγγα, Μ. (2005) Ιστορική αναδρομή 60 χρόνων Νοσηλευτικής Σχολής Κύπρου. Κυπριακά Νοσηλευτικά Χρονικά, 6(3), σελ. 37-43.

Παπαλοΐζου, Χ. (χ.χ.) Κύπρος Ανεξάρτητη Δημοκρατία, τόμ. 4. Θεσσαλονίκη: εκδ. συγγρ.

Παπαπολυβίου Π. (επιμ.) (2011) Ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας 1974. Μάρτυρες και μαρτυρίες, τόμ. 1, εκδόσεις Ο Φιλελεύθερος, Λευκωσία.

Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής (2006) Γιατροί της Κύπρου. Βιογραφικός οδηγός 1737-1960, Χριστοδούλου Χ. (επιμ.). Εκδόσεις Ι.Γ. Κασουλίδης και Υιός, Λευκωσία.

Σταυρίδης, Φ. (2006) «Η Φαρμακευτική στην Κύπρο κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας». Στο Βρυωνίδου-Γιάγκου Μ. (επιμ.) Η ιατρική στην Κύπρο. Από την Αρχαιότητα μέχρι την Ανεξαρτησία, Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής, εκδόσεις Ι.Γ. Κασουλίδης και Υιός, Λευκωσία, σελ. 445-459.

Χρυσάνθης, Κ. (2009), Ιατρικά Σύμμεικτα Κύπρου. Εκδόσεις Theopress, Λευκωσία.

Χρυσάνθου, Χρ. (2014), Ο άλλος πόλεμος των γιατρών το 1974. Προσωπικές μαρτυρίες για την περίθαλψη τραυματιών κατά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο», έκδοση ιατρικού συλλόγου «Ιπποκράτης», Λευκωσία.