Skip to main content

Νικολέττα Γιαντσή: Μεσαιωνική πόλη και φιλανθρωπία. Το παράδειγμα των ευρωπαϊκών πόλεων

Νικολέττα Γιαντσή

Μεσαιωνική πόλη και φιλανθρωπία.
Το παράδειγμα των ευρωπαϊκών πόλεων

Η ιστορία της φιλανθρωπικής συμπεριφοράς, των θεωρητικών προϋποθέσεών της και των πρακτικών της μέσα στη μεσαιωνική κοινωνική πραγματικότητα της Δυτικής Ευρώπης εμφανίζεται ως αποτέλεσμα ενός συγκερασμού ανάμεσα στις αρχαίες ελληνικές και ρωμαϊκές πρακτικές, τις χριστιανικές θεολογικές επεξεργασίες που προήλθαν από το κήρυγμα του Ευαγγελίου και την οδυνηρή πραγματικότητα της επιλογής να είναι κάποιος χριστιανός την εποχή των διωγμών, την εποχή των βαρβαρικών επιδρομών και της κατάρρευσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στη Δύση.

Η φιλανθρωπία κατά την πρώτη περίοδο του Μεσαίωνα ανέδειξε έναν πρωταγωνιστή, έναν συντονιστή και έναν οργανωτή, την Εκκλησία. Οι επίσκοποί της ανέλαβαν να καλύψουν το κενό της κοινωνικής πολιτικής μετά την κατάρρευση των ρωμαϊκών πόλεων· τα μοναστήρια της να ανακουφίσουν τους πληθυσμούς που υπέφεραν μέσα στην αχανή ευρωπαϊκή ύπαιθρο· οι θεολόγοι της να εκλαϊκεύσουν και να στηρίξουν με επιχειρηματολογίες – δυσκολότερες ή ευκολότερες κατά περίσταση – την εικόνα του φτωχού Χριστού. Ο Χριστός που ταυτίζεται με τον πένητα, τον πάσχοντα, τον πλάνητα συνιστά το ιδανικό του ίδιου του καταναγκασμένου, πεινασμένου, διψασμένου, άρρωστου και κατατρεγμένου μεσαιωνικού ανθρώπου. Και όταν οι εποχές άλλάζουν και αναδύονται οι νέοι τόποι της κοινωνικότητας – οι μεσαιωνικές πόλεις – πάλι η Εκκλησία βρίσκει τα μέσα και τους τρόπους να ανανεώσει τη θεολογία της φιλανθρωπίας και την ίδια στιγμή να τη μοιραστεί με τους νέους άρχοντες –τις δημοτικές αρχές. Οι τελευταίοι με τη σειρά τους, όσο δείχνουν να σέβονται και να συνεχίζουν αυτή την εκσυγχρονισμένη εκκλησιαστική παράδοση, άλλο τόσο επιχειρούν να την αξιοποιήσουν στο πλαίσιο των δικών τους επιδιώξεων, στο πλαίσιο του δικού τους προγράμματος ανάπτυξης και εκσχυγχρονισμού της οικονομικής ζωής. Οι φτωχοί, οι άρρωστοι, οι εγκαταλειμμένοι δεν λιγόστεψαν στις μεσαιωνικές πόλεις· απλώς, η ένταξή τους στην κοινωνική ζωή ή η καταβαράθρωσή τους στο περιθώριο έγινε πιο εμφανής και οι φιλανθρωπικές πρακτικές αποκάλυψαν τα όριά τους στο ζήτημα της διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής: δεν απέτρεψαν τις κοινωνικές εξεγέρσεις του 14ου αιώνα, μολονότι κάποτε τις αντιλαμβανόμαστε ως εκτονωτικές ρυθμίσεις απέναντι στη σοβούσα κοινωνική κρίση· μολονότι κάποτε τις βλέπουμε να αλλάζουν μετά από μια εξέγερση και να εμφανίζονται ως πρακτικές και συγκεκριμένες εκφράσεις των κοινωνικών αναρρυθμίσεων.

Χειρόγραφο του 1320 – 1342, με σκηνές από τον βίο του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης.

Κατά τον 20ό αιώνα η βιβλιογραφία σχετικά με τη φτώχεια ως οικονομικοκοινωνικό φαινόμενο – με ποικίλες διαστάσεις, απολήξεις και εκβλαστήσεις – έχει πολλαπλασιαστεί. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει τον εκτατικό τρόπο προσέγγισης του φαινομένου της φτώχειας στις μέρες μας και συνάμα υποδεικνύει ότι οι τρόποι με τους οποίους θεωρούμε τη φτώχεια είναι πολλαπλά χρήσιμοι για τη χάραξη κοινωνικών πολιτικών και για την ενίσχυση της συνείδησής μας σχετικά με την κοινωνική αλληλεγγύη (solidarité sociale).

Histoire de la pauvreté

Οι απόπειρες ορισμού του φαινομένου της φτώχειας απέδωσαν μια σειρά από διατυπώσεις που προσέγγιζαν νοηματικά το περιεχόμενό της. Μέσα στο πλαίσιο μιας κοινωνικής και πολιτικής προσέγγισης η φτώχεια ορίστηκε – με κυρίαρχο το οικονομικό κριτήριο – ως «στέρηση των μέσων για την απόκτηση α) του είδους της διατροφής, β) της συμμετοχής στις δραστηριότητες και γ) των ίδιων συνθηκών διαβίωσης και ευκολιών που είναι συνήθως ή τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό αποδεκτές από τις κοινωνίες στις οποίες ανήκουν τα πρόσωπα».[1] Εισάγοντας επιπλέον το κριτήριο της εκπαίδευσης και του επαγγέλματος: «σε κατάσταση φτώχειας βρίσκονται τα άτομα και οι οικογένειες που τα χρηματικά εισοδήματα ή άλλοι πόροι, μεταξύ των οποίων και η εκπαιδευτική και επαγγελματική τους μόρφωση, οι συνθήκες ύπαρξης και η υλική τους περιουσία είναι σαφώς χαμηλότερα από το μέσο επίπεδο της κοινωνίας στην οποία ζουν».[2] Σε μία προσπάθεια, τέλος, να περιληφθούν όλα τα πιθανά κριτήρια ένταξης ενός ατόμου σε καθεστώς φτώχειας, ορίστηκε πως «να είναι κάποιος φτωχός δεν σημαίνει να έχει απλώς εισόδημα σημαντικά χαμηλότερο από αυτό των συμπολιτών του· σημαίνει ακόμη να κατοικεί σε χειρότερες από εκείνους κατοικίες, συχνά να είναι ασθενής, και λόγω του είδους των απασχολήσεών του πιο επιρρεπής σε ατυχήματα· να έχει αισθητά χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, να κινδυνεύει πολύ συχνότερα να μένει άνεργος και για πολύ περισσότερο χρόνο· να του είναι πολύ δύσκολο να ξεπεράσει την κατάστασή του αυτή, όντας σχεδόν σίγουρος ότι και τα παιδιά του θα ζήσουν στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνίας».[3] Οι παραπάνω ορισμοί έχουν ασφαλώς ως κεντρικό στοιχείο προσδιορισμού της κατάστασης της φτώχειας την οικονομική θέση του ατόμου, στην οποία προστίθενται άλλα στοιχεία, τα οποία οι παλαιότερες οικονομικές θεωρίες αντιμετώπιζαν ως περιφερειακά: η μόρφωση, η υγεία, η ικανότητα εργασίας, η δυνατότητα άρθρωσης κοινωνικής έκφρασης και κοινωνικής κινητικότητας, καθώς και η δυνατότητα «απόδρασης» από τη μοίρα αυτή. Μια τέτοια προσέγγιση προϋποθέτει δύο παράγοντες, οι οποίοι θεωρείται ότι χαρακτήριζαν τις σύγχρονες κοινωνίες μας πριν από τις αλλαγές στην εργασία που επέφεραν η παγκοσμιοποίηση και η έκρηξη στην πληροφορική: την εκχρηματισμένη οικονομία τους και την ιεραρχική δομή τους.

Το Λονδίνο της εποχής του Dickens.

Αρχίζοντας, ωστόσο, να μιλούμε για τη φτώχεια, οφείλουμε να διατυπώσουμε μία γενική αρχή: υπάρχουν πολλοί τρόποι για να την προσεγγίσουμε, αλλά ένας μόνον για να την κατανοήσουμε. Και ο τρόπος αυτός είναι να την αντιμετωπίσουμε στην ανθρώπινή της διάσταση. Αυτό κατά τη γνώμη μου σημαίνει πως, ανεξάρτητα από τις εποχές, ο φτωχός παραμένει μια ανθρώπινη ύπαρξη που είναι εκτεθειμένη σε φυσικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς περισσότερο από εκείνον που δεν χαρακτηρίζεται ως φτωχός. Και το γεγονός αυτό ισχύει, επειδή η ένδεια δεν αποτελεί φαινόμενο μίας μόνον εποχής, δεν χαρακτηρίζει ορισμένες μόνον ιστορικές συνθήκες, δεν περιορίζεται σε μία μόνον κοινωνική ομάδα, δεν πλήττει μία ορισμένη μόνον κοινωνική τάξη, όπως συνήθως υπονοούμε κάνοντας την απαραίτητη, αλλά απλουστευτική, διάκριση «πλούσιος-φτωχός». Η φτώχεια δεν εδράζεται παρά μόνον θεωρητικά και λεξιλογικά στην αντίθεση αυτή. Στην απόλυτη και έσχατη ουσία της αγγίζει τα βάθη τόσο της ανθρώπινης ιστορίας, όσο και της ανθρώπινης ύπαρξης. Γιατί, ποιος μπορεί άραγε να ορίσει με απόλυτη ακρίβεια και διαχρονικά ποιος είναι ο ελλειμματικός, εκείνος που στερείται κάτι και, αντίστοιχα, τι είναι αυτό το απαραίτητο που του λείπει και που είναι τόσο ουσιαστικό, ώστε να δημιουργεί την ανάγκη για την κάλυψή του και από ποιον; Ποιος μπορεί να ορίσει με ακρίβεια το όριο που χωρίζει τον κοινωνικό ξεπεσμό από τη δυνατότητα να ζει κάποιος, έστω και με ταπεινό τρόπο; Ποιο είναι το ελάχιστο εκείνο σημείο που, ξεπερνώντας το, μετακινείται κάποιος προς τον κόσμο των αποκλεισμένων ή και των απόβλητων μιας κοινωνίας; Η φτώχεια είναι ένδεια και πενία: καλύπτει με τον τρόπο αυτόν ένα ευρύ φάσμα ποικίλων συνθηκών και είναι δυνατόν να περιλαμβάνει καταστάσεις που κινούνται μεταξύ της έλλειψης ορισμένων από τα αγαθά που θεμελιώνονται και βιώνονται ως βασικά από την εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα και της έσχατης ένδειας που απειλεί την ανθρώπινη ύπαρξη. Η ένδεια, επομένως, είναι έλλειψη αγαθών και η έλλειψη αυτή μπορεί να είναι διαφορετική σε κάθε εποχή: έλλειψη τροφής, στέγης, χρημάτων, υγείας, ηθικών αρετών ή αρχών. Έλλειψη είναι η μιζέρια και η αθλιότητα, η δυστυχία και η κακομοιριά. Έλλειψη είναι η φτώχεια και η φιλαργυρία, η αδιαφορία και ο εγωισμός.

Η δυναμική, όμως, της ένδειας και των ενδεών βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι ο άνθρωπος, ενώ κινείται σε ένα επίπεδο έλλειψης, κινητοποιεί δυνάμεις που μπορούν να τον οδηγήσουν στο επίπεδο της πλήρωσης ή ακόμη και της πλησμονής. Οι άνθρωποι, για διαφορετικούς σε κάθε εποχή λόγους, επιλέγουν να συμπαρασταθούν σε εκείνους που έχουν την ανάγκη τους και η επιθυμία τους αυτή, είτε εκφράζει το πολιτικό ιδεώδες της «φιλάνθρωπης ευεργεσίας» είτε συνδέεται με μία σωτηριολογική διδασκαλία θεολογικής προέλευσης, κατατείνει στην προσπάθεια θεραπείας, αν όχι αποκατάστασης, μιας θεωρούμενης κοινωνικής αδικίας· με τον τρόπο αυτόν η ένδεια ως έκφραση αδικίας μεταπίπτει τον λόγον περι αὐτῆς εἰς ἕτερον γένος, γίνεται πρόβλημα ηθικής, ενώ, συγχρόνως, η προσπάθεια αυτή, στην αρχή από την πλευρά του φορέα της – του ευεργέτη – και στη συνέχεια από το κοινωνικό σύνολο, χαρακτηρίζεται από την επένθεση στοιχείων ηθικού χαρακτήρα: εκείνος που προσφέρει «με τη θέλησή του κάτι που του ανήκει σε κάποιον που θεωρεί ότι δεν μπορεί να μην το δεχθεί»[4] τοποθετείται συμπληρωματικά απέναντι από τον ενδεή, ταυτίζεται μαζί του και συγχρόνως, χάρη σε αυτόν, διεκδικεί και εξασφαλίζει μια διακριτή θέση σε σχέση με τους υπόλοιπους, εκείνους που δεν συμπαραστέκονται και δεν ελεούν. Με την έννοια αυτή, ο «έχων και κατέχων» από άποψη ηθική αναγνωρίζει πως ορισμένα αγαθά αποτελούν δικαίωμα όλων των ανθρώπων και επιδιώκει να εξισορροπήσει τη διαφορά ανάμεσα στον ίδιο που τα έχει και σε εκείνους που δεν τα έχουν με την προσφορά ενός μέρους από τα δικά του. Στο σημείο αυτό υφίσταται, ανάλογα με τις εποχές, η ποσοτική και η ποιοτική διάκριση και διευκρίνιση σχετικά με το είδος της προσφοράς: άραγε, δίνει κανείς από το πλεόνασμα ή από το υστέρημά του;

Από την άλλη μεριά, η παραπάνω διαδικασία διαθέτει ένα βάρος κοινωνικό: εγκαθιστά και εδραιώνει αναγκαστικά μια σχέση αμοιβαιότητας και αλληλεγγύης ανάμεσα στα δύο πρόσωπα που συμμετέχουν. Ωστόσο, από αυτή την ίδια αμοιβαιότητα και αλληλεγγύη προκύπτουν και τα αντίθετά τους, η διαφορά και η ανισότητα. Με δυο λόγια, η φιλανθρωπία λειτουργεί κοινωνικά με ελκτικό τρόπο, όπως οι βαρυτικές δυνάμεις, αλλά συγχρόνως προκαλεί κοινωνικές απώσεις, λειτουργώντας όπως οι ηλεκτρικές δυνάμεις. Κάνει τους ανθρώπους να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλον και την ίδια στιγμή τους τοποθετεί σε απόσταση.[5] Μέσα στο πλαίσιο αυτής της λειτουργίας της συντείνει στην ανάδειξη ιεραρχικών δεσμών και σχέσεων και συνεισφέρει στη νομιμοποίησή τους ενεργώντας ως ένα στοιχείο όχι μόνον διατήρησης, αλλά και ανάδειξης και συνδιαμόρφωσης του κοινωνικού προσώπου του ευεργέτη. Επομένως, η άσκηση της φιλανθρωπίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα από τα στοιχεία πάνω στα οποία μία ορισμένη ομάδα ανθρώπων οικοδομεί την κοινωνική εξουσιαστική της ταυτότητα και ασκεί την κυριαρχική της επιρροή.

Αν όλες οι προηγούμενες διατυπώσεις συνείρονται με τους συλλογισμούς και τις αποφάνσεις που γεννά ένας σύγχρονος προβληματισμός σχετικά με τις πραγματικές διαστάσεις των εννοιών της ένδειας και της φιλανθρωπίας, οι πρόδρομες και ατελείς μορφές τους ή οι ανταγωνιστικές και διαφορετικές ως προς αυτές θεωρήσεις, που εντοπίζονται σε παλαιότερες εποχές, διαμορφώνουν έναν καμβά πάνω στον οποίον αναδύεται και αποτυπώνεται διαχρονικά ο άνθρωπος και τα ποιοτικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς του. Οι συνθήκες – προφανώς – παίζουν ρόλο και αφήνουν το ευδιάκριτο ίχνος τους πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά· κοντά, όμως, σε αυτές, οι εντελώς ατομικές αντιλήψεις για την ευημερία, την ωφελιμότητα και την οικονομική αποδοτικότητα συνιστούν κάθε άλλο παρά αμελητέες μεταβλητές για ορισμένους σύγχρονους οικονομολόγους (λαμπρό παράδειγμα αποτελεί το έργο του Αμάρτυα Σεν[6]), προκειμένου να αναδείξουν  τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και να επαναφέρουν τους ηθικούς κανόνες στην οικονομική πρακτική.

Ο εσωτερικός αυλόγυρος του Hôtel-Dieu στο Beaune της Βουργουνδίας. Το συγκρότημα κατασκευάστηκε το 1452 και λειτούργησε ως Νοσοκομείο.

Η ιστορία των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, μέσα στα οποία εντάσσονται και τα νοσοκομειακά ιδρύματα, αποτελεί ένα θέμα που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τη μεσαιωνική ιστορία της Ευρώπης. Η φιλανθρωπία με τις πρακτικές της εκφράσεις – ευαγή ιδρύματα (θεσμικό πλαίσιο, διοίκηση, οικονομικά κ.τ.λ.), ελεημοσύνη, κοινωνική διαστρωμάτωση των ευεργετών, κοινωνική θέση των ευεργετούμενων – έχει την ιδιαίτερη σημασία της για την κοινωνική ιστορία, την ιστορία των θεσμών και του δικαίου· με τις θεωρίες και τους προβληματισμούς που προκαλεί, συνδέεται στενά με τη θρησκευτική ιστορία, την ιστορία της φιλοσοφίας και τη λογοτεχνία· εξαιτίας της ευρύτατης διάδοσης της φιλανθρωπικής πρακτικής στον ευρωπαϊκό χώρο, παρουσιάζονται διασυνδέσεις με τις διερευνήσεις της ιστορικής γεωγραφίας, της αρχαιολογίας, της πολεοδομίας και της αρχιτεκτονικής.

Η ανάδειξη της φιλανθρωπίας ως αντικειμένου των ιστορικών επιστημών δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εξιστόρηση των προσπαθειών για επιβίωση μιας κοινωνίας σε μια δεδομένη χρονική περίοδο. Η εξιστόρηση σχετικά με τις φιλανθρωπικές δραστηριότητες γίνεται με τον τρόπο αυτόν ένας εσωτερικός διάλογος, μια αφήγηση από τα μέσα, από την πλευρά δηλαδή των συλλογικοτήτων ή των ατόμων με την οικονομική τους λειτουργία, το πολιτισμικό τους έθος, στο κέντρο ή στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής, την ώρα που ανακαλύπτουν ότι η συνοχή τους αποτελεί δική τους υπόθεση και ενεργούν συνειδητά προς όφελός της. Από την άποψη της ιστορικής προσέγγισης, η μελέτη της φιλανθρωπίας στις μεσαιωνικές κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης δεν αποτελεί παρά συστατικό στοιχείο που διευκολύνει τις ανθρωπολογικού τύπου γενικεύσεις στη μεσαιωνική κοινωνική ιστορία και αποδίδει στην καθαρή οικονομική ιστορία τη θέση που της αναλογεί δίπλα στην πολιτισμική ιστορία και στη μελέτη των νοοτροπιών της περιόδου από τον 11ο έως τον 13ο ακόμη και τον 14ο αιώνα.

Όσοι απαρτίζουν, λόγου χάρη, τους νέους αστικούς πληθυσμούς που εμφανίζονται στο προσκήνιο της ευρωπαϊκής ιστορίας ελπίζουν, αλλά η ελπίδα τους είναι ακόμη ισχνή, μόλις θρεμμένη από την ηρωική έξοδο από την ύπαιθρο χωρίς ακόμη γνώση, μόνον με δεξιότητα χειροτεχνική και υπομονή. Η κοινωνική κινητικότητα στη Δυτική Ευρώπη σε αντίθεση με το Βυζάντιο είναι μικρή. Οι πλούσιοι στις πόλεις είναι πολύ λίγοι, στη Ντουαί οκτώ, στην Αρράς ένδεκα και επτά μόνον οικογένειες στις Βρυξέλλες τον 13ο αιώνα, και τα μέλη τους από τότε έως σήμερα γεμίζουν μόλις δύο τόμους ενός εραλδικού συγγράμματος.

Η φιλανθρωπία, βέβαια, δεν είναι μόνον των πλουσίων· σαν κλωστή διατρέχει ολόκληρη την κοινωνία και αποκτά χαρακτηριστικά αλληλεγγύης ανάμεσα στα μέλη της ίδιας κοινωνικής ομάδας, για παράδειγμα της συντεχνίας· ή αλληλεγγύης αδιαφοροποίητης που σφραγίζεται από τη χριστιανική παράδοση και ενισχύεται από την ακμαία θωμιστική θεολογία της εποχής. Υπάρχει πάντοτε, όμως, μια σειρά για την πρακτική και συγκεκριμένη έκφραση της αλληλεγγύης και της φιλανθρωπικής δραστηριότητας: πρώτα προς τους έκπτωτους δικούς μας, τις χήρες, τα ορφανά, τους ξεπεσμένους· ιδίως στους αρρώστους· μετά στους άλλους, αλλά όχι όλους, παρά μόνον στους δικούς μας, δηλαδή στους συμπολίτες μας. Και πάλι οι όροι της περίθαλψης είναι η καλύτερη ένδειξη για το πού ανήκει ο άρρωστος. Μπορεί να αναλάβει τα έξοδα της φροντίδας του; Μπορεί να μεταβιβάσει την περιουσία του στο νοσοκομείο που τον στεγάζει; Μπορεί να διαθέτει πρόσωπα που τον υπηρετούν αυτές τις δύσκολες ώρες; Μπορεί να μετακινηθεί από τον τόπο του σε άλλον κοντινό ή απομακρυσμένο;

Η ελεημοσύνη προς τους φτωχούς, χειρόγραφο του 1330-1340,  Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη.

Τέτοιου τύπου ερωτήσεις υποδεικνύουν έναν πρώιμο ορθολογικό τρόπο διαχείρισης, ο οποίος θα συντελέσει αργότερα στη μετάβαση της Ευρώπης σε κοινωνικές δομές κεφαλαιοκρατικού τύπου. Η Ευρώπη ξυπνάει και το ξύπνημα αυτό συνδέεται στο οικονομικό πεδίο με την αναβίωση της εμπορικής και βιοτεχνικής της δραστηριότητας και την ανάπτυξη των πόλεων· στο πολιτικό πεδίο με την εξέλιξη και ανάπτυξη των θεσμών της διοίκησης και της άσκησης της εξουσίας, που θα προκύψει μέσα από την αντιπαράθεση και σύγκρουση των φορέων που τη διεκδικούν και οι οποίοι προκύπτουν από τις αλλαγές στο οικονομικό επίπεδο· στο διανοητικό και πολιτισμικό πεδίο με την αλλαγή στις νοοτροπίες που συνόδευαν τον μεσαιωνικό άνθρωπο μέχρι εκείνη την εποχή και οι οποίες συνδέονταν με τη θέση που κατείχε στη σκέψη του και τη συγκρότηση των αντιλήψεών του η Εκκλησία, θέση που σταδιακά αλλάζει, παρασυρόμενη από τις τεράστιες αλλαγές στο οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.

Τα ευαγή ιδρύματα παρουσιάζουν ανάγλυφη την πορεία αυτή της Ευρώπης. Αντλώντας την καταγωγή τους από τη χριστιανική αντίληψη για την άσκηση της φιλανθρωπίας – η οποία βέβαια με τη σειρά της στηρίζεται στις αντιλήψεις της Αρχαιότητας για τη φιλαλληλία, το Πρόσωπο και τον Άλλο, όπως διαμορφώθηκε μέσα στις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και ιδίως κατά την Ελληνιστική εποχή – θα αποτελέσουν αρχικά το κύριο μέσο για την επικράτηση του χριστιανισμού και στη συνέχεια το πεδίο άσκησης της πεμπτουσίας του, που είναι η αγάπη προς τον πλησίον, με αποτέλεσμα την πλήρη υπαγωγή των ιδρυμάτων πρόνοιας στη δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών φορέων. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζει την πρώτη μεσαιωνική εποχή και αντιστοιχεί σε ένα επίπεδο επικράτησης των χαρακτηριστικών της αγροτικής και φεουδαρχικής οικονομίας.

Στη συνέχεια, όμως, καθώς οι άνθρωποι στρέφονται σε οικονομικές δραστηριότητες που συνδέονται με την ανάπτυξη των πόλεων και την απομάκρυνσή τους από την ύπαιθρο – η οποία, ωστόσο, συνεχίζει να παίζει έναν σημαντικό ρόλο στην οικονομική δραστηριότητα – η παλαιά διοικητική οργάνωση της Εκκλησίας σε ευρύτερα ή στενότερα σχήματα, τις ενορίες, αρχίζει να μην είναι επαρκής για δύο λόγους: α) επειδή αλλάζει ο δημογραφικός χάρτης της Ευρώπης, με αποτέλεσμα άλλες περιοχές να ερημώνονται και να ελαχιστοποιείται το ποίμνιό τους, ενώ άλλες να αποκτούν έναν πολλαπλάσιο πληθυσμό από εκείνον που είχαν αρχικά και β) επειδή η εγκατάσταση των ανθρώπων στις πόλεις μετακινεί συγχρόνως προς τα εκεί και σε βάρος της Εκκλησίας την ικανοποίηση της ανάγκης τους για ανακούφιση από τα πάθη και για συνδρομή στη φτώχεια και την αδυναμία τους. Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή έπαιξε βέβαια η κατάσταση της ίδιας της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία από τα μέσα του 11ου αιώνα επιδίωξε να αναδειχθεί σε κυρίαρχο πολιτικό παράγοντα.

Η φροντίδα των αδύναμων μελών της κοινωνίας αρχίζει να μετατίθεται σταδιακά στη δικαιοδοσία των πόλεων, οι οποίες αντιλαμβάνονται το έργο αυτό με διαφορετικό τρόπο. Ο αδύναμος, ο φτωχός, ο επαίτης, ο ασθενής δεν αποτελούν απλώς την εικόνα του «πάσχοντος Χριστού», προς τον οποίον η χριστιανική ηθική επέβαλλε τη συμπάθεια και παραμυθία, αλλά ένα μέλος του κοινωνικού συνόλου, το οποίο, αν δεν θεραπευθεί, είναι πιθανόν να μολύνει και τα υπόλοιπα, αν δεν βοηθηθεί στη φτώχεια του, είναι πιθανόν να στραφεί εναντίον των υπολοίπων, αν δεν τον συνδράμουν στην ανάγκη του, δεν μπορεί να είναι εν τέλει παραγωγικό.

Φραγκισκανοί μοναχοί περιθάλπτουν θύματα λέπρας. Aπόσπασμα από το χειρόγραφο La Franceschina (π. 1474).

Στο τελευταίο αυτό σημείο επικεντρώνεται, κατά τη γνώμη μου, η διαφορά του νοήματος της φιλανθρωπίας που διακρίνει τις δύο αυτές εποχές, καθώς η φιλανθρωπία της δεύτερης περιόδου, η οποία συνδέεται με την ανάπτυξη των πόλεων, χωρίς να έχει απωλέσει τα χριστιανικά της χαρακτηριστικά, γίνεται στην ουσία μία φιλανθρωπία των παραγωγικών ομάδων της πόλης, οι οποίες ενδιαφέρονται για την εξασφάλιση των μελών τους, και για τον λόγο αυτόν αφενός ιδρύουν νέα φιλανθρωπικά καταστήματα και αφετέρου αναλαμβάνουν να διαχειριστούν με διαφορετικό τρόπο τα ήδη υπάρχοντα.

Το αρχικό, λοιπόν, ζήτημα που τίθεται είναι η ίδια η έννοια της φιλανθρωπίας. Ο Μεσαίωνας αποτελεί μία εποχή, κατά τη διάρκεια της οποίας έχει ιδιαίτερη βαρύτητα η παρουσία της Εκκλησίας. Οι πρώτες αναγνώσεις τόσο των πηγών όσο και των έργων που έχουν γραφεί για τον Μεσαίωνα μπορούν εύκολα να προσανατολίσουν τον ερευνητή προς τη διαμόρφωση μιας εκκλησιοκεντρικής αντίληψης για την εποχή. Έτσι, είναι εύκολο να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι η φιλανθρωπία αποτέλεσε μία αποκλειστικά εκκλησιαστική μέριμνα. Μια πιο προσεκτική ανάγνωση, εμπλουτισμένη και με ανθρωπολογικά στοιχεία, θα μπορούσε να προχωρήσει ένα επιπλέον βήμα και να αντιμετωπίσει τη φιλανθρωπία ως προϊόν θρησκευτικής μέριμνας, θεωρώντας τη θρησκεία ως μία πιο εξειδικευμένη έκφραση του κοινωνικού αισθήματος των ανθρώπων, όπως και είναι. Με τον τρόπο αυτόν, οδηγούμαστε αναπόφευκτα και στη διερεύνηση των κοινωνικών απολήξεων της έννοιας της θρησκευτικότητας, επομένως όχι αποκλειστικά συνδεδεμένης με την Εκκλησία ως θεσμό.

 

Τραυματίας μεταφέρεται από μοναχούς  (π. 1480), Παρίσι, Εθνική Βιβλιοθήκη.

Στη συνέχεια, ωστόσο, τοποθετώντας αυτή τη νέα παράμετρο, την παράμετρο της κοινωνικότητας, το θέμα της φιλανθρωπίας οδηγεί σε μία άλλου είδους ανάγνωση των πηγών, όπου το ζητούμενο είναι πλέον η διακρίβωση του σημείου εκείνου, στο οποίο ο κοινωνικός χαρακτήρας της φιλανθρωπίας υπερβαίνει το εκκλησιαστικό θεσμικό πλαίσιο και αποκτά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, γεγονός που προϋποθέτει μία ανάγνωση περισσότερο λεπτομερή ως προς τις αποχρώσεις του νοήματος που βρίσκονται στα κείμενα των πηγών, όπου πολύ συχνά ο συγγραφέας είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα τοποθετούσε τις πληροφορίες που μας έδινε μέσα στο κοινά αποδεκτό κοινωνικό πλαίσιο. Στις περιπτώσεις, λοιπόν, αυτές έπρεπε να γνωρίζει κανείς το ευρύτερο, αλλά συγχρόνως και το ιδιαίτερο ιστορικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο εντάσσονται και αναπτύσσονται αυτές οι απόψεις. Έτσι, αναπόφευκτα και σχεδόν αναγκαστικά, τίθεται το ζήτημα της ανάπτυξης των πόλεων στη μεσαιωνική Ευρώπη. Στο σημείο αυτό διαμορφώνεται μία νέα οπτική προσέγγισης της έννοιας της φιλανθρωπίας, όχι απλώς για να τοποθετηθεί ένα όριο τομής ανάμεσα σε μια προγενέστερη εποχή, κατά την οποία η φιλανθρωπία αποτελούσε αποκλειστικά έργο της Εκκλησίας, αλλά και σε μια μεταγενέστερη, κατά την οποία το έργο αυτό ανατέθηκε στους εξουσιαστικούς φορείς των πόλεων. Τέτοιες τομές στην ιστορία, το ξέρουμε, δεν αποτελούν παρά συμβάσεις. Το ουσιαστικό ζήτημα ήταν η εκ νέου διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης της φιλανθρωπίας, η οποία συμβαδίζει με τη διαμόρφωση μιας νέας αντίληψης την οποία απέκτησαν, όταν άρχισαν να συνειδητοποιούν το δικαίωμα να σκέφτονται και να ενεργούν ελεύθερα και προσωπικά.

Η Νικολέττα Γιαντσή είναι Aναπληρώτρια Καθηγήτρια Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Τμήμα  Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

     ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] J. Brown, «Σκέψεις πάνω στις εθνικές εισηγήσεις για τη φτώχεια», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 236˙ πρβλ. Ν. Πατινιώτης, «Η φτώχεια ως πρόβλημα: Ιστορική διάσταση, αναλυτικές προσεγγίσεις», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 66 (1987), σ. 211.

[2] H. Bartoli, «Η φτώχεια και η γέννησή της», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 219 κ.ε.

[3] R. Draperie, «Η φτώχεια στην Ευρώπη», Επιθεώρηση Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 4/2-3 (1983), σ. 207 κ.ε.

[4] Αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την εποχή που ο Μ. Μως ή ο Κλ. Λεβί Στρως πραγματοποιούσαν τις ανθρωπολογικές ή κοινωνιολογικές τους αναλύσεις σχετικά με την έννοια της προσφοράς, ωστόσο, από τον διάλογό τους μπορούμε να κρατήσουμε το συμπέρασμα, που αποτελεί και τον κλασικό ορισμό της φιλανθρωπίας, πως ο όρος αυτός περιγράφει την «εκούσια μεταβίβαση κάποιου πράγματος που μας ανήκει σε κάποιον που θεωρούμε ότι δεν μπορεί να μην το δεχθεί». Βλ. M. Godellier, Το αίνιγμα του δώρου, μτφρ. Αλίκη Αγγελίδου, Αθήνα 2003, σ. 31.

[5] Σημειώνω εδώ τη διαδεδομένη ανάμεσα στους ανθρωπολόγους άποψη για τον ιδιαίτερο ρόλο που διαδραματίζει στις συλλογικές συμπεριφορές του γύρω από τη Μεσόγειο κόσμου το αίσθημα της ντροπής. Βλ. σχετικά το άρθρο του J. Pitt-Rivers, «Honour and Social Status» και του J. Caro Barola, «Honour and Shame: a Historical Account of Several Conflicts» δημοσιευμένα και τα δύο στο Honour and Shame. The Values of Mediterranean Society, εκδ. J.C. Peristiany, Λονδίνο 1965, σ. 19-77 και 79-137 αντίστοιχα. Η σύναψη ένδεια – ντροπή εμφανίζεται επίσης στο E. LeRoy Ladurie, Montaillou, village occitan de 1294 à 1321, Παρίσι 1975, σ. 547.

[6] Sen Am., Poverty and Famines. An Essay on Entitlement and Deprivation, Νέα Υόρκη 1981, σ. 9 κ.ε.

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης: Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Αθανάσιος Ε. Καραθανάσης

Το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας

Οι μάχες του Σαγγαρίου (Αύγ. 1921) δεν έφεραν την προσδοκώμενη νίκη και η Ελληνική Στρατιά αποχώρησε δυτικά του Σαγγαρίου, με το Βόρειο Συγκρότημα, με έδρα το Εσκί Σεχήρ, και το Νότιο με έδρα το Αφιόν Καραχισάρ. Συνολικό ανάπτυγμα 700 χιλιόμ. από τον κόλπο της Κίου ως την κοιλάδα του Μαιάνδρου. Οι άνδρες της Στρατιάς επί ένα έτος Αύγ. 1921 – Αύγ. 1922 παρέμειναν σε απραξία, ενώ, από την άλλη, ο Κεμάλ οργάνωνε μεθοδικά τον στρατό του, έχοντας και την σιωπηρή ή φανερή στήριξη Γάλλων, Ιταλών, Σοβιετικών. Οι ελληνικές κυβερνήσεις της περιόδου αυτής αδυνατούσαν να βρουν διπλωματικά και οικονομικά στηρίγματα στην Ευρώπη μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920. Επιπλέον, η Στρατιά παραμέλησε την αμυντική οργάνωση, τις επικοινωνίες, τις οδεύσεις και δεν είχε αντιληφθεί ότι είχε απωλέσει το 50% της μάχιμης δύναμής της, καθόσον εκατοντάδες οπλιτών και έμπειρων αξιωματικών είχαν σκοτωθεί στις μάχες του Σαγγαρίου. Και ακόμη ότι η Στρατιά είχε διαβρωθεί από τον κομματισμό και την κομμουνιστική προπαγάνδα στο μέτωπο.

Στις 5 το πρωί της 13ης Αυγούστου 1922 άρχισε η τουρκική επίθεση που πρώτη δέχθηκε η Ι Μεραρχία Φράγκου στο μέτωπο του Αφιόν Καραχισάρ και η γειτονική της IV του Δημαρά. Ο ελληνικός στρατός πρώτη φορά αντιμετώπιζε τέτοιας έκτασης βομβαρδισμό και νωρίς τα τμήματα των Μεραρχιών αυτών άρχισαν να υποχωρούν σχεδόν διαλυμένα. Οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τις στρατηγικές θέσεις Τιλκί Κιρί Μπελ και Καγιαντιμπί. Οι υποχωρήσαντες Μέραρχοι της Ι Φράγκου και VII Κουρουσόπουλου αποφάσισαν την ενίσχυση του αγώνα στο Χασάν Μπελ και την κάλυψη του κενού Τσάι Χισάρ, από το οποίο εισέδυε το τουρκικό ιππικό και κτυπούσε από τα νώτα τις ελληνικές δυνάμεις. Το βράδυ της 13 Αυγούστου βρήκε τις Ι και VII Μεραρχίες με σοβαρές απώλειες και τους άνδρες καταπονημένους από το συνεχές εχθρικό σφυροκόπημα και τον αφόρητο καύσωνα. Στην καίρια στρατηγική θέση Τουμπλού Μπουνάρ οι Τούρκοι ιππείς είχαν διασκορπίσει τα φυλάκια του σιδηροδρομικού σταθμού και διακόψει την τηλεγραφική επικοινωνία. Το παράδοξο είναι ότι η Ελληνική Στρατιά στην Σμύρνη πληροφορήθηκε την έναρξη της τουρκικής επίθεσης τρεις ώρες αργότερα.

Στις 14 Αυγούστου η Ι Μεραρχία βρισκόταν σε δύσκολη θέση και περί το μεσημέρι οι I, IV, VII, XII Μεραρχίες άρχισαν να συμπτύσσονται δυτικά στην γραμμή Αϊβαλί – Μπαλ Μαχμούτ – Κιοπρουλού. Ήδη οι ελληνικές δυνάμεις και ο χριστιανικός πληθυσμός εγκατέλειπαν το Αφιόν Καραχισάρ. Ο ασύρματος, που αντί να μεταφερθεί στο Γκιόλ Χαμάμ, όπου το στρατηγείο του Α΄Σ.Σ., μεταφέρθηκε στο Εσκί Σεχήρ δημιούργησε, με την έλλειψή του, τραγικά προβλήματα επικοινωνίας.  Από τότε δεν υφίστατο επικοινωνία μεταξύ των ελληνικών δυνάμεων.

Η εχθρική πίεση εξακολουθούσε όλη την μέρα στις Ι και IV Μεραρχίες στο Μπαλ Μαχμούτ. Εκείνες τις ώρες παρατηρούνταν συνεχής διαρροή οπλιτών στις γύρω πλαγιές. Οι II, V και XII Μεραρχίες δεν είχαν υποστεί ως το βράδυ της 14 Αυγούστου σοβαρή πίεση. –Είχαν περάσει 36 ώρες από το πρωί της 13 Αυγούστου. Μεσάνυχτα της 14  Αυγούστου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει στην περιοχή του Αφιόν – Ακάρ Νταγ.

Η Ι Μεραρχία την 15 Αυγούστου βρισκόταν σε πλήρη αταξία στο Μπασκιμσέ, 10 χιλιόμετρα ΒΔ του Αφιόν και 20 περίπου από το Τουμπλού Μπουνάρ. Η IV υποχωρούσε άτακτα και ακάλυπτη. Ο Πλαστήρας ήταν στο Μπαλ Μαχμούτ. Η IX Μεραρχία στις 5 το πρωί κατευθύνθηκε προς Ουλουτζάκ, περί τα 40 χιλιόμετρα Β. του Αφιόν και στις 7.15 δέχθηκε επίθεση από την 2η Μεραρχία του Τουρκικού Ιππικού. Η IV Μεραρχία στις 4-5 το πρωί κατευθύνθηκε προς το Ουλουτζάκ δεχόμενη σφοδρές εχθρικές επιθέσεις που προκάλεσαν φυγή οπλιτών προς βορράν. Δεν είχε καλυφθεί από το απόσπασμα Πλαστήρα που δεν φρόντισε να βρίσκεται στα υψώματα Κιοπρουλού, και από το απόσπασμα Λούφα που είχε αποχωρήσει από τα υψώματα βόρεια του Μπαλ Μαχμούτ.

Στις 2 το μεσημέρι, στο μοιραίο Ουλουτζάκ είχαν φθάσει οι Διοικητές του Α΄Σ.Σ. Ν. Τρικούπης και Β΄Σ.Σ. Κίμων Διγενής, όπου πληροφηρήθηκαν ότι οι IV και VII Μεραρχίες συμπτύσσονταν προς Τουμπλού Μπουνάρ. Ο Διοικητής της IX Μεραρχίας Π. Γαρδίκας που έφθασε και αυτός εκεί, τους πρότεινε να κινηθούν προς Τουμπλού Μπουνάρ, προκειμένου με άλλες Μεραρχίες να αποκτήσουν αμυντικές θέσεις. Οι δύο σωματάρχες απέρριψαν την πρόταση Γαρδίκα αποφασίζοντας να παραμείνουν στο Ουλουτζάκ. Το λάθος τους ήταν μοιραίο και οδήγησε στην αιχμαλωσία τους.

Ήδη είχε συγκροτηθεί το Νότιο Συγκρότημα δηλ. η Ομάδα Φράγκου με την I, II, IV (5 τάγματα), VI, του Καλλιδόπουλου με την XII, το απόσπασμα Πλαστήρα, την Μεραρχία Ιππικού και μονάδος Πυροβολικού. Το Βόρειο Συγκρότημα του Τρικούπη αποτελούνταν από την IV, V, τμήματα της IX, τμήματα της XII και της IX.

Η Μεραρχία Φράγκου, η VII του Κουρουσόπουλου και το απόσπασμα Πλαστήρα έφθασαν στο Τουμπλού Μπουνάρ το βράδυ της 15 Αυγούστου. Στο Ουλουτζάκ το βράδυ της 15 Αυγούστου οι Τρικούπης και Διγενής ήσαν απομονωμένοι χωρίς σύνδεσμο με I και II Μεραρχία, αγνοούσαν την τύχη του μεγαλύτερου μέρους της IV του Δημαρά. Στο Ουλουτζάκ είχαν φθάσει η ΙΧ του Γαρδίκα, υπολείμματα της V και την επομένη η ΧΙΙΙ του Μιλτιάδη Καϊμπαλή. Δυστυχώς, ο Τρικούπης δίσταζε να κινηθεί προς το Τουμπλού Μπουνάρ, ενώ θα μπορούσε να το κάμει από τις 4.30 το απόγευμα. Αργότερα, σε έκθεσή του δικαιολογήθηκε ότι δεν είχε οδηγούς, καθώς οι χωρικοί είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους, έκρινε ως πολύ δύσκολη την μετακίνηση πυροβόλων την νύκτα, των νοσοκομειακών κ.λπ.

Στις 16 Αυγούστου η ΙΧ του Γαρδίκα έδωσε σκληρή μάχη με τουρκικό ιππικό στο Χαμούρκιοϊ και η ΧΙΙ του Καλλιδόπουλου στο Ιλμπουλούκ, που επέτρεψε στην V του Ρόκα να διαρρεύσει δυτικά και να αποφύγει την αιχμαλωσία. Στο Ουλουτζάκ φθάνοντας ο Διοικητής της ΧΙΙΙ Καϊμπαλής παρέδωσε στον Τρικούπη ερματισμένο φάκελο ελληνικού αεροπλάνου, όπου αναφερόταν ότι τουρκικές δυνάμεις κατευθύνονταν προς εκεί. Τούτο σήμαινε ότι το συγκρότημα Τρικούπη, γνωστό ως Βόρειο, ήταν περικυκλωμένο. Την 16 Αυγούστου οι IX, V, XII, XIII έδιναν συνεχείς αγώνες στο Κιουτσούκιοϊ, με ελάχιστα πυρομαχικά. Πολύ αργά πια, ο Τρικούπης διέταξε την πορεία των XII, V, XIII, IV προς Τουμπλού Μπουνάρ. Στις 4 το απόγευμα στο Ουλουτζάκ οι στρατηγοί Τρικούπης, Διγενής και ο συνταγματάρχης Καλλιδόπουλος είχαν συνειδητοποιήσει την περικύκλωσή τους. Η κατάσταση ήταν πέρα για πέρα τραγική από τον συνεχή βομβαρδισμό, την αταξία, τον συνωστισμό των Μεραρχιών σε περιορισμένο χώρο. Με το τελευταίο φως της 16ης Αυγούστου ο Τρικούπης και οι λοιποί ανώτατοι αξιωματικοί αποφάσισαν να κινηθούν προς Τουμπλού Μπουνάρ μέσω Σάλκιοϊ, εγκαταλείποντας τα βαρέα πυροβόλα και καταστρέφοντας τον ασύρματο του Β΄Σ.Σ. που ήταν το μοναδικό μεσό επικοινωνίας. Στις 11 το βράδυ της 16 Αυγούστου η ομάδα Τρικούπη άρχισε να κινείται άτακτα και κατά το δοκούν, με τα τμήματά της χωρίς οργανικό δεσμό, πειθαρχία, καταπονημένα από την πείνα, την αγρυπνία, τις συνεχείς μάχες. Λίγο πριν από την αυγή της 17 Αυγούστου το Συγκρότημα Τρικούπη έφθασε στο Σάλκιοϊ σε άθλια κατάσταση, με κάποια εξαίρεση την ΧΙΙΙ Μεραρχία Καλλιδόπουλου. Για μιαν ακόμη φορά ο Τρικούπης απέρριψε πρόταση συνέχισης της πορείας προς Τουμπλού Μπουνάρ και μόνον προς το μεσημέρι αποφάσισε να κινηθεί προς το Ουσάκ δια μέσου της κοιλάδας Ουσάκ. Ήταν, όμως, αργά. Όλη την 17 Αυγούστου κατέφθασαν στο Σάλκιοϊ 10-15.000 στρατιώτες διαφόρων διαλυμένων μονάδων. Δεν υπήρχαν πυρομαχικά, τρόφιμα, νερό και φυσικά επικοινωνία. Το κακό επέτεινε η διαρροή οπλιτών σε χαράδρες του Σάλκιοϊ και η φυγή προς το χωριό Αλή Βεράν.

Την ίδια μέρα στην μάχη του Αλή Βεράν ο Τρικούπης είχε παρατακτή δύναμη 7.000 πεζούς, 180 ιππείς, 116 πυροβόλα. Προς το μεσημέρι της 17 Αυγούστου η Ομάδα Τρικούπη κινήθηκε προς Τουμπλού Μπουνάρ, Μπανάζ, Ουσάκ, σε δρόμους στενούς και δύσβατους πάνω στο βουνό Μουράτ Νταγ. Καθ’ οδόν έφθασε στον Τρικούπη ο απεσταλμένος του Ν. Πλαστήρα ανθυπολοχαγός Καραμάνος και του πρότεινε να τους οδηγήσει στο Χασάν Ντεπέ που κατείχε ο ίδιος με το 5/42 Σύνταγμά του. Στις 4 το απόγευμα ο Τρικούπης αποφάσισε να κινηθεί προς Μπανάζ διά μέσου της οδού Σάλκιοϊ-Αλή Βεράν, που λίγο πριν είχε απορρίψει. Ήταν αργά, γιατί είχαν χαθεί πολύτιμες ώρες. Η μάχη του Αλή Βεράν, που από τουρκικής πλευράς διηύθυνε ο ίδιος ο Κεμάλ με έξη Μεραρχίες Πεζικού και μιας Ιππικού απέναντι σε μικρή δύναμη 7.000 Ελλήνων μαχητών που έδειξαν πρωτοφανή ανδρεία. Επρόκειτο για μια μάχη που αδυνατεί να συλλάβει ανθρώπινος νους. Ο Χρ. Σπανομανώλης, Σμυρναίος την καταγωγή, που έλαβε μέρος σ’ αυτήν, στο βιβλίο του Αιχμάλωτος των Τούρκων έδωσε συγκλονιστική περιγραφή της.

Το βράδυ της 17 Αυγούστου, μετά την μεγάλη καταστροφή, η Ομάδα Τρικούπη, έχοντας αφήσει στο πεδίο της μάχης όλους τους τραυματίες, υλικά, 250 υγειονομικά και μεταγωγικά αυτοκίνητα, πυροβόλα, συνέχισε την πορεία της προς το Ουσάκ. Στο Συγκρότημά του περιλαμβάνονταν η IV Μεραρχία Δημαρά, η ΧΙΙ Καλλιδόπουλου, η ΧΙΙΙ του Καϊμπαλή, ενώ η ΙΧ του Γαρδίκα ακολούθησε διαφορετικό ημερολόγιο και βοηθούμενη από την V του Ρόκα απέφυγε την αιχμαλωσία. Κάθε Μεραρχία ακολούθησε δική της πορεία. Η φάλαγγα των στρατηγών Δημαρά – Καλλιδόπουλου που κινήθηκε όλη την νύκτα της 17ης Αυγούστου στο Μουράτ Νταγ, απώλεσε τον προσανατολισμό της. Την επομένη 18 και πάλι κινούνταν άσκοπα ώσπου στις 8 το βράδυ της 19 Αυγούστου παραδόθηκε στους Τούρκους. Οι αιχμάλωτοι ανέρχονταν σε 84 αξιωματικούς και 1.600 οπλίτες. Σημειωτέον, πάντως, ότι ο επιτελάρχης της IV Μεραρχίας ταγματάρχης Γ. Τσολάκογλου, ο κατοπινός κατοχικός Πρωθυπουργός, διαφώνησε  με το δρομολόγιο της Μεραρχίας και μαζί με αξιωματικούς και οπλίτες που τον ακολούθησαν, εφθασαν στο Ουσάκ την 19 Αυγούστου και ενώθηκαν με την Ομάδα Φράγκου.

Η Ομάδα Τρικούπη κινούνταν δυτικά, αναζητώντας μάταια οδηγούς για να φθάσει στο Ουσάκ δια μέσου Μπανάζ. Πρόθεσή του ήταν να παρακάμψει το Ουσάκ, που, ομως,  ήδη είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Η εξάντληση, η πείνα, η απογοήτευση, κυριαρχούσαν στην φάλαγγα του Τρικούπη. Έτσι, το απόγευμα της 20ης Αυγούστου στις 5 μ.μ. παραδόθηκε λίγα χιλιόμετρα βόρεια του Ουσάκ. Το τέλος της Ομάδας: αιχμάλωτοι οι στρατηγοί Ν. Τρικούπης Διοικητής του Α΄Σ.Σ., Κίμων Διγενής Διοικητής του Β΄Σ.Σ., ο Διοικητής της ΧΙΙΙ Μιλτιάδης Καϊμπαλής μαζί και 190 αξιωματικοί και 4.400 οπλίτες. Για πρώτη φορά Έλληνας αρχιστράτηγος αιχμαλωτίζεται από τον εχθρό. Ο Τρικούπης είχε ανακηρυχθεί στον βαθμό αυτό από την ελληνική κυβέρνηση σε αντικατάσταση του Χατζηανέστη. Το πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον Κεμάλ, που υπηρεσίες του είχαν αποκρυπτογραφήσει τα σήματα της ελληνικής κυβέρνησης.

Οι Δημαράς (διοικητής της IVης Μεραρχίας), Τρικούπης (διοικητής Α’ ΣΣ) και Διγενής (διοικητής Β’ ΣΣ) σε τουρκικό στρατόπεδο αιχμαλώτων.

Η Ομάδα Φράγκου υποχώρησε και βρέθηκε το μεσημέρι της 15 Αυγούστου στο Μπασκιμσέ, όπου ανέμενε την V Μεραρχία, το απόσπασμα Λούφα και το 5/42 του Πλαστήρα. Στις 4 το απόγευμα ξεκίνησε για το Τουμπλού Μπουνάρ, όπου έφθασε το πρωί της 16 Αυγούστου, μαζί και η VΙΙ του Κουρουσόπουλου. Την νύκτα στάθμευσε μεταξύ σιδηροδρομικού σταθμού Τουμπλού Μπουνάρ  και Οτουράκ Τσιφλίκ. Απέναντι τουρκικές δυνάμεις, που μπορούσε να αντιμετωπίσει, αλλά την τελευταία στιγμή ματαίωσε την επίθεσή του και έτσι άφηνε ακάλυπτη την Ομάδα Τρικούπη, που οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία, σε συνδυασμό με την επιμονή του να παραμένει στο Ολουτζάκ. Η αποχώρηση του 1/38 του Ιω. Ζήρα από το Καραγκιοζελί και του 4ου Σ.Π. επεδείνωσαν την θέση του Τρικούπη. Κατόπιν τούτων, ο Φράγκου υποχώρησε προς το Τσορούμ Νταγ, καθ’ ον χρόνον ο Πλαστήρας κατείχε το Χασάν Τεπέ. Ο Φράγκου, στο μεταξύ, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τουρκική επίθεση στο Τσορούμ Νταγ που δέσποζε στην κοιλάδα του Μπανάζ και αυτό έσβηνε κάθε ελπίδα επαφής με την Ομάδα Τρικούπη. Σημειωτέον ότι Εύζωνοι του Φράγκου στην κρίσιμη στιγμή δεν κινήθηκαν να ανακαταλάβουν το Τσορούμ, που ανακατέλαβαν, για λίγο, η IV και VII Μεραρχία. Η Ομάδα Φράγκου αναγκάσθηκε να συμπτυχθεί δυτικότερα με σκοπό την κατάληψη του Ουσάκ. Είχε συμπτυχθεί στην γραμμή Κιζίλ Νταγ – Ελμά Νταγ – Καπακλάρ, ποταμός Μπανάζ Τσάι (18 – 19 Αυγ.). Η Ι Μεραρχία του Φράγκου, όμως, βρισκόταν σχεδόν σε πλήρη διάλυση, μολονότι διατασσόταν από την Στρατιά να συντρίψει τον εχθρό(!). Ήδη είχε απωλεσθεί η γραμμή Καπακλάρ, που ανακατέλαβε ο Πλαστήρας, που τέθηκε επικεφαλής του παραπαίοντος 4ου Σ.Π. Το μεσημέρι της 19 Αυγούστου οι Τούρκοι εισήλθαν στο Ουσάκ, όπου βρήκαν στις αποθήκες του ελληνικού στρατού άφθονο πολεμικό υλικό. Δυστυχώς, η ΙΙ Μεραρχία δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις θέσεις της. Η εγκατάλειψη του Ουσάκ σήμαινε πια την βέβαιη αιχμαλωσία της Ομάδας Τρικούπη. Από το βράδυ της 19 ως τις 21  Αυγούστου η Ομάδα Φράγκου κατευθυνόταν προς Κούλα – Φιλαδέλφεια, με διαταγή να φράξει την διάβαση Κούλων, ώσπου να περάσουν οι φάλαγγες. Οι Τούρκοι σκόπευαν να καταλάβουν το Σαλιχλί, γι’ αυτό και η Στρατιά διέταξε το πρωί της 22 Αυγούστου την ΧΙΙΙ Μεραρχία –τα υπολείμματά της δηλαδή- να κινηθεί προς Σαλιχλί, όπου θα συναντούσε την Μεραρχία Ιππικού. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία φθάνοντας στο Σαλιχλί επέβαλε την τάξη στην σύγχυση που επικρατούσε στον σιδηροδρομικό σταθμό και φρόντισε την επομένη για την επιβίβαση προσφύγων σε έξη συρμούς, στους οποίους επιβιβάσθηκε και η ίδια. Το απόσπασμα Λούφα στις 22 Αυγούστου νοτιοδυτικά των Κούλων δέχθηκε επιθέσεις του Τουρκικού Ιππικού, που κατέληξαν σε πεζομαχία. Στην συνέχεια κινήθηκε προς Φιλαδέλφεια. Την 22 Αυγούστου η Στρατιά διέταξε την ΙΙ Μεραρχία Γονατά να κατευθυνθεί προς Τουρμπαλί και Οδεμίσι και να αναλάβει την στρατιωτική διοίκηση Οδεμισίου. Την ίδια μέρα διέτασσε την επιβίβαση στα ελλιμενισμένα πλοία όλου του προσωπικού και των κτηνών των μη μάχιμων σχηματισμών (υπηρεσίες, νοσηλευτικά κέντρα, στρατιωτικά καταστήματα κ.ά.). Στις 2.30 της 22 Αυγούστου διέταξε τον Φράγκου να συμπτυχθούν στον χώρο Μαγνησία – Κασαμπά.

Η μάχη του Σαλιχλί στις 23 Αυγούστου ήταν η τελευταία νικηφόρα του ελληνικού στρατού στην Μ. Ασία, όπου το απόσπασμα Πλαστήρα και η Μεραρχία Ιππικού απέκρουσαν δύο τουρκικές επιθέσεις το πρωί και το μεσημέρι της ίδιας μέρας. Την επομένη η Ομάδα Φράγκου κινήθηκε προς Αχμετλί με την Μεραρχία Ιππικού, η ΙΙ Μεραρχία προς Οδεμίσι και το 2ο Σ.Π. της Ι Μεραρχίας διατέθηκε στο Α΄Σ.Σ. που, μαζί με το απόσπασμα Λούφα, θα κάλυπταν τις ελληνικές δυνάμεις από τα βόρεια.

Η μάχη του Σαλιχλί (23 Αυγούστου 1922).

Την νύκτα της 23 Αυγούστου το Β΄Σ.Σ. στάθμευε με την V Μεραρχία στο Αχμετλί, η ΧΙΙ στον σιδηροδρομικό σταθμό Σάρδεων και η ΙΧ στον Κασαμπά.

Το πρωί της 25 Αυγούστου στον Κασαμπά βρισκόταν το Α΄Σ.Σ. και στην Μαγνησία το Β΄Σ.Σ. με φροντίδα του Φράγκου, κατά διαταγήν της Στρατιάς το βράδυ της 23 Αυγούστου. Πάντως, στις 24 Αυγούστου ο νέος Διοικητής της Στρατιάς Πολυμενάκος διέταξε την ΙΙ Μεραρχία να κινηθεί προς Τουρμπαλί για να καλύψει την Σμύρνη και την Χερσόνησο της Ερυθραίας. Άσχετα με τις διαταγές Πολυμενάκου το Συγκρότημα Φράγκου κινήθηκε προς τις διόδους του Νυμφαίου και της Σαπάντζας.

Στις 26 Αυγούστου το πρωί οι Μεραρχίες των Α΄ και Β΄ Σ.Σ. κινήθηκαν προς τις νέες θέσεις τους. Η VII Μεραρχία απέκρουσε τουρκική μεραρχία που επιχείρησε να αποκόψει την πορεία της προς την Σμύρνη, στην οποία έφθασε το πρωί της 27ης Αυγούστου και απ’ εκεί γρήγορα τράβηξε προς τον Τσεσμέ. Στις 11 το πρωί εισήλθαν στην ιωνική πρωτεύουσα 400 τσέτες. Η Μεραρχία Ιππικού έφθασε στην Μαινεμένη στις 6 το πρωί και το μεσημέρι βιαστικά έφυγε για το Μερσινλί, αφήνοντας ελεύθερη την οδό προς την Σμύρνη στην τουρκική 14η Μεραρχία Ιππικού, που κατέλαβε την στενωπό της Μαγνησίας το βράδυ της 26 Αυγούστου. Ο έγκυρος δημοσιογράφος Ροδής, αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων γράφει ότι την 25 Αυγούστου 1922 πέρασε από τη Σμύρνη με καλπασμό η Μεραρχία Ιππικού με τον μέραρχον Καλλίνσκην, άθικτος και πάνοπλος…με την σημαίαν διπλωμένην, με τους άνδρας σιωπηλούς μέχρι θανάτου…Ήτο η Μεραρχία του Ιππικού άθικτος και πάνοπλος…και κατευθύνεται όχι προς τον  πόλεμον και την θυσίαν, αλλά προς την παραλίαν του Τσεσμέ…άθικτος και πάνοπλος. Λίγες μέρες αργότερα, ο αιχμάλωτος στρατηγός Τρικούπης έλεγε σε Τούρκο συνάδελφό του ότι στην τραγική μάχη του Αλή Βεράν, η Μεραρχία Ιππικού έβοσκε χορταράκι στο Ουσάκ.

Έλληνες στρατιώτες στο Σαλιχλί το καλοκαίρι του 1922.

Η Ομάδα Φράγκου την νύκτα της 26 προς 27 Αυγούστου πέρασε έξω από την Σμύρνη, ενώ τα Α΄ και Β΄ Σ.Σ. έφθασαν στο Ναρλί Ντερέ και Άγιο Γεώργιο της Χερσονήσου της Ερυθραίας. Το Β΄Σ.Σ. πέρασε στις 8.30 το Γκιούλ Μπαξέ, το Α΄Σ.Σ. έφθασε στα Βουρλά στις 9 το πρωί, η Μεραρχία Ιππικού στην Σκάλα Βρυούλων στις 7μ.μ. της 28 Αυγούστου. Απόσταση Σμύρνη –Βουρλά 90 χιλιόμετρα. Ο στρατηγός Ανδρέας Πλατής είχε αναλάβει την άμυνα της Ερυθραίας, που υποστήριζαν το θωρηκτό Κιλκίς, το καταδρομικό Έλλη, τα αντιτορπιλλικά Νίκη και Σφενδόνα και το εύδρομο Νάξος. Το Β΄Σ.Σ. και το Α΄Σ.Σ.  έφθασαν στα Αλάτσατα το μεσημέρι της 29 Αυγούστου. Η απόσταση Βουρλών – Αλατσάτων περί τα 80 χιλιόμετρα.

Την αμυντική γραμμή ενίσχυαν οι I, II, VII Μεραρχίες. Η Μεραρχία Ιππικού κατευθύνθηκε από την Σκάλα Βρυούλων προς το λιμάνι του Τσεσμέ. Το Β΄Σ.Σ. την αυγή της 30 Αυγούστου έφθασε στην γραμμή Λίντζα – κόλπος Αγριελιάς και στις 2 το μεσημέρι της 31 Αυγούστου κινήθηκε προς τον Τσεσμέ. Ο κόλπος της Αγριελιάς βρίσκεται περί τα 10 χιλιόμετρα από τα Αλάτσατα και άλλα τόσα προς τον Τσεσμέ. Η ΧΙΙΙ Μεραρχία τα μεσάνυκτα της 31 Αυγούστου κινήθηκε προς Αλάτσατα και στις 2.30 μ.μ. της 1 Σεπτεμβρίου έφθασε δυτικά του Ζεϊντελί, ενώ το Α΄Σ.Σ. συμπτύχθηκε και εγκαταστάθηκε στα Αλάτσατα την 1 μ.μ. της 1 Σεπτεμβρίου. Το Β΄Σ.Σ. είχε ήδη φθάσει στον Τσεσμέ. Η απόσταση Αλατσάτων – Τσεσμέ είναι περί τα 20 χιλιόμετρα. Το Ζεϊτενλί είναι στο μέσο της αποστάσεως Βουρλών – Τσεσμέ.

Δύο τμήματα της στρατιωτικής διοικήσεως Οδεμισίου, το πρώτο του Τάγματος Ηλία Βαμβακόπουλου με 25 αξιωματικούς και 800 οπλίτες, από το Τζιμόβασι έφθασε στο Ντεμιρτζαλή και επιβιβάσθηκε στο εξοπλισμένο εμπορικό Νάξος στις 30 Αυγούστου. Το δεύτερο με 7 αξιωματικούς και 70 οπλίτες έφθασε στην Σκάλα Βρυούλων και επιβιβάσθηκε στο Κιλκίς στις 29 Αυγούστου. Ο γηραιός διοικητής στο Οδεμίσι Ζεγγίνης αντί να στραφεί προς Τσεσμέ, ξεκίνησε από το Οδεμίσι, έφθασε έξω από την Σμύρνη και παραδόθηκε στους Τούρκους!

Το πρωί της 3 Σεπτεμβρίου απέπλευσαν από τον Τσεσμέ τα τελευταία τμήματα του Νοτίου Συγκροτήματος, καλυπτόμενα από τον Διοικητή του 1ου Σ.Π. αντισυνταγματάρχη Π.Ζ. Οδυσσέα Μιαούλη. Το ίδιο πρωί έφθασε στον Τσεσμέ ο τουρκικός στρατός. Πέρα μακριά η Σμύρνη καιγόταν ακόμη!

Οι ελληνικές δυνάμεις που μεταφέρθηκαν στην Χίο και την Μυτιλήνη ανέρχονταν κατά Μεραρχίες ως εξής:

IV Μεραρχία: Αξιωματικοί 200, οπλίτες 3300, κτήνη 450

V Μεραρχία:  Αξιωματικοί 204, οπλίτες 3000, κτήνη 1212

VII Μεραρχία: Αξιωματικοί 240, οπλίτες 6500, κτήνη 2800, πυροβόλα 11

ΧΙΙ Μεραρχία: Αξιωματικοί 1500, οπλίτες 2200, κτήνη 1010, πυροβόλα 8

Δεν υπάρχουν στοιχεία για Ι, ΙΙ, ΙΧ, ΧΙΙΙ και Μεραρχία Ιππικού.

Ο εμπρησμός της Σμύρνης.

Η σύμπτυξη του Γ΄Σ.Σ.

Το Γ΄Σ.Σ. με διοικητή τον Γ. Σουμίλα, είχε την ευθύνη του Βορείου Συγκροτήματος της Στρατιάς, δηλ. από την Κίο ως το Σεϊντή Γαζή και Ακ ιν. Συνολικό άνοιγμα 300 χιλιόμ. Έδρα του το Εσκί Σεχήρ και στην δύναμή του συμπεριλαμβάνονταν οι ΙΙΙ, Χ, ΧΙ και η Ανεξάρτητη Μεραρχία, δώδεκα αεροπλάνα αναγνώρισης και δύο καταδιωκτικά. Το Γ΄Σ.Σ. είχε πολύ καλή αμυντική οργάνωση. Την 13 Αυγούστου 1922, με την έναρξη της τουρκικής επίθεσης, διατάχθηκε από την Στρατιά να καλύψει την σιδηροδρομική γραμμή προς Προύσα και η Ανεξάρτητη Μεραρχία να κατευθυνθεί προς Τουμπλού Μπουνάρ. Το Γ΄Σ.Σ. δέχθηκε την μικρότερη σε έκταση τουρκική επίθεση, αφού οι Τούρκοι έρριψαν το βάρος της επίθεσής τους στο Νότιο Συγκρότημα. Από την 15 Αυγούστου άρχισε η εκκένωση του Εσκί Σεχήρ, η καταστροφή της σιδηροδρομικής γραμμής προς Αφιόν και η προετοιμασία φόρτωσης υλικών προς Προύσα και Κιουτάχεια. Στις 17 Αυγούστου ο στρατιωτικός διοικητής Κιουτάχειας, συγκέντρωσε την φρουρά της Κιουτάχειας, προώθησε τους Χριστιανούς στην Προύσα και κινήθηκε προς το Ουσάκ. Είχε 1.400 άνδρες που δέχθηκαν τουρκική επίθεση και διαλύθηκαν αφήνοντας πολλούς νεκρούς. Σώθηκαν 7 αξιωματικοί και 250 οπλίτες που συνάντησε η Ανεξάρτητη Μεραρχία και τους ενέταξε πανικοβλημένους σε μη μάχιμο τμήμα. Ο ταγματάρχης Σωτ. Σακελλαρίου με 900 οπλίτες που συγκέντρωσε, έφθασε στο Ουσάκ και στις 19 Αυγούστου αναχώρησε σιδηροδρομικώς για την Σμύρνη.

Το πρωί της 18 Αυγούστου το Γ΄Σ.Σ. διατάχθηκε να συμπτυχθεί προς Προύσα και να μεταφέρει μεγάλη ποσότητα υλικών στο Καράκιοϊ. Τα υλικά και οι πρόσφυγες του Εσκί Σεχήρ μεταφέρθηκαν στην Προύσα με 1.000 σιδηροδρομικά οχήματα και 300 αυτοκίνητα. Η μεταφορά χαρακτηρίσθηκε αρίστη. Στην συνέχεια, το στρατηγείο μεταφέρθηκε στο Ινονού, 75 χιλιόμετρα από την Κιουτάχεια. Στις 21 και 22 Αυγούστου έλαβαν χώραν οι μάχες Κοβαλίτσας και Καράκιοϊ, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα του στρατηγείου. Στις 22 και 23 Αυγούστου μεγάλα τμήματα της Στρατιάς είχαν καταλάβει την αμυντική τοποθεσία της Προύσας. Η ΧΙ, βοηθούμενη από συντάγματα που ήλθαν από την Ραιδεστό και τα πυρά των αντιτορπιλλικών Πάνθηρ και Λέων, που ήσαν ελλιμενισμένα στην Κίο, πέτυχε να διατηρήσει τις θέσεις της. Στις 23 Αυγούστου το απόσπασμα Ζήρα έφθασε τα μεσάνυκτα στην Κίο και την ίδια μέρα το Γ΄Σ.Σ. διατάχθηκε να εξασφαλίσει τα λιμάνια Πανόρμου και Αρτάκης. Τούτο σήμαινε συνεχή σύμπτυξή του προς αυτά, όπου θα φορτώνονταν τα πάσης φύσεως υλικά. Από τις 24 – 27 Αυγούστου η ΧΙ Μεραρχία συνέχισε αμυνόμενη ανατολικά της Προύσας, ενώ το απόσπασμα Ζήρα και τα 47ο και 55ο Σ.Π. μάχονταν στον τομέα της Κίου. Στην Κίο βρίσκονταν αγωνιζόμενες και οι ΧΙ, Χ και ΙΙΙ Μεραρχίες. Στις 28 Αυγούστου είχε εκκενωθεί η Κίος, χάρη στην πρωτοβουλία του Ζήρα που είχε καταλάβει την κορυφογραμμή της Κίου και το στρατηγείο είχε μεταφερθεί στο Δεμιρτάς, περί τα 30 χιλιόμετρα από τα Μουδανιά. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας παρουσιάσθηκε στον στρατηγό Σουμίλα επιτροπή τριών αξιωματικών, από Βρεττανό, Γάλλο και Ιταλό και του ανήγγειλε ότι ήταν επιφορτισμένη για την ασφάλεια των τεμενών της Προύσας και ότι στο λιμάνι των Μουδανιών βρίσκονταν δύο συμμαχικά πλοία. Ο στρατηγός τους απάντησε ότι, εφ’ όσον υπήρχε ελληνικός στρατός, η Προύσα θα ήταν ασφαλής. Από την επιτροπή ο Σουμίλας πληροφορήθηκε την κατάληψη της Σμύρνης που καιγόταν και ότι το Α΄ και Β΄Σ.Σ. είχαν διαλυθεί. Τα 47ο και 55ο Σ.Π. είχαν διασκορπισθεί, άλλα τμήματά τους κινήθηκαν προς τα Μουδανιά και άλλα συνέχισαν μαχόμενα. Το κενό μεταξύ Χ και ΧΙ Μεραρχίας εξακολουθούσε να υφίσταται. Στις 9 το πρωί της 29 Αυγούστου αποβιβάσθηκαν στα Μουδανιά γαλλικά τμήματα για την τήρηση της τάξης. Το απόσπασμα Ζήρα έφθασε στα Μουδανιά έχοντας μαζί του και υπολείμματα μονάδων που είχαν διαλυθεί, τα άλλα είχαν παραδοθεί στους Γάλλους, τους άνδρες των οποίων παρέδωσαν στους Τούρκους. Οι Γάλλοι ζήτησαν και από τον Ζήρα να παραδοθεί κι αυτός τους απάντησε περήφανα διασπώντας τον γαλλικό κλοιό με τους άνδρες με εφ’ όπλου λόγχη. Ακολούθως, στράφηκε προς το Μιχαλίτσι. Στο μεταξύ, η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά αγνοούνταν, λίγο μετά το Γ΄Σ.Σ. θα πληροφορηθεί ότι είχε αιχμαλωτισθεί την 30 Αυγούστου. Στις 31 Αυγούστου άρχισε η επιβίβαση μη μεραρχικών μονάδων στα πολεμικά πλοία τα ελλιμενισμένα στην Πάνορμο και Αρτάκη. Την 1 Σεπτεμβρίου συνεχιζόταν η σύμπτυξη προς την Πάνορμο, ενώ στην Ραιδεστό είχε αφιχθεί ο στρατιωτικός διοικητής Πανόρμου, με εντολή να φροντίζει για την υποδοχή των αφικομένων τμημάτων, αρχικά των μη μεραρχικών μονάδων του Γ΄Σ.Σ. και των μεταγωγικών της ΧΙ Μεραρχίας, που είχαν διασωθεί, την τήρηση της τάξης και πειθαρχίας κ.λπ. Στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου επιβιβάσθηκαν οι υγειονομικοί, οι σχηματισμοί Μηχανικού, το απόσπασμα Ζήρα και στρατιωτικές υπηρεσίες. Οι υπόλοιπες δυνάμεις θα επιβιβασθούν στις 3, 4, 5 Σεπτεμβρίου στα λιμάνια της Πανόρμου και Αρτάκης. Το Γ΄Σ.Σ. επικοινωνούσε με την Στρατιά δια μέσου του ασυρμάτου του Στόλου. Αυτές τις μέρες η ΙΙΙ Μεραρχία και το 27ο Σ.Π., με την βοήθεια των αντιτορπιλλικών Βέλος και Αετός, έδωσαν σκληρές μάχες στην Πάνορμο. Λίγο μετά, βρέθηκαν στην Αρτάκη και κάλυπταν την γραμμή Αρτάκη – Πάνορμος για την ασφαλή επιβίβαση των τμημάτων. Στις 6 το πρωί της 4 Σεπτεμβρίου τα 12ο και 30ο Σ.Π. απέκρουσαν τουρκικές επιθέσεις που παρακολούθησε ο Αρχιστράτηγος Πολυμενάκος και ο οποίος έφθασε εκεί ατμοπλοϊκώς. Το μεσημέρι της 5 Σεπτεμβρίου ολοκληρώθηκε η επιβίβαση του Γ΄Σ.Σ. που έφθασε στην Ραιδεστό έχοντας απώλειες 12 αξιωματικούς και  84 οπλίτες νεκρούς, 45 αξιωματικούς και 446 οπλίτες τραυματίες και 119 οπλίτες αγνοούμενους. Δυστυχώς, είχε αιχμαλωτισθεί η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά. Στην Ραιδεστό αποβιβάσθηκαν 60.000 άνδρες.

Η αποβίβαση του Γ’ Σ.Σ. στο λιμάνι της Ραιδεστού.

Η αιχμαλωσία της ΧΙ Μεραρχίας Κλαδά. Η ΧΙ Μεραρχία Κλαδά είχε απωλέσει την επικοινωνία με το Γ΄Σ.Σ., κατευθύνθηκε προς τα Μουδανιά, πορευόμενη σε άγνωστο και δύσβατο έδαφος, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό της. Την κρίσιμη στιγμή δεν την κάλυπτε το απόσπασμα Ζήρα, που είχε φθάσει στα Μουδανιά. Την πορεία προς Μουδανιά δυσχέραινε, πλην του δύσβατου του εδάφους, και το δυσκίνητο πεδινό πυροβολικό που αρνούνταν να εγκαταλείψει ο Κλαδάς. Αν το εγκατέλειπε, θα έφθανε 6 – 7 ώρες νωρίτερα στα Μουδανιά και θα απέφευγε την αιχμαλωσία. Στις 7 το πρωί της 30 Σεπτεμβρίου η Μεραρχία πλησίαζε στα Μουδανιά, που είχαν καταληφθεί από τους Τούρκους, που της επιτέθηκαν,  με το 17ο Σ.Π. να αμύνεται απεγνωσμένα, ενώ η διαρροή οπλιτών αποδυνάμωνε την άμυνά της. Την ίδια άμυνα προέβαλλε το 47ο Σ.Π. Την 1 μ.μ. ο Κλαδάς αντιλήφθηκε ότι είχε περικυκλωθεί και παραδόθηκε,  ενώ το 47ο Σ.Π. εξακολουθούσε μαχόμενο, ώσπου παραδόθηκε και αυτό. Σύνολο αιχμαλωτισθέντων ανδρών 4.500 και 36 πυροβόλα.

Ο άθλος της Ανεξάρτητης Μεραρχίας (Α.Μ.). Το πρωί της 16 Αυγούστου η Α.Μ. κινήθηκε προς Τουμπλού Μπουνάρ, χωρίς, ωστόσο, να έχει επικοινωνία με καμμία μονάδα. Το βράδυ πληροφορήθηκε ότι είχε καταληφθεί η Κιουτάχεια την 15 Αυγούστου. Την 18 Αυγούστου εξακολουθούσε κινούμενη προς Ουσάκ. Κατά την πορεία της βόρεια βρέθηκε μπροστά στο φρικιαστικό θέαμα και την έκταση των απωλειών της στρατιωτικής δύναμης Κιουτάχειας. Τους διασωθέντες περισυνέλεξε η Α.Μ., όπως είδαμε παραπάνω. Την ίδια  μέρα, δέχθηκε εχθρική επίθεση, όπου διακρίθηκε το 53ο Σ.Π. Από ερματισμένο φάκελο ο Μέραρχος Θεοτόκης πληροφορήθηκε την κατάληψη από τους Τούρκους τόσο της Κιουτάχειας, όσο και του Ουσάκ (19 Αυγ.). Έτσι, αποφάσισε να ακολουθήσει τον ελεύθερο δρόμο Σιμάβ προς Σαλιχλί. Στο Σιμάβ έφθασε στις 22 Αυγούστου και δια μέσου Σιντιρτζί κινήθηκε προς Αξάριο, πάντα ελπίζοντας να ενωθεί με το Νότιο Συγκρότημα. Στις 24 Αυγούστου η Α.Μ. έφθασε στο Σιντιρτζί και στις 27 στο Κιρκαγάτς, όπου Έλληνες και Τούρκοι πρόκριτοι, μετά από απειλές του Μεράρχου για βομβαρδισμό της πόλης, συγκέντρωσαν ποσότητες ψωμιού, τροφίμων και νομής. Το απόγευμα της 28 Αυγούστου η Α.Μ. στάθμευσε στο Κινίκ, όπου τον Διοικητή της επισκέφθηκαν Έλληνες, Αρμένιοι και Τούρκοι πρόκριτοι και του ζήτησαν να μην περάσει από την Πέργαμο και σε αντάλλαγμα του προσέφεραν τρόφιμα κ.λπ. Στις 29 Αυγούστου η Α.Μ. με τμήματά της επέβαλε την τάξη στο Ντικελί, όπου είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός προσφύγων. Στις 30 Αυγούστου η Α.Μ. έφθασε στο Ντικελί και στις 31 Αυγούστου άρχισε η επιβίβαση προσφύγων, επιλεγμένων κτηνών και όλων των τμημάτων της Α.Μ. Την 1 Σεπτεμβρίου το πρωί είχε συντελεσθεί η αποβίβασή τους στην Μυτιλήνη και απ’ εκεί στην Θεσσαλονίκη, όπου ανασυγκροτήθηκε και μεταφέρθηκε στην Θράκη.

Η σύμπτυξη της Ανεξάρτητης Μεραρχίας.

Η σύμπτυξη της Α.Μ. υπήρξε υποδειγματική. Από τις 16 – 31 Αυγούστου η Α.Μ. διήνυσε 600 χιλιόμετρα μέσα σε δύσβατες περιοχές, χωρίς τρόφιμα, χωρίς πληροφορίες, χωρίς κανένα σύνδεσμο. Εκτός από την μάχη της Κιουτάχειας, δεν ενεπλάκη σε άλλη μεγάλη μάχη. Κατά την πορεία της δεχόταν συνεχείς προσβολές, παρενοχλήσεις και αιφνιδιασμούς τουρκικών τμημάτων και άτακτων. Η Α.Μ. με τον Διοικητή, τους αξιωματικούς, τους οπλίτες, πέτυχε αυτόν τον άθλο, χάρη στην συνοχή και την πειθαρχία της. Στο Ντικελί επιβίβασε πρώτα 6.000 Έλληνες και Αρμένιους πρόσφυγες και όλους τους Χριστιανούς της κωμόπολης και κατόπιν επιβιβάσθηκαν οι άνδρες της.

Συμπερασματικά: Η Μικρασιατική Καταστροφή οφείλεται σε πολλές αιτίες και αυτές ήσαν α. Το ανάπτυγμα της Στρατιάς που ήταν μεγαλύτερο από 700 χιλιόμετρα και που δεν μπορούσε να καλύψει. β. Τις πρώτες μέρες της τουρκικής επίθεσης υπήρχε κενό στο αριστερό της Ι Μεραρχίας και στο δεξιό της ΙV (Καλεντζίκ – Καγιαντιπί), που εκμεταλλεύθηκαν οι Τούρκοι, διεισδύοντας και καταλαμβάνοντας το στρατηγικό Τιλκί Κιρί Μπελ. γ. Το κενό στο Τσάι Χισάρ μεταξύ 1/38 Συντ. Ευζώνων και 5ου Συντ. της Ι Μεραρχίας, απ’ όπου εισήλθαν τέσσερις Μεραρχίες Τουρκικού Ιππικού και βρέθηκαν στα νώτα του Α΄Σ.Σ. δ. Η λανθασμένη εκτίμηση, που δεν έδωσε σημασία στο παραπάνω γεγονός, αφού η Στρατιά ενδιαφερόταν για την άμεση σύμπτυξη του Ελληνικού Στρατού προς τον Τσεσμέ. ε. Η εμμονή του Τρικούπη να παραμείνει στο Ουλουτζάκ και να μην κινηθεί εγκαίρως προς Τουμπλού Μπουνάρ, όπου με την Ομάδα Φράγκου θα μπορούσε να δώσει την τελική μάχη. στ. Το απόσπασμα Πλαστήρα αποχώρησε πρόωρα από το Μπαλ Μαχμούτ και έτσι διαλύθηκε η IV Μεραρχία. ζ. Η αποχώρηση του Φράγκου από το Τουμπλού Μπουνάρ. η. Η ανικανότητα του Χατζανέστη και ορισμένων διοικητών μονάδων που αντικατέστησαν εμπειροπόλεμους συναδέλφους τους μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, και τέλος η εγκατάλειψη της Ελλάδας από τους Γάλλους και Ιταλούς και η απροκάλυπτη βοήθειά τους στον Κεμάλ.

Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922, μέσα από μαρτυρίες Ελλήνων στρατιωτών | Media Education Project

Ο   Αθανάσιος  Ε.  Καραθανάσης είναι Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ και Καθηγητής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Ενδεικτική  βιβλιογραφία

Ακτζόγλου Ιάκ., Χρονικό Μικρασιατικού Πολέμου 1919-1922, Αθήνα,1998.

Κονδύλης Γεώργ. [επιμ. Θεμ. Γ. Ζαφειρόπουλος], Ο δρόμος προς την Καταστροφήν, Αθήνα, 1979.

Μπουλαλάς Κλ., Η Μικρασιατική Εκστρατεία, Αθήνα, 1957.

Μπουντούρης  Δημ., Η Ανεξάρτητος Μεραρχία, Λαμία, 1928

Πανταζής Κωνστ., Συμβολή εις την ιστορίαν της Μικρασιατικής Εκστρατείας, Αθήνα, 1966.

Ρόδας Μιχ., Η Ελλάδα στην Μικρά Ασία, Αθήνα, 1950.

Σπυρίδωνος Γ., Πόλεμος και Ελευθερία. Η Μικρασιατικη Εκστρατεία όπως την είδα, Αθήνα 1929.

ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη ιστορία της εκστρατείας στη Μικρά Ασία, Αθήνα 2001.

Γεώργιος Καλαφίκης: Η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός στο μεταίχμιο μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα

Γεώργιος  Καλαφίκης

Η «Epitoma rei militaris» του Βεγέτιου και ο ύστερος ρωμαϊκός στρατός στο μεταίχμιο μεταξύ αρχαιότητας και μεσαίωνα

Ι. Γενική εισαγωγή στο έργο

Η «Epitoma rei militaris» του Λατίνου συγγραφέα Φλάβιου (ή Πόπλιου) Βεγέτιου Ρενάτου (Flavius ή Publius Vegetius Renatus) κατέχει διαχρονικά περίοπτη θέση μεταξύ των στρατιωτικών εγχειριδίων και τακτικών σε παγκόσμιο επίπεδο. Γραμμένη στη λατινική γλώσσα, η «Στρατιωτική επιτομή» δημοσιεύτηκε κατά την εποχή της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (ca. 284-476). Συνέχισε, ωστόσο, να ασκεί σημαντικότατη επίδραση ειδικά στη δυτική Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα μέχρι και την έλευση των νεότερων χρόνων. Παρέμεινε εξαιρετικά δημοφιλές κείμενο, αφού γνώρισε μέσω της χειρόγραφης αντιγραφής αλλεπάλληλες επανεκδόσεις1.

Ο Βεγέτιος (I.8, I.27, II.Praef., II.3) ομολογεί ότι η συγγραφή της επίτομης μελέτης του στηρίχθηκε σε κείμενα προγενέστερων Λατίνων συγγραφέων και σε στρατιωτικές ρυθμίσεις (constitutiones) σπουδαίων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, συγκεκριμένα του Οκταβιανού Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.), του Τραϊανού (98-117) και του Αδριανού (117-138). Όπως έχει διαπιστωθεί, η συγκεκριμένη στρατιωτική πραγματεία αποτελεί προπαντός σύνθετο μωσαϊκό αρκετών άμεσων και έμμεσων επιρροών, αμάλγαμα από παλαιότερα τακτικά. Βασίζεται μεν κυρίως σε αρχαιότερα ελληνορωμαϊκά τακτικά εγχειρίδια, εκ των οποίων ορισμένα έχουν χαθεί, αλλά πλαισιώνεται από πρόσθετο σχετικό υλικό, του οποίου η προέλευση και σύνθεση οφείλεται στον ίδιο τον Βεγέτιο. Ο τελευταίος αναφέρει ονομαστικά τους συγγραφείς Κάτωνα πρεσβύτερο (M. Porcius Cato “censorius” ή “maior”, 3ος – 2ος αι. π.Χ.), συγκλητικό και τιμητή, Κορνήλιο Κέλσο (A. Cornelius Celsus, 1ος αι. π.Χ. – 1ος αι. μ.Χ.), εγκυκλοπαιδιστή, Φροντίνο (Sextus Iulius Frontinus, 1ος – 2ος αι. μ.Χ.), μηχανικό και πολιτικό, και Πατέρνο (P. Taruttienus ή Tar[r]untenus Paternus, 2ος αι. μ.Χ.), νομικό και έπαρχο πραιτωρίων. Τα στρατιωτικά κείμενα των προαναφερθέντων μάλλον συνόψισε ο Βεγέτιος με δική του πρωτοβουλία, επιχειρώντας να ανταποκριθεί –όπως ο ίδιος σχολιάζει και παραδέχεται– στις απαιτήσεις του μη κατονομαζόμενου αυτοκράτορα και εντολέα του (I.8, II.Praef.). Εκτός των άλλων, θεωρείται σχεδόν βέβαιο ή έστω πιθανόν ότι εγχειρίδια αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, όπως το «Στρατηγικόν» του Ονάσανδρου (μέσα 1ου αι. μ.Χ., επί Κλαυδίου Α΄) και η «Τακτική θεωρία» του Αιλιανού του Τακτικού (επί Αδριανού), καθώς και η λατινική πραγματεία «Περί της οχύρωσης στρατοπέδων» (De munitionibus castrorum, ίσως 3ος αι. μ.Χ.), που είχε παλαιότερα αποδοθεί λανθασμένα στον Λατίνο τοπογράφο των αρχών του 2ου αι. μ.Χ. Υγίνο τον «Γεωμέτρη» (Hyginus Gromaticus), οφείλουν επιπρόσθετα να συνυπολογιστούν ως έμμεσες επιρροές.

Δυστυχώς, στις μέρες μας διασώζονται αυτούσια μόνον τα «Στρατηγήματα» (Strategemata) του Φροντίνου. Σπαράγματα από τα γραπτά του Κάτωνα έχουν συμπεριληφθεί από τον Λατίνο λεξικογράφο Φήστο (Sextus Pompeius Festus, β΄ μισό 2ου αι. μ.Χ.) στην εγκυκλοπαιδική πραγματεία «Περί της σημασίας των λέξεων» (De verborum significatu)2· πρόκειται για επιτομή του ομώνυμου λεξικού που είχε συνταχθεί από τον φιλόλογο Βέρριο Φλάκκο (M. Verrius Flaccus, ca. 55 π.Χ. – 20 μ.Χ.).

Εικόνες από χειρόγραφα και εκδόσεις

 

Η σπουδαία αξία της «Στρατιωτικής επιτομής» του Βεγέτιου έγκειται στο ότι συνιστά επιτυχή σύνοψη παλαιοτέρων τακτικών, αφού παραδίδει με ικανοποιητικό τρόπο την εικόνα του «κλασικού» ρωμαϊκού στρατού, αλλά παράλληλα διαθέτει στοιχεία πρωτοτυπίας, καθώς συνδυάζει εύστοχα τη θεωρία με την πράξη. Επιπλέον, ο Βεγέτιος επιχείρησε συνάμα να μπολιάσει το παρόν και το μέλλον του αυτοκρατορικού στρατού με το ένδοξο παρελθόν. Γι’ αυτούς τους λόγους αξίζει να αποσαφηνίσουμε ορισμένα ζητήματα που προκύπτουν από τη μελέτη του έργου. Πιο συγκεκριμένα, αμέσως παρακάτω ασχολούμαστε με το πρόβλημα της ακριβούς χρονολόγησης της πραγματείας. Επιπλέον, εξετάζουμε το περιεχόμενο, τη στόχευση καθώς και τη σημασία του συγκεκριμένου έργου στο πλαίσιο της γραμματείας της ύστερης αρχαιότητας. Πέραν αυτών, ευελπιστούμε να αναλύσουμε εκτενώς –σε άλλες σχετικές δημοσιεύσεις– τους πιθανούς λόγους που οδήγησαν στη σύνταξή του καθώς και τις συμβουλές που το ίδιο πόνημα παρέχει σε επίπεδο τακτικών, σχηματισμών και παρατάξεων μάχης (του πεζικού, του ιππικού ή συνδυαστικά και των δύο όπλων από κοινού).

ΙΙ. Το ζήτημα της χρονολόγησης

Η χρονολόγηση της «Στρατιωτικής επιτομής» του Βεγέτιου αποτελεί ιδιαίτερο ερευνητικό πρόβλημα, το οποίο εξακολουθεί να ταλανίζει τους νεότερους και σύγχρονους ιστορικούς και μελετητές, και προφανώς συνδέεται με τις αφορμές και τα αίτια που οδήγησαν στη συγγραφή της πραγματείας. Η τελευταία ανάγεται κατά τη διάρκεια της βασιλείας διαφόρων Ρωμαίων αυτοκρατόρων από τα τέλη του 4ου μέχρι τα μέσα του 5ου αι. Οι περίοδοι δεσποτικής αρχής του Βαλεντινιανού Β΄ (375-392), του Θεοδοσίου Α΄ (379-395), του Ονωρίου (395-423), του Θεοδοσίου Β΄ (408-450) και του Βαλεντινιανού Γ΄ (425-455) έχουν λ.χ. υποστηριχθεί ως βέβαιες ή πιθανές. Ορισμένοι πάλι θεωρούν ότι η επιτομή συντάχθηκε γύρω στα τέλη του 4ου με αρχές του 5ου αι. «ακροβατώντας» μεταξύ της βασιλείας των τριών προαναφερθέντων αυτοκρατόρων3. Κατά κανόνα, τα σχετικά επιχειρήματα στηρίζονται τόσο σε «εσωτερικά» δομικά στοιχεία, βάσει της γραπτής παράδοσης του κειμένου, όσο και σε «εξωτερικά» δεδομένα, σχετικά με τη ζωή και τη δράση του συγγραφέα. Οι βασικές ωστόσο προτάσεις χρονολόγησης ήταν και παραμένουν δύο: είτε επί Θεοδοσίου Α΄, μεταξύ 385-390, είτε επί Βαλεντινιανού Γ΄, μεταξύ 425-450. Έως τις μέρες μας οι περισσότεροι μελετητές εξακολουθούν να συντάσσονται συνήθως υπέρ της πρώτης ή της δεύτερης άποψης. Οι τελευταίες διαθέτουν την πληρέστερη επιχειρηματολογία, λόγω της πληθώρας των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν από τους πολυάριθμους υποστηρικτές τους.

Αν και ακούγεται οξύμωρο, όλες οι διαφορετικές χρονολογικές απόψεις και εκτιμήσεις εδράζονται κατ’ αρχήν σε πειστικά επιχειρήματα και παρατηρήσεις, επί των οποίων έχουν εξάλλου διαμορφωθεί και διατυπωθεί. Σαφείς πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Βεγέτιου δεν διαθέτουμε. Από την άλλη, και τα δύο ασφαλή χρονικά termina που διαθέτουμε περιορίζουν μεν το χρονικό εύρος σύνθεσης και συγγραφής σε επτά περίπου δεκαετίες (383-450), αλλά είναι μάλλον ασαφή· ως εκ τούτου, είναι παράλληλα ευεπίφορα σε αποκλίνουσες ερμηνείες και αντικρουόμενες απόψεις.

Υπάρχει, λοιπόν, η τάση να τοποθετείται η σύνταξη της Epitoma rei militaris επί της δεσποτικής αρχής ορισμένων Ρωμαίων αυτοκρατόρων, οι οποίοι συνήθως κυβέρνησαν το δυτικό τμήμα του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους. Δυστυχώς, ο συγγραφέας παρέλειψε να μνημονεύσει ρητά το όνομα της «αυτοκρατορικής μεγαλειότητας» που του έδωσε την εντολή να συντάξει τη συγκεκριμένη ανακεφαλαιωτική πραγματεία περί των στρατιωτικών ζητημάτων.

Publius  Flavius Vegetius Renatus

Η πραγματεία του Βεγέτιου γράφτηκε χωρίς αμφιβολία μετά το θάνατο του αυτοκράτορα Γρατιανού το έτος 383 (terminus post quem), διότι στο πρώτο βιβλίο (I.20) ο Γρατιανός αναφέρεται ως divus, δηλαδή «θεοποιημένος», παλαιός ειδωλολατρικός προσδιορισμός για τους αποθανόντες ηγεμόνες. Πάντως, η ιδιαίτερη μνεία και ρητή αναφορά σε μόνον εκείνο τον αυτοκράτορα ίσως υποδηλώνει ότι το έργο συντάχθηκε στη Δύση, πιθανώς στην Ιταλία, έχοντας υπόψη το «ακροατήριο» ή για την ακρίβεια το αναγνωστικό κοινό του δυτικού τμήματος της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Από την άλλη πλευρά, γνωρίζουμε σήμερα πως το αρχικό κείμενο του Βεγέτιου υπέστη δεκαετίες αργότερα βέβαιη τροποποίηση: ορισμένα από τα σωζόμενα χειρόγραφα περιλαμβάνουν τη σημείωση (subscriptio) πως κάποιος Φλάβιος Ευτρόπιος από την Κωνσταντινούπολη προέβη σε κριτική αναθεώρηση του σχετικού έργου «επί υπατείας Βαλεντινιανού (Γ΄) εβδόμης και Αβιηνού», δηλαδή το έτος 450. Συνεπώς, κατέχουμε δύο σταθερές και αναμφισβήτητες χρονολογίες, μεταξύ των οποίων συντάχθηκε με πάσα βεβαιότητα η πραγματεία: πλην του terminus post quem (το 383, δηλαδή το έτος μετά το οποίο γράφτηκε το βιβλίο), διαθέτουμε και τον terminus ante quem (το 450, δηλαδή το έτος πριν από το οποίο γράφτηκε το βιβλίο).

Οι αυτοκράτορες της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Στην πραγματικότητα λοιπόν η σύγχρονη έρευνα δεν έχει ακόμη αποφανθεί με τελεσίδικο και κατηγορηματικό τρόπο ως προς την ακριβή χρονολόγηση του έργου. Πάντως, κλίνουμε για πολλούς και διάφορους λόγους προς την κατώτερη χρονολογία, δηλαδή προς τα τέλη του 4ου αι. (επί Θεοδοσίου Α΄) και πάντως πριν από την έναρξη των βίαιων και αλλεπάλληλων βαρβαρικών εισβολών εναντίον του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, παρά προς την ανώτερη, δηλαδή προς τα μέσα του 5ου αι. Τα δύο κομβικά ιστορικά γεγονότα που ενδεχομένως οριοθετούν τη συγγραφή της πραγματείας είναι η μάχη της Αδριανούπολης το 378 και η άλωση της Ρώμης από τον Αλάριχο το 410· και τα δύο παραπάνω γεγονότα διέθεταν σημαδιακά (;) κοινούς πρωταγωνιστές τους Βησιγότθους. Κρίνουμε ιδιαίτερα πιθανό να έχουν παρεισφρήσει στο αρχικό κείμενο μεταγενέστερες προσθήκες μέχρι τα μέσα του 5ου αι.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ωστόσο δύο ακόμη σημαντικές αναφορές: η πρώτη απαντά πάλι στο πρώτο βιβλίο (I.20) κάνοντας λόγο για Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς, λίγο πριν από τη μνημόνευση του δολοφονημένου Γρατιανού, ενώ η δεύτερη βρίσκεται στο τρίτο βιβλίο (III.26) και προσδιορίζει τους Πέρσες, Ούννους, Αλανούς, Σαρακηνούς (σκηνίτες Άραβες) και «Ινδούς» (Άραβες της «Ευδαίμονος» Αραβίας στα παράλια της Ερυθράς Θάλασσας) ως βασικούς εχθρούς της αυτοκρατορίας. Τα συγκεκριμένα στοιχεία υποδηλώνουν ότι μάλλον το βιβλίο απευθυνόταν ειδικά σε κάποιον αυτοκράτορα του ανατολικού τμήματος του (τυπικά ενιαίου) Ρωμαϊκού κράτους, μάλλον εξοικειωμένο με τους προερχόμενους εξ Ανατολών αντιπάλους, αν και συντάχθηκε από συγγραφέα ορμώμενο από τη Δύση, στο αναγνωστικό κοινό της οποίας αρχικά απευθυνόταν. Άραγε, πώς είναι δυνατόν να συνδυαστούν αυτά τα εκ πρώτης όψεως αντιφατικά και αντικρουόμενα στοιχεία; Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα από την αρχή.

Όπως σημειώθηκε ήδη, οι περισσότεροι σύγχρονοι ερευνητές (ιστορικοί, φιλόλογοι, λεξικογράφοι) τείνουν να χρονολογούν το έργο του Βεγέτιου στη βασιλεία του Θεοδοσίου Α΄ και να απορρίπτουν για πολλούς και διαφόρους λόγους απόπειρες μεταγενέστερης χρονολόγησης. Πράγματι, η αναφορά στον εκλιπόντα –και σύγχρονο με τον Θεοδόσιο Α΄– Γρατιανό (367-383) δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία. Αντιθέτως, η σαφής μνεία στον ηγεμόνα που επέλεξε ως συναυτοκράτορα τον Θεοδόσιο Α΄, για να τον αποστείλει αμέσως μετά να κυβερνήσει τις χειμαζόμενες από τον γοτθικό πόλεμο (376-382) ανατολικές επαρχίες, εκτιμούμε πως συνιστά βασικό και καθοριστικό παράγοντα χρονολόγησης per se, δηλαδή αυτό καθ’ αυτό, όχι όμως το μοναδικό.

Στην ίδια ακριβώς παράγραφο (I.20) θεωρούμε ως εξίσου ενδεικτικά τα σχόλια του Βεγέτιου για τους Γότθους, Αλανούς και Ούννους ιππείς και τη θωράκισή τους. Ως γνωστόν, εκείνοι οι ιππείς διακρίθηκαν ιδιαιτέρως το 378 στη μάχη της Αδριανούπολης. Η διαπρεπής συμμετοχή τους έγειρε τότε αποφασιστικά την πλάστιγγα της νίκης προς την πλευρά των Γότθων και των υπολοίπων βαρβάρων συμμάχων τους. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, ο συγγραφέας να κατονόμασε ρητά αυτούς τους ιππείς επηρεασμένος από τη δράση τους σε εκείνη τη μάχη. Άλλωστε, ο κύριος λόγος για τον οποίο ο Γρατιανός έπεσε στη δυσμένεια των στρατιωτικών χάνοντας το θρόνο και τη ζωή του, ήταν η υπερβολική εύνοιά του ειδικά στους Αλανούς μισθοφόρους ιππείς. Ο ίδιος αυτοκράτορας μάλιστα, με τη σύμφωνη γνώμη του συναυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄, είχε επιτρέψει γύρω στο 380 μια πρώιμη εγκατάσταση Αλανών και Γότθων προσφύγων στη δυτική Παννονία.

Η Μεγάλη σαρκοφάγος Λουντοβίζι του 3ου αιώνα απεικονίζει μάχη μεταξύ Γότθων και Ρωμαίων.

Επιπροσθέτως, διάφοροι μελετητές με προεξάρχοντα τον Miller, στηρίζουν τα επιχειρήματά τους σε ορισμένους ακόμη δείκτες που είτε απουσιάζουν είτε οφείλουν να ληφθούν υπόψη. Εκθέτουμε τους σημαντικότερους από αυτούς: (Α) Απουσιάζει στο έργο κάθε αναφορά ή έστω νύξη στο συγκλονιστικό –όντως– γεγονός της άλωσης της Ρώμης από τους Γότθους του Αλάριχου το 4104. (Β) Παρομοίως, ούτε μαρτυρούνται, ούτε επαληθεύονται οι ευρύτατες μετακινήσεις, εισβολές και μετεγκαταστάσεις διάφορων λαών στη δυτική Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια του 5ου αι., που οδήγησαν σωρευτικά το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος σε σταδιακό ακρωτηριασμό και οριστική κατάρρευση. Το μόνο συμπέρασμα που ενδεχομένως μπορεί να συναχθεί είναι ότι η πραγματεία συντάχθηκε στην απαρχή αυτής της «βαρβαρικής» διάχυσης, όταν η διασπορά Γότθων και άλλων βαρβάρων στη Βαλκανική φαινόταν ακόμη διαχειρίσιμη και αντιμετωπίσιμη, όπως θα υποστηρίξουμε σε μελλοντικό μας κείμενο. (Γ) Επιπροσθέτως, οφείλει να ληφθεί υπόψη η απουσία στο κείμενο άλλων γερμανικών λαών της δυτικής Ευρώπης. Αλαμανοί, Βάνδαλοι, Φράγκοι, Σάξονες κ.ά. δεν καταγράφονται πουθενά, παρότι συχνά εμπλέκονταν σε συγκρούσεις με το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος. Αυτό σημαίνει ότι η πραγματεία του Βεγέτιου γράφτηκε πιθανώς υπό την επίδραση και το βάρος της μάλλον τότε σύγχρονης απειλής που συνιστούσαν πρωτίστως οι –αναφερόμενοι στο κείμενο– Γότθοι και Ούννοι.

Η Άλωση της Ρώμης από τους Γότθους, Αυγ. 410. Ντοκιμαντέρ του History Channel. Barbarians Rising: Alaric and the Sack of Rome | History


Αν και τα παραπάνω συναπαρτίζουν argumenta ex silentio, μας ωθούν στη διατύπωση του εξής συμπεράσματος: όλες αυτές οι οδυνηρές για τη δυτική αυτοκρατορία εξελίξεις ήταν πάρα πολλές και σοβαρές, ώστε να μην αναφερθούν ή να υπονοηθούν καθόλου. Αντιθέτως, ο Βεγέτιος θα είχε λογικά συμπεριλάβει ορισμένες τουλάχιστον από αυτές υπό τη μορφή έστω συγκαλυμμένων υποδείξεων και συμβουλών στρατιωτικής αντιμετώπισής τους. Ειδάλλως, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι η «Στρατιωτική επιτομή» του συνιστούσε εντέλει απλή «ουτοπία», ενταγμένη στο κλίμα μιας παραπαίουσας και παρακμάζουσας αυτοκρατορίας σε φάση κατακερματισμού και πλήρους αποσύνθεσης, στην οποία είχε όντως «βυθιστεί» το δυτικό τμήμα του κράτους κατά τον 5ο αι. Σε αυτήν την περίπτωση, οι προτάσεις του Βεγέτιου επί των στρατιωτικών θεμάτων θα είχαν καταστεί εκ των πραγμάτων ουτοπικές και ανεδαφικές, λόγω του πανίσχυρου και αναπόδραστου «αποτυπώματος» των βαρβαρικών εισβολών. Κάτι τέτοιο ωστόσο δεν διαφαίνεται καθόλου στα γραπτά του, όπως θα διαπιστώσουμε ευθύς αμέσως στην επόμενη ενότητα. Αντιθέτως, ο συγγραφέας φέρεται να συντηρεί τις ελπίδες του για ταχεία και εύκολη ανασυγκρότηση ενός στρατού ακόμη κραταιού και ανθεκτικού και σαφώς όχι αποσυντεθειμένου. Εμφανίζεται, επίσης, να διατηρεί την πίστη του στο σφρίγος, στην αλκή και στη συνολική ισχύ της –θεωρουμένης από τον ίδιο ως ακμάζουσας καίτοι απειλούμενης– ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

W. Waterhouse: The Favorites of the Emperor Honorius, 1883. Αλληγορικός ζωγραφικός πίνακας, συμβολικός της «Παρακμής και Πτώσης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» (Decline and Fall of the Roman Empire). (https://en.wikipedia.org/)

Ο Βεγέτιος ομολογεί ότι η πραγματεία του βασίζεται κατά κόρον σε αρχαιότερα τακτικά (I.8) και αναλύει κατά βάση τη δομή του παλαιότερου, «κλασικού» ρωμαϊκού στρατού. Ο ίδιος εντούτοις παρέχει αρκετές ακόμη διαπιστώσεις, υποδείξεις και συμβουλές για ποικίλα στρατιωτικά ζητήματα· αυτά αποτελούν δείκτες ότι συνέγραψε την επιτομή υπό το βάρος σύγχρονων, ή λίγο προγενέστερων, αρνητικών εξελίξεων. Αναφερόμαστε στην παντοειδή επιρροή και πολυπλόκαμη διείσδυση των βαρβάρων εντός της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Θεωρείται, λοιπόν, πιθανότερη η εκτίμηση πως ο Βεγέτιος έγραψε και δημοσίευσε το έργο επηρεασμένος –μεταξύ των άλλων– από τον αντίκτυπο της πανωλεθρίας του αυτοκρατορικού στρατού στην Αδριανούπολη (378) και ευρύτερα εμπνευσμένος από το «γοτθικό πόλεμο» των ετών 376/7-382.

Η Μάχη της Αδριανούπολης, Αυγ. 378. Ντοκιμαντέρ του History Channel.  Barbarians Rising: Fritigern and the Battle of Adrianople | History

Συμφωνώντας, λοιπόν, πλήρως με τον Milner, και προωθώντας και επαυξάνοντας τη συλλογιστική του, πιστεύουμε ότι ο Βεγέτιος αφιέρωσε το έργο του πιθανότατα στον Θεοδόσιο Α΄ σε περίοδο ειρηνικής ανάπαυλας, κατά την οποία είχε προσωρινά κατευναστεί το οξύ «γοτθικό» πρόβλημα· ειδάλλως, λογικά θα συμπεριελάμβανε ονομαστικά και τους Γότθους στον κατάλογο των βασικών εχθρών της αυτοκρατορίας (III.26) μαζί με τους Πέρσες, τους Ούννους, τους Αλανούς και τους Άραβες. Επομένως, η «Στρατιωτική επιτομή» ίσως συντάχθηκε και δημοσιεύτηκε προς το τέλος της βασιλείας του Θεοδόσιου Α΄, εποχή κατά την οποία ο τελευταίος κυβερνούσε πλέον ουσιαστικά ολόκληρο το ύστερο Ρωμαϊκό κράτος. Άλλωστε, ο Milner επεσήμανε και αυτός σε τεχνικό επίπεδο ότι το βιβλίο γράφτηκε μάλλον σε δύο περιόδους: το πρώτο βιβλίο του αποτελούσε το αρχικό και παλαιότερο τμήμα, αφού συχνά αντανακλά και υπογραμμίζει έντονα τις στρατιωτικές πανωλεθρίες του πρόσφατου παρελθόντος, που δεν έπρεπε να επαναληφθούν· τα τρία υπόλοιπα μάλλον γράφτηκαν λίγο αργότερα, όταν οι αρνητικές εξελίξεις είχαν προσωρινά έστω κοπάσει και φάνταζαν αντιμετωπίσιμες, οπότε θα μπορούσε να εφαρμοστεί –θεωρητικά και δυνητικά– το προτεινόμενο πρόγραμμα στρατιωτικής ανασυγκρότησης5.

III. Το περιεχόμενο και η στόχευση του έργου

Η «Στρατιωτική επιτομή» του Βεγέτιου ίσως κρύβει αρκετά στρώματα επεξεργασίας στη χειρόγραφη παράδοση, τα οποία δεν μας επιτρέπουν βέβαιη χρονολόγηση, καθώς έχουν παραλλάξει το αρχικό κείμενο σε άγνωστο βαθμό, μη διαγνώσιμο πλέον με ασφάλεια και άρα μη αναγνωρίσιμο με ευκολία. Ενδεχομένως μάλιστα να είναι ακριβώς αυτές οι άδηλες προσθήκες στο αρχικό κείμενο, σε συνδυασμό με την πιθανή απάλειψη του ονόματος του αυτοκράτορα, που τελικά προσέδωσαν έναν αέρα «διαχρονικότητας» στην πραγματεία. Έτσι, αυτή ελίσσεται με άνεση και ευκολία μεταξύ ύστερης αρχαιότητας και μέσων χρόνων και μεσουράνησε κατόπιν για εκατοντάδες χρόνια (ειδικά στα γράμματα της μεσαιωνικής δυτικής Ευρώπης).

Τμήμα από τη στήλη του Μάρκου Αυρηλίου (2oς αι.) στο κέντρο της Piazza Colonna της Ρώμης.

Προηγουμένως, επιχειρήσαμε να χρονολογήσουμε την πραγματεία βασισμένοι σε ορισμένους δείκτες που προσφέρονται για κάποια πρώιμα συμπεράσματα ή έστω πρωτόλειες εικασίες. Κατά τη γνώμη μας, περισσότερη προσοχή οφείλει να δοθεί στους σκοπούς συγγραφής της πραγματείας. Με άλλα λόγια, τελικά η μέγιστη σημασία και ουσία της έρευνας μάλλον έγκειται στο να διερευνηθεί ΓΙΑΤΙ γράφτηκε το βιβλίο, αναζήτηση που δύναται να βοηθήσει και στο να εξακριβωθεί ΠΟΤΕ συντάχθηκε. Ποιες είναι, λοιπόν, οι βεβαιότητες σχετικά με την Epitoma rei militaris; Δια της μελέτης της πρωτογενούς πηγής αλλά και της εκτενούς σύγχρονης σχετικής βιβλιογραφίας καταλήξαμε στα κάτωθι συμπεράσματα:

  1. Καταρχάς διαθέτουμε δύο βέβαια και ασφαλή termina χρονολόγησης (383 και 450).

  2. Το κείμενο αποτελεί κυρίως συμπίλημα, ακόμη και μέσω αντιγραφής και επικόλλησης (Milner 21996: xvixvii), διαφόρων παλαιοτέρων τακτικών αρχαίων Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων.

  3. Το έργο μεταδίδει την εικόνα ενός στρατιωτικού οργανισμού μάλλον «εκτός τόπου και χρόνου» για την εποχή του· συνεπώς δεν μας βοηθά ιδιαίτερα ούτε στην αποσαφήνιση της εικόνας ούτε στην αποκατάσταση του ύστερου ρωμαϊκού στρατού.

  4. Δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες ή έστω αραιές και σκόρπιες αναφορές στη σύγχρονη πραγματικότητα, διάσπαρτες σε διάφορα επιμέρους κεφάλαια (Γρατιανός, ορισμένοι εχθρικοί λαοί, mattiobarbuli χειριστές βλημάτων επί Διοκλητιανού, Χριστιανισμός).

  5. Η γλώσσα του κειμένου έχει σκοπίμως (;) ή μέσω προσθηκών και τροποποιήσεων καταστεί αόριστη και ασαφής. Συνεπώς, δεν παρέχει ασφαλείς δείκτες, ενώ το καθαυτό κείμενο είναι εν πολλοίς άχρονο και γι’ αυτό συνάμα περιέργως και διαχρονικό.

  6. Μολαταύτα, η δομή της πραγματείας είναι ξεκάθαρη και συγκροτημένη: στο 1ο βιβλίο περιέχονται θέματα και συμβουλές για ορθή στρατολογία και μεθοδική στρατιωτική εκπαίδευση, ενώ παράλληλα καταγράφεται επιμελώς ο απαραίτητος και βασικός (επιθετικός και αμυντικός) στρατιωτικός εξοπλισμός. Στο 2ο βιβλίο παρουσιάζεται η βασική στρατιωτική οργάνωση με κύριο άξονα και σημείο αναφοράς την κλασική ρωμαϊκή λεγεώνα, την περίφημη «antiqua legio», που όμως έχει δυσεπίλυτα προβλήματα ειδικά ως προς τη σύνθεση και αναλογία του ιππικού. Στο 3ο βιβλίο αναλύονται ποικίλα θέματα και παρέχονται υποδείξεις για την υγιεινή, την επιμελητεία και την πειθαρχία, για τη δράση του μηχανικού, για την αξιοποίηση του πεζικού και του ιππικού, για τη στρατιωτική τακτική και στρατηγική, για σχηματισμούς και για παρατάξεις μάχης, ενώ παρατίθενται γενικοί κανόνες πολέμου, ώστε το βιβλίο αυτό να συνιστά το πιο πρακτικό μέρος όλου του έργου. Τέλος, το 4ο βιβλίο αναφέρεται σε θέματα οχυρωματικής και πολιορκητικής, ναυτικής τέχνης και τεχνολογίας, τα οποία είναι μεν ειδικά αλλά εξίσου ενδιαφέροντα.

Εικόνες μαχών από χειρόγραφα

 

  1. Η Epitoma rei militaris δεν αποτελούσε, προφανώς, μόνον ένα κλασικό στρατιωτικό τακτικό, αλλά επίσης ένα κείμενο προπαγάνδας, γεμάτο ιδεαλισμό και εξιδανίκευση για την (ένδοξη) αρχαιότητα. Συνιστούσε, επομένως, ένα στρατιωτικό μανιφέστο με κυρίαρχο σύνθημα το «όπισθεν ολοταχώς» και με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις, εφόσον αναλογιστούμε και λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι ο ανώτατος πολιτειακός άρχων, δηλαδή ο αυτοκράτορας, παρέμενε –ουσιαστικά ή έστω τυπικά– πρωτίστως και πάνω απ’ όλα ο ανώτατος στρατιωτικός ηγέτης, δηλαδή imperator.

  2. Κύρια επιδίωξη του Βεγέτιου ήταν η στρατιωτική ανασυγκρότηση και μέσω αυτής η αναγέννηση της φοβερής και τρομερής στο παρελθόν ισχύος των αυτοκρατορικών στρατευμάτων· μόνο χάρη σε αυτήν, πίστευε ο συγγραφέας, ότι ήταν εφικτή η συνολική ανανέωση της αυτοκρατορίας.

  3. Ο Βεγέτιος διέκρινε μεγάλο πρόβλημα στη σύνθεση, στην εκπαίδευση καθώς και στην οργάνωση του σύγχρονού του ρωμαϊκού στρατού.

  4. Πάνω απ’ όλα, ο Βεγέτιος κατήγγειλε την ένοπλη εξάρτηση της Ρώμης από ξένους και βαρβάρους· στηλίτευσε δηλαδή τον τότε στρατιωτικό «εκβαρβαρισμό». Ο ίδιος θεωρούσε ότι ο τελευταίος σχετιζόταν άμεσα με την πτώση της ποιότητας σε όλους τους τομείς, π.χ. στην εκπαίδευση και στις ασκήσεις, στην καθαυτό δομή των δυνάμεων (δηλαδή την οργάνωση σε μονάδες), στη μαχητική ικανότητα (τακτικές, διεξαγωγή πολιορκιών, άμυνα/αποτροπή), στις υπόλοιπες βασικές υποστηρικτικές δομές (επιμελητεία, γραμματειακή υποστήριξη, δραστηριότητες μηχανικού, όπως λ.χ. περιχαράκωση στρατοπέδων κ.ά.), στη χρήση αμυντικού και επιθετικού εξοπλισμού ή ακόμη και στην παροχή σχετικού πολεμικού / στρατιωτικού υλικού.

Από τα ανωτέρω δεδομένα, προκύπτει ότι οι βασικοί πυλώνες επί των οποίων δομήθηκε η «Στρατιωτική επιτομή» ήταν οι εξής: (α) η αναχαίτιση της αυξανόμενης βαρβαρικής επιρροής και διείσδυσης εντός της αυτοκρατορίας· (β) η ανάταξη της πολεμικής ισχύος του κράτους μέσω της ευρείας στρατιωτικής αναδιοργάνωσης και ανασυγκρότησης στη βάση παλαιότερων, «κλασικών» (και κατά τον Βεγέτιο σαφώς πιο αποτελεσματικών) προτύπων. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, οι δύο αυτοί στόχοι θα μπορούσαν να διασφαλίσουν ολιστικά την ποιότητα του ύστερου ρωμαϊκού στρατού στους τομείς της στελέχωσης, της εκπαίδευσης, της οργάνωσης, της διεξαγωγής πολεμικών επιχειρήσεων, του εξοπλισμού και της επιμελητείας εξασφαλίζοντας έτσι τη διατήρηση υψηλού επιπέδου επαγγελματισμού και ετοιμότητας. Συνοψίζοντας, η επήρεια των ανωτέρω παραγόντων είναι ιδιαιτέρως εμφανής και πρόδηλη, καθώς διατρέχει ολόκληρο το κείμενο.

Σε κάθε περίπτωση, τα βασικά σημεία που συνιστούν την ειδοποιό διαφορά της συγκεκριμένης στρατιωτικής πραγματείας συγκριτικά με όλα τα παλαιότερα παρόμοια κείμενα είναι τα εξής: (α) Η ανάγνωση των ελαττωμάτων και η αναγνώριση των ελλείψεων σε όλους τους τομείς της στρατιωτικής οργάνωσης καθώς και η αναφανδόν έκπτωση της ποιότητας του στρατεύματος. Αυτά τα προβλήματα συνοδεύονται (β) από επικριτικές διαπιστώσεις και συμπεράσματα και κυρίως (γ) από πλήθος προτάσεων επί πολλών και διαφόρων στρατιωτικών θεμάτων, με απώτερο στόχο την αντιμετώπιση, επιδιόρθωση και επίλυση των διαπιστωμένων και επαληθευμένων προβλημάτων.

Οι τρεις αυτές κρίσιμες διαφοροποιήσεις καθιστούν σε τελική ανάλυση το έργο εξαιρετικά ενδιαφέρον και πρωτότυπο σε σύγκριση με τα υπόλοιπα ομοειδή. Παρότι, δηλαδή, η πραγματεία αντέγραφε παλαιότερα σχετικά εγχειρίδια, συνάμα διέθετε αξιόλογη πρωτοτυπία. Παράλληλα, η συλλογιστική πορεία που εφάρμοσε ο Βεγέτιος είναι ακραιφνώς αναλυτική και, συνεπώς, ο συλλογισμός που αναπτύσσει είναι κατεξοχήν παραγωγικός: εντοπισμός και διάγνωση προβλημάτων (παρατήρηση), σχολιασμός των κακών κειμένων (αρνητική κριτική) και υπόδειξη της λύσης με παράλληλη μέγιστη κατά το δυνατόν θεωρητική και πρακτική υποστήριξη σε θέματα εν γένει στρατιωτικής οργάνωσης, πολεμικής τακτικής και στρατηγικής (θετική / εποικοδομητική προσέγγιση).

Théodore Chassériau, Battle Between Romans And Barbarians, (ca.1850-1855), The Nelson-Atkins Museum of Art, Kansas City.

Επικουρικώς, ο Χριστοδούλου προέβη στην εξής εύστοχη παρατήρηση ως προς τη διαφορά μεταξύ αρχαιοτέρων ελληνικών τακτικών και ανάλογων λατινικών εγχειριδίων της περιόδου: «σε αντίθεση με την ελληνόγλωσση παράδοση που τείνει στους πρώτους τρεις μεταχριστιανικούς αιώνες να περιχαρακωθεί στην τακτική θεωρία των ελληνιστικών χρόνων, τα λατινικά εγχειρίδια που εκδίδονται εκείνη την εποχή είναι αρκετά πραγματιστικά και αναφέρονται σε σύγχρονες πολεμικές συνθήκες, στοχεύοντας στην επίλυση πραγματικών τακτικών προβλημάτων». Ο ίδιος διαπιστώνει μάλιστα ότι «ένας κοινός τόπος στις περισσότερες στρατιωτικές ιστορίες είναι η αναζήτηση των αιτίων «της παρακμής» της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στη στρατιωτική της ανεπάρκεια, ειδικότερα δε στην αδυναμία του παραδοσιακού βαρέως πεζικού έναντι των εφίππων βαρβάρων, είτε αυτοί ήσαν Γερμανοί είτε νομάδες»6.

Την ίδια στιγμή και αντιθέτως με τα προγενέστερα στρατιωτικά κείμενα, ενυπάρχει στη «Στρατιωτική επιτομή» έντονη ροπή προς την άμυνα. Αυτή είναι εντελώς δικαιολογημένη, εφόσον ληφθεί υπόψη ότι οι αντίπαλοι και εχθροί της αυτοκρατορίας δεν την απειλούσαν μόνον από το εξωτερικό αλλά (ακόμη χειρότερα) και από το εσωτερικό της επικράτειάς της. Συνεπώς, ήταν απολύτως φυσιολογικό και αναμενόμενο το κράτος, οι συνοριακές γραμμές του οποίου είχαν τότε παραβιαστεί από τις εχθρικές προσβολές, να υποπέσει πλήρως σε κατάσταση αμύνης. Σε τέτοια δυσχερή και επικίνδυνη κατάσταση, ακόμη και οι επιθετικές ενέργειες που στρέφονταν εναντίον αντιπάλων, οι οποίοι περιφέρονταν και κινούνταν βαθιά μέσα στα εδάφη του απειλούμενου κράτους, θεωρούνταν ως υποχώρηση σε αμυντικό αγώνα και προπάντων ως προβολή άμυνας. Αυτό ακριβώς συνέβη με τις βαρβαρικές ορδές που μετακινούνταν κατά το δοκούν και μάλλον ανεξέλεγκτα στην ενδοχώρα της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, προπαντός στο δυτικό της τμήμα, το οποίο μετατράπηκε ήδη από την πρώτη δεκαετία του 5ου αι. σε «κέντρο διερχομένων» λαών και φυλών, προτού καν προλάβει «να στεγνώσει το μελάνι» της γραφίδας του Βεγέτιου.

Χάρτες

Εντούτοις, τα σχετικά στοιχεία που υποδεικνύουν συγγραφή του έργου υπό το βάρος της τότε πρόσφατης και απρόοπτης εμφάνισης του «γοτθικού» ζητήματος, εξέλιξη που οδήγησε σε αλυσιδωτή μετακίνηση και άλλων φύλων και πληθυσμών στην Ευρώπη και σε αλλεπάλληλες εισβολές στα εδάφη της αυτοκρατορίας, είναι τόσο πολλά και συνάμα εξαιρετικά ενδιαφέροντα, ώστε αξίζει να αναλυθούν σε ξεχωριστή δημοσίευση. Αμέσως μετά παραθέτουμε όμως ένα ακόμη επιχείρημα που μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε τη «Στρατιωτική επιτομή» προς τα τέλη του 4ου αι., ενισχύοντας τη φαρέτρα των υποστηρικτών της πρώτης, χρονολογικά, σχολής. Πρόκειται για γενικότερη αιτιολογία, η οποία βασίζεται περισσότερο σε ειδολογικά σχόλια και διαπιστώσεις, διαμορφωμένα ως φιλολογική κριτική υπό ευρύτερο ιστορικό πρίσμα, παρά για αυστηρά δεδομένα υπό τη στενή έννοια.

IV. Η «Στρατιωτική επιτομή» στα τέλη του 4ου αι.

Μία περισσότερο γενική, όχι τόσο ειδική αλλά θεωρούμε εξίσου πειστική, συνολική θεώρηση είναι επίσης δυνατόν να δοθεί ως εξήγηση αφενός για τη χρονολόγηση και αφετέρου για τους σκοπούς συγγραφής της πραγματείας. Σύμφωνα με αυτήν, η «Στρατιωτική επιτομή» μπορεί και πρέπει να ενταχθεί σε συγκεκριμένη χορεία ποικίλων κειμένων, τα οποία προωθούσαν και υπηρετούσαν ιδεολογικά ή εξυμνούσαν και προπαγάνδιζαν την «ασφάλεια και τη σωτηρία της (Ρωμαϊκής) πολιτείας» (securitassalus rei publicae) καθώς και την «αποκατάσταση των ευτυχισμένων χρόνων, δηλαδή την επάνοδο σε εποχές ακμής» (felicitas temporum reparatio). Αυτές επιτεύχθηκαν από πλειάδα άξιων αυτοκρατόρων, οι οποίοι χάρη στην «ανδρεία του Ρωμαϊκού στρατού» (virtus exercitus Romanorum) χαιρετίστηκαν ως «επανορθωτές της (Ρωμαϊκής) οικουμένης ή πολιτείας» (restitutor orbis/rei publicae).

Αυτοκρατορική κρατική προπαγάνδα σε νομίσματα

 

Αρχής γενομένης από τους έντεκα «Λατινικούς Πανηγυρικούς» (Panegyrici Latini, 289-389), πολλοί συγγραφείς (ειδωλολάτρες και χριστιανοί, Λατίνοι και Έλληνες) συμπαρατάχθηκαν και «συστρατεύθηκαν» για την προβολή της ανανεωμένης ισχύος και σταθερότητας της αυτοκρατορίας καθ’ όλο τον 4ο αι. Τα κείμενα του Ευσέβιου Καισαρείας (ή Παμφίλου), αρκετοί λόγοι του καίσαρα και αυτοκράτορα Ιουλιανού (355-363), πολλοί άλλοι λόγοι σπουδαίων ρητόρων του δεύτερου μισού του αιώνα (λ.χ. του Λιβάνιου, του Θεμίστιου και του Συνέσιου στην Ανατολή, του Αυρήλιου Σύμμαχου, του Αυσόνιου και του Κλαύδιου Κλαυδιανού στη Δύση) εντάσσονται σαφώς σε αυτό το κλίμα. Οι συγγραφείς τους κατορθώνουν να εκφράσουν και να συμπυκνώσουν το (όντως επιτυχές και σπουδαίο) έργο που συντελέστηκε στον τομέα της επανόρθωσης του κράτους. Επομένως, ο 4ος αι., μολονότι περίοδος μεταρρυθμίσεων και άλλων καίριων αλλαγών που προοιωνίζονταν το μεσαίωνα (λ.χ. καθιέρωση της χριστιανικής θρησκείας και ίδρυση της Κωνσταντινούπολης), παρέμενε αιώνας συνεχιζόμενου (ρωμαϊκού) μεγαλείου. Η αίγλη αποδείχτηκε όμως εύθραυστη, ευμετάβλητη και ευεπίφορη σε αστάθεια.

Στο πλαίσιο αυτό, το έργο του Βεγέτιου δύναται να ιδωθεί ως καταληκτική απόληψη της παραπάνω γόνιμης περιόδου, χρονικού διαστήματος ακμής και ανάκαμψης του (αρχαίου αυτοκρατορικού) ρωμαϊκού μεγαλείου. Τότε καλλιεργήθηκε συγκροτημένα η ιδεολογία της επανόρθωσης, η πίστη στις δυνάμεις και στη σταθερότητα του συστήματος εξουσίας, όπως αυτό επιβλήθηκε μέσω της εγκαθίδρυσης και θεσμοθέτησης του Dominatus (Δεσποτείας, δηλαδή της απόλυτης μοναρχίας) στη θέση του Principatus (της Ηγεμονίας που διατηρούσε πολιτειακά ψήγματα της ρεπουμπλικανικής περιόδου), καθώς και η εμπιστοσύνη στο (λαμπρό) μέλλον της αυτοκρατορίας.

Παράλληλα όμως, η πραγματεία του Βεγέτιου αποτελεί τρόπον τινά και «κύκνειο άσμα» εκείνης της εποχής, αφού περιλαμβάνει τα πρώτα ψήγματα και τα πρώιμα σημάδια ενός ζοφερού μέλλοντος. Η στρατιωτική αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας, κυρίως μέσω των βαρβαρικών εισβολών και της μαζικής εισδοχής ξένων στις τάξεις του στρατεύματος, συνιστούσε ήδη πραγματικότητα. Ο Βεγέτιος εύστοχα επεσήμανε και προσπάθησε να αποτρέψει την τάση αυτή συγγράφοντας τη μελέτη του· η τελευταία, πέραν και εκτός των άλλων τακτικών και οργανωτικών στρατιωτικών συμβουλών, φιλοδοξούσε επιπλέον να αποτελέσει εναλλακτική συνεκτική πρόταση σε στρατηγικό και πολιτικό επίπεδο για τη μακροημέρευση της αυτοκρατορίας, τη διαφύλαξη της ενότητας και τη διατήρηση της επιρροής της μέσω της συντήρησης ειδικά της στρατιωτικής ισχύος. Ωστόσο, τελικά η πτώση αποδείχτηκε αναπόφευκτη γι’ αυτό ακριβώς το τμήμα του ύστερου Ρωμαϊκού κράτους στο οποίο ο Βεγέτιος μάλλον έζησε και έδρασε δημοσιεύοντας μεταξύ των άλλων και τούτο το σημαντικό σύγγραμμα. Αν μη τι άλλο, αυτό συνιστά μία κατεξοχήν τραγική ειρωνεία, ένα όντως περίεργο «παιχνίδι της μοίρας».

Πράγματι, κατά τη διάρκεια του 5ου αι., πολλοί και διάφοροι βαρβαρικοί λαοί εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν στη δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αυτή σταδιακά «εθίστηκε» στην καταναγκαστική ύπαρξη τόσων βαρβάρων στα εδάφη της, ώστε δεν μπόρεσε τελικά ποτέ να «απεξαρτηθεί» από αυτούς, ούτε να τους «αποβάλει», εις βάρος αρχικά της ακεραιότητας και τελικά της υπόστασής της. Τουναντίον, ξένες ορδές στρατολογήθηκαν μαζικά ή συμπεριελήφθησαν αναγκαστικά ως «σύμμαχοι» στην τάξη των (μόνον κατ’ όνομα πλέον) ρωμαϊκών στρατευμάτων. Ολόκληρες φυλές εισέβαλαν και εγκαταστάθηκαν συνήθως με τη βία σε διάφορες περιφέρειες, παρά τη βούληση του ίδιου του κράτους και τη θέληση των κατοίκων του. Παράλληλα, πολλοί Γερμανοί και άλλοι βάρβαροι ηγεμόνες, φύλαρχοι και πολέμαρχοι κατέλαβαν ύπατα στρατιωτικά αξιώματα. Έτσι, κατέκτησαν τον κύριο πόλο και διαχρονικό φορέα της βασιλικής εξουσίας μετατρέποντάς τον σε εφαλτήριο για την επίτευξη των σκοπιμοτήτων τους, θανάσιμα επικίνδυνων για τα αυτοκρατορικά συμφέροντα.

Στο προαναφερθέν πλαίσιο οι ξένοι στρατιωτικοί αρχηγοί ανέβασαν σκόπιμα στον θρόνο «αυτοκράτορες – μαριονέτες». Επίσης, απέσπασαν και αφαίρεσαν από τον κεντρικό έλεγχο ολόκληρες επαρχίες και περιφέρειες, κατακτώντας τις τυπικά ή και ουσιαστικά προς όφελος των ιδίων και των φυλών ή ορδών που εξουσίαζαν. Παράλληλα, οδήγησαν σε πλήρη παρακμή και απαξίωση τον τακτικό στρατό, οι μονάδες του οποίου εξαϋλώθηκαν σταδιακά προς όφελος της πρόσληψης και ένταξης βαρβαρικών στρατιωτικών σωμάτων, των φοιδεράτων (foederati). Έτσι, οι ξένοι ηγήτορες ουσιαστικά υποκατέστησαν τον ήδη ξεπεσμένο αυτοκρατορικό θεσμό, από τον οποίο στο τέλος απαλλάχθηκαν, αφού όμως πρώτα τον αντικατέστησαν πλήρως (de facto και de jure) δημιουργώντας στη θέση του διάφορα (γερμανικά) βασίλεια μέχρι και το 476.

Παρακμή και Πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας

Παράλληλα όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι προτάσεις του Βεγέτιου βρήκαν –έστω και εμμέσως– ευήκοα ώτα στους ιθύνοντες και στους ηγεμόνες του αντίστοιχου ανατολικού τμήματος της ύστερης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (Ρωμανία ή Ρωμαίων πολιτεία, συμβατικά γνωστή στους νεότερους χρόνους ως Βυζαντινή αυτοκρατορία). Εκεί, το κράτος αντιστάθηκε με επιτυχία στη βάναυση βαρβαρική εισβολή, όπως αυτή επιχειρήθηκε είτε στο εσωτερικό από αλλοδαπούς στρατηγούς (λ.χ. Γαϊνάς, Άσπαρ), είτε προήλθε από το εξωτερικό, δηλαδή από βαρβάρους ηγεμόνες και έθνη (λ.χ. από τους Βησιγότθους του Αλάριχου, τους Ούννους του Αττίλα, από τους Οστρογότθους του Θεοδώριχου κ.ά.). Ο εθισμός στους βαρβάρους αποδείχτηκε εκεί εφήμερος και είτε αποβλήθηκε πλήρως ως ξένο σώμα παθογόνο και επικίνδυνο για την ευρωστία του κρατικού οργανισμού, είτε χαλιναγωγήθηκε επιτυχώς και κατέστη αντικείμενο δημιουργικής εκμετάλλευσης εις βάρος άλλων βαρβάρων (πρβ. λ.χ. την εκτεταμένη και επιτυχημένη συμμετοχή Ερούλων και Ούννων στους στρατούς του Ιουστινιανού Α΄ και την αξιοποίησή τους σε όλους τους πολέμους του, αμυντικούς και επιθετικούς). Η ανατολική αυτοκρατορία σύντομα μετατράπηκε στην εξελληνισμένη μεσαιωνική Ρωμανία (ευρέως γνωστή σήμερα ως Βυζάντιο), καθώς αναδιοργανώθηκε –εξ ανάγκης– σε εντελώς καινούριες βάσεις κατά τους 7ο και 8ο αι.· παρά τις κοινωνικές και θεσμικές μεταβολές της, διατήρησε ωστόσο τη ρωμαϊκή πολιτική κληρονομιά της και παρέμεινε πολιτισμένο και οργανωμένο κράτος. Έτσι, κατέστη ορόσημο και σταθερός πυλώνας αναφοράς για πολλούς ακόμη αιώνες, σε έναν κόσμο που τότε διαρκώς μεταλλασσόταν και αενάως μετασχηματιζόταν μέχρι την έλευση των νεοτέρων χρόνων και το σχηματισμό των πρώτων σύγχρονων κρατών και αυτοκρατοριών.

Κινούμενος χάρτης με την εδαφική διακύμανση της Ύστερης Ρωμαϊκής και της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από το 300 έως το 1453 https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Byzantine_Empire_map.gif#/media/File:Byzantine_Empire_map.gif

Το παραπάνω επίτευγμα θα ήταν όμως αδύνατο χωρίς την ύπαρξη και αξιοποίηση του πρότερου υποβάθρου, δηλαδή της ανασυγκρότησης του κράτους σε όλους τους τομείς, στρατιωτικό, πολιτικό και διοικητικό, οικονομικό και κοινωνικό, όπως αποτυπώθηκε και επενδύθηκε σε ιδεολογικό επίπεδο στα προαναφερθέντα επιδραστικά συγγράμματα του 4ου αι. Μεταξύ αυτών, η Epitoma rei militaris του Βεγέτιου κατέχει δεσπόζουσα θέση, ως κορωνίδα συγκεκριμένων πολιτικο-στρατιωτικών προτάσεων που είχαν εκκινήσει να διαμορφώνονται ήδη από την εποχή της Τετραρχίας στα τέλη του 3ου αι., απέκτησαν συγκροτημένη δομή και ολοκληρωμένη υφή κατά τον 4ο αι. και συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ύστερης ρωμαϊκής και πρώιμης βυζαντινής περιόδου μέχρι τον 6ο και 7ο αι. Τότε, η αραβική λαίλαπα (μέσα 7ου αι.) και οι λοιπές εξελίξεις στη Βαλκανική (εμφάνιση Σλάβων κ.ά.) συμπαρέσυραν ό,τι είχε απομείνει από την ύστερη αρχαιότητα οδηγώντας την καθ’ ημάς ελληνορωμαϊκή οικουμένη (ανατολική Μεσόγειο, Εγγύς και Μέση Ανατολή) οριστικά και αμετάκλητα στους μέσους χρόνους, στους οποίους είχε ήδη εισέλθει νωρίτερα η δυτική Ευρώπη (5ος αι.).

V. Συμπεράσματα

Έχοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, συμφωνούμε τελικά πλήρως με τον Milner (21996: xxxi), ο οποίος σχολίασε ότι παρά τις όποιες αδυναμίες της Epitoma rei militaris, η κρίση και οι εκτιμήσεις του Βεγέτιου για το μέλλον αποδείχτηκαν εξαιρετικά οξυδερκείς, μεστές από ορθές βασικά στρατηγικές παρατηρήσεις: ο συγγραφέας επεσήμανε πλειστάκις τους πολυπλόκαμους κινδύνους που έθεταν για την αυτοκρατορία η συνεχής και αδιατάρακτη εισβολή και εγκατάσταση τόσων βαρβάρων στην επικράτειά της, καθώς και ο παραγκωνισμός των γηγενών και η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού (και ειδικά η επάνδρωση του στρατού) από ξένους. Επομένως, ο Βεγέτιος, παρότι μάλλον απλός πολίτης και όχι έμπειρος στρατιωτικός, υπήρξε εντούτοις έξοχος στρατηγικός αναλυτής, πολύ καλά ενημερωμένος για μεγάλο εύρος εξελίξεων κατά τη μεταβατική και πολύπλοκη περίοδο της ύστερης αρχαιότητας, η «Στρατιωτική επιτομή» του οποίου συνιστά τελικά τη «γέφυρα» στον τομέα της μεταξύ των αντίστοιχων κειμένων της κλασικής αρχαιότητας (από τη μία πλευρά) και του μεσαίωνα (από την άλλη).

Ο Γεώργιος Καλαφίκης είναι Διδάκτωρ Βυζαντινής Ιστορίας. Υπηρετεί ως Φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΠΕ 02). Εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Τμήμα Γλωσσολογίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας στη Θεσσαλονίκη (με απόσπαση).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Εκτενέστατος θεματικός κατάλογος με όλες τις σχετικές με την Epitoma rei militaris και τον Vegetius Renatus δημοσιεύσεις (κριτικές εκδόσεις, μεταφράσεις, δευτερεύουσα βιβλιογραφία) μεταξύ των ετών 1981-2015 περιέχεται στο άρθρο του Famerie, É. 2015. «Bibliographie sur l’Epitoma rei militaris de Végèce (1981-2015)», Revue Internationale des Droits de l’Antiquité 62: 207-221.
  2. Χρήσιμη ενίοτε για την αποσαφήνιση δυσνόητων όρων που απαντούν στην επιτομή του Βεγέτιου, όπως π.χ. του πολεμικού σχηματισμού «serra» (δηλ. «πριόνι»), όπως θα διαπιστώσουμε σε επόμενη δημοσίευση.
  3. Κυριότεροι εκπρόσωποι κάθε θεωρίας: Επί Θεοδοσίου Α΄, περί το 385-390: Schenk 1930: 4. – Barnes 1979: 254-257. – Milner 1991: 71-104, 146 κ.ε. – Του ιδίου 21996: xxix, xxxix-xli. – Richardot 1998a: 136-147. Επί Βαλεντινιανού Β΄, στα μέσα της δεκαετίας του 380: Zuckerman 1994: 67-74. Επί Ονωρίου, περ. 400-410: Giuffrida Manmana 1981: 25-56. Επί Θεοδοσίου Β΄, περ. 445-450: Colombo 2012: 278-288. Επί Βαλεντινιανού Γ΄, πριν από το 450: Seeck 1876: 69. – Grosse 1920: 259 κ.ε. – Goffart 1977: 69-88. – Birley 1985: 57-67. – Charles 2007: 55-65. Τέλη 4ου / αρχές 5ου αι.: Allmand 2009: 101, 112. – Branco 2009: 155, 166, 168. – Heuser 2010: 40, 42, 101.
  4. Αντιθέτως η Ρώμη εμφανίζεται σε τρεις περιπτώσεις ακόμη ως απόρθητη. Πρβ. Veg. IV.Praef., 9 και 26. Βλ. Milner 1991: 76-77.
  5. Βλ. αναλυτικά Milner 1991: 71-96, 146 κ.ε. – Του ιδίου 21996: xxxviii-xli.
  6. Χριστοδούλου 2004: 326 και 327 αντίστοιχα. Όπως όμως –ορθά πάλι– συμπεραίνει, η ίδια ανεπάρκεια διαπιστώνεται και στα τακτικά του 6ου αι., μολονότι εντελώς ανεστραμμένη: τότε ήταν οι κάθε είδους αντίπαλοι του Βυζαντινού στρατού που αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τον έφιππο Βυζαντινό πολεμιστή (σ. 327), ο οποίος ήταν άρτια εξοπλισμένος και βαρύτατα θωρακισμένος για τα δεδομένα της εποχής (σ. 328).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α. Εκδόσεις και μεταφράσεις Bεγέτιου

Stelten, L.F. 1990. Flavius Vegetius Renatus, Epitoma Rei Militaris. Edited with an English translation [American University Studies, Series XVII: Classical Languages and Literature 11], New York

Milner, N.P. 21996. Vegetius: Epitome of Military Science. Translated with notes and introduction [Translated Texts for Historians 16], Liverpool

Β. Μελέτες

Allmand, Chr. 2009. «The De Re Militari of Vegetius. How did the Middle Ages treat a Late Roman Text on War», Revista de História das Ideias 30: 101-117

Barnes, T.D. 1979. «The Date of Vegetius», Phoenix 33: 254-257

Birley, E. 1985. «The Dating of Vegetius and the Historia Augusta», στο Bonner Historia Augusta Colloquium (BHAC) 1982-83, Bonn, σ. 57-67 = idem, The Roman Army Papers (1929-1986) [MAVORS IV], Amsterdam 1988, σ. 58-68

Branco, Maria-João 2009. «Vegetius», στο Os Grandes Mestres da Estratégia: estudos sobre o poder da guerra e da paz, eds. Ana Paula Garcêz – G. Oliveira Martins, Coimbra, σ. 153-188

Carley, L.K. 1962. The Anglo-Norman Vegetius. A Thirteenth Century Translation of the “De Re Militari” of Flavius Vegetius Renatus, ed. with Introduction, Notes, and Glossary, Ph.D. thesis, University of Nottingham

Charles, M.B. 2007. Vegetius in Context: Establishing the Date of the Epitoma Rei Militaris [Historia Einzelschriften 194], Stuttgart

Χριστοδούλου, Δ.Ν. 2004. «Τα Βυζαντινά Τακτικά κατά τον 6ο αι. μ.Χ. Θεωρία και Πράξη», Εγνατία 8: 323-338

Colombo, Μ. 2012. «La datazione dell’Epitoma Rei Militaris e le genesi dell’esercito tardoromano. La politica militare di Teodosio I, Veg. R. Mil. 1.20.2-5 e Teodosio II», Ancient Society 42: 255-292

Giuffrida Manmana, C. 1981. «Per una datazione dell’Epitoma rei militaris di Vegezio: politica e propaganda nell età di Onorio», Siculorum Gymnasium XXXIV: 25-56

Goffart, W. 1977. «The Date and Purpose of Vegetius’ ‘De Re Militari’», Traditio 33: 64-100

Gordon, C.D. 1974. «Vegetius and His Proposed Reforms of the Army», στο Polis and Imperium. Studies in Honour of E. T. Salmon, Toronto, σ. 35-58

Grosse, R. 1920. Römische Militärgeschichte von Gallienus bis zum Beginn der byzantinischen Themenverfassung, Berlin

Heuser, Beatrice 2010. The Evolution of Strategy. Thinking War from Antiquity to the Present, Cambridge

Milner, N.P. 1991. Vegetius and the Anonymus De Rebus Bellicis, Ph.D. thesis, University of Oxford

Reeve, M.D. 2000. «Τhe Transmission of Vegetius’s Epitoma Rei Militaris», Aevum 74: 243-354

Richardot, Ph. 1998a. «La datation du Re Militari de Végèce», Latomus 571: 136-147

Richardot, Ph. 1998b. Végèce et la culture militaire au Moyen Âge (Ve-XVe siècles), Paris

Richardot, Ph. 2003. «La tradition moderne du De re militari de Végèce (XVe-XVIIIe siècles)», στο Hommages à Carl Deroux, V: Christianisme et Moyen Âge, Néo-latin et survivance de la latinité, éd. P. Defosse, Brussels, σ. 537-544

Sander, E. 1932. «Die Hauptquellen der Bücher I-III der Epitoma rei militaris des Vegetius», Philologus 87: 369-375

Schenk, D. 1930. Flavius Vegetius Renatus: Die Quellen der Epitoma rei militaris [Klio: Beiträge zur alten Geschichte 22], Leipzig

Seeck, O. 1876. «Die Zeit des Vegetius», Hermes XI1: 61-83

Shrader, C.R. 1979. «Handlist of Extant Manuscripts Containing the De Re Militari of Flavius Vegetius Renatus», Scriptorium 332: 280-305

Whately, C. 2013. «War in Late Antiquity: Secondary Works, Literary Sources and Material Evidence», στο War and Warfare in Late Antiquity. Current Perspectives, eds. A. Sarantis – N. Christie [Late Antique Archaeology 8.1], Leiden, σ. 101-151

Zuckerman, C. 1994. «Sur la date du traité militaire de Végèce et son destinataire Valentinien II», Scripta Classica Israelica 13 : 67-74

 

Νικόλαος Ιντζεσίλογλου: Οικουμενικός Πατριάρχης και Οθωμανική Αυτοκρατορία: Τρία προς συζήτηση θέματα

Νικόλαος Ιντζεσίλογλου

Οικουμενικός Πατριάρχης και Οθωμανική Αυτοκρατορία:

Τρία προς συζήτηση θέματα

 

Στο άρθρο αυτό γίνεται προσπάθεια σκιαγράφησης των τρόπων με τους οποίους πολιτεύθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σχετικά με τρία θέματα που προκάλεσαν συζητήσεις και πάνω στα οποία διατυπώθηκαν αποκλίνουσες απόψεις. Η προσπάθεια αυτή περιλαμβάνει τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος γίνεται αναφορά στη σχέση μεταξύ Μεχμέτ Β΄ του Πορθητή και του Γεώργιου Σχολάριου-Γενάδιου, πρώτου Οικουμενικού Πατριάρχη μετά την κατάληψη της Πόλης από τους Οθωμανούς. Στο δεύτερο μέρος δίνεται μια εξήγηση της στάσης του εθνομάρτυρα Γρηγορίου Ε΄ απέναντι στην ελληνική επανάσταση του 1821. Τέλος, στο τρίτο μέρος γίνεται αναφορά σε τρία διαφορετικά σχέδια Ανάστασης του Γένους κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με ιδιαίτερη έμφαση στο σχέδιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η σχέση του Γ. Σχολάριου-Γεννάδιου με τον Μεχμέτ B΄ τον Πορθητή

Κάποιοι θεωρώ ότι παρερμηνεύουν μια φράση που αποδίδεται στον Γεώργιο Γεννάδιο-Σχολάριο (περίπου 1400 – 1473), και επαναλαμβάνουν κάποιες κριτικές και ανυπόστατες κατηγορίες ενάντια σ’ αυτόν που υπήρξε ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση.

Κατ’ αρχήν και προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, πρέπει να δώσουμε με συντομία το ιστορικό περίγραμμα της εποχής λίγο πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Εκατό περίπου χρόνια πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Οθωμανοί είχαν περάσει στην Ευρώπη και έκαναν εν τω μεταξύ πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας τους την Αδριανούπολη, ενώ η Κωνσταντινούπολη ήταν μια απομονωμένη πόλη, τουλάχιστον από την ξηρά.

Ο Πατριάρχης Γεώργιος Σχολάριος-Γεννάδιος.

Η επιρροή που ασκούσε ο Γεννάδιος πάνω στον Μεχμέτ Β΄τον Πορθητή (Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ, 1432 – 1481) είχε αρχίσει πολύ πριν την άλωση. Ο Γεννάδιος και ο Μεχμέτ, που παρά το νεαρό της ηλικίας του (μόλις σε ηλικία 21 ετών κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη) ήταν πολύ μορφωμένος, ιδιαίτερα ευφυής, πολύγλωσσος και γνώστης των ομηρικών επών, και ιδιαίτερα της Ιλιάδας (θαύμαζε από την Ιλιάδα κυρίως τον Αχιλλέα και εκτός Ιλιάδας τον Μεγαλέξανδρο), είχαν πριν την άλωση αλληλογραφία επί θεολογικών και φιλοσοφικών θεμάτων.

Αυτές οι σχέσεις και ανταλλαγές απόψεων επί θεολογικών και φιλοσοφικών θεμάτων ήταν κάτι το συνηθισμένο μεταξύ διανοουμένων την εποχή εκείνη. Ειρήσθω μάλιστα εν παρόδω ότι ο μεγάλος Έλληνας πλατωνιστής φιλόσοφος Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός (φιλοσοφικός αντίπαλος του Γενναδίου, ο οποίος ήταν αριστοτελιστής) είχε μεταβεί για «μεταπτυχιακές» πλατωνικές σπουδές από την Κωνσταντινούπολη στο Πανεπιστήμιο της Αδριανουπόλεως, που ήταν τότε η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Όσον αφορά τη σχέση Γενναδίου και Μεχμέτ,  λέγεται ότι ο Μεχμέτ (του οποίου η τροφός του ήταν χριστιανή) ζήτησε από τον Γεννάδιο να τον βαπτίσει χριστιανό, αλλά ο Γεννάδιος αρνήθηκε, διότι ο Μεχμέτ δεν θεωρούσε ως αμάρτημα την παιδεραστία, αλλά ως μια φυσιολογική έκφραση και ικανοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας.

Μετά την άλωση, ο Μεχμέτ έψαξε να βρει τον Γεννάδιο, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε γίνει μοναχός, για να τον κάνει Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Γεννάδιος όμως κρυβόταν και απόφευγε να συναντήσει τον Μεχμέτ. Τελικά, ο Γεννάδιος-Σχολάριος συνελήφθη και οδηγήθηκε στον Μεχμέτ Β΄τον Πορθητή. Και βέβαια ο Μεχμέτ δεν ήθελε να κάνει Πατριάρχη τον Γεννάδιο μόνο και μόνο διότι τελούσε υπό την πνευματική επιρροή αυτού του τελευταίου, αλλά και διότι αυτό συνέφερε και στον ίδιο τον Μεχμέτ, από πολιτική άποψη. Πράγματι, προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε διάθεση ή πρόθεση του Πάπα να οργανώσει τυχόν επέμβαση στην Κωνσταντινούπολη εκ μέρους της δυτικής Ευρώπης, προφανώς συνέφερε από πολιτική άποψη στον Μεχμέτ να καταργήσει τον παπικό πατριάρχη που είχαν εγκαταστήσει οι Παλαιολόγοι (και τον οποίο δεν τον ήθελε ούτε ο λαός της Κωνσταντινούπολης, που ήταν καθολικά ανθενωτικός και αντι-Παπικός) και να εγκαταστήσει έναν Πατριάρχη ανθενωτικό, όπως ο Γεννάδιος, που ήταν φημισμένος διανοούμενος και ηγετική μορφή των ανθενωτικών, την εποχή εκείνη (είχε διαδεχθεί τον Μάρκο τον Ευγενικό στο κίνημα των ανθενωτικών, μετά τον θάνατο αυτού του τελευταίου).

Μεχμέτ Β΄ ο Πορθητής.

Το θέμα των προνομίων, που δόθηκαν στον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης και στην Εκκλησία σχετίζεται με τη δομή της οργάνωσης της Αυτοκρατορίας σε Μιλλέτ που εμπνεύστηκε και εφάρμοσε με επιτυχία ο Μεχμέτ. Αυτά τα προνόμια της Εκκλησίας (και όχι μόνο βέβαια) συνέβαλαν αποφασιστικά στην επιβίωση και διατήρηση της ταυτότητας του γένους στα δύσκολα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Τέλος, όσον αφορά τη φράση που αποδίδεται στον Γεννάδιο «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι Έλλην» δεν πρέπει να την παρερμηνεύουμε και να διαστρέφουμε το νόημά της. Το Έλλην σε αντιπαράθεση προς το Χριστιανός σημαίνει παγανιστής εθνικός, και ο Γεννάδιος με τη φράση αυτή ασκεί κριτική στον πλατωνιστή Γεώργιο Πλήθωνα-Γεμιστό όχι ως εθνικά Έλληνα στο γένος, αλλ’ ως νεοπαγανιστή (περίπου κάτι σαν τον αυτοκράτορα Ιουλιανό τον λεγόμενο και παραβάτη). Έτσι η φράση: «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι Έλλην», ορθά εννοούμενη, σημαίνει: «Είμαι Χριστιανός. Δεν είμαι νεοπαγανιστής όπως ο Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός».

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος Ε΄ και η ελληνική επανάσταση του 1821.

Όταν ο Σουλτάνος πληροφορήθηκε ότι στη Μολδοβλαχία ξέσπασε επανάσταση από Έλληνες με αρχηγό έναν αξιωματικό του Ρωσικού στρατού (τον Αλέξανδρο Υψηλάντη) και μάλιστα της προσωπικής φρουράς του Τσάρου, εξοργίστηκε σφόδρα, διότι θεώρησε την όλη κατάσταση ως προδοσία κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου, υποκινούμενη από μια εχθρική δύναμη (τη Ρωσία). Για τον λόγο τούτο θέλησε να κηρύξει το μικρό Τζιχάντ (ιερό πόλεμο), δηλαδή να σφάξει όλους τους «απίστους». Προκειμένου όμως να εφαρμόσει μια τέτοια φοβερή απόφαση, έπρεπε ο Σουλτάνος να έχει και τη σύμφωνη γνώμη του Σελιχουλισλάμ (θρησκευτικού ηγέτη των Μουσουλμάνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Χαλιφάτου). Κάλεσε, λοιπόν, ο Σουλτάνος τον Σελιχουλισλάμ, του ανάγγειλε την απόφασή του και ζήτησε τη σύμφωνη γνώμη του. Ο Σελιχουλισλάμ ζήτησε μια διορία για να σκεφτεί και ειδοποίησε αμέσως τον Πατριάρχη για το τι πρόκειται να συμβεί, στέλνοντας το μήνυμα: «κάνε κάτι γιατί θα σας σφάξει όλους».

Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄.

Ο Πατριάρχης, προκειμένου να σώσει το ποίμνιό του αποκήρυξε την επανάσταση και αφόρισε τους επαναστάτες. Έτσι ο Πατριάρχης έδωσε τη δυνατότητα στον Σελιχουλισλάμ να μη δώσει τη σύμφωνη γνώμη που απαιτούσε ο Σουλτάνος. Κι έτσι δεν κηρύχθηκε Τζιχάντ (ιερός πόλεμος) και αποτράπηκε η σφαγή των Χριστιανών. Ο Σουλτάνος, όμως, που αντιλήφθηκε τη συμπαιγνία των δύο θρησκευτικών ηγετών, τους σκότωσε και τους δύο. Και τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ και τον Σελιχουλισλάμ. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια!

Δικαίως, επομένως, ο Γρηγόριος Ε΄, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αναγνωρίστηκε ως εθνομάρτυρας, και πολύ σωστά η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο τιμώντας την μνήμη του στις 10 Απριλίου, ημέρα του απαγχονισμού του.

Και οι δύσκολοι καιροί για Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως παραμένουν διαχρονικά (λιγότερο ή περισσότερο) δύσκολοι. Και για τον πρόσθετο τούτο λόγο απαιτείται διαχρονικά η προς αυτούς αμέριστη συμπαράστασή μας, ανεξαρτήτως προσώπων και πολιτικών τοποθετήσεων και επιλογών!

Τα σχέδια για την Ανάσταση του Γένους

Για την Ανάσταση του Γένους υπήρχαν διάφορες προτάσεις και σχέδια κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υπήρχε, π.χ., το σχέδιο του Ρήγα, το σχέδιο του Πατριαρχείου και το σχέδιο, αργότερα, της Φιλικής Εταιρείας. Τα δύο πρώτα σχέδια δεν προέβλεπαν διάσπαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επομένως δεν προέβλεπαν δημιουργία εθνικών Κρατών, αλλά εκ των έσω μετάλλαξη της συνολικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ρήγας Βελεστινλής.

Ειδικότερα το Πατριαρχικό σχέδιο προέβλεπε, κατ’ αναλογία της μετατροπής της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από λατινο-ειδωλολατρική σε ελληνο-χριστιανική (βλέπε Βυζαντινή) Αυτοκρατορία, την αντίστοιχη μετατροπή-μετάλλαξη ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέσω της διαρκούς και προοδευτικής (με υπομονή και επιμονή) βελτίωσης της κοινωνικής θέσης των χριστιανών Ρωμιών και προώθησής τους σε καίριες θέσεις με κοινωνική επιρροή. Το σχέδιο αυτό γνώρισε σχετική επιτυχία όσον αφορά τους τομείς της οικονομίας, της εκπαίδευσης και εν μέρει της διοίκησης. Δεν επιτεύχθηκε η διείσδυση στο στρατό, όπου τελικώς επικράτησαν οι εθνικιστέςΝεότουρκοι.

Το πανευρωπαϊκό και παναμερικανικό κύμα της εθνικής ιδεολογίας που χαρακτηρίζει κυρίως τον 19ο αιώνα και του εθνικισμού στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, σάρωσε και εξουδετέρωσε κάθε πολυεθνικό αυτοκρατορικό σχεδιασμό. Έτσι, το σχέδιο που πραγματοποιήθηκε ήταν εκείνο της Φιλικής Εταιρείας, που ανταποκρινόταν στο αίτημα του σχηματισμού εθνικού Κράτους. Βέβαια για να κερδηθεί η υπόθεση της δημιουργίας εθνικού Κράτους, χρειάστηκαν όχι μόνο το σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας και οι αγώνες και ηρωικές θυσίες των Ελλήνων, αλλά και η στρατιωτική επέμβαση των τριών μεγάλων δυνάμεων της εποχής (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας) ιδίως με τη ναυμαχία του Ναυαρίνου και τη νίκη επί του Αιγυπτο-οθωμανικού στόλου, καθώς επίσης και με την αποβίβαση για εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο χιλιάδων Γάλλων στρατιωτών υπό τον στρατηγό Maison.  Επρόκειτο για μια στρατιωτική νίκη, που έκανε τον σπουδαίο ήρωα του απελευθερωτικού αγώνα  και διορατικότατο πολιτικά Θεόδωρο Κολοκοτρώνη να πει μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου¨ «Κερδίσαμε τον πόλεμο και χάσαμε την ανεξαρτησία!»

Πάντως, ακόμη και στις αρχές του 20ου αιώνα δεν είχε σβήσει εντελώς, σε ορισμένους ελληνικούς κύκλους (βλέπε, π.χ., τη συνωμοτική οργάνωση Κωνσταντινούπολης των Ίωνα Δραγούμη και Σουλιώτη) η ιδέα της κυριαρχίας της Ρωμιοσύνης εντός μιας πολυεθνικής αυτοκρατορικής δομής (κυρίως εντός του μικρασιατικού υπόλοιπου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), ως μόνης ικανής να αντιπαρατεθεί δια της ισχύος στον ιμπεριαλισμό κυρίως των Γάλλων και των Βρετανών, οι οποίοι διψούσαν για επικράτηση και κυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή (βλέπε γεωστρατηγικά σημαντικές θέσεις και πλούσιες ενεργειακές πηγές).

Ο Νικόλαος Ιντζεσίλογλου είναι Ομότιμος Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Δικαίου, ΑΠΘ

Βασίλης Βουγιούκας: Η Χίος στη μετακατοχική περίοδο και η πορεία προς την εμφύλια σύγκρουση

Βασίλης Βουγιούκας

Η Χίος στη μετακατοχική περίοδο και η πορεία προς την εμφύλια σύγκρουση

Με το παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί η, εν συντομία, περιγραφή της περιόδου από την απελευθέρωση της Χίου από τους Γερμανούς έως και την ολιγοήμερη εμφύλια σύγκρουση το 1948, μέσω της ανασκόπησης των γεγονότων – σταθμών και της πορείας της τοπικής Αριστεράς με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, που τη διαχωρίζουν από τα υπόλοιπα παραδείγματα του Ελλαδικού χώρου, λόγω της στάσης της ηγεσίας του τοπικού εαμικού κινήματος που επιμένει σε μια γραμμή συμφιλίωσης μέχρι και τις αρχές του 1948.

Η Χίος γεωγραφικά χωρίζεται σε τρείς ζώνες. Κεντρικά, με τοποθέτηση προς τα παράλια της Μικράς Ασίας, βρίσκεται η Χώρα, το διοικητικό και οικονομικό κέντρο του νησιού. Κοντά στη Χώρα βρίσκεται ο Κάμπος όπου υπάρχει εντατική καλλιέργεια εσπεριδοειδών.

Η νότια Χίος χαρακτηρίζεται από ομαλό τοπίο με λόφους ή χαμηλά βουνά και μικρές πεδιάδες, όπου ευδοκιμεί ο ήμερος σκίνος από τον οποίο παράγεται η μαστίχα[1].

Στο βόρειο τμήμα του νησιού ξεκινούν οι μεγάλες οροσειρές με άγονο και τραχύ έδαφος. Τα Βορειόχωρα διαχρονικά παρουσιάζουν μικρές πληθυσμιακές συγκεντρώσεις, κυρίως ποιμένων, με εξαίρεση την κωμόπολη των Καρδαμύλων που αριθμούσε περί τους 7.500 κατοίκους στις αρχές του 20ου αιώνα, ναυτικούς ως επί το πλείστον, που δημιουργούσαν μία οικονομία βασισμένη στην εισροή συναλλάγματος[2].

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ αναφορικά με τις πολιτικές επιρροές στον εκλογικό χάρτη της Χίου, από την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό της Ελλάδας μέχρι και τη δικτατορία του Μεταξά. Σε αυτά τα στοιχεία, και στις περισσότερες εκ των αναμετρήσεων επικρατούσαν υποψήφιοι που προέρχονταν από τον πολιτικό χώρο των Φιλελευθέρων[3].

Ο χώρος της Νότιας Χίου εμφάνιζε διαχρονικά τις πλέον συντηρητικές επιλογές ψήφου. Στον ίδιο αυτό γεωγραφικό χώρο εμφανίστηκαν στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 και οι πρώτες ψήφοι προς υποψηφίους της Αριστεράς από τους μικροκαλλιεργητές και τους εργάτες γης που απασχολούνταν στην παραγωγή εσπεριδοειδών και μαστίχας. Τα Καρδάμυλα, επίσης, λόγω του ναυτεργατικού στοιχείου και το εκλογικό τμήμα της Χώρας, όπου βρίσκονταν προσφυγικοί συνοικισμοί, έδιναν ψήφους στον εκάστοτε Αριστερό υποψήφιο[4].

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, η δημιουργία των αντιστασιακών οργανώσεων, η συνένωσή τους και η ένταξή τους στο ΕΑΜ δημιούργησαν όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που ήταν απαραίτητες για να αποκτήσει η οργάνωση τη μεγαλύτερη δυνατή αποδοχή σε ένα ευρύ φάσμα της Χιώτικης κοινωνίας.

Χίος,1943: Από αριστερά πάνω. Ξενοφών Περδίκης, Μάρω Κατσόγιαννου και ο φιλόλογος Μιχάλης Βατάκης που εκτελέσθηκε στις 20.8.1948 που με τον ποιητή Φώτη Αγγουλέ εξέδιδαν τον παράνομο τύπο, αρχείο Βύρωνα Κατσόγιαννου

Οι δράσεις κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους διενεργούνταν εντός συγκεκριμένου πλαισίου με κατευθυντήριες γραμμές από το συμμαχικό στρατηγείο Μέσης Ανατολής, πολλές φορές σε συνεργασία με απεσταλμένους αξιωματικούς και κυρίως τον Ιάσωνα Καλαμπόκα και αφορούσαν σε οργανώσεις δολιοφθορών, φυγαδεύσεις σημαντικών προσώπων, αναγνωρίσεις θέσεων και δυνατοτήτων των γερμανικών στρατευμάτων, καθώς και μεμονωμένες εκτελέσεις συνεργατών[5]. Ευτύχημα για τη Χίο αποτέλεσε η μη ύπαρξη Ταγμάτων Ασφαλείας.

Η ημέρα της απελευθέρωσης βρήκε τα στελέχη του τοπικού ΕΑΜ να έχουν ήδη αναπτύξει, διαρθρώσει και εδραιώσει τις δομές της οργάνωσης στη Χιώτικη κοινωνία ούτως ώστε η μετάβαση της εξουσίας να γίνει με απόλυτα ειρηνικό τρόπο και με πρωταρχικό στόχο την ταχύτερη δυνατή επιστροφή στην προπολεμική κανονικότητα[6]. Η ηγεσία του ΕΑΜ Χίου είχε ήδη σχέδιο άσκησης εξουσίας. Κατέβαλε δε δια των οργανώσεων και των στελεχών, κάθε δυνατή προσπάθεια για την επανεκκίνηση της τοπικής κοινωνίας και οικονομίας στην κατεύθυνση της αποκατάστασης των ρυθμών της ζωής στο νησί. Γίνονταν δε προσπάθειες να ενεργοποιηθούν, συλλογικά, όλες ανεξαιρέτως, κατά το μέτρο του δυνατού, οι πληθυσμιακές ομάδες χωρίς ταξικούς, πολιτικούς ή άλλου είδους αποκλεισμούς[7].

Ελευθέρα Χίος Σεπτέμβρης 1944 Η εφημερίδα αυτή κυκλοφόρησε για λίγο καιρό από τους υπεύθυνους έκδοσης εντύπων που συνεργάζονταν με τις αρχές Κατοχής, όμως σε αυτή τη φάση αποδίδει το κλίμα που επικρατεί κατά την απελευθέρωση και κατά την υποδοχή του Γενικού Διοικητή.

Η τάξη και η ηρεμία που επικράτησαν κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών για την αποτίναξη του γερμανικού ζυγού ήταν παροιμιώδεις, κάτι στο οποίο η Αριστερά είχε δώσει ιδιαίτερο βάρος, περιφρουρώντας τις εκδηλώσεις και προσπαθώντας να μην υπάρξουν φαινόμενα αντεκδίκησης και μίσους προς τα προδοτικά στοιχεία[8].

Λίγες μέρες μετά την απελευθέρωση έφτασε στο νησί ο απεσταλμένος της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Γενικός Διοικητής Νήσων Αιγαίου Γεώργιος Μπουρδάρας, στον οποίο η τοπική Αριστερά παρέδωσε άμεσα την εξουσία, καθώς τα ηγετικά στελέχη της ήταν ταγμένα στην επίτευξη της συνεργασίας, μιας και θεωρούσαν τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης ως εκείνη την αρχή, που θα εργαζόταν στην κατεύθυνση της επαναφοράς της ζωής στους αρχικούς ρυθμούς, της τιμωρίας των συνεργατών των γερμανών, της αποκατάστασης της δικαιοσύνης και της ισοπολιτείας, της επίλυσης των ζητημάτων της εκπαίδευσης, του επισιτισμού κ.λπ., με απώτερο σκοπό να φτάσει η χώρα στις εκλογές που προβλέπονταν και οι οποίες θα ανεδείκνυαν μια εξουσία που θα εκπορευόταν από το Λαό. Ο Γενικός Διοικητής, γνωρίζοντας και το προσωρινό της θέσεώς του, απέφευγε να λάβει δραστικά μέτρα, αρκούμενος στην αποποίηση των ευθυνών που ήταν συνεπακόλουθες της θέσεώς του, μεταθέτοντας τα κέντρα λήψης αποφάσεων στην κυβέρνηση Καΐρου[9].

Χίος, γενική άποψη του λιμένα.

Στις 18 Νοεμβρίου έφτασε στο νησί ο Σ. Σταματιάδης για να αντικαταστήσει τον εαμίτη Νομάρχη Χίου, Νίκο Κουράση, που συνέχιζε να εκτελεί τα καθήκοντά του με εντολή του Γενικού Διοικητή. Το ΕΑΜ δια των εντύπων του καλωσόριζε τον εκάστοτε απεσταλμένο, κάτι που αποτελούσε πάγια τακτική, μιας και επιζητούσε την καλύτερη δυνατή συνεργασία με τις αρχές. Ο Νομάρχης μάλιστα παραχώρησε συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, σε αρθρογράφο της εφημερίδας Εμπρός, επισήμου οργάνου του ΚΚΕ Χίου, λίγες μόλις μέρες μετά την άφιξή του, στην οποία, μεταξύ άλλων, δήλωνε αλληλέγγυος σε συνεργασία του τοπικού ΕΑΜ με τη νομαρχία και το ΕΑΜ Μυτιλήνης για την ανταλλαγή αγαθών και προϊόντων[10].

Το μήνα Δεκέμβριο του 1944 άρχισαν να φτάνουν στη Χίο οι πρώτες ειδήσεις από τα γεγονότα των Αθηνών, κάτι που προκάλεσε αίσθηση και ένταση στο νησί. Οι οργανώσεις της Αριστεράς διοργάνωναν καθημερινά απεργίες και συλλαλητήρια για να δηλώσουν την συμπαράστασή τους στον δοκιμαζόμενο λαό της Αθήνας, ενώ παράλληλα τηρούσαν στάση αναμονής, σε μια προσπάθεια να ανιχνεύσουν τα νέα περιβάλλοντα που δημιουργούνταν. Τα στελέχη των εαμικών οργανώσεων περιφρουρούσαν τις εκδηλώσεις, παρά τις προκλήσεις των σωμάτων ασφαλείας που επιχειρούσαν τη δημιουργία κλίματος έντασης[11].

ΕΜΠΡΟΣ, Όργανο Περιφερειακής Επιτροπής Χίου (ΚΚΕ) αναδημοσιεύονται ειδήσεις από την Αθήνα του Δεκέμβρη του 1944 που αποτελούν προάγγελο των συγκρούσεων και δίνουν μια πρώτη γεύση της στάσης που θα ακολουθήσει η τοπική ηγεσία του ΕΑΜ.

Στην αντίπερα όχθη, κύκλοι αντιεαμικών παρατάξεων άδραξαν την ευκαιρία να εμφανιστούν ως εγγυητές της σταθερότητας, της ομαλότητας και της ειρήνης. Άρθρο της εφημερίδας Η Πρόοδος[12], εφημερίδας που κυκλοφορούσε αδιαλείπτως την περίοδο της Κατοχής εξυμνώντας συχνά σε δημοσιεύματά της τους Γερμανούς, έγραφε ότι η πλειονότητα του Χιακού λαού αποδοκιμάζει τον Εμφύλιο και την ανταρσία του ΕΛΑΣ και το μόνο που μένει είναι η επισημότερη και έμπρακτη επιβεβαίωση της αποδοκιμασίας αυτής. Οι προτροπές αυτού του είδους εγκυμονούσαν τον κίνδυνο επέκτασης των επεισοδίων και στη Χίο[13].

Στα τέλη Δεκεμβρίου έγινε γνωστό ότι στο νησί τελούσαν υπό κράτηση οι εαμίτες ηγέτες της Σάμου, Ζαΐμης και Σοφούλης. Η Αριστερά με πολυμελή αντιπροσωπεία αντέδρασε επιδίδοντας ψήφισμα διαμαρτυρίας στον βρετανό ταξίαρχο στη Χίο, στον Μητροπολίτη Ιωακείμ Στρουμπή και στο Νομάρχη. Οι αρχές, πλην του Μητροπολίτη που είχε εκφραστεί ανοικτά υπέρ του ΕΑΜ, κρατούσαν μάλλον επιφυλακτική στάση και απέφυγαν να πάρουν σαφή θέση[14].

Τον Ιανουάριο του 1945 δημιουργήθηκε στο νησί από τους Σπανούδη και Πυργάρη η Εθνική Οργάνωση Χίου. Ξεκίνησε περισσότερο σαν ένα κέντρο ιδεολογικής κατεύθυνσης και λιγότερο σαν ένας οργανωτικός μηχανισμός πρακτικής εφαρμογής. Το ΚΚΕ Χίου δια των εντύπων του προχώρησε σε δημοσίευση ανακοίνωσης όπου κατήγγελλε την ΕΟΧ για την δράση της και για τους σκοπούς της[15].

Στα μέσα Φεβρουαρίου, και ενώ στην Αθήνα γίνονταν συνομιλίες για την κατάρτιση της συμφωνίας της Βάρκιζας, ο Νομάρχης Χίου έπαψε την εκλεγμένη διοίκηση του Εργατικού Κέντρου Χίου και στη θέση της διόρισε συνδικαλιστές της προτίμησής του[16].

Προς το τέλος του ίδιου μήνα, ο Γενικός Διοικητής αντικαταστάθηκε από την Κυβέρνηση Πλαστήρα, που διόρισε στη θέση αυτή τον Παντελή Ροζάκη. Με την άφιξή του στο νησί δημιουργήθηκε η προσδοκία ότι στα πλαίσια της συμφωνίας ΕΑΜ-Κυβέρνησης επρόκειτο να τεθεί τέρμα στις ανωμαλίες του παρελθόντος[17]. Παρά τις διαβεβαιώσεις Ροζάκη, ο Γραμματέας του ΕΑΜ Αιγαίου συνελήφθη και τα γραφεία του ΕΑΜ επιτάχθηκαν. Οι πράξεις αυτές δεν συνέβαλαν στην ομαλή μετακατοχική πορεία του νησιού, αντιθέτως δημιουργούσαν κλίμα πόλωσης[18].

Τις επόμενες μέρες, δημοσιεύματα του «εθνικόφρονα» Τύπου ανέφεραν την ανεύρεση κρυμμένων όπλων που δεν είχαν παραδοθεί όπως προέβλεπε η συμφωνία της Βάρκιζας. Με αυτό το πρόσχημα ξεκίνησε μια σειρά συλλήψεων. Συγκεκριμένα, στις 27 Μαρτίου ‘45 συνελήφθησαν ηγετικά Εαμικά στελέχη (Κουβελάς, Κατσόγιαννος, Ευαγγελινός και Ψωράκης) χωρίς κάποια κατηγορία, έχοντας ως προφανή σκοπό τον αποκεφαλισμό του κινήματος[19].

Ακολούθησαν συλλαλητήρια με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου που ζητούσε τη δίκαιη μεταχείριση των κρατουμένων την άμεση αποφυλάκισή τους. Το ΕΑΜ βλέποντας την ευρεία συμμετοχή του κόσμου, ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν και αρκετοί που δεν συμφωνούσαν ιδεολογικά με το ΕΑΜ, προέτασσε χείρα συμφιλίωσης απευθυνόμενο σε όλους τους πολιτικούς χώρους του νησιού[20].

Το μήνα Μάιο άρχισαν να φτάνουν στο νησί οι πρώτοι «μεσανατολίτες[21]» από τα στρατόπεδα κράτησης, γεγονός που έδωσε νέα ώθηση και δυναμική στο κίνημα. Τάραξε επίσης όλους τους αντιεαμικούς κύκλους που έβλεπαν τις ισορροπίες να αλλάζουν εις βάρος τους[22].

Στις 8 Ιουνίου 1945, άγνωστοι εισέβαλλαν στα γραφεία του ΕΑΜ Χίου διαπράττοντας καταστροφές και βανδαλισμούς χωρίς οι αρχές να κάνουν το παραμικρό για την προστασία του χώρου. Ο στόχος δεν ήταν η καταστροφή των γραφείων αλλά η δημιουργία κλίματος έντασης ώστε να σχηματιστούν επιτροπές διαμαρτυρίας οι οποίες αργότερα θα κατηγορούνταν για στάση, όπερ και εγένετω, δίνοντας αφορμή για συλλήψεις στις τοπικές αρχές[23].

Μέσα Σεπτέμβρη και τα αποτελέσματα αρχαιρεσιών διάφορων εργατικών σωματείων φανέρωναν τη συντριπτική πλειοψηφία που είχαν οι εκπρόσωποι του ΕΡΓ.Α.Σ[24].

Τον ίδιο μήνα δημοσιεύτηκε η είδηση των καταθέσεων των αξιωματικών του στρατηγείου Μ. Ανατολής Τσιγάντε (30/8/1945) και Παλιατσάρα (18/3/1945) που στην ουσία απενοχοποιούσαν τα στελέχη του τοπικού ΕΑΜ για τις μεμονωμένες εκτελέσεις που έγιναν στο νησί με εντολή της κυβέρνησης Μέσης Ανατολής. Το ζήτημα αποτελούσε μόνιμο πεδίο τριβής και πολλά στελέχη της τοπικής Αριστεράς διώκονταν από τις αρχές με αυτό το πρόσχημα. Οι δύο αξιωματικοί κατέθεσαν ότι το στρατηγείο έκρινε απαραίτητη τη συνεργασία του Ιάσονα Καλαμπόκα με το ΕΑΜ Χίου για την ευόδωση της αποστολής του, ότι οι συνεργάτες των Γερμανών δυσχέραιναν το έργο της συμμαχικής αποστολής και γι’ αυτόν τον λόγο εκτελέστηκαν, πάλι με διαταγή του στρατηγείου.[25].

Ιάσων Καλαμπόκας, ο έφεδρος αξιωματικός από την Αρκαδία, ήρωας της αντίστασης, που εκτελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 1944, λίγες μόλις ημέρες πριν από την απελευθέρωση του νησιού. Δεξιά, ο αδριάντας του στην πόλη της Χίου.

Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η αριστερά δέχεται επιδρομή στα γραφεία του ΕΑΜ σε μια περίοδο που η κυβέρνηση Βούλγαρη διακήρυττε, με αρωγό τις ξένες δυνάμεις, ότι η χώρα είναι έτοιμη για ελεύθερες εκλογές και ότι όλες οι προϋποθέσεις για την επιτυχία αυτών ήταν πια εκπληρωμένες[26].

Το Νοέμβριο, μήνα της κυβερνητικής αλλαγής, οι κατηγορούμενοι για στάση από την 10η/6/1945 έχουν αρχίσει ν’ αποφυλακίζονται. Στις 10 του ιδίου μήνα αποφυλακίζεται ο διατελέσας δήμαρχος Χίου κατά την απελευθέρωση, Απόστολος Αμύγδαλος[27].

Τον ίδιο μήνα φτάνει στο νησί ο Hector MacNeil, υφυπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας. Με άρθρα τους οι εφημερίδες του εαμικού συνασπισμού επισημαίνουν τις πολλές παραφωνίες και ανακολουθίες που παρουσιάζονται στην εκτέλεση του προγράμματος της κυβέρνησης Κανελλόπουλου.

Μια συμπλοκή λαμβάνει χώρα, σ’ ένα καφενείο, στο Κάστρο της Χίου, το βράδυ της Τρίτης 20 Νοεμβρίου, με αποτέλεσμα οι θαμώνες του καφενείου που αμύνθηκαν σε επίθεση «αγνώστων» να συλληφθούν. Ήταν η πρώτη σοβαρή εκδήλωση ενάντια στην ησυχία του νησιού με στόχο την κάμψη του φρονήματος των επαναπατρισθέντων «μεσανατολιτών»[28].

Το 1946 ξεκίνησε με τις χειρότερες προϋποθέσεις. Το σοβαρότερο από τη σειρά τέτοιων γεγονότων ξεκίνησε στον προσφυγικό συνοικισμό του Βαρβασίου στις 13 Ιανουαρίου 1946. Οι χωροφύλακες Ζορμπάς, Παντελίδης και Πατσέλης, οι οποίοι εμπλέκονταν στα περισσότερα επεισόδια κατά της Αριστεράς, επιτέθηκαν σε ομάδα πολιτών που τραγουδούσε «δημοκρατικά αντιφασιστικά τραγούδια». Όταν οι συλληφθέντες ζήτησαν να μάθουν το λόγο της προσαγωγής τους οι χωροφύλακες άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα για εκφοβισμό. Κάτοικοι του συνοικισμού κινήθηκαν εναντίον τους με φωνές και γιουχαρίσματα[29].

Ο προσφυγικός αυτός συνοικισμός στην πρωτεύουσα του νησιού, ήταν εστία ζυμώσεων και έντασης, λόγω του μεγάλου αριθμού επαναπατρισθέντων μεσανατολιτών και της Αριστερής πλειοψηφίας των κατοίκων του.

Στις 17 Ιανουαρίου η βία της Χωροφυλακής, που όλες αυτές τις μέρες κλιμακωνόταν, κορυφώθηκε. Το πρώτο αίμα αθώων πολιτών χύθηκε στη Χίο με δράστη το χωροφύλακα Παντελίδη, ο οποίος πυροβόλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος και σκότωσε δύο νέους μόνο και μόνο γιατί τραγουδούσαν[30]. Η καταδίκη του γεγονότος υπήρξε ομόφωνη από όλες τις πλευρές και η προσέλευση του κόσμου στην κηδεία των θυμάτων αθρόα, όμως δεν έγινε κανένα ουσιαστικό βήμα προς την ομαλότητα στο νησί. Παρά την πληθώρα αυτοπτών μαρτύρων η διερεύνηση του συμβάντος καθυστερούσε με τις δικαστικές αρχές να κινούνται εξαιρετικά αργά και μάλλον αμήχανα.

Ο δράστης και οι λοιποί χωροφύλακες που ήταν μαζί του, αν και κρίθηκαν απολυτέοι, ποτέ δεν απολύθηκαν και συνέχισαν το τρομοκρατικό τους έργο. Η χωροφυλακή σε μία προσπάθεια να στρέψει αλλού την προσοχή έσπευδε να κατηγορήσει το ΕΑΜ ότι προετοιμάζει ταραχές[31].

Στις 25 Ιανουαρίου 1946 αντικαταστάθηκε ο Νομάρχης Σταματιάδης και τη θέση του πήρε ο Αλέξανδρος Κεντούρης. Το ΕΑΜ τον υποδέχθηκε με τα καθιερωμένα ευχολόγια. Σε δηλώσεις του, ο νέος Νομάρχης, υποστήριζε ότι θα σταθεί πάνω από κόμματα και πως φιλοδοξούσε να αποκαταστήσει την ισοπολιτεία στο νησί[32].

Την ίδια περίοδο δημοσιεύτηκε η απόφαση για αποχή του συνασπισμού κομμάτων του ΕΑΜ από τις εκλογές. Ανταποκριτής του Εμπρός από την Αθήνα ενημέρωνε το χιακό κοινό ότι «Ο Συνασπισμός του ΕΑΜ σε διακοίνωσή του τονίζει ότι η Κυβερνητική διαβεβαίωση για επαλήθευση των εκλογικών καταλόγων ύστερα από την οποία το ΕΑΜ διέκοψε την αποχή, δεν εξεπληρώθη. Ο Νόμος για την επαλήθευση δεν εδημοσιεύθη γιατί ο Αντιβασιλεύς παρά τις τροποποιήσεις τις οποίες εκβιαστικά πέτυχε αρνείται να τον υπογράψει, δίνοντας έτσι μια ολοφάνερη πρόσθετη απόδειξη της συνεργασίας του με τα μοναρχοφασιστικά κόμματα. Ακόμα η αστυνομία, η χωροφυλακή, τα επισιτιστικά γραφεία, το υπουργείο Εσωτερικών παρεμποδίζουν συστηματικά την εγγραφή των πολιτών στους εκλογικούς καταλόγους. Η τρομοκρατία δεν εμειώθη. Αντίθετα πήρε μεγαλύτερη έκταση και ένταση». Ο ανταποκριτής σημείωνε ότι η συμμετοχή θα κριθεί από το εάν θα πραγματοποιηθούν οι προϋποθέσεις εκείνες που θα συντελέσουν στη σύνταξη πραγματικά γνησίων καταλόγων και στη διεξαγωγή ελευθέρων, γνησίων και αδιάβλητων εκλογών[33]

Ακολούθησαν οι εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 που ήταν οι πρώτες μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος από τη Γερμανική Κατοχή. Οι εκλογές αυτές διεξήχθησαν σε εξαιρετικά τεταμένο κλίμα καθώς είχαν προηγηθεί τα «Δεκεμβριανά», η συμφωνία της Βάρκιζας και ήδη είχαν δημιουργηθεί ένοπλοι πυρήνες διωκόμενων Αριστερών.

Οι εκλογές της 31ης Μαρτίου χαρακτηρίστηκαν από ένταση και πόλωση. Η αποχή στο νησί ήταν πολύ μεγάλη, συνέπεια όχι μόνο της στάσεως του ΕΑΜ άλλα και της ελλιπούς συμπλήρωσης των εκλογικών καταλόγων. Από τους πέντε αντιπροσώπους που έστελνε η Χίος στην ελληνική Βουλή εξελέγησαν, τρεις από την «Ηνωμένη Παράταξη Εθνικοφρόνων», ένας από την «Εθνική Πολιτική Ένωση» και ένας από το «Κόμμα των Φιλελευθέρων».

Σε αυτές τις εκλογές, με καταγεγραμμένο πληθυσμό 83.202, ψήφισαν συνολικά στη Χίο 10.932. Η Ηνωμένη Παράταξη Εθνικοφρόνων έλαβε 6.847 ψήφους (Καρούσος 5.581, Πολεμίδης 3.561 και Ζολώτας 2.068) ο συνδυασμός της Πολιτικής Ενώσεως 2.064 ψήφους (Ασπιώτης 978, Χανιώτης 698, Μπουρνιάς 655) και ο συνδυασμός του κόμματος Φιλελευθέρων 1.610 ψήφους (Ροζάκης 1.610). Εξελέγησαν οι Πολεμίδης Ζολώτας και Καρούσος από την πρώτη κατανομή και από τη δεύτερη οι Ασπιώτης και Ροζάκης.

Λίγο καιρό μετά τις εκλογές της 31ης Μαρτίου ο Νομάρχης αντικαταστάθηκε εκ νέου και τη θέση του πήρε ο Αντώνιος Σβώκος. Η άφιξή του σε συνδυασμό με την τοποθέτηση του, γνωστού για τα αντιεαμικά του φρονήματα, Παντελεήμονα Φωστείνη ως Μητροπολίτη Χίου υπήρξε καθοριστική στην πορεία της εξώθησης των εαμιτών στα άκρα καθώς οι πιέσεις προς τις οργανώσεις της Αριστεράς αύξαναν δραματικά.

Το Σεπτέμβριο του 1946 διεξήχθη το δημοψήφισμα για το πολιτειακό, με το 55% των ψηφοφόρων στη Χίο να ζητά την επιστροφή του βασιλιά[34].

Παρά τα όσα ελάμβαναν χώρα εναντίον των Αριστερών οργανώσεων στη Χίο η Διακομματική του ΕΑΜ εξακολουθούσε να κάνει έκκληση για συμφιλίωση και επιζητούσε την ειρηνική συνύπαρξη με κάθε μέσο. Έτσι, μετά και από την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν, ο Γραμματέας της οργάνωσης Ανδρέας Λοΐζος, μαζί με τον Σιδερή Κουβελά επισκέφθηκαν εκπροσώπους του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του Λαϊκού Κόμματος και του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Τόσο από τις διπλωματικές απαντήσεις που έλαβαν κατά την πρώτη αυτή επίσημη συνάντηση, όσο και από τη συνέχεια που δόθηκε σ’ αυτές τις συναντήσεις, εύκολα διαπιστώνεται ευγενική απροθυμία για μια σοβαρή και υπεύθυνη αντιμετώπιση των ανοικτών ζητημάτων που υπήρχαν στη Χίο[35].

Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς ηθικής και οικονομικής εξάντλησης των Εαμιτών ήταν οι αλλεπάλληλες μηνύσεις και δίκες. Ο πλέον πρόσφορος νόμος ήταν ο 5060 περί Τύπου, με τις καταδικαστικές αποφάσεις και τις ποινές να αυστηροποιούνται ιδιαιτέρως μετά την υιοθέτηση του Γ’ ψηφίσματος. Συχνά οι δίκες αυτές αναβάλλονταν λόγω μη προσέλευσης των μαρτύρων κατηγορίας με συνεπακόλουθο την παρατεινόμενη κράτηση των κατηγορουμένων.

Στις 25 Αυγούστου ο Κώστας Παππάς, υπεύθυνος της εφημερίδας του ΕΑΜ Πρωτοπόρος συνελήφθη για πολλοστή φορά. Όμως η σύλληψή του ήταν ο προάγγελος μιας γενικότερης κινητοποίησης. Δύο μέρες μετά ο Πρωτοπόρος έγραφε «Χθες το βράδυ στην προκυμαία συνελήφθησαν από όργανα της ασφάλειας οι συν. Λοΐζος, Γιακουμής, Βατάκης. Κουβελάς, Μαύρος, Χαρτουλάρης και Μαγγανάς». Τα γεγονότα αυτά απετέλεσαν αφετηρία γενικευμένων εκκαθαριστικών διώξεων Εαμικών στελεχών[36].

Στα τέλη Αυγούστου συνήλθε η Διακομματική του ΕΑΜ όπου αποφασίστηκε η τήρηση των γραμμών συμφιλίωσης και εκτόνωσης της κρίσης στο νησί καλώντας όλα τα μέλη της καθώς και τον απλό λαό να συστρατευθούν προς αυτή την κατεύθυνση, παρά την εντεινόμενη τρομοκρατία και την καταστροφή γραφείων του κινήματος στις Οινούσσες.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1947 ανακοινώθηκε το σχέδιο «Λίμνες» στα πλαίσια της τρίτης ολομέλειας του ΚΚΕ. Το τοπικό όμως κίνημα παρέμενε πιστό στις αποφάσεις του 7ου συνεδρίου και συνέχιζε να προσπαθεί να επιτύχει συμφιλίωση στο νησί[37].

Όμως οι εξελίξεις υπήρξαν καταιγιστικές και καθοριστικές για το ΕΑΜ Χίου. Στις 16 Οκτωβρίου, ο Πρωτοπόρος έγραφε: «Δικάζονται Στη Σύρα Οι Χιώτες Λαϊκοί Αγωνιστές.» Η παρατεταμένη φυλάκισή τους πυροδότησε ραγδαίες εξελίξεις οδηγώντας στη δημιουργία μιας νέας ηγετικής ομάδας, αποτελούμενης από τους, Βοριά, Ευαγγελινό και Μαυράκη που με την καθοδήγηση του Χαράλαμπου Κανόνη, Γραμματέα του ΚΚΕ Αιγαίου, ανέλαβαν την υλοποίηση των αποφάσεων της Γ’ Ολομέλειας στο νησί.

Και ενώ οι τρομοκρατικές ενέργειες συνεχίζονται με αμείωτη ένταση, η εαμική πλευρά συνεχίζει να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη συμφιλίωση σε τοπικό επίπεδο. Η νέα Διακομματική Επιτροπή του ΕΑΜ επισκέφθηκε στα τέλη Αυγούστου σημαίνοντα στελέχη των τριών κομμάτων που είχαν αξιόλογη λαϊκή στήριξη στη Χίο, από τους οποίους ζήτησε συνεργασία προκειμένου να μην εκτραχυνθεί η κατάσταση στο νησί[38].

Μνημείο αφιερωμένο στις οργανώσεις του ΕΑΜ στον εγκαταλειμμένο οικισμό της Κυδιάντας από όπου ξεκίνησαν οι πρώτες πράξεις του ολιγοήμερου Εμφυλίου της Χίου. Φώτο Μάρκος Λοΐζος, αρχείο Βασίλη Βουγιούκα

Την επομένη των συναντήσεων δημοσιοποιήθηκαν οι διαπιστώσεις της εν είδη πολιτικού διαγγέλματος που, πλέον, φανέρωναν την αλλαγή γραμμής την οποία η νέα ηγετική ομάδα του ΕΑΜ υιοθετούσε. Χαρακτηριστικά το άρθρο του Πρωτοπόρου γράφει:

Ο εμφύλιος πόλεμος που οι αντιλαϊκές δυνάμεις οργάνωσαν για την εξόντωση του λαού, μετά την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική χρεοκοπία του μοναρχοφασισμού και τη σύγχυση που έχει επικρατήσει μεταξύ τους, τείνει να μεταφερθεί και στο Νησί μας.

 Οι οργανώσεις μας αντιμετωπίζουν το νέο τρομοκρατικό όργιο με κατανόηση των επιδιωκομένων σκοπών και με την ψυχραιμία και αυτοθυσία που απαιτούν οι περιστάσεις.

Ολόκληρος ο Δημοκρατικός κόσμος του Νησιού μας αποδοκιμάζει τις ενέργειες αυτές (συλλήψεις-μπλόκα-τρομοκρατία), ξεχωρίζει με το ικανό πολιτικό του κριτήριο τους πραγματικά υπεύθυνους της δημιουργούμενης κατάστασης και είναι έτοιμος να θέσει φραγμό στα σχέδια αυτά που στρέφονται κατά της ησυχίας του τόπου.

[Η Διακομματική]:

Καλεί για μια ακόμη φορά τους πολιτικούς μας αντιπάλους να αντιληφθούν τις ευθύνες των απέναντι στο λαό και να κάνουν κάθε προσπάθεια για το σταμάτημα της σημερινής κατάστασης. Να ζητηθεί αμέσως η αποφυλάκιση των συλληφθέντων δημοκρατικών και να αποδοκιμαστούν οι σκηνοθετημένες εναντίων τους κατηγορίες. Να σταματήσει το όργιο της τρομοκρατίας κατά του δημοκρατικού λαού του Νησιού μας.

Καλεί ολόκληρο το δημοκρατικό λαό του Νησιού μας και τα δημοκρατικά του στελέχη […], να παρακολουθήσουν άγρυπνα την εξέλιξη της κατάστασης και να είναι έτοιμοι να την αντιμετωπίσουν ματαιώνοντας κάθε αντιλαϊκό μέτρο και υψώνοντας ακόμη πιο ψηλά τη σημαία της συμφιλίωσης και της ησυχίας του τόπου μας. [39]

Οι εκκλήσεις του ΕΑΜ πέφτουν στο κενό. Την επόμενη μέρα δημοσιεύονται δηλώσεις του νομάρχη Αντώνη Σβώκου, που καθιστούν σαφείς τους προσανατολισμούς και τις στοχεύσεις που περιελάμβανε το πρόγραμμα διοίκησης. Ο νομάρχης απειλεί ανοιχτά τους ήδη διωκόμενους Εαμίτες που εξωθούνται στην ένοπλη αντίσταση δηλώνοντάς τους ότι «αν συμβή […] να αποφασίσουν τον δρόμον προς τα όρη, να φροντίσουν προηγουμένως να προμηθευτούν μερικάς δωδεκάδας των γνωστού είδους εσωρούχων και να έχουν πάντοτε υπ’ όψιν ότι έχει πολλάς χαράδρας και περιβρέχεται από θάλασσα η Χίος, διότι δεν σκεπτόμεθα να μολύνωμεν τα νεκροταφεία όπου κοιμώνται ήσυχοι οι τεθνεώτες εις αυτά Χίοι δια να τους φιλοξενήσωμεν»[40].

Οι Αριστεροί του νησιού είχαν να διαλέξουν μεταξύ της αναμονής για τη σύλληψή τους, της ανοχής απέναντι στη βία από τα όργανα των αρχών εις βάρος τους ή της ένοπλης εξέγερσης.

Η κατάσταση στο νησί είναι οριακή, η Αριστερά έχει υπερβεί κάθε όριο αντοχής και πίεσης που μπορούσε να ανεχτεί και μετά τις καταλυτικές αλλαγές στις οποίες οι διώξεις την έχουν ωθήσει, πλέον η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Ο αρθρογράφος της εθνικόφρονης εφημερίδας Πρόοδος, σχολιάζοντας την ανακοίνωση της διακομματικής του ΕΑΜ Χίου πιστεύει, ότι «το ΕΑΜ κάτι μαγειρεύει[41]» και εφιστά την προσοχή στις αρμόδιες αρχές.

Η οριστική και αμετάκλητη παύση της κυκλοφορίας των εαμικών εντύπων ήταν γεγονός. Μαζί μ’ αυτή και το τέλος κάθε νόμιμης λειτουργίας των τοπικών οργανώσεων στη Χίο.Ήταν επίσης και το τελικό έναυσμα για την έναρξη της εμφύλιας σύρραξης στη νήσο.

Τέλη του 1947 η εφημερίδα του ΕΑΜ Πρωτοπόρος θα τυπωθεί για ακόμη λίγο καιρό, σε πρόχειρο τυπογραφείο που είχε στηθεί σε υπόγεια δεξαμενή ύδρευσης στο Βροντάδο[42].

Η ένοπλη σύγκρουση άρχισε το Γενάρη του 1948 και διήρκησε περίπου τρεις μήνες. Η έλλειψη γνώσεων στρατηγικής των περισσοτέρων στελεχών που βγήκαν στο «βουνό» όσο και των ανύπαρκτων δομών υποστήριξης των ανταρτών στο χώρο της κεντρικής και βόρειας Χίου όπου έγιναν οι συγκρούσεις, υπήρξαν καταλυτικές για τις όποιες πιθανότητες είχε το όλο εγχείρημα. Όσοι εκ των ανταρτών δεν εκτελέστηκαν επί τόπου, μαζί με όσους βοήθησαν αλλήλους, 63 εν συνόλω, δικάστηκαν σε έκτακτο στρατοδικείο στην Αθηνά στις 29 Ιουλίου του 1948. Το αποτέλεσμα για τους περισσότερους ήταν καταδικαστικό και 15 εκ των κατηγορουμένων εκτελέστηκαν[43].

Πρακτικό εκτέλεσης Χίων ΕΑΜιτών για τη συμμετοχή τους στις Εμφύλιες συγκρούσεις του νησιού, 20/8/1948, αρχείο Αρτέμιδος Βενέτου, αναδημοσίευση Βύρων Κατσόγιαννος.

 

Ο Βασίλης Βουγιούκας είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας
του Παντείου Πανεπιστημίου

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το άρθρο βασίζεται στη Διδακτορική Διατριβή «Από Τον Στόχο Της «Συμφιλίωσης» Στην Ένοπλη Αναμέτρηση ΕΑΜ Χίου (1943 – 1948) Οργανώσεις, έντυπα και δικαστικές υποθέσεις», Αθήνα, Μάιος 2011, Πάντειο Πανεπιστήμιο. https://phdtheses.ekt.gr/eadd/handle/10442/34900

[2] Ζολώτας Γ., Ιστορία της Χίου, Σακελλαρίου, Αθήνα 1921, Τόμος Α, σελ. 545-547.

[3] Υπ.Εθ.Ο. Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ελληνική Στατιστική Αρχή).

[4] Παντελής Κοκκάλης, «Εκλογικά Χίου», Χιακή Επιθεώρησις, τχ. 37, Αθήνα 1975, σελ. 33 – 41.

[5] Χαρτουλάρης Ν., Η Χίος στα χρόνια της Κατοχής και του εμφύλιου, τυπ. Ν. Γεωργούλης – Ν. Συρρής, Χίος 2001, σελ. 65-87.

[6] Πρωτοπόρος, 16 Σεπτεμβρίου 1944, «Η ΛΕΡΝΑΙΑ ΥΔΡΑ».

[7] Ό.π., 23 Σεπτεμβρίου 1944, «Η Νομαρχιακή Επιτροπή Επισιτισμού & Κοινωνικής Πρόνοιας».

[8] Ελευθέρα Χίος, Χιακή Εφημερίς Λαϊκών Δημοκρατικών Αρχών, «Η Διαδήλωσις» 16 Σεπτεμβρίου 1944

[9] Ό.π., 18 Οκτωβρίου 1944, «Ανακοίνωσις».

[10] Εμπρός, 30 Νοεμβρίου 1944, «ο νομάρχης Χίου μιλάει στο «Εμπρός»».

[11] Πρωτοπόρος, 5 Δεκεμβρίου 1944, Εμπρός, 8 Δεκεμβρίου 1944, «Οι εργαζόμενοι της Χίου κατέβηκαν σε 24ωρη απεργία».

[12] Ημερήσια Χιακή Εφημερίς

[13] Εμπρός, 13 Δεκεμβρίου 1944, «Μερικοί Χιώτες πατριδοκάπηλοι και ο χιακός λαός».

[14] Ό.π., 22 Δεκεμβρίου 1944 «Οι ενέργειες του εργαζομένου κόσμου για την απελευθέρωση των συναγωνιστών Ζαΐμη και Σοφούλη».

[15] Πρωτοπόρος, 10 Ιανουαρίου 1945, «Μαυραγορίτικη ένωση Χίου».

[16] Εμπρός, 6 Φεβρουαρίου 1945, «Το κράτος του νομού και της τάξης […]».

[17] Ό.π., 6 Μαρτίου 1945, «Η νομαρχιακή επιτροπή ΕΑΜ στον Γενικό Διοικητή»

[18] Πρωτοπόρος, 7 Μαρτίου 1945, «Το «συμφιλιωτικό πρόγραμμα» του κ. Γενικού Διοικητού κατάντησε μια θλιβερή κωμωδία […]»

[19] Ό.π., 28 Μαρτίου 1945, «Μια νέα παρανομία […]».

[20] Εμπρός, 3 Απριλίου 1945, «Οι κρατούμενοι συνεχίζουν ηρωικά την απεργία πείνας ολόκληρο το νησί πάλλεται από συγκίνηση και αγανάχτηση […]»

[21] Στρατιώτες που εντάχθηκαν στα κινήματα της Αριστεράς κατά τη συμμετοχή των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στο πλευρό των Συμμαχικών Δυνάμεων στη Μέση Ανατολή και φυλακίστηκαν από τους Βρετανούς λόγω της συμμετοχής τους σε στασιαστικά κινήματα.

[22] Πρωτοπόρος, 9 Μαΐου 1945, «Το ΕΑΜ Χίου χαιρετίζει τους αντιφασιστές αγωνιστές Μ. Ανατολής».

[23] Ό.π., 10 Ιουνίου 1945, «Αντί να συλληφθούν οι δράστες ξαπολύθηκε τρομοκρατία και άρχισε το ανθρωπομάζεμα».

[24] Ό.π., 18 Σεπτεμβρίου 1945, «Νίκες του ΕΡΓ.Α.Σ.»

[25] Εμπρός, 26 Σεπτεμβρίου 1945, «Το φως της αληθείας […]».

[26] Ό.π., 10 Οκτωβρίου 1945, «Τρομοκρατική επιδρομή στα γραφεία του ΕΑΜ».

[27] Πρωτοπόρος, 18 Δεκεμβρίου 1945 «Μισό χρόνο προφυλακισμένοι από πολιτικό και αντεθνικό πάθος».

[28] Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, 4 Μαΐου 1946, Αριθ. 82 και 83. Αρχείο Εφετείου Αιγαίου.

[29] Πρωτοπόρος, 15 Ιανουαρίου 1946, «Ένα δείγμα λαϊκής αυτοάμυνας».

[30] Εμπρός, 18 Ιανουαρίου 1946, «Χωροφύλακες με επικεφαλής τον Παντελίδη δολοφόνησαν δυο πολίτες στο Βαρβάσι».

[31] Εμπρός, 18 Ιανουαρίου 1946, «Χωροφύλακες με επικεφαλής τον Παντελίδη δολοφόνησαν δυο πολίτες στο Βαρβάσι», «Να συλληφθούν οι δολοφόνοι», «Δικαιοσύνη! Ισοπολιτεία!».

[32] Πρωτοπόρος, 29 Ιανουαρίου 1946, «Έφτασε ο νέος Νομάρχης».

[33] Εμπρός, 6 Φεβρουαρίου 1946, «Το ΕΑΜ θα απόσχει από νόθες εκλογές».

[34]  Υπ.Εθ.Ο. Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (Ελληνική Στατιστική Αρχή).

[35] Χαρτουλάρης Ν., Η Χίος στα χρόνια της Κατοχής και του εμφύλιου, τυπ. Ν. Γεωργούλης – Ν. Συρρής, Χίος 2001, σελ. 285.

[36] Ό.π., σελ. 292 – 294.

[37] Πρωτοπόρος, 3 Σεπτεμβρίου 1947 «Απόφαση της Διακομματικής Επιτροπής του ΕΑΜ Χίου».

[38] Πρωτοπόρος, 2 Σεπτεμβρίου 1947 «Τι έκαμε η ηγεσία του ΕΑΜ Χίου για τη συμφιλίωση»,

[39] Πρωτοπόρος, 3 Σεπτεμβρίου 1947 «Απόφαση της διακομματικής επιτροπής του ΕΑΜ Χίου».

[40] Πρόοδος, 1 Σεπτεμβρίου 1947 «Ανακοίνωσις».

[41]Ο.π, 7 Νοεμβρίου 1947, «Προσοχή»

[42] Πριόβολος Γ., Στοιχεία από το περιθώριο της ιστορίας, Αιγαίας, Χίος 2009 σελ. 159-160.

[43] Η Πρόοδος, 17 Αυγούστου 1948, «Οι αναρχοκομμουνισταί Χίου εις το εδώλιον […]».

Γιάννης Μουρέλος: 20 Ιουλίου 1969: Η κατάκτηση της Σελήνης

Πενήντα χρόνια από τότε

 Γιάννης Μουρέλος

20 Ιουλίου 1969: Η κατάκτηση της Σελήνης

 

Πριν από πενήντα χρόνια, στις 20:18:04 UTC (Coordinated Universal Time – Συντονισμένη Παγκόσμια Ώρα) της 20ής Ιουλίου 1969 (πρώτες μεταμεσονύκτιες ώρες της 21ης Ιουλίου στη χώρα μας), ο άνθρωπος κατέκτησε τη Σελήνη. Με την ανάσα κομμένη και πλημυρισμένη από συγκίνηση και δέος, η υφήλιος σύσσωμη παρακολούθησε σε απευθείας μετάδοση την προσελήνωση και, λίγες ώρες αργότερα, τα πρώτα βήματα επάνω στον δορυφόρο της Γης. Επρόκειτο για μια από τις λίγες εκείνες στιγμές, που τα τρέχοντα προβλήματα της καθημερινής πραγματικότητας φάνταζαν τόσο “γήινα”, σχεδόν ασήμαντα, συγκρινόμενα με το μέγεθος του άθλου, ο οποίος μόλις είχε συντελεστεί. Μια συναρπαστική ιστορική συγκυρία, που ξεπερνούσε και την πιο δημιουργική φαντασία.

Κι όμως, δίχως τη συνδρομή της φαντασίας, θα ήταν αδύνατη η πραγμάτωσή της. “By believing in his dreams, man turns them into reality” (“Με το να πιστεύει στα όνειρά του, ο άνθρωπος τα μετατρέπει σε πραγματικότητα”). Με αυτή τη φράση, ο Georges Remi (Hergé), ο Βέλγος εμπνευστής της δημοφιλούς σειράς των κόμικς Οι περιπέτειες του Tintin, αφιέρωσε ένα ειδικό σκίτσο, το οποίο προσέφερε στον αστροναύτη Neil Armstrong, μετά την επιστροφή του διαστημοπλοίου Απόλλων 11 στη Γη. Έχοντας στείλει τους δικούς του ήρωες στη Σελήνη από το 1950 ήδη, ο Hergé τους εμφανίζει να καλωσορίζουν έναν εμβρόντητο Αμερικανό αστροναύτη, μόλις εκείνος πάτησε το πόδι του, 19 χρόνια αργότερα, στην επιφάνεια της τελευταίας.

Ο μύθος της κατάκτησης της Σελήνης διαθέτει καταβολές στο μακρινό παρελθόν. Από τον 17ο αιώνα κυκλοφορούσαν δημοσιεύματα, αποκυήματα της πλέον δημιουργικής φαντασίας, τα οποία περιέγραφαν τις πιο εξωπραγματικές εποποιΐες στο δρόμο προς τη Σελήνη. Χρειάστηκε, ωστόσο, να φτάσουμε στο έτος 1865, οπότε, με την κυκλοφορία του περίφημου έργου του Jules Verne Από τη Γη στη Σελήνη (De la Terre à la Lune), όνειρα και προσδοκίες απόκτησαν μια επιστημονική βαρύτητα.

O Jules Verne (1828-1905) και το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του διηγήματός του.

Στην τροχιά του Jules Verne κινήθηκε ολόκληρη σειρά από μυθιστορήματα με παρεμφερές περιεχόμενο, με γνωστότερο εκείνο του H. G. Wells The First Men in the Moon (1901). Η ανακάλυψη του κινηματογράφου, λίγο αργότερα, προσέδωσε νέα ώθηση, καθώς επέτρεψε στην ανθρώπινη φαντασία να εκφραστεί μέσω της κινούμενης εικόνας, εντυπωσιάζοντας το ούτως ή άλλως συνεπαρμένο από τη γνωριμία με την έβδομη τέχνη, κοινό της εποχής. Η πρωτοπόρος ταινία του Georges Méliès Le voyage dans la Lune (Το ταξίδι στη Σελήνη) το 1902 και εκείνη του Fritz Lang Frau im Mond (Γυναίκα στη Σελήνη) το 1928, αποτελούν τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα.

Georges Méliès, Le Voyage dans la Lune [1902] – Διάρκεια 13΄56

 

Σκίτσο του Georges Méliès, σήμα κατατεθέν της ταινίας του (αριστερά) και η αφίσα του έργου του Fritz Lang (δεξιά).

Έκτοτε, η κατάσταση έργων (κινηματογραφικών και μη), σχετικών με την κατάκτηση του Διαστήματος, είναι μακροσκελής. Θα επικεντρώσουμε σε μία, μόνο, περίπτωση. Τον Ιούνιο του 1968, δεκατρείς, μόλις, μήνες πριν από την αποστολή του διαστημοπλοίου Απολλων 11 στη Σελήνη, προβλήθηκε στις αίθουσες μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες που κατέγραψε ποτέ η ιστορία του κινηματογράφου. Ο λόγος για το περίφημο 2001: A Space Odyssey, του σκηνοθέτη Stanley Kubrick, με σενάριο βασισμένο στη νουβέλα του Arthur C. Clarke με τίτλο The Sentinel. Πρόκειται για έναν φιλοσοφικών, σχεδόν, διαστάσεων στοχασμό επάνω στην ύπαρξη και εξέλιξη του ανθρωπίνου είδους μέσα στο χρόνο, επάνω στην τεχνολογία, στην τεχνητή νοημοσύνη με τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που αυτή επιφέρει, στη ζωή και στον θάνατο, τέλος, επάνω στο ενδεχόμενο ύπαρξης εξωγήϊνης ζωής. Η ανθρώπινη άβυσσος, έτσι όπως παρουσιάζεται στο έργο, φαντάζει εξίσου πολύπλοκη και αινιγματική με την αντίστοιχη συμπαντική. Οι διάφοροι πολιτισμοί υπάγονται στο τρίπτυχο-τετράπτυχο του βιολογικού κύκλου (γέννηση, εξέλιξη-άνθιση, παρακμή-θάνατος και εκ νέου γέννηση). Η δε ανθρώπινη νοημοσύνη υποσκελίζεται από τη δική της επινόηση, την τεχνητή νοημοσύνη. Ο άνθρωπος πληρώνει, με τον τρόπο αυτό, το τίμημα της υπέρμετρης αλαζονείας του: η αρχαία ελληνική ύβρις σε εποχή προηγμένης τεχνολογίας. Για πολλούς, η χρονική γειτνίαση της προβολής της συγκεκριμένης κινηματογραφικής ταινίας με την κατάκτηση της Σελήνης, ερμηνεύτηκε ως ψυχολογική προπαρασκευή του ευρέως κοινού, ενόψει του κοσμογονικού γεγονότος, που το τελευταίο έμελλε σύντομα να βιώσει.

 

2001: A Space Odyssey – Trailer [1968] HD

Οι καταβολές της αποστολής  Απόλλων 11

Οι καταβολές της αποστολής Απόλλων 11 ανέρχονται στη δημόσια δήλωση του προέδρου John F. Kennedy στις 25 Μαΐου 1961, σύμφωνα με την οποία, οι ΗΠΑ θα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσουν, έως το τέλος της ίδιας δεκαετίας, μια επανδρωμένη πτήση στη Σελήνη, με ασφαλή επάνοδο του πληρώματος στη Γη. Ωστόσο, τίποτα δεν προεξοφλούσε πως η δημόσια αυτή δέσμευση πληρούσε τις προϋποθέσεις, προκειμένου να μπορέσει να μετουσιωθεί σε πράξη. Η δήλωση είχε γίνει εν είδει ενίσχυσης του κύρους και τόνωσης του ηθικού, στο πλαίσιο ενός ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού εντυπώσεων, όπου οι ΗΠΑ βρίσκονταν συνεχώς σε ελάσσονα μοίρα. Οι Σοβιετικοί είχαν πιστωθεί έως τότε τις πιο σημαντικές επιτυχίες: αποστολή του πρώτου τεχνητού δορυφόρου Sputnik 1 τον Οκτώβριο του 1957 και την πρώτη περιστροφή της Γης από τον κοσμοναύτη Yuri Gagarin στις 12 Απριλίου 1961, έναν, μόλις, μήνα πριν από τη δημόσια δέσμευση του Kennedy. Βέβαια, η σχεδίαση από τον Γερμανό αστροφυσικό Werner von Braun  του πυραύλου Saturn V (Κρόνος 5), επιφορτισμένου με την εκτόξευση του διαστημοπλοίου, είχε ξεκινήσει από το 1959, προτού καν ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξαγγείλει το φιλόδοξο πρόγραμμά του για την κατάκτηση της Σελήνης. Όμως, ο δρόμος ήταν ακόμα μακρύς και το μέλλον αβέβαιο.

Ο J.F.Kennedy και ο Γερμανός αστροφυσικός Werner von Braun (“πατέρας” του πυραύλου Κρόνος – Saturn) δίπλα σε ένα ομοίωμα του πυραύλου στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.

Τον Μάϊο του 1961, οι Αμερικανοί έστειλαν τον πρώτο δικό τους αστροναύτη στο Διάστημα (Alan Shepard) με μια πτήση διάρκειας 15, μόλις, λεπτών της ώρας. Οι Σοβιετικοί απάντησαν τον Ιούνιο του 1963 με την πρώτη γυναίκα κοσμοναύτη (Valentina Tereshkova). Στις 18 Μαρτίου του 1965, η ΕΣΣΔ απέκτησε ένα επιπρόσθετο σημαντικό προβάδισμα. Εκείνο του πρώτου περιπάτου στο Διάστημα, έξω από το διαστημόπλοιο (Alexeï Leonov). Ανάμεσα στα έτη 1961 και 1966, οι ΗΠΑ είχαν ενεργοποιήσει το πρόγραμμα Gemini (Δίδυμοι), με πλήρωμα δυο ατόμων σε κάθε αποστολή. Επρόκειτο για μια σειρά πτήσεων εντός της περιγήινης τροχιάς (low Earth orbit – LEO) με ανώτατο ύψος τα 2.000 χιλιόμετρα. Η επιτάχυνση σε αυτό το ύψος είναι μεγαλύτερη εξαιτίας της μειωμένης έλξης. Παράλληλα, το πρόγραμμα Gemini προσέφερε πολύτιμη τεχνογνωσία σε θέματα μακροχρόνιας παραμονής στο Διάστημα κάτω από συνθήκες έλλειψης βαρύτητας. Μόνο μέσα στη διετία 1965-1966, οι Αμερικανοί εκτόξευσαν δέκα Geminis, αποδεικνύοντας πως είχαν επιδοθεί σε μια συστηματική προσπάθεια υποδομής στην όλη πορεία προς την κατάκτηση της Σελήνης.

Το πρόγραμμα Απόλλων ήταν το τρίτο επανδρωμένο διαστημικό πρόγραμμα της NΑSA (National Aeronautics and Space AdministrationΕθνική Υπηρεσία Αεροναυπηγικής και Διαστήματος) έπειτα από τα προγράμματα Mercury και Gemini. Σκοπός του ήταν η επανδρωμένη εξερεύνηση της Σελήνης. Πρόκειται για το πρώτο (και μοναδικό μέχρι στιγμής) πρόγραμμα, το οποίο  έστειλε αστροναύτες πέρα από την περιγήινη τροχιά. Γενικότερα, το πρόγραμμα πέτυχε σημαντικές πρωτιές στην εξερεύνηση του Διαστήματος.  Η πρόοδος που επιτελέσθηκε σε διάστημα μικρότερο μιας δεκαετίας (έως την τελευταία αποστολή του Απόλλων 17 τον Δεκέμβριο του 1972), είναι ενδεικτική της ιλιγγιώδους εξέλιξης της αστροναυτικής κατά τη συγκεκριμένη εκείνη χρονική περίοδο. Χάρη στο πρόγραμμα Απόλλων επήλθε πραγματική επανάσταση στην υλικοτεχνική υποδομή για την εξερεύνηση του Διαστήματος καθώς και σε πληθώρα τεχνολογικών και επιστημονικών επιμέρους κλάδων, όπως η πυραυλική, οι τηλεπικοινωνίες, η πληροφορική και τα ηλεκτρονικά συστήματα. Συνολικά 12 αστροναύτες περπάτησαν στην επιφάνεια της Σελήνης. Στο πρόγραμμα υπήρχε πρόβλεψη και υλικό για αποστολές επιπρόσθετων επανδρωμένων διαστημοπλοίων, οι οποίες, όμως, ακυρώθηκαν λόγω περικοπών. Το επιπλέον υλικό αξιοποιήθηκε στα πλαίσια του Apollo Applications Program για την δημιουργία και υποστήριξη του πρώτου αμερικανικού διαστημικού σταθμού Skylab.

Όλα ξεκίνησαν, ωστόσο, με μια τραγωδία, που λίγο έλλειψε να στοιχειώσει το πρόγραμμα ολάκερο. Στις 27 Ιανουαρίου 1967, το τριμελές πλήρωμα του Απόλλων 1 κάηκε ζωντανό μέσα στον θάλαμο του πιλοτηρίου, από ανεξέλεγκτη πυρκαγιά, που ξέσπασε στο πλαίσιο δοκιμών ενόψει της προγραμματισμένης για τις 21 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους εκτόξευσης. Μια δεύτερη τραγωδία αποφεύχθηκε in extremis τον Απρίλιο του 1970, όταν, ύστερα από μηχανική βλάβη, το πλήρωμα του Απόλλων 13 επανήλθε με δυσκολία στη Γη, δίχως να έχει καταφέρει να εκπληρώσει τον στόχο της αποστολής, που ήταν η προσελήνωση. Στο μεταξύ, η ΕΣΣΔ είχε θρηνήσει δυο δικά της θύματα, στην προσπάθεια για την κατάκτηση του Διαστήματος. Στις 24 Απριλίου 1967, το διαστημόπλοιο Soyuz 1 συνετρίβη κατά την επιστροφή του στη Γη. Αιτία του δυστυχήματος ήταν τα επιβραδυντικά αλεξίπτωτα, τα οποία δεν λειτούργησαν. Ο κοσμοναύτης Vladimir Komarov βρήκε ακαριαίο θάνατο. Στις 27 Μαρτίου 1968, ο Yuri Gagarin, ο πρώτος κοσμοναύτης που είχε σταλεί στο διάστημα, έχασε τη ζωή του σε κοινό αεροπορικό ατύχημα. Πραγματική ειρωνία της τύχης…

Η πρώτη επανδρωμένη πτήση του προγράμματος Απόλλων, η οποία εισήλθε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη ήταν η υπ αριθμόν 8, τον Δεκέμβριο του 1968. Πέντε μήνες αργότερα, η πτήση υπ αριθμόν 10 συνιστούσε γενική δοκιμή. Εφαρμόστηκε ολόκληρη η διαδικασία της αποστολής, πλην εκείνης της τελικής προσελήνωσης. Το διαστημόπλοιο μπήκε σε τροχιά γύρω από την Σελήνη, η σεληνάκατος αποχωρίστηκε από τον κυρίως θάλαμο και έφτασε σε απόσταση 15 χλμ. από την σεληνιακή επιφάνεια. Όλα ήταν πλέον έτοιμα για το τολμηρό εγχείρημα.

Η κατάκτηση της Σελήνης

Η επιλογή του πληρώματος για το πρώτο ταξίδι του ανθρώπου στη Σελήνη υπήρξε, ουσιαστικά, τυχαία. Το πλήρωμα του κάθε Απόλλων είχε καθοριστεί από το 1967 και το ποια αποστολή θα ήταν η πρώτη που θα πραγματοποιούσε προσελήνωση εξηρτάτο απόλυτα από την πορεία των δοκιμών. Σχεδόν μέχρι τέλους δεν υπήρχε καμία βεβαιότητα για το εάν το εγχείρημα θα αναλάμβανε το Απόλλων 11 ή το αμέσως επόμενο στη σειρά. Τελικά, αποφασίστηκε ότι με τις εννέα πτήσεις επανδρωμένων και μη διαστημοπλοίων, που ακολούθησαν την καταστροφή του Απόλλων 1, δεν απέμενε πλέον τίποτα πέραν από την ίδια την προσελήνωση. Ο κλήρος είχε πέσει στο Απόλλων 11 και το τριμελές πλήρωμά του.

Το λογότυπο της αποστολής Απόλλων 11. Συμβολική είναι η κεντρική παρουσία του αετού, εμβλήματος της ισχύος των ΗΠΑ, καθώς Αετός (Eagle) ονομάστηκε σκοπίμως και η άκατος που μετέφερε τους δυο αστροναύτες από το διαστημόπλοιο στην επιφάνεια της Σελήνης.

Το σύμπλεγμα, το οποίο εκτοξεύτηκε στις 16 Ιουλίου 1969 από το ακρωτήριο Kennedy (σήμερα Canaveral) της Φλόριντα, απάρτιζαν δυο μέρη: 1) Ο πύραυλος Κρόνος 5, ύψους 111 μέτρων (όσο ένας ουρανοξύστης τριάντα και πλέον ορόφων), βάρους οκτώ χιλιάδων τόννων και μεγίστης ισχύος 32 χιλιάδων τόννων. Ο συγκεκριμένος πύραυλος αποδείχθηκε όχι μόνο αποτελεσματικός, αλλά και απόλυτα αξιόπιστος, πραγματοποιώντας το σύνολο των αποστολών του χωρίς να παρουσιάσει το παραμικρό πρόβλημα. 2) Το διαστημικό σκάφος Απόλλων με τρία μέρη: α) ένα όχημα διακυβέρνησης (Command Module – CM) με θάλαμο για τους τρεις αστροναύτες, το μόνο μέρος που επέστρεψε στη Γη, β) ένα σκάφος υποστήριξης (Service Module – SM), το οποίο εφοδίαζε το όχημα διακυβέρνησης με πρόωση, ηλεκτρική ενέργεια, οξυγόνο και νερό, και γ) τη σεληνάκατο (Lunar Module – LM), που είχε δύο επίπεδα -ένα χαμηλότερο για την προσελήνωση και ένα υπερκείμενο, προορισμένο να θέσει τους αστροναύτες πίσω σε σεληνιακή τροχιά. Για το όχημα διακυβέρνησης επιλέχθηκε το όνομα Columbia, το οποίο παρέπεμπε ευθέως στο Columbiad, το γιγάντιο πυροβόλο, μέσω του οποίου εκτοξεύτηκε το 1865, με βάση το μυθιστόρημα του Jules Verne επίσης από την Φλόριντα, το διαστημόπλοιο με προορισμό τη Σελήνη. Το κωνικό όχημα διακυβέρνησης αποτελούσε την κορωνίδα μίας σύντομης αλλά δραματικής εξελικτικής διαδικασίας, καθώς έπειτα από το δυστύχημα του Απόλλων 1, η NASA πραγματοποίησε 1.800 και πλέον τροποποιήσεις στον αρχικό σχεδιασμό, με αποκλειστικό σκοπό να αυξήσει την ασφάλειά του. Πίσω από το όχημα διακυβέρνησης βρισκόταν το κυλινδρικό όχημα που περιείχε τον κύριο κινητήρα, τους σταυροειδείς κινητήρες ελιγμών και τα καύσιμά τους.

Το όχημα διακυβέρνησης Columbia του Απόλλων 11 μεταφέρεται στον χώρο της εκτόξευσης.

Όσο για τη σεληνάκατο, το όχημα με το οποίο θα γινόταν η προσελήνωση, επρόκειτο για ένα πραγματικό τεχνολογικό επίτευγμα.  Το κυρίως διαστημόπλοιο θα έμπαινε σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, από όπου θα απελευθερωνόταν το όχημα προσελήνωσης, μια «λάντζα» του Διαστήματος που θα έφτανε στην επιφάνεια με το πλήρωμα, θα επέστρεφε στο διαστημόπλοιο και στη συνέχεια θα παρέμενε στο Διάστημα. Πέραν πάσης αμφιβολίας επρόκειτο για την οικονομικότερη λύση, καθώς μείωνε δραστικά τον συνολικό όγκο του διαστημοπλοίου, άρα και τις ανάγκες του σε καύσιμα.Το όχημα προσελήνωσης Eagle (Αετός) θα ήταν έτσι και το πρώτο γνήσιο διαστημόπλοιο, ένα όχημα ολοσχερώς απαλλαγμένο από τους αεροδυναμικούς περιορισμούς της διέλευσης από την ατμόσφαιρα της Γης. Η σεληνάκατος δεν έμοιαζε με κανένα άλλο ιπτάμενο όχημα. Για την ακρίβεια θύμιζε έντονα έντομο. Μοναδικός περιορισμός ήταν το βάρος, καθώς, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της NASA, κάθε τόννος βάρους απαιτούσε για την εκτόξευσή του τρεις τόννους καυσίμων. Έτσι το περίβλημά του λειάνθηκε με ειδικά οξέα για να φθάσει τελικά να έχει το πάχος πιστωτικής κάρτας. Στην επιφάνειά του συνδέθηκε με ειδικούς γυάλινους συνδετήρες ένα δεύτερο ειδικό στρώμα συνθετικού μονωτικού και εξωτερικά το τελικό αλουμινένιο κέλυφος, που προστάτευε όχημα και πλήρωμα από τους μικρομετεωρίτες. Τα δύο αυτά εξωτερικά στρώματα είχαν συνολικό πάχος μερικών χιλιοστών του εκατοστομέτρου. Η σεληνάκατος περιλάμβανε, στην ουσία, δύο τμήματα. Το κύριο σκάφος, το οποίο αποτελούσε τον θαλαμίσκο του πληρώματος και έφερε τον κινητήρα ανόδου, και τη βάση, που έφερε τον κινητήρα καθόδου και τα τέσσερα πόδια της. Με την ολοκλήρωση της αποστολής επάνω στην επιφάνεια της Σελήνης, η βάση μετατρεπόταν ουσιαστικά σε εξέδρα εκτόξευσης του θαλαμίσκου για το σύντομο ταξίδι του μέχρι το όχημα διακυβέρνησης, που θα μετέφερε το πλήρωμα πίσω στη Γη, κατά την τελευταία φάση της αποστολής.

Διάγραμμα όπου απεικονίζεται το σύμπλεγμα CSM-LM.

Τον Νοέμβριο του 1967, η NASA ανακοίνωσε τη σύνθεση του πληρώματος. Αρχηγός της αποστολής θα αναλάμβανε ο Neil Armstrong. O Jim Lovell θα ήταν ο κυβερνήτης του οχήματος διακυβέρνησης και ο Buzz Aldrin ο κυβερνήτης της σεληνακάτου. Οι δυο τελευταίοι είχαν επανδρώσει στο παρελθόν το διαστημόπλοιο Gemini 12 και γνωρίζονταν καλά. Οι Armstrong, Lovell και Aldrin είχαν οριστεί ως αναπληρωματικό πλήρωμα του Απόλλων 8. Με αυτή την ιδιότητα, ο Lovell αντικατέστησε τότε το τακτικό μέλος, Michael Collins, εξαιτίας ενός αναπάντεχου προβλήματος υγείας. Κατόπιν τούτου και σύμφωνα με το σύστημα κυκλικής εναλλαγής, το οποίο είχε υιοθετήσει η NASA, ο Collins αναγορεύτηκε σε τακτικό μέλος του πληρώματος της αποστολής Απόλλων 11, έχοντας ως αντικαταστάτη πλέον τον Lovell. Η ατυχία του Jim Lovell συνεχίστηκε. Έχοντας οριστεί αρχηγός της αποστολής  Απόλλων 13, επέστρεψε στη Γη δίχως να έχει εκπληρώσει τον αντικειμενικό του στόχο, έπειτα από μια δραματική πτήση, που λίγο έλλειψε να μετατραπεί σε τραγωδία. Έτσι, υπήρξε ο μοναδικός αστροναύτης, ο οποίος εισήλθε δυο φορές σε σεληνιακή τροχιά (Απόλλων 8 και Απόλλων 13), αλλά που δεν κατάφερε, τελικά, να πατήσει επάνω στην επιφάνεια της Σελήνης.

Η εκτόξευση πραγματοποιήθηκε στις 9:32 π.μ. (τοπική ώρα) της 16ης Ιουλίου 1969. Μέσα στο όχημα διακυβέρνησης Columbia η αίσθηση της κίνησης ήταν αρχικά ανεπαίσθητη, ενώ η θέα από τις θυρίδες του μηδαμινή λόγω του ικριώματος του πυραύλου διάσωσης που, σε περίπτωση βλάβης του πυραύλου-φορέα, θα αποσπούσε το θαλαμίσκο σώζοντας τη ζωή του πληρώματος. Σε ύψος 100 χιλιομέτρων, όταν ήταν πλέον άχρηστος, ο πύραυλος διάσωσης αποσπάστηκε.Οι δύο επόμενες ώρες κύλησαν με το πλήρωμα να ελέγχει προσεκτικά όλα τα συστήματα του διαστημοπλοίου. Στη συνέχεια, ο τρίτος όροφος του Saturn V πυροδοτήθηκε για τελευταία φορά για να σπρώξει το Απόλλων 11 προς τον στόχο του, το δυτικό άκρο της Θάλασσας της Ηρεμίας, που μόλις διακρινόταν, λίγο πιο δεξιά από το κέντρο της Σελήνης. Λίγο αργότερα, το πλήρωμα απέσπασε το όχημα διακυβέρνησης από τον πύραυλο, το περιέστρεψε και το συνέδεσε με τη σεληνάκατο. Στη συνέχεια το συγκρότημα άρχισε τον διάπλου του σκοτεινού κενού που χωρίζει τη Γη από τον δορυφόρο της, περιστρεφόμενο αργά γύρω από τον άξονά του ώστε να μοιράζεται ισομερώς η ηλιακή θερμότητα στην επιφάνειά του.

Το πλήρωμα του Απόλλων 11 κατά την συνέντευξη Τύπου, η οποία προηγήθηκε της εκτόξευσης: Buzz Aldrin (αριστερά), Neil Armstrong (στο μέσο) και Michael Collins (δεξιά).

Στις 17:21:50 UTC της 19ης Ιουλίου, το διαστημόπλοιο πέρασε στην αθέατη πλευρά της Σελήνης με αποτέλεσμα να διακοπούν οι επικοινωνίες με το κέντρο ελέγχου της NASA στο Χιούστον του Τέξας. Ήταν η στιγμή που ενεργοποιήθηκε το σύστημα πρόωσης, προκειμένου να εισέλθει σε σεληνιακή τροχιά. Στη διάρκεια των επομένων περιστροφών γύρω από τον δορυφόρο της Γης, οι αστροναύτες είχαν κατ επανάληψη οπτική επαφή με το σημείο της επικείμενης προσελήνωσης. Η Θάλασσα της Ηρεμίας (Mare Tranquilitatis), 19 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του κρατήρα Sabine D, είχε συγκεντρώσει την προτίμηση της NASA, ως σημείο για την προσελήνωση, εξαιτίας του επίπεδου εδάφους και της λείας επιφάνειας. Χάρη στα δυο παραπάνω χαρακτηριστικά, εθεωρείτο ασφαλής περιοχή, τόσο για μια ομαλή προσελήνωση, όσο και για μια απρόσκοπτη δραστηριότητα των δυο αστροναυτών έξω από τη σεληνάκατο, κυρίως σε επίπεδο συλλογής δειγμάτων. Κατά τη διάρκεια της δέκατης περιστροφής τους στην τροχιά της Σελήνης, οι Armstrong και Aldrin εγκατέλειψαν το Columbia και επιβιβάστηκαν στο Eagle. Δύο ακόμα περιστροφές πέρασαν πρoτού οι αστροναύτες αποσυνδέσουν τα δύο οχήματα και πυροδοτήσουν τους κινητήρες του Eagle για την κάθοδο στα 16.000 μέτρα. Στο ύψος αυτό ο κινητήρας πυροδοτήθηκε εκ νέου και, σύμφωνα με το πρόγραμμα, θα παρέμενε σε λειτουργία μέχρι την προσελήνωση. Δευτερόλεπτα αργότερα, μια προειδοποιητική λυχνία άρχισε να αναβοσβήνει στον πίνακα ελέγχου της σεληνακάτου: «Επικείμενη υπερφόρτιση του υπολογιστή». Το κέντρο ελέγχου αποφάσισε τη συνέχιση της καθόδου. Τα προβλήματα, ωστόσο, δεν σταμάτησαν. Ενώ το Eagle πετούσε μόλις 60 μέτρα από την επιφάνεια της Σελήνης, ο Armstrong αντιλήφθηκε ότι ο υπολογιστής το οδηγούσε προς ένα σημείο γεμάτο βράχους. Πέραν της πιθανότητας σοβαρής βλάβης του οχήματος από πρόσκρουση σε αυτούς, θα προέκυπτε και δεύτερο πρόβλημα: εάν δεν εφάπτετο με την επιφάνεια της Σελήνης σχεδόν απόλυτα κάθετα, η αποκόλληση θα ήταν αδύνατη και οι δύο αστροναύτες θα παρέμεναν για πάντα εκεί. Ο Armstrong ανέλαβε ο ίδιος τη διοίκηση, για να οδηγήσει το σκάφος σε ομαλό έδαφος. Τα καύσιμα, όμως, ήταν λιγοστά και δεν είχε παρά δύο μόνο λεπτά στη διάθεσή του. Τελικά, η άκατος προσεληνώθηκε ομαλά, αν και τα καύσιμα που απέμεναν δεν αρκούσαν παρά για λιγότερα από 30 δευτερόλεπτα επιπλέον πτήσης. Στο Χιούστον ακούστηκε καθαρά η φωνή του Armstrong: «Χιούστον, εδώ Βάση Ηρεμίας, το Eagle έχει προσεδαφιστεί» («Houston, Tranquility Base here. The Eagle has landed«). Στη Φλόριντα, η ώρα ήταν 16:18 (20:18:04 UTC) της 20ής Ιουλίου του 1969 όταν ο άνθρωπος κατέκτησε τη Σελήνη.

Στις 02:51 UTC της Δευτέρας 21 Ιουλίου, ο Neil Armstrong άρχισε να κατεβαίνει με αργές κινήσεις τα εννέα σκαλιά, που χώριζαν την καταπακτή της σεληνακάτου από το έδαφος. Στις 2:56:15 UTC, πάτησε το πόδι του στη Σελήνη, λέγοντας: «Είναι ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα τεράστιο άλμα για την ανθρωπότητα» («That’s one small step for [a] man, one giant leap for mankind«). Τα λόγια αυτά σημάδεψαν για πάντα ένα κορυφαίο γεγονός στην Ιστορία της Ανθρωπότητας. Η πρώτη πράξη του Armstrong ήταν να συλλέξει δείγματα σεληνιακού βράχου και να τα αποθηκεύσει στη σεληνάκατο, για την περίπτωση που κάποια απροσδόκητη επιπλοκή επέβαλλε την ταχύτατη εγκατάλειψη της Σελήνης. Περί τα είκοσι λεπτά αργότερα, στην επιφάνεια πάτησε και ο Aldrin. Oι δύο αστροναύτες, αφού πειραματίστηκαν για λίγο με τη σεληνιακή βαρύτητα (ο Armstrong δήλωσε αργότερα πως η πραγματικότητα του φάνηκε ευκολότερη από την εκπαίδευση σε συνθήκες προσομοίωσης),  εγκατέστησαν την τηλεοπτική κάμερα που θα αναμετέδιδε κάθε κίνησή τους και που ήταν προορισμένη να παραμείνει για πάντα επιτόπου μετά την αναχώρησή τους, έχοντας προηγουμένως καταγράψει και μεταδώσει στη Γη την αποκόλληση της σεληνακάτου. Λίγο αργότερα, ακολούθησε τηλεφωνική σύνδεση με το οβάλ γραφείο, από όπου ο πρόεδρος Richard Nixon είχε σύντομη συνομιλία με τους δυο αστρονναύτες, χαρακτηρίζοντας την κλήση ως το κορυφαίο ιστορικό τηλεφώνημα με προέλευση τον Λευκό Οίκο.

 

 Apollo 11 Astronauts Talk With Richard Nixon From the Surface of the Moon – AT&T Archives

Στην επιφάνεια της Σελήνης τοποθετήθηκαν μια σημαία των ΗΠΑ, ένας δίσκος από σιλικόνη με καταγεγραμμένα μηνύματα από 72 αρχηγούς κρατών και τον Πάπα, καθώς και τα παράσημα των  απωλειών στην έως τότε πορεία προς την κατάκτηση του Διαστήματος: Virgil Grissom, Edward White, Roger Chaffee (επρόκειτο για το τριμελές πλήρωμα του Απόλλων 1, που κάηκε μέσα στο διαστημόπλοιο κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης) και των Σοβιετικών Vladimir Komarov και  Yuri Gagarin. Από εκεί και πέρα, οι Armstrong και Aldrin επιδόθηκαν στο αμιγώς επιστημονικό μέρος του προγράμματος. Μεταξύ άλλων, συνέλλεξαν δείγματα εδάφους 21,55 κιλών και εγκατέστησαν συσκευές, που παρέμειναν επί τόπου ες αεί. Στα άγνωστα πετρώματα, τα οποία μετέφεραν στη Γη, δώθηκαν, αργότερα, ονομασίες όπως αρμαλκόλιθος (armalcolite) – από τα αρχικά των ονομάτων Arm-strong, Al-drin και Col-lins, πυροξφεροΐτης (pyroxferroite), τρανκουιλιτίτης  (tranquillityite) – από τη Θάλασσα της Ηρεμίας. Τα δυο πρώτα εντοπίστηκαν αργότερα και στη Γη, όχι όμως το τρίτο.

Στιγμιότυπα από την δραστηριότητα των αστροναυτών στην επιφάνεια της Σελήνης, όπως κυκλοφόρησαν από τη NASA.

Στις 17:54 UTC, έπειτα από άνω των είκοσι ωρών συνολική παραμονή στην επιφάνεια της Σελήνης, η σεληνάκατος απογειώθηκε με επιτυχία, εγκαινιάζοντας τη διαδικασία επανόδου στη Γη. Η όλη επιχείρηση αποκόλλησης ενείχε κινδύνους. Γι αυτό το λόγο, υπήρχε έτοιμο σενάριο καταστροφής. Συγκεκριμένα είχε συνταχθεί λόγος, τον οποίο θα εκφωνούσε από το εθνικό δίκτυο ο Richard Nixon, προβλεπόταν τέλεση ειδικής λειτουργίας υπέρ της ανάπαυσης των ψυχών των δυο αστροναυτών, τέλος, συλλυπητήριο τηλεφώνημα του προέδρου προς τις συζύγους των τελευταίων. Ευτυχώς, τα πάντα εξελίχθηκαν ομαλά και λίγο αργότερα, το Eagle επανασυνδέθηκε με το διαστημόπλοιο. Μόλις οι τρεις αστροναύτες έσμιξαν εκ νέου, η σεληνάκατος αποσυνδέθηκε, παρέμεινε σε σεληνιακή τροχιά και πολύ αργότερα, παρασυρόμενη από την βαρυτική έλξη της Σελήνης, συνετρίβη στην επιφάνεια της τελευταίας.

Κάτοικοι της Νέας Υόρκης, συγκεντρωμένοι στο Central Park, παρακολουθούν από γιγαντοοθόνες σε απευθείας μετάδοση από τη Σελήνη τα πρώτα βήματα του ανθρώπου επάνω στην επιφάνεια του δορυφόρου της Γης. Την ίδια στιγμή, ανάλογες σκηνές διαδραματίστηκαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Στη σημαιοστολισμένη με ελληνικές και αμερικανικές σημαίες Αθήνα, πλήθος κόσμου παρακολούθησε στιγμιότυπα από την προσελήνωση, αποσελήνωση και προσθαλάσσωση του Απόλλων 11 από την πλατεία Συντάγματος αλλά και μέσα από κάθε οικία εφοδιασμένη με δέκτη τηλεόρασης.

Την Πέμπτη 24 Ιουλίου 1969, στις 16:44 UTC, το Columbia προσθαλασσώθηκε στον Ειρηνικό Ωκεανό, σε μικρή απόσταση από το πλοίο περισυλλογής, το αεροπλανοφόρο USS Hornet, επί του οποίου επέβαινε ο πρόεδρος Nixon. Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί και στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Διήρκεσε 8 ημέρες, 3 ώρες, 18 λεπτά και 35 δευτερόλεπτα. Οι 30 περιφορές του διαστημοπλοίου γύρω από τη Σελήνη κάλυψαν 59 ώρες, 33 λεπτά και 52 δευτερόλεπτα. Η παραμονή των δυο αστροναυτών 21 ώρες και 36 λεπτά, μεταξύ των οποίων 2 ώρες, 31 λεπτά και 40 δευτερόλεπτα περιπάτου επάνω στην επιφάνεια.

Apollo 11: Neil Armstrong and Buzz Aldrin remembers. July 16-24, 1969

Σύμφωνα με τη νομοθεσία “περί έκθεσης στον εξωγήινο χώρο” (Extra-Terrestrial Exposure Law), έπρεπε να ακολουθηθεί ένα συστηματικό πρωτόκολλο απολύμανσης, εξαιτίας του φόβου μεταφοράς στη Γη αγνώστων μικροβίων. Η διαδικασία ξεκίνησε εντός του θαλάμου του διαστημοπλοίου, με προσεκτικό καθαρισμό των στολών. Ακολούθησε ψεκασμός της εξωτερικής επιφάνειας της κάψουλας του διαστημοπλοίου με ειδικό μικροβιοκτόνο υγρό από τους δύτες-διασώστες, αμέσως έπειτα από την προθαλάσσωση και προτού εξέλθουν οι τρεις αστροναύτες από αυτό. Εν συνεχεία, το πλήρωμα μεταφέρθηκε με σωστική λέμβο και ελικόπτερο (απολυμάνθηκαν αμφότερα) στο αεροπλανοφόρο, όπου κλείστηκαν σε ειδικό θάλαμο απομόνωσης. Μόλις το USS Hornet έφτασε στον τελικό του προορισμό, τη Χονολουλού, ο θάλαμος τοποθετήθηκε σε ειδικό αεροσκάφος και μεταφέρθηκε στο Κέντρο Ελέγχου της NASA, στο Χιούστον του Τέξας. Οι τρεις αστροναύτες και δυο γιατροί παρέμειναν σε έναν κάπως πιο ευρύχωρο θάλαμο καραντίνας επί τρεις εβδομάδες. Μόλις διαπιστώθηκε πως εξέλειπε κάθε κίνδυνος μικροβιακής μόλυνσης, εξήλθαν από τον θάλαμο στις 10 Αυγούστου.

Ο πρόεδρος Nixon συνομιλεί μέσω μικροφώνου με τους εγκλείστους στον θάλαμο απομόνωσης αστροναύτες, επί του αεροπλανοφόρου USS Hornet.

Ο αντίκτυπος του γεγονότος υπήρξε πολυποίκιλος. Στις ΗΠΑ καταγράφηκαν 16.700 αιτήσεις ατόμων, που εκδήλωσαν την επιθυμία να επισκεφθούν το Διάστημα. Στην Ιταλία, έξι βαρυποινίτες απέδρασαν από τη φυλακή εκμεταλλευόμενοι την καθήλωση των δεσμοφυλάκων μπροστά από τους δέκτες της τηλεόρασης. Στην Κίνα, την πολυπληθέστερη χώρα του πλανήτη, η κατάκτηση της Σελήνης δεν ανακοινώθηκε καν! Για πρώτη φορά, οι Αμερικανοί υποσκέλισαν τους Σοβιετικούς στην κούρσα του Διαστήματος. Το πρόγραμμα Απόλλων ολοκληρώθηκε με άλλες πέντε επανδρωμένες αποστολές στη Σελήνη (δεν συμπεριλαμβάνεται η ατυχής περίπτωση του Απόλλων 13). Η τελευταία από αυτές, πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 1972.

The Journeys of Apollo 11, » The Conquest of the Moon «, NASA documentary (2009) HD

Θεωρίες συνωμοσίας 

Η αποστολή του Απόλλων 11 λειτούργησε ως έναυσμα για την ύφανση θεωριών συνωμοσίας. Κοινό τόπο των θεωριών αυτών αποτελεί το επιχείρημα πως η αποστολή στη Σελήνη ουδέποτε πραγματοποιήθηκε και ότι τα πάντα κινηματογραφήθηκαν μέσα σε στούντιο για λόγους γοήτρου και μόνο. Οι οπαδοί της παραπάνω άποψης στηρίζονται σε μια ολόκληρη σειρά στοιχείων, όπως η παντελής απουσία από τα πλάνα έναστρου ουρανού, η μη ύπαρξη κρατήρα ακριβώς κάτω από τη βάση της σεληνακάτου, ο κυματισμός της σημαίας (προφανώς εξαιτίας του συστήματος εξαερισμού του στούντιο), ο βηματισμός των αστροναυτών (προβολή σε αργή κίνηση, ενώ σε γρήγορη ο ίδιος πάντοτε βηματισμός δείχνει φυσιολογικός), πλάνα, που αποδεικνύουν την ύπαρξη επιπρόσθετου φωτισμού πέραν του μοναδικού υπάρχοντος στην επιφάνεια της Σελήνης (εκείνου του Ηλίου), αλλά και επιχειρήματα περισσότερο πειστικά, όπως η έκθεση σε ισχυρή ακτινοβολία εκτός της περιγήινης τροχιάς (η περίφημη ζώνη Van Allen), για την προστασία από την οποία δεν υφίστατο κατάλληλος εξοπλισμός. Υποστηρίχθηκε ότι σκηνοθέτης των υποτιθέμενων λήψεων από την επιφάνεια της Σελήνης υπήρξε ο Stanley Kubrick, με πρόσφατη την εμπειρία του γυρίσματος, λίγo νωρίτερα, της υπερπαραγωγής 2001: A Space Odyssey.  Είναι γεγονός ότι ο Kubrick συνεργάστηκε με τη NASA με αφορμή την παραπάνω ταινία, όπως επίσης και πως πολλές από τις κινήσεις και εν γένει χειρισμούς εκ μέρους του πληρώματος του Απόλλων 11 παραπέμπουν ευθέως σε αυτή.

Το 1977 προβλήθηκε η κινηματογραφική ταινία Capricorn One. Πραγματεύεται μια διαστημική αποστολή στον Άρη, η οποία ματαιώνεται λίγα λεπτά πριν από την εκτόξευση. Οι μη μυημένοι, έως τότε, στην απάτη τρεις αστροναύτες, μεταφέρονται κρυφά και δια της βίας από τις Μυστικές Υπηρεσίες σε κινηματογραφικό στούντιο κάπου στην έρημο της Νεβάδας, από όπου υποκρίνονται πως συνεχίζουν κανονικά την αποστολή τους, εφαρμόζοντας όλα όσα είχαν αφομοιώσει κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης. Η θεματολογία, η οπτική απόδοση και ορισμένες σκηνές όπως η τηλεφωνική επικοινωνία με τον Λευκό Οίκο από την επιφάνεια του Άρη, ασφαλώς και ενέχουν συγκεκριμένους συμβολισμούς και υπονοούμενα.

Capricorn One – Trailer

Τον Φεβρουάριο του 2000 ξεκίνησε ένα νέος γύρος συζητήσεων, αμφισβητήσεων και αντιπαραθέσεων, έπειτα από την προβολή ενός ωριαίου ντοκιμαντέρ από το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο Fox TV με τίτλο: «Θεωρίες συνομωσίας: Προσεδαφιστήκαμε στο φεγγάρι;» Από το ίδιο δίκτυο είχε προβληθεί παλαιότερα η δημοφιλής σειρά The X-Files.

Σε όλα τα παραπάνω επιχειρήματα η NASA έχει απαντήσει, άλλοτε πειστικά και άλλοτε λιγότερο. Συγκεκριμένα:

  • Η σημαία συγκρατείται ανοικτή από μια οριζόντια ράβδο και απλούστατα κινείται, όταν οι αστροναύτες την ξετυλίγουν και καθώς το κάθετο κοντάρι της στερεώνεται στο έδαφος. Το κοντάρι είναι πολύ ελαφρύ, από εύκαμπτο αλουμίνιο, και έτσι συνεχίζει να δονείται ακόμα και μετά την απομάκρυνση των αστροναυτών, δίνοντας την ψευδαίσθηση ότι κυματίζει στον (ανύπαρκτο) αέρα.
  • Σχετικά με την απουσία κρατήρα, το έδαφος της Σελήνης είναι πολύ πιο σκληρό και η επιφάνεια στην οποία πραγματοποιήθηκε η κάθοδος ήταν βραχώδης με αποτέλεσμα να μην μείνουν εμφανή σημάδια της επιχείρησης στο σημείο αυτό.
  • Στη Σελήνη δεν είναι ο Ήλιος η μόνη πηγή φωτός αλλά και η ίδια η Σελήνη, που αντανακλά το φως του Ηλίου. Αυτός είναι ο λόγος που οι σκιές δεν είναι εντελώς σκοτεινές.
  • Η NASA ισχυρίζεται ότι ο σύντομος χρόνος που χρειάστηκε για να διασχίσει το Απόλλων 11 τη ζώνη Van Allen, σε συνδυασμό με την προστασία που προσέφερε το περίβλημα του διαστημοπλοίου, σημαίνει ότι η έκθεση των αστροναυτών στην ακτινοβολία ήταν πολύ μικρή.
  • Σχετικά με την απουσία έναστρου ουρανού, η προσελήνωση έλαβε χώρα κατά το σεληνιακό πρωινό, με τον Ήλιο να λάμπει έντονα. Απλώς οι τεχνικοί της NASA ρύθμισαν έτσι τον χρόνο έκθεσης στις κάμερες, ώστε ο χρόνος έκθεσης του φιλμ να είναι πολύ σύντομος προκειμένου να μην εισέλθει πολύ φως και θολώσει τις λεπτομέρειες της λήψης. Τα άστρα, αν και ήταν ορατά στα μάτια των αστροναυτών, δεν ήταν αρκετά λαμπερά για να αποτυπωθούν στις φωτογραφίες.
  • Τέλος, για τον βηματισμό των αστροναυτών, η NASA διαψεύδει τον ισχυρισμό υποστηρίζοντας πως το βίντεο δεν υπέστη επεξεργασία slow motion αλλά ήταν έτσι εξ αρχής.

Εν κατακλείδι, ας καταγραφεί ακόμα μια διαπίστωση, η οποία θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει έναυσμα για αμφισβήτηση: και οι έξι προσεληνώσεις συνέβησαν κατά την διάρκεια της προεδρίας Νixon, σε μια έκρυθμη χρονική περίοδο, εξαιτίας της παράτασης του πολέμου του Βιετνάμ. Κανείς άλλος ηγέτης των ΗΠΑ ή κάποιας άλλης χώρας δεν κατάφερε να στείλει ανθρώπους στη Σελήνη, μέσα στα 50 χρόνια, τα οποία παρήλθαν έκτοτε.

Is The Moon Landing Footage Real?

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Brooks, Courtney G., Grimwood, James M.; Swenson, Loyd S., Jr. (1979). Chariots for Apollo: The NASA History of Manned Lunar Spacecraft to 1969. NASA History Series. Washington, D.C.: Scientific and Technical Information Branch, NASA.

Carmichael, Scott W. (2010). Moon Men Return: USS Hornet and the Recovery of the Apollo 11 Astronauts. Annapolis, Maryland: Naval Institute Press.

Chaikin, Andrew (1994). A Man on the Moon: The Triumphant Story Of The Apollo Space Program. New York: Penguin Group.

Collins, Michael (2001) [1974]. Carrying the Fire: An Astronaut’s Journeys. New York: Cooper Square Press.

Cortright Edgar M.(ed.) (1975). Apollo Expeditions to the Moon. Washington, D.C.: Scientific and Technical Information Branch, NASA.

Hansen James R. (2005), First Man: The Life of  Neil A. Armstrong. New York: Simon & Schuster, Inc

Logsdon, John M. (1976). The Decision to Go to the Moon: Project Apollo and the National Interest. Chicago: University of Chicago Press.

Mindell, David A. (2008). Digital Apollo: Human and Machine in Spaceflight. Cambridge, Massachusetts: MIT Press.

 

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος: Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο “Ανένδοτος Αγώνας”

Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος

Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο “Ανένδοτος Αγώνας”

Την 9η Ιανουαρίου 1962, συνήλθε η νέα Βουλή. Οι βουλευτές της «Ενώσεως Κέντρου» έδωσαν τον όρκο με επιφύλαξη, διότι (κατ’ αυτούς) είχε παραβιασθεί το Σύνταγμα. Η σχετική δήλωση είχε ως εξής: «Οι Βουλευταί της Ενώσεως Κέντρου ομνύοντες υπακοήν εις το Σύνταγμα, εκφράζουν την επιφύλαξιν ότι το Σύνταγμα της Βασιλευομένης Δημοκρατίας έχει παραβιασθή. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Ε.Ρ.Ε, κατά τας προσφάτους εκλογάς της 29ης Οκτωβρίου 1961, δεν προήλθεν από την ελευθέραν θέλησιν του Ελληνικού Λαού, αλλά από την άσκησιν βίας και νοθείας. Συνεπείς προς τον όρκον των οι βουλευταί της Ενώσεως Κέντρου δηλούν ότι δεν αναγνωρίζουν ως νόμιμον την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. Και διακηρύττουν, ότι θ’ αγωνισθούν με όλα τα μέσα δια την αποκατάστασιν της ομαλής λειτουργίας του Δημοκρατικού ημών Πολιτεύματος». Κατόπιν, κατέθεσαν πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβερνήσεως (την 18η Ιανουαρίου), καθώς και άλλη πρόταση για την παραπομπή σε ειδικό δικαστήριο (βάσει του νόμου περί ευθύνης υπουργών) του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Κων. Δόβα και των υπουργών Χ. Ποταμιάνου, Ν. Λιανόπουλου και Π. Καλογερόπουλου (την 23η Ιανουαρίου).

Η συζήτηση ξεκίνησε την 18η Ιανουαρίου, με την ομιλία του Παπανδρέου. Ο ίδιος θεωρούσε ότι επρόκειτο για μία από τις καλύτερες στιγμές του κοινοβουλευτικού βίου του. Προς τούτο και θα παρατεθούν τα κυριότερα σημεία της.

«Και από του βήματος της Εθνικής Αντιπροσωπείας θεωρούμεν καθήκον να διακηρύξωμεν, ότι το αποτέλεσμα των εκλογών της 29ης Οκτωβρίου υπήρξεν προϊόν βίας και νοθείας. Και ωδήγησεν η βία και η νοθεία εις την δημιουργίαν νόθου πλειοψηφίας της Βουλής και παρανόμου Κυβερνήσεως. Δηλούμεν ότι δεν αναγνωρίζωμεν ως νόμιμον την σημερινήν Κυβέρνησιν. Και θεωρούμεν αποστολήν μας να αγωνισθώμεν δια την αποκατάστασιν των ελευθέρων θεσμών, δια την αποκατάστασιν, την ομαλήν λειτουργίαν του δημοκρατικού πολιτεύματος. Από αυτήν την αρχήν ενεπνεύσθη η απόφασίς μας να μη παραστώμεν κατά τας πρώτας συνεδριάσεις της Βουλής, οπότε συνετελείτο η τυπική νομιμοποίησις της Κυβερνήσεως. Από αυτήν την αρχήν εμπνέεται επίσης η απόφασίς μας να μη μετέχωμεν εις το μέλλον ουδεμιάς ψηφοφορίας, δια να μη συντελέσωμεν έστω και αρνητικώς εις αυτήν την νομιμοποίησιν. Και από αυτήν την αρχήν θα εμπνευσθούν επίσης και όλα τα μέτρα τα οποία εν συνεχεία θα λάβωμεν εις το μέλλον.

Έχει τεθή το ερώτημα: Αφού εμπνεόμεθα από αυτήν την αρχήν διατί παριστάμεθα εις την Βουλήν; Η απάντησις είναι : Παριστάμεθα διότι ημείς είμεθα γνήσιοι εκπρόσωποι του λαού και δικαιούμεθα να παριστάμεθα… και δικαιούμεθα να παριστάμεθα όταν θέλωμεν. Άλλοι δεν δικαιούνται… Είπεν ο κ. Πρόεδρος της Κυβερνήσεως: “Επιδιώκομεν ανωμαλίας, έχομεν αντισυνταγματικάς επιδιώξεις”. Και απαντώμεν: Το αντίθετον είναι ακριβές. Αγωνιζόμεθα δια την αποκατάστασιν της ομαλότητος, δια την αποκατάστασιν της συνταγματικής τάξεως. Την ομαλότητα κατέλυσαν και το Σύνταγμα παρεβίασαν αι εκλογαί της 29ης Οκτωβρίου.

Βάρκες και καΐκια προϋπαντούν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή κατά την προεκλογική περιοδεία του στην Κέρκυρα.

Εξαιρετικά υπήρξαν τα γεγονότα, τα οποία συνέβησαν, εξαιρετικά θα είναι και τα μέτρα με τα οποία θα τα αντιμετωπίσωμεν. Είπεν ο κ. Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως ότι έχομεν φυγομαχήσει και ότι τα πυρά τα ιδικά μας θα είναι άσφαιρα. Αλλά εάν τα πυρά πρόκειται να είναι άσφαιρα, προς τι ο στόμφος της προκλήσεως; Είπεν επίσης ότι επί μακρόν εφυγομαχήσαμεν. Το αληθές είναι ότι υπάρχει εις τους κόλπους της Ε.Ρ.Ε. μία μεγάλη σχολή μικρών τεχνασμάτων, τα οποία εχρησιμοποίησε καθ’ όλην αυτήν την περίοδον. Και είχον όλα την αυτήν τύχην, την αυτήν ατυχίαν. Εναυάγησαν. Ενόμισαν, την 7ην Δεκεμβρίου ότι ηδύναντο να μας απευθύνουν τελεσίγραφον δια να μας αναγκάσουν να παριστάμεθα εις την Βουλήν. Αλλά είχον κάμει λάθος εις την διεύθυνσιν. Δεν ανήκομεν εις τους ανθρώπους, οι οποίοι δέχονται τελεσίγραφα. Και το απερρίψαμεν. Προχθές επεδίωξαν πάλιν με την μέθοδον των παρελκύσεων του μεγάλου θέματος, να το μειώσουν εις σημασίαν. Και υπερεφαλαγγίσθησαν με την ιδικήν μας πρότασιν δυσπιστίας. Ευχόμεθα τα παθήματα να γίνουν μαθήματα δια το μέλλον. Αλλά δεν επιμένομεν. Διότι επί τέλους, δεν είμεθα και απαρηγόρητοι από τα παθήματα του Προεδρείου και της Κυβερνήσεως.

Ελέχθη ότι αποτελεί συνήθειαν ιδικήν μας, έπειτα από πάσαν ήτταν, να επικαλούμεθα την παρανομίαν των εκλογών. Ο ισχυρισμός είναι απολύτως ασύστατος. Ουδέποτε εις το παρελθόν, μετά την έκβασιν εκλογών, κατηγγείλαμεν κυβέρνησιν ως παράνομον. Είναι η πρώτη φορά. Διότι πρώτην φοράν συνετελέσθη εις τόσην έκτασιν το όργιον της βίας και της νοθείας. Όταν εις τας εκλογάς του 1958, τας οποίας υπέμνησεν ο κ. Υπουργός των Εσωτερικών, ηττήθημεν, υπεκύψαμεν και εδέχθημεν την ήτταν ως αληθείς δημοκράται. Διότι ως αληθείς δημοκράται γνωρίζομεν ότι όσοι υποκύπτουν εις την θέλησιν του λαού είναι άνδρες, όσοι υποκύπτουν εις την βίαν είναι ανδράποδα. Και ουδέποτε είχομεν τοιαύτην φιλοδοξίαν. Μας απευθύνθη το ερώτημα: Σεις εζητήσατε υπηρεσιακήν. Διατί διαμαρτύρεσθε; Απαντώμεν: Εζητήσαμεν υπηρεσιακήν επί τη βάσει της πείρας των τριών προγενεστέρων υπηρεσιακών κυβερνήσεων, του 1950, του 1952 και του 1958, αι οποίαι πράγματι διεξήγαγον σχετικώς τιμίας εκλογάς. Και ηλπίζαμεν, επίσης, ότι και η τετάρτη υπηρεσιακή κυβέρνησις θα ήτο επίσης αδιάβλητος. Διεψεύσθημεν όμως εις τας προσδοκίας μας. Αυτή είναι η απάντησις. Και διότι εις τας ημέρας της Κυβερνήσεως του Στρατηγού Δόβα συνετελέσθη όργιον βίας και νοθείας και διότι το ηνέχθη, εθεωρήσαμεν χρέος να καταθέσωμεν την πρότασιν παραπομπής εις ειδικόν δικαστήριον.

Οι εκλογές του 1961 δια χειρός Μποστ.

Λέγουν: Αφού πράγματι υποστηρίζετε ότι συνετελέσθησαν όργια βίας και νοθείας διατί δεν διεμαρτυρήθητε κατά το στάδιον των εκλογών; Απαντώμεν: Μόνον Έλληνες του εξωτερικού είναι δυνατόν να διατυπώσουν αυτό το ερώτημα. Όσοι έζησαν εις την Ελλάδα, πρέπει να ενθυμούνται ότι καθημερινώς υπήρχαν σφοδρόταται διαμαρτυρίαι. Επεσκέφθημεν τον Στρατηγόν Δόβαν και διεμαρτυρήθημεν. Και μας παρείχε καλοπροαιρέτους υποσχέσεις, αι οποίαι ουδέποτε ετηρούντο. Εφθάσαμεν εις μίαν απόφασιν, η οποία δεν έχει προηγούμενον εις την πολιτικήν ιστορίαν της χώρας μας. Εννέα ημέρας προ των εκλογών, την 20ην Οκτωβρίου, απευθύναμεν προς όλους τους υποψηφίους της Ενώσεως Κέντρου διάγγελμα…

Ελέχθη: Διατί τότε δεν αποφίσαστε αποχήν; Και αυτήν την εσκέφθημεν, ηλπίσαμεν όμως μέχρι της τελευταίας εβδομάδος, ότι το μέγα ρεύμα θα είχεν υπερφαλαγγίσει την βίαν. Αλλά συμφώνως προς το σχέδιον, το οποίον είχεν έκτοτε καταρτισθή, η μεγάλη εκλογική επιχείρησις ενηργήθη την Παρασκευήν και κατ’ εξοχήν το Σάββατον, την νύκτα του Σαββάτου προς την Κυριακήν. Ιδού διατί δεν εφθάσαμεν εις την απόφασιν της αποχής. Αυτή είναι η προϊστορία, η οποία δικαιώνει εις το ακέραιον τας καταγγελίας, τας οποίας διετυπώνομεν έπειτα από τας εκλογάς. Και τίθεται τώρα το ερώτημα: Αι αποδείξεις; Ποίας αποδείξεις προσκομίζετε δι’ αυτό το όργιον της βίας και της νοθείας; Το προνόμιον του γενικού σχεδίου είναι ότι προνοεί δια την μείωσιν, την εξέλειψιν των αποδείξεων. Όταν η βία και η νοθεία είναι εκδήλωσις τοπική, σπασμωδική και αυθαίρετος, προσφέρεται ευκολώτερον προς απόδειξιν.

Όταν υπάρχη σχέδιον γενικόν, υπάρχει επίσης πρόνοια και δια την απόκρυψιν. Μ’ όλα ταύτα, υπάρχουν αι αποδείξεις. Και αι αποδείξεις κατατάσσονται εις τρεις κατηγορίας, εις τρία κεφάλαια. Είναι, πρώτον, τα γεγονότα. Είναι, δεύτερον, οι αριθμοί. Και είναι, τρίτον, τα κείμενα. Εις τα γεγονότα την πρώτην θέσιν κατέχει το κομματικόν Κράτος. Εμποτισμένον το Κράτος από το Κόμμα, ενήργησε με όλην την πίεσιν των Νομαρχών, των Προέδρων Κοινοτήτων, με τα μικρά κοινωφελή και μεγάλα κομματωφελή έργα. Ενήργησε, προς εξυπηρέτησιν της Ε.Ρ.Ε…

Και έρχομαι τώρα εις το κεφάλαιον της βίας… Συμφώνως με το σχέδιον, εκαλούντο οι πολίται εις τα αστυνομικά τμήματα, οι χωροφύλακες επεσκέπτοντο εις τας οικίας των τους χωρικούς και τους ενέπνεον τρόμον, τους ηπείλουν με φακέλλους, με οικονομικάς συνεπείας δι’ αυτούς και τους συγγενείς των, με απολύσεις, μεταθέσεις, με δάνεια της Α.Τ.Ε. Και υπό το κράτος αυτής της πιέσεως εκάμπτετο το εκλογικόν των φρόνημα και ηναγκάζοντο να προσαρμοσθούν εις το αίτημα της ψηφίσεως της Ε.Ρ.Ε…

Τα αποτελέσματα των στρατιωτικών τμημάτων αποτελούν επίσης μίαν πλήρη απόδειξιν της βίας, η οποία ησκήθη. Όταν επί των ημέρων του Στρατάρχου Παπάγου το ποσοστόν υπήρξε 52% και σήμερον, αφαιρουμένων των δημοσίων υπαλλήλων, φθάνει περίπου εις το 100% ποίαν χρείαν έχομεν άλλων μαρτύρων; Το 100% αποδεικνύει όχι μόνον ότι διετάχθη ο στρατός να ψηφίση Ε.Ρ.Ε. Αποδεικνύει επί πλέον, ότι το κράτος έχει εμποτισθή από το Κόμμα και τούτο βεβαίως έχει επιπτώσεις όχι μόνον επί της ψήφου του στρατού αλλά και εις όλας τας εκδηλώσεις της κρατικής επεμβάσεως…

Ιδού η πλήρης απόδειξις, η οποία θα έχη τον τίτλον εις την μαύρην βίβλον της 29ης Οκτωβρίου “Ο εμπαιγμός”, ο εμπαιγμός ο ιδικός μου από τον Στρατηγόν Δόβαν. Διότι όταν ημείς υπεστηρίζαμεν ανάκλησιν των Τ.Ε.Α. ή αχρήστευσιν και μας το υπέσχετο, εις τον ίδιον χρόνον εγνώριζεν, ότι οργανούνται τα Τ.Ε.Α. ως δύναμις εκλογικής επιχειρήσεως. Μέχρις εσχάτων ετέλουν εν απορία αν ηγνόει και ο ίδιος και ενεπαίζετο ή εγνώριζε και μας ενέπαιζε. Τώρα πλέον έχω πεισθή, ότι έχει συμβή το δεύτερον…

Κύριοι βουλευταί, αυταί είναι αι αποδείξεις των κειμένων. Επεκαλέσθημεν τας αποδείξεις των γεγονότων, τας αποδείξεις των αριθμών, τας αποδείξεις των κειμένων. Και είναι πλήρης η απόδειξις, ότι ωργανώθη πράγματι όργιον βίας και νοθείας, εις την άσκησιν του οποίου οφείλεται ο στραγγαλισμός της αληθούς θελήσεως του λαού και η έκβασις εκλογικού αποτελέσματος, το οποίον δεν ανταποκρίνεται προς την αληθή του θέλησιν…

Ο κ. Καρδαμάκης[1] ενόμιζεν ότι ώφειλε να έλθη πάλιν εις την σκηνήν να αρχίση και πάλιν την πολιτικήν και να επιδοθή εις την κατασυκοφάντησιν των ηγετών, του πολιτικού κόσμου και του Τύπου της Ενώσεως Κέντρου. Προ ολίγων ημερών ο Στρατηγός Καρδαμάκης εξέδωκεν την ακόλουθον διαταγήν ημερομηνίας 5 Ιανουαρίου 1962: “Από της προεκλογικής ακόμη περιόδου είχεν αναληφθή συκοφαντική εκστρατεία κατά του Στρατού και των Τ.Ε.Α.”. Δεν είμεθα ημείς, οι οποίοι συκοφαντούμεν τον Στρατόν και τα Τ.Ε.Α., δεν είμεθα ημείς εναντίον του Στρατού και των Τ.Ε.Α. Τιμώμεν ημείς τας Ενόπλους Δυνάμεις, τα Τ.Ε.Α. και τα Σώματα Ασφαλείας. Ημείς είμεθα εναντίον των αναξίων ηγετών του στρατεύματος.

Συνεχίζει ο Στρατηγός Καρδαμάκης: “Η εκστρατεία αύτη, συνεχιζομένη μέχρι σήμερον, εκδηλούται κυρίως δια καταγγελιών, σχολίων και δημοσιευμάτων ως τα τελευταίως αναγραφέντα περί παρανόμου αναμίξεως του Στρατού και των Τ.Ε.Α. εις την διεξαγωγήν των τελευταίων εκλογών”. Και ανακοινώνει εις το στράτευμα κείμενα, τα οποία στρέφονται εναντίον των ηγετών της Ενώσεως Κέντρου. Δεν ανακοινώνει ο Στρατηγός Καρδαμάκης τας απαντήσεις μας, ανακοινώνει μόνον τας επικρίσεις εναντίον μας. Με ποίον δικαίωμα ο Στρατηγός Καρδαμάκης απομονώνει τας επικρίσεις;

Πρώτον, με ποίον δικαίωμα εισέρχεται εις άσκησιν πολιτικής ο Στρατηγός Καρδαμάκης ανακοινών τας δηλώσεις του κ. Πρωτοπαπαδάκη[2] και όχι την ιδικήν μου απάντησιν; Και περαιτέρω προβαίνει εις μίαν ασύδοτον ανακοίνωσιν, αφορώσαν τον κ. Βενιζέλον. Γράφει: “Πρόκειται περί φαιδρολογημάτων, τα οποία έχει εξασφαλίσει εις την χώραν το προνόμιον της πολιτικής ασυδοσίας” και προχωρεί εις βαρυτάτας ύβρεις εναντίον του κ. Βενιζέλου. Αυτός είναι ο Στρατηγός Καρδαμάκης.

Κωνσταντίνος Καραμανλής και Γεώργιος Παπανδρέου.

Και έχομεν το δικαίωμα από του εθνικού τούτου βήματος να απευθυνθώμεν προς αυτόν και να του είπωμεν: Ποίος είσαι συ Στρατηγέ Καρδαμάκη, ανάξιε ηγέτα του στρατεύματος; Ανάξιε ηγέτα του στρατεύματος, ο οποίος δύνασαι να συκοφαντής τους ηγέτας, τους πολιτικούς ηγέτας της Ενώσεως Κέντρου ως αντεθνικούς, της Ενώσεως Κέντρου εις την οποίαν ανήκουν πρώται δυνάμεις της χώρας, αι οποίαι έχουν προσφέρει μεγάλας υπηρεσίας εις την πατρίδα, είναι κατάφορτοι από εθνικούς τίτλους, έχουν προσφέρει ιστορίαν, απελευθέρωσιν εις την Ελλάδα; Ποίος είσαι συ Στρατηγέ Καρδαμάκη; Εάν υπήρχε Κυβέρνησις, εντός μιας ώρας ο Στρατηγός Καρδαμάκης θα έπαυε να είναι αρχηγός του Στρατού και Στρατηγός. Αλλά βεβαίως δεν υπάρχει…

Η Ένωσις Κέντρου εντός των προσεχών ημερών θα απευθύνη διάγγελμα και προς τας Ενόπλους Δυνάμεις και προς τα Σώματα Ασφαλείας. Θα τους εκφράση και την εμπιστοσύνην και την στοργήν της και ταυτοχρόνως θα καταγγείλη εις τας Ενόπλους Δυνάμεις και εις τα Σώματα Ασφαλείας την αναξίαν των ηγεσίαν, η οποία προσπαθεί να δηλητηριάση την ψυχήν των ευγενών τέκνων του Ελληνικού Λαού με την συκοφαντικήν δυσφήμισην ότι οι ηγέται μιας μεγάλης μερίδος, της πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού, είναι ηγέται αντεθνικοί και στρέφονται εναντίον και των Ενόπλων Δυνάμεων και εναντίον των Σωμάτων Ασφαλείας…

Αλλά είναι βέβαιον ότι έχει πλέον δημιουργηθή μία τραγική κατάστασις εις την χώραν. Όταν οι ηγέται του στρατεύματος επιδίδωνται εις αυτό το έργον, είναι βέβαιον δυστυχώς ότι τα θεμέλια του ελευθέρου πολιτεύματος, τα θεμέλια των ελευθέρων θεσμών έχουν κλονισθή. Εγίνατε εσωτερική κατοχή. Είμεθα εθνική αντίστασις. Ο ανένδοτος αγών αποτελεί πλέον υπέρτατον χρέος τιμής. Και είμεθα βέβαιοι ότι με την συμπαράστασιν της μεγάλης πλειοψηφίας του Ελληνικού Λαού και προ παντός με την συμπαράστασιν της Νεότητος, της οποίας αι ευγενείς καρδίαι δονούνται από ιδεώδη και πάλλονται με τον παλμόν της δημοκρατίας είμεθα βέβαιοι ότι θα αχθή εις αίσιον πέρας. Ο αγών θα ευοδωθή. Οι ένοχοι θα τιμωρηθούν. Η δημοκρατία θα νικήση!».

Η πρώτη κοινοβουλευτική μάχη έληξε με ψηφοφορία επί των προτάσεων δυσπιστίας της Ε.Κ. και της Ε.Δ.Α. Υπέρ αυτών ψήφισαν 111 βουλευτές και κατά 173. Οι προτάσεις απερρίφθησαν, ως ανεμένετο, αλλά ο «ανένδοτος αγώνας» δεν επλήγη. Την 23η Φεβρουαρίου 1962, εξεδόθη το πόρισμα του Εισαγγελέως Ποινικής Αγωγής Αλεξ. Φλώρου κατόπιν μηνύσεως, η οποία υπεβλήθη από τους πολιτευτές Λουκ. Ακρίτα, Αναστ. Κολοκυθά και Χρ. Τούντα εις βάρος 562 ατόμων. Αυτά κατηγορούντο ότι είχαν παρανόμως εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους του Χαϊδαρίου και είχαν ψηφίσει στις εκλογές. Μόλις έμαθε το περιεχόμενο του πορίσματος, ο Παπανδρέου δήλωσε τα ακόλουθα. «Η Δικαιοσύνη ωμίλησε. Και αποτελεί το εισαγγελικόν πόρισμα πανηγυρικήν δικαίωσιν ιδικήν μας και πλήρη συντριβήν της Κυβερνήσεως της Ε.Ρ.Ε. Το εκλογικόν πραξικόπημα έχει πλέον δικαστικώς επιβεβαιωθή. Από σήμερον, όμως, την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. δεν βαρύνει μόνον το όργιον της βίας και της νοθείας των εκλογών της 29ης Οκτωβρίου, χάρις εις το οποίον κατεσκευάσθη η νόθος πλειοψηφία της Βουλής και η παράνομος Κυβέρνησις. Από σήμερον εις τας ευθύνας του παρελθόντος προστίθενται νέαι ευθύναι, ακόμη βαρύτεραι. Είναι το πελώριον ηθικόν θέμα, το οποίον ανακύπτει δια την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. μετά την έκδοσιν του δικαστικού πορίσματος. Αποδεικνύεται τώρα ότι ολόκληρος η Κυβέρνησις εψεύσθη ενώπιον της Βουλής του Έθνους…                         

Το συμπέρασμα είναι σαφές. Αποτελεί πλέον αίτημα ηθικής τάξεως η άμεσος παραίτησις της Κυβερνήσεως. Εάν εις το δημόσιον βίον της χώρας πρόκειται να υπάρξη ευπρέπεια και εντροπή, η σημερινή Κυβέρνησις δεν έχει το δικαίωμα να παραμένη εις την θέσιν της. Αλλά διότι βεβαίως είναι δύσκολον να ελπίσωμεν εις ευθιξίαν από μίαν Κυβέρνησιν, η οποία απετόλμησε και όσα έπραξε και όσα είπε, χρέος αισθανόμεθα να απευθυνθώμεν προς τον Ρυθμιστήν του Πολιτεύματος. Εφ’ όσον αι καταγγελίαι διετυπούντο μόνον από την Ένωσιν Κέντρου, ηδύναντο οι σύμβουλοί του να ισχυρίζωνται ότι ωφείλοντο εις κομματικά ελατήρια. Αλλά ωμίλησεν η ελληνική Δικαιοσύνη και η φωνή της δεν είναι δυνατόν να μη ακουσθή. Εάν η αρετή πρόκειται να είναι το θεμέλιον της Δημοκρατίας, δεν δύνανται να είναι κυβερνήται εκείνοι οι οποίοι την παρεβίασαν». 

Γεώργιος Παπανδρέου Διακήρυξη Ανένδοτου Αγώνα 18/01/1962

Αντιθέτως, ο Ράλλης ερμήνευσε διαφορετικά το πόρισμα, αναφέροντας ότι από αυτό «προκύπτει ότι ούτε διπλοψηφίσαντες υπήρξαν ούτε “δέντρα” ψήφισαν, αλλά υπαρκτοί και κανονικοί ψηφοφόροι». Εξ ίσου διαφορετική είναι η αντιμετώπιση των δικαστικών αποφάσεων. Ο Κορέσης έκανε λόγο και για άλλες δικαστικές αποφάσεις, βάσει των οποίων κατεδικάζοντο κρατικά όργανα για παραβιάσεις της εκλογικής διαδικασίας, γεγονός το οποίο ώθησε τον αρχηγό της «Ενώσεως Κέντρου» να χαρακτηρίσει την δικαιοσύνη «οχυρό της Δημοκρατίας».

Μολαταύτα, ο Ράλλης έγραψε ότι «από όλες τις χιλιάδες των υποθέσεων, οι οποίες με επιμονή της Ενώσεως Κέντρου, έφθασαν στη Δικαιοσύνη μόνο για έξι εκδόθηκαν καταδικαστικές αποφάσεις». Ο Κων. Παπακωνσταντίνου ανέφερε στην προαναφερθείσα επιστολή του προς την εφημερίδα Τα Νέα ότι το εκλογοδικείο ακύρωσε την εκλογή σε μόλις 8 εκλογικά τμήματα επί συνόλου 9.700. Προσέθεσε δε, ότι «εις όλα αυτά τα Τμήματα ετηρήθησαν πρακτικά πιστοποιούντα την άψογον διεξαγωγήν της ψηφοφορίας. Και υπέγραψαν ταύτα, πλην των δικαστικών αντιπρωσώπων και οι αντιπρόσωποι των κομμάτων της αντιπολιτεύσεως». Ο Καραμανλής και οι βιογράφοι του διεκήρυξαν επανειλημμένως ότι η διαφορά σε ψήφους μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου κόμματος ήταν τόσο μεγάλη ώστε δεν μπορούσε να αποδοθεί σε καλπονοθεία.

Στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του (για το 1962), ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως έκανε έναν απολογισμό του παρελθόντος, χαράσσοντας την πορεία για το μέλλον. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής : «Πρώτον στάδιον υπήρξεν η απόδειξις του εκλογικού πραξικοπήματος και προσεκόμισεν η Ένωσις Κέντρου πλήρεις αποδείξεις αι οποίαι, συγκεντρωθείσαι εις την εκδοθείσαν “Μαύρην Βίβλον”, θα ιστορούν και εις το μέλλον το ανεξίτηλον στίγμα της Ε.Ρ.Ε. Μετά την απόδειξιν της βίας και της νοθείας, επεδόθημεν εις την επικοινωνίαν με τον Ελληνικόν Λαόν και κατηγγείλαμεν την Κυβέρνησιν της Ε.Ρ.Ε. ως εσωτερικήν κατοχήν. Και είναι ιδιαιτέρως άξιον εξάρσεως το γεγονός ότι εξεδηλώθη εκ μέρους του λαού όχι απλώς αγωνιστικόν, αλλά ιδεολογικόν πάθος. Ο ανένδοτος αγών θα συνεχισθή και θα καθίσταται συνεχώς περισσότερον έντονος μέχρι της πλήρους ευοδώσεως. Θα συνεχισθή εις όλα τα μέτωπα. Και εις την Βουλήν και εις τον Τύπον και ενώπιον του Λαού… Κατά το λήγον έτος, υπήρξεν επικοινωνία της ηγεσίας με τον λαόν των πόλεων. Κατά την νέαν φάσην, ο αγών θα ενταθή και θα γενικευθή. Θα είναι η πορεία όλου του κόμματος, βουλευτών και πολιτευτών προς την ύπαιθρον. Σκοπός θα είναι η διαφώτισις, η εμψύχωσις, η οργάνωσις του λαού».

Στις αρχές του 1962, ο Παπανδρέου ξεκίνησε την προαναφερθείσα «πορεία προς τον λαόν». Ήταν ήδη 74 ετών και αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με την μέση του, το οποίο ελάχιστοι εγνώριζαν. Το πρόβλημα αυτό σχεδόν ουδείς αντελήφθη, καθώς ο Αχαιός πολιτικός γύρισε όλη την Ελλάδα με νεανικό σφρίγος, τους επόμενους μήνες. Η έναρξη της περιοδείας έγινε από το Ηράκλειο της Κρήτης, την 18η Μαρτίου. Η συγκέντρωση ήταν επιτυχής και ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» είπε την περίφημη φράση «Μέγα πλήθος, μέγα πάθος». Ακολούθως ήρθε η σειρά των Αθηνών. Η ηγεσία του κόμματος απεφάσισε να καλέσει τους οπαδούς της Ε.Κ. σε ανοικτή συγκέντρωση, την 20η Απριλίου 1962. Είχε προηγηθεί αίτημα του Παπανδρέου για την χορήγηση αδείας στην πλατεία Κλαυθμώνος προκειμένου να πραγματοποιηθεί ανοικτή συγκέντρωση, την 4η Ιανουαρίου. Τότε, η κυβέρνηση είχε αρνηθεί και ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» δεν επέμεινε.

Την άνοιξη, όμως, το κλίμα ήταν προσφορότερο για την κλιμάκωση του «ανένδοτου αγώνα». Την 8η Απριλίου, έλαβε χώρα η αναπληρωματική εκλογή στην Θεσσαλονίκη, μετά την ακύρωση των αποτελεσμάτων σε τέσσερα εκλογικά τμήματα, στα οποία είχαν συμβεί παρατυπίες την 29η Οκτωβρίου. Η Ε.Δ.Α. απεφάσισε να υποστηρίξει τον υποψήφιο της Ε.Κ. Στεφ. Τσαπάρα, ο οποίος υπερίσχυσε του αντιστοίχου της Ε.Ρ.Ε. Κανδηλιέρη. Η ήττα της Ε.Ρ.Ε. κατέστη μεγαλύτερη διότι απώλεσε το 20% των ψήφων της εντός ολίγων μηνών.  Φυσικά, το γεγονός αυτό δεν μπορούσε να μείνει ανεκμετάλλευτο από την αντιπολίτευση, η οποία το θεώρησε επιβεβαίωση της βίας και της νοθείας του 1961. Η κυβέρνηση έδωσε άδεια για την διεξαγωγή της συγκεντρώσεως αλλά για το γήπεδο του Παναθηναϊκού, επικαλούμενη λόγους ασφαλείας.

Η «Ένωση Κέντρου» απήντησε ότι ήταν δικαίωμά της να πραγματοποιήσει συγκέντρωση σε οποιονδήποτε ανοικτό χώρο εντός της πόλεως. Εκάλεσε δε τον λαό έξω από την Λέσχη Φιλελευθέρων, στην πλατεία Καρύτση. Η κυβέρνηση αναγκάσθηκε να συμβιβασθεί, κινητοποιώντας παράλληλα ένα μεγάλο μέρος των ανδρών της Αστυνομικής Διευθύνσεως Αθηνών. Οι αστυνομικοί σχημάτισαν αλλεπάλληλες ζώνες, καθιστώντας δύσκολη την πρόσβαση των Αθηναίων στο κέντρο της πόλεως. Ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Σοφοκλής Βενιζέλος διέσπασαν τον κλοιό και έφθασαν στην Λέσχη Φιλελευθέρων. Εκεί, γνώρισαν την αποθέωση από τους συγκεντρωμένους οπαδούς του κόμματος. Εντούτοις, δεν υπήρξε η αναμενόμενη προσέλευση και ο αρχηγός της Ε.Κ. έκανε λόγο για προσπάθεια όπως εμποδισθούν οι κάτοικοι των συνοικών να προσέλθουν στην συγκέντρωση. Μολαταύτα, ο ίδιος συνέχισε απτόητος, εκφωνώντας μία από τις καλύτερες ομιλίες του εκτός Κοινοβουλίου.

Αρχίσε με την φράση «είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού˙ ουκ έστι Λαός. Άλλ’ έστι Λαός!», κατά παράφραση του γνωστού ψαλμού του Δαβίδ. Και συνέχισε : «Με τα μέτρα τα οποία έλαβεν εναντίον του Λαού η Κυβέρνησις, επιβεβαιώνει την βαρείαν κατηγορίαν, την οποίαν της έχω απευθύνει. Έγινεν εσωτερική κατοχή και εγίναμεν εθνική αντίστασις! Και θα εξακολουθήσωμεν τον αγώνα της εθνικής αντιστάσεως μέχρι της απελευθερώσεως του Λαού μας! Πολίται και νέοι των Αθηνών, ήλπισεν η μωρία της Κυβερνήσεως ότι ο αποκλεισμός των οδών θα ήτο δυνατόν να σημάνη ματαίωσιν της προσελεύσεως, και εσήμανε το αντίθετον. Διότι δεν έχει σημασίαν πόσοι έφθασαν εδώ. Έχει σημασίαν πόσοι εξεκίνησαν. Και όχι μόνον, πολίται και νέοι των Αθηνών, όχι μόνον εξεκίνησαν αλλά έφθασαν και μάχονται και τραυματίζονται και επιμένουν δια να αποδείξουν ότι δεν επρόκειτο να έλθουν από περιέργειαν, ότι ήλθαν με το πάθος της Ελευθερίας, με το πάθος της Δημοκρατίας».

Ακολούθως, απευθύνθηκε ανοικτά (για πρώτη φορά εκτός του Κοινοβουλίου) στον Βασιλέα και του ζήτησε τίμιο κράτος, τίμιο εκλογικό σύστημα και τίμιες εκλογές. «Το πολίτευμα είναι Βασιλευομένη Δημοκρατία αλλά σήμερον έχει μείνει μόνον το Βασιλευομένη και έχει πάψει να είναι Δημοκρατία», προσέθεσε. Ο ηγέτης της «Ενώσεως Κέντρου» σημείωσε σε όλους τους τόνους ότι δεν επιζητούσε ούτε εύνοια ούτε προνομιακή μεταχείριση αλλά ισότητα, δικαιοσύνη και σωστή λειτουργία των θεσμών. Τα γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα στην πρωτεύουσα έφεραν το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα για την κυβέρνηση. Επί ημέρες, ο αντιπολιτευόμενος Τύπος δημοσίευε εκτενή ρεπορτάζ από τα έκτροπα και η Ε.Ρ.Ε. ευρέθη αμυνόμενη.

Ως εκ τούτου, όταν η Ε.Κ. προανήγγειλε την διοργάνωση αντίστοιχης συγκέντρωσης στην Θεσσαλονίκη, η κυβέρνηση έδωσε την άδεια για την πλατεία Αριστοτέλους. Αλλά αυτό έγινε την τελευταία στιγμή και δεν υπήρχε επαρκής χρόνος για την οργάνωσή της. Επιπλέον, ουδείς ιδιοκτήτης ακινήτου στην πλατεία διέθεσε στον Παπανδρέου ένα παράθυρο ή έναν εξώστη για να μιλήσει, όπως ακριβώς είχε συμβεί και με ομιλητές της Αριστεράς στην Αθήνα, κατά το παρελθόν (βλέπε ανωτέρω). Τελικώς, στήθηκε ένας εξώστης και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως μίλησε υπό βροχήν.

Ξεκίνησε την ομιλία του, απευθυνόμενος προς τους άδειους εξώστες. «Ευχαριστώ τους εξώστας, δια την άρνησίν των. Εις τους εξώστας θα ευρισκόμουν απέναντι του Λαού. Τώρα ευρίσκομαι εντός του Λαού. Άλλωστε, λαέ της βορείου Ελλάδος εις τας εξέδρας εορτάζεται η Ανάστασις!». Απευθύνθηκε στους νέους και τους ζήτησε να ενημερώσουν και να εμψυχώσουν τους αγρότες, εξουδετερώνοντας τον φόβο. Τότε, «έριξε για πρώτη φορά το σύνθημα νέοι, τρομοκρατήσατε τους τρομοκράτας».

Η ανταπόκριση του κοινού δεν ήταν πάντα τόσο μαζική ούτε τόσο ενθουσιώδης. Μία από αυτές τις περιπτώσεις ήταν και η προαναφερθείσα συγκέντρωση. Είναι δεδομένο ότι η προσέλευση του κόσμου δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο ανεμένετο από τους διοργανωτές. Το γεγονός αυτό αποκαρδίωσε πολλά στελέχη του κόμματος στην συμπρωτεύουσα. Ο ίδιος δεν έχασε το κουράγιο του και συνέστησε στους συνεργάτες του να μεταφέρουν στον κόσμο μηνύματα αισιοδοξίας. «Είμαστε αναγκασμένοι να υποκριθούμε, αλλιώς πως θα βγάλουμε πέρα τον αγώνα μας;», ρώτησε ρητορικά τον Μιχ. Παπακωνσταντίνου.Ο «ανένδοτος αγώνας» απαιτούσε μεγάλα ψυχικά αποθέματα αλλά και συναισθηματική υποστήριξη για να αχθεί εις πέρας. Είναι ελάχιστα γνωστόν ότι ο Παπανδρέου είχε χωρίσει από την Κυβέλη δίχως ποτέ να εκδοθεί διαζύγιο. Αυτό είχε συμβεί στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Έκτοτε, ζούσε μόνος, περιτριγυρισμένος από φίλους και συνεργάτες. Η επάνοδος του υιού του Ανδρέα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και η μεταγενέστερη μόνιμη εγκατάστασή του στην Αθήνα άλλαξαν το οικογενειακό σκηνικό για τον Αχαιό πολιτικό. Οι δύο άνδρες είχαν απομακρυνθεί αρκετά μετά από την εγκατάσταση του υιού στην Αμερική. Ο ίδιος ο Ανδρέας έγραψε ότι έως τότε ποτέ δεν του εδόθη η ευκαιρία να γνωρίσει καλά τον πατέρα του. Απώτερος σκοπός της επανόδου του στην Ελλάδα ήταν να ξαναγνωρίσει τον πατέρα του «κι αυτή την φορά με ώριμο τρόπο».

Προχώρησε, λοιπόν, στην ενοικίαση μίας οικίας στην Εκάλη, όπου και εγκαταστάθηκε με την πολυμελή οικογένειά του. Έως τότε, ο Αχαιός πολιτικός ήταν απορροφημένος από την πολιτική και ουδέποτε είχε την ευκαιρία να ζήσει αυτό που για τους περισσότερους Έλληνες ονομάζεται «οικογενειακή ατμόσφαιρα». Ξαφνικά, βρέθηκε περιτριγυρισμένος από πολλά και νέα πρόσωπα, ιδίως μικρά παιδιά στα οποία είχε ιδιαίτερη αδυναμία, και μετεβλήθη σε έναν «ενθουσιώδη παππού» (σύμφωνα με τον υιό του Ανδρέα). Η αλήθεια είναι πως ήθελε να μοιράζεται ώρες με τα εγγόνια του, αν και συχνά δεν το κατόρθωνε. Ίσως, αυτή να ήταν και η βαθύτερη αιτία της αδυναμίας που έτρεφε για τον μεγάλο υιό του, τον οποίο προσπαθούσε να μυήσει στα μυστικά της πολιτικής. Στο παρελθόν, κατά τις σπάνιες περιπτώσεις που αναφερόταν σε στενούς φίλους του γι’ αυτόν, διέκρινε κανείς (πέραν της υπερηφάνειας για την πανεπιστημιακή σταδιοδρομία του) και ένα αίσθημα λύπης διότι δεν του είχε αφιερώσει τον δέοντα χρόνο, κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του…

Η αλλαγή στην οικογενειακή του κατάσταση και η επιμονή του, τον ώθησαν να συνεχίσει απτόητος την επαφή του με τον λαό, πηγαίνοντας στην Πάτρα, όπου μίλησε περιστοιχισμένος από τον Σοφ. Βενιζέλο και τον Στεφ. Στεφανόπουλο. Σε αυτήν, έθεσε και το ακόλουθο ρητορικό ερώτημα: «Ηλίθιοι,˙και αν ακόμη από όλας τας αποδόσεις του ανενδότου αγώνος μας δεν κατορθώσατε να εννοήσετε την αξίαν του, τουλάχιστον το γεγονός ότι η νεότης της Ελλάδος παλλομένη από ιδεώδη, ευρίσκεται υπό την σημαίαν μας, δεν κατόρθωσε να σας δώση να εννοήσετε την ηθικήν αξίαν, την ιστορικήν αξίαν των αγώνων τους οποίους διεξάγωμεν;». Η κυβέρνηση πίστευε στην κόπωση (τόσο την  ψυχολογική όσο και την βιολογική) του αρχηγού της «Ενώσεως Κέντρου» και των οπαδών της αλλά αυτό δεν συνέβη. Ο Παπανδρέου μετέβη και μίλησε σε πολλά μέρη της χώρας (κατ’ αλφαβητική σειρά Αργοστόλι, Άρτα, Βόλο, Ελασσόνα, Ζάκυνθο, Καρδίτσα, Μυτιλήνη, Ναύπακτο, Χίο κ.α). Μετά, ήρθε πάλι η σειρά των Αθηνών. Η συγκέντρωση ορίσθηκε για την 22α Νοεμβρίου. Αυτή την φορά η κυβέρνηση έδωσε την άδεια για την πλατεία Κλαυθμώνος. Πράγματι, η συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε ομαλά και ήταν πρωτοφανής σε όγκο και παλμό. Ακόμη και ο συμπολιτευόμενος Τύπος παραδέχθηκε την επιτυχία της.

Ο αρχηγός του κόμματος ήταν ο μόνος ομιλητής, καθώς είχε αναλάβει να σηκώσει μόνος του το βάρος του «ανένδοτου αγώνα» μαζί με λίγα στελέχη που πίστεψαν στο όλο εγχείρημα. Το συγκεντρωμένο πλήθος φώναζε: «Κάτω οι παράνομοι» και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως απευθύνθηκε στον Βασ. Παύλο. «Όταν το πολίτευμα λειτουργεί ομαλώς, ο Βασιλεύς είναι ανεύθυνος. Όταν το πολίτευμα παραβιάζεται, ο Βασιλεύς καθίσταται υπεύθυνος και οφείλει να ενεργήσει δια την αποκατάστασίν του». Επρόκειτο για μία κίνηση υψηλού πολιτικού ρίσκου, εφ’ όσον ο αρχηγός της μείζονος αντιπολιτεύσεως επιχειρούσε να καταστήσει τον ανώτατο άρχοντα μέρος του προβλήματος, συνένοχο με την «παράνομη» κυβέρνηση, την οποία ανεχόταν. Ο ίδιος έδειξε ότι αντιλαμβανόταν πλήρως την βαρύτητα της ενέργειάς του με την επόμενη φράση του. «Μεγαλειότατε! Ο λαός ωμίλησε και αναμένει». Τότε, οι οπαδοί της Ε.Κ. φώναξαν το σύνθημα «Πάρε θέση βασιλιά».

Ο Βασιλέας Παύλος.

Εν τω μεταξύ, είχε αποφασισθεί η διακοπή κάθε σχέσεως με την κυβέρνηση αλλά και με τα Ανάκτορα. Ήταν ένα θέμα που δημιούργησε έντονες εσωκομματικές τριβές, καθώς πολλοί διεφώνησαν με την τακτική αυτή. Η επιδεικτική αποχή της Ε.Κ. από τον γάμο της θυγατέρας του Παύλου πριγκίπισσας Σοφίας θα μπορούσε να εκληφθεί ως προσβολή από τον ίδιο τον ανώτατο άρχοντα. Προς τούτο, ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» του έστειλε μία μακρά επιστολή στα μέσα Μαρτίου. Σε αυτήν, του εξηγούσε ότι επρόκειτο περί κεντρικής πολιτικής γραμμής και του υπενθύμιζε δύο συνομιλίες τις οποίες είχε μαζί του, κατά το πρόσφατο παρελθόν. Ο Παπανδρέου είχε διευκρινίσει ότι δεν υπήρχε ταύτιση συμφερόντων μεταξύ του πρωθυπουργού και του Στέμματος, καθώς ο πρώτος ενδιαφερόταν για τις επόμενες εκλογές και ο δεύτερος για όλες όσες θα διεξήγοντο στο μέλλον. Επομένως, ο πρώτος είχε βραχυπρόθεσμα συμφέροντα, ενώ ο Θρόνος μακροπρόθεσμα. Καλούσε δε τον ρυθμιστή του πολιτεύματος να λάβει θέση για να αποφευχθεί ένας νέος διχασμός και να δημιουργηθεί μία νέα κυβέρνηση, η οποία θα απελάμβανε της εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου.

Τότε, τα Ανάκτορα δεν έδωσαν συνέχεια στην επιστολή αυτή, με αποτέλεσμα ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως να την δημοσιοποιήσει (την 27η Μαρτίου). Εντούτοις, ο Βασ. Παύλος προβληματίσθηκε, καθώς είχαν δημιουργηθεί συνθήκες αστάθειας και κοινωνικής αναταραχής. Αυτός που αντέδρασε έντονα ήταν ο Καραμανλής, ο οποίος δήλωσε ότι «το μόνο δικαίωμα που δίδει το Σύνταγμα εις τον Βασιλέα είναι, εάν διαπιστώση δυσαρμονία λαϊκού αισθήματος και πλειοψηφίας της Βουλής, να διαλύση την Βουλήν και να προκηρύξη εκλογάς εντός 45 ημερών. Σχηματισμός κυβερνήσεως η οποία θα ενεφανίζετο ενώπιον της Βουλής μετά την παύσιν της εχούσης την εμπιστοσύνην του Σώματος θα απετέλη παρανομίαν και θα μετέβαλε τον Βασιλέα εις συνένοχον της Ενώσεως Κέντρου».

Πάντως, η πρόταση του Γεωργ. Παπανδρέου περί σχηματισμού κυβερνήσεως από την παρούσα Βουλή αποτελούσε μία κίνηση τακτικής από μέρους του αρχηγού της Ε.Κ., κατόπιν πιέσεων του Σοφ. Βενιζέλου για να εξομαλύνει τις σχέσεις του με τα Ανάκτορα. Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως φαινόταν ότι υπαναχωρούσε από την αρχική θέση του περί άμεσης προσφυγής στις κάλπες, πολλώ δε μάλλον εφ’ όσον ο ίδιος θεωρούσε την σύνθεση της συγκεκριμένης Βουλής προϊόν βίας και νοθείας. O Παπανδρέου, όμως, ήταν βέβαιος ότι ο Παύλος δεν θα προέβαινε σε μία τόσο ριζοσπαστική (και πρόδηλα αντισυνταγματική) ενέργεια. Ως εκ τούτου, φαινόταν μετριοπαθής για να εκτονώσει την εσωκομματική ένταση με τους λεγόμενους «διαλλακτικούς», δίχως να ρισκάρει το βασικό διακύβευμα, το οποίο ήταν η απομάκρυνση της Ε.Ρ.Ε. από την εξουσία.

Το επόμενο διάστημα, ο ίδιος συνέχισε τον «ανένδοτο αγώνα» και η Ε.Κ. ακολούθησε απαρέγκλιτα την ίδια τακτική έναντι της πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας σε όλες τις περιπτώσεις και έναντι όλων, π.χ. τόσο κατά την επίσημη επίσκεψη του αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Λύντον Τζόνσον (Lyndon Baines Johnson), όσο και κατά την άφιξη του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Αθήνα, τον Σεπτέμβριο του 1962. Στην τελευταία περίπτωση, ο Παύλος παρέθεσε επίσημο γεύμα προς τιμήν του ηγέτη της Κύπρου, στο οποίο προσεκλήθησαν τόσο ο Γεώργιος Παπανδρέου όσο και ο Σοφοκλής Bενιζέλος. Το κόμμα περιήλθε σε δύσκολη θέση, καθώς ο τελευταίος διατηρούσε καλές σχέσεις με το βασιλικό ζεύγος, ως γνωστόν. Εξεδόθη μία επίσημη ανακοίνωση, την οποία είχε συντάξει ο ίδιος ο Αχαιός πολιτικός. Αυτή επανέλαβε την γνωστή επιχειρηματολογία του κόμματος και έκλεισε ως εξής: «… Το δημοκρατικόν μας πολίτευμα θα αποκατασταθή μόνον όταν δοθή εις τον κυρίαρχον Λαόν η ευκαιρία να εκλέξη ελευθέρως με την θέλησιν της πλειοψηφίας την νόμιμον κυβέρνησιν της χώρας. Τότε, θα αποκατασταθούν αι σχέσεις της Ενώσεως Κέντρου με το Στέμμα. Αυτός είναι ο καταστατικός χάρτης της Ενώσεως Κέντρου και είναι περιττόν να σημειωθή ότι ισχύει όχι μόνον δια την ηγεσίαν της Ενώσεως Κέντρου αλλά και δι’ όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της». Η κυβέρνηση χαρακτήρισε την απόφαση «αήθη» και «ηθικώς απαράδεκτον εκβίασιν». Ο Παπανδρέου «παραδέχθηκε» τον αήθη χαρακτήρα της αλλά την χαρακτήρισε πρέπουσα απάντηση στην αήθη παρουσία της παρανόμου κυβερνήσεως.

Εν τω μεταξύ, η κοινωνία ευρίσκετο σε αναβρασμό ήδη από τον Μάρτιο. Η αιχμή του δόρατος ήταν η φοιτητιώσα νεολαία, η οποία ζητούσε να διατεθεί στην Παιδεία το 15% των κονδυλίων του Προϋπολογισμού. Συνθήματα όπως «Δεν χωράμε στα ψυγεία!» και «114»[3] δονούσαν τις συγκεντρώσεις, στις οποίες συμμετείχαν νέοι τόσο της Αριστεράς όσο και του Κέντρου. Ταυτόχρονα, στο Κοινοβούλιο υπήρξε συμπόρευση της Ε.Κ. με την Ε.Δ.Α. στο θέμα της προικοδότησης της πριγκιπίσσης Σοφίας, η οποία θα παντρευόταν τον Χουάν Κάρλος της Ισπανίας. Το ίδιο συνέβη και με το θέμα της αυξήσεως της βασιλικής χορηγίας, τον Σεπτέμβριο. Μάλιστα, τότε η Ε.Κ. απεχώρησε από την Βουλή προ της ψηφοφορίας, μιμούμενη την Ε.Δ.Α. Τέλος, τα δύο κόμματα συνεργάσθηκαν και σε συνδικαλιστικό επίπεδο. Τα γεγονότα αυτά επέτρεψαν στην κυβέρνηση να κάνει λόγο περί «συμπτύξεως λαϊκού μετώπου».

Την 29η Οκτωβρίου 1962, συμπληρώθηκε ένα έτος από την διεξαγωγή των εκλογών. Ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» απηύθυνε ένα διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, επ’ αφορμή της επετείου αυτής. Σε αυτό σημείωσε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : «Ο Ανένδοτος Αγών θα συνεχισθή. Μέχρις ότου η Κυβέρνησις της Ε.Ρ.Ε., η οποία είναι όχι μόνον παράνομος αλλά επίσης και ανίκανος και επικίνδυνος δια τον Λαόν και το Έθνος, εγκαταλείψη την Αρχήν… Ο Ανώτατος Άρχων… οφείλει, επιτελών το συνταγματικόν του καθήκον, να καλέση τον Κυρίαρχον Ελληνικόν Λαόν, όπως εκλέξη την κυβέρνησιν της ελευθέρας θελήσεώς του. Έως τότε ο Ανένδοτος Αγών όχι μόνον θα συνεχισθή αλλά και θα ενταθή. Και ασφαλώς θα ευοδωθή. Η Δημοκρατία, η αληθής δημοκρατία θα νικήση…».

Δεκέμβριος 1962. Περισσότεροι από 4.000 φοιτητές διαδηλώνουν στο Κέντρο της Αθήνας. Οι κινητοποιήσεις για την Παιδεία αποτέλεσαν εφαλτήριο του Ανένδοτου Αγώνα.

Τον Ιανουάριο του 1963, ο Σοφ. Βενιζέλος μετέβη στα Ανάκτορα, συνοδευόμενος από τον Τσιριμώκο. Σύμφωνα με τον Γούντχαουζ, ζήτησε την διάλυση της Βουλής, αλλά ο Βασ. Παύλος αρνήθηκε να συναινέσει στο αίτημά του και ο πρωθυπουργός επαίνεσε την προσήλωσή του στους Συνταγματικούς κανόνες. Αντιθέτως, ο Δαφνής σημείωσε ότι ζήτησε την βοήθεια του ρυθμιστή του πολιτεύματος προς αποτροπή ακραίων λύσεων. Κατ’ ουσίαν, πρότεινε την συνεργασία των δύο κομμάτων, με «θυσία» των αρχηγών τους. Επηκολούθησε η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του Καραμανλή και του Βενιζέλου, ο οποίος φάνηκε να αυτονομείται. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την μη συμμετοχή του αρχηγού της Ε.Κ. κατά την μετάβαση των δύο ηγετικών στελεχών της στα Ανάκτορα επισημάνθηκε από τον αρχηγό της Ε.Ρ.Ε. και έφερε σε δύσκολη θέση τον Παπανδρέου, ο οποίος ίσως και να μην ήταν γνώστης της πρωτοβουλίας. Το θεώρησε ως την πρώτη έμπρακτη αμφισβήτηση του ενιαίου χαρακτήρα του κόμματος. Σημειώνεται ότι η «Ένωση Κέντρου» είχε γίνει ενιαίο κόμμα με απόφαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδος (παρά την αντίδραση του Παπαπολίτη και του Τσιριμώκου), την 20η Ιουλίου 1962.

Τον Μάρτιο του 1963, οι σχέσεις του Γεωργίου Παπανδρέου με τον Σοφοκλή Βενιζέλο έφθασαν σε οριακό σημείο. Ο Κρητικός πολιτικός έστειλε στον αρχηγό του κόμματος μία επιστολή, με την οποία του ζητούσε την σύγκληση συνεδρίου και την εκλογή συλλογικών οργάνων διοικήσεως. Οι προαναφερθείσες ενέργειες εκλείφθησαν ως προσπάθεια αμφισβητήσεως της θέσεως του Αχαιού πολιτικού και προκάλεσαν τις αντιδράσεις πολλών βουλευτών. Εντούτοις, ο αρχηγός της Ε.Κ. κατόρθωσε να θέσει υπό έλεγχο την κατάσταση, κατά την δεδομένη χρονική στιγμή.

Περιοδεία στην Κρήτη. Διακρίνονται οι Σ. Βενιζέλος, Γ. Παπανδρέου και το ζεύγος Κ. Μητσοτάκη.

Την ίδια περίοδο, 26 βουλευτές της Ε.Ρ.Ε. κατέθεσαν στο Κοινοβούλιο μία πρόταση περί  αναθεωρήσεως ορισμένων μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. Η κίνηση αυτή εντασσόταν σε μία ευρύτερη προσπάθεια της κυβερνήσεως για την εκδημοκρατικοποίηση και πλήρη ομαλοποίηση του δημοσίου βίου. Η Ε.Κ. αρνήθηκε να συμπράξει, ενώ η Ε.Δ.Α. δεν ξεκαθάρισε την θέση της. Μόνον ο Μαρκεζίνης προσέφερε την υποστήριξή του, αλλά υποβάλλοντας συγκεκριμένους όρους. Ο αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» χαρακτήρισε την πρωτοβουλία της Ε.Ρ.Ε. «πολιτικό αντιπερισπασμό». Τελικώς, η Ε.Δ.Α. δεν εδέχθη να συμμετάσχει. Τότε, ο Πρόεδρος της Βουλής Κων. Ροδόπουλος διόρισε αυτοβούλως μέλη της Ε.Κ. στην υπό σύσταση επιτροπή, γεγονός το οποίο ο Παπανδρέου εξέλαβε ως προσπάθεια διασπάσεως του κόμματος.

Ταυτόχρονα, εντεινόταν η προσπάθεια της κυβερνήσεως να ταυτίσει την Ε.Κ. με την Ε.Δ.Α., φέρνοντας κατά τον τρόπον αυτόν σε δύσκολη θέση τον Παπανδρέου. Αξιοποιήθηκε κυρίως η απόπειρα της Αριστεράς να νομιμοποιηθεί το Κ.Κ.Ε., στην οποία συμμετείχαν και στελέχη του Κέντρου. Επίσης, η Ε.Ρ.Ε. ήλπιζε σε σύμπραξη του Αχαιού πολιτικού με την Αριστερά, κατά την πρόταση μομφής της Ε.Δ.Α. εις βάρος της κυβερνήσεως. Ο πολύπειρος, όμως, κοινοβουλευτικά αρχηγός της «Ενώσεως Κέντρου» απέφυγε την παγίδα, αποχωρώντας προ της ψηφοφορίας.

Την 22α Μαΐου, ο βουλευτής της Αριστεράς Γρηγ. Λαμπράκης κτυπήθηκε από παρακρατικούς στην Θεσσαλονίκη. Δράστες ήταν οι Εμμ. Εμμανουηλίδης (ο οποίος είχε καταφέρει το κτύπημα στον Λαμπράκη) και ο Σπ. Γκοτζαμάνης (οδηγός του τρικύκλου, στο οποίο επέβαινε ο Εμμανουηλίδης). Ο τραυματίας απεβίωσε ύστερα από τετραήμερη πάλη με τον θάνατο. Προεκλήθη πανελλήνια συγκίνηση και η κυβέρνηση περιήλθε υπό ασφυκτική πίεση. Ο Παπανδρέου κατηγόρησε τον Καραμανλή ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας εξ αιτίας της δημιουργηθείσης καταστάσεως και ο τελευταίος απήντησε ότι «το πάθος από το οποίον κατέχεται ο κ. Παπανδρέου τον οδηγεί όχι μόνον εις πολιτικάς, αλλά και εις εθνικάς απρεπείας. Δια την σημερινήν του δήλωσιν θα εντρέπεται εις όλην του την ζωήν». Η ανάκριση απεκάλυψε την ύπαρξη διαφόρων οργανώσεων («Ελπιδοφόροι Νέοι», «Κυανή Φάλαγξ» κ.α.), τα μέλη των οποίων δρούσαν εις γνώσιν των κρατικών Αρχών.

Η δολοφονία του βουλευτού της Ε.Δ.Α. Γρ. Λαμπράκη.

Τα γεγονότα αυτά κλόνισαν συθέμελα την κυβέρνηση. Την χαριστική βολή (ή κατ’ άλλους την βολική πρόφαση) έδωσε το ζήτημα της επισκέψεως του βασιλικού ζεύγους στην Μεγ. Βρεταννία. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο ανωτάτων πολιτειακών παραγόντων είχαν αρχίσει να κλονίζονται τουλάχιστον από την 3η Οκτωβρίου του 1962. Τότε, ο Καραμανλής έστειλε στον Βασ. Παύλο μία επιστολή. Ο βιογράφος του τότε πρωθυπουργού έκανε λόγο για «γραπτές παραστάσεις», στις οποίος ο ρυθμιστής του πολιτεύματος (βαθύτατα ενοχλημένος) απήντησε επίσης γραπτώς, την 14η Οκτωβρίου. Ο Σερραίος πολιτικός «ανταπήντησε», ζητώντας ακρόαση, κατά την διάρκεια της οποίας υπέβαλε την παραίτησή του. Ο Βασ. Παύλος αρνήθηκε να την κάνει αποδεκτή και το θέμα εθεωρήθη λήξαν. Λίγες εβδομάδες μετά, ο ανώτατος άρχοντας προσέφερε στον Καραμανλή τον Μεγαλόσταυρο της Τάξεως του Σωτήρος αλλά ο τελευταίος τον αποποιήθηκε ευγενικά, θεωρώντας ότι ήταν πρόωρη η απονομή, καθώς δεν είχε ολοκληρώσει ακόμη το έργο του.

Επηκολούθησε ο εορτασμός της εκατονταετηρίδος της δυναστείας, κατά την διάρκεια του οποίου ασθένησε ο Βασ. Παύλος και φημολογείται ότι δημιουργήθηκε νέα προστριβή του πρωθυπουργού με τα Ανάκτορα. Την 20η Απριλίου, έλαβε χώρα ένα επεισόδιο εις βάρος της Βασιλίσσης Φρειδερίκης, κατά την διάρκεια ανεπίσημου ταξιδιού της στο Λονδίνο. Πρωταγωνίστρια ήταν η Βρεταννίδα σύζυγος του φυλακισμένου στελέχους της Αριστεράς Αντ. Αμπατιέλου, Μπέτυ. Το θέμα έλαβε μεγάλη έκταση, καθώς ήδη η Βασίλισσα είχε τεθεί στο στόχαστρο του αντιπολιτευόμενου Τύπου, το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Ο αριστερός βρεταννικός Τύπος ανεκίνησε το θέμα των πολιτικών κρατουμένων στην Ελλάδα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου εκμεταλλεύθηκε περίτεχνα την περίσταση. «Η Ένωσις Κέντρου και ο ελληνικός δημοκρατικός Τύπος, εκφράζοντας αγανάκτηση για την προσβολή που είχε υποστή η χώρα στο πρόσωπο της βασίλισσας, επέρριπταν την ουσιαστική ευθύνη στην Ε.Ρ.Ε., η οποία με το ανελεύθερο και άνομο καθεστώς της είχε προκαλέσει εξέγερση και είχε δώσει λαβή σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις, μέχρι σημείου ώστε να γίνεται προβληματική η εμφάνιση των βασιλέων της Ελλάδος στο εξωτερικό». Η κατάσταση αυτή κινδύνευε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στις διμερείς σχέσεις, καθώς επίκειτο η πραγματοποίηση επίσημου ταξιδιού του βασιλικού ζεύγους στο Λονδίνο, την 9η Ιουλίου.

Ο  Καραμανλής εξέφρασε εξ αρχής τις έντονες διαφωνίες του, συντάσσοντας και σχετική ανακοίνωση περί αναβολής του ταξιδιού, την οποία έστειλε στον Βασιλέα προς υπογραφήν. Ο Παύλος εξεπλάγη από την αντίδραση του πρωθυπουργού αλλά απέφυγε να οξύνει την κατάσταση και μετέθεσε την εξέταση του ζητήματος. Μεσολάβησαν τόσο η επίσκεψή του Γάλλου Προέδρου Σαρλ Ντε Γκωλ (Charles de Gaulle) όσο και μία βραχύβια ασθένειά του και το θέμα επανεξετάσθηκε στις αρχές Ιουνίου. Ο Παύλος θεωρούσε ανεπίτρεπτη μία νέα αναβολή του ταξιδιού, πολλώ δε μάλλον εφ’ όσον είχε προηγηθεί η επίσημη αποδοχή της προτάσεως της Βασιλίσσης της Αγγλίας και είχαν αμοιβαία συμφωνηθεί οι σχετικές ημερομηνίες. Άλλωστε, η εικόνα που θα δινόταν θα ήταν αρνητική, καθώς η κοινή γνώμη θα πίστευε ότι οι Βασιλείς της Ελλάδος δεν μπορούσαν να μεταβούν στο εξωτερικό από τον φόβο αντιδράσεων. Ο πρωθυπουργός απήντησε ότι οι εντυπώσεις θα ήταν πολύ χειρότερες εάν όντως συνέβαινε κάποιο «ατυχές περιστατικόν».

Παύλος Α΄ και Κ. Καραμανλής.

Ο ρυθμιστής του πολιτεύματος εξέθεσε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των δύο επιλογών, κλίνοντας σαφώς υπέρ της πραγματοποιήσεως του ταξιδιού. Της ιδίας απόψεως ήταν και ο πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο Μιχ. Μελάς. Ο πρωθυπουργός εξέθεσε εκ νέου την επιχειρηματολογία του, δηλώνοντας ότι η κυβέρνηση θα ανελάμβανε την ευθύνη της αναβολής. Έδωσε δε και συνταγματική χροιά στο όλο θέμα, σημειώνοντας την αλγεινή εντύπωση που θα προξενούσε στους Βρεταννούς η ενδεχόμενη άρνηση του Βασιλέως να εισακούσει την εισήγηση του πρωθυπουργού. Κατά τον βιογράφο του, «αισθανόταν υποχρεωμένος να επιμείνει στην εισήγησή του, μέχρι παραιτήσεως». Ο Παύλος του απηύθυνε έκκληση να μην επιμείνει αλλά ο Σερραίος πολιτικός δεν εφάνη να πείθεται.

Αντιθέτως, προσεπάθησε να μεταπείσει τον Παύλο. Ο τελευταίος απέφυγε να οξύνει την κατάσταση και οι δύο άνδρες συνεζήτησαν τρόπους για να αποφευχθεί το διπλωματικό επεισόδιο σε περίπτωση μη πραγματοποιήσεως του ταξιδιού. Το θέμα έμεινε σε εκκρεμότητα για την επομένη, όταν οριστικοποιήθηκε η διαφωνία και ο πρωθυπουργός υπέβαλε επισήμως στον Βασιλέα την παραίτησή του (την 11η Ιουνίου). «Υποβάλλοντας την παραίτησή του ο Κ. Καραμανλής εισηγήθηκε την άμεση διενέργεια εκλογών με πλειοψηφικό σύστημα (όπως προέβλεπε ο ισχύων εκλογικός νόμος του 1961) για την ανάδειξη της νέας Βουλής, η οποία μάλιστα, κατά την άποψή του, όφειλε να έχει αναθεωρητικό χαρακτήρα. Ο βασιλιάς Παύλος δεν έκανε όμως δεκτή την εισήγηση του Κ. Καραμανλή και αντίθετα παρέτεινε επί μία εβδομάδα τις διαβουλεύσεις για την αντιμετώπιση της κυβερνητικής κρίσης, εξετάζοντας τη δυνατότητα να σχηματιστεί κυβέρνηση, η οποία θα στηριζόταν από τα δύο μεγάλα κόμματα ή από σημαντικές μερίδες τους και περιμένοντας (ή προσβλέποντας σε) ενδεχόμενες εξελίξεις που θα οδηγούσαν σε αλλαγές στην ηγεσία της Ε.Ρ.Ε.».

Ο Βασ. Παύλος προέβη σε διάγγελμα προς τον λαό, στο οποίο τόνιζε ότι το συμφέρον της χώρας επέβαλε την πραγματοποίηση του ταξιδιού. Αργότερα, ο Παπανδρέου συνετάχθη μαζί του, γεγονός το οποίο προκάλεσε τις επικρίσεις της Αριστεράς. Ο Τύπος της λεγομένης δημοκρατικής παρατάξεως έγραψε ότι η παραίτηση του Καραμανλή ήταν αποτέλεσμα της ανωμάλου καταστάσεως, η οποία είχε δημιουργηθεί στην χώρα μετά το 1961. Απόδειξη αποτελούσαν και τότε πρόσφατα γεγονότα στην Θεσσαλονίκη. Αξίζει να σημειωθεί ότι τρεις ημέρες μετά την εναντίον του επίθεση και ενώ ο Λαμπράκης διετηρείτο στη ζωή με μηχανική υποστήριξη, ο αρχηγός της Κ.Υ.Π. περιέγραφε στον Καραμανλή την «επικίνδυνη ατμόσφαιρα», η οποία επικρατούσε στην συμπρωτεύουσα. Τότε, ο πρωθυπουργός φέρεται να κτύπησε την γροθιά του στο τραπέζι και να φώναξε «πολλά πράγματα έχουν γίνει εν αγνοία μου τον τελευταίο καιρό… Θέλω να μάθω, κύριε Νάτσινα, ποιός κυβερνά επιτέλους αυτό τον τόπο».

Πάντως, έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι η διαφωνία για το ταξίδι στο Λονδίνο ήταν προσχηματική. Τα βαθύτερα αίτια ήταν α. η πρόθεση του Καραμανλή να προχωρήσει σε αλλαγές στο Σύνταγμα, β. η απόπειρά του να θέσει υπό τον έλεγχό του τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας. Μάλιστα, είχε ζητήσει από από τον Αρχηγό του Γ.Ε.Σ. Αντιστράτηγο Πετρ. Σακελλαρίου να προχωρήσει σε αλλαγές υπό αυτό το πνεύμα. Ο τελευταίος, όμως, δεν το έπραξε και έσπευσε να ενημερώσει τον Βασιλέα, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Ελ. Κοτσαρίδα. Τρίτον, είχε δημιουργηθεί ένα θέμα με την ενθρόνιση του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου. Ο Βασ. Παύλος παρέστη στην «διαβεβαίωση» του Αρχιεπισκόπου, ενώ η κυβέρνηση δεν έστειλε εκπρόσωπό της. Ως εκ τούτου, εδόθη η εσφαλμένη εντύπωση ότι ο ανώτατος άρχοντας ευνοούσε τον Ιάκωβο, για την εκλογή του οποίου υπήρχαν αντιδράσεις, ενώ ο ίδιος (δηλαδή ο Παύλος) δεν είχε ασχοληθεί καν με το θέμα (σύμφωνα με τον βιογράφο του Γεωργ. Παπανδρέου). Τέλος, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο τότε πρωθυπουργός τελούσε υπό έντονη πίεση μετά από την δολοφονία του Λαμπράκη. Έχει γραφεί ότι ενδεχομένως να επεχείρησε μία ηρωϊκή «έξοδο» για να διατηρήσει το κύρος του.

Προ της διαμορφωθείσης καταστάσεως, ο αρχηγός της Ε.Κ. πρότεινε την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Παν. Κανελλόπουλο. Ο αρχηγός της Ε.Ρ.Ε., όμως, απέρριψε αμέσως την πρόταση, φοβούμενος εσωκομματικές διεργασίες. Απεδέχθη μόνον την λύση του ανίσχυρου κομματικά Παν. Πιπινέλη, ο οποίος δεν ήταν καν βουλευτής. Ταυτόχρονα, όμως, κυκλοφορούσαν έντονες φήμες για πρωθυπουργοποίηση ή τουλάχιστον διαφοροποίηση του υπουργού Θεοτόκη. Μάλιστα, η συμπολιτευόμενη εφημερίδα Η Καθημερινή τον ανέφερε σε πρωτοσέλιδο δημοσίευμά της ως βέβαιο μελλοντικό πρωθυπουργό. Ο ίδιος εκφράζει την πλήρη άγνοιά του στα Απομνημονεύματά του. Πιθανότατα, οι φήμες να οφείλονταν στο γεγονός ότι ήταν ο μόνος (μαζί με τον υπουργό Εμπορίου Λεων. Μπουρνιά), ο οποίος διεφώνησε ανοικτά στο υπουργικό συμβούλιο με την απόφαση του πρωθυπουργού να παραιτηθεί.

 

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδος Ελευθερία.

Την 17η Ιουνίου, ο Πιπινέλης ανέλαβε την πρωθυπουργία και την επομένη ο Καραμανλής ανεχώρησε για την Ζυρίχη προκειμένου να ξεκουρασθεί (κατά δήλωσή του). Ανέθεσε την διοίκηση της Ε.Ρ.Ε. στους Παν. Κανελλόπουλο, Παν. Παπαληγούρα και Κων. Ροδόπουλο. Ο αρχηγός της Ε.Κ. δήλωσε στην Βουλή τα ακόλουθα. «Επί είκοσι μήνας έχομεν διεξαγάγει ανένδοτον αγώνα εναντίον της παρανόμου κυβερνήσεως. Και ο αγών μας εδικαιώθη. Ο ανένδοτος αγών εσάλευσε τα θεμέλια του φαυλοκρατικού καθεστώτος της Ε.Ρ.Ε., δια να επακολουθήση με τους ανέμους της Θεσσαλονίκης και του Λονδίνου η κατάρρευσις. Και έληξεν η πρώτη νικηφόρος φάσις του ανενδότου αγώνος με την φυγήν του αρχηγού της Ε.Ρ.Ε. εις την Ζυρίχην, τον τόπον του εθνικού εγκλήματος. Εις μάτην ο Τύπος της Ε.Ρ.Ε προσπαθεί να εμφανίση την φυγήν ως γενναιότητα. Πρόκειται απολύτως περί φυγής ενώπιον των ευθυνών και ενώπιον της Βουλής, της οποίας δεν ετόλμησε να αντιμετωπίση τον έλεγχον»…

 

Ο Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι Διεθνολόγος και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Ο Αντιστράτηγος Βασίλειος Καρδαμάκης ήταν αρχηγός Γ.Ε.Σ. κατά την περίοδο 1959 – 1962.

[2]  Ο Αριστείδης Πρωτοπαπαδάκης ήταν υπουργός Εθνικής Αμύνης.

[3]  Το 114 ήταν το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος που όριζε ότι η φύλαξή του επαφιόταν στον πατριωτισμό των Ελλήνων.

Aleksandra Μ. Pećinar: Από τις ελληνοσερβικές στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις. Οι εξελίξεις του διπλωματικού άξονα Αθήνας-Βελιγραδίου προς το τέλος του Μεγάλου Πολέμου

Aleksandra Μ. Pećinar

 Από τις ελληνοσερβικές στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις.

 Οι εξελίξεις του διπλωματικού άξονα Αθήνας-Βελιγραδίου προς το τέλος του Μεγάλου Πολέμου 

Παρά τη σημασία και τη διαπλοκή των ελληνοσερβικών σχέσεων  στον 19ο και στον 20ό αιώνα, η πορεία τους στην βαλκανική ιστοριογραφία έχει ερευνηθεί επιπόλαια και μη συστηματικά μέχρι στιγμής, κυρίως ως μέρος των φαινομένων που σχετίζονται με την πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων στα Βαλκάνια.  Επιπρόσθετα, η αναφορά στην εγγύτητα και στους παραδοσιακούς δεσμούς τους, έχει δημιουργήσει μια παράδοξη εικόνα που υποδεικνύει την ανεπαρκή επίγνωση στα βασικά φαινόμενα και στις διαδικασίες, που καθόριζαν ζωτικής σημασίας διασυνδέσεις της Σερβίας  και της Ελλάδας κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ιστορικής διαδρομής των μεταξύ τους σχέσεων. Διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν πολλές ανεξερεύνητες πτυχές των συνολικών διμερών επαφών τους. Ιδιαίτερα περίπλοκο είναι το ζήτημα των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών. (1)

Εδώ θα έπρεπε να έχει κανείς υπόψη ότι η μη επαρκής αποτίμηση της επίδρασης του παράγοντα της στρατιωτικής ισχύος και της πολιτικής επάνω στις διπλωματικές εξελίξεις, όπως και στην αλληλοεξαρτησή τους, συχνά συνεπάγεται την ερμηνεία των διακρατικών σχέσεων αποκλειστικά βάσει της οπτικής και των πρωτοβουλιών των ηγετών. Πέρα όμως από τον ρόλο που διαδραμάτισαν ο Έλληνας και ο Σέρβος πρωθυπουργός στην διευθέτηση των ελληνοσερβικών σχέσεων, η σημασία του «στρατιωτικού παράγοντα», ήταν προφανής για την όλη εξέλιξη του συγκεκριμένου διπλωματικού άξονα μεταξύ Αθηνών και Βελιγραδίου,  ειδικά στα χρονολογικά πλαίσια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. (2)

Σε μια προσπάθεια οι διμερείς δεσμοί των δύο χωρών να διασαφηνιστούν βάσει των πολιτικών γεγονότων, αλλά και των σχετικών στρατιωτικών ζητημάτων κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό ετών από το τέλος του,  ας γυρίσουμε το βλέμμα έναν αιώνα πίσω και ας θυμηθούμε τις ιστορικές εξελίξεις που υποβοήθησαν σημαντικά και πολυδιάστατα, όχι μόνο τις επιχειρήσεις για τη διάσπαση του Μακεδονικού Μετώπου τον Σεπτέμβριο του 1918, αλλά και την περαιτέρω πορεία των γειτονικών ελληνοσερβικών σχέσεων.

Οι δυο πρωθυπουργοί Ελλάδας και Σερβίας, Ελευθέριος Βενιζέλος και Nikola Pašić.

Σερβία και Ελλάδα από το 1912 έως το 1917

Παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις των δύο χωρών πριν από τη διενέργεια των Βαλκανικών Πολέμων εδράζονταν σε ένα σαθρό υπόβαθρο, η στροφή των Βαλκανίων προς νέες ιστορικές συγκυρίες στις αρχές της δεκαετίας του 1910-1920, σηματοδότησε μια περισσότερο δυναμική τους ανάπτυξη. Χωρίς να αμφισβητήσει κανείς τη  σημασία της πρωτοβουλίας του Βελιγραδίου, τον Αύγουστο του 1912, περί συνομολόγησης μιας ελληνοσερβικής συνθήκης, οι σχέσεις ανάμεσα στις δυο χώρες είχαν ήδη προσλάβει μια πιο συγκεκριμένη μορφή χάρη στον σχηματισμό της Βαλκανικής Συμμαχίας, λίγους μήνες νωρίτερα. Ωστόσο, οι εξελίξεις των Βαλκανικών Πολέμων (κατ’ αρχήν η άποψη των δύο χωρών περί των κοινών συνόρων δυτικά του Αξιού από το 1913, αλλά και η αμοιβαία πίστη και προσήλωση στους κοινούς στόχους ενός ενδεχομένου ελληνοσερβικού άξονα), συνέβαλαν στην ενίσχυση της συνεργασίας τους στο μέλλον.

Η υπογραφή της Συνθήκης Συμμαχίας του 1913 αποτέλεσε αναμφίβολα τον πυρήνα αυτών των σχέσεων, συνάμα όμως και μια έκφραση της νέας αντίληψης της βαλκανικής πολιτικής των δύο χωρών, που μέχρι τότε χαρακτηριζόταν από την απουσία στρατηγικής και από την πλήρη υπαγωγή στις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Η ποιοτική διαφορά της ελληνοσερβικής Συνθήκης συμμαχίας που συνήφθη το 1913, σε αντιδιαστολή με τις προηγούμενες προσπάθειες διακρατικών προσεγγίσεων στα Βαλκάνια, αντανακλάται στο γεγονός ότι η πράξη αυτή παρείχε ένα απλό, αλλά συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο υποσχόταν μακροπρόθεσμη συνεργασία σε πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο. Ταυτόχρονα, η συγκεκριμένη συνθήκη προέβλεπε τη διασφάλιση και προστασία του νέου status quo στην περιοχή, ως εγγυητρια της σταθερότητας, επιβεβαιώνοντας, επιπρόσθετα, τις πρόσφατες εδαφικές επεκτάσεις.

Η ουσία των διπλωματικών σχέσεων μεταξύ της Σερβίας και της Ελλάδας κατά την περίοδο αυτή συνίστατο στη διατήρηση μιας κοινής θέσης, η οποία θα έπρεπε να είναι επωφελής και για τις δύο πλευρές ως προς την εφαρμογή των ειρηνευτικών τους πρωτοβουλιών. (3) Ακριβώς βάσει αυτής την αντίληψης εξελίχθηκαν οι ελληνοσερβικές σχέσεις κατά την περίοδο του Μεγάλου Πολέμου που ακολούθησε. Είναι αλήθεια ότι η Συνθήκη Συμμαχίας του 1913 υπογράφτηκε υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σε μια στιγμή όπου, βάσει των γεωπολιτικών συγκυριών και κριτηρίων της εποχής, μια ενδεχόμενη ένοπλη σύγκρουση ήταν εφικτό να περιοριστεί στα Βαλκάνια. Σύμφωνα με τις τότε γεωπολιτικές αντιλήψεις, θα ήταν ήταν ανακόλουθο  η Ελλάδα να παρέμβει σε έναν αυστροσερβικό πόλεμο. Εξίσου παράλογη ηχούσε μια σερβική ανάμειξη σε μια ενδεχόμενη ένοπλη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, που, λίγους μήνες αργότερα, φάνταζε ως εφικτή εξαιτίας του ζητήματος της κυριαρχίας στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα θα πρέπει να κατανοήσει κανείς την άρνηση της Αθήνας να συνδράμει στρατιωτικά το Βελιγράδι τον Αύγουστο του 1914. Ο Βενιζέλος απέρριψε την ευκαιρία να συμμετάσχει στον πόλεμο κατόπιν του αυστροουγγρικού τελεσίγραφου, του οποίου η Σερβία είχε γίνει αποδέκτης. Η Ελλάδα, ωστόσο, έσπευσε να καταστήσει σαφές ότι θα τηρούσε στάση ευμενούς ουδετερότητας, επιτρέποντας τη διέλευση, μέσω του λιμένα της Θεσσαλονίκης, οπλισμού και εν γένει πολεμικού υλικού. (4)

H αυστριακή κανονιοφόρος SMS Bodrog στον Δούναβη και ο βομβαρδισμός του Βελιγραδίου (29 Ιουλίου 1914).

Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να παραβλέψουμε τους ιδεολογικούς παράγοντες που είχαν αντίκτυπο στην τελική απόφαση του βασιλιά Κωνσταντίνου και των συνεργατών του στην εσωτερική πολιτική σκηνή της Ελλάδας να κρατήσει τη χώρα έξω από τον πόλεμο. Η πίστη του στην ισχύ του γερμανικού στρατιωτικού και πολιτικού  μηχανισμού, οι εξ αγχιστείας στενοί οικογενειακοί του δεσμοί με τον Γερμανό αυτοκράτορα, αλλά και η αντίθεση ενός τμήματος της ελληνικής άρχουσας τάξης στην πολιτική του αστικού φιλελευθερισμού που ακολουθούσε ο Βενιζέλος, επηρέασαν αναμφίβολα τις απόψεις του σχετικά με τον στρατηγικό σχεδιασμό της χώρα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. (5)

Ωστόσο, η άρνηση του βασιλιά Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ζαΐμη να υπερασπιστούν τη σερβική πλευρά μπροστά στη βουλγαρική επίθεση, τον Οκτώβριο του 1915, δεν υπόκειτο σε γεωπολιτικά κριτήρια της εποχής. Η επίθεση της Βουλγαρίας είχε ως στόχο την κατάκτηση του σερβικού τμήματος της Μακεδονίας, τη διατάραξη των κοινών συνόρων μεταξύ Σερβίας και Ελλάδας, τέλος, την πλήρη ανατροπή του status quo, που εγγυόταν η Συνθήκη Συμμαχίας του 1913. Σε τελική ανάλυση, η παραβίαση, από πλευράς Ελλάδας, των συμβατικών της υποχρεώσεων, τον Οκτώβριο του 1915, προκλήθηκε και από την αποτυχία της βαλκανικής πολιτικής του συνασπισμού της Συνεννοήσεως, από την αποτελεσματική γερμανική διπλωματική παρέμβαση στην περιοχή, καθώς και εξαιτίας των παρενεργειών της πολιτικοοικονομικής κρίσης που η χώρα βίωσε μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα . (6)

Η σύγκρουση αυτή του βασιλιά και του πρωθυπουργού σηματοδότησε ουσιαστικά την έναρξη του φαινομένου, που στην ελληνική ιστοριογραφία φέρει την ονομασία «Εθνικός Διχασμός» και το οποίο παρουσιάζεται ως κομβική παράμετρος της μεταβολής των ποιοτικών χαρακτηριστικών των ελληνοσερβικών σχέσεων (1915-1917).

Όσο η πολιτική και οικονομική κρίση στην Ελλάδα είχε άμεσο αντίκτυπο στις ελληνοσερβικές σχέσεις, άλλο τόσο οι συγκρούσεις στο εσωτερικό της σερβικής στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας κατά την ίδια περίοδο προκάλεσαν τις δικές τους αρνητικές παρενέργειες, ακόμη και αν δεν είχαν προσλάβει τόσο δραματική τροπή. Στην περίπτωση της Σερβίας, η εσωτερική κρίση προκλήθηκε από την αντιπαράθεση μεταξύ της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας. Φυσιολογικά, το ξέσπασμα του πολέμου ενίσχυσε τη θέση της δεύτερης, αποδυναμώνοντας αισθητά την ευελιξία της πολιτικής ηγεσίας στην υλοποίηση των δικών της σχεδιασμών. Τα ιστορικά δεδομένα αποδεικνύουν ότι τα αποτελέσματα της ελληνοσερβικής αμυντικής συμμαχίας του 1913 σε μεγάλο βαθμό περιορίστηκαν από τις εδαφικές διεκδικήσεις αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών, οδηγώντας σε αυξανόμενες εντάσεις και διαφωνίες. Τις σχέσεις αυτές, οι πρωθυπουργοί των δυο χωρών, επιχείρησαν να αποκρύψουν μέσω της προπαγάνδας για τους προαναφερθέντες λόγους. Μια σειρά από επίσημα έγγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ ελληνικής και σερβικής ηγεσίας μαρτυρούν  τις προσπάθειές των δύο συμμαχικών κυβερνήσεων. Η πολιτική αυτή δοκιμάστηκε άσχημα όταν οι σχέσεις της Αθήνας με τον συνασπισμό της Συνεννοήσεως είχαν φτάσει σε οριακό σημείο. Η σερβική κυβέρνηση εξαρτιόταν, φυσικά, εξ ολοκλήρου από τους Συμμάχους, γνωρίζοντας, ταυτόχρονα, ότι η διατήρηση καλών σχέσεων με την Ελλάδα θα μπορούσε να είναι πολύτιμη στη μεταπολεμική οργάνωση των Βαλκανίων. Για τον ίδιο λόγο, οι ελληνικές αρχές απέφευγαν να αντιδράσουν έντονα στις προπαγανδιστικές δραστηριότητες των Σέρβων στρατιωτών στην ελληνική Μακεδονία, γνωρίζοντας ότι αυτές δεν αποτελούσαν την επιλογή της σερβικής πολιτικής ηγεσίας. Υιοθετώντας  μετριοπαθή στάση ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, προσπάθησαν να αποφύγουν ακόμη μεγαλύτερους κραδασμούς στις ελληνοσερβικές σχέσεις, που θεωρούνταν πολύτιμες για τη διασφάλιση των ζωτικών συμφερόντων του ελληνισμού. Η επάνοδος του Βενιζέλου στην εξουσία, όμως, το καλοκαίρι του 1917, παρείχε τις προδιαγραφές για μια ριζική αναβάθμιση των σχέσεων αυτών, καθώς και την ελπίδα ότι η παρουσία του θα συνέβαλε ριζικά στην ταχεία αποκατάσταση των διμερών φιλικών σχέσεων έως το πέρας των πολεμικών επιχειρήσεων το 1918. (7) 

Η Ελληνο-Σερβική Συνθήκη Συμμαχίας, έκδοση του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας.

Η νίκη του Σκρα και ο αντίκτυπός της στις ελληνοσερβικές σχέσεις

Όταν επιχειρήσει κανείς να αναλύσει το θέμα του ελληνικού διπλωματικού σχεδιασμού κατά την περίοδο του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και προσπαθήσει να αξιολογήσει τα κίνητρα της επίσημης εξόδου της Ελλάδας στον πόλεμο, πρέπει να έχει υπόψη ότι «η ελληνική κυβέρνηση εντάσσοντας τη χώρα στην πολεμική προσπάθεια  των δυνάμεων της Entente,  στην πραγματικότητα εκπλήρωνε την υπόσχεση που είχε υιοθετήσει το 1915 να τηρήσει τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την ελληνοσερβική Συνθήκη Συμμαχίας του 1913!» (8)

Η σερβική ηγεσία έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον  για τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Η πρεσβεία στην Αθήνα βρισκόταν σε συχνή επικοινωνία με τον Βενιζέλο και τον υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη, προκειμένου να διαπιστώσει της δυνατότητες της νέας κυβέρνησης να επιβάλει την εξουσία της στην χώρα και να συνδράμει έμπρακτα στην πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων. (9) Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η παρέμβαση της Ελλάδας στον πόλεμο το καλοκαίρι του 1917 επιβαλλόταν και για αμυντικούς λόγους, αφού τμήμα της ελληνικής Μακεδονίας βρισκόταν ήδη υπό τον έλεγχο του εχθρού. Σε τελική όμως ανάλυση, τη μαξιμαλιστική πολιτική του Βενιζέλου την κατέστησε αναπόδραστη ο Εθνικός Διχασμός. Ο Έλληνας πρωθυπουργός είχε να αντιμετωπίσει ανυπέρβλητα προβλήματα. Εάν λάβει κανείς υπόψη τις πολιτικές εξελίξεις από τις αρχές του Μεγάλου Πολέμου, που καταπόνησαν στο έπακρο τις στρατιωτικές δυνατότητες της χώρας ( ήδη περιορισμένες εξαιτίας των οικονομικών, βιομηχανικών και δημοσιονομικών δυσκολιών), τόσο μεγαλύτερη σημασία θα έπρεπε να αποδοθεί στη σημαντικότατη μάχη του Σκρα, της οποίας οι συνέπειες υπήρξαν καθοριστικές, καθώς από την έκβαση της επιχείρησης κρίθηκε η αξία του ελληνικού στρατού, η τύχη του Μακεδονικού μετώπου, αλλά ίσως και η μοίρα της ίδιας της Μακεδονίας!(10)

Αξιωματικοί της μεραρχίας Αρχιπελάγους απέναντι από το ύψωμα του Σκρα ντι Λέγκεν.

Η νικηφόρα μάχη του Σκρα  ντι Λέγκεν είχε μεγάλη απήχηση στην πολιτικά διαιρεμένη Ελλάδα. Βοήθησε στο να περάσουν σε δεύτερη μοίρα, έστω προσωρινά, τα οξυμένα πολιτικά πάθη, να αναβιώσουν οι μνήμες των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων των ετών 1912-1913 και να αποκατασταθεί η ενότητα των Ελλήνων. Εξύψωσε ακόμη το φρόνημα των ελληνικών δυνάμεων που πρόσφατα είχαν επιστρατευθεί και αναπτέρωσε το ηθικό τους, καθώς εντάχθηκαν στις τάξεις ενός  νικηφόρου στρατού. Τέλος, συνέβαλε στην ανύψωση του ηθικού του συνόλου του Σ.υμμαχικού Στρατηγείου, κάτι που συνέτεινε τα μέγιστα στη επιτυχή έκβαση της τελικής μάχης, για τη διάσπαση του μετώπου λίγους μήνες αργότερα. Σε οικονομικό επίπεδο έδωσε τα αναγκαία επιχειρήματα στον ανακληθέντα από τις 9 Ιουνίου 1918 στο Παρίσι στρατηγό Guillaumat να υποστηρίξει με σθένος την εισήγησή του προς τον Γάλλο πρωθυπουργό Clemenceau για να χορηγηθούν στην Ελλάδα δύο δάνεια, για την άμεση ανασυγκρότηση του Ελληνικού Στρατού. Σε στρατιωτικό/τακτικό επίπεδο πέτυχε να εκτιμηθεί διεθνώς η ανδρεία και η αξία του ελληνικού στρατού. Ο στρατηγός Guillaumat άρχιζε μετά τη μάχη του Σκρα να καταρτίζει τα επιθετικά του σχέδια, τα οποία στηρίζονταν σε σημαντικό βαθμό στον Ελληνικό Στρατό. Ακολούθησε η διάσπαση του Μακεδονικού Μετώπου το Σεπτέμβριο του 1918, που κατάφερε το τελειωτικό πλήγμα στις  Κεντρικές Αυτοκρατορίες στο βαλκανικό χώρο. Σε στρατηγικό επίπεδο, η νικηφόρα μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν, η οποία σημειωτέον υπήρξε η πρώτη καταγραφείσα διάρρηξη σε ένα από τα τρία ως τότε μεγάλα μέτωπα, σε αρκετά μεγάλο εύρος ρήγματος, σε δύσβατο ορεινό έδαφος, έπεισε και τους τελευταίους από τους Συμμάχους για την αναγκαιότητα της υπάρξεως και ενισχύσεως του Μακεδονικού Μετώπου. Σε διπλωματικό, τέλος επίπεδο, αμέσως σχεδόν μετά τη διάσπαση του μετώπου, ο ένας μετά τον άλλο οι σύμμαχοι των Κεντρικών Αυτοκρατοριών συνθηκολόγησαν! (11)

 

Γυναίκα υπαξιωματικός του Σερβικού στρατού κυκλοφορεί τραυματίας σε κεντρική οδό της Θεσσαλονίκης.
Ο μετέπειτα ακαδημαϊκός Miladin Pećinar, πρωτοπόρος της υδροτεχνικής στη Σερβία (στο μέσο) εικονίζεται στο αεροδρόμιο της Μίκρας.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρά το γεγονός ότι ο διεθνής αντίκτυπος της μάχης του Σκρά ήταν τεράστιος, στην ουσία, η απουσία πραγματικού ενδιαφέροντος των Συμμάχων ματαίωνε τους περαιτέρω στόχους του Βενιζέλου. Επιπλέον, με έναν απρόβλεπτο τρόπο, η ήττα του βουλγαρικού στρατού άρχισε να απειλεί την Ελλάδα.(12) Μετά την πτώση του Radoslavov, ένας από τους λόγους, από τους οποίους προήλθε και η ήττα αυτή, η νέα βουλγαρική κυβέρνηση, υπό τον Aleksandar Malinov, άρχισε κρυφές διαπραγματεύσεις με τους Συμμάχους. Ιδίως στους κόλπους των κυβερνήσεων των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, η προοπτική της σύναψης χωριστής ειρήνης με τη Βουλγαρία, έβρισκε σοβαρά ερείσματα, καθώς έτσι οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες θα έχαναν ένα από τα βασικά τους περιφερειακά στηρίγματα. Καθώς οι Βούλγαροι εξακολουθούσαν να κατέχουν την Ανατολική Μακεδονία και σερβικά εδάφη, ο κίνδυνος να αποστατήσουν από τον αυστρογερμανικό συνασπισμό, με αντάλλαγμα τα κατεχόμενα εδάφη, συνιστούσε  μια απειλητική εξέλιξη για την Ελλάδα. Ο εφιάλτης αυτός βασάνιζε τον Βενιζέλο από την εποχή που το ελληνικό Γενικό επιτελείο είχε παραδώσει στη Βουλγαρία την ανατολική Μακεδονία. Γνώριζε καλά ότι η καθυστερημένη παρέμβαση της Ελλάδας στον πόλεμο και τα προηγηθέντα δραματικά εσωτερικά γεγονότα, περιόριζαν τις διεθνείς δυνατότητες της χώρας, ενώ οι ενδοσυμμαχικοί ανταγωνισμοί και αντιθέσεις επιδείνωναν την κατάσταση. Οι επιλογές του ισορροπούσαν σε τεντωμένο σκοινί, καθώς δεν υπήρχε κοινή στρατηγική των Συμμάχων για το συγκεκριμένο μέτωπο. Στους κόλπους της βρετανικής κυβέρνησης επικρατούσε ισχυρό ρεύμα υπέρ της απόσυρσης των στρατευμάτων από τη Θεσσαλονίκη και της μεταφοράς τους στην Παλαιστίνη. Η απουσία πραγματικού ενδιαφέροντος, εκ μέρους του συμμαχικού παράγοντα ακύρωνε τον στόχο του Βενιζέλου, που ήταν να αποτελέσει το Μακεδονικό μέτωπο μια από τις επιθετικές αιχμές της Entente. (13)

Η πάλη του Βενιζέλου ήταν σκληρή και η στρατηγική του αναπτύχθηκε σε πολλά επίπεδα. Με τη σειρά της, η Σερβία αντιμετώπιζε ανάλογη απειλή, καθώς σε περίπτωση σύναψης χωριστής ειρήνης της Entente με τη Βουλγαρία κινδύνευαν και σερβικά εδάφη. Με την επάνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία άρχισαν οι επαφές ανάμεσα στην ελληνική και την σερβική κυβέρνηση προκειμένου να διαμορφωθεί κοινή στάση σε μια σειρά από διπλωματικά ζητήματα που αφορούσαν στα συμφέροντα των δύο κρατών. Θεμελιώδες κίνητρο αμφοτέρων των πλευρών ήταν ακριβώς η αντιμετώπιση των προαναφερθέντων σεναρίων περί χωριστής ειρήνης με τη Βουλγαρία. Ο Βενιζέλος συναντήθηκε το φθινόπωρο του 1917 στην Κέρκυρα με τον Σέρβο πρωθυπουργό Nikola Pašić και τον έπεισε να συμπήξουν κοινό μέτωπο, αναβιώνοντας, με τον τρόπο αυτό, την ελληνοσερβική συμμαχία. Στο κοινό μέτωπο προσχώρησε και η Ρουμανία, γεγονός που δυσκόλευε τις επιδιώξεις των βουλγαρόφιλων στελεχών της βρετανικής κυβέρνησης. Πάντως, ο υπουργός Εξωτερικών Arthur Balfour, αν και αντιμετώπιζε θετικά την προοπτική μιας χωριστής ειρήνης, δεν ήθελε να έρθει σε ρήξη με την Αθήνα, επισημαίνοντας ότι “επιβάλλεται να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς απέναντι σε έναν πολιτικό όπως ο Βενιζέλος!”.(14) Η πλάστιγγα έγειρε προς το μέρος της Ελλάδας και των υπολοίπων βαλκανικών χωρών από τη στιγμή που και η Γαλλία ξεκαθάρισε τη θέση της: καμία διαπραγμάτευση με τη Βουλγαρία. Η λύση έπρεπε να δοθεί στα πεδία των μαχών. Η άφιξη τον Ιούνιο του 1918 στη Θεσσαλονίκη του τρίτου κατά σειρά ανώτατου διοικητή, Louis Franchet d’ Espèrey, σηματοδότησε την εγκατάλειψη των διαφόρων σεναρίων για συνεννόηση ανάμεσα στην Entente και Βουλγαρία. Τελικά η αγγλογαλική συνδιάσκεψη των Βερσαλλιών, με συμμετοχή της στρατιωτικής και διπλωματικής ηγεσίας των δύο κρατών, αποφάσισε να απορρίψει τελικά κάθε ιδέα περί χωριστής ειρήνης με τη Βουλγαρία, εκτιμώντας ότι στην παρούσα φάση θα έβλαπτε την πολεμική τους προσπάθεια στα Βαλκάνια.

Ο νέος αρχιστράτηγος ήταν θιασώτης μιας γενικής επίθεσης κατά των Γερμανοβουλγάρων, όμως η ανώτατη συμμαχική διοίκηση στο Παρίσι παρέμενε διστακτική. Ο Βενιζέλος και ο Franchet d’ Espèrey διέθεταν έναν σημαντικό σύμμαχο στο Παρίσι: τον Guillaumat, ο οποίος πίστευε ότι μια νίκη στα Βαλκάνια ήταν εφικτή. Στην πλάστιγγα βάραινε τώρα και ο ελληνικός στρατιωτικός παράγοντας. Η Ελλάδα διέθετε, πλέον, στρατό 300.000 ανδρών, η αξία του οποίου είχε δοκιμαστεί στο Σκρα. Πρώτοι πείστηκαν οι Γάλλοι, ενώ ο Βρετανός πρωθυπουργός David Lloyd George έκαμψε τις αντιστάσεις του αυτοκρατορικού επιτελείου. Έμεναν οι Ιταλοί, οι αντιρρήσεις των οποίων δεν σχετίζονταν με τη στρατιωτική πτυχή της επιχείρησης, αλλά με τον φόβο τους ότι μια νίκη στα Βαλκάνια θα αύξανε το διεθνές κύρος της Ελλάδας και εκείνο του Βενιζέλου προσωπικά. (15)

Οι Γάλλοι στρατηγοί Maurice Sarrail(επάνω) Adolphe Guillaumat(κάτω δεξιά) και Louis Franchet d’ Espèrey(κάτω αριστερά), ανώτατοι διοικητές του Θεάτρου Επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης.

Η αλλαγή στη διεθνή θέση της Ελλάδας κατά την περίοδο δημιουργίας του Βασίλειου των  Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων

Η περίοδος ενίσχυσης της διεθνούς θέσης της Ελλάδας λίγο πριν από την επίσημη ένταξή της στο πλευρό της Entente, και η νίκη της στη μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν, συνέπεσε με την περίοδο προετοιμασίας για τη δημιουργία ενός νέου γιουγκοσλαβικού κράτους. Παράλληλα με τις διεργασίες ενοποίησης των νοτιοσλαβικών λαών σε ένα κοινό κράτος, εξελίσσονταν και οι διαδικασίες προβολής  των επισήμων ελληνικών εθνικών διεκδικήσεων, καθώς και οι προετοιμασίες για τη συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο. (16)

Από τη στιγμή της επίσημης ένταξης της Ελλάδας στον πόλεμο, ο Βενιζέλος είχε αποφύγει να προβάλει τις ελληνικές διεκδικήσεις, στάση που διατήρησε  και κατά τη διάρκεια της διπλωματικής προσπάθειας για την  αποτροπή της σύναψης χωριστής ειρήνης της Entente με τη Βουλγαρία. Η επίσημη προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων άρχισε να πραγματοποιείται μετά τη μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν και έγινε περισσότερο έντονη την εποχή της συνθηκολόγησης της Βουλγαρίας. (17)

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, ως εμπόλεμο κράτος ευθύς εξαρχής, η Σερβία είχε τη δυνατότητα να προβάλει  τις επίσημες διεκδικήσεις της από νωρίς. Η ένωση των Γιουγκοσλάβων αποτελούσε ανέκαθεν το μεγάλο εθνικό όραμα όλων των σερβικών κυβερνήσεων. Ωστόσο, η κήρυξη του πολέμου από την Αυστροουγγαρία  προσέφερε μια μοναδική ευκαιρία για την υλοποίησή του, στην περίπτωση, βέβαια, που οι Σύμμαχοι εξέρχονταν νικητές από τον πόλεμο.

Κέρκυρα, 20 Ιουλίου 1917: Η υπογραφή της Διακήρυξης για τη δημιουργία ενός ενιαίου σλαβικού κράτους

Οι διεργασίες αυτές σηματοδοτούσαν την αρχή μιας περιόδου, την οποία χαρακτήριζε η επίσημη συνεργασία των δύο χωρών και η μεταξύ τους συνεννόηση για την επίτευξη των εξωτερικών τους στόχων. Στην ουσία, όμως, ξεκινούσε μια εποχή, κατά την οποία οι πολιτικές εξελίξεις στο σκηνικό των Βαλκανίων δημιουργούσαν γόνιμο έδαφος για την εμφάνιση νέων προστριβών μεταξύ των δύο συμμάχων. (18)

Όπως ήταν φυσικό, δημιουργήθηκαν προβλήματα στην ελληνοσερβική μεθόριο, ως συνέπεια της μακροχρόνιας παρουσίας στρατευμάτων στην περιοχή. Τα συνοριακά επεισόδια αποτελούσαν συνεχή εστία προβλημάτων για τις δύο ηγεσίες.  Δεν ήταν λίγες οι αναφορές των αρμοδίων ελληνικών αρχών που έκαναν λόγο για βίαιη συμπεριφορά Σέρβων στρατιωτών, επιτάξεις τροφίμων, παρεμπόδιση οικονομικών συναλλαγών, αλλά, κυρίως, για διεξαγωγή προπαγάνδας στους Σλαβόφωνους, και όχι μόνο, κατοίκους της περιοχής. Παράπονα, εντούτοις, εκφράζονταν και από τη σερβική πλευρά,  εξαιτίας αντίστοιχης συμπεριφοράς των ελληνικών δυνάμεων εντός του σερβικού εδάφους. (19)

Αλλωστε, το ότι στρατιωτικοί κύκλοι του Βελιγραδίου υποστήριζαν την επέκταση προς νότο με καταληκτικό σημείο τη Θεσσαλονίκη, αποτελούσε κοινό μυστικό.  Από την άλλη πλευρά, με δεδομένη την παρουσία του ελληνικού πληθυσμού στη Μακεδονία, ήταν επόμενο να τρέφονται ελληνικές βλέψεις για το Μοναστήρι, τουλάχιστον υπό μορφή προπαγάνδας, αισθητής στον τοπικό πληθυσμό και σε συλλόγους από την εποχή ανάκαμψης της Ελλάδας, της ισχυροποίησης της θέσης της χώρας στα Βαλκάνια, της επιστράτευσης του 1917 και της συνακόλουθης παρουσίας ελληνικών στρατιωτικών μονάδων στην ευρύτερη περιοχή. Ο Βενιζέλος επέκρινε αυστηρά τα σχέδια αυτά έχοντας κατά νου τη διατήρηση των καλών γειτονικών σχέσεων με τη Σερβία. Παρά το γεγονός ότι τόσο ο Ιωάννης Κουντουριώτης, επιτετραμμένος  παρά τη σερβική Αυλή, όσο και ο ίδιος ο Βενιζέλος, ως ένθερμοι υποστηρικτές της ελληνοσερβικής φιλίας, θεωρούσαν ότι η προσάρτηση της Γευγελής ήταν ζωτικής σημασίας  για τα συμφέροντα της Ελλάδας, όλη η υπόθεση εγκαταλείφθηκε από την ελληνική διπλωματία, αν και επισημαίνετο χαρακτηριστικά πως «σε μια εποχή, κατά την οποία η Σερβία συνειδητοποιούσε ότι στα Βαλκάνια δεν διέθετε άλλον φίλο πέραν την Ελλάδας”, η επίσημη Αθήνα όφειλε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία δεόντως.  (20)

Εντούτοις, ούτε τα μεθοριακά επεισόδια, ούτε το πρόσφατο παρελθόν κατάφεραν να δηλητηριάσουν τις διμερείς διακρατικές σχέσεις. Τόσο η Αθήνα, όσο και το Βελιγράδι, επιθυμούσαν ειλικρινά την ανάπτυξη των αγαστών σχέσεων και, επομένως, δεν έδιναν συνέχεια στα παράπονα διαφόρων τοπικών παραγόντων. Κύριο μέλημα τους αποτέλεσε η συγκρότηση ενός διπλωματικού μετώπου ενάντια στη Βουλγαρία. Οι εδαφικές απαιτήσεις της Σερβίας είχαν απόλυτη ανάγκη από την υποστήριξη της Ελλάδας και, ως εκ τούτου ήταν παράλογη η σκέψη ότι η Σερβία εποφθαλμιούσε τα ελληνικά εδάφη. Επιπρόσθετα, η απειλή της Βουλγαρίας για αμφότερες τις χώρες, κατέστησε την συνεργασία μεταξύ τους αναπόφευκτη. Τον Οκτώβριο του 1918, ο Έλληνας πρωθυπουργός κατάφερε να αποκομίσει τη σερβική συγκατάθεση ως προς τις ελληνικές διεκδικήσεις στην Ανατολική και Δυτική Θράκη, η οποία επιβεβαιώθηκε και κατά τις συναντήσεις του Pašić με τους Βενιζέλο και Κουντουριώτη, έναν μήνα, περίπου. αργότερα.

Αμέσως μετά τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, όλες οι χώρες που κατοικούνταν από τους Σλάβους ( Σερβία, Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Κροατία, Σλοβενία ​​και Μαυροβούνιο), ενώθηκαν υπό το σκήπτρο του βασιλιά Πέτρου Α΄ της Σερβίας και του διαδόχου του Αλεξάνδρου, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο κράτος, το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων. Αναμφίβολα, η ελληνική πλευρά αφιέρωνε μεγάλη προσοχή στην όλη υπόθεση.(21) Οι αναφορές των ελληνικών πρωτογενών πηγών σχετικά με τις εσωτερικές εξελίξεις στο νεοσύστατο γιουγκοσλαβικό κράτος, καθε άλλο παρά ως πλούσιες δύνανται να χαρακτηριστούν, εκφράζουν, εν τούτοις, μια αντικειμενική άποψη σχετικά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η γειτονική χώρα, ως αποτέλεσμα των εθνικών και πολιτικών προστριβών και των κοινωνικών αναταράξεων. Το ζήτημα της αναγνώρισης του νεοσύστατου Βασίλειου από την Ελλάδα λειτουργούσε πλέον ως ένας πολύ σημαντικός δείκτης των προσπαθειών της ελληνικής πλευράς για τη διατήρηση των καλών γειτονικών σχέσεων, ακόμη και με δεδομένη την «πολυπλοκότητα του βορείου γείτονά της». (22)

Τα δύο κράτη καλούνταν τώρα να προσδιορίσουν εκ νέου τις μεταξύ τους σχέσεις. Το ελληνικό υπουργείο των Εξωτερικών πρότεινε την επαναδιαπραγμάτευση του πρωτοκόλλου του 1913, τονίζοντας ότι το σερβικό κράτος με τη νομική έννοια του όρου δεν υφίστατο πια. Βάσει αυτής της θέσης δεν επρόκειτο το Βασίλειο των Σέρβων Κροατών και Σλοβένων να υποχρεωθεί να πολεμήσει στη Μικρά Ασία, αλλά ούτε και η Ελλάδα σε βάρος της Ουγγαρίας. Αντιθέτως, αμφότερα τα  συμβαλλόμενα μέρη έπρεπε να επιμείνουν στη διατήρηση των Συνθηκών του Βουκουρεστίου και του Νεϊγύ, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα τη μεταξύ τους συμμαχία αποκλειστικά σε σχέση με τη Βουλγαρία. Λαμβανομένης υπόψη της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων, ανέκυπτε η ανάγκη μιας επίσημης ερμηνείας των συμμαχικών διασυνδέσεων μεταξύ των δύο κρατών. (23)

Χάρτης και θυρεός το Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων

Η θέση της Αθήνας ήταν ότι το κοινό κράτος των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό παράγοντα στα Βαλκάνια και ως εκ τούτου η συμμαχία του με την Ελλάδα ήταν σε θέση να λειτουργήσει αποτρεπτικά έναντι οποιασδήποτε επιβουλής της Ιταλίας στην Αδριατική θάλασσα. Περικυκλωμένο, όμως, από επτά γείτονες  (με τους έξι εκ των οποίων υπήρχαν διαμάχες και οι προστριβές περί συνόρων), το νεοσύστατο Βασίλειο δεν έπαυε να διανύει μια κρίσιμη περίοδο. Αν και οι προσδοκίες του Βελιγραδίου ότι η επερχόμενη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης θα δημιουργούσε τον καινούργιο πολιτικό χάρτη της Ευρώπης ήταν εμφανείς, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι το Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων αφενός είχε εγκαταλειφθεί από τους συμμάχους του Μεγάλου Πολέμου (που έτρεφαν τα δικά τους σχέδια για τα Βαλκάνια) και αφετέρου βρισκόταν αντιμέτωπο με τις επιθετικές φιλοδοξίες της ιταλικής διπλωματίας στην ίδια περιοχή. Παρά την εδαφική επέκταση, και την υπεροχή, την οποία είχε αποκτήσει  έναντι της Ελλάδας στον τομέα αυτό, η σερβική εξωτερική πολιτική της στιγμής εκείνης χαρακτηριζόταν από  αβεβαιότητα και έλλειψη αποφασιστικότητας απέναντι  στον διπλωματικά ενισχυμένο γείτονά της. Στα χρόνια που ακολούθησαν η εμφάνιση ενός νέου κράτους στα βόρεια σύνορά της Ελλάδας, προκάλεσε μερική μεταστροφή στις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο γειτόνων. (24)

Η ανακύρηξη του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων στη Λιουμπλιάνα στις 29 Οκτωβρίου 1918.

Συμπεράσματα

Βάσει των ανωτέρω στοιχειών μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι ελληνοσερβικές σχέσεις κατά την περίοδο του Μεγάλου Πολέμου βασίστηκαν σε μια παράξενη ισορροπία, χρήσιμη, ωστόσο για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής ηγεσίας και των δύο χωρών. Η ισορροπία αυτή διατηρήθηκε εξαιτίας της κοινής πεποίθησης περί διαρκούς κινδύνου από τη Βουλγαρία, όπως  και της αμοιβαίας διαφύλαξης του εδαφικού καθεστώτος που δημιούργησε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913 στα Βαλκάνια. Ακόμη και στις δύσκολες στιγμές που διένυσαν οι ελληνοσερβικές σχέσεις, και οι δύο πλευρές φρόντισαν να μην διαταράξουν αυτή τη ιδιότυπη ισορροπία, γνωρίζοντας καλά πως,  ανεξάρτητα από την τελική έκβαση του πολέμου, η αμοιβαία τους συμφωνία θα αποδεικνυόταν απαραίτητη για τη χάραξη του μεταπολεμικού πολιτικού γίγνεσθαι στα Βαλκάνια. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρία, αλλά και να προστατεύσουν μακροπρόθεσμα τα συμφέροντά τους στην ευρύτερη περιοχή.

Αναλύοντας την επίδραση του στρατιωτικού παράγοντα στις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής και στην διπλωματική ικανότητα της Σερβίας (Γιουγκοσλαβίας) κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η στρατιωτική της ισχύς διαδραμάτιζε κομβικό ρόλο στον όλο σχεδιασμό και εφαρμογή της εξωτερικής της πολιτικής (και όχι μόνο εν καιρώ πολέμου) αποτελώντας «το εργαλείο της πολιτικής» στην επίλυση των ζητημάτων που την αφορούσαν διαχρονικά.  Επίσης, ότι, η έμπρακτη συμμετοχή της Ελλάδας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, χαρακτηρίζεται από πολιτικές και διπλωματικές παραμέτρους, οι οποίες  συσχετίστηκαν άμεσα με τη λειτουργία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων.

Με δεδομένη, επομένως, την αλληλοεξάρτηση της στρατιωτικής ισχύος μιας χώρας με την άσκηση της επίσημης διπλωματίας της, διαπιστώνουμε ότι  η νίκη των Ελλήνων στη μάχη του Σκρα αποτέλεσε σημείο καμπής έως το τέλος του 1918, επισπεύδοντας το τέλος των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο μέτωπο της Θεσσαλονίκης. Εν κατακλείδι, η Ελλάδα, αν και καθυστέρησε να εξέλθει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, εντούτοις προσέφερε στους Συμμάχους σοβαρή ενίσχυση τα δε ελληνικά στρατεύματα συμμετείχαν με αξιόλογη ικανότητα και μεγάλη αποτελεσματικότητα στις επιχειρήσεις. Η μάχη του Σκρα υπήρξε καθοριστική για την τελική νικηφόρα έκβαση του πολέμου στην περιοχή.  Ομοίως, ο σερβικός στρατός μεταμορφώθηκε την ίδια εποχή στον « ισχυρότερο μοχλό της σερβικής πολιτικής» έπειτα από τις κρίσεις  που η χώρα βίωσε στις αρχές του 20ού αιώνα

Ο άξονας Αθήνας – Βελιγραδίου, ο οποίος στηριζόταν σε καθαρά αντιβουλγαρικό υπόβαθρο, συνιστούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της εξωτερικής πολιτικής των δύο χωρών. Η δαιμονοποίηση του βασιλιά Κωνσταντίνου από τον πολιτικό και στρατιωτικό κόσμο της Ελλάδας έπειτα από τα γεγονότα του 1915, ανήγαγε τον Βενιζέλο  σε εγγυητή των εγκάρδιων σχέσεων και των κοινών συμφερόντων. Η επίτευξη της εθνικής ολοκλήρωσης της Ελλάδας και της Σερβίας, όπως αυτή εννοείτο μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μετέτρεψε τα δύο μικρά βαλκανικά κράτη  σε ρυθμιστές του ευρύτερου γεωπολιτικού σκηνικού στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, δίχως, ωστόσο, να παραγνωρίζεται ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων.

Η Aleksandra Μ. Pećinar είναι Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου. Έχει ειδικευθεί στη μελέτη των διμερών ελληνο-σερβικών σχέσεων και είναι συγγραφέας της πραγματείας Srpsko-grcki diplomatski i saveznicki odnosi(1912-1918) [Ελληνο-σερβικές συμμαχικές και διπλωματικές σχέσεις (1912-1918)], Βελιγράδι, 2016.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Richard Clogg,  Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, (Βελιγράδι 2000), 279.

² M. Bjelajac, Diplomatija i vojska, Srbija i Jugoslavija 1901-1999 [Διπλωματία και στρατός, Σερβία και Γιουγκοσλαβία 1901-1999], (Βελιγράδι׃ Odbrana, 2010), 13.

³ Λ. Χασιώτης, Ελληνοσερβικές σχέσεις 19131918, Συμμαχικές προτεραιότητες και πολιτικές αντιπαλότητες, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004,197.

⁴  Μ. Milošević, Srbija i Grčka 1914-1918, Iz istorije diplomatskih odnosa, Zaje ar 1997 [Ελλάδα και Σερβία 1914-1918, Από την ιστορία των διπλωματικών σχέσεων) (Ζάγιετσαρ 1997], 32. Δ.Δ. Ζαγκλής, Η Μακεδονία του Αιγαίου και οι Γιουγκοσλάβοι, (Αθήνα׃ Σιδέρης, 1975), 383-396.

⁵  Γ. Λεονταρίτης, Η  Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 1917-1918, (Αθήνα׃ ΜΙΕΤ, 2005), 15-18.

⁶ Ž. Αvramovski, Ratni ciljevi Bugarske i centralne sile 1914-1918 [Οι πολεμικοί στόχοι της Βουλγαρίας και Κεντρικές Δυνάμεις] (Βελιγράδι׃ ISI, 1985).

⁷  Γ. Λεονταρίτης, Η  Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, 73-108.

⁸  Ε.Γαρδίκα- Κατσιαδάκη, “Greek Diplomatic Planning” στο׃ The Salonica Theatre of Operations and the Outcome of the Great War, (Θεσσαλονίκη׃ ΙΜΧΑ, 2005), 109.

⁹  A. Pećinar, Zaokret u grčkoj politici prema jugoslovenskoj državi 1919-1922, [Στροφή στην ελληνική «γιουγκοσλαβική» πολιτική 1919-1922] Arhiv, časopis Arhiva Jugoslavije, godina XIII, (1-2),81-96.

¹º Κ. Σβολόπουλος, Η Απόφαση για την ελληνική απόβαση στη Σμύρνη, Ομιλία του Ακαδημαικού κ. Κωνσταντίνου Σβολόπουλου, Ακαδημία Αθηνών, Δημόσια συνεδρία της 5ης  Μαΐου 2009, Εν Αθήναις 2009, Εκ των Πρακτικών της Ακαδημίας Αθηνών, τ.84 Β` (2009)

¹¹  Γ. Λιακούρης, Αντιστράτηγος ε.α., «Η Μάχη του Σκρα, 30 Μαΐου 1918», Περίπλους Ναυτικής Ιστορίας, Τεύχος 99, Απρίλιος-Μαίος 2017, 22-28.

¹²  Γ. Λεονταρίτης, Η  Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, (Αθήνα׃ ΜΙΕΤ, 2005),19-20.

¹³ Νικόλαος Εμμ. Παπαδάκης, Ελευθέριος Βενιζέλος και Μακεδονία,1914-1918, Η σημασία μάχης του Σκρα, ( Χανιά׃ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», 2008),43–44.

¹⁴ Д. Живојиновић, Невољни ратници, Велике силе и Солунски фронт (1914–1918), Београд, 2008. [ Απρόθυμοι πολεμιστές, Μεγάλες Δυνάμεις και Μακεδονικό μέτωπο (1914-1918), Βελιγράδι 2008] 292–295.

¹⁵ Νικόλαος Εμμ. Παπαδάκης, Ελευθέριος Βενιζέλος και Μακεδονία,1914-1918, Η σημασία μάχης του Σκρα, ( Χανιά׃ Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», 2008),54.

¹⁶ A. Pećinar, Zaokret u grčkoj politici prema jugoslovenskoj državi 1919-1922, [Στροφή στην ελληνική «γιουγκοσλαβική» πολιτική 1919-1922] Arhiv, časopis Arhiva Jugoslavije, godina XIII, (1-2),81-96.

¹⁷ Hellenic Army General Staff, Army History Directorate, A Concise history of the Participation of the Hellenic Army in the First World War 1914-1918,  An Army History Directorate publication, Athens 1999, 179–187.

¹⁸ ΑΥΕ/1918/А5/II, Α΄ Πολιτική, Τελικοί σκοποί πολέμου, Ελληνικαί βλέψεις/Διαμαντόπουλος από Θεσσαλονίκη, 28 Δεκεμβρίου 1917, Αριθμός 10267. Βλ. και Milošević, Srbija i Grčka, 290.

¹⁹ Λ. Χασιώτης, Ελληνοσερβικές σχέσεις 1913-1918,354.

²º Ibid 19.

²¹ Bogdan Krizman, Vanjska politika Jugoslavenske drzave (1918-1941) [Η εξωτερική πολιτική του γιουγκοσλαβικού κράτους] (Zagreb 1975),11.

²² Την τάση του Βενιζέλου το καινούριο γιουγκοσλαβικό Βασίλειο να αναγνωριστεί πρώτα από την πλευρά της Αθήνας την προκατέλαβε ο Αμερικανός πρόεδρος Woodrow Wilson στις 6 Φεβρουαρίου 1919 (στο Χασιώτης, Ελληνοσερβικές σχέσεις 1913-1918, 246.)

²³ Λ. Χασιώτης, Ελληνοσερβικές σχέσεις 1913-1918, 247.

²⁴ Bogdan Krizman, Vanjska politika Jugoslavenske drzave (1918-1941) [Η εξωτερική πολιτική του γιουγκοσλαβικού κράτους] (Zagreb, 1975),11.

Γιάννης Σακκάς: Ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Γεωπολιτικές ισορροπίες και ανατροπές

Γιάννης Σακκάς

Ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Γεωπολιτικές ισορροπίες και ανατροπές

 

Η αμερικανο-σοβιετική αντιπαράθεση που ξέσπασε μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου με τη μορφή «Ψυχρού Πολέμου» γρήγορα σταθεροποιήθηκε στην Ευρώπη με το χωρισμό της σε οριοθετημένες σφαίρες επιρροής και με την ‘επίλυση’ του γερμανικού ζητήματος. Αντίθετα, στον αναπτυσσόμενο κόσμο έλαβε μεγάλες διαστάσεις, όταν τις δεκαετίες του 1940 και 1950 αναδύθηκαν ισχυρά εθνικά και αντιαποικιοκρατικά κινήματα και οι αντιθέσεις μεταξύ φιλοκομμουνιστικών και φιλοδυτικών τάσεων οξύνθηκαν. Για τους Σοβιετικούς, τα κινήματα αυτά ήταν κινήματα απελευθέρωσης καταπιεσμένων λαών ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες,  καθιστούσαν αναγκαία την υιοθέτηση δογμάτων ασφαλείας, στα οποία όλοι οι πρόεδροι της ψυχροπολεμικής περιόδου εκτός από τον Τζέραλντ Φορντ έδωσαν τα ονόματά τους. Τα δόγματα αυτά δικαιολογούσαν τις επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών στην εξωτερική τους πολιτική και κινητοποιούσαν τα συντηρητικά καθεστώτα κατά της απειλής του κομμουνισμού.

O ευρύτερος χώρος της Μέσης Ανατολής.

Η ανάδυση του αραβικού εθνικισμού και ο αγώνας κατά της αποικιοκρατίας

Η αθέτηση της υπόσχεσης που είχαν δώσει οι Αγγλο-Γάλλοι στους Άραβες για αυτοδιάθεση, σε συνδυασμό με τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, ενίσχυσαν τη δυναμική του αραβικού εθνικισμού κατά το μεσοπόλεμο. Σημαντικές εξεγέρσεις σημειώθηκαν στο Ιράκ, τη Συρία και τη βόρεια Αφρική και οι δύο αποικιοκρατικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να λάβουν σκληρά μέτρα για να τις καταστείλουν. Καμπή στην ανάπτυξη του αραβικού εθνικισμού αποτέλεσαν η ίδρυση του κράτους του Ισραήλ το 1948 και η ήττα των Αράβων στον πρώτο αραβοϊσραηλινό πόλεμο το ίδιο έτος. Υπεύθυνοι για τα γεγονότα αυτά θεωρήθηκαν η διεφθαρμένη αραβική αριστοκρατία και οι Βρετανοί, οι οποίοι κατηγορήθηκαν για συνεργία με τους Ισραηλινούς.

Τα επόμενα χρόνια, ο αραβικός εθνικισμός ριζοσπαστικοποιήθηκε και απέκτησε έντονο αντιαποικιοκρατικό χαρακτήρα. Το 1951, η βρετανική στρατιωτική διοίκηση στη Λιβύη αποχώρησε και η χώρα διακήρυξε την ανεξαρτησία της. Στο Ιράν η κυβέρνηση Μοσαντέκ προχώρησε στην εθνικοποίηση των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων που ανήκαν σε εταιρεία βρετανικών συμφερόντων, αλλά το 1953 ανατράπηκε με κοινή αγγλο-αμερικανική επιχείρηση. Ένα χρόνο νωρίτερα, το υπό βρετανικό έλεγχο μοναρχικό καθεστώς στην Αίγυπτο ανατράπηκε από τους «Ελεύθερους Αξιωματικούς», επικεφαλής των οποίων ήταν ο συνταγματάρχης Νάσερ. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο Νάσερ αναδείχθηκε σε ηγετική μορφή για όλο τον αραβικό κόσμο: ήταν υπέρμαχος της αραβικής ενότητας, υποστηριχτής του κινήματος των Αδεσμεύτων, πολιτικός και κοινωνικός μεταρρυθμιστής στη χώρα του, εχθρός της βρετανικής αποικιοκρατίας, πολέμιος του κράτους του Ισραήλ. Την ίδια περίοδο, στη Συρία, ο αραβικός εθνικισμός εκδηλώθηκε με τη μορφή του μπααθισμού, ενός κινήματος που είχε στόχο την «αναγέννηση (μπάαθ)» όλων των Αράβων: την ενότητά τους, την απελευθέρωσή τους από τον ιμπεριαλιστικό ζυγό και την αναμόρφωση του πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Το 1958, οι Άραβες εθνικιστές πέτυχαν, έστω και προσωρινά, αυτό που ως τότε φάνταζε ακατόρθωτο: τα σημαντικότερα κράτη του αραβικού κόσμου, η Αίγυπτος και η Συρία, ενώθηκαν υπό την ηγεσία του Νάσερ και σχημάτισαν την Ηνωμένη Αραβική Δημοκρατία. Ο αραβικός εθνικισμός είχε φτάσει στο απόγειο της δύναμής του. Στη διαδικασία αυτή, τα μη αραβικά κράτη της περιοχής, η Τουρκία, το Ιράν και το Ισραήλ, που είχαν στενούς δεσμούς με τη Δύση, παρέμειναν στο περιθώριο του αραβικού περιφερειακού συστήματος, καθώς τα αραβικά κράτη εναντιώνονταν στον ισραηλινό έλεγχο της Παλαιστίνης, ενώ η Τουρκία και το Ιράν επιθυμούσαν να ενταχθούν σε δυτικά συμμαχικά σχήματα.

Ο Νάσερ και ο αραβικός εθνικισμός.

Η Γαλλία αντιμετώπισε στη βόρεια Αφρική παρόμοια προβλήματα αποαποικιοποίησης με τη Βρετανία. Το 1956, το κίνημα ανεξαρτησίας στο Μαρόκο εξασφάλισε τη δημιουργία ενός ελεύθερου από την ευρωπαϊκή επίβλεψη κράτους. Το ίδιο έτος απέκτησε την ανεξαρτησία και η Τυνησία. Η περίπτωση της Αλγερίας, που είχε συνδεθεί με τη Γαλλία από τη δεκαετία του 1830, ήταν πολύ πιο περίπλοκη. Η Αλγερία δεν ήταν αποικία της Γαλλίας, αλλά διοικητική της περιφέρεια (département). Το 19ο αιώνα, η γαλλική ηγεμονία στη χώρα εδραιώθηκε και επεκτάθηκε με την εφαρμογή κατασταλτικών μέτρων, τη μαζική μετανάστευση αποίκων, την κατάληψη απ’ αυτούς διοικητικών και κυβερνητικών θέσεων και την απαλλοτρίωση της γης των αυτόχθονων. Μεγάλες πόλεις, όπως το Αλγέρι και το Οράν, μεταβλήθηκαν σε κέντρα διάδοσης του γαλλικού πολιτικού συστήματος και πολιτισμού – μάλιστα το Αλγέρι διέθετε πανεπιστήμιο, στο οποίο φοίτησαν διακεκριμένοι ιστορικοί της Μεσογείου, όπως ο Φερνάντ Μπροντέλ. Όταν ξέσπασε η επανάσταση των Αλγερινών εθνικιστών το 1954, το Παρίσι την αντιμετώπισε με αποφασιστικότητα και εξαιρετική σκληρότητα. Παρ’ όλα αυτά, χρειάστηκαν η συμβιβαστική διάθεση και οι διπλωματικές ικανότητες του προέδρου Ντε Γκωλ για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και να παραχωρηθεί και στη χώρα αυτή ανεξαρτησία τον Ιούλιο του 1962.

Στο μεταξύ, το αντιαποικιοκρατικό κίνημα είχε οργανωθεί και ισχυροποιηθεί μετά την ιστορική διάσκεψη του Μπαντούγκ της Ινδονησίας (17-24 Απρ. 1955). Στη διάσκεψη αυτή έλαβαν μέρος εκπρόσωποι 29 χωρών της Ασίας και της Αφρικής με διαφορετικά πολιτικά συστήματα: από την ιρανική μοναρχία και την ουδετερόφιλη Ινδία έως τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Κίνας και του Βορείου Βιετνάμ. Μετά το τέλος της διάσκεψης, υιοθετήθηκαν πέντε βασικές αρχές: της μη επίθεσης, του αμοιβαίου σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας, της μη ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών, της αμοιβαιότητας στα οφέλη που προβλέπονται από τις συμβάσεις και της ειρηνικής συνύπαρξης. Μια από τις μορφές που ξεχώρισαν στη διάσκεψη ήταν ο Νάσερ, ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα πρωταγωνιστούσε από κοινού με το Νεχρού της Ινδίας και τον Τίτο της Γιουγκοσλαβίας στο λεγόμενο «κίνημα των Αδεσμεύτων» κατά του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας.

Η Μέση Ανατολή υπό βρετανική επιρροή, 1945-56

Η Μέση Ανατολή καθυστέρησε να αποτελέσει πεδίο του διεθνούς ανταγωνισμού. Ο βασικός λόγος γι’ αυτό ήταν ότι η βρετανική επιρροή εκεί ήταν πολύ ισχυρή και αδιαμφισβήτητη. Υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο της Βρετανίας ήταν η Κύπρος, το Άντεν, η Αίγυπτος, το Σουδάν, η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και τα ημι-ανεξάρτητα κράτη του Ιράκ και του Ιράν. Πυρήνας του αμυντικού της συστήματος  (από Λιβύη έως Ιράν και Ινδία ανατολικά – Σουδάν και Ερυθραία νότια) ήταν η διώρυγα του Σουέζ, όπου διατηρούσε μεγάλες στρατιωτικές βάσεις. Μετά την απώλεια της Παλαιστίνης το 1948, η διώρυγα απέκτησε ιδιαίτερη σημασία. Από τη στιγμή που οι Αμερικανοί δεν είχαν ακόμα δεσμευτεί να εμπλακούν ενεργά στα μεσανατολικά θέματα, οι βρετανικές βάσεις στο Σουέζ έπρεπε να διατηρηθούν πάση θυσία ως ανάχωμα στη σοβιετική επιρροή σε καιρό ειρήνης και ως εφαλτήριο για αντεπίθεση σε περίπτωση πολέμου. O πρωθυπουργός Άντονι ΄Ηντεν είχε τονίσει τη σημασία της Μέσης Ανατολής και του Σουέζ για τη βρετανική αυτοκρατορία ήδη από τον Απρίλιο του 1945 ως υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Τσόρτσιλ, σε υπόμνημά του προς το υπουργικό συμβούλιο:

Η Μέση Ανατολή είναι περιοχή συνάντησης δύο ηπείρων και αν προστεθεί η Τουρκία τριών ηπείρων. Είναι λοιπόν μία από τις πιο σημαντικές στρατηγικές περιοχές του κόσμου… ζήτημα ζωής ή θανάτου για τη βρετανική Αυτοκρατορία… Συνεπώς, είμαστε υποχρεωμένοι να δώσουμε στη Μέση Ανατολή μια άκρως υψηλή προτεραιότητα… δεν μπορούμε να απορρίψουμε την ιδιάζουσα θέση μας στην περιοχή… Δεύτερον, η Μέση Ανατολή είναι η μοναδική μεγάλη πηγή πετρελαίου έξω από την Αμερική που μας είναι διαθέσιμη. Πρόσφατες μελέτες αποδεικνύουν ότι σε δέκα χρόνια ούτε η βρετανική αυτοκρατορία ούτε καν οι ΗΠΑ θα είναι ικανές να εμπλακούν σε πόλεμο χωρίς όλες τις προμήθειες πετρελαίου του Περσικού κόλπου.

Η θέση των ΗΠΑ στη διώρυγα του Παναμά είναι παρόμοια με τη δική μας στο Σουέζ και με τη θέση της Ρωσίας στην ανατολική Ευρώπη… Εκφράζω λοιπόν την άποψη στους συναδέλφους μου ότι η κυβέρνηση της Μεγαλειοτάτης πρέπει να εξασφαλίσει τα ζωτικά συμφέροντα της βρετανικής Αυτοκρατορίας και Κοινοπολιτείας στη Μέση Ανατολή με τα δικά της μέσα.[1]

Η Διώρυγα του Σουέζ. Δορυφορική λήψη.

Το Εργατικό Κόμμα υπό τον Άτλη, μόλις ανήλθε στην εξουσία τον Ιούλιο του 1945, έθεσε δύο στόχους για τη Μέση Ανατολή: τη δημιουργία μιας «συνομοσπονδίας των αραβικών εθνών» για την άμυνα της περιοχής και την οικονομική της ανάπτυξη με βρετανικά κεφάλαια. Γρήγορα όμως έγινε αντιληπτό ότι οι στόχοι αυτοί ήταν ανέφικτοι λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων της καταπονημένης από τον πόλεμο Βρετανίας και της ισχύος του αραβικού εθνικισμού, ιδιαίτερα στην Αίγυπτο. O χώρος της Μέσης Ανατολής δεν μπορούσε πλέον να αποτελεί σφαίρα αποκλειστικής βρετανικής επιρροής, αλλά ήταν επιθυμητή και επιβεβλημένη η συμμετοχή των ΗΠΑ. Επιπλέον, κάποιες αραβικές χώρες δεν θα εντάσσονταν ποτέ σ’ ένα τέτοιο αμυντικό μηχανισμό, όπως η Συρία και ο Λίβανος, που ήταν υπό γαλλική επιρροή, και η Σαουδική Αραβία, που ήταν υπό αμερικανική κηδεμονία. Ως καλύτερη λύση προκρίθηκε η σύναψη διμερών συμφωνιών με κάποιες αραβικές χώρες, με την ελπίδα αργότερα να συναφθεί ένας συλλογικός διακανονισμός, στον οποίο θα συμμετείχαν και οι ΗΠΑ.

Το 1951 η Βρετανία πρότεινε την ίδρυση της Διοίκησης Μέσης Ανατολής (Middle East Command – ΜΕC) με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και της Τουρκίας. Η Διοίκηση θα ενοποιούσε αμυντικά το χώρο από την Αίγυπτο ως τον Περσικό Κόλπο, με επίκεντρο τη διώρυγα του Σουέζ. Η Βρετανία δεν είχε αντίρρηση να ενταχθεί και η Ελλάδα στη Διοίκηση, αλλά τελικά επικράτησε η άποψη των Αμερικανών να περιοριστεί ο στρατιωτικός ρόλος της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό-μεσογειακό χώρο υπό τη διοίκηση του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή του ΝΑΤΟ Αϊζενχάουερ. Το 1952 η Ελλάδα εντάχτηκε στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία εντάχθηκε όχι μόνο στο ΝΑΤΟ αλλά και στη ΜΕC, επειδή Βρετανοί και Αμερικανοί τη θεωρούσαν χώρα-κλειδί για την άμυνα της Μέσης Ανατολής. Οι ισχυρές τουρκικές ένοπλες δυνάμεις κρίνονταν ως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε αμυντικού σχεδιασμού από την ανατολική Μεσόγειο έως τον Περσικό Κόλπο και συνεπώς η ένταξή τους στους διεθνείς στρατιωτικούς οργανισμούς της Δύσης αντιμετωπιζόταν ως ζήτημα άμεσης προτεραιότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τουρκία, από το 1946 εως το 1985, έλαβε αμερικανική βοήθεια αξίας 7.857,8 εκ. δολαρίων. Οι μοναδικές χώρες που την ξεπέρασαν σε αυτόν τον τομέα την ίδια περίοδο ήταν το Ισραήλ, το Νότιο Βιετνάμ και η Νότια Κορέα. Oι ΗΠΑ εγκατέστησαν στην Τουρκία στρατιωτικές βάσεις με σημαντικότερη τη βάση του Ιντσιρλίκ στα Άδανα της Κιλικίας. Από εκεί, αεροπλάνα με πυρηνικά όπλα μπορούσαν να πλήξουν εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαίου στον Καύκασο και βιομηχανικά συγκροτήματα στην Ουκρανία και τα Ουράλια. Η παρουσία αυτών των βάσεων κοντά στα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης, προκάλεσε μεγάλη ανησυχία στη Μόσχα και αποτέλεσε την κύρια αιτία της κρίσης της Κούβας το 1962.

Το Σεπτέμβριο του 1951, οι ΗΠΑ συναίνεσαν στη δημιουργία της MEC, για να βοηθήσουν τους Βρετανούς συμμάχους να διατηρήσουν τη θέση τους στη Μέση Ανατολή, αφού οι ίδιοι είχαν ανειλημμένες υποχρεώσεις στην Ευρώπη και την ανατολική Ασία. Η MEC θα συνδεόταν στρατιωτικά με το ΝΑΤΟ και θα είχε ως μέλη τη Βρετανία, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Τουρκία, το Ισραήλ και αραβικές χώρες. Η Αίγυπτος όμως αρνήθηκε να προσχωρήσει στη δυτική συμμαχία, επικαλούμενη τη βρετανική στρατιωτική παρουσία στο έδαφός της. Τον Ιανουάριο του 1952, η Βρετανία τροποποίησε τον αμυντικό σχεδιασμό της και πρότεινε τη δημιουργία ενός Οργανισμού Άμυνας Μέσης Ανατολής (Middle East Defense Organization – ΜEDO) με έδρα την Κύπρο. Ένα χρόνο αργότερα, η Ελλάδα ζήτησε να εκπροσωπηθεί με παρατηρητές στις συνομιλίες για τη συγκρότηση του MEDO και με στρατιωτικό σύνδεσμο στο Συμβούλιο Σχεδιασμού, που πιθανότατα θα ιδρυόταν. Αν και οι ΗΠΑ, η Γαλλία και οι αραβικές χώρες είδαν με ευνοϊκή διάθεση το ελληνικό αίτημα, η Βρετανία το απέρριψε με το επιχείρημα ότι το σχέδιο για τον νέο οργανισμό άμυνας ήταν ακαθόριστο και ότι το Συμβούλιο Σχεδιασμού δεν θα λάμβανε πολιτικές αποφάσεις, αλλά θα είχε μόνο τεχνικές αρμοδιότητες. Ήταν προφανές ότι η Βρετανία δεν θεωρούσε πια απαραίτητη στη μεσανατολική αμυντική οργάνωση τη συμμετοχή μιας χώρας, που ακολουθούσε φιλοαραβική πολιτική και ενδιαφερόταν για την Κύπρο, η οποία αναμενόταν να παίξει σημαντικό ρόλο στο νέο αμυντικό οργανισμό. Τελικά και αυτό το βρετανικό σχέδιο ναυάγησε μετά την αποτυχία των αγγλο-αιγυπτιακών διαπραγματεύσεων.[2]

To 1954, οι Βρετανοί αναγκάστηκαν να υπογράψουν συμφωνία με το Κάιρο, η οποία προέβλεπε ότι θα αποχωρούσαν από τη βάση του Σουέζ έως το 1956, θα είχαν όμως το δικαίωμα να την επανεργοποιήσουν σε περίπτωση επίθεσης κατά αραβικής χώρας μέλους του Αραβικού Συνδέσμου ή κατά της Τουρκίας. Η συμπερίληψη της Τουρκίας καταδείκνυε τη μεγάλη γεωστρατηγική σημασία της χώρας στο μεσανατολικό αμυντικό σύστημα της Βρετανίας. Την άνοιξη του 1955, αφού η Τουρκία είχε πρώτα προετοιμάσει το έδαφος συνάπτοντας συμφωνίες με το Πακιστάν και το Ιράκ, η Βρετανία ίδρυσε το σύμφωνο της Βαγδάτης με τη συμμετοχή του Ιράκ και τριών μη αραβικών χωρών, της Τουρκίας, του Ιράν και του Πακιστάν. Το Σεπτέμβριο συγκάλεσε τη διάσκεψη του Λονδίνου για το κυπριακό, εισάγοντας για πρώτη φορά στο ζήτημα τον τουρκικό παράγοντα. Όμως η προσπάθειά της να διατηρήσει τη θέση της στη Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο υποβοηθούμενη από την Τουρκία, απέτυχε. Το σύμφωνο της Βαγδάτης δεν προσέλκυσε την υποστήριξη άλλης αραβικής χώρας εκτός από το Ιράκ και προκάλεσε την καχυποψία των Αράβων εθνικιστών, ιδιαίτερα του Νάσερ, οδηγώντας σε επίταση της αγγλοαιγυπτιακής διαμάχης. Oι Ηνωμένες Πολιτείες, ο σημαντικότερος εν δυνάμει εταίρος της Βρετανίας στη μεσανατολική άμυνα, προτίμησαν να μην συμμετάσχουν πολιτικά στο Σύμφωνο. Όταν η Κύπρος κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1960, η βρετανική κυριαρχία στη Μέση Ανατολή είχε περιοριστεί στα ανατολικά και νότια άκρα της αραβικής χερσονήσου.

Το σύμφωνο της Βαγδάτης, 1955.

Η πολιτική των υπερδυνάμεων στη Μέση Ανατολή

H επιτυχία της αμερικανικής στρατηγικής της ανάσχεσης του σοβιετικού κομμουνισμού στη δυτική Ευρώπη ήταν συνυφασμένη με τη διατήρηση της αμερικανικής υπεροχής στη Μέση Ανατολή. Η πρώτη αμερικανοσοβιετική αντιπαράθεση στη Μέση Ανατολή εκδηλώθηκε το 1945-46, όταν η Σοβιετική Ένωση απαίτησε από την Τουρκία τον έλεγχο των Στενών των Δαρδανελλίων και αρνήθηκε να αποσύρει τις δυνάμεις της από το βόρειο Ιράν. Το Μάρτιο του 1947, ο πρόεδρος Τρούμαν ζήτησε από το Κογκρέσο να εγκρίνει άφθονη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Ελλάδα και την Τουρκία για να αντιμετωπίσουν τον κομμουνιστικό κίνδυνο. Αν και το δόγμα Τρούμαν είχε περιορισμένο γεωγραφικό χαρακτήρα, αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την εφαρμογή από τις ΗΠΑ τη δεκαετία του 1950 μιας πολιτικής ανάσχεσης της Σοβιετικής Ένωσης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, βασισμένης στον άξονα Ελλάδας – Τουρκίας – Ιράν – Αφγανιστάν (βόρειο διάζωμα του ΝΑΤΟ). H Τουρκία ήταν ο στυλοβάτης όχι μόνο του διαζώματος, αλλά, μαζί με την Ελλάδα, και της αμερικανικής γραμμής άμυνας στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο. Στις 12 Οκτωβρίου 1953, οι ΗΠΑ υπέγραψαν με την Ελλάδα συμφωνία για την εγκαθίδρυση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων σε ελληνικό έδαφος – επικυρώθηκε από το ελληνικό υπουργικό συμβούλιο την ίδια μέρα, χωρίς όμως να συζητηθεί στη Βουλή – και στις 23 Ιουνίου 1954, μια παρόμοια συμφωνία με την Τουρκία. Μια ακόμα βαλκανική χώρα, η Γιουγκοσλαβία, συνδέθηκε έμμεσα με το ΝΑΤΟ, όταν, το Φεβρουάριο του 1953, σύναψε με Ελλάδα και Τουρκία τη συνθήκη Ειρήνης και Συνεργασίας συμπληρωμένη τον Αύγουστο του 1954 με το στρατιωτικό σύμφωνο του Μπλεντ (στη Σλοβακία). Η συνεργασία αυτή εδραζόταν στην κοινή απειλή από τη Σοβιετική Ένωση και την αναζήτηση ασφάλειας στο δυτικό αμυντικό σύστημα. Όμως αποδείχτηκε θνησιγενής. Το γιουγκοσλαβικό ενδιαφέρον για στρατιωτική συνεργασία εξανεμίστηκε μετά τη βελτίωση των σχέσεων με τη Μόσχα, ενώ η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, που αναπτύχθηκε από το 1954 στο κυπριακό, άλλαξε ριζικά το σκηνικό στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

Το γεγονός που μετέβαλε ριζικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή ήταν η κρίση στο Σουέζ το 1956. Η εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ και η άρνηση του Νάσερ να αποδεχτεί τις απαιτήσεις της Βρετανίας, προκάλεσαν την οργή του Λονδίνου αλλά και του Παρισιού. Στις αρχές Νοεμβρίου, αγγλο-γαλλικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Αίγυπτο με σκοπό την ανατροπή του Αιγύπτιου ηγέτη. Οι Σοβιετικοί, τη στιγμή που κατέπνιγαν την ‘αντεπανάσταση’ στην Ουγγαρία, εγκατέλειψαν τους χαμηλούς τόνους και βγήκαν δυναμικά στο προσκήνιο, αποστέλλοντας επιστολές στον πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας, στον πρόεδρο των ΗΠΑ και στους πρωθυπουργούς της Βρετανίας, της Γαλλίας και του Ισραήλ. Το κεντρικό θέμα των επιστολών ήταν το ίδιο: η επίθεση κατά της Αιγύπτου έπρεπε να τερματιστεί και ο ΟΗΕ να επέμβει για την επίλυση της κρίσης. Η Σοβιετική Ένωση ήταν έτοιμη να αναλάβει από κοινού με τις ΗΠΑ στρατιωτική δράση για την επιβολή εκεχειρίας. Στην επιστολή προς τον Αμερικανό πρόεδρο υπήρχε και υπαινιγμός για έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο επανεκλεγείς στην προεδρία των ΗΠΑ Αϊζενχάουερ (6 Νοεμβρίου), απέρριψε κατηγορηματικά κάθε ιδέα κοινής στρατιωτικής δράσης με τη Σοβιετική Ένωση και προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ θα αντιδρούσαν σε οποιαδήποτε μονομερή σοβιετική στρατιωτική κίνηση. Παράλληλα, αύξησε τις πιέσεις του στη Βρετανία και τη Γαλλία, για να σταματήσουν τις επιχειρήσεις τους και να αποφευχθεί μια μεγάλη διεθνής κρίση.

 

The Other Side of Suez (BBC Documentary)

 

Οι εξελίξεις στο Σουέζ είχαν θετικές συνέπειες για τις δύο υπερδυνάμεις. Όπως τονίζει ο Χ. Κίσινγκερ, η ΕΣΣΔ «πέρασε μ’ ένα άλμα την cordon sanitaire που είχαν κατασκευάσει οι ΗΠΑ γύρω της, βάζοντας την Ουάσιγκτον αντιμέτωπη με το καθήκον να αντιμάχεται τους Σοβιετικούς σε περιοχές που μέχρι τότε θεωρούνταν ότι ανήκαν σίγουρα στη δυτική σφαίρα επιρροής.»[3] Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τα γεγονότα στην Αίγυπτο σηματοδότησαν την αναρρίχησή τους στη θέση της παγκόσμιας ηγετικής δύναμης και την απομάκρυνσή τους από ηθικές δεσμεύσεις. Στο νέο διπολικό κόσμο και με τη Βρετανία εμφανώς αποδυναμωμένη, ήταν επιτακτική ανάγκη να καλύψουν το κενό ισχύος στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, προτού προλάβει να το πράξει η Σοβιετική Ένωση.

Το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών για την περιοχή επισημοποιήθηκε με τη διακήρυξη του δόγματος Αϊζενχάουερ, τον Ιανουάριο του 1957. Τα γεωπολιτικά συμφέροντα που διακυβεύονταν στην περιοχή ήταν τεράστια. Η υπερδύναμη έπρεπε να προστατεύσει τα φιλοδυτικά μεσανατολικά καθεστώτα από τον κομμουνισμό και το νασερισμό, να επεκτείνει τις στρατιωτικές της βάσεις και να ελέγξει τα αποθέματα πετρελαίου στον Κόλπο, τα μεγαλύτερα στον κόσμο, καθώς και τις οδούς διακίνησής του προς τη Δύση. Παράλληλα ήταν ανάγκη να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του Ισραήλ και να διατηρήσει τη συνοχή της νοτιο-ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ, αποτελούμενης από την Τουρκία και την Ελλάδα, με μια διευθέτηση του κυπριακού που θα ικανοποιούσε και τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.

Η άλλη υπερδύναμη, η Σοβιετική Ένωση, μετά το B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ανατολική – κεντρική Ευρώπη και την Άπω Ανατολή παρά για τη Μέση Ανατολή. Περιοχές όπως η Συρία, ο Λίβανος, η Παλαιστίνη, η Ιορδανία και το Σουέζ ήταν σχετικά απομακρυσμένες και υπό απόλυτο αγγλο-γαλλικό έλεγχο. Η Μόσχα το μόνο που μπορούσε να πετύχει εκεί, ήταν να ενισχύει τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. Το Φεβρουάριο του 1946, υπέγραψε μυστικές συμφωνίες με τη Συρία και το Λίβανο και υποστήριξε το αίτημά τους στον ΟΗΕ για γρήγορη και απόλυτη αποχώρηση των αγγλο-γαλλικών δυνάμεων· και το καλοκαίρι του 1947 υποστήριξε στο διεθνή οργανισμό το αιγυπτιακό αίτημα για αποχώρηση των βρετανικών δυνάμεων από την Αίγυπτο και το Σουδάν.

Μετά το θάνατο του Στάλιν, τον Μάρτιο του 1953, η νέα σοβιετική ηγεσία έδειξε αυξημένο ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή. Σ’ αυτό συνέβαλε η ανάδυση του αραβικού εθνικισμού υπό την ηγεσία του Νάσερ, του οποίου η αντιδυτική ρητορική της πρόσφερε την ευκαιρία για μια μεγαλύτερη παρέμβαση στα μεσανατολικά ζητήματα. Όπως είδαμε, στην κρίση του Σουέζ το 1956, η Σοβιετική Ένωση υποστήριξε τον Νάσερ απειλώντας τη Δύση ακόμα και με πυρηνικό πόλεμο. Το επόμενο έτος, υπερασπίστηκε το αριστερό καθεστώς της Συρίας στη διαμάχη του με την Τουρκία. Στο κυπριακό, επέκρινε τη βρετανική και τουρκική πολιτική και υπεραμύνθηκε της άσκησης του δικαιώματος του κυπριακού λαού για αυτοδιάθεση. Τη δεκαετία του 1960, αύξησε περαιτέρω την επιρροή της στη Μέση Ανατολή καλλιεργώντας στενές σχέσεις με τα ριζοσπαστικά καθεστώτα της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ, της νότιας Υεμένης και της Αλγερίας.

Η κατασκευή του Φράγματος του Ασουάν.

Ο Ψυχρός Πόλεμος και το παλαιστινιακό ζήτημα

Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου κυριάρχησε στη Μέση Ανατολή η αραβο-ισραηλινή αντιπαράθεση. Η αντιπαράθεση αυτή ξεκίνησε πριν τον Ψυχρό Πόλεμο, αλλά επιδεινώθηκε με τον ανταγωνισμό των υπερδυνάμεων μετά το 1945. Παράλληλα, η πολιτική του Ισραήλ και της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) συνυφάνθηκε με το  ψυχροπολεμικό κλίμα. Σκοπός του Ισραήλ ήταν να διατηρήσει το status quo στη Μέση Ανατολή και να περιορίσει την επιρροή του αραβικού εθνικισμού. Η PLO  καθόριζε την πολιτική της με βάση τους διεθνείς συσχετισμούς δυνάμεων και κυρίως με βάση την πολιτική των σοσιαλιστικών καθεστώτων της Συρίας και της Αιγύπτου. Από την άλλη, δεν ήταν ένας παθητικός δρων. Κύριος σκοπός της ήταν να χαράξει αυτόνομες στρατηγικές και να αποκτήσει διπλωματικό πλεονέκτημα στο μεσανατολικό. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα την περίοδο 1973-82, όταν προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τo κλίμα ύφεσης στις αμερικανο-σοβιετικές σχέσεις. Η PLO είχε τη δική της δυναμική, τις δικές της τακτικές και παρά το βάρος του ψυχροπολεμικού κλίματος, δεν ήταν σε καμιά περίπτωση υποταγμένη σε συστημικούς περιορισμούς. Για να κατανοήσουμε τον αντίκτυπο του Ψυχρού Πολέμου στην πολιτική των Παλαιστινίων και του Ισραήλ, θα πρέπει να εστιάσουμε σε τρία επίπεδα: το τοπικό, το περιφερειακό και το διεθνές.

Οι Παλαιστίνιοι, ως πρόσφυγες μετά το 1948, βίωναν τον Ψυχρό Πόλεμο μόνο μέσω των κρατών στα οποία διέμεναν. Ο Ψυχρός Πόλεμος δεν επηρέασε άμεσα την εξέλιξη του παλαιστινιακού εθνικισμού. Παλαιστινιακή εξωτερική πολιτική αρχίζει να υπάρχει μόνο μετά την ίδρυση της PLO το 1964 και ιδιαίτερα μετά τη μεταβολή της σε πολιτικά αυτόνομη οργάνωση περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Το κατά πόσο ο Ψυχρός Πόλεμος καθόριζε τις ισορροπίες στο παλαιστινιακό φάνηκε στα γεγονότα στην Ιορδανίας το 1970-1, όταν η PLO ήρθε αντιμέτωπη με τη φιλοδυτική Ιορδανία και, ηττημένη, αναγκάστηκε να αποχωρήσει από εκεί. Στον πόλεμο του 1973, έγινε εμφανής η επίδραση του εξωτερικού παράγοντα και η PLO αποδέχτηκε ότι το πολιτικό της μέλλον εξαρτιόταν από τη δική της διαπραγματευτική ικανότητα σε σχέση με τις δύο υπερδυνάμεις. Βέβαια, η σχέση παρέμεινε αμφίδρομη. Όσο το βάρος των υπερδυνάμεων γινόταν πιο αισθητό στο παλαιστινιακό, τόσο η PLO διαμόρφωνε την πολιτική της μέσα από εσωτερικές αναζητήσεις και συγκρούσεις.

Το παλαιστινιακό αποτελούσε κεντρικό περιφερειακό ζήτημα και ήταν φυσικό τα γειτονικά στο Ισραήλ αραβικά κράτη να επιδείξουν ενδιαφέρον για την τύχη των ομοεθνών τους Παλαιστινίων. Οι παρεμβάσεις τους δεν απέρρεαν μόνο από την εθνική αλληλεγγύη, αλλά και από την επιδίωξη των δικών τους συμφερόντων, το κυριότερο από τα οποία αφορούσε την έκταση της περιφερειακής τους ισχύος. Αραβικά κράτη, που εκδήλωσαν μεγάλο ενδιαφέρον για τον αγώνα των Παλαιστινίων και προσπάθησαν στον ένα ή στον άλλο βαθμό να τον ποδηγετήσουν, ήταν η Αίγυπτος και η Συρία και δευτερευόντως ο Λίβανος και η Ιορδανία.

Το παλαιστινιακό μετά το 1948, θα αποτελέσει πάνω από όλα διεθνές ζήτημα, καθώς και για τις δυο υπερδυνάμεις η περιοχή της Μέσης Ανατολής ήταν ζωτικής σημασίας για τα εθνικά τους συμφέροντα. Το Ισραήλ στράφηκε προς τις ΗΠΑ και σφυρηλάτησε μαζί τους μια «ειδική σχέση», ενώ οι Παλαιστίνιοι προς τη Σοβιετική Ένωση και τα φιλοσοβιετικά αραβικά κράτη. Οι υπερδυνάμεις ενεπλάκησαν ενεργά στο παλαιστινιακό και στα εσωτερικά των αραβικών κρατών, με σκοπό να αυξήσουν τη σφαίρα επιρροής τους στην περιοχή. Από την άλλη πλευρά, οι τοπικοί παράγοντες δεν λειτουργούσαν απλά ως μαριονέτες στο διεθνή  ανταγωνισμό  για τη Μέση Ανατολή. Ακολουθούσαν μια όσο το δυνατόν αυτόνομη πολιτική και μάλιστα, επειδή ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων ήταν ιδιαίτερα οξύς, διέθεταν μεγαλύτερες δυνατότητες για ελιγμούς.

Οι υπερδυνάμεις ενεπλάκησαν ενεργά στους αραβο-ισραηλινούς πολέμους του 1967 και του 1973. Αιτία του σύντομου πολέμου του 1967, υπήρξε ο οξύς ανταγωνισμός των δυο ισχυρότερων και ριζοσπαστικότερων αραβικών κρατών της Μέσης Ανατολής, της Συρίας και της Αιγύπτου, με το Ισραήλ. Το επαναστατικό καθεστώς της Συρίας, που είχε εγκαθιδρυθεί τον προηγούμενο χρόνο, επιθυμούσε να επιλύσει δυναμικά το παλαιστινιακό ζήτημα, ενώ ο Νάσερ ήθελε να καταστήσει τη χώρα του ηγέτιδα του αραβικού κόσμου. Από την άλλη, το Ισραήλ γνώριζε ότι, από στρατιωτική και πολιτική άποψη, ήταν ισχυρότερο από τους Άραβες γείτονές του και κατά συνέπεια, αφού αντιμετώπιζε διαρκώς απειλές απ’ αυτούς, η καλύτερη λύση ήταν να τους δείξει τη δύναμή του. Βέβαια, πίσω από τη στάση αυτή κρυβόταν η ελπίδα της κατάκτησης της υπόλοιπης Παλαιστίνης και η ολοκλήρωση του πολέμου του 1948.

O Πόλεμος των Έξι Ημερών (5-11 Ιουνίου 1967).

Το Μάιο του 1967, ο Νάσερ, ύστερα από συριακές και σοβιετικές πληροφορίες για επικείμενη ισραηλινή επίθεση, ζήτησε να αποσύρει ο ΟΗΕ την ειρηνευτική του δύναμη από τα σύνορα με το Ισραήλ και να τοποθετηθούν στη θέση τους αιγυπτιακές μονάδες, που θα είχαν την ικανότητα να αντιμετωπίσουν τον εισβολέα. Όταν έγινε αυτό, ο Αιγύπτιος ηγέτης, κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, αλλά και παλαιότερης διμερούς συνθήκης με το ίδιο το Ισραήλ, έκλεισε την είσοδο των κρίσιμων για το Ισραήλ Στενών του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα, ώστε να αποτρέψει πολεμική ενέργεια του Ισραήλ εναντίον της χώρας του και της Συρίας με τη μεταφορά στο ισραηλινό λιμάνι της Εϊλάτ στρατιωτικού υλικού και κυρίως πετρελαίου. Καθώς η ένταση κορυφωνόταν, η Ιορδανία και η Συρία συμμάχησαν με την Αίγυπτο. Το Ισραήλ, όμως, τους επιτέθηκε και μέσα σε 6 μέρες (5-11 Ιουνίου) τους συνέτριψε: κατέλαβε τη χερσόνησο του Σινά μέχρι τη διώρυγα του Σουέζ, τη λωρίδα της Γάζας, τη Δυτική Όχθη, τα υψίπεδα του Γκολάν και την ανατολική Ιερουσαλήμ, που ανήκε στην Ιορδανία. 400.000 Παλαιστίνιοι κατέφυγαν στην Ιορδανία και περισσότεροι από ένα εκατομμύριο παρέμειναν στα κατεχόμενα από το Ισραήλ εδάφη. Το Νοέμβριο του ίδιου έτους, το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ αξίωσε με την απόφαση 242 να αποσύρει το Ισραήλ τα στρατεύματά του από τα κατεχόμενα εδάφη, με αντάλλαγμα την αναγνώρισή του από τον Αραβικό Σύνδεσμο. Το Ισραήλ, όμως, αγνόησε τον ΟΗΕ, ενώ οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να διακόψουν τη μεγάλη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια που παρείχαν στο εβραϊκό κράτος.

Τα εδαφικά οφέλη του Ισραήλ μετά τον πόλεμο του 1967.

Ο πόλεμος του 1967 άλλαξε την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Η έκταση του Ισραήλ τριπλασιάστηκε και η στρατιωτική του ισχύς κατέστη αδιαμφισβήτητη. Η θέση των Αμερικανών στην περιοχή εδραιώθηκε, γεγονός που φάνηκε με τη φιλοδυτική στροφή του επόμενου Αιγύπτιου ηγέτη Ανουάρ Σαντάτ τη δεκαετία του 1970. Από την άλλη πλευρά, η Σοβιετική Ένωση υπέστη μια ήττα γοήτρου, αλλά ταυτόχρονα αντιλήφθηκε ότι έπρεπε στο μέλλον να επιδείξει μεγαλύτερο ενδιαφέρον και αποφασιστικότητα στα θέματα της Μέσης Ανατολής και να προστατεύσει τα φιλικά προς αυτή αραβικά καθεστώτα από μια καινούργια ταπείνωση. Η συντριβή των Αράβων ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής και πολιτικής τους ικανότητας, και σηματοδότησε τη μείωση της απήχησης του αραβικού εθνικισμού, ως το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα. Επίσης, προκάλεσε την ανάδυση νέων αριστερών ριζοσπαστικών κινημάτων και ενός αυτόνομου ένοπλου παλαιστινιακού εθνικού κινήματος, το οποίο θα στρεφόταν εναντίον του Ισραήλ και εκείνων των αραβικών καθεστώτων, που θα επιδίωκαν με ποικίλους τρόπους να το εργαλειοποιήσουν, για την εξυπηρέτηση των δικών τους, συχνά αντικρουόμενων, φιλοδοξιών (όπως συνέβη στην περίπτωση της Ιορδανίας το 1970 και της Συρίας το 1976). Επιπλέον, μετά το 1967, οι κρατικές ελίτ προσπάθησαν να ορίσουν τα εθνικά τους συμφέροντα με περισσότερο εδαφικούς raison d’ état όρους, παρά με αραβικούς εθνικούς όρους, οδηγώντας σε νέες διαμάχες για περιφερειακή επιρροή.

Στις 6 Οκτωβρίου 1973, ημέρα θρησκευτικής γιορτής του Ισραήλ (Γιομ Κιπούρ=ημέρα της εξιλέωσης), η Αίγυπτος και η Συρία επιτέθηκαν κατά του εβραϊκού κράτους. Απώτερος σκοπός τους φαίνεται ότι ήταν, ανεξάρτητα από την έκβαση της σύρραξης, να προκαλέσουν διεθνή επέμβαση και να επιτύχουν έτσι την εφαρμογή της απόφασης 242 του ΟΗΕ. Στην αρχή, οι δύο αραβικές χώρες είχαν επιτυχίες, αλλά σταδιακά οι Ισραηλινοί με αμερικανική βοήθεια αναπλήρωσαν το χαμένο έδαφος. Παρ’ όλα αυτά, οι Αιγύπτιοι κατόρθωσαν να  ανακαταλάβουν τη δυτική όχθη της διώρυγας του Σουέζ και με αυτό τον τρόπο να καταδείξουν ότι το Ισραήλ δεν ήταν παντοδύναμο και ότι, σε πολυμέτωπο αγώνα, ήταν πλήρως εξαρτώμενο από την αδιάλειπτη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ. Τελικά, με παρέμβαση των υπερδυνάμεων, που δεν επιθυμούσαν ο πόλεμος να κλιμακωθεί με κίνδυνο την εμπλοκή τους σ’ αυτόν, επήλθε κατάπαυση του πυρός και δυνάμεις του ΟΗΕ κατέλαβαν θέσεις ανάμεσα στους εμπόλεμους.

Μία από τις συνέπειες αυτού του πολέμου ήταν ότι η PLO προσπάθησε να βελτιώσει την εικόνα της στο εξωτερικό. Οι αραβικές χώρες την αναγνώρισαν ως το μόνο νόμιμο εκπρόσωπο του παλαιστινιακού λαού και η γενική συνέλευση του ΟΗΕ την αποδέχτηκε ως μέλος του οργανισμού, με την ιδιότητα του παρατηρητή. Επίσης, η PLO άρχισε να αντιμετωπίζει θετικά την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητης παλαιστινιακής αρχής στη Λωρίδα της Γάζας και στη Δυτική Όχθη, ως μεταβατικό στάδιο για την επίτευξη του στρατηγικού στόχου της απελευθέρωσης ολόκληρης της Παλαιστίνης και της ίδρυσης ενός “δημοκρατικού παλαιστινιακού κράτους”. Tο 1978, οι δύο ισχυρότερες προσωπικότητες στη Μέση Ανατολή, ο πρόεδρος της Αιγύπτου Ανουάρ Σαντάτ και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μεναχέμ Μπέγκιν, υπέγραψαν τις συμφωνίες του Καμπ Ντέιβιντ.  Σε αντάλλαγμα για την αποχώρηση των Ισραηλινών από τη χερσόνησο του Σινά (πραγματοποιήθηκε τη διετία 1981-2) ο Σαντάτ εγκατέλειψε την ιδέα της αυτοδιάθεσης των Παλαιστινίων υπέρ του σχεδίου Μπέγκιν για «αυτονομία» στη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, αναγνώρισε το Ισραήλ και κατοχύρωσε για τη χώρα του το δικαίωμα ελεύθερης ναυσιπλοΐας στη διώρυγα του Σουέζ και στα στενά του Τιράν στην Ερυθρά Θάλασσα (γεωστρατηγική ασφάλεια και ένα βάθρο για περιφερειακή ηγεμονία). Για τους Αμερικανούς, οι συμφωνίες στο Κάμπ Ντέιβιντ είχαν τρεις θετικές συνέπειες: εξασφάλισαν την ασφάλεια του Ισραήλ, εξάλειψαν οριστικά τη δυνατότητα των Αράβων για συλλογική δράση και έθεσαν τη Σοβιετική Ένωση για μια ακόμη φορά διπλωματικά στο περιθώριο. Όμως, για τους Άραβες ήταν ανάθεμα, προδοσία και ξεπούλημα των παλαιστινιακών δικαιωμάτων, επειδή δεν προέβλεπαν την ίδρυση ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, ούτε καν την αποχώρηση του Ισραήλ από τις περιοχές που είχε καταλάβει το 1967. Όλες οι αραβικές χώρες τις καταδίκασαν – με εξαίρεση το Σουδάν και το Ομάν –, ενώ η Αίγυπτος έγινε εν μία νυκτί το μαύρο πρόβατο του αραβικού κόσμου και εκδιώχτηκε από τον Αραβικό Σύνδεσμο.

Η συνθήκη ειρήνης μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, 1979. Διακρίνονται οι πρόεδροι της Αιγύπτου, Muhammad Anwar el-Sadat, των ΗΠΑ, Jimmy Carter και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Menachem Begin.

Ενώ οι ΗΠΑ επιδίωκαν να προσεταιριστούν την Αίγυπτο και να πετύχουν έναν ευνοϊκό γι’ αυτούς διακανονισμό στη Μέση Ανατολή, περιφερειακές δυνάμεις αγωνίζονταν να αυξήσουν τη γεωπολιτική επιρροή τους. Το Ιράν υπό το καθεστώς του Σάχη στράφηκε προς το διασπασμένο αραβικό κόσμο και ιδιαίτερα προς τα γειτονικά μικρά κράτη του Κόλπου μετά την ανεξαρτησία τους από τη Βρετανία. Το γειτονικό Ιράκ επιχείρησε να θεμελιώσει την ισχύ της χώρας με την ανάπτυξη στενών σχέσεων με τη Γαλλία και την Κίνα. Παράλληλα, η Συρία και το Ισραήλ συνέχισαν τον ανταγωνισμό τους για τον έλεγχο της στρατηγικής σημασίας περιοχής του Λεβάντε. Το Ισραήλ επέκτεινε την επιρροή του στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας, ενώ εισέβαλε και αργότερα κατέλαβε  το νότιο Λίβανο. Στο μεταξύ, οι συριακές δυνάμεις είχαν εισβάλει στο Λίβανο μετά την έναρξη του εμφυλίου το 1974. Θα παρέμεναν εκεί για τα επόμενα τριάντα χρόνια.

Στα τέλη της δεκαετίες του 1970, οι γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή για άλλη μια φορά κλονίστηκαν. Αιτία για αυτό στάθηκαν δύο πολύ σημαντικά γεγονότα: η ισλαμική επανάσταση στο Ιράν και η σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν. Τα γεγονότα αυτά θα ωθήσουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πιο ενεργό εμπλοκή στα ζητήματα της περιοχής. Η προσπάθεια του Ιράκ να ανατρέψει το νέο θεοκρατικό καθεστώς στο Ιράν τη δεκαετία του 1980, ενισχύθηκε από τα αραβικά κράτη του Κόλπου και από τις ΗΠΑ. Το Ιράν αναδύθηκε ως ένας μεγάλος ανταγωνιστής των αμερικανικών συμμάχων, της Σαουδικής Αραβίας ιδιαίτερα, ενώ συνέβαλε στην ίδρυση της ισλαμικής οργάνωσης Χεζμπολά, η οποία στράφηκε κατά της αμερικανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή και της ισραηλινής κατοχής του Λιβάνου.

Η επανάσταση στο Ιράν, 1978-9.

Με την περιοχή να παίρνει έναν σαφώς αντιαμερικανικό προσανατολισμό, η Ουάσιγκτον δεν είχε άλλη επιλογή από το να ενισχύσει τη γεωπολιτική θέση της στο Κόλπο, με την εγκαθίδρυση πολλών ναυτικών και αεροπορικών βάσεων. Αυτή ακριβώς τη θέση θα αμφισβητήσει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ο φιλόδοξος ηγέτης του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν.

Μερικές επισημάνσεις για τον Ψυχρό Πόλεμο στη Μέση Ανατολή

Η ψυχροπολεμική αντιπαράθεση είχε περιορισμένο αντίκτυπο στη Μέση Ανατολή, παρά τις διακρατικές διενέξεις, τη σημασία του πετρελαίου και την εγγύτητα της Σοβιετικής Ένωσης. Η απουσία ισχυρής  εργατικής τάξης και η καταλυτική επίδραση της θρησκείας, απέτρεψαν τη δημιουργία αριστερών επαναστατικών κινημάτων, όπως στην Άπω Ανατολή και τη Νότια Αφρική. Σε ορισμένα αραβικά κράτη, η κομμουνιστική  παρουσία ήταν εμφανής, όπως στο Ιράκ και το Σουδάν, αλλά ποτέ δεν απέκτησε τη μαζικότητα των κομμουνιστικών κομμάτων στην Κίνα, την Κορέα, το Βιετνάμ, την Αγκόλα, τη Μοζαμβίκη και τη Νότια Αφρική. Απ’ όλα τα αραβικά καθεστώτα, μόνο το καθεστώς της Υεμένης ήταν απόλυτα φιλοσοβιετικό. Αλλά και αυτό υπέστη πολλούς τριγμούς, τους οποίους η Σοβιετική Ένωση δεν κατάφερε να διαχειριστεί. Το πιο ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα στην περιοχή ήταν το Τουντέχ στο Ιράν, αλλά ουδέποτε συνήλθε μετά το φιλοδυτικό πραξικόπημα του 1953. Το μοναδικό κομμουνιστικό κόμμα που τελικά κατέλαβε την εξουσία ήταν το ΚΚ του Αφγανιστάν (Απρίλιος 1978). Λίγο αργότερα, ανατράπηκε από τους Ταλιμπάν, προκαλώντας την εισβολή των Σοβιετικών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή μετά την κρίση του Σουέζ και την αποχώρηση της Βρετανίας από την περιοχή. Οι λόγοι ήταν γεωπολιτικοί και οικονομικοί. Για να αντιμετωπίσουν τη Σοβιετική απειλή και τον αραβικό εθνικισμό και τις κύριες εκδηλώσεις του, το νασερισμό και το μπααθισμό, ενίσχυσαν τους δεσμούς τους με ισχυρές συμμαχικές χώρες, όπως με την Τουρκία, το Ισραήλ και το Ιράν. Από τις αραβικές χώρες, φιλοαμερικανική πολιτική ακολούθησαν η Ιορδανία και η Σαουδική Αραβία. Η εμπλοκή των ΗΠΑ στα κράτη αυτή ήταν έντονη, αλλά κατά καιρούς αναδύονταν διαφωνίες σε επιμέρους ζητήματα, όχι όμως τόσο σε θέματα σκοπών, όσο σε θέματα του τρόπου για την επίτευξη των σκοπών.

Αντίθετα, η Σοβιετική Ένωση έδειξε μικρό ενδιαφέρον για τη Μέση Ανατολή ως ξεχωριστή γεωπολιτική οντότητα. Εντούτοις, διατήρησε ισχυρούς δεσμούς με μεμονωμένους δρώντες, όπως με τη Συρία, την οποία ενίσχυε διπλωματικά και στρατιωτικά, καθώς και με τα φιλικά καθεστώτα της Υεμένης, της Αιγύπτου και της Λιβύης. Παρ’ όλα αυτά, δεν καθόρισε τις πολιτικές εξελίξεις των σοσιαλιστικών αραβικών κρατών ούτε την εξωτερική πολιτική τους. Υπήρχε συχνά έλλειψη συντονισμού, μυστικισμός, καχυποψία, αμφισβήτηση. Το 1973, ο πρόεδρος της Αιγύπτου Σαντάτ έδιωξε τους σοβιετικούς συμβούλους και έστρεψε τη χώρα του προς τη Δύση χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, παρά τις μεγάλες συνέπειες που είχε η πράξη του για τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή. Ακόμα και η PLO αρνήθηκε να ακολουθήσει τη σοβιετική συμβουλή να αναγνωρίσει στο Ισραήλ το δικαίωμα ύπαρξής του.

Ο ηγέτης των Παλαιστινίων Γιασέρ Αραφάτ με τον ΓΓ του ΚΚΣΕ Λεονίντ Μπρέζνιεφ.

Όπως σε άλλες περιοχές του Τρίτου Κόσμου, έτσι και στη Μέση Ανατολή, ο Ψυχρός Πόλεμος συνετέλεσε στη δημιουργία διακρατικών συμμαχιών με χαρακτηριστικότερη περίπτωση το Σύμφωνο της Βαγδάτης, που μετεξελίχτηκε σε CENTO (Ιράκ, Τουρκία, Πακιστάν, Ιράν και Βρετανία). Η Σοβιετική Ένωση δεν κατάφερε να δημιουργήσει αντίστοιχο συνασπισμό, γιατί ούτε το επιδίωξε ούτε τα σοσιαλιστικά καθεστώτα της Μέσης Ανατολής το επιθυμούσαν. Άλλωστε, σχεδόν κάθε κράτος είχε το δικό του είδος σοσιαλισμού. Η Αίγυπτος το νασερισμό, η Συρία το μπααθισμό, η Λιβύη το ισλαμικό, η Αλγερία το σοβιετικό.

Οι διενέξεις στη Μέση Ανατολή διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τον δικό τους αυτόνομο χαρακτήρα. Οι αιτίες τους βρίσκονταν στις εθνικές, πολιτικές, θρησκευτικές, ακόμα και φυλετικές αντιθέσεις. Ωστόσο, ο Ψυχρός Πόλεμος βρήκε στη Μέση Ανατολή γόνιμο έδαφος να εξελιχθεί και να φουντώσει, επειδή οι διακρατικές και ενδοκρατικές αντιπαραθέσεις ήταν έντονες. Οι αντιπαραθέσεις αυτές απέκτησαν αναγκαστικά ψυχροπολεμική διάσταση, όχι μόνο στην αραβο-ισραηλινή διένεξη, αλλά και στις συγκρούσεις Ιράν-Ιράκ, Αιγύπτου-Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας-Συρίας, Βόρειας και Νότιας Υεμένης (η διένεξη Ελλάδος-Τουρκίας αποτελεί εξαίρεση, αφού και οι δύο χώρες ανήκαν στον ίδιο συνασπισμό, το ΝΑΤΟ). Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο ιστορικός L. Carl Brown παρατήρησε ότι «η Μέση Ανατολή έχει δεχτεί τη μεγαλύτερη διείσδυση ξένων δυνάμεων από οποιαδήποτε άλλο περιφερειακό υποσύστημα». Με τον όρο «διείσδυση» εννοούσε ότι η Μέση Ανατολή αναμείχθηκε στα γεωπολιτικά σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου, ενώ καμιά Μεγάλη Δύναμη δεν κατάφερε να διαδραματίσει ηγεμονικό ρόλο ή να διαμορφώσει κατά το δοκούν την περιοχή. Μια από τις αιτίες παρέμβασης των Μεγάλων Δυνάμεων, ήταν η αποτροπή της ανάδυσης μιας ισχυρής περιφερειακής δύναμης, που θα μετέβαλε τις ισορροπίες στην περιοχή και θα απειλούσε τα συμφέροντά τους. Παράλληλα, το ίδιο το μεσανατολικό σύστημα τροφοδοτούσε τις εξωτερικές παρεμβάσεις, καθώς οι τοπικές πολιτικές ελίτ συχνά βασίζονταν σε εξωτερικές πηγές προκειμένου να διατηρήσουν τα προνόμιά τους, προκαλώντας την αντίδραση των αντιπάλων τους και την έκρηξη νέων εσωτερικών ανταγωνισμών και διακρατικών εντάσεων.

Δύο τελευταίες παρατηρήσεις. Όπως ορθά υποστηρίζουν ορισμένοι ιστορικοί, ο Ψυχρός Πόλεμος στη Μέση Ανατολή δεν τελείωσε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, αλλά μια δεκαετία νωρίτερα με την ιρανική επανάσταση το 1979 και την έναρξη του ιρανο-ιρακινού πολέμου. Και για τις δύο υπερδυνάμεις, η μεγάλη απειλή προερχόταν από το θεοκρατικό Ιράν και γι’ αυτό δεν δίστασαν να υποστηρίξουν την ίδια πλευρά, το εγκληματικό καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Επιπλέον, η άνοδος του ισλαμικού κινήματος μετά το 1979 στη Μέση Ανατολή, συνέβαλε στην ανάδυση ισχυρών υπο-κρατικών και μη-κρατικών δρώντων, που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στο σχεδιασμό της περιφερειακής νέας τάξης πραγμάτων και θα προκαλέσουν τη δραστική μείωση της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003.

‘The Pragmatic Superpower: Winning the Cold War in the Middle East’

 

Ο Γιάννης Σακκάς είναι Kαθηγητής Ιστορίας της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Foreign Office, CAB 66/65, WP (45) 256, «Άμυνα της Μέσης Ανατολής», 13 Απρ. 1945.

[2] FRUS, 1952-54, τ. 9, The Near East and Middle East, σ. 251.

[3] Χένρι Κίσινγκερ, Διπλωματία, σ. 584.

 

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Ελληνόγλωσση

Σακκάς Γ., Οι Άραβες. Ιστορία και Κοινωνία. Αθήνα, Πατάκης, 2005.

Aboulafia, D. (επιμ.), Η Μεσόγειος στην Ιστορία. Αθήνα, Πατάκης, 2004.

Carpentier, J., Lebrun, Fr., Ιστορία της Μεσογείου. Αθήνα, Πατάκης, 2009.

Hourani, Alber, Ιστορία των Αραβικών Λαών. Αθήνα, Νέα Σύνορα-Λιβάνης, 1994

Nouschi, A., Η Μεσόγειος στον 20o αιώνα. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2003.

Ξενόγλωσση

Brown, L. Carl, International Politics and the Middle East. Old Rules, Dangerous Game. Princeton, Princeton University Press 1984.

Crom, Georges M., Fragmentation of the Middle East. The Last Thirty Years, London, Hutchinson, 1988.

Freedman, Lawrence, A Choice of Enemies. America Confronts the Middle East. New York, PublicAffairs, 2008.

Gerges,  F., The Superpowers and the Middle East: Regional and International Politics, 1955-67. London, Westview 1994.

Hinnebusch, R., “The Middle East Regional System”, in Raymond Hinnebusch and Anoushiravan Ehteshami, eds., The Foreign Policies of Middle East States, 2nd ed., Boulder, Lynne Rienner, 2014, pp. 35-72,

Kuniholm, B., The Origins of the Cold War in the Middle East. Princeton, PUP 1980.

Louis, W. Roger, The British Empire in the Middle East, 1945-1951. Arab Nationalism, the United States and Postwar Imperialism, Oxford, Oxford University Press, 1984.

Sayigh, Yezid, Armed Struggle and the Search for State. The Palestinian National Movement, 1949-1993, Oxford, Oxford University Press. 1997.

Sayigh Y. and A. Shlaim (ed.), The Cold War and the Middle East. Oxford, Clarendon Press 1997.

Shlaim, Avi, The Iron Wall. Israel and the Arab World, 2nd ed., London, W.W.Norton & Co., 2014.

Τibi, B., Conflict and War in the Middle East, 1967-91: Regional Dynamic and the Superpowers. London, Macmillan 1993.

Vassiliev, A., Russian Policy in the Middle East. From Messianism to Pragmatism. Reading, Ithaca Press 1993.

 

 

 

 

 

 

Αλέξανδρος Δάγκας: Το κομματικό συμφέρον (raison de Parti) και το κρατικό συμφέρον (raison d’État). Η μπολσεβικική επανάσταση και η κομματική (κρατική) εξουσία έως το 1953.

Αλέξανδρος Δάγκας

Το κομματικό συμφέρον (raison de Parti) και το κρατικό συμφέρον (raison d’État). Η μπολσεβικική επανάσταση και η κομματική (κρατική) εξουσία έως το 1953.

Tο κομματικό συμφέρον (raison de Parti) είναι ιστορικά η συνισταμένη των επιδιώξεων του εργατικού κόμματος –του μηχανισμού εξουσίας της εργατικής τάξης– στο πεδίο της πάλης των τάξεων. Οι αντιλήψεις του Β. Ι. Λένιν για τη σοσιαλιστική επανάσταση και για το κόμμα κοινοποιήθηκαν αρχικά στο περιβάλλον των διανοουμένων ως απλά μία πρακτική που μετερχόταν την κατά περίπτωση κατάλληλη τακτική[1], έως το 1923 που ο Lukacs, με το έργο του Ιστορία και ταξική συνείδηση, προέβη σε μία φιλοσοφική αιτιολόγηση του μπολσεβικισμού και ενέταξε την επαναστατική ιδεολογία και πρακτική του λενινισμού σε ένα πλαίσιο φιλοσοφίας της επανάστασης και του κόμματος της εργατικής τάξης[2]. Στην πορεία της ρωσσικής επανάστασης, το λενινιστικό «κόμμα νέου τύπου» εξελίχθηκε σε ανεξιχνίαστο μυστήριο  Χωρίς τη συγκρότηση ενός κόμματος αυτού του τύπου, μονολιθικού, με επαγγελματίες επαναστάτες και παράνομο κομματικό μηχανισμό, δεν θα ήταν δυνατή η επίτευξη της κοινωνικής ανατροπής. Με ένα κόμμα αυτού του τύπου, αφ’ ετέρου, εκδηλώνονταν αρνητικά φαινόμενα σχετιζόμενα με τη χρήση της εξουσίας, που εμφανίζονταν αλληλεξαρτώμενα με το περιεχόμενό του.

Πρώτιστο μέλημα του κόμματος, σε παραλληλισμό με το κράτος, υπήρξε η επιβίωσή του. Με την ισχύ, επιδιωκόταν η συντήρηση του μάχιμου των δυνάμεών του, και η διατήρηση μηχανισμών που θα εγγυούνταν την ασφάλειά του. Απαραίτητος ήταν, ακόμη και στην ειρηνική περίοδο, ο παράνομος μηχανισμός, μη υποκείμενος σε έλεγχο. Στην πορεία της ρωσσικής επανάστασης και της οικοδόμησης της νέας κοινωνίας, το κομματικό συμφέρον (raison de Parti) ενισχύθηκε, αφού διατυπώθηκε μία προσέγγιση με την οποία έβρισκε στην πράξη δρόμους ο λενινιστικός πραγματισμός και υιοθετούνταν τακτικοί χειρισμοί που απέβλεπαν στην ισχυροποίηση του κόμματος.

Η ανείπωτη τραγωδία, μετά το 1934, κατά την επιβολή του κομματικού (κρατικού) συμφέροντος, εκ μέρους των προσώπων της πυραμίδας εξουσίας στη Μόσχα, εναντίον επιλεγμένων στόχων συνδέθηκε με την παραβίαση ηθικών κανόνων. Η κρατική ασφάλεια έκρινε την κοινωνική πραγματικότητα με γνώμονα το κομματικό (κρατικό) συμφέρον, το οποίο τοποθετούνταν σιωπηλά υπεράνω της ηθικής. Οι κρατούντες έκριναν ότι ο ιδεαλισμός στην πολιτική του κομμουνιστικού οργανισμού (κομμουνιστικό κόμμα, προλεταριακό κράτος) θα οδηγούσε σε αδυναμία υπεράσπισης της ταξικής επανάστασης, στην αμφιβολία κατά την αναγνώριση, σε κάθε βήμα, του ταξικού συμφέροντος. Οι τακτικές κινήσεις του κόμματος και του κράτους όφειλαν να παραμείνουν κρυφές, στην περίπτωση υιοθέτησης πρακτικών που ήταν αντίθετες σε αρχές και ιδεώδη.

Το ζήτημα των εκκαθαρίσεων στο σοβιετικό κόμμα και το σοβιετικό κράτος συνδεόταν με την εσωκομματική διένεξη των συνεργατών του Λένιν, μετά το θάνατο του ηγέτη (1924), και των τάσεων που αυτοί εκπροσωπούσαν. Οι μπολσεβίκοι, μικρή ομάδα (είκοσι τέσσερεις χιλιάδες άτομα κατά την αστική επανάσταση το Φεβρουάριο 1917) που μεγεθύνθηκε (τριακόσιες χιλιάδες στην εποχή της σοσιαλιστικής επανάστασης τον Οκτώβριο 1917), ήταν ενταγμένοι σε ένα πολιτικό σύστημα που δημιουργήθηκε από ανάγκη –δεν υπήρχαν άλλα κόμματα–. Τα μέλη ήταν ελάχιστα σε σχέση με την κοινωνία. Μία σύγκρουση μεταξύ των ηγετικών στελεχών κατέληξε στην επικράτηση του Ι. Β. Στάλιν. Όπισθεν των προσώπων, συγκρούονταν επίσης πολιτικές γραμμές. Ο Στάλιν προέκρινε την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα. Η αρχική ημικαπιταλιστική επιλογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (πωλήσεις μέρους των προϊόντων των αγροτών στην ελεύθερη αγορά) εγκαταλείφθηκε. Το 1929, η κομματική καθοδήγηση υπό το Στάλιν θεώρησε ότι ωρίμασαν οι συνθήκες για συνεταιριστικοποίηση (κολλεκτιβοποίηση) της αγροτικής οικονομίας και συσπείρωσης των αγροτών σε συγκεντροποιημένες μονάδες παραγωγής (συνεταιριστικά κολχόζ, κρατικά σοβχόζ). Ο στόχος της επιλογής ήταν να εξευρεθούν τα οικονομικά μέσα που απαιτούνταν για την εκβιομηχάνιση της αγροτικής παραγωγής (εργαλεία, τρακτέρ) και για τη σοσιαλιστική εκβιομηχάνιση της σοβιετικής οικονομίας. Στο πλαίσιο της «πολιτικής της επίθεσης του σοσιαλισμού ενάντια στον καπιταλισμό», επισυνέβησαν δραματικές ανατροπές στην κοινωνία. Οι αλλαγές επιχειρούνταν στη διάρκεια συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών, σε μία χώρα που βρισκόταν περικυκλωμένη από ισχυρές καπιταλιστικές και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, με οικονομία στην οποία ο πυρήνας συνίστατο από αγρότες, κουλάκους (εύποροι χωρικοί) και κατόχους μικρής ιδιοκτησίας. Η άποψη της κομματικής ομάδας καθοδήγησης ήταν ότι η αγροτική οικονομία αποτελούσε τροχοπέδη για το σοσιαλισμό. Έπρεπε πάση θυσία να κολλεκτιβοποιηθεί, διότι δεν μπορούσε η κατακερματισμένη παραγωγή να καλύψει τις ανάγκες της πόλης, ούτε να προσφέρει εξαγωγικούς πόρους για αντίστοιχη εισαγωγή αγαθών αναγκαίων για την κίνηση της βιομηχανίας. Οι σφοδρές αντιδράσεις στη σφαίρα της οικονομίας, που οδήγησαν σε φρικτές εξελίξεις όπως ο λιμός των ετών 1931-1933, αντιμετωπίσθηκαν με δρακόντεια κρατικά μέτρα, διώξεις, απάλειψη των κουλάκων ως κοινωνικού στρώματος και καταστολή της αντίδρασης των συντεταγμένων με αυτούς μεσαίων αγροτών και καθυστερημένων πτωχών χωρικών. Βρέθηκε, σε μία χρονική φάση, το κόμμα να έχει χάσει τη στήριξη της κοινωνίας. Παραβιαζόταν το αξίωμα του Λένιν που προσδιόριζε ως εγγύηση για την παραμονή των εργατών στην εξουσία τη συμμαχία με τους αγρότες (το είχε επιτύχει με την εφαρμογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής). Το κόμμα κήρυξε πόλεμο κατά των αγροτών και άλλων κοινωνικών στρωμάτων και ομάδων που εναντιώνονταν, με την πρόβλεψη ότι σύντομα θα δικαιωνόταν. Η καθοδηγητική ομάδα υπό το Στάλιν, αδυνατώντας να δώσει εξηγήσεις στο λαό για τις κυβερνητικές αποτυχίες (ο οικονομικός και διοικητικός μηχανισμός λειτουργούσε πλημμελώς, με ατυχήματα, εκρήξεις σε εργοστάσια, εκτροχιασμούς συρμών), στράφηκε για αντιπερισπασμό στην αναζήτηση εχθρικών στοιχείων και δολιοφθορέων. Παραπέμφθηκαν, το 1928, πρόσωπα σε δίκες για σαμποτάζ, οι οποίες έλαβαν προπαγανδιστική αξιοποίηση. Τελικά, στη σύγκρουση του κόμματος με τους αγρότες, το πείραμα επέτυχε. Η σοβιετική οικονομία, και η κοινωνία πίσω από αυτή, άρχισε να παράγει. Στις αρχές του 1933, το κόμμα δήλωσε ότι η κολλεκτιβοποίηση είχε ολοκληρωθεί και ότι η εκβιομηχάνιση είχε νικήσει. Στο 17ο συνέδριο του κόμματος («συνέδριο των νικητών»), στις αρχές του 1934, αναγνωρίσθηκε ο «θρίαμβος της σταλινικής πολιτικής».

Ένα από τα πρώτα συνεταιριστικά κολχόζ στην Ουκρανία, στη δεκαετία 1920-1930.

Η κομματική ηγετική ομάδα, και το κράτος στα χέρια της, οχυρώνονταν. Τον Ιούλιο 1934, η υπηρεσία ασφαλείας (ΓκεΠεΟυ) έγινε τμήμα του κομμισσαριάτου (υπουργείου) εσωτερικών υποθέσεων (ΕνΚαΒεΝτε) και απωλέσθηκε ο έλεγχός της από το κόμμα. Η περίοδος 1935-1938 χαρακτηρίσθηκε από την καταστροφή του κόμματος του Λένιν. Η καθοδήγηση υπό το Στάλιν τσάκισε ανηλεώς τους θεωρούμενους ως αντιπάλους. Το σύνθημα για την εκκαθάριση του κόμματος δόθηκε με το φόνο του ηγετικού στελέχους Σ. Μ. Κίρωφ, το Δεκέμβριο 1934. Για το φοβερό γεγονός, εκφράσθηκαν διάφορες εκτιμήσεις. Ο εξόριστος Λ. Ν. Τρότσκυ κατήγγειλε το Στάλιν ως εμπνευστή του φόνου. Η καθοδηγητική ομάδα υπό το Στάλιν χρέωσε την ενέργεια σε παράνομο κέντρο τρομοκρατίας, και έδωσε το σύνθημα έναρξης διώξεων. Τη νομική βάση για την απαγγελία κατηγορίας και την άμεση εκτέλεση μεγάλου αριθμού σοβιετικών πολιτών αποτέλεσε διάταγμα, που προέβλεπε ταχύτατες, απλοποιημένες διερευνήσεις υποθέσεων και απαγόρευε την έφεση και αίτηση χάριτος. Το Σεπτέμβριο 1936, ο κομμισσάριος (υπουργός) εσωτερικών υποθέσεων (ΕνΚαΒεΝτε) Γ. Γ. Γιάγκοντα αντικαταστάθηκε από το Ν. Ι. Γιεζώφ[3]. Με το όνομα του τελευταίου συνδέθηκε η περίοδος των μαζικών εκκαθαρίσεων. Η ΕνΚαΒεΝτε γιγαντώθηκε, με εκτεταμένο δίκτυο πρακτόρων σε όλη την επικράτεια. Το 1937, εκτυλίχθηκε επιχείρηση δίωξης απάντων των θεωρούμενων ως ενεργών αντισοβιετικών στοιχείων, αδιακρίτως μπολσεβίκων, πρώην κουλάκων, μελών εθνικών μειονοτήτων και λοιπών, και των φιλικών προς αυτούς ατόμων. Εκκαθαρίσθηκαν μέλη εθνοτήτων ύποπτων για συνεργασία με ξένα κράτη, μάζες ανθρώπων που διέμεναν στη χώρα, πολιτικοί πρόσφυγες, κομμουνιστές, αντιφασίστες και άλλοι φυγάδες. Στις 11 Δεκεμβρίου 1937, εκδόθηκε διάταγμα για τη διεξαγωγή επιχείρησης διώξεων εναντίον των Ελλήνων. Κατά τη γενική εκκαθάριση μέσα στο μπολσεβικικό κόμμα, ηγετικά στελέχη παραπέμφθηκαν στις «δίκες της Μόσχας», το 1936-1938. Σχεδόν όλοι εκτελέσθηκαν. Ενδιαμέσως, το 1937, καταδικάσθηκαν και εκτελέσθηκαν οι ανώτατοι αξιωματικοί. Οδηγήθηκαν στο θάνατο σχεδόν όλοι οι στρατάρχες και διοικητές στρατιών, όλοι οι ναύαρχοι. Τον Ιούλιο 1938, ο Λ. Π. Μπέρια ανέλαβε καθήκοντα ως αναπληρωτής του Γιεζώφ. Μετά από αυτό το χρονικό σημείο, σημειώθηκε άμβλυνση των διώξεων. Το Νοέμβριο 1938, ο Μπέρια διέταξε την παύση των διώξεων και τον επόμενο μήνα, Δεκέμβριο 1938, ανέλαβε επικεφαλής της ΕνΚαΒεΝτε[4]. Οι επτακόσιες χιλιάδες εκτελεσθέντες κατά το διάστημα 1937-1938 ήταν κυρίως καθοδηγητικά στελέχη του κόμματος, μέλη των κρατικών οργάνων, των οικονομικών οργάνων, της διοίκησης του στρατού, της ηγεσίας της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Από τα εκατόν σαράντα μέλη της κεντρικής επιτροπής του σοβιετικού κόμματος, που εκλέχθηκαν το 1934 στο 17ο συνέδριο (το τελευταίο πριν από τις διώξεις), εκτελέσθηκαν τα δύο τρίτα. Από τους δύο χιλιάδες αντιπροσώπους του 17ου συνεδρίου, σχεδόν οι μισοί εκτελέσθηκαν με την κατηγορία της αντεπαναστατικής δράσης. Οι διώξεις αξιωματικών στο στρατό, τον Ιούνιο 1937, ήταν εκτενείς (πολλές χιλιάδες θύματα, ήρωες του εμφύλιου πολέμου και του αγώνα κατά της ξένης επέμβασης υπό τις εντολές του Τρότσκυ). Μεγάλος αριθμός μελών ξένων κομμουνιστικών κομμάτων, τμημάτων (παραρτήματα) της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που είχαν βρει καταφύγιο στη Ρωσσία, χιλιάδες ήρωες, εκτελέσθηκαν ως πράκτορες ξένων δυνάμεων, κατά την εξέλιξη μίας απίστευτης συμφοράς. Μεταξύ των ελλήνων κομμουνιστών, χάθηκε ο «ήρωας του Καλπακίου» Μάρκος Μαρκοβίτης από τη Νάουσσα. Σε εκθέσεις, που υποχρεώθηκε να γράψει, ο Μαρκοβίτης έδωσε περιγραφή του Ιορδάνη Ιορδανίδη με μελανά χρώματα. Επρόκειτο για ανυποχώρητο κομμουνιστή, ο οποίος κινήθηκε από τη γενέτειρα Κωνσταντινούπολη στην Αίγυπτο το 1919, όπου εργάσθηκε ως καθηγητής ελληνικών, και κατόπιν στην Αθήνα το 1923 ως συνεργάτης του παιδαγωγού Αλέξανδρου Δελμούζου στη Μαράσλειο Σχολή, πριν να καταλήξει το 1930 στο σοβιετικό έδαφος[5]. Οι πιέσεις εις βάρος του Μαρκοβίτη για ομολογία ενοχής βρήκαν αποτέλεσμα στην κατάθεση ενοχοποιητικών στοιχείων για τον Ιορδανίδη και ακόλουθη δίωξή του και εκτέλεση.

Ιορδάνης Ιορδανίδης, 1930
Κάρτα για τους Μαρκοβίτη – Πανούση, «ήρωες του Καλπακίου» (συλλογή Αλ. Δάγκα).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι εκκαθαρίσεις στο εσωτερικό της ΕνΚαΒεΝτε ήταν εξίσου ολέθριες. Ο επικεφαλής Γιάγκοντα (1934-1936) καταδικάσθηκε για αυτουργία στο φόνο του Κίρωφ. Μαζί με αυτόν, εκτελέσθηκε όλη η σειρά των αξιωματικών της παλιάς Τσεκά (υπηρεσία ασφαλείας επί Λένιν). Ο Γιεζώφ (συνελήφθη τον Απρίλιο 1939, εκτελέσθηκε το Φεβρουάριο 1940) κρίθηκε υπεύθυνος για τις μεγάλες διώξεις και την αδυναμία να ελέγξει το μέγεθος των εκκαθαρίσεων, με σκοπό να φέρει πανικό στο λαό, με εντολές που λάμβανε από το τροτσκιστικό κέντρο. Μαζί με το Γιεζώφ, εξοντώθηκε το σύνολο των αξιωματικών της ΕνΚαΒεΝτε που διεκπεραίωναν τη δουλειά των εκτελέσεων πριν από δύο χρόνια. Σε αυτούς αποδόθηκε η ευθύνη, αφήνοντας αλώβητο το κόμμα και την ομάδα καθοδήγησης υπό το Στάλιν.

Αριστερά: O Genrikh Yagoda  με τη σύζυγό του Ida Averbakh  το 1922. Η Ida εκτελέστηκε το 1938. Δεξιά: Nikolai  Ivanovich Yezhov.

Η πρακτική του κατασταλτικού κομματικού (κρατικού) μηχανισμού χαρατηρίσθηκε από τη συστηματική παραβίαση της σοσιαλιστικής νομιμότητας, με εκδήλωση σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη περίπτωση αφορούσε στους συλληφθέντες εντός του σοβιετικού κράτους. Σε γενικευμένη κλίμακα, ασκήθηκε εκ μέρους των κρατικών οργάνων ακραία βία για την απόσπαση ομολογιών προσωπικής ενοχής (συνεργασία με τους τροτσκιστές και με τις ξένες μυστικές υπηρεσίες για ανατροπή του κράτους) και για την κατάθεση στοιχείων ενοχής άλλων προσώπων. Συνθηκολογημένοι, σε κατάσταση κατάπτωσης, σωματικά και ηθικά τσακισμένοι από τα βασανιστήρια και την ψυχολογική πίεση, τρομοκρατημένοι από τις απειλές εναντίον των οικογενειών τους, οι ήρωες πρώην ηγέτες μπολσεβίκοι βρέθηκαν πειθαναγκασμένοι να προβούν, εμπρός στο πολιτικό αδιέξοδο, σε δημόσιες ομολογίες της προδοσίας τους και να ενοχοποιήσουν άλλους υποτιθέμενους συνωμότες. Οι κατηγορούμενοι κατέθεταν ανακρίβειες, για γεγονότα, μέρη και ανθρώπους που ήταν ευχερής υπόθεση να διαπιστωθούν, χωρίς να λαμβάνεται σχετική πρόνοια διαλεύκανσης, οδηγώντας τις σοβαροφανείς δικονομικές διαδικασίες και τελικές ετυμηγορίες ενοχής στη σφαίρα της γελοιότητας. Οι καταδίκες σε θάνατο εκτελούνταν χωρίς καθυστέρηση[6]. Ορισμένα κορυφαία στελέχη, που καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση και καταναγκαστικά έργα, βρήκαν το θάνατο λίγο αργότερα, κατά παράνομο τρόπο. Στην περίπτωση των Karl Radek και Γ. Γ. Σοκόλνικωφ, οι οποίοι καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση το 1937 στη δεύτερη δίκη της Μόσχας, θανατώθηκαν το 1939 μέσα στη φυλακή από πράκτορες της ΕνΚαΒεΝτε (διαδόθηκε ότι φονεύθηκαν από συγκρατούμενους). Πολλές εκτελέσεις φυλακισμένων έλαβαν χώρα μετά τη γερμανική επίθεση το 1941, με διαταγή του Μπέρια προς τους άνδρες της ΕνΚαΒεΝτε. Σε μία περίπτωση, εκατόν εξήντα φυλακισμένοι στη φυλακή Ορυόλ νοτίως της Μόσχας, μεταξύ αυτών ο Christian Rakovsky, πρώην κορυφαίος ηγέτης καταδικασθείς στην τρίτη δίκη της Μόσχας το 1938 σε καταναγκαστικά έργα, και η Ό. Ν. Κάμενεβα (σύζυγος του πρώην κορυφαίου Λ. Μ. Κάμενεφ, αδελφή του Τρότσκυ), οδηγήθηκαν στο γειτονικό δάσος Μεντβέντεφ και εκτελέσθηκαν. Ο Α. Γ. Μπελομπορόντωφ (το 1918, στο Εκατερίνμπουγκ Ουραλίων, κατά την προέλαση των Λευκοφρουρών και πτώση της πόλης, διέταξε, πριν από την εκκένωση, την εκτέλεση των μελών της βασιλικής οικογένειας Ρομανώφ) αρνήθηκε να ομολογήσει και δεν προσήχθη στη δεύτερη δίκη της Μόσχας, το 1937, όπως είχε προγραμματισθεί. Σε σημείωμα προς το Γιεζώφ, ο Στάλιν έγραψε: «… Δεν είναι η ώρα να πιέσετε αυτό τον άνθρωπο και να τον κάνετε να μιλήσει για τις βρώμικες πράξεις του; Πού βρίσκεται, σε φυλακή ή σε ξενοδοχείο;»  Η συνέχεια ήταν τα βάρβαρα βασανιστήρια. Τουφεκίσθηκε το 1938. Σπουδαίοι μπολσεβίκοι πρόφθασαν να αυτοκτονήσουν πριν να διασυρθούν, όπως ο Β. Β. Λομινάτζε το 1935, ο Μ. Π. Τόμσκυ το 1936, ο Γ. Κ. Ορτζονικίτζε το 1937, ο γενναίος στρατηγός Γ. Μ. Γκαμάρνικ το 1937.

Ο πολιτισμός, που διακατείχε τα κρατικά όργανα, έφθασε σε απόλυτη εκτροπή. Άνδρες της υπηρεσίας ασφαλείας, εντεταλμένοι για την εκτέλεση θανατικών ποινών, ασκούνταν στη σκοποβολή με κινούμενους ανθρώπινους στόχους. Η κατάχρηση εξουσίας άγγιζε ποταπά όρια. Στην περίπτωση του Μπέρια, ο φύλακας της κρατικής ασφαλείας αποκόμιζε αντίτιμο από γυναίκες που προσέρχονταν για να ικετεύσουν για τους κρατούμενους συζύγους τους.

Κόκκινη Πλατεία Μόσχας, 1933. Η σοβιετική ηγεσία στο κόμμα, κυβέρνηση, στρατό, πολιτισμό. Επάνω, ομιλητής ο Λ. Μ. Καγκανόβιτς, επικεφαλής της κομματικής οργάνωσης Μόσχας. Πρώτος από αριστερά, ο Μαξίμ Γκόρκυ.

Η δεύτερη περίπτωση επαναστατικής, αλλά εν πάση περιπτώσει παράνομης, πρακτικής των σοβιετικών πρακτόρων αφορούσε στην εξουδετέρωση ατόμων, τα οποία βρίσκονταν εκτός της σοβιετικής επικράτειας. Οι φονικές ενέργειες εναντίον επιλεγμένων στόχων ήταν αμέτρητες. Ως η μεγαλύτερη επιτυχία θεωρήθηκε η επιχείρηση εξόντωσης του Τρότσκυ, εγκατεστημένου στην Πόλη του Μεξικού, τον Αύγουστο 1940. Ο αυτουργός, ισπανός κομμουνιστής Ramón Mercader, ο οποίος προσήχθη ενώπιον της μεξικανικής δικαιοσύνης, πάραυτα τιμήθηκε in absentia, στη Μόσχα, με ανώτατο παράσημο[7]. Σε ένα απάνθισμα γεγονότων που έλαβαν χώρα στο εξωτερικό, ο Γ. Σ. Αγκαμπέκωφ, παλαιός πράκτορας της Τσεκά και κατόπιν της ΓκεΠεΟυ, αυτομόλησε το 1930 στη Γαλλία, και φονεύθηκε από πράκτορες της ΕνΚαΒεΝτε στα Πυρηναία το 1937. Ο Ignace Reiss, πράκτορας που δραστηριοποιούνταν στη δυτική Ευρώπη από τη δεκαετία του 1920, διαπίστωσε το 1936 ότι οι φίλοι του στη Μόσχα εκτελούνταν διαδοχικά και, το 1937, ειδοποίησε την υπηρεσία ασφαλείας ότι αποχωρούσε και εντασσόταν στον τροτσκισμό. Σε ενάμισυ μήνα, τον φόνευσαν στη Λωζάνη της Ελβετίας. Μετά την εξουδετέρωσή του,  ο φίλος του, Β. Γ. Κριβίτσκυ, επίσης πράκτορας στη δυτική Ευρώπη, αποστάτησε, κατέφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες και αποκάλυψε τα απόρρητα στοιχεία που γνώριζε. Πυροβολήθηκε, το 1941, σε δωμάτιο ξενοδοχείου στην Ουάσιγκτον[8]. Ο στρατιωτικός ηγέτης στην εποχή της επανάστασης και διπλωμάτης Φ. Τ. Ρασκόλνικωφ, ευρισκόμενος το 1938 στη Βουλγαρία, στη Σόφια, αρνήθηκε να υπακούσει σε διαταγή επιστροφής στη Μόσχα, προβλέποντας τη σύλληψή του, και συνέγραψε ανοικτή επιστολή διαμαρτυρίας προς το Στάλιν εναντίον της κατηγορίας περί αυτομόλησης. Το 1939, στη Νίκαια Γαλλίας, σκοτώθηκε από πτώση από παράθυρο του πέμπτου ορόφου κτιρίου. Ο υποστράτηγος της ΕνΚαΒεΝτε Γ. Σ. Λιουσκώφ, ο σαδιστής  που απέσπασε τις ομολογίες των Γ. Ε. Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ το 1936 (κορυφαίοι, ένοχοι στην πρώτη δίκη της Μόσχας), αυτομόλησε στους Ιάπωνες το 1938 μετά τον παραμερισμό του προϊσταμένου του, Γιεζώφ, και παρέδωσε κρίσιμα απόρρητα έγγραφα. Ευρισκόμενος στην κατεχόμενη Κίνα, το 1945, κατά την προέλαση των Σοβιετικών εκτελέσθηκε από τους Ιάπωνες. Ορισμένοι αποστάτες κατόρθωσαν να επιβιώσουν. Στην περίπτωση του συνταγματάρχη της ΕνΚαΒεΝτε Α. Μ. Ορλώφ, παρόντος από το 1936 στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο όπου διακρίθηκε κατά των αναρχικών και τροτσκιστών, αρνήθηκε να επιστρέψει το 1938 στη Μόσχα, γνωρίζοντας την εξόντωση συναδέλφων του και προβλέποντας την εκτέλεσή του, και διέφυγε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου επέζησε[9].

Η ορειβατική σκαπάνη (πιολέ), φονικό εργαλείο του Ramón Mercader κατά του Τρότσκυ, στο Μουσείο Κατασκοπείας στη Νέα Υόρκη.

Η ερμηνεία της εκκαθάρισης συνδέεται με το γεγονός ότι το κόμμα, αφού αρχικά διευθέτησε το ταξικό ζήτημα, μετά το 1934 έδωσε ριζική λύση στο εσωκομματικό. Η αναταραχή στην αγροτική κοινωνία, την οποία συμμερίζονταν τα κομματικά μέλη με αγροτικές καταβολές, εκφράσθηκε ομοίως στο εσωτερικό του κόμματος. Το 1929-1932, χιλιάδες αγροτικές εξεγέρσεις, που καταστέλλονταν από το στρατό, μετέδιδαν κλίμα λιποψυχίας μέσα στο κόμμα. Η ομάδα καθοδήγησης θεώρησε ότι η κομματική (κρατική) εξουσία ήταν επισφαλής ανάμεσα σε αντιπάλους, οι οποίοι αναζωογονούνταν. Μετά το 1935, όταν η χώρα οδηγούνταν στην πλήρη κολλεκτιβοποίηση της αγροτικής παραγωγής, τα πρόσωπα της καθοδήγησης υπό το Στάλιν έκριναν ότι υπήρχαν μεγάλες ομάδες προς τις οποίες δεν μπορούσαν να δείξουν εμπιστοσύνη. Έπρεπε, αυτοί οι οποίοι είχαν δημιουργήσει εσωκομματικά προβλήματα κατά το παρελθόν, επίσης οι εν δυνάμει ύποπτοι για συνένωση σε ανατρεπτική κίνηση, παλιοί συναγωνιστές του Λένιν, στρατιωτικά στελέχη του Κόκκινου Στρατού επί Τρότσκυ, άτομα με προσωπικότητα, με μνήμη και με γνώμη, να εξαφανισθούν. Το πρόβλημα ήταν να δικαιολογηθεί η ενδοκομμουνιστική εκκαθάριση. Μετά το φόνο του Κίρωφ, παρουσιάσθηκε αιφνιδίως μία εικόνα στην κοινωνία, σύμφωνα με την οποία αρθρωνόταν πολυπλόκαμη συνωμοσία, με νήματα που οδηγούσαν στον Τρότσκυ και από αυτόν στις ξένες μυστικές υπηρεσίες. Μετά το 1936, εκτυλίχθηκε η υπόθεση της επαγρύπνησης κατά του εχθρού, ο οποίος διέθετε τεράστια εξάπλωση, έχοντας εισχωρήσει παντού, στο κράτος, κόμμα, στρατό, αστυνομία, ΕνΚαΒεΝτε (υπηρεσία ασφαλείας), στον οικονομικό μηχανισμό (εργοστάσια, κολχόζ), και δρούσε αργά, μεθοδικά. Για την καταστολή της συνωμοσίας, απαιτούνταν μέτρα τα οποία οδήγησαν σε μαζικές διώξεις των παλαιών κομματικών στελεχών. Η κατασκευή του κατάλληλου σκηνικού είχε απώτερο στόχο να ενοχοποιηθούν οι κατηγορούμενοι για τα δεινά, να επωμισθούν τις αδυναμίες στην οικονομία και διοίκηση. Υπερίσχυσε η τακτική της αποκάλυψης δολιοφθορέων που ευθύνονταν για τα προβλήματα στην παραγωγή και στις υποδομές (βιομηχανικά ατυχήματα, βλάβες στις γραμμές παραγωγής, δυστυχήματα στις συγκοινωνίες) και παραπομπής αυτών σε δίκες στο φως της ημέρας.

Ο εξόριστος Τρότσκυ ήταν, στην υπόθεση των εκκαθαρίσεων, το σκιάχτρο. Ανύπαρκτος στο σοβιετικό κόμμα, καταγεγραμμένος ως εχθρός στη συλλογική κρίση της κοινωνίας, διάσημος στη Δύση χάρις στην παρεχόμενη διαφήμιση, χρησίμευσε στην κομματική ηγεσία υπό το Στάλιν ως πρόσχημα για τις διώξεις Το πραγματικό στήριγμα ανά χώρα δεν ήταν τα ελάχιστα, ασήμαντα τροτσκιστικά στελέχη, αλλά οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες χειραγωγούσαν τον τροτσκισμό εναντίον του αληθινού αντίπαλου, των Σοβιετικών. Ο εχθρός του εχθρού ήταν ο καλύτερος φίλος. Πολλοί τροτσκιστές, εφαρμόζοντας την τακτική του εισοδισμού (είσοδος στους αντίπαλους πολιτικούς σχηματισμούς για επαναστατική δουλειά εκ των ένδον), συνδέονταν οργανικά με τα καπιταλιστικά καθεστώτα –και, παρεμπιπτόντως, πλούτιζαν–.Υπήρχε εξάλλου  το βάσιμο αξίωμα ότι δεν εμφανίσθηκε οιοδήποτε κίνημα ενάντια στο σοβιετισμό το οποίο να μη χειραγωγήθηκε από τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες. Ο παιδαγωγός John Dewey, τίμιος αστός δημοκράτης και παλιός φίλος των μπολσεβίκων («χρήσιμος ηλίθιος»), επιχείρησε να αναμειχθεί το 1937 για τη διαπίστωση της συνεργασίας του Τρότσκυ με τους υποτιθέμενους συνωμότες (αργότερα, το 1946, που τα αρχεία της γερμανικής υπηρεσίας Gestapo πέρασαν στα χέρια των Συμμάχων, προβλήθηκε η υπόδειξη για την αναζήτηση αποδείξεων της υποτιθέμενης συνεργασίας των θυμάτων των δικών της Μόσχας με το ναζιστικό καθεστώς).

Ενεχόταν, στην κατάπτωση της κομματικής ηθικής, ο χαρακτήρας του λενινιστικού κόμματος. Στις εξελίξεις δεν μετείχε μόνος ο καθοδηγητής, αλλά στο σύνολό του ο κομματικός μηχανισμός, μονολιθικός, μη δεχόμενος τη διαφωνία. Υπεισερχόταν επίσης ο χαρακτήρας του πολιτικού συστήματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε στό σοβιετικό κράτος, με την ύπαρξη ενός μόνο κόμματος, στο οποίο απαγορευόταν η δημιουργία τάσεων. Υπήρχαν συγκρούσεις κοινωνικές, ομάδες και τάξεις με αντικρουόμενα συμφέροντα, οι οποίες δεν μπορούσαν να εκφρασθούν μέσω άλλων πολιτικών συλλογικοτήτων. Αναγκαστικά, χωνεύονταν μέσα στο ενιαίο κόμμα και στην ομοφωνία του, στο πλαίσιο της μονολιθικότητας. Ακραίες ήταν επίσης οι ανεπάρκειες του υποκειμενικού παράγοντα. Στις συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής καθυστέρησης –κατάλοιπο της τσαρικής εποχής–, της αμάθειας και απουσίας δημοκρατικών παραδόσεων, το σύστημα που οικοδομήθηκε στό σοβιετικό κράτος στηριζόταν στην απόλυτη εξουσία των κομματικών στελεχών. Επρόκειτο για επαγγελματίες επαναστάτες με χαμηλή πρόσληψη της οικονομίας και τεχνικής σε σχέση με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη χώρα. Αμόρφωτοι, οι γραμματείς περιοχών είχαν κατά 70% στοιχειώδη μόνο εκπαίδευση. Εξάλλου, στις συνθήκες έως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον κίνδυνο εισβολής από το εξωτερικό, απαιτούνταν ενότητα στην κοινωνία που έπρεπε να εξασφαλισθεί από τα παλιά στελέχη. Όμως τα νέα μέλη που αποφοιτούσαν από τις παραγωγικές, στρατιωτικές και άλλες σχολές είχαν διαφορετικά συμφέροντα και εξέφραζαν δυσαρέσκεια, η οποία συσσωρευόταν και δημιουργούσε προβλήματα στην εξουσία. Η καθοδήγηση υπό το Στάλιν επενέβη με την τακτική των εκτελέσεων των παλιών κομμουνιστών. Προς όφελος αυτής της νέας κομματικής μάζας, καταστράφηκε το άνθος του μπολσεβικισμού, η μερίδα των στελεχών, πολιτισμένων επαναστατών, που μορφώθηκαν στη Δύση και γνώρισαν τις αξίες και την ηθική του Διαφωτισμού.

Η χρονική επιλογή ενεργοποίησης των διώξεων, το έτος 1937, καθορίσθηκε από την οικονομική συγκυρία. Είχε λήξει, τότε, το δεύτερο πεντάχρονο οικονομικό πλάνο 1933-1937, είχαν επιλυθεί βασικά οικονομικά ζητήματα, ολοκληρώθηκε η κολλεκτιβοποίηση και διευθετήθηκε το πρόβλημα της πείνας, προόδευσε η εκβιομηχάνιση. Φάνηκαν στην πράξη ενδείξεις ότι η σοβιετική εξουσία μπορούσε να επιβιώσει, ότι διέθετε τη δυνατότητα οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα. Είχαν εισέλθει τα νέα στελέχη –η πρώτη γενιά μετά την επανάσταση– στην παραγωγή, στο κράτος, στο στρατό. Τα θετικά αποτελέσματα σε όλους τους τομείς αποτελούσαν εγγύηση επίτευξης περαιτέρω προόδου χωρίς τη βοήθεια του παλιού κομματικού δυναμικού. Η αλλαγή φρουράς πραγματοποιήθηκε ταχέως, με σκληρότητα εκ μέρους των νέων, την ίδια που είχαν επιδείξει οι παλιοί απέναντι στους αντιπάλους τους.

Η κουλτούρα, 1939. Ορχήστρα μπαλαλάικας του Κόκκινου Στρατού.

Με τη γενική εκκαθάριση και την εξάλειψη μέχρι και των εν δυνάμει υπόπτων, η κομματική ηγεσία υπό το Στάλιν ένοιωσε ασφαλής από τον κίνδυνο εσωτερικών εχθρών, οι οποίοι, στον επερχόμενο πόλεμο, θα συνέβαλλαν στην ήττα, Η κοινωνία είχε ομογενοποιηθεί, αναπτύχθηκε η οικονομία περαιτέρω, Στο 18ο συνέδριο του κόμματος, το Μάρτιο 1939, διαπιστώθηκε η κυριαρχία της σοσιαλιστικής οικονομίας και νίκη του σοσιαλισμού, αλλαγή της ταξικής σύνθεσης της σοβιετικής κοινωνίας, εξαφάνιση των εκμεταλλευτριών τάξεων, με επίτευξη εξίσωσης των εργατών, αγροτών, διανοουμένων χωρίς ταξικές συγκρούσεις μεταξύ αυτών. Στην πραγματικότητα, η ριζική αλλαγή βρισκόταν στη διαμόρφωση νέας δομής εξουσίας. Στρατολογούνταν στο κόμμα νέα μέλη με άγραφη μνήμη (tabula rasa), χωρίς απευθείας γνώση της ιστορίας του μπολσεβικισμού παρά μόνο με τη διαμεσολάβηση της τρέχουσας επίσημης κομματικής άποψης, ευχειράγωγα στην ένταξή τους στο υποδεικνυόμενο κομματικό πλαίσιο λειτουργίας του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» (διάλογος και αντίλογος στο εσωτερικό του κόμματος –ανύπαρκτος–, υλοποίηση των αποφάσεων με ενιαία δράση προς τα έξω). Άξεστοι και ακαλλιέργητοι τύποι, όπως ο εκλεκτός της ομάδας καθοδήγησης υπό το Στάλιν, Α. Α. Ζντάνωφ, αναγορεύονταν σε ηγετικές φιγούρες. Τα νέα στελέχη ήταν επιδεκτικά στην αφομοίωση της καθοδηγητικής γραμμής που παρεχόταν από την ηγετική ομάδα με όλες τις στρεβλώσεις όπως η προσωπολατρεία του Στάλιν. Ουδείς αμφισβητούσε τον αρχηγό. Επικουρικός ήταν, για την τυφλή υπακοή, ο μύθος του ηγέτη. Ο Ι. Β. Στάλιν ήταν ο καλύτερος μαθητής του Β. Ι. Λένιν, του αλάνθαστου, αδιαμφισβήτητου καθολικής αποδοχής προσώπου (στην πραγματικότητα, ο αρχηγός αμφισβητούνταν συνεχώς, υποχρεωμένος να ζυγιάζει τους συσχετισμούς στην ηγεσία κάθε φορά που εισηγούνταν τις αριστοτεχνικές τακτικές κινήσεις του). Ο Στάλιν είχε κατανοήσει την αξία της επαναστατικής τρομοκρατίας του Λένιν (ο διάδοχος τη μετέφερε, στην κομματική και κρατική πρακτική, στην πλέον στρεβλή, αυθαίρετη και βίαιη εκδοχή.της). Ο Στάλιν ήταν ο εγκρατής επαναστάτης που κοιμόταν με τις μπότες (στην πραγματικότητα, είχε απαράδεκτα ελαττώματα –ήταν πότης, επίσης ευήκοος στις γυναικοδουλειές που προτείνονταν από το λάγνο γεωργιανό συμπατριώτη Μπέρια–). Ο Στάλιν ήταν ο θεωρητικός του μαρξισμού που μελετούσε εντατικά (στην πραγματικότητα, απαίδευτος, απέκτησε στοιχειώδη μόνο θεωρητική κατάρτιση ως ακροατής σε ιδιαίτερα μαθήματα με ακαδημαϊκούς και άλλους σοφούς).

Οι εκκαθαρίσεις στην κοινωνία και στο κόμμα, τα εγκλήματα, προξένησαν ανυπολόγιστη ζημία στην εικόνα του κομμουνισμού, την οποία προσλάμβανε η διεθνής κοινή γνώμη, διαπαιδαγωγημένη στις αξίες και την ηθική του Διαφωτισμού. Σε μία περίπτωση, στη Θεσσαλονίκη, ο φοιτητής φιλολογίας Σωτήρης Κωστόπουλος κλήθηκε, μαζί με άλλους σεσημασμένους φοιτητές, από τον καθηγητή Αβροτέλη Ελευθερόπουλο, ο οποίος ζητούσε να μάθει, «τί γίνεται, εκεί πάνω, με τους δικούς σας, σκοτώνονται μεταξύ τους;»[10]

Η αυτοπεποίθηση μετά την αντιφασιστική νίκη, το 1945, και η προβολή του σοβιετικού κράτους ως παγκόσμιας δύναμης δεν επέδρασαν στον πολιτισμό της καθοδηγητικής ομάδας υπό το Στάλιν. Συνεχίσθηκε η καταδίωξη υποτιθέμενων εχθρών και εξαφάνισή τους. Η παρέμβαση του σοβιετικού κράτους στο εβραϊκό ζήτημα ήταν, εν προκειμένω, η πλέον ατυχής πτυχή.

Κρατικές συμμαχίες 1941-1945. «Έτσι θα γίνει με το φασιστικό θηρίο»

Επαγρύπνηση, 1953. «Εργάτη πολιτοφύλακα, να είσαι σε επαγρύπνηση! Δεν έχεις δικαίωμα να χαλαρώνεις την προσοχή σου!»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι Εβραίοι που εντάχθηκαν, μέσα στην κάθε χώρα, στην υπόθεση του σοσιαλισμού ήταν σε αναλογία πολύ μεγαλύτερη σε σύγκριση με τις άλλες εθνικές ομάδες. Μετά το 1920, εβραίοι πράκτορες κινήθηκαν στις χώρες της ανατολικής Μεσογείου για να δημιουργήσουν επαναστατική αγκιτάτσια μεταξύ των αράβων και εβραίων γηγενών, επίσης των εβραίων εποίκων στην Παλαιστίνη. Όλοι βρήκαν το θάνατο στις εκκαθαρίσεις της δεκαετίας 1930. Στην περίπτωση της Charlotte Rosenthal, εβραίας γηγενούς της Αλεξάνδρειας (ήταν σύζυγος του πράκτορα Avigdor που συνελήφθη το 1936 και αποβίωσε στη φυλακή), φυλακίσθηκε αλλά επέζησε. Μετά τη γερμανική εισβολή το 1941, η κομματική ηγεσία στη Μόσχα έλαβε, το Φεβρουάριο 1942, την πρωτοβουλία σύστασης της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής, η οποία έθεσε στόχο την κινητοποίηση των απανταχού Εβραίων στον αγώνα κατά του φασισμού. Ο πρόεδρος, Σ. Μ. Μιχόελς, αναγνωρισμένος ηθοποιός και θεατρικός παράγων, ταξίδευσε το 1943, μαζί με το διανοούμενο ποιητή Ι. Σ. Φέφφερ, στις χώρες της Αμερικής, με καθήκοντα εράνου για το σοβιετικό στρατό και αντιφασιστικής προπαγάνδας. Στο πολιτικό κλίμα της αποδοχής και καλλιέργειας των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, εισηγήθηκαν, το Φεβρουάριο 1944, με επιστολή προς το Στάλιν, την ίδρυση αυτόνομης εβραϊκής δημοκρατίας στην Κριμαία. Το σοβιετικό κράτος ενεπλάκη, το 1947, στις συζητήσεις για την ίδρυση εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη και υποστήριξε με υπέρμετρη έμφαση στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών την εβραϊκή υπόθεση, προσδοκώντας οφέλη από την κομμουνιστικοποίηση των σοσιαλιστών σιωνιστών εναντίον των αντιδραστικών αραβικών καθεστώτων (το αφελές ρομάντσο αποδείχθηκε σύντομο, με την οριστική τοποθέτηση, έως το 1950, του ισραηλινού κράτους στο πλευρό του δυτικού καπιταλιστικού μπλοκ).

Σπάνια φωτογραφία. Η Charlotte Rosenthal, συνοδευόμενη από τον Thompson, βρετανό κομμουνιστή από το Μάντσεστερ (British National Archives [παραχωρήθηκε από τον αιγύπτιο ιστορικό Rim Naguib])
Solomon Mikhoels, πρόεδρος της  Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παράλληλα με την ανάπτυξη διπλωματικών σχέσεων και δραστηριοποίηση για τον προσεταιρισμό του κράτους του Ισραήλ, μία εκκαθάριση ενεργοποιήθηκε το 1948 κατά μελών της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής, με την κατηγορία της ανάπτυξης εθνικιστικής αντίδρασης μέσα στη χώρα. Τον Ιανουάριο 1948, πράκτορες φόνευσαν το Μιχόελς, στο Μινσκ της Λευκορωσσίας, με κτύπημα στο κεφάλι, μετέφεραν το πτώμα στο ρείθρο ενός δρόμου και ο θάνατος καταγράφηκε ως τροχαίο δυστύχημα. Η κηδεία έγινε υποκριτικά με τις δέουσες για μία προσωπικότητα τιμές. Ο Φέφφερ, που συνελήφθη, μνημόνευσε κατά την ανάκριση, χωρίς να υποστεί βασανιστήρια, δεκάδες Εβραίους. Οι ανακρίσεις στοιχειοθέτησαν τη συνεργασία των κατηγορουμένων με τις δυτικές μυστικές υπηρεσίες, με απόσπαση ομολογιών με βασανιστήρια οι οποίες, κατά τα γνωστά, ενοχοποιούσαν και τρίτα πρόσωπα. Ο δημοσιογράφος και ιστορικός τέχνης Ζ. Γ. Γκρίνμπεργκ πέθανε το 1949 από τα βασανιστήρια μέσα στη φυλακή Λουμπιάνκα της Μόσχας. Ο πεφωτισμένος κομματικός και κρατικός παράγων, πρώην γραμματέας της κόκκινης Διεθνούς της εργασίας (Profintern), Σ. Α. Λοζόφσκυ, 70 ετών, επιλέχθηκε στο ρόλο του κύριου κατηγορούμενου, συνελήφθη τον Ιανουάριο 1949, βασανίσθηκε αλλά άντεξε και δεν προέβη σε ομολογία ή υπόδειξη τρίτων προσώπων. Εκτελέσθηκε, μαζί με το Φέφφερ και δώδεκα επιπλέον εβραίους διανοουμένους, το 1952, στα υπόγεια της φυλακής Λουμπιάνκα[11]. Ο Μ. Μ. Λιτβίνωφ, ο σπουδαίος πρώην κομμισσάριος (υπουργός) εξωτερικών (έως το 1939), που, μολονότι φίλος των επίσης εβραίων Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ και Τρότσκυ, επέζησε των εκκαθαρίσεων της δεκαετίας 1930 (κατά τύχη, σύμφωνα με κατοπινή εκτίμηση του διαδόχου του, Β. Μ. Μόλοτωφ), τραυματίσθηκε το 1951 σε σύγκρουση του αυτοκινήτου του με φορτηγό και υπέκυψε σε σύντομο χρόνο. Το 1949, συνελήφθη η Π. Σ. Ζεμτσούζινα, σύζυγος του Μόλοτωφ ο οποίος βρισκόταν σε δυσμένεια. Καταδικάσθηκε για συμμετοχή στη σιωνιστική προδοσία και εξορίσθηκε, έως το 1953 που αποβίωσε ο Στάλιν. Σε άλλη γενική εκκαθάριση, εκατοντάδες εβραίοι ιατροί, κορυφαίοι επιστήμονες, επιβαρύνθηκαν, το 1952-1953, με κατηγορίες για συνωμοσία κατά της ζωής των σοβιετικών ηγετών. Η υπόθεση συνδεόταν με ανακατατάξεις στην κορυφή, κατά τις οποίες απολύθηκε και συνελήφθη ο κομμισσάριος (υπουργός) κρατικής ασφαλείας, βασανιστής Β. Σ. Αμπακούμωφ. Η δίωξη κατά των ιατρών έπαυσε το 1953 με το θάνατο του Στάλιν[12]. Οι διώξεις κατά Εβραίων δεν ήταν ωστόσο καθολικής κλίμακας. Παραδείγματος χάριν, ο συγγραφέας Ι. Γ. Έρενμπουργκ, μέλος της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής, δεν ενοχλήθηκε. Ο Λ. Μ. Καγκανόβιτς, ηγετικό στέλεχος στη στενή ομάδα περί το Στάλιν, παρέμεινε στο πόστο του.

Παρέλαση Πρωτομαγιάς στο Τελ Αβίβ, 1949.

Με τις αλλαγές στην κομμουνιστική ηγεσία, το 1953, και την επικράτηση νέας καθοδηγητικής ομάδας υπό το Ν. Σ. Χρουστσώφ, διαφορετικό πνεύμα επικράτησε στο κόμμα και στο κράτος σε σχέση με το κομματικό (κρατικό) συμφέρον, με αποκατάσταση της σοσιαλιστικής νομιμότητας και στροφή σε πλείστα θέματα εσωτερικού και εξωτερικού ενδιαφέροντος.

Εν είδει συμπεράσματος, η υφήλιος, στην περίοδο που εξετάζουμε, βίωσε, εκτός από τον αγριανθρωπισμό του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, αυθαιρεσίες της εξουσίας στην πρώτη χώρα του σοσιαλισμού, με την εξυπηρέτηση του κρατικού συμφέροντος μέσω της εφαρμογής μίας ανηλεούς τακτικής. Ο επαγγελματισμός των αρμόδιων οργάνων, προσώπων και ομάδων πιστών στη σοβιετική εξουσία, μαχητών στις συνθήκες πριν και κατά τον πόλεμο, για την περιφρούρηση του κομματικού συμφέροντος –ακριβέστερα, της εξουσίας της καθοδηγητικής ομάδας υπό το Στάλιν– δεν γνώρισε φραγμό. Στην περίπτωση του Andrés Nin, ηγέτη της αυτόνομης οργάνωσης POUM στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος εξαφανίσθηκε το 1937 (απήχθη από τους πράκτορες της ΕνΚαΒεΝτε και κατέληξε από τα βασανιστήρια που υπέστη υπό την εποπτεία του Ορλώφ), και του ερωτήματος που έθεταν οι μαχητές του POUM, «πού είναι ο Nin;», οι κομμουνιστές απαντούσαν, «στη Salamanca [έδρα του φασίστα ηγέτη Franco] ή στο Βερολίνο [έδρα του Hitler]». Το μήνυμα ήταν ότι οι αμφισβητίες που δεν συντάσσονταν με τη σταλινική εκδοχή της σοσιαλιστικής επανάστασης ήταν αποσυνάγωγοι.

Το κόμμα και το κράτος μετά το 1953. Ν. Σ. Χρουστσώφ: «Σύντροφοι, στη δουλειά! Οι σκοποί μας είναι σαφείς, οι στόχοι μας προκαθορισμένοι.»
Επαγρύπνηση στο στρατό, 1953. «Σοβιετικέ στρατιώτη! Τήρησε τους κανόνες των τηλεφωνικών και τηλεγραφικών ραδιοσυνδιαλέξεων. Πρόσεχε!»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η κριτική για τα απεχθή εγκλήματα, με μία σύνθετη οπτική, δεν υποτιμά τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες αναπτύχθηκε το φαινόμενο της κομματικής αυθαιρεσίας. Οι ακρότητες, αντικειμενικά, οδήγησαν στη διάλυση των αναχρονιστικών οικονομικών και κοινωνικών δομών, και δημιουργία μίας κοινωνίας ενιαίας, η οποία άντεξε στον ανταγωνισμό της οικονομικής ανάπτυξης και κέρδισε τον παγκόσμιο πόλεμο. Στον αντίποδα της κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας, ο λαός ήταν αφοσιωμένος στο σοσιαλισμό και η νεώτερη γενεά δούλεψε για την εκπλήρωση των πλάνων όχι από φόβο αλλά από συνείδηση. Οι πρόοδοι ενίσχυσαν την αυτοπεποίθηση των σοβιετικών πολιτών και του διεθνούς προλεταριάτου για τη δυνατότητα επικράτησης επί του κεφαλαιικού συστήματος.

Σήμερα, στην ιστορική πορεία, οι επιστήμονες ερευνητές, κρίνοντας εκ των υστέρων (εκ του ασφαλούς –εκ του αποτελέσματος–) διαπιστώνουν ότι το κοινωνικό πείραμα του λενινισμού στον 20ό αιώνα δεν άφησε ίχνη παρά μονάχα εμμέσως, ως ουτοπία της κοινωνικής δικαιοσύνης, έστω βυθισμένη σε τέλματα αμφιλεγόμενης περιφρούρησης των δικαίων του προλεταριάτου και άσκησης αυθαίρετης εξουσίας. Το ερώτημα που τίθεται, κατά τη μελέτη του λενινιστικού «κόμματος νέου τύπου»  εκ μέρους των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών, είναι εάν αυτό διατηρεί αντιστοίχιση με τη σύγχρονη κοινωνία, ή έχει εκπνεύσει.

Ο Αλέξανδρος Δάγκας είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής Ιστορίας, ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Lars T. Lih, Lenin Rediscovered. What Is to Be Done? in Context, Historical Materialism Book Series – Vol. 9, Brill, Leiden 2005.

[2] Georg Lukacs, Geschichte und Klassenbewußtsein. Studien über marxistische Dialektik, Malik Verlag, Berlin 1923.

[3] Donald Rayfield, Stalin and His Hangmen, Random House, New York 2005.

[4] Pavel Sudoplatov, Special Tasks. The Memoirs of an Unwanted Witness, Little, Brown and Company, Boston 1994.

[5] Μαρία Ιορδανίδου, Σαν τα τρελλά πουλιά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1980.

[6] Robert Conquest, The Great Terror. A Reassessment, Oxford University Press, Oxford 1991.

[7] Luis Mercader – Germán Sánchez, Ramón Mercader, mi hermano. Cincuenta años después, Espasa Calpe, Madrid 1990.

[8] Amy Knight, How the Cold War Began, Carroll & Graf, New York 2007.

[9] Boris Volodarsky, Stalin’s Agent. The Life and Death of Alexander Orlov, Oxford University Press, Oxford 2015.

[10] Σωτήρης Κωστόπουλος (1916-2006), γραμματέας οργάνωσης Κεντρικής Μακεδονίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, μαρτυρία, 1975.

[11] Joshua Rubenstein – Vladimir P. Naumov, Stalin’s Secret Pogrom. The Postwar Inquisition of the Jewish Anti-Fascist Committee, Yale University Press, New Haven 2001.

[12] Erwin Marquit, “The Need for a Balanced Reappraisal of the USSR. A Review Essay”, NST (Nature, Society, and Thought), 16, No 4, 2003, pp. 473-506.