Skip to main content

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο Ευάγγελος Αβέρωφ και η «γέφυρα»

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο Ευάγγελος Αβέρωφ και η «γέφυρα»

Eνθερμος υποστηρικτής του δυτικού προσανατολισμού της Ελλάδας και σκληρός αντίπαλος του ανατολικού συνασπισμού κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, o Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, πρώην υπουργός των Εξωτερικών, είχε ήδη καθιερωθεί στο πολιτικό σκηνικό ως ένας από τους σημαντικότερους ηγέτες της Κεντροδεξιάς. Η αντιπαλότητα που μια τέτοια προσωπικότητα έδειξε απέναντι στη χούντα ενοχλούσε ιδιαίτερα το καθεστώς, καθώς του στερούσε αυτόματα τις προσβάσεις στην συντηρητική κοινή γνώμη. Ο Αβέρωφ υπερασπίστηκε από την αρχή την τιμή του πολιτικού κόσμου απέναντι στις συκοφαντίες των δικτατόρων – και το ύφος του, όταν ήθελε, μπορούσε να γίνει πολύ επιθετικό. Τον Αύγουστο του 1967, συνελήφθη και καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση για πραγματοποίηση συγκέντρωσης στο σπίτι του χωρίς άδεια. Ηταν, έτσι, αδρανοποιημένος την ώρα της διενέργειας του βασιλικού αντικινήματος τον Δεκέμβριο του 1967, κάτι που ο C.M. Woodhouse θεώρησε στοιχείο που συνέβαλε στην αποτυχία του εγχειρήματος. Η αγωνιώδης αναζήτηση για μια ρεαλιστική διέξοδο χαρακτήρισε τη στάση του Αβέρωφ στα επόμενα χρόνια.

Οι διαπιστώσεις του, όπως διαφαίνονται από τις επιστολές του αυτής της περιόδου, ιδίως προς τον Κων. Καραμανλή στο Παρίσι, ήταν εξαιρετικά απαισιόδοξες. Ο Αβέρωφ έδινε μεγάλη έμφαση στον αγώνα εξουσίας μεταξύ του Γ. Παπαδόπουλου και των περισσότερο ακραίων στοιχείων του καθεστώτος: υποψιαζόταν ότι ειδικά τα τελευταία, με τις τριτοκοσμικές τάσεις τους, δεν θα δίσταζαν να διακυβεύσουν τη θέση της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο. Αγωνιούσε για τη συνεχιζόμενη αποκοπή της Ελλάδας από τον δυτικοευρωπαϊκό χώρο, και τον Φεβρουάριο του 1971 σημείωνε προς τον Καραμανλή: «Με την εξέλιξιν και των πραγμάτων μας εκτός της Κοινής Αγοράς δεν ξέρω πού θα βρεθούμε αν, όπως φαίνεται, τούτη η δουλειά διαρκέση. Κυριολεκτικά φοβούμαι». Ακόμη, ανησυχούσε ιδιαίτερα για την αδυναμία του καθεστώτος να αντιληφθεί τις διεθνείς σχέσεις, η οποία πάντως επέτρεπε στους χουντικούς, με έναν περίεργο τρόπο, να αγνοούν την πραγματικότητα: «Τον παχυδερμισμόν, στοιχείον απαίσιον διά το έθνος, θεωρώ μεγάλον στοιχείον δυνάμεως για την διάρκειάν τους».

Ο Κων. Καραμανλής από το Παρίσι έγραφε στον Αβέρωφ ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία.

Σταθερή διαπίστωσή του ήταν ότι τη λύση στο αδιέξοδο μπορούσε να δώσει μόνον ο Καραμανλής. Οπως ανέφερε στις αρχές του 1971, σε απεσταλμένους της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της αμερικανικής Γερουσίας, «κατ’ ουσίαν υπάρχει μόνον Καραμανλής καλύπτων σχεδόν όλον τον χώρον και κονιορτός δυνάμεων που, και συγκολλούμενος, άνευ Καραμανλή δεν σημαίνει πολλά πράγματα».

Τρία ήταν, συνεπώς, τα στοιχεία που χαρακτήρισαν την οπτική του Ευ. Αβέρωφ για τη χούντα: η ανάγκη για άμεση επάνοδο στον κοινοβουλευτισμό· ο φόβος ότι, χωρίς τούτο, θα επερχόταν μία εθνική καταστροφή· και ο πρωταγωνιστικός ρόλος που διέβλεπε για τον Κ. Καραμανλή.

Δύο απαραίτητες προϋποθέσεις

Φοβούμενος, όπως έγραψε στον Καραμανλή, ότι η χώρα πορευόταν προς έναν «κακόν σαλαζαρισμόν» –αναφορά στην πορτογαλική δικτατορία με τη μακρά διάρκειά της– ο Αβέρωφ πρόβαλε αρχικά, το δεύτερο εξάμηνο του 1968, την ιδέα για ίδρυση ενός «κόμματος αντιπολίτευσης» προς το καθεστώς, ώστε να αποφευχθεί αυτό που αποκάλεσε «δημοκρατικώς “μασκέ” ολοκληρωτισμό». Αλλά ο Καραμανλής διαφώνησε: τόνισε ότι η χούντα έπρεπε ή να ανατραπεί ή να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία. Και τον συμβούλευσε να μην ανοίξει διάλογο με το καθεστώς: «Ούτε στο κύρος σου στέκει ούτε και γενικώτερα ωφελεί». Οι επιφυλάξεις του Καραμανλή έστρεψαν τον Αβέρωφ στην αναζήτηση μιας λύσης με την οποία θα παρέδιδαν οι δικτάτορες την εξουσία.

Παράλληλα, από την άνοιξη του 1968, έπειτα από βολιδοσκόπηση του ταγματάρχη (μετέπειτα βουλευτή της Ν.Δ.) Α. Πνευματικού, ο Αβέρωφ δέχθηκε να λειτουργήσει ως πολιτικός σύμβουλος σε μία προσπάθεια ανατροπής της δικτατορίας από τον στρατό. Επιπλέον, σε συνεργασία με τον Γιάννη Τσιριμώκο και στελέχη της νεολαίας της ΕΡΕ, οργάνωσε ένα δίκτυο που συνέτασσε προκηρύξεις –δήθεν γραμμένες από «υποστηρικτές της Επαναστάσεως»– και τις κυκλοφορούσε, ως ένα «πόλεμο νεύρων» κατά του καθεστώτος. Αλλά ο Πνευματικός σύντομα συνελήφθη, ενώ το δίκτυο των προκηρύξεων εξαρθρώθηκε και ο ίδιος ο Αβέρωφ ανακρίθηκε στα τέλη του 1969.

Το επόμενο στάδιο των προσπαθειών του αφορούσε την ιδέα της «γέφυρας», που προβλήθηκε με τον σκοπό να απομακρυνθεί η χούντα από την εξουσία, και όχι να συμπηχθεί κάποια συνεργασία μαζί της. Οι όροι για τη «γέφυρα» –ανόθευτη δημοκρατία, σύντομη μετάβαση– δεν ήταν τυχαίοι· συμφωνούσαν με τις προϋποθέσεις που είχε θέσει ο Καραμανλής στην αλληλογραφία τους το 1968, και είχαν σε γενικές γραμμές προβληθεί από τον Αβέρωφ και νωρίτερα, σε άρθρα του, ορισμένα από τα οποία δεν δημοσιεύθηκαν έπειτα από απαγόρευση της λογοκρισίας ή δημοσιεύθηκαν στον διεθνή Τύπο (όπως το άρθρο του στους Sunday Times της 17ης Αυγούστου 1969).

Η πρώτη διατύπωση της ιδέας έγινε με την επιστολή του της 16ης Απριλίου 1969 προς τον ίδιο τον Γ. Παπαδόπουλο. Ο Αβέρωφ τόνιζε στον δικτάτορα ότι το καθεστώς είχε ήδη αποτύχει, ενώ η νεολαία στρεφόταν προς την Αριστερά και η χώρα είχε φθάσει «εις μίαν απομόνωσιν ομοίαν της οποίας ουδέποτε εγνώρισεν». Η επιστολή είχε κοινοποιηθεί στον Κ. Καραμανλή, καθώς και στον διεθνή Τύπο. Περιείχε τη βασική ιδέα της «γέφυρας», δηλαδή την ανάγκη να τερματιστεί η ανωμαλία και να αποκατασταθούν οι ελευθερίες του ελληνικού λαού, κατά τρόπο «ανώδυνο δι’ όλους» (δηλαδή και για τους συνταγματάρχες). Η προτροπή του Ευ. Αβέρωφ, όμως, περιείχε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν πραγματικά την εξουσία· και να την παραδώσουν στον ίδιο τον Καραμανλή.

Κατά τη διάρκεια κάποιων πρώτων διαβουλεύσεων, το 1970, με πρωτοβουλία παραγόντων του καθεστώτος (που δεν κατονομάζονται στη σχετική επιστολή του προς τον Καραμανλή), ο Αβέρωφ διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε και άρα η ομαλοποίηση δεν μπορούσε, τη στιγμή εκείνη, να ξεκινήσει. Ωστόσο, επέμεινε.

Οπως σημείωνε στον πρέσβη Λ. Παπάγο, συνεργάτη του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου, δεν έβλεπε άλλη λύση, «εκτός αν μεσολαβήσει εθνική καταστροφή ή αλληλοεξόντωση».

Η θέση των ΗΠΑ και το ναυάγιο του εγχειρήματος

Την άνοιξη του 1971, σε μια εποχή κατά την οποία ο Παπαδόπουλος διενήργησε επαφές με πολιτικά πρόσωπα, ο Αβέρωφ προώθησε πλέον έντονα την ιδέα της «γέφυρας». Επέμεινε, όμως, και πάλι ότι προϋπόθεση ήταν η ειλικρίνεια των προθέσεων των δικτατόρων για παράδοση της εξουσίας και για δημιουργία αληθινά δημοκρατικού καθεστώτος. Εξακολουθούσε να μην έχει μεγάλες ελπίδες. Τον Απρίλιο του 1971 διεμήνυσε στον Καραμανλή ότι δεν εμπιστευόταν τις προθέσεις του δικτάτορα, που φαινόταν να επιζητεί απλώς κάποιες προσχωρήσεις πολιτικών ή μία βελτίωση της εικόνας του στο εξωτερικό και όχι την παύση της ανωμαλίας. Κατόπιν, το καλοκαίρι του 1971, ο Αβέρωφ ταξίδευσε στο εξωτερικό, όπου τόνισε στους ξένους συνομιλητές του την ανάγκη να αναδειχθεί ο πρωταρχικός ρόλος του Καραμανλή και του Κωνσταντίνου. Αλλά η απροθυμία των δικτατόρων να ικανοποιήσουν τη βασική προϋπόθεση – την αποκατάσταση πραγματικής δημοκρατίας – οδήγησε σε ναυάγιο.

Στην επιστολή του προς τον Παπαδόπουλο, ο Αβέρωφ έθετε ως θεμελιώδη όρο την ειλικρίνεια της διάθεσης των δικτατόρων να παραδώσουν την εξουσία στον Καραμανλή. Σύντομα διαπίστωσε ότι αυτή η προϋπόθεση δεν συνέτρεχε.

Εξάλλου, ο Αβέρωφ είχε πλέον συζητήσει για την ιδέα της «γέφυρας» και με τους Αμερικανούς, και συγκεκριμένα με τον πρέσβη στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα. Αρχικά φάνηκε ότι ίσως υπήρχε κάποιο ενδεχόμενο να ενστερνιστούν οι ΗΠΑ την πολιτική του. Αλλά οι Αμερικανοί θεωρούσαν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της «γέφυρας» μειώνονταν δραματικά, ακριβώς επειδή ουσιώδης όρος της ήταν η επάνοδος του Κ. Καραμανλή, τον οποίο εχθρευόταν κατά τρόπο απόλυτο η χούντα. Τον Σεπτέμβριο του 1971, ο Χένρι Κίσινγκερ, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του προέδρου Νίξον, επέβαλε και έναντι του State Department τη θέση του ότι πιέσεις προς το καθεστώς δεν συμβιβάζονταν με τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Τον Νοέμβριο, ο Κίσινγκερ απέτρεψε πρόσκληση του Ευ. Αβέρωφ στις ΗΠΑ ώστε να συζητηθεί η πολιτική της «γέφυρας», και έτσι της κατάφερε ένα μείζον πλήγμα.

Με τους δικτάτορες απρόθυμους και την αμερικανική πολιτική να κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση, η πρωτοβουλία του Ευ. Αβέρωφ δεν είχε περιθώρια επιτυχίας. Αυτό ήταν που τον έστρεψε στη διερεύνηση άλλων επιλογών, για τη βίαιη ανατροπή της χούντας, κάτι που θα τον οδηγήσει στο κίνημα του Ναυτικού το 1973.

Η πρόταση της «γέφυρας» κόστισε στον Ευ. Αβέρωφ σημαντικά στα επόμενα χρόνια, καθώς έγινε η αφορμή να παρουσιαστεί ως υπερσυντηρητικός πολιτικός, ακόμη και «ύποπτος». Ο ίδιος ενέμεινε στην ορθότητα της επιλογής του και παρουσίασε την πρωτοβουλία του ως αποτέλεσμα ρεαλιστικής αποτίμησης των πραγμάτων. Για τις προθέσεις του δεν μπορεί να υπάρξει αμφιβολία, όπως και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τελικά ο φόβος του για εθνική καταστροφή επαληθεύθηκε. Ωστόσο, στην πολιτική πράξη –και τούτο το γνώριζε καλά ο ίδιος– το μέτρο του ρεαλισμού μιας ιδέας εξαρτάται από την επιτυχία της. Συνεπώς, και εάν ακόμη η σύλληψη της ιδέας της «γέφυρας» υπήρξε, κατ’ αρχάς, απόρροια μιας ρεαλιστικής εκτίμησης των πραγμάτων, η αποτυχία της καταδεικνύει ότι δεν είχε, στην πράξη, ιδιαίτερα ρεαλιστικές προοπτικές.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Η Καθημερινή

Πριν 55 χρόνια ο Γιώργος Σεφέρης γινόταν ο πρώτος Έλληνας που κέρδιζε το Νόμπελ Λογοτεχνίας

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΠΡΙΝ 55 ΧΡΟΝΙΑ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΝΟΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΥ ΚΕΡΔΙΖΕ ΤΟ ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

«Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους»

Στις 24 Οκτωβρίου 1963, η Σουηδική Ακαδημία τιμά με Νόμπελ Λογοτεχνίας τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες» και γίνεται ο πρώτος Έλληνας που βραβεύεται με Νόμπελ.

O Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963.
O Γιώργος Σεφέρης παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στοκχόλμη, 10 Δεκεμβρίου 1963.

Σε επίσημο δείπνο που δόθηκε στο δημαρχείο της Στοκχόλμης, μετά την τελετή απονομής του Νόμπελ, στις 10 Δεκεμβρίου, ο Γιώργος Σεφέρης εκφωνεί την παρακάτω ομιλία:

«Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα- πρώτα από τον εαυτό μου.

Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. O ίδιος νόμος ισχύει και όταν ακόμη πρόκειται για φυσικά φαινόμενα: «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα» λέει ο Ηράκλειτος· «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν» (μτφρ. «δεν πρέπει ο Ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο· διαφορετικά, οι ίδιες οι Ερινύες θα προσφερθούν ως βοηθοί της Δικαιοσύνης»).

Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «…θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε…»***. Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ ένα λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε;Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο, γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία· παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό η διαφορά είναι λίγη. Ναι, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να ‘βρει καταφύγιο· απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν’ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς· που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής, για να θυμηθώ το Σέλλεϋ, τον εμπνευστή, καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, αυτού του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.

Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται.
Όταν, στο δρόμο της Θήβας, ο Oιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: ο άνθρωπος. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας συλλογιστούμε την απόκριση του Oιδίποδα».

Κείμενο: ελc team

Email: info@elculture.gr

Πηγή: elculture.gr

MEXICO ’68. Η Ολυμπιάδα της αμφισβήτησης και των άκρων

Πενήντα χρόνια από τότε

MEXICO ’68. Η Ολυμπιάδα της αμφισβήτησης και των άκρων

 Tον Οκτώβριο του 1963, η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή, η οποία συνήλθε στο Baden-Baden της Δυτικής Γερμανίας, επέλεξε με άνετη πλειοψηφία την Πόλη του Μεξικού ως τόπο τέλεσης των αγώνων της 19ης  Ολυμπιάδας, προγραμματισμένων για το έτος 1968. Η σειρά κατάταξης των υποψηφίων πόλεων πέραν της νικήτριας ήταν: Ντητρόϊτ, Λυών και Μπουένος  Άϊρες. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους, οι αγώνες θα πραγματοποιούνταν σε χώρα της Λατινικής Αμερικής. Για τρίτη φορά (είχαν προηγηθεί οι περιπτώσεις της Μελβούρνης το 1956 και του Τόκιο το 1964), επελέγη ως ημερομηνία διεξαγωγής το τελευταίο τρίμηνο του έτους και συγκεκριμένα ο μήνας Οκτώβριος. Ο λόγος ήταν η κλιματολογική ιδιαιτερότητα των παραπάνω πόλεων σε σύγκριση με τις συνθήκες, που επικρατούσαν στην Ευρώπη και στη Βόρειο Αμερική.

Η επιλογή της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως. Η Πόλη του Μεξικού επρόκειτο να λειτουργήσει ως πειραματικό εργαστήριο για το μέλλον, καθώς για πρώτη φορά οι αγώνες διεξάγονταν σε τόσο μεγάλο υψόμετρο (2.240 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας). Επιπρόσθετα, αποφασίστηκε η χρήση  χυτού συνθετικού τάπητα (το επονομαζόμενο ταρτάν στίβου) για τα αγωνίσματα ταχύτητας, αντοχής, σκυταλοδρομίας και αλμάτων. Επρόκειτο για ένα μίγμα ελαστικών σε μορφή κόκκων, το οποίο καθιστούσε αντιολισθηρή την επιφάνεια του τάπητα. Ουδείς ήταν σε θέση να εκτιμήσει τις συνέπειες των δυο παραπάνων παραμέτρων στις επιδόσεις των αθλητών. Ο συνθετικός τάπητας χρησιμοποιήθηκε για δεύτερη συνεχή φορά τον Σεπτέμβριο του 1969, στο στάδιο Καραϊσκάκη, στο πλαίσιο της διεξαγωγής του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού.

Το ολυμπιακό στάδιο της Πόλης του Μεξικού και το λογότυπο των αγώνων.

Ο μεγαλύτερος, ωστόσο, ανασταλτικός παράγοντας ήταν η πολιτική κατάσταση στο εσωτερικό μιας χώρας, η οποία δεν φημιζόταν για την υποδειγματική λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Ειδικότερα η πενταετία, που μεσολάβησε ανάμεσα στην ανάθεση της οργάνωσης και την τέλεση των αγώνων λειτούργησε ως εστία έντασης και συγκρουσιακών καταστάσεων. Η κυβέρνηση του προέδρου Gustavo Diaz Ortaz είχε επενδύσει το μεγάλο, για την εποχή εκείνη, ποσό των 150 εκατομ. αμερικανικών δολαρίων (με γνώμονα τα σημερινά δεδομένα, το ποσό αυτό ισοδυναμεί με 11 δισεκατομμύρια δολάρια) για τα κατασκευαστικά έργα και για την εν γένει προετοιμασία των αγώνων. Επιλέγοντας προληπτικά τη μέθοδο της καταστολής, οι αρχές επιχείρησαν να θέσουν υπό έλεγχο το συνδικαλιστικό και το φοιτητικό κίνημα. Η κατάσταση αποδείχθηκε λιγότερο διαχειρίσιμη στη δεύτερη περίπτωση. Μεταξύ των φοιτητών ήταν διάχυτη η δυσφορία και η κατακραυγή ενάντια στις αυθαιρεσίες της εξουσίας. Στους κόλπους της αστυνομίας είχε ιδρυθεί ένα ειδικό σώμα (granaderos), άρτια εκπαιδευμένο, με αρμοδιότητα την αντιμετώπιση τυχόν ταραχών. Το καλοκαίρι του 1968, καθώς πλησίαζε η έναρξη των αγώνων, και με νωπές τις μνήμες από τον γαλλικό Μάη, καταγράφηκαν συγκρούσεις ανάμεσα σε φοιτητές και την αστυνομία στο κέντρο της πρωτεύουσας. Συγκεκριμένα, την 1η Αυγούστου, μια μεγάλη πορεία 50.000 φοιτητών ενάντια στις κυβερνητικές μεθόδους καταστολής και στην παραβίαση του πανεπιστημιακού ασύλου, έληξε ομαλά.  Οι διαδηλώσεις, οργανωμένες απότο ονομαζόμενο Εθνικό Συμβούλιο Απεργιών (Consejo 

Φοιτητική διαδήλωση στο κέντρο της Πόλης του Μεξικού τον Αύγουστο του 1968.

Nacional de Huelga ή CNH), έναν αυτοσχέδιο φορέα, συνεχίστηκαν κλιμακούμενες, καθώς το CNH, έκανε συνεχώς εκκλήσεις για μαζική συμμετοχή σε αυτές φοιτητών, εργατών, αγροτών και σύσσωμου του μεξικανικού λαού. Με τους αγώνες επί θύραις, η κυβέρνηση Ortaz θέλησε να θέσει τέλος στην έκρυθμη αυτή κατάσταση, διατάσσοντας τον στρατό να εισβάλλει στις εγκαταστάσεις του  Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού (UNAM), κοιτίδα της αμφισβήτησης. Η κατάληψη έλαβε χώρα δίχως επεισόδια. Ωστόσο, οι φοιτητές περιχαρακώθηκαν σε άλλες σχολές, σε μια προσπάθεια αποτροπής ανάλογων καταστάσεων. Επί δώδεκα ολόκληρες ώρες, μεταξύ 23 και 24 Σεπτεμβρίου, διεξήχθησαν πραγματικές μάχες ανάμεσα σε οπλισμένους φοιτητές και επίλεκτες μονάδες του στρατού στους χώρους της Πολυτεχνικής Σχολής (IPN). O απολογισμός ήταν βαρύς: 15 νεκροί (3 σύμφωνα με τις επίσημες κυβερνητικές ανακοινώσεις) και 45 τραυματίες, όλοι φοιτητές. Όμως, τα χειρότερα έπονταν.

Η σφαγή στο Τλατελόλκο

Στις 2 Οκτωβρίου το απόγευμα έλαβε χώρα μια συγκέντρωση 10.000 περίπου ατόμων στην Plaza de las Tres Culturas , στη συνοικία Τλατελόλκο της πόλης του Μεξικού. Το CNH είχε επιλέξει ως κεντρικό σύνθημα της συγκέντρωσης την αντίθεση στην τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων (“Δεν θέλουμε τους αγώνες. Θέλουμε επανάσταση!” – “¡No queremos olimpiadas, queremos revolución! “). Ενώ τα πράγματα έδειχναν να εξελίσσονται ομαλά, περί τις 18.00 μ.μ. άρχισαν να υπερίπτανται του χώρου της συγκέντρωσης ελικόπτερα της αστυνομίας. Την ίδια στιγμή, η περιοχή αποκλείστηκε από μονάδες του στρατού και από τεθωρακισμένα, που εισήλθαν στην πλατεία. Οι πρώτοι πυροβολισμοί αιφνιδίασαν το ανυποψίαστο πλήθος. Προέρχονταν από ελεύθερους σκοπευτές, οι οποίοι είχαν

Λήψη από αέρος της Plaza de las Tres Culturas του Τλατελόλκο. Ο χώρος προσφέρεται για τον εγκλωβισμό του πλήθους.

ακροβολιστεί στα παρακείμενα κτήρια, ειδικότερα δε σε εκείνο του υπουργείου Εξωτερικών. Άλλες πληροφορίες υποστηρίζουν πως το σύνθημα δόθηκε από τα ελικόπτερα με ρίψη φωτοβολίδων, καθώς το σκοτάδι είχε αρχίσει να πέφτει. Η αρχική έκπληξη μετεξελίχθηκε σε πανικό, όταν ο στρατός έβαλε αδιάκριτα, σε έναν χώρο, ιδανικό για ενέδρα (η πλατεία περιβαλλεται από ψηλές κατασκευές).  Η σφαγή διήρκησε ολόκληρη τη νύκτα, με συνεχείς εφόδους στα γειτονικά κτήρια. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων εξακολουθεί να παραμένει έως σήμερα άγνωστος. Οι εφημερίδες της επομένης μέρας έκαναν λόγο για 20 έως 28 νεκρούς. Το 1998, με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών, οι μεξικανικές αρχές δημοσιοποίησαν τα επίσημα κρατικά έγγραφα, από τα οποία αποδείχθηκε πως την πλήρη ευθύνη έφερε ο στρατός, και πως ο αριθμός των νεκρών κυμαινόταν μεταξύ 300 και 400 ατόμων. Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν και άλλοι 1.300 περίπου, που συνελήφθησαν και υπέστησαν βάναυση μεταχείρηση στα κρατητήρια. Ως ηθικός αυτουργός κατηγορήθηκε ο τότε υπουργός Εσωτερικών και μετέπειτα πρόεδρος της χώρας (1970-1976) Luis Echeverría. Το 2009 η Δικαιοσύνη τον απάλλαξε από την κατηγορία. Παρά τον αποτροπιασμό της διεθνούς κοινότητας, η ΔΟΕ αποφάσισε την τέλεση των αγώνων όπως ακριβώς αυτοί είχαν προγραμματιστεί.

Masacre en Tlatelolco, 2 De octubre 1968 (αγγλικοί υπότιτλοι)

Ο στρατός επί το έργον.
Η εκκένωση των σορών.
Ταπεινωτική μεταχείριση των συλληφθέντων.
Οι ολυμπιακές εγκαταστάσεις φυλάσσονται από ειδικές μονάδες του στρατού.

Οι αγώνες με τις εξωπραγματικές επιδόσεις

Το μεγάλο υψόμετρο και ο αραιός σε πυκνότητα αέρας ευνόησαν ορισμένα αθλήματα (δρόμοι μικρών και μεσαίων αποστάσεων, άλματα) λειτούργησαν, ωστόσο, ανασταλτικά σε ορισμένα άλλα (δρόμοι ημιαντοχής και αντοχής, με εξαίρεση τους αθλητές προερχόμενους από χώρες με υψόμετρο, όπως η Αιθιοπία και η Κένυα). Στον κλασσικό αθλητισμό ανδρών και γυναικών καταρρίφθηκαν συνολικά 14 παγκόσμια και 12 ολυμπιακά ρεκόρ. Τα αθλήματα κλειστού χώρου ουδόλως επηρρεάστηκαν από τις κλιματολογικές συνθήκες. Οι αγώνες της  19ης  Ολυμπιάδας έχουν να επιδείξουν και ορισμένες καινοτομίες. Για πρώτη φορά η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας εκπροσωπήθηκαν με ξεχωριστές αποστολές. Για πρώτη φορά επίσης, οι αγώνες μεταδόθηκαν τηλεοπτικά έγχρωμα. Στο Μεξικό εισήχθη το μέτρο του ελέγχου ντόπινγκ. Τέλος, για πρώτη φορά στην ιστορία των αγώνων, η πολιτική διάσταση, με τη μορφή της αμφισβήτησης, έκανε την εμφάνισή της εντός του χώρου τέλεσης των αθλημάτων.

12 Οκτωβρίου 1968. Η Enriqueta Basilio υπήρξε η πρώτη γυναίκα αθλήτρια στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων που άναψε τη φλόγα κατά την τελετή έναρξης.
Ο εντυπωσιακός δρόμος των 100 μέτρων με τους οκτώ νέγρους αθλητές και τον ολυμπιονίκη  Jim Hines από τις ΗΠΑ να σπάει για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά το φράγμα των 10 δευτερολέπτων (9.95).

Οι πρώτος και τρίτος ολυμπιονίκες του δρόμου των 200 μέτρων Tommie Smith και John Carlos, φορώντας μαύρα γάντια, υψώνουν τη γροθιά τους κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου των ΗΠΑ (χαιρετισμός της ριζοσπαστικής οργάνωσης “Μαύρη Δύναμη” – Black Power), ως ένδειξη διαμαρτυρίας κατά των φυλετικών διακρίσεων στη χώρα τους. Ο δεύτερος ολυμπιονίκης, Peter Norman από την Αυστραλία, υπήρξε ο εισηγητής της ιδέας. Αμφότεροι οι αθλητές τιμωρήθηκαν από τις ομοσπονδίες των χωρών τους γι αυτή την ενέργεια.
Το απίστευτο άλμα του Bob Beamon στο άλμα εις μήκος με 8 μέτρα και 90 εκατοστά. Η έως τότε καλύτερη επίδοση στον κόσμο βελτιώθηκε κατά 55 εκατοστά. Το ρεκόρ έσπασε το 1991, έχοντας αντέξει επί 23 ολόκληρα χρόνια.
Το άλμα τριπλούν υπήρξε το πλέον δραματικό άθλημα των αγώνων, καθώς το παγκόσμιο ρεκόρ καταρρίφθηκε πέντε φορές κατά την τελική φάση από τους τρεις ολυμπιονίκες, συμπεριλαμβανομένου και του τελευταίου νικηφόρου άλματος. Πρωταγωνιστές ήταν ο Viktor Saneyev από την ΕΣΣΔ, ο Nelson Prudêncio από την Βραζιλία και ο Giuseppe Gentile από την Ιταλία.
Το ανορθόδοξο για την εποχή στυλ του Αμερικανού Dick Fosbury στο άλμα εις ύψος. Με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκε ως “Fosbury Flop”.
Το παγκόσμιο ρεκόρ  (48.12΄΄) του Βρετανού David Hemery στον δρόμο 400 μέτρων μετ εμποδίων.

Η Věra Čáslavská (αριστερά) από την Τσεχοσλοβακία, χαμηλώνει το κεφάλι της κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου της ΕΣΣΔ, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην πατρίδα της, δυο μήνες νωρίτερα. Ως αντίποινα, η Ομοσπονδία Γυμναστικής της Τσεχοσλοβακίας την εξανάγκασε σε υποβολή παραίτησης. ¨Επειτα από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού το 1989, η Čáslavská ανέλαβε ειδική σύμβουλος του Προέδρου της Δημοκρατίας Václav Havel για θέματα αθλητισμού. Αργότερα εκλέχθηκε πρόεδρος της Ολυμπιακής Επιτροπής της Τσεχίας και μέλος της ΔΟΕ.

Mexico City 1968 Olympic Games

Μισό αιώνα έπειτα από την τέλεσή τους, τι έχει, άραγε, απομείνει ως κατάλοιπο των αγώνων της 19ης Ολυμπιάδας; Σε αμιγώς αθλητικό επίπεδο, το διακριτικό γνώρισμα είναι αναμφίβολα ο αριθμός και η ποιότητα των επιδόσεων, ορισμένες εκ των οποίων (Beamon, Hines) έχουν αφήσει το στίγμα τους στην Ιστορία. Όμως, οι αγώνες του Μεξικού είναι εκείνοι, που άνοιξαν διάπλατα το δρόμο για την πολιτικοποίηση του θεσμού (είχε προηγηθεί, βέβαια, η Ολυμπιάδα του Βερολίνου το 1936, ιδανική συγκυρία, που η ναζιστική προπαγάνδα αξιοποίησε στο έπακρο). Σε αυτό συνέβαλε και η απευθείας τηλεοπτική μετάδοση, η οποία, έκτοτε, χάρη της εκ των πραγμάτων προσφερόμενης μεγάλης ακροαματικότητας σε παγκόσμια κλίμακα, μετέτρεψε τους Ολυμπιακούς Αγώνες σε εφαλτήριο προβολής και δημοσιοποίησης των ανά τον κόσμο προβλημάτων και αντιπαραθέσεων. Παρά το γεγονός ότι τα αναρίθμητα θύματα της σφαγής του Τλατελόλκο κατέστησαν τους αγώνες του 1968 τους πλέον αιματηρούς της Ιστορίας, εντός των αθλητικών εγκαταστάσεων, το προαναφερόμενο γνώρισμα θα έλεγε κανείς πως εκδηλώθηκε με την αμηχανία του πρωτόπειρου. Παίρνοντας τη σκυτάλη τέσσερα χρόνια αργότερα, το Μόναχο και η παλαιστινιακή οργάνωση “Μαύρος Σεπτέμβρης”, έμελλαν να προσδώσουν μια επιπρόσθετη διάσταση στην πολιτικοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων: εκείνη της τρομοκρατίας.

Μόναχο, 1972. Η σκυτάλη.

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Μια λησμονημένη άγρια Κατοχή

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1918 η βουλγαρική συνθηκολόγηση επέφερε και την απελευθέρωση της Ανατολικής Μακεδονίας, την οποία τα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα είχαν καταλάβει τον Αύγουστο του 1916. Αυτή ήταν η δεύτερη από τις τρεις βουλγαρικές κατοχές της περιοχής (πρώτη το 1912-13, τρίτη το 1941-44). Παρά το γεγονός ότι, αντίθετα με τις άλλες δύο, κατά την κατοχή του 1916-18 δεν έγιναν μαζικές εκτελέσεις άμαχου πληθυσμού, επρόκειτο, με μεγάλη διαφορά, για τη σκληρότερη από τις τρεις. Το 14% του πληθυσμού των 300.000 κατοίκων (Ελλήνων, μουσουλμάνων, Εβραίων) πέθανε από πείνα, αρρώστιες ή κακομεταχείριση. Περισσότερα από 500 παιδιά Ελλήνων απήχθησαν και πολλά από αυτά δεν επιστράφηκαν ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου. Επιπλέον, αμέσως μετά την απελευθέρωση του 1918, έντρομες οι ελληνικές και συμμαχικές αρχές ανακάλυψαν ότι σε όλη την περιοχή, οι κατακτητές είχαν αφαιρέσει τη σοδειά, τους σπόρους, τα αροτριώντα κτήνη, τα οικόσιτα ζώα και τα γεωργικά εργαλεία. Ο πληθυσμός στερείτο κάθε μέσου διατροφής και επίκειτο τρομερός λιμός, ικανός να αφανίσει όλους όσοι είχαν απομείνει. Η εφιαλτική αυτή προοπτική απετράπη μόνον χάρη στη γιγαντιαία προσπάθεια του ελληνικού κράτους, των Συμμάχων και της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, με κρίσιμη τη δράση του βρετανικού Ερυθρού Σταυρού πρωτίστως στις Σέρρες και του αμερικανικού στη Δράμα και κυρίως στην Καβάλα. Επειτα από ελληνικό αίτημα, η κατοχή έγινε αντικείμενο εξέτασης από διασυμμαχική επιτροπή.

Χιλιάδες θύματα μεταξύ των αμάχων

Η άφιξη των γερμανοβουλγαρικών δυνάμεων τον Αύγουστο του 1916 αποτέλεσε μια νέα τραυματική εμπειρία – ιδίως για όσες πόλεις της περιοχής (Σέρρες, Νιγρίτα, Δεμίρ Χισάρ/Σιδηρόκαστρο, Δοξάτο, Σαρή Σαμπάν/Χρυσούπολη) είχαν καταστραφεί από τον βουλγαρικό στρατό κατά τη διάρκεια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου το 1913, και είχαν πρόσφατες τρομερές μνήμες. Από την αρχή της κατοχής αναπτύχθηκε ένα μοτίβο: καταστροφή των ελληνικών κρατικών αρχείων και αφαίρεση των κειμηλίων των μονών (κυρίως των Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες και Παναγίας Εικοσιφοινίσσης στο Παγγαίο)· λεηλασία οικιών και καταστημάτων των Ελλήνων· πείνα, σε βαθμό ώστε να κείτονται ετοιμοθάνατοι στους δρόμους· συνακόλουθη μαύρη αγορά, στις συνθήκες της οποίας οι πιο ευκατάστατοι έχαναν τις περιουσίες τους και οι φτωχότεροι τη ζωή τους· αγγαρείες και ξυλοδαρμοί· και σειρά βιασμών ή σεξουαλικών εξαναγκασμών, κυρίως φτωχών γυναικών που δεν μπορούσαν να διαθρέψουν τα μικρά τους, ιδιαίτερα αφότου οι άνδρες τους μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία το 1917 ως όμηροι.

Οι περιοχές που υπέφεραν περισσότερο ήταν αυτές που βρίσκονταν κοντά σε εδάφη ελεγχόμενα από τους Συμμάχους. Εκεί, οι κάτοικοι αντιμετωπίστηκαν ως «πράκτορες» των Αγγλογάλλων. Ετσι, οι Σέρρες (με πληθυσμό 35.000 πριν από τον πόλεμο), μετά τη φυγή πολλών, τον θάνατο και την ομηρία άλλων, αριθμούσαν κατά την απελευθέρωση μόλις 5.793 κατοίκους: τόσοι λάμβαναν συσσίτιο από τις ελληνικές Αρχές. Συγκλονιστικές είναι οι μαρτυρίες του Ακήλ μπέη, του μουσουλμάνου δημάρχου Σερρών το 1916, ο οποίος απομακρύνθηκε από τους Βουλγάρους τον Ιούνιο του 1917 και επανεγκαταστάθηκε στη δημαρχία από την κυβέρνηση Βενιζέλου το 1918: αναφέρει ότι στην πόλη έθαβαν 40-50 νεκρούς από την πείνα κάθε ημέρα. Τα χωριά του Παγγαίου – Ροδολείβος, Σέμαλτο (Μικρό Σούλι), Κιούπκοϊ (Πρώτη), Πραβίστα, Μουσθένη, Πράβι (Ελευθερούπολη, της οποίας ο μητροπολίτης συνελήφθη ως πράκτορας των Συμμάχων) κ.ά. – υπέστησαν τεράστιες καταστροφές και απώλειες, τις οποίες κατέγραψε σε ειδική αποστολή του, τον Δεκέμβριο 1918, ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολόγους της παγκόσμιας ιστορίας, ο Καρλ Μπλέγκεν, που (όπως και άλλοι επιστήμονες της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα) άφησε την έρευνά του για να υπηρετήσει ως εθελοντής του αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Ανατολική Μακεδονία.

Δράμα, τέλη 1918: Ομηροι που επιστρέφουν από τη Βουλγαρία, σε καταυλισμό κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό.

Η μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή έγινε στην Καβάλα, την παράκτια πόλη της περιοχής, η οποία βρισκόταν απέναντι από το νησί της Θάσου που ελεγχόταν από τους Συμμάχους. Λόγω της μαζικής φυγής κατοίκων όσο κατέβαινε ο βουλγαρικός στρατός, ο πληθυσμός αριθμούσε μόλις 32.000 τον Δεκέμβριο του 1916 (προφανώς, όχι όλοι Ελληνες). Οι Ελληνες κάτοικοι της Καβάλας αντιμετωπίστηκαν ως πράκτορες των Συμμάχων: τους απαγορεύθηκε να προσεγγίζουν τη θάλασσα και να μετακινούνται στην ενδοχώρα, ενώ χρησιμοποιήθηκαν σε οχυρωματικά έργα που χτίστηκαν προς αντιμετώπιση μιας συμμαχικής ενέργειας, με αποτέλεσμα να τους λείπουν τα αναγκαία για την επιβίωσή τους. Αλλεπάλληλες σχετικές καταγραφές αναφέρονται σε 12-14.000 θανάτους από πείνα και αρρώστιες στην Καβάλα – πολλοί έμειναν άταφοι και φαγώθηκαν από τους αρουραίους οι οποίοι πολλαπλασιάστηκαν και εν μέρει ευθύνονται για το ξέσπασμα επιδημίας εξανθηματικού τύφου κατά την Κατοχή. Οι αριθμοί αυτοί παραπέμπουν σε ένα εφιαλτικό ποσοστό απωλειών σχεδόν ενός στους δύο Ελληνες κατοίκους το 1916-18: την ώρα της απελευθέρωσης στην πόλη είχαν απομείνει μόλις 8.500 άνθρωποι. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρουραίοι κατά την απελευθέρωση ήταν τόσο πολλοί, ώστε τμήμα της ανθρωπιστικής βοήθειας προς την Καβάλα ήταν η άφιξη τριών καραβιών με γάτες (!) από τα νησιά του Αιγαίου. Αλλά οι αρουραίοι εξόντωσαν τις γάτες, και τελικά εξοντώθηκαν οι ίδιοι χάρη σε φάρμακα που έφεραν οι Σύμμαχοι…

«Ομηροι» σε καταναγκαστικά έργα επί 16 μήνες

Από το τρίτο δεκαήμερο του Ιουνίου 1917, δηλαδή αμέσως μετά την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο, όλοι οι Ελληνες άνδρες ηλικίας από 15 έως 70 ετών μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία ή στη βουλγαροκρατούμενη σερβική Μακεδονία σε καταναγκαστικά έργα

Οι «όμηροι» μεταφέρονταν με τρένα στους τόπους συγκέντρωσης στη Βουλγαρία, τα περιβόητα «λάγκερ», όπου διαβίωναν με ελάχιστη τροφή, σε καλύβες με χορτάρινες σκεπές που δεν κρατούσαν έξω τη βροχή. Ανάλογες ήταν οι συνθήκες κράτησης στους τελικούς προορισμούς, όπου εξαναγκάζονταν να εργαστούν από τα ξημερώματα έως το βράδυ σε κατασκευή δρόμων, σιδηροδρομικών γραμμών έως και στο ξεφόρτωμα πλοίων στον Δούναβη. Σε τέτοιες συνθήκες οι αρρώστιες και ειδικά ο τύφος έκαναν θραύση. Καταγράφονται τρομακτικές απώλειες: π.χ. ο πρώην νομάρχης Δράμας (ο ίδιος κρατούμενος) ανέφερε μετά την απελευθέρωση ότι από τους 96 ομήρους από το Σουμπάσκιοϊ (Νέο Σούλι, στους πρόποδες του Μενοικίου), μόνον τρεις επέζησαν… Από τα στρατόπεδα, διαβόητο έχει μείνει στην ανατολικομακεδονική μνήμη αυτό του Κίτσεβο, στη βουλγαροκρατούμενη σερβική Μακεδονία, όπου το εγερτήριο γινόταν με ξυλοδαρμό, ενώ σύμφωνα με πολλές μαρτυρίες ξυλοκοπούνταν ακόμη και όσους είχαν πεθάνει στη διάρκεια της νύχτας… Η διασυμμαχική επιτροπή υπολόγισε σε 12.000 τους Ελληνες που απεβίωσαν ως όμηροι σε καταναγκαστικά έργα. Αλλά ο πόνος της ομηρίας ήταν τεράστιος και για όσους έμειναν πίσω. Οπως αναφέρει ένα τραγούδι από τη Χωριστή Δράμας, που καταχωρίζεται από τη Χρυσούλα Καραντζή, στο Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών: «Της Βουλγαρίας τα βουνά/ Θεέ μ’ χαμήλωσέ τα/ Να δω τα ελληνόπουλα/ Και πάλι ψήλωσέ τα».

Οκτώβριος 1918: Τα σημάδια της αιχμαλωσίας είναι εμφανή στον 35χρονο όμηρο Θ. Λιούσα.

Μια νέα φάση του μακεδονικού ζητήματος

Το ελληνικό κράτος παρασημοφόρησε τους ξένους ανθρωπιστές –όπως τους καθηγητές της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα – που έφτασαν εθελοντικά στη δοκιμαζόμενη περιοχή και, με διανομές τροφίμων για ένα περίπου έτος, απέτρεψαν μια καταστροφή ανείπωτων διαστάσεων. Παρέμειναν εκεί ακόμη και όταν ξέσπασε μια νέα επιδημία τύφου: πολλοί αρρώστησαν, ένας πέθανε, αλλά δεν έφυγαν. Μια κεντρική οδός της Καβάλας ονομάστηκε «Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού», μνημονεύοντας τους ανθρώπους που με απεγνωσμένη προσπάθεια κυριολεκτικά κράτησαν την πόλη στη ζωή. Ομως, τελικά, η δεύτερη κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας περίπου ξεχάστηκε: οι εντάσεις του Εθνικού Διχασμού κατέφαγαν τα πάντα και κυριάρχησαν στην εθνική μνήμη. Και η οδός Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού στην Καβάλα μετονομάστηκε (σε «Νυρεμβέργης»). Πάντως, σήμερα, σειρά εξαίρετων ιστορικών, στις Σέρρες, στη Δράμα και στην Καβάλα, προωθεί τη σχετική έρευνα για την εποχή.

Ο βασιλιάς Φερδινάνδος της Βουλγαρίας (κέντρο), μαζί με τους επιτελείς του, στο Φρούριο της Καβάλας

Η δεύτερη Κατοχή δεν ήταν απλώς ένα επεισόδιο του «Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου». Δεν ήταν μια Κατοχή που αποσκοπούσε μόνον στον στρατηγικό έλεγχο της περιοχής για τη διεξαγωγή πολέμου – όπως π.χ. η γερμανική κατοχή στο Βέλγιο και στη Βόρεια Γαλλία. Επρόκειτο για μια νέα φάση του μακεδονικού ζητήματος, η οποία «κρύφθηκε» μέσα στο παγκόσμιο ιστορικό γεγονός. Η Βουλγαρία έκανε μια αποφασισμένη προσπάθεια όχι απλώς να ελέγξει, αλλά να εθνοκαθάρει την περιοχή. Ωστόσο, οι βουλγαρικές αρχές αντιμετώπιζαν ένα αξιέξοδο: αντίθετα με το 1941-44 (οπότε μπορούσαν να «σπρώξουν» τον ελληνικό πληθυσμό πέραν του Στρυμόνα), το 1916-18 αυτό ήταν αδύνατον, καθώς εκεί υπήρχε ενεργό στρατιωτικό μέτωπο. Ετσι, προσπάθησαν συστηματικά να διαχύσουν τον ελληνικό πληθυσμό, ιδίως τους άνδρες, σε μια ευρύτερη περιοχή μέσα σε δικούς τους πληθυσμούς. Η ιδιάζουσα σκληρότητα προερχόταν από τις λειτουργίες του μακεδονικού ζητήματος, όχι του Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν ήταν η πρώτη, και δεν θα ήταν η τελευταία φορά…

Ελληνικό άγημα παρουσιάζει όπλα, καθώς οι συμμαχικές Αρχές εισέρχονται στις απελευθερωμένες Σέρρες, 21.9.1918 (π. ημ.), μετά την άνευ όρων παράδοση της Βουλγαρίας.

Είναι όμως σημαντικό να επισημανθεί ότι αυτή η κληρονομιά του αγώνα ζωής και θανάτου τελικά ξεπεράστηκε από τις δύο χώρες, Ελλάδα και Βουλγαρία. Ξεπεράστηκε στη μεταπολεμική εποχή, όταν και οι δύο αναγνώρισαν οριστικά τα υφιστάμενα σύνορα και οριοθέτησαν ξεκάθαρα την ταυτότητά τους στον μακεδονικό χώρο. Οι σοβαρές, ακριβείς και έντιμες λύσεις, αυτές που μπορούν να αποτελέσουν την εδραία βάση της συμφιλίωσης, απαιτούν αυτά ακριβώς τα στοιχεία.

* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Καθημερινή

Δημήτρης Τσινικόπουλος: Οι αυταπάτες του Δαρβίνου

Δημήτρης Τσινικόπουλος

Οι αυταπάτες του Δαρβίνου

Ο φετινός εορτασμός των 200 χρόνων από τη γέννηση του Κάρολου Δαρβίνου (1809-1882)*, του ανθρώπου που θεωρήθηκε ως ο «Κοπέρνικος της Βιολογίας» και 150 χρόνων από τη δημοσίευση της Καταγωγής των ειδών (1859), βρήκε πολλούς απροετοίμαστους και απρόθυμους να επανασκεφτούν κατά πόσο ο επαναστάτης αυτός, χωρίς ειδικότητα ερευνητής της φύσης, είπε μεγάλες αλήθειες ή περιέπεσε σε μεγάλες ανακολουθίες, αυταπάτες και πλάνες, ως προς το θέμα που ολόκληρη η ζωή τον απασχόλησε. Το θέμα, δηλαδή, της καταγωγής των ειδών… από μία, ή λίγες μόνο αρχικές μορφές ζωής, που εξελισσόμενες (μεταβαλλόμενες) μέσα σε (δισ)εκατομμύρια χρόνια, έφθασαν να παραγάγουν το «ένδοξο καύχημα του σύμπαντος, τον άνθρωπο», κατά την έκφρασή του.

Ενώ η διεθνής επιστημονική κοινότητα έχει αποδεχτεί τον Δαρβινισμό σχεδόν σαν άρθρο πίστεως, σαν τη μόνη δυνατή εξήγηση της ύπαρξης και της ποικιλομορφίας της ζωής, μια προσεχτική διερεύνηση των ισχυρισμών του Δαρβίνου και στη συνέχεια των ισχυρισμών των Νεο-δαρβινιστών, μπορεί να αποκαλύψει μεγάλα κενά και ανεπαρκή γνώση σε πολλά θέματα, ώστε βάσιμα να οδηγήσει κάποιον στο συμπέρασμα, ότι ο Δαρβίνος γενικοποίησε ορισμένες παρατηρήσεις του στα νησιά Γκαλαπάγκος και κατέληξε στη βασική θεωρία του ότι όλα τα είδη και όλα τα έμβια όντα προήλθαν από έναν αρχέγονο οργανισμό με μηχανιστικό τρόπο, χωρίς όμως κάποια παρατήρηση μεταβολής ενός είδους σε άλλο, και χωρίς κάποιο πείραμα, που να επιβεβαιώνει τον παράτολμο αυτόν ισχυρισμό.

Εν πρώτοις, εκείνο το οποίο πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξ αρχής, είναι ότι όπως είναι γνωστό, ο Δαρβίνος δεν εφηύρε την ιδέα του μεταμορφισμού ο ίδιος, ούτε την ιδέα της φυσικής επιλογής. Την πήρε από άλλους προγενέστερους. Από τον Robert Chambers που έγραψε στο βιβλίο του Ίχνη (1844), και από τον παππού του τον Έρασμο Δαρβίνο, που είχε υποστηρίξει τον αγώνα περί υπάρξεως στο βιβλίο του Ο Ναός της φύσεως. Πολύ περισσότερο πρέπει να τονιστεί ότι, ο Δαρβίνος είχε την περίεργη-αφελή άποψη, ότι πρέπει πρώτα να έχεις μια θεωρία και μετά να ψάχνεις να βρεις στοιχεία που να την υποστηρίζουν… Όπως έγραψε στον φίλο του Charles Lyell «χωρίς τη δημιουργία θεωριών, είμαι πεπεισμένος ότι δεν θα υπήρχαν παρατηρήσεις(!) Γι’ αυτό χρησιμοποιούσε πυκνά-συχνά τις λέξεις, ίσως, πιθανόν, πιστεύω ή θα πρέπει κ.λπ. Αναγνώριζε, λοιπόν, ότι καθαρά επαγωγικές παρατηρήσεις είναι ανύπαρκτες, γιατί αν ο παρατηρητής δεν είχε ήδη στο μυαλό του μια ιδέα για το τι αναζητούσε, τότε δεν θα παρατηρούσε απολύτως τίποτα. Ο Δαρβίνος, έτσι αποκαλύπτεται, προϊδεασμένος να παρατηρεί οτιδήποτε ήθελε αυτός και με μια υποθετική επαγωγική μέθοδο, να καταλήγει εκεί που αυτός ήθελε.

Σε μια επιστολή του στον Φ. Γ. Χιούτον (20 Απριλίου 1861), έλεγε: «Πραγματικά… δεν ισχυρίζομαι ότι προβάλλω άμεσα επιχειρήματα της μεταβολής του ενός είδους σε άλλο, πιστεύω όμως, ότι η θεωρία αυτή είναι στη βάση της σωστή γιατί έτσι πολλά φαινόμενα μπορούν να ομαδοποιηθούν και να εξηγηθούν». Η αρχική σύλληψη λοιπόν της περίφημης θεωρίας του, έγινε κατά τις περιοδείες του στα νησιά Γκαλαπάγκος, αλλά έχοντας ήδη μέσα του το σκουλήκι, από προγενέστερους, και από τους αρχαίους Έλληνες Αναξαγόρα, Εμπεδοκλή και άλλους, που υποστήριζαν την καταγωγή του ανθρώπου από τα ζώα.

Είναι ενδιαφέρον, να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της δαρβίνειας σκέψης, και να δούμε ποιοι είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι της.

Θεωρία και υπο-θεωρίες

Οι περισσότεροι ίσως γνωρίζουν τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών του Δαρβίνου, αλλά αγνοούν ότι για να στηρίξει τη θεωρία του ο Δαρβίνος, στηρίχτηκε σε διάφορες βοηθητικές υπο-θεωρίες, και προϋποθέσεις, που αν αποδεικνύονταν εσφαλμένες ή ανεπαρκείς τότε κι ολόκληρη η θεωρία του θα κατέρρεε… Ποιες είναι αυτές, οι προϋποθέσεις; Ας δούμε μερικές.

  • Η φυσική επιλογή, η θεωρία που λέει ότι η φύση επιλέγει τους καλύτερους και ικανότερους εκπροσώπους ενός είδους, είναι μια έννοια που περικλείει βεβαίως μιαν αλήθεια, η οποία όμως στην ουσία της, είναι μία ταυτολογία. Η θεωρία λέγει, ότι, στον αγώνα της ζωής επιβιώνει το πιο ικανό και προσαρμοσμένο άτομο· και στην ερώτησή μας, γιατί επιβιώνει, δίνεται η απάντηση: γιατί ακριβώς είναι αυτό που επιβιώνει στις δύσκολες συνθήκες… Προσαρμοσμένο άτομο και επιβίωση είναι ταυτόσημες έννοιες, κι αυτό είναι κάτι που δεν το ανέλυσε επαρκώς ο Δαρβίνος.

Επί πλέον η έκφραση φυσική επιλογή, περιέχει μια ενδογενή αντίφαση. Διότι, η επιλογή προϋποθέτει νόηση και βούληση, ενώ η φύση δεν διαθέτει ούτε νόηση ούτε βούληση! Η επιλογή αποκλείει την τύχη! «Η φυσική επιλογή είναι τυφλή, ασυνείδητη, αυτόματη διαδικασία» (R. Dawkins). «Επιλογή σημαίνει χρήση κριτηρίων για πραγματοποίηση επιδιωκόμενου σκοπού… Τύχη και επιλογή είναι έννοιες ασυμβίβαστες και δεν πρέπει να συγχέεται (όπως έκανε ο Δαρβίνος) η φυσική επιλογή με την τεχνητή» (Θ. Διαννελίδης).

  • Εν πάση περιπτώσει, η έκφραση παρά την ποιητικότητά της (ο Δαρβίνος έγραψε ότι η φύση είναι ένα είδος μυστηριώδους προσωπικότητας), επικράτησε· αλλά το ζήτημα, είναι, ότι ο Δαρβίνος εμπνεύστηκε την θεωρία του από την τεχνητή επιλογή και κατ’ αναλογίαν. Είδε ότι οι καλλιεργητές και οι κτηνοτρόφοι κατόρθωσαν να πετύχουν με διασταυρώσεις κατευθυνόμενες, νέες ράτσες, και φαντάστηκε ότι το ίδιο θα πετύχαινε και η φύση. Όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, «αφού ο άνθρωπος μπορεί να πετύχει, και ασφαλώς πέτυχε σπουδαία αποτελέσματα με τα μεθοδικά και ασύνειδα μέσα επιλογής, σκεφτείτε τι θα μπορούσε να πραγματοποιήσει η φυσική επιλογή» (Η καταγωγή των ειδών, σελ. 91).

Αλλά, βέβαια, όπως μπορεί ν’ αποδειχτεί, η ενέργεια του ανθρώπου για κατασκευή, επιλογή ρατσών, με διασταύρωση, δεν είναι ανάλογη με την ενέργεια της φύσης και της φυσικής επιλογής, αλλά εκ διαμέτρου αντίθετη! Διότι ο άνθρωπος, έχει υπόψη του ένα σκοπό: την παραγωγή μιας βελτιωμένης ράτσας για ειδικούς λόγους, ενώ η φύση δεν έχει κανέναν! Η κατευθυνόμενη διασταύρωση του ανθρώπου, γίνεται ακριβώς για να προστατευθούν είδη από την αλόγιστη φυσική επιλογή! Επιπλέον, ο παραπάνω ισχυρισμός του Δαρβίνου είναι αντιφατικός, διότι τα μεθοδικά μέσα του ανθρώπου δεν είναι ασύνειδα. Τα μέσα επιλογής του είναι αναφανδόν συνειδητά! Ο ίδιος ο Δαρβίνος αναγνώρισε ότι η αναλογία, δεν οδηγεί πάντα σε επιθυμητά αποτελέσματα και πρέπει κάποιος να είναι επιφυλακτικός.

Ακόμα αναγνώρισε, τελικά, ότι η φυσική επιλογή έχει παρεξηγηθεί, διότι «μερικοί φτάσανε να φανταστούν (!) πως η φυσική επιλογή προκαλεί μεταβλητότητα, ενώ συνεπάγεται μονάχα τη διατήρηση των ποικιλιών εκείνων που εμφανίζονται και που είναι ευεργετικές στο ον στις συνθήκες ζωής του» (σελ. 89).

Έτσι φαίνεται καθαρά, ότι η υποβοηθητική θεωρία της αναλογίας που οδήγησε στην έννοια της φυσικής επιλογής, και είναι από τους κεντρικούς στύλους και πυλώνες της δαρβίνειας θεωρίας, είναι μια δαρβίνεια αυταπάτη. Συντελεστής της φυσικής επιλογής κατά τον Δαρβίνο είναι ο αγώνας για την ύπαρξη (struggle for existence) αλλά αυτός, εν μέρει, ενώ λειτουργεί στη φύση, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι εμπνευσμένος από τον Τ. Malthus, που μίλησε για τον υπερπληθυσμό ως αιτία των ανταγωνισμών, και ο Δαρβίνος το εφήρμοσε αυτό στη φύση με τον δικό του τρόπο.

  • Άλλη μια βασική προϋπόθεση/υπο-θεωρία του Δαρβίνου, είναι η θεωρία της παγγένεσης ή της κληρονομικότητας των επίκτητων χρήσιμων μεταβολών. Ο Δαρβίνος πίστευε ότι μικρά μόρια από ολόκληρο το σώμα μετακινούνταν στα κύτταρα του ωαρίου και του σπέρματος, τροποποιώντας τα, σύμφωνα με τις συνήθειες που είχαν αποκτήσει οι οργανισμοί. Η θεωρία αυτή του Δαρβίνου, βέβαια, διατυπώθηκε πριν γίνουν γνωστοί οι νόμοι της κληρονομικότητας του Mendel. Ο Δαρβίνος καθ’ ομολογίαν του, διατύπωσε τη θεωρία του καθ’ ην στιγμήν «οι νόμοι που κατευθύνουν την κληρονομικότητα είναι εξ ολοκλήρου άγνωστοι (Η καταγωγή των ειδών, σελ. 169). Το ερώτημα όμως είναι: Πως, αφού αγνοούνταν οι νόμοι της κληρονομικότητας, μπορούσε να διατυπώσει κάποιος επιτυχώς, μια θεωρία περί μεταβολής των ειδών; Η δυσκολία, ή καλύτερα το άτοπον της θεωρίας του Δαρβίνου, φάνηκε, λίγο αργότερα, όταν διατυπώθηκαν από τον μοναχό Gregor Mendel το 1865 οι νόμοι της κληρονομικότητας, επί των οποίων στηρίζεται η σύγχρονη Γενετική, και στη συνέχεια αποδείχτηκε από τον Γερμανό August Weismann, και τα πειράματά του, ότι οι επίκτητες ιδιότητες δεν κληρονομούνται. Γύρω στα 1900, ερευνητές όπως ο Hugo de Vries, κατέδειξαν την αδυναμία της φυσικής επιλογής για τη δημιουργία νέων ειδών, δίνοντας έμφαση στις απότομες και αιφνίδιες αλλαγές των χρωμοσωμάτων, τις περίφημες μεταλλάξεις (άλματα) που προκαλούν μικροεξέλιξη αλλά υποτίθεται ότι προκαλούν και τη μακροεξέλιξη. Στις μεταλλάξεις και στην τύχη, στηρίζεται περισσότερο ο σύγχρονος Νεοδαρβινισμός, παρά στη συσσώρευση μικρών μεταβολών, που πίστευε, ως παράγοντα εξέλιξης, ο Δαρβίνος. Ακόμα μια αυταπάτη του Δαρβίνου, παραμερίστηκε και ρετουσαρίστηκε, ώστε το όνομά του, να φιγουράρει… ενώ η αντίληψή του περί κληρονομικότητας ήταν πλανεμένη, και συνεπώς, η θεωρία του περί φυσικής επιλογής έπαθε έκλειψη… (Reymond Rogar).
  • Βοηθητική της φυσικής επιλογής θεωρία, υπήρξε και η άλλη δαρβίνεια θεωρία της σεξουαλικής επιλογής (sexual Selection). Σύμφωνα μ’ αυτήν, πρέπει να δοθεί διαφορετική εξήγηση από τη φυσική επιλογή σε αρκετές περιπτώσεις. Όπως η περίπτωση πολύχρωμων φτερών σε πουλιά, που δεν τους ωφελούν για τον αγώνα τους στην επιβίωση, αλλά μπορεί μάλλον να την βλάψουν. Για να εξηγήσει την αντίφαση αυτή ο Δαρβίνος, υποστήριξε τη σεξουαλική επιλογή, κατά την οποία, άτομα ενός φύλου (τα αρσενικά) ανταγωνίζονται μεταξύ τους, για την κατοχή του άλλου φύλου, τα θηλυκά. Τα ικανότερα, αποκτούν απογόνους. Εδώ υπεισέρχονται παράγοντες, όπως πονηριά, δύναμη και ομορφιά. Αλλά και η θεωρία αυτή παρουσίασε πολλές δυσκολίες. Πρώτα, πρώτα, δεν εμφανίζεται στα φυτά, όπου δεν έχουμε διαπάλη επικράτησης μέσω της σεξουαλικής προτίμησης. Δεύτερον, ο Δαρβίνος δεν ήταν σίγουρος αν εφαρμοζόταν η σεξουαλική επιλογή στα πτηνά και ιδιαίτερα σε μεγάλο μέρος του ζωικού βασιλείου. Τελικά, μόνο σε ένα μικρό μέρος ατόμων θα μπορούσε να ισχύσει αυτή η παρατήρηση, η οποία όμως, και πάλι δεν μπορούσε να οδηγήσει στην ερμηνεία παραγωγής νέων ειδών, αφού η διασταύρωση στα ζώα ατόμων ετεροειδών, είναι σπάνια. Υπάρχουν και άλλες βοηθητικές υπο-θεωρίες, όπως η επίδραση του περιβάλλοντος και η συσχέτιση οργάνων μεταξύ τους, αλλά κι αυτές κατέληξαν σε αδιέξοδο ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Όπως παρατηρεί ο ιστορικός της επιστήμης John R. Thuillier, «μερικές φορές διαβάζοντας τη θεωρία του Δαρβίνου, έχεις την εντύπωση ότι ο Δαρβίνος προσπαθεί με αυθαίρετες παρεμβάσεις και με κάθε θυσία να προστατεύσει τη φημισμένη θεωρία του». Αυτό άλλωστε το αναγνώρισε και ο ίδιος ο Δαρβίνος γράφοντας ότι «πολλές ιδέες που εκφράστηκαν εδώ είναι θεωρητικής τάξεως και αναμφίβολα θα βρεθεί ποιες θ’ αναγνωριστούν ανακριβείς» (Η καταγωγή του ανθρώπου).

Ασάφεια ως προς την έννοια του είδους

Όλη η προσπάθεια του Δαρβίνου έγινε από μέρους του, για να εξηγήσει την καταγωγή των ειδών από άλλα είδη και από πιο πρωτόγονες μορφές ζωής που διαρκώς εξελίσσονταν σε συνθετότερες. Το κρίσιμο όμως ερώτημα ήταν: Tι είναι είδος; Μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς; Διότι, η κατάταξη κάποιων όντων σε ένα είδος, γίνονταν με βάση συνήθως την εξωτερική ομοιότητά τους, με καθαρά μορφολογικά στοιχεία. Αλλά το κριτήριο αυτό, αποδείχτηκε πολύ εύθραυστο κι επισφαλές. Ο Δαρβίνος αναγνώρισε τη δυσκολία, γράφοντας ότι «είναι αφάνταστα δύσκολο ν’ αποφασίσει κανείς αν πρέπει να κατατάξει μια μορφή σαν ποικιλία της άλλης, ακόμα κι όταν είναι στενά συνδεδεμένη μ’ ενδιάμεσους κρίκους… Κατά συνέπεια για να καθορίσουμε αν μια μορφή πρέπει να ταξινομηθεί σαν είδος ή ποικιλία, μας φαίνεται πως ο μόνος οδηγός είναι η γνώμη των φυσιοδιφών που έχουν γερή κρίση και μεγάλη πείρα. Αλλά σε πολλές περιπτώσεις πρέπει ν’ αποφασίσουμε σύμφωνα με την πλειοψηφία των φυσιοδιφών…» Σ’ άλλο σημείο του βιβλίου του (σελ. 171) διερωτάται: «Αν τα είδη κατάγονται από άλλα με ανεπαίσθητες διαβαθμίσεις, γιατί να μη βλέπουμε παντού μεταβατικές μορφές και να μην επικρατεί στη φύση σύγχυση αντί να είναι είδη όπως τα βλέπουμε τώρα σαφώς καθορισμένα;» Στο άλλο βιβλίο του, πάλι, Η καταγωγή του ανθρώπου λέει ότι ο «όρος είδος είναι «αυθαίρετος» (σελ. 201) και «δεν είναι δυνατόν να σύρουμε μια σαφή διαχωριστική γραμμή στα είδη» (σελ. 488).

Ολόκληρα βουνά από θεωρίες και υποθέσεις, λοιπόν, για να εξηγηθεί κάτι, που δεν είναι σαφές και γνωστό, και το πως εξελίχτηκε μία μορφή σ’ άλλη μορφή, και που για να πούμε αν παρήχθη νέο είδος, πρέπει να στηριχτούμε στη γνώμη κάποιων φυσιοδιφών…

Η ασάφεια της έννοιας είδους, είναι κάτι που καταταλαιπώρησε και μπέρδεψε το Δαρβίνο σ’ όλη του τη ζωή αλλά ακόμη και τους επίγονούς του. Γι’ αυτό ο επιστήθιος φίλος του ο Thomas Huxley, παραδέχτηκε ότι μετά από επτά αναγνώσεις του βιβλίου του Δαρβίνου, κατενόησε, ότι αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο βιβλίο… Ο Ernst Mayr, αναγνώρισε, ότι ο Δαρβίνος ατυχώς μπερδεύτηκε και δεν κατάφερε να απαντήσει στο ερώτημα πολλαπλασιασμού των ειδών, ούτε της ειδογένεσης. Και ο νέο-δαρβινιστής καθηγητής George Simpson, διαβεβαιώνει, ότι παρά τον τίτλο του, το βιβλίο του Δαρβίνου, δεν καταφέρνει να εξηγήσει την καταγωγή των ειδών. Επίσης ο παλαιοντολόγος Colin Patterson, παραδέχεται ότι δεν μας λέει τίποτα για την προέλευση των ειδών!

Αλλά η σύγχυση εξακολουθεί σαφώς μέχρι σήμερα. Γιατί, ακόμα και σήμερα οι φυσιοδίφες, δεν έχουν κατά την ομολογία του Δαρβίνου του 20ού αιώνα, του Ernst Mayr, καταλήξει σε γενική ομοφωνία για τον ορισμό του είδους (Τι είναι εξέλιξη, σελ. 203, 204). Οι βιολόγοι, τείνουν, απλά να δεχθούν ως κριτήριο την ικανότητα διασταύρωσης με γόνιμο αποτέλεσμα. Κάθε ομοιότητα πρέπει να οφείλεται σε ομοιότητα γόνων, σε ομοιότητα κληρονομικού υλικού και μόνο. Εδώ, όμως, μπαίνει αυτόματα το φράγμα της μη αναπαραγωγής, ως φράγμα αξεπέραστο μεταξύ των διαφορετικών ειδών που συνηγορούν για την σταθερότητά τους. Γι’ αυτό έγραψε ο διάσημος εξελικτικός R. Goldsmith, «… πουθενά δεν (φαίνεται παλαιοντολογικά) να παραβιάστηκαν τα όρια των ειδών, τα δε όρια αυτά είναι χωρισμένα από τα όρια των επόμενων καλών ειδών, με το αγεφύρωτο χάσμα, που κι αυτό εμπερικλείει στειρότητα». (The Material basis of Evolution, σελ. 165, 168).

Το πρόβλημα λοιπόν, του τι είναι είδος, κι αν και πως εξελίσσεται ώστε να παραχθεί, νέο, κλπ. υπήρξε η μεγαλύτερη δυσκολία, ο μεγαλύτερος σκόπελος όπου ναυάγησε ο Δαρβίνος, παρά τις όποιες φιλότιμες προσπάθειές του, να ερμηνεύσει με το δικό του τρόπο, τη φύση και να εξηγήσει κάποια άγνωστα ή περίεργα φαινόμενα. Γι’ αυτό και έγραφε: «Αν η θεωρία μου είναι σωστή…» (σελ. 177). Ατυχώς, και σήμερα, η έννοια είδος είναι συγκεχυμένη, αφού οι Νεοδαρβινιστές μιλούν για ειδογένεση μέσω μεταλλάξεων, που στην πραγματικότητα είναι δημιουργία γενετικής ποικιλομορφίας υποειδών ή ρατσών, μέσα στα πλαίσια ενός είδους τα μέλη του οποίου μπορούν και διασταυρώνονται με γόνιμο αποτέλεσμα. Η γονιμότης ή αγονία, είναι το τελικό κριτήριο.

Οι περίφημες σπίζες (σπίνοι) του Δαρβίνου, που παρατήρησε στα νησιά Γκαλαμπάγκος με την ποικιλομορφία των ραμφών, στην καλύτερη περίπτωση δείχνουν ότι ένα είδος μπορεί να προσαρμοστεί σε μεταβαλλόμενες συνθήκες για επιβίωση, αλλά δεν δημιουργούν την περίφημη μακροεξέλιξη, το μεγάλο όνειρο του Δαρβίνου και των Νεο-δαρβινιστών.

Δυσκολίες και διαψεύσεις

Σ’ ένα κεφάλαιο ολόκληρο, το έκτο, του βιβλίου του, ο Δαρβίνος αναφέρεται στις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει ο ίδιος προκειμένου να πείσει με τη θεωρία του. Τις αναφέρει και τις ταξινομεί. Και ενώ ομολογεί, ότι μερικές απ’ αυτές, όπως η έλλειψη ή σπανιότητα των μεταβατικών ποικιλιών, ή τα όργανα εξαιρετικής τελειότητας κ.ά., είναι τόσο σοβαρές, που «ως αυτή τη στιγμή δε μπορώ να τις σκεφτώ χωρίς να κλονιστώ κάπως», νομίζει τελικά, πως με τη θεά του, τη φυσική επιλογή, τις ξεπερνά, ή ότι ο χρόνος με νέες ανακαλύψεις θα τον δικαιώσει αργότερα. Για το μάτι π.χ. γράφει: «Ομολογώ πως φαίνεται ολότελα παράλογη η υπόθεση ότι η φυσική επιλογή κατόρθωσε να σχηματίσει τον οφθαλμό με όλες της άφθαστης τελειότητας ικανότητες…» αλλά ενώ δίνει κάποιες υποθετικές εξηγήσεις («πρέπει να υποθέσουμε», γράφει ξανά και ξανά), αναγνωρίζει ότι είναι απαραίτητο η λογική να επιβληθεί στη φαντασία… Και ακόμη, ότι «αν θα μπορούσε ν’ αποδειχτεί πως υπήρξε οποιοδήποτε πολύπλοκο όργανο, που να μην είναι δυνατό να ’χει σχηματιστεί από μία σειρά πολυάριθμες, διαδοχικές και ελαφρές μεταβολές, η θεωρία μου θα κατέρρεε εντελώς…» Τις ίδιες δυσκολίες αναγνωρίζει και για τα ένστικτα των ζώων και κυρίως τις ικανότητές της μέλισσας (σελ. 271). Ο Δαρβίνος ξεπερνάει με το μυαλό του τις δυσκολίες, ομολογώντας σε πολλά άγνοια, και χρησιμοποιώντας πάνω από 800 φορές εκφράσεις όπως, ίσως, πιθανόν, θα πρέπει, υποθέτω, τείνω να πιστέψω, είμαι διατεθειμένος να πιστέψω, κ.ά (βλ. ενδεικτικά σελ. 17, 20, 203, 342 και 482). Σε πολλές περιπτώσεις, επικαλείται άλλους σαν αυθεντίες, με την έκφραση «ο τάδε απόδειξε», ή «ο τάδε με διαβεβαίωσε…»

Η κύρια διάψευση όμως της θεωρίας του, έρχεται καθ’ ομολογίαν του από την Παλαιοντολογία, που ενέχει εν προκειμένω θέσιν αυτοψίας.

Πως προήλθε η ζωή; Ένα πολύ δύσκολο ερώτημα για τους εξελικτικούς μέχρι σήμερα. Αναπάντητο. Κατά τον R. Jastrow, ένα θαύμα! Ο Δαρβίνος στην Καταγωγή του ξεπερνάει τον σκόπελο, υποστηρίζοντας ότι η ζωή εμφυσήθηκε σε μια μορφή ή σε λίγες από το Δημιουργό (σελ. 507). Άρα, έτσι, πάμε στο θαύμα… Σ’ άλλη περίπτωση όμως, υποστήριξε, ότι μπορούσε η ζωή να παραχθεί αυτομάτως, αν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες μέσα σε μια μικρή θερμή λιμνούλα ως αποτέλεσμα χημικών ενώσεων. Από κει και πέρα, ο δρόμος ήταν εύκολος. Αν όμως έγινε αυτόματη γένεση, τι αποδείξεις υπήρχαν στα απολιθώματα; Τι έχει να μας πει η παλαιοντολογία; Για τους περισσότερους, ίσως, είναι άγνωστο το περίφημο αίνιγμα των Κάμβριων απολιθωμάτων, όπως ονομάστηκε, το αίνιγμα, που ενοχλεί τον λαλίστατο Richard Dawkins και τον κάνει να το σχολιάσει με δύο αράδες όλο κι όλο. Κι αυτό είναι το εξής:

Στα προ-κάμβρια πετρώματα, δεν υπάρχουν ζωικά απολιθώματα. Αλλά στα Καμβριανά λεγόμενα απολιθώματα που βρίσκονται ακριβώς από πάνω, υπάρχει πλήθος απολιθωμάτων (π.χ. τριλοβίτες, βρυόζωα κ.λπ.) γιατί ζούσαν τόσο πολύπλοκοι οργανισμοί, όσο είναι οι σύγχρονοι συγγενείς τους. Αυτό σημαίνει ότι η ζωή, εμφανίσθηκε ξαφνικά, με «εξελιγμένες» ζωικές πολυκυτταρικές μορφές και όχι βαθμιαία από απλούστερες κατώτερες, σε ανώτερες. Δεν υπάρχουν ούτε ίχνη προγόνων των ζώων αυτών, ούτε ενδιάμεσες μορφές. Αυτό συνηγορεί για πράξη δημιουργίας μάλλον, παρά για εξέλιξη ζωής από τα απλούστερα μονοκύτταρα σε συνθετότερα πολυκύτταρα. Τη δυσκολία την αναγνώρισε ο ίδιος Δαρβίνος. Έγραψε: «Δεν μπορώ να δώσω ικανοποιητική απάντηση». Δικαιολόγησε την αδυναμία, με το σκεπτικό πως ένα μόνο μικρό τμήμα της υδρογείου είναι γνωστό με ακρίβεια.

Αυτή όμως η δυσκολία που προκύπτει από την παλαιοντολογία δεν είναι η μοναδική. Υπάρχουν και άλλες μεγαλύτερες. Αν η εξέλιξη των όντων, από ένα κύτταρο στον άνθρωπο, ήταν γεγονός, θα έπρεπε να βρίσκαμε εκατοντάδες χιλιάδες συνδετικούς, μεταβατικούς ενδιάμεσους τύπους (κρίκους) μεταξύ των ειδών, γενών, οικογενειών και τάξεων του ζωικού και φυτικού βασιλείου. Θα έπρεπε να βρίσκαμε στα απολιθώματα τέτοιους συνδετικούς κρίκους, που να δείχνουν πώς κάποια ψάρια έγιναν αμφίβια, πώς το πτερύγιο μετατράπηκε σε πόδι, πώς τα ερπετά έγιναν πουλιά, πώς εμφανίστηκαν τα θηλαστικά, μερικά απ’ τα οποία έγιναν κήτη κ.λπ. Κάτι τέτοιο όμως, δεν αποκαλύπτουν τα γεωλογικά στρώματα, ούτε το αρχείο των βράχων, ούτε τα απολιθώματα. Έτσι η θεωρία της εξέλιξης εμφανίζεται σαν υπόθεση χωρίς τεκμηρίωση, χωρίς απόδειξη. Σπίτι χωρίς θεμέλιο. Ή, για ν’ αλλάξουμε την παρομοίωση, μιλούμε για ανθρωποκτονία, χωρίς να έχει βρεθεί πτώμα, ούτε το θανατηφόρο όπλο… Τη δυσκολία αναγνώρισε και πάλι ο ίδιος ο Δαρβίνος λέγοντας ότι «ο αριθμός των ενδιαμέσων ποικιλιών που υπήρξαν άλλοτε θα πρέπει να ’ναι πραγματικά τεράστιος. Γιατί λοιπόν η κάθε γεωλογική διάπλαση και το κάθε στρώμα να μην είναι γεμάτα από τέτοιους ενδιάμεσους κρίκους; Η Γεωλογία ασφαλώς δεν αποκαλύπτει καμία τέτοια ανεπαίσθητα διαβαθμισμένη αλυσίδα ενόργανων όντων. Κι αυτό ίσως είναι η πιο λογική και σοβαρή αντίρρηση που μπορεί να διατυπωθεί εναντία στη θεωρία μας». (σελ. 323, 324).

Ο Δαρβίνος προσπάθησε να ξεπεράσει τις δυσκολίες λέγοντας ότι το αρχείο ήταν ατελές και στο μέλλον θα αποκαλύπτονταν περισσότερα επ’ αυτού. Δεν έφταιγε η θεωρία του δηλαδή, αλλά τα γεωλογικά στρώματα και τα ελάχιστα απολιθώματα.

Ωστόσο, 150 χρόνια μετά τον Δαρβίνο σήμερα που είναι γνωστά 200.000.000 απολιθώματα και πλέον σ’ ολόκληρο τον κόσμο, η κατάσταση παραμένει απελπιστικά η ίδια. Ιδού μερικές συγκλονιστικές ομολογίες εξελικτών.

«Κάθε σύμπλεγμα, τάξη ή οικογένεια, φαίνεται πως γεννήθηκε ξαφνικά και δύσκολα βρίσκουμε τις μορφές που τις συνδέουν με το προηγούμενο γένος… όχι μόνο δε βρίσκουμε καθόλου σχεδόν μεταβατικές μορφές, αλλά εν γένει είναι αδύνατον να συνδέσουμε αυθεντικά ένα νέο σύμπλεγμα μ’ ένα παλιό» (Pierre Lecomte du Noüy). «Οι κρίκοι λείπουν ακριβώς, εκεί που πολύ ζωηρά τους επιθυμούμε» (Alfred Romer). «Το γνωστό αρχείο των απολιθωμάτων ούτε τώρα ούτε ποτέ άλλοτε δεν συμφωνούσε με τη βραδεία εξέλιξη» (Steven M. Stanley). «Το να ψάχνομε για ενδιάμεσες βαθμίδες για να περάσουμε τα χάσματα είναι σαν να ψάχνουμε μάταια για πάντα» (John N. Thompson).

Αυτές οι ανυπέρβλητες δυσκολίες, οδήγησαν πολλούς εξελικτές ασπασθούν τη θεωρία του Stephen Jay Gould και Niles Eldredge, γνωστή ως θεωρία της διακεκομμένης ισορροπίας (punctuated equilibrium) σύμφωνα με την οποία, τα νέα είδη αναδύονται όχι με βαθμιαίες αλλαγές, αλλά με ξαφνικές εξελικτικές εκρήξεις, με σταθεροποίηση των ειδών για εκατομμύρια χρόνια. Έτσι, ενώ αυτή η θεωρία έρχεται σε άμεση ρήξη με την παραδοσιακή και με την βασική αρχή του Δαρβίνου «η φύση δεν κάνει άλματα», και περιμένει την επιβεβαίωσή της, στην πραγματικότητα», δεν υπάρχει ούτε η ελάχιστη απόδειξη ότι μια από τις μεγαλύτερες συνομοταξίες ξεπήδησε από κάποια άλλη και οι θιασώτες της δημιουργίας φαίνεται να έχουν καλύτερα επιχειρήματα (Austin H. Clark). «Οι αποδείξεις των απολιθωμάτων θα μπορούσαν να είναι συνεπείς με την ιδέα ενός Μεγάλου σχεδιαστή (Carl Sagan, Cosmos, 1980, σελ. 19).

Ο Charles Lyell και ο ομοιομορφισμός

Η ασάφεια, η άγνοια και οι επιφυλάξεις διαυλακώνουν απ’ άκρη σ’ άκρη το βιβλίο Η καταγωγή των ειδών. Ωστόσο, είναι περίεργο και εκπληκτικό, ότι ο Δαρβίνος βάσισε ένα μεγάλο, το μεγαλύτερο, μέρος της θεωρίας του, σε κάτι που ο ίδιος ονόμασε βεβαιότητα. Γράφει: «Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, πως η αλυσίδα των γενεών, δεν έσπασε ούτε μια φορά και πως κανένας κατακλυσμός δεν κατέστρεψε ολόκληρο τον κόσμο» (σελ. 506). Και αλλού, στο 10ο κεφάλαιο, δείχνει πως υιοθέτησε τη θεωρία του ομοιομορφισμού του γεωλόγου Charles Lyell. Σύμφωνα μ’ αυτήν, τα γεωλογικά στρώματα διαμορφώθηκαν σε διάρκεια εκατομμυρίων ετών, βαθμιαία και ανεπαίσθητα από τη δύναμη της φύσης (χείμαρροι, ποτάμια, παλίρροιες, βροχή, αέρα) και ότι καμία αιφνίδια αλλαγή ή καταστροφή δεν συνέβη στο παρελθόν, γιατί το «παρόν είναι το κλειδί κατανόησης του παρελθόντος». Μάλιστα, γράφει, ότι όποιος δεν παραδέχεται αυτή τη γεωλογική θεωρία του Lyell, καλά θα κάνει να κλείσει το βιβλίο του. Ε, λοιπόν, η ειρωνεία είναι ότι κυρίως μετά τη συγγραφή του βιβλίου του Δαρβίνου και του Charles Lyell, Αρχές της Γεωλογίας, ανακαλύφτηκε ότι έχουν γίνει στο παρελθόν τόσες μεγάλες καταστροφές από γνωστές και άγνωστες αιτίες, ώστε, να μιλάμε για εξαφάνιση μεγάλων αριθμών ζώων κάθε είδους (και κυρίως των δεινοσαύρων) από επανειλημμένες μεγάλες έως παγκόσμιες καταστροφές (μετακίνηση ηπείρων, έκρηξη ηφαιστείων, εισβολή θαλασσών, πιθανή πτώση μεγάλων μετεωριτών κ.ά.). Οι δεινόσαυροι γενικά, θεωρείται ότι εξαφανίστηκαν μαζικά πριν από 65.000.000 χρόνια (υπάρχουν διάφορες θεωρίες για το γιατί, με επικρατούσα την πτώση γιγαντιαίου μετεωρίτη), αλλά τα μαμούθ της Σιβηρίας, σε σχετικά πρόσφατα χρόνια, ενώ ζούσαν κατά κοπάδια, πέθαναν ξαφνικά την ώρα που βοσκούσαν. Ένα μαμούθ μάλιστα, βρέθηκε στην Σιβηρία, με αμάσητο χορτάρι στα κλειστά δόντια του, γεγονός που επιμαρτυρεί το βίαιο του θανάτου του από φυσική καταστροφή, όπως το ίδιο υποστηρίζει και το γεγονός ότι βρέθηκαν σκόρπια κόκκαλα πολλών ζώων, ρινοκέρων, βισώνων, μαμούθ κ.λπ. σε μεγάλη έκταση. Σε επιστολή του στον Henry Howorth, ο Δαρβίνος παραδέχτηκε την ανικανότητά του να εξηγήσει την εξαφάνιση του μαμούθ, ενός τόσο καλά προσαρμοσμένου ζώου. Πολλά απολιθώματα που μαρτυρούν ομαδικές καταστροφές, έχουν ανακαλυφθεί παντού, σ’ όλα τα μέρη της γης, και πολλά μιλούν για αλλαγή κλίματος στο τέλος της εποχής των πάγων (Immanuel Velikovsky, Η γη σ’ αναταραχή, σελ. 228 επ.). Τώρα, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ολόκληρος ο φλοιός της γης αναποδογύρισε πριν από 1,8 δισεκατομμύρια χρόνια (εφημ. Τα Νέα 8/6/04) τότε, τα σχόλια περιττεύουν… Πρέπει να μιλάμε για την επιβίωση του τυχαιότερου και όχι του ικανότερου. Επί πλέον: «Η εξήγηση της προέλευσης των απολιθωμάτων με τη θεωρία του ομοιομορφισμού, έρχεται σε σύγκρουση με τη θεμελιώδη αρχή των θεωριών. Τίποτε δεν έχει γίνει στο παρελθόν που να μη γίνεται και στο παρόν. Ωστόσο, σήμερα δεν σχηματίζονται απολιθώματα…» Άλλη μια αυταπάτη του Δαρβίνου…

Η προέλευση του ανθρώπου—Ο ρατσισμός του Δαρβίνου

Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα για τον Δαρβίνο, υπήρξε ο ίδιος ο άνθρωπος και η προέλευσή του. Στο πρώτο του βιβλίο, δεν τόλμησε να μιλήσει καθαρά για την ζωώδη καταγωγή του ανθρώπου σκεπτόμενος την αναταραχή που θα δημιουργούνταν και ίσως τη γενική κατακραυγή των θρησκευόμενων. Ωστόσο, στο δεύτερο βιβλίο του, Η καταγωγή του ανθρώπου, μίλησε για την προέλευση του ανθρώπου από μακρινούς ζωόμορφους προγόνους, συγγενείς με τους σημερινούς χιμπατζήδες, κάπου στην Αφρική, και σε κάποια εποχή, σε κάποια περιοχή, ο άνθρωπος έχασε το τριχωτό του κάλυμμα! Ήταν μια τολμηρή εικασία… Τα προβλήματα που είχε ν’ αντιμετωπίσει, βέβαια, με μια τέτοια υπόθεση, ή εικοτολογία, ήταν τεράστια. Πρώτα έπρεπε να υποστηριχτεί η θεωρία παλαιοντολογικά, να βρεθούν δηλαδή, οι ενδιάμεσοι τύποι-κρίκοι, που θα συνέδεαν τον homo sapiens με τους απώτερους προγόνους του. Αλλά τέτοιοι κρίκοι, παρά το θόρυβο που δημιουργήθηκε από τους Δαρβινιστές μετά το Δαρβίνο, με ευρήματα, σαν τον πιθηκάνθρωπο της Ιάβας του Ντυμπουά, σαν τον άνθρωπο του Piltdown (που αποδείχτηκε απάτη), τον Εσπεροπίθηκο (που ανακατασκευάστηκε από ένα δόντι χοίρου τελικά!!!), την περίφημη Lucy που ανακάλυψε ο Ρ. Λήκυ, τους Αυστραλοπιθήκους, το homo erectus και τους Νεαντερτάλιους κ.λπ., αποδείχτηκε και συνεχώς αποδεικνύεται ότι προσφέρουν ελάχιστα, προς αυτή την κατεύθυνση, και τελικά, δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα, απ’ αυτά που προσπαθούν να επιλύσουν! Και τούτο, διότι καθ’ ομολογίαν των εξελικτικών, «το ανθρώπινο είδος και όλα τα είδη θα παραμείνουν… σαν ορφανά, με την ταυτότητα των γονέων τους χαμένη στο παρελθόν» (James Gorman) και, «δεν μπορεί να υπήρξε ανθρωποπίθηκος» αλλά από την πρώτη στιγμή που σχηματίστηκε ο άνθρωπος ήταν στην κυριολεξία άνθρωπος (Νικήτας Λιανέρης, σελ. 74). Ο διάσημος εξελικτής Niles Eldredge αναγνωρίζει ότι «οι έρευνες του ανθρώπου για τους προγόνους του είναι μάταιες». Για όποιους εξακολουθούν ν’ αμφιβάλλουν, δεν έχουν παρά να διαβάσουν την ομολογία του διάσημου αθεϊστή Richard Dawkins: «Τα απολιθώματα, τα οποία ανακαλύφτηκαν όλα μετά την έκδοση της Καταγωγής, μας παρέχουν μια σποραδική εικόνα για ορισμένα πιθανά ενδιάμεσα είδη, τα οποία μας συνδέουν με τον κοινό πρόγονο που μοιραζόμαστε με τους χιμπατζήδες… Οι ορθόδοξες απόψεις μας κλονίζονται από καιρού εις καιρόν—δεν είναι καθόλου κακό. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν υποθέτουμε ότι αυτή η σειρά απολιθωμάτων αναπαριστά τη σειρά προγόνων/απογόνων. Είναι πάντα πιο ασφαλές να υποθέτουμε ότι τα απολιθώματα είναι συγγενείς παρά πρόγονοί μας…» (Richard Dawkins, Ο εφημέριος του Διαβόλου, σελ. 120).Κατά δεύτερο λόγο, έπρεπε να δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για την εμφάνιση των εκπληκτικών δυνατοτήτων της ανθρώπινης διάνοιας. Από που προήλθε η καταπληκτική ικανότητα συσσώρευσης γνώσης του ανθρώπινου εγκεφάλου, που σύμφωνα με τον Carl Sagan θα μπορούσε να διαφυλάξει πληροφορίες που θα γέμιζαν περίπου 20.000.000 τόμους, ενώ κάποιοι άλλοι υπολογισμοί έδειξαν ότι μπορεί να αναλάβει φορτίο μάθησης και μνήμης 1.000.000 φορές, καθώς και η λειτουργία της γλώσσας, της φαντασίας, της εφεύρεσης μαθηματικών, της μουσικής, της αναζήτησης του ωραίου κ.λπ., προήλθε, από ένα όργανο που εξελίχθηκε μέσω της φυσικής επιλογής για να προσφέρει απλά και μόνο καλύτερη άμεση επιβίωση στον πρώτο αρχάνθρωπο; Ο σύντροφος και ομοϊδεάτης του Δαρβίνου, Alfred Wallace, είχε εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη απ’ αυτήν του Δαρβίνου, και διεχώρισε ευθύς εξ αρχής τη θέση του. Όταν τού επεσήμανε τα προηγούμενα, και κυρίως, ότι υπάρχει τεράστιο και αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ του ανθρώπινου εγκεφάλου και του εγκεφάλου των πρωτευόντων, ο Δαρβίνος θορυβημένος του απάντησε να προσέχει για τις απόψεις του… Επί λέξει: «Ελπίζω ότι δεν έχεις σκοτώσει τελείως το παιδί σου και το παιδί μου» (δηλαδή τη θεωρία τους).

Το ερώτημα που δημιουργήθηκε με το πέρασμα του χρόνου από την εποχή του Δαρβίνου και ίσαμε σήμερα, είναι: Αν ο ανθρώπινος εγκέφαλος εξελίχθηκε από εγκεφάλους κατωτέρων ζώων, διαρκώς αυξανόμενος, γιατί η φυσική επιλογή (ή οι τυχαίες μεταλλάξεις) τον εφοδίασαν με ένα τέτοιο φοβερό όργανο, το τελειότερο σ’ ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα (Jean Rostand), και το μόνο που προσπαθεί να κατανοήσει τον εαυτό του, που ευθύς εξ αρχής υπερέβαινε τις άμεσες ανάγκες του, αλλά ακόμα δεν έμαθε όλες τις δυνατότητές του και την πλήρη χρήση του, ενώ στα αμέσως πριν πρωτεύοντα, τα εφοδίασε με εγκέφαλο που δεν μπορεί καν να σκέφτεται; Το ερώτημα παραμένει αμείλικτο και προκλητικό για τους Δαρβινιστές. Είναι σα να λέμε, για να απλοποιήσουμε, μ’ ένα παράδειγμα: Σε κάποιον δωρίζεται ένα αεροπλάνο, ενώ αυτός δεν ξέρει καν να πιλοτάρει… και θα χρειαστεί χρόνια και χρόνια να μάθει την χρήση του αφού, ο ανθρώπινος εγκέφαλος αποτελείται από 100.000.000.000 νευρώνες, με δυνατότητες συνάψεων που φθάνει τις 100.000.000.000! Σ’ ολόκληρη τη ζωή του των 80–100 ετών, είναι ζήτημα να μπορεί να χρησιμοποιήσει το 1/10 της λειτουργίας του εγκεφάλου, του πιο πολύπλοκου «αντικειμένου» του σύμπαντος (Δ. Νανόπουλος).

Τελικά, ο Δαρβίνος, παρασυρμένος από τη θεωρία του της εξέλιξης του ανθρώπου μέσω της φυσικής επιλογής, έφθασε στο σημείο, άλλοτε να παραμένει σκεπτικιστής ως προς την ορθότητα της θεωρίας του, αφού ο εγκέφαλος του ανθρώπου είναι ατελής… προερχόμενος από τον εγκέφαλο των πρωτευόντων και δεν ήταν καθόλου σίγουρος, αν μπορούσε ν’ ανακαλύψει την αλήθεια. Και άλλοτε, να υποστηρίζει ότι η γυναίκα ήταν κατώτερη από τον άντρα, λιγότερο ευφυής, λιγότερη θαρραλέα, λιγότερο εφευρετική. Καθώς επίσης, ότι υπήρχαν και άνθρωποι που ήταν φυσικά ανώτεροι πνευματικά και διέφεραν από τους πνευματικά κατώτερους. Ακόμη, ότι υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές, και οι ανώτερες, οι πολιτισμένες, οι λευκοί (Ευρωπαίοι), μια μέρα στο προσεχές μέλλον, θα έχουν εξοντώσει και αντικαταστήσει τις άγριες φυλές (Αφρικανούς, Ινδιάνους) σ’ ολόκληρο τον κόσμο (σελ. 179). Συνεπές συμπέρασμα, του αγώνα περί υπάρξεως και επικράτησης του ισχυροτέρου-ικανοτέρου. Ο φυλετισμός (ρατσισμός) και ο σεξισμός σ’ όλο του το μεγαλείο! Από κει και πέρα, ήταν δουλειά του F. Galton και του H. Spencer, του Nietzsche και του Χίτλερ, να προχωρήσουν ένα βήμα περισσότερο μέσω ευγονικής για τη δημιουργία υπερανθρώπων.

Ο Δαρβίνος και οι επίγονοί του

Ίσως, αντιτείνει κανείς, ότι, ο Δαρβίνος είχε ανεπαρκείς γνώσεις και ότι η σύγχρονη συνθετική θεωρία του Νεο-δαρβινισμού των Simpson, Dobzhansky, Mayr, που συμπεριέλαβε τις προόδους της γενετικής κ.ά. επιστημών, δίνουν ικανοποιητική απάντηση στο πως και το γιατί της εξέλιξης. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Νέο-νέο-δαρβινισμός, έκανε ένα ωραίο τέχνασμα. Ονομάστηκε έτσι, προς τιμήν του Δαρβίνου, ενώ ουσιαστικά έχει ελάχιστη σχέση μ’ αυτόν και τη θεωρία του. Κράτησε απ’ αυτόν μόνο την έννοια της φυσικής επιλογής (που προϋπήρξε σαν έννοια και σύλληψη απ’ αυτόν) και τον μπόλιασε με τον Μεντελισμό, τη διδασκαλία του Mendel και των νόμων του, που επαληθεύονται, με παρατήρηση και πείραμα, σε αντίθεση με τον Δαρβινισμό και τη θεωρία της μακρο-εξέλιξης, που δεν επαληθεύονται ούτε με πείραμα ούτε με παρατήρηση. Αυτό το ομολογούν και οι ίδιοι οι εξελικτικοί. Διαβάζουμε: «Ισχυρίζομαι ότι κάθε πειραματισμός είναι αδύνατος στη μακρο-εξέλιξη (Boris Mednikov). «Δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι έχεις διαπιστώσει τη γένεση των θηλαστικών από τα μη θηλαστικά. Δεν ήσουν παρών» (R. Lewontin). «Η πραγματικότητα των μεταμορφώσεων δεν μπορεί να αποδειχτεί θετικά γιατί πρόκειται για γεγονότα στα οποία κανένας άνθρωπος δεν παραβρέθηκε και η φύση δεν μας δίνει πια παραδείγματα τους» (Jean Rostand). Ακόμη: «Παρ’ όλα τα δεδομένα από διάφορους χώρους των βιολογικών επιστημών, τα οποία στηρίζουν την μακροεξέλιξη, αυτή εξακολουθεί να παραμένει μια αναπόδεικτη βιολογική διαδικασία» (Γιάννης Αργύρης). Εξ άλλου, οι περίφημες μεταλλάξεις, οι απότομες μεταβολές των γονιδίων που επικαλούνται οι νέο-δαρβινιστές, δεν παράγουν νέα χαρακτηριστικά, αλλά μεταβάλλουν τα ήδη γνωστά. Κατά τον γενετιστή Goldschmidt, και χίλιες μεταλλάξεις μαζί σ’ ένα είδος, δεν μπορούν να δημιουργήσουν νέο είδος!

Η κύρια αδυναμία του νεοδαρβινισμού, ο οποίος στηρίζεται, στις μεταλλάξεις, στην τύχη και στη φυσική επιλογή, είναι ότι, «οι νεοδαρβινιστές πιστεύουν ότι ολόκληρο το φάσμα της ζωής… ερμηνεύεται από τη σταθερή συσσώρευση απομίμησης σφαλμάτων και τη συνακόλουθη ανάπτυξη ποικιλιών καθώς ένα πρωτόγονο σύστημα ζωής αναπαράγεται επί δισεκατομμύρια φορές. Σύμφωνα με αυτήν τη θεωρία, η επισώρευση των αναπαραγωγικών σφαλμάτων, η οποία ταξινομείται με τη διαδικασία της φυσικής επιλογής, της επιβίωσης του πιο ικανού, εξηγεί τόσο την πλούσια ποικιλία ζωής όσο και τη σταθερή ανοδική εξέλιξη από το βακτηρίδιο στον άνθρωπο… Στο τελευταίο μας βιβλίο ο Sir Fred Hoyle και εγώ, προσκομίζουμε ισχυρά επιχειρήματα εναντίον αυτής της πρότασης… Είναι γελοίο να υποθέτουμε ότι τα στοιχεία τα οποία μας παρέχει ένα μεμονωμένο πρωτόγονο βακτηρίδιο μπορούμε με την αναπαραγωγή να φτάσουν στο σημείο να δημιουργήσουν τον άνθρωπο και όλους τους άλλους ζώντες οργανισμούς, οι οποίοι υπάρχουν στον πλανήτη μας». (Chandra Wickramasinghe). Ο Pierre Thuillier επικυρώνει: «Η ανάπτυξη των εξελικτικών θεωριών είναι μία ωραία επιστημονική περιπέτεια… μην ξεχνάμε όμως, ότι οι θεωρίες δεν είναι παρά ανθρώπινα κατασκευάσματα».

Αλλά για να επανέλθουμε στον πρώτο διδάξαντα, το Δαρβίνο και να συνοψίσουμε το έργο του, καθ’ ομολογίαν ενός απ’ τους μεγαλύτερους σύγχρονους εξελικτικούς του R. Lewontin, «είναι γεμάτο ασάφειες, αντιφάσεις και θεωρητικές αναθεωρήσεις… διαδοχικές εκδόσεις της καταγωγής περιέχουν σοβαρές αλλαγές (σελ. 74, 75). Ο Δαρβίνος δημοσίευσε τα «περί της καταγωγής», χωρίς εμπιστοσύνη στις ίδιες του τις ενδείξεις (Barry Gale), κάτω από την πίεση του χρόνου, για να μη χάσει τη δόξα του από τον Wallace, που είχε καταλήξει σε παρόμοιες απόψεις με τις δικές του. Έσπευσε να τις δημοσιεύσει, παρά τα κενά, την άγνοια και τις σοβαρές ασάφειες και επιφυλάξεις του. Το 1858 έγραψε στο φίλο του Hooker: «Πρέπει να καταλήξω σε κάποιο τελικό συμπέρασμα, είτε να εγκαταλείψω το φάντασμα της θεωρίας μου». Ένα μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του, είχε υπόψη του τον Κάρολο Λιναίο που υποστήριζε την σταθερότητα των ειδών. Αυτόν και άλλους ήθελε να καταπολεμήσει ο Δαρβίνος, αλλά ταυτόχρονα, αναγνώριζε ότι οι μεγαλύτεροι παλαιοντολόγοι της εποχής του (Cuvier, Agassiz, Forbes, κ.ά.) αναγνώριζαν τη σταθερότητα των ειδών. Ο Δαρβίνος, παρά το ήπιο και άτολμο του χαρακτήρα του, ήταν πεισματάρης και φιλόδοξος. Διότι όπως αποκαλύπτει στην αυτοβιογραφία του, επιζητούσε «μια αξιόλογη θέση μεταξύ των ανθρώπων της επιστήμης». Για να το επιτύχει αυτό, δαπανούσε 1-2 ώρες καθημερινά για την αλληλογραφία του που αριθμεί εκατοντάδες επιστολές με ηγετικά ή αμφιλεγόμενα άτομα της επιστήμης!

Το 1956 γράφονται για την εκατοστή επέτειο της Καταγωγής, ο βιολόγος W. R. Thompson στον πρόλογό του, έγραφε μεταξύ άλλων τα εξής αποκαλυπτικά: «Για την καθιέρωση της συνέχειας που απαιτείται από τη θεωρία, επικαλούνται ιστορικά επιχειρήματα, παρ’ όλο που τα στοιχεία λείπουν. Ως εκ τούτου γεννιούνται αυτοί οι εύθραυστοι πύργοι των υποθέσεων που βασίζονται σε υποθέσεις, όπου η πραγματικότητα και η φαντασία αναμειγνύονται σε μια αδιέξοδη σύγχυση».

Το τι απέμεινε, ουσιαστικά, από το θόρυβο της πολύκροτης θεωρίας του, σήμερα, μας το λέει επιγραμματικά και απέριττα ο πανεπιστημιακός Νικήτας Λιανέρης: «Λέγεται ότι στη μάχη του ο Δαρβίνος για να καταστρέψει τη θεωρία των ειδικών δημιουργιών, χρησιμοποίησε τρία πολεμικά άλογα: την φυσική επιλογή, τον αγώνα για τη ζωή, και την κληρονομικότητα των αποκτημένων χαρακτήρων (θεωρία της παγγένεσης). Απ’ αυτά τα δύο σήμερα έχουν ψοφήσει, ενώ το τρίτο έχει μεταμορφωθεί σε ένα πράο γαϊδουράκι» (σελ. 61). Αλλά «κάθε φορά που γίνεται προσπάθεια στη «σούπα» του Mendel να ριχτεί το αλάτι του Δαρβίνου, το αποτέλεσμα ήταν να χαλάσει η σούπα, αντί να διατηρηθεί και να γίνει εύγεστη». Και να δώσουμε το λόγο και στον Α. Κάισλερ: «Για μια άλλη φορά η δαρβινική θεωρία, παρά την τονωτική ένεση του Μεντελισμού, έχει φθάσει σε αδιέξοδο».

 * Το παρόν κείμενο κυκλοφόρησε το 2009, με αφορμή τη συμπλήρωση, τότε, 200 ετών από τη γέννηση του Δαρβίνου.

Βιβλιογραφία

  • Blanc, Marcel. Οι κληρονόμοι του Δαρβίνου. Αθήνα: Στάχυ, 1995.
  • Denton, Michael. Evolution: a theory in crisis. Bethesda, Md.: Adler & Adler, 1986.
  • Lewontin, Richard C. Δεν είναι απαραίτητα έτσι. Αθήνα: Κάτοπτρο, 2002.
  • Macbeth, Norman. Darwin Retried: a carefully documented repudiation of classical Darwinism. New York: Dell Publishing Co., Inc., 1971.
  • Milton, Richard. Ο μύθος του δαρβινισμού. Αθήνα: Δίαυλος, 1996.
  • Δαρβίνος, Κάρολος. Αυτοβιογραφία. Αθήνα: Εκδόσεις Γκοβόστη, 2007.
  • —. Η καταγωγή των ειδών. Αθήνα: Εκδόσεις Γκοβόστη, 1974.
  • Λιανέρης, Νικήτας Ν. Η καταγωγή και η εξέλιξη του ανθρώπου. Αθήνα: Καρδαμίτσα, 1987.
  • Chandra Wickramasinghe, Ένας αστρονόμος συλλογίζεται: Έκανε λάθος ο Δαρβίνος;, στο Courrier της Ουνέσκο, DARWIN, Μάρτιος, 1983.
  • Pierre Thuillier, Η εξέλιξη της εξέλιξης, στο Courrier της Ουνέσκο, Μάιος, 1983.

Το πρωτότυπο pdf: https://tsinikopoulos.org/sites/default//files/pdf/Autapates_Darvinou.pdf

 

 

Η κόλαση των Σίντι και Ρομά στο Άουσβιτς

4.000 Σίντι και Ρομά εξοντώθηκαν τη νύχτα της 2ης Αυγούστου 1944 στο ναζιστικό στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Ο 10χρονος τότε Μάνο Χέλενραϊνερ από καθαρή τύχη δεν είχε την ίδια μοίρα με πολλούς συγγενείς του.

Ο Μάνο Χέλενραϊνερ είναι σήμερα 84 ετών. Στο σπίτι του, στο Μέτενχαϊμ της Βαυαρίας, κρέμονται φωτογραφίες του με τους πρώην γερμανούς προέδρους Κρίστιαν Βουλφ και Γιόαχιμ Γκάουκ. Στο χέρι του διακρίνεται το νούμερο κρατουμένου που του είχαν τυπώσει στο Άουσβιτς: Ζ 3526. Το Ζ σημαίνει «τσιγγάνος», από το αρχικό της αντίστοιχης λέξης στα γερμανικά. Ανήκε και αυτός στο μειονότητα των Σίντι και Ρομά που εκδιώχθηκαν και εξοντώθηκαν με κτηνώδη τρόπο από το ναζιστικό καθεστώς.

Η καθημερινότητα στο ναζιστικό στρατόπεδο ήταν απάνθρωπη και τραυματική. «Μας έβγαζαν έξω στις 4 τα ξημερώματα, ακόμη και το χειμώνα με πολύ χιόνι. Οι ηλικιωμένες κυρίες πάγωναν και έπεφταν νεκρές έξω ή μέσα στις τουαλέτες. Δεν υπήρχαν κανονικές τουαλέτες, ήταν κουβάδες, ήταν τραγικό. Είναι θαύμα το ότι είμαστε ακόμη ζωντανοί», λέει ο Μάνο Χέλενραϊνερ.

Λίγο πριν διαλυθεί ο αποκαλούμενος «καταυλισμός των τσιγγάνων» εντός του Άουσβιτς-Μπίρκεναου, όπου 4.000 άνδρες, γυναίκες και παιδιά Σίντι και Ρομά οδηγήθηκαν στους θαλάμους αερίων και στη συνέχεια ρίχτηκαν στην πυρά, ο Μάνο Χέλεραϊνερ με τους γονείς του και την αδερφή του μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ράβενσμπρουκ. Στο Άουσβιτς έχασε πολλούς συγγενείς -36 μέλη της οικογένειας Χέλενραϊνερ άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή. Σκληρές εικόνες, με παιδιά να πεθαίνουν και μάνες να ουρλιάζουν και να θρηνούν ξαναζωντανεύουν ακόμη και σήμερα στο μυαλό του. Ο ίδιος ευγνωμονεί τη σύζυγό του, η οποία τον βοήθησε να αντεπεξέλθει απέναντι στους διαρκείς εφιάλτες του.

Η διατήρηση της μνήμης και οι σύγχρονοι τιμητές των ναζί

Ο Μάνο Χέλενραϊνερ με τη σύζυγό του Έλσα

Στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ χωρίστηκαν άνδρες και γυναίκες. Αργότερα ο Μάνο και ο πατέρας του μεταφέρθηκαν από το Ράβεσνμπρουκ στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ζαξενχάουζεν, κοντά στο Βερολίνο. Ο πατέρας του και άλλοι πρώην στρατιώτες στάλθηκαν ξανά στο μέτωπο του πολέμου. Ο Μάνο και οι υπόλοιποι κρατούμενοι εξωθήθηκαν σε πορεία θανάτου προς τα δυτικά. Όποιος δεν άντεχε να προχωρήσει, εκτελούνταν άμεσα από άνδρες των SS. Όταν πλησίασαν τα προελαύνοντα ρωσικά στρατεύματα και οι μάχες μεταξύ Γερμανών και Ρώσων γίνονταν ολοένα σκληρότερες, ο μικρός Μάνο μαζί με άλλα παιδιά κατόρθωσαν να δραπετεύσουν. Με τη βοήθεια γάλλων στρατιωτών έφτασε στη Γαλλία. Μετά από κάποιο διάστημα σε μια οικογένεια στην Αλσατία, επέστρεψε τον Δεκέμβριο του 1946 στην οικογένειά του στο Μόναχο, η οποία τον αναζητούσε.

Ο Μάνο Χέλεραϊνερ θέλει σήμερα να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη των τραγικών γεγονότων που έζησε στα χέρια των ναζί –μεταξύ άλλων δίνει διαλέξεις σε σχολεία. «Για να ξέρουν οι νεαροί Γερμανοί τι περάσαμε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ότι το καθεστώς του Χίτλερ ήταν εγκληματικό. Και σήμερα υπάρχουν διάδοχοι που τιμούν τους ναζί και αυτό με φοβίζει. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να ξανασυμβεί», τονίζει.

Αντρέα Γκρούναου Άρης Καλτιριμτζής

Πηγή: Deutsche Welle

“Το τραμ το τελευταίο». Τα μέσα μαζικής μεταφοράς του παρελθόντος.

 

“Το τραμ το τελευταίο”. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς
του παρελθόντος

Θα σου διηγηθώ – μου γράφει καθημερινός αναγνώστης – ένα επεισόδιο που μου συνέβη το βράδυ της τετάρτης Αυγούστου στο τραμ. Μέσα στη μονοτονία της πορείας του τραμ, αν δεν συντροφεύεσαι, τι άλλο έχεις να κάνεις, παρά να κυττάζης τους συνεπιβάτες σου; Πολλά μπορείς να μάθης απ’ τη σπουδή τους. Ο μακαρίτης ο Νιρβάνας, ολόκληρο το πνευματικό του το υλικό, το πήρε από αυτήν την παρακολούθηση των συνεπιβατών του. Έτσι έγραψε και τους περίφημους «Εφαψίες» του. Βέβαια, ο Π. Νιρβάνας, καθημερινός ταξιδιώτης με τραμ, ηλεκτρικό και το «θηρίο», κατέγραψε δεκάδες «επεισόδια» στα μέσα αυτά, δημιουργώντας μια μοναδική ηθογραφία του μεσοπολέμου. «Καθώς πλησιάζομεν, ανύποπτοι, προς την Γαργαρέτταν, το τραμ σταματά αποτόμως. Τι συμβαίνει; Συνηθισμένη ιστορία. Κόπηκε το ρεύμα. Το γεγονός γίνεται δεκτόν, κατά τόσους τρόπους, όσοι είνε και οι επιβάται. Και δημιουργείται αμέσως, εκ του προχείρου, μέσα στον στενόν εκείνον χώρον, μία έκθεσις ψυχών…
[Σπύρος Μελάς]

…Υπήρχε τότε η διάδοση –κάτι σαν προφητεία– πως θαρθεί καιρός που από την Αγ. Δημητρίου θα περάσει το τραμ και πως για να φαρδύνει ο δρόμος θα γκρεμιστεί όλη η δεξιά γραμμή των σπιτιών από την οδό Σοφοκλέους ώς την Ευαγγελίστρια (…) Το πέρασμα του τραμ όμως δεν εκπληρώθηκε γιατί στο μεταξύ καταργήθηκαν τα ίδια τα τραμ…
[Γιώργος Ιωάννου]

Αλλά και το τέταρτον υπ’ αριθ. 12 τραμ εδήλωσεν ότι… «δεν πάει Παγκράτι». Αλλ’ ιδού το πέμπτον, το οποίον θα πάη. Αυτό θα πάη πράγματι, αλλ’ από τους αναμένοντας μάρτυρας δεν θα πάη κανείς. Διότι το πέμπτον έρχεται πλέον κατάφορτον. Το φορτίον του είνε μια μάζα από ανθρώπινες σάρκες. Άλλοι κρέμονται από τις σκάλες και άλλοι από το όπισθεν μέρος του εξώστου. Ο νόμος του αδιαχωρήτου έχει καταργηθή. Το θέαμα, το συγκοινωνιακόν αίσχος δηλαδή, προκαλεί την αγανάκτησιν του πλήθους που περιμένει. Και το οποίον θα περιμένη. Διότι η πόλις αυτή έχει λαμπράς, καλλιμαρμάρους οικοδομάς, έχει άφθονον ηλεκτρικόν φως, έχει ραδιόφωνα, κινηματογράφους, θέατρα, ντάνσιγκ αλλά… δεν πάει Παγκράτι.
[Τίμος Μωραϊτίνης ]

 

Η Αθηνά Ταρσούλη ταξίδεψε με το τραμ της Καλαμάτας, ο Μπάμπης Άννινος παραβρέθηκε στις δοκιμές του πρώτου ηλεκτροκίνητου οχήματος στην Ελλάδα, του τραμ της Πάτρας (1902) και ο Γιάννης Καιροφύλλας μας μετέφερε πολλές φορές, με νοσταλγία όπως πάντα, στην μπελ επόκ της Αθήνας του ιππήλατου, ατμήλατου και ηλεκτρικού τροχιόδρομου. Ο Μ. Καραγάτσης μας προέκυψε αντίπαλος του τραμ και με ένα τεχνοκρατικό κείμενο στο περιοδικό Συγκοινωνία (1950), όπου και αρθρογραφούσε, προτείνει: «Διεύρυνσις αρτηριών και κατάργησις τροχιοδρόμων». Βέβαια βρισκόμαστε στην εποχή που τα τραμ είχαν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους για μια δεκαετία περίπου και είχαν αρχίσει ήδη οι πρώτες φωνές για την κατάργησή τους ή μάλλον για τον περιορισμό τους σε συγκεκριμένες διαδρομές. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, παρουσιάζοντας το βιβλίο του Ν. Σ. Κτενιάδη για τη ιστορία της πρώτης περιόδου του ελληνικού σιδηροδρόμου στην Πρωία, (10-05-1936) μας δίνει μια πληροφορία για έναν «σιδηρόδρομο της Πεντέλης»: «Ο συντάκτης του ημερολογίου “Νέα Ελλάς” (1894, σελ. 428) λογάριαζε να ταξιδέψη με το σιδηρόδρομο στην Πεντέλη το καλοκαίρι του 1898. Εμείς μπορούμε με την ίδια βεβαιότητα να λογαριάζουμε όχι μονάχα το ταξιδάκι της Πεντέλης μα κι’ ένα δεύτερο σιδηροδρομικό ταξιδάκι από την Καλαμπάκα στη Βέρροια στα 1998. Τι τα θέλετε ! Σε μερικούς τόπους “οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους».

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου πέθανε πάνω σε ένα τραμ (1940) διεκδικώντας λίγη από τη φήμη του Αντόνι Γκαουντί, του περίφημου Καταλανού αρχιτέκτονα και μεγάλου λάτρη των τραμ, ο οποίος παρασύρθηκε από ένα τραμ το 1926, αφήνοντας ημιτελή την Sagrada Familia («… έπειτα, τι αλλόκοτη σύμπτωση αυτή η συγκοπή μες σ’ ένα τραμ! Θα νόμιζε κανείς πως ο αλησμόνητος χιουμοριστής, που τόσες φορές ακόνισε την πένα του στ’ αναξιοπαθήματα συνανθρώπων ανύποπτων, έδωσε πεθαίνοντας στους διαδόχους του ένα θέμα ολόπικρης ειρωνίας, που ταίριαζε περίφημα στο ύφος του». — Γ. Κοτζιούλας, Ο άνθρωπος της μοναξιάς, Νεοελληνικά Γράμματα, Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 1940, φύλλο αφιερωμένο στη μνήμη του Ζαχαρία Παπαντωνίου).

Ο Κ. Ταχτσής περιέγραψε σε ένα Παρασκήνιο τη «σκαλομαρία» στα «τραμβάϋ» των παιδικών του χρόνων, την οποία θυμήθηκε αργότερα και στα ποιήματά του. Ο Σ. Κουγιουμτζής αγαπούσε πολύ τα τραμ και ο Ν. Καμμώνας απευθύνεται με οδύνη «Προς τα τραμ…» (της Θεσσαλονίκης, 1954):

…Βαθύτατα συγκεκινημένοι από την εις βάρος σας καταδικαστικήν απόφασιν, σας απευθύνομεν το ύστατον «χαίρε» και σας βεβαιούμεν ότι δεν θα λησμονήσωμεν ποτέ την φιλεργίαν σας και τας πολυτίμους υπηρεσίας που μας προσφέρατε επί τόσα συνεχή έτη, παρέχοντες παράδειγμα φιλοπονίας εις τους Νεοέλληνας.
Σας παρακαλούμεν δε να λησμονήσετε την μοχθηρίαν ημών των δημοσιογράφων, οι οποίοι όλας τας ευθύνας για του Ψύλλου πήδημα τας επιρρίπταμε στα τραμ… Αλλοιώς εγνωρισθήκαμε και αλλοιώς χωριζόμαστε…

Από της 6ης πρωϊνής της 1ης Σεπτεμβρίου του 1908, όταν τέθηκε σε λειτουργία το πρώτο ηλεκτροκίνητο τραμ, μέχρι της 15ης Δεκεμβρίου 1959 (10 μήνες πριν από την κατάργηση και της τελευταίας γραμμής), συνολικά εξυπηρετήθηκαν δύο δισεκατομμύρια οκτακόσια είκοσι πέντε εκατομμύρια (2.825.000.000) Αθηναίοι και άλλοι επιβάτες, στις δεκαέξι γραμμές της πρωτευούσης και των περιχώρων της.

Πηγή:
“Το τραμ στη λογοτεχνία”
—του Σάκη Κουρουζίδη—

Ένθετο Επτά Ημέρες της Καθημερινής, το 2005, σε ένα ειδικό αφιέρωμα για το τραμ

Αθήνα (πλατεία Συντάγματος), 1911.
Θεσσαλονίκη – Χορτιάτης, αρχές του Μεσοπολέμου.
Θεσσαλονίκη (διασταύρωση Μεγ. Αλεξάνδρου και Εγνατίας), Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, Μεσοπόλεμος.
Αθήνα, οδός Αθηνάς, 1945.
Αθήνα, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Πειραιάς, εποχή Εμφυλίου Πολέμου.
Αθήνα, 1952.
Ομόνοια-Πετράλωνα, Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
Αθήνα, δεκαετία του ’50.
ΚΤΕΛ Αιτωλοακαρνανίας.
Καλύβια Αγρινίου.
Βαθύ-Καρλόβασι, Σάμος.
Καβάλα
Ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος στο σταθμό του Νέου Φαλήρου.
Ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Πειραιά-Κηφισιάς, εσωτερικό οχήματος.
Ο τερματικός σταθμός του Πειραιά το 1981.
Τα πράσινα λεωφορεία του Πειραιά, δεκαετία του ’60.
Το τρόλλεϋ της Αθήνας….
…και του Πειραιά.
Ανθρωποκυνηγητό μέσα στους δρόμους της Αθήνας με τον Jean-Paul Belmondo (Le casse, 1971).
Εισπράκτορας λεωφορείου, δεκαετία του ΄70.
Πειραιάς, δεκαετία του ΄70.
ΚΤΕΛ Καρδίτσας κάτω από την Ακρόπολη, δεκαετία του ΄70.
Θεσσαλονίκη (Επταπύργιο), δεκαετία του ΄80.
Αθήνα, διώροφα λεωφορεία, 1982.
Το τραμ του Περάματος.
Το τραμ το τελευταίο. Το κλείσιμο της γραμμής το 1977.

Αθάνατα στιγμιότυπα από ελληνικές κωμωδίες

Ο ζηλιαρόγατος, 1956

Η θεία από το Σικάγο, 1957.

Η διεθνής διάσταση

Le casse, 1971.

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Πύργος του Άϊφελ: το χρονικό της ανέγερσης ενός εμβληματικού μνημείου

Πύργος του Άϊφελ: το χρονικό της ανέγερσης ενός εμβληματικού μνημείου

Ό,τι είναι η Ακρόπολη για την Αθήνα, το Κολοσσαίο για τη Ρώμη, το Κρεμλίνο για τη Μόσχα, ο Big Ben για το Λονδίνο, το άγαλμα της Ελευθερίας για τη Νέα Υόρκη, η όπερα για το Σύδνεϋ, αντιπροσωπεύει ο πύργος του Άϊφελ για το Παρίσι. Πρόκειται για το αδιαμφισβήτητο σήμα κατατεθέν της πόλης. Αρχικά, ωστόσο, τα πράγματα κάθε άλλο παρά προοιώνιζαν μια εξέλιξη αυτού του είδους. Αναπόσπαστο τμήμα της Παγκόσμιας Έκθεσης του 1889, την οποία οργάνωσε το Παρίσι προκειμένου να τιμήσει τα πρώτα εκατό χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση, η ζωή του μνημείου θα είχε εφήμερη διάρκεια. Διασώθηκε χάρη στα πλεονεκτήματα που παρείχε, λόγω ύψους, στον νέο και διαρκώς ανερχόμενο κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Αλλά ούτε και ο δημιουργός του, ο μηχανικός Gustave Eiffel (1832-1923), έδειχνε, σε μια πρώτη φάση, να συγκινείται ιδιαίτερα από την προοπτική μιας τέτοιας κατασκευής. Η σταδιοδρομία του βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο και έχαιρε άκρας αναγνώρισης στη χώρα του αλλά και εκτός γαλλικών συνόρων. Έχοντας ειδικευθεί στις κατασκευές από σίδηρο, ήταν ο εφευρέτης μιας τεχνικής, ιδιαίτερα οικονομικής και αποτελεσματικής: της τεχνικής των προκατασκευασμένων υλικών με την έννοια της συναρμογής εξαρτημάτων με στόχο την κατασκευή ενός οργανωμένου συνόλου. Έργα του βρίσκονταν στην Ευρώπη, στην Ασία, στη Λατινική Αμερική, ενώ είχε αναλάβει και φέρει εις πέρας τις εργασίες της εσωτερικής στήριξης ενός άλλου εμβληματικού μνημείου: του αγάλματος της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη. Πείστηκε τελικά, από τον ενθουσιασμό δυο άμεσων συνεργατών του: των Maurice Koechlin και Emile Nouguier.Τα έργα κατασκευής ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1887. Ολοκληρώθηκαν δυο χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1889, κι ενώ η Παγκόσμια Έκθεση είχε ήδη ανοίξει τις πύλες της. Επρόκειτο για το ψηλότερο μνημείο στον κόσμο (300 μέτρα), στο μέγεθος της προσπάθειας της Γαλλίας να ανακτήσει την αίγλη, την οποία είχε απωλέσει εξαιτίας της ήττας της από την Πρωσία στον πόλεμο του 1870. Ο πύργος του Άϊφελ ήταν ένα σχέδιο γεμάτο όραμα αλλά και μεγάλο ρίσκο. Κανείς δεν ήξερε κατά πόσο μπορούσε να αντισταθεί στα φαινόμενα της φύσης, ειδικότερα δε στον άνεμο. Παρά το βάρος του (10.100 τόνοι), η κατασκευή του είναι τόσο σταθερή, ώστε παρεκκλίνει μόλις έως 7,5 εκατοστά με σφοδρό άνεμο. Ας σημειωθεί, επίσης, πως η οξυγονοκόλληση ήταν ακόμη άγνωστη μέθοδος. Συνολικά 300 εργάτες ένωσαν 18.038 κομμάτια σφυρήλατου σιδήρου με 2,5 εκατομμύρια πριτσίνια, με βάση μια στατική μελέτη του Maurice Koechlin. Ο κίνδυνος ατυχήματος ήταν μεγάλος, καθώς ο πύργος ήταν εκτεθειμένος σε ανοιχτό πλαίσιο, χωρίς κανέναν ενδιάμεσο όροφο, εκτός από δύο πλατφόρμες. Ωστόσο, επειδή ο Eiffel είχε λάβει προληπτικά μέτρα ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των κινητών ικριωμάτων, προστατευτικών κιγκλιδωμάτων και διαχωριστικών πλεγμάτων, μόνο ένας εργάτης έχασε τη ζωή του. Ο πύργος επικρίθηκε από το κοινό όταν κατασκευάστηκε, καθώς πολλοί είχαν την άποψη πως ήταν αντιαισθητικός. Οι καθημερινές εφημερίδες γέμισαν με οργισμένες επιστολές από την καλλιτεχνική κοινότητα του Παρισιού. Σήμερα, είναι το δημοφιλέστερο μνημείο στη Γαλλία, ο δε μέσος όρος των επισκεπτών ετησίως έχει ξεπεράσει τα 7 εκατομμύρια.

Απρίλιος 1888, ένα έτος και τρεις μήνες έπειτα από την έναρξη των έργων.
Η πρόοδος των έργων
Gustave Eiffel
Το αρχικό σχέδιο του Maurice Koechlin.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο πύργος στο αρχικό του φυσικό περιβάλλον.
Τα εγκαίνια.
Ουρά των επισκεπτών στην είσοδο του μνημείου.
Η εξέδρα του πρώτου ορόφου, σημείου σύγκλισης των τεσσάρων αψίδων της βάσης του μνημείου.
Το εστιατόριο του πρώτου ορόφου στην αρχική του εκδοχή.
Ο Gustave Eiffel (αριστερά), στο υψηλότερο επισκέψιμο σημείο του μνημείου.
Οι διασώστες του μνημείου. Τηλεγραφική δραστηριότητα στην κορυφή του πύργου.
Έργα συντήρησης στο κενό.
Ο επαναστατικός για την εποχή ανελκυστήρας.

 

Ο ανελκυστήρας σήμερα.

O αυστριακής καταγωγής Γάλλος ράπτης και εφευρέτης Franz Reichelt (1879-1912) επέλεξε τον πύργο του Άϊφελ, προκειμένου να αποδείξει τη χρηστικότητα ενός δικής του επινόησης αλεξιπτώτου, ενσωματωμένου στη στολή ενός πιλότου, ικανού να σώσει ζωές σε περίπτωση εκδήλωσης βλάβης εν πτήσει και επείγουσας ανάγκης εγκατάλειψης του αεροσκάφους. Οι αστυνομικές αρχές του Παρισιού δίστασαν να εκδόσουν τη σχετική άδεια χρήσης του πύργου, θέτοντας, ως προϋπόθεση τη χρησιμοποίηση ανδρείκελου, ούτως ώστε να αποφευχθεί ο όποιος κίνδυνος για ανθρώπινη τραγωδία. Ο Reichelt αποδέχτηκε τον όρο. Φθάνοντας, όμως, στον πύργο το πρωΐ της 4ης Φεβρουαρίου 1912, εξέπληξε τους παρισταμένους δηλώνοντας ότι θα επιχειρούσε αυτοπροσώπως το άλμα. Παρά τις προσπάθειες να μεταπειστεί και βέβαιος για την αποτελεσματικότητα της εφεύρεσής του, έπεσε στο κενό πηδώντας από τον πρώτο όροφο, ύψους 57 μ. από το έδαφος. Το αλεξίπτωτο δεν λειτούργησε και ο Reichelt σκοτώθηκε ακαριαία. Η σκηνή αποθανατίστηκε φωτογραφικά και κινηματογραφικά.

 

Death Jump – PARIS – TOUR EIFFEL – 1912 – Franz Reichelt        

Les marriés de la Tour Eiffel. Εικονογράφηση του προγράμματος από την Irène Lagut.

To 1921, στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων (Théâtre des Champs-Élysées) ανεβάστηκε το μπαλέτο Οι νεόνυμφοι του Πύργου του Άιφελ ( Les marriés de la Tour Eiffel), βασισμένο στο λιμπρέτο του ποιητή Jean Cocteau, μουσική των Georges Auric, Arthur Honegger, Darius Milhaud, Francis Poulenc και Germaine Tailleferre (πέντε από τους μουσικοσυνθέτες, που είχαν συγκροτήσει τη λεγόμενη “Ομάδα των έξι”), χορογραφία του Jean Börlin και σκηνικά της Irène Lagut. Ένα νιόπαντρο ζευγάρι απολαμβάνει το πρόγευμά του σε έναν από τους εξώστες του πύργου, ακούγοντας τον πομπώδη λόγο ενός στρατηγού. Ξαφνικά, εισβάλλει ένα συνεργείο από τηλεγραφιστές, αλλά και ένα λιοντάρι, το οποίο κατασπαράζει τους περισσότερους θαμώνες. Το μακάβριο έργο ολοκληρώνει ένα μυστήριο άτομο, που φέρνει τον χαρακτηρισμό “Παιδί του μέλλοντος” και το οποίο σκοτώνει όσους έχουν επιζήσει από την έφοδο του θηρίου. Χαρακτηριστική του σουρεαλιστικού και αποδομητικού στυλ του Cocteau, η υπόθεση καταρρίπτει με καυστικό τρόπο όλα τα στερεότυπα της εποχής: οικογένεια, αστική τάξη, στρατό, ακόμα και τον ίδιο τον πύργο. Η επιτυχία του θεάματος υπήρξε περιορισμένη. Σήμερα, εκτελούνται τα μικρά αποσπάσματα των πέντε συνθετών σαν να επρόκειτο για συμφωνικά έργα.

Les marriés de la Tour Eiffel (πλήρες)

Jean Béraud, L’entrée de l’Exposition Universelle de 1889, 1889, Musée Carnavalet, Histoire de Paris
Marc Chagall. Paris vu par la fenêtre, 1913, S.R. Guggenheim Museum New York.
Robert Delaunay, La Tour Eiffel, 1926, ιδιωτική συλλογή.
Raoul Duffy, La Tour Eiffel, 1935, ιδιωτική συλλογή.
Bernard Buffet, Le pont Alexandre III et la tour Eiffel, λιθογραφία, 1988.
Ιούνιος 1940. Ένας απρόσμενος επισκέπτης αμέσως μετά την κατάρρευση της Γαλλίας
Ο πύργος, όπως δεσπόζει σήμερα πάνω από την Πόλη του Φωτός.

1898: H ανάβαση με τον ανελκυστήρα. Ιστορικές λήψεις των Auguste και Louis Lumière

Tour Εiffel : la grande epopée – Documentaire arte 2016

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Η ανταρσία του “Bounty”

 

Η ανταρσία του “Bounty”

Στις 28 Απριλίου 1789, στο Νότιο Ειρηνικό, εκδηλώθηκε στάση επάνω στο HMS Bounty. Δυο εβδομάδες νωρίτερα, το πλοίο είχε αποπλεύσει από την Ταϊτή, έχοντας εκπληρώσει το πρώτο σκέλος της αποστολής του, δηλ. τη φόρτωση αρτόδεντρων, τα οποία ευδοκιμούσαν στη συγκεκριμένη περιοχή της Πολυνησίας. Το δεύτερο σκέλος της αποστολής συνίστατο στη μεταφορά και εκφόρτωση του πολύτιμου φορτίου στις Βρετανικές κτήσεις της Καραϊβικής, με την βάσιμη ελπίδα πως οι εκεί κλιματολογικές συνθήκες θα προσφέρονταν για την καλλιέργεια του αρτόδεντρου και την χαμηλού κόστους παραγωγή ψωμιού για τους σκλάβους. Το Bounty είχε αποπλεύσει από τις Βρετανικές Νήσους στις 15 Οκτωβρίου του 1787 με κυβερνήτη τον William Bligh και υποπλοίαρχο τον Fletcher Christian. Ο διάπλους προς την Ταϊτή αποδείχθηκε περιπετειώδης, καθώς η προσπάθεια προσπέλασης του Ακρωτηρίου Χορν, στο νότιο άκρο της Αμερικανικής Ηπείρου (πρόκειται για τη συντομότερη διαδρομή) απέτυχε εξαιτίας δυσμενών καιρικών συνθηκών. Το πλοίο αναγκάστηκε να στραφεί προς τον Ινδικό Ωκεανό, μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, επιλογή, η οποία επέφερε μεγάλη χρονική καθυστέρηση και ταλαιπωρία. Αγκυροβόλησε στον κόλπο Matavai της Ταϊτής στις 26 Οκτωβρίου 1788, έχοντας συμπληρώσει ένα έτος από τη στιγμή της αναχώρησης και διατρέξει μια απόσταση 31.170 ναυτικών μιλίων (50.163 χλμ.). Στην Ταϊτή παρέμεινε επί πέντε μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων φυτεύτηκαν και ακολούθως μεταφέρθηκαν στο πλοίο άνω των χιλίων αρτόδεντρα. Τα αίτια της ανταρσίας αποδίδονται σε ένα συνδυασμό πολλών παραγόντων: 1) Κόπωση του πληρώματος εξαιτίας της μακροχρόνιας απουσίας από την πατρίδα, 2) απροθυμία επανόδου στους κανόνες της καθημερινής πειθαρχίας έπειτα από μια πολύμηνη διαμονή στην Ταϊτή, κατά τη διάρκεια της οποίας σημειώθηκαν πολλά κρούσματα επιμειξίας με τους ιθαγενείς, 3) υπέρμετρα σκληρή συμπεριφορά εκ μέρους του κυβερνήτη κλπ. Η τελευταία είναι και η επικρατέστερη εκδοχή, που μονοπωλεί το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας και το σύνολο των κινηματογραφικών εκδοχών. Σχετικά πρόσφατες, ωστόσο, μελέτες, αναθεωρούν την παραπάνω εκτίμηση, επιρρίπτοντας ευθύνες στον υποκινητή της ανταρσίας, υποπλοίαρχο Fletcher Christian (Richard Hough 1972, Caroline Alexander 2003) και επιδεικνύοντας μεγαλύτερη επιείκεια και κατανόηση έναντι του πλοιάρχου Bligh. Σύμφωνα με τις παραπάνω εκτιμήσεις, ο Christian, κατά τις άμεσες παραμονές εκδήλωσης της στάσης, είχε υπερβεί κάθε όριο λογικής, έχοντας προσβληθεί (όπως, άλλωστε, μεγάλο τμήμα του πληρώματος) από αφροδίσιο νόσημα εξαιτίας ερωτικών συνευρέσεων με Ταϊτινές.

Η ανταρσία δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα, μόνο, κεφάλαιο της οδύσειας του Bounty και του πληρώματός του. Άξιες μνείας είναι άλλες τρεις πτυχές του δράματος: 1) Η περιπέτεια της λέμβου, όπου στοιβάχθηκαν ο Bligh και οι νομιμόφρονες ναυτικοί και η οποία διένυσε μια πορεία 3.500 ναυτικών μιλίων (6.500 χλμ) έως τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες (σημερινή Ινδονησία), με σύντομες στάσεις στα νησιά του Νοτίου Ειρηνικού, εξαιτίας του φόβου των κανιβάλων ιθαγενών (ο Bligh, ως κατώτερος αξιωματικός, υπήρξε αυτόπτης μάρτυς του μαρτυρικού θανάτου του James Cook το 1779 στη Χαβάη). 2) Η εξίσου περιπετειώδης αποστολή του πλοίου Pandora, επιφορτισμένου με την αναζήτηση και σύλληψη των στασιαστών. Έπειτα από μια άκαρπη αναζήτηση εννέα μηνών στον αχανή Νότιο Ειρηνικό, το Pandora τερμάτισε άδοξα την αποστολή του, προσκρούοντας σε ύφαλο στα ανοικτά των Ολλανδικών Ανατολικών Ινδιών. Μεταξύ των θυμάτων ήταν τέσσερα μέλη του πληρώματος του Bounty, που είχαν συλληφθεί στην Ταϊτή. Άλλα εννέα διασώθηκαν και μεταφέρθηκαν στα Βρετανικά Νησιά, όπου προσήχθησαν σε Ναυτοδικείο. 3) Ακόμα πιο εντυπωσιακή υπήρξε η μοίρα του Christian και των περισσοτέρων στασιαστών. Έπειτα από δυο σύντομες παραμονές στην Ταϊτή, το Bounty, με μεικτό πλήρωμα καθώς είχαν επιβιβασθεί σε αυτό ιθαγενείς (μεταξύ των οποίων και γυναίκες), περιπλανήθηκε άσκοπα επί τέσσερις μήνες στον Ειρηνικό. Ως τελικό καταφύγιο επελέγη η νήσος Pitcairn, χάρη σε ένα χαρτογραφικό σφάλμα (το στίγμα της παρουσίαζε μια απόκκλιση 348 χλμ. από εκείνο που αναφερόταν στους χάρτες του Βρετανικού Ναυαρχείου). Επιπρόσθετα, το νησί ήταν ακατοίκητο με πλούσια πανίδα και χλωρίδα και άφθονο νερό. Στις 23 Ιανουαρίου 1790, δώδεκα, μόλις ημέρες έπειτα από την άφιξη στο Pitcairn, το Bounty καταστράφηκε από φωτιά. Επρόκειτο για σκόπιμη ενέργεια, η οποία υπαγορεύτηκε από λόγους προστασίας έναντι των τιμωρητικών αποστολών που ήταν βέβαιο πως θα εξαπέλυαν οι Βρετανικές αρχές, είτε προκειμένου να αποτραπεί κάθε υπόνοια επιστροφής στην πατρίδα ένεκα νοσταλγίας. Όταν το αμερικανικό ιστιοφόρο Topaz (το πρώτο κατά σειρά, που προσέγγισε τη νήσο Pitcairn), κατέπλευσε τον Φεβρουάριο του 1808, βρήκε μια αποικία δεύτερης γενιάς, η οποία είχε προκύψει από επιμειξία. Από το πλήρωμα του Bounty είχε επιζήσει ένα, μόνο, άτομο. Οι περισσότεροι (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Christian) είχαν χάσει τη ζωή τους από συμπλοκές με τους Ταϊτινούς. Όσο για τον έτερο πρωταγωνιστή, τον William Bligh, αφού αθωώθηκε από το Ναυτοδικείο, προήχθη σε κυβερνήτη πολεμικού σκάφους. Διετέλεσε διοικητής της Νέας Νοτίου Ουαλίας (Αυστραλία) μεταξύ των ετών 1806 και 1808 και τερμάτισε την σταδιοδρομία του με τον βαθμό του αντιναυάρχου.

Η πολυδιάστατη περιπέτεια του Bounty, σε συνδυασμό με το στοιχείο του εξωτισμού, που την διατρέχει από άκρου σε άκρο, δεν μπορούσε παρά να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης. Στις αναρίθμητες μελέτες και άρθρα που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα, ήρθαν να προστεθούν πέντε κινηματογραφικές ταινίες με καταξιωμένους ηθοποιούς (η πρώτη, βωβή Αυστραλιανή του 1916, δεν έχει αφήσει κανένα ίχνος). Αυτήν ακριβώς τη διάσταση φιλοδοξεί να αναδείξει το παρόν αφιέρωμα.

William Bligh (1754-1817), κυβερνήτης του Bounty

 

 

Fletcher Christian (1764-1793), υποπλοίαρχος του Bounty, υποκινητής της στάσης.

 

 

Το ιατρικό ημερολόγιο του Bounty, Royal Museums Greenwich

 

Η πορεία του Bounty. Με μπλε συνεχόμενη γραμμή σημειώνεται η διαδρομή από τα ανοιχτά της Τασμανίας έως τον τελικό προορισμό της αποστολής (Ταϊτή). Με μπλε διακεκομένη γραμμή, η πορεία από την Ταϊτή έως το σημείο εκδήλωσης της ανταρσίας. Με μπλε κουκίδες, η πορεία από το σημείο της ανταρσίας έως τον τελικό προορισμό (νήσος Pitcairn) με δυο ενδιάμεσες σταθμεύσεις στην Ταϊτή. Με πράσινες κουκίδες σημειώνεται η οδύσσεια (6.500 χλμ. – 3.500 ναυτικά μίλια) της λέμβου του Bligh από το σημείο της ανταρσίας έως τις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες.

 

Ιδιόχειρη ονομαστική κατάσταση των εμπλεκομένων στην ανταρσία. Πρώτο αναγράφεται το όνομα του Fletcher Christian. Η κατάσταση συντάχθηκε από τον Bligh κατά τη διάρκεια του περίπλου με τη λέμβο του Bounty. Το πρωτότυπο φυλάσσεται στα Εθνικά Αρχεία της Αυστραλίας.

 

Bernard Finnigan Gribble: The Loyal Men of the ‘Bounty’,1915, Bournemouth, Russell-Cotes Art Gallery and Museum

 

Η μεταφορά στην οθόνη

1. In The Wake of The Bounty (1933)

 

Σενάριο – Σκηνοθεσία: Charles Chauvel
Mayne Lynton (Bligh)
Errol Flynn (Christian)
Arthur Grenaway (αφήγηση)

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Errol Flynn στην παρθενική κινηματογραφική του εμφάνιση στο ρόλο του Fletcher Christian

 

In The Wake of The Bounty (απόσπασμα)

 

2. Mutiny on the Bounty (1935)

Σενάριο: Talbot Jennings, Jules Furthman, Carey Wilson
Σκηνοθεσία: Frank Lloyd
Charles Laughton (Bligh)
Clark Gable (Christian)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Clark Gable (Christian) και Charles Laughton (Bligh).

 

 

Mutiny on the Bounty (η σύγκρουση Bligh – Christian)

 

 

Mutiny on the Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας)

 

3. Mutiny on the Bounty (1962)

Σενάριο: Charles Lederer

Σκηνοθεσία: Lewis Milestone

Trevor Howard (Bligh)

Marlon Brando (Christian)

Richard Harris (Mills)

Eddie Byrne (Fryer)

Henry Daniell (ναύαρχος Hood)

 

 

 

 

 

 

Trevor Howard (Bligh) και Marlon Brando (Christian).

 

Mutiny on the Bounty (η άφιξη στην Ταϊτή)   

 

 

Mutiny on the Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας)

 

4. The Bounty (1984)

Σενάριο: Robert Bolt

Σκηνοθεσία: Roger Donaldson

Μουσική: Βαγγέλης Παπαθανασίου

Anthony Hopkins (Bligh)

Mel Gibson (Christian)

Daniel Day-Lewis (Fryer)

Liam Neeson (Churchill)

Sir Lawrence Olivier (ναύαρχος Hood)

 

 

Mel Gibson (Christian) και Anthony Hopkins (Bligh)

 

The Bounty (η άφιξη στην Ταϊτή)  

The Bounty (η εκδήλωση της ανταρσίας) 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Alexander, Caroline: The Bounty. London, Harper Collins, 2003.

 

Boyne, John: Mutiny on the Bounty, Doubleday Canada Limited, Toronto, Ontario, 2009.

 

Dening, Greg: Mr Bligh’s Bad Language: Passion, Power and Theatre on the Bounty, Cambridge University Press, 1994.

 

Hough, Richard: Captain Bligh and Mr Christian: The Men and the Mutiny, London, Hutchinsons, 1972.

 

McKinney, Sam: (1999). Bligh!: The Whole Story of the Mutiny Aboard H.M.S. Bounty, Victoria, British Columbia, Touch Wood Editions, 1999.

 

Charles Nordhoff, James Norman Hall: The Bounty Trilogy, New York, Little, Brown and Company, 1940 (2η έκδοση).

 

Anne Salmond: BLIGH. William Bligh in the South Seas, University of California Press, 2011.                                         

 

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Νίκος Μισολίδης

 

“L’ Agonie de Byzance”: Γαλλική κινηματογραφική ταινία του 1913

Με αφορμή την επέτειο της Άλωσης

LAgonie de Byzance

Γαλλική κινηματογραφική ταινία του 1913

Η Αγωνία του Βυζαντίου (L’ Agonie de Byzance) είναι μια βωβή κινηματογραφική ταινία του 1913, διάρκειας 29 λεπτών της ώρας. Ο σκηνοθέτης Louis Feuillade, έχει επιλέξει ένα μεγίστης σημασίας ιστορικό γεγονός, προκειμένου να το αποδώσει με τα (πενιχρά) τεχνικά μέσα της εποχής. Πρόκειται για ένα φιλόδοξο εγχείρημα, καθώς χρησιμοποιούνται εκατοντάδες κομπάρσοι, ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια όχι μόνο αποδίδουν πιστά την εποχή, αλλά είναι ιδιαίτερα μελετημένα και φροντισμένα. Ο Feuillade ανταπεξέρχεται με επιτυχία στο γύρισμα σκηνών με μεγάλη τεχνική δυσκολία όπως είναι οι σκηνές των μαχών. Φυσικά, όλες οι λήψεις έχουν πραγματοποιηθεί με γνώμονα το ανθρώπινο ύψος του εικονολήπτη. Προκειμένου, ωστόσο, να υπάρχει κάποια σχετική ποικιλία, επινοήθηκε ολόκληρη σειρά από τεχνάσματα. Πρόκειται για κορυφαίο κινηματογραφικό έργο της εποχής με ιστορικό θέμα. Ξεκινά με την έναρξη της πολιορκίας και την τοποθέτηση, από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, των στρατευμάτων του στα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Ακολουθούν οι κατά κύματα επιθέσεις των Οθωμανών, με χρήση του γιγαντιαίων διαστάσεων πυροβόλου, του οποίου δεν διακρίνεται παρά μόνο η άκρη στην ταινία. Στην τρίτη σκηνή, ο Μωάμεθ ο Πορθητής έχει συγκαλέσει πολεμικό συμβούλιο, όπου σχεδιάζεται η τελική επίθεση. Γύρω από την τελική αυτή επίθεση στρέφεται το δεύτερο ήμισυ του έργου με το επεισόδιο της Κερκόπορτας, τον θάνατο του αυτοκράτορα, τις λεηλασίες, στις οποίες επιδίδονται οι κατακτητές, την είσοδο του Πορθητή στην Πόλη, την ανακάλυψη της σορού του αυτοκράτορα και τον αποκεφαλισμό της τελευταίας, τέλος, τη θριαμβευτική επίσκεψη του Πορθητή στη βασιλική της Αγίας Σοφίας. Παίζουν οι ηθοποιοί Luitz Morat (Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος), Albert Reusy (Μωάμεθ ο Πορθητής), Georges Melchior (Ιωάννης Ιουστινιάνης), καθώς και οι Edmond Bréon, Jeanne Briey, Fabienne Fabrèges και Émilien Richard. Το σενάριο είναι του ίδιου του σκηνοθέτη, τα σκηνικά του Robert Jules-Garnier και η μουσική του Léon Moreau. Το έργο προβλήθηκε για πρώτη φορά στην αίθουσα Gaumont Palace του Παρισιού στις 24 Οκτωβρίου του 1913.

Gaumont Palace
H αίθουσα Gaumont Palace το 1912.
Το πρόγραμμα του έργου.
Ο σκηνοθέτης Louis Feuillade (1873-1925).
Ο ηθοποιός Luitz Morat στο ρόλο του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου.
Η τελευταία δοξολογία εντός του ναού της Αγίας Σοφίας
Το γιγαντιαίο πυροβόλο.
Στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Το στρατόπεδο του Πορθητή
Η θριαμβευτική είσοδος του Πορθητή στην Αγία Σοφία. Του παραδίδουν την κεφαλή του Αυτοκράτορα.

L’ Agonie de Byzance

Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος