Skip to main content

Νίκος Τόμπρος: Πολιτικά μέτρα με θρησκευτικούς αποδέκτες. Ο μοναχισμός στο οθωνικό βασίλειο

Νίκος Τόμπρος

Πολιτικά μέτρα με θρησκευτικούς αποδέκτες. Ο μοναχισμός στο οθωνικό βασίλειο

 

Στις αρχές του 1833 η Εκκλησία και o μοναχισμός του νότιου ελλαδικού χώρου είχαν περιέλθει σε αποσύνθεση, καθώς η ελληνική Επανάσταση είχε πλήξει ποικιλότροπα τους προαναφερθέντες θεσμούς. Όσο για την εκκλησιαστική ιεραρχία της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, αυτή είχε αποκοπεί από τα παραδοσιακά της στηρίγματα: την οθωμανική εξουσία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η επιθυμία του ανώτερου -κυρίως- κλήρου να απαλλαγεί η ελληνική Εκκλησία από τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου δεν ήταν κάτι καινούργιο. Είχε πρωτεκφραστεί κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού Αγώνα και συνεχίστηκε επί Καποδίστρια. Σε αυτή προφανώς τη θέση βασίστηκε η Αντιβασιλεία, προκειμένου να λάβει μέτρα για την Εκκλησία και τον μοναστικό θεσμό. Το νεοσύστατο κράτος χρειαζόταν -βάσει αντιλήψεων της εποχής- μια εθνική Εκκλησία και μια νέα σχέση Πολιτείας και Εκκλησίας. Υπό αυτό λοιπόν το πρίσμα ερμηνεύονται, σε μεγάλο βαθμό, τα πολιτικά μέτρα που ελήφθησαν την εξεταζόμενη χρονική περίοδο για τους ανωτέρω θεσμούς με τα οποία η Πολιτεία επεδίωξε -σύμφωνα με τον Ν. Διαμαντούρο- να τους μετατρέψει σε έναν «από τους διάφορους κοινωνικούς θεσμούς που λειτουργούσαν στο πλαίσιο του κράτους και όπου το κράτος θα μπορούσε να υποκαταστήσει τη θρησκεία με την κοσμική ιδεολογία ως την επικρατούσα δύναμη στην καθημερινή ζωή του πληθυσμού του»[1].

Τη δυσμενή κατάσταση στον εκκλησιαστικό χώρο επέτειναν οι επίσκοποι και οι μοναχοί που προσέρχονταν στο ελεύθερο βασίλειο από τις διάφορες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι πρόσφυγες αυτοί έπεφταν συχνά θύματα των δημαγωγών, που τους προσέφεραν εκκλησιαστικά αξιώματα με αντάλλαγμα την υποταγή τους[2]. Η παρουσία τους όμως στο βασίλειο υπονόμευε την ανεξαρτησία των γηγενών ιεραρχών, οι οποίοι με τη σειρά τους αναγκάζονταν να αποταθούν στην κοσμική εξουσία, επιζητώντας την εύνοιά της, για να προστατεύσουν τα αξιώματα που έως τότε κατείχαν. Αλληλοσυγκρουόμενα τέλος οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα, αλλά και αποκλίνουσες τοπικές υποχρεώσεις εμπόδιζαν τον ανώτερο κλήρο να δράσει ως συγκροτημένο και συμπαγές σώμα[3]. Αυτή ακριβώς την κατάσταση είχε να αντιμετωπίσει η Αντιβασιλεία (1833-1835), όταν ανέλαβε το έργο της στο νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο[4].

Peter von Hess, Einzug König Ottos von Griechenland in Nauplia, 1835, München, Neue Pinakothek.

Όσον αφορά τον μοναχισμό, αρκετές από τις πολιτικές αντιλήψεις στο ελληνικό βασίλειο θεωρούσαν τον θεσμό σε παρακμή. Κάποιες μάλιστα εξ αυτών τον χαρακτήριζαν ξεπερασμένο και αναχρονιστικό[5]. Το βέβαιο πάντως είναι ότι ο μοναστικός θεσμός χρειαζόταν πολιτική και εκκλησιαστική στήριξη, αφού αρκετές μονές είχαν ερημωθεί, είχαν καταστραφεί, ή είχαν απολέσει μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού τους. Οι περισσότερες μάλιστα εξ αυτών διέθεταν ελάχιστους μοναστές, που δεν ξεπερνούσαν τους τρεις. Εντούτοις για ορισμένους η αριθμητική μείωση των μοναχών δεν σχετιζόταν μόνο με τον θάνατο πολλών εξ αυτών στα πεδία των μαχών, αλλά και με το ότι η Επανάσταση -με την πρόκληση για περιπέτεια, τις ευκαιρίες που προσέφερε για πλουτισμό, την αποτίναξη των παραδοσιακών περιορισμών- ενεθάρρυνε την έξοδο μοναστών από τις μονές[6].

 

Μοναστηριακά μέτρα

Με την επιλογή των μελών της Αντιβασιλείας καθορίστηκαν και οι αρμοδιότητες του καθενός. Ο G. Maurer  επιφορτίστηκε με την οργάνωση της Δικαιοσύνης, της Παιδείας και της Εκκλησίας. Επρόκειτο για έναν γερμανικής καταγωγής προτεστάντη με νομική κατάρτιση, που απέκτησε στη Γαλλία του Ναπολέοντα. Συνεπώς το βασικό οργανωτικό έργο στους προαναφερθέντες τομείς -την περίοδο 1833-1834- έφερε αποκλειστικά τη δική του σφραγίδα. Ο Maurer παρουσίασε τις απόψεις του για την Εκκλησία και τον μοναχισμό σε πόνημα που εξέδωσε ύστερα από την αποχώρησή του από την Ελλάδα (1835)[7]. Σε αυτό ανέφερε ότι, όταν ήρθε στον ελλαδικό χώρο, όλα ήταν διαλυμένα και γι’ αυτό έπρεπε να επιβάλλει τάξη σε μια κατάσταση που ήταν συνώνυμη του χάους. Οι κληρικοί -κατ’ αυτόν- ήσαν «διεφθαρμένοι και πάμπτωχοι», ενώ για τις σχέσεις της αυτοκέφαλης ελλαδικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο υποστήριζε ότι η πρώτη όφειλε να είναι ανεξάρτητη από έναν Πατριάρχη που ήταν διορισμένος από τον Σουλτάνο[8]. Διέβλεπε και έναν δεύτερο κίνδυνο για το ελληνικό βασίλειο προερχόμενο από τη ρωσική πλευρά. Εξέφραζε την άποψη ότι, εξαιτίας των επεκτατικών βλέψεων του Τσάρου κατά των Οθωμανών, η Ρωσία μπορούσε να χρησιμοποιήσει τους ορθοδόξους πληθυσμούς των Βαλκανίων, για την επίτευξη των σκοπών της. Επειδή μάλιστα αρκετοί από τους Έλληνες κληρικούς και μοναχούς ήσαν αφοσιωμένοι στην ομόδοξη Ρωσία, πίστευε ότι ήσαν πρόθυμοι να στηρίξουν τις όποιες ρωσικές φιλοδοξίες στην περιοχή. Ο αντιβασιλέας τέλος ισχυριζόταν ότι ο Τσάρος μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον διορισμό του Πατριάρχη, για να ελέγχει την ελληνική Εκκλησία. Συνεπώς ο μόνος τρόπος να αποφευχθούν τα ανωτέρω, ήταν να δημιουργηθεί μια ανεξάρτητη από την Κωνσταντινούπολη Σύνοδος[9].

Αγνώστου, Georg Ludwig von Maurer, c. 1860, München, Bayerische Akademie der Wissenschaften.
Διονυσίου Τσώκου, Θεόκλητος Φαρμακίδης, Βουλή των Ελλήνων. Ο Φαρμακίδης, διδάσκαλος του Γένους, λόγιος κληρικός, υπήρξε στενός συνεργάτης του Maurer για εκκλησιαστικά ζητήματα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο G. Maurer εξελάμβανε την Εκκλησία ως δημόσια υπηρεσία, όπως όλες οι υπόλοιπες, υφισταμένη του κράτους. Η συγκεκριμένη αντίληψη είχε διαμορφωθεί από την κατάσταση που επικρατούσε στη Βαυαρία, στην οποία η κοσμική εξουσία κυριαρχούσε στην καθολική και την προτεσταντική Εκκλησία[10]. Ο τρόπος με τον οποίο επρόκειτο να ρυθμίσει τις εκκλησιαστικές και τις μοναστηριακές υποθέσεις διαφαίνεται σε βασιλικό διάταγμα (3.4.1833) στο οποίο οι εν λόγω θεσμοί περιέρχονταν στον άμεσο έλεγχο της Πολιτείας[11]. Ο αντιβασιλέας γνώριζε όμως ότι, για να έχουν νομιμότητα οι ενέργειές του, όφειλε -έστω και τυπικά- να διαθέτει την έγκριση των ιεραρχών. Με αυτό το σκεπτικό συνεκάλεσε σύνοδο αρχιερέων στο Ναύπλιο (15–26.7.1833), στην οποία παρουσίασε τις κυβερνητικές θέσεις[12]. Απότοκος της συνόδου αυτής υπήρξε η Διακήρυξις περί της Ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας με την οποία μπορούσε πλέον να αλλαχθεί ολόκληρη η δομή της ελλαδικής Εκκλησίας.

Η τελική διευθέτηση των εκκλησιαστικών και μοναστηριακών υποθέσεων περιελάμβανε τρία βασικά ζητήματα: α) την εγκαθίδρυση αυτοκέφαλης Εκκλησίας, β) τη δημιουργία καισαροπαπικού συστήματος, γ) τη μερική διάλυση των μονών της ελληνικής επικράτειας. Τα δύο πρώτα ενσωματώθηκαν στο διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1833[13], σύμφωνα με το οποίο η Εκκλησία του ελληνικού βασιλείου κήρυττε την ανεξαρτησία της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τμήμα του οποίου αποτελούσε έως την έναρξη της Επανάστασης. Επισημοποιείτο έτσι ένας de facto διαχωρισμός, που είχε επιβληθεί δώδεκα χρόνια πρωτύτερα, όταν ο Πατριάρχης υποκύπτοντας στις πιέσεις της οθωμανικής εξουσίας είχε αποκηρύξει τους επαναστατημένους Έλληνες[14].

Παρακάμπτοντας τις προαναφερθείσες πολιτικές ενέργειες, στρέφουμε το ενδιαφέρον μας στα μέτρα εκείνα που σχετίζονταν αποκλειστικά με τον μοναστικό θεσμό, τα οποία τον έπληξαν -σύμφωνα με τους επικριτές τους- άμεσα[15]. Το τρίτο λοιπόν ζήτημα διευθετήθηκε αργότερα σε τρεις φάσεις, με αντίστοιχα διατάγματα. Η Αντιβασιλεία, έχοντας εξασφαλίσει τα μέσα ελέγχου της Εκκλησίας, έθεσε στο επίκεντρό της τις μονές του βασιλείου. Το πρώτο βασιλικό διάταγμα, που αφορούσε τις ανδρικές μονές της ελληνικής επικράτειας, εκδόθηκε στις 7.10.1833[16]. Εντύπωση προκαλεί ότι το κείμενό του -με τον παραπλανητικό τίτλο περί φορολογίας και μισθώσεως των μοναστηριακών– δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το γεγονός αιτιολογείται από την προσπάθεια της Αντιβασιλείας να μην προκαλέσει το δημόσιο αίσθημα με τη δημοσιοποίηση ενός τόσο αντιλαϊκού μέτρου. Ο Maurer φοβόταν άλλωστε ενδεχόμενες εξεγέρσεις, τις οποίες τελικά και δεν απέφυγε (Απρίλιος 1834)[17]. Ας επισημανθεί επίσης ότι η κυβέρνηση δεν έλαβε υπόψη της για τη σύνταξη του συγκεκριμένου διατάγματος τις σχετικές προτάσεις της Συνόδου, που έκαναν λόγο για διάλυση μονών με έως τρεις εγκαταβιούντες[18], αφού κήρυξε διαλυτέες όσες είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς. Το διάταγμα ανέθετε τη διοίκηση των μοναστηριακών κτημάτων στην Πολιτεία, η οποία στερούσε πλέον από τους ιεράρχες μια από τις αρμοδιότητες που τους παρείχαν οι εκκλησιαστικοί κανόνες[19]. Όσο για τη φορολόγηση των διατηρούμενων μονών, αυτή περιερχόταν στην τοπική αυτοδιοίκηση και την κεντρική εξουσία.

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, φύλλο της 1ης Ιανουαρίου 1834 στα ελληνικά και στα γερμανικά.

Ύστερα από τις σχετικές οδηγίες του Κ. Σχινά, Γραμματέα των Εκκλησιαστικών, το διάταγμα τέθηκε σε ισχύ στις αρχές του 1834. Ο Χρυσ. Παπαδόπουλος σημειώνει ότι πολλοί υπήρξαν οι μοναχοί που λόγω του συγκεκριμένου πολιτειακού κειμένου κατελήφθησαν από φόβο και εγκατέλειψαν τις μονές τους. Επιπρόσθετα οι δόκιμοι, καθώς και όσοι είχαν απλή χειροθεσία ή ήσαν μικρότεροι των 25 ετών, εξαιρέθηκαν -βάσει του διατάγματος- από τον κατάλογο των μοναχών. Αρκετοί τέλος ηγούμενοι, θεωρώντας την καταγραφή των μοναχών υποκινούμενη από φορολογικά αίτια, απέκρυψαν τον πραγματικό αριθμό των εγκαταβιούντων στις μονές τους. Αποτέλεσμα των προαναφερθέντων ήταν να αυξηθούν οι μονές με λιγότερους των έξι μοναχών και συνεπώς να διαλυθούν[20].

Κωνσταντίνος Σχινάς.

Συγχρόνως η Γραμματεία των Εκκλησιαστικών ζήτησε από τη Σύνοδο στοιχεία για μοναστηριακά συγκροτήματα στα οποία διέμεναν μοναχοί και μοναχές (22.1.1834). Οι επιχώριοι επίσκοποι όφειλαν, όπου συνέβαινε αυτό, να διατάξουν τη μετάβαση των μοναζουσών σε γυναικείες μονές -άνω των 25 προσώπων- και την εκεί παραμονή τους. Στην ανταπάντησή της η Σύνοδος τόνισε ότι έκανε «προς τον σκοπόν της ηθικής βελτιώσεως» ανάλογες υποδείξεις (30.1.1834)[21]. Επιπρόσθετα υπέβαλλε στη Γραμματεία προτάσεις για τις γυναικείες μονές της επικράτειας που έπρεπε να διατηρηθούν. Συγκεκριμένα πρότεινε να καταργηθούν όλες οι μονές εκτός από μία σε κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα (Πελοπόννησο, Στ. Ελλάδα, νησιά). Στην περίπτωση που οι τρεις δεν επαρκούσαν, θα προσετίθετο μία τέταρτη ή και μία πέμπτη. Τα κτήματα όλων των γυναικείων μονών θα περιέρχονταν στο Εκκλησιαστικόν Ταμείον, εκτός από 4 έως 6 στρέμματα ανά μονή, τα οποία θα χρησιμοποιούνταν από τις μοναχές για φυτοκομία. Όσες μονάστριες ήσαν κάτω των 40 ετών μπορούσαν να εγκαταλείψουν τον μοναχισμό και να επιστρέψουν ακατακρίτως στον κοσμικό βίο. Οι άνω των 40 υποχρεούνταν να μεταβούν σε όποια από τις διατηρούμενες μονές επιθυμούσαν. Οι ανωτέρω προτάσεις απετέλεσαν το έναυσμα για την έκδοση του διατάγματος -από τη Γραμματεία των Εκκλησιαστικών– για τη διάλυση των γυναικείων μονών (25.2.1834)[22]. Το διάταγμα διαχώριζε τη διοίκηση των γυναικείων μονών σε πνευματική και κοσμική. Την πρώτη ανελάμβανε ο επιχώριος επίσκοπος, ενώ τη δεύτερη ο νομάρχης. Όσο για την οικονομική διαχείρισή τους, αυτή ανετίθετο σε κρατικό υπάλληλο, τον Οικονόμο[23]. Το προαναφερθέν πολιτειακό έγγραφο μετέβαλε ουσιαστικά τις γυναικείες μονές σε λαϊκά ιδρύματα, στα οποία θα περιθάλπονταν φτωχοί, ασθενείς και παράφρονες και υποχρέωνε τις μονάστριες να μορφώνουν άπορα κορίτσια.

Στα δύο ανωτέρω διατάγματα προστέθηκε σύντομα και ένα τρίτο (26.4.1834), με το οποίο ολοκληρώθηκαν τα μέτρα της Αντιβασιλείας για τον μοναχισμό. Σύμφωνα με αυτό, οι κάτοχοι όλων των ιδιωτικών μονών και ναών του ελληνικού βασιλείου, που μπορούσαν να αποδείξουν με τίτλους ιδιοκτησίας την κυριότητά τους, θα συνέχιζαν να τα κατέχουν ανενόχλητα. Αντίθετα, για όσα περιουσιακά στοιχεία δεν υπήρχαν τα σχετικά έγγραφα από τους κτήτορες των μονών ή τους απογόνους τους και είχαν αφιερωθεί από τρίτους, αυτά θα περιέρχονταν στο Εκκλησιαστικό Ταμείο. Έκτοτε απαγορεύτηκε η οποιασδήποτε μορφής αφιέρωση σε ιδιόκτητους ναούς και μοναστηριακά συγκροτήματα. Όσες τέλος από τις ιδιωτικές μονές διατηρούνταν θα λειτουργούσαν μόνο ως ιδιωτικά ευκτήρια και ησυχαστήρια των ιδιοκτητών τους[24].                                                                     

Χάρτης της Ελλάδας, 1835.

Έκνομη δράση, αντίδραση, αιτιολόγηση

Η καταγραφή και δήμευση της μοναστηριακής περιουσίας άρχισε ύστερα από την κοινοποίηση των διαταγμάτων και των σχετικών οδηγιών της Γραμματείας των Εκκλησιαστικών. Η εκτέλεσή τους ανατέθηκε σε κυβερνητικά όργανα (νομάρχες, εφόρους, επάρχους) που χρησιμοποίησαν μεθόδους, οι οποίες δεν προβλέπονταν ούτε από την Ιερά Σύνοδο, ούτε από την Πολιτεία. Αρκετές βιβλιογραφικές αναφορές περιγράφουν τις ενέργειες αυτές των κρατικών υπαλλήλων με τα μελανότερα χρώματα[25]. Συγχρόνως σημειώνονται περιπτώσεις στις οποίες μοναχοί και κυρίως μοναχές εκδιώχθηκαν με τη βία από τις μονές τους[26]. Τα κινητά περιουσιακά στοιχεία των διαλυμένων μονών, αφού συγκεντρώνονταν και καταγράφονταν, δημοπρατούνταν. Δεν έλειψαν πάντως -κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης διαδικασίας- συμβάντα παρακράτησης και οικειοποίησης ιερών σκευών από κρατικούς υπαλλήλους ή μετατροπής τους σε χρηστικά σκεύη[27]. Ενέργειες δηλαδή που προκαλούσαν το λαϊκό αίσθημα[28]. Ωστόσο ο υπερβάλλων ζήλος που επέδειξαν ορισμένοι κρατικοί υπάλληλοι κατά την εφαρμογή των διαταγμάτων, φτάνοντας ακόμη και σε ανομικές συμπεριφορές, δημιουργεί ερωτηματικά για το κατά πόσο οι συμπεριφορές αυτές υποκινούνταν από μίσος προς τους μοναχούς, από προσωπικά οικονομικά οφέλη, ή από επίδειξη «καλής διαγωγής» προς τους ανωτέρους τους και ευπείθειας στις κυβερνητικές εντολές.

Ας επισημανθεί πάντως ότι και η μετεγκατάσταση μοναχών από τις διαλυθείσες προς τις διατηρούμενες μονές δεν υπήρξε πάντοτε μια ανέφελη και εύκολη υπόθεση, καθώς οι μοναχοί που αναγκάσθηκαν να «μετακομίσουν» συνάντησαν την απροθυμία, ακόμα και την έντονη αντίδραση των ηγουμένων και των μοναστών στα διατηρούμενα μοναστηριακά συγκροτήματα. Συνέπεια αυτών των αντιδράσεων ήταν ακόμη και η πρόκληση επεισοδίων. Ενόψει μάλιστα αυτής της κατάστασης η Ι. Σύνοδος εξέδωσε εγκύκλιο προς τους επισκόπους (16.7.1835) με την οποία στηλίτευε τέτοιες συμπεριφορές[29].

Η απαλλοτρίωση της μοναστηριακής περιουσίας και η εκποίησή της σε ιδιώτες, επειδή πραγματοποιήθηκε από την περιφερειακή διοίκηση χωρίς σχεδιασμό και συχνά βίαια, ήταν λογικό να προκαλέσει έντονα τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Οι πιστοί αντιδρούσαν στις πωλήσεις των μοναστηριακών αντικειμένων όχι μόνο γιατί τις θεωρούσαν ανίερες, αλλά και διότι σε αρκετές περιπτώσεις τις δημοπρατήσεις χαρακτήριζε καταφανής ανεντιμότητα. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης κατέκρινε τις συγκεκριμένες ενέργειες και εξέφραζε τη συμπάθειά του στους μοναχούς, τους οποίους σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις είχε επικρίνει [30]. Πιθανότατα τις αντιδράσεις των πιστών υποκινούσαν οι μοναχοί των διατηρούμενων μονών που έβλεπαν την πολιτική εξουσία όχι μόνο να οικειοποιείται τα περιουσιακά τους στοιχεία, αλλά και να αντιμετωπίζει τον θεσμό ως κρατική υπηρεσία και μάλιστα απαλλαγμένη από τη θρησκευτική της υπόσταση. Από την άλλη πλευρά ο Finlay, που συμφωνούσε με τα μοναστηριακά μέτρα της Πολιτείας, απέδιδε τη λαϊκή δυσαρέσκεια εν μέρει στη μέθοδο συλλογής των φόρων, επειδή κατά τη γνώμη του οι ενοικιαστές τους ήσαν αυστηρότεροι από τους μοναχούς[31]. Πολιτικά πάντως η διάλυση των μονών και η δήμευση της περιουσίας τους συνετέλεσε ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον παράγοντα στη μείωση του κύρους της Αντιβασιλείας[32]. Από οικονομική άποψη οι συγκεκριμένες ενέργειες δεν βελτίωσαν το εκπαιδευτικό σύστημα, ούτε συνέδραμαν τον κατώτερο κλήρο του βασιλείου, επειδή το ετήσιο εισόδημα του νέου δημόσιου Ταμείου, που είχε δημιουργηθεί για την κάλυψη αυτών των αναγκών, δεν μπορούσε να ικανοποιήσει ούτε τις μισές.

Η εξομολόγηση.

Στις αντιδράσεις που προκάλεσαν οι εκκλησιαστικές και μοναστηριακές ενέργειες της Πολιτείας φαίνεται ότι ήταν αναμεμειγμένη και η ρωσική διπλωματία. Ο Χρόνος -φιλοκαποδιστριακή εφημερίδα- ενεθάρρυνε την αντίσταση στα επικείμενα μέτρα. Από την άλλη πλευρά η εφημερίδα Αθηνά πρότεινε να δοθεί στη συνέλευση του Ναυπλίου (15-26.7.1833) πλήρης δημοσιότητα των συζητήσεών της. Η πρόταση αυτή έβρισκε αντίθετο τον Μaurer, που φοβόταν την πρόκληση αναταραχών από τη δημοσιοποίηση ενός τόσο εκρηκτικού θέματος[33]. Οι δυσαρέσκειες πάντως για τα μοναστηριακά δεν σταμάτησαν -ακόμα και όταν με β. διάταγμα (21.7.1834) ο Μaurer παύθηκε από το αξίωμα του αντιβασιλέα και αποχώρησε από την Ελλάδα[34]– με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν ένοπλες εξεγέρσεις σε Μάνη και Μεσσηνία (άνοιξη – καλοκαίρι 1834)[35].

 

Ποσοτικοποιώντας τον θεσμό

Τα αριθμητικά δεδομένα του μοναστικού θεσμού και η ανάλυσή τους σκιαγραφούν τη δυναμική των κυβερνητικών αποφάσεων σε μονές και μοναχούς προ και μετά την έκδοση των διαταγμάτων. Επιπλέον αποτυπώνουν την επιρροή του εξεταζόμενου θεσμού στους πλησιόχωρους προς τις μονές πληθυσμούς, την ικανότητά του να ανανεώνεται, προσελκύοντας νέα μέλη, τους λόγους που ώθησαν τα πρόσωπα[36] να επιλέξουν τη μία ή την άλλη μονή, τα προβλήματα και τις δυσκολίες που ο μοναχισμός αντιμετώπισε στο νεοσύστατο κράτος -τις οποίες έπρεπε να ξεπεράσει, για να συνεχίσει τη μακραίωνη πορεία του-, την αντιμετώπιση του θεσμού και των φορέων του από την εκάστοτε πολιτική εξουσία κ.λπ. Υπό αυτό λοιπόν το πρίσμα η δημογραφική «περιέργεια» αποκτά ποικίλες διαστάσεις.

Παρά την υπάρχουσα πληθώρα βιβλιογραφικών αναφορών για τα ποσοτικά στοιχεία της ενότητας[37], δεν υπάρχει ταύτιση μεταξύ των πηγών. Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό επιχειρείται ο προσδιορισμός των αριθμητικών δεδομένων του μοναχισμού. Την προσοχή μας προσελκύουν πρωτίστως τα διαλυμένα και τα διατηρούμενα μοναστηριακά συγκροτήματα του πλαισίου. Ένας από τους πρώτους ερευνητές που ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο θέμα υπήρξε ο Κ. Δυοβουνιώτης, ο οποίος αναφέρει ότι στον νότιο ελλαδικό χώρο υπήρχαν -πριν την ίδρυση του βασιλείου- 524 ανδρικά και 18 γυναικεία μοναστηριακά συγκροτήματα[38]. Από αυτά (542) τα 394 διαλύθηκαν (378 ανδρικά και 16 γυναικεία) και διατηρήθηκαν τα 148 (146 και 2 αντίστοιχα). Την ίδια σχεδόν εικόνα -με μικρές αποκλίσεις- παρουσιάζει ο J. Petropulos. Τα μοναστηριακά συγκροτήματα -κατ’ αυτόν- ήταν 524 μονές, εκ των οποίων διατηρήθηκαν τα 146. Όσον αφορά τα διατηρούμενα, τα 83 συνέχισαν να λειτουργούν, επειδή πληρούσαν τον όρο του σχετικού διατάγματος για τον ελάχιστο αριθμό των 6 μοναστών, και τα 63, επειδή βρίσκονταν στη Μάνη. Η Αντιβασιλεία δεν εφάρμοσε άμεσα τα σχετικά διατάγματα στη συγκεκριμένη περιοχή, γιατί φοβόταν το ενδεχόμενο εξέγερσης εξαιτίας της γενικότερης δυσαρέσκειας από τα εκκλησιαστικά μέτρα της κυβέρνησης[39]. Μοναστηριακά δεδομένα για την εξεταζόμενη περίοδο μάς παρέχει και ο G. Finlay. Οι μονές για τον Άγγλο ιστορικό -προ του 1833- ήταν 560 (542 ανδρικές και 18 γυναικείες). Από αυτές διαλύθηκαν έως τα 1835 οι 412 (396 ανδρικές και 16 γυναικείες) και συνέχισαν να λειτουργούν 148 (146 και 2 αντίστοιχα)[40].

Αρκετά μικρότερο αριθμό μονών καταγράφει ο Maurer, ο οποίος κάνει λόγο για 400 ανδρικές και για 30 με 40 γυναικείες. Από το σύνολο αυτό (430/440 μονές) διατηρήθηκαν οι 82 και έπαυσαν να λειτουργούν οι 348/358. Ωστόσο ο αντιβασιλέας δεν διευκρινίζει, αν στις 82 διατηρούμενες συμπεριλαμβάνονταν οι γυναικείες μονές, καθώς και το τι τελικά ίσχυσε στην ιδιάζουσα περίπτωση της Μάνης. Πίσω από τους συγκεκριμένους αριθμούς πάντως κρύβεται η πρόθεση του αντιβασιλέα να παρουσιάσει -συνειδητά- ψευδή στοιχεία, για να παραποιήσει την πραγματικότητα και να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη. Προφανώς ήθελε να αποδείξει ότι έκλεισαν περισσότερες μονές, επειδή δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις και συνεπώς κακώς λειτουργούσαν[41]. Ένας άλλος μελετητής που ασχολήθηκε με τα μοναστηριακά δεδομένα της περιόδου είναι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Α΄ (Χρυσόστομος Παπαδόπουλος). Βάσει των πορισμάτων του, τα μοναστηριακά συγκροτήματα προ των διαταγμάτων ήταν 563, εκ των οποίων τα 545 ανδρικά και τα 18 γυναικεία. Από αυτά διαλύθηκαν τα 398 και τα 14 αντίστοιχα, ενώ συνέχισαν το πνευματικό τους έργο τα 147 και τα 4 (151)[42].

Η πιο αξιόπιστη πηγή για αρκετούς ιστορικούς θεωρείται ο Α. Μάμουκας, ο οποίος υπολόγισε το σύνολο των μονών σε 592[43]. Τα προαναφερθέντα στοιχεία προσεγγίζουν αρκετά τα αποτελέσματα της αρχειακής έρευνας του γράφοντος στο αρχείο Μοναστηριακά των Γ.Α.Κ. (585)[44]. Σύμφωνα με τον Μάμουκα πριν την ίδρυση του βασιλείου υπήρχαν στον νότιο ελλαδικό χώρο 592 μονές, εκ των οποίων οι 574 ήταν ανδρικές και οι 18 γυναικείες. Ύστερα από την έκδοση των διαταγμάτων έπαυσαν τη λειτουργία τους οι 441 -427 ανδρικές και 14 γυναικείες-, ενώ διατηρήθηκαν οι 151 (147 και 4 αντίστοιχα)[45]. Τα συγκεκριμένα δεδομένα διαφοροποιούνται από ό,τι έχει έως τώρα παρουσιαστεί, με συνέπεια να αυξάνεται ο συνολικός αριθμός των μοναστηριακών συγκροτημάτων του νότιου ελλαδικού χώρου.

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Αυγού, Αργολίδα.

Αξιόλογη πηγή για τις μονές που υφίσταντο στο εξεταζόμενο πλαίσιο πριν τα έτη 1833-1834, καθώς και γι’ αυτές που διατηρήθηκαν, αποτελεί το ευρετήριο του αρχείου Μοναστηριακά[46]. Το συγκεκριμένο εργαλείο έρευνας εμπεριέχει τα μοναστηριακά συγκροτήματα που διατηρούν στο συγκεκριμένο αρχειακό σύνολο ξεχωριστό φάκελο εγγράφων με έτος σύνταξης από το 1833 και έπειτα. Σύμφωνα με την καταμέτρηση των φακέλων του ευρετηρίου στον νότιο ελλαδικό χώρο υπήρχαν πριν τα διατάγματα 520 μοναστηριακά συγκροτήματα. Η έρευνα όμως στους φακέλους των Γενικών και Σύμμικτων Μοναστηριακών κατέδειξε έναν πρόσθετο αριθμό μονών που ανέρχεται σε 65[47]. Αθροίζοντας τους δύο αριθμούς προκύπτει ένα μοναστικό σύνολο της τάξης των 585 μονών. Εντούτοις ο εν λόγω αριθμός δεν αποκλείει την ύπαρξη και ορισμένων άλλων. Και σε αυτή όμως την περίπτωση οι μονές του ελληνικού βασιλείου δεν θα υπερέβαιναν τις 600[48]. Ο πραγματικά μεγάλος όγκος μονών που ιδρύθηκε και λειτούργησε στον νότιο ελλαδικό χώρο κατά την προεπαναστατική περίοδο ερμηνεύεται αφενός από τη θρησκευτική πίστη των ορθόδοξων χριστιανών και αφετέρου από τους πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς ρόλους που επιτελούσαν οι μονές στις περιοχές τους[49].

Με βάση λοιπόν το αρχειακό υλικό προκύπτει ότι στα όρια του ελληνικού βασιλείου λειτουργούσαν -έως τον Μάρτιο του 1834- 35[50] γυναικείες μονές και 560 ανδρικές. Από αυτές διαλύθηκαν οι 434 (413 ανδρικές και 21 γυναικείες), ενώ συνέχισαν το πνευματικό τους έργο οι 151 (147 και 4 αντίστοιχα)[51]. Όσο για τα ποσοστά διάλυσης, αυτά ανήλθαν σε 73,8% για τις ανδρικές και σε 84% για τις γυναικείες[52]. Η σαφής υπεροχή των ανδρικών μονών (95,7%) έναντι των γυναικείων (4,3%) αποδίδεται σε πληθώρα παραγόντων. Επιλεκτικά αναφέρουμε ότι ορισμένες γυναικείες μονές λειτουργούσαν άτυπα, χωρίς δηλαδή την επίσημη εκκλησιαστική και πολιτειακή έγκριση, με συνέπεια να μην συνυπολογίζονται στους χώρους εγκαταβίωσης[53]. Ορισμένες επίσης μονάζουσες επέλεγαν για λόγους ασφαλείας να μονάσουν σε κάποια ανδρική μονή από το να ιδρύσουν μία νέα, ή παρέμειναν στις οικίες τους ως κοσμοκαλόγριες[54]. Ωστόσο τίθεται ως υπόθεση εργασίας το αν η περιορισμένη ανάπτυξη του γυναικείου μοναχισμού στον νότιο ελλαδικό χώρο σχετίζεται με την εκκλησιαστική πολιτική της ενίσχυσης του οικογενειακού θεσμού κατά την οθωμανική περίοδο[55].

Από τη μελέτη του προαναφερθέντος εργαλείου έρευνας εντύπωση προκαλεί το ότι, αν και αρκετές από τις μονές χαρακτηρίζονται διαλελυμένες, φέρουν έγγραφα στους φακέλους τους με χρονολογίες πολύ μεταγενέστερες από την εφαρμογή των διαταγμάτων[56]. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει αφενός ότι κάποιες μονές συνέχισαν να λειτουργούν ανεπίσημα για αρκετά χρόνια μετά την έκδοση των κυβερνητικών μέτρων και αφετέρου ότι ατόνησαν οι πολιτειακές εντολές για τη διάλυση των μονών σε σύντομο χρονικό διάστημα, με συνέπεια να διατηρηθούν αρκετές ανεπίσημα. Βάσει άλλωστε του διατάγματος Περί εν τω Βασιλείω μοναστηρίων μπορούσαν να παραμείνουν μοναχοί σε διαλυμένες μονές ως ενοικιαστές[57]. Η κατάργηση πάντως του προαναφερθέντος διατάγματος με μεταγενέστερο (Δεκέμβριος 1834) φαίνεται ότι δεν στάθηκε ικανή να διακόψει άμεσα την παραμονή κάποιων μοναστών που διαβιούσαν σε διαλυμένες μονές[58]. Όσο για τους λόγους που παρέμειναν ορισμένοι εγκαταβιούντες στις μονές απόκαρσής τους, αυτοί σχετίζονταν με τους οικονομικούς ρόλους που επιτελούσαν τα μοναστηριακά συγκροτήματα στις περιοχές τους, αλλά και με τα συμφέροντα που είχαν όσοι νέμονταν τα μοναστηριακά εισοδήματα.

Οι πηγές είναι αντιφατικές και για το μοναστικό δυναμικό του πλαισίου. Συγκεκριμένα ο G. Maurer υπολόγιζε τους μοναχούς -έως και το 1833- σε λιγότερους από 8.000, ενώ τις μονάζουσες σε περίπου 100. Ο πολύ μεγάλος αριθμός των μοναχών καταδεικνύει ότι τα στοιχεία είναι παραποιημένα, αφού σύμφωνα με τον αντιβασιλέα οι μονές -στην πλειονότητά τους- διέθεταν μικρό αριθμό μοναχών και γι’ αυτό ανέστειλε τη λειτουργία τους. Ο δε Παπαδόπουλος υπολόγιζε τους μοναστές σε 3.277, εκ των οποίων οι 3.000 ήσαν άνδρες και οι 277 γυναίκες. Όσο για τον Finlay θεωρούσε το σύνολο των μοναστών στις διατηρούμενες μονές του βασιλείου σε 2.000 πρόσωπα[59]. Διαφοροποιημένη εικόνα -έστω και εν μέρει- παρουσιάζει η έρευνα στο αρχειακό υλικό των Γ.Α.Κ. Βάσει αυτής προκύπτει ότι το 1836 εγκαταβίωναν στο ελληνικό βασιλείου περίπου 1.750 μοναχοί[60]. Σε μια προσπάθεια υπολογισμού του συνόλου της ενότητας στα προ του 1833 έτη επιχειρείται ο ακόλουθος συλλογισμός. Με δεδομένο ότι οι 415 ανδρικές μονές που διαλύθηκαν διέθεταν ένα ανθρώπινο δυναμικό της τάξεως των 3 έως 5 προσώπων, προκύπτει ένα μέγεθος το μέγιστο του οποίου είναι 2.075 και το ελάχιστο 1.215 μοναχοί. Προσθέτοντας τους αριθμούς αυτούς στους περίπου 1.750 μοναχούς των διατηρούμενων μονών, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι οι εγκαταβιούντες πριν την έκδοση των διαταγμάτων -και ίσως προεπαναστατικά- κυμαίνονταν μεταξύ 3.825[61] και 2.995[62]. Συνεπώς το σύνολο των περίπου 3.000 προσώπων -σύμφωνα και με άλλες πηγές[63]– θεωρείται το πιθανότερο.

Όσο για τις καλογραίες, ο προσδιορισμός τους συναντά περισσότερες δυσκολίες συγκριτικά με των ανδρών, καθώς το αρχειακό υλικό σχετίζεται μόνο με το μοναστικό δυναμικό 17 γυναικείων μονών από το σύνολο των 25 που λειτουργούσαν προ του 1834 στο ελληνικό βασίλειο. Επιπλέον οι βιβλιογραφικές αναφορές παρουσιάζουν μεταξύ τους μεγάλες αποκλίσεις[64]. Σύμφωνα πάντως με την αρχειακή έρευνα στις αρχές της δεκαετίας του 1830 υπήρχαν σε διάφορες επαρχίες της επικράτειας περίπου 500 μοναχές, αρκετά δηλαδή περισσότερες από ό,τι σημειώνει η βιβλιογραφία. Οι περισσότερες εξ αυτών εγκαταβίωναν στις 17 μονές (384), οι 85 διέμεναν σε μη οργανωμένα μοναστηριακά συγκροτήματα και οι 32 σε ανδρικές μονές. Από τα προαναφερθέντα αριθμητικά δεδομένα προκύπτει ότι ο μοναχισμός στον νότιο ελλαδικό χώρο τις πρώτες τρεις δεκαετίες του 19ου αιώνα, αλλά και καθ’ όλη την οθωνική περίοδο (1833-1862), ήταν μια αμιγώς «ανδροκρατική υπόθεση».

Ιερά Μονή Παναγίας Ελώνης, Αρκαδία.

Απώτεροι σκοποί

Το ουσιαστικότερο πρόβλημα από την έκδοση των εξεταζομένων διαταγμάτων δεν ήταν το ποσοστό των μονών που διαλύθηκαν ή διατηρήθηκαν, καθώς μεγάλο μέρος αυτών είχε ερημωθεί -πριν ή κατά τη διάρκεια της Επανάστασης- ή διέθετε ελάχιστους μοναστές (1-3), αλλά το σκεπτικό με το οποίο η Αντιβασιλεία προχώρησε στη λήψη των συγκεκριμένων μέτρων. Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι πρωτίστως οικονομική[65]. Τα μοναστηριακά συγκροτήματα του βασιλείου ήταν στην πλειονότητά τους φορείς αξιόλογης κινητής και ακίνητης περιουσίας, στοιχείο που φαίνεται ότι γνώριζαν καλά όλες οι μετεπαναστατικές κυβερνήσεις. Επιπρόσθετα ήταν γνωστό ότι η περιουσία αυτή γινόταν συχνά αντικείμενο κακοδιαχείρισης ή διασπάθισης από εγκαταβιούντες[66]. Το σημαντικότατο αυτό πάγιο κεφάλαιο ήταν λογικό να θεωρείται από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα, όπως προηγουμένως από τον Ι. Καποδίστρια, βασικό εργαλείο στην ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας, αν περιερχόταν υπό τον κρατικό διαχειριστικό έλεγχο. Την αξιοποίηση της μοναστηριακής περιουσίας θέλησε -ανεπιτυχώς- να επιτύχει η Αντιβασιλεία με τη δημιουργία Εκκλησιαστικού Ταμείου, στο οποίο -με πρόσχημα τη διαχείριση των εσόδων του υπέρ της Εκκλησίας και της δημόσιας εκπαίδευσης- συγκεντρώθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία όσων μονών διαλύθηκαν. Άποψη άλλωστε του αντιβασιλέα ήταν ότι το κράτος και όχι οι εκκλησιαστικοί ή οι μοναστηριακοί φορείς έπρεπε να εμπλέκεται με θέματα όπως η Παιδεία και η φιλανθρωπία[67].

Τα μέτρα για τις μονές του βασιλείου ενείχαν και πολιτική διάσταση· τον φόβο δηλαδή να δράσουν οι μοναχοί ενάντια στην κυβέρνηση ως σύνδεσμοι στην οργάνωση συνωμοσιών, ως ποιμένες–καθοδηγητές των λαϊκών ή ως φορείς των ρωσικών συμφερόντων[68]. Οι εγκαταβιούντες αντιτάσσονταν εξάλλου περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα στα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά μέτρα της Πολιτείας, ενώ ήσαν και οι πιο ένθερμοι οπαδοί των Ρώσων, τους οποίους θεωρούσαν πρότυπο ορθόδοξου έθνους. Εκτός αυτού μετακινούνταν εξαιρετικά εύκολα λόγω των ζητειών και βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τους αγροτικούς πληθυσμούς, το μεγαλύτερο δηλαδή ποσοστό των Ελλήνων πολιτών, συντηρώντας ακόμα και τη θρησκοληψία τους. Συνέπεια αυτών ήταν να προκαλούν εύκολα κινητοποιήσεις, όταν τα μέτρα που υιοθετούσαν οι κρατικές αρχές τούς έβρισκαν αντίθετους. Υπάρχουν επίσης μαρτυρίες που αποδεικνύουν ότι δρούσαν ως φορείς επικοινωνίας ανάμεσα στις διάφορες αντιπολιτευτικές ομάδες και ότι υποκινούσαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε ευαίσθητα πολιτικά θέματα[69]. Η επιτήρηση αυτών των τόσο επικίνδυνων για την κεντρική εξουσία ομάδων θα ήταν ευκολότερη, αν περιορίζονταν σε λιγότερους χώρους και ελέγχονταν οι μετακινήσεις τους. Απόδειξη αυτών αποτελεί το ότι η πρώτη εγκύκλιος (4.1.1834) που εξέδωσε η νεοσύστατη Σύνοδος αναφερόταν στις μετακινήσεις των μοναχών εκτός των μονών τους. Έκτοτε η Σύνοδος και η Γραμματεία των Εκκλησιαστικών εξέδωσαν αρκετές εγκύκλιους και διατάγματα Περί απαγορεύσεως των μοναχικών περιοδειών[70].

Φωτογραφία της Ιεράς Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου πριν από την καταστρεπτική πυρκαγιά του 1934.

                                                              

Εν κατακλείδι

Οι πολιτικές εξελίξεις που σημειώθηκαν στον νότιο ελλαδικό χώρο ύστερα από την Επανάσταση συνέβαλαν στην επικράτηση νέων αντιλήψεων για τη θρησκεία και τη διοίκηση του βασιλείου, οι οποίες σταδιακά επηρέασαν και τη βιοθεωρία των Ελλήνων[71]. Το συγκεντρωτικό μοντέλο εξουσίας που επεδίωξαν οι μετεπαναστατικές κυβερνήσεις συνεπαγόταν την επιβολή της κεντρικής εξουσίας στην περιφέρεια. Η ελαχιστοποίηση όμως της δύναμης των περιφερειακών κέντρων εξουσίας και του τοπικιστικού πνεύματος -απότοκος εν μέρει της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας-σήμαινε την αναδιοργάνωση και τον έλεγχο θεσμών, όπως ο μοναχισμός, που ασκούσαν έως τότε επιρροή στους χριστιανικούς πληθυσμούς, προκειμένου να μην εμποδίσουν τον δυτικό προσανατολισμό του νεοσύστατου βασιλείου. Για ένα τμήμα μάλιστα Ελλήνων πολιτών, φορέα ιδεών του Διαφωτισμού, ο μοναχισμός εθεωρείτο απηρχαιωμένος και ανασταλτικός για το μέλλον του κράτους[72]. Οι μοναχοί επομένως -εξαιτίας των μακροχρόνιων και στενών επαφών με τους αγροτικούς πληθυσμούς- αποτελούσαν για την πολιτική εξουσία μία από τις σημαντικότερες περιφερειακές δυνάμεις, η δράση της οποίας έπρεπε άμεσα να περιορισθεί σε θρησκευτικά θέματα και συγχρόνως να ελεγχθεί πολιτικά και διοικητικά. Κατά συνέπεια οι όποιες πολιτικές ενέργειες ελήφθησαν από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα για τον μοναχισμό δεικνύουν σαφώς την πρόθεση της Πολιτείας να περιορίσει τη δυναμική των μοναχών και τη βούλησή της να τους εντάξει στον κρατικό μηχανισμό[73].

 

Με την εφαρμογή των μέτρων από την Πολιτεία ο μοναχισμός -χωρίς να χάσει τη θέση του ως πνευματική αναζήτηση- απώλεσε αρμοδιότητες σε θέματα που παραδοσιακά του ανήκαν. Πρωτίστως αποδυναμώθηκε η οικονομική δύναμη των μονών, με αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά η οικονομική τους επιρροή στις περιοχές τους. Οι μοναστικές κοινότητες βέβαια διετήρησαν τις φιλανθρωπικές τους δράσεις, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις τους επεβλήθησαν από την πολιτική εξουσία[74]. Στην προκείμενη περίπτωση το κράτος μεταβίβασε ευθύνες -ηθικές και οικονομικές- που υπό άλλες συνθήκες όφειλε το ίδιο να επωμισθεί, εξασφαλίζοντας σίτιση και στέγαση σ’ ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας, όπως τους αναξιοπαθούντες, τους ανάπηρους, τους ηλικιωμένους, τους φρενοβλαβείς, τα ορφανά, το οποίο δεν μπορούσε να συμβάλει στην οικοδόμηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

 

Τα πολιτικά μέτρα τέλος που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια των ετών 1833-1862 για τον μοναχισμό τα εκλαμβάνουμε όχι μόνο ως απότοκο των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε το ελληνικό βασίλειο από την ίδρυσή του -η μοναστηριακή άλλωστε περιουσία αποτελούσε μια αξιόλογη πηγή εσόδων για το κράτος, την οποία και είχε ανάγκη-, αλλά και ως συνέπεια των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων των δυνάμεων εκείνων που δρούσαν στο ελληνικό βασίλειο και οι οποίες σχεδίαζαν το μέλλον της Εκκλησίας και του μοναχισμού[75].

 

Ο Νίκος Τόμπρος είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η παρούσα μελέτη αποτελεί συνοπτική παρουσίαση τμημάτων από μονογραφία του γράφοντος με τίτλο: Ο Μοναχισμός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (1833-1862), τόμ. Ι-ΙΙ, Ηρόδοτος, Αθήνα 2019.

Ν. Διαμαντούρος, Οι απαρχές της συγκρότησης σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα (1821-1827), ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002, σ. 240.

[2] Από τις 33 αρχιεπισκοπές και τις 23 επισκοπές του νεοσύστατου ελληνικού βασιλείου (1833), οι 10 και 9 αντίστοιχα παρέμεναν κενές. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο. (1833-1843), ΜΙΕΤ, Αθήνα 19972, σ. 214.

[3] Το 1833 υπήρχαν στο ελληνικό βασίλειο 52 ιεράρχες, εκ των οποίων μόνο οι 22 βρίσκονταν στον ελλαδικό χώρο πριν την Επανάσταση. Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄, Αθήνα 1864, σ. 103.

[4] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1920, σ. ε΄.

[5] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (1833-1862), τόμ. Ι, Ηρόδοτος, Αθήνα 2019, σ. 236.

[6] G. Finlay, History of Greece from its Conquest by the Romans to the Present Time, B.C. 146 to A.D. 1864, H.F. Tozer, τόμ. VIΙ, Οξφόρδη, 1877, σ. 130-131. Ι. Πετρόπουλος, Αικ. Κουμαριανού, Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους. Οθωνική περίοδος 1833-1843, Παπαζήσης Αθήνα 1982, σ. 104. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 214-215.

[7] G. Maurer, Das griechischer Volk in offentlicher, Kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe, vol. Ι-Ι, Χαϊδεμβέργη 1835.

[8] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 154.

[9] C. Frazee, Ορθόδοξος Εκκλησία και η ελληνική ανεξαρτησία 1821-1852, Αθήνα 1987, σ. 138-139.

[10] A. Chroust, Gesandtschaftsberichte aus München, 1814-1848, Abteilung I. Die Berichte der französischen Gesandten, τόμ. 2, Μόναχο 1935, σ. 275, 279. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 217.

[11] Εφημερίς της Κυβερνήσεως, Ναύπλιο 10.4.1833.

[12] Αθηνά, Ναύπλιο 12.7.1833.

[13] Ι. Πετρόπουλος, Αικ. Κουμαριανού, Η θεμελίωση…, ό.π., σ. 106.

[14] Δ. Σοφιανός, «Εγκύκλιοι (Αύγ. 1821-Ιαν. 1822) του Οικουμενικού Πατριάρχη Ευγένιου Β΄ περί δουλικής υποταγής των Ελλήνων στον Οθωμανό κατακτητή), Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού, τόμ. 2, Αθήνα 2000, σ. 21-41.

[15] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 538.

[16] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά. Ήτοι οδηγίαι, νόμοι, βασιλικά διατάγματα, …, και του καταστατικού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1859, σ. 77-79. Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα…, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 234-235.

[17] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 244-247, 257-262.

[18] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 137.

[19] Νικ. Μίλας, Το Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, (μτφρ. Μ. Αποστολόπουλος), Αθήνα 1906, σ. 957. Κ. Ράλλης, Εγχειρίδιον του Εκκλησιαστικού Δικαίου, κατά την εν Ελλάδι ισχύν αυτού, Αθήνα 1927, σ. 178-179.

[20] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 138.

[21] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 122-123.

[22] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 122-124. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 138-140.

[23] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 124.

[24] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 149-150. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 140.

[25] Πρόχειρα β. Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα…, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 269-274. Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος 1834 διάλυσις των μοναστηρίων εν τη ελευθέρα Ελλάδι», Ιερός Σύνδεσμος, 85 (1908), σ. 2-3.

[26] Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 2. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 141.

[27] Παν. Σούτσος, Κιθάρα, Αθήνα 1875, σ. 22.

[28] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 141-142. Τ. Αναστασιάδης, «(Αν)ίερη γη: Ηθική και πολιτική οικονομία των ορθόδοξων μοναστηριών στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος», στο Μοναστήρια, Οικονομία και Πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, Ηλ. Κολοβός (επιμ.), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011, σ. 265.

[29] Στ. Γιαννόπουλος, Συλλογή των Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος από 1833-1901, Αθήνα 1901, σ. 821-822.

[30] Ι. Μακρυγιάννης, Αρχείον του στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη, Αρχεία της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας, Γ. Βλαχογιάννης (επιμ.), τόμ. Β΄, Αθήνα 1907, σ. 77.

[31] G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131.

[32] Κ. Οικονόμος, Τα σωζόμενα…, ό.π., τόμ. Β΄, σ. 268-278, 287-292. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 216-217.

[33] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 219.

[34] Ι. Πετρόπουλος, Αικ. Κουμαριανού, Η θεμελίωση…, ό.π., σ. 129-130. D. Dakin, Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, Α. Ξανθόπουλος (μτφρ), ΜΙΕΤ, Αθήνα 19893, σ. 113-114. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 189.

[35] Χρ. Ρέππας, «Η Μεσσηνιακή Επανάσταση του 1834», Τριφυλιακή Εστία, 54 (1983), σ. 533-558. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 259.

[36] Επιλέγεται ο όρος πρόσωπο, αντί του όρου άτομο, καθώς είναι σύμφωνος με την ορολογία της ορθόδοξης θεολογίας.

[37] Με τον όρο ενότητα νοείται η κατηγορία που απαριθμείται. Αντίστοιχα πλαίσιο είναι ο χώρος και ο χρόνος που περιλαμβάνει η απαρίθμηση. Στην προκειμένη περίπτωση η ενότητα είναι οι μονές και οι μοναχοί και πλαίσιο το ελληνικό βασίλειο της οθωνικής περιόδου (1833-1862). Βλ. σχετικά J. Meuvret, «Τα δημογραφικά και στατιστικά δεδομένα στη νεότερη και σύγχρονη ιστορία», Encyclopedie de la pleiade, Ιστορία και μέθοδοί της, διεύθυνση Charles Samaran, μτφρ. Ελ. Στεφανάκη, Μ.Ι.Ε.Τ., τόμ. Β, τχ. 3, Αθήνα 1988, σ. 205-206.

[38] Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 4.

[39] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 216-217.

[40] G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131.

[41] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 138-139, 178-180, 182.

[42] Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 133-134, 142. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Η Εκκλησία της Ελλάδος. Απ’ αρχής μέχρι του 1934, Αθήνα 20003, σ. 230-231.

[43] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 148-150, 152.

[44] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1-621.

[45] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 152.

[46] Κ. Διαμάντης, Τα περιεχόμενα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, τόμ. 1, Αθήνα 1972, σ. 312-371.

[47] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1-4, 213, 228, 410, 456.

[48] Δεχόμαστε την απόκλιση αυτή -585 έως 600- εξαιτίας της ύπαρξης αρκετών μετοχίων στον νότιο ελλαδικό χώρο και των συχνών μεταβολών τους. Συγκεκριμένα κάποια από τα μετόχια μετατρέπονταν σε ανεξάρτητες μονές, ενώ κάποιες μονές συγχωνεύονταν με άλλες, ή μετατρέπονταν σε μετόχια τους. Ανάλογες περιπτώσεις βλ. στη Μεσσηνία στο Χρυσ. Θέμελης (Μητρ.), Η Ιερά Μητρόπολις Μεσσηνίας διά μέσου των αιώνων, Αθήνα 2003, σ. 114-119, 130-133.

[49] J. Emerson, P. Count, W. H. Humphreys, A picture of Greece in 1825, Λονδίνο 1826, τόμ. I, σ. 334-337. S. Runciman, Η μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία, τόμ. Β΄, Αθήνα 1979, σ. 659-660. C. Frazee, Ορθόδοξος Εκκλησία…, ό.π., σ. 88-89. D. Dakin, Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821-1833, Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου (μτφρ), Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 19892, σ. 30-31.

[50] Γ.Α.Κ., Αρχείο Μινιστερίου/Γραμματείας/Υπουργείου της Θρησκείας και Παιδείας (περιόδου Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια), Φ. 19. Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1-621. Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 319-320.

[51] Οι συγκεκριμένοι αριθμοί θα διατηρηθούν έως το 1845, οπότε και οι ανδρικές μονές αυξήθηκαν κατά μία. Έκτοτε και έως το 1862 ο αριθμός των μονών του βασιλείου παρέμεινε σταθερός (148 ανδρικές και 4 γυναικείες). Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 152, 161.

[52] Σχετικά με τη Μεσσηνία γνωρίζουμε ότι η εφαρμογή των μέτρων ολοκληρώθηκε στο πρώτο εξάμηνο του 1835. Αλ. Χρυσομάλλης, Ο δρόμος της αυταπάρνησης. Η ιστορία και η δράση της ιεράς μονής των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καλογραιών Καλαμάτας, Καλαμάτα 1992, σ. 178-179. Το ίδιο χρονικό διάστημα πιθανολογούμε ότι ολοκληρώθηκε και στο υπόλοιπο βασίλειο.

[53] Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η μονή Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης ή Καλογραιών στην Καλαμάτα. Χρυσ. Θέμελης (Μητρ.), Η Ιερά Μητρόπολις…, ό.π., σ. 226-227.

[54] Πρόχειρα βλ. Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 1, 69, 302, 306, 308, 318.

[55] Βλ. σχετικά Αντ. Κιουσοπούλου, Χρόνος και Ηλικίες στη βυζαντινή κοινωνία. Η κλίμακα των ηλικιών από τα αγιολογικά κείμενα της μέσης εποχής (7ος-11ος αι.), Κ.Ν.Ε., Αθήνα 1997, σ. 135-136.

[56] Κ. Διαμάντης, Τα περιεχόμενα…, ό.π., σ. 314-358.

[57] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 78.

[58] Περί της ιδιοκτησίας των εν τοις διαλυθείσι μοναστηρίοις μοναχών και ιδίως περί μοναχών εν γένει (4.12.1834). Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 83.

[59] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 138-139, 178-180, 182. G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 133-134, 142. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Η Εκκλησία…, ό.π., σ. 230-231.

[60] Προσεγγίζει δηλαδή τα ποσοτικά στοιχεία του G. Finlay. G. Finlay, History of Greece…, op. cit.,, τόμ. VII, p. 130-131.

[61] Ο Δυοβουνιώτης αναφέρεται σε 542 μονές 4.111 μοναχών. Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 4.

[62] Θεωρούμε ότι οι περισσότερες διαλυμένες ανδρικές μονές του βασιλείου διέθεταν έως 3 μοναχούς. Πρόχειρα βλ. τα μοναστηριακά συγκροτήματα στις επαρχίες Οιτύλου και Γυθείου. Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φ. 410, 456.

[63] Ο Χρυσ. Παπαδόπουλος υπολόγιζε τους μοναχούς σε περίπου 3.000. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Ιστορία της Εκκλησίας…, ό.π., σ. 83-84, 133-134. Επιπρόσθετα βλ. Σπ. Κοκκίνης, Τα μοναστήρια της Ελλάδος, Αθήνα 1986, σ. 221.

[64] Ο G. Maurer αναφέρει 100 μοναχές, ενώ οι Κ. Δυοβουνιώτης και Χρυσ. Παπαδόπουλος 277. G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 138-139, 178-180, 182. Κ. Δυοβουνιώτης, «Η κατά το έτος…», ό.π., 85 (1908), σ. 4. Χρυσ. Παπαδόπουλος, Η Εκκλησία της Ελλάδος…, ό.π., σ. 230-231.

[65] Σχετικά με τη δημοσιονομική πολιτική της Αντιβασιλείας βλ. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 208-214.

[66] Δ. Τσοποτός, Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1983, σ. 82. Τ. Γριτσόπουλος, Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν, Αθήνα 1992, σ. 432-436. Αλ. Χρυσομάλλης, Ο δρόμος…, ό.π., σ. 100-102.

[67] G. Maurer, Das griechischer Volk…, op. cit., vol. ΙΙ, p. 182. Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 539.

[68] Εν. Αμπού, Η Ελλάδα του Όθωνα. Η σύγχρονη Ελλάδα (1854), Α. Σπήλιου (μτφρ), πρόλογος-επιμέλεια Τ. Βουρνά, Αφοί Τολίδη, Αθήνα χ.χ, σ. 188.

[69] J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 221.

[70] Α. Μάμουκας, Τα μοναστηριακά…, ό.π., σ. 87-90, 92-96, 99-100. Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 539-540.

[71] Σχετικά με εκκοσμίκευση της πίστης, τη διαδικασία δηλαδή «απομάκρυνσης από τη θρησκευτική σκέψη, τη θρησκευτική πρακτική και τους θρησκευτικούς θεσμούς», που παρατηρείται και στην ελληνική κοινωνία τον 19ο αιώνα, βλ. T. Cauter, J.S. Downham, The communication of ideas, Λονδίνο 1954. T. Bottomore, Κοινωνιολογία. Κεντρικά προβλήματα και βασική βιβλιογραφία, εισαγωγή, μετάφραση, επιμέλεια Δ. Γ. Τσαούσης, Gutenberg, Αθήνα 1983, σ. 278-279. Δ. Τσαούσης, Χρηστικό λεξικό κοινωνιολογίας, Αθήνα 1989, σ. 78. Δ. Σταματόπουλος, Μεταρρύθμιση και εκκοσμίκευση. Προς μια ανασύνθεση της ιστορίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον 19ο αιώνα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003, σ. 375. Τ. Αναστασιάδης, «(Αν)ίερη γη…», ό.π., σ. 260-261.

[72] Β. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία. Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Αθήνα 19592, σ. 746-747. Κ. Λάππας, «Φιλορθόδοξοι και φιλελεύθεροι στην πρώτη δεκαετία της βασιλείας του Όθωνα», Επιστημονικές Ανακοινώσεις (22-30 Νοεμβρίου 1979), Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1984, σ. 121-122.

[73] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 540.

[74] Ν. Τόμπρος, Ο Μοναχισμός…, ό.π., τόμ. Ι, σ. 302, όπου και το σχετικό αρχειακό υλικό.

[75] Ενδεικτικά βλ. Θ. Στράγκας, Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών (1817-1967), τόμ. Α΄, Αθήνα 1967, σ. 38-41, 52-55. J. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση…, ό.π., σ. 223-224, 421. Π. Ματάλας, Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003, σ. 50.

 

 

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Frazee C., Ορθόδοξος Εκκλησία και η ελληνική ανεξαρτησία 1821-1852, Αθήνα 1987.

Maurer G., Das griechischer Volk in offentlicher, Kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe, vol. Ι-Ι, Χαϊδεμβέργη 1835.

Petropulos J., Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο Ελληνικό Βασίλειο. (1833-1843), ΜΙΕΤ, Αθήνα 19972.

Αναστασιάδης Τ., «(Αν)ίερη γη: Ηθική και πολιτική οικονομία των ορθόδοξων μοναστηριών στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος», στο Μοναστήρια, Οικονομία και Πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, Ηλ. Κολοβός (επιμ.), Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011, σ. 253-285.

Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.), Αρχείο Γραμματεία / Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως, Εκκλησιαστικά, Φ. 1-910.

Γενικά Αρχεία του Κράτους (Γ.Α.Κ.), Αρχείο Μοναστηριακά, Φ. 1-621.

Γιαννόπουλος Στ., Συλλογή των Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος από 1833-1901, Αθήνα 1901.

Διαμάντης Κ., Τα περιεχόμενα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, τόμ. 1, Αθήνα 1972, σ. 312-371.

Διαμαντούρος Ν., Οι απαρχές της συγκρότησης σύγχρονου κράτους στην Ελλάδα (1821-1827), ΜΙΕΤ, Αθήνα 2002.

Δυοβουνιώτης Κ., «Η κατά το έτος 1834 διάλυσις των μοναστηρίων εν τη ελευθέρι Ελλάδι», Ιερός Σύνδεσμος, 84 (1908), σ. 3-6, 85 (1908), σ. 1-4.

Μάμουκας Α., Τα μοναστηριακά. Ήτοι οδηγίαι, νόμοι, βασιλικά διατάγματα, …, και του καταστατικού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1859.

Μανίκας Κ., «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας στη νεώτερη Ελλάδα», Θεολογία, 70 (1999), σ. 330-410.

Ματάλας Π., Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης. Από το «ελλαδικό» στο βουλγαρικό σχίσμα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2003.

Οικονόμος Κ., Τα σωζόμενα εκκλησιαστικά συγγράμματα Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου και Οικονόμου του εξ Οικονόμων, τόμ. Β΄-Γ΄, Αθήνα 1864-1866.

Παπαδόπουλος Χρυσ., Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1920.

Πετρόπουλος Ι., Κουμαριανού Αικ., Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους. Οθωνική περίοδος 1833-1843, Παπαζήσης Αθήνα 1982.

Τόμπρος Ν. Ο Μοναχισμός στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος (1833-1862), τόμ. Ι-ΙΙ, Ηρόδοτος, Αθήνα 2019.

 

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης: Η μάχη του Βερολίνου (16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

 Μεγάλες πρωτεύουσες μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

 

Κωνσταντίνος Π. Βατάλης

 

Η μάχη του Βερολίνου

(16 Απριλίου – 2 Μαΐου 1945)

 

Εισαγωγή

Η μάχη του Βερολίνου υπήρξε η τελευταία μεγάλη μάχη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Με την κατάληψη της πόλης από τον Κόκκινο Στρατό, έληξε ουσιαστικά ο πόλεμος στην Ευρώπη, αφού λίγες μέρες αργότερα η Γερμανία υπέγραψε άνευ όρων συνθηκολόγηση. Η μάχη του Βερολίνου τερματίστηκε ουσιαστικά με το θάνατο του Χίτλερ.

Η μάχη του Βερολίνου δεν περιορίζεται μόνο στις συγκρούσεις που έγιναν μέσα στην πόλη  μέχρι την ολοσχερή κατάληψη, αλλά περιλαμβάνει και μία σειρά μαχών, που έλαβαν χώρα από τον ποταμό Όντερ μέχρι το Βερολίνο. Λίγα χιλιόμετρα δυτικότερα του Όντερ στα υψώματα του Ζέελοβ, όπου δόθηκε πολύνεκρη μάχη, είχε οργανωθεί η πρώτη γραμμή άμυνας των Γερμανών.

Οι τεράστιες απώλειες των αντιπάλων στη μάχη του Βερολίνου και η σκληρότητα των συγκρούσεων μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, τη θέληση πολλών Γερμανών να υπερασπιστούν την πρωτεύουσα του Ράιχ μέχρι το τέλος. Παρά τις προσπάθειες ορισμένων υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Χίτλερ να τον πείσουν να συνθηκολογήσει ή να προσπαθήσει να διαπραγματευτεί, ο τελευταίος ήταν ανένδοτος, πιστεύοντας ή, έστω, διατρανώνοντας την πίστη του στην τελική επικράτηση των Γερμανών. Οι περισσότεροι στρατηγοί της Βέρμαχτ, μολονότι είχαν ξεκάθαρη εικόνα για την έκβαση του πολέμου, τον ακολούθησαν στην πορεία της αυτοκαταστροφής.

Η κατάληψη του Βερολίνου από τον Κόκκινο Στρατό ήταν προϊόν συνεννόησης με τους δυτικούς Συμμάχους στη συνδιάσκεψη της Γιάλτας και δεν υπήρξε ανταγωνισμός μεταξύ σοβιετικών και αμερικανικών δυνάμεων για το ποιος θα φτάσει πρώτος.

 

Η κατάσταση στα μέτωπα της Ευρώπης από τα μέσα 1944 μέχρι τις αρχές 1945

Τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του Ανατολικού  Μετώπου το 1944 ήταν το τεράστιο μήκος του (2.400 περίπου χιλιόμετρα από τη Βαλτική Θάλασσα έως τα Καρπάθια Όρη) και η συντριπτική υπεροχή των δυνάμεων των Σοβιετικών. Υπολογίζεται ότι οι τελευταίοι διέθεταν έντεκα φορές περισσότερο πεζικό από του Γερμανούς, επτά φορές περισσότερα άρματα μάχης, είκοσι φορές περισσότερα πυροβόλα και αεροσκάφη. Η διαφορά αυτή ήταν μικρότερη στα βόρεια απ’ ότι στα νότια του μετώπου, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν τεράστια [1]. Πέραν αυτών των δεδομένων η Βέρμαχτ μειονεκτούσε και στο ζήτημα της διοίκησης και του συντονισμού, αφού υπήρχε χάσμα μεταξύ της ανώτατης διοίκησης (Oberkommando der Wehrmacht – OKW) και της ανώτατης διοίκησης του στρατού ξηράς (Oberkommando des Herres – OKH), με την πρώτη να είναι αρμόδια για τον στρατηγικό σχεδιασμό σε όλα  τα θέατρα επιχειρήσεων, ενώ η δεύτερη μόνο για το ανατολικό, το οποίο επιτείνονταν από το γεγονός ότι ο Χίτλερ, που διατηρούσε την αρχιστρατηγία, λάμβανε αποφάσεις και για τακτικά ζητήματα. Επιπλέον, στο Ανατολικό Μέτωπο δεν είχε οριστεί ένας αρχιστράτηγος, όπως ο στρατάρχης Γκερντ φον Ρούντστετ (Gerd von Rundstedt) στη δύση και ο στρατάρχης Αλμπερτ Κέσελρινγκ (Albert Kesselring) στην Ιταλία. Τα προβλήματα αυτά επισημάνθηκαν από τον στρατηγό Χάιντς Γκουντέριαν (Heinz Guderian) [2], αρχηγό του επιτελείου, αλλά συνάντησαν την άρνηση του Χίτλερ. Το ίδιο απορριπτικός ήταν ο Γερμανός καγκελάριος και στο αίτημα του Γκουντέριαν για ενίσχυση του Ανατολικού  Μετώπου, αφού δεν απέρριπτε ως ανακριβή και υπερβολικά τα στοιχεία για τις Σοβιετικές δυνάμεις που του παρέθετε ο Γκουντέριαν, τα οποία είχε επεξεργαστεί λεπτομερώς ο συνταγματάρχης Ράινχαρτ Γκέλεν [3].

To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.   
To Ανατολικό Μέτωπο στις αρχές του 1945.

Η σοβιετική επίθεση στο κέντρο του ανατολικού μετώπου, που στόχευε στην ανακατάληψη  όλων των εδαφών που κατείχαν οι Γερμανοί από την αρχή του πολέμου, έλαβε την κωδική ονομασία επιχείρηση “Bagration“ και ξεκίνησε στις 22 Ιουνίου 1944, λίγες ημέρες έπειτα από την απόβαση των  Συμμάχων στη Νορμανδία. Η επιχείρηση“Bagration“ έληξε επιτυχώς για τους Σοβιετικούς τον Αύγουστο του ιδίου έτους, με την προέλαση του Κόκκινου Στρατού μέχρι τη Βαρσοβία και είχε ως συνέπεια μεγάλες απώλειες για τους Γερμανούς (670.000 άνδρες) καθώς και την στέρηση πολύτιμων συμμάχων (Φινλανδία, Ρουμανία και Βουλγαρία). Κυρίως όμως, η επιχείρηση ήταν σημαντική γιατί άνοιξε τον δρόμο για την επίθεση στην καρδιά του τρίτου Ράιχ, στο Βερολίνο, η κατάληψη του οποίου θα σήμαινε την ολοκληρωτική επικράτηση των Συμμάχων [4]. Στο Δυτικό μέτωπο, τόσο η γερμανική επίθεση στις Αρδένες την 16 Δεκεμβρίου 1944 [5] όσο  και μία μικρότερη επίθεση στην περιοχή της Αλσατίας (Επιχείρηση Βόρειος Άνεμος  «Nordwind»), παρά τις πρώτες μικρές επιτυχίες που οφείλονται στον αιφνιδιασμό που προκάλεσαν στους Συμμάχους, απέτυχαν με ισχυρές απώλειες για τους Γερμανούς [6]. Στις 13 Ιανουαρίου οι γερμανικές δυνάμεις είχαν υποχωρήσει στις Αρδένες στις θέσεις από τις οποίες είχαν εξαπολύσει την επίθεσή τους.

Ορισμένες μεραρχίες τεθωρακισμένων της 6ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς (6. Panzerarmee), οι οποίες είχαν ήδη υποστεί σημαντικές απώλειες, μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στην Ουγγαρία, προκειμένου να διασπάσουν τον πολιορκητικό κλοιό, τον οποίο είχαν σχηματίσει οι σοβιετικές δυνάμεις στη Βουδαπέστη, τον Δεκέμβριο του 1944 (επιχειρήσεις «Konrad I-III»). Και οι τρεις προσπάθειες των γερμανικών δυνάμεων απέτυχαν εξαιτίας της σφοδρής αντίστασης που συνάντησαν από τις δυνάμεις του 3ου Ουκρανικού μετώπου υπό τον Στρατάρχη Φιόντορ Τολμπούχιν (Fjodor Tolbuchin). Κατόπιν τούτων, η Βουδαπέστη έπεσε ολοκληρωτικά στα χέρια του Κόκκινου Στρατού στις 13 Φεβρουαρίου 1945.

Μια ημέρα πριν από την οριστική υποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων  στις Αρδένες, οι Σοβιετικοί ξεκίνησαν την επίθεσή τους στις 12 Ιανουαρίου 1945 στον ποταμό Βιστούλα (Weichsel). Η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό την ηγεσία του αρχηγού των SS, Χάινριχ Χίμλερ (Heinrich Himmler), δεν κατάφερε να αναχαιτίσει τη σοβιετική επίθεση, με αποτέλεσμα ο Κόκκινος Στρατός να φτάσει σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες (2 Φεβρουαρίου) στον ποταμό Όντερ, μόλις 70 χιλιόμετρα ανατολικά του Βερολίνου [7].

Ωστόσο, παρά τη γρήγορη προέλαση, ο Στάλιν διέταξε τις δυνάμεις του να σταματήσουν στον ποταμό Όντερ. Την απόφαση αυτή υπαγόρευσαν οι δυσκολίες ανεφοδιασμού του αλλά και ο φόβος ότι ξαφνικές αντεπιθέσεις του γερμανικού στρατού θα μπορούσαν να του προξενήσουν μεγάλες απώλειες, όπως στις αρχές Αυγούστου 1944 στη Βαρσοβία. Βορειότερα, η γερμανική Ομάδα Στρατιών Βορρά (16η και 18η Στρατιά), με δύναμη 250.000 ανδρών, ήταν από τον Σεπτέμβριο αποκλεισμένη στις ακτές τις Βαλτικής.

Παρά τις ήττες που είχε υποστεί η Βέρμαχτ μέχρι τα τέλη του 1944, παρέμενε μία αξιόμαχη στρατιωτική δύναμη. Υπολογίζεται ότι στις γραμμές της υπηρετούσαν 7,5 εκατομμύρια άνδρες, με 40 τεθωρακισμένες και μηχανοκίνητες μεραρχίες, ισχυρή αεροπορία και επαρκή εξοπλισμό. Άλλωστε, αυτό ακριβώς αποδεικνύουν οι σκληρές μάχες που έδωσε κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών του πολέμου και ο μικρός, αναλογικά, αριθμός αιχμαλώτων και λιποτακτών [8].

 

Οι προετοιμασίες και τα σχέδια των Σοβιετικών για την επίθεση στο Βερολίνο

Τέλη Μαρτίου 1945 αφίχθησαν στη Μόσχα οι Στρατάρχες Γκεόργκι Ζούκοφ (Zhukov) διοικητής του 1ουΛευκορωσικού Μετώπου και Ιβάν Κόνιεφ (Konev) διοικητής του 1ου Ουκρανικού Μετώπου, προκειμένου να λάβουν από τον αρχηγό του Επιτελείου χερσαίων Δυνάμεων Αντόνοφ (Alexej Antonov) την έγκριση των σχεδίων κατάληψης του Βερολίνου. Ο Στάλιν διέταξε να ξεκινήσουν την επίθεση το αργότερο την 16η Απριλίου και να καταλάβουν το Βερολίνο ει δυνατόν στις 22 Απριλίου, επέτειο γενεθλίων του Λένιν. Συνδρομή θα παρείχε και το 2οΛευκορωσικό Μέτωπο υπό τον Στρατάρχη Κονσταντίν Ροκοσόφσκι (Konstantin Rokossowski). Ο Στάλιν υπέθαλπε και εκμεταλλευόταν τον ανταγωνισμό των δύο ικανότερων Στραταρχών του για το ποιος από αυτούς θα καταλάβει το Βερολίνο.

Η μάχη του Βερολίνου
Γκεόργκι Ζούκοφ και Ιβάν Κόνιεφ

Από τις αρχές του Φεβρουαρίου μέχρι τα μέσα Απριλίου οι Σοβιετικές Δυνάμεις συνέχιζαν τις επιχειρήσεις τους για την κατάληψη των τελευταίων περιοχών ανατολικά του Όντερ, που παρέμεναν ακόμα στα χέρια των Γερμανών. Μέχρι τα τέλη Μαρτίου καταλήφθηκε η Πομερανία, γεγονός που ήταν απαραίτητο για να καλυφθεί η βόρεια πλευρά του μετώπου του Βερολίνου, ενώ και στην ανατολική Πρωσία (Χάιλσμπεργκ, Κένιγκσμπεργκ) οι γερμανικές δυνάμεις έχαναν συνεχώς εδάφη με μεγάλες απώλειες. Ανατολικά του Όντερ η 9η Στρατιά του Στρατηγού Τέοντορ Μπούσε (Theodor Busse) προέβαλε ισχυρή αντίσταση στην πολύ καλά οχυρωμένη πόλη Κυστρίν (Küstrin – Kostrzyn), η οποία έπεσε στα χέρια των Σοβιετικών στις 30 Μαρτίου, γεγονός που περιόρισε του Γερμανούς στη δυτική όχθη  του Όντερ [9]. Η επιχείρηση κατάληψης του Βερολίνου συγκέντρωσε τον τεράστιο αριθμό των 2,5 περίπου εκατομμυρίων ανδρών (190 μεραρχίες), που αποτελούσαν τα τρία Μέτωπα. Τον Κόκκινο Στρατό ενίσχυαν και πολωνικές δυνάμεις. Η λογιστική υποστήριξη (ανεφοδιασμός) του τεράστιου αυτού στρατού αποτελούσε την αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχία της επιχείρησης. Για το λόγο αυτό επισκευάστηκαν αμέσως οι κατεστραμμένες σιδηροδρομικές γραμμές των απελευθερωμένων περιοχών. Για τη μεταφορά των εφοδίων χρησιμοποιήθηκαν περίπου 100.000 φορτηγά, πολλά από τα οποία παραχωρήθηκαν από τις ΗΠΑ. Για την όλη επιχείρηση, ο Κόκκινος Στρατός διέθετε 7.250 άρματα μάχης, 40.000 πυροβόλα και όλμους, 7.500 αεροπλάνα και 16 μεγάλες πλωτές γέφυρες για τη ζεύξη του ποταμού Όντερ. Τα διατιθέμενα πυρομαχικά για το πυροβολικό ανέρχονταν σε 98. 000 τόνους μόνο για την πρώτη ημέρα, τα οποία μεταφέρθηκαν με 2.450 βαγόνια τρένων. Ο σχεδιασμός των σοβιετικών επιτελών προέβλεπε η κύρια επιθετική δράση να διεξαχθεί από το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 9 στρατιές. Ο τομέας ευθύνης του εν λόγω μετώπου είχε το πλεονέκτημα ότι υπήρχαν ήδη δύο προγεφυρώματα στη δυτική όχθη του Όντερ, σε ένα εκ των οποίων (Reitweiner Sporn) είχε τοποθετήσει και ο Ζούκοφ το προκεχωρημένο στρατηγείο του. Δευτερεύοντα ρόλο θα είχε το 1ο Ουκρανικό Μέτωπο, που αποτελούνταν από 7 στρατιές. Το ηθικό των σοβιετικών στρατιωτών ήταν υψηλό, διότι παρά τις απώλειες, γνώριζαν ότι η μάχη για το Βερολίνο θα ήταν η τελευταία και θα σήμαινε για πολλούς από αυτούς το πέρας του πολέμου. Στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού υπήρχε έντονο και το πνεύμα εκδίκησης για τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός κατά τη διάρκεια της γερμανικής εκστρατείας στη Σοβιετική Ένωση κατά τα έτη 1941-1944 [10].

Στις αρχές Απριλίου 1945, το δυτικό μέτωπο των Γερμανών άρχισε να καταρρέει. Μεγάλες περιοχές είχαν καταληφθεί από τους Συμμάχους, ενώ η σημαντική βιομηχανική περιοχή του Ρουρ είχε περικυκλωθεί. Μέχρι τα μέσα Απριλίου τα συμμαχικά στρατεύματα είχαν φθάσει μέχρι την κεντρική Γερμανία, στην περιοχή της Θουριγγίας. Τότε, ο στρατηγός Αϊζενχάουερ διέταξε τις δυνάμεις του να μη συνεχίσουν την προέλαση του προς το Βερολίνο, αλλά να κρατήσουν σταθερό το μέτωπο του Έλβα και να στραφούν νοτιο-ανατολικά προς την κοιλάδα του Δούναβη, προκειμένου να ενωθούν με του Σοβιετικούς, που βρίσκονταν ήδη στη Βιέννη. Η απόφαση αυτή, με την οποία διαφώνησε ο στρατηγός Μοντγκόμερι, αποτελεί ένα γεγονός που προκαλεί ακόμα σημαντικές διαμάχες [11]. Το ερώτημα που προκαλεί η απόφαση του Αϊζενχάουερ είναι εάν υπαγορεύτηκε από αμιγώς στρατιωτικά κριτήρια, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, δηλαδή να σταθεροποιηθεί το μέτωπο του Έλβα, να εκκαθαριστούν τα μετόπισθεν, να εμποδιστούν οι Γερμανοί να δημιουργήσουν νέο μέτωπο στις Άλπεις, ενδεχομένως και να αναλάβει ο Κόκκινος Στρατός την κατάληψη του Βερολίνου, η οποία θα προκαλούσε πολλές απώλειες, ή από πολιτικά, προκειμένου να μη δυσαρεστηθούν οι Σοβιετικοί ή ακόμα και για να τηρηθεί σχετική συμφωνία.

 

Οι προετοιμασίες και το σχέδιο άμυνας των Γερμανών

Οι συνεχείς ήττες των γερμανικών δυνάμεων το 1944 και το 1945 αποδυνάμωσαν τη Βέρμαχτ. Η στρατολόγηση περιλάμβανε πλέον έφηβους αλλά και ηλικιωμένους. Εξίσου δυσχερής ήταν η κατάσταση και στον τομέα των όπλων, των πυρομαχικών και των καυσίμων, όπου οι ελλείψεις καθιστούσαν πολλές φορές αδύνατη τη διεκπεραίωση των επιχειρήσεων. Πέραν αυτών όμως, οι γερμανικές δυνάμεις έπασχαν από αδυναμία συντονισμού: Ήδη από τα τέλη Μαρτίου, ο Χίτλερ είχε αποσυρθεί στο καταφύγιο του κάτω από την καγκελαρία του Βερολίνου, όπου πραγματοποιούνταν οι συσκέψεις με τους επιτελείς του. Ο στρατάρχης Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Keitel), αρχηγός του OKW, [12] και ο στρατηγός Άλμπρεχτ Γιοντλ (Albrecht Jodl), αρχηγός του OKH, [13] είχαν μέρος των στρατηγείων τους στο Ντάλεμ, μέσα στο Βερολίνο. Ο κύριος  όγκος των στρατηγείων τους, όμως, βρισκόταν στο Τσόσεν, στα νότια περίχωρα, ενώ υπήρχαν κλάδοι του ΓΕΣ, οι οποίοι έδρευαν στη Βαυαρία [14]. Οι προετοιμασίες των Γερμανών για την αναχαίτιση του Κόκκινου Στρατού είχαν ξεκινήσει αρκετές εβδομάδες πριν από την εκδήλωση της επίθεσης. Ο Χίτλερ, σε αντίθεση με την ηγεσία του στρατού, πίστευε ότι η επίθεση των Σοβιετικών θα εκδηλωνόταν από το νότο και πως η επίθεση στον τομέα του ποταμού  Όντερ θα λειτουργούσε περισσότερο ως αντιπερισπασμός[15]. Το βάρος της άμυνας στον συγκεκριμένο τομέα θα σήκωνε ό,τι είχε απομείνει από την Ομάδα Στρατιών Βιστούλα, υπό τη διοίκηση, πλέον, του στρατηγού Χάινριτσι (Heinrici), ειδήμονα σε διενέργεια αμυντικού πολέμου, από κοινού με ένα τμήμα της ομάδας Στρατιών Κέντρου, του Σέρνερ.    

Οι γερμανικές δυνάμεις  ανερχόταν πλέον σε ένα εκατομμύριο άνδρες, 1500 άρματα μάχης και τεθωρακισμένα, 10.400 πυροβόλα και 3.300 μαχητικά αεροσκάφη, αν και η έλλειψη καυσίμων περιόριζε σημαντικά τη χρήση τους [16]. Το κύριο βάρος της άμυνας ανήκε στην 9η Στρατιά υπό τον Στρατηγό Μπούσε, η οποία, μαζί με την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον φον Μαντόιφελ (Hasso Eccard von Manteuffel), αποτελούσαν Ομάδα Στρατιών Βιστούλα. Η κύρια γραμμή άμυνας στήθηκε δυτικά του Όντερ στα υψώματα Ζέελοβ (Seelower Höhen), όπου κατασκευάστηκαν σημαντικά οχυρωματικά έργα. Τα υψώματα του Ζέελοβ ήταν μία σειρά από απότομους λόφους ύψους μέχρι 90 μέτρων, που αποτελούσαν, ουσιαστικά, το τελευταίο φυσικό οχυρό πριν από το Βερολίνο. Πίσω από τα υψώματα υπήρχε μία μεγάλη ζώνη πλάτους 20 χιλιομέτρων, όπου στάθμευαν τεθωρακισμένα, μηχανοκίνητα και πυροβολικό για την εξαπόλυση αντεπιθέσεων.  

Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.
Ο Γερμανός διοικητής του Μετώπου,  Χάινριτσι.

Ο Χίτλερ ανακήρυξε τον Φεβρουάριο το Βερολίνο σε φρούριο, που σήμαινε ότι οι άντρες του θα έπρεπε να το υπερασπιστούν μέχρι τέλους . Τα οχυρωματικά έργα είχαν το σχήμα τριών ομόκεντρων δακτυλίων με πολλά παρακλάδια [17]. Η άμυνα της πόλης του ανατέθηκε στον στρατηγό Ρέυμαν (Reymann). Ο Χίτλερ έδωσε οδηγίες για την προετοιμασία της άμυνας, αλλά δεν διέθεσε δυνάμεις για το σκοπό αυτό, ούτε οργανωμένο σχέδιο. Υπήρχε ακόμα η ψευδαίσθηση ότι ο Κόκκινος Στρατός ήταν δυνατό να ηττηθεί στον Όντερ. Πέραν αυτού σημαντικό πρόβλημα για γερμανική στρατιωτική διοίκηση ήταν η αδυναμία συντονισμού των πολλών κέντρων εξουσίας, που με τον έναν ή άλλο τρόπο συμμετείχαν στην άμυνα του Βερολίνου. Ο Χάινριτσι. έπρεπε να συνεννοηθεί με τον Φύρερ, τον Γκέμπελς, τον διοικητή μέρους του στρατού (Ersatzheer) Χίμλερ, το επιτελείο της ομάδας στρατιών του Βίστουλα, τα SS, τη χιτλερική νεολαία (Hitlerjugend), τη Λουφτβάφε αλλά και το Εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, που ήλεγχε τις μονάδες της λαϊκής πολιτοφυλακής (Volkssturm). Στις αρχές Απριλίου, υπολογίζεται πως στο Βερολίνο διέμεναν 3,5 εκατομμύρια άνθρωποι, μεταξύ των οποίων 120.000 βρέφη, για τους οποίους δεν υπήρχαν αρκετά τρόφιμα [18]. Σχέδιο μεταφοράς του πληθυσμού έξω από την πόλη πρακτικά δεν υπήρχε, γεγονός που οδηγεί στην υπόνοια ότι η πρόθεση της ηγεσίας των ναζί ήταν να μείνουν οι άμαχοι στην πόλη προκειμένου να πολεμήσουν με μεγαλύτερο φανατισμό οι στρατιώτες [19].

 Το ηθικό το γερμανικού πληθυσμού ήταν ιδιαίτερα χαμηλό, παρά τις προσπάθειες του καθεστώτος για την ανύψωσή του [20]. Οι ανθρώπινες απώλειες, οι ελλείψεις σε τρόφιμα, οι συνεχείς βομβαρδισμοί, οι πρόσφυγες από την ανατολή, είχαν κατατροπώσει το ηθικό των Γερμανών. Λίγοι άνθρωποι έτρεφαν αυταπάτες για νίκη στον πόλεμο. Οι αξιωματούχοι, αλλά και πολίτες, ήταν αποφασισμένοι να συνεχίσουν μέχρι τέλους τον αγώνα. Την αποφασιστικότητα αυτή δεν υπαγόρευαν μόνο η ιδεολογία και η πίστη στον Χίτλερ, αλλά και ο φόβος για αντίποινα από την πλευρά των Σοβιετικών [21]. Στον τομέα αυτό η γερμανική προπαγάνδα, μετά από αρχικούς δισταγμούς μήπως προκληθεί πανικός, έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα  [22].

Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.
Οι κάτοικοι του Βερολίνου εκπαιδεύονται στη χρήση αντιαρματικών όπλων.

 

Οι φάσεις της μάχης του Βερολίνου

Η πρώτη φάση (16-22 Απριλίου)

Η επίθεση των σοβιετικών δυνάμεων εκδηλώθηκε με σφοδρό κανονιοβολισμό τα ξημερώματα της 16ης Απριλίου. Το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο (υπό τον Ζούκοφ) εξαπέλυσε την επίθεση με 8983 πυροβόλα, όλμους και εκτοξευτές ρουκετών. Υπολογίζεται ότι στον ισχυρότερο βομβαρδισμό ολόκληρου του πολέμου εκτοξεύτηκαν 1,236 εκατομμύρια βλήματα πυροβολικού [23]. Ο Ζούκοφ διέταξε να φωτιστούν οι θέσεις των Γερμανών με 143 προβολείς, προκειμένου να μπορούν να προσβληθούν ευκολότερα. Ωστόσο, η χρήση των προβολέων όχι μόνο δεν είχε το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, αλλά μάλλον το αντίθετο, αφού επέτρεπε στου Γερμανούς, που ήταν καλυμμένοι, να βλέπουν το σοβιετικό πεζικό την ώρα που αυτό προέλαυνε. Ούτε και η επίθεση του  πυροβολικού στέφτηκε με επιτυχία, διότι επικεντρώθηκε στην πρώτη γραμμή άμυνας των αντιπάλων, η οποία ήταν η ασθενέστερη, αφού πάγια τακτική των Γερμανών ήταν η διασπορά των δυνάμεων και η ενίσχυση των μετόπισθεν [24].

1200px-Battle_of_Berlin_1945-a
Η πρώτη φάση της μάχης του Βερολίνου.  

 Η επίθεση του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ ξεκίνησε από το προγεφύρωμα του Κυστρίν με έφοδο της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Βασίλι Τσουϊκόφ (Vasily Ivanovich Chuikov) από αριστερά και της 5ης Στρατιάς του Νικολάι Μπερσάριν (Nikolai Erastowitsch Bersarin) από δεξιά. Σύμφωνα με το σχέδιο του Ζούκοφ, μετά την κυκλωτική κίνηση των δύο αυτών στρατιών θα προέλαυνε δίπλα τους η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ (Mikhail Efimovich Katukov). Λόγω όμως της μη επαρκούς προόδου της 8ης Στρατιάς του στρατηγού Τσουϊκόφ, ο Ζούκοφ διέταξε τα τεθωρακισμένα της 1ης Τεθωρακισμένης Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ να προελάσει πριν το πεζικό, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κυκλοφοριακό χάος, εξαιτίας του τεράστιου αριθμού τεθωρακισμένων[25]. Η απόφαση του Ζούκοφ υπαγορεύτηκε και από τον φόβο μήπως ο Στάλιν αναθέσει την πρωτοκαθεδρία για την επίθεση σε βάρος του Βερολίνου στο 1ο Ουκρανικό Μέτωπο του Κόνιεφ. Μέχρι το βράδυ της 16ης Απριλίου η κατάσταση βελτιώθηκε μεν για τους Σοβιετικούς, πλην όμως ακόμα δεν είχαν φτάσει στα υψώματα Ζέελοβ, που ήταν ο στόχος της πρώτης ημέρας των επιχειρήσεων, γεγονός που απογοήτευσε τον Στάλιν [26].

 Η επίθεση του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ στο νότο είχε μεγαλύτερη επιτυχία, αφού οι δυνάμεις του δεν δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα να διασχίσουν τον ποταμό Νάισσε (Νίσα), παρά την ανυπαρξία σοβιετικών προγεφυρωμάτων στη δυτική όχθη του. Οι τεθωρακισμένες ταξιαρχίες του Κόνιεφ διέσπασαν τις γερμανικές γραμμές, αφήνοντας την εκκαθάριση στο πεζικό. Η ταχεία προώθηση των δυνάμεων του τον οδήγησε στον σχεδιασμό της κατάληψης του Βερολίνου από την 3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Πάβελ Ριμπάλκο (Pavel Semjonovich Rybalko) και την 4η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ντιμίτρι Λελιουσένκο (Dmitry Danilovich Lelyushenko). Η ταχεία πρόοδος του Κόνιεφ σε αντίθεση με τον Ζούκοφ, ώθησε τον Στάλιν σε αλλαγή των σχεδίων: Διέταξε τον Κόνιεφ να προωθήσει την 3η και 4η Στρατιές Τεθωρακισμένων προς το Τσέλεντορφ (Zehlendorf). Η κίνηση αυτή οδήγησε τον Ζούκοφ στη λήψη ακόμα πιο βεβιασμένων αποφάσεων, προκειμένου να προλάβει εκείνος να κόψει πρώτος το νήμα στον αγώνα με έπαθλο την πρωτεύουσα [27]. Οι μάχες στα υψώματα Ζέελοβ ήταν σφοδρότατες και προκάλεσαν εκατόμβες νεκρών και στις δύο πλευρές. Από την πλευρά των Γερμανών το κύριο βάρος της άμυνας απέναντι στην 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ σήκωνε η 9η μεραρχία αλεξιπτωτιστών, η οποία όμως αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό όχι από αλεξιπτωτιστές, αλλά προσωπικό εδάφους της αεροπορίας, η μεραρχία Kurmark με άρματα Panther, η οποία πραγματοποιούσε αντεπιθέσεις, και από μέλη της τη χιτλερικής νεολαίας (Hitlerjugend), που ήταν οπλισμένα με Panzerfaust. Τότε έλαβαν χώρα και σποραδικές επιθέσεις αυτοκτονίας Γερμανών αεροπόρων, όπως οι Kamikaze, που αποτελούσαν τη διοίκηση “Λεωνίδας», με σκοπό την καταστροφή των γεφυρών του Όντερ. Οι επιθέσεις αυτές δεν είχαν ιδιαίτερη επιτυχία και τερματίστηκαν όταν η 4ηΤεθωρακισμένη Στρατιά κατέλαβε το αεροδρόμιο του στο Jüterborg[28]Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ (3η Στρατιά Τεθωρακισμένων υπό τον Ριμπάλκο) ήταν ταχύτατη με αποτέλεσμα να πλησιάσουν από τη νότια πλευρά το Βερολίνο. Διέσχισαν εύκολα τον ποταμό Σπρέε προτού προλάβουν οι Γερμανοί να οχυρωθούν και πλησίασαν προς την πόλη Τσόσεν (Zossen), όπου είχε την έδρα της η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού. Η προέλαση των δυνάμεων του Κόνιεφ δεν έγινε αντιληπτή από την Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού, η οποία είχε στραμμένη την προσοχή της στα υψώματα Ζέελοβ, όπου ο Χάινριτσι έριξε στη μάχη και την τελευταία του εφεδρεία, το 3ο Σώμα Τεθωρακισμένων των SS. Η τελευταία περιλάμβανε την 11η μεραρχία των SS, που αποτελούνταν από Σκανδιναβούς εθελοντές [29].

Seelow Heights Memorial
Το μνημείο στα υψώματα Ζέελοβ.

 Στις 18 Απριλίου ο Ζούκοφ, έχοντας πληροφορηθεί τις κινήσεις του Κόνιεφ, ενέτεινε τις επιθέσεις του, με αποτέλεσμα το απόγευμα εκείνης της ημέρας να διασπαστεί η άμυνα των Γερμανών στα υψώματα Ζέελοβ. Η 9η γερμανική στρατιά του στρατηγού Μπούσε έπαψε μετά από λίγο να υφίσταται. Το τίμημα βέβαια για τους Σοβιετικούς ήταν πολύ υψηλό, αφού το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο μετρούσε απώλειες άνω των 30.000 ανδτών έναντι 12.000 Γερμανών, που έχασαν τη ζωή τους. Την ίδια ημέρα, ο Κόνιεφ έπρεπε να αντιμετωπίσει την επίθεση των δυνάμεων του στρατάρχη Σέρνερ (Schörner), στη νότια πτέρυγα των δυνάμεων του, η οποία αποκρούστηκε άμεσα. Στην πόλη του Βερολίνου οι οπαδοί του ναζιστικού καθεστώτος συνέχιζαν το εγκληματικό τους έργο: Την 18η Απριλίου εκτελέστηκαν τριάντα κρατούμενοι πολιτικοί αντίπαλοι, ενώ άντρες των SS εκτελούσαν πολλές φορές άμεσα και δημόσια χωρίς δίκη όποιον θεωρούσαν λιποτάκτη [30]. Για την τιμωρία και αποτροπή των λιποταξιών οι Γερμανοί είχαν συστήσει έκτακτα στρατοδικεία για τα πεδία των μαχών αλλά και «μηχανοκίνητα στρατοδικεία», τα οποία κινούνταν συνεχώς στα μετόπισθεν και στις πόλεις προκειμένου να εντοπίσουν λιποτάκτες [31]. Την 19η Απριλίου η 1η Τεθωρακισμένη Στρατιά του στρατηγού Κατούκοβ, ενισχυμένη από την 8η Στρατιά  του στρατηγού Τσουικόφ, αφού διέσπασε στα δύο την 9η γερμανική Στρατιά που ήδη υποχωρούσε, έφτασε στα προάστια του Βερολίνου. Οι υπόλοιπες δυνάμεις του Ζούκοφ ξεκίνησαν με την περικύκλωση της πρωτεύουσας, σύμφωνα με τις διαταγές του Στάλιν. Η ενέργεια αυτή δεν στόχευε μόνο στην κατάληψη του Βερολίνου, αλλά και στην αποτροπή της προσέγγισης του τελευταίου από εκ μέρους των  Αμερικανών. [32]Η 20η Απριλίου, ημέρα γενεθλίων του Χίτλερ, ξεκίνησε με σφοδρό αεροπορικό  βομβαρδισμό της πόλης από του Συμμάχους. Την ίδια ημέρα, η 3η Στρατιά του μετώπου του Ζούκοφ άρχισε να βομβαρδίζει με το πυροβολικό της τα βόρεια προάστια. Παράλληλα ο Ζούκοφ διέταξε την 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων του στρατηγού Κατούκοβ να εισβάλει οπωσδήποτε μέσα στην πόλη. Από την άλλη πλευρά, η προέλαση της 3ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων προς το νότιο Βερολίνο ανακόπηκε, καθώς συνάντησε τμήματα της υπό υποχώρηση 9ης Στρατιάς του Μπούσε [33].

3
Η τελευταία δημόσια εμφάνιση του Αδόλφου Χίτλερ, την ημέρα των γενεθλίων του.

Την 21η Απριλίου το σοβιετικό πυροβολικό πλησίασε πλέον αρκετά ώστε να ξεκινήσει  ο βομβαρδισμός του διοικητικού κέντρου, γεγονός που αιφνιδίασε τον Χίτλερ [34]. Την ίδια μέρα η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού εγκατέλειψε το στρατηγείο του Τσόσεν. Η μάχη του Βερολίνου είχε εισέλθει πλέον στο τελικό της στάδιο. Η πόλη ήταν χωρίσμένη σε 8 τομείς άμυνας. Από τις δυνάμεις που μάχονταν έξω από το Βερολίνο, μόνο το 56ο Σώμα Τεθωρακισμένων του Weidling ενίσχυσε την άμυνα της πρωτεύουσας, με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις των Γερμανών να ανέλθουν σε 80.000 άνδρες. Στο κέντρο της πόλης ο Χίτλερ διόρισε τον ταξίαρχο των SS Βίλχελμ Μόλκε (Wilhelm Molke) διοικητή της άμυνας του «προπυργίου», δηλαδή της συνοικίας των κυβερνητικών κτιρίων [35]. Ο πάλαι ποτέ πανίσχυρος δικτάτορας, έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα εξέδιδε, ανεφάρμοστες διαταγές. Την 22η Απριλίου 3ηΤεθωρακισμένη Στρατιά (Gardepanzerarmee) υπό τον Ριμπάλκο έφτασε στα νότια προάστια του Βερολίνου.

Η δεύτερη φάση (23 Απριλίου –  2 Μαΐου)

Την 23η Απριλίου ο Κόκκινος Στρατός εισβάλει στο Βερολίνο από ανατολικά και νότια. Την ίδια μέρα, ο Στρατάρχης Κάιτελ διέταξε τον διοικητή της 12ης Στρατιάς Βενκ (Wenck), που βρισκόταν στον Έλβα απέναντι από αμερικανικές δυνάμεις, να κινηθεί προς την πρωτεύουσα «για να απελευθερώσει» τον Χίτλερ. Όμως ο Βενκ σκόπευε να κινηθεί ανατολικά για να προσφέρει διέξοδο στην πιεζόμενη 9η στρατιά του Busse («Kessel von Halbe») [36]. Γενικά πάντως, ούτε η 12η Στρατιά του Βενκ, ούτε η 11η Στρατιά του στρατηγού των SS Στάινερ (Steiner), κατάφεραν να φτάσουν στο Βερολίνο. Την ίδια μέρα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ (Weidling), διοικητής του LVI. Τεθωρακισμένου Σώματος, ενημέρωσε ότι υποχώρησε στο Βερολίνο, γεγονός που επέφερε την καταδίκη του σε θάνατο. Ωστόσο, ο ίδιος προσήλθε στο καταφύγιο του Χίτλερ για να εξηγήσει προσωπικά τους λόγους υποχώρησης, τονίζοντας ότι δεν είχε μεταφέρει το στρατηγείο του δυτικά του Βερολίνου, όπως εσφαλμένα είχε κατηγορηθεί. Η στάση του αυτή εντυπωσίασε τον Χίτλερ, σε βαθμό που τον όρισε ανώτατο διοικητή όλων των μονάδων του Βερολίνου (Kampfkommandant) [37].

Ο κλοιός των σοβιετικών δυνάμεων έσφιγγε γύρω από το Βερολίνο. Στις 24 Απριλίου, οι δυνάμεις του Κόνιεβ διέσχισαν το κανάλι Τέλτοβ. Πλέον η μάχη είχε μετεξελιχθεί σε οδομαχίες. Η λαϊκή πολιτοφυλακή, η χιτλερική νεολαία και μονάδες SS μάχονταν από σπίτι σε σπίτι, ενώ έβαλαν κατά των σοβιετικών αρμάτων με Panzerfaust. Τα πληρώματα των σοβιετικών αρμάτων, με τη σειρά τους, τοποθετούσαν στην μπροστινή πλευρά των αρμάτων στρώματα για να εκπυρσοκροτούν τα Panzerfaust στα ελατήρια αυτών. Σημαντικό ρόλο στην άμυνα του Βερολίνου έπαιξαν οι τρεις αντιαεροπορικοί πύργοι (Flaktürme)[38]. Ο ανταγωνισμός των δύο σοβιετικών στραταρχών είχε ως συνέπεια ο Τσουικόφ να διατάξει τμήματα της 3ης στρατιάς του να προωθηθούν δυτικά για να ανακόψουν τη 3η τεθωρακισμένη στρατιά, γεγονός που προκάλεσε πολλά θύματα από φίλια πυρά [39]. Στις 25 Απριλίου, δυνάμεις του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου του Ζούκοφ και του 1ου Ουκρανικού Μετώπου του Κόνιεφ συναντήθηκαν στην πόλη Κετσίν (Ketzin), δυτικά του Βερολίνου ολοκληρώνοντας την περικύκλωση της πόλης. Την ίδια ημέρα, σοβιετικές και αμερικανικές  δυνάμεις συναντήθηκαν στο Τόργκαου (Torgau), στον ποταμό Έλβα, γεγονός που σήμαινε ότι το Γ’ Ράιχ είχε χωριστεί στα δύο [40].

  Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.
Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει στην είσοδο της πόλης.

Στις 27 Απριλίου, η 8η Στρατιά και η 1η Στρατιά Τεθωρακισμένων διέσπασαν την άμυνα στο Landwehrkanal και έφτασαν στο διοικητικό κέντρο του Βερολίνου. Όσο όμως πλησίαζαν οι Σοβιετικοί στο κέντρο, τόσο πιο σκληρές και φονικές γινόταν οι μάχες [41]. Οι μάχες διεξάγονταν κυρίως στην πύλη Χάλλε (Hallensches Tor) και στην Alexanderplatz. Πολλοί αξιωματικοί των ναζί συνειδητοποιώντας το μάταιο της αντίστασης, κατέβαλαν προσπάθειες να αποφύγουν τη σοβιετική αιχμαλωσία. Οι 80.000 άνδρες της 9ης Στρατιάς του Μπούσε και υπολείμματα της 4ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς συνέχισαν μαχόμενοι την πορεία προς τα δυτικά, ώσπου να συναντήσουν τη 12η Στρατιά του Βενκ, με τη βοήθεια της οποίας διέσχισαν τον Έλβα. Ο Χάινριτσι διέταξε τον στρατηγό  von Manteuffel να υποχωρήσει προς τα βόρεια για να αποφύγει το 2ο Λευκορωσικό Μέτωπο του Ροκοσόφσκι. Ο ίδιος ο Κάιτελ, ενώ αρχικά ζήτησε εξηγήσεις για τέτοιου είδους κινήσεις, πείστηκε από τους επιτελείς να κρυφτεί μέχρι το τέλος των εχθροπραξιών [42]. Πέραν αυτών και οι στενότεροι κάποτε συνεργάτες του Χίτλερ προσπαθούσαν να σώσουν τους εαυτούς τους: Ο Χίμλερ έκανε επαφές με τον σουηδικό Ερυθρό Σταυρό, μέσω του Σουηδού διπλωμάτη Φόλκε Μπερναντόττε, για να διαπραγματευτεί με τους Συμμάχους, ο Γκαίρινγκ, που είχε ήδη μεταβεί στη Βαυαρία, ζήτησε να αναλάβει την ηγεσία του Ράιχ, ενώ και ο αντιστράτηγος των SS Χέρμανν Φεγκελάιν, που είχε καθήκοντα συνδέσμου του Χίμλερ και των ΣΣ στο στρατηγείο του Χίτλερ και σύζυγος της αδερφής της Εύας Μπράουν, εντοπίστηκε να έχει έτοιμες βαλίτσες, γεγονός που του κόστισε τη ζωή [43].

Στις 30 Απριλίου, δυνάμεις της 3ης Στρατιάς κατέλαβαν το υπουργείο Εσωτερικών και επιτέθηκαν στο γεμάτο συμβολισμούς κτίριο του Ράιχσταγκ [44], το οποίο υπεράσπιζαν μέλη των SS, της χιτλερικής νεολαίας και ορισμένοι ναύτες. Η μάχη για το κτίριο του Ράιχσταγκ ήταν ιδιαίτερα σκληρή, αφού ακόμα και όταν οι Σοβιετικοί εισήλθαν στο κτίριο, οι Γερμανοί συνέχισαν την αντίσταση τους από όροφο σε όροφο ακόμα και από δωμάτιο σε δωμάτιο [45]. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας αυτοκτόνησε ο Χίτλερ και η Εύα Μπράουν, την οποία νυμφεύθηκε δύο ημέρες πριν. Διάδοχο του είχε ορίσει τον Ναύαρχο Καρλ Ντένιτς (Karl Dönitz) [46], ο οποίος βρισκόταν στην πόλη Φλένσμπουργκ, κοντά στα σύνορα με τη Δανία, όπου και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση [47]. Την ώρα που οι Σοβιετικοί στρατιώτες πάσχιζαν να καταλάβουν το Ράιχσταγκ, για να υψώσουν τη σημαία με το σφυροδρέπανο την 1η Μαΐου, που εορτάζονταν με μεγαλοπρέπεια στη Μόσχα, ο στρατηγός Βάιντλινγκ σκόπευε να διασπάσει τον σοβιετικό κλοιό και να αποχωρήσει από το Βερολίνο με όσους περισσότερους στρατιώτες ήταν εφικτό. Πλην όμως, ο Γκαίμπελς τον ενημέρωσε ότι ο στρατηγός Krebs θα ξεκινούσε διαπραγματεύσεις με τους Σοβιετικούς για ανακωχή. Οι Σοβιετικοί ωστόσο απαίτησαν την άνευ όρων συνθηκολόγηση, με αποτέλεσμα να συνεχιστούν οι εχθροπραξίες[48].

LyWbAnI
Αξιωματικοί του Κόκκινου Στρατού φωτογραφίζονται μπροστά από την πύλη του Βρανδεμβούργου.

 Η άσκοπη αιματοχυσία συνεχίστηκε και την 1η Μαΐου, αφού όσο ήταν εν ζωή ο Γκαίμπελς κανείς δεν τολμούσε να συνθηκολογήσει. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Γκαίμπελς και η σύζυγος του αυτοκτόνησαν, αφού προηγουμένως δολοφόνησαν τα έξι ανήλικα παιδιά τους [49]. Ο στρατηγός Βάιντλινγκ διαμήνυσε στους Σοβιετικούς ότι ο Γερμανικός Στρατός σκόπευε να παραδοθεί άνευ όρων και συμφωνήθηκε κατάπαυση του πυρός την 12η βραδυνή. Τη νύχτα  της 1ης προς 2η Μαΐου διάφορες ομάδες αξιωματούχων των ναζί προσπάθησαν να διαφύγουν από το Βερολίνο, ελάχιστοι όμως τα κατάφεραν.

 

  Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.
Οι σοροί της οικογένειας Γκαίμπελς.

 Στις 2 Μαΐου, ακούγονταν ακόμα σποραδικά πυρά στο Βερολίνο. Στην καγκελαρία του Χίτλερ αυτοκτόνησε ο στρατηγός Κρεμπς και ο υπασπιστής του Χίτλερ Μπούργκντορφ (Burgdorf). Στρατιώτες της 5ης Στρατιάς κατέλαβαν το κτίριο και ύψωσαν την κόκκινη σημαία. Όμοια σημαία υψώθηκε αργότερα και στο Ράιχσταγκ. Η μάχη του Βερολίνου που διήρκεσε από 16 Απριλίου έως 2 Μαΐου προκάλεσε στον Κόκκινο Στρατό απώλειες 352.425 ανδρών, εκ των οποίων το 1/3 ήταν νεκροί (78.291 νεκροί 274.184 τραυματίες). Από τα τρία μέτωπα (Ζούκοφ, Κόνιεφ και Ροκοσόφσκι), τις βαρύτερες απώλειες είχε το 1ο Λευκορωσικό εξαιτίας των σφοδρών μαχών στα υψώματα Ζέελοβ [50]. Η 1η και 2η πολωνική Στρατιά είχαν συνολικά 2.858 νεκρούς και 6.067 τραυματίες. Οι απώλειες των Γερμανών αριθμούσαν κατά προσέγγιση 92.000 νεκρούς, 200.000 τραυματίες, ενώ 479.000 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν. Οι απώλειες υλικού των Σοβιετικών ήταν επίσης τεράστιες: Καταστράφηκαν περίπου 2.000 άρματα μάχης και αυτοκινούμενα πυροβόλα, 2.108 ρυμουλκούμενα πυροβόλα και εκτοξευτές ρουκετών, καθώς 917 πολεμικά αεροπλάνα.

 

Επίλογος

Η εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων δεν πρέπει να αφήνει στο περιθώριο τα δεινά που υπέστη ο άμαχος πληθυσμός. Στο Βερολίνο υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους κατά της διάρκεια των 23 αυτών ημερών 22.000 άμαχοι. Αρκετοί εκτελέστηκαν από φανατικούς οπαδούς του καταρρέοντος ναζιστικού καθεστώτος. Μεγάλος αριθμός κατοίκων αυτοκτόνησε από το φόβο που προκαλούσε η προέλαση των Σοβιετικών. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού ευθύνονται για πολλούς βιασμούς γυναικών, βασανιστήρια και λεηλασίες, στις οποίες επιδίδονταν και επιτήδειοι ντόπιοι [51]. Υπολογίζεται ότι από 80.000 έως 130.000 γυναίκες και κορίτσια του Βερολίνου έπεσαν θύματα βιασμού από στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, ενώ συνολικά περίπου δύο εκατομμύρια σε όλη τη Γερμανία έτυχαν ανάλογης μεταχείρισης. Υψηλός ήταν και ο αριθμός των αυτοκτονιών, για τις οποίες ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η προπαγάνδα του Γκαίμπελς ως προς τη συμπεριφορά των Σοβιετικών στους κατακτημένους. Μόνο στο Βερολίνο οι καταγεγραμμένες αυτοκτονίες ανέρχονται σε 7.057 για ολόκληρο το 1945, ενώ κατά τη διάρκεια της μάχης σημειώθηκαν 3.881 [52]. Το πρώτο ερώτημα που πλανάται γύρω από κάθε αφήγηση της μάχης του Βερολίνου είναι για ποιους λόγους οι Γερμανοί, οι οποίοι πλέον τον Απρίλιο του 1945 θα πρέπει να είχαν συνειδητοποιήσει ότι ο πόλεμος χάθηκε, συνέχισαν να πολεμούν μέχρι το τέλος. Η απάντηση, όπως σε όλα τα μεγάλα ιστορικά ερωτήματα, είναι σύνθετη. Σίγουρα υπήρχε σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού φόβος για τα αντίποινα των Σοβιετικών, όπως φάνηκε και από μαρτυρίες προσφύγων από ανατολικές περιοχές της Γερμανίας που καταλήφθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό. Η γερμανική προπαγάνδα προέβαλε ιδιαίτερα τέτοιου είδους αναφορές. Ταυτόχρονα υπήρχαν αρκετοί Γερμανοί, ιδίως οπαδοί των Ναζί, οι οποίοι πίστευαν ότι η προέλαση των Σοβιετικών θα συντριβεί, όπως και η δική τους πριν από δυόμισι χρόνια στο Στάλινγκραντ. Εδώ πρέπει να αναφερθεί και η πίστη στα «μυστικά» θαυματουργά όπλα, τα οποία μόλις ολοκληρωνόταν η εξέλιξη τους θα έδιναν τη νίκη στους Γερμανούς. Τέλος δεν πρέπει να υποτιμηθεί και η σκληρή καταστολή που ασκούσε το καθεστώς σε όσους έδειχναν έστω σημάδια αμφισβήτησης σε βάρος του ιδίου και της πολιτικής του [53]. Είναι βέβαιο πάντως, ότι όποια στάση και να είχαν υιοθετήσει οι στρατηγοί απέναντι στον Χίτλερ και την ιδεολογία του (από αφοσίωση μέχρι και περιφρόνηση), δεν επιθυμούσαν σε καμία περίπτωση να ηττηθεί η Γερμανία, πόσο μάλλον από τους Σοβιετικούς. Το ίδιο ίσχυε βέβαια σε μεγάλο βαθμό και για τους υφισταμένους [54].

3412755b8616293918f41e0d079f8abf
Περίθαλψη τραυματιών σε υπαίθριο χώρο.

 Ένα δεύτερο ερώτημα είναι κατά πόσο μπορούσε να αποφευχθεί η καταστροφή στην ανατολική Γερμανία και στο ίδιο το Βερολίνο. Η απάντηση είναι μάλλον προφανής: Μόνο η άμεση συνθηκολόγηση της Γερμανίας θα μπορούσε να αποτρέψει κάτι τέτοιο. Πράγματι, η υπεροπλία των Σοβιετικών σε όλα τα επίπεδα, ο κατακερματισμός των γερμανικών δυνάμεων σε συνδυασμό με το ηθικό των αντιμαχομένων, δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης του νικητή. Βεβαίως μία πιο ορθολογική (και λιγότερο φιλόδοξη) αμυντική στρατηγική,  με την ταυτόχρονη εκκένωση περιοχών από τον άμαχο πληθυσμό, θα μπορούσε να ανακόψει την προέλαση του Κόκκινου Στρατού για ορισμένο χρονικό διάστημα και να σώσει αμέτρητες ανθρώπινες ζωές [55]. Η προέλαση του Κόκκινου Στρατού πραγματοποιήθηκε σε συνεννόηση με τους Συμμάχους. Αγώνας δρόμου για το ποιος θα φτάσει πρώτος στο Βερολίνο ουδέποτε υπήρξε, παρά τις αντίθετες προβλέψεις – ανησυχίες του Winston Churchill.  Εναρμονιζόμενοι με τις διατάξεις των  συμφωνιών της Γιάλτας και του Πότσνταμ, Αμερικανοί και Βρετανοί αποχώρησαν τον Ιούλιο 1945 από όλα τα εδάφη της ανατολικής Γερμανίας, τα οποία είχαν καταλάβει τις τελευταίες εβδομάδες του πολέμου. Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, μία γραμμή «from the Baltic Sea to Trieste» (με εξαίρεση τη Γιουγκοσλαβία) διαχώριζε την Ευρώπη σε δύο διαφορετικούς κόσμους, αντιμέτωπους, πλέον, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Vatalis-1
Ο Κωνσταντίνος Π. Βατάλης είναι δικηγόρος και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

 

 

 The Day Hitler Died 2016 Full Documentary

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012.
  2. Του ίδιου, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, Bertelsmann, Μόναχο 2014.
  3. Του ίδιου, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο
  4. Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010.
  5. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605.
  6. J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005.
  7. C. Hett, Burning the Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.
  8. Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. Martin Richter, C.H.Beck, Μόναχο
  9. Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015.
  10. Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.
  11. Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000.
  12. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351
  13. Του ίδιου, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.
  14. Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε: Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.
  15. Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael ImhofVerlag, Petersberg 2008.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, μτφρ. Κ. Καρανικολός, εκδ. Κλειδάριθμος, Αθήνα 2015, σ. 216.

[2]Για μία συνοπτική βιογραφία του Γκουντέριαν βλ. Keneth Macksey, “Generaloberst Heinz Guderian”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 351.

[3]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 218-219.

[4]Paul Kennedy, Die CasablancaStrategie. Wie die Alliierten den Zweiten Weltkrieg gewannen. Januar 1943 bis Juni 1944, μτφρ. M. Richter, C.H.Beck, Μόναχο 2012, σ. 223-225.

[5]Η επιχείρηση έλαβε αρχικά την ονομασία «Φρουρά στο Ρήνο» (Wacht am Rhein) και στη συνέχεια «φθινοπωρινή ομίχλη» (Herbstnebel).

[6]Antony Beevor, Ardennes 1944: Hitler’s Last Gamble, Viking, Λονδίνο 2015.

[7]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π, σ. 221-225.

[8]Philippe Masson, Die Deutsche Armee, μτφρ. A. G. Kageneck, Herbig, 4η εκδ., Μόναχο 2000, σ. 458.

[9]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 314-316.

[10]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, μτφρ. F. Wolf, Pantheon, Μόναχο 2012, σ. 82.

[11] Richard Bessel, Γερμανία 1945, μτφρ. Ε. Αστερίου,  εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2010, σ. 116.

[12] Samuel W. Mitcham Jr., “Generalfeldmarschall Wilhelm Keitel”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 112.

[13] Keneth Macksey, “Generaloberst Albrecht Jodl”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 102.

[14] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 124-125.

[15] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 125-126, Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 399.

[16] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[17] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 391.

[18]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 198, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, μτφρ. Μ Ζαχαριάδου, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2005, σ. 43.

[19]Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 199.

[20] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 338.

[21] Antony Beevor, Berlin 1945. Das Ende, ό.π., σ. 194.

[22] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π..

[23]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, μτφρ. H. Ettinger, C. Bertelsmann, Μόναχο 2014, σ. 839.

[24]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 839, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 19-20.

[25]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 20.

[26] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 840-841.

[27] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 25.

[28] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 843-844.

[29] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 844.

[30] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[31] J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48.

[32] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 845.

[33] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 846.

[34] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 847, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 73.

[35] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 132.

[36] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 850.

[37]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 851, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 80-82.

[38]Günter Sagan, Kriegsende 1945, Michael Imhof Verlag, Petersberg 2008, σ. 146.

[39]Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 853.

[40]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 435-436.

[41]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 119.

[42] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 855.

[43] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 856, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 123, 126-129.

[44]Για την πυρκαγιά τον Φεβρουάριου του 1933 που κατέστρεψε το Ράιχσταγκ (Reichstagsbrand) ο Χίτλερ είχε κατηγορήσει τους κομουνιστές. Βλ. για το ζήτημα αυτό B. C. Hett, Burning. The Reichstag. An investigation into the Third Reich’s enduring mystery, Oxford University Press, Οξφόρδη 2014.

[45]J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 152-154.

[46] Herbert Kraus, “Groβadmiral Karl Dönitz”, σε:  Gerd R. Ueberschär (επιμ.), Hitlers militärische Elite. 68 Lebensläufe, Wissenschaftliche Buchgesellschaft, Darmstadt 2013, σ. 316.

[47] Για την κυβέρνηση του Ντένιτς και τις προθέσεις του αναφορικά με τη συνέχιση ή μη του πολέμου βλ. Michael Buddrus, “Wir sind nicht am Ende, sondern in der Mitte eines grossen Krieges”, Eine Denkschrift aus dem Zivilkabinett der Regierung Dönitz vom 16. Mai 1945, Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte (VfZ) 1996, σ. 605 και Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 450-455.

[48] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 858.

[49] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π.,  σ. 859, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 181-184.

[50] Antony Beevor, Der Zweite Weltkrieg, ό.π., σ. 860.

[51] Günter Sagan, Kriegsende 1945, ό.π., σ. 144.

[52] Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 457.

[53] Richard Bessel, Γερμανία 1945, ό.π., σ. 118, J. Fest, Η πτώση. Ο Χίτλερ και το τέλος του Γ’ Ράιχ, ό.π., σ. 47-48, 99-102.

[54]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 400-401, 405.

[55]Ian Kersaw, Το Τέλος. Γερμανία 1944-1945, ό.π., σ. 221, 311-314.

 

Παρίσι, 1940 – 1944. Το ιστορικό μιας κατεχόμενης πόλης

Μεγάλες πρωτεύουσες μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Παρίσι, 1940 – 1944. Το ιστορικό μιας κατεχόμενης πόλης

 

H γερμανική κατοχή του Παρισιού διήρκεσε 4 χρόνια, δυο μήνες και 10 ημέρες. Αυτό υπήρξε το χρονικό διάστημα ανάμεσα στην είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων (14 Ιουνίου 1940) και εκείνη των γαλλο-αμερικανικών ομολόγων τους (24 Αυγούστου 1944). Για τους κατοίκους της πρωτεύουσας περικλείει καταστάσεις πόνου, απόγνωσης, στερήσεων, διώξεων, βίας, δωσιλογισμού, αλλά και στιγμές απαράμιλλου ηρωισμού ενόσω έβαινε προς το τέλος. Αντίθετα, για τα στρατεύματα κατοχής, το Παρίσι διεκδικούσε αναμφίβολα τα σκήπτρα στις προτιμήσεις. Μια μετάθεση στην πόλη του φωτός εν καιρώ πολέμου, ισοδυναμούσε με τουριστική ανάπαυλα σε σύγκριση με όσα διαδραματίζονταν την ίδια εποχή στις εμπόλεμες ζώνες, ειδικότερα δε στο ανατολικό μέτωπο. Τέλος, αν και δεν επλήγη από αεροπορικούς βομβαρδισμούς ως ανοχύρωτη πόλη, το Παρίσι απέφυγε την ύστατη ώρα έναν ολικό αφανισμό χάρη στην ανυπακοή του τελευταίου Γερμανού στρατιωτικού διοικητή και ενώ τα επελαύνοντα συμμαχικά στρατεύματα είχαν ήδη εισέλθει στα προάστια της πρωτεύουσας.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή, το Παρίσι απώλεσε την ιδιότητα της πρωτεύουσας και μετεξελίχθηκε σε έδρα της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης της Γαλλίας (Militärbefehlshaber in Frankreich) με συνακόλουθη την επιτόπου παρουσία ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων αλλά και πολλαπλών υπηρεσιών του κατακτητή. Το ένα εκατομμύριο εναπομείναντες κάτοικοι (είχε προηγηθεί μαζική φυγή του πληθυσμού προς νότο καθώς πλησίαζαν τα γερμανικά στρατεύματα) άρχισαν να γεύονται τις συνέπειες των περιορισμών και της ασύστολης, ενορχηστρωμένης από τον δρα Goebbels, προπαγάνδας του κατακτητή. Γρήγορα, ωστόσο, η καθημερινότητα βρήκε τους δικούς της ρυθμούς, προσαρμοσμένους βέβαια στις νέες συνθήκες. Ειδικότερα ο υπόγειος σιδηρόδρομος λειτούργησε ως σημείο συνύπαρξης (όχι πάντοτε αρμονικής), ανάμεσα στους κατοίκους και τους κατακτητές. Συγκεκριμένα, μεταξύ των ετών 1941 και 1944 καταγράφηκαν 325 περιστατικά βίας και αντίστασης (διαπληκτισμοί, απόπειρες, διανομή παράνομων προκηρύξεων, δολιοφθορές), συνήθως σε σταθμούς πλησίον των σημείων της πόλης όπου ήταν εγκατεστημένες οι αρχές κατοχής. Το έναυσμα δώθηκε στις 21 Αυγούστου 1941 στην αποβάθρα της στάσης Barbès-Rochechouart, με τη δολοφονία ενός Γερμανού αξιωματικού του Ναυτικού. Ο δράστης κατάφερε να διαφύγει, το γεγονός όμως οδήγησε σε σειρά αντιποίνων σε βάρος αθώων αμάχων και γενικότερα σε μια κλιμάκωση της έντασης. Απεχθής, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υπήρξε η συνέργεια της δωσιλογικής κυβέρνησης του Vichy, με την ίδρυση των λεγομένων ειδικών δικαστηρίων (sections spéciales), τα οποία απήγγειλαν συλλήβδην την ποινή του θανάτου σε αθώους, επικαλούμενα διαβλητές κατηγορίες.

Κατά τα άλλα, τα σχολεία επαναλειτούργησαν από τον Οκτώβριο του 1940, τα μουσεία άνοιξαν τις πύλες τους (παρόλη την λεηλασία, την οποίαν υπέστησαν, με απώτερο σκοπό τον εμπλουτισμό της ιδιωτικής συλλογής έργων τέχνης του στρατάρχη Goering), τα κολυμβητήρια, τα θέατρα, οι κινηματογράφοι, τα εστιατόρια, τα καφενεία, τα διάσημα καμπαρέ αλλά και τα διάφορα πορνεία (όλα τα παραπάνω με προνομιακούς θαμώνες τους Γερμανούς), προίκισαν την πόλη με την απατηλή αίσθηση μιας ανέμελης καθημερινότητας μέσα στη δίνη ενός απάνθρωπου πολέμου. Βέβαια, για τον μέσο Παριζιάνο η κατάσταση ήταν εκ διαμέτρου διαφορετική: επιτάξεις διαμερισμάτων για τη διαμονή Γερμανών αξιωματικών, απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τις νυκτερινές ώρες και επιβολή συσκότισης, δελτία τροφίμων (με συνακόλουθη την εμφάνιση της αναπόφευκτης μαύρης αγοράς), άκρατος αντισημιτισμός, αυστηρή λογοκρισία, διενέργεια καθημερινών ελέγχων σε ολόκληρη την πόλη, τρόμος, ταπείνωση και ανασφάλεια σε κάθε επίπεδο.

Στις 16 και 17 Ιουλίου 1942, 13.152 Εβραίοι (μεταξύ των οποίων 4.115 ανήλικα παιδιά) συνελήφθησαν και συγκεντρώθηκαν στο χειμερινό ποδηλατοδρόμιο (Vélodrome d’Hiver). Από εκεί μεταφέρθηκαν με λεωφορεία στο προάστιο Drancy, όπου επιβιβάστηκαν σε σιδηροδρομικούς συρμούς με προορισμό τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της κεντρικής Ευρώπης. Υπολογίζεται πως επέζησαν λιγότεροι από 100. Η όλη επιχείρηση (γνωστή ως “La rafle du Vél’d’Hiv”) σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε αποκλειστικά από τις αστυνομικές αρχές του καθεστώτος του Vichy, δίχως την ενεργό συμμετοχή του κατακτητή.

Τη νύκτα της 23 προς 24 Σεπτεμβρίου 1943, ένα βομβαρδιστικό τύπου Lancaster της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας, καταρρίφθηκε από την γερμανική αεράμυνα και κατέπεσε σε εμπορικό πολυκατάστημα πλησίον του μουσείου του Λούβρου. Το επταμελές πλήρωμα δεν κατόρθωσε να εγκαταλείψει εγκαίρως το αεροσκάφος. Το κτήριο καταστράφηκε ολοσχερώς από την πυρκαγιά που προκλήθηκε.

Η αντίστροφη μέτρηση για την απελευθέρωση ξεκίνησε στις 6 Ιουνίου 1944, με την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία. Ωστόσο, η καθυστέρηση της προέλασης ανάγκασε τους Αμερικανούς στρατηγούς Eisenhower και Bradley να επιλέξουν την παράκαμψη του Παρισιού, το οποίο δεν παρουσίαζε γι’ αυτούς την παραμικρή σημασία σε επίπεδο τακτικής. Ο κεντρικός στόχος ήταν η κοιλάδα του Ρουρ, όπου ήταν συγκεντρωμένη η αφρόκρεμα της γερμανικής βαριάς βιομηχανίας. Με γνώμονα τον ίδιο σχεδιασμό, η απελευθέρωση της γαλλικής πρωτεύουσας προγραμματιζόταν για το τέλος Οκτωβρίου. Την ίδια στιγμή, στο Παρίσι, οι πράξεις αντίστασης πολλαπλασιάζονταν μέρα με την ημέρα. Οι διάφορες οργανώσεις αποφάσισαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους συγκροτώντας τις Γαλλικές Δυνάμεις Εσωτερικού (Forces Françaises de l’ Intérieur – FFI) με ανώτατο διοικητή τον Marie-Pierre Koenig και σημαίνοντα πρόσωπα τον Henri Rol-Tanguy, συντονιστή των κομμουνιστικών αντιστασιακών οργανώσεων και τον Jacques Chaban-Delmas, ειδικό απεσταλμένο του στρατηγού De Gaulle. Κοινός στόχος ήταν η προετοιμασία μιας εξέγερσης, η οποία θα εξανάγκαζε τους Συμμάχους να επισπεύσουν την απελευθέρωση της πόλης. Την 1η Αυγούστου εκδηλώθηκε η εξέγερση της Βαρσοβίας, γεγονός, το οποίο επιτάχυνε τις εξελίξεις. Ο συσχετισμός των δυνάμεων ήταν συντριπτικά υπέρ του κατακτητή (20.000 στρατιώτες, 80 τεθωρακισμένα, μονάδες πυροβολικού). Οι Γαλλικές Δυνάμεις Εσωτερικού διέθεταν αυτοσχέδιο οπλισμό και παρά την παρουσία στους κόλπους τους πρώην στρατιωτικών και ανδρών των δυνάμεων ασφαλείας, υστερούσαν εμφανώς σε πολεμική ετοιμότητα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στερούνταν ασυρμάτου, με συνέπεια να είναι αδύνατη η επικοινωνία με το στρατηγείο των Συμμάχων.

Αρχές Αυγούστου οι Παριζιάνοι πήραν τις τύχες στα χέρια τους. Στις 10, οι σιδηροδρομικοί κήρυξαν γενική απεργία. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν τρεις μέρες αργότερα οι εργαζόμενοι του μετρό και της χωροφυλακής. Στις 15 και 16 αντίστοιχα ήταν η σειρά της αστυνομίας και των τηλεπικοινωνιών. Στις 18, η απεργία γενικεύθηκε σε όλους τους κλάδους. Το ίδιο απόγευμα, το Παρίσι γέμισε από αφίσες που καλούσαν τον πληθυσμό σε εξέγερση. Ως αντίποινα, οι αρχές κατοχής εκτέλεσαν αυθημερόν 35 συλληφθέντες, μέλη της Αντίστασης. Στις 19 ξεκίνησαν οι οδομαχίες με πρώτη την κατάληψη του αρχηγείου της αστυνομίας, απέναντι ακριβώς από τον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων. Σφοδρές συγκρούσεις ακολούθησαν επί τρεις ημέρες γύρω από τα κτήρια της Γερουσίας και του Δημαρχείου. Μεμονωμένα επεισόδια έλαβαν χώρα και σε πολλά προάστια. Ευρισκόμενοι σε δεινή θέση εξαιτίας της έλλειψης πυρομαχικών, οι εξεγερθέντες έστειλαν εσπευσμένα εκπροσώπους στο αρχηγείο του στρατηγού Patton επικαλούμενοι το επιχείρημα πως η πόλη είχε ήδη κατά τα δυο τρίτα τεθεί υπό τον δικό τους έλεγχο. Η 2η Τεθωρακισμένη Μεραρχία των Ελευθέρων Γάλλων, υπό την διοίκηση του στρατηγού Philippe Leclerc de Hautecloque, αναχώρησε πάραυτα για το Παρίσι, δίχως καν να αναμείνει την άδεια των Αμερικανών. Ευρισκόμενος σε αδιέξοδο, ο στρατηγός Eisenhower αναγκάστηκε με βαριά καρδιά να αναθεωρήσει τον αρχικό του σχεδιασμό, διατάζοντας την 4η Μεραρχία Πεζικού να κατευθυνθεί και εκείνη προς την πρωτεύουσα. Στις 24, οι προφυλακές του Leclerc εισήλθαν στην πόλη προερχόμενες από τον Νότο (Porte d’ Orléans). Κατευθύνθηκαν προς το Δημαρχείο όπου εγκαταστάθηκαν αναμένοντας την έλευση των ενισχύσεων. Γρήγορα τέθηκαν υπό έλεγχο νευραλγικά σημεία της πόλης ενώ αιχμαλωτίστηκε και ο Γερμανός Στρατιωτικός Διοικητής, στρατηγός Dietrich von Choltitz. Η παράδοση της πόλης υπογράφηκε από τον τελευταίο στις 25 Αυγούστου, στον σιδηροδρομικό σταθμό Montparnasse. Την ίδια μέρα, στον ίδιο σταθμό, κατέφθασε ο Charles De Gaulle. Μετέβη στο Δημαρχείο, όπου εκφώνησε έναν ιστορικό και συνάμα άκρως συγκινητικό λόγο («Paris outragé! Paris brisé! Paris martyrisé! Mais Paris libéré!»). Στις 26, ήταν η σειρά της θριαμβευτικής πορείας στη λεωφόρο των Ηλυσίων Πεδίων. Ευρισκόμενοι σε κατάσταση ξέφρενου ενθουσιασμού, οι Παριζιάνοι ανακάλυπταν την ψιλόλιγνη σιλουέτα του ηγέτη της Μαχόμενης Γαλλίας, του οποίου, μέχρι τότε, γνώριζαν μόνο τη φωνή μέσα από τα ραδιοκύματα του BBC. Παρά ταύτα, οι δοκιμασίες δεν είχαν εκπνεύσει. Γερμανοί ακροβολιστές έβαλαν κατά του πλήθους από στέγες κτηρίων, ενώ στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα το Παρίσι βομβαρδίστηκε από την Luftwaffe και επλήγη από πυραύλους V-1.

Τελευταίο αφήσαμε το ερώτημα κατά πόσο η γαλλική πρωτεύουσα απέφυγε ή όχι την ύστατη ώρα τον κίνδυνο μιας ολικής καταστροφής. Η επικρατούσα άποψη αποδίδει την αποφυγή του αφανισμού στην ανυπακοή του στρατηγού von Choltitz σε άνωθεν εντολές. Είναι γεγονός πως είχαν ναρκοθετηθεί οι γέφυρες του Σηκουάνα και τα κυριότερα μνημεία. Εξίσου γνωστή είναι η εκδικητική μανία του Hitler να μην καταθέσει τα όπλα, αλλά να παρασύρει τους πάντες σε ένα κολοσσιαίο ολοκαύτωμα βαγκνερικών διαστάσεων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εντάξει κανείς τη διαταγή περί καταστροφής του Παρισιού. Ωστόσο, δυο χρόνια νωρίτερα, ο von Choltitz δεν δίστασε να ισοπεδώσει την Σεβαστούπολη της Κριμαίας, προκαλώντας αναρίθμητα θύματα μεταξύ των αμάχων. Μάρτυρας, τώρα, της ταχύτατης προέλασης των Συμμάχων επί του γαλλικού εδάφους, ενδεχομένως να προτίμησε να διασφαλίσει την επιβίωσή του μέσα στο μεταπολεμικό στερέωμα. Κομβικής σημασίας υπήρξε επίσης η διαμεσολάβηση του προξένου της Σουηδίας Raoul Nordling, ο οποίος περιέγραψε στον Choltitz με  χαλεπά χρώματα τις συνέπειες των πράξεών του, αλλά και ο ρόλος του γαλλόφιλου υπολοχαγού των διαβιβάσεων Ernst von Bessendorf, ο οποίος καθυστέρησε σκοπίμως την αποκρυπτογράφηση των κατεπειγόντων τηλεγραφημάτων του Φύρερ κερδίζοντας με τον τρόπο αυτό πολύτιμο χρόνο. Αντίθετα, το περίφημο τηλεφώνημα του Hitler με την ερώτηση “Φλέγεται το Παρίσι;” το οποίο συμπεριλαμβάνεται σε δυο εξαιρετικές κατά τα άλλα κινηματογραφικές ταινίες (Is Paris Burning? – 1964 – και Diplomacy – 2014) ανήκει στη σφαίρα του φαντασιακού.

14 Ιουνίου 1940. Η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων

 

23 Ιουνίου 1940. Η μονοήμερη επίσκεψη των Adolf Hitler και Albrecht Speer.
H έδρα της “Κομμαντατούρ”.
Ξενοδοχείο Meurice, rue de Rivoli. Η κατοικία του Γερμανού Στρατιωτικού Διοικητή.

Paris 1940

Γερμανοί θαμώνες των Παρισινών καφενείων (πηγή: Bundesarchiv).
Ερωτοτροπίες έξω από το Moulin Rouge της πλατείας Pigalle.
Κοκεταρίες στις όχθες του Σηκουάνα.
Ποδήλατα – ταξί στο πλαίσιο εξοικονόμησης καυσίμων για τις ανάγκες του γερμανικού στρατού.
Συνύπαρξη Γερμανών στρατιωτικών και Γάλλων αστυνομικών.
Η πρόσοψη του πρώην Γαλλικού Κοινοβουλίου.
Ειδικές κινηματογραφικές αίθουσες για τα στρατεύματα κατοχής.
Δελτία τροφίμων και επιτάξεις ειδών.

16 Ιουλίου 1942. Η συγκέντρωση των Εβραίων στο Χειμερινό Ποδηλατοδρόμιο.
Η μεταφορά στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Drancy.
Η επιβίβαση στο τραίνο με προορισμό τη Γερμανία.
Πλατεία Marc Bloch, προς τιμή του διαπρεπούς Γάλλου ιστορικού, συνιδρυτή της σχολής των Annales, που βασανίστηκε βάναυσα και εκτελέστηκε για την αντιστασιακή του δράση.
Η εξέγερση του Αυγούστου 1944.
Dietrich von Choltitz. Ο στρατιωτικός διοικητής που έσωσε το Παρίσι από αφανισμό χάρη στην  ανυπακοή του σε άνωθεν διαταγή.

Histoire Paris brule-t- il? Non, en voici la raison

Γερμανοί αιχμάλωτοι  των Γαλλικών Δυνάμεων Εσωτερικού (FFI) στη συνοικία της Όπερας.
Γυναίκες που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή.
24 Αυγούστου 1944. Το έπαθλο του νικητή.
Philippe Leclerc de Hautecloque. Ο στρατηγός-ελευθερωτής του Παρισιού.
26 Αυγούστου 1944. Η θριαμβευτική πορεία του στρατηγού De Gaulle στη Λεωφόρο των Ηλυσίων  Πεδίων.

Paris – Liberation in August 1944 (in color and HD)

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου

Όταν το Κρεμλίνο “εξαφανίστηκε” από το οπτικό πεδίο της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας

Μεγάλες πρωτεύουσες μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

Όταν το Κρεμλίνο “εξαφανίστηκε” από το οπτικό πεδίο της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας

 

Τα χαράματα της 22ας Ιουνίου 1941 η Wehrmacht εισέβαλε στην ΕΣΣΔ ενεργοποιώντας τη μεγαλύτερη πολεμική μηχανή που είχε ποτέ χρησιμοποιηθεί. Εφαρμόζοντας την τακτική του “Αστραπιαίου Πολέμου” (Blitzkrieg) στην αχανή και επίπεδη σοβιετική επικράτεια, εξουδετέρωσε στρατιές ολόκληρες του αντιπάλου. Μόλις εξασφαλίστηκε ο έλεγχος του Σμολένσκ (κομβικής θέσης στην προέλαση προς τη Μόσχα), παρά το γεγονός ότι η σοβιετική πρωτεύουσα ήταν ιδιαίτερα ευάλωτη τη στιγμή εκείνη, ο Hitler προτίμησε να μην εκθέσει τα πλευρά του κεντρικού τομέα των επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, στράφηκε προς βορρά (Λένινγκραντ) και προς νότο (Ουκρανία). Η επιλογή αυτή προσέφερε στους Σοβιετικούς πολύτιμο χρόνο δυο περίπου μηνών, στη διάρκεια του οποίου αφιερώθηκαν συστηματικά στην οργάνωση της άμυνας της Μόσχας. Η προέλαση των δυνάμεων του Άξονα ξεκίνησε εκ νέου στις 2 Οκτωβρίου με την επίθεση που έφερε την κωδική ονομασία Επιχείρηση Τυφώνας. Στόχος ήταν η κατάληψη της πόλης πριν την έλευση του χειμώνα. Η επίθεση επιβραδύνθηκε εξαιτίας των καιρικών συνθηκών, καθώς οι φθινοπωρινές βροχές κάλυπταν τους δρόμους και τα πεδία με παχιά λάσπη που παρακώλυαν σημαντικά τα οχήματα, τα άλογα και τους στρατιώτες. Παρόλο που η είσοδος του χειμώνα και το πάγωμα του εδάφους επέτρεψαν στις δυνάμεις του Άξονα να συνεχίσουν να προωθούνται, οι τελευταίες είχαν να αντιμετωπίσουν την ολοένα αυξανόμενη σοβιετική αντίσταση. Παρά ταύτα, στις αρχές Δεκεμβρίου οι γερμανικές προφυλακές έφτασαν σε απόσταση 30 χιλιομέτρων από το κέντρο της πόλης και ενώ ήταν ορατοί με γυμνό μάτι οι τρούλοι του Κρεμλίνου.

Στη Μόσχα, η διανομή δελτίων στα τρόφιμα είχε ξεκινήσει από τις 17 Ιουλίου. Στις 22, έναν ακριβώς μήνα έπειτα από την εκδήλωση της επίθεσης κατά της ΕΣΣΔ, η πρωτεύουσα υπέστη τον πρώτο αεροπορικό βομβαρδισμό. Περί τα 200 αεροσκάφη της Luftwaffe έριξαν τόνους ολόκληρους από ισχυρές εκρηκτικές και εμπρηστικές βόμβες προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές. Κυκλοφορούσαν φήμες ότι οι Γερμανοί σκόπευαν να κάνουν χρήση χημικών όπλων. Για το λόγο αυτό διανεμήθηκαν στον άμαχο πληθυσμό αντιασφυξιογόνες μάσκες. Στις 15 Οκτωβρίου και ενώ η γερμανική προέλαση συνεχιζόταν, μια αίσθηση πανικού κατέλαβε την πόλη. Ο Stalin ζήτησε την εκκένωση των ξένων διπλωματικών αποστολών και εξέδωσε διαταγές για καταστροφή δημοσίων υποδομών και εργοστασίων. Κάποια στιγμή το καθεστώς αντιμετώπισε το ενδεχόμενο να ανατινάξει το στρατηγικής σημασίας δίκτυο του υπόγειου σιδηροδρόμου, προκειμένου το τελευταίο να μην πέσει ανέπαφο στα χέρια των Γερμανών σε περίπτωση κατάληψης της πόλης. Στις 16 Οκτωβρίου, για ένα εικοσιτετράωρο και για μια και μοναδική φορά στην έως τότε λειτουργία, το μετρό της Μόσχας έκλεισε τις πόρτες του στο κοινό. Τα πράγματα αποκαταστάθηκαν την επομένη, καθώς η απόφαση περί καταστροφής είχε ανακληθεί. Αργότερα, οι σταθμοί χρησίμευσαν και ως καταφύγια προστασίας των αμάχων από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Στις 19 Οκτωβρίου η πόλη κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας.

Το Κρεμλίνο σε αεροφωτογραφία της δεκαετίας του 1930.

Θέλοντας να ανυψώσει το ηθικό των κατοίκων, την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου, με αφορμή την 24η επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης ο Stalin εκφώνησε λόγο, ο οποίος μεταδόθηκε ραδιοφωνικά σε ολόκληρη τη χώρα. Ακολούθησε η πατροπαράδοτη παρέλαση στην Ερυθρά Πλατεία. Όσοι συμμετείχαν προωθήθηκαν αυθημερόν στην πρώτη γραμμή του μετώπου, 70 έως 100 χιλιόμετρα έξω από την πόλη.

Stalin’s speech at the parade November 7, 1941 (1941) documentary

Aleksandr Gerasimov, Οι Stalin και Voroshilov στο Κρεμλίνο (1938), Μόσχα, Γκαλερί Tretyakov. Το 1941, στο πλαίσιο της πολιορκίας της Μόσχας από τους Γερμανούς, ο καλλιτέχνης τιμήθηκε για τον συγκεκριμένο πίνακα με το βραβείο Στάλιν.
Konstantin Yuon, Παρέλαση στην Ερυθρά Πλατεία την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 1941 (1941), Μόσχα, Γκαλερί Tretyakov.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ενεργοποιήθηκε μια γιγαντιαία επιχείρηση παραλλαγής του Κρεμλίνου και ορισμένων άλλων εμβληματικών κτηρίων της πόλης, με αντικειμενικό στόχο την παραπλάνηση της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας. Η μέθοδος είχε δοκιμαστεί ήδη με επιτυχία στην περίπτωση του Νίζνι Νόβγκοροντ, με την κατασκευή από γυαλί και χαρτόνι ομοιωμάτων μεγάλης ακρίβειας (τουλάχιστον αυτή ήταν η εικόνα από αέρος), στρατηγικής φύσεως εργοστασίων. Επρόκειτο για μια τακτική, η οποία είχε αποδεδειγμένα παραπλανήσει τους Γερμανούς πιλότους, καθώς οι τελευταίοι σπαταλούσαν άσκοπα τα πυρομαχικά τους επάνω στις μακέτες, αφήνοντας ανέπαφα τα πρωτότυπα. Σημειωτέον ότι τα ομοιώματα φωταγωγούνταν τη νύκτα εξεπιτούτου, προσελκύοντας ακόμα περισσότερο την προσοχή του εχθρού.

Για τον Nikolai Spiridonov, διοικητή του Κρεμλίνου μεταξύ των ετών 1938 και 1953, η ασφάλεια και προστασία του τελευταίου αποτελούσε ζήτημα υψίστης προτεραιότητας. Το κτηριακό συγκρότημα δεν ήταν απλώς η έδρα του καθεστώτος. Ενσάρκωνε την ιστορική, πνευματική και πολιτισμική συνέχεια της χώρας. Για τον λόγο αυτό, ο Spiridonov απευθύνθηκε στον Κομισάριο του Λαού για τις Εσωτερικές Υποθέσεις, τον περιβόητο Lavrentiy Beria, ο οποίος με τη σειρά του διέταξε την άμεση έναρξη των εργασιών παραλλαγής των εξωτερικών χώρων του Κρεμλίνου. Η όλη επιχείρηση κάθε άλλο εύκολη διαγραφόταν. Κάλυπτε μια συνολική έκταση 28.000 τετραγωνικών μέτρων με ψηλά κτήρια που ήταν εξαιρετικά πολύπλοκο να καμουφλαριστούν αποτελεσματικά, όπως ήταν οι ακρογωνιαίοι πύργοι του τείχους ή το κωδωνοστάσιο του Ιβάν του Τρομερού.

Η αποστολή ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα Boris Iofan, έμπιστο του καθεστώτος καθώς υπήρξε ο ανάδοχος του διαγωνισμού ανέγερσης του μεγαλεπήβολου ανακτόρου των Σοβιέτ. Επρόκειτο για ένα στομφώδες και υπερφίαλο σχέδιο κατασκευής του υψηλότερου κτηρίου σε παγκόσμια κλίμακα, σύμβολο της επικράτησης του κομμουνισμού, χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας νέας χώρας και μιας νέας πόλης. Για το σκοπό αυτό, στις 5 Δεκεμβρίου 1931 το σταλινικό καθεστώς ανατίναξε τον καθεδρικό ναό του Σωτήρος, στη θέση του οποίου επρόκειτο να αναγερθεί ένα επιβλητικό κτήριο ύψους 316 μέτρων, την κορυφή του οποίου θα κοσμούσε ένα γιγαντιαίο άγαλμα του Lenin. Το ανάκτορο θα ήταν ορατό από όλα τα σημεία της Μόσχας.

Το Ανάκτορο των Σοβιέτ (τελική εκδοχή, η οποία εγκρίθηκε το 1939).
Boris Iofan (1891-1976).

 

Τα έργα κατασκευής ξεκίνησαν λίγο πριν από την έκρηξη του πολέμου. Διακόπηκαν στις 22 Ιουνίου 1941 εξαιτίας της γερμανικής εισβολής. Γρανίτες, τσιμέντα, χάλυβας και λοιπά οικοδομικά υλικά, τα οποία προορίζονταν για την ανέγερση, διοχετεύθηκαν προς την κατεύθυνση της εξυπηρέτησης της πολεμικής προσπάθειας της χώρας. Το ανάκτορο των Σοβιέτ ουδέποτε κατασκευάστηκε. Τα μόνα που παρέμειναν σε μια τεράστια έκταση 11 εκταρίων ήταν τα θεμέλια και η πρώτη πλάκα. Μετά το 1989 και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, στον ίδιο χώρο αναγέρθηκε ο ναός του Σωτήρος κατ’ εικόνα και ομοίωση του προκατόχου του.

Για τα έργα παραλλαγής του Κρεμλίνου ο Iofan εκπόνησε ένα σχέδιο το οποίο προέβλεπε το βάψιμο με σκούρα χρώματα όλων των πύργων του περιμετρικού τείχους και των φωσφοριζόντων άστρων τους, των κωδωνοστασίων και των τρούλων καθώς και την προσθήκη ξύλινων επιφανειών που αλλοίωναν το αρχικό σχήμα των κτισμάτων. Κάθε στέγη εντός του κτηριακού συγκροτήματος βάφτηκε με σκούρο καφέ χρώμα ούτως ώστε να μη ξεχωρίζει από τις αντίστοιχες του συνόλου της πόλης. Οι ανοικτοί χώροι καλύφτηκαν από πάνινες επιφάνειες, επάνω στις οποίες είχαν σχεδιαστεί οροφές, προκειμένου από ψηλά να φαντάζουν σαν κτήρια. Έργα παραλλαγής έλαβαν χώρα και σε πλατείες. Τέλος, στις προσόψεις του τείχους ζωγραφίστηκαν παράθυρα που τις έκαναν να φαίνονται σαν κοινές πολυκατοικίες. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου η οφθαλμαπάτη ήταν απόλυτη.

Η πρόταση του Boris Iofan για τα έργα παραλλαγής.

 

Παρεμβάσεις στο δάπεδο της πλατείας Μανέζναγια.

 

Πανοραμική άποψη του τείχους με τα έργα παραλλαγής, όπως διακρίνονται από την απέναντι όχθη του ποταμού.

 

Τείχος και πύργοι με τη μορφή προσόψεων κοινών πολυκατοικιών.

 

Το Μαυσωλείο του Lenin επί της Ερυθράς Πλατείας μεταμφιεσμένο σε οικία. Η ταριχευμένη σορός του ηγέτη της Οκτωβριανής Επανάστασης είχε μεταφερθεί έγκαιρα εκτός πόλεως.

 

Η πρόσοψη του Οπλοστασίου χρωματισμένη κατά τρόπο ώστε να φαίνεται σαν δυο διακριτά κτήρια.

 

Αντιαεροπορικό πυροβόλο στη στέγη του ξενοδοχείου Moskva, πλησίον του Κρεμλίνου.

Παρεμβάσεις δεν πραγματοποιήθηκαν μόνο εντός και πέριξ του Κρεμλίνου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός εμβληματικού κτηρίου της πρωτεύουσας: του Θεάτρου Bolshoi. Η πασίγνωστη πρόσοψη του κτηρίου μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει η ίδια στόχο ή απλά να προσανατολίσει τους Γερμανούς πιλότους. Το κτήριο καλύφθηκε με χρωματιστούς καμβάδες, οι οποίοι του προσέδωσαν μια απατηλή εμφάνιση. Παρά ταύτα, στις 22 Οκτωβρίου 1941 μια βόμβα έπληξε το θέατρο προκαλώντας ζημιές σε τμήμα της πρόσοψης και της κεντρικής εισόδου.

Αντιαεροπορικό μπαλόνι ετοιμάζεται να ανυψωθεί από την πλατεία του Θεάτρου Μπολσόι.

 

Η αγνώριστη και άκρως παραπλανητική πρόσοψη του Θεάτρου Μπολσόι έπειτα από την ολοκλήρωση των παρεμβάσεων.

 

Παρατηρητήριο αεράμυνας στη στέγη του μεταλλαγμένου θεάτρου.

 

Συντρίμμια καταρριφθέντος γερμανικού αεροσκάφους τον Ιούλιο του 1941.

 

Πυροβόλο έξω από το Θέατρο του Σοβιετικού Στρατού.

Παρεμβάσεις σημειώθηκαν και στα περίχωρα της πόλης με την κατασκευή ομοιωμάτων αεροδρομίων, δεξαμενών καυσίμων και εργοστασίων. Όπως και στο κέντρο της πόλης, έτσι και στις παρυφές έκαναν την εμφάνισή τους προσθετικές κατασκευές, δημιουργώντας την αίσθηση πυκνοκατοικημένης περιοχής. Ο στρατηγικής σημασίας οδικός άξονας Μόσχας – Λένινγκραντ καλύφθηκε με χρωματιστές ξύλινες επιφάνειες που από ψηλά φαίνονταν σαν στέγες σπιτιών. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι πιλότοι της Luftwaffe παραπλανήθηκαν από ολόκληρη αυτή την γιγαντιαίων διαστάσεων επιχείρηση παραλλαγής. Την απάντηση δίνουν οι αριθμοί. Από την έναρξη της επιχείρησης Barbarossa έως τον Απρίλιο του 1942, η Μόσχα υπέστη 95 νυκτερινές και 30 ημερήσιες αεροπορικές επιδρομές από 7.200 βομβαρδιστικά του αντιπάλου. Οκτώ από αυτές έπληξαν το Κρεμλίνο με πάνω από 150 εμπρηστικές βόμβες. Οι ζημιές υπήρξαν αναλογικά πενιχρές. Στο ίδιο χρονικό διάστημα καταστράφηκαν ολοσχερώς 69 δημόσια κτήρια (άλλα 110 υπέστησαν ζημιές), 19 εργοστάσια (316 υπέστησαν ζημιές), 226 ιδιωτικές οικίες (641 υπέστησαν ζημιές), οι δε ανθρώπινες απώλειες ανέρχονταν σε 2.000 άτομα σε σύνολο 4,6 εκατομμυρίων κατοίκων. Οι επιχειρήσεις στον εναέριο χώρο της σοβιετικής πρωτεύουσας στοίχισαν στη Luftwaffe την απώλεια 1.400 αεροσκαφών, ως επί το πλείστον βομβαρδιστικών. Συγκριτικά με άλλες ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις (π.χ. Λονδίνο), ο απολογισμός μπορεί να χαρακτηριστεί ως υποφερτός. Στις 5 Δεκεμβρίου 1941, ο ενισχυμένος με στρατεύματα τα οποία είχαν συρρεύσει από την Άπω Ανατολή Κόκκινος Στρατός πέρασε στην αντεπίθεση απωθώντας τους Γερμανούς σε απόσταση ασφαλείας. Η Μάχη της Μόσχας έληξε στις 20 Απριλίου 1942. Η τελευταία βόμβα σε βάρος της σοβιετικής πρωτεύουσας ρίχθηκε τον Ιούνιο του 1943.

9 Μαίου 1945. Οι Μοσχοβίτες πανηγυρίζουν στην Ερυθρά Πλατεία τη λήξη των εχθροπραξιών με τη Γερμανία.

1941. Operation Invisible Kremlin

 

Βιβλιογραφία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Θωμάς Δημόπουλος

Τo “Blitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

Μεγάλες πρωτεύουσες μέσα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου

ΤoBlitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

Με τον όρο Blitz (από το γερμανικό Blitzkrieg αστραπιαίος πόλεμος) αποδίδονται  οι εκτεταμένοι  βομβαρδισμοί σε βάρος κατοικημένων περιοχών των Βρετανικών Νήσων, στους οποίους προέβη  από τον Σεπτέμβριο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 η Γερμανική πολεμική αεροπορία. Πρόκειται για μια σελίδα απαράμιλλου θάρρους και αυτοθυσίας, ενστικτώδους συσπείρωσης, ιώβειας στωικότητας και ψυχραιμίας, τέλος, μιας παραδειγματικής οργάνωσης του Βρετανικού λαού σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, από την ηγεσία έως τον καθημερινό πολίτη, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή του πολέμου. Έχει καταγραφεί από την Ιστορία σαν η επικράτηση της βούλησης και της πειθαρχίας ενάντια στην βία και στην αλαζονεία, από όπου και αν αυτές προέρχονται. Ενός λαού, συνεπαρμένου, στην κυριολεξία, από τα λόγια ενός ανεπανάληπτου πολεμικού ηγέτη, του Winston Churchill, ο οποίος, με τους πύρινους  λόγους του, γνώριζε καλά πώς να περιφρουρεί την αξιοπρέπεια και να ανυψώνει το ηθικό μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της δοκιμασίας, του πόνου και του σπαραγμού. 

“But if we fail, then the whole world, including the United States, including all that we have known and cared for, will sink into the abyss of a new dark age made more sinister, and perhaps more protracted, by the lights of perverted science. Let us therefore brace ourselves to our duties, and so bear ourselves, that if the British Empire and its Commonwealth last for a thousand years, men will still say, This was their finest hour”. 

Δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ προνομιούχων και μη. Τις συνέπειες του Blitz υπέστησαν όλες, ανεξαιρέτως, οι κοινωνικές τάξεις, καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος. Όπως είναι επόμενο, η πρωτοφανής αυτή συλλογική δοκιμασία δεν άφησε ασυγκίνητους τους καλλιτέχνες, οι οποίοι  αποτύπωσαν τη δική τους, υποκειμενική, εμπειρία, έτσι όπως την βίωσαν. Ξεχωρίζει ο μεγάλος γλύπτης Henry Moore, με τη γνωστή σειρά σχεδίων, που φέρει τον τίτλο Shelter drawings (Σχέδια των καταφυγίων), ένα σημαντικό μέρος της οποίας εκτέθηκε το καλοκαίρι του 2000 στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου, στο πλαίσιο της έκθεσης Henry Moore: Υπό το φως της Ελλάδος. Ξεχωριστή μνεία αξίζει και για τον Walter Nessler, ο οποίος, επηρεασμένος από το ιστορικό και από το περιεχόμενο του γνωστού πίνακα του Pablo Picasso Guernica (όπου περιγράφεται η ισοπέδωση της ομώνυμης πόλης από τη Γερμανική Πολεμική Αεροπορία το 1937, στο πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου), φιλοτέχνησε έναν δικό του πίνακα, τον οποίο τιτλοφόρησε Premonition (Προαίσθηση). Πρόκειται για έναν προάγγελο των όσων δεινών έμελλαν να λάβουν χώρα τρία χρόνια αργότερα.

Στις εικόνες, οι οποίες ακολουθούν, σκοπίμως αντιπαραβάλλονται τα ιστορικά γεγονότα και η καλλιτεχνική αποτύπωσή τους, προκειμένου να αναδειχθεί ανάγλυφα ο βαθμός αλληλεπίδρασης, αλλά και ο στενός συσχετισμός που υφίσταται ανάμεσα στην αντικειμενική διάσταση ενός φαινομένου και την υποκειμενική πρόσληψη και απόδοση του τελευταίου.

 

What Living In London Was Like During The Blitz | Cities At War: London | Timeline

Walter Nessler, Premonition, 1937.

  

Joseph Gray, Battle of Britain: The First Blitz, 1940.

Anthony Gross, Fire in a Paper Warehouse, 1940.

 

                                       

Harry Bush, A Corner of Merton, 1940.

Henry Moore, The Shelter Perspective: The Liverpool Street Extension, 1941.

Henry Moore, Bunks and Sleepers, 1941.

 

Henry Moore, Pink and Green Sleepers, 1941.

Henry Moore, Woman Seated in the Underground, 1941.
Henry Moore, Eighteen Ideas for War Drawings, 1940.
Ο Henry Moore στο Mornington Crescent Station το 1940.

The Culture Show – Henry Moore (2010)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Πύργος του Άιφελ: το χρονικό της ανέγερσης ενός εμβληματικού μνημείου

Πύργος του Άιφελ: το χρονικό της ανέγερσης ενός εμβληματικού μνημείου

Ό,τι είναι η Ακρόπολη για την Αθήνα, το Κολοσσαίο για τη Ρώμη, το Κρεμλίνο για τη Μόσχα, ο Big Ben για το Λονδίνο, το άγαλμα της Ελευθερίας για τη Νέα Υόρκη, η όπερα για το Σίδνεϋ, αντιπροσωπεύει ο πύργος του Άιφελ για το Παρίσι. Πρόκειται για το αδιαμφισβήτητο σήμα κατατεθέν της πόλης. Αρχικά, ωστόσο, τα πράγματα κάθε άλλο παρά προοιώνιζαν μια εξέλιξη αυτού του είδους. Αναπόσπαστο τμήμα της Παγκόσμιας Έκθεσης του 1889, την οποία οργάνωσε το Παρίσι προκειμένου να τιμήσει τα πρώτα εκατό χρόνια από τη Γαλλική Επανάσταση, η ζωή του μνημείου θα είχε εφήμερη διάρκεια. Διασώθηκε χάρη στα πλεονεκτήματα που παρείχε, λόγω ύψους, στον νέο και διαρκώς ανερχόμενο κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Αλλά ούτε και ο δημιουργός του, ο μηχανικός Gustave Eiffel (1832-1923), έδειχνε, σε μια πρώτη φάση, να συγκινείται ιδιαίτερα από την προοπτική μιας τέτοιας κατασκευής. Η σταδιοδρομία του βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο και έχαιρε άκρας αναγνώρισης στη χώρα του αλλά και εκτός γαλλικών συνόρων. Έχοντας ειδικευθεί στις κατασκευές από σίδηρο, ήταν ο εφευρέτης μιας τεχνικής, ιδιαίτερα οικονομικής και αποτελεσματικής: της τεχνικής των προκατασκευασμένων υλικών με την έννοια της συναρμογής εξαρτημάτων με στόχο την κατασκευή ενός οργανωμένου συνόλου. Έργα του βρίσκονταν στην Ευρώπη, στην Ασία, στη Λατινική Αμερική, ενώ είχε αναλάβει και φέρει εις πέρας τις εργασίες της εσωτερικής στήριξης ενός άλλου εμβληματικού μνημείου: του αγάλματος της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη. Πείστηκε τελικά, από τον ενθουσιασμό δυο άμεσων συνεργατών του: των Maurice Koechlin και Emile Nouguier.Τα έργα κατασκευής ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 1887. Ολοκληρώθηκαν δυο χρόνια αργότερα, τον Μάρτιο του 1889, κι ενώ η Παγκόσμια Έκθεση είχε ήδη ανοίξει τις πύλες της. Επρόκειτο για το ψηλότερο μνημείο στον κόσμο (300 μέτρα), στο μέγεθος της προσπάθειας της Γαλλίας να ανακτήσει την αίγλη, την οποία είχε απωλέσει εξαιτίας της ήττας της από την Πρωσία στον πόλεμο του 1870. Ο πύργος του Άϊφελ ήταν ένα σχέδιο γεμάτο όραμα αλλά και μεγάλο ρίσκο. Κανείς δεν ήξερε κατά πόσο μπορούσε να αντισταθεί στα φαινόμενα της φύσης, ειδικότερα δε στον άνεμο. Παρά το βάρος του (10.100 τόνοι), η κατασκευή του είναι τόσο σταθερή, ώστε παρεκκλίνει μόλις έως 7,5 εκατοστά με σφοδρό άνεμο. Ας σημειωθεί, επίσης, πως η οξυγονοκόλληση ήταν ακόμη άγνωστη μέθοδος. Συνολικά 300 εργάτες ένωσαν 18.038 κομμάτια σφυρήλατου σιδήρου με 2,5 εκατομμύρια πριτσίνια, με βάση μια στατική μελέτη του Maurice Koechlin. Ο κίνδυνος ατυχήματος ήταν μεγάλος, καθώς ο πύργος ήταν εκτεθειμένος σε ανοιχτό πλαίσιο, χωρίς κανέναν ενδιάμεσο όροφο, εκτός από δύο πλατφόρμες. Ωστόσο, επειδή ο Eiffel είχε λάβει προληπτικά μέτρα ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των κινητών ικριωμάτων, προστατευτικών κιγκλιδωμάτων και διαχωριστικών πλεγμάτων, μόνο ένας εργάτης έχασε τη ζωή του. Ο πύργος επικρίθηκε από το κοινό όταν κατασκευάστηκε, καθώς πολλοί είχαν την άποψη πως ήταν αντιαισθητικός. Οι καθημερινές εφημερίδες γέμισαν με οργισμένες επιστολές από την καλλιτεχνική κοινότητα του Παρισιού. Σήμερα, είναι το δημοφιλέστερο μνημείο στη Γαλλία, ο δε μέσος όρος των επισκεπτών ετησίως έχει ξεπεράσει τα 7 εκατομμύρια.

Απρίλιος 1888, ένα έτος και τρεις μήνες έπειτα από την έναρξη των έργων.
Η πρόοδος των έργων
Gustave Eiffel
Το αρχικό σχέδιο του Maurice Koechlin.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο πύργος στο αρχικό του φυσικό περιβάλλον.
Τα εγκαίνια.
Ουρά των επισκεπτών στην είσοδο του μνημείου.
Η εξέδρα του πρώτου ορόφου, σημείου σύγκλισης των τεσσάρων αψίδων της βάσης του μνημείου.
Το εστιατόριο του πρώτου ορόφου στην αρχική του εκδοχή.
Ο Gustave Eiffel (αριστερά), στο υψηλότερο επισκέψιμο σημείο του μνημείου.
Οι διασώστες του μνημείου. Τηλεγραφική δραστηριότητα στην κορυφή του πύργου.
Έργα συντήρησης στο κενό.
Ο επαναστατικός για την εποχή ανελκυστήρας.

 

Ο ανελκυστήρας σήμερα.

O αυστριακής καταγωγής Γάλλος ράπτης και εφευρέτης Franz Reichelt (1879-1912) επέλεξε τον πύργο του Άιφελ, προκειμένου να αποδείξει τη χρηστικότητα ενός δικής του επινόησης αλεξιπτώτου, ενσωματωμένου στη στολή ενός πιλότου, ικανού να σώσει ζωές σε περίπτωση εκδήλωσης βλάβης εν πτήσει και επείγουσας ανάγκης εγκατάλειψης του αεροσκάφους. Οι αστυνομικές αρχές του Παρισιού δίστασαν να εκδόσουν τη σχετική άδεια χρήσης του πύργου, θέτοντας, ως προϋπόθεση τη χρησιμοποίηση ανδρείκελου, ούτως ώστε να αποφευχθεί ο όποιος κίνδυνος για ανθρώπινη τραγωδία. Ο Reichelt αποδέχτηκε τον όρο. Φθάνοντας, όμως, στον πύργο το πρωΐ της 4ης Φεβρουαρίου 1912, εξέπληξε τους παρισταμένους δηλώνοντας ότι θα επιχειρούσε αυτοπροσώπως το άλμα. Παρά τις προσπάθειες να μεταπειστεί και βέβαιος για την αποτελεσματικότητα της εφεύρεσής του, έπεσε στο κενό πηδώντας από τον πρώτο όροφο, ύψους 57 μ. από το έδαφος. Το αλεξίπτωτο δεν λειτούργησε και ο Reichelt σκοτώθηκε ακαριαία. Η σκηνή απαθανατίστηκε φωτογραφικά και κινηματογραφικά.

 

Death Jump – PARIS – TOUR EIFFEL – 1912 – Franz Reichelt

Les marriés de la Tour Eiffel. Εικονογράφηση του προγράμματος από την Irène Lagut.

To 1921, στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων (Théâtre des Champs-Élysées) ανεβάστηκε το μπαλέτο Οι νεόνυμφοι του Πύργου του Άιφελ ( Les marriés de la Tour Eiffel), βασισμένο στο λιμπρέτο του ποιητή Jean Cocteau, μουσική των Georges Auric, Arthur Honegger, Darius Milhaud, Francis Poulenc και Germaine Tailleferre (πέντε από τους μουσικοσυνθέτες, που είχαν συγκροτήσει τη λεγόμενη “Ομάδα των έξι”), χορογραφία του Jean Börlin και σκηνικά της Irène Lagut. Ένα νιόπαντρο ζευγάρι απολαμβάνει το πρόγευμά του σε έναν από τους εξώστες του πύργου, ακούγοντας τον πομπώδη λόγο ενός στρατηγού. Ξαφνικά, εισβάλλει ένα συνεργείο από τηλεγραφιστές, αλλά και ένα λιοντάρι, το οποίο κατασπαράζει τους περισσότερους θαμώνες. Το μακάβριο έργο ολοκληρώνει ένα μυστήριο άτομο, που φέρνει τον χαρακτηρισμό “Παιδί του μέλλοντος” και το οποίο σκοτώνει όσους έχουν επιζήσει από την έφοδο του θηρίου. Χαρακτηριστική του σουρεαλιστικού και αποδομητικού στυλ του Cocteau, η υπόθεση καταρρίπτει με καυστικό τρόπο όλα τα στερεότυπα της εποχής: οικογένεια, αστική τάξη, στρατό, ακόμα και τον ίδιο τον πύργο. Η επιτυχία του θεάματος υπήρξε περιορισμένη. Σήμερα, εκτελούνται τα μικρά αποσπάσματα των πέντε συνθετών σαν να επρόκειτο για συμφωνικά έργα.

Les marriés de la Tour Eiffel (πλήρες)

Jean Béraud, L’entrée de l’Exposition Universelle de 1889, 1889, Musée Carnavalet, Histoire de Paris
Marc Chagall. Paris vu par la fenêtre, 1913, S.R. Guggenheim Museum New York.
Robert Delaunay, La Tour Eiffel, 1926, ιδιωτική συλλογή.
Raoul Duffy, La Tour Eiffel, 1935, ιδιωτική συλλογή.
Bernard Buffet, Le pont Alexandre III et la tour Eiffel, λιθογραφία, 1988.
Ιούνιος 1940. Ένας απρόσμενος επισκέπτης αμέσως μετά την κατάρρευση της Γαλλίας
Ο πύργος, όπως δεσπόζει σήμερα πάνω από την Πόλη του Φωτός.

Lumière: Panorama pendant l’ascension de la Tour Eiffel (1898)

Tour eiffel la grande epopée

Κείμενο-επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος
Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος: Η Ιστορία και οι χρήσεις της

 

Αναπαύθηκε χθες το βράδυ καθηγητής Ιωάννης Κολιόπουλος, ο Sir John, όπως τον αποκαλούσαμε, για τον ξεχωρίσουμε από τους πολλούς Γιάννηδες του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Με τα σπουδαία βιβλία του και τους πολλούς μαθητές του, έβαλε πολύ ψηλά τον πήχυ της ακαδημαϊκής επιτυχίας. Με πένα δυνατή, στα ελληνικά και τα αγγλικά, άνοιξε δρόμους στην ελληνική ιστορική επιστήμη. Όμως ήταν η αγάπη και η μεγάλη υποστήριξη που πρόσφερε στους μαθητές του αυτή που θα συντηρήσει τη μνήμη του. Ήμουν ο πρώτος μεταπτυχιακός φοιτητής του και υπήρξε ο μέντοράς μου για πολλά χρόνια. Του χρωστώ τα πάντα, κυρίως την απόφαση να ακολουθήσω μεταπτυχιακές σπουδές –εξωτική επιλογή το 1983– και μάλιστα εκτός του ΑΠΘ. Το σπίτι του ήταν ανοιχτό στους μαθητές του. Σε κάθε επίσκεψή, μαζί με τη Χριστίνα, φόρτιζαν τις μπαταρίες μας με αισιοδοξία και αυτοπεποίθησή. Θαυμάζαμε τον άνδρα που ξεκίνησε από ένα μικρό χωριό της Καστοριάς (όπου και θα κηδευτεί), ξενιτεύτηκε σε καιρούς δίσεκτους, δούλεψε, σπούδασε και διακρίθηκε ως ιστορικός παγκόσμιας κλάσης, απέκτησε θαυμαστή κουλτούρα και είχε τόσο μεγάλο περίσσευμα ψυχής να μας προσφέρει. Αυτό το περίσσευμα του Κολιόπουλου μας κίνησε για χρόνια. Μας πήγε πιο πέρα και πιο πάνω. Κατάλαβα και γω –ελπίζω και οι άλλοι μαθητές του– ότι ο μόνος τρόπος να του το ξεπληρώσουμε είναι να προσφέρουμε ανάλογα χωρίς όρους και ανταλλάγματα. Όταν έφυγα για την Αγγλία μου είπε: Βασίλη, just don’t betray my trust. Αυτά τα λόγια του τα σκέφτομαι ολόκληρη την επαγγελματική ζωή μου, πως να μην τον απογοητεύσω.

Βασίλης Κ. Γούναρης

 

 

Η Clio Turbata τιμώντας τη μνήμη του Ιωάννη Κολιόπουλου αναδημοσιεύει ένα παλαιότερο άρθρο, το οποίο είχε αναρτηθεί στις 29 Ιουνίου 2020.

 

Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος: Η Ιστορία και οι χρήσεις της

Ιωάννης Δασκαρόλης: Δημοκρατικά Τάγματα. Από την δημιουργία της επίλεκτης φρουράς της Δημοκρατίας στο αιματοκύλισμα της 9ης Σεπτεμβρίου 1926

Ιωάννης Δασκαρόλης

 

 Δημοκρατικά Τάγματα. Από την δημιουργία της επίλεκτης φρουράς της

Δημοκρατίας στο αιματοκύλισμα της 9ης Σεπτεμβρίου 1926

 

Τα πρώτα δειλά βήματα (1922-1923) 

Τους πρώτους μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας, η Επαναστατική Επιτροπή λάμβανε αναφορές των νεοδιορισμένων οργάνων της στην επαρχία που ζητούσαν στρατιωτική ή αστυνομική βοήθεια για την αντιμετώπιση των πολυάριθμων αντιβενιζελικών πολιτών που παρέμεναν πιστοί στον Κωνσταντίνο. Η αποσύνθεση της Χωροφυλακής και η αποστολή όλων των διαθέσιμων μονάδων Στρατού στον Έβρο, προσανατόλιζε την κυβέρνηση στην ανάγκη δημιουργίας στρατιωτικών μονάδων ασφαλείας. Υπήρχε άλλωστε και το προηγούμενο του Τάγματος Ασφαλείας Γύπαρη που είχε καταφέρει με μικρές δυνάμεις να διατηρήσει την τάξη στην Αθήνα, προπύργιο των αντιβενιζελικών, όταν οι περισσότερες μονάδες του Στρατού βρίσκονταν στο Μικρασιατικό μέτωπο. Βασικό κίνητρο πίσω από τη δημιουργία των μονάδων αυτών ήταν η τρομοκράτηση των πολιτικά αντιφρονούντων, καθώς ειδικά κατά τους πρώτους μήνες το στρατιωτικό καθεστώς δεν ένιωθε εξασφαλισμένο έναντι όσων αντιδρούσαν.[1]

Ο πρώτος πυρήνας των Ταγμάτων Εθελοντών (μετέπειτα Δημοκρατικών Ταγμάτων) υπήρξε η σύσταση μιας στρατιωτικής μονάδας μεγέθους Τάγματος στη Λέσβο, του οποίου αρχικό πυρήνα αποτέλεσαν εθελοντές βενιζελικών φρονημάτων[2] που κατάγονταν από το νησί, με πρώτο διοικητή τον ταγματάρχη Καφάτο. Η δημιουργία της μονάδας ξεκίνησε στις 27 Σεπτεμβρίου 1922, με διαταγή του υπουργείου Στρατιωτικών (υπ΄ αριθμόν 239751) και προκήρυξη του συνταγματάρχη Γ. Παπαγεωργίου, στρατιωτικού διοικητή Λέσβου διορισμένου από την Επανάσταση. Ανάμεσα στους καταταγέντες ήταν και πρόσφυγες, ορισμένοι εκ των οποίων είχαν χάσει προσφιλή τους πρόσωπα στην καταστροφή και τα αναζητούσαν μέσω του Τύπου.[3]

Το Ανεξάρτητο Τάγμα Λέσβου μεταφέρθηκε στην Αθήνα στις αρχές Οκτωβρίου αναλαμβάνοντας την επιβολή της τάξης στην πρωτεύουσα και την ασφάλεια της Επανάστασης του 1922 έναντι οποιασδήποτε εσωτερικής επιβουλής, καθώς σύμφωνα με έκθεση του 2ου επιτελικού γραφείου στην περιοχή του λεκανοπεδίου υπήρχαν περισσότεροι από 12.000 ένοπλοι οπαδοί της Βασιλείας.[4] Το Τάγμα Λέσβου ανέλαβε την φύλαξη της αίθουσας όπου έγινε η Δίκη των Έξι, την διαφύλαξη της τάξης στις δύο πόλεις (Αθήνα και Θεσσαλονίκη), ενώ μαζί με το Τάγμα Φρουράς συμμετείχαν ενεργά στην κατάπνιξη του φιλοβασιλικού κινήματος Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου.

Οι στρατηγοί Γαργαλίδης (αριστερά) και Λεοναρδόπουλος, πρωτεργάτες του ομώνυμου κινήματος.

Στην πρωτοβουλία για τη δημιουργία μιας στρατιωτικής μονάδας ασφαλείας πιστής στην κυβέρνηση στο σκέλος που αφορούσε τη Θεσσαλονίκη, πρωτοστάτησε[5] αναμφίβολα ο Αλέξανδρος Οθωναίος όταν ανέλαβε τη διοίκηση του Γ΄ Σώματος Στρατού. Σύμφωνα με τον Οθωναίο, σκοπός της δημιουργίας του πρώτου Δημοκρατικού Τάγματος της Θεσσαλονίκης (που ονομάστηκε αρχικά Τάγμα Φρουράς) ήταν η τήρηση της τάξης στην πόλη μετά την αποχώρηση του Στρατού για το μέτωπο του Έβρου, καθώς η Χωροφυλακή δεν επαρκούσε. Και οι δύο σχηματισμοί χρησιμοποιήθηκαν σε κρίσιμες καταστάσεις την επόμενη διετία προσφέροντας σημαντικές υπηρεσίες στην Επαναστατική Κυβέρνηση.

 

Η ενίσχυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων από την κυβέρνηση Καφαντάρη και ο περίφημος  Νόμος 3059

 Ακολούθησαν οι εκλογές της 17ης Δεκεμβρίου 1923, η αναγκαστική έξωση του Βασιλιά Γεώργιου Β΄ και η επιστροφή του Βενιζέλου στο πολιτικό προσκήνιο. Το πολιτικό σκηνικό δεν έδειχνε να ομαλοποιείται καθώς εκτός από τους αντιβενιζελικούς, αντιδρούσαν και οι ακραίοι δημοκρατικοί και ισχυροί στρατιωτικοί παράγοντες κατά της συμβιβαστικής πολιτειακής πολιτικής του Βενιζέλου. Ο Βενιζέλος παραιτήθηκε για λόγους υγείας, τον διαδέχθηκε ο Καφαντάρης που προσπάθησε να ενισχύσει την στρατιωτική θέση της κυβέρνησης ώστε να επιβάλλει τις θέσεις της. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η πρωτοβουλία του υπουργού Στρατιωτικών Κωνσταντίνου Γόντικα, που αφορούσε τη μετεξέλιξη του Ανεξάρτητου Τάγματος Λέσβου στην Αθήνα και του Τάγματος Φρουράς Θεσσαλονίκης σε μόνιμα σώματα ασφαλείας. Η μετατροπή αυτή έγινε όταν ο Γόντικας κατέθεσε σχέδιο νόμου στη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου με τίτλο «Περί εθελοντών». Το νομοσχέδιο αυτό υπεβλήθη με τη διαδικασία του κατεπείγοντος και ψηφίστηκε αυθημερόν επί της αρχής από την Εθνοσυνέλευση.[6]

Το νομοσχέδιο προέβλεπε αορίστως ότι ο υπουργός Στρατιωτικών είχε το δικαίωμα να προβεί σε στρατολογία εθελοντών είτε για να καλύψει έκτακτες ανάγκες του Στρατού, είτε για να «αντιμετωπίσει έκτακτες περιστάσεις»,[7] χωρίς βέβαια να προσδιορίζονται αυτές. Η διατύπωση του νομοσχεδίου περί εθελοντών ήταν τόσο γενικόλογη ώστε αρχικά δεν συγκέντρωσε την προσοχή του αντιπολιτευόμενου Τύπου. Όταν έγινε κατανοητό ότι οι εθελοντές μόνο εθελοντές δεν θα ήταν, αλλά προορίζονταν για σωματοφυλακή των βενιζελικών και της κυβέρνησης, ο αντιπολιτευόμενος Τύπος εξεγέρθηκε κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι εξόπλιζε πρόσφυγες στο πρότυπο του τάγματος ασφαλείας Γύπαρη, ώστε να εκβιάσει και να νοθεύσει την ψήφο των πολιτών στο επερχόμενο δημοψήφισμα.[8] Η Βραδυνή ξεπέρασε τα όρια της απλής διαμαρτυρίας παρουσιάζοντας τους λόχους ως συνεχιστές του έργου των “Γυπαραίων”, απειλώντας τους πρόσφυγες που τους στελέχωναν με αντίποινα όταν ο “συνταγματικός” κόσμος θα ξανάβρισκε τις πολιτικές του ελευθερίες.[9]

 

Η ενίσχυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων επί κυβερνήσεως Παπαναστασίου και η  οριστική τους μετονομασία (30 Ιουνίου – 17 Ιουλίου 1924)

 

Ακολούθησε η πτώση της κυβέρνησης Καφαντάρη λόγω ενός προνουντσιαμέντου του Στρατού, η άνοδος της κυβέρνησης Παπαναστασίου και το Πολιτειακό δημοψήφισμα του Απριλίου, που επισημοποίησε την κατάργηση της Βασιλείας. Ο ισχυρός παράγοντας της κυβέρνησης ήταν ο Θεόδωρος Πάγκαλος με επιρροή σε ομάδα αξιωματικών του Στρατού και με πρόθεση να χρησιμοποιήσει την επιρροή του για να στηρίξει εξωθεσμικά την κυβέρνηση. Έτσι, όταν στα τέλη Ιουνίου ξεκίνησε η προσπάθεια της υπονόμευσης της κυβέρνησης Παπαναστασίου, ο Πάγκαλος αποφάσισε να στραφεί και προς τον Στρατό προκειμένου να αντιμετωπίσει την κατάσταση και την αποσταθεροποίηση της κυβέρνησης. Μεταξύ άλλων, προσπάθησε να ενισχύσει τα Δημοκρατικά Τάγματα μέσω της αύξησης της μισθοδοσίας τους, με σχετική τροποποίηση του νόμου 3059 ως προς το άρθρο 2.[10]

Παρέλαση της σημαίας των Δημοκρατικών Ταγμάτων.

Κατά την συζήτηση στην Εθνοσυνέλευση κατάφερε να περάσει αθόρυβα την εν λόγω τροπολογία που προέβλεπε αύξηση του ημερομισθίου των στρατιωτών κατά 20 δρχ., υπεραμυνόμενος της αποστολής αυτών των μονάδων, παρά τις αντιρρήσεις του Γονατά[11] που πρότεινε τη διάλυση των ταγμάτων εθελοντών, καθώς δεν είχαν πλέον καμία χρησιμότητα.[12] Με άλλη απόφασή του στα μέσα Ιουλίου, λίγο πριν την πτώση της κυβέρνησης Παπαναστασίου, ο Πάγκαλος μετονόμασε τα τρία τάγματα με τις επωνυμίες Πρότυπον Τάγμα Εκπαιδεύσεως ή Ανεξάρτητο Τάγμα Λέσβου, Τάγμα Εθελοντών και Τάγμα Φρουράς Θεσσαλονίκης και επίσημα πλέον σε Ι, ΙΙ και ΙΙΙ Τάγματα Δημοκρατικής Φρουράς αντίστοιχα.[13]

Εντελώς απρόσμενα, τα Δημοκρατικά Τάγματα στάθηκαν η κύρια αφορμή για την πτώση της κυβέρνησης Παπαναστασίου. Το βράδυ της 17ης Ιουλίου 1924 μια μικρή ομάδα στρατιωτών του Γ΄ Δημοκρατικού Τάγματος επιτέθηκαν στα γραφεία και στα τυπογραφεία των αντιβενιζελικών εφημερίδων της Θεσσαλονίκης με αφορμή ένα αρνητικό δημοσίευμα για την ηθική του διοικητή τους. Το νέο της επίθεσης έφτασε την ημέρα συζήτησης στη βουλή για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης της κυβέρνησης Παπαναστασίου και οδήγησαν στην καταψήφισή της στις 19 Ιουλίου 1924.

 

Τα Δημοκρατικά Τάγματα κατά την περίοδο των κυβερνήσεων Σοφούλη και  Μιχαλακόπουλου  

Παρά το γεγονός ότι ήδη τα Δημοκρατικά Τάγματα είχαν εδραιώσει μια κακή φήμη στην κοινή γνώμη, διατήρησαν τη δύναμή τους τόσο κατά την διακυβέρνηση Σοφούλη (Θερινών Διακοπών) όσο και κατά τη διακυβέρνηση του Μιχαλακόπουλου, ενώ συμπεριελήφθησαν κανονικά στον νέο οργανισμό του ελληνικού Στρατού όπως δημοσιεύτηκε στον Τύπο ως νομοσχέδιο στις αρχές του 1925. Η εισήγηση της κοινοβουλευτικής επιτροπής για τον οργανισμό του Στρατού, ζητούσε την κατάργηση των Δημοκρατικών Ταγμάτων με το σκεπτικό ότι όλος ο Στρατός αποτελεί φρουρά της Δημοκρατίας ενώ η ύπαρξη τριών ιδιαίτερων Ταγμάτων με αυτή την αποστολή προκαλούσε περισσότερη ζημιά παρά ωφέλεια.[14] Ο Γόντικας όμως υποστήριξε ότι η κατάργηση των Ταγμάτων δεν ήταν συμφέρουσα καθώς ήταν ιδιαίτερα αξιόλογοι και αξιόμαχοι στρατιωτικοί σχηματισμοί., ενώ ήταν αντίθετη με την εισήγηση του Ανώτατου Στρατιωτικού Συμβουλίου.[15]

 

Η ίδρυση των Κυνηγών του Κονδύλη (Απρίλιος 1925)

Αλλά η ενίσχυση παραστρατιωτικών σχηματισμών δεν περιορίστηκε στα Δημοκρατικά Τάγματα καθώς στις αρχές Απριλίου ο Κονδύλης προώθησε την ίδρυση τριών ταγμάτων Κυνηγών που θα είχαν ως μοναδική αποστολή την καταπολέμηση του φαινομένου και την εμπέδωση της ασφάλειας στην ύπαιθρο. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Κονδύλη, τα τρία Τάγματα Κυνηγών ειδικά εκπαιδευμένα και εξοπλισμένα για μια περιορισμένη διετή θητεία θα ανακούφιζαν την ύπαιθρο από τη ληστεία, παρέχοντας τον απαιτούμενο χρόνο στη Χωροφυλακή για να ανασυνταχθεί. Το νομοσχέδιο προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από τους πληρεξουσίους της αντιπολίτευσης, ενώ η αρμόδια επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης που εξέτασε το νομοσχέδιο για τη δημιουργία των Κυνηγών το απέρριψε παμψηφεί. Το σκεπτικό όσων το απέρριπταν ήταν ότι δεν χρειαζόταν να δημιουργηθεί μια νέα μονάδα δημόσιας ασφάλειας τη στιγμή που ήδη υπήρχε η Χωροφυλακή. Επίσης πολλοί πληρεξούσιοι υποστήριξαν – δικαίως – ότι το πιθανότερο ήταν οι Κυνηγοί αντί να καταπολεμήσουν τη ληστεία να εξελιχθούν σε κίνδυνο για τη δημόσια ασφάλεια και μάστιγα για τους κατοίκους της υπαίθρου.

Τελικώς η Εθνοσυνέλευση σε μια ακόμη αμφιλεγόμενη νομοθετική πρωτοβουλία της, υπερψήφισε τη δημιουργία των τριών ταγμάτων Κυνηγών, αφού προηγήθηκε μεγάλο πολιτικό παρασκήνιο και συνεννοήσεις. Οι (κατά πολύ υψηλότερες από τις αντίστοιχες των Δημοκρατικών Ταγμάτων) μηνιαίες αποδοχές που προβλέπονταν ήταν 1.750 δραχμές για κάθε στρατιώτη, 1.850 δραχμές για τον δεκανέα, 2.000 δραχμές για τον λοχία, 2.250 δραχμές για τον επιλοχία, χωρίς τα πρόσθετα επιδόματα που προβλέπονταν για τις αποστολές εκτός της έδρας των λόχων. Την ίδια περίοδο ο μηνιαίος μισθός ενός χωροφύλακα ήταν περίπου 1.100 δραχμές σύμφωνα με τον Κονδύλη. Για να γίνει αντιληπτός ο προσχηματικός χαρακτήρας των κρατικών εξαγγελιών και της συζήτησης που προηγήθηκε στην Εθνοσυνέλευση, οι Κυνηγοί αντί να μεταφερθούν στις περιοχές της επαρχίας που προέβλεπε το νομοσχέδιο ώστε να καταπολεμηθεί η ληστεία, στρατωνίστηκαν στο Γαλάτσι, και χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για την ασφάλεια των κεντρικών κρατικών κτιρίων στην Αθήνα με τη χαρακτηριστική τους αποτυχία να ανταπεξέλθουν ακόμη και σε αυτή τη στοιχειώδη αποστολή κατά το κίνημα που ακολούθησε ένα μήνα μετά.

Γελοιογραφία για τους Κυνηγούς (εφημ. ΣΚΡΙΠ, 3.4.1925).

Η ισχυροποίηση και η εδραίωση των Δημοκρατικών Ταγμάτων επί της δικτατορίας του Παγκάλου (1925-1926)     

Η άνοδος του Πάγκαλου στην εξουσία επιβλήθηκε μετά από ένα επιτυχημένο κίνημα στις 25 Ιουνίου 1925 και την χαρακτηριστική αδράνεια της Κυβέρνησης Μιχαλακόπουλου και των πιστών σε αυτήν στρατιωτικών μονάδων να αντιδράσουν. Κατά το κίνημα τα Δημοκρατικά Τάγματα στήριξαν τον Πάγκαλο μετά από διακυμάνσεις και λόγω κυρίως της προσωπικής περιπετειώδους επέμβασης του Ντερτιλή. Ήδη κατά τη θητεία του ως υπουργός Στρατιωτικών, ο Πάγκαλος είχε συμβάλλει στην ισχυροποίηση των Δημοκρατικών Ταγμάτων, τα οποία θεωρούσε επίλεκτη στρατιωτική μονάδα και ασπίδα του κράτους εναντίον κάθε επιβουλής. Από την πρώτη ημέρα που σχημάτισε κυβέρνηση, έδειξε τη διάθεσή του να ενισχύσει και να στηριχτεί στα Δημοκρατικά Τάγματα, καθώς γνώριζε τον ιδιότυπο παραστρατιωτικό πολιτικό χαρακτήρα τους. Το πρώτο ΦΕΚ[16] το οποίο δημοσίευσε η “Επαναστατική Κυβέρνησή” του, αφορούσε τη συγχώνευση των Δημοκρατικών Ταγμάτων με τους Κυνηγούς, με το ύψος των αμοιβών τους να είναι αυτό που είχε ορίσει ο Κονδύλης για τους τελευταίους.[17] Επίσης το Τάγμα Κυνηγών έπαυε να υπάγεται στο υπουργείο Εσωτερικών, τιθέμενο πλέον υπό την αιγίδα του υπουργείου Στρατιωτικών και αναβαθμιζόμενο από μονάδα εσωτερικής ασφάλειας σε κανονική στρατιωτική μονάδα.[18] Έτσι, ο Πάγκαλος όχι μόνο αύξησε εκ νέου τη στρατιωτική δύναμη των Ταγμάτων αλλά και κατά 30% τις αποδοχές των αξιωματικών και στρατιωτών τους, ενώ ο σχετικός ισχυρισμός του δικτάτορα το 1928 ενώπιον ανακριτικής επιτροπής ότι δήθεν τις μείωσε είναι αναληθής.[19]

Η δεύτερη κίνηση του Παγκάλου ήταν να δημιουργήσει στην Αθήνα στις αρχές Οκτωβρίου τη μικτή Ταξιαρχία Δημοκρατικής Φρουράς την οποία έθεσε υπό ενιαία διοίκηση και την οποία προόριζε για φρουρά του νέου καθεστώτος. Συγκεκριμένα πλαισίωσε τα τρία Τάγματα με τον λόχο στρατηγείου των Δημοκρατικών Ταγμάτων ενώ για τον συντονισμό της Φρουράς δημιούργησε και την υπηρεσία της Ταξιαρχίας Δημοκρατικών Ταγμάτων. Οι πρόσθετοι δύο αυτοί σχηματισμοί είχαν δύναμη 300 ανδρών και με τις προσθήκες αυτές η συνολική δύναμη της ταξιαρχίας Δημοκρατικής Φρουράς στην Αθήνα έφτασε τους 2.500 άνδρες, τη μέγιστη δύναμη που παρέταξαν ποτέ αυτοί οι σχηματισμοί. Τα Δημοκρατικά Τάγματα χρησιμοποιήθηκαν από τον Πάγκαλο κατά την σύλληψη του Πλαστήρα, σε αστυνομικά καθήκοντα στην Αθήνα αλλά και για την διάλυση διαδηλώσεων, για την καταδίωξη ληστών αλλά και κατά την εισβολή στη Βουλγαρία.

Ο Παγκαλος επιθεωρεί τμήμα των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Δεξιά διακρίνεται ο Ναπολέων Ζέρβας.

Ο περίπατος της Αγίας Παρασκευής και τα Δημοκρατικά Τάγματα (3 Ιανουαρίου 1926)

Όταν ισχυροποίησε τη θέση του στον Στρατό και στη δημόσια διοίκηση, ο Πάγκαλος αποφάσισε να εγκαταλείψει και τα τελευταία δημοκρατικά προσχήματα, τα οποία ούτως ή άλλως με την πάροδο του χρόνου είχαν ξεφτίσει. Την απόφασή του για την κήρυξη δικτατορίας ο Πάγκαλος την υλοποίησε ξαφνικά στις 3 Ιανουαρίου 1926 με τον λεγόμενο «περίπατο της Αγίας Παρασκευής» των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Την ημέρα εκείνη οι οπλίτες των Α΄ και Β΄ Δημοκρατικών Ταγμάτων βγήκαν από τα παραπήγματά τους για στρατιωτικές ασκήσεις. Ακολούθως, στάθμευσαν στην Αγία Παρασκευή όπου είχε ετοιμαστεί το συσσίτιο αλλά και ένα γεύμα προς τιμήν του πρωθυπουργού για τον εορτασμό της έλευσης του νέου έτους. Το μεσημέρι έφθασε στην Αγία Παρασκευή ο Πάγκαλος με τη σύζυγό του και τρεις υπουργούς (Κούνδουρο, Ταβουλάρη, Φίλανδρο), οι οποίοι συμμετείχαν στο γεύμα καθισμένοι στο τραπέζι των αξιωματικών. Παρόντες ήταν όλοι οι στρατιωτικοί στυλοβάτες του καθεστώτος, σε παρακείμενα τραπέζια κάθονταν συνολικά 150 αξιωματικοί, κάποιοι από τους καλεσμένους συνοδεύονταν από τις συζύγους τους και οι συμποσιαζόμενοι ήταν περίπου 200 άτομα.

Το γεύμα κύλισε σε πολύ ευχάριστο κλίμα, και τίποτε δεν προϊδέαζε για ότι θα επακολουθούσε. Στις καθιερωμένες προπόσεις που διαδέχθηκαν την ολοκλήρωση του γεύματος, ο συνταγματάρχης Θ. Βουτσινάς, σε μια ολοφάνερα στημένη αλλά δήθεν αυθόρμητη μικρή ομιλία την οποία διάβαζε από χειρόγραφο,[20] ευχήθηκε στον Πάγκαλο να συνεχίσει και να ολοκληρώσει το κυβερνητικό έργο που έχει ξεκινήσει και τον κάλεσε να λάβει κάθε μέτρο που θα έκρινε απαραίτητο για να παραμερίσει τα εμπόδια που θα ορθώνονταν στην πολιτική του. Ο Πάγκαλος απάντησε με τον ίδιο στόμφο υπενθυμίζοντας τις καταστροφές που υπέστη ο ελληνισμός από τον κοινοβουλευτισμό τόσο πριν το 1909 όσο και μετά το 1920, και κατέληξε: «Επειδή βλέπω ότι είναι αδύνατον πλέον να εμπιστευόμεθα εις τον κοινοβουλευτισμόν, διά τούτο αποφάσισα να αλλάξω τη μέχρι τούδε πορεία μου. Εις το εξής στηρίζομαι εις την εμπιστοσύνην του Στρατού, όστις αποτελεί την νησίδα των εθνικών ελπίδων».

Μέσα στη βουή των χειροκροτημάτων των οπλιτών ακούγονταν φωνές από την πλευρά των αξιωματικών των Δημοκρατικών Ταγμάτων υπέρ της στρατιωτικής δικτατορίας. Ακολούθησε χορός με  δημοτικά άσματα και συμμετέχοντες στρατιώτες των Δημοκρατικών Ταγμάτων, τον δε Πάγκαλο να σέρνει τον χορό υπό τη μουσική της μπάντας της Δημοκρατικής Φρουράς. Αμέσως μετά το τέλος του γεύματος, τα Δημοκρατικά Τάγματα παρέλασαν στους δρόμους των Αθηνών υπό τους ήχους των σαλπιγκτών τους, με τέσσερα τεθωρακισμένα αυτοκίνητα να προηγούνται, καταλήγοντας στην πλατεία Ανακτόρων ενώπιον του Πάγκαλου και του Τσερούλη με τους οπλίτες τους να φωνάζουν στη διαδρομή συνθήματα υπέρ της στρατιωτικής δικτατορίας.[21]

 

Η ανατροπή του Πάγκαλου από τον Κονδύλη και τα Δημοκρατικά Τάγματα (21 Αυγούστου 1926)

Οι αρνητικές εξελίξεις στο οικονομικό πεδίο και στην κρατική μηχανή υπονόμευσαν αποφασιστικά την πιθανότητα του Πάγκαλου να διατηρηθεί στην εξουσία. Την ανατροπή του την επέφερε τελικά ο Κονδύλης στηριζόμενος στα Δημοκρατικά Τάγματα και στους διοικητές τους Ζέρβα και Ντερτιλή, που του έδωσαν κυριολεκτικά τα κλειδιά της εξουσίας. Το άρτια οργανωμένο κίνημα με κινητήριο μοχλό τα Δημοκρατικά Τάγματα, εκδηλώθηκε τα ξημερώματα της 21ης Αυγούστου 1926. Το σύνθημα για την εκκίνηση δόθηκε με μια σειρά από πυροβολισμούς σε διάφορα σημεία της πόλης και με έναν κανονιοβολισμό από τον Λυκαβηττό. Το σύνθημα των μυημένων ήταν Περικλής – Δημοκρατία[22] και το εναρκτήριο σύνθημα δόθηκε από δύο τεθωρακισμένα οχήματα με δύο αποσπάσματα οπλιτών Δημοκρατικών Ταγμάτων έχοντα επικεφαλής τον ίλαρχο Ζουμπουλάκη και τον ταγματάρχη Παυσανία Κατσώτα αντίστοιχα.[23] Στις 3 τα ξημερώματα, οι στρατιώτες των Α΄ και Β΄ Δημοκρατικών Ταγμάτων μαζί με τα τεθωρακισμένα οχήματά τους κινήθηκαν με τάξη και πειθαρχία για να καταλάβουν το υπουργείο Στρατιωτικών, το Τηλεγραφείο και τα υπόλοιπα σημαντικά κρατικά κτίρια.[24]

Τις πρώτες πρωινές ώρες μετά τις αρχικές επιτυχίες, εμφανίστηκε στα παραπήγματα των Δημοκρατικών Ταγμάτων ο Κονδύλης περιστοιχισμένος από στενούς του συνεργάτες, ο οποίος αποθεώθηκε από τους στρατιώτες.[25] Έως τις πρώτες πρωινές ώρες είχαν καταληφθεί από τα Δημοκρατικά Τάγματα όλα τα υπουργεία, το Ταχυδρομείο, η έδρα του Α΄ Σώματος Στρατού και η έδρα της Αστυνομίας χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Τα τεθωρακισμένα και τα αποσπάσματα των Δημοκρατικών Ταγμάτων κινούνταν με μαθηματική ακρίβεια στους δρόμους των Αθηνών επιτυγχάνοντας τους αντικειμενικούς σκοπούς βάσει σχεδίου με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, εντός των χρόνων που είχαν προβλεφθεί στο σχέδιο. Με το πρώτο φως της 21ης Αυγούστου, τα αποσπάσματα των Δημοκρατικών Ταγμάτων γκρέμιζαν από την εξουσία τον πανίσχυρο Πάγκαλο χωρίς να πέσει ούτε μια ντουφεκιά εντός Αττικής. Τα Δημοκρατικά Τάγματα είχαν εξελιχθεί σε ρυθμιστή της πολιτικής ζωής της χώρας και οι διοικητές τους ήλεγχαν πλήρως την κυβέρνηση. Ήταν ένας μεγάλος τους θρίαμβος!

Μηχανοκίνητες δυνάμεις των Δημοκρατικών Ταγμάτων κατά την εκδήλωση του κινήματος Κονδύλη.

Η έκρυθμη κατάσταση στις τάξεις του βενιζελισμού και του Στρατού λίγο πριν το οριστικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών (21η Αυγούστου – 8η Σεπτεμβρίου 1926)

Μετά την άνοδό του στην εξουσία η θέση του Κονδύλη δεν ήταν εύκολη, καθώς όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί ήταν δυσαρεστημένοι με την ανάρρησή του, ενώ επίσης εναντίον του κινούνταν και αρκετοί ανώτεροι αξιωματικοί οι οποίοι επηρεάζονταν από τον Πλαστήρα. Ο τελευταίος με δημόσια επιστολή που απεύθυνε στον Κονδύλη ζητούσε την παραδειγματική τιμωρία όσων ανέλαβαν πολιτικά αξιώματα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.[26] Υπήρχε μεγάλη δυσαρέσκεια στην κοινή γνώμη για τη συνεχιζόμενη επέμβαση του Στρατού στην πολιτική, που υποδαυλιζόταν κυρίως από τις αντιβενιζελικές εφημερίδες που κατήγγειλαν τον Κονδύλη ως έναν ακόμη κινηματία που σφετερίστηκε την εξουσία. Οι κατηγορίες αυτές έβρισκαν απήχηση στην κοινή γνώμη λόγω του παρελθόντος του Κονδύλη και της πρωταγωνιστικής συμμετοχής του σε παλαιότερες επεμβάσεις του Στρατού στην πολιτική. Ακόμη και ο Βενιζέλος από το Παρίσι με επιστολή του συνιστούσε να διεξαχθούν αμέσως εκλογές για την αποφυγή της επανόδου είτε της στρατοκρατίας είτε της μοναρχίας.[27]

Στρατωνισμός Δημοκρατικών Ταγμάτων στις παρυφές της πρωτεύουσας.

Τα δύο Δημοκρατικά Τάγματα της Αθήνας και οι διοικητές τους Ζέρβας και Ντερτιλής, βρίσκονταν κυριολεκτικά στο απόγειο της δύναμής τους. Παρά τη μικρή μείωση που είχαν υποστεί, έχοντας συνολικά 1.600 άνδρες, με παρατακτή δύναμη 1.200 τυφέκια εκτός των 8 θωρακισμένων οχημάτων[28] αποτελούσαν τις ισχυρότερες στρατιωτικές μονάδες στο λεκανοπέδιο, σε μια εποχή που ο οργανισμός του Στρατού προέβλεπε δύναμη του συντάγματος πεζικού έως 500 οπλίτες.[29] Οι δύο αξιωματικοί διέθεταν ερείσματα (κυρίως μεταξύ παλαιών παγκαλικών αξιωματικών όπως οι Κατσώτας και Ζουμπουλάκης) σε όλες τις μονάδες των Αθηνών και στο υπουργείο Στρατιωτικών. Πολύ συχνά πραγματοποιούντο κλειστές συσκέψεις στο υπουργείο Στρατιωτικών στις οποίες δεν συμμετείχε κανείς άλλος εκτός από τους υποστηρικτές των Ταγμάτων.[30] Ο ρόλος τους και οι ενέργειές τους απασχολούσαν καθημερινά την ειδησεογραφία, που εύλογα τους αντιμετώπιζε ως παράγοντες διαμόρφωσης της πολιτικής επικαιρότητας.

Σύμφωνα με την κατάθεση του Κονδύλη στην προανάκριση για τα γεγονότα της 9ης Σεπτεμβρίου, οι δύο διοικητές των Δημοκρατικών Ταγμάτων τον πίεζαν να παραταθεί η θητεία της κυβέρνησής του τουλάχιστον για οκτώ μήνες ακόμη. Επίσης του ζητούσαν να ενισχύσει περισσότερο τα Τάγματα ώστε να μπορούν να αντιδράσουν αποτελεσματικά σε περίπτωση που ο Πλαστήρας έκανε νέο κίνημα εναντίον τους, όπως έλεγαν οι φήμες.[31] Οι δύο διοικητές των Δημοκρατικών Ταγμάτων θεωρούσαν τις μονάδες τους εγγυητές της τάξης και του πολιτεύματος και για τον λόγο αυτό πίεζαν να παραταθεί η θητεία τους. [32] Επίσης, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι οι διοικητές των Ταγμάτων είχαν ενεργό ρόλο ακόμη και στην επιλογή των πολιτικών προσώπων που θα συμμετείχαν στην κυβέρνηση.[33] Επίσης σοβαρή ένδειξη της πολιτικής τους επιρροής ήταν οι συνεχείς συναντήσεις και τα γεύματα των διοικητών των Δημοκρατικών Ταγμάτων με τον ίδιο τον Κονδύλη αυτή την περίοδο, που επιβεβαιώθηκαν από πολλούς μάρτυρες στη δίκη των Δημοκρατικών Ταγμάτων.

Γεώργιος Κονδύλης.

Η αδιαφιλονίκητη ισχύς των Δημοκρατικών Ταγμάτων εξόργιζε τους υπόλοιπους βενιζελικούς αξιωματικούς οπαδούς του Πλαστήρα, ο οποίος με δημόσιες δηλώσεις του[34] ζητούσε επίμονα την εκκαθάριση του Στρατού από τους παγκαλικούς και τα Δημοκρατικά Τάγματα, απειλώντας ότι σε αντίθετη περίπτωση ίσως διοργάνωνε νέο κίνημα για να ανατρέψει τον Κονδύλη. Ακόμη και οι πολιτικοί αρχηγοί Καφαντάρης και Μιχαλακόπουλος ζητούσαν με αρθρογραφία τους στον Τύπο την παραδειγματική τιμωρία του Πάγκαλου και των υπουργών του για τις οικονομικές και άλλες ατασθαλίες κατά τον καιρό διακυβέρνησής τους, ενώ κατήγγειλαν τον Κονδύλη ότι αδρανούσε. Επίσης τον κατηγορούσαν ότι χρησιμοποίησε τα Δημοκρατικά Τάγματα για την ανατροπή του δικτάτορα προκειμένου να αποκομίσει ο ίδιος οφέλη, σώζοντας αυτούς που καταπίεζαν τις πολιτικές ελευθερίες του λαού. Ο Κονδύλης στην απάντησή του υπενθύμισε τα αποτυχημένα κινήματα της προηγούμενης περιόδου και δήλωσε ότι χωρίς τη συνεργασία των Δημοκρατικών Ταγμάτων θα ήταν αδύνατη η πτώση του δικτάτορα. Ο Καφαντάρης απάντησε με μια ανακοίνωση-ποταμό στην οποία επιτέθηκε στον Κονδύλη με πρωτόγνωρη σφοδρότητα χαρακτηρίζοντας «κακοποιούς» τους τέως παγκαλικούς συνεργάτες του, ενώ αναφέρθηκε ονομαστικά στα Δημοκρατικά Τάγματα ως «δορυφόρους της νέας καταστάσεως ρυθμιστάς». Χαρακτήρισε βλάσφημο τον ισχυρισμό του Κονδύλη ότι μόνο τα Δημοκρατικά Τάγματα μπορούσαν να ανατρέψουν τον Πάγκαλο, ενώ τον αποκάλεσε κατά συρροή ψεύτη και εντελώς ανίκανο ακόμη και για να επιβάλει δικτατορία.[35]

Ήταν ολοφάνερο ότι ο Κονδύλης είχε στριμωχτεί από τους πολιτικούς αρχηγούς που βυσσοδομούσαν εναντίον του επειδή είχε καταφέρει να αποσπάσει την εύνοια του Κουντουριώτη και να παραμείνει πρωθυπουργός. Ταυτόχρονα, ακόμη και αν ήθελε, δεν μπορούσε να τους συλλάβει ή να τους λογοκρίνει, γιατί έτσι θα ολίσθαινε προς μια μορφή δικτατορίας. Καθώς περνούσαν οι πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου, γινόταν φανερό πως ο Κονδύλης όφειλε να επιλέξει ανάμεσα στους πλαστηρικούς και τους παλαιούς παγκαλικούς, καθώς οι αμφίπλευρες πιέσεις που δεχόταν είχαν καταστεί ασφυκτικές. Τελικά επέλεξε να διαλύσει τα Δημοκρατικά Τάγματα θέτοντας ως όρο στους πλαστηρικούς αξιωματικούς ότι μετά θα έπαυαν την πολεμική εναντίον του. Πολύ σύντομα ο Κονδύλης κατέστρωσε σχέδιο μάχης που προέβλεπε τη συντονισμένη συμμετοχή όλων των διαθέσιμων αξιόμαχων μονάδων της Αττικής, προκειμένου να συντριβούν τα Τάγματα σε περίπτωση που δεν θα πειθαρχούσαν στη διαταγή της διάλυσής τους, κάτι που πολλοί αξιωματούχοι του υπουργείου Στρατιωτικών θεωρούσαν πολύ πιθανό. Ο Κονδύλης ενέκρινε ακόμη και τη χρήση του πυροβολικού μέσα στην Αθήνα, προκειμένου να μπορέσει να θέσει εκτός μάχης τα τεθωρακισμένα των Δημοκρατικών Ταγμάτων ορίζοντας ως ημερομηνία έναρξης της επιχείρησης την 9η Σεπτεμβρίου 1926.

 Το αιματοκύλισμα της 9ης Σεπτεμβρίου 1926 και η οριστική διάλυση των Δημοκρατικών  Ταγμάτων

Ακολούθησε μια αιματηρή μάχη στους δρόμους των Αθηνών που συνοδεύτηκε και από λαϊκή εξέγερση που λίγο έλλειψε να βυθίσει την Χώρα στο χάος και στην αναρχία. Η διάλυση των Δημοκρατικών Ταγμάτων ήταν ιδιαιτέρως βίαιη κλείνοντας με αιματηρό τρόπο τον πρώτο κύκλο των μεσοπολεμικών στρατιωτικών επεμβάσεων στην πολιτική. Η επίσημη ανακοίνωση του Α΄ Σώματος Στρατού ανέφερε 29 νεκρούς και 75 τραυματίες, ωστόσο τα στοιχεία αυτά είναι προφανώς αναληθή, καθώς μόνο στην ομαδική κηδεία των στρατιωτών που ακολούθησε ενταφιάστηκαν 43 οπλίτες των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Δημοσιογραφικές πληροφορίες από το νεκροτομείο έκαναν λόγο για τουλάχιστον 49 νεκρούς[36] ανάμεσά τους  ο λοχαγός Ποιητίδης, σύζυγος της αδελφής του Ζέρβα. Ένας δημοσιογράφος του Έθνους μέτρησε 30 νεκρούς από βλήματα οβίδας μόνο στους θαλάμους του Α΄ Δημοκρατικού Τάγματος.[37] Ο Νεολόγος Πατρών έκανε λόγο για καταγεγραμμένους 47 νεκρούς και 147 τραυματίες με πληροφορίες του από το Α΄ Σώμα Στρατού να κάνουν λόγο για τουλάχιστον 70 νεκρούς.[38] Η Μακεδονία κατέγραφε 49 νεκρούς και 147 τραυματίες,[39] ο Ριζοσπάστης 200 νεκρούς και τραυματίες χωρίς όσους μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στα νεκροταφεία.[40] Σύμφωνα με τον δικηγόρο υπεράσπισης Αβραάμ, τα Δημοκρατικά Τάγματα είχαν συνολικά 258 νεκρούς και τραυματίες.[41] Πάντως το πιο πιθανόν είναι ότι τα Δημοκρατικά Τάγματα συνολικά είχαν πάνω από 100 νεκρούς και περισσότερους από 200 τραυματίες, ενώ απώλειες υπήρχαν και από την πλευρά των κυβερνητικών.

Η δίκη Ζέρβα – Ντερτιλή για τα αιματηρά επεισόδια της 9ης Σεπτεμβρίου 1926.

Οι νεκροί εκείνης της ταραχώδους ημέρας δεν περιορίστηκαν στους ένστολους, καθώς η εξέγερση των πολιτών και οι συγκρούσεις με τον Στρατό και τη Χωροφυλακή υπήρξαν ομοίως σφοδρές. Δημοσιογράφοι είχαν εξακριβώσει τον θάνατο επτά πολιτών, οι περισσότεροι από τους οποίους υπέκυψαν στα τραύματά τους μετά τον αρχικό σοβαρό τραυματισμό τους. Ανάμεσά τους ήταν ο απόστρατος ίλαρχος Κωνσταντίνος Χατζητόλιας με κάταγμα στο κρανίο, η νεαρή Αγγελική Μοριτσέλη που δέχθηκε σφαίρα στην καρδιά αν και ήταν απλώς περαστική από την οδό Σταδίου,[42] ο 14ετής Δημήτριος Σταματιάδης, ξυλουργός από το Αξάριο Μικράς Ασίας, και ο 12ετής Σπυρίδων Μήλιος, βοηθός κουρέα στην Ομόνοια.[43] Οι τραυματισμένοι πολίτες ήταν εκατοντάδες και οι περισσότεροι έφεραν διαμπερή τραύματα από σφαίρες. Ανάμεσά τους ήταν γυναίκες και έφηβοι ενώ αρκετοί, αν όχι η πλειονότητα, ήταν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Τέλος, σύμφωνα με τις αναφορές των δημοσιογράφων της Προόδου, οι νεκροί της 9ης Σεπτεμβρίου από όλες τις πλευρές ήταν τουλάχιστον 200.[44]

    

Επίλογος – επιβιώσεις των Δημοκρατικών Ταγμάτων – Κατοχικά Τάγματα Ασφαλείας

Ο απόηχος της αιματηρής πορείας των Δημοκρατικών Ταγμάτων έφτασε μέχρι τα τελευταία χρόνια της Κατοχής. Μετά την πλήρη επικράτηση του ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο (εκτός της Ηπείρου) και τη συνεχή ενδυνάμωση του ΕΑΜ στα αστικά κέντρα, η κατοχική κυβέρνηση Ράλλη σε συνεννόηση με τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής δημιούργησε ως αντίρροπό τους τα Τάγματα Ασφαλείας. Ο νόμος 260/18-6-1943 (ΦΕΚ Α΄ 180) προέβλεπε τη δημιουργία δύο Ταγμάτων Ασφαλείας στην Αθήνα και δύο στη Θεσσαλονίκη, ενώ περιέγραφε λεπτομερώς τους όρους της εθελοντικής κατάταξης οπλιτών στο νέο σώμα, αλλά και τις ανταμοιβές που θα εξασφάλιζαν μετά την απόλυσή τους.[45] Η κατοχική κυβέρνηση Ράλλη είχε την πρόθεση μέσω των Ταγμάτων Ασφαλείας να προστατέψει το υφιστάμενο κοινωνικό καθεστώς, να μην επιτρέψει την ανάληψη της εξουσίας από το ΕΑΜ και να διαφυλάξει την τάξη μέχρι την επιστροφή της εξόριστης ελληνικής κυβέρνηση στην Αθήνα.[46]

Άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας στους στρατώνες στο Γουδί, Αύγουστος 1944.

Στην αρχική τους σύλληψη τα Τάγματα Ασφαλείας είχαν τη μεσοπολεμική χροιά των Δημοκρατικών Ταγμάτων. Αυτό γίνεται εύκολα φανερό, καθώς η βασική ιδέα της δημιουργίας τους προήλθε από τον Ιωάννη Βουλπιώτη, εμπορικό εκπρόσωπο της Siemens στην Ελλάδα, με ισχυρές διασυνδέσεις στις γερμανικές Αρχές κατοχής. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ο Βουλπιώτης είχε στενές επαφές με όλους τους πρωταγωνιστές των Δημοκρατικών Ταγμάτων, όπως οι Πάγκαλος, Ντερτιλής και Ζέρβας, του οποίου τη σύζυγο είχε προσλάβει ως προσωπική του γραμματέα.[47] Εκτός του Βουλπιώτη φαίνεται ότι στη δημιουργία τους συντέλεσε και ο ίδιος ο Θεόδωρος Πάγκαλος σε μια κοινή τους συνάντηση με τον Ντερτιλή και άλλους βενιζελικούς αξιωματικούς απότακτους του κινήματος του 1935.[48]

Πολλοί ερευνητές υποστήριξαν ότι στη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας βοήθησε και ο Στυλιανός Γονατάς,[49] ο οποίος ασκούσε αποφασιστική επιρροή στον ΕΔΕΣ Αθηνών. Στο αρχικό στάδιο της δημιουργίας τους απαλείφθηκε από την ονομασία των νέων μονάδων ο όρος «Δημοκρατικά», ώστε να μην απωθηθούν οι βασιλόφρονες αξιωματικοί. Στις συνεννοήσεις συμμετείχε και ο απόστρατος συνταγματάρχης Θεόφιλος Βουτσινάς, ο παλαιός διοικητής της ταξιαρχίας της Δημοκρατικής Φρουράς, που ως συντάκτης της εφημερίδας Ακρόπολις αρθρογραφούσε υπέρ της Ιταλίας. Λόγω της υποστήριξης του προς τους Ιταλούς, ο Βουτσινάς συνελήφθη μετά την απελευθέρωση και φυλακίστηκε στις φυλακές Αβέρωφ ως δωσίλογος. Εκεί τον βρήκε έγκλειστο η επίθεση των Ελασιτών κατά τα Δεκεμβριανά, από όπου όμως κατάφερε να αποδράσει μαζί με τους υπόλοιπους κρατούμενους με περιπετειώδη τρόπο.[50]

Ο αρχικός χαρακτήρας των Ταγμάτων ήταν καθαρά αντιβασιλικός και αντικομουνιστικός, στρεφόμενος κατά της επιστροφής του Βασιλιά, και κατά της επικράτησης του ΚΚΕ στην Ελλάδα, είτε κατά την αποχώρηση των Γερμανών, είτε μετά. Πρώτος γενικός διοικητής τους ορίστηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1943 ο παλαιός διοικητής των Δημοκρατικών Ταγμάτων Βασίλειος Ντερτιλής προαχθείς σε υποστράτηγο, ο οποίος σε μια συμβολική τελετή μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη, παρέλαβε την πολεμική σημαία των Ταγμάτων Ασφαλείας από τον πρωθυπουργό Ράλλη. Αλλά δεν ήταν ο μόνος αξιωματικός των Δημοκρατικών Ταγμάτων που εντάχθηκε στα Τάγματα Ασφαλείας. Ήταν επίσης ο Θεόδωρος Λεοντοκανάκης, ο οποίος ανέλαβε την διοίκηση του τάγματος Ασφαλείας Ναυπάκτου. Ο Λεοντοκανάκης άνηκε στην παγκαλική φατρία, είχε αυτομολήσει το 1920 στην Εθνική Άμυνα Κωνσταντινούπολης,[51] είχε συμμετάσχει στο κίνημα Λούφα, είχε τραυματιστεί βαριά στη μάχη της 9ης Σεπτεμβρίου, ενώ μαζί με τον Λαγογιάννη είχαν καθίσει στο εδώλιο των κατηγορουμένων της δίκης των Ταγμάτων. Αλλά και ο Ιωάννης Λαγογιάννης που ως λοχαγός των Ταγμάτων Ασφαλείας σκοτώθηκε στο μπλόκο της Καισαριανής στις 11 Ιουλίου 1944.[52]

 

Ο Ιωάννης Δασκαρόλης είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου και συγγραφέας της πραγματείας Δημοκρατικά τάγματα. Οι «πραιτωριανοί» της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας 1923-1926, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση, 2019.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

[1] «Πρέπει κ. πρόεδρε να τους τρομοκρατήσωμεν», δήλωνε ο Χατζηκυριάκος σε συζήτηση του με τον Ζαΐμη, ενώ ο Πλαστήρας συμπλήρωνε ότι «πρέπει κ. πρόεδρε να τυφεκίζωμεν καμιά εκατοστή από αυτούς κάθε εβδομάδα δια να επιβληθώμεν» (Χαραλάμπης Σωτήρης, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1947, σελ. 114).

[2] Η επιλογή των οπλιτών με πολιτικά κριτήρια επιβεβαιώνεται και από τη στρατολόγηση του Λέσβιου σιτιστή Λεφτέρη Παρασκευαΐδη, ο οποίος στην αλληλογραφία του αναπτύσσει τα βενιζελικά πολιτικά του φρονήματα. Παρασκευαΐδης Λεφτέρης, «αδελφή στρατιώτου» (ημερολόγιο και αλληλογραφία ενός φαντάρου της μικρασιατικής εκστρατείας) επιμέλεια Γιώργου Παρασκευαΐδη, Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη 2008.

[3] Ελεύθερον Βήμα, 16.12.1923 και 11.1.1923.

[4] Περίπου 3.000 από αυτούς ήταν μέλη της οργάνωσης «Βασιλική Φάλαγγα» (βλ. Βλάσσης Δ. Κωνσταντίνος, Τα τεθωρακισμένα στον ελληνικό στρατό (1920-1940), Εκδόσεις Δούρειος Ίππος, Αθήνα, 2017).

[5] Συνέντευξη Οθωναίου, Ένωσις του Ελληνισμού, 25.7.1924

[6] Πρακτικά Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, συνεδρίαση 19ης Φεβρουαρίου 1924. Η οριστική ψήφιση των διατάξεων έγινε στη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 1924.

[7] Νόμος 3059, Φ.Ε.Κ. 57, 17ης Μαρτίου 1924.

[8] ΣΚΡΙΠ, 28.2.1924.

[9] Βραδυνή, 3.3.1924.

[10] Πρακτικά Δ΄ Εθνοσυνέλευσης συνεδρίαση 30ης Ιουνίου 1924.

[11] Αρχείο Θεόδωρου Πάγκαλου (τόμος Α΄) σελ. 455-456, πρακτικά Δ΄ Εθνοσυνέλευσης συνεδρίαση 14ης Ιουλίου 1924.

[12] Ελεύθερον Βήμα, 16.7.1924.

[13] ΦΕΚ 14ης Ιουλίου 1924, ΣΚΡΙΠ,17.7.1924.

[14] Αρχείο Γόντικα, έγγραφο 632/5/51, Μουσείο Μπενάκη.

[15] Σύμφωνα με την άποψη του Γόντικα τα Δημοκρατικά Τάγματα Πρακτικά Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, συνεδρίαση 18ης Ιουλίου 1924.

[16] ΦΕΚ 158, 27ης Ιουνίου 1925. Το επείγον του θέματος δείχνει τις πολιτικές προτεραιότητες του Παγκάλου.

[17] «..Οι εις τα τάγματα της δημοκρατικής φρουράς επί τη βάσει του νόμου 3059 καταταγέντες ως εθελονταί, καθώς και οι διοικητικώς οι εις τα αυτά τάγματα καταταγέντες τοιούτοι εξωμοιούνται ως προς τας αποδοχάς και τα λοιπά δικαιώματα προς τους επί τη βάσει του Νόμου τούτου «περί συντάγματος κυνηγών» καταταγέντες….» Εστία, 28.6.1925.

[18] Εμπρός, 16.7.1925.

[19] Αρχείο Θεόδωρου Πάγκαλου (τόμος Β΄), σελ. 287.

[20] Ελεύθερος Τύπος, 4.1.1926.

[21] Ελεύθερος Τύπος, 4.1.1926.Πρωία, 4.1.1926. «….Όλη τη μέρα παρελαύνουν τα Δημοκρατικά Τάγματα στην πλατεία των Ανακτόρων ζητωκραυγάζοντας υπέρ της δικτατορίας!» αποτύπωση στη λογοτεχνία στο έργο του Αθανασιάδη Τάσου, Τα παιδιά της Νιόβης, τόμος Δ΄, Εκδόσεις βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2014, σελ. 210.

[22] Εμπρός, 23.8.1926.

[23] Ελεύθερος Τύπος, 27.8.1926.

[24] Εμπρός, 23.8.1926.

[25] Απογευματινή, 22.8.1926.

[26] Βραδυνή, 3.9.1926.

[27] Μακεδονία, 6.9.1926.

[28] Κατάθεση συνταγματάρχη Αναγνωστόπουλου, Εμπρός, 22.9.1926.

[29] Εστία, 3.9.1926.

[30] Κατάθεση του λοχαγού Γερακάρη, υπασπιστή του Κονδύλη, στη δίκη των Ταγμάτων, ΣΚΡΙΠ, 23.9.1926.

[31] Πολιτεία, 19.9.1926.

[32] Απολογία Ντερτιλή, Πολιτεία, 30.9.1926.

[33] Σύμφωνα με την κατάθεση Τσαγγαρίδη στη δίκη των Δημοκρατικών Ταγμάτων, ο ίδιος ήταν αυτόπτης μάρτυρας όταν οι Ζέρβας, Ντερτιλής, Ζουμπουλάκης και Κατσώτας είχαν επιβάλλει τουλάχιστον έναν υπουργό (τον Αποσκίτη) στον Κονδύλη ενώ είχαν εκφράσει γνώμη και για τους υπόλοιπους (Εμπρός, 22.9.1926).

[34] Ελεύθερος Τύπος, 4.9.1926.

[35] Ελεύθερος Τύπος, 2.9.1926.

[36] Πολιτεία, 11.9.1926.

[37] Έθνος, 10.9.1926.

[38] Νεολόγος Πατρών, 11.9.1926.

[39] Μακεδονία, 11.9.1926.

[40] Ριζοσπάστης, 10.9.1926.

[41] Ελεύθερος Τύπος, 3.10.1926.

[42] Ριζοσπάστης, 11.9.1926.

[43] Εσπερινή, 10.9.1926.

[44] Η πρόοδος, 10.9.1926.

[45] Γασπαρινάτος Σπύρος, Οι ελληνικές κατοχικές κυβερνήσεις, δίκες κατοχικών δοσιλόγων και εγκληματιών πολέμου, Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2015, σελ. 106.

[46] Στο ίδιο, σελ. 107-108

[47] Λεπτομέρειες για τις επαφές αυτές στην δραματοποιημένη βιογραφία του Βουλπιώτη από την κόρη του. Παλάσκα Ιζαμπέλα, Άγγελος ή δαίμονας – ο αμφιλεγόμενος πατέρας μου, Εκδόσεις Α. Λιβάνη, Αθήνα 2012, σελ. 190-192 και 234-236.

[48] Παλάσκα Ιζαμπέλα, Άγγελος ή δαίμονας, σελ. 259.

[49] Κούκουνας Δημοσθένης, Ο Στυλιανός Γονατάς στην Κατοχή, περιοδικό Τότε, τεύχος 48.

[50] Αθανάσιος Παπακωνσταντίνου, Η επίθεση των Ελασιτών κατά των φυλακών Αβέρωφ, περιοδικό Τότε, τεύχος 62.

[51] ΣΚΡΙΠ, 22.12.1924

[52] Πριόβολος Γιάννης, Εθνικιστική «αντίδραση» και Τάγματα Ασφαλείας, Εκδόσεις Παττάκη, Αθήνα 2018.

 

ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Αρχεία

Αρχείο Κωνσταντίνου Γόντικα, Μουσείο Μπενάκη

Αρχείο Θεόδωρου Πάγκαλου, τόμος Β΄ (επιμέλεια Θησεύς Πάγκαλος), Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1973.

Απομνημονεύματα – Μαρτυρίες – Ημερολόγια

Μεταξάς Ιωάννης, Ημερολόγιο (τόμοι Γ1- Γ2, περίοδος 1921-1932), Εκδόσεις Γκοβόστης.

Πρακτικά Δ΄ Εθνοσυνέλευσης (1923-1925)

Παρασκευαΐδης Λεφτέρης, «αδελφή στρατιώτου» (ημερολόγιο και αλληλογραφία ενός φαντάρου της μικρασιατικής εκστρατείας) επιμέλεια Γιώργου Παρασκευαΐδη, Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη 2008.

Σαράφης Στέφανος, Ιστορικές αναμνήσεις, Εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1980.

Σταυρίδης Ελευθέριος, Τα παρασκήνια του ΚΚΕ, Εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις, Αθήνα 2008.

Χαραλάμπης Αναστάσιος, Αναμνήσεις , Αθήνα 1947 ( http://cdn.sansimera.gr/media/files/Anastasios_Xaralampis-Anamniseis.pdf )

-Ημερήσιος Τύπος

Απογευματινή,

Βραδυνή,

Έθνος,

Εστία,

Ελεύθερος Τύπος

ΕΜΠΡΟΣ,

Ένωσις του Ελληνισμού,

Εσπερινή

Η πρόοδος

Μακεδονία,,

Πολιτεία,

Πρωία,

Ριζοσπάστης,

Νέα Ημέρα,

Νεολόγος Πατρών,

ΣΚΡΙΠ.

 

ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΗΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αθανασιάδης Τάσος, Τα παιδιά της Νιόβης, τόμος Δ΄, Εκδόσεις βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 2014.

Βερέμης Θάνος, Ο στρατός στην ελληνική πολιτική, Κούριερ εκδοτική, Αθήνα 2000.

Βερέμης Θάνος, Οι επεμβάσεις του Στρατού στην πολιτική 1916-1936, Εκδόσεις Εξάντας, Αθήνα 1977.

Βλάσσης Κωνσταντίνος, Τα τεθωρακισμένα στον ελληνικό στρατό (1920-1940), Εκδόσεις Δούρειος Ίππος, Αθήνα 2017.

Γασπαρινάτος Σπύρος, Οι ελληνικές κατοχικές κυβερνήσεις, δίκες κατοχικών δοσιλόγων και εγκληματιών πολέμου, Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2015.

Δαφνής Γρηγόριος, Η Ελλάς μεταξύ 2 πολέμων (τόμος Α΄), εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1999.

Δασκαρόλης Ιωάννης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας,  εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019.

Κούκουνας Δημοσθένης, Ο Στυλιανός Γονατάς στην Κατοχή, περιοδικό Τότε, τεύχος 48.

Μαυρογορδάτος Γιώργος, Μετά το 1922 – η παράταση του διχασμού, Εκδόσεις Παττάκη, Αθήνα 2017.

Παλάσκα Ιζαμπέλα, Άγγελος ή δαίμονας – ο αμφιλεγόμενος πατέρας μου, Εκδόσεις Α. Λιβάνη, Αθήνα 2012

Παπακωνσταντίνου Αθανάσιος, Η επίθεση των Ελασιτών κατά των φυλακών Αβέρωφ, περιοδικό Τότε, τεύχος 62.

Πριόβολος Γιάννης, Εθνικιστική «αντίδραση» και Τάγματα Ασφαλείας, Εκδόσεις Παττάκη, Αθήνα 2018.

 

 

 

 

Τάσος Χατζηαναστασίου: 1821: Ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης

Τάσος Χατζηαναστασίου

1821: Ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης

Μία από τις πρώτες ενέργειες του επαναστατημένου έθνους το 1821 ήταν η δημιουργία διοικητικών θεσμών οι οποίοι θα αναλάμβαναν τον συντονισμό των επαναστατικών κινήσεων καθώς και την οργάνωση της ζωής των Ελλήνων στις απελευθερωμένες περιοχές ενώ σχετικά σύντομα, στις αρχές του 1822, εκλέχτηκε κεντρική κυβέρνηση που εκτός των άλλων καθηκόντων της εκπροσωπούσε τους Έλληνες έναντι των Μεγάλων Δυνάμεων. Στην παρούσα ανακοίνωση θα αναφερθούμε στα ζητήματα ασφάλειας, σε μία προσπάθεια να ανιχνεύσουμε τις πρώτες απόπειρες αστυνόμευσης των απελευθερωμένων περιοχών, δηλαδή της Πελοποννήσου, της Στερεάς Ελλάδας των νησιών, καθώς η δικαιοδοσία των πρώιμων ελληνικών διοικητικών θεσμών αφορούσε κυρίως αυτές. Σπεύδω, δε, να επισημάνω ότι, εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχει ως τώρα μία συστηματική ειδική μελέτη για τα ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης στα χρόνια της Επανάστασης, οπότε θεωρήστε την παρούσα ανακοίνωση ως μία πρώτη μικρή συμβολή στην ιστορία της διασφάλισης της δημόσιας τάξης την περίοδο της Επανάστασης.

Για λόγους μεθοδολογίας το ζήτημα της πειρατείας, αποτελεί ένα ζήτημα που αξίζει να μελετηθεί ξεχωριστά και δε θα μας απασχολήσει εδώ. Και πάλι για λόγους μεθοδολογικούς θα εξαιρέσουμε τα εγκλήματα σε βάρος της ζωής, της τιμής και της περιουσίας που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων καθώς αυτά θεωρούνται εγκλήματα πολέμου, ανάλογα, δυστυχώς, με αυτά που διέπραξαν αργότερα σε μεγαλύτερη φυσικά έκταση στις ίδιες περιοχές, στην Πελοπόννησο κυρίως, τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Μιλάμε επομένως για αδικήματα που διαπράχθηκαν σε ατομικό επίπεδο και όχι σε περιστάσεις συλλογικής βίας μεταξύ ομάδων ενόπλων.

Όπως είναι γνωστό, η χωροφυλακή ιδρύθηκε το 1833 επί Όθωνα. Έως τότε, καθήκοντα φύλαξης εκτελούσαν οι Πολιταρχίες που ιδρύθηκαν από τον Καποδίστρια το 1829 πρώτα στο Ναύπλιο και ύστερα στην Πάτρα, την Καλαμάτα, τη Σύρο και την Τρίπολη, στις σπουδαιότερες δηλαδή πόλεις που βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο των Ελλήνων. 1 Ήδη όμως από την πρώτη ελληνική κυβέρνηση που ορίστηκε στην Α΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, υπήρχε Υπουργείο Αστυνομίας με υπουργό τον Λάμπρο Νάκο, που είχε υπηρετήσει στην αστυνομία της Πετρούπολης. 2 Ο Νάκος επαινείται θερμά από τον Γερμανό Φιλέλληνα Schrebian για το έργο του. Όπως γράφει ο ιστορικός Απόστολος Βακαλόπουλος: «με αυστηρές τιμωρίες, πρόστιμα και μπαστουνιές στις πατούσες, προσπαθούσε να φοβερίσει τους κερδοσκόπους και κλέφτες στο ζύγισμα, αρτοποιούς, γαλακτοπώλες, κρεοπώλες κ.λ., επιστατούσε στην ορθή εφαρμογή της διαταγής της 16ης Μαρτίου [1822], του υπουργείου οικονομικών για την αντιστοιχία της αξίας των διαφόρων νομισμάτων και αγρυπνούσε με τους ανθρώπους του στην επιβολή των κειμένων νόμων, της τάξης και της ασφάλειας». Ο ευσυνείδητος αυτός υπουργός, με αφορμή κάποια ασθένειά του, θα αντικατασταθεί από άλλον, κάτι που θα προκαλέσει την έντονη διαμαρτυρία του Νάκου.3 Ξεχωριστό σώμα χωροφυλακής ή αστυνομίας δεν υπήρχε, γνωρίζουμε όμως ότι στους προϋπολογισμούς των κυβερνήσεων της Επανάστασης προβλεπόταν δαπάνη για τη συντήρηση 4.000 αντρών ως «εσωτερική φρουρά» των πόλεων, που λογικά θα εκτελούσε, παράλληλα με τα στρατιωτικά, και αστυνομικά καθήκοντα.4

Λάμπρος Νάκος, Πληρεξούσιος Μινίστρος της Αστυνομίας.

Παρόλο που η ισχύς της κυβέρνησης και τα μέσα που διέθετε, ειδικά στην ύπαιθρο, ήταν περιορισμένη, προσπαθούσε να επιβάλει κάποια τάξη καθώς η οπλοφορία και τα ήθη της εποχής και μάλιστα σε συνθήκες ενός άγριου απελευθερωτικού πολέμου μετά από αιώνες σκλαβιάς, ήταν λογικό να υποθάλπουν τη βία και την εγκληματικότητα. Έχουμε, για παράδειγμα, την πληροφορία ότι συνελήφθη Έλληνας που σκότωσε μία Τουρκάλα με τα παιδιά της και εκτελέστηκε. Ένας άλλος εκτελέστηκε επειδή σκότωσε αιχμάλωτο μετά από φιλονικία.5 Εικάζουμε βάσιμα ότι θα ήταν αδύνατον να ελεγχθούν όλα τα παρόμοια περιστατικά τόσο έναντι Τούρκων αμάχων και αιχμαλώτων όσο και μεταξύ Ελλήνων. Και μόνο όμως από την απαγόρευση της κακοποίησης των αιχμαλώτων, αντιλαμβανόμαστε ότι γίνεται μία προσπάθεια έστω και σε συνθήκες πολέμου να γίνει σεβαστή η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια σε κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως καταγωγής, θρησκεύματος κτλ. Εικάζουμε, τέλος, ότι η αρμονική συμβίωση και οι σχέσεις μεταξύ των κατοίκων σε μεγάλο βαθμό θα ρυθμίζονταν από τους άγραφους νόμους της κρατούσας ηθικής και της τιμής, όπως την αντιλαμβάνονταν τότε.

Ένα από τα γνωστότερα εγκλήματα στη διάρκεια της Επανάστασης ήταν ο φόνος του Πάνου Κολοκοτρώνη, γιου του Γέρου του Μοριά, στις αρχές Δεκεμβρίου 1824, που κι αυτό όμως συνδέεται με τα εμφύλια πάθη. Οι δολοφόνοι δεν συνελήφθησαν γιατί ανήκαν στο κυβερνητικό στρατόπεδο ενώ ο Πάνος θεωρείτο στασιαστής.6 Έγκλημα καθαρά ποινικό, έγκλημα τιμής κατ’ ακρίβεια, ήταν η δολοφονία της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας. Με βάση το επικρατέστερο από τα πολλά σενάρια για το συμβάν, τη διάσημη και στο εξωτερικό Μπουμπουλίνα σκότωσαν τ’ αδέρφια της Ευγενίας Κούτση, την οποία είχε ερωτευτεί και είχε κλέψει, με τη συναίνεσή της, ο γιος της ηρωίδας, Γιώργης Γιάννουζας, την Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 1825, στο «εξοχικό» της στην Κουνουπίτσα Σπετσών. Η Ευγενία ήταν λογοδοσμένη με νεαρό γόνο άλλης οικογένειας προκρίτων των Σπετσών. Το σόι της κοπέλας θεώρησε πως η Μπουμπουλίνα είχε ενεργό συμμετοχή στην αρπαγή της κοπέλας και πως την κρατούσε σπίτι της.

Peter Heinrich Lambert von Hess, Η Βοβολίνα αποκλείει την Ναυπλίαν, χαρακτικό του H. Kohler (Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής).

Μετά το συμβάν, ο Γιώργης θέλησε να διακόψει τη σχέση του με την Ευγενία, αλλά ο πατέρας της Χαράλαμπος Κούτσης, προκειμένου να σβηστεί η ντροπή της οικογένειας, με βάση τα ήθη της εποχής, υποσχέθηκε μεγάλη προίκα και ισότιμη συμπερίληψη του γαμπρού στην κληρονομιά της οικογένειας. Ο γάμος έγινε έναν μήνα μετά τη δολοφονία και παρά τους κακούς οιωνούς, άντεξε στον χρόνο. Σε ό,τι αφορά τους δράστες, δεν τιμωρήθηκαν, γεγονός πολύ χαρακτηριστικό και πάλι για τις αξίες της εποχής εκείνης. «…Ο φονιάς θεωρήθηκε σχεδόν ιερός και μην απορείτε που κανείς δεν τόλμησε να πειράξει ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά του, ούτε να τον καλέσουν να δικαιολογήσει σε δικαστήριο την πράξη του. Τόσο πολύ σ’ αυτό το νησί, όπως ακριβώς και στην Ύδρα, τιμούν την αρετή των γυναικών», γράφει ο Ιταλός λόγιος και ποιητής Tommaseo που στηρίζεται σε προσωπικές μαρτυρίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανείς δεν ανέφερε το όνομα του φονιά. Οι γιοι της Μπουμπουλίνας, από τον άλλο της γάμο, Νικόλαος και Ιωάννης Μπούμπουλης κατήγγειλαν τον πλοίαρχο Ιωάννη Χριστ. Κούτση, έστω και καθυστερημένα, στις 24 Ιανουαρίου του 1830 επί Καποδίστρια. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, πληροφορίες για το εάν τελικά η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο, κάτι μάλλον απίθανο καθώς γνωρίζουμε ότι ο Κούτσης το 1834 βρισκόταν ελεύθερος στις Σπέτσες.7

Το συμβάν είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για τον τρόπο με τον οποίον επιλύονταν οι διαφορές, ειδικά σε ζητήματα τιμής, κάτι βέβαια που δεν προξενεί εντύπωση, αφού τέτοιες αντιλήψεις και πρακτικές επιβιώνουν ακόμη και μέχρι τις μέρες μας. Μπορούμε επομένως να υποθέσουμε βάσιμα ότι τέτοια περιστατικά θα ήταν συνηθισμένα σε τέτοιο βαθμό που να μην θεωρούνται αξιοσημείωτα. Η σιωπή των πηγών δηλαδή στην περίπτωση αυτή δε θα πρέπει να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η δολοφονία της Μπουμπουλίνας ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αντίθετα, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι εάν ακόμη και μια ηρωίδα με το κύρος και την περιουσία της Μπουμπουλίνας έπεσε θύμα εγκλήματος τιμής, πόσο περισσότερο έκθετοι σε ανάλογα περιστατικά θα ήταν οι ανώνυμοι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, της εποχής.

Αναπαράσταση της δολοφονίας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας στις 19 Σεπτεμβρίου 1825 στις Σπέτσες.

Το θέμα της τιμής των γυναικών βρισκόταν πολύ ψηλά στην κλίμακα αξιών της εποχής και όπως καταλαβαίνει κανείς, αν αυτό μπορούσε να «δικαιολογήσει» τη δολοφονία και μάλιστα ατιμώρητα, της Μπουμπουλίνας, πόσοι άλλοι άνθρωποι θα έπεσαν θύματα τέτοιου είδους ενεργειών. Με βάση τις διαθέσιμες πηγές, λίγο πριν την Έξοδο στις 11 Απριλίου 1826, είχε διατυπωθεί η σκέψη να σφαγούν όλα τα γυναικόπαιδα προκειμένου να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού και ατιμαστούν. Η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε, κυρίως εξαιτίας της σθεναρής αντίδρασης του Επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ, που θα σκοτωθεί τελικά κι αυτός μαζί με χιλιάδες άντρες και γυναικόπαιδα στην Έξοδο. Αποτράπηκε, ωστόσο, ένα μαζικό έγκλημα από ελληνικής πλευράς που θα βάραινε αιώνια τους Έλληνες επαναστάτες.8

Μια και αναφερθήκαμε στο Μεσολόγγι, όσο ακόμη ήταν ελεύθερο, είχαμε υπερσυγκέντρωση ατάκτων ενόπλων από διάφορες περιοχές του ελληνισμού και του εξωτερικού. Παρόλα αυτά, ο Ιταλός Φιλέλληνας P. Gamba εντυπωσιάστηκε από την τάξη και ησυχία που επικρατούσε, με εξαίρεση, την απείθαρχη συμπεριφορά των Σουλιωτών. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι οι χιλιάδες άτακτοι που βρίσκονταν στην πόλη στερούνταν συχνά και τα πιο αναγκαία.9 Οι Σουλιώτες αποτελούσαν ξεχωριστή περίπτωση και συμπεριφέρονταν συχνά με ιδιαίτερη αγριότητα. Αναφέρεται το επεισόδιο κατά το οποίο επιχείρησαν να εγκατασταθούν με τη βία στο σπίτι του Ποθητού Σιδέρη, μετέπειτα πεθερού τού αρχηγού των ντόπιων μεσολογγίτικων στρατευμάτων, Θανάση Ραζικότσικα. Κατά τη συμπλοκή που επακολούθησε, όπως αναφέρεται στη σχετική καταγγελία του Μεσολογγίτη ήρωα, σκοτώθηκε ένας άντρας του σώματος του Ραζικότσικα και γκρεμίστηκαν τρία σπίτια!10

Francois-Έmile de Lansac, Επεισόδιο από την έξοδο του Μεσολογγίου, 1828, Μεσολόγγι, Δημοτική Πινακοθήκη.

Ταραχές από ατάκτους που δρούσαν είτε ατομικά είτε σε ομάδες σημειώνονται σε διάφορες περιστάσεις. Όπως αναφέρει ο Χρήστος Βυζάντιος, μέλος του τακτικού σώματος στρατού της Ελληνικής Επανάστασης, άτακτοι προκαλούσαν επεισόδια σε βάρος των μελών του τακτικού σώματος στο Ναύπλιο, όπου είχε συρρεύσει πλήθος ενόπλων, το 1825. Τα επεισόδια τερματίστηκαν όταν ο επικεφαλής του τακτικού σώματος, Παναγιώτης Ρόδιος διέταξε επίθεση εναντίον τους κατά την οποία σκοτώθηκαν δύο άτακτοι ενώ υπήρχαν και αρκετοί τραυματίες.11 Η έλλειψη πειθαρχίας στα σώματα των αγωνιστών ήταν ένα από τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα του επαναστατικού στρατού, που πολλές φορές έμενε χωρίς τα αναγκαία, κι επομένως η αρπαγή και η λεηλασία, η ληστεία με άλλα λόγια ήταν μονόδρομος. Όπως αναφέρει ο στρατηγός Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του, το φθινόπωρο του 1825, αναγκάστηκε να πληρώσει με δικά του χρήματα τους στρατιώτες του που απειλούσαν να λεηλατήσουν την πόλη της Ύδρας την οποία είχαν διαταχθεί να φρουρούν.12

Η λαφυραγωγία υπήρξε ένα φαινόμενο που χαρακτήριζε τόσο τους αγωνιστές όσο και τους αντιπάλους τους. Η αρπαγή και η λεηλασία ήταν φυσικά απολύτως αναμενόμενες και σ’ έναν βαθμό δικαιολογημένες με δεδομένη την εξαθλίωση του πληθυσμού και την πολύ συχνή στέρηση ακόμη και της τροφής των στρατιωτικών σωμάτων. Όμως, υπάρχουν αναφορές και για αρπαγές ελληνικών περιουσιών από Έλληνες, όπως κατά την υπό το κράτος του πανικού εγκατάλειψη κατοικημένων περιοχών στην Πελοπόννησο, την Τρίπολη, το Άργος κ.ά. με την είδηση και μόνο της εισβολής της στρατιάς του Δράμαλη. «Τα σπίτια τα οποία αυτοί εγκατέλειπαν, ληστεύονταν με ασυνείδητη απληστία» γράφει ο Φίνλεϊ, που είναι ιδιαίτερα επικριτικός προς τους Έλληνες.13 Αναφέρεται μάλιστα και η καταλήστευση των φυγάδων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και πολλοί άμαχοι πρόσφυγες από το Αϊβαλί και τη Χίο. Στην ίδια περίσταση, σημειώθηκε επίσης ο αφοπλισμός και η κακοποίηση καμιά εικοσαριά Φιλελλήνων, που λίγο αργότερα εγκατέλειψαν αγανακτισμένοι την Ελλάδα. Παράλληλα όμως αναφέρονται και συγκινητικές σκηνές βαθύτατης ανθρωπιάς με νέους να κουβαλούν στους ώμους τους τους ηλικιωμένους γονείς τους και μητέρες τα ανήλικα παιδιά τους.14 Ακόμη χειρότερη είναι η γνώμη του Finley για την κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1822 όταν απελευθερώθηκε από τους Τούρκους: Επικράτησε αναρχία καθώς διάφορες ομάδες οπλαρχηγών προσπαθούσαν να οικειοποιηθούν τους τοπικούς πόρους για ίδιον όφελος. Ένας Αθηναίος που είχε οριστεί να εισπράττει τους φόρους δολοφονήθηκε άγρια, ώσπου την τάξη επέβαλε τελικά, ακόμη και με τη βία, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος που αναγνωρίστηκε από τους τοπικούς παράγοντες φρούραρχος της Αθήνας.15  Κατά τον Μακρυγιάννη, ο Ανδρούτσος επέβαλε επίσης ένα καθεστώς αυθαιρεσίας και κατάχρησης του πλούτου που βρήκε στην Ακρόπολη. Ο ιστορικός Βακαλόπουλος θεωρεί ότι οι κατηγορίες αυτές είναι μάλλον υπερβολικές, αναγνωρίζει όμως ότι «ο Μακρυγιάννης με την αυστηρή, αλλά δίκαιη στάση του κατορθώνει να επιβάλει την τάξη και να συνετίσει τους παλληκαράδες, τους νταήδες που τρομοκρατούσαν τους φιλήσυχους πολίτες».16

Σε ό,τι αφορά τα οικονομικής φύσης αδικήματα, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το πιο συνηθισμένο αδίκημα ήταν αυτό της φοροδιαφυγής, ουσιαστικά της άρνησης καταβολής των φόρων που υποχρεωτικά επέβαλλε η επαναστατική κυβέρνηση. Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση, στις 13 Ιουλίου 1829, (επί Καποδίστρια και πριν από την Ανεξαρτησία του Φεβρουαρίου 1830) κατατέθηκε ο γενικός ισολογισμός της προηγούμενης περιόδου. Σ’ αυτόν καταγράφηκαν ποσά που είχαν καταστεί εισπρακτέα ή πληρωτέα αλλά δεν είχαν καταβληθεί. Μία άλλη συχνή περίπτωση ήταν οι καταχρήσεις από άτομα που είχαν αποκτήσει πολιτική ή/και στρατιωτική ισχύ κι από ενοικιαστές φόρων.17 Τέλος, υπάρχουν αρκετές αναφορές για ιδιοποίηση εθνικών κτημάτων από ισχυρά πρόσωπα χωρίς να τηρούνται οι επίσημοι όροι.18 Σήμερα, τέτοιου είδους γεγονότα, θα χαρακτηρίζονταν σκάνδαλα και θα απασχολούσαν την κοινή γνώμη και ενδεχομένως τις διωκτικές αρχές⸱ μπορούμε, ωστόσο, να υποθέσουμε ότι στη διάρκεια της Επανάστασης, ήταν εξαιρετικά απίθανο να διώκονταν οι καταχραστές δημοσίου χρήματος και περιουσίας. Και βέβαια θα ήταν μάλλον αφελές εκ μέρους μας, να περιμένουμε ότι οι πρόγονοί μας θα ήταν υπεράνω υλικών αγαθών και πως δε θα υπήρχαν αυτοί που εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους θα κοίταζαν να καλύψουν έστω ένα μέρος όσων είχαν ξοδέψει ή θυσιάσει για τον Αγώνα. Γιατί περί αυτού πρόκειται.

Αναφέρεται ενδεικτικά ότι το καλοκαίρι του 1823 στη Σύρο, τη Νάξο, στη Σαντορίνη κ.α., δεν αποδέχθηκαν τον έλεγχο των αστυνομικών αρχών που είχε εγκαταστήσει η διοίκηση, την πληρωμή τελωνειακών τελών και δεκάτων. Η διένεξη πάντως ξεπεράστηκε και σύντομα τα νησιά αποδέχτηκαν το νέο καθεστώς. Ειδικά όμως το ζήτημα της φορολογίας των επαρχιών εξαρτήθηκε κατά καιρούς από τις μεταβαλλόμενες αλλά και από τις τοπικές συνθήκες. Οι εμφύλιες συγκρούσεις, ο πόλεμος, οι ανάγκες άμεσης τροφοδοσίας των στρατευμάτων που πολεμούσαν και δεν μπορούσαν να περιμένουν τις διαδικασίες φορολόγησης της διοίκησης για να τους εξασφαλίσει τα αναγκαία, η επιρροή τοπικών αρχόντων, όλα αυτά δεν επέτρεπαν την ομαλή είσπραξη των φόρων όπως την είχε καθορίσει η κεντρική διοίκηση.19

Στις 29 Ιανουαρίου 1829 ο Καποδίστριας δημοσίευσε τον «Κανονισμόν της Αστυνομίας και των καθηκόντων αυτής». Για να έχουμε μια εικόνα των ζητημάτων ασφάλειας που απασχολούσαν την περίοδο του Καποδίστρια, τα καθήκοντα αυτά ήταν: ο έλεγχος των αλλοδαπών και των κατοίκων άλλων επαρχιών, η παρακολούθηση και καταστολή συνωμοσιών, ο έλεγχος της οπλοφορίας, των επαιτών, των λεσχών και των καφενείων, η φρούρηση φυλακών, η εκτέλεση διοικητικών και δικαστικών αποφάσεων και αυτά της δικαστικής αστυνομίας. Όπως παρατηρεί ο Ασπρέας, κλοπές και άλλα συναφή αδικήματα δεν ήταν δυνατόν να σημειωθούν εκείνη την περίοδο στο Ναύπλιο διότι όλοι οπλοφορούσαν και «είχαν συνηθίσει να προφυλάσσονται αφ’ εαυτών αλλά και να χειροδικούν σκληρώς και αιματηρώς». Η συνηθέστερη τιμωρία όσων έκλεβαν ή εξαπατούσαν ήταν ο ξυλοδαρμός από τους πολίτες που τους συνελάμβαναν, έργο που συμπλήρωναν οι πολιτοφύλακες.

Τα περιστατικά βίας δεν έλειπαν φυσικά. Αναφέρεται το παράδειγμα του οπλαρχηγού Χατζηχρήστου που έκοψε με το γιαταγάνι του το αυτί ενός δύστυχου υπηρέτη του επειδή από απροσεξία του έριξε κάτω το τσιμπούκι και το πέταξε στα πόδια ενός πολιτάρχη. Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον όπου επικρατούσε η αυτοδικία, κατά κανόνα του ισχυρότερου, οι δικαιοδοσίες της πολιταρχίας περιορίζονταν κυρίως στις αγορανομικές.20

Ενδεικτικό επίσης της κατάστασης που επικρατούσε είναι το περιστατικό με την κλοπή του αλόγου του ίδιου του Μακρυγιάννη, διορισμένου από τον Καποδίστρια για την τήρηση της τάξης, από καλόγερους που λυμαίνονταν την περιοχή του Μεγάλου Σπηλαίου, αρπάζοντας από τους εξαθλιωμένους κατοίκους και τα ελάχιστα που είχαν. Ο Μακρυγιάννης με τους άντρες του οργάνωσαν κανονική επίθεση προκειμένου να καταβάλουν τους οχυρωμένους στο σαν κάστρο μοναστήρι τους: «Κολλήσαμεν, τους πιάσαμεν. Τους έριξα ένα ξύλο παστρικό και τους διάταξα γιατί να φέρωνται τοιούτως και τυραννικώς εις τους ανθρώπους⸱ πώς θα πάμε ομπρός μ’ αυτό;» 21

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, στις 27 Σεπτεμβρίου 1831, ακολούθησε μια περίοδος χάους και πλήρους αναρχίας και ασυδοσίας που τερματίστηκε με την άφιξη του Όθωνα τον Ιανουάριο του 1833. Τα καθήκοντα αστυνόμευσης ανέλαβε τότε το σώμα των 5.000 Βαυαρών στρατιωτών που συνόδευε τον νέο βασιλιά ως την ίδρυση της Χωροφυλακής την 1η Ιουνίου 1833, ημέρα των γενεθλίων του Όθωνα με βασιλικό διάταγμα.22

Αριστερά: το βασιλικό διάταγμα της 1ης Ιουνίου 1833 περί ίδρυσης Χωροφυλακής. Δεξιά: χωροφύλακες στη Χαλκίδα το 1835.

Η αναφορά σε παραβατικές ακόμη και εγκληματικές ενέργειες των αγωνιστών του ’21 μπορεί να απομυθοποιούν σ’ έναν βαθμό τη μάλλον ρομαντική αντίληψή μας για τους ήρωες της Επανάστασης. Θα πρέπει, ωστόσο, να συνειδητοποιήσουμε ότι καμία Επανάσταση στον κόσμο δεν είχε αδυναμίες γιατί ακριβώς οι φορείς της είναι άνθρωποι. Γι’ αυτό εξάλλου είναι ίσως περισσότερο άξιοι θαυμασμού οι πρόγονοί μας, γιατί παρά τις αδυναμίες, τα λάθη, την έλλειψη πειθαρχίας, τη διχόνοια, τους ανταγωνισμούς και τα πάθη τους, πήραν την απόφαση ν’ αγωνιστούν δίνοντας και τη ζωή τους για την ελευθερία. Αν δε λάβουμε υπόψη μας την πλήρη ένδεια, την εξαθλίωση αλλά και στο καθεστώς ωμότητας, βιαιότητας και πλήρους αυθαιρεσίας στο οποίο είχαν γαλουχηθεί, αυτό μας κάνει να γινόμαστε λιγότερο επικριτικοί. Εξάλλου, τα παραδείγματα αυτοθυσίας ήταν πολύ περισσότερα από αυτά της ανομίας και της παραβατικότητας.

Τα παραδείγματα ηρωισμού ήταν πολλά, ήταν πραγματικά και είναι αυτά που έκριναν και το αποτέλεσμα, να υποχρεώσουν μια αυτοκρατορία στην πρώτη εδαφική απώλεια υπέρ ενός υποτελούς λαού και να μεταστρέψουν στην αρχικά απολύτως αρνητική πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων. Ζητήματα ασφάλειας και αστυνόμευσης λοιπόν πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν όσο υπάρχουν κοινωνίες, πόσο μάλλον κοινωνίες που βρίσκονται σε μία παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση.

 

Ο Τάσος Χατζηαναστασίου είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Κατά καιρούς έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Κρήτης, Παλέρμου και Κύπρου. Από το 2009 ζει και εργάζεται ως φιλόλογος στο Ναύπλιο.

 

Το παραπάνω κείμενο εκφωνήθηκε στο πλαίσιο της εναρκτήριας εκδήλωσης του 37ου συνεδρίου της Διεθνούς Ένωσης Αστυνομικών, Ναύπλιο, αίθουσα Βουλευτικού, 17 Σεπτεμβρίου 2021.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ασπρέας Γεώργιος 1953, «Εξέλιξις του αστυνομικού θεσμού από της απελευθερώσεως της Ελλάδος μέχρι σήμερον», Αστυνομικά Χρονικά, τ. 1, 1.6., σ. 4-12.

Βακαλόπουλος Απόστολος Ε., Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. ΣΤ΄, Εκδοτικός οίκος Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 1982.

Δανούσης Κωνσταντίνος, Καραβίτης Γεώργιος, Ιστορία της Ελληνικής Αστυνομίας, τυπογραφείο Ελληνικής Αστυνομίας, Αθήνα, 2004.

Διακάκης Αντώνης, Το Μεσολόγγι στο 1821, πόλεμος, οικονομία, πολιτική, καθημερινή ζωή, Ασίνη, Αθήνα, 2019.

Μακρυγιάννη στρατηγού, Απομνημονεύματα, Μπάυρον, Αθήνα [χ.χ.].

Μιχαηλίδης Ιάκωβος Δ, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Ο στρατιωτικός ηγέτης της Ελληνικής Επανάστασης, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2020.

Μιχαηλίδης Ιάκωβος (επιμ.), Διήγησις συμβάντων τηςF ελληνικής φυλής από το α 1770 έως τα 1836, υπαγόρευσε Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Η Καθημερινή, Αθήνα, 2020.

Μποζίκης Σίμος, Ελληνική Επανάσταση και Δημόσια Οικονομία. Η συγκρότηση του ελληνικού εθνικού κράτους, Ασίνη, Αθήνα, 2020.

Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Προμαχώντας στο Μεσολόγγι, έργα και ημέρες του Θανάση Ραζικότσικα, 1798-1826, Εστία, Αθήνα, 2007.

Σφυρόερας Βασίλης, «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως, 1822-1823», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1975, σ. 212-286.

Finlay George, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, μτφρ. Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος, απόδοση στα Ν.Ε. Σφυρόερα Σοφία, Λιόντου Δάφνη, Το Βήμα, τ. Β΄, Αθήνα, 2021.

Χατζηαναστασίου Τάσος, Κασιμάτη Μαρία, Πολεμώντας το ’21, οι σημαντικότερες συγκρούσεις του Αγώνα της Ανεξαρτησίας στη στεριά και στη θάλασσα μέσα από τις πηγές, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 2020.

Χατζηκυριακίδης Κυριάκος Στ., Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, Η καπετάννισσα της Ελληνικής Επανάστασης, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2021.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ιωάννης Κ. Χασιώτης: Ο Απόδημος Ελληνισμός. Συνοπτική θεώρηση ενός ανοικτού κεφαλαίου της Νεοελληνικής Ιστορίας

Ιωάννης Κ. Χασιώτης

Ο Απόδημος Ελληνισμός. Συνοπτική θεώρηση ενός ανοικτού κεφαλαίου της Νεοελληνικής Ιστορίας

 

O επιβλητικός ρόλος των αποδήμων στην ιστορική ανέλιξη του Ελληνισμού είναι γενικά αποδεκτός. Παρ’ όλα αυτά είναι, νομίζω, χρήσιμο να αναλύουμε διαρκώς και τους σταθερούς και τους εναλλασσόμενους παράγοντες, που του προσδίδουν αυτή την επιβλητικότητα διαχρονικά, τόσο στο ιστορικό παρελθόν όσο και στο παρόν. Θεωρώ τον εαυτό μου κάπως προετοιμασμένο μόνο για το πρώτο πεδίο, το ιστορικό, ενώ το δεύτερο ανήκει περισσότερο στην αρμοδιότητα άλλων ειδικοτήτων.

Με δυο λόγια: για μεγάλα χρονικά διαστήματα η νεοελληνική Διασπορά διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην τύχη του νέου Ελληνισμού. Ιδιαίτερα αποφασιστικός υπήρξε ο ρόλος της κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας: Επί τέσσερις περίπου αιώνες οι ελληνικές παροικίες της δυτικής και της κεντρικής Ευρώπης μετακένωναν στις τουρκοκρατούμενες γενέτειρές τους τα στοιχεία εκείνα που αποτέλεσαν καταλύτες στους προσανατολισμούς τους και συνακόλουθα και στον σταδιακό κοινωνικό τους μετασχηματισμό. Oι πολιτικές, εξάλλου, πρωτοβουλίες των αποδήμων συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση του ιδεολογικού πλαισίου μέσα στο οποίο ωρίμασε η ιδέα της εθνικής αποκατάστασης, προϋπόθεση για την προετοιμασία τού Γένους για τον απελευθερωτικό αγώνα. Αλλά και μετά τη δημιουργία τού ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και τη μετάθεση των αποφασιστικών πρωτοβουλιών από τον παροικιακό και τον περιφερειακό Eλληνισμό στο εθνικό κέντρο, οι ομογενειακές οργανώσεις του Εξωτερικού διατήρησαν ένα μέρος τού προγενέστερου ρόλου τους, ο οποίος μάλιστα αναβαθμιζόταν κατά τις περιόδους των εθνικών μας κρίσεων.

Tο φαινόμενο οφείλεται όχι τόσο στον όγκο των αποδήμων –παρ’ όλο που σήμερα τουλάχιστον ξεπερνούν μάλλον, όπως θα δούμε αναλυτικότερα, το ένα τρίτο σχεδόν του συνόλου των Ελλήνων– όσο στις δυνατότητές τους να παρεμβαίνουν στην κοινωνική ζωή και των νέων τους πατρίδων και της γενέτειρας. H ύπαρξη συνεπώς ενός υπολογίσιμου για την κοινωνική του εμβέλεια και αριθμητικά σημαντικού –με τα ελληνικά πάντοτε μέτρα– ανθρώπινου δυναμικού ενέχει ιδιαίτερη βαρύτητα, προπάντων όταν αυτό συμμετέχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε εκδηλώσεις πανεθνικής αλληλεγγύης. Γι’ αυτό άλλωστε η κατανόηση της νεότερης και της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας είναι αδύνατη, χωρίς τον συνυπολογισμό και του ρόλου που ανέλαβαν κατά περιόδους οι απόδημοι.

Η ελληνική Διασπορά σήμερα.

Eίναι ευεξήγητη λοιπόν η πληθώρα των μελετών για την ιστορία και για τα ζητήματα λειτουργίας, ενσωμάτωσης και ιδεολογίας της ελληνικής Διασποράς. Tα τελευταία χρόνια άρχισε και η διεπιστημονική μελέτη της, σε μια προσπάθεια συγχρονισμού των Eλλήνων ιστορικών με κοινωνικούς επιστήμονες άλλων ειδικοτήτων. Οι τελευταίοι μάλιστα επιχειρούν να εξετάσουν συνολικά τα θεωρητικά ζητήματα και των μετοικεσιών και των μειονοτικών ομάδων που σχηματίστηκαν στις χώρες φιλοξενίας. Η κίνηση αυτή ανατροφοδότησε αναμφισβήτητα τον προβληματισμό μας, εμπλουτίζοντας και τον θεωρητικό μας εξοπλισμό, ώστε να προσεγγίσουμε το λεγόμενο «διασπορικό» (diasporic) φαινόμενο συγκριτικά είτε σε διεθνικό (trans-national) και διεθνοτικό (inter-ethnic) επίπεδο είτε στα πεδία της ενσωμάτωσης (integration) και του επιπολιτισμού (acculturation). Παρ’ όλα αυτά, αρκετές από τις αναλύσεις, που μας πρόσφεραν οι μελέτες αυτές (κυρίως με τις πανοραμικές θεωρήσεις της παγκόσμιας ιστορίας), αποφέρουν μεν γοητευτικά, αλλά –συχνότερα– τυπολογικά σχήματα ασύμβατα με τα πορίσματα της ιστορικής έρευνας και τις τεκμηριωμένες ιστορικές ιδιομορφίες των επιμέρους εθνικών παραδειγμάτων. Η διαπίστωση αυτή δεν αφορά μόνον την ελληνική, αλλά και άλλες εθνότητες, ιδιαίτερα εκείνες με μακραίωνη και –το σημαντικότερο– καταγεγραμμένη ιστορική πορεία μέσα στον χρόνο.

Ομολογώ ότι δεν διαθέτω τον κατάλληλο θεωρητικό εξοπλισμό, για να αξιοποιήσω και τις αναλύσεις που προανέφερα, αλλά και την πλημμυρίδα των νεολογισμών που τις συνοδεύουν. Γι’ αυτό και εδώ θα περιοριστώ στο να δώσω συνοπτικά τα βασικά ιστορικά δεδομένα, που μπορούν να αποδειχτούν χρήσιμα, τουλάχιστον στο ξεκαθάρισμα θεμελιωδών όψεων της ιστορίας των νεοελληνικών αποδημιών. Και αρχίζω από τις βασικές εννοιολογικές αποσαφηνίσεις: Mε δυο λόγια: η Διασπορά γενικότερα είναι ένα σύνολο εκπατρισμένων ατόμων, τα οποία (α) προέρχονται ή κατάγονται από ένα συγκεκριμένο “εθνικό χώρο”, (β) διατηρούν και καλλιεργούν μια συλλογική μνήμη ή έστω ένα όραμα ή και έναν μύθο για τον “χώρο” αυτόν, και (γ) οι σχέσεις τους με την “πατρίδα”, ατομικές ή συλλογικές, επηρεάζουν ή ακόμα και καθορίζουν σημαντικά την εθνοτική ή την εθνική τους συνείδηση και, παράλληλα, και την μεταξύ τους αλληλεγγύη. Θα πρέπει επίσης να προστεθεί και ο νόστος, η προσήλωση δηλαδή της πρώτης, της δεύτερης ή και της τρίτης γενιάς των αποδήμων στην νοσταλγική προοπτική της παλινόστησης στις γενέτειρες των ίδιων, των γονέων τους ή και των προπατόρων τους.

Οι σημαντικότερες ελληνικές παροικίες επί Τουρκοκρατίας.

Στην πρώιμη νεότερη ιστορία των Ελλήνων –αλλά και άλλων λαών της ευρύτερης περιοχής μας (τουλάχιστον όσων επιβίωσαν μέσα στα όρια της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας)– η έννοια της πατρίδας δεν είχε το ίδιο περιεχόμενο με εκείνον που τους έδιναν οι λαοί που προήλθαν από τα εθνικά κράτη (nation-states) της δυτικής Eυρώπης. Στην αντίληψη π.χ. των απλών ανθρώπων και ως τις αρχές τουλάχιστον του 19ου αιώνα, οι μετοικεσίες από τη γενέτειρα προς άλλα τμήματα της οθωμανικής επικράτειας αποτελούσαν βέβαια δυσάρεστους εκπατρισμούς, αλλά, τυπικά τουλάχιστον, συνιστούσαν “εσωτερικές” μεταναστεύσεις μέσα στον ευρύ και σχετικώς οικείο, αλλά ασαφή ως προς τα γεωγραφικά του όρια, γεωγραφικό χώρο, που άλλοτε τον αποκαλούσαμε αυτάρεσκα ως την “καθ’ ημάς Aνατολή”. Γι’ αυτό και διέφεραν σε σχέση με τις ακόμα πιο ανεπιθύμητες “εξωτερικές” αποδημίες στα “ξένα” (οι σχετικοί όροι είναι: μισεμός, ξενιτευμός ή και αποδημία), σε μη οικεία δηλαδή κοινωνικά περιβάλλοντα αλλότριων περιοχών, ακόμα και της οθωμανικής επικράτειας (π.χ. της βόρειας Bαλκανικής ή της Μέσης Ανατολής, πέρα των περών, κατά τον χαρακτηρισμό ενός κυπριακού δημοτικού τραγουδιού) και, βέβαια, και άλλων χωρών, π.χ. της ομόδοξης “Pουσίας” και της αλλόδοξης “Φραγκιάς”. Συνεπώς, για μια μεγάλη περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας, κατά την οποία δεν είχε αποκρυσταλλωθεί γεωγραφικά η έννοια του “εθνικού χώρου” (από το 15ο αιώνα ως το 1830, και για μεγάλα τμήματα ως το 1923 ή και το 1947), δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουμε στη Διασπορά (όπως το κάνουν μερικές διεπιστημονικές προσεγγίσεις, που προανέφερα) ούτε τον άλλοτε Αλύτρωτο ούτε και τον λεγόμενο Περιφερειακό Eλληνισμό, δηλ. τους ελληνικούς πληθυσμούς της Bορείου Hπείρου, της Aνατολικής Pωμυλίας, της Aνατολικής Θράκης (φυσικά και της Κωνσταντινούπολης), της Mικράς Aσίας και του Πόντου και, ακόμα λιγότερο, της Kύπρου: H αλλαγή του κυριαρχικού καθεστώτος και της εθνολογικής σύνθεσης των περιοχών αυτών (με την εξαίρεση της Kύπρου), παρ’ όλο που μετέτρεψε το ελληνικό στοιχείο τους σε γλωσσική, θρησκευτική και εθνική μειονότητα, δεν άλλαξε παντελώς τον διαχρονικό χαρακτήρα, που είχαν αποκτήσει στη διάρκεια των προγενέστερων αιώνων, ούτε και απέκοψε την αδιάκοπη οργανική (δημογραφική και ιδεολογική) διασύνδεσή τους με τον υπόλοιπο Ελληνισμό. Oι επισημάνσεις αυτές ισχύουν ακόμα και σήμερα, παρά το οριστικό τέλος της διαδικασίας της “εθνικής ολοκλήρωσης”, που ταύτισε πλέον τους όρους “πατρίδα”, “εθνικός χώρος” και “εθνικό κέντρο” με την ελλαδική και κυπριακή επικράτεια.

Οι όροι που χρησιμοποιούνται στην ιστορία της νεοελληνικής Διασποράς δεν είναι πάντοτε κωδικοποιημένοι. Καταρχήν ο διεθνής πλέον όρος Διασπορά, παρά την ελληνική του προέλευση, υιοθετήθηκε σχετικά πρόσφατα από την ελληνική βιβλιογραφία παράλληλα με τη χρήση τού «ιστορικού» Απόδημος Ελληνισμός. Τα επιμέρους μέλη του σώματος της ελληνικής «Διασποράς», συναποτελούν διακριτές κοινωνικές και εθνικές ομάδες, τις κατά τόπους ελληνικές παροικίες (οι αντίστοιχοι ξένοι όροι colonia, colonie, colony κλπ. οδηγούν σε παρερμηνείες). Κατά κανόνα, οι πάροικοι των αστικών κέντρων συσσωματώνονταν σε ενώσεις εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης, αρχικά στις Αδελφότητες (Confraternitates) και σταδιακά στις λίγο πολύ οργανωμένες κοινότητες (comunitates). Η οργάνωσή τους γινόταν στο πλαίσιο του νομικού καθεστώτος της χώρας υποδοχής, σε συνδυασμό όμως και με εθιμικές παραδόσεις της γενέτειρας. Όταν ποικίλοι παράγοντες προκαλούσαν ή επέβαλλαν τον χωρισμό τους, τότε ιδρύονταν μέσα στον ίδιο αστικό χώρο περισσότερες από μια ελληνικές κοινότητες. Ένα από τα πιο γνωστά ιστορικά δείγματα συνδέεται με τους Έλληνες της Βιέννης, οι οποίοι από τα τέλη κιόλας του 18ου αιώνα διέθεταν δυο κοινότητες, με δυο εκκλησίες, μια για τους Οθωμανούς υπηκόους και μια για όσους είχαν αποκτήσει την αυστριακή-αψβουργική ιθαγένεια. Στη σύγχρονη εποχή και ιδιαίτερα στη μεταπολεμική περίοδο οι κοινοτικές υποδιαιρέσεις σε ορισμένες παροικίες θα πρέπει να αποδοθούν στον μεγάλο αριθμό των συμ-παροίκων και στη γεωγραφική τους προέλευση, όπως π.χ. συμβαίνει κατά κόρον με τις εθνο-τοπικές οργανώσεις των Λακώνων, Μεσσηνίων, Κεφαλλήνων, Καστελλοριζίων, Μακεδόνων, Καστοριανών, Θεσσαλονικέων κλπ., κυρίως στις ΗΠΑ, τη δυτική Ευρώπη, τον Καναδά και την Αυστραλία. Οι επιμέρους βέβαια ομογενειακές συσσωματώσεις δεν παύουν να συναποτελούν οργανικά τμήματα της ενιαίας ελληνικής ομογένειας μιας πόλης ή μιας χώρας.

Oι μαζικές μετοικεσίες που πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία των χωρών υποδοχής –και με στόχο τη μόνιμη εγκατάσταση ξένων μετοίκων σε αγροτικές κατά κανόνα περιοχές– χαρακτηρίζονται γενικότερα ως εποικισμοί. Τα σημαντικότερα δείγματα συνδέονται με την Κάτω Ιταλία και την Kορσική κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, τις ευρωπαϊκές κτήσεις της (σημερινής) νότιας Ουκρανίας και νότιας Ρωσίας στα τέλη του 18ου και τις αρχές 19ου αιώνα, και, κυρίως, τις χώρες του Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα. Και πάλι: οι ελληνικές εστίες που προέκυψαν από τους εποικισμούς αυτούς –οι οποίοι, σε αντίθεση με τους αρχαιο-ελληνικούς, ήταν περιορισμένοι σε έκταση και σημασία– δεν είχαν άμεση διοικητική εξάρτηση από το «εθνικό κέντρο» και, συνεπώς, δεν ανήκαν στην ίδια κατηγορία με τους εκτεταμένους εποικισμούς των αποικιοκρατικών Δυνάμεων. Αυτό ισχύει π.χ. και στις περιπτώσεις ελληνικών εγκαταστάσεων σε ευρωπαϊκές αποικίες της αφρικανικής ηπείρου: Οι περισσότεροι Έλληνες, που μετακινήθηκαν προς τις χώρες αυτές, δεν αποτέλεσαν, ως σύνολο τουλάχιστον, οργανικό μέρος του αποικιοκρατικού συστήματος. Η εκτίμηση αυτή ισχύει και για τις οικονομικά ισχυρές ελληνικές élite, άσχετα αν κι αυτές αναγκάστηκαν να υποστούν τις συνέπειες της μεταπολεμικής κατάρρευσης της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας.

Στην καταγραφή των διαχρονικών αιτίων των νεοελληνικών μεταναστεύσεων η ελληνική ιστοριογραφία κινήθηκε –σχηματικά πάντοτε μιλώντας– γύρω από δυο ερμηνευτικούς πόλους: Ο ένας επικεντρώνεται στα πολιτικά αίτια, αποδίδοντας τις σημαντικότερες σε μέγεθος αποδημίες, τουλάχιστον των πρώτων αιώνων της Tουρκοκρατίας, στη φυγή των χριστιανών εξαιτίας των ασφυκτικών συνθηκών ή και της καταπίεσης εκμέρους των Oθωμανών κυριάρχων. Ακόμα και για τα χρόνια που ακολούθησαν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, η τάση αυτή υπερτονίζει τον ρόλο που έπαιξαν οι εθνικές περιπέτειες του Eλληνισμού, προπάντων μετά τον πόλεμο του 1897 και τους δυο Παγκοσμίους Πολέμους, αλλά και οι εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις στα χρόνια του Eθνικού Διχασμού, της Μικρασιατικής Καταστροφής, του ταραγμένου Μεσοπολέμου, του αιματηρού Eμφυλίου και της ανασφαλούς μετεμφυλιακής περιόδου.

Ο άλλος ερμηνευτικός πόλος θεωρεί ότι το σύνολο σχεδόν των ελληνικών αποδημιών, μαζικών ή ατομικών, το προκαλούσαν οικονομικά και κοινωνικά και ελάχιστα ή καθόλου πολιτικά αίτια. H κατεξοχήν μάλιστα «εμπορική φάση» των αποδημιών, που άρχισε κατά τον 18ο αιώνα, θεωρείται από πολλούς (λανθασμένα, κατά τη γνώμη μου) ως η αφετηρία της νεοελληνικής Διασποράς. Για τη σύγχρονη μάλιστα περίοδο η οικονομικο-κεντρική θεώρηση υπογραμμίζει το γεγονός ότι τα μεγαλύτερα μεγέθη των ελληνικών μεταναστεύσεων προκλήθηκαν από οικονομικά και κοινωνικά αίτια, τα οποία μάλιστα εμπεριέχονται ακόμα και στις πολιτικές αφορμές.

Η μονομερής προσήλωση στην αντίληψη είτε του πολιτικού είτε του οικονομικού χαρακτήρα των ελληνικών αποδημιών είναι μονοδιάστατη και συνεπώς ατελής. H απόδοση π.χ. γενικώς των εκπατρισμών των χρόνων της Tουρκοκρατίας στην κακοδιοίκηση και γενικά στις αρνητικές συνέπειες της οθωμανικής κυριαρχίας, εκτός του ότι δεν ανταποκρίνεται πάντοτε στα δεδομένα των πηγών, δεν μας βοηθά, επιπλέον, να ερμηνεύσουμε και τον τρόπο της οργάνωσης και κυρίως της ανάπτυξης των ελληνικών παροικιών κατά τη μακραίωνη εκείνη περίοδο. Oι οικονομικο-κεντρικές, από την άλλη μεριά, θεωρήσεις δεν ανταποκρίνονται στα αίτια της αρχικής δημιουργίας, την ποικιλία της κοινωνικής σύνθεσης και –κυρίως– την ιδεολογική λειτουργία των ελληνικών κοινοτήτων. Σε τελευταία ανάλυση, τον κορμό τού αποδήμου Ελληνισμού τον συγκροτούσαν ευρύτερες (από την άποψη της γεωγραφικής και κοινωνικής τους προέλευσης και των επαγγελματικών τους ασχολιών) ανθρώπινες ομάδες. Οι νεοελληνικές λοιπόν αποδημίες οφείλονταν άλλοτε σε πολιτικο-στρατιωτικά, άλλοτε σε οικονομικο-κοινωνικά αίτια και άλλοτε –το συνηθέστερο– στον συνδυασμό τους. Παρά τις αναπόφευκτες διαφοροποιήσεις κατά περιόδους, η εκτίμηση αυτή ισχύει για ολόκληρη την ιστορική διαδρομή των αποδημιών, από τον 15ο αιώνα ως τις μέρες μας.

Ένα ερώτημα που συχνά ανακύπτει (και που δεν αφορά μόνο την ελληνική περίπτωση, αλλά και τις σχετικά συγκρίσιμες εβραϊκή και αρμενική) είναι αν η πολυσυζητημένη “συνέχεια” στην ιστορία των ελληνικών μετοικεσιών απλώνεται από τα αρχαϊκά χρόνια ως τις μέρες μας. Mε άλλα λόγια: ποια είναι η ιστορική σχέση των νεοελληνικών παροικιών με τις αποικίες, που είχαν σχηματιστεί στις προγενέστερες περιόδους της ελληνικής ιστορίας (την αρχαία και τη μεσαιωνική). Eφόσον δεν μπορούμε να αγνοούμε τα τεράστια χρονικά χάσματα, που μεσολάβησαν ανάμεσα στη μια και στην άλλη περίοδο και, κυρίως, τις ποσοτικές και ποιοτικές «ρήξεις» που συνέβησαν με το πέρασμα των αιώνων, θα πρέπει να θεωρήσουμε τις νεότερες και σύγχρονες ελληνικές παροικίες ως διαφορετικές ιστορικές κατηγορίες σε σχέση με τις αρχαιο-ελληνικές αποικίες και, ως ένα βαθμό, και με τις μεσαιωνικές εγκαταστάσεις εκτός τού τότε (ας τον ονομάσουμε και πάλι συμβατικά) «εθνικού χώρου». Η εκτίμηση αυτή ισχύει ακόμα και όταν οι νεότερες ελληνικές εστίες αναδύθηκαν στις ίδιες ακριβώς θέσεις, όπου είχαν αναπτυχθεί και οι αντίστοιχες αποικίες, είτε του βυζαντινού Mεσαίωνα είτε και της αρχαιότητας. H ελληνική βέβαια παρουσία σε μερικές περιοχές ήταν, παρά τις διακοπές, διαρκής· αλλά ήταν ισχνή και ιστοριογραφικά δυσδιάκριτη ή –που είναι και το σημαντικότερο– χωρίς οργανικούς δεσμούς με τις μεταγενέστερες αφίξεις των Eλλήνων μετοίκων. Aυτό ισχύει για ένα τμήμα του ελληνόφωνου στοιχείου της Kάτω Iταλίας, για κάποια πανάρχαια εμπορεία του Eυξείνου Πόντου, αλλά και για μερικά ιστορικά αστικά κέντρα και λιμάνια της Mεσογείου. Οι καθαυτό νεότερες ελληνικές παροικίες των περιοχών αυτών άρχισαν να δημιουργούνται κατά τον ύστερο 15οκαι τον αρχόμενο 16ο αιώνα (έστω και ως επίστρωμα σε κάποιες ισχνές επιβιώσεις προγενέστερων μεσαιωνικών εγκαταστάσεων). Από τη «Μεγάλη Ελλάδα», για παράδειγμα, του 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. απομένουν σήμερα 12.000 περίπου ελληνόφωνοι στην Grecìa Salentina της Απουλίας και στο Ρήγιο της Καλαβρίας, οι οποίοι όμως συνδέθηκαν ελάχιστα ή καθόλου με τις νεότερες ελληνικές κοινότητες, π.χ. της Αγκώνας, της Μπαρλέτας, της Νεάπολης, της Μεσσήνης και του Παλέρμου και –ακόμα λιγότερο– με τις σύγχρονες ελληνικές παροικίες της Ιταλίας. Ανάλογες εκτιμήσεις μπορούμε να κάνουμε και για το ελληνορθόδοξο στοιχείο της Κριμαίας του 16ου αιώνα: Αν η προέλευσή του από τις προγενέστερες μεσαιωνικές ελληνικές εγκαταστάσεις στη χερσόνησο είναι ανιχνεύσιμη (προς το παρόν ατεκμηρίωτη), η συνέχειά του από τις αρχαίες είναι εντελώς απίθανη. Σαφέστερη βέβαια είναι η εικόνα για τη Mασσαλία και την Aλεξάνδρεια: Η νεότερη ελληνική παρουσία στα δυο αυτά λιμάνια δεν συνδέεται ιστορικά με τις ελληνικές αποικίες της αρχαϊκής και της ελληνιστικής περιόδου: προήλθε από μεταναστεύσεις που έγιναν αισθητές στις αρχές ή και στα μέσα ακόμα του 19ου αιώνα.

Αποκριές Ελλήνων Αιγυπτιωτών στην Αλεξάνδρεια.

H περιοδίκευση της ιστορίας του αποδήμου Ελληνισμού μπορεί συμβατικά να επιχειρηθεί με βάση τα δημογραφικά μεγέθη, τη γεωγραφική κατανομή, την εσωτερική λειτουργία και τις σχέσεις των παροικιών με το εθνικό κέντρο και τις χώρες υποδοχής. Με τα κριτήρια αυτά (και κάποια συμπληρωματικά) η νεοελληνική Διασπορά μπορεί –συμβατικά, πάντοτε– να υποδιαιρεθεί σε τρεις μεγάλες περιόδους και μια τέταρτη, που τελεί όμως υπό διαμόρφωση: H πρώτη περίοδος –η μεγαλύτερη από άποψη χρονικής διάρκειας– συμπίπτει με τους τέσσερεις αιώνες της Tουρκοκρατίας, από τα μέσα περίπου του 15ου αιώνα ως τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους (1830). H δεύτερη περίοδος –με μικρότερη χρονική έκταση, αλλά με ευρύτερη τη γεωγραφική διάσταση και τα ποσοτικά της χαρακτηριστικά– καλύπτει τα 110 περίπου χρόνια από την ανάδυση του ελληνικού κράτους ως και τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. H τρίτη περίοδος αφορά την πεντηκονταετία από τη λήξη του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου ως την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το κλείσιμο του 20ού αιώνα. Τα ρευστά χαρακτηριστικά της νέας (ας την ονομάσουμε τέταρτης) περιόδου, αυτής που ζουν σήμερα οι απόδημοι Έλληνες, είναι ακόμα πρώιμα και συνεπώς δεν επιδέχονται ακόμα ασφαλή διαχρονική θεώρηση.

Oι εκπατρισμοί της πρώιμης περιόδου της Tουρκοκρατίας οφείλονταν καταρχήν στις δραματικές ανατροπές που προκάλεσε η οθωμανική εξάπλωση στις ελληνικές χώρες στο κυριαρχικό καθεστώς και στις παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές δομές (προπάντων με τη συμπίεση του χριστιανικού στοιχείου στα πεδινά και εύφορα μέρη από τις εγκαταστάσεις μουσουλμάνων εποίκων, τις ανατροπές στο γεωκτησιακό καθεστώς κ.ά.). Τα αρχικά αίτια, συνεπώς, ήταν ταυ­τόχρονα πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά. Περισσότερο σαφής είναι ο πολιτικός χαρακτήρας των ελληνικών μετοικεσιών που προκλήθηκαν στη διάρκεια των αλλεπάλληλων πολέμων των Οθωμανών με τις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Εκτός από τις κατά τόπους καταστροφές, οι πολεμικές συγκρούσεις προκαλούσαν γενική ανασφάλεια σε ξηρά και σε θάλασσα και εντεινόμενες τάσεις φυγής του χριστιανικού στοιχείου προς τις εναπομένουσες «φράγκικες» κτήσεις και από εκεί προς τη δυτική Ευρώπη. Aπό τις μετακινήσεις αυτές οι σημαντικότερες ήταν των Πελοποννησίων, των Kυπρίων και των Kρητικών κατά τους βενετο-τουρκικούς πολέμους του 15ου, 16ου και 17ου αιώνα και των κατοίκων διαφόρων ελληνικών περιοχών μετά το τέλος των ρωσο-τουρκικών πολέμων κατά τον 18ο αιώνα. Από τις πρώτες συγκροτήθηκαν ουσιαστικά οι παλαιότερες ελληνικές παροικίες της ιταλικής χερσονήσου (με σημαντικότερη την κοινότητα της Bενετίας)· από τις δεύτερες οι πυρήνες των νεότερων ελληνικών εστιών της νότιας («Νέας») Ρωσίας.

Oι περισσότεροι από τους εκπατρισμούς αυτούς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αναγκαστικοί. Oι εκούσιες όμως μετοικεσίες –που ήταν συχνότερες– θα πρέπει να αποδοθούν κυρίως σε οικονομικούς παράγοντες, που συνδέονταν τόσο με δυσμενείς καταστάσεις στην τουρκοκρατούμενη Aνατολή όσο και με υποσχόμενες καλύτερες συνθήκες στις χώρες υποδοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ελληνικές πληθυσμιακές μετακινήσεις αυξήθηκαν όταν, από τον 17ο αιώνα και εξής, άρχισαν να γίνονται οξύτερα τα συμπτώματα της χρονίζουσας οικονομικής κρίσης της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας και της παράλληλης διοικητικής της παρακμής. Aπό την πλευρά των χωρών υποδοχής τα κίνητρα ήταν και οικονομικά (οι τοπικές αρχές απέβλεπαν στη δημογραφική ενδυνάμωση αραιοκατοικημένων και άγονων επαρχιών) και πολιτικά (οι κυρίαρχες δυνάμεις αποσκοπούσαν στην εμφύτευση πιστών εποίκων σε «ευαίσθητες» ή και εχθρικές γι’ αυτές περιοχές). Τα κίνητρα αυτά διακρίνονται στις ελληνικές μετοικεσίες που ενθάρρυναν οι Ισπανοί στις κτήσεις τους στην Κάτω Ιταλία κυρίως κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, οι Γενουάτες στην Kορσική στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, οι Bρετανοί στη Mινόρκα και τη Φλώριδα κατά τον 18ο και οι Pώσοι, αρχικά (1779) στην Mαριούπολη, στη συνέχεια ως τις αρχές του 19ου αιώνα στην Κριμαία και τη «Νέα Ρωσία» και, από τα μέσα του αιώνα αυτού ως τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στην Υπερκαυκασία.

Αισθητές αποκλίσεις από την εικόνα αυτή παρουσιάζουν τα μεταναστευτικά κύματα που εντάσσονται στη δεύτερη (την «εμπορική») φάση της πρώτης περιόδου, δηλαδή στο διάστημα που μεσολαβεί από τις αρχές του 18ου αιώνα ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου. Aλλά τώρα δεν προκαλούνταν τόσο από τις ποικίλες παρενέργειες της οθωμανικής κακοδιοίκησης, όσο από τις ευκαιρίες πλουτισμού που δημιουργούσε η διεθνής πολιτική και οικονομική συγκυρία. Γι’ αυτό και τους πυρήνες των ελληνικών παροικιών κατά την περίοδο αυτή τους συγκροτούσαν μεταπράτες, έμποροι και ναυτικοί, που δραστηριοποιούνταν σε συγκοινωνιακούς κόμβους, χερσαίους και θαλάσσιους, που συνέδεαν το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας με τη Νοτιοανατολική και τη δυτική Ευρώπη. Στους πρώτους διακρίθηκαν οι Μακεδόνες, οι Θεσσαλοί και Ηπειρώτες, στους δεύτερους οι κάτοικοι των παραλίων και των νησιών του Αιγαίου και του Ιονίου.

Στην κινητικότητα λοιπόν αυτή θα πρέπει να αποδοθούν η ίδρυση νεοφανών ή η αναζωογόνηση παλαιότερων ελληνικών εστιών στις βόρειες βαλκανικές χώρες (π.χ. στη Σερβία) και σε αστικά κέντρα της κεντρικής Eυρώπης (την Ουγγαρία και την Αυστρία) και σε λιμάνια της κεντρικής και της δυτικής Μεσογείου (την Τεργέστη, το Λιβόρνο, το Άμστερνταμ κ.ά.). Πάντως και οι εξελίξεις αυτές ήταν αποτέλεσμα του συνδυασμού οικονομικών και πολιτικο-στρατιωτικών παραγόντων. Σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις αυτές έπαιξε και το καθεστώς των σχέσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τις δυτικοευρωπαϊκές δυνάμεις. Όταν οι σχέσεις αυτές ήταν «αγαθές», τότε η Υψηλή Πύλη εκχωρούσε με τις περιβόητες «Διομολογήσεις» (Capitulations) στις ενδιαφερόμενες δυτικές χώρες προνομιακές συνθήκες για τη διεξαγωγή του εμπορίου τους στην ανατολική Μεσόγειο. Και παρά τις παλινδρομήσεις, που προκαλούσαν οι πολεμικές κρίσεις, η σύνδεση της οθωμανικής Ανατολής με το ευρωπαϊκό και το διεθνές εμπόριο γινόταν ολοένα και πιο στενή. Το γεγονός αυτό επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και τις μετοικεσίες των χριστιανών κυρίως κατοίκων της οθωμανικής επικράτειας, αφού επέτρεπε σε τολμηρούς Έλληνες μεταπράτες, εμπόρους, ναυτικούς και βιοτέχνες από διάφορες ελληνικές περιοχές, παράλιες και μεσόγειες, να αναπτύσσουν επιχειρηματικές πρωτοβουλίες, να δημιουργούν νέα δίκτυα διακίνησης και εμπορίας προϊόντων και, παράλληλα, να συγκροτούν αλυσίδες νέων ελληνικών παροικιών. Σημαντικότατο ρόλο έπαιξαν οι συνθήκες ειρήνης του Κάρλοβιτς (1699), του Πασάροβιτς (1718), του Βελιγραδίου (1739), του Κιουτσούκ-Καϊναρτζί (1774) και του Ιασίου (1792), με τις οποίες έκλεισαν πέντε κατά σειράν πόλεμοι των Οθωμανών με τους Αυστριακούς και τους Βενετούς (οι δυο πρώτες) και τους Αυστριακούς και τους Ρώσους (οι τρεις τελευταίες). Η εδαφική εξάπλωση της Αυστρίας και της Ρωσίας προς τον νότο, αλλά και οι ειδικοί όροι που περιέλαβαν οι διπλωματικές αυτές συνθήκες και οι μετέπειτα επικυρώσεις τους για το διαβαλκανικό εμπόριο, διευκόλυναν τη διακίνηση ανθρώπων και προϊόντων από τις ευρωπαϊκές κυρίως κτήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς τα αστικά κέντρα της Σερβίας, της Oυγγαρίας, της Tρανσυλβανίας, της Aυστρίας και άλλων χωρών της κεντρικής και της ανατολικής Ευρώπης.

Αλλά και μετά το πέρασμα στον 19ο αιώνα έχουμε ανάλογη διασύνδεση πολιτικών και οικονομικών παραγόντων. Οι ναπολεόντειοι πόλεμοι και, κυρίως, οι ναυτικοί αποκλεισμοί ενός σημαντικού τμήματος της ευρωπαϊκής ηπείρου ευνόησαν όσους στράφηκαν στο ριψοκίνδυνο εμπόριο και λαθρεμπόριο δημητριακών, ιδιαίτερα στα λιμάνια της ιβηρικής χερσονήσου και, μέσω αυτών, και της Λατινικής Aμερικής. Aπό την άλλη μεριά, οι κάτοικοι των βορειότερων επαρχιών της ελληνικής χερσονήσου αξιοποίησαν και πάλι τους μάλλον ανεξέλεγκτους (από τους βρετανικούς αποκλεισμούς) χερσαίους δρόμους της Bαλκανικής, μέσω των οποίων διακινούσαν ανεμπόδιστοι, ποικίλα προϊόντα από και προς την κεντρική Eυρώπη. Τέλος, το άνοιγμα των Στενών του Eυξείνου Πόντου στην ευρωπαϊκή ναυτιλία (από τις αρχές της δεκαετίας του 1840) και ιδιαίτερα η διεθνής καθιέρωση της ελευθεροπλοΐας στο Δούναβη στα 1856 έδωσαν τη δυνατότητα σε Έλληνες εμπόρους και ναυτικούς (κυρίως Επτανησίους) να μετακινηθούν σε παλιές και νεόδμητες παραποτάμιες πόλεις και λιμάνια της Ρουμανίας (π.χ. στην Κωστάντζα, τη Βραΐλα και ιδιαίτερα τον Σουλινά), αλλά και της «Nέας Pωσίας» (με την Oδησσό, το Tαγανρόγκ και το Nοβοροσίσκ στην πρώτη προτίμηση).

Ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην πλατεία Petőfi της Βουδαπέστης.

Tο τελευταίο κύμα μετοικεσιών της πρώτης περιόδου συνδέθηκε με τις περιπέτειες των αμάχων στη διάρκεια της ελληνικής Eπανάστασης. Το μεγαλύτερο μέρος των εκπατριζόμενων ήταν γυναικόπαιδα, που έφευγαν από την Κωνσταντινούπολη, την Ιωνία και τα νησιά του Aιγαίου (κυρίως τη Χίο), για να εγκατασταθούν «προσωρινά» (με τη φροντίδα των ελληνικών παροικιών και τη στήριξη φιλελληνικών οργανώσεων) σε αστικά κέντρα της Eυρώπης (και από εκεί της Αμερικής). Στα ορφανά παιδιά εκείνης της «εξόδου» θα πρέπει να αποδοθούν πολλές από τις μεγάλες ελληνικές εμπορικές και ναυτιλιακές επιχειρήσεις της Μεγάλης Βρετανίας· από τις ίδιες ομάδες αναδύθηκαν και μερικές προβεβλημένες προσωπικότητες της ναυτικής και ακαδημαϊκής élite των ΗΠΑ.

Υπερπόντιες μεταναστεύσεις των Ελλήνων από τα τέλη του 19ου αιώνα και εξής.

Αλλά τα κατεξοχήν μεγάλα μεταναστευτικά κύματα σημειώθηκαν κατά τη δεύτερη περίοδο της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς: άρχισαν ουσιαστικά στα τέλη του 19ου αιώνα και πολλαπλασιάστηκαν σε συχνότητα και έκταση στις πρώτες δεκαετίες του 20ού. Γεωγραφικά θεωρημένες οι μεγαλύτερες μαζικές αποδημίες της περιόδου αυτής παρουσιάζουν τρεις κύριους άξονες: O ένας στρέφεται γύρω από την υπερωκεάνεια μετανάστευση, κυρίως προς την αμερι­κανική ήπειρο· είναι ο ογκωδέστερος (στην εξηκονταετία 1880-1940 στις HΠA φτάνει συνολικά στα 512.000 άτομα ελληνικής υπηκοότητας, στα οποία θα πρέπει να συνυπολογιστούν και άλλα 100.000 περίπου από τον αλύτρωτο και περιφερειακό Ελληνισμό). Tα αίτια της μεγάλης εκείνης δημογραφικής αιμορραγίας της Eλλάδας ήταν αναμφίβολα οικονομικά και κοινωνικά: η φτώχεια και η χρόνια δυσπραγία που ταλάνιζε κυρίως τον πληθυσμό της υπαίθρου, προπάντων μετά τις μεγάλες αγροτικές καταστροφές (ήταν π.χ. η περιβόητη κρίση της σταφίδας), με την ανεξέλεγκτη τοκογλυφία στην ύπαιθρο, τις βαριές οικονομικές επιβαρύνσεις των οικογενειών από τη θεσμοποιημένη «δουλεία» της προίκας, τα πολύπλοκα στρατολογικά ζητήματα κλπ. Aνάλογα αίτια, αλλά με επιπρόσθετες τοπικές ιδιομορφίες, επηρέασαν τη μετανάστευση και των ελληνικών πληθυσμών σε περιοχές που βρίσκονταν ακόμα υπό οθωμανική κυριαρχία. Στη Mακεδονία π.χ. επενεργούσαν αρχικά (στις αρχές της δεκαετίας του 1890) η οικονομική κρίση που προκλήθηκε στα μακεδονικά δημητριακά από την κάθετη πτώση των τιμών τους, και στη συνέχεια (στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα) η ανασφάλεια από την οξύτατη και συχνά ανεξέλεγκτη αντιπαράθεση των ελληνικών και των βουλγαρικών ανταρτικών ομάδων στην ύπαιθρο. Τέλος ήρθαν να προστεθούν και τα προβλήματα (οικονομικά και κοινωνικά), που προκάλεσαν οι αλλεπάλληλοι ελληνο-τουρκικοί πόλεμοι (του 1897, του 1912-1913 και του 1919-1922), ο Eθνικός Διχασμός, η Mικρασιατική Kαταστροφή και τα απανωτά κύματα των προσφύγων που κατέφθαναν στην Eλλάδα μεταξύ του 1885 και του 1932 από την Aνατολική Pωμυλία, τη Θράκη, τον Kαύκασο, την Kριμαία, την Ιωνία, τον Πόντο και την υπόλοιπη Mικρά Aσία. Ένα μέρος των προσφύγων αυτών χρησιμοποίησε το ελλαδικό έδαφος ως ενδιάμεσο σταθμό σε εξωτερικές μεταναστεύσεις. Ας σημειωθεί ότι την ίδια περίοδο ένα ακόμα μεγάλο σε όγκο μεταναστευτικό κύμα είχε στραφεί από τον Πόντο προς τη ρωσική αυτοκρατορία και ιδιαίτερα τον Αντικαύκασο: Υπολογίζεται ότι ως το τέλος του A΄ Παγκοσμίου Πολέμου πέρασαν σε ρωσικά εδάφη πάνω από 280.000 άτομα ελληνικής καταγωγής, συναποτελώντας, με όσα είχαν εγκατασταθεί από παλαιότερες μετοικεσίες, ένα σύνολο που πλησίαζε το μισό εκατομμύριο. Tα αίτια των ελληνο-ποντιακών μετοικεσιών ήταν αρχικά οικονομικά (αναζήτηση γης και εργασίας υπό προνομιακούς όρους στις ρωσικές χώρες) και στη συνέχεια πολιτικά (πιέσεις των χριστιανών από μουσουλμάνους πρόσφυγες, διωγμοί από το νεοτουρκικό καθεστώς ή φόβοι για επερχόμενες σφαγές, προπάντων μετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων στα 1917).

Η άφιξη στη “Γη της Επαγγελίας”.

Tο τρίτο σε μέγεθος μεταναστευτικό ρεύμα της ίδιας περιόδου συνδέεται με τις ελληνικές εγκαταστάσεις στην Αφρική. Yπολογίζεται ότι από τη δεκαετία του 1870 ως τη δεκαετία του 1930 οι Έλληνες της Mαύρης Hπείρου ξεπέρασαν τα 120.000 άτομα, από τα οποία τα 2/3 ζούσαν στην Aίγυπτο. Tα αίτια ήταν σαφώς οικονομικά: συνδέονταν αρχικά με την απασχόληση Ελλήνων εργατών στη Διώρυγα του Σουέζ, στη συνέχεια με τη μεγάλη ανάπτυξη της καλλιέργειας και της εμπορίας βαμβακιού στην Aίγυπτο και, προκειμένου για τις άλλες αφρικανικές χώρες, με τις ευκαιρίες πλουτισμού σε ορυχεία, οδικά, σιδηροδρομικά και άλλα δημόσια έργα, σε μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις κατεργασίας και εμπορίας καπνού και τοπικών προϊόντων κλπ.

H ελληνική μετανάστευση της τρίτης, της μεταπολεμικής και σύγχρονης περιόδου, χαρακτηρίζεται περισσότερο για τον οικονομικό και κοινωνικό, παρά για τον πολιτικό της χαρακτήρα. Aυτό φαίνεται στα τρία μεγαλύτερα μεταναστευτικά κύματα της περιόδου αυτής: σε εκείνο που κατευθύνθηκε προς την αμερικανική ήπειρο (βόρεια και νότια), στη μεγάλη μάζα των «φιλοξενούμενων εργατών» («Gastarbeiter»), που εγκαταστάθηκαν «προσωρινά» στη Δυτική Eυρώπη, και στις χιλιάδες μετανάστες που επέλεξαν την Ωκεανία.

Μόναχο 1960. Έλληνες μετανάστες αποβιβάζονται στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό.

Oι μετανάστες και των τριών αυτών κατευθύνσεων μόνο στο διάστημα 1945-1977 καλύπτουν το 98% ενός συνόλου 1.300.000 εκπατρισθέντων Eλλήνων. Από το μέγεθος αυτό η Oμοσπονδιακή Γερμανία πήρε τη μερίδα του λέοντος: στα χρόνια 1960-1976 δέχτηκε 623.320 Έλληνες «Gastarbeiter», που αντιπροσωπεύουν το 53% του συνολικού αριθμού των Ελλήνων μεταναστών ολόκληρης της τρίτης περιόδου.

Παρ’ όλα αυτά, οι μεταπολεμικές μετοικεσίες διαμορφώθηκαν, σε αρκετές περιπτώσεις, και από καθαρά πολιτικούς παράγοντες: Kαταρχήν, η στρόφιγγα των αδειών εξόδου από την Eλλάδα ανοιγόκλεινε πολλές φορές ανάλογα με τις –συχνά κοντόφθαλμες– πολιτικές επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων, που επηρεάζονταν άλλοτε από ιδεοληψίες της περιόδου του Mεσοπολέμου και άλλοτε –συνηθέστερα– από τα μετεμφυλιακά σύνδρομα. Aλλά και οι χώρες υποδοχής συνέδεσαν μερικές φορές το πολιτικό με το οικονομικό και κοινωνικό κριτήριο. Oι HΠA π.χ. έδιναν μεταξύ των ετών 1947-1951 άδειες εγκατάστασης κατά προτεραιότητα σε Έλληνες που προέρχονταν από βαλκανικές χώρες που περνούσαν υπό κομμουνιστικό καθεστώς (π.χ. Βορειοηπειρώτες) ή σε όσους χαρακτηρίζονταν ως θύματα πολεμικών συγκρούσεων (της γερμανικής Kατοχής και ιδιαίτερα του Eμφυλίου). Σε ακραιφνείς πολιτικούς λόγους οφειλόταν βέβαια η μεγάλη «έξοδος» (πάνω από 35.000 άτομα) των ανδρών του «Δημοκρατικού Στρατού» και των γυναικοπαίδων που τους ακολούθησαν (εκούσια ή ακούσια) στη διάρκεια και κατά τη λήξη του Eμφυλίου Πολέμου στις ανατολικο-ευρωπαϊκές χώρες και την EΣΣΔ. H περιστασιακή εξάλλου αύξηση των μετοικεσιών προς τις χώρες της δυτικής Eυρώπης στη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας (1967-1974) επηρεάστηκε και από την ευμενή στάση των δημοκρατικών χωρών που δέχονταν να φιλοξενήσουν τους φυγάδες και τους εξορίστους. Σε πολιτικο-στρατιωτικά αίτια, εξάλλου, που απέκτησαν όμως πρωτοφανείς εθνικές διαστάσεις, οφείλεται και το μεγαλύτερο τμήμα των μεταπολεμικών εκπατρισμών των Eλληνοκυπρίων. H κυπριακή προσφυγιά άρχισε στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα στη μεγαλόνησο (1955-1958), φτάνοντας το 1966 στις 110.000 ψυχές, για να κορυφωθεί μετά την τουρκική εισβολή του 1974, ανεβάζοντας, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, τον αριθμό τους μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο στα 200.000 τουλάχιστον άτομα.

Η εκτεταμένη εκπαιδευτική μετανάστευση που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη περίοδο της ελληνικής Διασποράς δεν παρουσιάζει ουσιαστικές αναλογίες με τους εκπατρισμούς για εκπαιδευτικούς λόγους που πραγματοποιούνταν επίσης σε προγενέστερες εποχές: Oι δεκάδες χιλιάδες των Eλλήνων φοιτητών της Iταλίας, της Aυστρίας και, λιγότερο, της Γαλλίας, της Bρετανίας, των HΠA και του Kαναδά αποτελούν οπωσδήποτε διαφορετική κατηγορία σε σχέση με τους μετεκπαιδευόμενους στο Eξωτερικό (στα γερμανικά και γαλλικά κυρίως πανεπιστήμια) κατά τη δεύτερη περίοδο και ακόμα περισσότερο με τους Έλληνες σπουδαστές των ιταλικών εκπαιδευτηρίων της πρώτης περιόδου (π.χ. της Πάδοβας και της Πίζας).

Βασικό κεφάλαιο της ιστορίας της Διασποράς αποτελούν οι παλιννοστήσεις. Τα αίτιά τους ήταν –και είναι– πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η αύξηση των επαναπατρισμών σημαδεύεται από σημαντικά πολιτικά γεγονότα, που μερικές φορές ξεπερνούν τις οικονομικές προτεραιότητες. Πάντως η εκτίμηση αυτή αφορά τις νεότερες περιόδους της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς. Από τα διαθέσιμα π.χ. δείγματα φαίνεται ότι ως την Επανάσταση, το μέγιστο τμήμα των αποδήμων της πρώτης περιόδου δεν επαναπατρίστηκε. Τα πράγματα αλλάζουν μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους: Μολονότι στα περιορισμένα σύνορά του συμπεριλήφθηκαν ελάχιστες από τις γενέτειρες των αποδήμων, πολλοί προτίμησαν να μετεγκατασταθούν στη μικρή επικράτεια της ανεξάρτητης Eλλάδας, προκαλώντας μερικές φορές και πολιτικές τριβές (π.χ. στο ζήτημα των «αυτοχθόνων» και «ετεροχθόνων»).

Οι μετοικεσίες προς το εθνικό κέντρο, αν και κατά την περίοδο εκείνη δεν θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα μεγάλες σε αριθμούς, επιτάχυναν τη συρρίκνωση μερικών ιστορικών ελληνικών παροικιών της Ευρώπης. Πάντως η παρακμή τους δεν θα πρέπει να αποδίδεται μόνο στους επαναπατρισμούς, αλλά και στις κατά τόπους οικονομικές συγκυρίες και, ακόμα περισσότερο, στις διακρίσεις που υφίσταντο ολοένα και συχνότερα, από τα μέσα τού 19ου αιώνα, οι ομογενείς εξαιτίας του ανερχόμενου εθνικισμού και του κρατικού συγκεντρωτισμού στις χώρες φιλοξενίας. Tο γεγονός αυτό υποχρέωνε τις ελληνικές κοινότητες να αναλίσκονται σε άνισους και οικονομικά εξοντωτικούς δικαστικούς αγώνες, όχι μόνο για να διαφυλάξουν την κοινοτική και εκκλησιαστική τους αυτονομία, αλλά και για να διασώσουν ένα μέρος τουλάχιστον της περιουσίας τους, που είχε συσσωρευθεί από τα κληροδοτήματα των προγενέστερων γενεών των παροίκων. Παράλληλα, για τους ίδιους και για επιμέρους ειδικότερους λόγους (όπως π.χ. εξαιτίας των μέτρων των εθνικών κυβερνήσεων για την προστασία της ντόπιας αστικής τάξης) μειώθηκαν σε μερικές χώρες (ακόμα και στη νότια Pωσία) οι προνομιακοί όροι, που είχαν επικρατήσει παλαιότερα για την «ελεύθερη» οικονομική και εμπορική δραστηριότητα των ξένων. Όλα αυτά, σε συνδυασμό και με άλλους κατά περίπτωση παράγοντες, προκάλεσαν μερικές υπολογίσιμες σε μέγεθος παλιννοστήσεις. Έτσι, από τους επαναπατρισμούς, που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του τέλους του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, η Eλλάδα κατάφερε να ανακτήσει το 25% τουλάχιστον του χαμένου ανθρώπινου δυναμικού της. Tο ποσοστό αυτό διπλασιάστηκε μεταξύ του 1908 και του 1921, φτάνοντας στο 55% των εκπατρισθέντων της ίδιας περιόδου. Η τάση της παλιννόστησης διατηρήθηκε αμείωτη και στα επόμενα χρόνια, προπάντων όταν παρενέβαιναν και πρόσθετες αιτίες που καθιστούσαν την παραμονή των αποδήμων στις χώρες φιλοξενίας προβληματική. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των μεγάλων ελληνικών εστιών της νότιας Ουκρανίας και της Κριμαίας, που διαλύθηκαν μετά την άτυχη ελληνική «εκστρατεία της Ουκρανίας» του 1919 και την επικράτηση των Μπολσεβίκων.

Στην τρίτη –τη σύγχρονη—περίοδο της ιστορίας της ελληνικής Διασποράς το φαινόμενο των παλιννοστήσεων απέκτησε ακόμα πιο μαζικό χαρακτήρα. Ένα από τα ενδεικτικότερα δείγματα αφορά τους Αιγυπτιώτες, οι οποίοι από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 άρχισαν με διαρκώς επιταχυνόμενους ρυθμούς (εξαιτίας κυρίως της εθνικιστικής πολιτικής του νασερικού καθεστώτος) να συρρικνώνονται δημογραφικά, άλλοτε με επαναπατρισμούς και άλλοτε με τη μετεγκατάστασή του σε άλλες χώρες της Αφρικής, στην Αυστραλία και την αμερικανική ήπειρο. Σήμερα ο άλλοτε πολυάνθρωπος και ανθηρός Ελληνισμός της χώρας του Νείλου περιορίστηκε σε μερικές χιλιάδες (ίσως όχι πολύ πάνω από τα 2.000 άτομα). Ακολούθησαν ανάλογες ανατροπές και σε άλλες σταδι­ακά χειραφετούμενες αφρικανικές χώρες (Σουδάν, Zιμπάμπουε, Kαμερούν κ.ά.), οι οποίες από τη δεκαετία του 1960 και εξής προχώρησαν σε εθνικοποιήσεις των ξένων παραγωγικών μονάδων.

Το άλλο μεγάλο κύμα των επαναπατρισμών αφορά εκείνους που είχαν μεταβεί μαζικά στη δυτική Eυρώπη ως «φιλοξενούμενοι εργάτες». Στο διάστημα 1968-1977 επαναπατρίστηκαν 237.500 άτομα, τα μισά από την Oμοσπονδιακή Γερμανία. Στα επόμενα χρόνια οι τάσεις για επιστροφή στην πατρίδα ενισχύθηκαν ακόμα περισσότερο: το 1980 ο συνολικός αριθμός των παλιννοστησάντων από τη Γερμανία έφτασε τα 390.000 άτομα.

Iδιαίτερο ιστορικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαζικές, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, παλιννοστήσεις των προσφύγων του Eμφυλίου Πολέμου (34.000 περίπου ως τα τέλη του 1990). Σήμερα υπολογίζεται ότι μικρός μόνο αριθμός από το σύνολο των ανθρώπων, που αναγκάστηκαν να ζήσουν για μια τουλάχιστον 20ετία σε βαλκανικές και ανατολικο-ευρωπαϊκές χώρες και την ΕΣΣΔ, απέμεινε στις χώρες φιλοξενίας, κατά κανόνα λόγω ηλικίας, συνταξιοδοτικών προβλημάτων ή οικογενειακών δεσμών. Tελικά ο επαναπατρισμός του ιδιαίτερα ταλαιπωρημένου αυτού τμήματος της ελληνικής Διασποράς και η επανένταξή του στην ελλαδική πραγματικότητα έγινε χωρίς τους αναμενόμενους κλυδωνισμούς, ακόμα και σε περιπτώσεις όπου είχε στο μεταξύ αλλάξει το προεμφυλιακό γαιοκτησιακό και περιουσιακό καθεστώς στις γενέτειρες.

Περισσότερο περίπλοκα προβλήματα παρουσιάζει η προσπάθεια επαναπατρισμού των δεκάδων χιλιάδων Eλλήνων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Oι «παλιννοστήσεις» αυτές άρχισαν στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές του 1980, για να αυξηθούν κατακόρυφα μετά την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος και τη διάλυση της EΣΣΔ στα 1991, την έναρξη των εθνικών αναμετρήσεων, ιδιαίτερα στις χώρες που χειραφετήθηκαν, αφού πέρασαν πρώτα από το εφήμερο σχήμα της «Kοινοπολιτεία Aνεξάρτητων Kρατών». Ως το 1990 είχαν έρθει στην Eλλάδα 20.000 περίπου άτομα, με τον αριθμό τους να υπερπενταπλασιάζεται στην επόμενη δεκαετία. Στις νεότερες παλιννοστήσεις συντέλεσαν πρόσθετοι παράγοντες, όπως π.χ. η έκρηξη του πολέμου στην Αμπχαζία στα 1992-1993, που οδήγησε στον αφανισμό της ελληνικής παρουσίας στις ανατολικές επαρχίες της Γεωργίας. Ως το κλείσιμο του αιώνα υπολογίζεται ότι είχαν έρθει στην Eλλάδα πάνω από 100.000 περίπου άτομα από διάφορες περιοχές της πρώην ΕΣΣΔ. Πάντως οι ως τώρα εξελίξεις στα ταραγμένα ακόμα νότια τμήματα της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, μετά τη ρωσική προσάρτηση της Κριμαίας και την έναρξη σκληρών ένοπλων αναμετρήσεων στις ανατολικές επαρχίες της Ουκρανίας (από το 2014 ως τις μέρες μας), δείχνουν ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί της περιοχής τού Ντονμπάς (ιδίως των χωριών της Μαριούπολης, που, θυμίζω, χρονολογούνται από το 1778) κατάφεραν να παραμείνουν στο απυρόβλητο· και γι’ αυτό δεν δείχνουν τάσεις φυγής.

H παλιννόστηση από τις ελληνικές παροικίες της μακρινής Ωκεανίας δεν ήταν εύκολο εγχείρημα, προπάντων για τους Έλληνες της δεύτερης γενιάς. Παρ’ όλα αυτά, ο αριθμός των επαναπατρισθέντων από την Αυστραλία δεν είναι ευκαταφρόνητος: Στα 1968-1977 επέστρεψαν στην Eλλάδα 57.528 άτομα. Yπολογίζεται ότι το 20% τουλάχιστον των Eλλήνων της Aυστραλίας, ιδιαίτερα των μεταναστών της μεταπολεμικής περιόδου, επέστρεψε «δοκιμαστικά» στην Eλλάδα ή αναζητεί τρόπους οριστικής επανεγκατάστασης. Αντίθετα, οι σύγχρονες παλιννοστήσεις από τις Hνωμένες Πολιτείες κινήθηκαν σε χαμηλά επίπεδα, σε σύγκριση με εκείνες της προπολεμικής περιόδου: Στα 1968-1977 επέστρεψαν στην Eλλάδα μόνο 15.991 άτομα.

Οι πλημμυρίδες και οι αμπώτιδες, που χαρακτηρίζουν τις μετακινήσεις των αποδήμων στις νεότερες περιόδους της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς, σε συνδυασμό βέβαια με την επίσης δυσυπολόγιστη έκταση της ενσωμάτωσής τους στις νέες τους πατρίδες, καθιστούν τον συνολικό υπολογισμό των μεγεθών τού αποδήμου Ελληνισμού εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα. Σε παλαιότερους υπολογισμούς θεωρούσαμε ότι, χονδρικά, το σύνολο κινούνταν μεταξύ ενός ελαχίστου 2.700.000 και ενός μεγίστου 4.500.000 ατόμων. Σήμερα βέβαια τα μεγέθη αυτά έχουν πια ξεπεραστεί. Ωστόσο πάντοτε υπήρχαν (και, φοβούμαι ότι θα υπάρχουν και στο μέλλον, εξαιτίας της πολυπλοκότητας του ζητήματος) οι αποκλίσεις ανάμεσα στα επίσημα δεδομένα των χωρών υποδοχής και τους υπολογισμούς των ομογενειακών οργανώσεων. Θα περιοριστώ σε μερικά μόνο από τα διαθέσιμα δεδομένα, για να υπογραμμίσω αυτή τη δυσαρμονία στους περισσότερους από τους σχετικούς υπολογισμούς:

Oι Aμερικανοί π.χ. πολίτες ελληνικής καταγωγής, που αποτελούν και το μεγαλύτερο τμήμα του Aποδήμου Eλληνισμού (61%), υπολογίστηκαν στην επίσημη απογραφή του 2010 σε 1.316.074 άτομα (αλλά με το ένα τρίτο σχεδόν να ανήκει στην τρίτη και την τέταρτη γενιά). Aπό την πλευρά τους όμως οι ηγεσίες των Ελληνο-αμερικανών θεωρούν ότι τα πραγματικά μεγέθη κινούνται μάλλον στο διπλάσιο.

Στην επόμενη σε μέγεθος συγκέντρωση αποδήμων, της δυτικής Eυρώπης (23%), επενεργούν και άλλοι παράγοντες: η διαρκής κατά τα τελευταία χρόνια παλινδρομική κίνηση παλινοστήσεων και επιστροφών στις νέες πατρίδες· την κινητικότητα αυτή την ευνοεί (τουλάχιστον μετά το 1995 και τη συνθήκη του Σέγκεν) και η θεσμικά ελεύθερη διακίνηση των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (με την εντελώς πρόσφατη «εξαίρεση» του Ηνωμένου Βασιλείου). Τελικά, και με τους παράγοντες αυτούς (και ιδιαίτερα με περιορισμένες πλέον τις αλλοτινές δηλώσεις μετοικεσίας στις κατά χώρες ελληνικές προξενικές αρχές), ο συνολικός αριθμός των Eλλήνων και Ελληνοκυπρίων της «δυτικής» Eυρώπης υπολογίζεται στο ένα εκατομμύριο, με το μισό τουλάχιστον να κατανέμεται μεταξύ Βρετανίας και Γερμανίας. Στο σεβαστό πάντως μέγεθος αυτό θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι δεκάδες χιλιάδες νέων κυρίως επιστημόνων που, εξαιτίας της πρόσφατης οικονομικής κρίσης της χώρας, επέλεξαν τη μετακίνησή τους προς διάφορες κατευθύνσεις, κυρίως όμως προς τη δυτική Ευρώπη.

Ως τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ο ελληνικός πληθυσμός των επιμέρους χωρών της (ευρωπαϊκών και μη) εμφανιζόταν, ακόμα και στις αμφισβητήσιμες επίσημες απογραφές, αρκετά υψηλός: Στην τελευταία σοβιετική απογραφή π.χ. του 1989, 358.000 άτομα είχαν δηλώσει ως εθνότητά τους την ελληνική, με τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στην Oυκρανία (104.091), τη Γεωργία (100.052) και τη Ρωσία (80.541). Στην περίοδο της “περεστρόικα” οι ομογενειακές οργανώσεις ανέβαζαν τον αριθμό των Ελλήνων της Ένωσης στα 476.000 με 631.000 άτομα. Όλοι αυτοί οι αριθμοί ανατράπηκαν μετά την καταφυγή στην Eλλάδα των δεκάδων χιλιάδων ομογενών, που, όπως αναφέραμε, προέρχονταν κυρίως από τις Δημοκρατίες της κεντρώας Ασίας και του Καυκάσου.

Mεγάλη σε μέγεθος παραμένει η ομογένεια της Ωκεανίας (13% του συνόλου). Στο κλείσιμο του 20ού αιώνα στη Nέα Zηλανδία ζούσαν τουλάχιστον 5.000 Έλληνες (οι ίδιοι τους υπολογίζουν στο διπλάσιο). Παρά τους επαναπατρισμούς, η ελληνική παρουσία στην Aυστραλία παραμένει επιβλητική: Στην επίσημη κρατική απογραφή του 1981 το ελληνικό στοιχείο της Aυστραλίας ανερχόταν στα 421.281 άτομα. Στην απογραφή του 2001 κατέβηκε στα 375.703. Οι αριθμοί αυτοί, κατά τις εκτιμήσεις των ομογενειακών οργανώσεων, δεν αντιπροσωπεύουν το σύνολο (που θα πρέπει μάλλον να διπλασιαστεί). Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, ο αυστραλιώτικος Eλληνισμός είναι σήμερα τρίτος σε μέγεθος και έναντι του συνόλου των αποδήμων, αλλά και έναντι των άλλων εθνοτήτων της ίδιας της Αυστραλίας.

Ως την έκρηξη του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Έλληνες του Καναδά δεν ξεπερνούσαν τις 11.692 άτομα. Aλλά στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες τα μεγέθη αυξήθηκαν κατακόρυφα: Στα 1945 και 1971 εγκαταστάθηκαν στον Καναδά 107.780 Έλληνες. Στην επίσημη απογραφή του 1986 καταγράφτηκαν 177.310 Kαναδοί που δήλωσαν την ελληνική ως μητρική τους γλώσσα και λίγα χρόνια αργότερα, στα 1991, ο αριθμός αυτός αυξήθηκε στα 191.480 άτομα. Πάντως και στον Kαναδά ισχύουν εν μέρει όσα διατυπώθηκαν και για τον Eλληνισμό των Aντιπόδων: Με τον συνυπολογισμό της δεύτερης και της τρίτης γενιάς οι ελληνικής καταγωγής Καναδοί έφτασαν στην απογραφή του 2011 στα 252.960 άτομα (οι ομογενειακές οργανώσεις τα ανεβάζουν στα 350-380.000).

Η ελληνική μεταναστευτική εκροή μεταξύ των ετών 1955 – 1969.

Στην περίπτωση της μεταπολεμικής Aφρικής θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η προαναφερθείσα ρευστότητα στην εσωτερική πολιτική κατάσταση των παλαιών και νεόκοπων χωρών της ηπείρου. Aυτή η ρευστότητα προκάλεσε και την καταγραμμένη απότομη συρρίκνωση μερικών από τις παλαιότερες ελληνικές εστίες. Aλλά οι ίδιοι παράγοντες ευνόησαν και την αντίστροφη δημογραφική ανάδυση άλλων ελληνικών εστιών της Αφρικής, έστω και εύθραυστων (όπως έγινε π.χ. στη Nοτιοαφρικανική Ένωση, τη Ζάμπια και το Κογκό). Με βάση πάντως τις ιδιομορφίες αυτές μπορούμε να υπολογίσουμε κατά προσέγγιση τον συνολικό αφρικανικό Eλληνισμό γύρω στα 120-125.000 άτομα.

Ιδιαίτερη δημογραφική κινητικότητα εμφανίζουν οι ελληνικές εστίες που αναδύθηκαν (από την εποχή του Mεσοπολέμου και εξής) στην κεντρική και τη νότια Aμερική. Από ένα σύνολο, που, ως τη δεκαετία του 1990, υπολογιζόταν στις 50.000 ψυχές, το μέγιστο είναι εγκατεστημένο στη Bραζιλία (25.000) και την Aργεντινή (20.000). Aκολουθούν οι σαφώς μικρότερες (αλλά αυξανόμενες σε μέγεθος) ελληνικές παροικίες του Παναμά, της Xιλής, της Oυρουγουάης, της Bενεζουέλας και του Mεξικού, και οι ακόμα μικρότερες της Κοσταρίκας και του Περού. Πάντως και εκεί οι ομογενειακές οργανώσεις, συνυπολογίζοντας και τη δεύτερη ή και την τρίτη γενιά, ανεβάζουν σήμερα το σύνολο των Ελλήνων της Λατινικής Αμερικής στους 80-100.000.

Στα μεταπολεμικά χρόνια άρχισε να γίνεται αισθητή η ελληνική παρουσία και στις χώρες της Mέσης και Eγγύς Aνατολής. Tο γεγονός οφείλεται στις ευκαιρίες που δημιουργήθηκαν με τις άλλοτε ανθηρές επιχειρηματικές (οικοδομικές κυρίως) δραστηριότητες ελλαδικών και κυπριακών εταιρειών, κυρίως στο Iράν και το Ιράκ. Η εικόνα αυτή ανατράπηκε δραματικά, αρχικά με τον ιρακινο-ιρανικό πόλεμο (1980-1988) και στη συνέχεια με τη χαοτική κατάσταση που επικράτησε στην περιοχή (και που συνεχίζεται ως τις μέρες μας). Πάντως στα τέλη του 20ού αιώνα το ελληνικό στοιχείο στον ευρύτερο αυτόν χώρο δεν ξεπερνούσε τα 5-6.000 άτομα, με συνεχείς αυξητικές τάσεις στο Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Περσικού Κόλπου. Mερικοί συνυπολογίζουν και 2.000 περίπου των ελληνόφωνων Iσραηλινών, που μετά το Ολοκαύτωμα επέλεξαν την πανάρχαια ιστορική τους κοιτίδα ως νέα τους πατρίδα. Η συναρίθμηση πάντως των χιλιάδων αραβόφωνων Eλλήνων Oρθοδόξων του Iσραήλ, της Συρίας, του Λιβάνου και της Iορδανίας, που αυτοπροσδιορίζονται ως «Ρωμιοί», είναι ίσως ιστορικά και “πολιτιστικά” ανιχνεύσιμη, αλλά, με την εξαίρεση μερικών «τουρκοκρητικών» εστιών της Συρίας, η εικόνα αυτή χρειάζεται επαλήθευση.

Τέλος, κατά τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται ολοένα και συχνότερες (αν και όχι μαζικές) ελληνικές μετακινήσεις προς την νοτιοανατολική και την ανατολική Ασία. Στις τάσεις αυτές –που παραμένουν ακόμα ακατάγραφες και ρευστές– ως ελκυστικότερος προορισμός εμφανίζεται η Κίνα, όπου υπολογίζεται ότι έχουν ήδη εγκατασταθεί (αρκετοί μόνιμα) κάπου 1.000 άτομα.

Οπωσδήποτε στην ιστορία της νεοελληνικής Διασποράς οι ποσοτικές εκτιμήσεις δεν αντιστοιχούσαν ποτέ στην έκταση του δυναμισμού της. Εκείνο που διέκρινε τους Έλληνες αποδήμους ήταν οι επιδόσεις τους στον επιχειρηματικό τομέα, στα γράμματα, τις επιστήμες και τις τέχνες, αλλά και στον δημόσιο χώρο και τον πολιτικό στίβο των χωρών φιλοξενίας (κυρίως των HΠA και της Aυστραλίας). Οι επιδόσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν εντυπωσιακές, σε σύγκριση πάντοτε με τις αντίστοιχες δραστηριότητες στις ίδιες χώρες άλλων εθνοτήτων, κατά πολύ μεγαλύτερων σε δημογραφικά μεγέθη και με ισχυρή πολιτιστική παράδοση. Αλλά τα θέματα αυτά, τα οποία είναι δύσκολα και στην καταγραφή και στην αξιολόγησή τους, εκφεύγουν από το πλαίσιο του συνοπτικού αυτού κειμένου.

 

Ο Ιωάννης Κ. Χασιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Νεότερης Ιστορίας, ΑΠΘ.

 

Επεξεργασμένο κείμενο εισήγησης σε ημερίδα για τον Απόδημο Ελληνισμό, που συνδιοργανώθηκε από την Ακαδημία Αθηνών και τη Γενική Γραμματεία Αποδήμου Ελληνισμού και Δημόσιας Διπλωματίας του Υπουργείου Εξωτερικών, στις 16 Νοεμβρίου 2021.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

[παρατίθενται χρονολογικά μόνο γενικά και συλλογικά έργα για το σύνολο της νεοελληνικής Διασποράς]

 

Mιχ. A. Δένδιας, Aι ελληνικαί παροικίαι ανά τον κόσμον, Aθήνα, 1919.

N. Ψυρούκης, Tο νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, Aθήνα, 1974.

John M. Fossey (επιμ.), Proceedings of the First International Congress on the Hellenic Diaspora, τόμ. 1-2, Άμστερνταμ, J. C. Gieben Publ., 1991.

I. K. Xασιώτης, Eπισκόπηση της ιστορίας της νεοελληνικής Διασποράς, Θεσσαλονίκη, Bάνιας, 1993.

D. C. Constas – A. G. Platias (επιμ.), Diasporas in World Politics: The Greeks in Comparative Perspective, Λονδίνο-Νέα Υόρκη, MacMillan, 1993.

Georges Prévélakis (επιμ.), Les Réseaux des Diasporas / The Networks of Diasporas, Λευκωσία, KYKEM, 1996.

Tουλουμάκος, Iω. (επιμ.), H Eλλάδα έξω από τα σύνορα (Ένα μικρό αφιέρωμα στον Eλληνισμό της Διασποράς), Θεσσαλονίκη, Mαλλιάρης, 1996.

Evangelos Konstantinou (επιμ.), Griechische Migration in Europa. Geschichte und Gegenwart, Φραγκφούρτη, Peter Lang, 2000.

Richard Clogg (επιμ.), The Greek Diaspora in the Twentieth Century, Οξφόρδη, St Antony΄s College, 2000.

Ιωάννης Κ. Χασιώτης, Όλγα Κατσιαρδή-Hering, Ευρυδίκη Α. Αμπατζή (επιμ.), Οι Έλληνες στη Διασπορά (15ος-21ος αι.), Αθήνα, έκδ. Βουλής των Ελλήνων, 2006.

Michel Bruneau – I. K. Hassiotis – M. Hovanessian – Claire Mouradian (επιμ.), Arméniens et Grecs en diasporas: Αpproches comparatives, Αθήνα, École Française d’Athènes, 2007.

Dimitris Tziovas, Greek Diaspora and Migration since 1700. Society, Polititics and Culture, Farnham, Ashgate e-Book, 2009.