Skip to main content

Σοφία Ηλιάδου – Τάχου: Κομμουνισμός, αντικομμουνισμός και εκπαίδευση από την κατοχή του Άξονα ως τον πρώιμο Ψυχρό Πόλεμο (1944-1967)

Σοφία Ηλιάδου – Τάχου

Κομμουνισμός, αντικομμουνισμός και εκπαίδευση από την κατοχή του Άξονα ως τον πρώιμο Ψυχρό Πόλεμο (1944-1967)

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν απέφυγε τη συμμετοχή της στις  διεθνείς αντιπαραθέσεις, για παράδειγμα στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, στον Ψυχρό Πόλεμο ή ακόμα υπέστη τη δοκιμασία ενός στον εμφυλίου σπαραγμού (1943-1949), εντούτοις υπάρχει ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία  που σχετίζεται με την Iστορία της Eκπαίδευσης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, μολονότι η ιστορία της εκπαίδευσης αποτελεί αποδεδειγμένα  αναπόσπαστο τμήμα της Νεοελληνικής Ιστορίας. Τα επιστημονικά άρθρα που σχετίζονται με την επιλογή του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος  (ΚΚΕ) να ιδρύσει μειονοτικά σλαβομακεδονικά σχολεία στις σλαβόφωνες  κοινότητες της Δυτικής Μακεδονίας είναι λιγοστά.[1]  Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει σημαντική ακαδημαϊκή συμβολή στην περιγραφή της  διπλωματικής ιστορίας του Ψυχρού Πολέμου στην Ελλάδα, [2] και στο θεματικό πεδίο της κοινωνικής ιστορίας του Ψυχρού Πολέμου, που αναφέρεται στον αντικομουνισμό και στην αμερικανική επεμβατική πολιτική, [3] με ιδιαίτερη εστίαση στη Δυτική Μακεδονία. [4] Υπάρχουν επίσης αξιοσημείωτες μελέτες σχετικές με την καλλιέργεια της ιδεολογίας της «εθνικοφροσύνης» στην Ελλάδα, στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. [5] Ωστόσο, το επιστημονικό πεδίο της Ιστορίας της Εκπαίδευσης στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου δεν αποτέλεσε αντικείμενο της ιστορικής έρευνας. [6]

Η παρούσα έρευνα εκτείνεται χρονικά από το 1944 έως το 1967. Το 1944  είναι το έτος κατά το οποίο δημιουργήθηκε ο θεσμός του  σλαβομακεδονικού σχολείου  στην περιοχή της ελληνικής Μακεδονίας. Πρόκειται για τα σχολεία τα οποία υπάγονταν στην   διοίκηση του ΕΑΜ / ΚΚΕ. Η έρευνα τελειώνει το 1967, έτος κατάλυσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα  και επιβολής ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, της χούντας των συνταγματαρχών.

Η συγκεκριμένη μελέτη στοχεύει στην εξέταση της κομμουνιστικής εκπαίδευσης στην κατεχόμενη από τον Άξονα Ελλάδα της περιόδου 1944-1945. Εστιάζει ακόμα  στην αντικομμουνιστική εκπαίδευση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967). Ειδικότερα διεξέρχεται πρώτα  τους σκοπούς και τους στόχους της ίδρυσης των σλαβομακεδονικών σχολείων από το ΕΑΜ/ΚΚΕ, με εστίαση στα χαρακτηριστικά τους. Έπειτα καθορίζει τις ιδιαιτερότητες του αμερικανικού αντικομμουνιστικού εκπαιδευτικού μοντέλου και  τις επιπτώσεις του στην διαμόρφωση του χαρακτήρα της ελληνικής εκπαίδευσης: εστιάζει δηλαδή στην προσπάθεια για ανασύσταση του ελληνικού έθνους, στην απόπειρα συγκρότησης του αντικομμουνιστικού νομοθετικού πλαισίου, στο αίτημα για την  προώθηση μιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, στην ανάγκη για εκσυγχρονισμό  των δομών του κράτους και στην προαγωγή του στόχου της τεχνολογικής και οικονομικής προόδου. Σε αυτή τη μελέτη χρησιμοποιήθηκε πρωτογενές αρχειακό υλικό, το οποίο εντοπίστηκε σε δημόσια και τοπικά αρχεία και εξετάστηκε διεξοδικά. [7]

 

Η κομμουνιστική εκπαίδευση στην κατεχόμενη Ελλάδα (1944-1945)

Το συγκείμενο

Η επανάσταση των μπολσεβίκων επικράτησε, την ώρα που η Ευρώπη βρισκόταν στα πρόθυρα της οικονομικής και πολιτικής κατάρρευσης. Η Σοβιετική Ένωση ίδρυσε δύο μεγάλες οργανώσεις προκειμένου να προωθήσει την πολιτική της ατζέντα και να μεγιστοποιήσει την επιρροή της στα Βαλκάνια από τη μια και στο διεθνές προσκήνιο από την άλλη:  τη «Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία» (1920/21-1939) και την «Κομμουνιστική Διεθνή (Comintern)» (1919–1943 ). [8]

Αφίσα της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Στην πραγματικότητα, το 1935, η στρατηγική της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» -η οποία αργότερα υιοθετήθηκε και από το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) – ήταν να ενθαρρύνει την πολιτική συνεργασία μεταξύ των κομμουνιστών και των σοσιαλιστών, με σκοπό τη δημιουργία μετώπου κατά του φασισμού.[9]

Αυτή η στρατηγική δημιούργησε ένα ευφάνταστο, ευέλικτο πρόγραμμα, στο οποίο οι κομμουνιστές είχαν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν τα σύμβολα του πατριωτισμού και να αναλάβουν τον ρόλο των υπερασπιστών της εθνικής ανεξαρτησίας, προκειμένου να επιτεθούν στον φασισμό. [10]  Κατά συνέπεια, η 7η σύνοδος της «Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας» αποδέχθηκε τη νέα πολιτική πλατφόρμα της «Κομμουνιστικής Διεθνούς», η οποία σχετιζόταν με την παροχή ίσων δικαιωμάτων στις μειονότητες, εντός των εθνικών ορίων. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1935, το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα[11] αναγνώρισε την ύπαρξη σλαβομακεδονικής μειονότητας και διεκδίκησε  την παροχή ίσων δικαιωμάτων σε αυτήν, εντός των ορίων του ελληνικού κράτους. [12]

Νέος Ριζοσπάστης, 19 Σεπτεμβρίου 1932.

Έμμεση συνέπεια της αναγνώρισης ήταν η ίδρυση, τον Οκτώβριο του 1944, από το ΕΑΜ / ΚΚΕ, των σλαβομακεδονικών σχολείων στη Δυτική Μακεδονία,  παρά το γεγονός ότι  δεν τεκμηριώνεται ότι είχε τεθεί   ανάλογο θέμα στο πλαίσιο της αναγνωρισμένης τότε από το ΕΑΜ/ΚΚΕ «Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας». Πραγματικά το θέμα της ίδρυσης σλαβομακεδονικών σχολείων υλοποιήθηκε από την  περιφερειακή επιτροπή του ΚΚΕ της Φλώρινας-Καστοριάς, με πρωτοβουλία του τοπικού κομισάριου της παιδείας Γιάννη Καλαϊτζίδη.  Εικάζουμε ότι το συγκεκριμένο γεγονός  αποτελεί πολιτική επιλογή του  τοπικού κομισάριου που αποσκοπούσε στο να δοθεί απτή διαβεβαίωση στους σλαβόφωνους της Δυτικής  Μακεδονίας που είχαν συμμαχήσει  με το ΕΑΜ/ΚΚΕ ότι εκπληρώνονταν έμπρακτα οι δεσμεύσεις του ΕΑΜ/ΚΚΕ απέναντί τους  στην ουσία όμως ως δέλεαρ για να αποτραπεί, μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, η προσχώρησή τους  στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους των Τέμπο-Τίτο.

Τα κύρια χαρακτηριστικά της κομμουνιστικής εκπαίδευσης στην Ελληνική Μακεδονία (1941-1944)

Τα κύρια χαρακτηριστικά του κομμουνιστικού εκπαιδευτικού μοντέλου ήταν τα εξής:

α) Η κατασκευή της «σλαβομακεδονικής μειονότητας»  με εργαλείο τον εκπαιδευτικό μηχανισμό: Στην Τριανταφυλλιά, στις 24 Οκτωβρίου 1944, οι αξιωματικοί του επαρχιακού γραφείου του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος ενημέρωσαν τους Έλληνες δασκάλους ότι έπρεπε να παραδεχτούν και να αναγνωρίσουν την ύπαρξη «σλαβομακεδονικής μειονότητας με τα έθιμα, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την ιστορία και τον χαρακτήρα της, ως μειονότητας διαφορετικής από το ελληνικό έθνος.» [13]

β) H αναζήτηση του «σλαβομακεδόνα δασκάλου» ανάμεσα στους δασκάλους με σλαβόφωνη καταγωγή: Σύμφωνα με το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το ζήτημα της καθιέρωσης της  «μειονοτικής εκπαίδευσης» παρουσιάστηκε στους εκπαιδευτικούς κατά την «1η Εκπαιδευτική Συνάντηση» που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1944 στον Πολυπόταμο, ένα χωριό της Φλώρινας. [14]

Στο επόμενο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Τριανταφυλλιά, οι αντιδράσεις των εκπαιδευτικών που είχαν σλαβόφωνη προέλευση, σύμφωνα με την εφημερίδα Εκπαιδευτικός Ακρίτας, ήταν οι ακόλουθες : « (α) Εμείς, οι εκπαιδευτικοί, που συμμετείχαμε στο εκπαιδευτικό συνέδριο, απορρίπτουμε τη σλαβομακεδονική  ταυτότητα και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μας αποκαλεί έτσι, επειδή είμαστε Έλληνες (β) Το σλαβομακεδονικό έθνος δεν υπάρχει (γ) Η γλώσσα στη Μακεδονία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κριτήριο της εθνικής συνείδησης κάποιων (δ) Η επιμονή των αγροτών να αυτοαποκαλούνται Σλαβομακεδόνες δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μάσκα για να καλύψουν τα βουλγαρικά, αυτονομιστικά και γενικά ανθελληνικά αισθήματά τους…» [15]

Λαοκρατία, Φλώρινα 3 Αυγούστου 1944.

γ) Η επιλογή των  εκπαιδευτικών εγχειριδίων: Τα μέλη του ΕΑΜ / ΚΚΕ παρουσίασαν ένα «Βουλγαρικό Αλφαβητάριο», το οποίο είχε εκδοθεί το 1936 στη Σόφια και προοριζόταν για τα σλαβομακεδονικά σχολεία της περιοχής. Ο Επιθεωρητής Καλαϊτζίδης πρότεινε, μεταξύ άλλων, τη σύσταση Επιτροπής για τη σύνταξη ενός Αλφαβήτου στη σλαβομακεδονική γλώσσα για τους μαθητές των σλαβομακεδονικών σχολείων.

δ) Οι δημιουργία σχολής για την εκπαίδευση των εκπαιδευτικών των σλαβομακεδονικών σχολείων: Η έλλειψη εκπαιδευτικών για τα σλαβομακεδονικά σχολεία αντιμετωπίστηκε με τη βραχύβια λειτουργία του Φροντιστηρίου στο Άργος Ορεστικό. Το «Φροντιστήριο» προετοίμασε δασκάλους  για τα σλαβομακεδονικά σχολεία, οι οποίοι φαίνεται ότι προέρχονταν από τα σλαβόφωνα χωριά, κυρίως της περιφέρειας  της Καστοριάς. [16]

Χαιρετισμός του Νίκου Ζαχαριάδη στο 2ο συνέδριο του ΝΟΦ (Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο) στις 25-26 Μαρτίου 1949 στο χωριό Ψαράδες των Πρεσπών.

Η αντικομμουνιστική εκπαίδευση την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967)

Το συγκείμενο

Η κυριαρχία ενός διπολικού πολωτικού λόγου  ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον αντικομμουνισμό καθόρισε τις επιλογές του ελληνικού κράτους στην διάρκεια της πρώιμης φάσης του Ψυχρού Πολέμου. [17] Ο Εμφύλιος Πόλεμος τελείωσε με τη νίκη της Δεξιάς, χάρις και στην αμερικανική παρέμβαση[18] που ξεκίνησε με το «Δόγμα  Τρούμαν»,[19] το οποίο θεωρήθηκε ως ουσιαστικό σημείο καμπής της Νεοελληνικής Ιστορίας. [20] Στην πραγματικότητα, η διακήρυξη του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Χάρυ Τρούμαν το 1947[21] υπογράμμισε τη δέσμευση των ΗΠΑ  να προστατέψουν τους λαούς και να τους στηρίξουν στον αγώνα τους για την «ανάσχεση του κομμουνιστικού κινδύνου» [22]

Επομένως την εποχή του Ψυχρού Πολέμου ο αντικομμουνισμός ως ιδεολογία συσπείρωνε έναν κόσμο στον οποίο τα ανεξάρτητα έθνη, όπως το ελληνικό, ενώνονταν ενάντια στην κομμουνιστική απειλή. [23] Σε αυτό το πλαίσιο, το «Σχέδιο Μάρσαλ» [24]εκπονήθηκε ως ένα σχέδιο οικονομικής βοήθειας που στόχευε στο να βοηθήσει τα έθνη της Δυτικής Ευρώπης.[25]Έτσι, δημιουργήθηκε η συμμαχία του «Δυτικού Μπλοκ» ή του «Ελεύθερου Κόσμου»[26]  ή του «Δυτικού κόσμου» με τις Ηνωμένες Πολιτείες[27] και το ΝΑΤΟ,[28] ενάντια στην απειλή που αντιπροσώπευε η  Σοβιετική Ένωση. [29]

Η εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν (12 Μαρτίου 1947).

Τα κύρια χαρακτηριστικά της ελληνικής αντικομμουνιστικής εκπαίδευσης την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (1950-1967)

Τα χαρακτηριστικά αυτά ήταν: α) Ο επαναπροσδιορισμός  της έννοιας του ελληνικού έθνους[30]:Η εφαρμογή του αντικομμουνιστικού μοντέλου οδήγησε στην κυριαρχία ενός εθνικιστικού μοντέλου εκπαίδευσης. [31] Η κυριαρχία του εθνικισμού ως αξίας του πρώιμου Ψυχρού Πολέμου είναι ένα προϊόν που εισάγεται στην Ελλάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και σχετίζεται άμεσα με την ιδεολογία, η οποία είχε επικρατήσει σε ολόκληρο το δυτικό μπλοκ, σύμφωνα με την οποία έπρεπε «να αντιμετωπιστεί και να ανασχεθεί η απειλή του κομμουνισμού»

Στην περίπτωση του ελληνικού αντικομμουνισμού, όπως αποδεικνύεται από μελέτες, τόσο του αμερικανικού όσο και του ιταλικού εκπαιδευτικού μοντέλου, η αναβίωση του ελληνικού εθνικισμού είχε ως στόχο να αναδημιουργήσει «το έθνος», ως ασπίδα για την καταπολέμηση του κομμουνιστικού διεθνισμού. Συμπερασματικά, στην Ελλάδα της εποχής του Ψυχρού Πολέμου ο εθνικισμός  θεωρήθηκε ως  η ισχυρότερη συλλογική εναλλακτική λύση που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στην κομμουνιστική ιδεολογία. Για αυτό τον λόγο  είχε  εξελιχτεί σε σημείο σύγκλισης για ένα ευρύ φάσμα εθνικών ελίτ. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις συγκροτήθηκε το αντικομμουνιστικό μέτωπο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε μια άλλη διάσταση του ελληνικού αντικομμουνιστικού μοντέλου, τον «πατριωτισμό» ο οποίος στην ελληνική περίπτωση θεωρήθηκε κυρίαρχη εθνική και υπερεθνική αξία. Μπορούμε ακόμα να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το αντικομμουνιστικό μέτωπο υποσχέθηκε να αποκαταστήσει τις αξίες της ελληνορθόδοξης παράδοσης,   η οποία θεωρήθηκε  ως  βασική συνιστώσα του ελληνικού έθνους και  της  ελληνικής εθνικής ταυτότητας, αφού το 1951 ψηφίστηκε ένας νόμος από το ελληνικό κοινοβούλιο[32] που διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό από το δημόσιο εκείνων που δεν είχαν  ενστερνιστεί τις αξίες του ελληνορθόδοξου πολιτισμού, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νέου Συντάγματος του 1952, ο ελληνορθόδοξος προσανατολισμός της εκπαίδευσης θεωρήθηκε καθοριστικός.

Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι η ιδιαιτερότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού μοντέλου έγκειται κυρίως στην έμφαση που δίνεται στον αντισλαβισμό ο οποίος θεωρείται  συνιστώσα του αντικομμουνισμού. [33] Η ταυτοποίηση του εσωτερικού εχθρού, των κομμουνιστών, με τον εξωτερικό εχθρό, τους Σλάβους, προσλήφθηκε εύκολα από το συλλογικό υποσυνείδητο του Έλληνα, επειδή βασίστηκε στις μακροχρόνιες αξιώσεις των Σλάβων  για τη διεκδίκηση της ελληνικής Μακεδονίας.

Αναμόρφωσις, 2 Οκτωβρίου 1948.

β) Η Ανασυγκρότηση του κράτους[34]: το μοντέλο της αμερικανικοποίησης[35] ή της δυτικοποίησης[36] Όσον αφορά στον πολιτικό τομέα, αξίζει να σημειωθεί ότι το αντικομμουνιστικό πολιτικό μέτωπο είχε σαφή φιλοδυτικό προσανατολισμό και ως εκ τούτου υποστήριξε την ένταξη της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και στα όργανα της Δυτικής Ευρώπης. Έτσι, η αντικομμουνιστική ιδεολογία στην πρώιμη εποχή του Ψυχρού Πολέμου υποστήριξε τις στρατηγικές της δυτικής συμμαχίας και τις αξίες του δυτικού κόσμου. Κατά συνέπεια, κατά την πρώιμη περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρήθηκαν ως η Μεγάλη Δύναμη του Προστατευτισμού που περιφρουρούσε  το νόμο, την τάξη και την ασφάλεια της Ελλάδας και η οποία διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την οικονομική πρόοδο και ανάπτυξή της.

Οι κύριοι στόχοι της αμερικανικής παρέμβασης ή της προστατευτικής πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην Ελλάδα καταβλήθηκε προσπάθεια να ενσωματωθούν άμεσα στην ελληνική κοινωνία. Οι στόχοι αυτοί ήταν οι εξής: α) η επιστροφή και η αποκατάσταση των παιδιών που μεταφέρθηκαν από τον εθνικό στρατό κατά τη διάρκεια εμφύλιων συγκρούσεων από τις αγροτικές περιοχές στα αστικά κέντρα και παράλληλα η επιστροφή των παιδιών που μεταφέρθηκαν στις κομμουνιστικές χώρες από τους αντάρτες.[37] β) η παροχή γεωργικής και τεχνικής εκπαίδευσης που στόχευε στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων γ) η ανάπτυξη της επιστημονικής έρευνας, [38] δ) η δημιουργία συνθηκών σωματικής και ψυχικής υγιεινής, ε) η βελτίωση  των υποδομών.

Προκειμένου να διαμορφωθούν οι συνθήκες για την αμερικανική πολιτισμική διείσδυση, κατασκευάστηκε μια ελίτ τεχνοκρατών επιφορτισμένη με  τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την προώθηση του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης.[39] Επιπλέον στον πολιτικό τομέα προετοιμάστηκε μια φιλοαμερικανική ηγεσία,  η οποία εκμεταλλεύτηκε ένα ευρύ δίκτυο εκπαιδευτικών δομών, που χρηματοδοτήθηκε από τις ΗΠΑ.[40] Οι δραστηριότητες οι οποίες αναπτύχθηκαν, ακολούθησαν τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίστηκαν και χρηματοδοτήθηκαν στο πλαίσιο του «Σχέδιο Marshal» από την δράση «Εξωτερική Βοήθεια», η οποία παρεχόταν από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι ομοιότητες αυτού του εκπαιδευτικού μοντέλου με εκείνες που εφαρμόστηκαν στην Ιταλία, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με την συνδρομή του αμερικανικού παράγοντα και της παρέμβασής του  στη χώρα είναι καθοριστικές. Όπως έγραψε ο Andrea Mariuzzo, [41]σχετικά με την ιταλική εκπαιδευτική πολιτική τη δεκαετία του 1950, μια ομάδα συμβούλων χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Ford το 1960 για τη στήριξη των  εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, οι αρχές των οποίων βασίστηκαν στον «αξιοκρατικό εκδημοκρατισμό» της εκπαίδευσης. [42]

γ) Η προώθηση της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης: Η ανάγκη εκσυγχρονισμού και η απαίτηση για τεχνολογική και οικονομική πρόοδο: Η δημιουργία των συνθηκών για τον εκσυγχρονισμό της εκπαίδευσης  ωρίμασε μετά τον καταστροφικό Εμφύλιο Πόλεμο στην ελληνική κοινωνία. Η  ανάδυση της ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών, σε συνδυασμό με τη σύνδεση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, κατά την περίοδο Καραμανλή (1955-1961), η οποία οδήγησε στην επικείμενη ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα την περίοδο  1979-1981, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις στροφής της χώρας  προς την τεχνική-επαγγελματική εκπαίδευση.

Κατά συνέπεια, τα μέτωπα που σχηματίστηκαν στην κοινωνία ήταν δύο: το μέτωπο της φιλελεύθερης αστικής τάξης και το μέτωπο των συντηρητικών. Οι φιλελεύθεροι υποστήριξαν την ανάγκη για θεσμικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής εκπαίδευσης, προκειμένου αυτή να ανταποκριθεί στις  νέες κοινωνικές και οικονομικές απαιτήσεις. Οι συντηρητικοί αντίθετα προέκριναν  την ανάγκη προστασίας της ανθρωπιστικής εκπαίδευσης. Ακόμα οι ίδιοι υπερεκτίμησαν την χρήση  της καθαρεύουσας γλώσσας ως επίσημης γλώσσας  του κράτους,  προκειμένου να διασφαλισθεί «η ενότητα του Ελληνισμού». [43]

Η άνοδος της φιλελεύθερης αστικής τάξης στην εξουσία το 1963,  κατέστησε κυρίαρχο το αίτημα για θεσμικές και διαρθρωτικές αλλαγές στην ελληνική κοινωνία,  και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση του 1964. [44] Η ορμή της μεταρρύθμισης αυτής ανακόπηκε το 1967,   εξαιτίας  της επιβολής της «δικτατορίας των συνταγματαρχών», όπως είναι ευρύτερα γνωστή η στρατιωτική χούντα. [45]

δ) Η συγκρότηση του αντικομουνιστικού νομοθετικού πλαισίου[46] :Παρά το γεγονός ότι η οικοδόμηση νομικών κανόνων υπήρξε ανέκαθεν απαραίτητη προϋπόθεση για την ανοικοδόμηση του κράτους, στο ελληνικό αυταρχικό κράτος της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, διαμορφώθηκε ένα νομοθετικό πλαίσιο που αποσκοπούσε στον έλεγχο μέσω του εκπαιδευτικού μηχανισμού  των φρονημάτων των πολιτών. Προέκυψαν έτσι οι νόμοι που έλεγχαν τη νομιμοφροσύνη των εκπαιδευτικών και τιμωρούσαν αυτούς που εμφορούνταν από κομμουνιστικές ιδέες.

Εκπαιδευτικός Ακρίτας, 23.6.1945.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την εκκαθάριση της εκπαίδευσης από τους αριστερούς δασκάλους ήταν η δημιουργία του κατάλληλου νομικού πλαισίου που θα εναρμονιζόταν με τις αξίες του αντικομμουνισμού. Αρχικά η δημιουργία ενός κατάλληλου ιδεολογικού κλίματος για την αποδοχή των διώξεων κατά  των αριστερών δασκάλων προετοιμάστηκε από τις εφημερίδες των εθνικοφρόνων. Συγκεκριμένα, μέσω των άρθρων του Εκπαιδευτικού Ακρίτα κατασκευάστηκε  το μοντέλο του αντικομμουνιστή δασκάλου που προοριζόταν να πραγματοποιήσει «μια ανώτατη εθνική αποστολή». [47][48]

Είναι προφανές ότι σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές κυβερνήσεις της πρώιμης φάσης του Ψυχρού Πολέμου,[49] διαμόρφωσαν ένα καθεστώς στέρησης της ατομικής ελευθερίας: Σε αυτό το σημείο  πρέπει να συμπεριληφθεί το «Γ Ψήφισμα», [50] το οποίο σηματοδότησε την αρχή της δίωξης των κομμουνιστών [51] και το οποίο συνέχισε την παράδοση του «Ιδιωνύμου» του Ελευθέριου Βενιζέλου ή τη νομοθεσία του Ιωάννη Μεταξά. [52]

Τέλος, το κράτος   της εθνικοφροσύνης και του αντικομμουνισμού προσπάθησε να εκκαθαρίσει τον δημόσιο τομέα, μέσω της έκδοσης των «πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων»,  τα οποία παρέχονταν αυστηρά στον κόσμο των «εθνικοφρόνων πολιτών». Βάσει του προαναφερθέντος νομοθετικού πλαισίου, η κυβέρνηση του Αλεξάνδρου Παπάγου προχώρησε το 1953 σε εκτεταμένη απόλυση των «μη εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών«. Ο Αλέξανδρος Δελμούζος χαρακτήρισε την κατάσταση ως απαράδεκτη. [53]

 

Αντικρουόμενα συνθήματα στις προσόψεις κτηρίων στην ύπαιθρο.

Συμπεράσματα

Η εκπαιδευτική πολιτική του ΕΑΜ / ΚΚΕ σχετικά με την ίδρυση των σλαβoμακεδονικών σχολείων κατά το τελευταίο έτος της γερμανικής κατοχής ήταν απόλυτα σύμφωνη με την απόφαση της «Κομμουνιστικής Διεθνούς» το 1935 που αφορούσε στην αναγνώριση σλαβομακεδονικής μειονότητας  εντός του ελληνικού κράτους.

Το εγχείρημα της κομμουνιστικής αριστεράς για την λειτουργία αυτών των σχολείων απέβη εξαιρετικά δυσχερές και ανατράπηκε από τις μετέπειτα εξελίξεις. Στη συνέχεια τα σχολεία αυτά θεωρήθηκαν προϊόντα του κομμουνιστικού διεθνισμού και ενίσχυσαν την πεποίθηση του συντηρητικού τμήματος της κοινωνίας, ότι μια πιθανή νίκη του κομμουνισμού θα σήμαινε απώλεια εθνικών ελληνικών εδαφών και απειλή για την εθνική ακεραιότητα της χώρας.

Συμπερασματικά, στον ιδεολογικό τομέα, οι δραστηριότητες των Ηνωμένων Πολιτειών αποτέλεσαν μια επιτυχημένη κοινωνική παρέμβαση μεγάλης κλίμακας, με επίκεντρο κυρίως τις βόρειες επαρχίες της χώρας. Η αμερικανική παρέμβαση και η ηγεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών, ενοποιήθηκαν και έγιναν δεκτές, όχι μόνο χάρις σε μια σειρά οικονομικών πακέτων, υποσχέσεων  που αποσκοπούσαν στην ανάπτυξη στρατηγικών βοήθειας για τον «εκσυγχρονισμό» της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και χάρις στο γεγονός ότι είχε προωθηθεί η δημιουργία των προϋποθέσεων οικονομικής και κοινωνικής προόδου, βάσει του «δυτικού αναπτυξιακού μοντέλου». [54]

Εντούτοις σε ότι αφορά στο αντικομμουνιστικό εκπαιδευτικό μοντέλο, πρέπει να επισημάνουμε ότι  πρωταρχικός στόχος της  πολιτικής των Ηνωμένων Πολιτειών υπήρξε ο μετασχηματισμός της Ελλάδας σε πρότυπο εφαρμογής των δυτικών θεσμών και  περιφρούρησης της αμερικανικής και δυτικής κουλτούρας, στο πλαίσιο της «πολιτισμικής διπλωματίας». [55]

Κατά συνέπεια πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ελληνική εκπαίδευση στην πρώιμη εποχή του Ψυχρού Πολέμου είχε ως στόχο, αφενός, την πολιτισμική αφομοίωση της νέας γενιάς βάσει των αμερικανικών προτύπων και, αφετέρου,  τον συνδυασμό αυτών των προτύπων με την ελληνική παράδοση της ορθοδοξίας και  του εθνικισμού.

Ειδικότερα, το μοντέλο του αντικομμουνισμού, όπως διαμορφώθηκε στην ελληνική εκπαίδευση, περιείχε μια εγγενή αντίφαση: ενώ προσπαθούσε να ακολουθήσει τα αμερικανικά πρότυπα εκσυγχρονισμού, φάνηκε να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα  σε αυτά και στα ξεπερασμένα πρότυπα του νεοελληνικού εθνικισμού και της παραδοσιακής Ορθοδοξίας. Έτσι η σύγκρουση μεταξύ της αμερικανικής διαδικασίας εκσυγχρονισμού από την μια και του ελληνικού εθνικισμού από την άλλη, απέβη καταλυτική για την ελληνική εκπαίδευση: η αντιμεταρρυθμιστική τάση κυριάρχησε κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, με κύρια χαρακτηριστικά την υιοθέτηση των παρωχημένων αντιλήψεων, την επιβράδυνση κάθε μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, την παρεμπόδιση  της προόδου.

Χρειάστηκαν πολλά χρόνια και πολλή προσπάθεια για να απαλλαγεί η ελληνική κοινωνία από τα αντικομμουνιστικά της σύνδρομα και να προχωρήσει προς το μέλλον.

 

Η Σοφία Ηλιάδου-Τάχου είναι Καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Ιστορίας και Ιστορίας της Εκπαίδευσης στη Σχολή Κοινωνικών και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Τάσος Κωστόπουλος, Η απαγορευμένη γλώσσα. Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων. (Αθήνα: Βιβλιόραμα, 2008);  Ανδρέας Ανδρέου, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ιωάννης Μπέτσας, «Από το παιδομάζωμα στην βασιλική προστασία του παιδιού: μεταπολεμικές όψεις κοινωνικής δικαιοσύνης στις βόρειες επαρχίες της χώρας» στο  Σήφης Μπουζάκης (εκδ). Πρακτικά του 5ου επιστημονικού συμποσίου της Ιστορίας της Εκπαίδευσης. Εκπαίδευση και κοινωνική δικαιοσύνη. (Patra, 2009) http// www. eriande. elemedu. upatras. Gr (accessed June 7, 2008); Andreas Andreou, Sofia Iliadou-Tachou, Ioannis Mpetsas, ‘Inclusive Education as a Concept of Social Inclusion or a method of Assimilation? The case of Frederica’s Children’, in Proceedings of 12th International Conference of BASOPED, Athina Sipitanou and N. Galevska-Angeloska (ed). Inclusive Education in the Balkan Countries: Policy and Practice, (Thessaloniki: Kyriakidis, 2011), 709-718; Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου «Όψεις της εκπαιδευτικής πολιτικής στη Δυτική Μακεδονία. Τα σχολεία της εκπαίδευσης των σλαβοφώνων», στο Κωνσταντίνος Φωτιάδης, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Βλάσης Βλασίδης (επιμ), Πρακτικά του Διεθνούς συνεδρίου Δυτική Μακεδονία. Από την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος μέχρι σήμερα.  (Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο, 2014), 253-275; Sofia Iliadou – Tachou, Ioannis Mpetsas, ‘Children in the Maelstrom of the Greek Civil War. Educational and Social Practices at the Beginning of the Cold War’, in Pantelis Kiprianos, Jean Pierre Pourtois (eds) Actes du XVeme Congres de l’ AIFREF a Patras en Mai 2013, Family, School, and Local Societies: Policies and Practices for Children, (Patra 2015), 221-229.

[2] Mark Mazaower. “The Cold War and the Appropriation of Memory: Greece after Liberation”. In Deák I., Gross J., & Judt T. (Eds.), The Politics of Retribution in Europe: World War II and Its Aftermath. (Princeton, New Jersey: Princeton University Press, 2000), 212-232, http://www.jstor.org/stable/j.ctt7s01h.12;  Andreas Stergiou, (2008). ‘Greece during the cold war’. Southeast European and Black Sea Studies, 8, 1, (2008): 67–73; Pelt Mogens, Tying Greece to the West: US–West German–Greek Relations, 1949–1974. (Copenhagen: Museum Tusculanum Press, 2006); Evanthis Hatzivassiliou, Greece and the Cold War: Frontline state, 1952–1967, London and New York: Routledge, 2006).

[3] Ricci Van Boeschoten, ‘Enemies of the Nation—A Nation of Enemies: The Long Greek Civil War’. In Kissane B. (Ed.), After Civil War: Division, Reconstruction, and Reconciliation in Contemporary Europe  (University of Pennsylvania Press, 2015), 93-120, http://www.jstor.org/stable/j.ctt13x1ntm.7; James Miller, ‘The Right (1953-1963)’. In The United States and the Making of Modern Greece: History and Power, 1950-1974, (Chapel hill: University of North Carolina Press, 2009), 66-83, http://www.jstor.org/stable/10.5149/9780807887943_miller.1 (accessed February 3, 2020); Polymeris Voglis, ‘The Civil War: A Case of Nation-State Rebuilding’,  in Becoming a Subject: Political Prisoners during the Greek Civil War, 1945-1950, (New York; Oxford: Berghahn Books,2002), 52-73; Neni Panourgia, ‘1945–1946: White Terror’,  in Dangerous Citizens: The Greek Left and the Terror of the State, (New York: Fordham University 2009), 78-80,  http://www.jstor.org/stable/j.ctt13x011k.12, (accessed February 3, 2020); Efi Avdela, ‘Youth in moral danger: (re)conceptualizing delinquency in post-Civil-War Greece’, Social History, 42 no 1 (2017): 73-93; Νίκος Μαραντζίδης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου  (επιμ). Η Ελλάδα και ο Ψυχρός πόλεμος. Επέκταση των ερμηνειών. (Θεσσαλονίκη : Επίκεντρο, 2018).

[4] Ricci Van Boeschoten, ‘When difference matters: sociopolitical dimensions of ethnicity in the district of Florina’, in Jane Cowan  (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference,  (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 28-46; Piero Vereni, ‘Os Ellin Makedonas: Autobiografy, memory and national identity in western Greek Macedonia’, in Jane Cowan (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference, (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 47-67; Iakovos Michailidis, ‘On the other side of the river: the defeated slavophones and Greek history’,  in Jane Cowan (ed.), Macedonia: The Politics of Identity and Difference,  (London, Sterling, Virginia: Pluto Press, 2000), 68-84;

[5]Βασίλης Γούναρης. Εγνωσμένων κοινωνικών φρονημάτων. Κοινωνικές και άλλες όψεις του αντικομμουνισμού στην Μακεδονία του εμφυλίου πολέμου (1945-1949). (Θεσσαλονίκη: Επίκεντρo, 2005).

[6] Χαράλαμπος Νούτσος, Ο δρόμος της καμήλας και το σχολείο. Εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα 1944-1946. (Αθήνα:Βιβλιόραμα, 2003); Loukianos Hassiotis, ‘The views of Franco’s regime on the ‘children’s issue’ during the Greek civil war’, Byzantine and Modern Greek Studies, 33 no 2 (2009): 204-218, Andrea Mariuzzo,  ‘American cultural diplomacy and post-war educational reforms: James Bryant Conant’s mission to Italy in 1960’, History of Education, 45, no 3 (2016): 352-371; Zinovia Lialiouti, ‘American cultural diplomacy in Greece, 1953–1968’, Journal of Transatlantic Studies, 15 no 3  (2017); 229-250; Ιωάννης Μπέτσας, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου «Πολιτικές των Βασιλικών Ιδρυμάτων σχετικά με την νεολαία, την έρευνα και την εκπαίδευση στην Ελλάδα μετά τον Πόλεμο. Η εφαρμογή του αμερικανικού μοντέλου της πολιτισμικής αφομοίωσης» στο Νίκος Μαραντζίδης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Ευάνθης Χατζηβασιλείου  (επιμ). Η Ελλάδα και ο Ψυχρός πόλεμος. Επέκταση των ερμηνειών.(Θεσσαλονίκη : Επίκεντρο, 2018), 259-275.

[7] Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων, Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Ιούλιος 29, 1945, «Επί του ψηφίσματος διαμαρτυρίας που έκανε η οργάνωση των εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών της περιοχής της Φλώρινας»; ΦΕΚ 407/τ. Α,  Νοέμβριος 14, 1941,   ΦΕΚ 67,τ.Α,  Μάρτιος 21, 1941, ΦΕΚ 93, τ. Α, Απρίλιος 13, 1945;

Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (=ΑΣΚΙ), Φάκελος ΚΚΕ, F 23/8/253, 1944. Περιφερειακή Επιτροπή Φλώρινας στο Επαρχιακό Γραφείο Μακεδονίας, Θάνος στον Αλέκο, F : 23. 8. 221 a, Σημείωση του Θάνου στον Θεόφιλο (χωρίς αναφορά δεδομένων), Κ:415, F:23.8.75α, Σημείωση, του Περικλή στο Μακεδονικό γραφείο, (χωρίς αναφορά δεδομένων), Κ:415, F :23. 8. 258, Περιφερειακή Επιτροπή Φλώρινας στο Επαρχιακό Γραφείο Μακεδονίας, «Οργανωτική Κατάσταση 1944«, Θάνος προς Αλέκο, Ιανουάριος 10, 1945;

Electronical sources, http://www.yourarticlelibrary.com/international-politics/study-of-international-politics-areas-and-scope/48466, University of Siena, Department of Social, Political and Cognitive Sciences European Union National, Institutes for Culture / EUNIC, Cultural diplomacy “… should be something that is limited to what state actors do, that is what government, government agents, or governmental institutions do to pursue diplomatic goals through cultural tools.

In https://www.cultureinexternalrelations.eu/2017/01/20/cultural-diplomacy-as-discipline-and-practice-concepts-training-and-skills/, http://www.marxists.org/history/international/comintern/7th-congress/index.htm The Seventh Congress, Marxist Inernet Alliance, http://libcom.org/library/1914-1946-third-camp-internationalists-france-during-world-war-ii .

[8]Leften Stavros Stavrianos, Balkan Federation: A History of the Movement toward Balkan Unity in Modern Times (1942, 1944), (Smith College studies in history: Archon Books, 1964).

[9]Archie Brown, the rise and fall of communism, (New York: Paperback, 2011), 88-100; Peter Joyce, ‘The Liberal Party and the Popular Front: an assessment of the arguments over progressive unity in the 1930sJournal of Liberal Democrat History 28 (2000): 11-16.

https://liberalhistory.org.uk/wp-content/uploads/2014/10/28_joyce_the_liberal_party_and_the_popular_front.pdf (Accessed September 24, 2018).

[10]Kermit E. McKenzie, Comintern and World Revolution, 1928-1943: The Shaping of a Doctrine, (London and New York: Columbia University Press, 1964), 159-160.

[11]Ελληνικό Κομουνιστικό Κόμμα  (=KKE)

[12]Evaggelos Kofos, Nationalism and Communism in Macedonia, (Thessaloniki: Institute for Balkan studies, 1964).

[13]  Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων, Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Ιούλιος 29, 1945, «Επί του ψηφίσματος διαμαρτυρίας που έκανε η οργάνωση των εθνικοφρόνων εκπαιδευτικών της περιοχής της Φλώρινας».

[14] Ηλιάδου-Τάχου κα., «Όψεις της Εαμικής εκπαιδευτικής πολιτικής»; Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Απρίλιος 21, 1945, «Περί του ιστορικού συνεδρίου της Τριανταφυλλιάς».

[15] Στο ίδιο

[16] Στο ίδιο.

[17] David Close, ‘Conservatism, authoritarianism and fascism in Greece, 1915-45’, in Martin Blinkhorn (ed.), Fascists and Conservatives. The radical right and the establishment in twentieth-century Europe. (London: Routledge, 1990), 200-217.

[18] Alan P. Dobson, Steve Marsh, US foreign policy since 1945. (London: Routledge, 2002); Robert Frazier, British and American policy with regard to Greece 1943-1947: the transition from British to American patronage, (PhD thesis, University of Nottingham, 1989).

[19] Robert Frazier, (1984). ‘Did Britain Start the Cold War? Bevin and the Truman Doctrine’ The Historical Journal, 27 no 3 (1984): 715-727.

[20] Alan P. Dobson, Steve Marsh, US foreign policy since 1945…, (PhD thesis, University of Nottingham, 1989).

[21] Michael Cox, ‘From the Truman Doctrine to the Second Superpower Detente: The Rise and Fall of the Cold War’, Journal of Peace Research, 27 no 1 (1990): 25-41;

[22] Leften S. Stavrakis, (1989). Moscow and Greek Communism, 1944–1949, (Ithaca and London: Cornell University Press, 1989); Matthias Esche, Die kommunistische Partei Griechenlands 1941–1949, (Munich, Germany: Oldenburg, 1982); John Lewis Gaddis, ‘Containment: Its Past and Future’, International Security, 5, no 4 (1981): 74-102; David Mayers, ‘Containment and the Primacy of Diplomacy: George Kennan’s Views, 1947-1948, International Security, 11 no 1(1986): 124-162; John Lewis Gaddis, Strategies of containment, (Oxford University Press: New York, 2005); Fredrik Logevall, ‘A Critique of Containment’, Diplomatic History, 28 no 4 (2004): 473-499.

[23] Walter LaFeber, America, Russia, and the Cold War, 1945-1966. (New York: Wiley, 1967); Simon J. Ball, The cold war. (London: Arnold, 2004), Melvyn P. Leffler and David S., Origins of the Cold War. (London: Routledge, 2002); John W. Mason, The Cold War, 1945-1991, (London: Routledge, 1996).

[24] Apostolos Vetsopoulos, The economic dimensions of the Marshall Plan in Greece, 1947-1952, (Doctoral thesis , University of London, 2002) ; Stephen Mc  Glinchey, The Marshall Plan, the Truman Doctrine, and the Division of Europe, (2009) in https://www.e-ir.info/2009/10/13/the-marshall-plan-the-truman-doctrine-and-the-division-of-europe; Edwin Borchard, ‘The Truman Doctrine and the Marshall Plan’, The American Journal of International Law, 41 no 4 (1947):  885-888, Kathleen Burk, ‘The Marshall Plan: Filling in Some of the Blanks’, Contemporary European History, 10 no 2 (2001): 267-294; William C. Cromwell, ‘The Marshall Non Plan, Congress and the Soviet Union’, The Western Political Quarterly, 32 no 4 (1979):  422-443.

[25] Michael Cox, and Caroline Kennedy-Pipe, ‘The Tragedy of American Diplomacy? Rethinking the Marshall Plan’, Journal of Cold War Studies, 7, no 1(2005): 97-134.

[26] John Spanier, American foreign policy since World War II. (Washington, D.C.: CQ Press, 1988).

[27] Warren I. Cohen, America in the age of Soviet power, 1945-1991. (Cambridge: Cambridge University Press, 1993); James Edward Miller, The United States and the Making of Modern Greece: History and Power, 1950–1974. (Chapel Hilll. University of North Carolina Press, 2009); Alexander Kitroef. ‘Greece and the U.S. during the Cold War’, Diplomatic History, 35, no 5, (2011):  929–932.

[28]  Diego A. Ruiz Palmer, Constancy on purpose and Strategy-Making in NATO, 1949-2019. Research Division, n.3, June 2019.NDC Research paper-NATO defense College-Rome, in NDC_RP_03pdf. Accessed 22.8.2020.

[29] Francesca Gori and Silvio Pons, The Soviet Union and Europe in the Cold War, 1943-53. (New York: St. Martin’s Press, 1996); Caroline Kennedy-Pipe, Stalin’s Cold War, (Manchester: Manchester University Press, 1995); Vojtech Mastny, The Cold War and Soviet insecurity, (New York: Oxford University Press., 1996)

[30] Mazower Marc, Μετά τον Πόλεμο. Η ανακατασκευή της οικογένειας, του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960. (Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2004).

[31] Β. Anderson, Imagined communities. Reflections on the Origin and the Spread of Nationalism, London 1983, p. 3;

[32] Αναγκαστικός Νόμος 1811, ΦΕΚ 141, τ. Α, Μάιος 16, 1951 «Σχετικά με τον κώδικα κατάστασης των υπαλλήλων δημόσιας διοίκησης».

[33] Βασίλης Γούναρης. Εγνωσμένων κοινωνικών… (Θεσσαλονίκη Επίκεντρο, 2005).

[34] Mazower Marc. Μετά τον Πόλεμο…Στο ίδιο.

[35]Volker R. Berghahn, ‘The Debate on “Americanization” among Economic and Cultural Historians’, Cold War History 10 (2010); 107-130, Constantina Botsiou (2007), ‘The interface between Politics and Culture in Greece’ in Alexander Stefan (ed). The Americanization of Europe: Culture, Diplomacy and Anti-Americanism after 1945. (New York: Berghahn, 2007): 277-306.

[36] Holger Nehring, ‘Westernization’: A new paradigm for interpreting west European History in a cold war context’, Cold war History 4 (2004); 175-191.

[37]Ανδρέας Ανδρέου, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ιωάννης Μπέτσας «Από το παιδομάζωμα..» στο ίδιο.

[38]Στο ίδιο

[39]Μπέτσας, Ηλιάδου, Ανδρέου, «Πολιτικές των βασιλικών ιδρυμάτων..», στο ίδιο, 259-275.

[40]Στο ίδιο

[41] Andrea Mariuzzo (2016) «American cultural diplomacy and post-war educational

reforms: James Bryant Conant’s mission to Italy in 1960», History of Education, 45:3, 352-371, Fabio Pruneri (2016) ibid.

[42]Στο ίδιο

[43] Αλέξης Δημαράς. Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε: τεκμήρια Ιστορίας, τ. B, 1895-1967, (Athens: Εστία), 1973-1974, 229-233.

[44] Διάταγμα 4379/1964. «Σχετικά με τον Οργανισμό Γενικής Στοιχειώδους και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης», ΦΕΚ, τ. Α, Μάϊος  1965. Περί της τεχνικής εκπαίδευσης και της καθιέρωσής της στα πανεπιστήμια.

[45] Σήφης Μπουζάκης, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821-1998). (Αθήνα: Gutenberg, 2002),  118-119.

[46] Νίκος Αλιβιζάτος, Πολιτικοί θεσμοί σε κρίση 1922-1974. (Αθήνα: Θεμέλιο, 1995).

[47]Εφημερίδα των εθνικοφρόνων δασκάλων Εκπαιδευτικός Ακρίτας, {Φλώρινα}, θ. 2, Απριλίου 21, 1945, «ο δάσκαλος, ως φορέας των ιδεών του νέου ελληνικού κράτους, ο οποίος πρέπει να συμμετάσχει στον αγώνα της δικής του ανοικοδόμησης»

[48]Στο ίδιο

[49]John V. Kofas, (1983). Authoritarianism in Greece. The Metaxas-Regime. (New York; Columbia University Press, 1983); Heinz Richter, Griechenland zwischen Revolution und Konterrevolution (1936 – 1946). (Europäische Verlagsanstalt, 1973)

[50]Mark Mazower, The Policing of Politics in the 20th century. Historical Perspectives. (Providence: Berghahn Books, 1997)

[51]Evi Gkotzaridis, A pacifist’s life and death. Grigorios Lambrakis and Greece in the long shadow of the Civil War, (Cambridge Scholar Publishing, 2016), 173.

[52] Kofas, (1983). Authoritarianism; Richter, Griechenland zwischen Revolution…, Στο ίδιο

[53] Χρήστος Κάτσικας, Κώστας Θεριανός, Ιστορία της Σύγχρονης Ελληνικής Εκπαίδευσης.  (Αθήνα: Σαβάλας, 2007).

[54] George Politakis, The Post-War Reconstruction of Greece: A History of Economic Stabilization and development 1944-1952. (New York: Palgrave Macmillan, 2018);  Evanthis Hatzivassiliou, Cold War Allegiances and Societal Pressures: Post-war Reconstruction and Greece’s Position in the International Economic System, in https://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/10413/3465_02_2.5.1 (accessed February 3, 2020).

[55]Richard T. Arndt, The First Resort of Kings.: American cultural Diplomacy in the 20th century, (Potomac Books Inc, Dulles Va, 2005); Ιωάννης Μπέτσας, Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Ανδρέας Ανδρέου, «Πολιτικές των βασιλικών ιδρυμάτων…», Στο ίδιο

Ιωάννης Δασκαρόλης: Ο φονικός σεισμός της Κορινθίας (1928). Η ίδρυση και η δραστηριότητα του Α.Ο.Σ.Κ. για την ανοικοδόμηση της περιοχής

Ιωάννης Δασκαρόλης

Ο φονικός σεισμός της Κορινθίας (1928).

Η ίδρυση και η δραστηριότητα του Α.Ο.Σ.Κ. για την ανοικοδόμηση της περιοχής

                                

Πρόλογος

Στην ευρύτερη περιοχή του Κορινθιακού κόλπου είχε σημειωθεί έντονη σεισμική δραστηριότητα ήδη από την Αρχαιότητα. Ο Θουκυδίδης το 420 π.Χ. καταγράφει σεισμό στην περιοχή της Νεμέας που δεν επέτρεψε να ευοδωθούν οι συζητήσεις μεταξύ Κορίνθιων και Αργείων για συμμαχία καθώς θεωρήθηκε κακός οιωνός.[1] Ακολούθησε μια σειρά καταστρεπτικών σεισμών κατά την Βυζαντινή περίοδο (521 μ. Χ., 543 μ. Χ. 1402 μ.Χ.) που καταγράφηκαν από τους χρονικογράφους της εποχής.[2] Το 580 γίνεται λόγος για ένα σεισμό στην περιοχή της Κορίνθου, για τον οποίο δεν υπάρχουν ιστορικές καταγραφές ή άλλες έγκυρες πηγές. Ωστόσο, το γεγονός πιστοποιήθηκε από ευρήματα αρχαιολόγων (νομίσματα, σκελετοί και σχετικές θέσεις αυτών), τα οποία ύστερα από εκτενείς μελέτες οδήγησαν στο παραπάνω συμπέρασμα.[3]

Στη σύγχρονη εποχή, ο πρώτος μεγάλος σεισμός στην περιοχή σημειώθηκε το 1858 και προκάλεσε εκτεταμένες κατολισθήσεις βράχων από τον Ακροκόρινθο και καταστροφές στην ευρύτερη περιοχή της Κορινθίας. Δύο ώρες πριν τον κύριο σεισμό, οι κάτοικοι άκουγαν θορύβους, υπήρχε σκόνη και θόρυβος από τις κατοικίες που κατέρρεαν, ενώ 21 άτομα σκοτώθηκαν από τη θεομηνία και 65 τραυματίστηκαν.[4] Αν και οι εκκλησίες, το μουσουλμανικό τέμενος και τα καλύτερα χτισμένα σπίτια έπαθαν μόνο ελαφριές ζημιές, οι κίονες, τα κιονόκρανα και το επιστύλιο του ναού του Απόλλωνα μετατοπίστηκαν και ένας μεγάλος αριθμός σπιτιών με πλίνθινους τοίχους τα οποία ανήκαν σε φτωχές οικογένειες, έπαθαν πολύ σοβαρές ζημιές. Οι πυρκαγιές που ξέσπασαν στα συντρίμμια αποτελείωσαν το καταστροφικό έργο του μεγάλου σεισμού, φέρνοντας ακόμη περισσότερη δυστυχία και απόγνωση στους κατοίκους των δύο χωριών.[5] Λόγω αυτού, η πόλη μεταφέρεται σε νέα θέση, με το όνομα Νέα Κόρινθος, στο ΝΑ μέρος του Αρχαίου Λιμανιού του Λεχαίου.[6] Η σεισμική δραστηριότητα στην περιοχή δεν σταμάτησε, αλλά έγιναν μεγάλοι σεισμοί το 1861 και το 1876 προκαλώντας σημαντικές ζημιές στις κατοικίες της περιοχής.

 Το δραματικό γεγονός (22 Απριλίου 1928)

Το βράδυ της 22ης Απριλίου 1928 εκδηλώθηκε ο πανίσχυρος τεκτονικός σεισμός της Κορίνθου που κατέστρεψε ολοσχερώς την πόλη, το γειτονικό Λουτράκι, καθώς και πολλά χωριά και οικισμούς της ευρύτερης περιοχής. Ο πρώτος προάγγελος ήταν μια μικρή δόνηση που καταγράφηκε στις 06:19 της ίδιας ημέρας στον Πατραϊκό. Η πρώτη ισχυρή δόνηση σημειώθηκε στην Κόρινθο στις 21:00 το ίδιο βράδυ και την ακολούθησαν 18 ασθενείς δονήσεις. Στις 22:00 σημειώθηκε ο δεύτερος ισχυρός σεισμός τον οποίο διαδέχθηκαν 6 μικρές δονήσεις. Ο κυρίως σεισμός, ο οποίος κατέστρεψε την πόλη της Κορίνθου, εκδηλώθηκε στις 22:14. Η μέγιστη έντασή του ήταν 9-10 βαθμοί της κλίμακας Μερκάλι ενώ το μέγεθος ήταν 6,3 βαθμοί της κλίμακας Ρίχτερ. Ήταν επιφανειακός, βάθους 5 χλμ. και το επίκεντρό του υπολογίστηκε 70 χλμ. δυτικά της Αθήνας, κοντά στη διώρυγα και εντός του τριγώνου Κόρινθος-Καλαμάκι-Λουτράκι. Έγινε αισθητός σε όλη σχεδόν της Πελοπόννησο, το μεγαλύτερο μέρος της Εύβοιας και της Στερεάς Ελλάδας, τα νησιά του Σαρωνικού, τις Κυκλάδες, τον Βόλο, την Πρέβεζα, ακόμα και την Κρήτη. Καθώς ο σεισμός ήταν υποθαλάσσιος, ακολούθησε τσουνάμι που προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στο λιμάνι της Κορίνθου.

Γενική άποψη της Κορίνθου μετά τον σεισμό (πηγή: Αρχείο ΕΡΤ).

Ο κυρίως σεισμός κατεδάφισε σχεδόν ολοσχερώς την Κόρινθο και το Λουτράκι, ενώ στην Κόρινθο υπήρξαν 20 νεκροί και 30 τραυματίες, σχετικά μικρές απώλειες για το μέγεθος της καταστροφής.[7] Αυτό συνέβη γιατί οι ισχυρές προσεισμικές δονήσεις είχαν τρομοκρατήσει τους κατοίκους της περιοχής που είχαν εγκαταλείψει εγκαίρως τα σπίτια τους. Τα σπίτια της περιοχής δεν είχαν την παραμικρή αντισεισμική θωράκιση με αποτέλεσμα στην πλειοψηφία τους να γκρεμιστούν (καταστράφηκαν πάνω από 2.000 κατοικίες). Όρθια έμειναν μόνο όσα είχαν χτιστεί τα τελευταία χρόνια και διέθεταν θεμέλια από σκυρόδεμα. Οι περιγραφές των αυτοπτών μαρτύρων της καταστροφής κάνουν λόγο για στιγμές Δαντικής κόλασης με το έδαφος να υποχωρεί στην κυριολεξία κάτω από τα πόδια τους. Εκτός των νεκρών, τραυματίστηκαν στρατιώτες που βρίσκονταν στο στρατόπεδο της Κορίνθου, ενώ διακόπηκε η τηλεγραφική σύνδεση της περιοχής με την υπόλοιπη Ελλάδα, με αποτέλεσμα οι πληροφορίες για την καταστροφή να είναι συγκεχυμένες τις πρώτες ημέρες.[8] Το τελευταίο μήνυμα που εξέπεμψε το τηλεγραφείο της Κορίνθου, ελήφθη από το τηλεγραφείο στο Ξυλόκαστρο και ήταν «Παναγία μου βοήθα. Βοήθεια. Βοήθεια. Μεγάλη καταστροφή γίνεται».[9] Όλα τα δημόσια κτήρια της Κορίνθου, ανάμεσά τους το πρωτοδικείο, το τηλεγραφείο, το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, η Εισαγγελία και η Διεύθυνση της Αστυνομίας καταστράφηκαν ολοσχερώς,[10] ενώ από τις φυλακές της πόλης βρήκαν ευκαιρία να αποδράσουν πολλοί φυλακισμένοι, οι οποίοι όμως συνελήφθησαν αμέσως, χάρις την επέμβαση των κατοίκων.[11]

Στο Λουτράκι από 500 σπίτια είχαν μείνει όρθια μόλις τα 100, από τα οποία όμως πολλά είχαν υποστεί εκτεταμένες ζημιές. Οι κάτοικοι έζησαν ένα ακόμη μαρτύριο καθώς στις εφιαλτικές στιγμές του σεισμού είχαν δει μια πυκνή κόκκινη φλόγα να «γδέρνει» τον ουρανό. Οι γυναίκες έκλαιγαν, οι άνδρες σταυροκοπιούνταν λέγοντας ότι είχε έρθει η Δευτέρα Παρουσία, αλλά τελικώς όπως αποδείχθηκε οι φλόγες προέρχονταν από τον τοπικό ηλεκτρικό σταθμό που υπέστη σοβαρές ζημιές.[12] Μετά τον σεισμό οι κάτοικοι της περιοχής βρέθηκαν σε απόγνωση, καθώς έβλεπαν τα σπίτια τους να έχουν μεταβληθεί σε σωρούς ερειπίων, ενώ δεν διέθεταν ούτε τρόφιμα για να επιβιώσουν. Πολλοί δεν απομακρύνονταν από τα χαλάσματα καθώς φοβούνταν ότι θα τους έκλεβαν τα έπιπλα τους, ενώ ο στρατός μετά τις πρώτες ημέρες είχε βάλει ισχυρές περιπολίες στην περιοχή για την αποφυγή κλοπών.[13] Η επικοινωνία του Λουτρακίου με την Αθήνα είχε επίσης διακοπεί καθώς όλες οι τηλεγραφικές υπηρεσίες είχαν παύσει, όλα τα κρατικά κτήρια είχαν είτε καταστραφεί ολοσχερώς, είτε είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας.

Σοβαρές ζημιές είχαν σημειωθεί και στα γύρω χωριά, όπως στην Παλαιά Κόρινθο, το Καλαμάκι, το Κιάτο,  τα Εξαμίλια, όπου έπεσαν πολλές κατοικίες, ενώ στο Βραχάτι καταστράφηκε όλη η αγορά του χωριού. Στο χωριό Κοκκώνι γκρεμίστηκαν όλες οι οικίες, εκτός μιας που ήταν από σκυρόδεμα. Σύμφωνα με ένα πρώτο πρόχειρο υπολογισμό, οι ζημιές στην Κορινθία σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Συγκοινωνιών Μεταξά στον Τύπο ξεπερνούσαν τα 600 εκατομμύρια δρχ.[14] αλλά υπήρξε πολύ θετικό το γεγονός ότι δεν έγιναν κατολισθήσεις στον Ισθμό της Κορίνθου, που παρέμεινε ανοικτός στη ναυσιπλοΐα.[15]

Οι καθυστερημένες (;) αντιδράσεις της κυβέρνησης και του κρατικού μηχανισμού (23-25 Απριλίου 1928)

Η καταστροφή του τηλεγραφείου στην Κόρινθο και η διακοπή των συγκοινωνιών με την πληγείσα περιοχή, δεν επέτρεψαν στην κυβέρνηση να αποκτήσει αμέσως σαφή εικόνα της καταστροφής. Αναμφίβολα το δραματικό νέο αιφνιδίασε την κυβέρνηση και τους αρμόδιους υπουργούς. Αρχικώς έγιναν πολλές διυπουργικές συναντήσεις με τον Καφαντάρη (υπουργός Οικονομικών), Μεταξά (Συγκοινωνιών), Εξηντάρη (Γεωργίας), Μαρή (Εσωτερικών) και τον καθ΄ ύλην αρμόδιο Μιχαήλ Κύρκο (Πρόνοιας). Στις συναντήσεις αυτές συζητήθηκαν λύσεις για να δοθεί άμεση βοήθεια στις σεισμόπληκτες περιοχές οπότε ο Καφαντάρης έδωσε διαταγή στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους να αποδεσμεύσει πίστωση 5 εκατομμυρίων δρχ. για την υποστήριξη των σεισμοπαθών και πρόσθετες πιστώσεις στα υπουργεία για δαπάνες υπέρ των σεισμόπληκτων. Όλοι οι υπουργοί μετέβησαν στην Κόρινθο την επομένη με ειδική αμαξοστοιχία για να αντιληφθούν και οι ίδιοι το μέγεθος των ζημιών,[16] προσπαθώντας να δώσουν κουράγιο στους σεισμόπληκτους.[17] Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Παύλος Κουντουριώτης με δηλώσεις του, εξέφρασε την συγκίνησή του για την καταστροφή, ζήτησε από όλους τους πολίτες να βοηθήσουν οικονομικά για να ανακουφιστούν οι πληγέντες, ενώ πρόσφερε πρώτος ο ίδιος 20.000 δρχ.[18]                                   

Σύμφωνα με τον αντιπολιτευόμενο Τύπο τίποτε δεν λειτούργησε αποτελεσματικά και το Κράτος βραδυκίνητο και γραφειοκρατικό απέτυχε να βοηθήσει αποτελεσματικά τους Κορίνθιους τις κρίσιμες δύο πρώτες μέρες μετά τον σεισμό.[19] Πράγματι, παρατηρήθηκαν αστοχίες, συγκρούσεις αρμοδιοτήτων, αναποτελεσματικότητα, που αναδείχθηκαν έντονα από τον αντιπολιτευόμενο Τύπο και τους αρχηγούς της αντιπολίτευσης Παπαναστασίου[20] και Τσαλδάρη.[21]  Στο στόχαστρό τους βρέθηκε κυρίως ο υπουργός Πρόνοιας Μιχαήλ Κύρκος στον οποίο χρεώθηκε όλη η κρατική ανεπάρκεια για την ανακούφιση των σεισμοπαθών.[22] Πάντως δεν είναι σαφές αν όντως η κυβέρνηση ολιγώρησε, όπως την κατηγορούσε με δριμύτητα ο αντιπολιτευόμενος Τύπος. Αναμφίβολα σημειώθηκαν καθυστερήσεις, αλλά αυτές δεν φαίνεται να είχαν να κάνουν με την αποφασιστικότητα της κυβέρνησης και τα ανακλαστικά της, αλλά με τις περιορισμένες δυνατότητες του πρωτόγονου κρατικού μηχανισμού να υλοποιήσουν ένα σχέδιο έκτακτης ανάγκης.[23] Ακόμη και ο Μητροπολίτης Κορινθίας Δαμασκηνός που βρισκόταν επί τόπου τηλεγράφησε στον Τύπο ότι η κυβέρνηση πήρε όλα τα απαραίτητα μέτρα υπέρ των σεισμοπαθών για την πρόχειρη στέγαση και διατροφή τους.[24]

Πάντως και ο στρατός που διέθετε μηχανισμούς για να βοηθήσει σε μια περίπτωση έκτακτης ανάγκης όπως αυτή, απέτυχε να συνδράμει έγκαιρα τους σεισμόπληκτους καθώς τόσο ο Στρατηγός Κλάδος, διοικητής του Β΄ Σώματος στρατού στην Πάτρα, όσο και ο υπουργός Στρατιωτικών Αλέξανδρος Μαζαράκης επέδειξαν αδράνεια σε πρώτο χρόνο. Λίγο μετά η ηγεσία του στρατού χολώθηκε από το γεγονός ότι της αφαιρέθηκε η περίθαλψη των σεισμόπληκτων και επέδειξε χαρακτηριστική βραδύτητα στην δράση της.[25] Στο κρίσιμο αυτό διάστημα των πρώτων ημερών οι κάτοικοι βρίσκονταν κυριολεκτικά στο χώμα και την απελπισία τους, επέτεινε η διήμερη κακοκαιρία που ακολούθησε. Η πλειοψηφία των σεισμόπληκτων στην Κόρινθο και στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές[26] υπέστησαν αληθινά μαρτύρια διανυκτερεύοντας στην ύπαιθρο υπό κακές καιρικές συνθήκες,[27] ενώ την νύχτα η κατάσταση ήταν τρομερή καθώς δεν υπήρχε ρεύμα και το βαθύ σκοτάδι δημιουργούσε μια καταθλιπτική ατμόσφαιρα στην περιοχή. Το απόκοσμο σκηνικό συμπλήρωναν δεκάδες μικροί και μεγάλοι μετασεισμοί[28] που όταν σημειώνονταν τη νύχτα τρομοκρατούσαν τους δυστυχείς κατοίκους.

Ο συντονισμός των ενεργειών ανακούφισης των σεισμοπαθών (26 Απριλίου – 20 Μαΐου 1928)

Στην ερειπωμένη Κόρινθο τις επόμενες δύο ημέρες σημειώθηκαν πάνω από 40 μικροί μετασεισμοί που πανικόβαλαν τους κατοίκους, κάποιοι εκ των οποίων είχαν καταφύγει στους λόφους της περιοχής. Άλλοι οδυρόμενοι περιφέρονταν στους δρόμους της ερειπωμένης πόλης ως μισότρελοι, αναζητώντας συγγενικά τους πρόσωπα, ενώ κάποιοι άλλοι πανικόβλητοι απομακρύνονταν από την περιοχή χωρίς να γνωρίζουν που πηγαίνουν. Την κρατική αδυναμία αναπλήρωσε η ιδιωτική πρωτοβουλία,[29] ο Ερυθρός Σταυρός και ο Αγγλικός στόλος. Η πρώτη βοήθεια στην Κόρινθο κατέφθασε από το Ναύπλιο, από όπου ιδιωτικά αυτοκίνητα μετέφεραν τρόφιμα, φάρμακα και ιατρούς υπό τον συντονισμό του νομάρχη Ναυπλίου Βούτση. Ο οργανισμός του Ερυθρού Σταυρού ανέλαβε την περίθαλψη των τραυματιών, ενώ οργάνωσε συσσίτια στην Κόρινθο και τις γύρω περιοχές.[30] Πολύ σημαντική βοήθεια τις πρώτες μέρες πρόσφερε ο Σιδηροδρομικός Οργανισμός Πελοποννήσου και οι εργαζόμενοί του. Παρά τις μεγάλες ζημιές που είχαν υποστεί οι σταθμοί και τα κτήρια του οργανισμού, οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι πρόσφεραν αληθινό έργο στην εξισορρόπηση της κατάστασης χάρις στα συνεχή δρομολόγια που διεξήγαγαν από την Κόρινθο προς Αθήνα και Πάτρα μεταφέροντας χιλιάδες άτομα και πολλούς τόννους τροφίμων και υλικών.[31]

Χάρις στην πρωτοβουλία του ημερήσιου Αθηναϊκού Τύπου αλλά και πολλών εύπορων ιδιωτών, οργανώθηκαν άμεσα κάποιοι έρανοι και συγκεντρώθηκαν ποσά που αμέσως δαπανήθηκαν για την αγορά και διανομή τροφίμων.[32] Λίγες ημέρες αργότερα οργανώθηκε τριακονταμελής ειδική επιτροπή για την διεξαγωγή πανελληνίων εράνων υπέρ των σεισμοπαθών, με μέλη της τους Κουντουριώτη, Παναγή Τσαλδάρη, Ντίνο Τσαλδάρη, Ανδρέα Χατζηκυριάκο, Απόστολο Δοξιάδη, Παναγιώτη Τρανταφυλλάκο, Αντώνη Χριστομάνο, Φίλιππο Δραγούμη και Εμμανουήλ Μπενάκη.[33] Ανάμεσα στους δωρητές ήταν τραπεζικά ιδρύματα, η Γαλλική στρατιωτική αποστολή, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο εκπεσών Βασιλιάς Γεώργιος από την Αγγλία,[34] ο Παναγής Τσαλδάρης και ο Ιωάννης Δροσόπουλος.[35] Τις επόμενες εβδομάδες εκδηλώθηκε ενεργότερη και η κρατική υποστήριξη στις σεισμοπαθείς περιοχές. Φορτηγά με ξυλεία και ειδικά συνεργεία κατέφθασαν επί τόπου για την ανοικοδόμηση ξύλινων παραπηγμάτων στην κεντρική πλατεία, όπου στεγάστηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες και η επιτροπή στέγασης.

Αλλά η καταστροφή στην Κόρινθο συγκέντρωσε και την διεθνή αρωγή. Όταν πληροφορήθηκε την καταστροφή, ο Βρετανός πρέσβης ενημέρωσε την Αγγλική μοίρα ναυτικού στην Μάλτα και εντός 48 ωρών δύο αντιτορπιλικά βρέθηκαν στον Κορινθιακό κόλπο. Τα πληρώματα κατάφεραν εντός 24 ωρών να στεγάσουν σε σκηνές όλους τους κατοίκους στο Λουτράκι και τουλάχιστον τους μισούς άστεγους στην Κόρινθο.[36] Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Βρετανοί διέθεταν αρκετό ακόμη υλικό για τους άστεγους όπως ρούχα και τρόφιμα, όμως δεν υπήρχε αρμόδιος επί τόπου για να τα παραλάβει! Ο Benito Mussolini από την Ιταλία κατέβαλλε χρηματικό ποσό ώστε να ανεγερθεί κτήριο για να στεγάσει επαγγελματική σχολή στην Κόρινθο όταν θα γινόταν η ανοικοδόμησή της.[37] Τηλεγραφήματα συμπαράστασης απέστειλαν ο πρόεδρος των ΗΠΑ John Calvin Coolidge, ο βασιλιάς της Ιταλίας Vittorio Emanuele, ο Γενικός Γραμματέας της ΚτΕ James Eric Drummond.[38]

Μητροπολίτης Κορινθίας Δαμασκηνός.

Αλλά η μεγάλη φυσιογνωμία που αναδείχθηκε στα ερείπια της καταστροφής βάζοντας υποθήκη για την μελλοντική του ανέλιξη στα κορυφαία αξιώματα της χώρας, ήταν αναμφίβολα ο Μητροπολίτης Κορίνθου Δαμασκηνός. Ο Δαμασκηνός, χάρις στην επιβλητική φυσιογνωμία του (ηθική αλλά και σωματική καθώς ήταν ιδιαίτερα ψηλός), κατάφερε να καλύψει το μεγάλο κρατικό κενό και να συντονίσει επί τόπου με αρκετή επιτυχία τις κρατικές προσπάθειες ανακουφίζοντας άμεσα τους σεισμοπαθείς. Καθοδήγησε την διανομή των σεισμόπληκτων στις σκηνές, διοργάνωσε συσσίτια, μοίρασε τα διαθέσιμα ρούχα, οργάνωσε στοιχειωδώς την ζωή των ντόπιων που είχαν παραλύσει από την καταστροφή. Ο ίδιος παρέμεινε στο πλευρό του δοκιμαζόμενου λαού στις πρώτες πολύ δύσκολες ημέρες μετά την καταστροφή κερδίζοντας την αναγνώριση όσων είχαν εμπλοκή.

Μια γλαφυρή περιγραφή του Δαμασκηνού προέρχεται από αναφορά του νομάρχη Κορινθίας Γ. Παρασκευόπουλου προς το υπουργείο Εσωτερικών στις 20 Μαΐου 1928: «Τον είδα ιστάμενον ορθόν, τον γίγαντα τούτον σωματικώς και ψυχικώς Κληρικόν, να κυκλοφορεί εις το μικροσκοπικόν αυτό καταφύγιον (δηλαδή εις το βαγόνι του τραίνου που είχε εγκατασταθεί), εν μέσω διαφόρων επιτροπών σεισμοπαθών, δημοσιογράφων, αντιπροσώπων εταιρειών, υποβαλλουσών προτάσεις περί ανοικοδομήσεως της πόλεως, αντιπροσώπων διαφόρων Οργανώσεων Αθηνών και Πειραιώς, αι οποίαι έσπευσαν να παράσχουν την αρωγή των εις τους σεισμοπλήκτους κατοίκους. Εις έκαστον τούτων έδιδε την κατάλληλον απάντησιν, οδηγίαν, πληροφορίαν ή παραμυθίαν ο εκ Θείας Προνοίας ευρεθείς εν μέσω τοιαύτης καταστροφής εμπνευσμένος ούτος Ιεράρχης, λύων δια της ευθυκρισίας, της αντιλήψεως, της θεληματικότητος, της συμβιβαστικότητος, της ευπροσηγορίας, της δημιουργικότητος, όλα τα περίπλοκα προβλήματα, τα οποία κάθε ώραν και στιγμήν παρουσιάζοντο, προς εξοικονόμησιν και διεκπεραίωσιν…».[39]

Αλλά και το Ελεύθερον Βήμα έγραφε για τον Μητροπολίτη: «Ο Δαμασκηνός όταν τα πάντα κατέλυε η αναπάντεχη συμφορά των σεισμών, δεν εκάθησε να θρηνήση στους ερειπωμένους τοίχους. Αντίθετα, ύψωσε την πίστη και την ελπίδα, έγινε ο παραμυθητής της δυστυχίας. Ημέρα και νύκτα εργάζεται. Αεικίνητος, πανταχού παρών, με το στρατηγείο του σ’ ένα βαγονάκι του κατεστραμμένου σιδηροδρομικού σταθμού, δίνει τα σωτήρια παραγγέλματα της βοηθείας και περιθάλψεως. Ο κρίκος, που συνεκράτησε τη διαρροή του πληθυσμού. Στο απελπιστικό κήρυγμα να εγκαταλειφθεί η σεισμόπληκτη πόλις αντιτάσσει το δόγμα της κοινωνικής ενότητος και της συνεχίσεως της ιστορίας της Κορίνθου. Δαμασκηνός, ο ήρωας της κορινθιακής τραγωδίας».[40]

Where The Earth Trembled (1928) – British Pathé (Film ID:726.04)
 

Το προσωπικό ενδιαφέρον του Παναγή Τσαλδάρη και του Ελευθέριου Βενιζέλου για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου

Στη Βουλή, το Λαϊκό κόμμα δεν έχασε την ευκαιρία και να υπογραμμίσει την καθυστέρηση της κυβέρνησης να αντιδράσει στους καταστροφικούς σεισμούς της Κορίνθου βοηθώντας έγκαιρα τους πληγέντες.[41] Άλλωστε η Κόρινθος υπήρξε ανέκαθεν πολιτικό προπύργιο των αντιβενιζελικών ως ανήκουσα στην Παλαιά Ελλάδα, ενώ υπήρξε η άτυπη πρωτεύουσα των αντεπαναστατών κατά το κίνημα Γαργαλίδη – Λεοναρδόπουλου το 1923.[42] Ο Παναγής Τσαλδάρης επικεφαλής του Λαϊκού κόμματος, ως βουλευτής Κορίνθου ο ίδιος, αλλά και καταγόμενος από το Σοφικό Κορινθίας, είχε προσωπικό πολιτικό και ιδιωτικό ενδιαφέρον στο ζήτημα. Από την πρώτη στιγμή της καταστροφής, μετέβη στην Κόρινθο και συμπαραστάθηκε στους συμπατριώτες του, ενώ περιόδευσε και στις γύρω περιοχές για να διαπιστώσει την κατάσταση.[43] Ακολούθως, από το βήμα της Βουλής διεκτραγώδησε την κατάσταση της ερειπωμένης πόλης και των σεισμόπληκτων κατοίκων της, στηλιτεύοντας την, κατά τον ίδιο, κυβερνητική παραλυσία προς ανακούφισή τους.[44]  Ζήτησε από τον υπουργό Παιδείας Θεολόγο Νικολούδη να επέμβει άμεσα καθώς λόγω της ερείπωσης των σχολείων γίνονταν μαθήματα στο νεκροταφείο της πόλης, από τον υπουργό Οικονομικών Βελέντζα να επιταχυνθούν οι διαδικασίες προσωρινής στέγασης των σεισμοπαθών και από τον Μεταξά να ληφθούν άμεσα μέτρα υπέρ των σεισμοπαθών της Κορίνθου και να αποκατασταθεί η ηλεκτροδότηση της πόλης, ενώ ο ίδιος τις επόμενες εβδομάδες συνέχισε να περιοδεύει στην ευρύτερη περιοχή με κλιμάκιο βουλευτών.[45]

Παναγής Τσαλδάρης
Ελευθέριος Βενιζέλος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μέσω των αναλυτικών εξηγήσεων των κυβερνητικών στελεχών στη Βουλή και στον Τύπο η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι έκανε ό,τι περισσότερο μπορούσε στο πλαίσιο των δυνάμεων του Κράτους[46] για να ανακουφίσει τους πληγέντες,[47] ενώ η Πολιτεία, επίσημο δημοσιογραφικό όργανο των Ελευθεροφρόνων, κατηγόρησε τον Τσαλδάρη για δημοκοπία.[48] Πάντως υπήρξαν καταγγελίες σεισμοπαθών για καθυστερήσεις στις κυβερνητικές δράσεις, οι οποίες φιλοξενήθηκαν εκτεταμένα στον αντικυβερνητικό Τύπο, προκαλώντας μεγάλη ζημιά στην κυβέρνηση, αφού η τραγωδία των σεισμοπαθών είχε συγκλονίσει το Πανελλήνιο. Ο Τσαλδάρης παρακολούθησε στενά το ζήτημα που αφορούσε την εκλογική του περιφέρεια, ενώ βρισκόταν σε επαφή και με τον Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνό με τον οποίο συντόνιζαν τις ενέργειές τους για το ζήτημα,[49] ακόμα και μετά τη συντριβή του Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές του 1928.[50] Έτσι, κατά τη συζήτηση της Βουλής για το νομοσχέδιο υπέρ των σεισμοπαθών της Κορίνθου, ζήτησε να δοθεί η κρατική αρωγή σε όλους τους Κορίνθιους χωρίς εξαίρεση.[51]

Η δεύτερη πολιτική προσωπικότητα που επέδειξε έντονο ενδιαφέρον για το δράμα της Κορίνθου ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Από την πρώτη στιγμή που επανεμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο, ο Κρητικός πολιτικός έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για το δράμα των σεισμοπαθών της Κορίνθου. Ο ίδιος περιόδευσε προεκλογικά τόσο στην σεισμόπληκτη πόλη όσο και στα περίχωρα του νομού όπου και υποσχέθηκε να λάβει μέτρα για την ανακούφιση των σεισμοπαθών. Το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου απασχόλησε ιδιαίτερα τον Βενιζέλο όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, όπως φαίνεται από το αρχείο του, όπου υπάρχει ξεχωριστός φάκελος[52] με σχετικά έγγραφα.[53] Επίσης υπάρχουν ιδιόχειρες σημειώσεις του με σκέψεις για τον δίκαιο τρόπο ανοικοδόμησης των οικιών των σεισμοπαθών, με την καταβολή των τόκων των στεγαστικών δανείων επί οκταετία (όχι και για τα εμπορικά καταστήματα).[54]

27 Οκτωβρίου 1929: η τελετή θεμελίωσης της Νέας Κορίνθου. Διακρίνονται ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός
και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος

Στις 27 Οκτωβρίου 1929 σε μια πανηγυρική τελετή θεμελιώνεται η Νέα Κόρινθος από τον Μητροπολίτη Δαμασκηνό, παρόντος του πρωθυπουργού πλέον Ελευθέριου Βενιζέλου. Οι πρωτοβουλίες του Βενιζέλου φάνηκε ότι έλυναν το ζήτημα και έθεταν το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου και του Λουτρακίου σε ασφαλείς βάσεις. Έτσι, το δημοτικό συμβούλιο Κορίνθου απέστειλε ευχαριστήριο ψήφισμα στον Βενιζέλο και στο Υπουργικό Συμβούλιο για το ενδιαφέρον που επέδειξαν, υποσχόμενοι ότι κεντρικός δρόμος της πόλης θα έφερε τιμητικά το όνομά του.[55] Ο εμπορικός σύλλογος της Κορίνθου επίσης απέστειλε ευχαριστήριο ψήφισμα στον Βενιζέλο για την συνεισφορά του στην ανοικοδόμηση της πόλης,[56] ενώ το σύστημα προσκόπων της πόλης τον ανακήρυξε επίτιμο μέλος.[57]

Ο Αυτόνομος Οργανισμός Σεισμοπαθών Κορίνθου (Α.Ο.Σ.Κ.)  και οι μεγάλες δυσκολίες για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου (Δεκέμβριος 1928 – Δεκέμβριος 1930)

Ουσιαστικά το ζήτημα της ανοικοδόμησης της Κορίνθου έμεινε στάσιμο τους πρώτους οκτώ μήνες, αφού μετά τον Μάιο προκλήθηκε πολύμηνη πολιτική κρίση που διήρκεσε μέχρι τις εκλογές του Αυγούστου που έφεραν θριαμβευτικά τον Βενιζέλο στην εξουσία. Αλλά και όταν η νέα κυβέρνηση ήρθε στην εξουσία προώθησε το ζήτημα της ανοικοδόμησης, έχοντας ως βάση τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί από τους εράνους. Αυτό δημιούργησε μεγάλη δυσαρέσκεια στους σεισμόπληκτους της Κορίνθου που εκδηλώθηκε με το αιματηρό συλλαλητήριο της 13ης Δεκεμβρίου 1928. Την ημέρα εκείνη κάτοικοι της Κορίνθου συγκεντρώθηκαν αυθόρμητα στο κέντρο της γκρεμισμένης πόλης για να διαμαρτυρηθούν για τη μη διανομή των χρημάτων των εράνων. Ισχυρή αστυνομική δύναμη προσπάθησε να διαλύσει το πλήθος και ακολούθησε συμπλοκή καθώς οι κάτοικοι λιθοβόλησαν τους αστυνομικούς, ενώ έγιναν 16 συλλήψεις.[58] Αναβρασμός επικράτησε τόσο στην Κόρινθο, όσο και στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές, καθώς οι σεισμοπαθείς ήταν εξοργισμένοι ζητώντας την άμεση διανομή των χρημάτων των εράνων. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να στείλει μονάδες στρατού από την Πάτρα, τόσο στην Κόρινθο όσο και στο Λουτράκι για να επιβάλλει την τάξη, καθώς υπήρχαν αξιόπιστες πληροφορίες ότι θα συνέρρεαν στην Κόρινθο ένοπλοι χωρικοί από τα γύρω κατεστραμμένα χωριά και θα γινόταν εξέγερση κατά των Αρχών.[59]

Ο αναβρασμός στην Κορινθία εξανάγκασε την Κυβέρνηση να επιταχύνει τις σχετικές διαδικασίες, ώστε να μην εκτραχυνθεί άλλο η κατάσταση. Το έργο της ανοικοδόμησης της Κορίνθου, του Λουτρακίου και των γύρω περιοχών ήταν ιδιαίτερα πολύπλοκο και η κυβέρνηση Βενιζέλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι θα ήταν πρακτικά αδύνατο να το αναλάβει είτε κάποιο υπουργείο είτε κάποια κρατική υπηρεσία. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου 1928 ιδρύθηκε ο Αυτόνομος Οργανισμός Σεισμοπαθών Κορίνθου (Α.Ο.Σ.Κ.) με αποστολή την ανοικοδόμηση της Κορίνθου, των γύρω χωριών, του Λουτρακίου και την ανάδειξη των λουτρών του τελευταίου.[60] Μετά την αναμφίβολες οργανωτικές αρετές και τα διοικητικά προσόντα που επέδειξε ο Μητροπολίτης Δαμασκηνός κατά τις πρώτες κρίσιμες ημέρες μετά τον σεισμό, ορίστηκε επικεφαλής του Οργανισμού, του οποίου η σύνθεση  ήταν εννεαμελής. Ο νόμος προέβλεπε τριμερή χρηματοδότηση για τον Α.Ο.Σ.Κ. μεταβιβάζοντας τα έσοδα του καζίνο και των λουτρών του Λουτρακίου, ενώ προβλεπόταν και ποσό κρατικής χρηματοδότησης 5 εκατομμυρίων δρχ. ετησίως, που θα αναφερόταν στον κρατικό προϋπολογισμό.[61] Ο νόμος προέβλεψε τη σύναψη δανείων από τον οργανισμό υπό την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, ενώ απάλλαξε όλα τα υλικά που θα χρησιμοποιούνταν για τις ανεγέρσεις από εισαγωγικούς δασμούς και οι ανεγειρόμενες οικίες απαλλάσσονταν από οποιονδήποτε δασμό για μια δεκαετία. Η διάρκεια του Οργανισμού προβλεπόταν 40ετής μετά το πέρας της οποίας η περιουσία του οργανισμού επανερχόταν στο ελληνικό Δημόσιο.

Ο Οργανισμός ανέλαβε ένα τιτάνιο και συγχρόνως πολύπλοκο έργο που απαιτούσε συντονισμό σε πολλά επίπεδα. Το πρώτο ζήτημα που έπρεπε να λυθεί, ήταν η εξεύρεση πόρων πέραν της κρατικής χρηματοδότησης. Εκτός από τον πανελλήνιο έρανο που διεξήγαγε η επιτροπή που είχε συγκροτηθεί στην Αθήνα, ο Δαμασκηνός ταξίδεψε στην Αμερική όπου μετά από σκληρές προσπάθειες κατάφερε να συγκεντρώσει σημαντικά κεφάλαια από την Ομογένεια για να χρηματοδοτηθεί η ανοικοδόμηση της Κορίνθου. Συνολικά το ποσό που συγκεντρώθηκε από τους εράνους ανήλθε σε 52 εκατομμύρια δρχ.[62] και αποτέλεσε τη βάση της χρηματοδότησης του Οργανισμού.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες ο Α.Ο.Σ.Κ. κατάφερε να οργανώσει έστω στοιχειωδώς τις υπηρεσίες του και ακολούθως αφιέρωσε όλη του τη δραστηριότητα για να επισκευαστούν και να επαναλειτουργήσουν τα λουτρά στο Λουτράκι, ώστε να μην χαθεί η θερινή περίοδος του 1929 και ο Οργανισμός να έχει σταθερά έσοδα. Τα λουτρά αποκαταστάθηκαν και λειτούργησαν κανονικά μετά την 1η Μαΐου 1929, επιτρέποντας στον Οργανισμό να ασχοληθεί με την ανοικοδόμηση των δύο πόλεων προσλαμβάνοντας μηχανικούς για να επεξεργαστούν νέα σχέδια πόλης τόσο για την Κόρινθο όσο και για το Λουτράκι που θα επέτρεπε στην λουτρόπολη να αυξήσει την εμπορική και τουριστική της αξία με την καλύτερη εκμετάλλευση των ιαματικών πηγών.

Στο πλαίσιο αυτό οι αναγκαίες εργασίες ήταν η κτηματογράφηση των τόπων, η εκτίμηση των καταστροφών που είχαν γίνει στις οικοδομές και στις υποδομές της πόλης, η μελέτη αντισεισμικών κατασκευών, η σειρά ανοικοδόμησης των κτηρίων και τέλος το ακανθώδες ζήτημα μιας νέας λειτουργικής ρυμοτομίας για τις δύο πόλεις. Ο Α.Ο.Σ.Κ. αποπεράτωσε τα πρώτα στάδια της διαδικασίας μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 1929, αλλά η αλλαγή στη ρυμοτομία των δύο πόλεων με μεγαλύτερους δρόμους και κεντρικές αρτηρίες συνάντησαν μεγάλες αντιδράσεις καθώς μοιραία έθιξαν ατομικά συμφέροντα.[63] Στο Λουτράκι, η νέα ρυμοτομία της πόλης, αλλά και η απόφαση να μην επιτραπεί η ανοικοδόμηση οικιών σε ένα μεγάλο τμήμα του παραλιακού μετώπου, εξανάγκασε την επιτροπή να δώσει αποζημιώσεις ύψους 1 εκατομμυρίου δρχ. Αλλά και οι αντισεισμικές προδιαγραφές των ακινήτων δημιούργησαν μεγάλες καθυστερήσεις στην ανέγερση των κατοικιών, ενώ πολλές διατάξεις τους ήταν ασαφείς με αποτέλεσμα οι μηχανικοί του Οργανισμού να ζητούν συνεχώς επεξηγήσεις. Τελικά ο κανονισμός ανέγερσης κτηρίων σε Κόρινθο και Λουτράκι αναθεωρήθηκε  το 1931 με μερικές τροποποιήσεις στις προβλέψεις του.[64] Ο Οργανισμός επέβλεψε την κατασκευή των κτηρίων με βάση τους νέους αντισεισμικούς κανονισμούς, που εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα ενώ ανέλαβε και την χορήγηση δανείων και χρηματικής βοήθειας για την κατασκευή τους. Στις 7 Νοεμβρίου 1928 δημοσιεύεται το ΦΕΚ 234Α με τίτλο «Περί Αντισεισμικού Οικοδομικού Κανονισμού Κορίνθου Λουτρακίου». Ο Νόμος αυτός προέβλεπε επακριβώς την αντισεισμική θωράκιση όλων των οικιών που θα ανεγείρονταν στην Κόρινθο, στο Λουτράκι και στις γύρω περιοχές.

Αριστερά: Επιστολή προς τον Μητροπολίτη Κορινθίας και Πρόεδρο του Αυτόνομου Οργανισμού Σεισμοπαθών Κορινθίας, Δαμασκηνό, σχετικά με την πληροφορία ότι ο Οργανισμός χρησιμοποιεί τσιμέντα από το εξωτερικό. Δεξιά: Αίτηση υπαγωγής άστεγων επιτηδευματιών του Λουτρακίου σε νόμο περί αποκατάστασης των επιτηδευματιών της Κορίνθου (άρθρο 5 του νόμου 5703). Πηγή: Μουσείο Μπενάκη – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”.

Ο Α.Ο.Σ.Κ. μέχρι τον Απρίλιο του 1930 είχε αναθέσει την ανέγερση οκτώ  οικοδομικών τμημάτων στην Κόρινθο και ενός στο Λουτράκι με κόστος 15 εκατομμύρια δρχ. το καθένα. Ως εκείνη την περίοδο δεν είχε πράξει απολύτως τίποτε για την ανοικοδόμηση των χωριών των γύρω περιοχών της Κορίνθου, με αποτέλεσμα τις έντονες διαμαρτυρίες των περιοίκων. Ακόμη και ο ίδιος ο Δαμασκηνός βρέθηκε στο στόχαστρο κριτικής και διαμαρτυριών κατοίκων που θίγονταν τα συμφέροντά τους, και που τον έφτασαν στο χείλος της παραίτησης.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Α.Ο.Σ.Κ., το κόστος ανέγερσης των δύο πόλεων θα άγγιζε τα 385 εκατομμύρια δρχ., ενώ διεκδικούσε πρόσθετη κρατική χρηματοδότηση για την κατασκευή λιμανιού, συστήματος ύδρευσης και υπονόμων στην Κόρινθο.[65] Ο Οργανισμός προσπάθησε να συνάψει δάνειο 60 εκατομμυρίων δρχ. υπό την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου, αλλά απέτυχε, καθώς οι όροι που πρόσφεραν οι τράπεζες ήταν επαχθείς. Μετά από επέμβαση της κυβέρνησης ορίστηκε ότι θα γινόταν άμεση σύναψη δανείου 30 εκατομμυρίου δρχ. εκ μέρους όλων των ελληνικών τραπεζών, αλλά μέχρι την 30η Απριλίου δεν είχε γίνει απολύτως τίποτε.[66] Έτσι, ενώ ο Α.Ο.Σ.Κ. είχε αναλάβει υποχρεώσεις 135 εκατομμυρίων περίπου ως εκείνη τη στιγμή, το ποσό που διέθετε στα ταμεία του δεν ξεπερνούσε τα 40 εκατομμύρια δρχ. Στην παρουσίαση του απολογισμού, ο Δαμασκηνός κατέληγε με την προειδοποίηση ότι αν δεν εκταμιευόταν άμεσα το δάνειο των 30 εκατομμυρίων δρχ. μέχρι να γίνει η σύμβαση του οριστικού δανείου για την ανοικοδόμηση, ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναγκαζόταν να αναστείλει τις εργασίες του με απρόβλεπτες επιπτώσεις στις σεισμοπαθείς περιοχές.[67]

Η κυβέρνηση όμως δεν ανταποκρίθηκε σε όσα ζητούσε ο Α.Ο.Σ.Κ. αναφορικά με την άμεση χρηματοδότησή του, ενώ δεν επέτρεψε στον Οργανισμό ούτε καν να προσλάβει έναν διοικητικό υπάλληλο που είχε κριθεί απαραίτητος για να προχωρήσουν οι εργασίες του. Η έλλειψη χρηματοδότησης οδήγησε τον Α.Ο.Σ.Κ. στο χείλος της χρεοκοπίας, καθώς ενώ είχαν εξαντληθεί οι πόροι του, εξακολουθούσε να έχει εκκρεμείς υποχρεώσεις: είχε ήδη συνάψει συμβάσεις με εργολάβους που προχωρούσαν την ανοικοδόμηση κατοικιών και η αθέτησή τους συνεπαγόταν ιλιγγιώδεις αποζημιώσεις υπέρ τους. Ο Δαμασκηνός αναγκάστηκε να στείλει νέα επιστολή στην κυβέρνηση το φθινόπωρο του 1930, ενημερώνοντας για τη δραματική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο Οργανισμός, ζητώντας επειγόντως οικονομική ενίσχυση και την πρόσληψη του διοικητικού υπαλλήλου, προειδοποιώντας ότι σε άλλη περίπτωση ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναγκαζόταν να διακόψει τη δραστηριότητά του. Επίσης στην επιστολή τόνιζε την σταδιακή κόπωση των σεισμόπληκτων από την στασιμότητα στο ζήτημά τους.[68]

Η κυβερνητική αδράνεια συνεχίστηκε τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 1930, καθώς φαίνεται ότι υπήρχε οικονομική στενότητα στα δημόσια ταμεία. Καθώς το ζήτημα των σεισμοπαθών δεν έβρισκε λύση,  η Ένωση Αστικής Ιδιοκτησίας Κορίνθου απέστειλε επιστολή στον Βενιζέλο διαμαρτυρόμενη για την αναστολή των εργασιών ανέγερσης κατοικιών στην Κόρινθο. Η επιστολή εμπεριείχε και διαμαρτυρίες για τον Α.Ο.Σ.Κ. εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν είχε την έδρα του στην Κόρινθο, ενώ οι αποφάσεις του δεν ήταν δίκαιες και έθιγαν το καθεστώς ιδιοκτησίας πολλών σεισμοπαθών.[69] Στα τέλη του 1930 σημειώθηκαν και οι πρώτες δημόσιες διαμαρτυρίες των σεισμοπαθών στην Κόρινθο που έτυχαν ευρείας προβολής από τις εφημερίδες της αντιπολίτευσης, αναγκάζοντας το Υπουργείο Πρόνοιας να εκδώσει ανακοίνωση για να υπερασπιστεί την κρατική πολιτική.[70]

Πρόχειρη στέγαση του τηλεγραφείου έπειτα από τον σεισμό της 22ας Απριλίου 1928.

Δεύτερος σεισμός στην Κορινθία και νέες περιπλοκές στην ανοικοδόμηση της περιοχής (4 Ιανουαρίου – 4 Νοεμβρίου 1931)

Η τελική ώθηση στην οριστική διευθέτηση του ζητήματος των σεισμοπαθών της Κορίνθου δόθηκε απρόσμενα από τους σεισμούς της 4ης Ιανουαρίου 1931 που έγιναν στην Κορινθία. Συγκεκριμένα, από τις 11 το βράδυ της 3ης Ιανουαρίου ξεκίνησε έντονη σεισμική δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή της Κορίνθου που έγινε αμέσως αισθητή από τους κατοίκους της Κορίνθου. Στις 2 τα ξημερώματα της 4ης Ιανουαρίου εκδηλώθηκε ο μεγάλος σεισμός που σύμφωνα με το αστεροσκοπείο Αθηνών είχε επίκεντρο στην περιοχή του Ακροκορίνθου. Ο σεισμός έγινε αντιληπτός στην Αθήνα με αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι να βγουν από τα σπίτια τους πανικόβλητοι και να διανυκτερεύσουν στις πλατείες.[71] Ο σεισμός προκάλεσε νέες καταστροφές στην Κορινθία, γκρεμίστηκαν εκατοντάδες κατοικίες στην ευρύτερη περιοχή της Κορίνθου, ενώ έγιναν ζημιές σε υποδομές και κρατικά κτήρια.[72] Πάνω από 200 οικίες στα χωριά της Κορινθίας είτε έπεσαν είτε κατέστησαν ακατοίκητες, όσα σπίτια της Κορίνθου ήταν μισογκρεμισμένα από τον σεισμό του 1928 γκρεμίστηκαν εντελώς, ήταν όμως πολύ σημαντικό ότι όσες κατοικίες είχαν ανεγερθεί από τον Α.Ο.Σ.Κ. με τον νέο αντισεισμικό νόμο δεν έπαθαν την παραμικρή ζημιά.[73] Οι νέες ζημιές κοστολογήθηκαν σε 100 εκατομμύρια δρχ. εκτίμηση που οδήγησε την κυβέρνηση στην απόφαση να κινήσει τις διαδικασίες για ένα δεύτερο δάνειο προς τον Α.Ο.Σ.Κ. του ύψους αυτού από την Αγροτική Τράπεζα, η οποία δεν είχε συμμετάσχει στο πρώτο δάνειο.

Οι νέες ζημιές κινητοποίησαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο για να δώσει μια οριστική λύση στο ζήτημα των δανείων ώστε να ρυθμιστεί οριστικά το ζήτημα της ανοικοδόμησης, καθώς το τελευταίο λάμβανε πλέον πολιτικές διαστάσεις. Έτσι στις 15 Ιουνίου 1931 συνήφθη η σύμβαση για το οριστικό δάνειο ύψους 215 εκατομμυρίων δρχ. μεταξύ Α.Ο.Σ.Κ. και ενός ομίλου ελληνικών τραπεζών υπό την αιγίδα της Τράπεζας της Ελλάδος (Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Αθηνών, Εμπορική Τράπεζα, Τράπεζα Ανατολής, Ιταλοελληνική Τράπεζα, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο). Το πρώτο ποσό (90 εκατομμύρια δρχ.) θα εκταμιευόταν στις 8 Ιουλίου 1931 και το υπόλοιπο ποσό του δανείου στις 8 Ιουλίου 1932. Η διάρκεια του δανείου ήταν 46 έτη και θα αποπληρωνόταν από τους ιδιοκτήτες των ανεγερθεισών κατοικιών, αλλά ο Α.Ο.Σ.Κ. θα αναλάμβανε να αποπληρώσει τους τόκους των πρώτων ετών.[74]

Έτσι ο Α.Ο.Σ.Κ. έλαβε άμεσα 90 εκατομμύρια δρχ. το καλοκαίρι του 1931 αλλά ένα ακριβώς έτος αργότερα, το καλοκαίρι του 1932, οπότε έπρεπε να γίνει η δεύτερη εκταμίευση, ορισμένες τράπεζες αρνήθηκαν να καταβάλλουν το ποσό που τους αναλογούσε λόγω ταμειακής στενότητας, αλλά και λόγω της πτώσης των εγγυήσεων του Δημοσίου μετά τη χρεοκοπία του Μαΐου του 1932. Η κυβέρνηση προσπάθησε να δώσει λύση εξαιρώντας με νόμο της 14ης Αυγούστου 1932 το εν λόγω δάνειο από το χρεοστάσιο που είχε κηρύξει, δίχως αποτέλεσμα,  καθώς οι τράπεζες δεν μετέβαλλαν τη στάση τους.[75] Το αποτέλεσμα ήταν ο Α.Ο.Σ.Κ. να μην λάβει 26 εκατομμύρια δρχ. από τη δεύτερη δόση και συνεπακόλουθα να μην έχει τους πόρους να αποπερατώσει τις εργασίες ανοικοδόμησης, δημιουργώντας ένα σοβαρό ψυχικό χάσμα μεταξύ των κατοίκων, των οποίων είχαν ανεγερθεί τα σπίτια και σε εκείνων που εξακολουθούσαν να παραμένουν στις σκηνές. Έτσι ο Α.Ο.Σ.Κ. έκανε έκκληση προς την κυβέρνηση και τον Βενιζέλο προσωπικά στις 14 Οκτωβρίου 1932 να εξαναγκάσει τις τράπεζες να καταβάλλουν το μέρος του δανείου που υπολειπόταν, ούτως ώστε ο Οργανισμός να ολοκληρώσει τις εργασίες του στην Κόρινθο και να κοπάσει ο κοινωνικός σάλος που είχε προκληθεί.[76]

Μόλις δύο εβδομάδες μετά, στις 4 Νοεμβρίου 1932, η κυβέρνηση Βενιζέλου υπέβαλλε την παραίτησή της, πυροδοτώντας την μεγαλύτερη πολιτική κρίση του Μεσοπολέμου….

Ο Ιωάννης Δασκαρόλης είναι Υποψήφιος Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Νεάπολις Πάφου και συγγραφέας της πραγματείας Δημοκρατικά τάγματα. Οι «πραιτωριανοί» της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας 1923-1926, Αθήνα, Εκδόσεις Παπαζήση, 2019.

              

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]«Μετά την εορτήν των Ολυμπίων, οι Αργείοι ήλθαν μετά των άλλων συμμάχων των εις την Κόρινθον, δια να πείσουν τους Κορινθίους να λάβουν μέρος εις τη συμμαχίαν. Και πρέσβεις των Λακεδαιμονίων έτυχαν ωσαύτως να ευρίσκωνται εκεί. Μετά μακράς όμως διαπραγματεύσεις, εις ουδέν κατέληξαν, και ένεκα επισυμβάντος σεισμού, οι πρέσβεις των διαφόρων πόλεων επέστρεψαν εις τα ίδια. Και το θέρος έληξε.» Θουκυδίδη Ιστορία, Βιβλίο Ε΄, Έτος 12ον: 420–419 π. Χ.

(μετάφραση Ελευθέριος Βενιζέλος).

[2] Καβύρης Γεώργιος, Μελέτη ιδιοτήτων σεισμικών πηγών ανατολικού Κορινθιακού κόλπου (διδακτορική διατριβή Καποδιστριακού πανεπιστημίου Αθηνών), Αθήνα 2003, σελ. 41.

[3] Καλέση Χαρά – Βίγλα Θεοδώρα, Ψηφιακή πλατφόρμα δεδομένων του δικτύου επιταχυνσιογράφων του εργαστηρίου σεισμολογίας στον Κορινθιακό κόλπο (διπλωματική εργασία Καποδιστριακού πανεπιστημίου Αθηνών), Αθήνα 2015, σελ. 23-24.

[4] Ο.π.

[5]  Πανδώρα, 15.8.1858.

[6]ΦΕΚ Α9, 20.3.1958.

[7] Βραδυνή, 24.4.1928.

[8] Βραδυνή, 23.4.1928.

[9] ΕΜΠΡΟΣ, 23.4.1928.

[10] Έθνος, 23.4.1928.

[11] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[12] Σύμφωνα με τον αυτόπτη μάρτυρα Λοβέρδο, Διευθυντή της Λαϊκής Τράπεζας «Ήτο κάτι που δύσκολα μπορεί κανείς να περιγράψη. Ευρισκόμεθα εις την παραλίαν, οπότε ακούσαμε μια δυνατή βοή, μετ’ ολίγας δε στιγμάς η γη ήρχισε να φεύγη. Συγχρόνως μια λάμψις τεραστία εφώτισε όλην την περιφέρειαν, Την ίδιαν στιγμήν κρότοι εκκωφαντικοί, τρομεροί ηκούοντο. Ήταν τα σπίτια τα οποία κατέρρεον. Ο κόσμος δεν μπορούσε να εξηγήση τι εσήμαινεν εκείνη η φλόγα. Αργότερα εμάθαμε, ότι η φλόγα ωφείλετο εις την ένωσιν του ηλεκτρικού της Κορίνθου. Το κτίριον του ηλεκτρικού παρά την παραλία κατεστράφη τελείως. Ουρανομήκη σύννεφα σκόνης εσηκώθηκαν από τους βράχους που κατέρρεον, τα δε σύννεφα αυτά καθώς τα περνούσε η λάμψις του ηλεκτρικού, επηύξανον την τραγικότητα του θεάματος». ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[13] Έθνος, 24.4.1928.

[14] Έθνος, 24.4.1928.

[15] Έθνος, 23.4.1928.

[16] «Κόρινθον. Επί τόπου. Τελεία καταστροφή. Λουτράκι. Λήψις μέτρων. Καφαντάρης επιστροφήν άρρωστος», βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 23ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[17] Έθνος, 24.4.1928.

[18] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[19] Βραδυνή, 24,4,1928, ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[20] ΣΚΡΙΠ, 26.4.1928, δηλώσεις Παπαναστασίου για κυβερνητική ολιγωρία.

[21] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[22] ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[23] «Επίθεσις εφημερίδων της αντιπολιτεύσεως κατά Κυβερνήσεως διά Κόρινθον. Τι αηδία!» , βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 24ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[24] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[25] Ριζοσπάστης, 27.4.1928.

[26] ΕΜΠΡΟΣ, 27.4.1928.

[27] Έθνος, 25.4.1928.

[28] «Διαρκώς μικροί σεισμοί» , βλ. Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εγγραφή 27ης Απριλίου 1928, εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

[29] ΣΚΡΙΠ, 28.4.1928.

[30] Έθνος, 24.4.1928.

[31] ΣΚΡΙΠ, 24.4.1928.

[32] Βραδυνή, 24.4.1928.

[33] Έθνος, 25.4.1928.

[34] ΣΚΡΙΠ, 27.4.1928.

[35] Έθνος, 25.4.1928.

[36] Έθνος, 25.4.1928.

[37] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση από του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνό προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη με τα πεπραγμένα του ΑΟΣΚ αναφορικά με την ανοικοδόμηση της σεισμόπληκτης περιοχής και των σεισμοπαθών και την εκμετάλλευση του Λουτρακίου (30ης Απριλίου 1930).

[38] ΣΚΡΙΠ, 27.4.1928.

[39] Κούκουνας Δημοσθένης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2004, σελ. 30.

[40] Ελεύθερον Βήμα, 27.4.1928.

[41] Καθημερινή, 23.4.1928, άρθρο: Αναλγησία.

[42] Δασκαρόλης Ιωάννης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1923-1926), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019, σελ. 73.

[43] ΕΜΠΡΟΣ, 24.4.1928.

[44] Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 14ης Δεκεμβρίου 1928.

[45] Καθημερινή, 26.4.1928.

[46] Πολιτεία, 26.4.1928.

[47] Πολιτεία, 27.4.1928.

[48] Πολιτεία, 9.5.1928.

[49] Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκελος 1α (έγγραφο 5/1), ΙΚΚ, Επιστολή Δαμασκηνού προς Παναγή Τσαλδάρη 27ης Απριλίου 1928.

[50] Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, φάκελος 1α (έγγραφο 6/2), ΙΚΚ, Επιστολή Δαμασκηνού προς Παναγή Τσαλδάρη 13ης Ιουλίου 1928.

[51] Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 5ης Μαΐου 1928.

[52] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 283/98. Μουσείο Μπενάκη, Φάκελος Ανέγερσης Κορίνθου (1930).

[53] Ανάμεσά τους και ένας πίνακας με όλους τους σεισμοπαθείς της Κορίνθου ονομαστικά. Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 225/11-12. Μουσείο Μπενάκη, Πίνακας με τους σεισμοπαθείς ιδιοκτήτες της Κορίνθου.

[54] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 173/11. Μουσείο Μπενάκη, Σημείωμα Βενιζέλου για τον τρόπο ανοικοδόμησης της Κορίνθου.

[55] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 168/1. Μουσείο Μπενάκη, Πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Κορινθίας με την οποία αποφασίζει να συντάξει ευχαριστήριο ψήφισμα προς τον Ε. Βενιζέλο για το ενδιαφέρον του σχετικά με την αποκατάσταση των καταστροφών (2 Ιανουαρίου 1930).

[56] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 172/36. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του Φιλοπροοδευτικού Συνδέσμου Ο Απόλλων προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία τον ευχαριστεί για την μέριμνά του για την ανοικοδόμηση της Κορίνθου (31ης Δεκεμβρίου 1929).

[57] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 172/36. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του Τοπικού Εφόρου Κορίνθου, Γ. Βλάχου, προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία του προσφέρει τον τίτλο του επίτιμου μέλους του Α’ Συστήματος Προσκόπων Κορίνθου.2. (13ης Οκτωβρίου 1930).

[58] ΕΜΠΡΟΣ, 14.12.1928, Ριζοσπάστης, 14.12.1928.

[59] ΕΜΠΡΟΣ, 17.12.1928.

[60] ΦΕΚ 276/28-12-1928 («Περί ιδρύσεως Αυτόνομου Οργανισμού προς αποκατάστασιν των σεισμοπαθών της επαρχίας Κορίνθου»).

[61] Ό.π.

[62] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/16. Μουσείο Μπενάκη, Σημείωμα με ανάλυση οικονομικών στοιχείων για το έργο του Α.Ο.Σ.Κ. (10ης Μαΐου 1930).

[63] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνού προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη με τα πεπραγμένα του ΑΟΣΚ αναφορικά με την ανοικοδόμηση της σεισμόπληκτης περιοχής και των σεισμοπαθών και την εκμετάλλευση του Λουτρακίου (30ης Απριλίου 1930).

[64] ΠΔ 2-10-1931 (ΦΕΚ 375Α/29-10-1931) «Περί του Αντισεισμικού Οικοδομικού Κανονισμού της σεισμοπλήκτου περιοχής Κορίνθου-Λουτρακίου».

[65] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/14. Μουσείο Μπενάκη, Έκθεση του Μητροπολίτη Κορινθίας Δαμασκηνού προς τον υπουργό Οικονομίας Π. Βουρλούμη για τα οικονομικά μεγέθη της ανοικοδόμησης του ΑΟΣΚ (30ης Απριλίου 1930).

[66] Ό.π.

[67] Ό.π.

[68]Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/17. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή του προέδρου του Ο.Α.Σ.Κ. Μητροπολίτη Δαμασκηνού προς τον Ε. Βενιζέλο με την οποία του ζητά την άμεση οικονομική ενίσχυση του Οργανισμού και το διορισμό υπαλλήλου.

[69] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 192/13. Μουσείο Μπενάκη,  Επιστολή Ένωση Αστικής Ιδιοκτησίας Κορίνθου προς Βενιζέλο (20ης Νοεμβρίου 1930).

[70] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, φάκελος 135/45. Μουσείο Μπενάκη,  Ανακοίνωση υπουργείου Πρόνοιας για τους σεισμοπαθείς της Κορίνθου.

[71] Εστία, 5.1.1931. Άρθρο: Σεισμοφοβία. (Χρονογράφημα Παύλου Νιρβάνα).

[72] Εστία, 4.1.1931.

[73] Ημερήσιος Τύπος, 5.1.1931.

[74] Νόμος 5268, ΦΕΚ 277/14-8-1931.

[75] Αρχείο Ελευθέριου Βενιζέλου, Φάκελος 194/13. Μουσείο Μπενάκη, Επιστολή Α.Ο.Σ.Κ. προς Βενιζέλο (14ης Οκτωβρίου 1932),

[76] Ό.π.

 

 ΠΗΓΕΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αρχείο Παναγή Τσαλδάρη, Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή (ΙΚΚ).

Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Μουσείο Μπενάκη.

Εφημερίδες ΣΚΡΙΠ, Βραδυνή, ΕΜΠΡΟΣ, Ελεύθερον Βήμα, Έθνος, Εστία, Πολιτεία, Καθημερινή, Ημερήσιος Τύπος.

Δασκαρόλης Ιωάννης, Δημοκρατικά Τάγματα – Οι πραιτωριανοί της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (1923-1926), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2019.

Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση 5ης Μαΐου 1928 & 14ης Δεκεμβρίου 1928.

Κούκουνας Δημοσθένης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, εκδόσεις Μέτρον, Αθήνα 2004.

Μεταξάς Ιωάννης, Το προσωπικό του ημερολόγιο (τόμος Γ2), εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα χ.χ.

 

Σημ. συγγραφέα: Το άρθρο αυτό το έγραψα με αφορμή μια  διήμερη εκδρομή στο Λουτράκι με τους κουμπάρους μου στις 9/4/2016. Σε αυτούς είναι και αφιερωμένο…

 

Ελλάδα και Πολωνία στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου:Κατά κλαδο περιπτωσιολογική εξέταση της πολεμικής προπαρασκευής δυο ευρωπαϊκών κρατών του Μεσοπολέμου

Ελλάδα και Πολωνία στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου

Κατά κλαδο περιπτωσιολογική εξέταση της πολεμικής προπαρασκευής δυο ευρωπαϊκών κρατών του Μεσοπολέμου

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του Πολεμικού Μουσείου ένας συλλογικός τόμος με αντικείμενο την αντιπαραβολή της πολεμικής προπαρασκευής δυο κρατών, τα οποία θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως λειτουργούσαν με γνώμονα έναν κοινό παρονομαστή σε ζητήματα σχεδιασμού εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, αλλά και γενικότερης (αν)ασφάλειας και υπαρξιακής αγωνίας στο πλαίσιο της διαρκούς κλιμακούμενης διεθνούς έντασης κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1930. Πρόκειται για τις περιπτώσεις της Ελλάδας και της Πολωνίας, ένα case study, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να επεκταθεί με άλλους πρωταγωνιστές (Τσεχοσλοβακία, Βέλγιο, Κάτω Χώρες, Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία κλπ.) μέσα στην ίδια πάντοτε εκρηκτική συγκυρία.

Ο τόμος περιλαμβάνει τρία εκτενή άρθρα. Ένα πρώτο  είναι αμιγώς ελληνικού ενδιαφέροντος αλλά με έντονο πολωνικό άρωμα. Ένα δεύτερο αμιγώς πολωνικού. Μόνο το τρίτο (πρώτο κατά σειρά εμφάνισης) επιχειρεί μια συγκριτική προσέγγιση ανάμεσα στις δυο περιπτώσεις, ελληνική και πολωνική.

Στο πρώτο άρθρο (Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης) με τίτλο Εξοπλισμοί Πολωνίας-Ελλάδας και ο αγγλογαλλικός παράγοντας προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επιχειρείται μια συγκριτική προσέγγιση, από την οποία προκύπτουν περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές. Κινούμενος με χαρακτηριστική άνεση στην (όχι δεδομένα γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό) πολωνική πραγματικότητα, ο συγγραφέας, αφού σκιαγραφεί προηγουμένως την ιστορική διαδρομή του νεότευκτου Πολωνικού κράτους από γενέσεώς του (1918) έως το 1935, επικεντρώνει εν συνεχεία στην εξοπλιστική πολιτική της χώρας μέσα στο διαταραγμένο διεθνές γίγνεσθαι των ετών 1936-1939 σε επίπεδο επιτελικού σχεδιασμού, δομής και επιχειρησιακής ετοιμότητας των τριών όπλων, εξοπλισμών και εκσυγχρονισμού, τέλος, αναζήτησης και ανεύρεσης πόρων. Το όλο πρόγραμμα ανακόπηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1939 εξαιτίας της γερμανικής εισβολής. Ωστόσο, η έως τότε υλοποίησή του υπήρξε μάλλον απογοητευτική. Ο λόγος συνίστατο στο αγεφύρωτο χάσμα που υφίστατο ανάμεσα σε μεγαλεπήβολα σχέδια αφενός και περιορισμένες δυνατότητες αφετέρου, τα πάντα μέσα σε ένα σαθρό διεθνές στερέωμα. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις των τεθωρακισμένων (το 1939 η Πολωνία ήταν σε θέση να αντιτάξει μόλις 119 ελαφρά άρματα και τεθωρακισμένα σε ένα στόλο 2.600 αντιστοίχων γερμανικών, εκ των οποίων 440 περίπου σύγχρονης τεχνολογίας) της πολεμικής αεροπορίας (στα τέλη Ιουλίου 1939, λίγες ημέρες πριν από την εισβολή, εγκαταλείφθηκε λόγω συναλλαγματικών περιορισμών η παραγγελία 143 αεροσκαφών) και του πολεμικού ναυτικού (τον κρίσιμο Σεπτέμβριο η δύναμη των κυρίων μονάδων μάχης περιορίζονταν σε 4 αντιτορπιλικά και 5 υποβρύχια σε αντιδιαστολή με τον αρχικό προγραμματισμό, ο οποίος προέβλεπε την προμήθεια θωρηκτών, καταδρομικών και δεκάδων αντιτορπιλικών). Σημαντικότερη όλων πρέπει να θεωρηθεί η αποκρυπτογράφηση του γερμανικού συστήματος Enigma από Πολωνούς ειδικούς, χάρη στην ανακάλυψη των οποίων οι βρετανικές υπηρεσίες κατόρθωσαν εν συνεχεία καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου και μέσα σε απόλυτη μυστικότητα να διαβλέπουν κινήσεις και επιλογές του αντιπάλου.

Αντίστοιχη πορεία μέσα στο χρόνο ακολουθεί ο συγγραφέας και για την περίπτωση της Ελλάδας την ίδια εποχή. Μια χώρα, η οποία καλείτο να αντιμετωπίσει διπλή απειλή: βαλκανικών διαστάσεων από την αναθεωρητική Βουλγαρία και, από την άνοιξη του 1939 και κατόπιν, μεσογειακών διαστάσεων με προέλευση την Ιταλία και το αλβανικό ορμητήριο της τελευταίας. Ένα από τα κύρια διακριτικά γνωρίσματα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου αποτελεί η αντίφαση, η οποία διαπιστώνεται ανάμεσα στην εκφορά ενός φασιστικού λόγου και τη στρατηγική ένταξη της χώρας στο πλευρό των δημοκρατικών κρατών της Δύσης (Βρετανία, Γαλλία). Υπό αυτή την οπτική, η γαλλοβρετανική παρέμβαση στη εν γένει πολεμική προετοιμασία δεν πρέπει να εκπλήσσει, αν και με γνώμονα διμερή διακρατική συμφωνία με τη Γερμανία, κατά τα έτη 1936 και 1937 αγοράστηκαν οπλικά συστήματα με χρήση, από ελληνικής πλευράς, του πιστωτικού υπολοίπου (1,3 δισ. δραχμές), που οφειλόταν στην στη μαζική εξαγωγή καπνών προς τη Γερμανία. Πέραν όμως από την κάλυψη των εξοπλιστικών αναγκών σε συνάλλαγμα, υπήρξε πρόνοια προς την κατεύθυνση της εξεύρεσης επιπρόσθετων πόρων στο εσωτερικό με τη διενέργεια εράνων και δωρεών. Το άρθρο ολοκληρώνεται με μια άκρως εμπεριστατωμένη συγκριτική προσέγγιση της γαλλοβρετανικής εξοπλιστικής συνδρομής προς την Πολωνία και την Ελλάδα κατά τα έτη 1938-1939, ειδικότερα δε μετά την άνοιξη του 1939, οπότε, ως επακόλουθο της κατάληψης του συνόλου της Τσεχοσλοβακίας από τα ναζιστικά στρατεύματα, Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία προχώρησαν μονομερώς στην παροχή εγγυήσεων προς τις Πολωνία, Ρουμανία και Ελλάδα και στις δυτικές καγκελαρίες άρχισε να σκιαγραφείται η φρούδα προοπτική δημιουργίας ενός βαλκανικού μετώπου με τη επιπλέον συνδρομή της Γιουγκοσλαβίας, της Τουρκίας ακόμα και της ΕΣΣΔ, με στόχο την ανάσχεση της γερμανικής και ιταλικής επιρροής στο σύμπλεγμα Βαλκανίων – ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Με αφορμή, πάντοτε, το ζήτημα των εξοπλισμών, ο συγγραφέας επιχειρεί μια διεξοδική ανάλυση του διπλωματικού και στρατιωτικού πλαισίου, αναδεικνύοντας τις αποκλίνουσες προτεραιότητες μεταξύ Λονδίνου και Παρισιού, τις πολλαπλές αντιφάσεις και το χάσμα μεταξύ λόγου και πράξεων, που οδήγησε τελικά τον Σεπτέμβριο 1939 στην ουσιαστική εγκατάλειψη της Πολωνίας στη μοίρα της και στις αρχές του 1941 σε μια δονκιχωτική βρετανική στρατιωτική παρέμβαση στον ελλαδικό χώρο, εκ προοιμίου καταδικασμένη να μετεξελιχθεί σε πραγματική πανωλεθρία.

Polish Army Manoeuvres (1939) – British Pathé Film ID: 1021.16

Η Πολωνία βρίσκεται στο επίκεντρο και του δευτέρου άρθρου (Νίκος Χατζηϊωακείμ) με τίτλο: Η ναυτική υπόσταση της Β΄ Πολωνικής Δημοκρατίας και οι απειλές που αντιμετώπισε. Το πολιτικό και διπλωματικό υπόβαθρο της λεγομένης “Δεύτερης Πολωνικής Δημοκρατίας” (1918-1939) αναλύεται σε ένα χρήσιμο, για την κατανόηση των όσων έπονται, εισαγωγικό μέρος. Ακολουθούν, πάντοτε για την ίδια εικοσαετία, οι ναυτικοί σχεδιασμοί αλλά και οι γερμανικές και σοβιετικές σκέψεις για εξουδετέρωση του πολεμικού ναυτικού της χώρας.

Το πολεμικό ναυτικό της Β΄ Πολωνικής Δημοκρατίας χρονολογείται από τον Νοέμβριο του 1918. Τα πληρώματα στελέχωναν αξιωματικοί και ναύτες, οι οποίοι είχαν πολεμήσει στις τάξεις του ρωσικού, του γερμανικού  και του αυστροουγγρικού ναυτικού διαρκούντος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (η τριμερής αυτή προέλευση ίσχυε επίσης και για τον στρατό ξηράς). Αρχικά, η νεότευκτη δημοκρατία στερείτο πρόσβασης στη Βαλτική. Μόλις η τελευταία οριστικοποιήθηκε μέσω του περίφημου διαδρόμου του Δάντσιχ, τέθηκε σε ισχύ ένα φιλόδοξο (και εν πολλοίς εξωπραγματικό) πρόγραμμα ναυτικής ανασυγκρότησης σε όλα τα επίπεδα: προμήθεια μονάδων επιφανείας και υποβρυχίων, εκπαίδευση στελεχών, προοπτική εγχώριας ναυπήγησης, δημιουργία και ανάπτυξη ναυτικής αεροπορίας, παράκτια οχύρωση. Το άρθρο διεισδύει διεξοδικά σε όλους τους παραπάνω τομείς, συμπεριλαμβανομένης της παρεμβατικής πολιτικής της βρετανικής Ναυτικής Αποστολής και των επαφών της κυβέρνησης της Βαρσοβίας με το Παρίσι με την προοπτική διακοπής της συνεργασίας με τους Βρετανούς και αντικατάστασής τους από τους Γάλλους (οι τελευταίοι αναζητούσαν περιφερειακούς συμμάχους και εξαγωγικούς πελάτες για την πολεμική τους βιομηχανία). Τελικά, οι πολωνικές αρχές ενέκριναν ένα τετραετές πρόγραμμα ναυτικής ανασυγκρότησης, το οποίο, πέρα από την αναβάθμιση των υποδομών του λιμένα της Γδύνιας, περιλάμβανε τη ναυπήγηση εννέα υποβρυχίων. Οι Πολωνοί εξάρτησαν την επιλογή του αναδόχου από την εξασφάλιση δωρεάν εκπαίδευσης, παροχή πιστώσεων και εγγύηση προσφοράς βάσης για τα υποβρύχια σε περίπτωση απώλειας του ορμητηρίου της Γδύνιας. Ο τελευταίος όρος εκχωρούσε σαφές προβάδισμα στους Γάλλους χάρη στην υφιστάμενη διμερή συνθήκη συμμαχίας με την Πολωνία. Το άρθρο αναφέρεται αναλυτικά στις διαπραγματεύσεις με τους Γάλλους και στα διαφόρου φύσεως προβλήματα και δυσκολίες που προέκυψαν στην πορεία υλοποίησης του προγράμματος. Γεγονός πάντως είναι ότι ο γαλλικός παράγοντας μετεξελίχθηκε σε κομβική διάσταση χάρη στο πρόγραμμα ναυτικής ανασυγκρότησης. Ναυπηγήθηκαν 3 υποβρύχια, αγοράστηκαν 2 αντιτορπιλικά, η επέκταση των ναυτικών εγκαταστάσεων ανατέθηκε σε γαλλική κοινοπραξία, ενώ εξίσου ενεργό συμμετοχή είχαν οι Γάλλοι και στην ίδρυση και λειτουργία της Ακαδημίας Ναυτικών Δοκίμων. Την άνοιξη του 1932 η Βαρσοβία ανακοίνωσε τον τερματισμό της δραστηριότητας της γαλλικής Ναυτικής Αποστολής, έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι οι Γάλλοι εκμεταλλεύονταν ασύστολα την όλη κατάσταση από οικονομικής απόψεως, ενώ στρατηγικά η συμμαχία αποδεικνυόταν στην πράξη ετεροβαρής εις βάρος της Πολωνίας. Μεταξύ των ετών 1936 και 1939 δημοσιοποιήθηκαν εξωπραγματικές προθέσεις απόκτησης μεγάλου στόλου (2 θωρηκτά, βαριά καταδρομικά, δεκάδες αντιτορπιλικά, υποβρύχια, τορπιλάκατοι, ναρκαλιευτικά και βοηθητικά σκάφη). Ζητούμενο ήταν η συγκρότηση δύναμης ίσης με το 1/3 του γερμανικού πολεμικού στόλου. Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1939, κανενός από τα σκάφη που τελικά παραγγέλθηκαν δεν είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή.

Ο πρόεδρος της Πολωνικής Δημοκρατίας  Ignacy Mościcki (αριστερά) και ο ναύαρχος Józef Unrug, ανώτατος διοικητής του πολεμικού ναυτικού, στο κατάστρωμα της κανονιοφόρου ORP Mazur το 1937.

Εν συνεχεία, το κείμενο υπεισέρχεται σε θέματα ευρύτερου επιχειρησιακού σχεδιασμού (διοικητική διάρθρωση, αποστολές του στόλου θαλάσσης, προβλήματα ηγεσίας, παράκτια οχυρά, εμπορική ναυτιλία, δυνητικοί σύμμαχοι), καθώς με την πάροδο του χρόνου παρατηρείτο κάθετη αύξηση της διεθνούς έντασης και τα σύννεφα του πολέμου διακρίνονταν πυκνά στον ορίζοντα.Έπεται μια συνοπτική παρουσίαση της ναυτικής ισχύος των δυο κυριοτέρων αντιπάλων: της Γερμανίας και της ΕΣΣΔ. Πέραν, όμως, από την πολωνική οπτική, το κείμενο προσφέρει μια επιπρόσθετη, εξίσου άγνωστη στο ευρύ ελληνικό κοινό, διάσταση. Πρόκειται για το ναυτικό σκέλος της “Λευκής Υπόθεσης” (Fall Weiss), με άλλα λόγια της επιχείρησης εισβολής στην Πολωνία τον Σεπτέμβριο του 1939. Εσφαλμένα έχει δημιουργηθεί η αίσθηση πως το σύνολο των επιχειρήσεων έλαβαν χώρα στην ξηρά και στους αιθέρες. Υπάρχει και μια σημαντική ναυτική διάσταση (άλλωστε, τα πρώτα πυρά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου εξαπολύθηκαν τα χαράματα της 1ης Σεπτεμβρίου από μονάδες του γερμανικού πολεμικού ναυτικού σε βάρος του λιμένα του Δάντσιχ). Για πρώτη φορά στην ελληνική ιστοριογραφία προσφέρεται η δυνατότητα να παρακολουθήσουμε διεξοδικά τον γερμανικό ναυτικό σχεδιασμό ενόψει της εισβολής, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους και μετά, αλλά και τη διαφυγή πολωνικών υποβρυχίων και μονάδων επιφανείας σε σουηδικά, αρχικά, και βρετανικά, τελικά, λιμάνια από όπου συνέχισαν στο πλευρό των Συμμάχων τη δράση τους καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του υποβρυχίου ORP Orzel.

Τα πρώτα πυρά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το γερμανικό θωρηκτό Schleswig-Holstein βάλει κατά του λιμένα του Δάντσιχ τα χαράματα της 1ης Σεπτεμβρίου 1939.

The Extraordinary Voyage of the Polish Submarine Orzeł

Το τρίτο και τελευταίο άρθρο του τόμου (Ηλίας Καλύβας) με τίτλο: Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία στην Κρίση του Μεσοπολέμου. Η Περίπτωση Εξοπλισμού της με τα Πολωνικά Αεροπλάνα PZL P.24, εστιάζει στην εξέταση και παρουσίαση των συνθηκών που διαμόρφωσαν το εξοπλιστικό πρόγραμμα της Ελλάδας με αφορμή την απόκτηση του παραπάνω τύπου αεροσκαφών στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1930. Το άρθρο διαρθρώνεται σε τρία μέρη. Στο πρώτο από αυτά εξετάζονται τα επιδράσαντα επί της περιόδου φαινόμενα (οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, εξέλιξη της Πολεμικής Αεροπορίας, πολιτικές εξελίξεις και διεργασίες της εποχής, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στην εξελικτική διαδικασία της Αεροπορίας). Το δεύτερο μέρος είναι αφιερωμένο στο εξοπλιστικό πρόγραμμα της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας μέσα στη δεκαετία του 1930 (ίδρυση του Υπουργείου Αεροπορίας και ανεξαρτητοποίηση του όπλου, συνεξέταση και ερμηνεία του νέου θεσμού με την εν γένει πολιτική κατάσταση και αστάθεια της κρίσιμης αυτής δεκαετίας, ενέργειες και διαπραγματεύσεις για την απόκτηση των πολωνικών αεροσκαφών τύπου PZL P.24 και η σημαντική συνδρομή των τελευταίων στο πλαίσιο της διενέργειας του Ελληνοϊταλικού πολέμου. Το τρίτο και τελευταίο μέρος συγκροτείται από ένα παράρτημα εικόνων.

Αεροσκάφος τύπου PZL P. 24 της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Ειδικότερα με την προμήθεια του μονοθέσιου και μονοπτέρυγου καταδιωκτικού, που αποτελεί και τον συνδετικό κρίκο με την πολωνική διάσταση του τόμου,  πληροφορούμαστε ότι στις 9 Ιανουαρίου 1936 (επί υπηρεσιακής κυβέρνησης Κων/τίνου Δεμερτζή), πραγματοποιήθηκε επίδειξη στο αεροδρόμιο Τατοΐου ενώπιον της πολιτειακής, πολιτικής και στρατιωτικής  ηγεσίας της χώρας. Συγκεκριμένα, ο Πολωνός πιλότος πραγματοποίησε πτήσεις οριζόντιας και ανοδικής ταχύτητας, ακροβατικούς ελιγμούς. Έως τότε, η Αεροπορία είχε ενισχυθεί με γαλλικά και τσεχοσλοβακικά αεροσκάφη. Τον Απρίλιο του 1936 (υπηρεσιακή κυβέρνηση Μεταξά), με πρωτοβουλία του Υπουργείου Αεροπορίας συγκροτήθηκε ειδική επιτροπή για να περιοδεύσει σε ευρωπαϊκές χώρες με προηγμένη αεροπορική βιομηχανία. Απώτερος στόχος ήταν η επιλογή του κατάλληλου τύπου αεροπλάνου διώξεως.Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους αποφασίστηκε η προμήθεια 36 πολωνικών αεροπλάνων, εφοδιασμένων με γαλλικούς κινητήρες, υπό την προϋπόθεση πως θα επιτυγχάνονταν όροι πληρωμής με ανταλλαγή (ελληνοπολωνικό κλήρινγκ), εξασφαλίζοντας το ελληνικό δημόσιο. Ωστόσο, η ανταλλαγή καπνών ως εξόφληση και η υπό του οίκου PZL ανάληψη της προμήθειας των κινητήρων επιβάρυναν το ελληνικό δημόσιο με τα έξοδα της ανταλλαγής και εκείνα της αποστολής και διαμονής στη Γαλλία Πολωνών ειδικών, επιφορτισμένων με την παραλαβή των κινητήρων. Κατά τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης, η πολωνική πλευρά είχε ζητήσει προκαταβολή ύψους 30% επί του συνολικού κόστους. Με την αύξηση της παραγγελίας από 24 σε 36 αεροσκάφη αιτήθηκε προκαταβολή 50%, για να συμβιβαστεί τελικά στο 40%, πληρωτέο τον Απρίλιο του 1937, λίγο πριν την παραλαβή των αεροσκαφών. Η ελληνική πλευρά διεκδίκησε και πέτυχε την ελεύθερη μετασκευή στην Ελλάδα οποιουδήποτε αριθμού ανταλλακτικών. Το τελικό κόστος του PZL ανήλθε στα 4.357.594 δρχ., πλήρες και με όλες τις επιβαρύνσεις. Στο πλαίσιο του προγράμματος τυποποίησης (καθώς για λόγους πολιτικούς, διπλωματικούς και οικονομικούς η Ελλάδα ήταν αναγκασμένη να προμηθεύεται αεροπλάνα από διάφορες χώρες), τα PZL εξοπλίστηκαν με γερμανικούς ασύρματους, αμερικανικό σύστημα οξυγόνου, τσεχοσλοβακικά και βρετανικά πολυβόλα.

PZL P 24 με τα διακριτικά της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας.

Με τα παραληφθέντα PZL P 24 εξοπλίστηκαν οι τρεις Μοίρες Διώξεως, οι οποίες υπάγονταν στη Διοίκηση Αεροπορίας Διώξεως. Πρόκειται για τις υπ αρ. 21, 22 και 23 με αντίστοιχες έδρες τα Τρίκαλα, τη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα. Στο πλαίσιο διεξαγωγής του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, η απόδοση των PZL υπήρξε εξαιρετική, καθώς κλήθηκαν να σηκώσουν ουσιαστικά το κύριο βάρος των εναερίων μαχών. Μοναδικό μειονέκτημα αποδείχθηκε στην πράξη ο περιορισμένος επιχειρησιακός χρόνος (30΄-35΄) υπέρθεν του μετώπου από τη στιγμή που ο συνολικός χρόνος πτήσης ήταν 60΄ κατά μέσο όρο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ανθυποσμηναγού Μαρίνου Μητραλέξη, ο οποίος, στις 2 Νοεμβρίου 1940, με αεροσκάφος PZL αφού εξάντλησε τα πυρομαχικά του καταρρίπτοντας ένα αντίπαλο ιταλικό, εμβόλισε με την έλικά του το ουραίο πηδάλιο ενός δεύτερου, το οποίο ως εκ τούτου εισήλθε σε περιδίνηση και συνετρίβη στο έδαφος. Εν συνεχεία, ο Μητραλέξης πραγματοποίησε αναγκαστική προσγείωση και συνέλαβε, με τη βοήθεια κατοίκων της περιοχής, τα διασωθέντα μέλη του πληρώματος.

Μαρίνος Μητραλέξης 

 

Το ανδραγάθημα του Μαρίνου Μητραλέξη σε γραμματόσημο του 1968.

Εν κατακλείδι, η έκδοση του Πολεμικού Μουσείου προσφέρει σημαντικές (άγνωστες ως επί το πλείστον) πτυχές της πολεμικής προπαρασκευής δυο κρατών με κοινά χαρακτηριστικά, χάρη στην αντιπαραβολή ανάμεσα στις περιπτώσεις Πολωνίας και Ελλάδας. Η ουσιαστική συνεισφορά στην ελληνική ιστοριογραφία οφείλεται, όπως είναι επόμενο, στην παρουσίαση και ανάλυση της πολωνικής διάστασης. Εκείνη είναι που κατέχει, αναμφίβολα τα σκήπτρα. Η αντίστοιχη ελληνική, αν και υπεισέρχεται συχνά στο κείμενο (ειδικότερα στο πρώτο και τρίτο άρθρο) θεωρείται εκ προοιμίου γνωστή. Η αξία της έκδοσης συνίσταται στο ό,τι και στις τρεις περιπτώσεις οι συγγραφείς δεν περιχαρακώθηκαν πίσω από την εύκολη λύση μιας μονομερούς ελληνοκεντρικής θεώρησης, αλλά αντέστρεψαν συνειδητά την προοπτική, προσφέροντας στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα πρωτότυπο αποτέλεσμα με γνώμονα όλους τους κανόνες της επιστημονικής δεοντολογίας. Εδώ ακριβώς συνίσταται και η πολύτιμη συμβολή τους στην ήδη υπάρχουσα ελληνόγλωσση ιστοριογραφία.

 

Γιάννης Μουρέλος

Ομότιμος Καθηγητής Τμήματος Ιστορίας

 και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ

Dušan T. Bataković: Η Γενοκτονία εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους (1941 – 1945)

Dušan T. Bataković

Η Γενοκτονία εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους
(1941 – 1945)

 

Η επίσημη ανακήρυξη του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους (Nezavisna Država Hrvatska – NDH), υπό την προστασία του Γ΄ Ράιχ, πραγματοποιήθηκε στις 10 Απριλίου 1941 στο Ζάγκρεμπ, τέσσερις ημέρες έπειτα από την επίθεση του Hitler κατά του Βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας και μια εβδομάδα πριν από τη συνθηκολόγηση του τελευταίου. Η ανακήρυξη του NDH ενισχύθηκε και από την άφιξη των γερμανικών προφυλακών. Η ανάγνωση του σχετικού κειμένου έγινε μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού του Ζάγκρεμπ από τον Slavko Kvaternik, πρώην αξιωματικό του αυστροουγγρικού στρατού, εξ ονόματος του Ante Pavelić, αρχηγού των Ούστασε (Ustaša – Hrvatski revolucionarni pokret) – επρόκειτο για τους Κροάτες φασίστες- ο οποίος τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή βρισκόταν στη Φλωρεντία. Αμέσως κατόπιν διαβάστηκε και το διάγγελμα του Δρ. Vladko Maček, προέδρου του Κροατικού Αγροτικού Κόμματος και αντιπροέδρου της βασιλικής γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης, σύμφωνα με το οποίο ζητούσε από τον κόσμο να επιδείξει σεβασμό προς τις νέες αρχές. Στο μεταξύ, ο Mussolini έδωσε εντολές, προκειμένου ο Pavelić και οι περίπου 250 Ούστασε, οι οποίοι είχαν παραμείνει στην Ιταλία υπό την προστασία του, να μεταφερθούν στην Κροατία. Ως αντάλλαγμα ζήτησε την διαβεβαίωση ότι η Δαλματία θα εκχωρείτο στην Ιταλία.

Στις 15 Απριλίου ο Pavelić αφίχθη στο Ζάγκρεμπ και ανέλαβε την εξουσία. Με γνώμονα τις διατάξεις του Συμφώνου της Ρώμης της 18ης Μαΐου 1941 “Περί εγγυήσεων και συνεργασίας ανάμεσα στα Βασίλεια της Κροατίας και της Ιταλίας”, το Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος είχε καταστεί προτεκτοράτο της Ιταλίας. Το στέμμα του βασιλέα Zvonimir (1075-1089) προσφέρθηκε στον δούκα του Σπολέτο του οίκου της Σαβοΐας. Η στέψη επρόκειτο να λάβει χώρα στη Μπάνια Λούκα, την πόλη, την οποία ο Pavelić είχε επιλέξει ως πρωτεύουσα του NDH. Ωστόσο, ο δούκας του Σπολέτο, που επρόκειτο να βασιλεύσει ως Tomislav Β΄, αρνήθηκε την προσφορά. Η πραγματική εξουσία στο Ζάγκρεμπ ασκείτο από τον στρατιωτικό απεσταλμένο του Ράιχ, τον στρατηγό Edmund Glaise von Horstenau, πρώην αξιωματικό του αυστροουγγρικού στρατού. Παρά τη συμφωνία ανάμεσα στους Hitler και Mussolini, το νεότευκτο κράτος θα υπαγόταν στην ιταλική σφαίρα επιρροής. Σύμφωνα πάντοτε με το παραπάνω σύμφωνο, το NDH θα αποτελείτο από τις ακόλουθες επαρχίες: Κροατία, Σλοβενία, τμήμα της Δαλματίας από το Σπλιτ έως το Ντουμπρόβνικ καθώς και τρία νησιά της Αδριατικής. Στις 23 Απριλίου 1941, ο γερμανικός στρατός παραχώρησε στο νέο κράτος ολόκληρη τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, προσθέτοντας το Σρεμ και το νοτιοδυτικό τμήμα της Βοϊβοντίνας μέχρι την κωμόπολη Ζέμουν, που μόνο ο ποταμός Σάβας χώριζε από την πρωτεύουσα της Σερβίας, το Βελιγράδι.¹

Χάρτης του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους.

Σύμφωνα με κροατική στατιστική του 1941, η εθνολογική σύνθεση του κράτους είχε ως εξής:

 Κροάτες                 3.069.000       50.78%
Σέρβοι                    1.847.000       30,56%
Μουσουλμάνοι         717.000       11,86%
Άλλες εθνότητες      410.000       6,80% ²

Το μεγάλο πρόβλημα για τις νέες αρχές ήταν το ψηλό ποσοστό των Σέρβων. Σύμφωνα με την απογραφή του 1931, οι Σέρβοι πλειοψηφούσαν οριακά στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (44,3%) και υπερτερούσαν αδιαμφισβήτητα στην περιοχή της Κράινας (σερβικός θύλακας εντός του κροατικού εδάφους) καθώς και στην περιοχή του Σρεμ, όπου εκπροσωπούνταν με ποσοστό ανώτερο του 50%. Στην πραγματικότητα, όμως, τα πληθυσμιακά δεδομένα υπέρ των τελευταίων ήταν ανώτερα από εκείνα που δημοσιοποιούνταν μέσω των επίσημων στατιστικών. Μέσα στα γεωγραφικά όρια του μελλοντικού NDH, το 1921 κατοικούσαν 1.570.000 Σέρβοι ορθόδοξοι. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1931, ο συνολικός αριθμός είχε ανέλθει στους 1.850.000. Με έναν μέσο όρο ετήσιας αύξησης της τάξεως του 1,8%, το 1941 λογικά έπρεπε να κατοικούν στην περιοχή 2.180.000 Σέρβοι, σύμφωνα δε με ορισμένες άλλες εκτιμήσεις, ο αριθμός ξεπερνούσε τα 2.200.000.³

Στις 7 Ιουνίου 1941, στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνάντησης, ο Hitler είχε συμβουλέψει τον Pavelić να επιλύσει το πρόβλημα των εντός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους Σέρβων με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον οποίο ο ίδιος είχε χειριστεί το ζήτημα των Πολωνών, οι οποίοι ζούσαν στις παρυφές των ανατολικών συνόρων του Γ΄ Ράιχ. Ο Pavelić δήλωνε και εκείνος οπαδός της θεωρίας περί φυλετικής ανωτερότητας. Μάλιστα, διέθετε πρότυπα για την επίλυση των προβλημάτων που πήγαζαν από τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων, αποφασισμένος να τα εφαρμόσει στη χώρα του. Μέχρι την αναχώρησή του, το 1929, από την Γιουγκοσλαβία, ήταν μέλος του Κροατικού Κόμματος Δικαιοσύνης (Hrvatska stranka prava).

Ο Hitler υποδέχεται τον Pavelić στο Μπερχτεσγκάντεν στις 7 Ιουνίου 1941.

Εμφανιζόταν ως θεματοφύλακας της θεωρίας του Ante Starčević (1823-1896), ιδρυτή και κορυφαίου ιδεολόγου του συγκεκριμένου κόμματος. Σε αντίθεση με την κίνηση προσέγγισης μεταξύ Σέρβων και Κροατών, ο Starčević αμφισβητούσε την ίδια την ύπαρξη της σερβικής εθνότητας εντός της Κροατίας. Την θεωρούσε ως “εισβολέα” κάνοντας χρήση υποτιμητικών χαρακτηρισμών όπως “ράτσα σκύλων αλητών”. Η ιδεολογία αυτή ενσωματώθηκε από τον Pavelić στις Αρχές του Κινήματος Ούστασε, μόλις δε ο τελευταίος ανέλαβε την εξουσία φρόντισε να δημοσιεύσει με κάθε επισημότητα τα έργα του μέντορά του.⁴ Τα Χριστούγεννα του 1941, ο καθολικός αρχιεπίσκοπος του Σαράγεβου Ivan Sarić συνέθεσε μια Ωδή προς τον Poglavnik (= Αρχηγό κατά το πρότυπο του Φύρερ και του Ντούτσε), μέσα στην οποία συμπεριέλαβε την ακόλουθη στροφή: “O Ante Starčević υπήρξε εκείνος που σε ενέπνευσε/ Εκείνος υπήρξε το ίνδαλμά σου”.⁵

Οι Ούστασε, αντλώντας στοιχεία από τα κείμενα του Starčević, υιοθέτησαν την άποψη ότι οι Μουσουλμάνοι της Βοσνίας αποτελούσαν την πλέον αυθεντική έκφανση του κροατικού έθνους: “Ανήκουν στην κροατική φυλή, αποτελούν την παλαιότερη και περισσότερο ανόθευτη αριστοκρατία που γνώρισε ποτέ η Ευρώπη”.⁶ Ο υπουργός Jozo Dumančić, σε λόγο, τον οποίον εκφώνησε στις 25 Μαΐου στην πρωτεύουσα Μπάνια Λούκα, επισήμανε πως: “Ο Αρχηγός μας τρέφει για τους Μουσουλμάνους αδελφούς μας τα ίδια ακριβώς αισθήματα αγάπης που έτρεφε γι’ αυτούς παλαιότερα ο Starčević”.⁷ Μέρος της πολιτικής ηγεσίας των τελευταίων (Osman και Džafer Kulenović) εισήλθε στην κυβέρνηση των Ούστασε. Σημαντικός αριθμός Μουσουλμάνων της Βοσνίας οργανώθηκε στους κόλπους της Μεραρχίας SS Handžar, η οποία προέβη σε σειρά εκτεταμένων εγκλημάτων σε βάρος του σερβικού πληθυσμού της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Παρά ταύτα, ένα άλλο τμήμα της ηγεσίας των Μουσουλμάνων τήρησε αποστάσεις από το νέο καθεστώς από την πρώτη κιόλας στιγμή, καταδικάζοντας τα εγκλήματα κατά των Σέρβων και των Εβραίων και καταγγέλλοντας όσους συμμετείχαν ενεργά σε αυτά.⁸

Ο Μέγας Μουφτής της Ιερουσαλήμ Haj Amin al-Hussein, απευθύνει ναζιστικό χαιρετισμό σε τιμητικό άγημα εθελοντών της Μεραρχίας SS Handžar, τον Νοέμβριο του 1943.

 

Η πυραμίδα των φυλετικών διακρίσεων

Αμέσως έπειτα από την ανάληψη της εξουσίας, το καθεστώς Ούστασε εξήγγειλε τους κανόνες φυλετικής διάκρισης. Στις 30 Απριλίου 1941 εκδόθηκαν: 1) Ο νόμος περί φυλετικής προέλευσης και 2) ο νόμος περί προστασίας του άριου αίματος και της τιμής του κροατικού έθνους. Στα παραπάνω κείμενα προσδιοριζόταν η ρητή απαγόρευση τέλεσης γάμου μεταξύ των Εβραίων, αλλά και μεταξύ ατόμων, των οποίων η καταγωγή δεν προερχόταν από την Αρία φυλή. Η ίδια απαγόρευση ίσχυε και για τους ανήκοντες στην Αρία φυλή, οι οποίοι, ωστόσο, καταμετρούσαν Εβραίους ή ανήκοντες σε άλλη φυλή προγόνους μέχρι τη δεύτερη γενιά.⁹ Σε ό,τι αφορούσε τους Σέρβους, στις 3 Μαΐου θεσπίστηκε νόμος, ο οποίος προέβλεπε την μεταπήδηση από το ένα δόγμα στο άλλο. Επρόκειτο για το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση του βίαιου προσηλυτισμού των Σέρβων στην καθολική θρησκεία. Ο νόμος περί προστασίας του έθνους και του κράτους (17 Απριλίου 1941) προσέβλεπε στην ίδρυση ειδικών εθνικών δικαστηρίων. Ιδού η μαρτυρία του Κροάτη δημοσιογράφου Sime Balen αναφορικά με τη λειτουργία των παραπάνω δικαστηρίων: “Αρκούσε μια απλή καταγγελία σε βάρος ενός Εβραίου ή ενός Σέρβου καταστηματάρχη, προκειμένου αυτός να κατηγορηθεί για δολιοφθορά, να συρθεί ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο χωρίς χρονοτριβή τον καταδίκαζε ως ένοχο εσχάτης προδοσίας και τον εκτελούσε. Όσο για τον Ούστασε, ο οποίος τον είχε καταγγείλει, το κατάστημα περιερχόταν σε αυτόν”.¹º Σύντομα τέθηκαν σε λειτουργία και έκτακτα στρατοδικεία, κύρια θύματα των οποίων υπήρξαν Σέρβοι και Εβραίοι.¹¹

Με το που έφτασε στο Ζάγκρεμπ, ο Pavelić, αναφερόμενος στη δολοφονία του βασιλέα Αλέξανδρου της Γιουγκοσλαβίας το 1934 στη Μασσαλία δήλωσε χαρακτηριστικά: “Έκοψα το δέντρο. Σε εσάς εναπόκειται τώρα να πράξετε το ίδιο με τα κλαδιά του (τον σερβικό λαό)”. Την επομένη του λόγου του της 21ης Μαΐου, όπου εξέθεσε το πρόγραμμά του για την “νέα Κροατία”, οι πλησιέστεροι συνεργάτες του, οι υπουργοί και οι ιθύνοντες του καθεστώτος ανέπτυξαν τις θέσεις του Αρχηγού σχετικά με το ζήτημα των Σέρβων. Ο υπουργός Εξωτερικών του NDH Milovan Žanić δήλωσε: “Ούστασε! Μιλώ ξεκάθαρα, αυτό το κράτος, η πατρίδα μας, πρέπει να είναι κροατικό και να μην ανήκει σε κανέναν άλλο. Για το λόγο αυτό, όσοι ήρθαν εδώ, οφείλουν να φύγουν. Τα τεκταινόμενα ανά τους αιώνες και ειδικότερα κατά τα είκοσι τελευταία χρόνια (η διάρκεια του βασιλείου της Γιουγκοσλαβίας), απέδειξαν ότι αποκλείεται κάθε είδους συμβιβασμός. Το μέρος αυτό πρέπει να είναι η γη των Κροατών και κανενός άλλου. Για εμάς τους Ούστασε, δεν υπάρχει άλλη προσφερόμενη μέθοδος προκειμένου η γη αυτή να παραμείνει κροατική από το να την απαλλάξουμε από τους Σέρβους, οι οποίοι μας έθεσαν σε κίνδυνο εδώ και αιώνες ολόκληρους και που συνεχίζουν να μας εκθέτουν ευκαιρίας δοθείσης. Δεν πρόκειται για κανένα μυστικό. Πρόκειται για την πολιτική αυτού του κράτους. Μόλις την ολοκληρώσουμε, θα έχουμε πραγματοποιήσει όσα ανταποκρίνονται στις αρχές μας”.¹² Συνέχισε δε απειλώντας: “Ο κροατικός λαός οφείλει να εξαγνιστεί από όλα τα στοιχεία εκείνα, τα οποία αντιπροσωπεύουν τη δυστυχία του, που είναι ξένα προς αυτόν και που επί αιώνες τον είχαν σπρώξει από το ένα κακό στο άλλο. Πρόκειται για τους Εβραίους και για τους Σέρβους”.¹³

Ο υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού Mile Budak, σε δικό του λόγο που εκφώνησε στο Σλαβόνσκι Μπροντ, υποστήριξε ότι: “Έχουμε όχι μόνο δικαίωμα αλλά και χρέος να απαιτήσουμε από τον εδώ ορθόδοξο πληθυσμό να καταλάβει ποιος ακριβώς είναι και να πορευτεί δεόντως. Για τον λόγο αυτό μπορούμε να λέμε: εάν κάποιος είναι Σέρβος, υπάρχει και η Σερβία. Εκεί βρίσκεται η πατρίδα του.”¹⁴ Στο Γκόσπιτς, εκφράστηκε ενώπιον του Μεγάλου Κοινοβουλίου των Ούστασε, όπου εξέθεσε με μεγάλη ευκρίνεια τον τρόπο, με τον οποίο επρόκειτο να ενεργοποιηθεί η “τελική λύση” του ζητήματος των Σέρβων: “Θα εξοντώσουμε ένα μέρος του σερβικού πληθυσμού, θα εκτοπίσουμε ένα άλλο και θα προσηλυτίσουμε τους εναπομείναντες στον καθολικισμό μετατρέποντάς τους σε Κροάτες.”¹⁵

Από την πρώτη στιγμή, οι Σέρβοι υπέστησαν τα πάνδεινα. Απαγορεύτηκε η χρήση του κυριλλικού αλφαβήτου, η όποια αναφορά στην σερβορθόδοξη θρησκεία, η μετακίνηση στη διάρκεια της νύκτας. Όλοι οι Σέρβοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε αστικές συνοικίες των πόλεων, εκδιώχθηκαν από τις οικίες τους. Γενικότερα, οι Σέρβοι, όπως και οι Εβραίοι, ήταν αναγκασμένοι να φέρουν στο πίσω μέρος του ενδύματός τους μια λωρίδα κυανού χρώματος με το κεφαλαίο αρχικό “P” (Pravoslavni – ορθόδοξος). Σχεδόν αμέσως ακολούθησαν μαζικές συλλήψεις και λίγο αργότερα μαζικές εκτελέσεις.¹⁶

Προπαγανδιστική αφίσα με αντισημιτικό περιεχόμενο
Προκήρυξη, η οποία καλεί Σέρβους και Εβραίους να παραδώσουν τον οπλισμό τους.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι ομαδικές εκτελέσεις

H ιστορικός Filektra Jelić-Butić από την Κροατία, κάνοντας χρήση αυθεντικού υλικού, προερχομένου από τους Ούστασε, αποκατέστησε τη χρονολογία των διώξεων εις βάρος των Σέρβων κατά τους πρώτους μήνες ζωής του NDH. Εκτός από τον εγκλεισμό ολοένα και περισσότερων ατόμων στα στρατόπεδα, όπου άρχισαν να λαμβάνουν χώρα ομαδικές εκτελέσεις, παρατηρήθηκαν φαινόμενα σφαγών και μέσα σε ορισμένες κατοικημένες περιοχές. Μεταξύ 27 και 28 Απριλίου 1941, στο χωριό Γκούντοβατς, πλησίον του Μπγιέλοβαρ, οι Ούστασε εκτέλεσαν 184 Σέρβους χωρικούς. Στο Μπλαγκάζ, στην ευρύτερη περιοχή του Κόρντουν, αφού κάλεσαν τους Σέρβους των γύρω οικισμών να συγκεντρωθούν σε εκείνο το σημείο, σκότωσαν περί τα 250 άτομα, τα οποία είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμα. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 11 και 12 Μαΐου, 300 περίπου Σέρβοι σφαγιάστηκαν στη Γκλίνα. Κατά τον μήνα Ιούνιο, σημειώθηκαν εκτελέσεις ευρύτερης κλίμακας στην Ερζεγοβίνη. Στα προάστια της κωμόπολης Λιουμπίνιε, στις 2 Ιουνίου, πραγματοποιήθηκε ομαδική σφαγή 140 περίπου Σέρβων. Τρεις ημέρες αργότερα, οι Ούστασε εξολόθρευσαν 180 κατοίκους του χωριού Κορίτα, πλησίον του Γκάτσκο. Στις 23 του ιδίου μήνα, πάντοτε στην παραπάνω περιοχή, 240 συνολικά άνδρες, γυναίκες και παιδιά βρήκαν τον θάνατο. Στις 25, σε χωριά της περιοχής του Στόλατς, σφαγιάστηκαν 260 άνδρες. Στις 30, στο Λιουμπούσκο, περί τους 90 Σέρβοι, οι οποίοι είχαν μεταφερθεί εκεί εκτελέστηκαν. Τον Ιούνιο πάντοτε, έλαβε χώρα και η εξόντωση των Σέρβων της βορείου Δαλματίας. Οι σφαγές ξεκίνησαν με ομαδικό εγκλεισμό στις περιοχές Ντρνις και Κνιν. Γύρω στους 60 χωρικοί φυλακίστηκαν στο κάστρο του Κνιν, όπου εκτελέστηκαν. Ανάλογη μοίρα επιφυλάχθηκε σε μια ομάδα 50 ατόμων κατά μήκος του οδικού άξονα μεταξύ Κνιν και Γκράκατς. Τη νύκτα της 19ης προς 20ή Ιουνίου συνελήφθησαν 76 Σέρβοι του Κνιν και Κνίνσκο-Πόλιε και τουφεκίστηκαν κοντά στην Προμίνα. Σε πολλά χωριά του τριγώνου Βρλίκα-Ντρνις-Προμίνα 250 χωρικοί, μεταξύ των οποίων μεγάλος αριθμός γυναικών και παιδιών, βρήκαν τραγικό θάνατο. Σε τέσσερα χωριά πέριξ του Κνιν, 70 Σέρβοι είχαν εκτελεστεί πριν τις 12 Ιουλίου. Ανάλογη τύχη είχαν άλλα 90 άτομα του χωριού Προσόϊ, αφού προηγουμένως συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν.¹⁷

Οι ομαδικές σφαγές συνεχίστηκαν στη διάρκεια του θέρους του 1941. Τον Ιούλιο – σύμφωνα πάντοτε με την Jelić-Butić – οργανώθηκε σειρά ολόκληρη ανάλογων εκτρόπων, η οποία κορυφώθηκε στο τέλος του μήνα. Η συγκυρία συμπίπτει με εκείνη της ένοπλης εξέγερσης κατά των αρχών τόσο στην Κροατία όσο και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Την 1η Ιουλίου, εκτελέστηκαν πλησίον του Γκράκατς περί τους 300 άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Στις 24 και 25 Ιουλίου, οι Ούστασε σφαγίασαν γύρω στα 1.200 άτομα. Ανάλογα περιστατικά σημειώθηκαν στο Πρίγιεμποζ την εβδομάδα μεταξύ 20 και 27 Ιουλίου. Τη νύκτα της 27ης προς 28η του ιδίου μήνα 80 άνδρες φυλακίστηκαν και εκτελέστηκαν στο Πριμίσλιε. Την επομένη, 28 Ιουλίου, ανάλογη τύχη είχαν περί τους 180 Σέρβοι κοντά στο Βόγνιτς. Την ίδια ημέρα εκτελέστηκαν 50 άνδρες και γυναίκες του χωριού Πολάτσε, πλησίον του Κνιν. Στις 29, έλαβε χώρα η μεγάλη σφαγή πολλών εκατοντάδων Σέρβων στην εκκλησία της Γκλίνα. Ταυτόχρονα σημειώθηκαν ανάλογα έκτροπα με 500 περίπου θύματα στο Γκράκατς και την ευρύτερη περιοχή. Οι μεγαλύτερες σφαγές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν επί του βοσνιακού εδάφους έλαβαν χώρα στο δυτικό τμήμα στο τέλος του μήνα. Υπολογίζεται πως τότε εκτελέστηκαν γύρω στους 20.000 Σέρβοι στις περιφέρειες Μπίχατς, Μποζάνσκα Κρούπα και Καζίν, από 6.000 σε εκείνες του Σάνσκι Μοστ, Πρίγιεντορ και Μποζάνσκι Μπροντ. Οι Ούστασε σκότωσαν περί τα 250 άτομα, κατοίκους των σερβικών χωριών του Ντούβνο. Στις 29 Ιουλίου ξεκίνησε γύρος μαζικών εκκαθαρίσεων στην περιοχή του Λίβνο, όπου κατά τους αμέσως επόμενους μήνες καταμετρήθηκαν άνω των 1.000 θύματα.¹⁸ Στα χωριά Πρεμπίλοβσι και Σουρμάνσι της Ερζεγοβίνης εκτελέστηκαν 559 Σέρβοι, ως επί το πλείστον ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά. Οδηγήθηκαν στο χείλος ενός γκρεμού, όπου σφαγιάστηκαν, οι δε σοροί τους ρίχτηκαν από τον γκρεμό. Οι θηριωδίες συμπεριέλαβαν και την περιοχή του Σρεμ. Έπειτα από τις σφαγές του 1941, ένα έτος αργότερα, στις 12 Αυγούστου 1942, εκτελέστηκαν 60 άτομα στη Ρούμα και στις 25 Αυγούστου άλλα 140 στο Βούκοβαρ.¹⁹

Το εύρος και η συχνότητα των θηριωδιών εξέπληξαν ακόμη και τους διαπιστευμένους στο Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος διπλωματικούς αντιπροσώπους της Ιταλίας και της Γερμανίας. Στις 28 Ιουνίου, ο Glaise von Horstenau σημείωνε πως “σύμφωνα με αξιόπιστες εκθέσεις προερχόμενες από μεγάλο αριθμό Γερμανών παρατηρητών, κατά τις τελευταίες ημέρες τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο οι Ούστασε έχουν κυριολεκτικά παραφρονήσει”.²º Στις αρχές του μηνός Ιουλίου, ο στρατηγός von Horstenau πάντοτε δήλωνε έκπληκτος ότι “οι Κροάτες έχουν απελάσει από το Ζάγκρεμπ όλους τους Σέρβους διανοούμενους”. Στις 10 του ιδίου μήνα έκανε λόγο περί “απολύτως απάνθρωπης μεταχείρισης σε βάρος του σερβικού πληθυσμού της Κροατίας”. Ταυτόχρονα, περιέγραφε και την ενόχληση των Γερμανών, οι οποίοι παρά τα έξι συντάγματα πεζικού που διατηρούσαν επιτόπου, δεν μπορούσαν να πράξουν κάτι διαφορετικό από το να είναι απλοί μάρτυρες “της τυφλής και αιμοσταγούς οργής των Ούστασε”.²¹

Ο Ιταλός συνταγματάρχης Umberto Salvatore σημείωνε την 1η Αυγούστου 1941 ότι “το Γκράκατς θύμιζε την κόλαση του Δάντη. Ακούγονταν συνεχώς πυροβολισμοί, γυναίκες και παιδιά ούρλιαζαν, ενώ παντού περιφέρονταν ένστολοι Ούστασε, προκλητικοί και αλαζόνες, με πρόσωπα δημίων”.²² Αναλυτικές πληροφορίες των ιταλικών στρατιωτικών αρχών κάνουν λόγο για μεγάλο αριθμό θυμάτων το 1941. Σε ένα υπόμνημα με τίτλο Τεκμήρια σχετικά με τις παράνομες και βίαιες πράξεις των Ούστασε σε βάρος του γιουγκοσλαβικού πληθυσμού, αναφέρονται 141 περιπτώσεις ομαδικών σφαγών, συνοδευόμενες από αναλυτική ονομαστική κατάσταση 46.286 νεκρών. Γενικότερα για το χρονικό διάστημα μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου 1941 ο συνολικός αριθμός των θυμάτων – οι περισσότεροι Σέρβοι – ξεπερνά τις 80.000.²³

Τεκμήρια ομαδικών εκτελέσεων προερχόμενα από το περιφερειακό αρχείο της Βοϊβοντίνας (Νόβι Σαντ).

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης

Ήδη από το καλοκαίρι του 1941 δημιουργήθηκαν στρατόπεδα προσωρινού εγκλεισμού, τα οποία, μιμούμενα το ναζιστικό πρότυπο, μετεξελίχθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα μεγαλύτερα “στρατόπεδα του θανάτου” βρίσκονταν στο Γιασένοβατς, στο Γιάντοβνο, στη Στάρα Γκράντισκα και στο Γιαστρέμπαρσκο. Η Filektra Jelić-Butić επισημαίνει πως τα κυριότερα από αυτά ήταν το πρώτο και το τελευταίο από τα προαναφερθέντα. Το στρατόπεδο του Γιασένοβατς είδε το φως της ημέρας στη διάρκεια του καλοκαιριού, οπότε οι Ούστασε άρχισαν να συγκεντρώνουν εκεί ομάδες Σέρβων και Εβραίων (στρατόπεδο αρ.1). Η συνεχόμενη άφιξη νέων αιχμαλώτων οδήγησε στη δημιουργία νέων εγκαταστάσεων (στρατόπεδο αρ.2). Από τον μήνα Νοέμβριο και κατόπιν, το στρατόπεδο συνέχισε να επεκτείνεται (στρατόπεδα αρ.3 και αρ.4).²⁴

Η Jelić-Butić αναφέρει επίσης ότι ο μεγαλύτερος αριθμός φονευθέντων ατόμων εντός των συνόρων του NDH – πολλές εκατοντάδες χιλιάδες – παρατηρήθηκε στα στρατόπεδα του Γιασένοβατς, στη συμβολή των ποταμών Ούνα και Σάβα. Ο συνολικός αριθμός κυμαίνεται μεταξύ 500.000 και 600.000, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Κροατικής εθνικής επιτροπής για την εκτίμηση των εγκλημάτων των δυνάμεων κατοχής και των συνεργατών τους. Οι επιτόπιες έρευνες στα νεκροταφεία της περιοχής απέδειξαν ότι άνω των 360.000 έγκλειστοι εκτελέστηκαν και θάφτηκαν σε μια επιφάνεια 57.000 τετραγωνικών μέτρων. Οι σχετικές αναφορές συμπεριλαμβάνονται στο φυλλάδιο Το Γιασένοβατς και τα στρατόπεδά του (Γιασένοβατς, 1974) με συντάκτη τον R. Trivunćić. Στο συγκεκριμένο φυλλάδιο, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα πως “Με γνώμονα τα ευρήματα στην επιφάνεια της γης καθώς και τις μαρτυρίες των επιζώντων κρατουμένων, ο αριθμός των 700.000 εκτελεσθέντων φαντάζει ως πολύ αξιόπιστος.”²⁵

Ο Edmond Paris υποστηρίζει ότι μόνο μεταξύ των ετών 1941 και 1942, έχασαν τη ζωή τους στο Γιασένοβατς περί τους 200.000 άντρες. Το 1942 γύρω στα 24.000 παιδιά βρίσκονταν έγκλειστα στο ίδιο στρατόπεδο. Τα μισά από αυτά έχασαν τη ζωή τους: “Ομάδες ολόκληρες παιδιών εβραϊκής προέλευσης κάηκαν ζωντανά στους φούρνους του παλαιού κεραμοποιείου, το οποίο είχε για την περίσταση μετατραπεί σε κρεματόριο”.²⁶ Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Vjekoslav Luburić, επικεφαλής του στρατοπέδου και υπεύθυνου για τη λειτουργία του, ενώπιον της αφρόκρεμας του NDH στις 9 Οτωβρίου 1942 “Φέτος, στο Γιασένοβατς, σφάξαμε περισσότερους άντρες από όσους η Οθωμανική αυτοκρατορία σε ολόκληρη τη διάρκεια της παρουσίας της στην Ευρώπη”.²⁷

Παραμορφωμένες σοροί εκτελεσθέντων στο στρατόπεδο του Γιασένοβατς.

Οι έρευνες της Jelić-Butić απέδειξαν πως, όταν τον Αύγουστο του 1941 διακόπηκε η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Γιάντοβνο, 35.000 άτομα, σε μεγάλο ποσοστό Σέρβοι και Εβραίοι, είχαν απωλέσει τη ζωή τους. Επίσης, σημαντικός αριθμός γυναικών σερβικής καταγωγής, από κοινού με 1.300 Εβραίες και τα παιδιά τους, μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο του Λόμπογκραντ (προτού αυτό κλείσει το 1942) προς εκείνο του Άουσβιτς. Στο στρατόπεδο της Στάρα Γκράντισκα, το προσωπικό είχε ειδικευθεί στην εξόντωση γυναικοπαίδων.²⁸ Άλλοι 4.500 Σέρβοι και 2.400 Εβραίοι είχαν συγκεντρωθεί στη νήσο Παγκ. Την παραμονή της εκχώρησης της τελευταίας στους Ιταλούς, οι Ούστασε προέβησαν στην εκτέλεση 4.500 κρατουμένων.²⁹ Το 1942, στο Γιαστρέμπαρσκο, μεταφέρθηκαν 1.200 παιδιά από το βόρειο τμήμα της Κράινας. Έπεσαν θύματα της χειρότερης βίας. Τα 486 από αυτά υπέκυψαν αμέσως λόγω ασιτίας και μόνο ένας μικρός αριθμός κατόρθωσε τελικά να αποφύγει την εξόντωση.³º

Ο στρατιωτικός απεσταλμένος του Γ΄ Ράιχ, στρατηγός Glaise von Horstenau, σε έκθεση της 20ής Φεβρουαρίου 1942 με αποδέκτη το Βερολίνο, εκτιμά πως ο συνολικός αριθμός των θυμάτων εντός του NDH κυμαινόταν μεταξύ 200.000 και 700.000 ατόμων. Ο ίδιος θεωρούσε ως περισσότερο ακριβή τον αριθμό των 300.000. Μέλη της κροατικής κυβέρνησης επαίρονταν πως πριν από την είσοδο του 1942 είχαν ήδη εκτελεστεί 250.000 Κροάτες και 200.000 Σέρβοι. Ο Horstenau ήταν της άποψης ότι η πρώτη εκτίμηση ήταν υπερβολική, η δε δεύτερη κατά πολύ κατώτερη της πραγματικότητας.³¹ Οι μαζικές σφαγές επεκτάθηκαν και στα επόμενα χρόνια. Μια από τις σημαντικότερες έλαβε χώρα στην Κοζάρα, στο βορειοδυτικό τμήμα της Βοσνίας, όταν, στο πλαίσιο κοινών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων των Ούστασε με τους Γερμανούς, δεκάδες χιλιάδες Σέρβοι, μεταξύ των οποίων πολλά παιδιά, έχασαν τη ζωή τους.³²

Edmund Glaise von Horstenau.
Vjekoslav Luburić, ο δήμιος του Γιασένοβατς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προνομιακός στόχος των διώξεων υπήρξαν και οι λειτουργοί της σερβικής ορθόδοξης εκκλησίας. Σε ολόκληρη την επικράτεια του NDH υπήρχαν 9 επισκοπές, 1.100 ναοί, 31 μονές, 800 ιερείς και 160 μοναχοί. Τρεις από τους σημαντικότερους επισκόπους, οι Platon Jovanović της Μπάνια Λούκα, Petar Zimonjić του Σαράγεβου και Sava Trlajić του Κάρλοβατς δολοφονήθηκαν με βίαιο τρόπο. Ο μητροπολίτης του Ζάγκρεμπ Dositej εκτοπίστηκε στο Βελιγράδι, αφού προηγουμένως υπέστη βασανιστήρια. Εντός των ορίων της επισκοπής του Κάρλοβατς, 175 ναοί κάηκαν, καταστράφηκαν ολοσχερώς ή υπέστησαν μεγάλες ζημιές. Μόνο 14 παρέμειναν άθικτοι. Στην επισκοπή του Πάκρατς, σε σύνολο 99 ναών, 53 πυρπολήθηκαν και άλλοι 22 υπέστησαν ζημιές. Στην επισκοπή της Δαλματίας, σε σύνολο 109 ναών, 18 κατεδαφίστηκαν και 55 υπέστησαν ζημιές. Από τις 12 ναούς, τους οποίους διέθετε η επισκοπή της Μποσάνσκα Δντούμπιτσα 7 κατεδαφίστηκαν και άλλοι 6 υπέστησαν ζημιές. Στην ίδια επισκοπή, ο συνολικός αριθμός των Σέρβων από 32.687 κατήλθε σε 13.286. Στα πέντε χρόνια που διήρκησε το καθεστώς των Ούστασε, στο σύνολο της επικράτειας καταμετρήθηκαν περί τις 400 κατεδαφίσεις σερβικών ναών και μοναστηριών. Πολλοί μετατράπηκαν σε στάβλους, αποθήκες, σφαγεία ζώων, ακόμη και δημόσια αποχωρητήρια. Προτού καταστραφεί πλήρως, η εκκλησία του Γιασένοβατς λειτούργησε ως ιπποφορβείο. Από την εκδικητική μανία των Ούστασε δεν εξαιρέθηκαν ούτε τα ορθόδοξα νεκροταφεία, πολλά από τα οποία βεβηλώθηκαν, καταστράφηκαν και εν συνεχεία χρησίμευσαν ως καλλιεργήσιμη γη. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι περιπτώσεις των νεκροταφείων πέριξ της Μπάνια Λούκα, καθώς και των περιοχών Κάινιτσε, Μπρτσκο, Τράβνικ, Μόσταρ, Λιουμπίνιε, Σλαβόνσκι Μπροντ, Μπόροβο, Τένια και πολλών άλλων.³³

 

Οι μαζικές εκτοπίσεις

Αρμόδιο όργανο για τις εκτοπίσεις των Σέρβων ήταν η Κρατική Διεύθυνση για την Αναβίωση. Η αποστολή της συνίστατο στην υποδοχή και εγκατάσταση πληθυσμών από τη γερμανοκρατούμενη Σλοβενία με τον συνακόλουθο εκπατρισμό των Σέρβων κατοίκων του NDH.³⁴ Ο εν λόγω εκπατρισμός πραγματοποιείτο κατά κύματα και δίχως να υφίσταται κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Σύμφωνα με γερμανικές πηγές, 137.000 Σέρβοι είχαν φύγει οικειοθελώς ή αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την επικράτεια του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους ήδη πριν από το τέλος Ιουνίου 1941. Τα δεδομένα, τα οποία διέθετε την ίδια εποχή η Γενική Διεύθυνση Προσφύγων της Σερβίας, έκαναν λόγο για αριθμό που ξεπερνούσε τα 200.000 άτομα.³⁵

Σε συνέντευξη, την οποία παραχώρησε στη γερμανική εφημερίδα Neue Ordnung, ο Ante Pavelić είχε δηλώσει επί λέξει: “Έχει προκύψει μια σύγχυση σχετικά με τους Σέρβους. Στην Κροατία κατοικούν λίγοι μόνο πραγματικοί Σέρβοι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ορθόδοξους Κροάτες και για Βλάχους. Το όλο πρόβλημα θα λυθεί με τον πλέον ενδεδειγμένο προσφερόμενο τρόπο. Κατόπιν συνεργασίας με τις γερμανικές αρχές, 250.000 Σέρβοι πρόκειται να σταλούν στη Σερβία, ενώ στους υπόλοιπους θα επιτραπεί να παραμείνουν εδώ”.³⁶ Στην ίδια, πάντοτε, συνέντευξη, ο αρχηγός του Ανεξάρτητου Κροατικού Κράτους αναπαρήγαγε την προσφιλή, αναπόδεικτη ωστόσο, θεωρία του Starčević, σύμφωνα με την οποία οι ορθόδοξοι Σέρβοι της Κροατίας ήταν κροατικής ή βλάχικης προέλευσης Ρουμάνοι κτηνοτρόφοι που χείμαζαν στις Δειναρικές Άλπεις και οι οποίοι, με την πάροδο του χρόνου, είχαν μετεξελιχθεί σε Σέρβους ασπασθέντες το ορθόδοξο δόγμα. Με την είσοδο του 1942, οι Ούστασε προχώρησαν στην ίδρυση μιας κροατικής ορθόδοξης Εκκλησίας, τοποθετώντας επικεφαλής έναν Ρώσο μοναχό. Προφανής τους στόχος ήταν να εξαλείψουν κάθε σερβικό ίχνος.

Ο Ante Pavelić ενώπιον του κροατικού κοινοβουλίου τον Νοέμβριο του 1942.

To σχέδιο του Pavelić δεν κατάφερε να υλοποιηθεί στον βαθμό, τουλάχιστον, που οραματιζόταν ο επικεφαλής του NDH, εξαιτίας της αντίδρασης των γερμανικών αρχών κατοχής της Σερβίας. Μέχρι τις 25 Αυγούστου 1941 είχαν καταμετρηθεί 13.343 περιστατικά Σέρβων, οι οποίοι είχαν “νομίμως” εκπατριστεί στη Σερβία. Στις 22 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους, οι Γερμανοί δήλωσαν πως επιχειρήσεις αυτού του είδους έπρεπε να διακοπούν. Μοναδική εξαίρεση αποτελούσαν 3.200 περίπου Σέρβοι, που είχαν συγκεντρωθεί στα στρατόπεδα του Μπγέλοβαρ, της Σλαβόνσκα Ποζέγκα και του Κάμπραγκ, εν αναμονή της μεταφοράς τους στη Σερβία. Παρά ταύτα, οι εκτοπίσεις συνεχίστηκαν και στους επόμενους μήνες, μόνο που δεν καλύπτονταν από τον μανδύα της “νομιμότητας”. Μέχρι το τέλος του 1941, υπολογίζεται ότι οι Ούστασε είχαν εκδιώξει 118.000 άτομα.³⁷

 

Ο προσηλυτισμός στην Καθολική θρησκεία

H ηγεσία της καθολικής εκκλησίας της Κροατίας καλλιέργησε στενές σχέσεις συνεργασίας με το καθεστώς των Ούστασε. Επικεφαλής της ιεραρχίας βρισκόταν ο αρχιεπίσκοπος του Ζάγκρεμπ Alojzije Stepinac, ο οποίος, όχι μόνο χαιρέτισε την άνοδο των τελευταίων στην εξουσία, αλλά έσπευσε να δώσει την ευλογία του στον Ante Pavelić. Οι πλειοψηφία των επισκόπων (πρόκειται για τους καρδινάλιους Sarić στο Σαράγεβο, Bonefaćić στο Σπλιτ, Pusić στο Χβαρ, Srebrenić στο Κρκ, Burić στο Σένι, Aksamović στο Ντιάκοβο, Garić στη Μπάνια Λούκα, Mileta στο Σίμπερνικ) συνέβαλαν ενεργά στην εξάπλωση του καθεστώτος. Πολλοί, μάλιστα, ιερείς και μοναχοί φορούσαν στολές των Ούστασε, ειδικότερα οι φραγκισκανοί της Βοσνίας, οι οποίοι ουδόλως απέκρυπταν τη συμμετοχή τους στα εγκλήματα.³⁸

Στους κόλπους της Κρατικής Διεύθυνσης για την Αναβίωση ιδρύθηκε ένας τομέας, αρμόδιος για τα θρησκευτικά ζητήματα. Ως κύρια αποστολή είχε τον προσηλυτισμό ενός εκατομμυρίου Σέρβων στον καθολικισμό. Αξίζει να σημειωθεί πως η Καθολική Εκκλησία απαγόρευε ρητά τον αναγκαστικό προσηλυτισμό. Οι μαζικές αιτήσεις για δήθεν οικειοθελή αλλαγή θρησκείας ήταν απόρροια πιέσεων και φόβου για αντίποινα. Ο φραγκισκανός αδελφός Dionizije Jurcev, ο οποίος ηγείτο μέχρι τον Νοέμβριο του 1941 της όλης εκστρατείας προσηλυτισμού των Σέρβων, δήλωσε πως “Σε τούτη τη χώρα, μόνο οι Κροάτες δικαιούνται να ζουν. Όσους αρνηθούν να ασπαστούν την Καθολική θρησκεία γνωρίζουμε πολύ καλά που θα τους στείλουμε. (…) Το να σκοτώσει κανείς σήμερα ένα παιδί 7 ετών, επειδή θεωρείται εμπόδιο στο κίνημά μας των Ούστασε, δεν αποτελεί αμάρτημα. (…) Αγνοείστε το γεγονός ότι φορώ ιερατική αμφίεση. Να ξέρετε πως ανά πάσα στιγμή, εάν χρειαστεί, είμαι έτοιμος να πιάσω ένα πολυβόλο και να εξοντώσω οποιονδήποτε αντιμάχεται το Κράτος και τις κροατικές αρχές”.³⁹

Αριστερά: ο επικεφαλής της κροατικής καθολικής εκκλησίας και αρχιεπίσκοπος του Ζάγκρεμπ Alojzije Stepinac. Δεξιά: ο ειδικός απεσταλμένος του Βατικανού στην Κροατία μεταξύ των ετών 1941-1945, Μονσινιόρ Ramiro Marcone (δεξιά στη φωτογραφία), στο πλευρό του Ante Pavelić.

Ο υπουργός των Ούστασε Mirko Puk, επισήμαινε εμφατικά πως το NDH “υποστηρίζει τις ενέργειες προσηλυτισμού των ορθοδόξων στην καθολική θρησκεία, στο ποσοστό που αυτός ακριβώς ο προσηλυτισμός συνιστά επάνοδο στη θρησκεία των προγόνων”, κατέληγε δε λέγοντας, αναφερόμενος σε όποιον αντιστεκόταν σε αυτή την ιστορικά αποδεδειγμένη, όπως έλεγε, πραγματικότητα, “δεν του απομένει παρά να εγκαταλείψει το έδαφος αυτού εδώ του Κράτους”.⁴° Όπου η εκστρατεία εξαναγκασμού στον προσηλυτισμό δεν απέδιδε τα αναμενόμενα, ακολουθούσαν εγκλεισμοί στη φυλακή και σφαγές. Τον Φεβρουάριο του 1942, στα περίχωρα της Μπάνια Λούκα, υπολογίζεται πως εξολοθρεύτηκαν 2.300 Σέρβοι από μονάδες των Ούστασε. Καταγράφηκαν ακόμα και περιπτώσεις ατόμων που μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, παρά το γεγονός ότι, νωρίτερα, είχαν ασπαστεί τον καθολικισμό. Το ίδιο ακριβώς συνέβη περί τα τέλη Μαΐου του ιδίου έτους, όταν σύσσωμος ο σερβικός πληθυσμός της Μποσάνσκα Ντούμπιτσα στάλθηκε στα στρατόπεδα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, υπολογίζεται ότι κατά τα έτη 1941 και 1942, περί τους 240.000 Σέρβοι αναγκάστηκαν να αλλάξουν θρησκεία.⁴¹

Ο δρ. Rusinović, ειδικός απεσταλμένος της κροατικής κυβέρνησης στο Βατικανό, σε έκθεση της 9ης Μαΐου 1942 επισήμαινε ότι είχε ενημερώσει την τελευταία “πως η Αγία Έδρα διαθέτει τουλάχιστον οκτώ χιλιάδες φωτογραφίες, όπου αποτυπώνονται οι σφαγές των Σέρβων ορθοδόξων”. Ο Γάλλος καρδινάλιος Eugène Tisserant εξέφρασε τον αποτροπιασμό του, πληροφορούμενος την εξαφάνιση 350.000 Σέρβων καθώς και την αξιοθρήνητη διαγωγή των φραγκισκανών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.⁴²

 

 Ο γενικός απολογισμός

Μέχρι σήμερα, δεν έχει εξακριβωθεί επακριβώς ο συνολικός αριθμός των Σέρβων, θυμάτων της τρομοκρατίας των Ούστασε. Αυτό οφείλεται στην έλλειψη συστηματικής έρευνας στους τόπους εκείνους, όπου τα εγκλήματα διαπράχτηκαν. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται μεταξύ 300.000 και 700.000 ατόμων. Οι αριθμοί των Εβραίων και Αθίγγανων θυμάτων (35.000 και 25.000 αντίστοιχα) παραμένουν αναλλοίωτοι. Αντίθετα, εκείνοι των Σέρβων επί δεκαετίες υπήρξαν αντικείμενο παραποίησης για πολιτικούς λόγους. Μειώνοντας την έκταση του ολοκαυτώματος των Σέρβων, η ύπαρξη του τελευταίου είτε διαψεύδεται πλήρως, είτε περιορίζεται δραστικά, εμφανιζόμενο ως φαινόμενο αντεκδίκησης για έκτροπα σε βάρος των Μουσουλμάνων της ανατολικής Βοσνίας, ή ακόμα και για ομαδικές εκτελέσεις αιχμαλωτισθέντων Ούστασε. Πρόσφατα, ο Robert Fink, αποκτώντας ο ίδιος πρόσβαση σε χιλιάδες φακέλους των αρχείων της Μπάνια Λούκα, απέδειξε πως η εθνική κάθαρση των Σέρβων της Βοσνίας ήταν κολοσσιαίων διαστάσεων.⁴³

 

Sons of Herod (genocide in independent state of Croatia WWII)

 

O Dušan T. Bataković (Βελιγράδι 1957- Βελιγράδι 2017) ήταν ιστορικός και διπλωμάτης. Έπειτα από μια πλούσια σταδιοδρομία στον χώρο της επιστήμης της Ιστορίας, διετέλεσε πρέσβης της Σερβίας στην Ελλάδα, στον Καναδά, στη Γαλλία και ειδικός σύμβουλος της Προεδρίας της Δημοκρατίας για το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου. Από το 2008 έως τον θάνατό του, υπήρξε διευθυντής του Βαλκανολογικού Ινστιτούτου της Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών της Σερβίας.

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Σε δυτικές γλώσσες η πιο πλήρης πραγματεία για το Ανεξάρτητο Κροατικό Κράτος είναι εκείνη των Ladislaus Hory – Martin Broszat, Der Kroatische Ustasha Staat 1941-1945, Stuttgart, Deutche Verlags-Anstalt, 1964. Σχετικά με τα εγκλήματα των Ούστασε βλ. Edmond Paris, Genocide in Satellite Croatia 1941-1945. A Record of Racial and Religious Persecutions and massacres, translated from the French by Louis Perkins, The Institute for Balkan Affairs, Chicago 1962, V. Dedijer, The Yugoslav Auschwitz and the Vatican. The Croatian Massacre of the Serbs during World War II, Prometheus Books Buffalo-New York and Ahriman Verlag Freiburg Germany, 1992, H. Laurière, Assasins au nom de Dieu, Paris 1951, Kruno Meneghello-Dincić, “L’Etat ‘Oustacha’ de Croatie (1941-1945)”, Revue d’histoire de la Deuxième Guerre mondiale, N° 74, avril 1969, pp.43-65, Xavier de Montclos, Les chrétiens face au nazisme et au stalinisme. L’épreuve totalitaire, 1939-1945, Editions Complexe, 1991, pp.151-179. Στην κροατική γλώσσα: F. Jelić-Butić, Ustase i NDH, Globus-Skolska knjiga, Zagreb 1977, B.Krizman, Pavelić izmedju Hitlera i Musolinija, Globus, Zagreb 1983.

² B.Krizman, op. cit., σ. 129.

³ E.Paris, op. cit., σ. 47 υποσ. 7. Βλ. Carlo Falconi, Le silence de Pie XII 1939-1945, Monaco, editions du Rocher, 1965, σ. 274.

⁴ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 14, 15, 23.

Hrvatski narod, Zagreb, 25 Δεκεμβρίου 1941. Βλ. H. Laurière, op. cit., σ. 88.

⁶ Ante Starčević, Izabrana djela (επιμ. Blaz Jurisić), Zagreb 1942, σ. 430.

Hrvatska krajina, Banja Luka, 28 Μαΐου 1941.

⁸ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 196-201.

Hrvatski narod, Zagreb, 17 Απριλίου 1941, N° 64 et 67.

¹º Sime Balen, Pavelić, Zagreb 1952, σ. 65.

¹¹ B. Krizman, op.cit., σ. 120-121.

¹² B. Krizman, op. cit., σ. 120-121.

¹³ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 164, note 95.

¹⁴ B.Krizman, op. cit., σ. 123-124.

¹⁵ Viktor Novak, Magnum Crimen. Pola vijeka klerikalizma u Hrvatskoj, Zagreb 1948, σ. 605.

¹⁶ B. Krizman, op.cit., σ. 124.

¹⁷ F. Jelić-Butić, op.cit., σ. 166.

¹⁸ Ibid., σ. 167. Ανάλογο διαφωτιστικό υλικό με αναλυτική κατάσταση των διώξεων στο E.Paris, op.cit., σ. 59-60, 80-87, 104-107. Σχετικά με τα εγκλήματα των Ούστασε στην Ερζεγοβίνη βλ. Savo Skoko, Pokolji hercegovackih Srba 1941, Beograd 1991. Μαρτυρία ιδίοις όμμασι αποτελεί η πραγματεία του Jean Hussard, Vu en Yougoslavie 1939-1944, Lausanne 1944.

¹⁹ E.Paris, op. cit., σ. 103, 127.

²º Johnatan Steinberg, All or Nothing. The Axis and the Holocaust 1941-1945, Ruthledge, London and New York 1990, σ. 29-30.

²¹ Ibid., σ. 30.

²² Ibid., σ. 38.

²³ Stato Maggiore Generale, Ufficio informazioni, Doc. Nos 00001-00129. L. Maliković (ed.), Krvavi bilans Nezavisne Hrvatske. Iz tajnih dokumenata italijanske armije, Revija 92, Beograd 1991, σ. 1-55.

²⁴ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 186.

²⁵ Ibid., σ. 187, υποσ. 214.

²⁶ E.Paris, op. cit., σ. 132-133.

²⁷ Ibid.

²⁸ F.Jelić-Butić, op. cit., σ. 186-187.

²⁹ E.Paris, op. cit., σ. 129.

³º Ibid., σ. 130.

³¹ Antun Miletić, Koncentracioni logor Jasenovac, Beograd 1986, τ. Α΄, σ. 161.

³² Dragoje Lukić, Rat i djeca Kozare, Beograd 1990, με κατάσταση των 11.196 παιδιών, τα οποία εκτελέστηκαν από τους Ούστασε μεταξύ των ετών 1941-1945.

³³ Dragoslav Stranjaković, Najveci zlocini sadasnjice. Patnje i stradanje srpskog naroda u Nezavisnoj drzavi Hrvatskoj, Decje Novine – Jedinstvo, Gornji Milanovac και Pristina, 1991, σ. 127-185.

³⁴ B. Krizman, op. cit., σ. 127.

³⁵ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 172.

³⁶ Neue Ordnung, Berlin, 24 Αυγούστου 1941.

³⁷ F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 170-171, B. Krizman, op. cit., σ. 127.

³⁸ V. Novak, op. cit., σ. 450-700; F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 214-221.

³⁹ V. Novak, op. cit., σ. 627.

⁴° F. Jelić-Butić, op. cit., σ. 175. Βλ. Dokumenti o protunarodnom radu i zlocinima jednog dijela katolickog klera, Zagreb 1946, passim, Dragoljub R. Zivojinovic-Dejan Lucić, Varvarstvo u ime Hristovo. Prilozi za Magnum Crimen, Beograd 1988, passim.

⁴¹ F. Jelić-Butić, op. cit., p. 175. Cf. Sima Simić, Prekrstavanje Srba u Drugom svetskom ratu, Titograd 1958, passim.

⁴² X. de Montclos, op. cit., σ. 178.

⁴³ Robert Fisk, ‘Cleansing Bosnia at the Camp called Jasenovac’, The Independent, 15 Αυγούστου 1992. Βλ. επίσης Richard West, ‘Convert a third, kill a third’, The Guardian, 20 Αυγούστου,1992.

 

Το παρόν άρθρο βρίσκεται στην αρχική του μορφή με τίτλο Le Génocide dans l’ État Indépendant Croate, 1941-1945 στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://www.rastko.rs/rastko-bl/istorija/batakovic/batakovic-ustase_fr.html

Μια συνοπτική εκδοχή έχει δημοσιευτεί στο Hérodote, N° 67, Paris 1992, σ. 70-80.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος

 

Ευθύμιος Μαχαίρας: Μια ματιά στην Εποχή των Τουλιπών και την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ (1718-1730)

Ευθύμιος Μαχαίρας

Μια ματιά στην Εποχή των Τουλιπών

και την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ 

(1718-1730)

 

Το «παιχνιδιάρικο» προσωνύμιο, «Εποχή των Τουλιπών», αναφέρεται στην δωδεκαετή παραμονή του Νεβσεχιρλί Ιμπραχίμ Πασά στο πόστο του Μεγάλου Βεζίρη (1718-1730), κατά την εποχή της βασιλείας του Αχμέντ Γ΄(1703-1730). Το πέρας της υποτιθέμενης αυτής ιδιάζουσας περιόδου έρχεται με την ανταρσία του Πατρόνα Χαλίλ και των συντρόφων του, τον Σεπτέμβριο του 1730. Η αιματηρή κατάληξη της εξέγερσης αυτής αντιπαραβάλλεται, από την ιστοριογραφία με ένα βαθμό λογοτεχνικής αδείας, με όλα εκείνα τα εξευγενισμένα στοιχεία τα οποία υποτίθεται ότι συμβόλιζαν οι τουλίπες στην Κωνσταντινούπολη του 18ου αιώνα. Οι τουλίπες ενσαρκώνουν το μοντέρνο, το νεωτερικό, την πολιτική καινοτομία,  το ευρωπαϊκό, ενώ η βία των εξεγερθέντων αναπαριστά την οπισθοδρομικότητα, τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την Ανατολή.[1]

Η τουλίπα εδώ δρα ως το σύμβολο μιας ελίτ που στον πυρήνα της οριζόταν και περιστρεφόταν γύρω από το πρόσωπο και τις πολιτικές του προαναφερθέντος Μεγάλου Βεζίρη. Ο Ιμπραχίμ Πασά υπήρξε γαμπρός του Αχμέντ Γ΄, εξ’ ου και το προσωνύμιο damat (γαμπρός). Μαζί με τους ευνοούμενούς του, Μεχμέτ Κετχουντά και  Καϊμακάμη Μουσταφά Καπουντάν Πασά, έλεγχε την πολιτική εξουσία στην Κωνσταντινούπολη για περισσότερο από μια δεκαετία. Ακριβώς στο σημείο αυτό, δηλαδή στην πρακτική έκφραση των πολιτικών δρώμενων της προαναφερθείσας τριανδρίας, είναι που η ιστοριογραφία μαίνεται για την σημασία της εποχής και κατ’ επέκταση για το ιστορικό βάρος και περιεχόμενο των τουλιπών, στοιχεία που κατ’ αντανάκλαση ερμηνεύουν την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ. Πριν αναφερθούμε όμως στις ιστοριογραφικές προσεγγίσεις, είναι σκόπιμο να δοθεί μια αδρή περιγραφή των γεγονότων.

Παραδοσιακό κεραμικό της Εποχής των Τουλιπών.

Ήδη μήνες πριν από την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ η Κωνσταντινούπολη μάλλον βρισκόταν σε κατάσταση αναβρασμού. Η τελευταία εκστρατεία κατά των Σαφαβίδων του Ιράν είχε λήξει με αρνητικό πρόσημο για τους Οθωμανούς. Ο Σουλτάνος υποχρεώθηκε να παραδώσει σημαντικές κτήσεις, όπως η Ταυρίδα και το (Ιε)Ρεβάν. Η Υψηλή Πύλη έδειχνε τώρα πρόθεση να αντεπιτεθεί. Τα στρατεύματα είχαν προ τεσσάρων μηνών ετοιμαστεί και στρατοπεδεύσει στον συνήθη τόπο αφετηρίας των οθωμανικών εκστρατειών, στο Σκουτάρι. Τον στρατό συνόδευαν ένα πλήθος αντιπροσωπείες. Τεχνίτες και μάστορες από τις οθωμανικές συντεχνίες είχαν κλείσει τα μαγαζιά τους, αναμένοντας να αναχωρήσουν μαζί με το εκστρατευτικό σώμα στο μέτωπο. Η παρατεταμένη αδράνεια φέρεται να είχε δημιουργήσει δυσθυμία στους συμμετέχοντες στην εκστρατεία. Η κατάσταση μάλλον δυσχεραινόταν από φήμες, οι οποίες ήθελαν τον Μεγάλο Βεζίρη να έχει ξεπουλήσει την Ταυρίδα στους Σαφαβίδες, πράγμα που αν αλήθευε, εξηγούσε την καθυστέρηση στην έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων ως απροθυμία του Μεγάλου Βεζίρη. Το υπόβαθρο αυτό έδωσε μάλλον την αφορμή για την έναρξη της εξέγερσης.

Τις τελευταίες μέρες του Σεπτεμβρίου του 1730, ο αρβανίτικης καταγωγής Πατρόνα Χαλίλ και οι σύντροφοί του, πολλοί από αυτούς επίσης αρβανίτες, κάλεσαν στρατεύματα και λαό να ξεσηκωθούν. Η πράξη αυτή τελέστηκε με την φερόμενη συμπαιγνία ουλεμάδων (νομομαθών) που εκτός του ότι παρείχαν την απαραίτητη ιδεολογική νομιμοποίηση για την εξέγερση, δρούσαν και ως μεσολαβητές μεταξύ της Πύλης και των επαναστατών.[2]

Το κάλεσμα των τελευταίων φαίνεται πως ευδοκίμησε. Τα καταστήματα της Πόλης έκλεισαν σε ένδειξη στασιασμού. Ακόμα περισσότερο, ο πληθυσμός αγνόησε επιδεικτικά το λάβαρο του Προφήτη όταν αυτό εκτέθηκε δημόσια από τους αξιωματούχους της Πύλης σε ένα αντίστοιχο κάλεσμα για αντεπανάσταση, ενώ την ίδια στιγμή ο αριθμός των επαναστατών αυξανόταν. Έτσι, ο Σουλτάνος αναγκάστηκε να παραδώσει στους επαναστάτες τους προαναφερθέντες αξιωματούχους, οι οποίοι θεωρούνταν υπεύθυνοι για την κατάσταση στο Ιρανικό μέτωπο. Κατά την δεύτερη φάση της εξέγερσης ο Σουλτάνος, παρά τις αντίθετες οδηγίες των επαναστατών, αποφάσισε να παραδώσει τον ίδιο τον Ιμπραχίμ Πασά και τους ευνοούμενούς του νεκρούς στους εξεγερθέντες. Ωστόσο, η σωρός του Ιμπραχίμ Πασά αποτέλεσε αφορμή για εκθρόνιση του Σουλτάνου. Οι επαναστάτες θεώρησαν ότι η σορός που τους παραδόθηκε δεν ανήκε στον Μεγάλο Βεζίρη αλλά στον Έλληνα ή Αρμένιο γουναρά του, λόγω της απουσίας περιτομής. Εν τέλει, ο Μαχμούντ διαδέχτηκε τον θείο του στον αυτοκρατορικό θρόνο.[3]

Παρά την αλλαγή καθεστώτος, μέρος των επαναστατών παρέμενε ανυποχώρητο. Σύμφωνα με τις παραδοσιακές διηγήσεις για την εξέγερση, μέρα με την μέρα συνέχιζαν να εμπλέκονται στη διοίκηση της αυτοκρατορίας, είτε υπεξαιρώντας χρήματα από το κρατικό ταμείο, είτε χρίζοντας τους ευνοούμενούς τους αξιωματούχους. Οι συμπεριφορές αυτές, συνάμα με το φερόμενο συνεχιζόμενο πλιάτσικο των περιουσιών των κατοίκων της Πόλης, οδήγησαν τα τακτικά στρατεύματα της Οθωμανικής πρωτεύουσας και μερικούς από τους αξιωματούχους που είχαν διορίσει οι ίδιοι οι επαναστάτες,  να στραφούν εναντίον τους. Τελικά, ο Σουλτάνος Μαχμούντ με την συνεργασία του νέου Χαγάνου της Κριμαίας, Καπλάν Γκιράι, κάλεσε τον Πατρόνα Χαλίλ και τους συντρόφους του στα ανάκτορα, προφασιζόμενος την απόδοση στρατιωτικών βαθμών. Εκεί, στρατιωτικές μονάδες που βρίσκονταν σε ετοιμότητα αιφνιδίασαν και δολοφόνησαν την ηγεσία των επαναστατών, ξεκινώντας μια διαδικασία εκκαθάρισης που σηματοδότησε συνάμα και το τέλος της εξέγερσης. Βέβαια, η ερμηνεία των συμβάντων είναι πιο προβληματική από τη χρονολογική απαρίθμηση τους.[4]

Η πρώτη σχολή σκέψης, στοιχειοθετημένη στα τέλη του 19ου αιώνα, στις απαρχές της μοντέρνας οθωμανικής ιστοριογραφίας, θέλει την εξέγερση να είναι απάντηση στην κακοδιαχείριση, την φιληδονία και εν γένει την ανικανότητα της παλατιανής ελίτ και του Μεγάλου Βεζίρη.[5] Ο Ιμπραχίμ Πασάς και οι ακόλουθοί του συχνά παρουσιάζονται ως μια ομάδα φιλάργυρων καταχραστών των δημοσίων οικονομικών, οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνον για την ικανοποίηση των ορμών τους. Θεωρείται ότι ο κύκλος του Ιμπραχίμ Πασά είχε πρωτοστατήσει σε μια διαδικασία διαφθοράς των δημοσίων ηθών. Ο Μεγάλος Βεζίρης φαίνεται να προωθεί απρεπείς συμπεριφορές. Οι αφηγήσεις που θέλουν τον Ιμπραχίμ Πασά να πετάει χρυσές λύρες στα μπούστα των κορασίδων που περνούσαν έξω από το παλάτι του και να «ρίχνεται» στην σύζυγο του Καδή της Κωνσταντινούπολης, για τον οποίο θα μιλήσουμε αργότερα, έχουν λάβει μυθικές διαστάσεις. Επίσης ο Ιμπραχίμ Πασά φέρεται ως υπεύθυνος για την διοργάνωση δαπανηρών εορτών τουλίπας, οι οποίες λάμβαναν χώρα σε θερινά παλάτια, χτισμένα μέσω της φορολογικής καταλήστευσης των εισοδημάτων των υπηκόων. Επιπλέον, θεωρείται ότι οι φιέστες του κύκλου του Μεγάλου Βεζίρη λειτουργούσαν αντιστρόφως ανάλογα ως προς τον χρόνο που αφιερωνόταν στις διοικητικές και πολιτικές λειτουργίες του κρατικού μηχανισμού. Βέβαια, το βασικό πρόβλημα των αφηγήσεων αυτών, είναι ο εξόφθαλμα συκοφαντικός χαρακτήρας της πηγής πάνω στην οποία βασίζονται, που όμως ήταν η μοναδική την εποχή εκείνη.

Jean-Baptiste Vanmour: Σουλτάνος Αχμέντ Γ΄ (c. 1703-1717), Άμστερνταμ, Rijksmuseum.
Jean-Baptiste Vanmour: Ιμπραχίμ Πασά (c. 1727-1730), Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η δεύτερη κύρια ερμηνευτική γραμμή εμφανίστηκε στα χρόνια του μεσοπολέμου και αφορά σε μια πολεμική για τον εκσυγχρονισμό. Αυτή βλέπει στη συμπεριφορά της ελίτ προσπάθειες εκδυτικισμού των ηθών, των κρατικών μηχανισμών και των επιστημονικών ή στρατιωτικών θεσμών της αυτοκρατορίας. Ειδικότερα, οι εορτές τουλίπας και οι διασκεδάσεις των ελίτ αναφέρονται ως εκφάνσεις μιας δυτικής – ευρωπαϊκής νοοτροπίας, απαλλαγμένης από της ισλαμικές αγκυλώσεις. Παράλληλα, η οικοδόμηση των θερινών παλατιών αποδίδεται στην πολιτισμική επίδραση της Γαλλίας. Η θεωρούμενη δυτική στροφή της Αυτοκρατορίας και το κοσμικό πνεύμα της ελίτ θεωρείται ότι οδήγησε σε μια συντηρητική-ισλαμική ιδεολογική αντίδραση, με τους ουλεμάδες να υποκινούν την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ.[6] Και αυτή η προσέγγιση όμως έχει δεχτεί σφοδρή κριτική τα τελευταία χρόνια. Αυτό οφείλεται κυρίως σε δύο συνιστώσες. Πρώτον, εδράζεται στις μεθοδολογικές λαθροχειρίες, στις οποίες προέβη ο κύριος εκφραστής της ώστε να υποστηρίξει την θέση του. Δεύτερον, το έργο αυτό καθ’ αυτό δεν ήταν καθαρή απόπειρα ερμηνείας του παρελθόντος αλλά πολιτικό σχόλιο για τον αναγκαίο εκδυτικισμό του νεόκοπου Τουρκικού Κράτους.[7] Για να γίνει κατανοητό το εύρος της ιστορικής παραποίησης θα αναφερθούμε συνοπτικά στο εμβληματικό επιχείρημα της σχολής σκέψης αυτής.

Κανείς μπορεί να βρει ακόμα και σήμερα αναφορές για το ότι το παλάτι «Σανταμπάντ» του Ιμπραχίμ Πασά είχε κτιστεί κατ’ εικόνα των Βερσαλιών, στα πλαίσια ενσυνείδητης προσπάθειας εξευρωπαϊσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Υποτίθεται ότι μετά από αποστολή Οθωμανού διπλωμάτη στη Γαλλία, ο Ιμπραχίμ Πασά είχε τόσο ενθουσιαστεί από τις περιγραφές των Βερσαλλιών και των δορυφορικών «χωριών αναψυχής», που λίγο αργότερα οργάνωσε ειδική αποστολή στη Γαλλία για την εξασφάλιση των αρχιτεκτονικών σχεδίων των ανακτόρων. Το επιχείρημα αυτό όμως χωλαίνει όταν κανείς αναλογιστεί ότι τα «χωριά αναψυχής» των Βερσαλιών κτίστηκαν σχεδόν 40 χρόνια μετά την αποστολή του Οθωμανού διπλωμάτη στη Γαλλία, ενώ επίσης πουθενά στις πηγές μας δεν επαληθεύεται η αφήγηση για την απόκτηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων.[8]

Jean-Baptiste Vanmour: Ο Μεγάλος Βεζίρης διασχίζει την πλατεία Ατμεϋντάν (c. 1720-1737), Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Η αποφασιστική στροφή έλαβε χώρα την δεκαετία του 1950, όταν για πρώτη φορά έγινε προσπάθεια να θεαθεί η εξέγερση μέσα από ένα υλιστικό πρίσμα. Η ιστοριογραφική αυτή παράδοση συνδυάζει την προβληματική των κακών οικονομικών συνθηκών των μαζών της Κωνσταντινούπολης με ένα επιχείρημα ενδογενών ανταγωνισμών μέσα στους κόλπους της ελίτ. Τα δύο αυτά στοιχεία εν τέλει συνδυάστηκαν ώστε να παράξουν την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ.[9] Η συγκεκριμένη σχολή σκέψης κυριαρχεί πλέον στην σύγχρονη βιβλιογραφία. Όμως, οι πιο σύγχρονες παραλλαγές της έχουν δώσει προβληματικά δείγματα γραφής προς δύο κατευθύνσεις.

Αφενός, οι θιασώτες του επιχειρήματος της χειραγώγησης της εξέγερσης από την ελίτ τείνουν να αφαιρούν οποιαδήποτε αυτενέργεια από τους επαναστάτες, λησμονώντας ότι η εκ των άνωθεν παραίνεση δεν αρκεί από μόνη της για να πυροδοτήσει μια επανάσταση. Πρέπει και οι εξεγερθέντες να έχουν αρκετά δυνητικά οφέλη και προσδοκίες από την πράξη τους, που δεν ταυτίζονται μάλλον με τα αντίστοιχα των ελίτ, ενώ πρέπει επίσης το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο να είναι γόνιμο, ώστε να δεχθεί και να εδραιώσει την επαναστατική κίνηση.[10]

Αφετέρου, οι ταξικά σκεπτόμενοι μελετητές, αν και έχουν επιδείξει σημαντικές προσπάθειες γείωσης της επανάστασης σε μια κοινωνική και οικονομική βάση, τείνουν σε τελική ανάλυση να αναπαραγάγουν άθελα τους τα επιχειρήματα της πρώτης, γηραιότερης σχολής σκέψης: η λαίμαργη ελίτ κατασπαταλά τον δημόσιο πλούτο για να εξυπηρετήσει ταπεινά ένστικτα ενώ η εξαθλιωμένη μάζα, μη διαθέτοντας άλλη επιλογή, εξεγείρεται. Με την λογική αυτή όμως, η επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ και οι δυναμικές της διαπάλης μεταξύ των ελίτ και των μη ελίτ αποστερούνται της πολυπλοκότητας, του ιστορικού βάθους και των θεμελιωδών αιτιών τους, και μετατρέπονται – τηρουμένων των αναλογιών – σε οθωμανική εκδοχή της αντιπαράθεσης του Ρομπέν των Δασών με τον άπληστο Πρίγκιπα Ιωάννη.[11]

Jean-Baptiste Vanmour: Πορτραίτο του Πατρόνα Χαλίλ ( c.  1730-1737),  Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Μέσα σε αυτό το μεθοδολογικό και νοητικό οικοδόμημα η εξέγερση αντιμετωπιζόταν από τους ιστορικούς ως ένα sui generis φαινόμενο. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, η παραπάνω εκτίμηση  οφείλεται στο ότι, εκούσια ή ακούσια, το μεγαλύτερο μέρος της ιστοριογραφίας αναπαράγει μια συγκεκριμένη πηγή. Σε πρόσφατη μελέτη γίνεται μνεία ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στο μήκος του κειμένου προέρχονται από το σύγχρονο στην εξέγερση χρονικό του Αμπντί Εφέντι.[12] Κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο. Τα στοιχεία που αναφέρονται δεν βρίσκονται πουθενά στο προαναφερθέν χρονικό. Η παρανόηση αυτή κατέστη δυνατή καθώς η επιχειρηματολογία και το λεξιλόγιο ενός συκοφαντικού χρονικού έχει μπολιάσει τη δευτερογενή βιβλιογραφία σε τέτοιο βαθμό, ώστε αυτούσια κομμάτια και φράσεις της ιστορίας του Σεμντανίζαντε Εφέντι να εκλαμβάνονται λανθασμένα ως «αντικειμενική» ιστορική ανάλυση των υπόλοιπων πρωτογενών πηγών και όχι ως αιτιάσεις που χρίζουν επαλήθευση. Παρά τις διαστρεβλώσεις όμως, και καθώς κάποια από τα στοιχεία που αναφέρονται στη συγκεκριμένη πηγή  όντως τεκμηριώνονται ιστορικά, ας ξεκινήσουμε με αυτά.

Το χρονικό του Σεμντανίζαντε Φιντικλί Σουλεημάν Εφέντη έχει γραφτεί 30 χρόνια μετά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ.[13] Ο πατέρας του Οθωμανού συγγραφέα ήταν ένας από τους ευνοημένους της αλλαγής καθεστώτος που προκάλεσε η επανάσταση. Η νέα διακυβέρνηση του παραχώρησε την ενοικίαση των φοροπροσόδων των τελωνείων της Κωνσταντινούπολης.[14] Ο Σεμντανίζαντε είχε συνεπώς κάθε λόγο να «χαϊδεύει τα αυτιά» του νέου Σουλτάνου και των «αυλικών», κακολογώντας τους προκατόχους τους. Στρατηγική παλιά και δοκιμασμένη για όσους προσπαθούσαν να γαντζωθούν επαγγελματικά στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό. Από την αφήγησή του πληροφορούμαστε για τις μεγαλοπρεπείς γιορτές τουλίπας, όπου οι Οθωμανοί αξιωματούχοι κατασπαταλούσαν το δημόσιο χρήμα, χασομερούσαν και παραμελούσαν την κρατική διοίκηση και την κατάσταση των υπηκόων τους καθώς επιδίδονταν σε ατέλειωτα φαγοπότια, καταναλώνοντας χαλβά και παραβγαίνοντας όσον αφορά στις δεξιότητες τους στην καλλιέργεια νέων και πιο φανταχτερών ειδών τουλίπας. Πρέπει κανείς να φανταστεί ότι τέτοιου είδους θεάματα ήταν συχνά στην Κωνσταντινούπολη του 18ου αιώνα. Συνήθως λάμβαναν χώρα εν τω μέσω τεράστιων κήπων που κτιζόταν από τις ελίτ στην τοποθεσία «Γλυκά Νερά της Ευρώπης». Ταυτοχρόνως, μαθαίνουμε ότι ο Ιμπραχίμ Πασά είχε στήσει τεράστιες κούνιες με τις οποίες διέφθειρε τις γυναίκες της Κωνσταντινούπολης, καθώς είχε βάλει «παλικάρια με γλυκιά φωνή» να τις κουνάνε και να τους τραγουδούν. Το αποτέλεσμα ήταν «νέες και ηλικιωμένεςς» να χωρίζουν τους άντρες τους, αν αυτοί αρνούνταν να τους δώσουν χρήματα και άδεια ώστε να συμμετάσχουν στη συγκεκριμένη διασκέδαση.[15] Η παραπάνω διήγηση περιέχει κάποια ψήγματα αλήθειας. Όντως φαντασμαγορικές γιορτές τουλίπας λάμβαναν χώρα, ενώ αν πιστέψουμε κάποιους περιηγητές, τότε κούνιες πρέπει να είχαν στηθεί σε διάφορες συνοικίες τις Κωνσταντινούπολης. Αλλά το ερώτημα παραμένει. Συνεπάγονταν οι δραστηριότητες εκείνες την ανικανότητα, φιλαργυρία και διαφθορά των διοργανωτών τους και μάλιστα σε τέτοιο σημείο ώστε να γίνουν αφορμή για την εκπυρσοκρότηση μιας επανάστασης;

Καταρχάς πρέπει να σημειώσουμε ότι η καλλιέργεια τουλίπας, αν και μάλλον πρώτη φορά έπαιρνε τέτοιες διαστάσεις στην οθωμανική κουλτούρα, απαντάται σε παλαιότερες εποχές ως ψυχαγωγική ασχολία των ελίτ. Ο ίδιος ο Σεϊχουλισλάμης του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή, ο ξακουστός Εμποσούντ Εφέντης, πειραματιζόταν με την δημιουργία νέων ειδών τουλίπας δύο αιώνες νωρίτερα. Οι δε μεγαλοπρεπείς γιορτές δεν ήταν καινούριο φαινόμενο. Αντίθετα, είχαν ξεκινήσει από τον πατέρα του Αχμέτ Γ΄. Παρόλα αυτά ούτε η καλλιέργεια τουλιπών, που άλλωστε συνάδει με την Ισλαμική παράδοση, ούτε η διοργάνωση φιεστών είχε συνδυαστεί παλαιότερα με αρνητικά στοιχεία.[16]

Η εικόνα ξεκαθαρίζει όταν κανείς ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο ο Σεμντανίζαντε κατασκευάζει το επιχείρημα για την διασάλευση των ηθών. Η ενθρόνιση του Αχμέτ Γ΄ σηματοδότησε την επαναφορά της οθωμανικής Αυλής από την Αδριανούπολη στην Κωνσταντινούπολη. Μια από τις πράξεις του νέου Σουλτάνου και του μεγάλου βεζίρη Ιμπραχίμ Πασά ήταν η έκδοση ενός νόμου περί ενδυμασίας. Σύμφωνα με αυτόν, «Ξεδιάντροπες γυναίκες, επωφελούμενες της απουσίας του Σουλτάνου από την Κωνσταντινούπολη, είχαν αρχίσει να φοράνε ξενόφερτα, φράγκικα φορέματα και σπαταλούσαν τα χρήματα των συζύγων τους για να τα αγοράσουν, και αν αυτοί δεν τους τα έδιναν, τότε τους χώριζαν».[17] Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε μια ανακολουθία. Τόσο ο Σεμντανίζαντε όσο και η διοίκηση που αυτός θέλει να περιγράψει ως ανήθικη, χρησιμοποιούν το ίδιο λεξιλόγιο και τα ίδια επιχειρήματα. Αυτό συμβαίνει καθώς και οι δύο διηγήσεις, δηλαδή του χρονικού και του νόμου περί ενδυμασίας, μικρή σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Είναι οθωμανικοί αφηγηματικοί τόποι, λεξιλογικά καλούπια που ανήκουν σε μια κοινή εγγράμματη λογοτεχνική παράδοση, τα οποία δεν έχουν σκοπό να αναδείξουν την αλήθεια και το γεγονός, αλλά να εκφράσουν νοοτροπίες για το ηθικό και το ανήθικο, μετατρέποντας παράλληλα μια συνηθισμένη συμπεριφορά σε μίασμα. Αν κανείς μάλιστα θέλει να προχωρήσει το συλλογισμό ακόμη περισσότερο, μπορεί να πει ότι ο Σεμντανίζαντε διάβασε το νόμο περί ενδυμασίας και διαστρέβλωσε το περιεχόμενο του, ώστε να συκοφαντήσει την ηγεσία που τον εξέδωσε. Στην ουσία λοιπόν η παράδοση που θέλει την «Εποχή των Τουλιπών» να είναι μια περίοδος που έθρεψε άσωτους κρατικούς αξιωματούχους που χρησιμοποιούσαν με ασυδοσία την πολιτική τους δύναμη για να τρέφουν την ακόλαστη ζωή τους, στηρίζεται σε τέτοιες παραποιήσεις. Πουθενά όμως δεν είναι αυτό τόσο έκδηλο όσο στο επιχείρημα για τον πολυτελή βίο του Ιμπραχίμ Πασά.

Σύμφωνα με τις νεότερες μελέτες, ο ετήσιος προϋπολογισμός του ευρύτερου νοικοκυριού του Ιμπραχίμ Πασά ήταν κατά πολύ μικρότερος από εκείνον του προκατόχου του. Πολλές φορές τα ετήσια έξοδα του Ιμπραχίμ Πασά ισούταν με τα μηνιαία έξοδα του προηγούμενου Μεγάλου Βεζίρη. Τα περισσότερα χρήματα σπαταλιόνταν αφενός σε βασικά τρόφιμα όπως ρεβίθια και ψωμί, και αφετέρου στον ρουχισμό του προσωπικού. Συγκριτικά, προϊόντα που θεωρούνταν είδη πολυτελείας, όπως ζάχαρη και καπνός, εμφανίζονται σπανιότερα στους καταλόγους εξόδων και καταλαμβάνουν πολύ μικρό ποσοστό του εισοδήματος του Πασά. Επίσης ο Ιμπραχίμ Πασά πολύ σπάνια φαίνεται να παραγγέλνει κοστοβόρα κοσμήματα ή διακοσμητικά όπλα, αντικείμενα τα οποία ο προκάτοχος του αποθησαύριζε με ζήλο. Τέλος, το «βδομαδιάτικο» χαρτζιλίκι του ιδίου του Πασά για τα εκτός προϋπολογισμού ή προσωπικά του έξοδα ήταν 250 άσπρα, τη στιγμή που ο προκάτοχός του σπαταλούσε παραπάνω από 1500.[18] Ακόμα και το υποτιθέμενο υπέρλαμπρο παλάτι του Πασά ήταν χτισμένο με ξύλο και άλλα φθηνά υλικά.[19] Το επιχείρημα λοιπόν της αχαλίνωτης και προκλητικής κατανάλωσης καταρρίπτεται. Ούτως ή άλλως όμως κατά βάθος ήταν αντιφατικό. Η οικονομία και αγορά της Κωνσταντινούπολης στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό από τη ζήτηση που δημιουργούσαν καθώς και τα αγαθά που κατανάλωναν το Παλάτι και οι Οθωμανοί αξιωματούχοι. Υπό την έννοια αυτή, αν η ελίτ όντως κατανάλωνε στο βαθμό που υπονοείται από την παλαιότερη ιστοριογραφία, τότε και οι Κωνσταντινουπολίτες θα έπρεπε να ευημερούσαν, πράγμα που είναι αμφίβολο.[20] Το πιθανότερο είναι ότι συνέβαινε το αντίθετο.

Η «εξαίσια» Εποχή των Τουλιπών ήταν μάλλον περίοδος οικονομικής «συστολής». O Μεγάλος Βεζίρης φαίνεται ότι είχε ξεκινήσει πολυετή προσπάθεια «μεταρρύθμισης» και ανάκτησης ελέγχου των δημοσίων οικονομικών από το κράτος. Ήδη ακόμα από την εποχή που ο Ιμπραχίμ Πασά εκτελούσε χρέη τοποτηρητή για τον προηγούμενο Μεγάλο Βεζίρη, εκδόθηκαν δύο εντολές. Η πρώτη ανακαλούσε και κατείσχε για λογαριασμό του δημοσίου, τις εφ’ όρου ζωής εκμισθώσεις φοροπροσόδων, τους λεγόμενους μαλικιανέδες, ώστε να αναγκαστούν οι κάτοχοί τους να πληρώσουν το μισό της αξίας τους για να τους ανακτήσουν. Η δεύτερη απαγόρευε την υπενοικίαση τους σε τρίτα πρόσωπα.[21]

Jean-Baptiste Vanmour: Γενική άποψη της Κωνσταντινούπολης από την Ολλανδική πρεσβεία στο Πέρα (c. 1720-1737),  Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Επίσης, τα πρώτα πέντε χρόνια της Μεγάλης Βεζιρίας του, ο Ιμπραχίμ Πασά φαίνεται ότι είχε εξοικονομήσει μεγάλα ποσά από την περικοπή μισθών των στρατευμάτων. Το ίδιο συνέβαινε μάλλον και με τους γενίτσαρους, καθώς ο Ιμπραχίμ Πασά είχε αρχίσει μια διαδικασία ανασύνταξης των βιβλίων καταγραφής και μισθοδοσίας τους.[22] Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι χιλιάδες γενίτσαροι έχασαν το στρατιωτικό στάτους τους, και μαζί με αυτό τις απολαβές σε χρήματα και είδος και τις φοροαπαλλαγές που συνεπάγονταν του γενιτσαρικού αξιώματος. Εξάλλου, ένα από τα αιτήματα των επαναστατών του Πατρόνα Χαλίλ ήταν τα γενιτσαρικά τεφτέρια να περιέλθουν στην κατοχή τους ώστε να (ξανα)γραφτούν σε αυτά τα στελέχη των εξεγερθέντων.[23] Ας σημειωθεί εδώ ότι οι σχετικές μελέτες  συνηγορούν ότι πριν την επανάσταση ακόμη και οι εναπομείναντες γενίτσαροι ήταν απλήρωτοι επί μήνες.[24] Επεξηγηματικά, πρέπει να προσθέσουμε ότι τον 18ο αιώνα το παιδομάζωμα είχε σε μεγάλο βαθμό αχρηστευτεί. Κανείς γινόταν γενίτσαρος είτε κληρονομώντας τον τίτλο από τον πατέρα του και μέσω άλλων δικτύων πατρωνίας, είτε μέσω της αγοράς γενιτσαρικών δελτίων που κυκλοφορούσαν στην αγορά της Κωνσταντινούπολης ήδη από τον προηγούμενο αιώνα.

Ένα τελευταίο δείγμα της περιοριστικής οικονομικής πολιτικής του καθεστώτος που ηγούνταν ο Μεγάλος Βεζίρης είναι η φορολογική πολιτική. Ο Ιμπραχίμ Πασά είχε αυξήσει τη συχνότητα επιβολής έκτακτων φόρων. Ειδικότερα και όσον αφορά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ, οι συντεχνίες, τα μέλη των οποίων σε μεγάλο βαθμό ήταν γενίτσαροι που συμπλήρωναν το εισόδημα τους ασκώντας κάποια τέχνη, είχαν αναγκαστεί να πληρώσουν μια σειρά φόρων. Τον ειδικό φόρο, με τον οποίο εξασφάλιζαν την συμμετοχή τους στην εκστρατεία, καθώς και έναν καινούριο, αρκετά υψηλό, το λεγόμενο μπεδάτι (bid’at).[25] Το νέο δόσιμο αυτό ήταν μάλλον μια προσπάθεια μετακύλησης του κόστους της εκστρατείας στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Αυτό πρακτικά σήμαινε ότι οι συμμετέχοντες στην ακόμα επί χάρτου εκστρατεία είχαν προβεί σε σημαντικά έξοδα, τα οποία μεγεθύνονταν αν αναλογιστεί κανείς ότι έπρεπε να είχαν προμηθευθεί και μεγάλη ποσότητα εμπορευμάτων, τα οποία ήλπιζαν να πουλήσουν με μεγάλο κέρδος κατά την εκστρατευτική περίοδο. Το γεγονός λοιπόν ότι η εκστρατεία είχε καθυστερήσει 4 μήνες πρέπει να είχε προκαλέσει μεγάλη ζημιά στους τεχνίτες και στους γενίτσαρους-τεχνίτες των συντεχνιών. Επί 4 μήνες τα καταστήματα τους έμεναν κλειστά και τα εμπορεύματα που προορίζονταν για την εκστρατεία αναξιοποίητα. Στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση ότι είχαν κινηθεί νομικά, παραπονούμενοι στο ιεροδικείο για την ακύρωση του προαναφερθέντος νέου φόρου και την χρηματική αποζημίωση τους. Βέβαια, η προσπάθεια προέβη άκαρπη. Τελικά ο φόρος θα ανακαλούνταν μετά την Επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ καθώς αποτελούσε αίτημα των εξεγερθέντων.[26]

Ακόμα και τα πλιατσικολογήματα μπορούν να εξηγηθούν ως απόπειρες ανάκτησης οικονομικών κεκτημένων. Σε γενικές γραμμές τα χρονικά περιγράφουν τους επαναστάτες ως μια μάζα «λυσσασμένων σκύλων» που ρήμαζαν επί μήνες την Κωνσταντινούπολη λεηλατώντας οτιδήποτε στο διάβα τους. Η αλληλογραφία των ξένων πρέσβεων βέβαια σκιαγραφεί μια εκ διαμέτρου διαφορετική εικόνα. Οι περισσότεροι εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών κρατών συνηγορούν ότι έγιναν λιγοστές λεηλασίες[27] που αφορούσαν καταστήματα όπλων και υποδημάτων, για ευκόλως εννοούμενους λόγους. Επίσης σημειώνουν ότι συνολικά η εξέγερση διεκπεραιώθηκε με θαυμαστή ευταξία. Ακόμα και τα χρονικά, παρά την αντίφαση με το γενικό πνεύμα των διηγήσεων τους, μιλούν για αυτο-αστυνόμευση των επαναστατών,[28] προφανώς σε μια προσπάθεια να αποφευχθούν περιστατικά που θα σήμαιναν το τέλος της υποστήριξης που τύγχαναν από τους απλούς κατοίκους της Πόλης. Οι λιγοστές διηγήσεις πλιάτσικου και λεηλασίας που μπορούν να εξακριβωθούν, ακριβώς διότι δεν αναφέρονται με γενικότητες και ομιχλώδεις αφοριστικές εκφράσεις, αλλά με ονοματεπώνυμα, αφορούν τις περιουσίες κρατικών αξιωματούχων.[29] Αυτοί μάλλον θεωρούνταν συνυπεύθυνοι για την οικονομική πολιτική της κεντρικής εξουσίας και ο επιμερισμός των περιουσιών τους ήταν μορφή «δίκαιης αναδιανομής δημόσιου πλούτου». Παρατίθενται εδώ σε ελεύθερη μετάφραση τα λόγια του ιδίου του Πατρόνα Χαλίλ (όπως μεταφέρονται από τα χρονικά) τη στιγμή που εκπαραθύρωνε έναν κρατικό αξιωματούχο από την οικία, στην οποία διέμενε, ώστε να τη χρησιμοποιήσει ο ίδιος:

«Αυτό το σπίτι ανήκει σε εσένα ή στο δημόσιο ταμείο;»

–«Στο δημόσιο ταμείο».

«Έχεις άλλο σπίτι δικό σου;»

«Ναι».

«Ωραία τώρα θα πας σ’ αυτό και εδώ θα κάτσω εγώ».[30]

Ο αντίκτυπος της οικονομικής πολιτικής του Ιμπραχίμ Πασά πρέπει να είχε μεγεθυνθεί, καθώς τις προηγούμενες δεκαετίες η οικονομική κατάσταση μιας μάλλον μεγάλης μερίδας κατοίκων της Κωνσταντινούπολης είχε πιθανότατα βελτιωθεί. Προς αυτό καταδεικνύει η συνεχής επανέκδοση νόμων περί ενδυμασίας, των οποίων ένα παράδειγμα έχει ήδη προαναφερθεί. Σε πρακτικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι, παρά τις απαγορεύσεις, οι Κωνσταντινοπολίτες διέθεταν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν ξενόφερτα στυλ και είδη ρουχισμού, διαθέσιμα μόνο για ανώτερους αξιωματούχους της αυτοκρατορίας. Αν υποτεθεί λοιπόν ότι ο εξορθολογισμός των δημοσίων οικονομικών περνούσε μέσα από την μείωση των μέχρι πρότινος αυξανόμενων εισοδημάτων των ιδιωτών, τότε είναι πιθανό η διάψευση των προσδοκιών να συνέβαλε στην δυσφορία έναντι του καθεστώτος του Ιμπραχίμ Πασά και του Αχμέτ Γ΄. Η προβληματική των νόμων περί ενδυμασίας φέρνει στο προσκήνιο ακόμα ένα στοιχείο που έπαιξε ρόλο στην επαναστατική δυναμική: εκείνο του ανταγωνισμού για την κυριαρχία στο πολιτικό στερέωμα.

Ήταν πλέον συχνό φαινόμενο, ιδιαίτερα για τους γενίτσαρους και για εκείνους που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συνδέονταν με τα γενιτσαρικά σώματα, να φέρουν ρουχισμό που δεν άρμοζε στην κοινωνική τους τάξη. Στην ουσία λοιπόν το γενιτσαρικό σώμα ήταν η ωμή δύναμη πίσω από εκείνους, που μπορεί να μην είχαν πολιτική εξουσία με την παραδοσιακή έννοια του όρου, αλλά είχαν αρκετά χρήματα ώστε να αμφισβητήσουν τα όρια της κοινωνικής τους τάξης και το εύρος της πολιτικής ισχύος της διοικούσας ελίτ, για την οποία ο σφετερισμός του ιματισμού της από τα χαμηλότερα στρώματα αποτελούσε ευθεία πρόκληση.[31]

Μια ακόμα προκείμενη αιτία που μάλλον είχε συντελέσει στην εξέγερση πρέπει να ήταν το «ύφος» διακυβέρνησης του Μεγάλου Βεζίρη. Επί δώδεκα συναπτά έτη, ο Μεγάλος Βεζίρης φαίνεται ότι ασκούσε εξουσία δίχως να μπορεί να ελεγχθεί. Το παραδοσιακό, στο 18ο αιώνα, όργανο μετριασμού των πολιτικών της Αυλής, ο Σεϊχουλισλάμης, όπως και πριν την εξέγερση της Αδριανούπολης 27 χρόνια νωρίτερα, ήταν ευνοούμενος της Αυλής, συγχωριανός του μεγάλου Βεζίρη.[32] Επίσης αν κρίνουμε από την απόλυση του Καδή της Κωνσταντινούπολης και την τοποθέτηση στην θέση του ενός ευνοούμενου, ο Ιμπραχίμ Πασά μάλλον δεν ανεχόταν την κριτική στις πολιτικές του. Να σημειωθεί εδώ ότι αν και η απόλυση είχε γίνει με πρόφαση την μη ικανοποιητική διαχείριση ελλείψεων στην αγορά της πόλης, ο ίδιος Καδής επανατοποθετήθηκε στο πόστο του από τους επαναστάτες, πράγμα που μάλλον μας προϊδεάζει για το ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο τύγχανε της ευρύτερης αποδοχής των γενίτσαρων και των συντεχνιών.

Jean-Baptiste Vanmour: Η δολοφονία του Πατρόνα Χαλίλ (c. 1730-1737), Άμστερνταμ,  Rijksmuseum.

Ανάλογα συγκεντρωτική ήταν η άσκηση πολιτικής όσον αφορά τους διορισμούς στον φοροεισπρακτικό μηχανισμό. Παράπονα προς την Υψηλή Πύλη που έφερναν υπήκοοι από την Ανατολία καταδεικνύουν ότι όλες οι φοροπρόσοδοι πάνω στις πλουτοπαραγωγικές πηγές μιας περιοχής είχαν ενοικιαστεί σε ευνοούμενους του Πασά.[33] Το ίδιο πρέπει να συνέβαινε και στην πρωτεύουσα, αν κρίνουμε από το ότι χρειάστηκε μια επανάσταση ώστε τα τελωνεία της Κωνσταντινούπολης να περάσουν στα χέρια του πατέρα του Σεμντανίζαντε.

Ένας τελευταίος παράγοντας που μάλλον διαδραμάτισε κάποιον ρόλο στην επαναστατική διαδικασία είναι η αλβανική μετανάστευση. Ο 18ος αιώνας σήμανε αύξηση στη μεταναστευτική ροή από τη βαλκανική χερσόνησο στην Κωνσταντινούπολη. Οι Αλβανοί μετανάστες κάλυπταν σε μεγάλο ποσοστό τη ζήτηση για ανειδίκευτα εργατικά χέρια στην πρωτεύουσα. Τα χαμάμ και το λιμάνι της πρωτεύουσας παρείχαν εργασία σε χιλιάδες Αλβανούς μετανάστες.[34] Να σημειωθεί ότι τα επαγγέλματα αυτά θεωρούνταν μιασματικά, καθώς οι εργαζόμενοι έρχονταν καθημερινά σε επαφή είτε με το ανθρώπινο σώμα, είτε με τα ελλιμενισμένα πλοία που θεωρούνταν υπεύθυνα για τις περιοδικές εμφανίσεις επιδημιών.

Επίσης, Αλβανοί μετανάστες φέρονταν να έχουν εισχωρήσει στη συντεχνία των αρτοποιών, ενώ έλεγχαν τη συντεχνία των χασάπηδων, η οποία είχε στενές σχέσεις με το γενιτσαρικό σώμα.[35] Μέσω τέτοιων επαγγελματικών δικτύων οι Αλβανοί της Πόλης είχαν καταφέρει να εισχωρήσουν και στο τελευταίο. Ο Πατρόνα Χαλίλ καταγράφεται στις πηγές μας ως γενίτσαρος, το ίδιο και πολλοί από τους συντρόφους του, καφετζήδες και παντοπώλες, επαγγέλματα που τον 18ο αιώνα ασκούνταν κυρίως από γενίτσαρους.[36] Επίσης, στα χρονικά καταγράφεται ότι ο Πατρόνα Χαλίλ και οι σύντροφοί του κατάφεραν να πείσουν τους γηραιότερους αξιωματούχους των γενιτσάρων να προσχωρήσουν στην εξέγερση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την μαζική-πλην των μποσταντζήδων γενιτσάρων-συμμετοχή των γενιτσαρικών λόχων, η οποία εκδηλώθηκε με τον παραδοσιακό τρόπο. Οι γενίτσαροι σε ένδειξη στασιασμού έβγαλαν τα καζάνια τους στην πλατεία του παλιού βυζαντινού ιπποδρόμου και τα αναποδογύρισαν, χύνοντας το περιεχόμενο τους, μη αποδεχόμενοι το φαγητό του Σουλτάνου και κατ’ επέκταση τον ίδιο. Προξενεί εντύπωση λοιπόν τόσο το ότι το νέο καθεστώς που εγκαταστάθηκε από τους επαναστάτες προέβη σε αντίποινα, όσο και το ότι τα αντίποινα αυτά στράφηκαν αποκλειστικά και μόνο εναντίον των Αλβανών, σε μια στιγμή που τα στρατιωτικά σώματα είχαν επαναστατήσει στο σύνολο τους. Η εξήγηση όμως μάλλον δεν είναι ιδιαίτερα περίπλοκη.

Οι Αλβανοί, παρ’ όλες τις απελάσεις μεταναστών από την Πόλη, που είχαν ξεκινήσει ήδη από τον προηγούμενο αιώνα και παρά την συνεχή στοχοποίησή τους, ήταν μια αρκετά επιταχυμένη κοινωνική ομάδα όσον αφορά την απορρόφηση τους στον οικονομικό ιστό της οθωμανικής πρωτεύουσας. Σε ένα από τα χρονικά ο συγγραφέας ονομάζει τους Αλβανούς «δαίμονες με το προσωπείο Μουσουλμάνων που σαν μάστιγα έχουν κατακλύσει τα χωράφια, τα εργαστήρια και τα χαμάμ της Κωνσταντινούπολης».[37] Το καταφανώς ρατσιστικό αυτό χωρίο έρχεται ώστε να επιδοκιμάσει τις επιχειρήσεις εκκαθάρισής τους μετά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ. Επομένως, οι «βέροι» Κωνσταντινουπολίτες πρέπει να ένιωθαν ανασφάλεια ή φόβο από τον οικονομικό ανταγωνισμό που προκαλούσε η μαζική εισροή εργατικών χεριών στην αγορά της Πόλης. Θα ήταν λογικό να υποθέσουμε ότι μετά την ικανοποίηση των αιτημάτων τους, οι γενίτσαροι δεν χρειάζονταν πια τον Αλβανό συμπολεμιστή τους Πατρόνα Χαλίλ και τους «10.000» Αλβανούς, των οποίων αυτός ηγούνταν. Αφενός, καθώς οι Αλβανοί αποτελούσαν έναν παράγοντα επαγγελματικού ανταγωνισμού απέναντι στους υπόλοιπους γενίτσαρους, αφετέρου καθώς η ισχύς του Πατρόνα Χαλίλ και των συντρόφων του είχε μάλλον ξεπεράσει εκείνη των παραδοσιακών αξιωματούχων των γενιτσαρικών λόχων μετά την εξέγερση. Ως εκ τούτου, δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση ότι τελικά ήταν μόνο οι Αλβανοί που διώχθηκαν, δεδομένων των εις βάρους τους στερεοτύπων που εκφράζονται εύγλωττα στο προαναφερθέν απόφθεγμα. Εν τέλει, τα στερεότυπα χρησιμοποιήθηκαν ώστε να εξιλεωθούν οι υπόλοιποι γενίτσαροι για την έκνομη πράξη του στασιασμού, θυσιάζοντας μια κακόφημη και ανεπιθύμητη κοινωνική ομάδα και ρίχνοντας πάνω της την ευθύνη για την εξέγερση, αποκρύπτοντας τα πραγματικά αίτια της τελευταίας.

Συμπερασματικά, η εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ είναι ένα ισχυρό παράδειγμα για την γοητεία και τη δύναμη που ασκούν οι παραδοσιακές ιστοριογραφικές ερμηνευτικές γραμμές στην Οθωμανική Ιστορία. Η πρώτη και προφανέστερη πτυχή της προβληματικής αυτής είναι η κυριαρχία των αφηγηματικών γραμμών των χρονικών. Οι λέξεις, φράσεις και οι συχνά εξόφθαλμα χαλκευμένες ή πολιτικά στρατευμένες διηγήσεις αναπαράγονται κατά λέξη, χωρίς να υποβάλλονται σε στοιχειώδη λογικό έλεγχο. Αυτό βέβαια ίσως να μη συνέβαινε αν οι ιστορικοί δεν ήταν ήδη προδιατεθειμένοι προς την αποδοχή των επιχειρημάτων των Οθωμανών χρονικογράφων. Η δεκτικότητα αυτή μπορεί να αποδοθεί στην ισχύ της βιβλιογραφικής παράδοσης για την λεγόμενη «Εποχή των Τουλιπών». Από την άλλη, η δύναμη της παραδοσιακής βιβλιογραφίας προκύπτει εν μέρει από την συσχέτιση των θεωρούμενων χαρακτηριστικών του καθεστώτος του Ιμπραχίμ Πασά με το σύμβολο της Τουλίπας. Το ιστοριογραφικό δυστύχημα που ευθύνεται για τις παρανοήσεις μπορεί να εξηγηθεί μάλλον απλά. Μόνο κατά την παραμονή του Ιμπραχίμ Πασά στο πόστο του Μεγάλου Βεζίρη εμφανίζεται ή διαδίδεται αρκετά ένα αντικείμενο που δύναται να χρησιμοποιηθεί ως πολιτικό σήμα κατατεθέν για τα τεκταινόμενα της εποχής. Έτσι, κανονικότητες που ξεκίνησαν πριν ακόμα και από την στέψη του Αχμέντ Γ΄ και συνεχίστηκαν μετά την πτώση του, αποδίδονται λανθασμένα στην εποχή του, ακριβώς λόγω του συμψηφισμού τους με το σύμβολο. Από την άποψη αυτή το μόνο ιδιαίτερο στοιχείο που παρουσιάζει η «Εποχή των Τουλιπών» είναι η μόδα της καλλιέργειας τουλιπών αυτή καθ’ αυτή.  Κατά τα άλλα θα ήταν σκόπιμο να λεχθεί ότι τα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά συμβάντα της εποχής εναρμονίζονται με τις ευρύτερες τάσεις του 18ου αιώνα.

Η κρήνη του Σουλτάνου Αχμέντ Γ΄ στην Κωνσταντινούπολη, αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αρχιτεκτονικής της Εποχής των Τουλιπών.

Ο μακρύς 18ος αιώνας, και η Μεγάλη Βεζιρεία του Ιμπραχίμ Πασά, αποτέλεσαν στροφή προς τον συγκεντρωτισμό για το Οθωμανικό κράτος, το οποίο αποπειράθηκε να επιβληθεί επί των υπολοίπων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών παραγόντων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι πιθανό ότι ανέπτυξε μηχανισμούς και εργαλεία που αποσκοπούσαν στον καλύτερο έλεγχο του πληθυσμού και στην εμπέδωση των συμφερόντων και βλέψεων της διοίκησης, προσπαθώντας παράλληλα να παρακάμψει ή να αποσιωπήσει τις όποιες αντιστάσεις ενάντια στις νέες πολιτικές. Προς το συμπέρασμα αυτό άλλωστε παραπέμπουν οι περισσότερες από τις πολιτικές επιλογές της Οθωμανικής άρχουσας τάξης που εξετάστηκαν εδώ. Η επιβολή νέων φόρων και η περιοριστική οικονομική πολιτική αποσκοπούσαν στην εξυγίανση του κρατικού προϋπολογισμού με τη μετακύλιση του κόστους προς τα κάτω. Η περικοπή  δαπανών, περνώντας μέσα από τον έλεγχο των κατάστιχων των στρατιωτικών σωμάτων, αναπαριστά μια προσπάθεια ανάκτησης του ελέγχου σχετικά με το ποιος δικαιούται να θεωρείται askeri (μέλος της στρατιωτικής τάξης), μια διαδικασία η οποία από τον προηγούμενο αιώνα είχε αφεθεί σε εναλλακτικά κανάλια, όπως η αγορά ή και τα διάφορα δίκτυα πατρωνίας και συντεχνιών. Η μονοπώληση διοικητικών/θρησκευτικών θέσεων και εκμίσθωσης φοροπροσόδων από ευνοούμενους του Μεγάλου Βεζίρη αποσκοπούσε στην συγκέντρωση πολιτικής και κανονιστικής ισχύος στα χέρια του Ιμπραχίμ Πασά, προσφέροντάς του τον μεγαλύτερο δυνατό έλεγχο πάνω στον κρατικό μηχανισμό, και περιορίζοντας τους εκ των έσω πυρήνες αντίστασης. Η έκδοση και επιβολή νόμων περί ενδυμασίας, η οποία αποτελεί σταθερό γνώρισμα του 18ου αιώνα, ανεξαρτήτως των κρατούντων την εξουσία, χρησίμευε στην ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας και ιδιαιτερότητας των διοικητικών ελίτ και δρούσε ως εμπόδιο στην κοινωνική κινητικότητα και στην εξωτερίκευση της απόκτησης πλούτου και πολιτικής επιρροής από τους εκτός των επίσημων μηχανισμών εξουσίας. Τέλος η λήψη ανασταλτικών μέτρων ενάντια στην μετανάστευση προς την Κωνσταντινούπολη διεύρυνε τις δυνατότητες αστυνόμευσης και καταστολής του κράτους. Ο Ιμπραχίμ Πασά βέβαια δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για τις εξελίξεις στην αστυνόμευση που ξεκίνησαν με αφορμή τα προσφυγικά κύματα στην Κωνσταντινούπολη. Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν λάθος να λησμονηθεί ότι αυτές τέθηκαν σε κίνηση, σε πρώτη φάση μετά την εξέγερση του 1703, ενώ εντάθηκαν και τελειοποιηθήκαν μετά την εξέγερση του Πατρόνα Χαλίλ. Με άλλα λόγια, η απόδοση των εξεγέρσεων σε ανεπιθύμητους ξένους αποτέλεσε πλατφόρμα πάνω στην οποία στηρίχτηκε η επέκταση του μηχανισμού επιτήρησης και παρακολούθησης των δυνάμεων αστυνόμευσης. Έχουμε λοιπόν σχετικά λίγα παραδείγματα που στρέφονται προς το κλασσικό ιστοριογραφικό αφήγημα ηθικής κατάπτωσης και αχαλίνωτης κατανάλωσης. Ωστόσο, ακόμα και αυτά μπορούν να θεωρηθούν κατά μέρος ως εκφράσεις κενών πληροφοριών και κοινών οθωμανικών αφηγηματικών τόπων. Αντίθετα, οι υπάρχουσες πληροφορίες τείνουν πολύ περισσότερο προς το να επιβεβαιώσουν μια κανονικότητα σταδιακά αυξανόμενης συγκεντρωτικής πολιτικής και αυταρχισμού.

Από την άλλη, θα ήταν λάθος να υπερεκτιμηθεί η επιτυχία της κρατικής επιβολής πάνω στις οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις του 18ου αιώνα. Δηλαδή, δεν πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οι αυταρχικές και συγκεντρωτικές τάσεις του πολιτικού κέντρου ήταν απαραίτητα αποτελεσματικές, παρά το εύρος ή την έντασή τους. Άλλωστε,  τα ίδια τα αποτελέσματα της εξέγερσης του Πατρόνα Χαλίλ καταδεικνύουν προς την κατεύθυνση της αποτυχίας της συγκεντρωτικής πολιτικής. Οι γενίτσαροι κατάφεραν να επιβληθούν πολιτικά στην οθωμανική Αυλή, να ακυρώσουν τον προωθούμενο φόρο στα προς πώληση προϊόντα, να ανακτήσουν το έλεγχο όσον αφορά τη μισθοδοσία, και να εξασφαλίσουν την δυνητικά κερδοφόρα για αυτούς στρατιωτική εκστρατεία. Αλβανοί πρόσφυγες συνέχισαν να συρρέουν στην Κωνσταντινούπολη και να ενθέτουν τους εαυτούς τους στους θεσμούς και τα δίκτυά της, παρά την ενίσχυση της αστυνόμευσης και τις σε βάρος τους εκκαθαρίσεις. Τέλος, αν κρίνουμε από την συνεχή έκδοση νόμων περί ενδυμασίας, οι απλοί Κωνσταντινοπολίτες συνέχισαν να φορούν ρούχα που δεν άρμοζαν στην τάξη που ανήκαν. Μάλιστα, αυτό πρέπει να συνέβαινε με μεγαλύτερη πυκνότητα και συχνότητα. Από την άποψη αυτή, τα όρια της κρατικής εξουσίας, μπροστά στις κοινωνικές αντιδράσεις και στις βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις, όπως η συσσώρευση κεφαλαίου ή η μετανάστευση, αποκαλύπτονται τρισδιάστατα. Η ελίτ και το πολιτικό κέντρο δεν είναι παίκτες – παντογνώστες. Έχουν αίσθηση μόνον των επί μέρους εκφάνσεων που καταδεικνύουν προς την εξασθένιση της εξουσίας και της επιβλητικής ικανότητάς τους. Ο συγκεντρωτισμός ή ο αυταρχισμός εκδηλώνονται μόνο ως εκφάνσεις αντιδράσεων, οι οποίες δεν αποσκοπούν στην ανάσχεση των ιστορικών δυνάμεων και διαδικασιών, αλλά στην αντιμετώπιση συμπτωμάτων, όπως η ξενόφερτη ενδυμασία. Το αντίθετο άλλωστε θα ήταν αδύνατο, καθώς η ιστορική διαδικασία είναι παρατηρήσιμη μόνον από την πλεονεκτική οπτική γωνία του ιστορικού. Ως εκ τούτου, οι προσπάθειες του πολιτικού κέντρου να ελέγξει την συμπεριφορά των κατώτερων στρωμάτων δεν θα πρέπει να γίνονται αντιληπτές ως ένα απόλυτο, παντοδύναμο εργαλείο, αλλά μάλλον ως ένας παλαιστής που προσπαθεί να σημαδέψει με δεμένα μάτια.

Ο Ευθύμιος Μαχαίρας είναι υποψήφιος διδάκτωρ Οθωμανικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης

 

Σημειώσεις

[1] Βλέπε σχετικά Ahmet Refik Altınay, Lale Devri (1718-1730), Geçmiş Asırlarda Osmanlı Hayatı, Tarih Vakfı Yurt Yayınları, Κωνσταντινούπολη 2011. Πρώτη έκδοση 1915, ή πιο πρόσφατα Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey, Oxford University Press, 2002 ή Niyazi Berkes, The Development of Secularism in Turkey, Routledge, Λονδίνο 1988, και Şerif Mardin, Religion, Society, and Modernity in Turkey, Syracuse University Press, Νέα Υόρκη, 2006.

[2] Για μια σύνοψη της εξέγερσης βλέπε Münir Aktepe, Patrona İsyanı (1730), İstanbul Edebiyat Fakültesi Basımevi, Κωνσταντινούπολη, 1958. Επίσης İsmail Hakkı Uzunçarşılı, Osmanlı Tarihi, τόμος 4, μέρος 2, Türk Tarih Kurumu, Άγκυρα, 1956, σελ. 204 και Halil Inalcik, Donald Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Τόμος Β΄, 1600-1914, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2008.

[3] Στα ίδια.

[4] Ό.π.

[5] Βλέπε σχετικό κείμενο για Ahmed Cevdet και Mustafa Nuri στο Can, Erimtan, Ottomans Looking West? , The Origins of the Tulip Age and its Development in Modern Turkey, I.B Tauris, Λονδίνο 2008, σελ. 10-17 και Ahmed Cevdet Paşa, Tarih-i Cevdet,12 τόμοι Μatbaa-i Amire, Κωνσταντινούπολη, 1854-1884, βλέπε τόμο 1, σελ. 38-43, και Mustafa Nuri, Netayic ül-Vukuat, τόμος 3, Uhuvvet Matbaası, Κωνσταντινούπολη, 1911.

[6] Ό.π., Ahmet Refik, Lale Devri, Niyazi Berkes, The Development of Secularism in Turkey, Şerif Mardin, Religion, Society, and Modernity in Turkey και Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey.

[7] Για μια κριτική στο έργο του Refik βλέπε Can, Erimtan, Ottomans Looking West?: The Origins of the Tulip Age and its Development in Modern Turkey, I.B Tauris, Λονδίνο 2008.

[8] Στο ίδιο σελ. 61.

[9] Ό.π., Münir, Aktepe, Patrona İsyanı (1730)

[10] Karahasanoğlu, Selim, A Tulip Age Legend: Consumer Behavior and Material Culture in the Ottoman Empire (1718-1730), Binghamton University State University of New York, Νέα Υόρκη, 2009.

[11] Salzmann, Ariel, “The Age of Tulips: Confluence and Conflict in Early Modern Consumer Culture (1550-1730),” στο: Donald Quataert (επιμ.), Consumption Studies and the History of the Ottoman Empire, 1550-1922, SUNY Press, Νέα Υόρκη, 2000.

[12] Faik Reşit Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser «Abdi Tarihi,» Türk Tarih Kurumu Basımevi, Άγκυρα 1943.

[13] Münir Aktepe, Şemdanizade Fındıklı Süleyman Mürit’i’t-Tevarih I, İstanbul Edebiyat Fakültesi Maatbaası, Κωνσταντινούπολη 1976.

[14] Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…, σελ. 16.

[15] Münir Aktepe, Şemdanizade Fındıklı Süleyman…, σελ. 3, 4.

[16]  Ό.π., Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…,

[17] Ebru Boyar, Kate Fleet, A Social History of Ottoman Istanbul, Cambridge University Press, Κέμπριτζ 2010, σελ. 181 και Donald Quataert, “Clothing Laws, State and Society in the Ottoman Empire, 1720-1829,” International Journal of Middle East Studies 29 (1997): 403-425.

[18]  Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…,σελ. 130-140.

[19]  Mikhail, Alan, “The Heart’s Desire: Gender, Urban Space and the Ottoman Coffee House” και Erimtan, Can, “The Perception of Saadabad: The ‘Tulip Age’ and Ottoman–Safavid Rivalry” στο: Dana Sajdi (επιμ.), Ottoman Tulips, Ottoman Coffee Leisure and Lifestyle in the Eighteenth Century, I.B Tauris, Λονδίνο 2007, σελ. 57, 25.

[20] Το παράδοξο αυτό έχει εκφραστεί από τον Σελίμ Καραχασάνογλου στην εργασία, στην οποία παραπέμπουμε παραπάνω.

[21] Salzmann, “An Ancien Regime Revisited: «Privatization» and Political Economy in the Eighteenth-Century Ottoman Empire,” Politics and Society (1993): 402-403.

[22] Aktepe, Patrona İsyanı…, σελ. 5-7

[23]  Mesut Adıner, Subhî tarihi:  Sâmî ve Şâkir tarihleri ile birlikte 1730-1744

[24]  Ό.π, Patrona Isyani…

[25] Τα Μετά την Άλωσιν (1453-1789), Τυπογραφείο Ι.Α Βρετού, Κωνσταντινούπολη, 1870, σελ. 327-330.

[26] Virginia Aksan, Ottoman Wars, 1700-1870: An Empire Besieged, Routledge, Λονδίνο 2007, σελ. 71.

[27] Μουταφίδου, «Η επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ στην Κωνσταντινούπολη το 1730: Η μαρτυρία της Ταξιδιωτικής Γραμματείας», στο: Ίλια Χατζηπαναγιώτη – Sangmeister, Ταξίδι, Γραφή Αναπαράσταση: Μελέτες για την ταξιδιωτική γραμματεία του 18ου αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2015, σελ. 469-473

[28] Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser,  σελ. 36.

[29] Baykal, Destari Salıh Tarihi …, σελ. 10 και Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser, σελ. 33,46, 49-51, και Aydıner, Subhî tarihi:  Sâmî ve Şâkir tarihleri ile birlikte 1730-1744…, σελ. 45,57-58.

[30] Unat, 1730 Patrona İhtilali Hakkında Bir Eser…, σελ. 52.

[31] Βλέπε Robert Olson, “Jews, Janissaries, Esnaf and the Revolt of 1740 in Istanbul: Social Upheaval and Political Realignment in the Ottoman Empire”, Journal of the Economic and Social History of the Orient (20, 1977).

[32] Για την εξέγερση της Αδριανούπολης βλέπε, Tezcan Baki, The Second Ottoman Empire: Political and Social Transformation in the Early Modern World, Cambridge University Press, Νέα Υόρκη, 2010, σελ. 28-29, 220-221 και  Rifa’at Ali Abou-El-Haj, The 1703 Rebellion and the Structure of Ottoman Politics, Nederlands Historisch-Archeologisch Instituut te İstanbul, Κωνσταντινούπολη, 1988, σελ. 55-57.

[33] Karahasanoğlu, A Tulip Age Legend…, σελ. 148

[34] Nina Ergin, “The Albanian Tellâk Connection: Labor Migration to the Hamams of Eighteenth-Century Istanbul, Based on the 1752 İstanbul Hamâmları Defteri,” Turcica 43 (2011): 242.

[35] Suraiya Faroqhi, Artisans of Empire: Crafts and Craftspeople Under the Ottomans, I.B Tauris, Νέα Υόρκη 2009, σελ. 74 και Salih Aynural, “The Millers and Bakers of Istanbul (1750–1840)”, στο: (επιμ.) Suraiya Faroqhi, Randi Deguilhem, Crafts and Craftsmen of the Middle East: Fashioning the Individual in the  Muslim Mediterranean, I.B Tauris, Νέα Υόρκη 2005, σελ. 168, και Zarinebaf, Crime and Punishment in Istanbul…, σελ. 83, και Başaran, Selim III, Social Control and Policing in Istanbul…, σελ. 124.

[36] Aktepe, Patrona İsyanı, σελ. 3-20. Για τις επαγγελματικές ασχολίες των γενιτσάρων βλ. Cemal Kafadar, Yeniçeri-Esnaf relations: solidarity and conflict, αδημοσίευτη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο McGill, Institute of Islamic Studies, Μόντρεαλ, 1981.

[37] Aydıner, Subhî tarihi…, σελ. 79.

 

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Μουταφίδου Αριάδνη, «Η επανάσταση του Πατρόνα Χαλίλ στην Κωνσταντινούπολη το 1730: Η μαρτυρία της Ταξιδιωτικής Γραμματείας», στο: Ίλια Χατζηπαναγιώτη – Sangmeister, Ταξίδι, Γραφή Αναπαράσταση: Μελέτες για την ταξιδιωτική γραμματεία του 18ου αιώνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2015.

Υψηλάντης Αθανάσιος Κομνηνός, Τα Μετά την Άλωσιν (1453-1789), Τυπογραφείο Ι. Α. Βρετού, Κωνσταντινούπολη, 1870.

Halil Inalcik, Donald Quataert, Οικονομική και κοινωνική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Τόμος Β΄, 1600-1914, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2008.

Karahasanoğlu Selim, A Tulip Age Legend: Consumer Behavior and Material Culture in the Ottoman Empire (1718-1730), Binghamton University State University of New York, Νέα Υόρκη, 2009.

Münir Aktepe, Patrona İsyanı (1730), İstanbul Edebiyat Fakültesi Basımevi, Κωνσταντινούπολη, 1958.

Salzmann Ariel, “The Age of Tulips: Confluence and Conflict in Early Modern Consumer Culture (1550-1730),” στο: Donald Quataert (επιμ.), Consumption Studies and the History of the Ottoman Empire, 1550-1922, SUNY Press, Νέα Υόρκη, 2000.

Tezcan Baki, The Second Ottoman Empire: Political and Social Transformation in the Early Modern World, Cambridge University Press, Νέα Υόρκη, 2010.

Γεωργία Μπακάλη: Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Γεωργία Μπακάλη

Ο Κ. Π. Καβάφης τιμώμενος (1926)

Η απονομή του «Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος» στον Καβάφη από την κυβέρνηση Θ. Πάγκαλου, το 1926, είναι ένα γεγονός για το οποίο, έως σήμερα, δεν γνωρίζουμε πολλά. Καταγράφεται στην χρονογραφία των Δημήτρη Δασκαλόπουλου και Μαρίας Στασινοπούλου (2002):

Μάιος (;): Η δικτατορική  κυβέρνηση του Πάγκαλου απονέμει στον Καβάφη, αλλά και στην ισπανίδα χορεύτρια Αούρεα, το παράσημο του Φοίνικος. Είναι η μόνη διάκριση που αξιώθηκε ο ποιητής όσο ζούσε.  Πίσω από τη βράβευση βρίσκεται ο φίλος και θαυμαστής του Καβάφη, Γ. Χαριτάκης, υπουργός στην τότε κυβέρνηση. Το θέμα συζητιέται πολύ στην Αλεξάνδρεια και άλλοι πιέζουν τον ποιητή να το δεχτεί , άλλοι να το επιστρέψει. Ο ίδιος απαντά «Το παράσημο μου το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, την οποία σέβομαι και αγαπώ. Η επιστροφή του παρασήμου θα είναι προσβολή εκ μέρους μου προς την Ελληνικήν Πολιτείαν, γι’ αυτό και το κρατώ».

Από τις σελίδες της αλεξανδρινής εφημερίδας Ταχυδρόμος μπορούμε να εξακριβώσουμε τι πραγματικά έγινε εκείνη τη βραδιά της Κυριακής, 23 Μαΐου 1926, στο κοσμικό Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας. Τα αλεξανδρινά περιοδικά Νέα Ζωή και Γράμματα παρέθεσαν δείπνο, προς τιμήν του γενικού προξένου Μαρίνου Σιγούρου, με την ευκαιρία της ανάληψης των καθηκόντων του· την ανάμνηση αυτής της τιμητικής βραδιάς αφηγείται, χρόνια μετά, ο Μ. Σιγούρος σε συνέντευξή του στον Μαν. Γιαλουράκη (Ταχυδρόμος, 19.07.1953). Στο δείπνο εκείνο, παρευρίσκονταν όλοι σχεδόν οι διανοούμενοι της ελληνικής Αλεξάνδρειας, σαράντα τέσσερις αντιπρόσωποι των γραμμάτων και των τεχνών. Μεταξύ αυτών αναφέρονται η Αγγελική Παναγιωτάτου (ιατρός, διευθύντρια του μικροβιολογικού εργαστηρίου του Ελληνικού Νοσοκομείου και ποιήτρια, με το ψευδώνυμο Ίσις), η Θάλεια Φλωρά-Καραβία,  η Ρίκα Αγαλλιανού (μετέπειτα Σεγκοπούλου, ποιήτρια, κληρονόμος του Καβάφη), ο Στέφανος Πάργας (εκδότης των Γραμμάτων) κ.ά. Την επομένη, το εκτενές ρεπορτάζ μετέφερε στιγμιότυπο από τις προπόσεις:

[…] ο κ. Σιγούρος διά του επιλόγου της αντιφωνήσεώς του μετέτρεψε το δοθέν υπέρ αυτού γεύμα, εις τιμητικόν υπέρ του ποιητού μας κ. Κ. Καβάφη, του οποίου, είπε, το όνομα θα παραμείνει και όταν ακόμη ουδέν θα έχει εκ της ακμαίας και ανθούσης σήμερον ελληνικής αποικίας.

Ταχυδρόμος-Ομόνοια, 24.05.1926.

Κεντρικά σημεία της Αλεξάνδρειας σε καρτ ποστάλ εποχής.

Ο Μ. Σιγούρος, οικουμενική προσωπικότητα (ελληνοϊταλικής καταγωγής, ποιητής, μεταφραστής, διπλωμάτης), αν και ήταν το τιμώμενο πρόσωπο, προτίμησε να τιμήσει κατά την πρόποσή του τον Καβάφη, παρόμοια και οι εκλεκτοί συνδαιτυμόνες: «Στη γενική συμμετοχή πρωτοστάτησε ο Καβάφης και στην ανταλλαγή των προπόσεων έκρινα πως έπρεπε να ανταποδώσω την τιμή στον Αλεξανδρινό ποιητή», λέγει ο Σιγούρος στη συνέντευξή του. Συνεπώς, την Κυριακή 23 Μαΐου 1926, στο Εξέλσιορ της Αλεξάνδρειας, τίμησε τον Καβάφη ο Σιγούρος – όχι ο Πάγκαλος στην Αθήνα, όπως ίσως αφήνεται να εννοηθεί στο Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Τσίρκα.

Ως προς την επίσημη τιμή προς τον Καβάφη: στις 12.07.1926 υπογράφτηκε από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλο δίπλωμα «εις πίστωσιν» της απονομής του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικος. Δύο περίπου μήνες μετά (08.09.1926), ο Μ. Σιγούρος διαβίβασε στον Καβάφη το δίπλωμα αυτό του παράσημου «προς ένδειξιν τιμής διά το ποιητικόν υμών έργον», εκφράζοντας με την ευκαιρία την ιδιαίτερη υπόληψή του προς τον ποιητή (βλ. Ίδρυμα Ωνάση/ Αρχείο Καβάφη/Νομικά έγγραφα). Η σύνδεση της απονομής με τον φίλο του Καβάφη Γ. Χαριτάκη και υπουργό στην τότε κυβέρνηση (σύμφωνα με το χρονολόγιο των Δ. Δασκαλόπουλου – Μ. Στασινοπούλου), δεν αποκλείει τη σύνδεση και με τον Σιγούρο, αν λάβουμε υπόψη τον θεσμικό του ρόλο, ως προξένου στην Αλεξάνδρεια.

Αριστερά: Μαρίνος Σιγούρος, Γενικός Πρόξενος της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια (πηγή: Ελληνικό Λογτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Δεξιά: Το δίπλωμα του Αργυρού Παρασήμου του Τάγματος του Φοίνικα που απονεμήθηκε στον ποιητή από την Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας με χρονολογική ένδειξη 12/7/1926 (© 2016-2018 Αρχείο Καβάφη, Ίδρυμα Ωνάση).

Με τη βράβευση του Καβάφη δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα ο αθηναϊκός Τύπος· η είδηση πέρασε μόνο στα ψιλά της Πρωίας (23.07.1926):

Εις τον Έλληνα ποιητήν της Αλεξανδρείας κ. Κ. Καβάφην απενεμήθη το Αργυρούν Παράσημον του Τάγματος του Φοίνικος.

Ο Καβάφης είναι γνωστότατος μεταξύ των διανοουμένων μας και τιμάται ιδιαζόντως υπό της μορφωμένης Ελληνικής κοινωνίας της Αιγύπτου διά την εξαιρετικήν του μόρφωσιν και το ισχυρόν του ποιητικόν ταλέντο. 

Το, μάλλον, άνευρο αυτό δημοσίευμα ο (φιλοκαβαφικός) Ταχυδρόμος (28.07.1926) σχολίαζε ειρωνευόμενος: «Οι άσπονδοι φίλοι του κ. Καβάφη, οι ανησυχήσαντες μήπως η είδησις της παρασημοφορίας του ήτο ψευδής, παρακαλούνται να ησυχάσουν». Άλλες αθηναϊκές εφημερίδες δεν αναφέρονται στην απονομή (θα έλεγε κανείς, ενθυμούμενος τον καβαφικό «Οροφέρνη», πως «ίσως η ιστορία να το πέρασε, και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει»).

Στην Αλεξάνδρεια, την απονομή χαιρέτισε πρώτος ο Ταχυδρόμος (24.07.1926). Στο αθησαύριστο (όσο διαπίστωσα) πρωτοσέλιδο άρθρο του, ο αρχισυντάκτης και χρονογράφος Αγησίλαος Αριστοκλής (Αριστό) συνθέτει έναν υπέρ του Καβάφη λόγο. Επιδοκιμάζεται εξαρχής το γεγονός της παρασημοφορίας «[…] αυτό δεν είναι μικρό πράγμα, που ανεγνωρίσθη συμπολίτης μας ποιητής από κυβέρνησιν ελληνικήν», με το σκεπτικό ότι κάθε παρασημοφορία «Έλληνος λογίου, πρέπει να θεωρείται γεγονός παρήγορον διά τα Ελληνικά γράμματα […]». Ειδικότερα για τον Καβάφη τονίζεται ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του, πως δεν είναι «πλασμένος για να συγκινεί», αλλά είναι ποιητής που «αναγκάζει τον άλλον να σκέπτεται», χαρακτηριστικό που, σκόπιμα, όπως φαίνεται, συνδέεται με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό: «γενικώς, οι άνθρωποι μάλιστα δε οι εξ αυτών Έλληνες, προτιμούν να συγκινούνται φιλολογικώς παρά να σκέπτονται…». Και παρότι, συνεχίζει, ο Καβάφης «θέλησε να μπει στο μυαλό του άλλου» και γι’ αυτό «τα ηύρε μπαστούνια απ’ τους πολλούς», που προτιμούν να συγκινούνται «οσάκις στρέφονται προς τα γράμματα […] παρά να σκέφτονται», αυτό δεν σημαίνει ότι «είναι ολιγότερον άξιος τιμής». Σημαντικό, λοιπόν, είναι το γεγονός ότι, μολονότι ο Καβάφης γράφει ποίηση «εγκεφαλική» και γι’ αυτό «δεν κατόρθωσε παρά τους ολίγους να απασχολήσει», η ελληνική πολιτεία τον βράβευσε. Ο συντάκτης εκφράζει την ικανοποίησή του για την παρασημοφόρηση και για τον λόγο ότι εφεξής θα προσέχουν αυτοί που διασύρουν ανευλαβώς τον ποιητή των Κεριών, τη φήμη του οποίου προσπαθεί να αποκαταστήσει:

«Ο Καβάφης δεν εννοεί ν’ απασχολεί διαρκώς τον πνευματικόν κόσμον […] Σχολιάζεται πάνω εις τα ολίγα που έδωσε και δίδει. Και πώς τα δίδει! Ουδέποτε ποιητής υπήρξε τόσον καουτσουκέ [sic], τόσον αθόρυβος, τόσον διακριτικός και εις τούτο: γράφει το ποίημά του, το τυπώνει αμέσως και σου το βάζει στη τσέπη σου, όπως σου ρίχνουν εκεί, με πολλάς προφυλάξεις, ερωτικήν επιστολήν μπρος σε κόσμον».

Η ιδιότυπη εκδοτική πρακτική του Καβάφη είναι κι αυτή απόδειξη του ξεχωριστού ήθους του· όμως, όπως γράφει, «[…] είναι ανάγκη ο ποιητής της Αλεξανδρείας να παραδώσει εις το τυπογραφείον το ποιητικόν του άπαντον […] Ο Καβάφης είναι καιρός να βρίσκεται και εις το βιβλιοπωλείον, όχι δε μόνον στις τσέπες των φίλων του σαν καπνοσακούλα ή στας στήλας περιοδικών και εφημερίδων […]». Τότε μόνο, αν δηλαδή διαβαστεί από το πλατύ κοινό, ο κόσμος δεν θα σκεφτεί, «όπως δυνατόν να σκεφθεί σήμερον, ότι το Κράτος ετίμησεν έναν ποιητήν του τελείως ερήμην του κοινού…».

Εντύπωση, ωστόσο, θα προξενούσε στον αναγνώστη του Ταχυδρόμου η αλλαγή της στάσης του στο θέμα του παράσημου. Ο ανοιχτά αντιπαγκαλικός Ταχυδρόμος είχε ειρωνευτεί αρχικά (20.05.1926) τόσο την ιδέα του Πάγκαλου να συστήσει νέο παράσημο (απορώντας αν ήθελε με τον Φοίνικα να αναγεννήσει την Ελλάδα σαν άλλος Καποδίστριας) όσο και λίγο αργότερα (17.06.1926) την, πολιτικών σκοπιμοτήτων, ανταλλαγή Μεγαλόσταυρων «μεταξύ των δικτατόρων» Πάγκαλου και Μουσολίνι. Η απονομή του Καβάφη είναι προφανές ότι για τον Ταχυδρόμο αποτελούσε μια ηθική δικαίωση και μια ευκαιρία αναγνώρισης και επανεκτίμησης του ποιητικού έργου του. Εντέλει μετρούσε ως εξαιρετική τιμή της ελληνικής πολιτείας και, κατ’ επέκταση, του ελληνισμού.

Το θέμα της απονομής συζητήθηκε πολύ στην Αλεξάνδρεια. Από το άρθρο της εφημερίδας Ομόνοια-Ταχυδρόμος (13.08.1926) με τον παιγνιώδη τίτλο: «Το παράσημον της … Αρουραίας», μαθαίνουμε ότι η (αλεξανδρινή) Εφημερίς συσχέτισε την απονομή του Καβάφη με εκείνη της Áurea. Η συσχέτιση αυτή έδωσε αφορμή σε μερικούς άσπονδους φίλους του ποιητή να παρακινήσουν το περιοδικό Οθόνη, να διερευνήσει τη γνώμη διανοουμένων της παροικίας για τη στάση του Καβάφη απέναντι στην κυβέρνηση που τον τίμησε. Ο Ταχυδρόμος θεωρεί άστοχη τόσο τη συσχέτιση όσο και την έρευνα της Οθόνης, για τον εξής λόγο: «Διότι ο κ. Καβάφης δεχθείς μετά θερμών ευχαριστιών την προσγενομένην αυτώ τιμήν, δεν οφείλει ουδέ δικαιούται να κρίνει και να επικρίνει την κυβέρνησιν διότι ετίμησε αύτη και ανάξια τοιαύτης τιμής πρόσωπα. Πολύ δε ολιγότερον να επιστρέψει το παράσημο». Έτσι, η Ομόνοια-Ταχυδρόμος κρατάει μακριά τον Καβάφη από τους όποιους ειρωνικούς συσχετισμούς ή δηκτικούς υπαινιγμούς, μη παραλείποντας όμως να εκφράσει την αγανάκτησή του για την παρασημοφόρηση ανάξιων προσώπων. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση Πάγκαλου παρασημοφόρησε διαδοχικά δύο ανθρώπους της τέχνης, οι οποίοι δεν ήταν το ίδιο άξιοι να τιμηθούν, έδωσε λαβές ώστε να συζητηθεί έντονα στην Αλεξάνδρεια η παρασημοφόρηση του Καβάφη. Ενδεχομένως αυτό να οφείλεται και στη διαφορετική αντιμετώπιση της Áurea (όπως την υπαινίσσεται η εφημερίδα): «την οποίαν εγνωρίσαμεν μεν ημείς εδώ, οι εν Αθήναις όμως εξέλαβον ως μεγάλη καλλιτέχνιδα». Άλλη μία έμμεση βολή για το κοινό της Αθήνας. Παρόμοια στάση, αποσύνδεσης των δύο απονομών, κρατάει και η Αργώ (Σεπτέμβριος 1926), παρότι, κρίνοντας από πολιτική σκοπιά την παρασημοφόρηση, την αποκηρύσσει:

«Η κυβέρνηση της δικτατορικής “κατάστασης” παρασημοφόρησε τον ποιητή Κ. Π. Καβάφη. Νομίζουμε πως ένα τέτοιο διάβημα κάθε άλλο παρά τιμή αποτελεί για τον ποιητή…»

«Μα θαρρούμε πολύ αδικαιολόγητα μερικοί απαιτούν από τον κ. Καβάφη να αρνηθεί το παράσημο, μόνο και μόνο γιατί δόθηκε και στην Αουρέα».

Με σατιρική διάθεση, η αιχμηρή γελοιογραφία του Ν. Παπά, δημοσιευμένη στο περιοδικό Ίσις (Δασκαλόπουλος – Στασινοπούλου, σ. 122-123), φέρει τον  τίτλο: «Οι δύο παρασημοφορηθέντες και οι αναρίθμητοι μνηστήρες». Απεικονίζεται ημίγυμνη η Áurea, σαν κοινή γυναίκα ή χορεύτρια σε καμπαρέ, με ένα πέπλο πίσω της, ο Καβάφης ντυμένος σαν ταυρομάχος, κι οι δυο τους σε χορευτική πόζα κρατώντας φύλλα φοίνικα. Απέναντί τους παράταξη λογίων της εποχής (Σικελιανός, Καζαντζάκης κ.ά) στην ουρά για το παράσημο(;). Γελοία αναπαράσταση της απονομής και υποτίμηση του τιμώμενου Καβάφη.

Η επίμαχη γελοιογραφία.

Θα άξιζε εδώ να ειπωθούν λίγα λόγια για την Áurea, η παρασημοφόρηση της οποίας συνδέθηκε τόσο κακόπιστα με του Καβάφη. Η Áurea de Sarrá (1884-1974) ήταν γνωστή για τους πλαστικούς χορούς της, που αναπαρίσταναν περιπέτειες και δράματα θεών και ηρώων της αρχαιότητας (όπως η αναπαράσταση του θρήνου της θεάς Δήμητρας στην Ελευσίνα). Μάλιστα, θεωρήθηκε, στον τομέα του χορού, η καλύτερη εκπρόσωπος του πολιτιστικού κινήματος της Καταλονίας, του Νoucentisme (κυρίαρχο στοιχείο του η επιστροφή στον κλασικό και τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό). Παρά την όποια φήμη της, η αθηναϊκή εφημερίδα Εμπρός (15.05.1926) εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή της για την παραχώρηση αρχαιολογικών χώρων σε ξένες χορεύτριες, υποστηρίζοντας πως είναι μια ανήθικη και εμπορικότατη εκμετάλλευση που έπρεπε να σταματήσει – ένα ζήτημα με προϊστορία που συχνά επανέρχεται στο προσκήνιο! Η Áurea απαντώντας υπερασπίστηκε την τέχνη της, με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, ότι της παραχωρήθηκε ο ναός του Καρνάκ (Εμπρός, 19.05.1926) κατά την περιοδεία της στην Αίγυπτο (ενδεχομένως το πρόσφατο πέρασμα της Áurea από την Αλεξάνδρεια να προκάλεσε στους κύκλους πόλης συνειρμούς, ώστε να συσχετιστούν οι δύο απονομές). Οι παραστάσεις της στο Ηρώδειο και στην Ελευσίνα τελούσαν υπό την προστασία του πρωθυπουργού και προέδρου της Δημοκρατίας Θ. Πάγκαλου (συνήθης η προβολή δικτατόρων μέσα από το κλασικό παρελθόν) καθώς και του Ισπανού πρεσβευτή (Ελεύθερος Τύπος, 28.05.1926). Επιπλέον, ο (αντικαβαφικός) Κωστής Παλαμάς και ο αρχαιολόγος Αλέξανδρος Φιλαδελφέας, παρόντες κι αυτοί στις παραστάσεις της, την τιμούσαν με τη φιλία τους. Θα μπορούσε να δει κάποιος μια σειρά από ειρωνικές συμπτώσεις στη συγκυρία της τιμής προς τον Καβάφη.

Áurea de Sarrá

Για αρκετό διάστημα μετά την απονομή ζωήρευε η δημόσια συζήτηση στην Αλεξάνδρεια γύρω από τον ποιητή. Φαίνεται πως κορυφώθηκε με τη δημοσίευση (στο περιοδικό Οθόνη) της συνέντευξης του Κ. Παλαμά στον λόγιο του Καΐρου Λουκά Χριστοφίδη (το επίμαχο απόσπασμα όπου ο Παλαμάς αμφισβητεί απαξιωτικά την καβαφική ποίηση αναδημοσίευσε η Ομόνοια-Ταχυδρόμος (18.10.1926). Οι συζητήσεις αυτές στάθηκαν αφορμή να γεννηθεί, αντίβαρο στην καβαφική πολεμική, ένα λογοτεχνικό περιοδικό, η Αλεξανδρινή Τέχνη (Ταχυδρόμος, 02.12.1926), υποστηριζόμενο από τον Καβάφη, σύμφωνα με τον Τσίρκα. Στο πρώτο μάλιστα τεύχος (Δεκέμβριος 1926) και στη στήλη Σημειώματα, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο, σχολιάζεται η απονομή σύντομα μεν αλλά με τρόπο ρητό και απόλυτο. Δίνεται έτσι μια απάντηση σε όσα επικριτικά είχαν μέχρι τότε γραφεί, ίσως και για να κατασιγάσει ο θόρυβος που είχε προκληθεί στην Αλεξάνδρεια: 

«Η Ελληνική Πολιτεία έκαμε άριστη εκλογή απονέμοντας στον ποιητή Κ.Π. Καβάφη τον Φοίνικά της».

«Παίρνοντάς το για σύμβολο της άφθαρτης αξίας του Ποιητή, διαδηλώνομε σ’ αυτόν την βαθειά εκτίμηση και τον αμείωτο σεβασμό που τρέφομε στο έργο του».

Ο Κ.Π. Καβάφης με το βλέμμα του Στρατή Τσίρκα.

 

Η Γεωργία Μπακάλη είναι εκπαιδευτικός και Διδάκτωρ Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ

Βιβλιογραφία, δικτυογραφία

«Σημειώματα», περ. Αλεξανδρινή Τέχνη, τχ. 1/1 (Δεκ. 1926) 21.

«Σημειώματα», περ. Αργώ, Αλεξάνδρεια, τχ. 3/3 (Σεπτ. 1926) 119.

Στρατής Τσίρκας, «Κ. Π. Καβάφης, Σχεδίασμα Χρονογραφίας του Βίου του», Επιθεώρηση Τέχνης, 108 (12/1963) 699.

Δημήτρης Δασκαλόπουλος – Μαρία Στασινοπούλου, Ο Βίος και το Έργο του Κ. Π. Καβάφη, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2002.

Χ. Λ. Καράογλου, «Καβαφικά βιβλιογραφικά πελεκούδια και ροκανίδια», Κονδυλοφόρος, 12 (2013) 241-249.

 Ευχαριστίες

Ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή του Πανεπιστημίου της Γρανάδας Μόσχο Μορφακίδη Φυλακτό για τη μετάφραση του άρθρου:

https://www.raco.cat/index.php/RevistaGirona/article/view/99469/125498

Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλω στον Χ. Κ. Καράογλου, ομότιμο καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας ΑΠΘ, για τα λήμματα της βράβευσης και τις χρησιμότατες υποδείξεις στο κείμενο.

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη: Έμφυλες διαστάσεις της Ελληνικής παροικίας στην Αίγυπτο του 19ου και 20ού αιώνα

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη

Έμφυλες διαστάσεις της Ελληνικής παροικίας

στην Αίγυπτο του 19ου και 20ού αιώνα

 

Ιστορικό πλαίσιο

Η εγκατάσταση των Ελλήνων στη νεότερη Αίγυπτο και η ιστορικά αποτελεσματική παρουσία τους εκεί διαπιστώνεται στις αρχές του 19ου αιώνα, επί Μωχάμετ Άλη. Η Αίγυπτος του 19ου αιώνα ευνόησε την Ελληνική διασπορά προσφέροντάς της απλόχερα γόνιμο έδαφος, οικονομικό και πολιτικό, για να αναπτύξει εντυπωσιακή δραστηριότητα. Ο Μωχάμετ Άλη υπολόγιζε πολύ στη συμβολή των Ελλήνων παροίκων προκειμένου να υλοποιήσει το πολιτικό του σχέδιο, που συνίστατο στην αποδέσμευση της Αιγύπτου από το οθωμανικό κράτος και την πρόσδεσή της στις Ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Αναγκαίο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή θεωρούσε την καθιέρωση της εκτατικής καλλιέργειας του βάμβακος και, μέσω αυτής, το ιστορικό άνοιγμα της χώρας προς τη Δύση. Η οργανική συνεργασία των Ελλήνων παροίκων με τις Δυτικές μητροπόλεις ήταν το πλαίσιο αυτής της αμοιβαία επωφελούς διευθέτησης.

Εποποιΐα και η Ευποιΐα είναι δύο εμβληματικά σημαίνοντα που συνοψίζουν το ιστορικό αποτύπωμα του περάσματος των Ελλήνων από τη χώρα του Νείλου. Στην πορεία αυτή η δεσπόζουσα πτυχή είναι  «ο δρόμος του βαμβακιού»,  που παραμένει ακόμη ένας θρύλος για όσους τον έζησαν.

Η εξέλιξη του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού χωρίζεται σε τρείς μεγάλες περιόδους που σηματοδοτούν και την συνολική του ιστορία.

  • Η πρώτη περίοδος εκτείνεται μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα και αντιστοιχεί στην συγκρότηση και ανάπτυξη της παροικίας. Ανάπτυξη δημογραφική, οικονομική και κοινοτική. Ιδιαίτερα ενισχύθηκε η θέση της παροικίας μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Αραμπή (1882) και την κατάληψη της Αιγύπτου από την Αγγλία. Η κυριαρχία των Άγγλων ταυτίστηκε με τη δημιουργία του Quartier Grec στην Αλεξάνδρεια, γεγονός που άλλαξε τον πολιτικό προσανατολισμό της παροικίας. Μία εκδήλωση αυτής της αλλαγής ήταν και το ότι οι Κοινοτικές εκλογές του 1884 ανέδειξαν την Αγγλόφιλη ομάδα των Ζερβουδάκη-Σαλβάγου-Μπενάκη πλάι στους Ράλλη-Αβέρωφ.

  • Η δεύτερη περίοδος καλύπτει το πρώτο τρίτο του 20ού αιώνα και φτάνει πρακτικά μέχρι το 1930. Εμφανίζει υψηλούς δημογραφικούς ρυθμούς και αντιπροσωπεύει την εν γένει ωριμότητα και ακμή της παροικίας. Ακμή δημογραφική, οικονομική και κοινοτική με επέκταση και στην Ελλάδα, όπου οι Αιγυπτιώτες συμμετέχουν αποφασιστικά στον αστικό μετασχηματισμό τον οποίο προωθούσε ο Βενιζελισμός και ο Ευεργετισμός που ανέπτυξαν. Ακολούθησαν τα ταραγμένα χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της σε όλους τους τομείς.

  • Η τρίτη περίοδος ξεκινά γύρω στο 1930 και έχει ως σταθμούς το 1934 (ψηφίζεται ο Νόμος 51 και θεσμοθετείται ο κρατικός έλεγχος στις ποικιλίες βάμβακος) και το 1937 (καταργούνται οι Διομολογήσεις). Σ’ αυτή την περίοδο η παροικία ακολουθεί την φθίνουσα πορεία του αποικιακού συστήματος και μπαίνει σε κρίση. Κρίση δημογραφική, οικονομική και κοινοτική. Αμέσως μετά το 1952 και την επανάσταση του στρατού καθίστανται εμφανή τα σημεία της δημογραφικής κρίσης και της επακόλουθης διάλυσής της το 1960.

Και στις τρεις αυτές περιόδους η ιστορία έδειξε ότι οι Αιγυπτιώτισσες όλων των κοινωνικών τάξεων συμμετείχαν με τρόπο ουσιαστικό, διακριτό και αναγνωρίσιμο στο γίγνεσθαι της Ελληνικής παροικίας.

Ξένες παροικίες στην Αίγυπτο. Η πολυπληθής ελληνική κατέχει αριθμητικά την πρώτη θέση.

Συγκρότηση και εξέλιξη της παροικίας

Στην πρώτη περίοδο η παροικία συγκροτείται κυρίως μέσω της εισροής ανδρών μεταναστών πού αναζητούσαν έναν τόπο εργασίας και επιβίωσης, συγκεντρώνοντας τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε η μετακίνησή τους να χαρακτηρίζεται «οικονομική μετανάστευση».

Στην Αιγυπτιακή Απογραφή πληθυσμού του 1897 παρατηρούμε ότι όσο μεγαλώνει η απόσταση από την θάλασσα, δηλαδή από το εύφορο Δέλτα του Νείλου, τόσο περισσότεροι είναι οι άντρες που επιδίδονται μόνοι τους στην περιπέτεια της εγκατάστασης στους δύσκολους εκείνους τόπους, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα της Αλεξανδρείας και του Καΐρου. Χαρακτηριστικά, στις επαρχίες της Βεχέρας, της Μενουφίας και της Γιαλουμπίας, όπου κυριαρχούσαν οι σκληρές και επίπονες ασχολίες με τη γη κυρίως, ο αριθμός των Ελληνίδων υπολείπεται αισθητά των ανδρών παροίκων.

Από τα δεδομένα αυτά συμπεραίνουμε ότι η συγκεκριμένη μετανάστευση στην Αίγυπτο του 19ου αιώνα εκτός από «οικονομική» ήταν και «έμφυλη», με ό,τι επακόλουθα είχε αυτό στην συγκρότηση της παροικίας. Στη συνέχεια, χάρις στις Αδελφότητες των συντοπιτών που εξασφάλιζαν την σύσφιξη των ανθρώπινων δεσμών στις συνθήκες του μαζικού εκπατρισμού, αλλά και χάρις στα προξενιά που γίνονταν, οι άντρες της παροικίας προτρέπονταν να ταξιδέψουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους προκειμένου να παντρευτούν τη γυναίκα που τους είχαν προξενέψει στην οικεία Αδελφότητα. Ακολουθούσαν οι «κουμπαριές», που έπλεκαν δεσμούς αλληλοϋποστήριξης και βλέψεις για πιθανή κοινωνική άνοδο, και η οριστική εγκατάσταση και των γυναικών στην παροικία.

Με τον τρόπο αυτό, η «οικονομική μετανάστευση» μετατρεπόταν εύκολα και γρήγορα σε «μετανάστευση εγκατάστασης». Δηλαδή στην αρχή ήταν η ανάγκη που έδιωχνε τους ανθρώπους από τον τόπο τους προς ένα άλλο τόπο όπου ήλπιζαν ότι θα βρουν εργασία και ψωμί για να ζήσουν. Στη συνέχεια οι άνθρωποι αυτοί επέλεγαν ένα νέο τόπο εγκατάστασης, ο οποίος προοριζόταν να γίνει η δεύτερη πατρίδα τους.

Διαμονητήριο που εξέδωσε το Γενικό προξενείο της Ελλάδας στο Κάιρο το 1902 (Συλλογή Ιωάννη Ζήλλη).

Σε αυτές τις συνθήκες οι Αιγυπτιώτισσες επιτελούν ζωτική λειτουργία στο οικογενειακό και κοινωνικό πεδίο. Η δομική συμβολή τους στη συγκρότηση και αναπαραγωγή της παροικίας συνεχώς αυξάνει και τελικά δεσπόζει. Οι οικογένειες που δημιουργούσαν συνιστούσαν τον θεμελιώδη θεσμό, μέσω του οποίου οι άνθρωποι οργάνωναν τη ζωή τους και τις δραστηριότητές τους, ενώ ταυτόχρονα εξασφάλιζαν τη συνέχεια της Ελληνικότητας και της ορθοδοξίας στις συνθήκες της πολυπολιτισμικής και πολυεθνικής αποικιοκρατούμενης Αιγύπτου.

Στην πορεία της, η παροικία ανέδειξε πολλά ζευγάρια που σημάδεψαν την ιστορία του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού. Ενδεικτικά μόνο αναφέρομαι στα ακόλουθα :

Μιχαήλ Τοσίτσας και Ελένη Τοσίτσα

Εμμανουήλ Μπενάκης και Βιργινία Χωρέμη

Μικές Σαλβάγος και Αργίνη Μπενάκη

Θεόδωρος Κότσικας και Δέσποινα Μπενάκη

Μιχάλης Καζούλλης και Μαρίκα Δραγούμη

Γεώργιος Σπετσερόπουλος και Αθηνά Μαλούχου

Σοφοκλής Βενιζέλος και Ζωή Ροδοκανάκη

Απόστολος Πάντος και Αλίκη Μάνου

Παλαιολόγος Γεωργίου και Αλκμήνη Πετρώνδα

Νίκος Ζελίτας (Στέφανος Πάργας) και Στέλλα Κρεμεζή

Έχει ενδιαφέρον εδώ το γεγονός ότι η Αιγυπτιώτισσα σύζυγος δεν κινήθηκε μόνο στη σκιά του συζύγου της. Λειτούργησε και αυτοτελώς στα επίπεδα της μητρότητας, της κοινωφελούς δραστηριότητας, της φιλανθρωπίας, της εκπαίδευσης, της επιστήμης και της υπερεθνικής κοινωνικής αλληλεγγύης, δημιουργώντας αυτό που της ταίριαζε σε ένα περιβάλλον κοσμοπολίτικο και επηρεασμένο από τα Ευρωπαϊκά ρεύματα.

Η οικογένεια Εμμανουήλ Μπενάκη.

Μητρότητα

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μητρότητας στις Αιγυπτιώτισσες Ελληνίδες είναι τα ακόλουθα:

  • Η σπουδαιότητα της μεταναστευτικής ροής για την υποστήριξη της δημογραφικής συγκρότησης και ανάπτυξης της παροικίας. Όπως είπαμε πιο πάνω, στα αρχικά στάδια οι μετανάστες ήταν άντρες, οι οποίοι δεν παντρεύονταν γυναίκες από την Αίγυπτο αλλά από τον τόπο καταγωγής τους με τη διαμεσολάβηση των Αδελφοτήτων, που στην προκειμένη περίπτωση λειτουργούσαν και ως μηχανισμός που εξασφάλιζε νύφες. Ειδικά στην φάση αυτή οι μετανάστριες που εισέρεαν στην Αίγυπτο ήταν νέες γυναίκες. Η απουσία του παραδοσιακού σογιού, που υποστήριζε την μητρότητα ανεξάρτητα από την παρουσία της μητέρας, ήταν καθοριστική ως προς τη σταδιακή μείωση της γεννητικότητας.

  • Η διαχρονική τάση μείωσης των ρυθμών της δημογραφικής λειτουργίας (β΄ και γ΄ περίοδος). Όπως έδειξε η έρευνά μας για τον ελληνισμό του Καΐρου μεταξύ των ετών 1927-1936 παρατηρήθηκε έντονη μείωση της γεννητικότητας, της οποίας το ποσοστό μειώθηκε κατά το 1/4, από 40‰ σε 30‰ (βλ. πίνακα που ακολουθεί)

 

Ποσοστά (‰) δημογραφικών συμβάντων της Καϊρινής παροικίας (1907-1946)
Περίοδος Μέσος πληθυσμός δεκαετίας Γεννητικότητα Γαμηλιότητα
1907-1916 17.284,5 40,19 13,95
1917-1926 17.682,5 39,22 13,58
1927-1936 18.532,0 30,60 11,48
1937-1946 16.311,0 36,56 20,16

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Οι Έλληνες του Καΐρου.

 

Έπεται η γαμηλιότητα, που το ποσοστό της φθίνει κατά περίπου το 1/5, από 14 ‰ σε 11,5‰. Ακολουθεί η θνησιμότητα, το ποσοστό της οποίας μειώνεται κατά το 1/6, από 30‰ σε 25 ‰.

Η μεγάλη καμπή στη δημογραφική λειτουργία της Καϊρινής παροικίας αντιστοιχεί, λοιπόν, στην περίοδο 1927-1936. Πρόκειται για δομικό μετασχηματισμό της παροικιακής δημογραφίας, που αντιστοιχεί στη διαδικασία της δημογραφικής μετάβασης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η μετάβαση αυτή από το Ανατολικό μοντέλο γαμηλιότητας-γονιμότητας στο Δυτικό πραγματοποιήθηκε κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο, με την παράλληλη δηλαδή μείωση της γεννητικότητας και της θνησιμότητας, και μάλιστα με περισσότερο έντονη τη μείωση της γεννητικότητας. Το αρχικό υπόδειγμα δημογραφικής λειτουργίας αντιστοιχούσε σε αυτό της χώρας καταγωγής (Ελλάδα) και μάλιστα με ρυθμούς γεννητικότητας που προσομοιάζουν με αυτούς της χώρας υποδοχής (Αίγυπτος). Ωστόσο, η δημογραφική μετάβαση πραγματοποιήθηκε τελικά σύμφωνα με το πρότυπο των χωρών και των πολιτισμών αναφοράς (Δυτική Ευρώπη). Παρατηρούμε λοιπόν ότι η κοσμοπολίτικη κουλτούρα της Καϊρινής παροικίας αποδέσμευσε το πρότυπο της δημογραφικής της λειτουργίας τόσο από τη χώρα υποδοχής όσο και από τη χώρα καταγωγής και ανέδειξε τους προνομιακούς δεσμούς της με τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις.

 

Επαγγελματικός βίος

Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει το ζήτημα της γυναικείας επαγγελματικής δραστηριότητας. Στα πρώτα χρόνια ζωής της παροικίας, η εξωτερική γυναικεία απασχόληση φαίνεται να μη συνηθιζόταν στην Αίγυπτο σε κορίτσια μικρότερα των 10 ετών. Έτσι, στην απογραφή του 1897 (βλ. πίνακα που ακολουθεί) μόνο το 20% του συνόλου των αλλοδαπών γυναικών (7.440/37.669) αναφέρεται ως απασχολούμενο και κατά κύριο λόγο ως οικιακές βοηθοί (2.683/7.440, ήτοι το 36% των εργαζομένων), ως εκπαιδευτικοί(1.749/7.440, ήτοι το 24%) και στη νηματουργία-υφαντουργία (1.251/7.440,ήτοι το 17%).

Απογραφή 1897: Επαγγέλματα γυναικών (άνω των 10 ετών) κατά εθνικότητα (Πηγή: Centre d’ études et de documentation économiques, juridiques et sociales – CEDEJ).

Το σύνολο των εργαζομένων Ελληνίδων είναι 17%. Ειδικότερα, στις οικιακές βοηθούς η συντριπτική πλειονότητα ήταν Ελληνίδες (42%), ακολουθεί ο τομέας της εκπαίδευσης (22%) και τελευταίος ο τομέας της νηματουργίας-υφαντουργίας (24%).

Η εργασία, ιδίως για λογαριασμό τρίτων (π.χ. οικιακή βοηθός, υπάλληλος, δασκάλα, κλπ.) έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις χρόνου, κόπου και ψυχοδιανοητικής επένδυσης. Οι πόροι αυτοί αφαιρούνται και δεν είναι πλέον διαθέσιμοι για τη μητρότητα. Γι’ αυτό τον λόγο οι διαστάσεις της γυναικείας εργασίας έξω από την οικογένεια αντιπροσωπεύουν ενδείκτη που εκφράζει τη διαθεσιμότητα για μητρική μέριμνα, και κατ’ επέκταση την πραγματικότητα και την αναπαράσταση της μητρότητας στη συγκεκριμένη κοινωνία. Όσο μεγαλύτερες είναι οι διαστάσεις της γυναικείας εργασίας τόσο μεγαλύτεροι είναι οι περιορισμοί και οι πιέσεις που ασκούνται στις μητρικές δραστηριότητες.

Διαπαιδαγώγηση

Ανοιχτά μυαλά, οι πάροικοι από πολύ νωρίς είχαν σε υψηλή αξία την επαγγελματική εκπαίδευση. Τα κορίτσια τους τα έγραφαν στη Σχολή κοπτικής- ραπτικής και αργότερα στην Μέση Εμπορική του Αβερωφείου, που ήταν αντίστοιχη με την Σαλβάγειο επαγγελματική, Σχολή που προτιμούσαν για τα αγόρια τους. Ηθικά στοιχεία σε γενικές γραμμές, ενίσχυαν οικονομικά την πατρική τους οικογένεια και κυριαρχούσε η αλληλοσυμπαράσταση. Γενικότερα τα παιδιά τους ανατρέφονταν με αγάπη αλλά και αυστηρότητα. Ο ρόλος της Αιγυπτιώτισσας μητέρας σε αυτό ήταν καθοριστικός.

Μετά τον πόλεμο, λόγω της βελτίωσης των οικονομικών, πολλοί πάροικοι φρόντιζαν να διαμένουν σε καλές γειτονιές των μεγάλων πόλεων όπου κατοικούσαν, να έχουν ποιότητα ζωής στο σπίτι τους, καλή εκπαίδευση για τα παιδιά τους και να ασχολούνται με εξωσχολικές δραστηριότητες, όπως προσκοπισμός, αθλητισμός, μουσική, θέατρο, μπαλέτο. Διοργάνωναν πάρτι για τα γενέθλιά τους και την ονομαστική τους γιορτή, κυρίως Χριστουγεννιάτικα ρεβεγιόν. Διαμορφώνονταν έτσι άτομα κοινωνικά και φιλοπρόοδα, ενώ οι κοινωνικές εκδηλώσεις της παροικίας αποτελούν σημείο νοσταλγικής αναφοράς για όσες και όσους τα έζησαν.

Όσο περνούσαν τα χρόνια δίνανε μεγαλύτερη βαρύτητα στη μόρφωση. Τα παιδιά έπρεπε να τελειώσουν τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και να αναπτύσσουν την κοινωνικότητά τους μέσα από τις οικογενειακές και φιλικές σχέσεις τους. Αγόρια και κορίτσια μαθήτευαν σε χωριστά κτίρια στα σχολεία τους, αλλά με τους Συλλόγους και τις Αδελφότητες γνωρίζονταν μεταξύ τους και είχαν άνεση στην επικοινωνία τους. Εξ ου και είχαν δημιουργηθεί ειδύλλια με κατάληξη τον γάμο. Στα περισσότερα σπίτια τώρα υπήρχε μία συγγενής, μία γιαγιά ή μία θεία που βοηθούσε στο νοικοκυριό και στην ανατροφή, η οποία περιλάμβανε καλούς τρόπους, καθαρή εμφάνιση, τήρηση του προγράμματος των μαθημάτων, προσέλευση στην εκκλησία, σεβασμό στους μεγαλύτερους.

Αν και καθε νοικοκυριό, πλούσιο ή φτωχό, είχε τη δική του αντίληψη και λειτουργία, σημαντικοί αρωγοί για την καλή ανατροφή των παιδιών τους ήταν το σχολείο, η εκκλησία, η τήρηση από όλους των ηθών και εθίμων που είχαν καθιερωθεί, γεγονός που βάρυνε αποφασιστικά στη σύσφιξη των σχέσεων των παροίκων.

Στους ξενιτεμένους Αιγυπτιώτες κυριαρχούσε το πνεύμα της φιλοπατρίας, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι οι σχέσεις της παροικίας με την Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα πυκνές και υποστηρικτικές. Οι Αιγυπτιώτες πάροικοι μοιράστηκαν με τους κατοίκους του ελληνικού κράτους τις κοινωνικές και τις πολιτικές εξελίξεις, τις εθνικές περιπέτειες και τις παγκόσμιες κρίσεις, από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Μικρασιατική Καταστροφή μέχρι τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα αντιαποικιακά κινήματα, που οδήγησαν ένα μεγάλο κομμάτι του Ελληνισμού της διασποράς στην επανασύμπτυξή του στο εθνικό κέντρο.

Από τον πίνακα των πεσόντων που ακολουθεί διαπιστώνουμε ότι πολλοί πάροικοι, από όλα τα κοινωνικά στρώματα της παροικίας, έχασαν τη ζωή τους σε αυτούς τους πολέμους.

Παρόλα αυτά ο Ελληνισμός της Αιγύπτου προσπάθησε με κάθε τρόπο να αμβλύνει τον πόνο από τις ανθρώπινες απώλειες στα πεδία των μαχών. Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα που έστειλε ο πρόεδρος της ελληνικής Κοινότητας Καΐρου, Θεόδωρος Π. Κότσικας, συμπαραστεκόμενος στον αντιπρόεδρο της Ελληνικής Κοινότητας Αλεξανδρείας, Νικόλαο Βατιμπέλλα, για τον θάνατο του γιού του.Η στάση λοιπόν και η συμμετοχή των Ελληνικών Κοινοτήτων και των παροικιακών οικογενειών στα αποφασιστικά εθνικά και διεθνή γεγονότα, όπως τα προαναφερθέντα, εικονογραφούν ανάγλυφα τη διάσταση του «κρατικού μηχανισμού υπό κλίμακα», που χαρακτηρίζει τη λειτουργία ολόκληρης της παροικίας Αιγύπτου.

Αριστερά: Ονόματα πεσόντων παροίκων στους πολέμους 1914-1922. Δεξιά: Ο Γεώργιος Β΄ στην Αίγυπτο στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

 Κοινωφελής δραστηριότητα

Στα τέλη του 19ου αιώνα το ζήτημα της σωματεμπορίας είχε απασχολήσει τους κρατικούς λειτουργούς και τους φιλανθρώπους σε όλα τα Ευρωπαϊκά κράτη. Έτσι, το 1876 ιδρύθηκε στην Ελβετία η Διεθνής Ένωση Προστασίας των Νεανίδων, η National Vigilance Association καθώς και η Traveller’s Aid Society.

Στην Αίγυπτο, οι Ελληνίδες που έφταναν μόνες τους για να βρουν εργασία βρίσκονταν απροστάτευτες και εκτεθειμένες σε πλείστους κινδύνους. Για την προστασία τους, η Βιργινία Μπενάκη ίδρυσε τον Δεκέμβριο 1909 το Άσυλο Προστασίας Ελληνίδων, που λειτουργούσε παράλληλα με τον Διεθνή Σύνδεσμο κατά της Σωματεμπορίας. Μέλη της Κεντρικής Επιτροπής για την σύνταξη του Κανονισμού του Ασύλου ήταν η Βιργινία Μπενάκη (Πρόεδρος) και οι Μπαλάνου, Πηλαβάκη, Θεοδωράκη, Κέπετζη, Κορομηλή και Παπαδοπούλου, προερχόμενες από την ανώτερη κοινωνική τάξη της παροικίας.

Την ίδια εποχή, ήδη στην Αθήνα είχαν αρχίσει να λειτουργούν γυναικείες φιλανθρωπικές ομάδες που συγκέντρωναν γυναίκες διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων προκειμένου να αναπτύξουν σημαντική κοινωφελή δραστηριότητα.

Από αίσθημα υψηλής κοινωνικής ευθύνης, πολλές Αιγυπτιώτισσες, προερχόμενες από όλες τις κοινωνικές τάξεις της παροικίας, συμμετείχαν ενεργά αναπτύσσοντας εξαιρετική δραστηριότητα στον τομέα αυτόν. Δημιουργήθηκαν οι «Σύλλογοι Κυριών» , η «Ελληνική Ένωση Γυναικών Αιγύπτου» και η «Φιλολογική Συντροφιά Ελληνίδων Γυναικών Αιγύπτου». Οι οργανώσεις αυτές πρόσθεσαν στις καθαρά φιλανθρωπικές δραστηριότητες (υποστήριξη των Ορφανοτροφείων, των λαϊκών συσσιτίων, των φτωχοκομείων και των παιδικών εξοχών) και άλλες πρωτοβουλίες κοινωνικής αναμόρφωσης. Τέτοιες ήταν οι Ημερήσιες Σχολές, οι καμπάνιες για την αναμόρφωση του σωφρονιστικού συστήματος, οι επαγγελματικές Σχολές, τα Κυριακά Σχολεία για τον λαό, το κίνημα υπερεθνικής αλληλεγγύης στις αγωνιζόμενες Αιγύπτιες για παραχώρηση ψήφου.

Εμπνεύστηκαν τη δημιουργία στοχευμένων εράνων που γίνονταν τις παραμονές των Χριστουγέννων και του Πάσχα. Τέτοιο ήταν το γνωστό «τριανταφυλλάκι», φτιαγμένο από πολύχρωμο χαρτί, που την Μεγάλη Εβδομάδα κινητοποιούσε ολόκληρη την παροικία και έκανε να συσφίγγονται οι ανθρώπινες σχέσεις των παροίκων. Εμπνεύστηκαν την συγκέντρωση και τη διανομή φαρμάκων για τους απόρους, γεγονός που αντανακλά την πρόνοια που έδειξαν για τις πρώτες κοινωνικές ανάγκες της παροικίας. Καθιέρωσαν το φιλανθρωπικό λαχείο, διάφορες λαχειοφόρες αγορές και χοροεσπερίδες, των οποίων οι εισπράξεις κάλυπταν πολλές ανάγκες της παροικίας και των ιδρυμάτων της.

Το αποτέλεσμα αυτής της λειτουργίας των Ελληνίδων στην Αίγυπτο ήταν να αναπτυχθεί η ιδιαιτερότητα του πολιτισμικού χαρακτήρα της παροικίας και να εδραιωθεί το αίσθημα της εθνικής συνείδησης στον εκτός του περιορισμένου ελληνικού κράτους παροικιακό χώρο.

Το Ελληνικό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας.

Φιλανθρωπία – ευεργετισμός

Πολλές Αιγυπτιώτισσες ανέπτυξαν την ανθρωπιστική τους λειτουργία με υποδειγματικό τρόπο αναδεικνύοντάς την σε κοινωνική παρέμβαση με μέγιστη σημασία. Πρόκειται για γυναίκες που άσκησαν φιλανθρωπία και δίδαξαν την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αγάπη στον πλησίον και την χριστιανική καλοσύνη.

Γενικά, φιλάνθρωπος είναι ένα άτομο (ο/η δυνάμενος/η) που βοηθάει πλήθος άλλων ατόμων (αδυνάμων). Πρόκειται για μία προσωπική λειτουργία από άνθρωπο σε άνθρωπο που την συναντάμε στην παραδοσιακή κοινωνική ζωή, χαρακτηρίζεται από την διιστορικότητα των παραδοσιακών διανοουμένων και θυμίζει τον τρόπο που λειτουργούσε ο παπάς και ο γιατρός στην παραδοσιακή κοινωνία.

Στην κοινωνία υποδοχής των παροίκων, ο Ισλαμισμός διδάσκει το Σαντακάτ (φιλευσπλαχνία) ως ενδεδειγμένη στάση που ενθαρρύνει όλο τον κόσμο να κάνει το καλό. Το Σαντακάτ , για το οποίο πολύ συχνά μιλάει το Κοράνι, διαφοροποιείται από το Ζακάτ (ευεργεσία) η λειτουργία του οποίου είναι υποχρεωτική αλλά μόνο για τους πλούσιους.

Κάτι ανάλογο γινόταν και στις αρχαίες ελληνικές πόλεις . Η ευεργεσία ήταν υποχρεωτική μόνο για τους εύπορους που μπορούσαν να την πράξουν (κατ’ αναλογία με το Ζακάτ). Αντίθετα, η φιλανθρωπία που αναπτύχθηκε στη νεοελληνική κοινωνία και στην Αιγυπτιώτικη παροικία αποτελεί έκφραση ψυχικής ανάγκης των ανθρώπων που γίνεται με σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη χωρίς να επιβάλλεται από την χριστιανική θρησκεία (κατά αναλογία με το Σαντακάτ).

Ο φιλάνθρωπος με τη διασπορά της αγαθοεργίας του ανταποκρίνεται σε προσωπικά αιτήματα συνανθρώπων του καλύπτοντας τις ανάγκες τους. Καλλιεργεί έτσι την ανθρώπινη αλληλεγγύη, την αγάπη στον πλησίον και την χριστιανική ηθική. Το έργο του διακόπτεται υποχρεωτικά με τον φυσικό του θάνατο, που σημαίνει και το τέλος της συγκεκριμένης χειρονομίας από τον συγκεκριμένο άνθρωπο, ενώ το όνομά του πλέον μένει στις προφορικές διηγήσεις μόνο ως ανάμνηση του «καλού και φιλάνθρωπου ανθρώπου».

Ανάμεσα στους Έλληνες της παροικίας, το όνομα της  Μαρίκας Καζούλλη στην Αλεξάνδρεια έμεινε στη μνήμη για τη φιλανθρωπική της δράση και την έμπρακτη υποστήριξή της όχι μόνο στους ομογενείς της παροικίας, αλλά και στους συνανθρώπους της του Αιγυπτιακού πληθυσμού. Μεγάλη φιλάνθρωπος, η Μαρίκα Καζούλλη ανέπτυξε σπάνια κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα. Σύζυγος του ευεργέτη Μιχάλη Καζούλλη, κόρη του πρωθυπουργού της Ελλάδας το 1909 Στέφανου Δραγούμη και αδελφή του διπλωμάτη και πολιτικού Ιωνα Δραγούμη, ίδρυσε το 1918 τον «Εθνικό Σύνδεσμο Ελληνίδων Αιγύπτου» που συντηρούσε τα φιλανθρωπικά Ιδρύματα ολόκληρης της ελληνικής παροικίας. Η φιλανθρωπική της όμως δραστηριότητα αναπτύχθηκε και με προσωπικές χειρονομίες ατομικής αρωγής σε φτωχούς ανθρώπους, δραστηριότητα που της προσέδωσε το προσωνύμιο «Μάννα». Ήταν η «Μάννα» του φτωχού που το όνομά της προκαλούσε σεβασμό . Ήταν τόσο μεγάλη η κοινωνική της προσφορά που η ημέρα του θανάτου της (22 Νοεμβρίου 1939) κηρύχθηκε ημέρα πένθους σε ολόκληρη την Αλεξάνδρεια.

Μπενάκειο οικονομικό συσσίτιο.

Αν και η φιλανθρωπία διαφοροποιείται από τον ευεργετισμό, ωστόσο και  τα δύο αναπτύχθηκαν στην παροικία με έντονη την γυναικεία έμπρακτη συμμετοχή.

Συγκεκριμένες Αιγυπτιώτισσες της παροικιακής αστικής τάξης, ακολουθώντας την οικογενειακή τους παράδοση, λειτούργησαν και στην κλίμακα του ευεργετισμού, που είναι κατ΄εξοχήν αστική ιδεολογία και πραγματώνεται μέσα από τον κύριο κώδικα της κεφαλαιοκρατικής λειτουργίας, ήτοι του χρήματος. Ανταποκρίθηκαν στο τρίπτυχο της ευεργετικής λειτουργίας και διέθεσαν σημαντικά χρηματικά ποσά για την ιδιαίτερη πατρίδα τους, την παροικία και το εθνικό κέντρο. Η Ελένη Τοσίτσα, σύζυγος του Μιχαήλ Τοσίτσα, ανέλαβε την οικονομική κάλυψη προκειμένου να δημιουργηθεί το Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα και ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής. Η Βιργινία Μπενάκη , σύζυγος του Εμμανουήλ Μπενάκη, δημιούργησε το Δημοτικό πολυιατρείο Αθηνών. Η Ευφροσύνη Ιωνίδη, σύζυγος του Δημητρίου Κασσαβέτη, είναι ευεργέτιδα του Ωδείου Αθηνών ενώ η Ιωάννα Καζούλλη, σύζυγος του Παναγιώτη Αριστόφρωνος, ανέλαβε την δαπάνη για τις απαλλοτριώσεις και τις ανασκαφές στην Ακαδημία Πλάτωνος και κληροδότησε μέρος του οικοπέδου της βίλας της στην Κηφισιά, προκειμένου να χτιστεί το νοσοκομείο ατυχημάτων ΚΑΤ.

Οι ξεχωριστές αυτές Αιγυπτιώτισσες πραγματοποίησαν μία προσωπική διαδρομή με όρους ατομικής εποποιίας και ευποιίας στην υπηρεσία του κοινού αγαθού. Υπηρέτησαν τους θεσμούς, την υγεία, την παιδεία, τον πολιτισμό. Με το ευεργέτημά τους προσέφεραν όχι μόνο σε έναν άνθρωπο που είχε κάποια συγκεκριμένη ανάγκη, όπως έκαναν όσες ανέπτυξαν την φιλανθρωπία. Προσέφεραν στο σύνολο των ανθρώπων, αφού υπηρετώντας τους θεσμούς δημιούργησαν νοσοκομεία, σχολεία, ωδεία και μουσεία. Λειτούργησαν δηλαδή όχι ως παραδοσιακοί διανοούμενοι (φιλάνθρωποι) αλλά ως οργανικοί διανοούμενοι (με την Γκραμσιανή έννοια) και προσέφεραν τα μέγιστα στην οργάνωση της κοινωνίας, καθώς ως ευεργέτες διεκπεραίωσαν έργα στη θέση της συντεταγμένης πολιτείας και των συλλογικοτήτων. Τα έργα τους παραμένουν σε λειτουργία και μετά τον θάνατό τους, καθώς και η αναγνώριση του έργου τους.

 

Γυναικεία εκπαίδευση

Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, το ζήτημα της γυναικείας εκπαίδευσης απασχόλησε πολύ τόσο την μητροπολιτική Ελλάδα όσο και τον χώρο του παροικιακού Ελληνισμού. Το ενδιαφέρον τους για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης των γυναικών βρισκόταν σε ευθεία αναλογία με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ωστόσο, όπως είναι αναμενόμενο, η εκπαίδευση των κοριτσιών στην παροικία της Αιγύπτου αρχίζει πολύ αργότερα από τα αγόρια, όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα «Σχολεία κορασίδων» (Παρθεναγωγεία) σε όλες τις Ελληνικές Κοινότητες.

Στην Αλεξάνδρεια οι αδελφοί Θεόδωρος και Μιχαήλ Τοσίτσας το 1854 ίδρυσαν και λειτούργησαν την «Τοσιτσαία Σχολή θηλέων». Το 1878 ιδρύεται η Αβερώφειος Σχολή Αλεξανδρείας, που το 1909-10 μετονομάστηκε σε «Αβερώφειο Παρθεναγωγείο-Διδασκαλείο». Την ίδια χρονιά ολοκληρώθηκε το κτήριο που στέγασε την τότε Ζερβουδάκειο Αστική Σχολή αρρένων και το οποίο αργότερα έγινε μικτής φοίτησης. Το 1918-19 το Αβερώφειο Διδασκαλείο μετονομάζεται σε «Ανώτερο Αβερώφειο Παρθεναγωγείο» και το 1935-36 σε «Αβερώφειο γυμνάσιο θηλέων», ενώ δημιουργείται και η «Μέση Εμπορική Σχολή» του Αβερωφείου. Από το 1926 αρχίζει την λειτουργία της η «Φαμηλιάδειος Δημοτική Σχολή αρρένων και θηλέων».

Σχολείο θηλέων στην Αλεξάνδρεια.

Εν τω μεταξύ, στα τέλη Οκτωβρίου 1883 ο Ευάγγελος Αχιλλόπουλος, από την Δρέσδη όπου βρισκόταν, κληροδότησε στην κοινότητα 15.000 λίρες Αιγύπτου προκειμένου να ιδρυθεί το «Αχιλλοπούλειο Παρθεναγωγείου Καΐρου».

Παράλληλα ιδρύθηκαν επαγγελματικές Σχολές γυναικών όπου διδάσκονταν κοπτική, ραπτική και πλέξιμο.  Η εξέλιξη αυτή έρχεται να συναντήσει ανάλογες κινήσεις που γίνονταν στην Αθήνα από το ζεύγος Χίλλ, την Καλλιρόη Σιγανού-Παρρέν και την Σεβαστή Καλησπέρη.

Η αξία της γνώσης στα κορίτσια, κυρίως των ανώτερων και μέσων κοινωνικών τάξεων της παροικίας, αντανακλάται στον αυξανόμενο αριθμό κοριτσιών που παρακολουθούσαν την σχολική εκπαίδευση. Όχι μόνο στα Κοινοτικά σχολεία αλλά και σε πολλά ιδιωτικά ξένα Σχολεία – κυρίως στα Γαλλικά και στα Ιταλικά.

Η εκπαίδευση των Αιγυπτιωτισσών είχε δύο στόχους: τη μόρφωση οικοδεσποινών, που θα εξασφάλιζαν γαλήνη και ασφάλεια στην οικογενειακή ζωή, και την εκπαίδευση διδασκαλισσών. Η επιλογή του κατάλληλου χώρου για την μόρφωση των παιδιών τους, καθώς και η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων για την καλύτερη εξωοικιακή επαγγελματική τακτοποίηση των επιστημονικά ειδικευμένων κοριτσιών, απασχόλησε τους Αιγυπτιώτες γονείς.

Άνθρωποι δραστήριοι και οξυδερκείς, πολλοί από αυτούς αποφάσισαν να στείλουν τις κόρες τους στην Αθήνα προκειμένου να φοιτήσουν εσώκλειστες στα Αρσάκεια Σχολεία Ψυχικού. Το μελλοντικό σχέδιο ήταν να εργαστούν ως δασκάλες στα Κοινοτικά σχολεία της Αιγύπτου ή όπου αλλού θα μπορούσαν να είναι απαραίτητες. Η μελέτη στο Αρχείο του Αρσακείου για τις Αιγυπτιώτισσες που μαθήτευσαν εκεί την 30ετία 1892-1921 παρέχει πολύτιμες πληροφορίες αναφορικά με την ηλικία τους, τον ακριβή τόπο καταγωγής τους καθώς και την κοινωνική τους προέλευση, όπως προκύπτει από το αναγραφόμενο επάγγελμα του πατέρα τους.

Διαπιστώθηκε ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κοριτσιών έρχονταν από την Αλεξάνδρεια, ένας μικρός αριθμός μαθητριών ήταν από το Κάιρο και ελάχιστες από την Μανσούρα. Εκεί, οι Αιγυπτιώτισσες βρέθηκαν ανάμεσα σε άλλα κορίτσια ομογενών που προέρχονταν από την Ρωσία, Γερμανία, Ιταλία, την Κωνσταντινούπολη, τις Κυδωνίες, το Βουκουρέστι, την Τεργέστη, τη Σμύρνη, την Οδησσό, ακόμη και από την Νέα Υόρκη, γεγονός που εικονογραφεί και τις διαστάσεις της Ελληνικής διασποράς . Από το Αρσάκειο πήρε το πτυχίο της δασκάλας το 1878 η Καλλιρόη Παρρέν που αργότερα έγινε διευθύντρια στο Παρθεναγωγείο Οδησσού. Το έτος 1920 διακρίνουμε στο μαθητολόγιο την Στέλλα Κρεμεζή από την Αλεξάνδρεια, με πατέρα παραγγελιοδόχο ( εμπορικές λειτουργίες) η οποία στην ηλικία μόλις των 19 ετών φοιτά στο Αρσάκειο και είναι υποψήφια δασκάλα. Όταν επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια παντρεύτηκε τον λόγιο Νίκο Ζελίτα(1888-1938). Περισσότερο γνωστός με το όνομα Στέφανος Πάργας , ο Νίκος Ζελίτας ήταν εκδότης του περιοδικού «Γράμματα» και ιδρυτής του εβδομαδιαίου περιοδικού «Παναιγύπτια».

Η διδασκαλική μόρφωση των κοριτσιών συνέβαλε στην ενδυνάμωση της εθνικής τους ταυτότητας και μέσω της επαγγελματικής τους αποκατάστασης  διευκολύνθηκε η προσαρμογή τους στις νέες κοινωνικές συνθήκες που διαμορφώνονταν τότε στον Αιγυπτιακό πολυεθνικό χώρο. Πολύ παραστατική η Αλεξανδρινή εκπαιδευτικός  Αθηνά Ρουσσάκη το 1912 συμπύκνωσε τις νέες κοινωνικές ευαισθησίες και προοπτικές στο σύνθημα «Τόπο στις γυναίκες». Λίγο αργότερα ο μυθιστoριογράφος Κώστας Τσαγκαράδας, με καταγωγή από το Πήλιο, γνώστης των καθημερινών εξελίξεων στην παροικία,  καταπιάστηκε με την ιστορία των γυναικών (The history of women) κάνοντας αναφορά σε 1000 γυναίκες διαφορετικών λαών και εποχών. Το 1926 δημοσίευσε το έργο του Women under androcracy, βιβλίο που η Αγγελική Παναγιωτάτου του ζήτησε να το παρουσιάσει στη «Φιλολογική Συντροφιά Ελληνίδων Κυριών Αιγύπτου» που εκείνη διηύθυνε.

Το 1929 ιδρύθηκε η Διδασκαλική Ένωση Αλεξανδρείας και Καΐρου . Οι σκοποί της Ένωσης ήταν συντεχνιακοί και απέβλεπαν στη βελτίωση της πνευματικής και της οικονομικής  θέσης των εκπαιδευτικών ολόκληρης της παροικίας. Στις δραστηριότητές της πολύ γρήγορα συμπεριέλαβε την οργάνωση διαλέξεων και συνεδρίων επιστημονικού και κοινωνικού περιεχομένου, στα οποία συμμετείχαν και μέλη άλλων Διδασκαλικών Ενώσεων.

Τον Απρίλιο 1931, στο πρώτο Διδασκαλικό Συνέδριο Αλεξανδρείας εντυπωσίασε η εισήγηση της διευθύντριας του Παρθεναγωγείου του Πορτ – Σαΐντ, Καίτης Μαλανδρή. Στο θέμα των ορίων της γυναικείας επαγγελματικότητας διατύπωσε τη δική της άποψη, εμφανώς επηρεασμένη από τον προλεταριακό χώρο του Πόρτ – Σαΐντ και από τις φεμινιστικές διακηρύξεις της Αιγυπτίας Doria Shafik, που τότε έδινε μεγάλο αγώνα υπερασπιζόμενη τις γυναίκες και την γυναικεία υπόθεση. Μπροστά στις νέες κοινωνικές απαιτήσεις λοιπόν  η Μαλανδρή διακήρυξε ότι έβλεπε τις γυναίκες «όχι μόνο να εργάζονται και να λαμβάνωσι υπεύθυνο δράση, αλλά και να επιζητούν αναγνώρισιν δικαιωμάτων». Τις ίδιες απόψεις υποστήριζαν η καθηγήτρια του Αβερωφείου Αλεξανδρείας Ηρώ Αρμενοπούλου και η διευθύντρια του επιφανούς αυτού Σχολείου Αλκμήνη Πετρώνδα.

Ωστόσο, στο ίδιο Διδασκαλικό Συνέδριο η εισήγηση της Πηνελόπης Χριστάκου, διευθύντριας του Αχιλλοπουλείου Παρθεναγωγείου Καΐρου, ήταν σε διαφορετική κατεύθυνση. Στο ζήτημα «Ποία είναι η θέσις της γυναίκας μέσα στην κοινωνία και ποίαι πρέπει να είναι αι εκπαιδευτικαί της κατευθύνσεις», η συντηρητική Χρηστάκου στηλίτευσε την γυναικεία επαγγελματικότητα και πρότεινε «να περιοριστεί η γυναίκα στα καθαρά γυναικεία επαγγέλματα, όπως ήταν τα ιατρικά», και  επισήμανε (τιμώντας ίσως και τη θέση της ως διευθύντριας) την πληρότητα των γνώσεων που παρέχονταν στα κορίτσια του Αχιλλοπουλείου Παρθεναγωγείου.

Η ουσιαστική απόκλιση των εισηγήσεων των δύο διευθυντριών της παροικίας, πέρα από τη διάσταση των απόψεων, προδίδει και την ένταση των συζητήσεων μεταξύ των εκπαιδευτικών του χώρου αλλά και της ευρύτερης ακαδημαϊκής και πολιτικής κοινότητας της εποχής.

Ας σημειωθεί εδώ ότι ο Πρύτανης και Καθηγητής της ΦΜΣ Αθηνών, Αντώνης Χρηστομάνος, το 1897 υποστήριζε ότι «η χειραφέτηση των γυναικών εγένετο ήδη συρμός και θα ήτο μάταιος αναχρονισμός να καταπολεμήται παρ’ ημίν. Οφείλομεν να ανεχώμεθα αυτάς και να μήν παρακωλύωμεν την επιστημονικήν ανάπτυξιν του γυναικείου φύλου, αλλά και να μην ενισχύωμεν αυτάς δι’ υπερβολικής ενθαρρύνσεως». Τις απόψεις του Αντώνη Χριστομάνου αντέκρουσε 30 χρόνια αργότερα ο Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής και Πρόεδρος της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών Κωνσταντίνος Μέρμηγκας όταν, το 1927, δημόσια υποστήριζε ότι «θα έπρεπε να αποκλείονται οι γυναίκες από της πανεπιστημιακής παιδεύσεως«.

Γυναίκες επιστήμονες

Για την Αιγυπτιώτισσα Αγγελική Παναγιωτάτου (1875-1954), με καταγωγή από τη Θηνιά της Κεφαλονιάς, το ερώτημα «εάν οι επιστήμες έχουν φύλο» δεν είχε βάση και δεν έπρεπε ούτε να συζητείται. Η Αγγελική Παναγιωτάτου είναι η πρώτη γυναίκα που αποφοίτησε από την Ιατρική Αθηνών. Αντιμετώπισε βέβαια το ανδροκρατούμενο περιβάλλον (1893-1897) στα αμφιθέατρα της Ιατρικής Σχολής και τα θορυβώδη επιφωνήματα των συμφοιτητών της «στην κουζίνα, να πάς στην κουζίνα σου»!

Εκείνα τα χρόνια ήταν άθλος για μία γυναίκα ακόμη και να ονειρευτεί ότι θα γινόταν γιατρός. Ωστόσο, η  Αγγελική Παναγιωτάτου έγινε όχι μόνο γιατρός αλλά και Καθηγήτρια της Ιατρικής, στον Τομέα της Υγιεινής και Τροπικής Παθολογίας. καθώς και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Εμπνευσμένη Ελληνίδα η Παναγιωτάτου, όταν το 1900 επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια ανέπτυξε σημαντική κοινωνική και ανθρωπιστική δράση. Με δική της πρωτοβουλία λειτούργησε το «Κυριακάτικο Σχολείο» που παρείχε βασική μόρφωση στους εργαζόμενους παροίκους. Ίδρυσε τις «παιδικές εξοχές» που στις περιόδους των σχολικών διακοπών βοηθούσαν τα οικονομικά αδύναμα παιδιά της παροικίας. Το 1934 ίδρυσε την Φιλολογική Συντροφιά Κυριών Αιγύπτου, γνωστή με το όνομα «Φιλολογικό σαλόνι» της Παναγιωτάτου, που λειτούργησε ως το 1954. Διετέλεσε Σύμβουλος του Μπενακείου Ορφανοτροφείου, στέλεχος του Συλλόγου «Πτολεμαίος» και μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ελληνίδων.

Γιατρός υγιεινολόγος η Παναγιωτάτου για πολλά χρόνια εργάσθηκε κοντά στον μικροβιολόγο Καθηγητή Στέφανο Καρτούλη. Στα τέλη του 19ου αιώνα οι επιδημίες χολέρας και πανώλης (πανούκλα) ήταν εξαιρετικά θανατηφόρες στην Αίγυπτο. Για την θανατηφόρα ασθένεια γράφει ο γιατρός και επιφανής πάροικος του Καΐρου Διονύσιος Οικονομόπουλος  ότι «από τον Οχτώβρη του 1895 ως το Φλεβάρη του 1896 πέφτει νέα επιδημία πανούκλας, με σαράντα χιλιάδες θύματα». Μπροστά στην επείγουσα αυτή κατάσταση, η Αγγελική Παναγιωτάτου αποσύρθηκε στο λοιμοκαθαρτήριο του Ελ Τορ και εκεί, στους πρόποδες του όρους Σινά όπου βρισκόταν το λοιμοκαθαρτήριο, μελέτησε τις επιδημίες και πρότεινε τρόπους ίασής τους. Για το συγκεκριμένο ερευνητικό της έργο βραβεύθηκε το 1902 από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση με το παράσημο του Τάγματος του Νείλου. Η Αγγελική Παναγιωτάτου είναι η πρώτη γυναίκα που βραβεύθηκε από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση. Η πρώτη βραβευμένη γυναίκα στην Αίγυπτο είναι Αιγυπτιώτισσα!

Η Αγγελική Παναγιωτάτου στο γραφείο της

Πολιτική συνείδηση και υπερεθνική αλληλεγγύη

Οι επιφανείς και επώνυμες αυτές γυναίκες είναι αντιπροσωπευτικά δείγματα της συμβολής της Αιγυπτιώτισσας Ελληνίδας στη πρόοδο της  εκπαίδευσης, της επιστήμης, της κοινωφελούς δραστηριότητας, της φιλανθρωπίας και του ευεργετισμού στην παροικία.

Πολλές μαρτυρίες συγκλίνουν στο ότι και οι Αιγυπτιώτισσες των λαϊκών τάξεων καλλιεργούσαν και διατηρούσαν αγαθές σχέσεις και ισχυρούς δεσμούς με τις Αιγύπτιες γυναίκες και γενικότερα με τον Αιγυπτιακό λαό.

Η ανάπτυξη πολιτικής συνείδησης τις έκανε όλο και περισσότερο να συνειδητοποιούν τα προβλήματα από την έλλειψη της γυναικείας χειραφέτησης. Στις αρχές του 20ου αιώνα είδαμε την Αγγελική Παναγιωτάτου να μάχεται στα αμφιθέατρα της Ιατρικής Σχολής Αθηνών για τα δικαιώματα των γυναικών στην μάθηση. Την ίδια εποχή, η εκπαιδευτικός Αθηνά Ρουσσάκη-Γερμανού συμπυκνώνοντας τις νέες κοινωνικές ευαισθησίες και προοπτικές έκλεινε τις δημόσιες ομιλίες της με το πρόσταγμα «κάντε τόπο στις γυναίκες».

Πρωτοπόρος του γυναικείου κινήματος στον Αιγυπτιακό χώρο ήταν η Huda Sha’arawi (1879-1947). Γεννημένη στην Μίνια το 1879 μετείχε στον οργανισμό «Αιγυπτιακή Ένωση γυναικών» και μέχρι τον θάνατό της το 1947 στο Κάιρο αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των γυναικών. Παράλληλα, η εμφάνιση της Αιγυπτίας φεμινίστριας Doria Shafik (1908-1975) άνοιξε ένα καινούριο κεφάλαιο στο ζήτημα της υπερεθνικής αλληλεγγύης.  Γεννημένη το 1908 στην Τάντα, η Doria Shafik το 1948 οργάνωσε το κίνημα Πέντ Αλ Νείλ ( ένωση κοριτσιών του Νείλου) προκειμένου να ενισχυθεί η πολιτική συνειδητοποίηση των γυναικών της Αιγύπτου και να τους δοθεί το δικαίωμα ψήφου. Τον Φεβρουάριο 1951 μαζί με τις Ragia Ragab, Fathia Al Falaky, Amina Shokry και άλλες πέντε Αιγύπτιες, ηγήθηκε της πρώτης γυναικείας διαδήλωσης στην Αίγυπτο. Ακολούθησαν κι άλλες κινητοποιήσεις σε συνδιοργάνωση με το Συνδικάτο Δημοσιογράφων.

Στις 16 Ιανουαρίου 1956, μετά την επανάσταση του Ιουλίου 1952, ψηφίστηκε το πρώτο Αιγυπτιακό Σύνταγμα, «Το Σύνταγμα του 1956». Στο Σύνταγμα αυτό η Αιγυπτιακή κυβέρνηση αναγνώρισε το δικαίωμα ψήφου στις Αιγύπτιες δίνοντάς τους το δικαίωμα συμμετοχής τους και εκλογής τους στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Οι Αιγυπτιώτισσες , με ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα της παροχής ψήφου στις γυναίκες, υποστήριξαν τα αιτήματα των αδελφών τους Αιγυπτίων. Η «Ελληνική Ένωση Γυναικών Αιγύπτου» και η «Αιγυπτιακή Ένωση Γυναικών» βρέθηκαν στην ίδια πορεία πολιτικής συνειδητότητας και υπερεθνικής αλληλεγγύης.

 

  Σύνοψη

Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός εξελίχθηκε και άνθησε εντασσόμενος στο παγκόσμιο σύστημα οικονομικών σχέσεων και συναλλαγών που βασιζόταν στην αποικιακή κυριαρχία των Ευρωπαϊκών Μητροπόλεων. Η κρίση και κατάρρευση του παγκόσμιου αποικιοκρατικού συστήματος συμπαρέσυρε και τον Αιγυπτιώτη Ελληνισμό.

Οι λόγοι για τους οποίους η παροικία δεν κατόρθωσε να αντεπεξέλθει στη δοκιμασία της Νασερικής επανάστασης αναπροσαρμόζοντας τις δραστηριότητές της- όσο ίσως το επέτρεπαν οι νέες συνθήκες – είναι ένα πρόβλημα ακόμη ανοιχτό για την ιστορική έρευνα.

Δημογραφικά, κοινωνικά και οικονομικά η παροικία δεν είναι σήμερα αυτό που ήταν άλλοτε. Μετά την φυγή τους, οι Αιγυπτιώτες τράβηξαν τις προσωπικές τους διαδρομές στις χώρες όπου έχουν διασπαρεί.

Τώρα η Αίγυπτος είναι η χώρα της απουσίας για τους Έλληνες. Ωστόσο η αναφορά των Αιγυπτιωτισσών σε αυτήν αποτελεί στοιχείο της ταυτότητάς και της αξιοπρέπειάς τους. Ταξιδεύουν την κληρονομιά των σπουδαίων χρόνων της παροικίας στη μνήμη τους, στη νοοτροπία τους, στον τρόπο ζωής τους, στα όνειρά τους.

Ευχαριστίες

Θερμά ευχαριστώ την αλεξανδρινή κυρία Νίνα Παπαναστασίου, η οποία μοιράστηκε μαζί μου εμπειρίες, μνήμες και γνώσεις από τη ζωή της παροικίας, καθώς και τον υποψήφιο διδάκτορα Σάμεχ Ελλαμπόντι για τις αναζητήσεις του στις αιγυπτιακές εφημερίδες.

Η Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη είναι Καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 Βιβλιογραφία

  • Αιγυπτιακή Εφημερίδα Αχέρ Σαά, «Το σχέδιο της Doria στη διαδήλωση της Βουλής », Κάιρο, 2 Μαρτίου 1951
  • Αιγυπτιακή εφημερίδα Αλ Αχμπάρ, «Η απεργία πείνας της Doria Shafic», Kάιρο, 13 Μαρτίου 1954
  • Αιγυπτιακή εφημερίδα Αλ Αχράμ, «9 Αιγύπτιες αρχίζουν απεργία πείνας μέσα στο Συνδικάτο Δημοσιογράφων», Κάιρο, 18 και 20 Μαρτίου 1954
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και Προσωπικότητα. Ευεργέτες Έλληνες του Καίρου (2 τόμοι), εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2002
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Αλεξανδρινές Οικογένειες. Χωρέμη, Μπενάκη, Σαλβάγου, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα, 2004
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, «Αιγυπτιώτης ευεργετισμός. Συλλογική εποποιία και ατομική ευποιία», Πρακτικά Ημερίδας του Μουσείου Μπενάκη με θέμα Το φαινόμενο του ευεργετισμού στη νεότερη Ελλάδα, Αθήνα 2006
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Οι Έλληνες του Καίρου, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2007
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ο Αιγυπτιώτης Ελληνισμός στους δρόμους του βαμβακιού, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2011
  • Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ευεργετισμός και νεοελληνική πραγματικότητα, εκδόσεις Κέρκυρα, Αθήνα 2016
  • Α.Θ.Πολίτης, Ο Ελληνισμός και η Νεωτέρα Αίγυπτος, εκδόσεις Γράμματα, Αλεξάνδρεια 1930
  • Ν. Αρμαδώρος, Ο Πάροικος, εκδόσεις Ελληνική Κοινότητα Καΐρου, 1992
  • Μανώλης Γιαλουράκης, Η Αίγυπτος των Ελλήνων, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006
  • Αντώνιος Σακτούρης, Έκθεσις του εν Αλεξανδρεία Β΄ Γενικού Προξένου περί εμπορίας, γεωργίας, βιομηχανίας, ναυτιλίας κ.λ.π. της Αιγύπτου από του έτους 1884 έως το 1913, Αθήνα, 1915
  • Στρατής Τσίρκας, Ο Καβάφης και η εποχή του, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1995
  • Νίκος Ψυρούκης, Το νεοελληνικό παροικιακό φαινόμενο, εκδόσεις Επικαιρότητα, Αθήνα 1974
  • Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1986
  • Matoula Tomara-Sideris, “Egyptian Hellenism and Benefaction”, Journal of the Hellenic Diaspora, v. 29.1, Pella Publishing Co,NY 2003
  • Matoula Tomara-Sideris, “Women’s Status in the Greek Colonies of Egypt”, Evi Tastsoglou (ed.), στο Women, Gender, and Diasporic Lives. Labor, Community, and Identity in Greek Migrations, Lexington Mellen press, USA, 2009
  • Matoula Tomara-Sideris, Benefaction in Modern Greece. Theory and History, Kerkyra, Athens 2017

 

Πάνος Καπετανίδης: Το φως της σκιάς. Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

Πάνος Καπετανίδης

Το φως της σκιάς.

Μια αναδρομή στην παγκόσμια ιστορία του Θεάτρου Σκιών

 

Πόσες φορές δεν παίξαμε με τη σκιά μας, που μία μεγαλώνει και μία μικραίνει!
Πόσες φορές δεν την κυνηγήσαμε, δεν τρέξαμε να την ξεπεράσουμε, δεν κοντοσταθήκαμε να μην την πατήσουμε, δεν κρυφτήκαμε από το φως, για να σταματήσει να μας παρακολουθεί!…

Ποιος τη γεννάει τη σκιά μας; ΤΟ ΦΩΣ.
Όταν έχουμε φως, έχουμε και σκιά.
Το φως είναι η πηγή της δημιουργίας, της ύπαρξής μας.
Πρώτα ο ήλιος, και μετά η φωτιά.
Σήμερα στο παιχνίδι με τη σκιά, βοηθάνε και οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες.
Τόσο παλιά είναι η ύπαρξη της σκιάς. Μαζί με την γέννηση του ήλιου.

Η σκιά εξαρτάται πάντα από το φως, και την παρουσία μιας τρισδιάστατης ύπαρξης, έμψυχης ή άψυχης. Πολλές θρησκείες έδωσαν θρησκευτική σημασία στη σκιά.

Το βασίλειο των σκιών δεν είναι παρά ένα συνώνυμο, για το βασίλειο των νεκρών, ενώ ονομάζουν τους πεθαμένους σκιές του παρελθόντος, και αναφέρονται στις σκιές των νεκρών που περιφέρονται κυρίως τη νύχτα, έξω, ή μέσα σ’ ερειπωμένα σπίτια.

Το πέσιμο της σκιάς και η αλλαγή διαστάσεων, σύμφωνα με τη θέση του ήλιου, κρύβει μιά … μαγική διφορούμενη έννοια.

Σ’ ορισμένα κράτη της Αφρικής, το μεσημέρι θεωρείται η πιο …δαιμονική ώρα, μιας και ο ήλιος είναι κατακόρυφος, εξαφανίζοντας τέλεια τις σκιές.

Να γιατί το Θέατρο Σκιών έχει τόσο παλιές ρίζες, που χάνονται στα βάθη των αιώνων, και οι πηγές δημιουργίας του τόσο σκοτεινές, όσο σκοτεινή είναι και η σκιά. Οι διάφορες θεωρίες, τοποθετούν την αρχή του στην Ινδία την Ιάβα ή την Κίνα. Όμως όλες οι πληροφορίες δείχνουν ότι κατάγεται από την Ασία.

Οι παλαιότερες αποδείξεις εμπεριέχονται στα έπη της Μαχαμπαράτα και της Τεριγκάτα. Μα και τα θέματα των έργων του Θεάτρου Σκιών της Ιάβας, της Κεϋλάνης, της Καμπότζης και της Ταϊλάνδης, προέρχονται από την Μαχαμπαράτα και τη Ραμαγιάνα.

Mahābhārata: Χειρόγραφη απεικόνιση της μάχης της Kurukshetra.

Η ανάπτυξη του Θεάτρου Σκιών στην Ινδία εντοπίζεται γύρω στα 200 π.Χ.

Στην Κίνα εμφανίζεται γύρω στα 200 μ.Χ. από ένα μάγο, που για να παρηγορήσει τον Βασιλιά Βού – Τί, που έχασε τη γυναίκα του, αναπαριστάνει τη σκιά της πίσω από μία οθόνη.

Το Κινέζικο Θέατρο Σκιών φτάνει σε θαυμαστό βαθμό τελειότητας και απαράμιλλη αισθητική ποιότητα, γιατί ενσωματώνει διαφορετικές Τέχνες, όπως: η ζωγραφική, η χαρακτική, η μουσική, η μιμητική, δένοντάς τες, σε μια καινούργια έκφραση.

Καμίας άλλης χώρας οι φιγούρες δεν συγκρίνονται σε φινέτσα και λεπτοδουλειά μ` αυτές της Κίνας. Δουλεμένες με κοφτερά μαχαίρια, πάνω σε δέρμα γαϊδάρου συνδυάζουν μαστοριά και φαντασία. Λεπτοκομμένες και χαραγμένες φιγούρες, έχουν ύψος γύρω στους 33 πόντους και είναι καμωμένες από 11 κομμάτια: το κεφάλι, το πάνω και κάτω μέρος του σώματος, δύο μπράτσα, δύο βραχίονες, δύο παλάμες και δύο πόδια.

Η οθόνη είναι καμωμένη από χαρτί βατόμουρου ή καθαρή άσπρη γάζα, τεζαρισμένη πάνω σε σκελετό μπαμπού, μήκους 8 μέτρων. Βρίσκεται ενάμισι μέτρο πάνω από το έδαφος, διακοσμημένη με μεταξωτά, που κρέμονται και από τις δύο πλευρές.

Στην παράσταση παίρνουν μέρος: ο παρουσιαστής, ο βοηθός, και τρεις μουσικοί, που χρησιμοποιούν διάφορα όργανα.

Οι παλαιότερες φιγούρες προβάλλονταν απάνω στο πανί ακίνητες. Είχαν νύχια και ράμφος, όπως οι ψυχές των νεκρών που συμβόλιζαν. Η παράσταση είχε θρησκευτικό χαραχτήρα. Οι παίκτες ήταν παπάδες, οι Νταλάγκ, όπως τους ονόμαζαν. Τα έργα και οι φιγούρες, παρμένες από τη θρησκευτική λατρεία τους ήταν θεότητες, ή Δράκοι. Αργότερα έπαψε να είναι αποκλειστικά θρησκευτική τέχνη και οι φιγούρες πήραν ανθρώπινη μορφή και κίνηση. Οι παραστάσεις, διαρκούν μέχρι και τέσσερις ώρες.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας.

Το Θέατρο Σκιών της Κίνας, του Μπαλί και της Ιάβας μπορεί να είναι τα πιο γνωστά, με παγκόσμια απήχηση, όμως και άλλες χώρες της Άπω Ανατολής έχουν αναπτύξει αυτή τη Λαϊκή Τέχνη, με ενδιαφέρουσες παραλλαγές, όπως η Καμπότζη και η Ταϊλάνδη.

Στο ταξίδι του από την Άπω Ανατολή προς τα Δυτικά, η Περσία είναι ο πρώτος φυσικός σταθμός. Στο Ιράν, τα έργα Σκιών είναι γνωστά μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα.

Απ’ όλες τις Αραβικές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, μόνο η Αίγυπτος μας παρέχει τα πρώτα τεκμήρια για Θέατρο Σκιών, παρόλο που κάπου – κάπου τ’ αχνάρια του παρουσιάζονται στα μεγάλα Αραβικά αστικά κέντρα όπως η Βαγδάτη και η Δαμασκός.

Μα και στην Αλγερία, από διάφορες πηγές μαθαίνουμε ότι το Θέατρο Σκιών, ήταν ή αγαπημένη διασκέδαση των κατοίκων, όπου κάποιος Καραγκούς παρουσιαζόταν σαν ένας φοβερός πατριώτης και εθνεγέρτης, που χτυπούσε με προσβλητικό τρόπο τους Γάλλους τότε αποικιοκράτες.

Garagouz. Παράσταση Θεάτρου Σκιών στο Αλγέρι το 1843.

Εκτός της Αλγερίας, η Τυνησία και το Μαρόκο έχουν να επιδείξουν ένα δικό τους Θέατρο Σκιών.

Η μόνη απ’ όλες τις χώρες, που κατέχει τα πρώτα γραπτά κείμενα παιγμένα σε παραστάσεις Θεάτρου Σκιών, είναι η Αίγυπτος στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το θέμα πολλών συζητήσεων και διαφωνιών, ανάμεσα στους ερευνητές, της τέχνης του Θεάτρου Σκιών, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτό ταξιδεύει Δυτικά, φθάνει στη Μεσόγειο, και καταλήγει στην Τουρκία και την Ελλάδα. Το πιο πιθανό είναι να ταξίδεψε μαζί με τους Τσιγγάνους από την Ινδία.

Για το πώς ξέφυγε το Θρησκευτικό Θέατρο Σκιών από σοβαρό να γίνει κωμικό, ένας από τους πολλούς – γοητευτικούς θρύλους λέει πως ο Χατζηαβάτης είναι εργολάβος στην Προύσα και χτίζει το σαράι του Πασά. Ο Καραγκιόζ δουλεύει εκεί σαν αρχιμάστορας – μαραγκός, και διηγείται χιλιάδες ιστορίες στους εργάτες. Εκείνοι ακούν τον Καραγκιόζ μ’ ανοιχτό το στόμα, …. και το σαράι δεν λέει να τελειώσει.

Όταν ο Πασάς ανακαλύπτει το λόγο της αργοπορίας, διατάζει να θανατώσουν τον Καραγκιόζ. Αργότερα όμως ο Πασάς είχε τύψεις για το έγκλημά του αυτό, κι έπεσε σε βαθιά μελαγχολία. Τότε ο Χατζηαβάτης, που είχε ακούσει πολλές ιστορίες απ’ τον Καραγκιόζ, κόβει ένα χαρτόνι, του δίνει τη μορφή του Καραγκιόζ, και κάνοντας τη φωνή του παίζει σ’ ένα άσπρο σεντόνι τις αστείες ιστορίες του Καραγκιόζ.

Karagöz και Hacivat: το Θέατρο Σκιών της Τουρκίας.

Αυτός και άλλοι πολλοί θρύλοι, δείχνουν την σύγχυση που υπάρχει για την είσοδο του θεάματος στην Τουρκία, ή αλλιώς την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Στον Ελλαδικό χώρο εμφανίζεται στα 1841 στο Ναύπλιο όπου σε μια εφημερίδα της εποχής, γίνεται λόγος για τον Καραγκιόζη.

Ο πρώτος Καραγκιοζοπαίκτης στην Ελλάδα, ήταν ο μπάρμπα – Γιάννης Βράχαλης. Αμέσως ο Καραγκιόζης γίνεται δεκτός και αγαπητός στην ελεύθερη Ελλάδα, και όπου παίζεται παράστασή του γεμίζει από απλό κόσμο.

 

Η απαλλαγή του Καραγκιόζη από τα τούρκικα στοιχεία, θα γίνει με πολλή σοφία από τον Δημήτριο Σαρδούνη ή Μίμαρο στα 1890, στην Πάτρα. Μεγάλος μάστορας και μίμος ο … Μίμαρος, χτενίζει από τα αισχρά λόγια και άσεμνες εκφράσεις και κινήσεις τον Καραγκιόζη, και σιγά – σιγά του δίνει τη φόρμα που βλέπουμε και σήμερα.

Με τον καιρό, ο Καραγκιόζης γίνεται πια Σατυρικό Θέατρο. Χρησιμοποιώντας την παλιά εξουσία (Πασά, Βεζυροπούλα, Βεζίρη, Βεληγκέκα), πρόσωπα που δεν υπήρχαν στο τούρκικο Θέατρο Σκιών, σατιρίζει την καινούργια εξουσία. Από τόπο σε τόπο, προσθέτονται νέοι χαρακτήρες, ανάλογα με τις ανάγκες της περιοχής, από τους οποίους οι πιο ισχυροί παραμένουν μέχρι σήμερα.

Δημήτριος Σαρδούνης ή Μίμαρος (1859-1912).

Στην Αθήνα, τον πρωτοβλέπουμε στα 1852 σε συνοικία της Πλάκας.

Όπως στον τούρκικο Καραγκιόζη, έτσι και στον ελληνικό, τα γυναικεία πρόσωπα είναι λιγοστά, γιατί ο παίκτης που κάνει όλες τις φωνές, είναι άνδρας. Το ίδιο συμβαίνει και στο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, όπου οι ηθοποιοί ήταν άνδρες, που έκαναν και τους γυναικείους ρόλους.

Ο Πάνος Καπετανίδης και το κιούπι με τις φιγούρες του Καραγκιόζη.

Μεγάλη ομοιότητα του Καραγκιόζη υπάρχει και με τα πρόσωπα της αρχαίας Αριστοφανικής κωμωδίας. Ο Καραγκιόζης φαίνεται σαν ο απόγονος των δούλων των Αριστοφανικών κωμωδιών. Ακόμα λόγω των σταθερών τύπων, υπάρχει μεγάλη συγγένεια και με την Κομέντια ντε λ` άρτε. Ο ήρωας της Κομέντια Πουλτσινέλα φαντάζει σαν ο πρώτος εξάδελφος του Καραγκιόζη.

Ανακεφαλαιώνοντας το μικρό σε έκταση αλλά μεγάλο σε διάρκεια αιώνων και απόσταση ηπείρων οδοιπορικό μας, πρέπει να θυμηθούμε:

 Σκοτεινές και βαθιές είναι οι ρίζες του Θεάτρου Σκιών.

       Οι  μελετητές συγκρούονται ως προς την καταγωγή  του Ελληνικού Θεάτρου Σκιών.

Ο Καραγκιόζης μας και τα πρόσωπα που τον περιστοιχίζουν, είναι καθαρά     

           ΕΛΛΗΝΙΚΟ – ΛΑΪΚΟ – ΘΕΑΤΡΟ.

 Σήμερα στη Μεσόγειο μόνο στην Ελλάδα παίζεται Θέατρο Σκιών, σε τόσο μεγάλο  ακροατήριο.

 

Και λίγα λόγια για τους Έλληνες παίκτες

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, είναι ένας μεγάλος δημιουργός. Μόνος του κατασκευάζει τις φιγούρες του, τις ζωγραφίζει και τις σκαλίζει από δέρμα μεγάλου ζώου. Μόνος του φτιάχνει τα σκηνικά. Μόνος του κάνει όλες τις φωνές, και τα έργα που παίζει δεν είναι γραμμένα σε κείμενο, αλλά στη μνήμη κάθε Καραγκιοζοπαίχτη, από τον καιρό που ήτανε βοηθός! Δηλαδή από στόμα σε στόμα, από Καραγκιοζοπαίχτη σε βοηθό, σαν το Δημοτικό τραγούδι, ανήκει κι αυτό στον Παραδοσιακό – λαϊκό λόγο.

Ο Καραγκιοζοπαίκτης, κάνει τη σκηνοθεσία, τη μουσική επιμέλεια, προετοιμάζει με τη φαντασία του τα διάφορα εφέ. Επίσης εκείνος μόνος του κατασκευάζει τη σκηνή του, δίνοντας τη δική του αρχιτεκτονική. Δηλαδή, ο Καραγκιοζοπαίκτης πρέπει να είναι ένα πολύπλευρο ταλέντο.

Ο Βάγγος (Ευάγγελος Κορφιάτης) στην είσοδο του θεάτρου του Ποσειδώνιον.

Η πιο γόνιμη περίοδος που ανθεί το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο Σκιών είναι από το 1915 μέχρι το 1950, οπότε δημιουργούνται τα περισσότερα έργα απ’ αυτά που παίζονται και σήμερα και γεννιούνται οι μεγαλύτεροι Καραγκιοζοπαίχτες. Κάθε γειτονιά έχει το δικό της μαντράκι που γεμίζει κάθε βράδυ από πλήθος κάθε ηλικίας. Τη δυναμική πορεία του θεάματος την ανακόπτει βίαια η τεχνολογία και η ανάπτυξη της 7ηςτέχνης, του Κινηματογράφου, και αργότερα της τηλεόρασης. Σήμερα, το θέαμα βρίσκεται και πάλι σε άνοδο, χωρίς όμως τα κλασσικά μαντράκια με τον κισσό και το αγιόκλημα, χώρος όπου ξεκίνησαν οι μεγαλύτεροι καραγκιοζοπαίχτες.

Οι Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες, παλεύουν σήμερα, για την δημιουργία Εθνικής Σκηνής Θεάτρου Σκιών. Για να διατηρηθεί και να αναπτυχθεί η τόσο σπουδαία τέχνη: η τέχνη του Ελληνικού – Λαϊκού Θεάτρου Σκιών.

 

Αφιέρωμα στον Πάνο Καπετανίδη

 

Ο Πάνος Καπετανίδης είναι καλλιτέχνης του Θεάτρου Σκιών. Σπούδασε θέατρο και από πολύ μικρός έμαθε την τέχνη του Καραγκιόζη κοντά στον μεγάλο καραγκιοζοπαίκτη Ευάγγελο Κορφιάτη. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. www.karagkiozis.com

 

Έλληνες Καραγκιοζοπαίκτες – Ονομαστική Κατάσταση

 

http://www.karagkiozis.com/paiktes1.htm

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
(με αντίστροφη χρονολογική σειρά)

 

Κορφιάτης, Ευάγγελος, Ο Βάγγος στον Παράδεισο. Αναμνήσεις Ευάγγελου Κορφιάτη (Βάγγου) παίκτη του Θεάτρου Σκιών, Αθήνα, Γαβριηλίδης, 2019.

Ντζαβολάκη, Ελένη, Μπροστά από τον μπερντέ. Ενσαρκώσεις του Καραγκιόζη στην Ελληνική Δραματουργία στον 20ό και τον 21ο αιώνα, Αθήνα, Αιγόκερως, 2019.

Νταγιάκος, Γιάννης, Ελάτε να παίξουμε Καραγκιόζη, Αθήνα, Ωρίων, 2005.

Χαριτάτου, Αλεξάνδρα (επιμ.), Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Φιγούρες από φως και ιστορία, Αθήνα, ΕΛΙΑ, Πολιτιστική Ολυμπιάδα, 2004.

Χοτζάκογλου, Ανθούλα, “Το Θεματολόγιο του Κυπριακού Θεάτρου Σκιών και η παρουσία της Κύπρου στα έργα Ελλαδιτών Καραγκιοζοπαικτών”, Δελτίο Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών, Τόμος ΞΣτ΄, Λευκωσία, 2004, σ. 21-246.

Χατζάκης, Μιχάλης, Το έντεχνο Θέατρο Σκιών. Θεωρία και πράξη, Αθήνα, Προσκήνιο, 2003.

Αναγνωστόπουλος, Β. Δ. (επιμ.), Θέατρο Σκιών και Εκπαίδευση, Αθήνα, Καστανιώτης, 2003.

Τσίπηρας, Κώστας, Έλληνες Καραγκιοζοπαίχτες πίσω από τα φώτα του μπερντέ, Αθήνα, Κοχλίας, 2003.

Μόλλας, Δημήτρης, Ο Καραγκιόζης μας: Ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 2002.

Κοτοπούλης, Γεώργιος Κ., Ο Καραγκιόζης στην Πάτρα 1890-1906. Η περίπτωση του Μίμαρου, Πάτρα, Περί Τεχνών, 2000.

Ιερωνυμίδης, Μιχάλης, Πίσω από τον μπερντέ. Ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα στο ελληνικό Θέατρο Σκιών, Αθήνα, Άμμος, 1998.

Οφλίδης, Σίμος – Καλαϊτζή-Οφλίδη, Λένα, Τα Καραγκιόζικα της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1996.

Κιουρτσάκης, Γιάννης, Προφορική παράδοση και ομαδική δημιουργία. Το παράδειγμα του Καραγκιόζη, Αθήνα, Κέδρος, 1996.

Βογιατζής, Φώτης Ν., Το Θέατρο Σκιών στην Θεσσαλία, Καρδίτσα, Εκτυπωτική Καρδίτσας, 1995.

Σπαθάρης, Σωτήρης, Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη, 4η έκδοση, Αθήνα, Άγρα, 1992.

Πούχνερ, Βάλτερ, “Η θέση του Καραγκιόζη στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου”, Ελληνική θεατρολογία. Δώδεκα μελετήματα, Αθήνα, Εταιρεία Θεάτρου Κρήτης, 1988, σ. 409-418.

Πούχνερ, Βάλτερ, Οι βαλκανικές διαστάσεις του Καραγκιόζη, Αθήνα, Στιγμή, 1985.

Χατζηπανταζής, Θεόδωρος, Η εισβολή του Καραγκιόζη στην Αθήνα του 1890, Αθήνα, Στιγμή, 1984.

Μόλλα – Γιοβάνου, Αρετή, Ο Καραγκιοζοπαίχτης Αντώνης Μόλλας. Η κόρη του θυμάται, Αθήνα, Κέδρος, 1981.

Πετρόπουλος, Ηλίας, Υπόκοσμος και Καραγκιόζης, Αθήνα, Γράμματα, 1978.

Φωτιάδης, Θανάσης, “Ελληνικό Θέατρο Σκιών. Στοιχεία για την προέλευση του Καραγκιόζη”, Άνθρωπος, Αθήνα, Ανθρωπολογική Εταιρεία Ελλάδος, 1974, σ. 69-90.

Βενάρδος, Σωκράτης, Με τον Σωτήρη Σπαθάρη, Αθήνα, Τυπογραφείο Εμμ. Ροδάκη, 1975.

Puchner, Walter, Das Neugriechische Shattentheatre Karagiozis, München, Institut für Byzantinistik und Neugriechische Philologie, 1975.

Μπίρης, Κώστας Η., “Ο Καραγκιόζης: Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο”, Νέα Εστία, τόμος 52, Αθήνα, 1952, σ. 3-67.

Τo “Blitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

ΤoBlitz” του Λονδίνου (1940 – 1941)

Με τον όρο Blitz (από το γερμανικό Blitzkrieg κεραυνοβόλος πόλεμος) αποδίδονται  οι εκτεταμένοι  βομβαρδισμοί σε βάρος κατοικημένων περιοχών των Βρετανικών Νήσων, στους οποίους προέβη  από τον Σεπτέμβριο του 1940 έως τον Μάιο του 1941 η Γερμανική πολεμική αεροπορία. Πρόκειται για μια σελίδα απαράμιλλου θάρρους και αυτοθυσίας, ενστικτώδους συσπείρωσης, ιώβειας στωικότητας και ψυχραιμίας, τέλος, μιας παραδειγματικής οργάνωσης του Βρετανικού λαού σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, από την ηγεσία έως τον καθημερινό πολίτη, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή του πολέμου. Έχει καταγραφεί από την Ιστορία σαν η επικράτηση της βούλησης και της πειθαρχίας ενάντια στην βία και στην αλαζονεία, από όπου και αν αυτές προέρχονται. Ενός λαού, συνεπαρμένου, στην κυριολεξία, από τα λόγια ενός ανεπανάληπτου πολεμικού ηγέτη, του Winston Churchill, ο οποίος, με τους πύρινους  λόγους του, γνώριζε καλά πώς να περιφρουρεί την αξιοπρέπεια και να ανυψώνει το ηθικό μέσα στις πιο σκοτεινές ώρες της δοκιμασίας, του πόνου και του σπαραγμού. 

“But if we fail, then the whole world, including the United States, including all that we have known and cared for, will sink into the abyss of a new dark age made more sinister, and perhaps more protracted, by the lights of perverted science. Let us therefore brace ourselves to our duties, and so bear ourselves, that if the British Empire and its Commonwealth last for a thousand years, men will still say, This was their finest hour”. 

Δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ προνομιούχων και μη. Τις συνέπειες του Blitz υπέστησαν όλες, ανεξαιρέτως, οι κοινωνικές τάξεις, καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος. Όπως είναι επόμενο, η πρωτοφανής αυτή συλλογική δοκιμασία δεν άφησε ασυγκίνητους τους καλλιτέχνες, οι οποίοι  αποτύπωσαν τη δική τους, υποκειμενική, εμπειρία, έτσι όπως την βίωσαν. Ξεχωρίζει ο μεγάλος γλύπτης Henry Moore, με τη γνωστή σειρά σχεδίων, που φέρει τον τίτλο Shelter drawings (Σχέδια των καταφυγίων), ένα σημαντικό μέρος της οποίας εκτέθηκε το καλοκαίρι του 2000 στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου, στο πλαίσιο της έκθεσης Henry Moore: Υπό το φως της Ελλάδος. Ξεχωριστή μνεία αξίζει και για τον Walter Nessler, ο οποίος, επηρεασμένος από το ιστορικό και από το περιεχόμενο του γνωστού πίνακα του Pablo Picasso Guernica (όπου περιγράφεται η ισοπέδωση της ομώνυμης πόλης από τη Γερμανική Πολεμική Αεροπορία το 1937, στο πλαίσιο του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου), φιλοτέχνησε έναν δικό του πίνακα, τον οποίο τιτλοφόρησε Premonition (Προαίσθηση). Πρόκειται για έναν προάγγελο των όσων δεινών έμελλαν να λάβουν χώρα τρία χρόνια αργότερα.

Στις εικόνες, οι οποίες ακολουθούν, σκοπίμως αντιπαραβάλλονται τα ιστορικά γεγονότα και η καλλιτεχνική αποτύπωσή τους, προκειμένου να αναδειχθεί ανάγλυφα ο βαθμός αλληλεπίδρασης, αλλά και ο στενός συσχετισμός που υφίσταται ανάμεσα στην αντικειμενική διάσταση ενός φαινομένου και την υποκειμενική πρόσληψη και απόδοση του τελευταίου.

 The Blitz – WWII London

Walter Nessler, Premonition, 1937.

  

Joseph Gray, Battle of Britain: The First Blitz, 1940.

Anthony Gross, Fire in a Paper Warehouse, 1940.

 

                                       

Harry Bush, A Corner of Merton, 1940.

Henry Moore, The Shelter Perspective: The Liverpool Street Extension, 1941.

Henry Moore, Bunks and Sleepers, 1941.

 

Henry Moore, Pink and Green Sleepers, 1941.

Henry Moore, Woman Seated in the Underground, 1941.
Henry Moore, Eighteen Ideas for War Drawings, 1940.
Ο Henry Moore στο Mornington Crescent Station το 1940.

The Culture Show – Henry Moore (2010)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση-επιμέλεια έκδοσης: Δημήτρης Μητσόπουλος

Μουσική και αθλητισμός

 

Η Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Clio Turbata

Μουσική και αθλητισμός

 

Αφιερώνεται στον Ευάγγελο Παπαδημήτρη,
εξαίρετο μουσικό και δάσκαλο του βιολιού,
λάτρη του ποδοσφαίρου, με αφορμή την
αποχώρησή του από την ενεργό δράση

 

Γνωρίζατε πως: τρεις γνωστοί μουσικοσυνθέτες εμπνεύστηκαν στα έργα τους από αγώνες αντισφαίρισης; Άλλοι δυο από αγώνες ράγκμπι; Ένας έκτος, φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers, συνέθεσε ένα μικρό έργο αφιερωμένο στην αγαπημένη του ομάδα; Ένας έβδομος, εξίσου φανατικός οπαδός της Zenit του Λένινγκραντ, ένα μπαλέτο του εξιστορεί τις περιπέτειες μιας ομάδας ποδοσφαίρου ευρισκόμενης σε περιοδεία στη Δυτική Ευρώπη; Ένας όγδοος, βίωσε, μεταφέροντάς την σε μουσικές νότες, μια τρομακτική εμπειρία τρέχοντας ως συνοδηγός με μια Lamborghini σε μεταμεσονύκτια ώρα; Ένας ένατος έγραψε, τo 1936, τον ύμνο της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Βερολίνου; Ένας δέκατος συνέθεσε ένα πασίγνωστο βαλς για τους παγοδρόμους; Ένας ενδέκατος, ανάμεσα στις πολλές πόλκες που ακούμε κατά καιρούς στην Πρωτοχρονιάτικη συναυλία της Φιλαρμονικής ορχήστρας της Βιέννης, αφιέρωσε δυο από αυτές στον αθλητισμό; Και θα εκπλαγείτε διπλά συναντώντας μεταξύ των παραπάνω καταξιωμένων μουσικοσυνθετών τα ονόματα των Claude Debussy, Sir Edward Elgar, Richard Strauss, Dmitri Shostakovich, Erik Satie, Arthur Honegger, Charles Ives, John Adams, Mauricio Kagel, Emile Waltdeufel και, φυσικά, Josef Strauss. Στα παραπάνω ονόματα πρέπει να προστεθούν εκείνα δυο Ελλήνων (Σπύρος Σαμάρας και Βαγγέλης Παπαθανασίου) καθώς και του συγκροτήματος Queen. Όμως, η ονομαστική κατάσταση συνεχίζεται κι άλλο, καθώς πολλοί επώνυμοι συνθέτες δεν συμπεριλήφθηκαν στο παρόν αφιέρωμα. Πρόκειται για τους Jean Sibelius (Tennis at Trianon), Darius Milhaud (Le train bleu), Francis Poulenc (Gloria), Arnold Schoenberg (Notation 21),  Gwyneth V. Walker (Match Point),  Wilhelm Petersen-Berger  (Lawn Tennis),  François Dompierre (Hockey Legends). Η ήδη μακροσκελής κατάσταση δεν σταματά εδώ, αποδεικνύοντας πως οι δεσμοί της μουσικής με τον αθλητισμό είναι πολύ βαθύτεροι από όσο φαίνονται εκ πρώτης όψεως.

 

 1. Marc-Antoine Charpentier (1643 – 1704): Te Deum

Ούτε ο συνθέτης, ούτε και το προαναφερθέν έργο έχουν την παραμικρή σχέση με τον αθλητισμό. Απλούστατα λειτουργούν συνειρμικά, καθώς το Te Deum (1692) εδώ και πολλές δεκαετίες έχει επιλεγεί ως μουσική υπόκρουση των εξωτερικών τηλεοπτικών μεταδόσεων της Eurovision. Οι περισσότερες είναι αθλητικού χαρακτήρα. Για τον λόγο αυτό, το επιλέξαμε ως εισαγωγή του παρόντος αφιερώματος. Εκτελείται με όργανα εποχής.

Marc-Antoine Charpentier, Te Deum: Prélude. Rondeau

 

2. Claude-Achille Debussy (1862 – 1918): Jeux – poème dansé

Jeux (1913), είναι το τελευταίο κατά σειρά μπαλέτο που συνέθεσε ο Debussy. Φέρει τον χαρακτηρισμό «poème dansé» (χορευτικό ποίημα) και υπήρξε παραγγελία των περίφημων Ρωσικών Μπαλέτων του Sergei Diaghilev. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο περιθώριο ενός αγώνα αντισφαίρισης. Το μπαλάκι έχει χαθεί σε έναν κήπο, ακριβώς δίπλα από το γήπεδο. Οι νεαροί παίκτες, δυο γυναίκες και ένας άνδρας, έχουν διακόψει τον αγώνα και επιδοθεί στην προσπάθεια ανεύρεσης της μπάλας. Καθώς επικρατεί σκοτάδι και ο ηλεκτροφωτισμός του γηπέδου είναι ανεπαρκής, οι τρεις παίκτες αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν μικρά παιδιά. Παίζουν κρυφτό, κυνηγούν οι μεν τους δε, φιλονικούν άνευ λόγου και αιτίας, δυσανασχετούν. Η θερμή νύκτα και το λυκόφως που μόλις διακρίνεται στον ορίζοντα, διαχέουν μια ατμόσφαιρα ερωτισμού. Ο νεαρός διεκδικείται από τις δυο γυναίκες. Ωστόσο, όλα διακόπτονται απότομα εξαιτίας μιας δεύτερης μπάλας, την οποία ένα άγνωστο χέρι έχει πετάξει προς την πλευρά των τριών νεαρών. Αιφνιδιασμένοι και ανήσυχοι, οι τελευταίοι εξαφανίζονται μέσα στο σκοτάδι του κήπου. 

Αφίσα της πρεμιέρας, με τους πρωταγωνιστές Ludmilla Schollar, Vaslav Nijinsky και Tamara Karsavina.

Σε ένα αρχικό στάδιο ο Debussy εξέφρασε αντιρρήσεις ως προς την πλοκή του έργου. Υποχώρησε ωστόσο, όταν ο Diaghilev διπλασίασε την αμοιβή. Η πρεμιέρα (15 Μαΐου 1913 στο Θέατρο των Ηλυσίων Πεδίων του Παρισιού), σε χορογραφία του εκ των πρωταγωνιστών Vaslav Nijinski, άφησε το κοινό αδιάφορο. Γρήγορα επισκιάστηκε από τη θυελλώδη Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Igor Stravinsky. Ακόμη και επί των ημερών μας, το κομψοτέχνημα  αυτό σπάνια συγκαταλέγεται τόσο στο χορογραφικό όσο και στο συμφωνικό ρεπερτόριο. Κι όμως, η εύθραυστη και αραχνοΰφαντη γραφή της παρτιτούρας καθιστά την τελευταία ως μια από τις πλέον αντιπροσωπευτικές και πρωτοπόρες συνθέσεις του μικρογράφου Γάλλου συνθέτη. Το 1988 κυκλοφόρησε μια εξαιρετική κριτική έκδοση από τον συνθέτη και μέγα ερμηνευτή της μουσικής του Debussy, Pierre Boulez (1925 – 2016).

Pierre Boulez conducts Debussy’s Jeux


 

3. Arthur Honegger (1892 – 1955): Rugby – Μouvement symphonique  N° 2 (H 67)

Φέροντας την ένδειξη Η 67 στον κατάλογο της μουσικής παραγωγής του Ελβετού συνθέτη, το Rugby είναι το δεύτερο από τα τρία συμφωνικά του ποιήματα (Pacific 231, Rugby, Mouvement symphonique N° 3). Η πρώτη εκτέλεση έλαβε χώρα στις 19 Οκτωβρίου 1928 στο Παρίσι. Έπειτα από τη μεγάλη επιτυχία του Pacific 231 όπου μιμείται τον ήχο, τον οποίο παράγει μια ατμομηχανή, ο Honegger στράφηκε προς τον χώρο του αθλητισμού αναζητώντας το θέμα του δευτέρου συμφωνικού του ποιήματος. Για αρκετό καιρό ταλαντεύτηκε ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και το ράγκμπι προτού καταλήξει στην επιλογή του δευτέρου.

Αγώνας ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού το 1930.

Το Rugby, συνολικής διάρκειας 8 λεπτών της ώρας περίπου, ανάλογα με το tempo της εκτέλεσης, διαθέτει ένα μόνο μέρος. Ο συνθέτης αποποιείται τον χαρακτηρισμό της προγραμματικής μουσικής. Εκφράζει στη μουσική του γλώσσα τις επιθέσεις και αντεπιθέσεις, τον βίαιο ρυθμό και τις ανατροπές ενός αγώνα ράγκμπι στο στάδιο Colombes του Παρισιού. Στον διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό της μηχανής (Pacific 231) αντιτάσσει εδώ την πολυμορφία και την ποικιλία της ανθρώπινης κίνησης. Στο έργο αυτό δεν υπάρχει κανενός είδους ρυθμική οργάνωση. Η γραφή χαρακτηρίζεται από συγκοπές, ανάλογα με τις ανατροπές της εξέλιξης του αγώνα. Τα μουσικά θέματα ακολουθούν τις διάφορες φάσεις του αγώνα και περνούν από το ένα όργανο στο άλλο ακριβώς με τον τρόπο, με τον οποίο ένας παίκτης πετάει την μπάλα σε κάποιον άλλο. Η πολυφωνία, διακριτικό γνώρισμα του ύφους του Honegger, εκφράζει τις στατικές εκείνες φάσεις, όπου οι παίκτες γίνονται ένα κουβάρι διεκδικώντας την μπάλα. Το Rugby θεωρείται ως ένα από τα πλέον  δημοφιλή   έργα του συνθέτη. Στην εν γένει  σταδιοδρομία  του τελευταίου, συμβολίζει τη μετάβαση από την εποχή των έντονα περιγραφικών έργων σε εκείνη της απόλυτης μουσικής, όπως είναι οι πέντε συμφωνίες που έμελλαν  να ακολουθήσουν.

Rugby (Mouvement symphonique N° 2) Η 67


 

 4. Sir Edward William Elgar (1857 – 1934): Land of Hope and Glory

O Edward Elgar, ο κατ’ εξοχήν εκφραστής της βικτωριανής εποχής και ένας από τους μεγαλύτερους Βρετανούς συνθέτες, υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και φανατικός οπαδός της Wolverhampton Wanderers. Η απαρχή έγινε τον Φεβρουάριο του 1898 όταν, από τις κερκίδες του γηπέδου Molineux (έδρα της Wolves), παρακολούθησε έναν αγώνα εναντίον της Stoke City. Έκτοτε, κάθε εβδομάδα σχεδόν, δεν δίσταζε να διανύσει με το ποδήλατο τα 64 χλμ., που χώριζαν τον τόπο διαμονής του, το Malvern στην επαρχία του Worcestershire, από το γήπεδο της αγαπημένης του ομάδας. O Elgar υπήρξε ο πρώτος σε παγκόσμια κλίμακα που συνέθεσε ένα μουσικό έργο ειδικά για το ποδόσφαιρο. Εμπνευσμένος από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που εκθείαζαν τη δεξιοτεχνία, με την οποία ο επιθετικός της Wolves, Billy Malpass, κτυπούσε τα πέναλτι (He banged the leather for goal), πρόσθεσε λόγια σε μια προϋπάρχουσα σύντομη δική του σύνθεση για πιάνο, χρησιμοποιώντας την παραπάνω έκφραση ως τίτλο.

Είναι άξιον απορίας το γεγονός ότι το συγκεκριμένο τραγούδι, έστω και αν εξυμνεί τα κατορθώματα του παίκτη και της ομάδας, ουδέποτε ακούστηκε στις κερκίδες του Molineux. Πιθανότατα, ούτε ο ίδιος ο Elgar το άκουσε να εκτελείται ενόσω βρισκόταν εν ζωή. Ένα είναι βέβαιο: ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα από τον Percy Young, ειδικό στη μουσική του Elgar. Εκτελέστηκε, ενδεχομένως για πρώτη φορά, στις 26 Σεπτεμβρίου 2010, στο πλαίσιο μιας φιλανθρωπικής οργάνωσης, με τη συνδρομή της διοίκησης της ομάδας. Αντίθετα, η κερκίδα έχει υιοθετήσει εδώ και δεκαετίες, ως σύνθημα, μια από τις πλέον δημοφιλείς δημιουργίες του Elgar. Πρόκειται για τον ύμνο Land of Hope and Glory που ακούγεται κατά κόρον, ειδικότερα σε αγώνες της Εθνικής ομάδας. Σύμφωνα με τον ιστορικό της Wolverhampton Wanderers Graham Hughes, ο Elgar παρατηρούσε με ενδιαφέρον το πλήθος, που συνέρρεε προς το γήπεδο. Κάποιο Σάββατο θέλησε από περιέργεια να πάει κι εκείνος και έτσι κάπως ξεκίνησε η όλη ιστορία.

Στιγμιότυπο από αγώνα της  Wolverhampton Wanderers στο γήπεδο Molineux στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Ακολουθεί το Land of Hope and Glory όπως ακούστηκε το 2014 στην τελευταία βραδιά του κύκλου BBC Proms, στο Royal Αlbert Hall του Λονδίνου.

Land of hope and glory Last Night of the BBC Proms 2014


5. Dmitri Shostakovich
(1906 – 1975): Золотой век The Golden Age, op.22

To ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών” συνήθιζε να υποστηρίζει ο Dmitri Shostakovich, ένας από τους πλέον παραγωγικούς μουσικοσυνθέτες του 20ούαιώνα. Ίσως γι’ αυτό αποφάσισε να γράψει ένα ολόκληρο μπαλέτο γύρω από το συγκεκριμένο άθλημα, ξεπερνώντας κατά πολύ την προγενέστερη πρωτοβουλία του Elgar. Επιπρόσθετα, σε ολόκληρη τη διάρκεια της ζωής του υπήρξε λάτρης του ποδοσφαίρου και αμετανόητος οπαδός της Zenit, ομάδας της γενέτειράς του, Λένινγκραντ.

Το μπαλέτο Золотой век – The Golden Age είναι έργο της νεανικής περιόδου του Shostakovich. Η πρεμιέρα έλαβε χώρα στις 26 Οκτωβρίου 1930 στο Θέατρο Kirov (σήμερα Mariinsky). Περιλαμβάνει τρεις πράξεις και έξι σκηνές και μπορεί να χαρακτηριστεί ως εν μέρει σάτιρα και εν μέρει προπαγάνδα. Εξιστορεί την περιοδεία μιας ομάδας ποδοσφαίρου εκτός των συνόρων της ΕΣΣΔ. Εκ των πραγμάτων, παίκτες και συνοδοί έρχονται σε επαφή με πολιτικά ανάρμοστους χαρακτήρες όπως μια ντίβα, ένας φασίστας, ένας επαγγελματίας ταραξίας, ένας νέγρος, και γενικότερα, με τον παρηκμασμένο και διεφθαρμένο τρόπο ζωής της Δύσης.

The Golden Age, Θέατρο Mariinskiy Αγίας Πετρούπολης, 2006.

Στη διάρκεια της παραμονής στο εξωτερικό η ομάδα υπέστη τα πάνδεινα, από μεροληπτική διαιτησία, αποδοκιμασίες του κοινού, εξαπάτηση, κατάχρηση εξουσίας έως τον άδικο εγκλεισμό στη φυλακή εξαιτίας ενεργειών της καταχθόνιας μπουρζουαζίας. Τελικά, οι παίκτες απελευθερώνονται χάρη σε μια εξέγερση της τοπικής εργατικής κοινωνίας, που ανατρέπει τους καπιταλιστές ηγεμόνες της περιοχής. Το έργο ολοκληρώνεται με έναν χορό συναδέλφωσης και αλληλεγγύης ανάμεσα στους παίκτες και τους ελευθερωτές τους. Παρά το άκρως προπαγανδιστικό περιεχόμενο, το έργο δεν κατάφερε να ξεπεράσει τον αριθμό των 18 μόλις παραστάσεων. Λογοκρίθηκε από τις σοβιετικές αρχές επειδή συμπεριλάμβανε ρυθμούς και χορούς της Δύσης που ήταν προτιμότερο να μην περιέλθουν εν γνώσει του ρωσικού κοινού. Επρόκειτο για ένα πρώτο μήνυμα του καθεστώτος με αποδέκτη τον συνθέτη. Φαίνεται πως ο τελευταίος δεν το συνέλαβε, καθώς οι μεταξύ τους σχέσεις έμελλαν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά έξι χρόνια αργότερα, με αφορμή την όπερα Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ. Αργότερα, ο Shostakovich εξήγαγε από την παρτιτούρα του μπαλέτου μια σουΐτα, η οποία έχει ενταχθεί πλήρως στο συμφωνικό ρεπερτόριο και εκτελείται συχνά στις διάφορες αίθουσες συναυλιών.

The Golden Age / Rattle · Berliner Philharmoniker – τελικός χορός


 

6. Erik Satie (1866 – 1925): Sports et divertissements

Το Sports et divertissements είναι ένας κύκλος 21 μικρών έργων για πιάνο που ο εκκεντρικός  Γάλλος συνθέτης (μεταξύ άλλων είχε χρησιμοποιήσει ήχο γραφομηχανής στο έργο Parade, επιχειρήσει ανεπιτυχώς να ακολουθήσει στρατιωτική σταδιοδρομία, χρηματίσει πιανίστας στα καμπαρέ της Μονμάρτρης, τέλος, ιδρύσει μια θρησκευτική αίρεση, της οποίας υπήρξε…το μοναδικό μέλος), έγραψε το 1914. Παραμένει στο σαρδόνιο χιουμοριστικό πνεύμα που διατρέχει τις σουΐτες για πιάνο (1912-1915) και γενικότερα ολόκληρη την παραγωγή του Satie. Αρχικά κυκλοφόρησε ως ένας συλλεκτικός τόμος, ο οποίος περιείχε σε πανομοιότυπα (facsimile) την παρτιτούρα, ποιήματα του Satie, καθώς και την εικονογράφηση από τον σκιτσογράφο Charles Martin. Το 1923 κυκλοφόρησε μια επανέκδοση με νέα εικονογράφηση.

Η αρχική ιδέα ανήκε στον Lucien Vogel, εκδότη του, γνωστού για την εποχή, περιοδικού μόδας La Gazette du Bon Ton. Πρώτος κατά σειρά αποδέκτης της πρότασης υπήρξε ο Igor Stravinsky, ο οποίος όμως την απέρριψε. Πρέπει να επισημανθεί πως ακριβά συλλεκτικά άλμπουμ, τα οποία συνδύαζαν σχέδιο, μουσική και ποίηση ήταν της μόδας στο Παρίσι της άμεσης παραμονής του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ως μαγιά λειτούργησαν τα σχέδια που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα είχε ολοκληρώσει ο Martin. Περιλάμβαναν 20 στιγμιότυπα ανεμελιάς και αναψυχής, ορισμένα εκ των οποίων περιέγραφαν ενασχόληση με αθλήματα. Αυτό ακριβώς το οπτικό υλικό είχε κατά νου ο Satie όταν συνέθεσε τη μουσική. Η σειρά των κομματιών έχει ως εξής: 1. Choral inappetissant, 2. La Balançoire, 3. La Chasse, 4. La Comédie Italienne,  5. Le Réveil de la Mariée, 6. Colin-Maillard , 7. La Pêche, 8. Le Yachting, 9. Le Bain de Mer, 10. Le Carnaval, 11. Le Golf, 12. La Pieuvre, 13. Les Courses, 14. Les Quatre-Coins, 15. Le Pique-nique, 17. Le Tango (perpétuel), 18. Le Traîneau, 20. Le Feu d’artifice, 21. Le Tennis. 

Εικονογράφηση της δεύτερης έκδοσης του Sports et divertissements από τον Charles Martin, το 1923. Επάνω: Το γκολφ. Κάτω: Η ιστιοπλοΐα.

Όταν, το 1913, τα Ρωσικά Μπαλέτα ανέβασαν τα Jeux του Debussy, ο Satie βρισκόταν ακόμη σε φάση σύνθεσης του δικού του έργου. Έχοντας παρακολουθήσει την παράσταση, ειρωνεύτηκε με τον δικό του χαρακτηριστικό σαρκασμό τον Nijinsky για τη χορογραφία του, υποστηρίζοντας πως ο τελευταίος είχε μπερδέψει τους κανόνες του τένις με εκείνους του ποδοσφαίρου, επειδή από το χώρο απουσίαζε παντελώς το δίχτυ, οι χορευτές δεν κρατούσαν στα χέρια τους ρακέτες και ο κήπος, όπου διαδραματιζόταν η υπόθεση, θύμιζε περισσότερο γήπεδο ποδοσφαίρου. Επινόησε μάλιστα ένα νεολογισμό: ονόμασε το άθλημα, που είχε δει επί σκηνής, “ρωσικό τένις”. Παρόλα αυτά, όταν, δέκα μήνες αργότερα, ολοκλήρωσε το 21ο κομμάτι του Sports et divertissements (το τένις), δεν κατάφερε να απαλλαγεί από την επίδραση της μουσικής του Debussy και της χορογραφίας του Nijinsky. Μόνο που εδώ, ο υφέρπων ερωτισμός εκφράζεται μέσω των λέξεων του κειμένου. Όπως και να έχει το ζήτημα, στο τέλος του έργου και αφού έχει ήδη ολοκληρωθεί η ακρόαση της μουσικής, ακούγεται μια και μόνη λέξη στα αγγλικά: “Game”.

 

Erik Satie: Sports et divertissements – Le Golf

Erik Satie: Sports et divertissements Le Tennis


 

7. Charles Ives (1874 – 1954): Yale Princeton Football Game

Στο σύντομο (διάρκειας μόλις 2΄25) έργο για ορχήστρα, ο Charles Ives περιγράφει έναν αγώνα αμερικανικού ποδοσφαίρου (παραλλαγή του ράγκμπι). Πρόκειται για την επικράτηση με 6-0 των Yale Bulldogs επί των Princeton Tigers στις 20 Νοεμβρίου 1897. Οι αγώνες Yale-Princeton εθεωρούντο κλασσικοί του είδους, κινητοποιώντας τα πλήθη, όπως άλλωστε φαίνεται και στα ιστορικής αξίας βωβά κινηματογραφικά στιγμιότυπα ενός αγώνα της 14ης Νοεμβρίου 1903 (μόλις 6 χρόνια αργότερα) μπροστά σε ένα κοινό 50.000 θεατών.

Princeton and Yale football game 1903 (πηγή: Library of Congress)

Η μουσική του Ives θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει ως ηχητική επένδυση των παραπάνω στιγμιοτύπων. Ο αγώνας του 1897, ο οποίος περιγράφεται στο έργο, υπήρξε ένας θρίαμβος για τους Yale Bulldogs, ο προπονητής των οποίων εφάρμοσε μια νέα τακτική που αιφνιδίασε τους αντιπάλους και επέτρεψε στην ομάδα να τερματίσει αήττητη στο πρωτάθλημα. Το Yale Princeton Football Game περιγράφει ολόκληρη την εξέλιξη πριν, κατά τη διάρκεια και έπειτα από τον αγώνα. Αποδίδονται, μεταξύ άλλων, ο ήχος της σφυρίχτρας του διαιτητή, ο ρυθμός των συνθημάτων και τα τραγούδια της εξέδρας, καθώς και οι ίδιες οι φάσεις, με αποκορύφωμα την υποδειγματική, όπως φαίνεται, κούρσα ζικ-ζακ του παίκτη των νικητών Charles de Saulle, που κατάφερε να καλύψει μόνος του μια απόσταση 50,292 μέτρων αποφεύγοντας τους αντιπάλους. Ο ίδιος ο Ives έχει δώσει χαρακτηριστικούς τίτλους, βοηθώντας έτσι τον ακροατή παρακολουθήσει ευκολότερα και να κατανοήσει καλύτερα το έργο: 1. Suppressed excitement of players coming onto grounds 2. A Yale cheer, “Brekke coax” [sic] 3. Another cheer: “Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Rah, Rah, Rah; Yale, Yale, Yale.” 4. “Three Cheers for Old Nassau” 5. “Harvard has blue stocking girls, Yale has blue stocking men,” ect. 6. “Watch on the Rhein” (Die Wacht am Rhein) 7. “Hold the fort, McClung is coming.” 8. “Reeves 2nd Regiment Quickstep” (always played by Brass Band at games and reunions etc.) 9. “Hey-can nuck-a-no” 10. “Dodging half-back” 11. “Fat Guards, pushing, grunting.” 12. “First Down.” 13. “Run around left end: loss.” 14. “Dodging tackle.” 15. “Close formation: Wedge” 16. “Last Down” 17. “Run Around Right” 18. “When trumpet (=Running half-back [sic], Charley Desseaulles [sic]) reaches this measure, every other instrument must make a hell of a noise and stop”; “Touch Down.”) 19. “Game over and won. Everybody tired, players and spectators.”

Charles Ives – Yale Princeton Football Game (1898)

 

8. John Adams (1947 –  ): Short Ride in a Fast Machine

Short Ride in a Fast Machine είναι το δημοφιλέστερο έργο του John Adams (του πλέον καταξιωμένου εν ζωή μουσικοσυνθέτη, η συμπλήρωση των 70 ετών του οποίου τιμήθηκε πρόσφατα από τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου). Πρόκειται για μια εισαγωγική φανφάρα για μεγάλη ορχήστρα, γραμμένη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να ανοίγει το πρόγραμμα μιας συναυλίας καθηλώνοντας τον ακροατή με τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του συνόλου που την ερμηνεύει. Είναι ένα ευρηματικό, από κάθε άποψη, έργο, που εκτελέστηκε για πρώτη φορά το 1986. Ο συνθέτης εμπνεύστηκε από μια περιπέτεια, την οποία βίωσε αυτοπροσώπως, καθώς σε μεταμεσονύκτια ώρα μιας καλοκαιρινής βραδιάς δέχτηκε να καθίσει στη θέση του συνοδηγού μιας Lamborghini, ενέργεια, την οποία μετάνοιωσε ευθύς αμέσως μόλις το αυτοκίνητο άρχισε να ακολουθεί μια τρελή πορεία αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ο ίδιος περιέγραψε αργότερα πως τον είχε κυριεύσει ένα κράμα αγωνίας, φόβου, παράλληλα όμως, δέους και γοητείας μπροστά στον κίνδυνο.

Ο Adams θεωρείται ως εκφραστής της Μινιμαλιστικής Σχολής, συνεχιστής του Philip Glass και του Steve Reich, αν και ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως μετά-μινιμαλιστή επικαλούμενος τα παραδείγματα του Bach, του Brahms και του Mahler που, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, είχαν την τύχη να ευδοκιμήσουν στο τέλος μιας εποχής, ενστερνιζόμενοι στο έργο τους ολόκληρη την εξέλιξη των τριάντα έως πενήντα προηγουμένων ετών. Άλλωστε στη μουσική του γραφή, μια γραφή ιδιαίτερα προσιτή στο ευρύ κοινό, χρησιμοποιεί τεχνικές και στοιχεία που παραπέμπουν ευθέως στην εποχή του ρομαντισμού και του μετά-ρομαντισμού. Το όλο του έργο παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία σε είδος καθώς ο Adams στράφηκε προς τη συμφωνική μουσική, τη μουσική δωματίου και την όπερα.

Ο John Adams στη θέση του συνοδηγού. Η Lamborghini φέρει πινακίδες με την ένδειξη presto, τον χρόνο, στον οποίο είναι γραμμένο το έργο.

Το Short Ride in a Fast Machine αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της μουσικής του παραγωγής. Ο ρυθμός του παραπέμπει στις θεμελιώδεις εκφάνσεις του μινιμαλισμού, με τη διαρκή και επίμονη επανάληψη. Στο επίκεντρο βρίσκεται το γούντμπλοκ (wood block), ένα κρουστό όργανο, το οποίο διατρέχει το έργο από άκρη σε άκρη. Ο ήχος του θα μπορούσε κάλλιστα να συμβολίζει τη μηχανική κίνηση του αυτοκινήτου ή, ακόμη, τους έντονους κτύπους της καρδιάς του έντρομου συνοδηγού. Γύρω από αυτόν τον ήχο, ο Adams πειραματίστηκε με την ανάπτυξη μιας ρυθμικής δυσαρμονίας προσθέτοντας αλληλοσυγκρουόμενους ρυθμούς με στόχο να διεμβολίσει τη μετρονομική σταθερότητα του κρουστού οργάνου. Επαναλήψεις και συγκοπές καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Η λύτρωση (προφανώς και για τον ίδιο τον συνοδηγό) έρχεται προς το τέλος από μια μελωδική φράση διαρκείας, την οποία ο Adams εμπιστεύεται στα χάλκινα πνευστά. Με τον τρόπο αυτό εκπληρώνει διπλό στόχο. Δίνει τέλος στην αγωνία και αιτιολογεί τον χαρακτηρισμό της φανφάρας που ανήκει στο έργο. Η ακρόαση του τελευταίου μέσα σε μια αίθουσα συναυλιών (και όχι μόνο) αποτελεί πραγματική απόλαυση, όπως αποδεικνύεται άλλωστε από την ερμηνεία που ακολουθεί.

John Adams: Short Ride in A Fast Machine / Alan Gilbert · Berliner Philharmoniker

 

9. Mauricio Kagel (1931 – 2008): Match für drei Spieler

Ένα διακριτικό γνώρισμα της μουσικής παραγωγής του αντισυμβατικού Γερμανοαργεντινού συνθέτη είναι οι σαφείς θεατρικές οδηγίες, τις οποίες δίνει προς τους ερμηνευτές προκειμένου να υιοθετήσουν συγκεκριμένες εκφράσεις του προσώπου τους ενόσω εκτελούν το έργο, να εισέλθουν επί σκηνής με προδιαγεγραμμένο τρόπο και κινήσεις, να συμπράξουν με άλλους εκτελεστές πέραν της μουσικής διάστασης, να απαγγείλουν ποιήματα και να αναγνώσουν πρόζα κλπ. Ο Kagel πειραματίστηκε επίσης σε ανοίγματα προς άλλα πεδία, όπως εκείνα της φωτογραφίας και του κινηματογράφου. Γι’ αυτό το λόγο, το έργο του θεωρήθηκε κατά καιρούς ότι ανήκει στο λεγόμενο Θέατρο του Παραλόγου.                              

Match für drei Spieler.

To Match für drei Spieler (1964), είναι ένα έργο μουσικής δωματίου για δυο βιολοντσέλα και κρουστά όργανα. Περιγράφει έναν αγώνα τένις. Αντίπαλοι είναι τα βιολοντσέλα ή ακόμα και οι ίδιοι οι εκτελεστές ενώ ο τρίτος, ο χειριστής μιας ευρείας γκάμας κρουστών, επωμίζεται το ρόλο του διαιτητή. Η διάταξη και η εν γένει συμπεριφορά των τριών μουσικών καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου (δηλ. του ίδιου του αγώνα) ανταποκρίνονται σε γραπτές οδηγίες του συνθέτη, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο περιθώριο της παρτιτούρας στα αντίστοιχα σημεία. Η φυσική προσπάθεια, την οποία καλούνται να καταβάλουν οι δυο τσελίστες, καταχωρίζει τους τελευταίους όχι μόνο στην κατηγορία των μουσικών, αλλά και σε εκείνη των αθλητών. Ακόμα και οι κινήσεις τους πολλές φορές θυμίζουν περισσότερο παίκτες του τένις και λιγότερο μουσικούς ερμηνευτές. Χαρακτηριστική είναι η αρχή του έργου και ο άκρως πετυχημένος τρόπος, με τον οποίο τα pizzicati των βιολοντσέλων (“τσιμπητό” παίξιμο των χορδών με το δάκτυλο δίχως χρήση δοξαριού) αποδίδουν την εναλλαγή των κτυπημάτων της μπάλας. Πέραν του τένις, το έργο θα μπορούσε κάλλιστα να παραπέμπει και σε άλλα αθλήματα όπως λ.χ. στο πινγκ-πονγκ, στο βόλεϊ, ακόμα και στο ποδόσφαιρο, εφόσον γίνεται χρήση εκ μέρους του διαιτητή σφυρίχτρας, επίδειξης κίτρινης και κόκκινης κάρτας, πρακτικές, οι οποίες δεν συναντώνται στο πλαίσιο διεξαγωγής ενός αγώνα τένις. Αν και δυσπρόσιτο σε επίπεδο ακρόασης, είναι βέβαιο πως το Match für drei Spieler δεν στερείται πρωτοτυπίας και ιδεών.

Mauricio Kagel, Match für drei Spieler


 

10. Queen: We Are the Champions


We Are the Champions
είναι ροκ τραγούδι του βρετανικού συγκροτήματος Queen. Περιλαμβάνεται στο άλμπουμ  News of the World, το οποίο κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο 1977. Τη σύνθεση και τους στίχους του τραγουδιού υπογράφει ο Freddie Mercury (1946-1991), που κάνει  τα κύρια φωνητικά στο τραγούδι, με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος να ακολουθούν σε δεύτερη φωνή. Το τραγούδι άντεξε στο χρόνο, καθώς λόγω του τίτλου του αποτελεί έναν άτυπο «ύμνο» αθλητικών αναμετρήσεων κυρίως κατά τη στιγμή της απονομής των τροπαίων στις νικήτριες ομάδες μιας σειράς διοργανώσεων, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

We Are the Champions – Estadio Santiago Bernabeu, Madrid, 2017

We Are the ChampionsLola Astanova (piano)            

 

11. Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας (1861 – 1917): Ολυμπιακός Ύμνος

O Σπυρίδων-Φιλίσκος Σαμάρας γεννήθηκε το 1861 στην Κέρκυρα. Ακολούθησε ανώτερες σπουδές στο Ωδείο του Παρισιού με δάσκαλο τον φημισμένο Γάλλο συνθέτη Léo Delibes. Ακολούθως μετακόμισε στην Ιταλία, όπου και ξεκίνησε συστηματικά τη συνθετική του σταδιοδρομία.  Το 1886 ανέβηκε με επιτυχία στο θέατρο Καρκάνο του Μιλάνου η τρίπρακτη όπερα Flora Mirabilis, θριάμβευσε όμως με το ανέβασμά της στη Σκάλα του Μιλάνου, ένα χρόνο αργότερα. Ο Σαμάρας ουδέποτε αποξενώθηκε από την Ελλάδα, η φιλόμουση κοινότητα της οποίας παρακολουθούσε με θαυμασμό την ανοδική πορεία του μουσουργού. Έτσι, το 1889 ανέβηκε στην Κέρκυρα και κατόπιν στην Αθήνα η Flora Mirabilis  ως Θαυμαστή Ανθώ. Την αποτυχία της όπερας Lionella στη Σκάλα του Μιλάνου το 1891 ήρθε να αποκαταστήσει ο θρίαμβος της όπερας La Martire (H Μάρτυς) που παρουσιάστηκε στη Νάπολη τρία χρόνια αργότερα. Τότε ακριβώς ο συνθέτης προσχώρησε στη σχολή του βερισμού (verismo), της οποίας θεωρείται από τους πρωτεργάτες, στο πλευρό των Ruggero Leoncavallo, Pietro Mascagni και Giacomo Puccini. Ακολούθησαν και άλλες επιτυχημένες όπερες, όπως La Furia Damata (Η Δαμασμένη Μαινάδα) το 1895, βασισμένη στο έργο του Shakespeare Το Ημέρωμα της Στρίγγλας, Storia d’Amore το 1903 και Mademoiselle de Belle-Isle το 1905.  Αποκορύφωμα της συνθετικής του παραγωγής υπήρξε το ανέβασμα της τρίπρακτης όπερας Rhea το 1908, στο θέατρο Verdi της Φλωρεντίας. Απεβίωσε στην Αθήνα το 1917 σε ηλικία 56 ετών, από χρόνια νεφρίτιδα.

Το 1895 ανατέθηκε στον Σαμάρα από την Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή η σύνθεση ενός Ολυμπιακού Ύμνου με την ευκαιρία της τέλεσης στην Αθήνα των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων (Απρίλιος 1896). Μετά την ανάθεση στον Σαμάρα, η επιτροπή επέλεξε να μελοποιηθεί το ομότιτλο ποίημα του Κωστή Παλαμά. Ο ύμνος αυτός καθιερώθηκε ως επίσημος Ολυμπιακός Ύμνος μόλις το 1958, δηλαδή εξήντα δύο χρόνια μετά την παγκόσμια πρώτη του και σαράντα ένα χρόνια έπειτα από τον θάνατο του συνθέτη. Έκτοτε, συνοδεύει την έπαρση της σημαίας των Ολυμπιακών Αγώνων στην εκάστοτε τελετή έναρξης.

Σπυρίδων Σαμάρας, Ολυμπιακός Ύμνος (στίχοι Κωστή Παλαμά)

 

12. Richard Strauss (1864 – 1949): Olympische Hymne

To 1932, o Richard Strauss, συνθέτης της Σαλώμης, της Ηλέκτρας και του Ιππότη με το ρόδο, από τους κύριους εκπροσώπους της γερμανικής μεταρομαντικής σχολής, επελέγη από τη Διεθνή Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων για τη σύνθεση ενός ύμνου για την τελετή έναρξης των αγώνων που είχαν προγραμματιστεί για το καλοκαίρι του 1936 με οικοδεσπότη την πόλη του Βερολίνου. Ο Strauss αποδέχτηκε την πρόταση, υπό τον όρο της πλαισίωσης της μουσικής του από ένα κείμενο, για την επιλογή του οποίου θα είχε εκείνος τον τελευταίο λόγο. Έπειτα από δημόσιο διαγωνισμό και με αισθητή την αναπόφευκτη παρέμβαση του εθνικοσοσιαλιστικού υπουργείου Προπαγάνδας, το 1934 επελέγησαν οι στομφώδεις στίχοι του Robert Lubahn, ενός άνεργου, την εποχή εκείνη, βερολινέζου ηθοποιού.

Ολυμπιακό Στάδιο Βερολίνου, 1η Αυγούστου 1936. Τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας.

Η τελετή έναρξης των Αγώνων της 11ης Ολυμπιάδας, έλαβε χώρα την 1η Αυγούστου 1936 στο κατάμεστο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου. Επρόκειτο για ένα γεγονός, το οποίο αξιοποιήθηκε και προβλήθηκε δεόντως από την προπαγάνδα του Γ΄ Ράιχ. O Ολυμπιακός Ύμνος, παιγμένος από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου και μια χορωδία χιλίων ατόμων υπό τη διεύθυνση του συνθέτη, γνώρισε την παγκόσμια πρώτη εκτέλεση αμέσως έπειτα από τη σύντομης διάρκειας κήρυξη της έναρξης από τον Adolf Hitler, μια σειρά χαιρετιστήριων κανονιοβολισμών και την απελευθέρωση χιλιάδων λευκών περιστεριών. Όλων των παραπάνω είχε προηγηθεί ο λόγος του Theodor Lewald, προέδρου της οργανωτικής επιτροπής, ο οποίος, καταλήγοντας, αφού εξέφρασε τις ευχαριστίες του προς τον Richard Strauss, ανακοίνωσε την καθιέρωση στο διηνεκές του Olympische Hymne ως επίσημου ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων. Η έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με τη γνωστή του έκβαση ως προς την τύχη του ναζιστικού καθεστώτος, επιφύλαξε διαφορετική εξέλιξη για το συγκεκριμένο έργο του Richard Strauss. Στους πρώτους μεταπολεμικούς Ολυμπιακούς Αγώνες (Λονδίνο 1948), ακούστηκε ένας νέος Ολυμπιακός Ύμνος του συνθέτη Roger Quilter σε στίχους του γνωστού διηγηματογράφου και ποιητή Rudyard Kipling. Δέκα χρόνια αργότερα, η Διεθνής Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων αναβάθμισε τον Ύμνο των Σαμάρα/Παλαμά σε μόνιμο επίσημο ύμνο.

Richard Strauss, Olympische Hymne

 

13. Βαγγέλης Παπαθανασίου (1943 –  ): Chariots of Fire

Το Chariots of Fire του Βαγγέλη Παπαθανασίου πλαισίωσε μουσικά το 1981 την ομώνυμη, βρετανικής παραγωγής, κινηματογραφική ταινία συμβάλλοντας δραστικά στη μεγάλη επιτυχία, την οποία η τελευταία γνώρισε (συνολικά απέσπασε 4 βραβεία Όσκαρ, εκ των οποίων τα βραβεία καλύτερης ταινίας και πρωτότυπης μουσικής). Για τις ανάγκες της ηχογράφησης επιστρατεύτηκε ένα συνθεσάιζερ τύπου CS-80, με το οποίο ο συνθέτης έπαιξε όλα τα όργανα, συμπεριλαμβανομένων του πιάνου και ευρείας γκάμας κρουστών. Η επένδυση μιας κινηματογραφικής ταινίας εποχής με ηλεκτρονική μουσική ήταν τότε ασυνήθιστη και ως προς αυτό, η συμβολή του Παπαθανασίου άνοιξε νέους ορίζοντες στην έβδομη τέχνη.                                              

Chariots of Fire  – Trailer

Η πλοκή του έργου αποτελεί δραματοποιημένη παραλλαγή αληθινών περιστατικών και ανθρώπινων χαρακτήρων. Πρόκειται για τον συναγωνισμό μεταξύ δυο αθλητών, στο πλαίσιο της προετοιμασίας και διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων του 1924 στο Παρίσι. Η μουσική του Παπαθανασίου έχει, κατά κάποιο τρόπο, συνδεθεί με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, αρχής γενομένης από τους Χειμερινούς Αγώνες του 1980 στο Σεράγεβο, οπότε και χρησιμοποιήθηκε ως ύμνος της συγκεκριμένης διοργάνωσης. Κατόπιν ακούστηκε το 1996 στους Θερινούς Αγώνες της Ατλάντα και, πιο πρόσφατα, το 2012 στο Λονδίνο, στο πλαίσιο της τελετής έναρξης των Αγώνων της 30ής Ολυμπιάδας. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρουσιάστηκε υπό μορφή παρωδίας, με πρωταγωνιστές τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου, τον αρχιμουσικό Sir Simon Rattle και τον ηθοποιό Rowan Atkinson στο ρόλο του πασίγνωστου Mr. Bean.

Mr. Bean Live Performance at the London 2012 Olympic Games

 

14. Émile Waldteufel (1837 – 1915): Les Patineurs Valse op.183

Σε ηλικία 27 ετών, ο Γάλλος πιανίστας και συνθέτης χορευτικής μουσικής έγινε αυλικός πιανίστας της αυτοκράτειρας Ευγενίας. Διηύθυνε επίσης την αυλική ορχήστρα σε κρατικές χοροεσπερίδες. Ο διορισμός του από τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα Γ΄ αποκλειστικά στη μουσική διεύθυνση των χοροεσπερίδων, τον οδήγησε στη συμμετοχή του στους μεγαλοπρεπείς χορούς του Κεραμικού (Tuileries), του Μπιαρίτς και της Κομπιένης. Σήμερα, θεωρείται ως ο πλέον αντιπροσωπευτικός μουσικοσυνθέτης της περιόδου της Β΄ Γαλλικής Αυτοκρατορίας από κοινού με τον Jacques Offenbach. Μετά την ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία το 1871, η ιδιαίτερη πατρίδα του, η Αλσατία, έγινε μέρος της Γερμανίας για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο Waldteufel έφτασε σχεδόν 40 ετών πριν γίνει περισσότερο γνωστός. Τον Οκτώβριο του 1874 συμμετείχε σε μια μουσική εκδήλωση, την οποία παρακολούθησε ο, τότε Πρίγκιπας της Ουαλίας, μετέπειτα βασιλιάς Εδουάρδος Ζ΄. Ο πρίγκηπας ενθουσιάστηκε από το βαλς Manolo του συνθέτη και έκτοτε μερίμνησε ώστε να κάνει τη μουσική τού Waldteufel γνωστή σε ολόκληρη τη Μεγάλη Βρετανία. Ακολούθησε μακροχρόνιο συμβόλαιο με τον εκδότη «Hopwood & Crew» που έδρευε στο Λονδίνο. Μέρος της εταιρείας ανήκε στον Charles Coote, διευθυντή της μπάντας Coote & Tinney’s, της πρώτης χορευτικής ορχήστρας στην βρετανική πρωτεύουσα. Με αυτή την υποστήριξη, η μουσική του Waldteufel παιζόταν στα Ανάκτορα του Μπάκινγχαμ μπροστά στη βασίλισσα Βικτωρία. Τότε, ο συνθέτης κυριάρχησε στη μουσική σκηνή του Λονδίνου και έγινε παγκοσμίως γνωστός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνέθεσε τα γνωστότερα έργα του, πολλά από τα οποία ακούγονται ακόμα σήμερα σε όλο τον κόσμο. Το διασημότερο, ίσως, από αυτά, το βαλς Les Patineurs (Οι Παγοδρόμοι), γράφηκε το 1882.

Pierre-Auguste Renoir,  Les Patineurs à Longchamp, 1868, Ιδιωτική Συλλογή.

Πηγή έμπνευσης για το συγκεκριμένο έργο αποτέλεσε ένας πίνακας του ζωγράφου Pierre-Auguste Renoir. Η ελαιογραφία του Renoir χρονολογείται από το 1868 και φέρει τον τίτλο Les Patineurs à Longchamp. Απεικονίζει το δάσος της Βουλώνης, στις παρυφές του Παρισιού, τον χειμώνα, με τους επισκέπτες να απολαμβάνουν τη διασκέδαση του  τοπικού παγοδρομίου. Η φιλοτέχνηση του πίνακα αποδείχθηκε μεγάλη δοκιμασία για τον Renoir, ο οποίος απεχθανόταν το ψύχος, πλην όμως ως γνήσιος ιμπρεσιονιστής, εργαζόταν συχνά στον ανοικτό χώρο. Η σύντομης διάρκειας αργή εισαγωγή στο βαλς του Waldteufel συμβολίζει την προσπάθεια του παγοδρόμου να κρατήσει την ισορροπία του. Μόλις αυτή εξασφαλιστεί, το έργο αποκτά ρυθμό, ταχύτητα και αποδίδει εύγλωττα την (φαινομενική εξαιτίας των τεχνικών δυσκολιών) άνεση και ανεμελιά, με την οποία οι παγοδρόμοι γλιστρούν επάνω στην επιφάνεια της πίστας προχωρώντας και σε θεαματικές πιρουέτες.

Émile Waldteufel: Les Patineurs Valse op.183 André Rieu


        

15. Josef Strauss (1827 – 1870): Jokey-Polka op. 278, Sport-Polka op.170

Το Πρωτοχρονιάτικο αυτό αφιέρωμα δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική κατάληξη από το φυσικό του χώρο: τη Musikvereinsaal της Βιέννης στην καθιερωμένη συναυλία, με την οποία η Φιλαρμονική Ορχήστρα της πόλης υποδέχεται την είσοδο κάθε Νέου Έτους. Από τα αναρίθμητα μαγνητοσκοπημένα στιγμιότυπα επιλέξαμε δυο γρήγορες πόλκες του Josef Strauss με θέματα συναφή με τον αθλητισμό. Είναι το καλύτερος τρόπος να σας ευχηθούμε για τη χρονιά που μπαίνει και να σας ευχαριστήσουμε από βάθους καρδιάς για την ανταπόκριση και υποστήριξη που μας παρέχετε στα πέντε χρόνια λειτουργίας μας.

Jokey-Polka op. 278, Neujahrskonzert 2012 – Mariss Jansons

Sport-Polka op. 170, Neujahrskonzert 2008 – Georges Prêtre

 

Το επιτελείο της Clio Turbata σάς ευχαριστεί για την εμπιστοσύνη σας

και σάς εύχεται ένα υγιές και ευτυχισμένο 2021

                                            

 

Κείμενο – επιμέλεια αφιερώματος: Γιάννης Μουρέλος

Μορφοποίηση – επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Τσιτινίδου