Skip to main content

Τo “Blitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

ΤoBlitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

Με τον όρο Blitz (από το γερμανικό Blitzkrieg κεραυνοβόλος πόλεμος) αποδίδονται  οι εκτεταμένοι  βομβαρδισμοί σε βάρος κατοικημένων περιοχών των Βρετανικών Νήσων, στους οποίους προέβη  από τον Σεπτέμβριο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 η Γερμανική πολεμική αεροπορία. Πρόκειται για μια σελίδα απαράμιλλου θάρρους και αυτοθυσίας, ενστικτώδους συσπείρωσης, ιώβειας στωικότητας και ψυχραιμίας, τέλος, μιας παραδειγματικής οργάνωσης του Βρετανικού λαού σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, από την ηγεσία έως τον καθημερινό πολίτη, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή του πολέμου. Έχει καταγραφεί από την Ιστορία σαν η επικράτηση της βούλησης και της πειθαρχίας ενάντια στην βία και στην αλαζονεία, από όπου και αν αυτές προέρχονται. Ενός λαού, συνεπαρμένου, στην κυριολεξία, από τα λόγια ενός ανεπανάληπτου πολεμικού ηγέτη, του Winston Churchill, ο οποίος, με τους πύρινους  λόγους του, γνώριζε καλά πώς να περιφρουρεί την αξιοπρέπεια και να ανυψώνει το ηθικό μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της δοκιμασίας, του πόνου και του σπαραγμού. 

“But if we fail, then the whole world, including the United States, including all that we have known and cared for, will sink into the abyss of a new dark age made more sinister, and perhaps more protracted, by the lights of perverted science. Let us therefore brace ourselves to our duties, and so bear ourselves, that if the British Empire and its Commonwealth last for a thousand years, men will still say, This was their finest hour”. 

Δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ προνομιούχων και μη. Τις συνέπειες του Blitz υπέστησαν όλες, ανεξαιρέτως, οι κοινωνικές τάξεις, καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος. Όπως είναι επόμενο, η πρωτοφανής αυτή συλλογική δοκιμασία δεν άφησε ασυγκίνητους τους καλλιτέχνες, οι οποίοι  αποτύπωσαν τη δική τους, υποκειμενική, εμπειρία, έτσι όπως την βίωσαν. Ξεχωρίζει ο μεγάλος γλύπτης Henry Moore, με τη γνωστή σειρά σχεδίων, που φέρει τον τίτλο Shelter drawings (Σχέδια των καταφυγίων), ένα σημαντικό μέρος της οποίας εκτέθηκε το καλοκαίρι του 2000 στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου, στο πλαίσιο της έκθεσης Henry Moore: Υπό το φως της Ελλάδος. Ξεχωριστή μνεία αξίζει και για τον Walter Nessler, ο οποίος, επηρεασμένος από το ιστορικό και από το περιεχόμενο του γνωστού πίνακα του Pablo Picasso Guernica (όπου περιγράφεται η ισοπέδωση της ομώνυμης πόλης από τη Γερμανική Πολεμική Αεροπορία το 1937, στο πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου), φιλοτέχνησε έναν δικό του πίνακα, τον οποίο τιτλοφόρησε Premonition (Προαίσθηση). Πρόκειται για έναν προάγγελο των όσων δεινών έμελλαν να λάβουν χώρα τρία χρόνια αργότερα.

Στις εικόνες, οι οποίες ακολουθούν, σκοπίμως αντιπαραβάλλονται τα ιστορικά γεγονότα και η καλλιτεχνική αποτύπωσή τους, προκειμένου να αναδειχθεί ανάγλυφα ο βαθμός αλληλεπίδρασης, αλλά και ο στενός συσχετισμός που υφίσταται ανάμεσα στην αντικειμενική διάσταση ενός φαινομένου και την υποκειμενική πρόσληψη και απόδοση του τελευταίου.

 The Blitz – WWII London

Walter Nessler, Premonition, 1937.

  

Joseph Gray, Battle of Britain: The First Blitz, 1940.

Anthony Gross, Fire in a Paper Warehouse, 1940.

 

                                       

Harry Bush, A Corner of Merton, 1940.

Henry Moore, The Shelter Perspective: The Liverpool Street Extension, 1941.

Henry Moore, Bunks and Sleepers, 1941.

 

Henry Moore, Pink and Green Sleepers, 1941.

Henry Moore, Woman Seated in the Underground, 1941.
Henry Moore, Eighteen Ideas for War Drawings, 1940.
Ο Henry Moore στο Mornington Crescent Station το 1940.

The Culture Show – Henry Moore (2010)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Μουσική και αθλητισμός

 

Η Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Clio Turbata

Μουσική και αθλητισμός

 

Αφιερώνεται στον Ευάγγελο Παπαδημήτρη,
εξαίρετο μουσικό και δάσκαλο του βιολιού,
λάτρη του ποδοσφαίρου, με αφορμή την
αποχώρησή του από την ενεργό δράση

 

Γνωρίζατε πως: τρεις γνωστοί μουσικοσυνθέτες εμπνεύστηκαν στα έργα τους από αγώνες αντισφαίρισης; Άλλοι δυο από αγώνες ράγκμπι; Ένας έκτος, φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers, συνέθεσε ένα μικρό έργο αφιερωμένο στην αγαπημένη του ομάδα; Ένας έβδομος, εξίσου φανατικός οπαδός της Zenit του Λένινγκραντ, ένα μπαλέτο του εξιστορεί τις περιπέτειες μιας ομάδας ποδοσφαίρου ευρισκόμενης σε περιοδεία στη Δυτική Ευρώπη; Ένας όγδοος, βίωσε, μεταφέροντάς την σε μουσικές νότες, μια τρομακτική εμπειρία τρέχοντας ως συνοδηγός με μια Lamborghini σε μεταμεσονύκτια ώρα; Ένας ένατος έγραψε, τo 1936, τον ύμνο της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου; Ένας δέκατος συνέθεσε ένα πασίγνωστο βαλς για τους παγοδρόμους; Ένας ενδέκατος, ανάμεσα στις πολλές πόλκες που ακούμε κατά καιρούς στην Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής ορχήστρας της Βιέννης, αφιέρωσε δυο από αυτές στον αθλητισμό; Και θα εκπλαγείτε διπλά συναντώντας μεταξύ των παραπάνω καταξιωμένων μουσικοσυνθετών τα ονόματα των Claude Debussy, Sir Edward Elgar, Richard Strauss, Dmitri Shostakovich, Erik Satie, Arthur Honegger, Charles Ives, John Adams, Mauricio Kagel, Emile Waltdeufel και, φυσικά, Josef Strauss. Στα παραπάνω ονόματα πρέπει να προστεθούν εκείνα δυο Ελλήνων (Σπύρος Σαμάρας και Βαγγέλης Παπαθανασίου) καθώς και του συγκροτήματος Queen. Όμως, η ονομαστική κατάσταση συνεχίζεται κι άλλο, καθώς πολλοί επώνυμοι συνθέτες δεν συμπεριλήφθηκαν στο παρόν αφιέρωμα. Πρόκειται για τους Jean Sibelius (Tennis at Trianon), Darius Milhaud (Le train bleu), Francis Poulenc (Gloria), Arnold Schoenberg (Notation 21),  Gwyneth V. Walker (Match Point),  Wilhelm Petersen-Berger  (Lawn Tennis),  François Dompierre (Hockey Legends). Η ήδη μακροσκελής κατάσταση δεν σταματά εδώ, αποδεικνύοντας πως οι δεσμοί της μουσικής με τον αθλητισμό είναι πολύ βαθύτεροι από όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως.

 

 1. Marc-Antoine Charpentier (1643 – 1704): Te Deum

Ούτε ο συνθέτης, ούτε και το προαναφερθέν έργο έχουν την παραμικρή σχέση με τον αθλητισμό. Απλούστατα λειτουργούν συνειρμικά, καθώς το Te Deum (1692) εδώ και πολλές δεκαετίες έχει επιλεγεί ως μουσική υπόκρουση των εξωτερικών τηλεοπτικών μεταδόσεων της Eurovision. Οι περισσότερες είναι αθλητικού χαρακτήρα. Για τον λόγο αυτό, το επιλέξαμε ως εισαγωγή του παρόντος αφιερώματος. Εκτελείται με όργανα εποχής.

Marc-Antoine Charpentier, Te Deum: Prélude. Rondeau

 

2. Claude-Achille Debussy (1862 – 1918): Jeux – poème dansé

Jeux (1913), είναι το τελευταίο κατά σειρά μπαλέτο που συνέθεσε ο Debussy. Φέρει τον χαρακτηρισμό «poème dansé» (χορευτικό ποίημα) και υπήρξε παραγγελία των περίφημων Ρωσικών Μπαλέτων του Sergei Diaghilev. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο περιθώριο ενός αγώνα αντισφαίρισης. Το μπαλάκι έχει χαθεί σε έναν κήπο, ακριβώς δίπλα από το γήπεδο. Οι νεαροί παίκτες, δυο γυναίκες και ένας άνδρας, έχουν διακόψει τον αγώνα και επιδοθεί στην προσπάθεια ανεύρεσης της μπάλας. Καθώς επικρατεί σκοτάδι και ο ηλεκτροφωτισμός του γηπέδου είναι ανεπαρκής, οι τρεις παίκτες αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν μικρά παιδιά. Παίζουν κρυφτό, κυνηγούν οι μεν τους δε, φιλονικούν άνευ λόγου και αιτίας, δυσανασχετούν. Η θερμή νύκτα και το λυκόφως που μόλις διακρίνεται στον ορίζοντα, διαχέουν μια ατμόσφαιρα ερωτισμού. Ο νεαρός διεκδικείται από τις δυο γυναίκες. Ωστόσο, όλα διακόπτονται απότομα εξαιτίας μιας δεύτερης μπάλας, την οποία ένα άγνωστο χέρι έχει πετάξει προς την πλευρά των τριών νεαρών. Αιφνιδιασμένοι και ανήσυχοι, οι τελευταίοι εξαφανίζονται μέσα στο σκοτάδι του κήπου. 

Αφίσα της πρεμιέρας, με τους πρωταγωνιστές Ludmilla Schollar, Vaslav Nijinsky και Tamara Karsavina.

Σε ένα αρχικό στάδιο ο Debussy εξέφρασε αντιρρήσεις ως προς την πλοκή του έργου. Υποχώρησε ωστόσο, όταν ο Diaghilev διπλασίασε την αμοιβή. Η πρεμιέρα (15 Μαΐου 1913 στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων του Παρισιού), σε χορογραφία του εκ των πρωταγωνιστών Vaslav Nijinski, άφησε το κοινό αδιάφορο. Γρήγορα επισκιάστηκε από τη θυελλώδη Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Igor Stravinsky. Ακόμη και επί των ημερών μας, το κομψοτέχνημα  αυτό σπάνια συγκαταλέγεται τόσο στο χορογραφικό όσο και στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Κι όμως, η εύθραυστη και αραχνοΰφαντη γραφή της παρτιτούρας καθιστά την τελευταία ως μια από τις πλέον αντιπροσωπευτικές και πρωτοπόρες συνθέσεις του μικρογράφου Γάλλου συνθέτη. Το 1988 κυκλοφόρησε μια εξαιρετική κριτική έκδοση από τον συνθέτη και μέγα ερμηνευτή της μουσικής του Debussy, Pierre Boulez (1925 – 2016).

Pierre Boulez conducts Debussy’s Jeux


 

3. Arthur Honegger (1892 – 1955): Rugby – Μouvement symphonique  N° 2 (H 67)

Φέροντας την ένδειξη Η 67 στον κατάλογο της μουσικής παραγωγής του Ελβετού συνθέτη, το Rugby είναι το δεύτερο από τα τρία συμφωνικά του ποιήματα (Pacific 231, Rugby, Mouvement symphonique N° 3). Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στις 19 Οκτωβρίου 1928 στο Παρίσι. Έπειτα από τη μεγάλη επιτυχία του Pacific 231 όπου μιμείται τον ήχο, τον οποίο παράγει μια ατμομηχανή, ο Honegger στράφηκε προς τον χώρο του αθλητισμού αναζητώντας το θέμα του δευτέρου συμφωνικού του ποιήματος. Για αρκετό καιρό ταλαντεύτηκε ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και το ράγκμπι προτού καταλήξει στην επιλογή του δευτέρου.

Αγώνας ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού το 1930.

Το Rugby, συνολικής διάρκειας 8 λεπτών της ώρας περίπου, ανάλογα με το tempo της εκτέλεσης, διαθέτει ένα μόνο μέρος. Ο συνθέτης αποποιείται τον χαρακτηρισμό της προγραμματικής μουσικής. Εκφράζει στη μουσική του γλώσσα τις επιθέσεις και αντεπιθέσεις, τον βίαιο ρυθμό και τις ανατροπές ενός αγώνα ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού. Στον διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό της μηχανής (Pacific 231) αντιτάσσει εδώ την πολυμορφία και την ποικιλία της ανθρώπινης κίνησης. Στο έργο αυτό δεν υπάρχει κανενός είδους ρυθμική οργάνωση. Η γραφή χαρακτηρίζεται από συγκοπές, ανάλογα με τις ανατροπές της εξέλιξης του αγώνα. Τα μουσικά θέματα ακολουθούν τις διάφορες φάσεις του αγώνα και περνούν από το ένα όργανο στο άλλο ακριβώς με τον τρόπο, με τον οποίο ένας παίκτης πετάει την μπάλα σε κάποιον άλλο. Η πολυφωνία, διακριτικό γνώρισμα του ύφους του Honegger, εκφράζει τις στατικές εκείνες φάσεις, όπου οι παίκτες γίνονται ένα κουβάρι διεκδικώντας την μπάλα. Το Rugby θεωρείται ως ένα από τα πλέον  δημοφιλή   έργα του συνθέτη. Στην εν γένει  σταδιοδρομία  του τελευταίου, συμβολίζει τη μετάβαση από την εποχή των έντονα περιγραφικών έργων σε εκείνη της απόλυτης μουσικής, όπως είναι οι πέντε συμφωνίες που έμελλαν  να ακολουθήσουν.

Rugby (Mouvement symphonique N° 2) Η 67


 

 4. Sir Edward William Elgar (1857 – 1934): Land of Hope and Glory

O Edward Elgar, ο κατ’ εξοχήν εκφραστής της βικτωριανής εποχής και ένας από τους μεγαλύτερους Βρετανούς συνθέτες, υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers. Η απαρχή έγινε τον Φεβρουάριο του 1898 όταν, από τις κερκίδες του γηπέδου Molineux (έδρα της Wolves), παρακολούθησε έναν αγώνα εναντίον της Stoke City. Έκτοτε, κάθε εβδομάδα σχεδόν, δεν δίσταζε να διανύσει με το ποδήλατο τα 64 χλμ., που χώριζαν τον τόπο διαμονής του, το Malvern στην επαρχία του Worcestershire, από το γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας. O Elgar υπήρξε ο πρώτος σε παγκόσμια κλίμακα που συνέθεσε ένα μουσικό έργο ειδικά για το ποδόσφαιρο. Εμπνευσμένος από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που εκθείαζαν τη δεξιοτεχνία, με την οποία ο επιθετικός της Wolves, Billy Malpass, κτυπούσε τα πέναλτι (He banged the leather for goal), πρόσθεσε λόγια σε μια προϋπάρχουσα σύντομη δική του σύνθεση για πιάνο, χρησιμοποιώντας την παραπάνω έκφραση ως τίτλο.

Είναι άξιον απορίας το γεγονός ότι το συγκεκριμένο τραγούδι, έστω και αν εξυμνεί τα κατορθώματα του παίκτη και της ομάδας, ουδέποτε ακούστηκε στις κερκίδες του Molineux. Πιθανότατα, ούτε ο ίδιος ο Elgar το άκουσε να εκτελείται ενόσω βρισκόταν εν ζωή. Ένα είναι βέβαιο: ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα από τον Percy Young, ειδικό στη μουσική του Elgar. Εκτελέστηκε, ενδεχομένως για πρώτη φορά, στις 26 Σεπτεμβρίου 2010, στο πλαίσιο μιας φιλανθρωπικής οργάνωσης, με τη συνδρομή της διοίκησης της ομάδας. Αντίθετα, η κερκίδα έχει υιοθετήσει εδώ και δεκαετίες, ως σύνθημα, μια από τις πλέον δημοφιλείς δημιουργίες του Elgar. Πρόκειται για τον ύμνο Land of Hope and Glory που ακούγεται κατά κόρον, ειδικότερα σε αγώνες της Εθνικής ομάδας. Σύμφωνα με τον ιστορικό της Wolverhampton Wanderers Graham Hughes, ο Elgar παρατηρούσε με ενδιαφέρον το πλήθος, που συνέρρεε προς το γήπεδο. Κάποιο Σάββατο θέλησε από περιέργεια να πάει κι εκείνος και έτσι κάπως ξεκίνησε η όλη ιστορία.

Στιγμιότυπο από αγώνα της  Wolverhampton Wanderers στο γήπεδο Molineux στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Ακολουθεί το Land of Hope and Glory όπως ακούστηκε το 2014 στην τελευταία βραδιά του κύκλου BBC Proms, στο Royal Αlbert Hall του Λονδίνου.

Land of hope and glory Last Night of the BBC Proms 2014


5. Dmitri Shostakovich
(1906 – 1975): Золотой век The Golden Age, op.22

To ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών” συνήθιζε να υποστηρίζει ο Dmitri Shostakovich, ένας από τους πλέον παραγωγικούς μουσικοσυνθέτες του 20ούαιώνα. Ίσως γι’ αυτό αποφάσισε να γράψει ένα ολόκληρο μπαλέτο γύρω από το συγκεκριμένο άθλημα, ξεπερνώντας κατά πολύ την προγενέστερη πρωτοβουλία του Elgar. Επιπρόσθετα, σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και αμετανόητος οπαδός της Zenit, ομάδας της γενέτειράς του, Λένινγκραντ.

Το μπαλέτο Золотой век – The Golden Age είναι έργο της νεανικής περιόδου του Shostakovich. Η πρεμιέρα έλαβε χώρα στις 26 Οκτωβρίου 1930 στο Θέατρο Kirov (σήμερα Mariinsky). Περιλαμβάνει τρεις πράξεις και έξι σκηνές και μπορεί να χαρακτηριστεί ως εν μέρει σάτιρα και εν μέρει προπαγάνδα. Εξιστορεί την περιοδεία μιας ομάδας ποδοσφαίρου εκτός των συνόρων της ΕΣΣΔ. Εκ των πραγμάτων, παίκτες και συνοδοί έρχονται σε επαφή με πολιτικά ανάρμοστους χαρακτήρες όπως μια ντίβα, ένας φασίστας, ένας επαγγελματίας ταραξίας, ένας νέγρος, και γενικότερα, με τον παρηκμασμένο και διεφθαρμένο τρόπο ζωής της Δύσης.

The Golden Age, Θέατρο Mariinskiy Αγίας Πετρούπολης, 2006.

Στη διάρκεια της παραμονής στο εξωτερικό η ομάδα υπέστη τα πάνδεινα, από μεροληπτική διαιτησία, αποδοκιμασίες του κοινού, εξαπάτηση, κατάχρηση εξουσίας έως τον άδικο εγκλεισμό στη φυλακή εξαιτίας ενεργειών της καταχθόνιας μπουρζουαζίας. Τελικά, οι παίκτες απελευθερώνονται χάρη σε μια εξέγερση της τοπικής εργατικής κοινωνίας, που ανατρέπει τους καπιταλιστές ηγεμόνες της περιοχής. Το έργο ολοκληρώνεται με έναν χορό συναδέλφωσης και αλληλεγγύης ανάμεσα στους παίκτες και τους ελευθερωτές τους. Παρά το άκρως προπαγανδιστικό περιεχόμενο, το έργο δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον αριθμό των 18 μόλις παραστάσεων. Λογοκρίθηκε από τις σοβιετικές αρχές επειδή συμπεριλάμβανε ρυθμούς και χορούς της Δύσης που ήταν προτιμότερο να μην περιέλθουν εν γνώσει του ρωσικού κοινού. Επρόκειτο για ένα πρώτο μήνυμα του καθεστώτος με αποδέκτη τον συνθέτη. Φαίνεται πως ο τελευταίος δεν το συνέλαβε, καθώς οι μεταξύ τους σχέσεις έμελλαν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά έξι χρόνια αργότερα, με αφορμή την όπερα Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ. Αργότερα, ο Shostakovich εξήγαγε από την παρτιτούρα του μπαλέτου μια σουΐτα, η οποία έχει ενταχθεί πλήρως στο συμφωνικό ρεπερτόριο και εκτελείται συχνά στις διάφορες αίθουσες συναυλιών.

The Golden Age / Rattle · Berliner Philharmoniker – τελικός χορός


 

6. Erik Satie (1866 – 1925): Sports et divertissements

Το Sports et divertissements είναι ένας κύκλος 21 μικρών έργων για πιάνο που ο εκκεντρικός  Γάλλος συνθέτης (μεταξύ άλλων είχε χρησιμοποιήσει ήχο γραφομηχανής στο έργο Parade, επιχειρήσει ανεπιτυχώς να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία, χρηματίσει πιανίστας στα καμπαρέ της Μονμάρτρης, τέλος, ιδρύσει μια θρησκευτική αίρεση, της οποίας υπήρξε…το μοναδικό μέλος), έγραψε το 1914. Παραμένει στο σαρδόνιο χιουμοριστικό πνεύμα που διατρέχει τις σουΐτες για πιάνο (1912-1915) και γενικότερα ολόκληρη την παραγωγή του Satie. Αρχικά κυκλοφόρησε ως ένας συλλεκτικός τόμος, ο οποίος περιείχε σε πανομοιότυπα (facsimile) την παρτιτούρα, ποιήματα του Satie, καθώς και την εικονογράφηση από τον σκιτσογράφο Charles Martin. Το 1923 κυκλοφόρησε μια επανέκδοση με νέα εικονογράφηση.

Η αρχική ιδέα ανήκε στον Lucien Vogel, εκδότη του, γνωστού για την εποχή, περιοδικού μόδας La Gazette du Bon Ton. Πρώτος κατά σειρά αποδέκτης της πρότασης υπήρξε ο Igor Stravinsky, ο οποίος όμως την απέρριψε. Πρέπει να επισημανθεί πως ακριβά συλλεκτικά άλμπουμ, τα οποία συνδύαζαν σχέδιο, μουσική και ποίηση ήταν της μόδας στο Παρίσι της άμεσης παραμονής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ως μαγιά λειτούργησαν τα σχέδια που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε ολοκληρώσει ο Martin. Περιλάμβαναν 20 στιγμιότυπα ανεμελιάς και αναψυχής, ορισμένα εκ των οποίων περιέγραφαν ενασχόληση με αθλήματα. Αυτό ακριβώς το οπτικό υλικό είχε κατά νου ο Satie όταν συνέθεσε τη μουσική. Η σειρά των κομματιών έχει ως εξής: 1. Choral inappetissant, 2. La Balançoire, 3. La Chasse, 4. La Comédie Italienne,  5. Le Réveil de la Mariée, 6. Colin-Maillard , 7. La Pêche, 8. Le Yachting, 9. Le Bain de Mer, 10. Le Carnaval, 11. Le Golf, 12. La Pieuvre, 13. Les Courses, 14. Les Quatre-Coins, 15. Le Pique-nique, 17. Le Tango (perpétuel), 18. Le Traîneau, 20. Le Feu d’artifice, 21. Le Tennis. 

Εικονογράφηση της δεύτερης έκδοσης του Sports et divertissements από τον Charles Martin, το 1923. Επάνω: Το γκολφ. Κάτω: Η ιστιοπλοΐα.

Όταν, το 1913, τα Ρωσικά Μπαλέτα ανέβασαν τα Jeux του Debussy, ο Satie βρισκόταν ακόμη σε φάση σύνθεσης του δικού του έργου. Έχοντας παρακολουθήσει την παράσταση, ειρωνεύτηκε με τον δικό του χαρακτηριστικό σαρκασμό τον Nijinsky για τη χορογραφία του, υποστηρίζοντας πως ο τελευταίος είχε μπερδέψει τους κανόνες του τένις με εκείνους του ποδοσφαίρου, επειδή από το χώρο απουσίαζε παντελώς το δίχτυ, οι χορευτές δεν κρατούσαν στα χέρια τους ρακέτες και ο κήπος, όπου διαδραματιζόταν η υπόθεση, θύμιζε περισσότερο γήπεδο ποδοσφαίρου. Επινόησε μάλιστα ένα νεολογισμό: ονόμασε το άθλημα, που είχε δει επί σκηνής, “ρωσικό τένις”. Παρόλα αυτά, όταν, δέκα μήνες αργότερα, ολοκλήρωσε το 21ο κομμάτι του Sports et divertissements (το τένις), δεν κατάφερε να απαλλαγεί από την επίδραση της μουσικής του Debussy και της χορογραφίας του Nijinsky. Μόνο που εδώ, ο υφέρπων ερωτισμός εκφράζεται μέσω των λέξεων του κειμένου. Όπως και να έχει το ζήτημα, στο τέλος του έργου και αφού έχει ήδη ολοκληρωθεί η ακρόαση της μουσικής, ακούγεται μια και μόνη λέξη στα αγγλικά: “Game”.

 

Erik Satie: Sports et divertissements – Le Golf

Erik Satie: Sports et divertissements Le Tennis


 

7. Charles Ives (1874 – 1954): Yale Princeton Football Game

Στο σύντομο (διάρκειας μόλις 2΄25) έργο για ορχήστρα, ο Charles Ives περιγράφει έναν αγώνα αμερικανικού ποδοσφαίρου (παραλλαγή του ράγκμπι). Πρόκειται για την επικράτηση με 6-0 των Yale Bulldogs επί των Princeton Tigers στις 20 Νοεμβρίου 1897. Οι αγώνες Yale-Princeton εθεωρούντο κλασσικοί του είδους, κινητοποιώντας τα πλήθη, όπως άλλωστε φαίνεται και στα ιστορικής αξίας βωβά κινηματογραφικά στιγμιότυπα ενός αγώνα της 14ης Νοεμβρίου 1903 (μόλις 6 χρόνια αργότερα) μπροστά σε ένα κοινό 50.000 θεατών.

Princeton and Yale football game 1903 (πηγή: Library of Congress)

Η μουσική του Ives θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως ηχητική επένδυση των παραπάνω στιγμιοτύπων. Ο αγώνας του 1897, ο οποίος περιγράφεται στο έργο, υπήρξε ένας θρίαμβος για τους Yale Bulldogs, ο προπονητής των οποίων εφάρμοσε μια νέα τακτική που αιφνιδίασε τους αντιπάλους και επέτρεψε στην ομάδα να τερματίσει αήττητη στο πρωτάθλημα. Το Yale Princeton Football Game περιγράφει ολόκληρη την εξέλιξη πριν, κατά τη διάρκεια και έπειτα από τον αγώνα. Αποδίδονται, μεταξύ άλλων, ο ήχος της σφυρίχτρας του διαιτητή, ο ρυθμός των συνθημάτων και τα τραγούδια της εξέδρας, καθώς και οι ίδιες οι φάσεις, με αποκορύφωμα την υποδειγματική, όπως φαίνεται, κούρσα ζικ-ζακ του παίκτη των νικητών Charles de Saulle, που κατάφερε να καλύψει μόνος του μια απόσταση 50,292 μέτρων αποφεύγοντας τους αντιπάλους. Ο ίδιος ο Ives έχει δώσει χαρακτηριστικούς τίτλους, βοηθώντας έτσι τον ακροατή παρακολουθήσει ευκολότερα και να κατανοήσει καλύτερα το έργο: 1. Suppressed excitement of players coming onto grounds 2. A Yale cheer, “Brekke coax” [sic] 3. Another cheer: “Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Yale, Yale, Yale.” 4. “Three Cheers for Old Nassau” 5. “Harvard has blue stocking girls, Yale has blue stocking men,” ect. 6. “Watch on the Rhein” (Die Wacht am Rhein) 7. “Hold the fort, McClung is coming.” 8. “Reeves 2nd Regiment Quickstep” (always played by Brass Band at games and reunions etc.) 9. “Hey-can nuck-a-no” 10. “Dodging half-back” 11. “Fat Guards, pushing, grunting.” 12. “First Down.” 13. “Run around left end: loss.” 14. “Dodging tackle.” 15. “Close formation: Wedge” 16. “Last Down” 17. “Run Around Right” 18. “When trumpet (=Running half-back [sic], Charley Desseaulles [sic]) reaches this measure, every other instrument must make a hell of a noise and stop”; “Touch Down.”) 19. “Game over and won. Everybody tired, players and spectators.”

Charles Ives – Yale Princeton Football Game (1898)

 

8. John Adams (1947 –  ): Short Ride in a Fast Machine

Short Ride in a Fast Machine είναι το δημοφιλέστερο έργο του John Adams (του πλέον καταξιωμένου εν ζωή μουσικοσυνθέτη, η συμπλήρωση των 70 ετών του οποίου τιμήθηκε πρόσφατα από τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου). Πρόκειται για μια εισαγωγική φανφάρα για μεγάλη ορχήστρα, γραμμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανοίγει το πρόγραμμα μιας συναυλίας καθηλώνοντας τον ακροατή με τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του συνόλου που την ερμηνεύει. Είναι ένα ευρηματικό, από κάθε άποψη, έργο, που εκτελέστηκε για πρώτη φορά το 1986. Ο συνθέτης εμπνεύστηκε από μια περιπέτεια, την οποία βίωσε αυτοπροσώπως, καθώς σε μεταμεσονύκτια ώρα μιας καλοκαιρινής βραδιάς δέχτηκε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού μιας Lamborghini, ενέργεια, την οποία μετάνοιωσε ευθύς αμέσως μόλις το αυτοκίνητο άρχισε να ακολουθεί μια τρελή πορεία αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ίδιος περιέγραψε αργότερα πως τον είχε κυριεύσει ένα κράμα αγωνίας, φόβου, παράλληλα όμως, δέους και γοητείας μπροστά στον κίνδυνο.

Ο Adams θεωρείται ως εκφραστής της Μινιμαλιστικής Σχολής, συνεχιστής του Philip Glass και του Steve Reich, αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως μετά-μινιμαλιστή επικαλούμενος τα παραδείγματα του Bach, του Brahms και του Mahler που, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, είχαν την τύχη να ευδοκιμήσουν στο τέλος μιας εποχής, ενστερνιζόμενοι στο έργο τους ολόκληρη την εξέλιξη των τριάντα έως πενήντα προηγουμένων ετών. Άλλωστε στη μουσική του γραφή, μια γραφή ιδιαίτερα προσιτή στο ευρύ κοινό, χρησιμοποιεί τεχνικές και στοιχεία που παραπέμπουν ευθέως στην εποχή του ρομαντισμού και του μετά-ρομαντισμού. Το όλο του έργο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία σε είδος καθώς ο Adams στράφηκε προς τη συμφωνική μουσική, τη μουσική δωματίου και την όπερα.

Ο John Adams στη θέση του συνοδηγού. Η Lamborghini φέρει πινακίδες με την ένδειξη presto, τον χρόνο, στον οποίο είναι γραμμένο το έργο.

Το Short Ride in a Fast Machine αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της μουσικής του παραγωγής. Ο ρυθμός του παραπέμπει στις θεμελιώδεις εκφάνσεις του μινιμαλισμού, με τη διαρκή και επίμονη επανάληψη. Στο επίκεντρο βρίσκεται το γούντμπλοκ (wood block), ένα κρουστό όργανο, το οποίο διατρέχει το έργο από άκρη σε άκρη. Ο ήχος του θα μπορούσε κάλλιστα να συμβολίζει τη μηχανική κίνηση του αυτοκινήτου ή, ακόμη, τους έντονους κτύπους της καρδιάς του έντρομου συνοδηγού. Γύρω από αυτόν τον ήχο, ο Adams πειραματίστηκε με την ανάπτυξη μιας ρυθμικής δυσαρμονίας προσθέτοντας αλληλοσυγκρουόμενους ρυθμούς με στόχο να διεμβολίσει τη μετρονομική σταθερότητα του κρουστού οργάνου. Επαναλήψεις και συγκοπές καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Η λύτρωση (προφανώς και για τον ίδιο τον συνοδηγό) έρχεται προς το τέλος από μια μελωδική φράση διαρκείας, την οποία ο Adams εμπιστεύεται στα χάλκινα πνευστά. Με τον τρόπο αυτό εκπληρώνει διπλό στόχο. Δίνει τέλος στην αγωνία και αιτιολογεί τον χαρακτηρισμό της φανφάρας που ανήκει στο έργο. Η ακρόαση του τελευταίου μέσα σε μια αίθουσα συναυλιών (και όχι μόνο) αποτελεί πραγματική απόλαυση, όπως αποδεικνύεται άλλωστε από την ερμηνεία που ακολουθεί.

John Adams: Short Ride in A Fast Machine / Alan Gilbert · Berliner Philharmoniker

 

9. Mauricio Kagel (1931 – 2008): Match für drei Spieler

Ένα διακριτικό γνώρισμα της μουσικής παραγωγής του αντισυμβατικού Γερμανοαργεντινού συνθέτη είναι οι σαφείς θεατρικές οδηγίες, τις οποίες δίνει προς τους ερμηνευτές προκειμένου να υιοθετήσουν συγκεκριμένες εκφράσεις του προσώπου τους ενόσω εκτελούν το έργο, να εισέλθουν επί σκηνής με προδιαγεγραμμένο τρόπο και κινήσεις, να συμπράξουν με άλλους εκτελεστές πέραν της μουσικής διάστασης, να απαγγείλουν ποιήματα και να αναγνώσουν πρόζα κλπ. Ο Kagel πειραματίστηκε επίσης σε ανοίγματα προς άλλα πεδία, όπως εκείνα της φωτογραφίας και του κινηματογράφου. Γι’ αυτό το λόγο, το έργο του θεωρήθηκε κατά καιρούς ότι ανήκει στο λεγόμενο Θέατρο του Παραλόγου.                              

Match für drei Spieler.

To Match für drei Spieler (1964), είναι ένα έργο μουσικής δωματίου για δυο βιολοντσέλα και κρουστά όργανα. Περιγράφει έναν αγώνα τένις. Αντίπαλοι είναι τα βιολοντσέλα ή ακόμα και οι ίδιοι οι εκτελεστές ενώ ο τρίτος, ο χειριστής μιας ευρείας γκάμας κρουστών, επωμίζεται το ρόλο του διαιτητή. Η διάταξη και η εν γένει συμπεριφορά των τριών μουσικών καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου (δηλ. του ίδιου του αγώνα) ανταποκρίνονται σε γραπτές οδηγίες του συνθέτη, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο περιθώριο της παρτιτούρας στα αντίστοιχα σημεία. Η φυσική προσπάθεια, την οποία καλούνται να καταβάλουν οι δυο τσελίστες, καταχωρίζει τους τελευταίους όχι μόνο στην κατηγορία των μουσικών, αλλά και σε εκείνη των αθλητών. Ακόμα και οι κινήσεις τους πολλές φορές θυμίζουν περισσότερο παίκτες του τένις και λιγότερο μουσικούς ερμηνευτές. Χαρακτηριστική είναι η αρχή του έργου και ο άκρως πετυχημένος τρόπος, με τον οποίο τα pizzicati των βιολοντσέλων (“τσιμπητό” παίξιμο των χορδών με το δάκτυλο δίχως χρήση δοξαριού) αποδίδουν την εναλλαγή των κτυπημάτων της μπάλας. Πέραν του τένις, το έργο θα μπορούσε κάλλιστα να παραπέμπει και σε άλλα αθλήματα όπως λ.χ. στο πινγκ-πονγκ, στο βόλεϊ, ακόμα και στο ποδόσφαιρο, εφόσον γίνεται χρήση εκ μέρους του διαιτητή σφυρίχτρας, επίδειξης κίτρινης και κόκκινης κάρτας, πρακτικές, οι οποίες δεν συναντώνται στο πλαίσιο διεξαγωγής ενός αγώνα τένις. Αν και δυσπρόσιτο σε επίπεδο ακρόασης, είναι βέβαιο πως το Match für drei Spieler δεν στερείται πρωτοτυπίας και ιδεών.

Mauricio Kagel, Match für drei Spieler


 

10. Queen: We Are the Champions


We Are the Champions
είναι ροκ τραγούδι του βρετανικού συγκροτήματος Queen. Περιλαμβάνεται στο άλμπουμ  News of the World, το οποίο κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο 1977. Τη σύνθεση και τους στίχους του τραγουδιού υπογράφει ο Freddie Mercury (1946-1991), που κάνει  τα κύρια φωνητικά στο τραγούδι, με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος να ακολουθούν σε δεύτερη φωνή. Το τραγούδι άντεξε στο χρόνο, καθώς λόγω του τίτλου του αποτελεί έναν άτυπο «ύμνο» αθλητικών αναμετρήσεων κυρίως κατά τη στιγμή της απονομής των τροπαίων στις νικήτριες ομάδες μιας σειράς διοργανώσεων, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

We Are the Champions – Estadio Santiago Bernabeu, Madrid, 2017

We Are the ChampionsLola Astanova (piano)            

 

11. Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας (1861 – 1917): Ολυμπιακός Ύμνος

O Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας γεννήθηκε το 1861 στην Κέρκυρα. Ακολούθησε ανώτερες σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού με δάσκαλο τον φημισμένο Γάλλο συνθέτη Léo Delibes. Ακολούθως μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησε συστηματικά τη συνθετική του σταδιοδρομία.  Το 1886 ανέβηκε με επιτυχία στο θέατρο Καρκάνο του Μιλάνου η τρίπρακτη όπερα Flora Mirabilis, θριάμβευσε όμως με το ανέβασμά της στη Σκάλα του Μιλάνου, ένα χρόνο αργότερα. Ο Σαμάρας ουδέποτε αποξενώθηκε από την Ελλάδα, η φιλόμουση κοινότητα της οποίας παρακολουθούσε με θαυμασμό την ανοδική πορεία του μουσουργού. Έτσι, το 1889 ανέβηκε στην Κέρκυρα και κατόπιν στην Αθήνα η Flora Mirabilis  ως Θαυμαστή Ανθώ. Την αποτυχία της όπερας Lionella στη Σκάλα του Μιλάνου το 1891 ήρθε να αποκαταστήσει ο θρίαμβος της όπερας La Martire (H Μάρτυς) που παρουσιάστηκε στη Νάπολη τρία χρόνια αργότερα. Τότε ακριβώς ο συνθέτης προσχώρησε στη σχολή του βερισμού (verismo), της οποίας θεωρείται από τους πρωτεργάτες, στο πλευρό των Ruggero Leoncavallo, Pietro Mascagni και Giacomo Puccini. Ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες όπερες, όπως La Furia Damata (Η Δαμασμένη Μαινάδα) το 1895, βασισμένη στο έργο του Shakespeare Το Ημέρωμα της Στρίγγλας, Storia d’Amore το 1903 και Mademoiselle de Belle-Isle το 1905.  Αποκορύφωμα της συνθετικής του παραγωγής υπήρξε το ανέβασμα της τρίπρακτης όπερας Rhea το 1908, στο θέατρο Verdi της Φλωρεντίας. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1917 σε ηλικία 56 ετών, από χρόνια νεφρίτιδα.

Το 1895 ανατέθηκε στον Σαμάρα από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή η σύνθεση ενός Ολυμπιακού Ύμνου με την ευκαιρία της τέλεσης στην Αθήνα των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων (Απρίλιος 1896). Μετά την ανάθεση στον Σαμάρα, η επιτροπή επέλεξε να μελοποιηθεί το ομότιτλο ποίημα του Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος αυτός καθιερώθηκε ως επίσημος Ολυμπιακός Ύμνος μόλις το 1958, δηλαδή εξήντα δύο χρόνια μετά την παγκόσμια πρώτη του και σαράντα ένα χρόνια έπειτα από τον θάνατο του συνθέτη. Έκτοτε, συνοδεύει την έπαρση της σημαίας των Ολυμπιακών Αγώνων στην εκάστοτε τελετή έναρξης.

Σπυρίδων Σαμάρας, Ολυμπιακός Ύμνος (στίχοι Κωστή Παλαμά)

 

12. Richard Strauss (1864 – 1949): Olympische Hymne

To 1932, o Richard Strauss, συνθέτης της Σαλώμης, της Ηλέκτρας και του Ιππότη με το ρόδο, από τους κύριους εκπροσώπους της γερμανικής μεταρομαντικής σχολής, επελέγη από τη Διεθνή Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων για τη σύνθεση ενός ύμνου για την τελετή έναρξης των αγώνων που είχαν προγραμματιστεί για το καλοκαίρι του 1936 με οικοδεσπότη την πόλη του Βερολίνου. Ο Strauss αποδέχτηκε την πρόταση, υπό τον όρο της πλαισίωσης της μουσικής του από ένα κείμενο, για την επιλογή του οποίου θα είχε εκείνος τον τελευταίο λόγο. Έπειτα από δημόσιο διαγωνισμό και με αισθητή την αναπόφευκτη παρέμβαση του εθνικοσοσιαλιστικού υπουργείου Προπαγάνδας, το 1934 επελέγησαν οι στομφώδεις στίχοι του Robert Lubahn, ενός άνεργου, την εποχή εκείνη, βερολινέζου ηθοποιού.

Ολυμπιακό Στάδιο Βερολίνου, 1η Αυγούστου 1936. Τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας.

Η τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας, έλαβε χώρα την 1η Αυγούστου 1936 στο κατάμεστο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου. Επρόκειτο για ένα γεγονός, το οποίο αξιοποιήθηκε και προβλήθηκε δεόντως από την προπαγάνδα του Γ΄ Ράιχ. O Ολυμπιακός Ύμνος, παιγμένος από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου και μια χορωδία χιλίων ατόμων υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, γνώρισε την παγκόσμια πρώτη εκτέλεση αμέσως έπειτα από τη σύντομης διάρκειας κήρυξη της έναρξης από τον Adolf Hitler, μια σειρά χαιρετιστήριων κανονιοβολισμών και την απελευθέρωση χιλιάδων λευκών περιστεριών. Όλων των παραπάνω είχε προηγηθεί ο λόγος του Theodor Lewald, προέδρου της οργανωτικής επιτροπής, ο οποίος, καταλήγοντας, αφού εξέφρασε τις ευχαριστίες του προς τον Richard Strauss, ανακοίνωσε την καθιέρωση στο διηνεκές του Olympische Hymne ως επίσημου ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων. Η έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με τη γνωστή του έκβαση ως προς την τύχη του ναζιστικού καθεστώτος, επιφύλαξε διαφορετική εξέλιξη για το συγκεκριμένο έργο του Richard Strauss. Στους πρώτους μεταπολεμικούς Ολυμπιακούς Αγώνες (Λονδίνο 1948), ακούστηκε ένας νέος Ολυμπιακός Ύμνος του συνθέτη Roger Quilter σε στίχους του γνωστού διηγηματογράφου και ποιητή Rudyard Kipling. Δέκα χρόνια αργότερα, η Διεθνής Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων αναβάθμισε τον Ύμνο των Σαμάρα/Παλαμά σε μόνιμο επίσημο ύμνο.

Richard Strauss, Olympische Hymne

 

13. Βαγγέλης Παπαθανασίου (1943 –  ): Chariots of Fire

Το Chariots of Fire του Βαγγέλη Παπαθανασίου πλαισίωσε μουσικά το 1981 την ομώνυμη, βρετανικής παραγωγής, κινηματογραφική ταινία συμβάλλοντας δραστικά στη μεγάλη επιτυχία, την οποία η τελευταία γνώρισε (συνολικά απέσπασε 4 βραβεία Όσκαρ, εκ των οποίων τα βραβεία καλύτερης ταινίας και πρωτότυπης μουσικής). Για τις ανάγκες της ηχογράφησης επιστρατεύτηκε ένα συνθεσάιζερ τύπου CS-80, με το οποίο ο συνθέτης έπαιξε όλα τα όργανα, συμπεριλαμβανομένων του πιάνου και ευρείας γκάμας κρουστών. Η επένδυση μιας κινηματογραφικής ταινίας εποχής με ηλεκτρονική μουσική ήταν τότε ασυνήθιστη και ως προς αυτό, η συμβολή του Παπαθανασίου άνοιξε νέους ορίζοντες στην έβδομη τέχνη.                                              

Chariots of Fire  – Trailer

Η πλοκή του έργου αποτελεί δραματοποιημένη παραλλαγή αληθινών περιστατικών και ανθρώπινων χαρακτήρων. Πρόκειται για τον συναγωνισμό μεταξύ δυο αθλητών, στο πλαίσιο της προετοιμασίας και διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 1924 στο Παρίσι. Η μουσική του Παπαθανασίου έχει, κατά κάποιο τρόπο, συνδεθεί με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αρχής γενομένης από τους Χειμερινούς Αγώνες του 1980 στο Σεράγεβο, οπότε και χρησιμοποιήθηκε ως ύμνος της συγκεκριμένης διοργάνωσης. Κατόπιν ακούστηκε το 1996 στους Θερινούς Αγώνες της Ατλάντα και, πιο πρόσφατα, το 2012 στο Λονδίνο, στο πλαίσιο της τελετής έναρξης των Αγώνων της 30ής Ολυμπιάδας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρουσιάστηκε υπό μορφή παρωδίας, με πρωταγωνιστές τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, τον αρχιμουσικό Sir Simon Rattle και τον ηθοποιό Rowan Atkinson στο ρόλο του πασίγνωστου Mr. Bean.

Mr. Bean Live Performance at the London 2012 Olympic Games

 

14. Émile Waldteufel (1837 – 1915): Les Patineurs Valse op.183

Σε ηλικία 27 ετών, ο Γάλλος πιανίστας και συνθέτης χορευτικής μουσικής έγινε αυλικός πιανίστας της αυτοκράτειρας Ευγενίας. Διηύθυνε επίσης την αυλική ορχήστρα σε κρατικές χοροεσπερίδες. Ο διορισμός του από τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄ αποκλειστικά στη μουσική διεύθυνση των χοροεσπερίδων, τον οδήγησε στη συμμετοχή του στους μεγαλοπρεπείς χορούς του Κεραμικού (Tuileries), του Μπιαρίτς και της Κομπιένης. Σήμερα, θεωρείται ως ο πλέον αντιπροσωπευτικός μουσικοσυνθέτης της περιόδου της Β΄ Γαλλικής Αυτοκρατορίας από κοινού με τον Jacques Offenbach. Μετά την ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία το 1871, η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Αλσατία, έγινε μέρος της Γερμανίας για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Waldteufel έφτασε σχεδόν 40 ετών πριν γίνει περισσότερο γνωστός. Τον Οκτώβριο του 1874 συμμετείχε σε μια μουσική εκδήλωση, την οποία παρακολούθησε ο, τότε Πρίγκιπας της Ουαλίας, μετέπειτα βασιλιάς Εδουάρδος Ζ΄. Ο πρίγκηπας ενθουσιάστηκε από το βαλς Manolo του συνθέτη και έκτοτε μερίμνησε ώστε να κάνει τη μουσική τού Waldteufel γνωστή σε ολόκληρη τη Μεγάλη Βρετανία. Ακολούθησε μακροχρόνιο συμβόλαιο με τον εκδότη «Hopwood & Crew» που έδρευε στο Λονδίνο. Μέρος της εταιρείας ανήκε στον Charles Coote, διευθυντή της μπάντας Coote & Tinney’s, της πρώτης χορευτικής ορχήστρας στην βρετανική πρωτεύουσα. Με αυτή την υποστήριξη, η μουσική του Waldteufel παιζόταν στα Ανάκτορα του Μπάκινγχαμ μπροστά στη βασίλισσα Βικτωρία. Τότε, ο συνθέτης κυριάρχησε στη μουσική σκηνή του Λονδίνου και έγινε παγκοσμίως γνωστός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέθεσε τα γνωστότερα έργα του, πολλά από τα οποία ακούγονται ακόμα σήμερα σε όλο τον κόσμο. Το διασημότερο, ίσως, από αυτά, το βαλς Les Patineurs (Οι Παγοδρόμοι), γράφηκε το 1882.

Pierre-Auguste Renoir,  Les Patineurs à Longchamp, 1868, Ιδιωτική Συλλογή.

Πηγή έμπνευσης για το συγκεκριμένο έργο αποτέλεσε ένας πίνακας του ζωγράφου Pierre-Auguste Renoir. Η ελαιογραφία του Renoir χρονολογείται από το 1868 και φέρει τον τίτλο Les Patineurs à Longchamp. Απεικονίζει το δάσος της Βουλώνης, στις παρυφές του Παρισιού, τον χειμώνα, με τους επισκέπτες να απολαμβάνουν τη διασκέδαση του  τοπικού παγοδρομίου. Η φιλοτέχνηση του πίνακα αποδείχθηκε μεγάλη δοκιμασία για τον Renoir, ο οποίος απεχθανόταν το ψύχος, πλην όμως ως γνήσιος ιμπρεσιονιστής, εργαζόταν συχνά στον ανοικτό χώρο. Η σύντομης διάρκειας αργή εισαγωγή στο βαλς του Waldteufel συμβολίζει την προσπάθεια του παγοδρόμου να κρατήσει την ισορροπία του. Μόλις αυτή εξασφαλιστεί, το έργο αποκτά ρυθμό, ταχύτητα και αποδίδει εύγλωττα την (φαινομενική εξαιτίας των τεχνικών δυσκολιών) άνεση και ανεμελιά, με την οποία οι παγοδρόμοι γλιστρούν επάνω στην επιφάνεια της πίστας προχωρώντας και σε θεαματικές πιρουέτες.

Émile Waldteufel: Les Patineurs Valse op.183 André Rieu


        

15. Josef Strauss (1827 – 1870): Jokey-Polka op. 278, Sport-Polka op.170

Το Πρωτοχρονιάτικο αυτό αφιέρωμα δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική κατάληξη από το φυσικό του χώρο: τη Musikvereinsaal της Βιέννης στην καθιερωμένη συναυλία, με την οποία η Φιλαρμονική Ορχήστρα της πόλης υποδέχεται την είσοδο κάθε Νέου Έτους. Από τα αναρίθμητα μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα επιλέξαμε δυο γρήγορες πόλκες του Josef Strauss με θέματα συναφή με τον αθλητισμό. Είναι το καλύτερος τρόπος να σας ευχηθούμε για τη χρονιά που μπαίνει και να σας ευχαριστήσουμε από βάθους καρδιάς για την ανταπόκριση και υποστήριξη που μας παρέχετε στα πέντε χρόνια λειτουργίας μας.

Jokey-Polka op. 278, Neujahrskonzert 2012 – Mariss Jansons

Sport-Polka op. 170, Neujahrskonzert 2008 – Georges Prêtre

 

Το επιτελείο της Clio Turbata σάς ευχαριστεί για την εμπιστοσύνη σας

και σάς εύχεται ένα υγιές και ευτυχισμένο 2021

                                            

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου

Ανάκτορα και πύργοι του Λουδοβίκου Β΄ της Βαυαρίας

Ανάκτορα και πύργοι του Λουδοβίκου Β΄ της Βαυαρίας

 

Διαδεχόμενος το 1864 σε ηλικία μόλις 19 ετών τον πατέρα του, Μαξιμιλιανό Β΄, ο Λουδοβίκος  Β΄ της Βαυαρίας (1845-1886) διέθετε όλες τις προδιαγραφές εκείνες που διασφάλιζαν μια πετυχημένη βασιλεία. Ήταν νέος, γοητευτικός, καλλιεργημένος, δημοφιλής και αγαπητός. Ωστόσο, τα 22 χρόνια της βασιλείας του έως τη στιγμή του τραγικού και μυστηριώδους θανάτου του, τον κατέστησαν έναν από τους πλέον αντιφατικούς και διφορούμενους μονάρχες που κατέγραψε ποτέ η Ιστορία. Η αλήθεια είναι πως σε πολιτικό επίπεδο, οι συνθήκες ήταν από την αρχή δυσμενείς έως αποτρεπτικές. Έχοντας εμπλακεί, στο πλευρό της Αυστρίας, σε έναν ατυχή πόλεμο εναντίον της Πρωσίας, η βασιλεία του εγκαινιάστηκε με μια οδυνηρή στρατιωτική ήττα. Το 1871, η Βαυαρία αναγκάστηκε να προσχωρήσει στη νεότευκτη Γερμανική Αυτοκρατορία και κατ’ επέκταση να απολέσει ουσιαστικά την ανεξαρτησία της. Ο Λουδοβίκος ουδέποτε αποδέχθηκε, κατά βάθος, την υποτέλεια στην πανίσχυρη Πρωσία/Γερμανία του Bismarck. Είναι ενδεικτικό ότι απέφυγε να παραστεί αυτοπροσώπως στη στέψη του βασιλέα Γουλιέλμου Α΄ της Πρωσίας ως αυτοκράτορα της ενωμένης Γερμανίας, η οποία πραγματοποιήθηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια σε έναν εμβληματικό χώρο: την αίθουσα των κατόπτρων του ανακτόρου των Βερσαλλιών. Ωστόσο, η νέα πραγματικότητα δεν άφηνε πολλά περιθώρια για πολιτικούς ελιγμούς. Η διατήρησή του στο θρόνο είχε περισσότερο συμβολική σημασία. Κέντρο των αποφάσεων ήταν πλέον το Βερολίνο και όχι το Μόναχο.

Ο ιδιοσυγκρασιακός χαρακτήρας του Λουδοβίκου και η αποστροφή του για την πολιτική τον βύθισαν σε μια εσωστρέφεια, η οποία, με την πάροδο του χρόνου, προσέλαβε διαστάσεις παράνοιας. Αυτό τουλάχιστον υπήρξε το επιχείρημα βάσει του οποίου, τον Ιούνιο του 1886, καθαιρέθηκε. Ο ψυχικός του κόσμος ήταν διαταραγμένος. Σε ολόκληρη σχεδόν τη ζωή του προσπαθούσε να καταπιέσει τις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις του, οι οποίες δεν συντάσσονταν με όσα επέτασσαν τα θρησκευτικά αισθήματα, τα οποία έτρεφε ως γνήσιος Καθολικός. Η έγνοιά του για την απόκτηση διαδόχου οδήγησε, το 1867, σε έναν αρραβώνα που λίγους μήνες αργότερα διαλύθηκε εξαιτίας της απέχθειάς του προς το γυναικείο φύλο. Από το 1871 και μετά, αφιερώθηκε στον μοναδικό τομέα, προς τον οποίο είχε επιδεικτικά στρέψει την προτίμησή του. Εκείνον της Τέχνης.

Ο Λουδοβίκος Β΄ το 1864 (έτος της ανόδου του στο θρόνο της Βαυαρίας) και το 1874.

Συνεπαρμένος από μικρός από τη γερμανική μυθολογία, υπήρξε δεδηλωμένος υποστηρικτής και προστάτης του Richard Wagner, με τον οποίο συνδέθηκε με στενή και ανιδιοτελή φιλία. Τα δυο πρώτα μέρη της τετραλογίας Το Δακτυλίδι του Νίμπλουνγκ (Der Ring des Nibelungen), δηλαδή ο Χρυσός του Ρήνου (Das Rheingold) και Η Βαλκυρία (Die Walküre), είδαν το φως της ημέρας στο Μόναχο το 1869 και το 1870 αντίστοιχα. Ωστόσο, ο μουσικοσυνθέτης οραματιζόταν την ανέγερση ενός θεάτρου σχεδιασμένου από τον ίδιο και αφιερωμένου εξολοκλήρου στην ανάδειξη του έργου του. Για τον σκοπό αυτό είχε επιλέξει το Μπαϊρόιτ, μια μικρή επαρχιακή κωμόπολη της ανατολικής Βαυαρίας. Τα έργα κατασκευής του θεάτρου ολοκληρώθηκαν το 1876, εν πολλοίς χάρη σε μια γενναιόδωρη χορηγία του βασιλέα. Μέχρι σήμερα, το φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ λειτουργεί ως τόπος προσκυνήματος των ανά τον κόσμο λατρών της μουσικής του Wagner.

Το θέατρο υπήρξε ο δεύτερος πόλος ενδιαφέροντος του Λουδοβίκου. Χάρη στις δικές του πρωτοβουλίες (συγκεκριμένα την τοποθέτηση ως διευθυντή του νεότευκτου Βασιλικού Θεάτρου, του δραστήριου Karl von Perfall) το κοινό του Μονάχου εξοικειώθηκε με τα έργα του Shakespeare, του Calderón, του Ibsen, του Schiller καθώς και με εκείνα της γαλλικής σχολής (Corneille, Racine Molière). Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντος του μονάρχη για το θέατρο και την όπερα, αλλά και της εσωστρέφειας και έλλειψης μέτρου, που τον χαρακτήριζαν, αποτελεί το γεγονός ότι μεταξύ των ετών 1872 και 1885 ανεβάστηκαν 209 ιδιωτικές παραστάσεις (Separatvorstellungen), με μοναδικό θεατή τον ίδιο  και το στενό του περιβάλλον. Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγονταν 44 παραστάσεις όπερας (28 του Wagner, μεταξύ των οποίων 8 του Parsifal), 11 παραστάσεις μπαλέτου και 149 θεατρικές. Το συνολικό κόστος ανερχόταν στο αστρονομικό ποσό των 97.300 μάρκων!

Εκείνο όμως που έκανε περισσότερο γνωστό τον Λουδοβίκο, ήταν η ανέγερση, μεταξύ των ετών 1869 και 1886, μιας σειράς εντυπωσιακών πύργων. Λάτρης του γαλλικού πολιτισμού και θαυμαστής του Λουδοβίκου ΙΔ΄ και της μοναρχίας ελέω Θεού, θέλησε να πράξει κάτι αντίστοιχο για τον τόπο του. Η ανέγερση των πύργων υπήρξε ευεργετική για τον ντόπιο πληθυσμό, καθώς απασχόλησε πολλούς εργάτες και τεχνίτες. Από την άλλη πλευρά όμως, μια σπατάλη τέτοιου μεγέθους, έστω και αν τα κονδύλια προέρχονταν από την βασιλική περιουσία και όχι από κρατικούς πόρους, θεωρήθηκε ως πρόκληση σε ιδιαίτερα δύσκολους καιρούς. Το συνολικό κόστος δημοσιοποιήθηκε μόλις το 1968: 31.220.658 μάρκα. Εκείνο που δεν αναφέρεται είναι πως μεγάλο μέρος  (αν όχι όλο) από αυτό το ποσό έχει έκτοτε αποσβεστεί, καθώς οι πύργοι του Λουδοβίκου Β΄ λειτουργούν ως πόλοι έλξης αναρίθμητων επισκεπτών, αποδεικνύοντας πως το όραμα του “παρανοϊκού” βασιλέα λειτούργησε τελικά ως πρώτου μεγέθους μακροπρόθεσμη επένδυση.

Secrets d’histoire – Louis II de Bavière, le roi perché

 

Schloss Nymphenburg

Ο πρίγκηπας Λουδοβίκος Φρειδερίκος Όθων Γουλιέλμος του οίκου των Wittelsbach γεννήθηκε στις 25 Αυγούστου 1845 στο ανάκτορο του Nymphenburg, στα περίχωρα του Μονάχου. Ήταν ο πρωτότοκος υιός του τότε διαδόχου και μετέπειτα βασιλέα Μαξιμιλιανού Β΄ και της πριγκίπισσας Μαρίας της Πρωσίας, εγγονός του βασιλέα Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας και ανεψιός του βασιλέα Όθωνα της Ελλάδας.

Το ανάκτορο του Nymphenburg (των Νυμφών) λειτουργούσε ως θερινή κατοικία των Wittelsbach. Σχεδιασμένο από τον Ιταλό αρχιτέκτονα Agostino Barelli σε ρυθμό μπαρόκ, οι εργασίες ανέγερσης του κεντρικού κτηρίου ολοκληρώθηκαν το 1675. Το 1701 ξεκίνησε η επέκταση των ανακτόρων. Συγκεκριμένα, εκατέρωθεν του κεντρικού κτηρίου κατασκευάστηκαν δυο συμμετρικές πτέρυγες και επανασχεδιάστηκε η όψη του ανακτόρου. Οι κήποι, έκτασης 200 στρεμμάτων, σχεδιάστηκαν αρχικά σε γαλλικό στυλ από τον Dominique Girard, μαθητή του André Le Nôtre, δημιουργού των κήπων των ανακτόρων των Βερσαλλιών. Τον 19ο αιώνα επανασχεδιάσθηκαν σε αγγλικό στυλ από τον  Friedrich Ludwig von Sckell, εμπνευστή και κατασκευαστή του Αγγλικού Κήπου (Englischer Garten) του Μονάχου.

Σήμερα, το ανάκτορο του Nymphenburg έχει ενσωματωθεί στον πολεοδομικό ιστό. Πέρα από τα βασιλικά διαμερίσματα, το οποία είναι επισκέψιμα, φιλοξενεί στους χώρους του τέσσερα μουσεία (μεταξύ των οποίων μια από τις πλουσιότερες συλλογές από άμαξες στον κόσμο) και αριθμεί περί τους 300.000 επισκέπτες κατ’ έτος.

Bernardo Bellotto, Schloss Nymphenburg, 1760.

Schloss Nymphenburg

ResidenzMünchen

Τα ανάκτορα Residenz ήταν η έδρα του οίκου των Wittelsbach. Πρόκειται για ένα τεράστιο συγκρότημα κτηρίων στο κέντρο ακριβώς του Μονάχου. Η ανέγερση ξεκίνησε το 1385. Την τελική τους μορφή προσέλαβαν τέσσερις ολόκληρους αιώνες αργότερα. Μεγάλο τμήμα (συμπεριλαμβανομένου και του περίτεχνου θεάτρου  Cuvilliés σε στυλ μπαρόκ) υπέστη εκτεταμένες φθορές από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η αποκατάσταση των ζημιών διήρκησε έως τη δεκαετία του ΄80 και το αποτέλεσμα είναι, πράγματι, αξιοθαύμαστο.

Τα βασιλικά ανάκτορα του Μονάχου τον 18ο αιώνα

Η συνεισφορά του Λουδοβίκου Β΄ συνίστατο στη δημιουργία, μεταξύ των ετών 1867 και 1871, των λεγομένων “χειμερινών κήπων” (ενός είδους θερμοκηπίου) στη στέγη των ανακτόρων. Περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, ένα ζωγραφιστό πανόραμα των Ιμαλαΐων και ένα Μαροκινό Περίπτερο. Η κατασκευή από γυαλί και μέταλλο εθεωρείτο πρωτοποριακή για την εποχή. Οι χειμερινοί κήποι σταμάτησαν να λειτουργούν το 1886, έτος θανάτου του βασιλέα και έπαψαν να υφίστανται από το 1897. Σήμερα, τα Ανάκτορα φιλοξενούν μια πανάκριβη συλλογή κοσμημάτων και κειμηλίων, η οποία χρονολογείται από την εποχή του Μεσαίωνα.

Οι χειμερινοί κήποι, σε φωτογραφία του 1870.

Στα βασιλικά διαμερίσματα γυρίστηκε η αρχική σκηνή της κινηματογραφικής ταινίας Ludwig, σε σκηνοθεσία του Luchino Visconti. Πραγματεύεται τις στιγμές που προηγήθηκαν της στέψης του Λουδοβίκου Β΄ το 1864. Τον τελευταίο υποδύεται πειστικά ο ηθοποιός Helmut Berger.

Ludwig (1973), Coronation Scene

 

Schloss Hohenschwangau

Το τοπωνύμιo Schwangau (περιοχή των κύκνων) συναντάται για πρώτη φορά σε χειρόγραφο του 12ου αιώνα. Προέρχεται από ένα ομώνυμο μεσαιωνικό κάστρο (δεν υφίσταται πλέον), το οποίο βρισκόταν ακριβώς στη θέση του σημερινού πύργου Neuschwanstein (βλ. παρακάτω). Η όλη τοποθεσία είναι μαγευτική. Βρίσκεται στο νοτιότατο άκρο της Βαυαρίας, στις όχθες της λίμνης Alpsee. Κύριο χαρακτηριστικό είναι η ύπαρξη δυο αντικριστών λόφων, στην κορυφή των οποίων έχει κτιστεί από ένας πύργος. Πρώτος από αυτούς είναι το Hohenschwangau (Άνω Schwangau). Κατασκευάστηκε μεταξύ των ετών 1833 και 1855 στη θέση ενός παλαιότερου κάστρου, χάρη στη μέριμνα του τότε διαδόχου Μαξιμιλιανού. Εκεί, ο Λουδοβίκος και ο μικρότερος αδελφός του, πρίγκιπας Όθων, πέρασαν μερικά από τα πιο ευτυχισμένα χρόνια της παιδικής τους ηλικίας. Οι εσωτερικοί χώροι του πύργου είναι διακοσμημένοι με μεγάλων διαστάσεων τοιχογραφίες, η θεματολογία των οποίων αντλείται από τη γερμανική μυθολογία, ειδικότερα δε από τον κύκλο του Γκράαλ (του Αγίου Δισκοπότηρου) με πρωταγωνιστές τον Parzival και τον Lohengrin, τον άρχοντα των κύκνων. Αργότερα, ο Wagner συνέθεσε τα λυρικά δράματα Lohengrin και Parsifal εμπνευσμένος, με τη σειρά του, από τους ίδιους μύθους. Διόλου παράξενο συνεπώς, ότι από την παιδική του ηλικία ο Λουδοβίκος ήρθε εκεί σε επαφή με την εντυπωσιακή φύση της Βαυαρίας και μυήθηκε στην ατμόσφαιρα της γερμανικής μυθολογίας. Με αυτά τα στοιχεία έπλασε αργότερα τον δικό του προσωπικό κόσμο και βυθίστηκε στις ρομαντικές του φαντασιώσεις. Απόδειξη της αγάπης του για την περιοχή αποτελεί το γεγονός της επιλογής του ακριβώς απέναντι λόφου για την ανέγερση του Neuschwanstein, του πλέον εντυπωσιακού πύργου από όλους όσους περιλαμβάνονται στο παρόν αφιέρωμα. Σήμερα, πλήθος επισκεπτών συρρέει σε καθημερινή κλίμακα και σε κάθε εποχή του έτους στους δυο αντικριστούς πύργους, αλλά και στο ενδιάμεσο χωριό Schwangau.

Το Hohenschwangau δεν υπέστη φθορές διαρκούντων των δυο Παγκοσμίων Πολέμων. Το 1923, το τοπικό Κοινοβούλιο της Βαυαρίας αναγνώρισε στους απογόνους του πρώην βασιλικού οίκου το δικαίωμα χρήσης του πύργου, κάτι, το οποίο ισχύει έως τις μέρες μας.

Schloss Hohenschwangau

Michael Wening, Historico-Topographica Descriptio, München, 1701

Schloss Linderhof

Από τους τρεις πύργους που ανεγέρθηκαν στα χρόνια της βασιλείας του, το Linderhof είναι ο μόνος, τον οποίον ο Λουδοβίκος πρόλαβε να δει ολοκληρωμένο. Μικρότερος από τους υπόλοιπους, βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Βαυαρίας. Κληρονομώντας από τον πατέρα του ένα ξύλινο κυνηγετικό περίπτερο, το κατεδάφισε, προκειμένου να κατασκευάσει μεταξύ των ετών 1863 και 1878 ένα μικρό πέτρινο ανάκτορο. Αν και θαυμαστής του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας, προτίμησε να υιοθετήσει το στυλ Ροκοκό της εποχής του Λουδοβίκου ΙΕ΄. Τελικά, το Linderhof παραπέμπει στις Βερσαλλίες, όχι όμως στο κεντρικό κτήριο των Ανακτόρων, όσο στο παρακείμενο Μικρό Τριανόν. Άλλωστε, οι περιορισμένες διαστάσεις, τις οποίες διαθέτει, το καθιστούν περισσότερο ένα είδος προσωπικού καταφυγίου του βασιλέα τις πάμπολλες φορές, που ο τελευταίος επιδίωκε να απομονωθεί από τον έξω κόσμο. Με την πάροδο του χρόνου ολοένα και περισσότερο κοιμόταν την ημέρα και παρέμενε άγρυπνος τη νύκτα. Έχουν μείνει παροιμιώδεις οι μοναχικές νυκτερινές περιπλανήσεις του με το πολυτελές βασιλικό έλκηθρο στο παρακείμενο δάσος, μέσα στο χιόνι.

Η βασιλική άμαξα στην είσοδο του πύργου.
Νυκτερινές περιπλανήσεις μέσα στο δάσος με το πολυτελές έλκηθρο.

Η ατμόσφαιρα οικειότητας που αποπνέει ο χώρος, επιβεβαιώνεται και από την ύπαρξη τεσσάρων μόνο δωματίων, τα οποία προσφέρουν κάποια λειτουργικότητα. Πρόκειται για την αίθουσα των κατόπτρων (ο Λουδοβίκος συνήθιζε να περνά εκεί τις νυκτερινές ώρες αϋπνίας, καθώς οι καθρέπτες πολλαπλασίαζαν επί χίλια τον φωτισμό των κεριών), την αίθουσα ακροάσεων, τη βασιλική κρεβατοκάμαρα και την τραπεζαρία (λέγεται πως ο βασιλέας δειπνούσε εκεί μόνος, συνομιλώντας με φανταστικά πρόσωπα, όπως ο Λουδοβίκος ΙΕ΄και η Μαρία-Αντουανέτα).

Η αίθουσα των κατόπτρων

Από το όμορφο πάρκο, σχεδιασμένο από τον Carl von Effner, διευθυντή των βασιλικών κήπων, αξίζει να συγκρατήσει κανείς το επονομαζόμενο “Σπήλαιο της Αφροδίτης” (Venusgrotte), εμπνευσμένο από την πρώτη πράξη της όπερας Tannhäuser του Richard Wagner αλλά και από το Γαλάζιο Σπήλαιο, το οποίο βρίσκεται στη νήσο Κάπρι της Ιταλίας. Καταμεσής του σπηλαίου, υπάρχει μια μικρή τεχνητή λίμνη. Επί ώρες ολόκληρες ο Λουδοβίκος αρεσκόταν να κάνει εκεί γύρους με μια ολόχρυση βάρκα ταΐζοντας τους κύκνους. Προκειμένου να μπορεί ο φωτισμός του σπηλαίου να αλλάζει, περιοδικά,  χρώματα (κάτι ασυνήθιστο για την εποχή εκείνη), εγκαταστάθηκαν επιτόπου 24 ηλεκτρικές γεννήτριες.

Έχοντας παρακολουθήσει κάποτε μια θεατρική παράσταση, ο Λουδοβίκος εξέφρασε ενδιαφέρον για τον πρωταγωνιστή Josef Kainz, τον οποίον κάλεσε να τον επισκεφθεί στο Linderhof. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε εντός του βαγκνερικού Σπηλαίου της Αφροδίτης και εξελίχθηκε σε φιάσκο. Ο ηθοποιός βρέθηκε ενώπιον ενός  αλλόκοτου περιβάλλοντος, ακριβώς έτσι όπως το τελευταίο περιγράφεται στο παρακάτω κινηματογραφικό στιγμιότυπο, γυρισμένο στον φυσικό χώρο. Από τη δική του πλευρά, ο μονάρχης, ο οποίος ευελπιστούσε να απαντήσει τον γεμάτο ορμή και πάθος χαρακτήρα που είχε παρακολουθήσει επί σκηνής, συνειδητοποίησε πως είχε απέναντί του έναν ντροπαλό και διστακτικό νεαρό άνδρα, έχοντα παραλύσει από την υψηλή ιδιότητα του συνομιλητή του. Δεν χρειάστηκε να περάσει πολύς χρόνος και ο Kainz αποπέμφθηκε κακήν κακώς από το Linderhof.

Ludwig (1973), Venusgrotte Scene

 

Αν και εμφανώς μικρότερων διαστάσεων, το Linderhof στοίχισε τελικά περισσότερο από ότι το εντυπωσιακό  Neuschwanstein (8.460.937 μάρκα έναντι 6.180.047 αντίστοιχα). Το παράδοξο εκ πρώτης όψεως αυτό γεγονός, οφείλεται σε δυο λόγους: 1) στο υψηλό κόστος κατασκευής του Σπηλαίου της Αφροδίτης και 2) στο ότι η διαμόρφωση των εσωτερικών χώρων του δευτέρου πύργου παρέμεινε (και εξακολουθεί να παραμένει) ημιτελής.

Linderhof, HD

Kurt von Rozynski, Richard Wagner und König Ludwig II. von Bayern ,1890

Schloss Herrenchiemsee      

Ούτε λίγο ούτε πολύ, το Herrenchiemsee είναι το Ανάκτορο των Βερσαλλιών σε μικρογραφία! Κι όμως, η ανέγερσή του δεν αποτελεί έκφραση μεγαλομανίας. Είναι μια σπονδή στη δόξα και στο μεγαλείο του Λουδοβίκου ΙΔ΄ της Γαλλίας και της μοναρχίας ελέω Θεού. To 1867, ο επίσημος αρχιτέκτων της βασιλικής αυλής της Βαυαρίας Georg von Dollmann έλαβε οδηγία να σχεδιάσει ένα ανάκτορο κατ’ εικόνα και ομοίωση εκείνου του Βασιλέα-Ηλίου. Ως καταλληλότερος χώρος προτιμήθηκε το Herreninsel, ένα από τα τέσσερα νησιά της λίμνης Chiemsee, στις παρυφές των Βαυαρικών Άλπεων. Τα έργα ξεκίνησαν το 1878 και συνεχίστηκαν συχνά υπό την επίβλεψη του ιδίου του Λουδοβίκου. Μέρος των εσωτερικών χώρων έχει παραμείνει ημιτελές, εξαιτίας της εξάντλησης των πόρων (50 δωμάτια σε σύνολο 70 δεν έχουν ολοκληρωθεί). Ωστόσο, η κεντρική κλίμακα της εισόδου, η βασιλική κρεβατοκάμαρα και, κυρίως, η εντυπωσιακή αίθουσα των κατόπτρων είναι ακριβή αντίγραφα των αντιστοίχων των Βερσαλλιών. Το ίδιο ισχύει και για τμήμα του πάρκου.

Το ανάκτορο Herrenchiemsee σε λήψη από αέρος

Κι όμως, το μεγαλεπήβολο και δαπανηρό αυτό όραμα (το κόστος ξεπερνά το άθροισμα εκείνων του Linderhof και του Neuschwanstein) ήταν προορισμένο για ιδιωτική χρήση και όχι για τη στέγαση και φιλοξενία μιας πολυπληθούς αυλής, όπως εκείνης των Βερσαλλιών. Πόσο μάλλον που ο Λουδοβίκος Β΄ δεν αξιώθηκε να διανυκτερεύσει στο Herrenchiemsee παρά ελάχιστα, τον Σεπτέμβριο του 1885, ένα έτος πριν από την καθαίρεσή του από το θρόνο και τον συνακόλουθο θάνατό του. Η σπατάλη τόσων κονδυλίων (έστω και αν αυτά προέρχονταν από την προσωπική περιουσία του μονάρχη), σε συνδυασμό με την υπέρμετρη χλιδή, προκάλεσαν το δημόσιο αίσθημα και εξόργισαν την κοινή γνώμη.

Η αίθουσα των κατόπτρων

 

Η βασιλική κρεβατοκάμαρα.

Όπως  και να έχει πάντως, το ζήτημα, το Herrenchiemsee αποτελεί από μόνο του ένα επίτευγμα πρώτου μεγέθους. Ο αρχιτέκτων von Dollmann μελέτησε το πρωτότυπο σε κάθε του λεπτομέρεια. Αναπαρήγαγε ακόμα και χώρους, οι οποίοι είχαν πάψει προ πολλού να υφίστανται στις Βερσαλλίες. Οι κύριοι χώροι αποτελούν ένα από τα καλύτερα παραδείγματα εσωτερικού διακόσμου του 19ου αιώνα με τα υπέροχα χαλιά και υφαντά καθώς και τα απαράμιλλου κάλλους αντικείμενα από πορσελάνη. Ενσαρκώνουν ένα από τα ιδανικά της συγκεκριμένης εποχής. Εκείνο της απόδοσης με κάθε τελειότητα των  αρχιτεκτονικών, και όχι μόνο, ρυθμών του παρελθόντος. Σήμερα έχει απομείνει το κεντρικό μόνο κτήριο. Η ημιτελής αριστερή πτέρυγα (πάντοτε κατά το πρότυπο των Βερσαλλιών) κατεδαφίστηκε το 1907, τα δε έργα ανέγερσης της δεξιάς πτέρυγας ουδέποτε ξεκίνησαν. Το 1923, το ανάκτορο του Herrenchiemsee αποκτήθηκε από το βαυαρικό κράτος.

Das Königsschloss auf Herrenchiemsee

 

Schloss Neuschwanstein

Πέραν πάσης αμφιβολίας, το Neuschwanstein είναι η πλέον εντυπωσιακή από όλες τις κατασκευές του Λουδοβίκου Β΄. Αυτό οφείλεται τόσο στην ίδια την αρχιτεκτονική του μνημείου, όσο και στην επιλογή της τοποθεσίας. Επρόκειτο για μια ρομαντική εκδοχή του γερμανικού μεσαίωνα, με έντονη την παρουσία του βαγκνερικού στοιχείου (άλλωστε, έπειτα από τον θάνατο του Wagner το 1883, ο Λουδοβίκος αφιέρωσε τον πύργο στη μνήμη του μουσικοσυνθέτη και ενώ οι εργασίες ανέγερσης βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη). Τα σχέδια ανατέθηκαν στον σκηνογράφο Christian Jank και η κατασκευή στον αρχιτέκτονα Eduard Riedel. Ωστόσο, σε κάθε στάδιο ήταν απαραίτητη η έγκριση του βασιλέα, με συνέπεια το τελικό αποτέλεσμα να θεωρείται, τρόπον τινά, και ως δικό του επίτευγμα.

Αρχική πρόθεση ήταν να κτιστεί ο πύργος σε νεο-γοτθικό ρυθμό. Το τελικό αποτέλεσμα, παρά ταύτα, είναι ένα κράμα ρωμαϊκού (λιτές γεωμετρικές γραμμές, ημικυκλικές και κυβοειδείς αψίδες), γοτθικού (αιχμηροί πυργίσκοι, λεπτά τελειώματα) και βυζαντινού (κολώνες και εσωτερική διακόσμηση) ρυθμού. Τα πάντα δε με γνώμονα την προχωρημένη τεχνογνωσία και την εκλεπτυσμένη φροντίδα της περιόδου του τέλους του 19ου αιώνα. Για πολλούς πάντως, το Neuschwanstein εκπροσωπεί την αποθέωση του κακού γούστου.

Η ανέγερση του πύργου και ο σχεδιαστής Christian Jank (1833-1888).

Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1869. Το 1884 τα έργα είχαν ολοκληρωθεί, επιτρέποντας στον βασιλέα να μπορέσει να εγκατασταθεί. Παρόλο το μέγεθός του, το Neuschwanstein δεν προοριζόταν για την φιλοξενία πολυπληθούς αυλής. Όπως και οι υπόλοιποι πύργοι, λειτουργούσε ως καταφύγιο του μονάρχη, ανταποκρινόμενο στην διαρκώς κλιμακούμενη, με την πάροδο του χρόνου, τάση του για απομόνωση από τον έξω κόσμο. Το κόστος κατασκευής ανήλθε στο ποσό των 6,2 εκατομ. μάρκων (άνω των 40 εκατομ. ευρώ), διπλάσιο του αρχικού προϋπολογισμού. Τα έξοδα καλύφτηκαν από προσωπικούς πόρους, δάνεια και δωρεές. Όταν τα χρέη άγγιξαν το αστρονομικό ποσό των 14 εκατομ. μάρκων, ο Λουδοβίκος έφτασε μέχρι σημείου να απειλήσει τους πιστωτές με αυτοκτονία, μπροστά στο ενδεχόμενο κατάσχεσης του πύργου από αυτούς. Έξι εβδομάδες μόλις έπειτα από τον θάνατό του, ο αντιβασιλέας Λεοπόλδος κατέστησε το ανάκτορο επισκέψιμο στο ευρύ κοινό, με αποτέλεσμα τα χρέη του οίκου των Wittelsbach να μειωθούν δραστικά έως την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η απομονωμένη γεωγραφική θέση διαφύλαξε το Neuschwanstein από τη μήνι των δυο μεγάλων πολέμων του 20ού αιώνα. Ωστόσο, από το 1941 έως το 1944 χρησίμευσε ως αποθηκευτικός χώρος έργων τέχνης που το καθεστώς των Ναζί είχε κατάσχει από τις διάφορες ευρισκόμενες υπό κατοχή περιοχές. Το 1945 το χιτλερικό καθεστώς αντιμετώπισε την προοπτική της ανατίναξης προκειμένου ο πύργος να μην πέσει ανέπαφος στα χέρια των Συμμάχων. Η διάσωση του μνημείου οφείλεται στην ανυπακοή του αξιωματικού, παραλήπτη της σχετικής διαταγής. Για κάποιο χρονικό διάστημα φιλοξενήθηκε στο Neuschwanstein μέρος των κρατικών αρχείων της Βαυαρίας εξαιτίας των εκτεταμένων καταστροφών που είχε υποστεί η πόλη του Μονάχου από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς.

Ο Λουδοβίκος δεν αξιώθηκε να καταλύσει στον πύργο άνω των έντεκα ημερών. Στις 10 Ιουνίου 1866 πληροφορήθηκε εκεί την καθαίρεσή του από το βασιλικό αξίωμα. Μόλις είχε προηγηθεί η ανάληψη της εξουσίας από τον θείο του, Λεοπόλδο, με πρόφαση τη διαταραγμένη κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Το σχετικό πόρισμα ήταν έωλο, καθότι στηριζόταν αποκλειστικά και μόνο σε καταθέσεις ατόμων του στενού περιβάλλοντος του μονάρχη. Ο Λουδοβίκος έθεσε υπό κράτηση τα μέλη της επιτροπής που είχαν μεταβεί στο Neuschwanstein για να τον ενημερώσουν (σε αυτή συμπεριλαμβάνονταν υπουργοί καθώς και ο προσωπικός του γιατρός). Αρνήθηκε ωστόσο να συνταχθεί με όσους τον προέτρεψαν να μεταβεί στο Μόναχο και να καταγγείλει δημοσίως το πραξικόπημα. Επιχείρησε με αδέξιο τρόπο να δώσει στη δημοσιότητα ένα καταδικαστικό κείμενο. Οι αρχές πρόλαβαν να το υφαρπάξουν προτού αυτό καταφέρει να φτάσει στις εφημερίδες. Τελικά, δυο μέρες αργότερα, στις 12 Ιουνίου, αποδέχτηκε τη θλιβερή πραγματικότητα. Με αυστηρή συνοδεία μεταφέρθηκε στον πύργο Berg, όπου την επομένη, κιόλας, έχασε τη ζωή του κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες (βλ. παρακάτω).

Η αίθουσα του θρόνου, βυζαντινού ρυθμού.

 

Πανοραμική άποψη του Neuschwanstein.

Schloss Neuschwanstein

 

Schloss Falkenstein

Λίγο έλειψε το Neuschwanstein να αποκτήσει έναν δίδυμο πύργο. Κοντά στην κωμόπολη Pfronten στο ΝΔ άκρο της Βαυαρίας, στα σύνορα με την Αυστρία, υψώνεται ο λόφος Falkenstein, στην κορυφή του οποίου βρίσκονται τα ερείπια ενός μεσαιωνικού κάστρου. Η ανέγερση του τελευταίου χρονολογείται μεταξύ των ετών 1270 – 1280. Το Falkenstein αποτελεί ακόμα και σήμερα τον υψηλότερο πύργο σε ολόκληρη τη Γερμανία  (υψόμετρο 1.277 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας).

Τα ερείπια του μεσαιωνικού πύργου.

Το 1883, ο Λουδοβίκος Β΄ αγόρασε τα ερείπια έχοντας κατά νου να κτίσει επιτόπου έναν νέο πύργο. Τα σχέδια ανατέθηκαν εκ νέου στον Christian Jank. Ο τελευταίος οραματίστηκε μια εντυπωσιακή κατασκευή ακραιφνούς γοτθικού ρυθμού. Ο αρχιτέκτων της βασιλικής αυλής Georg von Dollmann, ο οποίος ανέλαβε κατόπιν τα έργα ανέγερσης, τοποθετήθηκε υπέρ μιας περισσότερο σεμνής εκδοχής προκαλώντας τη δυσαρέσκεια του μονάρχη που τον αντικατέστησε αναθέτοντας το έργο στον Max Schultze. Όπως και στην περίπτωση του Neuschwanstein, το βυζαντινό στοιχείο κυριαρχούσε σε επίπεδο εσωτερικού διακόσμου. Ειδικότερα για την βασιλική κρεβατοκάμαρα προβλεπόταν ένας μεγαλοπρεπής θόλος στολισμένος με μωσαϊκά. Το 1885 ο Schultze αποσύρθηκε με δική του πρωτοβουλία από το εγχείρημα. Η σκυτάλη πέρασε στους Julius Hofmann και Eugen Drollinger. Διαισθανόμενοι πως οι εργασίες ανέγερσης ουδέποτε επρόκειτο να ξεκινήσουν λόγω έλλειψης πόρων, οι τελευταίοι προσέδωσαν στα σχέδιά τους φαντασμαγορικές, μη πρακτικά υλοποιήσιμες ωστόσο, διαστάσεις μόνο και μόνο προκειμένου να  θωπεύσουν την ματαιοδοξία του Λουδοβίκου. Σε αυτό το στάδιο βρήκε την όλη υπόθεση ο θάνατος του βασιλέα το 1886. Σήμερα, τα ερείπια του μεσαιωνικού πύργου εξακολουθούν να δεσπόζουν από την κορυφή του απόκρημνου λόφου.

Το αρχικό σχέδιο του Christian Jank
To Δημαρχείο της Λουβαίνης (Leuven), κατά πάσα βεβαιότητα πηγή έμπνευσης για την κατασκευή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Burg Falkenstein

 

Schloss Berg

Το Schloss Berg βρίσκεται στις όχθες της λίμνης Starnberg, λίγα χιλιόμετρα νοτίως του Μονάχου. Ένα πρώτο κτίσμα κατασκευάστηκε στο τέλος του 17ου αιώνα. Μεταξύ των ετών 1849 και 1851, ο Μαξιμιλιανός Β΄ επιφόρτισε τον αρχιτέκτονα Eduard Riedel με τον επανασχεδιασμό του πύργου σε νεο-γοτθικό ρυθμό. Το κτήριο πλαισιώθηκε από τέσσερις πύργους (αργότερα, ο Λουδοβίκος Β΄ προσέθεσε έναν πέμπτο, τον οποίον ονόμασε Isolde, πιστός στην προσήλωσή του προς τη μουσική του Wagner). Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους πύργους, ο Λουδοβίκος συνήθιζε να καταλύει συχνά στο Berg, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, από όπου χειριζόταν τις κρατικές υποθέσεις. Για το σκοπό αυτό είχε εγκατασταθεί απευθείας τηλεγραφική σύνδεση με το Μόναχο, γεγονός σπάνιο για την εποχή εκείνη. Στη δεκαετία του 1940 ο πύργος υπέστη σημαντικές φθορές εξαιτίας του πολέμου αλλά και της επίταξης και παραμονής εκεί των αμερικανικών αρχών κατοχής της Γερμανίας. Ανασκευάστηκε με ριζικές αλλαγές από τους απογόνους των Wittelsbach, στους οποίους ανήκει. Σήμερα χρησιμεύει ως κύρια κατοικία των τελευταίων.

Ο πύργος σε φωτογραφία του 1896.
Ο πύργος στη σημερινή του μορφή.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στις 12 Ιουνίου 1886, κατόπιν εντολής του αντιβασιλέα Λεοπόλδου, μεταφέρθηκε στο Schloss Berg ο έκπτωτος Λουδοβίκος. Την επομένη, 13 Ιουνίου, η σορός του ανασύρθηκε από τη λίμνη. Είχε προηγηθεί γενικός συναγερμός καθώς καθυστερούσε ανεξήγητα να επιστρέψει από τον απογευματινό περίπατο, συνοδευόμενος από τον προσωπικό του γιατρό, ψυχίατρο Bernhard  Aloys von Gudden. Έως σήμερα έχουν παραμείνει ανεξιχνίαστες οι συνθήκες θανάτου των δυο ανδρών. Η επίσημη εκδοχή κάνει λόγο για αυτοκτονία από πνιγμό. Ωστόσο, η έκθεση αυτοψίας δεν αναφέρει ύπαρξη νερού στους πνεύμονες. Ο Λουδοβίκος ήταν ρωμαλέος και δεινός κολυμβητής και τον καιρό εκείνο δεν είχε εμφανίσει τάσεις αυτοκτονίας. Η σορός του γιατρού έφερε τραύματα στο κεφάλι και ίχνη στραγγαλισμού στο λαιμό. Είναι εμφανές ότι είχε προηγηθεί πάλη, δίχως ωστόσο να γνωρίζουμε την ακριβή αιτία. Μια πρώτη εκδοχή υιοθετεί τη θεωρία της αυτοκτονίας, την οποία προσπάθησε επί ματαίω να αποτρέψει ο γιατρός. Μια δεύτερη εκδοχή μιλά περί απόπειρας δραπέτευσης του βασιλέα (πιθανώς να επιχείρησε να διασχίσει τη λίμνη και να συναντηθεί στην απέναντι ακτή με την εξαδέλφη του, αυτοκράτειρα Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας, με την οποία τον συνέδεαν αισθήματα αμοιβαίας συμπάθειας και εμπιστοσύνης). Σε αυτή την ενέργεια έφερε αντίσταση ο γιατρός, με συνέπεια οι δυο άνδρες να βρουν τραγικό θάνατο. Τέλος, υφίσταται και η εκδοχή της δολοφονίας, μέσα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη πολιτική συγκυρία. Ωστόσο, οι αστυνομικοί, οι οποίοι την ίδια ώρα περιπολούσαν στην ακτή κοντά στο σημείο όπου ξεβράστηκαν οι δυο σωροί, δεν αντιλήφθηκαν ούτε άκουσαν το παραμικρό ύποπτο. Βέβαια το τελευταίο αυτό επιχείρημα δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μιας συγκάλυψης.

Ο Λουδοβίκος Β΄ της Βαυαρίας και η αυτοκράτειρα Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας σε παλαιότερη φωτογραφία.

Επιθυμώ να παραμείνω ένα αιώνιο μυστήριο τόσο έναντι του εαυτού μου, όσο και έναντι των υπολοίπων”, είχε δηλώσει ο Λουδοβίκος σε ανύποπτο χρόνο. Έκανε τον λόγο του πράξη με τον τρόπο, με τον οποίο έζησε, αλλά και με τα πολλά ερωτήματα που συνοδεύουν τον θάνατό του. Αυτό ακριβώς, το πέπλο μυστηρίου είναι εκείνο που εξακολουθεί να κεντρίζει τη φαντασία και να γοητεύει το ευρύ κοινό. Ο Γάλλος ποιητής Paul Verlaine χαρακτήρισε τον Λουδοβίκο ως τον “μοναδικό αυθεντικό βασιλέα του  19ου αιώνα”. Ο συνεσταλμένος ονειροπόλος, ο οποίος δεν διέθετε απολύτως κανένα χαρακτηριστικό ενός δημοφιλούς ηγέτη ενόσω βρισκόταν εν ζωή, έχει πλέον εξιδανικευτεί στη συνείδηση του κόσμου. Τα ανάκτορα και οι πύργοι του, προορισμένοι αρχικά για ιδιωτική χρήση, έχουν υποδεχτεί έκτοτε εκατομμύρια επισκέπτες. Αποτελούν αδιάσειστα τεκμήρια ενός φανταστικού κόσμου, τον οποίον ο βασιλέας έπλασε για τον εαυτό του ως καταφύγιο. Γι’αυτόν τον λόγο, ίσως, προτίμησε να προτάξει τον θάνατο έναντι μιας επανόδου στην πεζή πραγματικότητα.

Το σημείο της λίμνης όπου εντοπίστηκε η σορός του βασιλέα.

Ludwig (1973) – Η αυτοκτάτειρα Ελισάβετ της Αυστροουγγαρίας (Romy Schneider) επισκέπτεται τους πύργους του Λουδοβίκου.    

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Hilmes, Oliver, Ludwig II. Der unzeitgemäße König, München, Siedler Verlag, 2013 (Η πρώτη βιογραφία με εκτενή χρήση των ιδιωτικών αρχείων του οίκου των Wittelsbach).

McIntosh, Christopher, The Swan King: Ludwig II of Bavaria, London, Allen Lane, 1982.

Merkle, Ludwig, Ludwig II and his Dream Castles, Munich, Stiebner Verlag,  2nd edition  2000.

Nöhbauer, Hans F., Ludwig II, Köln, Taschen, 1998.

Petzet, Michael – Neumeister, Werner, Ludwig II. und seine Schlösser: Die Welt des Bayerischen Märchenkönigs, München, Prestel Verlag,  1995.

Richter, Werner, The Mad Monarch: The Life and Times of Ludwig II of Bavaria, Chicago,  H. Regnery Co, 1954

von Burg, Katerina, Ludwig II of Bavaria: the man and the mystery, Windsor Publications, 1989.

Wöbking, Wilhelm, Der Tod König Ludwigs II. von Bayern, Rosenheim, Rosenheimer Verlagshaus,  1986.

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

 Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

 

 

 

Η ισπανική γρίπη του 1918-1920. Μια πανδημία την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

Η ισπανική γρίπη του 1918-1920.
Μια πανδημία την επαύριο
του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Η πανδημία της ισπανικής γρίπης εκδηλώθηκε τον Φεβρουάριο του 1918, προτού καν λήξουν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και ολοκλήρωσε τον κύκλο της τον Απρίλιο του 1920 αφήνοντας πίσω της 500 εκατομμύρια κρούσματα – το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γης τότε – μεταξύ των οποίων περί τα 50 εκατομμύρια θανάτους. Διεκδικεί επάξια τον χαρακτηρισμό μιας από τις φονικότερες πανδημίες στην ιστορία της Ανθρωπότητας.

Σε αντιδιαστολή με ό,τι υπονοεί το όνομα, ο συγκεκριμένος τύπος γρίπης δεν εκδηλώθηκε στην Ισπανία, ούτε η παραπάνω χώρα έχει να επιδείξει στατιστικά δεδομένα τέτοια, που να την κάνουν να ξεχωρίζει. Ο πραγματικός λόγος της ετυμολογίας πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι η Ισπανία, ως χώρα ουδέτερη στο πλαίσιο του πολέμου, δεν γνώρισε το φαινόμενο της λογοκρισίας σε αντίθεση με τα εμπόλεμα κράτη, ούτε συμμετείχε σε πολεμικές επιχειρήσεις εν εξελίξει τη στιγμή κατά την οποία ξέσπασε η πανδημία. Αποτέλεσμα ήταν να χρεωθεί την επιλογή της να δημοσιοποιήσει τα πραγματικά στοιχεία και όχι την πλαστή (σαφώς υποβαθμισμένη) εικόνα που παρήγαγαν για λογαριασμό της χώρας τους οι υπηρεσίες λογοκρισίας των εμπολέμων κρατών.

Η επέλαση της πανδημίας πραγματοποιήθηκε σε τέσσερα διαδοχικά κύματα (αρχές 1918, τέλος 1918 – το φονικότερο, αρχές 1919 και άνοιξη 1920). Η απαρχή του φαινομένου εντοπίζεται στις 4 Μαρτίου 1918 σε στρατόπεδο του Κάνσας, όπου εκπαιδεύονταν οπλίτες με προορισμό τη Γαλλία και την πρώτη γραμμή του μετώπου. Σε αυτό, άλλωστε, οφείλεται και η διασπορά του ιού σε άλλα στρατόπεδα αλλά και από τις ΗΠΑ προς την Ευρώπη. Ξεκινώντας από τη Βρέστη (λιμένα υποδοχής των αμερικανικών ενισχύσεων αλλά και κύρια ναυτική βάση του γαλλικού πολεμικού ναυτικού) ο ιός διαδόθηκε ταχύτατα σε ολόκληρη τη Γαλλία. Μέχρι τον Μάιο είχαν πληγεί η Μεγάλη Βρετανία, η Ιταλία και η Ισπανία.

Το στρατόπεδο Funston του Kansas, όπου εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα σε παγκόσμια κλίμακα (πηγή: National Museum of Health AP httpswww.vintag.es2020031918-spanish-flu.html).
Το Ναυτικό Νοσοκομείο της Βρέστης. Θάλαμος ασθενών.

Οι αιχμάλωτοι της πρώτης γραμμής υπήρξαν φορείς μετάδοσης και στο αντίπαλο στρατόπεδο (Γερμανία – Αυστροουγγαρία). Την επομένη της συνθήκης ειρήνης του Brest-Litovsk, Ρώσοι αιχμάλωτοι, έγκλειστοι στα γερμανικά στρατόπεδα, μετέφεραν τον ιό στη χώρα τους. Πρόβλημα ανέκυψε επίσης με την αποστράτευση των αποικιακών στρατευμάτων που επαναπατρίστηκαν στις γενέτειρές τους (Αυστραλία-Νέα Ζηλανδία, Ινδία, Ινδοκίνα, Καναδάς, Νότια Αφρική, χώρες του Μαγκρέμπ και της κεντρικής Αφρικής) έπειτα από τη λήξη των εχθροπραξιών στην Ευρώπη.

Συνεπώς, η διενέργεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου συνέβαλε καταλυτικά στην ταχύτατη εξάπλωση της επιδημίας σε δυο επίπεδα. Το πρώτο ήταν η μεταφορά του ιού από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη και κατ’ επέκταση στις διάφορες αποικιακές κτήσεις. Το δεύτερο σχετίζεται με τις κακουχίες του ιδίου του πολέμου (συνωστισμός και άθλιες συνθήκες διαβίωσης στα χαρακώματα της πρώτης γραμμής, βεβαρημένο αναπνευστικό σύστημα εκατοντάδων χιλιάδων μαχητών εξαιτίας της εισπνοής χημικών αερίων, ασιτία και ανεπαρκής υγειονομική περίθαλψη στα μετόπισθεν, κόπωση και γενικότερη κατάθλιψη του πληθυσμού από την παράταση των πολεμικών επιχειρήσεων). Η ίδια η ταυτότητα των κρουσμάτων επιβεβαιώνει την παραπάνω διαπίστωση. Μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1918, ο αριθμός των θανάτων στις ΗΠΑ (75.000) μόλις που ξεπερνούσε εκείνον του προηγουμένου έτους (63.000). Γενικότερα δεν υιοθετήθηκαν για την ώρα περιοριστικά μέτρα. Αντίθετα, η επιδημία έπληξε τα στρατεύματα που μάχονταν στην πρώτη γραμμή. Τα τρία τέταρτα του γαλλικού στρατού, ο μισός αντίστοιχος βρετανικός και περί το ένα εκατομμύριο Γερμανοί στρατιώτες προσβλήθηκαν από τον ιό μέσα στο ίδιο χρονικό διάστημα.

Seattle, Δεκέμβριος 1918. Άνδρες του 39ου συντάγματος μετακινούνται φορώντας προστατευτικές μάσκες (πηγή:
Everett Historical Shutterstock).

Το δεύτερο και μακρόθεν φονικότερο κύμα εκδηλώθηκε τον Αύγουστο του 1918 και σχετίζεται επίσης με τον επαναπατρισμό των στρατευμάτων. Οι ομαδικοί πανηγυρισμοί, οι οποίοι μέσα στο φθινόπωρο πλαισίωσαν τη λήξη του πολέμου, επιδείνωσαν, όπως ήταν επόμενο, την όλη κατάσταση. Το φαινόμενο εξαπλώθηκε ανεξέλεγκτα στους κόλπους του άμαχου πληθυσμού. Κατά τους μήνες Σεπτέμβριο με Δεκέμβριο καταμετρήθηκαν 292.000 θάνατοι στις ΗΠΑ έναντι 26.000 δυο χρόνια νωρίτερα στο ίδιο, πάντοτε, χρονικό διάστημα (δεν υπολογίζονται οι απώλειες του πολέμου). Η Νέα Υόρκη βίωσε τα πρώτα θανατηφόρα περιστατικά, ενώ στη Φιλαδέλφεια μια παρέλαση με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για τις ανάγκες του πολέμου (Philadelphia Liberty Loans Parade) στις 28 Σεπτεμβρίου είχε ως τραγικό απολογισμό την απώλεια 12.000 ατόμων. Από το δεύτερο κύμα επλήγησαν επίσης χώρες της λατινικής Αμερικής (ειδικότερα η Βραζιλία), της Ασίας (Οθωμανική Αυτοκρατορία, Περσία, Κίνα, Ιαπωνία), της δυτικής και της ανατολικής Αφρικής (Αιθιοπία). Στην υπερπληθή και ανέκαθεν προβληματική Ινδία καταμετρήθηκαν πάνω από 12,5 εκατομμύρια θάνατοι μέσα στο τελευταίο τέταρτο του 1918.

Ενημερωτική εκστρατεία ανά τον κόσμο

Η επέλαση του τρίτου κύματος διαδέχθηκε σχεδόν αμέσως εκείνη του δευτέρου. Με την είσοδο του 1919 πρώτη κτυπήθηκε η Αυστραλία και εν συνεχεία η Ευρώπη (Μεγάλη Βρετανία, Ισπανία, Σερβία) και η Αμερική (ΗΠΑ, Μεξικό). Η θνησιμότητα δεν κυμάνθηκε στα επίπεδα του δευτέρου κύματος. Παρά ταύτα, υπήρξε υψηλότερη από εκείνη του πρώτου. Η κατάσταση εξομαλύνθηκε τον Ιούνιο του ιδίου έτους.

Το τέταρτο και τελευταίο κύμα (Ιανουάριος – Απρίλιος 1920), αν και μικρότερης έντασης, κτύπησε μεμονωμένα με αξιοσημείωτες συνέπειες. Πόλεις των ΗΠΑ όπως η Νέα Υόρκη (6.372 θάνατοι), το Ντητρόιτ, το Κάνσας, η Μινεάπολη κατέγραψαν ποσοστά, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούσαν το σύνολο των θανάτων ολόκληρου του 1918. Κράτη όπως η Ισπανία, η Δανία, η Γερμανία, η Φινλανδία, η Ελβετία, το Περού και η Ιαπωνία γνώρισαν μια καθυστερημένη έξαρση με καταβολές από το τέλος του προηγουμένου έτους.

Διασπορά της πανδημίας (1918-1920).

Ο συνολικός απολογισμός της πανδημίας σε πλανητική κλίμακα δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως. Τα κρούσματα υπολογίζονται γύρω στα 500 εκατομμύρια, δηλαδή το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γης. Περισσότερο δύσκολη είναι η εκτίμηση των θανάτων, αν και είναι γενικότερα αποδεκτό ότι πρόκειται για μια από τις πλέον θανατηφόρες πανδημίες στην Ιστορία. Μελέτες, οι οποίες χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ τους ως προς το σημείο αυτό. Συγκεκριμένα κυμαίνονται μεταξύ 21,6 και 100 εκατομμυρίων ατόμων. Οι περισσότερες, ωστόσο, κατεβάζουν τον πήχη αρκετά κάτω από τα 50 εκατομμύρια, κάτι που αντιστοιχεί στο 1 έως 6% του συνολικού πληθυσμού.

Στην Ελλάδα, τα πρώτα κρούσματα της ισπανικής γρίπης εκδηλώθηκαν στη Θεσσαλονίκη και στην Πάτρα κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 1918. Το δεύτερο κύμα του φθινοπώρου υπήρξε κατά πολύ βαρύτερο τόσο ως προς τα συμπτώματα (ρινική αιμορραγία, πνευμονία, εγκεφαλίτιδα, υψηλός πυρετός, πνευμονικό οίδημα νεφρίτιδα, αιματουρία και κώμα – ουσιαστικά δεν υπήρχε όργανο του ανθρώπινου οργανισμού που να μην έχει προσβληθεί από τον ιό) όσο και σε ποσοστά θανάτων. Μέσα στον Οκτώβριο μόνο, στην Αθήνα καταμετρήθηκαν 1.726 περιστατικά εκ των οποίων κατέληξαν τα 616 (ποσοστό 35,5%). Τον Νοέμβριο το ποσοστό κινήθηκε σε ανάλογο επίπεδο (634 θάνατοι, 36,7%). Η Θεσσαλονίκη θρήνησε 5.284 θύματα, η Πάτρα πάνω από 800, ο Βόλος 86. Στην ύπαιθρο ιδιαίτερα επλήγησαν η δυτική Μακεδονία (πεδίο εχθροπραξιών μέχρι πρότινος με 4.436 θανάτους) ενώ η Σκύρος αποδεκατίστηκε στην κυριολεξία: κατέγραψε 1.000 θύματα, που ισοδυναμούσαν με το ένα τρίτο των κατοίκων της. Από τον Δεκέμβριο, ωστόσο, η κατάσταση βελτιώθηκε αισθητά. Εν ολίγοις, η Ελλάδα κτυπήθηκε από το δεύτερο και φονικότερο κύμα της επιδημίας δίχως να υποφέρει περισσότερο από τα επόμενα δυο του 1919 και 1920, σε αντίθεση με πολλές ευρωπαϊκές και όχι μόνο χώρες. Τα περιοριστικά μέτρα, τα οποία υιοθετήθηκαν τη στιγμή της έξαρσης του φαινομένου, περιλάμβαναν δεκαπενθήμερη αναστολή λειτουργίας δημοσίων και ιδιωτικών υπηρεσιών, σχολείων, δημοσίων θεαμάτων, απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 17.00 μ.μ. έως τις 5.00 π.μ., απαγόρευση συναθροίσεων κ.ά.. Η ποινή για τους παραβάτες ήταν η επιτόπου σύλληψη. Η οικονομική ζωή της χώρας (η οποία είχε σχετικά πρόσφατα βιώσει έναν εμπορικό αποκλεισμό και ήταν βαθειά διχασμένη ήδη από το 1915) υπέστη καταχείμωνα βαρύ πλήγμα. Στην κακή ψυχολογία του πληθυσμού θα πρέπει να προσθέσει κανείς και την φοβία ενάντια στην επέλαση της πανδημίας και τον ενδεχόμενο θάνατο.

[Ειδικότερα για την Ελλάδα βλ. https://www.infezmed.it/media/journal/Vol_23_1_2015_14.pdf, https://www.spandidos-publications.com/10.3892/etm.2019.7515, https://www.athenssocialatlas.gr/en/article/the-spanish-flu-in-athens/ ].

Καμπύλη των θανάτων στην Αθήνα κατά το έτος 1918.
Αθήνα: κατανομή των θανάτων ανά ενορία.

Δημοσιεύματα Τύπου.

Η διαχείριση της δημόσιας υγείας σε παγκόσμια κλίμακα θυμίζει περισσότερο αυτοσχεδιασμό και λιγότερο οργανωμένη πολιτική πρόληψης. Το ίδιο το γεγονός της εκδήλωσης της πανδημίας ενόσω ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη αποτελεί, ίσως, μια αξιόπιστη εξήγηση. Παρά ταύτα, ορισμένα μέτρα όπως ήταν η θαλάσσια καραντίνα σε χώρες που προσφέρονταν γεωγραφικά (Αυστραλία, Ισλανδία), η αναστολή λειτουργίας σχολείων, θεάτρων και τόπων λατρείας, η απαγόρευση συναθροίσεων και ο περιορισμός της κυκλοφορίας συνέβαλαν σε μια σχετική άμβλυνση του φαινομένου, υιοθετήθηκαν, ωστόσο, με καθυστέρηση. Παρατηρήθηκε επίσης η χρήση προστατευτικής μάσκας σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, δίχως να εκλείψουν και αντιδράσεις. Συγκεκριμένα, το 1918 οργανώθηκε στο Σαν Φρανσίσκο κίνηση διαμαρτυρίας ενάντια στη χρήση (Anti-Mask League of San Francisco). Η διάρκεια ζωής της κίνησης δεν ξεπέρασε τον ένα μήνα. Έτσι εξηγείται και ο μικρός αριθμός των εγγεγραμμένων μελών (υπολογίζονται περί τα 4.000 – 5.000 άτομα).

Εκστρατεία υπέρ της χρήσης μάσκας.
Προσαγωγή για πλημμελή χρήση μάσκας (πηγή: California State Library).

Τέλος, κατά τη διάρκεια της πανδημίας αναπτύχθηκαν εμβόλια, τα οποία όμως είχαν περιορισμένη αποτελεσματικότητα καθώς επικεντρώθηκαν σε βακτήρια και όχι στον ιό αυτόν καθεαυτόν. Κατά συνέπεια συνέδραμαν μόνο στην αντιμετώπιση δευτερογενών λοιμώξεων.

Ποια υπήρξε, άραγε, η κληρονομιά της μεγάλης αυτής περιπέτειας; Το κύριο διακριτικό γνώρισμα είναι η αλληλεξάρτηση της τελευταίας με τη διενέργεια της τελικής φάσης του πολέμου, της οποίας υπήρξε κατά κάποιο τρόπο παράπλευρη απώλεια. Τα ανοικτά τραύματα που άφησε πίσω της η ανθρωποσφαγή των ετών 1914-1918 και η έξοδος από την τελευταία, ήταν επόμενο να επισκιάσουν την επέλαση του ιού της ισπανικής γρίπης. Δεν πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι στις ονομαστικές καταστάσεις θανάτων που δημοσιεύονταν σε καθημερινή κλίμακα στις εφημερίδες, την προσοχή προσέλκυαν οι βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες απώλειες εξαιτίας του πολέμου και όχι τα θύματα της πανδημίας. Επιπρόσθετα, η τελευταία εκδηλώθηκε κατά κύματα με μικρή ύφεση στα ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα. Αντίθετα, ο πόλεμος, για τον οποίον όλοι πίστευαν στην αρχή πως δεν επρόκειτο να ξεπεράσει χρονικά λίγους μήνες, διήρκεσε πάνω από τέσσερα χρόνια, βυθίζοντας την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο σε μια άνευ προηγουμένου δοκιμασία. Όταν επιτέλους τερματίστηκε, το όραμα για ένα καλύτερο μέλλον ήταν δύσκολο να υποκατασταθεί από μια υγειονομική ταλαιπωρία, έστω και αν η τελευταία προσέλαβε διαστάσεις πανδημίας. Ίσως για τον λόγο αυτό δεν κυοφορήθηκαν φαινόμενα ομαδικής ψύχωσης και υπάρχουν ειδικοί σήμερα που κάνουν λόγο περί “ξεχασμένης γρίπης”.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σωτήριος Χαραλαμπόπουλος: Η Nαυμαχία της Έλλης 3 Δεκεμβρίου 1912

Σωτήριος Χαραλαμπόπουλος

Η Nαυμαχία της Έλλης

3 Δεκεμβρίου 1912

 

                                                        «Δεν κερδίζονται οι μάχες μόνον με τα σίδερα και τα μπαρούτια,

                                                                                                                   κρίνονται και με την ψυχή».

                                                                                             Παύλος Κουντουριώτης

Η αναχώρηση

Κατά την αναχώρηση του Στόλου του Αιγαίου από το Φάληρο για τις ναυτικές επιχειρήσεις των Βαλκανικών Πολέμων, την 5ην Οκτωβρίου 1912, ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εκφώνησε τον ακόλουθο αποχαιρετιστήριο λόγο:

«Υπάρχουν στιγμαί είς την ζωήν των ατόμων, κατά τας οποίας μετανοούν διά το στάδιον το οποίον ηκολούθησαν, εις το οποίον επιδόθησαν. Πρέπει δε να ομολογήσω ότι την στιγμήν αυτήν ευρίσκομαι και εγώ εις τοιαύτην κατάστασιν.Μετανοώ, διότι εις τοιαύτην στιγμήν το στάδιόν μου μ’ έφερε να είμαι αρχηγός της πολιτείας, αντί να είμαι εις εξ υμών, ο,τιδήποτε, είτε αξιωματικός, είτε υπαξιωματικός ή και ναύτης απλούς ακόμη.Ναι. Σας βεβαιώ ότι ζηλεύω όλων σας την θέσιν και των απλών ακόμη ναυτών, διότι εις σας όλους εμπιστεύεται σήμερον με πάσαν αισιοδοξίαν η πατρίς τας τύχας αυτών.Η πατρίς αξιοί από υμάς, όχι απλώς ν’ αποθάνετε υπέρ αυτής. Αυτό θα ήτο το ολιγώτερον· αξιοί να νικήσετε· και διά τούτο έκαστος εξ’ υμών και θνήσκων ακόμη, μίαν μόνον σκέψιν πρέπει να έχει, πώς να εντείνει τας δυνάμεις του μέχρι την τελευταίαν του πνοήν, όπως οι επιζήσαντες νικήσωσι. Και θα νικήσετε… Είμαι υπερβέβαιος».

 

ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΣΤΟΛΟΙ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ 
ΤΥΠΟΣ ΠΛΟΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
ΘΩΡΗΚΤΑ 3+1 (ΑΒΕΡΩΦ)

 

6
ΚΑΤΑΔΡΟΜΙΚΑ 2
ΑΝΙΧΝΕΥΤΙΚΑ 4 2
ΑΝΤΙΤΟΡΠΙΛΛΙΚΑ 6 8
ΤΟΡΠΙΛΟΒΟΛΑ 5 12
ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ 1
ΥΔΡΟΠΛΑΝΑ 1
ΣΥΝΟΛΟ ΜΟΝΑΔΩΝ 20

30

 

«Εκ των αρίστων»

Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης ενέπνεε σεβασμό ακόμη και στους αντιπάλους. Ο Τούρκος Υπουργός των Ναυτικών Μαχμούτ Μουκτάρ,  ενημερώνοντας τον Τούρκο στόλαρχο, για τον Αβέρωφ και τον Ελληνικό Στόλο ανέφερε : «…Αλλά το σπουδαιότερον μέρος της μαχητικής αξίας του ΑΒΕΡΩΦ αποτελεί το προσωπικόν του, το οποίον έχει επ’ εσχάτως γυμνασθεί κάλλιστα, εις την χρήσιν του πυροβολικού του. Επί πλέον πρέπει να γνωρίζετε, ότι οι αξιωματικοί και τα πληρώματα έχουν, πλην των ασκήσεών των και πλήρη επίγνωσιν των πολεμικών των καθηκόντων. Επί του «Αβέρωφ» θα επιβαίνει, όπως πληροφορούμαι, ως γενικός Αρχηγός του Ελληνικού Στόλου, ο Κουντουριώτης, άριστος αξιωματικός με πείραν, με θάρρος, με πατριωτισμόν και πλείστας άλλας ναυτικάς αρετάς. Ο Κουντουριώτης είναι εκ των αρίστων αξιωματικών».

Παύλος Κουντουριώτης (1855 – 1935).

Το μήνυμα

Αυτός ο ορμητικός αξιωματικός του Ναυτικού, γεννημένος μ π ο υ ρ λ ο τ ι έ ρ η ς, σαν να ερχόταν κατευθείαν από το 1821, προικισμένος με βαθύ στρατηγικό και τακτικό ένστικτο, με διαίσθηση και ενόραση, μόλις κατέλαβε την Τένεδο με τον Αβέρωφ, επικεφαλής του ελληνικού στόλου, πήγε μπροστά από τα Δαρδανέλλια και περιπολώντας έστειλε το εξής μήνυμα στον Τούρκο Στόλαρχο : «Καταλάβαμεν Τένεδον. Αναμένομεν έξοδο στόλου σας. Εάν χρειάζεστε γαιάνθρακα, προτίθεμαι σας παραχωρήσω».

 

Η ναυμαχία της Έλλης αρχίζει

8 το πρωί της 3ης  Δεκεμβρίου 1912. Ο στόλος μας σε 2 στήλες: τα θωρηκτά Αβέρωφ, Ύδρα, Σπέτσαι, Ψαρά στη μία και τα 4 αντιτορπιλικά Πάνθηρ, Λέων, Ιέραξ, Αετός στην άλλη, κατέρχονται με πορεία νοτιοδυτική παράλληλα της Θρακικής Χερσονήσου με κατεύθυνση τη Λήμνο. Η θάλασσα γαλήνη. Τα πλοία μέσα στην ελαφρά πρωινή ομίχλη παρουσιάζουν εντυπωσιακό θέαμα.

9 το πρωί της ίδιας μέρας. Και να, μακριά στο στόμιο του Ελλησπόντου φαίνονται καπνοί. Συναγερμός στα πληρώματα. Συγκίνηση και εγρήγορση σε όλους, από τον Ναύαρχο μέχρι τον τελευταίο ναύτη.

 

To ποίημα

Ο «ποιητής» του Αβέρωφ, Λαμψιάδης, συνεπαρμένος από την ένταση και το μεγαλείο των στιγμών, γράφει επιτόπου το σχετικό ποίημα:

Εδώ όπου ο ένδοξος/του ουρανού ο θόλος,

υπερηφάνως προχωρεί/ο Έλληνικός ο στόλος

Και είναι υπερήφανος/ο κάθε πατριώτης,

που είναι κυβερνήτης του/ο Παύλος Κουντουριώτης

Κι’ όλοι σαν θέλουν δρέπουσι/τας δάφνας στην αράδα

και εφάνηκε ερχόμενος/καπνίζων… η Αρμάδα.

Το θωρηκτό Haireddin Barbarossa

Η προσέγγιση

Ο Κουντουριώτης στρέφει άμεσα το στόλο προς τα Στενά και με πρωτόπλου τον Αβέρωφ, κινείται για συνάντηση με τον εξερχόμενο Τουρκικό Στόλο. Στα τουρκικά πλοία προηγείται το θωρηκτό Haireddin Barbarossa και ακολουθούν τα θωρηκτά Turgut-Reis, Messoudieh, Asari-Tefik. Το καταδρομικό Medjidieh και πέντε αντιτορπιλικά μαζί με ένα πλωτό νοσοκομείο, παραμένουν κοντά στις ακτές υπό την προστασία των επάκτιων πυροβόλων. Οι συνθήκες της παρατάξεως των δύο στόλων, σε σχέση με το φως του ηλίου, είναι πολύ ευνοϊκές για τους Τούρκους, ενώ εξαιρετικά δυσμενείς για το στόλο μας.

 

«ΠΛΕΩ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ»

Ο Ναύαρχος πρέπει να εκμεταλλευτεί το Αβέρωφ, που είναι θαύμα τεχνικής και οπλικής αρτιότητας. Υψώνει στον ιστό του θωρηκτού μας το σήμα «Ζ» δηλ. «ΠΛΕΩ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ» και αφήνοντας πίσω τα παλιά αργοκίνητα θωρηκτά και τα μικρότερα πλοία μας, κινείται με τη μέγιστη ταχύτητα των 22 μιλίων την ώρα, ταχύτητα θαυμαστή για τέτοιου μεγέθους πλοίο, όταν μάλιστα το ταχύτερο τουρκικό θωρηκτό δεν ξεπερνά τα 17 μίλια την ώρα.

Το ιστορικό πολεμικό παράγγελμα, από τον ασύρματο, προς όλα τα ελληνικά πλοία:

Προς Πλοία Στόλου

«Με την βοήθειαν του Θεού, τας ευχάς του Βασιλέως και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου και με την πεποίθησιν της νίκης, εναντίον του εχθρού του γένους».

Κουντουριώτης

Η Ναυμαχία της Έλλης. Σχεδιάγραμμα.

Η σύγκρουση

Ο Κουντουριώτης πλέει «μεθ’ορμής ακαθέκτου», εκμεταλλευόμενος την ταχυβολία των πυροβόλων του Αβέρωφ και την ταχύτητά του. Οι βολές του θωρηκτού μας εύστοχες και καταιγιστικές, προκαλούν εκρήξεις, φωτιές, νεκρούς, τραυματίες στα τουρκικά θωρηκτά. Ο Ναύαρχος, όρθιος, ακάλυπτος στην άνω γέφυρα, έχει γίνει «ένα» με το Αβέρωφ και ορμά να κυκλώσει τους Τούρκους. Πλησιάζει κοντά και μπαίνει κάθετα μπροστά στη στήλη των τούρκικων θωρηκτών, σε απόσταση 2.800 μέτρων, σχηματίζοντας το γράμμα «Τ» (τακτικός ελιγμός της εποχής) με τα τούρκικα πλοία. Σφυροκοπεί, με όλα σχεδόν τα πυροβόλα του, την τούρκικη ναυαρχίδα, η οποία αδυνατεί να αντιδράσει και μόνο με τα εμπρός πυροβόλα της μπορεί να απαντήσει. Βρίσκεται μεταξύ δύο πυρών, του Αβέρωφ μπροστά και των άλλων ελληνικών θωρηκτών, πίσω αριστερά.

Ο Κουντουριώτης ζει ίσως τη σημαντικότερη στιγμή της ζωής του. Θέλει να ανακόψει με κάθε δύναμη, την πορεία των Τούρκων. «Η ελληνική σημαία δεν ντροπιάζεται» βροντοφωνάζει από την άνω γέφυρα, ενώ οι τουρκικές οβίδες πέφτουν βροχή γύρω από τον Αβέρωφ. Αμέσως διατάσσει τους μηχανικούς να αυξήσουν την ταχύτητα. «Ολοταχώς. Πάσει δυνάμει». Το θωρηκτό μας αγκομαχά σαν έμψυχο και τραντάζεται από την υψηλή πίεση του ατμού στις μηχανές. Τρέμει ολόκληρο.

«Πόσες στροφές κάνουμε;» ρωτά από τον φωναγωγό ο Κουντουριώτης τον πρώτο μηχανικό κάτω στα μηχανοστάσια.

«130»

«Ακόμα περισσότερες»

«Είναι επικίνδυνο κύριε Ναύαρχε»

«Ακόμα περισσότερες, είπα!»

Στρέφει και με τη μεγαλύτερη ταχύτητα που μπορεί κινείται προς την τουρκική ναυαρχίδα  για να πέσει πάνω της. Να την εμβολίσει. Θέλει να την κτυπήσει με την πλώρη του Αβέρωφ στα πλευρά και να την κόψει στη μέση!! Ετοιμάζει για βολή και τις εμπρός τορπίλες του θωρηκτού. Όσοι από το πλήρωμα του Αβέρωφ δεν είναι σε θέσεις μάχης, έχουν βγει στα καταστρώματα, ζώντας τις ηρωικές στιγμές και βλέποντας τον αρχηγό τους ακάλυπτο, εκεί ψηλά στην ανοικτή γέφυρα, να τους οδηγεί στο θρίαμβο, ζητωκραυγάζουν αψηφώντας τα εκατοντάδες βλήματα που διέρχονται γύρω τους. Κι ο Κουντουριώτης τους βλέπει και εμψυχώνεται και αυτός. Τι υπέρτατες στιγμές, τι ελληνικό μεγαλείο!

Η τουρκική υποχώρηση

Ο Τούρκος Στόλαρχος Ραμίζ, βλέποντας τι πρόκειται να γίνει, λυγίζει. Δίνει διαταγή να στρέψουν αθρόα, όλα τα θωρηκτά του προς τα Στενά. Οι Τούρκοι έχουν σύγχυση. Άλλοι στρέφουν δεξιά και άλλοι αριστερά. Έχουν μπερδευτεί. Έτσι σακατεμένοι όπως έχουν καταντήσει, τους λέει να κινηθούν ανεξάρτητα ολοταχώς, όσο μπορούν.

Η Καταδίωξη. Ένας εναντίον όλων

Το θωρηκτό μας ακολουθεί τους Τούρκους καθώς φεύγουν, βάλλοντάς τους ακατάπαυστα με μεγάλη ευστοχία. Ο Κουντουριώτης  φωνάζει : «Από κοντά εμείς! Βαράτε τους …». Φαίνεται σαν μεθυσμένος από το μπαρούτι και από τον ενθουσιασμό του πληρώματος. Πιάνει το πηδάλιο μόνος του και κατευθύνει το θωρηκτό με εναλλαγές πορειών για να αποφεύγει τα πυρά των Τούρκων. Όμως έχει πλησιάσει επικίνδυνα τα τεράστια πυροβόλα που βρίσκονται στη στεριά και φυλάσσουν τα Στενά. Τον κτυπούν με λύσσα. Μαζί με αυτά και πεδινές πυροβολαρχίες από τα γύρω παράλια. Τα ογκώδη βλήματα πέφτουν γύρω του και σηκώνουν πίδακες διπλάσιους από το ύψος του θωρηκτού. Ένα να πέσει επάνω του και πάει ο Αβέρωφ.

Κρίσιμες στιγμές

Και ξαφνικά γίνεται το αναπάντεχο. Οι συνεχείς βολές και η ταχυβολία των πυροβόλων της ναυαρχίδος μας, δημιουργούν υπερθέρμανση και εμπλοκή σε όλες τις κύριες κάννες εκτός από δύο. Κρίσιμες στιγμές, επικίνδυνες. Ο Κουντουριώτης αναγκάζεται να μειώσει την ταχύτητα του θωρηκτού, να δει τι θα κάνει. Οι πυροβολητές με κουβάδες και πανιά προσπαθούν να ψύξουν τις κάννες όσο πιο γρήγορα γίνεται. Και να, για άλλη μια φορά το κοφτερό μυαλό του Έλληνα Ναυμάχου. Ο Ναύαρχος διατάσσει και ανεβάζουν στρώματα από τα κρεβάτια στο κατάστρωμα γύρω-γύρω. Λέει να τους βάλουν φωτιά. Τα στρώματα καίγονται και πυκνός μαύρος καπνός δημιουργείται, που καλύπτει ολόγυρα το θωρηκτό.

Οι Τούρκοι από τα πυροβολεία ξηράς, βλέπουν τον Αβέρωφ να «καίγεται» και σταματούν τις βολές ξέφρενοι από ενθουσιασμό. Ταυτόχρονα οι πυροβολητές του Αβέρωφ κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες. Μέχρι και παγοκολώνες από το μηχάνημα παραγωγής πάγου του πλοίου, σκαρφίζονται να χρησιμοποιήσουν και με σαπούνι τις κάνουν να γλιστρούν μέσα στις πυρωμένες κάνες.

Και ναι το θαύμα γίνεται. Μέσα σε 8 λεπτά τα πυροβόλα μπορούν πάλι να ρίξουν και ο Ναύαρχος διατάσσει να στρέψουν προς τη ξηρά.

Αρχίζει, μέσα από τους ολόμαυρους καπνούς, να σφυροκοπεί τις εγκαταστάσεις και τα τεράστια πυροβόλα εκεί. Προκαλεί ζημιές και θύματα και στη ξηρά. Άφωνοι όλοι.

 

Ο Αβέρωφ μόνος

Η επικοινωνία του Αβέρωφ με τα άλλα πλοία έχει διακοπεί γιατί είναι κατεστραμμένες και οι δύο κεραίες του ασυρμάτου του. Οι Κυβερνήτες των άλλων θωρηκτών μας βλέπουν τον Αβέρωφ να χάνεται ανάμεσα σε καπνούς και πίδακες, μη ξέροντας την τύχη του πλέον.

 

Τα «ζήτω»

Ένα πλοίο, ένας Ναύαρχος, ένα ελληνικό πλήρωμα, έχουν έρθει στο «στόμα του λύκου» και έχουν κατατροπώσει έναν ολόκληρο στόλο, που φεύγει πανικόβλητος προς το εσωτερικό του Ελλησπόντου, με φωτιές, διαρροές, βλάβες και απίστευτες ανθρώπινες απώλειες. Όλο το θωρηκτό μας τραντάζεται από τα «ζήτω». Δεν είναι ναυμαχία αυτή. Είναι διασκέδαση.

Το κατάστρωμα του Αβέρωφ.

Ζητωκραυγάζοντας προς το θάνατο

Το πλήρωμα του Αβέρωφ παραληρεί και ζητωκραυγάζει τον Ναύαρχό του, που σαν ημίθεος στέκει εκεί πάνω, δίνοντας τις τελευταίες διαταγές για τη χαριστική βολή.

– «Πιο μέσα, πιο μέσα» φωνάζουν οι ναύτες.

– «Τι λένε τα παιδιά μου;» ρωτάει ο Ναύαρχος τον υπασπιστή του.

– «Κύριε Ναύαρχε. θέλουν να πάμε πιο μέσα στα Στενά» κι ο Κουντουριώτης :

– «Ε! αφού το θέλουν τα παιδιά μου, θα πάμε. Πρόσω ολοταχώς».

Ο Αβέρωφ πλέοντας «πάσει δυνάμει», μέσα σε πίδακες από χαλάζι βλημάτων, διαβρέχεται ολόκληρος όπως τους διασχίζει, ενώ τα πυροβόλα του, που βάλουν πλέον οριζόντια, λόγω της ελαχίστης αποστάσεως του εχθρού, σηκώνουν ολόκληρα σύννεφα καπνού που και αυτά περιτυλίγουν το πλοίο.  Και συνεχίζει άλλα τρία μίλια προς τα μέσα και φθάνει στην είσοδο των Στενών. Ο ενθουσιασμός και η ανδρεία όλων ανεξαιρέτως είναι υπεράνω κάθε περιγραφής. Ορμούν ακάθεκτοι ζητωκραυγάζοντας προς το θάνατο.

 

Οι Απώλειες

Οι Τούρκοι αρχίζουν να χάνονται στο βάθος με τα βαριά πληγωμένα πλοία τους σε πλήρη «αταξία», με πάνω από εκατό νεκρούς και πολύ περισσότερους τραυματίες. Τη ζημιά έκαναν τα βλήματα του Αβέρωφ, μόνο. Από τα 700 περίπου βλήματα που έριξαν συνολικά τα ελληνικά πλοία, τα 500 έφυγαν από τις κάνες της ναυαρχίδας μας. Οι Τούρκοι έριξαν περίπου 1.200 βλήματα, όλα εναντίον του Αβέρωφ. Ήταν άστοχοι όμως. Μόνο τέσσερα βλήματα μεγάλου διαμετρήματος πέτυχαν το πλοίο.  αλλά δημιούργησαν ασήμαντες βλάβες στα φουγάρα, τα καταστρώματα, τις βάρκες και μια μικρή πυρκαγιά στο θεραπευτήριο που σβήστηκε άμεσα. Νεκρός ένας: Ο κελευστής οιακιστής (πηδαλιούχος) Καζιτζάρης. Τραυματίες οκτώ.: Ο Ανθυποπλοίαρχος Μαμούρης, ο οποίος πέθανε μετά από μέρες λόγω μολύνσεως του τραύματός του, ο Υποκελευστής οιακιστής Στούμπος, ο Δίοπος οιακιστής Δρούδες, ο Δίοπος πυροβολητής Πρωτοψάλτης, ο ναύτης Σαλπιγκτής Μουντζούρης, ο ναύτης τορπιλητής Κανάκης και οι ναύτες Γεωργαλάς και Κριώτης. Άπαντες επί του Αβέρωφ.

 

Μετά τον θρίαμβο

Τα υπόλοιπα πλοία μας ανησυχούν, περιμένουν. Που είναι ο Αρχηγός και η ναυαρχίδα; Αλλά να, από μακριά φαίνεται το Αβέρωφ. Έρχεται αγέρωχο, υπερήφανο, μπαρουτοκαπνισμένο, με επηρμένο το σημαιοστολισμό μάχης. Πλησιάζει με ταχύτητα. Απ’ όλα τα πλοία έχουν βγει τα πληρώματα στα καταστρώματα να το υποδεχθούν. Το πλήρωμα του θωρηκτού της νίκης, σκαρφαλωμένο σε ιστούς, πυροβόλα, καταστρώματα, ζητωκραυγάζει. Η μπάντα της ναυαρχίδας μας, στο κατάστρωμα λέμβων, παιανίζει τον εθνικό ύμνο και εμβατήρια. Όλοι, σε όλα μας τα πλοία, ριγούν και κλαίνε από ιερό ενθουσιασμό. Τι υπέροχες μεγαλειώδεις στιγμές που μόνο ήρωες τις δημιουργούν και μπορούν να τις νοιώσουν.

Το Αβέρωφ μπαίνει μπροστά υπερήφανα και από πίσω όλα τ’άλλα πλοία μας ακολουθούν. Επιστρέφουν στο Μούδρο.

 

Ο θαυμασμός

Μετά τη ναυμαχία, ο Τούρκος στόλαρχος Ραμίζ, καταδικάστηκε από το τουρκικό Ναυτοδικείο και απεστρατεύθη. Κατά την απολογία του, αναφερόμενος στους λόγους που εγκατέλειψε τη μάχη είπε : «Τι θέλατε να κάνω, όταν είδα έναν παλαβό ακάλυπτο πάνω στο Αβέρωφ, να το οδηγεί πάσει δυνάμει κατά πάνω μου…».

Ο Υπασπιστής του Ραμίζ, όταν αργότερα, μετά τη συνθηκολόγηση, επισκέφθηκε την Αθήνα, ζήτησε να παρουσιαστεί στον Κουντουριώτη για να τον συγχαρεί : «Ναύαρχε, ο τούρκικος στόλος θα ηδύνατο να αμυνθεί ακόμη. Αλλά όταν αντελήφθημεν ότι είχατε αποφασίσει να κάμετε εμβολήν με τον ΑΒΕΡΩΦ κατά της τουρκικής ναυαρχίδος, ηναγκάσθημεν να υποχωρήσουμε. Εθαυμάσαμε την τόλμη σας. Είμαι ευτυχής, διότι λαμβάνω την τιμήν να σας γνωρίσω εκ του πλησίον και να σας υποβάλλω τα συγχαρητήριά μου».

 

Ο νικητής της Ναυμαχίας  

«Ο Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης προσέφερε εις την Ελλάδα εκτός από τα τρόπαια της Έλλης και της Λήμνου, το σταθερόν παράδειγμα ενός βίου ευγενικού και άψογου. Μιας ενεργείας που την ενέπνεε πάντοτε ένας μοναδικός παλμός : Ο παλμός της πατρίδος, ενός χαρακτήρα υψηλού, γεμάτον από αρρενωπήν ευθύτητα αρχοντικήν μετριοφροσύνην. Μιας επικής ζωής που θα είχε θέση εις το πάνθεον του Πλουτάρχου» (Φωκάς Γ.  Ο Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης, ο νικητής της Έλλης 1956).

«Τα πολεμικά πλοία δεν είναι δια στολισμόν. Η ιστορία διδάσκει, ότι ουδέν έθνος δύναται να θαλασσοκρατεί, εφ’ όσον δεν θεωρεί τα πολεμικά πλοία προορισμένα να κινδυνεύουν και εν ανάγκη να καταστραφούν».

Παύλος Κουντουριώτης

Η αποτίμηση

Η ναυμαχία της Έλλης ανέτρεψε τα αξιώματα της Ναυτικής Επιστήμης και θα μείνει μοναδική στις σελίδες της παγκόσμιας ναυτικής ιστορίας.

Μία ακόμη χρυσή σελίδα στους Ναυτικούς Αγώνες του Έθνους έχει γραφτεί.

Μία ακόμη φορά, εχθροί και φίλοι υποκλίνονται στην ελληνική ναυτοσύνη και παλικαριά.

 

Ο Εικονογραφημένος Παρνασσός, 13 Ιανουαρίου 1913.
Οι ελευθερωτές του Αιγαίου”, Ελλάς, 22 Νοεμβρίου 1912.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Naval Legends: Georgios Averof

Ο Αρχιπλοίαρχος (ΠΝ) Σωτήριος Χαραλαμπόπουλος είναι κυβερνήτης των δυο ιστορικών πλοίων του Πολεμικού Ναυτικού Θ/Κ «Γ. Αβέρωφ» και Α/Τ «Βέλος».

 

Βιβλιογραφία

Πλοίαρχος Γεώργιος Π. Κρέμος Π.Ν.- Richard Arnold Baker« Αβέρωφ το πλοίο που άλλαξε την πορεία της ιστορίας», 1990.

Δημήτριος Λαμπίκης «Ο Ναύαρχος Π. Κουντουριώτης», 1935.

Νίκος Σταθάκης «Θ/Κ  Γ. Αβέρωφ Χρονικό του θωρηκτού της Νίκης 1987».

 Αφηγήσεις απογόνων των ανδρών του πληρώματος του Αβέρωφ, περιόδου 1912-13.

 

Μασσαλία, 9 Οκτωβρίου 1934. H ανατομία μιας πολιτικής δολοφονίας

Μασσαλία, 9 Οκτωβρίου 1934. H ανατομία μιας πολιτικής δολοφονίας

Η δολοφονία, σε κεντρικό σημείο της Μασσαλίας, του βασιλέα Αλέξανδρου Α΄ της Γιουγκοσλαβίας στις 9 Οκτωβρίου 1934, στο πλαίσιο επίσημης επίσκεψης στη Γαλλία, έχει να επιδείξει μια ιδιαιτερότητα. Πρόκειται για την πρώτη πολιτική δολοφονία στην Ιστορία, η οποία απαθανατίστηκε από τον κινηματογραφικό φακό. Υπό αυτή την έννοια διεκδικεί περίοπτη θέση δίπλα σε ανάλογες περιπτώσεις, όπως είναι η δολοφονία του John Fitzgerald Kennedy τον Νοέμβριο του 1963 στο  Ντάλας του Τέξας (η ερασιτεχνική λήψη του Abraham Zapruder αποκάλυψε πως ο πρόεδρος των ΗΠΑ είχε παρασυρθεί σε ενέδρα διασταυρωμένων πυρών) ή εκείνη του προέδρου της Αιγύπτου Anwar el-Sadat τον Οκτώβριο 1981 στο Κάιρο, στη διάρκεια στρατιωτικής παρέλασης. H κινηματογραφική κάλυψη της επίσκεψης του Αλέξανδρου Α΄ ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία για το ευρύ κοινό. Έως τότε, εφικτή μέθοδος ήταν μόνο η φωτογραφική κάλυψη. Μάλιστα, οι γαλλικές αρχές ανέχθηκαν τελικά προς όφελος του θεάματος πρωτοβουλίες, οι οποίες παραβίαζαν τους στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας (π.χ. χρήση ανοικτού αυτοκινήτου, κατεβασμένα τζάμια, διακριτική συνοδεία από έφιππους αξιωματικούς πίσω από το αυτοκίνητο και όχι πέριξ αυτού προκειμένου να μην παρεμποδιστεί η οπτική γωνία των εικονοληπτών, χαμηλή ταχύτητα του οχήματος – 8 χλμ., κλπ.) παρά το γεγονός ότι υπήρχαν πληροφορίες για επικείμενη απόπειρα δολοφονίας. Ο εικονολήπτης έτυχε να βρίσκεται λίγα μέτρα μόνο μακριά από το σημείο του συμβάντος. Η ίδια η στιγμή της δολοφονίας του διέφυγε. Απαθανάτισε τα όσα ακολούθησαν: τη σύλληψη και το λιντσάρισμα του δολοφόνου, τον πανικό του πλήθους, την αγωνία του βασιλέα της Γιουγκοσλαβίας κατά τις ύστατες στιγμές της ζωής του. Πρόκειται για την κινηματογραφική απαθανάτιση ενός δραματικού και απρόσμενου γεγονότος με ό,τι συνεπάγεται κάτι τέτοιο σε επίπεδο ψυχολογικού κλονισμού του κοινού που βλέπει τα στιγμιότυπα, αλλά και ανεκτίμητης ιστορικής μαρτυρίας για τους ειδικούς.

Ο Αλέξανδρος Α΄ αγνόησε το γεγονός ότι τρεις πρόγονοί του, ανήκοντες στη δυναστεία των Καραγεώργηδων, είχαν δολοφονηθεί ημέρα Τρίτη. Την Τρίτη 9 Οκτωβρίου 1934, αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Μασσαλίας, καθ οδόν προς το Παρίσι. Σκοπός της επίσκεψης στη Γαλλία ήταν η ενδυνάμωση των διμερών σχέσεων στους κόλπους του συνασπισμού της Μικρής Συνεννοήσεως σε μια κρίσιμη διεθνή συγκυρία. Το πρόγραμμα προέβλεπε μια τρίωρη στάση στην πόλη των Φωκέων, η οποία περιλάμβανε κατάθεση στεφάνου στο μνημείο των πεσόντων της Στρατιάς της Ανατολής, σύντομη συνάντηση με τις αρχές της πόλης στο Νομαρχιακό Μέγαρο και μετάβαση στον σιδηροδρομικό σταθμό του Αγίου Καρόλου (Gare Saint-Charles), όπου ο Γιουγκοσλάβος μονάρχης θα επιβιβαζόταν σε αμαξοστοιχία με τελικό προορισμό το Παρίσι. Η διάρκεια της παραμονής του στη Μασσαλία μόλις και μετά βίας επρόκειτο να ξεπεράσει τις τρεις ώρες, σύμφωνα με το επίσημο τελετουργικό.

Μόλις αποβιβάστηκε από το καταδρομικό JRM Dubrovnik στην προκυμαία των Βέλγων (Quai des Belges) νωρίς το απόγευμα, έγινε δεκτός από τις επίσημες αρχές: τον υπουργό Εξωτερικών Louis Barthou, τον υπουργό Ναυτικών François Piétri και τον στρατηγό Alphonse Georges, μέλος του Ανωτάτου Συμβουλίου Πολέμου της Γαλλίας, προσωπικό γνωστό του Αλέξανδρου από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η πομπή ξεκίνησε από το παλιό λιμάνι με προορισμό το μνημείο των πεσόντων, με πλήθος κόσμου να έχει κατακλύσει δρόμους, εξώστες και ταράτσες των κτηρίων, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για εργάσιμη ημέρα. Δεν πρόλαβε, ωστόσο, να διανύσει 250 μέτρα. Στο ύψος του Χρηματιστηρίου, ένας άντρας ξεχώρισε από το πλήθος, ανέβηκε στον αναβατήρα του αυτοκινήτου από την πλευρά όπου καθόταν ο βασιλέας και άδειασε το περίστροφό του επάνω στον τελευταίο σχεδόν εξ επαφής.

Η σκηνή εκτυλίχθηκε ταχύτατα αιφνιδιάζοντας τους πάντες. Ο 37χρονος δολοφόνος, Vlado Chernozemski, αρχικά συγκρατήθηκε από τον οδηγό, ο οποίος προς στιγμή άφησε από τα χέρια του το τιμόνι, προτού εξουδετερωθεί από το ξίφος ενός από τους παρακείμενους έφιππους αξιωματικούς. Στη συνέχεια λιντσαρίστηκε από το αγριεμένο πλήθος και εξέπνευσε αιμόφυρτος και άγρια παραμορφωμένος στο πεζοδρόμιο. Ο θάνατος του Αλέξανδρου επήλθε 45 λεπτά έπειτα από την επίθεση, στον αστυνομικό σταθμό της περιοχής, όπου μέσα στο γενικό πανδαιμόνιο μεταφέρθηκε αντί του νοσοκομείου. Ωστόσο, είχε πέσει σε κώμα ευρισκόμενος ακόμη εντός του αυτοκινήτου. Ο Louis Barthou εξήλθε του οχήματος τραυματισμένος στο χέρι. Καθώς ουδείς ασχολήθηκε μαζί του, σταμάτησε με δική του πρωτοβουλία ένα αυτοκίνητο και ζήτησε να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο.  Υπέκυψε στα τραύματά του από ακατάσχετη αιμορραγία και αφού προηγουμένως οι γιατροί αναγκάστηκαν να του ακρωτηριάσουν το χέρι. Ο στρατηγός Georges, βαριά τραυματισμένος στο στήθος, χαροπάλευε επί πολλές ημέρες. Τελικά επέζησε, ωστόσο ουδέποτε κατάφερε να ξεπεράσει τον κλονισμό, τον οποίον είχε υποστεί. Από αδέσποτες σφαίρες του δολοφόνου και των αστυνομικών τραυματίστηκαν περί τα δεκαπέντε άτομα από το πανικόβλητο πλήθος.

Η τρίλεπτη κινηματογραφική απαθανάτιση του συμβάντος από τον Georges Méjat προκάλεσε τεράστια αίσθηση όταν προβλήθηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες. Έστω και αν ο εικονολήπτης έχασε για λίγα δευτερόλεπτα το ίδιο το στιγμιότυπο της δολοφονίας, το κοινό ανακάλυπτε με δέος την αμεσότητα με το γεγονός, κάτι που μπορούσε πλέον να προσφέρει απλόχερα μια νέα μορφή τέχνης. Εκείνη της κινούμενης εικόνας.

Η υποδοχή από τον υπουργό Εξωτερικών της Γαλλίας Louis Barthou στο λιμάνι της Μασσαλίας. Δεξιά διακρίνεται ο στρατηγός Alphonse Georges.

 

H  επιθεώρηση του τιμητικού αγήματος.

 

 

Δευτερόλεπτα πριν από τη δολοφονία. Οι τελευταίες φωτογραφίες εν ζωῄ του βασιλέα Αλέξανδρου και του Louis Barthou.

 

Το χρονικό της δολοφονίας.

 

H δολοφονία δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο


 

Η σύλληψη του δράστη.

 

Το ψυχορράγημα του θύματος.

 

Το σημείο της δολοφονίας στη λεωφόρο Canebière, στο ύψος της πλατείας του Χρηματιστηρίου.
Ο δράστης Vlado Chernozemski και η σορός του έπειτα από το λυντσάρισμα του πλήθους.

 

Αναμνηστική στήλη στο σημείο της δολοφονίας.

 

Η ανακοίνωση του συμβάντος στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

 

Μασσαλία, 10 Οκτωβρίου 1934. Η σορός μεταφέρεται από το κτήριο της Νομαρχίας προς το λιμάνι, συνοδευόμενη από τον Πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, Albert Lebrun.

 

 

Η αποβίβαση από το καταδρομικό Dubrovnik στο λιμάνι του Σπλιτ στις 14 Οκτωβρίου 1934.

 

Βελιγράδι, 18 Οκτωβρίου 1934. Η χήρα, βασίλισσα Μαρία, και ο νεαρός βασιλέας Πέτρος Β΄έπειτα από το πέρας της επιμνημόσυνης ακολουθίας. Στη δεύτερη σειρά διακρίνεται ο αντιβασιλέας Παύλος, εξάδελφος του δολοφονηθέντος και τοποτηρητής του θρόνου της Γιουγκοσλαβίας έως την ενηλικίωση του ανεψιού του. Η σορός του Αλέξανδρου Α΄ μεταφέρθηκε κατόπιν σιδηροδρομικώς στην κωμόπολη Topola της κεντρικής Σερβίας για την ταφή, εκεί όπου, το 1804, ο ιδρυτής της δυναστείας των Karađorđe είχε αναλάβει την ηγεσία της εξέγερσης κατά των Οθωμανών.

 

The Funeral Of Alexander I Of Jugoslavia At Belgrade (Πηγή: British Pathé FILM ID:799.38)

 

Πέτρος Β΄, βασιλέας της Γιουγκοσλαβίας.

 

Παρίσι, 13 Οκτωβρίου 1934. Η νεκρική πομπή του Louis Barthou περνά έξω από το κτήριο του υπουργείου Εξωτερικών.

 

Τα νεκρικά εκμαγεία των Αλέξανδρου Α΄ και Louis Barthou, όπως εκτίθενται στο Ιστορικό Μουσείο της Μασσαλίας.

 

MARSELJSKI ATENTAT

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

 

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών

Ευάνθης Χατζηβασιλείου

Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών

Το πρόβλημα των ναρκωτικών δεν ήταν μια νέα υπόθεση στη διεθνή σκηνή. Στα μέσα του 19ου αιώνα, οι αγγλοκινεζικοί «πόλεμοι του οπίου» είχαν αποτελέσει τον μοχλό για την επιβολή της ξένης επιρροής στη μεγάλη χώρα. Κατά τον 20ό αιώνα διεφάνη ο κίνδυνος της μεγάλης διάδοσής τους στη Δύση. Τον Ιούλιο του 1931 συνήφθη η Σύμβαση για τον περιορισμό της παραγωγής και τη διευθέτηση της κυκλοφορίας των ναρκωτικών ουσιών που παράγονταν από το όπιο και την κόκα. Ωστόσο, η ανάπτυξη μεγάλης γκάμας νέων οπιούχων προϊόντων οδήγησε, στη μεταπολεμική εποχή, σε μια περισσότερο συγκροτημένη προσπάθεια. Το 1961, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, συνήφθη η Single Convention on Narcotic Drugs, η οποία αποσκοπούσε να καταπολεμήσει την παραγωγή και διακίνηση παλαιότερων και νεότερων ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες θα απαιτείτο ειδική άδεια που αφορούσε την ιατρική τους χρήση.

Εως τα τέλη της δεκαετίας του 1960, σειρά διεθνών υπηρεσιών ασχολείτο με το πρόβλημα: η UN Commission on Narcotic Drugs, το International Narcotics Control Board, και η επιτροπή ειδικών του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO). Ωστόσο, το σύστημα δεν αποδεικνυόταν ιδιαίτερα αποτελεσματικό: τα διάφορα κράτη μπορούσαν να αντισταθούν στις πιέσεις του, ενώ αδυνατούσε να αντιμετωπίσει αυτό που οι Αμερικανοί αποκαλούσαν «εγκληματικό υπόστρωμα».

Αλλά και η Ιντερπόλ δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματική, καθώς υπέφερε από το γεγονός ότι η Σοβιετική Ενωση ήταν ένας από τους σημαντικότερους παραγωγούς οπίου, ενώ οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες δεν μετείχαν στις διαδικασίες της.

Αμερικανοί στρατιώτες σε βάση κοντά στη Σαϊγκόν δίνουν ούρα για εξετάσεις ανίχνευσης ηρωίνης πριν επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Στο πλαίσιο αυτό, οι συνεργασίες σε διμερή βάση αποκτούσαν ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι αμερικανοτουρκικές κοινές επιχειρήσεις για παράδειγμα εναντίον της κυκλοφορίας ναρκωτικών, από τη δεκαετία του 1950, αποτελούσαν βασικό τμήμα της συνεργασίας των δύο χωρών στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, και επεκτείνονταν στο πεδίο των μυστικών υπηρεσιών.

Η τεχνολογική εξέλιξη που επέτρεπε τη δημιουργία νέων συνθετικών ναρκωτικών ουσιών, π.χ. το LSD, σύντομα κατέστησε το πλαίσιο της Σύμβασης του 1961 ξεπερασμένο. Παράλληλα, η αναστάτωση στις νεανικές κοινότητες της Δύσης –πρωτίστως, των ΗΠΑ– συνδυαζόταν με τις τρομερές ψυχολογικές πιέσεις του πολέμου του Βιετνάμ. Το 1970-72 ξέσπασε η λεγόμενη «επιδημία της ηρωίνης» στις τάξεις του αμερικανικού στρατού στο Βιετνάμ, ενώ επηρεάστηκαν και άλλες αμερικανικές μονάδες, π.χ. στη Δυτική Γερμανία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το πρόβλημα εμφανιζόταν με μεγάλη ένταση στις ΗΠΑ (υπολογιζόταν ότι υπήρχαν εκεί 300.000 εθισμένοι, ενώ ο αριθμός στην Ευρώπη δεν ξεπερνούσε τις 100.000), αλλά οι Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποιούσαν τους Ευρωπαίους πως θα επεκτεινόταν και θα εξελισσόταν σε παγκόσμιας κλίμακας ζήτημα στα επόμενα χρόνια.

Διαβλέποντας μεγάλους κινδύνους για την κοινωνική συνοχή, η κυβέρνηση του Ρίτσαρντ Νίξον κήρυξε το 1970 τον «πόλεμο κατά των ναρκωτικών» (war on drugs). Σε επίσημο μήνυμά του προς το Κογκρέσο το 1971, ο Νίξον διακήρυξε ότι τα ναρκωτικά ήταν ο «υπ’ αριθμόν 1 δημόσιος εχθρός των ΗΠΑ». Η προσπάθεια αφορούσε την απαγόρευση της παραγωγής και διακίνησης ουσιών στις ίδιες τις ΗΠΑ, μέσω της υιοθέτησης σχετικής αυστηρής νομοθεσίας και κατασταλτικών μέτρων, αλλά και την άσκηση πιέσεων προς τρίτες χώρες ώστε να περιορίσουν την παραγωγή τους. Οι ΗΠΑ ήταν διατεθειμένες να διακόψουν τη βοήθεια προς χώρες που δεν συμμορφώνονταν στο ζήτημα της παραγωγής ναρκωτικών, αλλά και να προσφέρουν αυξημένη βοήθεια σε όσες το έκαναν. Ο ίδιος ο Νίξον τόνισε ότι οποιαδήποτε χώρα «που διευκολύνει ή συνεισφέρει με οποιονδήποτε τρόπο στη διεθνή διακίνηση ηρωίνης, διαπράττει εχθρική πράξη εναντίον των ΗΠΑ».

Ο σύμβουλός του, ο περίφημος φιλελεύθερος καθηγητής Ντάνιελ Πάτρικ Μόινιχαν, ζήτησε μια έντονη προσπάθεια για να «σακατέψουμε [cripple] τη διακίνηση ηρωίνης στα επόμενα δύο χρόνια». Μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Οκτώβριο του 1970, ο Νίξον έκανε μια δραματική έκκληση για σύσφιγξη της διεθνούς συνεργασίας με σκοπό την αντιμετώπιση του θέματος.

Ο Πρόεδρος Νίξον στρέφεται προς τον γενικό εισαγγελέα Τζον Μίτσελ μετά την υπογραφή του νόμου για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, Οκτώβριος 1970.

Διεθνή προβλήματα στην καταπολέμηση της διακίνησης

Αυτή η προσπάθεια έτεινε να υπερβεί τις διαχωριστικές γραμμές του Ψυχρού Πολέμου και να προκαλεί εντάσεις ακόμη και μεταξύ δυτικών συμμάχων. Από το 1966, οι Αμερικανοί πίεζαν την Τουρκία να σταματήσει την παραγωγή οπίου, αλλά η Αγκυρα αντιστεκόταν, λόγω της μεγάλης οικονομικής σημασίας της για ορισμένες περιοχές της χώρας. Αντίστοιχα, οι Αμερικανοί προσπαθούσαν να σταματήσουν την επεξεργασία του τουρκικού οπίου σε παράνομα εργαστήρια στη νότια Γαλλία, η ύπαρξη των οποίων προκαλούσε –όπως διαμήνυσαν στο Παρίσι– «μεγάλο βάρος στις γαλλοαμερικανικές σχέσεις».

Το ζήτημα προκάλεσε μεγάλες εντάσεις με την Αγκυρα, και ο ίδιος ο Χένρι Κίσινγκερ παρενέβη προσπαθώντας να αποτρέψει αυτό που έβλεπε ως διακύβευση της σχέσης με έναν ψυχροπολεμικό σύμμαχο, από ιδεαλιστές, όπως ο Μόινιχαν (ή ο Ελληνοαμερικανός αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Ευγένιος Ρωσίδης) που έθεταν ένα «άσχετο» ζήτημα. Τελικά, το 1971, οι Τούρκοι δέχθηκαν να σταματήσουν τη δική τους παραγωγή, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα αυξημένη αμερικανική βοήθεια. Αντίστοιχη συμφωνία για μείωση της παραγωγής πέτυχαν οι Αμερικανοί και με το Μεξικό.

Αλλά αυτό σήμαινε ότι οι διακινητές θα αναζητούσαν πρόσθετες πηγές, πιθανόν στη νοτιοανατολική Ασία, π.χ. στη Βιρμανία. Οι Αμερικανοί ήθελαν να χρησιμοποιήσουν τις διαδικασίες του ΟΗΕ για να αγοραστεί και εκείνη η σοδειά, καθώς μια ευθεία αμερικανική αγορά θα λειτουργούσε ως κίνητρο για πολλές χώρες να αυξήσουν αντί να μειώσουν τη δική τους παραγωγή. Με άλλα λόγια, η προσπάθεια έπρεπε να είναι παγκόσμιας κλίμακας, καθώς η καταπολέμηση της παραγωγής σε ένα σημείο του πλανήτη έτεινε να εξισορροπηθεί από την αύξησή της κάπου αλλού. Το πρόβλημα των ναρκωτικών προσφέρει μια πολύ ενδεικτική εικόνα αυτής της πρώιμης εποχής της παγκοσμιοποίησης. Στο πλαίσιο αυτό, ήταν δύσκολο να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στην πηγή του. Είναι άλλωστε ενδεικτικό ότι η Τουρκία ξανάρχισε την παραγωγή οπίου μόλις το 1974.

Ο Νίξον με τον σύμβουλό του Ντάνιελ Μόινιχαν.

Η άρνηση των Δυτικοευρωπαίων να συμμεριστούν τις αμερικανικές ανησυχίες προβλημάτιζε την Ουάσιγκτον. Οι Δυτικοευρωπαίοι υιοθέτησαν μια ιδιαίτερα μυωπική στάση: ενοχλημένοι από τις πολλές μονομερείς πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Νίξον, θεώρησαν ότι επρόκειτο για ένα αποκλειστικά αμερικανικό πρόβλημα που δεν τους αφορούσε. Αυτή ήταν η στάση και μεγάλων κρατών, όπως η Βρετανία, αλλά και των σκανδιναβικών μελών του ΝΑΤΟ, που θα αντιμετώπιζαν ένα γιγάντιο πρόβλημα διάδοσης των ναρκωτικών μόλις στα τέλη της ίδιας δεκαετίας. Από τις ευρωπαϊκές χώρες, μόνον η Δυτική Γερμανία συμμερίστηκε τον αμερικανικό προβληματισμό: από το 1970 συγκροτήθηκε ειδική διμερής συνεργασία για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στις αμερικανικές στρατιωτικές μονάδες στη χώρα.

Πάντως, από τα τέλη του 1970 και οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες, έπειτα από πρόταση του Γάλλου προέδρου, Ζορζ Πομπιντού, εξέτασαν το ενδεχόμενο μιας κοινής αντίδρασης των μελών τους.

 

Το πολυμερές σχέδιο συνεργασίας στο πλαίσιο του ΟΗΕ και η σύμβαση του 1971

Ο ΟΗΕ εθεωρείτο το πλέον αρμόζον διεθνές φόρουμ για το ζήτημα. Μια πρώτη πρωτοβουλία αφορούσε τη δημιουργία του Special UN Fund for Drug Abuse Control, έπειτα από αμερικανική πρόταση στην Narcotics Commission τον Οκτώβριο του 1970. Στην περίπτωση αυτή, οι Σοβιετικοί ήγειραν διαδικαστικά προβλήματα – π.χ. αντέτειναν ότι η πρόταση έπρεπε να είχε υποβληθεί στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο και όχι στην Επιτροπή Ναρκωτικών.

Τελικά η αμερικανική πρόταση εγκρίθηκε, έστω με δυσκολία, αλλά πολλές χώρες, όπως η Ινδία, το Μεξικό, η Γιουγκοσλαβία, δήλωσαν ότι δεν θα συνεισέφεραν πόρους. Τελικά, τα δύο τρίτα των πόρων του Ταμείου διατέθηκαν από τις ΗΠΑ.

Πιο εύκολα ήταν τα πράγματα όταν δεν ετίθετο θέμα χρηματικών εισφορών. Η σημαντικότερη πολυμερής διεθνής συμφωνία αυτής της περιόδου ήταν η Convention on Psychotropic Substances που συνήφθη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ τον Φεβρουάριο του 1971 και αναβάθμιζε σημαντικά τις προβλέψεις της προγενέστερης συμφωνίας του 1961, επεκτείνοντας τις ρυθμίσεις της και στα νέου τύπου ναρκωτικά. Η νέα σύμβαση τέθηκε σε ισχύ το 1976.

Τραυματίας περιμένει τη μεταφορά του με ελικόπτερο. Εκτός από τις απώλειες των μαχών, ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε πολλά θύματα από ναρκωτικά.

Επιπλέον, τον Μάρτιο του 1972, και πάλι έπειτα από αμερικανική πρόταση, μια διεθνής διάσκεψη στη Γενεύη, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με τη συμμετοχή 47 κρατών, του WHO καθώς και παρατηρητών από αρκετούς διεθνείς οργανισμούς όπως την Ιντερπόλ και τον Ερυθρό Σταυρό, υιοθέτησε ένα πρωτόκολλο που επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις και στη σύμβαση του 1961.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το πρόβλημα δεν είχε ακόμη παγκοίνως αναγνωριστεί. Οι περισσότερες χώρες θεωρούσαν ότι ήταν ένα αποκλειστικά αμερικανικό ζήτημα, που δεν τις αφορούσε. Ωστόσο, τόσο οι κοινωνικές διαστάσεις του, όσο και οι μεγάλες διεθνείς περιπλοκές που αποκάλυπτε –την ανάγκη για διεθνή συνεργασία, ακόμη και τάσεις παγκοσμιοποίησης των προβλημάτων– ήταν πρόσθετες ενδείξεις της εισόδου σε μια νέα, μεταβιομηχανική εποχή.

Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι Καθηγητής Ιστορίας του Μεταπολεμικού Κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή: Η Καθημερινή

Taner Akçam: Ζούμε τον 21ο αιώνα, η νοοτροπία μας είναι ακόμα εκείνη του 1453

Taner Akçam

Ζούμε τον 21ο αιώνα, η νοοτροπία μας είναι ακόμα εκείνη του 1453

 

«Ζούμε τον 21ο αιώνα, η νοοτροπία μας είναι ακόμα εκείνη του 1453» Συγκλονιστική συνέντευξη του Τούρκου ακαδημαϊκου και ιστορικού Τανέρ Ακσάμ, στην διαδικτυακή εφημερίδα Ahval:

Ο έγκριτος καθηγητής γράφει: “Στην πραγματικότητα το μόνο πράγμα που έπρεπε να πει κανείς για το θέμα της Αγίας Σοφίας είναι “ανάρμοστο” και “ντροπή”. Σκέπτομαι, όμως, ότι οι συνομιλητές μου δεν διαθέτουν την πολιτιστική λεπτότητα να αντιληφθούν το νόημα αυτών των λέξεων. Γι αυτό θα μιλήσω ανοιχτά για το θέμα και με τον τρόπο που θα τον καταλάβουν. Αυτό που έγινε στην Αγία Σοφία είναι ένα ξεκάθαρο δείγμα βαρβαρότητας. Αποτελεί την διακήρυξη των Τούρκων ότι είναι απολίτιστοι και καταστροφικοί.

Γιατί; Επειδή με αυτό που έκαναν δήλωσαν σε όλο τον κόσμο ότι “όσο κι αν ζούμε στον 21ο αιώνα διατηρούμε τη νοοτροπία του κατακτητή του 1453. Εμείς ακόμα και στον 21ο αιώνα δεν έχουμε την αγωνία να προστατεύσουμε μια παγκόσμια κληρονομιά της ανθρωπότητας”.

Δεν έχουμε αποθέματα πολιτισμού για να πάμε πάρα πέρα την πολιτιστική κληρονομιά που μας κληροδότησαν.

Δεν έχουμε να προσθέσουμε ούτε ένα λιθαράκι στην παγκόσμια κληρονομιά. Εμείς δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε μια νέα πολιτισμική αξία. Μπορούμε μόνο να την κατακτήσουμε, να την χαλάσουμε, να την γκρεμίσουμε και να την καταστρέψουμε. Αυτό συνέβη με ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία της παγκόσμιας κληρονομιάς , την Αγία Σοφία, που μετατρέψαμε σε τζαμί και την κατακτήσαμε ξανά όπως το 1453, αλλά στον 21ο αιώνα.Αυτό που έγινε είναι μια πολιτισμική καταστροφή.Μήπως ο Ερντογάν και ο Μπαχτσελί θα καταλάβουν τώρα τα αίτια της εξαιρετικά αρνητικής εικόνας που επικρατεί στον κόσμο έναντι των Τουρκων;

Ο Ρώσος διανοούμενος του 19ου αιώνα Nikolay Denilevski έκανε μια διάκριση μεταξύ των κοινωνιών που δημιουργούν πολιτισμό κι εκείνων που τον καταστρέφουν. Απαριθμεί με χρονολογική σειρά αυτούς που δημιούργησαν δέκα είδη πολιτισμών Αιγύπτιοι, Κινέζοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Φοίνικες, Κελντανί, Ινδοί, Πέρσες, Έλληνες, Ρωμαίοι, Άραβες, Ευρωπαίοι και συνεχίζει: Παράλληλα με αυτούς τους θετικούς πολιτισμούς υπήρξαν παράγοντες, όπως οι Ούννοι, οι Μογγόλοι και οι Τούρκοι που έλαμψαν κατά διαστήματα και μετά έσβησαν και χάθηκαν. Όλοι αυτοί εκπλήρωσαν το καταστροφικό τους καθήκον, συνέβαλαν στο θάνατο θνησιγενών πολιτισμών και αφού διασκόρπισαν τα απομειναρια τους επιστρέφουν στην ασημαντότητα τους και χάνονται. Αυτούς μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε αρνητικούς παράγοντες της Ιστορίας.

Έχουν λεχθεί πάρα πολλά πράγματα σε βάρος των Τούρκων στη Δύση. Όχι μόνο οι διανοούμενοι αλλά και απλοί άνθρωποι εκφράστηκαν για την καταστροφική τάση πολιτισμών των Τούρκων.“Οι Τούρκοι ποδοπατούν σε κάθε βήμα που κάνουν στην Βαλκανική Χερσόνησο τα έργα πολιτισμού χιλιάδων χρόνων”. ” Ο Τούρκος όπου βρει δένδρο θα το κόψει”. “Οι Τούρκοι εξαφάνισαν παντού πολιτισμούς και δεν προστάτευσαν ποτέ αυτά που βρέθηκαν στην ιδιοκτησία τους “. “Δεν είναι με κανένα τρόπο πολιτισμένος λαός και δεν κατάφερε να σταθεί αντάξια στο επίπεδο πολιτισμού των εδαφών που κατέκτησε”. “Δεν καρπίζει τίποτα στο έδαφος που πάτησε το πόδι Οθωμανού”. “Ξεράθηκαν και δεν φυτρώνουν ούτε χορτάρια εκεί που πάτησαν Οθωμανοί”.

Οι Οθωμανοί δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να καίνε, να ρημάζουν, να καταστρέφουν τα μέρη που κατέκτησαν.

Σε ορισμένες πηγές μάλιστα αναφέρεται ότι η καταστροφική μανία και η αναλγησία των Τούρκων δεν στρέφεται μόνο έναντι των ξένων. Οι Τουρκοι αξιωματούχοι πνίγουν και σκοτώνουν βάρβαρα τους δικούς τους ανθρώπους όταν αισθανθούν την παραμικρή υποψία. Εάν τώρα επαναληφθούν όλα αυτά θα μπορέσει ο Ερντογάν και ο Μπαχτσελί να πουν όχι δεν είναι έτσι; Κοιτάξτε σε τι χάλια οδήγησαν τη χώρα. Καταπιέζεται, βασανίζεται και φυλακίζεται κάθε άνθρωπος που ασκεί την παραμικρή κριτική έναντι της εξουσίας. Αυτά που καταστρέφουν δεν είναι μόνο άνθρωποι. Τόσο η πολιτιστική κληρονομιά όσο και το φυσικό περιβάλλον εισπράττουν αρκούντως το μερίδιο τους. Αυτό που κάνουν είναι μια φοβερή, απεριόριστη χρήση δύναμης, η οποία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αδηφαγία της καταστροφικής μανίας του φανατισμού.Στην πραγματικότητα ο Ερντογάν και ο Μπαχτσελί εκπροσωπούν την παραδοσιακή βαρβαρότητα και τάση καταστροφής που έχει βαθιές ρίζες σε αυτό τον τόπο. Σήμερα η Μικρά Ασία είναι γεμάτη με κατεστραμμένες εκκλησίες και ιερούς τόπους που χρησιμοποιούνται είτε ως στάβλοι είτε ως αποθήκες

Το δίδυμο Ερντογάν-Μπαχτσελί (μπορείτε να προσθέσετε και τον Περιντσέκ) είναι οι εκπρόσωποι της καταστροφικής παράδοσης που έκαψε, γκρέμισε την Μικρά Ασία και δεν περιορίστηκε μόνο στον εκτοπισμό και τον αφανισμό ανθρώπων αλλά επεκτάθηκε και στην πολιτιστική κληρονομιά. Η τουρκική μανία καταστροφής και εξόντωσης βρίσκονται στην εξουσία ως συνασπισμός Ερντογάν-Μπαχτσελί. Για αυτό τον λόγο η αντίσταση σε αυτούς πρέπει να εκληφθεί ως αγώνας πολιτισμού για κάθε Τούρκο. Έχει ιδιαίτερη η σημασία η κράτηση στις φυλακές του Οσμάν Καβάλα, ιδρυτή του Ιδρύματος Πολιτισμού της Ανατολίας, που θέλει να να διασώσει την πολιτισμική κληρονομιά αυτού του τόπου.

Το θέμα συζήτησης είναι η δοκιμασία των Τούρκων με τον πολιτισμό. Στο τέλος θα κερδίσει ο Πολιτισμός.

Οι Βυζαντινοί κλείστηκαν στην Αγία Σοφία , τις τελευταίες μέρες της αυτοκρατορίας και περίμεναν να τους σώσει ο θεός. Το ίδιο κάνει τώρα και ο Ερντογάν, καταφεύγει στην Αγία Σοφία για να σωθεί. Οι φτωχοί άνθρωποι που δεν μπορούν να ταϊσουν τα παιδιά τους τι θα κάνουν; Θα πάνε στον ναό να προσευχηθούν για να λύσουν τα προβλήματά τους που οφείλονται στην κακοδιαχείριση του σουλτάνου;

Πέρα από τους λεονταρισμούς και τα φτηνά πολιτικά τεχνάσματα καλά θα κάνει ο σουλτάνος να διαβάσει τι έλεγε ο Κικέρων που έζησε π.Χ. ” Τους ιερούς χώρους δεν τους αγγίζεις όχι μόνο με το χέρι αλλά ούτε με τη σκέψη”.

 

Ο Altuğ Taner Akçam είναι ιστορικός και κοινωνιολόγος. Διετέλεσε Επισκέπτης καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου της Minnesota (ΗΠΑ) προτού αναλάβει επικεφαλής του Strassler Family Center for Holocaust and Genocide Studies του Πανεπιστημίου Clark. Πρόκειται για έναν από τους πρώτους Τούρκους ακαδημαϊκούς δασκάλους που αναγνωρίζει και τοποθετείται δημόσια για τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Θεωρείται διεθνώς ως ένας από τους κορυφαίους ειδικούς επιστήμονες για το παραπάνω θέμα. Τον Ιανουάριο του 2020, ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Emmanuel Macron του απένειμε το Παράσημο Θάρρους (Médaille d’honneur pour acte de courage et de dévouement), μια από τις σημαντικότερες τιμητικές διακρίσεις της χώρας, ένεκα της δημόσιας καταγγελίας της Γενοκτονίας εκ μέρους του  Akçam

Η επιδρομή Doolittle κατά του Τόκιο (Aπρίλιος 1942). Η πρώτη επιτυχία των ΗΠΑ στο Μέτωπο του Ειρηνικού

    Η επιδρομή Doolittle κατά του Τόκιο (Aπρίλιος 1942).

  Η πρώτη επιτυχία των ΗΠΑ στο Μέτωπο του Ειρηνικού

 

Στις 18 Απριλίου 1942, λίγους μήνες έπειτα από την ιαπωνική επιδρομή κατά του Περλ Χάρμπορ, το Τόκιο και άλλες πέντε μεγαλουπόλεις του Αρχιπελάγους (Γιοκοχάμα, Οσάκα, Ναγκόγια, Γιοκοσούκα και Κόμπε), βομβαρδίστηκαν από την αμερικανική πολεμική αεροπορία. Επρόκειτο για την πρώτη επιχειρησιακή δράση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εντός της ιαπωνικής επικράτειας. Αν και τα αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρά, ο ψυχολογικός αντίκτυπος αποδείχτηκε τεράστιος. Η ιαπωνική κοινή γνώμη είχε γαλουχηθεί με την ψευδαίσθηση ότι το μητροπολιτικό έδαφος βρισκόταν στο απυρόβλητο. Πόσο μάλλον έπειτα από το τράνταγμα, που είχε προκαλέσει στην αντίπερα όχθη του Ειρηνικού το πλήγμα σε βάρος του Περλ Χάρμπορ, τοποθεσία, η οποία επίσης εθεωρείτο άτρωτη, εξαιτίας της μεγάλης απόστασης. Τον Απρίλιο του 1942, ο αιφνιδιασμός και η ανασφάλεια άλλαξαν στρατόπεδο. Οι Αμερικανοί αισθάνθηκαν πως πήραν εκδίκηση, έστω και μερική, γι αυτό που είχε προηγηθεί. Οι Ιάπωνες, αναγκάστηκαν να επισπεύσουν το σχέδιο αναμέτρησης με τα αεροπλανοφόρα του αντιπάλου στην ανοικτή θάλασσα. Διαθέτοντας συντριπτική υπεροπλία, ήλπιζαν να εξουδετερώσουν ταχύτατα τον αμερικανικό παράγοντα και απαλλαγμένοι από την απειλή του, να θέσουν υπό έλεγχο ολόκληρο το σύμπλεγμα της ΝΑ Ασίας και του Νοτίου Ειρηνικού, με τα πλούσια κοιτάσματα και τις άφθονες πρώτες ύλες, τόσο απαραίτητες για την βιομηχανία ενός εμπολέμου κράτους. Η έκβαση της ναυμαχίας του Μίντγουέϊ τον Ιούνιο του ιδίου έτους, έμελλε να τους διαψεύσει παταγωδώς, καθώς συνέβαλε στην αποκατάσταση του συσχετισμού των ισορροπιών στο μέτωπο του Ειρηνικού. Η μετεξέλιξη του πολέμου σε αναμέτρηση μακράς διαρκείας ευνοούσε εξ ορισμού τον αμερικανικό παράγοντα. Η αυτάρκεια σε πρώτες ύλες και πηγές ενεργείας, σε συνδυασμό με την ταχύτατη μετατροπή της οικονομίας από οικονομία εν καιρώ ειρήνης σε οικονομία εν καιρώ πολέμου, καθιστούσε τις ΗΠΑ, ήδη από το καλοκαίρι του 1942, ως τον επικρατέστερο νικητή.

                  

H ιαπωνική επίθεση κατά του Περλ Χάρμπορ στις 7 Δεκεμβρίου 1941.

Στις 21 Δεκεμβρίου 1941, έλαβε χώρα με απόλυτη μυστικότητα στον Λευκό Οίκο μια σύσκεψη υπό την προεδρία του Franklin D. Roosevelt. Το τραύμα ήταν ακόμη νωπό και έχρηζε άμεσης αντιμετώπισης. Όλοι οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι έπρεπε να καταφερθεί άμεσο πλήγμα κατά του ιαπωνικού μητροπολιτικού εδάφους. Μια ενέργεια του είδους αυτού προσέβλεπε σε δυο στόχους: 1) στην ανύψωση του ηθικού της αμερικανικής κοινής γνώμης και 2) στη διασπορά αισθήματος αμηχανίας και αμφισβήτησης στους κόλπους της αντίστοιχης ιαπωνικής, έτσι ώστε η τελευταία να αρχίσει να τρέφει αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας. Αρχές Ιανουαρίου του 1942, οι διάφοροι επιτελείς επέλεξαν, ως πλέον κατάλληλα για τη διεκπεραίωση της αποστολής, τα βομβαρδιστικά τύπου Β-25Β Mitchell. Διέθεταν μεγάλη ακτίνα δράσης (4.400 χλμ.). Ήταν απαραίτητο, ωστόσο, να υποστούν μετατροπές, που θα τα καθιστούσαν επιχειρησιακά για τις συγκεκριμένες ανάγκες της αποστολής. Ειδικότερα, μειώθηκε ο αριθμός των πολυβόλων, που έφερε το καθένα από τα αεροσκάφη. Η μείωση του οπλισμού επέφερε την ελάττωση του συνολικού βάρους και, αντιστρόφως ανάλογα, την επιμήκυνση της ακτίνας δράσης. Επικεφαλής της αποστολής ανέλαβε ο ηλικίας 52 ετών αντισμήναρχος James H. Doolittle, με πλούσιο και διακεκριμένο παρελθόν στους κόλπους της Πολεμικής Αεροπορίας.


James Harold Doolittle (1896-1993).

Η πρώτη μεγάλη πρόκληση, την οποία οι σχεδιαστές της αποστολής κλήθηκαν να ρυθμίσουν, ήταν οι συνθήκες μεταφοράς και απογείωσης των βομβαρδιστικών. Προκειμένου να πληγούν οι Ιαπωνικές Νήσοι, ο μόνος προσφερόμενος τρόπος ήταν η μεταφορά διά θαλάσσης των αεροσκαφών στα ανοικτά των ακτών των τελευταίων. Αμέσως ετίθετο ένα τρισυπόστατο πρόβλημα. Αφενός, ο διάπλους του Ειρηνικού έπρεπε να συντελεστεί με απόλυτη μυστικότητα, προκειμένου να διατηρηθεί στο ακέραιο το στοιχείο του αιφνιδιασμού, όπως είχε συμβεί, άλλωστε, στην περίπτωση του Περλ Χάρμπορ, αλλά και παλαιότερα, με τη βύθιση ισχυρών μονάδων του ιταλικού στόλου στον λιμένα του Τάραντα από τη βρετανική αεροπορία (Νοέμβριος 1940). Αφετέρου, η αποστολή Doolittle έθετε ένα πρωτόγνωρο πρόβλημα. Εκείνο της απογείωσης βαρέων βομβαρδιστικών από τον περιορισμένων διαστάσεων, για τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου αεροσκάφους, διάδρομο του καταστρώματος ενός αεροπλανοφόρου. Ουδέποτε στο παρελθόν είχε τεθεί παρόμοιο ζήτημα, ο δε χρόνος και οι συγκυρίες της στιγμής (εμπόλεμο καθεστώς) απέκλειαν κάθε δυνατότητα επαρκούς εκπαίδευσης των πιλότων (οι λίγες δοκιμές, διάρκειας τριών εβδομάδων, πραγματοποιήθηκαν στην ξηρά, σε στρατιωτικό αεροδρόμιο του Νόρφολκ της Πολιτείας Βιρτζίνια, όπου ο διάδρομος απογείωσης έφερε ειδική σήμανση, με τις διαστάσεις εκείνου ενός αεροπλανοφόρου). Ο τομέας, ωστόσο, που δεν άφηνε την παραμικρή αχτίδα αισιοδοξίας, ήταν εκείνος της ανάκτησης των αεροσκαφών, έπειτα από το πέρας των βομβαρδισμών, όταν δεν θα ίσχυε, πλέον, το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Αμέσως έπειτα από την απογείωση, η αμερικανική αρμάδα έπρεπε να έχει εγκαταλείψει το ταχύτερο τα χωρικά ύδατα της Ιαπωνίας, για λόγους ασφαλείας. Συνεπώς, έπρεπε να βρεθεί κάποια εναλλακτική λύση για τους πιλότους και τα αεροσκάφη, ειδάλλως ελλόχευε σοβαρός κίνδυνος η όλη επιχείρηση να μετεξελιχθεί σε μια μεγαλοπρεπή αποστολή αυτοκτονίας.

Στο πρώτο υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε αμέσως έπειτα από την ανάληψη της διοίκησης, ο Doolittle πρότεινε την περιοχή του Βλαδιβοστόκ, σε απόσταση 1.100, περίπου, χλμ. από τους στόχους των βομβαρδισμών και με βάση το σκεπτικό παραχώρησης των αεροσκαφών στην ΕΣΣΔ με καθεστώς εκμίσθωσης (Lend-Lease). Δυστυχώς, οι διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση της Μόσχας για έκδοση της σχετικής άδειας προσγείωσης δεν καρποφόρησαν, καθώς, ήδη από τον Απρίλιο του 1941, ο Στάλιν είχε υπογράψει με την Ιαπωνία ένα σύμφωνο ουδετερότητας. Το τελευταίο του παρείχε τη δυνατότητα απαγκίστρωσης σημαντικών δυνάμεων από τη Σιβηρία και μεταφοράς τους στο ευρωπαϊκό θέατρο επιχειρήσεων κατά των Γερμανών. Επ’ ουδενί επιθυμούσε, υπό τις παρούσες συνθήκες, να ερεθίσει τις αρχές του Τόκιο, υποδεχόμενος τα αμερικανικά αεροσκάφη έπειτα από βομβαρδισμό, μάλιστα, σε βάρος του ιαπωνικού εθνικού εδάφους. Κατόπιν τούτων, ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με την Κίνα του Τσιανγκ Κάι-Σεκ, οι οποίες ευοδώθηκαν, παρά τους φόβους διενέργειας ιαπωνικών αντιποίνων κατά του αμάχου πληθυσμού. Επιλέχθηκαν από κοινού πέντε υποψήφια αεροδρόμια, ικανά να λειτουργήσουν ως βάση ανεφοδιασμού, έως τον τελικό προορισμό των αεροσκαφών, την πόλη Τσουνγκίνγκ (Chongqing), πρωτεύουσα εν καιρώ πολέμου του Κουομιτάνγκ (Εθνικιστικού Κόμματος της Κίνας).

Ο σχεδιασμός της επιχείρησης.              

Στην αρχική του εκδοχή, το σχέδιο προέβλεπε τη συμμετοχή 20 αεροσκαφών. Τελικά, χρησιμοποιήθηκαν 16. Μόλις η αποστολή εγκρίθηκε επισήμως, τα πρώτα αεροσκάφη φορτώθηκαν στο αεροπλανοφόρο USS Hornet, το οποίο είχε καταπλεύσει στο Νόρφολκ, ειδικά για τον σκοπό αυτό. Τα υπόλοιπα φορτώθηκαν στο Σαν Φρανσίσκο, αφού, προηγουμένως, είχαν ολοκληρωθεί οι απαραίτητες εργασίες για τη μετατροπή τους. Στις 2 Απριλίου, το αεροπλανοφόρο  απέπλευσε, με τα αεροσκάφη σε δημόσια θέα στο κατάστρωμα. Στα ανοικτά του συμπλέγματος της Χαβάης, στη συνοδεία προστέθηκε το αεροπλανοφόρο USS Enterprise, τα καταδιωκτικά του οποίου προορίζονταν για παροχή αεροπορικής προστασίας (εκείνα του USS Hornet είχαν στοιβαχτεί στα κάτω καταστρώματα, προκειμένου να εξασφαλιστεί χώρος για τα βομβαρδιστικά) καθώς και ένας στολίσκος καταδρομικών και αντιτορπιλλικών. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο ναύαρχος William F. Halsey.

Επάνω και κάτω: Ο αντισμήναρχος Doolittle και τα πληρώματα της αποστολής στο κατάστρωμα του USS Hornet, κατά τη διάρκεια του διάπλου του Ειρηνικού.

Ο διάπλους του Ειρηνικού πραγματοποιήθηκε μέσα σε απόλυτη σιγή ασυρμάτου και κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Ωστόσο, παρά την ταλαιπωρία (η μεγάλη έγνοια των πληρωμάτων ήταν η ευστάθεια των αεροσκαφών και η προστασία τους από τους κραδασμούς, που ενείχαν κινδύνους απωλειών στη θάλασσα), οι τελευταίες λειτούργησαν ευεργετικά, καθώς επέτρεψαν στην αρμάδα να καλύψει απαρατήρητη την μεγάλη απόσταση. Ο αντικειμενικός στόχος και οι εν γένει συνθήκες διενέργειας της αποστολής αποκαλύφθηκαν στα πληρώματα μετά τον απόπλου. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίστηκε το απόρρητο και διατηρήθηκε στο ακέραιο το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. 

Νωρίς  το πρωί της 18ης Απριλίου 1942, και ενώ η αρμάδα έπλεε σε απόσταση 650 ναυτικών μιλίων (1.200 χλμ.) από τις ανατολικές ακτές της Ιαπωνίας, εντοπίστηκε ένα σκάφος περιπολίας. Βυθίστηκε από το καταδρομικό συνοδείας USS Nashville. Ο κυβερνήτης του σκάφους αυτοκτόνησε και το υπόλοιπο πλήρωμα συνελήφθη. Μπροστά στον ελλοχεύοντα κίνδυνο αποκάλυψης της αποστολής, οι Halsey και Doolittle αποφάσισαν την πρόωρη έναρξη της επιχείρησης 10 ώρες νωρίτερα από την προβλεπόμενη και 170 ν.μ. (310 χλμ.) μακρύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις. Παρά το γεγονός ότι κανένα από τα πληρώματα (συμπεριλαμβανομένου του Doolittle προσωπικά) δεν διέθετε προηγούμενη εμπειρία απογείωσης από κατάστρωμα αεροπλανοφόρου, όλα τα βομβαρδιστικά απογειώθηκαν επιτυχώς κάτω από αντίξοες καιρικές συνθήκες.

Η απογείωση των αεροσκαφών από το αεροπλανοφόρο USS Hornet.



Doolittle Raiders B-25 Launch Footage 1942 Silent Film Stock

    

 

Περίπου έξι ώρες έπειτα από την απογείωση, τα αεροσκάφη έφτασαν πάνω από την ξηρά. Ανέβηκαν στα 1.500 πόδια (460 μ.) και βομβάρδισαν δέκα προεπιλεγμένους στρατιωτικούς και βιομηχανικούς στόχους στο Τόκιο, δυο στη Γιοκοχάμα και από έναν στη Γιοκοσούκα, στη Ναγκόγια, στην Οσάκα και στο Κόμπε. Τα πληρώματα είχαν λάβει ρητή διαταγή να αποφύγουν κατοικημένες περιοχές, όπως και τα αυτοκρατορικά ανάκτορα της ιαπωνικής πρωτεύουσας. Παρά ταύτα, δεν αποφεύχθησαν οι παράπλευρες απώλειες. Εκτιμήσεις μετά το πέρας του πολέμου, ανέβαζαν το σύνολο των θυμάτων  στους 87 νεκρούς και 462 τραυματίες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν άμαχοι.

 

Ο βομβαρδισμός του Τόκιο.
Η ναυτική βάση της Γιοκοσούκα στο στόχαστρο των αμερικανικών βομβαρδιστικών.

Το επεισόδιο των βομβαρδισμών καταγράφηκε από την έβδομη τέχνη σε δυο περιπτώσεις. Μια πρώτη το 1944, διαρκούντος ακόμη του πολέμου και μια δεύτερη το 2001, σε μια φαντασμαγορική παραγωγή με κεντρικό θέμα την επιδρομή κατά του Περλ Χάρμπορ. Αντιπαραβάλλοντας κανείς τα σχετικά στιγμιότυπα, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την ποιότητα του πρώτου παραδείγματος και να προβληματιστεί επάνω στην εκτενή χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας του δευτέρου, γεγονός που καθιστά το τελικό αποτέλεσμα επίπλαστο και κατ’ επέκταση, λιγότερο πειστικό.

 

          Thirty Seconds Over Tokyo (1944)

 

         Pearl Harbor (2001)

Έπειτα από το πέρας των βομβαρδισμών, όλα τα αεροσκάφη αντιμετώπισαν απρόβλεπτες δυσκολίες στην πτήση προς την Κίνα. Η νύκτα έπεσε νωρίτερα, διαπιστώθηκε ανεπάρκεια καυσίμων, οι δε καιρικές συνθήκες  υπεράνω του κινεζικού εδάφους (παρά τον ευνοϊκό ισχυρό άνεμο, ο οποίος έπνεε ασταμάτητα επί επτά ώρες), είχαν επιδεινωθεί σε βαθμό, που καθιστούσε δυσχερή τον εντοπισμό των προκαθορισμένων σημείων προσγείωσης. Πάνω απ όλα, όμως, οι εθνικιστές του Τσιανγκ Κάι-Σεκ δεν είχαν ειδοποιηθεί για την επικείμενη υποδοχή. Ο Halsey απέφυγε να τους στείλει το σχετικό σήμα, για να μη σπάσει τη σιγή ασυρμάτου και αποκαλύψει τη θέση της αποχωρούσας αρμάδας. Έπειτα από δεκατρείς ώρες συνεχούς πτήσης (κοντά είκοσι, συνολικά,  από τη στιγμή της απογείωσης), δεκατέσσερα βομβαρδιστικά έκαναν αναγκαστική προσγείωση στις ανατολικές ακτές της Κίνας. Ένα άλλο, έπεσε στη θάλασσα. Το δέκατο έκτο, διαπιστώνοντας έλλειψη καυσίμων, επέλεξε την κατά πολύ συντομότερη διαδρομή προς το Βλαδιβοστόκ, παραβιάζοντας τις σχετικές διαταγές. Παρά την ομαλή προσγείωση, το αεροσκάφος επιτάχτηκε από τους Σοβιετικούς και το πλήρωμα συνελήφθη. Έπειτα από πολύμηνο εγκλεισμό, το τελευταίο κατάφερε να διαφύγει στην Περσία, αφού, προηγουμένως, είχε φροντίσει να δωροδοκήσει τους δεσμοφύλακες, εν γνώσει και με την ανοχή της NKVD, όπως αποδείχτηκε αργότερα, χάρη στον αποχαρακτηρισμό των σοβιετικών αρχείων.

Το επιταχθέν από τους Σοβιετικούς αεροσκάφος.

 

Χάρτης με τα διάφορα στάδια της αποστολής.

Από τα δεκατέσσερα υπόλοιπα πληρώματα, που κατάφεραν να φτάσουν έως την Κίνα, τα περισσότερα  (66 άτομα σε σύνολο 80) διασώθηκαν χάρη στη συνδρομή των Κινέζων. Ο αριθμός των απωλειών ανήλθε στους επτά (τρεις πνίγηκαν στη θάλασσα, άλλοι τρεις εκτελέστηκαν από τους Ιάπωνες και ένας πέθανε έγκλειστος στη φυλακή). Άλλοι τέσσερεις παρέμειναν αιχμάλωτοι έως το πέρας του πολέμου. Δεκαπέντε από τα δεκαέξι αεροσκάφη καταστράφηκαν ολοσχερώς.

Ο σμηναγός Robert L. Hite, αιχμάλωτος των Ιαπώνων.  Τελικά, επέζησε του εγκλεισμού.

Ο ίδιος ο Doolittle και το πλήρωμά του, αφού έπεσαν με αλεξίπτωτο δευτερόλεπτα πριν από τη συντριβή του αεροσκάφους στο έδαφος, περισυνελέγησαν από Κινέζους αλλά και από τον Αμερικανό ιεραπόστολο John Birch, ο οποίος έτυχε να δραστηριοποιείται στην περιοχή. Χάρη στη φροντίδα τους, επαναπατρίστηκε γρήγορα στις ΗΠΑ. Επιστρέφοντας, ήταν πεπεισμένος πως θα οδηγείτο ενώπιον στρατοδικείου, με την κατηγορία της απώλειας των αεροσκαφών. Αντ’ αυτού, του απενεμήθη το Παράσημο της Τιμής (Medal of Honnor) από τον πρόεδρο Roosevelt αυτοπροσώπως, σε ειδική τελετή στο Λευκό Οίκο, λίγους μήνες αργότερα.

Ο Doolittle και το πλήρωμά του φωτογραφίζονται με τους Κινέζους διασώστες τους.
Η παρασημοφόρηση στο οβάλ γραφείο του Λευκού Οίκου. Τη σκηνή παρακολουθούν οι στρατηγοί H.H. Arnold και George C. Marshall καθώς και η Josephine Doolittle.

Οι επιπτώσεις της επιδρομής Doolittle υπήρξαν καταλυτικές ως προς τη συνέχεια των επιχειρήσεων στο μέτωπο του Ειρηνικού. Βέβαια, σε αντιδιαστολή με τη μετέπειτα εκτενή χρήση των Boeing B-29 (των επονομαζομένων «ιπταμένων υπεροχυρών»-Superfortresses), κατά του ιαπωνικού μητροπολιτικού εδάφους, οι ζημιές, τις οποίες προκάλεσαν τα  Β-25Β Mitchell θεωρούνται πενιχρές. Άλλωστε, η περιορισμένη έκτασή τους ήταν προκαθορισμένη, εφόσον υπήρχε ρητή εντολή να αποφευχθούν παράπλευρες απώλειες. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από τους μαζικούς βομβαρδισμούς των ετών 1944-1945 και τη ρίψη της ατομικής βόμβας. Πρώτιστο διακύβευμα της παράτολμης αυτής αποστολής, με ισχυρή δόση αυτοσχεδιασμού, ήταν ο αντίκτυπος στον ψυχολογικό τομέα σε αμφότερα τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Στις ΗΠΑ, η είδηση του βομβαρδισμού στην καρδιά της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας λειτούργησε λυτρωτικά προς όφελος μιας κοινής γνώμης, συγκλονισμένης ακόμα από τις παρενέργειες της απρόκλητης επίθεσης κατά του Περλ Χάρμπορ. Δεν είναι τυχαία η ανακούφιση, που διαδέχθηκε τη διεκπεραίωση της αποστολής, ούτε βέβαια ο πληθωρικός τρόπος, με τον οποίο η είδηση δημοσιοποιήθηκε από τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης.

Η είδηση στα πρωτοσέλιδα των αμερικανικών εφημερίδων.

Όπως ήταν επόμενο, εκ διαμέτρου αντίθετη υπήρξε η αντίδραση της ιαπωνικής πλευράς. Την αρχική έκπληξη διαδέχτηκε σύντομα η οργή και η δίψα για εκδίκηση. Η επιδρομή χαρακτηρίστηκε ως απάνθρωπη, εξαιτίας της συμπερίληψης αμάχων μεταξύ των θυμάτων. Μάλιστα, οι αρμόδιες αρχές, απευθύνθηκαν επιδεικτικά (για λόγους προπαγάνδας) προς τους γονείς παιδιών, που είχαν απωλέσει τη ζωή τους, ζητώντας να τοποθετηθούν ως προς τον τρόπο μεταχείρισης των συλληφθέντων αεροπόρων. Το ναυτικό επιδίωξε, δίχως επιτυχία, να εντοπίσει την αμερικανική αρμάδα στο δρόμο της επιστροφής. Οι ιαπωνικές στρατιωτικές αρχές κατοχής, προέβησαν σε σειρά αντιποίνων σε βάρος των κατοίκων των ανατολικών επαρχιών της Κίνας. Επρόκειτο για προληπτική ενέργεια, προκειμένου να αποφευχθούν, μελλοντικά, παρόμοια περιστατικά περίθαλψης πληρωμάτων του εχθρού. Η ανασφάλεια στο Τόκιο, ήταν διάχυτη. Ενισχύθηκε σημαντικά η αεράμυνα και διπλασιάστηκε η φύλαξη των δημοσίων κτηρίων, των στρατηγικών στόχων και των ξένων πρεσβειών. Η ιαπωνική πρωτεύουσα είχε πάψει, πλέον, να βρίσκεται στο απυρόβλητο. Παρά ταύτα, ο συσχετισμός των ισορροπιών στο μέτωπο του Ειρηνικού, εξακολουθούσε να είναι συντριπτικός σε βάρος των Αμερικανών. Θέλοντας να εξουδετερώσει μια για πάντα την αμερικανική απειλή, ο ναύαρχος Isoroku Yamamoto, αρχηγός του ιαπωνικού στόλου, επίσπευσε το σχέδιο εκείνο, που προέβλεπε αναμέτρηση στην ανοικτή θάλασσα, με την αιχμή του δόρατος του αντιπάλου, τα τρία εναπομείναντα αεροπλανοφόρα. Η αντιπαράθεση αυτή έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 1942, στα ανοικτά της κοραλλιογενούς ατόλης Μίντγουεϊ. Στηριζόμενοι στην υπεροπλία, οι Ιάπωνες σχεδίασαν την όλη επιχείρηση με χαρακτηριστική αλαζονεία, βέβαιοι για την τελική επικράτηση. Αγνοούσαν παντελώς πως οι αμερικανικές υπηρεσίες αποκρυπτογράφησης είχαν καταφέρει να σπάσουν, εν μέρει, τον ιαπωνικό κώδικα, σχηματίζοντας αρκετά σαφή εικόνα ως προς τις προθέσεις του εχθρού. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τον παράγοντα τύχη, ανέτρεψε πλήρως τις προβλέψεις. Μέσα σε επτά, μόλις, εκρηκτικά λεπτά τις ώρας, βυθίστηκαν τρία ιαπωνικά αεροπλανοφόρα με τον μεγαλύτερο αριθμό των αεροσκαφών στο κατάστρωμα. Λίγο αργότερα, βυθίστηκε και ένα τέταρτο. Οι απώλειες των Αμερικανών ανέρχονταν σε ένα αεροπλανοφόρο. Έξι μήνες έπειτα από την επιδρομή σε βάρος του Περλ Χάρμπορ, ο συσχετισμός των ισορροπιών είχε αποκατασταθεί. Έχοντας απόλυτη συνείδηση πως η χρονική παράταση των εχθροπραξιών λειτουργούσε εις βάρος τους, οι Ιάπωνες περιορίστηκαν εφεξής σε αμυντική τακτική. Το πλεονέκτημα των στρατηγικών κινήσεων και ελιγμών στο μέτωπο του Ειρηνικού είχε αλλάξει αμετάκλητα στρατόπεδο.

 

Οι ναύαρχοι Isoroku Yamamoto και Chester W. Nimitz.

 

 

Narrow Escapes of World War II  – The Doolittle Raid

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου

Αλέξης Αλεξανδρής: Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης

100 χρόνια από τότε

Αλέξης Αλεξανδρής

Η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης

Στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι, με συντονισμένες ενέργειες, ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Έλληνας πολιτικός αντιπρόσωπος στην προσωρινή γαλλοκρατούμενη Συμμαχική Διοίκηση της Δυτικής Θράκης (Thrace Interalliée), Χαρίσιος Βαμβακάς, έδιναν σκληρή μάχη για την εκχώρηση της Θράκης στην Ελλάδα κατά το πρώτο ήμισυ του 1919. Οπως είχαμε επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο («Κ», 20.10.2019), ειδικά ο Βαμβακάς, έμπειρος διπλωμάτης και στενός συνεργάτης του Ελληνα πρωθυπουργού, κατάφερε, σε μικρό χρονικό διάστημα, να προωθήσει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της Ελλάδας στη Δυτική Θράκη κερδίζοντας τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη μεγάλου μέρους των κατοίκων της περιοχής. Με την υποστήριξη του γενικού κυβερνήτη της διασυμμαχικής διοίκησης στρατηγού Σαρπί, κατόρθωσε να αναδείξει την Ελλάδα ως μελλοντική προστάτιδα δύναμη της περιοχής, αποκαθιστώντας τις διαταγμένες πολιτικές και πληθυσμιακές ισορροπίες που είχαν συντελεστεί επί βουλγαρικής κατοχής της Δυτικής Θράκης (1913-1918).

Κύριος αντίπαλος της ελληνικής προσάρτησης της Θράκης υπήρξαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες υποστήριζαν με εμμονή την εδαφική διέξοδο της Βουλγαρίας στο Αιγαίο. Οπως φαίνεται, είχε αναπτυχθεί ένα ισχυρό και αποτελεσματικό λόμπι στην Ουάσιγκτον αλλά και στο Παρίσι υπέρ της διατήρησης των βουλγαρικών συνόρων του 1913. Το λόμπι αυτό υποστηριζόταν από τους προτεσταντικούς ιεραποστολικούς κύκλους και ιδίως από τους Βουλγαροαμερικανούς προτεστάντες, ενώ κύριοι χρηματοδότες του ήταν οι Βούλγαροι μεγαλέμποροι καπνού και οι Αμερικανοί συνέταιροί τους, παραδοσιακοί ανταγωνιστές των ελληνικών οικονομικών συμφερόντων στη Θράκη. Αρωγός των βουλγαρικών διεκδικήσεων υπήρξε ο Αμερικανός πρόεδρος Γούντροου Ουίλσον που συνδεόταν προσωπικά με το βουλγαρικό λόμπι, αφού η αδελφή της συζύγου του είχε νυμφευθεί τον Βούλγαρο πρέσβη στη Ουάσιγκτον.

Επιπλέον, ο Αμερικανός ηγέτης είχε οραματιστεί τη δημιουργία, με εντολή της Κοινωνίας των Εθνών, ενός διεθνούς Κράτους της Κωνσταντινούπολης υπό την κηδεμονία των ΗΠΑ, που θα περιλάμβανε ολόκληρη τη Θράκη.

2.6.1920. Ο Γάλλος στρατηγός Σαρπί εγκαταλείπει τη Δυτική Θράκη. Τον συνοδεύει ο νέος διοικητής της περιοχής, Χαρίσιος Βαμβακάς.

Ελληνικός στρατός στη θέση των συμμαχικών δυνάμεων

Χάρη στους επιδέξιους διπλωματικούς χειρισμούς του Βενιζέλου και την ευνοϊκή για την Ελλάδα διεθνή συγκυρία, η αρνητική στάση των Αμερικανών και ώς ένα βαθμό των Ιταλών κάμφθηκε ιδίως όταν για λόγους υγείας ο πρόεδρος Ουίλσον υποχρεώθηκε να αποσυρθεί από το διεθνές διπλωματικό προσκήνιο. Οι προσπάθειες του Βενιζέλου ευοδώθηκαν κατά τη Διασυμμαχική Διάσκεψη του Σαν Ρέμο (Απρίλιος 1920), όταν ο Ελληνας πολιτικός εξασφάλισε τη συγκατάθεση των Μεγάλων Δυνάμεων για την αντικατάσταση των συμμαχικών στρατευμάτων από τον ελληνικό στρατό σε ολόκληρη τη Θράκη (δυτικά και ανατολικά του ποταμού Εβρου). Στο μεταξύ η Γαλλία, πιεζόμενη από το κεμαλικό εθνικιστικό κίνημα στην Κιλικία (τμήμα της γαλλικής εντολής –Mandat– για τη Συρία και τον Λίβανο) αποφάσισε να μεταφέρει από τη Δυτική Θράκη στη Μικρά Ασία τα στρατεύματά της αφήνοντας τον πλήρη έλεγχο της περιοχής στην Ελλάδα.

Η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων έλαβε χώρα στις 14 Μαΐου 1920 και είχε ως αφετηρία την Ξάνθη, που τελούσε ήδη υπό ελληνικό στρατιωτικό έλεγχο από τον προηγούμενο Οκτώβριο. Αφού κατέλαβε τις διαβάσεις προς τη Βουλγαρία, ο ελληνικός στρατός, υπό τον υποστράτηγο Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, εισήλθε στη Γκιουμουλτζίνα όπως ονομαζόταν τότε η Κομοτηνή. Συνάμα τέθηκαν υπό ελληνικό έλεγχο το Πόρτο Λάγος και ο Ίασμος από τον υποστράτηγο Γεώργιο Λεοναρδόπουλο. Εχοντας ξεκινήσει με το οπλιταγωγό Μυκάλη από το λιμάνι των Ελευθερών Καβάλας, ένα άλλο τμήμα του ελληνικού στρατού υπό τον υποστράτηγο Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν, αποβιβάστηκε στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης και προχώρησε στην κατάληψη των Φερών, του Σουφλίου, του Διδυμότειχου και του Κάραγατς, προαστίου της Αδριανούπολης.

Ο υποστράτηγος Κωνσταντίνος Μαζαράκης-Αινιάν και το επιτελείο του στο κατάστρωμα του οπλιταγωγού Μυκάλη εν πλώ προς το λιμάνι του Δεδεαγάτς (μετέπειτα Αλεξανδρούπολης).

Ο διοικητής του στρατού της Θράκης και έμπειρος βενιζελικός υποστράτηγος Ζυμβρακάκης υπήρξε ο κύριος συντελεστής της επιχείρησης ειρηνικής κατάληψης της Δυτικής Θράκης, που πραγματοποιήθηκε εκ μέρους των Συμμάχων και ολοκληρώθηκε με παραδειγματική τάξη εντός έξι ημερών (14-20 Μαΐου 1920). Μια ημέρα μετά την τελετή παράδοσης της Κομοτηνής, με εντολή του στρατιωτικού διοικητή Ζυμβρακάκη, τοιχοκολλήθηκε τρίγλωσση (ελληνικά, τουρκικά και βουλγαρικά) προκήρυξη που διατύπωνε την πρόθεση της Ελλάδος να σεβαστεί την ισονομία και ισοπολιτεία όλων των κατοίκων της Θράκης. Δεκάδες φωτογραφίες της εποχής τεκμηριώνουν τις εντυπωσιακές στιγμές συναδέλφωσης του ντόπιου πληθυσμού με τον ελληνικό στρατό, ενώ στο δημαρχείο της Κομοτηνής γιορτάστηκε η ελληνική κατάληψη της Θράκης με θερμούς πανηγυρισμούς. Παρόμοιες τελετές διοργανώθηκαν στις υπόλοιπες πόλεις της Δυτικής Θράκης, ενώ στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου της Αλεξανδρούπολης τελέσθηκε δοξολογία και υπεγράφη το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό. Η λαμπρή τελετή ολοκληρώθηκε με την υποστολή της γαλλικής σημαίας και την έπαρση της ελληνικής από τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν.

Διοικητική ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος

Η εγκαθίδρυση της ελληνικής διοίκησης ολοκληρώθηκε με την παράδοση του συνόλου των κρατικών υπηρεσιών από τις γαλλικές αρχές της «Διασυμμαχικής Θράκης». Μεταξύ 22 και 29 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η εκκένωση της περιοχής από τα γαλλικά στρατεύματα, με τον στρατηγό Σαρπί να εγκαταλείπει τη Δυτική Θράκη στις 2 Ιουνίου, συνοδευόμενος από τους τελευταίους Γάλλους στρατιώτες και διοικητικούς υπαλλήλους. Με τον τρόπο αυτό δόθηκε τέλος στη βραχύβια γαλλοκρατία της περιοχής. Παράλληλα, υπό την καθοδήγηση του μεθοδικού νέου διοικητή Χαρίσιου Βαμβακά, ξεκίνησαν οι εντατικές εργασίες θεσμικής, διοικητικής και λειτουργικής ενσωμάτωσης της Δυτικής Θράκης στον ελληνικό εθνικό κορμό.

Η νέα διοίκηση δεν αντιμετώπισε σοβαρές αντιδράσεις από τον τοπικό πληθυσμό καθώς η πλειονότητα του μουσουλμανικού στοιχείου της Δυτικής Θράκης αποδέχθηκε τη νέα τάξη πραγμάτων, που στην ουσία απομάκρυνε οριστικά τον κίνδυνο επαναφοράς της επώδυνης και καταπιεστικής για αυτούς βουλγαρικής κατοχής. Επιπλέον, η συντηρητική πλειοψηφία του μουσουλμανικού πληθυσμού παρέμενε προσηλωμένη στις θρησκευτικές παραδόσεις και έβλεπε με μεγάλη καχυποψία, αν όχι εχθρότητα, την επικράτηση της εθνικιστικής κοσμικής ιδεολογίας στην Τουρκία, αρχικά με τη μορφή του νεοτουρκικού κομιτάτου και στη συνέχεια με εκείνη του κεμαλικού σεκουλαρισμού. Εχοντας συσπειρωθεί γύρω από τις μουφτείες, η θρησκευτική μερίδα των τουρκογενών, Πομάκων και Κιρκάσιων Δυτικοθρακιωτών, γνωστών ως παλαιομουσουλμάνων, φαινόταν πρόθυμη να εμπιστευθεί την ελληνική διοίκηση η οποία υποσχόταν πλήρη ισοτιμία των πολιτών ανεξαρτήτως θρησκείας ή φυλής, στο πλαίσιο της ιδεολογίας της «μεγαλυνομένης Ελλάδας» που διακήρυττε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Παρίσι.

Τη μεγάλη μάζα των παλαιομουσουλμάνων κατάφερε να προσεταιρισθεί ο τουρκομαθής και γνώστης του ισλαμικού νόμου Χαρίσιος Βαμβακάς, ο οποίος υποσχέθηκε την ευνοϊκή ρύθμιση από την Ελλάδα των αρμοδιοτήτων του µουφτή, των ζητημάτων των ανώτατων θρησκευτικών λειτουργών (μουφτήδων, ιεροδίκων και ιεροδιδασκάλων) και της διαχείρισης των κοινοτικών ευαγών περιουσιών. Ορθά είχε εκτιμήσει τα αισθήματα του μουσουλμανικού στοιχείου ο Χαρίσιος Βαμβακάς, όταν λίγο πριν από την κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό, σε τηλεγράφημά του προς τον υπουργό Εξωτερικών Νικόλαο Πολίτη, εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι η κοινότητα αυτή θα δεχόταν την ελληνική διοίκηση με «ανακούφιση και ικανοποίηση» (8.5.1920).

Αλλωστε η εκλογή του Χαφούζ Σαλήχ Εφέντη (Hafız Salih Efendi) στην προεδρία της μουσουλμανικής κοινότητας Κομοτηνής αντικατόπτριζε το αισθήματα της πλειονότητας των Δυτικοθρακιωτών μουσουλμάνων. Ακραιφνής παλαιομουσουλμάνος και πολέμιος του νεοτουρκικού κομιτάτου, ο Χαφούζ Σαλήχ Εφέντη ίδρυσε το 1923 το σωματείο «Ενωσις Μουσουλμάνων της Ελλάδος» και διατέλεσε πρόεδρός του.

Ανεπιτυχής αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας

Αντιθέτως, το εθνικιστικό νεοτουρκικό κομιτάτο αντέδρασε αρνητικά στην κατάληψη της Δυτικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό και, σε συνεργασία με το αντίστοιχο βουλγαρικό, προχώρησε στις 27 Μαΐου στην κήρυξη αυτονομίας με τη δημιουργία προσωρινής κυβέρνησης που είχε έδρα τον παραμεθόριο οικισμό της Οργάνης, στον ορεινό όγκο της Ροδόπης. Αυτή όμως ήταν μια κίνηση απελπισίας χωρίς καμία δυνατότητα επιτυχίας, αφού ο τοπικός μουσουλμανικός πληθυσμός δεν επιθυμούσε νέες πολεμικές περιπέτειες και γνώριζε ότι δεν υπήρχε προοπτική ανατροπής της υφιστάμενης κατάστασης.

Πομάκοι παρελαύνουν με ελληνικές σημαίες. Μετά τον Μάιο του 1920, πολλοί Πομάκοι από τη Βουλγαρία μετακινήθηκαν προς την ορεινή Ξάνθη

Αλλωστε το κίνημα της Οργάνης δεν είχε την εξωτερική υποστήριξη των κυβερνήσεων του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη και της Σόφιας, ενώ υπήρχαν και ενδογενείς εσωτερικές υφέρπουσες αντιπαλότητες, καθώς Βούλγαροι και Τούρκοι εθνικιστές έβλεπαν την αυτονομία ως ένα προσωρινό μεταβατικό στάδιο και ως προθάλαμο για τη ένωση της Δυτικής Θράκης με τις αντίστοιχες μητέρες πατρίδες. Αξιολογώντας τα τοπικά δεδομένα και τα αδιέξοδα του κινήματος της Οργάνης, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να μην αντιδράσει καν, αφήνοντας το θνησιγενές αυτό εγχείρημα να εκπέσει εξ ιδίων. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όταν οι πρωταγωνιστές του νεοτουρκικού κομιτάτου στη Δυτική Θράκη αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την περιοχή, δεν μετέβησαν στην Οργάνη αλλά προτίμησαν να διαφύγουν είτε στη Βουλγαρία είτε στην Κωνσταντινούπολη. Η αποκαλούμενη «νεωτεριστική» φιλοκεμαλική εθνικιστική παράταξη που απέμεινε στη Δυτική Θράκη μετά το 1920 είχε συγκεντρωθεί κυρίως στην πόλη και στον κάμπο της Ξάνθης, χωρίς όμως σημαντική επιρροή στη μάζα του μουσουλμανικού πληθυσμού. Αντιθέτως, το πομακικό στοιχείο τάχθηκε εξαρχής υπέρ της συνεργασίας με την ελληνική πολιτεία και μετά τις 14 Μαΐου παρατηρήθηκε μετακίνηση Πομάκων από τη Βουλγαρία προς τα πομακοχώρια της ορεινής Ξάνθης. Με την επικράτηση των παλαιομουσουλμάνων και τη φυγή της εθνικιστικής παράταξης, το λάβαρο του τουρκικού εθνικισμού στη Δυτική Θράκη έμελλε να παραλάβει σταδιακά το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής εκμεταλλευόμενο την ανοχή και αδιαφορία που συχνά επέδειξε η ελληνική πολιτεία.

Τελικά, η διεθνής νομιμοποίηση της ελληνικής στρατιωτικής και διοικητικής παρουσίας στη Δυτική Θράκη επιτεύχθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920 που παραχώρησε το σύνολο της Θράκης στην Ελλάδα. Ειδικότερα για τη Δυτική Θράκη, η συνθήκη μεταβίβαζε στην Ελλάδα τα δικαιώματα που η Βουλγαρία είχε εκχωρήσει στους Συμμάχους με τη Συνθήκη του Νεϊγί τον Νοέμβριο 1919.

Ο Αλέξης Αλεξανδρής είναι πρέσβης ε.τ., Μέγας Ρήτωρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Πηγή: Η Καθημερινή