Skip to main content

Καλοκαιρινή ανάπαυλα: Μεγάλες πόλεις – Αθάνατες μελωδίες

Καλοκαιρινή ανάπαυλα

Μεγάλες πόλεις – Αθάνατες μελωδίες

 

Ο χώρος εμπνέει τη μελωδία και η μελωδία παραπέμπει στον χώρο. Με την πάροδο του χρόνου η όσμωση είναι πλήρης. Αυτό ακριβώς πρεσβεύει το φετινό καλοκαιρινό αφιέρωμα, με την επιλογή εννέα μεγαλουπόλεων και τη σύνδεσή τους με πασίγνωστες μελωδίες, αφιερωμένες σε αυτές. Μαζί με τις ευχές για υγεία και ευτυχία, το επιτελείο της Clio Turbata σας προσκαλεί να απολαύσετε την οπτικοακουστική πανδαισία που ακολουθεί και να ταξιδέψετε με συνοδό όχι τα πράσινα πιστοποιητικά, τα εμβόλια και τις μεταλλάξεις, αλλά τη διεθνή γλώσσα της ελευθερίας, της ανιδιοτέλειας και της αξιοπρέπειας, που ονομάζεται Μουσική. Στις μέρες μας, όπου η απαξίωση των πάντων αποτελεί καθημερινή πραγματικότητα, ας μη υποτιμάμε τις σταθερές ανθρώπινες αρχές και αξίες που μας αποκαλύπτει και προσφέρει απλόχερα η γνώση του παρελθόντος. Μια γνώση, η οποία μας διδάσκει πως μια κοινωνία, δομημένη επάνω στην έννοια του κέρδους δίχως φραγμούς και δίχως ηθική σαν τη σημερινή, είναι μια κοινωνία με προδιαγεγραμμένη ημερομηνία λήξης. Σας το υπενθυμίζουμε έχοντας επιλέξει έναν δροσερό κι ευχάριστο τρόπο, που θέλουμε να πιστεύουμε πως θα προσδώσει μια ηλιαχτίδα αισιοδοξίας και μια ανάσα οξυγόνου στην αποπνικτική ατμόσφαιρα των τελευταίων μηνών. Και ας μη ξεχνάμε: ο χρόνος δεν είναι στάσιμος, πολύ συχνά δε οι αστάθμητοι παράγοντες είναι εκείνοι που διαμορφώνουν τις εξελίξεις. Με πιο απλά λόγια, ο καιρός έχει γυρίσματα!

Σας ευχαριστούμε ολόψυχα για την εμπιστοσύνη με την οποία μας περιβάλετε πάνω από πέντε χρόνια τώρα και σας υποσχόμαστε ότι θα συνεχίσουμε με το κεφάλι ψηλά για πολύ καιρό ακόμα την περιήγησή μας μέσα στον ιστορικό χωροχρόνο με σκοπό να γνωρίσουμε σφαιρικότερα το παρελθόν, γεγονός που θα μας επιτρέψει με τη σειρά του να κατανοήσουμε καλύτερα το παρόν και, γιατί όχι, να ριψοκινδυνεύσουμε κάποια πρόγνωση για το μέλλον.

Η σημερινή ανάρτηση αφιερώνεται σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μαζί με την ακράδαντη πεποίθηση ότι θα καταφέρουμε τελικά να τους κληροδοτήσουμε μια κοινωνία, μέσα στην οποία θα δικαιούνται να ζήσουν και να προκόψουν ως ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες.

Αθήνα

 

Μάνος Χατζιδάκις – Νανά Μούσχουρη – Αθήνα

 

 

 

 

Ρώμη

Renato Rascel – Arrivederci Roma

 

 

 

Βενετία

 

Stelvio Cipriani – Anonimo Veneziano

 

Charles Aznavour – Com’è Triste Venezia

 

 

 

 

Άμστερνταμ

 

Scott Walker – In the port of Amsterdam

 

 

 

Βρυξέλλες

 

Jacques  Βrel – Bruxelles

 

 

 

Παρίσι

 

Hubert Giraud – Sous le Ciel De Paris

 

Joe Dassin – Champs Élysées

 

 

 

Λονδίνο

 

George Gershwin – A Foggy Day In London Town

 

 

Ρίο ντε Τζανέιρο

Antônio Carlos Jobim – Garota de Ipanema

Barry Manilow – Copacabana

 

 

 

Νέα Υόρκη

 

Billy Joel – Barbra Streisand – New York State of Mind

 

Frank Sinatra – New York, New York

 

 

 

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

 

 

Κινηματογραφικές εκδοχές των πρώτων Αμερικανών Προέδρων

4 Ιουλίου 1776: Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ 

Κινηματογραφικές εκδοχές των πρώτων Αμερικανών Προέδρων

 

Με αφορμή την διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (4η Ιουλίου 1776), το σημερινό αφιέρωμα της Clio Turbata  αναφέρεται στους πρώτους Προέδρους των ΗΠΑ. Είναι γεγονός ότι πολλά από τα πρόσωπα, τα οποία αναδείχθηκαν στο ύπατο αμερικανικό αξίωμα, ενέπνευσαν το ευρύ κοινό της εποχής τους και όχι μόνο, χάρη στην προσωπικότητά τους, την ιστορική τους συνεισφορά αλλά και τη δραματική, συχνά, δημόσια και ιδιωτική τους ζωή. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως σήμερα καταγράφονται, ούτε λίγο ούτε πολύ, 59 κινηματογραφικές και τηλεοπτικές ταινίες, ντοκυμαντέρ και μίνι-σειρές όπου, από το 1909 έως το 2015 γίνεται αναφορά, εκτενώς ή μερικώς, στον George Washington. O Thomas Jefferson διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε 24 αντίστοιχες, ο Abraham Lincoln σε 10  καθώς και σε πληθώρα ιστορικών ντοκυμαντέρ. Ανάλογης δημοτικότητας απολαμβάνουν στον 20ό αιώνα οι Franklin D. Roosevelt και John Fitzgerald Kennedy. Η παρουσίαση δεν είναι εξαντλητική. Κάτι τέτοιο θα ήταν, άλλωστε, πρακτικά αδύνατο. Η επιλογή έγινε με κριτήρια την ποιότητα του σεναρίου και της σκηνοθεσίας, την αποδοχή του εκάστοτε έργου από το κοινό, την πειστική ερμηνεία αλλά και τη φυσιογνωμική ομοιότητα των πρωταγωνιστών με το πρόσωπο, το οποίο υποδύονται, τέλος, την οπτική ποιότητα των στιγμιοτύπων που παρατίθενται δειγματοληπτικά.

 

Α.  George Washington (1732-1799) [Προεδρική θητεία 1789-1797]

La Fayette (1961)

Πρόκειται για μια γαλλο-ιταλική παραγωγή του 1961 σε σκηνοθεσία του Jean Dréville, με θέμα την τρικυμιώδη βιογραφία του Gilbert du Motier, Μαρκησίου de La Fayette (1757-1834), ειδικότερα δε τη συνεισφορά του στον Αμερικανικό Αγώνα Ανεξαρτησίας. Μεταξύ άλλων παίζουν οι ηθοποιοί Michel Le Royet (La Fayette), Orson Welles (Benjamin Franklin), Pascale Audret (Adrienne de La Fayette) και Jack Hawkins (στρατηγός Cornwallis). Τον George Washington υποδύεται ο Howard St. John.

Howard St. John ως George Washington (αριστερά) και Michel Le Royet, ως Μαρκήσιος de La Fayette.

The Crossing (2000)

Καλογυρισμένη κινηματογραφική παραγωγή προορισμένη για την τηλεόραση, σε σκηνοθεσία του Robert Harmon. Πραγματεύεται ένα γνωστό επεισόδιο του Πολέμου Ανεξαρτησίας: τη διάβαση του ποταμού Delaware από τον ονομαζόμενο “Ηπειρωτικό Στρατό” (Continental Army) τον Δεκέμβριο 1776 και τη συνακόλουθη νικηφόρο μάχη του Trenton εις βάρος της φρουράς  από την Έσση, η οποία είχε διαβεί τον Ατλαντικό προκειμένου να πολεμήσει στο πλευρό των Βρετανών. Ο σχεδιασμός και η εκτέλεση της όλης επιχείρησης οφείλονται εξ ολοκλήρου στον George Washington, ο οποίος εκτελούσε τότε καθήκοντα διοικητή του Ηπειρωτικού Στρατού σε μια οριακή καμπή για το μέλλον της εξέγερσης. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος αναλογεί στον πειστικότατο Jeff Daniels.

O Jeff Daniels στο ρόλο του George Washington.

Η εμφάνιση του George Washington είναι συχνή στην θεαματική τηλεοπτική σειρά του 2008 με τίτλο John Adams (βλ. παρακάτω). Τον πρώτο κατά σειρά Πρόεδρο των ΗΠΑ υποδύεται ο ηθοποιός David Morse. Ακολουθεί το στιγμιότυπο της ορκωμοσίας στις 30 Απριλίου 1789, στο Federal Hall της Νέας Υόρκης.

Ο David Morse ως George Washington στην τηλεοπτική σειρά John Adams.

 

B. John Adams (1735-1826) [Προεδρική θητεία 1797-1801]

John Adams (2008)

Τηλεοπτική σειρά επτά επεισοδίων, συνολικής διάρκειας 501 λεπτών. Πραγματεύεται το μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής ζωής του Αντιπροέδρου και, αργότερα, διαδόχου του George Washington στο αξίωμα του Προέδρου των ΗΠΑ, John Adams. Ουσιαστικά πρόκειται για την εξιστόρηση των πενήντα πρώτων ετών ζωής της νεότευκτης δημοκρατίας. Το σενάριο είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο του David McCullough και η σκηνοθεσία ανήκει στον Tom Hooper. Πρωταγωνιστούν οι: Paul Giamatti (John Adams), Laura Linney (Abigail Adams), Stephen Dillane (Thomas Jefferson), David Morse (George Washington) και Tom Wilkinson (Benjamin Franklin). Γυρίστηκε στο Williamsburg και στο Richmond της Πολιτείας Virginia καθώς και στην Ουγγαρία. Το στιγμιότυπο που ακολουθεί αναφέρεται στον ιστορικής σημασίας λόγο του Adams περί ανάγκης κήρυξης της ανεξαρτησίας και εγκαθίδρυσης ενός δημοκρατικού τρόπου διακυβέρνησης στηριζόμενου σε νόμους.

Ο Paul Giamatti υποδύεται τον John Adams.

 

Γ. Thomas Jefferson (1743-1826) [Προεδρική θητεία 1801-1809]

Jefferson in Paris (1995)

Το κινηματογραφικό έργο Jefferson in Paris είναι μια γαλλο-αμερικανική παραγωγή του 1995 του γνωστού σκηνοθέτη James Ivory (A Room with a View, Howards End, The Remains of the Day κλπ.). Πρόκειται για μια αρκετά υποκειμενική εκδοχή της πενταετούς διαμονής του Thomas Jefferson στο Παρίσι (1784-1789) ως Πληρεξουσίου Υπουργού του Κογκρέσου της Συνομοσπονδίας. Πέραν από την αξιοσημείωτη διπλωματική δραστηριότητα, ο έχοντας μόλις απωλέσει τη σύζυγό του Jefferson, συνδέθηκε στο Παρίσι με δυο γυναίκες: την Αγγλίδα μουσικό Maria Cosway και την μιγάδα οικιακή βοηθό, μέλος της συνοδείας του, Sally Hemings. Στη διάρκεια της διαμονής του συναντήθηκε πολλάκις με τον Lafayette (λέγεται, μάλιστα, πως συνέβαλε ενεργά στη σύνταξη της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη) και υπήρξε αυτόπτης μάρτυς της κατάληψης της Βαστίλλης. Επέστρεψε στην πατρίδα του δυο μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1789, καθώς ο George Washington τον αναβάθμισε σε υπουργό Εξωτερικών. Αν και απεχθανόμενος τις πρακτικές της τρομοκρατίας, ο Jefferson παρέμεινε μέχρι τέλους προσηλωμένος στις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης. Διετέλεσε Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ υπό τον John Adams ανεβαίνοντας, κατόπιν, στο ανώτατο αξίωμα. Αν και όλα τα γεγονότα, τα οποία θίγονται στην ταινία είναι ιστορικά αποδεδειγμένα, η έμφαση δίνεται, προφανώς για εμπορικούς λόγους, στη συναισθηματική παράμετρο. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε μεγάλο βαθμό στις Βερσαλλίες, ενώ η πλειονότητα των Γάλλων ηθοποιών προέρχεται από το δυναμικό της Comédie Française. Τον ρόλο του Jefferson επωμίζεται ο Nick Nolte. To επιλεγέν στιγμιότυπο αναφέρεται στην επίδοση των διαπιστευτηρίων στον Λουδοβίκο ΙΣΤ΄ (Michel Lonsdale).

Ο Nick Nolte ως Thomas Jefferson.

Όμως, εκτενής μνεία στο πρόσωπο και στην εν γένει δραστηριότητα του Thomas Jefferson γίνονται και στην προαναφερθείσα τηλεοπτική σειρά John Adams. Τον ρόλο υποδύεται ο ηθοποιός Stephen Dillaine.

Stephen Dillaine.

 

Δ. Andrew Jackson (1767-1845) [Προεδρική θητεία 1829-1837]

The President’s Lady (1953)

To 1788, ο μετέπειτα έβδομος κατά σειρά Πρόεδρος των ΗΠΑ Andrew Jackson ερωτεύτηκε τη νεαρής ηλικίας – πλην όμως ήδη παντρεμένη – Rachel Donelson Robards. Η τελευταία είχε εμπλακεί σε έναν ατυχή γάμο και, ως εκ τούτου, ανταποκρίθηκε στα αισθήματα, τα οποία εξέφρασε ο Jackson. Δυο χρόνια αργότερα, χώρισε από τον σύζυγό της και παντρεύτηκε τον Jackson. Ωστόσο, κατέστη δίγαμη, καθώς ο δεύτερος γάμος έλαβε χώρα προτού ολοκληρωθεί η  διαδικασία έκδοσης του διαζυγίου. To 1794, αφότου το διαζύγιο επισημοποιήθηκε, το ζευγάρι ξαναπαντρεύτηκε. Σε αυτό το επεισόδιο της ιδιωτικής ζωής αλλά και γενικότερα στη σταδιοδρομία του Andrew Jackson αναφέρεται η ταινία  The President’s Lady. Στηρίζεται στη νουβέλα του Irving Stone. Σκηνοθέτης είναι ο Henry Levin και τους δυο πρωταγωνιστές υποδύονται ο Charlton Heston και η Susan Hayward.

              

 

O Charlton Heston ως Andrew Jackson το 1953.

The Buccaneer (1958) 

Πέντε χρόνια αργότερα, ο Charlton Heston υποδύθηκε εκ νέου τον Andrew Jackson, τη φορά αυτή, όμως, όχι σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία The Buccaneer αποτελεί το πρώτο και συνάμα τελευταίο σκηνοθετικό εγχείρημα του δημοφιλούς ηθοποιού Anthony Quinn. Αρχικά, η θέση του σκηνοθέτη προοριζόταν για τον Cecil B. DeMille, που φιλοδοξούσε να γυρίσει μια επανέκδοση του έργου, το οποίο ο ίδιος είχε σκηνοθετήσει το 1938 με τον ίδιο τίτλο. Η κακή κατάσταση της υγείας του τον ανάγκασε να αναθέσει, είκοσι χρόνια αργότερα, τη σκηνοθεσία στον τότε γαμπρό του Anthony Quinn. Η υπόθεση διαδραματίζεται το 1812 και πραγματεύεται τη μάχη της Νέας Ορλεάνης, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι Αμερικανοί και Βρετανοί. Πρωταγωνιστής είναι ο πειρατής Jean Lafitte (Yul Brynner), ο οποίος επιχειρεί στον κόλπο του Μεξικού για δικό του όφελος, συντάσσεται, ωστόσο, την ύστατη στιγμή στο πλευρό του στρατηγού Jackson, κάνοντας τη διαφορά. Σήμερα, υπάρχει πόλη στη Λουιζιάνα, η οποία φέρει το όνομα του πειρατή, ως φόρο τιμής στη συνδρομή του τελευταίου στον αγώνα κατά των Βρετανών.

O Charlton Heston ως Andrew Jackson το 1958. Δεξιά ο Yul Brynner στο ρόλο του πειρατή Jean Lafitte.

To 2015 ανακοινώθηκε πως στον προγραμματισμό του αμερικανικού τηλεοπτικό καναλιού HBO συμπεριλαμβανόταν η παραγωγή μιας σειράς, συνολικής διάρκειας 6 ωρών, με τίτλο American Lion. Πρόκειται για διασκευή της βιογραφίας του Andrew Jackson, από τον ιστορικό Jon Meacham, ειδικό στις βιογραφίες των Προέδρων των ΗΠΑ, όπως του Thomas Jefferson και του προσφάτως θανόντα George Herbert Walker Bush. Η γνωστότερη, ωστόσο, πραγματεία του Meacham, η οποία και βραβεύτηκε με το βραβείο Pulitzer, φέρει ως τίτλο: American Lion: Andrew Jackson in the White House (2008). Έχει διεκπεραιωθεί με γνώμονα όλους τους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας. Αγέρωχος πολεμιστής, υπέρμαχος της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, δημοφιλής στο ευρύ κοινό, ο Jackson άφησε πίσω του μια αντιφατική κληρονομιά, ειδικότερα σε κρίσιμα ζητήματα όπως ήταν η μεταχείριση των Ινδιάνων (πρόκειται για τον αρχιτέκτονα της εκδίωξης των τελευταίων από τις περιοχές όπου ήταν εγκατεστημένοι) αλλά και εκείνη των σκλάβων, όπου επέδειξε υπέρμετρη αυστηρότητα. Η προσαρμογή της μελέτης του Meacham ανατέθηκε στους Doug Miro και Carlo Bernard και ο πρωταγωνιστικός ρόλος στον ηθοποιό Sean Penn. Μέχρι στιγμής, η τύχη της σειράς αγνοείται…

 

Sean Penn και Andrew Jackson

 

Ε. Abraham Lincoln (1809-1865) [Προεδρική θητεία 1861-1865]

Abraham Lincoln (1930)

Κινηματογραφική ταινία του D.W. Griffith με τον ηθοποιό Walter Huston στον ομώνυμο ρόλο. Έπειτα από μια σύντομη αναφορά στα νεανικά χρόνια, το ενδιαφέρον εστιάζει στη θητεία του 16ου Προέδρου των ΗΠΑ με αποκορύφωμα τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο, την παράδοση του στρατηγού των Νοτίων Robert E. Lee και τη δολοφονία της 14ης Απριλίου 1865 στο Ford’s Theatre της Ουάσιγκτον. Η φυσιογνωμική ομοιότητα του πρωταγωνιστή με το πρόσωπο που υποδύεται είναι εντυπωσιακή, πόσο μάλλον για την εποχή, κατά την οποία γυρίστηκε η ταινία, όταν οι δυνατότητες του μακιγιάζ ήταν συγκριτικά περιορισμένες. Σημειωτέον πως η ταινία κυκλοφορεί επίσης στο εμπόριο και στο Διαδίκτυο, έχοντας προηγουμένως υποστεί ψηφιακή επεξεργασία.

Walter Huston.

Young Mr. Lincoln (1939)

O σε νεανική ηλικία Abraham Lincoln μεταφέρεται στην οθόνη από τον εξίσου ευρισκόμενο σε νεανική ηλικία Henry Fonda, σε μια ταινία σκηνοθετημένη από τον John Ford. Σε πολύ μεταγενέστερη συνέντευξη, ο πρωταγωνιστής περιγράφει το δέος, που αισθάνθηκε αρχικά έναντι του ρόλου αλλά και του διάσημου σκηνοθέτη, καθώς και την απομυθοποίηση, στην οποία προέβη χάρη στις παροτρύνσεις του ιδίου του Ford και που κατέστησαν, τελικά, εφικτή την ολοκλήρωση του γυρίσματος.

Όπως υποδηλώνει ο τίτλος, το σενάριο εστιάζει στα πρώτα βήματα του Lincoln στο χώρο της δικηγορίας, πολύ προτού αναδειχθεί στο προεδρικό αξίωμα. Το 2003, το Young Mr. Lincoln χαρακτηρίστηκε από την Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου και από τον Εθνικό Φορέα Καταχώρισης Κινηματογραφικών Ταινιών (National Film Registry) ως μείζονος σημασίας, εξαιτίας του ιστορικού περιεχομένου και της υψηλής αισθητικής που το διατρέχουν. Η επιλογή αυτή συνεπάγεται ειδική κρατική μέριμνα για τη συντήρηση και περαιτέρω δημοσιοποίηση της ταινίας.

 

Ο Henry Fonda ως νεαρός Lincoln.

Lincoln (2012)

O Lincoln του Steven Spielberg (παραγωγή και σκηνοθεσία), αποτελεί, ίσως, ό,τι πιο πλήρες έχει, μέχρι στιγμής, να επιδείξει η Έβδομη Τέχνη σχετικά με τη θητεία του 16ου Προέδρου των ΗΠΑ. Εστιάζει στους τέσσερις μήνες, που προηγήθηκαν της δολοφονίας του, ειδικότερα δε στο ζήτημα της 13ης Τροπολογίας του Αμερικανικού Συντάγματος (Thirteenth Amendment to the United States Constitution), που αφορούσε την κατάργηση της δουλείας. Η Τροπολογία ψηφίστηκε πανηγυρικά από τη Γερουσία στις 8 Απριλίου 1864 (38 ψήφοι έναντι 6), όχι όμως και από το Κογκρέσο, όπου στις 15 Ιουνίου δεν κατάφερε να συγκεντρώσει τα απαραίτητα δυο τρίτα της ολομέλειας (93 θετικές ψήφοι έναντι 65 αρνητικών). Μάλιστα, απρόβλεπτοι συσχετισμοί έλαβαν χώρα, καθώς υπήρξαν άτομα, προερχόμενα από τους Δημοκρατικούς, τα οποία την καταψήφισαν, ενώ μέλη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος τοποθετήθηκαν υπέρ! Έχοντας αναγάγει το όλο θέμα ως υψίστης προτεραιότητας, ιδιαίτερα έπειτα από την επανεκλογή του στο προεδρικό αξίωμα το 1864, ο Lincoln επανεισήγαγε την Τροπολογία προς ψήφιση, στις αρχές του 1865. Έπειτα από έντονες παρασκηνιακές πιέσεις, το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας της 31ης Ιανουαρίου συγκέντρωσε οριακά την απαιτούμενη πλειοψηφία (119 έναντι 56). Το σενάριο του Tony Kushner στηρίζεται στη βιογραφία της Doris Kerns Goodwin: Team of Rivals: The Political Genius of Abraham Lincoln (2005). Το προσκήνιο καταλαμβάνει επάξια ο ηθοποιός Daniel Day-Lewis (βραβείο Όσκαρ  Α΄ ανδρικού ρόλου το 2013 για τη συγκεκριμένη ερμηνεία), έχοντας στο πλευρό του τη Sally Field στο ρόλο της Mary Ann Todd Lincoln.

 

Daniel Day-Lewis.

Killing Lincoln (2013)

To 2011 κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ μια πραγματεία των Bill O’ Reilly και Martin Dugard με τίτλο: Killing Lincoln: The Shocking Assassination That Changed America Forever.

Τον Ιανουάριο του επομένου έτους ανακοινώθηκε πως ο πρώτος εκ των συγγραφέων επρόκειτο να αναλάβει την παραγωγή ενός δίωρου ντοκυμαντέρ για λογαριασμό του National Geographic Channel. Γρήγορα το όλο σχέδιο προσέλαβε διαστάσεις δραματοποιημένου έργου με χρήση ηθοποιών και με την προσθήκη στην ομάδα των παραγωγών των, έμπειρων στο είδος, αδελφών Tony και Ridley Scott. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Ιούλιο στο Richmond, της Πολιτείας Virginia. Για το ρόλο του Abraham Lincoln επελέγη ο Bill Campbell, εκείνον του δολοφόνου John Wilkes Booth ο Jesse Johnson, ενώ την αφήγηση και τον ιστορικό σχολιασμό ανέλαβε ο Tom Hanks. Η τηλεοπτική αυτή ταινία, κάτι ανάμεσα σε ιστορικό ντοκυμαντέρ και κινηματογραφικό έργο (εύστοχα χρησιμοποιήθηκε για την περίσταση ο όρος political docudrama), αφηγείται το παρασκήνιο, το οποίο περιέβαλε τόσο την προεδρική θητεία του Lincoln όσο, κυρίως, τη δολοφονία του τελευταίου στις 14 Απριλίου 1865.

O Bill Campbell στο ρόλο του Abraham Lincoln.

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

 

 

 

Η Παρισινή Κομμούνα μέσα από τον φωτογραφικό φακό του Auguste Bruno Braquehais

150 χρόνια από τότε

 Η Παρισινή Κομμούνα μέσα από τον φωτογραφικό φακό του Auguste Bruno Braquehais

O Γαλλο-Πρωσικός Πόλεμος των ετών 1870-1871, υπήρξε το επιστέγασμα μιας διαρκώς κλιμακούμενης έντασης στις σχέσεις μεταξύ των δυο χωρών κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1860. Η Γαλλία, υπό τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄, παρατηρούσε με ανησυχία την ανερχόμενη ισχύ της Πρωσίας, επιχειρώντας να την ανακόψει ευκαιρίας δοθείσης. Η Πρωσία από τη δική της πλευρά (ειδικότερα ο καγκελάριος Otto von Bismarck)  διέβλεπε μια ενδεχόμενη εμπόλεμη αντιπαράθεση σε βάρος της Γαλλίας ως μοχλό με απώτερο στόχο την ενοποίηση των Γερμανικών κρατιδίων σε μια αυτοκρατορία υπό την αιγίδα της Πρωσίας. Τον πόλεμο κήρυξε στις 19 Ιουλίου 1870 η Γαλλία, έπειτα από παραπλανητική κίνηση του Bismarck (πρόκειται για το περίφημο τηλεγράφημα του Ems, το οποίο παραποιούσε προκλητικά την πραγματικότητα, εξοθώντας, ουσιαστικά, τον Γάλλο αυτοκράτορα στα άκρα). Τα γαλλικά στρατεύματα, παρόλη την επικράτησή τους στην πρώτη, κατά σειρά, σύγκρουση, εκείνη του Saarbrücken, αποδείχθηκαν κατώτερα των περιστάσεων. Η πανωλεθρία, την οποία υπέστησαν στη μάχη του Sedan (1-2 Σεπτεμβρίου 1870), οδήγησε στην αιχμαλωσία του Ναπολέοντα Γ΄. Δυο μέρες αργότερα, καταλύθηκε το αυτοκρατορικό καθεστώς με την εγκαθίδρυση της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας (κατέρρευσε κάτω από αντίστοιχες περιστάσεις, όταν, το 1940, τα ναζιστικά στρατεύματα κατέλαβαν το σύνολο σχεδόν της γαλλικής επικράτειας).

Η επικράτηση στη μάχη του Sedan άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για το Παρίσι. Μέχρι τις 19 Σεπτεμβρίου, τα πρωσικά στρατεύματα είχαν περικυκλώσει την πόλη. Επρόκειτο για την απαρχή μιας τετράμηνης οδυνηρής πολιορκίας. Αποκομμένοι από την ύπαιθρο, οι κάτοικοι της πόλης κατάφεραν να επιβιώσουν τρώγοντας σκύλους, γάτες και τα περισσότερα από τα ζώα του ζωολογικού κήπου. Τα δέντρα κόπηκαν και χρησίμευσαν ως καύσιμη ύλη μέσα στον βαρύ χειμώνα.  Στις 5 Ιανουαρίου 1871, ξεκίνησε ο βομβαρδισμός από το πρωσικό πυροβολικό, ο οποίος διήρκεσε μέχρι το τέλος του μήνα. Καταμετρήθηκαν 12.000 οβίδες και 400 νεκροί μεταξύ των αμάχων. Στις 28 Ιανουαρίου, το Παρίσι παραδόθηκε. Αυτό υπήρξε και το τέλος του πολέμου. Δέκα ημέρες νωρίτερα, στις 18 Ιανουαρίου, ο βασιλέας της Πρωσίας Γουλιέλμος ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας της ενοποιημένης Γερμανίας. Η τελετή πραγματοποιήθηκε σε έναν χώρο γεμάτο συμβολισμό: την αίθουσα των κατόπτρων των ανακτόρων των Βερσαλλιών. Επρόκειτο για την έσχατη ταπείνωση σε βάρος του γαλλικού λαού.

Στις 8 Φεβρουαρίου 1871 διεξήχθησαν εσπευσμένα βουλευτικές εκλογές, με σκοπό την όσο το δυνατό ταχύτερη επικύρωση της εκεχειρίας με τους Γερμανούς. Η παρισινή αριστερά, δοκιμασμένη από τις συνέπειες της πρόσφατης πολιορκίας της πρωτεύουσας, δεν κατάφερε να οργανώσει μια αποτελεσματική προεκλογική εκστρατεία. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω υπήρξε μια συντριπτική υπεροχή των φιλομοναρχικών και των βοναπαρτιστών στις τάξεις του νεοεκλεγέντος Κοινοβουλίου καθώς και μια εύλογη δυσφορία μεταξύ των κατοίκων της πρωτεύουσας, που θεώρησαν το εκλογικό αποτέλεσμα ως χαλκευμένο. Στις 17 Μαρτίου, η κυβέρνηση του Adolphe Thiers, θέλοντας να εξουδετερώσει κάθε ενδεχόμενο εξέγερσης, ανέθεσε στον στρατηγό Lecomte, συνοδευόμενο από ικανή στρατιωτική δύναμη, να θέσει υπό έλεγχο τα 227 πυροβόλα της Εθνοφρουράς, τα οποία δέσποζαν της πρωτεύουσας από την κορυφή των λόφων της Μπελβίλ και της Μονμάρτρης, όπου ήταν τοποθετημένα. Τόσο η Εθνοφρουρά όσο και οι κάτοικοι των δυο συνοικιών αντέδρασαν, με αποτέλεσμα ο στρατηγός να διατάξει πυρ. Οι άνδρες του αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε επιτόπου. Στις 18 Μαρτίου, η εξέγερση ήταν γεγονός. Έχοντας στη κατοχή τους τα πυροβόλα και 500.000 όπλα, οι εξεγερθέντες απειλούσαν άμεσα την κυβέρνηση, παρά την παρουσία πρωσικών στρατευμάτων στα περίχωρα. Έντρομοι, ο Thiers και οι υπουργοί του αναζήτησαν καταφύγιο στις γειτονικές Βερσαλλίες. Τους ακολούθησαν 100.000, περίπου, κάτοικοι των εύπορων δυτικών συνοικιών.

Στις 26 Μαρτίου, οι Παριζιάνοι προσήλθαν στις κάλπες, προκειμένου να εκλέξουν τους 92 εκπροσώπους του ονομαζόμενου Συμβουλίου της Κομμούνας, ενός αυτοσχέδιου ανώτατου οργάνου, επωμισμένου με τη διοίκηση της πρωτεύουσας. Με δεδομένη μεγάλη εκροή κατοίκων εξαιτίας της πολύμηνης πολιορκίας αλλά και της πρόσφατης εξέγερσης, παρατηρήθηκε αποχή της τάξεως του 52%. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα εκδόθηκε σωρεία νόμων για θέματα  Δικαιοσύνης, Παιδείας, Κοινωνικής Πρόνοιας, Πολιτισμού κλπ. Παρά τις όποιες αντιθέσεις στους κόλπους του Συμβουλίου της Κομμούνας, προέκυψε συσπείρωση των μελών, όταν, περί τα τέλη Απριλίου, τα κυβερνητικά στρατεύματα περικύκλωσαν την πρωτεύουσα και έθεσαν εκ νέου το Παρίσι υπό καθεστώς πολιορκίας. Στις 21 Μαΐου, τα τελευταία, διαθέτοντας και τη διακριτική υποστήριξη του Bismarck, εισήλθαν μέσα στην πόλη Ακολούθησε μια εβδομάδα σκληρών μαχών, γνωστή ως “Αιματηρή εβδομάδα” (Semaine sanglante). Έως τις 28, η κυβέρνηση είχε ανακτήσει τον πλήρη έλεγχο της πρωτεύουσας. Παρατηρήθηκαν κρούσματα βίας όλων των ειδών, αρχής γενομένης από ομαδικές εκτελέσεις ομήρων, στις οποίες προέβησαν αμφότερα τα αντιμαχόμενα μέρη. Έπειτα από την καταστολή της εξέγερσης, η γαλλική Δικαιοσύνη απήγγειλε 10.137 καταδίκες (92 εις θάνατο, 251 σε καταναγκαστικά έργα, 4.586 σε εξορία, κυρίως στη Νέα Καληδονία και σε φυλάκιση). Εκτελέστηκαν οι 23 από τις 92 θανατικές καταδίκες. Το 1880 χορηγήθηκε γενική αμνηστία. Με Νόμο της 26ης Νοεμβρίου 2016, η γαλλική Εθνοσυνέλευση ψήφισε την ηθική αποκατάσταση των θυμάτων της κυβερνητικής καταστολής του Μαΐου.

Οι δυο μήνες της Παρισινής Κομμούνας, ειδικότερα δε η “Αιματηρή εβδομάδα”, άφησαν το στίγμα τους και στα μνημεία της πόλης. Οι εξεγερθέντες κατέστρεψαν τον κίονα της πλατείας Vendôme, σύμβολο του Βοναπαρτισμού, καθώς είχε κατασκευαστεί από τα κατασχεθέντα αυστριακά και ρωσικά πυροβόλα της μάχης του Αούστερλιτς (1805). Σε πολλά σημεία, κεντρικά και μη, υψώθηκαν οδοφράγματα με κυρίαρχο υλικό τις πέτρες από τα καλντερίμια των διαφόρων οδών και λεωφόρων. Ας σημειωθεί ότι επί των ημερών του Ναπολέοντα Γ΄, η γαλλική πρωτεύουσα είχε γνωρίσει μια περίοδο αξιόλογης πολεοδομικής αναβάθμισης. Ταυτόχρονα με την είσοδο των κυβερνητικών δυνάμεων, οι εξεγερθέντες πυρπόλησαν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα και σημαντικά μνημεία. Μεταξύ άλλων, καταστράφηκαν ολοσχερώς τα βασιλικά ανάκτορα του Κεραμεικού (Palais des Tuileries), το Δημαρχείο της πόλης καθώς και τμήμα των ανακτόρων του Λούβρου.

Στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Βραζιλίας, στο Ρίο ντε Τζανέϊρο, φιλοξενείται ένα φωτογραφικό άλμπουμ, το οποίο περιέχει 110 φωτογραφίες από τις ημέρες της Κομμούνας. Απεικονίζονται στιγμιότυπα από την πολιορκία και τις καταστροφές, οι οποίες έλαβαν τότε χώρα. Οι φωτογραφίες αυτές τραβήχτηκαν από τον Auguste Bruno Braquehais (1823-1875), έναν Γάλλο πρωτοπόρο του φωτορεπορτάζ. Συγκεντρώθηκαν από τον αυτοκράτορα Πέτρο Β΄ της Βραζιλίας (1825-1891), ο οποίος, με τη σειρά του, τις δώρισε στην Εθνική Βιβλιοθήκη της χώρας του. Έκτοτε, εντάχθηκαν και ανήκουν στη συλλογή  Thereza Christina Maria.

Τα πυροβόλα του λόφου της Μονμάρτρης.

 

Η καταστροφή του κίονα της πλατείας Vendôme.

 

Το άγαλμα του Ναπολέοντα Α΄, σύμβολο του Βοναπαρτισμού, το οποίο κοσμούσε την κορυφή του κίονα.

 

Oδόφραγμα της Εθνοφρουράς στην rue de Castiglione.

 

Οδόφραγμα της Εθνοφρουράς στην είσοδο της πλατείας Vendôme.

 

Ο στρατιωτικός διοικητής του τομέα της πλατείας Vendôme.

 

Οδόφραγμα της Εθνοφρουράς στην rue de la Paix.

 

Οδόφραγμα μπροστά από το Υπουργείο Ναυτικών στην πλατεία Concorde.

 

Η λεωφόρος της Μεγάλης Στρατιάς (avenue de la Grande Armée) και η Αψίδα του Θριάμβου.

 

Το Δημαρχείο του 1ου δημοτικού διαμερίσματος και η εκκλησία Saint-Germain l’ Auxerrois, από την οποία στις 23 Αυγούστου 1572 είχε δοθεί το σύνθημα για τη σφαγή της νύκτας του Αγίου Βαρθολομαίου.

 

Το Δημαρχείο του Παρισιού.

 

Το Δημαρχείο έπειτα από την πυρκαγιά.

 

Τα Ανάκτορα του Κεραμεικού (Palais des Tuileries).

 

Τα Ανάκτορα του Κεραμεικού και η θέα προς τον εσωτερικό περίβολο του Λούβρου

 

Η διασταύρωση των οδών Rivoli και Saint-Martin.

 

Το Δικαστικό Μέγαρο στις όχθες του Σηκουάνα. Αριστερά διακρίνεται η γέφυρα του Ναπολέοντα Α΄.

 

Τα ερείπια του Υπουργείου Οικονομικών στην rue de Rivoli.

 

Ερείπια στη rue du Bac, στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα.

 Υλικό εκτός συλλογής

Θέα από την Porte Maillot.

 

Οδόφραγμα στη γωνία των οδών Lafayette και Saint-Martin στις 18 Μαρτίου 1871, πρώτη ημέρα της εξέγερσης.

 

Οδόφραγμα της rue de Flandre, στο ΒΑ άκρο του Παρισιού, στις 18 Μαρτίου 1871.

 

Τα πυροβόλα του λόφου της Μονμάρτρης.

 

Louise Michel, από τις πρωτοστάτριες της εξέγερσης.

 

Το Δημαρχείο στις φλόγες.

 

Οι πυρκαγιές της “Αιματηρής εβδομάδας”.

1871 : la Commune de Paris

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

 Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

“Μικρός Ήρως”. Η περίοδος της Κατοχής και της Αντίστασης μέσα από τα κόμικς

“Μικρός Ήρως”. Η περίοδος της Κατοχής και της Αντίστασης μέσα από τα κόμικς

 

Ο Μικρός Ήρως ήταν εβδομαδιαίο περιοδικό που συνέγραφε ο Στέλιος Ανεμοδουράς με το ψευδώνυμο «Θάνος Αστρίτης«¹ ² ³ και διάνθιζε με σχέδιά του κυρίως ο Βύρων Απτόσογλου⁴ ⁵. Πρόκειται για τις περιπέτειες τριών ηρωικών Ελληνόπουλων (του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας και του «Σπίθα») κατά τη διάρκεια της κατοχής και του αγώνα τους απέναντι σε Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους φασίστες.⁶ Κυκλοφόρησε για μία ολόκληρη 15ετία, από τις 24 Φεβρουαρίου του 1953⁷ (με τίτλο 1ου τεύχους «Ελεύθερος Σκλάβος«) έως τις 18 Ιουνίου του 1968,⁸ όταν και διακόπηκε απότομα στο τεύχος 798⁹ (τίτλος: «Ένας Μικρός, Μικρός, Μικρός Ήρως«) για να συνεχισθεί αργότερα με πλήρη εικονογράφηση. Η αρχική έκδοση περιλαμβάνει συνολικά 25.536 σελίδες.¹º Στις 5 Μαΐου του 1995 κυκλοφόρησε το τεύχος 577 (Β΄περιόδου) του περιοδικού Αντί, το οποίο προσέφερε στους αναγνώστες του δυο ακόμη ανέκδοτα τεύχη του «Μικρού «Ηρωα», τα υπό αριθμούς 799 και 800,¹¹ που ολοκλήρωσαν τη σειρά. Επανεκδόθηκε αρκετές φορές και έχει διασκευασθεί και για το θέατρο.¹² ¹³ Σήμερα, κυκλοφορούν συλλεκτικοί τόμοι από τις ομώνυμες εκδόσεις (εκδόσεις «Μικρός Ήρως» – πρώην «Comics & Crosswords Puplications L.P.«) του εγγονού του Στέλιου Ανεμοδουρά,  Λεωκράτη Ανεμοδουρά.¹⁴ ¹⁵ Ο Μικρός Ήρως επανεκδόθηκε αρκετές φορές, είτε υπό μορφή κόμικς πλήρους εικονογράφησης (1968 – 1971), είτε υπό μορφή κειμένου με εικόνες, είτε υπό μορφή συλλεκτικών τόμων (1986) ή με μορφή μόνο κειμένου (2003 στην εφημερίδα Καθημερινή με τόμους των 8 τευχών) ή με τόμους της πρωτότυπης εικονογράφησης (2013 στο Πρώτο Θέμα με τόμους των 5). Τη δεκαετία του ’70, το ανάγνωσμα φιλοξενήθηκε στο περιοδικό Μπλεκ με τη μορφή κειμένου με λίγες, διάσπαρτες εικόνες.

 

Ιστορικό και προσανατολισμός

Το περιοδικό κυκλοφορούσε υπό μορφή τριπλής έκδοσης, με δύο δηλαδή ανατυπώσεις εντός της ίδιας εβδομάδας και αγαπήθηκε πολύ από τις πρώτες μεταπολεμικές γενιές,¹⁶ σε μία προσπάθεια του δημιουργού του να αμβλύνει μέσω αυτού τις οδυνηρές συνέπειες του πολέμου, της κατοχής και του εμφυλίου σπαραγμού, που είχαν μόλις προηγηθεί.¹⁷ Στόχος του Ανεμοδουρά, όπως ο ίδιος έχει αναφέρει σε συνεντεύξεις του, δεν ήταν τόσο η απόδοση υψηλών λογοτεχνικών εκφράσεων, όσο η χρήση λιτής και κατανοητής γλώσσας,¹⁸ αλλά και η αποφυγή διχαστικών αναφορών, προκειμένου να επιτύχει την ανάδειξη αισθήματος πατριωτικής υπερηφάνειας και ομόνοιας, κάτι που πίστευε ότι είχε τόσο ανάγκη η γενιά των νεαρών, κυρίως, αναγνωστών εκείνη τη δύσκολη εποχή.¹⁹

Ο Στέλιος Ανεμοδουράς με την οικογένειά του.

 

Συντελεστές της έκδοσης

Πλην του Βύρωνα Απτόσογλου, σχέδια της έκδοσης επιμελήθηκαν οι Θέμος Ανδρεόπουλος (εξώφυλλα στα τεύχη 263-278 και εσωτερική εικονογράφηση στα τεύχη 253-272),²º ο Δημήτρης Αντωνόπουλος²¹ στην πλήρως εικονογραφημένη εκδοχή και οι Δημήτρης Χαντζόπουλος και Βαγγέλης Χερουβείμ (τεύχη 799-800). Επίσης, σχέδια της σειράς φιλοτέχνησε και ο Κώστας Φραγκιαδάκης²² στην ιστορία Η Κατερίνα Κινδυνεύει, της οποίας το σενάριο έγραψε ο Γιώργος Βλάχος. Η ιστορία δημοσιεύθηκε στο επίτομο έργο «ΗΡΩΕΣ του Στέλιου Ανεμοδουρά» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Comics & Crosswords Publications» (2015). Οι Γ. Βλάχος και Φραγκιαδάκης δημιούργησαν πέντε ακόμη σπονδυλωτές ιστορίες του Μικρού Ήρωα, οι οποίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο με τίτλο Μικρός Ήρως – Η Ακρόπολη Κινδυνεύει που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως».²³ ²⁴ Ακόμη, στις 20 Οκτωβρίου του 2019, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μικρός Ήρως» (μέσω εφημερίδας) μία νέα περιπέτεια με τίτλο Το Ταμπούρι της Λευτεριάς, των ίδιων συντελεστών, βασισμένη σε πραγματικό γεγονός.²⁵

 

Μεταφορά στο θέατρο, σχετικές εκδόσεις και εκδηλώσεις

Το 1976 το Ελεύθερο Θέατρο παρουσίασε στο Άλσος Παγκρατίου το σπονδυλωτό έργο «Το τραμ το τελευταίο»,²⁶ όπου τους ρόλους του Γιώργου Θαλάσση, της Κατερίνας και του Σπίθα ερμήνευσαν αντίστοιχα ο Ντίνος Λύρας, η Υβόννη Μαλτέζου και ο Γιώργος Σαμπάνης. Στην εκδήλωση εκείνη ακούσθηκε για πρώτη φορά η σύνθεση (σε στίχους και μουσική δική του) του Λουκιανού Κηλαηδόνη «Πού είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει, Μικρέ μου Ήρωα Γιώργο Θαλάσση». Από κει και έπειτα, το ανάγνωσμα του Μικρού Ήρωα έχει μεταφερθεί αρκετές φορές στη θεατρική σκηνή²⁷ ²⁸ με αρχή ένα δρώμενο σε ποιητικό λόγο με τίτλο Ο Μικρός Ήρωας, το σκετσάκι που παρουσίασε ο Ηλίας Λάγιος σε φεστιβάλ του περιοδικού Αντί που δόθηκε στο Γκάζι παρουσία και του ίδιου του Στέλιου Ανεμοδουρά, το καλοκαίρι του 1995.²⁹ Ακολούθησε μια παράσταση η οποία δόθηκε το 2001 στη Θεσσαλονίκη, τιμής ένεκεν με το Δημήτρη Πιατά το ρόλο του Σπίθα, αλλά και στο Λυκαβηττό στις 17 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς.³º

Λουκιανός Κηλαηδόνης: «Πού είσαι τώρα και σ’ έχω χάσει, Μικρέ μου Ήρωα Γιώργο Θαλάσση»

Σχετική παράσταση, εξάλλου, διοργανώθηκε και από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος³¹ σε σκηνοθεσία του Γιάννη Ρήγα.³² Ο Γιώργος Νινιός ερμήνευσε το χαρακτήρα του Γιώργου Θαλάσση σε ένα δραματοποιημένο σκετς που παρουσιάσθηκε από την τηλεοπτική εκπομπή Νυχτερινός Επισκέπτης³³ του δημοσιογράφου Άρη Σκιαδόπουλου.³⁴ Ένα βραχύβιο ραδιοσίριαλ από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθήνα 9,84 ασχολήθηκε επίσης με τη σειρά, σε επιμέλεια του Δ. Πιατά. Σημαντικές εκδηλώσεις για το Μικρό Ήρωα έλαβαν χώρα σε Αγρίνιο, Ορεστιάδα και Πάτρα, αλλά και στο Χολαργό, με την τελευταία να έχει διοργανώσει ο Σύλλογος Φίλων του Μικρού Ήρωα ³⁵ (υπό την αιγίδα των εκδόσεων Περιοδικός Τύπος, των Γιώργου και Κατερίνας Ανεμοδουρά). Στις περισσότερες από αυτές, κεντρικός ομιλητής ήταν ο δημοσιογράφος Γιώργος Γ. Βλάχος, συγγραφέας του δίτομου έργου Μικρός Ήρως – Το λεξικό, που κυκλοφόρησε το 2005 από τον Περιοδικό Τύπο. Το Λεξικό παρουσιάσθηκε δις, στο ίδρυμα Μπενάκη για δημοσιογράφους και σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας με παρουσία 1.000 ακροατών, την ίδια χρονιά της έκδοσής του. Βιβλίο για τον Μικρό Ήρωα έχει επιμεληθεί και ο Ηλίας Λάγιος. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κατάρτι τον Ιούνιο του 2001.³⁶  Έκθεση για τον Μικρό ΄Ηρωα είχε οργανωθεί το 1996 στο Ψυχικό, όπως και στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (2003), η οποία διήρκεσε 15 ημέρες.³⁷ Παλαιότερα είχε σχεδιασθεί μια προσαρμογή του έργου σε κινούμενα σχέδια, ενώ προτάθηκε και η παραγωγή κινηματογραφικής ταινίας,³⁸ χωρίς ωστόσο κάτι από τα δυο να έχει ακόμη υλοποιηθεί.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σύνδεση με την πραγματικότητα και αντιδράσεις

Ο Ανεμοδουράς παρότι ο ίδιος υπήρξε, κατά δήλωσή του, μέλος της ΚΝΕ, απέφυγε να αναφέρει στο σενάριό του τις (υπαρκτές) αντιστασιακές ομάδες που έδρασαν στην κατοχική Ελλάδα, προκειμένου να μην αναφερθεί και στις μεταξύ τους συγκρούσεις. Το γεγονός αυτό όμως προκάλεσε την αντίδραση της Αριστεράς,³⁹ που προσπάθησε με ανακοινώσεις να υποβαθμίσει το περιοδικό.⁴º Υπήρξε και μια περίπτωση που παραλίγο να προκληθεί διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Ελλάδας και Μεγ. Βρετανίας μετά από απαίτηση των Βρετανών το περιοδικό να μην κυκλοφορεί στην υπό βρετανική ακόμη Κύπρο.⁴¹

 

Χαρακτηριστικά και επιρροή

Ο Μικρός Ήρως ήταν το πρώτο, αμιγώς ελληνικό περιοδικό⁴² με pulp-fiction θεματολογία.⁴³ Για τη συγγραφή του, ο Ανεμοδουράς δανείσθηκε στοιχεία ηρώων της παγκόσμιας λογοτεχνίας και μιας παράδοσης λαϊκής κουλτούρας,⁴⁴ από την οποία ήταν επηρεασμένος. Το ανάγνωσμα, γραμμένο σε επικό ύφος,⁴⁵ ⁴⁶ ήταν επικεντρωμένο σε μια τριάδα κύριων χαρακτήρων⁴⁷ που διέθεταν εκπληκτικές, σχεδόν υπερφυσικές, ικανότητες.⁴⁸ Ως περιοδικό επηρέασε τους ευαίσθητους νεαρούς αναγνώστες⁴⁹ των δεκαετιών του ’50 και του ’60,⁵º όταν ακόμη η Αθήνα ελάχιστα διέφερε από την εικόνα που είχε κατά τα χρόνια της κατοχής. Έτσι, οι περισσότεροι από τους αναγνώστες του εντύπου ταυτίστηκαν με τους πρωταγωνιστές του⁵¹ και αυτό αποδεικνύεται από τις «μάχες» που παίζονταν από παιδιά στους δρόμους και όπου οι συμμετέχοντες μιμούνταν τους ήρωες της ιστορίας.⁵² Έχει διατυπωθεί η άποψη, ωστόσο, πως ο Μικρός Ήρωας δεν επηρέασε ούτε στο ελάχιστο τη νέα γενιά της εποχής του, ούτε αναφερόταν στην Εθνική Αντίσταση, αλλά εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της κυβέρνησης του μετεμφυλιακού, δυτικόφιλου ελληνικού κράτους.⁵³ Το ανάγνωσμα κατηγορήθηκε επίσης, για πουριτανισμό.⁵⁴ Μέσω του εντύπου πάντως, διαμορφώθηκε μια συγκεκριμένη κουλτούρα,⁵⁵ που διατηρεί έως και πρόσφατα τα χαρακτηριστικά που την ανέδειξαν. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις αρκετών Ελλήνων πολιτικών, όπως αποτυπώθηκαν κατά καιρούς.⁵⁶ Επίσημα δηλωμένοι φίλοι του Μικρού Ήρωα έχουν δηλώσει οι Νίκος Κωνσταντόπουλος, Γιάννης Δημαράς, Θόδωρος Κασσίμης, Σπύρος Ορνεράκης.⁵⁷ Για την έκδοση του περιοδικού, ο Μανώλης Γλέζος ευχήθηκε κάθε επιτυχία.⁵⁸ Στις 6 Νοεμβρίου 1997, το περιοδικό και ο δημιουργός του τιμήθηκαν από το Δήμο Αθηναίων.⁵⁹

 

 

Περίοδοι έκδοσης

Το περιοδικό από την πρώτη κυκλοφορία του έχει ανατυπωθεί και επανεκδοθεί πολλές φορές.

  • 1η έκδοση (1953 – 1968, συνολικά κυκλοφόρησαν 798 τεύχη μέχρι το 1968 όπου η κυκλοφορία του περιοδικού ανεστάλη επειδή η δύο εβδομάδων διακοπή της κυκλοφορίας όλων των εντύπων που επέβαλλε το δικτατορικό καθεστώς, σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, κατέστρεψαν το περιοδικό όπως ανέφερε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του ο εκδότης και συγγραφέας του περιοδικού Στέλιος Ανεμοδουράς).

Από το 1961 το περιοδικό κυκλοφορούσε 2 φορές μέσα στην ίδια εβδομάδα (με την ένδειξη «Ανατύπωσις») και από το 1966 τρεις φορές, τις Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο.

Οπότε διαμορφώθηκαν οι εξής εκδόσεις:

  • 2η έκδοση (1961 – 1968)
  • 3η έκδοση (1966 – 1968)

Εν συνεχεία:

  • 4η έκδοση (1976): Εβδομαδιαίο περιοδικό (κείμενο με εικόνες) το οποίο περιείχε και άλλες εικονογραφημένες ιστορίες. Εκδόθηκαν 28 τεύχη (Γενικαί Εκδοτικαί Επιχειρήσεις Ο.Ε.). Εικονογράφηση εξώφυλλων από το Βύρωνα Απτόσογλου.
  • 5η έκδοση (1985-1987) Κυκλοφόρησαν 100 τόμοι των 8 τευχών εκτός του τελευταίου που περιείχε 6 υπό μορφή κειμένου μόνο χωρίς εικόνες (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).

Το 1995 το περιοδικό Αντί (τεύχος 577), έκανε αφιέρωμα στον Μικρό Ήρωα , δημοσιεύοντας δυο αδημοσίευτες ιστορίες και έτσι το περιοδικό έκλεισε τον κύκλο του στον αριθμό των 800 τευχών. Τις ιστορίες του τεύχους 799 συνέγραψαν οι Σωτήρης Δημητρίου, Ξενοφών Μπρουντζάκης, Αλέξης Πανσέληνος και Ηλίας Λάγιος και του τεύχους 800 ο Στέλιος Ανεμοδουράς.⁶º

  • 6η έκδοση (2000): Σε τεύχη η έκδοση έφτασε τον αριθμό 104 τεύχη και στη συνέχεια κυκλοφόρησαν μεμονωμένα μαζί με ένα τόμο του 1985 (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).
Εξώφυλλα 1ης έκδοσης.

Στη συνέχεια (28η Οκτωβρίου 2003) κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος (1985) από την εφημερίδα Η Καθημερινή και την επόμενη χρονιά (28η Οκτωβρίου 2004) κυκλοφόρησε ο δεύτερος τόμος από την ίδια εφημερίδα.

  • 7η έκδοση (2013): Κυκλοφόρησαν 6 συλλεκτικοί τόμοι των 5 τευχών από την εφημερίδα Πρώτο Θέμα. Η 7η έκδοση συνεχίζεται έως και σήμερα από την νέα εκδοτική εταιρία του Λεωκράτη Ανεμοδουρά Comics & Crosswords Publications Ε.Ε. / Εκδόσεις Μικρός Ήρως. Από την προαναφερόμενη εταιρία κυκλοφόρησαν δύο τόμοι (7,8) και στη συνέχεια η έκδοση διακόπηκε λόγω οικονομικών προβλημάτων. Την 8η και 15η Ιουνίου 2014 κυκλοφόρησαν 2 ακόμα τόμοι από την εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής, ενώ η έκδοση συνεχίσθηκε από την εταιρία Comics & Crosswords Publications Ε.Ε. / Εκδόσεις Μικρός Ήρως. Στην πορεία του εκδόθηκαν συνολικά 40 τόμοι (τεύχη 1-200), 6 Ειδικές Εκδόσεις και διάφορες ιστορίες που εκδόθηκαν σε άλλες εκδόσεις (πχ. Ήρωες του Στέλιου Ανεμοδουρά).

 

«Εικονογραφημένος Μικρός Ήρως»

  • 1η έκδοση (1η Ιουλίου 1968 – 1971, Γενικαί Εκδοτικαί Επιχειρήσεις Ο.Ε.) Εκδόθηκαν 64 15θήμερα τεύχη, με επεισόδια από την 1η έκδοση από το τεύχος 90 και μετά, σε πλήρη εικονογράφηση-μορφή κόμικς.
  • 2η έκδοση (2004 – 2005) Αναπαράχθηκαν 15 συλλεκτικοί τόμοι σε επιμέλεια Νίκου Ζώη (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).
  • 3η έκδοση (ένα τεύχος, 2007) σε επιμέλεια Νίκου Ζώη και εικονογράφηση Κώστα Φραγκιαδάκη (Περιοδικός Τύπος Α.Ε.).

 

Κεντρικοί χαρακτήρες


Γιώργος Θαλάσσης

Ο Γιώργος Θαλάσσης είναι ένα έφηβο παιδί, ορφανό από πατέρα και άριστο γνώστη πολεμικών τεχνών, το οποίο αποφασίζει να δώσει τον υπέρ-πάντων αγώνα για την απελευθέρωση της Ελλάδας από το ζυγό των κατακτητών, κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής της Ελλάδας, από Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους. Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο ίδιος ο Στέλιος Ανεμοδουράς στο πρώτο τεύχος του αναγνώσματός του με τίτλο Ελεύθερος Σκλάβος (σελ. 18-20) ο Γιώργος Θαλάσσης φέρεται να έχει γεννηθεί το έτος 1930 στον Πειραιά και είναι το μοναδικό παιδί μιας αστικής, εύπορης οικογένειας. Οι δυο γονείς του, ωστόσο, σκοτώνονται κατά την ανατίναξη του σπιτιού τους σε βομβαρδισμό του λιμανιού του Πειραιά από τη γερμανική αεροπορία, ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη στις 6 Απριλίου του 1941 και ο μικρός Γιώργος μένει ορφανός. Παρά το ότι η κατοικία του έχει καταστραφεί ολοσχερώς, ο ίδιος διασώθηκε καθώς τη στιγμή της καταστροφής έπαιζε έξω απ’ το σπίτι με άλλα παιδιά. Εν συνεχεία ο Γιώργος Θαλάσσης αγωνίζεται να επιβιώσει πουλώντας χαρούπια και εν-τέλει νοικιάζει ένα μικρό δωματιάκι, όπου καταφέρνει να στεγαστεί. Η δράση του εντοπίζεται από την άνοιξη του 1943 έως περίπου το καλοκαίρι του 1944.

Πιστοί σύντροφοι στις προσπάθειές του στέκονται η αγαπημένη του Κατερίνα, με την οποία τον συνδέει πλατωνική ερωτική σχέση και το «αιώνια πεινασμένο παιδί», ο ευτραφής, καλοκάγαθος Σπίθας.

Κατερίνα

Η Κατερίνα είναι μια έφηβη κοπέλα η οποία λαμβάνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση του ελληνικού λαού, απέναντι στους Γερμανούς, Ιταλούς και Βούλγαρους κατακτητές, στο πλευρό του Γιώργου Θαλάσση και του Σπίθα.

Σπίθας 

Ο Σπίθας είναι έφηβος με μικρή διανοητική καθυστέρηση και απόλυτα αφοσιωμένος φίλος του Γιώργου Θαλάσση στον αγώνα τους κατά τη διάρκεια της Κατοχής εναντίον των Γερμανών, Ιταλών και Βουλγάρων κατακτητών. Μαζί με την Κατερίνα, συνιστούν μια ακαταμάχητη τριάδα ηρώων.

Πέτρος Αλατζάς (Γιώργος Θαλάσσης), Κατερίνα Παπουτσάκη (Κατερίνα), Δημήτρης Πιατάς (Σπίθας), τον Ιούνιο του 2001 στο Θέατρο Λυκαβηττού.

Δευτεραγωνιστές

Όπως αναφέρει ο Γιώργος Γ. Βλάχος από τις σελίδες του περιοδικού πέρασαν κατά καιρούς αρκετοί υποστηρικτικοί χαρακτήρες, που καθέναν τους διέκρινε ένα ιδιαίτερο χάρισμα και που όλοι θυσιάστηκαν στον αγώνα για την ελευθερία. Κατά σειρά εμφάνισης, αυτοί ήσαν: «Κεραυνός», «Νίκος Γαλανός», «Διαβολάκος», «Αρτέμιος», «Ζουζούνι», «Τζιτζίκι», «Πιτσιρίκος», «Πειραχτήρι», «Γάτος», «Γαβριάς», «Σουσουράδα», «Μπόμπιρας», «Κύπρος», «Χαζούλης», «Σαΐτας», «Τζάγκουαρ», «Λίλιπουτ», «Μιμόζα».

Αντίπαλοι

Μεταξύ των περίπου 150 εχθρικών πρακτόρων, κατασκόπων και αντιπάλων που εμφανίσθηκαν στο ανάγνωσμα, ξεχωρίζουν οι “Σεϊτάν Αλαμάν”, «Φροϊλάιν Χ», «Κόρακας», «Τζαναβάρ», «Γολιάθ», «Τσιν-Τσιν», «Γιαχαμούτο Κοτούλα», «Μαριλένα», «Πράκτωρ Ντράκουλα», «Νάνος», «Ωραίος», «Γεράκι» κ.α.

Το εξώφυλλο του τεύχους Το μυστικό της Σφίγγας -Σεϊτάν Αλαμάν.
Φροϊλάιν Χ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν υπήρχαν ήρωες (Ανεμοδουράς) – Νυκτερινός Επισκέπτης, 1994

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  Σπονδή στο Θάνο Αστρίτη

² «Ο Μικρός Ήρωας – Έτσι άρχισαν όλα»

³  Ηλίας Λάγιος, συνέντευξη από το Στ. Ανεμοδουρά στο περιοδικό «Ωλήν» (1982)

⁴  Lampiek(Comiclopedia):Byron Aptosoglou

⁵  «Ο Μικρός Ήρωας» επιστρέφει στο ΘΕΜΑ»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 27 Ιουλίου 2016. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2017.

⁶  «Ο «Μικρός Ήρωας», Γιώργος Θαλάσσης που πολεμούσε τον κατακτητή με τις υπερδυνάμεις του. Το κόμικ που έδινε κουράγιο στο λαό…»

⁷  Μανώλης Πιμπλής, ‘Ήρως ετών 50, τόμων εκατό», εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», φύλλο 21-2-2003

⁸  Γιώργος Γ. Βλάχος, «ΉΡΩΕΣ του Στέλιου Ανεμοδουρά», έκδοση «Comics & Crosswords publications», Αθήνα 2015, σελ. 49

⁹  Μανώλης Μαρκαντωνάκης στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Χανιώτικα Νέα»: «Ηρωες των παιδικών μας χρόνων»

¹º Άρης Μαλανδράκης, «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», φύλλο της 27 Οκτωβρίου 2002, σελ.   18: «Τα χρωματιστά ΌΧΙ»

¹¹ «Μεγάλος Διαγωνισμός “ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΑΣ”»

¹² Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος:«O ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ» συνεχίζεται στο Θέατρο ΕΜΣ έως 26 Απριλίου

¹³ Ο «Μικρός Ηρως» σαλτάρει στον Λυκαβηττό

¹⁴ «Ο «Μικρός Ήρωας» και ο «Μπλεκ» ξαναζωντανεύουν»

¹⁵ «Μεγάλη επιστροφή του «Μικρού ήρωα»»

¹⁶ «Γ.Ανεμοδουράς: Ο Μικρός Ήρωας χάνεται στις “πράσινες” επενδύσεις«

¹⁷ Γιάννης Κουκουλάς: «Από τη ζούγκλα στο Διάστημα«

¹⁸ «Παναγιώτης Κακαβιάς (1994): «Συνομιλία με τον Στέλιο Ανεμοδουρά»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2017.

¹⁹ «Ο “Μικρός Ήρως και η εποχή του»

²º Άρης Μαλανδράκης, «Το Χρωματιστό ΟΧΙ», αφιέρωμα «Ε» (27-10-2002), σελ. 18-19

²¹ Μαλανδράκης, ο.π.

²² «‘ΗΡΩΕΣ του Στέλιου Ανεμοδουρά’ – Αναβίωση παλαιών τίτλων με μεράκι»

²³ «Ο Μικρός Ήρως – Η Ακρόπολη Κινδυνεύει!»»

²⁴ «Ο Μάιος είναι Μήνας “Μικρός Ήρως” στη Λέσχη Φίλων Κόμικς!»

²⁵ «Ο Μικρός Ήρως – Το Ταμπούρι της Λευτεριάς» Ανακτήθηκε στις 20/10/2019

²⁶ ««Το τραμ το τελευταίο»»

²⁷ «»Πρεμιέρα της θεατρικής παράστασης «Ο Μικρός Ήρως»»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 15 Απριλίου 2013. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2017.

²⁸ «Ο «Μικρός Ηρωας»… ζωντανεύει»

²⁹ «Ο Μικρός Ήρως – 50 χρόνια 2003» (επετειακή έκδοση)

³º «50 χρόνια Μικρός» (επετειακή έκδοση, 2003)

³¹ «Νεανική Σκηνή: Ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ (19/11/2012)»

³² «»Το κλασικό ανάγνωσμα ανεβαίνει διασκευασμένο στο ΚΘΒΕ.»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Οκτωβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 19 Μαΐου 2017.

³³ «»ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ με τον Άρη Σκιαδόπουλο-ΟΤΑΝ ΥΠΗΡΧΑΝ ΗΡΩΕΣ (ΑΝΕΜΟΔΟΥΡΑΣ)»». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 14 Ιουνίου 2016. Ανακτήθηκε στις 12 Μαΐου 2017.

³⁴ «»Στέλιος Ανεμοδουράς – 6 Μαΐου 2000″». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 10 Μαΐου 2017. Ανακτήθηκε στις 17 Μαΐου 2017.

³⁵ «Σύλλογος Φίλων του Μικρού Ήρωα, Πρόγραμμα εκδηλώσεων,4/2003»

³⁶ «Ο μικρός ήρως»

³⁷ «Ο «Μικρός Ήρως» του Στέλιου Ανεμοδουρά στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων»

³⁸ Γιώργος Βλάχος, «Η Ακρόπολη Κινδυνεύει» (εκδόσεις «ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΣ», Αθήνα, Μάϊος 2017), σελ. 168: «Μικροηρωική πορεία»

³⁹ Φίλιππος Φιλίππου, «Όταν η Αριστερά γύριζε την πλάτη στην αστυνομική λογοτεχνία», εφ. Η Αυγή, 2 Ιουνίου 2015.

⁴º Συνέντευξη του Στέλιου Ανεμοδουρά με τίτλο: «Αν συνέχιζα τον ‘Μικρό Ήρωα’ θα ήταν μελαγχολικός» στο περιοδικό «Αντί» της 5ης Μαΐου 1995, σελ. 15-24

⁴¹ Στέλιος Ανεμοδουράς, ο.π. σελ. 23

⁴² Απόστολος Μαγγανάρης, πρόλογος έκδοσης συλλεκτικών τόμων του περιοδικού (1985)

⁴³ Ηλίας Κανέλλης, «Ο χώρος αυτού του παρακάτω», αφιέρωμα περιοδικού «Αντί», τεύχος 577, σελ. 38

⁴⁴ Φίλιππος Φιλίππου, «Κρητική», αναδημοσίευση από την εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», 5 Αυγούστου 2001

⁴⁵ Ηλίας Λάγιος ως «Αλέξης Φωκάς» στο περιοδικό «Ωλήν» (1982)

⁴⁶ Γιώργος Κοροπούλης, «Για να γιορτάσουμε μια παιδική ηλικία», αφιέρωμα «Αντί», σελ. 53

⁴⁷ Γ. Κοροπούλης, ο. π., 52

⁴⁸ Πέτρος Μαρτινίδης, «Περί Μικρών και περί Μεικτών Ηρώων», περιοδικό «Αντί», τεύχος 577, σελ. 10

⁴⁹ Απόστολος Μαγγανάρης, συνέντευξη στο περιοδικό «Ωλήν» (1982)

⁵º Λεωνίδας Βαλασόπουλος, «Ο υπεράνθρωπος που έγινε… άνθρωπος και άλλες ιστορίες», «Αντί», τεύχος 577, σελ. 26

⁵¹ Κοροπούλης, ο.π., σελ. 55

⁵² Τάσος Καπερνάρος, «Ο Κλεομένης», αφιέρωμα περιοδικού «Αντί», σελ. 48

⁵³ Παναγιώτης Βενάρδος, «Ο Μικρός Ήρωας του Πειραιά», αφιέρωμα περιοδικού «Αντί», σελ. 46

⁵⁴ Γιώργος Μπράμος, αφιέρωμα «Αντί», σελ. 50: «Το Παιδί-Τέρας»

⁵⁵ Ηλίας Κανέλλης, ο.π.

⁵⁶ Οι Δημήτρης Αβραμόπουλος, Απόστολος Κράτσας και Μιχάλης Παπαγιαννάκης καταθέτουν τις απόψεις και τις αναμνήσεις τους από το «Μικρό Ήρωα» στις σελ. 56-57 του περιοδικού «Αντί» (τεύχος 577, 5-5-1995)

⁵⁷ Γιώργος Ανεμοδουράς, εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», φύλλο 21/2/2003

⁵⁸ Χειρόγραφο ευχητήριο με την υπογραφή του Μ. Γλέζου και ημερομηνία 21 Φεβρουαρίου 2003, στη σελ. 2 της επετειακής έκδοσης «Ο Μικρός Ήρως» (1953 – 2003)

⁵⁹ «50 χρόνια Μικρός Ήρως, οι σταθμοί», επετειακή έκδοση (2003)

⁶º Περιοδικό «Αντί», τεύχος 577, σελ. 3: «Αφιέρωμα-Ο Μικρός Ήρως»

 

 

Πηγές

 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

 

Πηγή κειμένου: Βικιπαίδεια

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα’ νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

Φόρος τιμής στον Απελευθερωτικό Αγώνα των Ελλήνων

«Όταν μου πειράξουν την πατρίδα και τη θρησκεία μου,

θα μιλήσω, θα’    νεργήσω κι’ ό,τι θέλουν ας μου κάνουν» 

Στρατηγός Μακρυγιάννης (από τα Απομνημονεύματά του)

 

article_15006
Ο Στρατηγός  Ιωάννης Μακρυγιάννης

Τότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη». 

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό’ χα, δεν τό’ δινα κανενός. Κι’ αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Έφυγαν αυτοί. Κι’ έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.

Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι’ εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι’ αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.

Πήγε να’ νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι’ αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι’ αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.

Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.

Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι’ αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι’ όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον. 

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».

Τo “Blitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

ΤoBlitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

Με τον όρο Blitz (από το γερμανικό Blitzkrieg κεραυνοβόλος πόλεμος) αποδίδονται  οι εκτεταμένοι  βομβαρδισμοί σε βάρος κατοικημένων περιοχών των Βρετανικών Νήσων, στους οποίους προέβη  από τον Σεπτέμβριο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 η Γερμανική πολεμική αεροπορία. Πρόκειται για μια σελίδα απαράμιλλου θάρρους και αυτοθυσίας, ενστικτώδους συσπείρωσης, ιώβειας στωικότητας και ψυχραιμίας, τέλος, μιας παραδειγματικής οργάνωσης του Βρετανικού λαού σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, από την ηγεσία έως τον καθημερινό πολίτη, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή του πολέμου. Έχει καταγραφεί από την Ιστορία σαν η επικράτηση της βούλησης και της πειθαρχίας ενάντια στην βία και στην αλαζονεία, από όπου και αν αυτές προέρχονται. Ενός λαού, συνεπαρμένου, στην κυριολεξία, από τα λόγια ενός ανεπανάληπτου πολεμικού ηγέτη, του Winston Churchill, ο οποίος, με τους πύρινους  λόγους του, γνώριζε καλά πώς να περιφρουρεί την αξιοπρέπεια και να ανυψώνει το ηθικό μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της δοκιμασίας, του πόνου και του σπαραγμού. 

“But if we fail, then the whole world, including the United States, including all that we have known and cared for, will sink into the abyss of a new dark age made more sinister, and perhaps more protracted, by the lights of perverted science. Let us therefore brace ourselves to our duties, and so bear ourselves, that if the British Empire and its Commonwealth last for a thousand years, men will still say, This was their finest hour”. 

Δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ προνομιούχων και μη. Τις συνέπειες του Blitz υπέστησαν όλες, ανεξαιρέτως, οι κοινωνικές τάξεις, καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος. Όπως είναι επόμενο, η πρωτοφανής αυτή συλλογική δοκιμασία δεν άφησε ασυγκίνητους τους καλλιτέχνες, οι οποίοι  αποτύπωσαν τη δική τους, υποκειμενική, εμπειρία, έτσι όπως την βίωσαν. Ξεχωρίζει ο μεγάλος γλύπτης Henry Moore, με τη γνωστή σειρά σχεδίων, που φέρει τον τίτλο Shelter drawings (Σχέδια των καταφυγίων), ένα σημαντικό μέρος της οποίας εκτέθηκε το καλοκαίρι του 2000 στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου, στο πλαίσιο της έκθεσης Henry Moore: Υπό το φως της Ελλάδος. Ξεχωριστή μνεία αξίζει και για τον Walter Nessler, ο οποίος, επηρεασμένος από το ιστορικό και από το περιεχόμενο του γνωστού πίνακα του Pablo Picasso Guernica (όπου περιγράφεται η ισοπέδωση της ομώνυμης πόλης από τη Γερμανική Πολεμική Αεροπορία το 1937, στο πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου), φιλοτέχνησε έναν δικό του πίνακα, τον οποίο τιτλοφόρησε Premonition (Προαίσθηση). Πρόκειται για έναν προάγγελο των όσων δεινών έμελλαν να λάβουν χώρα τρία χρόνια αργότερα.

Στις εικόνες, οι οποίες ακολουθούν, σκοπίμως αντιπαραβάλλονται τα ιστορικά γεγονότα και η καλλιτεχνική αποτύπωσή τους, προκειμένου να αναδειχθεί ανάγλυφα ο βαθμός αλληλεπίδρασης, αλλά και ο στενός συσχετισμός που υφίσταται ανάμεσα στην αντικειμενική διάσταση ενός φαινομένου και την υποκειμενική πρόσληψη και απόδοση του τελευταίου.

 The Blitz – WWII London

Walter Nessler, Premonition, 1937.

  

Joseph Gray, Battle of Britain: The First Blitz, 1940.

Anthony Gross, Fire in a Paper Warehouse, 1940.

 

                                       

Harry Bush, A Corner of Merton, 1940.

Henry Moore, The Shelter Perspective: The Liverpool Street Extension, 1941.

Henry Moore, Bunks and Sleepers, 1941.

 

Henry Moore, Pink and Green Sleepers, 1941.

Henry Moore, Woman Seated in the Underground, 1941.
Henry Moore, Eighteen Ideas for War Drawings, 1940.
Ο Henry Moore στο Mornington Crescent Station το 1940.

The Culture Show – Henry Moore (2010)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Μουσική και αθλητισμός

 

Η Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Clio Turbata

Μουσική και αθλητισμός

 

Αφιερώνεται στον Ευάγγελο Παπαδημήτρη,
εξαίρετο μουσικό και δάσκαλο του βιολιού,
λάτρη του ποδοσφαίρου, με αφορμή την
αποχώρησή του από την ενεργό δράση

 

Γνωρίζατε πως: τρεις γνωστοί μουσικοσυνθέτες εμπνεύστηκαν στα έργα τους από αγώνες αντισφαίρισης; Άλλοι δυο από αγώνες ράγκμπι; Ένας έκτος, φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers, συνέθεσε ένα μικρό έργο αφιερωμένο στην αγαπημένη του ομάδα; Ένας έβδομος, εξίσου φανατικός οπαδός της Zenit του Λένινγκραντ, ένα μπαλέτο του εξιστορεί τις περιπέτειες μιας ομάδας ποδοσφαίρου ευρισκόμενης σε περιοδεία στη Δυτική Ευρώπη; Ένας όγδοος, βίωσε, μεταφέροντάς την σε μουσικές νότες, μια τρομακτική εμπειρία τρέχοντας ως συνοδηγός με μια Lamborghini σε μεταμεσονύκτια ώρα; Ένας ένατος έγραψε, τo 1936, τον ύμνο της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου; Ένας δέκατος συνέθεσε ένα πασίγνωστο βαλς για τους παγοδρόμους; Ένας ενδέκατος, ανάμεσα στις πολλές πόλκες που ακούμε κατά καιρούς στην Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής ορχήστρας της Βιέννης, αφιέρωσε δυο από αυτές στον αθλητισμό; Και θα εκπλαγείτε διπλά συναντώντας μεταξύ των παραπάνω καταξιωμένων μουσικοσυνθετών τα ονόματα των Claude Debussy, Sir Edward Elgar, Richard Strauss, Dmitri Shostakovich, Erik Satie, Arthur Honegger, Charles Ives, John Adams, Mauricio Kagel, Emile Waltdeufel και, φυσικά, Josef Strauss. Στα παραπάνω ονόματα πρέπει να προστεθούν εκείνα δυο Ελλήνων (Σπύρος Σαμάρας και Βαγγέλης Παπαθανασίου) καθώς και του συγκροτήματος Queen. Όμως, η ονομαστική κατάσταση συνεχίζεται κι άλλο, καθώς πολλοί επώνυμοι συνθέτες δεν συμπεριλήφθηκαν στο παρόν αφιέρωμα. Πρόκειται για τους Jean Sibelius (Tennis at Trianon), Darius Milhaud (Le train bleu), Francis Poulenc (Gloria), Arnold Schoenberg (Notation 21),  Gwyneth V. Walker (Match Point),  Wilhelm Petersen-Berger  (Lawn Tennis),  François Dompierre (Hockey Legends). Η ήδη μακροσκελής κατάσταση δεν σταματά εδώ, αποδεικνύοντας πως οι δεσμοί της μουσικής με τον αθλητισμό είναι πολύ βαθύτεροι από όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως.

 

 1. Marc-Antoine Charpentier (1643 – 1704): Te Deum

Ούτε ο συνθέτης, ούτε και το προαναφερθέν έργο έχουν την παραμικρή σχέση με τον αθλητισμό. Απλούστατα λειτουργούν συνειρμικά, καθώς το Te Deum (1692) εδώ και πολλές δεκαετίες έχει επιλεγεί ως μουσική υπόκρουση των εξωτερικών τηλεοπτικών μεταδόσεων της Eurovision. Οι περισσότερες είναι αθλητικού χαρακτήρα. Για τον λόγο αυτό, το επιλέξαμε ως εισαγωγή του παρόντος αφιερώματος. Εκτελείται με όργανα εποχής.

Marc-Antoine Charpentier, Te Deum: Prélude. Rondeau

 

2. Claude-Achille Debussy (1862 – 1918): Jeux – poème dansé

Jeux (1913), είναι το τελευταίο κατά σειρά μπαλέτο που συνέθεσε ο Debussy. Φέρει τον χαρακτηρισμό «poème dansé» (χορευτικό ποίημα) και υπήρξε παραγγελία των περίφημων Ρωσικών Μπαλέτων του Sergei Diaghilev. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο περιθώριο ενός αγώνα αντισφαίρισης. Το μπαλάκι έχει χαθεί σε έναν κήπο, ακριβώς δίπλα από το γήπεδο. Οι νεαροί παίκτες, δυο γυναίκες και ένας άνδρας, έχουν διακόψει τον αγώνα και επιδοθεί στην προσπάθεια ανεύρεσης της μπάλας. Καθώς επικρατεί σκοτάδι και ο ηλεκτροφωτισμός του γηπέδου είναι ανεπαρκής, οι τρεις παίκτες αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν μικρά παιδιά. Παίζουν κρυφτό, κυνηγούν οι μεν τους δε, φιλονικούν άνευ λόγου και αιτίας, δυσανασχετούν. Η θερμή νύκτα και το λυκόφως που μόλις διακρίνεται στον ορίζοντα, διαχέουν μια ατμόσφαιρα ερωτισμού. Ο νεαρός διεκδικείται από τις δυο γυναίκες. Ωστόσο, όλα διακόπτονται απότομα εξαιτίας μιας δεύτερης μπάλας, την οποία ένα άγνωστο χέρι έχει πετάξει προς την πλευρά των τριών νεαρών. Αιφνιδιασμένοι και ανήσυχοι, οι τελευταίοι εξαφανίζονται μέσα στο σκοτάδι του κήπου. 

Αφίσα της πρεμιέρας, με τους πρωταγωνιστές Ludmilla Schollar, Vaslav Nijinsky και Tamara Karsavina.

Σε ένα αρχικό στάδιο ο Debussy εξέφρασε αντιρρήσεις ως προς την πλοκή του έργου. Υποχώρησε ωστόσο, όταν ο Diaghilev διπλασίασε την αμοιβή. Η πρεμιέρα (15 Μαΐου 1913 στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων του Παρισιού), σε χορογραφία του εκ των πρωταγωνιστών Vaslav Nijinski, άφησε το κοινό αδιάφορο. Γρήγορα επισκιάστηκε από τη θυελλώδη Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Igor Stravinsky. Ακόμη και επί των ημερών μας, το κομψοτέχνημα  αυτό σπάνια συγκαταλέγεται τόσο στο χορογραφικό όσο και στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Κι όμως, η εύθραυστη και αραχνοΰφαντη γραφή της παρτιτούρας καθιστά την τελευταία ως μια από τις πλέον αντιπροσωπευτικές και πρωτοπόρες συνθέσεις του μικρογράφου Γάλλου συνθέτη. Το 1988 κυκλοφόρησε μια εξαιρετική κριτική έκδοση από τον συνθέτη και μέγα ερμηνευτή της μουσικής του Debussy, Pierre Boulez (1925 – 2016).

Pierre Boulez conducts Debussy’s Jeux


 

3. Arthur Honegger (1892 – 1955): Rugby – Μouvement symphonique  N° 2 (H 67)

Φέροντας την ένδειξη Η 67 στον κατάλογο της μουσικής παραγωγής του Ελβετού συνθέτη, το Rugby είναι το δεύτερο από τα τρία συμφωνικά του ποιήματα (Pacific 231, Rugby, Mouvement symphonique N° 3). Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στις 19 Οκτωβρίου 1928 στο Παρίσι. Έπειτα από τη μεγάλη επιτυχία του Pacific 231 όπου μιμείται τον ήχο, τον οποίο παράγει μια ατμομηχανή, ο Honegger στράφηκε προς τον χώρο του αθλητισμού αναζητώντας το θέμα του δευτέρου συμφωνικού του ποιήματος. Για αρκετό καιρό ταλαντεύτηκε ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και το ράγκμπι προτού καταλήξει στην επιλογή του δευτέρου.

Αγώνας ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού το 1930.

Το Rugby, συνολικής διάρκειας 8 λεπτών της ώρας περίπου, ανάλογα με το tempo της εκτέλεσης, διαθέτει ένα μόνο μέρος. Ο συνθέτης αποποιείται τον χαρακτηρισμό της προγραμματικής μουσικής. Εκφράζει στη μουσική του γλώσσα τις επιθέσεις και αντεπιθέσεις, τον βίαιο ρυθμό και τις ανατροπές ενός αγώνα ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού. Στον διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό της μηχανής (Pacific 231) αντιτάσσει εδώ την πολυμορφία και την ποικιλία της ανθρώπινης κίνησης. Στο έργο αυτό δεν υπάρχει κανενός είδους ρυθμική οργάνωση. Η γραφή χαρακτηρίζεται από συγκοπές, ανάλογα με τις ανατροπές της εξέλιξης του αγώνα. Τα μουσικά θέματα ακολουθούν τις διάφορες φάσεις του αγώνα και περνούν από το ένα όργανο στο άλλο ακριβώς με τον τρόπο, με τον οποίο ένας παίκτης πετάει την μπάλα σε κάποιον άλλο. Η πολυφωνία, διακριτικό γνώρισμα του ύφους του Honegger, εκφράζει τις στατικές εκείνες φάσεις, όπου οι παίκτες γίνονται ένα κουβάρι διεκδικώντας την μπάλα. Το Rugby θεωρείται ως ένα από τα πλέον  δημοφιλή   έργα του συνθέτη. Στην εν γένει  σταδιοδρομία  του τελευταίου, συμβολίζει τη μετάβαση από την εποχή των έντονα περιγραφικών έργων σε εκείνη της απόλυτης μουσικής, όπως είναι οι πέντε συμφωνίες που έμελλαν  να ακολουθήσουν.

Rugby (Mouvement symphonique N° 2) Η 67


 

 4. Sir Edward William Elgar (1857 – 1934): Land of Hope and Glory

O Edward Elgar, ο κατ’ εξοχήν εκφραστής της βικτωριανής εποχής και ένας από τους μεγαλύτερους Βρετανούς συνθέτες, υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers. Η απαρχή έγινε τον Φεβρουάριο του 1898 όταν, από τις κερκίδες του γηπέδου Molineux (έδρα της Wolves), παρακολούθησε έναν αγώνα εναντίον της Stoke City. Έκτοτε, κάθε εβδομάδα σχεδόν, δεν δίσταζε να διανύσει με το ποδήλατο τα 64 χλμ., που χώριζαν τον τόπο διαμονής του, το Malvern στην επαρχία του Worcestershire, από το γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας. O Elgar υπήρξε ο πρώτος σε παγκόσμια κλίμακα που συνέθεσε ένα μουσικό έργο ειδικά για το ποδόσφαιρο. Εμπνευσμένος από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που εκθείαζαν τη δεξιοτεχνία, με την οποία ο επιθετικός της Wolves, Billy Malpass, κτυπούσε τα πέναλτι (He banged the leather for goal), πρόσθεσε λόγια σε μια προϋπάρχουσα σύντομη δική του σύνθεση για πιάνο, χρησιμοποιώντας την παραπάνω έκφραση ως τίτλο.

Είναι άξιον απορίας το γεγονός ότι το συγκεκριμένο τραγούδι, έστω και αν εξυμνεί τα κατορθώματα του παίκτη και της ομάδας, ουδέποτε ακούστηκε στις κερκίδες του Molineux. Πιθανότατα, ούτε ο ίδιος ο Elgar το άκουσε να εκτελείται ενόσω βρισκόταν εν ζωή. Ένα είναι βέβαιο: ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα από τον Percy Young, ειδικό στη μουσική του Elgar. Εκτελέστηκε, ενδεχομένως για πρώτη φορά, στις 26 Σεπτεμβρίου 2010, στο πλαίσιο μιας φιλανθρωπικής οργάνωσης, με τη συνδρομή της διοίκησης της ομάδας. Αντίθετα, η κερκίδα έχει υιοθετήσει εδώ και δεκαετίες, ως σύνθημα, μια από τις πλέον δημοφιλείς δημιουργίες του Elgar. Πρόκειται για τον ύμνο Land of Hope and Glory που ακούγεται κατά κόρον, ειδικότερα σε αγώνες της Εθνικής ομάδας. Σύμφωνα με τον ιστορικό της Wolverhampton Wanderers Graham Hughes, ο Elgar παρατηρούσε με ενδιαφέρον το πλήθος, που συνέρρεε προς το γήπεδο. Κάποιο Σάββατο θέλησε από περιέργεια να πάει κι εκείνος και έτσι κάπως ξεκίνησε η όλη ιστορία.

Στιγμιότυπο από αγώνα της  Wolverhampton Wanderers στο γήπεδο Molineux στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Ακολουθεί το Land of Hope and Glory όπως ακούστηκε το 2014 στην τελευταία βραδιά του κύκλου BBC Proms, στο Royal Αlbert Hall του Λονδίνου.

Land of hope and glory Last Night of the BBC Proms 2014


5. Dmitri Shostakovich
(1906 – 1975): Золотой век The Golden Age, op.22

To ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών” συνήθιζε να υποστηρίζει ο Dmitri Shostakovich, ένας από τους πλέον παραγωγικούς μουσικοσυνθέτες του 20ούαιώνα. Ίσως γι’ αυτό αποφάσισε να γράψει ένα ολόκληρο μπαλέτο γύρω από το συγκεκριμένο άθλημα, ξεπερνώντας κατά πολύ την προγενέστερη πρωτοβουλία του Elgar. Επιπρόσθετα, σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και αμετανόητος οπαδός της Zenit, ομάδας της γενέτειράς του, Λένινγκραντ.

Το μπαλέτο Золотой век – The Golden Age είναι έργο της νεανικής περιόδου του Shostakovich. Η πρεμιέρα έλαβε χώρα στις 26 Οκτωβρίου 1930 στο Θέατρο Kirov (σήμερα Mariinsky). Περιλαμβάνει τρεις πράξεις και έξι σκηνές και μπορεί να χαρακτηριστεί ως εν μέρει σάτιρα και εν μέρει προπαγάνδα. Εξιστορεί την περιοδεία μιας ομάδας ποδοσφαίρου εκτός των συνόρων της ΕΣΣΔ. Εκ των πραγμάτων, παίκτες και συνοδοί έρχονται σε επαφή με πολιτικά ανάρμοστους χαρακτήρες όπως μια ντίβα, ένας φασίστας, ένας επαγγελματίας ταραξίας, ένας νέγρος, και γενικότερα, με τον παρηκμασμένο και διεφθαρμένο τρόπο ζωής της Δύσης.

The Golden Age, Θέατρο Mariinskiy Αγίας Πετρούπολης, 2006.

Στη διάρκεια της παραμονής στο εξωτερικό η ομάδα υπέστη τα πάνδεινα, από μεροληπτική διαιτησία, αποδοκιμασίες του κοινού, εξαπάτηση, κατάχρηση εξουσίας έως τον άδικο εγκλεισμό στη φυλακή εξαιτίας ενεργειών της καταχθόνιας μπουρζουαζίας. Τελικά, οι παίκτες απελευθερώνονται χάρη σε μια εξέγερση της τοπικής εργατικής κοινωνίας, που ανατρέπει τους καπιταλιστές ηγεμόνες της περιοχής. Το έργο ολοκληρώνεται με έναν χορό συναδέλφωσης και αλληλεγγύης ανάμεσα στους παίκτες και τους ελευθερωτές τους. Παρά το άκρως προπαγανδιστικό περιεχόμενο, το έργο δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον αριθμό των 18 μόλις παραστάσεων. Λογοκρίθηκε από τις σοβιετικές αρχές επειδή συμπεριλάμβανε ρυθμούς και χορούς της Δύσης που ήταν προτιμότερο να μην περιέλθουν εν γνώσει του ρωσικού κοινού. Επρόκειτο για ένα πρώτο μήνυμα του καθεστώτος με αποδέκτη τον συνθέτη. Φαίνεται πως ο τελευταίος δεν το συνέλαβε, καθώς οι μεταξύ τους σχέσεις έμελλαν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά έξι χρόνια αργότερα, με αφορμή την όπερα Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ. Αργότερα, ο Shostakovich εξήγαγε από την παρτιτούρα του μπαλέτου μια σουΐτα, η οποία έχει ενταχθεί πλήρως στο συμφωνικό ρεπερτόριο και εκτελείται συχνά στις διάφορες αίθουσες συναυλιών.

The Golden Age / Rattle · Berliner Philharmoniker – τελικός χορός


 

6. Erik Satie (1866 – 1925): Sports et divertissements

Το Sports et divertissements είναι ένας κύκλος 21 μικρών έργων για πιάνο που ο εκκεντρικός  Γάλλος συνθέτης (μεταξύ άλλων είχε χρησιμοποιήσει ήχο γραφομηχανής στο έργο Parade, επιχειρήσει ανεπιτυχώς να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία, χρηματίσει πιανίστας στα καμπαρέ της Μονμάρτρης, τέλος, ιδρύσει μια θρησκευτική αίρεση, της οποίας υπήρξε…το μοναδικό μέλος), έγραψε το 1914. Παραμένει στο σαρδόνιο χιουμοριστικό πνεύμα που διατρέχει τις σουΐτες για πιάνο (1912-1915) και γενικότερα ολόκληρη την παραγωγή του Satie. Αρχικά κυκλοφόρησε ως ένας συλλεκτικός τόμος, ο οποίος περιείχε σε πανομοιότυπα (facsimile) την παρτιτούρα, ποιήματα του Satie, καθώς και την εικονογράφηση από τον σκιτσογράφο Charles Martin. Το 1923 κυκλοφόρησε μια επανέκδοση με νέα εικονογράφηση.

Η αρχική ιδέα ανήκε στον Lucien Vogel, εκδότη του, γνωστού για την εποχή, περιοδικού μόδας La Gazette du Bon Ton. Πρώτος κατά σειρά αποδέκτης της πρότασης υπήρξε ο Igor Stravinsky, ο οποίος όμως την απέρριψε. Πρέπει να επισημανθεί πως ακριβά συλλεκτικά άλμπουμ, τα οποία συνδύαζαν σχέδιο, μουσική και ποίηση ήταν της μόδας στο Παρίσι της άμεσης παραμονής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ως μαγιά λειτούργησαν τα σχέδια που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε ολοκληρώσει ο Martin. Περιλάμβαναν 20 στιγμιότυπα ανεμελιάς και αναψυχής, ορισμένα εκ των οποίων περιέγραφαν ενασχόληση με αθλήματα. Αυτό ακριβώς το οπτικό υλικό είχε κατά νου ο Satie όταν συνέθεσε τη μουσική. Η σειρά των κομματιών έχει ως εξής: 1. Choral inappetissant, 2. La Balançoire, 3. La Chasse, 4. La Comédie Italienne,  5. Le Réveil de la Mariée, 6. Colin-Maillard , 7. La Pêche, 8. Le Yachting, 9. Le Bain de Mer, 10. Le Carnaval, 11. Le Golf, 12. La Pieuvre, 13. Les Courses, 14. Les Quatre-Coins, 15. Le Pique-nique, 17. Le Tango (perpétuel), 18. Le Traîneau, 20. Le Feu d’artifice, 21. Le Tennis. 

Εικονογράφηση της δεύτερης έκδοσης του Sports et divertissements από τον Charles Martin, το 1923. Επάνω: Το γκολφ. Κάτω: Η ιστιοπλοΐα.

Όταν, το 1913, τα Ρωσικά Μπαλέτα ανέβασαν τα Jeux του Debussy, ο Satie βρισκόταν ακόμη σε φάση σύνθεσης του δικού του έργου. Έχοντας παρακολουθήσει την παράσταση, ειρωνεύτηκε με τον δικό του χαρακτηριστικό σαρκασμό τον Nijinsky για τη χορογραφία του, υποστηρίζοντας πως ο τελευταίος είχε μπερδέψει τους κανόνες του τένις με εκείνους του ποδοσφαίρου, επειδή από το χώρο απουσίαζε παντελώς το δίχτυ, οι χορευτές δεν κρατούσαν στα χέρια τους ρακέτες και ο κήπος, όπου διαδραματιζόταν η υπόθεση, θύμιζε περισσότερο γήπεδο ποδοσφαίρου. Επινόησε μάλιστα ένα νεολογισμό: ονόμασε το άθλημα, που είχε δει επί σκηνής, “ρωσικό τένις”. Παρόλα αυτά, όταν, δέκα μήνες αργότερα, ολοκλήρωσε το 21ο κομμάτι του Sports et divertissements (το τένις), δεν κατάφερε να απαλλαγεί από την επίδραση της μουσικής του Debussy και της χορογραφίας του Nijinsky. Μόνο που εδώ, ο υφέρπων ερωτισμός εκφράζεται μέσω των λέξεων του κειμένου. Όπως και να έχει το ζήτημα, στο τέλος του έργου και αφού έχει ήδη ολοκληρωθεί η ακρόαση της μουσικής, ακούγεται μια και μόνη λέξη στα αγγλικά: “Game”.

 

Erik Satie: Sports et divertissements – Le Golf

Erik Satie: Sports et divertissements Le Tennis


 

7. Charles Ives (1874 – 1954): Yale Princeton Football Game

Στο σύντομο (διάρκειας μόλις 2΄25) έργο για ορχήστρα, ο Charles Ives περιγράφει έναν αγώνα αμερικανικού ποδοσφαίρου (παραλλαγή του ράγκμπι). Πρόκειται για την επικράτηση με 6-0 των Yale Bulldogs επί των Princeton Tigers στις 20 Νοεμβρίου 1897. Οι αγώνες Yale-Princeton εθεωρούντο κλασσικοί του είδους, κινητοποιώντας τα πλήθη, όπως άλλωστε φαίνεται και στα ιστορικής αξίας βωβά κινηματογραφικά στιγμιότυπα ενός αγώνα της 14ης Νοεμβρίου 1903 (μόλις 6 χρόνια αργότερα) μπροστά σε ένα κοινό 50.000 θεατών.

Princeton and Yale football game 1903 (πηγή: Library of Congress)

Η μουσική του Ives θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως ηχητική επένδυση των παραπάνω στιγμιοτύπων. Ο αγώνας του 1897, ο οποίος περιγράφεται στο έργο, υπήρξε ένας θρίαμβος για τους Yale Bulldogs, ο προπονητής των οποίων εφάρμοσε μια νέα τακτική που αιφνιδίασε τους αντιπάλους και επέτρεψε στην ομάδα να τερματίσει αήττητη στο πρωτάθλημα. Το Yale Princeton Football Game περιγράφει ολόκληρη την εξέλιξη πριν, κατά τη διάρκεια και έπειτα από τον αγώνα. Αποδίδονται, μεταξύ άλλων, ο ήχος της σφυρίχτρας του διαιτητή, ο ρυθμός των συνθημάτων και τα τραγούδια της εξέδρας, καθώς και οι ίδιες οι φάσεις, με αποκορύφωμα την υποδειγματική, όπως φαίνεται, κούρσα ζικ-ζακ του παίκτη των νικητών Charles de Saulle, που κατάφερε να καλύψει μόνος του μια απόσταση 50,292 μέτρων αποφεύγοντας τους αντιπάλους. Ο ίδιος ο Ives έχει δώσει χαρακτηριστικούς τίτλους, βοηθώντας έτσι τον ακροατή παρακολουθήσει ευκολότερα και να κατανοήσει καλύτερα το έργο: 1. Suppressed excitement of players coming onto grounds 2. A Yale cheer, “Brekke coax” [sic] 3. Another cheer: “Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Yale, Yale, Yale.” 4. “Three Cheers for Old Nassau” 5. “Harvard has blue stocking girls, Yale has blue stocking men,” ect. 6. “Watch on the Rhein” (Die Wacht am Rhein) 7. “Hold the fort, McClung is coming.” 8. “Reeves 2nd Regiment Quickstep” (always played by Brass Band at games and reunions etc.) 9. “Hey-can nuck-a-no” 10. “Dodging half-back” 11. “Fat Guards, pushing, grunting.” 12. “First Down.” 13. “Run around left end: loss.” 14. “Dodging tackle.” 15. “Close formation: Wedge” 16. “Last Down” 17. “Run Around Right” 18. “When trumpet (=Running half-back [sic], Charley Desseaulles [sic]) reaches this measure, every other instrument must make a hell of a noise and stop”; “Touch Down.”) 19. “Game over and won. Everybody tired, players and spectators.”

Charles Ives – Yale Princeton Football Game (1898)

 

8. John Adams (1947 –  ): Short Ride in a Fast Machine

Short Ride in a Fast Machine είναι το δημοφιλέστερο έργο του John Adams (του πλέον καταξιωμένου εν ζωή μουσικοσυνθέτη, η συμπλήρωση των 70 ετών του οποίου τιμήθηκε πρόσφατα από τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου). Πρόκειται για μια εισαγωγική φανφάρα για μεγάλη ορχήστρα, γραμμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανοίγει το πρόγραμμα μιας συναυλίας καθηλώνοντας τον ακροατή με τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του συνόλου που την ερμηνεύει. Είναι ένα ευρηματικό, από κάθε άποψη, έργο, που εκτελέστηκε για πρώτη φορά το 1986. Ο συνθέτης εμπνεύστηκε από μια περιπέτεια, την οποία βίωσε αυτοπροσώπως, καθώς σε μεταμεσονύκτια ώρα μιας καλοκαιρινής βραδιάς δέχτηκε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού μιας Lamborghini, ενέργεια, την οποία μετάνοιωσε ευθύς αμέσως μόλις το αυτοκίνητο άρχισε να ακολουθεί μια τρελή πορεία αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ίδιος περιέγραψε αργότερα πως τον είχε κυριεύσει ένα κράμα αγωνίας, φόβου, παράλληλα όμως, δέους και γοητείας μπροστά στον κίνδυνο.

Ο Adams θεωρείται ως εκφραστής της Μινιμαλιστικής Σχολής, συνεχιστής του Philip Glass και του Steve Reich, αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως μετά-μινιμαλιστή επικαλούμενος τα παραδείγματα του Bach, του Brahms και του Mahler που, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, είχαν την τύχη να ευδοκιμήσουν στο τέλος μιας εποχής, ενστερνιζόμενοι στο έργο τους ολόκληρη την εξέλιξη των τριάντα έως πενήντα προηγουμένων ετών. Άλλωστε στη μουσική του γραφή, μια γραφή ιδιαίτερα προσιτή στο ευρύ κοινό, χρησιμοποιεί τεχνικές και στοιχεία που παραπέμπουν ευθέως στην εποχή του ρομαντισμού και του μετά-ρομαντισμού. Το όλο του έργο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία σε είδος καθώς ο Adams στράφηκε προς τη συμφωνική μουσική, τη μουσική δωματίου και την όπερα.

Ο John Adams στη θέση του συνοδηγού. Η Lamborghini φέρει πινακίδες με την ένδειξη presto, τον χρόνο, στον οποίο είναι γραμμένο το έργο.

Το Short Ride in a Fast Machine αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της μουσικής του παραγωγής. Ο ρυθμός του παραπέμπει στις θεμελιώδεις εκφάνσεις του μινιμαλισμού, με τη διαρκή και επίμονη επανάληψη. Στο επίκεντρο βρίσκεται το γούντμπλοκ (wood block), ένα κρουστό όργανο, το οποίο διατρέχει το έργο από άκρη σε άκρη. Ο ήχος του θα μπορούσε κάλλιστα να συμβολίζει τη μηχανική κίνηση του αυτοκινήτου ή, ακόμη, τους έντονους κτύπους της καρδιάς του έντρομου συνοδηγού. Γύρω από αυτόν τον ήχο, ο Adams πειραματίστηκε με την ανάπτυξη μιας ρυθμικής δυσαρμονίας προσθέτοντας αλληλοσυγκρουόμενους ρυθμούς με στόχο να διεμβολίσει τη μετρονομική σταθερότητα του κρουστού οργάνου. Επαναλήψεις και συγκοπές καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Η λύτρωση (προφανώς και για τον ίδιο τον συνοδηγό) έρχεται προς το τέλος από μια μελωδική φράση διαρκείας, την οποία ο Adams εμπιστεύεται στα χάλκινα πνευστά. Με τον τρόπο αυτό εκπληρώνει διπλό στόχο. Δίνει τέλος στην αγωνία και αιτιολογεί τον χαρακτηρισμό της φανφάρας που ανήκει στο έργο. Η ακρόαση του τελευταίου μέσα σε μια αίθουσα συναυλιών (και όχι μόνο) αποτελεί πραγματική απόλαυση, όπως αποδεικνύεται άλλωστε από την ερμηνεία που ακολουθεί.

John Adams: Short Ride in A Fast Machine / Alan Gilbert · Berliner Philharmoniker

 

9. Mauricio Kagel (1931 – 2008): Match für drei Spieler

Ένα διακριτικό γνώρισμα της μουσικής παραγωγής του αντισυμβατικού Γερμανοαργεντινού συνθέτη είναι οι σαφείς θεατρικές οδηγίες, τις οποίες δίνει προς τους ερμηνευτές προκειμένου να υιοθετήσουν συγκεκριμένες εκφράσεις του προσώπου τους ενόσω εκτελούν το έργο, να εισέλθουν επί σκηνής με προδιαγεγραμμένο τρόπο και κινήσεις, να συμπράξουν με άλλους εκτελεστές πέραν της μουσικής διάστασης, να απαγγείλουν ποιήματα και να αναγνώσουν πρόζα κλπ. Ο Kagel πειραματίστηκε επίσης σε ανοίγματα προς άλλα πεδία, όπως εκείνα της φωτογραφίας και του κινηματογράφου. Γι’ αυτό το λόγο, το έργο του θεωρήθηκε κατά καιρούς ότι ανήκει στο λεγόμενο Θέατρο του Παραλόγου.                              

Match für drei Spieler.

To Match für drei Spieler (1964), είναι ένα έργο μουσικής δωματίου για δυο βιολοντσέλα και κρουστά όργανα. Περιγράφει έναν αγώνα τένις. Αντίπαλοι είναι τα βιολοντσέλα ή ακόμα και οι ίδιοι οι εκτελεστές ενώ ο τρίτος, ο χειριστής μιας ευρείας γκάμας κρουστών, επωμίζεται το ρόλο του διαιτητή. Η διάταξη και η εν γένει συμπεριφορά των τριών μουσικών καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου (δηλ. του ίδιου του αγώνα) ανταποκρίνονται σε γραπτές οδηγίες του συνθέτη, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο περιθώριο της παρτιτούρας στα αντίστοιχα σημεία. Η φυσική προσπάθεια, την οποία καλούνται να καταβάλουν οι δυο τσελίστες, καταχωρίζει τους τελευταίους όχι μόνο στην κατηγορία των μουσικών, αλλά και σε εκείνη των αθλητών. Ακόμα και οι κινήσεις τους πολλές φορές θυμίζουν περισσότερο παίκτες του τένις και λιγότερο μουσικούς ερμηνευτές. Χαρακτηριστική είναι η αρχή του έργου και ο άκρως πετυχημένος τρόπος, με τον οποίο τα pizzicati των βιολοντσέλων (“τσιμπητό” παίξιμο των χορδών με το δάκτυλο δίχως χρήση δοξαριού) αποδίδουν την εναλλαγή των κτυπημάτων της μπάλας. Πέραν του τένις, το έργο θα μπορούσε κάλλιστα να παραπέμπει και σε άλλα αθλήματα όπως λ.χ. στο πινγκ-πονγκ, στο βόλεϊ, ακόμα και στο ποδόσφαιρο, εφόσον γίνεται χρήση εκ μέρους του διαιτητή σφυρίχτρας, επίδειξης κίτρινης και κόκκινης κάρτας, πρακτικές, οι οποίες δεν συναντώνται στο πλαίσιο διεξαγωγής ενός αγώνα τένις. Αν και δυσπρόσιτο σε επίπεδο ακρόασης, είναι βέβαιο πως το Match für drei Spieler δεν στερείται πρωτοτυπίας και ιδεών.

Mauricio Kagel, Match für drei Spieler


 

10. Queen: We Are the Champions


We Are the Champions
είναι ροκ τραγούδι του βρετανικού συγκροτήματος Queen. Περιλαμβάνεται στο άλμπουμ  News of the World, το οποίο κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο 1977. Τη σύνθεση και τους στίχους του τραγουδιού υπογράφει ο Freddie Mercury (1946-1991), που κάνει  τα κύρια φωνητικά στο τραγούδι, με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος να ακολουθούν σε δεύτερη φωνή. Το τραγούδι άντεξε στο χρόνο, καθώς λόγω του τίτλου του αποτελεί έναν άτυπο «ύμνο» αθλητικών αναμετρήσεων κυρίως κατά τη στιγμή της απονομής των τροπαίων στις νικήτριες ομάδες μιας σειράς διοργανώσεων, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

We Are the Champions – Estadio Santiago Bernabeu, Madrid, 2017

We Are the ChampionsLola Astanova (piano)            

 

11. Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας (1861 – 1917): Ολυμπιακός Ύμνος

O Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας γεννήθηκε το 1861 στην Κέρκυρα. Ακολούθησε ανώτερες σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού με δάσκαλο τον φημισμένο Γάλλο συνθέτη Léo Delibes. Ακολούθως μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησε συστηματικά τη συνθετική του σταδιοδρομία.  Το 1886 ανέβηκε με επιτυχία στο θέατρο Καρκάνο του Μιλάνου η τρίπρακτη όπερα Flora Mirabilis, θριάμβευσε όμως με το ανέβασμά της στη Σκάλα του Μιλάνου, ένα χρόνο αργότερα. Ο Σαμάρας ουδέποτε αποξενώθηκε από την Ελλάδα, η φιλόμουση κοινότητα της οποίας παρακολουθούσε με θαυμασμό την ανοδική πορεία του μουσουργού. Έτσι, το 1889 ανέβηκε στην Κέρκυρα και κατόπιν στην Αθήνα η Flora Mirabilis  ως Θαυμαστή Ανθώ. Την αποτυχία της όπερας Lionella στη Σκάλα του Μιλάνου το 1891 ήρθε να αποκαταστήσει ο θρίαμβος της όπερας La Martire (H Μάρτυς) που παρουσιάστηκε στη Νάπολη τρία χρόνια αργότερα. Τότε ακριβώς ο συνθέτης προσχώρησε στη σχολή του βερισμού (verismo), της οποίας θεωρείται από τους πρωτεργάτες, στο πλευρό των Ruggero Leoncavallo, Pietro Mascagni και Giacomo Puccini. Ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες όπερες, όπως La Furia Damata (Η Δαμασμένη Μαινάδα) το 1895, βασισμένη στο έργο του Shakespeare Το Ημέρωμα της Στρίγγλας, Storia d’Amore το 1903 και Mademoiselle de Belle-Isle το 1905.  Αποκορύφωμα της συνθετικής του παραγωγής υπήρξε το ανέβασμα της τρίπρακτης όπερας Rhea το 1908, στο θέατρο Verdi της Φλωρεντίας. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1917 σε ηλικία 56 ετών, από χρόνια νεφρίτιδα.

Το 1895 ανατέθηκε στον Σαμάρα από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή η σύνθεση ενός Ολυμπιακού Ύμνου με την ευκαιρία της τέλεσης στην Αθήνα των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων (Απρίλιος 1896). Μετά την ανάθεση στον Σαμάρα, η επιτροπή επέλεξε να μελοποιηθεί το ομότιτλο ποίημα του Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος αυτός καθιερώθηκε ως επίσημος Ολυμπιακός Ύμνος μόλις το 1958, δηλαδή εξήντα δύο χρόνια μετά την παγκόσμια πρώτη του και σαράντα ένα χρόνια έπειτα από τον θάνατο του συνθέτη. Έκτοτε, συνοδεύει την έπαρση της σημαίας των Ολυμπιακών Αγώνων στην εκάστοτε τελετή έναρξης.

Σπυρίδων Σαμάρας, Ολυμπιακός Ύμνος (στίχοι Κωστή Παλαμά)

 

12. Richard Strauss (1864 – 1949): Olympische Hymne

To 1932, o Richard Strauss, συνθέτης της Σαλώμης, της Ηλέκτρας και του Ιππότη με το ρόδο, από τους κύριους εκπροσώπους της γερμανικής μεταρομαντικής σχολής, επελέγη από τη Διεθνή Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων για τη σύνθεση ενός ύμνου για την τελετή έναρξης των αγώνων που είχαν προγραμματιστεί για το καλοκαίρι του 1936 με οικοδεσπότη την πόλη του Βερολίνου. Ο Strauss αποδέχτηκε την πρόταση, υπό τον όρο της πλαισίωσης της μουσικής του από ένα κείμενο, για την επιλογή του οποίου θα είχε εκείνος τον τελευταίο λόγο. Έπειτα από δημόσιο διαγωνισμό και με αισθητή την αναπόφευκτη παρέμβαση του εθνικοσοσιαλιστικού υπουργείου Προπαγάνδας, το 1934 επελέγησαν οι στομφώδεις στίχοι του Robert Lubahn, ενός άνεργου, την εποχή εκείνη, βερολινέζου ηθοποιού.

Ολυμπιακό Στάδιο Βερολίνου, 1η Αυγούστου 1936. Τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας.

Η τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας, έλαβε χώρα την 1η Αυγούστου 1936 στο κατάμεστο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου. Επρόκειτο για ένα γεγονός, το οποίο αξιοποιήθηκε και προβλήθηκε δεόντως από την προπαγάνδα του Γ΄ Ράιχ. O Ολυμπιακός Ύμνος, παιγμένος από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου και μια χορωδία χιλίων ατόμων υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, γνώρισε την παγκόσμια πρώτη εκτέλεση αμέσως έπειτα από τη σύντομης διάρκειας κήρυξη της έναρξης από τον Adolf Hitler, μια σειρά χαιρετιστήριων κανονιοβολισμών και την απελευθέρωση χιλιάδων λευκών περιστεριών. Όλων των παραπάνω είχε προηγηθεί ο λόγος του Theodor Lewald, προέδρου της οργανωτικής επιτροπής, ο οποίος, καταλήγοντας, αφού εξέφρασε τις ευχαριστίες του προς τον Richard Strauss, ανακοίνωσε την καθιέρωση στο διηνεκές του Olympische Hymne ως επίσημου ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων. Η έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με τη γνωστή του έκβαση ως προς την τύχη του ναζιστικού καθεστώτος, επιφύλαξε διαφορετική εξέλιξη για το συγκεκριμένο έργο του Richard Strauss. Στους πρώτους μεταπολεμικούς Ολυμπιακούς Αγώνες (Λονδίνο 1948), ακούστηκε ένας νέος Ολυμπιακός Ύμνος του συνθέτη Roger Quilter σε στίχους του γνωστού διηγηματογράφου και ποιητή Rudyard Kipling. Δέκα χρόνια αργότερα, η Διεθνής Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων αναβάθμισε τον Ύμνο των Σαμάρα/Παλαμά σε μόνιμο επίσημο ύμνο.

Richard Strauss, Olympische Hymne

 

13. Βαγγέλης Παπαθανασίου (1943 –  ): Chariots of Fire

Το Chariots of Fire του Βαγγέλη Παπαθανασίου πλαισίωσε μουσικά το 1981 την ομώνυμη, βρετανικής παραγωγής, κινηματογραφική ταινία συμβάλλοντας δραστικά στη μεγάλη επιτυχία, την οποία η τελευταία γνώρισε (συνολικά απέσπασε 4 βραβεία Όσκαρ, εκ των οποίων τα βραβεία καλύτερης ταινίας και πρωτότυπης μουσικής). Για τις ανάγκες της ηχογράφησης επιστρατεύτηκε ένα συνθεσάιζερ τύπου CS-80, με το οποίο ο συνθέτης έπαιξε όλα τα όργανα, συμπεριλαμβανομένων του πιάνου και ευρείας γκάμας κρουστών. Η επένδυση μιας κινηματογραφικής ταινίας εποχής με ηλεκτρονική μουσική ήταν τότε ασυνήθιστη και ως προς αυτό, η συμβολή του Παπαθανασίου άνοιξε νέους ορίζοντες στην έβδομη τέχνη.                                              

Chariots of Fire  – Trailer

Η πλοκή του έργου αποτελεί δραματοποιημένη παραλλαγή αληθινών περιστατικών και ανθρώπινων χαρακτήρων. Πρόκειται για τον συναγωνισμό μεταξύ δυο αθλητών, στο πλαίσιο της προετοιμασίας και διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 1924 στο Παρίσι. Η μουσική του Παπαθανασίου έχει, κατά κάποιο τρόπο, συνδεθεί με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αρχής γενομένης από τους Χειμερινούς Αγώνες του 1980 στο Σεράγεβο, οπότε και χρησιμοποιήθηκε ως ύμνος της συγκεκριμένης διοργάνωσης. Κατόπιν ακούστηκε το 1996 στους Θερινούς Αγώνες της Ατλάντα και, πιο πρόσφατα, το 2012 στο Λονδίνο, στο πλαίσιο της τελετής έναρξης των Αγώνων της 30ής Ολυμπιάδας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρουσιάστηκε υπό μορφή παρωδίας, με πρωταγωνιστές τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, τον αρχιμουσικό Sir Simon Rattle και τον ηθοποιό Rowan Atkinson στο ρόλο του πασίγνωστου Mr. Bean.

Mr. Bean Live Performance at the London 2012 Olympic Games

 

14. Émile Waldteufel (1837 – 1915): Les Patineurs Valse op.183

Σε ηλικία 27 ετών, ο Γάλλος πιανίστας και συνθέτης χορευτικής μουσικής έγινε αυλικός πιανίστας της αυτοκράτειρας Ευγενίας. Διηύθυνε επίσης την αυλική ορχήστρα σε κρατικές χοροεσπερίδες. Ο διορισμός του από τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄ αποκλειστικά στη μουσική διεύθυνση των χοροεσπερίδων, τον οδήγησε στη συμμετοχή του στους μεγαλοπρεπείς χορούς του Κεραμικού (Tuileries), του Μπιαρίτς και της Κομπιένης. Σήμερα, θεωρείται ως ο πλέον αντιπροσωπευτικός μουσικοσυνθέτης της περιόδου της Β΄ Γαλλικής Αυτοκρατορίας από κοινού με τον Jacques Offenbach. Μετά την ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία το 1871, η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Αλσατία, έγινε μέρος της Γερμανίας για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Waldteufel έφτασε σχεδόν 40 ετών πριν γίνει περισσότερο γνωστός. Τον Οκτώβριο του 1874 συμμετείχε σε μια μουσική εκδήλωση, την οποία παρακολούθησε ο, τότε Πρίγκιπας της Ουαλίας, μετέπειτα βασιλιάς Εδουάρδος Ζ΄. Ο πρίγκηπας ενθουσιάστηκε από το βαλς Manolo του συνθέτη και έκτοτε μερίμνησε ώστε να κάνει τη μουσική τού Waldteufel γνωστή σε ολόκληρη τη Μεγάλη Βρετανία. Ακολούθησε μακροχρόνιο συμβόλαιο με τον εκδότη «Hopwood & Crew» που έδρευε στο Λονδίνο. Μέρος της εταιρείας ανήκε στον Charles Coote, διευθυντή της μπάντας Coote & Tinney’s, της πρώτης χορευτικής ορχήστρας στην βρετανική πρωτεύουσα. Με αυτή την υποστήριξη, η μουσική του Waldteufel παιζόταν στα Ανάκτορα του Μπάκινγχαμ μπροστά στη βασίλισσα Βικτωρία. Τότε, ο συνθέτης κυριάρχησε στη μουσική σκηνή του Λονδίνου και έγινε παγκοσμίως γνωστός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέθεσε τα γνωστότερα έργα του, πολλά από τα οποία ακούγονται ακόμα σήμερα σε όλο τον κόσμο. Το διασημότερο, ίσως, από αυτά, το βαλς Les Patineurs (Οι Παγοδρόμοι), γράφηκε το 1882.

Pierre-Auguste Renoir,  Les Patineurs à Longchamp, 1868, Ιδιωτική Συλλογή.

Πηγή έμπνευσης για το συγκεκριμένο έργο αποτέλεσε ένας πίνακας του ζωγράφου Pierre-Auguste Renoir. Η ελαιογραφία του Renoir χρονολογείται από το 1868 και φέρει τον τίτλο Les Patineurs à Longchamp. Απεικονίζει το δάσος της Βουλώνης, στις παρυφές του Παρισιού, τον χειμώνα, με τους επισκέπτες να απολαμβάνουν τη διασκέδαση του  τοπικού παγοδρομίου. Η φιλοτέχνηση του πίνακα αποδείχθηκε μεγάλη δοκιμασία για τον Renoir, ο οποίος απεχθανόταν το ψύχος, πλην όμως ως γνήσιος ιμπρεσιονιστής, εργαζόταν συχνά στον ανοικτό χώρο. Η σύντομης διάρκειας αργή εισαγωγή στο βαλς του Waldteufel συμβολίζει την προσπάθεια του παγοδρόμου να κρατήσει την ισορροπία του. Μόλις αυτή εξασφαλιστεί, το έργο αποκτά ρυθμό, ταχύτητα και αποδίδει εύγλωττα την (φαινομενική εξαιτίας των τεχνικών δυσκολιών) άνεση και ανεμελιά, με την οποία οι παγοδρόμοι γλιστρούν επάνω στην επιφάνεια της πίστας προχωρώντας και σε θεαματικές πιρουέτες.

Émile Waldteufel: Les Patineurs Valse op.183 André Rieu


        

15. Josef Strauss (1827 – 1870): Jokey-Polka op. 278, Sport-Polka op.170

Το Πρωτοχρονιάτικο αυτό αφιέρωμα δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική κατάληξη από το φυσικό του χώρο: τη Musikvereinsaal της Βιέννης στην καθιερωμένη συναυλία, με την οποία η Φιλαρμονική Ορχήστρα της πόλης υποδέχεται την είσοδο κάθε Νέου Έτους. Από τα αναρίθμητα μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα επιλέξαμε δυο γρήγορες πόλκες του Josef Strauss με θέματα συναφή με τον αθλητισμό. Είναι το καλύτερος τρόπος να σας ευχηθούμε για τη χρονιά που μπαίνει και να σας ευχαριστήσουμε από βάθους καρδιάς για την ανταπόκριση και υποστήριξη που μας παρέχετε στα πέντε χρόνια λειτουργίας μας.

Jokey-Polka op. 278, Neujahrskonzert 2012 – Mariss Jansons

Sport-Polka op. 170, Neujahrskonzert 2008 – Georges Prêtre

 

Το επιτελείο της Clio Turbata σάς ευχαριστεί για την εμπιστοσύνη σας

και σάς εύχεται ένα υγιές και ευτυχισμένο 2021

                                            

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου

Ανάκτορα και πύργοι του Λουδοβίκου Β΄ της Βαυαρίας

Ανάκτορα και πύργοι του Λουδοβίκου Β΄ της Βαυαρίας

 

Διαδεχόμενος το 1864 σε ηλικία μόλις 19 ετών τον πατέρα του, Μαξιμιλιανό Β΄, ο Λουδοβίκος  Β΄ της Βαυαρίας (1845-1886) διέθετε όλες τις προδιαγραφές εκείνες που διασφάλιζαν μια πετυχημένη βασιλεία. Ήταν νέος, γοητευτικός, καλλιεργημένος, δημοφιλής και αγαπητός. Ωστόσο, τα 22 χρόνια της βασιλείας του έως τη στιγμή του τραγικού και μυστηριώδους θανάτου του, τον κατέστησαν έναν από τους πλέον αντιφατικούς και διφορούμενους μονάρχες που κατέγραψε ποτέ η Ιστορία. Η αλήθεια είναι πως σε πολιτικό επίπεδο, οι συνθήκες ήταν από την αρχή δυσμενείς έως αποτρεπτικές. Έχοντας εμπλακεί, στο πλευρό της Αυστρίας, σε έναν ατυχή πόλεμο εναντίον της Πρωσίας, η βασιλεία του εγκαινιάστηκε με μια οδυνηρή στρατιωτική ήττα. Το 1871, η Βαυαρία αναγκάστηκε να προσχωρήσει στη νεότευκτη Γερμανική Αυτοκρατορία και κατ’ επέκταση να απολέσει ουσιαστικά την ανεξαρτησία της. Ο Λουδοβίκος ουδέποτε αποδέχθηκε, κατά βάθος, την υποτέλεια στην πανίσχυρη Πρωσία/Γερμανία του Bismarck. Είναι ενδεικτικό ότι απέφυγε να παραστεί αυτοπροσώπως στη στέψη του βασιλέα Γουλιέλμου Α΄ της Πρωσίας ως αυτοκράτορα της ενωμένης Γερμανίας, η οποία πραγματοποιήθηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια σε έναν εμβληματικό χώρο: την αίθουσα των κατόπτρων του ανακτόρου των Βερσαλλιών. Ωστόσο, η νέα πραγματικότητα δεν άφηνε πολλά περιθώρια για πολιτικούς ελιγμούς. Η διατήρησή του στο θρόνο είχε περισσότερο συμβολική σημασία. Κέντρο των αποφάσεων ήταν πλέον το Βερολίνο και όχι το Μόναχο.

Ο ιδιοσυγκρασιακός χαρακτήρας του Λουδοβίκου και η αποστροφή του για την πολιτική τον βύθισαν σε μια εσωστρέφεια, η οποία, με την πάροδο του χρόνου, προσέλαβε διαστάσεις παράνοιας. Αυτό τουλάχιστον υπήρξε το επιχείρημα βάσει του οποίου, τον Ιούνιο του 1886, καθαιρέθηκε. Ο ψυχικός του κόσμος ήταν διαταραγμένος. Σε ολόκληρη σχεδόν τη ζωή του προσπαθούσε να καταπιέσει τις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις του, οι οποίες δεν συντάσσονταν με όσα επέτασσαν τα θρησκευτικά αισθήματα, τα οποία έτρεφε ως γνήσιος Καθολικός. Η έγνοιά του για την απόκτηση διαδόχου οδήγησε, το 1867, σε έναν αρραβώνα που λίγους μήνες αργότερα διαλύθηκε εξαιτίας της απέχθειάς του προς το γυναικείο φύλο. Από το 1871 και μετά, αφιερώθηκε στον μοναδικό τομέα, προς τον οποίο είχε επιδεικτικά στρέψει την προτίμησή του. Εκείνον της Τέχνης.

Ο Λουδοβίκος Β΄ το 1864 (έτος της ανόδου του στο θρόνο της Βαυαρίας) και το 1874.

Συνεπαρμένος από μικρός από τη γερμανική μυθολογία, υπήρξε δεδηλωμένος υποστηρικτής και προστάτης του Richard Wagner, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή και ανιδιοτελή φιλία. Τα δυο πρώτα μέρη της τετραλογίας Το Δακτυλίδι του Νίμπλουνγκ (Der Ring des Nibelungen), δηλαδή ο Χρυσός του Ρήνου (Das Rheingold) και Η Βαλκυρία (Die Walküre), είδαν το φως της ημέρας στο Μόναχο το 1869 και το 1870 αντίστοιχα. Ωστόσο, ο μουσικοσυνθέτης οραματιζόταν την ανέγερση ενός θεάτρου σχεδιασμένου από τον ίδιο και αφιερωμένου εξολοκλήρου στην ανάδειξη του έργου του. Για τον σκοπό αυτό είχε επιλέξει το Μπαϊρόιτ, μια μικρή επαρχιακή κωμόπολη της ανατολικής Βαυαρίας. Τα έργα κατασκευής του θεάτρου ολοκληρώθηκαν το 1876, εν πολλοίς χάρη σε μια γενναιόδωρη χορηγία του βασιλέα. Μέχρι σήμερα, το φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ λειτουργεί ως τόπος προσκυνήματος των ανά τον κόσμο λατρών της μουσικής του Wagner.

Το θέατρο υπήρξε ο δεύτερος πόλος ενδιαφέροντος του Λουδοβίκου. Χάρη στις δικές του πρωτοβουλίες (συγκεκριμένα την τοποθέτηση ως διευθυντή του νεότευκτου Βασιλικού Θεάτρου, του δραστήριου Karl von Perfall) το κοινό του Μονάχου εξοικειώθηκε με τα έργα του Shakespeare, του Calderón, του Ibsen, του Schiller καθώς και με εκείνα της γαλλικής σχολής (Corneille, Racine Molière). Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντος του μονάρχη για το θέατρο και την όπερα, αλλά και της εσωστρέφειας και έλλειψης μέτρου, που τον χαρακτήριζαν, αποτελεί το γεγονός ότι μεταξύ των ετών 1872 και 1885 ανεβάστηκαν 209 ιδιωτικές παραστάσεις (Separatvorstellungen), με μοναδικό θεατή τον ίδιο  και το στενό του περιβάλλον. Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγονταν 44 παραστάσεις όπερας (28 του Wagner, μεταξύ των οποίων 8 του Parsifal), 11 παραστάσεις μπαλέτου και 149 θεατρικές. Το συνολικό κόστος ανερχόταν στο αστρονομικό ποσό των 97.300 μάρκων!

Εκείνο όμως που έκανε περισσότερο γνωστό τον Λουδοβίκο, ήταν η ανέγερση, μεταξύ των ετών 1869 και 1886, μιας σειράς εντυπωσιακών πύργων. Λάτρης του γαλλικού πολιτισμού και θαυμαστής του Λουδοβίκου ΙΔ΄ και της μοναρχίας ελέω Θεού, θέλησε να πράξει κάτι αντίστοιχο για τον τόπο του. Η ανέγερση των πύργων υπήρξε ευεργετική για τον ντόπιο πληθυσμό, καθώς απασχόλησε πολλούς εργάτες και τεχνίτες. Από την άλλη πλευρά όμως, μια σπατάλη τέτοιου μεγέθους, έστω και αν τα κονδύλια προέρχονταν από την βασιλική περιουσία και όχι από κρατικούς πόρους, θεωρήθηκε ως πρόκληση σε ιδιαίτερα δύσκολους καιρούς. Το συνολικό κόστος δημοσιοποιήθηκε μόλις το 1968: 31.220.658 μάρκα. Εκείνο που δεν αναφέρεται είναι πως μεγάλο μέρος  (αν όχι όλο) από αυτό το ποσό έχει έκτοτε αποσβεστεί, καθώς οι πύργοι του Λουδοβίκου Β΄ λειτουργούν ως πόλοι έλξης αναρίθμητων επισκεπτών, αποδεικνύοντας πως το όραμα του “παρανοϊκού” βασιλέα λειτούργησε τελικά ως πρώτου μεγέθους μακροπρόθεσμη επένδυση.

Secrets d’histoire – Louis II de Bavière, le roi perché

 

Schloss Nymphenburg

Ο πρίγκηπας Λουδοβίκος Φρειδερίκος Όθων Γουλιέλμος του οίκου των Wittelsbach γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου 1845 στο ανάκτορο του Nymphenburg, στα περίχωρα του Μονάχου. Ήταν ο πρωτότοκος υιός του τότε διαδόχου και μετέπειτα βασιλέα Μαξιμιλιανού Β΄ και της πριγκίπισσας Μαρίας της Πρωσίας, εγγονός του βασιλέα Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας και ανεψιός του βασιλέα Όθωνα της Ελλάδας.

Το ανάκτορο του Nymphenburg (των Νυμφών) λειτουργούσε ως θερινή κατοικία των Wittelsbach. Σχεδιασμένο από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Agostino Barelli σε ρυθμό μπαρόκ, οι εργασίες ανέγερσης του κεντρικού κτηρίου ολοκληρώθηκαν το 1675. Το 1701 ξεκίνησε η επέκταση των ανακτόρων. Συγκεκριμένα, εκατέρωθεν του κεντρικού κτηρίου κατασκευάστηκαν δυο συμμετρικές πτέρυγες και επανασχεδιάστηκε η όψη του ανακτόρου. Οι κήποι, έκτασης 200 στρεμμάτων, σχεδιάστηκαν αρχικά σε γαλλικό στυλ από τον Dominique Girard, μαθητή του André Le Nôtre, δημιουργού των κήπων των ανακτόρων των Βερσαλλιών. Τον 19ο αιώνα επανασχεδιάσθηκαν σε αγγλικό στυλ από τον  Friedrich Ludwig von Sckell, εμπνευστή και κατασκευαστή του Αγγλικού Κήπου (Englischer Garten) του Μονάχου.

Σήμερα, το ανάκτορο του Nymphenburg έχει ενσωματωθεί στον πολεοδομικό ιστό. Πέρα από τα βασιλικά διαμερίσματα, το οποία είναι επισκέψιμα, φιλοξενεί στους χώρους του τέσσερα μουσεία (μεταξύ των οποίων μια από τις πλουσιότερες συλλογές από άμαξες στον κόσμο) και αριθμεί περί τους 300.000 επισκέπτες κατ’ έτος.

Bernardo Bellotto, Schloss Nymphenburg, 1760.

Schloss Nymphenburg

ResidenzMünchen

Τα ανάκτορα Residenz ήταν η έδρα του οίκου των Wittelsbach. Πρόκειται για ένα τεράστιο συγκρότημα κτηρίων στο κέντρο ακριβώς του Μονάχου. Η ανέγερση ξεκίνησε το 1385. Την τελική τους μορφή προσέλαβαν τέσσερις ολόκληρους αιώνες αργότερα. Μεγάλο τμήμα (συμπεριλαμβανομένου και του περίτεχνου θεάτρου  Cuvilliés σε στυλ μπαρόκ) υπέστη εκτεταμένες φθορές από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η αποκατάσταση των ζημιών διήρκησε έως τη δεκαετία του ΄80 και το αποτέλεσμα είναι, πράγματι, αξιοθαύμαστο.

Τα βασιλικά ανάκτορα του Μονάχου τον 18ο αιώνα

Η συνεισφορά του Λουδοβίκου Β΄ συνίστατο στη δημιουργία, μεταξύ των ετών 1867 και 1871, των λεγομένων “χειμερινών κήπων” (ενός είδους θερμοκηπίου) στη στέγη των ανακτόρων. Περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, ένα ζωγραφιστό πανόραμα των Ιμαλαΐων και ένα Μαροκινό Περίπτερο. Η κατασκευή από γυαλί και μέταλλο εθεωρείτο πρωτοποριακή για την εποχή. Οι χειμερινοί κήποι σταμάτησαν να λειτουργούν το 1886, έτος θανάτου του βασιλέα και έπαψαν να υφίστανται από το 1897. Σήμερα, τα Ανάκτορα φιλοξενούν μια πανάκριβη συλλογή κοσμημάτων και κειμηλίων, η οποία χρονολογείται από την εποχή του Μεσαίωνα.

Οι χειμερινοί κήποι, σε φωτογραφία του 1870.

Στα βασιλικά διαμερίσματα γυρίστηκε η αρχική σκηνή της κινηματογραφικής ταινίας Ludwig, σε σκηνοθεσία του Luchino Visconti. Πραγματεύεται τις στιγμές που προηγήθηκαν της στέψης του Λουδοβίκου Β΄ το 1864. Τον τελευταίο υποδύεται πειστικά ο ηθοποιός Helmut Berger.

Ludwig (1973), Coronation Scene

 

Schloss Hohenschwangau

Το τοπωνύμιo Schwangau (περιοχή των κύκνων) συναντάται για πρώτη φορά σε χειρόγραφο του 12ου αιώνα. Προέρχεται από ένα ομώνυμο μεσαιωνικό κάστρο (δεν υφίσταται πλέον), το οποίο βρισκόταν ακριβώς στη θέση του σημερινού πύργου Neuschwanstein (βλ. παρακάτω). Η όλη τοποθεσία είναι μαγευτική. Βρίσκεται στο νοτιότατο άκρο της Βαυαρίας, στις όχθες της λίμνης Alpsee. Κύριο χαρακτηριστικό είναι η ύπαρξη δυο αντικριστών λόφων, στην κορυφή των οποίων έχει κτιστεί από ένας πύργος. Πρώτος από αυτούς είναι το Hohenschwangau (Άνω Schwangau). Κατασκευάστηκε μεταξύ των ετών 1833 και 1855 στη θέση ενός παλαιότερου κάστρου, χάρη στη μέριμνα του τότε διαδόχου Μαξιμιλιανού. Εκεί, ο Λουδοβίκος και ο μικρότερος αδελφός του, πρίγκιπας Όθων, πέρασαν μερικά από τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της παιδικής τους ηλικίας. Οι εσωτερικοί χώροι του πύργου είναι διακοσμημένοι με μεγάλων διαστάσεων τοιχογραφίες, η θεματολογία των οποίων αντλείται από τη γερμανική μυθολογία, ειδικότερα δε από τον κύκλο του Γκράαλ (του Αγίου Δισκοπότηρου) με πρωταγωνιστές τον Parzival και τον Lohengrin, τον άρχοντα των κύκνων. Αργότερα, ο Wagner συνέθεσε τα λυρικά δράματα Lohengrin και Parsifal εμπνευσμένος, με τη σειρά του, από τους ίδιους μύθους. Διόλου παράξενο συνεπώς, ότι από την παιδική του ηλικία ο Λουδοβίκος ήρθε εκεί σε επαφή με την εντυπωσιακή φύση της Βαυαρίας και μυήθηκε στην ατμόσφαιρα της γερμανικής μυθολογίας. Με αυτά τα στοιχεία έπλασε αργότερα τον δικό του προσωπικό κόσμο και βυθίστηκε στις ρομαντικές του φαντασιώσεις. Απόδειξη της αγάπης του για την περιοχή αποτελεί το γεγονός της επιλογής του ακριβώς απέναντι λόφου για την ανέγερση του Neuschwanstein, του πλέον εντυπωσιακού πύργου από όλους όσους περιλαμβάνονται στο παρόν αφιέρωμα. Σήμερα, πλήθος επισκεπτών συρρέει σε καθημερινή κλίμακα και σε κάθε εποχή του έτους στους δυο αντικριστούς πύργους, αλλά και στο ενδιάμεσο χωριό Schwangau.

Το Hohenschwangau δεν υπέστη φθορές διαρκούντων των δυο Παγκοσμίων Πολέμων. Το 1923, το τοπικό Κοινοβούλιο της Βαυαρίας αναγνώρισε στους απογόνους του πρώην βασιλικού οίκου το δικαίωμα χρήσης του πύργου, κάτι, το οποίο ισχύει έως τις μέρες μας.

Schloss Hohenschwangau

Michael Wening, Historico-Topographica Descriptio, München, 1701

Schloss Linderhof

Από τους τρεις πύργους που ανεγέρθηκαν στα χρόνια της βασιλείας του, το Linderhof είναι ο μόνος, τον οποίον ο Λουδοβίκος πρόλαβε να δει ολοκληρωμένο. Μικρότερος από τους υπόλοιπους, βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Βαυαρίας. Κληρονομώντας από τον πατέρα του ένα ξύλινο κυνηγετικό περίπτερο, το κατεδάφισε, προκειμένου να κατασκευάσει μεταξύ των ετών 1863 και 1878 ένα μικρό πέτρινο ανάκτορο. Αν και θαυμαστής του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας, προτίμησε να υιοθετήσει το στυλ Ροκοκό της εποχής του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Τελικά, το Linderhof παραπέμπει στις Βερσαλλίες, όχι όμως στο κεντρικό κτήριο των Ανακτόρων, όσο στο παρακείμενο Μικρό Τριανόν. Άλλωστε, οι περιορισμένες διαστάσεις, τις οποίες διαθέτει, το καθιστούν περισσότερο ένα είδος προσωπικού καταφυγίου του βασιλέα τις πάμπολλες φορές, που ο τελευταίος επιδίωκε να απομονωθεί από τον έξω κόσμο. Με την πάροδο του χρόνου ολοένα και περισσότερο κοιμόταν την ημέρα και παρέμενε άγρυπνος τη νύκτα. Έχουν μείνει παροιμιώδεις οι μοναχικές νυκτερινές περιπλανήσεις του με το πολυτελές βασιλικό έλκηθρο στο παρακείμενο δάσος, μέσα στο χιόνι.

Η βασιλική άμαξα στην είσοδο του πύργου.
Νυκτερινές περιπλανήσεις μέσα στο δάσος με το πολυτελές έλκηθρο.

Η ατμόσφαιρα οικειότητας που αποπνέει ο χώρος, επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη τεσσάρων μόνο δωματίων, τα οποία προσφέρουν κάποια λειτουργικότητα. Πρόκειται για την αίθουσα των κατόπτρων (ο Λουδοβίκος συνήθιζε να περνά εκεί τις νυκτερινές ώρες αϋπνίας, καθώς οι καθρέπτες πολλαπλασίαζαν επί χίλια τον φωτισμό των κεριών), την αίθουσα ακροάσεων, τη βασιλική κρεβατοκάμαρα και την τραπεζαρία (λέγεται πως ο βασιλέας δειπνούσε εκεί μόνος, συνομιλώντας με φανταστικά πρόσωπα, όπως ο Λουδοβίκος ΙΕ΄και η Μαρία-Αντουανέτα).

Η αίθουσα των κατόπτρων

Από το όμορφο πάρκο, σχεδιασμένο από τον Carl von Effner, διευθυντή των βασιλικών κήπων, αξίζει να συγκρατήσει κανείς το επονομαζόμενο “Σπήλαιο της Αφροδίτης” (Venusgrotte), εμπνευσμένο από την πρώτη πράξη της όπερας Tannhäuser του Richard Wagner αλλά και από το Γαλάζιο Σπήλαιο, το οποίο βρίσκεται στη νήσο Κάπρι της Ιταλίας. Καταμεσής του σπηλαίου, υπάρχει μια μικρή τεχνητή λίμνη. Επί ώρες ολόκληρες ο Λουδοβίκος αρεσκόταν να κάνει εκεί γύρους με μια ολόχρυση βάρκα ταΐζοντας τους κύκνους. Προκειμένου να μπορεί ο φωτισμός του σπηλαίου να αλλάζει, περιοδικά,  χρώματα (κάτι ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη), εγκαταστάθηκαν επιτόπου 24 ηλεκτρικές γεννήτριες.

Έχοντας παρακολουθήσει κάποτε μια θεατρική παράσταση, ο Λουδοβίκος εξέφρασε ενδιαφέρον για τον πρωταγωνιστή Josef Kainz, τον οποίον κάλεσε να τον επισκεφθεί στο Linderhof. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε εντός του βαγκνερικού Σπηλαίου της Αφροδίτης και εξελίχθηκε σε φιάσκο. Ο ηθοποιός βρέθηκε ενώπιον ενός  αλλόκοτου περιβάλλοντος, ακριβώς έτσι όπως το τελευταίο περιγράφεται στο παρακάτω κινηματογραφικό στιγμιότυπο, γυρισμένο στον φυσικό χώρο. Από τη δική του πλευρά, ο μονάρχης, ο οποίος ευελπιστούσε να απαντήσει τον γεμάτο ορμή και πάθος χαρακτήρα που είχε παρακολουθήσει επί σκηνής, συνειδητοποίησε πως είχε απέναντί του έναν ντροπαλό και διστακτικό νεαρό άνδρα, έχοντα παραλύσει από την υψηλή ιδιότητα του συνομιλητή του. Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος και ο Kainz αποπέμφθηκε κακήν κακώς από το Linderhof.

Ludwig (1973), Venusgrotte Scene

 

Αν και εμφανώς μικρότερων διαστάσεων, το Linderhof στοίχισε τελικά περισσότερο από ότι το εντυπωσιακό  Neuschwanstein (8.460.937 μάρκα έναντι 6.180.047 αντίστοιχα). Το παράδοξο εκ πρώτης όψεως αυτό γεγονός, οφείλεται σε δυο λόγους: 1) στο υψηλό κόστος κατασκευής του Σπηλαίου της Αφροδίτης και 2) στο ότι η διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων του δευτέρου πύργου παρέμεινε (και εξακολουθεί να παραμένει) ημιτελής.

Linderhof, HD

Kurt von Rozynski, Richard Wagner und König Ludwig II. von Bayern ,1890

Schloss Herrenchiemsee      

Ούτε λίγο ούτε πολύ, το Herrenchiemsee είναι το Ανάκτορο των Βερσαλλιών σε μικρογραφία! Κι όμως, η ανέγερσή του δεν αποτελεί έκφραση μεγαλομανίας. Είναι μια σπονδή στη δόξα και στο μεγαλείο του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας και της μοναρχίας ελέω Θεού. To 1867, ο επίσημος αρχιτέκτων της βασιλικής αυλής της Βαυαρίας Georg von Dollmann έλαβε οδηγία να σχεδιάσει ένα ανάκτορο κατ’ εικόνα και ομοίωση εκείνου του Βασιλέα-Ηλίου. Ως καταλληλότερος χώρος προτιμήθηκε το Herreninsel, ένα από τα τέσσερα νησιά της λίμνης Chiemsee, στις παρυφές των Βαυαρικών Άλπεων. Τα έργα ξεκίνησαν το 1878 και συνεχίστηκαν συχνά υπό την επίβλεψη του ιδίου του Λουδοβίκου. Μέρος των εσωτερικών χώρων έχει παραμείνει ημιτελές, εξαιτίας της εξάντλησης των πόρων (50 δωμάτια σε σύνολο 70 δεν έχουν ολοκληρωθεί). Ωστόσο, η κεντρική κλίμακα της εισόδου, η βασιλική κρεβατοκάμαρα και, κυρίως, η εντυπωσιακή αίθουσα των κατόπτρων είναι ακριβή αντίγραφα των αντιστοίχων των Βερσαλλιών. Το ίδιο ισχύει και για τμήμα του πάρκου.

Το ανάκτορο Herrenchiemsee σε λήψη από αέρος

Κι όμως, το μεγαλεπήβολο και δαπανηρό αυτό όραμα (το κόστος ξεπερνά το άθροισμα εκείνων του Linderhof και του Neuschwanstein) ήταν προορισμένο για ιδιωτική χρήση και όχι για τη στέγαση και φιλοξενία μιας πολυπληθούς αυλής, όπως εκείνης των Βερσαλλιών. Πόσο μάλλον που ο Λουδοβίκος Β΄ δεν αξιώθηκε να διανυκτερεύσει στο Herrenchiemsee παρά ελάχιστα, τον Σεπτέμβριο του 1885, ένα έτος πριν από την καθαίρεσή του από το θρόνο και τον συνακόλουθο θάνατό του. Η σπατάλη τόσων κονδυλίων (έστω και αν αυτά προέρχονταν από την προσωπική περιουσία του μονάρχη), σε συνδυασμό με την υπέρμετρη χλιδή, προκάλεσαν το δημόσιο αίσθημα και εξόργισαν την κοινή γνώμη.

Η αίθουσα των κατόπτρων

 

Η βασιλική κρεβατοκάμαρα.

Όπως  και να έχει πάντως, το ζήτημα, το Herrenchiemsee αποτελεί από μόνο του ένα επίτευγμα πρώτου μεγέθους. Ο αρχιτέκτων von Dollmann μελέτησε το πρωτότυπο σε κάθε του λεπτομέρεια. Αναπαρήγαγε ακόμα και χώρους, οι οποίοι είχαν πάψει προ πολλού να υφίστανται στις Βερσαλλίες. Οι κύριοι χώροι αποτελούν ένα από τα καλύτερα παραδείγματα εσωτερικού διακόσμου του 19ου αιώνα με τα υπέροχα χαλιά και υφαντά καθώς και τα απαράμιλλου κάλλους αντικείμενα από πορσελάνη. Ενσαρκώνουν ένα από τα ιδανικά της συγκεκριμένης εποχής. Εκείνο της απόδοσης με κάθε τελειότητα των  αρχιτεκτονικών, και όχι μόνο, ρυθμών του παρελθόντος. Σήμερα έχει απομείνει το κεντρικό μόνο κτήριο. Η ημιτελής αριστερή πτέρυγα (πάντοτε κατά το πρότυπο των Βερσαλλιών) κατεδαφίστηκε το 1907, τα δε έργα ανέγερσης της δεξιάς πτέρυγας ουδέποτε ξεκίνησαν. Το 1923, το ανάκτορο του Herrenchiemsee αποκτήθηκε από το βαυαρικό κράτος.

Das Königsschloss auf Herrenchiemsee

 

Schloss Neuschwanstein

Πέραν πάσης αμφιβολίας, το Neuschwanstein είναι η πλέον εντυπωσιακή από όλες τις κατασκευές του Λουδοβίκου Β΄. Αυτό οφείλεται τόσο στην ίδια την αρχιτεκτονική του μνημείου, όσο και στην επιλογή της τοποθεσίας. Επρόκειτο για μια ρομαντική εκδοχή του γερμανικού μεσαίωνα, με έντονη την παρουσία του βαγκνερικού στοιχείου (άλλωστε, έπειτα από τον θάνατο του Wagner το 1883, ο Λουδοβίκος αφιέρωσε τον πύργο στη μνήμη του μουσικοσυνθέτη και ενώ οι εργασίες ανέγερσης βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη). Τα σχέδια ανατέθηκαν στον σκηνογράφο Christian Jank και η κατασκευή στον αρχιτέκτονα Eduard Riedel. Ωστόσο, σε κάθε στάδιο ήταν απαραίτητη η έγκριση του βασιλέα, με συνέπεια το τελικό αποτέλεσμα να θεωρείται, τρόπον τινά, και ως δικό του επίτευγμα.

Αρχική πρόθεση ήταν να κτιστεί ο πύργος σε νεο-γοτθικό ρυθμό. Το τελικό αποτέλεσμα, παρά ταύτα, είναι ένα κράμα ρωμαϊκού (λιτές γεωμετρικές γραμμές, ημικυκλικές και κυβοειδείς αψίδες), γοτθικού (αιχμηροί πυργίσκοι, λεπτά τελειώματα) και βυζαντινού (κολώνες και εσωτερική διακόσμηση) ρυθμού. Τα πάντα δε με γνώμονα την προχωρημένη τεχνογνωσία και την εκλεπτυσμένη φροντίδα της περιόδου του τέλους του 19ου αιώνα. Για πολλούς πάντως, το Neuschwanstein εκπροσωπεί την αποθέωση του κακού γούστου.

Η ανέγερση του πύργου και ο σχεδιαστής Christian Jank (1833-1888).

Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1869. Το 1884 τα έργα είχαν ολοκληρωθεί, επιτρέποντας στον βασιλέα να μπορέσει να εγκατασταθεί. Παρόλο το μέγεθός του, το Neuschwanstein δεν προοριζόταν για την φιλοξενία πολυπληθούς αυλής. Όπως και οι υπόλοιποι πύργοι, λειτουργούσε ως καταφύγιο του μονάρχη, ανταποκρινόμενο στην διαρκώς κλιμακούμενη, με την πάροδο του χρόνου, τάση του για απομόνωση από τον έξω κόσμο. Το κόστος κατασκευής ανήλθε στο ποσό των 6,2 εκατομ. μάρκων (άνω των 40 εκατομ. ευρώ), διπλάσιο του αρχικού προϋπολογισμού. Τα έξοδα καλύφτηκαν από προσωπικούς πόρους, δάνεια και δωρεές. Όταν τα χρέη άγγιξαν το αστρονομικό ποσό των 14 εκατομ. μάρκων, ο Λουδοβίκος έφτασε μέχρι σημείου να απειλήσει τους πιστωτές με αυτοκτονία, μπροστά στο ενδεχόμενο κατάσχεσης του πύργου από αυτούς. Έξι εβδομάδες μόλις έπειτα από τον θάνατό του, ο αντιβασιλέας Λεοπόλδος κατέστησε το ανάκτορο επισκέψιμο στο ευρύ κοινό, με αποτέλεσμα τα χρέη του οίκου των Wittelsbach να μειωθούν δραστικά έως την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η απομονωμένη γεωγραφική θέση διαφύλαξε το Neuschwanstein από τη μήνι των δυο μεγάλων πολέμων του 20ού αιώνα. Ωστόσο, από το 1941 έως το 1944 χρησίμευσε ως αποθηκευτικός χώρος έργων τέχνης που το καθεστώς των Ναζί είχε κατάσχει από τις διάφορες ευρισκόμενες υπό κατοχή περιοχές. Το 1945 το χιτλερικό καθεστώς αντιμετώπισε την προοπτική της ανατίναξης προκειμένου ο πύργος να μην πέσει ανέπαφος στα χέρια των Συμμάχων. Η διάσωση του μνημείου οφείλεται στην ανυπακοή του αξιωματικού, παραλήπτη της σχετικής διαταγής. Για κάποιο χρονικό διάστημα φιλοξενήθηκε στο Neuschwanstein μέρος των κρατικών αρχείων της Βαυαρίας εξαιτίας των εκτεταμένων καταστροφών που είχε υποστεί η πόλη του Μονάχου από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς.

Ο Λουδοβίκος δεν αξιώθηκε να καταλύσει στον πύργο άνω των έντεκα ημερών. Στις 10 Ιουνίου 1866 πληροφορήθηκε εκεί την καθαίρεσή του από το βασιλικό αξίωμα. Μόλις είχε προηγηθεί η ανάληψη της εξουσίας από τον θείο του, Λεοπόλδο, με πρόφαση τη διαταραγμένη κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Το σχετικό πόρισμα ήταν έωλο, καθότι στηριζόταν αποκλειστικά και μόνο σε καταθέσεις ατόμων του στενού περιβάλλοντος του μονάρχη. Ο Λουδοβίκος έθεσε υπό κράτηση τα μέλη της επιτροπής που είχαν μεταβεί στο Neuschwanstein για να τον ενημερώσουν (σε αυτή συμπεριλαμβάνονταν υπουργοί καθώς και ο προσωπικός του γιατρός). Αρνήθηκε ωστόσο να συνταχθεί με όσους τον προέτρεψαν να μεταβεί στο Μόναχο και να καταγγείλει δημοσίως το πραξικόπημα. Επιχείρησε με αδέξιο τρόπο να δώσει στη δημοσιότητα ένα καταδικαστικό κείμενο. Οι αρχές πρόλαβαν να το υφαρπάξουν προτού αυτό καταφέρει να φτάσει στις εφημερίδες. Τελικά, δυο μέρες αργότερα, στις 12 Ιουνίου, αποδέχτηκε τη θλιβερή πραγματικότητα. Με αυστηρή συνοδεία μεταφέρθηκε στον πύργο Berg, όπου την επομένη, κιόλας, έχασε τη ζωή του κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες (βλ. παρακάτω).

Η αίθουσα του θρόνου, βυζαντινού ρυθμού.

 

Πανοραμική άποψη του Neuschwanstein.

Schloss Neuschwanstein

 

Schloss Falkenstein

Λίγο έλειψε το Neuschwanstein να αποκτήσει έναν δίδυμο πύργο. Κοντά στην κωμόπολη Pfronten στο ΝΔ άκρο της Βαυαρίας, στα σύνορα με την Αυστρία, υψώνεται ο λόφος Falkenstein, στην κορυφή του οποίου βρίσκονται τα ερείπια ενός μεσαιωνικού κάστρου. Η ανέγερση του τελευταίου χρονολογείται μεταξύ των ετών 1270 – 1280. Το Falkenstein αποτελεί ακόμα και σήμερα τον υψηλότερο πύργο σε ολόκληρη τη Γερμανία  (υψόμετρο 1.277 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας).

Τα ερείπια του μεσαιωνικού πύργου.

Το 1883, ο Λουδοβίκος Β΄ αγόρασε τα ερείπια έχοντας κατά νου να κτίσει επιτόπου έναν νέο πύργο. Τα σχέδια ανατέθηκαν εκ νέου στον Christian Jank. Ο τελευταίος οραματίστηκε μια εντυπωσιακή κατασκευή ακραιφνούς γοτθικού ρυθμού. Ο αρχιτέκτων της βασιλικής αυλής Georg von Dollmann, ο οποίος ανέλαβε κατόπιν τα έργα ανέγερσης, τοποθετήθηκε υπέρ μιας περισσότερο σεμνής εκδοχής προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του μονάρχη που τον αντικατέστησε αναθέτοντας το έργο στον Max Schultze. Όπως και στην περίπτωση του Neuschwanstein, το βυζαντινό στοιχείο κυριαρχούσε σε επίπεδο εσωτερικού διακόσμου. Ειδικότερα για την βασιλική κρεβατοκάμαρα προβλεπόταν ένας μεγαλοπρεπής θόλος στολισμένος με μωσαϊκά. Το 1885 ο Schultze αποσύρθηκε με δική του πρωτοβουλία από το εγχείρημα. Η σκυτάλη πέρασε στους Julius Hofmann και Eugen Drollinger. Διαισθανόμενοι πως οι εργασίες ανέγερσης ουδέποτε επρόκειτο να ξεκινήσουν λόγω έλλειψης πόρων, οι τελευταίοι προσέδωσαν στα σχέδιά τους φαντασμαγορικές, μη πρακτικά υλοποιήσιμες ωστόσο, διαστάσεις μόνο και μόνο προκειμένου να  θωπεύσουν την ματαιοδοξία του Λουδοβίκου. Σε αυτό το στάδιο βρήκε την όλη υπόθεση ο θάνατος του βασιλέα το 1886. Σήμερα, τα ερείπια του μεσαιωνικού πύργου εξακολουθούν να δεσπόζουν από την κορυφή του απόκρημνου λόφου.

Το αρχικό σχέδιο του Christian Jank
To Δημαρχείο της Λουβαίνης (Leuven), κατά πάσα βεβαιότητα πηγή έμπνευσης για την κατασκευή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Burg Falkenstein

 

Schloss Berg

Το Schloss Berg βρίσκεται στις όχθες της λίμνης Starnberg, λίγα χιλιόμετρα νοτίως του Μονάχου. Ένα πρώτο κτίσμα κατασκευάστηκε στο τέλος του 17ου αιώνα. Μεταξύ των ετών 1849 και 1851, ο Μαξιμιλιανός Β΄ επιφόρτισε τον αρχιτέκτονα Eduard Riedel με τον επανασχεδιασμό του πύργου σε νεο-γοτθικό ρυθμό. Το κτήριο πλαισιώθηκε από τέσσερις πύργους (αργότερα, ο Λουδοβίκος Β΄ προσέθεσε έναν πέμπτο, τον οποίον ονόμασε Isolde, πιστός στην προσήλωσή του προς τη μουσική του Wagner). Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους πύργους, ο Λουδοβίκος συνήθιζε να καταλύει συχνά στο Berg, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, από όπου χειριζόταν τις κρατικές υποθέσεις. Για το σκοπό αυτό είχε εγκατασταθεί απευθείας τηλεγραφική σύνδεση με το Μόναχο, γεγονός σπάνιο για την εποχή εκείνη. Στη δεκαετία του 1940 ο πύργος υπέστη σημαντικές φθορές εξαιτίας του πολέμου αλλά και της επίταξης και παραμονής εκεί των αμερικανικών αρχών κατοχής της Γερμανίας. Ανασκευάστηκε με ριζικές αλλαγές από τους απογόνους των Wittelsbach, στους οποίους ανήκει. Σήμερα χρησιμεύει ως κύρια κατοικία των τελευταίων.

Ο πύργος σε φωτογραφία του 1896.
Ο πύργος στη σημερινή του μορφή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 12 Ιουνίου 1886, κατόπιν εντολής του αντιβασιλέα Λεοπόλδου, μεταφέρθηκε στο Schloss Berg ο έκπτωτος Λουδοβίκος. Την επομένη, 13 Ιουνίου, η σορός του ανασύρθηκε από τη λίμνη. Είχε προηγηθεί γενικός συναγερμός καθώς καθυστερούσε ανεξήγητα να επιστρέψει από τον απογευματινό περίπατο, συνοδευόμενος από τον προσωπικό του γιατρό, ψυχίατρο Bernhard  Aloys von Gudden. Έως σήμερα έχουν παραμείνει ανεξιχνίαστες οι συνθήκες θανάτου των δυο ανδρών. Η επίσημη εκδοχή κάνει λόγο για αυτοκτονία από πνιγμό. Ωστόσο, η έκθεση αυτοψίας δεν αναφέρει ύπαρξη νερού στους πνεύμονες. Ο Λουδοβίκος ήταν ρωμαλέος και δεινός κολυμβητής και τον καιρό εκείνο δεν είχε εμφανίσει τάσεις αυτοκτονίας. Η σορός του γιατρού έφερε τραύματα στο κεφάλι και ίχνη στραγγαλισμού στο λαιμό. Είναι εμφανές ότι είχε προηγηθεί πάλη, δίχως ωστόσο να γνωρίζουμε την ακριβή αιτία. Μια πρώτη εκδοχή υιοθετεί τη θεωρία της αυτοκτονίας, την οποία προσπάθησε επί ματαίω να αποτρέψει ο γιατρός. Μια δεύτερη εκδοχή μιλά περί απόπειρας δραπέτευσης του βασιλέα (πιθανώς να επιχείρησε να διασχίσει τη λίμνη και να συναντηθεί στην απέναντι ακτή με την εξαδέλφη του, αυτοκράτειρα Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας, με την οποία τον συνέδεαν αισθήματα αμοιβαίας συμπάθειας και εμπιστοσύνης). Σε αυτή την ενέργεια έφερε αντίσταση ο γιατρός, με συνέπεια οι δυο άνδρες να βρουν τραγικό θάνατο. Τέλος, υφίσταται και η εκδοχή της δολοφονίας, μέσα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη πολιτική συγκυρία. Ωστόσο, οι αστυνομικοί, οι οποίοι την ίδια ώρα περιπολούσαν στην ακτή κοντά στο σημείο όπου ξεβράστηκαν οι δυο σωροί, δεν αντιλήφθηκαν ούτε άκουσαν το παραμικρό ύποπτο. Βέβαια το τελευταίο αυτό επιχείρημα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μιας συγκάλυψης.

Ο Λουδοβίκος Β΄ της Βαυαρίας και η αυτοκράτειρα Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας σε παλαιότερη φωτογραφία.

Επιθυμώ να παραμείνω ένα αιώνιο μυστήριο τόσο έναντι του εαυτού μου, όσο και έναντι των υπολοίπων”, είχε δηλώσει ο Λουδοβίκος σε ανύποπτο χρόνο. Έκανε τον λόγο του πράξη με τον τρόπο, με τον οποίο έζησε, αλλά και με τα πολλά ερωτήματα που συνοδεύουν τον θάνατό του. Αυτό ακριβώς, το πέπλο μυστηρίου είναι εκείνο που εξακολουθεί να κεντρίζει τη φαντασία και να γοητεύει το ευρύ κοινό. Ο Γάλλος ποιητής Paul Verlaine χαρακτήρισε τον Λουδοβίκο ως τον “μοναδικό αυθεντικό βασιλέα του  19ου αιώνα”. Ο συνεσταλμένος ονειροπόλος, ο οποίος δεν διέθετε απολύτως κανένα χαρακτηριστικό ενός δημοφιλούς ηγέτη ενόσω βρισκόταν εν ζωή, έχει πλέον εξιδανικευτεί στη συνείδηση του κόσμου. Τα ανάκτορα και οι πύργοι του, προορισμένοι αρχικά για ιδιωτική χρήση, έχουν υποδεχτεί έκτοτε εκατομμύρια επισκέπτες. Αποτελούν αδιάσειστα τεκμήρια ενός φανταστικού κόσμου, τον οποίον ο βασιλέας έπλασε για τον εαυτό του ως καταφύγιο. Γι’αυτόν τον λόγο, ίσως, προτίμησε να προτάξει τον θάνατο έναντι μιας επανόδου στην πεζή πραγματικότητα.

Το σημείο της λίμνης όπου εντοπίστηκε η σορός του βασιλέα.

Ludwig (1973) – Η αυτοκτάτειρα Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας (Romy Schneider) επισκέπτεται τους πύργους του Λουδοβίκου.    

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Hilmes, Oliver, Ludwig II. Der unzeitgemäße König, München, Siedler Verlag, 2013 (Η πρώτη βιογραφία με εκτενή χρήση των ιδιωτικών αρχείων του οίκου των Wittelsbach).

McIntosh, Christopher, The Swan King: Ludwig II of Bavaria, London, Allen Lane, 1982.

Merkle, Ludwig, Ludwig II and his Dream Castles, Munich, Stiebner Verlag,  2nd edition  2000.

Nöhbauer, Hans F., Ludwig II, Köln, Taschen, 1998.

Petzet, Michael – Neumeister, Werner, Ludwig II. und seine Schlösser: Die Welt des Bayerischen Märchenkönigs, München, Prestel Verlag,  1995.

Richter, Werner, The Mad Monarch: The Life and Times of Ludwig II of Bavaria, Chicago,  H. Regnery Co, 1954

von Burg, Katerina, Ludwig II of Bavaria: the man and the mystery, Windsor Publications, 1989.

Wöbking, Wilhelm, Der Tod König Ludwigs II. von Bayern, Rosenheim, Rosenheimer Verlagshaus,  1986.

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

 Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

 

 

 

Η ισπανική γρίπη του 1918-1920. Μια πανδημία την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Η ισπανική γρίπη του 1918-1920.
Μια πανδημία την επαύριο
του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Η πανδημία της ισπανικής γρίπης εκδηλώθηκε τον Φεβρουάριο του 1918, προτού καν λήξουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και ολοκλήρωσε τον κύκλο της τον Απρίλιο του 1920 αφήνοντας πίσω της 500 εκατομμύρια κρούσματα – το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γης τότε – μεταξύ των οποίων περί τα 50 εκατομμύρια θανάτους. Διεκδικεί επάξια τον χαρακτηρισμό μιας από τις φονικότερες πανδημίες στην ιστορία της Ανθρωπότητας.

Σε αντιδιαστολή με ό,τι υπονοεί το όνομα, ο συγκεκριμένος τύπος γρίπης δεν εκδηλώθηκε στην Ισπανία, ούτε η παραπάνω χώρα έχει να επιδείξει στατιστικά δεδομένα τέτοια, που να την κάνουν να ξεχωρίζει. Ο πραγματικός λόγος της ετυμολογίας πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι η Ισπανία, ως χώρα ουδέτερη στο πλαίσιο του πολέμου, δεν γνώρισε το φαινόμενο της λογοκρισίας σε αντίθεση με τα εμπόλεμα κράτη, ούτε συμμετείχε σε πολεμικές επιχειρήσεις εν εξελίξει τη στιγμή κατά την οποία ξέσπασε η πανδημία. Αποτέλεσμα ήταν να χρεωθεί την επιλογή της να δημοσιοποιήσει τα πραγματικά στοιχεία και όχι την πλαστή (σαφώς υποβαθμισμένη) εικόνα που παρήγαγαν για λογαριασμό της χώρας τους οι υπηρεσίες λογοκρισίας των εμπολέμων κρατών.

Η επέλαση της πανδημίας πραγματοποιήθηκε σε τέσσερα διαδοχικά κύματα (αρχές 1918, τέλος 1918 – το φονικότερο, αρχές 1919 και άνοιξη 1920). Η απαρχή του φαινομένου εντοπίζεται στις 4 Μαρτίου 1918 σε στρατόπεδο του Κάνσας, όπου εκπαιδεύονταν οπλίτες με προορισμό τη Γαλλία και την πρώτη γραμμή του μετώπου. Σε αυτό, άλλωστε, οφείλεται και η διασπορά του ιού σε άλλα στρατόπεδα αλλά και από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη. Ξεκινώντας από τη Βρέστη (λιμένα υποδοχής των αμερικανικών ενισχύσεων αλλά και κύρια ναυτική βάση του γαλλικού πολεμικού ναυτικού) ο ιός διαδόθηκε ταχύτατα σε ολόκληρη τη Γαλλία. Μέχρι τον Μάιο είχαν πληγεί η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ισπανία.

Το στρατόπεδο Funston του Kansas, όπου εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα σε παγκόσμια κλίμακα (πηγή: National Museum of Health AP httpswww.vintag.es2020031918-spanish-flu.html).
Το Ναυτικό Νοσοκομείο της Βρέστης. Θάλαμος ασθενών.

Οι αιχμάλωτοι της πρώτης γραμμής υπήρξαν φορείς μετάδοσης και στο αντίπαλο στρατόπεδο (Γερμανία – Αυστροουγγαρία). Την επομένη της συνθήκης ειρήνης του Brest-Litovsk, Ρώσοι αιχμάλωτοι, έγκλειστοι στα γερμανικά στρατόπεδα, μετέφεραν τον ιό στη χώρα τους. Πρόβλημα ανέκυψε επίσης με την αποστράτευση των αποικιακών στρατευμάτων που επαναπατρίστηκαν στις γενέτειρές τους (Αυστραλία-Νέα Ζηλανδία, Ινδία, Ινδοκίνα, Καναδάς, Νότια Αφρική, χώρες του Μαγκρέμπ και της κεντρικής Αφρικής) έπειτα από τη λήξη των εχθροπραξιών στην Ευρώπη.

Συνεπώς, η διενέργεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου συνέβαλε καταλυτικά στην ταχύτατη εξάπλωση της επιδημίας σε δυο επίπεδα. Το πρώτο ήταν η μεταφορά του ιού από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση στις διάφορες αποικιακές κτήσεις. Το δεύτερο σχετίζεται με τις κακουχίες του ιδίου του πολέμου (συνωστισμός και άθλιες συνθήκες διαβίωσης στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής, βεβαρημένο αναπνευστικό σύστημα εκατοντάδων χιλιάδων μαχητών εξαιτίας της εισπνοής χημικών αερίων, ασιτία και ανεπαρκής υγειονομική περίθαλψη στα μετόπισθεν, κόπωση και γενικότερη κατάθλιψη του πληθυσμού από την παράταση των πολεμικών επιχειρήσεων). Η ίδια η ταυτότητα των κρουσμάτων επιβεβαιώνει την παραπάνω διαπίστωση. Μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1918, ο αριθμός των θανάτων στις ΗΠΑ (75.000) μόλις που ξεπερνούσε εκείνον του προηγουμένου έτους (63.000). Γενικότερα δεν υιοθετήθηκαν για την ώρα περιοριστικά μέτρα. Αντίθετα, η επιδημία έπληξε τα στρατεύματα που μάχονταν στην πρώτη γραμμή. Τα τρία τέταρτα του γαλλικού στρατού, ο μισός αντίστοιχος βρετανικός και περί το ένα εκατομμύριο Γερμανοί στρατιώτες προσβλήθηκαν από τον ιό μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Seattle, Δεκέμβριος 1918. Άνδρες του 39ου συντάγματος μετακινούνται φορώντας προστατευτικές μάσκες (πηγή:
Everett Historical Shutterstock).

Το δεύτερο και μακρόθεν φονικότερο κύμα εκδηλώθηκε τον Αύγουστο του 1918 και σχετίζεται επίσης με τον επαναπατρισμό των στρατευμάτων. Οι ομαδικοί πανηγυρισμοί, οι οποίοι μέσα στο φθινόπωρο πλαισίωσαν τη λήξη του πολέμου, επιδείνωσαν, όπως ήταν επόμενο, την όλη κατάσταση. Το φαινόμενο εξαπλώθηκε ανεξέλεγκτα στους κόλπους του άμαχου πληθυσμού. Κατά τους μήνες Σεπτέμβριο με Δεκέμβριο καταμετρήθηκαν 292.000 θάνατοι στις ΗΠΑ έναντι 26.000 δυο χρόνια νωρίτερα στο ίδιο, πάντοτε, χρονικό διάστημα (δεν υπολογίζονται οι απώλειες του πολέμου). Η Νέα Υόρκη βίωσε τα πρώτα θανατηφόρα περιστατικά, ενώ στη Φιλαδέλφεια μια παρέλαση με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για τις ανάγκες του πολέμου (Philadelphia Liberty Loans Parade) στις 28 Σεπτεμβρίου είχε ως τραγικό απολογισμό την απώλεια 12.000 ατόμων. Από το δεύτερο κύμα επλήγησαν επίσης χώρες της λατινικής Αμερικής (ειδικότερα η Βραζιλία), της Ασίας (Οθωμανική Αυτοκρατορία, Περσία, Κίνα, Ιαπωνία), της δυτικής και της ανατολικής Αφρικής (Αιθιοπία). Στην υπερπληθή και ανέκαθεν προβληματική Ινδία καταμετρήθηκαν πάνω από 12,5 εκατομμύρια θάνατοι μέσα στο τελευταίο τέταρτο του 1918.

Ενημερωτική εκστρατεία ανά τον κόσμο

Η επέλαση του τρίτου κύματος διαδέχθηκε σχεδόν αμέσως εκείνη του δευτέρου. Με την είσοδο του 1919 πρώτη κτυπήθηκε η Αυστραλία και εν συνεχεία η Ευρώπη (Μεγάλη Βρετανία, Ισπανία, Σερβία) και η Αμερική (ΗΠΑ, Μεξικό). Η θνησιμότητα δεν κυμάνθηκε στα επίπεδα του δευτέρου κύματος. Παρά ταύτα, υπήρξε υψηλότερη από εκείνη του πρώτου. Η κατάσταση εξομαλύνθηκε τον Ιούνιο του ιδίου έτους.

Το τέταρτο και τελευταίο κύμα (Ιανουάριος – Απρίλιος 1920), αν και μικρότερης έντασης, κτύπησε μεμονωμένα με αξιοσημείωτες συνέπειες. Πόλεις των ΗΠΑ όπως η Νέα Υόρκη (6.372 θάνατοι), το Ντητρόιτ, το Κάνσας, η Μινεάπολη κατέγραψαν ποσοστά, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούσαν το σύνολο των θανάτων ολόκληρου του 1918. Κράτη όπως η Ισπανία, η Δανία, η Γερμανία, η Φινλανδία, η Ελβετία, το Περού και η Ιαπωνία γνώρισαν μια καθυστερημένη έξαρση με καταβολές από το τέλος του προηγουμένου έτους.

Διασπορά της πανδημίας (1918-1920).

Ο συνολικός απολογισμός της πανδημίας σε πλανητική κλίμακα δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως. Τα κρούσματα υπολογίζονται γύρω στα 500 εκατομμύρια, δηλαδή το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γης. Περισσότερο δύσκολη είναι η εκτίμηση των θανάτων, αν και είναι γενικότερα αποδεκτό ότι πρόκειται για μια από τις πλέον θανατηφόρες πανδημίες στην Ιστορία. Μελέτες, οι οποίες χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ τους ως προς το σημείο αυτό. Συγκεκριμένα κυμαίνονται μεταξύ 21,6 και 100 εκατομμυρίων ατόμων. Οι περισσότερες, ωστόσο, κατεβάζουν τον πήχη αρκετά κάτω από τα 50 εκατομμύρια, κάτι που αντιστοιχεί στο 1 έως 6% του συνολικού πληθυσμού.

Στην Ελλάδα, τα πρώτα κρούσματα της ισπανικής γρίπης εκδηλώθηκαν στη Θεσσαλονίκη και στην Πάτρα κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 1918. Το δεύτερο κύμα του φθινοπώρου υπήρξε κατά πολύ βαρύτερο τόσο ως προς τα συμπτώματα (ρινική αιμορραγία, πνευμονία, εγκεφαλίτιδα, υψηλός πυρετός, πνευμονικό οίδημα νεφρίτιδα, αιματουρία και κώμα – ουσιαστικά δεν υπήρχε όργανο του ανθρώπινου οργανισμού που να μην έχει προσβληθεί από τον ιό) όσο και σε ποσοστά θανάτων. Μέσα στον Οκτώβριο μόνο, στην Αθήνα καταμετρήθηκαν 1.726 περιστατικά εκ των οποίων κατέληξαν τα 616 (ποσοστό 35,5%). Τον Νοέμβριο το ποσοστό κινήθηκε σε ανάλογο επίπεδο (634 θάνατοι, 36,7%). Η Θεσσαλονίκη θρήνησε 5.284 θύματα, η Πάτρα πάνω από 800, ο Βόλος 86. Στην ύπαιθρο ιδιαίτερα επλήγησαν η δυτική Μακεδονία (πεδίο εχθροπραξιών μέχρι πρότινος με 4.436 θανάτους) ενώ η Σκύρος αποδεκατίστηκε στην κυριολεξία: κατέγραψε 1.000 θύματα, που ισοδυναμούσαν με το ένα τρίτο των κατοίκων της. Από τον Δεκέμβριο, ωστόσο, η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά. Εν ολίγοις, η Ελλάδα κτυπήθηκε από το δεύτερο και φονικότερο κύμα της επιδημίας δίχως να υποφέρει περισσότερο από τα επόμενα δυο του 1919 και 1920, σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές και όχι μόνο χώρες. Τα περιοριστικά μέτρα, τα οποία υιοθετήθηκαν τη στιγμή της έξαρσης του φαινομένου, περιλάμβαναν δεκαπενθήμερη αναστολή λειτουργίας δημοσίων και ιδιωτικών υπηρεσιών, σχολείων, δημοσίων θεαμάτων, απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 17.00 μ.μ. έως τις 5.00 π.μ., απαγόρευση συναθροίσεων κ.ά.. Η ποινή για τους παραβάτες ήταν η επιτόπου σύλληψη. Η οικονομική ζωή της χώρας (η οποία είχε σχετικά πρόσφατα βιώσει έναν εμπορικό αποκλεισμό και ήταν βαθειά διχασμένη ήδη από το 1915) υπέστη καταχείμωνα βαρύ πλήγμα. Στην κακή ψυχολογία του πληθυσμού θα πρέπει να προσθέσει κανείς και την φοβία ενάντια στην επέλαση της πανδημίας και τον ενδεχόμενο θάνατο.

[Ειδικότερα για την Ελλάδα βλ. https://www.infezmed.it/media/journal/Vol_23_1_2015_14.pdf, https://www.spandidos-publications.com/10.3892/etm.2019.7515, https://www.athenssocialatlas.gr/en/article/the-spanish-flu-in-athens/ ].

Καμπύλη των θανάτων στην Αθήνα κατά το έτος 1918.
Αθήνα: κατανομή των θανάτων ανά ενορία.

Δημοσιεύματα Τύπου.

Η διαχείριση της δημόσιας υγείας σε παγκόσμια κλίμακα θυμίζει περισσότερο αυτοσχεδιασμό και λιγότερο οργανωμένη πολιτική πρόληψης. Το ίδιο το γεγονός της εκδήλωσης της πανδημίας ενόσω ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη αποτελεί, ίσως, μια αξιόπιστη εξήγηση. Παρά ταύτα, ορισμένα μέτρα όπως ήταν η θαλάσσια καραντίνα σε χώρες που προσφέρονταν γεωγραφικά (Αυστραλία, Ισλανδία), η αναστολή λειτουργίας σχολείων, θεάτρων και τόπων λατρείας, η απαγόρευση συναθροίσεων και ο περιορισμός της κυκλοφορίας συνέβαλαν σε μια σχετική άμβλυνση του φαινομένου, υιοθετήθηκαν, ωστόσο, με καθυστέρηση. Παρατηρήθηκε επίσης η χρήση προστατευτικής μάσκας σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, δίχως να εκλείψουν και αντιδράσεις. Συγκεκριμένα, το 1918 οργανώθηκε στο Σαν Φρανσίσκο κίνηση διαμαρτυρίας ενάντια στη χρήση (Anti-Mask League of San Francisco). Η διάρκεια ζωής της κίνησης δεν ξεπέρασε τον ένα μήνα. Έτσι εξηγείται και ο μικρός αριθμός των εγγεγραμμένων μελών (υπολογίζονται περί τα 4.000 – 5.000 άτομα).

Εκστρατεία υπέρ της χρήσης μάσκας.
Προσαγωγή για πλημμελή χρήση μάσκας (πηγή: California State Library).

Τέλος, κατά τη διάρκεια της πανδημίας αναπτύχθηκαν εμβόλια, τα οποία όμως είχαν περιορισμένη αποτελεσματικότητα καθώς επικεντρώθηκαν σε βακτήρια και όχι στον ιό αυτόν καθεαυτόν. Κατά συνέπεια συνέδραμαν μόνο στην αντιμετώπιση δευτερογενών λοιμώξεων.

Ποια υπήρξε, άραγε, η κληρονομιά της μεγάλης αυτής περιπέτειας; Το κύριο διακριτικό γνώρισμα είναι η αλληλεξάρτηση της τελευταίας με τη διενέργεια της τελικής φάσης του πολέμου, της οποίας υπήρξε κατά κάποιο τρόπο παράπλευρη απώλεια. Τα ανοικτά τραύματα που άφησε πίσω της η ανθρωποσφαγή των ετών 1914-1918 και η έξοδος από την τελευταία, ήταν επόμενο να επισκιάσουν την επέλαση του ιού της ισπανικής γρίπης. Δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι στις ονομαστικές καταστάσεις θανάτων που δημοσιεύονταν σε καθημερινή κλίμακα στις εφημερίδες, την προσοχή προσέλκυαν οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες απώλειες εξαιτίας του πολέμου και όχι τα θύματα της πανδημίας. Επιπρόσθετα, η τελευταία εκδηλώθηκε κατά κύματα με μικρή ύφεση στα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα. Αντίθετα, ο πόλεμος, για τον οποίον όλοι πίστευαν στην αρχή πως δεν επρόκειτο να ξεπεράσει χρονικά λίγους μήνες, διήρκεσε πάνω από τέσσερα χρόνια, βυθίζοντας την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο σε μια άνευ προηγουμένου δοκιμασία. Όταν επιτέλους τερματίστηκε, το όραμα για ένα καλύτερο μέλλον ήταν δύσκολο να υποκατασταθεί από μια υγειονομική ταλαιπωρία, έστω και αν η τελευταία προσέλαβε διαστάσεις πανδημίας. Ίσως για τον λόγο αυτό δεν κυοφορήθηκαν φαινόμενα ομαδικής ψύχωσης και υπάρχουν ειδικοί σήμερα που κάνουν λόγο περί “ξεχασμένης γρίπης”.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σωτήριος Χαραλαμπόπουλος: Η Nαυμαχία της Έλλης 3 Δεκεμβρίου 1912

Σωτήριος Χαραλαμπόπουλος

Η Nαυμαχία της Έλλης

3 Δεκεμβρίου 1912

 

                                                        «Δεν κερδίζονται οι μάχες μόνον με τα σίδερα και τα μπαρούτια,

                                                                                                                   κρίνονται και με την ψυχή».

                                                                                             Παύλος Κουντουριώτης

Η αναχώρηση

Κατά την αναχώρηση του Στόλου του Αιγαίου από το Φάληρο για τις ναυτικές επιχειρήσεις των Βαλκανικών Πολέμων, την 5ην Οκτωβρίου 1912, ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εκφώνησε τον ακόλουθο αποχαιρετιστήριο λόγο:

«Υπάρχουν στιγμαί είς την ζωήν των ατόμων, κατά τας οποίας μετανοούν διά το στάδιον το οποίον ηκολούθησαν, εις το οποίον επιδόθησαν. Πρέπει δε να ομολογήσω ότι την στιγμήν αυτήν ευρίσκομαι και εγώ εις τοιαύτην κατάστασιν.Μετανοώ, διότι εις τοιαύτην στιγμήν το στάδιόν μου μ’ έφερε να είμαι αρχηγός της πολιτείας, αντί να είμαι εις εξ υμών, ο,τιδήποτε, είτε αξιωματικός, είτε υπαξιωματικός ή και ναύτης απλούς ακόμη.Ναι. Σας βεβαιώ ότι ζηλεύω όλων σας την θέσιν και των απλών ακόμη ναυτών, διότι εις σας όλους εμπιστεύεται σήμερον με πάσαν αισιοδοξίαν η πατρίς τας τύχας αυτών.Η πατρίς αξιοί από υμάς, όχι απλώς ν’ αποθάνετε υπέρ αυτής. Αυτό θα ήτο το ολιγώτερον· αξιοί να νικήσετε· και διά τούτο έκαστος εξ’ υμών και θνήσκων ακόμη, μίαν μόνον σκέψιν πρέπει να έχει, πώς να εντείνει τας δυνάμεις του μέχρι την τελευταίαν του πνοήν, όπως οι επιζήσαντες νικήσωσι. Και θα νικήσετε… Είμαι υπερβέβαιος».

 

ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΣΤΟΛΟΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ 
ΤΥΠΟΣ ΠΛΟΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
ΘΩΡΗΚΤΑ 3+1 (ΑΒΕΡΩΦ)

 

6
ΚΑΤΑΔΡΟΜΙΚΑ 2
ΑΝΙΧΝΕΥΤΙΚΑ 4 2
ΑΝΤΙΤΟΡΠΙΛΛΙΚΑ 6 8
ΤΟΡΠΙΛΟΒΟΛΑ 5 12
ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ 1
ΥΔΡΟΠΛΑΝΑ 1
ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΝΑΔΩΝ 20

30

 

«Εκ των αρίστων»

Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης ενέπνεε σεβασμό ακόμη και στους αντιπάλους. Ο Τούρκος Υπουργός των Ναυτικών Μαχμούτ Μουκτάρ,  ενημερώνοντας τον Τούρκο στόλαρχο, για τον Αβέρωφ και τον Ελληνικό Στόλο ανέφερε : «…Αλλά το σπουδαιότερον μέρος της μαχητικής αξίας του ΑΒΕΡΩΦ αποτελεί το προσωπικόν του, το οποίον έχει επ’ εσχάτως γυμνασθεί κάλλιστα, εις την χρήσιν του πυροβολικού του. Επί πλέον πρέπει να γνωρίζετε, ότι οι αξιωματικοί και τα πληρώματα έχουν, πλην των ασκήσεών των και πλήρη επίγνωσιν των πολεμικών των καθηκόντων. Επί του «Αβέρωφ» θα επιβαίνει, όπως πληροφορούμαι, ως γενικός Αρχηγός του Ελληνικού Στόλου, ο Κουντουριώτης, άριστος αξιωματικός με πείραν, με θάρρος, με πατριωτισμόν και πλείστας άλλας ναυτικάς αρετάς. Ο Κουντουριώτης είναι εκ των αρίστων αξιωματικών».

Παύλος Κουντουριώτης (1855 – 1935).

Το μήνυμα

Αυτός ο ορμητικός αξιωματικός του Ναυτικού, γεννημένος μ π ο υ ρ λ ο τ ι έ ρ η ς, σαν να ερχόταν κατευθείαν από το 1821, προικισμένος με βαθύ στρατηγικό και τακτικό ένστικτο, με διαίσθηση και ενόραση, μόλις κατέλαβε την Τένεδο με τον Αβέρωφ, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, πήγε μπροστά από τα Δαρδανέλλια και περιπολώντας έστειλε το εξής μήνυμα στον Τούρκο Στόλαρχο : «Καταλάβαμεν Τένεδον. Αναμένομεν έξοδο στόλου σας. Εάν χρειάζεστε γαιάνθρακα, προτίθεμαι σας παραχωρήσω».

 

Η ναυμαχία της Έλλης αρχίζει

8 το πρωί της 3ης  Δεκεμβρίου 1912. Ο στόλος μας σε 2 στήλες: τα θωρηκτά Αβέρωφ, Ύδρα, Σπέτσαι, Ψαρά στη μία και τα 4 αντιτορπιλικά Πάνθηρ, Λέων, Ιέραξ, Αετός στην άλλη, κατέρχονται με πορεία νοτιοδυτική παράλληλα της Θρακικής Χερσονήσου με κατεύθυνση τη Λήμνο. Η θάλασσα γαλήνη. Τα πλοία μέσα στην ελαφρά πρωινή ομίχλη παρουσιάζουν εντυπωσιακό θέαμα.

9 το πρωί της ίδιας μέρας. Και να, μακριά στο στόμιο του Ελλησπόντου φαίνονται καπνοί. Συναγερμός στα πληρώματα. Συγκίνηση και εγρήγορση σε όλους, από τον Ναύαρχο μέχρι τον τελευταίο ναύτη.

 

To ποίημα

Ο «ποιητής» του Αβέρωφ, Λαμψιάδης, συνεπαρμένος από την ένταση και το μεγαλείο των στιγμών, γράφει επιτόπου το σχετικό ποίημα:

Εδώ όπου ο ένδοξος/του ουρανού ο θόλος,

υπερηφάνως προχωρεί/ο Έλληνικός ο στόλος

Και είναι υπερήφανος/ο κάθε πατριώτης,

που είναι κυβερνήτης του/ο Παύλος Κουντουριώτης

Κι’ όλοι σαν θέλουν δρέπουσι/τας δάφνας στην αράδα

και εφάνηκε ερχόμενος/καπνίζων… η Αρμάδα.

Το θωρηκτό Haireddin Barbarossa

Η προσέγγιση

Ο Κουντουριώτης στρέφει άμεσα το στόλο προς τα Στενά και με πρωτόπλου τον Αβέρωφ, κινείται για συνάντηση με τον εξερχόμενο Τουρκικό Στόλο. Στα τουρκικά πλοία προηγείται το θωρηκτό Haireddin Barbarossa και ακολουθούν τα θωρηκτά Turgut-Reis, Messoudieh, Asari-Tefik. Το καταδρομικό Medjidieh και πέντε αντιτορπιλικά μαζί με ένα πλωτό νοσοκομείο, παραμένουν κοντά στις ακτές υπό την προστασία των επάκτιων πυροβόλων. Οι συνθήκες της παρατάξεως των δύο στόλων, σε σχέση με το φως του ηλίου, είναι πολύ ευνοϊκές για τους Τούρκους, ενώ εξαιρετικά δυσμενείς για το στόλο μας.

 

«ΠΛΕΩ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ»

Ο Ναύαρχος πρέπει να εκμεταλλευτεί το Αβέρωφ, που είναι θαύμα τεχνικής και οπλικής αρτιότητας. Υψώνει στον ιστό του θωρηκτού μας το σήμα «Ζ» δηλ. «ΠΛΕΩ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ» και αφήνοντας πίσω τα παλιά αργοκίνητα θωρηκτά και τα μικρότερα πλοία μας, κινείται με τη μέγιστη ταχύτητα των 22 μιλίων την ώρα, ταχύτητα θαυμαστή για τέτοιου μεγέθους πλοίο, όταν μάλιστα το ταχύτερο τουρκικό θωρηκτό δεν ξεπερνά τα 17 μίλια την ώρα.

Το ιστορικό πολεμικό παράγγελμα, από τον ασύρματο, προς όλα τα ελληνικά πλοία:

Προς Πλοία Στόλου

«Με την βοήθειαν του Θεού, τας ευχάς του Βασιλέως και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου και με την πεποίθησιν της νίκης, εναντίον του εχθρού του γένους».

Κουντουριώτης

Η Ναυμαχία της Έλλης. Σχεδιάγραμμα.

Η σύγκρουση

Ο Κουντουριώτης πλέει «μεθ’ορμής ακαθέκτου», εκμεταλλευόμενος την ταχυβολία των πυροβόλων του Αβέρωφ και την ταχύτητά του. Οι βολές του θωρηκτού μας εύστοχες και καταιγιστικές, προκαλούν εκρήξεις, φωτιές, νεκρούς, τραυματίες στα τουρκικά θωρηκτά. Ο Ναύαρχος, όρθιος, ακάλυπτος στην άνω γέφυρα, έχει γίνει «ένα» με το Αβέρωφ και ορμά να κυκλώσει τους Τούρκους. Πλησιάζει κοντά και μπαίνει κάθετα μπροστά στη στήλη των τούρκικων θωρηκτών, σε απόσταση 2.800 μέτρων, σχηματίζοντας το γράμμα «Τ» (τακτικός ελιγμός της εποχής) με τα τούρκικα πλοία. Σφυροκοπεί, με όλα σχεδόν τα πυροβόλα του, την τούρκικη ναυαρχίδα, η οποία αδυνατεί να αντιδράσει και μόνο με τα εμπρός πυροβόλα της μπορεί να απαντήσει. Βρίσκεται μεταξύ δύο πυρών, του Αβέρωφ μπροστά και των άλλων ελληνικών θωρηκτών, πίσω αριστερά.

Ο Κουντουριώτης ζει ίσως τη σημαντικότερη στιγμή της ζωής του. Θέλει να ανακόψει με κάθε δύναμη, την πορεία των Τούρκων. «Η ελληνική σημαία δεν ντροπιάζεται» βροντοφωνάζει από την άνω γέφυρα, ενώ οι τουρκικές οβίδες πέφτουν βροχή γύρω από τον Αβέρωφ. Αμέσως διατάσσει τους μηχανικούς να αυξήσουν την ταχύτητα. «Ολοταχώς. Πάσει δυνάμει». Το θωρηκτό μας αγκομαχά σαν έμψυχο και τραντάζεται από την υψηλή πίεση του ατμού στις μηχανές. Τρέμει ολόκληρο.

«Πόσες στροφές κάνουμε;» ρωτά από τον φωναγωγό ο Κουντουριώτης τον πρώτο μηχανικό κάτω στα μηχανοστάσια.

«130»

«Ακόμα περισσότερες»

«Είναι επικίνδυνο κύριε Ναύαρχε»

«Ακόμα περισσότερες, είπα!»

Στρέφει και με τη μεγαλύτερη ταχύτητα που μπορεί κινείται προς την τουρκική ναυαρχίδα  για να πέσει πάνω της. Να την εμβολίσει. Θέλει να την κτυπήσει με την πλώρη του Αβέρωφ στα πλευρά και να την κόψει στη μέση!! Ετοιμάζει για βολή και τις εμπρός τορπίλες του θωρηκτού. Όσοι από το πλήρωμα του Αβέρωφ δεν είναι σε θέσεις μάχης, έχουν βγει στα καταστρώματα, ζώντας τις ηρωικές στιγμές και βλέποντας τον αρχηγό τους ακάλυπτο, εκεί ψηλά στην ανοικτή γέφυρα, να τους οδηγεί στο θρίαμβο, ζητωκραυγάζουν αψηφώντας τα εκατοντάδες βλήματα που διέρχονται γύρω τους. Κι ο Κουντουριώτης τους βλέπει και εμψυχώνεται και αυτός. Τι υπέρτατες στιγμές, τι ελληνικό μεγαλείο!

Η τουρκική υποχώρηση

Ο Τούρκος Στόλαρχος Ραμίζ, βλέποντας τι πρόκειται να γίνει, λυγίζει. Δίνει διαταγή να στρέψουν αθρόα, όλα τα θωρηκτά του προς τα Στενά. Οι Τούρκοι έχουν σύγχυση. Άλλοι στρέφουν δεξιά και άλλοι αριστερά. Έχουν μπερδευτεί. Έτσι σακατεμένοι όπως έχουν καταντήσει, τους λέει να κινηθούν ανεξάρτητα ολοταχώς, όσο μπορούν.

Η Καταδίωξη. Ένας εναντίον όλων

Το θωρηκτό μας ακολουθεί τους Τούρκους καθώς φεύγουν, βάλλοντάς τους ακατάπαυστα με μεγάλη ευστοχία. Ο Κουντουριώτης  φωνάζει : «Από κοντά εμείς! Βαράτε τους …». Φαίνεται σαν μεθυσμένος από το μπαρούτι και από τον ενθουσιασμό του πληρώματος. Πιάνει το πηδάλιο μόνος του και κατευθύνει το θωρηκτό με εναλλαγές πορειών για να αποφεύγει τα πυρά των Τούρκων. Όμως έχει πλησιάσει επικίνδυνα τα τεράστια πυροβόλα που βρίσκονται στη στεριά και φυλάσσουν τα Στενά. Τον κτυπούν με λύσσα. Μαζί με αυτά και πεδινές πυροβολαρχίες από τα γύρω παράλια. Τα ογκώδη βλήματα πέφτουν γύρω του και σηκώνουν πίδακες διπλάσιους από το ύψος του θωρηκτού. Ένα να πέσει επάνω του και πάει ο Αβέρωφ.

Κρίσιμες στιγμές

Και ξαφνικά γίνεται το αναπάντεχο. Οι συνεχείς βολές και η ταχυβολία των πυροβόλων της ναυαρχίδος μας, δημιουργούν υπερθέρμανση και εμπλοκή σε όλες τις κύριες κάννες εκτός από δύο. Κρίσιμες στιγμές, επικίνδυνες. Ο Κουντουριώτης αναγκάζεται να μειώσει την ταχύτητα του θωρηκτού, να δει τι θα κάνει. Οι πυροβολητές με κουβάδες και πανιά προσπαθούν να ψύξουν τις κάννες όσο πιο γρήγορα γίνεται. Και να, για άλλη μια φορά το κοφτερό μυαλό του Έλληνα Ναυμάχου. Ο Ναύαρχος διατάσσει και ανεβάζουν στρώματα από τα κρεβάτια στο κατάστρωμα γύρω-γύρω. Λέει να τους βάλουν φωτιά. Τα στρώματα καίγονται και πυκνός μαύρος καπνός δημιουργείται, που καλύπτει ολόγυρα το θωρηκτό.

Οι Τούρκοι από τα πυροβολεία ξηράς, βλέπουν τον Αβέρωφ να «καίγεται» και σταματούν τις βολές ξέφρενοι από ενθουσιασμό. Ταυτόχρονα οι πυροβολητές του Αβέρωφ κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες. Μέχρι και παγοκολώνες από το μηχάνημα παραγωγής πάγου του πλοίου, σκαρφίζονται να χρησιμοποιήσουν και με σαπούνι τις κάνουν να γλιστρούν μέσα στις πυρωμένες κάνες.

Και ναι το θαύμα γίνεται. Μέσα σε 8 λεπτά τα πυροβόλα μπορούν πάλι να ρίξουν και ο Ναύαρχος διατάσσει να στρέψουν προς τη ξηρά.

Αρχίζει, μέσα από τους ολόμαυρους καπνούς, να σφυροκοπεί τις εγκαταστάσεις και τα τεράστια πυροβόλα εκεί. Προκαλεί ζημιές και θύματα και στη ξηρά. Άφωνοι όλοι.

 

Ο Αβέρωφ μόνος

Η επικοινωνία του Αβέρωφ με τα άλλα πλοία έχει διακοπεί γιατί είναι κατεστραμμένες και οι δύο κεραίες του ασυρμάτου του. Οι Κυβερνήτες των άλλων θωρηκτών μας βλέπουν τον Αβέρωφ να χάνεται ανάμεσα σε καπνούς και πίδακες, μη ξέροντας την τύχη του πλέον.

 

Τα «ζήτω»

Ένα πλοίο, ένας Ναύαρχος, ένα ελληνικό πλήρωμα, έχουν έρθει στο «στόμα του λύκου» και έχουν κατατροπώσει έναν ολόκληρο στόλο, που φεύγει πανικόβλητος προς το εσωτερικό του Ελλησπόντου, με φωτιές, διαρροές, βλάβες και απίστευτες ανθρώπινες απώλειες. Όλο το θωρηκτό μας τραντάζεται από τα «ζήτω». Δεν είναι ναυμαχία αυτή. Είναι διασκέδαση.

Το κατάστρωμα του Αβέρωφ.

Ζητωκραυγάζοντας προς το θάνατο

Το πλήρωμα του Αβέρωφ παραληρεί και ζητωκραυγάζει τον Ναύαρχό του, που σαν ημίθεος στέκει εκεί πάνω, δίνοντας τις τελευταίες διαταγές για τη χαριστική βολή.

– «Πιο μέσα, πιο μέσα» φωνάζουν οι ναύτες.

– «Τι λένε τα παιδιά μου;» ρωτάει ο Ναύαρχος τον υπασπιστή του.

– «Κύριε Ναύαρχε. θέλουν να πάμε πιο μέσα στα Στενά» κι ο Κουντουριώτης :

– «Ε! αφού το θέλουν τα παιδιά μου, θα πάμε. Πρόσω ολοταχώς».

Ο Αβέρωφ πλέοντας «πάσει δυνάμει», μέσα σε πίδακες από χαλάζι βλημάτων, διαβρέχεται ολόκληρος όπως τους διασχίζει, ενώ τα πυροβόλα του, που βάλουν πλέον οριζόντια, λόγω της ελαχίστης αποστάσεως του εχθρού, σηκώνουν ολόκληρα σύννεφα καπνού που και αυτά περιτυλίγουν το πλοίο.  Και συνεχίζει άλλα τρία μίλια προς τα μέσα και φθάνει στην είσοδο των Στενών. Ο ενθουσιασμός και η ανδρεία όλων ανεξαιρέτως είναι υπεράνω κάθε περιγραφής. Ορμούν ακάθεκτοι ζητωκραυγάζοντας προς το θάνατο.

 

Οι Απώλειες

Οι Τούρκοι αρχίζουν να χάνονται στο βάθος με τα βαριά πληγωμένα πλοία τους σε πλήρη «αταξία», με πάνω από εκατό νεκρούς και πολύ περισσότερους τραυματίες. Τη ζημιά έκαναν τα βλήματα του Αβέρωφ, μόνο. Από τα 700 περίπου βλήματα που έριξαν συνολικά τα ελληνικά πλοία, τα 500 έφυγαν από τις κάνες της ναυαρχίδας μας. Οι Τούρκοι έριξαν περίπου 1.200 βλήματα, όλα εναντίον του Αβέρωφ. Ήταν άστοχοι όμως. Μόνο τέσσερα βλήματα μεγάλου διαμετρήματος πέτυχαν το πλοίο.  αλλά δημιούργησαν ασήμαντες βλάβες στα φουγάρα, τα καταστρώματα, τις βάρκες και μια μικρή πυρκαγιά στο θεραπευτήριο που σβήστηκε άμεσα. Νεκρός ένας: Ο κελευστής οιακιστής (πηδαλιούχος) Καζιτζάρης. Τραυματίες οκτώ.: Ο Ανθυποπλοίαρχος Μαμούρης, ο οποίος πέθανε μετά από μέρες λόγω μολύνσεως του τραύματός του, ο Υποκελευστής οιακιστής Στούμπος, ο Δίοπος οιακιστής Δρούδες, ο Δίοπος πυροβολητής Πρωτοψάλτης, ο ναύτης Σαλπιγκτής Μουντζούρης, ο ναύτης τορπιλητής Κανάκης και οι ναύτες Γεωργαλάς και Κριώτης. Άπαντες επί του Αβέρωφ.

 

Μετά τον θρίαμβο

Τα υπόλοιπα πλοία μας ανησυχούν, περιμένουν. Που είναι ο Αρχηγός και η ναυαρχίδα; Αλλά να, από μακριά φαίνεται το Αβέρωφ. Έρχεται αγέρωχο, υπερήφανο, μπαρουτοκαπνισμένο, με επηρμένο το σημαιοστολισμό μάχης. Πλησιάζει με ταχύτητα. Απ’ όλα τα πλοία έχουν βγει τα πληρώματα στα καταστρώματα να το υποδεχθούν. Το πλήρωμα του θωρηκτού της νίκης, σκαρφαλωμένο σε ιστούς, πυροβόλα, καταστρώματα, ζητωκραυγάζει. Η μπάντα της ναυαρχίδας μας, στο κατάστρωμα λέμβων, παιανίζει τον εθνικό ύμνο και εμβατήρια. Όλοι, σε όλα μας τα πλοία, ριγούν και κλαίνε από ιερό ενθουσιασμό. Τι υπέροχες μεγαλειώδεις στιγμές που μόνο ήρωες τις δημιουργούν και μπορούν να τις νοιώσουν.

Το Αβέρωφ μπαίνει μπροστά υπερήφανα και από πίσω όλα τ’άλλα πλοία μας ακολουθούν. Επιστρέφουν στο Μούδρο.

 

Ο θαυμασμός

Μετά τη ναυμαχία, ο Τούρκος στόλαρχος Ραμίζ, καταδικάστηκε από το τουρκικό Ναυτοδικείο και απεστρατεύθη. Κατά την απολογία του, αναφερόμενος στους λόγους που εγκατέλειψε τη μάχη είπε : «Τι θέλατε να κάνω, όταν είδα έναν παλαβό ακάλυπτο πάνω στο Αβέρωφ, να το οδηγεί πάσει δυνάμει κατά πάνω μου…».

Ο Υπασπιστής του Ραμίζ, όταν αργότερα, μετά τη συνθηκολόγηση, επισκέφθηκε την Αθήνα, ζήτησε να παρουσιαστεί στον Κουντουριώτη για να τον συγχαρεί : «Ναύαρχε, ο τούρκικος στόλος θα ηδύνατο να αμυνθεί ακόμη. Αλλά όταν αντελήφθημεν ότι είχατε αποφασίσει να κάμετε εμβολήν με τον ΑΒΕΡΩΦ κατά της τουρκικής ναυαρχίδος, ηναγκάσθημεν να υποχωρήσουμε. Εθαυμάσαμε την τόλμη σας. Είμαι ευτυχής, διότι λαμβάνω την τιμήν να σας γνωρίσω εκ του πλησίον και να σας υποβάλλω τα συγχαρητήριά μου».

 

Ο νικητής της Ναυμαχίας  

«Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης προσέφερε εις την Ελλάδα εκτός από τα τρόπαια της Έλλης και της Λήμνου, το σταθερόν παράδειγμα ενός βίου ευγενικού και άψογου. Μιας ενεργείας που την ενέπνεε πάντοτε ένας μοναδικός παλμός : Ο παλμός της πατρίδος, ενός χαρακτήρα υψηλού, γεμάτον από αρρενωπήν ευθύτητα αρχοντικήν μετριοφροσύνην. Μιας επικής ζωής που θα είχε θέση εις το πάνθεον του Πλουτάρχου» (Φωκάς Γ.  Ο Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης, ο νικητής της Έλλης 1956).

«Τα πολεμικά πλοία δεν είναι δια στολισμόν. Η ιστορία διδάσκει, ότι ουδέν έθνος δύναται να θαλασσοκρατεί, εφ’ όσον δεν θεωρεί τα πολεμικά πλοία προορισμένα να κινδυνεύουν και εν ανάγκη να καταστραφούν».

Παύλος Κουντουριώτης

Η αποτίμηση

Η ναυμαχία της Έλλης ανέτρεψε τα αξιώματα της Ναυτικής Επιστήμης και θα μείνει μοναδική στις σελίδες της παγκόσμιας ναυτικής ιστορίας.

Μία ακόμη χρυσή σελίδα στους Ναυτικούς Αγώνες του Έθνους έχει γραφτεί.

Μία ακόμη φορά, εχθροί και φίλοι υποκλίνονται στην ελληνική ναυτοσύνη και παλικαριά.

 

Ο Εικονογραφημένος Παρνασσός, 13 Ιανουαρίου 1913.
Οι ελευθερωτές του Αιγαίου”, Ελλάς, 22 Νοεμβρίου 1912.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Naval Legends: Georgios Averof

Ο Αρχιπλοίαρχος (ΠΝ) Σωτήριος Χαραλαμπόπουλος είναι κυβερνήτης των δυο ιστορικών πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού Θ/Κ «Γ. Αβέρωφ» και Α/Τ «Βέλος».

 

Βιβλιογραφία

Πλοίαρχος Γεώργιος Π. Κρέμος Π.Ν.- Richard Arnold Baker« Αβέρωφ το πλοίο που άλλαξε την πορεία της ιστορίας», 1990.

Δημήτριος Λαμπίκης «Ο Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης», 1935.

Νίκος Σταθάκης «Θ/Κ  Γ. Αβέρωφ Χρονικό του θωρηκτού της Νίκης 1987».

 Αφηγήσεις απογόνων των ανδρών του πληρώματος του Αβέρωφ, περιόδου 1912-13.