Skip to main content

Αναστασία Παπαδία-Λάλα: ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1204. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ (13ος-18ος αι.)*

Αναστασία Παπαδία-Λάλα

ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1204. ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ
ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ (13ος-18ος αι.)*

Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους Σταυροφόρους και τους Βενετούς, τον Απρίλιο του 1204, σηματοδότησε την πλήρη ανακατάταξη του πολιτικού χάρτη στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Με την Partitio Terrarum Imperii Romaniae, τη συνθήκη διανομής της βυζαντινής αυτοκρατορίας μεταξύ των νικητών, στον παραδοσιακό ελληνικό χώρο εγκαινιάζεται η μακρά περίοδος της λατινοκρατίας και εγκαθιδρύονται πολυάριθμες, βραχύβιες και εναλλασσόμενες δυτικές κυριαρχίες. Στη νέα ιστορική πραγματικότητα, η Βενετία απέκτησε δεσπόζουσα θέση. Σύμφωνα με την Partitio, απέσπασε, μεταξύ άλλων θέσεων, μεγάλο τμήμα της σημερινής παράκτιας και νησιωτικής Ελλάδας, ενώ τον Αύγουστο του 1204, μετά από συμφωνία με τον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, στην επικράτειά της ενσωματώθηκε και η Κρήτη.

Η Βενετία από τον Μπολονίνο Ζαλτιέρι, 1565 (https://el.wikipedia.org/wiki/Βενετία).

Με τον τρόπο αυτό, η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του αγίου Μάρκου, πόλη-κράτος, που κατά τη μεσαιωνική περίοδο τυπικά ήταν υποτελής στον βυζαντινό αυτοκράτορα και από αιώνες διατηρούσε στενές εμπορικές σχέσεις με την Ανατολή, εγκατέστησε σε άλλοτε βυζαντινά εδάφη την πολιτική εξουσία της. Κατά τη μακρά χρονική περίοδο της βενετικής επιβολής, η ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου διατέλεσε συγχρόνως ή διαδοχικώς κάτω και από άλλες αρχές: τη βυζαντινή –από το 1261, όταν ανασυστάθηκε η βυζαντινή αυτοκρατορία, κατά ένα τμήμα της, έως το 1453–, διάφορες δυτικές και την οθωμανική. Στον ταραγμένο αυτό ιστορικό περίγυρο, το βενετικό «Κράτος της Θάλασσας» (Stato da Mar) αποδείχθηκε το μακροβιότερο από τα δυτικά κράτη της Ανατολής και διατηρήθηκε έως το 1797, όταν η ίδια η Βενετία και, ακολούθως, οι ολιγάριθμες πλέον κτήσεις της στον ελληνικό χώρο παραδόθηκαν στα γαλλικά στρατεύματα του Ναπολέοντα. Ωστόσο, τα γεωγραφικά όριά του δεν υπήρξαν σταθερά και μεταβλήθηκαν επανειλημμένα ως απόρροια του περίπλοκου ιστορικού περιγύρου αλλά και των μεταβαλλόμενων ιδεολογικών θέσεων των εγχώριων, ελληνορθόδοξων πληθυσμών.

Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα, μέσα σε έντονα αντιβενετικό και γενικότερα αντιδυτικό κλίμα, η Βενετία είχε περιορισθεί στην Κρήτη και στις πελοποννησιακές εμπορικές βάσεις της Μεθώνης και της Κορώνης.

Αγνώστου, Το Ρέθυμνο κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, 17ος αιώνας, Δημαρχείο Ρεθύμνου.

Η θέση της, ακόμη και στην εδαφικά συρρικνωμένη αυτή επικράτεια, εμφανιζόταν επισφαλής. Η Κρήτη, επί μακρό χρόνο (13ος αιώνας – μέσα 14ου αιώνα), συνταράχθηκε από επαναστατικές κινήσεις, υπό την αρχηγία παλαιών αρχοντικών οικογενειών του νησιού, με βυζαντινές ρίζες (Αγιοστεφανίτες, Σκορδίληδες, Μελισσηνοί, Βαρούχες, Χορτάτσηδες, Καλλέργηδες κ.ά.), ενώ στο επαναστατικό αυτό κλίμα ιδιαίτερη είναι η σημασία της γνωστής, αποτυχημένης «αποστασίας του Αγίου Τίτου» (1363-1364/6), με πρωτεργάτες βενετικής και ελληνικής καταγωγής, εγχώριους φεουδάρχες. Παράλληλα, τόσο η ανασυγκροτημένη από το 1261 βυζαντινή αυτοκρατορία όσο και άλλες δυτικές δυνάμεις πρόβαλλαν ισχυρές διεκδικήσεις επί των βενετικών εδαφών.

Νέοι όροι εμπέδωσης αλλά και επέκτασης της βενετικής κυριαρχίας άρχισαν να διαμορφώνονται κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, λόγω της τουρκικής προέλασης στην ανατολική Μεσόγειο και τη Βαλκανική. Στην Κρήτη, οι τοπικοί άρχοντες, σχεδόν στο σύνολό τους, είχαν συνθηκολογήσει με τις βενετικές αρχές, έλαβαν γαίες και τίτλους ευγενείας και μετατράπηκαν σε σταθερά φιλοβενετικά στοιχεία. Την ίδια εποχή, ενώ είχε προηγηθεί η προσάρτηση του θεσσαλικού κάστρου του Πτελεού (1322) και των Κυθήρων (1363), εγκαινιάζεται νέα περίοδος της βενετοκρατίας στην Ανατολή. Προ του τουρκικού κινδύνου, με την ανοχή ή και την πρόσκληση των κατοίκων τους, στο βενετικό κράτος ενσωματώθηκαν πολλές περιοχές, είτε βυζαντινές είτε φραγκοκρατούμενες: η Κέρκυρα και το ηπειρωτικό της εξάρτημα, ο Βουθρωτός (1386), το Ναύπλιο και το Άργος (1389 και 1394, αντίστοιχα), η Εύβοια, η Τήνος και η Μύκονος (1390), η Πάργα (1401), η Ναύπακτος (1407), το Ναβαρίνο (1423). Επιπλέον, στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα βραχύχρονη βενετική κυριαρχία γνώρισαν η Πάτρα (1408-1413, 1417-1419) και η Θεσσαλονίκη (1423-1430), ενώ από τον 14ο έως τον 16ο αιώνα σποραδικά και για περιορισμένα χρονικά διαστήματα σημειώνεται άμεση υπαγωγή στη βενετική πολιτεία νησιών του Αιγαίου, που εξουσιάζονταν από δυτικής καταγωγής ηγεμόνες (Αμοργός, Άνδρος, Νάξος, Πάρος).

Το ενετικό κάστρο της Μεθώνης (13ος-15ος αιώνας).

Κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, το 1453, οι Βενετοί στάθηκαν στο πλευρό των Βυζαντινών, όμως, το 1454, ένα σχεδόν χρόνο μετά την Άλωση, έσπευσαν να συνάψουν νέα εμπορική συνθήκη με τους Οθωμανούς. Την ίδια περίοδο, περί τα μέσα του 15ου αιώνα, στην επικράτειά τους εντάχθηκαν ειρηνικά η Αίγινα (1451), η Σκύρος, η Σκιάθος και η Σκόπελος (1454), η Μονεμβασία (1463).

Τέλος, το βενετικό κράτος στην Ανατολή γνώρισε ποικίλες αυξομειώσεις ως συνέχεια των επτά βενετοτουρκικών πολέμων (δεύτερο μισό 15ου αιώνα – αρχές 18ου αιώνα.). Ο πρώτος βενετοτουρκικός πόλεμος (1463-1479), παρά τις περιστασιακές βενετικές επιτυχίες, όπως η προσωρινή κατάληψη ορισμένων πελοποννησιακών θέσεων, της Λήμνου και άλλων νησιών του βόρειου Αιγαίου, είχε ως κατάληξη την απώλεια για τους Βενετούς του Άργους (1463), της βίαια κατακτημένης το 1470 από τα τουρκικά στρατεύματα Χαλκίδας –του βενετικού Negroponte– και, συνακολούθως, ολόκληρης της Εύβοιας, καθώς και του Πτελεού. Την ίδια εποχή, το βενετικό κράτος επεκτάθηκε με την προσάρτηση της Ζακύνθου, υπό τον όρο της καταβολής στους Οθωμανούς φόρου υποτελείας (1484), και με την παραχώρηση της Κύπρου στη Βενετία από την τελευταία βασίλισσά της, τη Βενετή Αικατερίνη Cornaro (1489). Σημαντικές υπήρξαν οι εδαφικές απώλειες των Βενετών κατά τον δεύτερο βενετοτουρκικό πόλεμο (1499-1503). Με τη συνθήκη του 1503 αποδόθηκαν στους Οθωμανούς οι ήδη κατειλημμένες βενετικές βάσεις της Ναυπάκτου στη Στερεά Ελλάδα, καθώς και της Μεθώνης, της Κορώνης και του Ναβαρίνου στην Πελοπόννησο. Σε αντιστάθμισμα, οι Βενετοί επισημοποίησαν την κατοχή τους στη Ζάκυνθο και απέσπασαν την Κεφαλονιά και την Ιθάκη. Με τον τρόπο αυτό, όλα τα νησιά του Ιονίου, εκτός από τη Λευκάδα, πέρασαν στη βενετική κυριαρχία και ο χώρος απέκτησε ιδεατή ενότητα. Κατά τον τρίτο βενετοτουρκικό πόλεμο (1537-1540), στο πλαίσιο της «Ιεράς Συμμαχίας» (Santa Lega), οι Βενετοί υποχρεώθηκαν να παραχωρήσουν και επίσημα στους Οθωμανούς τα τελευταία εδάφη τους στην Πελοπόννησο –το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία–, την Αίγινα, τη Σκύρο, τη Σκιάθο και τη Σκόπελο, ενώ στις Κυκλάδες μοναδική βενετική κτήση παρέμεινε η Τήνος. Τρεις δεκαετίες αργότερα κηρύχθηκε ο τέταρτος βενετοτουρκικός πόλεμος (1570-1573), κατά τη διάρκεια του οποίου οι οθωμανικές δυνάμεις κατέλαβαν την Κύπρο (1570-1571). Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των Βενετών, στο πλαίσιο του νέου «Ιερού Συνασπισμού» (Sacra Liga), καθυστέρησαν να τους προσφέρουν τη βοήθειά τους, λόγω των εσωτερικών αντιθέσεών τους, και δεν κατόρθωσαν να εκμεταλλευθούν τη μεγάλη κοινή νίκη τους επί των Οθωμανών κατά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), στην οποία έλαβαν μέρος στο πλευρό των χριστιανικών στρατευμάτων πολλοί Έλληνες από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές.

Γκραβούρα ανώνυμου Γερμανού με θέμα την πολιορκία του Χάνδακα, 1669.

Η μακρά περίοδος ειρήνης που ακολούθησε στον μεσογειακό χώρο διακόπηκε με την έκρηξη του πολυετούς Κρητικού Πολέμου (1645-1669). Η λήξη του, με τη συνθήκη παράδοσης του Χάνδακα (1669), σήμανε για τη Βενετία την οριστική απώλεια ολόκληρης της Κρήτης, εκτός από τις στρατιωτικές βάσεις της Σούδας, της Σπιναλόγκας και της Γραμβούσας. Είχαν προηγηθεί οι διαδοχικές καταλήψεις από τους Οθωμανούς των Χανιών (1645), του Ρεθύμνου (1646), της Σητείας (1651) και η υπερεικοσαετής πολιορκία του Χάνδακα (1648-1669).

Λίγα χρόνια αργότερα, η Βενετία, με τη συμμετοχή της στον «Ιερό Συνασπισμό του Linz» (1684), έλαβε μέρος στον νέο πόλεμο των ευρωπαϊκών δυνάμεων κατά των Οθωμανών (1684-1699), πέτυχε σημαντικές στρατιωτικές νίκες και, με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), εξασφάλισε και επίσημα την κυριαρχία της στις ήδη κατακτημένες περιοχές της Πελοποννήσου, της Λευκάδας και της Αίγινας, υποχρεώθηκε, ωστόσο, να παραχωρήσει τη Γραμβούσα. Οι νικηφόρες εκστρατείες των Βενετών αμαυρώθηκαν από την καταστροφή που επέφεραν στα μνημεία της Ακρόπολης οι σφοδροί βομβαρδισμοί των βενετικών στρατευμάτων υπό τον Francesco Morosini (1687). Η δεύτερη βενετοκρατία στην Πελοπόννησο έληξε κατά τη διάρκεια του τελευταίου βενετοτουρκικού πολέμου (1714-1718) και η προσάρτηση της περιοχής, όπως και της Τήνου, της Αίγινας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας στην οθωμανική αυτοκρατορία, επικυρώθηκε με τη συνθήκη του Πασσάροβιτς (1718). Από την άλλη πλευρά, οι Βενετοί, έως και τα τέλη του 18ου αι., παρέμειναν κύριοι των Ιόνιων Νησιών και των ηπειρωτικών εξαρτημάτων τους (Βουθρωτός, Πάργα, Πρέβεζα, Βόνιτσα). Κατά την τελευταία περίοδο της βενετοκρατίας, κυρίαρχο ρόλο στον αντιτουρκικό αγώνα και στα εθνικοαπελευθερωτικά, πλέον, σχέδια ολόκληρου του ελληνικού κόσμου διαδραμάτιζε η ορθόδοξη Ρωσία. Ειδικά στα Ιόνια Νησιά, παρά τις μάταιες προσπάθειες των Βενετών να τηρήσουν στάση ουδετερότητας, αναπτύχθηκε ισχυρό ρωσοφιλικό ρεύμα, ενώ πολλοί από τους κατοίκους τους μετείχαν στους ρωσοτουρκικούς πολέμους και εκμεταλλεύθηκαν τις οικονομικές ευκαιρίες που προσέφερε η συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Η περιορισμένη αυτή βενετική επικράτεια στον ελληνικό χώρο διατηρήθηκε έως την κατάλυση της βενετικής πολιτείας από τις γαλλικές δυνάμεις, το 1797. Το ίδιο έτος, γαλλικά στρατεύματα αποβιβάσθηκαν στα Ιόνια Νησιά, με την ενθουσιώδη αποδοχή του μεγαλύτερου τμήματος των κατοίκων τους, θέτοντας, έτσι, τέλος στη μακραίωνη περίοδο της βενετοκρατίας στον ελληνικό χώρο.

Η βενετική κυριαρχία στις ελληνικές περιοχές συνεπέφερε ριζικές αλλαγές σε όλο το φάσμα της εσωτερικής τους ζωής και συνέβαλε στην ανάδυση νέων ιστορικών πραγματικοτήτων, που είτε επιβλήθηκαν από τους Βενετούς είτε διαμορφώθηκαν σταδιακά, με τη συναίρεση παραδοσιακών, βυζαντινών – τοπικών στοιχείων και δυτικοευρωπαϊκών θεσμών: επιβολή της λατινικής Εκκλησίας, παράλληλα με την κεντρική θέση της ορθόδοξης Εκκλησίας, υιοθέτηση του βενετικού διοικητικού συστήματος, της μεσαιωνικής κοινωνικής οργάνωσης και των φεουδαρχικών θεσμών, ανάπτυξη, περιορισμένων έστω, σε σχέση με την κυρίαρχη αγροτική οικονομία, αστικών οικονομικών δραστηριοτήτων, εκδήλωση σημαντικών πολιτισμικών φαινομένων στη λογοτεχνία, την τέχνη και τη μουσική, με κορυφαίες εκφάνσεις την κρητική λογοτεχνία και την κρητική ζωγραφική.

Θεμελιακές υπήρξαν οι ανατροπές στην προηγούμενη εκκλησιαστική τάξη. Ο ευρύτερα πολιτικός ρόλος που διαδραμάτιζε η ορθόδοξη Εκκλησία για τους ελληνορθόδοξους υπηκόους της και η καχυποψία με την οποία η Βενετία αντιμετώπιζε το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, πριν και μετά το 1453, επέδρασαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση της βενετικής πολιτικής στο εκκλησιαστικό πεδίο. Στο πλαίσιο αυτό, παρά τη γνωστή –ανεξάρτητη έναντι του πάπα– πολιτική της, η Γαληνοτάτη στις νέες κτήσεις της απέδωσε στη λατινική Εκκλησία περίοπτη θέση. Στον χώρο ιδρύθηκαν λατινικές αρχές, αρχιεπισκοπή και επισκοπές, λειτούργησαν λατινικά μοναστήρια και έδρασαν μοναχικά τάγματα (Φραγκισκανοί, Βενεδικτίνοι, Ιησουίτες). Η απήχησή της, πάντως, υπήρξε περιορισμένη και στην όψιμη βενετοκρατία η λατινική Εκκλησία παρουσίαζε εικόνα παρακμής, με ποιμενάρχες που δεν ανταποκρίνονταν πάντοτε στον πνευματικό ρόλο τους, ολιγάριθμο ποίμνιο, πλημμελή διαχείριση της περιουσίας της. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική των Βενετών απέναντι στην ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπήρξε ενιαία και καθορίσθηκε από τη στάση των κατοίκων κάθε κτήσης.

Χαρακτηριστικά στην Κρήτη, που από τα πρώτα χρόνια της βενετικής εγκατάστασης δοκιμάσθηκε από αντιβενετικές κινήσεις, οι ανώτερες ορθόδοξες αρχές εκδιώχθηκαν, η αρχιεπισκοπή και οι επισκοπές καταργήθηκαν, η περιουσία της ορθόδοξης Εκκλησίας αφαιρέθηκε. Η χειροτονία των ορθόδοξων ιερέων γινόταν έξω από το νησί, σε βενετικές και μη βενετικές περιοχές, όπου έδρευαν ορθόδοξοι επίσκοποι, με χρονοβόρες και περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Προϊστάμενοι του ορθόδοξου κλήρου ορίσθηκαν οι λεγόμενοι πρωτοπαπάδες και πρωτοψάλτες, φιλενωτικών τάσεων, που διορίζονταν και μισθοδοτούνταν από την πολιτεία. Αντίστοιχα στην Κέρκυρα, επικεφαλής του ορθόδοξου κλήρου ήταν ο μέγας πρωτοπαπάς, που εκλεγόταν από σώμα 32 κληρικών και λαϊκών από την τάξη των τοπικών ευγενών.

Οι ορθόδοξες επισκοπές εξακολούθησαν να λειτουργούν σε περιοχές, όπου η βενετική επιβολή συνέβη ομαλά (Μεθώνη – Κορώνη, Σκύρος, Σκιάθος, Μονεμβασία, Κύπρος, Ζάκυνθος – Κεφαλονιά, Λευκάδα, Πελοπόννησος κατά τη δεύτερη βενετοκρατία).

Η ορθόδοξη Μονή Αρκαδίου σήμερα.

Κατά τους τελευταίους αιώνες της βενετικής κυριαρχίας στην Ανατολή, στο πλαίσιο μιας γενικότερης πολιτικής προσέγγισης, οι Βενετοί αντιμετώπισαν τους ορθόδοξους υπηκόους τους με ηπιότητα· τους προστάτευσαν από τις ποικίλες πιέσεις της λατινικής Εκκλησίας σε ζητήματα όπως οι μικτοί γάμοι μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων ή στην τελικά αποτυχημένη προσπάθεια των Καθολικών να επιβάλουν και στην Ανατολή το γρηγοριανό ημερολόγιο, ενώ οι κάτοικοι των κτήσεων, ιδιαίτερα της Κρήτης, συνέβαλαν στρατιωτικά και οικονομικά στον αγώνα της βενετικής πολιτείας κατά της Αγίας Έδρας (αρχές 17ου αιώνα). Εξάλλου, ενδιαφέρον επέδειξε η Βενετία για την εξύψωση του ηθικού και μορφωτικού επιπέδου του ορθόδοξου όπως και του καθολικού κλήρου, καθώς και για τη διευθέτηση κρίσεων στο εσωτερικό της ορθόδοξης Εκκλησίας.

Στο κλίμα αυτό, στην Κρήτη μετά τον 15ο αι. σημειώνεται άνθηση των ορθόδοξων μοναστηριών, συνολικά στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές παρατηρείται άμβλυνση των αντιθέσεων Ορθοδόξων – Καθολικών, που, μεταξύ άλλων, εκδηλώθηκε με συλλειτουργίες, συμμετοχή σε κοινές γιορτές και λιτανείες, συστέγαση των δυο δογμάτων σε κοινούς χώρους, αποδοχή αγίων του άλλου δόγματος, με χαρακτηριστική περίπτωση τη λατρεία του αγίου Φραγκίσκου από τους ορθόδοξους Κρητικούς.

Στο διοικητικό πεδίο, οι Βενετοί εισήγαγαν στον ελληνικό χώρο στοιχεία του βενετικού διοικητικού συστήματος. Πρόκειται για σύστημα, που, σε αντίθεση με το παράδειγμα του βυζαντινού αλλά και του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου της ίδιας εποχής, δεν γνώριζε την κληρονομική διαδοχή. Οι Βενετοί αξιωματούχοι εκλέγονταν στο σύνολό τους σε αξιώματα μη μεταβιβάσιμα, με θητεία είτε βραχύχρονη είτε, στην περίπτωση του δόγη, ισόβια. Παράλληλα, το δικαίωμα συμμετοχής στην άσκηση της βενετικής διοίκησης περιοριζόταν στις ευάριθμες ευγενείς οικογένειες, που απάρτιζαν το βενετικό Μείζον Συμβούλιο (Maggior Consiglio), με αποτέλεσμα το καθεστώς να εμφανίζει αριστοκρατικό χαρακτήρα. Το διοικητικό αυτό σχήμα, με διάφορες τοπικές παραλλαγές, μεταφυτεύθηκε και στις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή.

Η διοίκηση χωρίσθηκε σε δύο επίπεδα, στη βενετική και την εγχώρια. Τα ανώτερα αξιώματα καταλάμβαναν βενετοί ευγενείς, που αποστέλλονταν από τη Μητρόπολη, με ολιγόχρονη θητεία, μεταξύ των δύο και τεσσάρων ετών. Οι αρμοδιότητές τους ήταν προσδιορισμένες σε γενικά κείμενα, τα λεγόμενα καπιτουλάρια, και εξειδικεύονταν με τις εντολές (commisiones), που λάμβαναν κατά την αναχώρησή τους, ενώ μετά το πέρας της θητείας τους υπέβαλλαν στη βενετική Σύγκλητο γραπτές εκθέσεις (relazioni). Στις μεγάλες περιφέρειες τη διοίκηση ασκούσαν τριμελή όργανα (Reggimenti), με εξουσίες πολιτικές, στρατιωτικές και δικαστικές. Οι επικεφαλής των τοπικών Διοικήσεων περιβάλλονταν από δύο συμβούλους και εμφανίζουν διάφορη κατά περιοχές τιτλοφορία: δούκας στον Χάνδακα και ρέκτορας στο Ρέθυμνο και στα Χανιά, βάιλος στην Κέρκυρα και στην Εύβοια, τοποτηρητής (locotenetnte) στην Κύπρο, προνοητής (provveditore) στη Ζάκυνθο και στην Κεφαλονιά. Τον τίτλο του προνοητή έφεραν οι επικεφαλής των τεσσάρων διαμερισμάτων (provincie) της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη βενετοκρατία, υπό τον ανώτερο διοικητή της περιοχής, τον γενικό προνοητή (Provveditor General dell’Armi in Regno di Morea), και τη Λευκάδα διοικούσαν ο έκτακτος και ο τακτικός προνοητής (provveditor estraordinario και provveditor ordinario). Στις μικρότερες κτήσεις (Μεθώνη, Κορώνη, Κύθηρα Άργος, Ναύπλιο, Τήνος – Μύκονος, Ναύπακτος, Αίγινα, Σκύρος, Σκιάθος, Σκόπελος, Μονεμβασία) τη διοίκηση ασκούσαν –άλλοτε μόνοι και άλλοτε με τη συνεργασία συμβούλων– αξιωματούχοι με τις διάφορες και, κάποτε εναλλασσόμενες, επωνυμίες τoυ φρουράρχου (castellan), του προνοητή, του ποτεστάτου, του ρέκτορα. Ιδιαίτερη θέση στη διοικητική ιεραρχία είχαν οι επικεφαλής των οικονομικών υπηρεσιών (camere), οι λεγόμενοι camerarii-camerlenghi και οι επικεφαλής των τοπικών γραμματειών (cancellieri).

Στην Κρήτη, από τα μέσα του 16ου αιώνα, μετά τον περιορισμό της εξουσίας του δούκα στο ανατολικό τμήμα της, ανώτερος διοικητής του νησιού αναδείχθηκε ο γενικός προνοητής (provveditor general), έκτακτο αξίωμα, που από το 1569 και στο εξής μετατράπηκε σε τακτικό, λόγω των εξωτερικών κινδύνων. Την ίδια περίοδο στα Ιόνια Νησιά αυξημένες αρμοδιότητες απέκτησε ο γενικός προνοητής της Θάλασσας και, αργότερα, της Ανατολής (provveditor general da Mar / del Levante).

Τέλος, εποπτικές λειτουργίες ασκούσαν ανώτεροι Βενετοί αξιωματούχοι, που κατά διαστήματα περιόδευαν στις κτήσεις, όπως οι σύνδικοι ανακριτές της Ανατολής (sindici inquisitori in Levante).

Από την άλλη πλευρά, συμμετοχή στην κατώτερη διοίκηση ως δικαστές, αγορανόμοι, υγειονόμοι, διευθυντές ευαγών ιδρυμάτων, αλλά και διοικητές μικρών περιφερειών, είχαν οι εγχώριοι, μέλη των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και των κατά περιοχές αστικών συμβουλίων. Από τα τοπικά αξιώματα άλλα ήταν έμμισθα και άλλα άμισθα και τιμητικά. Επιπλέον, μια δεύτερη κατηγορία αξιωμάτων, ιεραρχικά υποδεέστερων, αλλά και υπαλληλικές θέσεις καταλαμβάνονταν από τα αποκλεισμένα από τα τοπικά συμβούλια αστικά στρώματα.

Το διοικητικό αυτό σχήμα σχετιζόταν άμεσα με το δυτικοευρωπαϊκό σύστημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης, που επέβαλαν οι Βενετοί, μεταφέροντας στον ελληνικό χώρο θεσμικές πραγματικότητες, άγνωστες και κατά την προγενέστερη βυζαντινή εποχή αλλά και σε μεταγενέστερους χρόνους.

Στην ανώτερη κοινωνική βαθμίδα, που σταδιακά ταυτίσθηκε με τα μέλη των κοινοτικών συμβουλίων, ανήκαν στη μεν Κρήτη οι ευγενείς, Βενετοί και Κρητικοί, στις δε υπόλοιπες περιοχές οι πολίτες (cittadini). Στην περίπτωση της Κρήτης προϋπόθεση της συμμετοχής στα κοινοτικά συμβούλια αποτελούσε η κατοχή της ιδιότητας της ευγένειας. Σε άλλες περιοχές οι τοπικές κοινότητες απαρτίσθηκαν κατά την πρώιμη ιστορία τους από το σύνολο του αστικού πληθυσμού, αρχικά του λατινικού, ακολούθως δε και του ελληνικού. Από τον 15ο αιώνα και στο εξής, με πρότυπο τo «κλείσιμο του Μείζονος Συμβουλίου» (serrata del Maggior Consiglio) της Μητρόπολης (1297), σε όλες τις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή σημειώθηκαν ανάλογες κινήσεις προς αποκλεισμό από τις κοινοτικές διαδικασίες των κατώτερων αστικών στρωμάτων. Οι διεργασίες αυτές εκδηλώθηκαν σε ολοκληρωμένη μορφή στα Ιόνια Νησιά, και μάλιστα στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο, όπου από το δεύτερο μισό του 16ου αι. παρατηρείται το σταδιακό «κλείσιμο» των τοπικών συμβουλίων, με βάση σωρευτικά κριτήρια αστικότητας, που όφειλε να πληροί κάθε μέλος τους (σχέση με την πόλη, εντοπιότητα, τρεις βαθμοί της αστικότητας, δηλαδή μη άσκηση χειρωνακτικής τέχνης επί τρεις γενεές, γέννηση από νόμιμο γάμο, ευυπόληπτος τρόπος ζωής). Oι κάτοχοι των αστικών κριτηρίων, με την επωνυμία των πολιτών (και αργότερα των ευγενών στην περίπτωση της Κέρκυρας και της Ζακύνθου), καταγράφονταν σε ειδικά μητρώα, τις τοπικές Χρυσές Βίβλους (Libri d’Oro), και αποτελούσαν, ισόβια και κληρονομικά, μέλη των συμβουλίων. Στο γενικό αυτό σχήμα ιδιόμορφη υπήρξε η περίπτωση της κοινοτικής οργάνωσης στην Κεφαλονιά, ενώ, κατά την ύστερη βενετοκρατία, στη Λευκάδα, την Πελοπόννησο, την Πρέβεζα, τη Βόνιτσα επιχειρήθηκε η επιβολή κλειστών, αστικών κοινοτήτων, με μικρό, εξαρχής προσδιορισμένο αριθμό μελών και αυστηρά προσόντα εισαγωγής. Σε όλες τις περιπτώσεις, τα μέλη των κοινοτήτων, ως απόρροια του προνομιακού κοινωνικού καθεστώτος που απολάμβαναν, είχαν το δικαίωμα να αποστέλλουν ως σώμα πρεσβείες στη Μητρόπολη και να μετέχουν στην τοπική διοίκηση.

Ιωάννου Κοράη, Η λιτανεία του λειψάνου του Αγίου Χαραλάμπη , Μουσείο Ζακύνθου.

Το δεύτερο κοινωνικό στρώμα αντιστοιχούσε σε μια ρευστή κοινωνική κατηγορία, με ελληνική κυρίως καταγωγή, τους πολίτες / αστούς (cittadini) στην Κρήτη ή αστικούς (civili) στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο, που διακρίνονταν μεταξύ των υπόλοιπων κατοίκων των πόλεων για την εξέχουσα κοινωνικοοικονομική θέση τους και καταλάμβαναν ορισμένα αξιώματα στην τοπική υπαλληλία, ωστόσο ήταν αποκλεισμένοι από τα κοινοτικά συμβούλια. Στην τρίτη βαθμίδα, του λαού ή όχλου (popolo – plebe), ανήκαν τα κατώτερα, επίσης σχεδόν συνολικά ελληνικής καταγωγής, στρώματα των κατοίκων των πόλεων, όπως τεχνίτες και μικρέμποροι, συχνά οργανωμένοι σε συντεχνιακές ενώσεις. Τέλος, το πιο πολυάριθμο τμήμα των εγχώριων πληθυσμών απαρτιζόταν από τους ελληνορθόδοξους αγρότες, τους προσαρτημένους στα φέουδα βιλλάνους και τους ελεύθερους, κατόχους γης και, κυρίως, ακτήμονες. Η αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση γέννησε κοινωνικές αντιθέσεις, που κάποτε εκδηλώνονταν με τη μορφή της ένοπλης σύρραξης και καταπνίγονταν βιαίως από τους Βενετούς. Αγροτικό χαρακτήρα είχαν οι ταραχές στη δυτική Κρήτη, οι γνωστές ως «επανάσταση» του Γεωργίου Γαδανολέου – Λυσσογιώργη (1508-1528), στην Κύπρο τη δεκαετία του 1560, στην Κέρκυρα περί τα μέσα του 17ου αιώνα. Από την άλλη πλευρά, έντονες κοινωνικές συγκρούσεις προκάλεσαν οι αποκλεισμοί από τις αστικές κοινότητες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το λεγόμενο Ρεμπελιό των Ποπολάρων στη Ζάκυνθο (1628).

Το σύστημα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε μεγάλο βαθμό απέρρεε από τη γαιοκτησία. Οι Βενετοί, καίτοι οι ίδιοι δεν γνώριζαν τους φεουδαρχικούς θεσμούς, επέβαλαν στις κτήσεις τους τη φεουδαρχία, με στόχο την αποτελεσματική οργάνωση της άμυνας και της οικονομίας. Η ισχυρή συγκεντρωτικότητα της βενετικής διοίκησης αφαίρεσε από το σύστημα τα αμιγώς φεουδαρχικά χαρακτηριστικά, αλλά διατήρησε στοιχεία που αντιστοιχούσαν στις σύγχρονες ευρωπαϊκές πραγματικότητες. Αρχικά το φεουδαρχικό σύστημα εφαρμόσθηκε στην Κρήτη. Οι πρώτοι φεουδάρχες ήταν Βενετοί άποικοι, που εγκαταστάθηκαν στο νησί με τους διαδοχικούς αποικισμούς των ετών 1211, 1222, 1233, 1252. Αργότερα, τόσο στην Κρήτη όσο και στις υπόλοιπες κτήσεις, στο σύστημα εντάχθηκαν και εγχώριοι. Ανάλογα με τον κάτοχο, τα φέουδα διακρίθηκαν σε δημόσια, εκκλησιαστικά και ιδιωτικά. Αντίστοιχα, οι καλλιεργητές, παράλληλα με τη βυζαντινή επωνυμία των παροίκων, παρουσιάζονται ως βιλλάνοι (του Δημοσίου, της Εκκλησίας και των ιδιωτών). Σε πολλές περιοχές το φεουδαρχικό σύστημα λειτουργούσε με βάση τον φεουδαρχικό κώδικα των Ασσιζών της Ρωμανίας και, ειδικά στην Κύπρο, των Ασσιζών των Ιεροσολύμων. Στο πλαίσιο της φεουδαρχικής κοινωνίας καθιερώθηκαν τίτλοι ευγενείας (κόμητες ή βαρώνοι) και οι θεσμοί περιβλήθηκαν με τελετουργικά στοιχεία, όπως η περιβολή (investitura), η τελετή κατάληψης του φεούδου από τον νέο φεουδάρχη. Μέρος του συστήματος αποτέλεσαν η ετήσια γενική επίδειξη των τοπικών φεουδαρχών, η mostra generale, αλλά και οι ιπποτικές κονταρομαχίες, οι γραφικές γκιόστρες. Το φεουδαρχικό σύστημα στην όψιμη βενετοκρατία παρουσίασε έκδηλα δείγματα αποσύνθεσης. Στην Κρήτη τα φέουδα έχασαν τον αρχικό στρατιωτικό τους χαρακτήρα και κατανεμήθηκαν σε πολλούς κατόχους, ενώ στα Ιόνια Νησιά ο αριθμός τους παρουσίασε σταδιακή μείωση.

Η Βενετία άσκησε ισχυρές παρεμβάσεις στην τοπική οικονομία, με τη χάραξη μιας συγκεντρωτικής οικονομικής πολιτικής, που αποφασιζόταν από το μητροπολιτικό κέντρο. Αρχικά οι βενετικές κτήσεις είχαν ως αποστολή την εξυπηρέτηση του βενετικού εμπορίου, λειτουργώντας ως εμπορικοί σταθμοί και βάσεις ανεφοδιασμού για τα βενετικά πλοία. Από τον 14ο αιώνα, μετά την ειρήνευση της Κρήτης και τις νέες εδαφικές προσαρτήσεις, οι Βενετοί επιδόθηκαν στην οικονομική αξιοποίηση της επικράτειάς τους στην Ανατολή.

Κυρίαρχη μορφή της οικονομίας υπήρξε η αγροτική. H γεωργική παραγωγή στηριζόταν στα μεσογειακά προϊόντα (δημητριακά, λάδι, κρασί, οπωροκηπευτικά), και λιγότερο στη ζάχαρη και στο βαμβάκι της Κύπρου. Ανάπτυξη γνώρισαν και η κτηνοτροφία, η μελισσοκομία, η υλοτομία, η εκμετάλλευση των αλυκών. Στον 16ο αιώνα, και ιδιαίτερα μετά την απώλεια και της Κύπρου, πάγιο πρόβλημα αποτέλεσε η σιτάρκεια, καθώς η σιτοκαλλιέργεια υποχώρησε υπέρ αποδοτικότερων καλλιεργειών, που εξελίχθηκαν σχεδόν σε μονοκαλλιέργειες: των αμπελιών στην Κρήτη, της ελιάς στην Κέρκυρα, της σταφίδας στη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά.

Η αύξηση της αγροτικής παραγωγής, καθώς και η σύνδεση της υπαίθρου με τις αναπτυσσόμενες πόλεις, συνέβαλαν στην άνθηση των εμπορικών δραστηριοτήτων. Οι εξαγωγές περιλάμβαναν κυρίως αγροτικά προϊόντα. Το κρασί της Κρήτης έφθανε μέχρι τις αγορές της Αγγλίας και της Φλάνδρας, η σταφίδα της Ζακύνθου και της Κεφαλονιάς ήταν περιζήτητη από την αγγλική αγορά και το λάδι της Κέρκυρας εξαγόταν στην ίδια τη Βενετία. Αντίστοιχα, οι εισαγωγές κάλυπταν τις ανάγκες των τοπικών αγορών σε μεταποιημένα και πολυτελή είδη, ενισχύοντας, έτσι, την εικόνα μιας περιφερειακής οικονομίας. Το εξαγωγικό – εισαγωγικό εμπόριο ελεγχόταν από τους Βενετούς, σταδιακά, όμως, σημειώνεται η διείσδυση και άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων. Στον 16ο αιώνα στην Κρήτη έδρευε Άγγλος πρόξενος, ενώ από το 1583 η Ζάκυνθος αποτέλεσε την έδρα της αγγλικής Εταιρείας της Ανατολής (Levant Company). Επιπλέον, από την πρώιμη ήδη βενετοκρατία μαρτυρείται η ενεργός συμμετοχή στο εμπόριο και στη ναυτιλία εγχωρίων, από τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Εύβοια. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται για τη δραστηριότητα των Κρητικών ως εμπόρων, πλοιοκτητών, κυβερνητών πλοίων, ναυπηγών, ενώ ανάλογη εικόνα παρουσιάζεται στον 18ο αιώνα στα Ιόνια Νησιά. Οι πειρατικές επιδρομές καθώς και το λαθρεμπόριο της σταφίδας και του λαδιού συνέβαλαν στη συσσώρευση κεφαλαίων, που, μεταξύ άλλων, επενδύθηκαν στην αναπτυσσόμενη ναυτιλία του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία για τον ακμαίο εμπορικό στόλο της Κεφαλονιάς, που στα τέλη του 18ου αιώνα ανερχόταν σε 200 περίπου πλοία και πολυάριθμα πλοιάρια.

Περιορισμένες υπήρξαν οι βιοτεχνικές δραστηριότητες, κυρίως στο πλαίσιο της συντεχνιακής οργάνωσης, με κύριο στόχο την εξυπηρέτηση των τοπικών αγορών. Μεταξύ των λιγοστών αναπτυγμένων κλάδων μαρτυρούνται η βυρσοδεψία, η βαρελοποιία, η κατασκευή φορητών εικόνων και ξυλογλύπτων στην Κρήτη αλλά και χρυσοΰφαντων μεταξωτών και καμηλωτών στην Κύπρο.

Οι βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές υπήρξαν χώροι ανάδυσης σημαντικών πολιτισμικών φαινομένων, που χαρακτηρίσθηκαν από τη σύνθεση βυζαντινών και δυτικών στοιχείων. Αρχικά στην Κρήτη και ακολούθως στα Ιόνια Νησιά μεταφυτεύθηκε ο δυτικός θεσμός των Ακαδημιών, με πρότυπο την Πλατωνική Ακαδημία. Οι Ακαδημίες, φιλολογικοί σύλλογοι, με μέλη Βενετούς και Έλληνες από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα των πόλεων, συνέβαλαν στην προαγωγή της εγχώριας πνευματικής ζωής. Η πρώτη γνωστή Ακαδημία, με την επωνυμία των «Ζωντανών» (Vivi), ιδρύθηκε στο Ρέθυμνο το 1562 από τον βενετοκρητικό λόγιο Φραγκίσκο Barozzi, ενώ σημαντική δραστηριότητα ανέπτυξε σε δύο χρονικές φάσεις (τέλη 16ου αιώνα και περί τα μέσα του 17ου αιώνα) η Ακαδημία των «Αλλοκότων» (Stravaganti) στον Χάνδακα, με ιδρυτή τον ισχυρό βενετό ευγενή και λόγιο Ανδρέα Κορνάρο. Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση της «Αγροτικής Ακαδημίας» της Κεφαλονιάς, που ιδρύθηκε το 1791, με στόχο την επιστημονική ανάπτυξη της γεωργίας.

Παρότι στον βενετοκρατούμενο ελληνικό χώρο δεν λειτούργησε τυπογραφείο, είναι γνωστή η διάδοση του έντυπου βιβλίου και η ύπαρξη βιβλιοθηκών, μοναστηριακών και ιδιωτικών. Τα βιβλία, ελληνικά και δυτικά, θρησκευτικά, επιστημονικά, λογοτεχνικά, προέρχονταν από τη Δύση, και, σε μεγάλο μέρος, από τα ελληνικά τυπογραφεία της Βενετίας. Παράλληλα, στις πιο αναπτυγμένες από τις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές σημειώνεται έντονη εκπαιδευτική δραστηριότητα. Οι νέοι των αστικών, κατά βάση, κέντρων είχαν τη δυνατότητα να διδαχθούν την ελληνική, λατινική ή ιταλική γλώσσα, αλλά και ποικίλους τομείς των τεχνών και της επιστήμης. Η διδασκαλία γινόταν κυρίως μέσω ιδιωτικών διδασκάλων, όπως μαρτυρούν πολυάριθμες συμβάσεις μαθητείας, καθώς και στα δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, που λειτούργησαν κατά καιρούς. Ενδεικτικά, μνημονεύονται η ελληνική σχολή του Ιακώβου Διασσωρινού στην Κύπρο, στη δεκαετία του 1560, που συνδέθηκε με την αντιβενετική δράση του ιδρυτή της, το διδακτήριο του Βικεντίου Δαμοδού στην Κεφαλονιά (πρώτο μισό 17ου αιώνα) και το βραχύβιο «Κοινό Φροντιστήριο» του Νικηφόρου Θεοτόκη στην Κέρκυρα (μέσα 18ου αιώνα), όπου έμφαση δόθηκε στη διδασκαλία τόσο των κλασικών γραμμάτων όσο και των φυσικών επιστημών. Επιπλέον, πολλοί Έλληνες, από τα ανώτερα ιδιαίτερα στρώματα, συνέχιζαν τις σπουδές στη Δύση, και μάλιστα στο Πανεπιστήμιο της βενετικής επικράτειας, στην Πάδοβα, στους κλάδους της ιατρικής, της φιλοσοφίας και της νομικής.

Στο γόνιμο πνευματικό κλίμα των αναπτυσσόμενων αστικών κέντρων, εκδηλώθηκε το φαινόμενο της «Κρητικής Λογοτεχνίας». Στην πρώιμη φάση (14ος αιώνας – μέσα 16ου αιώνα) εγγράφονται τα ηθικοδιδακτικά, σατιρικά, θρησκευτικά ποιητικά έργα των Στέφανου Σαχλίκη, Λεονάρδου Ντελλαπόρτα, Μαρίνου Φαλιέρου, Ιωάννη Πικατόρου, Μπεργαδή και άλλων επώνυμων και ανώνυμων δημιουργών. Η ώριμη φάση της Κρητικής Λογοτεχνίας (μέσα 16ου – μέσα 17ου αιώνα) κυριαρχείται από την πλούσια, ποιοτική θεατρική παραγωγή, με κυριότερο εκπρόσωπο τον Γεώργιο Χορτάτση, ο οποίος καλλιέργησε εξίσου την τραγωδία (Ερωφίλη), την κωμωδία (Κατσούρμπος) και το ποιμενικό δράμα (Πανώρια ή Γύπαρης). Κορυφαίο έργο της Κρητικής Λογοτεχνίας είναι το έμμετρο ιπποτικό μυθιστόρημα Ερωτόκριτος του Βιτσέντζου Κορνάρου, στον οποίο παλαιότερα αποδιδόταν και το θρησκευτικό δράμα Η Θυσία του Αβραάμ. Στην πλούσια λογοτεχνική παραγωγή της περιόδου ανήκουν, μεταξύ άλλων, η Βοσκοπούλα, ανωνύμου, και το ιστορικό έργο Ο Κρητικός Πόλεμος του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή. Τα έργα της Κρητικής Λογοτεχνίας έχουν χαρακτήρα έντεχνο και πρότυπα δυτικά, τα οποία, όμως, προσαρμόζουν στην τοπική παράδοση και αναπλάθουν με γόνιμο τρόπο, ξεπερνώντας τα συχνά σε δημιουργική έμπνευση. Οι συγγραφείς τους, ορθόδοξοι και καθολικοί, ελληνικής και βενετικής καταγωγής, προέρχονταν από τα ανώτερα και λόγια κοινωνικά στρώματα, αλλά η διάδοσή τους στο κοινωνικό σύνολο υπήρξε ευρύτατη.


Μετά την παράδοση του Χάνδακα (1669), πολλοί Κρητικοί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στα Ιόνια Νησιά και μετέφεραν στις νέες πατρίδες τους το πνευματικό κλίμα της Κρήτης. Στον 18ο αιώνα ο χώρος του Ιονίου σηματοδοτήθηκε από την καλλιέργεια των επιστημών, την υποδοχή των δυτικών διαφωτιστικών ιδεών και την αφομοίωση των αξιών του δυτικού πολιτισμού.

Σημαντική ανάπτυξη γνώρισε στην Κρήτη η τέχνη, στους τομείς της αρχιτεκτονικής, της γλυπτικής και της μικροτεχνίας. Ωστόσο, η καλλιτεχνική δημιουργία στην κορυφαία της έκφανση, προϊόν σύνθεσης της βυζαντινής παράδοσης με δυτικά στοιχεία, εμφανίζεται στο πεδίο της ζωγραφικής, θρησκευτικής και κοσμικής, και μάλιστα της φορητής εικόνας. Σύμφωνα με πρόσφατες αρχειακές έρευνες, οι Κρητικοί ζωγράφοι, που ανέρχονταν σε εκατοντάδες, ήταν οργανωμένοι στη συντεχνία του Αγίου Λουκά και ζωγράφιζαν τις θρησκευτικές εικόνες τους εξίσου alla greca και alla latina, ανάλογα με τις απαιτήσεις του αγοραστικού κοινού. Στην Κρήτη εργάζονταν και Δυτικοί καλλιτέχνες. Μεταξύ των σημαντικών Κρητικών ζωγράφων του 16ου αιώνα συγκαταλέγονταν οι Θεοφάνης Στρελίτζας, λεγόμενος Μπαθάς, Γεώργιος Κλόντζας, Μιχαήλ Δαμασκηνός. Στο κλίμα αυτό ανδρώθηκε καλλιτεχνικά ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, αναγνωρισμένος ήδη ζωγράφος στην Κρήτη, πριν από τη μετάβασή του στην Ιταλία και εν συνεχεία στην Ισπανία, όπου και δημιούργησε το έργο που τον ανέδειξε σε έναν από τους κορυφαίους Ευρωπαίους ζωγράφους.

Μετά το 1669 η κρητική τέχνη μεταφέρθηκε στα Ιόνια Νησιά από Κρητικούς πρόσφυγες και άσκησε ισχυρή επίδραση στην τοπική καλλιτεχνική δημιουργία, που σταδιακά απέκτησε αυτοτέλεια, χωρίς, ωστόσο, να κατορθώσει να υπερβεί την Κρητική Σχολή στην ακτινοβολία της.

Δομήνικος Θεοτοκόπουλος,Η Προσκύνηση των Μάγων, 1565-1567, Συλλογή Μουσείου Μπενάκη.

Αξιόλογη δραστηριότητα, αρχικά στην Κρήτη και ακολούθως στα Ιόνια Νησιά, εμφανίζεται και στον τομέα της μουσικής, βυζαντινής, παραδοσιακής και δυτικής, κοσμικής και εκκλησιαστικής. Από τους πολυάριθμους μουσικούς που μνημονεύονται στις πηγές, ιδιαίτερη θέση κατέχει ο Κρητικός μουσικοσυνθέτης Φραγκίσκος Λεονταρίτης (πρώτο μισό του 16ου αιώνα), ο οποίος έδρασε στην Κρήτη αλλά και στη δυτική Ευρώπη και συνέθεσε έργα που εντάσσονται στη δυτικοευρωπαϊκή μουσική παράδοση.

Κατά τη μακραίωνη κυριαρχία της Βενετίας στον ελληνικό χώρο, μέσα από περίπλοκες ιστορικές διαδρομές αναδεικνύεται ένα νέο, σύνθετο ιδεολογικό τοπίο, που διαμορφώθηκε αφενός από τη διεκδικητική παρουσία στον ίδιο χώρο Βυζαντινών, άλλων Δυτικών και Οθωμανών, και αφετέρου από τις ιδεολογικές θέσεις των εγχώριων πληθυσμών απέναντι στη «Δύση». Πρόκειται για σχήμα με κυρίαρχα εθνοτικοθρησκευτικά γνωρίσματα, που, παράλληλα, καθορίσθηκε από το αυστηρά διαστρωματωμένο κοινωνικό σύστημα των βενετικών κτήσεων.

Σε πρώτο επίπεδο, το ιδεολογικό κλίμα προσδιοριζόταν από μια υποβόσκουσα εσωτερική σύγκρουση με πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Οι κάτοικοι των βενετοκρατούμενων ελληνικών περιοχών, με κριτήριο την ιστορική παράδοση, τη γεωγραφική θέση, το πολιτικό καθεστώς των τόπων τους, εντάσσονταν οργανικά στη σύγχρονη ευρωπαϊκή, και μάλιστα δυτικοευρωπαϊκή, κοινότητα, παράλληλα, όμως, διαχωρίζονταν από αυτήν λόγω της μακροχρόνιας αντιπαράθεσης του καθολικού δυτικού κόσμου με τον ορθόδοξο ανατολικό. Στο πλαίσιο αυτό, η δυτικοευρωπαϊκή Βενετία, εκπροσωπώντας κατά την πρώτη περίοδο της λατινοκρατίας στην Ανατολή τις πολιτικές – εκκλησιαστικές δυνάμεις που είχαν καταλύσει τη βυζαντινή αυτοκρατορία, συγκέντρωνε την αντίδρασή τους. Η τουρκική προέλαση από τα μέσα του 14ου αιώνα άλλαξε τα δεδομένα. Το δογματικό ζήτημα παρέμενε το καίριο σημείο διαχωρισμών Ελλήνων – Λατίνων και η ανεκτική στάση των Οθωμανών απέναντι στην ορθόδοξη Εκκλησία επέτεινε την ιδεολογική σύγχυση. Ωστόσο, η σταδιακή στροφή προς τις δυτικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων η Βενετία μέχρι το 18ο αιώνα είχε κεντρική θέση, αποτέλεσε μια νέα, ισχυρή πραγματικότητα, που εμπεδώθηκε όχι μόνο στον βενετοκρατούμενο αλλά και στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο και συνδέθηκε με τις πολυάριθμες αντιτουρκικές κινήσεις των Ελλήνων στη δύσβατη διαδρομή προς την εθνική αυτοσυνειδησία.

Από την άλλη πλευρά, στο εσωτερικό των βενετικών κτήσεων σε όλη την περίοδο της βενετοκρατίας η στάση των υποτελών ελληνορθόδοξων πληθυσμών απέναντι στη βενετική κυριαρχία δεν υπήρξε ενιαία και καθορίσθηκε από τις οξείες κοινωνικοοικονομικές διαφορές τους. Γενικευτικά, μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα ανώτερα και αστικά κοινωνικά στρώματα στις βενετικές κτήσεις στην Ανατολή είχαν ταυτισθεί με τη βενετική πολιτική και τήρησαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, σταθερή φιλοβενετική στάση, ενισχύοντας παντοιοτρόπως τους βενετικούς αγώνες. Αντίθετα, οι ελληνορθόδοξοι αγροτικοί πληθυσμοί, βιώνοντας ένα πιεστικό κοινωνικοοικονομικό καθεστώς, σε κρίσιμες για τη Βενετία συγκυρίες αντιμετώπισαν παθητικά μια ενδεχόμενη οθωμανική κυριαρχία, παράλληλα, όμως, σε αρκετές περιπτώσεις κατά τις βενετοτουρκικές συγκρούσεις αγωνίσθηκαν στο πλευρό των ομόθρησκων Βενετών, με σημαία τη χριστιανική πίστη.

Κατά τους έξι αιώνες της βενετοκρατίας οι ελληνικές περιοχές σταδιακά λειτούργησαν ως γέφυρα μεταξύ της δυτικής, καθολικής και της ανατολικής, ορθόδοξης Ευρώπης. Ανήκαν στην «Ανατολή», αλλά επί αιώνες διετέλεσαν τμήμα μιας δυτικής δύναμης, αναδέχθηκαν θεσμούς και πολιτισμικά ρεύματα της δυτικής Ευρώπης, που, σε πολλές περιπτώσεις, σε σύζευξη με τα στοιχεία της τοπικής παράδοσης, μεταπλάσθηκαν δημιουργικά σε κοινά σχήματα.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων (San Giorgio dei Greci) και η Φλαγγίνειος Σχολή, σημερινή έδρα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών Βενετίας (https.//anemoution.blogspot.gr./2017/08/blog-post_787.html).

Από την άλλη πλευρά, η Δύση ήρθε σε άμεση επαφή με την Ανατολή όχι μόνο μέσα από την αρχαία κληρονομιά της αλλά και από τη σύγχρονη ιστορία της. Η αναγκαστική συμβίωση των δύο κοινοτήτων συνετέλεσε, παρά τις ποικίλες αντιξοότητες, στη γνωριμία, στην κατανόηση και, τελικά, στη δυνατότητα έκφρασης ενός κοινού λόγου σε διάφορα πεδία, ενώ η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του αγίου Μάρκου σταδιακά εξελισσόταν για τους Έλληνες σε χώρο φιλικό, που έδιδε ευκαιρίες πνευματικού και υλικού πλουτισμού και ταυτιζόταν μαζί τους σε ευρύτερες πολιτικές επιδιώξεις. Το σύνθετο αυτό περιβάλλον ο αναπαραστατικός συμβολικός λόγος αποκτούσε τη δική του δυναμική, μετατρέποντας στην ελληνική συνείδηση την εχθρική, κατακτητική δύναμη του 1204 στη «φουμιστή» Βενετία των τρυφερών νανουρισμάτων, των οραμάτων και των προσδοκιών.

Η Αναστασία Παπαδία-Λάλα είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής
του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

*Πρώτη δημοσίευση στον συλλογικό τόμο: «H Τέταρτη Σταυροφορία και ο ελληνικός κόσμος», Ν. Γ. Μοσχονάς (επιστημονική επιμέλεια), Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα 2008, σ. 365-381. Το κυρίως κείμενο αναδημοσιεύεται αυτούσιο. Αλλαγές, που συμπεριλαμβάνουν και πρόσφατες εκδόσεις, έχουν επέλθει στη βιβλιογραφία.

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Αρβανιτάκης Δ. Δ., Κοινωνικές αντιθέσεις στην πόλη της Ζακύνθου. Το Ρεμπελιό των Ποπολάρων (1628), Αθήνα 2001.

Arbel Β., «Venice’s Maritime Empire in the Early Modern Period», A Companion to Venetian History, 1400-1797, επιμ. E. R. Dursteler, Λέιντεν – Βοστώνη 2013, σ. 125-253.

Γάσπαρης Χ., Η γη και οι αγρότες στη Μεσαιωνική Κρήτη. 13ος-14ος αι., Αθήνα 1997.

Georgopoulou Maria, Venice’s Mediterranean Colonies. Architecture and Urbanism, Cambridge 2001.

Karapidakis Ν., Civis fidelis: L’avènement et l’affirmation de la citoyenneté corfiote (XVIème-XVIIème siècles), Φραγκφούρτη 1992.

Κωνσταντινίδου Κατερίνα, «Το κακό οδεύει έρποντας…» Οι λοιμοί της πανώλης στα Ιόνια Νησιά (17ος-18ος αι.), Βενετία 2007.

Λαμπρινός Κ.Ε., Οι cittadini στη βενετική Κρήτη. Κοινωνικο-πολιτική και γραφειοκρατική εξέλιξη (15ος-17ος αι.), Αθήνα 2015.

Lane F. C., Βενετία, η θαλασσοκράτειρα, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, επιστ. επιμ. Γ. Παγκράτης, Αθήνα 2007.

Μάλλιαρης Α.Μ., Η Πάτρα κατά τη βενετική περίοδο, 1687-1715: γη, πληθυσμοί, κοινωνία στη Β.Δ. Πελοπόννησο, Βενετία 2008.

Μαλτέζου Χρύσα (επιμ.), Όψεις της ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, Αθήνα 1993.

Μαλτέζου Χρύσα (επιμ.), Βενετοκρατούμενη Ελλάδα. Προσεγγίζοντας την ιστορία της, επιμ. κειμένων, Δέσποινα Βλάσση – Αγγελική Τζαβάρα, τ. 1-2, Αθήνα – Βενετία 2010.

Ντόκος Κ. – Γ. Παναγόπουλος Γ., Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, πρόλογος: B. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα 1993.

Παναγιωτάκης Ν. Μ., Ο ποιητής του «Ερωτοκρίτου» και άλλα βενετοκρητικά μελετήματα, Ηράκλειο 1989.

Παναγιωτόπουλος Β., Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου. 13ος-18ος αιώνας, μετάφρ. Χριστίνα Αγριαντώνη, Αθήνα 1985.

Πανοπούλου Αγγελική, Συντεχνίες και θρησκευτικές αδελφότητες στη βενετοκρατούµενη Κρήτη, Αθήνα – Βενετία 2012.

Παπαδία-Λάλα Αναστασία, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μια συνθετική προσέγγιση, Βενετία ²2008.

Thiriet F, La Romanie Vénitienne au Moyen Age. Le développement et l’exploitation du domaine colonial vénitien (XIIe-XVe siècles), Παρίσι ²1975.

Τζιβάρα Παναγιώτα, Σχολεία και δάσκαλοι στη βενετοκρατούµενη Κέρκυρα (16ος-18ος αι.), Αθήνα 2003.

Ιωάννης Δ. Στεφανίδης:Η άλλη «Βάρκιζα»: Η κρίση αποστράτευσης του Βελγίου (Νοέμβριος 1944)

Ιωάννης Δ. Στεφανίδης:

Η άλλη «Βάρκιζα»: Η κρίση αποστράτευσης του Βελγίου

(Νοέμβριος 1944)

Η δεκαετία του 1930 υπήρξε μια περίοδος κλιμακούμενης αβεβαιότητας και ανασφάλειας για τον κόσμο των κρατών. Η δεκαετία ξεκίνησε με τη μεγάλη οικονομική κρίση και ύφεση και συνεχίστηκε με την απειλητική εμφάνιση δυνάμεων που επιδίωκαν την αναθεώρηση του εδαφικού καθεστώτος των συνθηκών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενόψει της αποτυχίας να αντιμετωπιστούν τα φαινόμενα αυτά με συλλογική ή πολυμερή δράση, οι κυβερνήσεις τράπηκαν σε επιλογές που χαρακτηρίζονταν από εσωστρέφεια και ευσεβείς πόθους πως τα απειλητικά νέφη που σωρεύονταν στον διεθνή ορίζοντα δεν θα ξεσπούσαν επάνω τους. Η ηγεσία του Βελγίου δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Ήδη από τον Νοέμβριο του 1936, η χώρα που είχε δοκιμαστεί σκληρά κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου επέλεξε να ακολουθήσει πολιτική αυστηρής ουδετερότητας έναντι όλων των εν δυνάμει εμπόλεμων δυνάμεων. Η σχετική διακήρυξη έγινε δια στόματος του βασιλιά Λεοπόλδου Γ΄, και είχε ως συνέπεια οι Βρυξέλλες να αποχωρήσουν από τη Συνθήκη του Λοκάρνο (η οποία, μεταξύ άλλων, εγγυόταν τα σύνορα της χώρας με τη Γερμανία) και να καταγγείλουν την υφιστάμενη από το 1920 αμυντική συμμαχία με τη Γαλλία. Το ίδιο διάστημα, η βελγική αμυντική πολιτική επικεντρώθηκε στην ενίσχυση των οχυρωματικών έργων που κατανέμονταν σε δύο διαδοχικές γραμμές άμυνας (η πρώτη, κατά μήκος της νεότευκτης διώρυγας του βασιλιά Αλβέρτου, μεταξύ Αμβέρσας και Λιέγης, η δεύτερη μεταξύ Αμβέρσας και της πόλης Βαβρ, νοτιοανατολικά των Βρυξελλών). Η έκρηξη του πολέμου στην Ευρώπη, ως αποτέλεσμα της γερμανικής εισβολής στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939, θορύβησε τη βελγική κυβέρνηση αρκούντως ώστε να προχωρήσει σε σταδιακή επιστράτευση. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά αποδείχτηκαν ανεπαρκή απέναντι στη γερμανική τακτική του «αστραπιαίου πολέμου» (Blitzkrieg).

Όπως πάγια προέβλεπαν τα γερμανικά πολεμικά σχέδια από τις αρχές του 20ού αιώνα, η αποφασιστική επίθεση εναντίον της Γαλλίας εξαπολύθηκε μέσα από τα εδάφη του Βελγίου και του γειτονικού Λουξεμβούργου. Στις 28 Μαΐου 1940, έπειτα από αντίσταση δεκαοκτώ ημερών, ο 39χρονος Λεοπόλδος, ο οποίος είχε επιμείνει να ασκεί την αρχιστρατηγία, αγνόησε την αντίθετη άποψη της βελγικής κυβέρνησης και παραδόθηκε με τον στρατό του στους Γερμανούς.[1] Ο βασιλιάς έκρινε ότι όφειλε να συμμεριστεί τη μοίρα του λαού του και να παραμείνει στη χώρα του, επιχειρώντας να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες της ήττας.[2] Οι προσπάθειές του επικεντρώθηκαν κυρίως στην απελευθέρωση των 80.000 βαλλώνων στρατιωτών, οι οποίοι, σε αντίθεση με τους φλαμανδούς συναδέλφους τους, δεν απελευθερώθηκαν το θέρος του 1940.[3] Παρά την ακρόαση που ο Λεοπόλδος εξασφάλισε με τον Αδόλφο Χίτλερ, στο Μπέρχτεσγκαντεν, τον Νοέμβριο του 1940, οι πλείστοι των βαλλώνων στρατιωτών παρέμειναν αιχμάλωτοι έως το τέλος του πολέμου. Η αποτυχία αυτή, η σκληρή πραγματικότητα της κατοχής, καθώς και η αρνητική για τον Άξονα τροπή του πολέμου μετά το 1942, επρόκειτο τελικά να γείρουν την πλάστιγγα υπέρ της εξόριστης βελγικής κυβέρνησης που έδρευε στο Λονδίνο.[4]

Λεοπόλδος Γ΄ (1901-1983).
Hubert Pierlot(1883-1963)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ως αιρετός πρωθυπουργός την εποχή της γερμανικής εισβολής, ο Hubert Pierlot δημόσια κατήγγειλε την παράδοση του στρατού από τον Λεοπόλδο ως αντισυνταγματική ενέργεια, αντίθετη με το καλώς νοούμενο συμφέρον της χώρας. Έπειτα από μία πρώτη περίοδο αμφιταλάντευσης, το ολιγομελές κυβερνητικό σχήμα του οποίου προΐστατο ο Pierlot ανέλαβε να σηκώσει τη σημαία της αντίστασης σε μια εποχή που στο κατεχόμενο Βέλγιο επικρατούσε πνεύμα παραίτησης και συμβιβασμού. Τον Pierlot, ο οποίος εκπροσωπούσε το Καθολικό Κόμμα, πλαισίωναν ανά ένα επιφανή στελέχη των άλλων δύο μεγάλων κομμάτων στο τελευταίο προπολεμικό κοινοβούλιο, του Σοσιαλιστικού και του Φιλελεύθερου. Διεκδικώντας τον ρόλο του συνεχιστή της προπολεμικής νομιμότητας, η εξόριστη κυβέρνηση διαχώριζε σαφώς τη θέση της από τον αυταρχικών αντιλήψεων Λεοπόλδο, η στάση του οποίου πρόδιδε μια μοιρολατρική αποδοχή της ναζιστικής «Νέας Τάξης» στην Ευρώπη.[5] Παρά ταύτα, ο Pierlot και οι εταίροι του στο Λονδίνο επιχείρησαν να έρθουν σε συνεννόηση με τον βασιλιά στην κατεχόμενη χώρα. Οι κρούσεις τους, όμως, έμειναν χωρίς ανταπόκριση έως ότου, την επομένη της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία, τον Ιούνιο του 1944, ο Λεοπόλδος μεταφέρθηκε κρατούμενος σε γερμανικό έδαφος.[6] Έτσι, η καταφανής δυσαρμονία κυβέρνησης και ανώτατου άρχοντα έμεινε να υποδαυλίζει μια παρατεταμένη πολιτειακή κρίση, η οποία επρόκειτο να λυθεί με την παραίτηση του Λεοπόλδου υπέρ του διαδόχου του το 1950. Ωστόσο, μια άλλη κρίση, η οποία εκδηλώθηκε κατά το πρώτο στάδιο της απελευθέρωσης, απείλησε να κλιμακωθεί σε αιματηρή εμφύλια σύρραξη, ανάλογη με εκείνη που δοκίμασε η Ελλάδα με ελάχιστη χρονική διαφορά.

Λονδίνο, Οκτώβριος 1940. Ο πρωθυπουργός Hubert Pierlot επιθεωρεί στρατιωτικό άγημα.

Μελετώντας τη μετάβαση του Βελγίου από τον πόλεμο και την κατοχή στην ειρήνη και την ανασυγκρότηση, ο ιστορικός Martin Conway υποστήριξε ότι, παρά τους έντονους κλυδωνισμούς αυτής της περιόδου, η συναίνεση που έμπρακτα εκδηλώθηκε στο επίπεδο των ιθυνόντων της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας, απέτρεψε τη βίαιη αμφισβήτηση της κυβερνητικής νομιμότητας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στο γεγονός ότι οι εν λόγω ελίτ, ιδίως οι επιχειρηματικές του τραπεζικού και του βιομηχανικού τομέα, αλλά και η προπολεμική πολιτική τάξη σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, διατήρησαν σχετικά αλώβητη την ισχύ τους «σε αυτή την πλέον καπιταλιστική από τις κοινωνίες της Ευρώπης»,[7] – η οποία, πέρα από τη συμμαχική βοήθεια, διέθετε πρόσβαση και στους πόρους της πλουσιότατης αποικίας του Κονγκό. Ανθεκτικότητα επέδειξαν και μια σειρά από δυνάμεις της βελγικής πολιτείας και κοινωνίας που προϋπήρχαν του πολέμου. Επρόκειτο για τους μακραίωνους θεσμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης, τη δικαιοσύνη, την Καθολική Εκκλησία, τα πανεπιστήμια, τις εργοδοτικές οργανώσεις, αλλά και φορείς μιας άνωθεν καθοδηγούμενης κοινωνίας πολιτών, δηλαδή, τα κοινωνικά και ιδεολογικά δίκτυα που είχαν ιδρύσει ήδη από τον 19ο αιώνα τα κυριότερα πολιτικά κόμματα της χώρας, Καθολικοί, Σοσιαλιστές και Φιλελεύθεροι.[8] Παρά τις επιμέρους διαφορές τους, όλοι αυτοί οι παράγοντες ήταν κατά βάση αντίθετοι στις ριζικές ανατροπές. Όταν, με την επιβολή της ξένης κατοχής, οι κεντρικοί θεσμοί (βασιλιάς, κυβέρνηση, κοινοβούλιο) τέθηκαν σε αναστολή, οι εν λόγω δυνάμεις λειτούργησαν ως εγγυητές κάποιας συνέχειας με την προπολεμική τάξη, αλλά και ως παράγοντες κοινωνικής συνοχής, στον βαθμό που μερίμνησαν για την επιβίωση του χειμαζόμενου έθνους. Επιπλέον, περιφρούρησαν την κοινή εθνική ταυτότητα των Βέλγων απέναντι στις εθνικιστικές αντιθέσεις που υποδαύλισε η γερμανική κατοχή.[9] Η συμπόρευση ή ταύτιση με τον κατακτητή κόστισε στους ακραίους εθνικιστές σε Βαλλωνία και Φλάνδρα την «καλή μαρτυρία» της μεγάλης πλειονότητας των Βέλγων για τις επόμενες δύο δεκαετίες, τουλάχιστον.

Στο πνεύμα, λοιπόν, του «compromis à la belge», το οποίο σφυρηλάτησαν με τη στάση τους στη διάρκεια του πολέμου οι δυνάμεις που αναφέρθηκαν, ο Conway απέδωσε τη μεταπολεμική σταθερότητα της χώρας, παρά την πόλωση που συντήρησε επί πενταετία η εκκρεμότητα σχετικά με την επάνοδο του Λεοπόλδου στον θρόνο.[10] Αυτό το πνεύμα συμβιβασμού αμφισβήτησαν οι βέλγοι κομμουνιστές τον Νοέμβριο του 1944, προβάλλοντας ως εναλλακτική πηγή νομιμοποίησης την αντίσταση στον κατακτητή. Όπως είχε συμβεί στις περισσότερες κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης, ο ενεργός ρόλος τους στην αντίσταση είχε ενισχύσει την επιρροή τους. Παρά το γεγονός ότι στην αντίσταση αναμίχθηκε ενεργά ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού, μπορούσε βάσιμα να αναμένεται ότι η μεγάλη πλειονότητα θα έσπευδε να ταυτιστεί μαζί της κατά τη «μεθυστική» στιγμή της απελευθέρωσης.[11] Το ερώτημα ήταν κατά πόσον οι κομμουνιστές θα είχαν τη δυνατότητα να διαμορφώσουν τις εξελίξεις, είτε αυτοτελώς είτε μέσω συμμαχιών.

Οι Βρυξέλλες υπό Γερμανική κατοχή. Παρέλαση μπροστά από τα βασιλικά ανάκτορα.

Η επιτυχία της συμμαχικής απόβασης στη Νορμανδία έθεσε επί τάπητος το ζήτημα ποιος και πώς θα κάλυπτε το κενό εξουσίας που άφηνε ο τερματισμός της κατοχής.[12] Η αποχώρηση των Γερμανών συμπαρέσυρε στον πολιτικό Καιάδα τους πιο κραυγαλέους, τουλάχιστον, από τους συνεργάτες τους, ιδίως το κόμμα των «Ρεξιστών» (Parti Rexiste), που δρούσε στη Βαλλωνία, και τον Φλαμανδικό Εθνικό Σύνδεσμο (Vlaams Nationaal Verbond) – οργανώσεις που εξέφραζαν την εθνικιστική άκρα δεξιά στη δεκαετία του 1930. Ο βασιλιάς Λεοπόλδος, με μειωμένο κύρος λόγω της παθητικής στάσης του κατά τα τελευταία δύο χρόνια της κατοχής αλλά και της προσωπικής του ζωής,[13] είχε μεταφερθεί εκτός Βελγίου. Έτσι, απέμεναν τέσσερεις παράγοντες ικανοί να επηρεάσουν τις εξελίξεις: Πρώτον, η ετερόκλητη αντίσταση, με ισχυρότερους εκπροσώπους τον φιλοσυμμαχικό και εν πολλοίς βασιλόφρονα Μυστικό Στρατό (Armée Secrète: AS) και το φιλοκομμουνιστικό Μέτωπο Ανεξαρτησίας (Front de l’Indépendance: FI), οι τάξεις των οποίων πύκνωναν με «αντιστασιακούς της ενδέκατης ώρας». Θεωρητικά, οι δυνάμεις αυτές μπορούσαν να διεκδικήσουν αυτοτελή νομιμοποίηση, επικαλούμενες τον αγώνα τους κατά του κατακτητή. Η φιλοδοξία αυτή επρόκειτο να προσκρούσει στη στάση των άλλων τριών παραγόντων, με πρώτο τις δυνάμεις που είχαν στηρίξει την de facto διακυβέρνηση του Βελγίου από υψηλά ιστάμενα στελέχη του κρατικού μηχανισμού έως την ώρα της γερμανικής αποχώρησης. Επρόκειτο για τις κοινωνικές ελίτ που προαναφέρθηκαν (τοπικοί άρχοντες, δικαιοσύνη, Εκκλησία, κοινωνικές και οικονομικές ελίτ και οι οργανώσεις τους) και είχαν λειτουργήσει ως «θεματοφύλακες του εθνικού συμφέροντος» απέναντι στον κατακτητή και τους συνεργάτες του. Το ζήτημα ήταν ότι αυτή η ‘notable elite’ είχε τηρήσει διακριτική απόσταση από τον τρίτο παράγοντα, την εξόριστη κυβέρνηση, η οποία διέθετε, όμως, την πλήρη στήριξη των Συμμάχων, ιδίως των Βρετανών. Οι τελευταίοι αποτελούσαν τον τέταρτο και σημαντικότατο πόλο ισχύος, καθώς είχαν ισχυρότατη στρατιωτική παρουσία αλλά και την πρωτοκαθεδρία στη συμμαχική αποστολή που θα λειτουργούσε στο Βέλγιο όσο διαρκούσε ο πόλεμος με το Γ΄ Ράιχ.[14]

Εκτός από τη συμμαχική στήριξη, η κυβέρνηση Pierlot, που εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες στις 8 Σεπτεμβρίου, διέθετε και το τεκμήριο της νομιμοποίησης. Παρά τη ρήξη με τον Λεοπόλδο, την αμοιβαία καχυποψία με την κομμουνιστική αλλά, ως ένα βαθμό, και με την υπόλοιπη αντίσταση, και τις αρνητικές επιπτώσεις που αναπόφευκτα είχε η αποκοπή της από την κατοχική εμπειρία της χώρας, στα μάτια της φιλοδυτικής πλειονότητας η κυβέρνηση αυτή «κατ’ ελάχιστον διασφάλιζε ότι το Βέλγιο εκπροσωπείτο στις τάξεις των Συμμάχων και θα αναγνωριζόταν ως [σύμμαχος χώρα] στο τέλος του πολέμου». Επιπλέον, το αρχικό τριμελές σχήμα του 1940 είχε σταδιακά διευρυνθεί με την προσέλευση σημαντικού αριθμού πολιτικών και κρατικών λειτουργών από την κατεχόμενη χώρα. Τέλος, και σημαντικότερο, οι αντιστασιακές οργανώσεις δεν είχαν πρόσβαση στη συμμαχική βοήθεια και προπαγάνδα χωρίς την έγκριση της εξόριστης κυβέρνησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, από τους πρώτους μήνες του 1943, οι δυνάμεις της συνέχειας στο εσωτερικό του Βελγίου ξεκίνησαν μια «διαδικασία σύγκλισης» μέσω συμβιβασμών τόσο μεταξύ τους όσο και με το Λονδίνο, με την ενθάρρυνση των Βρετανών. Από τη διαδικασία αυτή δεν έμεινε αμέτοχο το Κομμουνιστικό Κόμμα Βελγίου (ΚΚΒ) και ο αντιστασιακός του βραχίονας, το FI.[15] Το ζητούμενο για τις δυνάμεις της συνέχειας και τους βρετανούς συμμάχους τους ήταν η απελευθέρωση να μη συνοδευτεί από έμπρακτη αμφισβήτηση της κυβερνητικής νομιμότητας.

 

ΛΥΤΡΩΣΗ!
Η απελευθέρωση των Βρυξελλών από τα Βρετανικά στρατεύματα (4 Σεπτεμβρίου 1944).

Σε αντίθεση με τη Γαλλία και την Ολλανδία, οι επαφές με τις αντιστασιακές οργανώσεις δεν κατέληξαν στη σύσταση ενός συλλογικού φορέα της αντίστασης υπό την εποπτεία της εξόριστης κυβέρνησης. Υπήρχαν, ωστόσο, άλλα εμπόδια στην ωρίμανση επαναστατικών συνθηκών. Σε μια χώρα, όπου η ευνομία μάλλον ήταν ο κανόνας πριν από τον πόλεμο, ο φόβος μήπως «η στιγμιαία μέθη της απελευθέρωσης» αποδεσμεύσει δυνάμεις αμφισβήτησης και ανατροπής οπωσδήποτε συνείχε μια σημαντική μερίδα του βελγικού πληθυσμού. Το ενδεχόμενο δε να επωφεληθεί από το κενό εξουσίας η κομμουνιστική αριστερά θορυβούσε τους θιασώτες της συνέχειας, οι οποίοι δεν άργησαν να συσπειρωθούν γύρω από την κυβέρνηση Pierlot, παραμερίζοντας προς στιγμήν το ζήτημα του θρόνου (το Καθολικό Κόμμα ευνοούσε την επιστροφή του Λεοπόλδου, οι υπόλοιποι αντιτάσσονταν). Φυσικά, και οι Σύμμαχοι ενδιαφέρονταν ζωηρά για τη διαφύλαξη της τάξης ενόσω οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στο βελγικό έδαφος συνεχίζονταν. Κατά συνέπεια, τρεις από τους τέσσερεις εν δυνάμει διεκδικητές της εξουσίας στο μετακατοχικό Βέλγιο είχαν βραχυπρόθεσμα κοινό συμφέρον να χαλιναγωγήσουν τον τέταρτο, την αντίσταση, και ιδίως την κομμουνιστική.[16]

Εν τέλει, κενό εξουσίας δεν υπήρξε στο Βέλγιο. Σε αυτό συνέβαλε αποφασιστικά η ταχεία ανάπτυξη ισχυρών συμμαχικών δυνάμεων και η δραστήρια παρουσία της αποστολής υπό τον βρετανό αντιστράτηγο George Erskine. Ενδεχομένως ως μια επιβεβαίωση της νόμιμης συνέχειας του κράτους, οι Σύμμαχοι ενθάρρυναν τη διατήρηση του κυβερνητικού σχήματος που έδρευε στο Λονδίνο. Ως παραχώρηση στους θιασώτες της αλλαγής, το σχήμα αυτό μετονομάστηκε σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» με την προσθήκη προσωπικοτήτων που είχαν παραμείνει στο κατεχόμενο Βέλγιο. Ωστόσο, οι υπουργοί που δεν ανήκαν στα τρία παραδοσιακά κόμματα μειοψηφούσαν, και μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν δύο ηγετικά στελέχη του FI και ένας εκπρόσωπος του ΚΚΒ. Οι θώκοι-κλειδιά παρέμειναν στα χέρια των προσώπων που είχαν στελεχώσει την εξόριστη κυβέρνηση.[17]

Bελγικές αντιστασιακές οργανώσεις: Κάρτα μέλους του Front de l’Indépendance (αριστερά) και της Armée Secrète .

Η σύνθεση της κυβέρνησης δεν ικανοποιούσε τις δυνάμεις που επιθυμούσαν να αντλήσουν πολιτικό κεφάλαιο από τη συμμετοχή τους στην αντίσταση. Αυτό ίσχυε ιδίως για τους κομμουνιστές και τους εταίρους τους στο FI. Στις τελευταίες προπολεμικές εκλογές του Απριλίου του 1939, το ΚΚΒ είχε συγκεντρώσει ένα μάλλον ισχνό 4,65%. Στη διάρκεια της κατοχής είχε κερδίσει νέους υποστηρικτές, ιδίως στη Βαλλωνία, και μπορούσε να υπολογίζει στην παρουσία δέκα, περίπου χιλιάδων ενόπλων, οργανωμένων σε ομάδες «παρτιζάνων» (Partisan Armés), οι οποίοι αποτελούσαν τη δύναμη κρούσης του FI.[18] Την αβεβαιότητα επέτεινε το γεγονός ότι, ένα μήνα μετά την επάνοδο της κυβέρνησης στις Βρυξέλλες, στη χώρα παρέμεναν περί τους 85.000 ενόπλους, οι οποίοι αναφέρονταν στις επί μέρους οργανώσεις. Προκειμένου να ενισχυθεί η κυβερνητική εξουσία, ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στη δυτική Ευρώπη Dwight Eisenhower εξέδωσε ημερήσια διαταγή στις 3 Οκτωβρίου, με την οποία προσκαλούσε τις αντιστασιακές οργανώσεις να παραδώσουν τον οπλισμό τους στις βελγικές αρχές και τα μέλη τους να ενταχθούν στον τακτικό στρατό που επρόκειτο να σχηματισθεί. Οι κομμουνιστές αγνόησαν το σκέλος περί αφοπλισμού και ουσιαστικά επέμειναν να αναγνωριστούν οι ένοπλοι αντιστασιακοί σχηματισμοί ως μονάδες του μελλοντικού στρατού. Η κυβερνητική υπόσχεση για σταδιακή απορρόφηση αυτού του δυναμικού βρήκε ανταπόκριση μόνο από τον νομιμόφρονα AS. Ταυτόχρονα, ως μέτρο αυτοπροστασίας, οι δυνάμεις ασφαλείας, που αριθμούσαν μόλις 6.000 άνδρες, επανεξοπλίστηκαν με 5.000 βρετανικά αυτόματα τύπου Sten.[19]

Το ίδιο διάστημα, οι Βρετανοί εμφανίζονταν δυσαρεστημένοι με τις επιδόσεις της κυβέρνησης Pierlot. Γίνονταν μάρτυρες δημόσιων εκδηλώσεων διαμαρτυρίας με αφορμή τις ελλείψεις σε αγαθά, ιδίως τρόφιμα και καύσιμα.

Sir George Erskine (1899-1965).

Επιπλέον, ο Erskine, επιθυμούσε μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στο ζήτημα του αφοπλισμού. Στις 21 Οκτωβρίου, ζήτησε από το Ανώτατο Στρατηγείο των συμμαχικών δυνάμεων στην Ευρώπη να προετοιμάσει το έδαφος για ενδεχόμενη στρατιωτική επιχείρηση με σκοπό την προάσπιση της κυβέρνησης του Βελγίου. Έστω και με καθυστέρηση, η σχετική οδηγία εκδόθηκε στις 18 Νοεμβρίου. Νωρίτερα, ο Eisenhower με επιστολή του προς τη βελγική κυβέρνηση είχε ζητήσει να απαγορευτεί η οπλοκατοχή από τους πολίτες, υποσχόμενος βοήθεια σε περίπτωση ανάγκης. Λίγες μέρες αργότερα, επισκέφτηκε ο ίδιος τη βελγική πρωτεύουσα. Ενθαρρυμένη, στις 31 Οκτωβρίου, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι 40.000 πρώην μέλη της αντίστασης, δηλαδή, κάτι λιγότερο από τους μισούς, θα εντάσσονταν σε ατομική βάση – και όχι ως σχηματισμοί – στις ένοπλες δυνάμεις. Στις 13 Νοεμβρίου, εξέδωσε νομοθετικό διάταγμα που έθετε πενθήμερη διορία προκειμένου οι πολίτες να παραδώσουν όλο το στρατιωτικό υλικό που είχαν στην κατοχή τους στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα. Εξαίρεση προβλεπόταν μόνο σε περιπτώσεις κατοχής ειδικής άδειας από τις συμμαχικές ή τις βελγικές αρχές. Εκτός από τις ποινές για παράνομη οπλοκατοχή, το διάταγμα θέσπιζε και χρηματική ανταμοιβή για όσους συμμορφώνονταν.[20]

Ήταν προφανές ότι η κυβέρνηση είχε υπαναχωρήσει από την εξαγγελία της σταδιακής απορρόφησης των αντιστασιακών στο στράτευμα. Αυτό ερχόταν σε ευθεία αντίθεση με τις επιδιώξεις των κομμουνιστών. Ισχυριζόμενο ότι, εκδίδοντας το διάταγμα περί αφοπλισμού, ο πρωθυπουργός είχε ενεργήσει «εναντίον της θέλησης του υπουργικού συμβουλίου στο σύνολό του», το ΚΚΒ κατήγγειλε το μέτρο ως μέρος μιας «αντιδραστικής συνωμοσίας», έργο του μεγάλου κεφαλαίου και δεξιών στρατηγών, με στόχο «να φιμωθεί η φωνή των εργαζόμενων μαζών και να αποτραπούν οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις». Το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος, που συνεδρίασε στις 14 Νοεμβρίου, αξίωσε τελεσιγραφικά από την κυβέρνηση να εγγυηθεί αμέσως την χωρίς εξαιρέσεις ένταξη όλων των αντιστασιακών δυνάμεων, μαζί με τους αξιωματικούς και τον εξοπλισμό τους, στις ένοπλες δυνάμεις, καθώς και τη λήψη μέτρων εναντίον των συνεργατών του εχθρού στην οικονομία και τη διοίκηση, οι οποίοι, σύμφωνα με την απόφαση, εξακολουθούσαν να σαμποτάρουν την παραγωγή. Διαφορετικά, προειδοποίησε, η κυβέρνηση έχανε το δικαίωμά της να παραμένει στην εξουσία. Μετά από δύο ημέρες, καθώς οι αξιώσεις τους δεν ικανοποιήθηκαν, το ΚΚΒ και το FI απέσυραν τους υπουργούς τους από το κυβερνητικό σχήμα και προχώρησαν σε μαζικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας.[21]

Αψηφώντας την κυβερνητική απαγόρευση, στις 16 Νοεμβρίου οι κομμουνιστές πραγματοποίησαν συλλαλητήριο στο κέντρο των Βρυξελλών. Απευθυνόμενος στο πλήθος, ο γενικός γραμματέας του FI και μέχρι πρότινος υπουργός Fernand Demany απείλησε με επιστροφή στον ανταρτοπόλεμο, αν οι περιστάσεις το επέβαλλαν, για να προσθέσει αμέσως παρακάτω: «Όμως θέλουμε μια αξιοπρεπή χώρα και θα την έχουμε». Στην πρόκληση απάντησε αυθημερόν ο Pierlot σε σκληρό τόνο, μέσω του ραδιοφώνου. Η κυβέρνησή του, διακήρυξε, δεν επρόκειτο να ανεχθεί οποιαδήποτε απόπειρα από ένοπλους σχηματισμούς να πτοήσουν τις «νόμιμες αρχές» και τον πληθυσμό προκειμένου να επιβάλουν απόψεις που δεν είχαν καμία σχέση με τη συνεχιζόμενη πολεμική προσπάθεια εναντίον του εχθρού. Το πρωθυπουργικό διάγγελμα ακολούθησε η μετάδοση δήλωσης του Erskine, με την οποία ο βρετανός στρατηγός υποσχόταν επέμβαση των συμμαχικών δυνάμεων εάν αυτό επέβαλλε η προάσπιση του νόμου και της τάξης. Το ίδιο βράδυ, ο Erskine συναντήθηκε με τους τρεις πρώην υπουργούς των κομμουνιστών και εκμαίευσε κοινό ανακοινωθέν, σύμφωνα με το οποίο οι συνομιλητές του δήλωναν πρόθυμοι να διασφαλίσουν την τήρηση του νόμου και δεσμεύονταν να «αποφύγουν οιαδήποτε σύγκρουση» με τις συμμαχικές δυνάμεις. Τις επόμενες ημέρες, συμφωνήθηκε μια φόρμουλα που θα μπορούσε να διευκολύνει τον αφοπλισμό, καθώς οι προσκείμενες στην Αριστερά οργανώσεις δέχτηκαν να παραδώσουν τα όπλα τους στους συμμάχους, και όχι στις αστυνομικές αρχές.[22]

Παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές προς τους εκπροσώπους των Συμμάχων, το ΚΚΒ και το FI απέρριπταν τον διάλογο με την κυβέρνηση Pierlot. Κατά την εκτίμηση του βρετανού πρεσβευτή Sir Hugh Knatchbull-Hugessen, oι κομμουνιστές «έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να καταρρακώσουν το κύρος της κυβέρνησης στα μάτια του πληθυσμού». Ως μέσο πίεσης επέλεξαν τα συλλαλητήρια με κύριο αίτημα την αντικατάσταση της κυβέρνησης από ένα περισσότερο «δημοκρατικό» σχήμα. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα έντασης και αμοιβαίας καχυποψίας αύξανε τις πιθανότητες για βίαιη κλιμάκωση των μαζικών αυτών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας. Αυτό συνέβη στις 25 Νοεμβρίου, όταν αντικυβερνητική διαδήλωση στην πρωτεύουσα βάφτηκε στο αίμα. Παρά τις αποκλίνουσες μαρτυρίες για τον καταλογισμό των ευθυνών,[23] το βέβαιο είναι πως δυνάμεις της χωροφυλακής που προστάτευαν κυβερνητικά κτίρια άνοιξαν πυρ εναντίον του πλήθους, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό άνω των τριάντα διαδηλωτών. Το ευτύχημα για τη χώρα ήταν ότι δεν υπήρχαν νεκροί.[24]

Την αιματοχυσία ακολούθησε νέο συλλαλητήριο, στη διάρκεια του οποίου οι εκπρόσωποι του ΚΚΒ και του FI περιέγραψαν το συμβάν ως ένοπλη επίθεση εναντίον της «αντίστασης». Για τον Demany, η μακροημέρευση της κυβέρνησης θα άνοιγε τον δρόμο στην επάνοδο του φασισμού. Το συμπέρασμά του ήταν ότι το Βέλγιο χρειαζόταν μια «δεύτερη» απελευθέρωση. Φοβούμενοι τη βίαιη κλιμάκωση της κρίσης, οι Βρετανοί επιδίωξαν να έρθουν σε επαφή με την ηγεσία του FI. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 27ης Νοεμβρίου, ο Erskine απέσπασε νέα διαβεβαίωση του Demany ότι δεν θα καλούσε τους οπαδούς του FI σε ενέργειες που ήταν δυνατό να θέσουν τη ζωή τους σε κίνδυνο.[25] Παρά ταύτα, οι κομμουνιστές δεν εγκατέλειψαν την προσπάθεια να εξωθήσουν την κυβέρνηση σε παραίτηση. Αυτή τη φορά, δοκίμασαν τη μέθοδο της γενικής απεργίας, την οποία κήρυξαν οι προσκείμενες στο ΚΚΒ εργατικές ενώσεις για τις 28 Νοεμβρίου. Το ίδιο πρωί, ο βέλγος πρωθυπουργός ενημέρωσε τον βρετανό πρεσβευτή ότι ένοπλοι κομμουνιστές από την πόλη Μονς κατευθύνονταν οδικώς προς τις Βρυξέλλες με σκοπό να «χτυπήσουν την κυβέρνηση». Ο Pierlot υπέβαλε επίσημο αίτημα για βρετανική βοήθεια. Αμέσως, στρατιωτικές δυνάμεις με τεθωρακισμένα αναπτύχθηκαν μέσα και γύρω από την πρωτεύουσα. Το ίδιο απόγευμα, συγκλήθηκε εκτάκτως το τελευταίο προπολεμικό κοινοβούλιο με παρόντα 134 από τα 202 μέλη του, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. Το γεγονός αυτό, τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας και, κυρίως, η απροθυμία άλλων δυνάμεων να συνταχθούν με την αντικυβερνητική γραμμή της κομμουνιστικής αριστεράς οδήγησαν σε αποτυχία το εγχείρημα της γενικής απεργίας.[26]

Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΒ αμέσως μετά από την απελευθέρωση.

Από τις διεξοδικότερες μελέτες για τη βελγική κρίση του Νοεμβρίου προκύπτει το συμπέρασμα ότι η κομμουνιστική ηγεσία επεδίωκε δύο κύριους στόχους, οι οποίοι εν τέλει αποδείχθηκαν αλληλοαναιρούμενοι. Καταρχάς, επιζητούσαν να διατηρήσουν το πολιτικό κεφάλαιο της αντίστασης και να το εκμεταλλευτούν για να διεκδικήσουν μερίδιο στη διακυβέρνηση της χώρας αλλά και στο στράτευμα. Για τον λόγο αυτό, απαιτούσαν την αναβολή του αφοπλισμού των αντιστασιακών οργανώσεων μέχρι να εξασφαλιστεί η πλήρης ένταξη των «παρτιζάνων» τους στον υπό ανασύσταση τακτικό στρατό. Όταν αυτό προσέκρουσε στην κυβερνητική απόφαση για άμεσο αφοπλισμό των αντιστασιακών οργανώσεων και επιλεκτική στελέχωση του στρατεύματος, προέκριναν τον εξαναγκασμό της κυβέρνησης Pierlot σε παραίτηση, με απώτερη επιδίωξη να διευρύνουν τη συμμετοχή τους στο διάδοχο σχήμα. Καθώς υστερούσε συντριπτικά σε δύναμη πυρός απέναντι στο ενιαίο μέτωπο κυβέρνησης και Βρετανών, η κομμουνιστική ηγεσία προτίμησε να ασκήσει πίεση με διάφορα μέσα «ειρηνικής πάλης», όπως συλλαλητήρια και απεργίες. Το κλίμα αυτό αναταραχής και η επιθετική ρητορεία που το υποδαύλιζε υπονόμευσαν τον δεύτερο στόχο των κομμουνιστών, που απηχούσε τη γραμμή των «λαϊκών μετώπων»: Αν η χρήση βίας αποκλειόταν και ως μόνη ρεαλιστική επιλογή απέμενε η μακρόχρονη πάλη με τις δυνάμεις της «αντίδρασης», το ΚΚΒ όφειλε να αναζητήσει συμμάχους πέρα από τον στενό κύκλο του FI.[27] Ωστόσο, κατά το κρίσιμο διάστημα του Νοεμβρίου, η τακτική των κομμουνιστών εν τέλει διεύρυνε το χάσμα με τις «όμορες» πολιτικές δυνάμεις.

Καθοριστικής σημασίας στάθηκε η αποτυχία των κομμουνιστών να εκφοβίσουν ή να δελεάσουν τους σοσιαλιστές και τους εκπροσώπους οργανώσεων της αντίστασης, προκειμένου να αποσυρθούν από την κυβέρνηση. Παρά τις διαμαρτυρίες τριών οργανώσεων επιπλέον του FI, οι υπόλοιποι αντιστασιακοί υπουργοί έμειναν στις θέσεις τους. Αντιμέτωπη με την εκστρατεία του ΚΚΒ, η οποία έβρισκε απήχηση μεταξύ ορισμένων μελών του κόμματος, η ηγεσία των σοσιαλιστών ομόφωνα τάχθηκε εναντίον της παραίτησης και επέκρινε την κομμουνιστική ηγεσία για οπορτουνισμό. «Σε μια εμπόλεμη χώρα», ανέφερε η σχετική απόφαση της 17ης Νοεμβρίου, «είναι προτιμότερη μια μη δημοφιλής κυβέρνηση παρά η αναρχία».[28] Οκτώ ημέρες αργότερα, το εθνικό συμβούλιο του Σοσιαλιστικού Κόμματος που συνήλθε αμέσως μετά τα αιματηρά γεγονότα των Βρυξελλών, ενέκρινε με συντριπτική πλειοψηφία την παραμονή στο κυβερνητικό σχήμα. Όπως θα δήλωνε σε ξένο ανταποκριτή το ηγετικό στέλεχος του κόμματος και μελλοντικός διάδοχος του Pierlot στην πρωθυπουργία, ο Achille Van Acker: «Αφ’ ης στιγμής υπήρξε απειλή αναταραχής, είχαμε ξεκάθαρα καθήκον να παραμείνουμε στην Κυβέρνηση. Διότι εάν αυτή η Κυβέρνηση ενέδιδε στις διαδηλώσεις και στις απεργίες, θα εξασθένιζε τη θέση κάθε μελλοντικής κυβέρνησης».[29]

Η σθεναρή αντίδραση της κυβέρνησης και των Βρετανών και η αποτυχία τους να βρουν συμμάχους, οδήγησε τους κομμουνιστές σε τακτική αναδίπλωση. Μέσα σε δέκα ημέρες από την αιματηρή διαδήλωση της 25ης Νοεμβρίου, παραδόθηκαν ή κατασχέθηκαν δώδεκα χιλιάδες όπλα. Στις αρχές Δεκεμβρίου, όλες οι αντιστασιακές οργανώσεις συμφώνησαν με την κυβέρνηση να ξεκινήσει μια διαδικασία αναγνώρισης και απονομής ευεργετημάτων προς τα μέλη τους, γεγονός που σηματοδότησε τη λήξη της αποστολής τους. Ως προς τη συμμετοχή μελών της αντίστασης στο στράτευμα, μόνο 25.000 προσήλθαν σε σύνολο 80.000 περίπου, προερχόμενοι κυρίως από μη κομμουνιστικές οργανώσεις, όπως ο AS.[30] Με τα μέτρα αυτά, όπως επισημαίνει ο Conway, εκμηδενίστηκε «η αξία της αντίστασης ως πολιτικού κεφαλαίου».[31]

Τα Δεκεμβριανά.

Ο πειρασμός να συσχετιστούν τα «Νοεμβριανά» του Βελγίου με τα λίγο μεταγενέστερα «Δεκεμβριανά» στην Ελλάδα είναι ευεξήγητος. Ο ίδιος ο Winston Churchill προέβη σε ευθύ παραλληλισμό όταν, σε αγόρευσή του στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 8 Δεκεμβρίου, έκανε λόγο για «διοργάνωση πραξικοπήματος» με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης Pierlot. Ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι, όπως στην Ελλάδα έτσι και στο Βέλγιο, οι κομμουνιστές αποπειράθηκαν να υφαρπάξουν την εξουσία διά της βίας, δεν αποδεικνύεται από την ιστορική έρευνα. Το δραματικό διάβημα του βέλγου πρωθυπουργού προς τους Βρετανούς το πρωί της 28ης Νοεμβρίου μάλλον στόχευε σε μια δημόσια και σαφή επιβεβαίωση της συμμαχικής υποστήριξης προς την κυβέρνησή του, η οποία βέβαια θα λειτουργούσε αποτρεπτικά, σε περίπτωση που η Αριστερά εξέταζε τη χρήση βίας.[32] Ακόμα και η έκθεση που συνέταξε η βελγική κυβέρνηση για να διευκολύνει τον Churchill να τεκμηριώσει εκ των υστέρων τον ισχυρισμό του περί πραξικοπήματος, δεν ανέφερε παρά τέσσερα μεμονωμένα περιστατικά, όλα στην επαρχία Hainaut, κατά τα οποία η χωροφυλακή σταμάτησε και με χαρακτηριστική ευκολία αφόπλισε εποχούμενες ομάδες κομμουνιστών.[33] Τόσο ο Conway όσο και o Geoffrey Warner καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, σε αντίθεση με τους έλληνες ομολόγους τους, οι ηγέτες του ΚΚΒ και του FI δεν αντιμετώπισαν σοβαρά την προσφυγή στην ένοπλη βία.[34]

Η σύγκριση με την Ελλάδα μοιάζει αδόκιμη και για πρόσθετους λόγους. Το επί το πλείστον πεδινό έδαφος, η πληθώρα των αστικών κέντρων και το πυκνό δίκτυο επικοινωνιών του Βελγίου δεν ευνοούσαν τον ανταρτοπόλεμο. Αναμφίβολα, ο κύριος αποτρεπτικός παράγοντας ήταν η παρουσία πολύ μεγάλου αριθμού συμμαχικών στρατευμάτων, την οποία καθιστούσε αναγκαία η εγγύτητα του μετώπου με τη Γερμανία. Διαθέτοντας συντριπτική υπεροπλία, η βρετανική στρατιωτική αποστολή, που είχε την τελική ευθύνη για τη διαφύλαξη της τάξης στη χώρα, επέδειξε μεγάλη ετοιμότητα στη διαχείριση της κρίσης από την πρώτη στιγμή. Πέρα από την κατηγορηματική και δημόσια στήριξη της κυβέρνησης, ο Erskine φρόντιζε να συναντά αυτοπροσώπως τους ηγέτες του ΚΚΒ και του FI και να τους πειθαναγκάζει, κάθε φορά που απειλείτο βίαιη κλιμάκωση της αντιπαράθεσής τους με την κυβέρνηση. Φυσικά, ο Erskine μιλούσε από θέση ισχύος, κάτι που δεν ίσχυε για τον διοικητή των πολύ ασθενέστερων βρετανικών δυνάμεων στην Ελλάδα, στρατηγό Ronald Scobie. Ο τελευταίος απευθύνθηκε στην ηγεσία του ΚΚΕ σχεδόν μία εβδομάδα μετά την έναρξη των επιθέσεων του ΕΛΑΣ εναντίον των κυβερνητικών δυνάμεων, με δεδομένη, βέβαια, την επιθυμία του Churchill για δυναμική λύση στο ελληνικό πρόβλημα μόλις έφταναν στην Αθήνα οι απαραίτητες ενισχύσεις.[35] Εκτός αυτού, στο Βέλγιο αποδείχτηκε ότι η κυβέρνηση μπορούσε να υπολογίζει στη στήριξη ενός ευρύτατου πολιτικού φάσματος, αλλά και στα «συντηρητικά ένστικτα» μιας πλειονότητας που απεχθανόταν τη «βία του πεζοδρομίου».[36] Στον κόσμο αυτό, η αντίσταση στην ένοπλη μορφή της είχε πολύ μικρότερη απήχηση – και δυνατότητα άσκησης επιρροής – από ό,τι συνέβαινε στην ελληνική ύπαιθρο ή στις φτωχογειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.

Όπως αναφέρει ο Warner, κατά το 8ο συνέδριό του, τον Φεβρουάριο του 1946, το ΚΚΒ εμμέσως παραδέχθηκε ότι η τακτική του υπήρξε εσφαλμένη. Αναγνώρισε, λοιπόν, ότι η βελγική κυβέρνηση είχε επιτύχει να απομονώσει το κόμμα, το οποίο, «βαλλόμενο από όλες τις πλευρές, γνώριζε πώς να υποχωρήσει συντεταγμένα», προκειμένου να ανασυντάξει τις δυνάμεις του. Το Πολιτικό Γραφείο επαινέθηκε για τη «ρεαλιστική εκτίμηση των συσχετισμών ισχύος» και για το ότι κατόρθωσε να μην αποκοπεί από τα εργατικά στρώματα και «τις διάφορες δημοκρατικές ομάδες», υπονοώντας, προφανώς τους συνοδοιπόρους των κομμουνιστών στο FI. Βεβαίως, σε αντίθεση με τη στρατιωτική συντριβή αλλά και την πολιτική απομόνωση των ελλήνων συντρόφων τους, οι βέλγοι κομμουνιστές μπορούσαν να αντλήσουν ικανοποίηση από το γεγονός ότι, την εποχή περίπου που υπογραφόταν η Συμφωνία της Βάρκιζας, η κυβέρνηση Pierlot έδωσε τη θέση της σε άλλη υπό τον Van Acker.[37] Η συμμετοχή του ΚΚΒ σε αυτή και σε διάδοχες κυβερνήσεις υπό σοσιαλιστή πρωθυπουργό αποτελούσε συνέχεια της «ρεαλιστικής στροφής» που το κόμμα αυτό εγκαινίασε μετά την κρίση του Νοεμβρίου. Από την πλευρά των αντιπάλων του, ιδίως των Σοσιαλιστών που ηγήθηκαν των εν λόγω κυβερνήσεων, επρόκειτο για μέρος μιας στρατηγικής για την εξουδετέρωση των κομμουνιστών ως παράγοντα αναταραχής, μέσω της ανάθεσης κυβερνητικών καθηκόντων,[38] αντίστοιχη της «κοοπτάτσια» που τότε εφάρμοζαν τα ίδια τα κομμουνιστικά κόμματα στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης απέναντι σε εν δυνάμει πολιτικούς ανταγωνιστές τους. Όταν οι κυβερνώντες αισθάνθηκαν μεγαλύτερη ασφάλεια, οδήγησαν τους κομμουνιστές εταίρους τους στην έξοδο από τη βελγική κυβέρνηση, τον Μάρτιο του 1947.

O Ιωάννης Δ. Στεφανίδης είναι Καθηγητής Διπλωματικής Ιστορίας στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.

Υποσημειώσεις

[1] Χρήσιμη επισκόπηση της συμμετοχής του Βελγίου στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προσφέρει το έργο του βέλγου διπλωμάτη Jean-Michel Veranneman, Belgium in the Second World War, Barnsley: Pen & Sword Military, 2014.

[2]Για τις απαρχές της διάστασης μεταξύ του Λεοπόλδου και της βελγικής κυβέρνησης, βλ. τη μονογραφία του Jean Vanwelkenhuyzen, Quand les chemins se parent (Mai – juin – juillet 1940): Aux origines de la question royale, Paris-Gembloux: Duculot, 1988 (επανέκδοση: Bruxelles, Racine, 2001)

[3]Η διακριτική αυτή μεταχείριση απηχούσε τη «φλαμανδική πολιτική» (Flamenpolitik) του ναζιστικού καθεστώτος, σύμφωνα με την οποία η Φλάνδρα προοριζόταν για ενσωμάτωση στο Γ΄ Ράιχ: Pieter Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation: Patriotic Memory and National Recovery in Western Europe, 1945-1965, Cambridge: C.U.P., 2000, 83.

[4]Για την ιστορία του κατεχόμενου Βελγίου, ειδικότερα, υπάρχει το βιβλίο του Werner Warmbrunn, The German Occupation of Belgium, 1940–1944, Νέα Υόρκη: Peter Lang, 1993. Επίσης, το εκτενές πρώτο κεφάλαιο στο Martin Conway, The Sorrows of Belgium: Liberation and Political Reconstruction, 1944–1947, Oxford: Oxford University Press, 2012.

[5]Αντιστρόφως ανάλογη ήταν η εικόνα στη γειτονική Ολλανδία, της οποίας η βασίλισσα Βιλελμίνη απέπεμψε τον πρωθυπουργό της πρώτης εξόριστης κυβέρνησης Dirk Jan de Geer, όταν εκείνος εισηγήθηκε συνδιαλλαγή με τη Γερμανία.

[6]Για τις σχέσεις του Λεοπόλδου με την κυβέρνηση του Λονδίνου στη διάρκεια του πολέμου, βλ. Conway, Sorrows, 32-33, 39-43.

[7] Στο ίδιο, 1.

[8]Μάλιστα, τα προσκείμενα σε Καθολικούς και Σοσιαλιστές συνδικάτα συμμετείχαν μαζί με εκπροσώπους των εργοδοτικών οργανώσεων στην εκπόνηση ενός «Κοινωνικού Συμφώνου», το οποίο αποσκοπούσε να εγγυηθεί την εναρμόνιση των συμφερόντων κεφαλαίου και εργασίας στο μεταπολεμικό Βέλγιο: Conway, Sorrows, 24-27.

[9]Στο ίδιο, 3·Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 35.

[10]Conway, Sorrows, 5-6, 9-15, 55.

[11]Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32.

[12]Conway, Sorrows, 14-15.

[13]Ο Λεοπόλδος είχε χάσει την πρώτη του σύζυγο βασίλισσα Άστριντ σε τροχαίο δυστύχημα για το οποίο έφερε ο ίδιος την ευθύνη, το 1935. Τον Δεκέμβριο του 1941 σύναψε μοργανατικό γάμο με την κόρη βέλγου εφοπλιστή και πολιτικού. Ο γάμος αυτός κρίθηκε ανυπόστατος με βάση το βελγικό δίκαιο και μείωσε περαιτέρω τη δημοτικότητα του βασιλιά.

[14]Conway, Sorrows, 15 επ.

[15] Στο ίδιο, 13, 17, 33-37.

[16] Conway, Sorrows, 48-49, και idem, ‘The Greek Civil War: Greek Exceptionalism or Mirror of a European Civil War?’, στο Philip Carabott – Thanasis D. Sfikas (επιμ.), The Greek Civil War: Essays on A Conflict of Exceptionalism and Silences, Aldershot: Ashgate 2004, 26· Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32, 35.

[17]Conway, Sorrows, 33, 61· idem, ‘The Greek Civil War’, 17.

[18]Geoffrey Warner, ‘Allies, Government and Resistance: The Belgian Political Crisis of November 1944’, Transactions of the Royal Historical Society, Vol. 28 (1978), 47.

[19]Στο ίδιο, 46-47.

[20] Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32· Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 48-51.

[21]Στο ίδιο, 50-51.

[22]Στο ίδιο, 52.

[23]Οι διαφορές έγκεινται στο κατά πόσον οι διαδηλωτές επιχείρησαν να διασπάσουν τη ζώνη προστασίας του κοινοβουλίου και άλλων δημόσιων κτιρίων, απωθώντας βίαια τις δυνάμεις ασφαλείας.

[24]Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 52-53.

[25]Στο ίδιο, 53.

[26]Στο ίδιο, 54.

[27]Τη γραμμή αυτή συνιστούσε ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης στον γενικό γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, σε συνάντησή τους στη Μόσχα, το ίδιο διάστημα με τα γεγονότα του Βελγίου: ‘Record of the Conversation of Comrade I.V. Stalin with the General Secretary of the CC French Communist Party, Comrade Thorez,’ November 19, 1944, History and Public Policy Program Digital Archive, ‘Anglichane i Amerikatsy khotiat vezde sozdat’ raktsionnye pravitel’stva,’ Istochnik, 1995, no. 4, pp. 152-158 (APRF, f. 45, op. 1, d. 390, l. 85-93). Translated by Vladislav Zubok. http://digitalarchive.wilsoncenter.org/document/123208.

[28]Conway, Sorrows, 109.

[29]Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 57.

[30]Οι βέλγοι εθελοντές διατέθηκαν κυρίως σε μη μάχιμες θέσεις, όπως η επιμελητεία και οι ταχυδρομικές υπηρεσίες, και ο αριθμός τους στο τέλος του πολέμου στην Ευρώπη δεν ξεπερνούσε τις 53.000: Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 32, 50.

[31]Conway, Sorrows, 108-109. Για την πολιτική διαχείριση και εκμετάλλευση της αναγνώρισης της αντιστασιακής δράσης από διαδοχικές βελγικές κυβερνήσεις, βλ. Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 50-58.

[32]Lagrou, The Legacy of Nazi Occupation, 47.

[33]Conway, Sorrows, 108· Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 54-55.

[34]Αυτή ήταν και η άποψη αξιωματούχου του Foreign Office, που παραθέτει ο Conway: idem, Sorrows, 5. Πβ. Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 55.

[35]Μενέλαος Χαραλαμπίδης, Δεκεμβριανά 1944: Η μάχη της Αθήνας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2014, σ. 219.

[36]Warner, ‘Allies, Government and Resistance’, 57.

[37]Στο ίδιο.

[38]Ο Warner αναφέρεται στην επιλογή αυτή ως «ομοιοπαθητική»: Στο ίδιο, 60.

Georges-Henri Soutou: Εισαγωγή στην προβληματική του Ψυχρού Πολέμου*

Georges-Henri Soutou

Εισαγωγή στην προβληματική του Ψυχρού Πολέμου*

Το 1947, ο γνωστός Αμερικανός δημοσιογράφος Walter Lippmann εφηύρε τον όρο Ψυχρός Πόλεμος, περιγράφοντας την διαρκώς κλιμακούμενη ένταση στις σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ καθώς και την ευρισκόμενη, ακόμα τότε, σε πρώϊμο στάδιο αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυο χώρες και τους αντίστοιχους συμμάχους τους. Μια επικίνδυνη ένταση και μια σκληρή αντιπαράθεση, κάτω, όμως, από το κατώφλι μιας στρατιωτικής σύγκρουσης.¹ Παρόλο που χρησιμοποιείται εκτενώς ακόμη και σήμερα, ο όρος δεν είναι επαρκής. Ήδη από το 1950, ο πόλεμος της Κορέας με τα 2 εκατομύρια νεκρούς, απέδειξε πως οι εξελίξεις είχαν διαψεύσει τις αρχικές εκτιμήσεις των ετών 1947-1949 και τις προβλέψεις της Δύσης περί περιορισμένης σε έκταση και διάρκεια έντασης.

Γενικότερα, η έννοια του Ψυχρού Πολέμου είναι υπέρμετρα ευρωκεντρική. Μπορεί μεν η Γηραιά Ήπειρος να μη γνώρισε κάποιον νέο πόλεμο μετά το 1945 (ας μη ξεχνάμε, πάραυτα, τη στρατιωτική παρέμβαση της ΕΣΣΔ το 1953, το 1956 και το1968 σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης), η Ασία, όμως, επλήγη σε μεγάλο βαθμό. Πέρα από τον πόλεμο της Κορέας, οι δυο πόλεμοι της Ινδοκίνας και οι ποικίλες παρενέργειές τους έχουν στιγματίσει ανεξίτηλα τις μνήμες όλων μας. Αλλά και η Αφρική πλήρωσε το δικό της αιματηρό τίμημα, ειδικότερα κατά τις δεκαετίες του ’60 και κυρίως του ’70. Οι διάφορες εκφάνσεις του Μεσανατολικού δεν αποτελούν απόρροια του Ψυχρού Πολέμου, είναι αδύνατον, ωστόσο, να γίνουν κατανοητές δίχως αυτόν. Τέλος, οι δραματικές κρίσεις, τις οποίες βίωσαν οι χώρες της λατινικής Αμερικής, είναι και εκείνες συνυφασμένες με την αντιπαράθεση Ανατολής-Δύσης. Ο Πόλεμος δεν υπήρξε Ψυχρός για όλο τον κόσμο.

Γι αυτό, προτιμώ να κάνω λόγο για αντιπαράθεση Ανατολής-Δύσης. Στη συγκεκριμένη έκφραση βρίσκω πως ενσωματώνεται καλύτερα ολόκληρη η πολυπλοκότητα των σχέσεων ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα: η θεμελιώδης αντίθεσή τους, οι εκρήξεις βίας (έστω και αν παρέμειναν, ως επί το πλείστον περιφερειακές), οι περίοδοι σχετικής ύφεσης, ακόμη και η μεταξύ τους συνεργασία. Ασφαλώς, καταληκτική στιγμή είναι το έτος 1990. Τα πράγματα είναι λιγότερο απλά ως προς την εναρκτήρια ημερομηνία. Πάντως, ήδη από το 1943, διαφαίνεται ξεκάθαρα πως τον πόλεμο ενάντια στη ναζιστική Γερμανία επρόκειτο να διαδεχθεί μια σοβαρή κρίση ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τον αγγλοσαξωνικό κόσμο.

Walter Lippmann, ο εμπνευστής του όρου “Ψυχρός Πόλεμος”.

Για το βιβλίο μου επέλεξα τον τίτλο: Ο Πεντηκονταετής Πόλεμος. Η ευθεία αναφορά στον Εκατονταετή και στον Τριακονταετή Πόλεμο είναι ηθελημένη. Όπως οι δυο αυτές μεγάλες συγκρούσεις, έτσι και ο Πεντηκονταετής Πόλεμος αποτελεί ένα πολύπλοκο ιστορικό σύνολο, με διαδοχικές και διαφορετικές, μεταξύ τους, φάσεις. Πρόκειται, επίσης, για μια αντιπαράθεση, η οποία σφυρηλάτησε μια ολόκληρη εποχή. Από τον Εκατονταετή Πόλεμο προέκυψε η δημιουργία, ή μάλλον, η εδραίωση των δυο πρώτων μεγάλων κρατών-εθνών, πάνω στα συντρίμμια του φεουδαρχισμού. Ο Τριακονταετής Πόλεμος συνόδευσε την Μεταρρύθμιση και συμβολίζει το τέλος της ενότητας του Χριστιανικού κόσμου. Παράλληλα, άνοιξε το δρόμο σε μια πρώτη σκιαγράφηση ενός ευρωπαϊκού πολιτικού και διπλωματικού συστήματος. Με τον Πεντηκονταετή Πόλεμο τίθεται τέλος, πέραν πάσης αμφιβολίας, στον κύκλο των μεγάλων ιδεολογικών αντιπαραθέσεων της περιόδου του Διαφωτισμού και του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα, με την επικράτηση των φιλελεύθερων δημοκρατικών αρχών επί του κομμουνιστικού συγκεντρωτισμού και με τη θέση στα σκαριά μιας αρχιτεκτονικής συλλογικής ασφάλειας σε ευρωπαϊκή κλίμακα.²

Καλό είναι να θυμηθούμε τα διάφορα διακυβεύματα του Ψυχρού Πολέμου, μια που τείνουμε ήδη να τα ξεχάσουμε. Η ιστορική ιδιαιτερότητα του φαινομένου αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια μας, αν κρίνουμε από την άγνοια, από την αποία διακατέχονται οι νέες γενιές. Εξαφανίζεται μέσα σε ένα κενό μνήμης, από κοινού με τον σοβιετικό κομμουνισμό.³ Κι όμως, ενεπλάκησαν άμεσα εκατοντάδες εκατομμύρια άτομα. Ο Ψυχρός Πόλεμος υπήρξε μια ολοκληρωτική σύγκρουση ιδεολογική, πολιτική, γεωπολιτική, στρατιωτική, με σημαίνουσες επιπτώσεις και σε άλλους τομείς: οικονομία, επιστήμες, πολιτισμός. Επιπρόσθετα, σε μεγαλύτερο, μαλιστα, βαθμό από όλες τις άλλες, συσχέτισε άμεσα την εξέλιξη των διεθνών σχέσεων των ενεχομένων κρατών με την πορεία των εσωτερικών τους πραγμάτων. Στιγμάτισε αμετάκλητα την καθημερινή ζωή πολλών ανθρώπων, που, με σπαρακτικό τρόπο αναγκάστηκαν να περάσουν από τον κοινό, με τους Σοβιετικούς, αγώνα κατά του ναζισμού στην ευθεία αντιπαράθεση με την ΕΣΣΔ και την κομμουνιστική κοσμοαντίληψη. Ας τονισθεί, επίσης, ό,τι ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ήταν, όπως πολλοί πιστεύουν, μια διμερής αμερικανο-σοβιετική διαφορά. Έφερε αντιμέτωπες μεταξύ τους τις “δυο Ευρώπες”, την ανατολική και τη δυτική. Επεκτάθηκε στο σύνολο, σχεδόν, του πλανήτη, επηρρεάζοντας βαθύτατα τα τεκταινόμενα καθόλο το δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα.

Για ποιο λόγο ο Ψυχρός Πόλεμος δεν μετεξελίχθηκε σε θερμό ή, για να το προσδιορίσουμε καλύτερα, σε παγκόσμιο; Η συχνότερη αιτιολογία έχει να κάνει με την εκατέρωθεν ύπαρξη πυρηνικών όπλων, που απέτρεψε τις δυο πλευρές από το να διαβούν το κατώφλι μιας απευθείας ένοπλης αντιπαράθεσης. Το επιχείρημα δεν πείθει απόλυτα. Είναι γεγονός πως από τη δεκαετία του ’60, η αμερικανική πλευρά καλλιέργησε τη θεωρία της αμοιβαίας πυρηνικής αποτροπής ως παράγοντα εξισορρόπησης των σχέσεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης αλλά και ως μέσου ανοικοδόμησης των διεθνών σχέσεων σε κάποια λογική βάση, παρά την ύπαρξη των όποιων διαφορών. Η πολιτική αυτή ευοδώθηκε με τη διενέργεια στρατηγικών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τη Μόσχα, οι οποίες κατέληξαν στην υπογραφή των Συμφωνιών SALT (Strategic Arms Limitation Talks) το 1972 και το 1979. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε πως από τη δεκαετία του ’70 και μετά, οι διαπραγματεύσεις για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων υπήρξαν θεμελιώδης παράμετρος της όλης εξέλιξης των διμερών σχέσεων.

Βαλλιστικοί πύραυλοι παρελαύνουν στην Ερυθρά Πλατεία.

Όμως, από τη δική τους πλευρά, οι Σοβιετικοί ουδέποτε προσχώρησαν πλήρως σε αυτή την εκλογικευμένη οπτική της λειτουργίας των πυρηνικών όπλων ως παράγοντα σταθερότητας και όχι αποσταθεροποίησης. Γι αυτούς, ένας πυρηνικός πόλεμος παρέμενε πάντοτε εφικτός. Τον αντιμετώπιζαν ως συνακόλουθη συνέπεια της διαμάχης μεταξύ κομμουνισμού και καπιταλισμού. Η παραπάνω πεποίθηση ήταν τόσο σφηνωμένη στο νου τους, ώστε καμιά αόριστη έννοια περί αμοιβαίας αποτροπής δεν αρκούσε προκειμένου να την ανατρέψει. Η σε βάθος μελέτη κορυφαίων κρίσεων της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου (Βερολίνο 1958-1962, Κούβα 1962) έχει αποδείξει πως η ύπαρξη πυρηνικών όπλων και το ενδεχόμενο χρήσης των τελευταίων είχε καταστήσει τις κρίσεις αυτές ακόμα πιο επικίνδυνες. Η σκέψη και μόνο περί δυνατότητας καταφοράς ενός αστραπιαίου συντριπτικού πυρηνικού πλήγματος σε χρονικό διάστημα μικρότερο της μιας ώρας, πολλαπλασίαζε εντυπωσιακά την ένταση και περιόριζε το πεδίο της διπλωματίας. Η μεγάλη, πλέον, σημασία του πυρηνικού διακυβεύματος (ακόμα και σε επιστημονικό και τεχνικό επίπεδο) μετεξελίχθηκε σε Ανατολή και Δύση σε πραγματική παράνοια.

Η πραγματική εξήγηση της διατήρησης του Ψυχρού Πολέμου κάτω από το κατώφλι ενός γενικευμένου πολέμου, πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Κατ αρχήν, η αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσης ήταν πρωτίστως ιδεολογική και πολιτική. Το ζητούμενο δεν ήταν η εξουδετέρωση και καταστροφή του αντιπάλου. Ήταν η μετάλλαξή του εκ των έσω, ο εξαναγκασμός του να υιοθετήσει ένα διαφορετικό πολιτικό και κοινωνικό μοντέλο. Βρισκόμαστε πολύ μακρυά από την πραγματικότητα του 1914 και από εκείνη του 1939. Τώρα, ο πόλεμος δεν ήταν πια το καταλληλότερο μέσο για την εφαρμογή αυτής της συγκεκριμένης πολιτικής. Η διαπίστωση είναι εμφανής για την ΕΣΣΔ, που είχε προ πολλού επιδοθεί σε μια προσπάθεια εξαγωγής της επανάστασης εκτός των εθνικών της συνόρων. Πρόκειται για έναν αγώνα, ο οποίος προϋπέθετε έναν στενό συντονισμό ανάμεσα στη διεθνή δραστηριότητα της Μόσχας και εκείνη των ανά χώρες κομμουνιστικών κομμάτων. Ο Stalin θεωρούσε πιθανό έως βέβαιο έναν παγκόσμιο πόλεμο, που θα επέφερε το τέλος του καπιταλισμού. Αντίθετα, από το 1956 και μετά, ο Khrushchev προσμέτρησε προσεκτικότερα τις συνέπειες του πυρηνικού οπλοστασίου: το τίμημα ενός ολοκαυτώματος θα πλήρωνε, μεταξύ άλλων, και η εργατική τάξη. Ένας πόλεμος παρέμενε πιθανός, έπρεπε, ωστόσο, να προταχθεί ο πολιτικός και κοινωνικός αγώνας, να ενισχυθούν τα διάφορα ανά τον κόσμο απελευθερωτικά κινήματα του τρίτου κόσμου κ.ο.κ. Πρόκειται για την πεμπτουσία του δόγματος της “ειρηνικής συνύπαρξης”, το οποίο εξαγγέλθηκε το 1956, στο πλαίσιο της διεξαγωγής των εργασιών του 20ού συνεδρίου του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος. Το όλο δόγμα εφαρμόστηκε επιμελώς στη συνέχεια. Ενείχε κινδύνους, ωστόσο, όπως αποδείχτηκε στην περίπτωση της κρίσης των πυραύλων της Κούβας το 1962 και σε εκείνη του πολέμου του Yom Kippur το 1973, ο έλεγχος των εξελίξεων δεν ξέφυγε πέρα από το σημείο δίχως επιστροφή.

Στο δόγμα της “ειρηνικής συνύπαρξης”, η Δύση αντέταξε τη θεωρία της “ανάσχεσης” (containment), διαμορφωμένη ήδη από το 1947 από τον George Kennan. Με ελάχιστες παραλλαγές, η θεωρία αυτή υπήρξε σταθερά η βάση της στρατηγικής του δυτικού κόσμου: αντίσταση ενάντια στην ΕΣΣΔ, με στόχο την εξουδετέρωση των επαναστατικών της σχεδίων. Η τελευταία θα αναγκαζόταν σε βάθος χρόνου να αποποιηθεί τα σχέδια αυτά, στρεφόμενη προς την κατεύθυνση της επούλωσης των επαναλαμβανόμενων (οικονομικής φύσης κυρίως) εσωτερικών της προβλημάτων. Στην περίπτωση αυτή, η εισαγωγή φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων διαφαινόταν ως μονόδρομος. Επομένως και εδώ, ο ουσιαστικός στόχος είναι η εκ των έσω μετάλλαξη του αντιπάλου. Τα δυο στρατόπεδα είχαν υιοθετήσει από ένα μοντέλο: τη φιλελεύθερη δημοκρατία οι μεν, τη “σοσιαλιστική δημοκρατία” οι δε. Πρόκειται για το δίπτυχο της δημοκρατίας από την εποχή του Jean-Jacques Rousseau και της Γαλλικής Επανάστασης,⁴ για το μεγάλο διακύβευμα του 20ού αιώνα, έτσι όπως διευθετήθηκε τελικά προς την κατεύθυνση της φιλελεύθερης δημοκρατίας από τη Χάρτα του Παρισιού το 1990.

George Kennan, ο θεωρητικός της “ανάσχεσης”.

Πέρα από τις παραπάνω διαπιστώσεις, οι οποίες, παρόλη την κρισιμότητά τους δεν ήταν απαραίτητα προορισμένες να προκαλέσουν μια παγκόσμια ανάφλεξη, ο Ψυχρός Πόλεμος κινήθηκε τελικά εντός ορισμένων πλαισίων και περιορισμών, με καταβολές στο παρελθόν, έστω και αν οι ασκούντες την εξουσία δεν είχαν πάντοτε απόλυτη συναίσθηση αυτής της παραμέτρου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν ορισμένες νομικού περιεχομένου δομές της μεταπολεμικής Ευρώπης. Άξιο μνείας είναι το Γερμανικό Ζήτημα, δηλαδή το μεγαλύτερο ίσως και ασφαλώς το πολυπλοκότερο και πλέον επικίνδυνο διακύβευμα ολόκληρης της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου. Ήδη από τη στιγμή της συνομολόγησης των Συμφωνιών του Πότσνταμ, το 1945, το παραπάνω ζήτημα ουδέποτε εξετράπη από το συμπεφωνημένο αρχικό νομικό πλαίσιο, με άλλα λόγια από εκείνο της συλλογικής ευθύνης των Τεσσάρων (ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία). Άλλωστε, το 1989-1990, το πνεύμα των Συμφωνιών του Πότσνταμ μεταφέρθηκε ακέραιο στη Συνθήκη “2+4” του 1990, το νομικό υπόβαθρο της γερμανικής ενοποίησης. Πρόκειται για ένα γεγονός, που διευκόλυνε τις μετέπειτα εξελίξεις καθώς, με τον τρόπο αυτό, κάμθηκαν οι αντιδράσεις των πολεμίων του Gorbachev στη Μόσχα. Η ενωμένη Γερμανία δεσμευόταν να υιοθετήσει ορισμένα μέτρα (δημοκρατικές ελευθερίες, σεβασμός των συνόρων, στρατιωτικοί περιορισμοί), που συνέπιπταν απόλυτα με τις αρχές του Πότσνταμ, παρέχοντας τη δυνατότητα στον ηγέτη της ΕΣΣΔ να σώσει την τιμή των όπλων.

Στα παραπάνω, οφείλουμε να προσθέσουμε τη διαδικασία του Ελσίνκι, της πόλης όπου to 1975 συνήλθε η Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ – CSCE), καθώς και όλες τις ανά διετία διάδοχες συνδιασκέψεις. Μέσω του προαναφερθέντος μηχανισμού ξεκίνησε, έστω και με τρόπο σχετικό, η ενεργοποίηση ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφαλείας. Ακρογωνιαίος λίθος του συστήματος αυτού ήταν ο επωνομαζόμενος “Δεκάλογος”, ένα κείμενο, το οποίο ήταν ενσωματωμένο στην τελική πράξη του Ελσίνκι και που έφερε την ονομασία “Θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τις σχέσεις των χωρών της Διάσκεψης”. Το κείμενο επαγγελόταν τη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας, το απαραβίαστο των συνόρων, την αποφυγή βίας και την ειρηνική επίλυση των διαφορών, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και βασικών ανθρωπίνων ελευθεριών – ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης, ανεξιθρησκία και ελευθερία της γνώμης – το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών και τη συνεργασία μεταξύ κρατών.

Πέρα από την εικόνα “καταλόγου καλών προθέσεων”, που απέπνεε το παραπάνω κείμενο και παρά τις υπάρχουσες ακόμη ιδιοτελείς σκέψεις και υστεροβουλίες εκατέρωθεν, είμαστε μάρτυρες μιας πρώτης σκιαγράφησης του νομικού υποβάθρου μιας ευρωπαϊκής τάξης πραγμάτων. Άλλωστε, οι αρχές αυτές έμελλαν να τελειοποιηθούν στο πλαίσιο των επομένων διασκέψεων της ΔΑΣΕ. Η όλη διαδικασία διήρκησε έως τη Διάσκεψη Κορυφής του Παρισιού το 1990. Αντικατοπτρίζοντας τις μεταβολές που είχαν συντελεσθεί και που εξακολουθούσαν να συντελούνται στην Ευρώπη και ανταποκρινόμενη στις νέες ανάγκες της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, η Διάσκεψη Κορυφής του Παρισιού σήμανε την απαρχή της μεταβολής του φόρουμ των ΔΑΣΕ σε θεσμοθετημένο σώμα. Ταυτόχρονα, έθεσε, τρόπον τινα, επίσημα τέλος στον Ψυχρό Πόλεμο.

Να λοιπόν γιατί μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η αποφυγή ενός γενικευμένου πολέμου οφείλεται σε μια σειρά ηθελημένων νομικών και ρεαλιστικών επιλογών στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, απόρροιας των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών προβλημάτων του 19ου αιώνα. Αφετηρία της όλης διαδικασίας υπήρξε ο θάνατος του Stalin το 1953. Έκτοτε, η διαδικασία αυτή ακολουθήθηκε, δια μέσου πάμπολλων κρίσεων, έως το 1990. Σε ένα πρώτο στάδιο, αρχής γενομένης από το 1955, αποκαταστάθηκε ένα είδος πολιτικής και στρατιωτικής ισορροπίας ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση με την προσχώρηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ και με μια σχετική αποκλιμάκωση, κυρίως όμως, από το 1962 και κατόπιν, χάρη στα διδάγματα της μείζονος κρίσης των πυραύλων της Κούβας. Αποδείχτηκε στην πράξη πως μια κατάρρευση του δυτικού κόσμου, πραγματικός εφιάλτης των κυβερνώντων από την απαρχή, ήδη, του Ψυχρού Πολέμου, ήταν πλέον αδύνατη. Σε ένα δεύτερο στάδιο, από το 1975 και μετά, παρόλες τις σοβαρότατες κρίσεις, που εξακολούθησαν να υφίστανται και παρόλες τις πάντοτε κατακτητικές προθέσεις της ΕΣΣΔ, ξεκίνησε η σταδιακή οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού συστήματος και ενός διεθνούς πλαισίου, το οποίο διευκόλυνε τα μέγιστα τον τερματισμό της αντιπαράθεσης μεταξύ Ανατολής και Δύσης το 1989-1990. Με πολλά λάθη και στιγμές αδυναμίας, η Δύση κατάφερε να εξαναγκάσει την ΕΣΣΔ να αποκαλύψει τις αντιφάσεις της, χάρη σε ένα μείγμα διαπραγματεύσεων και πιέσεων, που άσκησε σε βάρος της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν ορισμένες δεσμεύσεις της τελευταίας προς την κατεύθυνση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο πλαίσιο της διαδικασίας του Ελσίνκι, ή ακόμα, η αναζήτηση, από πλευράς Μόσχας, μιας εξομάλυνσης των σχέσεων με τις ΗΠΑ, εξαιτίας του φοβήτρου της Κίνας. Οι δομικές εσωτερικές αδυναμίες του σοβιετικού συστήματος και οι φιλελεύθερες διεκδικήσεις των λαών της ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες ουδέποτε κατεστάλησαν πλήρως, πήραν τη σκυτάλη ως το τέλος.

Οι Δυτικοί μπορούσαν να ενεργήσουν αποτελεσματικότερα, ακόμα περισσότερο δε, νωρίτερα; Το ερώτημα τίθεται. Κατά καιρούς, ειδικότερα μέσα στη δεκαετία του ’70, έδειξαν έτοιμοι να εγκαταλείψουν τον αγώνα, αποδεχόμενοι ως μόνιμο τον διαχωρισμό της Ευρώπης, την ισορροπία ανάμεσα στα δυο συστήματα, κυρίως δε, την εξάπλωση του κομμουνισμού στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Δεν είναι τυχαίο πως την ίδια, ακριβώς, εποχή έκαναν την εμφάνισή τους ορισμένες θεωρίες περί σύγκλισης του καπιταλισμού με τον κομμουνισμό, περί ελαχιστοποίησης των αμοιβαίων διαφορών, περί απάλειψης των αρχών και αξιών της Δύσης και περί οριστικής εγκατάλειψης της απαίτησης για αποκατάσταση των ελευθεριών στο αντίπαλο στρατόπεδο, σύνθημα που λειτουργούσε ως αιχμή του δόρατος από το 1947. Όταν, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, οι ΗΠΑ επαναβεβαίωσαν τις φιλελεύθερες αξίες τους και επιδόθηκαν σε μια προσπάθεια εξαναγκασμού της ΕΣΣΔ να εγκαταλείψει την αυτοκρατορία της και να μεταλλαχθεί, οι εξελίξεις έτρεξαν. Ταυτόχρονα, το 1989-1990, η Ουάσινγκτον προσέφερε στη Μόσχα μια εναλλακτική λύση εν είδει εξόδου: την ενσωμάτωση στο δυτικό οικονομικό σύστημα και την προσχώρηση σε ένα νέο συλλογικό σύστημα ασφαλέιας, σε αντάλλαγμα της γερμανικής ενοποίησης και της αποχώρησης από την Ανατολική Ευρώπη.

Με την πάροδο του χρόνου, διαπιστώνουμε πως ήδη από τη δεκαετία του ’70, ο Ψυχρός Πόλεμος, με δραματικές κορυφώσεις και με αβέβαιη, ακόμα, έκβαση, μετεξελισσόταν ολοένα και περισσότερο σε έναν αγώνα οπισθοφυλακής. Επρόκειτο για την τελευταία έκφανση των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων του 19ου αιώνα. Σήμερα, με το καταλάγιασμα των παθών, ο Ψυχρός Πόλεμος αποτελεί πλέον αντικείμενο ιστορικής έρευνας και μελέτης. Ασφαλώς, δεν διαθέτουμε ακόμα το σύνολο των αρχειακών πηγών. Εξίσου βέβαιο είναι πως θα προκύψουν μελλοντικά προβληματικές, την

Η διαιρεμένη Γερμανία στη Διάσκεψη του Ελσίνκι. Διακρίνονται οι καγκελάριοι της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας Eric Honecker (αριστερά) και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Helmuth Schmidt (δεξιά).

ύπαρξη των οποίων δεν είμαστε σήμερα σε θέση να διανοηθούμε. Δεν είναι δυνατό να υπάρξει ποτέ οριστική ιστορική αφήγηση, πόσο μάλλον στην προκειμένη περίπτωση. Ωστόσο, μας προσφέρονται σημαντικές πηγές. Τα αρχεία των δυτικών κρατών είναι, συνήθως, προσβάσιμα έπειτα από την πάροδο τριάντα ετών. Ακόμα και τα πρώην σοβιετικά αρχεία είναι εν μέρει διαθέσιμα. Συγκεκριμένα, υπάρχει επιλεκτική δυνατότητα μελέτης των αρχείων του υπουργείου Εξωτερικών, λιγότερο εκείνων της Κεντρικής Επιτροπής. Όσο δε για τα αρχεία του Politbureau (ανώτατου οργάνου σχεδιασμού και λήψης αποφάσεων) και των διατελεσάντων Γενικών Γραμματέων της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ, η πρόσβαση εξακολουθεί να παραμένει αδύνατη. Δυστυχώς, στους κόλπους του σοβιετικού συστήματος, οι αποφάσεις λαμβάνονταν σε επίπεδο κόμματος. Το υπουργείο Εξωτερικών, μαζί με άλλους φορείς, εκτελούσε απλώς χρέη δεξαμενής σκέψης και μηχανισμού κάλυψης με νομική επίφαση των αποφάσεων και επιλογών του Politbureau, προκειμένου να καταστήσει τις τελευταίες αξιόπιστες σε διεθνή κλίμακα. Με άλλα λόγια, ήταν ένα εκτελεστικό όργανο και όχι ένα κέντρο εξουσίας. Μέχρι στιγμής, οι αναλύσεις με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο τα αρχεία του υπουργείου Εξωτερικών, αλλοιώνουν την προοπτική των ερευνητών. Η μελέτη του σοβιετικού μηχανισμού λήψης αποφάσεων απαιτεί εξειδικευμένη μεθοδολογία, όπως ακριβώς πράττει το Cold War History Program του Woodrow Wilson Center, στην Ουάσινγκτον, του οποίου τα Bulletins και τα “working papers” αποτελούν απαραίτητα και χρήσιμα εργαλεία.

Για τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου και των ετών 1989-1990 γενικότερα, διαθέτουμε πληθώρα μαρτυριών και πονημάτων, στηριζόμενων σε αμερικανικά και σοβιετικά τεκμήρια, τα οποία δημοσιοποιήθηκαν από ορισμένους εκ των πρωταγωνιστών της εποχής εκείνης. Επίσης, κυκλοφορεί μεγάλος αριθμός δημοσιεύσεων για το Γερμανικό Ζήτημα. Η συγκεκριμένη χρονική περίοδος καλύπτεται καλύτερα από προγενέστερες και μπορούμε, άφοβα, να γράψουμε την ιστορία της στο σύνολό της.

Ο Ψυχρός Πόλεμος ενέπνευσε ως θέμα έναν τεράστιο αριθμό εκδόσεων στις ΗΠΑ, στη Μεγ. Βρετανία, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ιταλία, λιγότερο δε, στη Ρωσία. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη με την περίπτωση του Πρώτου Παγκοσμίο Πολέμου από τη δεκαετία του 1990 και μετά, στο παρόν κείμενο δεν συμπεριέλαβα μια νέα ιστοριογραφική τάση: εκείνη του “Ψυχρού Πολέμου από τη βάση προς την κορυφή”. Με άλλα λόγια, την οπτική της κοινής γνώμης στο σύνολό της και όχι εκείνη των κυβερνώντων και των πάσης φύσεως χειριστών των κρατικών υποθέσεων. Περιορίζομαι μόνο στην πρωτοποριακή, για το είδος αυτό, πραγματεία των Philippe Buton, Olivier Büttner και Michel Hastings: La Guerre froide vue d’ en bas, Παρίσι, Εκδόσεις του CNRS, 2014. Οφείλουμε, ωστόσο, να είμαστε συγκρατημένοι: ο Ψυχρός Πόλεμος δεν ενέπλεξε τα πλήθη στον βαθμό που το έπραξε ο Πρώτος Παγκόσμιος. Βεβαίως, η διαμάχη ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους αντιπάλους τους προσέλαβε μεγάλη έκταση σε χώρες όπως η Γαλλία και η Ιταλία. Όμως, θεωρήθηκε ως έκφανση μιας κλασσικής αντιπαράθεσης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, δίχως να συνδεθεί απαραιτήτως με τη διεξαγωγή του Ψυχρού Πολέμου. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι διαφορετική, καθώς η διενέργεια ενός Εμφυλίου Πολέμου υπήρξε καθοριστικό διακριτικό γνώρισμα της αντιπαράθεσης Ανατολής – Δύσης κατά την αρχική φάση του Ψυχρού Πολέμου. Στις δε μεγάλες κρίσεις της άλλης πλευράς του παραπετάσματος ( Βουδαπέστη το 1956, Πράγα το 1968, Πολωνία το 1980), σημειώθηκαν επικαλύψεις μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής με ενεργό εμπλοκή μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης των ενδιαφερομένων χωρών.

Η εντυπωσιακή σε μέγεθος ιστοριογραφία του Ψυχρού Πολέμου ακολούθησε την κλασσική πορεία μιας εποχής βαθειάς και παρατεταμένης κρίσης. Σε ένα πρώτο στάδιο, η αναζήτηση και κατανομή των ευθυνών χρωματίστηκε από το βάρος της πολιτικής αντιπαράθεσης. Την παραπάνω φάση διαδέχθηκε μια δεύτερη, λιγότερο φορτισμένη, όπου διαφάνηκαν ακριβέστερα η διαδικασία λήψης αποφάσεων, τα εκατέρωθεν κίνητρα, τα πάσης φύσεως διακυβεύματα. Ο κύκλος κλείνει με μια επαναπροσέγγιση των γεγονότων χάρη στη χρήση του πρωτογενούς υλικού, που προσδίδει στο φαινόμενο του Ψυχρού Πολέμου ιστορική χροιά και διάσταση. Σε αυτό, ακριβώς, το στάδιο βρισκόμαστε σήμερα, ασχέτως εάν υπολοίπονται πολλά, ακόμη, να γίνουν. Ταυτόχρονα έχει ξεκινήσει ένας στοχασμός σε βάθος χρόνου ως προς την έννοια του φαινομένου. Πρόκειται περί ιδεολογικής αντιπαράθεσης; Περί γεωπολιτικής σύγκρουσης; Περί πολιτισμικής κρίσης; Τέτοιας μορφής είναι τα ερωτήματα που θέτουν, σήμερα, οι ιστορικοί.

Οι πρώτες δυτικές αφηγήσεις των καταβολών του Ψυχρού Πολέμου αντανακλούν τα βιώματα των παρατηρητών της εποχής εκείνης. Ο Στάλιν υπήρξε ο μέγας υπαίτιος της διάσπασης του αντιχιτλερικού μετώπου, ήδη από τη στιγμή του τερματισμού του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Αρκεί να ανατρέξει κανείς στις πραγματείες του Herbert Feis, του Philip E. Mosely, του Jean Laloy, του Adam J. Ulam⁵ ή, ακόμα, στα τότε άρθρα του Raymond Aron στην εφημερίδα Le Figaro.⁶ Οι συγγραφείς δεν εκφράζουν την παραμικρή αμφιβολία ως προς αυτό το σημείο. Όμως, μια αντίδραση, ένα ρεύμα ιστορικού αναθεωρητισμού παρατηρήθηκε κατά στη διάρκεια των δεκαετιών του ΄60 και του ΄70 στους κόλπους των αμερικανικών πανεπιστημίων. Για πρώτη φορά γινόταν λόγος περί ύπαρξης ενός αμερικανικού ιμπεριαλισμού και περί ευθυνών των ΗΠΑ ως προς τις καταβολές του Ψυχρού Πολέμου. Επρόκειτο για θέσεις, οι οποίες έρχονταν σε ευθεία αντίθεση με όλα όσα υποστηρίζονταν μέχρι τότε. Τον δρόμο άνοιξε, το 1959, το βιβλίο του William Appleman Williams The Tragedy of the American Diplomacy. Ακολούθησαν κι άλλες παρεμφερείς μελέτες, που υιοθέτησαν μια διφορούμενη μεθοδολογία κάνοντας, παράλληλα, χρήση πηγών, οι οποίες δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη.⁷ Θα λέγαμε πως η ρεβιζιονιστική αυτή αντίληψη, αντανακλά την έλλειψη αυτοπεποίθησης, από την οποία διακατέχονταν οι Δυτικοί (ιδιαίτερα δε οι Αμερικανοί) στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, ως απόρροια του τραύματος, που είχε προκαλέσει τότε η διενέργεια του πολέμου του Βιετνάμ.

Εν συνεχεία, έκανε την εμφάνισή της μια “νεο-ρεβιζιονιστική” σχολή, κινούμενη πάνω σε ένα πιο αξιόπιστο μεθοδολογικό υπόβαθρο, παραμένοντας, ωστόσο, ιδιαίτερα καυστική έναντι της αμερικανικής πολιτικής. Η σχολή αυτή επικέντρωσε τις επικρίσεις της στη σταδιακή σκλήρυνση της στάσης των ΗΠΑ, στη μετάλλαξη των τελευταίων σε ένα είδος κράτους “εθνικής ασφάλειας” εις βάρος των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών, καθώς και στην ενεργοποίηση και ανάπτυξη ενός τεράστιου μηχανισμού εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και εσωτερικής ασφάλειας. Όλα τα παραπάνω δε, εν ονόματι του αγώνα κατά του κομμουνισμού. Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί το γνωστό βιβλίο του Daniel Yergin Shattered Peace.⁸ Παράλληλα, η ίδια σχολή υποστήριζε πως είχε εντοπίσει, στους κόλπους της σοβιετικής πολιτικής, κλασσικού τύπου γεωπολιτικές και όχι ιδεολογικές καταβολές, σε αντιδιαστολή με όλα όσα, ορθά, υποστήριζε η πλειοψηφία των ειδικών και των ιστορικών της δεκαετίας του ’50 και του πρώτου ημίσεως εκείνης του ΄60. Κατά συνέπεια, υπήρχαν, πλέον, δυο διαφορετικές σχολές, οι οποίες διασταύρωναν τα ξίφη τους. Μια πρώτη, περισσότερο πραγματιστική, η οποία αντιμετώπιζε την ΕΣΣΔ ως ένα ισχυρό κράτος και μια δεύτερη, η οποία επέμενε στην ιδεολογική διάσταση και στο ρόλο του κόμματος.

Βερολίνο, 1961. Αμερικανικά και σοβιετικά τεθωρακισμένα αντιμέτωπα στο Checkpoint Charlie.

Τα πάντα ξεκίνησαν εκ νέου από μηδενική βάση, με την ευκαιρία της πτώσης της ΕΣΣΔ και της, μερικής έστω, πρόσβασης στο σοβιετικό αρχειακό υλικό. Εν τέλει, η πολιτική της Μόσχας αποδείχθηκε ακόμα πιο δέσμια της ιδεολογίας από όσο την είχαν φανταστεί οι πλέον αυστηροί δυτικοί επικριτές. Οι κοινότυπες εικασίες των διαφόρων μαθητευόμενων σοβιετολόγων (η ΕΣΣΔ είναι μια μετενσάρκωση της αιώνιας Ρωσίας ή μήπως ένα κομματικό συγκεντρωτικού τύπου νέο σύστημα με παγκοσμίου βεληνεκούς επαναστατικές φιλοδοξίες;) στερούνται, πλέον, κάθε ίχνους σοβαρότητας. Η ΕΣΣΔ αποτελούσε από μόνη της μια ιδεολογία σε τροχιά εξέλιξης, συχνά μάλιστα σε βάρος των καλώς εννοούμενων συμφερόντων του ρωσικού λαού.

Από την άλλη πλευρά, έχει αποδειχθεί πως πολλά από όσα οι Δυτικοί εκλάμβαναν ως προθέσεις κατακτητικής επιθετικότητας της Μόσχας, στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά μια υπέρμετρη αμυντική παράνοια της τελευταίας, μια αντίδραση έναντι απειλών, οι οποίες προσλαμβάνονταν δια μέσου του παραμορφωτικού κατόπτρου της ιδεολογίας. Ασφαλώς, υπήρξαν εκατέρωθεν στιγμές, όπου ένας συμβιβασμός φάνταζε κάτι το αδύνατο. Υπήρξαν, επίσης, υστεροβουλίες απαράδεκτες για τους Δυτικούς (το αντίστροφο φαινόμενο ήταν σπανιότερο). Όμως, σημειώθηκαν αμοιβαία και πολλές λανθασμένες εκτιμήσεις σχετικά με τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της πολιτικής του αντιπάλου.

Τέλος, μπορεί η ΕΣΣΔ να ήταν ένα κόμμα και μια ιδεολογία. Ήταν όμως και ένα κράτος με γεωπολιτικές φιλοδοξίες, ορισμένες εκ των οποίων συμβάδιζαν με τους ιδεολογικούς στόχους και άλλες έρχονταν σε ευθεία αντίθεση μαζί τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εξέλιξη των διμερών σχέσεων με την Κίνα, ή, μάλλον, η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δυο χώρες μέσα στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Ιδεολογικές και γεωπολιτικές παράμετροι εμπλέκονται σε αυτή τη ρήξη, έστω και αν αρχικά, η όλη διαμάχη είχε προκύψει από μια βαθειά ιδεολογική απόκλιση ως προς τη μορφή και την επιδιωκόμενη εξέλιξη των σχέσεων μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Επομένως, το να επικαλείται κανείς τους γενικούς ιδεολογικούς στόχους της ΕΣΣΔ δεν αρκεί προκειμένου να κατανοήσει την εξωτερική πολιτική της τελευταίας. Οφείλει να την αναλύσει, κατά περίπτωση, με γνώμονα ένα πλεγμα πολύπλοκων παραμέτρων, που χαρακτηρίζουν και διαμορφώνουν την άσκηση της σοβιετικής διπλωματίας. Με άλλα λόγια, οφείλει να ασπασθεί μια κλασσική ιστορική μεθοδολογία, η οποία να καλύπτει όλους τους παράγοντες: την ιδεολογική ιδιαιτερότητα του καθεστώτος αλλά και την πραγματικότητα της διεθνούς κατάστασης, εντός της οποίας το εν λόγω σοβιετικό καθεστώς λειτουργούσε και ήταν αναγκασμένο να λαμβάνει συνεχώς υπόψη. Στο εξής, η ιστοριογραφία του Ψυχρού πολέμου εισέρχεται σε μια αμιγώς επιστημονική φάση. Η σε βάθος ανάλυση του φαινομένου και των θεμελιωδών πτυχών του είναι εφικτή. Όπως, πολύ έυστοχα, γράφει ο John Lewis Gaddis στο περίφημο βιβλίο του We Now Know⁹, “Έστω και αν δεν τα ξέρουμε όλα, τουλάχιστον γνωρίζουμε αρκετά για να μπορέσουμε να δουλέψουμε με αξιώσεις”.¹º

Ο Georges-Henri Soutou (Γενεύη, 1943) είναι Ομότιμος Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Université Paris IV-Sorbonne). Έχει ειδικευθεί στην περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και στις σχέσεις Ανατολής-Δύσης μετά το 1945. Η διδακτορική του διατριβή για τους οικονομικούς στόχους του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου έχει αφήσει εποχή. Ταυτόχρονα, θεωρείται σε παγκόσμια κλίμακα, ως ένας από τους μεγαλύτερους ειδικούς του Ψυχρού Πολέμου. Το 2008 εκλέχθηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών της Γαλλίας (Académie des Sciences Morales et Politiques), της οποίας είναι σήμερα αντιπρόεδρος. Θα αναλάβει την προεδρία το 2019.

Εργογραφία του συγγραφέα

La grande illusion – Quand la France perdait la paix 1914-1920 ; Paris (Tallandier), 2015.

L’Europe de 1815 à nos jours ; Paris (PUF, coll. « Nouvelle Clio »), 2007.

La Guerre de cinquante ans ; Paris (Fayard), 2001.

L’Alliance incertaine – Les rapports politico-stratégiques franco-allemands (1954-1996) ; Paris (Fayard), 1996.

L’Or et le sang – Les buts de guerre économiques de la Première Guerre mondiale ; Paris (Fayard), 1989.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

* (Σημ. μεταφρ.) Το παρόν κείμενο είναι μια επικαιροποιημένη εκδοχή της εισαγωγής στην πραγματεία του Georges-Henri Soutou, La guerre de Cinquante Ans. Les relations Est-Ouest (1943-1990), Παρίσι, Fayard, 2001. Οι θέσεις του συγγραφέα αντικατοπτρίζουν τη χρονική συγκυρία δημοσίευσης της μελέτης και την ευφορία, που επικρατούσε πριν από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, εξαιτίας της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού. Είναι προφανές πως η κρίση της κοινωνίας της Παγκοσμιοποίησης, ως διάδοχο σχήμα του τερματισμού του Ψυχρού Πολέμου, τοποθετεί, σήμερα, το όλο πρόβλημα επάνω σε εντελώς διαφορετικές βάσεις. Ελλείψει αντιπάλου δέους, ο καπιταλισμός εκφράζεται προβάλλοντας απροκάλυπτα την πλέον απάνθρωπη, ανήθικη και αλαζονική του έκφανση. Μήπως πρόκειται για κατάλοιπο του Ψυχρού Πολέμου, του οποίου εξακολουθούμε να βιώνουμε τον επίλογο; H β’ (επικαιροποιημένη) έκδοση της πραγματείας του Georges-Henri Soutou κυκλοφόρησε το 2011 με τον τίτλο La Guerre froide (1943-1990), από τον εκδοτικό οίκο Pluriel

¹ Walter Lippmann, The Cold War: A Study of the United States Foreign Policy, New York, 1947.

² Jean Bérenger και Georges-Henri Soutou (επιμ.), L’ Ordre européen du XVIe au XXe siècle, Παρίσι, Presses de l’ Université de Paris-Sorbonne, 1998.

³ Anne Applebaum, “Quand une mémoire en cache une autre”, Commentaire, αρ. 78, καλοκαίρι 1997. Alain Besançon, Le Malheur du siècle: sur le communisme, le nazisme et l’ unicité de la Shoah, Παρίσι, Fayard, 1998.

⁴ J.-L. Talmon, Les Origines de la démocratie totalitaire, Παρίσι, Calman-Lévy, 1966.

⁵ Herbert Feis, Churchill, Roosevelt, Stalin, Princeton UP, 1957. Philip E. Mosely, The Kremlin and World Politics, New York, Vintage Books, 1960. Jean Laloy, Entre guerre et paix, Parie, Le Seuil, 1966. Adam J. Ulam, Expansion and Coexistence. The History of Soviet Foreign Policy, 1917-1967, London, Secker and Warburg, 1968.

⁶ Raymond Aron, Les Articles de politique internationale dans “Le Figaro” de 1947 à 1977, Τόμος Α΄
La Guerre froide (juin 1947 à mai 1955) (Εισαγωγή και υπομνηματισμός Georges-Henri Soutou), Paris, Éditions de Fallois, 1990. Ο Τόμος Β΄ La Coexistence (mai 1955 à février 1965) κυκλοφόρησε το 1994 και ο Τόμος Γ΄ Les Crises  ( février 1965 à mars 1977) κυκλοφόρησε το 1997.

⁷ Για τις επικρίσεις σε βάρος της σχολής αυτής, στις οποίες πρωτοστάτησε ο Robert J. Maddox, βλ. The New Left and the Origins of the Cold War, Princeton, 1973.

⁸ Βοστώνη, εκδόσεις Houghton Mifflin, 1977. Ενδεικτικός είναι ο υπότιτλος: The Origins of the Cold War and the National Security State.

Rethinking Cold War History, Oxford, Clarendon Press, 1997.

¹º Σχετικά βλ. Melvyn P. Leffler, “The Cold War: What Do “We Now Know”?”, American Historical Review, Απρίλιος 1999.

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

Ιωάννης Επαμεινώνδας: Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ “ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΣΑ”

75 Χρόνια από τότε

Ιωάννης Επαμεινώνδας
Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ
ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ “ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΣΑ”

A. ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Οι αντιπαλότητες και οι στόχοι
Πέρα από την ιδεολογική του αντιπαλότητα με τον κομμουνισμό, ο Χίτλερ έβλεπε την αχανή Ρωσία ως τον μελλοντικό ζωτικό χώρο (Lebensraum) της Γερμανίας. Κατακτώντας τους απεριόριστους πόρους της, ονειρεύεται πως θα απαλλάξει τη Γερμανία από την εξάρτηση των εισαγωγών και θα την καταστήσει αυτάρκη. Όπως η Βρετανία έχει τη θαλάσσια αυτοκρατορία που την τροφοδοτεί, η Γερμανία θα μπορούσε να κυριαρχήσει στην ηπειρωτική Ευρώπη, εξασφαλίζοντας μια αντίστοιχη επιβίωση μέσω του εκγερμανισμού της Ρωσίας. Η αντιπαλότητα γερμανισμού και σλαβισμού ανιχνεύεται ήδη στην εποχή του δεύτερου κύματος της Μεγάλης Μετανάστευσης κατά τον 6ο – 7ο αιώνα, όταν τα σλαβικά φύλα απώθησαν τα γερμανικά προς δυσμάς, μακριά από τις πεδιάδες της σημερινής Ρωσίας. Ο φόβος και η ταυτόχρονη περιφρόνηση απέναντι στον Σλάβο είναι από τα βασικά αφηγήματα των γερμανικών λαών μέχρι και σήμερα και η απώθηση των Ρώσων έξω από τα πρώην «γερμανικά» εδάφη και πίσω στην Ασία υπήρξε ένας αγώνας αιώνων.

Ο Χίτλερ θαύμαζε τον τρόπο με τον οποίο η Βρετανία, με ελάχιστο προσωπικό, μπορούσε να κυβερνά την αχανή και πολυπληθή Ινδία. Σκέφτεται πως η Γερμανία μπορεί να πετύχει κάτι αντίστοιχο στη Ρωσία, αλλά η μέθοδος που θα ακολουθηθεί δεν θα είναι η ίδια: οι τοπικοί πληθυσμοί –χαρακτηρισμένοι από την ιδεολογία του ναζισμού ως Untermenschen (υπάνθρωποι)– θα επιχειρηθεί να εξανδραποδισθούν ή να αφανιστούν. Ενώ αρχικά Λευκορώσοι και Ουκρανοί είχαν υποδεχτεί τους Γερμανούς ως απελευθερωτές από τον σοβιετικό ζυγό, πολύ σύντομα θα αντιμετώπιζαν την υποδούλωση, την αχαλίνωτη εκμετάλλευση και τη γενοκτονία. Ειδική έκδοση των SS παρουσίαζε εικόνες Σλάβων αιχμαλώτων με το σχόλιο: υπό τους Τάταρους, τον Πέτρο ή τον Στάλιν, αυτές οι ράτσες είναι γεννημένες για τον ζυγό. Στάσεις σαν αυτή θα αυξήσουν τη μνησικακία και την εκδικητικότητα των σοβιετικών πληθυσμών προς τους Γερμανούς κι αυτό θα αποδειχθεί κατά την κατάληψη της Γερμανίας από τον Κόκκινο Στρατό το 1945.

Με την επίθεση στη Ρωσία, ο Χίτλερ φιλοδοξούσε καταρχάς να καταλάβει το Λένινγκραντ ώστε να ελέγξει τη Βαλτική και να αποκαταστήσει εδαφική συνέχεια με τους συμμάχους του Φινλανδούς· τη Μόσχα, ώστε να ελέγξει τις οδικές και σιδηροδρομικές συγκοινωνίες της χώρας και να αποστερήσει τον σοβιετικό στρατό από τις επικοινωνίες του· τη νότια Ουκρανία, που θα γινόταν ο σιτοβολώνας της νέας Γερμανίας· τα ορυκτά της περιοχής του Ντον και τα πετρέλαια του Καυκάσου, που θα τροφοδοτούσαν τον πόλεμο στο διηνεκές.

Με την εισβολή στη Ρωσία η Γερμανία όχι μόνο έφτασε στα όρια της επέκτασής της, αλλά διαστρέβλωσε και την παραγωγική της οικονομία, στρέφοντάς την ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του πολέμου και της κατάκτησης. Όμως, οι πρώτες ύλες της δεν επαρκούσαν. Για τη χαλυβουργία της εισήγαγε υψηλής ποιότητας άνθρακα από τη Σουηδία και για την κίνηση των μηχανών της πετρέλαιο από τη Ρουμανία. Με αυτά τα δεδομένα, η Γερμανία δεν μπορούσε να αντέξει σε μακροχρόνιο πόλεμο, κάτι που ο Χίτλερ το ξέρει από την αρχή. Γι’ αυτό και από τις πρώτες διαβεβαιώσεις που ζήτησε από τους στρατηγούς του ήταν ένας γρήγορος πόλεμος, που θα τελείωνε σε μια πολεμική σαιζόν, μέχρι τις αρχές του χειμώνα του 1941.

Ο Στάλιν από την άλλη πλευρά, μετά τον θάνατο του Λένιν είχε αναδειχτεί ως το 1928 σε αδιαφιλονίκητο ηγέτη της νεοπαγούς Σοβιετικής Ένωσης, απομακρύνοντας ή δολοφονώντας τους πιθανούς ανταγωνιστές στην εξουσία. Τη δεκαετία 1930 εγκαινίασε ένα τεράστιο πρόγραμμα εκβιομηχάνισης και επανεξοπλισμού, παρόλο που, στη μέση της διαδικασίας, το 1937, εκκαθάρισε τον Κόκκινο Στρατό από την εμπειροπόλεμη παλιά φρουρά. Την αντικατέστησε με άπειρους, αλλά πιστούς στο κόμμα αξιωματικούς, αξιοποιώντας και τον θεσμό του πολιτικού κομισσάριου που είχε δημιουργήσει ο Λέων Τρότσκι το 1918. Τον Ιούλιο του 1941, καθώς οι γερμανικές μεραρχίες σάρωναν τη δυτική Ρωσία, ο Στάλιν, μετά την 10ήμερη «εξαφάνισή» του, ανέλαβε οριστικά στις 3 Ιουλίου την αρχιστρατηγία των ενόπλων δυνάμεων.

Β. Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ “ΜΠΑΡΜΠΑΡΟΣΣΑ”

Οι Γερμανικοί στόχοι

Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα (από το όνομα του Γερμανού Αυτοκράτορα Φρειδερίκου Α΄, ο οποίος το 1189 ηγήθηκε της Γ΄ Σταυροφορίας) ονομάστηκε το σχέδιο εισβολής της ναζιστικής Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση το 1941 – περίπου 750 χρόνια μετά τον Φρειδερίκο[1]. Ο Χίτλερ ξεκίνησε να σχεδιάζει την επιχείρηση το καλοκαίρι του 1940, πριν ακόμα κλείσει ένας χρόνος από την έναρξη του πολέμου (1 Σεπτεμβρίου 1939). Ανακοίνωσε όμως στους στρατηγούς του το σχέδιο της επίθεσης μόλις στις 18 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς, με τη Διαταγή 21, διευκρινίζοντας ότι στόχος ήταν να καταστραφεί η μεγάλη μάζα του Κόκκινου Στρατού που στάθμευε στη δυτική Ρωσία, με τολμηρές επιχειρήσεις και βαθιές εισχωρήσεις, ενώ ταυτόχρονα με κυκλωτικές κινήσεις θα παρεμποδιζόταν η υποχώρηση των στρατευμάτων στην αχανή ρωσική πεδιάδα προς τα ανατολικά. Κατόπιν, θα χαρασσόταν μια αμυντικη γραμμή πέρα από την οποία η σοβιετική αεροπορία δεν θα μπορούσε να πλήξει τα νεοαποκτηθέντα εδάφη[2].

Ο Χίτλερ θεωρούσε την κατάληψη της Μόσχας ως δευτερεύοντα στόχο σε σχέση με την εξουδετέρωση του Κόκκινου Στρατού. Πίστευε πως, με την καταστροφή του στρατού, το κομμουνιστικό καθεστώς θα κατέρρεε αυτομάτως και θα ακολουθούσε ένα χάος ανάλογο του 1918. Έτσι, διέσπειρε τις δυνάμεις του σε τρία μέτωπα (Λένινγκραντ, Μόσχα, Κίεβο), με συνολικό μήκος 1.800 χιλιομέτρων και μια έκταση προς κατάκτηση σχεδόν όση και ολόκληρη η δυτική Ευρώπη, και επιδίωξε να πραγματοποιήσει και τους τρεις αυτούς στόχους ταυτόχρονα. Μόνο προς τα τέλη Δεκεμβρίου 1941 –όταν επιβεβαιώθηκε η αντοχή της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στις μεγάλες διαδοχικές ήττες αλλά ταυτόχρονα και η ικανότητά της να αναπληρώνει τις απώλειες (λόγω του τεράστιου πληθυσμού της) σε αντίθεση με τις περιορισμένες γερμανικές αντίστοιχες δυνατότητες, και όταν πια η Μόσχα είχε ανεπιστρεπτί αποκρούσει την πολιορκία–, θα γινόταν σαφές πως η κατάληψη της πρωτεύουσας ήταν το κλειδί για μια γρήγορη γερμανική νίκη[3].

Από την πλευρά του Άξονα συμμετείχαν 151 γερμανικές μεραρχίες (19 θωρακισμένες και 15 μηχανοκίνητες), 3.350 τανκς, 7.200 πυροβόλα, 2.770 αεροπλάνα. Επιπλέον, 14 φινλανδικές μεραρχίες, 4 ρουμανικές μεραρχίες και 6 ρουμανικές ταξιαρχίες. Τέλος, 9 μεραρχίες και 2 ταξιαρχίες ως εφεδρείες. Όλα αυτά τα στρατεύματα διατάχθηκαν σε τρεις Ομάδες Στρατιών, τη Βόρεια, την Κεντρική και τη Νότια.

Επιχείρηση “Μπαρμπαρόσσα”

Η Σοβιετική άμυνα

Από την άλλη πλευρά, το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ -­‐- Μολότοβ (Αύγουστος 1939) είχε φέρει τη Σοβιετική Ένωση σε κοινά σύνορα με τη Γερμανία, μετά την κατάληψη εκ μέρους της των Βαλτικών Χωρών και της ανατολικής Πολωνίας, κάτι που άλλαζε εντελώς τα αμυντικά δεδομένα της Σοβιετικής Ένωσης. Ένα νέο Σχέδιο Κινητοποίησης –αμυντικής στρατηγικής σύλληψης αλλά επιθετικό στη φύση του– εκπονήθηκε τον Ιούλιο του 1940 στη βάση μιας μελλοντικής γερμανικής επίθεσης που αναμενόταν πως θα εισχωρούσε βορείως τής, σχεδόν αδιαπέραστης, έκτασης των ελών του ποταμού Pripyet (Πριπιάτ: σήμερα στη Λευκορωσία, στα σύνορά της με την Ουκρανία). Όμως, τον Οκτώβριο του 1940 ο Στάλιν ανέλαβε την προσωπική ευθύνη να τροποποιήσει το σχέδιο, αναδιατάσσοντας τις σοβιετικές δυνάμεις κυρίως στα νότια των ελών, καθώς εκτιμούσε πως ο Χίτλερ, που εποφθαλμιούσε περισσότερο τις πλούσιες εκτάσεις της νότιας Ουκρανίας, θα συγκέντρωνε τη δύναμη του πυρός του εκεί.

Το νέο Αμυντικό Σχέδιο, που εκπονήθηκε στις αρχές του 1941 από τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατηγό Ζούκοβκατ’ εντολή του Στάλιν, προέβλεπε την ανάπτυξη 237 μεραρχιών, από τις οποίες οι 186 θα κάλυπταν τα τέσσερα επιχειρησιακά μέτωπα ενώ οι 51, οργανωμένες σε πέντε Στρατιές, θα βρίσκονταν ως ενισχύσεις στη διάθεση της Ανώτατης Διοίκησης (STAVKA).

Αυτές οι εφεδρικές δυνάμεις, αναπτυγμένες σε μια ζώνη από τον Αρκτικό Ωκεανό μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, πέρα από τους ποταμούς Dnper (Δνείπερο) και Dvina, παρέμεναν αόρατες για τη γερμανική Κατασκοπεία. Οι επιχειρησιακές μεραρχίες θα αναπτύσσονταν σε τρεις διαδοχικές ζώνες: η πρώτη θα επάνδρωνε ελαφρά τη νέα μεθόριο με τη Γερμανία ενώ οι άλλες δύο, σε ημικυκλική ανάπτυξη θα έδιναν βάθος στην άμυνα.

Στις 22 Ιουνίου 1941 που εκδηλώθηκε η γερμανική επίθεση, ούτε οι προωθημένες επιχειρησιακές μεραρχίες ούτε και οι 51 εφεδρικές είχαν αναπτυχθεί πλήρως στις θέσεις τους. Και οι μεν πρώτες, θα δέχονταν την πίεση της αρχικής γερμανικής εισβολής και σε μεγάλο βαθμό θα αποδεκατίζονταν ή θα αιχμαλωτίζονταν. Οι εφεδρικές, όμως, θα συμπληρώνονταν σταδιακά, ακόμα και με στρατεύματα από τη Σιβηρία και την Άπω Ανατολή, και θα αποτελούσαν την έκπληξη για τους γερμανούς στρατηγούς, οι οποίοι από την επόμενη χρονιά θα έβλεπαν τον Κόκκινο Στρατό να ανασυντάσσεται διαρκώς και να γίνεται πιο εμπειροπόλεμος, ενώ οι ίδιοι τον θεωρούσαν πρακτικά διαλυμένο. Κατά την εισβολή του Ιουνίου όμως, οι σοβιετικές δυνάμεις βρίσκονταν ακόμα σε μεταβατικό στάδιο. Επιπλέον, η λάθος εκτίμηση του Στάλιν οδήγησε στην ενίσχυση του μετώπου στα νότια των ελών του Πριπιάτ, ενώ η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στα βόρεια[4].

Γ. Η ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ (ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ “ΤΥΦΩΝΑΣ”)

Παρά την επιθυμία του Χίτλερ να κατακτήσει τη Σοβιετική Ένωση μέσα σε μια μονοετή εκστρατεία, τον Δεκέμβριο του 1941 –λιγότερο από έξι μήνες από την έναρξη της εκστρατείας (και μετά από μια δίμηνη καθυστέρηση μέχρι να καταλάβουν το Σμολένσκ)–, οι Γερμανοί σταμάτησαν μπροστά στη Μόσχα. Έχοντας ξεκινήσει την τελική επίθεσή τους (επειχείρηση Τυφώνας) στις 2 Οκτωβρίου, έφτασαν σε απόσταση αναπνοής από τη Μόσχα (22 χιλιόμετρα)[5]αλλά δεν κατάφεραν να πάνε παραπέρα. Ο Χίτλερ τους ανάγκασε να παραμείνουν εκεί για όλη τη διάρκεια του χειμώνα 1941-­‐1942 (το ίδιο θα απαιτούσε και από την 6η Στρατιά στο Στάλινγκραντ την επόμεν χρονιά). Παρά την εντυπωσιακή γερμανική προέλαση, ο Κόκκινος Στρατός δεν είχε ηττηθεί, ενώ οι βιομηχανικές υποδομές και η αγροτική γη του νότου παρέμεναν πέραν του βεληνεκούς των Γερμανών. Δεν υπήρχε σχέδιο για χειμερινές επιχειρήσεις και παρόλο που ζητήθηκαν επειγόντως προμήθειες (χειμερινές στολές, πυρομαχικά, αντιψυκτικά για τις μηχανές), ο στρατός βρισκόταν ήδη στα όριά του και οι γραμμές ανεφοδιασμού ήταν μακριές και ευάλωτες σε δολιοφθορές.

Η χειμερινή αντεπίθεση των Σοβιετικών ήρθε νωρίτερα απ’ ό,τι αναμενόταν. Στις 6 Δεκεμβρίου χτύπησαν σε όλη σχεδόν τη γραμμή του μετώπου, σε ένα μήκος περίπου 1.000 Km. Βασικός στόχος ήταν να εξαλείψουν την προεξέχουσα γερμανική σφήνα στα δυτικά του Λένινγκραντ και τις αντίστοιχες στα νότια και βόρεια της Μόσχας, αλλά δεν κατάφεραν να διασπάσουν τις γερμανικές γραμμές. Τον Ιανουάριο, ο Στάλιν διέταξε γενική επίθεση. Οι αρχικές επιτυχίες γύρω από το Demyansk και το Vyazma απείλησαν το Smolensk και το Bryansk που κρατούσαν οι Γερμανοί. Ωστόσο, η Βέρμαχτ μέχρι τον Μάρτιο είχε ξανακερδίσει το χαμένο έδαφος και ενίσχυσε τον θύλακα του Βιάσμα που απειλούσε αποφασιστικά τη Μόσχα. Στο Ντεμιάνσκ είχαν εγκλωβιστεί 92.000 άνδρες της 16ης γερμανικής Στρατιάς. Οι Γερμανοί κατάφεραν να κρατήσουν τις θέσεις τους με αεροπορικούς ανεφοδιασμούς επί δέκα εβδομάδες, μέχρι τα τέλη Απριλίου 1942, οπότε μπόρεσαν να ανοίξουν έναν διάδρομο στα δυτικά και να απεγκλωβιστούν (δεν θα τους επιτρεπόταν να κάνουν το ίδιο στο Στάλινγκραντ). Ωστόσο, είχαν απωθηθεί πια 250 χιλιόμετρα από τη Μόσχα. Ποτέ δεν θα έφταναν τόσο κοντά όσο στις αρχές Δεκεμβρίου.

Ένα από τα εντυπωσιακότερα επιτεύγματα των σοβιετικών είναι η μετακίνηση των βαρέων εργοστασίων τους από τα ευρωπαϊκά εδάφη στα Ουράλια, στη δυτική Σιβηρία και στο Καζακστάν. Από τον Ιούλιο ώς τον Νοέμβριο θα μετακινηθούν 1360 βιομηχανίες. Με δεδομένες τις δυτικές προδιαγραφές, αυτός ο άθλος παραμένει ανεξήγητος μέχρι σήμερα, δεδομένης της κατάστασης του σιδηροδρομικού δικτύου, πάνω στο οποίο μετακινούνταν ταυτόχρονα και τα στρατεύματα που διοχετεύονταν από την Ασία στην Ευρώπη[6].

Η χειμερινή αντεπίθεση των Σοβιετικών.

Δ. Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΣΤΟ ΧΑΡΚΟΒΟ (ΜΑΪΟΣ 1942)

Οι Γερμανοί, προετοιμάζοντας την επίθεση της άνοιξης, ενίσχυσαν το μέτωπο στο Χάρκοβο, εκεί όπου συμπτωματικά θα αποφάσιζαν να επιτεθούν και οι Σοβιετικοί, στην προσπάθεια να διατηρήσουν την πίεσή τους στον νότο. Το Χάρκοβο είχε καταληφθεί από τους Γερμανούς τον Οκτώβριο του 1941. Οι Σοβιετικοί κατά την αντεπίθεση του Ιανουαρίου 1942 είχαν δημιουργήσει έναν θύλακα στην αριστερή (δυτική) όχθη του Ντονιέτς, παραποτάμου του Ντον, στα νότια του Χάρκοβου.

Τον Μάιο, οι Σοβιετικοί επιχειρούν να περικυκλώσουν την πόλη, οι Γερμανοί όμως αντεπιτίθενται από τον νότο και αποκόπτουν τον θύλακα πέρα από τον ποταμό. Μέχρι το τέλος Μαΐου, ο θύλακας θα βομβαρδιστεί και οι Σοβιετικοί θα αποδεκατιστούν: 70.000 νεκροί, 200.000 αιχμάλωτοι και μόλις 22.000 διασωθέντες. Όλος ο εξοπλισμός των Σοβιετικών καταστράφηκε ή εγκαταλείφθηκε στο πεδίο της μάχης. Η πανωλεθρία αυτή ήταν συγκρίσιμη με εκείνη του καλοκαιριού της προηγούμενης χρονιάς, κατά την πρώτη γερμανική επίθεση και προέλαση. Ολόκληρη η νότια σοβιετική άμυνα κάμφθηκε και οι μονάδες του Κόκκινου Στρατού, υποστελεχωμένες και χωρίς ανεφοδιασμό, παρέμεναν αποκομμένες από τη γενική διοίκηση και τα κέντρα επικοινωνιών.

Για τους Γερμανούς η νίκη ήταν μεγαλύτερη ακόμα κι από αυτό που μπορούσαν να κατανοήσουν εκείνη τη στιγμή: εξουδετερώνοντας τον θύλακα του Χάρκοβου, άνοιξε γι’ αυτούς η πύλη προς τον νότο. Αγνοώντας την έκταση της σοβιετικής αδυναμίας, δεν αντιλαμβάνονται πως ο δρόμος είναι ανοικτός για τον Καύκασο.

Η επιχείρηση στο Χάρκοβο.

Ε. Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΑΥΚΑΣΟ (FALL BLAU)

Ο Στάλιν έδωσε τη μεγαλύτερη βαρύτητα στην άμυνα της Μόσχας, όπου πίστευε πως θα επικεντρωνόταν η γερμανική εαρινή επίθεση του 1942. Κέντρο όλων των εξουσιών του κράτους και του στρατού, του συγκεντρωτικού οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου, βιομηχανικό κέντρο, επικοινωνιακός κόμβος και σύμβολο της σοβιετικής εξουσίας. Αυτό που εθεωρείτο αναπόφευκτο ήταν η επίθεση στον θύλακα μεταξύ Demyansk και Vyazma, που προεξείχε προς τα δυτικά κοντά στη Μόσχα. Οι Σοβιετικοί επιτελείς θεωρούσαν πως η κύρια γερμανική επίθεση θα γινόταν με τη 2η τεθωρακισμένη στρατιά μέσω Οριόλ και Τούλα, από τα νότια, με κατεύθυνση τη Μόσχα. Ωστόσο, πληροφορίες που έφτασαν από το Bryansk και τα νοτιοδυτικά μιλούσαν για επίθεση από το Kursk μέσω Voronezh. Πίστεψαν πως αυτή θα ήταν η αιχμή της γερμανικής επίθεσης, σε μια προσπάθεια να κυκλώσουν τη Μόσχα από τα νοτιοανατολικά.

Την άνοιξη, ο Στάλιν εγκατέλειψε την ιδέα της γενικής διοίκησης του πολεμικού θεάτρου και εφάρμοσε τη λογική των πολλών μετώπων που θα συνεργάζονταν χαλαρά μεταξύ τους. Στη άμυνα της Μόσχας αντιστοιχούσαν τρία μέτωπα: το Βορειοδυτικό, το Καλίνιν και το Δυτικό. Σε αυτά αποσπάστηκε το 50% των μεραρχιών και της ισχύος της σοβιετικής πολεμικής μηχανής.

Νοτιότερα, απέναντι από το Οριόλ και το Kursk, παρατάχθηκαν τα μέτωπα του Bryansk και το Νοτιοδυτικό, με το 30% της σοβιετικής ισχύος. Εκεί ο Στάλιν ανέπτυξε δύο στρατιές αρμάτων, την 3η και την 5η, μεταξύ του Voronezh και της Μόσχας. Από τα δυτικά του Voronezh εκτείνονταν προς τα νότια δύο επάλληλες οχυρωματικές ζώνες μήκους 250 Km κατά μήκος του Ντον και του παραποτάμου του, Ντονέτς. Το νοτιότατο άκρο της άμυνας, το Νότιο μέτωπο και το μέτωπο του Βόρειου Καυκάσου, καλυπτόταν μόλις από το 10% της ισχύος και ήταν αναλογικά το πιο αδύναμο. Ως αντιστάθμισμα σε αυτή την παραμέληση του νότιου μετώπου, ο Στάλιν διέταξε την οχύρωση τριών πόλεων: του Ροστόβ επί του Ντον, του Σαράτοβ και του Στάλινγκραντ. Επιπλέον, 10 διάσπαρτες εφεδρικές στρατιές βρίσκονταν σε διαδικασία σχηματισμού μεταξύ Voronezh και Μόσχας. Πολλές από αυτές θα παίξουν αποφασιστικό ρόλο στην επερχόμενη μάχη.

Παρά τα εντυπωσιακά εδαφικά κέρδη της πρώτης χρονιάς, τα αποτελέσματα της αρχικής επίθεσης του Χίτλερ στην πραγματικότητα υπήρξαν πενιχρά: η αναχαίτιση έξω από τη Μόσχα ήταν το πρώτο πλήγμα, αλλά μια πιθανή αποτυχία στον νότο ήταν ό,τι τρόμαζε τον Χίτλερ περισσότερο. Έτσι, τον Απρίλιο έδωσε προτεραιότητα στην εκστρατεία προς τον νότο (επιχείρηση Μπλε), ώστε να εξασφαλίσει την τροφοδοσία του πολέμου και να μπορέσει να πετύχει τους υπόλοιπους στόχους του: παγίωση της κατοχής της Ουκρανίας, κατάκτηση της περιοχής δυτικά του Βόλγα, επέκταση ώς τις πετρελαιοπηγές του Καυκάσου. Μετακίνησε πολλές μεραρχίες προς τον νότο, μείωσε άλλες στο 50% της δύναμής τους και απέσπασε από τους συμμάχους του όσες μεραρχίες μπορούσαν να διαθέσουν. Μέχρι τον Ιούνιο, 52 μεραρχίες προστέθηκαν στη μεγάλη γερμανική στρατιά της Ανατολής, οι 20 από αυτές συμμαχικές: ιταλικές, ρουμανικές, ουγγρικές, σλοβακικές, ακόμα και εθελοντές από την Ισπανία.

Συγκεντρώθηκαν 74 επιπλέον μεραρχίες. Από αυτές, οι 9 ήταν θωρακισμένες και οι 7 μηχανοκίνητες. Επιπλέον, 8 ακόμη μεραρχίες καθ’ οδόν προς το μέτωπο θα χρησίμευαν ως στρατηγική εφεδρεία. Τέλος, πάνω από τη μισή δύναμη της Λουφτβάφε στην Ανατολή θα μετείχε στις μάχες.

Η επίθεση των Γερμανών θα εκδηλωνόταν σε τρεις ξεχωριστές φάσεις και θα κατευθυνόταν ανάλογα με την εξέλιξη της μάχης, ώστε να αξιοποιηθούν όσο γινόταν καλύτερα οι περιορισμένες γερμανικές δυνάμεις. Στην πρώτη φάση, θα προωθούνταν από το Κουρσκ προς το Voronezh στον άνω Ντον (2η στρατιά, 4η τεθωρακισμένη στρατιά, 2η ουγγρική στρατιά). Το πεζικό θα ακολουθούσε ώστε να σταθεροποιήσει την κατοχή του Voronezh, ενώ η 4η τεθωρακισμένη θα προχωρούσε προς τα νότια κατά μήκος του Ντον. Στη δεύτερη φάση, δυο μέρες αργότερα, η 6η στρατιά θα ξεκινούσε από το Χάρκοβο, θα περνούσε τον ποταμό Ντονιέτς και θα προχωρούσε παράλληλα με την 4η τεθωρακισμένη κατά μήκος του «ισθμού» μεταξύ Ντον και Ντονιέτς. Στην τρίτη φάση, λίγες μέρες αργότερα, η 1η τεθωρακισμένη, προστατευμένη στα δεξιά της από την 17η –και με την 8η ιταλική ως εφεδρεία– θα περνούσε τον Ντονιέτς νοτιότερα και θα κατευθυνόταν ανατολικά και νότια προς τον κάτω Ντον. Το σχέδιο ήταν να περικυκλώσουν τους Σοβιετικούς i. στην αριστερή όχθη του Ντονιέτς, ii. μεταξύ Ντονιέτς και Ντον και, iii. μεταξύ Ντον και Βόλγα. Μετά, αφού θα εξουδετερώνονταν αυτοί οι θύλακες, το μέτωπο θα σταθεροποιούνταν επί του Βόλγα και θα μπορούσε να ξεκινήσει η επιχείρηση προς τον νότο. Η επιχείρηση Μπλε ήταν η τελευταία απόπειρα του Χίτλερ να πετύχει την αποφασιστική νίκη επί του Κόκκινου Στρατού και από το αποτέλεσμά της θα κρινόταν όλη η μετέπειτα εξέλιξη του πολέμου.

Επιχείρηση “Μπλε” (Fall Blau).

Το σχέδιο της επίθεσης

Στις 28 Ιουνίου ξεσπά η γερμανική επίθεση προς τον νότο. Ακόμα και οι απλοί στρατιώτες καταλάβαιναν πως αυτή ήταν η δεύτερη και τελευταία ευκαιρία να συντρίψουν τον Κόκκινο Στρατό: δεν έπρεπε να περάσουν δεύτερο χειμώνα στη Ρωσία. Οι Γερμανοί ξεκίνησαν την προώθησή τους μέσα από τη στέππα του Ντον προς δύο κατευθύνσεις: τον Καύκασο και τον Βόλγα. Αρχικά σημείωσαν επιτυχίες: το σοβιετικό μέτωπο, αδυνατισμένο από τους καταστροφικούς χειρισμούς του Μαΐου στο Χάρκοβο, λύγισε και έσπασε. Όμως, καθώς τα γερμανικά μηχανοκίνητα και το πεζικό ξεχύνονταν στις πεδιάδες, παρατηρούσε κανείς πως τα σοβιετικά στρατεύματα, δεν υποχωρούσαν πλέον άτακτα όπως το προηγούμενο καλοκαίρι, παρά κατάφερναν να αναδιοργανωθούν και να πραγματοποιούν μια σειρά από επιχειρήσεις παρακώλυσης των Γερμανών: στο Ροστόβ επί του Ντον, στο Βορονιέζ και, κυρίως, στη μεγάλη καμπή του Ντον, εκεί όπου ο ποταμός στρέφεται προς τα νοτιοδυτικά και την Αζοφική θάλασσα. Αυτές οι ενέργειες των Σοβιετικών, συνδυασμένες με τη στερεότυπη παρανόηση περί διάλυσης του Κόκκινου Στρατού και με την αναποφασιστικότητα της ανώτατης γερμανικής διοίκησης, συνέτειναν στο να φρενάρουν την προέλαση πάνω στη δεύτερη κατεύθυνση της γερμανικής επίθεσης: τη δυτική όχθη του Βόλγα.

Η Βέρμαχτ φαίνεται να βρίσκεται στο απόγειο της υπεροχής της στη Σοβιετική Ένωση αυτή την εποχή: τα πάντσερ σαρώνουν τη νότια στέπα προς τα πετρέλαια του Καυκάσου και οι Σοβιετικοί φαίνεται να έχουν ηττηθεί, στην πραγματικότητα όμως εξαγοράζουν χρόνο προσφέροντας έδαφος στον αντίπαλο. Οι Γερμανοί γίνονται αλαζόνες από την εύκολη νίκη και χαλαρώνουν την πίεση προς το Στάλινγκραντ, καθυστερώντας στη στέπα. Όταν τελικά θα συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους στην κατάληψη της πόλης, θα εκπλαγούν από την αγριότητα της αντίστασης των Ρώσων.

Η προέλαση της Γερμανικής 6ης Στρατιάς προς το Στάλινγκραντ.

ΣΤ. Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ (ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1942 – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1943)

Η επίθεση

Το σημείο που επιλέχθηκε για την τελική σοβιετική αντίσταση ήταν μια εκτεταμένη βιομηχανική πόλη ακριβώς στη στροφή του Βόλγα, η οποία έλεγχε τις ποτάμιες, χερσαίες και σιδηροδρομικές συγκοινωνίες προς τον νότο. Η μάχη του Στάλινγκραντ θα αποτελούσε το αποφασιστικό σημείο καμπής του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Καθώς θα εξελισσόταν, οι δύο αντίπαλοι, ο Χίτλερ και ο Στάλιν, θα εμπλέκονταν σε ένα bras-­‐de-­‐fer πείσματος και αντοχής. Για τον Χίτλερ, η πτώση της πόλης που έφερε το όνομα του Στάλιν θα σήμαινε την πτώση του ίδιου του Στάλιν. Για τους Σοβιετικούς, η υπεράσπισή της ήταν ένα καθήκον απέναντι στον «πατερούλη». Ο Βόλγας έχει μόνο μία όχθη, δεν υπάρχει έδαφος πίσω από τον Βόλγα, ήταν τα σοβιετικά μόττο για την ανυποχώρητη γραμμή άμυνας πάνω στη δεξιά (δυτική) όχθη του ποταμού, όπου απλωνόταν το Στάλινγκραντ σε μήκος περίπου πενήντα χιλιομέτρων.

Το Στάλινγκραντ (πρώην Τσαρίτσιν – πόλη του Τσάρου) στριμώχνεται κατά μήκος των ακτών του Βόλγα. Τα «μπαλκάς» της στέπας, τα κοιλώματα / χαράδρες, φτάνουν μέχρι μέσα στην πόλη. Ανάμεσα στο μεγαλύτερο κοίλωμα ρέει ο Τσαρίτσα. Οι όχθες κατεβαίνουν με απότομες κλίσεις, πράγμα που δυσκολεύει τη σχέση της πόλης με τον ποταμό. Η παλιά πόλη βρίσκεται στον νότο. Στον κεντρικό τομέα, πάνω από την Ερυθρά Πλατεία, δεσπόζει ο λόφος του Μαμάι Κουργκάν, που κατεβαίνει με μεγάλα σκαλοπάτια ώς το ποτάμι. Εκεί βρίσκεται και η αποβάθρα των πορθμείων προς την απέναντι όχθη. Στον βορρά απλώνονται οι βιομηχανίες. Το εργοστάσιο χημικών Λαζούρ, το χαλυβουργείο Κόκκινος Οκτώβρης, τα χυτήρια πυροβόλων Μπαρικάντυ (Οδόφραγμα) και το εργοστάσιο τρακτέρ Τζερζίνσκι. Στη συνέχεια, τα προάστια Σπαρτακόφσκα και Ρυνόκ. Η πόλη έχει μήκος 50 χλμ και μέγιστο πλάτος 1500 μέτρα.

Το Στάλινγκραντ δεν βρισκόταν εξαρχής στους στόχους του Χίτλερ, προέκυψε μετά. Του αρκούσε μόνο η καταστροφή του βιομηχανικού δυναμικού της. Η πολιορκία θα ξεκινήσει στις 2 Σεπτεμβρίου, όταν θα συνενωθούν η 6η Στρατιά και η 4η Στρατιά Πάντσερ στους λόφους που δεσπόζουν πάνω από το Στάλινγκραντ. Για τους Ρώσους, η υπόθεση φαίνεται χαμένη: όλες οι επικοινωνίες από την ξηρά έχουν κοπεί – μένει μόνο ο Βόλγας, με τα πορθμεία (εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η σημερινή γέφυρα). Ο Λοπάτιν, διοικητής της 62ης Στρατιάς ζητά να αποσυρθεί πέρα από τον ποταμό, όμως ο Στάλιν αντιδρά και θεωρεί πως ό,τι είχε να δώσει από εδάφη, το έδωσε. Ο διοικητής του μετώπου Γερεμένκο κι ο κομισσάριος Χρουστσώβ αντικαθιστούν τον Λοπάτιν με τον Τσουίκοβ, που είχε πρόσφατα φτάσει από την Άπω Ανατολή.

Τρία στοιχεία εκπλήσσουν τους Γερμανούς κατά την εισβολή στη Ρωσία: η ευκολία με την οποία ο Στάλιν «θυσιάζει» εκατοντάδες χιλιάδες Ρώσων στρατιωτών, η αφθονία του υλικού, κυρίως των αρμάτων, που πέφτουν στα χέρια τους και η ταχύτητα με την οποία ανασυγκροτούνται οι ρωσικές μεραρχίες. Ο Χάλντερ λέει: ξεκινήσαμε τον πόλεμο υπολογίζοντας σε 200 ρωσικές μεραρχίες, έχουμε φτάσει στις 300 και, κάθε φορά που εξουδετερώνουμε μια δεκάδα, μια νέα δεκάδα ξεπροβάλλει[7].

Μετά την αποτυχία τους να καταλάβουν την πόλη εξ εφόδου, οι Γερμανοί ενεπλάκησαν και δεσμεύτηκαν σε έναν σώμα-­‐με-­‐σώμα αγώνα. Επέλεξαν να το θεωρήσουν ως «πόλεμο φθοράς» του αντιπάλου. Αυτό όμως αποδείχθηκε λάθος τακτικής αλλά και λάθος στρατηγικής αντίληψης των δεδομένων: στην πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι που είχαν εγκλωβισθεί σε μια ψυχοφθόρα διαδικασία. Οι Σοβιετικοί απασχολούσαν μόνο τόσα στρατεύματα όσα απαιτούνταν για να κρατήσουν τους Γερμανούς μακριά, ενώ ταυτόχρονα ανεφοδίαζαν το μέτωπο με όλο και περισσότερες εφεδρείες[8].

Το Στάλινγκραντ παρομοιάζεται με το Βερντέν. Εκεί όμως, η σφαγή γινόταν εξ αποστάσεως, ανώνυμα, με εκρηκτικά και ριπές αυτομάτων. Στο Στάλινγκραντ γίνονταν μάχες πρόσωπο-­‐με-­‐πρόσωπο, οι στρατιώτες γιουχάρονταν και βρίζονταν από την απέναντι πλευρά του δρόμου. Πολλές φορές άκουγαν την ανάσα του αντιπάλου από το διπλανό δωμάτιο ενώ στις συμπλοκές χρησιμοποιούνταν μαχαίρια και αξίνες, ακόμα και χαλύβδινοι λοστοί παρμένοι από τα χαλάσματα. Ανάμεσα σε πτώματα και συντρίμια, οι αντιμαχόμενοι πολεμούσαν για να κερδίσουν έναν δρόμο, ένα κτίριο, ακόμα και ένα δωμάτιο.

Στα προάστια τα σπίτια ήταν ξύλινα (εξοχικά μπανγκαλόους και καλύβες εργατών) και κάηκαν ολοσχερώς κατά τους βομβαρδισμούς της 23ης Αυγούστου. Καθώς όμως πλησίαζαν προς την πόλη, οι κατασκευές γίνονταν πιο στέρεες, από μπετόν και τούβλα, υπήρχαν υπόνομοι και ήταν, όπως λέει ο στρατηγός Dörr: … αδύνατον να εφαρμόσουμε τακτική μαζικής επίθεσης. Από την εκτεταμένη στέππα εγκλωβιστήκαμε στους «οδοντωτούς λόφους» γύρω από τον Βόλγα, ανάμεσα σε λόχμες και χαράδρες κι από κει στο μπετόν των δρόμων, των ατέλειωτων εργοστασίων, που εκτείνονταν σε ένα ανομοιόμορφο, ανασκαμμένο, τραχύ έδαφος. Το χιλιόμετρο της πεδιάδας αντικαταστάθηκε από το μέτρο της πόλης, οι χάρτης του επιτελείου ήταν πια το πλάνο της πόλης. Για κάθε σπίτι, μαγαζί, εργαστήριο, για κάθε υδατόπυργο, σιδηροδρομική αποβάθρα ή εργοστάσιο, για κάθε τοίχο, κάθε υπόγειο, κάθε σωρό από μπάζα, δίνονταν σκληρές μάχες. Η απόσταση ανάμεσα σε μας και τον εχθρό ήταν η μικρότερη δυνατή. Σε τέτοιες συνθήκες η υπεροχή της αεροπορίας και του πυροβολικού έχαναν το πλεονέκτημά τους. Πώς να διασπάσεις τον κλοιό ενός τόσο στενού πεδίου μάχης; Οι Ρώσοι ήταν πιο αποτελεσματικοί από μας στη χρήση του εδάφους, πιο επινοητικοί στο καμουφλάζ, στην οχύρωση και στα χαρακώματα[9].

Τοπογραφία του Στάλινγκραντ.

Οι Σοβιετικοί είχαν εγκαταστήσει το βαρύ πυροβολικό τους στην ανατολική όχθη (αριστερή κατά την κάθοδο του ποταμού). Τα πορθμεία του Βόλγα αποδείχθηκαν κρίσιμα για τον ανεφοδιασμό με πυρομαχικά των μικρών όπλων, με σφαίρες και όλμους, που καταναλώνονταν σε ασύλληπτους αριθμούς. Κρίσιμα ακόμη και για τη μεταφορά βότκας ή για την απομάκρυνση των τραυματιών. Πολυάριθμες νησίδες στην ανατολική όχθη μπροστά από το προάστιο της Krasnaya Sloboda (Κόκκινη Ελευθερία) έκαναν αδύνατη τη φύλαξή τους ή την εξουδετέρωση, κυρίως τη νύχτα. Οι Γερμανοί άργησαν να το καταλάβουν αυτό και για πολλές μέρες άφησαν αυτή τη ζωτική αρτηρία να λειτουργεί και να ανεφοδιάζει τη φρουρά της πόλης. Αντιθέτως, επικεντρώθηκαν στο να καταλάβουν τη μικρή λωρίδα γης κατά μήκος της δεξιάς όχθης –την οποία αποτελεί το Στάλινγκραντ– αλλά, ακόμα κι όταν κατάφερναν να φτάσουν στην ακτή σε διάφορα σημεία, αυτά ήταν ασύνδετα μεταξύ τους και τροφοδοτούνταν με δυσκολία: αποτελούσαν περισσότερο παθητικό από άποψη τακτικής. Αν ο Ρίχτχοφεν είχε επικεντρωθεί στην καταστροφή των ρώσικων πυροβολαρχιών των 76 mm στην ανατολική όχθη, οι Γερμανοί θα είχαν προσεγγίσει ευκολότερα τις όχθες του ποταμού. Ωστόσο, ο Πάουλους είχε εξαρχής λάθος προσέγγιση. Απροετοίμαστος για μια μάχη εκ του συστάδην μέσα σε κατοικημένη περιοχή, αντέδρασε με τον αναμενόμενο γερμανικό τρόπο: όλο και πιο άγριες επιθέσεις σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις[10].

Η παραπλάνηση, όσον αφορά τη σοβιετική τακτική ήταν καθολική, από τις υψηλότερες βαθμίδες έως τους απλούς στρατιώτες. Ο χρονικογράφος Χόφμαν, που εξύμνησε τη γερμανική επίθεση της 23ης Αυγούστου, προδίδει αυτή τη νοοτροπία στα επίθετα που χρησιμοποιεί για τους Ρώσους καθώς εξελίσσονται οι μάχες, αρχικά από την περιφρόνηση και τη δυσπιστία, αργότερα στον φόβο και τον αυτο-­‐οικτιρμό. 1/9: θα πολεμήσουν οι Ρώσοι στην όχθη του Βόλγα; Είναι τρέλα. 8/9: …παράφρον πείσμα. 11/9: …φανατικοί. 13/9: …άγρια κτήνη. 16/9 …βαρβαρότητα. Δεν είναι άνθρωποι αλλά δαίμονες. 26/9: …βάρβαροι. Χρησιμοποιούν γκαγκστερικές μεθόδους. Ακολουθεί ένας μήνας χωρίς σχόλια για τους αντιπάλους, παρά μόνο κατήφεια για το χάλι στο οποίο βρίσκονται ο ίδιος και οι σύντροφοί του. Και συνεχίζει, 27/10: …οι Ρώσοι δεν είναι άνθρωποι αλλά μάλλον πλάσματα από χυτοσίδηρο. Δεν κουράζονται ποτέ και δεν φοβούνται τα πυρά. 28/10: …κάθε στρατιώτης θεωρεί τον εαυτό του καταδικασμένο πλέον[11].

Γερμανοί στρατιώτες μάχονται μέσα στα ερείπια.

Όταν ο Πάουλους επέστρεψε στο αρχηγείο του μετά τη συνάντηση που είχε με τον Χίτλερ στις 12 Σεπτεμβρίου, η τρίτη επίθεση ήταν επί θύρας. Η 6η στρατιά παρέτασσε 11 μεραρχίες, τρεις από τις οποίες ήταν τεθωρακισμένες. Οι Ρώσοι είχαν αντίστοιχα μόνον τρεις μεραρχίες πεζικού, τμήματα από άλλες τέσσερις και δύο ταξιαρχίες αρμάτων. Αυτή η μειωμένη δύναμη των Ρώσων οφειλόταν στο ότι ο Χόθ, με την 14η και την 24η τεθωρακισμένες μεραρχίες, είχε τελικά αγγίξει τον Βόλγα στο Κουπαρόσνιε (Βιτριόλι), ένα νότιο προάστιο του Στάλινγκραντ, διασπώντας έτσι την ενότητα μεταξύ της 62ης (στο βορά) και της 64ης (στο νότο) στρατιάς των Ρώσων. Πέντε μέρες πριν, η 14η μεραρχία του Χοθ είχε κόψει στα δύο την 64η σοβιετική στρατιά στο Κρασναρμίισκι (Κόκκινος Στρατός) στα ΝΑ του Στάλινγκραντ, φτάνοντας για πρώτη φορά στον Βόλγα στα Νότια. Ο κύριος κορμός του ρωσικού στρατού, που πολεμούσε επί ενάμιση μήνα με την αφρόκρεμα των γερμανικών τεθωρακισμένων, καθηλώθηκε σε μια λωρίδα 20 χιλιομέτρων κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής προς το Ροστόβ.

Την επομένη της μέρας που η 14η τεθωρακισμένη μεραρχία κατέλαβε το Κουπαρόσνιε, ο Τσούικοβ διορίσθηκε επικεφαλής της αποκομμένης 62ης στρατιάς. Εκείνη τη νύχτα, ο Τσούικοβ πέρασε από την Μπεκέτοβσκα απέναντι, στην ανατολική όχθη και, μετά από μια εφιαλτική διαδρομή με τζιπ, έφτασε στο Γιάμυ, στο στρατηγείο του μετώπου, όπου παρουσιάστηκε στον Χρουστσέφ και τον Γερεμένκο. Μετά, επέστρεψε από την Κράσναγια Σλόμποντα στη φλεγόμενη πόλη. Το Στάλινγκραντ βομβαρδιζόταν ήδη επί 24 ώρες, καθώς ολόκληρο το πυροβολικό της 6ης στρατιάς έστρωνε τον δρόμο για την ομόκεντρη επίθεση του Πάουλους. Καθώς η βάρκα έφτανε στην ακτή, ομοβροντίες από μυδράλια έπεφταν στα μαύρα νερά ολόγυρα, ανεβάζοντας κατά πολύ τη θερμοκρασία του αέρα.

Ρώσοι στρατιώτες και ναύτες μέσα στα χαρακώματα.

Η παλιά πόλη στον νότο έπεσε πρώτη στα χέρια της 29ης μηχανοκίνητης Μεραρχίας. Τρομακτικές μάχες θα γίνουν μέσα στο σιλό, όπου καίγεται το αποθηκευμένο σιτάρι, ενώ οι εκρήξεις των όπλων αντηχούν μέσα στον τσιμεντένιο θόλο. Στα μέσα Οκτωβρίου οι Γερμανοί κατέχουν 10 χιλιόμετρα όχθης. Στις 9 Νοεμβρίου, επέτειο της υπογραφής του Μονάχου, ο Χίτλερ δηλώνει πως το Στάλινγκραντ ελέγχεται πλήρως και πως χρειάζονται πια μικρές μονάδες για την εκκαθάριση της πόλης. Δεν κάνει γενική έφοδο για να μην επαναληφθεί ένα Βερντέν. Δεν απέχει πολύ από την αλήθεια: οι Ρώσοι κρατούν μια μικρή νησίδα στην αποβάθρα των πορθμείων, τη ρακέτα του τένις (εργοστάσιο Λαζούρ), τον Κόκκινο Οκτώβρη και τις ανατολικές εξόδους του Μπαρικάντυ και του Τζερζίνσκι. Τα 9/10 της πόλης τα κατέχουν οι Γερμανοί. Στις 19 Νοεμβρίου το Μπαρικάντυ και το Τζερζίνσκι πέφτουν στα χέρια τους. Ο Τσουίκοβ ρίχνει στη μάχη την τελευταία εφεδρεία του και γνωστοποιεί πως φτάνει το τέλος: στερεύει από τρόφιμα, πυρομαχικά και αίμα…

Ζ. Η ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ (ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ “ΟΥΡΑΝΟΣ”)

Στις αρχές του χειμώνα η κατάσταση έχει τελματωθεί για τους Γερμανούς: το μέτωπο απλώνεται σε μήκος 2.600 χλμ. Η επιμήκυνση των γραμμών τροφοδοσίας είναι εξωφρενική. Οι επιθέσεις των Ρώσων παρτιζάνων φτάνουν τις 700 τον μήνα. Ο αντικειμενικός σκοπός ήταν η κατάκτηση της Υπερκαυκασίας: η Ομάδα Στρατιών Β΄ όφειλε να κλείσει ερμητικά τον ισθμό μεταξύ Ντον και Βόλγα (60 χλμ) και μετά να παραταχθεί κατά μήκος του Βόλγα μέχρι τις εκβολές του στην Κασπία, στο Αστραχάν. Μέχρι τον ερχομό του χειμώνα, τα σύνορα όφειλαν να ορίζονται από τα παράλια του Ευξείνου, την πεδιάδα της Υπερκαυκασίας (Μπατούμ-­‐Μπακού), τα δυτικά παράλια της Κασπίας, τον Βόλγα και την καμπή του Ντον. Απομακρύνοντας τη Ρωσία από τον Εύξεινο η Γερμανία θα προστάτευε την Κριμαία, τη Ρουμανία και την Ουκρανία από τις σοβιετικές επιθέσεις.

Για να επιτευχθεί όμως αυτός ο στόχος, οι Γερμανοί έπρεπε να διαθέτουν διπλάσιο αριθμό ανδρών, τριπλάσια ικανότητα μετακινήσεων, τετραπλάσια αεροπορία. Οι άνδρες δεν είχαν ξεκουραστεί, στην πραγματικότητα οι μονάδες ήταν υποστελεχωμένες. Το Μπατούμ, το Μπακού, η Τυφλίδα ήταν ακόμη μακριά: η Γερμανία είχε φτάσει στα όρια των αντοχών της. Ο Χίτλερ το γνωρίζει αλλά προτιμά να κάνει πως το αγνοεί, ενστερνιζόμενος πάντα τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις[12].

Όταν φάνηκε πως ο Καύκασος δεν μπορούσε να πέσει, το Στάλινγκραντ έχασε τη στρατηγική του σημασία. Ακόμη κι ο Βόλγας, που θα πάγωνε με τον ερχομό του χειμώνα και θα γινόταν βατός, θα καταργούσε το πλεονέκτημα της απομόνωσης της πόλης. Η λογική για τους Γερμανούς έλεγε πως έπρεπε να υποχωρήσουν από τον Καύκασο, να σταθεροποιήσουν το μέτωπο και να ετοιμαστούν να διαχειμάσουν για μια ακόμη φορά. Ο Χίτλερ όμως δεν είχε πια επαφή με την πραγματικότητα. Αρχές Σεπτεμβρίου απέλυσε τον Λιστ και μετά απομάκρυνε τον Γιοντλ (όταν εκείνος προσπάθησε να του ρίξει το φταίξιμο).

Απομονώθηκε από τον κύκλο του και ώς τον θάνατό του έπαψε να συντρώγει με τους στρατηγούς του. Στις 24 Σεπτεμβρίου θα απομακρύνει και τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου, τον Χάλντερ, που κατείχε τη θέση αυτή από την κρίση του Μονάχου. Έκτοτε, θα αναλάβει μόνος τη διεύθυνση των επιχειρήσεων με Αρχηγό τον Ζάιτσλερ.
Με τον ερχομό του χειμώνα, εκδηλώθηκε η σοβιετική αντεπίθεση, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή των ρουμανικών, ιταλικών και ουγγρικών στρατιών, καθώς και την περικύκλωση της πανίσχυρης γερμανικής 6ης Στρατιάς. Ο Χίτλερ, δεν δέχεται με τίποτε την υποχώρηση από τον Βόλγα και πείθεται από την αισιόδοξη υπόσχεση του Γκαίρινγκ από το Παρίσι πως μπορεί να ανεφοδιάζει τη στρατιά από αέρος. Στην πραγματικότητα, αντί των 1000 τόνων εφοδίων που ζητά ο Πάουλους (και των 500 που θα ήταν ένας αποδεκτός μέσος όρος), η αεροπορία δεν θα μπορέσει να μεταφέρει παραπάνω από 90 τόνους ημερησίως.

Επιχείρηση “Ουρανός”.

Η. ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Στις 14 Οκτωβρίου 1942 ο Χίτλερ εξέδωσε την ακόλουθη διαταγή προς τα στρατεύματά του: Κάθε διοικητής, μέχρι τον κατώτερο επικεφαλής ενός ουλαμού, πρέπει να πεισθεί για το ιερό καθήκον του να σταθεί ακλόνητος ο,τιδήποτε κι αν συμβεί, ακόμα κι αν ο εχθρός τον υπερφαλαγγίσει από αριστερά κι από δεξιά, ακόμα κι αν το δικό του τμήμα της γραμμής [του μετώπου] αποκοπεί, περικυκλωθεί, καταληφθεί από άρματα μάχης, πνιγεί από τον καπνό ή από χημικά αέρια[13].

Η απόφαση του Χίτλερ να μην επιτρέψει με κανένα τρόπο την υποχώρηση της 6ης Στρατιάς από το Στάλινγκραντ είχε ως αποτέλεσμα τον αποδεκατισμό της, την τελική της παράδοση και την εξολόθρευση των 85 από τις 90 χιλιάδες στρατιωτών της που πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Μια παρόμοια κατάσταση είχε αντιμετωπίσει και τον χειμώνα του 1941, κατά την πολιορκία της Μόσχας. Μετά την αντεπίθεση των Σοβιετικών, οι στρατηγοί του είχαν εισηγηθεί μια υποχώρηση σε καταλληλότερο πεδίο, όπου θα οργανωνόταν η διαχείμαση του στρατού. Ο Χίτλερ άλλους από αυτούς τους καθαίρεσε και άλλους τους έστειλε στο στρατοδικείο. Αν και με μεγάλες απώλειες μέσα στον φοβερό χειμώνα και αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν την πολιορκία της Μόσχας, οι Γερμανοί κράτησαν ωστόσο το μέτωπο και δεν αποτόλμησαν τη μεγάλη υποχώρηση, όπως είχε κάνει ο Ναπολέων. Από αυτή την άποψη ο Χίτλερ βγήκε δικαιωμένος και μπόρεσε την επόμενη άνοιξη να συνεχίσει την εκστρατεία του. Στο Στάλινγκραντ ήταν λοιπόν πεπεισμένος πως δεν έπρεπε να υποχωρήσει. Μόνο που το Στάλινγκραντ δεν υπήρχε πλέον ως πόλη. Δεν υπήρχε κανένας τόπος για να διαχειμάσει κανείς και, επιπλέον, η 6η Στρατιά είχε περικυκλωθεί.

Μια τελευταία προσπάθεια απεγκλωβισμού της πραγματοποιήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1942, από τον Μάνσταϊν, επικεφαλής της 4ης θωρακισμένης Στρατιάς, ο οποίος προχώρησε από τα νοτιοδυτικά προς το Στάλινγκραντ. Το σχέδιο θα μπορούσε να στεφθεί από επιτυχία μόνο αν ο Πάουλους επιχειρούσε έξοδο ώστε να μοιραστεί η απόσταση στα δύο. Θα σημειωθεί αντεπίθεση των Ρώσων που θα διαλύσει την 8η ιταλική Στρατιά και θα απειλήσει το Ροστόβ.
Στις αρχές Ιανουαρίου 1943 η προσπάθεια εγκαταλείπεται οριστικά και η 6η Στρατιά αφήνεται στην τύχη της.

Καταρριφθέν Γερμανικό αεροπλάνο.

Για τον Κόκκινο Στρατό, το Στάλινγκραντ δεν ήταν απλώς μια νίκη. Ήταν ένα σημείο καμπής από κάθε άποψη: αναπτερώθηκε το ηθικό, το κύρος των ανδρών και των αξιωματικών αποκαταστάθηκε στα μάτια του κόσμου και ξορκίστηκε η σκοτεινή κληρονομιά που βάραινε τον στρατό για χρόνια. Η μάχη σημάδεψε επίσης την αφετηρία της πορείας προς τα δυτικά, που θα οδηγούσε, μέσα από την ανακατάληψη της σοβιετικής επικράτειας και των εδαφών της ανατολικής Ευρώπης, στην καρδιά του Βερολίνου. Την άνοιξη του 1943, όταν η σκόνη κατακάθισε και πάλι πάνω από τη στέππα του Ντον και τα μαυρισμένα ερείπια του Στάλινγκραντ, ο κατακτητικός πόλεμος του Χίτλερ είχε μετατραπεί σε μάχη επιβίωσης. Στο Στάλινγκραντ είχε προσπαθήσει να τσακίσει τον σοβιετικό στρατό στο τελευταίο, οριακό, σημείο υποχώρησής του. Αντί γι’ αυτό, κατάφερε να γονατίσει τη Βέρμαχτ.

Το εσωτερικό του γιγαντιαίων διαστάσεων αγάλματος της Μητέρας Πατρίδας (Родина-мать зовёт!).

Θ. ΧΙΤΛΕΡ: ΙΔΙΟΦΥΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗ

Basil H. Liddell Hart: Πριν από τον πόλεμο, κι ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια της κατάκτησης της Δυτικής Ευρώπης, ο Χίτλερ έφτασε να εμφανίζεται ως μια γιγάντια μορφή, που συνδύαζε τη στρατηγική ενός Ναπολέοντα με την πονηριά ενός Μακιαβέλλι και τον φανατικό ζήλο ενός Μωάμεθ. Μετά την πρώτη αναχαίτισή του στη Ρωσία, η εικόνα του άρχισε να συρρικνώνεται και, προς το τέλος, έφτασε να θεωρείται στον στρατιωτικό τομέα ως ένας γκαφατζής ερασιτέχνης, του οποίου η χονδροειδής άγνοια και οι τρελές διαταγές αποτελούσαν το μεγαλύτερο ατού των Συμμάχων. Όλες οι ήττες του γερμανικού στρατού αποδόθηκαν στον Χίτλερ και όλες οι επιτυχίες πιστώθηκαν στο γερμανικό Γενικό Επιτελείο. Αυτή η εικόνα μπορεί να μην είναι ακριβής , περιέχει όμως κάποιες αλήθειες. Ο Χίτλερ βέβαια δεν ήταν ένας ηλίθιος στρατηγός.
Αντιθέτως ήταν ένα πολυ λαμπρό μυαλό και υπέφερε από τα φυσικά ελαττώματα που συνήθως συνοδεύουν αυτή τη λάμψη. (…) Είχε επίσης διαβλέψει καλύτερα από τον κάθε στρατηγό το πώς μπορούσαν να επιτευχθούν οι αναίμακτες κατακτήσεις που προηγήθηκαν του πολέμου [Ρηνανία, Αυστρία, Τσεχοσλοβακία, Μέμελ], υπονομεύοντας εκ των προτέρων την αντίσταση. Κανείς στρατηγός στην Ιστορία δεν υπήρξε πιο ευφυής παίζοντας με το μυαλό των αντιπάλων του – πράγμα που αποτελεί την ανώτατη τέχνη της στρατηγικής[14].

Στις αρχές του πολέμου, το Γενικό Επιτελείο κατάφερνε να περιορίζει τις ακραίες φιλοδοξίες και τους τυχοδιωκτισμούς του Χίτλερ. Κάθε όμως νέα νίκη περιόριζε τις δυνατότητες αντίδρασης των επιτελών ενώ αύξανε την έπαρση και τον παραλογισμό του Φύρερ. Θεωρώντας πως η διαίσθησή του μπορούσε να αντισταθμίσει τη στρατηγική σκέψη, σταδιακά ενεπλάκη ο ίδιος στον σχεδιασμό των επιχειρήσεων και υποκατέστησε τους στρατηγούς του στη γενική διεύθυνση της εκστρατείας. Ως το 1942 είχε ήδη καταλάβει τη θέση του Γενικού Επιτελάρχη του Στρατού, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες εξουσίες του ως Φύρερ, υπουργού Πολέμου και Ανώτατου Διοικητή των Ενόπλων Δυνάμεων. Και ενώ μέχρι τότε φαινόταν πως, με τη βοήθεια συμπτώσεων και της τύχης, το ρίσκο του απέδιδε αποτελέσματα, στο Ανατολικό Μέτωπο η στρατηγική του κατατρυχόταν από προκαταλήψεις και μίσος για τους υποδεέστερους υπανθρώπους. Εκεί πιστεύεται πως βρισκόταν ο σπόρος της καταστροφής του15.

Στάλινγκραντ, 31 Ιανουαρίου 1943: ο Στρατάρχης φον Πάουλους, διοικητής της 6ης Στρατιάς, προσέρχεται στο Αρχηγείο των Σοβιετικών για την υπογραφή της παράδοσης.
Ο Ιωάννης Επαμεινώνδας είναι Διευθυντής του Παραρτήματος Θεσσαλονίκης του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας

Soviet Storm: World War II — In The East. ep. 7. The Battle of Stalingrad. StarMedia

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1.David M. Glantz, Barbarossa. Hitler’s Invasion of Russia 1941, Tempus Publishing, 2001, 13.
2.Gotthardt Heinrici, The Campaign in Russia, Volume 1 (Washington, DC: United States Army G-­‐2, 1954). Αδημοσίευτο χειρόγραφο των National Archives στα γερμανικά (αδημοσίευτη μετάφραση στα αγγλικά του Joseph Welch), 85, στο Glantz, Barbarossa, σημ. 1, 14.
3.Glantz, Barbarossa, 14.
4.Glantz, Barbarossa, 16.
5.Ραιημόν Καρτιέ, Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, 1939-­‐1942, τ. Ι & II, Πάπυρος, Αθήνα, χ.χ., τ. I, 282.
6.Ό. π., 263.
7.Ραιημόν Καρτιέ, Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, 1939-­‐1942, τ. Ι & II, Πάπυρος, Αθήνα, χ.χ., τ. I, 266.
8.Alan Clarck «Stalingrad. The Onslaught», στο Barrie Pitt & Sir Basil Liddell Hart (επιμ.), History of the Second World War, Part 38, BPC Publishing, 1972, 1054.
9.Ό. π., 1055.
10.Ό. π., 1055-­‐1056.
11.Ό. π., 1056.
12.Ραιημόν Καρτιέ, Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, 1939-­‐1942, τ. Ι & II, Πάπυρος, Αθήνα, χ.χ., τ. IΙ, 50.
13.James Duffy, Hitler Slept Late And Other Blunders That Cost Him The War, New York, Praeger, 1991, 149-­‐150.
14.Basil H. Liddell Hart, The German Generals Talk, New York, Morrow, 1948, 3.
15.Alan Clarck «Stalingrad. The Onslaught», στο Barrie Pitt & Sir Basil Liddell Hart (επιμ.), History of the Second World War, Part 38, BPC Publishing, 1972.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μονογραφίες
Bastable Jonathan. Voices from Stalingrad. Cincinnati, OH: David & Charles, 2006.

Baxter I. M., Battle of Stalingrad. Russia’s Great Patriotic War, Concord Publications, 2004.

Beevor Antony. Stalingrad: The Fateful Siege, 1942-‐1943. New York: Penguin Books,1999.

Clarck Alan, «Drive to the Don», στο Barrie Pitt & Sir Basil Liddell Hart (επιμ.),History of the Second World War, Part 38, BPC Publishing,1972.

Clarck Alan, «Stalingrad. The Onslaught», στο Barrie Pitt & Sir Basil Liddell Hart (επιμ.), History of the Second World War, Part 38, BPC Publishing, 1972.

Duffy James, Hitler Slept Late And Other Blunders That Cost Him The War, New York, Praeger, 1991.

Erickson John, «Wehrmacht before Barbarossa», στο Barrie Pitt & Sir Basil Liddell Hart(επιμ.), History of the Second World War, Part 21, BPC Publishing, 1973.

Glantz David M., Barbarossa. Hitler’s Invasion of Russia 1941, Tempus Publishing, 2001.

Hoyt Edwin Palmer, 199 Days: the Battle for Stalingrad. New York: Tor, 1993

Kirchubel Robert, Operation Barbarossa. The German Invasion of Soviet Russia, Osprey Publishing, 2013.

Kirchubel Robert & Bujeiro, Ramiro, Barbarossa, Concord Publications, 2008.

Liddell Hart Basil H., The German Generals Talk, New York, Morrow, 1948.

Mackintosh Malkolm, «Red Army before Barbarossa», στο Barrie Pitt & Sir Basil Liddell Hart (επιμ.), History of the Second World War, Part 21, BPC Publishing, 1973.

Rotundo louis C., Battle For Stalingrad: The 1943 Soviet General Staff Study. Mclean: PergamonBrassey’s, 1989.

Schneider, Franz, and Charles B. Gullans. Last Letters from Stalingrad. Westport, Conn.: Greenwood, 1974

Stahel David, Operation Barbarossa and Germany’s Defeat in the East, Cambridge University Press, 2009.

Tarrant V. E., Stalingrad: Anatomy of an Agony. London: Leo Cooper, 1992.

Weinberg Gerhard L, A World at Arms. A Global History of World War II, Cambridge University Press, 1994.

Καρτιέ Ραιημόν, Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, 1939-‐1942, τ. Ι & II, Πάπυρος, Αθήνα, χ.χ.

Άρθρα
Baird Jay W. «The Myth of Stalingrad», Journal of Contemporary History, Vol. 4, No.3, Urbanism (July, 1969), pp. 187-‐204

Fenyo Mario. «The Allied Axis Armies and Stalingrad», Military Affairs, Vol. 29, No. 2 (Summer, 1965), pp. S7-‐72

Hayward Joel. «Too Little, Too late: An Analysis of Hitler’s Failure in August 1942 to Damage Soviet Oil Production», The Journal of Military History, Vol. 64, No.3 (Jul., 2000), pp. 769-‐794

Kimball Warren F. «Stalingrad: A Chance for Choices», The Journal of Military History,Vol. 60, No.1 (Jan., 1996), pp. 89-‐114

Roberts Geoffrey. «Stalin’s Victory?: The Soviet Union and World War II», History Ireland, Vol. 16, No.1 (Jan. -‐ Feb., 2008). pp. 42-‐48

Sunseri Alvin R. «Patrick J. Hurley at the Battle of Stalingrad: An Oral History Interview», Military

Eli G. Jacobsen, No Land Behind The Volga: The Red Army’s Defense of Stalingrad and the
Encirclement of the German 6th Army, The Evergreen State College http://ellisoncenter.washington.edu/

Αθηνά Κακούρη: Το Ιστορικό Μυθιστόρημα: «Ιστορικό» ή «Μυθιστόρημα»;

Αθηνά Κακούρη

Το Ιστορικό Μυθιστόρημα: «Ιστορικό» ή «Μυθιστόρημα»;

Το κείμενο που ακολουθεί, προέρχεται από διάλεξη της συγγραφέως, η οποία έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 2010 σε εργαστήριο του Θαλής και Φίλοι. Για την παρούσα έκδοση διατηρήθηκε στο ακέραιο ο προφορικός λόγος.

Τo ιστορικό μυθιστόρημα είναι είδος σχετικά πρόσφατο, πράγμα φυσικό διότι δεν μπορούσε να υπάρξει πριν από τήν εξέλιξη της ιστορικής επιστήμης από τη μιά και την διαμόρφωση του μυθιστορήματος ως είδους από την άλλη. Κι αυτό  έγινε χονδρικά στα μέσα του 18ου αιώνα.

Πατέρας του ιστορικού μυθιστορήματος θεωρείται ο Ουώλτερ Σκωτ, που έγραψε στις αρχές του 19ου αιώνος – σα να λέμε, τον καιρό που ωρίμαζε  στις περιοχές  μας  η δυναμική της Εθνεγερσίας. Ενδιαφέρον είναι να σημειώσουμε ότι στην Ελλάδα, το πρώτο ιστορικό μυθιστόρημα,  Ο Αυθέντης του Μωρέως, του Ραγκαβή,  γράφηκε στα 1850, σχετικά κοντά, δηλαδή, στην πρώτη  εμφάνιση του είδους στη Δύση. ΄Εκτοτε, το ιστορικό μυθιστόρημα γνώρισε και γνωρίζει μεγάλη εξάπλωση παντού, και φυσικά και στην Ελλάδα.

Ορισμοί του λογοτεχνικού αυτού είδους έχουν δοθεί τρεις βασικά, αλλά ας μείνουμε σ’εκείνον που ο εξαιρετικός κριτικός λογοτεχνίας Απόστολος Σαχίνης, θεωρεί τον καλύτερον: ιστορικό είναι το μυθιστόρημα που έχει ως θέμα πρόσωπα και γεγονότα μιάς περασμένης εποχής και δημιουργεί το ιδιαίτερο χρώμα του τόπου και του χρόνου.

Τα όσα θα πω σήμερα για το Ιστορικό Μυθιστόρημα δεν είναι άλλο από τα όσα μου δίδαξε η πείρα. Δεν είμαι θεωρητικός (ούτε ιστορικός, ούτε ιστορικός της λογοτεχνίας, ούτε φιλόλογος,) αλλά ένας  ενθουσιώδης αναγνώστης και ένας τεχνίτης, που έμαθε καμπόσα πάνω στη δουλειά και συχνά διερωτήθηκε τι βαραίνει περισσότερο, η Ιστορία ή το Μυθιστόρημα; Και η απάντηση που δίνω εγώ είναι: Ακόμη κι ένα μέτριο μυθιστόρημα στέκει – ή τουλάχιστον δεν βλάπτει- αν είναι σωστή η Ιστορία, δηλαδή  ο ιστορικός ιστός που πάνω του πλέκεται η ανθρώπινη περιπέτεια,  ενώ ακόμη κι ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα δεν στέκει,-ή ενδέχεται να είναι και βλαβερό – εάν η Ιστορία δεν είναι σωστή.

Η Ιστορία, βλέπετε, εκτός από διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα, είναι και ένα εργαλείο. Αν το κατασκευάσουμε και το συντηρήσουμε  καλά, τότε μας δίνει πολλές πληροφορίες για τον εαυτό μας και για τους άλλους, μας δίνει παραλληλισμούς που μας βοηθούν να εκτιμήσουμε μια κατάσταση, μας προσφέρει στοιχεία που βοηθούν για να λαβαίνουμε αποφάσεις, για να κρίνουμε (και άρα να ακολουθήσουμε)  αυτόν τον ηγέτη λόγου χάριν ή τον άλλον, να προλάβουμε λάθη, να προβλέψουμε πιθανότητες. Αν όμως δεν το φροντίσουμε όπως πρέπει, το εργαλείο αυτό μπορεί και να παραπλανήσει, να θολώσει την είκόνα του τι είμαστε εμείς και, ακόμη χειρότερο, του τι είναι κάποιοι άλλοι, να δημιουργήσει επικίνδυνες συναισθηματικές φορτίσεις, να μας βάλει σε λανθασμένους δρόμους και να μας οδηγήσει σε καταστροφές.

Ένα παράδειγμα πολύ κοντινό μας: Η Ιστορία μας διδάσκει πως η Δικτατορία είναι κακό πράγμα. Συμπεραίνουμε λοιπόν πως οι εκπληκτικές επιτυχίες μας στην Αλβανία το 1940 δεν είναι δυνατόν να οφείλονται στον τότε δικτάτορα – και καταλήγουμε ότι το ΟΧΙ το είπε ο λαός και το έπος στην  Αλβανία το  έκανε ο ελληνικός λαικός  ξεσηκωμός.

Εντούτοις η Ιστορία μας διδάσκει πως ναί, πράγματι, η Δικτατορία είναι κακό πράγμα – κι αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ.  Αλλά μας διδάσκει επίσης  και πολλά άλλα που πρέπει να λαβουμε υπ’όψιν μας, κι ανάμεσά τους  ότι ποτέ δεν έγινε λαικός ξεσηκωμός που να απήντησε ακαριαία και επιτυχώς σε μια επίθεση σύγχρονου στρατού, με επιτελικό σχέδιο και συνεργασία όλων των όπλων του σε μια έκταση μετώπου. Η Ιστορία δεν μας δίνει κανένα τέτοιο παράδειγμα. Άρα κάποιος είχε προετοιμάσει το 1940. Μικρή έρευνα αρκεί για να διαπιστώσουμε ότι την άμυνα της χώρας –στρατιωτική και διπλωματική – την είχε οργανώσει  ο Μεταξάς από χρόνια, με όλους τους πολύπλοκούς τρόπους που απαιτεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Το ΟΧΙ το είχε ετοιμάσει ο Μεταξάς.

Αν αυτό το είχαν καταλάβει καλά οι κρατούντες το 1974, δεν θα είχαν λάβει τις αποφάσεις που έλαβαν στην Κύπρο  με τις οικτρές τους συνέπειες.

Σκοπιμότητες του είδους που ψευτίζουν την αλήθεια είναι τόσο επικίνδυνες όσο και τα σκανταλέματα της πυξίδας ενός πλοίου.

Τα παραδείγματα είναι πλήθος – σας συνιστώ μάλιστα ένα μικρό -αλλά πολύ σοβαρό -βιβλίο που κυκλοφόρησε προσφάτως και ελπίζω να μεταφραστεί. Λέγεται Dangerous games (Επικίνδυνα παιχνίδια), The uses and abuses of history, της διάσημης ιστορικού Margaret Macmillan, που διευθύνει τις Σπουδές της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ.

Θα μου πείτε, ίσως, ότι αυτά ισχύουν μεν για την συγγραφή της  Ιστορίας, αλλά για το Ιστορικό Μυθιστόρημα μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία, μια και σίγουρα αν μας επιτεθεί η Βουλγαρία, λόγου χάριν, δεν θα κάτσουν οι κυβερνήτες μας να δούν τι λέει η Πηνελόπη Δέλτα στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου για ν’αποφασίσουν τι θα κάνουν.

Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941).

Ναί, το μυθιστόρημα δεν αποτελεί στοιχείο για την λήψη αποφάσεων. Αλλά αποτελεί ένα πολύ ισχυρό μέσον δημιουργίας κοινής γνώμης, προδιαθέσεως, αιθημάτων,   φρονήματος  δηλαδή.  Η Πηνελόπη Δέλτα ανάθρεψε δυό γεννεές νέων- ή μάλλον  σ υ ν έ β α λ ε   στο να ανατραφούν δυό γεννεές νέων, -εμπνέοντας τους με ηρωικά παραδείγματα αυτοθυσίας για την πατρίδα.

Σκεφτείτε το αντίστροφο –  αν τους τροφοδοτούσε διαρκώς με ιστορίες όπου ο ήρως είναι ο φυγόστρατος, όπου το άτομο έχει το δικαίωμα να αποφασίζει μόνο του πότε θα υπηρετήσει την πατρίδα του και πότε όχι, όπου ο αρχηγός είναι πρόσωπο κατάπτυστο και η ανυπακοή στους νόμους είναι δικαίωμα του καθενός, ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα την κρίσιμη στιγμή του 1940;  Κάτι ανάλογο με αυτό που έγινε στην Γαλλία όταν της επετέθη η χιτλερική Γερμανία – οι στρατιώτες δεν ώρμησαν να υπερασπιστούν την πατρίδα τους,  «Προς τι;» pouquoi?, αναρωτιώνταν ανόρεχτα. Εδώ όμως αγγίζουμε  ένα σημείο που είναι πολύ λεπτό και πολύ επικίνδυνο: το Ιστορικό Μυθιστόρημα που στοχεύει σε κάτι. Νομιμοποιείται να γράφεται ένα τέτοιου είδους μυθιστόρημα; Δηλαδή στην ουσία ένα είδος προπαγάνδας;

Η ερώτηση είναι  μάταιη, διότι έτσι κι αλλοιώς αυτή είναι κοινή πρακτική και έχουμε πολλά τέτοια μυθιστορήματα, είτε ιστορικά είτε όχι. Η Χάριετ Μπήτσερ Στόου έγραψε Το Καλύβι του Μπάρμπα Θωμά στοχεύοντας στην κατάργηση της δουλείας. Ο Ντίκενς έγραψε τον Όλιβερ Τουίστ στοχεύοντας να συγκινήσει τους συμπατριώτες του (μεταξύ άλλων)  για την άθλια κατάσταση των ορφανοτροφείων. Ο Κανταρέ έγραψε το Ο Στρατηγός της νεκρής στρατιάς στοχεύοντας (μεταξύ άλλων) στο να τονώσει την εθνική υπερηφάνεια των Αλβανών. Αυτό λοιπόν γινόταν και γίνεται και θα εξακολουθήσει να γίνεται. Μπορούμε όμως να κρίνουμε πότε νομιμοποιείται και πότε όχι;

Πιστεύω πως ναί. Πιστεύω πως υπάρχει ένα  απόλυτο κριτήριο: η αλήθεια. Αυτήν, ο μυθιστοριογράφος έχει την  υποχρέωση να την αναζητήσει με όλες του τις δυνάμεις, όπως ακριβώς  την έχει και ο ιστορικός.

Πως βρίσκει την αλήθεια; Ψάχνοντας για να εξακριβώσει  τι συνέβη και γιατί. Σαν καλός ανακριτής θα φροντίσει να ακούσει όλες τις πλευρές, να εξετάσει αμερόληπτα όλα τα στοιχεία, να επισημάνει τις αντιφάσεις, να σταθεί εφεκτικός σε  ό,τι του φαίνεται αναξιόπιστο, να εξιχνιάσει τα κίνητρα και κυρίως –κυριότατα- να αντισταθεί στον πειρασμό να προσαρμόσει τα τεκμήρια στις προκαταλήψεις του.

«Μα δεν είναι αυτό δουλειά του Ιστορικού»; θα με ρωτήσετε. «Δεν αρκεί εγώ να πάρω ένα Εγχειρίδιο Ιστορίας, να μάθω τα γεγονότα και μετά να αφήσω την φαντασία μου ελεύθερη στο μυθιστόρημα;» Όχι, αυτό δεν αρκεί καθόλου! Και παρακάτω θα σας εξηγήσω γιατί.

Ο μυθιστοριογράφος θα δουλέψει ως ιστορικός, θα μεταχειριστεί πηγές, δηλαδή. Ημερολόγια ανθρώπων εκείνης της εποχής, εφημερίδες, αλληλογραφία, αρχεία, διπλωματικά έγγραφα…Καλό είναι να  μην ξεχνά ότι δεν είναι εκπαιδευμένος ιστορικός, ότι δεν έχει έξασκηθεί στην τεχνική που απαιτείται και δεν έχει ασκήσει το μυαλό του να αμφιβάλλει, να αντιπαραθέτει, να κρίνει, κοντολογίς ότι του λείπουν πολλά εφόδια και άρα πρέπει να προσέχει διπλά.

Του επιτρέπεται όμως να παρουσιάσει ένα μέρος μιάς περίπλοκης σύνθεσης, ενώ ο ιστορικός οφείλει να παρουσιάσει το σύνολό της. Ο μυθιστοριογράφος -εμπνευσμένος από την ζωή και το θάνατο του Κίτσου Μακρυγιάννη Μαλτέζου – δικαιούται να περιγράψει πως αντιδρά μια παρέα νέων στην Κατοχή  όταν ο πιο χαρισματικός μεταξύ τους δολοφονείται από κομμουνιστάς. Ο ιστορικός όμως ωφείλει να δώσει ολόκληρη την εικόνα των αντιστασιακών οργανώσεων και να διερευνήσει τα αίτια και τον τρόπο που αποφασίστηκε και εκτελέστηκε αυτή η δολοφονία. Αναφέρομαι εδώ σε  βιβλία που υπάρχουν και ως μυθιστορήματα και ως Ιστορία.

Ο μυθιστοριογράφος έχει λοιπόν αυτήν την ελευθερία να διαλέξει ένας μέρος και να παρουσιάσει αυτό το μέρος, αλλά όσο καλύτερος μυθιστοριογραφος είναι τόσο πιο πιστά θα απεικονίσει αυτό το μέρος, και τόσο πιο σωστά θα το τοποθετήσει  μέσα στο όλον. Στο Όσα Παίρνει ο Άνεμος η συγγραφέας παρουσιάζει τον Νότο  αλλά ο Βορράς δεν απουσιάζει ούτε αποσιωπάται η δουλεία – αντίθετα, έχουμε την ευκαιρία να δούμε (μεταξύ πολλών άλλων) και το πως η απελεύθέρωση των μαύρων από τις φυτείες δεν ήταν αμιγής κακών – τους στρίμωξε σε εργοστάσια.

Η αλήθεια λοιπόν πρέπει να υπηρετείται, και  να υπηρετείται  πάντοτε. Το αντίθετο είναι επιβλαβές και επικίνδυνο ακόμη και για εκείνους, που υποτίθεται ότι σκοπεύει να υπηρετήσει.

Ξαναγυρίζω στα τρία παραπάνω παραδείγματα – την  Καλύβα του Μπάρμπα Θωμά, τον Όλιβερ Τουίστ και το Ο στρατηγός της νεκρής στρατιάς. Είναι και τα τρία από το επικίνδυνο εκείνο είδος των μυθιστορημάτων που έχουν ως σκοπό να συγκινήσουν και να επιρρεάσουν.
Τα δύο πρώτα υπηρετούν την αλήθεια  – οι συνθήκες στον αμερικανικό Νότο αποδίδονται

σωστά από την συγγραφέα, όπως σωστά αποδίδονται και οι συνθήκες στα ορφανοτροφεία της Βικτωριανής Αγγλίας απο τον Ντίκενς.

Τι συμβαίνει όμως με τον Στρατηγό της Νεκρής Στρατιάς; Η ιστορία είναι η εξής: Ένας Ιταλός στρατηγός φθάνει στα 1960 στην Αλβανία συντροφιά με έναν παπά. Είναι επιφορτισμένοι να βρούν τα οστά των στρατιωτών που σκοτώθηκαν εκεί, να τα συγκεντρώσουν και να τα στείλουν πίσω στους συγγενείς των νεκρών. Η αναζήτηση συνεχίζεται επί μήνες, και κατά τη διάρκειά της ο Ιταλός συναντιέται και με έναν άλλον αξιωματικό, του οποίου η εθνικότητα μένει απροσδιόριστη, αλλά έχει κι αυτός ανάλογη  αποστολή.

Ο Ιταλός ταλαιπωρείται, γνωρίζει πολλές πικρίες, παίρνει πολλά μαθήματα για την πολεμική ικανότητα των Αλβανών, και τελικά ολοκληρώνει την αποστολή του, ενώ ο άλλος αξιωματικός, ο απροσδιορίστου εθνικότητος, δεν τελειώνει τη δική του επειδή ο βοηθός του οικειοποιήθηκε κεφάλαια που ήταν προορισμένα για την συγκέντρωση των σορών, και επί πλέον σκύλευσε και τα πτώματα, κλέβοντας τα χρυσά τους δόντια.

Αλλά πότε συνεκρούσθησαν Ιταλοί και Αλβανοί; Οι Ιταλοί είχαν μετατρέψει την Αλβανία σε προτεκτοράτο τους ήδη από το 1939 το δε 1940, όταν επετέθησαν στην Ελλάδα, είχαν τον αλβανικό στρατό σύμμαχο και συνεργάτη τους. Αν γεμισαν τα βουνά της Χειμάρας και της Κορυτσάς με πτώματα ιταλών στρατιωτών, υπαίτιοι σίγουρα δεν ήταν οι συμπολεμιστές τους Αλβανοί, αλλά οι ΄Ελληνες. Στο μυθιστόρημα ο Κανταρέ μιλά για φοβερές συγκρούσεις και απώλειες των Ιταλών με αντάρτες Αλβανούς. Αλλά καμιά σοβαρή αντίσταση δεν συνήντησαν οι Ιταλοί από Αλβανούς στην Αλβανία το 1940 και 1941, αργότερα δε η προσπάθεια εφαρμογής της εντολής του Τσώτσιλ  “βάλτε φωτιά στην Ευρώπη”  (Set Europe ablaze) απέτυχε ολοσχερώς στην Αλβανία, όπως περιγράφει στο βιβλίο του SOE in the Land of the Eagles,  ο Roderick  Bailey με πλήθος, ελάχιστα κολακευτικές για τους Αλβανούς, λεπτομέρειες.

Ισμαήλ Κανταρέ

Μπερδεμένες είναι και οι χρονολογίες του Κανταρέ, διότι αναφέρεται στο 1943 αλλά όχι στη συνθηκολόγηση της Ιταλίας που έγινε εκείνο ακριβώς το έτος.  Και στο 1960, όταν διαδραματίζεται αυτή η ανακομιδή,   αναφέρει μεν ότι η Σοβιετική Ένωσις δεν στέλνει πλέον στάρι στην Αλβανία, αλλά παραλείπει τελείως να πεί ότι στο μεταξύ το κομμουνιστικό Αλβανικό καθεστώς είχε αποκτήσει νέο σύμμαχο και προστάτη, την Κίνα του Μάο.

Πρέπει να πω ότι, ύστερα από την φασαρία για την άρνηση του Κανταρέ να έρθει στο Μέγαρο,  ξαναδιάβασα το βιβλίο αυτό προσεκτικά, μέχρις ότου έφθασα στην σελίδα 69 και στον διάλογο μεταξύ των δύο στρατηγών,  του Ιταλού και του μη κατονομαζόμενου ά λ λ ου, όπου και οι δυό λένε πως έχουν βρεί όχι ένα αλλά πολλά πτώματα α ν έ π α φ α. Τώρα εγώ μόνον αγίων πτώματα έχω ακούσει να έχουν διατηρηθεί ανέπαφα μέσα στη γη επί είκοσι χρόνια – να μην έχουνε λειώσει, δηλαδή – κι αυτή η μεγάλη συγκέντρωση αγίων με παρακίνησε να μεταχειριστώ αυτό το μυθιστόρημα – που εν τούτοις δόξασε τον Κανταρέ! – ως παράδειγμα σήμερα.

Η μυθοπλασία εδώ δεν αφορά τα πρόσωπα αλλά τα ιστορικά γεγονότα, που δημιουργούνται με τελεία περιφρόνηση προς την αλήθεια αλλά και προς την νοημοσύνη του αναγνώστη. Είναι δε επικίνδυνη αυτή η αυθαίρετη κατασκευή του παρελθόντος, διότι απενοχοποιεί τους Αλβανούς, αποκρύπτοντας τις σχέσεις τους  με τους Ιταλούς φασίστες, συκοφαντεί τους Έλληνες ως σκυλεύοντες πτώματα,  και γενικώς προάγει παρανοήσεις, που προλειαίνουν το έδαφος για νέες συγκρούσεις μεταξύ γειτόνων. Θα πρέπει λοιπόν να αναθεωρήσουμε τους στόχους του συγγραφέως –δεν στοχεύει στο να τονώσει την εθνική υπερηφάνεια των Αλβανών, αλλά κατασκευάζει εκ του μη όντος ένα παρελθόν που υπηρετεί σκοτεινούς σκοπούς και επικίνδυνους. Τώρα πως γίνεται αυτού του είδους η λογοτεχνία να μεταφράζεται ελληνικά και αυτού του είδους ο λογοτέχνης να τιμάται  από σπουδαία ελληνικά ιδρύματα, μη με ρωτάτε εμένα!

Εγώ πιστεύω και διακηρύσσω πως σεβαστός και τιμητέος είναι μόνον ο συγγραφέας που συναισθάνεται την βαρειά του ευθύνη να εμφανίσει, στο μυθιστόρημά του,  πιστά  τα πρόσωπα και τα πράγματα της περασμένης εποχής που επέλεξε. Το έργο του δεν είναι  ένα αθώο παιχνίδι, είναι ύλη  δυνάμει εκκρηκτική και ο χειρισμός της απαιτεί μεγάλη προσοχή.

Το παρελθόν βλέπετε είναι σαν κάτι μπαούλα, που υπήρχαν στα σπίτια της παλαιάς Πάτρας με την μακρά καρναβαλική της παράδοση, δηλαδή σεντούκια όπου φυλάγονταν λογής-λογής ρούχα, μια περούκα μαρκησίας, δυό σκουλαρίκια πειρατού, ένα κοστούμι σπανιόλας, καμπόσα χρυσάνθεμα από κιμονό γιαπωνέζικο, μια χάρτινη περικεφαλαία, ρούχα παλαιά και ελαφρώς κουρελιασμένα,… κι έτσι ανασύροντας από εκεί μέσα, μπορούσες, από τη μια στιγμή στην άλλη να εμφανιστείς ως  Μαντάμ ντε Πομπαντούρ, σείχης της Αραβίας,  Ναπολέων, Νιζίνσκι  ή ζητιάνος και για μια νύχτα να ζήσεις – με την βοήθεια και της φαντασίας σου – ως ένα άλλο πρόσωπο. Το παιχνίδι είναι ακίνδυνο, γιατί ο μασκαρεμένος δεν ξεχνά  ποτέ ποιος είσαι.

Αν όμως, μια ομάδα άτόμων  περιβεβλημένοι αυτά τα ρούχα, οικειοποιηθούν κάποιο παρελθόν και βασισμένοι  σ’αυτό προβάλουν  απαιτήσεις για το μέλλον – τότε ο κίνδυνος είναι μεγάλος. Ένα τέτοιο παράδειγμα ζούμε ολοένα, στην γειτονιά μας και με πολύ ανησυχητικά συμπτώματα μάλιστα.

Βεβαίως, χάρις στο περίφημο εκείνο μπαούλο, μπορείς εξ ίσου καλά να εμφανιστείς και αντιστρόφως, χειρότερος απ’ο τι είσαι, ως ανάπηρος π.χ. ή  ως ορφανό μητρός και πατρός, ως ένα έκθετο που μόλις πρόσφατα φόρεσε μια ταυτότητα κατασκευασμένη απ’αρχής μέχρι τέλους –  το ζούμε κι αυτό στις ημέρες μας, και μάλιστα προερχόμενο από τελείως απροσδοκητη πλευρά.  Συνιστώ σε όλους την  μελέτη του διακεκριμένου ιστορικού Μιχάλη  Σακελλαρίου, που τιτλοφορείται Η Δυναμική της Εθνεγερσίας, και είναι γραμμένη πριν από δεκαετίες, αλλά τυχαίνει να ξεκαθαρίζει και να τεκμηριώνει πολλά, εξαιρετικά χρήσιμα στην σημερινή σύγχυση ιδεών.

Το Ιστορικό Μυθιστόρημα, λοιπόν, που εξ ορισμού  ασχολείται με το παρελθόν, δίνει σε όποιον το γράφει την ευκαιρία να βγάλει απ’το σεντούκι τόσο περικεφαλαίες όσο και κουρέλια, και να  παίξει και το ένα παιχνίδι και το άλλο. Πιστεύω ότι τόσο  στην μια περίπτωση όσο και στην άλλη, η μυθιστορηματική καλλιέργεια τέτοιου είδους μύθων είναι βλαβερή γιατί οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια  σε λανθασμένες εκτιμήσεις και επιλογές.

Παράδειγμα: Ναί, στους Βαλκανικούς Πολέμους ένας μικρότατος στρατός ¨Ελλήνων (το ένα τρίτο του Βουλγάρικου) έκανε θαύματα, και ναί στην Αλβανία το θαύμα επαναλήφθηκε, αλλά αν καλλιεργήσουμε την εντύπωση ότι ο ελληνικός στρατός, αδιαφορο που πολεμά και με τι ηγεσία και συνθήκες  θα κάμει θαύματα, τότε θα πουλήσουμε ίσως πολλά αντίτυπα τοῦ βιβλίου μας ἀλλά θά ἑτοιμάσουμε μιά νέα Μικρασιατική Καταστροφή. Και αντιστρόφως, αν καλλιεργήσουμε μυθιστορηματικά ατεκμηρίωτες ιστορίες δειλίας και διαφθοράς, μπορεί πάλι να πουλήσουμε πολλά αντίτυπα, αλλά θα καλλιεργήσουμε ένα  ελληνικό POURQUOI, και την διάλυση που έζησε η Γαλλία στον τελευταίο πόλεμο.

Eλπίζω ότι έχω πλέον αποδείξει το πόσο εκρηκτική ύλη είναι η Ιστορία και άρα με πόση προσοχή για την αλήθεια πρέπει να την χειρίζεται ο καθένας μας.

Κι εδώ θα επανέλθω σ’αυτό που έλεγα προηγουμένως, και θα εξηγήσω γιατί  ο συγγραφέας του Ιστορικού Μυθιστορήματος δεν μπορεί να βασιστεί σ’ένα εγχειριδιο Ιστορίας και μετά ν’αφήσει ελεύθερη την φαντασία του. Με τι θα τραφεί η φαντασία αυτή; Θα σας δώσω ένα παράδειγμα:

Σε επιτυχέστατο Ιστορικό Μυθιστόρημα –πρόσφατο- εμφανίζεται ο Γεώργιος Α΄ σε μια επίσκεψή του σε επαρχιακή πόλη, να ζητά να του προμηθεύσουν παλλακίδα, με την οποίαν και γλεντά την νύχτα μέσα σε μα εκκλησία. Τώρα, ο Γεώργιος Α΄ ήταν πράγματι γυναικάς, και είχε πλήθος περιπέτειες. Άρα νομιμοποιείται ο μυθιστοριογράφος να πεί ότι ξεφάντωσε με μια κυρία εκείνη τη νύχτα στην επαρχιακή εκείνη πόλη. Αλλά βάζοντας τον να μεταχειρίζεται προς τούτο μια εκκλησία, δείχνει πρώτον άγνοια περί του προσώπου. Εκτός από γυναικάς, ο Γεώργιος  ήταν και θρήσκος.  Το να κάνει κάποιος αταξίες τέτοιου είδους μέσα σε εκκλησία παραπέμπει  μάλλον σ’εκεινον τον προ ολίγων ετών Υπουργό μας Πολιτισμού, που δήλωσε ότι σπουδαία φιλοδοξία του ήταν  να  κάμει έρωτα πάνω στην αγία Τράπεζα, παρά  σ’έναν εστεμμένο του τέλους του 19ου αιώνος, που εκκλησιαζόταν ανελλειπώς και που σεβόταν τα θεία.

Άλλο παράδειγμα, πάλι από επιτυχέστατο Ιστορικό Μυθιστόρημα. Βρισκόμαστε στα 1880. Ένα μπουλούκι ηθοποιών μεταφέρονται προς ένα νησί με τον φθηνότερο δυνατό τρόπο, δηλαδή με πλοίο στην τρίτη θέση, όπου με την θαλασσοταραχή κατρακυλάνε πέρα δώθε οι ηθοποιοί, απ’το ένα τοίχωμα του αμπαριού στο άλλο. Αλλά τα αμπάρια δεν είναι ποτέ ανοιχτά πέρα για πέρα, πάντοτε μπαίνουν χωρίσματα – διαφράγματα, τους λεγομένους μπουλμέδες, πράγμα που θα διαπίστωνε ο μυθιστοριογράφος αν είχε μπεί στον κόπο να εξετάσει πως ήταν τα αμπάρια, και πως ήταν στα επιβατηγά πλοία η τρίτη και φθηνότερη θέση. Το ένα παράδειγμα  αφορά ένα πρόσωπο, το άλλο μια κατάσταση, ένα πράγμα. Και τις δυό φορές η λογική θα μπορούσε να είχε παρέμβει – κάποτε θα είχε μπεί σε βάρκα ο συγγραφέας και θα ήξερε πόσο εύκολα την τουμπάρει η απότομη μετακίνηση βάρους, ενώ ο άλλος συγγραφέας  πάνω στην επιθυμία του να μας ενισχύσει τον αποτροπιασμό προς το γεγονός και προς το πρόσωπο του βασιληά, – το οποίον προφανώς δεν χωνέυει- δεν στάθηκε να αναρωτηθεί που και πως θα έκανε ο Γεώργιος αυτές τις τρελλίτσες  μέσα σε έναν τόσο άβολο προς τούτο χώρον, όσο είναι μια εκκλησία;

Η λογική, ο κοινός νούς, μπορεί όχι μόνον να σώσει τον αναγνώστη – αλλά και να του χαρίσει και κάμποσες στιγμές μεγάλης ευθυμίας, που όμως θα είναι εις βάρος του συγγραφέως και της αξιοπιστίας του. Την οποίαν, αν θέλει να διατηρήσει, πρέπει να συγκεντρώσει πολλά, πολλά, πολλά  στοιχεία, πασχίζοντας να καταλάβει καλά τι συνέβη και γιατί, και μόνον μετά μπορεί, μεταχειριζόμενος το υλικό που συγκέντρωσε – αυτό και όχι άλλα πράγματα που προέρχονται από άλλες εποχές ή κολακεύουν σημερινά αυτιά τότε μόνον να καταπιαστεί να σχεδιάσει την πλοκή του και τα πρόσωπα. Η φαντασία του θα τραφεί από συγκεκριμένα στοιχεία –αυτά τα στοιχεία και τα γεγονότα και  τα πρόσωπα που βρήκε στις έρευνές του, αυτά θα εμφανιστούν και στο μυθιστόρημα -μετουσιωμένα φυσικά-και πάλι αυτά, θα θέσουν τα πλαίσια στην πλοκή που σχεδιάζει. Να λοιπόν γιατί δεν μπορεί ο μυθιστοριογράφος να διαβάσει ένα εγχειρίδιο Ιστορίας και αυτό να του αρκέσει.

Υπάρχει και κάτι ακόμη: Συχνά πολιτικές σκοπιμότητες ή άλλες δυνάμεις στρεβλώνουν την Ιστορία. Παράδειγμα περίτρανο ο Καποδίστριας και τα όσα κατώρθωσε στα τρία μόλις χρόνια που έζησε στην Ελλάδα ως Κυβερνήτης. Ο Καποδίστριας που είχε κάμει εκπληκτική καρριέρα διπλωμάτου φθάνοντας να γίνει  ο ένας εκ των δύο υπουργών Εξωτερικών του Τσάρου Αλεξάνδρου της Ρωσίας, ήταν και φλογερός πατριώτης. Από την υψηλή εκείνη θέση προσπάθησε να υπηρετεί – όπως το ομολογούσε και στον ίδιο τον Τσάρο –  τα ελληνικά συμφέροντα, συνδυασμένα με τα ρωσικά. Πριν έρθει στην Ελλάδα είχε συντάξει το Σύνταγμα της Ελβετίας, το οποίο λειτουργεί ακόμη σήμερα και γι αυτό οι Ελβετοί τιμούν τη μνήμη του.

Αυταπόδεικτο είναι ότι  πρέπει να αγαπούσε πολύ τον ελληνισμό, αφού ήρθε εδώ να τρώει ξερό ψωμί και να κοιμάται περίπου στο πάτωμα (όχι μεταφορικά αλλά έτσι ακριβώς) αφήνοντας τα πλούτη και τα καλά της τσαρικής αυλής ή ακόμη και του πατρικού σπιτιού του, στην Κέρκυρα. Διέπραξε όμως το μεγάλο σφάλμα να μην καταπιαστεί να εφαρμόσει εδώ ό,τι του υπαγόρευε ο Κοραής από το Παρίσι, κι έτσι ο μεγάλος ελληνιστής (που δεν είχε ποτέ του πατήσει το πόδι στο Μωριά ή την Στερεά ή καν τα Νησιά) τον μίσησε θανάσιμα και φρόντισε να του φορτώσει την κατηγορία του φωτοσβέστη, του απολυταρχικού, του υπερφιλόδοξου και του τύραννου. Σ’αυτό τον υποστήριξαν  και άλλοι καλοί φιλέλληνες  μεν, αλλά απληροφορητοι και αιθεροβάμονες, σαν τον βαυαρό Τίερς, με τόση δύναμη μάλιστα, ώστε ο Κυβερνήτης δολοφονήθηκε και από πάνω δυσφημίστηκε και δυσφημιζόταν επί μια τριακονταετία.

Χαράλαμπος Παχής, Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, 1872 (Μουσείο Καποδίστρια, Κουκουρίτσα, Κέρκυρα).

Αν λοιπόν καταπιανόσαστε στα 1850 να γράψετε ένα μυθιστόρημα τοποθετημένο στο Ναύπλιο στις παραμονές της δολοφονίας του Κυβερνήτη, το προχείρως διαθέσιμο υλικό θα σας παρουσίαζε μια τελείως λανθασμένη εικόνα. Κι εδώ, το μόνο που μπορούσε να σας σώσει, θα ήταν η άσκηση του κριτικού μυαλού σας. Αν ήταν τέτοιος απαίσιος ο Κυβερνήτης, πως και τον αγάπησαν οι Ελβετοί; Πως και του στάθηκε τόσο καλός φίλος ο Ευνάρδος; Πως και ξεφύτρωσαν σ’όλη τη χώρα αυτά τα μικρά αλλά τόσο χρήσιμα σχολεία; Πως και σπούδασαν στο εξωτερικό τόσα ορφανά πολέμου; Που είναι το παλάτι όπου έζησε αυτός ο τύραννος; Γιατί τον λάτρευε ο κοσμάκης;…

Τελικά νομίζω, πως χωρίς μυαλό τίποτα δεν μπορεί να γίνει σωστό. Πάντοτε με μεγάλη προσοχή και με την επίγνωση πως κινδυνεύει να κάνει λάθη, παντοτε δηλαδή με μπόλικη ταπεινοφροσύνη,  θα περάσει ο μυθιστοριογράφος από το κόσκινο της λογικής την κάθε του σκηνή, αλλά και με το κόσκινο της λογικής θα την εξετάσει ο κάθε αναγνώστης. Είναι μεν δέκτης, ο αναγνώστης, αλλοίμονο όμως αν μείνει αδρανής δέκτης.  Αλλοίμονο αν καταπίνει ό,τι του σερβίρεται , αλλοίμονο αν αφεθεί να τρέφεται με ό,τι ανοησία του προσφέρεται. Ο αναγνώστης έχει κι αυτός την ευθύνη να  σκεφτεί και να αντιδράσει.  Όπως ακριβώς αντιδρά στο κρύο ή τη ζέστη, στην πνιγρότητα ή τον καθαρόν αέρα, στον θόρυβο ή στην μελωδία – έτσι και στο βιβλίο θα αντιδράσει – ο φ ε ί λ ει   να αντιδράσει, οφείλει να εκπαιδεύσει το μυαλό του να ζυγιάζει και να κρίνει, προκειμένου να ξεχωρίσει τι θα πετάξει ως υποβολιμαία καλλιέργεια βλαβερών παρορμήσεων, τι θα θεωρήσει ως άχρηστη σαβούρα και θα το παραμερίσει, και τι θα διαβάσει με προσοχή και θα ξαναδιαβάσει και θα ανατρέχει σ’αυτό  για να  εμπλουτίζει τις ιστορικές γνώσεις του, να διευρύνει τους ορίζοντές του, να εξετάζει ξεχασμένους προβληματισμούς, έτσι ώστε η περασμένη εποχή, στην οποίαν θα ζήσει για λίγο μέσα από το μυθιστόρημα, να συμβάλει στο να καταλάβει καλύτερα το παρόν και να προχωρήσει πιο στέρεα προς το μέλλον.

Η Αθηνά Κακούρη είναι συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων και αστυνομικών διηγημάτων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γιάννης Μουρέλος: 55 ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΠΕΚΙΝΟ

Γιάννης Μουρέλος

55 ΜΕΡΕΣ ΣΤΟ ΠΕΚΙΝΟ

Σε ολόκληρο το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, η Κίνα ήταν ο “Μεγάλος Ασθενής” της Άπω Ανατολής (η Οθωμανική Αυτοκρατορία, την ίδια εποχή, ήταν κάτι το αντίστοιχο για τη Μέση Ανατολή). Σε μια χρονική περίοδο οργασμού του φαινομένου της αποικιακής εξάπλωσης, οι δυο αυτές περιπτώσεις διέθεταν κοινά διακριτικά γνωρίσματα: αχανή επικράτεια, ανεπαρκές διοικητικό σύστημα, προχωρημένη εσωτερική σήψη, πλούσιο ιστορικό και πολιτιστικό παρελθόν. Το τελευταίο, μάλιστα, από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, ήταν εκείνο, το οποίο σηματοδότησε, εν τέλει, το είδος της παρέμβασης του διεθνούς παράγοντα στα εσωτερικά πράγματα αμφοτέρων των κρατών. Ο Αυτοκράτορας της Κίνας, όπως και ο Σουλτάνος της Κωνσταντινούπολης, δεν συγκρίνονταν με τον όποιον άγνωστο και υπανάπτυκτο φύλαρχο της αχαρτογράφητης, ακόμα τότε, Kεντρικής Αφρικής. Δικαιούνταν το είδος εκείνο της μεταχείρισης, που ενέπνεε το αξίωμά τους και ο σεβασμός προς αυτό. Έτσι εξηγείται το ό,τι, τόσο στην περίπτωση της Κίνας όσο και σε εκείνη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν υιοθετήθηκε το πρότυπο της ίδρυσης αποικιών ή της δημιουργίας προτεκτοράτων, το οποίο, την ίδια εποχή, βλέπουμε να εφαρμόζεται σε εκτεταμένη κλίμακα αλλού. Εδώ, η παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα συνίσταται στη διείσδυση κεφαλαίων υπό τη μορφή δανείων, επενδύσεων, ανάληψης μεγάλων κατασκευαστικών έργων κ.α. Ειδικότερα δε στην περίπτωση της Κίνας, η έλλειψη στρατιωτικής και ναυτικής ισχύος, κάτι που είχε έμπρακτα αποδειχθεί από τις διαδοχικές ήττες κατά κράτος στον Σινο-Γαλλικό (1881-1885) και στον Σινο-Ιαπωνικό (1894) πόλεμο, είχε εμπεδώσει την πεποίθηση πως η “Ουράνια Αυτοκρατορία” αποτελούσε προνομιακό χώρο για τη διείσδυση της ξένης επιρροής.

Ο κατακερματισμός της Κίνας (Break-up of China)

Λίγο πριν από το γύρισμα του αιώνα, είμαστε μάρτυρες ενός διαμελισμού της Κίνας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης. Πρωταγωνιστούν οι Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, στις οποίες θα έπρεπε να προστεθούν δυο νεο-εισελθόντες στο διεθνές στερέωμα: οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία. Ως εκ τούτου, η Κίνα μετεξελίχθηκε σε έναν αχανή χώρο ανελέητου αποικιακού ανταγωνισμού. Επί μια ολόκληρη εικοσαετία (έως την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου) διπλωμάτες και επιχειρηματίες, υπήκοοι διαφόρων χωρών, αλώνιζαν την κινεζική επικράτεια στο σύνολό της, επιδιώκοντας και διασφαλίζοντας μέσω χρηματισμού, αλλά ακόμα και μέσω άσκησης εκβιασμού, την εκχώρηση, για χρονικό διάστημα 99 ετών, στρατηγικής αξίας σημείων. Την αρχή έκανε το 1841 η Μεγάλη Βρετανία με το Hong Kong. Χρειάστηκε να περάσει πάνω από μισός αιώνας, έως ότου το μονοπώλιο της Γηραιάς Αλβιώνος αμφισβητηθεί με την εμφάνιση επικίνδυνων αντιζήλων.

Ο κατακερματισμός της Κίνας. Η μοιρασιά της πίττας ανάμεσα στη βασίλισσα Βικτωρία, τον κάιζερ Γουλιέλμο Β΄, τον τσάρο Νικόλαο Β΄, τη Γαλλική Δημοκρατία και τoν Ιάπωνα σαμουράϊ, υπό το βλέμμα του Κινέζου μανδαρίνου.

Η Ρωσία, με την οποία η Μεγάλη Βρετανία είχε χρόνια αντιπαράθεση στην Aνατολική Μεσόγειο και στην Κεντρική Ασία, έθεσε υπό έλεγχο το υψίστης σημασίας λιμάνι του Port Arthur (το επονομαζόμενο “Γιβραλτάρ” της Άπω Ανατολής), στο νότιο τμήμα της επαρχίας της Μαντζουρίας (1898), όπου εγκατέστησε ναυτική βάση. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση του Τσάρου απέκτησε το δικαίωμα κατασκευής σιδηροδρομικής γραμμής, η οποία θα συνέδεε, δια μέσου της Μαντζουρίας, το Port Arthur με το Vladivostok, καταληκτικό σημείο του Υπερσιβηρικού. Η Γερμανία, νεοφερμένη στην αρένα του αποικιακού ανταγωνισμού και με υπέρμετρες φιλοδοξίες στον τομέα αυτό, με πρόσχημα τη δολοφονία δυο ιεραποστόλων, κατέλαβε στρατιωτικά το λιμάνι Qingdao στη χερσόνησο Shandong, στη ΒΑ Κίνα. Επρόκειτο περί ιδανικής θέσης για ελλιμενισμό και ανεφοδιασμό του γερμανικού στόλου, σε μια εποχή που η κυβέρνηση του Βερολίνου είχε επιδοθεί σε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αναβάθμισης της ναυτικής ισχύος της χώρας (1898). Οι Γάλλοι εμπέδωσαν την επιρροή τους στη μεσημβρινή Κίνα, πύλη εξόδου προς τις δικές τους κτήσεις του Τονκίνου (Tonkin) και του Annam (σημερινού Βιετνάμ). Οι Ιάπωνες εγκαταστάθηκαν στις ακτές της κεντρικής χώρας απέναντι από τη νήσο Φορμόζα, που τους είχε παραχωρήσει η Κίνα ως λάφυρο έναντι της επικράτησης τους κατά τον πόλεμο του 1894. Ανήσυχη από την αιφνίδια εμφάνιση τόσο πολλών μνηστήρων, η Μεγάλη Βρετανία απέσπασε από την κυβέρνηση του Πεκίνου την εκχώρηση του άνευ σημασίας λιμανιού Weihaiwei (απλό αντιστάθμισμα χαρτογραφικής φύσεως), κυρίως όμως, την υπόσχεση πως τα συμφέροντά της δεν επρόκειτο να θιγούν μελλοντικά από νέες εκχωρήσεις σε ολόκληρη τη λεκάνη του ποταμού Yangtze. Μόνες οι ΗΠΑ απείχαν σχολαστικά από πρακτικές αυτού του είδους. Προσηλωμένες στη διπλωματία του δολαρίου, περιόρισαν την παρέμβασή τους σε σημαντικής κλίμακας διείσδυση κεφαλαίων Η όλη διαδικασία κατακερματισμού της Κίνας έμελλε βιώσει ένα νέο στάδιο, εξαιτίας της εξέγερσης των Boxers.

Η εξέγερση των Boxers

Φυσικό επακόλουθο στην τραγική κατάσταση, υπό την οποία τελούσε η χώρα, ήταν η δημιουργία τοπικών μυστικών οργανώσεων, με σκοπό την αποτίναξη της ξένης επιρροής. Ξεχώριζε η “Γροθιά της Ενάρετης Αρμονίας”, περισσότερο γνωστή ως “Boxers” (Πυγμάχοι), επειδή τα μέλη της επιδίδονταν στις πολεμικές τέχνες. Η οργάνωση αυτή άρχισε να εξαπλώνεται το 1898 στις βοειοανατολικές επαρχίες (χερσόνησος Shandong) και απέκτησε ταχύτατα δεκάδες χιλιάδες οπαδούς.. Προερχόμενοι κατ’ εξοχή από τα χαμηλότερα στρώματα της κοινωνίας, οι τελευταίοι διακατέχονταν από έντονη δεισιδαιμονία έχοντας, παράλληλα, κατηγοριοποιήσει και στοχοποιήσει τους αντιπάλους τους: προηγούνταν όλοι οι αλλοδαποί και ακολουθούσαν οι Κινέζοι, οι οποίοι είχαν ασπασθεί τη Χριστιανική θρησκεία, τέλος, όσοι Κινέζοι απασχολούνταν εργασιακά από τους ξένους. Η εξέγερση δεν εκδηλώθηκε τυχαία στη ΒΑ Κίνα. Πρόκειται για την περιοχή εκείνη, όπου μόλις είχαν σημειωθεί κατά συρροή εκχωρήσεις εδαφών και πάσης φύσεως δικαιωμάτων στις Μεγάλες Δυνάμεις και η οποία μαστιζόταν από οικονομική δυσπραγία προτού ακόμα ξεσπάσει ο πόλεμος με την Ιαπωνία. Μετά δε τον πόλεμο, η κατάσταση είχε χειροτερέψει λόγω της συγκέντρωσης, επιτόπου, μεγάλου αριθμού Κινέζων στρατιωτών που είχαν αποστρατευτεί, αλλά και προσφύγων από νότιες περιοχές, που είχαν υποστεί ξηρασίες, πλημμύρες και λιμούς. Κατά κακή τύχη, το καλοκαίρι του 1898, προστέθηκε η μεγάλη πλημμύρα του ποταμού Yangtze, που κατέκλυσε ολόκληρη την ομώνυμη πεδιάδα και όχι μόνο, δικαιώνοντας την προσωνυμία του τελευταίου ως «πληγή της Κίνας». Η αυτοκρατορική κυβέρνηση στάθηκε ανίκανη να αντιμετωπίσει τις πλημμύρες και το κάθε χωριό είχε αφεθεί στην τύχη του. Η ανικανότητα αυτή ερμηνεύτηκε από τους Κινέζους ως απώλεια της θεϊκής βούλησης – εντολής προς την αυτοκρατορική δυναστεία για διακυβέρνηση της χώρας. Έτσι, η καταστροφή αυτή, που επαναλήφθηκε και το επόμενο έτος, απετέλεσε το έναυσμα για ανοικτή, πλέον, εξέγερση και σύγκρουση. Το κίνημα ήταν όχι μόνο αντιδυτικό, αλλά και αντιδυναστικό. Στρεφόταν και κατά της δυναστείας των Qing (γνωστής και ως Manchu), την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για την αποσύνθεση της Κίνας. Συνεπώς, η εξέγερση των Boxers δεν ήταν μια σύγκρουση διαμετρικά αντίθετων πολιτισμών, όπως επιδιώκει να υποστηρίζει πεισματικά η Δύση, άλλα μια γνήσια αντι-ιμπεριαλιστική εξέγερση ενάντια στην πολιτική διείσδυσης, στην οποία είχαν επιδοθεί οι Μεγάλες Δυνάμεις.

Με την είσοδο του 1900, το κέντρο βάρους της εξέγερσης μεταφέρθηκε μέσα στους δρόμους του Πεκίνου, όπου σημειώθηκαν σφαγές αλλοδαπών (κατά κύριο λόγο ιεραποστόλων και Κινέζων Χριστιανών), λεηλασίες και καταστροφές εκκλησιών, καθώς και χρήση κάθε μορφής βίας. Οι Boxers μπορεί να στερούνταν στρατιωτικής εκπαίδευσης και επαρκούς οπλισμού, οι ενέργειές τους, ωστόσο, προκαλούσαν παντού τρόμο και δέος. Υποκύπτοντας στις υποδείξεις των Δυνάμεων, η κυβέρνηση χαρακτήρισε την οργάνωση ως παράνομη, επιβάλλοντας στα μέλη της τελευταίας την ποινή του αποκεφαλισμού σε δημόσια θέα. Εν τούτοις, σημειώθηκε μια αναπάντεχη ανατροπή, καθώς η εξέγερση άρχισε να αντιμετωπίζεται ακόμα και από κύκλους προσκείμενους στο αυτοκρατορικό περιβάλλον, ως αξιοποιήσιμος μοχλός για την αποτίναξη του ξένου ιμπεριαλιστικού ζυγού. Πρόκειται για μια εξέλιξη, η οποία θορύβησε τα μέγιστα τις ξένες παροικίες της πρωτεύουσας. Ανήσυχες για την ίδια την ασφάλειά τους, πλέον, οι τελευταίες άρχισαν να οργανώνουν την άμυνά τους ενάντια σε μια συντονισμένη ενδεχόμενη επίθεση σε βάρος τους.

Αποκεφαλισμοί Boxers μέσα στους δρόμους του Πεκίνου.

Επίκεντρο της άμυνας θα ήταν η συνοικία των πρεσβειών, κοντά στο τείχος της πρωτεύουσας, όπου οι υπήκοοι των Δυνάμεων άρχισαν να καταφεύγουν. Στις 30 Μαΐου 1900, ο πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας, Sir Claude Maxwell MacDonald, αξιολογώντας την κατάσταση ως ιδιαίτερα έκρυθμη, ζήτησε επιτακτικά την αποστολή ενισχύσεων. Μη δυνάμενη να αντικρούσει το αίτημα, η αυτοκρατορική κυβέρνηση παρείχε τη σχετική άδεια. Κατόπιν τούτου, μια δύναμη 435 ανδρών, αποτελούμενη από πεζοναύτες οκτώ διαφορετικών κρατών, διεκπεραιώθηκε σιδηροδρομικά από την ακτή προς την πρωτεύουσα. Αμέσως έπειτα από την άφιξη στον προορισμό της, κατασκεύασε αμυντικές περιμέτρους γύρω από τα κτήρια των πρεσβειών. Στις 5 Ιουνίου, η σιδηροδρομική σύνδεση με το επίνειο Tianjin διακόπηκε. Στις 11 Ιουνίου, ο γραμματέας της Ιαπωνικής πρεσβείας δολοφονήθηκε από άνδρες του τακτικού στρατού, οι οποίοι φύλαγαν τη νότια πύλη του τείχους. Η εμπλοκή του τακτικού στρατού στα έκτροπα, δεν προοιώνιζε τίποτα το καθησυχαστικό. Στις 13, διακόπηκε και η τηλεγραφική επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Στις 19, η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου, Cixi, με Ρηματική Διακοίνωση προς όλες τις πρεσβείες, απαίτησε την αποχώρηση από το Πεκίνο του συνόλου των ξένων διπλωματικών αποστολών. Σε έκτακτη σύσκεψη του Διπλωματικού Σώματος, αμέσως μετά, στη Βρετανική πρεσβεία, αποφασίστηκε η απόρριψη του αιτήματος. Οι παροικίες αισθάνονταν περισσότερο ασφαλείς, οχυρωμένες πίσω από μια οργανωμένη αμυντική περίμετρο. Αντίθετα, μια πορεία στην κινεζική ύπαιθρο με προορισμό το επίνειο Tianjin, θα τις άφηνε εκτεθειμένες στις επιθετικές διαθέσεις των Boxers και του αυτοκρατορικού στρατού, κατά μήκος ολόκληρης της διαδρομής (160 χλμ.). Κατόπιν τούτου, η πολιορκία της συνοικίας των πρεσβειών δεν ήταν παρά ζήτημα χρόνου.

Νεαρός Boxer ασκείται στις πολεμικές τέχνες.

Η πολιορκία των πρεσβειών

Πράγματι, η πολιορκία ξεκίνησε στις 20 Ιουνίου 1900 και διήρκεσε επί 55 μέρες, έως τις 14 Αυγούστου. Σε ολόκληρο αυτό το χρονικό διάστημα, οι πολιορκημένοι ήταν πλήρως απομονωμένοι και είχαν εναποθέσει την τύχη τους στις φρουρές των διαφόρων πρεσβειών. Το πλεονέκτημα για τους αμυνόμενους, ήταν η γειτνίαση των τελευταίων. Σε μια ακτίνα 3,2 χλμ. μήκους και 1,6 βάθους ήταν συγκεντρωμένες οι αντιπροσωπείες έντεκα κρατών. Το βόρειο και το νότιο τμήμα της συνοικίας εφάπτονταν, το μεν πρώτο με το τείχος της Απαγορευμένης Πόλης (όπου βρίσκονταν τα Ανάκτορα), το δε δεύτερο με το ογκώδες Ταταρικό τείχος. Καθώς εθεωρείτο απίθανο να εκδηλωθεί επίθεση από την πλευρά της Απαγορευμένης Πόλης, κομβικό σημείο ήταν ο έλεγχος του Ταταρικού τείχους και των πύργων του, που δέσποζαν πάνω από τη συνοικία των πρεσβειών. Για την άμυνα των προσβάσεων από ανατολικά και δυτικά, οι οποίες έδιναν επάνω σε κεντρικές αρτηρίες, είχαν υψωθεί οδοφράγματα. Πέρα από τη φρουρά, υπολογίζεται πως περί τα 500 άτομα, υπήκοοι ξένων κρατών, είχαν αναζητήσει καταφύγιο στη συνοικία των πρεσβειών,οι περισσότεροι σε εκείνη της Μεγάλης Βρετανίας. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και περί τους 2800 Κινέζοι Χριστιανοί. Ο άμαχος πληθυσμός συνέδραμε στην ενίσχυση των οδοφραγμάτων, στον ανεφοδιασμό των πεζοναυτών και στην παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Τα αποθέματα σε τρόφιμα και πόσιμο νερό ήταν επαρκή για μια μεγάλης διάρκειας πολιορκία (ουδείς, ωστόσο, υπολόγιζε πως θα άγγιζε τους δυο μήνες), όχι, όμως, και τα πυρομαχικά. Πλην των Αυστριακών και των Ιταλών, οι οποίοι είχαν εκκενώσει τις πρεσβείες τους, όλοι οι υπόλοιποι ανέλαβαν την υπεράσπιση των διπλωματικών αποστολών που τους αναλογούσαν. Επιπρόσθετα,

Η συνοικία των πρεσβειών το καλοκαίρι του 1900

Αμερικανοί και Γερμανοί ήταν επιφορτισμένοι με τον έλεγχο του μεγίστης στρατηγικής σημασίας Ταταρικού τείχους. Οι διάφορες ιεραποστολές (περί τις 12), βρίσκονταν εκτός της αμυντικής περιμέτρου, διασκορπισμένες στο σύνολο, σχεδόν, της πρωτεύουσας. Ως εκ τούτου, η προστασία τους ήταν αδύνατη. Έναυσμα για την εκδήλωση της επίθεσης υπήρξε η δολοφονία του πρεσβευτή της Γερμανίας, Clemens von Ketteler, τη στιγμή που βρισκόταν καθ’ οδόν προς το υπουργείο Εξωτερικών, ένα, μόλις, οικοδομικό τετράγωνο προτού προλάβει να φτάσει στον προορισμό του. Από την έναρξη της επίθεσης διαφάνηκε πως οι επιτιθέμενοι (Boxers αλλά και μονάδες του τακτικού στρατού) κινούνταν δίχως συγκεκριμένο σχέδιο. Επί πολλές μέρες, συγκέντρωσαν τα πυρά τους κατά της Βρετανικής πρεσβείας, δίχως αξιόλογη επιτυχία. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να προκαλέσουν πυρκαγιά, λόγω αστοχίας, στο γειτονικό κτήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης, με αποτέλεσμα να καταστραφεί υλικό ανεκτίμητης αξίας. Ακολούθως, η επίθεση στράφηκε κατά του ανακτόρου Fu, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι Κινέζοι Χριστιανοί, με την προστασία του οποίου ήταν επιφορτισμένοι οι Ιάπωνες. Οι τελευταίοι, κατάφεραν να αποφύγουν την περικύκλωση και να αντέξουν έως τη λύση της πολιορκίας. Οι πιο πολύνεκρες συγκρούσεις έλαβαν χώρα στο ύψος της Γαλλικής πρεσβείας, όπου είχαν υψωθεί οδοφράγματα. Η μικρή απόσταση ανάμεσα στις γραμμές των αντιπάλων, σε συνδυασμό με τον κίνδυνο να σκάψουν οι Κινέζοι λαγούμια, προκειμένου να τοποθετήσουν νάρκες, είχαν καταστήσει τη θέση των αμυνομένων (Γάλλων, ως επί το πλείστον, αλλά και ορισμένων Αυστριακών), ιδιαίτερα επισφαλή. Η δυσκολότερη αποστολή, ωστόσο, αναλογούσε στους Αμερικανούς και στους Γερμανούς. Επρόκειτο για τη διατήρηση του ελέγχου του 14 μέτρων ύψους Ταταρικού τείχους. Σε περίπτωση απώλειας του ελέγχου, το σύνολο της συνοικίας των πρεσβειών θα βρισκόταν εντός του βεληνεκούς των εχθρικών πυρών, κάτι που ισοδυναμούσε, αναπόφευκτα, με πλήρη κατάρρευση. Στις καθημερινές συγκρούσεις, θα έπρεπε να προστεθούν και οι νυκτερινές επιθέσεις με πυροβόλα και ρουκέτες, προκειμένου να κλονισθεί το ηθικό των πολιορκημένων, τόσο επί του τείχους όσο και εντός της περιμέτρου της συνοικίας των πρεσβειών. Κατά τα λεγόμενα του Sir Claude MacDonald, σκοτεινότερη μέρα της πολιορκίας υπήρξε η 13η Ιουλίου, όταν στον τομέα των ανακτόρων Fu, Ιάπωνες και Ιταλοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν έως την τελευταία γραμμή άμυνας, τη στιγμή που Γάλλοι και Αυστριακοί σχεδόν απωθήθηκαν από τη Γαλλική πρεσβεία. Και ενώ το τέλος φάνταζε αναπόφευκτο, η αυτοκρατορική κυβέρνηση προέβη σε μια στροφή 180 μοιρών, εκπλήσσοντας τους πάντες. Ενδεχομένως να μην είχε γίνει αντιληπτό το γεγονός ό,τι οι πολιορκημένοι είχαν φτάσει, πλέον, στο ύστατο όριο αντοχής. Η κυριότερη εξήγηση για την απότομη, αυτή, αλλαγή πλεύσης, θα πρέπει, παρά ταύτα, να αναζητηθεί στην παράταση των εχθροπραξιών. Με μια αναμενόμενη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας επί θύραις, η κυβέρνηση του Πεκίνου δεν είχε άλλη επιλογή από το να επιχειρήσει να απεμπλακεί από τη δύσκολη θέση, στην οποία με δικές της πρωτοβουλίες είχε από μόνη της περιέλθει. Διχασμένη ανάμεσα στις ακραίες

Η μάχη έξω από τον περίβολο της Γαλλικής πρεσβείας.

και τις περισσότερο μετριοπαθείς τοποθετήσεις των συμβούλων της, η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου, Cixi, πρότεινε, στις 17 Ιουλίου, εκεχειρία, η οποία τηρήθηκε από την πλευρά του τακτικού στρατού (όχι, όμως, από εκείνη των Boxers) έως τη λύση της πολιορκίας, ένα μήνα αργότερα. Στις 28 Ιουλίου, οι πολιορκημένοι έλαβαν το πρώτο μήνυμα από τον έξω κόσμο, το οποίο τους πληροφορούσε πως ένα διεθνές εκστρατευτικό Σώμα βρισκόταν καθ’ οδόν για την πρωτεύουσα, προερχόμενο από το Tianjin. Τα χαράματα της 14ης Αυγούστου, έπειτα από μια επώδυνη νύκτα, κατά την οποία οι Κινέζοι παραβίασαν την εκεχειρία, ακούστηκε από τα ανατολικά ο ήχος πυροβόλων. Στρατιωτικές μονάδες από πέντε διαφορετικές εθνότητες είχαν επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου ως προς το ποια θα έσπαγε, πρώτη, την πολιορκία. Οι Ιάπωνες και οι Ρώσοι συνάντησαν σφοδρή αντίσταση. Οι Γάλλοι έχασαν τον προσανατολισμό τους. Οι Αμερικανοί προτίμησαν να σκαρφαλώσουν στο Ταταρικό τείχος αντί να επιχειρήσουν να παραβιάσουν τη θωρακισμένη πύλη του τελευταίου. Πρώτες κατάφεραν να εισέλθουν στη συνοικία των πρεσβειών βρετανικές αυτοκρατορικές δυνάμεις από την Ινδία (Σιχ).

Το διεθνές εκστρατευτικό Σώμα εντός της περιμέτρου της Απαγορευμένης Πόλης έπειτα από τη λήξη της πολιορκίας.

Χρησιμοποιώντας ένα μικρό αρδευτικό αυλάκι, ακριβώς κάτω από το τείχος, πέρασαν παντελώς απαρατήρητες, δίχως να συναντήσουν την παραμικρή αντίσταση. Οι συγκρούσεις διήρκεσαν έως τις 17.00 μ.μ., οπότε και εισήλθε μέσα στην πόλη το σύνολο του εκστρατευτικού Σώματος. Για δεύτερη φορά μέσα σε τρία χρόνια (είχε προηγηθεί η περίπτωση της Κρήτης το 1897), ένα διεθνές πολυεθνικό Σώμα αναλάμβανε την τήρηση της τάξης σε μια εύκρατη περιοχή. Η Αυτοκράτειρα-Τοποτηρήτρια, συνοδευόμενη από την Αυλή της, εγκατέλειψε το Πεκίνο για το Xi’an, πόλη της ΝΔ Κίνας, όπου παρέμεινε έως το 1902. Πέθανε το 1908 από φυσικό θάνατο, έχοντας προλάβει να χρίσει διάδοχο τον μόλις ηλικίας τριών ετών πρίγκηπα Puyi, τελευταίο Αυτοκράτορα της Κίνας. Οι απώλειες των υπερασπιστών των πρεσβειών ήταν της τάξης του 46,5% (55 νεκροί και 135 τραυματίες σε σύνολο 409 μάχιμων ανδρών). Η κατανομή, ωστόσο, ανά εθνότητα είναι ανισομερής καθώς οι Γάλλοι (57 άνδρες συνολικά) υπέστησαν απώλειες περίπου 100%. Στην κατηγορία των αμάχων καταμετρήθηκαν 13 θάνατοι και 24 τραυματισμοί. Δεν έχουν καταγραφεί οι, προφανώς μεγαλύτερες, απώλειες της απέναντι πλευράς, ούτε και εκείνες των Κινέζων Χριστιανών. Τον Σεπτέμβριο του 1901 υπογράφηκε το επονομαζόμενο “Σύμφωνο των Boxers”, ανάμεσα στην Κίνα και τα οκτώ σύμμαχα κράτη. Η κυβέρνηση του Πεκίνου κατέβαλε χρηματική αποζημίωση, ενώ όσοι υψηλόβαθμοι κρατικοί λειτουργοί κρίθηκαν ως συμμέτοχοι στην εξέγερση, εκτελέστηκαν. Το Σύμφωνο του 1901 επέβαλε και τη διάλυση της οργάνωσης των Boxers (στην ουσία αυτή είχε επιτευχθεί ήδη από την επομένη της λύσης της πολιορκίας). Το αποτέλεσμα ήταν μια περαιτέρω αποδυνάμωση της κεντρικής εξουσίας και η ευθεία αμφισβήτηση της τελευταίας από τοπικούς πολέμαρχους. Τα γεγονότα του Πεκίνου δρομολόγησαν την ανατροπή της δυναστείας των Qing λίγα χρόνια αργότερα, το 1911. Στη χαώδη εσωτερική κατάσταση, η οποία συνέχισε να υφίσταται, έθεσε τέλος, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, το Κινεζικό Εθνικιστικό Κόμμα (Kuomintang) υπό τον Chiang Kai-Shek, έως ότου ανατραπεί, με τη σειρά του, από τους Κομμουνιστές του Mao Zedong to 1949, μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.

Το Ταταρικό τείχος του Πεκίνου, με εμφανή τα ίχνη της ένοπλης αντιπαράθεσης.

Η μεταφορά στην οθόνη

Το 1963 προβλήθηκε για πρώτη φορά η παραγωγή του Sam Bronston 55 Days at Peking, σε σκηνοθεσία Nicholas Ray και με πρωταγωνιστές τους Charlton Heston, David Niven (ως Sir Claude MacDonald), Ava Gardner, Flora Robson (ως Αυτοκράτειρα-Τοποτηρήτρια Cixi). Παρά το γεγονός ό,τι προδίδει, πλέον, την ηλικία της, η αναπαράσταση του ιστορικού πλαισίου από αισθητικής πλευράς, είναι ανεκτή, υπάρχουν δε σημεία, όπως η απεικόνιση της αίθουσας του θρόνου στην Απαγορευμένη Πόλη και εκείνη του Ταταρικού τείχους, που πείθουν ακόμα και σήμερα τον θεατή. Ο κάθετος διαχωρισμός ανάμεσα σε καλούς (πολιορκημένοι) και κακούς (Κινέζοι) είναι πια ξεπερασμένος. Πρόκειται, ωστόσο, για ένα πνεύμα, το οποίο διαπερνά γενικότερα τις επικές παραγωγές της δεκαετίας του ’60. Για τις σκηνές του πλήθους χρησιμοποιήθηκαν 4.000 κομπάρσοι, πολλοί εκ των οποίων ήταν Κινέζοι, υπάλληλοι εστιατορίων και πλυντηρίων, που συνέρρευσαν από ολόκληρη την Ευρώπη, καθώς ο αριθμός των ασιατικής καταγωγής κατοίκων της Ισπανίας, όπου πραγματοποιήθηκαν τα γυρίσματα, ήταν ανεπαρκής για την κάλυψη των αναγκών του έργου. Από οικονομικής πλευράς, οι 55 Μέρες στο Πεκίνο απέτυχαν παταγωδώς, καθώς αποδείχθηκε, εν τέλει, αδύνατο να καλυφθεί ο τεράστιος, για την εποχή εκείνη, προϋπολογισμός των 17 εκατομ. δολαρίων. Παρά ταύτα, η ταινία διεκδικεί επάξια μια θέση στο πάνθεον των επικών κινηματογραφικών παραγωγών του δευτέρου ημίσεως του 20ού αιώνα.

Η Αίθουσα του Θρόνου.
Το Ταταρικό τείχος πριν από την πολιορκία (φωτογραφία εποχής).
Ο βομβαρδισμός του Ταταρικού τείχους από το κινεζικό πυροβολικό.
Στο οδόφραγμα μπροστά από τη Γαλλική πρεσβεία.
Sir Claude Maxwell Mac Donald.
David Niven
Η Τοποτηρήτρια του Αυτοκρατορικού Θρόνου Cixi.
Dame Flora Robson.

The Boxer rebellion (Time watch, παραγωγή BBC)

https://vimeo.com/94828509

55 Days at Peking, 1963 – Η λύση της πολιορκίας

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας
στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Robert A. Bickers and R. G. Tiedemann, eds., The Boxers, China, and the World, Lanham: Rowman & Littlefield, 2007

Robert A. Bickers, The Scramble for China: Foreign Devils in the Qing Empire, 1800–1914 London: Allen Lane, 2011

Joseph W. Esherick, The Origins of the Boxer Uprising. University of California Press, 1987

Peter Fleming, The Siege at Peking, New York: Harper, 1959

Pierre Loti, Les Derniers Jours De Pékin, Paris: Lévy, 1900

W.A.P. Martin, The Siege in Peking, China against the World , New York: F. H. Revell company, 1900

Frederic A.Sharf and Peter Harrington, China 1900: The Eyewitnesses Speak, London: Greenhill, 2000

David Silbey. The Boxer Rebellion and the Great Game in China. New York: Hill and Wang, 2012

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος: Χίος, 412 π.Χ.: από τη δημοκρατία στην ολιγαρχία;

Ιωάννης Κ. Ξυδόπουλος

Χίος, 412 π.Χ.: από τη δημοκρατία στην ολιγαρχία;

Είναι πράγματι παράδοξο πως στην Αθήνα και στη Σπάρτη, τις δύο πιο σημαντικές κοινότητες της κλασικής περιόδου για τις οποίες έχουμε και μία σχετική πληθώρα πληροφοριών, τα επίπεδα της πολιτικής βίας ήταν εξαιρετικά χαμηλά και οι περιπτώσεις στάσεων ελάχιστες. Η πόλη των Αθηνών βίωσε μία εξαιρετικά σύντομη φάση περιορισμένης πολιτικής βίας στα τέλη της δεκαετίας του 460, καθώς και δύο άλλες, επίσης σύντομες αλλά έντονες, κατά τη διάρκεια των ολιγαρχικών επαναστάσεων του 411/0 και του 404/3 π.Χ. Ωστόσο, για το μεγαλύτερο διάστημα των περίπου δύο αιώνων από το 508 έως το 323 π.Χ., η πολιτική βία απουσίαζε από την Αθήνα. Το ίδιο ισχύει και για τη Σπάρτη, μολονότι η γνώση μας για την συγκεκριμένη πόλη είναι πιο περιορισμένη. Πώς, επομένως, πρέπει να ερμηνεύσουμε την παράλληλη, συχνή ύπαρξη βίας στις περισσότερες ελληνικές κοινότητες με την αξιοσημείωτη απουσία της στις δύο κυριότερες ελληνικές πόλεις; Θα πρέπει να αναζητήσουμε την απάντηση σε συγκεκριμένες παραμέτρους, όπως για παράδειγμα το επιχείρημα του Josiah Ober ότι η σταθερότητα στην Αθήνα βασιζόταν στην κυριαρχία της δημόσιας ρητορείας και ιδεολογίας στο πλήθος;[i] Καθώς πλέον γνωρίζουμε περισσότερα για τα δημοκρατικά πολιτεύματα εκτός Αθηνών, μπορούμε να αποδώσουμε την παράδοξη απουσία πολιτικής βίας στην Αθήνα στο δημοκρατικό πολίτευμα αυτό καθ’ εαυτό;[ii] Ή μήπως απαιτείται ένας επανακαθορισμός του πλαισίου ανάλυσης των πολιτικών δρωμένων στις ελληνικές πόλεις, έτσι ώστε να εξηγηθεί ο διαφορετικός ρόλος της βίας εντός αυτού; Με αφορμή τη στάση των Αθηναίων απέναντι στην Χίο καθόλη τη διάρκεια του πέμπτου αιώνα, την αποστασία του νησιού από την Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία το 412 αλλά και σχόλια που προέρχονται τόσο από τον ίδιο τον Θουκυδίδη όσο και από μεταγενέστερους συγγραφείς του τετάρτου αιώνος, στην παρούσα ανακοίνωση τίθεται το ερώτημα εάν η Αθήνα επέβαλλε με την χρήση βίας -ή με την απειλή της- στο πλαίσιο της Συμμαχίας το δημοκρατικό πολίτευμα στις συμμάχους της.

Εκ πρώτης όψεως, θα ήταν λογικό να υποθέσουμε ότι η Αθήνα θα ενίσχυε ή θα προωθούσε το δημοκρατικό πολιτειακό της καθεστώς στις άλλες σύμμαχες πόλεις.[iii] Για παράδειγμα, βάσει του εδαφίου 1.97.1 του Θουκυδίδη, έχει υποστηριχθεί ότι «η ανάδειξη της Αθήνας σε ηγεμονική δύναμη ήταν συνέπεια της πολιτικής της επιλογής να μεταβάλλει βίαια το (καθαρά) συμμαχικό καθεστώς που υπήρχε στις σχέσεις της με τις άλλες πόλεις και έτσι να τις υποτάσσει».[iv] Επίσης, σχετικά πρόσφατα προτάθηκε η άποψη ότι οι Αθηναίοι θεωρούσαν τους νησιώτες εν γένει φύσει (η υπογράμμιση δική μου) υποτελείς της Συμμαχίας.[v] Με μία πρώτη ανάγνωση, οι σχετικές γραμματειακές μαρτυρίες φαίνεται να επιβεβαιώνουν αυτήν την υπόθεση· ο Ψευδο-Ξενοφών ήδη στο τελευταίο τέταρτο του πέμπτου αιώνα, αναφέρει σε αρκετά σημεία του έργου του ότι οι Αθηναίοι έτειναν να στηρίζουν τις μάζες και επιτίθονταν στους ανήκοντες στην ελίτ.[vi] Ο Ισοκράτης, για παράδειγμα, αναφέρει ότι οι Αθηναίοι έφεραν αντιρρήσεις για τις ολιγαρχίες και εγκαθίδρυσαν δημοκρατικά πολιτεύματα σε όλες τις πόλεις της αυτοκρατορίας τους.[vii] Ο Λυσίας, στον Ἐπιτάφιό του κομπάζει ότι οι Αθηναίοι κατά την περίοδο της ναυτικής τους κυριαρχίας απέτρεψαν τους πολλούς να υποδουλωθούν στους ὀλίγους.[viii] Από την αντίθεση, όμως, μέχρι την βίαιη επιβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος στις αντιφρονούσες πόλεις υπάρχει μία απόσταση. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ πως κατά τον τέταρτο αιώνα αυτή η αντίληψη δεν ίσχυε μόνον για την Αθήνα: στο περίφημο χωρίο από τα Πολιτικὰ του, ο Αριστοτέλης παρατηρεί πως όσοι ήθελαν να ασκήσουν την ηγεμονία τους στα ελληνικά κράτη εγκαθιστούσαν αντίστοιχα δημοκρατίες ή ολιγαρχίες, ανάλογα με το πολίτευμα που είχαν στις πατρίδες τους (επομένως, κάνει μία έμμεση αναφορά και στους Σπαρτιάτες).[ix] Πρόκειται μήπως για ένα ψόγο απέναντι σε εκείνες τις δυνάμεις που διαφέντευαν τις τύχες του ελληνικού κόσμου κατά τον πέμπτο αιώνα ή μήπως θα πρέπει να

Προτομή του Αριστοτέλη, μαρμάρινο αντίγραφο ενός μπρούτζινου έργου του Λυσίππου.
Εθνικό Μουσείο Ρώμης.

ερμηνευθούν οι δηλώσεις αυτές εξαιτίας της εμφάνισης των Μακεδόνων στο πολιτικό προσκήνιο; Το θέμα είναι ενδιαφέρον και αφορά την πολιτική θεωρία του τετάρτου αιώνος, αλλά θα το πραγματευθούμε σε άλλη ευκαιρία.

Σε ό,τι αφορά την βεβαιότητα για γενικευμένη άσκηση βίας σχετικά με την αλλαγή του πολιτεύματος σε άλλες πόλεις από την πλευρά των Αθηνών κατά τον πέμπτο αιώνα, πέρα από την εύλογη μεθοδολογική αντίρρηση ότι η πλειονότητα των προαναφερθέντων πηγών είναι μεταγενέστερες -καθώς ανήκουν κυρίως στον τέταρτο αιώνα, θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος πως η βεβαιότητα αυτή φαίνεται -σε ορισμένες τουλάχιστον μαρτυρημένες περιπτώσεις- να διασκεδάζεται: γνωρίζουμε πως οι Αθηναίοι διατήρησαν τα ολιγαρχικά πολιτεύματα άθικτα σε ορισμένες πόλεις (στη Χίο, στη Λέσβο και στη Σάμο),[x] ενώ από προγενέστερες επιγραφικές πηγές (ανήκουσες στην περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου) επιβεβαιώνεται η δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής του πολιτεύματος για εκείνες τις πόλεις που επέστρεφαν στην Αθηναϊκή Συμμαχία.[xi] Ο ίδιος ο Θουκυδίδης, «ο οποίος δείχνει στο 1.19 ότι οι Λακεδαιμόνιοι φρόντιζαν μόνο να κυβερνούνται από τους ολιγαρχικούς σύμμαχοί τους, δεν μνημονεύει ούτε μια φορά την αθηναϊκή στάση απέναντι στο ίδιο θέμα».[xii] Ορισμένοι δε ερευνητές έφθασαν στο σημείο να υποστηρίξουν ακόμα και πως οι σύμμαχοι ήταν ευχαριστημένοι με την επιβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος στις πόλεις τους.[xiii] Επίσης, το γεγονός ότι έως τη δεκαετία του 420 οι περισσότερες πόλεις στο Αιγαίο είχαν δημοκρατικό πολίτευμα θα πρέπει να ερμηνευθεί ως το αποτέλεσμα πολλών ιδιαίτερων καταστάσεων και αποφάσεων (πολλές από τις οποίες δεν είχαν ληφθεί από τους Αθηναίους) παρά μία «επιβεβλημένη κανονικότητα».[xiv]

Προτομή του Θουκυδίδη, 3ος αι. π.Χ., Παρίσι, Μουσείο του Λούβρου.

Η ιδιαιτερότητα της κάθε περίπτωσης σχετιζόταν άρρηκτα με την εσωτερική πολιτική κατάσταση στις πόλεις-κράτη. Στο 3.82 ο Θουκυδίδης αναφέρεται σε αλλαγές πολιτευμάτων που ξεκίνησαν από το εσωτερικό των διαφόρων πόλεων, δηλαδή είτε από δημοκρατικούς που ήθελαν να φέρουν την πόλη πιο κοντά στην Αθήνα, είτε από οπαδούς της ολιγαρχίας που ήθελαν να την φέρουν πιο κοντά στην Σπάρτη.[xv] Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις περιγραφής στρατιωτικών γεγονότων από τον ιστορικό, χωρίς παράλληλη αναφορά σε στοιχεία εσωτερικής διχόνοιας στις πόλεις. Εννοείται πως οι Αθηναίοι (αλλά και οι Σπαρτιάτες) δεν δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν τις πολιτικές μερίδες που ήταν φίλα κείμενες προς αυτούς και αντίθετες με την κρατούσα πολιτειακή κατάσταση[xvi] Πρόκειται όμως περί εκμετάλλευσης δεδομένων πολιτικών συγκυριών εντός των πόλεων παρά για την άσκηση άμεσης βίας απέναντι στις σύμμαχες ή αποστατούσες πόλεις, καθώς ο αγώνας του δήμου εναντίον των ὀλίγων δεν επιφέρει αναγκαστικά την αλλαγή του πολιτεύματος σε δημοκρατία.[xvii] Στον Θουκυδίδη η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο πλευρές περιγράφεται ρητά σε αρκετές περιπτώσεις και πρόκειται για μία βίαιη κατάσταση που φαίνεται να μαστίζει τις ελληνικές πόλεις της εποχής.[xviii] Ακόμα και ο Ψευδο-Ξενοφών, στην Ἀθηναίων Πολιτεία του, σημειώνει εμφατικά την ύπαρξη εσωτερικών ερίδων στις πόλεις, όταν αναφέρει ότι «η πολιτική των Αθηναίων είναι εσφαλμένη και από την άποψη αυτή, ότι δηλαδή σε πόλεις που υποφέρουν από την πολιτική διαίρεση αυτοί επιλέγουν να υποστηρίξουν τους κατώτερους άνδρες. Κι ωστόσο το κάνουν εσκεμμένα αυτό» (3.10).

Τι συνέβη, όμως, συγκεκριμένα στην Χίο; Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Κίμων 12. 3-4), η πρώτη αναφορά της Χίου στις πηγές ως ενεργού μέλους της Αθηναϊκής-Δηλιακής Συμμαχίας γίνεται όταν οι δυνάμεις της Συμμαχίας, με επικεφαλής τον Αθηναίο στρατηγό Κίμωνα, έρχονται σε διαβουλεύσεις με τους κατοίκους της Φασήλιδος, στην περιοχή της Λυκίας. Στις δυνάμεις αυτές συμπεριλαμβανόταν και η Χίος, η οποία μεσολάβησε στις διαπραγματεύσεις καί έπεισε την συγκεκριμένη πόλη να ενταχθεί στην Αθηναϊκή Συμμαχία, καταβάλλοντας το ποσό των δέκα ταλάντων. Η Χίος δεν εμφανίζεται ξανά στις πηγές μας μέχρι το 440 π.Χ., έτος κατά το οποίο η Σάμος αποστάτησε από την Αθηναϊκή Συμμαχία. Με την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου, η Χίος ήταν, όπως αναφέρθηκε, η μία από τις τρεις πόλεις της Συμμαχίας που ήταν αυτόνομη και διατήρησε το πολίτευμά της. Κατά το έβδομο έτος του πολέμου, το 425/4 π.Χ., οι Χίοι υποχρεώθηκαν να γκρεμίσουν το πρόσφατα ανεγερθέν τείχος της πόλης τους, κατόπιν υποδείξεως (κελευσάντων) των Αθηναίων. Επρόκειτο για μία προληπτική ενέργεια από την πλευρά των τελευταίων, οι οποίοι φοβόντουσαν τυχόν αποστασία των Χίων, και η οποία δεν συνοδεύτηκε από την άσκηση ωμής βίας.[xix] Η Αθήνα ακολουθούσε μία πραγματιστική πολιτική, η οποία της επέφερε την ενεργή συνεργασία του έτερου πιο ικανού κέντρου ισχύος στο Αιγαίο.[xx] Το ρήμα που χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης (νεωτεριεῖν) σημαίνει «την δυσάρεστη για τους Αθηναίους μεταβολή των συμμαχικών τους σχέσεων με τους Χίους ύστερα από ενδεχόμενη εξέγερση των τελευταίων». Στην έρευνα έχει επισημανθεί η ενδιαφέρουσα χρήση ενός παρεμφερούς όρου στην αντίδραση των Χίων: φοβούνται τα αντίποινα των Αθηναίων σε τυχόν αποστασία τους και «ζητούν από αυτούς την διαβεβαίωση μηδὲν περὶ σφᾶς νεώτερον βουλεύσειν».[xxi]

Στον κατάλογο των συμμάχων των Αθηναίων που παραθέτει ο Θουκυδίδης μετά την ήττα των τελευταίων στον

Νήσος Χίος (δορυφορική λήψη).

μεγάλο λιμένα των Συρακουσών το 413, οι Χίοι μετέχουν με τον στόλο τους και αναφέρονται ως οὐχ
ὑποτελεῖς ὄντες φόρου,[xxii] καθεστώς το οποίο έχει συσχετισθεί με την αὐτονομία τους (εδώ τίθεται και το ζήτημα κατά πόσον επρόκειτο για μία κατ’ όνομα και όχι για μία πραγματική αὐτονομία,[xxiii] εάν δεχθούμε φυσικά πως οι άλλες πόλεις απολάμβαναν ενός τέτοιου καθεστώτος, βάσει του καταστατικού χάρτη της Συμμαχίας). Φαίνεται ότι Χίος κατείχε, επομένως, μία ειδική θέση, η οποία αναγνωριζόταν σε αθηναϊκά ψηφίσματα (ακόμα και σε προσευχές).[xxiv] Την επόμενη χρονιά, ωστόσο, η Χίος στασίασε.

Σε μία παρέκβασή του κατά τη διήγηση των γεγονότων του 412, ο Θουκυδίδης εκδηλώνει τον θαυμασμό του για τους κατοίκους του νησιού, καθώς είναι οι δεύτεροι στον ελληνικό κόσμο -μετά τους Σπαρτιάτες- που συνδύαζαν την εδαιμονίαν με την σωφροσύνην.[xxv] Πέρα από το γεγονός ότι στο εδάφιο αυτό απαντάται ένα από τα σπάνια θετικά σχόλια του ιστορικού για τους Σπαρτιάτες,[xxvi] η συγκεκριμένη φράση δεν αποτελεί ένδειξη για την προτίμησή του στο ολιγαρχικό πολίτευμα.[xxvii] Είναι απόρροια του θαυμασμού του Θουκυδίδη για το γεγονός ότι οι Χίοι απέφυγαν την περιπέτεια των στάσεων. Ο ιστορικός, μολονότι αναφέρεται στο έργο του στους δυνατους των πόλεων (π.χ. 1.24.5), υπονοώντας έτσι τους πλουσίους, δεν χρησιμοποιεί τον όρο στην περίπτωση της Χίου, όπου προτιμά την αντιδιαστολή ὀλίγοι πολλοί.[xxviii] Δεν πρόκειται περί τυχαίας επιλογής. Απηχεί ενδεχομένως το καθεστώς ευημερίας στο οποίο είχε περιέλθει η Χίος (και το οποίο φαίνεται να εκτιμά ο Θουκυδίδης με την αναφορά του στην εδαιμονίαν των ντόπιων). Αυτό το καθεστώς δεν θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί σε συνθήκες κοινωνικής έντασης και πόλωσης, κάτι που απηχεί το δίπολο δυνατοίἀδύνατοι.[xxix]

Εύλογη είναι η απορία αναφορικά με τους λόγους που οδήγησαν τους φαινομενικά ευνοημένους κατοίκους της Χίου σε μία αποστασία από την Αθηναϊκή Συμμαχία. Δυστυχώς, δεν έχουμε πηγές για το τι συνέβαινε στα ενδότερα του νησιού κατά τα έτη 424-412 π.Χ. Ωστόσο, τον χειμώνα του 413 π.Χ. οι ανήκοντες στην ολιγαρχική παράταξη Χίοι έστειλαν πρέσβεις στους Σπαρτιάτες και στην Πελοποννησιακή Συμμαχία ζητώντας βοήθεια.[xxx] Θα πρέπει να υποθέσουμε είτε πως οι ολιγαρχικοί της Χίου στην συγκεκριμένη χρονική συγκυρία δεν κατείχαν την εξουσία και για τον λόγο αυτό κινούνται συνωμοτικά εναντίον των δημοκρατικών, είτε πως το πολίτευμά στο νησί θα πρέπει να ήταν, όπως είπαμε, μία μετριοπαθής ολιγαρχία,[xxxi] η οποία με την επανάσταση θα γινόταν πιο σκληρή.[xxxii] Θεωρούμε ότι η δεύτερη υπόθεση είναι πιο πιθανή: επρόκειτο, δηλ., για μία προσπάθεια αλλαγής εκ μέρους ορισμένων από τους ολιγαρχικούς, προφανώς τους πλέον σκληροπυρηνικούς,[xxxiii] εάν βασιστούμε στην αναφορά στους ὀλίγους.[xxxiv] Το ολιγάριθμον των στασιαστών θα τους ανάγκασε σε μία αναζήτηση εξωτερικής υποστήριξης από την Σπάρτη, η οποία δεν έμενε αδιάφορη στις εσωτερικές συγκρούσεις των πόλεων.[xxxv] Η φράση του Θουκυδίδη πάντες γὰρ κρύφα αὐτῶν ἐπρεσβεύοντο (8.7.1) υπονοεί την εσωτερική πολιτική διάσπαση των Χίων, κάτι που διαφαίνεται αργότερα (8.9.3), γι’ αυτό και οι εν λόγω εκπρόσωποι της ολιγαρχικής παράταξης προσεγγίζουν τους Σπαρτιάτες μυστικά, χωρίς δηλ. να το γνωρίζει το σύνολο του σώματος των πολιτών:[xxxvi] ενδεχομένως, με την εν λόγω ενέργεια να συνδέεται και μία επιγραφή από την Λακωνία, στην οποία αναγράφονται όλοι όσοι είχαν συμβάλει οικονομικά στο πολεμικό ταμείο της Σπάρτης, μεταξύ των οποίων και οι Χίοι φίλοι της, επιγραφή που θεωρούμε ότι πρέπει να ενταχθεί στην περίοδο που εξετάζουμε.[xxxvii]

Η Σφίγγα υπήρξε σύμβολο της Xίου από την αρχαία εποχή.  Oι παλαιότερες παραστάσεις που βρέθηκαν ανάγονται στον 8ο π.X. αι.  H Σφίγγα σηματοδοτεί και τη νεότερη Xίο, η οποία αποτελεί παράδειγμα πόλης που τίμησε όσο καμία άλλη το σύμβολό της.

Τα υπόλοιπα γεγονότα σχετικά με την τύχη της αποστασίας είναι γνωστά και δεν θα μας απασχολήσουν εδώ, λόγω χρόνου. Ο Διόδωρος μας πληροφορεί σχετικά με το τι ακολούθησε την εξέγερση της Χίου κατά τα έτη 412-408 π.Χ. Ορισμένοι εξόριστοι Χίοι εκείνης της περιόδου έδωσαν χρήματα στον Σπαρτιάτη ναύαρχο Κρατισιππίδα, προκειμένου αυτός να τους γυρίσει πίσω στο νησί τους και την πόλη τους. Μετά την επιστροφή τους στην Χίο, εξόρισαν αμέσως τους πολιτικούς τους αντιπάλους, 600 στον αριθμό,  ενέργεια ενδεικτική των πολιτικών παθών στο νησί. Οι εξόριστοι κατέφυγαν στον Αταρνέα, απέναντι από τη Χίο, απ΄όπου πραγματοποιούσαν επιδρομές στο νησί (13.65.3-4). Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι και οι δύο πολιτικές αυτές ομάδες ήταν ολιγαρχικές.[xxxviii] Από την άλλη, η αντίδραση των Αθηναίων με την αποστολή ναυτικής δύναμης και στρατού και τη δήωση του εσωτερικού του νησιού ήταν αναμενόμενη, ειδικά δεδομένης της αρνητικής για αυτούς συγκυρία. Η Χίος θα συμπαρέσυρε –και εν μέρει το πέτυχε- και άλλους σε μία αποστασία από τη Συμμαχία. Η τιμωρία της αποστασίας, όσο συχνά και να συνέβαινε, απαιτούσε –[οπως επισημάνθηκε ήδη- προσεκτικές κινήσεις και όχι βιαστικές ενέργειες από την πλευρά των Αθηναίων.[xxxix]

Για να ανακεφαλαιώσουμε: πέρα από τη σύνδεσή της με τον πλούτο, η βία συνδέεται στενά και με την ισχύ/εξουσία, καθώς αποτελεί το μέσο επιβολής αλλά και διαφοροποίησης ανάμεσα σε άρχοντες και αρχόμενους. Σαφέστατα, δεν συνιστούν όλες οι μορφές βίας εξουσία ούτε η τελευταία ταυτίζεται με την άσκηση βίας. Αλλά, εάν ισχύει η άποψη του Hobbes βάσει της οποίας η βία θεωρείται ουσιώδης παράγοντας της άσκησης εξουσίας και της συγκρότησης του κράτους, οι αρχαίοι Έλληνες διέθεταν μία μακρά και πολύπλοκη παράδοση αντανακλάσεων, στις οποίες εμφανιζόταν ο δεσμός μεταξύ βίας και ισχύος. Πολλοί ερευνητές θεωρούν τον διάλογο Αθηναίων – Μηλίων στον Θουκυδίδη το κατεξοχήν παράδειγμα αυτού του δεσμού, όπως και τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου.

Θα πρέπει, ωστόσο, να λάβουμε υπόψη ορισμένες ιδιαιτερότητες του ελληνικού κόσμου, προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα τα χαρακτηριστικά των ελληνικών περιπτώσεων εμφάνισης της βίας. Σε αντίθεση με αρκετές άλλες κοινωνίες στην παγκόσμια ιστορία, οι Έλληνες κατοικούσαν σε ένα ενδοκοινοτικό και διακοινοτικό περιβάλλον, στο οποίο απουσίαζε ένα συγκεκριμένο κέντρο ισχύος. Αυτή η απουσία ενός συγκεκριμένου κέντρου έκανε τα πολιτικά δρώμενα στις ελληνικές πόλεις-κράτη πολύ πιο βίαια απ’ ό,τι σε άλλες περιοχές και κοινωνίες. Οι συγκρούσεις και οι διαφωνίες μπορούσαν να οδηγήσουν στην άσκηση βίας πολύ πιο εύκολα απ’ ό,τι σε κοινωνίες όπου οι ηγεμόνες είχαν πολύ πιο μακρόχρονη και θεσμοθετημένη πρόσβαση σε μέσα εφαρμογής της βίας. Ο αναρχικός χαρακτήρας των πολιτικών σχέσεων μεταξύ των ελληνικών πόλεων επέτεινε αυτό το χαρακτηριστικό.[xl] Απουσίᾳ ενός αδιαφιλονίκητου κέντρου ή μιας ρυθμιστικής δυνάμεως, οι διεθνείς σχέσεις στον ελληνικό κόσμο χαρακτηρίζονταν από μία εύκολα αποσταθεροποιήσιμη ισορροπία δυνάμεων, και οι εκρήξεις βίας μπορούσαν να αποτελούν ένα συχνό φαινόμενο. Η περιγραφή του Θουκυδίδη για τον εμφύλιο πόλεμο στην Κόρκυρα είναι ένα διαφωτιστικό παράδειγμα της σύνδεσης μεταξύ μίας ενδοκοινοτικής διαμάχης και της διακοινοτικής αναρχίας.[xli]

Η περίπτωση της Χίου, μολονότι λιγότερο τεκμηριωμένη, θεωρούμε ότι αποτελεί ένα αντίστοιχο παράδειγμα. Πόσο βίαιη ήταν όμως στο ίδιο το νησί αυτή η απόπειρα αποστασίας; Σε ό,τι αφορά τους κατοίκους του, προφανώς όχι τόσο όσο θα περίμενε κάποιος. Υπάρχουν ενδείξεις που μας κάνουν να κλίνουμε προς την κατεύθυνση αυτή: αφενός, η χρήση του όρου ὀλίγοι και η σημασιοδοσία του με αριθμητικό ή πολιτικό περιεχόμενο μας απομακρύνει από μία βίαιη κοινωνική αντιπαράθεση πλούσιων – φτωχών και είναι εναρμονισμένη με τις αντιλήψεις περί δημοκρατίας.[xlii] Ο ίδιος ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Χίοι ήταν οι πλουσιώτεροι Ελλήνων (8.45.4). Αφετέρου, οι αντιδράσεις του δήμου (14.2: καὶ οἱ μὲν πολλοί) των Χίων είναι εξαιρετικά μετριοπαθείς.[xliii] Τρίτον, για τον ιστορικό ένα επιπλέον δείγμα της σωφροσύνης τους είναι το ότι προχωρούν στην παρούσα φάση σε αποστασία από την Αθήνα, καθώς θεωρούν ότι υπό τις τρέχουσες συνθήκες η συγκεκριμένη απόφαση είναι πολιτικά ορθή.[xliv]

Φαίνεται πως στο μυαλό των ακραίων ολιγαρχικών της Χίου που ήθελαν να αναλάβουν τα πολιτικά πράγματα προείχε το καλό του νησιού παρά εκείνο της Συμμαχίας. Δεν δίστασαν, επομένως, να συνεργαστούν με το αντίπαλον δέος των Αθηνών, μία συνεργασία η οποία πρέπει να συνδέεται με τις εσωτερικές διαμάχες ανάμεσα στους ὀλίγους και στον δῆμον στη Χίο. Ήταν οι ίδιοι οι Χίοι (ή τουλάχιστον, ένα τμήμα τους) που αποφάσισαν για την αποστασία και την πολιτειακή μεταβολή σε ακραία ολιγαρχία. Η προσπάθεια αυτή και η στάσις που ακολούθησε υποδηλώνουν εσωτερικές αντιπαραθέσεις μεταξύ ηγετικών ομάδων και όχι άσκηση βίας από κάποια μεγάλη δύναμη.

Ο Ιωάννης K. Ξυδόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίαςτου Α.Π.Θ

Βιβλιογραφία

Anastasiadis, B. I. (1992) : Charaktirismoi koinonikon stromaton kai i ennoia τάξις stin archaia Hellada, Thessaloniki.

Bleicken, J. (19998) : Die athenische Demokratie, Paderborn – München.

Brock, R. (2009) : “Did the Athenian Empire Promote Democracy?”, in : Ma, Papazarkadas, Parker 2009, 149-166.

Constantakopoulou, C. (2010) : The Dance of the Islands. Insularity, Networks, the Athenian Empire, and the Aegean World, Oxford.

Davies, J. K. (19932) [2014]: Democracy and Classical Greece, Glasgow.

de Romilly, J. [1947] (1963) : Thucydides and Athenian Imperialism, transl. of the French original of 1947. Oxford.

de Ste. Croix, G. E. M. (1954-1955) : “The Character of the Athenian Empire”, Historia, 3, 1-41.

Eckstein, A. M. (2007) : Mediterranean Anarchy, Interstate War and the Rise of Rome, Berkeley, Los Angeles and London.

Hansen, M. H. (1995) : ‘The “Autonomous City-State”. Ancient Fact or Modern Fiction?’, in : Hansen Raaflaub 1995, 21-43.

Hornblower, S. (2008) : A Commentary on Thucydides, Volume III: Books 5.25-8.109, Oxford.

Kagan, D. (1987) : The Fall of the Athenian Empire, Ithaca, London.

Kastoriadis, K. (2011) : I helliniki idiairetotita. Tomos III: Thoukididis, i ischis kai to dikaio. Seminaria 1984-1985, Athens.

Leppin, H. (1999) : Thucydides und die Verfassung der Polis, KLIO Beihefte, NF, 1, Berlin.

Manolopoulos, L. (1991) : Στάσις–Επανάστασις–Νεωτερισμός–Κίνησις. Simvoli stin ereuna tis politikis orologias ton archaion Hellinon, Thessaloniki.

Meiggs, R. (1972) : The Athenian Empire, Oxford.

O’Neil, J. (1978/9) : “The constitution of Chios in the fifth century B.C.”, Talanta, 10/11, 66-73.

Ober, J. (1989) : Mass and Elite in Democratic Athens: Rhetoric, Ideology, and the Power of the People, Princeton, NJ.

Price, J. J. (2004) : Thucydides and Internal War, Cambridge.

Quinn, T. J. (1981) : Athens and Samos, Lesbos, and Chios, 478-404 B.C., Manchester.

Raaflaub, K. (2006) : “Thucydides on Democracy and Oligarchy”, in : Rengakos, Tsakmakis 2006, 189-222.

Robinson, E. W. (2011) : Democracy beyond Athens. Popular Government in the Greek Classical Age, Cambridge.

Rood, T. (1998) : Thucydides. Narrative and Explanation, Oxford.

Schuller, W. (1995) : “Zur Entstehung der Griechischen Demokratie ausserhalb Athens”, in : Kinzl 1995, 302-323.

Whibley, L. (1896) : Greek Oligarchies. Their character and Organisation, Cambridge.

Υποσημειώσεις

[i]               Ober 1989, 17-35, 332-9.

[ii]              Για δημοκρατικά πολιτεύματα εκτός Αθηνών, βλ. Robinson 2011.

[iii]             Για παράδειγμα, βλ. Whibley 1955, 54-55· de Romilly 1963 (2000), 132· Schuller 1995, 312 κεξ· Bleicken 19998, 487. Αναφορές σε θιασώτες αυτής της άποψης στον Brock 2009, 162 σημ. 1, 2· Constantakopoulou 2010, 61-81.

[iv]             Μανωλόπουλος 1991, 151. Βλ. και de Romilly 1947 [1963], 132.

[v]              Όπως υποστηρίζει η Constantakopoulou 2010, 61 κεξ. και ιδίως 80-81.

[vi]             [Ξενοφών], Ἀθηναίων Πολιτεία, 1.14,16· 3.10-11.

[vii]            Ισοκράτης, Πανηγυρικὸς 104-106· Παναθηναϊκὸς 54 και 68.

[viii]           Λυσίας, 2.55-56.

[ix]             Αριστοτ. Πολιτικὰ 1307b 22-24. Βλ. και Αριστοτ., Ἀθηναίων Πολιτεία 24.1-2· Brock 2009, 150.

[x]              Αριστοτ. Ἀθηναίων Πολιτεία 24.2.

[xi]             ATL III, D 11 (450/49 π.Χ.).

[xii]            de Romilly 1947 [1963], 132.

[xiii]           De Ste. Croix 1954, 1-41.

[xiv]          Βλ. τα σχόλια των εκδοτών των ATL III, 154· Davies 2014, 87.

[xv]           Broke 2009, 151.

[xvi]          Καστοριάδης 2011, 342.

[xvii]         Καστοριάδης 2011, 344.

[xviii]        3.82.1· Raaflaub 2006, 197.

[xix]          4.51.1.

[xx]           ATL III, 154· Davies 2014, 85.

[xxi]          Μανωλόπουλος 1991, 151.

[xxii]         7.57.4.

[xxiii]        Όπως υποστηρίζει ο Hansen 1995, 33-33.

[xxiv]        Βλ. σχετ. στον Σχολιαστή του Αριστοφάνη (Vögel) 880.

[xxv]         8.24.4.

[xxvi]        Rood 1998, 195 n. 58· Hornblower 2008, 819.

[xxvii]       Hornblower 2008, 819. Για την αντίθετη άποψη, βλ. Kagan 1987, 60.

[xxviii]      Βλ. π.χ. 8.9.3·14.2. Leppin 1999, 176.

[xxix]        Βλ. Αναστασιάδης 1992, 46 και σημ. 86.

[xxx]         8.5.4· Kagan 1987, 28 κεξ.· Quinn 1981, 43.

[xxxi]        Whibley 1955, 54-55· Quinn 1969, 24· Kagan 1987, 43· Schuller 1995, 309· Hornblower 2008, 784-785.

[xxxii]       Hornblower 2008, 819-820. Για μία εμπεριστατωμένη συζήτηση του σχετικού χωρίου, βλ. Leppin 1999, 172 κεξ.

[xxxiii]      O’Neil 1978/9, 66· Hornblower 2008, 784-785]

[xxxiv]      8.9.2· Hornblower 2008, 784-785.

[xxxv]       Καστοριάδης 2011, 350.

[xxxvi]      Hornblower 2008, 763, 778-779..

[xxxvii]     IG V.I.1.

[xxxviii]    Quinn 1981, 47.

[xxxix]      Βλ. την περίπτωση της Μυτιλήνης, το 428/7 (3.1-18, 36-50), και τα σχόλια του Raaflaub 2006, 200-201.

[xl]             Eckstein 2007, 37-78.

[xli]            Price 2004.

[xlii]           Αναστασιάδης 1992, 56-59.

[xliii]          Ο Kagan 1987, 45 θεωρεί ότι οι πολλοί είναι η πλειοψηφία της χιακής βουλής.

[xliv]         8.24.5: Βλ. και Meiggs 1972, 358.

Κώστας Γαγανάκης: Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, 1517-2017. Μύθοι και κληρονομιές

Κώστας Γαγανάκης

Η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση, 1517-2017. Μύθοι και κληρονομιές

Στις 31 Οκτωβρίου 2017, περίπου 560 εκατομμύρια Προτεστάντες σε όλο τον κόσμο γιόρτασαν τα 500 χρόνια από την ημέρα που ο αυγουστινιανός μοναχός Μαρτίνος Λούθηρος θυροκόλλησε στην εκκλησία του κάστρου στη γερμανική πόλη της Βιττεμβέργης τις 95 θέσεις του ενάντια στις καταχρήσεις της Καθολικής Εκκλησίας[1]. Η επέτειος, η οποία είχε την απρόσμενη συμμετοχή του προκαθήμενου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας Πάπα Φραγκίσκου, με την παρουσία του σε επετειακή κοινή προσευχή με Λουθηρανούς στη σουηδική πόλη της Lund, τον περασμένο Οκτώβριο, αποτέλεσε την αφορμή για τη διεξαγωγή εκατοντάδων συνεδρίων σε Ευρώπη, ΗΠΑ, Αυστραλία και Καναδά, όπου ιστορικοί, θεολόγοι, οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες και πλήθος άλλων ειδικοτήτων θα ανταλλάξουν προβληματισμούς και θα επιχειρήσουν επανεκτιμήσεις του χαρακτήρα και της ιστορικής κληρονομιάς της Μεταρρύθμισης, της «πρώτης επανάστασης που άλλαξε ριζικά τον κόσμο».

Η ιστοριογραφία της Μεταρρύθμισης, από τα μέσα του 19ου αιώνα ως σήμερα, έχει εδραιωθεί ως ένα από τα δυναμικότερα και πολυπληθέστερα στη στελέχωσή τους πεδία ιστορικής έρευνας σε παγκόσμιο επίπεδο. Πανεπιστημιακά τμήματα ιστορίας συγκροτήθηκαν σε Ευρώπη και Αμερική, ήδη από τα μέσα του 16ου αιώνα, για να υποστηρίξουν ερευνητικά το νέο αντικείμενο σπουδών, ενώ σήμερα, η Μεταρρύθμιση ως προνομιακό πεδίο ιστορικής έρευνας, εξακολουθεί να κατέχει πρωτεύουσα θέση στα σημαντικότερα πανεπιστήμια της Δύσης, επιδεικνύοντας μια εντυπωσιακή ανθεκτικότητα στη γενικότερη στροφή της παγκόσμιας ακαδημαϊκής κοινότητας των ιστορικών προς τη σύγχρονη ιστορία. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ήταν η μετατόπιση στην ιστοριογραφία της Μεταρρύθμισης από την αρχική, «απολογητική» της φάση – όπου Προτεστάντες και Καθολικοί ιστορικοί επιστράτευσαν τις γνώσεις τους για να καταδείξουν την ανωτερότητα της κάθε πλευράς – σε νέες, πολυεπίπεδες και διεπιστημονικές προσεγγίσεις της Μεταρρύθμισης ως ιστορικού φαινομένου που, από τη δεκαετία του 1960, συνέβαλαν στον απογαλακτισμό της ιστορίας από τις εμμονές και ιεραρχήσεις της θεολογικής σκέψης, ενώ συμπαρέσυραν τις όμορες επιστήμες (κοινωνιολογία, πολιτική επιστήμη) σε ψυχραιμότερες και διεισδυτικότερες προσεγγίσεις και αποτιμήσεις της Μεταρρύθμισης. Τέλος, ενδεικτική της «διαχρονικής επικαιρότητας» της Μεταρρύθμισης ως θεμελιώδους συνιστώσας της σύγχρονης δυτικής ταυτότητας, ήταν η υποταγή της γερμανόφωνης ιστοριογραφίας της Μεταρρύθμισης στις προπαγανδιστικές προτεραιότητες που πυροδότησε από τις αρχές του 1960 ο Ψυχρός Πόλεμος, όταν οι δύο Γερμανίες, η Δυτική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, και η Ανατολική Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία, αντιπαράθεσαν σε βιβλία, περιοδικά και σε ιστορικά συνέδρια τις εναλλακτικές τους αναγνώσεις του Μαρτίνου Λούθηρου και της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης.

Είναι όμως γεγονός ότι η Μεταρρύθμιση ως ιστορική διεργασία και παγκόσμια κληρονομιά, υπερβαίνει σαφώς τους ορίζοντες των ιστορικών και θέτει συνεχώς νέα ζητήματα – η προκαλεί επανεκκινήσεις παλαιότερων προβληματισμών – στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, επειδή είναι ακριβώς στη Μεταρρύθμιση όπου ειδικοί αναλυτές από το χώρο των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και κάθε λογής δημόσιοι σχολιαστές εντοπίζουν διαρκώς τον «θεμέλιο λίθο» στη συγκρότηση της ταυτότητας του νεωτερικού δυτικού ανθρώπου, σχεδόν πάγια σε αντιδιαστολή με διεργασίες και μορφοποιήσεις στις κοινωνίες πέραν της Δύσης. Η προτεσταντική Μεταρρύθμιση χάραξε ανεξίτηλα την ιστορική πορεία της Ευρώπης και, μέσω της ευρωπαϊκής αποικιακής εξάπλωσης και του κόσμου, γι’ αυτό και απέκτησε από νωρίς την ιδιαίτερή της μυθολογία. Σκοπός της παρούσας μικρής συμβολής είναι να διαλεχθεί κριτικά με κάποιους από τους «θεμελιώδεις μύθους» αλλά και με τις πολλαπλές κληρονομιές της Μεταρρύθμισης

                                                                         Μύθοι.

Μέχρι περίπου τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η προωθούμενη εικόνα της Μεταρρύθμισης ως εγχειρήματος ήταν αυτή του “one-man show”: Στις 31 Οκτωβρίου του 1517, ο Μαρτίνος Λούθηρος θυροκόλλησε τις 95 Θέσεις του ενάντια στις καταχρήσεις της Καθολικής Εκκλησίας, πυροδοτώντας

Η γέννηση του μύθου Ο Λούθηρος θυροκολλεί τις 95 Θέσεις του στην εκκλησία του κάστρου στη Βιττεμβέργη.

ένα διεθνές κίνημα που με τη σειρά του σήμανε το οριστικό τέλος του Μεσαίωνα και τη βίαιη εισαγωγή στη νεωτερικότητα. Σήμερα, είμαστε σε θέση να υποθέσουμε με μεγάλη βεβαιότητα πως η πρωτοβουλία αυτή καθαυτή δεν είχε τίποτε το δραματικό. Η θυροκόλληση «θέσεων» αποτελούσε πάγια ακαδημαϊκή πρακτική στο Πανεπιστήμιο της Βιττεμβέργης, συνιστώντας πρόσκληση σε δημόσια αντιπαράθεση επί συγκεκριμένων θεμάτων, η δε πόρτα της εκκλησίας του κάστρου, πολύ κοντινής στο πανεπιστήμιο, λειτουργούσε και ως «πίνακας ανακοινώσεων» των πανεπιστημιακών δασκάλων. Αυτό που προκάλεσε τη θύελλα των αντιδράσεων και τον ορυμαγδό των εξελίξεων ήταν η επιστολή με τις 95 Θέσεις που απέστειλε ο Λούθηρος στον προϊστάμενό του, αρχιεπίσκοπο Άλμπρεχτ του Μαγδεβούργου και του Μάιντς, ο οποίος και την κοινοποίησε στη Ρώμη.

Ούτε όμως και το περιεχόμενο των 95 Θέσεων ήταν ιδιαίτερα επαναστατικό, επειδή οι Θέσεις επικεντρώνονταν σε μια συγκεκριμένη πρακτική της Καθολικής Εκκλησίας, την πώληση συγχωροχαρτίων και στη θεολογική θεμελίωσή της. Ο Λούθηρος δεν προχωρούσε σε μια «εφ’όλης της ύλης» κριτική στην Καθολική Εκκλησία, ούτε και αμφισβητούσε την αυθεντία του Πάπα. το σημαντικότερο, ο Λούθηρος δεν ανέπτυσσε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο Μεταρρύθμισης της Καθολικής Εκκλησίας. Όλα αυτά προέκυψαν πολύ γρήγορα, και ήταν προϊόντα της συγκυρίας και του ιδιαίτερου χαρακτήρα του Λούθηρου. Οι αμφιβολίες που εξέφρασε ο Λούθηρος για την σκοπιμότητα και ορθότητα του πολύπλοκου τελετουργικού μηχανισμού που είχε εδραιώσει η Καθολική Εκκλησία για τη σωτηρία της ψυχής των Χριστιανών μέσω των αγαθοεργιών γρήγορα ριζοσπαστικοποιήθηκαν στο σύνθημα “sola fide-sola scriptura” (η πίστη μόνον σώζει, οι Γραφές και όχι η αυθεντία του Πάπα ή των εκκλησιαστικών συμβουλίων, αποτελούν τη μόνη βάση διευθέτησης ζητημάτων πίστης), όταν κλήθηκε να διασαφηνίσει τις απόψεις του σε μια σειρά δημόσιων θεολογικών αντιπαραθέσεων με τον επιδέξιο αντίπαλο του, καθολικό θεολόγο Γιόχαν Εκκ. Ήταν στη δημόσια αντιπαράθεση στη Λειψία τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1519, όπου ο Λούθηρος οδηγήθηκε από τον Εκκ στο να δηλώσει ανοιχτά την πλήρη διαφωνία του με την εδραιωμένη δογματική αντίληψη της Καθολικής Εκκλησίας σχετικά με τη σωτηρία της ψυχής μέσω των αγαθοεργιών και της αγοράς συγχωροχαρτίων, όπως και με την απόλυτη ανωτερότητα των εκκλησιαστικών οργάνων στη διασαφήνιση ζητημάτων του δόγματος, και να συνταχθεί δημόσια με τον Γιαν Χους, αρχιεπίσκοπο της Πράγας, o οποίος είχε καταδικασθεί ως αιρετικός και καεί στην πυρά με απόφαση της Συνόδου της Κωνσταντίας στις 6 Ιουλίου του 1415, έχοντας υποστηρίξει τις ίδιες ακριβώς θέσεις[2].

Με τη δημόσιά του πλέον διαφοροποίηση, ο Λούθηρος υποστήριζε πως οι δογματικές αντιλήψεις και τελετουργικές πρακτικές της Καθολικής Εκκλησίας βασίζονταν σε μια θεμελιώδη παρερμηνεία της φύσης της αμαρτίας, της μετάνοιας και της σωτηρίας. Δίνοντας απόλυτη έμφαση στο ζήτημα της μετάνοιας και της συνακόλουθης σωτηρίας της ψυχής, ο Λούθηρος εμφανιζόταν πλέον να βάλλει ευθέως στην καρδιά της Καθολικής Εκκλησίας, σε ένα τεράστιο κοινωνικό, πολιτισμικό και οικονομικό οικοδόμημα, το οποίο λειτουργούσε επί αιώνες ως μηχανισμός συλλογικής σωτηρίας των Χριστιανών: Αυτό επέτρεπε στους πιστούς να προσεύχονται για τους συνανθρώπους τους, ώστε να μειώσουν την παραμονή των ψυχών τους στο Καθαρτήριο, αυτό μισθοδοτούσε χιλιάδες τοπικούς ιερείς που τελούσαν επιμνημόσυνες δεήσεις υπέρ της σωτηρίας της ψυχής των μεταστάντων, και χρηματοδοτούσε μια στρατιά θεοσεβούμενων γυναικών που διοργάνωναν τακτικές προσευχές στα άσυλα και στα πτωχοκομεία. Αυτό το σύστημα δημιούργησε και εδραίωσε τις εκατοντάδες θρησκευτικές αδελφότητες, οι οποίες προσεύχονταν για τα μέλη τους, τελούσαν τη θεία λειτουργία, διοργάνωναν λιτανείες και έχτιζαν νέες εκκλησίες και ειδικούς χώρους συλλογικής  προσευχής στις ήδη υπάρχουσες. Όπως επισημαίνει η ιστορικός Lyndal Roper, το σύστημα αυτό δομούσε με τον πιο αυστηρό τρόπο τον θρησκευτικό αλλά και τον κοινωνικό βίο των ευρωπαίων Χριστιανών του Ύστερου Μεσαίωνα[3]. Επικεφαλής και θεματοφύλακας του συστήματος ήταν ο Πάπας της Ρώμης, ο βικάριος του Απόστολου Πέτρου.  η επίθεση του Λούθηρου αντιμετωπιζόταν πλέον και ως επίθεση στην παπική αυθεντία. Όμως, στην επίθεση αυτή, ο Λούθηρος δεν ήταν μόνος.

Δεν θα μπορέσουμε να αποτιμήσουμε πλήρως την ιστορική μοναδικότητα του Μαρτίνου Λούθηρου και του κινήματος που συγκροτήθηκε γύρω του, αν δεν απαλλαγούμε από τον δεύτερο από τους «καταστατικούς μύθους» της ιστορίας της Μεταρρύθμισης, αυτόν της μοναδικότητας της «περίπτωσης Λούθηρου», και παράλληλα αυτόν της «καταρρέουσας υστερο-μεσαιωνικής Καθολικής Εκκλησίας», που χρειάστηκε τελικά έναν Λούθηρο για να αφυπνισθεί και να προχωρήσει στη δικιά της «Αντί-Μεταρρύθμιση»[4]. Όπως επισήμανε πρόσφατα ο κορυφαίος ιστορικός της Μεταρρύθμισης Diarmaid MacCullogh, δεν ήταν οι θρησκευτικά αδιάφοροι και απαθείς που συντάχθηκαν με τον Λούθηρο, αλλά αντίθετα, εκείνοι που, όπως και ο Λούθηρος, πίστευαν με πάθος στην οδό για τη λύτρωση που πρότεινε η υστερο-μεσαιωνική Εκκλησία[5].

Η Καθολική Εκκλησία στις αρχές του 16ου αιώνα σίγουρα αντιμετώπιζε τα προβλήματα της εντεινόμενης καθοδηγητικής ανεπάρκειας, οργανωτικής δυσλειτουργίας, και θεσμικής κρίσης που έχει επισημάνει η ιστορική έρευνα, δεν ήταν όμως ένας αποστεωμένος οργανισμός, αποκομμένος από τους πιστούς. Ρεύματα ανανέωσης ή και μεταρρύθμισης του εκκλησιαστικού τυπικού, ή ακόμη και επαναπροσέγγισης της σχέσης των πιστών με τον Δημιουργό τους, εκφράζονταν ανοιχτά στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας, πριν ακόμα την εμφάνιση του Λούθηρου. Το κίνημα της Devotio moderna (της «σύγχρονης ευλάβειας»), με κορυφαίο εκπρόσωπό του τον Έρασμο του Ρότερνταμ, ή ο κύκλος κληρικών και λαϊκών λογίων γύρω από τον Γιόχαν φον Στάουπιτζ, ηγούμενο της αυγουστινιανής μονής στη Βιττεμβέργη και μέντορα του νεαρού Μαρτίνου Λούθηρου, αποτελούσαν δύο μόνο περιπτώσεις ζωντανών «θυλάκων προβληματισμού» στο εσωτερικό της Καθολικής Εκκλησίας. Με λίγα λόγια, είχαν ήδη δρομολογηθεί οι προϋποθέσεις για μια Καθολική Μεταρρύθμιση, η οποία τελικά υποτάχθηκε σε μεγάλο βαθμό στο σοκ της απόσχισης του Λούθηρου, δεν γεννήθηκε όμως από αυτήν. η σύνοδος του Τριδέντου (1545-1563), τοποθετήθηκε συνολικά επί της Προτεσταντικής θεολογίας, αλλά και κωδικοποίησε προβληματισμούς που είχαν εκφραστεί δημόσια πριν την καταλυτική εμφάνιση του Λούθηρου.

Ο Λούθηρος λοιπόν δεν ήταν ο μόνος που επιδίωξε να επαναπροσδιορίσει τη σχέση των πιστών με τον Θεό. αυτό που αποκρυσταλλώθηκε ως Προτεσταντική Μεταρρύθμιση ήταν η ταυτόχρονη έκρηξη πολλών δυσαρεσκειών, αγωνιών και προσδοκιών, από άνδρες και γυναίκες κάθε τάξης και ηλικίας, πολλές από τις οποίες βάδισαν παράλληλα με το εγχείρημα του Λούθηρου, ενώ άλλες εκφράστηκαν και μέσα στο λουθηρανικό κίνημα, αποδίδοντάς του εξ αρχής μια πολυφωνία στόχων και οραματισμών που ενόχλησε σφόδρα τον ίδιο τον Λούθηρο, ιδιαίτερα όταν διαπίστωσε αποκλίνουσες ή και ετερόδοξες αναγνώσεις της δικής του θεολογίας. Ακόμα σημαντικότερο, διαφάνηκε γρήγορα πως η «μεταρρύθμιση» δεν θα περιοριζόταν αυστηρά στο δογματικό/εκκλησιολογικό πεδίο, αλλά πως θα αφορούσε και άλλους, ζωτικής σημασίας, τομείς της εγκόσμιας (πολιτικής, κοινωνικής, οικονομικής) πραγματικότητας. και αυτό ήταν αποτέλεσμα της έντονης διεισδυτικότητας που είχε η θρησκεία σε όλο το εύρος της ζωής των πιστών. Δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι η θρησκεία τον 16ο αιώνα δεν αποτελούσε τον στενά προσδιορισμένο και ιδιαίτερο, προσωπικό, χώρο εμπειρίας και δραστηριοποίησης που συνιστά στον σύγχρονο δυτικό κόσμο, αλλά ότι ήταν ο θεμελιώδης πυλώνας μιας κοσμοαντίληψης που πρέσβευε πως ο Θεός δεν είχε αποχωρήσει από τον κόσμο μετά τη Δημιουργία, αλλά πως εξακολουθούσε να ελέγχει και να παρεμβαίνει καθημερινά στις ζωές των ανθρώπων, σε όλες τους τις εκφάνσεις. Η θρησκεία ήταν άρρηκτα συνυφασμένη με τις σχέσεις εξουσίας, και όχι απλά ως «νομιμοποιητικός καθρέπτης» του πολιτικό-κοινωνικού συστήματος του ύστερου φεουδαλισμού, όπως ήταν συνυφασμένη και με τις σχέσεις ανδρών και γυναικών, αφεντών και υπηρετών, ενηλίκων και ανηλίκων. Ήταν συνεπώς πρακτικά αδύνατο η επανάσταση που κήρυξε ο Λούθηρος ενάντια στην Καθολική Εκκλησία, μετά τον αφορισμό του από τον Πάπα Λέοντα Ι΄ (3 Ιανουαρίου του 1521), να μην «υπερχειλίσει» και σε άλλους, ζωτικής σημασίας, τομείς της εγκόσμιας τάξης πραγμάτων, προκαλώντας ορυμαγδό εξελίξεων, που δεν ήταν σε θέση να προβλέψει ο χαρισματικός ηγέτης της Μεταρρύθμισης. Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία το 1525, η μαζικότερη αγροτική εξέγερση που είχε γνωρίσει ως τότε ο δυτικός κόσμος, συνιστούσε για τον Λούθηρο φοβερή έκφραση παρερμηνείας της διδασκαλίας του. Για αναρίθμητους όμως χωρικούς της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η απόπειρα υλοποίησης μακροχρόνιων στόχων και προσδοκιών που βρήκαν αιφνιδιαστικά την ισχυρότερή τους νομιμοποίηση από το κήρυγμα του Λούθηρου.

Η επαναστατικότητα της θεολογικής σκέψης του Μαρτίνου Λούθηρου εκφράστηκε και στη μετάφραση των Γραφών στις εθνικές γλώσσες και περιφερειακές διαλέκτους, βασικό προαπαιτούμενο στη λουθηρανική διδασκαλία για την εγκαθίδρυση μιας άμεσης, προσωπικής σχέσης των πιστών με τον λόγο του Θεού. Αυτό είχε ως συνέπεια η θεολογία – που, επαναλαμβάνω, δεν πρέπει να τη βλέπουμε στη βάση του στενού προσδιορισμού του χαρακτήρα και του περιεχομένου της σήμερα – να ξεφύγει από τα auditoria των εκκλησιαστικών κύκλων και ακαδημαϊκών θεσμών της εποχής, και να καταστεί φλέγον ζήτημα δημόσιου προβληματισμού και αντιπαράθεσης. Ό,τι θεωρούνταν αίρεση και ανάθεμα στη θεώρηση της Καθολικής Εκκλησίας, δηλαδή η παρεμβολή λαϊκών σε ζητήματα πίστης, αρμόδια για την αποσαφήνιση των οποίων ήταν τα εκκλησιαστικά όργανα, όπως οι σύνοδοι της Εκκλησίας, κατέστη με ραγδαίους ρυθμούς κτήμα ενός ολοένα διευρυνόμενου τμήματος των δυτικών κοινωνιών.

Η πρωτοβουλία του Λούθηρου κατέστησε τη θεολογία «ζώσα», πεδίο επίκαιρου και διαρκούς προβληματισμού, στις ηγεμονικές αυλές, στις αίθουσες συνεδριάσεων των αστικών συμβουλίων, αλλά και στις ταβέρνες και στα καπηλειά της Γερμανίας[6]. Για να γίνει αυτό εφικτό, απαιτήθηκε η συστηματική εκμετάλλευση από μέρους του Λούθηρου του σχετικά νέου για την εποχή μέσου της τυπογραφίας. Μεταρρύθμιση και τυπογραφία είχαν μια εκρηκτική ώσμωση, με την τυπογραφία να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής του λουθηρανικού μηνύματος, στέλνοντάς το στις εσχατιές της Ευρώπης και, σύντομα, στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Κι εδώ όμως πρέπει να αποφύγουμε το μύθο: Η Μεταρρύθμιση υπήρξε η πρώτη επικοινωνιακή επανάσταση στη νεότερη ιστορία γιατί εκμεταλλεύθηκε το νέο μέσον, δεν προκλήθηκε όμως από αυτό. δεν προέκυψε δηλαδή μια «Μεταρρύθμιση δια του εντύπου», όπως θεωρούσαν οι ιστορικοί ως περίπου τα τέλη της δεκαετίας του 1980[7], ακριβώς επειδή η Μεταρρύθμιση εξέφρασε – και εκφράσθηκε – από την κυρίαρχη προφορική κουλτούρα της εποχής. Το κήρυγμα από τον άμβωνα, οι δημόσιες αντιπαραθέσεις, αρχικά σε στενό κύκλο επαϊόντων, και κατόπιν σε συνεχώς διευρυνόμενους κύκλους ανεπίσημων – και ανεξέλεγκτων – συζητητών, συνδυάσθηκαν με το κείμενο, την εικόνα, την αφίσα, για να καταστήσουν τη λουθηρανική υπόθεση γνωστή αρχικά στην ευρωπαϊκή επικράτεια και κατόπιν στον κόσμο.

Ο Μαρτίνος Λούθηρος σε προχωρημένη ηλικία, και ο στενότερος συνεργάτης του στη Βιττεμβέργη και στην ηγεσία του λουθηρανικού κινήματος, Φίλιππος Μελάγχθων.

Ακόμη σημαντικότερο, όπως έχουν επισημάνει την τελευταία δεκαετία ιστορικοί που ασχολούνται με την «επικοινωνιακή διάσταση» της Μεταρρύθμισης, η τυπογραφία δεν λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής ενός ενιαίου «λουθηρανικού μηνύματος», αλλά κοινωνικοποίησε τις διαφορετικές εκδοχές της Μεταρρύθμισης που συλλειτουργούσαν με τον Λούθηρο στο πλαίσιο του κινήματός του. Στη Γενεύη, ο Χούλντριχ Ζβίγκλιος έθεσε τις βάσεις για ένα μεταρρυθμιστικό κίνημα που θα εξέφραζε εντονότερα τις προσδοκίες του αστικού χώρου, και που θα μορφοποιούνταν αργότερα στην καλβινική εκδοχή του μεταρρυθμισμένου Προτεσταντισμού. Στο γερμανικό χώρο, ο Λούθηρος είχε να αντιπαλέψει με τις ριζοσπαστικές φωνές του Ανδρέα φον Κάρλσταντ και του Θωμά Μύντζερ, που τροφοδότησαν ένα λαϊκό, ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό κίνημα, με προεξάρχοντες τους Αναβαπτιστές. Η πρωτοβουλία του Λούθηρου γέννησε την προτεσταντική Μεταρρύθμιση, η οποία με τη σειρά της δημιούργησε – και στηρίχθηκε σε αυτό – ένα τεράστιο, τελικά παγκόσμιο, δίκτυο επικοινωνίας και προπαγάνδισης των νέων ιδεών, που κανένας κατασταλτικός ή λογοκριτικός μηχανισμός της εκκλησιαστικής ή της κοσμικής εξουσίας της εποχής δεν ήταν σε θέση να το ανακόψει.

Η σημερινή εικόνα που δίνει για τον Λούθηρο η ιστοριογραφία της Μεταρρύθμισης απέχει πολύ από εκείνη της εξιδανικευμένης, ημι-προφητικής φιγούρας που αναμετρήθηκε με τις καταχρήσεις της Παπικής Εκκλησίας και άλλαξε ριζικά τον ρου της ιστορίας. Σήμερα, αναγνωρίζεται βέβαια η ιστορική πρωτοβουλία του Λούθηρου, αλλά οι ιστορικοί μιλούν για πολλαπλά μεταρρυθμιστικά ρεύματα στο εσωτερικό του μεταρρυθμιστικού κινήματος, επικεφαλής του οποίου τέθηκε ο Μαρτίνος Λούθηρος. Ο χαρακτηρισμός «λουθηρανοί», που ήταν του καθολικού αντιπάλου (ο Λούθηρος και οι οπαδοί του προτιμούσαν το «ευαγγελικός χριστιανός», υποδηλώνοντας την εγγύτητά τους στην αλήθεια του Ευαγγελίου, αλλά και για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αγιοποίησης του ηγέτη της Μεταρρύθμισης), επέφερε μια επιφανειακή ομογενοποίηση του μεταρρυθμιστικού κινήματος, η οποία ωστόσο δεν συσκότισε τις διαφοροποιήσεις τόσο στο εσωτερικό του ευαγγελικού κινήματος, όσο και στην εξέλιξη επιμέρους μεταρρυθμιστικών κινημάτων στις πόλεις της Γερμανικής αυτοκρατορίας. Η ιστορική τυπολογία της Μεταρρύθμισης στο γερμανικό χώρο κάνει διάκριση ανάμεσα σε τρεις παράλληλες μεταρρυθμιστικές εκστρατείες: Τη μεταρρύθμιση των αστικών ολιγαρχιών, των ομάδων εξουσίας στις πόλεις (Ratsreformation), τη μεταρρύθμιση των κοινοτήτων, ιδιαίτερα του κόσμου της εργασίας, οργανωμένου στις συντεχνίες (Gemeinereformation), και τη λαϊκή, ριζοσπαστική μεταρρύθμιση (Volksreformation) που πυρπόλησε τη Γερμανία με τον Πόλεμο των Χωρικών, για να πνιγεί στο αίμα από την αντεπίθεση της φεουδαλικής, καθολικής και λουθηρανικής, αριστοκρατίας.

                                                                       Κληρονομιές.

Μέχρι περίπου τη δεκαετία του 1960, όταν ακόμα μεγάλο μέρος της διεθνούς ιστορικής κοινότητας παρέμενε προσηλωμένο στην ιδέα της «προόδου» στην ιστορία, δηλαδή της αναπόδραστης γραμμικής πορείας της ανθρωπότητας προς την αυτό-βελτίωση, η θέση της Μεταρρύθμισης ως ιστορικού φαινομένου ήταν αυτή του ορόσημου: Η προώθηση της επιστημονικής σκέψης με την «απομάγευση» του κόσμου, το ιδεώδες της πολιτικής ελευθερίας και η κοινοβουλευτική δημοκρατία, ο σύγχρονος καπιταλισμός, με άλλα λόγια η ταυτότητα του νεωτερικού δυτικού ανθρώπου, χρωματίσθηκαν ανεξίτηλα από τη Μεταρρύθμιση. Σήμερα, που οι ιστορικοί είναι κατά κανόνα πιο προσεκτικοί και μετριοπαθείς στις εκτιμήσεις τους, η πλειονότητα των ειδικών συμφωνεί ότι όλα το προηγούμενα ιστορικά επιτεύγματα πρέπει μάλλον να ειδωθούν ως απότοκα της σύνθετης αλληλόδρασης ανάμεσα στις δυνάμεις που εξαπέλυσε η κρίση της Μεταρρύθμισης, και στις ακούσιες συνέπειές της[8].

Έντυπη λουθηρανική προπαγάνδα: Ο Καθολικός μοναχός ως ασκός του διαβόλου(αριστερά). Το παπικό τέρας. Αναζωπύρωση των αποκαλυπτικών οραμάτων και εσχατολογικών αγωνιών του Μεσαίωνα (δεξιά).

Άμεση κληρονομιά της κρίσης της Μεταρρύθμισης ήταν η εδραίωση ενός κλίματος μισαλλοδοξίας σε ολόκληρη τη Δύση. Η εκστρατεία των Προτεσταντών για την κάθαρση των Εκκλησιών τους από τις «παπικές βλασφημίες» και η αντεπίθεση του Τριδεντινού Καθολικισμού στην αίρεση του Προτεσταντισμού προσέλαβαν αποκαλυπτικές διαστάσεις, ιδιαίτερα εξαιτίας της σύμπραξης Εκκλησίας και κράτους που επέβαλλε η κρίση της Μεταρρύθμισης, τόσο στις προτεσταντικές όσο και στις καθολικές επικράτειες. Και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές, η θρησκευτική απόκλιση ταυτιζόταν πλέον με πράξη εσχάτης προδοσίας απέναντι στο κράτος και στον ηγεμόνα. Προτεσταντικές μειονότητες σε καθολικά κράτη και Καθολικές σε Προτεσταντικά, πήραν το δρόμο της προσφυγιάς και της εξορίας, όταν κλήθηκαν να επιλέξουν ανάμεσα στην αποκήρυξη της πίστης τους ή στον παραδειγματικό θάνατο. Τα αλλεπάλληλα κύματα θρησκευτικών διωγμών, οι αιματηρές εκστρατείες κάθαρσης των κοινωνιών από τον βλάσφημο άλλο, γρήγορα πυροδότησαν πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στα ευρωπαϊκά βασίλεια, ή και στο εσωτερικό ευρύτερων κρατικών σχηματισμών: Οι πόλεμοι της αριστοκρατικής Σμαλκαλδικής ‘Ενωσης ενάντια στον αυτοκράτορα Κάρολο Ε΄(1546-1555) και ο ιδιαίτερα αιματηρός Τριακονταετής Πόλεμος (1618-1648) στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους, οι γαλλικοί Θρησκευτικοί Πόλεμοι (1562-1598), η Ολλανδική Επανάσταση (1568-1648), και η Αγγλική Επανάσταση και ο Εμφύλιος (1638-1660) πυροδοτήθηκαν, νομιμοποιήθηκαν, και ανατροφοδοτήθηκαν από τη θρησκευτική μισαλλοδοξία που

Μάρτυρες του Προτεσταντισμού.

διέσπασε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες[9]. Το κλίμα απόλυτης έλλειψης ανεκτικότητας απέναντι στο διαφορετικό συνδυάσθηκε με τη διάχυση ενός αποκαλυπτικού τρόμου στις δυτικές κοινωνίες, όταν και τα δύο θρησκευτικά στρατόπεδα αλληλο-καταγγέλλονταν συστηματικά ως υπηρέτες του Σατανά, συνεργοί δαιμόνων, με απώτερο στόχο την έκλειψη της ανθρωπότητας. Δεν ήταν τυχαίο που το ευρωπαϊκό κυνήγι μαγισσών (1550-1750), ένα από τα σκοτεινότερα επεισόδια της ευρωπαϊκής ιστορίας, με εκατόμβες αθώων θυμάτων στο βωμό της θρησκευτικής παραφροσύνης και της μισαλλοδοξίας, συνέπεσε χρονικά με την κορύφωση της κρίσης της Μεταρρύθμισης.

Ήταν η αποκαλυπτική εμπειρία των θρησκευτικών πολέμων, η κόπωση που προκάλεσε το διαρκές θρησκευτικό μίσος, που γέννησαν στον 17ο αιώνα τις πρώτες ιδέες περί ανεκτικότητας (και όχι απλά ανοχής) απέναντι στο διαφορετικό, συμπεριλαμβανομένης και της θρησκευτικής ταυτότητας. Εξάλλου, οι συγκρούσεις που είχε προκαλέσει η Μεταρρύθμιση είχαν καταστήσει εμφανώς ουτοπικές τις όποιες σκέψεις για επανένωση της Χριστιανοσύνης. Οι πολλαπλασιαζόμενες φωνές που κήρυσσαν την ανεξιθρησκία, την αποχώρηση της Εκκλησίας από τη διαχείριση της ζωής των κοσμικών κοινωνιών, και που κορυφώθηκαν με το κίνημα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, πρέπει μάλλον να θεωρηθούν απότοκο της τραγικής εμπειρίας των θρησκευτικών πολέμων, και όχι της Μεταρρύθμισης[10].

Με  τη δημοσίευση του περίφημου έργου του Μαξ Βέμπερ Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού στις αρχές του 20ου αιώνα, η σχέση ανάμεσα στη Μεταρρύθμιση και στην εδραίωση του καπιταλισμού προσέλαβε διαστάσεις αξιώματος στη δυτική αυτοθεώρηση: διάφορες εκφάνσεις του Προτεσταντισμού, όπως ο Καλβινισμός, ο λουθηρανικός Πιετισμός και ο Μεθοδισμός, θεωρήθηκαν ότι προώθησαν συστηματικά και, τελικά εδραίωσαν τις αξίες της εργατικότητας, της αυτό-πειθάρχησης, της θεώρησης του κάθε επαγγέλματος ως κλήσης εκ Θεού, και της συσσώρευσης και παραγωγικής επανεπένδυσης του πλούτου ως θεϊκών επιταγών. Σε αντίθεση με τον αναχωρητισμό από τα εγκόσμια που θεωρούνταν ότι κήρυττε ο υστερο-μεσαιωνικός Καθολικισμός, ο Προτεσταντισμός του 16ου και 17ου αιώνα εμφανίσθηκε ως μια εξωστρεφής θρησκεία, η οποία αγιοποιούσε την ενασχόληση με τα κοινά, και ιδιαίτερα την επιχειρηματικότητα. Οι προτεστάντες αντιφρονούντες του 17ου αιώνα, οι άγγλοι Πουριτανοί που δημιούργησαν τις «ένθεες αποικίες» στη Βόρεια Αμερική, διωγμένοι από την απροθυμία του αγγλικού στέμματος να τους ακολουθήσει στον ευαγγελισμό της χώρας, οι γάλλοι ουγενότοι υφαντουργοί που εγκαταστάθηκαν στο Spitalfields του Λονδίνο μετά την ανάκληση του Διατάγματος της Νάντης από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ το 1685, θεωρήθηκαν οι κατεξοχήν εκφραστές αυτού του αυστηρού, ασκητικού πνεύματος, και της προσήλωσης στην επαγγελματική επιτυχία, που τους κατέστησαν πρωταγωνιστές στις εμπορικές και κατασκευαστικές δραστηριότητες[11]. Ψήγματα αυτής της αντίληψης εξακολουθούν να επιβιώνουν κυρίως στον λόγο των βόρειο-δυτικών ευρωπαϊκών πολιτικών ελίτ, όπως εκφράζονται εντός της ΕΕ (ιδιαίτερα στο διαχωρισμό με τους κηφήνες και λιγότερο ευρηματικούς οικονομικά Νότιους), στις περισσότερες όμως των περιπτώσεων, πρόκειται για προπαγανδιστικές χρήσεις στερεότυπων που αν και στερούνταν ιστορικής θεμελίωσης, επέδειξαν μια θαυμαστή αντοχή στο χρόνο.

Η προβαλλόμενη λιτότητα και αυστηρότητα των Προτεσταντών: Κουάκεροι στο Λονδίνο του 17ου αιώνα.

Σήμερα, η βεμπεριανή θέση έχει καταρριφθεί από τα πορίσματα της ιστορικής έρευνας: Η μετατόπιση του κέντρου βάρους του παγκόσμιου εμπορίου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τη Μεσόγειο στις ευρωπαϊκές ακτές του Ατλαντικού, η ανάδυση της Αγγλίας και των Κάτω Χωρών και η παρακμή της Ιταλίας στη διάρκεια του 16ου αιώνα θεωρούνται προϊόντα τόσο της μακροχρόνιας κρίσης που είχαν επιφέρει οι Ιταλικοί Πόλεμοι στην ιταλική χερσόνησο, όσο και ιδιαίτερα της εξάπλωσης της οθωμανικής απειλής. Η παροχέτευση της ενεργητικότητας των προτεσταντών αντιφρονούντων (Πουριτανοί στο αγγλικανικό βασίλειο της Αγγλίας, Ουγενότοι στην καθολική Γαλλία) του 17ου αιώνα στο εμπόριο, στις κατασκευές και στην επιχειρηματική δραστηριότητα, συνδεόταν λιγότερο με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και περισσότερο με την περιθωριοποίησή τους από τη δημόσια ζωή και τα αξιώματα. Η έντονη θρησκευτικότητα, ο ασκητισμός των Προτεσταντών του 16ου και 17ου αιώνα, ήταν απόρροια της προσφυγικής, διασπορικής τους ταυτότητας. Οι διωκόμενοι κλητοί του Κυρίου ήταν, όπως ο  λαός του Ισραήλ της Παλαιάς Διαθήκης, σε βιβλική πορεία εξόδου από τις τυραννικές και φαύλες κοινωνίες που πλέον δεν τους ανέχονταν. Η έντονη θρησκευτικότητα, η ασκητική προσήλωση, θεωρήθηκαν οπτικοποιήσεις της διαφορετικότητας/ανωτερότητας των προτεσταντών προσφύγων στους νέους τόπους εγκατάστασής τους. Σταδιακά, εδραιώθηκαν ως κληρονομικά χαρακτηριστικά στις νέες κοινότητες των ένθεων στην αμερικανική ήπειρο, στην Αφρική και την Αυστραλία. Τέλος, η ιστορική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Καλβινισμός του 16ου και 17ου αιώνα, μια ιδιαίτερα κοινοτιστική εκδοχή της Μεταρρύθμισης, είχε ελάχιστη σχέση με τον επιθετικό, εγωιστικό ατομισμό που ο Μαρξ ταύτισε με το καπιταλιστικό ήθος. Ο Καλβινισμός καλούσε τους πιστούς να υποτάξουν τα συμφέροντά τους στη συλλογική ευημερία της κοινοπολιτείας, της κοινότητας, ενώ καυτηρίαζε όσους πλούτιζαν σε βάρος των ασθενέστερων.

American Gothic του Grant Wood.  Aρχετυπική απεικόνιση της καλβινιστικής ασκητικής αυστηρότητας.

Τέλος, θα πρέπει να αμφισβητήσουμε την «οικουμενικότητα» της Μεταρρύθμισης, ως διαδικασίας χειραφέτησης από τα διανοητικά δεσμά του φεουδαλικού Μεσαίωνα. Οι θρησκευτικοί πόλεμοι που πυροδότησε η κρίση της Μεταρρύθμισης επέφεραν έναν επαναστατικό μετασχηματισμό στην ευρωπαϊκή πολιτική σκέψη, με την απόρριψη της ελέω Θεού μοναρχίας και την ανάδειξη της λαϊκής κυριαρχίας ως θεμελίου της σχέσης ανάμεσα στους ηγεμόνες και στους υπηκόους τους (γαλλικοί Θρησκευτικοί Πόλεμοι του 16ου αιώνα, Αγγλική Επανάσταση του 17ου), όπως όμως φάνηκε γρήγορα, αυτές οι χειραφετητικές αντιλήψεις αφενός υποτάσσονταν στις προτεραιότητες θεοκρατικών συστημάτων σκέψης, ιδιαίτερα στους γάλλους Καλβινιστές, αφετέρου δεν αφορούσαν τους πάντες. Η ευρωπαϊκή αποικιακή εξάπλωση σε Αμερική και Αφρική, τροφοδοτούμενη και από την αντιπαράθεση Καθολικών και Προτεσταντών στον ευρύτερο κόσμο, οδηγήθηκε πολύ γρήγορα στην εδραίωση του δουλεμπορίου στη ζώνη του Ατλαντικού, για τρεις αιώνες. Οι ευρωπαίοι δουλέμποροι, Καθολικοί και Προτεστάντες, νομιμοποίησαν την αγορά, κατοχή και πώληση αφρικανών δούλων γιατί, τουλάχιστον ως τις αρχές του 18ου αιώνα, έβρισκαν νομιμοποίηση στις Γραφές, στον κόσμο της Βίβλου, όπου η δουλεία εμφανιζόταν ως αναπόσπαστο στοιχείο της εκ Θεού ανθρώπινης πραγματικότητας[12]. Οι μεταρρυθμισμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες του 17ου αιώνα, είτε Προτεσταντικές είτε Τριδεντινές-Καθολικές, εξακολουθούσαν να μην αναγνωρίζουν αυτά που η «Εποχή των Επαναστάσεων» θα αναδείκνυε ως πανανθρώπινα δικαιώματα, και να κάνουν πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές  διακρίσεις στη βάση του θρησκεύματος.

Ο Κώστας Γαγανάκης είναι Αναπληρωτής
Καθηγητής Νεότερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας
(16ος – 18ος αιώνας) στο Τμήμα Ιστορίας και
Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών.

Υποσημειώσεις

[1]                      Todd M. Johnson, Gina A. Zurlo, Albert W. Hickman, Peter F. Grossing, “Christianity 2017: Five Hundred Years of Protestant Christianity”, International Bulletin of Mission Research, 41/1 (2016), pp. 1-12. Από όσους δηλώνουν Προτεστάντες σήμερα, το 41% κατοικεί στην Αφρική, ενώ μόλις το 16% στην Ευρώπη. Στις αρχές του 17ου αιώνα, το ποσοστό των ευρωπαίων Προτεσταντών καταλάμβανε το 96% του παγκόσμιου προτεσταντικού πληθυσμού, στοιχείο που, σε σύγκριση με την τωρινή πραγματικότητα, μας δίνει άμεσα μια εξαιρετική εικόνα της ευρωπαϊκής αποικιακής εξάπλωσης.

[2]                      Peter Marshall, The Reformation- A Very Short Introduction, Οξφόρδη, OUP, 2009, σ. 13, 16.

[3]                      Lyndal Roper, Martin Luther, Renegade and Prophet, Λονδίνο, The Bodley Head, 2016, σ. 3-4.

[4]              Ο όρος «Αντί-Μεταρρύθμιση», ο οποίος ουσιαστικά προδιαγράφει μια εκ των υστέρων αμυντική απάντηση της Καθολικής Εκκλησίας στη «λουθηρανική αφύπνιση», αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες και ανθεκτικότερες στην εμπειρική πραγματικότητα επιτυχίες της στρατευμένης Προτεσταντικής ιστοριογραφίας.

[5]                      Diarmaid MacCullogh, All Things Made New. The Reformation and its Legacy, Οξφόρδη, OUP, 2016, σ. 2-3.

[6]                      Heiko Oberman, The Reformation. Roots and Ramifications; Λονδίνο, T&T. Clark International, 2004, σ. 207.

[7]                      Άποψη που σε μεγάλο βαθμό προκλήθηκε από το επιβλητικό έργο της Elizabeth Eisenstein,  The Printing Revolution in Early Modern Europe, Κέιμπριτζ,  CUP, 1983.

[8]                      Peter Marshall, The Reformation- A Very Short Introduction…, σ. 133.

[9]                      Alexandra Walsham, “Reformation Legacies”, στο Peter Marshall (επιμ.), The Oxford Illustrated History of the Reformation, Οξφόρδη, OUP, 2015, σ. 229-230.

[10]                   Όπως σημειώνει ο Diarmaid MacCullogh, οι μόνες ζώνες θρησκευτικής ανεκτικότητας στον 16ο αιώνα εντοπίζονταν στην Ανατολική Ευρώπη, στην Πολωνία, την Ουγγαρία και την Τρανσυλβανία, την κάθε μια για τους ιδιαίτερούς της λόγους πολιτικών και κοινωνικών ισορροπιών. Diarmaid MacCullogh, All Things Made New. The Reformation and its Legacy…, σ. 7-8.

[11]                   Alexandra Walsham, “Reformation Legacies”…, σ. 241-242.

[12]                   Diarmaid MacCullogh, All Things Made New. The Reformation and its Legacy…, σ.9.

Δημήτριος Στ.Φεσσάς: Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟΥ. ΕΝΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ, 1918-1920

Δημήτριος Στ.Φεσσάς

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟΥ. ΕΝΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΔΙΧΑΣΜΟΥ, 1918–1920

  1. Εισαγωγή.

Πυρήνα του παρόντος άρθρου, το οποίο συντάχθηκε με αφορμή πρόσφατη ομότιτλη έκδοση  του συγγραφέα, αποτελούν δύο μαρτυρίες εφέδρων αξιωματικών της εποχής του Α′ Παγκοσμίου πολέμου, που παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Προέρχονται από το οικογενειακό αρχείο του συγγραφέα και επιμελητή των κειμένων συνταξιούχου πολιτικού – υδραυλικού μηχανικού Δημητρίου Στ. Φεσσά, που κατάγεται από την κωμόπολη Μεσσήνη. Συντάκτες των μαρτυριών οι υπολοχαγοί Νικόλαος Γ. Ποτηρόπουλος (Μεσσήνη 1882-1946) και Ηλίας Κ. Παπακώστας (Κομπότι Άρτας 1884 – Λυκότραφο Μεσσηνίας 1920).

Κύριο αντικείμενο των δύο χειρόγραφων μαρτυριών (7 σελίδων η πρώτη και 54 η δεύτερη) είναι η εξιστόρηση του ταξιδιού που οι αξιωματικοί έκαναν τον Φεβρουάριο – Μάρτιο 1918 ως κομιστές μηνυμάτων του εξόριστου στην Ελβετία βασιλιά Κωνσταντίνου προς τον γιο του Αλέξανδρο που βασίλευε στην Ελλάδα και των εν συνεχεία περιπετειών τους μέχρι το 1920.

Οι δύο υπολοχαγοί ήταν στελέχη του Δ′ Σώματος του ελληνικού στρατού, που είχε «αυτομολήσει» ή «εκβιαστεί να καταφύγει» από την Καβάλα στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο 1916 και «φιλοξενείτο» από τότε στην πόλη Goerlitz της Γερμανίας, στα σημερινά γερμανοπολωνικά σύνορα. Αυτοί, μαζί με δύο άλλους —τον υπολοχαγό Ιωάννη Καλαμαρά και τον ανθυπολοχαγό Ιωάννη Χατζόπουλο— επελέγησαν από εκπρόσωπο του Κωνσταντίνου για τη μεταφορά των μηνυμάτων. Τα απορρήτου χαρακτήρα αυτά μηνύματα κρίθηκε από το βασιλικό περιβάλλον ότι έπρεπε να μεταφερθούν από στρατιωτικούς.

Ενώ η μαρτυρία Ποτηρόπουλου περιορίζεται στα του ταξιδιού του και του εγκλεισμού – απόκρυψής του που ακολούθησε μέχρι το Νοέμβριο 1920, η μαρτυρία Παπακώστα περιλαμβάνει και τις γενικότερες σκέψεις του για τον Α′ Παγκόσμιο πόλεμο. Αποτελεί μια προσπάθεια ανάλυσης των διεθνών γεγονότων και άντλησης συμπερασμάτων για την επιθυμητή πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τη στάση των ομοϊδεατών του αξιωματικών. Παρά τις αδυναμίες, ή και λόγω αυτών, δείχνει τον τρόπο σκέψης σημαντικού μέρους του πληθυσμού για τα εθνικά θέματα της εποχής.

Για τον Ποτηρόπουλο γνωρίζομε ότι ήταν απόφοιτος της Ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και προτίμησε τη σταδιοδρομία του μονιμοποιηθέντος εφέδρου αξιωματικού. Για τον Παπακώστα γνωρίζομε ότι μετά τις γυμνασιακές του σπουδές φοίτησε στη Σχολή Υπαξιωματικών της Κέρκυρας και κατόπιν ασκούσε το επάγγελμα του τηλεγραφητή μέχρι την επιστράτευσή του στους Βαλκανικούς πολέμους και την εν συνεχεία μονιμοποίησή του στο στράτευμα. Αμφότεροι ήταν άγαμοι.

Η μαρτυρία του Ποτηρόπουλου συνετάγη πολύ μετά την περιπέτειά του, κατά το έτος 1935, ενώ η μαρτυρία του Παπακώστα κατά τη διάρκεια της απόκρυψής του για να αποφύγει τη σύλληψη, μεταξύ 1918 και Αυγούστου 1920.

Ως ημερολόγιο αναφοράς χρησιμοποιήθηκε από τον επιμελητή αποκλειστικά το Ιουλιανό, που ίσχυε στην Ελλάδα μέχρι το 1923.

Μεσσήνη. Το Ηρώο (δεκαετία 1920)
  1. Η επιλογή του μέσου μεταφοράς και της διαδρομής.

Δεδομένου ότι η Ευρώπη ήταν κομμένη στα δύο λόγω του Παγκοσμίου πολέμου, δύο τρόποι για να πραγματοποιηθεί μια τέτοιας φύσεως αποστολή υπήρχαν : Δια ξηράς, με τα πόδια στη ζώνη των συνόρων μεταξύ Αλβανίας – Ηπείρου όπου το μέτωπο (Αυστριακοί απέναντι από Ιταλούς και Γάλλους) ήταν ανενεργό, ή με πλοίο. Η δια ξηράς μετάβαση και πλέον επικίνδυνη ήταν και υπερβολικά χρονοβόρα. Από τα πλοία πάλι, το υποβρύχιο ήταν το καταλληλότερο μέσο για προσέγγιση σε εχθρική ακτή τις νυκτερινές ώρες και αποβίβαση των απεσταλμένων.

Ξεκινώντας από τον πολεμικό ναύσταθμο των Αυστριακών στην Πόλα, στον μυχό της Αδριατικής θάλασσας (σημερινή  Pula της Κροατίας) δεκάδες γερμανικά και αυστριακά υποβρύχια διέσχιζαν τη θάλασσα αυτή και στη συνέχεια από το Ιόνιο πέλαγος στρεφόντουσαν είτε προς την ανατολική είτε προς τη δυτική Μεσόγειο για να πλήξουν εχθρικούς στόχους. Τα καύσιμα που διέθεταν επέτρεπαν πλού λίγων εβδομάδων. Επιδίωξη ήταν η εκτόξευση του συνόλου των τορπιλλών που διέθεταν που ήταν περί τις δέκα και η καταστροφή ισάριθμων εχθρικών, κυρίων πλωτών, στόχων. Το ποσοστό επιτυχίας των επιχειρήσεων των υποβρυχίων αυτών ήταν εξαιρετικά ψηλό, κυρίως κατά τα πρώτα έτη του πολέμου. Αργότερα, τα συμμαχικά σκάφη ταξίδευαν σε νηοπομπές, με τα μεταγωγικά πλαισιούμενα από καταδρομικά για προστασία.

Για τη μεταφορά λοιπόν των απεσταλμένων αξιωματικών στις ελληνικές ακτές, έπρεπε αυτοί να επιβιβασθούν σε ένα από τα υποβρύχια σε προγραμματισμένη αποστολή του και —με μικρή παρέκκλιση πορείας— να αποβιβασθούν νύκτα σε κάποια ακτή της δυτικής Πελοποννήσου απ’ όπου θα μπορούσαν να ταξιδεύσουν προς την Αθήνα.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, καθορίστηκε και η όλη διαδρομή των αξιωματικών από το Goerlitz μέχρι τη δυτική Πελοπόννησο. Αυτή περιελάμβανε σταθμούς στο Βερολίνο (για λήψη οδηγιών από τον υπασπιστή του βασιλιά Κωνσταντίνου), τη Βιέννη (για αναμονή μέχρις ότου έλθει η μέρα της επιβίβασης στο υποβρύχιο) και την Πόλα (για αυθημερόν επιβίβαση). Ο πλούς Πόλα – ακτές δυτικής Πελοποννήσου απαιτούσε τέσσερις πλήρεις μέρες.

Καρτ ποστάλ εποχής του Goerlitz. Ο σιδηροδρομικός σταθμός

    3. Η υπόθεση του (πρώτου) υποβρυχίου 

Για λόγους ασφαλείας, η εκκίνηση των δύο δυάδων αξιωματικών από την Πόλα έγινε με διαφορά είκοσι περίπου ημερών : μέσα Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου 1918.

Οι δύο πρώτοι αξιωματικοί αποβιβάστηκαν νύκτα στις ακτές της Κυπαρισσίας, απ’ όπου ακολουθώντας διαφορετικές διαδρομές έφθασαν στην Αθήνα. Οι προσπάθειες του Καλαμαρά, που ήταν και κομιστής επιστολής του Κωνσταντίνου προς τον γιό του Αλέξανδρο γραμμένης με συνθηματική μελάνη, να παραδώσει την επιστολή μέσω τρίτου προσώπου, οδήγησαν στη σύλληψή του. Την επιστολή κατάφερε ωστόσο να εξαφανίσει. Λίγες μέρες αργότερα συνελήφθη από τη βενιζελική αστυνομία και ο Χατζόπουλος, λόγω της επιπολαιότητας και των άστοχων αντιβενιζελικών εκδηλώσεών του.

Οι αξιωματικοί παραπέμφθηκαν αμέσως στο Διαρκές Στρατοδικείο. Η κατηγορία ήταν της κατασκοπείας και αυτό διότι υπό την πίεση βασανιστηρίων ομολόγησαν ότι πέραν της προσκόμισης της επιστολής ήταν επιφορτισμένοι με τη συγκέντρωση πληροφοριών στρατιωτικής φύσης τις οποίες και θα μετέφεραν στον Κωνσταντίνο επιστρέφοντας στην Γερμανία, αφού διέσχιζαν με τα πόδια το μέτωπο στην Αλβανία.

Η δίκη τους έγινε τον Μάρτιο 1918 σε αρνητική γι’ αυτούς πολιτική συγκυρία. Είχαν προηγηθεί κατά λίγες εβδομάδες στάσεις φιλοβασιλικές και αντιπολεμικές σε μονάδες του υπό επιστράτευση ελληνικού στρατού στη Λαμία, τη Θήβα, την Αταλάντη και τη Λιβαδιά. Επόμενο ήταν οι στάσεις αυτές να αποδοθούν σε υποκίνηση του Κωνσταντίνου. Η δίκη απέληξε σε καταδίκες σε θάνατο και μετά την απόρριψη των αναιρέσεων που ασκήθηκαν, η καταδίκες εκτελέστηκαν τον Ιούλιο 1918.

Οι πληροφορίες που οι αξιωματικοί ομολόγησαν ότι έπρεπε να συγκεντρώσουν αφορούσαν τα ακόλουθα : 1) Το πνεύμα της κοινής γνώμης σε σχέση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο. 2) Την όλη δύναμη του ελληνικού στρατού και εκτίμηση της μερίδας των βενιζελικών. 3) Τις δυνάμεις του συμμαχικού στρατού στο Μακεδονικό μέτωπο. 4) Τον αριθμό των αξιωματικών της βενιζελικής Εθνικής Άμυνας. 5) Τις τοποθεσίες των εγκαταστάσεων του συμμαχικού στρατού. 6) Την κατάσταση των μέσων συγκοινωνίας και ιδίως των σιδηροδρομικών και 7) Την επίβλεψη των ελληνικών παραλίων από τον συμμαχικό στρατό.

Η «υπόθεση του υποβρυχίου» όπως αυτή έγινε ευρύτερα γνωστή, προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον τύπο και την κοινή γνώμη. Επειδή οι σχετικές δίκες συνέπεσαν με την άφιξη των αξιωματικών του δεύτερου υποβρυχίου, αυτοί αναγκάσθηκαν —για να σώσουν τη ζωή τους— να κρυφθούν σε αχυρώνα – σταύλο Μεσσηνιακού χωριού και να προσπαθήσουν να μεταφέρουν τα μηνύματα με τα οποία ήταν επιφορτισμένοι μέσω παρένθετου προσώπου.

Rappoltenkirchen Αυστρίας: Πύργος οικογένειας Υψηλάντη.
  1. Το ταξίδι του δεύτερου υποβρυχίου – Η απόκρυψη των αξιωματικών

Η ονομασία της αποστολής Καλαμαρά – Χατζόπουλου ως «υπόθεσης του υποβρυχίου» από τον τύπο της εποχής, οδήγησε στην ονομασία της αποστολής Ποτηρόπουλου – Παπακώστα ως «υπόθεσης του δεύτερου υποβρυχίου». Παρ’ όλον που υπάρχουν ομοιότητες και αναλογίες μεταξύ των υποθέσεων αυτών, η δεύτερη, λόγω ακριβώς και της τραγικής εξέλιξης της πρώτης, παρέμεινε ως σήμερα σχετικώς άγνωστη.

Η Αυστριακή ναυτική βάση της Πόλα στις ακτές της Αδριατικής. Πολεμικά πλοία στο λιμάνι.

Οι Ποτηρόπουλος και Παπακώστας ταξίδευσαν από το Goerlitz στα τέλη Ιανουαρίου 1918 σιδηροδρομικώς για το Βερολίνο. Εκεί έλαβαν οδηγίες από τον υπασπιστή του Κωνσταντίνου πλοίαρχο Παπαρρηγόπουλο για το τι έπρεπε να κάνουν στην Ελλάδα. Επιστολή, ή έγγραφες οδηγίες του βασιλιά Κωνσταντίνου δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή στις μαρτυρίες τους, ή σε άλλα κείμενα, να τους δόθηκαν. Το πιθανότερο είναι ότι απομνημόνευσαν τις προς διαβίβαση εντολές (αναφέρονται δέκα τέσσερις) για να τις μεταφέρουν. Μετά παραμονή λίγων εβδομάδων στο Βερολίνο, μετέβησαν σιδηροδρομικώς στη Βιέννη και παρέμειναν στον πύργο RappoltenKirchen, κοντά στη Βιέννη, επί μερικές ακόμη εβδομάδες. Ο πύργος αυτός ήταν κατοικία της οικογένειας Εμμανουήλ Υψηλάντη, αδερφού του σταυλάρχη του βασιλιά Κωνσταντίνου. Από εκεί μετέβησαν σιδηροδρομικώς στην Πόλα, όπου επιβιβάσθηκαν αυθημερόν στο υποβρύχιο UB-50,  του νεότερου τότε γερμανικού τύπου υποβρυχίων UB III,  που αναχωρούσε για επιχειρησιακό πλού στη Μεσόγειο. Ο προσδιορισμός του αριθμού / ονομασίας του υποβρυχίου κατέστη δυνατός ύστερα από διασταύρωση των πληροφοριών που οι δύο αξιωματικοί παραθέτουν στις μαρτυρίες τους με τα ημερολόγια πλοίων (υποβρυχίων) που αναχώρησαν από την Πόλα κατά την χρονική εκείνη περίοδο. Τα ημερολόγια πλοίων βρίσκονται στα Γερμανικά Ομοσπονδιακά Αρχεία (Bundesarchiv) στο Φράϊμπουργκ (Freiburg).

Το υποβρύχιο με συνολικό πλήρωμα τριάντα τριών ανδρών και τους δύο αξιωματικούς αναχώρησε από την Πόλα στις 1800  της 1ης Μαρτίου 1918 και αποβίβασε τους δύο αξιωματικούς την ίδια περίπου ώρα τέσσερις μέρες αργότερα, στην παραλία της κωμόπολης Μεσσήνης την Μπούκα. Πρόθεση του κυβερνήτη ήταν να τους αποβιβάσει στην παραλία Κυπαρισσίας όπου είχαν οδηγηθεί και οι προηγούμενοι, αλλά τελικά επελέγη ο μυχός του Μεσσηνιακού κόλπου διότι ο Ποτηρόπουλος καταγόταν από την περιοχή και του ήταν ευκολότερο να κινηθεί εκεί τις επόμενες μέρες.

Μόλις αποβιβάστηκαν, οι δύο αξιωματικοί κατευθύνθηκαν στην αγροικία του αντιβενιζελικού πολιτικού Σπύρου Κουμουνδούρου, γιού του παλιού πρωθυπουργού. Δεν τον βρήκαν και από την αγροικία έστειλαν ειδοποίηση στον πρώην κοινοτάρχη Μεσσήνης, δικηγόρο Εμμανουήλ Φεσσά καλώντας τον να τους προϋπαντήσει. Δεν γνώριζαν ότι ο Εμμανουήλ Φεσσάς μαζί με άλλους σημαντικούς βασιλόφρονες της περιοχής είχαν προ εβδομάδων συλληφθεί από το βενιζελικό καθεστώς ως επικίνδυνοι για τη δημόσια τάξη και εκτοπισθεί στην Ιθάκη. Αντί του Εμμανουήλ ήλθε σε συνάντησή τους ο αδελφός του Χρήστος Φεσσάς, μαιευτήρας, ο οποίος τους πληροφόρησε για την προ ελαχίστων ημερών σύλληψη των Καλαμαρά και Χατζόπουλου και την επικέιμενη δίκη τους στο Διαρκές Στρατοδικείο.

Τα προβλήματα που ετίθεντο πλέον ήταν αφ’ ενός η διαβίβαση των μηνυμάτων του Κωνσταντίνου προς τον Αλέξανδρο μέσω τρίτου προσώπου και αφ’ ετέρου η απόκρυψη των δύο αξιωματικών για να σώσουν τη ζωή τους. Ως τρίτο κατάλληλο πρόσωπο επελέγη ο Χρήστος Φεσσάς. Ως προς την απόκρυψή τους, οι αξιωματικοί επί εξαήμερο παρέμειναν στην οικία Φεσσά στη Μεσσήνη και σε αγροικία της ίδιας οικογένειας στην περιοχή, μέχρις ότου καταλήξουν στον αχυρώνα – σταύλο της φιλικής προς την οικογένεια Φεσσά οικογένειας Ηλία Δημητρόπουλου στο χωριό Λυκότραφο, μια ώρα με τα πόδια από τη Μεσσήνη. Ο αχυρώνας – σταύλος, καίτοι στο κέντρο του μικρού χωριού των πεντακοσίων κατοίκων και απέναντι από το καφενείο του, ήταν απροσπέλαστος από τον δρόμο και συνεπώς και σε μη μέλη της οικογένειας Ηλία Δημητρόπουλου.

Στον αχυρώνα αυτόν έμελλε να παραμείνουν ο μεν Ηλίας Παπακώστας επί είκοσι εννέα μήνες και ένδεκα μέρες, από τις 12 Μαρτίου 1918 μέχρι τις 21 Αυγούστου 1920, οπότε και απεβίωσε από οξεία δηλητηρίαση και τάφηκε μέσα στον ίδιο χώρο, ο δε Νικόλαος Ποτηρόπουλος επί τριάντα μήνες και είκοσι έξι μέρες, από τις 12 Μαρτίου 1918 μέχρι τις 7 Νοεμβρίου 1920, οπότε και βγήκε από το κρυσφήγετό του. Είχαν προηγηθεί οι εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, που απέληξαν στη συντριβή του Βενιζέλου και η αλλαγή κυβέρνησης που ακολούθησε.

Κατά το διάστημα της απόκρυψης των αξιωματικών, ενήμεροι γι’ αυτήν ήταν λίγα μέλη των οικογενειών Δημητρόπουλου (η οποία ανέλαβε και την ευθύνη της τροφοδοσίας τους) στο Λυκότραφο και Φεσσά και Ποτηρόπουλου στη Μεσσήνη.

Το θέμα της «εξαφάνισης» των αξιωματικών πήρε κάποια δημοσιότητα στο τέλος του 1918 – αρχές 1919, όταν οι “προδότες του Goerlitz” επέστρεψαν μετά τη λήξη του Παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα και οι Ποτηρόπουλος και Παπακώστας δεν ήταν μεταξύ αυτών. Διαδόθηκε τότε ότι πιθανόν επέβαιναν σε γερμανικό υποβρύχιο που είχε βυθισθεί. Στις 19 Ιουνίου 1920 οκτώ αξιωματικοί απ’ αυτούς που είχαν καταφύγει στο Goerlitz καταδικάστηκαν από το βενιζελικό καθεστώς σε θάνατο. Μεταξύ αυτών, καταδικάστηκαν —ερήμην— και οι Ποτηρόπουλος και Παπακώστας.

Μετά την απελευθέρωση του Ποτηρόπουλου τον Νοέμβριο 1920 και τη γνωστοποίηση του θανάτου του Παπακώστα, μέλη της οικογένειας του τελευταίου μετέβησαν από το Κομπότι Άρτας στο Λυκότραφο και αφ’ ενός προέβησαν στον θρησκευτικό ενταφιασμό του συγγενή τους, ενώ αφ’ ετέρου παρέλαβαν και τη χειρόγραφη μαρτυρία που είχε αυτός συντάξει κατά την περίοδο του εγκλεισμού του. Αυτήν, λίγα χρόνια αργότερα, αντέγραψε – μετέγραψε ο αδελφός του φιλόλογος Γεώργιος Κ. Παπακώστας. Διατηρήθηκε αδημοσίευτη μέχρι σήμερα.

Ο Νικόλαος Ποτηρόπουλος, ό μόνος από τους τέσσερις αξιωματικούς που επέζησε της περιπέτειας του ταξιδιού και των όσων ακολούθησαν μέχρι το 1920, επανήλθε στο στράτευμα, απ’ όπου αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη το 1923. Στη συνέχεια, εργάστηκε ως διοικητικός υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα. Κατά το διάστημα Οκτωβρίου 1940 – Μαΐου 1941 επιστρατεύθηκε και υπηρέτησε ως υπασπιστής του βασιλιά Γεωργίου Β′. Έθεσε ο ίδιος τέρμα στη ζωή του το 1946 στη Μεσσήνη.

  1. Η διαβίβαση των οδηγιών του βασιλιά Κωνσταντίνου.

Από τα στοιχεία που θα οδηγούσαν στην πλήρη εικόνα της διαβίβασης των μηνυμάτων απουσιάζει δυστυχώς μια μαρτυρία του Χρήστου Φεσσά, κομιστή τους στα αρμόδια πρόσωπα, στην Αθήνα. Μια τέτοια μαρτυρία θα μας πληροφορούσε ποια ακριβώς ήταν τα μηνύματα, ποιοι οι αποδέκτες τους και σε ποιο βαθμό η διαβίβαση υπήρξε εφικτή.

Την απουσία της μαρτυρίας, αναπληρώνει εν μέρει η αφήγηση του Χρήστου Ζαλοκώστα, φίλου, σύγγαμβρου και αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα των όσων περιγράφει σχετικά με το θέμα στη βιογραφία του βασιλιά ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, εκδόσεις ΑΛΦΑ, Αθήνα 1952. Δυστυχώς μεταξύ 1918 και 1952 έχουν περάσει 34 χρόνια και στο κείμενο Ζαλοκώστα, που έχει μυθιστορηματική μορφή, υπάρχουν πρόδηλες ανακρίβειες. Ακόμη, ο Ζαλοκώστας, όπως θα δούμε στο απόσπασμα που ακολουθεί «λογοκρίνει» τα μηνύματα, προφανώς για να μην εκθέσει τον ένα ή και τους δύο βασιλείς, Κωνσταντίνο και Αλέξανδρο.

Στο κεφάλαιο «Μήνυμα του Πατέρα» της βιογραφίας ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ο Ζαλοκώστας αναφέρεται στις δυσκολίες που συνάντησε στην Αθήνα ο Χρήστος Φεσσάς στην προσπάθειά του να επικοινωνήσει με πρόσωπα του βασιλικού περιβάλλοντος που του είχαν υποδειχθεί, λόγω του φόβου που είχαν προκαλέσει οι πρόσφατες καταδίκες σε θάνατο όχι μόνον των Καλαμαρά και Χατζόπουλου, αλλά και του προσώπου που είχε δράσει ως μεσάζων με το περιβάλλον του Αλέξανδρου, στην υπόθεση του πρώτου υποβρυχίου.

Τις επόμενες μέρες, πάντως, η διαβίβαση των μηνυμάτων στον Αλέξανδρο έγινε από τον κοινό φίλο Φεσσά και Ζαλοκώστα, γιατρό Νικόλαο Οικονομόπουλο. Παρατίθεται στη συνέχεια αυτολεξεί το απόσπασμα του σχετικού κεφαλαίου του βιβλίου. Όλες οι υπογραμμίσεις είναι του επιμελητή.

……………………………………………………………………………………………………………Όταν φθάσαμε (ο Ζαλοκώστας με τον Οικονομόπουλο) ακριβώς μεσάνυκτα, ο Αλέξανδρος μας περίμενε κιόλας. Ολομόναχος. Του παρουσίασα τον γιατρό Οικονομόπουλο, ο οποίος του έδωσε το σημείωμα του Πατέρα του. Περιείχε δέκα τέσσερα θέματα ∙ απ’ αυτά είναι ανακοινώσιμα ένδεκα :

  • Ότι είχαν ανάγκη από χρήματα ∙ να τους στέλνη τακτικότερα ο Αλέξανδρος.
  • Ότι ξέχασε τους γονείς του, πράγμα που τους λυπεί πολύ.
  • Να κάνη οικονομίες, γιατί είναι στεναχωρημένοι ∙ άλλον πόρον ζωής δεν έχουν παρά όσα θα τους στέλνη αυτός.
  • Να μην τελέση τώρα τον γάμο του με την Ασπασία, επειδή τούτο εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Βενιζέλου ∙ να την παντρευτή μετά την υπογραφή της ειρήνης.
  • Ότι μόλις τελειώσει ο πόλεμος, σκοπεύουν να επιστρέψουν αμέσως στην Ελλάδα.
  • Να δυσπιστή απολύτως στις συμβουλές του Βενιζέλου και να φειδωλεύεται τις δυνάμεις του τόπου, γιατί ο πόλεμος θ’ αργήση ακόμη να τελειώσει.
  • Να μην πηγαίνει στο μέτωπο και, προ πάντων, να μην εκτίθεται σε κινδύνους.
  • Να δώση απάντηση στους ίδιους υπολοχαγούς. Να στείλη τις απόψεις του για την εσωτερική κατάσταση του τόπου.
  • Να μην είναι τόσο ενδοτικός στα μέτρα της Κυβερνήσεως κατά των βασιλικών. Η ως τώρα πολιτική του στάθηκε πολύ φιλική προς τον Βενιζέλο. Εις το μέλλον να είναι προσεκτικότερος και να εμποδίση την γενική επιστράτευση.
  • Να αποφεύγη να παρουσιάζεται δημόσια, και να παριστάνη όσον το δυνατόν λιγότερο τον Βασιλέα.
  • Του έδινε πολεμικές πληροφορίες.

Ο Αλέξανδρος άκουσε με προσοχή τις οδηγίες, έσφιξε το χέρι του Οικονομόπουλου και τον ευχαρίστησε θερμά.

…………………………………………………………………………………………………………

Οι παραπάνω οδηγίες μπορούν να χαρακτηρισθούν «αναμενόμενες» από έναν μελετητή της ιστορίας της περιόδου. Μη αναμενόμενο είναι το ότι ο Ζαλοκώστας, το 1952, θεωρεί τρία από τα δέκα τέσσερα θέματα …. μη ανακοινώσιμα. Πιθανολογείται ότι, έστω και 34 χρόνια αργότερα, η μνεία ή ανακίνησή τους θα έβλαπτε την εικόνα των νεκρών από το 1920÷22 Αλέξανδρου και Κωνσταντίνου, ή την εικόνα του βασιλικού θεσμού (υπενθυμίζεται ότι το 1952 βασίλευε ο γιός του Κωνσταντίνου και αδελφός του Αλέξανδρου, Παύλος).

Κατά τα λοιπά, όπως πληροφορούμαστε από τα χειρόγραφα των εγκλείστων στην κρυψώνα αξιωματικών, ο Χρήστος Φεσσάς επέστρεψε από την Αθήνα μετά πάροδο ημερών και τους ενημέρωσε ότι οι βασιλικές οδηγίες είχαν μεταφερθεί…. κατά τι τετμημένες.

Γερμανικό υποβρύχιο τύπου  UB III.
  1. Διασταύρωση των κειμένων Ζαλοκώστα, Ποτηρόπουλου και Παπακώστα.

Επισημάναμε ήδη ότι από το κείμενο Ζαλοκώστα ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά σε τρία «μη ανακοινώσιμα» μηνύματα. Πράγματι, η αποστολή τεσσάρων αξιωματικών με δύο υποβρύχια, με προφανή στήριξη του γερμανικού στρατιωτικού μηχανισμού που τα διέθεσε, δημιουργεί την υποψία ότι αποσκοπούσε και στη διαβίβαση οδηγιών διαφορετικής μορφής απ’ αυτές που ο Ζαλοκώστας αναφέρει, οδηγιών πλησιέστερων προς τις γερμανικές πολεμικές επιδιώξεις της εποχής εκείνης.

Ανατρέχοντας στη μαρτυρία Ποτηρόπουλου, στο σχετικό με τη μεταφορά των μηνυμάτων απόσπασμα, διαβάζομε :

…………………………………………………………………………………………………………

Ο ιατρός κ. Φεσσάς μετέβη πράγματι εις Αθήνας όπου και κατώρθωσε παλαίων κατά μυρίων δυσχερειών να μεταβιβάση εις τον μακαρίτην Αλέξανδρον δια του στρατηγού μακαρίτου Μαλάμου, τας ας είχε λάβη παρ’ ημών οδηγίας, αίτινες συνίσταντο εις τα εξής :

Να προσπαθή δια παντός τρόπου να αποφεύγη τας υποδείξεις του Βενιζέλου. Να μην εκτίθεται δημοσία υπέρ αυτού, ως είχε πράξει εις κάποιαν συγκέντρωσιν που είχε λάβη χώραν εις Λαμίαν, αν δεν με απατά η μνήμη.

Να φροντίζη να έρχεται εις επαφήν με τους τότε εν Αθήναις ευρισκομένους πολιτικούς μακαρίτας Σκουλούδην, Ράλλην, Στράτον κλπ. των οποίων ν’ ακολουθή τας συμβουλάς.

Ν’ αποφύγη με κάθε τρόπον τον γάμον του με την δεσποινίδα Μάνου, τον οποίον επίτηδες ευνοεί ο Βενιζέλος, δια να ρίψη εις την συνείδησιν του ελληνικού λαού την δυναστείαν.

Να κάμνη  οικονομίας και να φροντίζη δια την υλικήν ενίσχυσιν της εν εξορία ευρισκομένης οικογενείας του και μερικά άλλα τα οποία λόγω της παρέλευσης δεκαεπταετίας δεν ενθυμούμαι.

…………………………………………………………………………………………………………

Τα όσα ο Ποτηρόπουλος αναφέρει εμπεριέχονται περίπου στα όσα ο Ζαλοκώστας εξιστορεί. Τα όσα ο ίδιος δεν θυμάται —κατά το έτος 1935 όταν συνέταξε τη μαρτυρία του— ή λιγότερο σημαντικά ήταν απ’ αυτά που αναφέρει ότι θυμάται, ή εύσχημα τα αποσιωπά.

Ας σημειωθεί ότι το κείμενο Ποτηρόπουλου γράφηκε σε κάποια στιγμή του πρώτου τριμήνου του 1935 και τούτο διότι ο Εμμανουήλ Φεσσάς αναφέρεται σ’ αυτό ως «ήδη γερουσιαστής», ενώ γνωρίζομε ότι η Γερουσία καταργήθηκε με την έκδοση συντακτικής πράξης την 1η Απριλίου 1935. Είχε προηγηθεί το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935. Η πολιτική ένταση, πυροδοτούμενη από την καθημερινή αρθρογραφία των εφημερίδων κατά το τρίμηνο αυτό, μπορεί να περιγραφεί ως καζάνι που βράζει. Συνεπώς δύσκολα φανταζόμαστε ένα άτομο με τις εμπειρίες του Ποτηρόπουλου να θέλει να εκτεθεί με κατάθεση εγγράφως αναμνήσεων για συμμετοχή του σε ακραίες συνωμοτικές πράξεις, της μορφής που τώρα (αρχή 1935) πάλι κατά γενική εντύπωση προετοιμαζόντουσαν και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

Τελείως διαφορετική από τις περιγραφές Ζαλοκώστα και Ποτηρόπουλου είναι η μαρτυρία Παπακώστα για τη φύση των επίμαχων μηνυμάτων. Αυτή γράφηκε μέσα στο κρησφύγετο, το πολύ λίγους μήνες μετά τη διαβίβασή τους. Μεταξύ Μαρτίου 1918 και καλοκαιριού 1920.

Τα σχετικά εδάφια από τη μαρτυρία Παπακώστα έχουν ως εξής :

……………………………………………………………………………………………………………Εκεί (στην αγροικία Φεσσά) την επομένην αφίκετο και ο κ. Φεσσάς και απεφασίσθη όπως σπεύση και αναχωρήση εις Αθήνας ίνα μεταδώση εις τους ομοϊδεάτας μας τας οδηγίας και παρασκευάσωσι το κίνημα προς ανατροπήν του εντολοδόχου των ξένων. Εδώκαμεν αυτώ και κατάλογον των προσώπων εις α έδει να αποταθή και να ανακοινώση τας οδηγίας επί τη βάσει των οποίων ούτοι θα ενήργουν. Ηγέρθη ζήτημα μεταξύ ημών αν κατόπιν της συλλήψεως των άλλων και του εγερθέντος θορύβου ως και απανθρώπων μέσων άτινα μετήρχετο η Κυβέρνησις δια πάντα όστις εφαίνετο αυτή ύποπτος θα ανελάμβανον οι υποδεικνυόμενοι παρ’ ημών να ρίψωσιν τον κύβον και να ενεργήσωσιν συμφώνως προς τας υποδείξεις των οδηγιών ίνα περιαγάγωσι την Κυβέρνησιν εις αδιέξοδον και εξαναγκάσωσιν αυτήν υποτασσομένην εις το κοινόν αίσθημα εν ανάγκη και εις την βίαν να εγκαταλείπη την αρχήν. Πλήν τούτου τα πλείστα των παρ’ ημών υποδεικνυομένων προσώπων διετέλουν εν εξορία, εν φυλακή, ύπο περιορισμόν και αστυνομικήν επίβλεψιν. Απεφασίσαμεν να επιδιωχθή η εργασία συτή και υπό προσώπων μη εμπεριεχομένων εν τω καταλόγω ομοϊδεατών ημών και προθύμων να συντρέξωσι τον αγώνα μας. Μετά δύο ημέρας απήρχετο ο Φεσσάς εις Αθήνας κομίζων τας οδηγίας και με την εξουσιοδότησιν ως αυτός θα ενόμιζε ασφαλέστερον αφιέντων ημών αυτώ πλήρη πρωτοβουλίαν.

…………………………………………………………………………………………………………

Και παρακάτω :

…………………………………………………………………………………………………………

Τω όντι μετά 10 ημέρας επανήρχετο εξ’ Αθηνών ο κ. Φεσσάς κομιστής ευαρέστων ειδήσεων, ότι δηλαδή αι οδηγίαι κατά τι τετμημέναι επεδόθησαν και ότι εντός ολίγου θέλομεν ίδει την έναρξιν των συνεπειών αυτών. Μετ’ ολίγας ημέρας αι στάσεις εις τα διάφορα σώματα μας έπειθον ότι η επενέργειά μας ήρξατο εκδηλούμενη προς αφύπνισιν του κοινού αισθήματος.

…………………………………………………………………………………………………………

Από τα παραπάνω αποσπάσματα της μαρτυρίας Παπακώστα, είναι σαφές ότι μεταξύ των κειμένων Ζαλοκώστα και Ποτηρόπουλου αφ’ ενός και του κειμένου Παπακώστα αφ’ ετέρου υπάρχουν οι ακόλουθες σημαντικές διαφορές:

Α′ Σε ότι αφορά τους αποδέκτες των μηνυμάτων, ο Ζαλοκώστας και ο Ποτηρόπουλος αναφέρουν τον βασιλιά Αλέξανδρο, ενώ ο Παπακώστας «τους ομοϊδεάτες μας (προφανώς αξιωματικούς)». Όλοι μάλιστα αναφέρουν ότι μετά την μετάβαση του Χρήστου Φεσσά στην Αθήνα, οι επαφές μ’ αυτούς (τον Αλέξανδρο ή/και τους ομοϊδεάτες) έγιναν και η ουσία των μηνυμάτων μεταβιβάστηκε.

Β′ Σε ότι αφορά το περιεχόμενο των μηνυμάτων, ο Ζαλοκώστας και ο Ποτηρόπουλος παραθέτουν οικογενειακού και προσωπικού κυρίως ενδιαφέροντος εντολές, ενώ ο Παπακώστας όχι μόνον ομιλεί για οδηγίες προς παρασκευήν αντιβενιζελικού κινήματος, αλλά και ότι οι στάσεις στα διάφορα στρατιωτικά Σώματα (προφανώς αναφέρεται σε κάποιες απ’ αυτές που εξερράγησαν μετά τον Μάρτιο 1918) μπορούν ν’ αποδοθούν στις εντολές που οι αξιωματικοί διαβίβασαν.

Βελίκα Μεσσηνίας. Αγροικία Σπ. Κουμουνδούρου (φωτ. 2016).
  1. Συμπεράσματα.

Η προετοιμασία που ο γερμανικός και ο εξόριστος φιλοβασιλικός παράγοντας αφιέρωσαν στο ταξίδι των δύο αξιωματικών, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία Παπακώστα που δεν διαψεύδεται, αλλά έμμεσα επιβεβαιώνεται από το κείμενο Ζαλοκώστα και τη μαρτυρία Ποτηρόπουλου οδηγεί στην εκδοχή ότι κατά πάσαν πιθανότητα οι αξιωματικοί στάλθηκαν για τη μεταφορά εντολών για την προετοιμασία κινήματος.

Από τους δύο αποδέκτες, των μηνυμάτων, τον βέβαιο —Αλέξανδρο— και τους πιθανούς —ομοϊδεάτες αξιωματικούς— ο πρώτος είχε πάρει ήδη θέση εναντίον των κινημάτων. Πράγματι, στις 25 Ιανουαρίου 1918, στη Λαμία όπου είχε μεταβεί ύστερα από την εκδήλωση κινήματος κατά της επιστράτευσης, είχε χαρακτηρίσει ως πράξη προδοτική όχι μόνον κάθε ενέργεια, αλλά και κάθε σκέψη που δεν θα έτεινε στην ενίσχυση του πολέμου. Η στάση βέβαια αυτή του Αλέξανδρου δεν ήταν αποδεκτή από τον πατέρα του, ο οποίος λίγες μέρες μετά έστειλε εντολή (Ποτηρόπουλος) : «Να μην εκτίθεται δημόσια υπέρ του Βενιζέλου, ως είχε πράξει εις κάποιαν συγκέντρωσιν που είχε λάβη χώραν εις Λαμίαν, αν δεν με απατά η μνήμη».

Για τα πολλά κινήματα, είτε υποκινούμενα από φιλοβασιλικούς στρατιωτικούς, είτε αυθόρμητα κατά της αντιδημοφιλούς επιστράτευσης, υπάρχουν πολλές μαρτυρίες αξιωματικών με συμμετοχή σ’ αυτά (θετική ή αρνητική). Λείπει όμως —βάσει των μέχρι σήμερα διαθέσιμων στοιχείων— η τεκμηρίωση της εξέλιξης ενός ή περισσότερων στασιασικών φιλοβασιλικών κινημάτων της περιόδου από τη σχεδίασή του στην Ελβετία και τη Γερμανία μέχρι την εκδήλωσή του σε ελληνικό στρατόπεδο. Οι μαρτυρίες Παπακώστα και —δευτερευόντως— Ποτηρόπουλου προσθέτουν μια ψηφίδα για μια τέτοια τεκμηρίωση.

Ο Δημήτριος Στ. Φεσσάς είναι διπλωματούχος πολιτικός μηχανικός του Πολυτεχνείου της Αθήνας (1961) και υδραυλικός μηχανικός του Πανεπιστημίου της Grenoble (1966). Εργάστηκε επί μισό περίπου αιώνα ως ελεύθερος επαγγελματίας, μελετητής υδραυλικών δημοσίων έργων. Είναι συγγραφέας της πραγματείας “1918 – 1920. Η υπόθεση του δευτέρου υποβρυχίου. Ένα επεισόδιο της εποχής του Διχασμού”, Αθήνα, εκδόσεις Καπόν, 2016.

 

Ελευθερία Μαντά: Οι γαριβαλδινοί στην Κρητική Επανάσταση του 1866-69

Ελευθερία Μαντά

Οι γαριβαλδινοί στην Κρητική Επανάσταση του 1866-69

Θέμα δημοφιλές στην ελληνική βιβλιογραφία υπήρξε ανέκαθεν ο Φιλελληνισμός και η προσφορά ξένων εθελοντών στον ελληνικό αγώνα για εθνική ανεξαρτησία. Γεγονός, ωστόσο, είναι πως το ενδιαφέρον αυτό έχει επικεντρωθεί στην εποχή της Ελληνικής Επανάστασης του 1821· αντιθέτως, ελάχιστη προσοχή έχει δοθεί στις κατοπινές δεκαετίες, όταν η προσπάθεια για την απελευθέρωση των Ελλήνων τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνεχίστηκε κατά περιόδους.

Μία συμβολή στην έρευνα γύρω από το θέμα αυτό προσδοκά να αποτελέσει η παρούσα δημοσίευση. Είναι γνωστή από ιστορικές μαρτυρίες και κάποιες πρώτες μελέτες η άφιξη και συμμετοχή στον ελληνικό αγώνα ομάδων ξένων εθελοντών, κυρίως Ιταλών, των περίφημων ‘γαριβαλδινών’ όπως αποκαλούνται χάριν του αρχηγού τους, του γνωστού σε όλη την Ευρώπη για τους αγώνες για την ιταλική ενοποίηση και την αφοσίωσή του στα φιλελεύθερα ιδεώδη, του Ιταλού ήρωα Giuseppe Garibaldi και των γιων του Riccioti και Pepino. Στόχος μας εδώ–περιοριζόμενοι στα γεγονότα της Κρητικής Επανάστασης του 1866-69– είναι να διερευνήσουμε και να καταγράψουμε όχι τόσο τα ίδια τα γεγονότα αλλά –κυρίως– την υποδοχή των Ιταλών εκ μέρους των Ελλήνων, την εντύπωση που προκάλεσε η παρουσία στην Ελλάδα σωμάτων εθελοντών ερυθροχιτώνων, ο παραδειγματισμός και ο ενθουσιασμός που αυτοί ενέπνευσαν, οι εντυπώσεις που άφησαν μετά την αναχώρησή τους αλλά και εκείνες που οι ίδιοι αποκόμισαν από την ολιγόμηνη εμπειρία τους στο επαναστατημένο νησί.

21 Αυγούστου 1866: η Γενική Συνέλευση των Κρητών ψήφισε την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας και την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, εναποθέτοντας την εκτέλεση της απόφασης, μεταξύ άλλων, «στη συνδρομη πάντων των φιλελλήνων».

Οι πρώτοι βουλευτές της Κρήτης το 1866.

Λίγο νωρίτερα, τον Ιούνιο, στην Ευρώπη είχε ξεσπάσει πόλεμος μεταξύ Αυστρίας και Πρωσίας, κατά τον οποίο η Ιταλία είχε συμμαχήσει με τη δεύτερη σε μια προσπάθεια ολοκλήρωσης της δικής της εθνικής ενοποίησης, μάταια όμως. Οι Ιταλοί, αν και κατόρθωσαν να μπουν στη Βενετία, τελικά ηττήθηκαν. Κατά τον πόλεμο αυτό, στο μέτωπο του Τιρόλο από τις 3 Ιουλίου μέχρι τις 9 Αυγούστου (ν.η.), είχαν συμμετάσχει και οι νεαροί ερυθροχίτωνες. Οι απώλειές τους ήταν μεγάλες, περίπου 2.400 άντρες χάθηκαν και μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου διατάχθηκε η διάλυση τους σώματος αυτού.

Η έκρηξη, λοιπόν, της Κρητικής Επανάστασης δεν αφήνει ασυγκίνητο τον στρατηγό Garibaldi, ο οποίος όχι μόνο με θερμά λόγια, αλλά και έμπρακτα στηρίζει τον «δίκαιο αγώνα των γενναίων τέκνων της Ίδης» και παρακινεί τους ερυθροχίτωνες να συνδράμουν με όλες τις δυνάμεις τους: αν του το επέτρεπαν τα πόδια του, γράφει την 1η Ιανουαρίου 1867 στον Jules Anemos, τον Γάλλο γαριβαλδινό που είχε φτάσει στην Κρήτη μαζί δύο περίπου μήνες νωρίτερα, θα βρισκόταν σίγουρα μαζί του προκειμένου να μοιραστεί τη μοίρα των ανδρείων Κρητικών (L’Independance Hellénique, 14-2-1867). Φιλελληνικές επιτροπές συγκροτούνται και έρανοι διενεργούνται σε πολλές πόλεις της Ιταλίας υπέρ του Κρητικού, ενώ ικανός αριθμός εθελοντών πράγματι ανταποκρίνεται στο κάλεσμα και ξεκινάει για μια καινούρια περιπέτεια στην Κρήτη.

Δεν σκοπεύουμε να επεκταθούμε εδώ στο ζήτημα του αριθμού των γαριβαλδινών που έφτασαν στον ελληνικό χώρο, άλλωστε ο σχετικός προβληματισμός έχει αναπτυχθεί επαρκώς σε προηγούμενες μελέτες. Θα αναφέρουμε μόνο ότι, σύμφωνα με τον Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, μεταξύ των 5.500-6.000 εν συνόλω εθελοντών, θα πρέπει να υπολογίσουμε τους γαριβαλδινούς περίπου σε 200, αριθμό με τον οποίο συμφωνεί και ο νεότερος μελετητής Andrea Noto, αλλά συμπεριλαμβάνει σε αυτούς και τους 70 περίπου που έφθασαν στον ελληνικό χώρο και συγκεκριμένα στη Σύρο και από εκεί στην Αθήνα συνοδεύοντας τον Riccioti Garibaldi, την άνοιξη του 1867, οι οποίοι όμως ποτέ δεν κατέβηκαν στην Κρήτη. Σε καμία περίπτωση, πάντως δεν ευσταθεί ο αριθμός των 2.000 γαριβαλδινών, που άκριτα παρέθεσαν προγενέστερες μελέτες.

 Το ταξίδι

Η δική μας ιστορία θα ξεκινήσει με το ταξίδι των γαριβαλδινών προς την Κρήτη, όπου φτάνουν από τα τέλη Οκτωβρίου μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου 1866 ενταγμένοι κυρίως στα σώματα υπό τον ανθυπολοχαγό Λεονταρίδη, τον συνταγματάρχη Χρήστο Βυζάντιο, τον υπολοχαγό Θεμιστοκλή Σαράτζογλου και τον αντισυνταγματάρχη Σπυρίδωνα Γενήσαρλη.

Αξίζει εδώ να ρίξουμε μια ματιά σ’ αυτό το ταξίδι, καθώς και στην άφιξή τους στο ελληνικό έδαφος.

Ξεκινούν, λοιπόν, από διάφορα λιμάνια της Ιταλίας και της Σικελίας κατά μόνας ή σε μικρές ομάδες και με ατμόπλοια φτάνουν στην Κέρκυρα, όπου παραμένουν μικρό διάστημα για «κάθαρση», όπως αναφέρει η εφημερίδα Πρωινός Κήρυξ (22-10-1866), εννοώντας προφανώς την αναγκαστική παραμονή τους στο λοιμοκαθαρτήριο στο νησάκι Λαζαρέτο.

Επόμενος σταθμός των πρώτων 40 γαριβαλδινών που καταφθάνουν με αρχηγό τον Leon Poinsot, των «γενναίων

Giuseppe Garibaldi.

στρατιωτων της ελευθερίας», η Κεφαλλονιά. Η είδηση δεν περνάει απαρατήρητη, το γεγονός προκαλεί γενικό ενθουσιασμό. Γράφει με θερμά λόγια η εφημερίδα Αναμόρφωσις (21-10-1866): «…ο γενναίος της Κρήτης αγών πάσας τας γενναίας ψυχής και εν τη αλλοδαπή ηλεκτρίσας, δεν ηδύνατο ειμή να διεγείρη τόν ενθουσιασμόν και των γενναίων της Ιταλίας τέκνων, των αρτίως υπέρ πατρίδος και ελευθερίας καρτερικώς αγωνισθέντων. …Γενναίοι Γαριβαλδινοί εθελονταί, υπό φλογερού αισθήματος ελευθερίας κινούμενοι, μεταβαίνουσιν εις Κρήτην, όπως συμμεθέξωσιν εις την πάλην, κα διὰτου ιδίου των αίματος υπηρετήσωσι τον ιερόν αγώνα της ελευθερίας και του δικαίου. Ηρωϊκή αληθώς η απόφασίς των, και αξία ανθρών ελευθέρων, προσηκόντως συναισθανομένων τα υψηλά καθήκοντα της συνδεούσης τους λαούς αμοιβαιότητος και αλληλεγγύης. …Κατά την εντεύθεν διάβασίν των, ἀποβιβασθέντων τινών εξ αυτών, πλήθος λαού έσπευσεν εις υποδεξίωσίν των∙ επευφημίαι δε κα ζητωκραυγαί αμοιβαίαι έλαβαν χώραν, των μεν ανακραζόντων: Ζήτω η Κρήτη! ζήτω η ελευθερία της Ελλάδος! των δε: Ζήτω η Ιταλία! ζήτω ο Γαριβάλδης!»

Οι περιγραφές της εποχής καταβάλλουν κάθε προσπάθεια να μας μεταφέρουν το κλίμα συγκίνησης και «μεγίστου ἐνθουσιασμού» που επικράτησε, χρησιμοποιώντας κατάλληλο ύφος: «η ελευσις μεγίστην αγαλλίασιν προυξένησεν εις τον τόπον μας», «οι φιλελεύθεροι και φιλάνθρωποι στρατιώται», «τα τέκνα της ἐλευθερίας, τα τέκνα της αδελφης Ιταλίας» (Δικαιοσύνη, 28-10-1866) και άλλα παρόμοια. Ο γνωστός Γάλλος φιλέλληνας εθελοντής Gustave Flourens που κατεβαίνει στην Κρήτη στο πλευρό του συνταγματάρχη Βυζάντιου μαζί με τους πρώτους 40 γαριβαλδινούς κάνει λόγο για τον «Λόχο των Φιλελλήνων του 1866».  Δεν είναι, επομένως, δύσκολο να αντιληφθούμε πώς ο γενικός ενθουσιασμός γέννησε τις φήμες για διόγκωση του αριθμού όσων σκόπευαν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των πρώτων εθελοντών: φήμες κυκλοφορούν ευρέως στην Αθήνα και τη Σύρο ότι οι γαριβαλδινοί θα ξεπεράσουν τους 1.000!

Το ταξίδι τους συνεχίζεται μέχρι τον Πειραιά, όπου φτάνουν οι πρώτοι με ελληνικό ατμόπλοιο στις 22 Οκτωβρίου, για να συνεχίσει η ροή τους σε μικρές ομάδες και τις επόμενες εβδομάδες: «η θέα των στρατιωτών τούτων ανεζωπύρισεν ικανώς το φρόνημα των συμπολιτων ημών και διέχυσε παντού τόν ενθουσιασμόν» (Δικαιοσύνη, 4-11-1866)∙ «αλλο σώμα γαριβαλδινών εφθασεν ενταυθα, ίνα προσφέρη τους βραχίωνας του εις την αγωνιζομένην ελευθερίαν» (Αυγή, 14-11-1866), είναι μερικά μόνο από τα σχόλια των ημερών.

Το ίδιο κλίμα φαίνεται ότι επικρατεί και στη Σύρο, που αποτελεί ενδιάμεσο σταθμό του ταξιδιού, και από εκεί στην Κρήτη, η οποία τους υποδέχεται με ενθουσιασμό και πολλή προσμονή. Η άφιξή τους στο Καστέλλι Κισάμου, όπου διεξάγεται σφοδρή μάχη, «ενεθάρρυνε πολύ τούς χριστιανύς», «[ητο] θέαμα συγκινητικότατον [οι] αυθόρμητοι [ούτοι] στρατιώται της πατρίδος και [της] πίστεως» (Εύριπος, 26-11-1866).

Η παραμονή και η δράση στην Κρήτη

Ας ρίξουμε μια ματιά όμως σε όσα συμβαίνουν στο νησί. Από τη μια πλευρά, η έλλειψη οργάνωσης και οι διαφωνίες μεταξύ των αρχηγών των ένοπλων σωμάτων, η αδυναμία συμφωνίας ως προς τη γενική αρχηγία ήταν εμφανείς από την αρχή, γεγονός που πολλές φορές δυσκόλεψε το σχεδιασμό και την υλοποίηση των επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι Κρήτες αλλά και όσοι γενικά στήριζαν τον αγώνα ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί σε ό,τι αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να χειριστούν το θέμα της προβολής της συμμετοχής ξένων εθελοντών και αυτή η στάση δεν είναι άσχετη προς την ασάφεια των πληροφοριών γύρω από το ζήτημα του συνολικού αριθμού τους, όπως αναφέρθηκε. Και αυτό γιατί στόχος τους ήταν πρωτίστως να προβληθεί ο εθνικός χαρακτήρας της επανάστασης και να σιγάσουν οι φωνές που μιλούσαν για ξενική υποκίνηση της αναταραχής: «Αγνοούσιν  άραγε, ότι τα κινήσαντα την επανάστασιν της Κρήτης εισί τα ιερώτερα των αισθημάτων; …Πότε η επανάστασις τής Κρήτης ανέθεσε τας ελπίδας της εις τούς γαριβαλδινούς;», θα απαντήσει με ‘ιερή αγανάκτηση’ ο αθηναϊκός Αιών (3-11-1866) σε ευρωπαϊκά και τουρκικά δημοσιεύματα που θέλουν να παρουσιάσουν την επανάσταση να έχει υποκινηθεί από εξωτερικές δολοπλοκίες, να έχει στρατολογήσει «ευρωπαίους τυχοδιώκτας», «κοσμοπολίτικες ορδές πού δωροδοκήθηκαν από την Αθήνα», «συμμορίας του Γκαριμπάλντι» (Κλειώ, 14-12-1866), ή να στηρίζει τις ελπίδες της «επί των χιλιάδων εκείνων γαριβαλδινών εθελοντών, οίτινες διαλυθέντες μετά την ειρήνην μένουσιν άνευ έργου». Άλλωστε, όπως είπαμε, ο ίδιος ο στρατηγός Garibaldi, ο  «ακραιφνέστερος των εν Ιταλία φιλελλήνων» (Αλήθεια, 3-3-1867),  δεν παραλείπει να αναφερθεί με θερμά λόγια στον κρητικό αγώνα σε κάθε ευκαιρία και να καλέσει σε πανευρωπαϊκή υποστήριξη προς τους αγωνιζόμενους για την ελευθερία Κρήτες, κρατώντας έτσι τη φιλελεύθερη ευρωπαϊκή κοινή γνώμη σε διαρκή εγρήγορση.

Από την άλλη πλευρά, δεν ήταν δυνατό να μην χρησιμοποιηθεί το γεγονός της άφιξης των ξένων στην Κρήτη ως απόδειξη του διεθνούς ενδιαφέροντος, το οποίο συντηρούσε τη θέρμη με την οποία ανταποκρινόταν και η ελληνική κοινή γνώμη και στήριζε την επανάσταση. Εξάλλου, δεν έλειπαν, τουλάχιστον στην αρχή, η προσμονή και η ελπίδα για την ανάμιξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων υπέρ του αγώνα των Κρητών. Η παρουσία των ξένων στο νησί, κάποιοι από τους οποίους φορούσαν στολή αξιωματικού, εκλαμβανόταν ως η πρώτη ένδειξη μιας μελλοντικής ευρωπαϊκής κινητοποίησης∙ όσοι συνόδευαν τα ελληνικά εθελοντικά σώματα στη λαϊκή συνείδηση δεν μπορούσαν παρά να είναι απεσταλμένοι των ξένων κυβερνήσεων, οι οποίες περίμεναν τις αναφορές τους για να ξεκινήσουν την επέμβαση. Δεν έχουμε ωστόσο συγκεκριμένες πληροφορίες αν οι χωρικοί της κρητικής υπαίθρου αναγνώριζαν το κόκκινο πουκάμισο των γαριβαλδινών και από την όψη του ανακαλούσαν τον μύθο που τους συνόδευε.

Σημαία που χρησιμοποιήθηκε κατά την πολιορκία του Αρκαδίου, με τα αρχικά: Κ (Κρήτη), Ε (Ένωσις), Ε (Ελευθερία), Θ (Θάνατος).

Εδώ στην Κρήτη όμως οι δυσκολίες είναι πολλές: οι μετακινήσεις στα στενά ορεινά μονοπάτια είναι επίπονες, με τα πόδια πλάι στα φορτωμένα μουλάρια, πολλές φορές σκαρφαλώνουν στα βράχια, κατεβαίνουν ρεματιές, εκτεθειμένοι στη βροχή, το χιόνι και το κρύο καθώς ο χειμώνας πλησιάζει. Όμως, το μεγαλύτερο δράμα έγκειται αλλού: στο γεγονός πως, όσο κι αν υπάρχει προθυμία, είναι δύσκολο για τους οπλαρχηγούς να προσφέρουν στους εθελοντές τα χρειώδη, κυρίως τρόφιμα και πολεμοφόδια απαραίτητα για τη συνέχιση του αγώνα, αφού ο τουρκικός ναυτικός αποκλεισμός των κρητικών λιμανιών δυσχεραίνει την προσέγγιση των ελληνικών ατμόπλοιων που εφοδιάζονται στη Σύρο. Όπως μαρτυρείται μέσα από όλες τις πηγές της εποχής, οι στερήσεις και οι κακουχίες είναι ο μονιμότερος σύντροφος των αγωνιζόμενων ενάντια στις τουρκικές δυνάμεις: «η πείνα, το ψύχος, αι νόσοι, εόναι οί μεγάλοι βοηθοί τών Τούρκων. …ως επί το πλείστον άνευ άρτου, τρώγομεν δίπυρον κριθίνου ἀλεύρου, το οποίον ψήνομεν επί τής ανθρακιάς. …Έλαβον την τιμήν να πολεμήσω εις Βεζέκαν πλησίον εις τον υιόν σας Ρικιώτην, …αλλ’ ενταύθα δεν είναι πλέον πόλεμος, είναι σφαγή άνευ ελέους», δηλώνει σε επιστολή του Ιταλός εθελοντής προς τον στρατηγό Garibaldi, τον Δεκέμβριο του 1866 (Αναμόρφωσις, 15-1-1867)∙ «περιερχόμενοι δε τα μη εγκαταλειφθέντα υπό τών κατοίκων χωρία», αναφέρει στα  απομνημονεύματά του άλλος, ανώνυμος Έλληνας εθελοντής, «εζητούμεν ολίγον άρτον παρά τών κατοίκων, αλλ’ οι δυστυχείς μη έχοντες να διαθρέψωσι τα ίδια των τέκνα, μετά λύπης των έργων ημίν, διάλε την μπουκιά την έχω». Κυνηγημένοι από τις τουρκικές δυνάμεις, εθελοντές και οικογένειες Κρητών προσφύγων ήταν αναγκασμένοι να βαδίζουν πολλές φορές χωρίς διακοπή. Έτσι, μόνο μέσα στο διάστημα από το τέλος Δεκεμβρίου 1866 μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 1867 αναφέρεται πως 90 Κρητικοί και 27 εθελοντές πέθαναν από την πείνα στη δυτική Κρήτη.

Ο Gustave Flourens, οι αναμνήσεις και οι ανταποκρίσεις του οποίου στην εφημερίδα L’Indépendance Hellénique αποτελούν μέχρι σήμερα σημαντικότατη πηγή για τα γεγονότα της εποχής και κυρίως για τη ζωή των εθελοντών, είναι εξόχως παραστατικός: «Τά υποδήματά μου κατεσχίσθησαν υπό τών πετρών καί τών βάτων μέ είναι αδύνατον νά προμηθευθώ άλλα οδεύω δέ μέ τούς πόδας γυμνούς. Μέ κατατρώγουσι τόσον οι ψύλλοι, ώστε μέ είναι αδύνατον νά κλείσω τό όμμα. Πλαγιάζω καταγής εις τό πλευρόν τού στρατηγού μας η περισκελίς δέ καί τό εσώβρακόν μου είναι κατεσχισμένα, καί, μεθ όλα τά ραψίματά μου, αφίνουσι τόν αέρα νά διέρχηται. Εις τά όρη κατήντησα, επί έξ ημέρας, νά μή τρώγω ειμή χόρτα βρασμένα, άνευ άλατος καί άνευ άρτου».

Εξίσου προβληματική ήταν η επικοινωνία των ξένων εθελοντών τόσο μεταξύ τους όσο και με τους κατοίκους του νησιού και με τους άλλους συμπολεμιστές τους λόγω άγνοιας της ελληνικής γλώσσας. Πολλές φορές, όπου βρισκόταν ο Gustave Flourens, δεινός γνώστης τουλάχιστον της αρχαίας ελληνικής, χρειαζόταν να εκτελεί χρέη διερμηνέα, κυρίως να μεταφέρει τις οδηγίες των αρχηγών και τα νέα προς τους υπολοίπους, τις περισσότερες φορές όμως οι ανάγκες καλύπτονταν όπως όπως: «Ο Νικόλας ήτο πολύγλωσσος ηδύνατο μάλιστα κατά τάς περιστάσεις νά χρησιμεύη, οτέ μέν ως μάγειρος, οτέ δέ ως διερμηνεύς. Ως πάς τις κατανοεί, ανάγκη διερμηνέως ήτο μεγάλη διότι ωμιλούντο μεταξύ ημών διάφοροι γλώσσαι οτέ μέν οι ξενιζόμενοι[1] προσεπάθουν νά ομιλώσι πρός τούς ξενίζοντας Ελληνιστί, οτέ δέ ωμίλουν πρός αλλήλους Γαλλιστί καί Γερμανιστί, ή καί μετά τών Ελλήνων Γαλλιστί. Ο Ούγγρος συνταγματάρχης καί ο καπετάν Αλέξανδρος αντήλλασσον ιδέας διάγλώσσης τραχείας, ήν ουδείς τών άλλων κατελάμβανεν.»

Gustave Flourens.

Θα είναι λοιπόν οι στερήσεις και οι κακουχίες, η διάψευση της απατηλής εικόνας που είχαν πλάσει για την κατάσταση που θα έβρισκαν επί τόπου, η απογοήτευση από την ασυμφωνία μεταξύ των αρχηγών και την ελλιπή αποτελεσματικότητα, η απραξία εξαιτίας του χειμώνα, οι προσδοκίες που δεν εκπληρώθηκαν, οι διαφορές στη νοοτροπία ανάμεσα στους πιστούς χριστιανούς κατοίκους του νησιού που πολεμούσαν στο όνομα του Θεού και στους ριζοσπάστες φιλελεύθερους που είχαν συνηθίσει να μάχονται στα ευρωπαϊκά μέτωπα, που θα απογοητεύσουν τελικά μία μερίδα των γαριβαλδινών εθελοντών –αλλά όχι μόνο αυτών.

Έτσι, από τις αρχές Ιανουαρίου 1867 ομάδες εθελοντών εκδηλώνουν την επιθυμία τους να εγκαταλείψουν το νησί και κατόπιν συνεννόησης με τον Τούρκο διοικητή Μουσταφά πασά 300 περίπου επιβιβάζονται στο γαλλικό πολεμικό Salamandre και σε δύο τουρκικά ατμόπλοια∙ μεταξύ αυτών και 8 γαριβαλδινοί. Ο Ferdinando Cirafo, ταγματάρχης του Λόχου των Φιλελλήνων, θα επιχειρήσει να απαντήσει –από τη Σύρο όπου πλέον βρισκόταν– στη γενική αγανάκτηση που προκάλεσε, όπως θα δούμε, το γεγονός και να αποκαταστήσει «l’honneur du nom Italien» προβάλλοντας το επιχείρημα πως οι Ιταλοί παραπλανήθηκαν, αφού πίστευαν ότι ρωσικό πλοίο επρόκειτο να τους παραλάβει (L’Indépendance Hellénique, 31-1-1867). Προς τα τέλη του μήνα αναφέρεται πως άλλοι 17 γαριβαλδινοί, μαζί και όσοι είχαν εντωμεταξύ τραυματιστεί ή αρρωστήσει, θα πάρουν το δρόμο της επιστροφής επιβιβαζόμενοι σε οθωμανικό ατμόπλοιο, για να ακολουθήσουν έπειτα και πολλοί από τους εναπομείναντες.

Η πράξη των «νόθων αυτών οπαδων» του, των «επαίσχυντων απατεώνων των κρυμμένων κάτω από το κόκκινο πουκάμισο» θα επιφέρει την οργή του Garibaldi και την κατακραυγή του κόσμου: «Οι κύριοι ενόμιζον», παρατηρεί με χλευασμό ο στρατηγός, «ότι έμελλον νά εύρωσιν εν Κρήτη ξενοδοχεία, μαλακάς στρωμνάς καί άφθονον καί πλουσίαν τροφήν. Ελησμόνησαν όμως οι αβροδίαιτοι ότι οι υπέρ ανεξαρτησίας αγώνες απαιτούσι τάς μεγίστας τών θυσιών, ότι οι άνθρωποι πρέπει νά υποφέρωσι τήν πείναν, τό ψύχος καί πάσας τάς παρεπομένας κακουχίας…» (Ερμούπολις,2-3-186). Αλλά και ελληνικά δημοσιεύματα τους αποκαλούν άτιμους, άνανδρους και προδότες, εξαμβλώματα και άθλιους που θέλουν λιθοβόλημα (Νόμος, 28-1-1867), ενώ δεν έλειψαν και τα επεισόδια σε βάρος τους στον Πειραιά, όταν προσέγγισαν εκεί τα πλοία που τους μετέφεραν.

Τις συνθήκες που αντιμετώπισαν στην Κρήτη και τους λόγους που τους οδήγησαν στην απόφασή τους να επιστρέψουν στην Ιταλία –εγκαταλείποντας «έναν σκοπό που πλέον είμαστε πεπεισμένοι ότι δεν μας αφορά»– θα περιγράψει μικρή ομάδα γαριβαλδινών, μέσα από την έκδοση επτά επιστολών στη Φλωρεντία, με τη φροντίδα του Adolfo Bruzzone ο οποίος βρέθηκε επίσης στην Κρήτη ως εθελοντής για δύο μήνες, όπου εξιστορείται με τα μελανότερα χρώματα η κατάσταση στο νησί και ο ‘άθλιος χαρακτήρας των Κρητών. Οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποιούνται είναι βαριοί: «εκείνοι οι αχάριστοι [Κρήτες]», «δεν είναι ακόμη άξιοι της ελευθερίας», «ο λαός αυτός δεν έχει ακόμη εκπαιδευτεί για ελευθερία, ούτε μάχεται με τη συνείδηση ενός ιερού και ευγενούς αγώνα, αλλά μάχεται για φαύλους σκοπούς», «στην Κρήτη πρέπει να φοβάσαι περισσότερο τον φίλο από τον εχθρό», «στη χώρα των εκφυλισμένων Ελλήνων, λαού αμόρφωτου, δεισιδαίμονα, αδαούς», «εκείνη η άθλια διαδοχή από βάσανα που αποκαλείται κρητική επανάσταση» και άλλα παρόμοια. Οι επιστολές δημοσιεύτηκαν αργότερα, τον Ιούνιο του 1867, και σε ιταλικές και ευρωπαϊκές εφημερίδες, προκαλώντας πικρία, οργή και αγανάκτηση στην Αθήνα, όμως «ουδόλως ποιούμεν αλληλέγγυον πρός τάς ερεσχελίας ολίγων αγυρτών τό φιλότιμον ιταλικόν έθνος» (Κλειώ, 16/28-6-1867). Ταυτόχρονα θα δώσουν αφορμή να εκδηλωθεί ικανοποίηση από την πλευρά των Οθωμανών. Ίσως οι θριαμβολογίες των τελευταίων να είναι αυτές που ωθούν τον Flourens να γράψει πως η έκδοση των επιστολών ήταν πληρωμένη από την Πύλη με σκοπό να δυσφημιστούν οι επαναστάτες και όσα συνέβαιναν στο νησί.[2] Δεν είναι δυνατό, βέβαια, να επαληθεύσουμε αυτή την πληροφορία∙ μάλλον θα πρέπει να την αποδώσουμε στην αγανάκτηση του Γάλλου φιλέλληνα για τον θόρυβο που είχε προκληθεί, παραμένει ωστόσο γεγονός πως η υποκίνηση τέτοιων αντιεπαναστατικών δημοσιευμάτων στον ευρωπαϊκό Τύπο συνιστούσε γνωστή οθωμανική πρακτική εκείνη την εποχή.

Αυτή όμως ήταν, όπως αναφέραμε, μία ομάδα των γαριβαλδινών. Αρκετοί παρέμειναν στο νησί, πολέμησαν στο πλευρό των Ελλήνων Κρητών και των εθελοντών και αρκετοί θυσίασαν τη ζωή τους στο βωμό της ελευθερίας: «ημείς ήλθομεν εις Κρήτην διά νά τήν ελευθερώσωμεν καί δέν θέλομεν εξέλθει ειμή διά νά υπάγωμεν ν αναγγείλωμεν εις τήν Ελλάδα, ότι οι Τούρκοι αφήκαν εις τόν πολιτισμόν καί έτερον μέρος τής χώρας της…» (Αναμόρφωσις, 15-1-1867).

Γαριβαλδινοί εθελοντές το 1866.

Ο Leon Poinsot, σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα L’Indépendance Hellénique (14-3-1867), αναφέρει: «Ο αριθμός τών ανδρών [υπό τον Ζυμβρακάκη] τού λόχου τών Φιλελλήνων ανέρχεται εις τέσσαρας: 1 Ιταλόν, τόν κ. Αρντεμάνι Λουτσιάνο εκ Μιλάνου και 3 Γάλλους, τούς κ.κ. Γουσταύον Φλουράνς, Ιούλιον Ανεμός καί εμέ. Ως λέγουν εφημερίδες τινές ή μάλλον κυβερνήσεις τινές, συνεχίζομεν νά ζώμεν ως τυχοδιώκται. Καί σεμνυνόμεθα διά τον τίτλον τούτον, διότι αί τυχαίαι περιπέτειαι δεν λείπουν εν Κρήτη, αλλά είναι πάντοτε έντιμοι…». Ο υπαινιγμός για τον ρόλο πολλών ξένων εφημερίδων με στόχο τη δυσφήμιση τόσο των ίδιων γαριβαλδινών όσο και της Κρητικής Επανάστασης γενικότερα είναι εδώ σαφής. Συνολικά, με βάση τους υπολογισμούς του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη, ο οποίος έχει ασχοληθεί εκτενώς με το ζήτημα των αριθμών, τουλάχιστον τριάντα ένας γαριβαλδινοί έχασαν τη ζωή τους μέχρι τα τέλη της άνοιξης του 1867. Από εκείνο το σημείο και πέρα η παρουσία τους στο νησί φθίνει σημαντικά. Τους τελευταίους θα βρει στην Κρήτη, στα τέλη του 1868, η βαρόνη Marie Espérance von Schwartz, προσωπική φίλη του Garibaldi, να περιφέρονται εξαθλιωμένοι στην ύπαιθρο, χωρίς τα μέσα να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Η ίδια θα κάνει τα πάντα για να τους βοηθήσει.[3]

Αντί άλλου επιλόγου, θα άξιζε να κλείσουμε τη σύντομη αυτή εξιστόρηση παραθέτοντας, για μια ακόμη φορά, τα λόγια του Gustave Flourens, ο οποίος περιγράφει τον θάνατο του γαριβαλδινού υπολοχαγού Achille de Grandi, τον Μάιο του 1867 κατά τη μάχη στο Λασίθι: «Με θρυμματισμένα γόνατα από έκρηξη οβίδας ο ανδρείος Λομβάρδος, οι Τσεκρέζοι του ακρωτηρίασαν τα χέρια και τα πόδια. Βογκούσε ακόμη όταν τον βρήκε ένας σύντροφός του να σφαδάζει μέσα σε μια λίμνη από αίμα και τον απάλλαξε από το μαρτύριο με μία σφαίρα από ρεβόλβερ. Η τέλεια καλοσύνη, το μεγαλείο του χαρακτήρα, οι ιπποτικοί τρόποι αυτού του ευγενούς νέου τον κατέστησαν στην Κρήτη τον πιο αγαπητό φιλέλληνα».[4]

Η Ελευθερία Μαντά είναι Επίκουρη καθηγήτρια Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Υποσημειώσεις

[1]              Guests, στο πρωτότυπο.

[2]              Flourens, Souvenirs, σ. 312.

[3]              Ελπίς Μέλαινα, Περιηγήσεις στην Κρήτη (1866-1879), Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2008, σ. ιη΄.

[4]              Flourens, ό.π., σ. 149-50.