Skip to main content

Ελευθέριος Αρβανίτης – Επαμεινώνδας Γιαβάλκας: Η τελευταία φάση του πολέμου στο Μέτωπο του Ειρηνικού (1944-1945) Μέρος Β’: Η προέλαση στις Ιαπωνικές Νήσους

Ελευθέριος  Αρβανίτης – Επαμεινώνδας Γιαβάλκας

Η τελευταία φάση του πολέμου στο Μέτωπο του Ειρηνικού (1944-1945)

Μέρος Β’: Η προέλαση στις Ιαπωνικές Νήσους

 

 

Η κατάληψη της Iwo Jima      

Στις αρχές του 1945 η Ιαπωνία εναπόθετε τις όποιες ελπίδες διέθετε αποκλειστικά σε μία μεγάλη μάχη που θα της έδινε τη δυνατότητα να περισώσει τμήματα της μεγάλης αυτοκρατορίας της μέσω της συνθηκολόγησης. Μετά την ανακατάληψη των Φιλιππίνων από τα στρατεύματα του Douglas MacArthur, το Ιαπωνικό Ναυτικό είχε σχεδόν διαλυθεί και ο πόλεμος είχε μετατραπεί σε ολοκληρωτικό εφιάλτη. Πλέον το ιαπωνικό μητροπολιτικό έδαφος ήταν ακάλυπτο και οι Αμερικανοί συνέχισαν την πορεία προς την επίτευξη του στόχου τους: την ολοκληρωτική ήττα της Ιαπωνίας. Το αμερικανικό επιτελείο είχε θέσει ως επόμενο στόχο το νησί της Iwo Jima, το οποίο βρίσκεται βόρεια των Μαριάνων Νήσων και ανατολικά της αλυσίδας των Ryukyus, που περιλαμβάνει την Okinawa όπως θα παρατηρήσουμε παρακάτω. Η συγκεκριμένη απόφαση για επίθεση λήφθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1944, δηλαδή προτού ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις για την ανακατάληψη των Φιλιππίνων. Ο βασικός και κύριος λόγος για την επιλογή αυτή ήταν η ανάγκη για βάσεις κοντά στην μητροπολιτική Ιαπωνία, έτσι ώστε τα καινούργια βομβαρδιστικά, τα περίφημα B-29, να έχουν τη δυνατότητα να επιχειρούν με ασφάλεια και άνεση. Μέχρι τότε, τα B-29 απογειώνονταν από την Saipan και την Tinian[1] προκειμένου να πλήξουν το μητροπολιτικό έδαφος της Ιαπωνίας, ωστόσο, κατά την επιστροφή τους υπήρχε ο κίνδυνος αφενός να μην φτάσουν τα καύσιμα και αφετέρου να πέσει η νύκτα. Στις 3 Μαρτίου 1945 για παράδειγμα, τα αμερικανικά αεροσκάφη έπληξαν το Τόκυο σκορπίζοντας το θάνατο σε 83.793 ανθρώπους (ο απίστευτος αυτός αριθμός αμάχων θυμάτων οφείλεται στο συνδυασμό της ρίψης εμπρηστικών βομβών και των κατασκευασμένων από ξύλο και ριζόχαρτο ιδιωτικών οικιών), ενώ και στις 27 του ίδιου μήνα χτυπήθηκαν ιαπωνικά λιμάνια προκαλώντας μεγάλες καταστροφές. Πολλά βομβαρδιστικά έπεσαν στη θάλασσα εξαιτίας των παραπάνω λόγων με τα 3/4 των πιλότων όμως να περισυλλέγονται από τα αμερικανικά πλοία με ασφάλεια. Συνεπώς, η ανάγκη για μία βάση που θα προσέφερε μεγαλύτερη ασφάλεια στις επιχειρήσεις ήταν επιτακτική. Η βάση αυτή ήταν η Iwo Jima, από την οποία τα B-29 θα είχαν τη δυνατότητα να πλήξουν με χαρακτηριστική άνεση μία περιοχή έκτασης από  το Τόκυο μέχρι και τα Νησιά Truk.[2]

Αεροφωτογραφία της Iwo Jima. Στο κάτω άκρο δεσπόζει το ηφαίστειο Suribashi.

Το στρατηγικής σημασίας νησί της Iwo Jima είναι ένα μικρό σε μέγεθος ηφαιστειακό νησί, καθώς διαθέτει το ηφαίστειο του Suribashi με ύψος 169 μέτρα, γεγονός που σημαίνει ότι είναι σεισμογενές. Για το λόγο αυτό οι Αμερικανοί το ονόμαζαν χαρακτηριστικά “The Hard Rock”. Η βλάστηση απουσιάζει και όπου αυτή υπάρχει είναι χαμηλή. Το αφιλόξενο αυτό νησί δεν διέθετε λιμάνι. Αντίθετα, διέθετε δύο ολοκληρωμένες αεροπορικές βάσεις και μία τρίτη υπό κατασκευή. Οι Ιάπωνες είχαν οχυρώσει τόσο το όρος Suribashi, όσο και τα υψώματα στα βορειοανατολικά του νησιού, είχαν εγκαταστήσει ραντάρ και είχαν δημιουργήσει και εδώ σύστημα λαβυρίνθων και σπηλαίων, προκειμένου να αμυνθούν μέχρι τέλους και να δυσκολέψουν τον εχθρό επιφέροντάς του όσο το δυνατόν περισσότερες απώλειες. Ο έμπειρος Ιάπωνας διοικητής Tadamichi Kuribayashi [3] είχε οργανώσει ένα άρτιο δίκτυο άμυνας. Φρόντισε δε να απομακρύνει τους αξιωματικούς που δεν ήταν υπάκουοι και προετοίμασε τους άνδρες του για μία μάχη μέχρις εσχάτων. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή, που ο ίδιος έστειλε στη σύζυγό του στην Ιαπωνία, γράφοντάς της: “Do not plan for my return”. Όλοι γνώριζαν ότι αργά ή γρήγορα το νησί θα έπεφτε στα χέρια των αμερικανικών στρατευμάτων και ως εκ τούτου οι Ιάπωνες είχαν προετοιμαστεί ψυχολογικά για την τελευταία τους μάχη. Η φρουρά της Iwo Jima αριθμούσε περί τους 21.000 στρατιώτες, 23 τεθωρακισμένα οχήματα, 438 πυροβόλα, 33 ναυτικά όπλα, 69 αντιαρματικά και 300 περίπου αντιαεροπορικά όπλα. Το αμερικανικό σχέδιο με την κωδική ονομασία “Detachment” προέβλεπε την απόβαση 110.000 πεζοναυτών με παράλληλη υποστήριξη από 500 περίπου πλοία.[4]

 Η μάχη της Iwo Jima. 

Το αμερικανικό επιτελείο έθεσε ως στόχο την απομόνωση του όρους Suribashi την πρώτη ημέρα, έτσι ώστε στη συνέχεια τα στρατεύματα να στραφούν προς τις αεροπορικές βάσεις στα ανατολικά του νησιού, όπου έδρευε και το αρχηγείο του Kuribayashi. Οι τριήμεροι ναυτικοί βομβαρδισμοί του Αμερικανικού Στόλου απέτυχαν να καταστρέψουν ή ακόμα και να φθείρουν τις αντίπαλες οχυρώσεις. Έτσι, στις 19 Φεβρουαρίου 1945, οι πεζοναύτες ξεκίνησαν την απόβαση στη μεγάλη νότια παραλία της Iwo Jima εν μέσω κακών καιρικών συνθηκών αφού έπνεαν θυελώδεις άνεμοι. Η ακτή είχε χωριστεί σε επτά επιμέρους τομείς με τις κωδικές ονομασίες από τα δυτικά προς τα ανατολικά: Green, Red 1, Red 2, Yellow 1, Yellow 2, Blue 1 και Blue 2. Την ημέρα της απόβασης οι 30.000 πεζοναύτες αντιμετώπισαν προβλήματα καθώς «κόλλησαν» στην ηφαιστειακή άμμο με αποτέλεσμα οι Ιάπωνες από το όρος Suribashi να τους αποδεκατίσουν κυριολεκτικά. Η κατάσταση χειροτέρεψε και έγινε πιό δραματική με συνέπεια να χαθούν την πρώτη ημέρα συνολικά 2.000 άνδρες. Το γόρδιο δεσμό έκοψαν οι εκσκαφείς, οι οποίοι δημιούργησαν ταχύτατα σταθερό έδαφος ώστε να ξεκολλήσουν οι πεζοναύτες και παράλληλα να αποβιβαστούν και τα αμερικανικά οχήματα στην παραλία. Οι πεζοναύτες κατόρθωσαν μέσα σε 90 λεπτά της ώρας να απομονώσουν το όρος Suribashi, ενώ τη δεύτερη ημέρα με τις καιρικές συνθήκες εκ νέου δυσμενείς, ξεκίνησαν την ανάβαση, στη διάρκεια της οποίας ανακαλύφθηκαν 70 ιαπωνικά θωρακισμένα φυλάκια και 50 οχυρωμένες θέσεις. Παράλληλα με τις παραπάνω αρχικές επιθετικές ενέργειες, τα αμερικανικά πλοία στα ανοιχτά της Iwo Jima δέχτηκαν επιθέσεις καμικάζι, πρακτική, η οποία, όπως θα  φανεί παρακάτω, κορυφώθηκε στην Okinawa. Μετά από πέντε ημέρες σφοδρών συγκρούσεων, το όρος Suribashi καταλήφθηκε από τους πεζοναύτες, οι οποίοι ύψωσαν την αμερικανική σημαία στην κορυφή του.[5]   

Η απόβαση των Αμερικανικών δυνάμεων.

Όσον αφορά την ιστορία γύρω από την αμερικανική σημαία, υπάρχει ολόκληρο παρασκήνιο που γενικά δεν είναι ευρέως γνωστό. Όταν η περίφημη 5η μεραρχία ανήλθε στο όρος στις 23 Φεβρουαρίου 1945 και ύψωσε στις 10.20 το πρωί την σημαία με τα 48 τότε αστέρια (Χαβάη και Αλάσκα δεν είχαν ενσωματωθεί ακόμα ως πολιτείες), ακούστηκε μία μεγάλη ιαχή από τους στρατιώτες που βρίσκονταν στις ακτές, ενώ ήχησαν οι σειρήνες των αμερικανικών πλοίων. Ο Kuribayashi καθώς και όλοι οι Ιάπωνες αντιλήφθηκαν τότε το κατόρθωμα των Αμερικανών. Λίγες ώρες αργότερα, ο Υπουργός Ναυτικών των ΗΠΑ, James Forrestal, ο οποίος παρακολούθησε τις μάχες από τη θάλασσα, αποβιβάστηκε στην παραλία και ζήτησε να του παραχωρηθεί η σημαία που υψώθηκε ως αναμνηστικό. Όταν η πληροφορία μεταφέρθηκε στον διοικητή της 5ης μεραρχίας στο Suribashi, εκείνος εξέφρασε έντονα το θυμό και την αγανάκτησή του καθώς έδινε τη σημαία αναφωνόντας: “To hell with that!”. Ωστόσο, πολύ γρήγορα ζήτησε να του δοθεί μία νέα μεγαλύτερη σημαία: “Give me a new one and make it bigger”, τόνισε χαρακτηριστικά. Το αίτημά του ικανοποιήθηκε και το απόγευμα της ίδιας ημέρας ξεκίνησε η πομπή με τη νέα σημαία μαζί με τρεις φωτογράφους. Γύρω στις 6 με 7 το απόγευμα η δεύτερη μεγαλύτερη σημαία υψώθηκε εκ νέου στην κορυφή του όρους Suribashi με τον Joe Rosenthal[6] να απαθανατίζει το στιγμιότυπο  τη στιγμή που οι πεζοναύτες την ύψωναν. Η φωτογραφία ήταν στημένη και μάλιστα ο ίδιος ο Rosenthal παραδέχτηκε αργότερα πως παραλίγο να χάσει τη στιγμή. Ο δεύτερος φωτογράφος, ο Bob Campbell, φωτογράφισε τον ίδιο τον Rosenthal, που με τη σειρά του φωτογράφιζε τους πεζοναύτες μπροστά απο την υψωμένη σημαία, ενώ ο τρίτος, o Bill Genaust, που απώλεσε τη ζωή του 9 ημέρες αργότερα, κατέγραψε το φιλμ της στιγμής που αυτή υψωνόταν. Οι δύο σημαίες βρίσκονται σήμερα στο Ιστορικό Κέντρο των Πεζοναυτών, στην Washington. Μάλιστα είναι ενδιαφέρον το γεγονός πως οι ΗΠΑ, τον Ιούνιο του 2016, αποκατέστησαν τη λάθος ταύτιση ενός πεζοναύτη της φωτογραφίας αυτής. Ο εν λόγω πεζοναύτης, που τελικά εικονιζόταν στη φωτογραφία, δεν βρίσκεται εν ζωή καθώς απεβίωσε το 2004. Η φωτογραφία της στιγμής που υψώνεται η σημαία έγινε αμέσως δημοφιλής στις ΗΠΑ. Τυπώθηκαν αναμνηστικά γραμματόσημα με αυτήν, τα οποία έσπασαν κάθε ρεκόρ πωλήσεων, ενώ το σημερινό χάλκινο μνημείο των 100 τόνων του Felix de Weldon κοσμεί το κοιμητήριο στην περιοχή του Arlington στην αμερικανική πρωτεύουσα.[7]   

Η δεύτερη (στημένη) φωτογραφία.

Μετά την κατάκτηση του όρους Suribashi, ο καιρός βελτιώθηκε αισθητά και τα αμερικανικά στρατεύματα συνέχισαν την πορεία τους προς τις δύο αεροπορικές βάσεις στα ανατολικά του νησιού. Τη δέκατη ημέρα από την απαρχή της απόβασης, οι Αμερικανοί είχαν κατορθώσει να ελέγξουν το μισό νησί και να καταλάβουν τις δύο ολοκληρωμένες αεροπορικές βάσεις. Τα αμερικανικά στρατεύματα αναγκάστηκαν για μία ακόμα φορά να χρησιμοποιήσουν φλογοβόλα και καύσιμα προκειμένου να αντιμετωπίσουν τους Ιάπωνες, οι οποίοι ήταν οχυρωμένοι μέσα στις σπηλιές και στους λαβυρίνθους που είχαν δημιουργήσει. Στις 3 Μαρτίου 1945 πέτυχαν τον έλεγχο των 2/3 της Iwo Jima με το τίμημα μέχρι εκείνη τη στιγμή να είναι αρκετά βαρύ: 3.000 νεκροί σε έντεκα ημέρες, ενώ οι Ιάπωνες διέθεταν πλέον 7.000 άνδρες από τους  αρχικούς 21.000.[8]

Τη δέκατη τρίτη ημέρα, άρχισαν να φτάνουν οι πρώτες προμήθειες για τους Αμερικανούς συμπεριλαμβανομένου και του αίματος, αφού η κυβέρνηση των ΗΠΑ καλούσε τους πολίτες σε εθελοντική αιμοδοσία. Αντίθετα, οι Ιάπωνες υπέφεραν εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης και για το λόγο αυτό προέβαιναν σε ληστρικές ενέργειες κατά του αμερικανικού στρατοπέδου τη νύχτα. Την ίδια ημέρα έλαβε χώρα ένα πολύ σημαντικό γεγονός: προσγειώθηκε για πρώτη φορά στην Iwo Jima το βομβαρδιστικό Β-29 “Superfortress” λόγω μηχανικής βλάβης και το οποίο ήταν το πρώτο από τα εκατοντάδες που θα προσγειώνονταν στο νησί μέχρι τη λήξη του πολέμου. Είναι χαρακτηριστική η φωτογραφία με τους στρατιώτες συγκεντρωμένους γύρω από το νέο αμερικανικό όπλο, το οποίο αντίκρυζαν για πρώτη φορά από τέτοια απόσταση. Μετά από δύο εβδομάδες σκληρών μαχών οι Αμερικανοί αποφάσισαν να τοποθετήσουν για μία ακόμα φορά μάγειρες, μηχανικούς, υπαλλήλους και οδηγούς προκειμένου να συνεχιστεί η πίεση κατά των αντίπαλων γραμμών άμυνας.[9]Έτσι, μετά από δεκαεπτά ημέρες μαχών 800 Ιάπωνες που είχαν εγκλωβιστεί σε ύψωμα του νησιού  έλαβαν την απόφαση για εφόρμηση αυτοκτονίας τη νύχτα. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό καθώς όλοι τους βρήκαν μοιραίο θάνατο, ενώ για τους Αμερικανούς ήταν η μέρα που πέτυχαν τις περισσότερες απώλειες στον εχθρό. Οι απώλειες για τους Αμερικανούς ήταν ανησυχητικά μεγάλες με αποτέλεσμα το ξέσπασμα έντονων αντιδράσεων στις ΗΠΑ και γι`αυτό το λόγο αποφασίστηκε στις 14 Μαρτίου 1945 το νησί να κηρυχθεί ασφαλές. Δέκα ημέρες αργότερα, στις 24 Μαρτίου, ο Ιάπωνας διοικητής Kuribayashi εγκλωβίστηκε σε περιορισμένο χώρο μαζί με τους εναπομείναντες στρατιώτες του. Τότε, έστειλε το τελευταίο του μήνυμα στο αρχηγείο της Chichi Jima αναφέροντας: “All officers and men, goodbye from Iwo!”. Έτσι, στις 26 Μαρτίου ο  Kuribayashi εξαπέλυσε τη νύχτα την τελευταία επίθεση κατά των Αμερικανών, οι περισσότεροι από τους οποίους κοιμούνταν. Όλοι οι Ιάπωνες εξοντώθηκαν, ωστόσο, η Iwo Jima έλαβε την σκυτάλη από τα Palaus και έγινε ο τόπος στον οποίο το Σώμα των Πεζοναυτών αρίθμησε τις περισσότερες απώλειες στην ιστορία του: 6.000 περίπου έχασαν τη ζωή τους και 17.272 τραυματίστηκαν, ενώ εξαιτίας των καμικάζι σκοτώθηκαν και 1.917 ναύτες. Οι Ιάπωνες αρίθμησαν 19.977 νεκρούς, ενώ περίπου 1.000 αιχμαλωτίστηκαν. Η Iwo Jima πιστώνεται, όμως, τη σωτηρία περίπου 22.000 αμερικανών πιλότων των B-29 καθώς πλέον είχαν τη δυνατότητα της ασφαλούς προσγείωσης στις βάσεις του νησιού.[10] 

Μετά τον πόλεμο οι ΗΠΑ διατήρησαν στην Iwo Jima στρατιωτική βάση για είκοσι χρόνια, ενώ το Αμερικανικό Λιμενικό εξασφάλισε την παρουσία του μέχρι το 1968. Το 1993 η δικαιοδοσία του νησιού παραχωρήθηκε στην Ιαπωνία, η οποία σήμερα διαθέτει ναυτική βάση. H Iwo Jima αποτελεί μνημείο πολέμου, είναι ακατοίκητη, δεν υπάρχουν εγκαταστάσεις για φιλοξενούμενους και ο μόνος τρόπος για τους Δυτικούς να επισκεφτούν το νησί είναι μέσω των ετήσιων εκδρομών που οργανώνει το Σώμα των Πεζοναυτών. Ωστόσο, οι συμμετέχοντες είναι αποκλειστικά βετεράνοι του πολέμου. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνει χώρα το ετήσιο reunion μεταξύ των βετεράνων των δύο χωρών στην κορυφή του Suribashi,  όπου έχουν τοποθετηθεί και τα ανάλογα μνημεία. Το 1945 είχε δημιουργηθεί κοιμητήριο στο νησί, το οποίο αργότερα μεταφέρθηκε στη Χαβάη (Punchbowl Cemetery), ενώ οι σοροί κάποιων πεσόντων επαναπατρίστηκαν στις ΗΠΑ. Δυστυχώς, ιαπωνικό κοιμητήριο δεν κατέστη δυνατό να δημιουργηθεί επειδή οι νεκροί είχαν ταφεί σε μαζικούς τάφους ή είχαν χαθεί στα βάθη των σπηλαίων. Αξίζει, τέλος, να κάνουμε μία αναφορά στον υιό του Tadamichi Kuribayashi, Taro Kuribayashi, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην προσπάθεια σύσφιξης των σχέσεων ΗΠΑ και Ιαπωνίας, ενώ διατήρησε και ένα πλούσιο φωτογραφικό αρχείο του νησιού. Οι τρεις αεροπορικές βάσεις σήμερα έχουν συγχωνευθεί σε μία μεγάλη. Το όρος Suribashi στέκεται επιβλητικά στο άκρο του νησιού, ενώ η ηφαιστειακή άμμος βρίσκεται εκεί για να θυμίζει στους βετεράνους τις δύσκολες ώρες που βίωσαν όταν αποβιβάστηκαν. Ο μεγάλος Αμερικανός σκηνοθέτης Clint Eastwood σκηνοθέτησε δύο υπέροχες ταινίες για την Iwo Jima το 2006. Η πρώτη φέρει τον τίτλο “Flags of our Fathers” και προβάλλει την αμερικανική εκδοχή και οπτική και η δεύτερη “Letters from Iwo Jima” παρουσιάζει την αντίστοιχη ιαπωνική.[11]  

Okinawa: Η τελευταία μάχη

Στις αρχές του 1945, προτού, δηλαδή, ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις για την Iwo Jima, το αμερικανικό επιτελείο πραγματοποιούσε συσκέψεις σχετικά με τα επόμενα βήματα του στρατού στον Ειρηνικό Ωκεανό. Πλέον ήταν γνωστό σε όλους ότι για την Ιαπωνία ο χρόνος μετρούσε απλά αντίστροφα. Σε μία από τις συσκέψεις αυτές ο αντιναύαρχος Raymond Spruance έθεσε στο τραπέζι των συζητήσεων την πρόταση για την Okinawa και γενικότερα την αλυσίδα των νησιών Ryukyus. Η πρόταση αυτή έγινε δεκτή και εγκρίθηκε από το αμερικανικό επιτελείο λαμβάνοντας το κωδικό όνομα “Operation Iceberg”. Όταν οι επιχειρήσεις στην Iwo Jima ολοκληρώθηκαν με επιτυχία αλλά και με πολλές απώλειες παράλληλα, οι αμερικανικές δυνάμεις κινήθηκαν εναντίον της αλυσίδας των νησιών Ryukyus, της οποίας μεγαλύτερο είναι η Okinawa. Τα νησιά βρίσκονται νότια του μητροπολιτικού εδάφους της Ιαπωνίας και θεωρούνται η πύλη εισόδου για το τελευταίο. Οι Αμερικανοί θα πατούσαν πλέον σε ιαπωνικό έδαφος γνωρίζοντας πως η ήταν θέμα χρόνου μέχρι να υποταχθεί η αυτοκρατορία. Η Okinawa ήταν ιαπωνική από το 1879 και η απόστασή της τόσο από τις ακτές της Κίνας όσο και από της Formosa είναι η ίδια.

Οι αναγνωριστικές πτήσεις των αμερικανικών αεροπλάνων είχαν υποτιμήσει όμως τις ιαπωνικές δυνάμεις στο νησί. Τον Ιούλιο του 1944 ο διοικητής Mitsuru Ushijima[12] αντικατέστησε τον Masao Watanabe και εγκατέστησε το αρχηγείο του στην πόλη Shuri, την δεύτερη μεγαλύτερη του νησιού, η οποία ήταν η αρχαία πρωτεύουσα. Ο Ushijima διέθετε την 32η Ιαπωνική Στρατιά, η οποία αριθμούσε περί τους 120.000 άνδρες. Διέθετε επίσης ισχυρή αεροπορική δύναμη μαζί με μερικά πλοία, όσα είχαν απομείνει, συμπεριλαμβανομένου και του θωρηκτού Yamato. Οι αμερικανικές εκτιμήσεις ανέφεραν την παρουσία 60-70.000 Ιαπώνων, δηλαδή τους μισούς από όσους βρίσκονταν στο νησί στην πραγματικότητα. Από την πλευρά τους οι Αμερικανοί συγκέντρωσαν τη μεγαλύτερη αποβατική δύναμη μέχρι τότε στον Ειρηνικό Ωκεανό για την εφαρμογή του σχεδίου με διοικητή τον Buckner, ο οποίος διέθετε την 10η Αμερικανική Στρατιά: τρεις μεραρχίες πεζοναυτών και τέσσερις μεραρχίες πεζικού με συνολικό αριθμό 155.000 ανδρών. Ωστόσο, στις μάχες θα εμπλέκονταν περίπου 300.000 Αμερικανοί. Όσον αφορά τις ναυτικές επιχειρήσεις, αυτές τις είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου ο αντιναύαρχος Raymond Spruance, ο οποίος χώρισε το στόλο σε τέσσερα τμήματα: η κύρια δύναμη είχε ανατεθεί στον ναύαρχο Richmond Turner[13] (με 300 πολεμικά πλοία και 1.000 μεταφορικά), η δύναμη του Marc Mitscher (με τέσσερις ομάδες αεροπλανοφόρων), η δύναμη του αντιναύαρχου William Bludy και η βρετανική δύναμη του Sir Bernard Rawlings (με βρετανικά αεροπλανοφόρα) που είχε επιφορτιστεί με το ρόλο της κάλυψης του Turner. Στις επιχειρήσεις στην Okinawa συμμετείχε συνεπώς και το Βρετανικό Ναυτικό παρά τις έντονες αντιδράσεις του King, ο οποίος ήταν αγγλοφοβικός και είχε πολλές διαφωνίες. Αντίθετα, τόσο ο Nimitz, όσο και ο Spruance ήταν θετικότατοι στη συμμετοχή αυτή. Ο Winston Churchill είχε πιέσει έντονα, έτσι ώστε τα βρετανικά πλοία να γίνουν αποδεκτά στον Ειρηνικό για καθαρά πολιτικούς λόγους.[14]

Το αμερικανικό σχέδιο προέβλεπε την κατάληψη του νησιού προκειμένου να δημιουργηθούν οι αεροπορικές βάσεις από όπου τα B-29 θα έπλητταν ακόμα πιό άμεσα το μητροπολιτικό έδαφος της Ιαπωνίας. Αρχικά η δύναμη του Bludy θα διεξήγαγε τους προπαρασκευαστικούς βομβαρδισμούς, ενώ θα απογειώνονταν από τα αεροπλανοφόρα αεροσκάφη, τα οποία θα κατέστρεφαν τις αντίπαλες υποδομές και οχυρώσεις. Εν συνεχεία, τα ναρκαλιευτικά πλοία θα απομάκρυναν τις νάρκες έτσι ώστε τα μεταγωγικά πλοία να κατορθώσουν να πλησιάσουν άνετα τις ακτές. Μόλιε εξασφάλιζαν την απόλυτη αεροπορική κυριαρχία, όπως ακριβώς επιθυμούσε ο ναύαρχος Nimitz, τότε θα ετίθετο σε ισχύ το σχέδιο με την κατάκτηση πρώτα κάποιων μικρών νησιών στα δυτικά της Okinawa. Στη συνέχεια, τα αμερικανικά στρατεύματα θα στρέφονταν ενάντια στον κύριο στόχο. Η όλη επιχείρηση χωρίστηκε σε τρία επιμέρους τμήματα: αρχικά κατάληψη του νότιου μέρους, εν συνεχεία κατάληψη της Ie Shima και της βόρειας Okinawa και τέλος δημιουργία αεροπορικών βάσεων στο νησί καθώς και σε άλλα γειτονικά. Όπως θα παρατηρήσουμε, πρώτα καταλήφθηκε το βόρειο τμήμα και στη συνέχεια οι Αμερικανοί κινήθηκαν προς το Νότο.[15]

Η απόβαση ορίστηκε για την Πρωταπριλιά του 1945, ημέρα του Πάσχα., ενώ η δύναμη του Bludy είχε ήδη διεξαγάγει τους προκαταρκτικούς βομβαρδισμούς. Οι βομβαρδισμοί αυτοί περιλάμβαναν και τα γειτονικά νησάκια, τα οποία ισοπεδώθηκαν κυριολεκτικά κι έτσι η 77η μεραρχία κατάφερε να καταλάβει τα νησιά Kerama και να εξουδετερώσει διακόσιες περίπου  ιαπωνικές βάρκες αυτοκτονίας, οι οποίες ήταν γεμάτες με εκρηκτικά. Οι Ιάπωνες καμικάζι ,για τους οποίους θα γίνει εκτενής αναφορά παρακάτω, κατόρθωσαν λίγη ώρα πριν την εκδήλωση της απόβασης να πλήξουν τέσσερα αμερικανικά αεροπλανοφόρα, τα οποία υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Έτσι, λοιπόν, λίγα λεπτά μετά τις 04.00 τα χαράματα, τα αμερικανικά στρατεύματα ξεκίνησαν την πορεία τους προς στην Okinawa και πιό συγκεκριμένα προς την ακτή Hagushi, όπου θα αποβιβάζονταν. Στις 8.30 οι πρώτες δυνάμεις του Buckner είχαν αποβιβαστεί με ασφάλεια χωρίς να συναντήσουν την παραμικρή αντίσταση, με αποτέλεσμα για πρώτη φορά στο μέτωπου του Ειρηνικού Ωκεανού να μην υπάρξει καμία απώλεια και κανένας τραυματισμός.

Απόβαση στην Okinawa. Ένας περίπατος που εξελίχθηκε σε εφιάλτη.

Οι πεζοναύτες δημιούργησαν την πρώτη ημέρα ένα προγεφύρωμα δεκατριών χιλιομέτρων, το οποίο περιλάμβανε 60.000 άνδρες. Μεταξύ τους κυριαρχούσε η συζήτηση σχετικά με το που βρίσκονται οι Ιάπωνες και γιατί δεν συνάντησαν καμία αντίσταση μέχρι τη στιγμή εκείνη. Τη δεύτερη ημέρα οι Αμερικανοί κατέλαβαν την κεντρικό τομέα του νησιού μαζί με τα δύο αεροδρόμια, ενώ τότε πληροφορήθηκαν από τους ντόπιους κατοίκους πως οι ιαπωνικές δυνάμεις βρίσκονταν συγκεντρωμένες στο νότιο τμήμα του νησιού. Η σχέση της Ιαπωνίας με την Okinawa ήταν και εξακολουθεί να είναι σε κάποιο βαθμό προβληματική γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από τη στάση ανοχής των κατοίκων έναντι των Αμερικανών εισβολεων. Μέσα σε τρεις μόλις ημέρες οι πεζοναύτες κατάφεραν να καλύψουν τον προγραμματισμό τριών εβδομάδων! Ωστόσο, οι εξελίξεις παρέμειναν ευνοϊκές και στη συνέχεια. Σε αντίθεση με τον Kyribayashi, ο Ushijima διέθετε περισσότερο οπλισμό και προμήθειες.[16] Κατά τις πρώτες ημέρες, το 24ο Αμερικανικό Σώμα κινήθηκε προς Νότο, όπου συνάντησε τους αμυνόμενους Ιάπωνες στην γραμμή Machinato, βόρεια της πόλης Shuri. Το μέτωπο στο νότιο τμήμα θα διαρκούσε πολλές εβδομάδες και θα είχε μεγάλο βαθμό δυσκολίας για τους Αμερικανούς, αφού οι ιαπωνικές δυνάμεις μάχονταν μέχρι θανάτου. Παράλληλα με την έναρξη των επιχειρήσεων στο Νότο, ο Buckner αποφάσισε να στείλει μία μεραρχία πεζοναυτών στο Βορρά, προκειμένου να διασφαλιστεί η περιοχή και μία μεραρχία πεζικού στο νησάκι Ie Shima. Η Ie Shima θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως αεροπορική βάση για επιπλέον κάλυψη προς όφελος των δυνάμεων, οι οποίες μάχονταν στην Okinawa. Το συγκεκριμένο νησάκι υπερασπίζονταν 3.000 Ιάπωνες μαζί με 1.500 οπλισμένους πολίτες και απαιτήθηκαν δεκαεπτά ολόκληρες ημέρες, με τις πέντε τελευταίες να περιλαμβάνουν τις πιο σκληρές μάχες του μετώπου, προτού καταληφθεί οριστικά στις 21 Απριλίου 1945. Οι Ιάπωνες έχασαν 4.700 στρατιώτες και πολίτες, ενώ οι Αμερικανοί 218 άνδρες και είχαν 900 τραυματίες. Οι πεζοναύτες στο Βορρά μάχονταν για ημέρες κατά των Ιαπώνων που είχαν οχυρωθεί στο ύψωμα Yae Take (365 μέτρα) στη χερσόνησο Motobu. Κατόπιν προδοσίας των ντόπιων, οι οποίοι αποκάλυψαν το κρησφύγετο των Ιαπώνων, οι Αμερικανοί κατόρθωσαν να τους εξουδετερώσουν και να διασφαλίσουν το βόρειο τμήμα της Okinawa. Εδώ επιβίωσαν μόνο 46 Ιάπωνες, οι οποίοι αιχμαλωτίστηκαν. Τα αμερικανικά στρατεύματα είχαν, από την πλευρά τους 246 νεκρούς και 1.000 τραυματίες.[17]  

Η μάχη της Okinawa.

Στις 6 Απριλίου 1945 εκδηλώθηκε ιαπωνική αεροπορική και ναυτική αντεπίθεση, ως απάντηση στις αμερικανικές ενέργειες μέχρι εκείνη τη στιγμή. Εγκαινιάστηκε η επιχείρηση “Ten-Go”, δηλαδή “Heavenly Operation”, η οποία περιλάμβανε δέκα κύματα καμικάζι με 3.000 αεροσκάφη κατά των αμερικανικών πλοίων. Τη μέρα εκείνη οι πιλότοι αυτοκτονίας κατάφεραν να βυθίσουν έξι αντίπαλα πλοία και να προκαλέσουν σημαντικές ζημιές σε άλλα εικοσι ένα, με αποτέλεσμα τα τελευταία να τεθούν εκτός μάχης. Η λέξη καμικάζι σημαίνει στα Ιαπωνικά θεϊκός άνεμος (kamikaze: kami=θεός, kaze= άνεμος) και ήταν οι πιλότοι αυτοκτονίας, ηλικίας 17-23 ετών αποφασισμένοι να προσφέρουν τη ζωή τους στον αυτοκράτορα και την πατρίδα τους.  Το σώμα των καμικάζι δημιουργήθηκε τον Οκτώβριο του 1944 ως ύστατο όπλο. Έτσι εξηγείται γιατί άρχισε να χρησιμοποιείται όταν η κατάσταση είχε περιέλθει, πλέον, σε αδιέξοδο. για να αρχίσουν τα χτυπήματα, έχοντας πλέον βρεθεί σε δυσχερή θέση και αδιέξοδο. Υπήρξαν και επικρίσεις, με το επιχείρημα πως με τον τρόπο αυτό καταστρεφόταν το μέλλον της Ιαπωνίας. Το σύνθημα των καμικάζι ήταν το εξής: «Κι αν ακόμη σκοτωθούμε χωριστά, θα τα ξαναπούμε στο Γιασουκούνι, στην πρωτεύουσα των λουλουδιών, μιαν ανοιξιάτικη μέρα». Το Γιασουκούνι ήταν το περίφημο «Τέμενος του Θεού Στρατιώτη», το οποίο δημιουργήθηκε το 1868 αποτελούσε το δομικό συστατικό της αυταρχικής εθνικής οικοδόμησης υπό τον αυτοκρατορικό θεσμό. Οι Ιάπωνες  Β` Παγκόσμιο πόλεμο πίστευαν ότι μαχόμενοι για την ίδια τους την πατρίδα και θυσιάζοντας τη ζωή τους, η ψυχή τους θα μεταβεί στο Γιασουκούνι. Ο αυτοκράτορας και οι στρατιώτες που συμμετείχαν πόλεμο  στον πόλεμο επισκεπτόταν το Τέμενος και προσεύχονταν για τις ψυχές των πεσόντων. Γι`αυτό και όταν οι καμικάζι αναχωρούσαν για το ταξίδι χωρίς επιστροφή, χαιρετούσαν τους υπόλοιπους λέγοντας χαρακτηριστικά: Ραντεβού στο «Γιασουκούνι». Οι καμικάζι χρησιμοποιούσαν ειδικό τύπο αεροσκάφους, το περίφημο Ohka, που σημαίνει άνθος κερασιάς. Διέθετε τρεις πυραυλοκίνητους κινητήρες, ήταν προσδεδεμένο κάτω από το βομβαρδιστικό και όταν πλησίαζε το στόχο αφηνόταν ελεύθερο αναπτύσσοντας ταχύτητα 990 χιλιομέτρων την ώρα. Οι Αμερικανοί ναύτες το αποκαλούσαν Baka, δηλαδή «ανόητο» στα Ιαπωνικά, καθώς πίστευαν ότι οι πιλότοι ήταν είτε ναρκωμένοι είτε υπνωτισμένοι. Δεν μπορούσαν να κατανοήσουν το λόγο, για τον οποίο επιχειρούσαν τις αποστολές αυτοκτονίας αυτού του είδους. Η νοοτροπία των Δυτικών είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με την αντίστοιχη των Ασιατών και αυτό φάνηκε αναδύθηκε ανάγλυφα σε πολλές περιπτώσεις στο μέτωπο του Ειρηνικού. Οι ΗΠΑ, μία ισχυρή χώρα, πρότυπο Δημοκρατίας και κράτους δικαίου απέναντι στην Ιαπωνία, μία αυτοκρατορία προσηλωμένη στις παραδόσεις,  με αυταρχική ιδεολογία και απόλυτο φανατισμό.[18] 

Ιάπωνες Καμικάζι.

Την επομένη, στις 7 Απριλίου 1945 το θωρηκτό Yamato, το οποίο είχε σταλεί στη μάχη μόνο με 67% καύσιμα, μαζί με άλλα οκτώ αντιτορπιλικά και ένα καταδρομικό δέχτηκαν επίθεση από τα αμερικανικά μαχητικά κάθετης εφόρμησης και τα τορπιλοπλάνα, με συνέπεια να βυθιστούν. Τα ιαπωνικά πλοία επιχείρησαν μία αποστολή αυτοκτονίας καθώς δεν διέθεταν αεροπορική κάλυψη. Όσον αφορά τις προσπάθειες των στρατευμάτων του Buckner στο νότιο τμήμα της Okinawa, οι Ιάπωνες είχαν καταφέρει να τις επιβραδύνουν αισθητα, με αποτέλεσμα μια στασιμότητα των επιχειρήσεων. Από τις 12 Απριλίου και επί έναν ολόκληρο μήνα οι δυο αντίπαλοι αναλώθηκαν σε ατέλειωτες μάχες με αμέτρητα θύματα για αμφότερες τις πλευρές. Παράλληλα, στις 19 Απριλίου, διατάχθηκε ο μεγαλύτερος βομβαρδισμός του μετώπου, τόσο από αέρος, όσο και από θαλάσσης, προκειμένου να διασπαστεί η ιαπωνική γραμμή άμυνας (η γραμμή Machinato). Στις 23 Απριλίου, ο Nimitz αποβιβάστηκε στο νησί καθώς η καθυστέρηση της προέλασης τον ανησυχούσε ιδιαίτερα. Κατέστησε σαφές στον Buckner πως διέθετε πέντε ημέρες για να διασπάσει την αντίπαλη άμυνα, διαφορετικά θα απομακρυνόταν από το μέτωπο. Ωστόσο, οι Ιάπωνες την επόμενη ημέρα αποσύρθηκαν από τη γραμμή αυτή και οχυρώθηκαν λίγο νοτιότερα στην γραμμή Shuri. Στις 3 και 4 Μαΐου, επιχείρησαν αντεπίθεση, στην οποία έχασαν 7.000 άνδρες. Οι Αμερικανοί κινήθηκαν έτσι στις 11 Μαΐου για τη δεύτερη γραμμή άμυνας των Ιαπώνων, τη Shuri.[19]

Mitsuru Ushijima

Μετά από δέκα ημέρες σκληρών μαχών στη συγκεκριμένη γραμμή ο Ushijima αποφάσισε να υποχωρήσει νοτιότερα και να αφήσει 5.000 στρατιώτες να την υπερασπιστούν. Η υποχώρηση έλαβε χώρα με άριστο τρόπο καθώς οι καιρικές συνθήκες ήταν άσχημες και οι Αμερικανοί καθυστερούσαν να προωθηθούν. Η γραμμή Shuri διασπάστηκε οριστικά στις 31 Μαΐου. Ο Ιάπωνας διοικητής, έχοντας, πλέον, μόνο 12.000 άνδρες, έστησε την τελευταία γραμμή άμυνας στην χερσόνησο του Kiyan στο νοτιότερο άκρο της Okinawa, όπου η μορφολογία του εδάφους τον ευνοούσε. Τα αμερικανικά αεροπλάνα ήταν καθηλωμένα στις βάσεις λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και δεν μπορούσαν να προσφέρουν υποστήριξη στην 32η Στρατιά του Buckner που μαχόταν στο βαλτώδες από τις βροχοπτώσεις έδαφος. Η επίθεση στην τελική γραμμη άρχισε στις 12 Ιουνίου 1945, ενώ παράλληλα δύναμη  πεζοναυτών κατέλαβε στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου Oroku, όπως ονομάζεται το νότιο τμήμα της Okinawa, ένα μεγάλο αεροδρόμιο. Μέσα σε μία εβδομάδα η άμυνα των Ιαπώνων κατέρρευσε και τότε οι Αμερικανοί έχασαν τον διοικητή τους Buckner, ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα στο ύψωμα Gaezu-Dake. Τρεις ημέρες αργότερα, ο Ushijima απέρριψε την αμερικανική πρόταση παράδοσης που προσέφερε ασυλία σε όλους τους Ιάπωνες και στις 21 Ιουνίου μαζί με τον επιτελάρχη του διέπραξε χαρακίρι μέσα στο ιαπωνικό αρχηγείο. Έπειτα από περίπου 82 ημέρες άγριων μαχών η Okinawa είχε καταληφθεί οριστικά από τα αμερικανικά στρατεύματα, τα οποία επιδόθηκαν εν συνεχεία σε μικρής κλίμακας εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, καθώς πολλοί Ιάπωνες παρέμεναν εγκλωβισμένοι σε σπηλιές. Ο πόλεμος στην Ευρώπη είχε ήδη λήξει όσο Αμερικανοί και Ιάπωνες μάχονταν στο νότιο τμήμα της Okinawa. Οι Ιάπωνες απώλεσαν 110.000 στρατιώτες, οι Αμερικανοί 7.203 νεκρούς στρατιώτες, 5.000 νεκρούς ναύτες λόγω των επιθέσεων των καμικάζι, ενώ είχαν και 31.000 τραυματίες. Συνολικά οι καμικάζι από το Leyte μέχρι την Okinawa κατάφεραν να βυθίσουν 57 Συμμαχικά πλοία, με τα 22 να χάνονται στις επιχειρήσεις της Okinawa (τα περισσότερα ήταν αμερικανικά και όχι βρετανικά, διότι τα δεύτερα ήταν μεγαλύτερα και είχαν ατσάλινο κατάστρωμα, γεγονός που ελαχιστοποιούσε τις ζημιές, ενώ αντίθετα τα πρώτα ήταν μικρότερα και διέθεταν ξύλινο κατάστρωμα), ενώ άλλα 254 υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές και αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από το πεδίο της μάχης.[20]

Κάτοικοι της Okinawa παραδίδονται στους Αμερικανούς.

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μετά το πέρας των επιχειρήσεων στην Okinawa και την αλυσίδα των Ryukyus, η Ιαπωνία είχε κυριολεκτικά καταρρεύσει,αφού ήταν εντελώς ακάλυπτη απέναντι στις ΗΠΑ και είχε απωλέσει το μεγαλύτερο τμήμα του ανθρώπινου δυναμικού της καθώς και των εξοπλισμών-υποδομών της. Τα γεγονότα που ακολούθησαν στους επόμενους μήνες είναι γνωστά: τον Αύγουστο οι ΗΠΑ έπληξαν την Ιαπωνία με το νέο υπερόπλο τους, την ατομική βόμβα, προκαλώντας το θάνατο χιλιάδων αθώων και την ισοπέδωση δύο μεγαλουπόλεων. Η Ιαπωνία υπέγραψε την ταπεινωτική συνθηκολόγηση με τις ΗΠΑ στις 2 Σεπτεμβρίου 1945 στο κατάστρωμα του θωρηκτού Missouri στον κόλπο του Τόκιο.

Ο Β` Παγκόσμιος Πόλεμος είχε λήξει τόσο στην Ευρώπη, όσο και στον Ειρηνικό Ωκεανό με τρομακτικές συνέπειες για την ανθρωπότητα. Ένας ολοκληρωτικός πόλεμος περιλαμβάνει μεταξύ των θυμάτων και αμάχους. Περιλαμβάνει, επίσης, τη χρήση κάθε διαθέσιμου μέσου καθώς και τη μαζική επιστράτευση ή την γενική κινητοποίηση των πολιτών. Τα στοιχεία αυτά είναι κοινά τόσο για το μέτωπο της Ευρώπης όσο και για το αντίστοιχο του Ειρηνικού, ωστόσο η παράμετρος εκείνη, η οποία διαφοροποιεί το ένα από το άλλο είναι η ακόλουθη: στο αχανές περιβάλλον του Ειρηνικού Ωκεανού παρατηρείται ο συνδυασμός δράσης τόσο του Ναυτικού και του Στρατού Ξηράς, όσο και της Αεροπορίας στο πλαίσιο μεικτών επιχειρήσεων. Ειδικότερα, στην έναρξη της σύγκρουσης Ιαπωνίας-ΗΠΑ με αφορμή την επίθεση στο Pearl Harbor και μέχρι την έκβαση της ναυμαχίας του Midway, είμαστε μάρτυρες μιάς  αεροναυτικής επιχείρησης, ενώ, στη συνέχεια, όταν ξεκινάει η αμερικανική αντεπίθεση στο Γκουανταλκανάλ βρισκόμαστε ενώπιον συνδυασμού μεταξύ Στρατού Ξηράς και Ναυτικού. Σταδιακά στις επόμενες επιχειρήσεις μέχρι την Okinawa, παρατηρείται η συμμετοχή και των εναέριων μέσων και των ναυτικών μαζί με τον στρατό που δρα στο έδαφος. Κορύφωση του συνδυασμού αυτού, που συνιστά τομή στην στρατιωτική Ιστορία, αποτελεί η σύγκρουση στο Leyte, όπου μέσα σε διάστημα τριών ημερών διεξάγονται ταυτόχρονα αερομαχίες, ναυμαχίες, συνδυασμός αυτών καθώς και απόβαση του στρατού στις ακτές των Φιλιππίνων. Πρόκειται, συνεπώς για ένα νέο στοιχείο, που αντικατοπτρίζει και την σφοδρότητα των συγκρούσεων του συγκεκριμένου επιχειρησιακού θεάτρου.

 Καταληκτικά, δύνανται επίσης να εξαχθεί το συμπέρασμα πως οι Ιάπωνες στρατιώτες ήταν περισσότερο εξοικειωμένοι στο περιβάλλον του Ειρηνικού Ωκεανού, αφενός λόγω της προγενέστερης παρουσίας τους στην περιοχή (αρχές του 20ου αιώνα) και αφετέρου λόγω του πανομοιότυπου σχεδόν κλίματος που διαθέτει η ίδια η Ιαπωνία. Σε αντίθεση, οι Αμερικανοί κλήθηκαν να πολεμήσουν κάτω από συνθήκες πρωτόγνωρες για τους περισσότερους, αν όχι όλους, που περιλάμβαναν θερμοκρασίες άνω των 40 βαθμών Κελσίου καθώς και περιβάλλον ζούγκλας με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Επιπρόσθετα, η διαχείριση των υφάλων και των προβλημάτων που ανέκυπταν με την παλίρροια ήταν μία πρωτόγνωρη εμπειρία γι αυτούς, ενώ, αρχικά τουλάχιστον, δεν διέθεταν καμία απολύτως τεχνογνωσία σε επίπεδο αμφίβιων επιθέσεων. Ένα ακόμα συμπέρασμα, τέλος, συνιστά η διαφορετική νοοτροπία και ψυχοσύνθεση των δύο εθνών, Ιαπώνων και Αμερικανών, που αποτυπώθηκε κατά κύριο λόγο τόσο με το φαινόμενο των αποστολών, όσο και των εφορμήσεων αυτοκτονίας.

Η Αποκάλυψη και η είσοδος της Ανθρωπότητας στην πυρηνική εποχή.

 

 

Οι Επαμεινώνδας Γιαβάλκας και Ελευθέριος Αρβανίτης είναι σπουδαστές του Α΄ κύκλου .Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

WWII in Color Part 13: Victory in the Pacific

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Α΄ ΚΑΙ Β΄ ΜΕΡΟΥΣ

 

Bailey, L. Jennifer, Philippine Islands, University of Michigan, Michigan 1992.

Black, Jeremy, World War II, A Military History, Routledge, London 2003.

Dzwonchy, M. Wayne & Skates, John Ray, A Brief History of the U.S. Army in World War II: the U.S. Army Campaigns of World War II, Center of Military History, United States Army, Washington DC 1992.

Gatchel, Theodore, “The Shortest Road to Tokyo, Nimitz and the Central Pacific War”, σσ. 158-178 στο συλλογικό έργο (ed. Daniel Marston) The Pacific War Companion, From Pearl Harbor to Hiroshima, Osprey Publishing, Oxford 2005.

Goldberg, J. Harold, D-Day in the Pacific, The Battle of Saipan, Indiana University Press, Bloomington 2007.

Hane, Mikiso & Perez, G. Louis, Modern Japan, A Historical Survey, Western Press, Philadelphia 2009.

Henshall, Kenneth, A History of Japan, From Stone Age to Superpower, Palgrave Macmillan, New York 2012.

Iriye, Akira, Power and Culture, The Japanese-American War, 1941-1945, Harvard University Press, Cambridge 1981.

James, D. Clayton & Wells, Sharp, From Pearl Harbor to V-J Day, The American Forces in World War II, The American Ways Series, Chicago 1995.

MacDonald, John, Β` Παγκόσμιος Πόλεμος, οι μεγάλες μάχες, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2005.

Manchester, William, American Caesar, Douglas MacArthur 1880-1964, Back Bay Books, New York 2008.

Nalty, C. Bernard, The Pacific War, The Story of the Bitter Struggle in the Pacific Theatre of World War II, Salamander Books Limited, London 1999,

Newell, R. Clayton, Central Pacific, University of Michigan, Michigan 1992.

Robert Anderson, Charles, Western Pacific, University of Michigan, Michigan 1994.

Roehrs, D. Mark & Renzi, A. William, World War II in the Pacific, Routledge, New York 2004.

Stephen, J. Lofgren, Southern Philippines, U.S. Army Center of Military History, Washington DC 1996.

Toland, John, The Rising Sun, The Decline and the Fall of the Japanese Empire, 1936-1945, Modern Library Paperback Edition, New York 2003.

Who`s Who in World War II, Routledge, London 1995.

Wright, Derrick, Pacific Victory. Tarawa to Okinawa 1943-1945, Sutton Publishing Press, Cambridge 1981.

Wright, Derrick, Iwo Jima 1945, The Marines Raise the Flag on Mount Suribashi, Osprey Military Publishing, Oxford 2001.

http://www.history.com

http://britannica.com

 

Παραπομπές

[1]Γύρω από τις αεροπορικές βάσεις στα νησιά των Μαριάνων είχαν δημιουργηθεί μικρές πόλεις με μαγαζιά, τράπεζες, ταχυδρομεία, κινηματογράφους καθώς και άλλες ποικίλες υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση του προσωπικού και για την ψυχαγωγία των στρατιωτών. Βλ. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 149.

[2]Roehrs & Renzi, ο.π., σσ. 200-201. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 149.

[3]Ο Στρατηγός Tadamichi Kuribayashi διορίστηκε τον Ιούνιο του 1944 διοικητής της Iwo Jima. Με την 109η μεραρχία δημιούργησε σύστημα λαβυρίνθων και οχυρώσεων σε όλο το νησί. Ο ίδιος και η φρουρά του βομβαρδίζονταν συνεχόμενα ήδη από το 1944, ενώ είναι αξιοσημείωτο πως είχε ζήσει για 3 χρόνια στις ΗΠΑ και γνώριζε τη βιομηχανική δύναμή τους. Ένα από τα τελευταία του μηνύματα ήταν το εξής: “Have not eaten or drunk for five days. But fighting spirit is running high. We are going to fight bravely to the last moment!”. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 94.

[4]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 153, 157.

[5]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 160-165, 169-172. Derrick Wright, Iwo Jima 1945, The Marines Raise the Flag on Mount Suribashi, Osprey Military Publishing, Oxford 2001, σσ. 41-43.

[6]Λίγες ημέρες μετά ο Rosenthal κλήθηκε πίσω στις ΗΠΑ, όπου έγινε διάσημος, έλαβε αύξηση στο μισθό του, του απενεμήθη βραβείο Pulitzer, ενώ συναντήθηκε και με τον Πρόεδρο Harry Truman. Μέσα στα επόμενα χρόνια ο Rosenthal κατηγορήθηκε ότι η φωτογραφία ήταν στημένη, ενώ αμφισβητήθηκε ακόμα και το γεγονός πως ο ίδιος την τράβηξε. Σε συνέντευξή του μετά τον πόλεμο, ο Rosenthal τόνισε πως δεν είχε την παραμική σημασία αν ήταν στημένη ή όχι καθώς και αν την τράβηξε ο ίδιος. Η πιό χαρακτηριστική και σημαντική του φράση ήταν η εξής: “America’s fighting men had to die on that island and on other islands, and off the shore, and in the air. What difference does it make who took the picture? I took it, but the Marines took Iwo Jima”. Βλ. Wright, Iwo Jima, ό.π., σ. 84.

[7]Wright, Iwo Jima, ό.π., σσ. 83-84.

[8]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 176, 181. James & Wells, ό.π., σσ. 168-172.

[9]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 182-185.

[10]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 187, 190-194, 196.

[11]Wright, Iwo Jima, ό.π., σ. 77.

[12]Ο Στρατηγός Mitsuru Ushijima ήταν πρώην διοικητής της Στρατιωτικής Ιαπωνικής Ακαδημίας και ορίστηκε ως διοικητής της Okinawa στα τέλη του 1944. Δημιούργησε εξαιρετικό σύστημα οχυρώσεων εκμεταλλευόμενος άριστα το έδαφος του νησιού, ενώ προέβλεψε ορθώς το αμερικανικό σχέδιο απόβασης. Κατόρθωσε να δημιουργήσει στρατό 120.000 ανδρών στρατολογώντας ντόπιους κατοίκους όλων των ηλικιών. Αυτοκτόνησε στις 21 Ιουνίου 1945 όταν η μάχη είχε πλέον κριθεί. Βλ. Who`s Who, ό.π., σσ. 164-165.

[13]Ο ναύαρχος Richmond Kelly Turner ή αλλιώς “Crazy Turner” διορίστηκε διοικητής της Αμφίβιας Δύναμης του Νότιου Ειρηνικού Ωκεανού (TF62). Πρώτη του επιχείρηση αποτέλεσε η απόβαση στο Γκουανταλκανάλ στις 7 Αυγούστου 1942, ενώ συμμετείχε στη συνέχεια στις επιχειρήσεις για το νησί της New Georgia καθώς είχε προσβληθεί από ελονοσία. Διήυθυνε την απόβαση στα Νησιά Gilbert και το 1944 μεταφέρθηκε στον τομέα του Κεντρικού Ειρηνικού Ωκεανού. Συμμετείχε τέλος και στις επιχειρήσεις στα Νησιά Marshall και στην Iwo Jima. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 162.

[14]Roehrs & Renzi, ό.π., σσ. 203-205. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 200. John MacDonald, Β` Παγκόσμιος Πόλεμος, οι μεγάλες μάχες, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2005, σ. 180.

[15]MacDonald, ό.π., σ. 181.

[16]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 204, 206. MacDonald, ό.π., σ. 182. «Ατσαλένιος Τυφώνας: Η μάχη της Οκινάουα», Καθημερινή, 5.6.2011.

[17]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 208-209. McDonald, ό.π., σ. 184.

[18]Roehrs & Renzi, ό.π., σ. 208. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σ. 226. Wayne M. Dzwonchyk & John Ray Skates, A Brief History of the U.S. Army in World War II: the U.S. Army Campaigns of World War II, Center of Military History, United States Army, Washington DC 1992, σ. 43. «Το Τέμενος του Θεού Στρατιώτη», Εφημερίδα των Συντακτών, 31.7.2016.

[19]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 211-216. MacDonald, ό.π., σ. 184. James & Wells, ό.π., σσ. 173-178.

[20]Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 218-220, 223-225. MacDonald, ό.π., σ. 186.

Ελευθέριος Αρβανίτης – Επαμεινώνδας Γιαβάλκας: Η τελευταία φάση του πολέμου στο Μέτωπο του Ειρηνικού (1944-1945) Μέρος Α΄: Η  ναυμαχία του Leyte και η απελευθέρωση των Φιλιππινών

Ελευθέριος  Αρβανίτης Επαμεινώνδας Γιαβάλκας 

 Η τελευταία φάση του πολέμου στο Μέτωπο του Ειρηνικού (1944-1945)

Μέρος Α΄: Η  ναυμαχία του Leyte και η απελευθέρωση των Φιλιππινών

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Η επίσημη έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εντοπίζεται χρονολογικά τον Σεπτέμβριο του 1939 με την γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις στο μέτωπο του Ειρηνικού Ωκεανού, στο οποίο ενεπλάκησαν σχεδόν αποκλειστικά Αμερικανοί και Ιάπωνες, ξεκίνησαν περίπου δύο χρόνια αργότερα. Μετά την κατάρρευση της Γαλλίας και της Ολλανδίας η Ιαπωνία εκμεταλλεύτηκε το γεγονός για να επεκταθεί στην Ινδοκίνα και στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, με αποτέλεσμα οι ΗΠΑ να επιβάλλουν εμπάργκο στην Ιαπωνία ως προς τις πωλήσεις μεταχειρισμένου σιδήρου. Η ιαπωνική απάντηση δεν άργησε να έρθει: στις 27 Σεπτεμβρίου 1940 ο πρέσβης της Ιαπωνίας στο Βερολίνο, Saburo Kurusu, υπέγραψε τη συμφωνία προσχώρησης της χώρας του στον Άξονα, παρόλο που ο ίδιος διαφωνούσε έντονα. Οι ΗΠΑ προέβησαν τότε στην επιβολή εμπάργκο και στο πετρέλαιο, ψηφίστηκε το πάγωμα όλων των ιαπωνικών καταθέσεων στη χώρα και ο Πρόεδρος Roosevelt απαίτησε την άμεση αποχώρηση των ιαπωνικών στρατευμάτων από την Ινδοκίνα και από την Κίνα.

Στις 7 Δεκεμβρίου 1941, η Ιαπωνία, δίχως να προβεί σε επίσημη κήρυξη πολέμου, εξαπέλυσε εναέρια επίθεση κατά του ελλιμενισμένου στο Pearl Harbor της Χαβάης αμερικανικού  στόλου του Ειρηνικού. Επρόκειτο περί κατάφωρης παραβίασης του Διεθνούς Δικαίου και επέφερε την κήρυξη πολέμου από τις ΗΠΑ την επομένη. Μάλιστα, ο Roosevelt έκανε λόγο στο Κογκρέσο για πλήρη ατίμωση της χώρας. Κατόπιν τούτου άρχισαν οι πολεμικές δραστηριότητες στον Ειρηνικό Ωκεανό, οι οποίες έμελλαν να διαρκέσουν έως το καλοκαίρι του 1945. Το πρώτο εξάμηνο του 1942, ο ιαπωνικός επεκτατισμός αποδείχθηκε διαρκής και αλματώδης, με αποτέλεσμα τον Φεβρουάριο ο Roosevelt να διατάξει τον Douglas MacArthur να αποχωρήσει από τις Φιλιππίνες (κτήση των ΗΠΑ από τον πόλεμο του 1898 κατά της Ισπανίας) με τον Αμερικανό Στρατηγό να λέει την περίφημη φράση “I shall return”.[1] Εν συνεχεία, η Ιαπωνία κατέλαβε κατά σειρά το Βόρνεο και τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες στα νοτιοδυτικά των Φιλιππίνων, τη Νέα Γουινέα, τα Νησιά Σολομώντα και τα Νησιά Gilbert. Η ιαπωνική υπεροχή στο πρώτο ήμισυ του 1942 ήταν εμφανής και μετουσιώθηκε σε μία εκτενή αμυντική περίμετρο, που περιέκλειε τις παραπάνω περιοχές. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ επεδίωκαν μία μεγάλη νίκη και την πέτυχαν στην ναυμαχία του Midway στις 4-7 Ιουνίου 1942. Ο ναύαρχος Chester Nimitz, ανώτατος διοικητής του Θεάτρου Επιχειρήσεων του Ειρηνικού, τόνιζε επίμονα πως εάν το αποτέλεσμα της ναυμαχίας ήταν αρνητικό τότε η Χαβάη καθώς και οι δυτικές ακτές των ΗΠΑ θα έμεναν εντελώς ακάλυπτες, δεδομένου πως το Midway βρίσκεται στο μέσον του Ειρηνικού Ωκεανού.

Η αρχή της αμερικανικής αντεπίθεσης στο μέτωπο του Ειρηνικού τοποθετείται στις 7 Αυγούστου 1942, με τις επιχειρήσεις στο Γκουανταλκανάλ, το νοτιότερο νησί των Νήσων του Σολομώντα. Οι επιθετικές ενέργειες ολοκληρώθηκαν στις 9 Φεβρουαρίου 1943, όταν το νησί τέθηκε εξολοκλήρου υπό αμερικανικό έλεγχο.[2]

Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν στα Νησιά του Σολομώντα, τη Νέα Βρετανία και τη Νέα Γουινέα, ενώ στη συνέχεια τέθηκαν σε ισχύ τα δύο θεμελιώδη επιχειρησιακά σχέδια του αμερικανικού επιτελείου, τα οποία διεκπεραίωσαν οι Chester Nimitz και Douglas MacArthur και περιλάμβαναν από τον ανατολικό τομέα του μετώπου τα Νησιά Gilbert, τα Νησιά Marshall και τις Μαριάνες και αντίστοιχα από τον νότιο τομέα, τη Νέα Γουινέα και τις Φιλιππίνες, το όνειρο του MacArthur. Στόχος του παρόντος πονήματος είναι η παρουσίαση των επιχειρήσεων ανακατάληψης των Φιλιππίνων, της Iwo Jima και της Okinawa. Καταληκτικά, τα προβλήματα όσον αφορά τη γεωγραφία του Ειρηνικού Ωκεανού, τον χρονολογικό καταμερισμό των γεγονότων και των αμέτρητων ονομάτων-τοπωνυμίων υπερκεράστηκαν χάρη στο ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τόσο η περιοχή, όσο και τα ίδια τα γεγονότα και οι εξελίξεις που θα αναφερθούν.

Η ανακατάληψη του Ειρηνικού και η πορεία προς τις Ιαπωνικές Νήσους.

  

Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΤΟΥ MAC ARTHUR

 Η ΑΝΑΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΙΝΩΝ

 

 1) Οι προκαταρκτικές επιχειρήσεις και το τίμημα των Palaus

Η απόφαση για την έναρξη επιχειρήσεων κατά των Φιλιππίνων, είχε ήδη ληφθεί από τις ΗΠΑ και ο Nimitz ήταν έτοιμος να προχωρήσει στους προκαταρκτικούς βομβαρδισμούς. Πιο συγκεκριμένα, τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1944 διέταξε αεροπορικούς βομβαρδισμούς στα νησιά Borin, Yap, Palaus και Mindanao. Μετά το πέρας αυτών, διαπιστώθηκε πως κανένα από τα παραπάνω νησιά δεν διέθετε ισχυρή φρουρά και οχύρωση, γεγονός που οδήγησε τον MacArthur στην απόφαση για παράκαμψη της νοτιότερης μεγάλης νήσου των Φιλιππίνων, του Mindanao. Ωστόσο, για παν ενδεχόμενο, ο Nimitz διατάχθηκε να κινηθεί κατά του συμπλέγματος νησιών του Palaus, ανατολικά των Φιλιππίνων, ως κάλυψη στον MacArthur, ο οποίος θα εκκαθάριζε αρχικά το Βόρνεο στα δυτικά. Η επιχείρηση έλαβε την κωδική ονομασία “Stalemate”.

Τo συγκρότημα Palaus βρίσκεται ανατολικά των Φιλιππίνων στον δυτικό Ειρηνικό Ωκεανό, στο Αρχιπέλαγος των Καρολίνων νήσων και περιλαμβάνει 200 νησάκια. Αποτέλεσαν Ισπανική αποικία κατά τον Μεσαίωνα, ενώ το 1899 πουλήθηκαν στους Γερμανούς. Μεταπολεμικά  τα Palaus ανήκαν στις ΗΠΑ μέχρι το 1994, οπότε κηρύχθηκε η ανεξαρτησία τους. Έκτοτε, βρίσκονται σε στενότατη οικονομική συνεργασία με τις πρώτες. Μεγαλύτερα νησιά είναι το Angaur, το Babeldaop, το Peleliu και το Kokor. Στόχος των Αμερικανών ήταν αφενός το Peleliu-Angaur και αφετέρου τα νησάκια Yap και Ulithi, τα οποία βρίσκονται στα βορειοδυτικά του των νησιών του Palaus. Σήμερα όλα τα παραπάνω ανήκουν στην Ομοσπονδία της Μικρονησίας. Αρχικά, η επιχείρηση χωρίστηκε σε δύο σκέλη, ενώ στη συνέχεια άρχισαν οι προκαταρκτικοί εναέριοι και ναυτικοί βομβαρδισμοί.

Ο πρωθυπουργός Tojo διέταξε τον Ιάπωνα διοικητή του Peleliu, Inoue, να αντισταθεί μέχρι θανάτου, ενώ έγινε στους πάντες κατανοητό πως δεν υπήρχε επιστροφή από εκεί. Το Peleliu είναι ένα δασώδες νησί με πυκνή βλάστηση και με δύο υψώματα, ενώ διέθετε και δύο αεροπορικές βάσεις. Οι βομβαρδισμοί στις 12-15 Σεπτεμβρίου 1944 διέλυσαν τις εγκαταστάσεις του νησιού καθώς και την πρώτη αεροπορική βάση, η οποία βρισκόταν κοντά στην ακτή όπου θα διεξαγόταν η απόβαση. Την ημέρα εκείνη όμως οι Ιάπωνες από το ύψωμα του Umurbrogol «γάζωσαν» κυριολεκτικά τους πεζοναύτες που επιχειρούσαν, με συνέπεια να χαθούν πολλά “Higgins boats” (αποβατικά σκάφη) καθώς και άρματα μάχης Sherman. Eκτός αυτών, καταστράφηκαν και οι επικοινωνίες των Αμερικανών. Μάλιστα, κατά τις πρώτες τέσσερις ημέρες 1.236 πεζοναύτες βρήκαν το θάνατο εξαιτίας του Umurbogol. Εχθρός τους ήταν επίσης και ο καιρός καθώς επικρατούσαν θερμοκρασίες της τάξεως των 40.5 βαθμών Κελσίου, ενώ δεν υπήρχε αρκετό νερό για τους στρατιώτες, με αποτέλεσμα να επέλθει ταχύτατα κόπωση και εξάντληση. Πολλοί ήταν ήδη τραυματισμένοι, άλλοι υπέφεραν από αφυδάτωση, ενώ το νερό που στάλθηκε από τα πολεμικά πλοία είχε μολυνθεί με πετρέλαιο, με συνέπεια οι μισοί σχεδόν Αμερικανοί που είχαν αποβιβαστεί να υποφέρουν κυριολεκτικά από διάρροιες, εμετούς και πόνους στο στομάχι. Μετά από οκτώ ημέρες, στις 23 Σεπτεμβρίου 1944, η ιαπωνική γραμμή παραβιάστηκε και οι Ιάπωνες απομονώθηκαν στο δεύτερο ύψωμα του νησιού. Μετά από έναν ολόκληρο μήνα άγριων συγκρούσεων στο περιβάλλον ζούγκλας του νησιού, το αμερικανικό επιτελείο αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει στην πρώτη γραμμή της μάχης τους μάγειρες και τους εργάτες των πλυντηρίων, προκειμένου να διατηρηθεί η πίεση και να διασπαστεί η  εχθρική άμυνα.[3]

Στο δεύτερο ύψωμα στο άλλο άκρο του Peleliu, η καταρρακτώδης βροχή (βρισκόμαστε στον Σεπτέμβριο ακόμη) επιβράδυνε και τους δύο εμπλεκόμενους, με αποτέλεσμα οι στρατιώτες να κολλήσουν στη λάσπη και αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν εκτός των όπλων τους, πέτρες, μαχαίρια ακόμα και τις ίδιες τους τις γροθιές. Πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό πως το 1ο Σύνταγμα Πεζοναυτών είχε υποστεί τις μεγαλύτερες απώλειες στην Ιστορία του σώματος  και για να ανακουφιστεί αποφασίστηκε η άμεση απόσυρσή του από το πεδίο της μάχης. Οι Ιάπωνες εφάρμοσαν μία εντελώς νέα τακτκή άμυνας: περιχαρακώθηκαν πολύ καλά στα οχυρωμένα υψώματα του νησιού και αμύνονταν μέχρι θανάτου, αντί να επιχειρήσουν τις γνωστές εφορμήσεις αυτοκτονίας. Η τακτική αυτή θα τελειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό, όπως θα δούμε αργότερα, στην Iwo Jima και στην Okinawa. Η τακτική αυτή είχε επίσης ως συνέπεια οι Αμερικανοί να προβούν στη χρήση φλογοβόλων και αντιαρματικών όπλων, προκειμένου να αναγκάσουν τους Ιάπωνες να εξέλθουν από τα κρυσφήγετά τους. Αξίζει, επιπρόσθετα, να αναφέρουμε το γεγονός πως κατά τη διάρκεια της νύχτας τα αμερικανικά αεροπλάνα ψέκαζαν το νησί με DDT για την καταπολέμηση των κουνουπιών με τους Ιάπωνες να τα υποδέχονται με ενθουσιασμό και χαρά και φυσικά να τα αφήνουν να ολοκληρώνουν τους ψεκασμούς. Στις 17 Οκτωβρίου 1944 το Peleliu ήταν σε αμερικανικά χέρια, οι τελευταίοι Ιάπωνες αυτοκτόνησαν, ενώ ο τελευταίος που επέζησε επέστρεψε στην Ιαπωνία ως εθνικός ήρωας το 1954. Τις μέρες εκείνες ένα τάγμα πεζοναυτών με μία επιχείρηση άριστου σχεδιασμού και υποδειγματικής εκτέλεσης εξόντωσε την φρουρά των 500 Ιαπώνων του Ngesebns, το οποίο ήταν ένα μικρό νησάκι στα βόρεια. Η φρουρά του Peleliu δεν ήταν ικανή να απειλήσει την προώθηση του MacArthur προς το Mindanao ή τις Κεντρικές Φιλιππίνες καθώς το νησί και γενικά όλο το σύμπλεγμα είχε βομβαρδιστεί και αποδυναμωθεί ήδη από τον Μάρτιο του 1944.[4]

Μακάβρια προειδοποίηση κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στο Peleliu.

 Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της πρώτης επιχείρησης, η κατάληψη του Angaur θα απέτρεπε την αποστολή ιαπωνικών ενισχύσεων στο Peleliu και αντίστροφα θα επέτρεπε στους Αμερικανούς να εγκαταστήσουν αεροπορική βάση. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1944 το Angaur βομβαρδίστηκε με τους 1.400 Ιάπωνες να βρίσκονται οχυρωμένοι στο λόφο του νησιού επί έναν ολόκληρο μήνα. Τελικά, στις 22 Οκτωβρίου, η αντίστασή τους κάμφθηκε, οι Αμερικανοί είχαν 260 νεκρούς και 1.354 τραυματίες, ενώ από τους 1.400 Ιάπωνες επιβίωσαν μόνο 59, οι οποίοι και αιχμαλωτίστηκαν. Η αεροπορική βάση που κατασκευάστηκε χρησιμοποιήθηκε για την υποστήριξη του MacArthur στις Φιλιππίνες αργότερα. Η δεύτερη επιχείρηση περιλάμβανε τους κοραλλιογενείς ύφαλους του Yap και Ulithi που βρίσκονταν δυτικά του συμπλέγματος Palaus. Οι Αμερικανοί προτίμησαν να βομβαρδίσουν απλώς τα μικρά νησάκια του υφάλου του Ulithi και να αποβιβαστούν μόνο στο Yap, όπου και εξόντωσαν γρήγορα την ελάχιστη ιαπωνική φρουρά. Η δεύτερη αυτή επιχείρηση στην περιοχή ήταν και η πιο εύκολη, σε αντίθεση με την πρώτη που βάφτηκε με το αίμα των πεζοναυτών.[5]

Μεταπολεμικά, ο ναύαρχος Nimitz παραδέχτηκε πως η όλη επιχείρηση στα νησιά Palaus ήταν ένα μεγάλο λάθος, που κόστισε εντελώς αναίτια τη ζωή τόσων πεζοναυτών. Συνολικά το 50% των δυνάμεων που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις στα Palaus έχασαν τη ζωή τους! Φυσικά οι αντιδράσεις στις ΗΠΑ ήταν σφοδρές καθώς η επιχείρηση επικεντρώθηκε σε ένα δευτερεύοντα στόχο, που δεν διέθετε την παραμικρή στρατηγική σημασία. Ως υπαίτιος της επιχείρησης στο Peleliu, όπου οι πεζοναύτες γνώρισαν τι μεγαλύτερες απώλειες, υποδείχθηκε ο διοικητής Rupertus, ο οποίος ήταν αντιπαθητικός τόσο στους στρατιώτες του, όσο και στους λοιπούς αξιωματικούς. Πέθανε πρόωρα, εξαιτίας των ψυχολογικών προβλημάτων που αποκόμισε από την επιχείρηση στο Peleliu και τα οποία τον βασάνιζαν διαρκώς.

 

2) Η ναυμαχία του Κόλπου του Leyte

Μετά τη διασφάλιση των νησιών του συμπλέγματος του Palaus είχε έρθει η ώρα του Douglas MacArthur να πραγματοποιήσει το πολυπόθητο όνειρό του. Ο Αμερικανός Στρατηγός επιδόθηκε σε έναν πόλεμο προπαγάνδας με προκηρύξεις, αποκαλύπτοντας την τοποθεσία, όπου θα επιχειρούσε την απόβαση. Πριν από αυτό είχε ήδη αποφασιστεί η παράκαμψη του Mindanao στα νότια των Φιλιππίνων καθώς διέθετε ανίσχυρη φρουρά, γεγονός που το καθιστούσε ακίνδυνο. Η απόβαση θα διεξαγόταν στον κόλπο του Leyte, ο οποίος βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του ομώνυμου νησιού. Αξίζει επίσης να αναφέρουμε πως οι Φιλιππίνες διαθέτουν συνολικά  περίπου 7.017 νησιά σε μία έκταση 300.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ενώ έλαβαν το όνομά τους από τον βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Β`.

Η επάνοδος του Douglas Mac Arthur στις Φιλιππίνες (20 Οκτωβρίου 1944).

Αρχικά, τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1944 ο Τρίτος Αμερικανικός Στόλος του αντιναυάρχου Halsey[6] εξαπέλυσε αεροπορικές επιθέσεις κατά των Φιλιππίνων, της Formosa και της αλυσίδας των Ryukyus (Okinawa) με αποτέλεσμα την καταστροφή σχεδόν όλων των τοπικών αεροπορικών δυνάμεων που περιλάμβαναν περίπου 1.200 αεροσκάφη. Επιπρόσθετα, τα αμερικανικά υποβρύχια βύθισαν σημαντικό αριθμό ιαπωνικών τάνκερ που είχε ως συνέπεια την μη λειτουργία του ιαπωνικού στόλου ως ενιαίου εξαιτίας της επιδείνωσης του προβλήματος της έλλειψης καυσίμων. Έτσι, ο ναύαρχος Toyoda κράτησε πολλά αεροπλανοφόρα (όσα του είχαν απομείνει) αγκυροβολημένα στα λιμάνια της μητροπολιτικής Ιαπωνίας. Η απόβαση ανατέθηκε στον ναύαρχο Kinkaid[7] που είχε υπό τις διαταγές του τον Έβδομο Αμερικανικό Στόλο και υπαγόταν στον MacArthur, ενώ ο Τρίτος Στόλος του Halsey που τελούσε υπό τις διαταγές του Nimitz, ανέλαβε το έργο της φύλαξης του κόλπου του Leyte σε περίπτωση ιαπωνικής ναυτικής επίθεσης. Το γεγονός αυτό δημιούργησε μία ασυνεννοησία μεταξύ των δύο αντιναυάρχων, ειδικά αν σκεφτούμε πως MacArthur και Nimitz ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλο. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, ο Toyoda, προσκολλημένος στο δόγμα της μίας και μόνο καθοριστικής μάχης, αποφάσισε την αποστολή μεγάλου τμήματος του στόλου στις Φιλιππίνες, παρόλο που στερούνταν όχι μόνο καυσίμων, αλλά και αξιόμαχων και έμπειρων πιλότων.

Η απόβαση των δυνάμεων του MacArthur ξεκίνησε στις 20 Οκτωβρίου 1944 στις ακτές του Leyte, υπό την υποστήριξη του στόλου. Ακριβώς τότε τέθηκε σε εφαρμογή και η ιαπωνική επιχείρηση “So-Go 1” (επιχείρηση-νίκη 1), η οποία προέβλεπε τη σύγκλιση τεσσάρων στόλων από τα νότια, τα βόρεια και τα δυτικά στον κόλπο του Leyte με στόχο την εξουδετέρωση της αμερικανικής απόβασης. Η κεντρική δύναμη τελούσε υπό τον ναύαρχο Ozawa και ο υπόλοιπος στόλος χωρίστηκε σε επιμέρους δυνάμεις υπό τους Kurita, Soji και Kiyohide. Πρόκειται για ένα σαφώς τολμηρό και ριψοκίνδυνο σχέδιο, δεδομένου του ό,τι ο ιαπωνικός στόλος δεν ήταν ενιαίος. Επρόκειτο ξεκάθαρα για το τελευταίο χαρτί της Ιαπωνίας στον πόλεμο αυτό.

Η περίφημη ναυμαχία του Leyte διήρκεσε από τις 23 μέχρι τις 25 Οκτωβρίου 1944 και κάλυψε μία έκταση περίπου 100.000 τετραγωνικών μιλίων. Αρχικά, στις 23 Οκτωβρίου, ο αντιναύαρχος Takeo Kurita[8] που διέθετε τις ισχυρότερες δυνάμεις, ερχόμενος από την Σιγκαπούρη κινήθηκε προς τη θάλασσα του Sibuyan, όπου ενεπλάκη με τον Τρίτο Αμερικανικό Στόλο. Ο Ιάπωνας διοικητής διέθετε τα δύο υπερπλοία της εποχής, τα θωρηκτά Musashi και Yamato[9], 12 καταδρομικά και 15 αντιτορπιλικά. Τα αμερικανικά υποβρύχια Darter και Dace κατόρθωσαν να βυθίσουν το ένα εκ των δύο θωρηκτών, το Musashi, δύο καταδρομικά (το Maya και την ναυαρχίδα του Kurita το Atago από την οποία εξήλθε ζωντανός), ένα αντιτορπιλικό και να προκαλέσουν ανεπανόρθωτες ζημιές σε πολλά από τα υπόλοιπα πλοία. Ως συνέπεια αυτών των γεγονότων ο Kurita έκανε νέα ναυαρχίδα του το Yamato και αναγκάστηκε να αποσυρθεί για να περισώσει τον υπόλοιπο στόλο. Παράλληλα, τα ιαπωνικά αεροσκάφη προσπάθησαν από χερσαίες βάσεις να πλήξουν, ως απάντηση, τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα του Τρίτου Στόλου.

Η ναυμαχία του Leyte.

Τη δεύτερη ημέρα της ναυμαχίας, στις 24 Οκτωβρίου, οι ιαπωνικές δυνάμεις από το νότο υπό τους αντιναυάρχους Nishimura Soji και Shima Kiyohide πλησίασαν το στενό Surigao με σκοπό να φτάσουν στον κόλπο του Leyte. Επικράτησε όμως ασυνεννοησία μεταξύ τόσο των δύο στόλων που προπορεύονταν, όσο και μεταξύ των δύο στόλων του Kurita που είχε ήδη δεχθεί ισχυρό πλήγμα την προηγούμενη ημέρα. Από την άλλη πλευρά ο αντιναύαρχος Oldendorf που είχε εφοδιαστεί με το σύνολο σχεδόν της δύναμης κρούσης του Έβδομου Αμερικανικού Στόλου, οχύρωσε εξαιρετικά το στενό παρατάσσοντας τα πλοία το ένα δίπλα στο άλλο, δημιουργώντας, με τον τρόπο αυτό, ένα πραγματικό φράγμα. Τα πλοία των Soji και Kiyohide παρατάχθηκαν το ένα πίσω από το άλλο καθώς το στενό Surigao δεν ευνοεί τον επιτιθέμενο, με αποτέλεσμα η ανάσχεσή τους να είναι εύκολη.  Βυθίστηκαν δύο θωρηκτά, τρία καταδρομικά και τέσσερα αντιτορπιλικά. Στη μάχη αυτή τέθηκαν αντιμέτωπα για πρώτη φορά μεταξύ τους θωρηκτά πλοία, αν και τα αντιτορπιλικά διαδραμάτισαν σπουδαιότερο ρόλο. Οι στόλοι των Soji και Kiyohide αποσύρθηκαν οριστικά από τη ναυμαχία.

 Παράλληλα, ο ναύαρχος Halsey έχοντας αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την κάθοδο του ναύαρχου Ozawa από το Βορρά προς τον κόλπο του Leyte επεδίωξε την εμπλοκή. Καθώς ήταν γνωστός για τον παρορμητισμό του, έπεσε στην παγίδα των Ιαπώνων, οι οποίοι έστειλαν μόνο λίγα αεροπλανοφόρα για να απομακρύνουν τον Τρίτο Αμερικανικό Στόλο από τις ακτές της απόβασης. Ο Halsey έπεσε στην παγίδα και κινήθηκε βόρεια, αφήνοντας τις αποβατικές δυνάμεις του κόλπου του Leyte εντελώς ακάλυπτες. Ο Kurita κινήθηκε στις 25 Οκτωβρίου προς το Leyte μέσω των στενών του San Bernadino, με αποτέλεσμα να βρεθεί μόλις 25 ναυτικά μίλια από τις ακτές που είχε διεξαχθεί η απόβαση των Αμερικανών. Ωστόσο, δεν γνώριζε πως ο Halsey είχε απομακρυνθεί από το σημείο και έτσι όταν συνάντησε αμερικανικά πλοία θορυβήθηκε, έχοντας ακόμα νωπή την ανάμνηση της βύθισης της ναυαρχίδας του Atago μόλις δύο ημέρες νωρίτερα. Τη στιγμή που ο Kurita έφτανε σε απόσταση αναπνοής από τις ακτές, έλαβαν χώρα δύο σημαντικές αεροναυμαχίες. Η πρώτη διεξήχθη ανατολικά του ακρωτηρίου του Engano της νήσου Luzon, όπου τα αμερικανικά αεροσκάφη του Τρίτου Στόλου έπληξαν τα αεροπλανοφόρα του Ozawa, τον οποίο καταδίωκαν. Το αποτέλεσμα ήταν η βύθιση ενός αεροπλανοφόρου, τριών ελαφρών αεροπλανοφόρων, δύο αντιτορπιλικών και η πρόκληση πολλών ζημιών. Η δεύτερη διεξήχθη ανατολικά του νησιού Samar μεταξύ των δυνάμεων του Kurita και των  αμερικανικών αεροπλανοφόρων συνοδείας που προστάτευαν την απόβαση. Όταν ο Ιάπωνας αντίκρυσε τα αμερικανικά πλοία ταράχτηκε, όπως ήδη αναφέρθηκε, και σε αυτό συνέβαλαν δύο γεγονότα: αρχικά δέχτηκε το μήνυμα των Soji και Kiyohide που ανέφερε την απόσυρσή τους από τη μάχη και εν συνεχεία υπέκλεψε αμερικανικό μήνυμα που αφορούσε έκκληση προς τον Halsey για αποστολή ενισχύσεων. Συνεπώς, με δεδομένο πως ο Kurita δεν γνώριζε ότι ο Τρίτος Αμερικανικός Στόλος του Halsey ήταν μακριά, ήταν απολύτως λογικό να φοβηθεί μία ενδεχόμενη περικύκλωση στον κόλπο του Leyte. Βέβαια το ίδιο μακριά (στο Surigao) ήταν και η κύρια δύναμη του Έβδομου Αμερικανικού Στόλου. Ο Kurita μη γνωρίζοντας τα παραπάνω, αποφάσισε να αποσυρθεί βιαστικά, χάνοντας την ευκαιρία να πλήξει τους Αμερικανούς. Τα λάθη αυτά καταλογίζονται αποκλειστικά στον αντιναύαρχο Halsey, τον οποίο ο Nimitz επέπληξε εντονότατα για τις επιλογές του στη διάρκεια της ναυμαχίας. Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε πως μία ώρα μετά την αποχώρηση του Kurita σημειώθηκαν οι πρώτες επιθέσεις καμικάζι για τις οποίες θα γίνει εκτενής αναφορά παρακάτω και πως οι Αμερικανοί χρειάστηκαν δύο μήνες, μέχρι τα Χριστούγεννα του 1944, για να καταλάβουν ολόκληρο το νησί του Leyte.

Η ναυμαχία του Κόλπου του Leyte θεωρείται από πολλούς ως μία από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη, στην Ιστορία καθώς ενεπλάκησαν περίπου 190.000 ναύτες (143.000 Αμερικανοί και 43.000 Ιάπωνες) και 282 πλοία. Πρόκειται για μία συμπλοκή, η οποία περιλάμβανε αερομαχίες, αεροναυμαχίες και ναυμαχίες, ενώ παράλληλα ο στρατός ξηράς είχε αποβιβαστεί στις ακτές του κόλπου του Leyte. Οι ΗΠΑ έχασαν συνολικά 6 πλοία, 200 περίπου μαχητικά και 2.200 άνδρες, ενώ η Ιαπωνία 25 πλοία (μαζί με το Musashi), 500 περίπου μαχητικά και άνω των 10.000 ανδρών. Το Ιαπωνικό Ναυτικό αχρηστεύτηκε εντελώς μετά από τη ναυμαχία και πλέον ήταν εντελώς ανίσχυρο.[10] Σήμερα υπάρχει μνημείο μεγάλων διαστάσεων που κοσμεί την παραλία της απόβασης, το οποίο αναπαριστά των MacArthur κατά τη στιγμή αυτή, ενώ γνωστή είναι και η στημένη φωτογραφία της απόβασης το 1944. Επιπλέον, υπάρχει ολόκληρο Μemorial Park, ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις με το όνομα του Αμερικανού Στρατηγού, ενώ ολόκληρη η περιοχή φέρει το όνομα “MacArthur”.

Οι ναύαρχοι Takeo Kurita και William Halsey.

 

3) Luzon και Νότιες Φιλιππίνες

Με την κατάληψη του Leyte τα Χριστούγεννα του 1944 ο MacArthur διέσπασε τις ιαπωνικές δυνάμεις στα δύο. Επόμενος στόχος του Αμερικανού αποτελούσε το νησί του Luzon και η πρωτεύουσα Manila, από όπου είχε εκδιωχθεί τον Φεβρουάριο του 1942. Τo Luzon έχει έκταση 109.965 τετραγωνικά χιλιόμετρα γεγονός που το καθιστά το μεγαλύτερο νησί των Φιλιππίνων και το 15ο παγκοσμίως. Την άμυνά του ανέλαβε ο Στρατηγός Yamashita, ο οποίος διέθετε 250.000 άνδρες, τους οποίους οι ντόπιοι κάτοικοι αντιμετώπιζαν ως κατακτητές.

Ο MacArthur αποφάσισε να ακολουθήσει την ίδια διαδρομή, την οποία είχε ακολουθήσει οι Ιάπωνες το 1942 όταν τον εκδίωξαν, δηλαδή να αποβιβαστεί βόρεια από τον κόλπο του Lingayen. Αντίθετα, ο Ιάπωνας διοικητής του Luzon αποφάσισε να αποσυρθεί στην πόλη Baguio και να υπερασπιστεί τις αεροπορικές βάσεις και τα βουνά που βρίσκονταν στα ανατολικά. Η απόσυρσή του μακριά από τα πεδία των μαχών στοίχισε στους Ιάπωνες καθώς επικράτησε ασυνεννοησία γεγονός, το οποίο τους κόστισε ακριβά. Στις 9 Ιανουαρίου 1945, οι αμερικανικές δυνάμεις του MacArthur αποβιβάστηκαν στον κόλπο του Lingayen (σήμερα υπάρχει μνημείο εις ανάμνηση της απόβασης) και έφτασαν γρήγορα στις 23 του μήνα μέχρι την περιοχή Clark, η οποία βρίσκεται έξω από τη σημερινή πόλη Angeles των Φιλιππίνων. Στα τέλη του Ιανουαρίου, ο MacArthur αποφασίζει την αποστολή τριών μεραρχιών για την κατάληψη της πρωτεύουσας, της Manila. Έτσι στις 3 Φεβρουαρίου 1945, τα αμερικανικά στρατεύματα εισέβαλαν ταυτόχρονα από τα βόρεια και τα νότια της πρωτεύουσας. Ο διοικητής της πόλης, Iwabuchi Mitsuji, διατάχτηκε από τον Yamashita να μην αντισταθεί, ωστόσο, ο ίδιος δεν υπάκουσε και μάζι με τους 18.000 άνδρες του προετοιμάστηκε για μάχη. Στις 6 Φεβρουαρίου, ο MacArthur ανακοίνωσε επίσημα πως η πόλη είχε καταληφθεί, ωστόσο, τότε άρχιζε η πραγματική μάχη. Οι Ιάπωνες προέβαλαν σκληρή αντίσταση σε ένα ατμοκίνητο εργοστάσιο ηλεκτρισμού, ενώ καθώς υποχωρούσαν ανατίναζαν κτίρια και στρατιωτικές εγκαταστάσεις προκαλώντας χάος. Επίσης από τις 9 Φεβρουαρίου και έπειτα, οι Ιάπωνες προέβησαν σε ανεξέλεγκτες βιαιοπραγίες: βίασαν και σκότωσαν γυναίκες, έκαψαν ζωντανούς τους ασθενείς στα νοσοκομεία της πόλης και έβγαλαν τα μάτια από παιδιά και μωρά. Ακόμα και σήμερα τα γεγονότα αυτά που έμειναν γνωστά ως «η σφαγή της Manila» είναι νωπά στη μνήμη πολλών ντόπιων που δεν μπορούν να ξεχάσουν όσα έγιναν.  Στις 17 Φεβρουαρίου, οι Αμερικανοί κατέλαβαν το Γενικό Νοσοκομείο της πόλης και το πανεπιστήμιο, απελευθερώνοντας 7.000 πολίτες. Μάλιστα υπάρχουν μαρτυρίες ντόπιων, οι οποίοι έλεγαν χαρακτηριστικά: “We were with the Americans! We were safe! We were liberated!”. Μεταξύ των κτιρίων που καταστράφηκαν μπορούμε να συμπεριλάβουμε και το μεσαιωνικό κάστρο Intramuros («εντός των τειχών»), το οποίο είχαν κατασκευάσει οι Ισπανοί αποικιοκράτες τον 16ο αιώνα. Σήμερα, δυστυχώς, σώζονται μόνο τα ερείπιά του. Η μάχη για το κάστρο διήρκεσε από τις 23 μέχρι τις 26 Φεβρουαρίου και έληξε με harakiri ή seppuku του Iwabuchi.[11] Στις 3 Μαρτίου 1945 ολοκληρώθηκε από τους Αμερικανούς η οριστική κατάληψη της ισοπεδωμένης πρωτεύουσας των Φιλιππίνων.

Προπαγανδιστικό φυλλάδιο, το οποίο ρίχτηκε από αέρος.

Καταληκτικά, τον Απρίλιο του 1945 οι Αμερικανοί κατέλαβαν το νησάκι του Corregidor στην είσοδο του κόλπου της Manila, στο οποίο διεξήχθησαν σφοδρές μάχες. Σήμερα υπάρχει το “Pacific War Memorial” μαζί με κοιμητήριο των θυμάτων. Στην πόλη υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 100.000-500.000 άμαχοι πολίτες, 1.110 νεκροί Αμερικανοί και 5.565 τραυματίες, ενώ 16.665 Ιάπωνες βρήκαν το θάνατο. Στην πόλη της Manila υπάρχει το γνωστό μνημείο αφιερωμένο στον άμαχο πληθυσμό που έχασε τη ζωή του κατά τον ένα μήνα της μάχης, ενώ εορτάζεται ετησίως η επέτειος της απελευθέρωσής της. Τέλος, να αναφέρουμε πως στην περιοχή Clark όπως και στην περιοχή του Cabanatuan, ανατολικά της πόλης Angeles, υπάρχουν κοιμητήρια των πεσόντων Αμερικανών και ντόπιων ανταρτών που συνασπίστηκαν με τους πρώτους στη διάρκεια των επιχειρήσεων και συνέβαλαν στην τελική έκβαση με το δικό τους τρόπο. Συνολικά, σε ολόκληρη τη νήσο Luzon, οι Αμερικανοί μέτρησαν 8.200 νεκρούς, 32.700 τραυματίες και 93.400 με ασθένειες εκτός μάχης, οι δε Ιάπωνες 205.000 νεκρούς.[12]

Παράλληλα με τη μάχη για την απελευθέρωση της Manila ο Douglas MacArthur έλαβε την απόφαση για την διεξαγωγή επιχειρήσεων και στο νότιο τμήμα των Φιλιππίνων, των οποίων μεγαλύτερο νησί αποτελεί το Mindanao. Ωστόσο, ενήργησε αυτοβούλως παρόλο που δεν είχε τέτοιες διαταγές από τους ανωτέρους του. Οι λόγοι που τον οδήγησαν στη λήψη μίας τέτοιας απόφασης συνοψίζονται ως εξής: ως γενικός διοικητής του μετώπου, διατηρούσε το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις του όπως εκείνος έκρινε. Επιπλέον, οι Νότιες Φιλιππίνες διέθεταν πολλούς Ιάπωνες, άρα και εξοπλισμό που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ενώ τα νησιά στην περιοχή είχαν στρατηγική σημασία, καθώς παρεμβάλλονταν μεταξύ της Ιαπωνίας και των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών, οι οποίες ήταν σημαντικές για τον ανεφοδιασμό σε πρώτες ύλες. Τέλος, στο νότιο τμήμα των Φιλιππίνων υπήρχαν πολλοί αιχμάλωτοι ντόπιοι, συνεπώς από ανθρωπιστικής άποψης είχε έναν παραπάνω λόγο να προχωρήσει στην απελευθέρωσή του. Το Ιαπωνικό Ναυτικό απουσίαζε εντελώς από την περιοχή, η οποία ανατέθηκε στην 8η Αμερικανική Στρατιά με διοικητή τον Robert Eichelberger.[13] Το πεδίο αυτό εκτείνονταν 600 μίλια από δυτικά προς ανατολικά και 400 από το Βορρά μέχρι το Νότο. Το ανάγλυφό της είναι επιβλητικό, καθώς περιλαμβάνει μαγκόβρια και τροπικά δάση (ασυνήθιστα για τους Αμερικανούς) και πανύψηλα και απόκρυμνα όρη, ιδανικά για τους αμυνόμενους Ιάπωνες. Όσον αφορά την αντίπαλη πλευρά, η 35η Ιαπωνική Στρατιά υπό τον διοικητή Sosaku Suzuki, γενικό διοικητή των Νότιων Φιλιππίνων, διέθετε 100.000 άνδρες, ωστόσο, από αυτούς μόνο οι 30.000 ήταν καταλλήλως εκπαιδευμένοι και ετοιμοπόλεμοι. Η καλύτερή του μεραρχία ήταν η 30η που έδρευε στο Mindanao, όμως είχε χάσει περίπου το μισό της δυναμικό στο νησί του Leyte. Οι ισχυρότεροι θύλακες της ιαπωνικής άμυνας βρίσκονταν στο δυτικό Mindanao γύρω από την πόλη του Davao και στην πόλη Cebu.[14]

 Στις 6 Φεβρουαρίου 1945, τρεις ημέρες μετά την είσοδο των αμερικανικών στρατευμάτων στη Manila, ο MacArthur διέταξε την επίσημη έναρξη των επιχειρήσεων στις Νότιες Φιλιππίνες με την κωδική ονομασία “Victor”. Ο Αμερικανός Στρατηγός επιθυμούσε την κατάληψη της πόλης Puerto Princessa στο νησί του Palawan, την κατάληψη της χερσονήσου Zamboanga και της ομώνυμης πόλης που βρίσκεται στο δυτικό άκρο του Mindanao με σκοπό την επίτευξη του ελέγχου της θάλασσας του Sulu ανάμεσα από το Palawan και το Mindanao και της απομόνωσης των νησιών Panay, Negros, Cebu και Bohol, τα οποία βρίσκονται βόρεια του Mindanao. Από το Palawan τα αμερικανικά αεροσκάφη θα είχαν τη δυνατότητα να πλήξουν στόχους στην Ινδοκίνα και το Βόρνεο. Έτσι, στις  28 Φεβρουαρίου μετά από διήμερο βομβαρδισμό ξεκίνησε η επίθεση στο νησί με τους Ιάπωνες να βρίσκονται στο εσωτερικό του. Μετά από πέντε ημέρες άγριων μαχών οι Αμερικανοί κατόρθωσαν να εξουδετερώσουν τις φρουρές των αντιπάλων, ενώ οι εχθροπραξίες και οι μικροσυγκρούσεις διήρκεσαν μέχρι τον Απρίλιο του 1945. Οι Αμερικανοί έχασαν 12 άνδρες και είχαν 50 μόλις τραυματίες, ενώ οι Ιάπωνες είχαν 900 νεκρούς. Παράλληλα με την έναρξη των επιθέσεων στο Palawan, ένα αμερικανικό σύνταγμα κατέλαβε τα νησιά που βρίσκονται βόρεια και νότια από αυτό: στο Βορρά τα νησάκια Dumaran, Busuang, Culion και Coron και στο Νότο Balabac και Pandanan. Αμέσως οι Αμερικανοί ξεκίνησαν τις απαραίτητες εργασίες για την κατασκευή του απαραίτητου για αυτούς αεροδρομίου στο Palawan.[15]

Στη συνέχεια η 41η αμερικανική μεραρχία στράφηκε στον δεύτερο στόχο, τη χερσόνησο του Zamboanga, όπου συνάντησε σκληρή άμυνα από τους 9.000 Ιάπωνες. Η αντίστασή τους κάμφθηκε σχετικά γρήγορα, το αμερικανικό επιτελείο όμως ανησυχούσε καθώς το αεροδρόμιο στο Palawan καθυστερούσε πολύ. Τότε έγινε γνωστό πως οι Φιλιππινέζοι αντάρτες, οι οποίοι είχαν μεγάλη συνδρομή στις επιχειρήσεις, είχαν καταλάβει το αεροδρόμιο της πόλης Dipolog που βρίσκεται 145 μίλια βόρεια της πόλης Zamboanga. Στις 10 Μαρτίου 1945 μετά από τριήμερο βομβαρδισμό δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης κατά της Dipolog, η οποία κατελήφθη στις 23 του ίδιου μήνα, ενώ στο υπόλοιπο του μήνα διεξήχθησαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη γύρω περιοχή. Οι απώλειες για τους Ιάπωνες ήταν τεράστιες καθώς έχασαν 6.400 στρατιώτες, σε αντίθεση με τους 290 μόλις Αμερικανούς. Παράλληλα, τα αμερικανικά στρατεύματα κατέλαβαν σχετικά εύκολα τα νησιά της θάλασσας του Sulu, τα Basilan, Malamawi, Tawi Tawi, Sanga Sanga και Bangao που αποτελούν μία αλυσίδα που φτάνουν μέχρι το Βόρνεο. Ισχυρότερη άμυνα διέθετε το νησί Jolo, το οποίο βρίσκεται στο κέντρο της αλυσίδας αυτής και είναι ένα από τα τρία μεγαλύτερα, όπου οι 3.900 Ιάπωνες προέβαλαν σθεναρή αντίσταση γύρω από το βουνό Paho από τις 9 μέχρι τις 29 Απριλίου 1945. Οι Αμερικανοί επιχειρούσαν τους επόμενους δύο μήνες στο δυτικό τμήμα του νησιού αριθμώντας 20 νεκρούς, ενώ η Ιαπωνική φρουρά των 2.000 ανδρών αυτού του τμήματος εξουδετερώθηκε ολόκληρη.[16]

Μετά το πέρας των επιχειρήσεων στους παραπάνω στόχους, ο Douglas MacArthur κινήθηκε για την κατάληψη των νησιών Panay, Negros, Cebu και Bohol, τα οποία τοποθετούνται βόρεια του Mindanao και αποτελούν τέσσερα βασικά νησιά εξαιτίας αφενός του μεγέθους τους και αφετέρου της θέσης τους στο κέντρο περίπου των Φιλιππίνων. Σε αυτά οι Φιλιππινέζοι αντάρτες δρούσαν με μεγάλη αποτελεσματικότητα γεγονός που τους επέτρεπε να ελέγχουν πλήρως την ενδοχώρα των νησιών, με τους 30.000 Ιάπωνες να βρίσκονται κατά βάση στα μεγάλα αστικά παραθαλάσσια κέντρα.

 Στις 18 Μαρτίου 1945, οι Αμερικανοί εφόρμησαν εναντίον του Panay και πιο συγκεκριμένα κατά της πρωτεύουσάς του, την πόλη Lloilo, την οποία ήλεγχαν 2.750 Ιάπωνες. Μέσα σε μόλις δύο ημέρες τα αμερικανικά στρατεύματα, με τη βοήθεια των ανταρτών που είχαν τον έλεγχο του εσωτερικού του νησιού, κατέλαβαν την πόλη και το κοντινό νησί Guimara. Επόμενος στόχος ήταν το νησί Negros, το οποίο υπερασπίζονταν 13.500 Ιάπωνες στρατιώτες. Η επίθεση ξεκίνησε στις 24 Μαρτίου 1945 και οι Αμερικανοί πολύ γρήγορα μέχρι τις αρχές Απριλίου είχαν καταλάβει όλες τις παράκτιες περιοχές του νοτιοδυτικού τμήματος του νησιού. Η ολοκληρωτική επικράτηση επετεύχθει στις 4 Ιουνίου μετά από πολύ σκληρές μάχες μεταξύ των δύο αντιπάλων. Στην παρούσα χρονική στιγμή ο MacArthur είχε καταφέρει να ελέγχει το Panay μαζί με το νοτιοδυτικό Negros, ενώ στη συνέχεια διέταξε αμέσως την εισβολή στο νοτιοανατολικό Negros, το Cebu και το Bohol. Οι Αμερικανοί χτύπησαν με τη βοήθεια 8.500 Φιλιππινέζων ανταρτών στις 26 Μαρτίου 1945 το Cebu, το οποίο διέθετε συνολικά φρουρά 14.500 Ιαπώνων. Στις 27 Μαρτίου οι άνδρες του διοικητή Arnold εισέβαλαν στην ομώνυμη πόλη, ενώ από τις 20 Απριλίου και μετά οι Αμερικανοί διεξήγαγαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε όλο το νησί. Μέχρι και τη λήξη του πολέμου το καλοκαίρι του 1945, στο νησί υπήρχαν Ιαπωνικές δυνάμεις. Πριν την ολοκλήρωση της κατάκτησης της πόλης Cebu οι Αμερικανοί έπληξαν το νοτιοανατολικό Negros και το Bohol. Μετά από αρκετές ημέρες συγκρούσεων, στις 11 Απριλίου έφτασαν στην κεντρική πόλη του Bohol, την Tagbilaran, ενώ μέχρι το τέλος μήνα το νησί είχε ασφαλιστεί πλήρως με μόλις 7 Αμερικανούς νεκρούς. Παράλληλα, στις 26 Μαρτίου, ημέρα που ξεκίνησε η επίθεση στο Cebu,  ξεκίνησε και η επιχείρηση στο νοτιοανατολικό Negros. Εκεί οι 1.300 Ιάπωνες ήταν οχυρωμένοι σε βουνό 10 μίλια νοτιοδυτικά της πόλης Dumaguete. Οι Αμερικανοί μετά από μεγάλη προσπάθεια κατόρθωσαν στις 28 Μαΐου 1945 να εξουδετερώσουν την ιαπωνική φρουρά με απώλειες 35 ανδρών έναντι 530 Ιαπώνων. Στο σημείο αυτό ο MacArthur είχε πετύχει με την υπερπολύτιμη βοήθεια των Φιλιππινέζων ανταρτών την απελευθέρωση και των νησιών Visayas, όπως ονομάζονταν τα Panay, Negros, Cebu και Bohol. Αμερικανοί διοικητές απένειμαν σε πολλούς αντάρτες τιμητικές διακρίσεις και μετάλλια για την προσφορά τους.[17]

 

Φρίκη μέσα στη ζούγκλα των Φιλιππίνων.

 Τελευταίος στόχος στις ευρύτερη περιοχή των Νότιων Φιλιππίνων ήταν το νησί του Mindanao, το δεύτερο μεγαλύτερο μετά το Luzon. Συνολικά στο νησί υπήρχαν 43.000 Ιάπωνες, από τους οποίους οι 13.000 ήταν ανεκπαίδευτοι και οι υπόλοιποι 30.000 αποτελούσαν την ικανότατη 30η ιαπωνική μεραρχία, όπως ήδη αναφέρθηκε. Οι Ιάπωνες ανέμεναν την αμερικανική απόβαση στον κόλπο του Davaw στα ανατολικά, γι`αυτό οχύρωσαν την ομώνυμη πόλη και τη ζούγκλα που βρίσκεται βόρειά της. Η κωδική ονομασία της επιχείρησης ήταν “Victor V”, ενώ στην προσπάθεια θα συνέδραμαν και 24.000 αντάρτες. Ο Eichelberger αποφάσισε να πραγματοποιηθεί η απόβαση στον κόλπο Illana στα δυτικά του νησιού έτσι ώστε ο στρατός να προχωρήσει προς την ενδοχώρα μέσα από την ζούγκλα, γλιτώνοντας τις εξουθενωτικές μάχες από την πλευρά του Davaw. Το πλάνο κύλησε όπως είχε σχεδιαστεί και μέσα σε δεκαπέντε ημέρες είχε ήδη ολοκληρωθεί. Στις 4 Απριλίου 1945 καταλήφθηκε η τελευταία πόλη του Mindanao και ο MacArthur αδυνατώντας να κρύψει για άλλη μία φορά την αλαζονεία του συνεχάρη τον Eichelberger λέγοντάς του πως τα κατάφερε σαν να ήταν ο ίδιος στη μάχη. Οι αντάρτες συνέχισαν μέχρι τις 3 Ιουνίου να εξουδετερώνουν μικρές ιαπωνικές ομάδες που είχαν μείνει κρυμμένες μέσα στη ζούγκλα. Στη μάχη για την κατάληψη του Mindanao έχασαν τη ζωή τους 10.000 Ιάπωνες και 820 Αμερικανοί, οι Ιάπωνες είχαν 8.000 άνδρες που δεν  κατάφεραν να επιβιώσουν εξαιτίας ασθενειών και της πείνας και άλλους περίπου 22.000 που παραδόθηκαν. Οι Αμερικανοί διέθεταν, τέλος, 2.800 στρατιώτες που νοσηλεύονταν με τραυματισμούς.[18]

Οι λόγοι για τους οποίους οι αμερικανικές επιχειρήσεις εκπληρώθηκαν με τεράστια επιτυχία μπορούν να αναλυθούν ως εξής: η ιαπωνική τακτική άμυνας στην ενδοχώρα των νησιών ήταν πλήρως αποτυχημένη, διότι το αδύναμο σημείο των Αμερικανών ήταν η στιγμή της απόβασης. Εκτός όμως αυτού, οι ιαπωνικές δυνάμεις δεν ήταν καλα οργανωμένες, δεν διέθεταν τις απαραίτητες προμήθειες και πλήττονταν από πολλές ασθένειες στη ζούγκλα. Καταλυτική αποτέλεσε από ότι αποδείχτηκε η συνεισφορά των Φιλιππινέζων ανταρτών, οι οποίοι γνώριζαν τη γεωμορφολογία και τα περάσματα των νησιών. Καταληκτικά, τα αμερικανικά στρατεύματα ήταν ικανότερα των αντίστοιχων ιαπωνικών στις επιχειρήσεις αυτές, γεγονός που σίγουρα επηρέασε τις εξελίξεις.[19]

 

Οι Επαμεινώνδας Γιαβάλκας και Ελευθέριος Αρβανίτης είναι σπουδαστές του Α΄ κύκλου Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

Battlefield The Battle of Leyte Gulf

 

 

 

(Συνεχίζεται)       

Παραπομπές

[1]Jeniffer L. Bailey, Philippine Islands, University of Michigan, Michigan 1992, σσ. 21-23.

[2]Mark D. Roehrs & Williams A. Renzi, World War II in the Pacific, New York 2004, σσ. 37, 77-81, 97-98.

[3]Charles Robert Anderson, Western Pacific, University of Michigan, Michigan 1994, σσ. 24-25.

[4]Derrick Wright, Pacific Victory. Tarawa to Okinawa 1943-1945, Sutton Publishing Press, Cambridge 1981., Tarawa to Okinawa, σσ. 105-107, 112, 116-121, 131, 136-146.

[5]Στο ίδιο, σσ. 127-130.

[6] Ο αντιναύαρχος William “Bull” Halsey διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις ναυτικές επιχειρήσεις κατά των Ιαπώνων στο μέτωπο του Ειρηνικού Ωκεανού. Ήταν δυναμικός, παρορμητικός και αποφασιστικός χαρακτήρας και αυτό φαίνεται και από το παρατσούκλι που διέθετε, σε αντίθεση με τον Spruance. Στη ναυμαχία του Midway δεν συμμετείχε διότι νοσηλευόταν σε νοσοκομείο λόγω μικροτραυμάτων που είχε στο δέρμα. Ο Nimitz τον χρησιμοποίησε στις επιχειρήσεις στα Νησιά Σολομώντα, ενώ μαζί με τον αντιναύαρχο Kinkaid χάραξαν νυχτερινές τακτικές μάχης. Το 1943 ο Nimitz τον μετέφερε στον κεντρικό Ειρηνικό, όπου έγινε διοικητής του Τρίτου Στόλου. Ο στόλος του συμμετείχε στην ναυμαχία του Λέιτε και όπως θα δούμε υπέπεσε σε ολέθριο λάθος, παρά την ιαπωνική ήττα. Βλ. Who`s Who in World War II, Routledge, London 1995, σσ. 69-70.

[7]Ο ναύαρχος Thomas Kinkaid είχε τη φήμη του επιθετικού διοικητή, συμμετείχε στο Γκουανταλκανάλ, στην ανακατάληψη των Αλεούτιων Νήσων και στη ναυμαχία του Leyte. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 90.

[8]Ο ναύαρχος Takeo Kurita συμμετείχε στη ναυμαχία του Midway, ενώ η μεγαλύτερη εμπλοκή του σημειώθηκε στη ναυμαχία του Leyte. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 94.

[9]Το θωρηκτό Yamato ήταν το μεγαλύτερο πολεμικό πλοίο παγκοσμίως μαζί με το αδελφό του Musashi, κατασκευάστηκε το 1940, είχε εκτόπισμα 72.800 τόνων, κάθε συστοιχία του αποτελούνταν από 9 ναυτικά πυροβόλα 460 χιλιοστών, τα οποία ήταν τα μεγαλύτερα που είχα τοποθετηθεί ποτέ σε πολεμικό πλοίο. Κάθε πυροβόλο είχε μήκος 21.13 μέτρα, ζύγιζε 147.3 τόνους και μπορούσε να πλήξει στόχους σε απόσταση 42 χιλιομέτρων. Η δευτερεύουσα συστοιχία διέθετε 12 πυροβόλα 155 χιλιοστών εγκατεστημένα σε 4 τριπλούς πύργους, ενώ είχε και 24 αντιαεροπορικά πυροβόλα των 25 χιλιοστών. Όσον αφορά το δεύτερο θωρηκτό, το Musashi, αυτό κατασκευάστηκε την ίδια χρονιά, διέθετε τα ίδια χαρακτηριστικά με το αδελφό του όσον αφορά τον οπλισμό. Διαφοροποιούνταν στο μέγεθος καθώς ήταν κατά 3 μέτρα πλατύτερο από ότι το Yamato. Τέλος, υπήρχε και τρίτο θωρηκτό, το Shinano, το οποίο είχε εκτόπισμα 72.000 τόνων και ενώ αρχικά η κατασκευή του ξεκίνησε ως θωρηκτό, μετατράπηκε σε αεροπλανοφόρο. Σε σχέση με τα παραπάνω θωρηκτά διέθετε ελαφρύτερο οπλισμό. Βλ.  https://www.britannica.com/topic/Yamato-ship, https://www.britannica.com/topic/Musashi-Japanese-battleship.

[10]Roehrs & Renzi, ό.π., σσ. 140-145. Wright, Tarawa to Okinawa, ό.π., σσ. 147-148. John Toland, The Rising Sun, The Decline and the Fall of the Japanese Empire, 1936-1945, Modern Library Paperback Edition, New York 2003, σσ. 547-555. «Η ναυμαχία του Κόλπου της Λέιτε», Καθημερινή, 13.3.2011.

[11]Το seppuku ή harakiri ήταν ειδικός τελετουργικός τρόπος αυτοκτονίας των Ιαπώνων Σαμουράι. Ο πολεμιστής γονατίζει και στρέφεται προς τον ήλιο, στη συνέχεια καρφώνει το σπαθί του στην κοιλιακή χώρα και συνήθως μετά ο αυτόχειρας αποκεφαλίζεται τη στιγμή του πόνου από κάποιον συμπολεμιστή του. Ο τρόπος αυτός αυτοκτονίας απορρέει από τον ηθικό κώδικα bushido στον οποίο έχει γίνει ήδη αναφορά. Βλ. https://www.britannica.com/topic/seppuku.

[12]Roehrs & Renzi, ό.π., σσ. 147-151. Clayton D. James & Sharp Wells, From Pearl Harbor to V-J Day, The American Forces in World War II, The American Ways Series, Chicago 1995, σσ. 161-165.

[13]Ο υπολοχαγός Robert Lawrence Eichelberger είχε υπό τη διοίκησή του το Αμερικανικό 1ο Σώμα Στρατού το 1942, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάσχεση των Ιαπώνων στην προσπάθειά τους να προωθηθούν στην Αυστραλία, ενώ το 1943 πέτυχε αποφασιστική νίκη στη μάχη της Buna στην Ν. Γουινέα. Τον Σεπτέμβριο του 1944 διορίστηκε διοικητής της 8ης Αμερικανικής Στρατιάς μέχρι τη λήξη το πολέμου. Βλ. Who`s Who, ό.π., σ. 48.

[14]Lofgren J. Stephen, Southern Philippines, U.S. Army Center of Military History, Washington DC 1996, σσ. 7-8.

[15]Στο ίδιο, σσ. 9-11.

[16]Στο ίδιο, σσ. 11-12.

[17]Στο ίδιο, σσ. 13-18.

[18]Στο ίδιο, σσ. 19-32.

[19]Στο ίδιο, σσ. 33-35.

Κλεάνθης Ζουμπουλάκης: Μέγας Αλέξανδρος: Μια μεταθανάτια διαδρομή ανάμεσα στην Ιστορία και τον Θρύλο

   Κλεάνθης Ζουμπουλάκης

 Μέγας Αλέξανδρος: Μια μεταθανάτια διαδρομή ανάμεσα στην     Ιστορία και τον Θρύλο

 

 Θάνατος στη Βαβυλώνα: Το τέλος της αρχής ενός νέου κόσμου

 Στις 10 Ιουνίου του 323 π.Χ. (αν πιστέψουμε τις πληροφορίες ενός αστρονομικού ημερολογίου από τη Βαβυλώνα), ο Αλέξανδρος πέθανε. Το παιδί και Μαργίτης (κεντρικός ήρωας ενός χαμένου σήμερα κωμικού έργου, που είχε περάσει στο καθημερινό λεξιλόγιο της εποχής με τη σημασία, του ανίκανου και του ανόητου) σύμφωνα με τον πιο αδιάλλακτο αντίπαλο του πατέρα του Φιλίππου αλλά και του ίδιου του Αλεξάνδρου, τον διάσημο Αθηναίο ρήτορα Δημοσθένη (Πλούταρχος Βίος Δημοσθένη 23.2), είχε καταφέρει μετά από μια εντυπωσιακή πορεία να είναι πλέον ο βασιλιάς Αλέξανδρος και να έχει υπό την ονομαστική τουλάχιστον κυριαρχία του το μεγαλύτερο μέρος του τότε γνωστού κόσμου, από την Πέλλα της Μακεδονίας μέχρι τον αρχαίο ποταμό Ύφασι ( σημ,Βea) στο σημερινό Πακιστάν.

Σύμφωνα με ένα μέρος των πηγών μας (Αρριανός Αλεξάνδρου Ανάβαση 7.25.1-26.3, Πλούταρχος Βίος Αλεξάνδρου 76) η ήδη επιβαρυμένη υγεία του σε ηλικία 32 ετών και 8 μηνών ατρόμητου στρατηγού μετά από μια μεγάλη οινοποσία, κάτι που του είχε γίνει συνήθεια κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, σε ένα γλέντι στην προσωρινή του πρωτεύουσα Βαβυλώνα στάθηκε αρκετή για να επιδεινώσει τον πυρετό που ήδη τον ταλαιπωρούσε, κάτι ίσως οφειλόταν σε μία ελονοσία που κόλλησε στα έλη που περιτριγύριζαν την πόλη. Τελικά έπεσε σε κώμα και πέθανε. Μια σειρά άλλων παραδόσεων πάλι ( Διόδωρος 17.117.1-3, Ιουστίνος 12.13.7-10, Αρριανός Αλεξάνδρου Ανάβαση 7.27.2., Πλούταρχος Βίος Αλεξάνδρου 75.5) θέλουν τον Αλέξανδρο να έχει πέσει θύμα δηλητηρίασης.  Κατηγορήθηκε ο στρατηγός της Ευρώπης Αντίπατρος, τον οποίο ο Αλέξανδρος είχε αποφασίσει να αντικαταστήσει, ότι δηλητηρίασε τον βασιλιά του μέσω του γιου του Ιόλλα, ο οποίος ήταν βασιλικός οινοχόος.  Υπό τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε, ήταν φυσικό να διατυπωθούν ισχυρισμοί περί προδοσίας, αλλά οι αποδείξεις, τότε όπως και τώρα, είναι εξαιρετικά ανεπαρκείς για να υποστηρίξουν χωρίς αμφιβολίες οποιονδήποτε τέτοιου είδους ισχυρισμό.   

Τα ερείπια της Αρχαίας Βαβυλώνας, τόπου που πέθανε ο Αλέξανδρος

 

Η άμεση κληρονομιά του Αλεξάνδρου

Ο θάνατος του Αλεξάνδρου οδήγησε αναπόφευκτα στον διαμελισμό της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο κόσμος, με έκταση περίπου 3.000.000.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Δεν υπήρχε κανείς άμεσος διάδοχός του, και από την αρχή οι στρατηγοί στη Βαβυλώνα δεν είχαν καμιά πρόθεση να εξουσιοδοτήσουν κάποιον ως γνήσιο βασιλιά. Αν πιστέψουμε τον Κούρτιο (10.7.8) και τον Ιουστίνο (13.3.14.), η πρώτη τους σκέψη ήταν να περιμένουν τη γέννηση του παιδιού της Ρωξάνης, της συζύγου που ο Αλέξανδρος είχε παντρευτεί στη Σογδιανή. Τίποτα όμως δεν εγγυόταν ότι ο απόγονος του Αλεξάνδρου θα ήταν αγόρι, και ήταν προφανές ότι ο τελικός μονάρχης θα αποτελούσε ένα διακοσμητικό στοιχείο. Ο αντιβασιλιάς θα είχε όλη την εξουσία.

Αυτός ο διακανονισμός με τον αγέννητο βασιλιά, καταγγέλθηκε αμέσως ως παράλογος. Το πεζικό, υποκινημένο από τον διοικητή της φάλαγγας Μελέαγρο, στασίασε και υποστήριξε τα δικαιώματα του Αρριδαίου, του διανοητικά καθυστερημένου, ετεροθαλούς αδελφού του Αλεξάνδρου. Το αποτέλεσμα ήταν να προκύψει ένας συμβιβασμός. Ο Αρριδαίος ανακηρύχθηκε βασιλιάς, λαμβάνοντας το βασιλικό όνομα Φίλιππος Γ΄, και μερικούς μήνες αργότερα το παιδί της Ρωξάνης –ευτυχώς αγόρι – μοιράστηκε με τον Αρριδαίο τη βασιλεία, παίρνοντας το όνομα Αλέξανδρος (Δ΄) από τον πατέρα του. Ήταν μια δίδυμη βασιλεία, αλλά αυτός ο παράδοξος συνδυασμός ενός διανοητικά καθυστερημένου και ενός παιδιού δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα πολιτικό τέχνασμα. Οι βασιλείς ήταν όργανα πολιτικής στα χέρια των προστατών τους. Πρώτα του Περδίκκα που ήταν και ο επίσημος διαχειριστής των υποθέσεων της αυτοκρατορίας αμέσως μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου στη Βαβυλώνα και στη συνέχεια του Αντιπάτρου , ο οποίος ανέλαβε την κηδεμονία τους μετά τη συμφωνία του Τριπαράδεισου (321) και μετέφερε τους άτυχους μονάρχες στη Μακεδονία. Η παρωδία αυτή της ενιαίας βασιλικής εξουσίας διακόπηκε απότομα στα τέλη του 317, όταν η σύζυγος του Αρριδαίου, η Ευρυδίκη (μια εγγονή του Φιλίππου Β΄), αμφισβήτησε τον Πολυπέρχοντα που είχε αναλάβει τότε τα καθήκοντα κηδεμόνα, και προσπάθησε να επιβάλει τη βασιλική εξουσία. Αυτή και ο άντρας της θανατώθηκαν μέσα στου επόμενους μήνες, και ο τελικός νικητής του ανταγωνισμού για την εξουσία στη Μακεδονία (ο μεγαλύτερος γιος του Αντιπάτρου, ο Κάσσανδρος) έθεσε υπό περιορισμό τη Ρωξάνη και τον γιο της Αλέξανδρο στην Αμφίπολη, αφαιρώντας τους τα βασιλικά προνόμια. Το φάντασμα της βασιλικής εξουσίας εξακολούθησε να πλανιέται ακόμα για λίγα χρόνια. Το 311, ο Κάσσανδρος διορίστηκε στρατηγός της Ευρώπης «μέχρι την ενηλικίωση του Αλεξάνδρου, γιού της Ρωξάνης». Μετά η αυλαία έπεσε. Ο τελευταίος των Αργεαδών δολοφονήθηκε μαζί με τη μητέρα του και τα σώματά τους τοποθετήθηκαν σε κάποιο μυστικό μέρος με εντολή του Κασσάνδρου (Διόδωρος 19.105.1, Ιουστίνος 9.2.5, Παυσανίας 9.7.2).

Άλλωστε, η πολιτική παρουσία  του Αλεξάνδρου μετά το θάνατό του ήταν μικρή. Οι ανεκπλήρωτες φιλοδοξίες του για την επέκταση στη Δύση ακυρώθηκαν από τον μακεδονικό στρατό στη Βαβυλώνα. Τα υπομνήματα του νεκρού βασιλιά ανακοινώθηκαν από τον Περδίκκα και απορρίφθηκαν ως ανεφάρμοστα και υπερβολικά φιλόδοξα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Διόδωρος (18.4.1-6) «όταν διαβάστηκαν τα υπομνήματα, οι Μακεδόνες παρά το ότι αντέδρασαν ευνοϊκά στην αναφορά του ονόματος του Αλεξάνδρου, βρήκαν τα σχέδιά του υπερβολικά και ανεφάρμοστα και αποφάσισαν να μην εφαρμοστούν». Ήδη ο νεκρός βασιλιάς μετατρέπεται από πολιτικός παράγων σε σύμβολο. Αυτό άλλωστε δείχνουν και τα γεγονότα τα σχετικά με την κηδεία του. Ενώ η μεγαλοπρεπής άμαξα που μετέφερε τη σωρό του είχε αρχική κατεύθυνση τις Αιγές της Μακεδονίας παραδοσιακό τόπο ταφής των βασιλέων της χώρας, ο τότε σατράπης της Αιγύπτου Πτολεμαίος με μια αιφνιδιαστική επιδρομή άρπαξε τη σωρό του Αλεξάνδρου (Διόδωρος 18.26-28). Τη μετέφερε στην Αίγυπτο, όπου σύντομα απέκτησε τιμητική θέση στην Αλεξάνδρεια (που ίδιος είχε ιδρύσει) και την οποία ο Πτολεμαίος έχτιζε την εποχή εκείνη ως πρωτεύουσα και διοικητικό κέντρο του κράτους του. Θέλησε με αυτό τον τρόπο να νομιμοποιήσει την εξουσία του απέναντι στα στρατεύματα που τον είχαν ακολουθήσει και λίγα χρόνια αργότερα να ιδρύσει γύρω από τη σωρό του Αλεξάνδρου τη δική του βασιλική εξουσία, όταν η διαδικασία του διαμελισμού της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου έφτασε στην κορύφωσή της.

Η άμαξα με τη σωρό του Αλεξάνδρου (αναπαράσταση του 19ου αιώνα με γνώμονα την περιγραφή του Διοδώρου).

Η πολιτική διάσταση του Αλεξάνδρου κατά την ελληνιστική περίοδο  

 Παρά την οριστική απώλεια της παγκόσμιας αυτοκρατορίας, ο Αλέξανδρος άφησε πίσω του ένα πρότυπο μοναρχίας το οποίο αποδείχτηκε ελκυστικό και διαρκές. Αμέσως μετά τον θάνατό του (αν όχι πριν), οι στρατηγοί μιμήθηκαν τις ιδιορρυθμίες και το ντύσιμό του. Η χαρακτηριστική συγχώνευση της καυσίας (μακεδονικού καλύμματος της κεφαλής) με το βασιλικό διάδημα, την οποία πραγματοποίησε ο Αλέξανδρος, αποτέλεσε το χαρακτηριστικό γνώρισμα των ελληνιστικών βασιλέων, ενώ οι τελετές και η εθιμοτυπία της αυλής προς τα τέλη της ζωής του, τους ενέπνευσε να τον συναγωνιστούν σε υπέρογκες σπατάλες. Ακόμα και τις σχέσεις του με τους θεούς μιμήθηκαν. Ο Σέλευκος, για παράδειγμα, ανακήρυξε τον Απόλλωνα ουράνιο πατέρα του και ισχυρίστηκε ότι η βασιλεία του είχε επικυρωθεί με χρησμό από το μαντείο των Βραγχιδών στη Μίλητο της Μικράς Ασίας. Ο Πτολεμαίος, όπως είδαμε, κατείχε τη σωρό του Αλεξάνδρου, στην οποία απέδωσε θρησκευτικές τιμές και θέλησε να παρουσιαστεί ως συγγενής της δυναστείας των Αργεαδών.

Η θεοποίηση του ζωντανού ηγεμόνα επιβλήθηκε μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου. Από το 311 ο Αντίγονος, ο πρώτος από τους Διαδόχους που πήρε τον τίτλο του βασιλέα, τιμήθηκε με την αφιέρωση βωμού και ιερού χώρου, τη λατρεία του ανδριάντα του και μια ετήσια γιορτή. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο ίδιος και ο γιός του απόλαυσαν μια πληθώρα λατρευτικών τιμών από τους Αθηναίους. Ο βασιλιάς ήταν πράγματι θεός ανάμεσα στους κοινούς θνητούς και, όπως συνέβη με τον Αλέξανδρο, η εξουσία του ήταν απολυταρχική, χωρίς να υπάρχουν πρακτικοί περιορισμοί στην ελευθερία δράσης του. Η μετατροπή του μονάρχη σε νόμο έμψυχο αποτέλεσε τον φιλοσοφικό κοινό τόπο της εποχής. Η απολυταρχία, ήταν χαρακτηριστικό της μακεδονικής βασιλείας και πριν τον Αλέξανδρο, αλλά η κατάκτηση της Περσίας και η υιοθέτηση του ανατολικού πρωτοκόλλου πρόσθεσε μια νέα διάσταση. Δύσκολα μπορεί να βρεθεί, για παράδειγμα, κάτι αντίστοιχο με την απόφαση του Αλεξάνδρου το 324, όταν με πλήρη αταραξία διέταξε να επιστρέψουν οι εξόριστοι στις ελληνικές πόλεις, παραβιάζοντας τους νόμους και τις συνθήκες που ήδη υπήρχαν. Ο Αλέξανδρος είχε εισαγάγει ένα νέο τρόπο διακυβέρνησης, μια νέα αντίληψη βασιλικού μεγαλείου, που θα έδινε τη δυνατότητα στους διαδόχους να τον συναγωνιστούν.  

Το πρότυπο εξουσίας του Αλεξάνδρου στα τελευταία χρόνια της ζωής του επηρέασε αναπόφευκτα τους Διαδόχους του. Αν και κάποιες από τις μοναρχίες που δημιουργήθηκαν διέθεταν τοπικές βάσεις εξουσίας, κυρίως η Αίγυπτος, εντούτοις ο χαρακτήρας τους ήταν σταθερά δυναστικός, με λίγους πολιτιστικούς δεσμούς ανάμεσα στον μονάρχη και τους κυβερνώμενους. Ο βασιλιάς ασκούσε την εξουσία του μέσω του στρατού του, ο οποίος σε τελική ανάλυση, χρηματοδοτούνταν από τους πόρους του βασιλείου. Τα εδάφη του εξασφάλιζαν οικονομική βάση για το καθεστώς του, αλλά ο ίδιος εμφανιζόταν ανεύθυνος απέναντι σους υπηκόους του. Οι φίλοι του μοιράζονταν τα οφέλη της βασιλείας, αλλά οποιαδήποτε εξουσία κι αν ασκούσαν ήταν διορισμένη και ανακλητή Μόνο στη Μακεδονία επιβίωναν κάποια στοιχεία εθνικής μοναρχίας. Εκεί ο Κάσσανδρος αποκαλούσε τον εαυτό του «βασιλέα των Μακεδόνων», για να διακρίνεται επιδεικτικά από τους άλλους βασιλείς, οι οποίοι κυβερνούσαν ανομοιογενείς πληθυσμούς μαζί με (στην καλύτερη περίπτωση) μια στρατιωτική κυρίαρχη ομάδα μακεδονικής καταγωγής. Τα νέα βασίλεια ήταν στρατιωτικές δημιουργίες, η ισχύς τους βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση από την προσωπικότητα του μονάρχη και από τα πρόσωπα που ο ίδιος είχε καταφέρει να προσελκύσει στην αυλή. Η πηγή της νομιμοποίησής τους ήταν η ίδια η κατάκτηση. Η επιβίωσή τους στηριζόταν στον αποτελεσματικό στρατό, ο οποίος πρέπει να είχε εξασφαλισμένη την επαρκή χρηματοδότησή του. Για τους λόγους αυτούς, ο Αλέξανδρος ήταν το μεγάλο πρότυπο, το σύμβολο της απόλυτης μοναρχίας, όχι μόνο για τη συγκεκριμένη περίοδο αλλά, όπως θα δούμε  παρακάτω, και για τις μεταγενέστερες.

Η σπουδαιότητα της κληρονομιάς του Αλεξάνδρου έγκειται περισσότερο στο πεδίο της ηθικής και φιλοσοφικής συζήτησης παρά σε αυτό της πρακτικής πολιτικής. Στην πρώτη γενιά μετά τον θάνατό του, τον επικαλούνταν ως πηγή νομιμοποίησης για την ύπαρξη της αυτοκρατορίας. Τα εδάφη που διαμελίστηκαν από τους διαδόχους του, είχαν αποκτηθεί με τις κατακτήσεις του, και οι σατράπες και οι ηγεμόνες που είχαν διορισθεί από τον ίδιο, διέθεταν ένα ηθικό δικαίωμα για τη θέση που κατείχαν, το οποίο ήταν δύσκολο να αμφισβητηθεί. Ακόμα και όσοι δεν είχαν διορισθεί από τον ίδιο, επιζητούσαν με κάθε μέσο μια επικύρωση από τον νεκρό βασιλιά. Για παράδειγμα, ο Σέλευκος κατέλαβε τη θέση του σατράπη της Βαβυλωνίας κατά τη συμφωνία της Τριπαράδεισου (321). Ισχυριζόταν όμως ότι τη θέση του είχε επικυρώσει ο Αλέξανδρος σε ένα όνειρο (Διόδωρος 19.90.4).

Rembrandt van Rijn, Άνδρας με πανοπλία, 1655, Εθνική Πινακοθήκη της Γλασκώβης. Ο πίνακας έχει ταυτιστεί με παλαιότερη παραγγελία του Σικελού συλλέκτη Antonio Ruffo προς τον καλλιτέχνη, με θέμα τον Αλέξανδρο.

Σε ένα διαφορετικό επίπεδο, τα στρατεύματα που είχαν πολεμήσει στο πλευρό του Αλεξάνδρου απολάμβαναν τη φήμη ότι ήταν ανίκητα, μια φήμη που τα μετέτρεψε σε πολύτιμο απόκτημα για τα χρόνια μετά τον θάνατό του. Σε αυτά τουλάχιστον η ανάμνηση του βασιλιά παρέμενε άσβεστη. Ο Ευμένης από την Καρδία, ένας πρώην μη Μακεδόνας εταίρος του Αλεξάνδρου ο οποίος ενεπλάκη στους πολέμους των Διαδόχων βρέθηκε επικεφαλής των περίφημων αργυράσπιδων. Αυτοί ήταν ένα επίλεκτο σώμα πεζικού που είχε δημιουργηθεί στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Αλεξάνδρου. Για να τους ελέγξει ο Ευμένης τοποθέτησε συμβολικά τον νεκρό βασιλιά ως πνευματικό διοικητή τους. Όλα τα συμβούλια των διοικητών συγκαλούνταν μπροστά σε έναν άδειο θρόνο, ο οποίος έφερε τα βασιλικά σύμβολα και οι αποφάσεις που λαμβάνονταν, παρουσιάζονταν σαν να ήταν διαταγές του Αλεξάνδρου (ενδεικτικά Πλούταρχος Βίος Ευμένη 13.8).   Αυτό το τέχνασμα επεκτάθηκε το 317, όταν ο Ευμένης έφτασε στα Σούσα και χρειάστηκε νε υπερασπίσει τα δικαιώματά του απέναντι σε μια ομάδα από σατράπες που ήταν πολιτικοί ανταγωνιστές του. Όλοι οι διοικητές που αντιτάχθηκαν στον αντίπαλο του Ευμένη Αντίγονο συγκεντρώνονταν στα συμβούλια μπροστά σε έναν άδειο θρόνο. (Διόδωρος 19.15.3-4). Ήταν ένα αποδεκτό τέχνασμα, για να επιτευχθεί η ομοψυχία στη διοίκηση, εκεί όπου απουσίαζε εντελώς. Αυτό που επικαλέσθηκε ο Ευμένης δεν ήταν κάποια συγκεκριμένη ανάμνηση του νεκρού βασιλιά, αλλά περισσότερο ένα σύμβολο της ενιαίας πολιτικής εξουσίας.

Ο Αλέξανδρος παρέμεινε ένα σύμβολο, κυρίως στην Αίγυπτο, όπου η ταριχευμένη σωρός του τοποθετήθηκε σε ένα ειδικό μαυσωλείο στην Αλεξάνδρεια (το Σήμα), το οποίο περιείχε επίσης και τις σαρκοφάγους των βασιλέων της δυναστείας που ίδρυσε ο Πτολεμαίος. Ο νεκρός Αλέξανδρος, ο οποίος είχε «απαχθεί» από τον γενάρχη της δυναστείας, ήταν τώρα το φυλακτό του οίκου των Πτολεμαίων. Ήταν μια κατάληξη που είχε ειρωνικό χαρακτήρα Οι αποσχιστικές φιλοδοξίες του Πτολεμαίου είχαν συμβάλλει σε σημαντικό βαθμό στην καταστροφή της ενότητας της αυτοκρατορίας. Τώρα το σώμα και το όνομα του δημιουργού της αυτοκρατορίας αυτής, χρησιμοποιούνταν για τη στήριξη ενός καθεστώτος, η ύπαρξη του οποίου θα είχε αποτελέσει ανάθεμα για τον Αλέξανδρο.

Με το ίδιο τρόπο ο Σέλευκος ισχυριζόταν ότι η βασιλεία του διέθετε την πνευματική επιδοκιμασία του Αλεξάνδρου. Τα νομίσματά του, από το 305 και μετά, απεικονίζουν τον νεκρό βασιλιά να φοράει ένα κάλυμμα κεφαλής από δέρμα ελέφαντα, σύμβολο της κατάκτησης του ανατολικού μέρους της περσικής αυτοκρατορίας.  Όμως την ίδια ακριβώς περίοδο παραχωρούσε επίσημα τις ανατολικές σατραπείες που με τόσο κόπο είχε κατακτήσει ο Αλέξανδρος. Από αυτές τις εδαφικές παραχωρήσεις κέρδισε τους 500 ελέφαντες, οι οποίοι του έδωσαν τη νίκη στην μάχη της Ιψού (301), κατά την οποία καταστράφηκαν και οι τελευταίες ελπίδες για επανένωση της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Η επίκληση του ονόματος και της εικόνας του βασιλιά ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο, ενώ την ίδια στιγμή οι κατακτήσεις του εγκαταλείπονταν και διαμελίζονταν.  Αυτή η διαμάχη για τη νομιμοποίηση που επηρέασε την πρώτη γενιά των διαδόχων δεν δόθηκε μόνο στο πολιτικό πεδίο, αλλά και το ιστοριογραφικό, όπως τουλάχιστον μπορούμε να το παρακολουθήσουμε μέσω της μεταγενέστερης γραπτής παράδοσης.

 

Ο Αλέξανδρος στην  ιστοριογραφική παράδοση της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου    

 Με τον Αλέξανδρο διαπιστώνουμε για πρώτη φορά στον ελληνικό κόσμο ένα είδος εσκεμμένης «θεοποίησης της προσωπικότητας». Ήδη όσο Αλέξανδρος ήταν ζωντανός προσπάθησε να ελέγξει τον τρόπο προβολής της εικόνας του. Ο γλύπτης Λύσιππος, ο ζωγράφος Απελλής και τεχνίτης της σφραγιδογλυφίας Πυργοτέλης ορίσθηκαν με διάταγμα ως επίσημοι καλλιτέχνες «εικόνες αυτού δημιουργείν» (Πλούταρχος Ηθικά 335 b). Επίσημος ιστοριογράφος της αυλής ορίστηκε ο ανιψιός του Αριστοτέλη Καλλισθένης, ο οποίος κατόπιν επιθυμίας του βασιλικού εργοδότη του εσκεμμένα συνέζευξε τον Αλέξανδρο με ομηρικά πρότυπα.

Μετά το τέλος της ανατολικής εκστρατείας και το θάνατο του νέου κυριάρχου λοιπόν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την εν μέρει αυτοαναπαραγωγή του μύθου του. Σε αυτό συντέλεσαν όσοι τον συνόδευσαν στην εκστρατεία του και μετά τον ξαφνικό θάνατό το 323  επέστρεψαν  στη Δύση. Οι άνθρωποι αυτοί συνέγραφαν κυρίως απομνημονεύματα κάθε είδους, όπως για παράδειγμα, ο αρχιθαλαμηπόλος της αυλής Χάρης από τη Λέσβο, αλλά και πολλοί άλλοι, καταγράφοντας τις προσωπικές τους εμπειρίες σχετικά με το βασιλιά και τα εκπληκτικά του επιτεύγματα. Το βέβαιο ήταν ότι όποιος δεν ήταν μαζί με τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία, δεν ήταν σε θέση να ασκήσει κριτική ή να ελέγξει τις πληροφορίες που εξαπλώθηκαν στην Ελλάδα.

Ο λόγος για τον οποίο έγραφαν πολλοί από εκείνους τους ανθρώπους ήταν ακριβώς το μονοπώλιό τους επί των πληροφοριών. Χάρη σε αυτό εξασφάλιζαν ένα αναγνωστικό κοινό που αδημονούσε να μάθει για τα τεκταινόμενα και ταυτόχρονα εξασφάλιζαν το θαυμασμό και το κύρος στην πόλη τους, όπου επέστρεφαν, συνήθως πολύ πλουσιότεροι, φέρνοντας μαζί τους ενθύμια από τα λάφυρα της περσικής εκστρατείας. Κανείς απ’ αυτούς δεν ενδιαφερόταν να απεικονίσει με μελανά χρώματα τον Αλέξανδρο και τα επιτεύγματά του, τα οποία αποτελούσαν τη βάση και της δικής τους φήμης. Από την αρχή λοιπόν το προσωπικό συμφέρον όσων έγραψαν για τον Αλέξανδρο, όλων εκείνων που είχαν προσωπική εμπειρία για την εκστρατεία, κυριάρχησε στη συνήθη παρουσίαση του Αλεξάνδρου, με αποτέλεσμα σύντομα να καταστεί δύσκολη η προσέγγιση του «πραγματικού» Αλεξάνδρου, κρυμμένου πλέον πίσω από προσωπικά απομνημονεύματα και άλλες ιδιοτελείς σκοπιμότητες.

Τα τρία (χαμένα σήμερα) έργα της ελληνιστικής περιόδου που άσκησαν καταλυτική επίδραση στις μεταγενέστερες πηγές υπόκεινται στις παραπάνω ιστορικές συγκυρίες. Και τα τρία γράφτηκαν στα είκοσι πρώτα χρόνια μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου από ανθρώπους που τον γνώριζαν. Διόλου τυχαία, τα δύο από τα τρία γράφτηκαν στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, την πρωτεύουσα του Πτολεμαίου. Ήδη έχουμε αναφερθεί στις προσπάθειες του συγκεκριμένου διαδόχου να αντλήσει νομιμοποίηση από τη μνήμη του Αλεξάνδρου, οπότε δεν πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη το ότι έγραψε  Ιστορία  για τον Αλέξανδρο. Τον παρουσιάζει ως χαρισματικό ηγέτη, έμμεσα το πρότυπό του, και μεροληπτεί εναντίον των υπόλοιπων Διαδόχων με τους οποίους είχε συγκρουστεί για τη διανομή της αυτοκρατορίας του πεθαμένου βασιλιά. Βέβαια το έργο του, όπως δείχνει η ευρύτατη χρήση του από μεταγενέστερους ιστοριογράφους, δεν παύει να έχει την μεγάλη αξία της προσωπικής μαρτυρίας από έναν αυτόπτη των γεγονότων.

Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα (τα στοιχεία δεν είναι ξεκάθαρα) το έργο του Πτολεμαίου να είναι απάντηση στην αφήγηση του Κλειτάρχου, έργο που γράφτηκε επίσης στην Αλεξάνδρεια. Μεγάλης κλίμακας έργο, με έκταση τουλάχιστον 12 βιβλία, περιλαμβάνει ολόκληρη την ιστορία του Αλεξάνδρου από τη γέννηση έως τον θάνατό του, καθώς και μυθολογικά στοιχεία, όπως η συνάντησή του με τις Αμαζόνες. Έτσι εξύψωνε τον Αλέξανδρο στο επίπεδο των μυθικών ηρώων της ελληνικής παράδοσης, όπως ακριβώς είχε κάνει και ο Καλλισθένης με τις έμμεσες ομηρικές του αναφορές. Το έργο του Κλειτάρχου παρά ταύτα έχει ευρύτερη οπτική. Εκθειάζει και απαθανατίζει την εκστρατεία του Αλεξάνδρου συνολικά, ενώ το ύφος του το κατέστησε εξαιρετικά δημοφιλές. Η επιτυχία του έργου συνέβαλε ώστε να τοποθετηθεί ο Αλέξανδρος στο βάθρο του επιτυχημένου στρατιωτικού ηγέτη. Ο Κλείταρχος θεωρούνταν ο πιο πλήρης συγγραφέας με θέμα τον Αλέξανδρο και, λόγω του ύφους του, είχε τη μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα. Ως εκ τούτου, το βιβλίο του, παρά τη μεροληψία του και την τάση μυθοποίησης του θέματός του, κατέληξε να γίνει κάτι σαν ευαγγέλιο περί του Αλεξάνδρου. Το συγκεκριμένο έργο ήταν ευνοϊκά διακείμενο απέναντι στον Πτολεμαίο. Ο τελευταίος είχε ρόλο πρωταγωνιστή και μάλλον από το συγκεκριμένο ιστορικό έργο προέρχεται η παράδοση ότι ο Πτολεμαίος ήταν νόθος γιός του Φιλίππου Β΄ και επομένως ετεροθαλής αδελφός του Αλεξάνδρου. Ωστόσο το σημαντικότερο στον Κλείταρχο είναι η κεντρική θέση του Αλεξάνδρου. Πιθανόν ο Πτολεμαίος να παρακινήθηκε να γράψει και το δικό του έργο διεκδικώντας δάφνες ακριβείας, αν ισχυριζόταν ότι έβαζε τα πράγματα στη θέση τους παραλείποντας μερικά από τα στοιχεία τα οποία εξόφθαλμα εξυπηρετούσαν τη δημιουργία μύθου, όπως η συνάντηση με τις Αμαζόνες. Με τον τρόπο αυτό χρησιμοποιούσε την ιστοριογραφία για δικούς του σκοπούς. Ο Πτολεμαίος επιθυμούσε να παρουσιαστεί ως διάδοχος ενός πραγματικού βασιλιά και όχι μιας μυθικής μορφής.

Χρυσό νόμισμα της Αλεξάνδρειας με τον Φαραώ Πτολεμαίο Α΄ στη μια όψη και στην άλλη τον αετό, έμβλημα της Πτολεμαϊκής Δυναστείας.

Ο τρίτος συγγραφέας της εποχής που επηρέασε την ύστερη παράδοση ήταν ο Αριστόβουλος από την Κασσάνδρεια. Ο Αριστόβουλος είχε λάβει μέρος στην εκστρατεία αλλά δεν ανήκε στο σώμα των Μακεδόνων αξιωματικών. Το πιθανότερο είναι πως τα καθήκοντά του ήταν τεχνικής φύσης. Όπως και ο Καλλισθένης, ήταν Έλληνας από τη Χαλκιδική που εγκαταστάθηκε στην Κασσάνδρεια λίγο μετά την ίδρυσή της το 315. Το έργο του που το έγραψε σε μεγάλη ηλικία, όταν ήταν 84 ετών, έχει χαρακτηριστεί «πανηγυρικός» του Αλεξάνδρου. Πιθανώς γράφτηκε κατά τη περίοδο που βασιλιάς της Μακεδονίας ήταν ο Λυσίμαχος, άλλος ένας Διάδοχος που χρησιμοποίησε την κληρονομιά του Αλεξάνδρου, κι όχι ο Κάσσανδρος, που ήταν, όπως έχουμε δει, αρνητικός απέναντι στη μνήμη του. Παρότι το έργο του  δεν μπορούσε να συναγωνιστεί το έργο του Κλειτάρχου από την άποψη λογοτεχνικού ύφους επιβίωσε έως τον 2ο αιώνα μ.Χ., αποτελώντας ένα ακόμα θετικό συμπλήρωμα στην αλεξανδρινή παράδοση που είχαν δημιουργήσει ο Κλείταρχος και ο Πτολεμαίος.

Όσο προχωρά και διαμορφώνεται η καθαυτό ελληνιστική εποχή και οι ελληνόφωνοι ιστοριογράφοι έχουν άλλα θέματα να ασχοληθούν, αρχίζει να διαφαίνεται μια αρνητική στάση των Ελλήνων της κυρίως Ελλάδας για το πρόσωπο του Αλεξάνδρου. Για παράδειγμα, ο Πολύβιος (περ. 200-120) που ασχολήθηκε με τη σταδιακή υποταγή του ελληνιστικού κόσμου στην εξουσία της Ρώμης, σε διάφορα σημεία του έργου του διαμαρτύρεται για την κυρίαρχη εικόνα του Αλεξάνδρου ως υπερανθρώπου  και πάνσοφου ημίθεου. Ο Πολύβιος όμως δεν έγραψε βιβλίο για τον Αλέξανδρο, και τα σχόλιά του γι’ αυτόν είναι διάσπαρτα μέσα στο έργο του, συνήθως με τη μορφή σύγκρισης ή αντίθεσης με άλλα γεγονότα τα οποία περιγράφει λεπτομερώς. Ο Ηγησίας ο Μάγνης, που έγραψε μια ιστορία για τον Αλέξανδρο η οποία έχει χαθεί, στάθηκε ιδιαίτερα επικριτικός για τη σκληρότητα που έδειξε ο Αλέξανδρος στην κατάληψη της Γάζας. Οι κάτοικοι της νότιας Ελλάδας είχαν γνωρίσει την ήττα από τον πατέρα του Αλεξάνδρου Φίλιππο Β΄ και πριν την εκστρατεία στη Ασία το σκληρό πρόσωπο της εξουσίας του Αλεξάνδρου με την καταστροφή της Θήβας. Η τύχη του Καλλισθένη οπωσδήποτε δεν έκανε καλό στην εικόνα που διαμόρφωσαν για τον Αλέξανδρο οι κύκλοι διανοουμένων γύρω από τον Αριστοτέλη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, παρόμοιες ριζωμένες απόψεις ορισμένων Ελλήνων διανοουμένων δεν επηρέασαν παρά ελάχιστα ή και καθόλου την εικόνα του Αλεξάνδρου όπως την είχε παγιώσει η πρώτη γενιά ιστορικών του.

O Πομπήιος με τη μορφή του Αλεξάνδρου.

Η εικόνα αυτή ταίριαζε θαυμάσια στον πληθωρικά ηρωικό κόσμο της ύστερης ρωμαϊκής Δημοκρατίας και των μεγάλων Ρωμαίων κατακτητών. Ο Πομπήιος ειδικά, αρεσκόταν να φαντάζεται τον εαυτό του ως νέο Αλέξανδρο (Πλούταρχος Βίος Πομπήιου 2). Το επωνύμιο (cognomen) μάλιστα του Πομπήιου ήταν Magnus (μέγας), όχι τυχαία. Είναι σταθερή συνήθεια των λατινόφωνων κυρίως πηγών μας να αποκαλούν Μέγα τον Αλέξανδρο από τον 2ο αιώνα π.Χ. κι έπειτα. Μάλιστα η πρώτη σχετική φιλολογική αναφορά εντοπίζεται σε ένα έργο του λατίνου κωμικού συγγραφέα Πλαύτου, ο οποίος έζησε περίπου ανάμεσα στα έτη 250-184 π.Χ.(Mostellaria=To Φάντασμα, 775). Οι σύγχρονοι ελληνόφωνοι συγγραφείς όπως ο Διόδωρος, ο Τιμαγένης και στη λατινική γλώσσα ο Πομπήιος Τρώγος έγραψαν Παγκόσμιες Ιστορίες, οι οποίες περιλάμβαναν και την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, ωστόσο (απ’ όσο μπορούμε να κρίνουμε) ούτε πέτυχαν, αλλά ούτε προσπάθησαν καν, να αποδεσμευτούν από την καθιερωμένη, πανηγυρική εκδοχή της ιστορίας του Αλέξανδρο και το θαυμασμό προς το πρόσωπό του. Κριτική πάντως  υπήρχε σε αυτή την πανηγυρική αντιμετώπιση του Αλεξάνδρου. Η πιο γνωστή περίπτωση είναι το ερώτημα το οποίο θέτει και επεξεργάζεται ο Λίβιος (59 π.Χ.-17 μ.Χ.), για το αν ο Αλέξανδρος θα είχε νικήσει και τους Ρωμαίους, σε περίπτωση που θα είχε έρθει στην Ιταλία. Η απάντησή του είναι κατηγορηματικά αρνητική. Ταυτόχρονα, επικρίνει τα σύγχρονά του ελληνικά έργα που εκφράζουν την αντίθετη άποψη.  ( Ab urbe Condita =Από την ίδρυση της Ρώμης, 9.17).

Κατά τη περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας βρίσκουμε τρεις μονογραφίες σχετικές με τον Αλέξανδρο. Η πρώτη είναι γραμμένη στα λατινικά, από κάποιον Κόιντο Κούρτιο και χρονολογείται είτε την περίοδο των Κλαυδίων, είτε στην περίοδο των Φλαβίων αυτοκρατόρων του 1ου αιώνα μ.Χ. Δυστυχώς δεν μπορούμε να ξέρουμε ακριβώς, διότι η εισαγωγή του έργου έχει χαθεί. Ο Κούρτιος πάντως, φαίνεται πως ήταν άνθρωπος που είχε ζήσει τη σκοτεινή πλευρά της μοναρχικής εξουσίας. Οι συνομωσίες της αυτοκρατορικής αυλής και οι εμφύλιοι πόλεμοι επηρέασαν την ερμηνεία του για τον Αλέξανδρο και ιδίως την περιγραφή της σχέσης του Αλεξάνδρου με τους αξιωματούχους του. Ίσως ο Κούρτιος επέλεξε ως θέμα της συγγραφικής του δραστηριότητας τον Αλέξανδρο επειδή η σύγχρονή του ρωμαϊκή ιστορία, όπως παρατηρεί ο λίγο νεότερός του Τάκιτος, ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο πεδίο.  Στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., την περίοδο της πιο ήπιας διακυβέρνησης του αυτοκράτορα Τραϊανού ο ηθικός φιλόσοφος Πλούταρχος έγραψε τους Βίους Παράλληλους όπου και ένα από τα τελευταία ζεύγη ήταν εκείνο του Αλεξάνδρου και του Καίσαρα. Επιπλέον, έγραψε την πραγματεία Περί της Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής. Ο Πλούταρχος, όπως δηλώνει και ίδιος, δεν είναι ιστορικός. Ενδιαφέρεται να φωτίσει τον ηθικό χαρακτήρα του Αλεξάνδρου. Αναπόφευκτα βέβαια, έγραψε για τη ζωή ενός μονάρχη ζώντας υπό το καθεστώς ενός άλλου μονάρχη και έβλεπε με συμπάθεια τους πανηγυρικούς που είχαν ως επίκεντρο τον Αλέξανδρο. Συνεισέφερε έτσι κι αυτός στο να μπει ο Αλέξανδρος σε ένα βάθρο αποσπώντας τον από την πραγματική ζωή με το να απαλείφει σε μεγάλο βαθμό το ιστορικό πλαίσιο. Στον Πλούταρχο, περισσότερο απ’ ότι σε οποιονδήποτε άλλο σωζόμενο συγγραφέα, βλέπουμε τον Αλέξανδρο ως λογοτεχνική κατασκευή. Ο τρίτος σωζόμενος συγγραφέας είναι ο σύγχρονος και λίγο νεότερος του Πλουτάρχου Φλάβιος Αρριανός. Γεννήθηκε στη Νικομήδεια, ήταν μαθητής του φιλοσόφου Επίκτητου και άνθρωπος των γραμμάτων. Χρησιμοποίησε ως πρότυπό του τον Ξενοφώντα, γι’ αυτό και έδωσε τον τίτλο Ανάβασις στην ιστορία του Αλεξάνδρου που συνέγραψε. Ο Αρριανός είχε την προσωπική εύνοια του αυτοκράτορα Αδριανού, ο οποίος τον έκανε συγκλητικό. Στη συνέχεια έγινε ύπατος και υπηρέτησε επί έξι χρόνια ως κυβερνήτης της Καππαδοκίας. Έχοντας ο ίδιος την αυτοκρατορική εύνοια, δεν μας εκπλήσσει ότι, σε αντίθεση με τον Κούρτιο έναν αιώνα νωρίτερα, βλέπει μόνο θετικά στη μοναρχία. Παρουσιάζει μια κολακευτική, αποστειρωμένη εικόνα του ιστορικού Αλεξάνδρου, τον οποίο βλέπει όπως ακριβώς θα ήθελαν ο Πτολεμαίος (που είναι και η βασική πηγή του) και ο Αριστόβουλος. Στον Αρριανό, όπως και στον Κούρτιο, βλέπουμε καθαρά την αλήθεια της ρήσης του ιστορικού R.G. Collingwood ότι πάντα η ιστορία είναι σύγχρονη ιστορία.

Συνοψίζοντας την αρχαία ιστοριογραφία γύρω από τον Αλέξανδρο επιγραμματικά μπορούμε να διαπιστώσουμε τα εξής. Όλοι οι εκπρόσωποι της πρώτης γενιάς συγγραφέων είχαν κατά νου το συγκεκριμένο κοινό τους, ενώ ειδικότερα ο Πτολεμαίος ενδιαφερόταν ιδιαιτέρως να παρουσιάσει μια αποστειρωμένη εικόνα του Αλεξάνδρου, πάνω στην άσπιλη φήμη του οποίου έχτισε και ο ίδιος το βασίλειό του. Στη συνέχεια φαίνεται πως για 200 χρόνια περίπου δεν έγραψε κανείς αναλυτικά για τον Αλέξανδρο, μέχρι την εποχή της ρωμαϊκής εμπλοκής στην Ανατολή. Κυρίως οι κατακτήσεις του Πομπηίου στην Ανατολία και στη Συρία στα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. έφεραν ξανά στην επικαιρότητα τον Αλέξανδρο και προκάλεσαν μια σχετική αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος γι’ αυτόν. Τέλος, τα κείμενα αυτά προκάλεσαν τη διαμαρτυρία του Λιβίου κατά της άποψης ότι ο Αλέξανδρος θα μπορούσε να κατακτήσει και τη Ρώμη. Από τότε, το ενδιαφέρον για τον Αλέξανδρο υπήρξε μόνο παροδικό. Ο Κούρτιος επέλεξε να γράψει γι’ αυτόν σαν άνθρωπος των γραμμάτων προκειμένου να αποδράσει από την τρέχουσα πραγματικότητα, αλλά το έργο του αντικατοπτρίζει ταυτόχρονα τα σύγχρονα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι σκεπτόμενοι άνθρωποι υπό το καθεστώς της Ιουλιοκλαυδιανής δυναστείας. Ο Πλούταρχος χρησιμοποίησε τον Αλέξανδρο ως αφορμή για να δώσει μαθήματα ηθικής, γράφοντας σε έναν κατά βάση απολιτικό κόσμο. Φτάνουμε τέλος στον γεμάτο σεβασμό πανηγυρικό του Αρριανού για το μονάρχη του οποίου οι πράξεις (ίσως θεωρούσε ο ιστορικός) συνέβαλαν εντέλει στη δημιουργία του μακάριου κόσμου των μοναρχιών, όπου άνθρωποι σαν τον ίδιο τον Αρριανό θα μπορούσαν να προκόψουν.  

 Ο Αλέξανδρος των θρύλων 

 Λίγο καιρό μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, μάλλον στο χρονικό περιθώριο μια γενιάς, πέραν της ιστοριογραφίας, δημιουργήθηκε ένα έργο λαϊκής λογοτεχνίας, με θέμα τα όνειρα και τις επιθυμίες του Αλεξάνδρου, τα οποία και αντιμετώπιζε σαν όντως να είχαν συμβεί. Πρόκειται για το Μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου, ένα έργο που γραφόταν και ξαναγραφόταν, με την προσθήκη νέων στοιχείων, που διαμορφωνόταν διαρκώς κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας, και το οποίο έγινε η βάση για μια πλουσιότατη λογοτεχνική παραγωγή σχετικά με τον Μακεδόνα βασιλιά. Από την ελληνική ανατολή που γράφτηκε, διαπέρασε τις αραβικές και τις περσικές παραδόσεις, τη μεσαιωνική και σύγχρονη Ελλάδα και. μέσω δύο μεταφράσεων στα Λατινικά, τις ρομαντικές μυθιστορίες της Δυτικής Ευρώπης. Η ιστορία των θρύλων του Αλεξάνδρου είναι η ιστορία των μεταμορφώσεων αυτού του εκπληκτικού, χωρίς βέβαια ιδιαίτερη εγκυρότητα, ιστορικού μυθιστορήματος. Στο έργο αυτό, ο ιστορικός Αλέξανδρος σχεδόν χάνεται κάτω από την αχλύ ενός άλλου Αλεξάνδρου. Ενός πρωτεϊκού χαρακτήρα που μπορεί να ενσαρκώσει μερικούς από τους βαθύτερους φόβους και επιθυμίες του ανθρώπινου είδους. Είναι αξιοθαύμαστο πώς ένα τόσο αποσπασματικό πεζό κείμενο είχε τόσο μεγάλη επιρροή και ενέπνευσε πολύ πιο σημαντικά λογοτεχνικά έργα, όπως το περσικό Σαανάμα (Shahanama), το γαλλικό Roman d’ Alexandre (Μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου) και τη νέα ελληνική Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου.

Το υλικό του θρύλου είναι άπειρο και δεν θα έφτανε μία ολόκληρη ζωή για να το μελετήσει κανείς διεξοδικά, ή έστω να μάθει τις γλώσσες που ασχολούνται με αυτό, από τα Ισλανδικά ως τα Μαλαϊκά και από τα Ισπανικά ως τα Μογγολικά, μαζί με τα βασικά κείμενα στα Ελληνικά, Λατινικά, Συριακά, Αρμενικά, Εβραϊκά, Περσικά και Αραβικά. Η εικόνα που προκύπτει μας δίνει έναν Αλέξανδρο ικανό να αφουγκραστεί τους κραδασμούς του κόσμου γύρω του, από το Ισλάμ της Τζιχάντ μέχρι τον Χριστιανισμό των Αυτοκρατοριών. Να γίνει φορέας νοήματος για τους παγανιστές φιλοσόφους αλλά και τους Εβραίους. Οι θρησκευτικές κατηγοριοποιήσεις δεν είναι τυχαίες. Αυτός ο Αλέξανδρος θέτει ερωτήματα: πώς να ζήσουμε, γιατί πεθαίνουμε, που δεν θα λάβουν ποτέ οριστική απάντηση. Μπορεί να μιλήσει για τον Καθένα.

Ο Αλέξανδρος εξερευνά τα βάθη της θάλασσας. Εικόνα από ρωσικό χειρόγραφο του Μυθιστορήματος του Αλεξάνδρου (17ος αιώνας μ.Χ.).

Είναι γιός Θεού που αποβλέπει στη αθανασία. Είναι ο ικανός εξερευνητής που ξεπερνάει τα σύνορα του κόσμου τον οποίο και υπερασπίζεται από τους έξωθεν κινδύνους που τον απειλούν. Είναι ο επινοητικός εφευρέτης που αντιμετωπίζει κάθε κατάσταση και ξεπερνά κάθε αδιέξοδο.  Ως φιλόσοφος μπορεί να αμφισβητήσει την αξία των κατακτητικών του άθλων μπροστά στο αναπόφευκτο του θανάτου. Όπως προσφυώς παρατηρεί ο λογοτέχνης T.E. Lawrence είναι ένας  «μεταρρυθμιστής του κόσμου που δεν έχασε ποτέ την ικανότητα να αμφιβάλλει». Εισβάλλει στο Μεσαίωνα ως κυνηγός τεράτων και ως ηθικολόγος, αλλά και ως προάγγελος του τέλους του Χρόνου. Γίνεται ένας ταξιδευτής προς τον Παράδεισο, ένας ιππότης του Θεού και ένας Άνθρωπος Οικουμενικός, που κάποιες φορές αξιώνεται να ταυτιστεί με τον Χριστό. Όμως, όπως ο οικουμενικός Άνθρωπος, έρχεται και αυτός αντιμέτωπος με τον Θάνατο. Όταν εισέρχεται στη σύγχρονη ελληνική παράδοση, είναι ένας παγκόσμιος βασιλιάς που διαφυλάττει την ειρήνη στον κόσμο, ένα πρότυπο για τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες και ένας εθνικιστής ήρωας της σύγχρονης βαλκανικής πολιτικής σκηνής. Όπως ένα στοιχειό της φύσης που τα χνάρια του, μαζί μ’ αυτά του αλόγου του, έχουν αποτυπωθεί στα βράχια και τις ακτές του Αιγαίου. Ακόμα και στη μουσουλμανική παράδοση, όπου καθιερώνεται μέσω του Κορανίου, γίνεται ο υπερασπιστής του κόσμου απέναντι στο χάος, ένας πολεμιστής και ένας προφήτης του Θεού αλλά και ένας Καθρέφτης των Βασιλέων. Ο Πέρσης Αλέξανδρος, επίσης είναι ένας ιδανικός βασιλιάς, ένας ήρωας γεμάτος νιότη, ένας σοφός.

Μια τέτοια κοσμική μοίρα απέχει πολύ απ’ όσα μπορούμε να προσλάβουμε για τον ιστορικό Αλέξανδρο. Ο τελευταίος, όπως είδαμε, έχει χαρακτηριστεί ποικιλοτρόπως. Από βίαιος κατακτητής που η μόνη του ικανότητα ήταν να σκοτώνει, μέχρι οραματιστής που φιλοδοξούσε να ενώσει ολόκληρο τον κόσμο. Ένας περήφανος δυνάστης με αξιοθαύμαστες ικανότητες, γενναιόδωρος αλλά και μέθυσος και αγροίκος. Όσο, όμως, ηρωικός, ή όχι, κι αν ήταν ο Αλέξανδρος της ιστορικής αλήθειας, ο μύθος του λειτουργεί ανεξάρτητα από αυτόν. Και αυτό γιατί πολλά από τα γεγονότα στο Μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου είναι πράξεις που ο ιστορικός βασιλιάς απλώς θα επιθυμούσε να κάνει. Πράξεις τις οποίες ο πόθος του, αυτή η σχεδόν θρησκευτική επιθυμία του υπαγόρευε. Την εξερεύνηση του Νείλου, την πορεία στον εξωτερικό του κόσμου Ωκεανό, τη συνάντηση με τις Αμαζόνες. Ακόμα και η κατάκτηση της Δύσης, ένα από τα τελευταία σχέδιά του κάνει την εμφάνισή του σε μια παραλλαγή του Μυθιστορήματος.

Ο Αλέξανδρος του μύθου αρχίζει να εξυφαίνει την αφήγηση και τα περιστατικά της ίδιας του της ζωής μέσα από τα όνειρά του. Κάθε καινούργια διασκευή του μύθου του, που διαδέχεται την προηγούμενη, προσθέτει νέες ιστορίες, περισσότερο βάθος, νέους άθλους και νέες συναντήσεις. Δεν είναι όλες οι ιστορίες του μύθου όνειρα που έκανε ο Αλέξανδρος, αλλά όλες τους είναι όνειρα που μπορεί να κατανοήσει ένας άνθρωπος, αφού και ο ίδιος τα έχει ονειρευτεί. Το να σκέφτεται κάποιος την πορεία του στη ζωή ή το να επιθυμεί μια μεγαλύτερη διάρκεια ζωής είναι προσδοκίες πανανθρώπινες.

Ο Αλέξανδρος είτε στην Ιστορία είτε στον Θρύλο ενσαρκώνει τις προσδοκίες, τους φόβους και την αναμέτρηση με το θάνατο, ζητήματα που απασχολούν κάθε άνθρωπο. Εκεί, ίσως, βρίσκεται και το μυστικό της διαχρονικής γοητείας του.  

Η ανάμνηση του Αλεξάνδρου παραμένει ζωηρή στη μνήμη των κατοίκων των περιοχών από τις οποίες πέρασε. Μνημείο της μάχης των Γαυγαμήλων, το οποίο κοσμεί την κεντρική πλατεία του σημερινού Ερμπίλ (Erbil) στο βόρειο Ιράκ. Τα αρχαία Άρβηλα και η ακρόπολή τους ήταν το τελικό σημείο συγκέντρωσης του στρατού του Δαρείου πριν από την άφιξή του στο πεδίο της μάχης των γειτονικών Γαυγαμήλων. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από τον συγγραφέα του παρόντος άρθρου το 2011.

 

Ο Κλεάνθης Ζουμπουλάκης είναι υποψήφιος διδάκτορας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ

                                                     

Alexandre Le Grand, Grec Macedonien – Le Musee du Louvre. (3 – 4)

Ντοκυμαντέρ 2011 συμπαραγωγής της ΕΡΤ, του Μουσείου του Λούβρου, του Γαλλικού Κέντρου Κινηματογράφου και του τηλεοπτικού καναλιού ΑRTE

 

 

  ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Anson E.M. (2013) Alexander the Great Themes and Issues, London.

Bosworth A.B. (1988) Conquest and Empire, the Reign of Alexander the Great, Cambridge ( Κατακτήσεις και Αυτοκρατορία του Μ. Αλεξάνδρου, μτφ. Μακρής Κ., Αθήνα 1998).

Carlier P. (1995) Le IVe siècle grec-jusqu’ à la mort d’Alexandre, Seuil ( Ο Ελληνικός Κόσμος τον 40 π.Χ. αιώνα, μέχρι το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μτφ. Στεφάνου Μ., επιμ. Ζουμπουλάκης Κ., Αθήνα 2005).

Droysen J.G. (1877-8) Geschichte des Hellenismus2 I. 1-2 Geschichte Alexanders des Grossen ( Ιστορία του Μ.Αλεξάνδρου μτφ. Αποστολίδης Ρ., επιμ. Αποστολίδης Η.- Αποστολίδης Σ., Αθήνα 1993).

Errington R.M. (2008) “Ο Μέγας Αλέξανδρος και η εξέλιξη της εικόνας του στην ιστοριογραφία” στο Μέγας Αλέξανδρος. Αναδιφώντας όψεις του περίοπτου, Έκδοση Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη, 138-171.

Fuller J.F.C. (1958) The Generalship of Alexander the Great ( Η Ιδιοφυής Στρατηγική του Μ.Αλεξάνδρου, μτφ. Κολιόπουλος Κ., επιμ. Ήφαιστος Π. – Παπασωτηρίου Χ., Αθήνα 2004).

Gehrke H.-J. (1991) Geschichte des Hellenismus, München (Ιστορία του Ελληνιστικού κόσμου, μτφ. Χανιώτης Α., εποπτεία Μπουραζέλης Κ , Αθήνα 2007).

Heckel W.- Tritle L.A. (2009) Alexander the Great: a new history, Chichester.

Stoneman R., (2008) Alexander the Great: A life in Legend ( Αλέξανδρος ο Μέγας. Από την Ιστορία στον θρύλο, μτφ. Μοσχή Φ. επιμ. Αποστολοπούλου Μ., Αθήνα 2011).

 

Σπύρος Γαστεράτος: Από το νησί των Φαιάκων στη νύμφη του Θερμαϊκού. Ο Γολγοθάς των Σέρβων (1915 – 1916).

Σπύρος Γαστεράτος


Από το νησί των Φαιάκων στη νύμφη του Θερμαϊκού.

Ο Αλβανικός Γολγοθάς των Σέρβων, η παρουσία τους στην Κέρκυρα και η μεταφορά τους στην Θεσσαλονίκη 

(1915 -1916)

 

Οι σερβικές επιτυχίες κατά το πρώτο έτος του Μεγάλου Πολέμου (μάχες Cer και Kolubara), έκαναν επιτακτικό για τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία) ένα αποτελεσματικότερο σχέδιο για την απαλλαγή από το σερβικό «παράσιτο». H κατάληψη και ο έλεγχος της Σερβίας ήταν ζωτικής σημασίας γι αυτές. Θα διασφάλιζαν την επικοινωνία τους με την σύμμαχο Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς και τη χερσαία συγκοινωνιακή οδό που ένωνε το Βερολίνο με την Κωνσταντινούπολη και διερχόταν μέσω του σερβικού εδάφους. Το πέρας της επιχείρησης αυτής, επιπλέον, θα είχε αντίκτυπο στις ουδέτερες βαλκανικές χώρες προς όφελος των Κεντρικών Δυνάμεων, αλλά και θα επέφερε ένα σημαντικότατο πλήγμα στην Ρωσία, η οποία θα έχανε το σημαντικότερο έρεισμα,  το οποίο διέθετε μέχρι στιγμής στα Βαλκάνια.[1]

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1915, η Βουλγαρία συνήψε συμμαχία με τις Κεντρικές Δυνάμεις, με στόχο μία συντονισμένη γερμανική, αυστροουγγρική και βουλγαρική επίθεση σε βάρος της Σερβίας. Η Βουλγαρία όφειλε να επιτεθεί στην γείτονα χώρα από ανατολάς, πέντε μέρες έπειτα από την εκδήλωση της αυστρογερμανικής επίθεσης, επιβραβευόμενη με την σερβική Μακεδονία και την ελληνική ανατολική Μακεδονία, σε περίπτωση που η Ελλάδα εξαπέλυε αναίτια επίθεση εναντίον αυτής και των συμμάχων της.[2] Στις 23 Σεπτεμβρίου, η Βουλγαρία κήρυξε γενική επιστράτευση· η επίθεση ήταν έτοιμη να ξεκινήσει.[3]

Πράγματι, στις 6 Οκτωβρίου αυστρογερμανικά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Σερβία. Αρχικά δόθηκε έμφαση στο Βελιγράδι, το οποίο κατελήφθη από τους Αυστριακούς τρεις μέρες αργότερα. Οι Γερμανοί εισέβαλαν από βορειοανατολικά, δηλαδή από την κοιλάδα του ποταμού Μοράβα. Τα αυστρογερμανικά στρατεύματα άρχισαν να διαχέονται στην Κεντρική Σερβία, με τους Σέρβους να υποχωρούν συνεχώς. Το σχέδιο των τελευταίων προέβλεπε σύμπτυξη προς τον νότο και σύνδεση με τα βρετανικά και τα γαλλικά στρατεύματα που είχαν εγκατασταθεί στην Θεσσαλονίκη για την παροχή βοήθειας στην Σερβία.[4]

Η σύμπτυξη των Σέρβων στον νότο ματαιώθηκε όταν, στις 14 Οκτωβρίου, οι Βούλγαροι εξαπέλυσαν επίθεση στο ανατολικό τμήμα της Σερβίας. Ένα μέρος του βουλγαρικού στρατού εισήλθε στη Νότια Σερβία, όπου στις 5 Νοεμβρίου κατέλαβε τη Νiš και συνδέθηκε με τον στρατό του στρατηγού Mackensen. Το άλλο μέρος του εισήλθε στην σερβική Μακεδονία, καταλαμβάνοντας σημαντικές πόλεις (Štip, Kumanovo, Veles, Ohrid).[5]

Το αρχικό σχέδιο των Σέρβων δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί, αφού είχαν αποκοπεί από τα νότια σύνορά τους. Η βοήθεια των Συμμάχων από το νότο ήταν καθυστερημένη και άκαρπη, ενώ και η Ελλάδα δεν προέβη σε στρατιωτική βοήθεια προς την Σερβία.[6] Μέσω του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, πάντως, επιτρεπόταν η διέλευση στρατιωτικών ενισχύσεων από την Γαλλία. Σέρβοι τραυματίες επίσης νοσηλεύονταν στην Θεσσαλονίκη, ενώ η Ελλάδα προμήθευε την Σερβία με αλεύρι και σιτάρι.[7]

Η Σερβία πλέον είχε καταληφθεί από αυστρογερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα, ενώ οι Σέρβοι είχαν αποκλειστεί από κάθε σχεδόν πιθανό δρόμο διαφυγής, υποχωρώντας προς την μοναδική δίοδο που είχε απομείνει, προς δυσμάς, την κοιλάδα του Κοσσυφοπεδίου.  Είχαν δύο επιλογές: ή να πέσουν ηρωικά σε ακόμη μία μάχη στο Κόσοβο (όπως με τους Οθωμανούς το 1389) και να συνθηκολογήσουν ή να διαβούν τον δύσβατο δρόμο του Μαυροβουνίου και της Αλβανίας κι ύστερα, φτάνοντας στις αλβανικές ακτές, να συνδεθούν με τους συμμάχους τους. Οι πρώιμες χιονοπτώσεις του έτους εκείνου παρεμπόδισαν την προέλαση των Κεντρικών Δυνάμεων στην Σερβία, ενώ, από την άλλη, εξασφάλισαν χρόνο στους Σέρβους.[8]

Η υποχώρηση του σερβικού στρατού.

Στις 25 Νοεμβρίου 1915, η σερβική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία έλαβε την απόφαση για υποχώρηση μέσω Αλβανίας, η οποία έμεινε γνωστή ως «Αλβανικός Γολγοθάς», ξεπερνώντας, κατά τον ανώτατο διοικητή του γαλλικού στρατού, Joseph Joffre, σε φρίκη ο,τιδήποτε άλλο έφερε τον ίδιο χαρακτηρισμό.[9]  Οι Σέρβοι διέβησαν δύσβατες και ορεινές περιοχές, αντιμετώπισαν χιονοθύελλες και πολλές φορές θερμοκρασίες κάτω των 20 βαθμών υπό το μηδέν.[10] Οι επιθέσεις των αλβανικών φυλών, παρά την βοήθεια που τους παρείχε ο Essad Pasha Toptani[11], σε συνδυασμό με την έλλειψη φαγητού και ρουχισμού, αλλά και τον τύφο, δυσχέραναν ακόμη περισσότερο την υποχώρηση.[12] Συν τοις άλλοις, ο σερβικός στρατός δεν διέθετε και σημαντικό οπλισμό, καθώς πριν ξεκινήσει την πορεία του μέσα από τα αλβανικά βουνά, κατέστρεψε όλο το βαρύ πολεμικό υλικό στο Kragujevac, στην Πριζρένη (Prizren) και στο Peć. Την υποχώρηση ακολούθησαν μαζί με τον σερβικό στρατό, ο πρωθυπουργός Pašić, ο επιτελάρχης Putnik, ο οποίος εξαιτίας προβλημάτων υγείας μεταφερόταν σε κλειστό καθιστό φορείο, ο βασιλιάς Πέτρος Α’ Karadjordjevic και ο γιος του και διάδοχος του θρόνου, Αλέξανδρος. Επίσης, υπήρχαν πολλοί πρόσφυγες από την Σερβία, οι οποίοι αποχώρησαν φοβούμενοι τις βιαιότητες των κατακτητών[13], αλλά και 20000 Αυστριακοί αιχμάλωτοι από τις μάχες του προηγούμενου χειμώνα. Με τους Σέρβους υποχώρησαν και διάφοροι ξένοι διπλωμάτες, πολεμικοί ανταποκριτές και φωτογράφοι, αλλά και μία υγειονομική ομάδα από την Σκωτική Γυναικεία Ομοσπονδία Σουφραζεττών για να παράσχει ιατρική περίθαλψη στους ασθενείς.[14] Ο «Αλβανικός Γολγοθάς» διήρκεσε περίπου τρεις εβδομάδες. Είναι άγνωστο πόσο ακριβά στοίχισε σε ανθρώπινες ζωές. Σε έκθεση του στρατηγού και υπουργού Στρατιωτικών της Σερβίας, Božidar Terzić προς τον Pašić, στις 22 Δεκεμβρίου 1915, επισημαίνεται ότι στην Αλβανία χάθηκαν 243.877 άτομα.[15] Ο αριθμός των νεκρών θα ήταν σίγουρα πολύ μεγαλύτερος χωρίς την συνδρομή του Essad Pasha.[16]

Αφού οι Σέρβοι έφτασαν στις αλβανικές ακτές, τα αρχικά συμμαχικά σχέδια προέβλεπαν την εγκατάστασή τους στην Αυλώνα (Vlorë). Όμως,  σε αυτή την προοπτική αντιτάχθηκε η σύμμαχος της Αντάντ, Ιταλία, η οποία έβλεπε την περιοχή ως βάση για μελλοντική διείσδυσή της στην Βαλκανική χερσόνησο και ταυτόχρονα θεωρούσε την Σερβία ως ανταγωνίστρια δύναμη.[17]

Μπροστά στην αδράνεια που επεδείκνυαν οι Σύμμαχοι σχετικά με το πού θα εγκαθίσταντο οι Σέρβοι, οι οποίοι παράλληλα βομβαρδίζονταν από την αυστριακή αεροπορία, αποφασιστικό ρόλο διαδραμάτισε ο Ρώσος Τσάρος· απείλησε ότι αν δεν στέλνονταν πλοία για την περισυλλογή τους , η Ρωσία θα προέβαινε σε μονομερή ανακωχή.[18] Έτσι, οι Γάλλοι πρότειναν ως εναλλακτική λύση για την ολοκλήρωση της επιχείρησης, την κατάληψη της Κέρκυρας, που βρισκόταν πολύ κοντά στις αλβανικές ακτές και δεν θα προκαλούσε την αντίδραση της ελληνικής κυβέρνησης.[19]

Ο επιτελάρχης Radomir Putnik, κατά την υποχώρηση, μέσα σε κλειστό καθιστό φορείο ( Πηγή:Imperial War Museum).

Πράγματι, η κατάληψη του νησιού ξεκίνησε στις 10 Ιανουαρίου 1916 και ολοκληρώθηκε στις επόμενες ημέρες, παρά την βρετανική επιφυλακτικότητα και την αρνητική στάση των Ιταλών. Ο Γάλλος αντιναύαρχος και επικεφαλής της επιχείρησης, Paul Chocheprat, ενημέρωσε τον Κερκυραίο νομάρχη ότι η κατάληψη γινόταν με την έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης. Η Αθήνα, όμως, πληροφορήθηκε το γεγονός αφού είχε ήδη δρομολογηθεί η αποβίβαση στο νησί.[20] Ο πρωθυπουργός, Σκουλούδης αντέδρασε, καθώς η ενέργεια αυτή αποτελούσε παραβίαση της ελληνικής ουδετερότητας, αλλά και η Συνθήκη του Λονδίνου (29 Μαρτίου 1864), κατά την οποία η Κέρκυρα και οι Παξοί έπρεπε να είναι εδάφη ουδέτερα και αποστρατιωτικοποιημένα. Επιπλέον, έφερε ως επιχείρημα τον κίνδυνο να κλονιστεί η υγεία του ντόπιου πληθυσμού, λόγω της χολέρας και του τύφου, ασθένειες, από τις οποίες  έπασχαν πολλοί Σέρβοι.

Τελικά, η κατάληψη του νησιού δεν απετράπη. Οι Σύμμαχοι προέβαλαν την ανθρωπιστική διάσταση, την προστασία και την προσπάθεια αναδιοργάνωσης των Σέρβων. Καταλήφθηκαν τα ταχυδρομεία και οι τηλεγραφικές υπηρεσίες, το λιμάνι και η τοπική αστυνομία. Επιβλήθηκε, ακόμη, λογοκρισία στην αλληλογραφία και στον τοπικό τύπο, ενώ συνελήφθησαν άτομα με την υποψία ότι ήταν πράκτορες των Γερμανών. Επιπλέον, στις 12 Ιανουαρίου καταλήφθηκε και το Αχίλλειο, μαζί με το προσωπικό του, το οποίο μετατράπηκε σε νοσοκομείο 500 κλινών, ενώ ο κήπος του χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο. Επρόκειτο για μία πράξη συμβολικής σημασίας, αφού αποτελούσε, έως πρόσφατα, θερινή κατοικία του Κάιζερ της Γερμανίας, Γουλιέλμου Β’. Ο Κερκυραίος νομάρχης, Μεταξάς διαμαρτυρήθηκε μόνο τυπικά, αλλά δεν έφερε αντίσταση στην κατάληψη του νησιού.[21]

Το νησί των Φαιάκων, επομένως, επρόκειτο να υποδεχτεί τους εξουθενωμένους από τον «Αλβανικό Γολγοθά» Σέρβους. Από τα λιμάνια του Δυρραχίου, κυρίως, αλλά και της Αυλώνας, μεταφέρθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 1916 στην Κέρκυρα, 150.000 περίπου άτομα. Η μεταφορά τους πραγματοποιήθηκε με ιταλικά, γαλλικά και βρετανικά πλοία, ενώ η αποβίβασή τους έγινε στον όρμο των Γουβιών, βόρεια της πρωτεύουσας. Η μεραρχία του ιππικού και ο διάδοχος Αλέξανδρος ήταν από τους τελευταίους που έφυγαν από την Αλβανία για την Κέρκυρα. Επιπλέον, 11.000 Σέρβοι στρατιώτες μεταφέρθηκαν στην Bizerta, της γαλλικής Τυνησίας.[22]

Πρόχειρος στρατωνισμός αμέσως μετά από την άφιξη στην Κέρκυρα.

Κατά την παρουσία τους στο νησί, η σερβική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, αλλά και οι πρόσφυγες ήταν συγκεντρωμένοι στην πόλη της Κέρκυρας. Ο Pašić, ο διάδοχος Αλέξανδρος και η σερβική κυβέρνηση διέμεναν στο πολυτελέστερο ξενοδοχείο της πόλης, Bella Venezia, το οποίο αποτελούσε την έδρα όλων των υπουργείων και του Κρατικού Ταμείου της Σερβίας. Επίσης, η Σερβική Βουλή (Skupština) συνεδρίαζε από τον Ιούλιο του 1916 έως και το τέλος του Πολέμου, στο Δημοτικό Θέατρο της πόλης, με πιο σημαντική απόφαση την Διακήρυξη της Κέρκυρας στις 20 Ιουλίου 1917, που αποτελούσε την βάση για την μελλοντική δημιουργία του γιουγκοσλαβικού βασιλείου. Το Γενικό Επιτελείο Στρατού της Σερβίας είχε επίσης την έδρα του στην πόλη της Κέρκυρας, καθώς εκεί βρισκόταν το κύριο στρατιωτικό τηλεφωνικό σύστημα. Αντίθετα, οι στρατιωτικές μονάδες στρατοπέδευσαν σε περιοχές βόρεια ή νότια της πόλης (Ύψος, Κάτω Κορακιάνα, Μεσογγή, Άγιος Ματθαίος, Στρογγυλή, Βραγκανιώτικα). Κατασκευάστηκαν βρύσες πόσιμου νερού, ενώ το οδικό δίκτυο επισκευάστηκε για την επικοινωνία των βόρειων και των νότιων στρατοπέδων. Επίσης, τον Μάρτιο του 1916, η σερβική κυβέρνηση μαζί με το Γενικό Επιτελείο Στρατού, αγόρασαν το πλοίο «Σερβία» για να διευκολύνουν περαιτέρω την επικοινωνία των στρατοπέδων. [23] Το πρόβλημα του υπερπληθυσμού που προέκυψε στην Κέρκυρα με την έλευση των Σέρβων, λύθηκε με την αποστολή Σέρβων μαθητών και σπουδαστών που δεν είχαν κινητοποιηθεί στρατιωτικά, στην Γαλλία, την Βρετανία, την Ελβετία, την Ρωσία και την Ρουμανία με στόχο να συνεχίσουν εκεί την εκπαίδευσή τους. Φυσικά, σερβικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες λάμβαναν χώρα και στην Ελλάδα.[24]

Σερβικό μνημείο στην περιοχή των Γουβιών.

Στους Σέρβους παραχωρήθηκαν τρεις εκκλησίες μέσα στην πόλη (Αρχάγγελος Μιχαήλ, Άγιος Νικόλαος των Γερόντων, Αγία Τριάδα), όπου η λειτουργία τελούταν στην εκκλησιαστική σλαβονική γλώσσα, ενώ στην ευρύτερη περιοχή είχαν χτιστεί πρόχειρα παρεκκλήσια. Επιπλέον, από τον Απρίλιο του 1916, εκδιδόταν στην Κέρκυρα με γαλλικό εξοπλισμό, η Srpske Novine (Σερβική Εφημερίδα), που είχε μεγάλη κυκλοφορία αλλά και ο Ratni Presbiro (Πολεμικός Τύπος), με μικρότερη απήχηση. Για την ψυχαγωγία των Σέρβων ιδρύθηκε το θέατρο «Ορφέουμ», διοργανώνονταν πολλές μουσικές συναυλίες, ενώ υπήρχε και στρατιωτική χορωδία που έψελνε στην εκκλησία ύμνους πατριωτικού-θρησκευτικού περιεχομένου. Επίσης, λειτουργούσαν σχολεία εικαστικών τεχνών, υποκριτικής, αλλά και ξένων γλωσσών, για να διευκολυνθεί η επικοινωνία τους με τους Συμμάχους. Από τον Φεβρουάριο του 1917, ακόμη, άρχισαν να λειτουργούν σερβικό δημοτικό σχολείο και γυμνάσιο.

Θεατρική παράσταση για την ψυχαγωγία των Σέρβων στρατιωτών.

Η οικονομία του νησιού τονώθηκε από την παρουσία των Σέρβων. Η Κέρκυρα γέμισε με νέα εστιατόρια, καφενεία, κρεοπωλεία και αρτοπωλεία, ώστε να καλυφθούν οι αυξημένες ανάγκες των Σέρβων. Το «Σερβικό Καφενείο», αλλά και τα εστιατόρια «Μαύρος Γάτος» και «Γκαμπρίνους» ήταν πολυσύχναστα από τους Σέρβους.[25] Τα φαινόμενα κερδοσκοπίας πάντως δεν έλειψαν και πολλοί Κερκυραίοι επιδόθηκαν σε πλανόδιο εμπόριο διαφόρων αντικειμένων στα στρατόπεδα όπου βρίσκονταν Σέρβοι.[26] Η Κέρκυρα ήταν για τους Σέρβους το «Νησί της Σωτηρίας». Το καταπράσινο κερκυραϊκό τοπίο δεν μπορούσε να συγκριθεί με το αντίστοιχο αφιλόξενο, ορεινό και χιονισμένο αλβανικό, βελτιώνοντας κατά πολύ το πεσμένο τους ηθικό. Οι Σέρβοι ασχολήθηκαν με την κοινωνία και το περιβάλλον του νησιού, ενώ οι περισσότεροι είδαν για πρώτη φορά στην ζωή τους θάλασσα. Υπήρξαν, βέβαια και ορισμένες αναφορές Σέρβων οι οποίοι τόνιζαν κάποια αρνητικά που παρατηρούσαν στην πόλη, όπως την στενότητα των δρόμων, την βρωμιά και τις πολλές πολυκατοικίες, ωστόσο όλοι τους ένιωθαν μία ευγνωμοσύνη για το νησί. Παρότι η ψυχολογική τους κατάσταση βελτιώθηκε, η δίψα των Σέρβων για επιστροφή στην πατρίδα παρέμεινε άσβεστη. Πολλοί από αυτούς έγραφαν ποιήματα νοσταλγίας, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι στην Κέρκυρα συντέθηκε το τραγούδι “Tamo Daleko” (Εκεί Μακριά) από τον Djordje Marinković. Ήταν ένας ύμνος για τους Σέρβους, οι οποίοι μέσω του τραγουδιού εξέφραζαν τον πόνο για την κατεχόμενη πατρίδα τους, αλλά και την επιθυμία για επιστροφή. Το τραγούδι είχε πολύ μεγάλη απήχηση και μεταφράστηκε στα ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά.[27]

Όσον αφορά τον τομέα της υγείας, οι δείκτες θνησιμότητας σε μια αρχική φάση ήταν υψηλοί. Η κατάληψη της Κέρκυρας πραγματοποιήθηκε δίχως να έχει προηγηθεί η απαραίτητη προετοιμασία από τους Συμμάχους, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές, ώστε το νησί να μπορεί να δεχτεί έναν τόσο μεγάλο αριθμό προσφύγων. Οι Σέρβοι έμεναν εκτεθειμένοι στην καταρρακτώδη βροχή και πέθαιναν στους δρόμους. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε χαντάκια εκατέρωθεν του δρόμου μπορούσε να συναντήσει κανείς πτώματα.[28] Υπολογίζεται ότι περίπου 150 Σέρβοι πέθαιναν καθημερινά από πείνα, τύφο, δυσεντερία, εξάντληση, πνευμονία και άλλες ασθένειες.[29] Εκτός αυτ’ων, με την έλευση των Σέρβων αυξήθηκαν τα κρούσματα χολέρας στον ντόπιο πληθυσμό. Στις 2/15 Μαρτίου, η εφημερίδα Εστία έκανε λόγο για επιτακτική ανάγκη αποστολής αντιχολερικού ορού στο νησί[30], ενώ σε μια έκθεση των ελληνικών αρχών στις αρχές Απριλίου, διαπιστώνοντραν 42 θάνατοι Κερκυραίων από χολέρα.[31] Η υψηλή θνησιμότητα των Σέρβων στρατιωτών είχε ως αποτέλεσμα ήδη από τις αρχές του Ιανουαρίου 1916, οι πιο βαριά ασθενείς να μεταφέρονται στο νησάκι Βίδο, απέναντι από την πόλη της Κέρκυρας, ώστε να είναι απομονωμένοι από αυτούς που διέμεναν στην πρωτεύουσα. Εκεί, γαλλική αποστολή γιατρών είχε στήσει τέσσερεις πρόχειρες σκηνές που χρησιμοποιούνταν σαν νοσοκομεία και οι ασθενείς χωρίζονταν ανάλογα με την κρισιμότητα της κατάστασής τους. Το ιατρικό προσωπικό, όμως, ήταν ανεπαρκές και τα φάρμακα δεν βρίσκονταν σε ικανοποιητικές ποσότητες, με αποτέλεσμα οι στρατιώτες να εξακολουθούν να πεθαίνουν και το Βίδο να αποτελεί το «Νησί του Θανάτου». Το μεγαλύτερο ποσοστό των νεκρών, μάλιστα, ήταν νεοσύλλεκτοι. 

Το Σερβικό Μαυσωλείο στη νησίδα Βίδο.

Οι πρώτοι νεκροί θάβονταν στο Βίδο, όμως επειδή το έδαφός του ήταν πετρώδες, μη ευνοώντας τον ενταφιασμό και επειδή ο αριθμός των νεκρών όλο και αυξανόταν, οι σοροί των Σέρβων στοιβάζονταν σε γαλλικές βάρκες, μεταφέρονταν στα ανοιχτά του Ιονίου Πελάγους και ρίπτονταν με κάποιο βαρύ αντικείμενο στον βυθό. Το θαλάσσιο αυτό νεκροταφείο έχει μείνει γνωστό ως «Γαλάζιος Τάφος» (“Plava Grobnica”), αποτελώντας την κορωνίδα των σερβικών δεινών του Μεγάλου Πολέμου, με πολλούς Σέρβους να έχουν γράψει γι’ αυτόν, με διασημότερο το ομώνυμο ποίημα του Milutin Bojić.[32]

Η ρίψη στον «Γαλάζιο Τάφο».

Παρόλα αυτά, η κατάσταση στο νησί άρχισε να βελτιώνεται σταδιακά. Η υγιεινή αναβαθμιστηκε και οι θάνατοι μειώθηκαν, ενώ ο σερβικός στρατός εφοδιάστηκε με νέα όπλα και στολές. Εφόσον βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση από αυτήν στις αρχές Ιανουαρίου, οι Σύμμαχοι πήραν την απόφαση να τον μεταφέρουν στην Θεσσαλονίκη. Το συμμαχικό σχέδιο προέβλεπε την μεταφορά του σερβικού στρατού ατμοπλοϊκώς στην Πάτρα, εν συνεχεία σιδηροδρομικώς μέσω Αθήνας μέχρι την Λάρισα και από εκεί είτε με πορεία είτε δια θαλάσσης στην Θεσσαλονίκη. Το σχέδιο αυτό προσέφερε μεγαλύτερη ασφάλεια σε αντιδιαστολή με μια μεταφορά δια θαλάσσης εν συνόλω, εξαιτίας του κινδύνου προσβολής των νηοπομπών από τα γερμανικά υποβρύχια.[33]

Ο Σκουλούδης, όμως, έθεσε εμπόδια στην πραγματοποίηση αυτού του σχεδίου, επικαλούμενος φόβους μετάδοσης ασθενειών, προβλήματα στην επικοινωνία και στις συγκοινωνίες. Η ελληνική ουδετερότητα θα παραβιαζόταν για πολλοστή φορά, ενώ θα σημειώνονταν εντάσεις με τις τοπικές ελληνικές. Επέτρεψε, πάραυτα, την μεταφορά του στρατού δια θαλάσσης, ενώ σιδηροδρομικώς επέτρεψε μόνο την μεταφορά του βαρέως υλικού. Επρόκειτο για μία παραχώρηση όχι προς τους Συμμάχους, αλλά προς της Σερβία, ως μία χειρονομία καλής θελήσεως.[34] Από τις 11 Απριλίου ως τα τέλη Μαΐου 1916, 120.000 περίπου Σέρβοι μεταφέρθηκαν με νηοπομπές στην Θεσσαλονίκη, μέσω του Ισθμού της Κορίνθου και του Πορθμού του Ευρίπου. Οι Σύμμαχοι κατέλαβαν το Αργοστόλι για να διαφυλάξουν την μεταφορά και τις κινήσεις των εχθρικών υποβρυχίων, ενώ είχαν προειδοποιήσει τον Έλληνα βασιλιά, Κωνσταντίνο, ότι έστω και ένας θάνατος να σημειωνόταν, οα αποτελούσε casus belli. Κατά την μεταφορά, δεν έλαβε χώρα καμία απολύτως επίθεση στα μεταγωγικά πλοία ούτε και σημειώθηκε απώλεια ζωής.[35]

Οι Κερκυραίοι στέκονταν για μέρες στο λιμάνι αποχαιρετώντας τους Σέρβους που αποχωρούσαν. Πολλοί, μάλιστα, όπως αναφέρουν Σέρβοι στα ημερολόγιά τους, τους αποχαιρετούσαν με δάκρυα.[36] Με την έλευση των Σέρβων ο ντόπιος πληθυσμός, αρχικά, ήταν επιφυλακτικός. Όπως ανέφερε η εφημερίδα Αθήναι, στις 7/20 Ιανουαρίου 1916: «Η γαλλική κατάληψις πιέζει ως εφιάλτης τα στήθη των κατοίκων.»[37] Αυτό δικαιολογούταν, αφενός, από την επίσημη στάση της ελληνικής κυβέρνησης, σύμφωνα με την οποία η παρουσία των Σέρβων στην Κέρκυρα παραβίαζε την ουδετερότητα του νησιού και της χώρας, ενώ και οι ασθένειες πολλών Σέρβων θα έθεταν σε κίνδυνο την υγεία των ντόπιων.[38] Αφετέρου, το γεγονός ότι οι Σέρβοι με την έλευσή τους, αποτελούσαν πλειοψηφία στο νησί (150.000 Σέρβοι την στιγμή που οι ντόπιοι δεν ξεπερνούσαν τους 100.000), σε συνδυασμό με την ρακένδυτη εμφάνισή τους, ενέτειναν την καχυποψία και τον φόβο των Κερκυραίων.

Παρόλα αυτά, η κατάσταση άλλαξε χάρη στην εν γένει συμπεριφορά των Σέρβων. Δεν σημειώθηκαν κλοπές και επεισόδια με τους ντόπιους. Ένας Κερκυραίος έγραψε σχετικά: «Οι Σέρβοι στρατιώτες έκαναν την καλύτερη εντύπωση στην Κέρκυρα. Παρά την πείνα τους στην αρχή, δεν διέπραξαν κλοπές, λεηλασίες και βιαιοπραγίες.»[39] Σημειώθηκαν μάλιστα, όχι μόνο επαγγελματικές, αλλά και στοργικές σχέσεις. Έγιναν πολλοί μεικτοί γάμοι, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι και οι τρεις κόρες του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου Bella Venezia, Φώτιου Γαζή, παντρεύτηκαν Σέρβους, εκ των οποίων ο ένας ήταν ο μετέπειτα Γιουγκοσλάβος πρωθυπουργός (1935-1939), Milan Stojadinović.[40] Σημειώθηκαν ακόμη και ευεργεσίες ντόπιων. Ο Μαργαρίτης Μιλτιάδης έθεσε όλη του την περιουσία στην διάθεση των Σέρβων προσφύγων και εφοδίασε τον σερβικό στρατό με γαλακτοκομικά από το κατάστημά του. Ο Ιωάννης Γιαννούλης, αγρότης από τον Άγιο Ματθαίο, δεν καλλιέργησε ποτέ ξανά τα χωράφια του όπου είχαν ταφεί Σέρβοι, παρόλο που αργότερα οι σοροί των τελευταίων μεταφέρθηκαν στο Μαυσωλείο του Βίδου και ήταν η μόνη πηγή εσόδων του.[41] Σημαντική, επίσης, ήταν η βοήθεια των Κερκυραίων γιατρών Κωνσταντίνου Παλατιανού και Σπυρίδωνος Παξινού, οι οποίοι παρασημοφορήθηκαν από την σερβική κυβέρνηση.[42] Το απόσπασμα της κερκυραϊκής εφημερίδας Αναγέννησις, δίνει ακριβώς τον τόνο των σχέσεων: «Καλό ταξίδι, παλικάρια! Η ψυχή των Κερκυραίων έμαθε μόνο να σας θαυμάζει.»[43] 

O διάδοχος Αλέξανδρος εν πλω με προορισμό τη Θεσσαλονίκη.

Από τον Απρίλιο μέχρι και τον Μάιο του 1916, 120.000 σερβικού στρατού, ο βασιλιάς Πέτρος και ο διάδοχος Αλέξανδρος μεταφέρθηκαν από την Κέρκυρα στην Θεσσαλονίκη. Η σερβική κυβέρνηση και η βουλή παρέμειναν στο νησί μέχρι και το τέλος του πολέμου. Μαζί τους έμειναν και όσοι δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, καθώς και μία συμβολική στρατιωτική δύναμη.[44]Οι Σέρβοι στην Θεσσαλονίκη εγκαταστάθηκαν κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της Μίκρας (Γαλάτιστα, Σουρωτή, Βασιλικά), 15 περίπου χιλιόμετρα ανατολικά από την πόλη, όπου ενώθηκαν με άλλους Σέρβους που ήταν ήδη στρατοπεδευμένοι εκεί. Ο βασιλιάς Πέτρος και ο Αλέξανδρος έμεναν σε βίλα στην οδό Μιζραχή (σημερινή Φλέμινγκ). Στην περιοχή της Μίκρας εκπαιδεύτηκε το καλοκαίρι ο σερβικός στρατός, ενώ προωθήθηκε την 17η Ιουλίου στην δυτική πτέρυγα του μετώπου, μήκους 60 μιλίων και δυτικά του ποταμού Αξιού, αποτελώντας την αριστερή πτέρυγα των Συμμάχων. Αυτό θα ήταν το μέτωπο στο οποίο θα επιχειρούσε.[45]

Η άφιξη στη Θεσσαλονίκη.

Μπορεί ο σερβικός στρατός να ήταν ένα ετερόκλιτο ηλικιακά σώμα, προκαλώντας απορίες στους Συμμάχους σχετικά με την αποτελεσματικότητά του, όμως η έλευση των Σέρβων στην Θεσσαλονίκη βελτίωσε ακόμη περισσότερο την ψυχολογική τους κατάσταση, καθώς το περιβάλλον της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας, γενικότερα, προσιδίαζε περισσότερο με την πατρίδα τους, απ’ ό,τι το νησιωτικό περιβάλλον της Κέρκυρας.[46] Οι Σέρβοι, παρά τις αρχικές ήττες από βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις στο μέτωπο, διατηρούσαν τις θέσεις τους, ενώ δέχτηκαν και ενισχύσεις. Στόχος τους ήταν η κατάληψη της στρατηγικής σημασίας πόλης του Μοναστηρίου, η οποία θα άνοιγε τον δρόμο για την επιστροφή στην πατρίδα τους. Αφού κατέλαβαν το Καϊμακτσαλάν μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου και διέσπασαν τις γερμανικές θέσεις στον Εριγώνα (Crna Reka), οι Σέρβοι, μαζί με γαλλικά, ρωσικά και ιταλικά στρατεύματα εισήλθαν στον Μοναστήρι στις 19 Νοεμβρίου 1916. Τέσσερα χρόνια μετά την σερβική κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς, το όνειρο για επιστροφή στην πατρίδα άρχισε να γίνεται πραγματικότητα.[47]

 

O Σπύρος Γαστεράτος, είναι Πτυχιούχος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας Α.Π.Θ.

 Serbia’s Exiled Army (1914-1918)

by Britsh Pathe  

 

Παραπομπές

[1] Palmer A., Το Μακεδονικόν Μέτωπον και ο Ελληνικός Διχασμός, μετάφ. Νικόλαος Παπαρρόδου, Συμπληρωματικαί Εκδόσεις Διευθύνσεως εκδόσεων αρχηγείου στρατού, Αθήνα 1977, 53 – Strachan H., Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εκδόσεις Γκοβόστη (μτφρ Παπαλαζαρίδης Ν.), Αθήνα 2013, 138-143, 190, 207 – Radojević-Dimić, Serbia in the Great War (1914-1918) (trans. Mirjana Jovanovic), Belgrade 2014, 186-187

[2] Radojević M.-Dimić L., όπ.π., 187 – Σφέτας Σ., «Από το Σαράγεβο στην Θεσσαλονίκη: Η βαλκανική διάσταση του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και τα διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής (1914/1915)», Ημερίδα Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος 1914-1918, 100 χρόνια από την έναρξή του, Οργάνωση ΓΕΕΘΑ, Θεσσαλονίκη 11 Νοεμβρίου 2014, 20

[3] Σφέτας Σ., Εισαγωγή στην Βαλκανική Ιστορία, τ.Α’: Από την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2009, 526

[4] Radojević-Dimić, όπ.π., 190-191

[5] Σφέτας Σ., Εισαγωγή στην Βαλκανική Ιστορία, τόμος Α’ : Από την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2009, 527

[6] Palmer, όπ.π., 53-55

[7] Sfetas S., “Aspects of Greek-Serbian Relations in 1914 and the Image of the Serbs in the Greek press”, in The Serbs and the First World War, ed. Dragoljub Živoyinović, Proceedings of the International Conference held at the Serbian Academy of Sciences and Arts, Belgrade, June 13-15, 2014, Serbian Academy of Sciences and Arts, Belgrade 2015, pp. 290-298, 290-297

[8] Palmer, όπ.π., 69-70

[9] Tomašević J., Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Ελλάδα στα μάτια του «ξενιτεμένου» σερβικού στρατού, μεταπτυχιακή εργασία, Θεσσαλονίκη 2013, 100

[10] Strachan, όπ.π., 208-209

[11] Essad Pasha Toptani: σερβόφιλος ηγεμόνας της Κεντρικής Αλβανίας, τον οποίον τοποθέτησαν οι Σέρβοι τον Μάιο του 1915, με στόχο την ένωση της Αλβανίας με την Σερβία. – βλ. Σφέτας, Εισαγωγή…, 526-527

[12] Radojević-Dimić, όπ.π., 196

[13] Εκτός από τους αμάχους που ακολούθησαν την πορεία του σερβικού στρατού μέσα από τα αλβανικά βουνά, ένα κύμα προσφύγων διέβη τα ελληνοσερβικά σύνορα τα τέλη Νοεμβρίου και τις αρχές Δεκεμβρίου 1915, περνώντας στην Δυτική Μακεδονία και την Θεσσαλονίκη. Εν τέλει, Σέρβοι πρόσφυγες είχαν διασπαρεί σε πολλά σημεία της Ελλάδας, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι ασκήθηκε φιλοσερβική προπαγάνδα σε περιοχές της ελληνικής Μακεδονίας. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. Hassiotis L., “The Serbs in Greece: The Serbian Exile in Greece during the First World War”, Godišnjak za društvenu istoriju, VII, 2-3, Beograd 2000, 190- 199. Μετά την κατάρρευση της Σερβίας, πολλοί Σέρβοι στρατιώτες κατέφυγαν στις ορεινές περιοχές της πατρίδας τους, πρωτοστατώντας στην εξέγερση της Toplica, με επικεφαλής τον Kosta Pećanac, τον Φεβρουάριο του 1917, η οποία, όμως κατεστάλη τον επόμενο μήνα. – βλ. Σφέτας, Εισαγωγή…, 540

[14] Palmer, όπ.π., 70-72

[15] Tomašević, όπ.π.,, 16

[16] Σφέτας, Εισαγωγή…, 529

[17] Tounda-Fergadi A., “The Serbian troops on Corfu: the problem of transporting them to Thessaloniki and Greek public opinion on the affair” on Proceedings of the Fifth Greek-Serbian Symposium organized by the Institute for Balkan Studies, Thessaloniki 1987, 32

[18] Σφέτας, Εισαγωγή…, 529

[19] Tounda-Fergadi, “Serbian troops”, 32

[20] Bataković, όπ.π., 72

[21] Χασιώτης Λ., Ελληνοσερβικές σχέσεις (1913-1918): συμμαχικές προτεραιότητες και πολιτικές αντιπαλότητες, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2004, 143-144 – Batakovic, όπ.π., 72-73

[22] Tomašević, όπ.π., 21 – Radojević-Dimić, όπ.π., 200

[23] Tomašević, όπ.π., 31-32

[24] Hassiotis, όπ.π., 194-195 – Radojević-Dimić, όπ.π., 202

[25] Tomašević, όπ.π., 33-37

[26] Αθήναι, 7 Απριλίου 1916, αριθμός φύλλου 5836, σελ. 1

[27] Tomašević, όπ.π., 35-39

[28] Ζαβιτζιάνος, Αι αναμνήσεις του εκ της ιστορικής διαφωνίας Βασιλέως Κωνσταντίνου και Ελευθερίου Βενιζέλου όπως την έζησε (1914-1922), τόμος Α’, Αθήναι 1946, 123-124

[29] Radojević-Dimić, όπ.π., 201

[30] Εστία, 2 Μαρτίου 1916, αριθμός φύλλου 7832, σελ. 3

[31] Χασιώτης, όπ.π., 147

[32] Tomašević, όπ.π., 27

[33] Χασιώτης, όπ.π., 147, 152

[34] Ζαβιτζιάνος, όπ.π., 121-122 – Bataković, όπ.π., 74

[35] Tounda-Fergadi, όπ.π, 37-40

[36] Tomašević, όπ.π., 41-42

[37] Αθήναι, 7 Ιανουαρίου 1916, αριθμός φύλλου 81, σελ. 1

[38] Χασιώτης, όπ.π., 143

[39] Tomašević, όπ.π., 31

[40] Κατσαρός Σ., Ιστορία της νήσου Κέρκυρας, Νέα Έκδοση, Κέρκυρα 2003, 474

[41] Tomašević, όπ.π., 30

[42] Λάσκαρι Ν., «Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, μια στιγμή  στην ιστορία της Κέρκυρας», Ίδρυμα κερκυραϊκής κληρονομιάς, 2001.

[43] Tomašević, όπ.π., 41

[44] Χασιώτης, όπ.π., 147

[45] Palmer, όπ.π., 132 – Mann A.J., Το Μέτωπο της Σαλονίκης (Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος), Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2008 (μτφρ. Παναγιώτης Δημουλέας), 107

[46] Palmer, όπ.π., 110 – Tomašević, όπ.π., 41

[47] Palmer, όπ.π., 137-145, 157-161

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης: Η μάχη του Βερολίνου (16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

 

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης

Η μάχη του Βερολίνου

(16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

Εισαγωγή

 

Η μάχη του Βερολίνου υπήρξε η τελευταία μεγάλη μάχη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Με την κατάληψη της πόλης από τον Κόκκινο Στρατό, έληξε ουσιαστικά ο πόλεμος στην Ευρώπη, αφού λίγες μέρες αργότερα η Γερμανία υπέγραψε άνευ όρων συνθηκολόγηση. Η μάχη του Βερολίνου τερματίστηκε ουσιαστικά με το θάνατο του Χίτλερ.

Η μάχη του Βερολίνου δεν περιορίζεται μόνο στις συγκρούσεις που έγιναν μέσα στην πόλη  μέχρι την ολοσχερή κατάληψη, αλλά περιλαμβάνει και μία σειρά μαχών, που έλαβαν χώρα από τον ποταμό Όντερ μέχρι το Βερολίνο. Λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα του Όντερ στα υψώματα του Ζέελοβ, όπου δόθηκε πολύνεκρη μάχη, είχε οργανωθεί η πρώτη γραμμή άμυνας των Γερμανών.

Οι τεράστιες απώλειες των αντιπάλων στη μάχη του Βερολίνου και η σκληρότητα των συγκρούσεων μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, τη θέληση πολλών Γερμανών να υπερασπιστούν την πρωτεύουσα του Ράιχ μέχρι το τέλος. Παρά τις προσπάθειες ορισμένων υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Χίτλερ να τον πείσουν να συνθηκολογήσει ή να προσπαθήσει να διαπραγματευτεί, ο τελευταίος ήταν ανένδοτος, πιστεύοντας ή, έστω, διατρανώνοντας την πίστη του στην τελική επικράτηση των Γερμανών. Οι περισσότεροι στρατηγοί της Βέρμαχτ, μολονότι είχαν ξεκάθαρη εικόνα για την έκβαση του πολέμου, τον ακολούθησαν στην πορεία της αυτοκαταστροφής.

Η κατάληψη του Βερολίνου από τον Κόκκινο Στρατό ήταν προϊόν συνεννόησης με τους δυτικούς Συμμάχους στη συνδιάσκεψη της Γιάλτας και δεν υπήρξε ανταγωνισμός μεταξύ σοβιετικών και αμερικανικών δυνάμεων για το ποιος θα φτάσει πρώτος.

 Η κατάσταση στα μέτωπα της Ευρώπης από τα μέσα 1944 μέχρι τις αρχές 1945

 

Τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του Ανατολικού  Μετώπου το 1944 ήταν το τεράστιο μήκος του (2.400 περίπου χιλιόμετρα από τη Βαλτική Θάλασσα έως τα Καρπάθια Όρη) και η συντριπτική υπεροχή των δυνάμεων των Σοβιετικών. Υπολογίζεται ότι οι τελευταίοι διέθεταν έντεκα φορές περισσότερο πεζικό από του Γερμανούς, επτά φορές περισσότερα άρματα μάχης, είκοσι φορές περισσότερα πυροβόλα και αεροσκάφη. Η διαφορά αυτή ήταν μικρότερη στα βόρεια απ’ ότι στα νότια του μετώπου, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν τεράστια [1]. Πέραν αυτών των δεδομένων η Βέρμαχτ μειονεκτούσε και στο ζήτημα της διοίκησης και του συντονισμού, αφού υπήρχε χάσμα μεταξύ της ανώτατης διοίκησης (Oberkommando der Wehrmacht – OKW) και της ανώτατης διοίκησης του στρατού ξηράς (Oberkommando des Herres – OKH), με την πρώτη να είναι αρμόδια για τον στρατηγικό σχεδιασμό σε όλα  τα θέατρα επιχειρήσεων, ενώ η δεύτερη μόνο για το ανατολικό, το οποίο επιτείνονταν από το γεγονός ότι ο Χίτλερ, που διατηρούσε την αρχιστρατηγία, λάμβανε αποφάσεις και για τακτικά ζητήματα. Επιπλέον, στο Ανατολικό Μέτωπο δεν είχε οριστεί ένας αρχιστράτηγος, όπως ο στρατάρχης Γκερντ φον Ρούντστετ (Gerd von Rundstedt) στη δύση και ο στρατάρχης Αλμπερτ Κέσελρινγκ (Albert Kesselring) στην Ιταλία. Τα προβλήματα αυτά επισημάνθηκαν από τον στρατηγό Χάιντς Γκουντέριαν (Heinz Gouderian) [2], αρχηγό του επιτελείου, αλλά συνάντησαν την άρνηση του Χίτλερ. Το ίδιο απορριπτικός ήταν ο Γερμανός καγκελάριος και στο αίτημα του Γκουντέριαν για ενίσχυση του Ανατολικού  Μετώπου, αφού δεν απέρριπτε ως ανακριβή και υπερβολικά τα στοιχεία για τις Σοβιετικές δυνάμεις που του παρέθετε ο Γκουντέριαν, τα οποία είχε επεξεργαστεί λεπτομερώς ο συνταγματάρχης Ράινχαρτ Γκέλεν [3].

To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.   
To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.

Η σοβιετική επίθεση στο κέντρο του ανατολικού μετώπου, που στόχευε στην ανακατάληψη  όλων των εδαφών που κατείχαν οι Γερμανοί από την αρχή του πολέμου, έλαβε την κωδική ονομασία επιχείρηση “Bagration“ και ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου 1944, λίγες ημέρες έπειτα από την απόβαση των  Συμμάχων στη Νορμανδία. Η επιχείρηση“Bagration“ έληξε επιτυχώς για τους Σοβιετικούς τον Αύγουστο του ιδίου έτους, με την προέλαση του Κόκκινου Στρατού μέχρι τη Βαρσοβία και είχε ως συνέπεια μεγάλες απώλειες για τους Γερμανούς (670.000 άνδρες) καθώς και την στέρηση πολύτιμων συμμάχων (Φινλανδία, Ρουμανία και Βουλγαρία). Κυρίως όμως, η επιχείρηση ήταν σημαντική γιατί άνοιξε τον δρόμο για την επίθεση στην καρδιά του τρίτου Ράιχ, στο Βερολίνο, η κατάληψη του οποίου θα σήμαινε την ολοκληρωτική επικράτηση των Συμμάχων [4]. Στο Δυτικό μέτωπο, τόσο η γερμανική επίθεση στις Αρδένες την 16 Δεκεμβρίου 1944 [5] όσο  και μία μικρότερη επίθεση στην περιοχή της Αλσατίας (Επιχείρηση Βόρειος Άνεμος  «Nordwind»), παρά τις πρώτες μικρές επιτυχίες που οφείλονται στον αιφνιδιασμό που προκάλεσαν στους Συμμάχους, απέτυχαν με ισχυρές απώλειες για τους Γερμανούς [6]. Στις 13 Ιανουαρίου οι γερμανικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει στις Αρδένες στις θέσεις από τις οποίες είχαν εξαπολύσει την επίθεσή τους.

Ορισμένες μεραρχίες τεθωρακισμένων της 6ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς (6. Panzerarmee), οι οποίες είχαν ήδη υποστεί σημαντικές απώλειες, μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στην Ουγγαρία, προκειμένου να διασπάσουν τον πολιορκητικό κλοιό, τον οποίο είχαν σχηματίσει οι σοβιετικές δυνάμεις στη Βουδαπέστη, τον Δεκέμβριο του 1944 (επιχειρήσεις «Konrad I-III»). Και οι τρεις προσπάθειες των γερμανικών δυνάμεων απέτυχαν εξαιτίας της σφοδρής αντίστασης που συνάντησαν από τις δυνάμεις του 3ου Ουκρανικού μετώπου υπό τον Στρατάρχη Φιόντορ Τολμπούχιν (Fjodor Tolbuchin). Κατόπιν τούτων, η Βουδαπέστη έπεσε ολοκληρωτικά στα χέρια του Κόκκινου Στρατού στις 13 Φεβρουαρίου 1945.

Μια ημέρα πριν από την οριστική υποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων  στις Αρδένες, οι Σοβιετικοί ξεκίνησαν την επίθεσή τους στις 12 Ιανουαρίου 1945 στον ποταμό Βιστούλα (Weichsel). Η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό την ηγεσία του αρχηγού των SS, Χάινριχ Χίμλερ (Heinrich Himmler), δεν κατάφερε να αναχαιτίσει τη σοβιετική επίθεση, με αποτέλεσμα ο Κόκκινος Στρατός να φτάσει σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες (2 Φεβρουαρίου) στον ποταμό Όντερ, μόλις 70 χιλιόμετρα ανατολικά του Βερολίνου [7].

Ωστόσο, παρά τη γρήγορη προέλαση, ο Στάλιν διέταξε τις δυνάμεις του να σταματήσουν στον ποταμό Όντερ. Την απόφαση αυτή υπαγόρευσαν οι δυσκολίες ανεφοδιασμού του αλλά και ο φόβος ότι ξαφνικές αντεπιθέσεις του γερμανικού στρατού θα μπορούσαν να του προξενήσουν μεγάλες απώλειες, όπως στις αρχές Αυγούστου 1944 στη Βαρσοβία. Βορειότερα, η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βορρά (16η και 18η Στρατιά), με δύναμη 250.000 ανδρών, ήταν από τον Σεπτέμβριο αποκλεισμένη στις ακτές τις Βαλτικής.

Παρά τις ήττες που είχε υποστεί η Βέρμαχτ μέχρι τα τέλη του 1944, παρέμενε μία αξιόμαχη στρατιωτική δύναμη. Υπολογίζεται ότι στις γραμμές της υπηρετούσαν 7,5 εκατομμύρια άνδρες, με 40 τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες μεραρχίες, ισχυρή αεροπορία και επαρκή εξοπλισμό. Άλλωστε, αυτό ακριβώς αποδεικνύουν οι σκληρές μάχες που έδωσε κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του πολέμου και ο μικρός, αναλογικά, αριθμός αιχμαλώτων και λιποτακτών [8].

Οι προετοιμασίες και τα σχέδια των Σοβιετικών για την επίθεση στο Βερολίνο

 

Τέλη Μαρτίου 1945 αφίχθησαν στη Μόσχα οι Στρατάρχες Γκεόργκι Ζούκοφ (Zhukov) διοικητής του 1ουΛευκορωσικού Μετώπου και Ιβάν Κόνιεφ (Konev) διοικητής του 1ου Ουκρανικού Μετώπου, προκειμένου να λάβουν από τον αρχηγό του Επιτελείου χερσαίων Δυνάμεων Αντόνοφ (Alexej Antonov) την έγκριση των σχεδίων κατάληψης του Βερολίνου. Ο Στάλιν διέταξε να ξεκινήσουν την επίθεση το αργότερο την 16η Απριλίου και να καταλάβουν το Βερολίνο ει δυνατόν στις 22 Απριλίου, επέτειο γενεθλίων του Λένιν. Συνδρομή θα παρείχε και το 2οΛευκορωσικό Μέτωπο υπό τον Στρατάρχη Κονσταντίν Ροκοσόφσκι (Konstantin Rokossowski). Ο Στάλιν υπέθαλπε και εκμεταλλευόταν τον ανταγωνισμό των δύο ικανότερων Στραταρχών του για το ποιος από αυτούς θα καταλάβει το Βερολίνο.

Η μάχη του Βερολίνου
Γκεόργκι Ζούκοφ και Ιβάν Κόνιεφ

Από τις αρχές του Φεβρουαρίου μέχρι τα μέσα Απριλίου οι Σοβιετικές Δυνάμεις συνέχιζαν τις επιχειρήσεις τους για την κατάληψη των τελευταίων περιοχών ανατολικά του Όντερ, που παρέμεναν ακόμα στα χέρια των Γερμανών. Μέχρι τα τέλη Μαρτίου καταλήφθηκε η Πομερανία, γεγονός που ήταν απαραίτητο για να καλυφθεί η βόρεια πλευρά του μετώπου του Βερολίνου, ενώ και στην ανατολική Πρωσία (Χάιλσμπεργκ, Κένιγκσμπεργκ) οι γερμανικές δυνάμεις έχαναν συνεχώς εδάφη με μεγάλες απώλειες. Ανατολικά του Όντερ η 9η Στρατιά του Στρατηγού Τέοντορ Μπούσε (Theodor Busse) προέβαλε ισχυρή αντίσταση στην πολύ καλά οχυρωμένη πόλη Κυστρίν (Küstrin – Kostrzyn), η οποία έπεσε στα χέρια των Σοβιετικών στις 30 Μαρτίου, γεγονός που περιόρισε του Γερμανούς στη δυτική όχθη  του Όντερ [9]. Η επιχείρηση κατάληψης του Βερολίνου συγκέντρωσε τον τεράστιο αριθμό των 2,5 περίπου εκατομμυρίων ανδρών (190 μεραρχίες), που αποτελούσαν τα τρία Μέτωπα. Τον Κόκκινο Στρατό ενίσχυαν και πολωνικές δυνάμεις. Η λογιστική υποστήριξη (ανεφοδιασμός) του τεράστιου αυτού στρατού αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία της επιχείρησης. Για το λόγο αυτό επισκευάστηκαν αμέσως οι κατεστραμμένες σιδηροδρομικές γραμμές των απελευθερωμένων περιοχών. Για τη μεταφορά των εφοδίων χρησιμοποιήθηκαν περίπου 100.000 φορτηγά, πολλά από τα οποία παραχωρήθηκαν από τις ΗΠΑ. Για την όλη επιχείρηση, ο Κόκκινος Στρατός διέθετε 7.250 άρματα μάχης, 40.000 πυροβόλα και όλμους, 7.500 αεροπλάνα και 16 μεγάλες πλωτές γέφυρες για τη ζεύξη του ποταμού Όντερ. Τα διατιθέμενα πυρομαχικά για το πυροβολικό ανέρχονταν σε 98. 000 τόνους μόνο για την πρώτη ημέρα, τα οποία μεταφέρθηκαν με 2.450 βαγόνια τρένων. Ο σχεδιασμός των σοβιετικών επιτελών προέβλεπε η κύρια επιθετική δράση να διεξαχθεί από το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 9 στρατιές. Ο τομέας ευθύνης του εν λόγω μετώπου είχε το πλεονέκτημα ότι υπήρχαν ήδη δύο προγεφυρώματα στη δυτική όχθη του Όντερ, σε ένα εκ των οποίων (Reitweiner Sporn) είχε τοποθετήσει και ο Ζούκοφ το προκεχωρημένο στρατηγείο του. Δευτερεύοντα ρόλο θα είχε το 1ο Ουκρανικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 7 στρατιές. Το ηθικό των σοβιετικών στρατιωτών ήταν υψηλό, διότι παρά τις απώλειες, γνώριζαν ότι η μάχη για το Βερολίνο θα ήταν η τελευταία και θα σήμαινε για πολλούς από αυτούς το πέρας του πολέμου. Στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού υπήρχε έντονο και το πνεύμα εκδίκησης για τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός κατά τη διάρκεια της γερμανικής εκστρατείας στη Σοβιετική Ένωση κατά τα έτη 1941-1944 [10].

Στις αρχές Απριλίου 1945, το δυτικό μέτωπο των Γερμανών άρχισε να καταρρέει. Μεγάλες περιοχές είχαν καταληφθεί από τους Συμμάχους, ενώ η σημαντική βιομηχανική περιοχή του Ρουρ είχε περικυκλωθεί. Μέχρι τα μέσα Απριλίου τα συμμαχικά στρατεύματα είχαν φθάσει μέχρι την κεντρική Γερμανία, στην περιοχή της Θουριγγίας. Τότε, ο στρατηγός Αϊζενχάουερ διέταξε τις δυνάμεις του να μη συνεχίσουν την προέλαση του προς το Βερολίνο, αλλά να κρατήσουν σταθερό το μέτωπο του Έλβα και να στραφούν νοτιο-ανατολικά προς την κοιλάδα του Δούναβη, προκειμένου να ενωθούν με του Σοβιετικούς, που βρίσκονταν ήδη στη Βιέννη. Η απόφαση αυτή, με την οποία διαφώνησε ο στρατηγός Μοντγκόμερι, αποτελεί ένα γεγονός που προκαλεί ακόμα σημαντικές διαμάχες [11]. Το ερώτημα που προκαλεί η απόφαση του Αϊζενχάουερ είναι εάν υπαγορεύτηκε από αμιγώς στρατιωτικά κριτήρια, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, δηλαδή να σταθεροποιηθεί το μέτωπο του Έλβα, να εκκαθαριστούν τα μετόπισθεν, να εμποδιστούν οι Γερμανοί να δημιουργήσουν νέο μέτωπο στις Άλπεις, ενδεχομένως και να αναλάβει ο Κόκκινος Στρατός την κατάληψη του Βερολίνου, η οποία θα προκαλούσε πολλές απώλειες, ή από πολιτικά, προκειμένου να μη δυσαρεστηθούν οι Σοβιετικοί ή ακόμα και για να τηρηθεί σχετική συμφωνία.

 

Οι προετοιμασίες και το σχέδιο άμυνας των Γερμανών

Οι συνεχείς ήττες των γερμανικών δυνάμεων το 1944 και το 1945 αποδυνάμωσαν τη Βέρμαχτ. Η στρατολόγηση περιλάμβανε πλέον έφηβους αλλά και ηλικιωμένους. Εξίσου δυσχερής ήταν η κατάσταση και στον τομέα των όπλων, των πυρομαχικών και των καυσίμων, όπου οι ελλείψεις καθιστούσαν πολλές φορές αδύνατη τη διεκπεραίωση των επιχειρήσεων. Πέραν αυτών όμως, οι γερμανικές δυνάμεις έπασχαν από αδυναμία συντονισμού: Ήδη από τα τέλη Μαρτίου, ο Χίτλερ είχε αποσυρθεί στο καταφύγιο του κάτω από την καγκελαρία του Βερολίνου, όπου πραγματοποιούνταν οι συσκέψεις με τους επιτελείς του. Ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel), αρχηγός του OKW, [12] και ο στρατηγός Άλμπρεχτ Γιοντλ (Albrecht Jodl), αρχηγός του OKH, [13] είχαν μέρος των στρατηγείων τους στο Ντάλεμ, μέσα στο Βερολίνο. Ο κύριος  όγκος των στρατηγείων τους, όμως, βρισκόταν στο Τσόσεν, στα νότια περίχωρα, ενώ υπήρχαν κλάδοι του ΓΕΣ, οι οποίοι έδρευαν στη Βαυαρία [14]. Οι προετοιμασίες των Γερμανών για την αναχαίτιση του Κόκκινου Στρατού είχαν ξεκινήσει αρκετές εβδομάδες πριν από την εκδήλωση της επίθεσης. Ο Χίτλερ, σε αντίθεση με την ηγεσία του στρατού, πίστευε ότι η επίθεση των Σοβιετικών θα εκδηλωνόταν από το νότο και πως η επίθεση στον τομέα του ποταμού  Όντερ θα λειτουργούσε περισσότερο ως αντιπερισπασμός[15]. Το βάρος της άμυνας στον συγκεκριμένο τομέα θα σήκωνε ό,τι είχε απομείνει από την Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό τη διοίκηση, πλέον, του στρατηγού Χάινριτσι (Heinrici), ειδήμονα σε διενέργεια αμυντικού πολέμου, από κοινού με ένα τμήμα της ομάδας Στρατιών Κέντρου, του Σέρνερ.    

Οι γερμανικές δυνάμεις  ανερχόταν πλέον σε ένα εκατομμύριο άνδρες, 1500 άρματα μάχης και τεθωρακισμένα, 10.400 πυροβόλα και 3.300 μαχητικά αεροσκάφη, αν και η έλλειψη καυσίμων περιόριζε σημαντικά τη χρήση τους [16]. Το κύριο βάρος της άμυνας ανήκε στην 9η Στρατιά υπό τον Στρατηγό Μπούσε, η οποία, μαζί με την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον φον Μαντόιφελ (Hasso Eccard von Manteuffel), αποτελούσαν Ομάδα Στρατιών Βιστούλα. Η κύρια γραμμή άμυνας στήθηκε δυτικά του Όντερ στα υψώματα Ζέελοβ (Seelower Höhen), όπου κατασκευάστηκαν σημαντικά οχυρωματικά έργα. Τα υψώματα του Ζέελοβ ήταν μία σειρά από απότομους λόφους ύψους μέχρι 90 μέτρων, που αποτελούσαν, ουσιαστικά, το τελευταίο φυσικό οχυρό πριν από το Βερολίνο. Πίσω από τα υψώματα υπήρχε μία μεγάλη ζώνη πλάτους 20 χιλιομέτρων, όπου στάθμευαν τεθωρακισμένα, μηχανοκίνητα και πυροβολικό για την εξαπόλυση αντεπιθέσεων.  

Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.
Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.

Ο Χίτλερ ανακήρυξε τον Φεβρουάριο το Βερολίνο σε φρούριο, που σήμαινε ότι οι άντρες του θα έπρεπε να το υπερασπιστούν μέχρι τέλους . Τα οχυρωματικά έργα είχαν το σχήμα τριών ομόκεντρων δακτυλίων με πολλά παρακλάδια [17]. Η άμυνα της πόλης του ανατέθηκε στον στρατηγό Ρέυμαν (Reyman). Ο Χίτλερ έδωσε οδηγίες για την προετοιμασία της άμυνας, αλλά δεν διέθεσε δυνάμεις για το σκοπό αυτό, ούτε οργανωμένο σχέδιο. Υπήρχε ακόμα η ψευδαίσθηση ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν δυνατό να ηττηθεί στον Όντερ. Πέραν αυτού σημαντικό πρόβλημα για γερμανική στρατιωτική διοίκηση ήταν η αδυναμία συντονισμού των πολλών κέντρων εξουσίας, που με τον έναν ή άλλο τρόπο συμμετείχαν στην άμυνα του Βερολίνου. Ο Χάινριτσι. έπρεπε να συνεννοηθεί με τον Φύρερ, τον Γκέμπελς, τον διοικητή μέρους του στρατού (Ersatzheer) Χίμλερ, το επιτελείο της ομάδας στρατιών του Βίστουλα, τα SS, τη χιτλερική νεολαία (Hitlerjugend), τη Λουφτβάφε αλλά και το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, που ήλεγχε τις μονάδες της λαϊκής πολιτοφυλακής (Volkssturm). Στις αρχές Απριλίου, υπολογίζεται πως στο Βερολίνο διέμεναν 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι, μεταξύ των οποίων 120.000 βρέφη, για τους οποίους δεν υπήρχαν αρκετά τρόφιμα [18]. Σχέδιο μεταφοράς του πληθυσμού έξω από την πόλη πρακτικά δεν υπήρχε, γεγονός που οδηγεί στην υπόνοια ότι η πρόθεση της ηγεσίας των ναζί ήταν να μείνουν οι άμαχοι στην πόλη προκειμένου να πολεμήσουν με μεγαλύτερο φανατισμό οι στρατιώτες [19].

 Το ηθικό το γερμανικού πληθυσμού ήταν ιδιαίτερα χαμηλό, παρά τις προσπάθειες του καθεστώτος για την ανύψωσή του [20]. Οι ανθρώπινες απώλειες, οι ελλείψεις σε τρόφιμα, οι συνεχείς βομβαρδισμοί, οι πρόσφυγες από την ανατολή, είχαν κατατροπώσει το ηθικό των Γερμανών. Λίγοι άνθρωποι έτρεφαν αυταπάτες για νίκη στον πόλεμο. Οι αξιωματούχοι, αλλά και πολίτες, ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν μέχρι τέλους τον αγώνα. Την αποφασιστικότητα αυτή δεν υπαγόρευαν μόνο η ιδεολογία και η πίστη στον Χίτλερ, αλλά και ο φόβος για αντίποινα από την πλευρά των Σοβιετικών [21]. Στον τομέα αυτό η γερμανική προπαγάνδα, μετά από αρχικούς δισταγμούς μήπως προκληθεί πανικός, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα  [22].

Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.
Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.

 

 

Οι φάσεις της μάχης του Βερολίνου

 Η πρώτη φάση (16-22 Απριλίου)

Η επίθεση των σοβιετικών δυνάμεων εκδηλώθηκε με σφοδρό κανονιοβολισμό τα ξημερώματα της 16ης Απριλίου. Το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο (υπό τον Ζούκοφ) εξαπέλυσε την επίθεση με 8983 πυροβόλα, όλμους και εκτοξευτές ρουκετών. Υπολογίζεται ότι στον ισχυρότερο βομβαρδισμό ολόκληρου του πολέμου εκτοξεύτηκαν 1,236 εκατομμύρια βλήματα πυροβολικού [23]. Ο Ζούκοφ διέταξε να φωτιστούν οι θέσεις των Γερμανών με 143 προβολείς, προκειμένου να μπορούν να προσβληθούν ευκολότερα. Ωστόσο, η χρήση των προβολέων όχι μόνο δεν είχε το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, αλλά μάλλον το αντίθετο, αφού επέτρεπε στου Γερμανούς, που ήταν καλυμμένοι, να βλέπουν το σοβιετικό πεζικό την ώρα που αυτό προέλαυνε. Ούτε και η επίθεση του  πυροβολικού στέφτηκε με επιτυχία, διότι επικεντρώθηκε στην πρώτη γραμμή άμυνας των αντιπάλων, η οποία ήταν η ασθενέστερη, αφού πάγια τακτική των Γερμανών ήταν η διασπορά των δυνάμεων και η ενίσχυση των μετόπισθεν [24].

1200px-Battle_of_Berlin_1945-a
Η πρώτη φάση της μάχης του Βερολίνου.  

 

 Η επίθεση του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ ξεκίνησε από το προγεφύρωμα του Κυστρίν με έφοδο της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Βασίλι Τσουϊκόφ (Vasily Ivanovich Chuikov) από αριστερά και της 5ης Στρατιάς του Νικολάι Μπερσάριν (Nikolai Erastowitsch Bersarin) από δεξιά. Σύμφωνα με το σχέδιο του Ζούκοφ, μετά την κυκλωτική κίνηση των δύο αυτών στρατιών θα προέλαυνε δίπλα τους η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ (Mikhail Efimovich Katukov). Λόγω όμως της μη επαρκούς προόδου της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Τσουϊκόφ, ο Ζούκοφ διέταξε τα τεθωρακισμένα της 1ης Τεθωρακισμένης Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ να προελάσει πριν το πεζικό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κυκλοφοριακό χάος, εξαιτίας του τεράστιου αριθμού τεθωρακισμένων[25]. Η απόφαση του Ζούκοφ υπαγορεύτηκε και από τον φόβο μήπως ο Στάλιν αναθέσει την πρωτοκαθεδρία για την επίθεση σε βάρος του Βερολίνου στο 1ο Ουκρανικό Μέτωπο του Κόνιεφ. Μέχρι το βράδυ της 16ης Απριλίου η κατάσταση βελτιώθηκε μεν για τους Σοβιετικούς, πλην όμως ακόμα δεν είχαν φτάσει στα υψώματα Ζέελοβ, που ήταν ο στόχος της πρώτης ημέρας των επιχειρήσεων, γεγονός που απογοήτευσε τον Στάλιν [26].

 Η επίθεση του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ στο νότο είχε μεγαλύτερη επιτυχία, αφού οι δυνάμεις του δεν δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα να διασχίσουν τον ποταμό Νάισσε (Νίσα), παρά την ανυπαρξία σοβιετικών προγεφυρωμάτων στη δυτική όχθη του. Οι τεθωρακισμένες ταξιαρχίες του Κόνιεφ διέσπασαν τις γερμανικές γραμμές, αφήνοντας την εκκαθάριση στο πεζικό. Η ταχεία προώθηση των δυνάμεων του τον οδήγησε στον σχεδιασμό της κατάληψης του Βερολίνου από την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Πάβελ Ριμπάλκο (Pavel Semjonovich Rybalko) και την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ντιμίτρι Λελιουσένκο (Dmitry Danilovich Lelyushenko). Η ταχεία πρόοδος του Κόνιεφ σε αντίθεση με τον Ζούκοφ, ώθησε τον Στάλιν σε αλλαγή των σχεδίων: Διέταξε τον Κόνιεφ να προωθήσει την 3η και 4η Στρατιές Τεθωρακισμένων προς το Τσέλεντορφ (Zehlendorf). Η κίνηση αυτή οδήγησε τον Ζούκοφ στη λήψη ακόμα πιο βεβιασμένων αποφάσεων, προκειμένου να προλάβει εκείνος να κόψει πρώτος το νήμα στον αγώνα με έπαθλο την πρωτεύουσα [27]. Οι μάχες στα υψώματα Ζέελοβ ήταν σφοδρότατες και προκάλεσαν εκατόμβες νεκρών και στις δύο πλευρές. Από την πλευρά των Γερμανών το κύριο βάρος της άμυνας απέναντι στην 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ σήκωνε η 9η μεραρχία αλεξιπτωτιστών, η οποία όμως αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό όχι από αλεξιπτωτιστές, αλλά προσωπικό εδάφους της αεροπορίας, η μεραρχία Kurmark με άρματα Panther, η οποία πραγματοποιούσε αντεπιθέσεις, και από μέλη της τη χιτλερικής νεολαίας (Hitlerjugend), που ήταν οπλισμένα με Panzerfaust. Τότε έλαβαν χώρα και σποραδικές επιθέσεις αυτοκτονίας Γερμανών αεροπόρων, όπως οι Kamikaze, που αποτελούσαν τη διοίκηση “Λεωνίδας», με σκοπό την καταστροφή των γεφυρών του Όντερ. Οι επιθέσεις αυτές δεν είχαν ιδιαίτερη επιτυχία και τερματίστηκαν όταν η 4ηΤεθωρακισμένη Στρατιά κατέλαβε το αεροδρόμιο του στο Jüterborg[28]Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ (3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ριμπάλκο) ήταν ταχύτατη με αποτέλεσμα να πλησιάσουν από τη νότια πλευρά το Βερολίνο. Διέσχισαν εύκολα τον ποταμό Σπρέε προτού προλάβουν οι Γερμανοί να οχυρωθούν και πλησίασαν προς την πόλη Τσόσεν (Zossen), όπου είχε την έδρα της η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού. Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ δεν έγινε αντιληπτή από την Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού, η οποία είχε στραμμένη την προσοχή της στα υψώματα Ζέελοβ, όπου ο Χάινριτσι έριξε στη μάχη και την τελευταία του εφεδρεία, το 3ο Σώμα Τεθωρακισμένων των SS. Η τελευταία περιλάμβανε την 11η μεραρχία των SS, που αποτελούνταν από Σκανδιναβούς εθελοντές [29].

Seelow Heights Memorial
Το μνημείο στα υψώματα Ζέελοβ.

 Στις 18 Απριλίου ο Ζούκοφ, έχοντας πληροφορηθεί τις κινήσεις του Κόνιεφ, ενέτεινε τις επιθέσεις του, με αποτέλεσμα το απόγευμα εκείνης της ημέρας να διασπαστεί η άμυνα των Γερμανών στα υψώματα Ζέελοβ. Η 9η γερμανική στρατιά του στρατηγού Μπούσε έπαψε μετά από λίγο να υφίσταται. Το τίμημα βέβαια για τους Σοβιετικούς ήταν πολύ υψηλό, αφού το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο μετρούσε απώλειες άνω των 30.000 ανδτών έναντι 12.000 Γερμανών, που έχασαν τη ζωή τους. Την ίδια ημέρα, ο Κόνιεφ έπρεπε να αντιμετωπίσει την επίθεση των δυνάμεων του στρατάρχη Σέρνερ (Schörner), στη νότια πτέρυγα των δυνάμεων του, η οποία αποκρούστηκε άμεσα. Στην πόλη του Βερολίνου οι οπαδοί του ναζιστικού καθεστώτος συνέχιζαν το εγκληματικό τους έργο: Την 18η Απριλίου εκτελέστηκαν τριάντα κρατούμενοι πολιτικοί αντίπαλοι, ενώ άντρες των SS εκτελούσαν πολλές φορές άμεσα και δημόσια χωρίς δίκη όποιον θεωρούσαν λιποτάκτη [30]. Για την τιμωρία και αποτροπή των λιποταξιών οι Γερμανοί είχαν συστήσει έκτακτα στρατοδικεία για τα πεδία των μαχών αλλά και «μηχανοκίνητα στρατοδικεία», τα οποία κινούνταν συνεχώς στα μετόπισθεν και στις πόλεις προκειμένου να εντοπίσουν λιποτάκτες [31]. Την 19η Απριλίου η 1η Τεθωρακισμένη Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ, ενισχυμένη από την 8η Στρατιά  του στρατηγού Τσουικόφ, αφού διέσπασε στα δύο την 9η γερμανική Στρατιά που ήδη υποχωρούσε, έφτασε στα προάστια του Βερολίνου. Οι υπόλοιπες δυνάμεις του Ζούκοφ ξεκίνησαν με την περικύκλωση της πρωτεύουσας, σύμφωνα με τις διαταγές του Στάλιν. Η ενέργεια αυτή δεν στόχευε μόνο στην κατάληψη του Βερολίνου, αλλά και στην αποτροπή της προσέγγισης του τελευταίου από εκ μέρους των  Αμερικανών. [32]Η 20η Απριλίου, ημέρα γενεθλίων του Χίτλερ, ξεκίνησε με σφοδρό αεροπορικό  βομβαρδισμό της πόλης από του Συμμάχους. Την ίδια ημέρα, η 3η Στρατιά του μετώπου του Ζούκοφ άρχισε να βομβαρδίζει με το πυροβολικό της τα βόρεια προάστια. Παράλληλα ο Ζούκοφ διέταξε την 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ να εισβάλει οπωσδήποτε μέσα στην πόλη. Από την άλλη πλευρά, η προέλαση της 3ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων προς το νότιο Βερολίνο ανακόπηκε, καθώς συνάντησε τμήματα της υπό υποχώρηση 9ης Στρατιάς του Μπούσε [33].

3
Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του Αδόλφου Χίτλερ, την ημέρα των γενεθλίων του.

 

Την 21η Απριλίου το σοβιετικό πυροβολικό πλησίασε πλέον αρκετά ώστε να ξεκινήσει  ο βομβαρδισμός του διοικητικού κέντρου, γεγονός που αιφνιδίασε τον Χίτλερ [34]. Την ίδια μέρα η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού εγκατέλειψε το στρατηγείο του Τσόσεν. Η μάχη του Βερολίνου είχε, πλέον, εισέλθει πλέον στο τελικό της στάδιο. Η πόλη ήταν χωρίσμένη σε 8 τομείς άμυνας. Από τις δυνάμεις που μάχονταν έξω από το Βερολίνο, μόνο το 56ο Σώμα Τεθωρακισμένων του Weidling ενίσχυσε την άμυνα της πρωτεύουσας, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις των Γερμανών να ανέλθουν σε 80.000 άνδρες. Στο κέντρο της πόλης ο Χίτλερ διόρισε τον ταξίαρχο των SS Βίλχελμ Μόλκε (Wilhelm Molke) διοικητή της άμυνας του «προπυργίου», δηλαδή της συνοικίας των κυβερνητικών κτιρίων [35]. Ο πάλαι ποτέ πανίσχυρος δικτάτορας, έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα εξέδιδε, ανεφάρμοστες διαταγές. Την 22η Απριλίου 3ηΤεθωρακισμένη Στρατιά (Gardepanzerarmee) υπό τον Ριμπάλκο έφτασε στα νότια προάστια του Βερολίνου.

   Η δεύτερη φάση (23 Απριλίου – 2 Μαΐου)

Την 23η Απριλίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλει στο Βερολίνο από ανατολικά και νότια. Την ίδια μέρα, ο Στρατάρχης Κάιτελ διέταξε τον διοικητή της 12ης Στρατιάς Βενκ (Wenck), που βρισκόταν στον Ελβα απέναντι από αμερικανικές δυνάμεις, να κινηθεί προς την πρωτεύουσα «για να απελευθερώσει» τον Χίτλερ. Όμως ο Βενκ σκόπευε να κινηθεί ανατολικά για να προσφέρει διέξοδο στην πιεζόμενη 9η στρατιά του Busse («Kessel von Halbe») [36]. Γενικά πάντως, ούτε η 12η Στρατιά του Βενκ, ούτε η 11η Στρατιά του στρατηγού των SS Στάινερ (Steiner), κατάφεραν να φτάσουν στο Βερολίνο. Την ίδια μέρα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ (Weidling), διοικητής του LVI. Τεθωρακισμένου Σώματος, ενημέρωσε ότι υποχώρησε στο Βερολίνο, γεγονός που επέφερε την καταδίκη του σε θάνατο. Ωστόσο, ο ίδιος προσήλθε στο καταφύγιο του Χίτλερ για να εξηγήσει προσωπικά τους λόγους υποχώρησης, τονίζοντας ότι δεν είχε μεταφέρει το στρατηγείο του δυτικά του Βερολίνου, όπως εσφαλμένα είχε κατηγορηθεί. Η στάση του αυτή εντυπωσίασε τον Χίτλερ, σε βαθμό που τον όρισε ανώτατο διοικητή όλων των μονάδων του Βερολίνου (Kampfkommandant) [37].

Ο κλοιός των σοβιετικών δυνάμεων έσφιγγε γύρω από το Βερολίνο. Στις 24 Απριλίου, οι δυνάμεις του Κόνιεβ διέσχισαν το κανάλι Τέλτοβ. Πλέον η μάχη είχε μετεξελιχθεί σε οδομαχίες. Η λαϊκή πολιτοφυλακή, η χιτλερική νεολαία και μονάδες SS μάχονταν από σπίτι σε σπίτι, ενώ έβαλαν κατά των σοβιετικών αρμάτων με Panzerfaust. Τα πληρώματα των σοβιετικών αρμάτων, με τη σειρά τους, τοποθετούσαν στην μπροστινή πλευρά των αρμάτων στρώματα για να εκπυρσοκροτούν τα Panzerfaust στα ελατήρια αυτών. Σημαντικό ρόλο στην άμυνα του Βερολίνου έπαιξαν οι τρεις αντιαεροπορικοί πύργοι (Flaktürme)[38]. Ο ανταγωνισμός των δύο σοβιετικών στραταρχών είχε ως συνέπεια ο Τσουικόφ να διατάξει τμήματα της 3ης στρατιάς του να προωθηθούν δυτικά για να ανακόψουν τη 3η τεθωρακισμένη στρατιά, γεγονός που προκάλεσε πολλά θύματα από φίλια πυρά [39]. Στις 25 Απριλίου, δυνάμεις του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ και του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ συναντήθηκαν στην πόλη Κετσίν (Ketzin), δυτικά του Βερολίνου ολοκληρώνοντας την περικύκλωση της πόλης. Την ίδια ημέρα, σοβιετικές και αμερικανικές  δυνάμεις συναντήθηκαν στο Τόργκαου (Torgau), στον ποταμό Έλβα, γεγονός που σήμαινε ότι το Γ’ Ράιχ είχε χωριστεί στα δύο [40].

  Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.
Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.

Στις 27 Απριλίου, η 8η Στρατιά και η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων διέσπασαν την άμυνα στο Landwehrkanal και έφτασαν στο διοικητικό κέντρο του Βερολίνου. Όσο όμως πλησίαζαν οι Σοβιετικοί στο κέντρο, τόσο πιο σκληρές και φονικές γινόταν οι μάχες [41]. Οι μάχες διεξάγονταν κυρίως στην πύλη Χάλλε (Hallensches Tor) και στην Alexanderplatz. Πολλοί αξιωματικοί των ναζί συνειδητοποιώντας το μάταιο της αντίστασης, κατέβαλαν προσπάθειες να αποφύγουν τη σοβιετική αιχμαλωσία. Οι 80.000 άνδρες της 9ης Στρατιάς του Μπούσε και υπολείμματα της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς συνέχισαν μαχόμενοι την πορεία προς τα δυτικά, ώσπου να συναντήσουν τη 12η Στρατιά του Βενκ, με τη βοήθεια της οποίας διέσχισαν τον Έλβα. Ο Χάινριτσι διέταξε τον στρατηγό  von Manteuffel να υποχωρήσει προς τα βόρεια για να αποφύγει το 2ο Λευκορωσικό Μέτωπο του Ροκοσόφσκι. Ο ίδιος ο Κάιτελ, ενώ αρχικά ζήτησε εξηγήσεις για τέτοιου είδους κινήσεις, πείστηκε από τους επιτελείς να κρυφτεί μέχρι το τέλος των εχθροπραξιών [42]. Πέραν αυτών και οι στενότεροι κάποτε συνεργάτες του Χίτλερ προσπαθούσαν να σώσουν τους εαυτούς τους: Ο Χίμλερ έκανε επαφές με τον σουηδικό Ερυθρό Σταυρό, μέσω του Σουηδού διπλωμάτη Φόλκε Μπερναντόττε, για να διαπραγματευτεί με τους Συμμάχους, ο Γκαίρινγκ, που είχε ήδη μεταβεί στη Βαυαρία, ζήτησε να αναλάβει την ηγεσία του Ράιχ, ενώ και ο αντιστράτηγος των SS Χέρμανν Φεγκελάιν, που είχε καθήκοντα συνδέσμου του Χίμλερ και των ΣΣ στο στρατηγείο του Χίτλερ και σύζυγος της αδερφής της Εύας Μπράουν, εντοπίστηκε να έχει έτοιμες βαλίτσες, γεγονός που του κόστισε τη ζωή [43].

Στις 30 Απριλίου, δυνάμεις της 3ηςΣτρατιάς κατέλαβαν το υπουργείο Εσωτερικών και επιτέθηκαν στο γεμάτο συμβολισμούς κτίριο του Ράιχσταγκ [44], το οποίο υπεράσπιζαν μέλη των SS, της χιτλερικής νεολαίας και ορισμένοι ναύτες. Η μάχη για το κτίριο του Ράιχσταγκ ήταν ιδιαίτερα σκληρή, αφού ακόμα και όταν οι Σοβιετικοί εισήλθαν στο κτίριο, οι Γερμανοί συνέχισαν την αντίσταση τους από όροφο σε όροφο ακόμα και από δωμάτιο σε δωμάτιο [45]. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας αυτοκτόνησε ο Χίτλερ και η Εύα Μπράουν, την οποία νυμφεύθηκε δύο ημέρες πριν. Διάδοχο του είχε ορίσει τον Ναύαρχο Καρλ Ντένιτς (Karl Dönitz) [46], ο οποίος βρισκόταν στην πόλη Φλένσμπουργκ, κοντά στα σύνορα με τη Δανία, όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση [47]. Την ώρα που οι Σοβιετικοί στρατιώτες πάσχιζαν να καταλάβουν το Ράιχσταγκ, για να υψώσουν τη σημαία με το σφυροδρέπανο την 1η Μαΐου, που εορτάζονταν με μεγαλοπρέπεια στη Μόσχα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ σκόπευε να διασπάσει τον σοβιετικό κλοιό και να αποχωρήσει από το Βερολίνο με όσους περισσότερους στρατιώτες ήταν εφικτό. Πλην όμως, ο Γκαίμπελς τον ενημέρωσε ότι ο στρατηγός Krebs θα ξεκινούσε διαπραγματεύσεις με τους Σοβιετικούς για ανακωχή. Οι Σοβιετικοί ωστόσο απαίτησαν την άνευ όρων συνθηκολόγηση, με αποτέλεσμα να συνεχιστούν οι εχθροπραξίες[48].

LyWbAnI
Αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού φωτογραφίζονται μπροστά από την πύλη του Βρανδεμβούργου.

 Η άσκοπη αιματοχυσία συνεχίστηκε και την 1η Μαΐου, αφού όσο ήταν εν ζωή ο Γκαίμπελς κανείς δεν τολμούσε να συνθηκολογήσει. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Γκαίμπελς και η σύζυγος του αυτοκτόνησαν, αφού προηγουμένως δολοφόνησαν τα έξι ανήλικα παιδιά τους [49]. Ο στρατηγός Βάιντλινγκ διαμήνυσε στους Σοβιετικούς ότι ο Γερμανικός Στρατός σκόπευε να παραδοθεί άνευ όρων και συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός την 12η βραδυνή. Τη νύχτα  της 1ης προς 2η Μαΐου διάφορες ομάδες αξιωματούχων των ναζί προσπάθησαν να διαφύγουν από το Βερολίνο, ελάχιστοι όμως τα κατάφεραν.

 

  Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.
Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.

 

 Στις 2 Μαΐου, ακούγονταν ακόμα σποραδικά πυρά στο Βερολίνο. Στην καγκελαρία του Χίτλερ αυτοκτόνησε ο στρατηγός Κρεμπς και ο υπασπιστής του Χίτλερ Μπούργκντορφ (Burgdorf). Στρατιώτες της 5ης Στρατιάς κατέλαβαν το κτίριο και ύψωσαν την κόκκινη σημαία. Όμοια σημαία υψώθηκε αργότερα και στο Ράιχσταγκ. Η μάχη του Βερολίνου που διήρκεσε από 16 Απριλίου έως 2 Μαΐου προκάλεσε στον Κόκκινο Στρατό απώλειες 352.425 ανδρών, εκ των οποίων το 1/3 ήταν νεκροί (78.291 νεκροί 274.184 τραυματίες). Από τα τρία μέτωπα (Ζούκοφ, Κόνιεφ και Ροκοσόφσκι), τις βαρύτερες απώλειες είχε το 1ο Λευκορωσικό εξαιτίας των σφοδρών μαχών στα υψώματα Ζέελοβ [50]. Η 1η και 2η πολωνική Στρατιά είχαν συνολικά 2.858 νεκρούς και 6.067 τραυματίες. Οι απώλειες των Γερμανών αριθμούσαν κατά προσέγγιση 92.000 νεκρούς, 200.000 τραυματίες, ενώ 479.000 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες υλικού των Σοβιετικών ήταν επίσης τεράστιες: Καταστράφηκαν περίπου 2.000 άρματα μάχης και αυτοκινούμενα πυροβόλα, 2.108 ρυμουλκούμενα πυροβόλα και εκτοξευτές ρουκετών, καθώς 917 πολεμικά αεροπλάνα.

Επίλογος

Η εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων δεν πρέπει να αφήνει στο περιθώριο τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός. Στο Βερολίνο υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους κατά της διάρκεια των 23 αυτών ημερών 22.000 άμαχοι. Αρκετοί εκτελέστηκαν από φανατικούς οπαδούς του καταρρέοντος ναζιστικού καθεστώτος. Μεγάλος αριθμός κατοίκων αυτοκτόνησε από το φόβο που προκαλούσε η προέλαση των Σοβιετικών. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού ευθύνονται για πολλούς βιασμούς γυναικών, βασανιστήρια και λεηλασίες, στις οποίες επιδίδονταν και επιτήδειοι ντόπιοι [51]. Υπολογίζεται ότι από 80.000 έως 130.000 γυναίκες και κορίτσια του Βερολίνου έπεσαν θύματα βιασμού από στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, ενώ συνολικά περίπου δύο εκατομμύρια σε όλη τη Γερμανία έτυχαν ανάλογης μεταχείρισης. Υψηλός ήταν και ο αριθμός των αυτοκτονιών, για τις οποίες ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η προπαγάνδα του Γκαίμπελς ως προς τη συμπεριφορά των Σοβιετικών στους κατακτημένους. Μόνο στο Βερολίνο οι καταγεγραμμένες αυτοκτονίες ανέρχονται σε 7.057 για ολόκληρο το 1945, ενώ κατά τη διάρκεια της μάχης σημειώθηκαν 3.881 [52]. Το πρώτο ερώτημα που πλανάται γύρω από κάθε αφήγηση της μάχης του Βερολίνου είναι για ποιους λόγους οι Γερμανοί, οι οποίοι πλέον τον Απρίλιο του 1945 θα πρέπει να είχαν συνειδητοποιήσει ότι ο πόλεμος χάθηκε, συνέχισαν να πολεμούν μέχρι το τέλος. Η απάντηση, όπως σε όλα τα μεγάλα ιστορικά ερωτήματα, είναι σύνθετη. Σίγουρα υπήρχε σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού φόβος για τα αντίποινα των Σοβιετικών, όπως φάνηκε και από μαρτυρίες προσφύγων από ανατολικές περιοχές της Γερμανίας που καταλήφθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό. Η γερμανική προπαγάνδα προέβαλε ιδιαίτερα τέτοιου είδους αναφορές. Ταυτόχρονα υπήρχαν αρκετοί Γερμανοί, ιδίως οπαδοί των Ναζί, οι οποίοι πίστευαν ότι η προέλαση των Σοβιετικών θα συντριβεί, όπως και η δική τους πριν από δυόμισι χρόνια στο Στάλινγκραντ. Εδώ πρέπει να αναφερθεί και η πίστη στα «μυστικά» θαυματουργά όπλα, τα οποία μόλις ολοκληρωνόταν η εξέλιξη τους θα έδιναν τη νίκη στους Γερμανούς. Τέλος δεν πρέπει να υποτιμηθεί και η σκληρή καταστολή που ασκούσε το καθεστώς σε όσους έδειχναν έστω σημάδια αμφισβήτησης σε βάρος του ιδίου και της πολιτικής του [53]. Είναι βέβαιο πάντως, ότι όποια στάση και να είχαν υιοθετήσει οι στρατηγοί απέναντι στον Χίτλερ και την ιδεολογία του (από αφοσίωση μέχρι και περιφρόνηση), δεν επιθυμούσαν σε καμία περίπτωση να ηττηθεί η Γερμανία, πόσο μάλλον από τους Σοβιετικούς. Το ίδιο ίσχυε βέβαια σε μεγάλο βαθμό και για τους υφισταμένους [54].

3412755b8616293918f41e0d079f8abf
Περίθαλψη τραυματιών σε υπαίθριο χώρο.

 Ένα δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούσε να αποφευχθεί η καταστροφή στην ανατολική Γερμανία και στο ίδιο το Βερολίνο. Η απάντηση είναι μάλλον προφανής: Μόνο η άμεση συνθηκολόγηση της Γερμανίας θα μπορούσε να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Πράγματι, η υπεροπλία των Σοβιετικών σε όλα τα επίπεδα, ο κατακερματισμός των γερμανικών δυνάμεων σε συνδυασμό με το ηθικό των αντιμαχομένων, δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης του νικητή. Βεβαίως μία πιο ορθολογική (και λιγότερο φιλόδοξη) αμυντική στρατηγική,  με την ταυτόχρονη εκκένωση περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό, θα μπορούσε να ανακόψει την προέλαση του Κόκκινου Στρατού για ορισμένο χρονικό διάστημα και να σώσει αμέτρητες ανθρώπινες ζωές [55]. Η προέλαση του Κόκκινου Στρατού πραγματοποιήθηκε σε συνεννόηση με τους Συμμάχους. Αγώνας δρόμου για το ποιος θα φτάσει πρώτος στο Βερολίνο ουδέποτε υπήρξε, παρά τις αντίθετες προβλέψεις – ανησυχίες του Winston Churchill.  Εναρμονιζόμενοι με τις διατάξεις των  συμφωνιών της Γιάλτας και του Πότσνταμ, Αμερικανοί και Βρετανοί αποχώρησαν τον Ιούλιο 1945 από όλα τα εδάφη της ανατολικής Γερμανίας, τα οποία είχαν καταλάβει τις τελευταίες εβδομάδες του πολέμου. Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, μία γραμμή «from the Baltic Sea to Trieste» (με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία) διαχώριζε την Ευρώπη σε δύο διαφορετικούς κόσμους, αντιμέτωπους, πλέον, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Vatalis-1
Ο Κωνσταντίνος Π. Βατάλης είναι δικηγόρος και σπουδαστής του Α’ Κύκλου Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ.

 

 

 

 The Day Hitler Died 2016 Full Documentary

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012.
  2. Του ίδιου, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, Bertelsmann, Μόναχο 2014.
  3. Του ίδιου, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο
  4. Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.
  5. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605.
  6. J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005.
  7. C. Hett, Burning the Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.
  8. Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. Martin Richter, C.H.Beck, Μόναχο
  9. Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015.
  10. Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.
  11. Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000.
  12. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351
  13. Του ίδιου, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.
  14. Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.
  15. Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael ImhofVerlag, Petersberg 2008.

Παραπομπές

[1]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015, σ. 216.

[2]Για μία συνοπτική βιογραφία του Γκουντέριαν βλ. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351.

[3]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 218-219.

[4]Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. M. Richter, C.H.Beck, Μόναχο 2012, σ. 223-225.

[5]Η επιχείρηση έλαβε αρχικά την ονομασία «Φρουρά στο Ρήνο» (Wacht am Rhein) και στη συνέχεια «φθινοπωρινή ομίχλη» (Herbstnebel).

[6]Antony Beevor, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο 2015.

[7]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 221-225.

[8]Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. A. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000, σ. 458.

[9]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 314-316.

[10]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. F. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012, σ. 82.

[11] Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου,  εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010, σ. 116.

[12] Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.

[13] Keneth Macksey, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.

[14] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 124-125.

[15] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 125-126, Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 399.

[16] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[17] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[18]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 198, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005, σ. 43.

[19]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 199.

[20] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 338.

[21] Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 194.

[22] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π..

[23]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, C. Bertelsmann, Μόναχο 2014, σ. 839.

[24]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 839, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 19-20.

[25]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 20.

[26] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 840-841.

[27] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 25.

[28] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 843-844.

[29] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 844.

[30] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[31] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48.

[32] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[33] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 846.

[34] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 847, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 73.

[35] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 132.

[36] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 850.

[37]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 851, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 80-82.

[38]Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael Imhof Verlag, Petersberg 2008, σ. 146.

[39]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 853.

[40]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 435-436.

[41]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 119.

[42] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 855.

[43] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 856, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 123, 126-129.

[44]Για την πυρκαγιά τον Φεβρουάριου του 1933 που κατέστρεψε το Ράιχσταγκ (Reichstagsbrand) ο Χίτλερ είχε κατηγορήσει τους κομουνιστές. Βλ. για το ζήτημα αυτό B. C. Hett, Burning. The Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.

[45]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 152-154.

[46] Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.

[47] Για την κυβέρνηση του Ντένιτς και τις προθέσεις του αναφορικά με τη συνέχιση ή μη του πολέμου βλ. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605 και Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 450-455.

[48] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 858.

[49] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π.,  σ. 859, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 181-184.

[50] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 860.

[51] Günter Sagan, Kriegsende 1945, ό.π., σ. 144.

[52] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 457.

[53] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 118, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48, 99-102.

[54]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 400-401, 405.

[55]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 311-314.

 

Χρήστος Γιαμάκης: Η γέννηση της αρχαίας ελληνικής πόλεως

 

 Χρήστος Γιαμάκης

Η γέννηση της αρχαίας ελληνικής πόλεως

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να παρουσιάσει την πολυπλοκότητα του παραπάνω ερωτήματος μέσα από την μελέτη συγκεκριμένων έργων από τις αρχές του 20ου αιώνα ως την σύγχρονη εποχή. Θα σχολιαστούν οι διάφορες απόψεις και οπτικές γωνίες των ερευνητών οι οποίες ταξινομούνται σε τέσσερις γενικότερες κατηγορίες. Αρχικά θα γίνει μία σύντομη περιγραφή των αρχών του συγκεκριμένου ερωτήματος. Έπειτα, θα περιγραφεί η τάση της ιστορικής έρευνας για ενσωματώση αρχαιολογικών δεδομένων προκειμένου να επιχειρηθεί μία προσέγγιση του ζητήματος από την σκοπιά των υλικών καταλοίπων. Στη συνέχεια θα τεθεί το ερώτημα του τόπου της πρώτης εμφάνισης των πόλεων. Τέλος, στην τέταρτη ενότητα θα παρουσιαστεί η πόλις μέσα από την αντιπαραβολή της με το ἔθνος.

 

Ι. Οι αρχές του ζητήματος

Ο Gustave Glotz
Ο Gustave Glotz

Το ακαδημαϊκό ενδιαφέρον γύρω από το παραπάνω ζήτημα εντοπίζεται ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο πρώτος χρονολογικά ερευνητής του οποίου οι απόψεις θα σχολιαστούν είναι ο Gustave Glotz. Το βιβλίο του «Η ελληνική πόλις», γραμμένο το 1928, αποτέλεσε μία πρώτη προσπάθεια συνολικής μελέτης τόσο του φαινομένου της πόλεως, όσο και των ιστορικών συνθηκών υπό τις οποίες αυτή εμφανίστηκε. Ο Glotz στην προσπάθειά του να προσεγγίσει το ζήτημα από μία λιγότερο θεωρητική οπτική γωνία,[1] στηρίχθηκε  κυρίως στα ομηρικά έπη, επιχειρώντας να ανιχνεύσει τα στοιχεία που αποτελούσαν την πόλιν, ενώ παράλληλα  κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή πρωτοεμφανίστηκε στα μυκηναϊκά χρόνια.[2] Όπως όμως έχουν επισημάνει νεότεροι μελετητές τα ομηρικά έπη δεν αποτελούν την πλέον αξιόπιστη πηγή πληροφοριών ιδιαίτερα για την μυκηναϊκή εποχή. Η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β΄ το 1952, αποκάλυψε μία κοινωνία εντελώς διαφορετικά δομημένη από αυτήν που  περιγράφεται στα ομηρικά έπη.[3] Τα στοιχεία που εντόπισε ο Glotz στα ομηρικά έπη και τα συσχέτισε με την πόλιν, όπως η ύπαρξη τειχών για την άμυνα, η προστάτιδα θεότητα, το πρυτανείο, το βουλευτήριο, η αγορά, η εξάρτηση των γειτονικών κωμών από το άστυ , η διαίρεση των πολιτών σε φυλές και φρατρίες και οι διχογνωμίες για τον ιδανικό αριθμό πολιτών[4] κατά πάσα πιθανότητα αναφέρονται στην εποχή των Σκοτεινών Αιώνων (10ος – 9ος π.Χ.).[5] Έτσι, η απροσδόκητα υψηλή χρονολόγηση της εμφάνισης της πόλης από τον Glotz, είναι εν μέρει δικαιολογημένη, καθώς οφείλεται στην άγνοιά του σχετικά με την Γραμμική Β΄.

Η ακρόπολη των Μυκηνών
Η ακρόπολη των Μυκηνών

Μία δεύτερη θεμελιώδης σκέψη του Glotz είναι αυτή της κοινωνικής ανάπτυξης, της προοδευτικής δηλαδή εξέλιξης από τα γένη στις φρατρίες, από τις φρατρίες στις φυλές και από τις φυλές στις πόλεις. Κατά τον συγκεκριμένο ερευνητή, η πόλις ως τελικό στάδιο αυτής της εξέλιξης έδωσε στον δήμο την συνοχή που του έλειπε.[6] Όμως και αυτή η αντίληψη θεωρείται πλέον ξεπερασμένη από τους νεότερους μελετητές. Όπως εύστοχα παρατήρησε η Catherine Morgan, οι περισσότερες από αυτές τις αντιλήψεις βασίζονταν στο αθηναϊκό μοντέλο, για το οποίο υπήρχε η άποψη πως οι φυλές ήταν κατάλοιπο μίας πρωιμότερης μορφής πολιτικής οργάνωσης. Στηριζόμενη στις προόδους της ανθρωπολογίας και της εθνογραφίας, η Μorgan υποστήριξε πως κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί, καθώς τα έθνη δεν μπορούν να θεωρηθούν ως πρόγονοι των πόλεων. Επιπροσθέτως, τόνισε πως οι αθηναϊκές φυλές δεν ήταν κατάλοιπο του παρελθόντος, αλλά μία εφεύρεση του Κλεισθένη, ίσως εν μέρει αρχαϊζουσα.[7]

Το έργο του Gustave Glotz La Cité Grecque αποτέλεσε σταθμό στην εξέλιξη της επιστημονικής συζήτησης γύρω από το συγκεκριμένο θέμα
Το έργο του Gustave Glotz La Cité Grecque αποτέλεσε σταθμό στην εξέλιξη της επιστημονικής συζήτησης γύρω από το συγκεκριμένο θέμα

Ο πρώτος που προσπάθησε να απαγκιστρωθεί από τα ομηρικά έπη και τον Αριστοτέλη χρησιμοποιώντας άλλες πηγές ήταν ο Victor Εhrenberg με το άρθρο του “When did the Polis rise?” που δημοσιεύθηκε το 1937. Ο Εhrenberg ισχυρίστηκε πως το κράτος τύπου πόλεως είχε αρχίσει να εμφανίζει τα πρώτα σημάδια παρακμής ήδη στην εποχή του Περικλή, επομένως η ακμή του θα έπρεπε να αναζητηθεί αρκετά παλαιότερα.[8] Έτσι, με αφετηρία αυτήν την εποχή και πηγαίνοντας χρονολογικά προς τα πίσω με βάση γραμματειακές και επιγραφικές μαρτυρίες, όπου μαρτυρείται η ύπαρξη της πόλεως ή του δήμου, μελέτησε αρχικά τα έργα του Αισχύλου και του Πινδάρου και συμπέρανε αφενός μεν πως στις «Ικέτιδες» του Αισχύλου η πόλις συνδέεται με την δίκη, αφετέρου δε ότι ο Πίνδαρος επαινεί το δεσμό της άρχουσας τάξης με την εκπροσώπηση του κράτους. Στη συνέχεια μελέτησε επιγραφικό υλικό, όπως το ψήφισμα της Σαλαμίνας, το ψήφισμα του Χαλανδρίου, την συνθήκη συμμαχίας μεταξύ της Ηλείας και της Ηραίας, μία τιμητική επιγραφή από την Κύζικο και τους νόμους της Χίου, δίνοντας στον αναγνώστη μία εικόνα για την ανάπτυξη της πόλεως ουσιαστικά μέσα από την εξέλιξη των θεσμών.[9] Τέλος, επέστρεψε στις γραμματειακές μαρτυρίες και συγκεκριμένα στον Σόλωνα, στον Ησίοδο και στα ομηρικά έπη, χρησιμοποιώντας τα ως την πρωιμότερη πηγή πληροφοριών, τοποθετώντας την εμφάνιση των πόλεων περίπου στο 800 π.Χ., αποδεχόμενος ωστόσο τις μυκηναϊκές ακροπόλεις με την γύρω επικράτειά τους ως τους προγόνους των πόλεων.[10] Κατά τη γνώμη του γράφοντος, το λάθος του Εhrenberg έγκειται στο ότι δεν έλαβε υπόψιν του τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν στην κάθε περιοχή. Αντιμετώπισε το φαινόμενο ως ένα ενιαίο, συνδυάζοντας πληροφορίες προερχόμενες από εντελώς διαφορετικές περιοχές που κυμαίνονται  από την Πελοπόννησο ως τα μικρασιατικά παράλια. Όπως πρόσφατα απέδειξε ο Nicolas Coldstream, η πόλις θα μπορούσε να έρθει σε ύπαρξη με ποικίλους τρόπους, ανάλογα τις τοπικές συνθήκες.[11]

 

ΙΙ. Η ενσωμάτωση των αρχαιολογικών πορισμάτων

Το βιβλίο του François de Polignac «Η γέννηση της αρχαίας ελληνικής πόλης» το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1984 αποτέλεσε σταθμό στο ζήτημα της εμφάνισης της πόλεως. Τόσο η χρήση των αρχαιολογικών ευρημάτων, όσο και ανθρωπολογική προσέγγισή του αποτέλεσαν μία καινούρια οπτική γωνία. Κύρια θέση του Polignac ήταν πως η πόλις αποτέλεσε ουσιαστικά το απότοκο της εδραίωσης μίας λατρευτικής συνοχής.[12] Προκειμένου να στηρίξει αυτή την θέση του μελέτησε τις αλλάγες στον θρησκευτικό τομέα στο τέλος της Γεωμετρικής εποχής και στις αρχές της Αρχαϊκής, δίνοντας παράλληλα ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία των εξωαστικών ιερών, σημειώνοντας πως ο 8ος αιώνας αποτέλεσε την στιγμή εμφάνισης της πόλεως.[13] Στην διαμόρφωση αυτής του της σκέψης επηρεάστηκε πιθανότατα από τον Coldstream, ο οποίος μελέτησε μία από αυτές τις σημαντικότατες αλλαγές, αυτή της εμφάνισης της λατρείας των ηρώων. Το φαινόμενο αυτό που πρωτοεμφανίστηκε ανάμεσα στα τέλη της μυκηναϊκής εποχής και στην αρχή της αρχαϊκής, μπορεί να διαιρεθεί εδαφικά σε τρεις μεγάλες κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι περιοχές στις οποίες κατά τη διάρκεια της γεωμετρικής εποχής και έπειτα συντελέστηκε μία απότομη αλλαγή όσον αφορά τον τρόπο ταφής, μία μετεξέλιξη από τους μεγάλους μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους σε μικρές λακκοειδείς ή κιβωτιόσχημες ταφές. Σε αυτές τις περιοχές ιδιαίτερα μετά από την διάδοση των ομηρικών επών, το δεός που θα προξενούσε στους ανθρώπους της αρχαϊκής εποχής η ανακάλυψη ενός τέτοιου μνημείου θα τους οδηγούσε στην ταύτισή του με τον τάφο ενός ομηρικού ήρωα. Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι περιοχές στις οποίες υπήρχε μία εθνοτική συνέχεια και λατρεύονταν τοπικοί ήρωες σχεδόν αδιάκοπα. Στην τρίτη κατηγορία ανήκουν περιοχές στις οποίες δεν υπήρχε εθνοτική συνέχεια, αλλά έπειτα από την διάδοση των ομηρικών επών εμφανίστηκαν λατρείες επωνύμων ηρώων.[14] Οι παραπάνω εξελίξεις ίσως να εξηγούνται εν μέρει σε συνδυασμό με την άποψη του Polignac πως οι άνθρωποι της αρχαϊκής εποχής θέλησαν να συνδεθούν με ένα ένδοξο παρελθόν, αυτό της μυκηναϊκής εποχής, ώστε να εδραιώσουν την εξουσία τους στο παρόν.[15] Όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο Polignac έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο των εξωαστικών ιερών. Για αυτόν, τα συγκεκριμένα ιερά λειτούργησαν ως ένα όριο, οριοθετώντας το χώρο που ανήκε στις πόλεις, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην ανάπτυξη μίας τοπικής ταυτότητας.[16] Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την συμμετοχή των νεαρών μελών της κοινωνίας στις θρησκευτικές τελετουργίες, είχε ως αποτέλεσμα αφενός μεν τον αυτοπροσδιορισμό της πόλεως με την παράλληλη τοποθέτηση από την ίδια του ορίου συμμετοχής, αφετέρου δε τον ορισμό της επικράτειάς της ιδιαίτερα μέσω των θρησκευτικών πομπών.[17]

Ένα τέτοιο πρώιμο ιερό από την Περαχώρα Κορινθίας, αφιερωμένο στην θεά Ήρα.
Ένα τέτοιο πρώιμο ιερό από την Περαχώρα Κορινθίας, αφιερωμένο στην θεά Ήρα.

Από την άλλη όμως πλευρά, νεότεροι μελετητές έχουν εκφράσει τις ενστάσεις τους σχετικά με την ιδιαίτερη έμφαση που είχε δοθεί από τον Polignac στον ρόλο της θρησκείας στην συγκρότηση των πρώτων πόλεων. Ο J.M.Hall επικρίνοντας τις απόψεις του Polignac αρχικά επισήμανε την ύπαρξη ναών σε αρκετά σημεία πολύ πριν την ίδρυση των πόλεων. Επίσης, πολλά ιερά, όπως για παράδειγμα αυτό στην Μένδη της Χαλκιδικής, έχουν βρεθεί σε περιοχές αρκετά μακριά από αυτές στις οποίες εμφανίστηκαν οι πρώτες πόλεις.[18] Επιπροσθέτως, μία από τις βασικές θέσεις του Polignac ήταν πως οι διάφορες ιερές τοποθεσίες σταδιακά υπήχθησαν στην εκάστοτε κοινότητα και στη θέση τους ανεγέρθηκαν ιερά, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη ισχυρών κέντρων λήψης αποφάσεων, των πόλεων.[19] Αντιθέτως, για τον Hall, αυτή η ανέγερση μνημειακών ναών θα μπορούσε κάλλιστα να οφείλεται στην πρωτοβουλία ενός ισχυρού ατόμου, το οποίο θα είχε στην διάθεσή του πόρους, καθώς και την δυνατότητα κινητοποίησης εργατικού δυναμικού.[20] Κριτική βέβαια ασκείται από τον Hall και στην θεμελιώδη σκέψη του Polignac πως τα εξωαστικά ιερά οριοθετούσαν την επικράτεια της εκάστοτε πόλεως. Με μία σειρά παραδειγμάτων επιχείρησε να αναιρέσει αυτήν την παρατήρηση, αναγνωρίζοντας βέβαια πως οι τελετουργίες εξυπηρετούσαν την συγκρότηση των λατρευτικών κοινοτήτων, οι οποίες όμως δεν ταυτίζονταν πάντα με τις πολιτικές.[21]

Το ιερό του Ποσειδώνα κοντά στην αρχαία Μένδη στην Χαλκιδική
Το ιερό του Ποσειδώνα κοντά στην αρχαία Μένδη στην Χαλκιδική

Το βιβλίο του Polignac, αν και μονοδιάστατο όσον αφορά την προσέγγισή του, αποτέλεσε την απαρχή της ενσωμάτωσης αρχαιολογικών δεδομένων στο ζήτημα της εμφάνισης της αρχαίας ελληνικής πόλεως. Ο Coldstream μελετώντας την περίπτωση της Ερέτριας τόνισε πως κατά τον 7ο αιώνα π.Χ., οι νεκροί άρχισαν να θάβονται εκτός του οικισμού. Το φαινόμενο αυτό, το οποίο είχε παρατηρηθεί και νωρίτερα στις Πιθυκούσες, οδήγησε τον Coldstream στο συμπέρασμα πως αυτή η συλλογική απόφαση ενδεχομένως αποτέλεσε ένα βήμα προς τον σχηματισμό των πρώτων πόλεων.[22] Ένα δεύτερο αρχαιολογικό στοιχείο ήταν η μορφή των οικιών. Ο Coldstream επισήμανε πως τα σπίτια στην Ερέτρια κατά την διάρκεια της Γεωμετρικής εποχής είχαν αψιδωτό-καμπυλόγραμμο σχέδιο, ενώ κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. αντικαταστάθηκαν από ευθύγραμμες οικίες. Αυτή η αλλαγή ενδεχομένως να συσχετίσθηκε με μία αύξηση του πληθυσμού και με μία πρόοδο από πιο απομακρυσμένες και μικρές κοινότητες προς την σύμπτυξη και την δημιουργία μίας ενιαίας πόλεως.[23] Ωστόσο, ακόμα και αν αυτή η παρατήρηση ισχύει στην περίπτωση της Ερέτριας, είναι γνωστό πως ευθύγραμμες μεν, πολύχωρες δε, οικίες έχουν βρεθεί σε άλλα σημεία του ελληνικού κόσμου, όπως για παράδειγμα στη Βρούλια της Ρόδου κατά τον 7ο αιώνα. Επίσης κατοικίες με προαύλιο, οι οποίες ακόμα και αν ήταν εφαπτόμενες, καταλάμβαναν περισσότερο χώρο από τις αψιδωτές-καμπυλόγραμμες υπήρχαν ήδη κατά τον 8ο αιώνα στη Ζαγορά. Επομένως γίνεται φανερό πως η αλλαγή στην δομή των οικιών δεν προϋποθέτει αναγκαστικά μία πληθυσμιακή αύξηση.[24] Τελευταίο στοιχείο όσον αφορά την ενσωμάτωση των αρχαιολογικών πορισμάτων στην ιστορική έρευνα σε σχέση με το θέμα που αποτελεί τι αντικείμενο μελέτης της παρούσας εργασίας είναι η σχεδόν πλήρης απουσία διοικητικών κτηρίων που παρατηρείται πριν από τον 6ο αιώνα. Για τον Coldstream αυτό δεν είναι αρκετό ώστε να θεωρήσει πως δεν υπήρχαν πόλεις νωρίτερα, καθώς αντιπαραθέτει πως οι συνελεύσεις των πολιτών ενδεχομένως λάμβαναν χώρα σε υπαίθριους χώρους, ιδιαίτερα ανάμεσα στον κεντρικό ιερό του οικισμού και την οικία του άρχοντος γένους.[25] Όμως, κατά την γνώμη του Hall, αυτή η απουσία αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα. Αν και ο ίδιος δέχεται πως τα κτήρια αυτά λόγω των ευτελών υλικών κατασκευής ίσως να μην διασώθηκαν, ή ότι οι πολιτικές λειτουργίες αυτών των πρώτων πολιτικών κοινοτήτων ίσως να μην ήταν τόσο περίπλοκες ώστε να απαιτούσαν συγκεκριμένα οικήματα, είτε πάλι ότι οι πολιτικές διαδικασίες πραγματοποιούνταν στην άχρηστη πλέον κατοικία του αρχηγού, καταλήγοντας συμπεραίνει πως η υπόθεση ότι η αύξηση του πληθυσμού κατά τον 8ο αιώνα οδήγησε στην αλλαγή του τρόπου λήψεως αποφάσεων δεν ευσταθεί λόγω της μόνιμης απουσίας εγκαταστάσεων, όπου θα ασκούνταν οι πολιτικές και οικονομικές λειτουργίες.[26]

 

ΙΙΙ. Αποικισμός και πόλεις

Μία άλλη πτυχή του ζητήματος της εμφάνισης της πόλεως είναι η γεωγραφική περιοχή στην οποία αυτή πρωτοεμφανίστηκε. Όπως και στις προηγούμενες ενότητες έτσι και εδώ εντοπίζονται διαφωνίες και διαφορετικές απόψεις που κυμαίνονται από τον κυρίως ελλαδικό χώρο και τα μικρασιατικά παράλια, ως τις πρώτες αποικίες της Δύσης. Οι παλαιότεροι ερευνητές θεωρούσαν ότι οι πόλεις εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στα μικρασιατικά παράλια, διότι εξαιτίας της διαφορετικής καταγωγής των αποίκων, αλλά και των διαφορετικών οικονομικών συνθηκών, οι Έλληνες μπόρεσαν ευκολότερα να απαλλαγούν από απαρχαιωμένες αντιλήψεις.[27] Λιγότερο απόλυτη και περισσότερο επιφυλακτική στάση τήρησε o Ehrenberg, ο οποίος αν και παραδέχτηκε πως γενικότερα αυτή η τάση του πιο προοδευτικού ελληνισμού της ανατολής σε σχέση με αυτόν των δυτικών περιοχών έπαιξε ρόλο στην ανάπτυξη της πόλεως, επισήμανε ότι δεν πρέπει να αποδίδεται ο όρος πόλις ανεπιφύλακτα σε όλους τους οικισμούς της Μικράς Ασίας, απλά και μόνο επειδή βρίσκονταν περιτρυγυρισμένες από μη ελληνικούς πληθυσμούς.[28] Αντιθέτως ο Polignac μετέφερε το κέντρο βάρους στην μητροπολιτική Ελλάδα, ανιχνεύοντας εκεί τα πρώτα σημάδια εμφάνισης της πόλεως. Παρόλο που αναγνώρισε ότι η πρωτοβουλία για την αποικιακή αποστολή πιθανότατα προερχόταν μόνο από ένα άτομο ή από μια μικρή ομάδα ατόμων, θεώρησε πως η αναχώρηση των ιδρυτών προϋπόθετε μια συλλογική τελετουργία κατά τη διάρκεια της οποίας αποδίδονταν στον οικιστή τα σύμβολα και τα αντικείμενα λατρείας. Έτσι για τον συγκεκριμένο μελετητή, οι αποικιακές αποστολές υπήρξαν στην πραγματικότητα οι πρώτες πολιτικές αποφάσεις των πόλεων.[29] Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί πως ο Polignac εφάρμοσε την θεωρία του σχετικά με την λειτουργία των εξωαστικών ιερών ως ορίων και στις αποικίες.[30] Ενδεχομένως αυτό να ίσχυε στις δυτικές αποκίες, τις οποίες εξετάσε  στο βιβλίο του, όμως το λάθος του έγκειται στην μεταφορά αυτού του μοντέλου στον κυρίως ελλαδικό χώρο παραβλέποντας τις διαφορετικές πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές ακόμη και γεωγραφικές συνθήκες.[31]

O J.N. Coldstream
O J.N. Coldstream

Τέλος, ο Coldstream μελετώντας τις περιπτώσεις των αποικίων της Δύσης συμπέρανε πως αυτές εξελίχθηκαν γρηγορότερα σε πόλεις από τους υπόλοιπους ελληνικούς οικισμούς. Όσον αφορά τις Συρακούσες επισήμανε πως η παρουσία ενός κοινού εξωτερικού εχθρού, η ύπαρξη ενός εξωαστικού νεκροταφείου,  η ανέρευση ενός βωμού προς τιμήν της Αθηνάς, καθώς και η συνακόλουθη δημιουργία οικιών γύρω από αυτόν αποτέλεσαν τεκμήρια της εξαρχούς ίδρυσης των Συρακουσών ως μίας ενιαίας πόλεως. Το ίδιο περίπου συνέβη και στην περίπτωση της Νάξου, όπου η ύπαρξη ενός νεκροταφείου στα βόρεια του οικισμού, καθώς και συνύπαρξη Χαλκιδαίων και Ναξίων στον ίδιο και όχι σε διαφορετικούς οικισμούς και δίνουν την αίσθηση της κοινής πόλεως. Η ίδια άποψη ισχύει και για την πρωιμότερη αποικία της Δύσης, τις Πιθυκούσες. Ο συγκεκριμένος οικισμός παρουσιάζεται από τον Coldstream οργανωμένος ευθύς εξαρχής ως πόλις , λόγω και πάλι της ύπαρξης ενός κοινού νεκροταφείου έξω από τον οικισμό, αλλά και της τοποθέτησης όλων των εργαστηρίων των σιδηρουργών μακριά από τον οικισμό, ώστε να απομακρύνονται από τον άνεμο οι επιβλαβείς αναθυμιάσεις των χυτηρίων. Τέτοιου είδους πρωτοβουλίες σηματοδοτούν για τον Coldstream την λήψη συλλογικών αποφάσεων, ενώ δικαιολογούν την άποψη του για την εμφάνιση των πόλεων πρώτα σε αυτό το μέρος του αρχαίου ελληνικού κόσμου.[32]

 

IV. Ἔθνος και πόλις

Τελευταία πτυχή του ζητήματος της δημιουργίας της πόλεως αποτελεί η αντιπαραβολή αυτής με το ἔθνος. Αρχικά, ο όρος «ἔθνος» επιδέχεται πολλών και διαφορετικών ερμηνειών, αφού χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει σμήνη πουλιών, μελισσών, εντόμων, τους νεκρούς ανθρώπους, ορισμένους ανθρώπινους πληθυσμούς ή ακόμη και το φύλο των ανθρώπων.[33] Σημαντική είναι επίσης η διάκριση του Hall ανάμεσα σε ενοποιημένα και σε διάσπαρτα ἔθνη. Ως ενοποιημένα ἔθνη χαρακτηρίζονται οι Αιτωλοί, οι Θεσσαλοί και οι Αχαιοί, πληθυσμοί που κατά τους ιστορικούς χρόνους κατοικούσαν σε γειτονικές περιοχές. Αντίθετα, τα διάσπαρτα ἔθνη, όπως οι Ίωνες και οι Δωριείς, κατοικούσαν διασκορπισμένα σε διαφορετικές περιοχές, ανήγαγαν όμως την καταγωγή τους σε μία κοινή πατρίδα.[34] Από την άλλη πλευρά, η πόλις παρουσιάζει μία ουσιώδης διαφορά με το ἔθνος, καθώς αυτή είναι περισσότερο προσδεδεμένη με την έννοια του τόπου. Ως αποδεικτικό τεκμήριο αυτής της άποψης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η προέλευση των διαφόρων εθνικών, στα οποία παρατηρείται ότι στους μεν πληθυσμούς πόλεων έχουν παραχθεί από την ονομασία του τόπου, στους δε πληθυσμούς που χαρακτηρίζονταν ως ἔθνη ήταν αυτοί που έδωσαν το όνομά τους στην περιοχή που κατοικούσαν.[35]  Επιπροσθέτως, τόσο για την Morgan όσο και για τον Hall, είναι εμφανές πως το παλαιότερο μοντέλο της εξελικτικής πορείας από τα ἔθνη στην δημιουργία των πόλεων δεν ευσταθεί πλέον.[36] Τα τελευταία χρόνια οι πρόοδοι της αρχαιολογίας βοήθησαν τους ερευνητές να αποστασιοποιηθούν από τις γραπτές μαρτυρίες[37] και να προσεγγίσουν πιο σφαιρικά την μεταξύ τους σχέση. Μελετώντας την περιοχή της Θεσσαλίας, η Morgan κατέληξε στο συμπέρασμα πως η μέχρι πρότινος θεωρία της εξέλιξης από ένα φυλετικό κράτος σε ένα ομοσπονδιακό και από εκεί στην εμφάνιση των πόλεων δεν ευσταθεί, καθώς η σχέση μεταξύ εξουσίας, περιοχής και αστικών κέντρων τόσο στην Θεσσαλία όσο και στην Μακεδονία αλλά και στην Θράκη είναι πολύ περίπλοκη.[38] Συμπερασματικά, μπορεί να ειπωθεί πως ἔθνος και πόλις, δεν αποτελούν διαφορετικά στάδια μίας κοινής εξελικτικής πορείας, αλλά εντελώς διαφορετικές κατηγορίες στο σύνολό τους.[39]

Ανακεφαλαιώνοντας, το ζήτημα της εμφάνισης της αρχαίας ελληνικής πόλεως είναι σύνθετο και πολυδιάστατο. Μέσα από την παραπάνω σύντομη βιβλιογραφική επισκόπηση γίνεται φανερό πως η έρευνα μετεξελίχθηκε από μία καθαρά θεωρητική προσέγγιση σε μία περισσότερο πρακτική μέσα από την ενσωμάτωση των τελευταίων αρχαιολογικών ανακαλύψεων. Επίσης, η ιδιαίτερη έμφαση σε μία μόνο πτυχή του φαινομένου, όπως για παράδειγμα στον ρόλο της θρησκείας, δεν φαίνεται να είναι ικανή από μόνη της να εξηγήσει πλήρως την εμφάνιση του φαινομένου. Οι διάφορες απόψεις που παρουσιάζονται γύρω από το αν ο μητροπολιτικός ελλαδικός χώρος ήταν ο τόπος της πρώτης εμφάνισης της πόλεως πιθανότατα θα εξακολουθούν να διχάζουν τους ερευνητές, καθώς η κάθε πλευρά επιλέγει να δώσει έμφαση σε συγκεκριμένα στοιχεία. Τέλος, ἔθνος και πόλις, αποτελούν δύο διαφορετικές μορφές οργάνωσης, οι οποίες φαίνεται πως εξελίχθηκαν παράλληλα, απλώς η καθεμία από αυτές επικράτησε για διάφορους λόγους σε διαφορετικές περιοχές. Οι λόγοι αυτοί όπως και γενικότερα τα αίτια της γέννησης της πόλεως θα πρέπει να αναζητούνταν λαμβάνοντας πάντα υπόψιν τις εκάστοτε ιδιαίτερες τοπικές συνθήκες.

3
Ο Χρήστος Γιαμάκης είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ.

 

Παρακάτω ακολουθεί το link για να παρακολουθήσετε μία διάλεξη του καθηγητή του Yale Donald Kagan, στο οποίο αναλύει το φαινόμενο της εμφάνισης της αρχαίας ελληνικής πόλεως.

 

Βιβλιογραφία

 

Coldstream 1976: Nicholas J. Coldstream,  “Hero cults in the age of Homer”, Journal of the Hellenic Society 96 (1976), 8-17.

Coldstream 2006: Nicholas J. Coldstream, “Various approaches towards the Greek Polis”, Hermathena No. 181, In honour of George Huxley (Winter 2006), 7-23.

Ehrenberg 1937: Victor Ehrenberg, “When did the Polis rise?”, Journal of Hellenic Studies 57, Part 2 (1937), 147-159.

Glotz 1978: Gustave Glotz, (Αγνή Σακελλαρίου μτφρ.), Η ελληνική «πόλις», Αθήνα, ΜΙΕΤ, 1978.

Hall 2013: J.M.Hall, (I.K.Ξυδόπουλος μτφρ.-επιμ.), Αρχαία Ελληνική Ιστορία, Η Αρχαϊκή περίοδος 1200-479 π.Χ., Θεσσαλονίκη, Ζήτη, 2013.

Morgan 2003: Catherine Morgan, Early Greek States Beyond the Polis,   London/New York,  Routledge, 2003.

Polignac 2000: François de Polignac (Νάσος Κυριαζόπουλος μτφρ.), Η γέννηση της αρχαίας ελληνικής πόλης, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2000.

 

 

Παραπομπές

 

[1] Glotz 1978, 11-15, για τον Glotz τέτοιες καθαρά θεωρητικές προσσεγίσεις αποτελούν αυτές του Fustel de Coulanges και του Αριστοτέλη, αν και ο ίδιος σε ορισμένα σημεία του έργου του στηρίζεται στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη, όπως για παράδειγμα στο κεφάλαιο «Μορφές της ολιγαρχίας», όπου ακολουθεί τον διαχωρισμό του Αριστοτέλη. Βέβαια, όπως ορθά κατά τη γνώμη του γράφοντος παρατήρησε ο Hall 2007, 111 τα «Πολιτικά» είναι πρωτίστως ένα έργο πολιτικής θεωρίας και όχι ιστορίας, επομένως ενδεχομένως περιγράφουν έναν ιδανικό τύπο πόλεως και όχι αυτόν που ίσχυε την εποχή του Αριστοτέλη ή ακόμη περισσότερο κάποιον πρωιμότερο. Παρόμοια επισήμανση είχε γίνει και παλαιότερα από τον Ehrenberg 1937, 159, ο οποίος αναφερόμενος γενικά στην αρχαία ελληνική γραμματεία είχε τονίσει τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ της ιδανικής πόλεως και της ιστορικής πραγματικότητας.

[2] Glotz 1978, 20-22

[3] Hall 2013, 54

[4] Glotz 1978, 28-38

[5] Hall 2013, 54

[6] Glotz 1978, 16-22

[7] Morgan 2003, 14, γενικότερα τις ιδιαιτερότητες της Αθήνας σε διάφορους τομείς έχουν επισημάνει η Morgan 2003, 9, o Polignac 2000, 119-130 και ο Coldstream 1976, 17

[8] Εhrenberg 1937, 147

[9] Εhrenberg 1937, 149-153

[10] Εhrenberg 1937, 153-156

[11] Coldstream 2006, 22

[12] Polignac 2000, 113

[13] Polignac 2000, 35-46, τέτοιες αλλαγές ήταν ο πολλαπλασιασμός των αναθημάτων, ο ορισμός συγκεκριμένων ειδών ως αναθήματα σε τόπους λατρείας και η δημιουργία μόνιμων χώρων που προορίζονταν αποκλειστικά για χώροι λατρείας

[14] Coldstream 1976, 17

[15] Polignac 2000, 54

[16] Polignac 2000, 64-65

[17] Polignac 2000, 111-112, 71-72 τέτοιες πομπές ήταν αυτή των Αργείων, των Πλαταιέων ή των Σαμίων για τα Ηραία, αλλά και των Λακεδαιμονίων για τα Υακίνθια

[18] Hall 2013, 131-133

[19] Polignac 2000, 70

[20] Hall 2013, 133

[21] Hall 2013, 134-135, ανάμεσα σε μία πληθώρα παραδειγμάτων ξεχωρίζει αυτό του Ηραίου του Άργους, το οποίο αρχικά λειτουργούσε ως πεδίο τοπικού ανταγωνισμού, ενώ πολύ αργότερα πέρασε στην αποκλειστική κατοχή του Άργους (460π.Χ.) και το Ηραίου της Σάμου, το οποίο δεν μπορεί να λειτουργούσε ως όριο, αφού στο νησί της Σάμου υπήρχε μία μόνο πόλις.

[22] Coldstream 2006, Ερέτρια 13, Πιθυκούσες 12

[23] Coldstream 2006, 13-14

[24] Hall 2013, 118

[25] Coldstream 2006, 9

[26] Hall 2013, 125-126, 129-130

[27] Glotz 1978, 26

[28] Ehrenberg 1937, 155

[29] Polignac 2000, 133-134

[30] Polignac 2000, 151-152

[31] Η κριτική αυτή διατυπώθηκε κατά την διάρκεια μία συζήτησης μέσα στην τάξη

[32] Coldstream 2006, 10-12

[33] Morgan 2003, 9-10, Hall 2013, 137

[34] Hall 2013, 138

[35] Hall 2013, 137-138

[36] Morgan 2003, 7, Hall 2013, 138

[37] Όσον αφορά τις γραπτές μαρτυρίες και τον υπό μία έννοια υποτιμητικό τρόπο που αυτές αντιμετωπίζουν τα ἔθνη, η Morgan 2003, 8-9 σημειώνει πως τόσο ο Αριστοτέλης, όσο και ο Θουκυδίδης προβάλλουν μία εικόνα σχετικά με τα ἔθνη και τις πόλεις και προχωρούν στην διατύπωση διαφόρων αναλογιών αναφερόμενοι σε προγενέστερες εποχές. Επομένως οποιοδήποτε συμπέρασμα με βάση τους συγκεκριμένους συγγραφείς πρέπει να εξάγεται με εξαιρετική προσοχή.

[38] Morgan 2003, 24

[39] Hall 2013, 137, ο ίδιος ερευνητής βλ. Hall 2013, 139, δικαιολογεί την εμφάνιση των πόλεων ταχύτερα σε ορισμένες περιοχές σε σύγκριση με κάποιες άλλες, εστιάζοντας στην επιρροή των διοικητικών δομών των μυκηναϊκών ανακτόρων σε αυτές.

Σταύρος Γιολδάσης: Η Μάχη της Γαλλίας (10/5- 25/6/1940) – η αυγή ενός νέου Πολέμου

Σταύρος Γιολδάσης

 Η Μάχη της Γαλλίας (10/5- 25/6/1940):

η αυγή ενός νέου Πολέμου

Εισαγωγή

Στις 10 Μαΐου 1940 οι γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις παραβιάζουν τα γερμανοολλανδικά σύνορα και εισέρχονται σε ολλανδικά εδάφη. Η επίθεση αυτή σηματοδοτεί την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων που έλαβαν χώρα μεταξύ 10 Μαΐου και 25 Ιουνίου 1940 και είναι γνωστές στην ιστοριογραφία ως «Μάχη της Γαλλίας». Μέσα σε διάστημα έξι εβδομάδων ο ολλανδικός, ο βελγικός και ο γαλλικός Στρατός είχαν κατά σειρά συνθηκολογήσει, ενώ οι βρετανικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στην αντίπερα όχθη της Μάγχης.

Η κατάρρευση υπήρξε ραγδαία και ολοκληρωτική, γεγονός το οποίο προκάλεσε απέραντη έκπληξη στους σύγχρονους παρατηρητές, με δεδομένο ότι οι γαλλικές ένοπλες δυνάμεις θεωρούνταν οι ισχυρότερες της εποχής. Η έκπληξη αυτή αντικατοπτρίστηκε πλήρως στο έργο του Γάλλου ιστορικού Marc Bloch «L’ étrange Défaite». Ο ίδιος, έχοντας υπηρετήσει στον γαλλικό στρατό κατά τις επιχειρήσεις του 1940, είναι ο πρώτος, ο οποίος επιχείρησε να απαντήσει στο πώς και γιατί η τελική τους έκβαση τους υπήρξε τη φορά αυτή τόσο διαφορετική.

Η άποψη της «περίεργης ήττας» έχει ανασκευαστεί από την ιστορική έρευνα. Παλαιότερες αλλά και πιο πρόσφατες μελέτες καταδεικνύουν πως η κατάσταση των Συμμάχων, και ιδίως της Γαλλίας, την άνοιξη του 1940, ήταν περισσότερο εύθραυστη από όσο φαινόταν. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και αν οι συνθήκες ήταν τέτοιες που καθιστούσαν μια γερμανική επικράτηση εφικτή, τίποτα δεν δικαιολογούσε μια τόσο ραγδαία κατάρρευση του Στρατού και του Κράτους που κατόρθωσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων 26 χρόνια νωρίτερα. Επρόκειτο κυρίως για έναν οδυνηρό όλεθρο, τόσο στο στρατηγικό όσο και στο τακτικό πεδίο.

 

Ο Μεσοπόλεμος

 

Η υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών, στις 28 Ιουνίου 1919, έθεσε και επίσημα τέλος στον πόλεμο μεταξύ της Γερμανίας και των Συμμάχων. Οι όροι της Συνθήκης προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, την μείωση των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων στους 100.000 άνδρες, τη διάλυση του γερμανικού στόλου, την αποστρατικοποίηση της Ρηνανίας και την καταβολή υπέρογκης οικονομικής αποζημίωσης από τους Γερμανούς μέσω της συμπερίληψης, στη Συνθήκη, του Άρθρου 231, το οποίο επέρριπτε την ευθύνη για τον Πόλεμο στη Γερμανία. Η Συνθήκη των Βερσαλλιών ανέτρεψε τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ήπειρο αποδυναμώνοντας την Γερμανία και ενισχύοντας τη Γαλλία. Η εφαρμογή των όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών αποτέλεσε ανάθεμα τόσο για τη στρατιωτική όσο και ένα μέρος της πολιτικής ηγεσίας της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η ατυχής γαλλική επέμβαση το 1923 στο Ruhr (Ρηνανία) και η συνεχιζόμενη γερμανική αναβάθμιση σε διπλωματικό επίπεδο, με τις Συμφωνίες του Rapallo (1922) και του Locarno (1926), οδήγησαν την κυβέρνηση του Παρισιού στην υιοθέτηση μιας αμυντικής στάσης. Οι παραδοσιακοί γαλλικοί φόβοι ως προς το μέγεθος του γερμανικού έμψυχου δυναμικού σε σχέση με το γαλλικό και η πρόοδος της γερμανικής βιομηχανίας κατά τον Μεσοπόλεμο συνέβαλαν καθοριστικά προς αυτήν την κατεύθυνση. 

suma02_anonymef
Ο Γεώργιος ΣΤ΄ της Αγγλίας επισκέπτεται τη Γραμμή Maginot. 

Αυτήν ακριβώς την τακτική εξυπηρετούσε η κατασκευή της Γραμμής Maginot 1 μεταξύ 1928 και 1938. Επρόκειτο για ένα τιτάνιο κατασκευαστικό έργο, το οποίο κάλυπτε τη συνοριακή γραμμή της Γαλλίας με τη Γερμανία από το ύψος των συνόρων με την Ελβετία έως το δάσος των Αρδενών. Παρά το τεράστιο οικονομικό της κόστος, η οχυρωματική αυτή γραμμή επέτρεπε την φύλαξη των συνόρων με χρήση περιορισμένου αριθμού ανδρών, σύμφωνα, άλλωστε, με το αμυντικό στρατιωτικό δόγμα της εποχής, τις γενικότερες αντιλήψεις της γαλλικής ηγεσίας, αλλά ακόμα και εκείνες της κοινής γνώμης. Ωστόσο, η Γραμμή Maginot δεν είχε επεκταθεί κατά τρόπο ώστε να καλύπτει το σύνολο των γαλλικών συνόρων. Η επέκταση της βόρεια των Αρδενών δεν έλαβε ποτέ χώρα, αφ’ ενός για οικονομικούς και αφ’ ετέρου για διπλωματικούς λόγους. Πιο συγκεκριμένα, θεωρήθηκε σκόπιμο να μην απομονωθεί το Βέλγιο (σύμμαχο με τη Γαλλία ως το 1936) έναντι της αναδυόμενης γερμανικής απειλής από τη Ναζιστική Γερμανία του Adolf Hitler. Επιπρόσθετα, το έδαφος της βορειοανατολικής Γαλλίας ήταν μάλλον ακατάλληλο για αμυντικές θωρακίσεις.Κατά τα επόμενα χρόνια, η πολιτική αστάθεια στη Γαλλία και η μεταστροφή, από τον Απρίλιο  του 1938, της γαλλικής κυβέρνησης του Edouard Daladier προς την κατεύθυνση της υποστήριξης της φιλελεύθερης οικονομίας, αποκλείοντας κάθε πρόθεση άσκησης κεντρικού ελέγχου της βιομηχανίας, επέφερε μεγάλη δυσλειτουργία στην πολεμική προπαρασκευή της χώρας.

 

Οι επιτελικοί σχεδιασμοί των αντιπάλων

 

Ήδη στις 27 Σεπτεμβρίου 1939, και ενώ η εκστρατεία κατά της Πολωνίας είχε εισέλθει στην τελική φάση, ο Hitler ανάθεσε στους αρχηγούς των επιτελείων την κατάρτιση σχεδίου επιχείρισης σε βάρος της Γαλλίας. Το κυρίαρχο σκεπτικό στους κόλπους των στρατηγικών σχεδιαστών και του ιδίου του Γερμανού καγκελαρίου προέβλεπε, για την ώρα, τη διενέργεια εισβολής κατά των βορείων γεωγραφικών διαμερισμάτων της Γαλλίας μέσω Ολλανδίας και Βελγίου. Στην περίπτωση, οι Κάτω Χώρες μπορούσαν, κάλλιστα, να λειτουργήσουν ως προγεφύρωμα για επίθεση τόσο κατά της Γαλλίας όσο και κατά της Μεγάλης Βρετανίας.

Στόχος του αρχικού σχεδίου («Επιχείρηση Κίτρινο»- στα γερμανικά Fall Gelb) ήταν ή διάσπαση της βελγικής άμυνας στη δίαυλο Αλβέρτου (σύνορα Γερμανίας – Βελγίου) και εν συνεχεία η προέλαση προς τον ποταμό Somme με 43 μεραρχίες (από τις οποίες 9 τεθωρακισμένες και 4 μηχανοκίνητες). Επρόκειτο, εν πολλοίς, για μια επανάληψη του σχεδίου Schlieffen, που είχε εφαρμοστεί κατά το αρχικό στάδιο του  Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου 2. Το σχέδιο αυτό, ωστόσο, δεν ικανοποίησε ούτε τους Γερμανούς ανώτατους αξιωματικούς, ούτε τον Hitler, λόγω των ισχνών προοπτικών μιας επιτυχούς εφαρμογής του.

Τη λύση έδωσε, τελικά, ο επιτελάρχης της Ομάδας Στρατιών Α΄ Erich von Manstein. Η τροποποιημένη εκδοχή του Fall Gelb, όπως παρουσιάστηκε από τον von Manstein στον Hitler στις 17 Φεβρουαρίου 1940, μετατόπιζε το κέντρο βάρους (Schwerpunkt) της κύριας επίθεσης προς το δάσος των Αρδενών, λίγες μέρες έπειτα από μια επιχείρηση αντιπερισπασμού εναντίον των Κάτω Χωρών. Προβλεπόταν η διάρρηξη του μετώπου νοτίως της κύριας συγκέντρωσης των Συμμαχικών δυνάμεων και μια δρεπανοειδής κίνηση προς αποκοπή και περικύκλωση τους εντός του βελγικού εδάφους. Το νέο σχέδιο στηριζόταν στην αρχή του κεραυνοβόλου πολέμου (Blitzkrieg), δηλαδή την τελική επικράτηση χάρη σε μια άριστα συντονισμένη επιθετική ενέργεια μονάδων πεζικού, τεθωρακισμένων αρμάτων και αεροπορίας, στους αντίποδες, ακριβώς, ενός πολέμου φθοράς παρόμοιου με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

“Επιχείρηση Κίτρινο” – Fall Gelb.
«Επιχείρηση Κίτρινο» – Fall Gelb.

Στο αντίπαλο στρατόπεδο, οι Σύμμαχοι βρίσκονταν αντιμέτωποι με μια σωρεία διχογνωμιών και αντιπαραθέσεων ως προς τον προσδιορισμό της τακτικής τους: διάσταση απόψεων μεταξύ του διοικητή των γαλλικών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγού Maurice Gamelin, και του διοικητή του τομέα του Βορειοανατολικού  Μετώπου, στρατηγού  Alphonse Georges, προβληματική επικοινωνία των δυο τελευταίων με τον διοικητή του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος (British Expeditionary Force) Λόρδο Gort, προβλήματα συνεννόησης μεταξύ Βρετανών Γάλλων και Βέλγων. Όλα τα προαναφερθέντα καθιστούσαν, εκ των πραγμάτων, τον συντονισμό των ενεργειών δυσχερή και την αποτελεσματικότητα τους περιορισμένη.

Το επιχειρησιακό σχέδιο των Συμμάχων, περί τα τέλη του χειμώνα, προέβλεπε την προώθηση των Συμμαχικών δυνάμεων από τα σύνορα μεταξύ Γαλλίας και Βελγίου με προορισμό τον ποταμό Dyle ευθύς μετά την εκδήλωση της γερμανικής επίθεσης. Ένας γερμανικός ελιγμός μέσω των Κάτω Χωρών εθεωρείτο βέβαιος. Κατά συνέπεια, τον Μάρτιο του 1940, ο Gamelin εισήγαγε στο Συμμαχικό στρατηγικό σχέδιο την «Παραλλαγή Breda», η οποία προέβλεπε μια ταχύτατη προέλαση της Έβδομης Γαλλικής Στρατιάς ως την ολλανδική πόλη Breda, με αντικειμενικό στόχο την διατήρηση της επαφής με τους Ολλανδούς, σε περίπτωση που οι τελευταίοι δέχονταν πλήγμα. Επρόκειτο για κρίσιμο στρατηγικό σφάλμα, καθώς δέσμευε μεγάλο μέρος των ταχύτερων και ισχυρότερων μηχανοκίνητων και τεθωρακισμένων μονάδων του Γαλλικού Στρατού σε μια επιχείρηση προτού διασαφηνιστεί ο στόχος της κύριας γερμανικής επίθεσης, ενώ παράλληλα εξαντλούσε τις γαλλικές εφεδρείες.

Georges_and_Gort_at_Arras_WWII_IWM_F_2094
Alphonse Georges (διοικητής του Βορειοανατολικού Μετώπου) και λόρδος Gort (διοικητής του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος).

Οι μετατροπές, τις οποίες είχαν επιδεχθεί τα δυο σχέδια κατά τους πρώτους μήνες του 1940 είχαν από μόνες τους θέσει τα θεμέλια για την επιτυχία ή την αποτυχία των δύο αντιμαχόμενων πλευρών. Πιο συγκεκριμένα, ο σχεδιαζόμενος γερμανικός ελιγμός στόχευε στο μαλακό υπογάστριο των Συμμαχικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν την προσοχή τους στραμμένη έναντι μιας γερμανικής επίθεσης μέσω Βελγίου. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η γαλλική μακροπρόθεσμη στρατηγική της συγκράτησης της γερμανικής προέλασης και η επίτευξη νίκης μέσω ενός πολέμου φθοράς, στον οποίο η καθοριστική επίθεση θα λάμβανε χώρα εκτός του εθνικού εδάφους και έπειτα από μια  ανασύνταξη των αγγλογαλλικών δυνάμεων, ήταν σε γενικές γραμμές εκείνη που ακολουθήθηκε μετά το 1941 από τον Συμμαχικό συνασπισμό και οδήγησε στην ήττα των δυνάμεων του Άξονα.

 

Ψευτοπόλεμος και Πόλεμος

 

Ως Ψευτοπόλεμος (Phoney War – Drôle de guerre – Sitzkrieg ) ορίζεται το χρονικό διάστημα μεταξύ της ολοκλήρωσης της γερμανικής εκστρατείας στην Πολωνία και της εκδήλωσης της επίθεσης κατά της Δύσης, στις 10 Μαΐου 1940. Η ονομασία οφείλεται στην έλλειψη στρατιωτικής δραστηριότητας στα δυτικά σύνορα της Γερμανίας, αν και ο Ψευτοπόλεμος περιλάμβανε πολεμικές συγκρούσεις  στην περιφέρεια (Χειμερινός Πόλεμος μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Φινλανδίας, γερμανική εισβολή στην Δανία και στη Νορβηγία).

Παιδιά εξοικειώνονται με την προοπτική χρήσης ασφυξιογόνων αερίων.
Παιδιά εξοικειώνονται με την προοπτική χρήσης ασφυξιογόνων αερίων.

Παρά τη φαινομενική απραξία, έλαβαν χώρα ορισμένα γεγονότα, που επηρέασαν σημαντικά την εξέλιξη των επιχειρήσεων στο Δυτικό Μέτωπο λίγους μήνες αργότερα. Το ηθικό των Συμμαχικών στρατευμάτων δοκιμάστηκε άσχημα λόγω του βαρύ χειμώνα, των κακών συνθηκών διαβίωσης των Γάλλων στρατιωτών και της εξαντλητικής απασχόλησης των ανδρών του  Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος στην κατασκευή οχυρωματικών έργων κατά μήκος της γαλλοβελγικής μεθορίου. Παράλληλα, η αδημονία για ανάληψη δράσης, η οποία εκδηλώθηκε στους κόλπους της βρετανικής και της γαλλικής κοινής γνώμης κατά τους πρώτους μήνες του 1940, οδήγησε στην ατυχή εμπλοκή των δύο χωρών στις επιχειρήσεις της Νορβηγίας τον Απρίλιο, γεγονός που, με τη σειρά του, είχε αρνητικό αντίκτυπο τόσο στον στρατιωτικό τομέα (απώλεια πολεμικού υλικού και εξάντληση ενισχύσεων) όσο και στο πολιτικό στερέωμα, με την διαδοχή του Daladier από τον Paul Reynaud και την ανάληψη της βρετανικής πρωθυπουργίας από τον Winston Churchill.

Στις 24 Απριλίου 1940, με δεδομένη την ασαφή στάση των Βέλγων σε περίπτωση καταφοράς γερμανικού πλήγματος σε βάρος τους, συμφωνήθηκε μεταξύ Γάλλων και Βρετανών ότι τα στρατεύματα τους θα έπρεπε να προελάσουν εντός του Βελγίου ανεξαρτήτως της στάσης, που θα επέλεγε να τηρήσει η – ουδέτερη ακόμα – κυβέρνηση των Βρυξελλών. Το ανώτατο όριο προέλασης προσδιοριζόταν στον ποταμό Dyle, σε περίπτωση που οι Βέλγοι δεν εξέφραζαν αντίρρηση ή στον ποταμό Σκάλδη (Escaut), σε περίπτωση που οι τελευταίοι προέβαλλαν ενστάσεις.

Στις 02:40 της 10ης Μαΐου 1940 το ολλανδικό και το βελγικό στρατιωτικό επιτελείο έγιναν αποδέκτες σημάτων περί ασυνήθιστης γερμανικής κινητικότητας κατά μήκος των συνόρων έως το Λουξεμβούργο, στο οποίο οι Γερμανοί είχαν εισέλθει μυστικά λίγες ώρες νωρίτερα. Λίγο αργότερα, η στασιμότητα και η απραξία των τελευταίων μηνών παραχωρούσαν τη θέση τους σε ένα νέο τρόπο διεξαγωγής πολέμου, πραγματική πρόκληση στην έως τότε λογική των πραγμάτων .

Οι δυνάμεις των αντιπάλων

 

Την ημέρα της εκδήλωσης της γερμανικής επίθεσης βρίσκονταν, σε πολεμική ετοιμότητα, συνολικά περίπου 5.900.000 στρατιώτες και από τις δύο πλευρές. Από αυτούς, περίπου τα 2.9 εκατομμύρια ήταν Γερμανοί. Οι υπόλοιποι ήταν άνδρες των ολλανδικών, βελγικών και γαλλικών ενόπλων δυνάμεων, καθώς και στρατιώτες του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος. Οι δυνάμεις των Συμμάχων ήταν κατανεμημένες σε 135 μεραρχίες, από τις οποίες οι 96 ήταν γαλλικές, 10 βρετανικές, 21 βελγικές και 8 ολλανδικές. Ο αντίστοιχος αριθμός των γερμανικών μεραρχιών ήταν 157, με τις 136 να είναι προορισμένες για την επιχείρηση και τις υπόλοιπες σε εφεδρεία. Οι Σύμμαχοι παρέτασσαν επίσης 2.280 άρματα μάχης, με τα περισσότερα από αυτά, ωστόσο, να είναι διεσπαρμένα σε μεραρχίες πεζικού με αποστολή την υποστήριξη των μονάδων τους και όχι συγκεντρωμένα σε ειδικές αυτόνομες μονάδες.

Η επιχειρησιακή αυτή λογική βρισκόταν σε ευθεία αντίθεση με τη νέα αντίληψη περί πολέμου, που είχαν υιοθετήσει οι Γερμανοί. Τα 2.800 άρματα που οι τελευταίοι είχαν στη διάθεσή τους, αν και τεχνολογικά κατώτερα από εκείνα των αντιπάλων τους, ήταν συγκεντρωμένα σε μηχανοκίνητες και τεθωρακισμένες μεραρχίες, οι οποίες δρούσαν αυτοτελώς με την υποστήριξη βοηθητικών σωμάτων μηχανικών, διαβιβάσεων, πεζικού και επιμελητείας. Ο τομέας όπου οι Γερμανοί υπερτερούσαν συντριπτικά ήταν εκείνος της πολεμικής αεροπορίας. Για την επίθεση κατά της Δύσης, η γερμανική πολεμική αεροπορία (Luftwaffe) διέθεσε περί τις 3.000 έως 3.500 αεροσκάφη, ενώ οι Σύμμαχοι μόλις 1.800 (με πολλά από τα βρετανικά να επιχειρούν από αεροδρόμια της νότιας Αγγλίας και όχι της Γαλλίας). Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν τα βομβαρδιστικά «Stuka», ενώ η γερμανική υπεροχή ήταν έκδηλη και στην εμπειρία των πιλότων, καθώς πολλοί από αυτούς είχαν λάβει το βάπτισμα του πυρός από την εποχή του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου και των πρόσφατων εκστρατειών κατά της Πολωνίας και της Νορβηγίας. Οι γερμανικές δυνάμεις χωρίστηκαν σε τρεις Ομάδες Στρατιών. Από αυτές, η Πρώτη, αποτελούμενη από 44 μεραρχίες υπό τη διοίκηση του στρατάρχη von Rundstedt, είχε την κύρια ευθύνη για την επιτυχία της επίθεσης. Στόχος της ήταν οι γαλλικές θέσεις στον ποταμό Μεύση (Meuse), δυτικά από το Δάσος των Αρδεννών και ακριβώς βορείως του ανώτατου άκρου της Γραμμής Maginot. Περιλάμβανε (κατά σειρά, από Βορρά προς Νότο) τρεις μηχανοκίνητες Στρατιές: την 15η (5η Τεθωρακισμένη Μεραρχία υπό τον Hartleb και 7η υπό τον Rommel) υπό τον Hoth, την 41η (6η και 8η Τεθωρακισμένη Μεραρχία), υπό τον Reinhardt, και την 19η (1η, 2η και 10η Τεθωρακισμένη Μεραρχία, επίλεκτη Μηχανοκίνητη Ταξιαρχία Grossdeutschland) υπό τον Guderian. Η Δεύτερη Ομάδα Στρατιών, υπό τη διοίκηση του Von Bock, διέθετε 29 μεραρχίες (με 3 μηχανοκίνητες και μια τεθωρακισμένη). Η αποστολή της ήταν η προέλαση στις Κάτω Χώρες και θέση σε λειτουργία της παγίδας που προέβλεπε το γερμανικό επιτελικό σχέδιο. Η Τρίτη Ομάδα Στρατιών, διοικούμενη από τον von Leeb και αποτελούμενη μόλις από 17 μεραρχίες, είχε αναπτυχθεί σε αμυντική διάταξη απέναντι από τη Γραμμή Maginot ως αντιπερισπασμός και πρόληψη ενόψει κάποιας γαλλικής κυκλωτικής κίνησης. Άλλες 45 μεραρχίες βρίσκονταν σε εφεδρεία.

 Erich von Manstein, εμπνευστής του γερμανικού σχεδίου επίθεσης.
Erich von Manstein, εμπνευστής του γερμανικού σχεδίου επίθεσης.

Η Πρώτη Ομάδα Στρατιών , που αποτελούνταν από την αφρόκρεμα του γερμανικού στρατού, θα έβρισκε απέναντί της μόλις 17 μεραρχίες, αποτελούμενες από στρατιώτες προερχόμενους από την εφεδρεία και οργανωμένες σε δυο στρατιές: την 9η υπό τη διοίκηση του Corap (βορείως της πόλης Sedan) και την 2η υπό τον Huntziger (βορείως της Γραμμής Maginot). Επρόκειτο για μονάδες δεύτερης και τρίτης διαλογής 3, με υψηλό μέσο όρο ηλικίας, κακής ποιότητας εξοπλισμό και ελλιπέστατο δίκτυο επικοινωνιών, καθώς η διάβαση των Αρδεννών και η συνακόλουθη καταφορά εχθρικού πλήγματος στον συγκεκριμένο τομέα του μετώπου εθεωρούντο απίθανες. Οι Γάλλοι είχαν παρατάξει επίσης 51 εξαιρετικά ετοιμοπόλεμες μεραρχίες εντός και εκτός των οχυρών της Γραμμής Maginot, οι οποίες δεν είχαν, τελικά, την παραμικρή συμμετοχή  κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων. Άλλες 25 μεραρχίες βρίσκονταν ακόμα σε εφεδρεία, όμως το διάστημα που απαιτούνταν για την προετοιμασία και την άμεση αποστολή τους στο μέτωπο είχε υπολογιστεί σε 4 ημέρες. Ίσως η πιο εντυπωσιακή διαφορά μεταξύ των αντιπάλων δυνάμεων, όπως την κατέγραψαν σύγχρονοι παρατηρητές, ήταν η ηλικιακή. Ο γηρασμένος γαλλικός στρατός ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το νεότατο της ηλικίας των επίλεκτων γερμανικών σωμάτων, ενώ οι ανώτατοι Γάλλοι αξιωματικοί ήταν κατά μέσο όρο 8 με 10 χρόνια μεγαλύτεροι από τους Γερμανούς ομολόγους τους, γεγονός που, όπως ήταν αναμενόμενο, είχε και τις αντίστοιχες επιπτώσεις ως προς την αντίληψη για την άσκηση των επιχειρήσεων.

Η εισβολή στις Κάτω Χώρες (10- 15 Μαΐου )

 

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 10ης Μαΐου εκδηλώθηκε η επίθεση κατά της Ολλανδίας και του Βελγίου. Πρωταρχικός στόχος των γερμανικών όπλων ήταν η κατάληψη των περασμάτων στα κανάλια της Ολλανδίας, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διάβαση τους από τις μονάδες εδάφους. Για τον στόχο αυτό, χρησιμοποιήθηκαν 4.000 αλεξιπτωτιστές, οι οποίοι εκπλήρωσαν την αποστολή τους με την κατάληψη αεροδρομίων, γεφυρών, οδικών κόμβων και λοιπών στρατηγικών σημείων.

Στις 07:00 της 10ης Μαΐου, μόλις ενημερώθηκε για την γερμανική επίθεση, ο Gamelin διέταξε την εφαρμογή του σχεδίου Dyle με την παραλλαγή Breda. Ωστόσο, η ολλανδική υποχώρηση και η ταχεία προέλαση της 9ης Τεθωρακισμένης γερμανικής μεραρχίας στη Νότια Ολλανδία, κατέστησε αδύνατη την επαφή της 7ης Γαλλικής Στρατιάς με τους Ολλανδούς. Στις 14 του μηνός βομβαρδίστηκε από τη Luftwaffe το λιμάνι του Rotterdam. Οι Ολλανδοί, αβοήθητοι πλέον, συνθηκολόγησαν πέντε, μόλις, μέρες μετά την έναρξη της επίθεσης, με την Βασίλισσα Βιλελμίνη και την Κυβέρνηση να διαφεύγουν στη Μεγάλη Βρετανία. 

Αντιθέτως, η άμυνα των Συμμάχων στο Βέλγιο αποδείχθηκε αποτελεσματική, παρά τα προβλήματα τα οποία προέκυπταν από την μέχρι πρότινος στάση των Βέλγων και την γρήγορη κατάρρευση των βελγικών προφυλακών στον δίαυλο Αλβέρτου (κυρίως λόγω της, εντελώς απροσδόκητης, αστραπιαίας κατάληψης του ισχυρότατου φρουρίου Eben- Emael από επίλεκτη γερμανική διμοιρία). Στις 15 Μαΐου ανακόπηκε η γερμανική προέλαση προς την Louvain.  Ωστόσο, την ίδια μέρα δόθηκε εντολή από τον Gamelin για γενική υποχώρηση από τον Dyle προς τον Escaut λόγω των εξελίξεων στον κεντρικό τομέα του μετώπου.

 Ο βομβαρδισμός του Rotterdam από τη γερμανική πολεμική αεροπορία.                                                             
Ο βομβαρδισμός του Rotterdam από τη γερμανική πολεμική αεροπορία.

 

 

Η διέλευση του ποταμού Mεύση και η διάσπαση του μετώπου (12- 15 Μαΐου)

 

Η κύρια επίθεση που προέβλεπε το γερμανικό σχέδιο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, επρόκειτο να εκδηλωθεί στο ύψος του ποταμού Mεύση, στο κενό ανάμεσα στη Γραμμή Maginot και την 1η Γαλλική Στρατιά, η οποία είχε εισέλθει στο Βέλγιο. Η εξέλιξη της επιχείρησης παρουσίασε δυσχέρειες για τους επιτιθέμενους, αλλά τα αποτελέσματα ξεπέρασαν και τις πιο αισιόδοξες  προβλέψεις.

Πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, ο κύριος όγκος των γερμανικών δυνάμεων ήταν συγκεντρωμένος στα μετόπισθεν, στην ευρύτερη περιοχή της Βόννης, μη προσφέροντας, έτσι, κάποιο στοιχείο ως προς το που θα μπορούσε να εκδηλωθεί η σημαίνουσα επίθεση. Την ίδια στιγμή, ο κύριος όγκος της Luftwaffe πετούσε πάνω από την περιοχή των Αρδεννών, έτσι ώστε να μην γίνει αντιληπτή από τη γαλλική αεροπορία η τρομερή κυκλοφοριακή συμφόρηση των γερμανικών τεθωρακισμένων στην περιοχή.

Τη νύκτα της 12ης Μαΐου, ο Rommel προσέγγισε τον Mεύση στο ύψος του Houx, εκμεταλλευόμενος τη σύγχυση της γαλλικής 9ης Στρατιάς, που βρίσκονταν στην περιοχή και καταφέρνοντας, το πρωί της επομένης, να εξασφαλίσει ένα εύθραυστο προγεφύρωμα στην περιοχή της Dinant, παρά την ισχυρότατη αντίσταση, προερχόμενη από την αντίπερα όχθη του ποταμού.

Στον νότιο τομέα του μετώπου, ο Guderian διέταξε οργανωμένη επίθεση κατά των γαλλικών θέσεων στο Sedan για το πρωί και μεσημέρι της 13ης Μαΐου. Έως τα μεσάνυχτα είχε ολοκληρωθεί το γερμανικό προγεφύρωμα στην δυτική όχθη του Mεύση, ενώ έως το απόγευμα της επομένης και οι τρεις τεθωρακισμένες μεραρχίες υπό τη διοίκηση του Guderian είχαν καταφέρει να διαβούν τον ποταμό.

Η πρόοδος των σωμάτων του Reinhardt, στον κεντρικού τομέα, επιβραδύνθηκε εξαιτίας της μορφολογίας του εδάφους, το οποίο άφηνε τις δυνάμεις που προσπαθούσαν να αποβιβαστούν απέναντι (κυρίως με φουσκωτές λέμβους) εκτεθειμένες στα γαλλικά πυρά. Ωστόσο, το βράδυ της 14ης προς 15η Μαΐου κατέστη δυνατόν να δημιουργηθεί ένα μάλλον επισφαλές προγεφύρωμα στο Monthermé, το οποίο επεκτάθηκε κατά τις αμέσως επόμενες ώρες .

 Η διέλευση του ποταμού Meuse με φουσκωτές λέμβους.
Η διέλευση του ποταμού Meuse με φουσκωτές λέμβους.

Στις 14 Μαΐου, η Στρατιά του Hoth,στο βορειότερο άκρο του κεντρικού τομέα, προωθήθηκε ως το Sivry. Εκεί, όμως, δέχθηκε επίθεση από την 1η γαλλική Τεθωρακισμένη Μεραρχία, με αποτέλεσμα να καθηλωθεί επιτόπου. Η εξέλιξη αυτή εξανάγκασε την γερμανική ανώτατη ηγεσία να διατάξει προσωρινή επιβράδυνση της προέλασης. Την επόμενη μέρα, οι γερμανικές φάλαγγες συνέχισαν ακάθεκτες την πορεία δυτικά. Ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων, το βράδυ της 15ης Μαΐου 1940, η 2η και η 9η γαλλική Στρατιά βρίσκονταν υπό καθεστώς διάλυσης, ενώ ο δρόμος προς την Μάγχη ήταν ορθάνοιχτος για τους Γερμανούς. Με την είδηση της διάσπασης του μετώπου, η σύγχυση της Γαλλικής Ανώτατης Διοίκησης ήταν απόλυτη. Ο Gamelin αρνήθηκε να πιστέψει ότι είχε πραγματοποιηθεί ρήγμα στη γαλλική άμυνα στο Sedan ως τις 15 Μαΐου, οπότε και αποφάσισε να ανακοινώσει στον Daladier (Υπουργό Άμυνας στην Κυβέρνηση Reynaud, πλέον) την επικείμενη κατάρρευση. Την ίδια μέρα ο Reynaud σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Churchill εμφανίστηκε απαισιόδοξος για την τελική έκβαση του πολέμου.

 

Η ακαταμάχητη πορεία προς τη θάλασσα (15- 20 Μαΐου)

 

  Η προέλαση των γερμανικών τεθωρακισμένων.
Η προέλαση των γερμανικών τεθωρακισμένων.

Ένα από τα κυριότερα πλεονεκτήματα του σχεδίου Manstein ήταν ότι εξασφάλιζε στις γερμανικές δυνάμεις, μετά τη διάβαση του Μεύση, το στοιχείο του αιφνιδιασμού, καθώς δεν επέτρεπε στην γαλλική πλευρά να διαβλέψει εγκαίρως τις προθέσεις του αντιπάλου κατά την επόμενη φάση των επιχειρήσεων.  Πράγματι, αρχική εκτίμηση των Γάλλων ιθυνόντων, έπειτα από τη διάσπαση του μετώπου, ήταν η στροφή των Γερμανών προς Νότο, για υπερφαλάγγιση της Γραμμής Maginot.

Ωστόσο, ο πραγματικός στόχος των Γερμανών δεν ήταν η άμεση κατάληψη του πολιτικού κέντρου της Γαλλίας, του Παρισιού, ούτε ή υπερφαλάγγιση της Γραμμής Maginot. Στόχος ήταν η εκμηδένιση των γαλλικών στρατιωτικών δυνάμεων. Η πορεία των τριών Στρατιών προς τα βορειοδυτικά συνεχίστηκε ακάθεκτη, με τις εμπροσθοφυλακές του Guderian να φτάνουν στις 16 Μαΐου στον ποταμό Serre, ενώ την ίδια μέρα ο Rommel διέσχυσε μια απόσταση 80 χιλιομέτρων, φτάνοντας στην πόλη Aresnes το πρωί της 17ης. Το διήμερο που προηγήθηκε, οι αιχμάλωτοι που συνέλαβε η μεραρχία του ανέρχονταν σε 10.000.

Μόλις εκείνη τη μέρα ο στρατηγός Georges διέταξε άμεση και γενικευμένη αντεπίθεση από Βορρά και Νότο προς την γερμανική φάλαγγα τεθωρακισμένων με 6 μεραρχίες, οι οποίες όμως αποδείχθηκε αδύνατο να εκτελέσουν τη διαταγή. Μόνη σχετική ενέργεια υπήρξε η αντεπίθεση της 4ης γαλλικής Τεθωρακισμένης Μεραρχίας, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη Charles de Gaulle, από τα νότια προς το Montcornet, χωρίς σημαντικά αποτελέσματα.

Η αντεπίθεση του De Gaulle, ωστόσο, κλόνισε το ηθικό της γερμανικής ανώτατης ηγεσίας. Όπως προαναφέρθηκε, στις 14 Μαΐου είχε διαταχθεί επιβράδυνση της προέλασης. Στις 17, ο Guderian έλαβε εντολές να αναστείλει την επίθεση του, ώστε να δοθεί χρόνος στις δυνάμεις πεζικού να καλύψουν το έδαφος ανάμεσα σε αυτές και τις προπορευόμενες φάλαγγες των τεθωρακισμένων. Ο Guderian, αντιδρώντας, επικοινώνησε με τον von Rundstedt και επέτυχε να του αναγνωριστεί το δικαίωμα διενέργειας »αναγνωριστικών επιχειρήσεων».  Με τον τρόπο αυτό, συνέχισε αδιάλειπτα την πορεία του με προορισμό τις ακτές της Μάγχης. Επρόκειτο για μια πρωτοβουλία η οποία, όπως έχει χαρακτηριστικά υποστηριχθεί, μετέτρεψε τη γαλλική ήττα σε πανωλεθρία, καθώς στέρησε από τους Γάλλους πολύτιμο χρόνο ανασύνταξης. Στις 20 Μαΐου 1940, οι φάλαγγες του Guderian και του Reinhardt έφτασαν στις όχθες της Μάγχης, στο ύψος της Abbeville. Μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις μιας εβδομάδας είχαν καλύψει μια απόσταση 386 χιλιομέτρων, έχοντας εξαρθρώσει πλήρως τη γαλλική άμυνα και δημιουργήσει ένα έμβολο, το οποίο διέσπασε τις δυνάμεις των Συμμάχων στα δύο.

 

Συμμαχικές ανακατατάξεις και επαναπροσδιορισμοί

Οι εντυπωσιακές και απροσδόκητες ήττες του δεύτερου δεκαημέρου του Μαΐου επέφεραν ζυμώσεις τόσο στο εσωτερικό των Συμμάχων χωρών όσο και στις μεταξύ τους σχέσεις. Οι διεργασίες αυτές αποκρυσταλλώθηκαν σε αλλαγές και εξελίξεις, που, εν πολλοίς, καθόρισαν στη συνέχεια την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων. 

Οι στρατηγοί Weygand (αριστερά) και Gamelin (δεξιά) πλαισιώνουν τον Edouard Daladier
Οι στρατηγοί Weygand (αριστερά) και Gamelin (δεξιά) πλαισιώνουν τον Υπουργό Άμυνας Joseph Paul-Boncour, σε φωτογραφία του 1932

Στις 15 Μαΐου, ο Reynaud ανακάλεσε από τη Συρία τον στρατηγό Maxime Weygand, ως  αντικαταστάτη του Gamelin στην ηγεσία του Γαλλικού Στρατού. Παράλληλα, ο Γάλλος πρωθυπουργός ήρθε σε επαφή και τον στρατάρχη Philippe Pétain, εμβληματική μορφή της εποχής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, προσφέροντας στον τελευταίο την αντιπροεδρία της Κυβέρνησης. Στόχος αυτής της κίνησης ήταν η τόνωση του ηθικού της κοινής γνώμης. Την ίδια στιγμή, ο Reynaud, διατηρώντας την προεδρία, ανέλαβε ταυτόχρονα καθήκοντα Υπουργού Εθνικής Αμύνης και Πολέμου. Ο νέος Γάλλος Αρχιστράτηγος εξέφρασε την επιθυμία να συγκληθεί διασυμμαχική στρατιωτική σύσκεψη στην πόλη Ypres του Βελγίου, προκειμένου να καταστεί δυνατή μια συνεννόηση για τη διενέργεια αντεπίθεσης. Το »συμβούλιο της τελευταίας ευκαιρίας», όπως χαρακτηρίστηκε 4, έλαβε χώρα στις 21- 22 Μαΐου 1940. Εκεί, ο Weygand πρότεινε την διεξαγωγή ταυτόχρονης επίθεσης στις 25 Μαΐου, εν είδει τανάλιας, από το Βρετανικό Εκστρατευτικό Σώμα (με 2 μεραρχίες) στον Βορρά και τις γαλλικές στρατιωτικές δυνάμεις (με 3 μεραρχίες) που βρίσκονταν νοτίως του γερμανικού διαδρόμου. Ενδεχομένως ο Weygand να ήταν αισιόδοξος σχετικά με την προοπτική μιας τέτοιας επιχείρησης, έχοντας πληροφορηθεί τη -μερική έστω- επιτυχία μιας βρετανικής αντεπίθεσης προς το Arras στις 21 Μαΐου. Στις 11:00 της 22ας, ανέπτυξε το σχέδιο ενώπιον του Reynaud και του Churchill, με τον τελευταίο να εκφράζει, επίσης, μια υπέρμετρη αισιοδοξία για την τελική έκβαση της όλης επιχείρησης.

 

Αποτυχημένη αντεπίθεση και βελγική συνθηκολόγηση

 

Η αντεπίθεση, που ευαγγελιζόταν ο Weygand, δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ή τουλάχιστον ποτέ σύμφωνα με το σχέδιο. Η έλλειψη μηχανοκίνητων γαλλικών μονάδων και η συντριπτική υπεροχή των Γερμανών στους αιθέρες είχαν, ως αποτέλεσμα, την ανάσχεση της γαλλικής πρωτοβουλίας στις 25 Μαΐου, στο ύψος του ποταμού Somme (θέατρο σημαντικών επιχειρήσεων κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο), τη στιγμή που οι δυνάμεις των Βρετανών, οι οποίες βρίσκονταν στο Arras μετά την επίθεση της 21ης, υφίσταντο ισχυρές πιέσεις τόσο από τις γερμανικές μονάδες που αντιμετώπιζαν όσο και εκείνες που πλησίαζαν στα νώτα τους.

Η κατάρρευση του βελγικού στρατού, ο οποίος κάλυπτε το κενό μεταξύ του Arras και του λιμένα της Δουνκέρκης (μοναδικής προσφερόμενης διεξόδου για μια εκκένωση των Συμμαχικών στρατευμάτων που είχαν εγκλωβιστεί στο Βέλγιο) στις 22- 23 Μαΐου, καθιστούσε αδύνατη περαιτέρω παραμονή των Βρετανών στο Arras χωρίς να συντρέχουν άμεσο κίνδυνο περικύκλωσης. Έως τις 25 Μαΐου, οι Βρετανοί είχαν εκκενώσει το Arras, με απόφαση του Λόρδου Gort, με  προορισμό την Δουνκέρκη, ενέργεια που οι Γάλλοι εξέλαβαν ως εγκατάλειψη.

Η υποχώρηση των Βρετανών είχε, ως λογική συνέπεια, τη συνθηκολόγηση του Βελγίου στις 28 Μαΐου 1940. Με τις γραμμές άμυνας εξαρθρωμένες και τις βελγικές στρατιωτικές δυνάμεις σε συνθήκες διάλυσης, δεν φαινόταν στην βελγική ηγεσία να υφίσταται λόγος συνέχισης του πολέμου.

Επιχείρηση “Δυναμό”: Η εκκένωση της Δουνκέρκης

 

Ήδη από τις 20 Μαΐου είχε ξεκινήσει από τη βρετανική στρατιωτική ηγεσία η εκπόνηση σχεδίου για επιχείρηση εκκένωσης, με απώτερο σκοπό την εκ νέου μεταφορά του Εκστρατευτικού Σώματος στη Γαλλία και την συμμετοχή του στον Νότιο Τομέα των επιχειρήσεων κατά των Γερμανών. Η επιχείρηση τέθηκε υπό την εποπτεία του ναύαρχου Ramsey και έλαβε την κωδική ονομασία «Operation Dynamo». Το μόνο λιμάνι στον βελγικό θύλακα το οποίο θα μπορούσε να υποστηρίξει μια τέτοια επιχείρηση ήταν η Δουνκέρκη. Οι συνθήκες, ωστόσο, δεν ήταν ευνοϊκές, καθώς ήδη στις 23 Μαΐου οι Γερμανοί βρίσκονταν σε απόσταση 10 μόλις χιλιομέτρων από το λιμάνι της πόλης, ενώ οι βρετανικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν άμεσο κίνδυνο απομόνωσης στο Arras. Οι Βρετανοί δεν μπορούσαν να γνωρίζουν πως στις 23 Μαΐου είχε εκδοθεί διαταγή του στρατάρχη von Rundstedt, η οποία όριζε την αναστολή της γερμανικής επίθεσης επί τρεις ημέρες. Ο ίδιος ο Hitler, αργότερα, ισχυρίστηκε ότι η διαταγή υπαγορεύθηκε έτσι, ώστε να διευκολύνει την επαναπροσέγγιση με τη Μεγάλη Βρετανία μετά το διαφαινόμενο πέρας του πολέμου. Στην πραγματικότητα, σε αυτήν οδήγησαν η έμφυτη ανασφάλεια του Fũhrer σε συνδυασμό με την επιφυλακτικότητα της πλειοψηφίας των Γερμανών ανώτατων αξιωματικών. Επίσης, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί και η προσωπική φιλοδοξία του αρχηγού της Luftwaffe, Hermann Goering, ο οποίος επεδίωκε να δρέψει δάφνες με την εκμηδένιση των Βρετανών με αεροπορικές επιδρομές εντός του θύλακα της Δουνκέρκης.

Στις τρεις επόμενες μέρες, η γερμανική πολεμική αεροπορία υπέστη σημαντικότατες απώλειες, γεγονός που ώθησε τη γερμανική ηγεσία στην επανάληψη της χερσαίας επίθεσης κατά των Βρετανών. Ωστόσο, οι βρετανικές δυνάμεις είχαν, στο μεταξύ, κατορθώσει να συμπτυχθούν και να οργανώσουν αμυντική περίμετρο γύρω από το λιμάνι και στις παραλίες της Δουνκέρκης. Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης εκκένωσης, η οποία διήρκεσε από τις 26 Μαΐου ως τις 4 Ιουνίου και διεξήχθη υπό εξαιρετική σφοδρότητα αεροπορικών επιδρομών (σε σημείο που κατέστη ανάγκη να επιστρατευθούν, μεταξύ άλλων, μαούνες και ψαράδικα για την αποκομιδή των στρατιωτών), 340.000 περίπου άνδρες (220.000 Βρετανοί και 120.000 Γάλλοι) κατάφεραν να διαφύγουν, ενώ στις 31 Μαΐου ο αντίστοιχος αριθμός ανερχόταν μόλις στους 126.000. Ο αριθμός των διασωθέντων ξεπέρασε κάθε προσδοκία, με συνέπεια η εκκένωση να εκληφθεί από τη βρετανική κοινή γνώμη  ως νίκη.

Βρετανικό καταδρομικό πλοίο βυθίζεται αύτανδρο κατά τη διάρκεια της εκκένωσης
Βρετανικό καταδρομικό πλοίο βυθίζεται αύτανδρο κατά τη διάρκεια της εκκένωσης

Είναι δύσκολο, πάντως, να θεωρηθεί η εκκένωση της Δουνκέρκης ως νικηφόρο γεγονός. Οι βρετανικές υλικές απώλειες υπήρξαν τεράστιες και ανέρχονταν -κατά προσέγγιση- σε 84.000 οχήματα πάσης φύσεως. Ακόμη, η βρετανική αποχώρηση είχε απογοητεύσει βαθύτατα τους Γάλλους, με τη διάσημη φράση »οι Βρετανοί είναι διατεθειμένοι να πολεμήσουν ως τον τελευταίο Γάλλο» να απηχεί το αίσθημα της γαλλικής κοινής γνώμης και των στρατιωτών.

 

Επιχείρηση “Κόκκινο” (Fall Rot)

 

Μετά την αποτυχία εκμηδένισης των βρετανικών δυνάμεων στην Δουνκέρκη, η γερμανική επιθετικότητα διοχετεύθηκε προς τον Νότο και την γραμμή άμυνας, την οποία είχε βεβιασμένα προσπαθήσει να οργανώσει ο Weygand (Γραμμή Weygand). Επρόκειτο για ένα εκτεταμένο μέτωπο κατά μήκος των ποταμών Somme και Aisne, πρόχειρα οχυρωμένο και επανδρωμένο από 49 μόλις μεραρχίες, από τις οποίες οι 4 ήταν τεθωρακισμένες – αλλά μόνο κατ’ όνομα. Έχοντας ως στόχο την πρόταξη άμυνας ώσπου να καταφτάσουν οι ενισχύσεις, οι οποίες αναμένονταν από τη Μεγάλη Βρετανία, ο Weygand δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις ως προς τη δυνατότητα να αποκρουσθεί η επικείμενη γερμανική επίθεση.

Αυτή τη φορά οι Γερμανοί απολάμβαναν συντριπτική αριθμητική υπεροχή, παρατάσσοντας συνολικά 130 μεραρχίες. Η γερμανική επίθεση («Επιχείρηση Κόκκινο» – Fall Rot) ξεκίνησε στις 5 Ιουνίου στον δυτικό τομέα του μετώπου, μεταξύ της Laon και του στενού της Μάγχης. Οι γαλλικές δυνάμεις προέβαλαν γενναία αντίσταση στο ύψος του ποταμού Somme, παρά την γερμανική υπεροπλία. Ωστόσο, οι δυνάμεις του Hoth κατόρθωσαν να διασπάσουν, στις 7 Ιουνίου, τη γραμμή άμυνας και προχωρήσουν προς τη Rouen, γεγονός το οποίο επέφερε την σταδιακή κατάρρευση του μετώπου. Η διάσπαση των γραμμών άμυνας τις επόμενες μέρες κατέστησε, πλέον, αδύνατη την παραμονή της κυβέρνησης Reynaud στο Παρίσι, με αποτέλεσμα η τελευταία να αναχωρήσει από την πρωτεύουσα στις 10 Ιουνίου. Κατόπιν τούτου, το Παρίσι κηρύχθηκε ανοχύρωτη πόλη. Την ίδια μέρα, η Ιταλία εξήλθε στον πόλεμο στο πλευρό των Γερμανών, προσβάλλοντας τις γαλλικές δυνάμεις, που βρίσκονταν στα  σύνορα των Άλπεων, δίχως, ωστόσο, να επιτύχει καμιά απολύτως πρόοδο έως την υπογραφή της γαλλικής συνθηκολόγησης. Στις 14 Ιουνίου τα γερμανικά στρατεύματα εισήλθαν στο Παρίσι, και δυο μέρες αργότερα, στις 16, έφτασαν στην κοιλάδα του ποταμού Ροδανού (Rhône). Είχε προηγηθεί, κατά μια μέρα, η αποχώρηση των τελευταίων Βρετανών από τη Γαλλία από τους λιμένες του Χερβούργου και της Βρέστης. Στις 22 Ιουνίου, τρεις ημέρες πριν την εφαρμογή της ανακωχής, οι γερμανικές δυνάμεις έφτασαν στο νοτιότερο όριο της προέλασης, τη γραμμή Bordeaux- Clermont-Ferrand- Lyon.

Η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων στο Παρίσι.
Η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων στο Παρίσι.

Η πτώση του Reynaud και η συνθηκολόγηση της Γαλλίας

Οι προπολεμικοί προβληματισμοί σε μέρος του γαλλικού πολιτικού κόσμου σχετικά με το νόημα της αντίστασης απέναντι σε έναν ισχυρότερο εχθρό εντάθηκαν μετά τις ήττες του Μαΐου και του Ιουνίου. Είχε αρχίσει πλέον να διαφαίνεται στο προσκήνιο το αίτημα για κατάπαυση των εχθροπραξιών, ειδικά από τη στιγμή που οι Γάλλοι έδειχναν να πολεμούν μόνοι. Στις 16 Ιουνίου, ανατράπηκε ο Reynaud, με πρωτοβουλία ορισμένων μελών της κυβέρνησης που δεν επιθυμούσαν την συνέχιση του πολέμου με κάθε κόστος, και αντικαταστάθηκε από τον Pétain. Στο ραδιοφωνικό του μήνυμα την ίδια μέρα, ο νέος πρωθυπουργός εξέφρασε την επιθυμία να συναφθεί ανακωχή.

Ένας ασυνήθιστος επισκέπτης στα αξιοθέατα του Παρισιού
Ένας ασυνήθιστος επισκέπτης στα αξιοθέατα του Παρισιού

Στις 20 Ιουνίου, σε μια βαθύτατα συμβολική πράξη, οι γερμανικοί όροι για ανακωχή υπαγορεύθηκαν στην γαλλική αντιπροσωπεία στο Δάσος της Compiègne, στο ίδιο βαγόνι όπου είχε υπογραφεί η ανακωχή μεταξύ Συμμάχων και Γερμανίας τον Νοέμβριο του 1918. Οι όροι ήταν σκληροί, καθώς περιλάμβαναν την θέση υπό γερμανικό έλεγχο των βορείων γεωγραφικών διαμερισμάτων  της χώρας. Είχαν, όμως, σχεδιαστεί κατά τέτοιο τρόπο από τους Γερμανούς, ώστε να είναι ανεκτοί, διασφαλίζοντας μεταξύ άλλων τη διατήρηση των αποικιών και του Στόλου από τη γαλλική κυβέρνηση. Οι ιταλικές επιθυμίες για προσάρτηση εκτεταμένων εδαφών δεν εισακούστηκαν. Οι όροι έγιναν δεκτοί από την κυβέρνηση Pétain στις 22 Ιουνίου 1940 και η ανακωχή ανάμεσα στη Γαλλία και τον Άξονα τέθηκε σε εφαρμογή τρεις ημέρες μετά. Η Γαλλία, πλέον βρισκόταν στο περιθώριο του πολέμου, ευρισκόμενη εκτός των αντίπαλων συνασπισμών. Ο επίλογος στην τραγωδία θα δοθεί με τον βομβαρδισμό, από μοίρα Βρετανικού Ναυτικού, του τμήματος του γαλλικού στόλου που ήταν ελλιμενισμένος στο λιμάνι της Αλγερίας Mers-el-Kebir στις 3 Ιουλίου. Η προληπτική αυτή επίθεση, με σκοπό να αποτραπεί τυχόν παράδοση του γαλλικού Στόλου στους Γερμανούς, είχε ως αποτέλεσμα την βύθιση 6 πλοίων και τον θάνατο 1297 ναυτών. Οι συναισθηματικές γέφυρες μεταξύ Γαλλίας και Μεγάλης Βρετανίας είχαν πλέον αμετάκλητα διαρραγεί.

 

Αποτίμηση

 

Η πρωτοφανής επιτυχία των Γερμανών στην Γαλλία, οφειλόμενη κυρίως στην υπεροχή ενός επιτελικού σχεδίου και των στρατιωτικών που το έφεραν εις πέρας έναντι των αντιπάλων τους, δεν απέβη μακροπρόθεσμα προς όφελος τους. Κατέστησε, βέβαια, δυνατή την περαιτέρω εξάπλωση της γερμανικής επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη (ιδίως στη Ρουμανία), αλλά σε βάθος χρόνου επέτρεψε την γερμανική εισβολή στη Σοβιετική Ένωση σε συνδυασμό με μια αύξηση της εμπλοκής του Hitler στον στρατηγικό σχεδιασμό. Αν η διάσπαση του μετώπου στον ποταμό Μεύση οδήγησε στην νίκη των Γερμανών στην μάχη της Γαλλίας, μπορεί να ειπωθεί ότι άνοιξε ταυτόχρονα και τον δρόμο προς την ήττα τους στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Σταύρος Γιολδάσης είναι σπουδαστής του Α΄ Κύκλου Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ
Ο Σταύρος Γιολδάσης είναι σπουδαστής του Α΄ Κύκλου Μεταπτυχιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

 

Apocalypse. The Second World War, Part 2: The Collapse Of France

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  • Bloch, Marc, Strange Defeat: a Statement of Evidence Written in 1940, New York: W.W. Norton and Co. 1999
  • Butler J. R. M. (επιμ.), History of the Second World War: Grand Strategy (vol. 2), London: Her Majesty’s Stationary Office 1957
  • Hart, Basil Liddell, History of the Second World War, London: Cassell and Co. 1970
  • Heyword, James, Μύθοι και Θρύλοι του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, Αθήνα: Ενάλιος 2009
  • Imlay, Talbot, Facing the Second World War: Strategy, Politics and Economics in Britain and France 1938- 1940, Oxford: Oxford University Press 2003
  • Jackson, Julian, The Fall of France: the Nazi Invasion of 1940, Oxford: Oxford University Press 2004
  • Kershaw, Ian, Χίτλερ 1938- 1945: Νέμεσις, Αθήνα: Scripta 2005
  • Michel, Henri, La Seconde Guerre Mondiale, Tome I: Le Succès de l’ Axe, Paris: Presses Universitaires de France 1977
  • Nord, Philip, France 1940: Defending the Republic, Yale: Yale University Press 2015
  • Parker, Alastair, Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Θεσσαλονίκη: Θύραθεν 2004
  • Ripley, Tom, The Wehrmacht: The German Army in World War 2, New York: Fitzroy Dearborn 2003
  • Shepperd, Alan, France 1940: Blitzkrieg in the West, London: Osprey Publishing Ltd. 1990
  • Smalley, Edward, The British Expeditionary Force 1939-40, New York: Palgrave Macmillan 2015
  • Strachan, Hew, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Αθήνα: Γκοβόστης 2013
  • Taylor, Alan John Percivale, The Course of German History, London: Routledge Classics 2001
  •  The Origins of the Second World War, Harmondsworth: Penguin Books Ltd. 1964
  • Vanwelkenhuyzen, Jean, 1940: Pleins feux sur un désastre, Bruxelles: Racine 1995
  • Weinberg, Gerhard, A World at Arms, Cambridge: Cambridge University Press 1994
  • Woodward, Sir Llewellyn, British Foreign Policy in the Second World War, London: Her Majesty’s Stationary Office 1970.

Παραπομπές

1 Από το όνομα του Υπουργού Άμυνας της Γαλλίας το 1928, André Maginot.

 

2 Ενδεικτικά για το σχέδιο Schlieffen βλέπε Hew Strachan, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (μτφ. Ν. Λαζαρίδης), Αθήνα: Γκοβόστης 2013, σελ. 79- 80

 

3 Ο γαλλικός στρατός ξηράς χωριζόταν σε »μεραρχίες πεδίου» και »μεραρχίες οχυρών», με τις δεύτερες να είναι ανώτερες σε επίπεδο εξοπλισμού και εκπαίδευσης. Οι »μεραρχίες πεδίου» χωρίζονταν με τη σειρά τους σε μεραρχίες Α και Β, ανάλογα με το επίπεδο της ποιότητας τους. Οι μονάδες της 2ης και της 9ης Στρατιάς ήταν μεραρχίες Β.

4 Jean Vanwelkenhuyzen, 1940: Pleins feux sur un désastre, Bruxelles: Racine 1995 σελ. 201

 

Χαράλαμπος Αλεξάνδρου: Η Ιστορία ως προπαγανδιστικό εργαλείο: η χρήση της Ιστορίας στις προκηρύξεις της ΕΟΚΑ

Χαράλαμπος Αλεξάνδρου: Η Ιστορία ως προπαγανδιστικό εργαλείο:

η χρήση της Ιστορίας στις προκηρύξεις της ΕΟΚΑ

«Αδελφοί Κύπριοι,

Από τα βάθη των αιώνων, μας ατενίζουν όλοι εκείνοι, οι οποίοι ελάμπρυναν την Ελληνικήν ιστορίαν δια να διατηρήσουν την ελευθερίαν των, οι Μαραθονομάχοι, οι Σαλαμινομάχοι, οι τριακόσιοι του Λεωνίδα και οι νεώτεροι του Αλβανικού έπους. Μας ατενίζουν οι αγωνισταί του 21, οι οποίοι μας εδίδαξαν ότι η απελευθέρωσις από τον ζυγόν του δυνάστου αποκτάται πάντοτε με το ΑΙΜΑ. […] Ας απαντήσωμε με έργα, ότι θα γίνομεν «πολλώ κάρρονες» τούτων».

Το πιο πάνω απόσπασμα εντοπίζεται στην πρώτη και άρα ιδιαιτέρως σημαντική προκήρυξη της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών), υπογεγραμμένη από τον αρχηγό της, τον Διγενή. Η χρήση της ελληνικής Ιστορίας είναι συχνή καθ’ όλη τη διάρκεια της τετραετίας 1955-1959. Πότε όμως παρουσιάζεται εντονότερη χρήση της Ιστορίας; Ποιες ιστορικές στιγμές και ιστορικές προσωπικότητες εμφανίζονται συχνά; Και αντιθέτως. Ποιες σημαντικές στιγμές και προσωπικότητες απουσιάζουν; Με ποιο κριτήριο γινόταν η επιλογή τους; Ποιες σκοπιμότητες εξυπηρετούσε η χρήση της Ιστορίας; Αναλύονταν ή όχι η Ιστορία στην οποία γινόταν αναφορά; Αυτά είναι κάποια από τα ερωτήματα στα οποία, υπό τους περιορισμούς του χώρου, θα επιχειρηθεί να δοθεί απάντηση.

Όπως θα ήταν αναμενόμενο, συχνότερη εμφάνιση θεμάτων της Ιστορίας παρατηρείται στις μέρες εθνικών επετείων. Τις ημέρες εκείνες κατά τις οποίες ο λαός συμμετείχε με ενθουσιασμό, παντοιοτρόπως και καθολικώς στους εορτασμούς υπήρχε ευνοϊκότερη πρόσληψη των μηνυμάτων της επαναστατικής Οργάνωσης που μαχόταν ενόπλως για την αποτίναξη του βρετανικού ζυγού. Κύριος σκοπός των φυλλαδίων που κυκλοφορούσαν κατά τις συγκεκριμένες μέρες ήταν η ανάδειξη του αγώνα ως συνέχειας των εθνικών αγώνων των Ελλήνων και η ανάδειξη των ηρώων της Οργάνωσης ως συνεχιστών του έργου των μεγάλων εθνικών ηρώων. Οι κυριότερες επέτειοι κατά τις οποίες κυκλοφορούσαν φυλλάδια της Οργάνωσης ήταν η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου. Η ανάδειξη της 1ης Απριλίου ως μιας σημαντικής ημέρας η οποία είχε προστεθεί στο ιστορικό επετειολόγιο των Ελλήνων, παρουσιάζεται ήδη από την πρώτη χρονιά του αγώνα. Σε ένα επετειακό φυλλάδιο αναγράφεται: «ο αγώνας των Κυπρίων όχι μόνο κατατάσσεται ανάμεσα στους ενδοξότερους των Ελλήνων αλλά προβάλλεται να έχει ξεπεράσει όλους τους υπόλοιπους εξ αιτίας των τεράστιων επιτυχιών που κατάφερε να έχει παρά τη δυσανάλογων δυνάμεων των εμπλεκομένων».

Η 25η Μαρτίου δεν αποτελούσε μόνο μια πασίγνωστη εθνική επέτειο. Αποτελούσε μια σελίδα ηρωισμού εκ μέρους των Ελλήνων και βιαιότητας του αντιπάλου. Αποτελούσε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία ο λαός αψήφησε το πλήθος του εχθρού και την υλική του υπεροχή. Η συγκεκριμένη ιστορική στιγμή εμπεριείχε σαφείς προεκτάσεις για την Κύπρο και τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον ένοπλο αγώνα της ΕΟΚΑ. Έτσι, δεν προκαλεί έκπληξη η αναφορά στο «αρματολίκι του Διγενή», στον «κλεφτοπόλεμον της ΕΟΚΑ» και στα «Κυπριακά καριοφίλλια».  Η χρήση όμως παραδειγμάτων από τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, σε καμιά περίπτωση δεν ενείχε αντιτουρκική χροιά. Το σημείο που τονιζόταν ήταν το πλήθος και η αγριότητα του αντιπάλου και όχι η τουρκική ή μουσουλμανική του ταυτότητα. Επιπλέον, η ΕΟΚΑ ως στρατιωτική οργάνωση και ο ίδιος ο αρχηγός της, χρησιμοποιούσαν κατά κόρον προσωπικότητες όπως οι Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, Τζαβέλας, Μπότσαρης, Παπαφλέσσας ενώ απουσιάζουν οι αναφορές σε Μαυροκορδάτο, Καποδίστρια, Όθωνα κ.ά.

Ενδιαφέρον θα ήταν να εντοπιστεί η απάντηση της ΕΟΚΑ στο ζήτημα της εμπλοκής της Αγγλίας στη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Η απάντηση παρουσιάζεται σε κείμενο της ΑΝΕ (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ) και ακολουθεί την πάγια τακτική που ακολουθούσε και ο Διγενής σε άλλες προκηρύξεις του.  Του διαχωρισμού του λαού από την ηγεσία του. Σε αυτό το σχήμα εξηγείται και η εξής αναφορά:

«Δεν είναι αι κυβερνήσεις των λεγομένων Μεγάλων Δυνάμεων που εβοήθησαν τους Έλληνας κατά την Επανάστασιν του Γένους. Ήσαν οι λαοί. Αρκεί να ενθυμηθώμεν ότι ο Άγγλος Ναύαρχος Κόρδιγκτων εδικάσθη και κατεδικάσθη […] επειδή εξ ιδίας πρωτοβουλίας απήντησεν εις τα πυρά του Τουρκικού στόλου εις το Ναυαρίνον […]. Το Ναυαρίνον λοιπόν […] δεν είναι η Αγγλική κυβέρνησις που το εδημιούργησεν αλλά μία σύμπτωσις. Μόνον λόγοι διπλωματικής σκοπιμότητος έκαμαν τους Έλληνας να ομιλούν περί ευγνωμοσύνης προς την Αγγλίαν».

Το φυλλάδιο συνεχίζει επιχειρώντας να αποδείξει τη διαχρονική έχθρα των βρετανικών κυβερνήσεων προς την Ελλάδα, με αναφορές στην υπόθεση Πατσίφικο, στις κρητικές επαναστάσεις και στη στάση τους κατά τις τραγικές ημέρες της μικρασιατικής καταστροφής. Στο φυλλάδιο της ΠΕΚΑ (Πολιτική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνος) με τίτλο «Οι αιώνιοι  εχθροί της Ελλάδος» το οποίο απαντούσε στα «Πικρολέμονα» του Ντάρελ, γίνεται και πάλιν αναφορά στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου και αποκαλύπτεται ο λόγος που η Οργάνωση επανέφερε το θέμα επιχειρώντας να πείσει για τη διαχρονική έχθρα του Λονδίνου εναντίον των Ελλήνων:

«Άλλωστε αυτό το γεγονός το εκμεταλλεύονται πολύ οι Άγγλοι «Ιεροεξετασταί του Σπέσιαλ Μπραντς» όταν πρόκειται να πείσουν κάποιον συλληφθέντα, ότι πάντοτε οι Άγγλοι υπήρξαν φιλέλληνες και ότι επομένως αδίκως ήρχισε τον αγώνα η ΕΟΚΑ».

Στο φυλλάδιο με τίτλο «Πάντοτε οι ίδιοι» παραλληλίζεται η στάση των Βρετανών στο θέμα των Επτανήσων με το θέμα της Κύπρου. Εκείνο που τονίζεται δεν είναι το γεγονός ότι οι Βρετανοί απέδωσαν τα Επτάνησα στην Ελλάδα αλλά το γεγονός ότι για να γίνει αυτό, οι Επτανήσιοι έπρεπε να απορρίψουν μια «νόθον λύσιν» που πρότειναν οι Βρετανοί και να αγωνιστούν για την Ένωση τους με την Ελλάδα». Τα υπονοούμενο προς τους Κύπριους αποδέκτες του μηνύματος της προκήρυξης ήταν σαφές.

Η επιλογή των παραδειγμάτων από την κλασσική εποχή και τη νεότερη Ιστορία γινόταν γιατί αποτελούσαν δύο ιστορικές περιόδους κατά τις οποίες το κοινό σημείο αναφοράς και συνεκτικός δεσμός των ενόπλων Ελλήνων ήταν η εθνική τους καταγωγή. Κάτι που έλειπε από τους ένοπλους του Βυζαντίου, κύριος – και σε πολλές περιπτώσεις ο μόνος – συνεκτικός δεσμός των οποίων αποτελούσε η θρησκεία∙ μια θρησκεία την οποία ασπάζονταν όμως και οι ίδιοι οι Άγγλοι. Σε μια προσπάθεια αφαίρεσης ακόμα και αυτού του μοναδικού ίσως ταυτοτικού  χαρακτηριστικού που ένωνε Έλληνες και Βρετανούς, παρουσιάζεται σε φυλλάδιο της ΠΕΚΑ η ιστορία των δεκατριών μοναχών της Καντάρας τους οποίους είχαν βασανίσει και κάψει οι Λατίνοι επειδή αρνήθηκαν να ασπαστούν τον καθολικισμό.

Πέρα από την ανάδειξη ηρωικών προτύπων αντίστασης λοιπόν, η Οργάνωση επιχειρούσε να αναδείξει την αγωνιστική παράδοση των Ελλήνων, την πίστη τους στην Πατρίδα και στην υπεράσπισή της με κόστος ακόμα και της ζωή τους. Σε αυτή τη λογική δεν ταίριαζαν οι πόλεμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου και η reconquista του Ιουστινιανού. Οι ηρωικές αναφορές στο Βυζάντιο που εξαντλούνταν σε μία αναφορά στον Διγενή Ακρίτα και τρεις στον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω. Η ελάχιστη χρήση των προτύπων αυτών σε σύγκριση με το πλήθος των παραδειγμάτων από κλασσική και νεότερη Ελλάδα φυσικά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπέκρυπτε κάποια άλλη σκοπιμότητα πέρα από την ανάδειξη ιστορικών προτύπων ηρωικής αντίστασης για την υπεράσπιση του πατρώου εδάφους. Εντοπίζεται λοιπόν στοχευμένη χρήση ιστορικών γεγονότων και προσωπικοτήτων. Κριτήριο όμως δεν ήταν μόνο πόσο γνωστή ή άγνωστη ήταν η συγκεκριμένη ιστορία στο κοινό. Επιπλέον, και εξ ίσου σημαντικό, κριτήριο ήταν η συμβατότητα με τα προπαγανδιζόμενα μηνύματα και η ένταξη στον ευρύτερο προπαγανδιστικό στόχο. Ακόμα λοιπόν και στο Εγερτήριο Σάλπισμα (το περιοδικό που παρανόμως εξέδιδε και κυκλοφορούσε η ΑΝΕ) που διέθετε περισσότερο χώρο, δεν παρουσιάζεται ως παράδειγμα ο Μεγάλος Κωνσταντίνος, ο Ιουστινιανός ή ο Νικηφόρος Φωκάς αλλά ο τελευταίος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Χαρακτηριστικό της σκοπιμότητας που ενείχε η χρήση της Ιστορίας είναι το εξής: η άρνηση του Παλαιολόγου να παραδώσει τη Βασιλεύουσα στους Οθωμανούς Τούρκους δημοσιεύεται στο τεύχος του Εγερτηρίου Σαλπίσματος του πρώτου δεκαπενθημέρου του Ιουνίου, σε μια περίοδο κατά την οποία είχε απορριφθεί το Σχέδιο Φουτ και ετοιμαζόταν το Σχέδιο Μακμίλαν με τις διχοτομικές του διατάξεις. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος συναντάται επίσης σε προκήρυξη της ΠΕΚΑ στις 25/10/58, παραμονές της 28ης Οκτωβρίου μαζί με τον Λεωνίδα και τον Μεταξά, ως ιστορικές φυσιογνωμίες που προέταξαν το ΟΧΙ, πιστοί στο χρέος τους προς την πατρίδα, αδιαφορώντας για την υλική και αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου. Η αναφορά στους τρεις άνδρες, πέρα από την ενότητα της ελληνικής Ιστορίας, αναδείκνυε και το διαχρονικό πνεύμα ηρωισμού και αντίστασης που διέτρεχε την Αρχαία, Βυζαντινή και Σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας, συνεχιστές της οποίας τότε ήταν η ΕΟΚΑ και ο αρχηγός της ο Διγενής. Το όνομα του Παλαιολόγου είχε επίσης αναφερθεί προηγουμένως τον Μάρτιο του 1957 μετά τη θυσία του Αυξεντίου ως παράδειγμα αυτοθυσίας και πίστης στο καθήκον. Σε καμιά περίπτωση και πάλιν, όπως συνέβαινε και με τα ιστορικά παραδείγματα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, δεν υπονοούνται αντιτουρκικά μηνύματα.

Αξιοσημείωτη είναι η απουσία της ελληνιστικής περιόδου με ελάχιστες αναφορές στο Εγερτήριο Σάλπισμα. Η κορυφαία προσωπικότητα της περιόδου, ο Μέγας Αλέξανδρος, παρουσιάζεται μόνο σε ένα άρθρο του περιοδικού Αγωγή των Νέων τον Οκτώβριο του 1958 χωρίς να επιχειρείται οποιοσδήποτε παραλληλισμός με τον ένοπλο αγώνα των Κυπρίων. Αφού αναφέρθηκε σύντομα η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου το άρθρο κλείνει με την διαπίστωση ότι «αξίζει, λοιπόν, τα Ελληνόπουλα νάχουν πρότυπο τους τον Μέγαν Αλέξανδρο».

Περιορισμένη είναι η χρήση της κυπριακής Ιστορίας. Οι αναφορές που συναντώνται εξαντλούνται στο Μαρτύριο των δεκατριών μοναχών της Καντάρας το 1231 κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, στη Θυσία της Μαρίας Συγκλητικής κατά τις μέρες κατάληψης της Λευκωσίας από τους Οθωμανούς το 1570, στον απαγχονισμό του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού από τους Τούρκους στις 9 Ιουλίου 1821, στην παρουσία των Κυπρίων εθελοντών στην ελληνική επανάσταση και στους άλλους αγώνες του έθνους και στην επίσκεψη του Κανάρη στην Κύπρο. Ακόμα όμως και όταν γίνεται χρήση της τοπικής Ιστορίας, αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο των διαχρονικών αγώνων της ελληνικής Ιστορίας, της ανάδειξης της μοχθηρότητας των κατακτητών αλλά και της ηρωϊκότητας των Ελλήνων της Κύπρου. Επιπλέον τεκμηρίωνε με ιστορικά παραδείγματα την ενωτική επιθυμία των Ελλήνων του νησιού η οποία δεν έμενε σε ρητορικό επίπεδο. Μπορεί άρα να λεχθεί ότι η χρήση της κυπριακής Ιστορίας ενδυνάμωνε περαιτέρω το μήνυμα της αντίστασης στον κατακτητή, αφού μέσω των συγκεκριμένων παραδειγμάτων αποδεικνυόταν ότι η αυτοθυσία και η μαχητικότητα αποτελούσε χαρακτηριστικό των προηγούμενων γενιών της Κύπρου, τις οποίες όφειλαν να μιμούνταν οι σύγχρονοι Κύπριοι.

Προς επαλήθευση των πιο πάνω, χαρακτηριστικές είναι οι πρώτες γραμμές επετειακού φυλλαδίου για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου που είχε κυκλοφορήσει στις 28.10.57:

«Ποτέ η Ελληνική Κύπρος δεν γιόρτασε λαμπρότερα την 28ην Οκτωβρίου από όσο τα τελευταία τρία χρόνια. Η 28η Οκτωβρίου δεν μας βρήκε σαν ανάξιους ραθυμούντας δούλους που ανέχονται μοιρολατρικά την διαιώνιση της σκλαβιάς. Μας βρήκε πιστούς στη θυσία των Αλβανομάχων και των Μαραθωνομάχων[…]. Βρήκε τα νιάτα της Κύπρου με το όπλο στο χέρι[…] Βρήκε χιλιάδες πατριώτες στα συρματοπλέγματα και τες φυλακές […]. Είδε τον Εθνάρχη μας ένα χρόνο αλυσοδεμένο στον Ινδικό Ωκεανό[…].» Κλείνει το συγκεκριμένο φυλλάδιο: «Η προσταγή και η λαχτάρα των νεκρών του Αλβανικού και του Κυπριακού έπους μια είναι: Να συνεχίσωμε τον Αγώνα μέχρι της τελικής νίκης.»

Συμπερασματικά, διαφαίνεται ότι ενώ ο Διγενής και οι συντάκτες των φυλλαδίων είχαν πολύ καλή γνώση και αντίληψη της Ιστορίας, εντούτοις σε ελάχιστα φυλλάδια επιχειρείται ανάλυση των ιστορικών δεδομένων. Τις περισσότερες φορές η ιστορική στιγμή ή η ιστορική προσωπικότητα ανάγονται σε διαχρονικά εθνικά σύμβολα. Η ανάδειξή τους όμως δεν ενείχε διδακτικές ή ενημερωτικές σκοπιμότητες. Εν μέσω μιας ένοπλης δυναμικής σύγκρουσης, ο σκοπός ήταν άλλος.  Να παρουσιαστεί η ένοπλη εξέγερση ως μια συνέχεια των ένοπλων εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων της Ελληνικής Ιστορίας. Επίσης να αναδειχθεί ότι η συμμετοχή στον ένοπλο αγώνα ήταν μονόδρομος γιατί έτσι επέβαλλε η ελληνική Ιστορία και άρα η συμβολή σε αυτόν ήταν εθνική επιταγή. Τέλος, η χρήση της Ιστορίας στόχευε στην ανάδειξη ηρωικών προτύπων ανδρείας, ηρωισμού, αγωνιστικότητας, ψυχικού σθένους και αυτοθυσίας. Η προβολή τέτοιων προτύπων στο πλαίσιο μιας ένοπλης επανάστασης αποσκοπούσε στην ανύψωση του ηθικού του λαού και στην ενδυνάμωση της πίστης του για την αποτελεσματικότητα του ένοπλου αγώνα. Στα πιο πάνω συνηγορούν και όλα τα επετειακά φυλλάδια τα οποία πάντοτε προέβαλλαν τον παραλληλισμό της ΕΟΚΑ με άλλες ιστορικές στιγμές κατά τις οποίες ο Ελληνισμός είχε χρησιμοποιήσει τα όπλα για να υπερασπιστεί ή για να κερδίσει την Ελευθερία του. Η χρήση λοιπόν της Ιστορίας μπορεί να θεωρηθεί ότι, μεταξύ άλλων, αποτελούσε απάντηση στις φωνές που ακούγονταν ότι η ένοπλη επιλογή δεν ήταν ενδεδειγμένη για την επίτευξη του στόχου της Ένωσης. Και η απάντηση ήταν ότι κανένας «μαζικοπολιτικός ειρηνικός αγώνας,» δεν έφερε ποτέ το ποθητό αποτέλεσμα. Η Ιστορία επέβαλλε προσφυγή στα όπλα και ριζοσπαστικό αγώνα.

270088_10150341810478969_5244699_n
Ο κ. Χαράλαμπος Αλεξάνδρου είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ Νεότερης & Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Νίκος Μισολίδης: Οι σχέσεις Ελλάδος – Βελιγραδίου υπό το φως των Ερυθρών Αστέρων Από την εξομάλυνση στο Βαλκανικό Σύμφωνο του 1954

 Νίκος Μισολίδης 

Οι σχέσεις Ελλάδος – Βελιγραδίου υπό το φως των Ερυθρών Αστέρων

Από την εξομάλυνση στο Βαλκανικό Σύμφωνο του 1954

  Η αποπομπή της Γιουγκοσλαβίας στις  28 Ιουνίου 1948 από την Κομινφόρμ και η σταδιακή διαπίστωση των Αμερικανών ότι η ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν δεν ήταν ένα απλό επεισόδιο αλλά επρόκειτο για ένα  σοβαρό ρήγμα στο σοβιετικό στρατόπεδο επέφεραν την πρώτη προσέγγιση των ΗΠΑ με την Γιουγκοσλαβία το 1949.  Οι Αμερικανοί αν και δεν μπορούσαν να αντιληφθούν σε βάθος την κρίση στις σχέσεις του Βελιγραδίου με το Κρεμλίνο,  δεν αμφέβαλαν ότι η κρίση αυτή τους προσέφερε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να διασπάσουν το σοβιετικό μέτωπο στην Βαλκανική και ως εκ τούτου αποφάσισαν ότι ο Τίτο έπρεπε να στηριχθεί. Τα πρώτα δείγματα της μεταστροφής της αμερικανικής πολιτικής έναντι του Τίτο ήταν η αποδέσμευση των γιουγκοσλαβικών αποθεμάτων χρυσού από  τις αμερικανικές τράπεζες ως αντάλλαγμα για την μείωση της βοήθειας της Γιουγκοσλαβίας προς τον Ελληνικό Δημοκρατικό Στρατό και το κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων στις 10 Ιουλίου 1949. Το γεγονός αυτό συνετέλεσε σε έναν μεγάλο βαθμό στην ήττα των Κομμουνιστών στην Ελλάδα.[1]  Επίσης. τον Σεπτέμβριο του 1949,  η ΗΠΑ χορήγησε το πρώτο δάνειο ύψους 20.000.000 δολαρίων στην  Γιουγκοσλαβία, η οποία ήδη υφίστατο τον οικονομικό πόλεμο της Σοβιετικής Ένωσης και των δορυφόρων της.  Επιπλέον, η πολεμική της ΕΣΣΔ δεν περιορίστηκε μόνο  στον οικονομικό τομέα, αλλά οι  σοβιετικές μεραρχίες άρχισαν στρατιωτικά γυμνάσια στα ρουμανο -γιουγκοσλαβικά σύνορα, ενώ τα μεθοριακά επεισόδια στα βουλγαρο-γιουγκοσλαβικά σύνορα ήταν πλέον ένα συχνό φαινόμενο.  Προβεβλημένος στόχος των Σοβιετικών ήταν να διογκωθεί η δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της χώρας προς το πρόσωπο του Τίτο, ώστε να προκληθεί μια κίνηση για την ανατροπή του με εξωτερική βοήθεια. [2]   Ωστόσο, οι Αμερικανοί, πιστοί στο δόγμα της ανάσχεσης του σοβιετικού ιμπεριαλισμού, δεν μπορούσαν να αδιαφορήσουν για την Γιουγκοσλαβία. Το πλάνο των ΗΠΑ προέβλεπε ότι σε περίπτωση σοβιετικής επίθεσης στην Γιουγκοσλαβία, το ζήτημα θα ετίθετο στο Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε, ώστε να χορηγηθεί στρατιωτική βοήθεια στην χώρα χωρίς να εμπλακούν άμεσα οι Δυτικές Δυνάμεις.  Έτσι, στις 29 Δεκεμβρίου 1949 ο νέος Αμερικανός πρέσβης στο Βελιγράδι δήλωσε ότι σε περίπτωση σοβιετικής εισβολής στην Γιουγκοσλαβία, οι ΗΠΑ δεν θα έμεναν αμέτοχες.  Οι Γιουγκοσλάβοι από την άλλη εκτιμούσαν ότι οι Σοβιετικοί θα υποκινούσαν έναν ανταρτοπόλεμο και θα επενέβαιναν στην χώρα, παρουσιάζοντας την επέμβαση ως μια τοπική διένεξη για την ανατροπή του Τίτο, χωρίς να προκαλέσουν ένα παγκόσμιο πόλεμο.[3]  

   Η εξομάλυνση λοιπόν των διμερών σχέσεων Ελλάδας και Γιουγκοσλαβίας τέθηκε στο επίκεντρο της αγγλοαμερικανικής πολιτικής, ώστε μέσω του λιμανιού της Θεσσαλονίκης να ενισχυθεί οικονομικά και στρατιωτικά ο Τίτο.  Την αποστολή της επαναπροσέγγισης των δύο χωρών την ανέλαβε το Foreign Office, το οποίο σε υπόμνημα του τον Ιανουάριο του 1950 τόνιζε ότι τα εμπόδια προς την ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο χωρών ήταν λιγότερα από αυτά που χώριζαν την Γιουγκοσλαβία με την Ιταλία.[4] Ειδικότερα, οι Βρετανοί εκτιμούσαν ότι ο Τίτο, δεδομένης της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει, δεν μπορούσε να ασκήσει επεκτατική πολιτική στην περιοχή.  Όσον αναφορά τους Σλαβομακεδόνες, η πλειονότητα είχε μεταναστεύσει στην Γιουγκοσλαβική Μακεδονία, όπου η κυβέρνηση του Βελιγραδίου σκέπτονταν να τους εγκαταστήσει. Η ελεύθερη ζώνη  στην Θεσσαλονίκη δεν αποτελούσε εμπόδιο, καθώς η Γιουγκοσλαβία είχε ιστορικά δικαιώματα, οπότε το κύριο εμπόδιο στις σχέσεις των δύο κρατών αποτελούσε η επαναπατρισμός των παιδιών του παιδομαζώματος,  θέμα το οποίο προκαλούσε αντιδράσεις στην Ελλάδα και για το οποίο οι Γιουγκοσλάβοι έπρεπε να αναλάβουν πρωτοβουλίες.[5]   

  Οι Βρετανοί για να βολιδοσκοπήσουν τις προθέσεις των Γιουγκοσλάβων στο θέμα της εξομάλυνσης των σχέσεων με την Ελλάδα απέστειλαν στο Βελιγράδι τον έμπειρό διπλωμάτη Antony Rumbold, ο οποίος στις προκαταρτικές συζητήσεις με τον Υφυπουργό εξωτερικών  της Γιουγκοσλαβίας S. Prika στις 17 Ιανουαρίου 1950, εξέθεσε στον Γιουγκοσλάβο διπλωμάτη τις προοπτικές ομαλοποίησης των σχέσεων των δύο χωρών.  Από την πλευρά του ο Prika διεμήνυσε  ότι η βελτίωση των σχέσεων με την Ελλάδα είναι άμεσα εξαρτώμενη από την «φυσιογνωμία» της κυβέρνησής της.  Μια κυβέρνηση που δε θα διέφερε με τις παλαιότερες δεν θα έδινε ώθηση στις ελληνο- γιουγκοσλαβικές σχέσεις, εν αντιθέσει  με μια κυβέρνηση προερχόμενη από τον χώρο του Κέντρου.  Ο Βρετανός διπλωμάτης ήξερε ότι η νέα κυβέρνηση δεν θα διέφερε ουσιαστικά από τις παλαιότερες, έτσι μέχρι τις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950 υπήρξε μια στασιμότητα στις διαβουλεύσεις.  Η κυβέρνηση που προήλθε από αυτές τις εκλογές ήταν εκείνη του Σοφοκλή Βενιζέλου, η οποία δεν είχε την πλειοψηφία στην  Βουλή.  Η θέση της νέας κυβέρνησης ήταν επισφαλής, διότι έπρεπε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης στην Βουλή στις 17 Απριλίου. Η γιουγκοσλαβική άποψη για την νέα κυβέρνηση στην Ελλάδα ήταν ότι αυτή δεν διέφερε από τις προηγούμενες και για να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης χρειαζόταν την στήριξη του Τσαλδάρη. Ο Τσαλδάρης όμως κουβαλούσε τις μνήμες του εμφυλίου, πράγμα που δεν θα ευνοούσε την ομαλοποίηση των σχέσεων με την Γιουγκοσλαβία.  Η αντίδρασή των Αμερικανών ήταν άμεση και με «κομψό» τρόπο πίεσαν τον Βενιζέλο να παραιτηθεί, υποστηρίζοντας ότι ανησυχούσαν πως με τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης χωρίς πλειοψηφία, η χώρα θα εισερχόταν σε περίοδο ακυβερνησίας. Βέβαια, οι Αμερικανοί είχαν εντοπίσει το κατάλληλο πρόσωπο που θα βοηθούσε τις Ελληνο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις, τον Νικόλαο Πλαστήρα, όποιος σε συνομιλίες με τον Γιουγκοσλάβο επιτετραμμένο στην Αθήνα Serif Sehovic υποστήριξε την ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας.

Αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων αυτών ήταν στις 15 Απριλίου 1950 να ορκιστεί νέα κυβέρνηση με  Πρωθυπουργό και Υπουργό Εξωτερικών τον Νικόλαο Πλαστήρα, ο οποίος στις 20 του ίδιου μήνα σε συνάντηση του με τον Σέχοβιτς έδωσε το πράσινο φώς για την βελτίωση των ελληνο- γιουγκοσλαβικών σχέσεων.[6]  Οι δύο άνδρες σε συνάντηση τους στις 15 Μαΐου 1950  συμφώνησαν στην δημιουργία δύο μεικτών επιτροπών, μία στο Βελιγράδι για την διευθέτηση των σιδηροδρομικών επικοινωνιών και μία στην Θεσσαλονίκη για την αποκατάσταση των τηλεγραφικών και τηλεφωνικών επικοινωνιών. Το θέμα του επαναπατρισμού των παιδιών του παιδομαζώματος  τέθηκε προς ώρας στο περιθώριο.

    Το εύκρατο κλίμα στις σχέσεις των δύο χωρών παραλίγο όμως να τορπιλίσουν οι δηλώσεις του Υπουργού επί των Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας Έντβαρντ Καρντέλι. Στις 16 Μαΐου ο εκπρόσωπος των Σκοπίων  Λαζάρ Μοίσοφ έθεσε το ζήτημα της «μακεδονικής» μειονότητας στην Ελλάδα στην κεντρική επιτροπή εξωτερικών υποθέσεών της Γιουγκοσλαβίας.  Ρίχνοντας λάδι στη φωτιά ο Καρντέλι παραδέχτηκε το πρόβλημα της «μακεδονικής» μειονότητας στην Ελλάδα, του οποίου η λύση του εκκρεμούσε. Οι εμπρηστικές δηλώσεις του Καρντέλι προκάλεσαν έκπληξη στην ελληνική κυβέρνηση, διότι τέτοιο θέμα δεν είχε τεθεί στις προηγηθείσες διαπραγματεύσεις. Επιπλέον,  οι δηλώσεις αυτές δεν προέρχονταν από πολιτικούς παράγοντες των Σκοπίων άλλα από τα επίσημα χείλη του Υπουργού Εξωτερικών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης του Βελιγραδίου, γεγονός που θορύβησε έντονα την Αθήνα.  Οι μνήμες του Εμφυλίου ήταν νωπές και η αντεθνική δράση των σλαβομακεδονικών οργανώσεων κατά την διάρκειά του γνωστές στην ελληνική κοινή γνώμη.  Η αντίδραση της Αθήνας ήταν άμεση καθώς ο Πλαστήρας σε δηλώσεις του στην Βουλή χαρακτήρισε το θέμα ανύπαρκτο, επισημαίνοντας την αποφασιστικότητα της ελληνικής κυβέρνησης να προασπίσει τα εθνικά συμφέροντα της χώρας.  Έτσι, η δρομολογηθείσα ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων των δύο χωρών ανακόπηκε.  Σε συνέχεια της κρίσης, Αθήνα και Βελιγράδι επιδόθηκαν σε μια διπλωματική διελκυστίνδα δηλώσεων σχετικά με τα βήματα που έπρεπε να γίνουν για την επίλυση του ζητήματος που ανέκυψε με τις δηλώσεις Καρντέλι.[7]  

   Την υπόθεση ανέλαβαν να διαλευκάνουν οι Βρετανοί, οι οποίοι θορυβήθηκαν από την κλιμακωμένη ένταση στις σχέσεις Αθήνας  – Βελιγραδίου.  Σε συνομιλία του Βρετανού πρέσβη Τσαρλς Πηκ με τον Πρίτσα, ο Πήκ έκρινε άστοχη την ανακίνηση του μειονοτικού ζητήματος τουλάχιστον επί  του παρόντος.  Ο Πρίτσα, αφού αναφέρθηκε γενικά στην ανάγκη σεβασμού των μειονοτικών δικαιωμάτων, υπεισήλθε στην καρδία τους ζητήματος, επισημαίνοντας πως αν η Γιουγκοσλαβία έκλεινε τα μάτια στο θέμα της μακεδονικής μειονότητας, τότε οι Σλαβομακεδόνες θα αφήνονταν στις αγκάλες της Βουλγαρίας, προοπτική  που δεν θα ωφελούσε ούτε την Ελλάδα.  Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί πως η Βουλγαρία μετά την ρήξη Τίτο – Στάλιν είχε αναπτύξει έντονη προπαγάνδα για τον προσεταιρισμό των Σλαβομακεδόνων της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Η αδιαφορία του Βελιγραδίου προς τα Σκόπια ενείχε τον κίνδυνο να εμφανιστεί η Βουλγαρία ως «προστάτης» των Σλαβομακεδόνων σε Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία με ότι αυτό θα συνεπάγετο για την ασφάλεια της Βαλκανικής. Εντός λοιπόν εκείνου του πολιτικού και γεωστρατηγικού πλαισίου, ο Καρντέλι αφενός μεν ήθελε να προκαταλάβει μια τυχόν πρωτοβουλία της Βουλγαρίας αφετέρου δε να εξευμενίσει το «αιγιακό λόμπι»  των Σκοπίων.[8]  Σε συνάντηση επίσης  του Πήκ με τον Τίτο στις 12 Αυγούστου, ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης διευκρίνισε ότι η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση δεν έχει διεκδικήσεις έναντι της Ελλάδας και δεν ενδιαφερόταν για τις εσωτερικές της υποθέσεις.  Τόνισε δε ότι η αντίδρασή του Καρντέλι ήταν επιβεβλημένη, ώστε να αφοπλιστεί η προπαγάνδα της Βουλγαρίας και της Κομουνιστικής Διεθνούς στην γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Εν ολίγοις, το θέμα ανακινήθηκε για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης. Τέλος, ο  Τίτο  επισήμανε ότι ούτε το θέμα της μειονότητας ούτε το θέμα των παιδιών έπρεπε να αποτελέσουν τροχοπέδη στην ομαλοποίηση των σχέσεων των Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας .  Το μείζον αποτελούσε η ασφάλεια των δύο χωρών και η θωράκισή τους από πιθανή επίθεση από τα βόρεια υποκινούμενη από την Μόσχα.[9]  Ήταν φανερό ότι το θέμα της μειονότητας δεν ήταν για το Βελιγράδι conditio sine qua non για την ομαλοποίηση των σχέσεων με την Αθήνα .  

   Ωστόσο, τις εξελίξεις επιτάχυνε αποφασιστικά ο πόλεμος της Κορέας που διήρκησε από τον Ιούνιο ως τον Σεπτέμβριο του 1950. Ο πόλεμος εκείνος  που προκλήθηκε με την επίθεση της Βόρειας Κορέας στην Νότια και ενέπλεξε τις δύο υπερδυνάμεις,  κατέδειξε κάτι που Βελιγράδι και Αθήνα γνώριζαν,  ότι ο Ψυχρός Πόλεμος δεν είχε γεωγραφικά όρια.  Η ένταση στο γερμανικό ζήτημα τον προηγούμενο χρόνο καθώς, η κινεζική επανάσταση του 1949 που έληξε με την επικράτηση των κομουνιστών του Μάο προκαλούσαν το φόβο ότι ένα μέτωπο στα Βαλκάνια μπορούσε να ανοίξει ειδικά σε μία περίοδο έξαρσής του Ψυχρού Πολέμου.  Οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ δεν ήταν  διατεθειμένες να κάνουν αλληλοϋποχωρήσεις. Επίσης, γεγονός είναι ότι οι Αμερικανοί αιφνιδιαστήκαν από την κρίση στην Κορέα και αναγκάστηκαν να αποδεχτούν ότι οι μυστικές τους υπηρεσίες πιάστηκαν εξαπίνης.   Από την μεριά της, η Γιουγκοσλαβία φοβόταν μια παρόμοια επίθεση από την Βουλγαρία. Έτσι, δόθηκε μια νέα ώθηση στις ελληνο-γιουγκοσλαβικές σχέσεις. Ο υφυπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας Ερνεστ Ντέιβις, αφού έκρινε τις εξηγήσεις του Βελιγραδίου ικανοποιητικές, μετέβη στις 14 Αυγούστου στην Αθήνα και συναντήθηκε με τον Πρωθυπουργό  Νικόλαο Πλαστήρα και τον επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας, Ιωάννη Πολίτη.  Η Αθήνα δήλωσε ότι για να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις, απαραίτητη ήταν μια δήλωση και των δύο πλευρών, με την οποία θα τονιζόταν η δέσμευση μη ανάμειξης στα εσωτερικά της μίας προς την άλλη χώρα. Όμως οι κυβερνητικές κρίσεις στην Ελλάδα μετά την πτώση του  Νικόλαου Πλαστήρα στις 15 Αυγούστου καθυστέρησαν τις διαπραγματεύσεις ως τον Νοέμβριο του 1950. Στις 3 Νοεμβρίου ο Σοφοκλής Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση με την συνεργασία του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, χωρίς την συμμετοχή του Λαϊκού Κόμματος. Η κυβέρνηση έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στις 16 Νοεμβρίου.[10]

     Εν κατακλείδι,   η δεινή οικονομική κατάσταση της Γιουγκοσλαβίας, η οποία κινδύνευε με χρεωκοπία  καθώς και η πιθανότητα κατάρρευσης του συστήματος αυτοδιαχείρισης των εργατών  την ανάγκασαν να επιταχύνει τις διαδικασίες.  Ο Τίτο ζήτησε νέο δάνειο από τις ΗΠΑ και το έλαβε, αλλά η τροφοδοσία της Γιουγκοσλαβίας από την Θεσσαλονίκη ήταν πια κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη. Η επιστροφή 112 Ελλήνων αιχμαλώτων στις 6 Νοεμβρίου ήταν το πρώτο βήμα. Οι αιχμάλωτοι αυτοί είτε είχαν αιχμαλωτιστεί από τον Δημοκρατικό Στρατό είτε είχαν χάσει τον προσανατολισμό τους και βρέθηκαν στην άλλη πλευρά των συνόρων. Όσον αφορά την επιστροφή των παιδιών του παιδομαζώματος, κατέφθασε στην Αθήνα εκπρόσωπος του Ερυθρού Σταυρού που θα συγκέντρωνέ αιτήσεις γονέων που ζούσαν στην Ελλάδα και τα παιδία τους στην Γιουγκοσλαβία . Επίσης, το Βελιγράδι τους χορήγησε άδεια μετάβασης στην Γιουγκοσλαβία.[11]

   Υπό το φώς αυτών των εξελίξεων, ο Σοφοκλής Βενιζέλος, στις  28 Νοεμβρίου, ανακοίνωσε στην ελληνική Βουλή την πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων Αθήνας  – Βελιγραδίου[12], δήλωση δε που χαιρετίστηκε από όλες τις πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας. Τον Δεκέμβριο έγινε η ανταλλαγή πρεσβευτών με τον Καπετανίδη στο Βελιγράδι και τον Jovanovic στην Αθήνα και μέχρι τα μέσα του 1951 οι σχέσεις είχαν εξομαλυνθεί πλήρως, ανοίγοντας έτσι μια νέα σελίδα στενής συνεργασίας των δύο κρατών σε όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 50΄ και προετοιμάζοντας το έδαφος  για την Βαλκανική συμμαχία του 1954.                                                       

  Η εξομάλυνση των ελληνο-γιουγκοσλαβικών σχέσεων το 1950 – 51, η επιστροφή των Ελλήνων αιχμαλώτων πολέμου που ζούσαν στην Γιουγκοσλαβία, η παράδοση των παιδιών του παιδομαζώματος  του Εμφυλίου από το Βελιγράδι και η περιθωριοποίηση του θέματος της μειονότητας εκ μέρους της ομοσπονδιακής γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης είχαν προλειάνει το έδαφος για μία στενότερη συνεργασία  των δύο χωρών.[13]  Το ζητούμενο στις σχέσεις τους  ήταν η ασφάλεια.  Η άρνηση της Γιουγκοσλαβίας σε μια στρατιωτική συμμαχία τον Μάρτιο του 1951 εξηγείται από την πρόθεση του Βελιγραδίου να μην ερεθίσει την Μόσχα με μία συμμαχία με την Δύση, δίνοντας της έτσι τον αποχρώντα λόγο να  της επιτεθεί.  Μετά την είσοδο της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, τον Φεβρουάριο του 1952 το ενδεχόμενο σύναψης στρατιωτικής συμμαχίας με την Γιουγκοσλαβία ετίθετο στο περιθώριο των συζητήσεων κατά τις διμερείς ελληνοτουρκικές επαφές.[14]  Η Τουρκία και η Ελλάδα ως νέα μέλη είχαν αναπτύξει ανταγωνίστηκες σχέσεις μεταξύ τους. Σύμφωνα με την Αθήνα, η Ελλάδα έπρεπε να έχει τον πρώτο λόγο στην Βαλκανική και αντίστοιχα η Τουρκία να έχει την πρωτοβουλία στην Μέση Ανατολή. Μολονότι, και οι δύο χώρες είχαν ενταχθεί στους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ πράγμα που τις καθιστούσε συμμαχικές χώρες, υπήρχαν ακόμα ανοικτά ζητήματα στις σχέσεις τους. [15]

    Η πιθανότητα συγκρότησης μιας βαλκανικής συμμαχίας με την συμμετοχή της Γιουγκοσλαβία προβλημάτιζε την Ιταλία, η οποία είχε ανοικτό ακόμα το θέμα της Τεργέστης.[16] Μια πιθανή σύνδεση του Βελιγραδίου με τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ, έστω και έμμεσα μέσω μιας συμμαχίας με την Άγκυρα και την Αθήνα,  θα ενίσχυε σημαντικά την διαπραγματευτική θέση της Γιουγκοσλαβίας έναντι της Ιταλίας. Οι ανησυχίες της Ιταλίας εκφράστηκαν στον Πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο κατά την επίσκεψη του στην Ρώμη τον Φεβρουάριο του 1952. Η Ιταλία που είχε υποστηρίξει την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ ζητούσε από την Αθήνα να μην προβεί σε σύναψη συμμαχίας με την Γιουγκοσλαβία μέχρι την επίλυση του ζητήματος της Τεργέστης.  Επιπλέον, απαιτούσε  την υποστήριξη της Ελλάδος στην υποψηφιότητα του Ιταλού στρατηγού  ως στρατιωτικού διοικητή της νοτιοανατολικής πτέρυγάς της Ατλαντικής Συμμαχίας και την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων με το Βατικανό.[17] Ωστόσο, η Ελλάδα απέρριψε τα αιτήματα της ιταλικής πλευράς και ανέπτυξε μια σειρά επαφών με την Γιουγκοσλαβία. Ειδικότερα, από τον Ιούλιο ως τον Νοέμβριο του 1952 αξιωματούχοι των δύο κυβερνήσεων είχαν μια σειρά αλλεπάλληλων συναντήσεων σε Αθήνα και Βελιγράδι. Τον Ιούλιο του 1952 την Γιουγκοσλαβία επισκέφθηκε ελληνική κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία και τον αμέσως επόμενο μήνα, οι Γιουγκοσλάβοι ανταπέδωσαν την επίσκεψη των Ελλήνων αξιωματούχων με μια δική τους κοινοβουλευτική αντιπροσωπεία υπό τον Μόσα Πιγιάντε. Επίσης, οι δύο χώρες αντήλλαξαν και στρατιωτικές αντιπροσωπείες στο διάστημα από τον Σεπτέμβριο ως τον Νοέμβριο του 1952 .

   Η κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1952 με τη σαρωτική νίκη του Ελληνικού Συναγερμού του Αλέξανδρου Παπάγου έδωσε μια νέα ώθηση στις διαπραγματεύσεις για την σύναψη μιας Βαλκανικής συμμαχίας. Ο Παπάγος όντας στρατιωτικός ήξερε πολύ καλά ότι μια τυχόν κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας απειλούσε άμεσα την ασφάλεια της Ελλάδας, όπως αποδείχτηκε περίτρανα και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι, όταν το Δεκέμβριο γιουγκοσλαβική στρατιωτική αντιπροσωπία επισκέφθηκε την Αθήνα, οι δύο πλευρές εξέτασαν τις προοπτικές μια στενής στρατιωτικής συνεργασίας στον αμυντικό τομέα.  Από την πλευρά τους, οι Γιουγκοσλάβοι ήθελαν την επιτάχυνση των διαδικασιών, διότι  η πιθανότητα για την δημιουργία ενός νέου μετώπου στα Βαλκάνια ως αντανάκλαση του πολέμου της Κορέας ήταν μεγάλη. Επίσης, μια τριμερής συμμαχία με δύο μέλη του ΝΑΤΟ θα  ήταν ένας εν δυνάμει ανασταλτικός παράγοντας στην πιθανολογούμενη απόφασή των Σοβιετικών  για μια επίθεση, καθώς στην ασφάλεια της Γιουγκοσλαβίας θα εμπλέκονταν έμμεσα οι δυνάμεις τις Ατλαντικής Συμμαχίας. Οι αντιδράσεις όμως της ιταλικής πλευράς που ήθελε να αποτρέψει μια βαλκανική συμμαχία πριν την διευθέτηση του ζητήματος της Τεργέστης καθώς και η απροθυμία των ΗΠΑ να εντάξουν πρόωρα την Γιουγκοσλαβία στο ΝΑΤΟ, απόφαση για την οποία έπρεπε να συμφωνήσουν και τα άλλα μέλη της Συμμαχίας, καθυστέρησαν την διαδικασία που θα οδηγούσε σε μια στρατιωτική συμμαχία των τριών χωρών .

   Τελικώς, βρέθηκε μια φόρμουλα που να ικανοποιεί και τις τρείς πλευρές. Με πρωτοβουλία της Τουρκίας, ο υφυπουργός Εξωτερικών της Νιούρι Μπρίγκι κατά την επίσκεψη της τουρκικής αντιπροσωπείας στο Βελιγράδι υπό τον επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας Φουάντ Κιουπρουλού, πρότεινε την σύναψη μια τριμερούς συνθήκης φιλίας και συνεργασίας με πολιτικό χαρακτήρα χωρίς στρατιωτικές υποχρεώσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.[18]  Η συνθήκη αυτή θα αποτελούσε την βάση για μια μελλοντική στρατιωτική συμμαχία των τριών πλευρών. Η Γιουγκοσλαβία αποδέχθηκε την πρόταση θεωρώντας ότι αυτή θα λειτουργούσε ως ένα πρώτο ανάχωμά στον πόλεμο νεύρων που διεξήγαγε η  Μόσχα κατά του Βελιγραδίου.  Επίσης, η Αθήνα συμφώνησε στην σύναψη μια τέτοιας συμφωνίας, η οποία λόγω του πολιτικού της χαρακτήρα, δεν απαιτούσε την επικύρωσή της από τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ. Το αποτέλεσμα της τουρκικής πρότασης ήταν η σύγκληση μια τριμερούς συνδιάσκεψης στην Άγκυρα στις 17 Φεβρουαρίου 1953 , στην οποία έλαβαν μέρος ο υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας, της Γιουγκοσλαβίας και της Τουρκίας. Μολονότι, η γιουγκοσλαβική πλευρά προσπάθησε να προσδώσει στρατιωτικό χαρακτήρα στην συνθήκη, τελικά υποχώρησε μετά από αμερικανικές πιέσεις. Έτσι, στις 23 Φεβρουαρίου 1953 υπογράφηκε η Συνθήκη Φιλίας και Συνεργασίας από τους Υπουργούς εξωτερικών της Ελλάδας Στέφανο Στεφανόπουλο, της Τουρκίας Φουάντ Κιουπρουλού και της Γιουγκοσλαβίας Κότσα Πόποβιτς.[19]  Η συνθήκη περιληπτικά προέβλεπε τις κοινές προσπάθειες των συμβαλλομένων χωρών για την διατήρηση της ειρήνης, την συνεργασία στον οικονομικό και υλικοτεχνικό τομέα και τη συνεργασία των Γενικών Επιτελείων των τριών χωρών με σκοπό την υποβολή προτάσεων στις κυβερνήσεις για ζητήματα ασφάλειας και την λήψη συντονισμένων αποφάσεων.  Τέλος, στο κείμενο σημειωνόταν η διατήρηση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων Ελλάδας και Τουρκίας προς το ΝΑΤΟ.

    Η Γιουγκοσλαβική πλευρά θεωρούσε ότι σε μια ενδεχόμενη επίθεση εναντίον της, το ΝΑΤΟ θα την στήριζε. Στην επίσκεψη του Τίτο στην Μ. Βρετανία τον Μάρτιο του 1953, οι Βρετανοί υποσχέθηκαν την αμέριστη βοήθεια τους προς την Γιουγκοσλαβία, σε περίπτωση που απειλούνταν η εδαφική ακεραιότητα της χώρας από την Σοβιετική Ένωση. Επίσης, ο επικεφαλής του Foreign Office, Ήντεν  προέβαλε την προοπτική μετατροπής του Βαλκανικού συμφώνου σε Μεσογειακό με την συμμετοχή της Ιταλίας, ώστε να δημιουργηθεί ένας ενιαίος αμυντικός χώρος στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου υπό την σκέπη του ΝΑΤΟ.  Η Ελλάδα από την άλλη απέδιδε μεγάλη σημασία στο Βαλκανικό Σύμφωνο προσπαθώντας παράλληλα να μην οξύνει τις σχέσεις της με την Ιταλία. Ενδεικτικό της ελληνικής στάσης είναι πως στην κρίση του ζητήματος της Τεργέστης τον Σεπτέμβριο – Οκτώβριο 1953  τήρησε ουδετερότητα. Η υπογραφή δε της ελληνοαμερικανικής συνθήκης της 12ης Οκτωβρίου 1953, με την οποία δινόταν η άδεια εγκατάστασης αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα, αναβάθμιζε τον γεωστρατηγικό ρόλο της χώρας στην Βαλκανική.[20]

   Ωστόσο, τον Μάρτιο του 1953 πέθανε ο Ιωσήφ Στάλιν και μια νέα εποχή αρχίζει για την Σοβιετική Ένωση. Η επίθεση φιλίας που εγκαινίασε ο Νικήτα Χρουστσόφ προς την Δύση και η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων ΕΣΣΔ και Γιουγκοσλαβίας τον Ιούνιο του 1953 καθώς και η στήριξη που παρείχε η ΕΣΣΔ στο Βελιγράδι στο ζήτημα της Τεργέστης, δημιούργησαν ένα προσωρινό αίσθημα ασφάλειας στην Γιουγκοσλαβία. Μολαταύτα , ο Τίτο επέμεινε στο Βαλκανικό Σύμφωνο το οποίο δημιουργήθηκε εξαιτίας της σοβιετικής απειλής. Ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης έβλεπε ότι παρά τα θετικά βήματα της Μόσχας, δεν είχε γίνει καμία προσπάθεια εκ μέρους της κατά το 1953 για την πλήρη ομαλοποίηση των σχέσεων των δύο χωρών.

    Τόσο η Γιουγκοσλαβία όσο και η Ελλάδα επιθυμούσαν την μετατροπή του Βαλκανικού Συμφώνου σε στρατιωτική συμμαχία. Οι διαβουλεύσεις των Γενικών Επιτελείων των τριών χωρών του Συμφώνου αποτελούσαν τα προκαταρτικά στάδια για την υλοποίηση του σχεδίου αυτού. Το Βελιγράδι ανησυχούσε για την στάση της Αθήνας και της Άγκυρας, αν  η Γιουγκοσλαβία δεχόταν επίθεση από την Ουγγαρία η την Ρουμανία καθώς στην περίπτωση επίθεσης από την Βουλγαρία, η Ελλάδα και η Τουρκία θα της επιτίθονταν αμέσως, έχοντας κοινά σύνορα μαζί της. Επίσης, η Ελλάδα αν και με την εγκατάσταση των αμερικανικών βάσεων η ασφάλεια της είχε αναβαθμιστεί, ήξερε ότι σε περίπτωση πολέμου στα Βαλκάνια, πρωτεύοντα ρόλο θα έπαιζαν οι χερσαίες δυνάμεις, οπότε η συμβολή του γιουγκοσλαβικού στρατού θα ήταν καθοριστική στην έκβαση ενός  πολέμου. [21]  Η ελληνική ηγεσία προώθησε το σχέδιο της Βαλκανικής συμμαχίας και για έναν άλλο λόγο που την θορύβησε, την υπόθεση Τζίλας στις αρχές του 1954. Ο Μίλοβαν Τζίλας σε εκτενές άρθρο του στην εφημερίδα «BORBA» άσκησε έντονη κριτική στην γιουγκοσλαβική ηγεσία και προοικονόμησε την χρεωκοπία του συστήματος αυτοδιαχείρισης των εργατών.  Η Αθήνα είδε αυτή την κίνηση ως εμπλοκή του σοβιετικού δακτύλου στην Γιουγκοσλαβία και επεδίωκε την γρηγορότερη πρόσδεση της Γιουγκοσλαβίας στο δυτικό άρμα.

  Μέχρι λοιπόν την υπογραφή της Συνθήκης Συμμαχίας και Αμοιβαίας βοήθειας  στο  Μπλέντ της Σλοβενίας από τις τρείς χώρες του Βαλκανικού Συμφώνου στις 9 Αύγουστου 1954, προηγήθηκε ένας διπλωματικός πυρετός διαβουλεύσεων και υπαναχωρήσεων.  Η πρώτη στην σειρά αυτών των διαβουλεύσεων ήταν η επίσκεψη του Τίτο στην Τουρκία τον Απρίλιο 1954  με την οποία ο Γιουγκοσλάβος ηγέτης συζήτησε την μετατροπή του Βαλκανικού Συμφώνου σε στρατιωτική συμμαχία. Η Ελλάδα δυσαρεστήθηκε έντονα θεωρώντας ότι παραγκωνιζόταν σε ένα θέμα που είχε αύτη τον πρώτο λόγο. Για να αποτραπεί μια παρεξήγηση στις σχέσεις των τριών χωρών, ο υπουργός Εξωτερικών  της  Τουρκίας, Φουάντ Κιουπρουλού ενημέρωσε τον Έλληνα πρέσβη στην Άγκυρα Ιωάννη Καλλέργη για το περιεχόμενο των συνομιλιών με την γιουγκοσλαβική πλευρά. Έτσι, στο κοινό τουρκο-γιουγκοσλαβικό ανακοινωθέν έγινε ιδιαίτερη μνεία στο ρόλο της Ελλάδος. Ακολούθησε η επίσκεψη του Τίτο στην Ελλάδα κατά την οποία συζητήθηκαν τα εκκρεμή θέματα στις σχέσεις των δύο κρατών. Τα ζητήματα αυτά αφορούσαν κάποιες ρυθμίσεις στην ελεύθερη ζώνη της  Θεσσαλονίκης, την περίφημη «μακεδονική» μειονότητα στην Ελλάδα και το θέμα της μονής Χιλανδαρίου στο Άγιο Ορός.[22] Ωστόσο, το  «Μακεδονικό» αποτελούσε το αγκάθι στις διμερείς σχέσεις Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας. Η συχνή αναφορά από το Βελιγράδι στην μη αναγνώριση του καθεστώτος τρομοκρατίας εις βάρος των Σλαβόφωνων που κατοικούσαν στη Βόρειο Ελλάδα καθώς και στον εποικισμό των περιοχών αυτών και στις δημεύσεις περιουσιών των «Αιγαιατών, προκαλούσε την οργισμένη αντίδραση της Αθήνας.  Το Μακεδονικό λοιπόν  συνέχιζε να αποτελεί σημείο τριβής στις σχέσεις των δύο πλευρών οδηγώντας μάλιστα και  σε διπλωματικό επεισόδιο, όταν ο Έλληνας πρόξενος στα Σκόπια Ηρακλείδης αποχώρησε από εκδήλωση της επετείου του Ίλιντεν. Σε εκείνη την εκδήλωση που πραγματοποιούνταν  στο Εθνικό Μουσείο των Σκοπίων, αναρτήθηκε  χάρτης που απεικόνιζε και την ελληνική Μακεδονία ως τμήμα των εθνικών συνόρων της Μακεδονίας στην οποία έλαβε χώρα η εξέγερσή του Ίλιντεν.  Η εξήγηση του Βελιγραδίου ήταν πως ο χάρτης ήταν απλώς μουσειακό έκθεμα και απεικόνιζε μόνο τις τοποθεσίες όπου διεξήχθησαν οι μάχες του 1903. Ήταν σαφές ότι η Γιουγκοσλαβία συνέδεε το απαραβίαστο των συνόρων της με την Ελλάδα, με την ύπαρξη της «μακεδονικής» μειονότητας άλλα επί του παρόντος και εν όψει της επικείμενης επίσκεψης του Τίτο στην Ελλάδα, το Βελιγράδι δεν επιθυμούσε ένταση και έτσι το μακεδονικό τέθηκε στο περιθώριο. [23]   Στις 2 Ιουνίου 1954 έφτασε ο Τίτο στον Πειραιά και αμέσως ξεκίνησαν οι συνομιλίες που αποτέλεσαν και το προπαρασκευαστικό στάδιο για την Συνθήκη της 9ης Αυγούστου. Οι ελληνικές προτάσεις για τους άξονες που θα εδράζονταν μια βαλκανική συμμαχία ήταν: α) σε περίπτωση επίθεσης της Βουλγαρίας εναντίον της Ελλάδας ή της Γιουγκοσλαβίας ή της Τουρκίας θα ίσχυε η αυτόματη ενεργοποίηση της κοινής άμυνας, αφού και οι τρεις χώρες έχουν κοινά σύνορα μα την Βουλγαρία. β) σε περίπτωση επίθεσης κατά της Γιουγκοσλαβίας από την Ρουμανία ή την Σοβιετική Ένωση η την Ουγγαρία θα ίσχυε μια διάταξη στο πνεύμα άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.[24]  γ) θα έπρεπε η Βαλκανική Στρατιωτική Συμμαχία να συνδεθεί με το ΝΑΤΟ.   Ωστόσο, η γιουγκοσλαβική πλευρά ήθελε να αποφύγει την  ένταξή της στο ΝΑΤΟ. σκοπός του Τίτο ήταν να χρησιμοποιήσει την δύναμη του ΝΑΤΟ ως ασπίδα  στον σοβιετικό ιμπεριαλισμό.  Μια  πιθανή ένταξή του της Γιουγκοσλαβίας στο ΝΑΤΟ ίσως να υπέσκαπτε την σοσιαλιστική δομή του κράτους και θα αποτελούσε ανοικτή πρόκληση προς την ΕΣΣΔ. Πάντως,  ο γιουγκοσλάβος ηγέτης άφηνε όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά  σε περίπτωση που  η Γιουγκοσλαβία δεχόταν υπερβολική πίεση από τους Σοβιετικούς.[25]   Επίσης. τροχοπέδη για την υπογραφή της συμμαχίας ήταν το ζήτημα της Τεργέστης που παρέμενε ακόμα ανοικτό. Οι σχέσεις της Γιουγκοσλαβίας με το ΝΑΤΟ έπρεπε να καθοριστούν, αφού λυνόταν το ζήτημα αυτό με την Ιταλία.[26]  Η Ελλάδα και η Γιουγκοσλαβία πρότειναν ότι αν έθεταν ένα χρονοδιάγραμμα μέχρι την επόμενη σύνοδο των Υπουργών εξωτερικών, τότε εμμέσως η Ιταλία θα πιέζονταν να οδηγηθεί στην λύση του ζητήματος. Έτσι εξεδόθη κοινό ανακοινωθέν των τριών δυνάμεων μετά την συγκατάθεση και της Τουρκίας  στις θέσεις αυτές .

Το κείμενο έχει  ως εξής:

     ‘’Kατόπιν προσκλήσεως του Βασιλέως των Ελλήνων, ο Πρόεδρος Γιόσιπ Μπρος Τίτο αφίκετο δι’ επίσημον επίσκεψιν εις Αθήνας την 2αν Ιουνίου 1954. Ο κ. Κότσα Πόποβιτς , υπουργός Εξωτερικών, μετείχε της συνοδείας  του Προέδρου. Κατά τας συνομιλίας, αίτινες έλαβον χώραν και εις ας μετέσχον ο Στρατάρχης Τίτο, ο Στρατάρχης Πρόεδρος της Κυβερνήσεως Αλέξανδρος Παπάγος, ο υπουργός των Εξωτερικών κ.Σ. Στεφανόπουλος, εξητάσθη επιμελώς η διεθνής κατάστασις υπό το φως των προσφάτων γεγονότων.

Αι συνομιλίαι αύται, χαρακτηρισθείσαι υπό πλήρους εγκαρδιότητος, κατέδειξαν δια μίαν εισέτι φοράν, την στενήν φιλίαν, ήτις υφίσταται μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Ελλάδος και επέτρεψαν να διαπιστωθή ταυτότης αντιλήψεων εφ’ όλων των ζητημάτων, άτινα απετέλεσαν αντικείμενον των εν λόγω συνομιλιών.

Η εξέτασις  των ειδικών θεμάτων, άτινα ενδιαφέρουν τας δύο χώρας, απέδειξε την αρμονίαν των μεταξύ των σχέσεων και την θέλησιν προς σταθεροποίησιν αυτών. Εξεφράσθη η επιθυμία επεκτάσεως της εποικοδομητικής συνεργασίας των εφ΄όλων των πεδίων: πολιτικού, οικονομικού και μορφωτικού. Εις τον τομέα των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών διεπιστώθη ότι αι πραγματοποιηθείσαι μέχρι τούδε πρόοδοι υπήρξαν λίαν ικανοποιητικαί και ότι  το πνεύμα ειλικρινούς και πλήρους συνεργασίας , εφ’ ου αι σχέσεις αύται βασίζονται, δικαιολογεί γόνιμον δια το μέλλον προοπτικήν.

Τα μεγάλα διεθνή προβλήματα εξητάσθησαν υπό το πρίσμα του αντικτύπου αυτών επί των συμφερόντων των δύο χωρών και της διατηρήσεως της ειρήνης εν Ευρώπη. Ανεγνωρίσθη ότι αι παρούσαι συνθήκαι εις την γενική κατάστασιν του κόσμου επιβάλλουσιν συνεχή επαγρύπνησιν από μέρους των μελών της Τριμερούς Συνθήκης της Άγκυρας και καθιστούν επιτακτικήν την στενήν και συστηματικήν αυτών προς τον σκοπόν τούτον συνεργασίαν.

Εις την σκέψιν των υπογραψάντων την Τριμερή Συνθήκην της Αγκύρας, αύτη απετέλει το πρώτον στάδιον προς συνεργασίαν έτι στενωτέραν και αποτελεσματικωτέραν μεταξύ των. Προς την κατεύθυνσιν ακριβώς ταύτην κινούμεναι, αι δύο Κυβερνήσεις, εν πλήρει συμφωνία μετά της Τουρκικής Κυβερνήσεως, συνεφώνησαν όπως συμπληρώσουν το Τριμερές Σύμφωνον, δια της συνάψεως επισήμου συμμαχίας, σταθεροποιούσαι αύτω την ειρήνην και την συλλογικήν ασφάλειαν εν τω πνεύματι του Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών. Προς τον σκοπόν τούτον απεφάσισαν όπως η συμμαχία συσταθή (sera etablie) υπό του Συμβουλίου των Υπουργών των Εξωτερικών, κατά την προσεχή τούτου ετησίαν Σύνοδον εν Βελιγραδίω.

Εν τη επιθυμία των όπως διευρυνθούν έτι περισσότερον αι λαϊκαί βάσεις του Τριμερούς Συμφώνου της Αγκύρας, αι δύο Κυβερνήσεις συνεφώνησαν εξ άλλου, προτάσει του Στρατάρχου Παπάγου, όπως συσταθή Τριμερής Συμβουλευτική Συνέλευσις, ήτις θα αποτελεσθή εξ ίσου αριθμού Ελλήνων, Τούρκων και Γιουγκοσλάβων Βουλευτών και ήτις θα συνέρχηται εκ περιτροπής εις τας τρεις πρωτευούσας.

Η Τουρκική Κυβέρνησις, ήτις μέσω του Πρέσβεως αυτής  ετηρήθη ενήμερος των ως άνω αναφερομένων συνομιλιών, παρέσχε την πλήρη επ’ αυτών συγκατάθεσίν της’’. [27]

  Το κείμενο του ανακοινωθέντος καθώς και η επίσκεψη του Τίτο στην Ελλάδα ήταν μια διπλωματική επιτυχία για την Αθήνα η οποία αφενός μεν επιτάχυνε τις εξελίξεις για την υπογραφή της συμμαχίας, αφετέρου δε  έδειξε στην Τουρκία ότι αυτή είχε τον πρώτο λόγο στα Βαλκάνια στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των δύο κρατών στην περιοχή.

  Την επικείμενη συγκρότηση της Βαλκανικής συμμαχίας παρακολουθούσε με καχυποψία η Μόσχα, η οποία την περίοδο αυτή έκανε μια νέα επίθεση φιλίας σε Γιουγκοσλαβία και Ελλάδα. Η αποκατάσταση των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων σε επίπεδο επιτετραμμένων, λόγω των οφειλόμενων αποζημιώσεων από μέρους της Βουλγαρίας στις 22 Μαΐου 1954  καθώς και η αποστολή ιδιόχειρης επιστολής του Χρουστσόφ προς τον Τίτο στις 26 Ιουνίου 1954, το περιεχόμενο της οποίας δεν δημοσιεύτηκε άλλα από δηλώσεις γιουγκοσλάβων αξιωματούχων προέκυπτε η θέληση της ΕΣΣΔ για εξομάλυνση των σχέσεων, ήταν προσπάθειες να απομακρυνθεί η Γιουγκοσλαβία από την Δύση.[28]   Η αλλαγή στάσης της ΕΣΣΔ έκανε τον Τίτο να μην θέλει την σύνδεση της Βαλκανικής Συμμαχίας με τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ, πράγμα που θα ανάγκαζε την Γιουγκοσλαβία να αναλάβει υποχρεώσεις έναντι της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.  Από την άλλη, η Ελλάδα επιθυμούσε την σύνδεση της Βαλκανικής συμμαχίας με το ΝΑΤΟ και την εμπλοκή της Γιουγκοσλαβίας στους μηχανισμούς του. Τέλος, η Τουρκία που είχε στραμμένο το ενδιαφέρον της στην Μέση Ανατολή, ήθελε να συνδέσει την σύναψη της συμμαχίας με την λύση του ζητήματος της Τεργέστης . Οι απόψεις αυτές φάνηκαν στις διαβουλεύσεις των εμπειρογνωμόνων των τριών κρατών τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1954.

Εν τέλει, το κείμενο της συμμαχίας που υπογράφτηκε στις 9 Αυγούστου 1954 ήταν ένας συγκερασμός των ελληνικών και των γιουγκοσλαβικών θέσεων.[29] Η συνθήκη είχε στενό βαλκανικό χαρακτήρα και η Γιουγκοσλαβία δεν ανέλαβε σαφείς δεσμεύσεις έναντι του ΝΑΤΟ. Μολαταύτα, θεωρούσε βέβαιο ότι το ΝΑΤΟ θα την στήριζε σε ενδεχόμενη ρήξη με την ΕΣΣΔ. Έτσι, ο Τίτο κέρδιζε την ασφάλεια από την Δύση, ενώ παράλληλα κρατούσε ανοικτή την πόρτα στην Μόσχα. Επίσης, διασφάλιζε την σοσιαλιστική δομή της χώρας του από μια πιθανή επιρροή των δυτικών θεσμών σε αυτή .

     Τελικώς, το Βαλκανικό Σύμφωνο απεδείχθη θνησιγενές, έχασε την πρακτική του σημασία με την ελληνοτουρκική διαμάχη στο κυπριακό το 1955  και οι σχέσεις ΕΣΣΔ – Γιουγκοσλαβίας εξομαλύνθηκαν τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου με την αποδοχή από τους Σοβιετικούς του γιουγκοσλαβικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό και την χορήγηση γενναίων δανείων στην Γιουγκοσλαβία από την Σοβιετική Ένωση.[30]  Βέβαια, ο Τίτο ακολουθούσε πλέον την πολιτική των ίσων αποστάσεων με Ανατολή και Δύση και δεν  συνδέθηκε με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, την αμυντική συμμαχία των σοσιαλιστικών κρατών που συστήθηκε το 1956, πράγμα που διακαώς επιθυμούσε η Μόσχα. Ωστόσο αν και το Βαλκανικό Σύμφωνο ήταν πια νεκρό γράμμα, δεν καταγγέλθηκε από καμία πλευρά.         

Νίκος Μισολίδης    

Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας 

του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 

Παραπομπές:

[1]  Σπυρίδων Σφέτας, «Η Εξομάλυνση των ελληνο-γιουκοσλαβικών πολιτικών σχέσεων 1950 – 1951» , Βαλκανικά Σύμμεικτα 12 – 13 (2001 -2002), σ . 192.

[2] Αυτόθι, σ. 19.

[3] Οι Σοβιετικοί  το 1949 διέθεταν ήδη την ατομική βόμβα, άλλα οι Γιουγκοσλάβοι πίστευαν ότι δεν θα κάνουν χρήση αυτής για να μην προκαλέσουν ένα Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο .  Βλ . Σφέτας ,ό.π, σ. 193.

[4]  Η Γιουγκοσλαβία και η Ιταλία ήταν σε διαμάχη σχετικά με το ζήτημα της Τεργέστης. Για το ζήτημα της Τεργέστης. Βλ , Gl. Sluga, The problem Trieste and the Italo-Yugoslav Border. Difference, Identity, and Sovereignty in Twentieth-Century Europe, State University of New York Press 2001.         

[5] Σφέτας , ό.π, σ. 194.

[6] Σφέτας, ό.π, σ.  195.

[7] Κωνσταντίνος Κατσάνος  ,Το Μακεδονικό και η Γιουγκοσλαβία πλήρη τα απόρρητα γιουγκοσλαβικά εγγραφα 1950 – 1967, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 19.

[8] Σφέτας ,ό.π, σ.  199.

[9] Αυτόθι.

[10]  Σφέτας ,ό.π, σ.  202 .

[11] Αυτόθι, σ.   203 .

[12] ΙΑΚΩΒΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Προσωπικά στοιχεία

Για τις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις της περιόδου βλ. Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, Τα πρόσωπα του Ιανού. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις τις παραμονές του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1944-1946), Αθήνα, 2004 και του ιδίου Τα πρόσωπα του Ιανού. Οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις την περίοδο του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1947-1949), Αθήνα, 2007.

[13] Σπυρίδων Σφέτας , «Η Εξομάλυνση των ελληνο-γιουκοσλαβικών πολιτικών σχέσεων 1950 – 1951» , Βαλκανικά Σύμμεικτα 12 – 13 (2001 -2002) , σ. 203.    

[14] Αναφερόμαστε στις επισκέψεις Σοφοκλή Βενιζέλου στην Άγκυρα και Ανταν Μεντερές στην Αθήνα την Άνοιξη και το Καλοκαίρι του 1952 . Βλ Σπυρίδων Σφέτας, «Από τη Συνθήκη Φιλίας και Συνεργασίας της Άγκυρας (28.2.1953) στη Συνθήκη  Συμμαχίας, Πολιτικής Συνεργασίας και Αμοιβαίας Βοήθειας του Μπλεντ (9.8.1954): Η επίσκεψη του Στρατάρχη Τίτο στην Ελλάδα ( Ιούνιος 1954). Αυτόθι.  

[15] Η Ελλάδα την εποχή αυτή ξεκινά  την περίοδο αυτή την ανακίνηση του Κυπριακού Ζητήματος. Βέβαια ακόμα οι τουρκικές αντιδράσεις είναι χαλαρές. Για το Κυπριακό βλ , Αλέξη Α.Δ Κύρου, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική , β΄ έκδοση , Αθήνα 1972 , σ. 271. 

[16]  Για το ζήτημα της Τεργέστης βλ , Gl. Sluga, The problem Trieste and the  Italo-Yugoslav Border. Difference, Identity, and Sovereignty in Twentieth-Century Europe, State Univesity of New York Press 2001.         

[17] Σφέτας , Συνθήκη φιλίας ,ό.π , σ. 3.

[18] Σφέτας , Συνθήκη φιλίας ,ό.π , σ.  6.

[19] Αυτόθι, σ .7.

[20] Ι. Στεφανίδης, Ασύμμετροι εταίροι. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα στον Ψυχρό Πόλεμο 1953-1961, Αθήνα 2005, σσ.199-234.   

[21] Σφέτας , Συνθήκη φιλίας ,ό.π, σσ. 8 – 9.

[22] Για τις ελληνο- γιουγκοσλάβικες υποθέσεις.  Βλ. Κωνσταντίνος Κατσάνος , Το Μακεδονικό και η Γιουγκοσλαβία πλήρη τα απόρρητα γιουγκοσλαβικά έγγραφα 1950 – 1967 , Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2009 & Σπυρίδων Σφέτας, Στη Σκιά του Μακεδονικού, Η κρίση Αθήνας – Βελιγραδίου του 1960, Θεσσαλονίκη 2007.

[23] Κατσάνος, ό.π, σ .92.

[24]Το άρθρο 5 του Καταστατικού του ΝΑΤΟ ορίζει ‘The Parties agree that an armed attack against one or more of them in Europe or North America shall be considered an attack against all and consequently they agree that, if such an armed attack occurs, each of them, in exercise of the right of individual or collective self-defence recognised by Article 51 of the Charter of the United Nations, will assist the Party or Parties so attacked by taking forthwith, individually and in concert with  the other Parties, such action as it deems necessary, including the use of armed force, to restore and maintain the security of the North Atlantic area. Any such armed attack and all measures taken as result thereof shall immediately be reported to the Security Council. Such measures shall be terminated when the Security Council has taken the measures necessary to restore and maintain international peace and security. Βλ. Lawrence S. Kaplan, NATO Divided NATO United: the evolution of an alliance, σσ. 3-4.      

[25] Σφέτας , Συνθήκη φιλίας, ό.π , σ. 19.

[26] Την επισήμανση αυτή την έκανε ο Τούρκος πρέσβης στην Αθήνα κατά την διάρκεια των συνομιλιών που έλαβαν χώρα στην Αθήνα κατά την επίσκεψη του Τίτο στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1954 . Βλ Σφέτας, Συνθήκη φιλίας ,ό.π , σ.  21.

[27] Το Βήμα 6-6- 1954.

[28] Από τις δηλώσεις του Τίτο και Γιουγκοσλάβων αξιωματούχων προκύπτει η θέληση της Σοβιετικής Ένωσης να αναγνωρίσει τα λάθη του 1948 . Βλ , Σφέτας Εξομάλυνση, ό.π , σ. 206.

[29] Για τις διατάξεις της Συμμαχίας Βλ.  Σφέτας, Συνθήκη φιλίας ,ό.π, σ. 36 .

[30]  Είναι η γνωστή Διακήρυξη του Βελιγραδίου που ήταν καρπός  της επίσκεψης του ηγέτη της ΕΣΣΔ Νικήτα Χρουστσόφ στο Βελιγράδι τον Μάιο – Ιούνιο 1955. Η επίσκεψη αυτή σηματοδότησε μια νέα εποχή στις σχέσεις ΕΣΣΔ – Γιουγκοσλαβίας. Βλ ,  Σπυρίδων Σφέτας, «Η Εξομάλυνση των ελληνο-γιουκοσλαβικών πολιτικών σχέσεων 1950 – 1951» , Βαλκανικά Σύμμεικτα 12 – 13 (2001 -2002), σ.206.

Κώστας Γιαννακόπουλος: «Η ληστεία στη Μακεδονία τον 18ο αιώνα»

Κώστας Γιαννακόπουλος

«Η ληστεία στη Μακεδονία τον 18ο αιώνα»

Η ληστεία ως όρος μαρτυρείται για πρώτη φορά στον Θουκυδίδη χωρίς να ενέχει το μεταγενέστερο αρνητικό του πραγματολογικό περιεχόμενο.[1] Στο λεξικό Σουΐδα δε, απαντά και η διάκριση ανάμεσα στην ληστεία και την πειρατεία.[2] Η ληστεία ως φαινόμενο ιστορικό διαχρονικά συνδέεται στενά με κοινωνικο – οικονομικές και πολιτικές προεκτάσεις. Βέβαια δεν θα μπορούσε να κάνει κανείς λόγο για πλούτο διαθέσιμων πηγών· ωστόσο το θέμα έχει κεντρίσει γενικότερα την έρευνα με την διατύπωση ποικίλων θέσεων.

Η ιστοριογραφία του 20ου αιώνα με αντικείμενο την ληστεία και ειδικότερα η ελληνική διακρίνεται για την απόδοση εθνικού χαρακτήρα στους ληστές του 17ου και 18ου αιώνα. Ο διακαής πόθος αποτίναξης του οθωμανικού ζυγού αποτέλεσε το κίνητρο για τον παραλληλισμό των ληστών με τους αγωνιστές του 1821 για τους κύριους εκπροσώπους της τάσης αυτής, Π. Ροδάκη[3] και Ι. Βασδραβέλλη[4]. Η απόπειρα απόδοσης εθνικής συνείδησης στους ληστές του 17ου κατά κύριο λόγο, καθώς και του 18ου αιώνα γεννά σοβαρές επιφυλάξεις, από τη στιγμή που εθνική συνείδηση με τη νεοτερική έννοια διαμορφώνεται κατά το τελευταίο τέταρτο του 18ου και αρχές 19ου αιώνα, ως απόρροια του Διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο. Αντίστοιχες μελέτες του Μ. Σακελλαρίου και του Ι. Χασιώτη αναφέρονται στο ζήτημα με μεγαλύτερη αντικειμενικότητα. Το φαινόμενο της ληστείας κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καλύπτεται από το πέπλο του μύθου.[5] Ορόσημα για την ιστορία της ληστείας αποτελούν τα έργα του E. Hobsbawm “Ληστές” και της K. Barkey “Bandits and Bureaucrats”. Στο έργο “Ληστές” αναφέρεται ρητά, οι ληστές “είναι άνθρωποι της δράσης κι όχι ιδεολόγοι ή προφήτες”. Έτσι, αποσαφηνίζονται οι προθέσεις των ληστών της εποχής, από τον συγγραφέα σε μια επισκόπηση απαλλαγμένη από ρομαντισμούς.[6] Τα έργα αυτά επηρέασαν πολλούς κατοπινούς ιστορικούς παγκοσμίως.

Ο αριθμός επίσης, των ληστών είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί κατά περιόδους. Ο E. Hobsbawm διατυπώνει την υπόθεση πως οι ληστές δεν ξεπερνούσαν το 0,1% του αγροτικού πληθυσμού.[7] Στο ίδιο έργο, που επηρέασε σημαντικά την διεθνή έρευνα ο συγγραφέας διαχωρίζει τους ληστές σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη περιλαμβάνει τους ληστές της υπαίθρου οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε οργανωμένο – επαγγελματικό επίπεδο, η δεύτερη τους απλούς ληστές των χωριών που πραγματοποιούν επιδρομές και τέλος η τρίτη την καινοτόμα κατηγορία των κοινωνικών ληστών. Στην τελευταία κατηγορία κατατάσσονται οι ληστές που φέρουν ένα είδος διπλής ταυτότητας· δεν λεηλατούν το χωράφι του απλού αγρότη, αλλά τις εκτάσεις ενός τσιφλικά.  Για το κράτος με εκπρόσωπο τον τοπικό αξιωματούχο, θεωρούνται εγκληματίες, ωστόσο για τους χωρικούς θεωρούνται ήρωες, αγωνιστές και προστάτες των αδυνάτων.[8]

Η ληστεία δεν αποτελεί βέβαια μοναδικό χαρακτηριστικό της αγροτικής υπαίθρου. Είναι “μια μορφή αυτονομίας” που προσφέρει διέξοδο σε συγκεκριμένες καταστάσεις. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η ληστεία για τους υπηκόους της υπαίθρου δεν είναι παρά μια διαφυγή από τον υπερπληθυσμό των χωριών. Ήταν μια διευρυμένη δραστηριότητα με χρηματικό κέρδος και δυνατότητες ανέλιξης στην Οθωμανική διοίκηση, μέσω της διαπραγμάτευσης με τις κεντρικές αρχές.[9]

Τα παρατιθέμενα έγγραφα, οι πηγές της παρούσας εργασίας οριοθετούν και το χρονολογικό πλαίσιο της. Οι ημερομηνίες του κάθε εγγράφου κατά σειρά είναι 27 Δεκεμβρίου 1695, 5 Φεβρουαρίου 1719, 1 Σεπτεμβρίου 1734, 8 Νοεμβρίου 1767, 22 Μαρτίου 1796. Η εποχή αφορά τον 18ο αιώνα και μάλιστα στα κλασικά χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1430-1800). Χαρακτηριστικό αποτελεί ειδικά στο πρώτο περίπου μισό του αιώνα, η σύγκρουση με την Ρωσία και τη Μεγάλη Αικατερίνη. Στα 1695, χρονολογία του πρώτου εγγράφου, αρχίζει μια ταραγμένη δεκαετία πολεμικών συρράξεων. Βρισκόμαστε στο τέλος του ΣΤ΄ Βενετο-οθωμανικού πολέμου ο οποίος ξεκίνησε το 1684 και έληξε το 1699 με την συνθήκη του Κάρλοβιτς. Ο συγκεκριμένος πόλεμος είναι ο προτελευταίος από τις επτά στο σύνολο συγκρούσεις μεταξύ Βενετών και Οθωμανών. Το δεύτερο έγγραφο που χρονολογείται στα 1719 εκδίδεται ένα χρόνο μετά τη λήξη του Ζ’ Βενετο-οθωμανικού πολέμου (1714 – 1718) και την υπογραφή της Συνθήκης του Πασάροβιτς (1718). Τα επόμενα τρία έγγραφα (1734, 1767, 1796) εκδόθηκαν στην περίοδο σύγκρουσης με την Μ. Αικατερίνη όπως προαναφέρθηκε. Ιδιαίτερα τα τελευταία δύο εκδόθηκαν ενώ ήταν σε εξέλιξη η σύγκρουση που ξεκίνησε το 1762 και ολοκληρώθηκε το 1796.[10]

Το εκτενές μπεηλερμπεϊλίκι της Ρούμελης ήταν ένα από τα σημαντικότερα και μεγαλύτερα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας· δημιουργήθηκε κατά τη βασιλεία του Μουράτ Α’ (1360 – 1389). Πρέπει να σημειωθεί πως ο όρος “Μακεδονία” δεν υφίστατο.[11] Τα όρια της Μακεδονίας επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν ως εξής: Η περιοχή της Μακεδονίας επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκτεινόταν στον Νότο από τα Καμβούνια, τη Χαλκιδική μέχρι και την Καβάλα μαζί με τη Θάσο, στον Βορρά πάνω από τη λίμνη Πρέσπα, το Περλεπέ, τα Βελεσά και το Μελένικο, στην Ανατολή στον Ποταμό Νέστο και στη Δύση στην οροσειρά της Πίνδου.

Στον Οθωμανικό όπως και στον δυτικό κόσμο η ληστεία παρουσιάζει έξαρση κατά τον 17ο και κυρίως τον 18ο αιώνα. Από τη Μακεδονία ελάχιστα στοιχεία έχουμε για τους ληστές πριν από τον 18ο αιώνα. Το παλαιότερο έγγραφο στο οποίο γίνεται αναφορά αρματολών οι οποίοι καταδιώκουν ληστές χρονολογείται το 1627 και προέρχεται από την Βέροια.[12] Στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης η ληστεία είχε λάβει μεγάλες διαστάσεις σύμφωνα με μαρτυρίες περιηγητών. Ο Gilles Fermanel, Γάλλος περιηγητής που επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη το 1630 αναφέρει: “Από εκεί μπορεί κανείς να φθάσει μέσα σε δέκα ημέρες στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Πρέπει όμως να διασχίσει πολλά βουνά και η χώρα είναι γεμάτη από κλέφτες, σε βαθμό που αυτό είναι επικίνδυνο.”[13]

Ανάλυση εγγράφων

Κατά τον 17ο αιώνα και ακριβέστερα το Δεκέμβριο του 1695[14] μνημονεύονται περιπτώσεις ληστειών στο χωριό του Σωχού (σημ. Σοχού) από ληστές κατοίκους χωριών Γιουρούκων (=νομάδων) π.χ. Μαύροβον (μικρό χωριό (166 κατοίκων) στη βορειοδυτική ΠΓΔΜ), Σούλοβαν (Σκεπαστό Λαγκαδά), Γενή Μαχαλέ (Πετρωτό), Δελιτζελή, Γιαϊκίν (Ασκός Θεσσαλονίκης), Γκιολτζίκ (συνοικία Μπάρα, περιοχή Βαρδάρη), Μεργαμαλή, Τσαλή Ομπασή (Μαυρόπρινος Δράμας), Κουρφαλή (Ανάληψη Λαγκαδά), Σαριγιάρ (Χρυσαυγή Λαγκαδά), μερικά από αυτά γειτονικά του Σωχού. Προέβαιναν σε αρπαγές τροφίμων, ζώων, απαγωγές γυναικών και παιδιών και διέπρατταν βιαιοπραγίες και άλλες άδικες πράξεις. Η μαρτυρία αποδίδεται στον τιμαριούχο του Σωχού Χατζή Σιαβές, ο οποίος με αίτημα του ζήτησε την έκδοση αυτοκρατορικού φιρμανίου δια του ιεροδίκου, προκειμένου να τεθεί τέρμα στις άνομες αυτές πράξεις των ληστών που διεπράττοντο στο δήμο Μπογδάν του σαντζακίου Θεσσαλονίκης. Το φαινόμενο της ληστείας διαγράφεται στο σαντζάκι Θεσσαλονίκης από τον 17ο αιώνα και ο τιμαριούχος του εμφανίζεται ως προστάτης των “ραγιάδων”.[15] Σε αυτό το σημείο πρέπει να εξεταστούν οι σχέσεις των ληστών με τα χωριά καθώς και με τους τιμαριούχους καθώς ενδέχεται πέρα από τα λεγόμενα του τιμαριούχου να ενυπάρχουν διαφορετικά στοιχεία. Οι ληστές στις περισσότερες περιπτώσεις κατάφερναν να βρουν έρεισμα στα χωριά και λάμβαναν την στήριξη τους τόσο σε υλικά όσο και σε ενίσχυση του προσωπικού τους. Ο Π. Ροδάκης αναφέρει πως “χωρίς την υποστήριξη της φτωχής αγροτιάς και ειδικά των τσομπάνηδων δε θα μπορούσε να σταθεί κλέφτης”. Αυτό είναι ένα φαινόμενο που συνεχίστηκε ακόμη και μετά την επανάσταση του 1821, στο 19ο αιώνα.[16] Σαφώς υπήρχαν και περιπτώσεις όπου ληστές λεηλατούσαν χωριά και είναι πιθανό το παρόν έγγραφο να αναφέρει την αλήθεια. Λαμβάνοντας όμως υπόψιν τη χρονολογία (1695), βρισκόμαστε στο τέλος του 17ου αιώνα όπου πλέον το τιμαριωτικό σύστημα έχει περάσει σε φάση παρακμής. Μπορεί να υποτεθεί πως λόγω των αυθαιρεσιών του τιμαριούχου στους χωρικούς και δεδομένης μιας σχέσης συνεργασίας των χωρικών και των ληστών, ο πρώτος να θέλει να σταματήσει τις σχέσεις αυτές καθώς έτσι οι κάτοικοι καθίστανται απροστάτευτοι και ευκολότερα χειραγωγήσιμοι ενώ οι ληστές στερούνται τα βασικά αγαθά.

Από φιρμάνι (πηγή 106[17]), σχετικό με τις επισυμβαινόμενες ληστείες, που απευθύνεται σε όλους σχεδόν τους αξιωματούχους του εγιαλετίου της Ρούμελης αντιλαμβανόμαστε α) τη σημασία του γεγονότος της έκδοσης του φιρμανίου, το οποίο έχει πολλούς αποδέκτες (μεγάλους βεζύρηδες, στρατηγούς, μπέηδες των σαντζακίων, ιεροδίκες, μουτεσελίμηδες, κεχαγιάδες, αρχηγούς των γενιτσάρων, αγιάνηδες του βιλαετίου) και β) την έκταση και τη βαρύτητα των ληστειών.  Κατ’ αρχήν σημειώνεται απροθυμία των στρατευμένων να ακολουθήσουν την “ιεράν σημαίαν” και να πολεμήσουν. Αντιθέτως εγκαταλείπουν τις στρατιωτικές μονάδες και επιδίδονται στη ληστεία. Σε κάποιες μάλιστα περιοχές οι ληστές αυτοπροσδιορίζονται φύλακες και αρματολοί των διόδων χωρίς προηγούμενη επικύρωση της ιδιότητας αυτής από την Οθωμανική διοίκηση. Η αντίδραση της Πύλης εκδηλώνεται με την απαίτηση της κατάργησης στρατιωτικών αξιωμάτων που αποκτήθηκαν αυθαίρετα με αποτέλεσμα την απώλεια της ιδιότητας και των συνακολούθων προνομίων των κτητόρων, οι οποίοι και κηρύσσονται εκτός νομιμότητος. Γενικότερα σε εμπόλεμες καταστάσεις όπως η συγκεκριμένη του Ζ’ Βενετο – Οθωμανικού πολέμου (1714 – 1718) [18], ο οποίος μόλις έχει λήξει, παρατηρούνται τα εξής φαινόμενα: Α) αύξηση του αριθμού των ληστών με διάπραξη μυρίων αδικιών και τυραννιών στους κατοίκους των πόλεων και των χωριών (κάθοδος σε δημόσιους δρόμους, φόνοι, διαρπαγή περιουσιών, ζημιές και καταστροφές στους εμπόρους και τους λοιπούς πολίτες και σε όλης γενικά τη χώρα). Β) Παράνομη ανάληψη αξιωμάτων με εφαλτήριο την διοικητική ανέλιξη ληστών οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να καταλάβουν θέση αρματολών και προστατών τοπικών δερβενίων ύστερα από διαπραγματεύσεις με την Οθωμανική διοίκηση. Συχνά ακολουθεί εκμετάλλευση των χωρικών από τους ληστές (στο έγγραφο ο μεταφραστής κάνει εσφαλμένη χρήση του όρου “πολίτης”).[19] Η Υψηλή Πύλη, με πρόσχημα την μη ανοχή, της παρουσίας τοπικών απίστων και αυθαιρέτων ατόμων και παράλληλα την προφύλαξη όλων των “απόρων και αδυνάτων πλασμάτων του Δημιουργού” και στο πλαίσιο του πατριωτισμού της, λαμβάνει πρωτοβουλίες για τον περιορισμό τους. Το βασικότερο στοιχείο που προκύπτει από το έγγραφο είναι ο στόχος που τίθεται για  συγκεντρωτισμό και ενοποίηση του κράτους. [20]

Σύμφωνα με μαρτυρία του εγγράφου 159[21] της 1ης Σεπτεμβρίου 1734, σημειώνεται ληστεία στον Χορτιάτη Θεσσαλονίκης από γνωστούς μεταφορείς (αγωγιάτες), 61 πουγκιών με χρήματα που έπρεπε να αποδοθούν σε Εβραίους χρηματιστές Θεσσαλονίκης. Οι Εβραίοι αποτελούσαν τον επικρατέστερο πληθυσμό της πόλης και μεγάλος αριθμός τους ήλεγχε την εμπορική και οικονομική ζωή της πόλης[22], όπως μαρτυρείται και από τον περιηγητή W. Lithgow που επισκέφθηκε την Θεσσαλονίκη το 1609 αναφέρει στο βιβλίο του “Travels and voyages”: “Η πόλη της Θεσσαλονίκης έχει τώρα μετατραπεί σε διεθνές κέντρο των Εβραίων, οι οποίοι εδώ είναι απόλυτοι κύριοι υπό τον σουλτάνο και κατέχουν τη μεγάλη ακατοίκητη έκταση που τους περιβάλλει. Η πόλη βρίσκεται συνεχώς στα χέρια τους από τότε που ο Σουλεϊμάν κατέκτησε τη Βούδα στην Ουγγαρία, στις 20 Αυγούστου του έτους 1516”[23]. Ως εκ τούτου η οικονομική τους κατάσταση ήταν σε πολύ καλό επίπεδο για τα δεδομένα της εποχής, θέτοντας τους έτσι στο στόχο ληστρικών ομάδων. Ακολούθησε σύλληψη των μεταφορέων και επιβεβαίωση της μαρτυρίας τους από ιερείς και δημογέροντες, οι οποίοι αβίαστα δήλωσαν ότι το κλαπέν ποσόν είχε διατεθεί για ανάγκες του χωριού. Υπήρξε και επιπρόσθετη όμοια μαρτυρία των δώδεκα ραγιάδων. Το φιρμάνι προέβλεπε σύλληψη και φυλάκιση των δραστών και απόδοση στους αποδέκτες, ολοκλήρου του ποσού. Εδώ καταδεικνύεται το γεγονός των σχέσεων χωρικών και ληστών και την αμοιβαία αλληλοϋποστήριξη μεταξύ τους. Η στήριξη των χωριών για τους ληστές ήταν ζωτικής σημασίας. Σε αυτό το έγγραφο προστίθεται ακόμη ένα στοιχείο στη σχέση αυτή· οι ληστές λαμβάνουν στήριξη και από τις τοπικές μονές. Στη μεγαλύτερη περίοδο της ληστρικής δραστηριότητας οι μονές λειτουργούσαν συχνά ως καταφύγιο για τους κλέφτες που ήταν καταζητούμενοι αλλά και για τους αρματολούς και τους παρείχαν την βοήθεια που χρειάζονταν όπως ιατρική περίθαλψη. Η ίδια σχέση που ίσχυε με τα χωριά αποτυπώνεται και με τις μονές καθώς συχνά οι ληστές τις βοηθούσαν με διάφορους τρόπους.[24]

Σύμφωνα με μαρτυρία του εγγράφου 195[25], της 25ης Σεπτεμβρίου του 1767 αναφέρεται από εξουσιοδοτημένους μεταφορείς χρηματαποστολής, ληστεία με οπλοφορία των δραστών και τραυματισμούς των ανωτέρω καθώς και απόσπαση χρημάτων ύψους 5787 γροσίων με επιπρόσθετα 267 των ιδίων, τριών ίππων και άλλων αντικειμένων. Το γεγονός συνέβη κατά την επιστροφή των μεταφορέων από την Κωνσταντινούπολη προς την Καστοριά και πριν φθάσουν στο χωριό Σαρσαλί. Κατετέθη αγωγή μετά την άρνηση του γεγονότος από τους κατοίκους. Η κατάληξη ήταν συμβιβασμός αντί του τιμήματος 820 γροσιών. Δεν αποκλείεται ο συμβιβασμός αυτός να επιτεύχθηκε στο πλαίσιο της αντίληψης των κατοίκων ως ηρώων, αγωνιστών για τους ληστές. Ο συμβιβασμός που επετεύχθη αναδεικνύει το θέμα των διαπραγματεύσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά τα μέσα του 17ου αιώνα κυρίως η Οθωμανική διοίκηση στο σύνολο της επέλεγε τη διαπραγμάτευση με τους ληστές ως μέσο επίλυσης ζητημάτων που προέκυπταν. Το φαινόμενο αυτό εντάσσεται στον συνολικό προσανατολισμό του κράτους προς τον συγκεντρωτισμό.[26]

Τέλος, το έγγραφο 246[27] της 22ας Μαρτίου 1796 , που αποτελεί και την τελευταία πηγή σχετικά με τη ληστεία, μαρτυρεί την άκαμπτη αυστηρότητα έναντι των “ερπετών Αλβανών” και των άλλων ληστρικών φυσιογνωμιών, που είχαν συγκεντρωθεί στη Θεσσαλονίκη και στα περίχωρα της στα τέλη του 18ου αιώνα. Αφορά στην έκδοση φιρμανίου προς τον ιεροδίκη της Θεσσαλονίκης με εντολή την εξόντωση και την πάταξη των ληστών με ποινή τον αποκεφαλισμό τους. Μέσα από τα έγγραφα που χρησιμοποιήθηκαν εξετάστηκε το φαινόμενο της ληστείας στον 18ο αιώνα και ταυτόχρονα διάφορες πτυχές της εξέλιξης του κράτους. Οδεύοντας πλέον προς το τέλος των κλασικών χρόνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1800) καθίσταται σαφές πως το κράτος αλλάζει την στάση του προς το ληστρικό φαινόμενο και επιδεικνύει μηδενική ανοχή. Η τάση αυτή είχε ξεκινήσει τα προηγούμενα χρόνια από Σουλτάνους όμως συνεχίζεται με πιο έντονο ρυθμό και μετά το 1800. Στα προηγούμενα έγγραφα το κράτος επέλεγε διάφορους τρόπους επίλυσης όπως την επίπληξη, τη φυλάκιση, την διαπραγμάτευση και μόνο ως έσχατο μέσο σε περίπτωση ανυπακοής, την θανάτωση. Πλέον η Αυτοκρατορία αντιμετωπίζει πολλά μέτωπα και πιέσεις κυρίως στην Ευρώπη εισερχόμενη στον 19ο αιώνα. Γνωρίζει πως είναι αναγκαία η άμεση αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η ληστεία και προσπαθεί να βελτιστοποιήσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό την ενοποίηση του κράτους της.

 Συμπεράσματα

Μολονότι η προ του 18ου αιώνα ανάλυση πληροφοριών για την ληστεία στη Μακεδονία δεν είναι εύκολη, λόγω της έλλειψης πηγών, δεν είναι δυνατόν να αποκλείσουμε την ύπαρξη της. Η παλαιότερη μαρτυρία με την μνεία αρματολών, καταδιωκτών ληστών, ανάγεται στα 1627 και προέρχεται από την Βέροια. Για την Οθωμανική Αυτοκρατορία με εκπροσώπους τους κατά τόπους κρατικούς αξιωματούχους οι ληστές εκλαμβάνονται ως εγκληματίες. Την διατύπωση αυτή υποστηρίζουν οι εξής πηγές: Από τον 17ο αιώνα το υπ’ αριθμόν 13 έγγραφο. Κατά τον 18ο αιώνα το φιρμάνι με αριθμό 106 διαγράφει αναλυτικά τα εγκλήματα των ληστών, ο αριθμός των οποίων αυξανόταν κατά τις εμπόλεμες περιόδους. Η Υψηλή Πύλη με τον ρόλο του προστάτη των “απόρων και αδυνάτων πλασμάτων του Δημιουργού” θεωρώντας κάποιους από τους ανελιγμένους διοικητικώς ληστές ως απίστους και αυθαιρέτους τους κηρύσσει εκτός νόμου με τις συνεπαγόμενες συνέπειες. Αποκορύφωμα της άκαμπτης αυστηρότητας της Υψηλής Πύλης απέναντι των ληστών αποτελούν οι αναφερόμενες αποφάσεις στο με αριθμό 246 έγγραφο για την εξόντωση και πάταξη τους με την ακραία ποινή του αποκεφαλισμού.

Τις διαστάσεις που πήρε το φαινόμενο της ληστείας στη Θεσσαλονίκη του 18ου αιώνα καταγράφει το με αριθμόν 159 έγγραφο της 1ης Σεπτεμβρίου 1734. Αναφέρεται σε ληστεία γνωστών μεταφορέων, χρημάτων περιεχομένων σε 61 πουγκιά εις βάρος Εβραίων χρηματιστών της Θεσσαλονίκης. Το γεγονός προκαλεί έκδοση φιρμανίου με την εντολή να φυλακιστούν οι δράστες και να αποδοθεί το σύνολο των κλαπέντων χρημάτων στους αποδέκτες τους. Συνεπώς από τα παραπάνω αβίαστα συνάγεται το γενικό συμπέρασμα ότι κατά τον 18 αιώνα στη Μακεδονία, η ληστεία επιφέρει πολιτικού, διοικητικού και οικονομικού χαρακτήρα επιπτώσεις. Πρέπει όμως να διασαφηνιστεί πως η ληστεία δεν ήταν άμεσος κίνδυνος για το Οθωμανικό κράτος καθώς όπως προκύπτει δεν ενυπήρχε ιδεολογική βάση και ουδέποτε προσπάθησε να διαλύσει τις κοινωνικές δομές αλλά να αντλήσει δύναμη από αυτές.

Γλωσσάριο

Βαλής : Ο βαλής ήταν ο γενικός διοικητής ενός εγιαλετίου, μιας επαρχίας δηλαδή και είχε διοικητικές αρμοδιότητες. Ο όρος “vali” αποτελεί εξέλιξη του όρου “beylerbeyi” ο οποίος μετά τα τέλη του 17ου και τις αρχές του 18ου αιώνα δεν χρησιμοποιούνταν πια. [28]

Γιουρούκοι : Οι Γιουρούκοι ήταν Τουρκομάνοι νομάδες στρατιωτικοί που βρίσκονταν στα

μπεϊλερμπεηλίκια της Ρούμελης και κυρίως της Ανατολής.[29]

Εγιαλέτι : Διοικητική υποδιαίρεση.

Ιεροδίκης : Ο ιεροδίκης ήταν ο δικαστής της περιφέρειας και δίκαζε βάσει του ισλαμικού θεϊκού νόμου, της σαρία. [30]

Τιμαριωτικό σύστημα : Το τιμαριωτικό σύστημα αποτέλεσε βασικό στρατιωτικό και κατ’ επέκταση διοικητικό θεσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Φαινομενικά παρατηρείται μια ομοιότητα με το δυτικού τύπου φεουδαρχικό σύστημα, όμως δε μπορούμε να μιλήσουμε για ταύτιση αυτών των δύο. Αφορούσε την εκχώρηση συνήθως γαιών από την κεντρική διοίκηση του Σουλτάνου σε αξιωματικούς του στρατού. Ο Σουλτάνος διατηρούσε την κυριότητα των γαιών, πράγμα το οποίο απαγόρευε στον τιμαριούχο την πώληση/εκμετάλλευση της γης, του έδινε όμως τη δυνατότητα της επικαρπίας βάσει της οποίας όφειλε να συντηρείται. Ο τιμαριούχος ήταν στη στρατιωτική διάθεση του Σουλτάνου σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης και κατ’ επέκταση η Αυτοκρατορία διαμόρφωσε με αυτό το σύστημα ένα ετοιμοπόλεμο σώμα. Το σύστημα εκπίπτει από τον 17ο αιώνα όπου εμφανίζονται τα στάδια παρακμής του λόγω αυθαιρεσιών των τιμαριούχων και λοιπών παραγόντων.[31]

Φιρμάνι : Το φιρμάνι ήταν ένα αυτοκρατορικό διάταγμα το οποίο εξέδιδε ο Σουλτάνος μετά από την συνεδρίαση του συμβουλίου του που ονομαζόταν Διβάνιο. Σε θεωρητικό επίπεδο το φιρμάνι συντασσόταν από τον ίδιο τον Σουλτάνο όμως υπάρχουν αναφορές στον νομοθετικό οθωμανικό κώδικα (κανουναμέ) πως τα περισσότερα φιρμάνια αναλάμβαναν να εκδώσουν τρεις ανώτατοι υπάλληλοι του Σουλτάνου· ο Μεγάλος Βεζίρης, οι ντεφτερντάρηδες (defterdars) και οι kadi-askers. [32]

Βιβλιογραφία

  1. Brill, The Encyclopaedia of Islam, Leiden 1986
  2. E. Hobsbawm, Ληστές, Αθήνα 1975
  3. H. Inalcik & D. Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τ. Β΄, Αθήνα 2011

H.A.R. Gibb & H. Bowen, Η Ισλαμική κοινωνία και η Δύση, τ. Α΄ , Αθήνα 2005

  1. Alexander, Brigandage and Public Order in the Morea 1685-1806, Athens 1985
  2. Barkey, Bandits and Bureaucrats, USA 1994
  3. Mazower, Salonika, City of Ghosts. Christians, Muslims and Jews 1430-1950, London 2005

Α. Γεωργιάδης, Λεξικόν Σούδα (Σουΐδα), τομ. Β’

Ε. Χεκίμογλου & Α. Γρηγορίου, Η Θεσσαλονίκη των Περιηγητών 1430-1930, Θεσσαλονίκη 2008

Θουκυδίδης, Ιστοριών Α’, Ι 4-5

Ι. Βασδραβέλλης, Αρματολοί και κλέφτες εις την Μακεδονίαν, Θεσσαλονίκη 1948

Ι. Βασδραβέλλης, Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας, τ. Α’ Αρχείον Ιεροδικείου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1949

Ι. Κολιόπουλος, Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αι.), Θεσσαλονίκη 1994

Ν. Κοταρίδης & Ν. Θεοτοκάς, Η οικονομία της βίας, Αθήνα 2006

Π. Ροδάκης, Κλέφτες και αρματολοί́ : η ιστορικοκοινωνική διαμόρφωση του Ελλαδικού χώρου στα χρονιά της Τουρκοκρατίας, Αθήνα 1975

Σ. Αποστόλου, Αρματολισμός και ληστανταρσία, Νάουσα 1991

Τ. Κανδηλώρος, Ο Αρματολισμός της Πελοποννήσου, Αθήνα 1924

[1] Θουκυδίδης, Ιστοριών Α’, Ι 4-5

[2] Α. Γεωργιάδης, Λεξικόν Σούδα (Σουΐδα), τομ. Β’, 669

[3] Π. Ροδάκης, Κλέφτες και αρματολοί́ : η ιστορικοκοινωνική διαμόρφωση του Ελλαδικού χώρου στα χρονιά της Τουρκοκρατίας, Αθήνα 1975, 7-16

[4] Ι. Βασδραβέλλης, Αρματολοί και κλέφτες εις την Μακεδονίαν, Θεσσαλονίκη 1948, 1-5

[5] J. Alexander, Brigandage and Public Order in the Morea 1685-1806, Athens 1985, 53

[6] E. Hobsbawm, Ληστές, Αθήνα 1975, 17

[7] E. Hobsbawm, ο.π., 12

[8] E. Hobsbawm, ο.π., 9, 11

Ι. Κολιόπουλος, Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αι.), Θεσσαλονίκη 1994, 8-9

[9] H. Inalcik & D. Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τ. Β΄, Αθήνα 2011, 263-264

  1. Barkey, Bandits and Bureaucrats, USA 1994, 8-11, 236-237
  2. Hobsbawm, ο.π., 17-18

[10] H. Inalcik & D. Quataert, ο.π., 255-262

[11] H.A.R. Gibb & H. Bowen, Η Ισλαμική κοινωνία και η Δύση, τ. Α΄ , Αθήνα 2005, 269-271

[12] Ι. Βασδραβέλλης, ο.π., 6

[13] Ε. Χεκίμογλου & Α. Γρηγορίου, Η Θεσσαλονίκη των Περιηγητών 1430-1930, Θεσσαλονίκη 2008, 44

[14] Ι. Βασδραβέλλης, Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας, τ. Α’ Αρχείον Ιεροδικείου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1949, 17-18

Σ. Αποστόλου, Αρματολισμός και ληστανταρσία, Νάουσα 1991, 16-17

[15] Αντιθέτως σημειώνεται παράνομη και άδικη αντιμετώπιση των κατοίκων της Χαλκιδικής και συγκεκριμένα της Κασσάνδρας από τον τιμαριούχο της, Ρετζέπ σύμφωνα με πηγή της 27ης Δεκεμβρίου του 1695 προερχόμενη από : Ι. Βασδραβέλλης, Ιστορικά Αρχεία Μακεδονίας, τ. Α’ αριθ. 14

[16] Π. Ροδάκης, ο.π., 196-197

Ν. Κοταρίδης & Ν. Θεοτοκάς, Η οικονομία της βίας, Αθήνα 2006, 124-125

[17] Ι. Βασδραβέλλης, Ιστορικά, 139-141

[18] Ν. Κοταρίδης & Ν. Θεοτοκάς, ο.π.,126-127

[19] J. Alexander, ο.π., 30-33

[20] K. Barkey, ο.π., 8-12, 232-235

[21] Ι. Βασδραβέλλης, Ιστορικά, 206-208

[22] M. Mazower, Salonika, City of Ghosts. Christians, Muslims and Jews 1430-1950, London 2005, 7-9

[23] Ε. Χεκίμογλου & Α. Γρηγορίου, ο.π., 43

[24] Ι. Βασδραβέλλης, Αρματολοί, 37-38

Τ. Κανδηλώρος, Ο Αρματολισμός της Πελοποννήσου, Αθήνα 1924, 29-35

[25] Ι. Βασδραβέλλης, Ιστορικά, 264-265

[26] K. Barkey, ο.π., 230-231

[27] Ι. Βασδραβέλλης, Ιστορικά, 318-319

[28] H.A.R. Gibb & H. Bowen, ο.π., 270-271,280

[29] H.A.R. Gibb & H. Bowen, ο.π., 103-105

[30] H.A.R. Gibb & H. Bowen, ο.π., 44-45

[31] H. Inalcik & D. Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τ. Α΄, Αθήνα 2011, 82-83, 126-127

H.A.R. Gibb & H. Bowen, ο.π., 88-89

[32] Σ. Αποστόλου, ο.π., 308, 312

Brill, The Encyclopaedia of Islam, Leiden 1986, 803-804

kostasgiannko

Κώστας Γιαννακόπουλος

Απόφοιτος Ιστορίας – Αρχαιολογίας ΑΠΘ