Skip to main content

Η κόλαση των Σίντι και Ρομά στο Άουσβιτς

4.000 Σίντι και Ρομά εξοντώθηκαν τη νύχτα της 2ης Αυγούστου 1944 στο ναζιστικό στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Ο 10χρονος τότε Μάνο Χέλενραϊνερ από καθαρή τύχη δεν είχε την ίδια μοίρα με πολλούς συγγενείς του.

Ο Μάνο Χέλενραϊνερ είναι σήμερα 84 ετών. Στο σπίτι του, στο Μέτενχαϊμ της Βαυαρίας, κρέμονται φωτογραφίες του με τους πρώην γερμανούς προέδρους Κρίστιαν Βουλφ και Γιόαχιμ Γκάουκ. Στο χέρι του διακρίνεται το νούμερο κρατουμένου που του είχαν τυπώσει στο Άουσβιτς: Ζ 3526. Το Ζ σημαίνει «τσιγγάνος», από το αρχικό της αντίστοιχης λέξης στα γερμανικά. Ανήκε και αυτός στο μειονότητα των Σίντι και Ρομά που εκδιώχθηκαν και εξοντώθηκαν με κτηνώδη τρόπο από το ναζιστικό καθεστώς.

Η καθημερινότητα στο ναζιστικό στρατόπεδο ήταν απάνθρωπη και τραυματική. «Μας έβγαζαν έξω στις 4 τα ξημερώματα, ακόμη και το χειμώνα με πολύ χιόνι. Οι ηλικιωμένες κυρίες πάγωναν και έπεφταν νεκρές έξω ή μέσα στις τουαλέτες. Δεν υπήρχαν κανονικές τουαλέτες, ήταν κουβάδες, ήταν τραγικό. Είναι θαύμα το ότι είμαστε ακόμη ζωντανοί», λέει ο Μάνο Χέλενραϊνερ.

Λίγο πριν διαλυθεί ο αποκαλούμενος «καταυλισμός των τσιγγάνων» εντός του Άουσβιτς-Μπίρκεναου, όπου 4.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά Σίντι και Ρομά οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων και στη συνέχεια ρίχτηκαν στην πυρά, ο Μάνο Χέλεραϊνερ με τους γονείς του και την αδερφή του μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ράβενσμπρουκ. Στο Άουσβιτς έχασε πολλούς συγγενείς -36 μέλη της οικογένειας Χέλενραϊνερ άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Σκληρές εικόνες, με παιδιά να πεθαίνουν και μάνες να ουρλιάζουν και να θρηνούν ξαναζωντανεύουν ακόμη και σήμερα στο μυαλό του. Ο ίδιος ευγνωμονεί τη σύζυγό του, η οποία τον βοήθησε να αντεπεξέλθει απέναντι στους διαρκείς εφιάλτες του.

Η διατήρηση της μνήμης και οι σύγχρονοι τιμητές των ναζί

Ο Μάνο Χέλενραϊνερ με τη σύζυγό του Έλσα

Στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ χωρίστηκαν άνδρες και γυναίκες. Αργότερα ο Μάνο και ο πατέρας του μεταφέρθηκαν από το Ράβεσνμπρουκ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ζαξενχάουζεν, κοντά στο Βερολίνο. Ο πατέρας του και άλλοι πρώην στρατιώτες στάλθηκαν ξανά στο μέτωπο του πολέμου. Ο Μάνο και οι υπόλοιποι κρατούμενοι εξωθήθηκαν σε πορεία θανάτου προς τα δυτικά. Όποιος δεν άντεχε να προχωρήσει, εκτελούνταν άμεσα από άνδρες των SS. Όταν πλησίασαν τα προελαύνοντα ρωσικά στρατεύματα και οι μάχες μεταξύ Γερμανών και Ρώσων γίνονταν ολοένα σκληρότερες, ο μικρός Μάνο μαζί με άλλα παιδιά κατόρθωσαν να δραπετεύσουν. Με τη βοήθεια γάλλων στρατιωτών έφτασε στη Γαλλία. Μετά από κάποιο διάστημα σε μια οικογένεια στην Αλσατία, επέστρεψε τον Δεκέμβριο του 1946 στην οικογένειά του στο Μόναχο, η οποία τον αναζητούσε.

Ο Μάνο Χέλεραϊνερ θέλει σήμερα να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη των τραγικών γεγονότων που έζησε στα χέρια των ναζί –μεταξύ άλλων δίνει διαλέξεις σε σχολεία. «Για να ξέρουν οι νεαροί Γερμανοί τι περάσαμε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ότι το καθεστώς του Χίτλερ ήταν εγκληματικό. Και σήμερα υπάρχουν διάδοχοι που τιμούν τους ναζί και αυτό με φοβίζει. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να ξανασυμβεί», τονίζει.

Αντρέα Γκρούναου Άρης Καλτιριμτζής

Πηγή: Deutsche Welle

“Το τραμ το τελευταίο». Τα μέσα μαζικής μεταφοράς του παρελθόντος.

 

“Το τραμ το τελευταίο”. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς
του παρελθόντος

Θα σου διηγηθώ – μου γράφει καθημερινός αναγνώστης – ένα επεισόδιο που μου συνέβη το βράδυ της τετάρτης Αυγούστου στο τραμ. Μέσα στη μονοτονία της πορείας του τραμ, αν δεν συντροφεύεσαι, τι άλλο έχεις να κάνεις, παρά να κυττάζης τους συνεπιβάτες σου; Πολλά μπορείς να μάθης απ’ τη σπουδή τους. Ο μακαρίτης ο Νιρβάνας, ολόκληρο το πνευματικό του το υλικό, το πήρε από αυτήν την παρακολούθηση των συνεπιβατών του. Έτσι έγραψε και τους περίφημους «Εφαψίες» του. Βέβαια, ο Π. Νιρβάνας, καθημερινός ταξιδιώτης με τραμ, ηλεκτρικό και το «θηρίο», κατέγραψε δεκάδες «επεισόδια» στα μέσα αυτά, δημιουργώντας μια μοναδική ηθογραφία του μεσοπολέμου. «Καθώς πλησιάζομεν, ανύποπτοι, προς την Γαργαρέτταν, το τραμ σταματά αποτόμως. Τι συμβαίνει; Συνηθισμένη ιστορία. Κόπηκε το ρεύμα. Το γεγονός γίνεται δεκτόν, κατά τόσους τρόπους, όσοι είνε και οι επιβάται. Και δημιουργείται αμέσως, εκ του προχείρου, μέσα στον στενόν εκείνον χώρον, μία έκθεσις ψυχών…
[Σπύρος Μελάς]

…Υπήρχε τότε η διάδοση –κάτι σαν προφητεία– πως θαρθεί καιρός που από την Αγ. Δημητρίου θα περάσει το τραμ και πως για να φαρδύνει ο δρόμος θα γκρεμιστεί όλη η δεξιά γραμμή των σπιτιών από την οδό Σοφοκλέους ώς την Ευαγγελίστρια (…) Το πέρασμα του τραμ όμως δεν εκπληρώθηκε γιατί στο μεταξύ καταργήθηκαν τα ίδια τα τραμ…
[Γιώργος Ιωάννου]

Αλλά και το τέταρτον υπ’ αριθ. 12 τραμ εδήλωσεν ότι… «δεν πάει Παγκράτι». Αλλ’ ιδού το πέμπτον, το οποίον θα πάη. Αυτό θα πάη πράγματι, αλλ’ από τους αναμένοντας μάρτυρας δεν θα πάη κανείς. Διότι το πέμπτον έρχεται πλέον κατάφορτον. Το φορτίον του είνε μια μάζα από ανθρώπινες σάρκες. Άλλοι κρέμονται από τις σκάλες και άλλοι από το όπισθεν μέρος του εξώστου. Ο νόμος του αδιαχωρήτου έχει καταργηθή. Το θέαμα, το συγκοινωνιακόν αίσχος δηλαδή, προκαλεί την αγανάκτησιν του πλήθους που περιμένει. Και το οποίον θα περιμένη. Διότι η πόλις αυτή έχει λαμπράς, καλλιμαρμάρους οικοδομάς, έχει άφθονον ηλεκτρικόν φως, έχει ραδιόφωνα, κινηματογράφους, θέατρα, ντάνσιγκ αλλά… δεν πάει Παγκράτι.
[Τίμος Μωραϊτίνης ]

 

Η Αθηνά Ταρσούλη ταξίδεψε με το τραμ της Καλαμάτας, ο Μπάμπης Άννινος παραβρέθηκε στις δοκιμές του πρώτου ηλεκτροκίνητου οχήματος στην Ελλάδα, του τραμ της Πάτρας (1902) και ο Γιάννης Καιροφύλλας μας μετέφερε πολλές φορές, με νοσταλγία όπως πάντα, στην μπελ επόκ της Αθήνας του ιππήλατου, ατμήλατου και ηλεκτρικού τροχιόδρομου. Ο Μ. Καραγάτσης μας προέκυψε αντίπαλος του τραμ και με ένα τεχνοκρατικό κείμενο στο περιοδικό Συγκοινωνία (1950), όπου και αρθρογραφούσε, προτείνει: «Διεύρυνσις αρτηριών και κατάργησις τροχιοδρόμων». Βέβαια βρισκόμαστε στην εποχή που τα τραμ είχαν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους για μια δεκαετία περίπου και είχαν αρχίσει ήδη οι πρώτες φωνές για την κατάργησή τους ή μάλλον για τον περιορισμό τους σε συγκεκριμένες διαδρομές. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Ν. Σ. Κτενιάδη για τη ιστορία της πρώτης περιόδου του ελληνικού σιδηροδρόμου στην Πρωία, (10-05-1936) μας δίνει μια πληροφορία για έναν «σιδηρόδρομο της Πεντέλης»: «Ο συντάκτης του ημερολογίου “Νέα Ελλάς” (1894, σελ. 428) λογάριαζε να ταξιδέψη με το σιδηρόδρομο στην Πεντέλη το καλοκαίρι του 1898. Εμείς μπορούμε με την ίδια βεβαιότητα να λογαριάζουμε όχι μονάχα το ταξιδάκι της Πεντέλης μα κι’ ένα δεύτερο σιδηροδρομικό ταξιδάκι από την Καλαμπάκα στη Βέρροια στα 1998. Τι τα θέλετε ! Σε μερικούς τόπους “οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους».

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε πάνω σε ένα τραμ (1940) διεκδικώντας λίγη από τη φήμη του Αντόνι Γκαουντί, του περίφημου Καταλανού αρχιτέκτονα και μεγάλου λάτρη των τραμ, ο οποίος παρασύρθηκε από ένα τραμ το 1926, αφήνοντας ημιτελή την Sagrada Familia («… έπειτα, τι αλλόκοτη σύμπτωση αυτή η συγκοπή μες σ’ ένα τραμ! Θα νόμιζε κανείς πως ο αλησμόνητος χιουμοριστής, που τόσες φορές ακόνισε την πένα του στ’ αναξιοπαθήματα συνανθρώπων ανύποπτων, έδωσε πεθαίνοντας στους διαδόχους του ένα θέμα ολόπικρης ειρωνίας, που ταίριαζε περίφημα στο ύφος του». — Γ. Κοτζιούλας, Ο άνθρωπος της μοναξιάς, Νεοελληνικά Γράμματα, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 1940, φύλλο αφιερωμένο στη μνήμη του Ζαχαρία Παπαντωνίου).

Ο Κ. Ταχτσής περιέγραψε σε ένα Παρασκήνιο τη «σκαλομαρία» στα «τραμβάϋ» των παιδικών του χρόνων, την οποία θυμήθηκε αργότερα και στα ποιήματά του. Ο Σ. Κουγιουμτζής αγαπούσε πολύ τα τραμ και ο Ν. Καμμώνας απευθύνεται με οδύνη «Προς τα τραμ…» (της Θεσσαλονίκης, 1954):

…Βαθύτατα συγκεκινημένοι από την εις βάρος σας καταδικαστικήν απόφασιν, σας απευθύνομεν το ύστατον «χαίρε» και σας βεβαιούμεν ότι δεν θα λησμονήσωμεν ποτέ την φιλεργίαν σας και τας πολυτίμους υπηρεσίας που μας προσφέρατε επί τόσα συνεχή έτη, παρέχοντες παράδειγμα φιλοπονίας εις τους Νεοέλληνας.
Σας παρακαλούμεν δε να λησμονήσετε την μοχθηρίαν ημών των δημοσιογράφων, οι οποίοι όλας τας ευθύνας για του Ψύλλου πήδημα τας επιρρίπταμε στα τραμ… Αλλοιώς εγνωρισθήκαμε και αλλοιώς χωριζόμαστε…

Από της 6ης πρωϊνής της 1ης Σεπτεμβρίου του 1908, όταν τέθηκε σε λειτουργία το πρώτο ηλεκτροκίνητο τραμ, μέχρι της 15ης Δεκεμβρίου 1959 (10 μήνες πριν από την κατάργηση και της τελευταίας γραμμής), συνολικά εξυπηρετήθηκαν δύο δισεκατομμύρια οκτακόσια είκοσι πέντε εκατομμύρια (2.825.000.000) Αθηναίοι και άλλοι επιβάτες, στις δεκαέξι γραμμές της πρωτευούσης και των περιχώρων της.

Πηγή:
“Το τραμ στη λογοτεχνία”
—του Σάκη Κουρουζίδη—

Ένθετο Επτά Ημέρες της Καθημερινής, το 2005, σε ένα ειδικό αφιέρωμα για το τραμ

Αθήνα (πλατεία Συντάγματος), 1911.
Θεσσαλονίκη – Χορτιάτης, αρχές του Μεσοπολέμου.
Θεσσαλονίκη (διασταύρωση Μεγ. Αλεξάνδρου και Εγνατίας), Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, οδός Αθηνάς, 1945.
Αθήνα, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Πειραιάς, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Αθήνα, 1952.
Ομόνοια-Πετράλωνα, Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας.
Καλύβια Αγρινίου.
Βαθύ-Καρλόβασι, Σάμος.
Καβάλα
Ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος στο σταθμό του Νέου Φαλήρου.
Ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Πειραιά-Κηφισιάς, εσωτερικό οχήματος.
Ο τερματικός σταθμός του Πειραιά το 1981.
Τα πράσινα λεωφορεία του Πειραιά, δεκαετία του ’60.
Το τρόλλεϋ της Αθήνας….
…και του Πειραιά.
Ανθρωποκυνηγητό μέσα στους δρόμους της Αθήνας με τον Jean-Paul Belmondo (Le casse, 1971).
Εισπράκτορας λεωφορείου, δεκαετία του ΄70.
Πειραιάς, δεκαετία του ΄70.
ΚΤΕΛ Καρδίτσας κάτω από την Ακρόπολη, δεκαετία του ΄70.
Θεσσαλονίκη (Επταπύργιο), δεκαετία του ΄80.
Αθήνα, διώροφα λεωφορεία, 1982.
Το τραμ του Περάματος.
Το τραμ το τελευταίο. Το κλείσιμο της γραμμής το 1977.

Αθάνατα στιγμιότυπα από ελληνικές κωμωδίες

Ο ζηλιαρόγατος, 1956

Η θεία από το Σικάγο, 1957.

Η διεθνής διάσταση

Le casse, 1971.

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Πύργος του Άϊφελ: το χρονικό της ανέγερσης ενός εμβληματικού μνημείου

Πύργος του Άϊφελ: το χρονικό της ανέγερσης ενός εμβληματικού μνημείου

Ό,τι είναι η Ακρόπολη για την Αθήνα, το Κολοσσαίο για τη Ρώμη, το Κρεμλίνο για τη Μόσχα, ο Big Ben για το Λονδίνο, το άγαλμα της Ελευθερίας για τη Νέα Υόρκη, η όπερα για το Σύδνεϋ, αντιπροσωπεύει ο πύργος του Άϊφελ για το Παρίσι. Πρόκειται για το αδιαμφισβήτητο σήμα κατατεθέν της πόλης. Αρχικά, ωστόσο, τα πράγματα κάθε άλλο παρά προοιώνιζαν μια εξέλιξη αυτού του είδους. Αναπόσπαστο τμήμα της Παγκόσμιας Έκθεσης του 1889, την οποία οργάνωσε το Παρίσι προκειμένου να τιμήσει τα πρώτα εκατό χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση, η ζωή του μνημείου θα είχε εφήμερη διάρκεια. Διασώθηκε χάρη στα πλεονεκτήματα που παρείχε, λόγω ύψους, στον νέο και διαρκώς ανερχόμενο κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Αλλά ούτε και ο δημιουργός του, ο μηχανικός Gustave Eiffel (1832-1923), έδειχνε, σε μια πρώτη φάση, να συγκινείται ιδιαίτερα από την προοπτική μιας τέτοιας κατασκευής. Η σταδιοδρομία του βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο και έχαιρε άκρας αναγνώρισης στη χώρα του αλλά και εκτός γαλλικών συνόρων. Έχοντας ειδικευθεί στις κατασκευές από σίδηρο, ήταν ο εφευρέτης μιας τεχνικής, ιδιαίτερα οικονομικής και αποτελεσματικής: της τεχνικής των προκατασκευασμένων υλικών με την έννοια της συναρμογής εξαρτημάτων με στόχο την κατασκευή ενός οργανωμένου συνόλου. Έργα του βρίσκονταν στην Ευρώπη, στην Ασία, στη Λατινική Αμερική, ενώ είχε αναλάβει και φέρει εις πέρας τις εργασίες της εσωτερικής στήριξης ενός άλλου εμβληματικού μνημείου: του αγάλματος της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη. Πείστηκε τελικά, από τον ενθουσιασμό δυο άμεσων συνεργατών του: των Maurice Koechlin και Emile Nouguier.Τα έργα κατασκευής ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1887. Ολοκληρώθηκαν δυο χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1889, κι ενώ η Παγκόσμια Έκθεση είχε ήδη ανοίξει τις πύλες της. Επρόκειτο για το ψηλότερο μνημείο στον κόσμο (300 μέτρα), στο μέγεθος της προσπάθειας της Γαλλίας να ανακτήσει την αίγλη, την οποία είχε απωλέσει εξαιτίας της ήττας της από την Πρωσία στον πόλεμο του 1870. Ο πύργος του Άϊφελ ήταν ένα σχέδιο γεμάτο όραμα αλλά και μεγάλο ρίσκο. Κανείς δεν ήξερε κατά πόσο μπορούσε να αντισταθεί στα φαινόμενα της φύσης, ειδικότερα δε στον άνεμο. Παρά το βάρος του (10.100 τόνοι), η κατασκευή του είναι τόσο σταθερή, ώστε παρεκκλίνει μόλις έως 7,5 εκατοστά με σφοδρό άνεμο. Ας σημειωθεί, επίσης, πως η οξυγονοκόλληση ήταν ακόμη άγνωστη μέθοδος. Συνολικά 300 εργάτες ένωσαν 18.038 κομμάτια σφυρήλατου σιδήρου με 2,5 εκατομμύρια πριτσίνια, με βάση μια στατική μελέτη του Maurice Koechlin. Ο κίνδυνος ατυχήματος ήταν μεγάλος, καθώς ο πύργος ήταν εκτεθειμένος σε ανοιχτό πλαίσιο, χωρίς κανέναν ενδιάμεσο όροφο, εκτός από δύο πλατφόρμες. Ωστόσο, επειδή ο Eiffel είχε λάβει προληπτικά μέτρα ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των κινητών ικριωμάτων, προστατευτικών κιγκλιδωμάτων και διαχωριστικών πλεγμάτων, μόνο ένας εργάτης έχασε τη ζωή του. Ο πύργος επικρίθηκε από το κοινό όταν κατασκευάστηκε, καθώς πολλοί είχαν την άποψη πως ήταν αντιαισθητικός. Οι καθημερινές εφημερίδες γέμισαν με οργισμένες επιστολές από την καλλιτεχνική κοινότητα του Παρισιού. Σήμερα, είναι το δημοφιλέστερο μνημείο στη Γαλλία, ο δε μέσος όρος των επισκεπτών ετησίως έχει ξεπεράσει τα 7 εκατομμύρια.

Απρίλιος 1888, ένα έτος και τρεις μήνες έπειτα από την έναρξη των έργων.
Η πρόοδος των έργων
Gustave Eiffel
Το αρχικό σχέδιο του Maurice Koechlin.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο πύργος στο αρχικό του φυσικό περιβάλλον.
Τα εγκαίνια.
Ουρά των επισκεπτών στην είσοδο του μνημείου.
Η εξέδρα του πρώτου ορόφου, σημείου σύγκλισης των τεσσάρων αψίδων της βάσης του μνημείου.
Το εστιατόριο του πρώτου ορόφου στην αρχική του εκδοχή.
Ο Gustave Eiffel (αριστερά), στο υψηλότερο επισκέψιμο σημείο του μνημείου.
Οι διασώστες του μνημείου. Τηλεγραφική δραστηριότητα στην κορυφή του πύργου.
Έργα συντήρησης στο κενό.
Ο επαναστατικός για την εποχή ανελκυστήρας.

 

Ο ανελκυστήρας σήμερα.

O αυστριακής καταγωγής Γάλλος ράπτης και εφευρέτης Franz Reichelt (1879-1912) επέλεξε τον πύργο του Άϊφελ, προκειμένου να αποδείξει τη χρηστικότητα ενός δικής του επινόησης αλεξιπτώτου, ενσωματωμένου στη στολή ενός πιλότου, ικανού να σώσει ζωές σε περίπτωση εκδήλωσης βλάβης εν πτήσει και επείγουσας ανάγκης εγκατάλειψης του αεροσκάφους. Οι αστυνομικές αρχές του Παρισιού δίστασαν να εκδόσουν τη σχετική άδεια χρήσης του πύργου, θέτοντας, ως προϋπόθεση τη χρησιμοποίηση ανδρείκελου, ούτως ώστε να αποφευχθεί ο όποιος κίνδυνος για ανθρώπινη τραγωδία. Ο Reichelt αποδέχτηκε τον όρο. Φθάνοντας, όμως, στον πύργο το πρωΐ της 4ης Φεβρουαρίου 1912, εξέπληξε τους παρισταμένους δηλώνοντας ότι θα επιχειρούσε αυτοπροσώπως το άλμα. Παρά τις προσπάθειες να μεταπειστεί και βέβαιος για την αποτελεσματικότητα της εφεύρεσής του, έπεσε στο κενό πηδώντας από τον πρώτο όροφο, ύψους 57 μ. από το έδαφος. Το αλεξίπτωτο δεν λειτούργησε και ο Reichelt σκοτώθηκε ακαριαία. Η σκηνή αποθανατίστηκε φωτογραφικά και κινηματογραφικά.

 

Death Jump – PARIS – TOUR EIFFEL – 1912 – Franz Reichelt        

Les marriés de la Tour Eiffel. Εικονογράφηση του προγράμματος από την Irène Lagut.

To 1921, στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων (Théâtre des Champs-Élysées) ανεβάστηκε το μπαλέτο Οι νεόνυμφοι του Πύργου του Άιφελ ( Les marriés de la Tour Eiffel), βασισμένο στο λιμπρέτο του ποιητή Jean Cocteau, μουσική των Georges Auric, Arthur Honegger, Darius Milhaud, Francis Poulenc και Germaine Tailleferre (πέντε από τους μουσικοσυνθέτες, που είχαν συγκροτήσει τη λεγόμενη “Ομάδα των έξι”), χορογραφία του Jean Börlin και σκηνικά της Irène Lagut. Ένα νιόπαντρο ζευγάρι απολαμβάνει το πρόγευμά του σε έναν από τους εξώστες του πύργου, ακούγοντας τον πομπώδη λόγο ενός στρατηγού. Ξαφνικά, εισβάλλει ένα συνεργείο από τηλεγραφιστές, αλλά και ένα λιοντάρι, το οποίο κατασπαράζει τους περισσότερους θαμώνες. Το μακάβριο έργο ολοκληρώνει ένα μυστήριο άτομο, που φέρνει τον χαρακτηρισμό “Παιδί του μέλλοντος” και το οποίο σκοτώνει όσους έχουν επιζήσει από την έφοδο του θηρίου. Χαρακτηριστική του σουρεαλιστικού και αποδομητικού στυλ του Cocteau, η υπόθεση καταρρίπτει με καυστικό τρόπο όλα τα στερεότυπα της εποχής: οικογένεια, αστική τάξη, στρατό, ακόμα και τον ίδιο τον πύργο. Η επιτυχία του θεάματος υπήρξε περιορισμένη. Σήμερα, εκτελούνται τα μικρά αποσπάσματα των πέντε συνθετών σαν να επρόκειτο για συμφωνικά έργα.

Les marriés de la Tour Eiffel (πλήρες)

Jean Béraud, L’entrée de l’Exposition Universelle de 1889, 1889, Musée Carnavalet, Histoire de Paris
Marc Chagall. Paris vu par la fenêtre, 1913, S.R. Guggenheim Museum New York.
Robert Delaunay, La Tour Eiffel, 1926, ιδιωτική συλλογή.
Raoul Duffy, La Tour Eiffel, 1935, ιδιωτική συλλογή.
Bernard Buffet, Le pont Alexandre III et la tour Eiffel, λιθογραφία, 1988.
Ιούνιος 1940. Ένας απρόσμενος επισκέπτης αμέσως μετά την κατάρρευση της Γαλλίας
Ο πύργος, όπως δεσπόζει σήμερα πάνω από την Πόλη του Φωτός.

1898: H ανάβαση με τον ανελκυστήρα. Ιστορικές λήψεις των Auguste και Louis Lumière

Tour Εiffel : la grande epopée – Documentaire arte 2016

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Η ανταρσία του “Bounty”

 

Η ανταρσία του “Bounty”

Στις 28 Απριλίου 1789, στο Νότιο Ειρηνικό, εκδηλώθηκε στάση επάνω στο HMS Bounty. Δυο εβδομάδες νωρίτερα, το πλοίο είχε αποπλεύσει από την Ταϊτή, έχοντας εκπληρώσει το πρώτο σκέλος της αποστολής του, δηλ. τη φόρτωση αρτόδεντρων, τα οποία ευδοκιμούσαν στη συγκεκριμένη περιοχή της Πολυνησίας. Το δεύτερο σκέλος της αποστολής συνίστατο στη μεταφορά και εκφόρτωση του πολύτιμου φορτίου στις Βρετανικές κτήσεις της Καραϊβικής, με την βάσιμη ελπίδα πως οι εκεί κλιματολογικές συνθήκες θα προσφέρονταν για την καλλιέργεια του αρτόδεντρου και την χαμηλού κόστους παραγωγή ψωμιού για τους σκλάβους. Το Bounty είχε αποπλεύσει από τις Βρετανικές Νήσους στις 15 Οκτωβρίου του 1787 με κυβερνήτη τον William Bligh και υποπλοίαρχο τον Fletcher Christian. Ο διάπλους προς την Ταϊτή αποδείχθηκε περιπετειώδης, καθώς η προσπάθεια προσπέλασης του Ακρωτηρίου Χορν, στο νότιο άκρο της Αμερικανικής Ηπείρου (πρόκειται για τη συντομότερη διαδρομή) απέτυχε εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών. Το πλοίο αναγκάστηκε να στραφεί προς τον Ινδικό Ωκεανό, μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, επιλογή, η οποία επέφερε μεγάλη χρονική καθυστέρηση και ταλαιπωρία. Αγκυροβόλησε στον κόλπο Matavai της Ταϊτής στις 26 Οκτωβρίου 1788, έχοντας συμπληρώσει ένα έτος από τη στιγμή της αναχώρησης και διατρέξει μια απόσταση 31.170 ναυτικών μιλίων (50.163 χλμ.). Στην Ταϊτή παρέμεινε επί πέντε μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων φυτεύτηκαν και ακολούθως μεταφέρθηκαν στο πλοίο άνω των χιλίων αρτόδεντρα. Τα αίτια της ανταρσίας αποδίδονται σε ένα συνδυασμό πολλών παραγόντων: 1) Κόπωση του πληρώματος εξαιτίας της μακροχρόνιας απουσίας από την πατρίδα, 2) απροθυμία επανόδου στους κανόνες της καθημερινής πειθαρχίας έπειτα από μια πολύμηνη διαμονή στην Ταϊτή, κατά τη διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν πολλά κρούσματα επιμειξίας με τους ιθαγενείς, 3) υπέρμετρα σκληρή συμπεριφορά εκ μέρους του κυβερνήτη κλπ. Η τελευταία είναι και η επικρατέστερη εκδοχή, που μονοπωλεί το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας και το σύνολο των κινηματογραφικών εκδοχών. Σχετικά πρόσφατες, ωστόσο, μελέτες, αναθεωρούν την παραπάνω εκτίμηση, επιρρίπτοντας ευθύνες στον υποκινητή της ανταρσίας, υποπλοίαρχο Fletcher Christian (Richard Hough 1972, Caroline Alexander 2003) και επιδεικνύοντας μεγαλύτερη επιείκεια και κατανόηση έναντι του πλοιάρχου Bligh. Σύμφωνα με τις παραπάνω εκτιμήσεις, ο Christian, κατά τις άμεσες παραμονές εκδήλωσης της στάσης, είχε υπερβεί κάθε όριο λογικής, έχοντας προσβληθεί (όπως, άλλωστε, μεγάλο τμήμα του πληρώματος) από αφροδίσιο νόσημα εξαιτίας ερωτικών συνευρέσεων με Ταϊτινές.

Η ανταρσία δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα, μόνο, κεφάλαιο της οδύσειας του Bounty και του πληρώματός του. Άξιες μνείας είναι άλλες τρεις πτυχές του δράματος: 1) Η περιπέτεια της λέμβου, όπου στοιβάχθηκαν ο Bligh και οι νομιμόφρονες ναυτικοί και η οποία διένυσε μια πορεία 3.500 ναυτικών μιλίων (6.500 χλμ) έως τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (σημερινή Ινδονησία), με σύντομες στάσεις στα νησιά του Νοτίου Ειρηνικού, εξαιτίας του φόβου των κανιβάλων ιθαγενών (ο Bligh, ως κατώτερος αξιωματικός, υπήρξε αυτόπτης μάρτυς του μαρτυρικού θανάτου του James Cook το 1779 στη Χαβάη). 2) Η εξίσου περιπετειώδης αποστολή του πλοίου Pandora, επιφορτισμένου με την αναζήτηση και σύλληψη των στασιαστών. Έπειτα από μια άκαρπη αναζήτηση εννέα μηνών στον αχανή Νότιο Ειρηνικό, το Pandora τερμάτισε άδοξα την αποστολή του, προσκρούοντας σε ύφαλο στα ανοικτά των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών. Μεταξύ των θυμάτων ήταν τέσσερα μέλη του πληρώματος του Bounty, που είχαν συλληφθεί στην Ταϊτή. Άλλα εννέα διασώθηκαν και μεταφέρθηκαν στα Βρετανικά Νησιά, όπου προσήχθησαν σε Ναυτοδικείο. 3) Ακόμα πιο εντυπωσιακή υπήρξε η μοίρα του Christian και των περισσοτέρων στασιαστών. Έπειτα από δυο σύντομες παραμονές στην Ταϊτή, το Bounty, με μεικτό πλήρωμα καθώς είχαν επιβιβασθεί σε αυτό ιθαγενείς (μεταξύ των οποίων και γυναίκες), περιπλανήθηκε άσκοπα επί τέσσερις μήνες στον Ειρηνικό. Ως τελικό καταφύγιο επελέγη η νήσος Pitcairn, χάρη σε ένα χαρτογραφικό σφάλμα (το στίγμα της παρουσίαζε μια απόκκλιση 348 χλμ. από εκείνο που αναφερόταν στους χάρτες του Βρετανικού Ναυαρχείου). Επιπρόσθετα, το νησί ήταν ακατοίκητο με πλούσια πανίδα και χλωρίδα και άφθονο νερό. Στις 23 Ιανουαρίου 1790, δώδεκα, μόλις ημέρες έπειτα από την άφιξη στο Pitcairn, το Bounty καταστράφηκε από φωτιά. Επρόκειτο για σκόπιμη ενέργεια, η οποία υπαγορεύτηκε από λόγους προστασίας έναντι των τιμωρητικών αποστολών που ήταν βέβαιο πως θα εξαπέλυαν οι Βρετανικές αρχές, είτε προκειμένου να αποτραπεί κάθε υπόνοια επιστροφής στην πατρίδα ένεκα νοσταλγίας. Όταν το αμερικανικό ιστιοφόρο Topaz (το πρώτο κατά σειρά, που προσέγγισε τη νήσο Pitcairn), κατέπλευσε τον Φεβρουάριο του 1808, βρήκε μια αποικία δεύτερης γενιάς, η οποία είχε προκύψει από επιμειξία. Από το πλήρωμα του Bounty είχε επιζήσει ένα, μόνο, άτομο. Οι περισσότεροι (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Christian) είχαν χάσει τη ζωή τους από συμπλοκές με τους Ταϊτινούς. Όσο για τον έτερο πρωταγωνιστή, τον William Bligh, αφού αθωώθηκε από το Ναυτοδικείο, προήχθη σε κυβερνήτη πολεμικού σκάφους. Διετέλεσε διοικητής της Νέας Νοτίου Ουαλίας (Αυστραλία) μεταξύ των ετών 1806 και 1808 και τερμάτισε την σταδιοδρομία του με τον βαθμό του αντιναυάρχου.

Η πολυδιάστατη περιπέτεια του Bounty, σε συνδυασμό με το στοιχείο του εξωτισμού, που την διατρέχει από άκρου σε άκρο, δεν μπορούσε παρά να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης. Στις αναρίθμητες μελέτες και άρθρα που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα, ήρθαν να προστεθούν πέντε κινηματογραφικές ταινίες με καταξιωμένους ηθοποιούς (η πρώτη, βωβή Αυστραλιανή του 1916, δεν έχει αφήσει κανένα ίχνος). Αυτήν ακριβώς τη διάσταση φιλοδοξεί να αναδείξει το παρόν αφιέρωμα.

William Bligh (1754-1817), κυβερνήτης του Bounty

 

 

Fletcher Christian (1764-1793), υποπλοίαρχος του Bounty, υποκινητής της στάσης.

 

 

Το ιατρικό ημερολόγιο του Bounty, Royal Museums Greenwich

 

Η πορεία του Bounty. Με μπλε συνεχόμενη γραμμή σημειώνεται η διαδρομή από τα ανοιχτά της Τασμανίας έως τον τελικό προορισμό της αποστολής (Ταϊτή). Με μπλε διακεκομένη γραμμή, η πορεία από την Ταϊτή έως το σημείο εκδήλωσης της ανταρσίας. Με μπλε κουκίδες, η πορεία από το σημείο της ανταρσίας έως τον τελικό προορισμό (νήσος Pitcairn) με δυο ενδιάμεσες σταθμεύσεις στην Ταϊτή. Με πράσινες κουκίδες σημειώνεται η οδύσσεια (6.500 χλμ. – 3.500 ναυτικά μίλια) της λέμβου του Bligh από το σημείο της ανταρσίας έως τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες.

 

Ιδιόχειρη ονομαστική κατάσταση των εμπλεκομένων στην ανταρσία. Πρώτο αναγράφεται το όνομα του Fletcher Christian. Η κατάσταση συντάχθηκε από τον Bligh κατά τη διάρκεια του περίπλου με τη λέμβο του Bounty. Το πρωτότυπο φυλάσσεται στα Εθνικά Αρχεία της Αυστραλίας.

 

Bernard Finnigan Gribble: The Loyal Men of the ‘Bounty’,1915, Bournemouth, Russell-Cotes Art Gallery and Museum

 

Η μεταφορά στην οθόνη

1. In The Wake of The Bounty (1933)

 

Σενάριο – Σκηνοθεσία: Charles Chauvel
Mayne Lynton (Bligh)
Errol Flynn (Christian)
Arthur Grenaway (αφήγηση)

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Errol Flynn στην παρθενική κινηματογραφική του εμφάνιση στο ρόλο του Fletcher Christian

 

In The Wake of The Bounty (απόσπασμα)

 

2. Mutiny on the Bounty (1935)

Σενάριο: Talbot Jennings, Jules Furthman, Carey Wilson
Σκηνοθεσία: Frank Lloyd
Charles Laughton (Bligh)
Clark Gable (Christian)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Clark Gable (Christian) και Charles Laughton (Bligh).

 

 

Mutiny on the Bounty (η σύγκρουση Bligh – Christian)

 

 

Mutiny on the Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας)

 

3. Mutiny on the Bounty (1962)

Σενάριο: Charles Lederer

Σκηνοθεσία: Lewis Milestone

Trevor Howard (Bligh)

Marlon Brando (Christian)

Richard Harris (Mills)

Eddie Byrne (Fryer)

Henry Daniell (ναύαρχος Hood)

 

 

 

 

 

 

Trevor Howard (Bligh) και Marlon Brando (Christian).

 

Mutiny on the Bounty (η άφιξη στην Ταϊτή)   

 

 

Mutiny on the Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας)

 

4. The Bounty (1984)

Σενάριο: Robert Bolt

Σκηνοθεσία: Roger Donaldson

Μουσική: Βαγγέλης Παπαθανασίου

Anthony Hopkins (Bligh)

Mel Gibson (Christian)

Daniel Day-Lewis (Fryer)

Liam Neeson (Churchill)

Sir Lawrence Olivier (ναύαρχος Hood)

 

 

Mel Gibson (Christian) και Anthony Hopkins (Bligh)

 

The Bounty (η άφιξη στην Ταϊτή)  

The Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας) 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Alexander, Caroline: The Bounty. London, Harper Collins, 2003.

 

Boyne, John: Mutiny on the Bounty, Doubleday Canada Limited, Toronto, Ontario, 2009.

 

Dening, Greg: Mr Bligh’s Bad Language: Passion, Power and Theatre on the Bounty, Cambridge University Press, 1994.

 

Hough, Richard: Captain Bligh and Mr Christian: The Men and the Mutiny, London, Hutchinsons, 1972.

 

McKinney, Sam: (1999). Bligh!: The Whole Story of the Mutiny Aboard H.M.S. Bounty, Victoria, British Columbia, Touch Wood Editions, 1999.

 

Charles Nordhoff, James Norman Hall: The Bounty Trilogy, New York, Little, Brown and Company, 1940 (2η έκδοση).

 

Anne Salmond: BLIGH. William Bligh in the South Seas, University of California Press, 2011.                                         

 

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Νίκος Μισολίδης

 

“L’ Agonie de Byzance”: Γαλλική κινηματογραφική ταινία του 1913

Με αφορμή την επέτειο της Άλωσης

LAgonie de Byzance

Γαλλική κινηματογραφική ταινία του 1913

Η Αγωνία του Βυζαντίου (L’ Agonie de Byzance) είναι μια βωβή κινηματογραφική ταινία του 1913, διάρκειας 29 λεπτών της ώρας. Ο σκηνοθέτης Louis Feuillade, έχει επιλέξει ένα μεγίστης σημασίας ιστορικό γεγονός, προκειμένου να το αποδώσει με τα (πενιχρά) τεχνικά μέσα της εποχής. Πρόκειται για ένα φιλόδοξο εγχείρημα, καθώς χρησιμοποιούνται εκατοντάδες κομπάρσοι, ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια όχι μόνο αποδίδουν πιστά την εποχή, αλλά είναι ιδιαίτερα μελετημένα και φροντισμένα. Ο Feuillade ανταπεξέρχεται με επιτυχία στο γύρισμα σκηνών με μεγάλη τεχνική δυσκολία όπως είναι οι σκηνές των μαχών. Φυσικά, όλες οι λήψεις έχουν πραγματοποιηθεί με γνώμονα το ανθρώπινο ύψος του εικονολήπτη. Προκειμένου, ωστόσο, να υπάρχει κάποια σχετική ποικιλία, επινοήθηκε ολόκληρη σειρά από τεχνάσματα. Πρόκειται για κορυφαίο κινηματογραφικό έργο της εποχής με ιστορικό θέμα. Ξεκινά με την έναρξη της πολιορκίας και την τοποθέτηση, από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, των στρατευμάτων του στα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ακολουθούν οι κατά κύματα επιθέσεις των Οθωμανών, με χρήση του γιγαντιαίων διαστάσεων πυροβόλου, του οποίου δεν διακρίνεται παρά μόνο η άκρη στην ταινία. Στην τρίτη σκηνή, ο Μωάμεθ ο Πορθητής έχει συγκαλέσει πολεμικό συμβούλιο, όπου σχεδιάζεται η τελική επίθεση. Γύρω από την τελική αυτή επίθεση στρέφεται το δεύτερο ήμισυ του έργου με το επεισόδιο της Κερκόπορτας, τον θάνατο του αυτοκράτορα, τις λεηλασίες, στις οποίες επιδίδονται οι κατακτητές, την είσοδο του Πορθητή στην Πόλη, την ανακάλυψη της σορού του αυτοκράτορα και τον αποκεφαλισμό της τελευταίας, τέλος, τη θριαμβευτική επίσκεψη του Πορθητή στη βασιλική της Αγίας Σοφίας. Παίζουν οι ηθοποιοί Luitz Morat (Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος), Albert Reusy (Μωάμεθ ο Πορθητής), Georges Melchior (Ιωάννης Ιουστινιάνης), καθώς και οι Edmond Bréon, Jeanne Briey, Fabienne Fabrèges και Émilien Richard. Το σενάριο είναι του ίδιου του σκηνοθέτη, τα σκηνικά του Robert Jules-Garnier και η μουσική του Léon Moreau. Το έργο προβλήθηκε για πρώτη φορά στην αίθουσα Gaumont Palace του Παρισιού στις 24 Οκτωβρίου του 1913.

Gaumont Palace
H αίθουσα Gaumont Palace το 1912.
Το πρόγραμμα του έργου.
Ο σκηνοθέτης Louis Feuillade (1873-1925).
Ο ηθοποιός Luitz Morat στο ρόλο του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.
Η τελευταία δοξολογία εντός του ναού της Αγίας Σοφίας
Το γιγαντιαίο πυροβόλο.
Στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Το στρατόπεδο του Πορθητή
Η θριαμβευτική είσοδος του Πορθητή στην Αγία Σοφία. Του παραδίδουν την κεφαλή του Αυτοκράτορα.

L’ Agonie de Byzance

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Φρικτές αποκαλύψεις για Βρετανούς στρατιώτες: Χτυπούσαν μέχρι θανάτου Ελληνοκύπριους αγωνιστές (Photos)

Φρικτές αποκαλύψεις για Βρετανούς στρατιώτες

Χτυπούσαν μέχρι θανάτου Ελληνοκύπριους αγωνιστές (Photos)

Τις μαρτυρίες Βρετανών στρατιωτών περί βασανισμού Κυπρίων κρατουμένων αγωνιστών κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα 1955-59 έφερε στο φως η Mail on Sunday.

Το αναλυτικό δημοσίευμα έχει τον ενδεικτικό τίτλο «Το μυστικό στρατόπεδο βασανιστηρίων της Βρετανίας και η δυσωδία μίας συγκάλυψης: Πώς οι γενναίοι άνδρες που διαμαρτυρήθηκαν για την κακοποίηση φυλακισμένων σε βρετανική βάση στην Κύπρο αγνοήθηκαν… μέχρι τώρα».

Βασίζεται στη μαρτυρία του 79χρονου σήμερα Τζέιμι Έικιν και στο αρχείο του αποθανόντος ταγματάρχη Μάικ Στόουρτον, οι οποίοι το 1958 υπηρετούσαν στο 2ο Τάγμα της Φρουράς Γρεναδιέρων στην Κύπρο.

Ο Τζέιμι Έικιν που έφερε στο φως τα βασανιστήρια.

Ένα βράδυ εκείνου του Οκτωβρίου, ο 19χρονος τότε Υπολοχαγός Έικιν είχε λάβει διαταγή από τον Ταγματάρχη του να πάει για βραδινή φύλαξη ενός «κέντρου ανακρίσεων» που λειτουργούσαν οι Βρετανοί στην περιοχή της Κυθρέας.

Εκείνο το βράδυ ο νεαρός Βρετανός στρατιώτης άκουσε κραυγές πόνου από Κύπριους αιχμαλώτους, τους οποίους είδε τις επόμενες ημέρες σε άσχημη κατάσταση. Συνάδελφός του μάλιστα του αποκάλυψε ότι είδε έναν Κύπριο φυλακισμένο να δέχεται βίαια χτυπήματα στο λαιμό, καθώς επίσης στο στομάχι και πίσω από τα γόνατα με κομμάτια πάγου.

Λίγο αργότερα ο κ. Έικιν έμαθε από τον Έλληνα υπεύθυνο του κέντρου ανακρίσεων πως ένας φυλακισμένος είχε πεθάνει στη διάρκεια της ανάκρισης και πως την ώρα του ξυλοδαρμού τοποθετούταν πάγος ώστε να μη δημιουργούνται μελανιές στο σώμα του.

Ο κ. Έικιν λέει στη βρετανική εφημερίδα ότι ορισμένοι άλλοι Βρετανοί αξιωματικοί διαφώνησαν μαζί του όταν αντέδρασε, θεωρώντας πως ως «τρομοκράτες» οι Κύπριοι κρατούμενοι άξιζαν όσα υφίσταντο.

Ο αποθανόντας ταγματάρχης Μάικ Στόουρτο.

Θορυβημένος πάντως από τις καταγγελίες του στρατιώτη του, ο Ταγματάρχης Στόουρτον προσπάθησε αρχικά να αναφέρει τις μαρτυρίες στο αρχηγείο του τάγματος, αλλά ο Διοικητής απουσίαζε και έτσι, κατόπιν σκέψης και συζήτησης με τον Υπολοχαγό Έικιν κατήγγειλε τα περιστατικά στον Γραμματέα του Κυβερνήτη σερ Χιου Φουτ.

Ο ίδιος ο Κυβερνήτης, αναφέρει το δημοσίευμα, μετέβη στη συνέχεια στο κέντρο ανακρίσεων, αλλά όλα τα ίχνη των βασανιστηρίων είχαν σβηστεί. Στο αρχείο του, μάλιστα, ο Ταγματάρχης Στόουρτον αναφέρει πως η μετάβαση του σερ Χιου Φουτ στο κέντρο καθυστέρησε λόγω ενός ανεξήγητου μπλόκου στο δρόμο.

Σε ό,τι αφορά τη στάση άλλων αξιωματικών, στο αρχείο του ο Ταγματάρχης Στόουρτον έχει σημειώσει πως αντέδρασαν με αδιαφορία. «Έμεινα με την εντύπωση ότι αγωνιούσαν να μάθουν όσο το δυνατόν λιγότερα (για τα καταγγελλόμενα περιστατικά)», αναφέρεται χαρακτηριστικά στο αρχείο που έχει περιέλθει στη διάθεση της Mail on Sunday.

Η εφημερίδα κατονομάζει το θύμα εκείνης της νύχτας του Οκτωβρίου (16/10/1958) στην Κυθρέα ως Σπύρο Χατηγιακουμή. Για το θάνατό του δεν καταδικάστηκε κανείς, με τον ιατροδικαστή να μην καταλήγει σε οριστικό πόρισμα για τις συνθήκες θανάτου. Αργότερα ο Ταγματάρχης Στόουρτον ενημερώθηκε πως λόγω των καταγγελιών του προς ανωτέρους του δύο αξιωματικοί πέρασαν από στρατοδικείο. Αλλά ο ίδιος παρέμεινε μέχρι το θάνατό του το 2001 ενοχλημένος από την έλλειψη ενδιαφέροντος από τις αρμόδιες βρετανικές στρατιωτικές αρχές.

Ο γιος του Ταγματάρχη, ο Χάρι Στόουρτον, δηλώνει στην εφημερίδα ότι έπειτα από τις καταγγελίες πολλοί αξιωματικοί απέφευγαν τον πατέρα του, κάτι που τον στενοχωρούσε.

Το περιστατικό επρόκειτο να συμπεριληφθεί σε βιβλίο ανώτερου αξιωματικού των Γρεναδιέρων, το οποίο όμως όταν τελικά εκτυπώθηκε το 1996 δεν περιλάμβανε καμία σχετική αναφορά, παρά την αλληλογραφία του συγγραφέα τόσο με τον Στόουρτον όσο και με τον Έικιν.

Σύμφωνα με τον Τζέιμι Έικιν, ο συγγραφέας Συνταγματάρχης Όλιβερ Λίντσεϊ αργότερα του απολογήθηκε για την παράλειψη, λέγοντας ότι το σχετικό απόσπασμα είχε λογοκριθεί από το Υπουργείο Άμυνας, παρά το ότι είχαν περάσει σχεδόν 40 χρόνια. Πάντως, καταλήγει το δημοσίευμα, οι καταγγελίες των Έικιν και Στόουρτον περιλαμβάνονται σε ένα νέο βιβλίο, του Άλγκι Κλαφ (Algy Cluff) με τίτλο ‘Unsung Heroes’.

Πηγή: Το Ποντίκι

Ηταν το 1922

Μια ευσύνοπτη εξιστόρηση της Μικρασιατικής Καταστροφής, των όσων προηγήθηκαν και των όσων ακολούθησαν

Ιάκωβος Μιχαηλίδης
Μικρασιατική Καταστροφή

Εκδόσεις Παπαδόπουλος, σειρά «Μικρές Εισαγωγές», Νο 15, 2018
σελ. 112, τιμή 10,99 ευρώΤο θέμα αυτής της «Μικρής Εισαγωγής» δεν συγκρίνεται σε όγκο με τη βιβλιογραφία του 1821 ή για τον εμφύλιο πόλεμο του 1946-49, και όμως είναι δυνατό να θεωρήσουμε ότι δεν απασχόλησε το μυαλό και τη σκέψη των Ελλήνων εξίσου; Γιατί άραγε δεν έχουμε πλειάδα αναπλάσεων των γεγονότων και των λόγων που οδήγησαν στο 1922; Ισως, όπως ο ίδιος ο Μιχαηλίδης εξομολογείται, οι επίδοξοι συγγραφείς δεν βρήκαν το θάρρος ή δεν είχαν την ωριμότητα να αναλάβουν ένα τόσο φορτισμένο εγχείρημα.

Σωστά ο Μιχαηλίδης πιάνει το νήμα από το δείπνο που παρέθεσε το Foreign Office στις 10 Νοεμβρίου 1912 για να γιορτάσει την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό Στρατό. Οπως διηγείται ο νεαρός τότε πρόξενος στο Λονδίνο Τζον Σταυρίδης, επιστήθιος του Βενιζέλου, η πρόποση του λαμπρού υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης Ασκουιθ, Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ, ήταν ένας ύμνος για τους Ελληνες και ένας κόλαφος κατά των Οθωμανών. Η κατοπινή συμμαχία Ελλήνων και Βρετανών διαμορφωνόταν κιόλας. (Η πληροφορία προέρχεται από το προσωπικό ημερολόγιο του Σταυρίδη που βρήκε και χρησιμοποίησε ο Michael Llewellyn Smith στο σημαντικό του έργο Το όραμα της Ιωνίας, ΜΙΕΤ, 2002.)

Ξαναβρίσκουμε τον Βενιζέλο επικεφαλής μιας πολυμελούς ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο της Ειρήνης του Παρισιού, τον Ιανουάριο του 1919. Ο Γούντροου Ουίλσον, πρόεδρος των ΗΠΑ, ήταν μαγεμένος από τον έλληνα πρωθυπουργό ενώ, από την πλευρά του, και ο Λόιντ Τζορτζ τον θεωρούσε τον μεγαλύτερο πολιτικό Ελληνα από την εποχή του Περικλή.
Στα τέλη Απριλίου έφτασαν πληροφορίες για τις ιταλικές προσπάθειες να δημιουργήσουν στηρίγματα γύρω από τη Σμύρνη. Στις 12 Μαΐου το Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων αποφάσισε να αναθέσει στον Βενιζέλο εντολή (Mandate) για την κατάληψη της Σμύρνης και την τήρηση της τάξης εκεί. Παρά τις μεμψιμοιρίες κάποιων στο Foreign Office, η Ελλάδα είχε τους τρεις ηγέτες των νικητών με το μέρος της.
Ομως η εικόνα στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο λαμπρή. Ο θρίαμβος των βενιζελικών επέτρεψε στους πιο εκδικητικούς να τιμωρήσουν τους βασιλόφρονες για την πρόκληση του διχασμού. Αντί, δηλαδή, οι νικητές να επιδείξουν μεγαλοφροσύνη, επιδόθηκαν στην καταδίωξη των αντιπάλων.
Και ενώ οι Ελληνες στην Ελλάδα επιδόθηκαν στο αγαπημένο τους παιχνίδι της φαγωμάρας, στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ, που είχε διακριθεί στον Μεγάλο Πόλεμο, αποβιβαζόταν στη Σαμψούντα, με σουλτανική μεν εντολή να διαλύσει τις αντάρτικες ομάδες, αλλά δικά του σχέδια να οργανώσει την αντίσταση κατά των Συμμάχων και βέβαια των Ελλήνων.
Η ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Μικρά Ασία επεκτάθηκε για λόγους ασφάλειας το καλοκαίρι του 1920. Οι Ελληνες κατέλαβαν τη Φιλαδέλφεια, την Πέργαμο και την Προύσα, ενώ στην περιοχή της Θράκης την Αδριανούπολη (26 Ιουλίου). Στις Σέβρες ο Βενιζέλος βρέθηκε στο απόγειο της επιτυχίας του. Οι έλληνες όμως ψηφοφόροι είχαν βαρεθεί τους πολέμους. Στις εκλογές στις 1/14 Νοεμβρίου του 1920 ο Βενιζέλος ηττήθηκε και έφυγε από την Ελλάδα. Το δημοψήφισμα που ακολούθησε, για να επαναφέρει τον εξόριστο Κωνσταντίνο στον θρόνο, ήταν από τις πιο ανόητες επιλογές όσων το επινόησαν.
Το μικρό διάστημα που μεσολάβησε από τη δόξα έως την πτώση του Βενιζέλου άλλαξε την Ιστορία ριζικά. Ο Γιώργος Θεοτοκάς θα γράψει αργότερα στο μυθιστόρημά του Αργώ: «Αν η επιβίωση και η ευημερία ενός Εθνους είναι το πρώτιστο καθήκον μιας κυβέρνησης, οι αντιβενιζελικοί απέτυχαν παταγωδώς […] η αποτυχία τους ήταν προδιαγεγραμμένη, καθώς ήταν εσωτερικά διχασμένοι, πολιτικά ανεπαρκείς και διπλωματικά (ιδίως μετά το δημοψήφισμα) απομονωμένοι».
Η δύναμη της Στρατιάς
Εως τα τέλη της άνοιξης του 1921 η δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας είχε φτάσει τις διακόσιες χιλιάδες και βρισκόταν υπό τις διαταγές του στρατηγού Αναστάσιου Παπούλα. Η εκστρατεία πέραν του Σαγγαρίου και της Αλμυράς Ερήμου έφθασε και τις δύο πλευρές στα όρια της αντοχής τους. Ομως πρώτοι κάμφθηκαν οι Ελληνες με τέσσερις χιλιάδες νεκρούς και δεκαεννιά χιλιάδες τραυματίες. Ο Κεμάλ έγινε δεκτός στην Αγκυρα ως θριαμβευτής.
Στο μεταξύ, ο πρωθυπουργός Γούναρης αντιλαμβανόταν ότι δεν μπορούσε πια να κρατηθεί η Μικρά Ασία, αλλά δεν διέθετε το κουράγιο να πραγματοποιήσει αυτή την πολιτική. Στις προσπάθειές του να πείσει τους παλιούς εχθρούς του, τους Γάλλους, να σταματήσουν τη βοήθειά τους στον Κεμάλ, συνάντησε παντού την άρνηση. Στις 26 Αυγούστου του 1922 ο ηγέτης των Τούρκων διέταξε γενική επίθεση. Και ενώ ο στρατηγός Νικόλαος Τρικούπης διοριζόταν διοικητής στη θέση του Γεωργίου Χατζηανέστη, συλλαμβανόταν αιχμάλωτος από τους Τούρκους. Μεσολάβησαν μόνο δεκατέσσερις μέρες ώσπου να φθάσουν οι τουρκικές δυνάμεις στη Σμύρνη. Εκτοτε τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης γέμισαν φρικαλεότητες που καθημερινά ζούσαν οι παγιδευμένοι έλληνες Μικρασιάτες. Η περιγραφή της Marjorie Housepian Dobkin (Σμύρνη 1922, 1998) που βρέθηκε στη μικρασιατική πόλη τις ημέρες της καταστροφής εξακολουθεί να είναι σημείο αναφοράς για ό,τι γράφτηκε μετά.
Σπουδαίες πράξεις ανθρωπισμού σημειώθηκαν από τον αμερικανό πάστορα Εϊσα Τζένιγκς, που έσωσε με πρωτοβουλία του όσους Ελληνες είχαν εγκαταλειφθεί στην παραλία της Σμύρνης. Κανείς δεν τον μνημονεύει, εκτός από την εξαιρετική διήγηση του Ιάκωβου Μιχαηλίδη. Λόγος γίνεται ακόμα για τον μεγαλέμπορο όπλων Βασίλη Ζαχάρωφ, που δαπάνησε τεράστια ποσά για να στηρίξει την ελληνική εκστρατεία.
Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ.
Πηγή: Το Βήμα

Φωτογραφικό Οδοιπορικό σε μια Νοσταλγική Ελλάδα

Φωτογραφικό Οδοιπορικό σε μια Νοσταλγική Ελλάδα

Ο Θεμιστοκλής Μεταξάς (1910-2002) δεν ήταν επαγγελματίας φωτογράφος. Ούτε καλλιτέχνης. Ως μηχανικός, είχε κυριολεκτικά οργώσει την Ελλάδα από τα προπολεμικά χρόνια. Μια χώρα, την οποία υπεραγαπούσε. Ενδεικτικό, άλλωστε, είναι το γεγονός ό,τι για πρώτη φορά στη ζωή του ταξίδεψε εκτός ελληνικών συνόρων μετά από τη Μεταπολίτευση, ενώ είχε συμπληρώσει τα εξήντα του χρόνια. Το έπραξε όχι από κάποια ανάγκη, αλλά για να πάψουν να του προσάπτουν πως η αγάπη του για τον τόπο υπαγορευόταν από παντελή έλλειψη μέτρου σύγκρισης. Έκτοτε, απέκτησε αυτό το μέτρο σύγκρισης. Αποτέλεσμα ήταν να ενδυναμώσει ακόμα περισσότερο μέσα του η αγάπη και η εκτίμηση που έτρεφε για την Ελλάδα. Μια Ελλάδα, τη γοητεία της οποίας εισέπραττε με τον δικό του, υποκειμενικό, τρόπο, επιστρατεύοντας τον φωτογραφικό φακό. Το έπραξε για τον εαυτό του και τους ανθρώπους του στενού του περιβάλλοντος. Οι φωτογραφίες του βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας με την ευκαιρία του παρόντος αφιερώματος.Η επιλογή των θεμάτων, η διακριτικότητα του φωτογράφου, που γνωρίζει καλά το αντικείμενο φροντίζοντας, ωστόσο, να αφήσει την εικόνα να μιλήσει από μόνη της, το μαυρόασπρο χρώμα, σφυρηλατούν μια δική τους αισθητική, η οποία, σε συνδυασμό με εκείνη της μεσοπολεμικής και μεταπολεμικής εποχής, αναδεικνύουν ανάγλυφα μια όμορφη και νοσταλγική Ελλάδα, που εμείς οι μεγαλύτεροι, που είχαμε την τύχη να τη γνωρίσουμε, φυλάμε ευλαβικά μέσα στην ψυχή μας.

Αθήνα, δεκαετία του ’60

Χαλκίδα, 1963

Πελοπόννησος

Βάσσες 1970
Βάσσες 1970
Ανδρίτσαινα 1970
Δημητσάνα 1969
Δημητσάνα 1969
Μεθώνη 1960
Μεθώνη 1960
Μεθώνη 1960

Κρήτη

Χανιά 1960
Χανιά 1960
Χανιά 1960
Χανιά 1960
Χανιά 1960


 

Θεμιστοκλής Μεταξάς
Κάνδανος, 1962
Κάνδανος, 1962
Αρκάδι, 1962
Αρκάδι, 1962

Αίγινα, Πάσχα 1959

Λαύριο, 1972

Μετέωρα, δεκαετία του ΄60

Καστοριά, 1973

 

Όσιος Λουκάς, 1980

Η Μαρία Κάλλας αιφνιδιάζεται στο καμαρίνι της

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση: Δημήτρης Μητσόπουλος

© φωτογραφιών: Γιάννης Μουρέλος 2018

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Ειδικό Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Drôle de guerre”, “Phony War”, “Sitzkrieg”, τρεις διαφορετικοί όροι που αποδίδουν το ίδιο νόημα. Την εννιάμηνη επιχειρησιακή απραξία στο δυτικό μέτωπο, στο χρονικό διάστημα από την ολοκλήρωση της γερμανικής εκστρατείας στην Πολωνία έως την έναρξη της, γερμανικής πάντοτε, εισβολής στο Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία (τέλη Σεπτεμβρίου 1939 – αρχές Μαίου 1940). Αν όμως η αδράνεια υπήρξε το κύριο διακριτικό γνώρισμα κατά μήκος της γαλλογερμανικής μεθορίου, την ίδια εποχή ο πόλεμος μαίνεται στη θάλασσα και στην περιφέρεια (νότιος Ατλαντικός, Σκανδιναβία). Οι κυριότερες εκφάνσεις του φαινομένου είναι η ναυμαχία του Ρίβερ Πλέϊτ στα ανοικτά των ακτών της Ουρουγουάης, ο ρωσοφινλανδικός πόλεμος (γνωστός με την προσωνυμία “χειμερινός”) σε μια εποχή όπου η ΕΣΣΔ είχε συνταχθεί με τις χώρες του Άξονα, τέλος, η γερμανική εισβολή στη Δανία και στη Νορβηγία. Άνετα θρονιασμένα σε αυτή την κατάσταση απραξίας στο κυρίως μέτωπο, τα διάφορα επιτελεία αναλώνονται σε απανωτές ασκήσεις επί χάρτου, σχεδιάζοντας φανταστικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια, ικανές να καταφέρουν το αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο και τερματίζοντας έτσι νικηφόρα τον πόλεμο προτού καλά-καλά αυτός προλάβει να ξεκινήσει. Πρόκειται για σχέδια εξωπραγματικά, τα οποία ουδέποτε μπόρεσαν να υλοποιηθούν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και παρά ταύτα δίχως επιτυχία. Αποκαλύπτουν, όμως, την ψυχολογία και τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας εκείνων που τα εκπονούν, εξηγώντας, τρόπον τινα, και την μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Στην ανάλυση και αξιολόγηση των παραπάνω σχεδίων είναι αφιερωμένο το τεύχος του περιοδικού Guerres mondiales et Conflits contemporains (πρώην Revue dHistoire de la Deuxième Guerre mondiale) των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων της Γαλλίας (Presses Universitaires de France), που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια του Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ και μέλους της επιστημονικής επιτροπής του περιοδικού, Γιάννη Μουρέλου. Συμμετέχουν με κείμενο η Ομότιμη Καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου 3 του Παρισιού Sorbonne-Nouvelle,  Élisabeth du Réau, συγγραφέας μιας υποδειγματικής βιογραφίας του τότε πρωθυπουργού της Γαλλίας Édouard Daladier, με ένα άρθρο, πραγματικό ψυχογράφημα των κυριοτέρων εκπροσώπων της γαλλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Η συμβολή του Louis Clerc, Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Turku της Φινλανδίας και συγγραφέα, πρόσφατα, μιας εξαντλητικής μελέτης σχετικά με τον ρωσοφινλανδικό πόλεμο, αναφέρεται στον γαλλικό σχεδιασμό παρέμβασης στο πλευρό της Φινλανδίας (επιχείρηση Petsamo), o οποίος ουδέποτε υλοποιήθηκε, καθώς και στην, πραγματική τη φορά αυτή αλλά ετεροχρονισμένη συμμαχική επιχείρηση στη Νορβηγία τον Απρίλιο του 1940, με αποκορύφωμα το επεισόδιο του Narvik. Ο Sylvain Champonnois, δρ. Ιστορίας και αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, αναλύει το γαλλοβρετανικό σχέδιο αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος των σοβιετικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων του Καυκάσου, το οποίο παρέμεινε στα χαρτιά λόγω έλλειψης διαθέσιμων μέσων. Το ίδιο ισχύει και για την προοπτική αναβίωσης του Μακεδονικού μετώπου της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, που πραγματεύεται το κείμενο του Γιάννη Μουρέλου. Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί, πως από το ειδικό αυτό αφιέρωμα απουσιάζει ο γερμανικός αντίλογος. Σχέδια, εξίσου εξωπραγματικά, εκπονήθηκαν και από την πλευρά εκείνη (επιχείρηση Felix κατά του Γιβραλτάρ δια μέσου της ισπανικής ενδοχώρας, σκέψεις για καταφορά πλήγματος σε βάρος των γαλλικών κτήσεων της βορείου Αφρικής). Ακόμα και τα σχέδια Weserübung (κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας) και Fall Gelb (επίθεση κατά της Γαλλίας) διακατέχονται από σημαντικό βαθμό προχειρότητας και αυτοσχεδιασμού. Υπερτερούν, ωστόσο, των υπολοίπων στο βαθμό που δέησαν να γνωρίσουν το φως της ημέρας με τη συνδρομή, είναι αλήθεια, της τύχης, η οποία σε παρόμοιες περιπτώσεις, ευνοεί τους τολμηρούς.

https://www.cairn.info/revue-guerres-mondiales-et-conflits-contemporains-2018-1.htm

Ιάκωβος Μιχαηλίδης: Η Μικρασιατική Καταστροφή και ο νέος διχασμός

H​​ταν βράδυ της 7ης Δεκεμβρίου του 1920. Στο κέντρο της Αθήνας πλήθος κόσμου έψαλλε το Χριστός Ανέστη μπροστά από τα Ανάκτορα. Σύμφωνα με την αφήγηση της Πηνελόπης Δέλτα, «στρατιώτες χόρευαν σε κύκλο, γυναίκες ξεσκούφωτες έπιαναν το χορό, τραγουδούσαν όλοι, σφύριζαν, φώναζαν, ζητωκραύγαζαν σα μεθυσμένοι, και σαν τρελοί. Μια γυναίκα όρθια τραγουδούσε το “Γιο του Αετού”. Αλλη στο αυτοκίνητο πεσμένη στην αγκαλιά του αυτοκινητά έλεγε μισολιγωμένη: “Ετσι θέλαμε. Ετσι θέλαμε” (…) Δέκα, δώδεκα κορίτσια πήγαιναν τραγουδώντας με ξεφωνητά και ξετσίπωτα γέλια και λυγίσματα. “Το Βενιζέλο στείλαμε στο διάβολο πεσκέσι”. Και όλοι μαζί φώναζαν, ο δρόμος ολόκληρος σφύριζε, ζητωκραύγαζε, ξελαρυγγίζουνταν, τ’ αυτοκίνητα τρομπετάριζαν, τα τραμ κουδούνιζαν με ρυθμό. “Ετσι θέλαμε, τον εφέραμε”». Μόλις είχε επιστρέψει θριαμβευτικά στην Αθήνα, ύστερα από περίπου τριάμισι χρόνια, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, μετά τη διενέργεια σχετικού δημοψηφίσματος.

Ηταν πικρή εκείνη η χρονιά του 1920. Και ας είχε συνδεθεί με τον θρίαμβο στις Σέβρες, όπου η υπογραφή της ομώνυμης συνθήκης ήρθε να επικυρώσει το όνειρο της Μεγάλης Ελλάδας των «δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Οι ψύχραιμοι παρατηρητές γνώριζαν ότι πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα, τις σάρκες του έθνους κατέτρωγε το σαράκι του Εθνικού Διχασμού, που ήδη από το 1915 είχε μολύνει το σώμα αλλά κυρίως το πνεύμα και την ψυχή του έθνους. Τα Νοεμβριανά του 1916, η βενιζελική τρομοκρατία της περιόδου 1917-1920, η απόπειρα εναντίον του Ελευθέριου Βενιζέλου στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών στο Παρίσι, η δολοφονία του Ιωνα Δραγούμη λίγες ημέρες αργότερα υπήρξαν ενέργειες που διέρρηξαν ανεπανόρθωτα την εθνική ομοψυχία, το κλίμα ευφορίας και εθνικής ανάτασης των Βαλκανικών Πολέμων.

Αλλά το έθνος δεν είχε την πολυτέλεια της εσωτερικής διαίρεσης και του διχασμού. Την ίδια στιγμή που στην Αθήνα Βενιζελικοί και Κωνσταντινικοί αλληλοϋπονομεύονταν, χιλιάδες παιδιά του πότιζαν με το αίμα τους τις στέπες της Ανατολίας, πιστά στα ιδανικά της εθνικής ενότητας. Πόσο παράλογος και ολέθριος υπήρξε, αλήθεια, εκείνος ο συνδυασμός της ανάληψης της μεγαλύτερης επιθετικής πολεμικής επιχείρησης από συστάσεως του ελληνικού κράτους μέσω της Στρατιάς Μικράς Ασίας, από τη μία, και της εμφύλιας σύρραξης, από την άλλη.

Παρόλο που όλοι έδειχναν να το γνωρίζουν, εν τούτοις στάθηκαν μοιραίοι και ανίκανοι να το αποτρέψουν. Το γνώριζε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν δύο ημέρες μετά τις μοιραίες εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920, στο σπίτι του Εμμανουήλ Μπενάκη, δήλωσε προφητικά στην εμβρόντητη Πηνελόπη Δέλτα, που προσπαθούσε να τον παρηγορήσει: «Σ’ έξι μήνες, κυρία μου, θα έχουν συντελεστεί τέτοιες καταστροφές που καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν θα μπορεί πια να τις συγκρατήσει». Το γνώριζαν και οι αντιβενιζελικοί, που ανέλαβαν ύστερα από αυτόν την εξουσία και μεθυσμένοι από τις δάφνες του Κρητικού πολιτικού επιδίωκαν να τον ξεπεράσουν σε κάτι που πιθανόν δεν αντιλαμβάνονταν αλλά πάντως σίγουρα δεν ήλεγχαν.

Και το μοιραίο ήρθε, ο λογαριασμός πληρώθηκε στο ακέραιο. Στην προκυμαία της Σμύρνης, στις πόλεις και στα χωριά της Ανατολίας. Εκεί όπου το έθνος συνάντησε το πεπρωμένο του, εξουθενωμένο οικονομικά και σωματικά, διχασμένο πολιτικά, διπλωματικά απομονωμένο. Ο λογαριασμός πληρώθηκε στο ακέραιο δίχως να ξεχωρίζει αποδέκτες, Βενιζελικούς ή Κωνσταντινικούς. Πληρώθηκε από δικαίους και αδίκους, κυρίως από τους πρώτους, τους απλούς Ελληνες της Ανατολής που πίστεψαν στο όνειρο της ένωσης με τη μητέρα Ελλάδα και τους φαντάρους που μάταια προσδοκούσαν την απόλυση.

Στους δύο αιώνες ελληνικής Παλιγγενεσίας, που θα γιορτάσουμε σύντομα, συχνές υπήρξαν οι περίοδοι διχαστικών επιλογών, επενδυμένων με λαϊκίστικες φαντασιώσεις, μισαλλόδοξη συνθηματολογία, προσπάθεια χυδαίας χειραγώγησης και κατακερματισμού του έθνους, ένθεν κακείθεν. Οι επιπτώσεις όμως τέτοιων επιλογών ποτέ δεν αφορούσαν μόνο τους εμπνευστές τους. Υπήρξαν κοινές και επηρέασαν όλους μας, παρέσυραν όλους μας στις σκοτεινές και καταστροφικές ατραπούς τους.

Γράφω αυτό το σημείωμα σε μια εποχή που ο διχασμός ξανά οξύνεται, με αφορμή την οικονομική κρίση που εξακολουθεί να σαρώνει τον τόπο μας. Ο νέος αυτός διχασμός εξελίσσεται σε καρκίνωμα, εν τέλει σε πνευματική υστέρηση. Aκόμη ηχεί στ’ αυτιά μου η απάντηση του Ιωάννη Μεταξά στον Δημήτριο Γούναρη και στον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, όταν στις αρχές του 1921 τον συνάντησαν προκειμένου να του ζητήσουν να αναλάβει την αρχιστρατηγία της μικρασιατικής επιχείρησης: «Εις το κάτω-κάτω εάν μόνον διά του Βενιζέλου θα ήτο δυνατόν να σωθή η Ελλάς, ας έλθη ο Βενιζέλος. Πρέπει να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον, διά να μη έλθη ο Βενιζέλος;».

Διαχρονικό και συμβολικό το ερώτημα. Θα άξιζε, πιστεύω, τον κόπο να το απαντήσουμε όλοι μας. Αραγε διδαχθήκαμε τίποτε από την περιπέτεια της Μικρασίας;

* Ο κ. Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Πηγή: Η Καθημερινή