Skip to main content

Ηταν το 1922

Μια ευσύνοπτη εξιστόρηση της Μικρασιατικής Καταστροφής, των όσων προηγήθηκαν και των όσων ακολούθησαν

Ιάκωβος Μιχαηλίδης
Μικρασιατική Καταστροφή

Εκδόσεις Παπαδόπουλος, σειρά «Μικρές Εισαγωγές», Νο 15, 2018
σελ. 112, τιμή 10,99 ευρώΤο θέμα αυτής της «Μικρής Εισαγωγής» δεν συγκρίνεται σε όγκο με τη βιβλιογραφία του 1821 ή για τον εμφύλιο πόλεμο του 1946-49, και όμως είναι δυνατό να θεωρήσουμε ότι δεν απασχόλησε το μυαλό και τη σκέψη των Ελλήνων εξίσου; Γιατί άραγε δεν έχουμε πλειάδα αναπλάσεων των γεγονότων και των λόγων που οδήγησαν στο 1922; Ισως, όπως ο ίδιος ο Μιχαηλίδης εξομολογείται, οι επίδοξοι συγγραφείς δεν βρήκαν το θάρρος ή δεν είχαν την ωριμότητα να αναλάβουν ένα τόσο φορτισμένο εγχείρημα.

Σωστά ο Μιχαηλίδης πιάνει το νήμα από το δείπνο που παρέθεσε το Foreign Office στις 10 Νοεμβρίου 1912 για να γιορτάσει την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό Στρατό. Οπως διηγείται ο νεαρός τότε πρόξενος στο Λονδίνο Τζον Σταυρίδης, επιστήθιος του Βενιζέλου, η πρόποση του λαμπρού υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης Ασκουιθ, Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ, ήταν ένας ύμνος για τους Ελληνες και ένας κόλαφος κατά των Οθωμανών. Η κατοπινή συμμαχία Ελλήνων και Βρετανών διαμορφωνόταν κιόλας. (Η πληροφορία προέρχεται από το προσωπικό ημερολόγιο του Σταυρίδη που βρήκε και χρησιμοποίησε ο Michael Llewellyn Smith στο σημαντικό του έργο Το όραμα της Ιωνίας, ΜΙΕΤ, 2002.)

Ξαναβρίσκουμε τον Βενιζέλο επικεφαλής μιας πολυμελούς ελληνικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο της Ειρήνης του Παρισιού, τον Ιανουάριο του 1919. Ο Γούντροου Ουίλσον, πρόεδρος των ΗΠΑ, ήταν μαγεμένος από τον έλληνα πρωθυπουργό ενώ, από την πλευρά του, και ο Λόιντ Τζορτζ τον θεωρούσε τον μεγαλύτερο πολιτικό Ελληνα από την εποχή του Περικλή.
Στα τέλη Απριλίου έφτασαν πληροφορίες για τις ιταλικές προσπάθειες να δημιουργήσουν στηρίγματα γύρω από τη Σμύρνη. Στις 12 Μαΐου το Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων αποφάσισε να αναθέσει στον Βενιζέλο εντολή (Mandate) για την κατάληψη της Σμύρνης και την τήρηση της τάξης εκεί. Παρά τις μεμψιμοιρίες κάποιων στο Foreign Office, η Ελλάδα είχε τους τρεις ηγέτες των νικητών με το μέρος της.
Ομως η εικόνα στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο λαμπρή. Ο θρίαμβος των βενιζελικών επέτρεψε στους πιο εκδικητικούς να τιμωρήσουν τους βασιλόφρονες για την πρόκληση του διχασμού. Αντί, δηλαδή, οι νικητές να επιδείξουν μεγαλοφροσύνη, επιδόθηκαν στην καταδίωξη των αντιπάλων.
Και ενώ οι Ελληνες στην Ελλάδα επιδόθηκαν στο αγαπημένο τους παιχνίδι της φαγωμάρας, στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ, που είχε διακριθεί στον Μεγάλο Πόλεμο, αποβιβαζόταν στη Σαμψούντα, με σουλτανική μεν εντολή να διαλύσει τις αντάρτικες ομάδες, αλλά δικά του σχέδια να οργανώσει την αντίσταση κατά των Συμμάχων και βέβαια των Ελλήνων.
Η ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Μικρά Ασία επεκτάθηκε για λόγους ασφάλειας το καλοκαίρι του 1920. Οι Ελληνες κατέλαβαν τη Φιλαδέλφεια, την Πέργαμο και την Προύσα, ενώ στην περιοχή της Θράκης την Αδριανούπολη (26 Ιουλίου). Στις Σέβρες ο Βενιζέλος βρέθηκε στο απόγειο της επιτυχίας του. Οι έλληνες όμως ψηφοφόροι είχαν βαρεθεί τους πολέμους. Στις εκλογές στις 1/14 Νοεμβρίου του 1920 ο Βενιζέλος ηττήθηκε και έφυγε από την Ελλάδα. Το δημοψήφισμα που ακολούθησε, για να επαναφέρει τον εξόριστο Κωνσταντίνο στον θρόνο, ήταν από τις πιο ανόητες επιλογές όσων το επινόησαν.
Το μικρό διάστημα που μεσολάβησε από τη δόξα έως την πτώση του Βενιζέλου άλλαξε την Ιστορία ριζικά. Ο Γιώργος Θεοτοκάς θα γράψει αργότερα στο μυθιστόρημά του Αργώ: «Αν η επιβίωση και η ευημερία ενός Εθνους είναι το πρώτιστο καθήκον μιας κυβέρνησης, οι αντιβενιζελικοί απέτυχαν παταγωδώς […] η αποτυχία τους ήταν προδιαγεγραμμένη, καθώς ήταν εσωτερικά διχασμένοι, πολιτικά ανεπαρκείς και διπλωματικά (ιδίως μετά το δημοψήφισμα) απομονωμένοι».
Η δύναμη της Στρατιάς
Εως τα τέλη της άνοιξης του 1921 η δύναμη της Στρατιάς Μικράς Ασίας είχε φτάσει τις διακόσιες χιλιάδες και βρισκόταν υπό τις διαταγές του στρατηγού Αναστάσιου Παπούλα. Η εκστρατεία πέραν του Σαγγαρίου και της Αλμυράς Ερήμου έφθασε και τις δύο πλευρές στα όρια της αντοχής τους. Ομως πρώτοι κάμφθηκαν οι Ελληνες με τέσσερις χιλιάδες νεκρούς και δεκαεννιά χιλιάδες τραυματίες. Ο Κεμάλ έγινε δεκτός στην Αγκυρα ως θριαμβευτής.
Στο μεταξύ, ο πρωθυπουργός Γούναρης αντιλαμβανόταν ότι δεν μπορούσε πια να κρατηθεί η Μικρά Ασία, αλλά δεν διέθετε το κουράγιο να πραγματοποιήσει αυτή την πολιτική. Στις προσπάθειές του να πείσει τους παλιούς εχθρούς του, τους Γάλλους, να σταματήσουν τη βοήθειά τους στον Κεμάλ, συνάντησε παντού την άρνηση. Στις 26 Αυγούστου του 1922 ο ηγέτης των Τούρκων διέταξε γενική επίθεση. Και ενώ ο στρατηγός Νικόλαος Τρικούπης διοριζόταν διοικητής στη θέση του Γεωργίου Χατζηανέστη, συλλαμβανόταν αιχμάλωτος από τους Τούρκους. Μεσολάβησαν μόνο δεκατέσσερις μέρες ώσπου να φθάσουν οι τουρκικές δυνάμεις στη Σμύρνη. Εκτοτε τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης γέμισαν φρικαλεότητες που καθημερινά ζούσαν οι παγιδευμένοι έλληνες Μικρασιάτες. Η περιγραφή της Marjorie Housepian Dobkin (Σμύρνη 1922, 1998) που βρέθηκε στη μικρασιατική πόλη τις ημέρες της καταστροφής εξακολουθεί να είναι σημείο αναφοράς για ό,τι γράφτηκε μετά.
Σπουδαίες πράξεις ανθρωπισμού σημειώθηκαν από τον αμερικανό πάστορα Εϊσα Τζένιγκς, που έσωσε με πρωτοβουλία του όσους Ελληνες είχαν εγκαταλειφθεί στην παραλία της Σμύρνης. Κανείς δεν τον μνημονεύει, εκτός από την εξαιρετική διήγηση του Ιάκωβου Μιχαηλίδη. Λόγος γίνεται ακόμα για τον μεγαλέμπορο όπλων Βασίλη Ζαχάρωφ, που δαπάνησε τεράστια ποσά για να στηρίξει την ελληνική εκστρατεία.
Ο κ. Θάνος Βερέμης είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ.
Πηγή: Το Βήμα

Φωτογραφικό Οδοιπορικό σε μια Νοσταλγική Ελλάδα

Φωτογραφικό Οδοιπορικό σε μια Νοσταλγική Ελλάδα

Ο Θεμιστοκλής Μεταξάς (1910-2002) δεν ήταν επαγγελματίας φωτογράφος. Ούτε καλλιτέχνης. Ως μηχανικός, είχε κυριολεκτικά οργώσει την Ελλάδα από τα προπολεμικά χρόνια. Μια χώρα, την οποία υπεραγαπούσε. Ενδεικτικό, άλλωστε, είναι το γεγονός ό,τι για πρώτη φορά στη ζωή του ταξίδεψε εκτός ελληνικών συνόρων μετά από τη Μεταπολίτευση, ενώ είχε συμπληρώσει τα εξήντα του χρόνια. Το έπραξε όχι από κάποια ανάγκη, αλλά για να πάψουν να του προσάπτουν πως η αγάπη του για τον τόπο υπαγορευόταν από παντελή έλλειψη μέτρου σύγκρισης. Έκτοτε, απέκτησε αυτό το μέτρο σύγκρισης. Αποτέλεσμα ήταν να ενδυναμώσει ακόμα περισσότερο μέσα του η αγάπη και η εκτίμηση που έτρεφε για την Ελλάδα. Μια Ελλάδα, τη γοητεία της οποίας εισέπραττε με τον δικό του, υποκειμενικό, τρόπο, επιστρατεύοντας τον φωτογραφικό φακό. Το έπραξε για τον εαυτό του και τους ανθρώπους του στενού του περιβάλλοντος. Οι φωτογραφίες του βλέπουν για πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας με την ευκαιρία του παρόντος αφιερώματος.Η επιλογή των θεμάτων, η διακριτικότητα του φωτογράφου, που γνωρίζει καλά το αντικείμενο φροντίζοντας, ωστόσο, να αφήσει την εικόνα να μιλήσει από μόνη της, το μαυρόασπρο χρώμα, σφυρηλατούν μια δική τους αισθητική, η οποία, σε συνδυασμό με εκείνη της μεσοπολεμικής και μεταπολεμικής εποχής, αναδεικνύουν ανάγλυφα μια όμορφη και νοσταλγική Ελλάδα, που εμείς οι μεγαλύτεροι, που είχαμε την τύχη να τη γνωρίσουμε, φυλάμε ευλαβικά μέσα στην ψυχή μας.

Αθήνα, δεκαετία του ’60

Χαλκίδα, 1963

Πελοπόννησος

Βάσσες 1970
Βάσσες 1970
Ανδρίτσαινα 1970
Δημητσάνα 1969
Δημητσάνα 1969
Μεθώνη 1960
Μεθώνη 1960
Μεθώνη 1960

Κρήτη

Χανιά 1960
Χανιά 1960
Χανιά 1960
Χανιά 1960
Χανιά 1960


 

Θεμιστοκλής Μεταξάς
Κάνδανος, 1962
Κάνδανος, 1962
Αρκάδι, 1962
Αρκάδι, 1962

Αίγινα, Πάσχα 1959

Λαύριο, 1972

Μετέωρα, δεκαετία του ΄60

Καστοριά, 1973

 

Όσιος Λουκάς, 1980

Η Μαρία Κάλλας αιφνιδιάζεται στο καμαρίνι της

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση: Δημήτρης Μητσόπουλος

© φωτογραφιών: Γιάννης Μουρέλος 2018

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Ειδικό Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Ο εξωπραγματικός πολεμικός σχεδιασμός των ετών 1939-1940. Αφιέρωμα του περιοδικού “GUERRES MONDIALES ET CONFLITS CONTEMPORAINS” που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια Γιάννη Μουρέλου

Drôle de guerre”, “Phony War”, “Sitzkrieg”, τρεις διαφορετικοί όροι που αποδίδουν το ίδιο νόημα. Την εννιάμηνη επιχειρησιακή απραξία στο δυτικό μέτωπο, στο χρονικό διάστημα από την ολοκλήρωση της γερμανικής εκστρατείας στην Πολωνία έως την έναρξη της, γερμανικής πάντοτε, εισβολής στο Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία (τέλη Σεπτεμβρίου 1939 – αρχές Μαίου 1940). Αν όμως η αδράνεια υπήρξε το κύριο διακριτικό γνώρισμα κατά μήκος της γαλλογερμανικής μεθορίου, την ίδια εποχή ο πόλεμος μαίνεται στη θάλασσα και στην περιφέρεια (νότιος Ατλαντικός, Σκανδιναβία). Οι κυριότερες εκφάνσεις του φαινομένου είναι η ναυμαχία του Ρίβερ Πλέϊτ στα ανοικτά των ακτών της Ουρουγουάης, ο ρωσοφινλανδικός πόλεμος (γνωστός με την προσωνυμία “χειμερινός”) σε μια εποχή όπου η ΕΣΣΔ είχε συνταχθεί με τις χώρες του Άξονα, τέλος, η γερμανική εισβολή στη Δανία και στη Νορβηγία. Άνετα θρονιασμένα σε αυτή την κατάσταση απραξίας στο κυρίως μέτωπο, τα διάφορα επιτελεία αναλώνονται σε απανωτές ασκήσεις επί χάρτου, σχεδιάζοντας φανταστικές επιχειρήσεις στην περιφέρεια, ικανές να καταφέρουν το αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο και τερματίζοντας έτσι νικηφόρα τον πόλεμο προτού καλά-καλά αυτός προλάβει να ξεκινήσει. Πρόκειται για σχέδια εξωπραγματικά, τα οποία ουδέποτε μπόρεσαν να υλοποιηθούν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και παρά ταύτα δίχως επιτυχία. Αποκαλύπτουν, όμως, την ψυχολογία και τον τρόπο σκέψης και λειτουργίας εκείνων που τα εκπονούν, εξηγώντας, τρόπον τινα, και την μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων. Στην ανάλυση και αξιολόγηση των παραπάνω σχεδίων είναι αφιερωμένο το τεύχος του περιοδικού Guerres mondiales et Conflits contemporains (πρώην Revue dHistoire de la Deuxième Guerre mondiale) των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων της Γαλλίας (Presses Universitaires de France), που μόλις κυκλοφόρησε με επιμέλεια του Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας του ΑΠΘ και μέλους της επιστημονικής επιτροπής του περιοδικού, Γιάννη Μουρέλου. Συμμετέχουν με κείμενο η Ομότιμη Καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου 3 του Παρισιού Sorbonne-Nouvelle,  Élisabeth du Réau, συγγραφέας μιας υποδειγματικής βιογραφίας του τότε πρωθυπουργού της Γαλλίας Édouard Daladier, με ένα άρθρο, πραγματικό ψυχογράφημα των κυριοτέρων εκπροσώπων της γαλλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Η συμβολή του Louis Clerc, Καθηγητή Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Turku της Φινλανδίας και συγγραφέα, πρόσφατα, μιας εξαντλητικής μελέτης σχετικά με τον ρωσοφινλανδικό πόλεμο, αναφέρεται στον γαλλικό σχεδιασμό παρέμβασης στο πλευρό της Φινλανδίας (επιχείρηση Petsamo), o οποίος ουδέποτε υλοποιήθηκε, καθώς και στην, πραγματική τη φορά αυτή αλλά ετεροχρονισμένη συμμαχική επιχείρηση στη Νορβηγία τον Απρίλιο του 1940, με αποκορύφωμα το επεισόδιο του Narvik. Ο Sylvain Champonnois, δρ. Ιστορίας και αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, αναλύει το γαλλοβρετανικό σχέδιο αεροπορικών βομβαρδισμών σε βάρος των σοβιετικών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων του Καυκάσου, το οποίο παρέμεινε στα χαρτιά λόγω έλλειψης διαθέσιμων μέσων. Το ίδιο ισχύει και για την προοπτική αναβίωσης του Μακεδονικού μετώπου της περιόδου του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, που πραγματεύεται το κείμενο του Γιάννη Μουρέλου. Κλείνοντας, πρέπει να επισημανθεί, πως από το ειδικό αυτό αφιέρωμα απουσιάζει ο γερμανικός αντίλογος. Σχέδια, εξίσου εξωπραγματικά, εκπονήθηκαν και από την πλευρά εκείνη (επιχείρηση Felix κατά του Γιβραλτάρ δια μέσου της ισπανικής ενδοχώρας, σκέψεις για καταφορά πλήγματος σε βάρος των γαλλικών κτήσεων της βορείου Αφρικής). Ακόμα και τα σχέδια Weserübung (κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας) και Fall Gelb (επίθεση κατά της Γαλλίας) διακατέχονται από σημαντικό βαθμό προχειρότητας και αυτοσχεδιασμού. Υπερτερούν, ωστόσο, των υπολοίπων στο βαθμό που δέησαν να γνωρίσουν το φως της ημέρας με τη συνδρομή, είναι αλήθεια, της τύχης, η οποία σε παρόμοιες περιπτώσεις, ευνοεί τους τολμηρούς.

https://www.cairn.info/revue-guerres-mondiales-et-conflits-contemporains-2018-1.htm

Ιάκωβος Μιχαηλίδης: Η Μικρασιατική Καταστροφή και ο νέος διχασμός

H​​ταν βράδυ της 7ης Δεκεμβρίου του 1920. Στο κέντρο της Αθήνας πλήθος κόσμου έψαλλε το Χριστός Ανέστη μπροστά από τα Ανάκτορα. Σύμφωνα με την αφήγηση της Πηνελόπης Δέλτα, «στρατιώτες χόρευαν σε κύκλο, γυναίκες ξεσκούφωτες έπιαναν το χορό, τραγουδούσαν όλοι, σφύριζαν, φώναζαν, ζητωκραύγαζαν σα μεθυσμένοι, και σαν τρελοί. Μια γυναίκα όρθια τραγουδούσε το “Γιο του Αετού”. Αλλη στο αυτοκίνητο πεσμένη στην αγκαλιά του αυτοκινητά έλεγε μισολιγωμένη: “Ετσι θέλαμε. Ετσι θέλαμε” (…) Δέκα, δώδεκα κορίτσια πήγαιναν τραγουδώντας με ξεφωνητά και ξετσίπωτα γέλια και λυγίσματα. “Το Βενιζέλο στείλαμε στο διάβολο πεσκέσι”. Και όλοι μαζί φώναζαν, ο δρόμος ολόκληρος σφύριζε, ζητωκραύγαζε, ξελαρυγγίζουνταν, τ’ αυτοκίνητα τρομπετάριζαν, τα τραμ κουδούνιζαν με ρυθμό. “Ετσι θέλαμε, τον εφέραμε”». Μόλις είχε επιστρέψει θριαμβευτικά στην Αθήνα, ύστερα από περίπου τριάμισι χρόνια, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, μετά τη διενέργεια σχετικού δημοψηφίσματος.

Ηταν πικρή εκείνη η χρονιά του 1920. Και ας είχε συνδεθεί με τον θρίαμβο στις Σέβρες, όπου η υπογραφή της ομώνυμης συνθήκης ήρθε να επικυρώσει το όνειρο της Μεγάλης Ελλάδας των «δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Οι ψύχραιμοι παρατηρητές γνώριζαν ότι πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα, τις σάρκες του έθνους κατέτρωγε το σαράκι του Εθνικού Διχασμού, που ήδη από το 1915 είχε μολύνει το σώμα αλλά κυρίως το πνεύμα και την ψυχή του έθνους. Τα Νοεμβριανά του 1916, η βενιζελική τρομοκρατία της περιόδου 1917-1920, η απόπειρα εναντίον του Ελευθέριου Βενιζέλου στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών στο Παρίσι, η δολοφονία του Ιωνα Δραγούμη λίγες ημέρες αργότερα υπήρξαν ενέργειες που διέρρηξαν ανεπανόρθωτα την εθνική ομοψυχία, το κλίμα ευφορίας και εθνικής ανάτασης των Βαλκανικών Πολέμων.

Αλλά το έθνος δεν είχε την πολυτέλεια της εσωτερικής διαίρεσης και του διχασμού. Την ίδια στιγμή που στην Αθήνα Βενιζελικοί και Κωνσταντινικοί αλληλοϋπονομεύονταν, χιλιάδες παιδιά του πότιζαν με το αίμα τους τις στέπες της Ανατολίας, πιστά στα ιδανικά της εθνικής ενότητας. Πόσο παράλογος και ολέθριος υπήρξε, αλήθεια, εκείνος ο συνδυασμός της ανάληψης της μεγαλύτερης επιθετικής πολεμικής επιχείρησης από συστάσεως του ελληνικού κράτους μέσω της Στρατιάς Μικράς Ασίας, από τη μία, και της εμφύλιας σύρραξης, από την άλλη.

Παρόλο που όλοι έδειχναν να το γνωρίζουν, εν τούτοις στάθηκαν μοιραίοι και ανίκανοι να το αποτρέψουν. Το γνώριζε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν δύο ημέρες μετά τις μοιραίες εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920, στο σπίτι του Εμμανουήλ Μπενάκη, δήλωσε προφητικά στην εμβρόντητη Πηνελόπη Δέλτα, που προσπαθούσε να τον παρηγορήσει: «Σ’ έξι μήνες, κυρία μου, θα έχουν συντελεστεί τέτοιες καταστροφές που καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν θα μπορεί πια να τις συγκρατήσει». Το γνώριζαν και οι αντιβενιζελικοί, που ανέλαβαν ύστερα από αυτόν την εξουσία και μεθυσμένοι από τις δάφνες του Κρητικού πολιτικού επιδίωκαν να τον ξεπεράσουν σε κάτι που πιθανόν δεν αντιλαμβάνονταν αλλά πάντως σίγουρα δεν ήλεγχαν.

Και το μοιραίο ήρθε, ο λογαριασμός πληρώθηκε στο ακέραιο. Στην προκυμαία της Σμύρνης, στις πόλεις και στα χωριά της Ανατολίας. Εκεί όπου το έθνος συνάντησε το πεπρωμένο του, εξουθενωμένο οικονομικά και σωματικά, διχασμένο πολιτικά, διπλωματικά απομονωμένο. Ο λογαριασμός πληρώθηκε στο ακέραιο δίχως να ξεχωρίζει αποδέκτες, Βενιζελικούς ή Κωνσταντινικούς. Πληρώθηκε από δικαίους και αδίκους, κυρίως από τους πρώτους, τους απλούς Ελληνες της Ανατολής που πίστεψαν στο όνειρο της ένωσης με τη μητέρα Ελλάδα και τους φαντάρους που μάταια προσδοκούσαν την απόλυση.

Στους δύο αιώνες ελληνικής Παλιγγενεσίας, που θα γιορτάσουμε σύντομα, συχνές υπήρξαν οι περίοδοι διχαστικών επιλογών, επενδυμένων με λαϊκίστικες φαντασιώσεις, μισαλλόδοξη συνθηματολογία, προσπάθεια χυδαίας χειραγώγησης και κατακερματισμού του έθνους, ένθεν κακείθεν. Οι επιπτώσεις όμως τέτοιων επιλογών ποτέ δεν αφορούσαν μόνο τους εμπνευστές τους. Υπήρξαν κοινές και επηρέασαν όλους μας, παρέσυραν όλους μας στις σκοτεινές και καταστροφικές ατραπούς τους.

Γράφω αυτό το σημείωμα σε μια εποχή που ο διχασμός ξανά οξύνεται, με αφορμή την οικονομική κρίση που εξακολουθεί να σαρώνει τον τόπο μας. Ο νέος αυτός διχασμός εξελίσσεται σε καρκίνωμα, εν τέλει σε πνευματική υστέρηση. Aκόμη ηχεί στ’ αυτιά μου η απάντηση του Ιωάννη Μεταξά στον Δημήτριο Γούναρη και στον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, όταν στις αρχές του 1921 τον συνάντησαν προκειμένου να του ζητήσουν να αναλάβει την αρχιστρατηγία της μικρασιατικής επιχείρησης: «Εις το κάτω-κάτω εάν μόνον διά του Βενιζέλου θα ήτο δυνατόν να σωθή η Ελλάς, ας έλθη ο Βενιζέλος. Πρέπει να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον, διά να μη έλθη ο Βενιζέλος;».

Διαχρονικό και συμβολικό το ερώτημα. Θα άξιζε, πιστεύω, τον κόπο να το απαντήσουμε όλοι μας. Αραγε διδαχθήκαμε τίποτε από την περιπέτεια της Μικρασίας;

* Ο κ. Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Πηγή: Η Καθημερινή

Πατηρ Γεώργιος Μεταλληνός: Το ’21 και οι Συντελεστές του

Πατήρ Γεώργιος Μεταλληνός

Το ’21 και οι Συντελεστές του

Ένα από τα φοβερότερα ανοσιουργήματα στο χώρο της Ιστορίας -αυτόχρημα αναιρετικό της ιστορικής επιστήμης- είναι η ιδεολογική ερμηνεία και χρήση των ιστορικών δεδομένων. Τότε ο Ιστορικός δεν κάνει επιστήμη (απροκατάληπτη δηλαδή και ελεύθερη έρευνα), αλλά πολιτική. Ένα δε από τα ιστορικά γεγονότα, πρωταρχικής για τον Ελληνισμό σημασίας, που δεινοπαθεί ιδιαίτερα από την ιδεολογικοποιημένη ιστορία, είναι το 1821, η Μεγάλη Επανάσταση του Ελληνικού Γένους/Έθνους και ο αληθινός χαρακτήρας της. Το ’21 σηματοδοτεί την αρχή του Ελληνικού Κράτους και γι’ αυτό όλες oι ιδεολογίες ζητούν να το παρουσιάσουν ως δικό τους, να σφετερισθούν τη δόξα του.

Μία ομάδα ερευνητών προσεγγίζουν το ’21 με ένα πνεύμα αμφισβητήσεως και διάθεση απορριπτική για κοινωνικές ομάδες, που καταλέγονται στους συντελεστές του. Γι’ αυτούς το ’21 είναι «σημείον αντιλεγόμενον (Λουκ. 2,34) και ζητούν την απομύθευσή του, στα πλαίσια του γνωστού αιτήματος «να ξαναγραφεί η ιστορία». Διατυπώθηκαν μάλιστα θέσεις, που επαναλαμβάνονται αυτούσιες από τους συνεχιστές τους, ιδιαίτερα στο χώρο της παιδείας και της ανεύθυνης (υπάρχει και τέτοια) δημοσιογραφίας.

Κυρίως πολεμείται η θέση του «ανωτέρου» (λεγομένου) Κλήρου(1) στον Αγώνα και αμφισβητείται γενικότερα ο ρόλος του Ράσου σ’ αυτόν. Επισημαίνονται προδοσίες, χαρακτηρίζονται… προδότες, ελέγχονται συμπεριφορές, αμφισβητείται η προσφορά.

Τα «επιχειρήματα» όμως περιορίζονται συνήθως σε ωραιολογίες και ανέρειστες γενικεύσεις η γλωσσικά πυροτεχνήματα χωρίς τεκμηρίωση. Η ιδεολογικοποιημένη αυτή «ιστορική ερμηνεία» αναπαράγεται, συνεχώς, και παρασύρει τους αδύνατους και ανίκανους να επιχειρήσουν αυτοδιαπιστώσεις. Ιδιαίτερα δε στο χώρο της παιδείας το θύμα παρόμοιων ιδεολογημάτων είναι η Νεολαία, που οδηγείται στην αμφισβήτηση και την άρνηση, πριν ακόμη γνωρίσει την ιστορική αλήθεια.

Ανταποκρινόμενος στην παράκληση των οργανωτών αυτής της πανηγυρικής συνάξεως, θα προσπαθήσω να απαντήσω στα ερωτήματα:

Ποια η συμβολή του Κλήρου στον Αγώνα;

Ωφέλησε η έβλαψε το Γένος;

Ποια η συμμετοχή του γενικότερα στην ανάσταση του Γένους;

Στάθηκε στο πλευρό του η αδιαφόρησε;

Μπορούμε να μιλούμε για αντίδραση η αδιαφορία;

Θα προσεγγίσουμε τα ερωτήματα αυτά μέσα από τις ιστορικές μαρτυρίες, ελέγχοντας τη στάση του Κλήρου κατά την πορεία προς τον Αγώνα και κατά τη διεξαγωγή του. Σκοπός μας δεν είναι μία (ανώφελη και προκλητική) απολογητική υπέρ του Κλήρου -τότε θα ίσχυε το αρχαίο: «το τας ιδίας ευεργεσίας υπομιμνήσκειν τινί ίδιον τω υβρίζειν»- αλλά η αντικειμενική, κατά το δυνατόν, ερμηνεία.

  1. Το δiλημμα «συνύπαρξη ή αντίσταση» και η δυναμική του (2).

Μετά την άλωση (1453) το Γένος ολόκληρο διχάσθηκε στη στάση του απέναντι στον κατακτητή. Δύο τάσεις διαμορφώθηκαν: ο συμβιβασμός με τη νέα κατάσταση, κινούμενος ανάμεσα στη μοιρολατρία και την ελπίδα αποκαταστάσεως, ή η δυναμική αντίσταση με κάθε δυνατό μέσο. Την πρώτη τάση εκπροσωπούσαν oι αντιδυτικοί η ανθενωτικοί, ενώ τη δεύτερη oι ενωτικοί και φιλοδυτικοί. H διάσταση ενωτικών – ανθενωτικών προϋπήρχε φυσικά της αλώσεως, διότι oι δύο παρατάξεις διαμορφώθηκαν αμέσως μετά το τελικό σχίσμα Ανατολής – Δύσεως (1054). Η αντιλατινική – αντιφραγκική πλευρά ήταν η πολυπληθέστερη και ισχυρότερη, διότι την συντηρούσε η μόνιμη – απόδειξη το 1204 – φραγκική επιβουλή απέναντι στην Ορθόδοξη – Ρωμαίικη Ανατολή. Στους φιλοδυτικούς καταλέγονταν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί. Οi πρώτοι, διότι ταυτίζονταν στις θεωρητικές αναζητήσεις τους με τους δυτικούς διανοουμένους (ενδοκοσμική εσχατολογία), ενώ οι δεύτεροι και διά λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία βοήθειας). Με την αλληλοπεριχώρηση θεολογίας και πολιτικής, βασικό γνώρισμα της Ρωμανίας («Βυζαντίου»), η σύγκρουση των δύο παρατάξεων δεν έμεινε στο θεωρητικό επίπεδο, αλλ’ επηρέασε όλο το φάσμα της ζωής.

Συνείδηση των ανθενωτικών ήταν, ότι την Ορθόδοξη – Ρωμαίικη ταυτότητα (που για το Γένος ήταν και εθνική) δεν την απειλούσαν τόσο oι Οθωμανοί, όσο oι Φράγκοι. Η πίστη, όχι ως θρησκευτική ιδεολογία, αλλ’ ως θεραπευτική της υπάρξεως και μέθοδος θεώσεως – σωτηρίας, θα έχει πάντοτε στην ησυχαστική παράδοση και τα επηρεαζόμενα απ’ αυτήν πλατειά λαικά στρώματα πρωταρχική σημασία.

Αυτή τη συνείδηση κωδικοποιεί και επαναδιατυπώνει τον 18ο αιώνα ο μεγάλος απόστολος του δούλου Γένους, ο άγιος Κοσμάς Αιτωλός: «Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνον ήφερε τον Τούρκον, μέσαθεν από την Κόκκινην Μηλιάν και του το εχάρισε; Ηξερεν ο Θεός, πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και (=ενώ) ο Τούρκος δεν μας βλάπτει. Άσπρα (=χρήματα) δωσ’ του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και διά να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου, και τον έχει o Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη…»(3).

Ο άγιος Κοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους δυτικόφρονες – ενωτικούς, χωρίς μάλιστα να μπορεί να κατηγορηθεί ως εχθρός του Λαού η σκοταδιστής. Μόνο όσοι έχουν εμπειρία της ησυχαστικής παραδόσεως, που διασώζεται στις λαϊκές πρακτικές, μπορούν να κατανοήσουν τη δυναμική της πίστεως μέχρι τον 19ο αιώνα(4). Αντίθετα οι φιλενωτικοί ήσαν πάντα πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της πίστεως (δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που προσχώρησαν στον παπισμό), διότι τα κριτήριά τους ήταν προπάντων ενδοκοσμικά και καιρικά. Οι δεύτεροι έριχναν το βάρος στην εξωτερική ελευθερία. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να λεχθεί, ότι μολονότι η πρώτη τάση διέσωσε την ταυτότητα του Γένους, η δεύτερη το κράτησε σε μόνιμο επαναστατικό βρασμό. Η αντίθεσή τους, χωρίς να γίνεται από τότε αισθητό, λειτούργησε ως σύνθεση. Βέβαια, κατά τον γνωστό ιστορικό Στήβεν Ράνσιμαν, οι ανθενωτικοί δικαιώθηκαν, διότι μ’ αυτούς «διατηρήθηκε η ακεραιότητα της Εκκλησίας και με αυτήν και η ακεραιότητα του Ελληνικού λαού»(5).

Η πολιτική της συνυπάρξεως εκφραζόταν ως πολιτική κατευνασμού του κατακτητή και περιορισμένης συνεργασίας και την εγκαινίασε, κατ’ ανάγκην, ο πρώτος Γενάρχης, οικουμενικός Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος (1454). Η στάση αυτή στόχευε στην περίσωση των δυνάμεων, που είχαν μείνει στο Γένος. Βέβαια, από το φρόνημα των προσώπων εξηρτάτο η φύση και η έκταση που θα έπαιρνε αυτή η «συνεργασία». Η στάση αυτή όμως δικαιωνόταν ιστορικά, διότι είχε εφαρμοσθεί ήδη από την αραβοκρατία (7ος αι.), άρα υπήρχε μακρά πείρα, και θεμελιωνόταν θεολογικά στο γνωστό παύλειο χωρίο της Προς Ρωμαίους (13,1: «Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερεχούσαις υποτασσέσθω. Ου γαρ εστι εξουσία, ειμή από Θεού…»), σε συνδυασμό βέβαια με το επίσης αποστολικό: «πειθαρχείν δεί Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» (Πραξ. 5, 29). Η υπακοή στα τυραννικά καθεστώτα, όχι στους τυράννους, έχει όρια («εν οις εντολή του Θεού μη εμποδίζηται», κατά τον Μ. Βασίλειο, P.G. 31, 860) και δεν νοείται ορθόδοξα ως «ταύτιση», αλλά ως μέτρο καιρικό, όταν δεν υπάρχει άλλη (χριστιανικά δικαιωμένη) επιλογή.

Βέβαια, στο σημείo αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο λόγος εδώ αφορά στο Ράσο στο σύνολό του και όχι σε κάποια προσωπική επιλογή. Η Εκκλησία, σε κάθε εποχή, έχει την αποστολή της Μάνας. Να προφυλάσσει και να σώζει το ποίμνιό της. Κάθε δυναμική στάση, που θα οδηγούσε σε αποτυχία και καταστροφή, θα καταλογιζόταν πάντα εναντίον της,(6). Η ανοχή και διαλλακτικότητα του Κλήρου δεν μπορεί να ερμηνεύεται συλλογικά ως ένοχος συμβιβασμός και εθελοδουλία, παρά μόνο στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες διακριβώνεται εσωτερική ταύτιση με τον κατακτητή. Αλλά τέτοιες περιπτώσεις ελεγχόμενης διαγωγής Κληρικών, υπήρξαν σπανιότατες. Τα εκκλησιαστικά κείμενα, ιδιαίτερα δε τα Πατριαρχικά, έχουν πάντα ανάγκη αποκρυπτογραφήσεως. Διότι σκοπός τους ήταν να παραπλανήσουν την Πύλη. Το Πατριαρχείο ως Εθναρχία, έπρεπε να φαίνεται πάντα άψογο απέναντι στην Πύλη, ανεξάρτητα από τις πραγματικές του διαθέσεις. Οι συχνές θανατικές εκτελέσεις Πατριαρχών και Μητροπολιτών αποδεικνύουν, πόσο μικρή ήταν η εμπιστοσύνη της Πύλης απέναντί τους και, συνεπώς, την ορθότητα της θέσεως αυτής.

Η πολιτική όμως της συνυπάρξεως είχε και μία δυναμική διάσταση. Την πίστη στη δυνατότητα βαθμιαίας υποκαταστάσεως των Οθωμανών στη διακυβέρνηση του Κράτους και τη δημιουργία ενός «Οθωμανικού Κράτους του Ελληνικού Έθνους». Κατά την άποψη αυτή η ανάσταση του Ρωμαίικου (της Ρωμανίας / «Βυζαντίου») θα ερχόταν χωρίς επανάσταση, αλλά με τη βαθμιαία διάβρωση του κράτους και την αθόρυβη μεταλλαγή του. Η επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) και η επικράτηση του εθνικιστικού φανατισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποσκοπούσε ακριβώς στην επίσχεση των Ρωμηών (και των Αρμενίων) στη συνεχώς αυξανόμενη συμμετοχή τους στον κρατικό μηχανισμό. Και αυτό δικαιώνει τη φαναριώτικη πολιτική. Η πολιτική αυτή της πρόσκαιρης «συνεργασίας» μπόρεσε να βελτιώσει τη θέση του υπόδουλου Γένους, με την ανάπτυξη της αυτοδιοικήσεως στις κοινότητες και την ανάδειξη στελεχών μίας ελληνικής πολιτικής ηγεσίας.

Πρόσφατα διατυπώθηκε η άποψη, ότι «η Εκκλησία εδραίωσε όλη της την επιρροή, ώστε να αποθαρρύνει τις εξεγέρσεις των Ορθοδόξων κατά της κυβέρνησης του Σουλτάνου»(6α). Μολονότι η διάθεση του συγγραφέα είναι θετική απέναντι στην Ορθόδοξη Εθναρχία, η τοποθέτηση αυτή δεν επιβεβαιώνεται από τα πράγματα. Ο εκκλησιαστικός χώρος, σε όλο του το φάσμα, δεν έχει να δείξει μόνο εκπροσώπους της πολιτικής της περιορισμένης συνεργασίας, αλλά και στην πλευρά της δυναμικής αντιστάσεως. Αυτό είναι ενδεικτικό της ελευθερίας στο σώμα της Εκκλησίας, σε θέματα επιλογών τακτικής. Τον 16ο και 17ο αιώνα Πατριάρχες και Μητροπολίτες έλαβαν απροκάλυπτα μέρος σε εξεγέρσεις. Και δεν επρόκειτο μόνο για φιλοδυτικούς, παρασυρόμενους από τη δυτική προπαγάνδα, αφού και ένας ησυχαστής αγιορείτης, ο άγιος Μάξιμος ο «Γραικός» (16ος αι.), επιδίωξε να υποκινήσει τους Ρώσους εναντίον των Τούρκων.

Διαπίστωση αδιάψευστη της έρευνας είναι, ότι δεν υπάρχει εξέγερση του υποδούλου Γένους, στην οποία δεν έπαιξαν ενεργό ρόλο Κληρικοί και Μοναχοί. Μία περιδιάβαση στην πολύτομη (και πολύτιμη) «Ιστορία του Νέου ‘Ελληνισμού» του καθηγητού Αποστ. Βακαλόπουλου επιβεβαιώνει τη θέση αυτή. Και δεν ήσαν λίγα τα επαναστατικά κινήματα του δούλου Γένους(7). Περισσότερες από 70 είναι, κατά τον υπολογισμό μας, oι εξεγέρσεις και τα επαναστατικά κινήματα σ’ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη ανάλογες κινήσεις σε βενετοκρατούμενες περιοχές. Και σ’ όλα πρωτοστατούν Κληρικοί κάθε βαθμού και Μοναχοί. Το Ράσο γίνεται ένα είδος επαναστατικού λαβάρου και σημαίας.

Βέβαια, τα αποτυχημένα αυτά επαναστατικά κινήματα επιτρέπουν και κάποιες άλλες σημαντικές διαπιστώσεις:

α) Το Γένος δεν συμβιβάσθηκε ποτέ με την κατάσταση της δουλείας και δεν έπαυσε να πιστεύει στη δυνατότητα αποκαταστάσεώς του.

β) Οι επανειλημμένες αποτυχίες των επαναστατικών αυτών κινημάτων δικαιολογούν, αλλά και ερμηνεύουν συνάμα, τους δισταγμούς των Ηγετών του Γένους το 1821, όταν μάλιστα το φόβο της νέας τραγικής αποτυχίας τον ενίσχυε η καταθλιπτική παρουσία της «‘Ιεράς Συμμαχίας» (από το 1815).

γ) Αποδεικνύεται τελείως αβάσιμο το επιχείρημα, ότι ο Διαφωτισμός και ιδίως η Γαλλική Επανάσταση (1789) γέννησαν το ’21(8), όταν το Γένος δεν παύει στιγμή να βρίσκεται σε επαναστατικό βρασμό. Η Γαλλική Επανάσταση ήταν φυσικό να επιταχύνει τους ρυθμούς και να ενθαρρύνει την αστική τάξη, όχι όμως και να προκαλέσει τον Αγώνα του ’21, ο οποίος δεν είναι παρά ένας σταθμός στη μακραίωνη φιλελεύθερη πορεία του  Γένους μας.

Η μεγάλη ανθενωτική – ησυχαστική παράταξη, στην οποία ανήκαν κατά κανόνα και oι Πατριάρχες και Μητροπολίτες, το εθναρχικό δηλαδή σώμα, έχει να επιδείξει και μία σημαντικότερη ακόμη αντίσταση, ανταποκρινόμενη μάλιστα απόλυτα στο πνεύμα της ορθοδόξου παραδόσεως. Είναι οι Νεομάρτυρες. Αυτοί προέβαλαν τη συνεπέστερη για την Ορθοδοξία και αποτελεσματικότερη για το Γένος αντίσταση, χωρίς μάλιστα Θυσίες άλλων, παρά μόνο του εαυτού τους(9). Διότι, μη ξεχνάμε, το πρόβλημα της εκχύσεως του αίματος των άλλων, ακόμη και σε περίπτωση «νόμιμης» άμυνας η απελευθερωτικής εξεγέρσεως, στην ησυχαστική (αυθεντική δηλαδή) ορθόδοξη συνείδηση δεν βρίσκει εύκολα λύση.

Οι Νεομάρτυρες ξαναζωντάνεψαν την αρχαία χριστιανική παράδοση του μαρτυρίου. Η ομολογία τους αποσκοπούσε στην έμπρακτη απόρριψη του κατακτητή και την άμεση επιβεβαίωση της υπεροχής της δικής τους πίστεως, που περιέκλειε συνάμα και τον εθνισμό τους. Σ’ όλη τη μακρά δουλεία, απέναντι στους εξωμότες (εξισλαμισθέντες) ή και τους κρυπτοχριστιανούς, που αληθινά ή όχι κατέφασκαν την ιδεολογία του κατακτητή, στέκονταν oι δημόσιοι καταφρονητές της, οι Νεομάρτυρες, μόνιμη παρηγορία και στήριγμα της συνειδήσεως των υποδούλων αδελφών τους. Οι Νεομάρτυρες ενσαρκώνουν μάλιστα πληρέστερα από τους Εθνομάρτυρες την ελληνορθόδοξη παράδοση, διότι διακρίνονται όχι μόνο για ηρωισμό, αλλά για την αγιότητα – πνευματικότητα, που αποδεικνυόταν με τα θαύματα, που συνόδευαν το μαρτύριό τους. Κίνητρό τους δεν ήταν το μίσος, εναντίον των κατακτητών, αλλά η αγάπη για τον Χριστό και τους ανθρώπους, ακόμη και τους διώκτες τους.

Σε τελευταία όμως ανάλυση οι στρατιές των Νεομαρτύρων αποδεικνύουν τη συμμετοχή και του Ράσου στην αντίστασή τους, όπως και την ενότητα του Γένους εναντίον του Τυράννου. Οι Νεομάρτυρες προετοιμάζονταν για την ομολογία τους από τους Πνευματικούς – Γέροντες (ανάμεσά τους και Επίσκοποι). Οι βίοι και τα μαρτύρια των Νεομαρτύρων κυκλοφορούνταν και διαβάζονταν, είτε μεμονωμένα από τους πιστούς, είτε στις μνήμες τους ως συναξάρια. Και μόνο η καθιέρωση της τιμής της μνήμης των Νεομαρτύρων, αμέσως μετά τη θυσία τους, βεβαιώνει τη, σιωπηρή έστω (για ευνόητους λόγους), κατάφαση από μέρους του Εθναρχικού Κέντρου (του Οικουμενικού Πατριαρχείου) της θυσίας τους και αναγνώριση της σημασίας της για τη συνέχεια του Γένους.

Σ’ αυτήν όμως τη συνάφεια θα ήθελα να δηλώσω, ότι ακλόνητη πεποίθησή μου, θεμελιουμένη στη μελέτη τόσο της τάσεως για περιορισμένη συνεργασία με τον κατακτητή, όσο και εκείνης για αντίσταση, είναι η σύγκλιση τελικά, και των δύο προς ένα κοινό στόχο: την αποκατάσταση του Γένους. Η διαφορά εντοπιζόταν στον τρόπο θεωρήσεως του αιτήματος και στα χρησιμοποιούμενα μέσα, όχι όμως στη στοχοθεσία. Δεν είναι η μόνη περίπτωση παρόμοιων «διχασμών» του Γένους.

Η περίπτωση των Νεομαρτύρων όμως δείχνει πέρα από τα παραπάνω και τη σημασία των Μοναστηριών στους αγώνες για την ανάσταση του Γένους. Ο καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος, ονομάζει αδίστακτα τα Μοναστήρια «προμαχώνες μπροστά στα κύματα του Μουσουλμανισμού»(10). Δεν ήσαν, πράγματι, μόνο κέντρα παιδείας («κρυφά» σχολεία), καταφυγής και προστασίας των Ραγιάδων. Δεν ήσαν μόνο πνευματικές κολυμβήθρες για τον συνεχή αναβαπτισμό του Γένους στην παράδοσή του»(11). Ήσαν και αντιστασιακά – επαναστατικά κέντρα σε σημείο, που να μην υπάρχει εξέγερση ως το ’21, στην οποία δεν πρωτοστατούν κάποιο ή κάποια Μοναστήρια, ως επίκεντρα της επαναστατικής δραστηριότητας, αλλά και χώροι, από τους οποίους ξεπηδούσαν επαναστάτες – πολεμιστές. Οι Μοναχοί μας, ποτέ δεν θεώρησαν αντίθετο προς τον πνευματικό τους αγώνα, τον αγώνα για την εθνική ελευθερία και τη θυσία τους γι’ αυτήν.

Αυτή τη στάση των Μοναστηριών στον Αγώνα ομολογεί και προσδιορίζει με το δικό του μοναδικό τρόπο ο Στρατηγός Μακρυγιάννης: «Τ’ άγια τα μοναστήρια, οπού ‘τρώγαν ψωμί oι δυστυχισμένοι […] από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων. Δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες· δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ’ αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου, και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι ‘περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνον με μένα σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήνα»(12).

Ο Μακρυγιάννης επικαλείται την προσωπική του εμπειρία, για να κατοχυρώσει τη συμμετοχή των Μοναστηριών στο μακρό αγώνα της ανεξαρτησίας. Με αφετηρία την καθαρά ορθόδοξη – ρωμαίικη συνείδησή του, νομίζω, ότι δεν τον παρερμηνεύουμε, αν την αναφορά του στο δυτικό μοναχισμό την ερμηνεύσουμε με βάση την εθνική προσφορά των Μοναχών μας. Η φράση «δεν ήταν καπιτσίνοι δυτικοί» για μας σημαίνει: δεν είχαν καμιά σχέση με τα δυτικά – μοναχικά τάγματα, που βρίσκονταν στην εξουσία του «τυράννου» (Πάπα η Φράγκου Αυτοκράτορα). Ήταν στην υπηρεσία – διακονία του Γένους, στο οποίο και ανήκαν. Πόσοι όμως παρόντες σ’ αυτόν εδώ το χώρο δεν έχετε τις προσωπικές σας εμπειρίες για τον εθνικό ρόλο των Μοναστηριών και των Μοναχών μας -ακόμη και των Μοναζουσών- στους νεώτερους αγώνες του Έθνους, όπως η αντίσταση 1941-44; Είναι μία προσφορά αδιάκοπη, ταπεινή και αθόρυβη, αληθινά μαρτυρική. Προσφορά πάνω απ’ όλα αφατρίαστη και ακομμάτιστη, αληθινά εθνική. Τα Ελληνικά Μοναστήρια δεν συνδέθηκαν μόνο με τις εξεγέρσεις των χρόνων της δουλείας, αλλά από αυτά ξεπήδησαν και μεγάλες μορφές του ’21(13), φωτεινοί Ηγέτες  χρόνων τῆς δουλείας, αλλά από αυτά ξεπήδησαν και μεγάλες μορφές τοῦ ’21(13), φωτεινοί Ἡγέτες και φλογεροί Επαναστάτες.

  1. Το Ράσο στην Επανάσταση του ’21

Η συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά όλου του Ράσου στον πανεθνικό Αγώνα του ’21 ήταν αδύνατη χωρίς μία πολύ δύσκολη αυθυπέρβαση. Και η αυθυπέρβαση αυτή δεν έχει σχέση, όπως θα δεχόταν η αντικληρική προπαγάνδα, με κάποια εθελοδουλία ή αδιαφορία για το Γένος. Αντίθετα, σχετιζόταν άμεσα με την γνήσια και αυθεντική αποκατάστασή του. Ας θυμηθούμε εδώ το βαθύτερο στόχο της Εθναρχίας και του Κλήρου μέσω της «περιορισμένης συνεργασίας» με τον κατακτητή. Ήταν η ανάσταση όλου του Ρωμαίικου, δηλαδή της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, με την παλαιά έκταση και εύκλειά της. Αυτό εννοούσε ο Πατροκοσμάς λέγοντας συχνά: «αυτό μία μέρα θα γίνει ρωμαίικο». Αυτό εννοούσε και ο Ρήγας Βελεστινλής, έστω και σε ένα άλλο ιδεολογικό πλαίσιο, όταν έλεγε στο «Θούριό» του: «Βούλγαροι κι Αρβανίτες και Σέρβοι και Ρωμηοί, αράπηδες και άσπροι, με μία κοινή ορμή, για την ελευθερίαν να ζώσωμεν σπαθί».

Μετά το κίνημα του Αλ. Υψηλάντη θα αλλάξει αυτός ο ρωμαίικος – οικουμενικός στόχος του Ρήγα και των Κολλυβάδων, που ήταν ο στόχος της Εθναρχίας(14). Από τη μεγαλοιδεατική ιδεολογία του Γένους, θα ενταχθεί ο Αγώνας στο πλαίσιο της αρχής των εθνικοτήτων -καρπού της Γαλλικής Επαναστάσεως, στοχεύοντας όχι πιά στην ανασύσταση της αυτοκρατορίας, αλλά στη δημιουργία ενός μικρού ανεξάρτητου κράτους, στο οποίο θα «στριμωχνόταν» κυριολεκτικά (πρβλ. το 1922) το Ελληνικό Έθνος.

Αυτό το πέρασμα από τη Ρωμαίικη Οικουμένη στο Ελληνικό κράτος ισοδυναμούσε με θάψιμο της Ρωμηοσύνης. Έτσι ο αγώνας του ’21 εντάχθηκε στα σχέδια των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης για την αυτοκρατορία της Ρωμανίας. Στις ευρωπαικές αυλές, όπως λ.χ. του Ναπολέοντος, καθορίσθηκε ο χαρακτήρας της Ελληνικής Επαναστάσεως, που δεν θα έχει πιά ρωμαίικο – οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά στενά εθνικό και κατ’ ουσίαν «αρχαιοελληνικό». Θα είναι επανάσταση των Ελλήνων του Ελλαδικού θέματος όχι μόνο εναντίον των Τούρκων, αλλά και εναντίον της Ρωμαίικης Εθναρχίας, ως συνέχειας της «Ρωμαικής Βασιλείας» των «Βυζαντινών»(15). Το πραξικοπηματικό Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας (1833) είναι η απτή επιβεβαίωση αυτών των ξενόφερτων προσανατολισμών.

Η συμμετοχή, συνεπώς, του Ράσου -και μάλιστα του Οικουμενικού Πατριαρχείου- στον Αγώνα υπήρξε δείγμα υψηλής αυθυπερβάσεως και αυτοθυσίας, αφού ήταν πιά φανερό, ότι ο Αγώνας είχε σαφώς αντιρωμαίικο και αντιεθναρχικό χαρακτήρα, στρεφόμενο και κατά του Πατριάρχου, ως Εθνάρχου των Ρωμηών(16).

Η συμμετοχή δε αυτή ομολογείται από εκείνους, που την έζησαν σ’ όλη τη διάρκεια του Αγώνα και ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν.

«Πλησίον εις τον Ιερέα -έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης- ήτον ο λαικός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι»(17).

Ο ιστορικός του 19ου αιώνα Χρ. Βυζάντιος σημειωνει: «Προύχοντες, κληρικοί, αρματολοί και κλέφται, λόγιοι και πλούσιοι, συνεφώνησαν η μάλλον συνώμοσαν και παραχρήμα επαναστάτησαν κατά της τουρκικής δυναστείας(18).

Ο εθνικός ιστορικός μας Κ.Παπαρρηγόπουλος ομολογει: «…Οσαδήποτε και αν υπήρξαν τα αμαρτήματα πολλών εκ των Πατριαρχών, ουδείς όμως εξ αυτών, ουδείς ωλίσθησεν περί την ακριβή του πατρίου δόγματος και των υπάτων εθνικών συμφερόντων τήρησιν»(19)

Ανάλογα αποτιμούν τη στάση του Ράσου στην Επανάσταση ο Δ. Κόκκινος, ο Δ.Φωτιάδης, ο Σπ. Μαρινάτος, ο Ι.Συκουτρής, ο Κ.Βοβολίνης, ο Ν.Τωμαδάκης, ο Απ.Βακαλόπουλος κ.α.(20) Υπάρχουν, βέβαια, και επικριτές του Κλήρου, και των Αρχιερέων, που αμφισβητούν η και αρνούνται την ειλικρινή και άδολη συμμετοχή τους στον Αγώνα. Τέτοιες θέσεις έχουν κατά καιρούς υποστηρίξει ο Γ. Κορδάτος (ιστορικός μαρξιστής), ο Γ. Σκαρίμπας (λογοτέχνης μαρξιστής, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Μάριος Πλωρίτης (φιλόλογος κριτικός, αλλ’ όχι ιστορικός), ο Γ. Καρανικόλας (δημοσιογράφος, όχι ιστορικός) κ.α.(21).

Οι θέσεις αυτές επαναλαμβάνονται στερεότυπα από άλλους λιγότερο σημαντικούς και άσχετους με την ιστορική έρευνα. Αρκεί να μελετήσει κανείς το «ΔΕΛΤΙΟΝ» της Ο.Λ.Μ.Ε.(22), για να διαπιστώσει πως αυτούσιες oι ιδεολογικές αυτές ερμηνείες για το ’21 περνούν στο χώρο της παιδείας. Το τραγικά απελπιστικό όμως είναι, ότι πολλές από τις παλαιότερες τοποθετήσεις έχουν πιά ξεπερασθεί και στο χώρο της μαρξιστικής ιστορικής Σχολής, οπότε oι υποστηρικτές τους αποδεικνύονται «παλαιομοδίτες» στο χώρο του ιστορικού ερασιτεχνισμού. Νεώτεροι μαρξιστές ιστορικοί, έχουν αποκηρύξει την ερμηνευτική μέθοδο του Γ.Κορδάτου και απομακρυνθεί από την ιδεολογική προοπτική του. Επίσης έχουν απορρίψει την προπολεμική θεωρία του «λαικισμού (π.χ. Λέων. Στρίγκας). Έτσι, ο Π. Ρούσος δέχεται την επανάσταση του ’21 ως εθνικοαπελευθερωτική και ομολογεί: «Σε σύγκριση με το εθνικό το κοινωνικό έρχεται στο υπόστρωμα»(23). Ανάλογα δέχονται ο καθηγ. Βασ. Φίλιας, ο Λέων. Στρίγκας, η Ελ. Αντωνιάδη-Μπιμπίκου κ.α. (24).

Η επικρατούσα στο χώρο της μαρξιστικής σκέψης σήμερα θέση είναι, ότι η Επανάσταση του ’21 είναι εθνικοαπελευθερωτική, με κοινωνικό περιεχόμενο, αλλά μία, στην οποία έλαβαν μέρος oι πιο ετερόκλητες δυνάμεις, κάθε μία με τις δικές της προϋποθέσεις και στοχοθεσία. Δεν έχει εκλείψει όμως τελείως η ιδεολογική προσέγγιση, που αναιρεί κάθε δυνατότητα ιστορικής – επιστημονικής κατανοήσεως και ερμηνείας.

Ένα από τα επισημότερα θύματα της παρατεινόμενης αυτής ιδεολογικής αδιαλλαξίας είναι ο Μέγας Οικουμενικός Πατριάρχης του Αγώνα, Άγιος Γρηγόριος Ε'(25).

Η ερμηνεία της στάσης του στον Αγώνα απαιτεί επαρκή γνώση της εποχής (ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά, διπλωματικά) και τη χρήση ορθών κριτηρίων, συγχρόνων δηλαδή και όχι σημερινών (ιστορικός αναχρονισμός).

Ο σοφός εκείνος Γενάρχης, πως ήταν δυνατό να παραβλέψει τους αρνητικούς παράγοντες, που απειλούσαν κάθε επαναστατική σκέψη (Ιερά Συμμαχία, Τσάρος, προηγούμενες οικτρές αποτυχίες, π. χ. 1790);

Γιατί να απαιτεί κανείς λιγότερη σύνεση από εκείνη του Κοραή και του Καποδίστρια, που ήσαν τελείως αρνητικοί στα σχέδια εξεγέρσεως;

Και όμως, σε καμία παρακωλυτική ή αποτρεπτική ενέργεια δεν προέβη, η δε αλληλογραφία του είναι σαφώς θετική και φανερώνει την εσωτερική συμμετοχή του στα σχέδια της Φιλικής(26).

Θα ερωτήσει, βέβαια, κανείς: και ο περιβόητος αφορισμός του κινήματος Υψηλάντου – Σούτσου; Δεν είναι σαφής αντίδραση του Γρηγορίου;

Έτσι, άλλωστε, ερμηνεύεται ως σήμερα από την αρνητική κριτική. Μπορεί όμως να «ερμηνευθεί» ο αφορισμός χωρίς να ληφθεί υπόψη το κλίμα, μέσα στο οποίο έγινε; Και ποιο ήταν το κλίμα αυτό;

-Έκρηξη της οργής του Σουλτάνου (απόλυτου κυρίου πάνω σε κάθε υπήκοο)

-Άμεσος κίνδυνος γενικής σφαγής των Ρωμηών (ομολογία εκθέσεων των Ξένων της  Κων/πόλεως(27))

-Απερίγραπτες θηριωδίες, που προοιώνιζαν τη συνέχεια

-Παύση από τον Σουλτάνο δύο Μ. Βεζίρηδων, με την κατηγορία της επιεικούς στάσεως έναντι των Ρωμηών

-Απαγχονισμός του Σειχουλισλάμη (Θρησκευτικού αρχηγού), κατηγορουμένου για απείθεια (δεν εξέδωσε φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμηών(28))

-Εκτελέσεις Φαναριωτών (Μουζούρηδων και Μητροπολιτών) κ.λπ.(29).

Ποιος μπορεί μετά από όλα αυτά να αρνηθεί, ότι ο αφορισμός ήταν πράξη ανάγκης και «στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου»; (Νικοπόλεως Μελέτιος).

Αυτή ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου από τον αφορισμό, Αλ.Υψηλάντη:

«Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου»(30).

Μόνο, λοιπόν, μετά από την γνώση όλων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί σωστά και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμηοσύνης εκτελέσθηκε ως «προδότης» του Σουλτάνου και όχι των Ρωμηών(31). Και εύλογα, αφού τυπικά ήταν ο δεύτερος μετά τον Σουλτάνο αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο αφορισμός δεν είχε καμιά αρνητική απήχηση στον Εθνικό Αγώνα, αφού ήταν γνωστή η προέλευσή του, το «σχοινί του Πατριάρχη» ανέπτυξε μίαν ευεργετική δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο Έθνος.

Η ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία δεν αφήνει όμως άθικτους και τους άλλους Αρχιερείς. Θέλοντας να μειώσουν τη διακεκριμένη συμμετοχή αρχιερέων, όπως λ.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανός η ο Σαλώνων Ησαίας, μιλούν για «εκατοντάδες αρχιερέων» (Σκαρίμπας), η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων (δήθεν) απέσχε και υπονόμευσε τον Αγώνα(32). Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;

Οι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου δεν ξεπερνούσαν τους 200, στις 171 συνολικά επαρχίες του. Ο αριθμός δε αυτός περιλαμβάνει και τους Αρχιερείς των άλλων ρωμαίικων Πατριαρχείων, που ήταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας(33). Ο Σπ.Τρικούπης, Θ. Φαρμακίδης κ.α,. δέχονται τον αριθμό 180, οι δε τιτουλάριοι Αρχιερείς δεν υπερέβαιναν τους 20(34). Ποια ήταν, λοιπόν, η συμμετοχή αυτών των Αρχιερέων στη Φιλική Εταιρεία(35).

Παρά τον αστικό χαρακτήρα της Φιλικής, oι πρωτεργάτες της δεν είχαν δυτική αντιφεουδαρχική συνείδηση, διότι στην «καθ’ ημάς Ανατολήν» δεν υπήρχε φεουδαρχία φραγκικού τύπου (φυσική αριστοκρατία). Γι’ αυτό ενώ στη Δύση ο Κλήρος, και μάλιστα οι Επίσκοποι, εθεωρούντο προέκταση της τάξεως των Ευγενών, η Φιλική στράφηκε εδώ στον Κλήρο και μάλιστα στις κεφαλές του. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Κορδάτος: «0ι Φιλικοί […] επεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικόν εις την ωργανωμένην επανάστασιν και δι’ αυτό προσηλύτισαν και μερικούς Φαναριώτας και ανωτέρους Κληρικούς»(36). Το επίθετο («μερικούς») απορρέει από το ιδεολογικό πρίσμα του Κορδάτου και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα πράγματα.

Από το 1818 μυήθησαν στην Φ. Ε. όλοι σχεδόν oι αρχιερείς της Πελοποννήσου(37), κάτι που αναγκάζεται να το παραδεχθεί ο αγαθότερος Σκαρίμπας: «Η Φ. Ε. […] στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδόν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντός τους δεσποτάδες»(38).

Η αλήθεια είναι, ότι ως Ρωμηοί oι ηγέτες της Φιλικής γνώριζαν την επιρροή των Αρχιερέων στο λαό. Μέσα στα έτη 1918-21 όλοι σχεδόν oι Αρχιερείς έγιναν μέλη της Φιλικής. Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμό απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρίς όμως να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολή αρνήσεως η για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας. Οι περισσότεροι ιστορικοί δέχονται, ότι oι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλική στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της λόγω του υψηλού κύρους τους στον Λαό(39). Αν οι Αρχιερείς εξ άλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους το έργο της Φιλικής, πολλά πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μία αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοί 9,5%, Αγρότες 6% και Πρόκριτοι 11,7%(40).

Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε’, Κύριλλος ΣΤ’) και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν η έπεσαν σε μάχες. Κατά τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ οι κληρικοί – θύματα του Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.000(41).

 Υπάρχει όμως και το «εξ αντιθέτου» επιχείρημα.

Η μαρτυρία των Τούρκων Ιστορικών για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του ’21(42).

Έτσι, ο Μώραλη Μελίκ Μπέη δέχεται ότι «τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν oι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, oι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως oι μητροπολίται και γενικώς oι ανήκοντες εις τον κλήρον, δηλαδή oι πραγματικοί ηγέται του Έθνους»(43). Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει: «Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων»(44).

Διά να κλείσουμε το θέμα αυτό, θα προσθέσουμε, ότι ενίοτε τον 19ο αιώνα εγείρονταν αντιδράσεις όχι για την μη συμμετοχή των Κληρικών μας στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά αντίθετα για τη συμμετοχή τους σ’ αυτόν. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγηρου και ησυχαστή Κοσμά Φλαμιάτου (1786- 1852)(45).

Κατά τον Φλαμιάτο η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε τον Αγώνα του ’21. Με την εμπλοκή του Κλήρου σ’ αυτόν επεδίωξε «ίνα διεγείρη την παγκόσμιον, ει δυνατόν, περιφρόνησιν, μίσος, αποστροφήν και συνωμοσίαν κατά του Κλήρου, τόσον την εκ των Αρχών, όσον και την εκ του λαού. Δι’ αυτόν τον σκοπόν προς τοις άλλοις εκίνησεν εμμέσως εις τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας και εισήχθησαν εν αυτώ ο Οικουμενικός Πατριάρχης, πολλοί Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής, και εφάνησαν τινές εξ αυτών οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν…»(46).

Το σκανδαλιστικό για ησυχαστές σαν τον Φλαμιάτο είναι η συμμετοχή του Κλήρου στις πολεμικές επιχειρήσεις («οπλοφορία») και σε μία συνωμοτική Εταιρεία, όπως η Φιλική. Την τελευταία θεωρεί κατευθυνόμενη «εμμέσως» από την Αγγλία. Μάλλον, συνεπώς, αυτό προσκρούει στη συνείδησή του, ότι δηλαδή η Επανάσταση εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Δύσεως.

Σ’ αυτό ακριβώς, πιστεύουμε, έγκειται η αντίθεσή του. Ότι ο Κλήρος της Ελλάδος, εν αγνοία του, εξυπηρέτησε σκοπούς αλλοτρίους και όχι τα όνειρα της Ρωμηοσύνης. Ο Φλαμιάτος γράφει στη δεκαετία του 1840, όταν πολλά πιά έχουν αποσαφηνισθεί. Σημαντικό όμως είναι, ότι θεωρεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σ’ αντίθεση με τους σημερινούς επικριτές του. Για τους παραδοσιακούς ορθοδόξους όμως αυτό ήταν το σκάνδαλο και όχι το αντίθετο. Ο Γενάρχης της Ρωμηοσύνης να υποθάλπει κινήσεις, που στρέφονταν εναντίον της… Γι’ αυτό μιλήσαμε παραπάνω για «θυσία» και «αυθυπέρβαση» του Ράσου. Η εθναρχική πολιτική εγκαταλείφθηκε για χάρη της ελευθερίας της Ελλάδος(47).

Η Ρωμαίικη Εθναρχία θυσιάστηκε, εκούσια, για την ελευθερία της Ελλάδος. Ο Όθωνας στα 1833 θα πάρει για τους Έλληνες, πολιτικά και εκκλησιαστικά, τη θέση του Εθνάρχη Οικουμενικού Πατριάρχη. Η αγανάκτηση του Φλαμιάτου εστιάζεται, ακριβώς, στην αντίθετη κατεύθυνση από τις αιτιάσεις των επικριτών του Κλήρου.

Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την εθνική αποκατάστασή της.

                                                                    Συμπερασματικά:

Η συμμετοχή του Ράσου στους εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. Κύρια αποστολή του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο «Πνευματικόν Ιατρείον» της Εκκλησίας για την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται ως ένας συμβατικός θεσμός, κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικό και εθνικό βίο, με σκοπό να σώζει απλώς την ιστορική διάσταση.

Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σ’ όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες. Γιατί; Διότι τούτο απορρέει από την πίστη της για τον κόσμο και τον άνθρωπο. Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως, του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματική δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό και τους συνανθρώπους του, σε βαθμό γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας, έξω δηλαδή από κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (και ως εθνική – κοινωνική) έννοια καθαρά θεολογική – εκκλησιαστική(48).

Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικούς – απελευθερωτικούς αγώνες, διότι το έργο του και στην περίοδο της ειρήνης είναι απελευθερωτικό. Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηού, ως απελευθέρωση από τα δεσμά της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας(49).

H εσωτερική δε δουλεία κατά κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως, η αναγκαστική υποταγή, αλλά η εσωτερική υποταγή και ταύτιση με τον κατακτητή, η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού. Γι’ αυτό και πιστεύουμε, ότι η σημαντικότερη προσφορά του Ράσου στο Έθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχή του Κλήρου στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, όσο η συμβολή του Ράσου στη συντήρηση του ελληνορθοδόξου φρονήματος του Γένους και της αγάπης του προς την ελευθερία.

     Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις δεν θα μπορούσε να υπάρξει Εικοσιένα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Το λάθος αυτό διαπράττεται συχνά, και όχι μόνο από «αθεολόγητους». Οι βαθμοί της Ιερωσύνης (Επίσκοπος – Πρεσβύτερος και Διάκονος) συναποτελούν τον ανώτερο κλήρο. Στον κατώτερο κλήρο ανήκουν oι (χειροθετημένοι και όχι εντός του αγίου βήματος χειροτονημένοι) υποδιάκονοι, ψάλτες, αναγνώστες κ.λπ.

2. Γ.Δ. Μεταλληνού, Τουρκοκρατία…, Αθήνα 1989, σ. 85 ε.ε. Πρβλ. Χρ. Σ. Πελεκίδη, Ιδεολογικά Ρεύματα του Ελληνισμού της Τουρκοκρατίας, Ιωάννινα 1974.

3. Ι. Μενούνου, Κοσμά του Αιτωλού ΔΙΔΑΧΕΣ, Αθήνα 1979, σ. 269-70.

4. Ας Θυμηθούμε τα προφητικά για σήμερα λόγια του Γάλλου περιηγητή Μαλέρμπ (MALHERBE) προς τον Μακρυγιάννη: «…΄Ένα θα σας βλάψη εσάς, το κεφάλαιον της θρησκείας, οπού είναι αυτείνη η ιδέα σ’ εσάς πολύ τυπωμένηι» (Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εκδ. ΜΠΑΫΡΟΝ, χ. χρ., σ. 415).

5. Στ. Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία (μετάφρ. Ν. Παπαρρόδου), Αθήνα 1979, σ. 360.

6. Χαρακτηριστική η περίπτωση του μητροπολίτου Τρίκκης Διονυσίου, του επικαλουμένου «Σκυλοσόφου». Έκαμε δύο αποτυχημένες εξεγέρσεις (1600 και 1611), προσχωρώντας μάλιστα και στον παπισμό, με αντάλλαγμα την υπόσχεση βοήθειας, που δεν ήλθε φυσικά ποτέ. Οι συνέπειες της αποτυχίας ήταν, για το λαό κυρίως, οδυνηρές, όπως φανερώνει το σχετικό δημοτικό τραγούδι:

«Δεσπότη μου, τι σήκωσες τον κόσμο στο σεφέρι και ρήμαξαν τα Γιάννενα και ρήμαξεν ο τόπος; Μείναν τα σπίτια αδειανά, γεμίσαν τα χανδάκια κι ο Τούρκος δεν απόσωσε να κόβη και να καίη. ‘Εδώ αρπάζουν κόρακες κι εκεί oι Γιαουντζήδες. Δεν εχ’ η μάννα πιά παιδιά και τα παιδιά γονέους. Ki εσένα το τομάρι σου το στείλανε στην πόλη, να τρων oι κότες πίτουρα, να νταβουλάν oι Γύφτοι, για να ξυπνάη η Τουρκιά να κάνη ραμαζάνι..».

6α. Βλ. Δημήτρη Κιτσίκη, Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1280-1924), Αθήνα 1988, σ. 104.60.

7. Ἀναφέρουμε τά σημαντικότερα:

– Επανάσταση στην Κρήτη και Πελοπόννησο λίγο μετά την Άλωση (l5ος αι.).

-Βενετοτουρκικός πόλεμος (1463-1479).

– Κίνημα στη Ρόδο (1524-29).

-Επανάσταση Χειμαριωτών (1570).

– Επανάσταση στην Πελοπόνησο, Στερεά, Ήπειρο, Μακεδονία, Αιγαίο μετά τη ναυμαχία της Ναυπάκτου (Lepanto)(1571).

-Ανταρσία στο Ρέθυμνο (1571). -Ανταρσία Μανιατών (1582).

-Ανταρσία Κύπρου (τέλη του l6ου-αρχές του l7ου αι.).

-Απελευθερωτικές προσπάθειες αρχιεπισκόπων Αχρίδος Γαβριήλ, Νεκταρίου και Αθανασίου.

-Επαναστατικές προσπάθειες μητροπολίτου Τορνόβου Διονυσίου Ράλλη (1595/98).

-Εξεγέρσεις μητροπολίτου Διονυσίου Σκυλοσόφου (1600 και 1611).

-Επαναστατικές κινήσεις Μανιατων (l7ος αι.). – Εξέγερση αγροτών Νάξου ( 1641 ). – Κρητικός πόλεμος (1645-1669).

-Εξέγερση Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος Μεθοδίου και αρχιμανδρίτου Σερραφείμ (1704).

-Επανάσταση της Θεσσαλίας ( 1715)

-Ενέργειες μητροπολίτου Αχρίδος Ζωσιμά για την απελευθέρωση του βαλκανικού χώρου (1716).

-Συμμετοχή στα Ορλωφικά ( 1768): επαναστατική κίνηση Πελοποννήσου, Στερεάς, Κρήτης, Αίγαιον κ.λπ.

-Συμμετοχή στους αγώνες του Λ. Κατσώνη ( 1789-92).

-Αγώνες Σουλιωτών (1800-1804).

-Ανταρσία Ευθυμίου Παπαβλαχάβα (1808) κ.λπ.

8. Βλ. Ν. Τωμαδάκη, ΄Ητο εθνικόν η κοινωνικόν κίνημα η ελληνική εθνεγερσία; Στο περ. ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ Γ’ (1970/71), σ. 5 ε. ε.

9.Βλ. τον τόμο: ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ, Εις τιμήν και μνήμην των Νεομαρτύρων (17-19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη        1988, σσ. 612, με σπουδαίες μελέτες και την παλαιότερη για το θέμα βιβλιογραφία.

10. Ιστορία…, τομ. β’, σ. 229

11. Βλ. το κεφάλαιο: «Η Εκκλησία και ο Ελληνικός Λαός» του Στ. Ράνσιμαν, οπ.π. , σ. 659 ε..

12. Στρατηγού Μακρυγιάννη, Οράματα και θάματα, Αθήνα 1983, σ. 163/4.

13. Αγιορείτης ήταν ο πατριάρχης Αγαθάγγελος, όπως και ο Μαρωνείας Κωνστάντιος και ο Ηρακλείας Ιγνάτιος. Στη Μονή Φιλοσόφου Δημητσάνας «μαθήτευσαν» ο Αργολίδος Γρηγόριος, ο Π.Πάτρον Γερμανός, ο Τριπόλεως Δανιήλ, ο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο Μονεμβασίας Χρύσανθος κ.π.α. Ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός στο Μ. Σπήλαιο, ο Χίου Δανιήλ στη Ν. Μονή Χίου, ο Βρεσθένης Θεοδώρητος στη μονή Αγ. Θεοδώρων, ο Κύπρου Κυπριανός στη μονή Μαχαιρά Κύπρου, κ.λπ. Από Μονές ξεκίνησαν επίσης ο Παπαφλέσσας και ο Αθανάσιος Διάκος.

14. Βλ. Το κεφάλαιο «Το ανολοκλήρωτο ’21» του Γ. Δ. Μεταλληνού, ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ, Αθήνα 1989(2), σ. 191

15. Βλ. τη σπουδαία ανάλυση του καθηγ. π.Ιωάννου Ρωμανίδου, στο έργο του: Το προπατορικόν αμάρτημα, Αθήνα 1989(2), σ. Ιδ’ ε. ε.

16. Ph. Sherrard, Δοκίμια για τον Νέο Ελληνισμό, Αθήνα 1971, σ. 296 ε.

17. Θ.Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σ. 29.

18. Χρ.Βυζαντίου, Ιστορία τακτικού στρατού, σ. 265. Βλ. του Π. Γεωργαντζή, Οι Αρχιερείς και το Εικοσιένα, Ξάνθη 1985, σ. 189.

19. Κ. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. 7, Αθήναι 1925 σ. 216/17.

20.Παραθέματα βλ. του Π. Γεωργαντζή, οπ. π., σ. 190 ε. ε. Πρβλ. σ. 248 ε. ε. «Διακηρύξεις εθνοσυνελεύσεων», «κρίσεις συγχρόνων με την Επανάσταση ιστορικών».

21.Παραθέματα σχετικά βλ. του Π. Γεωργαντζή, οπ.π. σ.197 ε.ε. και 234 ε.ε. Για να γίνει συνειδητή η φθορά εκ μέρους του δυτικού διαφωτισμού, αρκεί να σημειώσουμε, ότι μεταξύ των επικριτών του Πατριάρχου Γρηγορίου Ε’ δεν είναι μόνο μαρξιστές, αλλά και ο χριστιανός καθηγ. Αλέξ. Τσιριντάνης. Στο ίδιο, σ.198-99: Το Οικουμ. Πατριαρχείο «δεν ήθελε την Επανάσταση και ο Πατριάρχης την αφόρισε. Βρέθηκαν μερικοί να πούν πως τάχα ο τρομερός αφορισμός ήλθε και στον Μωριά και ήθελε να δέσει τα χέρια του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Θα μπορούσε βέβαια, ο Πατριάρχης να είχε κατά κάποιο τρόπο διαμηνύσει στο λαό, να μη πάρουν στα σοβαρά τον αφορισμό. Τέτοιο πράγμα όμως δεν έγινε, γιατί απλούστατα, ο αφορισμός ήταν αληθινός και «σπουδαίος». «Έγινε στα σοβαρά, σοβαρώτατα» (Βλ. Αλεξ. Τσιριντάνη, Το Εικοσιένα, στο περιοδ. ΣΥΖΗΤΗΣΗ, τεύχ. 195, Ιανουαρ. 1977, σ. 2). Το κείμενο του καθηγ. Τσιριντάνη, αποδεικνύει, ότι η «παρερμηνεία» δεν είναι προνόμιο «αντορθοδόξων» και «ανθελληνικών» ιδεολογιών. Το τραγικό όμως στην περίπτωση, και σκανδαλώδες συνάμα για σοβαρό και ανεγνωρισμένο επιστήμονα, είναι όχι μόνο η απουσία γνώσεως, αλλά και ενδιαφέροντος (στα 1977!) για γνώση της σχετικής με το θέμα βιβλιογραφίας, που δίνει απάντηση στα μετέωρα ερωτήματά του. Από πλευράς δε στενά επιστημολογικής διερωτάται κανείς, αν ο επιστήμων δικαιούται να αδιαφορεί για το λόγο των ειδικών στην έρευνα. Και μία αφελής απορία: Και αν ακόμα ο άγιος Πατριάρχης «είχε διαμηνύσει στο λαό…κ.λπ.» (και είχε πράγματι «διαμηνύσει». Βλ.Ι. Μ. Χατζηφώτη, ο Γρηγόριος ο Ε’ μέσα από τα έγγραφα και τις πηγές τον αγώνα, Αθήνα 1988, σ. 21 ε. ε.), που θα τα εύρισκε ο Αλ. Τσιριντάνης; τοιχοκολλημένο σε κάποια δημόσια πλατεία; Καλά έλεγε ο μακαρίτης και «άθεος» Γιάννης Σκαρίμπας, «από την ψώρα του Κοραή δεν απαλλάχθηκε ακόμη το «Έθνος»…

22.Βλ. το τεύχος Μαρτίου 1983, ετ.34/τεύχος 556, σ. 3: «Οι κοτσαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος στην πλειοψηφία τους είτε σύρθηκαν στην επανάσταση, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά μπροστά στο γενικό ξεσηκωμό, είτε προσχώρησαν υστερόβουλα, αποβλέποντας σε μία νέα μορφή κυριαρχίας πάνω στον επαναστατημένο λαό(…). Ο ανώτερος κλήρος, με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις, πολέμησε την επανάσταση με τα μέσα που διέθετε και με επικεφαλής τους Πατριάρχες των αφορισμών (Γρηγόριο Ε’, Πολύκαρπο Ιεροσολύμων). Πρβλ. Π. Γεωργαντζή, οπ. π. σ. 201. Αυτό που έχει σημασία είναι, ότι το πνεύμα του «λαικισμού» εμποδίζει το κείμενο να λάβει υποδομή τις περιπτώσεις που αρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, με την απειλή των όπλων κράτησαν τμήματα του λαού τις μάχες, εμποδίζοντας την λιποταξία τους. Έτσι καταντά η ερμηνεία μονομερής και ιδεολογική.

23. Βλ. στού Π. Γεωργαντζή, οπ.π., σ. 238 ε.

24. Στο ίδιο.

25. Τις νεώτερες μελέτες για το πρόσωπο βλ. στη Βιβλιογραφία.

26. Βλ. Ι. Μ. Χατζηφώτη, οπ.π.

27. Βλ. Γεωργίου Θ. Ζώρα, Ο απαγχονισμός του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’ εις την έκθεσιν του Ολλανδού Επιτετραμμένου Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1976, σ. 4 ε.

28. Μπορεί να αποκληθεί πρώτος μάρτυρας του Αγώνος της Ανεξαρτησίας μας.

29. Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, τομ. ΙΒ’, σ. 32 και 36 (Α. Δεσποτόπουλος) γράφει σχετικά: «…Επικρίθηκε εν τούτοις ο Πατριάρχης και επικρίνεται ακόμη, επειδή έστερξε στον αφορισμό και έστειλε τις νουθετικές εγκυκλίους. Οι επικριτές όμως δεν αναλογίζονται τι θα πάθαινε το ΄Έθνος, αν ο Πατριάρχης τηρούσε αρνητική στάση απέναντι στις αξιώσεις του Σουλτάνου. Συμμορφώθηκε, άλλωστε, τότε ο Πατριάρχης προς την σταθερή παράδοση της Εκκλησίας, που με παρόμοια στάση κατόρθωνε σε ανάλογες κρίσιμες περιστάσεις να σώζει το Γένος. ΄Άλλωστε θα ήταν εντελώς παράλογη και ανεύθυνη διαφορετική απόφαση. Αν δεν γινόταν ο αφορισμός, ήταν σχεδόν βέβαιο, ότι θα εξοντώνονταν εκατοντάδες χιλιάδες ορθοδόξων χριστιανών».

30. Βλ. Ιστορία του ‘Έλλην. Έθνους (Εκδοτικής Αθηνών), τομ. ΙΒ’, σ. 130β.

31. Κατά την «Προκήρυξη» του Σουλτάνου (YAFTA), «ο δόλιος Ρωμηός Πατριάρχης, καίτοι κατά το παρελθόν είχε δώσει πλαστά δείγματα αφοσιώσεως, όμως κατά την περίπτωσιν ταύτην, μη δυνάμενος να αγνοή την συνωμοσίαν της επαναστάσεως του έθνους του […] γνωρίζων δε ο ίδιος και υποχρεωμένος να γνωστοποιήση και εις όσους το ηγνόουν, ότι επρόκειτο περί επιχειρήσεως ματαίας, ήτις ουδέποτε θα επετύγχανε […], όμως ένεκα της εμφύτου διαφθοράς της καρδίας του, ου μόνον δεν ειδοποίησε, ουδέ επετίμησε τους αφελείς […], αλλά, κατά τα φαινόμενα, αυτός ο ίδιος, όπισθεν των παρασκηνίων, έδρα κρυφίως, ως αρχηγός της επαναστάσεως….» (Γ. Ζώρα, οπ. π., σ. 9). Ο Σουλτάνος, γνώστης των πραγμάτων, δίνει την ερμηνεία του, που αποδεικνύεται σοβαρότερη από εκείνη νεωτέρων, όπως ο Γ. Καρανικόλας .η ο Αλ. Τσιριντάνης…

32. Βλ. στού Π. Γεωργαντζή, οπ. π., σ. 263 ε.

33. Στο ίδιο, σ. 206 ε. ε

34. Στο ίδιο, σ. 210-11.

35. Βλ. την εκτενή και εμπεριστατωμένη έκθεση του Π. Γεωργαντζή, οπ. π., σ. 261 ε. ε.

36. Γ. Κορδάτου, Η κοινωνική σημασία της ‘Ελληνικής ‘Επαναστάσεως, σ. 144. Πρβλ. Π. Γεωργαντζή, οπ. π., σ. 214, σ. 463.

37. Π. Γεωργαντζή, ο.π., σ. 215 ε. ε.

38. Το Εικοσιένα και η αλήθεια, τ. Α’, σ. 59 και Β’, σ. 93.

39. Ο Th. Gordon λ.χ., ιστορικός του Αγώνα (Ιστορία της Ελλην. Επαναστάσεως, μετάφρ. Φ. Βράχα, τομ. Α’, σ. 134) γράφει: «Δεν τολμούμε να βεβαιώσουμε, πως ο Πατριάρχης και τα μέλη της Συνόδου ήταν απόλυτα αθώοι συνωμοσίας κατά του κράτους. Αντίθετα, έχομε λόγους να πιστεύουμε, ότι ο Γρηγόριος γνώριζε την ύπαρξη της Εταιρείας και ότι μερικοί από τους άλλους Ιεράρχες ήταν βαθειά πλεγμένοι στις μηχανορραφίες της».

40. Βλ. στον Π. Γεωργαντζή, σ. 240.

41. Λεπτομερή ανάλυση βλ. στο ίδιο, σ. 281 ε.ε.

42. Βλ. τις μελέτες: Νικηφ. Μοσχοπούλου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως κατά τους Τούρκους ιστοριογράφους, Αθήναι 1960. Ι. Παπαιωάννου, Ιστορικές Γραμμές, τ. Α’, Λάρισα 1979

43. Μοσχοπούλου, ο.π., σ. 167. Ι. Παπαιωάννου, οπ.π., σ. 240.

44. Ν. Μοσχοπούλου, σ.107. Ι. Παπαιωάννου, σ. 240

45. Βλ. Γ. Δ. Μεταλληνού, ΚΟΣΜΑΣ ΦΛΑΜΙΑΤΟΣ (1786- 1852). Ένας μάρτυρας της ορθοδόξου παραδόσεως στο Ελληνικό Κράτος, ανάτ. από τη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, Αθήναι 1987

46. Κοσμά Φλαμιάτου, «Άπαντα» εκδόσεις «Σπανός»), Αθήναι 1976, σ. 96/7.

47. Για το ίδιο πράγμα «κατηγορεί» το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Ράνσιμαν: «Δεν θα μπορούσε το Πατριαρχείο να είχε γίνει η δύναμη, που θα συγκέντρωνε τον ορθόδοξο κόσμο και έτσι θα εξουδετέρωνε τις κεντρόφυγες τάσεις του βαλκανικού εθνικισμού; Η ευκαιρία χάθηκε. Το Πατριαρχείο μάλλον ελληνικό, παρά Οικουμενικό». (οπ. π. σ. 694)

48. Βλ. Μάρκου Α. Σιώτου, Η θρησκευτική αξία της εθνικής ελευθερίας, στην Ε. Ε. της Θ. Σχ. του Π. Α., τ. Κ’ (1973), σ. 41-70.

49. Γ. Δ. Μεταλληνού, «Θεολογία Απελευθερώσεως» και «Θεολογία Ελευθερίας», στο περ. ΚΟΙΝΩΝΙΑ, τ. ΛΒ’ (1989), σ. 51-61.

Πηγή: Ρωμαίικο Οδοιπορικό

Πέτρος Παπαπολυβίου: Από τις σχέσεις Κύπρου – Μακεδονίας (1900-1920)

Η πρόσφατη αναζωπύρωση του ζητήματος της ονομασίας της ΠΓΔΜ, μας επιτρέπει να αναφερθούμε σήμερα στις σχέσεις της Κύπρου με τη Μακεδονία στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Μετά την ανακήρυξη της Κρητικής αυτονομίας (1898), η Μακεδονία απορρόφησε το ενδιαφέρον της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και της κοινής γνώμης, με οριακό σημείο την εξέγερση του Ίλιντεν (1903). Το ενδιαφέρον αυτό μεταδόθηκε και στην Κύπρο και είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο του 1904 της «Αλήθειας», της μεγαλύτερης εφημερίδας της Λεμεσού, δέσποζε πρωτοσέλιδα το ποίημα του εκδότη της, Μενέλαου Δ. Φραγκούδη, με τίτλο «Μακεδονία». Την ίδια χρονιά, τον Οκτώβριο, ο θάνατος του Παύλου Μελά, στη Στάτιστα, προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση και στην Κύπρο. Το Παγκύπριο Γυμνάσιο διέκοψε τα μαθήματά του, μνημόσυνά του έγιναν στις πόλεις αλλά και στην ύπαιθρο και του αφιέρωσε ποίημά του και ο Βασίλης Μιχαηλίδης.

Σύμφωνα με τον αθηναϊκό Τύπο, ανάμεσα στους άνδρες του Παύλου Μελά βρισκόταν και ένας Κύπριος, γεγονός που δεν επιβεβαιώθηκε από την έρευνά μας. Είναι βέβαιο, όμως, ότι στα πρώτα ελληνικά σώματα τα οποία έδρασαν στη Μακεδονία τον χειμώνα του 1904-1905 υπηρέτησε ο Αμμοχωστιανός Κώστας Λοΐζου Βραχίμης. Ακολούθησαν και άλλοι Κύπριοι Μακεδονομάχοι, με πιο γνωστό στην Ελλάδα τον Γεώργιο Αργυρίου Κυπραίο, από την Πέγεια, μόλις 17 χρόνων κατά την κατάταξή του (1906), που διακρίθηκε στην περιοχή Μοναστηρίου – Μοριχόβου. Από τους υπόλοιπους, αναφέρουμε τον  Ευάγγελο Περιστιάνη, τους αδελφούς Βασίλη και Αντώνη Κωνσταντινίδη, από την Ασγάτα, και τον Αριστείδη Τζιάμαλη από το Μάσσαρι.

Παράλληλα,  την περίοδο 1904-1908 πραγματοποιήθηκαν παγκύπριοι έρανοι για συμπαράσταση στους πρόσφυγες της Ανατολικής Ρωμυλίας, στις τοπικές εφημερίδες δημοσιεύθηκαν εκατοντάδες άρθρα και σχόλια για το Μακεδονικό ζήτημα, έγιναν διαλέξεις για τη Μακεδονία, με πιο ενδιαφέρουσα την επίσκεψη στην Κύπρο του Ρώσου φιλέλληνα Ιωάννη Πετρώφ, εκδότη του «Άτλαντος της Μακεδονίας» και συνέχισαν τα εκκλησιαστικά μνημόσυνα για πεσόντες Μακεδονομάχους.

Από τις πιο αξιοπρόσεκτες πτυχές των κυπρομακεδονικών σχέσεων αυτής της περιόδου, ήταν οι Μακεδόνες εκπαιδευτικοί που υπηρέτησαν στην Κύπρο. Ο πρώτος γυμνασιάρχης του Παγκυπρίου, Ιωάννης Δέλλιος (1893-1896) ήταν Σερραίος και πριν από τη Λευκωσία είχε διευθύνει τα Γυμνάσια στη γενέτειρά του και στη Θεσσαλονίκη. Μαζί του ήλθε και ο φιλόλογος Λεωνίδας Παπαπαύλου, από τη Σιάτιστα, που υπηρέτησε στο Παγκύπριο μέχρι το 1898 (ως γυμνασιάρχης στις Σέρρες, το 1913, σφαγιάστηκε από τον αποχωρούντα βουλγαρικό στρατό). Τους ακολούθησαν οι φιλόλογοι Αθανάσιος Πίσυνος και Βασίλειος Σέρτσιος (και οι δυο τους νυμφεύτηκαν Κύπριες), ο Αθανάσιος Φυλακτός, ο οποίος απεβίωσε στη Λευκωσία, στη διάρκεια της δεύτερης γυμνασιαρχίας του στο Παγκύπριο (1924), κ.ά.

Στον αντίποδα, το φθινόπωρο του 1920, η κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου, λίγους μήνες πριν τις εκλογές του Νοεμβρίου, προσκάλεσε στη Μακεδονία Κύπριους άνεργους δασκάλους για να καλύψουν τις μεγάλες διδακτικές ανάγκες στα εκπαιδευτήρια της υπαίθρου των Νέων Χωρών. Την πρόσκληση υποκίνησε ο τότε Μητροπολίτης Αθηνών, Μελέτιος Μεταξάκης, ο από Κιτίου, ιδρυτής του Ιεροδιδασκαλείου Λάρνακος, στη λειτουργία του οποίου οφειλόταν, κατά κύριο λόγο, η διδασκαλική ανεργία στην Κύπρο αυτήν την περίοδο. Οι Κύπριοι δάσκαλοι, 28 ή 73 συνολικά σύμφωνα με τις εντελώς διαφορετικές αναφορές δύο εξ αυτών,  εργάστηκαν κατά το 1920-1922 σε χωριά της Χαλκιδικής, της Φλώρινας, της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας και οι εντυπώσεις τους είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, παρότι απογοητεύτηκαν από τον βαρύτατο μακεδονικό χειμώνα…

Οι πόλεμοι της δεκαετίας του 1910 έφεραν χιλιάδες Κυπρίους στη Μακεδονία, τόσο το 1912-1913 όσο και το 1916-1920, στον ελληνικό και στον βρετανικό στρατό. Μάλιστα, στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, οι βρετανικές αρχές καλούσαν με προπαγανδιστικές αφίσες τους Κυπρίους να καταταχθούν στο «Μακεδονικό Μεταγωγικό Σώμα» για να «αγωνισθούν υπέρ των Μακεδόνων αδελφών των», εναντίον «των προαιωνίων αυτών εχθρών»… Περισσότεροι από 100 Κύπριοι και των δύο στρατών άφησαν την τελευταία τους πνοή στη Βόρεια Ελλάδα στους ελληνικούς και τους δύο παγκοσμίους πολέμους (και στον ελληνικό Εμφύλιο), ένας  φυσιολογικός αριθμός απωλειών, καθώς η Μακεδονία ήταν ο γεωγραφικός χώρος όπου υπηρέτησε η πλειοψηφία των Κυπρίων (εθελοντών) στρατιωτών εκτός Κύπρου κατά τον 20ο αιώνα.

Ιστορικοί  δεσμοί που ενώνουν τις «άκρες των ακρών» του σύγχρονου Ελληνισμού.

Ο Κύπριος Μακεδονομάχος Γεώργιος Αργυρίου

Δημοσιεύθηκε στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος» στις 17 Μαρτίου 2018

Πηγή: papapolyviou.com

«Τόποι κράτησης και μνήμης: Ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ελλάδα, η περίπτωση Παύλου Μελά»

Ο Δήμαρχος Δημήτρης Δεμουρτζίδης και ο Αντιδήμαρχος Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού Ιωσήφ Αράπογλου, σας προσκαλούν

τη Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018 και ώρα 18.30,

στο Κτίριο Κ μέσα στο πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά και μελλοντικό Μητροπολιτικό Πάρκο ,

για να παρακολουθήσετε την 4η διάλεξη Ιστορίας στο πλαίσιο του κύκλου Ιστορίας του Ανοιχτού Λαϊκού Πανεπιστημίου Δήμου Παύλου Μελά, με θέμα

«Τόποι κράτησης και μνήμης: Ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ελλάδα, η περίπτωση Παύλου Μελά»

Θα μιλήσουν οι :

Γεώργιος Αντωνίου, Καθηγητής Ιστορίας και Αρχαιολογίας Α.Π.Θ,

Ευστράτιος Δορδανάς, Καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Βασιλική Παπαγεωργίου, Ιστορικός

Σταυρούλα Μαυρογένη, Καθηγήτρια στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Ελένη Χοντολίδου, Καθηγήτρια Παιδαγωγικής και Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Πρόγραμμα

Ιάκωβος Μιχαηλίδης: Η Μικρασιατική Καταστροφή

Συγγραφέας: Μιχαηλίδης Ιάκωβος

Η Μικρασιατική Καταστροφή αποτελεί, δίχως αµφιβολία, τη µεγαλύτερη τραγωδία που γνώρισε ο νεότερος ελληνισµός. Δεν ήταν τόσο ο ενταφιασµός στα χαλάσµατα της Σµύρνης της πολιτικής της Μεγάλης Ιδέας. Ήταν κυρίως ο αφανισµός και η προσφυγοποίηση των ελληνικών κοινοτήτων της Ανατολίας υπό συνθήκες πρωτοφανείς, που δικαιολογηµένα προκαλούν αισθήµατα πικρίας αλλά και οργής. Ήταν, επίσης, η ενδυνάµωση του Εθνικού Διχασµού που επί δεκαετίες υπονόµευσε τη συνοχή του Έθνους και, ως εκ τούτου, την ευηµερία του. 

Το βιβλίο αυτό επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα κρίσιµα ερωτήµατα που σχετίζονται µε τα πώς και τα γιατί της µικρασιατικής περιπέτειας και καταστροφής.

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΜΕ ΘΕΜΑ «ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ» 30-31/10/2018 ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ

 ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΜΕ ΘΕΜΑ «ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ» 30-31/10/2018 ΣΤΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗ

Δείτε εδώ τη ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

ΕΣΣΔ και Κίνα στα πρόθυρα πολέμου

Οι πρώτες σημαντικές τριβές ανάμεσα στη Σοβιετική Ενωση και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας είχαν εμφανιστεί ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1950. Οι σινοσοβιετικές σχέσεις, που είχαν υπάρξει εγκάρδιες κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950, επιδεινώθηκαν κατακόρυφα το 1960, όταν και επήλθε η ρήξη ανάμεσα στη Μόσχα και στο Πεκίνο. Αυτή επισημοποιήθηκε και έλαβε μόνιμα χαρακτηριστικά την επόμενη διετία (1961-1962): το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) κατηγόρησε την ηγεσία του ΚΚΣΕ ως «ρεβιζιονιστές προδότες» και τελικά οι δύο χώρες προχώρησαν στη διακοπή των διμερών τους σχέσεων. Η σινοσοβιετική ρήξη υπήρξε γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας για την εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου και γενικότερα της ιστορίας του μεταπολεμικού κόσμου. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, Σοβιετική Ενωση και Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ΚΚΣΕ και ΚΚΚ, εξαπέλυαν βαρύτατες αμοιβαίες κατηγορίες για απόκλιση από τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού και ανταγωνίζονταν για επέκταση της επιρροής τους στον Τρίτο Κόσμο. Παράλληλα, ήρθαν στην επιφάνεια και συνοριακές διαφορές που είχαν τις ρίζες τους στην επέκταση της τσαρικής Ρωσίας στην Απω Ανατολή κατά τον 19ο αιώνα και που δεν είχαν επιλυθεί οριστικά ούτε με την υπογραφή της σινοσοβιετικής συνθήκης Φιλίας, Συμμαχίας και Αμοιβαίας Βοήθειας του Φεβρουαρίου 1950.

Η ένταση κλιμακώθηκε επικίνδυνα από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Ο Μάο καυτηρίασε επανειλημμένως τον «διεθνή αναθεωρητισμό» της Μόσχας και το γεγονός ότι οι Σοβιετικοί «κατείχαν υπερβολικά πολλά εδάφη [άλλων κρατών]». Πάντως, σε εκείνη τη χρονική συγκυρία η κινεζική ηγεσία δεν επιθυμούσε ανεξέλεγκτη επιδείνωση των σχέσεων με τη Σοβιετική Ενωση, αλλά την υπογραφή νέας συνθήκης που θα επέλυε τις διμερείς συνοριακές διαφορές με τρόπο ικανοποιητικό για το Πεκίνο. Αφενός, η κλιμάκωση του πολέμου στο Βιετνάμ και η κατακόρυφη αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στα νότια της Κίνας, και αφετέρου η αποσταθεροποίηση που προκάλεσε στην Κίνα η εξαπόλυση της Πολιτιστικής Επανάστασης το 1966, δεν άφηναν πολλά περιθώρια στον Μάο να ακολουθήσει συγκρουσιακή πολιτική έναντι της Μόσχας.

Σφοδρές συγκρούσεις στον ποταμό Ουσούρι

Παρ’ όλα αυτά, η ένταση στις σινοσοβιετικές σχέσεις συνέχισε να αυξάνεται το 1968. Στις 5 Ιανουαρίου 1968 έλαβε χώρα το πρώτο αιματηρό περιστατικό στην παραμεθόριο στον ποταμό Ουσούρι, όταν σοβιετικές δυνάμεις επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά εναντίον ενός κινεζικού αποσπάσματος σε μία από τις διαφιλονικούμενες νησίδες. Επίσης, η σοβιετική επέμβαση στη Τσεχοσλοβακία και η κατάπνιξη της Ανοιξης της Πράγας τον Αύγουστο του 1968 προκάλεσαν ρίγη ανησυχίας για τις σοβιετικές προθέσεις όχι μόνο στη Δύση αλλά και στο Πεκίνο. Μέχρι τα τέλη του 1968 επικράτησε προσωρινή ηρεμία.

Ωστόσο, σύννεφα πολέμου συσσωρεύονταν πάνω από τη σινοσοβιετική μεθόριο, καθώς ΕΣΣΔ και Κίνα είχαν μετακινήσει εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες και πολλές εκατοντάδες αεροσκάφη, τεθωρακισμένα και άλλο βαρύ οπλισμό. Η ένταση οξύνθηκε όταν έλαβε χώρα σειρά επεισοδίων με επίκεντρο το νησί Ζενμπάο (ή Νταμάνσκι) στον Ουσούρι στα τέλη Δεκεμβρίου 1968, και έπειτα τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1969.

Μεγαλύτερης έντασης και πολύ πιο επικίνδυνα ήταν τα επεισόδια που ξέσπασαν στο συγκεκριμένο νησί στις 2 και 15 Μαρτίου 1969. Η κινεζική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία –και προσωπικά ο Μάο– επιθυμούσε να διδάξει ένα σκληρό «μάθημα» στους Σοβιετικούς και προετοιμάστηκε προσεκτικά για να εξαπολύσει αιφνιδιαστικές, καλά συντονισμένες αντεπιθέσεις με επίλεκτες μονάδες. Στην πρώτη περίπτωση, κινεζικές περίπολοι έστησαν ενέδρα σε ένα σοβιετικό απόσπασμα που είχε σταλεί προκειμένου να παρενοχλήσει και απωθήσει τους Κινέζους στρατιώτες. Στην ανταλλαγή πυρών που ακολούθησαν σκοτώθηκαν πολλές δεκάδες στρατιώτες. Οι Σοβιετικοί υπέστησαν τις περισσότερες απώλειες, καθώς αιφνιδιάστηκαν από την αποτελεσματικότητα της κινεζικής αντίστασης. Η επόμενη σύγκρουση (της 15ης Μαρτίου) υπήρξε ακόμα πιο σφοδρή. Οι δύο πλευρές είχαν ενισχύσει τις δυνάμεις τους, ενώ οι Σοβιετικοί χρησιμοποίησαν και μικρό αριθμό τεθωρακισμένων. Οι Κινέζοι διατηρούσαν, όμως, αριθμητική υπεροχή. Αρκετές δεκάδες Κινέζοι και ακόμα περισσότεροι Σοβιετικοί αξιωματικοί και οπλίτες έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Νεκρός έπεσε και ο συνταγματάρχης που διοικούσε το σοβιετικό απόσπασμα.

Μεγάλος  κίνδυνος κλιμάκωσης της κρίσης

Ο Μάο εμφανίστηκε ικανοποιημένος από την έκβαση των παραπάνω επεισοδίων. Θεωρούσε ότι η σοβιετική «επιθετικότητα» είχε ανασχεθεί και ότι διατηρούνταν σε εγρήγορση ο κινεζικός λαός και ο κομματικός μηχανισμός. Ωστόσο, έχοντας επίγνωση της στρατιωτικής υπεροχής του σοβιετικού κολοσσού, δεν επιθυμούσε μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της σινοσοβιετικής κρίσης. Ετσι, οι κινεζικές δυνάμεις στην μεθόριο στον Ουσούρι διατάχθηκαν να αποφύγουν ένα νέο επεισόδιο με τους Σοβιετικούς (αν και οι σποραδικές ανταλλαγές πυροβολικού συνεχίστηκαν). Δημοσίως, ο Μάο και άλλοι ανώτατοι Κινέζοι αξιωματούχοι καλούσαν τον λαό και το κόμμα σε εγρήγορση και δεν απέκλειαν την πιθανότητα έκρηξης μείζονος σινοσοβιετικού πολέμου, ακόμα και πυρηνικού.

Αυτές οι διακηρύξεις αποσκοπούσαν να εξυπηρετήσουν τις σκοπιμότητες του Μάο στο εσωτερικό. Ωστόσο, σε συνάρτηση με τα μεθοριακά επεισόδια του Μαρτίου, η σοβιετική ηγεσία εξέλαβε διαφορετικά τις κινεζικές προθέσεις. Μερίδα των μελών του Πολίτμπιρο του ΚΚΣΕ ανησυχούσε ότι ο Μάο ίσως ήταν τόσο απερίσκεπτος, ώστε να προχωρήσει τελικά σε μια πολεμική αναμέτρηση με τη Σοβιετική Ενωση. Διαλλακτικότερος όλων εμφανιζόταν ο πρωθυπουργός Αλεξέι Κοσίγκιν. Αντιθέτως, η σοβιετική στρατιωτική ηγεσία, προεξάρχοντος του υπουργού Αμυνας στρατάρχη Αντρέι Γκρέτσκο, ήταν πρόθυμη να εξαλείψει διά παντός «τον κινεζικό κίνδυνο», ακόμα και με την εξαπόλυση ενός προληπτικού πυρηνικού πλήγματος. Παράλληλα, προκειμένου να ασκηθεί πίεση στο Πεκίνο, απεστάλησαν νέες σοβιετικές ενισχύσεις κατά μήκος της σινοσοβιετικής μεθορίου, διεξήχθησαν μεγάλα σοβιετικά γυμνάσια στη σοβιετική Απω Ανατολή και ξεκίνησε συστηματικός βομβαρδισμός με πυροβολικό των κινεζικών θέσεων στο Ζενμπάο. Καταστρώθηκαν επίσης σχέδια ανάληψης περιορισμένων επιθετικών επιχειρήσεων στον δυτικό τομέα των σινοσοβιετικών συνόρων, όπου οι σοβιετικές γραμμές ανεφοδιασμού ήταν πολύ βραχύτερες των αντίστοιχων κινεζικών. Οι επανειλημμένες σοβιετικές ανακοινώσεις και διπλωματικές νότες που καλούσαν σε διπλωματική επίλυση της κρίσης (που συνοδεύονταν κι από άμεσες ή έμμεσες απειλές για ανάληψη στρατιωτικών αντιμέτρων, αν η Κίνα συνέχιζε τις «προκλήσεις»), δεν έγιναν αποδεκτές από το Πεκίνο.

Τότε, η σοβιετική ηγεσία έδωσε το «πράσινο φως» για την εξαπόλυση ανταποδοτικού πλήγματος στον δυτικό τομέα της σινοσοβιετικής μεθορίου, στην περιοχή Τιελεκέτι στο Ξινγκιάνγκ. Στις 13 Αυγούστου ένα ισχυρό σοβιετικό απόσπασμα εξόντωσε ένα πολύ μικρότερο κινεζικό (δύναμης τριάντα ανδρών). Οι Σοβιετικοί δεν θεωρούσαν απίθανη μια δυσανάλογη αντίδραση του Μάο και ήταν προετοιμασμένοι για κάθε ενδεχόμενο, εξετάζοντας την πιθανότητα ανάληψης περαιτέρω προληπτικής στρατιωτικής δράσης. Βολιδοσκόπησαν μάλιστα όχι μόνο τους Ανατολικοευρωπαίους συμμάχους τους, αλλά και την αμερικανική κυβέρνηση για το ποια στάση θα κρατούσαν σε μια τέτοια περίπτωση.

Βήματα εξομάλυνσης σε κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας

Η νέα κλιμάκωση της στρατιωτικής έντασης ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στην Κίνα τον Αύγουστο του 1969 κλόνισε την κινεζική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία. Μέχρι τότε, οι Κινέζοι θεωρούσαν δεδομένο ότι η Απω Ανατολή δεν αποτελούσε προτεραιότητα της σοβιετικής στρατιωτικής στρατηγικής. Σύντομα, έφτασαν στο Πεκίνο πληροφορίες για τις σοβιετικές βολιδοσκοπήσεις των προθέσεων των Ανατολικοευρωπαίων. Τότε, η κινεζική κυβέρνηση εξέδωσε διαταγές για τη λήψη διάφορων αμυντικών μέτρων στα μεγάλα αστικά κέντρα καθώς και στις βόρειες παραμεθόριες περιοχές, όπου οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις (Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός – ΛΑΣ) ετέθησαν σε ύψιστο βαθμό ετοιμότητας.

Τον Σεπτέμβριο του 1969 διεφάνη μια προοπτική αποκλιμάκωσης της κρίσης, όταν άνοιξε ένας δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ Μόσχας – Πεκίνου μέσω του Βόρειου Βιετνάμ. Η σοβιετική πλευρά εκδήλωσε για άλλη μία φορά τη βούληση για την έναρξη συνομιλιών. Τελικά, οι Κινέζοι δέχθηκαν να λάβει χώρα στις 11 Σεπτεμβρίου συνάντηση ανάμεσα στους πρωθυπουργούς Τσου Εν Λάι και Κοσίγκιν (ο οποίος επέστρεφε στη Μόσχα από την κηδεία του Βορειοβιετναμέζου ηγέτη Χο Τσι Μινχ) στο αεροδρόμιο του Πεκίνου. Η συνάντηση συνέβαλε στο να δοθούν αμοιβαίες εξηγήσεις και διαβεβαιώσεις ότι οι δύο κυβερνήσεις δεν επεδίωκαν την προσφυγή στα όπλα αλλά τη διπλωματική επίλυση της κρίσης. Ωστόσο, η κινεζική ηγεσία δεν πείστηκε για τις σοβιετικές προθέσεις. Θεωρήθηκε ότι η ΕΣΣΔ υιοθετούσε πιο διαλλακτική στάση προκειμένου να παραπλανήσει και να καθησυχάσει την Κίνα, ώστε να εξαπολύσει τις επόμενες εβδομάδες ένα ισχυρό αιφνιδιαστικό πλήγμα. Πιθανές ημερομηνίες εξαπόλυσης της σοβιετικής επίθεσης θεωρήθηκαν η 1η και η 20ή Οκτωβρίου. Ετσι, ο Μάο, η ηγετική ομάδα του ΚΚΚ, καθώς και η ηγεσία του ΛΑΣ αποφάσισαν τη λήψη νέων έκτακτων αμυντικών μέτρων.

Μάλιστα, πολλοί ανώτατοι Κινέζοι αξιωματούχοι –και ο ίδιος ο Μάο– εγκατέλειψαν το Πεκίνο και διεσπάρησαν στην ενδοχώρα της Κίνας.

Τελικά, η ΕΣΣΔ δεν εξαπέλυσε επίθεση εναντίον της Κίνας. Σταδιακά η κρίση αποκλιμακώθηκε, αν και η εκατέρωθεν συγκέντρωση στρατευμάτων συνεχίστηκε και κατά την επόμενη διετία. Τα μεθοριακά επεισόδια του 1969, η ενίσχυση της σοβιετικής στρατιωτικής παρουσίας στην Απω Ανατολή και η επίταση της αμοιβαίας καχυποψίας και εχθρότητας Σοβιετικής Ενωσης και Κίνας προλείαναν το έδαφος και για μια άλλη εξέλιξη: την προσέγγιση της Κίνας με τις ΗΠΑ, η οποία έλαβε χώρα το 1971-72. Αλλωστε, μετά τα μέσα του 1969 η προεδρία Νίξον είχε κάνει τις πρώτες χειρονομίες καλής θέλησης προς το Πεκίνο. Συνάμα, με την έναρξη της εφαρμογής της πολιτικής της «βιετναμοποίησης», δηλαδή της σταδιακής αποχώρησης των αμερικανικών δυνάμεων στο Ν. Βιετνάμ, μειωνόταν και η πρόσληψη της αμερικανικής απειλής για την Κίνα. Για τους Κινέζους ηγέτες, οι Σοβιετικοί «σοσιαλιμπεριαλιστές» είχαν πλέον καταστεί πιο επικίνδυνος γεωπολιτικός αντίπαλος από τους Αμερικανούς «ιμπεριαλιστές». Πράγματι, οι σινοσοβιετικές σχέσεις δεν βελτιώθηκαν παρά μόνο στα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Ο κ. Διονύσιος Χουρχούλης διδάσκει Ιστορία Διεθνών Σχέσεων στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Πηγή: Καθημερινή