Skip to main content

Ευρώπη-Αυστραλία σε 27 ημέρες και 20 ώρες: Η ανεπανάληπτη πτήση των αδελφών Smith

100 χρόνια από τη μεγάλη αεροπορική εποποιΐα

Ευρώπη-Αυστραλία σε 27 ημέρες και 20 ώρες.
Η ανεπανάληπτη πτήση των αδελφών Smith

 

Η μεγάλη πρόκληση

Ο Αυστραλός πρωθυπουργός Billy Hughes διέσχιζε αεροπορικά τη Μάγχη, μεταβαίνοντας από το Λονδίνο στο Παρίσι, προκειμένου να συμμετάσχει στις εργασίες του Συνεδρίου της Ειρήνης όταν, ένα πρωινό του 1919, εμπνεύστηκε την ιδέα ενός μεγάλου αγώνα από την Ευρώπη με καταληκτικό σημείο την Αυστραλία. Ατενίζοντας τη θάλασσα από ψηλά, συνειδητοποίησε τις απεριόριστες δυνατότητες, τις οποίες η αεροπορία ήταν σε θέση να προσφέρει, ως πηγή έμπνευσης, στη σφυρηλάτηση της εθνικής ενότητας την επαύριο της συλλογικής δοκιμασίας του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Για το σκοπό αυτό διέθεσε ως έπαθλο το ποσό των £10,000 για το πρώτο αυστραλιανό πλήρωμα, που θα κάλυπτε την απόσταση ανάμεσα στο Λονδίνο και το Πορτ Ντάρβιν της Β. Αυστραλίας, χρησιμοποιώντας ένα αεροσκάφος βρετανικής κατασκευής, υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της πτήσης δεν θα ξεπερνούσε τις 30 ημέρες.

Το όλο εγχείρημα ενείχε αποτρεπτικούς κινδύνους και δυσκολίες. Παρόλη την εξέλιξη στον τομέα της αεροπορίας χάρη στην πρόσφατη, ακόμα, διεξαγωγή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η τεχνολογία εξακολουθούσε να βρίσκεται σε εμβρυακό στάδιο. Τα αεροσκάφη ήταν κατασκευασμένα από ξύλο, σύρμα και ύφασμα, εξοπλισμένα με τα στοιχειώδη, μόνο, όργανα πλοήγησης και με υπαίθριο πιλοτήριο, εκτεθειμένο στις ακραίες καιρικές συνθήκες. Το δρομολόγιο περιλάμβανε δύσβατες περιοχές (ορεινοί όγκοι, έρημος και πυκνή ζούγκλα μεταξύ άλλων) όπου το μήκος των διαδρόμων προσγείωσης ήταν συχνά εκ των πραγμάτων περιορισμένο.

Αψηφώντας τους κινδύνους, έξι αυστραλιανά πληρώματα ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση. Τα περισσότερα διέθεταν περγαμηνές από την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Δυο από αυτά συνετρίβησαν καθ οδόν, με αποτέλεσμα οι επιβαίνοντες να βρουν τραγικό θάνατο. Άλλα δυο υποχρεώθηκαν σε αναγκαστική προσγείωση, εγκαταλείποντας τελικά τον αγώνα. Ένα έκτο, εκτός συναγωνισμού, με τον χαρισματικό Γάλλο πιλότο Étienne Poulet, κάτοχο του παγκοσμίου ρεκόρ πτήσης δίχως ενδιάμεση στάση, απογειώθηκε από το Παρίσι με τελικό προορισμό την Μελβούρνη, τρέφοντας την ελπίδα πως θα προφτάσει να προσγειωθεί πρώτο στην Αυστραλία. Καταπονημένο από την όλη προσπάθεια, το αεροσκάφος συγκρούστηκε με έναν αετό, καθώς πετούσε πάνω από τη Βιρμανία, με αποτέλεσμα να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και να εγκαταλείψει και αυτό με τη σειρά του τον αγώνα. Από τα έξι πληρώματα, μόνο ένα κατάφερε να προσγειωθεί στο Πορτ Ντάρβιν στις 10 Δεκεμβρίου 1919, εντός των χρονικών ορίων που είχαν θέσει οι διοργανωτές, έπειτα από πτήση 28 ημερών. Κυβερνήτες ήταν οι αδελφοί Ross και Keith Macpherson Smith, χάρη στους οποίους η αεροπορική σύνδεση ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αυστραλία ήταν πλέον πραγματικότητα. Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ετών από τη μεγάλη εποποιΐα, το γεγονός τιμάται δεόντως (στην Αυστραλία κυρίως) αυτές τις ημέρες με εκθέσεις, δημοσιεύσεις, διαλέξεις, κινηματογραφικές προβολές, τηλεοπτικές παραγωγές, τέλος, με πάσης φύσεως άλλες εκδηλώσεις.

 

Το πλήρωμα

Αρχηγός της αποστολής ανέλαβε ο νεότερος από τους δυο, Ross Smith (1892-1922). Το 1914 είχε καταταγεί εθελοντής στις τάξεις του φημισμένου αυστραλιανού Ελαφρού Ιππικού (Light Horse) και ένα χρόνο αργότερα πολέμησε στην Καλλίπολη. Το 1917 κατετάγη στην αεροπορία, διαπρέποντας στο μέτωπο της Εγγύς Ανατολής. Στο ενεργητικό του είχε 11 επιβεβαιωμένες καταρρίψεις εχθρικών αεροσκαφών, για τις οποίες και παρασημοφορήθηκε κατ επανάληψη. Μάλιστα, υπηρέτησε με την ιδιότητα του πιλότου τον T. E. Lawrence (Λώρενς της Αραβίας), ο οποίος, στο βιβλίο του Seven Pillars of Wisdom κάνει συχνά ονομαστική αναφορά σε αυτόν. Ωστόσο, η τύχη δεν χαμογέλασε στον Ross Smith.

Sir Ross Macpherson Smith (Πηγή: State Library of South Australia, B 6101).

Καταξιωμένος πιλότος πλέον, έχασε τη ζωή του στις 13 Απριλίου 1922, σε ηλικία τριάντα ετών, στο πεδίο δοκιμών του Brooklands της κομητείας Surrey της Νότιας Αγγλίας, ενώ αξιολογούσε τις δυνατότητες και αντοχές ενός αμφιβίου αεροσκάφους τύπου Vickers Viking. Στον θάνατο τον συνόδευσε και ο Jim Bennett, ο ένας εκ των δυο μηχανικών της ιστορικής πτήσης προς την Αυστραλία, που επέβαινε στο ίδιο αεροπλάνο. Η κηδεία του Ross Smith έλαβε χώρα με μεγάλες τιμές στην Αδελαΐδα της Νοτίου Αυστραλίας.

Αδελαΐδα, 15 Μαΐου 1922. Η νεκρική πομπή του Ross Smith (Πηγή: State Library of South Australia, B 37172).

H σταδιοδρομία του Keith Macpherson Smith (1890-1955) στο Αεροπορικό Σώμα υπήρξε χαμηλότερου βεληνεκούς συγκριτικά με εκείνη του μικρότερου αδελφού του. Συγκεκριμένα, σε δυο περιστάσεις κρίθηκε ακατάλληλος για στρατολόγηση για λόγους υγείας. Μετέβη με δικά του έξοδα στην Αγγλία, όπου κατάφερε τελικά να καταταγεί στην αεροπορία το 1917. Στις αρχές του 1918, η μονάδα του (58η μοίρα βομβαρδιστικών) μεταφέρθηκε στη Γαλλία. Ωστόσο, σε αντιδιαστολή με τον αδελφό του, ο Keith Smith ουδέποτε έλαβε το βάπτισμα του πυρός. Λίγο αργότερα, μετατέθηκε ως εκπαιδευτής-πυροβολητής εκ νέου στην Αγγλία, όπου παρέμεινε έως τη λήξη του πολέμου. Συνέχισε να εκπαιδεύει πιλότους και πλοηγούς. Στις 5 Νοεμβρίου 1919, μια εβδομάδα, μόλις, πριν από την έναρξη της ιστορικής πτήσης, το όνομα του Keith Smith προστέθηκε στη λίστα των ημιαπασχολούμενων υπαξιωματικών της RAF.

Sir Keith Macpherson Smith (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/5/10).

Η δόξα ήρθε απότομα στο τέλος του 1919. Για το 1922, ενθαρρυμένος από το επίτευγμα, ο Keith Smith είχε προγραμματίσει έναν γύρο του κόσμου. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το όλο σχέδιο έπειτα από την τραγική απώλεια του αδελφού του. Έκτοτε και έως τον θάνατό του το 1955, εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Σίδνεϊ, αφιερώνοντας τη ζωή του στην υπηρεσία της αεροπορίας από διοικητικά αξιώματα. Διετέλεσε αντιπρόσωπος της εταιρείας Vickers, αντιπρόεδρος της British Commonwealth Pacific Airlines, διευθυντής της Qantas Empire Airways και της Tasman Empire Airways Limited (αμφότερες θυγατρικές της Imperial Airways, με τη σειρά της προδρόμου της σημερινής British Airways).

Από ολόκληρο το πλήρωμα, ο Jim Bennett (1894-1922) ήταν ο μόνος, ο οποίος δεν είχε καταγωγή από τη Νότια Αυστραλία. Είχε γεννηθεί και ζούσε στο St Kilda, προάστιο της Μελβούρνης. Σπούδασε μηχανικός και το 1916 κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αυστραλιανό Αεροπορικό Σώμα (Australian Flying Corps). Σε ολόκληρη τη διάρκεια του πολέμου υπηρέτησε στο θέατρο της Εγγύς Ανατολής και παρασημοφορήθηκε για τις επιδόσεις του. Μετά το πέρας των εχθροπραξιών, συμμετείχε ως μηχανικός, στην πρώτη αεροπορική σύνδεση Καΐρου-Καλκούτας, κάτω από ακατάλληλες, ως επί το πλείστον, καιρικές συνθήκες και με πιλότο τον Ross Smith.

James Mallett Bennett (Πηγή: State Library of South Australia, B 6099).

Τον Ιούλιο του 1919, ο Bennet μετατέθηκε στα βορειοδυτικά σύνορα της Ινδίας, συμμετέχοντας ενεργά σε αναγνωριστικές και επιθετικές αεροπορικές αποστολές κατά τη διάρκεια της σύντομης, πλην όμως βίαιης εκστρατείας στο Αφγανιστάν. Ευρισκόμενος εκεί, πληροφορήθηκε την επικείμενη πτήση των αδελφών Smith προς την Αυστραλία και δίχως δεύτερη σκέψη δήλωσε συμμετοχή. Τον Απρίλιο του 1922 έχασε τη ζωή του σε δοκιμαστική πτήση, επιβαίνοντας στο ίδιο μοιραίο αεροσκάφος με τον φίλο του Ross Smith.

Δεύτερος μηχανικός της ιστορικής πτήσης ήταν ο Walter Shiers (1889-1968). To 1915 κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αυστραλιανό Ελαφρύ Ιππικό και ακολούθησε τη μονάδα του στην Αίγυπτο. Ένα χρόνο αργότερα, μετατέθηκε στην αεροπορία. Το 1917 προήχθη σε μηχανικό Α΄ τάξεως, προφανώς εξαιτίας της προτεραίας παιδείας του σε αυτό τον τομέα. Τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1918, συμμετείχε από κοινού με τους Ross Smith και Jim Bennett στην πρώτη αεροπορική σύνδεση του Καΐρου με την Καλκούτα. Έπειτα από την ιστορική πτήση του 1919, συνέχισε να εργάζεται ως μηχανικός αεροπλάνων στο Σίδνεϊ. Το 1929, επιχείρησε να επαναλάβει το κατόρθωμα προς την αντίθετη κατεύθυνση, μεταξύ Αυστραλίας και Αγγλίας. Το αεροπλάνο υποχρεώθηκε σε αναγκαστική προσγείωση εξαιτίας μηχανικής βλάβης και ενώ πετούσε πάνω από την Ταϋλάνδη, με αποτέλεσμα το όλο εγχείρημα να εγκαταληφθεί.

Walter Henry Shiers (Πηγή: State Library of South Australia, Β 6100).

Συνέχισε να εργάζεται ως μηχανικός αεροσκαφών. Κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο προΐστατο της υπηρεσίας κατασκευής αλεξιπτώτων. Το 1958, ήταν παρών, ως μοναδικός πλέον επιζών του πληρώματος του 1919, στα εγκαίνια του σχετικού μνημείου στην Αδελαΐδα. Απεβίωσε τον Ιούνιο του 1968, έπειτα από μακρά ασθένεια.

 

Το αεροσκάφος

Το αεροσκάφος τύπου Vimy της εταιρείας Vickers Limited σχεδιάστηκε προς το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως βομβαρδιστικό. Έλαβε το όνομά του από τη μάχη του Vimy (9-12 Απριλίου 1917), στη βόρεια Γαλλία, με ενεργό συμμετοχή βρετανικών στρατευμάτων προερχομένων από τον Καναδά. Κατά τη δεκαετία του ’20, κατέγραψε πρωτοπόρες επιδόσεις σε πτήσεις μεγάλων αποστάσεων. Τον Ιούνιο του 1919, οι John Alcock and Arthur Brown διέσχισαν για πρώτη φορά στην Ιστορία τον Ατλαντικό Ωκεανό, με ένα μοντέλο ειδικά σχεδιασμένο για το συγκεκριμένο εγχείρημα (είχαν τοποθετηθεί επιπρόσθετες δεξαμενές καυσίμων, χάρη στις οποίες διευρύνθηκε η ακτίνα αυτοδύναμης πτήσης του αεροπλάνου). Το 1920 οι Pierre van Ryneveld και Quintin Brand επιχείρησαν με αξιοσημείωτη επιτυχία την πρώτη αεροπορική σύνδεση Λονδίνου-Κέηπ Τάουν. Από τις αρχές της ίδιας δεκαετίας, το Vickers Vimy χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον και ως επιβατικό αεροσκάφος, έχοντας υποστεί την απαραίτητη μεταποίηση. Συγκεκριμένα, καταργήθηκαν οι θέσεις των πυροβολητών και μετατράπηκαν κατά περίπτωση σε χώρο για μηχανικούς και επιβάτες. Τόσο σε επίπεδο πολεμικής αεροπορίας όσο και σε επίπεδο πολιτικής, ο συγκεκριμένος τύπος εξακολουθούσε να διαθέτει δυο ελικοφόρους κινητήρες.

Το αεροσκάφος των αδελφών Smith διατηρήθηκε έπειτα από το πέρας της ιστορικής πτήσης. Το 1953, ξεκίνησε μια ολόκληρη πολεμική σχετικά με την επιλογή του χώρου, που θα το φιλοξενούσε. Το Πολεμικό Μουσείο της Αυστραλίας αρνήθηκε, προβάλλοντας το επιχείρημα πως το συγκεκριμένο αεροσκάφος δεν είχε αναπτύξει ποτέ στρατιωτική δράση. Ζωηρό ενδιαφέρον για την απόκτησή του εκδήλωσε, αντίθετα, η Διεύθυνση Πολιτικής Αεροπορίας της Αυστραλίας. Αντιμετωπίστηκε το ενδεχόμενο να φιλοξενηθεί στον υπό κατασκευή, τότε, νέο τερματικό σταθμό του αεροδρομίου της Μελβούρνης ή στον αντίστοιχο του Μπρισμπέϊν. Υπήρξε ακόμη σκέψη ανέγερσης ενός τεχνολογικού μουσείου στην πρωτεύουσα Καμπέρρα.

Το Vickers Vimy με τα διακριτικά G-EAOU και το τετραμελές πλήρωμα. Από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Keith και Ross Smith, ο Walter Shiers και ο Jim Bennett (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/8/3).

Τίποτα από τα παραπάνω δεν καρποφόρησε, με αποτέλεσμα η Διεύθυνση Πολιτικής Αεροπορίας να αναγκαστεί, τελικά, να δηλώσει αδυναμία φιλοξενίας του αεροσκάφους. Το 1955, το τελευταίο αποσυναρμολογήθηκε και αποθηκεύθηκε σε υπόστεγο αεροπορικής στρατιωτικής βάσης. Μόλις η είδηση διέρρευσε στον τύπο, ακολούθησε γενική κατακραυγή. Η Βασιλική Αερολέσχη της Νοτίου Αυστραλίας ενεργοποίησε τη διαδικασία ανέγερσης ειδικού υποστέγου, εντός του οποίου το αεροσκάφος θα εκτίθετο σε δημόσια θέα. Ταυτόχρονα, το κτήριο θα λειτουργούσε και ως μνημείο. Χάρη σε γενναιόδωρες χορηγίες (μεταξύ των οποίων και εκείνη της Vickers Corporation) συμπληρώθηκε το απαιτούμενο ποσό. Η Αερολέσχη ήρθε σε συμφωνία με τις αρχές της Νοτίου Αυστραλίας, οι οποίες παραχώρησαν ειδικό χώρο στο νέο αεροδρόμιο της Αδελαΐδας. Τα έργα κατασκευής του υποστέγου ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1957.

Στο μεταξύ, το αεροσκάφος υπέστη εκτεταμένες ζημιές από φωτιά, η οποία ξέσπασε από άγνωστους λόγους κατά τη μεταφορά οδικώς από την Καμπέρρα προς την Αδελαΐδα. Συγκεκριμένα, καταστράφηκαν ολοσχερώς το άνω φτερό, οι προπέλες και ο ένας από τους δυο κινητήρες. Ωστόσο, η άτρακτος και το κάτω φτερό είχαν παραμείνει άθικτα. Το κόστος της αποκατάστασης ανήλθε στο ποσό των £2,000. Τα εγκαίνια του μνημείου πραγματοποιήθηκαν στις 27 Απριλίου 1958, παρουσία ενός πλήθους 40.000 ατόμων. Από το πλήρωμα της ιστορικής πτήσης παρών ήταν ο μοναδικός επιζών, ο μηχανικός Walter Shiers.

Παρά ταύτα, η οδύσσεια του αεροσκάφους δεν σταμάτησε τότε. Με την πάροδο του χρόνου, αποδείχθηκε πως ήταν ευάλωτο στις υπεριώδεις ακτίνες του ηλίου (το υπόστεγο διέθετε μεγάλες επιφάνειες από γυαλί, ούτως ώστε το έκθεμα μπορεί να διακρίνεται απέξω). Μια νέα αποκατάσταση και συντήρηση σε βάθος πραγματοποιήθηκε το 1981. Διήρκεσε επί πέντε μήνες. Σήμερα, το μνημείο εξακολουθεί να είναι επισκέψιμο, η δε συχνότητα αγγίζει διαστάσεις δημοσίου προσκυνήματος.

Το μνημείο στις αρχές της δεκαετίας του ’70.
Το Vickers Vimy έπειτα από τον δεύτερο γύρο των έργων αποκατάστασης.

 

O αγώνας

Η πρώτη απογείωση (εκτός συναγωνισμού) με προορισμό την Αυστραλία έλαβε χώρα στις 12 Οκτωβρίου 1919 από το αεροδρόμιο Villa Coublay, στα περίχωρα του Παρισιού. Αρχηγός της αποστολής ήταν ο Étienne Poulet. Στις 9 Δεκεμβρίου εγκατέλειψε τον αγώνα λόγω μηχανικής βλάβης. Στις 21 Οκτωβρίου απογειώθηκε από το αεροδρόμιο Hounslow του Λονδίνου ένα δεύτερο αεροσκάφος (George Campbell Matthews). Στις 17 Απριλίου 1920 κατέπεσε στο Μπάλι, δίχως, ευτυχώς, ανθρώπινες απώλειες. Τρίτη, κατά σειρά, απογείωση, πάντοτε από το Hounslow ήταν εκείνη του Vickers Vimy των αδελφών Smith, νικήτρια του αγώνα, στις 12 Νοεμβρίου 1919. Έφτασε στο Πορτ Ντάρβιν στις 10 Δεκεμβρίου έπειτα από 27 ημέρες και 20 ώρες. Η πτήση περιγράφεται αναλυτικότερα παρακάτω. Την επομένη, 13 Νοεμβρίου, απογειώθηκε το τέταρτο αεροσκάφος (Roger Douglas). Σχεδόν αμέσως συνετρίβη στο έδαφος, με αποτέλεσμα το διμελές πλήρωμα να βρει τραγικό θάνατο. Στις 21 Νοεμβρίου, ξεκίνησε η πέμπτη πτήση (Valdemar Rendle). Στις 8 Δεκεμβρίου, το αεροσκάφος κατέπεσε στον κόλπο της Σούδας, στην Κρήτη, εξαιτίας μηχανικής βλάβης, δίχως ανθρώπινες απώλειες. Η τύχη δεν χαμογέλασε στους έκτους διαγωνιζόμενους (Cedric Ernest Howell). Έχοντας απογειωθεί από το Hounslow στις 4 Δεκεμβρίου, το αεροσκάφος κατέπεσε στη θάλασσα τέσσερις μέρες αργότερα στα ανοικτά της Κέρκυρας. Το διμελές πλήρωμα έχασε τη ζωή του. Στις 8 Ιανουαρίου 1920, ήταν η σειρά του εβδόμου διαγωνιζομένου (Raymond Parer) και ενώ ο αγώνας είχε ήδη κερδηθεί από τους αδελφούς Smith. Η πτήση έφτασε στον προορισμό της έπειτα από επτά (!) μήνες, στις 2 Αυγούστου του ιδίου έτους. Τέλος, αποκλείστηκε για προληπτικούς λόγους η συμμετοχή του Bert Hinkler, ο οποίος φιλοδοξούσε να καλύψει ολομόναχος την τεράστια διαδρομή.

Η διαδρομή και οι επιδόσεις των διαγωνιζομένων.

Το Vickers Vimy των αδελφών Smith απογειώθηκε από το Hounslow το πρωί της 12ης Νοεμβρίου 1919, εν μέσω ομίχλης. Στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους ήταν εγκατεστημένο το πιλοτήριο, με τον κυβερνήτη (Ross Smith) και τον πλοηγό (Keith Smith). Στο πίσω μέρος, υπήρχε ένας δεύτερος χώρος (πρώην θέση πυροβολητών), όπου εγκαταστάθηκαν οι δυο μηχανικοί. Πρώτος σταθμός ήταν η πόλη Λυών της Γαλλίας. Η πυκνή νέφωση παρεμπόδιζε τον ακριβή εντοπισμό. Επωφελούμενος από ένα άνοιγμα, ο Ross Smith κατάφερε να κατεβεί κάτω από τα σύννεφα και να αποκτήσει οπτική επαφή με τον διάδρομο προσγείωσης.

Ross Smith flight from London to Australia: London take-off (Πηγή: National Film and Sound Archive of Australia, 1535)

Ως δεύτερος σταθμός είχε προγραμματιστεί η Ρώμη. Ωστόσο, η χρονική καθυστέρηση λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών υπεράνω των Άλπεων, κατέστησε σαφές στο πλήρωμα ότι ήταν αδύνατη η άφιξη στην ιταλική πρωτεύουσα υπό το φως της ημέρας. Κατά συνέπεια, προκρίθηκε η Πίζα, για λόγους ασφαλείας. Όταν, το επόμενο πρωί, το τετραμελές πλήρωμα επέστρεψε στο αεροδρόμιο, βρήκε το αεροσκάφος βουτηγμένο μέσα σε μια λίμνη από λάσπη, εξαιτίας της ισχυρής βροχόπτωσης, που είχε προηγηθεί. Παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειες απεγκλωβισμού, με τη βοήθεια πολλών εθελοντών, δεν κατέστη δυνατή η απογείωση την ημέρα εκείνη.

Πανοραμική άποψη των Άλπεων (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/12B).

Την επομένη, με τον καιρό αισθητά βελτιωμένο, χρειάστηκαν αρκετές ώρες έως ότου το αεροσκάφος καταφέρει, τελικά, να απεγκλωβιστεί. Λίγο μετά από την απογείωση, διαπιστώθηκε απώλεια λαδιού, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει αναγκαστική προσγείωση στην κωμόπολη Venturina, στις ακτές της Τοσκάνης. Η αποκατάσταση της βλάβης υπήρξε ταχύτατη και το Vickers Vimy συνέχισε απρόσκοπτα την πτήση του μέχρι τον επόμενο σταθμό, τη Ρώμη. Σειρά είχε, κατόπιν, η διάβαση των Απεννίνων Ορέων με κακό καιρό, μέχρι το λιμάνι του Τάραντα. Ο Ross Smith αναγκάστηκε να πετάξει σε χαμηλό ύψος, κάτω από τα σύννεφα, προκειμένου να έχει συνεχώς ελεύθερο οπτικό πεδίο. Για το σκοπό αυτό, ακολούθησε τις κοιλάδες, έστω και αν μια επιλογή αυτού του είδους διέθετε, εκ των πραγμάτων, υψηλό δείκτη κινδύνου συντριβής στους πέριξ ορεινούς όγκους. Κάτι τέτοιο κόντεψε να συμβεί στην επόμενη διαδρομή (Τάραντας-Κρήτη) κατά μήκος των δυτικών ακτών της Ελλάδας. Πετώντας σε χαμηλό ύψος και με ισχυρή βροχόπτωση, η οποία περιόριζε την ορατότητα, το Vickers-Vimy λίγο έλειψε να συντριβεί σε ένα βραχώδες νησί (ο Ross Smith, στο ημερολόγιό του, δεν προσδιορίζει για ποιο ακριβώς επρόκειτο). Στις 18 Νοεμβρίου, το αεροσκάφος απογειώθηκε από τον κόλπο της Σούδας με προορισμό το Κάϊρο, όπου έφτασε έπειτα από μια πτήση δίχως προβλήματα.

Η άφιξη στη Ρώμη (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/11A).

Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, στην πρωτεύουσα της Αιγύπτου είχε προγραμματιστεί μια πολυήμερη ανάπαυλα, για την ανάπαυση του πληρώματος και τον έλεγχο και συντήρηση του αεροσκάφους. Ωστόσο, την επομένη κιόλας ημέρα, 19 Νοεμβρίου, το Vickers Vimy ξεκίνησε με προορισμό την Δαμασκό. Ο λόγος της επίσπευσης υπήρξε η είδηση πως ο Étienne Poulet βρισκόταν ήδη στην Ινδία. Ο έμπειρος Γάλλος πιλότος, πετούσε εκτός συναγωνισμού, εφόσον δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις, τις οποίες είχαν θέσει οι διοργανωτές του αγώνα. Δεν ήταν αυστραλιανής καταγωγής, είχε απογειωθεί από το Παρίσι κι όχι από το Λονδίνο, τέλος, πετούσε με ένα γαλλικό μοντέλο (Caudron G-4). Δεν έπαυε, ωστόσο, να θεωρείται ο επικρατέστερος για την πρώτη, στην Ιστορία, κάλυψη της διαδρομής Ευρώπης-Αυστραλίας. Στις 20 Νοεμβρίου, το Vickers Vimy απογειώθηκε από την Δαμασκό για την Βαγδάτη. Περί τα 110 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης, έχοντας καθυστερήσει εξαιτίας αντίθετων ισχυρών ανέμων, προσγειώθηκε στο στρατόπεδο του 10ου Συντάγματος Ινδών Λογχοφόρων, στην κωμόπολη Ραμάντι του Ιράκ. Για την απογείωση την επομένη, χρειάστηκε η συνδρομή 50 ανδρών πάντοτε εξαιτίας των ισχυρών ανέμων. Έχοντας ανεφοδιαστεί επαρκώς σε καύσιμα, το αεροσκάφος προσπέρασε τη Βαγδάτη και κατευθύνθηκε προς την Βασόρα, όπου το πλήρωμα διανυκτέρευσε. Οι πτήσεις υπεράνω του Περσικού προς το Καράτσι και από εκεί προς την Ινδία, πραγματοποιήθηκαν δίχως προβλήματα.

Οι Πυραμίδες της Γκίζας (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/13A).

Ευρισκόμενοι στη Βομβάη, οι αδελφοί Smith πληροφορήθηκαν πως ο Poulet προπορευόταν με διαφορά μόλις μιας ημέρας, έχοντας προσγειωθεί στο Δελχί. Από το σημείο εκείνο και πέρα, ξεκίνησε ένας ανελέητος αγώνας δρόμου ανάμεσα στα δυο πληρώματα. Ο Γάλλος απογειώθηκε από το Δελχί λίγες ώρες μόνο προτού φτάσει εκεί το Vickers Vimy. Το ίδιο ακριβώς συνέβη όταν, μια ημέρα αργότερα έφτασαν στο Αλλαχαμπάντ και, αργότερα, στην Καλκούτα. Ο Poulet προηγείτο συστηματικά κατά μια ημέρα. Οι Αυστραλοί κατόρθωσαν να τον προσπεράσουν στις 27 Νοεμβρίου, πάνω από τη Βιρμανία. Τα δυο πληρώματα συναντήθηκαν στο έδαφος στη Ρανγκούν. Γνωρίζοντας πλέον ότι είχε ηττηθεί, ο Poulet δέχτηκε να απογειωθεί, τιμής ένεκεν, την επόμενη ημέρα, ταυτόχρονα με το Vickers Vimy. Λίγο αργότερα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά τον αγώνα.

Το Taj Mahal σε λήψη από αέρος (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/1/20C).

Έχοντας, πλέον, απαλλαγεί από την έγνοια του Γάλλου, οι αδελφοί Smith ξεκίνησαν τη διαδρομή εκείνη, η οποία έμελλε να αποδειχθεί η δυσκολότερη όλων. Επρόκειτο για το τμήμα Ρανγκούν-Μπανγκόκ, πάνω από βουνοκορφές με υψόμετρο 2.133 μέτρων (7.000 πόδια), με χαμηλή νέφωση, η οποία επέτρεπε να πετάξει κανείς σε ύψος μόλις 1.220 μέτρων (4.000 πόδια), εφόσον επιδίωκε ασφαλή ορατότητα. Ο Ross Smith επανέλαβε ό,τι είχε πράξει σε προγενέστερο στάδιο: ακολούθησε την χάραξη των κοιλάδων. Γρήγορα, ωστόσο, διαπίστωσε πως οι στενωποί ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνες και αποφάσισε να ανεβεί σε ύψος 2.750 μέτρων (9.000 πόδια) και αργότερα 3.350 μέτρων (11.000 πόδια). Ακόμα και τότε, το Vickers Vimy εξακολουθούσε την πορεία του μέσα στα σύννεφα. Πετώντας στα τυφλά κάτω από απάνθρωπες συνθήκες ψύχους και έλλειψης επαρκούς οξυγόνου ένεκα υψομέτρου, o Ross Smith, ακολουθώντας τους υπολογισμούς του πλοηγού αδελφού του, επιχείρησε μια κάθοδο στα 7.000 και ακολούθως στα 4.000 πόδια. Όλες οι εκτιμήσεις συνηγορούσαν ως προς το ότι το Vickers Vimy είχε αφήσει, πλέον, πίσω του την επικίνδυνη οροσειρά. Πράγματι, όταν αποκαταστάθηκε η ορατότητα, το πλήρωμα διαπίστωσε με ανακούφιση ότι πετούσε πάνω από πεδινή περιοχή.

Το σχέδιο προέβλεπε εν συνεχεία απευθείας κάλυψη της διαδρομής Μπανγκόκ-Σιγκαπούρης στις 2 Δεκεμβρίου. Ωστόσο, το πρώτο σκέλος καλύφθηκε εν μέσω ισχυρής βροχόπτωσης, η οποία ανάγκασε τους αδελφούς Smith σε συνεχή εναλλαγή, μεταξύ τους, της διακυβέρνησης του αεροσκάφους. Κατόπιν τούτου, επελέγη ως ενδιάμεσος (μη προγραμματισμένος) σταθμός η Σινγκόρα, όπου υπήρχαν επαρκή αποθέματα σε καύσιμα. Προσεγγίζοντας τον διάδρομο προσγείωσης, ο Ross Smith διαπίστωσε πως ο τελευταίος είχε πλημμυρίσει από τα νερά της βροχής. Στη θέση του είχε κατασκευαστεί πρόχειρα ένας διάδρομος από κορμούς δέντρων. Κατάφερε, τελικά, να προσγειώσει το αεροσκάφος πάνω στους κορμούς, με αποτέλεσμα καταφορά ζημιάς στον πίσω τροχό. Η δεύτερη δυσάρεστη έκπληξη αφορούσε τα αποθέματα καυσίμων, τα οποία αποδείχτηκαν ανεπαρκή για τις ανάγκες της πτήσης (500 μόνο λίτρα, αντί για τα 500 γαλόνια, που είχαν αρχικά αναφερθεί). Το πλήρωμα εξαναγκάστηκε σε επιπρόσθετη διανυκτέρευση, έως ότου μεταφερθούν επιτόπου καύσιμα από το γειτονικό Πενάγκ. Δυο ημέρες αργότερα, στις 4 Δεκεμβρίου, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στη Σιγκαπούρη, όπου και αποφασίστηκε να αποκατασταθούν οι ζημιές, λόγω καλύτερης τεχνικής υποστήριξης. Τα χρονικά περιθώρια στένευαν επικίνδυνα, καθώς από το όριο των τριάντα ημερών, το οποίο είχαν θέσει οι οργανωτές ως απαράβατη προθεσμία για τον τερματισμό, απέμεναν μόλις οκτώ. Δυο από αυτές, ήταν απαραίτητο να διατεθούν για τις εργασίες επισκευής. Συνεπώς, το αργότερο εντός έξι ημερών, το αεροσκάφος έπρεπε να έχει φτάσει στο Πορτ Ντάρβιν της Αυστραλίας.

Οι εργασίες επισκευής των ζημιών στη Σιγκαπούρη (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/7/24).

Το πρωί της 6ης Δεκεμβρίου, το Vickers Vimy εγκατέλειψε τη Σιγκαπούρη. Έπειτα από πτήση εννέα ωρών, προσγειώθηκε στο Καλιτζάτι της Κεντρικής Ιάβας, τη δε επομένη ημέρα στη Σουραμπάγια της Ανατολικής Ιάβας. Εκεί βούλιαξε κυριολεκτικά μέσα στη λάσπη. Χρειάστηκε να χαθούν άλλες 24 ώρες, να επιστρατευθούν 200 κούληδες και να κατασκευαστεί ένας αυτοσχέδιος διάδρομος από καλάμια μπαμπού, προκειμένου να καταφέρει να επανέλθει στους αιθέρες. Στις 9 Δεκεμβρίου έφτασε στο κεντρικό Τιμόρ, τελευταίο σταθμό πριν από τον τελικό προορισμό. Απέμεναν τα 470 μίλια (756 χιλιόμετρα) πάνω από τη Θάλασσα της Αραφούρα, έως τις βόρειες ακτές της Αυστραλίας. Το τελευταίο τμήμα της διαδρομής διήρκησε επί πέντε ώρες άνετης πτήσης. Στις 15.40 μ.μ. της 10ης Δεκεμβρίου 1919, 27 ημέρες και 20 ώρες έπειτα από την απογείωση από το Hounslow, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στο Πορτ Ντάρβιν.

H υποδοχή του Vickers Vimy στο Πορτ Ντάρβιν (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/9/3/3b).

Παραταύτα, η ιστορία δεν τελείωσε εδώ για τους αδελφούς Smith και το υπόλοιπο πλήρωμα. Βεβαίως, το καταληκτικό σημείο του αγώνα ήταν το Πορτ Ντάρβιν και οι ίδιοι ήταν, πλέον, νικητές. Ωστόσο, ευθύς εξαρχής υπήρχε το σχέδιο μιας πανηγυρικής πτήσης μέχρι την Αδελαΐδα με κυριότερους ενδιάμεσους σταθμούς το Μπρισμπέϊν, το Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη. Με άλλα λόγια, στα ήδη διατρεχθέντα 14.000 μίλια (22.530 χιλιόμετρα) προστέθηκαν άλλα 3.000 μίλια (4.800 χιλιόμετρα). Η υποδοχή υπήρξε ενθουσιώδης σε κάθε στάση.

Ross Smith’s Flight from London to Australia: Approaching Sydney(Πηγή: National Film and Sound Archive of Australia, 1535)

Στις 14 Φεβρουαρίου 1920, το Vickers Vimy προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο Μάσκοτ του Σίδνεϊ. Επί εννέα ημέρες, το πλήρωμα παρέστη σε εκδηλώσεις, που είχαν οργανωθεί προς τιμήν του. Στις 25 Φεβρουαρίου, ήταν η σειρά της Μελβούρνης, με 24 ώρες καθυστέρηση ένεκα μηχανικής βλάβης. Οι επίσημες αρχές και το πλήθος (περί τα 50.000 άτομα), που είχαν συγκεντρωθεί την προηγουμένη στο αεροδρόμιο του Φλέμινγκτον, ενημερώθηκαν τηλεγραφικά για την καθυστέρηση. Χαρακτηριστικό ήταν το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Argus: “Flight not completed. Delay at Henty. Great crowd disappointed”. Η άφιξη αμαυρώθηκε από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα εντός του Φλέμινγκτον, που στοίχισε τη ζωή σε ένα δεκάχρονο αγόρι, το οποίο είχε τρέξει να παραστεί στην υποδοχή. Στις 27 Φεβρουαρίου, σε επίσημο δείπνο που παρέθεσε προς τιμήν του πληρώματος στο τοπικό Κοινοβούλιο, ο Αυστραλός πρωθυπουργός, Billy Hughes, επέδωσε στον Ross Smith το χρηματικό βραβείο των £10,000.

Η επίδοση του χρηματικού βραβείου (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 18/7/73).

Ο επίλογος της μεγάλης αυτής αεροπορικής εποποιΐας γράφτηκε στις 23 Μαρτίου στο αεροδρόμιο Northfield της Αδελαΐδας, ιδιαίτερης πατρίδας τριών εκ των τεσσάρων μελών του πληρώματος. Το Vickers Vimy προσγειώθηκε εκεί στις 14.12′ μ.μ.ενώπιον ενός ενθουσιώδους πλήθους 20.000 ατόμων. Είχε προηγηθεί πανηγυρική πτήση πάνω από την πόλη, υπό τον ήχο χαρμόσυνων κωδωνοκρουσιών.

23 Μαρτίου 1920, ο επίλογος της οδύσσειας. Η ενθουσιώδης υποδοχή του Vickers Vimy στο αεροδρόμιο Northfield της Αδελαΐδας (Πηγή: State Library of South Australia, PRG 280/1/19/55).

 

Ο εορτασμός της εκατονταετηρίδας

Η συμπλήρωση, τις ημέρες αυτές, 100 ετών από την ιστορική πτήση των αδελφών Smith, προσέφερε το έναυσμα για την οργάνωση ολόκληρης σειράς επετειακών εκδηλώσεων. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η μεγάλη έκθεση, την οποία οργανώνει η Κρατική Βιβλιοθήκη Νοτίου Αυστραλίας στην Αδελαΐδα και πρόκειται να διαρκέσει έως τις 5 Απριλίου 2020.

Άξια μνείας είναι, επίσης, μια εντυπωσιακή τηλεοπτική παραγωγή διάρκειας μιάς ώρας με τίτλο The Greatest Air Race, η οποία πρωτοπροβλήθηκε προ ημερών, από το αυστραλιανό τηλεοπτικό δίκτυο SBS-TV. Την παρουσιάζει ο Αυστραλός αστροναύτης Andy Thomas.

The Greatest Air Race – Trailer

Η εποποιΐα των αδελφών Smith έθεσε τα θεμέλια για την αεροπορική σύνδεση μεταξύ Ευρώπης και Αυστραλίας. Στις 14 Νοεμβρίου 2019, δυο μέρες έπειτα από τη συμπλήρωση 100 ετών από την απογείωση του Vickers Vimy από το αεροδρόμιο του Hounslow, η αεροπορική εταιρεία Qantas προέβη στην πρώτη δοκιμαστική πτήση μεταξύ Λονδίνου και Σίδνεϊ δίχως ενδιάμεσο σταθμό. Στο αεροσκάφος τύπου Boeing 787-9 Dreamliner επέβαιναν 40 επιλεγμένοι από την εταιρεία επιβάτες. Η πτήση προσέλαβε την κωδική ονομασία Double Sunrise Flight καθώς, για πρώτη φορά στην ιστορία των αεροπορικών μεταφορών, επιβάτες ενός αεροσκάφους υπήρξαν μάρτυρες δυο ανατολών του Ηλίου σε μια συνεχόμενη, δίχως ενδιάμεσο σταθμό, πτήση.

The World’s LONGEST Flight – QANTAS London to Sydney

Τον Νοέμβριο του 1919, η πτήση του Vickers-Vimy διήρκεσε 27 ημέρες και 20 ώρες. Εκατό χρόνια αργότερα, τον Νοέμβριο του 2019, η πτήση Double Sunrise δεν ξεπέρασε τις 19 ώρες και 17′ . Η εξέλιξη της τεχνολογίας μέσα σε χρονικό διάστημα ενός, μόλις, αιώνα.

Οι εναέριες λήψεις, οι οποίες διανθίζουν το παρόν αφιέρωμα τραβήχτηκαν από τον Ross Smith. Δημοσιεύθηκαν σε ειδική έκδοση μεταξύ των ετών 1919-1922. Αντίτυπο της σπάνιας αυτής έκδοσης έχει καταχωριστεί στην Κρατική Βιβλιοθήκη της Νοτίου Αυστραλίας με κωδικό PRG 18/33/1.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

MacMillan, Peter, The greatest flight: reliving the aerial triumph that changed the world, Atlanta, Georgia, Turner, 1955.
Eustis, Nelson, The Ross Smith air stamp, Melbourne, Hawthorn Press, 1979.
Price, Archibald Grenfell, The skies remember: the story of Ross and Keith Smith, Sydney, Angus and Robertson, 1969.
Howard, Mark J., Ross Smith and Bert Hinkler, Croydon, Vic., Longmans of Australia, 1967.
Smith, Ross Macpherson, 14,000 Miles through the Air, London, Macmillan and Co, Ltd, 1922.

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

Η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Clio Turbata 

Η Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Clio Turbata

Όχι, δεν ζηλέψαμε την πατροπαράδοτη Πρωτοχρονιάτικη Συναυλία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Βιέννης, ούτε πρόθεσή μας είναι να επιχειρήσουμε να την υποκαταστήσουμε! Απλώς, διευρύναμε το ρεπερτόριο, θέλοντας να επισημάνουμε δειγματοληπτικά την αστείρευτη ποικιλία μουσικών δημιουργιών, ικανών να εμπνεύσουν κέφι, αισιοδοξία και δίψα για ζωή, που υφίσταται και πέραν της οικογένειας Strauss και των βιεννέζικων βαλς. Σας ευχόμαστε ολόψυχα να υποδεχθείτε τον καινούριο χρόνο με ανάλογα συναισθήματα και ψυχική διάθεση.

 

Emmanuel Chabrier (1841–1894): España, rapsodie pour orchestre

Φρεσκάδα, αυθορμητισμός και ατέρμονη ευφορία είναι τα διακριτικά γνωρίσματα, που διατρέχουν το σύνολο της μουσικής παραγωγής του Emmanuel Chabrier. Στα έργα του δεν υπάρχουν σκιές, μελαγχολία ή πάθη. Μόνο μια αστείρευτη δίψα για ζωή, χαρά, ευθυμία και αγαλλίαση. Όποτε το συναίσθημα αυτό δεν εκφράζεται με εκρηκτικό τρόπο, το παραμικρό υποδηλώνει συγκρατημένη ιλαρότητα. Όταν, όμως, βρίσκει ελεύθερη διέξοδο, τότε το αποτέλεσμα είναι απολαυστικό. Στα παραπάνω χαρίσματα, πρέπει να προσθέσει κανείς τη δημιουργική φαντασία του συνθέτη, την χαρακτηριστική άνεση, με την οποία κινείται και εκφράζεται, τέλος, ένα πηγαίο ταλέντο ενορχήστρωσης. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως όλες αυτές τις αρετές, υιοθέτησε αργότερα συνειδητά, τελειοποιώντας τις, ο μέγας ενορχηστρωτής Maurice Ravel (η στενή συγγένεια, από κάθε άποψη, της España του Chabrier με την Rapsodie espagnole του Ravel, είναι περισσότερο από εμφανής). Το 1882, ο Chabrier επισκέφθηκε την Ισπανία. Γοητευμένος από τους ρυθμούς του φλαμένκο, που άκουγε σε διάφορους δημόσιους χώρους καθώς και στα καφενεία, έσπευσε να κρατήσει πρόχειρες σημειώσεις. Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι, ψυχαγωγούσε τους φίλους του αυτοσχεδιάζοντας στο πιάνο, στηριζόμενος στις αναμνήσεις και στις σημειώσεις του. Δίχως να το διανοηθεί, αυτή η διαδικασία υπήρξε ο προπομπός μιας εκτυφλωτικής ραψωδίας για μεγάλη ορχήστρα με τον χαρακτηριστικό τίτλο España, η οποία είδε το φως της ημέρας το 1883 και έκτοτε, θεωρείται το πλέον διαδεδομένο και δημοφιλές έργο του συνθέτη. Παρά το γεγονός ότι ο ήλιος, οι ξέφρενοι ρυθμοί και τα αρώματα της Ισπανίας δεσπόζουν, εν τούτοις, η España δεν αποτελεί την καταγραφή μιας εξωτικής χώρας. Το έργο αποδίδει περισσότερο τις εντυπώσεις ενός τρίτου ατόμου, στο ποσοστό που το ισπανικό στυλ αντιμετωπίζεται με γαλλική φινέτσα και ακρίβεια. Οι ρυθμικές εκρήξεις ξεσπούν όχι παρασυρμένες από πάθος, αλλά με λεπτό χιούμορ και θα μπορούσε να πει κανείς, με συγκαταβατική κατανόηση. Ουδέποτε αμφισβητείται η αγάπη του Chabrier έναντι της πηγής της έμπνευσής του, της Ισπανίας. Μάλιστα, διαδεχόμενη την Carmen του Georges Bizet και την Symphonie espagnole του Edouard Lalo, η España έμελε να ανοίξει διάπλατα τον δρόμο σε πάμπολλες άλλες συνθέσεις με ανάλογο θέμα (Iberia του Claude Debussy, L’ heure espagnole, Alborada del gracioso, Rapsodie espagnole, Tzigane, Boléro του Maurice Ravel, Valencia – το τρίτο μέρος από το έργο Escales του Jacques Ibert κ.α.). Την ακούμε από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, υπό τη διεύθυνση του Sir Simon Rattle. Η μαγνητοσκόπηση της συναυλίας πραγματοποιήθηκε τον Μάϊο του 2011 στο Teatro Real της Μαδρίτης. Ιδανική επιλογή ως αφετηρία του Πρωτοχρονιάτικου αφιερώματός μας.

 

 

Manuel de Falla (1876–1946) : Danza de la Vida Breve

Εάν η Ισπανία επηρέασε την μουσική παραγωγή σημαντικού αριθμού Γάλλων συνθετών, κυριάρχησε, όπως ήταν επόμενο, στο έργο του Manuel de Falla, του μεγαλύτερου, ίσως, μουσικοσυνθέτη της Ιβηρικής χερσονήσου. Παρά το γεγονός ότι το ύφος του de Falla θυμίζει σε πολλές περιπτώσεις εκείνο των Debussy και Ravel (τα τρία νυκτερικά για πιάνο και ορχήστρα με γενικό τίτλο Noches en los jardines de España – Νύκτες στους κήπους της Ισπανίας – και το μπαλέτο El sombrero de tres picos- Το τρίκοχο καπέλο αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα), εδώ η Ισπανία ξεδιπλώνεται με όλη τη φλόγα, το πάθος, την άγρια γοητεία και και την σκληρή αγριάδα, που την διακρίνουν. To μπαλέτο El amor brujo – Ο μάγος έρωτας – καθώς και η δίπρακτη όπερα La vida breve – Η σύντομη ζωή – διαδραματίζονται αμφότερα στην Ανδαλουσία, με διαλόγους γραμμένους σε τοπική διάλεκτο. Ειδικότερα, το δεύτερο έργο αφηγείται τον παθιασμένο, πλην όμως αδύνατο, έρωτα μιας τσιγγάνας για έναν νεαρό άλλης κοινωνικής τάξεως, ο οποίος φροντίζει να μην αποκαλύψει πως είναι ήδη αρραβωνιασμένος. Η υπόθεση, με έντονα μελοδραματική διάσταση, η οποία παραπέμπει στον ιταλικό βερισμό (θυμίζει, επίσης, αναπόφευκτα τον μεταγενέστερο χρονικά Ματωμένο γάμο του Frederico Garcia Lorca), επιφυλάσσει τραγική κατάληξη στην πρωταγωνίστρια. Η όπερα ανέβηκε για πρώτη φορά σε γαλλική μετάφραση το 1913 στη Νίκαια. Ο Debussy έπεισε τον συνθέτη να επιφέρει ορισμένες μετατροπές. Έτσι, στο τέλος του ιδίου έτους, το έργο παρουσιάστηκε στην οριστική του μορφή στο Παρίσι. Γνωστότερο σημείο είναι ο χορός της δεύτερης πράξης, ο οποίος, πέραν του ότι είναι ωραιότατος, εκτελείται συνήθως ξεχωριστά από την υπόλοιπη όπερα. Τον ακούμε σε διασκευή για δυο κιθάρες από το Dúo del Mar στο Palau de la Música Catalana της Βαρκελώνης.

 

 

Albert Ketèlbey (1875-1959): The Clock and the Dresden Figures

The Clock and the Dresden Figures είναι ένα κομψοτέχνημα από μόνο του, εξίσου λεπτό και εύθραυστο με τις περίφημες πορσελάνες της Δρέσδης, στις οποίες αναφέρεται. O Albert William Ketèlbey, με καταγωγή από το Μπέρμινγκχαμ, έζησε και σταδιοδρόμησε στο Λονδίνο. Υπήρξε πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας. Ωστόσο, έχει παραμείνει γνωστότερος ως συνθέτης ορχηστρικών έργων μικρής διάρκειας και ευρείας αποδοχής (light music), ενός λιγότερο σοβαρού και απαιτητικού είδους μουσικής, που ευδοκίμησε στη Δυτική Ευρώπη από τον 18ο αιώνα έως σήμερα. Στη διάρκεια του μεσοπολέμου, υπήρξε ο πρώτος εκατομμυριούχος μουσικοσυνθέτης, χάρη στα πνευματικά δικαιώματα επί των έργων του. Παρτιτούρες και ηχογραφήσεις των τελευταίων κυκλοφορούσαν σε ευρεία κλίμακα. Η μεγάλη απήχηση οφείλεται σε δυο στοιχεία, τα οποία χαρακτηρίζουν τη μουσική του. Ένα πρώτο εξωτικό (έργα όπως τα In a Persian Market, In a Chinese Temple Garden, In the Mystic Land of Egypt και Blue Hawaiian Waters, που εξήπταν τη φαντασία του κοινού) και ένα δεύτερο αμιγώς βρετανικό (In a Monastery Garden, Bells across the Meadows και Cockney Suite). Πρέπει, επίσης, να προσμετρηθεί και ο απλός και ιδιαίτερα ελκυστικός τρόπος γραφής. Το άστρο του άρχισε να δύει κατά τη διάρκεια και έπειτα από το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στο The Clock and the Dresden Figures, έργο γραμμένο για πιάνο και συνοδεία μικρής ορχήστρας, δυο φιγούρες από πορσελάνη, οι οποίες βρίσκονται εκατέρωθεν ενός ρολογιού, ζωντανεύουν χορεύοντας στον μετρονομικό ρυθμό του μηχανισμού του τελευταίου. Μόλις, όμως, αυτό παύει να λειτουργεί σωστά, επανέρχονται πειθήνια στην αρχική τους θέση. Για την ακρόαση του δροσερού αυτού έργου, επελέγη μια ιστορικής σημασίας ηχογράφηση. Χρονολογείται από το 1930, έτος της πρώτης εκτέλεσης. Ο συνθέτης διευθύνει την επονομαζόμενη Albert W. Ketèlbey’s Concert Orchestra.

Zequinha de Abréu (1880-1935): Tico-Tico no fubá

Tico-Tico no fubá στα πορτογαλικά σημαίνει “¨Ενα σπουργίτι στο καλαμποκάλευρο”. Είναι ο τίτλος του δημοφιλέστερου τραγουδιού του Βραζιλιάνου συνθέτη José Gomes de Abréu, γνωστότερου ως Zequinha de Abréu, σε στίχους του Aloysio de Oliveira (1917). Η καθ όλα κεφάτη και ρυθμική αυτή μουσική, γνώρισε τεράστια απήχηση εντός και εκτός συνόρων της χώρας. Μάλιστα, έχει υποστεί σειρά ολόκληρη από διασκευές για μεμονωμένα όργανα (κιθάρα από τον Paco de Lucia τo 1967, ηλεκτρονικό όργανο τύπου Hammond από την Ethel Smith το 1944) ή, ακόμα, για συμφωνική ορχήστρα. Ακούστηκε ως υπόκρουση στις κινηματογραφικές ταινίες Saludos Amigos του Walt Disney (1942), Bathing Beauty (1944), Copacabana (1947) και Radio Days του Woody Allen (1987). Το 1952 γυρίστηκε από την εταιρεία Companhia Cinematográfica Vera Cruz της Βραζιλίας, μια βιογραφική ταινία για τον συνθέτη, η οποία φέρει τον τίτλο Tico-Tico no fubá. Το έργο εκτελέστηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, στην τελετή λήξης των Θερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 2016, στο Ρίο ντε Τζανέιρο, καθώς και το 2001, στην καθιερωμένη εορταστική συναυλία της 31ης Δεκεμβρίου της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου, υπό τη διεύθυνση του γεννηθέντος στην Αργεντινή διάσημου αρχιμουσικού Daniel Barenboim. Την τελευταία αυτή ερμηνεία επιλέξαμε για το παρόν αφιέρωμα.

 

Darius Milhaud (1892-1974): Scaramouche Brazileira, Op. 165b

To 1937, o Γάλλος συνθέτης Darius Milhaud, μέλος της επονομαζόμενης Ομάδας των Έξι (Georges Auric, Louis Durey, Arthur Honegger, Darius Milhaud, Francis Poulenc και Germaine Tailleferre), συνέθεσε την μουσική υπόκρουση για το θεατρικό έργο του Μολιέρου Le médecin volant, διασκευασμένο για παιδιά. Η παράσταση ανέβηκε στο θέατρο Scaramouche του Παρισιού, από το οποίο η σύνθεση του Milhaud πήρε τελικά το όνομά της. Στην αρχική της εκδοχή, γράφηκε για σαξόφωνο ή κλαρινέτο και ορχήστρα (έργο 165). Αργότερα, ο ίδιος ο συνθέτης τη μετέγραψε δυο φορές. Πρώτα για δυο πιάνα (έργο 165b) και κατόπιν για σαξόφωνο/κλαρινέτο και πιάνο (έργο 165c). Αποτελείται από τρία μέρη με τις ενδείξεις, αντίστοιχα, 1. Vif et Joyeux, 2. Modéré: Sur un thème expressif et mélancolique και 3. Brazileira: Samba endiablée sud-américaine. Σημειωτέον ότι δεν είναι η πρώτη φορά, που ο Milhaud προσφεύγει στη χρήση λατινοαμερικανικών ρυθμών. Στο μπαλέτο, που φέρει τον σουρεαλιστικό τίτλο Le boeuf sur le toit – Το βόδι πάνω στη στέγη (επρόκειτο για το όνομα του παρισινού καμπαρέ, στο οποίο σύχναζαν οι Milhaud και Jean Cocteau, συγγραφέας του σεναρίου του μπαλέτου), ο συνθέτης παραθέτει μια σειρά τριάντα, περίπου, παραλλαγών του ιδίου βραζιλιάνικου λαϊκού μουσικού θέματος (choro), σε ρυθμούς σάμπας και ταγκό. O Milhaud έζησε στη Βραζιλία μεταξύ των ετών 1917 και 1919. Υπηρετώντας τότε στο διπλωματικό σώμα, είχε τοποθετηθεί εκεί ως γραμματέας της γαλλικής πρεσβείας, υπό τον πρέσβυ και γνωστό ποιητή Paul Claudel. Τη “διαβολική σάμπα” του Scaramouche ακούμε παιγμένη από δυο κορυφαίους νοτιοαμερικανούς πιανίστες: την Αργεντινή Martha Argerich και τον Βραζιλιάνο Nelson Freire.

 

Aram Khachaturian (1903-1978): Sabre Dance

Από κοινού με τους Sergei Prokoviev, Sergei Rachmaninov, Dmitri Shostakovich και Aleksandr Scriabin (o Igor Stravinsky δεν συγκαταλέγεται σε αυτή την κατηγορία, καθότι σταδιοδρόμησε στη Δύση), ο αρμενικής καταγωγής Aram Khachaturian θεωρείται από τους αντιπροσωπευτικότερους μουσικοσυνθέτες της ΕΣΣΔ. Όπως και οι υπόλοιποι, υπέστη τα γνωστά προβλήματα με το επίσημο καθεστώς, το οποίο τον κατηγόρησε για αστικό φορμαλισμό. Μετά από τον θάνατο του Stalin το 1953, ο Khachaturian αποποιήθηκε την κατηγορία, ονομάστηκε «Καλλιτέχνης του Λαού της Σοβιετικής Ένωσης» και το 1959 τιμήθηκε για δεύτερη φορά με το βραβείο Λένιν. Η μουσική του έχει έντονο ανατολίτικο χρώμα, πράγμα που οφείλεται στην επιρροή από την αρμενική παράδοση, την οποία μελέτησε πολύ προσεκτικά. Επίσης, επηρεάστηκε και από τις νέες τάσεις που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στην υπόλοιπη Ευρώπη, καταφέρνοντας να τις αξιοποιήσει με πολύ μέτρο και πάντοτε σε συνδυασμό με τη μουσική παράδοση. Το 1942 συνέθεσε το μπαλέτο Gayane, απόσπασμα από την τελευταία πράξη του οποίου είναι ο Χορός των σπαθιών, ένα κομμάτι άγριας ομορφιάς, που τον έκανε διάσημο σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο ίδιος θεωρούσε πως η παραπάνω αδιαμφισβήτητη επιτυχία είχε στρέψει την προσοχή του κόσμου από την υπόλοιπη παραγωγή του. Παρατίθεται υπό τη διεύθυνση του Sir Simon Rattle, στο πλαίσιο της εορταστικής συναυλίας της 31ης Δεκεμβρίου 2013, στην αίθουσα της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου.

 

Dmitri Shostakovich (1906-1975): Tahiti Trot, Op. 16

O Dmitri Shostakovich επιφύλαξε μια από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις και συνάμα αδιαμφισβήτητες αποδείξεις του πηγαίου ταλέντου του όταν, το 1927, σε ηλικία μόλις 21 ετών, συνέθεσε το έργο, που συμπεριλάβαμε στο σημερινό αφιέρωμα. Οι συνθήκες της σύνθεσης είναι τόσο ιδιάζουσες, ώστε αξίζει να μνημονευτούν. Πρόκειται για το προϊόν ενός στοιχήματος ανάμεσα στον Shostakovich και τον αρχιμουσικό Nikolai Malko. Οι δυο άνδρες μόλις είχαν ακούσει μια ηχογράφηση του τραγουδιού Tahiti Trot, του Boris Fomin, βασισμένου στη γνωστή μεγάλη επιτυχία Tea for Two. Διακύβευμα του στοιχήματος, αξίας 100 ρουβλίων, ήταν κατά πόσο ή όχι ο Shostakovich ήταν σε θέση να αποκαταστήσει από μνήμης, μέσα σε χρονικό διάστημα 60΄, την ενορχήστρωση του Fomin. Η όλη διαδικασία δεν χρειάστηκε να ξεπεράσει τα 45΄. Ο Shostakovich εξήλθε νικητής, εμφυσώντας ζωή, χάρη στην παραπάνω άσκηση, σε ένα μικρό αριστούργημα. Λίγο αργότερα, το Tahiti Trot ενσωματώθηκε στο μπαλέτο The Golden Age (Золотой век) του ιδίου συνθέτη, που εξιστορεί τις περιπέτειες μιας σοβιετικής ομάδας ποδοσφαίρου, η οποία περιοδεύει στη Δυτική Ευρώπη. Για σήμερα, επιλέξαμε μια διασκευή για κουϊντέτο πνευστών οργάνων. Ερμηνεύεται από το Carion Wind Quintet.

 

 

George Enescu (1881-1955): Rapsodia Română Nr. 1, Op. 11

Δεινός βιολιστής, πιανίστας, μαέστρος, συνθέτης και καθηγητής, ο George Enescu είναι αντικείμενο πραγματικής λατρείας στη χώρα του. Το χωριό, όπου γεννήθηκε, το Κρατικό Ωδείο και η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βουκουρεστίου φέρουν τιμητικά το όνομά του, ενώ, κάθε φθινόπωρο, οργανώνεται στη μνήμη του ένα περιώνυμο μουσικό φεστιβάλ. Από τα δημοφιλέστερα έργα του είναι οι δυο Ρουμανικές Ραψωδίες για ορχήστρα (αρ. 1 σε Λα Μείζονα και αρ.2 σε Ρε Μείζονα), εμπνευσμένες από λαϊκά παραδοσιακά μουσικά θέματα. Συνάμα, είναι έργα, τα οποία απαιτούν μεγάλες δεξιοτεχνικές ικανότητες, αναδεικνύοντας, με τον τρόπο αυτό, τις αρετές ενός ορχηστρικού συνόλου. Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα το 1903 στο Βουκουρέστι, στην αίθουσα Ateneul Român (Ρουμανικό Αθήναιον), υπό τη διεύθυνση του συνθέτη. Πρέπει, όμως, να γίνει αναφορά και στην εκτέλεση, η οποία επελέγη. Ο Ρουμάνος Sergiu Celibidache, θεωρείται διεθνώς, ως ένας από τους μεγαλύτερους αρχιμουσικούς του 20ού αιώνα, με αναγνωρισμένη σταδιοδρομία (διετέλεσε μόνιμος αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου, της Ορχήστρας της Στοκχόλμης και εκείνης της Στουτγάρδης, της Εθνικής Ορχήστρας της Γαλλίας και της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Μονάχου). Αν και ιδιοσυγκρασιακός ως προς την αντίληψη των έργων που ερμήνευε, η κάθε του συναυλία εθεωρείτο μουσικό γεγονός, καθώς ήταν κάθετα αντίθετος στις ηχογραφήσεις, πιστεύοντας πως ήταν αδύνατο να αποδώσουν την ώσμωση ανάμεσα στους εκτελεστές και το κοινό, δηλαδή την πεμπτουσία μιας ζωντανής συναυλίας. Τρανή απόδειξη αποτελεί το βίντεο που ακολουθεί. Η μαγνητοσκόπηση πραγματοποιήθηκε το 1978, στην ίδια αίθουσα και με την ίδια ορχήστρα της πρώτης εκτέλεσης του έργου.

 

Claude Debussy (1862-1918): Golliwoggs Cakewalk

To Golliwogg’s Cakewalk είναι το τελευταίο μέρος της σουΐτας για πιάνο, που ο Claude Debussy συνέθεσε μεταξύ των ετών 1906 και 1908 επιλέγοντας τον γενικό τίτλο Children’s Corner. Το έργο είναι αφιερωμένο στην κόρη του, Claude-Emma, την οποία ο συνθέτης συνήθιζε να αποκαλεί χαϊδευτικά Chou-Chou. To καθένα από τα έξι μέρη του έργου φέρει από έναν τίτλο στα αγγλικά (Doctor Gradus ad Parnassum, Jimbo’s Lullaby, Serenade for the Doll, The Snow Is Dancing, The Little Shepherd, Golliwogg’s Cakewalk), μια χειρονομία ευαρέσκειας του Debussy προς την Αγγλίδα γκουβερνάντα της κόρης του. Την εποχή της σύνθεσης του έργου, ήταν της μόδας τα Golliwoggs, χαρακτήρες, τους οποίους είχε επινοήσει σε μια σειρά από παιδικά μυθιστορήματα η συγγραφέας Florence Kate Upton. Επρόκειτο για κούκλες κατασκευασμένες από πανί (Rag Dolls). To Cakewalk (το δεύτερο συστατικό του τίτλου του συγκεκριμένου μέρους του Children’s Corner) ήταν χορός στο πλαίσιο συγκεκριμένου διαγωνισμού, ο νικητής του οποίου επιβραβευόταν με ένα κομμάτι κέικ. Το Golliwogg’s Cakewalk είναι ένα Ragtime, που περιγράφει τον χορό μιας παιδικής κούκλας. Στο αργό μέρος, στο μέσο ακριβώς, υπάρχει μια καλοπροαίρετη σατιρική αναφορά στον Richard Wagner, με τη συμπερίληψη μιας φράσης από την όπερα Tristan und Isolde και την ιδιόχειρη ένδειξη του Debussy, στο περιθώριο της παρτιτούρας, ότι το συγκεκριμένο σημείο “πρέπει να αποδίδεται με πάθος”. Το δροσερό αυτό έργο ερμηνεύεται από την Κινέζα Chenyin Li.

 

Jacques Offenbach (1819-1880): Orphée aux enfers Galop inférnal

Ποιός δεν γνωρίζει το French Can-Can, το θέαμα του τέλους του 19ου αιώνα, που αποθανατίστηκε από τη μουσική του Jacques Offenbach, τις αφίσες του Toulouse-Lautrec, τα Folies Bergère και το Moulin Rouge; Γύρω στο 1850, στο Παρίσι, λανσαρίστηκε ένας νέος χορός, διάρκειας οκτώ, περίπου, λεπτών, επάνω σε ξέφρενο ρυθμό. Με απίστευτη ευλυγισία, στα όρια της ακροβασίας, και με προκλητική, για την εποχή εκείνη, αμφίεση, οι χορεύτριες κατέκτησαν το Παρίσι και τον κόσμο ολόκληρο. Τ0 1868, τη φορά αυτή στο Λονδίνο, με τίτλο French Can-Can, επινοήθηκε ένα μουσικό θέαμα με βάση τον ίδιο χορό, το οποίο μεταφέρθηκε ταχύτατα στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Λειτουργούσε, κατά κάποιο τρόπο, ως απαύγασμα της σεξουαλικής απελευθέρωσης των γυναικών. Η μουσική υπόκρουση ήταν γραμμένη σε φρενήρεις ρυθμούς, ανάλογους με εκείνους που απαιτούσε το θέαμα. Δημοφιλέστερη όλων ήταν ο καταχθόνιος καλπασμός (galop inférnal) από τη δεύτερη πράξη του Ορφέα στον Άδη (Orphée aux Enfers) του Jacques Offenbach, του εμβληματικού μουσικοσυνθέτη της περιόδου του καθεστώτος της Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας. Ούτε ο Ορφέας στον Άδη, ούτε ο καταχθόνιος καλπασμός γράφτηκαν για τον σκοπό αυτό. Πρωτοπαίχτηκαν με μεγάλη επιτυχία το 1858 στο Παρίσι, παρά τις πολλές αντιδράσεις περί χυδαίας βεβήλωσης μιας μακραίωνης πολιτισμικής κληρονομιάς (η υπόθεση σατιρίζει έναν αρχαίο ελληνικό μύθο). Ο ρυθμός του καλπασμού ήταν εκείνος που ταίριαξε, αργότερα, με τις απαιτήσεις του French Can-Can, με αποτέλεσμα τα δυο είδη να ταυτιστούν το ένα με το άλλο. Τον ακούμε σε μια πρωτότυπη διασκευή για ντραμς, με την αρχική μουσική σε play-back.

 

Leonard Bernstein (1918-1990): Swing

Η περισσότερο δημοφιλής σύνθεση του προικισμένου Αμερικανού συνθέτη και αρχιμουσικού Leonard Bernstein, είναι, μακρόθεν, το West Side Story. Στην επιτυχία αυτή συνέβαλε αποφασιστικά και η πολυβραβευμένη κινηματογραφική ταινία, η οποία, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, μετέφερε στην οθόνη το έργο, που είχε ανεβεί νωρίτερα ως μιούζικαλ στο Broadway. Το West Side Story (1957) είναι το τελευταίο σκέλος μιας τριλογίας με κεντρικό θέμα τη Νέα Υορκη. Είχαν προηγηθεί τα On the Town (1944) και Wonderful Town (1953). Σε αντιδιαστολή με το West Side Story, όπου κυριαρχεί η βία, τα υπόλοιπα δυο έργα πραγματεύονται ευχάριστες και κεφάτες καταστάσεις της καθημερινής πραγματικότητας, σε συνδυασμό με την ευρηματική μουσική του συνθέτη. Ειδικότερα, το Wonderful Town περιγράφει τις περιπέτειες των δυο αδελφών Ruth και Eileen Sherwood από το Columbus, Ohio, οι οποίες καταφθάνουν για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη και χάνονται μέσα στη χοάνη της αμερικανικής μεγαλούπολης. Η μουσική του Bernstein είναι θεσπέσια, με μια σειρά τραγουδιών, που άφησαν εποχή (Christopher Street, Ohio, Conquering New York, One Hundred Easy Ways to Lose a Man, Pass the Football, A Little Bit in Love, Conga, My Darlin’ Eileen, It’s Love). Το γνωστότερο, ενδεχομένως δε και το καλύτερο, είναι το Swing, το οποίο διαδραματίζεται στο Village Vortex, νυκτερινό κέντρο του Greenwich Village, συνοικίας όπου εκτυλίσσεται το σύνολο της υπόθεσης. Ερμηνεύεται από την εξαίρετη Καναδή τραγουδίστρια Jasmine Roy, μοναδική στο είδος του μιούζικαλ.

 

George Gershwin (1898-1937): Rhapsody in Blue

Στις 31 Δεκεμβρίου 2015, παραμονή Πρωτοχρονιάς, στη Semper Oper της Δρέσδης, ο απαράμιλλης δεξιοτεχνίας πιανίστας από την Κίνα, Lang Lang, συνοδευόμενος από την Κρατική Ορχήστρα της Δρέσδης (μια από τις καλύτερες και παλαιότερες του κόσμου), υπό τη διεύθυνση του Christian Thielemann, έδωσαν μια μεγαλειώδη εκτέλεση της Γαλάζιας Ραψωδίας του George Gershwin, με την ακρόαση της οποίας ολοκληρώνεται το αποψινό αφιέρωμα. Παρά το γεγονός ότι απεβίωσε σε νεαρή ηλικία, ο Gershwin άφησε μια αξιόλογη μουσική παραγωγή (τα συμφωνικά έργα An American in Paris και Cuban Overture, το κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα, την όπερα Porgy and Bess, τα τραγούδια I Got Rhythm, Summertime, Fascinating Rhythm, S’Wonderful κ.α.), που τον έκαναν γνωστό ανά τον κόσμο, χάρη στον αυθορμητισμό και το πηγαίο ταλέντο που την διακρίνουν. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Ravel, όταν ο νεαρός Gershwin του ζήτησε να τον συμβουλεύσει: “Γιατί θέλεις να γίνεις ένας Ravel δεύτερης διαλογής, τη στιγμή που μπορείς κάλλιστα να είσαι ένας Gershwin πρώτου μεγέθους;” Η Γαλάζια Ραψωδία γράφτηκε το 1924 για σόλο πιάνο και jazz band (η μεταγραφή για πιάνο και συμφωνική ορχήστρα, την οποία ακούμε, έγινε το 1942 από τον Ferde Grofé). Αρχική πρόθεση ήταν να ονομαστεί American Rhapsody, καθώς ο ίδιος ο συνθέτης προσομοιάζει το έργο ως “Αμερικανικό μουσικό καλειδοσκόπιο”. O οριστικός τίτλος οφείλεται στον αδελφό του, ως επακόλουθο μιας επίσκεψης του τελευταίου σε έκθεση με έργα του Βρετανού ζωγράφου James Whistler. Πηγή έμπνευσης της ιδέας ήταν ο πίνακας Nocturne In Blue And Green of the Thames at Chelsea. Ο τίτλος Rhapsody in Blue θα αντανακλούσε την ώσμωση ανάμεσα στον αμερικανικό και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Το έργο συνέχισε να γνωρίζει μεγάλη επιτυχία και έπειτα από τον θάνατο του Gershwin. Προβλήθηκε σε πάμπολλες περιστάσεις, όπως, το 1984, στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λος Άντζελες, οπότε και εκτελέστηκε από 84 πιανίστες ή το 2000, όταν συμπεριλήφθηκε στη δεύτερη εκδοχή της Φαντασίας της εταιρείας Walt Disney. Περισσότερο πετυχημένη υπήρξε, πάντως, η επένδυση, το 1979, της κινηματογραφικής ταινίας Manhattan, του Woody Allen. Από τo πάντρεμα των νοσταλγικών μαυρόασπρων λήψεων της Νέας Υόρκης και της μαγευτικής μουσικής του Gershwin προέκυψε ένα ασυναγώνιστο αποτέλεσμα, πλημμυρισμένο από λυρισμό και ποίηση.

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

Διονύσης Χουρχούλης: Ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ

Διονύσης Χουρχούλης

Ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ

Τον Σεπτέμβριο του 1970 ο Νάσερ απεβίωσε και ο μέχρι τότε αντιπρόεδρος της Αιγύπτου, Ανουάρ Σαντάτ, ανέλαβε την ηγεσία της χώρας. Κύριος στόχος του Σαντάτ ήταν να επιτύχει την επιστροφή στην Αίγυπτο της Χερσονήσου του Σινά (η περιοχή είχε περιέλθει υπό ισραηλινή κατοχή κατά τον Πόλεμο των Εξι Ημερών το 1967). Ετσι, συνέχιζε να εξοπλίζει τις αιγυπτιακές δυνάμεις με σύγχρονο σοβιετικό υλικό και να βελτιώνει την εκπαίδευση και τον επιτελικό σχεδιασμό με τη βοήθεια Σοβιετικών συμβούλων. Παράλληλα, όμως, προσπάθησε με άκρα μυστικότητα να επιτύχει τη διαμεσολάβηση των ΗΠΑ προκειμένου να επιτευχθεί γενική συμφωνία ειρήνης με όρους ανεκτούς για τους Αραβες και αποχώρηση των Ισραηλινών από τα Κατεχόμενα ή έστω από το Σινά. Τον Ιούλιο του 1972 ο Σαντάτ διέταξε αιφνιδιαστικά την αποχώρηση των σοβιετικών μάχιμων δυνάμεων που βρίσκονταν στην Αίγυπτο από το 1969-70 (την περίοδο του «Πολέμου της Φθοράς» Ισραήλ – Αιγύπτου), όχι όμως και των περίπου 2.000 στρατιωτικών συμβούλων, που συνέχισαν το έργο της αναδιοργάνωσης των αιγυπτιακών δυνάμεων. Ωστόσο, τότε και τα επόμενα έτη γινόταν λανθασμένα λόγος για «εκδίωξη των συμβούλων».

Η πρωτοβουλία του Σαντάτ ανταποκρινόταν στο κοινό αίσθημα των Αιγυπτίων και αποσκοπούσε να δώσει ένα σαφές μήνυμα στις ΗΠΑ ότι η Αίγυπτος ήταν πρόθυμη να απεμπλακεί από τη σοβιετική σφαίρα επιρροής αν η Ουάσιγκτον αποφάσιζε να εγκαταλείψει την πολιτική της πλήρους υποστήριξης του Ισραήλ. Πιθανότατα ένα ακόμα κίνητρο ήταν η άσκηση πίεσης στη Σοβιετική Ενωση προκειμένου η τελευταία να διαθέσει αυξημένες ποσότητες οπλισμού και ακόμα πιο σύγχρονα οπλικά συστήματα στην Αίγυπτο. Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε στη χειρονομία του Σαντάτ. Αλλά και η ισραηλινή ηγεσία απέρριπτε εξακολουθητικά κάποια ειρηνική διευθέτηση που δεν θα ικανοποιούσε πλήρως τις ισραηλινές επιδιώξεις και είχε εφησυχάσει, θεωρώντας τους Αραβες αμελητέα στρατιωτική δύναμη – ιδίως μετά και την αποχώρηση των Σοβιετικών «συμβούλων».

Η πρωθυπουργός Γκόλντα Μέιρ, ηγέτις του Ισραήλ στον πόλεμο του 1973.

Αιφνιδιασμός από Αίγυπτο – Συρία

Tον Οκτώβριο του 1972 η Μόσχα και το Κάιρο αποκατέστησαν τις σχέσεις τους και ανανέωσαν τη στρατιωτική συνεργασία τους. Παρά τη συνέχιση χορήγησης γενναιόδωρης στρατιωτικής βοήθειας, η Σοβιετική Ενωση είχε επανειλημμένως προειδοποιήσει την Αίγυπτο να μην ξεκινήσει νέο πόλεμο με το Ισραήλ. Οι Σοβιετικοί δεν είχαν εμπιστοσύνη στις στρατιωτικές δυνατότητες των Αιγυπτίων (και γενικότερα των Αράβων), ενώ θεωρούσαν ότι ένας νέος αραβοϊσραηλινός πόλεμος ενείχε τον κίνδυνο διπλωματικής αναμέτρησης, ίσως και στρατιωτικής εμπλοκής των δύο υπερδυνάμεων. Ωστόσο, η σοβιετική στάση δεν πτόησε τον Σαντάτ και τον Σύριο ηγέτη Χαφέζ αλ Ασαντ. Τον Απρίλιο του 1973 συνομολόγησαν συμμαχία και άρχισαν μυστικά να προετοιμάζονται για πόλεμο. Ακόμα, ο Σαντάτ είχε προσεγγίσει τη Σαουδική Αραβία, η οποία υποσχέθηκε να υποστηρίξει πολιτικά και διπλωματικά την Αίγυπτο και τη Συρία, χρησιμοποιώντας κυρίως το «όπλο» του πετρελαίου.

Αυτή τη φορά ήταν οι Αιγύπτιοι και οι Σύριοι που κατόρθωσαν να αιφνιδιάσουν πλήρως το Ισραήλ, εξαπολύοντας ταυτόχρονη αιφνίδια επίθεση στην ανατολική όχθη της Διώρυγας του Σουέζ και στο Σινά, καθώς και στα Υψίπεδα του Γκολάν, στις 6 Οκτωβρίου 1973, ημέρα θρησκευτικής γιορτής και αργίας για τους Εβραίους (Yom Kippur, Ημέρα της Εξιλέωσης ή Σκηνοπηγίας). Κατά τις πρώτες ημέρες του πολέμου, οι αραβικές δυνάμεις σημείωσαν αξιοσημείωτες και μάλλον ανέλπιστες επιτυχίες. Ιδίως οι Αιγύπτιοι, με παράτολμη επιχείρηση μετέφεραν ισχυρές δυνάμεις ανατολικά της Διώρυγας του Σουέζ και προέλασαν στο Σινά. Επιτυχίες είχαν και οι Σύριοι. Σκληρές μάχες μεταξύ χιλιάδων ισραηλινών, αιγυπτιακών και συριακών αρμάτων έλαβαν χώρα στα δύο μέτωπα. Επίσης, αυτή τη φορά η ισραηλινή αεροπορία, στην προσπάθειά της να βοηθήσει τον αγώνα των ισραηλινών χερσαίων δυνάμεων, υπέστη βαριές απώλειες από τους σοβιετικής κατασκευής αντιαεροπορικούς πυραύλους της Αιγύπτου και της Συρίας. Για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησαν οι αραβοϊσραηλινοί πόλεμοι και έπειτα από τρεις ταπεινωτικές ήττες, το 1948, το 1956 και το 1967, τα αραβικά ΜΜΕ μετέδιδαν εικόνες αιχμαλώτων Ισραηλινών στρατιωτών και κατεστραμμένων ισραηλινών αρμάτων, τεθωρακισμένων οχημάτων και αεροσκαφών, προκαλώντας ένα κλίμα ενθουσιασμού και ψυχικής ανάτασης στην αραβική κοινή γνώμη.

Ο υπουργός Αμυνας του Ισραήλ Μοσέ Νταγιάν (αριστερά) και ο στρατηγός Αριέλ Σαρόν στο προγεφύρωμα της Διώρυγας του Σουέζ τον Οκτώβριο του 1973.

Ευρισκόμενο ήδη σε δύσκολη θέση, το Ισραήλ ζήτησε από τις ΗΠΑ την άμεση αποστολή οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών. Αρχικά οι Αμερικανοί δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν ενεργά στον πόλεμο και υιοθέτησαν στάση αναμονής. Ομως, στις 9 Οκτωβρίου η ΕΣΣΔ άρχισε να ανεφοδιάζει την Αίγυπτο με πρόσθετο πολεμικό υλικό, ενώ τα επόμενα κρίσιμα 24ωρα υπήρξαν διαρροές ότι αν οι Ισραηλινοί δεν μπορούσαν να αντιστρέψουν την κατάσταση με συμβατικά όπλα, δεν θα δίσταζαν να καταφύγουν σε χρήση πυρηνικών όπλων. Μια τέτοια εξέλιξη, βέβαια, θα άνοιγε τους ασκούς του Αιόλου και θα προκαλούσε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της κρίσης. Ετσι, και καθώς εν τω μεταξύ αυξάνονταν οι πιέσεις του φιλοϊσραηλινού λόμπι εντός και εκτός Κογκρέσου, στις 13 Οκτωβρίου οι ΗΠΑ εγκαινίασαν μια γιγαντιαία επιχείρηση ανεφοδιασμού των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, κυρίως από αέρος.

Αντεπίθεση και νίκη των ισραηλινών δυνάμεων

Τις αμέσως επόμενες ημέρες οι ισραηλινές δυνάμεις ανέλαβαν σταδιακά την πρωτοβουλία των κινήσεων. Οι ισραηλινές δυνάμεις είχαν ήδη από τις 10 Οκτωβρίου νικήσει τον συριακό στρατό και αντεπιτεθεί στο Γκολάν, απειλώντας πλέον την ίδια τη Δαμασκό. Εν τω μεταξύ, στο άλλο μέτωπο, στη Χερσόνησο του Σινά, έλαβε χώρα στις 14 Οκτωβρίου η μεγαλύτερη αρματομαχία της μεταπολεμικής ιστορίας. Οι Ισραηλινοί είχαν συνέλθει από τον αρχικό αιφνιδιασμό και αμύνονταν σε καλά οργανωμένες θέσεις και οι Αιγύπτιοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες. Από την επομένη, 15 Οκτωβρίου, εκδηλώθηκε και ισραηλινή αντεπίθεση που πολύ σύντομα απείλησε με περικύκλωση μια αιγυπτιακή στρατιά, αλλά και με ολοκληρωτική καταστροφή τον αιγυπτιακό στρατό.

Τότε η σοβιετική ηγεσία αποφάσισε να παρέμβει διπλωματικά, καλώντας μάλιστα σε από κοινού αμερικανοσοβιετική παρέμβαση προκειμένου να επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός. Επειτα από εντατικές διαπραγματεύσεις Ουάσιγκτον – Μόσχας, συμφωνήθηκε η σύνταξη ενός κειμένου, το οποίο υιοθετήθηκε και από τον ΟΗΕ στις 22 Οκτωβρίου, που καλούσε σε άμεση κατάπαυση του πυρός και έπειτα σε έναρξη ειρηνευτικών συνομιλιών ανάμεσα στους Αραβες και στο Ισραήλ. Η Αίγυπτος αποδέχθηκε αμέσως το ψήφισμα του ΟΗΕ, αλλά οι Ισραηλινοί συνέχισαν την πολεμική προσπάθειά τους επιχειρώντας να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τις αιγυπτιακές δυνάμεις. Ετσι, στις 24 του μήνα η σοβιετική πλευρά διεμήνυσε στις ΗΠΑ ότι αν οι υπερδυνάμεις δεν δρούσαν από κοινού, στέλνοντας και ειρηνευτικές δυνάμεις στην περιοχή ώστε οι εχθροπραξίες να λήξουν άμεσα, τότε οι Σοβιετικοί ενδεχομένως θα δρούσαν μονομερώς.

Την κατάπαυση του πυρός με τις συριακές δυνάμεις στα Υψώματα του Γκολάν πανηγυρίζουν Ισραηλινοί στρατιώτες. ASSOCIATED PRESS

Η σοβιετική προειδοποίηση προσωρινά προκάλεσε δυσανάλογη αντίδραση στην Ουάσιγκτον. Τα ξημερώματα της 25ης Οκτωβρίου, δίχως περαιτέρω διαβούλευση με τους Σοβιετικούς, αλλά και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση των συμμάχων τους, οι ΗΠΑ έθεσαν τις πυρηνικές δυνάμεις τους σε ύψιστη πολεμική ετοιμότητα. Η υπερβολική –έως αψυχολόγητη– αυτή ενέργεια προκάλεσε την αμηχανία και την οργή των Δυτικοευρωπαίων, ενώ η Μόσχα αποφάσισε να μην κλιμακώσει την αντιπαράθεση και να μην πάρει ανάλογα μέτρα, ώστε να αποφευχθεί η επικίνδυνη κλιμάκωση της κρίσης. Αλλωστε είχε ήδη προκληθεί μεγάλη ένταση και είχαν σημειωθεί επεισόδια στη Μεσόγειο μεταξύ του αμερικανικού Εκτου Στόλου και του σοβιετικού στόλου της Μεσογείου.

Παράλληλα, δρομολογείτο και η κατάπαυση του πυρός, αφού το απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ άσκησε έντονες πιέσεις στο Ισραήλ να τερματίσει τις εχθροπραξίες. Πράγματι, στις 27 Οκτωβρίου 1973, Ισραηλινοί και Αιγύπτιοι αξιωματικοί συναντήθηκαν για να συζητήσουν τους όρους της ανακωχής.

Τους επόμενους μήνες οι ΗΠΑ πρωτοστάτησαν στις προσπάθειες απαγκίστρωσης των στρατευμάτων των πρώην εμπολέμων από τα πεδία των μαχών, ώστε να αποφευχθεί η αναζωπύρωση της έντασης στη μεθόριο.

Συνέπειες για όλους τους εμπλεκομένους

Καταρχάς το Ισραήλ απέδειξε ξανά τη στρατιωτική ισχύ και υπεροχή του, αλλά αυτή τη φορά υπέστη σοβαρότατες απώλειες σε έμψυχο και άψυχο υλικό. Επίσης, καταδείχθηκε ότι, από μόνες τους, ούτε η στρατιωτική ισχύς ούτε η εδαφική επέκταση προσέφεραν απόλυτη ασφάλεια στο κράτος και στον πληθυσμό του: ήταν αναγκαίες, αλλά όχι επαρκείς προϋποθέσεις για την επιβίωση του Ισραήλ, το οποίο όφειλε πλέον να έρθει σε κάποιον πιο μόνιμο ειρηνικό διακανονισμό τουλάχιστον με ένα από τα γειτονικά του αραβικά κράτη. Η κατακόρυφη αύξηση της αμερικανικής αρωγής από τον Οκτώβριο του 1973 και στο εξής κατέστησε το Ισραήλ περισσότερο «ευάλωτο» στις αμερικανικές πιέσεις για ειρηνευτικές συνομιλίες με τους Αραβες και για μια μονιμότερη διευθέτηση των διαφορών. Επίσης, παρά την τελική ήττα τους, τόσο ο Σαντάτ όσο και ο Ασαντ κεφαλαιοποίησαν τις αρχικές τους επιτυχίες στον πόλεμο και εδραίωσαν την εξουσία τους: στις τοπικές κοινωνίες δεν κατέστη ευρέως γνωστό ότι η πλήρης συντριβή της Αιγύπτου και της Συρίας αποφεύχθηκε μόνο χάρη στην άσκηση οικονομικής πίεσης των αραβικών πετρελαιοπαραγωγών κρατών προς τη Δύση, καθώς και στη διπλωματική επέμβαση των ΗΠΑ.

Κάτοικοι του νοτίου Λιβάνου περιεργάζονται αιγυπτιακό MIG-21 που καταρρίφθηκε σε αερομαχία με ισραηλινά πολεμικά αεροπλάνα.

Σε επίπεδο ανταγωνισμού υπερδυνάμεων, οι ΗΠΑ αύξησαν την επιρροή τους στην περιοχή, αφού αφενός συνέβαλαν στη διάσωση του Ισραήλ και αφετέρου απέδειξαν ότι εκείνες μπορούσαν και να πιέσουν το Τελ Αβίβ, ώστε να επιτευχθεί ανακωχή, αλλά και να ξεκινήσουν πιο ουσιαστικές ειρηνευτικές συνομιλίες. Αντίθετα, η Σοβιετική Ενωση, παρά την αύξηση της στρατιωτικής παρουσίας της στην Ανατολική Μεσόγειο και της πολιτικής επιρροής της στην περιοχή από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μετά, δεν κατάφερε ούτε να εμποδίσει την έκρηξη του πολέμου, ούτε να παρέμβει δυναμικά για να αποτρέψει την αραβική ήττα, ούτε να πιέσει το Ισραήλ να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Τέλος, η αποτελεσματική παρέμβαση των αραβικών πετρελαιοπαραγωγών κρατών –με προεξάρχουσα τη Σαουδική Αραβία– υπήρξε απαρχή μιας νέας ισορροπίας στις σχέσεις του αραβικού κόσμου (και γενικότερα των πετρελαιοπαραγωγών κρατών του Τρίτου Κόσμου) με τη Δύση (και την Ιαπωνία), προκάλεσε μείζονες παγκόσμιες οικονομικές εξελίξεις και ανακατατάξεις και έβαλε τέλος στην εποχή του φθηνού πετρελαίου και γενικότερα της φθηνής ενέργειας.

Ο δρ. Διονύσης Χουρχούλης διδάσκει Ιστορία Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου με την ιδιότητα του ακαδημαϊκού υποτρόφου

.

Πηγή: Καθημερινή – Έντυπη έκδοση

Σωτήρης Ριζάς: Το Πραξικόπημα του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη

Σωτήρης Ριζάς

Το  Πραξικόπημα του ταξιάρχου Δ. Ιωαννίδη

Οπως συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις πολιτικών ανοιγμάτων εκ μέρους αυταρχικών καθεστώτων, το εγχείρημα του Γεωργίου Παπαδόπουλου το 1973 προκάλεσε αμφίπλευρες πιέσεις τόσο από αυτούς που το θεωρούσαν ανεπαρκές όσο και από αυτούς που το θεωρούσαν ανεπιθύμητο και επικίνδυνο. Στην πρώτη κατηγορία ανήκε η μεγαλύτερη μερίδα του πολιτικού κόσμου και οι φοιτητές που θα καταλάμβαναν το Πολυτεχνείο τον Νοέμβριο του 1973. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκε μεγάλη μερίδα του στρατού, η οποία και θα προχωρούσε στο πραξικόπημα που ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και την κυβέρνηση Μαρκεζίνη τον Νοέμβριο του 1973. Κύριος εκφραστής της δυσαρέσκειας του στρατού ήταν ο ταξίαρχος Δημήτριος Ιωαννίδης. Ανήκε στον στενό κύκλο των πρωταιτίων του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 και ήταν ο μόνος από την ηγετική ομάδα που δεν ανέλαβε οποιοδήποτε κυβερνητικό αξίωμα. Σταδιακά, θα εξελισσόταν επίσης στον μόνο από την ηγετική ομάδα που ήταν σε θέση να βρίσκεται σε καθημερινή επαφή με τους αξιωματικούς και να αντιλαμβάνεται τις ροπές και τη δυσαρέσκεια που αναπτυσσόταν εντός του σώματος των αξιωματικών.

Ρήξεις στην ομάδα των δικτατόρων

Μια πρώτη ρήξη στο εσωτερικό των υποστηρικτών του στρατιωτικού καθεστώτος ήταν απότοκος της κρίσης της Κύπρου τον Νοέμβριο του 1967. Η κρίση είχε ξεκινήσει με μια επίδειξη δύναμης της Εθνικής Φρουράς υπό τον στρατηγό Γρίβα στον τουρκοκυπριακό θύλακο Αγίων Θεοδώρων-Κοφίνου και είχε λήξει με την αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από τη Μεγαλόνησο ύστερα από τουρκικό τελεσίγραφο και άσκηση πίεσης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα.

Ο «αόρατος δικτάτορας» Δημήτρης Ιωαννίδης (εδώ με τον «πρωθυπουργό» του Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο) βγαίνει στο προσκήνιο μία εβδομάδα μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, ανατρέποντας τον Γ. Παπαδόπουλο.

Στο σκεπτικό του Παπαδόπουλου και της ηγετικής ομάδας της χούντας είχε βαρύνει το κόστος για το στρατιωτικό καθεστώς σε περίπτωση στρατιωτικής εμπλοκής με την Τουρκία. Αντίθετα, για τους νεότερους αξιωματικούς και τον Ιωαννίδη, που αποτελούσαν τον κορμό των υποστηρικτών του καθεστώτος, η υποχώρηση της Αθήνας ήταν αδικαιολόγητη. Η ελληνική πλευρά έπρεπε να ακολουθήσει πολιτική πυγμής έως το τέλος της κρίσης και έτσι να υποχρεώσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε παρέμβαση προς την Αγκυρα, καθώς σύμφωνα με την ανάλυση αυτής της μερίδας, ο αμερικανικός παράγων θα έκανε οτιδήποτε προκειμένου να αποφευχθεί μια ένοπλη σύγκρουση που θα είχε διαλυτικές συνέπειες για τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Επρόκειτο για την κατευθυντήρια γραμμή που θα οδηγούσε τον Ιωαννίδη και τους συνεργάτες του στο πραξικόπημα για την ανατροπή του Μακαρίου τον Ιούλιο του 1974. Τον Δεκέμβριο του 1967, όμως, δεν υπήρχε περιθώριο γι’ αυτή την πολυάριθμη ομάδα ώστε να επιβάλει τις αντιλήψεις της, καθώς πολύ σύντομα θα εκδηλωνόταν το βασιλικό αντικίνημα στις 13 Δεκεμβρίου 1967. Ενώπιον του κοινού κινδύνου το ζήτημα παραμερίστηκε και όλες οι ομάδες που είχαν υποστηρίξει το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου κινήθηκαν και πάλι για να τον αντιμετωπίσουν. Η αποτυχία της κίνησης του βασιλιά Κωνσταντίνου εδραίωσε την εξουσία του Παπαδόπουλου και των συνεργατών του, αλλά σταδιακά θα δημιουργούσε το έδαφος της αποξένωσής του από μια κρίσιμη μάζα αξιωματικών. Το φθινόπωρο του 1970 ο Παπαδόπουλος ήλθε σε ρήξη με τον παλαιό συνεργάτη του Νικόλαο Μακαρέζο και άλλους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος. Διατηρήθηκε στη θέση του λόγω και της συνδρομής του Ιωαννίδη. Αυτός θα κατόρθωνε σταδιακά να αποκτήσει ευρεία υποστήριξη, καθώς έλεγχε το γραφείο προσωπικού του Αρχηγείου Στρατού και ήταν διοικητής της πανίσχυρης Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΕΣΑ).

 Δυσαρέσκεια στους αξιωματικούς του στρατού

Γενικότερα πρέπει να παρατηρηθεί ότι το πραξικόπημα του Απριλίου του 1967 και, εν συνεχεία, η δικτατορία είχαν διαλυτική επίδραση στη δομή και τη λειτουργικότητα της στρατιωτικής ιεραρχίας. Το νέο καθεστώς απομάκρυνε μεγάλο αριθμό βασιλοφρόνων ή εν πάση περιπτώσει νομιμοφρόνων αξιωματικών αλλά, παρά ταύτα, απέτυχε να αποκαταστήσει μια ομαλώς λειτουργούσα ιεραρχία όπως συνέβη στην Τουρκία μετά το πραξικόπημα του 1960.

Στο πλαίσιο του καθεστώτος αποκτούσαν μεγάλη σημασία ανεπίσημα δίκτυα και ο υποκειμενικός έλεγχος που μπορούσαν να ασκήσουν διάφοροι παράγοντες.

Υπερσυγκέντρωση εξουσίας

Από αυτό το αδιαφανές πλέγμα θα επωφελείτο ο Ιωαννίδης όταν θα διαμορφώνονταν οι κατάλληλες συνθήκες. Παρά συνεπώς τη φαινομενική υπερσυγκέντρωση της εξουσίας εκ μέρους του Παπαδόπουλου η δυσαρέσκεια μεταξύ των αξιωματικών αυξανόταν και ο έλεγχος που ασκούσε στον στρατό ανεπαίσθητα μειωνόταν. Μια μεγάλη μερίδα επικαλείτο τον «επαγγελματισμό» της προκειμένου να αποφύγει οποιοδήποτε είδος δράσης, μια άλλη όμως, μικρών και μέσων βαθμών, εξέφραζε την αποξένωσή της η οποία προέκυπτε από την ανεπιτυχή, όπως τους φαινόταν, διαχείριση του Κυπριακού, τη νομή της εξουσίας, που συνυφαινόταν πια με πραγματικές ή υποθετικές περιπτώσεις διαφθοράς των ιθυνόντων του στρατιωτικού καθεστώτος, και τη συγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος ήταν πρωθυπουργός από τον Δεκέμβριο του 1967, από τον Μάρτιο του 1972 αντιβασιλέας και ταυτόχρονα επικεφαλής πέντε υπουργείων.

Τα τανκς στους δρόμους την επομένη της σφαγής στο Πολυτεχνείο.

Από πολιτικής απόψεως η κριτική που του ασκείτο ήταν μάλλον αντιφατική. Αλλοτε επικρινόταν γιατί δεν επιχείρησε τη μετάβαση σε μια ελεγχόμενη δημοκρατία με πρότυπο την Τουρκία και άλλοτε ότι η διακυβέρνησή του ήταν λιγότερο αυταρχική από όσο επέβαλε η αντίθεση της προδικτατορικής πολιτικής τάξης στο στρατιωτικό καθεστώς.

 Ο Γ. Παπαδόπουλος χάνει τον έλεγχο των ενόπλων δυνάμεων

Η ανοδική τάση των τιμών προς το τέλος του 1972 και τις αρχές του 1973, η τρομοκρατική δραστηριότητα της ΕΟΚΑ Β΄ στην Κύπρο από το τέλος του 1972 και η κατάληψη της Νομικής Σχολής τον Φεβρουάριο του 1973 υπογράμμιζαν ένα γενικότερο αίσθημα πολιτικού αδιεξόδου. Η εξάρθρωση του κινήματος του Ναυτικού τον Μάιο του 1973 αποτέλεσε το σημείο αφετηρίας για την εκδήλωση της δυσαρέσκειας των αξιωματικών. Στη βάση της βρισκόταν ένα αίσθημα αποτυχίας. Η πολιτικοποίηση του στρατιωτικού καθεστώτος μέσω της ανάθεσης σχηματισμού νέας κυβέρνησης σε έναν χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του παλαιού πολιτικού κόσμου όπως ο Σπύρος Μαρκεζίνης, τον Οκτώβριο του 1973, σήμαινε για τη μερίδα των δυσαρεστημένων στρατιωτικών ομολογία αποτυχίας της 21ης Απριλίου 1967. Το καθεστώς προφανώς και δεν είχε διαμορφώσει ένα νέο σώμα πολιτικών και κατέφευγε στη «χρεοκοπημένη» πολιτική τάξη την οποία είχε παραμερίσει.

Πέραν αυτού, η αυθαίρετη αναγόρευση του Παπαδόπουλου σε πρόεδρο της Δημοκρατίας προσέδιδε στο εγχείρημα της πολιτικοποίησης έναν έντονο προσωπικό χαρακτήρα, ο οποίος πλέον απωθούσε έντονα μια μεγάλη μερίδα αξιωματικών, ευρύτερη της ομάδας που υποστήριζε τον Ιωαννίδη. Υπήρχαν ακόμα ενδοστρατιωτικοί ανταγωνισμοί που ευνοούσαν περαιτέρω απομόνωση του Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος είχε συνείδηση της αυξανόμενης απομόνωσης και αναζητούσε τρόπους ενίσχυσης της νομιμοποίησής του εντός του στρατού. Ετσι, πέραν των ασυμβίβαστων με κοινοβουλευτικό σύστημα προεδρικών εξουσιών, είχε προβλέψει –επίσης ασυνήθιστα για κοινοβουλευτικό σύστημα– τη δημιουργία θέσης αντιπροέδρου της Δημοκρατίας, την οποία προόρισε για τον στρατηγό Οδυσσέα Αγγελή, αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων από το 1968 έως το 1973. Αν και δεν έλεγχε τον μηχανισμό και τα δίκτυα εντός των ενόπλων δυνάμεων, ο Αγγελής θεωρείτο επαγγελματικώς καταρτισμένος και διέθετε κύρος. Για τον λόγο αυτό είχε επιδιώξει ο Παπαδόπουλος τη συνεργασία του στο εγχείρημα της πολιτικοποίησης.

26.11.1973. Συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου παρουσία του Φ. Γκιζίκη. Δεξιά του, ο «πρωθυπουργός» Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος.

Η αποχώρηση του στρατηγού Αγγελή από την υπηρεσία δεν ήταν άμοιρη συνεπειών για τις ενδοστρατιωτικές ισορροπίες. Ο νέος αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Ζαγοριανάκος θα επεδίωκε να ασκήσει πραγματικό έλεγχο και προκάλεσε την αποξένωση ανώτατων αξιωματικών, οι οποίοι, αν και δεν διέθεταν αξιόλογη ισχύ, ήταν αναγκαίοι στην ομάδα Ιωαννίδη ως επικεφαλής της επίσημης ιεραρχίας του νέου στρατιωτικού καθεστώτος. Μεταξύ αυτών ήταν ο αντιστράτηγος Γκιζίκης, διοικητής της Στρατιάς, ο αντιστράτηγος Μπονάνος, διοικητής του Γ΄ Σώματος Στρατού, και ο αντιστράτηγος Γαλατσάνος, αξιωματικός των τεθωρακισμένων. Θα συνεργάζονταν ακόμα αξιωματικοί του Ναυτικού και της Αεροπορίας, κλάδων που ήταν παραμερισμένοι από το σύστημα εξουσίας του στρατιωτικού καθεστώτος. Ο υποναύαρχος Αραπάκης και ο υποπτέραρχος Παπανικολάου θα έπαιζαν ρόλο στο νέο στρατιωτικό καθεστώς αλλά και στις διεργασίες που οδήγησαν στη Μεταπολίτευση.

Το κρίσιμο σημείο που εξασφάλισε ευρύτατη υποστήριξη για τον Ιωαννίδη μεταξύ των αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου, καθώς αποτελούσε επιβεβαίωση των φόβων ότι η πολιτικοποίηση δεν σήμαινε μόνο επάνοδο των παλαιών πολιτικών και των «χρεοκοπημένων» μεθόδων τους, αλλά και κίνδυνο αποσταθεροποίησης του κοινωνικού καθεστώτος και επικράτησης «αναρχίας». Από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοεμβρίου διευκόλυνε ή δυσχέρανε το εγχείρημα του Ιωαννίδη. Η ταχύτητα και η ακρίβεια της εκτέλεσης του πραξικοπήματος στις 25 Νοεμβρίου και η άμεση εξουδετέρωση του Παπαδόπουλου έδειχναν όχι μόνο την επιχειρησιακή αρτιότητα, αλλά και την έκταση της απομόνωσης του άλλοτε ισχυρού δικτάτορα. Σαφέστατο επίσης θα γινόταν τις επόμενες ημέρες ότι, παρά τις προσδοκίες, η νέα κατάσταση πραγμάτων συνιστούσε υποτροπή της δικτατορίας και όχι διέξοδο προς τη δημοκρατία.

Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών

Πηγή: Καθημερινή, έντυπη έκδοση

 

Ζήσης Φωτάκης: Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού

Ζήσης Φωτάκης

Το κίνημα του Πολεμικού Ναυτικού

 

Η συμπλήρωση 46 ετών από το κίνημα του Ναυτικού, τον Μάιο του 1973, επαναφέρει στην επικαιρότητα την προσφορά του κλάδου αυτού στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Μια προσφορά πολύτιμη και πολυσήμαντη, που εξιστορείται ευσύνοπτα στις ακόλουθες γραμμές.

Η κατάληψη της εξουσίας από τους συνταγματάρχες τον Απρίλιο του 1967 δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Η μετεμφυλιακή ελληνική κοινοβουλευτική δημοκρατία αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα και κινδύνους. Η ισχυρή μεσογειακή θέση των ΗΠΑ, όμως, και η κυριαρχία της αμερικανόφιλης συντηρητικής παράταξης στην Ελλάδα κατέστησαν, μέχρι το 1964, περιττή την προσφυγή σε «ακραίες λύσεις».

Το 1964, βέβαια, αποτέλεσε ορόσημο για τη διεθνή ισορροπία ισχύος και για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα. Τη χρονιά εκείνη η Σοβιετική Ενωση υιοθέτησε ένα ταχύρρυθμο πρόγραμμα εξοπλισμών, με το οποίο ξεπέρασε σε πυρηνικούς εξοπλισμούς τις ΗΠΑ. Συνάμα εκμεταλλεύθηκε τις αρνητικές εντυπώσεις που είχαν δημιουργηθεί από τις δυσκολίες των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και στην Καμπότζη και από την αμερικανοϊσραηλινή συνεργασία εναντίον των Αράβων και προώθησε σημαντικά τις θέσεις της στη Μεσόγειο.

Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθούν οι έως τότε παρεχόμενες διευκολύνσεις στις αεροναυτικές δυνάμεις των ΗΠΑ στη θάλασσα αυτή. Το ενδεχόμενο της περαιτέρω μείωσης των διευκολύνσεων αυτών από την άνοδο της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1960 δεν μπορούσε να γίνει ανεκτό από τις ΗΠΑ. Γι’ αυτό και, εν πολλοίς, δεν αντέδρασαν εναντίον του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967.

 

Επαφές με πολιτικούς και προετοιμασίες

Η επικράτηση των Απριλιανών δεν έλαβε χώρα απρόσκοπτα. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, ο ναύαρχος Κωνσταντίνος Εγκολφόπουλος, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, αντέδρασε σθεναρά εναντίον του δικτατορικού καθεστώτος, με αποτέλεσμα την αποστράτευσή του. Λίγους μήνες αργότερα, το σύνολο σχεδόν του Πολεμικού Ναυτικού ακολούθησε το παράδειγμα του Εγκολφόπουλου συμμετέχοντας στο κίνημα της 13ης Δεκεμβρίου 1967. Παρά την αποτυχία του κινήματος αυτού, τα στελέχη του Ναυτικού δεν εγκατέλειψαν τον αντιδικτατορικό αγώνα. Και πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, να τον εγκαταλείψουν τη στιγμή που η Ελλάδα βυθιζόταν σε διεθνή απομόνωση και ανυποληψία, ενώ οι ποικίλοι περιορισμοί που επιβλήθηκαν από το δικτατορικό καθεστώς τελμάτωναν πνευματικά το έθνος. Επιπλέον, οι εκκαθαρίσεις αξιωματικών, ο διαχωρισμός τους σε φιλικά ή μη προσκείμενους στο καθεστώς, αλλά και η φθορά που υπέστη το επαγγελματικό τους κύρος, μέσω της σύνδεσης αξιωματικών με πράξεις που δεν συνάδουν προς ελεύθερους πολίτες, επέδρασαν διαλυτικά στην ενότητα του στρατεύματος και δημιούργησαν ψυχολογικό χάσμα μεταξύ της νεολαίας και των Ενόπλων Δυνάμεων, υπονομεύοντας έτσι τη μαχητική ικανότητα της Ελλάδας. Επακόλουθο αυτής της κατάστασης ήταν και η υποχωρητική στάση έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων στην Κύπρο, που οδήγησε στην απώλεια τμήματος του νησιού στον Τούρκο εισβολέα.

Η διαφυγή του αντιτορπιλικού Βέλος με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Νίκο Παππά αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τη χούντα.

Οι αξιωματικοί του Ναυτικού συνέχισαν λοιπόν να προετοιμάζουν νέο κίνημα ερχόμενοι σε επαφή με αξιωματικούς του Στρατού και της Αεροπορίας, με πολιτικούς (Κων/νος Καραμανλής, Γ. Ράλλης, Ευ. Αβέρωφ, ο οποίος λειτούργησε συμβουλευτικά ως προς το κίνημα), επιχειρηματίες (Νικήτας Βενιζέλος, αδελφοί Βαρδινογιάννη), αλλά και απλούς πολίτες, επιθυμώντας την εξασφάλιση της διακλαδικής στήριξης του σχεδιαζόμενου κινήματος, της διοικητικής του μέριμνας και της σύμπραξης σε αυτό των φοιτητών.

 

Υπεραισιόδοξο το σχέδιο δράσης

Οι επαφές των στελεχών του ελληνικού Ναυτικού με εξωναυτικά στοιχεία είχαν περιορισμένη επιτυχία, η ιδέα, όμως, ενός Ναυτικού Κινήματος κέρδισε εύκολα έδαφος στις τάξεις των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Ξεκινώντας από ένα πυρήνα πέντε συμμαθητών από την τάξη του 1948 της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, οι μυημένοι τις παραμονές του Κινήματος υπερέβησαν τους εκατό. Ανάμεσά τους συγκαταλέγονταν οι κυβερνήτες της πλειοψηφίας των πλοίων του ελληνικού στόλου, καθώς και σημαίνοντα επιτελικά στελέχη όπως οι Σταθόπουλος και Δεμέστιχας που μπορούσαν να επηρεάζουν τη συγκρότηση των επιτελείων των πλοίων αλλά και τις κινήσεις τους επ’ ωφελεία του σκοπούμενου Κινήματος.

Το σχέδιο δράσης του Κινήματος οριστικοποιήθηκε έπειτα από συζητήσεις που κράτησαν πάνω από χρόνο και, σε γενικές γραμμές, αποτέλεσε επανάληψη των ναυτικών επιδείξεων που πραγματοποίησαν οι Αγγλογάλλοι στα ελληνικά παράλια κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Προβλεπόταν δηλαδή ο αποκλεισμός του Λεκανοπεδίου της Αττικής μέσω του κλεισίματος του λιμένος Πειραιά και μέσω της απειλής πλήγματος του αεροδρομίου του Ελληνικού. Θα απειλούνταν επίσης οι γέφυρες των εθνικών οδών Αθηνών – Κορίνθου, Αθηνών – Λαμίας και του αντίστοιχου σιδηροδρομικού δικτύου, καθώς και οι κεραίες των ηλεκτρονικών ΜΜΕ στο Λεκανοπέδιο. Στη συνέχεια, θα επιδιδόταν τελεσίγραφο στους δικτάτορες με το οποίο θα ζητούσαν την ανάληψη της εξουσίας από προσωρινή οικουμενική κυβέρνηση και τη διενέργεια εκλογών. Σε περίπτωση που το τελεσίγραφο αυτό δεν γινόταν αποδεκτό ή έμενε αναπάντητο, θα καταλαμβανόταν η Σύρος και θα αποκλειόταν το λιμάνι της Θεσσαλονίκης αλλά και άλλα λιμάνια ώστε να καταστεί εντονότερη η πίεση στους δικτάτορες.

Οι εκδότες της Βραδυνής Τζώρτζης και Πάνος Αθανασιάδης περνούν από δίκη για τη δημοσίευση δηλώσεων του Καραμανλή, ο οποίος ήταν ενήμερος για το Κίνημα του Ναυτικού.

Το σχέδιο αυτό ήταν μάλλον αισιόδοξο. Η εμπειρία του Πρώτου και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και οι ορθές επισημάνσεις των Εγκολφόπουλου και Τζεβελέκη συνέτειναν στο ότι χωρίς την εξασφάλιση της συνεργασίας τμημάτων πεζικού και του απυρόβλητου του στόλου από την αεροπορία, η έκβαση του Κινήματος θα ήταν άδηλη. Φαίνεται, όμως, ότι οι πρωτεργάτες του επιδίωκαν περισσότερο την πρόκληση ζωηρής ηθικής εντύπωσης παρά την πολεμική τους αναμέτρηση με τη χούντα. Ως προς αυτό, η μαρτυρία του Π. Μάλλιαρη ότι: «Μια από τις δυσκολίες μας ήταν ότι δεν είμαστε έτοιμοι να χύσουμε αίμα. Πιστεύω ότι ήταν καλύτερα που μας πιάσανε», καθρεφτίζει τον ειρηνικό χαρακτήρα του Κινήματος και την ομοιότητά του με την ένοπλη μα ειρηνική διαμαρτυρία του Κινήματος στο Γουδί το 1909.

 

Η στάση του αντιτορπιλικού «Βέλος»

Ανεξαρτήτως πάντως της πιθανότητας επιτυχίας του σχεδίου αυτού, τελικά δεν πρόλαβε να εφαρμοσθεί, καθώς ειδοποιήθηκαν εγκαίρως οι πραξικοπηματίες και συνέλαβαν τους επίδοξους κινηματίες. Μολαταύτα, η επιδιωκόμενη ζωηρή ηθική εντύπωση και ο συνακόλουθος κλονισμός του δικτατορικού καθεστώτος επιτεύχθηκαν μέσω της διαφυγής του Α/Τ «Βέλος» στην Ιταλία με πρωτεργάτη τον αντιπλοίαρχο Νικόλαο Παππά. Οι επιπτώσεις αυτής της ενέργειας υπήρξαν σοβαρές, καθώς εμφανίστηκε στον υπόλοιπο κόσμο και ιδιαίτερα στις χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ ότι ο έλεγχος των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων από τη δικτατορία αλλά και η συμμαχική τους αξιοπιστία ήταν προβληματικά. Η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε από την αποψίλωση της ελληνικής μεθορίου από σημαντικές στρατιωτικές μονάδες, που μεταστάθμευσαν στην περίμετρο μεγάλων αστικών κέντρων ώστε να «αστυνομεύσουν» άλλες μονάδες που είχαν ως διοικητές αξιωματικούς που δεν ήταν ένθερμοι οπαδοί της δικτατορίας.

Συνέντευξη Τύπου του κυβερνήτη του Α/Τ Βέλος και μελών του πληρώματος στην Ιταλία.

Η διαφυγή του Α/Τ «Βέλος» στην Ιταλία επιτάχυνε επίσης και τη διαδικασία εκδημοκρατισμού στο εσωτερικό της χώρας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος αυτοανακηρύχθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ελπίζοντας ότι θα διατηρούσε τη συμπάθεια πολλών στελεχών του στρατού ξηράς, που είχε ρεπουμπλικανική παράδοση. Παραχώρησε επίσης γενική αμνηστία και συναίνεσε στην άρση του στρατιωτικού νόμου, δίνοντας έτσι ώθηση στον αγώνα για τη Δημοκρατία, αφού η εκδίκαση πολιτικών αδικημάτων ξαναπέρασε στα χέρια της ελληνικής πολιτικής δικαιοσύνης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο λαός ανέκτησε το θάρρος του και ενέτεινε την αντίστασή του ενάντια στη δικτατορία.

Οι επιτυχίες, όμως, αυτές δεν ήταν δίχως κόστος για τους συλληφθέντες κινηματίες και τους συναδέλφους τους που διέφυγαν στην Ιταλία. Αντιθέτως, δεκάδες αξιωματικοί του Ναυτικού βασανίστηκαν και αποτάχθηκαν. Με την πτώση, όμως, της δικτατορίας, και την επάνοδο στο δημοκρατικό πολίτευμα, η ελληνική πολιτεία τούς αντέμειψε επαναφέροντάς τους στο Ναυτικό και εμπιστευόμενή τους ύπατα αξιώματα. Η χειρονομία αυτή αποτέλεσε αναγνώριση των επαγγελματικών τους προσόντων, της αντιστασιακής δράσης τους και ένδειξη ευγνωμοσύνης καθώς επιφορτίσθηκαν από το υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, με την ειδική και επικίνδυνη αποστολή της περιφρούρησης της Δημοκρατίας «με πλήρη ελευθερία κινήσεων και πρωτοβουλιών σε όλους τους τομείς και προς κάθε πλευρά και ανεξάρτητα από επίσημες κρατικές ενέργειες». Την αποστολή αυτή έφεραν σε πέρας, ολοκληρώνοντας αναίμακτα αυτό που με θυσίες είχαν ξεκινήσει την άνοιξη του 1973, την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στη χώρα.

Γελοιογραφία του Αυστριακού Ρούντολφ Ντιρ αποτυπώνει το πλήγμα που δέχθηκε η χούντα από τη διαφυγή του Α/Τ Βέλος.

 

Ο Ζήσης Φωτάκης είναι επίκουρος καθηγητής Ναυτικής Ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων.

Πηγή: Καθημερινή – Έντυπη έκδοση

 

Το Αντιτορπιλικό «Βέλος» στη Θεσσαλονίκη

Από τα μέσα Σεπτεμβρίου έως τα μέσα Νοεμβρίου 2019, το Α/Τ “Βέλος” βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη. Το εμβληματικό σκάφος, το οποίο παροπλίστηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1991, έχει χαρακτηριστεί ως Μουσείο Αντιδικτατορικού Αγώνα και είναι αγκυροβολημένο στη Νέα Παραλία, στο ύψος του Μεγάρου Μουσικής. Το κοινό, μπορεί να το επισκεφθεί καθημερινά, πλην της Δευτέρας, μεταξύ των ωρών 09.00-13.00 και 17.00-19.00.

 

To IX Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού (Αθήνα, 16 – 21 Σεπτεμβρίου 1969)

50 χρόνια από τότε

To IX Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού
(Αθήνα, 16 – 21 Σεπτεμβρίου 1969)

Α. Προετοιμασία και οργάνωση

Το 1966, ένα χρόνο πριν από την επιβολή της δικτατορίας, η οργάνωση του ΙΧ Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού ανατέθηκε στην Ελλάδα. Επρόκειτο για την πρώτη μεγάλη διεθνή αθλητική οργάνωση, που θα φιλοξενούσε η χώρα μας έπειτα από τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 και τους ενδιάμεσους Ολυμπιακούς του 1906. Η πρόκληση ήταν πολλαπλή, τόσο σε επίπεδο οργάνωσης, όπου η Ελλάδα δεν είχε να επιδείξει ιδιαίτερες περγαμηνές, όσο και σε επίπεδο υποδομών. Για τις ανάγκες των αγώνων ανακατασκευάστηκε το “Καραϊσκάκης”, το οποίο, από Ποδηλατοδρόμιο μετατράπηκε σε Στάδιο. Πέρα από τις εργασίες, αποφασίστηκε η τοποθέτηση χυτού συνθετικού τάπητα (το επονομαζόμενο ταρτάν στίβου) για τα αγωνίσματα ταχύτητας, αντοχής, σκυταλοδρομίας και αλμάτων. Επρόκειτο για ένα μίγμα ελαστικών σε μορφή κόκκων, το οποίο καθιστούσε αντιολισθηρή την επιφάνεια του τάπητα. Για πρώτη φορά είχε χρησιμοποιηθεί ένα χρόνο νωρίτερα, τον Οκτώβριο του 1968, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού, με αποτέλεσμα να μην έχουν απολύτως αξιολογηθεί οι συνέπειές του (θετικές είτε αρνητικές) πάνω στις επιδόσεις των αθλητών.

Ταυτόχρονα με την κατασκευή σταδίου συγκεκριμένων προδιαγραφών, οι οργανωτές είχαν αναλάβει και τη δέσμευση για την τηλεοπτική κάλυψη των αγώνων. Εδώ, η κατάσταση ήταν άκρως σοβαρή, καθώς η τηλεόραση στην Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, με αποτέλεσμα τεράστιες ελλείψεις σε κομβικούς τομείς. Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Γυμναστικών Αθλητικών Σωματείων (ΣΕΓΑΣ), με την ιδιότητα του οργανωτικού φορέα των αγώνων, κατέβαλε το σεβαστό, για την εποχή εκείνη, ποσό των 60 εκατομ. δραχμών, για την αγορά τεσσάρων συνεργείων Εξωτερικών Μεταδόσεων από τη Μεγάλη Βρετανία (τόσο το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας -ΕΙΡ- όσο και η Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων -ΥΕΝΕΔ- δεν διέθεταν ούτε ένα).

Το Στάδιο Καραϊσκάκη, έπειτα από την ολοκλήρωση των έργων ανακατασκευής.

Αμέσως μετά, πούλησε έναντι 34 εκατομ. τρία από αυτά στο ΕΙΡ και ένα στην ΥΕΝΕΔ. Το καθένα από τα τέσσερα παραπάνω συνεργεία τοποθετήθηκαν στο Στάδιο Καραϊσκάκη, στον Μαραθώνα (εκκίνηση του Μαραθωνίου δρόμου), στο Παναθηναϊκό Στάδιο (τερματισμό του Μαραθωνίου), τέλος, το τέταρτο ακολουθούσε τη διαδρομή των δρομέων του Μαραθωνίου. Την παραγωγή στο Στάδιο Καραϊσκάκη είχαν αναλάβει Ιταλοί της RAI. Δεν τα πήγαν και τόσο καλά, αφού, όπως διαβάζουμε στο τύπο της εποχής, το BBC διαμαρτυρήθηκε για δύο παγκόσμια ρεκόρ που δεν καταγράφηκαν από τις κάμερες. Την παραγωγή του Μαραθωνίου είχαν αναλάβει Γάλλοι τεχνικοί. Οι Έλληνες τηλεθεατές πάντως, που δεν είχαν ξαναδεί αθλητική διοργάνωση σε απ’ ευθείας σύνδεση, καθηλώθηκαν μπροστά από τους δέκτες και τη μαυρόασπρη αναμετάδοση. Για λίγες μέρες, χάρη ακριβώς σε αυτή την τηλεοπτική μετάδοση, απόκτησαν μια, στοιχειώδη έστω, επαφή με τον έξω κόσμο, έπειτα από άνω των δυο ετών στυγνής δικτατορίας, διαρκούς στρατιωτικού νόμου και ασφυκτικής λογοκρισίας. Τις περιγραφές στο ΕΙΡ έκανε ο κορυφαίος Γιάννης Διακογιάννης με τον Νίκο Γεωργόπουλο, παλιό Βαλκανιονίκη. Στην ΥΕΝΕΔ τον γενικό συντονισμό ανέλαβε ο Κώστας Σισμάνης και τις περιγραφές οι Μανώλης Βασιλαράς, Βασίλης Γεωργίου και Στάθης Γαβάκης. Το στρατιωτικό κανάλι, επειδή έπαιρνε την εικόνα του ΕΙΡ που έδινε και στην Eurovision, έστησε ένα μικρό στούντιο, μέσω του οποίου εξέπεμπε συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών αθλητών. Οι αγώνες αποτέλεσαν μια καλή ευκαιρία για να διαφημίσουν τα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών τις τηλεοράσεις τους, καθώς οι αγορές αυξήθηκαν ενόψει της τέλεσης των αγώνων.

Χαρακτηριστική διαφήμιση εταιρίας ηλεκτρικών ειδών.

Όπως ήταν επόμενο, η χούντα, πιστή στην αφειδώλευτη παροχή άρτου και θεάματος, επιχείρησε να εκμεταλλευτεί προς όφελός της την τέλεση των αγώνων. Οι εννέα μήνες του 1969, οι οποίοι είχαν προηγηθεί, δεν ευνοούσαν τη διεθνή εικόνα του καθεστώτος, αλλά ούτε και εκείνη, την οποία αυτό εξέπεμπε προς το εσωτερικό. Τον Ιούνιο, είχε αποδράσει από τις φυλακές του Μπογιατίου, με τη συνδρομή του δεσμοφύλακά του, ο θανατοποινίτης Αλέξανδρος Παναγούλης, ο οποίος, ένα χρόνο νωρίτερα, είχε αποπειραθεί να δολοφονήσει τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Παρά το γεγονός ότι οι δυο καταζητούμενοι συνελήφθησαν λίγες μέρες αργότερα, η απόδραση υπήρξε πλήγμα για το καθεστώς. Στις 30 Σεπτεμβρίου, δηλαδή μόλις εννέα ημέρες έπειτα από τη λήξη των αγώνων, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε συνέντευξη, την οποία παραχώρησε σε ελβετική εφημερίδα, κατηγόρησε τη χούντα για “τυραννική πολιτική”, εξανεμίζοντας τα όποια οφέλη το καθεστώς θεωρούσε πως είχε αποκομίσει από την τέλεση των αγώνων. Ήδη από την άνοιξη του 1969, η Ευρωπαϊκή Υποεπιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης είχε ξεκινήσει έρευνα στην Αθήνα, για καταγγελίες, που είχαν διατυπωθεί σχετικά με διενέργεια βασανιστηρίων. Το δικτατορικό καθεστώς παρεμπόδιζε με κάθε τρόπο τη διενέργεια της έρευνας, με αποτέλεσμα η τελευταία να διακοπεί. Προ του κινδύνου να αποβληθεί η Ελλάδα από το Συμβούλιο της Ευρώπης, η δικτατορία διά του υπουργού της των Εξωτερικών, Παναγιώτη Πιπινέλη, υπέβαλε στις 25 Αυγούστου (δηλ. τρεις εβδομάδες πριν από την έναρξη των αγώνων) χρονοδιάγραμμα, με το οποίο υποσχέθηκε τη συγκρότηση εκλεγμένου κοινοβουλίου ως τα μέσα του 1971, δηλαδή δύο χρόνια αργότερα. Ακόμη, το χρονοδιάγραμμα προέβλεπε αποκατάσταση της ελευθερίας του Τύπου το Νοέμβριο του 1969 και άρση της επιβολής του στρατιωτικού νόμου τον Σεπτέμβριο του 1970. Επρόκειτο για κινήσεις αποπροσανατολισμού της διεθνούς κοινότητας. Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους, η Ελλάδα αποβλήθηκε από μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης (το καθεστώς προσέδωσε στο γεγονός διαστάσεις ηρωϊκής εθελούσιας αποχώρησης, δίχως, όπως ήταν επόμενο, να καταφέρει να πείσει κανέναν).

Επιχειρώντας, με την αδεξιότητα που τους χαρακτήριζε, να αντιστρέψουν την παραπάνω καθόλα αρνητική εικόνα, οι Συνταγματάρχες επιδόθηκαν σε μια ανόητη επιχείρηση αυτοδιαφήμισης, με κεντρικό σύνθημα την “αναγέννηση του ελληνικού αθλητισμού”. Λίγο πριν από την έναρξη των αγώνων, οι υπηρεσίες προπαγάνδας της χούντας κυκλοφόρησαν ένα μήνυμα του πρωθυπουργού της αυτοαποκαλούμενης “Εθνικής Κυβερνήσεως” Γεωργίου Παπαδόπουλου, ενώ στην τελετή έναρξης παρέστη σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου καμάρωναν και επαίρονταν για τα επιτεύγματά τους. Στο λόγο, τον οποίον εκφώνησε, ο πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ καλωσόρισε τους αθλητές “στην Ελλάδα, την πιο δημοκρατική χώρα στον κόσμο”…Εύλογο είναι το ερώτημα, για ποιό λόγο, μετά τον Απρίλιο του 1967, η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Αθλητισμού δεν αφαίρεσε από την Ελλάδα την οργάνωση των αγώνων, ως ένδειξη διαμαρτυρίας και καταδίκης του καθεστώτος. Όλες οι ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις ενάντια στη χούντα, μήνες πριν, είχαν ξεκινήσει μια εκστρατεία, κάνοντας δραματική έκκληση στους Ευρωπαίους αθλητές να μποϋκοτάρουν τους αγώνες. Απάντηση στο ερώτημα δεν υπάρχει. Ωστόσο, η εκ νέου ανάθεση στην Ελλάδα του ΙΓ΄ Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Αθλητισμού για το 1982, οκτώ, μόλις, χρόνια έπειτα από τη μεταπολίτευση, δύναται να εκληφθεί ως χειρονομία συγγνώμης για τη μη αφαίρεση των αγώνων του 1969.

Το μήνυμα του Γεωργίου Παπαδόπουλου.

Β. Το αγωνιστικό μέρος

Στο καθαρά αγωνιστικό μέρος κυριάρχησαν τα επτά παγκόσμια ρεκόρ, τα οποία σημειώθηκαν (έξι στις γυναίκες και ένα, μόνο, στους άνδρες), η αποχώρηση της ομάδας της Ομοσπονδιακής Γερμανίας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τον αποκλεισμό, από τη Διεθνή Ένωση Ομοσπονδιών Κλασσικού Αθλητισμού, του πρώην Ανατολικογερμανού αθλητή Jürgen May, που είχε αυτομολήσει στη Δύση και συμπεριληφθεί στην ομάδα της Δυτικής Γερμανίας ενάντια στους κανονισμούς (οι Δυτικογερμανοί συμμετείχαν μόνο στις τέσσερις σκυταλοδρομίες), η πρώτη, στα παγκόσμια χρονικά, τιμωρία αθλητή για χρήση αναβολικών ουσιών έπειτα από έλεγχο ντόπινγκ (πρόκειται για τον Ολλανδο δεκαθλητή Edward de Noorlander), ο γαλλοβρετανικός ανταγωνισμός στη σκυταλοδρομία των 4X400 μέτρων γυναικών, ο ενδογαλλικός αντίστοιχος στο δρόμο 400 μέτρων γυναικών, η απαρχή της λαμπρής σταδιοδρομίας του σπουδαίου Σοβιετικού σπρίντερ Valeriy Borzov και, βέβαια, η αποτυχία του επικοντιστή Χρήστου Παπανικολάου να ανεβεί στο βάθρο των νικητών, γεγονός, το οποίο προσέλαβε διαστάσεις εθνικής συντριβής. Η ΕΣΣΔ και η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) έδωσαν τη μάχη των μεταλλίων. Στους άνδρες νίκησαν οι Σοβιετικοί (7-5-6), έναντι 7-4-5 της ΛΔΓ και 4-4-4 των Βρετανών. Όμως, οι Γερμανίδες ξεπέρασαν τις Σοβιετικές (4-3-2, έναντι 2-2-2). Και εδώ η Μεγάλη Βρετανία αναδείχθηκε τρίτη, με 2-0-3.

European Athletics In Athens (1969) [Πηγή: British Pathé: ID 3321.14]

Πιο συγκεκριμένα, η Σοβιετική Nadezhda Chizhova, ανέβασε το παγκόσμιο ρεκόρ της σφαιροβολίας στα 20,43 μέτρα. Η Ανατολικογερμανίδα Karin Balzer νίκησε στα 100 μ. με εμπόδια με ρεκόρ κόσμου (13.29). Παγκόσμιο ρεκόρ σημείωσαν, επίσης, η Τσεχοσλοβάκα Jaroslava Jehličková στα 1.500 μ. με 4.10.7 και η Αυστριακή Liese Prokop στο πένταθλο με 5.030 βαθμούς. Τα άλλα δύο παγκόσμια ρεκόρ γυναικών σηματοδοτούν και το δράμα της Γαλλίδας Colette Besson. Έφτασε κοντά σε δύο χρυσά μετάλλια, αλλά απέτυχε για εκατοστά του δευτερολέπτου. Στα 400 μ. έχασε πάνω στο νήμα από την συμπατριώτισσά της Nicole Duclos. Επιδόσεις: 51.72 για την Duclos, 51.74 για την Besson. Και οι δύο ανώτερες από το παγκόσμιο ρεκόρ. Το ίδιο συνέβη στα 4×400 μ. Πάνω στον τερματισμό, η Βρετανή Lillian Board, που δυο χρόνια αργότερα έχασε τη ζωή της σε ηλικία 22 ετών από καρκίνο, νικήτρια των 800 μ., ξεπέρασε την Besson (οι δυο αθλήτριες είχαν ανοικτούς λογαριασμούς από την εποχή της Ολυμπιάδας του Μεξικού, οπότε είχε επικρατήσει η Besson). Με τη νίκη της, χάρη στην εκπληκτική τελευταία κούρσα της Board, η ομάδα της Μεγάλης Βρετανίας, με 3.30.82 βελτίωσε το ρεκόρ κόσμου στα 4X400 γυναικών.

Η επική μονομαχία Board – Besson στον τελευταίο γύρο της σκυταλοδρομίας 4Χ400 μ. Γυναικών

Άξια μνείας είναι και τα τρία χρυσά μετάλια, τα οποία κέρδισε η Ανατολικογερμανίδα Petra Vogt στα 100 μ., 200 μ. και 4Χ100 μ.

Μόνο ένα παγκόσμιο ρεκόρ καταρρίφθηκε στους άνδρες. Σημειώθηκε από τον Σοβιετικό σφυροβόλο Anatoliy Bondarchuk, που έριξε βολή στα 74,68 μ. Το δράμα των Γάλλων δεν περιορίστηκε στα αθλήματα γυναικών. Ο Alain Sarteur τερμάτισε στα 100 μ. και πανηγύρισε. Όλοι πίστευαν πως αυτός ήταν ο νικητής. Το φωτο-φίνις, όμως, έδωσε το χρυσό μετάλλιο στον Valeriy Borzov. Ήταν το πρώτο για τον μετέπειτα κορυφαίο λευκό σπρίντερ όλων των εποχών. Οι Γάλλοι αποζημιώθηκαν με την κατάκτηση των χρυσών μεταλλίων στις δυο σκυταλοδρομίες (4Χ100 και 4Χ400) των ανδρών.

Η επικράτηση του Valeriy Borzov στο φωτο-φίνις του δρόμου 100 μ. Ανδρών

Μεγάλα ονόματα διατήρησαν το κύρος τους, δίχως, ωστόσο, να βελτιώσουν τις ατομικές τους επιδόσεις. Πρόκειται για τους Σοβιετικούς Jānis Lūsis στον ακοντισμό, Igor Ter-Ovanesyan στο μήκος, Valentin Gavrilov στο ύψος και, φυσικά, τον επεισοδιακό χρυσό Ολυμπιονίκη του Μεξικού, Viktor Saneyev. Το ίδιο ισχύει για τον Ιταλό Eddy Ottoz στα 110 μ. με εμπόδια και για τον Ανατολικογερμανό Jürgen Haase στα 10 000 μ. Τρεις Ανατολικογερμανοί (Dieter Hoffmann, Heinz-Joachim Rothenburg και Hans-Peter Gies) σάρωσαν τα μετάλλια της σφαιροβολίας. Εντυπωσίασε ο συμπατριώτης τους Joachim Kirst, ο οποίος, κατά τη διάρκεια του δεκάθλου, πέρασε στο ύψος τα 2,13 μ. (ο νικητής του άλματος εις ύψος, Σοβιετικός Gavrilov, πήδηξε 2,17 μ. μόλις 4 εκατοστά ψηλότερα). Στα 5 000 μ. επικράτησε ο Βρετανός Ian Stewart. Ο Μαραθώνιος κρίθηκε μέσα στην Αθήνα, στο ύψος του Χίλτον! Σε ολόκληρη, σχεδόν, τη διαδρομή από τον Μαραθώνα, προηγείτο ο Βέλγος Gaston Roelants, για να χάσει, τελικά, την πρώτη θέση από τον Βρετανό Ron Hill.

Οι Πανευρωπαϊκοί Αγώνες στα πρωτοσέλιδα του Γαλλικού Τύπου. Αριστερά: οι προσδοκίες για τον Alain Sarteur στα 100 μ. Ανδρών. Δεξιά: η θριαμβολογία για το διπλό παγκόσμιο ρεκόρ των Duclos και Besson στα 400 μ. Γυναικών.

Το μεγάλο δράμα για την Ελλάδα και τους Έλληνες έλαβε χώρα στο τελικό αγώνισμα του άλματος επί κοντώ, όταν μια ολόκληρη χώρα και ένας ολόκληρος λαός κρέμονταν κυριολεκτικά από το κοντάρι ενός αθλητή, του Χρήστου Παπανικολάου. Οι έως τότε επιδόσεις του, άφηναν βάσιμες ελπίδες για την κατάκτηση ενός μεταλλίου, ακόμη και του χρυσού. Στους προηγούμενους Πανευρωπαϊκούς της Βουδαπέστης (1966) είχε κατακτήσει τη δεύτερη θέση. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού (1968) είχε καταταγεί τέταρτος, καταρρίπτοντας, ωστόσο, το ρεκόρ Ευρώπης με ένα άλμα 5.30μ. Στους Βαλκανικούς Αγώνες της Σόφιας (1969) κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο με 5.25μ. Ήταν η αιχμή του δόρατος της ελληνικής ομάδας (αυτόν είχε επιλέξει ο ΣΕΓΑΣ για τον όρκο των αθλητών κατά την τελετή έναρξης), γεγονός, το οποίο τον φόρτωσε με άγχος. Έχοντας στοχεύσει το χρυσό μετάλλιο, ακολούθησε λάθος τακτική, αφήνοντας άλματα, τα οποία μπορούσαν να του είχαν εξασφαλίσει θέση στο βάθρο. Απέτυχε να ξεπεράσει ένα εύκολο για την κλάση του ύψος (5.20μ.) και κατετάγη τέταρτος, με επίδοση μόλις 5.00μ., με τον μεγάλο αντίπαλό του, Ανατολικογερμανό Wolfgang Nordwig, να κατακτά την πρώτη θέση με 5.30μ. και ν’ αποτυγχάνει δύο φορές να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ, βάζοντας τον πήχη στο 5.45μ. Μέσα στο στάδιο επικράτησε γενικό πάγωμα (αν και οι θεατές παρότρυναν τον Nordwig στην προσπάθειά του να καταρρίψει το παγκόσμιο ρεκόρ) και η Ελλάδα ολάκερη βυθίστηκε σε πένθος. Στις 24 Οκτωβρίου 1970, δεκατρείς μήνες αργότερα, ο Χρήστος Παπανικολάου, με ένα άλμα 5.49μ. κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ, μέσα στο ίδιο στάδιο, αποδεικνύοντας πως ήταν πρωταθλητής επιδόσεων και όχι πρωταθλητής μεγάλων αγώνων. Το ρεκόρ του άντεξε επί 531 ημέρες, έως ότου καταρριφθεί, με τη σειρά του, στις 8 Απριλίου 1972 από τον Σουηδό Kjell Gunnar Isaksson.

Ο καταποντισμός του Χρήστου Παπανικολάου στον ελληνικό ημερήσιο αθλητικό Τύπο.
Η πλήρης σειρά αναμνηστικών γραμματοσήμων, που κυκλοφόρησε με αφορμή την τέλεση των αγώνων.

European Athletics Finals (1969) [Πηγή: British Pathé: ID 3321.15]

Στον καθαρά αγωνιστικό τομέα, υπήρξαν μονομαχίες, οι οποίες καθήλωσαν τους θεατές, προσδίδοντας ρυθμό και ένταση στους αγώνες. Οργανωτικά, αν και το τελικό αποτέλεσμα μπορεί να κριθεί οριακά ικανοποιητικό, αναδείχθηκε ανάγλυφα η έλλειψη πείρας και υποδομών της χώρας μας σε αυτό το επίπεδο. Πάντως, το ελληνικό κοινό (θεατές και τηλεθεατές) ξέφυγε για λίγες ημέρες από τους ψυχοφθόρους περιορισμούς της χούντας και ανακάλυψε πως υπήρχε κόσμος και εκτός ελληνικών συνόρων (η συχνή ανάκρουση εθνικών ύμνων “εχθρικών”, ιδεολογικά, καθεστώτων, όπως το Σοβιετικό και το Ανατολικογερμανικό, σχολιάστηκε με αρκετή δόση ειρωνείας από τον μέσο Έλληνα). Παρόλες τις άκομψες και αδέξιες προσπάθειές τους, οι Συνταγματάρχες απέτυχαν να πιστωθούν τη διεξαγωγή των αγώνων. Δεκατρία χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1982, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού επανήλθε στην Αθήνα, κάτω από μια εκ διαμέτρου διαφορετική συγκυρία: σε μια Ελλάδα ελεύθερη και μέσα σε ένα νεόκτιστο Ολυμπιακό Στάδιο.

Σεπτέμβριος 1982. Στον ηλεκτρονικό πίνακα ανακοινώνονται τα τελικά αποτελέσματα του ακοντισμού, με την Άννα Βερούλη στην πρώτη θέση και τη Σοφία Σακοράφα στην τρίτη.

 

Κείμενο-Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-Επιμέλεια έκδοσης: Βαγγέλης Κανσίζογλου

 

Κι αν είχε γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών; Το συμπλεγματικό φορτίο ενός παραγνωρισμένου καλλιτέχνη

Κι αν είχε γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών;

Το συμπλεγματικό φορτίο ενός παραγνωρισμένου καλλιτέχνη

 

Στη βρετανική Κυανή Βίβλο του Πολέμου, έχει καταχωριστεί το περιεχόμενο ενός διαλόγου, που ο Adolf Hitler είχε ανταλλάξει με τον πρέσβυ της Α.Μ. στο Βερολίνο, Nevile Henderson, τον Αύγουστο του 1939, λίγες μέρες προτού τα γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στην Πολωνία, σηματοδοτώντας την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο αρχηγός του Γ’ Ράιχ φέρεται να εκφράστηκε ως εξής: “Δεν είμαι πολιτικός. Είμαι καλλιτέχνης. Μόλις επιλυθεί η εκκρεμότητα της Πολωνίας ευελπιστώ να ολοκληρώσω τη ζωή μου ως καλλιτέχνης”.

Όσο και αν ο ίδιος ήταν πεπεισμένος πως δεν υφίστατο κίνδυνος διολίσθησης προς έναν γενικευμένο πόλεμο εξαιτίας των πολωνικών περισπασμών, είναι δύσκολο να αποδεχτούμε ότι το καλοκαίρι του 1939 τα λόγια αυτά αντανακλούσαν τον εσωτερικό του κόσμο. Μάλλον επρόκειτο για τα κατάλοιπα μιας συμπλεγματικής νοοτροπίας, εξαιτίας ενός νεανικού τραύματος, που διένυε ήδη την τρίτη δεκαετία. Στο Mein Kampf (1925), o Hitler δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Περιγράφει αναλυτικά τον τρόπο, με τον οποίο σε δυο διαδοχικές περιπτώσεις, το 1907 και το 1908, η προσπάθειά του να γίνει δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης δεν καρποφόρησε. Ειδικότερα την πρώτη φορά, κατάφερε να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις του προκαταρκτικού γύρου, που συνίστατο στη σύνθεση ενός έργου με βιβλικό θέμα, σε δυο τρίωρης διάρκειας συνεδρίες. Στον επόμενο γύρο, σειρά είχε η αξιολόγηση των φακέλων των υποψηφίων. Θεωρήθηκε ότι τα έργα του Hitler έδιναν έμφαση στη λεπτομέρεια των κτηρίων. Η ανθρώπινη παρουσία σε αυτά ήταν σχεδόν μηδαμινή. Του υποδείχθηκε να στραφεί προς την αρχιτεκτονική. Κάτι τέτοιο, όμως, ισοδυναμούσε με επάνοδο στα μαθητικά έδρανα, που ο μετέπειτα δικτάτορας είχε εγκαταλείψει σε ηλικία 16 ετών, προκειμένου, ακριβώς, να εισαχθεί στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. To 1936, έχοντας προηγουμένως περιεργαστεί τον παραπάνω φάκελο υποψηφιότητας, ο Αμερικανός συγγραφέας και δημοσιογράφος John Gunther, βρήκε ότι τα προς κρίση έργα ήταν στατικά και στερούνταν ρυθμού, χρώματος, συναισθήματος και πνευματικής ευρηματικότητας. Θύμιζαν περισσότερο, χάρη στην ακρίβειά, τους σχέδια αρχιτέκτονα και τίποτα παραπάνω. Διόλου περίεργο, επομένως, ότι η εξεταστική επιτροπή επιχείρησε να στρέψει τον Hitler προς την κατεύθυνση εκείνη.¹

Selbstporträt, 1910.

Πάντως, σε ολόκληρη τη ζωή του, ο Hitler θεωρούσε τον εαυτό του  ιδιοφυία, ενδεχομένως και καλλιτεχνική. Μέσα στον διαταραγμένο νου του, η πεποίθηση αυτή είχε ριζώσει χάρη στη διφορούμενη άποψη, που κυριαρχούσε περί τα τέλη του 19ου αιώνα και βάσει της οποίας μια ιδιοφυία – με άλλα λόγια μια ισχυρή προσωπικότητα – μπορούσε να πράξει τα πάντα, ειδικότερα δε όσα επιθυμούσε.² Από την άλλη πλευρά, πάντως, πρόσφατες έρευνες αποκαλύπτουν πως από ένα σημείο και έπειτα, το ενδιαφέρον του για την τέχνη είχε ατονήσει, αντιστρόφως ανάλογα, μάλιστα, με εκείνο του υπαρχηγού του Hermann Göring, ο οποίος δεν έχανε ευκαιρία να λεηλατεί μουσεία και συλλογές των κατεχομένων χωρών, προκειμένου να εμπλουτίσει την προσωπική του συλλογή.

Η καλλιτεχνική παραγωγή του Hitler κάθε άλλο παρά αμελητέα δύναται να χαρακτηριστεί, σε ποσοτικό επίπεδο τουλάχιστον. Το Mein Kampf μας πληροφορεί πως, σε ολόκληρο το χρονικό διάστημα της παραμονής του στη Βιέννη, ζωγράφιζε δυο με τρια έργα σε καθημερινή κλίμακα και ότι κατά τα έξι αυτά χρόνια (1908-1914) είχε φιλοτεχνήσει πάνω από 1000 πίνακες. Μάλιστα, αναγκαζόταν να πουλήσει πολλούς από αυτούς για καθαρά βιοποριστικούς λόγους. Στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ζωγράφιζε, όποτε ήταν αδειούχος, σε απλό χαρτί, ή ακόμα και σε καμβάδες, που μετέφερε ανάμεσα στα προσωπικά του αντικείμενα. Επρόκειτο για την τελευταία φάση της καλλιτεχνικής του παραγωγής, προτού ο ίδιος στραφεί προς ένα περισσότερο σκοτεινό πεπρωμένο.

Οι Hitler και Göring περιεργάζονται έναν ζωγραφικό πίνακα.

Μετά το πέρας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ένα μέρος από τα ζωγραφικά έργα του Γερμανού δικτάτορα κατασχέθηκε από τις αμερικανικές αρχές κατοχής και φυλάσσεται ακόμα, υπό κυβερνητικό έλεγχο, στις ΗΠΑ, με ρητή εντολή να μη δει το φως της δημοσιότητας.³ Άλλα, πάλι, έργα, πουλήθηκαν κατά καιρούς μέσω δημοπρασιών σε αμφότερες τις πλευρές του Ατλαντικού, σε τιμές, οι οποίες κυμαίνονταν μεταξύ 32.000 και 160.000 δολαρίων.⁴ Το ύφος του Hitler δεν έχει να επιδείξει κάτι το αξιόλογο. Στερούμενος θεμελιώδους παιδείας και ανήμπορος να τελειοποιήσει την καλλιτεχνική του έμπνευση και έκφραση, αρκείται στο να αναπαραγάγει τα προϋπάρχοντα ρεύματα. Στα έργα του αντανακλώνται κατάλοιπα του ελληνορωμαϊκού Κλασσικισμού, της ιταλικής Αναγέννησης, του Νεοκλασσικισμού καθώς και του κατανοητού, από τον ίδιο, τμήματος του Συμβολισμού. Αντίθετα, δεν κρύβει την απέχθειά του έναντι του Ιμπρεσιονισμού (αν και στα έργα του υπάρχουν σχετικά ψήγματα), κυρίως δε, έναντι του Εξπρεσιονισμού και της Avant-garde, που αργότερα, η ναζιστική προπαγάνδα θα καταδικάσει ως παρακμιακή τέχνη. Θεωρούσε τον εαυτό του συνεχιστή του εξαίρετου Αυστριακού τοπιογράφου Rudolf Ritter von Alt (1812-1905), παρόλο που ο τελευταίος προσδίδει ασύγκριτα μεγαλύτερη προσοχή στη φύση, σε αντιδιαστολή με τον Hitler, ο οποίος επιμένει να επικεντρώνει αδέξια το ενδιαφέρον του στην αρχιτεκτονική διάσταση.

Άραγε, ποιά θα ήταν η ροή των πραγμάτων εάν ο Hitler γινόταν δεκτός στην Ακαδημία Καλών Τεχνών; Η απάντηση στο καίριο αυτό ερώτημα είναι πως η Ιστορία δεν γράφεται με γνώμονα τα “εάν”. Αντίθετα, η, έστω και πρόσκαιρη, ενασχόλησή του με την Τέχνη, αποτελεί μια πραγματικότητα και ως τέτοια, έχει ήδη υπάρξει αντικείμενο ενδελεχούς μελέτης.⁵ Τα μέχρι στιγμής πορίσματα, μας διευκολύνουν να αποκρυπτογραφήσουμε περισσότερο τον πολύπλοκο ψυχισμό του ηγέτη του Γ΄Ράιχ. Η Τέχνη κατέλαβε μέρος της ζωής του έως το τέλος (στη διαθήκη, που υπαγόρευσε λίγο προτού αυτοκτονήσει, υπάρχει αναφορά στη συλλογή του). Δεν έκρυψε τον θαυμασμό του, όταν ένα πρωϊνό του Ιουνίου 1940 επισκέφτηκε για μια και μοναδική φορά το Παρίσι. Όταν, τέσσερα χρόνια αργότερα, ως νέος Νέρων, δεν δίστασε να διατάξει την ισοπέδωση της γαλλικής πρωτεύουσας, απαίτησε να προηγηθεί μέριμνα για την απομάκρυνση σημαντικών έργων τέχνης από εκεί και τη μεταφορά τους σε ασφαλές μέρος. Ως προς τις συνέπειες της απόρριψης από την Ακαδημία Καλών Τεχνών, οι απόψεις διίστανται. Έγκριτοι μελετητές του Ναζισμού (Ian Kershaw) επιμένουν στις ψυχολογικές επιπτώσεις σε βάρος της όλης μετέπειτα πορείας. Άλλοι πάλι, θεωρούν πως, παρά τη μεγάλη απογοήτευση, την οποία εισέπραξε, ο Hitler αποδέχτηκε την αποτυχία, με αποτέλεσμα το τραύμα να μπορέσει να επουλωθεί με την πάροδο του χρόνου. Άλλωστε, πίστευε πως μια ιδιοφυΐα ήταν δυνατό να συνεχίζει να λάμπει εν κρυπτώ, αναμένοντας την ευκαιρία εκείνη, η οποία να της επέτρεπε να επιχειρήσει, των συγκυριών επιτρεπουσών, μια θεαματική εισβολή στο προσκήνιο των εξελίξεων.

Schloss und Kirche Perchtoldsdorf, circa 1910-1912.

 

Wiener Opernhaus, 1912.

 

Der Alte Hof , München, 1914.

 

Standesamt München, circa 1900-1910.

 

Unterstand in Fournes, 1915.

 

Fromelles, 1915.

 

Ardoye in Flandern, 1917

 

Selbstporträt, 1926.

Psychoanalysing Hitler’s Rare, Controversial Paintings | Nazi Treasure Hunters

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹  John Gunther, Inside Europe, New York, Harper & Brothers, 1940, σ. 1-2.

² “Hitler Considered Himself an Artistic Genius”, συνέντευξη της Birgit Schwartz στο περιοδικό Spiegel, 21 Αυγούστου 2009.

³  Marc Fisher, «The Art of Evil; Half a century later, the paintings of Adolf Hitler are still a federal case», The Washington Post, 2 Απριλίου 2002.

⁴  “Hitler paintings sold at British auction house”, Deutsche Welle, 24 Απριλίου 2009.

⁵  Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι πραγματείες Billy F. Price, Hitler: The Unknown Artist, Houston, Texas, Billy F. Price Publishing Co., 1983. Tου ιδίου, Adolf Hitler als Maler und Zeichner. Ein Werkkatalog der Oelgemälde, Aquarelle, Zeichnungen und Architekturskizzen,Gallant, Zug/Schweiz, 1983,  Frederic Spotts,  Hitler and the Power of Aesthetics, New York,  Harry N. Abrams, 2004. Stephen R.Pastore, The Art of Adolf Hitler: A Study of His Paintings and Drawings, Grand Oak  Rare Books Ltd, 2013. Του ιδίου, The Complete Paintings of Adolf Hitler, Grand Oak  Rare Books Ltd, 2015. Sherree Owens Zalampas, Adolf Hitler: a psychological interpretation of his views on architecture, art, and music, Bowling Green, Ohio, Bowling Green University Popular Press, 1990. Stephanie Barron, Degenerate art: The Fate of the Avant-Garde in Nazi Germany, Los Angeles, Calif., Los Angeles County Museum of Art, 1991, Eric-Emmanuel Schmitt, La Part de l’ autre, Paris, Albin Michel, 2003.

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

 

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής  αυτοκρατορικής ισχύος

Ο πόλεμος των Falklands. Η τελευταία αναλαμπή της βρετανικής 

αυτοκρατορικής ισχύος

 

Η μακροχρόνια αμφίπλευρη διεκδίκηση του συμπλέγματος των Νήσων Falklands (Islas Malvinas στα ισπανικά), οδήγησε το 1982 την Αργεντινή και το Ηνωμένο Βασίλειο σε μια σύντομης διάρκειας (74 ημερών) ένοπλη αντιπαράθεση στο Νότιο Ατλαντικό. Το διακύβευμα ήταν ισχυρό για αμφότερα τα μέρη. Ευρισκόμενο σε οικτρή οικονομική και πολιτική κατάσταση, το στρατιωτικό καθεστώς της Αργεντινής αναζητούσε απεγνωσμένα μια επιτυχία σε ένα εθνικό ζήτημα, ικανή να επιφέρει λαϊκό έρεισμα (ό,τι ακριβώς είχε συμβεί με την απριλιανή δικτατορία στην Ελλάδα και την περίπτωση της Κύπρου, οκτώ χρόνια νωρίτερα). Αποδεκατισμένη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μεγ. Βρετανία, από τη δική της πλευρά, αναζητούσε εις μάτην την απωλεσθείσα αίγλη μέσα στα ερείπια της αποαποικιοποίησης (η τελευταία, πριν από τον πόλεμο των Falklands, εμπλοκή σε μια περιπέτεια αποικιακής φύσεως ήταν, το 1956, η επιχείρηση κατά της Διώρυγας του Σουέζ, η οποία εξελίχθηκε σε φιάσκο). Επισήμως, η διαφορά εκδηλώθηκε σε επίπεδο διεκδίκησης της κυριαρχίας. Η Αργεντινή θεωρούσε πως τα νησιά της ανήκαν ιστορικά, η δε Βρετανία αρνείτο να διαπραγματευθεί την από το 1841 επιτόπου παρουσία της. Το γόητρο, επομένως, ήταν μια σημαίνουσα παράμετρος σε μια αναμέτρηση, όπου για πρώτη φορά από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ενεπλάκησαν αεροναυτικές δυνάμεις τόσο εκτεταμένης κλίμακας. Σήμερα, 37 χρόνια αργότερα, οι συνέπειες του πολέμου των Falklands έχουν, πλέον αξιολογηθεί. Για τους ηττημένους Αργεντινούς, τα κοινωνικο-πολιτικά προβλήματα διαιωνίσθηκαν, παρά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος και την επάνοδο των δημοκρατικών θεσμών. Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher, εισήγαγε τους Βρετανούς σε μια νέα περίοδο εσωστρέφειας, κυρίως, όμως, στην εποχή του λεγόμενου “νεοφιλελευθερισμού”, με ανάλογους κραδασμούς. Η πρόσφατη ψήφος υπέρ του Brexit, θα μπορούσε, ίσως, να ερμηνευθεί ως μια ύστατη ενστικτώδης κίνηση αυτοπροστασίας από τα παραπάνω. Στον επιχειρησιακό τομέα, καταμετρήθηκαν συνολικά 907 νεκροί (649 Αργεντινοί, 255 Βρετανοί και 3 κάτοικοι του νησιού) και σημαντικός αριθμός τραυματιών εκατέρωθεν (775 και 1657 αντίστοιχα). Οι Αργεντινοί έχασαν 9 σκάφη (μεταξύ των οποίων ένα ελαφρύ καταδρομικό και ένα υποβρύχιο), 75 αεροσκάφη και 25 ελικόπτερα. Οι Βρετανοί απώλεσαν 7 σκάφη (μεταξύ των οποίων 2 φρεγάτες), 11 αεροσκάφη και 24 ελικόπτερα. Η επαγγελματική κατάρτιση των Βρετανών υπήρξε, αναμφίβολα, το αντιστάθμισμα της μεγάλης απόστασης από το Μητροπολιτικό έδαφος και τις βάσεις ανεφοδιασμού. Όταν, ωστόσο, οι άπειροι Αργεντινοί κληρωτοί στρατιώτες παραδίδονταν πανικόβλητοι κατά δεκάδες ή αρνούνταν να εκτελέσουν τις διαταγές των ανωτέρων τους κατά την τελευταία μάχη του Mount Longdon, δεν είχαν, προφανώς, αντιληφθεί πως απέναντί τους βρισκόταν ένας αντίπαλος δίχως υπεροπλία στους αιθέρες και στην ξηρά και ο οποίος είχε ξεπεράσει, και εκείνος, κάθε όριο φυσικής και ψυχικής αντοχής. Πρακτικά, ίσχυαν ακόμη όλες οι προϋποθέσεις προκειμένου η σύγκρουση να προσλάβει μια εκ διαμέτρου αντίθετη έκβαση.

Ισπανικός χάρτης του 1769.

1.Επιχείρηση Rosario: Η κατάληψη των Νήσων από τους Αργεντινούς (2 Απριλίου 1982).

Η προέλαση του αποβατικού Σώματος προς το Port Stanley.

 

Η έπαρση της σημαίας στον περίβολο του Βρετανικού Κυβερνείου.

 

Βρετανοί αιχμάλωτοι, την πρώτη μέρα της εισβολής.

 

Αμφίβιο όχημα μέσα στους δρόμους του Port Stanley.

 

Ο Βρετανός Κυβερνήτης Rex Hunt. Απελάθηκε από τους Αργεντινούς και αποκαταστάθηκε στο αξίωμά του έπειτα από το πέρας του πολέμου.

 

Ο στρατιωτικός διοικητής των Falklands, Mario Menéndez (αριστερά) συνομιλεί με τον αντιναύαρχο Carlos Büsser, υπεύθυνο της επιχείρησης Rosario.

2.Η πορεία προς την ένοπλη αντιπαράθεση (3 – 24 Απριλίου 1982).

Ο απόπλους του αεροπλανοφόρου HMS Hermes, ναυαρχίδας της Βρετανικής δύναμης κρούσης, από το λιμάνι του Portsmouth στις 5 Απριλίου 1982.

 

Ο διάπλους του Ατλαντικού από τη Βρετανική αρμάδα.

 

Βρετανοί κομμάντος, φέροντες πλήρη εξάρτηση, ασκούνται στο κατάστρωμα του υπερωκεανίου Queen Elisabeth 2 κατά τη διάρκεια του διάπλου.

 

Η Βρετανή πρωθυπουργός Margaret Thatcher και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Alexander Haig έξω από την πρωθυπουργική κατοικία, σε μια από τις ύστατες προσπάθειες διασφάλισης της ειρήνης.

 

Ο στρατηγός Leopoldo Galtieri, επικεφαλής του στρατιωτικού καθεστώτος της Αργεντινής.

3.Οι πρώτες επιχειρήσεις στη στεριά και στη θάλασσα (25 Απριλίου – 20 Μαΐου 1982).

Επιχείρηση Paraquat: Η ανακατάληψη της Νήσου South Georgia (25 Απριλίου 1982).

 

Τορπιλισμός και βύθιση του ελαφρού καταδρομικού General Belgrano από το Βρετανικό υποβρύχιο Conqueror (2 Μαΐου 1982). Από το πλήρωμα, 323 άτομα έχασαν τη ζωή τους και άλλα 772 περισυνελέγησαν από παρακείμενα Αργεντινά και Χιλιανά πλοία.

 

Η απάντηση των Αργεντινών: Βύθιση του αντιτορπιλικού HMS Sheffield από τηλεκατευθυνόμενο πύραυλο Exocet με 20 νεκρούς. Επλήγη στις 4 Μαΐου 1982 και βυθίστηκε έξι ημέρες αργότερα, έπειτα από απεγνωσμένες προσπάθειες διάσωσης.

 

Το αεροπλανοφόρο Veinticinco de Mayo του πολεμικού ναυτικού της Αργεντινής. Αποσύρθηκε από την εμπόλεμη ζώνη, για λόγους προληπτικούς, την επομένη της απώλειας του General Belgrano. Τα αεροσκάφη του συνέχισαν να επιχειρούν από τις αεροπορικές βάσεις των Falklands.

 

Dassault/Bréguet Super Étendard της αεροπορίας ναυτικού της Αργεντινής. Ο εφιάλτης των Βρετανών.

 

Απογείωση μαχητικού αεροσκάφους από το HMS Hermes.

4.Οι χερσαίες επιχειρήσεις (21 Μαΐου – 14 Ιουνίου 1982).

Η ανάπτυξη του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος.

 

Η απόβαση των πεζοναυτών στο San Carlos (21 Μαΐου 1982).

 

Η βύθιση της φρεγάτας HMS Antelope στον κόλπο του San Carlos (24 Μαΐου 1982).

 

Το βοηθητικό σκάφος SS Atlantic Conveyor φλέγεται στον κόλπο του San Carlos (25 Μαΐου 1982). Βυθίστηκε τρεις μέρες αργότερα, παρασύροντας δέκα ελικόπτερα στον βυθό της θάλασσας. Η απώλεια των τελευταίων υπήρξε μοιραία για τα πεζοπόρα τμήματα, τα οποία αναγκάστηκαν να μεταφέρουν τον οπλισμό στους ώμους κατά τη διάρκεια της διάβασης των κεντρικών Falklands.

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι έπειτα από τη μάχη του Goose Green (28 – 29 Μαΐου 1982).

 

Προέλαση μέσα από τα Kεντρικά Falklands.

 

Το μεταγωγικό σκάφος RFA Sir Galahad έχει πληγεί από την Αργεντινή αεροπορία στο Bluff Cove (8 Ιουνίου 1982). Από την επίθεση έχασαν τη ζωή τους 48 άτομα και πολλά άλλα υπέστησαν σοβαρά εγκαύματα. Τα περισσότερα θύματα, μέλη των Welsh Guards, βρίσκονταν σε διαδικασία αποβίβασης στην στεριά.

 

Οι επιζώντες του Sir Galahad μεταφέρονται στη στεριά.

 

Η μάχη του Mount Longdon, στις παρυφές του Port Stanley (11 – 12 Ιουνίου 1982). Παροχή πρώτων βοηθειών σε τραυματία.

 

Η μάχη του Mount Longdon. Αργεντινός αιχμάλωτος οδηγείται για ανάκριση.

 

Η είσοδος των Βρετανικών ειδικών δυνάμεων στο Port Stanley έπειτα από την παράδοση των Αργεντινών (14 Ιουνίου 1982).

 

Αργεντινοί αιχμάλωτοι στιβάζονται στους δρόμους του Port Stanley.

 

Η κεφαλαιοποίηση της επιτυχίας από την Margaret Thatcher.

 The Falklands War Documentary

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Blakeway, Denys: The Falklands War, London, Sidgwick & Jackson, 1992.

Brown, David: The Royal Navy and the Falklands War,  Leo Cooper, Barnsley, UK, 1987.

Freedman, Lawrence: The Official History of the Falklands Campaign. London, Whitehall Histories, Government Official History Series, 2005.

Fremont-Barnes, Gregory: The Falklands 1982: Ground operations in the South Atlantic, Oxford, Osprey Publishing, 2012.

Gavshon, Arthur, Rice, Desmond: The sinking of the Belgrano, London, Secker & Warburg, 1984.

Hastings, Max, Jenkins, Simon: The battle for the Falklands, New York, Norton,1984.

Goebel, Julius: La pugna por las islas Malvinas – Un estudio de la historia legal y diplomática, Yale University Press, 1983.

Kirschbaum, Oscar, Van Der Kooy, Roger, Cardoso, Eduardo: Malvinas, La Trama Secreta, Buenos Aires, Sudamericana/Planeta, 1983.

Middlebrook, Martin: The fight for the «Malvinas»: The Argentine Forces in the Falklands War, New York, Viking, 1989.

Moro, Ruben: The History of the South Atlantic Conflict: The War for the Malvinas,  1st edition, Santa Barbara, California, Praeger, 1989.

Rodríguez Mottino, Horacio: La artillería argentina en Malvinas, Coyoacán, México D.F., Editorial Clio, 1984.

Thatcher, Margaret: Downing Street Years, London, Harper Collins, 1993.

 

 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Αλεξάνδρα Περχανίδου

Καμένα Βούρλα: νοσταλγικές μνήμες μεγαλείου και δόξας

Καμένα Βούρλα: νοσταλγικές μνήμες μεγαλείου και δόξας

H είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία εκείνο το αυγουστιάτικο πρωϊνό του 1961: “Παίδες, τρέξτε! Στην πλαζ γυρίζουν ταινία. Είναι εκεί ο Αυλωνίτης, η Βασιλειάδου και ο Ρίζος”. Στην αρχή, νομίζαμε πως επρόκειτο για φάρσα. Κάτι τέτοιο φάνταζε εξωπραγματικό. Αληθινή κοσμογονία στη νωχελική καθημερινότητά μας. Όταν, όμως, είδαμε να συγκεντρώνεται πλήθος, αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε το αδιανόητο. Παρατήσαμε το πρόγευμα και την προετοιμασία για το θαλάσσιο μπάνιο και τρέξαμε πάραυτα στην πλαζ του ΕΟΤ. Δυο πράγματα θυμάμαι σαν χθες: 1) το σπρώξιμο, για να εξασφαλίσω θέση με θέα, έξω από την περίφραξη, στο ύψος, σχεδόν, της δημοσίας οδού, που τότε περνούσε μέσα από τον οικισμό και 2) την εικόνα των πρωταγωνιστών, καθισμένων στις γνωστές πάνινες κινηματογραφικές πολυθρόνες, πάνω στην άμμο.

Αργότερα, οι εξελίξεις προσέλαβαν ακόμα πιο συγκλονιστική τροπή. Μαγεμένοι, παρακολουθούσαμε εκ του σύνεγγυς το γύρισμα μιας βωβής σκηνής, ακριβώς μπροστά από το ξενοδοχείο Ράδιον, όπου ο Γιώργος Τσιτσόπουλος κρυβόταν πίσω από ένα αυτοκίνητο, προκειμένου να αποφύγει τη χυμώδη Πόπη Λάζου. Θέλοντας, προφανώς, να δώσει περισσότερη φυσικότητα και κίνηση, ο σκηνοθέτης της ταινίας, Νίκος Τσιφόρος, ζήτησε από δυο νεαρές παριστάμενες, να περάσουν, δήθεν αμέριμνες, μπροστά από τον φακό. Εκείνες, θεώρησαν σκόπιμο να το πράξουν τραγουδώντας. “Σκ… κυρίες μου”, ήταν η οργισμένη αντίδραση. Η σκηνή έπρεπε να ξαναγυριστεί και ο σκηνοθέτης άρχισε να ψάχνει για νέους εθελοντές. Όταν το βλέμμα του καρφώθηκε στη δική μας παρέα (περί τους 5-6 μπόμπιρες), αισθανθήκαμε την ανάσα μας να κόβεται και την καρδιά μας να παίζει ταμπούρλο. “Για ελάτε, εσείς παιδιά. Θα περάσετε από αυτό εδώ το σημείο, αλλά δεν θα βγάλετε τσιμουδιά. Σύμφωνοι;”. Και να θέλαμε, άλλωστε, αδυνατούσαμε από συγκίνηση! Τη φορά αυτή, η σκηνή κλείδωσε. Τρέχοντας πίσω στο ξενοδοχείο, φώναξα στη μητέρα μου θριαμβευτικά: “Έπαιξα στο σινεμά!”. Ήταν η πρώτη δημόσια εμφάνιση της ζωής μου, σε ηλικία εννέα, μόλις, ετών. Τελικά, δεν αξιώθηκα ποτέ να δω τη σκηνή.  Κόπηκε στο μοντάζ…

Την επομένη, ανακατεύτηκα με το πλήθος, που περιέβαλε τους πρωταγωνιστές στην περίφημη σκηνή, όπου ο Νίκος Ρίζος πετάει τραπέζια και καθίσματα στη θάλασσα φωνάζοντας: “Εγώ σήμερα σκίζω Μαρίνες!”. Σήμερα, 58 χρόνια αργότερα, προσπάθησα κατ επανάληψη να εντοπίσω τον εαυτό μου, παγώνοντας το συγκεκριμένο σημείο στο DVD. Ακόμη δεν το έχω καταφέρει.

Κατά τα άλλα, το πρόγραμμα της ημέρας ήταν σταθερό. Περιλάμβανε μαθήματα γαλλικών αμέσως μετά το πρόγευμα (η πιο επαχθής στιγμή), μπάνιο στην πλαζ, μεσημεριανή κατάκλιση (συνήθως την κοπανούσαμε από το δωμάτιο εν αγνοία των μεγάλων και παίζαμε επιτραπέζια στο σαλόνι του ξενοδοχείου), ποδόσφαιρο δίπλα στο ρέμα το απόγευμα, ομαδική προσέλευση στους δυο υπαίθριους κινηματογράφους (Αττική και Ράδιον) το βράδυ, σταυροπόδι στα χαλίκια οσάκις είχε κόσμο. Το ρεπερτόριο περιλάμβανε επιμορφωτικές ταινίες, όπως Ο Γολγοθάς μιας ορφανής, Το Νησί των Γενναίων, Ο λουστράκος κ.ο.κ.. Εναλλακτικά, προσφερόταν πιο πέρα και παράσταση Καραγκιόζη σε μια αυτοσχέδια εγκατάσταση, με έντονη την τσίκνα από τα σουβλάκια και το ψητό καλαμπόκι, προερχόμενη από τον προαύλιο χώρο. Κάποτε, έφτασε στα Καμένα Βούρλα και ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής. Κατέλυσε στο ξενοδοχείο Γαλήνη. Παρά τις απέλπιδες προσπάθειές μας, δεν καταφέραμε να τον δούμε, έστω και από μακριά.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο Κοντός (1961)

“Εγώ σήμερα σκίζω Μαρίνες”

Στις πλαγιές του Καλλίδρομου και της Κνημίδας, τα Καμένα Βούρλα οφείλουν την ονομασία τους στο ακόλουθο περιστατικό: αρχικά, ήταν γνωστά ως «Παλιοχώρι». Κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, στο πλαίσιο μιας τουρκικής επιδρομής, οι κάτοικοι, σύμφωνα με μια παράδοση, αναζήτησαν καταφύγιο σωτηρίας μέσα στα βούρλα (η περιοχή ήταν ελώδης). Όταν πέρασε ο κίνδυνος, έγινε πολύς λόγος για τη σωτηρία τους και πάνω στη συζήτηση κάποιος είπε τη φράση «ας είναι καλά τα καημένα τα βούρλα». Πρώτη επίσημη ονομασία ως «Καϋμένα Βούρλα» συναντάται στο βασιλικό διάταγμα του Γεωργίου Α΄ στις 29 Αυγούστου 1912,Περί αναγνωρίσεως των Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού Φθιώτιδος”.

Οι ιαματικές πηγές έγιναν γνωστές περί το 1926. Ο χημικός Μιχαήλ Περτέσης ανακάλυψε, τότε, τις ευεργετικές, για τον άνθρωπο, θεραπευτικές ιδιότητες των πηγών της ευρυτερης περιοχής (Θερμοπύλες, Καμένα Βούρλα, Υπάτη). Συγκεκριμένα, διαπίστωσε πως η περιεκτικότητα των υδάτων σε ραδόνιο ήταν μοναδική και ανώτερη των περισσοτέρων αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Οι ιαματικές πηγές δημιουργήθηκαν από τις γεωλογικές μεταβολές του Μαλιακού Κόλπου και του ορεινού όγκου Καλλιδρόμου – Κνημίδος, και έγιναν γνωστές λόγω της σπάνιας σύστασής τους σε φυσικά μέταλλα, άλατα και ραδόνιο. Αναβλύζουν στους πρόποδες του βουνού Κνημίς, ανατολικής απόληξης του Καλλιδρόμου, και έχουν διαφορετική θερμοκρασία και ραδιενέργεια. Υπάρχουν οι ραδιενεργές πηγές, μια υδρόθειο-χλωρονατριούχος, μια άλλη σιδηρούχος, τέλος, η καλλυντική πηγή της Αφροδίτης, που περιέχει καλλοειδές θείον. Η θερμοκρασία των πηγών είναι 35 – 36οC και τα νερά τους ενδείκνυνται για πολλές και διάφορες παθήσεις.

Άποψη των Καμένων Βούρλων το 1930.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30,ξεκίνησε η αξιοποίηση των πηγών με την κατασκευή σύγχρονων, για την εποχή, πολυτελών ξενοδοχειακών μονάδων που, εκτός απο την παροχή υπηρεσιών σχετικών με τα ιαματικά λουτρά, προσέφεραν ξενοιαστες και ξεκούραστες διακοπές στους παραθεριστές. Σταδιακά, τα Καμένα Βούρλα απέκτησαν μεγάλη φήμη, προσελκύοντας επώνυμους και ανώνυμους. Μεταπολεμικά, ειδικότερα δε στις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, υπήρξαν προνομιακός τόπος προορισμού των Αθηναίων (και όχι μόνο) για τους θερινούς μήνες.

Ανέγερση των λουτρικών εγκαταστάσεων το 1938.
Γενική άποψη της λουτρόπολης από το όρος Καλλίδρομο, το 1940. Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται το υδροθεραπευτήριο και στο βάθος, τα ξενοδοχεία Θρόνιον και Ράδιον
Θέα από τη θάλασσα στις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Διακρίνονται το ξενοδοχείο Ράδιον και στο δεξιό άκρο της φωτογραφίας το ομώνυμο εστιατόριο (κατεδαφίστηκε την ίδια περίπου εποχή).
Η συνοικία Αττική, στο ΝΑ άκρο του οικισμού.
Μπροστά από το υδροθεραπευτήριο Ασκληπιός.
Η είσοδος από την πλευρά της Αθήνας.
Η κεντρική αρτηρία, στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.
Η ακτή του ΕΟΤ. Στο βάθος, διακρίνεται το τρεχαντήρι Χαράλαμπος, το οποίο απέπλεε καθημερινά με προορισμό την Αιδηψό. Ο διάπλους του Ευβοϊκού διαρκούσε, τότε, περί τις τρείς ώρες!
Το ξενοδοχείο Ράδιον, σήμα κατατεθέν της λουτρόπολης.
Στον περίβολο του ξενοδοχείου Γαλήνη.
Το ξενοδοχειακό συγκρότημα Φλοίσβος, στην έξοδο του οικισμού προς τη Λαμία.
Το ξενοδοχείο Αργώ, στις αρχές της δεκαετίας του ΄60.

Καμένα Βούρλα (1961 – 1962)

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο βασιληάς Idris της Λιβύης, στη Γαλήνη.
O Δημήτρης Μητροπάνος, νέος τραγουδιστής με τους Idols, το καλοκαίρι του 1965 στο κέντρο Corfu. Δίπλα του διακρίνεται ο Ντέμης Ρούσσος.
Η Ρένα Παγκράτη στα Καμένα  Βούρλα.
Το μνημείο του Λεωνίδα, στις γειτονικές Θερμοπύλες.
Το Μοτέλ Λεβέντη, στον Άγιο Κωνσταντίνο.
Mitsis Galini Wellness Spa & Resort. Η εξέλιξη του ξενοδοχείου Γαλήνη, σήμερα.

Το υδροθεραπευτήριο (επάνω) και το ξενοδοχείο Ράδιον (κάτω), σήμερα. Σπαρακτικά κατάλοιπα μιας νοσταλγικής εποχής, που έχει φύγει ανεπιστρεπτί.

TimeTravel – Παλιά Λουτρόπολη των Καμένων Βούρλων


 

Κείμενο – Επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – Επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου: Έναρξη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ

9 Αυγούστου 1974: Η παραίτηση του Richard Nixon από το προεδρικό αξίωμα

Χαράλαμπος Παπασωτηρίου

Έναρξη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ

Το εκπληκτικό με το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ είναι ότι μια μάλλον συνηθισμένη και «μπανάλ» υπόθεση πολιτικής κατασκοπείας οδήγησε στην πτώση ενός από τους πιο ισχυρούς προέδρους των μεταπολεμικών ΗΠΑ. Σε αυτό συνέβαλαν καθοριστικά δύο παράγοντες: Πρώτον, λόγω της μακρόσυρτης εμπλοκής των ΗΠΑ στο Βιετνάμ είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη πολλών Αμερικανών στην πολιτική ηγεσία τους, με αποτέλεσμα να υπάρχει ιδιαίτερα αυξημένη ευαισθησία στην αμερικανική κοινωνία όσον αφορά ζητήματα κατάχρησης εξουσίας. Δεύτερον, με το Ουότεργκεϊτ βγήκαν στη φόρα σοβαρότερες καταχρήσεις εξουσίας στελεχών του Λευκού Οίκου, που είχαν προκύψει μέσα στο νοσηρό κλίμα των διαρροών στον Τύπο από αξιωματούχους που διαφωνούσαν με τη συνεχιζόμενη εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Το σκάνδαλο ξεκίνησε με τη σύλληψη στις 17 Ιουνίου 1972 πέντε ανδρών, που είχαν διαρρήξει τα γραφεία της δημοκρατικής εθνικής επιτροπής (Δημοκρατικό Κόμμα) στο εντυπωσιακό κτιριακό σύμπλεγμα Ουότεργκεϊτ στις όχθες του ποταμού Ποτόμακ στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ, με σκοπό να βάλουν κοριούς και να συλλέξουν άλλες πληροφορίες. Επικεφαλής των πέντε ήταν ο υπεύθυνος ασφάλειας της προεκλογικής εκστρατείας του προέδρου Νίξον.

Το χειρότερο όμως ήταν ότι η αστυνομία βρήκε επάνω στους πέντε στοιχεία που τους συνέδεαν με τους Γκόρντον Λίντι και Χάουαρτντ Χαντ, στελέχη της προεκλογικής εκστρατείας του Νίξον που προηγουμένως είχαν υπηρετήσει στον Λευκό Οίκο. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους στον Λευκό Οίκο οι Λίντι και Χαντ είχαν εμπλακεί σε σοβαρές καταχρήσεις εξουσίας υπό τις εντολές μερικών από τους στενότερους συνεργάτες του προέδρου Νίξον.

Οι δημοσιογράφοι Μπομπ Γούντγουορντ (δεξιά) και Καρλ Μπέρνστιν (εδώ στο γραφείο τους στην εφημερίδα Washington Post, τον Μάιο του 1973) τιμήθηκαν για την αποκάλυψη του σκανδάλου Ουότεργκεϊτ με το βραβείο Πούλιτζερ (ASSOCIATED PRESS).

Η «μονάδα υδραυλικών» του Λευκού Οίκου

Οι καταχρήσεις εξουσίας από στελέχη του Λευκού Οίκου προέκυψαν από την άρνηση του διευθυντή του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ να συνεχίσει παράνομες πρακτικές του παρελθόντος ενάντια στο αντιπολεμικό κίνημα και σε άλλους αντιφρονούντες. Το 1970, ο Χούβερ δήλωσε σε διυπηρεσιακή επιτροπή: «Για πολλά χρόνια ενέκρινα το άνοιγμα της αλληλογραφίας και άλλες παρόμοιες ενέργειες, αλλά όχι τώρα. Γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνο και είναι πιθανό να μας ανακαλύψουν. […] Δεν εναντιώνομαι στο να συνεχίσουμε τις διαρρήξεις και το άνοιγμα της αλληλογραφίας και άλλες παρόμοιες ενέργειες, αρκεί κάποιος ανώτερος από εμένα να τις εγκρίνει. […] Δεν αναλαμβάνω πλέον ο ίδιος την ευθύνη, αν και το έκανα για πολλά χρόνια».

Το κρίσιμο βήμα για την άμεση εμπλοκή του Λευκού Οίκου σε παράνομες δραστηριότητες, μετά την άρνηση του Χούβερ να τις αναλάβει ο ίδιος, έγινε ύστερα από τη μαζική διαρροή στους New York Times τον Ιούνιο του 1971 των λεγόμενων «Εγγράφων του Πενταγώνου», μιας μεγάλης μελέτης του υπουργείου Αμυνας για την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ που περιείχε χιλιάδες απόρρητα έγγραφα. Ο Νίξον διέταξε τη δημιουργία άτυπης «μονάδας υδραυλικών» στο επιτελείο του Λευκού Οίκου με σκοπό την καταπολέμηση των διαρροών απόρρητων πληροφοριών στον Τύπο, με επικεφαλής τους Λίντι και Χαντ. Μία από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν, με εντολή του συμβούλου Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν, ενός από τους στενότερους συνεργάτες του Νίξον, να διαρρήξουν το γραφείο του ψυχιάτρου του πρώην αξιωματούχου που είχε διαρρεύσει τα «Εγγραφα του Πενταγώνου», ελπίζοντας να βρουν στοιχεία για τον δημόσιο κλονισμό της αξιοπιστίας του.

Επομένως, η σύλληψη των Λίντι και Χαντ λόγω της διάρρηξης από τους πέντε συνεργάτες τους στο Ουότεργκεϊτ απειλούσε να οδηγήσει στην αποκάλυψη αυτής της προγενέστερης παράνομης ενέργειας, στην οποία εμπλεκόταν ένας ιδιαίτερα στενός σύμβουλος του Νίξον.

Ως εκ τούτου, ο Νίξον, ο σύμβουλος Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν, ο επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν και ο συνήγορος του προέδρου Τζον Ντιν προσπάθησαν να περιορίσουν τη ζημιά συγκαλύπτοντας την πλευρά του εγκλήματος που αφορούσε τους ηθικούς αυτουργούς, δηλαδή τον επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας και πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Τζον Μίτσελ και άλλα ηγετικά στελέχη της προεκλογικής οργάνωσης. Αλλωστε, δεν είχαν άλλη επιλογή από τη συγκάλυψη, καθώς η αποκάλυψη των ηθικών αυτουργών θα οδηγούσε τις διωκτικές αρχές στις προγενέστερες παρανομίες της «μονάδας των υδραυλικών» μέσα από τον ίδιο τον Λευκό Οίκο. Οι πολιτικά φυσιολογικές ενέργειες συγκάλυψης όμως συνιστούσαν ποινικά κολάσιμα αδικήματα –εξαγορά μαρτύρων, παρεμπόδιση της Δικαιοσύνης– που αποτέλεσαν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της προεδρίας Νίξον.

Το κτίριο Ουότεργκεϊτ στις όχθες του ποταμού Ποτόμακ, στο οποίο στεγάζονταν τα γραφεία του Δημοκρατικού Κόμματος στην Ουάσιγκτον (ASSOCIATED PRESS).

Η δημοσιογραφική έρευνα και το «βαθύ λαρύγγι»

Με την παροχή πλουσιοπάροχης χρηματικής υποστήριξης στους επτά κατηγορουμένους από το μυστικό κονδύλιο για το Ουότεργκεϊτ που έστησε ο Νίξον και οι συνεργάτες του, το σκάνδαλο καταλάγιασε μερικές εβδομάδες μετά τη σύλληψη των διαρρηκτών. Παρέμεινε ωστόσο στην επικαιρότητα στις σελίδες της Washington Post λόγω του ρεπορτάζ των δημοσιογράφων Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνστιν, με τον πρώτο να καθοδηγείται από έναν αξιωματούχο τον οποίο στο βιβλίο τους «All the President’s Men» ονόμασε «βαθύ λαρύγγι». Ο αξιωματούχος αυτός οδήγησε τους δύο δημοσιογράφους σε έρευνες για την αποκάλυψη των πηγών του μυστικού κονδυλίου για το Ουότεργκεϊτ («Follow the money»).

Για δεκαετίες η ταυτότητα του «βαθιού λαρυγγιού» παρέμεινε μυστική, καθώς ο Γούντγουορντ αρνήθηκε να την αποκαλύψει, επικαλούμενος το δημοσιογραφικό απόρρητο. Πολλοί πανεπιστημιακοί και άλλοι ερευνητές αφιέρωσαν χρόνια σε άκαρπες προσπάθειες να λύσουν τον γρίφο. Το 2005, ο Μαρκ Φελτ, υποδιοικητής του FBI το διάστημα 1972-1973, αποκάλυψε ότι αυτός ήταν το «βαθύ λαρύγγι». Οταν πέθανε ο θρυλικός διευθυντής του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ, τον Μάιο 1972, έπειτα από περίπου μισό αιώνα στο πόστο αυτό, οι ανώτεροι συνεργάτες του, συμπεριλαμβανομένου του Μαρκ Φελτ, ήλπιζαν ένας τους να τον αντικαταστήσει. Αντ’ αυτών, ο Νίξον διόρισε ως νέο διοικητή του FBI τον Πάτρικ Γκρέι, που δεν προερχόταν από το FBI, προκαλώντας την μήνιν του Μαρκ Φελτ.

Πιο πρόσφατα αποκαλύφθηκε ότι ο επιτελάρχης του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν είχε ενημερώσει τον Νίξον στις 19 Οκτωβρίου 1972 ότι ο Μαρκ Φελτ διέρρεε πληροφορίες στον Τύπο. Ο Νίξον δεν τόλμησε να κινηθεί ενάντια στον Φελτ, φοβούμενος μην προβεί σε χειρότερες αποκαλύψεις.

Το σκάνδαλο Ουότεργκεϊτ απέκτησε απότομα νέα δυναμική τον Απρίλιο 1973, όταν οι προσπάθειες συγκάλυψης των ηθικών αυτουργών της διάρρηξης κατέρρευσαν. Ο Τύπος και το Κογκρέσο στράφηκαν στη συνέχεια στην ίδια τη συγκάλυψη, που ενέπλεκε άμεσα κορυφαία στελέχη του Λευκού Οίκου. Στις 30 Απριλίου, ο Νίξον αναγκάσθηκε να απολύσει τον επιτελάρχη του Λευκού Οίκου Μπομπ Χάλντεμαν, τον σύμβουλο Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν και τον συνήγορό του Τζον Ντιν.

Αριστερά: Ο συνήγορος του προέδρου Νίξον, Τζον Ντιν καταθέτει στην Επιτροπή της Γερουσίας (ASSOCIATED PRESS). Δεξιά: Ο σύμβουλος Εσωτερικής Πολιτικής Τζον Ερλιχμαν καταθέτει στην Επιτροπή της Γερουσίας (ASSOCIATED PRESS).

 Ο Νίξον αρνείται να δώσει τις μαγνητοταινίες

Ακολούθησε η διαφοροποίηση του Τζον Ντιν από τους υπόλοιπους εμπλεκομένους στη συγκάλυψη. Ο Ντιν είχε βάσιμες υποψίες ότι οι υπόλοιποι θα επιδίωκαν να του φορτώσουν όλη την ευθύνη για τη συγκάλυψη. Για να μην καταλήξει αποδιοπομπαίος τράγος, αποφάσισε να συνεργαστεί με τη δικαιοσύνη και την εξεταστική επιτροπή της Γερουσίας. Μεταξύ άλλων, ο Ντιν κατέθεσε στη Γερουσία τον Ιούνιο του 1973 ότι είχε κατ’ επανάληψιν συζητήσει με τον Νίξον τις μεθόδους της συγκάλυψης, συμπεριλαμβανομένης της πλουσιοπάροχης χρηματοδότησης ενός από τα δύο πρώην στελέχη της «μονάδας των υδραυλικών» που είχαν οργανώσει τη διάρρηξη (εξαγορά μαρτύρων).

Καθώς ο Νίξον αρνήθηκε την κατηγορία, το όλο ζήτημα αφορούσε πλέον την αξιοπιστία του προέδρου έναντι της αξιοπιστίας ενός πρώην συμβούλου του. Αν και βαριά τραυματισμένος από τις αποκαλύψεις και τις ποινικές διώξεις που ασκήθηκαν κατά των πρώην συνεργατών του, ο Νίξον είχε κάποιες ελπίδες να διασώσει την προεδρία του έστω και αποδυναμωμένη, εφόσον δεν προέκυπτε κάποιο ακλόνητο στοιχείο, πέρα από την κατάθεση του Ντιν, που να τον ενοχοποιεί ποινικά.

Τον Ιούλιο του 1973, ένας άλλος συνεργάτης του Νίξον ρωτήθηκε αν ο πρόεδρος μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες του στα γραφεία του. «Ηλπιζα να μου κάνατε αυτή την ερώτηση», απάντησε ο αξιωματούχος και αποκάλυψε ότι όντως ο Νίξον, από τις αρχές του 1971, μαγνητοφωνούσε τις συνομιλίες στα γραφεία του. Επομένως, υπήρχε τρόπος να διαπιστωθεί αν ο Ντιν είχε πει την αλήθεια για τις συνομιλίες του με τον Νίξον για τη συγκάλυψη. Καθώς ο Νίξον αρνήθηκε να παραδώσει τις μαγνητοταινίες των σχετικών συνομιλιών επικαλούμενος το απόρρητό τους, το ζήτημα κατέληξε για το επόμενο δωδεκάμηνο στη δικαιοσύνη. Τώρα, η υπόθεση θα λάμβανε δραματική τροπή.

Ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Πηγή: Καθημερινή – έντυπη έκδοση