Skip to main content

Μαρία Δαμηλάκου: Έλληνες Μετανάστες στη Λατινική Αμερική

Μαρία Δαμηλάκου

Έλληνες Μετανάστες στη Λατινική Αμερική

 

Από την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα οι χώρες της Λατινικής Αμερικής έγιναν πατρίδες για πολλούς Έλληνες μετανάστες που δοκίμαζαν την τύχη τους σε υπερατλαντικούς προορισμούς. Κυριότεροι πόλοι έλξης των Ελλήνων κατά το πρώτο υπερατλαντικό ρεύμα υπήρξαν πρωτίστως η Αργεντινή και δευτερευόντως η Ουρουγουάη, η Βραζιλία και η Χιλή. Κατά τη μεταπολεμική περίοδο τα πιο σημαντικά ελληνικά μεταναστευτικά ρεύματα κατευθύνθηκαν στη Βραζιλία ενώ σημειώθηκε και μια αξιόλογη κίνηση προς τη Βενεζουέλα. Βέβαια, από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, διάσπαρτες ελληνικές εστίες διαμορφώθηκαν σε αρκετές χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής.

Οι αφίξεις των πρώτων Ελλήνων στη Λατινική Αμερική τοποθετούνται στην εποχή των μεγάλων εξερευνήσεων και στην αποικιακή περίοδο, κάπου μεταξύ ιστορίας και μύθου: υπάρχουν μαρτυρίες για τολμηρούς Έλληνες ναυτικούς που συμμετείχαν στις εξερευνητικές αποστολές των Ισπανών καθώς και στους αγώνες για την ανεξαρτησία των λαών της Νοτίου Αμερικής στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Οι ελληνικές παροικίες της Λατινικής Αμερικής συμπεριλαμβάνουν στη γενεαλογία τους μια σειρά Ελλήνων, προερχόμενων κυρίως από νησιά που βρίσκονταν υπό βενετική και γενοβέζικη κυριαρχία, οι οποίοι συμμετείχαν στις πρώτες εξερευνήσεις της περιοχής από τους Ισπανούς ποντοπόρους τον 15ο και 16ο αιώνα: ο Γεώργιος Χανιώτης, για παράδειγμα, θεωρείται ότι έφτασε στην Παραγουάη το 1544 με την αποστολή του Cabeza de Vaca στην οποία συμμετείχαν επίσης οι Μιχάλης Χανιώτης, Στέφανος Σταματίου ή Χανιώτης, Μιχαλάκης Γραικός και Πόλος Γραικός. Ο Κορνάρος Γραικός ήταν πιθανώς μέλος του πληρώματος του Μαγγελάνου το 1519 ενώ ο Ιωάννης Γεωργίου από την Σάμο φαίνεται ότι πήρε μέρος στα εξερευνητικά ταξίδια της Παταγονίας κατά το διάστημα 1859-1880.1

Στην Αργεντινή τιμώνται ιδιαίτερα δύο Έλληνες ναυτικοί που συμμετείχαν στους αγώνες για την ανεξαρτησία του Ρίο ντε λα Πλάτα (της μετέπειτα Αργεντινής) από την ισπανική αυτοκρατορία. Πρόκειται για τον Νικόλαο Κολμανιάτη από την Ύδρα, που έφτασε στην Αργεντινή το 1811 και έλαβε μέρος σε σειρά ναυμαχιών και για τον Μιχαήλ Σ. Σπύρου, πιθανώς από την Μυτιλήνη, ο οποίος το 1814 ανατίναξε ηρωικά το πλοιάριό του για να μην παραδοθεί στους Ισπανούς. Προς τιμήν τους η αργεντινή κυβέρνηση βάφτισε δύο από τα πολεμικά της πλοία με τα ονόματα Nicolás Jorge και Miguel Spiro.2 Άλλοι Έλληνες ναυτικοί συμμετείχαν στους μακροχρόνιους εμφύλιους πολέμους του Ρίο ντε λα Πλάτα κατά τον 19ο αιώνα. Στην Κεντρική Αμερική ιδιαίτερη μνεία αξίζει η παρουσία του Πλωτίνου Ροδοκανάκη στο Μεξικό όπου έγινε γνωστός ως Plotino Rhodokanaty. Γεννημένος το 1828 στην Αθήνα σπούδασε στη Βιέννη, το Βερολίνο και το Παρίσι όπου ασπάστηκε τις ιδέες του Φουριέ και του Προυντόν. Νιώθοντας πολίτης του κόσμου, εγκαταστάθηκε στο Μεξικό το 1861 όπου έγινε μία από τις σημαντικότερες μορφές του πρώιμου εργατικού κινήματος και των μεγάλων αγροτικών αγώνων. Την ίδια χρονιά δημοσίευσε το φυλλάδιο Cartilla Socialista που τον καθιέρωσε ως έναν από τους ιδρυτές του μεξικανικού αναρχισμού.3

Η μεταναστευτική κίνηση προς τη Νότιο κυρίως Αμερική αυξήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και στη στροφή του 20ού. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα οι χώρες της Νοτίου Αμερικής εφάρμοσαν ενεργητική πολιτική προσέλκυσης της ευρωπαϊκής μετανάστευσης ως μόνιμης λύσης για τη χαμηλή πληθυσμιακή τους πυκνότητα και για τον εποικισμό της υπαίθρου. Η ανάγκη εποικισμού των εκτενών εδαφών της Νοτίου Αμερικής συνοδευόταν και από την αντιμετώπιση του ευρωπαίου μετανάστη ως «φορέα του πολιτισμού». Τη μεγαλύτερη μετανάστευση σε αυτή τη φάση δέχτηκε η Αργεντινή: στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου βρίσκονταν ήδη εγκατεστημένοι στη χώρα περίπου 2,5 εκατομμύρια μετανάστες, κυρίως Ιταλοί και Ισπανοί. Σε σημαντικό πόλο έλξης Ευρωπαίων μεταναστών αναδείχτηκε και η Βραζιλία που πρόσφερε δυνατότητες τόσο στην ύπαιθρο όσο και στα αστικά κέντρα της ενώ σημαντικά ρεύματα από την Ευρώπη κατευθύνθηκαν και στη μικρή Ουρουγουάη αλλά και στη βόρειο Χιλή.

Αποβίβαση μεταναστών με προέλευση την Ευρώπη στο λιμάνι του Μπουένος Άιρες.

Από το Μπουένος Άιρες ως την Παταγονία και τα σύνορα με τη Βολιβία

Στην Αργεντινή η ελληνική παρουσία άρχισε να γίνεται αισθητή κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, όταν ομάδες ναυτικών εγκαταστάθηκαν γύρω από το λιμάνι του Μπουένος Άιρες και στη γειτονική εργατική συνοικία της Λα Μπόκα. Οι περισσότεροι από αυτούς είχαν φτάσει στη χώρα ως ναυτικά πληρώματα και αποφάσιζαν να εγκατασταθούν εκεί όταν οι πλοιοκτήτες πωλούσαν τα καράβια τους μαζί με τα εμπορεύματα που μετέφεραν από την Ευρώπη. Σύμφωνα με την εθνική απογραφή της Αργεντινής του έτους 1895, οι περισσότεροι από τους περίπου τριακόσιους Έλληνες που ζούσαν τότε στη χώρα, ασχολούνταν με διάφορες ναυτικές δραστηριότητες. Στην πλειονότητά τους ήταν πιλότοι που οδηγούσαν τα μεγάλα καράβια μέσα στο λιμάνι του Μπουένος Άιρες.4 Η αύξηση των Eλλήνων πιλότων άρχισε το 1889 όταν ο καπετάνιος Εμμανουήλ Χατζηδάκης από την Κάσο ορίστηκε επικεφαλής του σώματος των πιλότων στο λιμάνι του Μπουένος Άιρες. Ο Χατζηδάκης είχε ξεκινήσει τη διαδρομή του στην Αργεντινή ως πλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού και υπεύθυνος για τη δίωξη του λαθρεμπορίου. Ως βοηθούς του προσέλαβε αρκετούς ναυτικούς που προέρχονταν από την Κάσο, την Κρήτη και την Κεφαλονιά.5

Στις αρχές του 20ού αιώνα η ελληνική μεταναστευτική κίνηση προς την Αργεντινή άρχισε να αυξάνεται σταθερά. Σύμφωνα με τις ετήσιες στατιστικές της Υπηρεσίας Μετανάστευσης της Αργεντινής, το 1914 είχαν φτάσει στη χώρα περίπου 12.000 Έλληνες μετανάστες. Ο πραγματικός αριθμός τους ήταν μεγαλύτερος αφού πολλοί μετανάστες προερχόμενοι από περιοχές που παρέμεναν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, καταγράφονταν ως Τούρκοι ή Οθωμανοί. Ήταν βέβαια εποχές μεγάλης κινητικότητας και μόνο ένα τμήμα των αφιχθέντων μεταναστών παρέμεινε στη χώρα: στην εθνική απογραφή του 1914 καταγράφτηκαν 5.907 Έλληνες, δηλαδή οι μισοί από όσους είχαν φτάσει στο Μπουένος Άιρες. Οι περισσότερες αφίξεις σημειώθηκαν το 1910, με 3.289 Έλληνες να φτάνουν στη χώρα, και το 1912 που καταγράφτηκαν 3.375 αφίξεις Eλλήνων μεταναστών.6 Οι αριθμοί αυτοί, αν και πολύ χαμηλότεροι των αντίστοιχων στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθιστούν την Αργεντινή τον δεύτερο σε σημασία υπερατλαντικό προορισμό των Eλλήνων μεταναστών κατά την εποχή της μαζικής μετανάστευσης.

Σιταποθήκες (σιλό) στο Puerto Madero του Μπουένος Άιρες, π.1920.

Η Πελοπόννησος, βασική κοιτίδα της πρώτης υπερατλαντικής μετανάστευσης από την Ελλάδα, εν μέρει μόνο τροφοδότησε το μεταναστευτικό ρεύμα προς την Αργεντινή αφού οι Πελοποννήσιοι αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα πέμπτο του συνόλου των μεταναστών της περιόδου 1900-1930. Αντίθετα παρατηρείται υψηλός αναλογικά αριθμός μεταναστών προερχομένων από τα νησιά του Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου – κυρίως από τη Χίο, τη Σάμο και τη Λέσβο –, από τα Δωδεκάνησα – βασικά από τη Σύμη, την Κάλυμνο και τη Ρόδο – και λίγο αργότερα από τη Μακεδονία (κυρίως από τη Θεσσαλονίκη) και την ευρύτερη περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά.7 Η μεταναστευτική δυναμική από τα νησιά του Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου ενισχύθηκε την περίοδο 1908- 1912, κυρίως ως αποτέλεσμα της ισχυρής πίεσης που ασκούσε το κίνημα των Νεότουρκων. Από την άλλη, η μεταναστευτική κίνηση από τα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης τη δεκαετία του 1920 θα πρέπει να συνδεθεί με την προσφυγική κρίση μετά το 1922. Τέλος, ένα αξιόλογο μεταναστευτικό ρεύμα από τη Λευκάδα στις αρχές του 20ού αιώνα σχετίζεται με τη σταφιδική κρίση που έπληξε και τα νησιά του νότιου Ιονίου.

Η ενίσχυση της ελληνικής μετανάστευσης στην Αργεντινή κατά τη δεκαετία του 1910 σημειώθηκε σε μια περίοδο που η χρυσή εποχή του εποικισμού της υπαίθρου είχε παρέλθει. Ως αποτέλεσμα, οι περισσότεροι μετανάστες παρέμειναν στα αστικά κέντρα επιδιδόμενοι, στην αρχή της μεταναστευτικής εμπειρίας τους, στην ανειδίκευτη εργασία και στο πλανόδιο εμπόριο. Στο Μπουένος Άιρες, η πρώτη ελληνική εστία στη γειτονιά της Λα Μπόκα ενισχύθηκε με νέες ομάδες μεταναστών που εργάζονταν ως ναυτικοί, λιμενεργάτες, δύτες ή εργάτες σε ναυπηγεία και στην κατασκευή των νέων λιμενικών εγκαταστάσεων. Άλλες ομάδες εγκαταστάθηκαν στα λαϊκά περίχωρα στο νότιο τμήμα του Μπουένος Άιρες όπου υπήρχαν πολλές βιοτεχνίες και βιομηχανικές μονάδες. Πάντως, από νωρίς το κέντρο της παροικιακής ζωής έγινε η συνοικία Παλέρμο της πρωτεύουσας όπου εγκαταστάθηκαν επίσης πολλοί Αρμένιοι, Σύριοι και Λιβανέζοι που έφτασαν στην Αργεντινή την ίδια περίοδο με τους Έλληνες. Εκεί δημιουργήθηκαν από το 1908 οι πρώτοι ελληνικοί σύλλογοι από τους οποίους ξεχωρίζει ο Αλληλοβοηθητικός Σύλλογος «Άγιος Δημήτριος» του 1918 ενώ δεκάδες ελληνικά καταστήματα και καφενεία σε γειτονικούς δρόμους έγιναν χώροι συνεύρεσης των συμπατριωτών.

Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να λείπουν από το Μπερίσσο, τη λεγόμενη «πρωτεύουσα του μετανάστη» στην Αργεντινή. Σε απόσταση περίπου 60 χιλιομέτρων από το Μπουένος Άιρες, το Μπερίσσο έγινε η καρδιά της βιομηχανίας κατάψυξης βόειου κρέατος. Στις αρχές του 20ού αιώνα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή οι αμερικανικοί κολοσσοί του κλάδου, τα «φριγκορίφικο» Armour & Swift που απασχολούσαν χιλιάδες μετανάστες, μεταξύ των οποίων και εκατοντάδες Έλληνες προερχόμενους κυρίως από τη Χίο. Στα νότια της επαρχίας Μουένος Άιρες, στη Μπαΐα Μπλάνκα, δημιουργήθηκε μια ακόμη ελληνική εστία αποτελούμενη κυρίως από ναυτικούς και λιμενεργάτες που εργάζονταν στο σημαντικό λιμάνι της περιοχής.8 Τη δεκαετία του 1910 πολλές δεκάδες Έλληνες μετανάστες εγκαταστάθηκαν επίσης στο Κομοδόρο Ριβαντάβια της Παταγονίας για να εργαστούν στις μεγάλες πετρελαιοβιομηχανίες της περιοχής. Από τη δεκαετία του 1920 διάσπαρτες ελληνικές εστίες άρχισαν να διαμορφώνονται και σε ορισμένα αστικά κέντρα του βορρά της Αργεντινής όπως η Κόρδοβα και η Μεντόσα, ακόμα και σε κωμοπόλεις απομακρυσμένων επαρχιών, κοντά στα σύνορα με τη Βολιβία, οι οποίες πρόσφεραν ευκαιρίες για εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Τέλος, τη δεκαετία του 1930 στη βόρεια επαρχία Σάλτα δημιουργήθηκε και η μοναδική αγροτική εγκατάσταση Eλλήνων μεταναστών, όταν ορισμένες οικογένειες απέκτησαν κτήματα και άρχισαν να ζουν μέσα στον αγροτικό οικισμό Σάντα Ρόσα.

 

Από την «Κοσμόπολη» του Μοντεβιδέο στην έρημο Ατακάμα της Χιλής

Αρκετοί μετανάστες που δεν μπόρεσαν να απορροφηθούν στην αγορά εργασίας της Αργεντινής πέρασαν στη μικρή γειτονική Ουρουγουάη η οποία λειτούργησε ως συμπληρωματικός μεταναστευτικός προορισμός στην περιοχή του Λα Πλάτα. Οι περισσότεροι μετανάστες εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα Μοντεβιδέο κατά τη δεκαετία του 1920. Ένα σημαντικό μέρος τους ήταν εργάτες προερχόμενοι από διάφορα μέρη της Ελλάδας, αν και η Εύβοια, η Λήμνος και ο Δομοκός στη Φθιώτιδα ξεχωρίζουν μεταξύ των περιοχών προέλευσης των εργατών. Στην πλειονότητά τους εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Cerro (σημαίνει λόφος στα ισπανικά), στις πλαγιές του λόφου του Μοντεβιδέο, που ήταν η γειτονιά με τους περισσότερους μετανάστες. Η συνοικία Cerro που αρχικά λεγόταν Villa Cosmópolis, δημιουργήθηκε με προεδρικό διάταγμα το 1834 με στόχο, όπως δηλώνει και το αρχικό της όνομα, την προσέλκυση μεταναστών. Οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες εργάζονταν στα πολυάριθμα εργοστάσια κατάψυξης κρέατος που λειτουργούσαν στην περιοχή. Ήδη από το 1895 στη συνοικία υπήρχαν έντεκα εργοστάσια παστοποίησης κρέατος ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα ξεκίνησαν εκεί τις εργασίες τους τα μεγάλα «φριγκορίφικο» όπως το Swift. Εκτός από τους εργάτες, στη συνοικία κατοικούσαν μικροεπιχειρηματίες όπως αρτοποιοί, κουρείς, μαραγκοί, μικροπωλητές, κρεοπώλες και μηχανικοί. Ένα άλλο τμήμα των Ελλήνων μεταναστών κατοικούσε και εργαζόταν στην περιοχή του λιμανιού του Μοντεβιδέο.

Έκδοση αναμνηστικού γραμματοσήμου το 2016 με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών της Ελληνικής Κοινότητας Ουρουγουάης.

Αντίθετα με τη μικρή Ουρουγουάη, στη Βραζιλία καθυστέρησαν σχετικά να διαμορφωθούν σταθερές ελληνικές εστίες. Μια μεταναστευτική κίνηση πεντακοσίων περίπου Ελλήνων που σημειώθηκε προς τη Βραζιλία στα πρώτα έτη του 20ού αιώνα, προερχόμενη κυρίως από την Πελοπόννησο, ανακόπηκε γρήγορα λόγω των δύσκολων οικονομικών και κλιματικών συνθηκών της χώρας. Στην διακοπή της μετανάστευσης προς τη Βραζιλία συνέβαλε και η προσωρινή απαγόρευση το 1905 της μετανάστευσης από την Ελλάδα προς τη χώρα, μετά τις ειδήσεις για επιδημία κίτρινου πυρετού στο έδαφός της.9 Γενικά η ελληνική μετανάστευση στη Βραζιλία άργησε να σταθεροποιηθεί: στο διάστημα 1909-1923 έφτασαν στη Βραζιλία περίπου 2.500 Έλληνες, πολλοί από τους οποίους την εγκατέλειψαν σε σύντομο διάστημα αναζητώντας άλλους ελκυστικότερους προορισμούς.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η εγκατάσταση Eλλήνων μεταναστών στον πλούσιο σε ορυκτά και μεταλλεύματα βορρά της Χιλής. Από τα αρχεία του Ληξιαρχείου της πόλης Αντοφαγάστα προκύπτει ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920, πεντακόσιοι περίπου Έλληνες είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή. Οι επαρχίες Αντοφαγκάστα και Ταραπακά της βόρειας Χιλής κατακλύστηκαν, από τα τέλη του 19ου αιώνα, από δεκάδες ξένες μεταλλευτικές εταιρείες που επιδόθηκαν στην εξόρυξη νιτρικών αλάτων, τα οποία ήταν περιζήτητα στην Ευρώπη καθώς χρησιμοποιούνταν ως φυσικό λίπασμα στην αναπτυσσόμενη γεωργία. Το 1912 μόνο στην επαρχία Αντοφαγκάστα υπήρχαν 120 μεταλλευτικές εγκαταστάσεις όπου απασχολούνταν σχεδόν 50.000 εργάτες. Ο πυρετός του «λευκού χρυσού», όπως λεγόταν το νίτρο, προσέλκυσε από την Ευρώπη χιλιάδες μετανάστες, μεταξύ των οποίων και Έλληνες. Προέρχονταν από συγκεκριμένες περιοχές όπως η Φωκίδα, η Νεάπολη Λακωνίας, τα Αντικύθηρα, η Κύμη Ευβοίας αλλά και η Προύσα της Μικράς Ασίας. Οι περισσότεροι Έλληνες μετανάστες σχετίστηκαν με έμμεσο τρόπο με τη βιομηχανία νιτρικών αλάτων εκμεταλλευόμενοι τις εμπορικές ανάγκες που δημιουργήθηκαν στους πάνω από διακόσιους βιομηχανικούς οικισμούς που διαμόρφωσαν το κοινωνικό τοπίο της λεγόμενης «πάμπας του νίτρου».10

Ελληνικό μνημείο στην πόλη Αντοφαγκάστα.

Στην πλειονότητά τους ανέπτυξαν την εμπορική τους δραστηριότητα έξω από τα όρια αυτών των οικισμών, ως πλανόδιοι έμποροι, καθώς και στα μικρά χωριά που ξεπήδησαν στην ευρύτερη περιοχή. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν το χωριό Πάμπα Ουνιόν, η σύντομη ζωή του οποίου δέθηκε άρρηκτα με τον οικονομικό κύκλο του νίτρου. Το νότιο τμήμα του ήταν γνωστό ως «ελληνική συνοικία» γιατί εκεί βρίσκονταν τα περισσότερα ελληνικά καταστήματα που ήταν κυρίως αρτοπωλεία και γαλακτοπωλεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σχέση αυτών των μικρεμπόρων με τις μεταλλευτικές εταιρείες που λειτουργούσαν στην περιοχή ως κράτος εν κράτει, ήταν συγκρουσιακή, καθώς αυτές προσπαθούσαν να προστατέψουν το εμπορικό μονοπώλιο που ασκούσαν μέσω του Γενικού καταστήματος που υπήρχε σε κάθε οικισμό. Παρά τους περιορισμούς που επέβαλλαν οι εταιρείες, το ελεύθερο εμπόριο που ασκούσαν οι μετανάστες κατάφερε να επιβιώσει.

Φάκελος του Έλληνα μετανάστη Γαβριήλ Πολίτη στο Ληξιαρχείο της Αντοφαγκάστα. Έτος εγγραφής 1919 ( Πηγή: Archivo de Extranjería del Registro Civil e Identificación της Αντοφαγκάστα – Προσωπικό αρχείο Μ. Δαμηλάκου.

Ωστόσο, η κρίση που έπληξε εντονότατα τον κλάδο του νίτρου τη δεκαετία του 1930, η αποχώρηση πολλών εξορυκτικών εταιρειών και η συνακόλουθη διάλυση των καταυλισμών τους δημιούργησαν μεγάλη γεωγραφική κινητικότητα. Οι περισσότεροι Έλληνες  μετανάστες έφυγαν από την «πάμπα του νίτρου» και εγκαταστάθηκαν στα αστικά κέντρα της βόρειας Χιλής, κυρίως στην Αντοφαγκάστα και την Τοκοπίγια, όπου συνέχισαν την εμπορική δραστηριότητα που ασκούσαν στα περίχωρα των βιομηχανικών οικισμών.

 

Ο Μεσοπόλεμος: σε τροχιά κοινωνικής ανόδου

Την περίοδο του Μεσοπολέμου οι ελληνικές κοινότητες απέκτησαν μόνιμο και πιο σταθερό χαρακτήρα, ενσωματώθηκαν στις χώρες υποδοχής, αυξήθηκαν οι πολιτογραφήσεις και πολλά μέλη τους πέτυχαν σημαντική κοινωνική και οικονομική άνοδο αφήνοντας πίσω τους το ημερομίσθιο και περνώντας στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Να σημειωθεί ότι κατά τη δεκαετία του 1920 οι χώρες της Νοτίου Αμερικής λειτούργησαν ως εναλλακτικός μεταναστευτικός προορισμός, όταν η πρόσβαση στις Η.Π.Α. έγινε σχεδόν αδύνατη μετά την ψήφιση του δεύτερου νόμου των ποσοστώσεων το 1924.

Αριστοτέλης Ωνάσης

Στην ενίσχυση των ελληνικών κοινοτήτων σε ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής αναμφίβολα συνέβαλε η Μικρασιατική Καταστροφή, η ανταλλαγή των πληθυσμών και η μαζική άφιξη προσφύγων στην Ελλάδα. Στην Αργεντινή, που σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου παρέμεινε ο σημαντικότερος ελληνικός προορισμός στη Λατινική Αμερική, κατά το διάστημα 1922-1927 έφτασαν 2.894 Έλληνες μετανάστες, πολλοί από τους οποίους ήταν μικρασιατικής καταγωγής. Ένας από αυτούς ήταν και ο Αριστοτέλης Ωνάσης που εγκαταστάθηκε το 1924 στο Μπουένος Άιρες. Αφού εργάστηκε ως υπάλληλος της Τηλεφωνικής Εταιρείας, ασχολήθηκε, μαζί με τον ξάδερφό του Νικόλαο Κονιαλίδη, με την εισαγωγή καπνών και την παραγωγή τσιγάρων, για να επιδοθούν αργότερα στην εφοπλιστική δραστηριότητα. Την ίδια περίοδο μετανάστευσαν στη Βραζιλία αρκετές οικογένειες Μικρασιατών προερχόμενες κυρίως από τα Άδανα, οι οποίες ενίσχυσαν τους αρχικούς ελληνικούς πυρήνες που είχαν σχηματιστεί στη χώρα.

Ιδιαίτερη ήταν η περίπτωση του Μεξικού: κατά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 στο Μεξικό έφτασε στη χώρα αξιόλογος αριθμός Ελλήνων που είχαν βασικά ως στόχο την εγκατάστασή τους στις Η.Π.Α., αφού κατορθώσουν να παρακάμψουν τους αυστηρούς μεταναστευτικούς περιορισμούς που είχε θέσει η αμερικανική πολιτική ηγεσία. Η ελληνική παρουσία ενισχύθηκε και στον Παναμά όπου ορισμένοι Έλληνες εργάστηκαν αρχικά στα έργα για τη διάνοιξη της διώρυγας και στη συνέχεια παρέμειναν στη χώρα.

Την περίοδο του Μεσοπολέμου οι ελληνικές κοινότητες στα αστικά κέντρα της Λατινικής Αμερικής διήλθαν από μια διαδικασία κοινωνικής ανόδου. Ήδη από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, είχαν φτάσει στη Νότιο Αμερική ορισμένοι Έλληνες των οποίων η μόρφωση, η κοινωνική θέση και οι οικονομικές δυνατότητες τους έκαναν να ξεχωρίζουν. Οι περισσότεροι ασχολούνταν με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο και ορισμένοι δημιούργησαν μεγάλες επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Δημήτριος Δάνδολος από την Σμύρνη ο οποίος έφτασε το 1910 στο Μπουένος Άιρες. Έχοντας πραγματοποιήσει εμπορικές σπουδές, στάλθηκε από την εταιρεία ταπήτων Oriental Carpet Company ως διευθυντικό στέλεχος για να αναλάβει την επέκταση των εργασιών της στην Νότιο Αμερική. Στην δεκαετία του 1920 αγόρασε με συνεταίρους του τα δικαιώματά της στην Αργεντινή και δημιούργησε ένα από τα μεγαλύτερα εργοστάσια ταπητουργίας.11

Παράλληλα με τους μεγαλεμπόρους που ασχολούνταν με το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, την εποχή του Μεσοπολέμου πολλαπλασιάστηκαν οι μικρέμποροι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες και άρχισαν να διαμορφώνονται «εθνοτικοί» εμπορικοί κλάδοι. Στο Μπουένος Άιρες, για παράδειγμα, η κατεξοχήν «ελληνική» εμπορική παράδοση δημιουργήθηκε, από τη δεκαετία του 1930, γύρω από το εμπόριο των τυποποιημένων ζαχαροειδών. Οι Έλληνες έφτασαν να ελέγχουν όλη την αλυσίδα του κλάδου, από τα περίπτερα μέχρι τα μεγάλα πρατήρια χονδρικής πώλησης.12 Επιπλέον, οι αδερφοί Γεωργάλου από τη Χίο και ο Δημήτριος Ηλιάδης δημιούργησαν δύο από τις μεγαλύτερες και πιο σημαντικές βιομηχανίες ζαχαροειδών. Το «μαντεκόλ» (ένα είδος χαλβά από φιστίκι) των αδερφών Γεωργάλου και τα «αλφαχόρ» (ένα είδος διπλών μπισκότων με γέμιση) «Αβάνα» της εταιρείας «HAVANNA S.A.» που ίδρυσε ο Ηλιάδης, εξακολουθούν μέχρι και σήμερα που οι αρχικές εταιρείες τους έχουν πλέον πωληθεί σε πολυεθνικές, να είναι από τα πιο αγαπητά γλυκίσματα στην Αργεντινή.

Διαφημίσεις των προϊόντων Mantecol της εταιρείας Georgalos και Alfajores της εταιρείας Havanna S.A του Δ. Ηλιάδη.

Στη Βραζιλία αρκετοί έμποροι αυτή την περίοδο ασχολήθηκαν με την εισαγωγή ελληνικών προϊόντων και την εξαγωγή καφέ, κακάο και ρυζιού. Στο Σάο Πάολο το 1938 υπήρχαν επίσης περίπου 25 ελληνικές επιχειρήσεις που ασχολούνταν με την κατασκευή ρούχων και την παραγωγή οικοδομικών υλικών και μωσαϊκών.13 Στην Ουρουγουάη αρκετοί Έλληνες διακρίθηκαν στον κλάδο των παντοπωλείων ενώ ορισμένοι μετανάστες απέκτησαν ξενοδοχεία στο τουριστικό θέρετρο Πιριάπολις. Τέλος, υπήρξαν περιπτώσεις Ελλήνων μεταναστών οι οποίοι δοκίμασαν την επιχειρηματική τύχη τους στον χώρο των μεταλλείων στη Χιλή, τη Βολιβία και τον Ισημερινό.

Ξεχωριστή θέση στην επαγγελματική δραστηριότητα των Eλλήνων μεταναστών είχε ο χώρος του λιμανιού. Οι επιχειρήσεις που δημιούργησαν αρκετοί μετανάστες συνδέθηκαν με την ισχυρή παρουσία της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας στα λιμάνια της Λατινικής Αμερικής. Είναι γνωστό ότι κατά τη δεκαετία του 1920 η ελληνική ναυτιλία ενίσχυσε τη θέση της στη μεταφορά εμπορευμάτων και κατάφερε να διεισδύσει σε όλο και σε περισσότερες αγορές όπως αυτή της Λατινικής Αμερικής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο μεγαλοεφοπλιστής Μανώλης Κουλουκουντής ο οποίος ξεχώρισε, σε όλη τη δύσκολη δεκαετία του 1930, στη μεταφορά σιτοφορτίων από τον Λα Πλάτα και από άλλα λιμάνια της Αργεντινής. Γύρω από τη δυναμική παρουσία της ελληνικής ναυτιλίας στα λιμάνια της Αργεντινής και της Ουρουγουάης, και σε μικρότερο βαθμό στο Βαλπαραΐσο της Χιλής, διαμορφώθηκε ένα πλέγμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που αφορούσαν την αντιπροσώπευση ναυτιλιακών εταιρειών, την τροφοδοσία πλοίων, την αποθήκευση τροφίμων και προϊόντων, την εστίαση, την ψυχαγωγία ή την ένδυση των ναυτικών. Εκείνη την εποχή ξεκίνησαν άλλωστε την εφοπλιστική τους δραστηριότητα ο Ωνάσης και ο Κονιαλίδης ενώ το 1940 εγκαταστάθηκε στο Μπουένος Άιρες και ο εφοπλιστής Ευγένιος Ευγενίδης που ανέπτυξε τις επιχειρήσεις του στη Νότιο Αμερική.

Διαφημίσεις ελληνικών οίκων.

Παροικιακοί θεσμοί και οργανώσεις

Την εποχή του Μεσοπολέμου προχώρησε και η θεσμική οργάνωση των ελληνικών κοινοτήτων στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Στις περιοχές όπου δημιουργήθηκαν ελληνικές εστίες δημιουργήθηκε από τις αρχές του 20ού αιώνα ένας αρκετά μεγάλος αριθμός συλλόγων ποικίλου χαρακτήρα, μάλλον δυσανάλογος του μεγέθους των ελληνικών παροικιών, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν εφήμερο χαρακτήρα. Οι πρώτοι σύλλογοι που άντεξαν στο χρόνο ήταν οι λεγόμενοι «Αλληλοβοηθητικοί» που είχαν ως στόχο την οικονομική στήριξη των μελών τους, την εξασφάλιση ιατρικής περίθαλψης και γενικότερα την παροχή βοήθειας για την προσαρμογή των μεταναστών στη χώρα υποδοχής. Κάποιοι από τους αλληλοβοηθητικούς συλλόγους είχαν εθνοτοπικό χαρακτήρα και στόχευαν και στην αποστολή βοήθειας στην ιδιαίτερη πατρίδα των μελών τους.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και κυρίως κατά τη δεκαετία του 1930, παράλληλα με τους «λαϊκούς» αλληλοβοηθητικούς συλλόγους, σχηματίστηκε, με πρωτοβουλία της ελίτ των ελληνικών παροικιών, μια σειρά οργανώσεων που επεδίωκαν να ξεφύγουν από το τοπικιστικό πνεύμα και να αναλάβουν τη συνολική εκπροσώπηση των Ελλήνων, να συντηρήσουν θεσμούς όπως εκκλησία και σχολείο, και να καλλιεργήσουν δεσμούς με τις τοπικές κοινωνίες. Είναι η περίοδος που στο Μπουένος Άιρες ιδρύονται σύλλογοι όπως η Ελληνική Λέσχη, ο Ελληνικός Σύνδεσμος, το Ελληνικό Εμπορικό Επιμελητήριο και κυρίως η Ελληνική Κοινότης Μπουένος Άιρες του 1928 που διατηρείται μέχρι σήμερα. Στη Βραζιλία το 1937 ιδρύθηκε η σημαντική οργάνωση «Ελληνική Κοινότητα Αγίου Παύλου». Στο Μεξικό η Ελληνική Κοινότητα Μεξικού δημιουργήθηκε το 1934 αφού διαδέχτηκε τον αλληλοβοηθητικό σύλλογο Σωκράτης που είχε συσταθεί τη δεκαετία του 1920.

Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι οι προσπάθειες συγκεντρωτικής εκπροσώπησης των ελληνικών κοινοτήτων, μέσα από ορισμένες κεντρικές οργανώσεις, συνάντησαν αντιστάσεις από τους προϋπάρχοντες αλληλοβοηθητικούς και εθνοτοπικούς συλλόγους που επεδίωκαν να διατηρήσουν το μερίδιό τους στην εκπροσώπηση του ελληνικού στοιχείου. Το τοπίο των ελληνικών οργανώσεων στη Λατινική Αμερική συμπληρώνουν μορφωτικοί σύλλογοι, οργανώσεις της νεολαίας και σύνδεσμοι που κατά καιρούς εξυπηρέτησαν συγκεκριμένους στόχους και κυρίως εθνικά θέματα, όπως το ζήτημα των Δωδεκανήσων, της Βορείου Ηπείρου, της Κύπρου ή την αποστολή βοήθειας στην Ελλάδα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Σημαντικό ρόλο στα παροικιακά πράγματα έπαιξε εκείνη την περίοδο ο Τύπος της διασποράς που εξέφρασε τις ζυμώσεις, τις ανησυχίες αλλά και τις διαιρέσεις που αναπτύχθηκαν στο εσωτερικό των ελληνικών κοινοτήτων. Από τις πιο σημαντικές εφημερίδες υπήρξε η Πατρίς του Μπουένος Άιρες που έκανε την εμφάνισή της το 1924. Ιδρυτής της ήταν ο Γεώργιος Μαυρίδης, βιομήχανος ελληνικών τσιγάρων. Υπό διαφορετικές διευθύνσεις επιβίωσε μέχρι τη δεκαετία του 1970 ασκώντας σημαντική επιρροή στην ελληνική κοινότητα της Αργεντινής ενώ είχε επίσης σημεία πώλησης και ανταποκριτές σε όλες τις νοτιοαμερικανικές χώρες. Στην πρώτη φάση της, υπό τη διεύθυνση μορφωμένων Μικρασιατών όπως ο Νεοκλής Τριανταφυλλίδης και ο Γεώργιος Παρασκευαϊδης, ακολουθούσε μια μετριοπαθή βενιζελική γραμμή και προωθούσε την ενσωμάτωση των μεταναστών στην αργεντινή κοινωνία. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 σημειώθηκε μεγάλη στροφή στην πολιτική γραμμή της καθώς μετά την αγορά της το 1935 από τον Αθανάσιο Βαϊρακλιώτη, άρχισε να υποστηρίζει το Μεταξικό καθεστώς, όπως έκαναν άλλωστε και άλλες ελληνικές εφημερίδες της διασποράς.14

Ετήσιο Λεύκωμα της εφημερίδας Πατρίς του Μπουένος Άιρες, 1926.

Οι ελληνικές διπλωματικές αρχές και οι ομογενειακές πολιτικές που προσπάθησαν να εφαρμόσουν είχαν επίσης αντίκτυπο στις ισορροπίες των ελληνικών κοινοτήτων. Μετά από μια σειρά άμισθων γενικών προξένων που ορίζονταν μεταξύ των εύπορων ομογενών, ιδρύθηκε το 1936 στην Αργεντινή ελληνική πρεσβεία με δικαιοδοσία σε όλη τη Νότιο Αμερική. Ο αρχικός ενθουσιασμός για την αναβάθμιση της ελληνικής αντιπροσωπείας γρήγορα υποχώρησε όταν ο πρώτος πρέσβης Βασίλειος Δενδραμής κατηγορήθηκε από μεγάλο μέρος της ελληνικής παροικίας του Μπουένος Άιρες για αυταρχισμό και προσπάθεια άσκησης κηδεμονίας στην οργάνωση Ελληνική Κοινότητα την οποία ήθελε να καταστήσει το κεντρικό όργανο εκπροσώπησης του ελληνισμού της Αργεντινής.

Ήταν άλλωστε η εποχή που βάθαιναν οι πολιτικές διαφορές στο εσωτερικό των ελληνικών παροικιών. Μετά τη μεταφορά του Διχασμού στις ελληνικές κοινότητες, η εγκαθίδρυση της Μεταξικής δικτατορίας επέφερε νέα πόλωση και διαιρέσεις τη δεκαετία του 1930. Σε συνδυασμό με το αυταρχικό κλίμα που κυριαρχούσε στις περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής, οι απελάσεις αριστερών μεταναστών, μεταξύ των οποίων πολλών απεργούντων ναυτικών, ήταν σύνηθες φαινόμενο εκείνη την εποχή. H άφιξη στο Μπουένος Άιρες το 1941 του Κωνσταντίνου Μανιαδάκη, Υπουργού Δημόσιας Τάξης του Μεταξικού καθεστώτος, ενίσχυσε τις προϋπάρχουσες διαιρέσεις. Με δική του προτροπή και κατόπιν καταγγελιών στην αστυνομία του τότε Περονικού καθεστώτος, απελάθηκαν τη δεκαετία του 1940 από την Αργεντινή δεκάδες κομμουνιστές ομογενείς. Γενικά, το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που κυριαρχούσε στην Ελλάδα μεταφέρθηκε με ένταση στις ελληνικές κοινότητες της Νότιας Αμερικής ενώ τις επόμενες δεκαετίες αποκλείονταν συστηματικά από οργανώσεις και συλλόγους οι ομογενείς αριστερών φρονημάτων.15 

Αυτό το φαινόμενο διευκολύνθηκε από τον πολιτικό αυταρχισμό που χαρακτήριζε εκείνη την περίοδο σχεδόν όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, με αποκορύφωμα τις τρομερές δικτατορίες των δεκαετιών 1970 και 1980. Πρέπει να σημειωθεί ότι φόρο αίματος στη στυγνή χούντα του Βιντέλα στην Αργεντινή και στην αντίστοιχη του Πινοτσέτ στη Χιλή πλήρωσαν και οι ελληνικές κοινότητες καθώς εκείνη την περίοδο δεκάδες απόγονοι μεταναστών εξαφανίστηκαν, δολοφονήθηκαν και βασανίστηκαν.

 Η μεταπολεμική μετανάστευση (1950-1970)

Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επανέκαμψαν τα ευρωπαϊκά μεταναστευτικά ρεύματα προς τη Λατινική Αμερική. Η βιομηχανική ανάπτυξη της Βραζιλίας και της Αργεντινής κατά τα μεταπολεμικά χρόνια τις κατέστησε για άλλη μια φορά επιθυμητό προορισμό για χιλιάδες Eυρωπαίους, οι οποίοι εγκατέλειπαν τις χώρες τους ωθούμενοι από την οικονομική κρίση και τους πολιτικούς κλυδωνισμούς που ακολούθησαν τον πόλεμο. Στην Αργεντινή η κυβέρνηση του Περόν που από το 1946 έθεσε ως στόχο τη βιομηχανική απογείωση της χώρας του, ακολούθησε μια πολιτική προσέλκυσης της ευρωπαϊκής μετανάστευσης με επιλεκτικά κριτήρια. Οι μεταναστευτικές συμφωνίες που υπέγραψε το 1948 ο Περόν με την Ιταλία και την Ισπανία, είχαν σαν αποτέλεσμα την αύξηση της έλευσης εξειδικευμένων τεχνιτών και εργατών στη χώρα. Γενικά στο διάστημα 1945-1960 εισήλθαν στην Αργεντινή περίπου 900 χιλιάδες μετανάστες.

Στη Βραζιλία η ευρωπαϊκή μετανάστευση προς τη χώρα ενισχύθηκε κυρίως κατά τα έτη 1955-1962 που έχουν μείνει γνωστά ως «τα χρυσά χρόνια». Ο τότε πρόεδρος Ζουσελίνο Κουμπιτσέκ ακολούθησε ένα επιτυχημένο αναπτυξιακό πρόγραμμα που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους τομείς της μεταλλουργίας, της ηλεκτρικής ενέργειας, της χημικής βιομηχανίας και της αυτοκινητοβιομηχανίας, δημιουργώντας έτσι σημαντική ζήτηση εργατικών χεριών. Αξιόλογα μεταναστευτικά ρεύματα από την Ευρώπη κατευθύνθηκαν αυτή την περίοδο και στη Βενεζουέλα όπου το δικτατορικό καθεστώς του Πέρες Χιμένες (1952-1958) προώθησε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα δημοσίων έργων και ενίσχυσης της πετρελαιοβιομηχανίας και της σιδηρουργίας.

Σε αυτό το πλαίσιο σημειώθηκε και η αξιόλογη μεταναστευτική κίνηση από την Ελλάδα προς τη Λατινική Αμερική. Πολλοί από τους μετανάστες αυτής της περιόδου προέρχονταν από την Πελοπόννησο. Στην Αργεντινή στο διάστημα 1947-1960 έφτασαν περίπου 4.500 άτομα, από τα οποία τα 3.300 δηλώθηκαν ως μόνιμοι μετανάστες. Από το 1952 ομάδες Ελλήνων μετανάστευσαν οργανωμένα στη Λατινική Αμερική μέσω της ΔΕΜΕ, της Διακυβερνητικής Επιτροπής που ανέλαβε τη ρύθμιση και διαχείριση της μετανάστευσης από την Ευρώπη. Στη δράση της συμπεριλαμβάνονταν προγράμματα επανασύνδεσης των οικογενειών των μεταναστών και μετακίνησης εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού. Οι περισσότεροι Έλληνες που μετανάστευσαν οργανωμένα στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1950 κατευθύνθηκαν στη Βραζιλία: συγκεκριμένα στο διάστημα 1952-1961, 7.314 μετανάστες από την Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στη χώρα μέσω των προγραμμάτων της ΔΕΜΕ.16 Αντίστοιχα στην Αργεντινή κατά τα έτη 1952-1962 μεταφέρθηκαν μέσω της ΔΕΜΕ 954 μετανάστες.17 Τέλος, στη Βενεζουέλα, την περίοδο 1955-1968, εγκαταστάθηκαν 1.265 Έλληνες, με τους περισσότερους να φτάνουν το 1956. Από αυτούς 202 μετανάστες μεταφέρθηκαν στη χώρα μέσω οργανωμένων προγραμμάτων. Τέλος, την περίοδο 1952-1961, η ΔΕΜΕ μετέφερε 77 μετανάστες στη Χιλή, 50 στην Ουρουγουάη και 44 στην Κολομβία.18

Οι περισσότεροι Έλληνες που μετανάστευσαν ως ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, ήταν δηλωμένοι ως μηχανικοί, εφαρμοστές, τορναδόροι και ηλεκτρολόγοι. Για ορισμένοι χρόνια, σύμφωνα και με τις σχετικές συμβάσεις, απασχολήθηκαν σε βιομηχανικές μονάδες. Στην Αργεντινή οι περισσότεροι διαμοιράστηκαν σε επαρχιακά βιομηχανικά κέντρα όπως το Κομοδόρο Ριβαντάβια στην Παταγονία όπου υπήρχαν πολλές πετρελαιοπαραγωγές εταιρείες, και η πόλη Κόρδοβα που μεταπολεμικά έγινε η καρδιά της αυτοκινητοβιομηχανίας στη χώρα. Πάντως, μετά το πέρας του προβλεπόμενου από τις συμβάσεις χρονικού διαστήματος, οι περισσότεροι μετανάστες, έχοντας συγκεντρώσει και το απαραίτητο κεφάλαιο, ασχολήθηκαν με το εμπόριο. Να σημειωθεί ότι οι έντονες οικονομικές διακυμάνσεις που χαρακτήρισαν τις χώρες της Λατινικής Αμερικής κατά τις δεκαετίες 1950-1970, συνοδευόμενες από νομισματική αστάθεια, υποτιμήσεις και πληθωρισμό, ευνόησαν συγκυριακά την οικονομική κατάσταση ορισμένων επιχειρηματιών ενώ άλλοι έχασαν περιουσίες και δυσκολεύτηκαν να ορθοποδήσουν ξανά.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 η ελληνική μεταναστευτική ροή προς τις χώρες της Λατινικής Αμερικής άρχισε να μειώνεται σημαντικά, ενώ ενισχύθηκε σημαντικά ο δείκτης παλιννόστησης. Η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών σε πολλές χώρες της περιοχής, η χαλάρωση των μεταναστευτικών όρων στις ΗΠΑ από το 1965, οι ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες στον Καναδά και την Αυστραλία και κυρίως οι μεταναστευτικές συμφωνίες που υπέγραψε η Ελλάδα το 1955 με τη Γαλλία, το 1959 με το Βέλγιο και κυρίως το 1960 με τη Γερμανία, κατηύθυναν την ελληνική μετανάστευση προς άλλους προορισμούς που θεωρούνταν πιο κατάλληλοι. Από τις αρχές του 21ου αιώνα παρατηρείται ρεύμα παλιννόστησης από ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής οι οποίες αντιμετωπίζουν μεγάλα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα, όπως η Βενεζουέλα που τα τελευταία χρόνια γνωρίζει σοβαρή πολιτική και οικονομική κρίση.

Διασπορικές κοινότητες, υβριδικές ταυτότητες

 Η σημερινή δύναμη των ελληνικών παροικιών της Λατινικής Αμερικής είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια επειδή σπανίως εφαρμόζεται ένα ομοιόμορφο κριτήριο για τον υπολογισμό των απογόνων των μεταναστών. Το βέβαιο είναι ότι ο αριθμός των μεταναστών είχε μειωθεί πολύ λόγω της φυσικής φθοράς και της μη ανανέωσης των μεταναστευτικών ρευμάτων κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών οι μεγαλύτερες ελληνικές κοινότητες βρίσκονται σήμερα στη Βραζιλία και στην Αργεντινή, όπου υπολογίζεται ότι ζουν 25.000 και 20.000 Έλληνες αντίστοιχα. Αντίθετα, η αριθμητική δύναμη των Ελλήνων στην Ουρουγουάη και στη Χιλή είναι πλέον μικρή αφού υπολογίζεται ότι δεν ξεπερνά τα 1000 άτομα στην καθεμιά. Στη Βενεζουέλα διαμένουν μόνιμα πλέον περίπου 2.000 Έλληνες ενώ στο Μεξικό η ελληνική παροικία εκτιμάται ότι έχει περίπου 1000 μέλη. Αντίστοιχο είναι το μέγεθος της ελληνικής κοινότητας του Παναμά, ενώ στις υπόλοιπες χώρες της Κεντρικής Αμερικής (Γουατεμάλα, Κόστα Ρίκα) οι κάτοικοι ελληνικής καταγωγής είναι μόλις 100 άτομα.

Στις περισσότερες λατινοαμερικανικές χώρες εξακολουθεί να υπάρχει ένας αξιόλογος αριθμός ελληνικών συλλόγων και οργανώσεων: εκτός από τις κεντρικές «Κοινότητες», ελληνικοί σύλλογοι υπάρχουν σε πολλές επαρχιακές πόλεις καθώς και σε συγκεκριμένες συνοικίες αστικών κέντρων όπου δημιουργήθηκαν σημαντικές ελληνικές εστίες. Επίσης σε ορισμένες χώρες έχουν συσταθεί τα τελευταία χρόνια Ομοσπονδίες των Ελληνικών Κοινοτήτων ώστε να συντονίζεται καλύτερα η δραστηριότητά τους. Οι ελληνικές κοινότητες της Λατινικής Αμερικής υπάγονται σήμερα εκκλησιαστικά σε δύο μητροπόλεις, τη Μητρόπολη Μπουένος Άιρες και Νότιας Αμερικής με έδρα το Μπουένος Άιρες και τη Μητρόπολη Μεξικού και Κεντρικής Αμερικής με έδρα την Πόλη του Μεξικού. Να σημειωθεί ότι οι περισσότερες ελληνικές «Κοινότητες» της Λατινικής Αμερικής διατήρησαν ως οργανώσεις τον λαϊκό χαρακτήρα τους και δεν απέκτησαν το καθεστώς ενορίας. Το μεγάλο αυτό ζήτημα γύρω από τον χαρακτήρα των οργανώσεων της ομογένειας τέθηκε με έμφαση το 1960: η τότε Αρχιεπισκοπή Βορείου και Νοτίου Αμερικής έστειλε προς όλες τις ελληνικές κοινότητες της αμερικανικής ηπείρου ένα Καταστατικό που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την αλλαγή της ονομασίας των «Κοινοτήτων» με την προσθήκη του επιθέτου «ορθόδοξος» και την μετατροπή των οργανώσεων σε ενορίες υπαγόμενες στην Αρχιεπισκοπή. Αυτή η πρόταση δίχασε σε κάποιο βαθμό τις ελληνικές παροικίες αλλά τελικά απορρίφθηκε από τις ιστορικές και από παλιά εδραιωμένες κοινότητες.19

Εντοιχισμένη πινακίδα στην είσοδο του κτηρίου της Ελληνικής Κοινότητας του Σαντιάγο. Έτος ίδρυσης 1945.

Όσον αφορά την ελληνική εκπαίδευση, στις περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής αυτή έχει εναποτεθεί κυρίως στις «Κοινότητες» που διοργανώνουν απογευματινά μαθήματα γλώσσας μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Στο Μπουένος Άιρες ιδρύθηκε, ωστόσο, το 1984, δίγλωσσο ελληνοαργεντινό ημερήσιο δημοτικό σχολείο. Η ίδρυσή του έγινε με κληροδότημα του Ιδρύματος Ωνάση και το Ελληνικό Υπουργείο Παιδείας αποστέλλει εκπαιδευτικό προσωπικό. Κατά τον ίδιο τρόπο λειτουργεί από το 1990 το γυμνάσιο και λύκειο Αθηναγόρας που υπάγεται στη Μητρόπολη. Στο Σάο Πάολο ιδρύθηκε επίσης τη δεκαετία του 1980 το Αθηναϊκό Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο στο οποίο στέλνονται αποσπασμένοι εκπαιδευτικοί, όπως και στο κοινοτικό σχολείο στη Μπραζίλια. Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν και ορισμένα ιδρύματα και πολιτιστικά κέντρα που προωθούν τον ελληνικό πολιτισμό στις χώρες όπου δραστηριοποιούνται. Στον πανεπιστημιακό χώρο ξεχωρίζει η δραστηριότητα του Κέντρου Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών Φώτιος Μαλλέρος που λειτουργεί στο πλαίσιο του Εθνικού Πανεπιστημίου του Σαντιάγκο της Χιλής. Από το 1968 αυτό το Κέντρο, υπό τη διεύθυνση του ελληνιστή καθηγητή Μιγκέλ Καστίγιο Ντιντιέ, ασχολείται με την έκδοση ελληνικών έργων στην ισπανική γλώσσα και γενικότερα με τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στη Λατινική Αμερική. Αξιόλογη είναι επίσης η πολιτιστική και εκπαιδευτική δράση του Ιδρύματος Μαρία Τσάκος στο Μοντεβιδέο, ενώ στην Αργεντινή οι πολιτιστικοί σύλλογοι Καρυάτιδες και Νόστος αναπτύσσουν δράσεις που απευθύνονται σε Αργεντινούς που αγαπούν την Ελλάδα και τον πολιτισμό της.

Η κοινωνική ενσωμάτωση των Eλλήνων μεταναστών που εξακολουθούν να ζουν στις χώρες της Λατινικής Αμερικής είναι γενικά πολύ υψηλή. Ακόμα και οι μετανάστες των πρώτων μεταναστευτικών ρευμάτων ενσωματώθηκαν σχετικά εύκολα στις χώρες της περιοχής λόγω του ανοιχτού γενικά χαρακτήρα των κοινωνιών τους και του φιλικού κλίματος απέναντι στους ευρωπαίους μετανάστες. Αυτό ισχύει κυρίως για τις χώρες εκείνες όπου οι ευρωπαίοι μετανάστες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των δημογραφικών κοινωνικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών τους (κυρίως στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη νότια Βραζιλία και εν μέρει στη Χιλή) και υιοθέτησαν γενικά το δυτικό πνεύμα ως βάση του πολιτισμού τους. Αντίθετα, σε άλλες κοινωνίες με πολυπληθές ιθαγενές και έγχρωμο στοιχείο οι ελληνικές παροικίες απέκτησαν πιο κλειστό χαρακτήρα, τουλάχιστον για όσο διάστημα επικρατούσαν οι μετανάστες πρώτης γενιάς.

Σε κάθε περίπτωση σήμερα στις ελληνικές κοινότητες κυριαρχούν οι απόγονοι των μεταναστών που αποτελούν τμήμα της ελληνικής διασποράς και ερμηνεύουν ποικιλοτρόπως τη σχέση τους με την Ελλάδα. Το συγγραφικό και καλλιτεχνικό έργο ορισμένων από αυτούς έχει γίνει πολιτισμική γέφυρα ανάμεσα στην Ελλάδα και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Μεταξύ αυτών η Λιμπερτάδ Δεμιτρόπουλος (1922-1998), γεννημένη σε μια μικρή κωμόπολη στην απομακρυσμένη επαρχία Χουχούη στον βορρά της Αργεντινής, αφηγήθηκε στα μυθιστορήματά της πτυχές της αργεντινής ιστορίας μέσα από τη ματιά των «από κάτω».20

Εξώφυλλα βιβλίων της Libertad Demitrópulos.

O γεννημένος στο Κοντεμπέκ του Μεξικού Ομέρο Αριτζίς (1940 – ) ζωντανεύει στο έργο του ιστορικές μνήμες της οικογένειάς του και τον ξεριζωμό της πατρικής οικογένειας από τη Μικρά Ασία.21 Οι υβριδικές διασπορικές ταυτότητες ανιχνεύονται και σε καλλιτεχνικές μουσικοχορευτικές εκφράσεις όπως το «Τάνγκο Χασάπικο» του ελληνοαργεντινού Χόρχε Δερμιτζάκις ή τη συλλογή τραγουδιών Tangos griegos της επίσης γεννημένης στο Μπουένος Άιρες Άνα Μοραΐτις. Πτυχές αυτής της ταυτότητας διακρίνονται όμως και στις καθημερινές επιλογές εκατοντάδων απογόνων των μεταναστών που μαθαίνουν την ελληνική γλώσσα στα κοινοτικά σχολεία, συχνάζουν στις ελληνικές «καντίνες» ή «ταβέρνες», αγαπούν την ελληνική κουζίνα, επισκέπτονται όποτε μπορούν τα χωριά των παππούδων τους και μέσα από τη μουσική και τον χορό αισθάνονται τη σχέση τους με τη μακρινή Ελλάδα, ταυτισμένη στη συνείδησή τους με τον ήλιο, τη θάλασσα και την ιστορία.

 

Tango-Hasapiko, dance of the ports

https://vimeo.com/145712310?

fbclid+IwAROKsrbbW1tsL7wVnM1aT26fn7wMWTkISVQVHc1U1h8p_hqRmrOL85gBCwM

Η Μαρία Δαμηλάκου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Αμερικανικής Ηπείρου με έμφαση στους Νεότερους Χρόνους στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Β. Κατσόμαλος, Η Αργεντινή, η Χιλή, η Ουρουγουάη, η Βραζιλία και οι Έλληνες, Μπουένος Άιρες, 1972, σ. 24-28.

[2] Α. Μελάς, Los griegos en la Argentina/Οι έλληνες της Αργεντινής, Μπουένος Άιρες,

[3] Ρόμβος, Πλωτίνος Ροδοκανάκης. Ένας έλληνας αναρχικός, Θεσσαλονίκη, Πανοπτικόν, 2017.

[4] Damilakou, “Estrategias de supervivencia en un mundo laboral conflictivo: los prácticos del puerto de Buenos Aires, 1856-1924”, Revista de Estudios Marítimos y Sociales, No 5/6 (Νοv. 2012-2013) 69-78.

[5] Β. Κατσόμαλος, ό.π., σ. 28-29.

[6] Μ. Δαμηλάκου, Έλληνες μετανάστες στην Αργεντινή (1900-1970). Διαδικασίες συγκρότησης και μετασχηματισμοί μιας μεταναστευτικής κοινότητας, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τράπεζας, 2004, σ. 58-66.

[7] Ό.π., σ. 72-79.

[8] M. A. Ritacco, Los griegos de Ingeniero White y Bahía Blanca, Bahía Blanca, 1992.

[9] Α. Κιτροέφ, «Η υπερατλαντική μετανάστευση», στο Χ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Οι απαρχές (1900-1922), Τόμος Α΄, Μέρος 1, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2000, σ. 130.

[10] Μ. Δαμηλάκου, «Αναζητώντας ίχνη ελλήνων μεταναστών στη Βόρειο Χιλή: τεκμήρια ελληνικής μετανάστευσης στους βιομηχανικούς οικισμούς του νίτρου (1900-1940)», Ιόνιος Λόγος, τόμος Ζ΄ (2019/2020) 79-90.

[11] Πλ. Φιλιππίδης, Εμπορικός και Κοινωνικός Οδηγός των Ελλήνων της Νοτίου Αμερικής, Μπουένος Άιρες, 1938, σ. 58-68.

[12] Damilakou, “Inmigrantes griegos en Buenos Aires: el caso de los golosineros”, Estudios Migratorios Latinoamericanos, 48 (2001) 329-368.

[13] Πλ. Φιλιππίδης, ό.π., σ. 238-273.

[14] Μ. Δαμηλάκου, Έλληνες μετανάστες στην Αργεντινή, ό.π., σ. 284-288.

[15] Ό.π., σ. 309-325.

[16] Tourgeli – L. Venturas, “Guiding the Migration Apparatus in Peripheral States of the ‘Free World’, in L. Venturas (ed.), International “Migration Management” in the Early Cold War. The Intergovernmental Committee for European Migration, Corinth, University of the Peloponnese, 2015, p. 237.

[17] Inmigración, ετήσιο έντυπο της Dirección Nacional de Migraciones, 1959-1963.

[18] ICEM Handbook 1962, 42.

[19] Εφ. Ελλάς (Μπουένος Άιρες), 21 Απριλίου 1960 και έντυπο Παροικιακά Θέματα (Μπουένος Άιρες), τεύχος 1, 1960, σ. 7-8.

[20] Αναφέρω, μεταξύ άλλων, τα εξής έργα της Libertad Demitrópulos: Río de las congojas, Buenos Aires, Sudameri- cana, 1981 και Sabotaje en el álbum familiar, Buenos Aires, Sudamericana, 1984.

[21] Ομέρο Αριτζίς, Η Σμύρνη στις φλόγες, μτφ. Χρ. Θεοδωροπούλου, Αθήνα, Πατάκης, 2016.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Αγαπητίδης Σωτήριος, «Ελληνική μετανάστευση στη Λατινική Αμερική», Αρχείον Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών, 44, 1964, σ. 595-607.

ΓΓΑΕ (έκδ.), Ο Απόδημος Ελληνισμός. Φάκελος: Λατινική Αμερική, Αθήνα, 1994.

Δαμηλάκου Μαρία, Έλληνες μετανάστες στην Αργεντινή. Διαδικασίες συγκρότησης και μετασχηματισμοί μιας μεταναστευτικής κοινότητας, 1900-1970, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τράπεζας, 2004.

Δαμηλάκου Μαρία, «Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Αργεντινή: μεταναστευτικές διαδρομές και στοιχεία ταυτότητας», Ιστορικά 42 (Ιούλιος 2005) 177-202.

Δαμηλάκου Μαρία, «Ο Ελληνισμός της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής», στο: Ι. Χασιώτης – Ο. Κατσιαρδή – Ευρ. Αμπατζή (επιμ.) Οι Έλληνες στη Διασπορά, 15ος – 21ος αιώνας, Αθήνα, Βουλή των Ελλήνων, 2006, σ. 291- 300.

Δαμηλάκου Μαρία, «Ανάμεσα στον Μανιαδάκη και στον Περόν: οργανώσεις νεολαίας της ελληνικής παροικίας στο Μπουένος Άιρες», στο: Β. Καραμανωλάκης – Ε. Ολυμπίτου – Ι. Παπαθανασίου (επιμ.) Η ελληνική νεολαία στον 20ό αιώνα. Πολιτικές διαδρομές, κοινωνικές πρακτικές και πολιτιστικές εκφράσεις, Αθήνα, Θεμέλιο, 2010, σ. 274-280.

Δαμηλάκου Μαρία, «Αναζητώντας ίχνη ελλήνων μεταναστών στη Βόρειο Χιλή: τεκμήρια ελληνικής μετανάστευσης στους βιομηχανικούς οικισμούς του νίτρου (1900-1940)», Ιόνιος Λόγος, Τόμος Ζ΄ (2019/2020) 79-90.

Κατσόμαλος Βασίλειος, Η Αργεντινή, η Χιλή, η Ουρουγουάη, η Βραζιλία και οι Έλληνες, Μπουένος Άιρες, 1972.

Kιτροέφ Aλέξανδρος, «Η Υπερατλαντική μετανάστευση», στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Οι απαρχές 1900-1922, Α΄ Τόμος, Μέρος 1ο, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2000, σ. 123-171.

Μελάς Aνδρέας, Los griegos en la Argentina/Οι έλληνες της Αργεντινής, Μπουένος Άιρες, 1954.

Υπουργείο Εξωτερικών/Διεύθυνση Αποδήμων (έκδ.), Ο Ελληνισμός του Εξωτερικού, β΄ έκδοση, Αθήνα, 1992.

Φιλιππίδης Πλάτων, Εμπορικός και Κοινωνικός Οδηγός των Ελλήνων της Λατινικής Αμερικής, Μπουένος Άιρες, 1938.

Χασιώτης Iωάννης, Επισκόπηση της ιστορίας της νεοελληνικής διασποράς, Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1993.

Ξενόγλωσση

Damilakou, María, “Inmigrantes griegos en Buenos Aires: el caso de los golosineros”, Estudios Migratorios Latinoamericanos, 48 (2001) 329-368.

Damilakou, María, “Estrategias de supervivencia en un mundo laboral conflictivo: los prácticos del puerto de Buenos Aires, 1856-1924”, Revista de Estudios Marítimos y Sociales 5/6 (Νοέμβριος 2012-2013) 69-78.

Kitroeff, Alexander, Griegos en América, Mαδρίτη, MAPFRE América, 1992.

Politis Jaramí, Miguel, Grecia y los griegos en “El Mercurio” de Antofagasta, Αντοφαγκάστα, Universidad del Norte, 1989

Ritacco, Mario A., Los griegos de Ingeniero White y Bahía Blanca, Bahía Blanca, 1992.

Venturas, Lina (ed.), International “Migration Management” in the Early Cold War. The Intergovernmental Committee for European Migration, Corinth, University of the Peloponnese, 2015.

Ιωάννης Χάλκος: Η εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεων Καραμανλή και η ελληνική διπλωματία, 1974-1980. Διαδικασία λήψης αποφάσεων, ανάλυση και χάραξη πολιτικής

Ιωάννης Χάλκος

Η εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεων Καραμανλή και η ελληνική διπλωματία, 1974-1980. 

Διαδικασία λήψης αποφάσεων, ανάλυση και χάραξη πολιτικής

 

Οι στρατηγικές επιλογές των μεταδικτατορικών κυβερνήσεων Καραμανλή σφράγισαν την πορεία της σύγχρονης Ελλάδας με τρόπο τόσο βαθύ ώστε όχι μόνο να είναι ορατές μέχρι σήμερα αλλά να καθορίζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τη σύγχρονη ελληνική εσωτερική κι εξωτερική πραγματικότητα. Η αποκατάσταση και παγίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος, η ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η αποτροπή της τουρκικής απειλής σε Κύπρο και Αιγαίο αλλά και η εξισορρόπηση των σχέσεων με τους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους υπήρξαν επιτεύγματα που διαμορφώνουν τις σταθερές της διεθνούς θέσης της χώρας μέχρι τις μέρες μας. Στην αντοχή των πολιτικών αυτών στον χρόνο συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό και η ιστορική συγκυρία της δεκαετίας του 1970. Η ύφεση στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων, οι αλλαγές στο διεθνές οικονομικό σύστημα, η ένταξη της παγκοσμιοποίησης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του περιβάλλοντος στη διεθνή ατζέντα αποτέλεσαν εξελίξεις που σήμαναν  τελικά την απαρχή «της δική μας νεωτερικότητας».[1] Έτσι, οι καραμανλικές κυβερνήσεις δεν είχαν να διαχειριστούν μόνο τη μετάβαση στη δημοκρατία αλλά και τη μετάβαση της χώρας συνολικά σε μια νέα εποχή, τη δική μας εποχή κατά κάποιον τρόπο. Στην πολιτική σκέψη του Καραμανλή και του επιτελείου του τα εσωτερικά ζητήματα βρίσκονταν σε άμεση διασύνδεση με την διεθνή θέση της χώρας. Η εξωτερική του πολιτική, όπως έλεγε ο ίδιος, ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της συνολικής του πολιτικής με βασική ιδέα την οργανική ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη, μια εξέλιξη που θα εξασφάλιζε την κοινωνική και πολιτική σταθερότητα, την οικονομική ευημερία αλλά και την ασφάλεια της χώρας.[2]

Η πρόσοψη του Υπουργείου Εξωτερικών στην Αθήνα.

Η ιστορική έρευνα έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να φωτίζει διάφορες πτυχές της πολιτικής αυτής όπως η ένταξη στην ΕΟΚ και η εξέλιξη των ελληνοτουρκικών και ελληνοαμερικανικών σχέσεων.[3] Οι άνθρωποι όμως που κλήθηκαν να εκτελέσουν τις αποφάσεις της κυβέρνησης και έφεραν εις πέρας τις διαδοχικές διαπραγματεύσεις σε πολλαπλά κρίσιμα μέτωπα δεν έχουν μέχρι στιγμής προσελκύσει το ενδιαφέρον των ερευνητών της περιόδου. Αν και οι διεθνείς εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών, η τεχνολογική πρόοδος και η ανάγκη για περισσότερη εξειδίκευση εν όψει μιας διαρκώς διευρυνόμενης διεθνούς ατζέντας τείνουν να υποβαθμίζουν τον ρόλο των διπλωματών σε πιο τεχνοκρατικά καθήκοντα, είναι σαφές ότι στην ελληνική περίπτωση η συνεισφορά τους υπήρξε αποφασιστική. Σε αυτό το άρθρο θα υποστηριχθεί ότι οι αξιωματούχοι του Υπουργείου Εξωτερικών που τοποθετήθηκαν στις πιο νευραλγικές θέσεις όχι μόνο άσκησαν με επιτυχία τον εκτελεστικό ρόλο που τους ανατέθηκε αλλά συμμετείχαν ενεργά και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων ως αποτέλεσμα της κυβερνητικής τακτικής του Καραμανλή. Επίσης, μια από τις βασικές διαπιστώσεις που το άρθρο αυτό θέτει προς συζήτηση είναι ότι εξετάζοντας το υπόβαθρο και τις απόψεις των ανθρώπων αυτών για τα λεγόμενα εθνικά θέματα προκύπτει μια εντυπωσιακή κοινότητα αντιλήψεων η οποία στοιχειοθετεί την ύπαρξη μιας ελληνικής «διπλωματικής σχολής» που έφτασε στην ακμή της στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970. Απαρτιζόμενη από επαγγελματίες που εισήλθαν στο διπλωματικό σώμα στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και με κοινές ιστορικές εμπειρίες και βιώματα, η ομάδα αυτή λειτούργησε με πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα συνοχή και αποτελεσματικότητα. Οι προσωπικότητες που εξετάζονται εδώ επιλέχθηκαν με βάση την επιρροή που διέθεταν στην κυβέρνηση και δεν εκφράζουν το σύνολο του διπλωματικού σώματος, στο οποίο περιλαμβάνονταν και άτομα με διαφορετικές απόψεις και αναφορές.

Πολιτική ηγεσία και διαδικασία λήψης αποφάσεων

Την περίοδο της χούντας των συνταγματαρχών ο ρόλος της διπλωματικής υπηρεσίας υποβαθμίστηκε αισθητά. Ειδικά μετά την ανατροπή του Γ. Παπαδόπουλου από τον «αόρατο δικτάτορα» Δ. Ιωαννίδη τον Νοέμβριο του 1973, ήταν φανερό ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας ασκείτο υπογείως και όχι από την επίσημη κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου, η οποία μόνο διακοσμητικό ρόλο είχε. Κάθε δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ διπλωματικού σώματος και πραγματικής κυβέρνησης είχε διακοπεί ενώ παρά το γεγονός ότι η επίσημη πολιτική της χώρας δεν εμφάνισε κάποια αλλαγή, η χούντα απεργαζόταν σχέδια ανατροπής του Μακαρίου στην Κύπρο και ένωσης της νήσου με την Ελλάδα. Οι προειδοποιήσεις της ηγεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών για τις καταστροφικές συνέπειες που θα είχε μια μονομερής ενέργεια στην Κύπρο δεν εισακούστηκαν και η δυσαρέσκεια του διπλωματικού κόσμου εκφράστηκε με την παραίτηση του υπουργού Εξωτερικών και πρώην διπλωμάτη Σπύρου Τετενέ ενώ και ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Άγγελος Βλάχος και ο γενικός διευθυντής πολιτικών υποθέσεων Ιωάννης Τζούνης ζήτησαν να απαλλαγούν από τα καθήκοντά τους και τις ευθύνες “τις οποίες δημιουργούν ανεξέλεγκτες ενέργειες στοιχείων άσχετων με τα όργανα ασκήσεως της επίσημης εξωτερικής πολιτικής του κράτους”.[4] Όπως έγραφε στα απομνημονεύματα του ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα Δημήτρης Κοσμαδόπουλος, ο οποίος υπέβαλε κι αυτός την παραίτηση του στο άκουσμα του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου, “ποτέ δεν αισθάνθηκα τόσο αχρηστευμένος, ανήμπορος κι εγώ να συμβάλω το παραμικρό για την προκοπή του τόπου μας”.[5]

Η πανηγυρική επιστροφή του Καραμανλή τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1974 δεν κατάφερε να αναστρέψει την κατάσταση στην Κύπρο αλλά έφερε ένα κύμα αισιοδοξίας σε ολόκληρη την χώρα. Αντιμέτωπος πρωτίστως με μια εθνική κρίση και διαβλέποντας ότι η εξωτερική του πολιτική θα αποτελούσε τη βάση της στρατηγικής του για τη μετάβαση στη δημοκρατία, ο πρωθυπουργός προσπάθησε αμέσως να αποκαταστήσει το κύρος και την λειτουργικότητα της ελληνικής διπλωματίας που είχαν κλονισθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες, τοποθετώντας σε θέσεις κλειδιά ανθρώπους με τους οποίους είχε συνεργαστεί στο παρελθόν και εμπιστευόταν. Στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας το Υπουργείο Εξωτερικών ανέλαβε για λόγους ισορροπίας ο ηγέτης του Κέντρου Γ. Μαύρος αλλά υφυπουργός ορίστηκε ο πρώην διπλωμάτης Δημήτρης Μπίτσιος, ο οποίος και αναβαθμίστηκε σε υπουργό όταν ο Μαύρος παραιτήθηκε για να αφοσιωθεί στην προεκλογική του εκστρατεία τον Οκτώβριο του 1974. Έχοντας υπηρετήσει περίπου μια δεκαετία ως μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ και με βαθιά γνώση του Κυπριακού, ο Μπίτσιος παρέμεινε στο τιμόνι της ελληνικής διπλωματίας ως τις εκλογές του 1977. Μάλιστα, η επιλογή ενός μη πολιτικού προσώπου στο υπουργείο σχολιάστηκε ως έκπληξη από την αμερικανική πρεσβεία, η οποία θεώρησε ότι έτσι ο Καραμανλής προσπαθούσε να επιτύχει μια υπερκομματική στρατηγική στα μείζονα εξωτερικά θέματα και κυρίως στο Κυπριακό.[6]  Ο έμπειρος Άγγελος Βλάχος επανήλθε στη θέση του γενικού γραμματέα και διαχειρίστηκε ουσιαστικά εκείνος την κυπριακή κρίση, ειδικά τις κρίσιμες ημέρες που ο Μαύρος βρισκόταν στη Γενεύη για την τριμερή διάσκεψη Ελλάδας, Τουρκίας και Βρετανίας. Όταν ο Βλάχος έπρεπε να απομακρυνθεί λόγω επιμονής του Μαύρου, ανέλαβε την διεύθυνση του πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού, ένα πόστο κρίσιμο για την λειτουργία της κυβέρνησης αλλά και με ισχυρή επιρροή στον ίδιο τον Καραμανλή.[7]

Ο Δημήτρης Μπίτσιος και ο Βύρων Θεοδωρόπουλος στα Ηνωμένα Έθνη.

Από τον Νοέμβριο του 1974 τη διεύθυνση του πρωθυπουργικού γραφείου ανέλαβε ο διπλωμάτης καριέρας κι έμπιστος του Καραμανλή Πέτρος Μολυβιάτης. Ο Μολυβιάτης λειτουργούσε ως σύνδεσμος μεταξύ του πρωθυπουργού και του Υπουργείου Εξωτερικών ενώ συνόδευε τον Καραμανλή σε όλες τις συναντήσεις του με ξένους ηγέτες και εκτελούσε και χρέη διερμηνέα. Πέρα από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, άνηκε στο στενό επιτελείο του Καραμανλή, ο οποίος βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στις συμβουλές του για τα εξωτερικά – και όχι μόνο – θέματα.[8] Στην κορυφή του Υπουργείου Εξωτερικών παρέμεινε ο Ιωάννης Τζούνης, βαθύς γνώστης των ελληνοτουρκικών ζητημάτων και με εμπειρία στην πρεσβεία Άγκυρας και στο Τμήμα Κύπρου του υπουργείου. Τέλος, o Βύρων Θεοδωρόπουλος, που θεωρούνταν από την αμερικανική πρεσβεία ως «ένας από τους τρεις-τέσσερις ικανότερους ανθρώπους στην ελληνική διπλωματική υπηρεσία» και απολάμβανε την εκτίμηση των Ελλήνων και ξένων συναδέλφων του, ανέλαβε μόνιμος αντιπρόσωπος στο ΝΑΤΟ, μια θέση που απέκτησε ιδιαίτερη σημασία μετά την αποχώρηση της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας και απαιτούσε ιδιαίτερα διπλωματικά προσόντα από τον κάτοχό της.[9] Το 1976 ο Θεοδωρόπουλος ανέλαβε τη νεοσυσταθείσα θέση του μόνιμου γενικού γραμματέα του υπουργείου και ταυτόχρονα υπηρέτησε ως πρόεδρος της Επιτροπής Διαπραγματεύσεων με την ΕΟΚ φέροντας ουσιαστικά μαζί με τον Γ. Κοντογεώργη το κύριο βάρος των διαπραγματεύσεων ένταξης που ολοκληρώθηκαν επιτυχώς τον Μάϊο του 1979.

28 Μαΐου 1979. Η υπογραφή της Συμφωνίας ένταξης στο Ζάππειο Μέγαρο.

Παρά το γεγονός ότι ο Καραμανλής θεωρείται συχνά ένας συγκεντρωτικός ηγέτης, η έρευνα δείχνει ότι δεν δίσταζε να αναθέτει σημαντικές εξουσίες – και άρα μεγάλο μέρος της κυβερνητικής ευθύνης – σε άτομα που εκτιμούσε. Σε αυτό το σημείο είναι σημαντικό να αναφερθούν μερικά στοιχεία για τη μέθοδο διακυβέρνησης του Μακεδόνα ηγέτη. Ο Καραμανλής δεν συνήθιζε να εμπλέκει σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Λειτουργούσε κυρίως με κλειστές συσκέψεις που περιλάμβαναν τον αρμόδιο υπουργό για το θέμα συζήτησης, μερικούς συμβούλους και σχετικούς εμπειρογνώμονες ή συγκαλούσε Κυβερνητικές Επιτροπές με παρόμοια αλλά λίγο πιο διευρυμένη σύνθεση.[10] Για τις αποφάσεις του στηριζόταν στο ολιγάριθμο επιτελείο του το οποίο αποτελούνταν από παλαιούς του συνεργάτες (Ε. Αβέρωφ, Γ. Ράλλης, Κ. Παπακωνσταντίνου), ορισμένους υπουργούς και τεχνοκράτες. Επίσης, όπως παρατηρεί ο Τάκης Παππάς, τα μέλη του κυβερνητικού επιτελείου που επιλέγονταν προσεκτικά από τον Καραμανλή παρουσίαζαν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά που το καθιστούσαν ένα ομοιογενές σύνολο, όπως εθνική εξωστρέφεια, εκφρασμένη κυρίως με την επιθυμία ένταξης της χώρας στο δυτικό κόσμο, σημαντική παιδεία, αφοσίωση στον κοινοβουλευτισμό, βούληση θεσμικού εκσυγχρονισμού του κράτους και πολιτικό ρεαλισμό.[11] Παρά το γεγονός ότι ο Καραμανλής χρησιμοποίησε το εργαλείο των επιτελικών συσκέψεων περισσότερο από κάθε Έλληνα πρωθυπουργό, εντύπωση προκαλεί ο σχετικά μικρός αριθμός συσκέψεων αφιερωμένων σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής.[12] Το παράδοξο αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι τα εξωτερικά θέματα χειριζόταν προσωπικά ο πρωθυπουργός με μια πολύ μικρή ομάδα εμπίστων (Αβέρωφ, Μπίτσιος, Τζούνης, Θεοδωρόπουλος). Ενδεικτικό της νοοτροπίας του Καραμανλή είναι ότι το πρωθυπουργικό γραφείο ήταν αποσυνδεδεμένο από το κόμμα και αποτελούνταν από πέντε-έξι συμβούλους με βασικό κριτήριο την αποτελεσματικότητα, κάτι που έρχεται σε άμεση αντίθεση με τη μετέπειτα συνήθη ελληνική πρακτική όπου τα πρωθυπουργικά γραφεία απαρτίζονται ακόμα και από εκατοντάδες στελέχη. Έτσι, μέσω του Μολυβιάτη η επικοινωνία με το Υπουργείο Εξωτερικών ήταν συνεχής ενώ και ο ίδιος ο Καραμανλής επικοινωνούσε συχνά με υπηρεσιακούς παράγοντες αφήνοντας τους σημαντικά περιθώρια σκέψης και έκφρασης. Κομβικός ήταν ο ρόλος των Τζούνη και Θεοδωρόπουλου σε αυτήν την διαδικασία με τον δεύτερο να αποκτά ηγετικό ρόλο στο υπουργείο μετά το τέλος της θητείας του Μπίτσιου. Όπως γράφει ο πρέσβης Κωνσταντίνος Λυμπερόπουλος για τον Θεοδωρόπουλο: “Aκούραστος, απτόητος, ατάραχος, απρόβλεπτος άλλες φορές, ήταν για όλους ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης που ενέπνεε σιγουριά”.[13] Επίσης, η απόλυτη αφοσίωση των διπλωματών στον Καραμανλή και το γεγονός ότι οι περισσότεροι από αυτούς διατηρούσαν και φιλικές σχέσεις μεταξύ τους ενίσχυε την συνοχή της ομάδας.

Αξίζει εδώ να παραθέσουμε τις εντυπώσεις του Κοσμαδόπουλου από τη συνεργασία του με τους προϊσταμένους του: “Πάνω απ’ αυτήν την επιτυχέστατη δυάδα [Μπίτσιο, Τζούνη] και σε σύμπνοια μαζί της, η άγρυπνη και αδιάκοπη προσωπική παρουσία του πρωθυπουργού, με τις σαφείς κατευθυντήριες γραμμές για εκτέλεση. Στη σταδιοδρομία μου στο εξωτερικό δεν είχα ποτέ αισθανθεί τόσο αρμονικά ενταγμένος σε σφιχτοδεμένη ομάδα. Ένας πρέσβης με ασφαλή τα μετόπισθέν του πατάει σε γερές σανίδες και μπορεί να αφοσιωθεί απόλυτα στη δουλειά του. Ανεκτίμητο είναι να νιώθω σίγουρα τα νώτα μου. […] Με τον Μπίτσιο και τους συνεργάτες του στα ελληνοτουρκικά, το υπουργείο δουλεύει σαν καλολαδωμένη μηχανή: Δεν έτυχε καμιά φορά που να ζήτησα οδηγίες και να μην τις πήρα, ξεκάθαρες, μέσα σε έξι ώρες το πολύ, νύχτα-μέρα”.[14]

Το γεγονός ότι η συγκυρία ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκή επιβεβαιώνεται από το ότι το επίπεδο συνοχής και αρμονίας που επιτεύχθηκε την περίοδο 1974-1981 στο Υπουργείο Εξωτερικών δεν είχε συνέχεια. Αφ’ ενός τα περισσότερα από τα μέλη αυτής της ομάδας σταδιακά συνταξιοδοτήθηκαν και αφ’ ετέρου η μέθοδος διακυβέρνησης και ο τρόπος άσκησης της εξωτερικής πολιτικής από το ΠΑΣΟΚ διέφερε ριζικά από τους προκατόχους του οδηγώντας στον παραγκωνισμό της διπλωματικής υπηρεσίας από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Η ελληνική αντιπροσωπεία στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών το 1978. Στην πρώτη σειρά διακρίνονται ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Εξωτερικών Γεώργιος Ράλλης, ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος στα Ηνωμένα Έθνη Γεώργιος Παπούλιας. Στη δεύτερη σειρά οι Πέτρος Μολυβιάτης και Ιωάννης Τζούνης, πρέσβης στην Ουάσιγκτον (Πηγή: Ίδρυμα Κωνσταντίνου Καραμανλή).

Μια εξωτερική πολιτική σε νέα θεμέλια

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο υπήρξε ορόσημο για την ελληνική αμυντική και εξωτερική πολιτική. Αφ’ ενός έδειξε στους Έλληνες ιθύνοντες ότι η Άγκυρα δεν δίσταζε να ασκήσει βία για να επιτύχει πολιτικούς στόχους και αφ’ ετέρου σε συνδυασμό με τις διεκδικήσεις στο Αιγαίο που η Τουρκία άρχισε να προβάλλει έντονα ακριβώς αυτήν την εποχή φάνηκε ότι η Αθήνα είχε να αντιμετωπίσει έναν επεκτατικό γείτονα που απειλούσε την εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Όπως διαπιστώνει ο Αθανάσιος Πλατιάς, την περίοδο 1945-1974, η Ελλάδα, όπως και άλλα μικρά κράτη, εντάχθηκε στο δυτικό στρατόπεδο παραχωρώντας ένα κομμάτι της αυτονομίας της ώστε να εξασφαλίσει ως αντάλλαγμα ασφάλεια έναντι της απειλής που αντιπροσώπευε το Σύμφωνο της Βαρσοβίας· το 1974 η χώρα βρέθηκε και απροστάτευτη και εξαρτημένη.[15] Αυτό σήμαινε ότι το ελληνικό στρατηγικό δόγμα που ήταν προσανατολισμένο στην αντιμετώπιση του «από βορρά κινδύνου»[16] έπρεπε να συμπεριλάβει και να επικεντρωθεί στον «κίνδυνο εξ ανατολών» που ήταν και ο πιο άμεσος. Για τους Έλληνες ιθύνοντες όμως, όσο ο Ψυχρός Πόλεμος αποτελούσε διεθνή πραγματικότητα, η απειλή από βορρά θεωρούνταν μόνιμη και επέβαλε την διατήρηση των δεσμών με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.[17] Οι δεσμοί αυτοί δέχτηκαν σοβαρό πλήγμα από την παθητική στάση των συμμάχων και ειδικά της Ουάσιγκτον κατά την κρίση της Κύπρου, μια στάση που ερμηνεύθηκε ως εγκατάλειψη της χώρας από τη Δύση την ύστατη στιγμή. Αν εξετάσει κανείς τα κείμενα των Ελλήνων ηγετών και διπλωματών θα διαπιστώσει ότι η λέξη «ταπείνωση» είναι αυτή που κυριαρχεί για να περιγράψει τα γεγονότα της Κύπρου. Δεν ήταν δηλαδή μόνο ότι η Ελλάδα είχε ηττηθεί από την Τουρκία στην Κύπρο αλλά, όπως περιγράφει ο Βλάχος “Διαπιστώναμε όλο και περισσότερο με αύξουσα αγανάκτηση και πικρία ότι καμιά από τις δυνάμεις που μπορούσαν να συγκρατήσουν την Τουρκία δεν είχε την παραμικρή διάθεση να το κάνει. […] η Ελλάς υφίστατο μια άσκημη ταπείνωση, αφού την άφηναν στο έλεος της Τουρκίας”.[18] Σε αυτό το κλίμα πάρθηκε και η απόφαση για την αποχώρηση της Αθήνας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ.

Πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Το Βήμα της 15ης Αυγούστου 1974.

Στα πλαίσια αυτά, οι δύο βασικές προτεραιότητες του Καραμανλή και του επιτελείου του στο εξωτερικό μέτωπο, το οποίο βρισκόταν πάντα σε άμεση διασύνδεση με το εσωτερικό και τη διαδικασία μετάβασης στη δημοκρατία, ήταν η αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής και η μακροπρόθεσμη εξισορρόπηση των σχέσεων με τους δυτικούς συμμάχους καθιστώντας την χώρα πιο αυτόνομη αλλά ταυτόχρονα και πιο στέρεα προσδεδεμένη στον δυτικό κόσμο. Όπως ανέφερε και ο ίδιος ο Καραμανλής σε σημείωμά του, αυτό ήταν το δράμα της Ελλάδας και το δικό του τα τελευταία 25 χρόνια, «ότι δηλαδή οφείλαμε να δίνουμε τη μάχη κατά της Τουρκίας στους κόλπους της Συμμαχίας -δεδομένου ότι ήταν αδιανόητη εκτός αυτής – η οποία όμως για λόγους στρατηγικού συμφέροντος ακολουθούσε πολιτική ίσης φιλίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας».[19] Πράγματι, μια ενδεχόμενη απομάκρυνση της Ελλάδας από τη Δύση θεωρούνταν αδιανόητη από το καραμανλικό επιτελείο. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο όχι μόνο η Τουρκία θα πολλαπλασίαζε την ισχύ της απέναντι στην Ελλάδα αφού θα λάμβανε όλα τα οικονομικά και στρατιωτικά οφέλη της συμμαχίας αλλά η Αθήνα, πλήρως απομονωμένη, δεν θα είχε καμιά στρατιωτική και πολιτική συμπαράσταση σε ώρα ανάγκης.[20] Το κίνημα των Αδεσμεύτων, μέλος του οποίου ήταν η Κύπρος που πρόσφατα είχε δεχθεί επίθεση από τρίτη χώρα, φυσικά, δεν εξετάστηκε ποτέ ως εναλλακτική από τους Έλληνες ιθύνοντες για ευνόητους λόγους.[21] Τα γεωπολιτικά δεδομένα για την Ελλάδα ήταν αδυσώπητα, παρατηρούσε ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Jack Kubisch: “Η πραγματική επιλογή για την Ελλάδα είναι είτε συνεχόμενη ευθυγράμμιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους δυτικοευρωπαίους συμμάχους της ή συμπαράταξη με την Σοβιετική Ένωση και τις ανατολικοευρωπαϊκές της κτήσεις”.[22]

Έχοντας λοιπόν ως βασικό αξίωμα την παραμονή της χώρας στη Δύση, ο Καραμανλής και οι συνεργάτες του στήριξαν την στρατηγική τους σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος ήταν φυσικά η αμυντική θωράκιση της χώρας στοχεύοντας στην αποτροπή της Άγκυρας αλλά και στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης της Αθήνας. Σύμφωνα με τον Μπίτσιο, “Δεν έχει πειστική φωνή ο διαπραγματευτής όταν η χώρα του είναι στρατιωτικά αδύναμη και τον απειλεί το δίλημμα ή να ενδώσει στις αξιώσεις του αντιπάλου ή ν’ αφήσει τα πράγματα να οδηγηθούν σε μια ένοπλη αναμέτρηση της οποίας το αποτέλεσμα μπορεί να προεξοφληθεί”.[23] Σε αυτήν την συλλογιστική, η αμυντική ετοιμότητα της χώρας θα εξασφάλιζε την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο και έτσι θα αποτελούσε την βάση για ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των δύο λαών. Ο δεύτερος πυλώνας για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής και την εξισορρόπηση των ευρύτερων γεωπολιτικών πιέσεων που δεχόταν η Ελλάδα ήταν η αναζήτηση πολλαπλών στηριγμάτων στη διεθνή σκηνή. Εξετάζοντας τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε ιστορική προοπτική στο βιβλίο του Οι Τούρκοι και εμείς, ο Θεοδωρόπουλος παρατηρεί ότι όποτε η Ελλάδα μονομάχησε στρατιωτικά με την Τουρκία ηττήθηκε (1897, Μ. Ασία) ενώ όποτε αξιοποίησε τη διπλωματία εξασφάλισε σημαντικές επιτυχίες. Ένα από τα βασικά συμπεράσματα του βιβλίου είναι ότι λόγω του μεγέθους της Τουρκίας έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα να αναζητά όσο το δυνατόν περισσότερα ερείσματα στο χώρο των διεθνών σχέσεων: “Η διπλωματία μας κοστίζει ένα πολλοστημόριο απ’ ότι μας κοστίζει η στρατιωτική προπαρασκευή. Ιστορικά έχει αποδώσει περισσότερα”.[24] Αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «δόγμα Θεοδωρόπουλου» αποτέλεσε βασικό αξίωμα των κυβερνήσεων Καραμανλή. Σε υπηρεσιακό του σημείωμα ο Θεοδωρόπουλος έγραφε ότι η ελληνική διπλωματία έχοντας να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή πρέπει: “να κινείται παράλληλα και ταυτόχρονα προς όλες τις κατευθύνσεις, να μην αφήση να μονοπωληθή η προσοχή μας από τα άμεσα και φλέγοντα προβλήματα της Κύπρου και του Αιγαίου και να εξαντλήση σ’ αυτά τας δυνάμεις της αλλά τουναντίον να ξανανοίξη τις πόρτες που έκλεισε η δικτατορία, να δημιουργήση νέες ευκαρίες και να εκμεταλλευθή καινούργιες δυνατότητες, να αναπτύξη δραστηριότητα σε όλα τα μέτωπα για να χτίση έτσι μια πλατειά και σταθερή διπλωματική βάση πάνω στην οποίαν να στερεώνονται πιο σταθερά τα εθνικά συμφέροντα”.[25]

Μελέτες του Βύρωνα Θεοδωρόπουλου.

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι και ο Μπίτσιος περιέγραφε με παρόμοιο τρόπο την βασική αποστολή της ελληνικής διπλωματίας στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης:  “Πέρα από τα σύνορα, πρόβαλε επιτακτική, επείγουσα η ανάγκη ν’ αναληφθεί μια πολύπλευρη προσπάθεια. Έπρεπε το γρηγορότερο ν’ αναθερμάνουμε τις παραδοσιακές φιλίες μας, ν’ αποκτήσουμε νέες, να δώσουμε στην εξωτερική πολιτικής μας τις πιο πλατιές διαστάσεις, να δημιουργήσουμε νέα γερά στηρίγματα, ώστε στη δύσκολη, την επικίνδυνη περίοδο που είχε ανοίξει για την Κύπρο, αλλά και την ίδια την ασφάλειά μας, να μας συνοδεύει η συμπαράσταση του έξω κόσμου”.[26]

Η πολυδιάστατη πολιτική της κυβέρνησης εκδηλώθηκε σε διάφορους τομείς όπως με ανοίγματα στους Άραβες και στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού, προσπάθεια για βαλκανική συνεργασία αλλά και συμμετοχή στις ευρύτερες διεθνείς διεργασίες που συντελούνταν στο διεθνές σύστημα εκείνη την περίοδο. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει ένα στοιχείο της πολιτικής του καραμανλικού επιτελείου το οποίο μπορεί να ιδωθεί ως κομμάτι αυτής της στρατηγικής αλλά και ως θεμελιώδες, αυτόνομο κεφάλαιο της συνολικής πολιτικής Καραμανλή. Αυτό δεν είναι άλλο από την προσπάθεια ένταξης στην ΕΟΚ, η οποία και αποτέλεσε την κορυφαία προτεραιότητα του Μακεδόνα πολιτικού. Για τους Έλληνες ιθύνοντες, η παγίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος δεν ήταν δυνατή χωρίς κοινωνική σταθερότητα και οικονομική ανάπτυξη, οι οποίες θα μπορούσαν να επιτευχθούν μόνο μέσω της στενής αλληλεξάρτησης με τις ανεπτυγμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης στην οποία η χώρα προσδοκούσε να ενταχθεί οργανικά.[27] Επίσης, η ένταξη στην ΕΟΚ θα εξυπηρετούσε και τις πολιτικο-στρατηγικές στοχεύσεις του ελληνικού κράτους. Συχνά ο Καραμανλής τόνιζε η είσοδος της χώρας στην ΕΟΚ θα ενίσχυε την ασφάλειά της αλλά θα την απάλλασσε και από την ανάγκη να ψάχνει διαρκώς για προστάτες.[28] Αφ’ ενός, η συμπερίληψη της Ελλάδας σε έναν αυτόνομο πόλο εξουσίας μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων θα λειτουργούσε σαν πρόσθετη εγγύηση για το δημοκρατικό πολίτευμα το οποίο πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν είχε διαβρωθεί από εξωτερικές παρεμβάσεις που απέρρεαν από την δομική αδυναμία της χώρας να προστατέψει μόνη της τα συμφέροντά της. Αφ’ ετέρου, για πρώτη φορά στην ιστορία της η Αθήνα θα συμμετείχε ισότιμα σε ένα διεθνές κέντρο αποφάσεων προσφέροντάς της έτσι τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την ενισχυμένη της διεθνή θέση και να εξισορροπήσει τελικά τις τουρκικές πιέσεις. Σύμφωνα με τον Θεοδωρόπουλο, αυτό ήταν μια χρυσή ευκαιρία, «μια αλλαγή πιο ουσιαστική από οποιαδήποτε άλλη».[29] Στην πραγματικότητα, ο βασικός στρατηγικός στόχος, όπως τονίζουν στο βιβλίο τους Σκέψεις και προβληματισμοί για την εξωτερική μας πολιτική οι πρέσβεις Θεοδωρόπουλος, Λαγάκος, Παπούλιας και Τζούνης, ήταν (και είναι) «η εξασφάλιση των συνόρων μας στη γη, στον αέρα και στη θάλασσα ως συνόρων της Ένωσης».[30] Μπορεί το βιβλίο να γράφτηκε το 1995 αλλά εκφράζει μια διαχρονική στόχευση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, τα θεμέλια της οποίας τέθηκαν με τη αίτηση ένταξης στην ΕΟΚ τον Ιούνιο του 1975. Ωστόσο, οι Έλληνες ιθύνοντες δεν είχαν αυταπάτες για τον ρόλο και τις δυνατότητες της ΕΟΚ την δεκαετία του 1970. Ο στρατηγικός αυτός στόχος θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μακροπρόθεσμα και μόνο όσο προχωρούσε η ευρωπαϊκή ενοποίηση, στην πρόοδο της οποίας η Ελλάδα θα έπρεπε να παίξει ενεργό ρόλο, ειδικά στον αμυντικό και πολιτικό τομέα. Άλλωστε, η ΕΟΚ δεν έγινε ποτέ αντιληπτή ως εναλλακτική της στρατηγικής σχέσης με τις ΗΠΑ. Αναγνωριζόταν ότι παρά τις κατά καιρούς διαφωνίες, η στρατηγική σχέση με την Αμερική αποτελούσε σταθερό σημείο του προσανατολισμού των δυτικοευρωπαϊκών κρατών. Αναμφίβολα, η ελληνική διπλωματία είχε «αυτήν την πραγματικότητα υπόψη όταν αποφάσισε να πάρει το δρόμο των Βρυξελλών».[31] Σε ένα υπόμνημά του τον Οκτώβριο του 1974, ο Θεοδωρόπουλος εφιστούσε την προσοχή στα όρια των πολιτικών δυνατοτήτων της ΕΟΚ: “[…] δεν πρέπει να τρέφωμεν υπερμέτρους ελπίδας – ακόμη δ’ ολιγώτερον ψευδαισθήσεις – περί των δυνατοτήτων ας μας διανοίγει η αναθέρμανσις των σχέσεων μας με την Ευρώπην. […] Αλλά δεν πρέπει να παρασυρθώμεν εις το να ελπίζωμεν ότι η Ευρώπη των Εννέα μόνη θα μας δώση λύσιν εις τα πολλαπλά προβλήματά μας, οικονομικά, αμυντικά, πολιτικά. Η καλή διάθεσις αναμφιβόλως υπάρχει εκ μέρους των Ευρωπαίων. Αλλά αι δυνατότητές των είναι περιωρισμέναι. Και εις δυσχερείς στιγμάς αι καλαί προθέσεις των σταματούν εκεί όπου θίγονται τα ιδικά των, έστω και περιωρισμένα, συμφέροντα. […] ως πολιτικόν στήριγμα η Ευρώπη μόνη δεν είναι επαρκής δια την Ελλάδα. Είναι στήριγμα απαραίτητον, ασφαλώς. Αλλ’ όχι αρκετόν. Θα ήτο επικίνδυνον να θελήσωμεν να επαναπαυθώμεν επ’ αυτού και μόνον”.[32]

Η ΕΟΚ ήταν ο βασικός αλλά όχι ο μόνος πυλώνας στον οποίο βασιζόταν η ελληνική στρατηγική. Η αναδιάρθρωση ολόκληρου του φάσματος των σχέσεων με τη Δύση και κυρίως η εξισορρόπηση της ανισοβαρούς σχέσης με τις ΗΠΑ αναδείχθηκε σε βασική προτεραιότητα των κυβερνήσεων Καραμανλή. Εδώ πρέπει να αναφερθεί και ότι η στήριξη του στρατιωτικού καθεστώτος από την Ουάσιγκτον και η ανεπάρκειά της να δράσει κατά την κυπριακή κρίση είχαν δημιουργήσει ένα δυναμικό αντιαμερικανικό κλίμα στην ελληνική κοινωνία, τάση που θα παρέμενε βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής -εσωτερικής- πολιτικής καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου της Μεταπολίτευσης. Παρ’ όλα αυτά, οι Έλληνες ιθύνοντες, αν και δυσανασχετούσαν με την ανεκτική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην Τουρκία, δεν μπορούσαν να μην αναγνωρίσουν την γεωπολιτική πραγματικότητα. Στους υπολογισμούς της Ουάσιγκτον που καθορίζονταν από την αντιπαράθεση με τη Σοβιετική Ένωση η Τουρκία είχε μεγαλύτερο βάρος ως στρατηγικός εταίρος από την Ελλάδα.[33] Έτσι, βασική επιδίωξη του Καραμανλή και των συνεργατών του ήταν να καταστήσουν σαφές στην Ουάσιγκτον ότι η συνεισφορά της Ελλάδας στην δυτική άμυνα θα εξαρτάτο από την στήριξη που θα λάμβανε στην αντιπαράθεση της με την Τουρκία. Εκμεταλλευόμενη, λοιπόν, τις ψυχροπολεμικές ανησυχίες των Αμερικανών, η ελληνική διπλωματία έκανε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις να περνάνε μέσα από την Ουάσιγκτον, όπου έπρεπε να διασφαλιστεί ότι Ελλάδα και Τουρκία θα λάμβαναν ανάλογης μεταχείρισης. Με αυτήν την τακτική κατάφερε η ελληνική πλευρά να καθιερώσει την αναλογία 7 προς 10 για τη στρατιωτική βοήθεια που θα λάμβαναν Ελλάδα και Τουρκία αντίστοιχα, εξασφαλίζοντας την ισορροπία ισχύος στο Αιγαίο, αλλά και να αποσπάσει από τον Κίσινγκερ έγγραφη δήλωση ότι οι ΗΠΑ θα «αντετάσσοντο ενεργώς και ανεπιφυλάκτως» σε ενέργειες που θα απειλούσαν την ειρήνη στο Αιγαίο.[34]

Η συμφωνία Μπίτσιου – Κίσινγκερ 7 προς 10 για τετραετή παροχή βοήθειας ύψους 700 εκατομμυρίων δολαρίων (Φωτ. ASSOCIATED PRESS).

Η σύνδεση του θέματος της επανένταξης της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ με την παραμονή των αμερικανικών βάσεων στη χώρα επίσης εδραζόταν στη λογική της εξυπηρέτησης του στενώς νοουμένου εθνικού συμφέροντος μέσα από την ελληνοαμερικανική στρατηγική σχέση.[35] Σε ευρύτερο πλάνο, αυτό σήμαινε ότι η σχέση με τις ΗΠΑ απογαλακτιζόταν από το ψυχροπολεμικό πλαίσιο, το οποίο την είχε διαμορφώσει, και λειτουργούσε ως μέρος της ελληνικής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της Άγκυρας. Σε έκθεσή του προς τον Μπίτσιο, ο Έλληνας πρέσβης στην Ουάσιγκτον Μενέλαος Αλεξανδράκης τόνιζε: “Αξίζει να επιχειρηθεί εκ νέου με πολιτικά μέσα η αντιμετώπιση της Τουρκικής απειλής. Ακόμη και αν δεν επιτευχθούν όλα τα επιδιωκόμενα, η προσπάθεια θα έκανε για άλλη μια φορά ανάγλυφη την φιλειρηνική μας πολιτική”.[36]

Η δήλωση του Αλεξανδράκη είναι σημαντική γιατί περιγράφει την ελληνική στρατηγική με ακρίβεια. Οι περισσότερες ενέργειες της Ελλάδας στο διεθνές στερέωμα στόχευαν στην ανάσχεση της Τουρκίας με πολιτικά μέσα και μέσω αυτού του πρίσματος πρέπει να γίνει αντιληπτή η εξωτερική πολιτική των κυβερνήσεων Καραμανλή.

Βάσεις ανάλυσης της εξωτερικής πολιτικής: ιστορία και γεωγραφία

Μετά την σκιαγράφηση της στρατηγικής του καραμανλικού επιτελείου απέναντι στα σημαντικότερα εξωτερικά προβλήματα της χώρας, θα γίνει μια προσπάθεια ανάλυσης των βασικών διανοητικών εργαλείων μέσα από τα οποία οι Έλληνες ιθύνοντες προσέγγιζαν τα προβλήματα αυτά και αντιλαμβάνονταν το κόσμο γύρω τους. Για την περίοδο 1952-1967, τη βάση ανάλυσης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και αντίληψης του «από βορρά κινδύνου» αποτελούσε το τρίπτυχο: γεωγραφία, ιστορία, Ψυχρός Πόλεμος. Ωστόσο, το καραμανλικό επιτελείο της προδικτατορικής περιόδου (1955-1963) έδινε ιδιαίτερη έμφαση στον γεωγραφικό παράγοντα αντιμετωπίζοντας το ελληνικό πρόβλημα ασφαλείας σαν ένα πρόβλημα γεωγραφίας που απέρρεε από την έλλειψη στρατηγικού βάθους σε συνδυασμό με το μακρύ βόρειο σύνορο της χώρας, την απόσταση που χώριζε την Ελλάδα από τους δυτικούς της συμμάχους αλλά και τις μόνιμες διεκδικήσεις των βαλκανικών χωρών (τώρα πια κομμουνιστικών και υποστηριζόμενων από μια υπερδύναμη) σε βάρος του εθνικού χώρου. Ως απάντηση σε αυτό το άλυτο πρακτικά πρόβλημα θα προτασσόταν η υπέρβασή του με την ένταξη της Ελλάδας στο δυτικό κόσμο, στον οποίο αν και δεν άνηκε γεωγραφικά θα μπορούσε να ενταχθεί πολιτικά.[37]

Στη μεταδικτατορική περίοδο που η φύση της απειλής μεταφέρθηκε από τον βορρά στην ανατολή, ο στόχος της οργανικής ένταξης στη Δύση δεν άλλαξε -αντιθέτως ενισχύθηκε –αλλά το κέντρο βάρους της ελληνικής ανάλυσης φαίνεται να μετατοπίζεται από τη γεωγραφία στην ιστορία. Φυσικά, η γεωγραφία συνέχιζε να παίζει κεντρικό ρόλο στους υπολογισμούς των Ελλήνων ιθυνόντων, κυρίως ως ένας αντικειμενικός παράγοντας που λειτουργούσε μόνιμα σε βάρος της ελληνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με τον Μπίτσιο, η ανάγκη της Ελλάδας να εντάσσεται σε συνασπισμούς και να συνάπτει συμμαχίες απέρρεε σε μεγάλο βαθμό από τη γεωγραφική της θέση: “Και είναι τούτο απαραίτητο για μια χώρα σαν την Ελλάδα που η γεωγραφία έταξε σ’ ένα σταυροδρόμι όπου συναντώνται και αλληλοσυγκρούονται συμφέροντα, ιδεολογίες και βλέψεις και η ιστορία απέδειξε ότι δεν μπόρεσε -και όταν το θέλησε – να μείνει έξω από θύελλες από τις οποίες δοκιμάζεται περιοδικά η περιοχή μας. Αυτή η ανάγκη, αυτό το συμφέρον ώθησε τον ελληνικό λαό να προσχωρήσει στον έναν από τους δύο στρατιωτικούς συνασπισμούς”.[38]

Μελέτες του Δημήτρη Μπίτσιου.

Ταυτόχρονα, στη σκέψη των Ελλήνων ιθυνόντων η γεωγραφία έφερνε πρόσθετες δυσκολίες και όσον αφορά την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής. Αφ’ ενός η γεωγραφική απόσταση μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου έδινε το στρατιωτικό πλεονέκτημα στην Τουρκία και αφ’ ετέρου η ανάγκη υπεράσπισης των χιλιάδων ελληνικών νησιών δεν απέκλειε τον κίνδυνο άμεσης κατάληψης κάποιων από αυτά -κυρίως μικρών- μέχρι την κινητοποίηση της ελληνικής άμυνας. Αυτή η «γεωγραφική πραγματικότητα», όπως την περιγράφει ο Θεοδωρόπουλος, οδηγούσε σε ένα βασικό συμπέρασμα: “ότι εφ’ όσον στον κυπριακό χώρο η γεωγραφία δίνει τέτοιο στρατιωτικό πλεονέκτημα στην Τουρκία, η ελληνική πλευρά, Αθήνα και Λευκωσία, πρέπει να αντισταθμίζουν το πλεονέκτημα αυτό με πρόσφορα αντίβαρα στο διεθνή πολιτικό χώρο”.[39] Όπως αναπτύχθηκε παραπάνω και σε συνέχεια της καραμανλικής πολιτικής της περιόδου 1955-1963, η ένταξη στην ενωμένη Ευρώπη θεωρήθηκε ως το αντίδοτο στο γεωγραφικό/αμυντικό πρόβλημα της χώρας. Σε ομιλία του προς το υπουργικό συμβούλιο, ο Καραμανλής τόνιζε:

“Η Ελλάς λόγω της γεωγραφικής της θέσεως ήτο υποχρεωμένη πάντοτε να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο τοπικού πολέμου. Διότι πέραν του γενικού πολέμου, που αντιμετωπίζει όλος ο κόσμος, η Ελλάς λόγω της γεωγραφικής της θέσεως είχε πάντοτε το άγχος ενός τοπικού πολέμου. Και τούτο το αποδεικνύει η Ιστορία. […] όπως ξέρετε, με την Τουρκία ευρισκόμεθα από πενήντα-εκατό ετών σε εμπόλεμη κατάστασιν. Και οι άλλες Βαλκανικές χώρες είχαν πάντοτε διαφόρους επιδιώξεις. Θέλω να πω με αυτό ότι στο χώρο που ζούμε, δεν είμαστε ποτέ ασφαλείς. Αυτός ήτο και ο λόγος για τον οποίο η Ελλάς ήταν πάντοτε υποχρεωμένη να ζητεί προστάτες. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάς είχε πάντοτε και επεκαλείτο τις Προστάτιδες Δυνάμεις. Το 1918 ο πανίσχυρος Βενιζέλος παρέστη ανάγκη να ζητήση την βοήθεια των Προστατίδων Δυνάμεων. Από το άγχος λοιπόν αυτό, από την αγωνία αυτή θα απαλλαγούμε, εάν η Ελλάς ενταχθή στην Ηνωμένη Ευρώπη, οπότε θα αποτελέσει μια επαρχία της Ηνωμένης Ευρώπης και δεν θα μπορεί κανείς να σκεφθή να την προσβάλη. Αυτό είναι το μυστικό της επιδιώξεως αυτής”.[40]

Το παραπάνω απόσπασμα αναδεικνύει την σημασία που είχε η γεωγραφία στη σκέψη του Καραμανλή. Η γεωγραφική θέση της χώρας αναγνωρίζεται ως ένας μόνιμος παράγοντας που ασκεί καταλυτική επιρροή στην ελληνική εξωτερική πολιτική αλλά κατά βάση η ανάλυση του πρωθυπουργού είναι ιστορική. Φαίνεται λοιπόν ότι από το 1974 και μετά η ιστορία γίνεται το βασικό πρίσμα μέσα από το οποίο οι Έλληνες ιθύνοντες βλέπουν και αποφασίζουν για τη διεθνή θέση της χώρας. Αυτό συμβαίνει για τρεις λόγους. Πρώτον, η ύφεση στις σχέσεις των δύο ψυχροπολεμικών συνασπισμών απομάκρυνε το ενδεχόμενο άμεσης απειλής από τους βόρειους γείτονες της χώρας. Δεύτερον, η αναζωπύρωση της αντιπαλότητας με την Τουρκία, μιας δύναμης με την οποία ο Ελληνισμός είχε σχέσεις που πήγαιναν αιώνες πίσω και διακυμαίνονταν από την συνύπαρξη στην ανοιχτή εχθρότητα αναπόφευκτα άνοιξε ένα πεδίο ευρύτερου ιστορικού προβληματισμού. Τρίτον, η κρίση ταυτότητας που καθόρισε τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια και εκφράστηκε μέσω της αντιπαράθεσης του καραμανλικού δόγματος του «ανήκομεν εις την Δύσιν» και της παπανδρεϊκής αντιπρότασης – «προτιμούμε να ανήκομεν εις τους Έλληνες» – ανέδειξε την ανάγκη ιστορικής τεκμηρίωσης και νομιμοποίησης των δύο εναλλακτικών. Οι εξελίξεις αυτές έκαναν τους Έλληνες ιθύνοντες να αναστοχαστούν πάνω στην ιστορία όχι μόνο του πρόσφατου παρελθόντος όπως γινόταν μέχρι τότε (δηλαδή από το 1912 και μετά) αλλά να ψάξουν απαντήσεις στην διαχρονική πορεία του Ελληνισμού από την αρχαιότητα. Ο ίδιος ο Καραμανλής ήταν βαθύς γνώστης της ιστορίας, όχι με την έννοια ότι ασχολήθηκε ποτέ ακαδημαϊκά με αυτήν άλλα κυρίως επιζητούσε να αντλεί διδάγματα που στήριζαν την πολιτική του δράση. Ιδίως κατά τη διάρκεια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι ήρθε σε επαφή με την αρχαία ελληνική γραμματεία, αποφθέγματα από την οποία χρησιμοποιούσε συχνά για να θεμελιώνει τις κρίσεις του και τις διαπιστώσεις του όσον αφορά τις παθογένειες που μάστιζαν την Ελλάδα διαχρονικά.[41] Αλλά και στα κείμενα των ανθρώπων που χειρίστηκαν τα ελληνικά εξωτερικά θέματα είτε από πολιτικές είτε υπηρεσιακές θέσεις ο ιστορικός προβληματισμός είναι έντονος και επαναλαμβάνεται διαρκώς η φράση ότι «η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται αλλά διδάσκει».[42] Αυτή η διδακτική λειτουργία της ιστορίας είναι που θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη των Ελλήνων ιθυνόντων για τα εξωτερικά προβλήματα της χώρας.

Δημοσιεύσεις του Άγγελου Σ. Βλάχου με ιστορικό περιεχόμενο.

Μια από τις βασικές διαπιστώσεις που αντλείται από την ιστορική εμπειρία είναι η τάση των Ελλήνων να διχάζονται και ειδικότερα να μετατρέπουν την εξωτερική πολιτική σε πεδίο προσωπικών και κομματικών ανταγωνισμών θρέφοντας έτσι τον λαϊκισμό και καταλήγοντας σε καταστροφικά αποτελέσματα για τα εθνικά συμφέροντα. Επηρεασμένος από τα πρόσφατα γεγονότα της δικτατορίας αλλά και από την ελληνική ιστορία στο σύνολό της, ο Καραμανλής επεδίωξε συστηματικά την καλλιέργεια «ήπιου πολιτικού κλίματος» και «σύνεσης», φράσεις που θα επαναλαμβάνονταν διαρκώς από τον Μακεδόνα πολιτικό. Δεν είναι τυχαίο ότι στην πρώτη του ομιλία στην Αθήνα πριν τις εκλογές του 1974 ξεκίνησε τον λόγο του αναφερόμενος ακριβώς σε αυτά τα διαχρονικά ελαττώματα των Ελλήνων:

Είναι γνωστόν ότι εμείς οι Έλληνες έχομεν την αδυναμία να λησμονούμε γρήγορα τους κινδύνους. Και να επιδιδώμεθα, πριν καλά-καλά παρέλθουν, στην ικανοποίηση των κομματικών ή προσωπικών μας αδυναμιών. Έχομεν επίσης την κακήν συνήθειαν να καταστρέφωμεν με τα ίδια μας τα χέρια όσα με κόπους και θυσίες δημιουργούμε. […] Την οδυνηρή αυτήν αλήθεια την επιβεβαιώνει η μακρά μας ιστορία. Και θα μπορούσε κανείς να μνημονεύση το 1920, το 1940 και, κατά ένα τρόπο το 1963. Όταν μετά την Επανάσταση του 1821 ξεσπούσε ο εμφύλιος πόλεμος, ο Δεριγνύ έγραφε στην Κυβέρνησή του: “Οι Έλληνες επιδίδονται στην αυτοκαταστροφή, όταν ακριβώς η τύχη τους μειδιάσει”. Θα είναι μεγάλη συμφορά, αν η ιστορική αυτή διαπίστωση επαναληφθή και σήμερα”.[43]

Στο βιβλίο του Ο λαϊκισμός στα εθνικά μας θέματα, ο πρέσβης Ευστάθιος Λαγάκος κάνει μια αναδρομή στην εξωτερική πολιτική του νεοελληνικού κράτους από τη γένεσή του και διαπιστώνει ότι όποτε κυριάρχησε ο λαϊκισμός και η συνθηματολογία, αντί του υπεύθυνου πολιτικού λόγου, το αποτέλεσμα ήταν εθνική καταστροφή.[44] Στη δική του ανασκόπηση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ο Θεοδωρόπουλος συμπεραίνει ότι το βασικό δίδαγμα που προσφέρει η ιστορία είναι ότι οι συναισθηματισμοί και οι συνθηματολογίες δεν ωφέλησαν ποτέ ενώ παρατηρεί ότι καλό θα ήταν οι πολιτικές ηγεσίες να μην αυτοεγκλωβίζονται σε συνθήματα που μόνο σκοπό έχουν να προσπορίσουν κάποιο κομματικό όφελος ή να αποφύγουν κάποιο πολιτικό κόστος: “Αν οι πολιτικές ηγεσίες συμφωνήσουν ότι η εξωτερική πολιτική είναι “εν ού παικτοίς” και την εξαιρέσουν από το γήπεδο των κομματικών/προσωπικών ανταγωνισμών, η προοπτική για την ελληνική εξωτερική πολιτική θα είναι καλύτερη”.[45] Στα ιστορικά τους πονήματα, οι πρέσβεις προβληματίζονται έντονα και για τα χαρακτηριστικά της κατάλληλης πολιτικής ηγεσίας. Κοινό τόπο αποτελεί ότι ηγέτες όπως ο Τρικούπης ή ο Βενιζέλος ξεχώρισαν από τους υπόλοιπους φροντίζοντας να μην συρθούν από δημαγωγικές υποσχέσεις ή να λάβουν αποφάσεις με βάση το πολιτικό κόστος. Αντίθετα, ασκώντας υπεύθυνη ηγεσία και φροντίζοντας να εξασφαλίσουν διπλωματικά στηρίγματα στο διεθνή χώρο πέτυχαν να διασφαλίσουν τα εθνικά συμφέροντα. Θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε ότι πραγματευόμενοι αυτά τα ζητήματα οι Έλληνες διπλωμάτες είχαν στο πίσω μέρος του μυαλού τους τα σύγχρονά τους γεγονότα. Αναμφίβολα, με βάση τα κριτήρια τους, ο Καραμανλής θα θεωρούνταν ως συνεχιστής της διπλωματικής παράδοσης του Τρικούπη και του Βενιζέλου.

Ταυτόχρονα το Κυπριακό και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξετάζονται σε ιστορική προοπτική. Στο βιβλίο τους Το Κυπριακό, μια ενδοσκόπηση, οι πρέσβεις Αλεξανδράκης, Θεοδωρόπουλος και Λαγάκος προχωρούν σε μια σκληρή αυτοκριτική και αναζητούν τις “συλλογικές μας αδυναμίες” που οδήγησαν στα γεγονότα του Αττίλα.[46] Η στάση των διπλωματών απέναντι στο Κυπριακό επικεντρώνεται στην αδυναμία της Αθήνας να αναλάβει και να προστατεύσει τον Ελληνισμό στην ολότητά του, γεγονός που οδήγησε στην “μεγάλη θυσία του Ελληνισμού της Τουρκίας στο βωμό του Κυπριακού”.[47] Η έξοδος των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και της Αιγύπτου την προηγούμενη δεκαετία και τώρα η τουρκική εισβολή στην Κύπρο έφερναν τους Έλληνες ιθύνοντες απέναντι σε ένα υπαρξιακό πρόβλημα: θα μπορούσε η Αθήνα να διατηρήσει τον Ελληνισμό στις ιστορικές του εστίες; Οι διεκδικήσεις της Άγκυρας στο Αιγαίο έκαναν το πρόβλημα πιο πιεστικό και ενίσχυαν την εικόνα ενός Ελληνισμού σε υποχώρηση, μαχόμενου σε ένα ευρύ μέτωπο από την Κύπρο ως τη Θράκη.[48] Σε επιστολή του προς τον υπουργό Εξωτερικών Μαύρο ο Κοσμαδόπουλος έθετε ακριβώς αυτό το πρόβλημα: “Ως κατά 1923, Ελλάς ευρίσκεται εις καμπήν ιστορίας της. Χρειάζεται αναστοχασμός επί όλου πελωρίου προβλήματος θέσεως ελληνισμού και πεπρωμένων του. Ως κατά παρελθόν, έργον τούτο ανήκει εις άπασας δυνάμεις σκέψεως και δράσεως έθνους μας. Εξ αυτού θα εκπηδήσουν μεγάλοι προσανατολισμοί εθνικής πορείας. […] Αν ανωτέρω εντάσσονται εις σφαίραν ερχομένων μεγάλων αναθεωρήσεων, υπάρχει πεδίον όπου ελληνική διπλωματία δεν έχει να χάση ώραν και οφείλει προετοιμάση, εν συνόλω, ζωτικάς δια χώραν θέσεις αγώνος ον βλέπω ενταύθα καθ’ ημέραν αδυσωπήτως πλησιάζοντα. Εννοώ, βεβαίως, θέματα Αιγαίου.[49]

Έχοντας να αντιμετωπίσουν την τουρκική απειλή σε πολλαπλά μέτωπα, οι Έλληνες ιθύνοντες προσπάθησαν να την κατανοήσουν καλύτερα ανατρέχοντας στην ιστορία των σχέσεων με τους Τούρκους από την εποχή που τα πρώτα τουρκικά φύλα έφτασαν στις παρυφές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στο βιβλίο του Οι Τούρκοι και εμείς, ο Θεοδωρόπουλος επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια με στόχο να ανακαλύψει πως η ιστορική εμπειρία συμβάλλει στην διαμόρφωση της σύγχρονης πολιτικής, στην εικόνα που έχει το ένα έθνος για το άλλο και στα χαρακτηριστικά που απέκτησαν οι δύο λαοί στο πέρασμα τον αιώνων.[50] Ταυτόχρονα, ευρύτεροι ιστορικοί προβληματισμοί εκφράζονταν για να κατανοηθεί καλύτερα το σήμερα. Ο Κοσμαδόπουλος εύλογα αναρωτιόταν αν η ελληνική εξωτερική πολιτική και η Δύση γενικότερα έπρεπε να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο αντιστροφής του Ανατολικού Ζητήματος: “Σήμερον, μετά τρεις αιώνας οπισθοχωρήσεων η Τουρκία ευρίσκεται δια πρώτην φοράν πάλιν εις άλλην θέσιν. Μήπως πρόκειται περί απαρχής νέας φάσεως του Ανατολικού Ζητήματος υπό μορφήν εφεξής επεκτατικήν; Εις το ερώτημα δεν χωρεί ευχερής απάντησις. Πάντως και η απλή θέσις του ερωτήματος είναι, δια την Ελλάδα θεμελιώδους σημασίας. Παρέχει όμως συνάμα, τολμώ να πιστεύω, και την μοναδικήν ίσως ευκαιρίαν προλήψεως ολεθρίων περιπετειών”.[51]

Η συνολική φύση της τουρκικής απειλής δεν επέβαλλε μόνο την μεταβολή του αμυντικού δόγματος της χώρας αλλά και την αναθεώρηση των διανοητικών εργαλείων που οι Έλληνες ιθύνοντες θα χρησιμοποιούσαν για να την κατανοήσουν και τελικά να την αντιμετωπίσουν. Έτσι, αν για την αντιμετώπιση του από βορρά κινδύνου η ελληνική ηγεσία θεώρησε ότι αντιμετώπιζε ένα κλασικό γεωπολιτικό πρόβλημα όπου η Ελλάδα «έλεγχε τις στενές παράκτιες περιοχές και αντιμετώπιζε την πίεση των “μαζών” του εσωτερικού, που αναζητούσαν διέξοδο προς τη θάλασσα»[52], στην περίπτωση της Τουρκίας, η χώρα αντιμετώπιζε μια απειλή κατά βάση πάλι γεωπολιτική, η οποία όμως γινόταν αντιληπτή με ιστορικούς όρους λόγω του πλούσιου παρελθόντος μεταξύ των δύο εθνών. Εντασσόταν έτσι στην ευρύτερη ελληνική ιστορική εμπειρία που θέλει τον Ελληνισμό να αμύνεται έναντι μιας ανατολικής/ασιατικής απειλής (με βάση το σχήμα: Περσικοί Πόλεμοι, Οθωμανική κατάκτηση, ελληνοτουρκική αντιπαράθεση).  Άλλωστε και η στρατηγική που επιλέχθηκε για την αντιμετώπιση της απειλής, η πολιτική ανάσχεση της Άγκυρας, ήταν βασισμένη στα διδάγματα του παρελθόντος.      

Συμπεράσματα

Η σύμπνοια πολιτικής ηγεσίας και υπηρεσιακών παραγόντων, η κοινότητα αντιλήψεων για την εξωτερική πολιτική μεταξύ των Ελλήνων ιθυνόντων αλλά και η χρήση κοινών διανοητικών εργαλείων για την κατανόηση και αντιμετώπιση των εξωτερικών προβλημάτων της χώρας οδηγούν στη διαπίστωση της ύπαρξης μιας ξεχωριστής «διπλωματικής σχολής» που υπό την ηγεσία του Καραμανλή έφτασε στην ωριμότητά της στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ομάδας αυτής υπήρξαν η εμπιστοσύνη στην πολιτική ηγεσία, η κοινή πεποίθηση για την ανάγκη διατήρησης της Ελλάδας στο δυτικό κόσμο και ειδικά της ένταξής της στην Ενωμένη Ευρώπη αλλά και η συνεκτικότητα και η αποτελεσματικότητά της. Η ανάλυσή τους βασιζόταν αφ’ ενός στη μόνιμη επίδραση που ασκούσε η βαθύτερη δύναμη της γεωγραφίας στην ελληνική εξωτερική πολιτική, από την οποία πήγαζε και ο ήπιος ρεαλισμός τους και αφ’ ετέρου στην εργαλειακή χρήση της ιστορίας ως «δασκάλας», η οποία τους προσέφερε τα εφόδια για να κατανοήσουν τα προβλήματα του Ελληνισμού στο σύνολό του και να απαντήσουν τελικά στο ερώτημα που έθετε η κρίση ταυτότητας που χαρακτήρισε την Μεταπολίτευση: πού ανήκει η Ελλάδα και πού πάει. Η κρίση αυτή λύθηκε τελικά με την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, η οποία από τη φύση της έκρυβε μια βαθιά ιστορική διάσταση, την επανένταξη της Ελλάδας στον πολιτικο-πολιτιστικό χώρο που είχε δημιουργηθεί από την ελληνορωμαϊκή πολιτιστική κληρονομιά και τον Χριστιανισμό, σχέση η οποία είχε διακοπεί «όταν το σιδηρούν παραπέτασμα των Οθωμανών έπεσε πάνω στην ανατολική αυτοκρατορία».[53]

Βασικός στόχος του παρόντος άρθρου δεν ήταν να εξάρει τις επιλογές της εξεταζόμενης περιόδου. Άλλωστε, όλες οι μεγάλες αποφάσεις των κρίσιμων αυτών χρόνων έχουν υπάρξει αντικείμενο έντονης αυτοκριτικής και κριτικής. Αυτό που επιχειρήθηκε εδώ ήταν μια προσπάθεια ιστορικοποίησης και συστηματοποίησης της σκέψης και δράσης των Ελλήνων ιθυνόντων, μια εξερεύνηση στις διανοητικές και ιδεολογικές τους αποσκευές. Είναι παράδοξο ότι σε μια χώρα που βρέθηκε αρκετές φορές στην πρώτη γραμμή των διεθνών εξελίξεων δεν υπάρχει συστηματική έρευνα πάνω στην ανάλυση της ελληνικής διπλωματικής/στρατηγικής παράδοσης και σκέψης. Το άρθρο αυτό γράφτηκε με την ελπίδα να συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση.

Ο Ιωάννης Χάλκος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Ιστορίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο  Φλωρεντίας (EUI).

 

Σημειώσεις

[1] Philippe Chassaigne, Les années 1970: fin d’un monde et origine de notre modernité (Paris: Armand Colin, 2008).

[2] Γεώργιος Ράλλης, Πολιτικές Εκμυστηρεύσεις: αποκαλυπτικές μαρτυρίες για κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ζωής (Αθήνα, Προσκήνιο 1990), 195.

[3] Eirini Karamouzi, Greece, the EEC and the Cold War, 1974-1979, The Second Enlargement (Basingstoke, Hampshire: Palgrave Macmillan, 2014)· Athanasios Antonopoulos, Redefining Greek–US Relations, 1974–1980: National Security and Domestic Politics (Palgrave Macmillan, 2020)· Σωτήρης Ριζάς, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Αιγαίο (Αθήνα: Σιδέρης 2006).

[4] Δημήτρης Κοσμαδόπουλος, Οδοιπορικό ενός πρέσβη στην Άγκυρα, 1974-1976 (Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική 1988), 106.

[5] Ό.π., 93.

[6] National Archives and Record Administration AAD (NARA-AAD), Kubisch προς Secretary of State, 22 Νοεμβρίου 1974.

[7] Για τις δυσκολίες στη συνεργασία Μαύρου-Βλάχου και την επιμονή του Καραμανλή να κρατήσει τον Βλάχο στο επιτελείο του βλ. Άγγελος Βλάχος, Αποφοίτηση 1974, 25 Ιουλίου-17 Νοεμβρίου (Αθήνα: Ωκεανίδα 2001).

[8] National Archives, Kew, London, FCO 9/2957, «Leading Personalities in Greece. 1980», 68.

[9] NARA-AAD, Kissinger προς Αντιπροσωπεία NATO (212137), 26 Σεπτεμβρίου 1974· Kubisch προς Αντιπροσωπεία ΝΑΤΟ (30184), 30 Σεπτεμβρίου 1974.

[10] Evanthis Hatzivassiliou, «Constantine Karamanlis», επιμ. Kevin Featherstone & Dimitri A. Sotiropoulos, The Oxford Handbook of Modern Greek Politics (Oxford: Oxford University Press, 2020).

[11] Τάκης Σ. Παππάς, «Κυβερνητικά επιτελεία στη δεκαετία του ΄70 και η τέχνη της διακυβέρνησης», Κ. Σβολόπουλος, Κ. Μπότσιου και Ε. Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ό αιώνα, τ. Ι (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Καραμανλής 2009), 442.

[12] Σε σύνολο 259 συσκέψεων μόνο οι 29 αφορούσαν την εξωτερική πολιτική. Για τα στοιχεία αναλυτικά βλ. Παππάς, ό.π., 443-9.

[13] Κωνσταντίνος Λυμπερόπουλος, «Ο Βύρων Θεοδωρόπουλος και η πορεία προς την Ευρώπη», Σωτήρης Ντάλης (επιμ.), Βύρων Θεοδωρόπουλος, ο διπλωμάτης και δάσκαλος, Κείμενα στα χνάρια της σκέψης του (Αθήνα: Παπαζήση 2010), 47.

[14] Κοσμαδόπουλος, ό.π., 220-21.

[15] Athanasios Platias, “Greece’s Strategic Doctrine: in Search of Autonomy and Deterrence”, Dimitri Constas (επιμ.), The Greek-Turkish Conflict in the 1990s, Domestic and External Influences (London: Macmillan, 1991), 98.

[16] Όπως έχει δείξει ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου, η αντίληψη του «από βορρά κινδύνου» συνδύαζε τις νέες ψυχροπολεμικές πιέσεις που ασκούνταν στην περιοχή με τις παραδοσιακές εθνικιστικές αντιπαλότητες των Βαλκανίων. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, Στα σύνορα των κόσμων, η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, 1952-1967 (Αθήνα: Πατάκης 2009).

[17] Για τις απόψεις αυτές βλ. το μνημόνιο που συνέταξε για τον Καραμανλή τον Νοέμβριο του 1974 ο υπουργός Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ όπου σκιαγραφούσε τη φύση της απειλής κατά τη χώρας. Δύο φορές αναφέρει ο Αβέρωφ ότι η απειλή από βορρά είναι «παγία» αλλά «αι πρόσφατοι βάναυσοι εξελίξεις μας επιβάλλουν ν’ αντιμετωπίσουμε πρωτίστως την εκ Τουρκίας απειλή». Αβέρωφ προς Καραμνλή, 30 Νοεμβρίου 1974, Κωνσταντίνος Σβολόπουλος (επιμ.), Κωνσταντίνος Καραμανλής, Αρχείο, γεγονότα και κείμενα (Αθήνα: Ίδρυμα Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής, 1997) (στο εξής Καραμανλής), τ.8.

[18] Βλάχος, ό.π., 64.

[19] Αρχείο Κωνσταντίνου Καραμανλή (στο εξής ΑΚΚ), Β72, Καραμανλής, Σημείωμα, Φεβρουάριος 1982.

[20] Δημήτρης Μπίτσιος, Φύλλα από ένα ημερολόγιο (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1978), 101.

[21] Βλ. τον λόγο του Καραμανλή στη Βουλή, Περίοδος Α, Σύνοδος Β, Συνεδρίασις ΡΙΘ, 17 Απριλίου 1976.

[22] AAD-NARA, Kubisch προς State Department, “Annual policy assessment – Greece”, 28 Μαρτίου 1975.

[23] Δημήτρης Μπίτσιος, Πέρα από τα σύνορα, 1974-1977 (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1982), 104.

[24] Βύρων Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι και εμείς (Αθήνα : Φυτράκης ο Τύπος, 1990), 339-40.

[25] ΑΚΚ, 46Β, Θεοδωρόπουλος, Σημείωμα, 1 Οκτωβρίου 1977.

[26] Μπίτσιος, Πέρα από τα σύνορα, ό.π., 7.

[27] Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου, «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο: η ευρωπαϊκή τροχιά της Μεταπολίτευσης», Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, Μαριλένα Κοππά (επιμ.), Τριάντα χρόνια ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, 1974-2004 (Αθήνα: Λιβάνη 2005), 99-121.

[28] Καραμανλής, τ. 8, Ομιλία στο Σύνταγμα, 15 Νοεμβρίου 1974, 214-19.

[29] Vyron Theodoropoulos, «Aspects of Accession», παρατίθεται στο Λυμπερόπουλος, ό.π, 51.

[30]Βύρων Θεοδωρόπουλος, Ευστάθιος Λαγάκος, Γεώργιος Παπούλιας, Ιωάννης Τζούνης, Σκέψεις και προβληματισμοί για την εξωτερική μας πολιτική (Αθήνα: Σιδέρης 1995), 58.

[31] Μπίτσιος, Πέρα από τα σύνορα, ό.π., 243.

[32] ΑΚΚ, Α230, Θεοδωρόπουλος προς Υπ. Εξωτερικών, 2 Οκτωβρίου 1974.

[33] Μπίτσιος, Πέρα από τα σύνορα, ό.π., 16-17.

[34] Για τις επιστολές Κίσιγκερ-Μπίτσιου και το κείμενο που καθόριζε τις βασικές αρχές της ελληνο-αμερικανικής συνεργασίας βλ. Καραμανλής, τ. 9, 184-9.

[35] Ράλλης, ό.π., 198.

[36] ΑΚΚ, Β25, Αλεξανδράκης προς ΥΠΕΞ, 30 Νοεμβρίου 1976.

[37] Χατζηβασιλείου, ό.π., 153-161.

[38] Μπίτσιος, Φύλλα από ένα ημερολόγιο, ό.π., 102. Σχεδόν παρόμοια είναι και η ανάλυση του Αβέρωφ όπως την αναπτύσσει στον Αμερικανό υπουργό Άμυνας D. Rumsfeld: «ανεξαρτήτως των διαφορών μας με την Τουρκίαν δεν ξεχνούμε την κρισιμότητα της γεωγραφικής μας θέσεως, συνεπεία της οποίας η χώρα αυτή υπέστη πλήθος επιδρομών εις κάθε ένοπλον σύγκρουσιν ευρείας κλίμακος κατά την ροήν του χρόνου». ΑΚΚ, Β19, «Μνημόνιον Συνομιλίας Υπουργών Εθνικής Αμύνης ΗΠΑ-Ελλάδος», 15 Ιουνίου 1976.

[39] Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι, ό.π., 265.

[40] ΑΚΚ, Β75, «Πρακτικά Συνεδριάσεως Υπουργικού Συμβουλίου», 11 Σεπτεμβρίου 1976.

[41] Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, «Κωνσταντίνος Καραμανλής: από την πράξη στις πολιτικές ιδέες», Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ό αιώνα, ό.π., τ. Ι, 169.

[42] Θεοδωρόπουλος, Λαγάκος, Τζούνης, Σκέψεις, ό.π., 12· Βύρων Θεοδωρόπουλος, Ανασκόπηση, Η εξωτερική πολιτική της νεότερης Ελλάδας (Αθήνα: Σιδέρης 1996), 11.

[43] Καραμανλής, τ. 8, Ομιλία στην Πλατεία Συντάγματος, 15 Νοεμβρίου 1974.

[44] Ευστάθιος Λαγάκος, Ο λαϊκισμός στα εθνικά μας θέματα, Ανασκόπηση (Αθήνα: Σιδέρης 1996).

[45] Θοδωρόπουλος, Ανασκόπηση, ό.π., 135.

[46] Μενέλαος Αλεξανδράκης, Βύρων Θεοδωρόπουλος, Ευστάθιος Λαγάκος, Το Κυπριακό, 1950-1974, Μια ενδοσκόπηση (Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική 1987).

[47] Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι, 306.

[48] Μιχάλης Δούντας, Είναι ανεξάρτητη η Ελλάς; Συγκρουσιακή συνύπαρξη, Η σχέση Ελλάδος – Τουρκίας, (Αθήνα: Κάκτος, 2006), 576.. Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι, ό.π., 264.

[49]Κ οσμαδόπουλος προς ΥΠΕΞ, 18 Αυγούστου 1974, στο Κοσμαδόπουλος, ό.π, 150-1.

[50] Θεοδωρόπουλος, Οι Τούρκοι, όπ.

[51] Κοσμαδόπουλος προς Μαύρο, 11 Σεπτεμβρίου 1974, στο Κοσμαδόπουλος, ό.π., 159.

[52] Χατζηβασιλείου, ό.π., 153.

[53] Vyron Theodoropoulos, «Aspects of Accession», ό.π., 52.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Ελληνική:

-Αλεξανδράκης, Μενέλαος, Θεοδωρόπουλος, Βύρων, Λαγάκος, Ευστάθιος, Το Κυπριακό, 1950-1974, Μια ενδοσκόπηση (Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική 1987).

-Βλάχος, Άγγελος, Αποφοίτηση 1974, 25 Ιουλίου-17 Νοεμβρίου (Αθήνα: Ωκεανίδα 2001).

-Δούντας, Μιχάλης, Είναι ανεξάρτητη η Ελλάς; Συγκρουσιακή συνύπαρξη, Η σχέση Ελλάδος – Τουρκίας (Αθήνα: Κάκτος, 2006).

-Θεοδωρόπουλος, Βύρων, Ανασκόπηση, Η εξωτερική πολιτική της νεότερης Ελλάδας (Αθήνα: Σιδέρης 1996).

-Θεοδωρόπουλος, Βύρων, Λαγάκος, Ευστάθιος, Παπούλιας, Γεώργιος, Τζούνης, Ιωάννης, Σκέψεις και προβληματισμοί για την εξωτερική μας πολιτική (Αθήνα: Σιδέρης 1995).

-Θεοδωρόπουλος, Βύρων, Οι Τούρκοι και εμείς (Αθήνα : Φυτράκης ο Τύπος, 1990)

-Κοσμαδόπουλος, Δημήτρης, Οδοιπορικό ενός πρέσβη στην Άγκυρα, 1974-1976 (Αθήνα: Ελληνική Ευρωεκδοτική 1988).

-Λαγάκος, Ευστάθιος, Ο λαϊκισμός στα εθνικά μας θέματα, Ανασκόπηση (Αθήνα: Σιδέρης 1996).

-Μπίτσιος, Δημήτρης, Πέρα από τα σύνορα, 1974-1977 (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1982).

-Μπίτσιος, Δημήτρης, Φύλλα από ένα ημερολόγιο (Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1978).

-Μπότσιου, Κωνσταντίνα Ε., «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο: η ευρωπαϊκή τροχιά της Μεταπολίτευσης», Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, Μαριλένα Κοππά (επιμ.), Τριάντα χρόνια ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, 1974-2004 (Αθήνα: Λιβάνη 2005), 99-121.

-Παππάς, Τάκης Σ.,  «Κυβερνητικά επιτελεία στη δεκαετία του ΄70 και η τέχνη της διακυβέρνησης», Κ. Σβολόπουλος, Κ. Μπότσιου και Ε. Χατζηβασιλείου (επιμ.), Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στον 20ό αιώνα, τ. Ι (Αθήνα: Ίδρυμά Κωνσταντίνος Καραμανλής 2009), 435-454.

-Ράλλης, Γεώργιος, Πολιτικές Εκμυστηρεύσεις: αποκαλυπτικές μαρτυρίες για κρίσιμες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ζωής (Αθήνα, Προσκήνιο 1990).

-Ριζάς, Σωτήρης, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Αιγαίο (Αθήνα: Σιδέρης 2006).

-Χατζηβασιλείου, Ευάνθης, Στα σύνορα των κόσμων, η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, 1952-1967 (Αθήνα: Πατάκης 2009).

 

Ξενόγλωσση:

-Antonopoulos, Athanasios, Redefining Greek–US Relations, 1974–1980: National Security and Domestic Politics (Palgrave Macmillan, 2020).

-Chassaigne, Philippe, Les années 1970: fin d’un monde et origine de notre modernité (Paris: Armand Colin, 2008).

-Hatzivassiliou, Evanthis, «Constantine Karamanlis», επιμ. Kevin Featherstone & Dimitri A. Sotiropoulos, The Oxford Handbook of Modern Greek Politics (Oxford: Oxford University Press, 2020).

-Karamouzi, Eirini, Greece, the EEC and the Cold War, 1974-1979, The Second Enlargement (Basingstoke, Hampshire: Palgrave Macmillan, 2014).

-Platias, Athanasios, “Greece’s Strategic Doctrine: in Search of Autonomy and Deterrence”, Dimitri Constas (επιμ.), The Greek-Turkish Conflict in the 1990s, Domestic and External Influences (London: Macmillan, 1991) 91-108.

Άρτεμις Ξανθοπούλου-Κυριακού: Η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος του 1875-1878 και ο απόηχός της στον Πόντο

Άρτεμις Ξανθοπούλου – Κυριακού

Η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος του 1875-1878

και ο απόηχός της στον Πόντο

Η εξέγερση των χριστιανών στην Ερζεγοβίνη τον Ιούλιο του 1875, που απλώθηκε σύντομα και στη γειτονική Βοσνία, αποτέλεσε την αφορμή για το ξέσπασμα μιας νέας κρίσης του Ανατολικού Ζητήματος, που θα πάρει σύντομα πανευρωπαϊκές διαστάσεις[1]. Η υποστήριξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων (της Αυστροουγγαρίας και περισσότερο της Ρωσίας) προς τους επαναστάτες απέκτησε χαρακτήρα σταυροφορίας, προπάντων όταν άρχισε η συρροή χριστιανών προσφύγων από τις αναστατωμένες περιοχές, στο Μαυροβούνιο, τη Σερβία και την Αυστρία, και, ακόμα περισσότερο, μετά τη σφαγή –το καλοκαίρι του 1876— χιλιάδων Bουλγάρων χωρικών στο Παναγιούριστε (Mπατάκ)[2].

Από την άλλη πλευρά, στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επικρατούσε αναβρασμός που οξυνόταν από τις ειδήσεις για την υποχωρητικότητα της Υψηλής Πύλης στις εξωτερικές παρεμβάσεις υπέρ των χριστιανών και από την παραγνώριση των θυμάτων μεταξύ του μουσουλμανικού πληθυσμού στις επαναστατημένες περιοχές. Οι αντιδράσεις αυτές έγιναν αναπόφευκτα οξύτερες όταν, τον Ιούνιο του 1876, ξέσπασε ο πρώτος πόλεμος των Σέρβων και Μαυροβουνιωτών με τους Οθωμανούς[3]. Η ανάληψη της ηγεσίας των σερβομαυροβουνιώτικων δυνάμεων από τον Ρώσο στρατηγό Μιχαήλ Τσερνιάγιεφ, μολονότι έγινε χωρίς την έγκριση του τσάρου, προμήνυε αμεσότερη σύνδεση της Ρωσίας στα ζητήματα των Βαλκανίων και συνεπώς διεθνοποίηση της κρίσης[4].

Αλληγορικός χάρτης της Ευρώπης (1877).

Έχοντας λοιπόν υπόψη το πλαίσιο αυτό, θα επιχειρήσουμε να καταγράψουμε τον αντίκτυπο που είχε στους κατοίκους –μουσουλμάνους και χριστιανούς– της βορειοανατολικής εσχατιάς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η κρίση του 1875-1878. Η έρευνά μας επικεντρώθηκε στο βιλαέτι της Τραπεζούντας και γενικά στην περιοχή που ταυτίζεται με τον ιστορικό Πόντο.

Το βιλαέτι της Τραπεζούντας.

Παρά τη γεωγραφική απόσταση, οι εξεγέρσεις της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και όσα επακολούθησαν δεν άφησαν ανεπηρέαστες  τις ανατολικότερες επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούσε στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, που ζούσαν κοντά στη ρωσοτουρκική μεθόριο, η απροκάλυπτη ανάμιξη της Ρωσίας. Άλλωστε ο ευρύτερος χώρος του Καυκάσου αποτέλεσε το σημαντικότερο ίσως πολεμικό μέτωπο κατά τις ρωσοτουρκικές συρράξεις του 19ου αιώνα[5]. Στα 1876 μάλιστα είχε αρχίσει η προώθηση υπολογίσιμων τσαρικών δυνάμεων από τις βόρειες προς τις νοτιότερες ρωσικές προφυλακές της Υπερκαυκασίας[6]. Το φάσμα λοιπόν της ρωσικής παρέμβασης αποκτούσε εκεί αμεσότερο χαρακτήρα. Εξάλλου, στις ανατολικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι αντιδράσεις των τοπικών μουσουλμανικών πληθυσμών (των Λαζών και των Κούρδων  ιδιαίτερα στην περιοχή του Πόντου) στις απόπειρες για τον εκσυγχρονισμό της οθωμανικής διοίκησης και γενικά για την επιβολή δυτικόφερτων θεσμών και κοινωνικών προτύπων  ήταν σφοδρότερες,  όταν μάλιστα αυτές γίνονταν κάτω από εξωτερικές πιέσεις και σε περιόδους πολεμικών αναμετρήσεων. Όλα τα παραπάνω επιδείνωναν τις ευαίσθητες ισορροπίες στις σχέσεις του μουσουλμανικού στοιχείου με το χριστιανικό, προσφέροντας αφορμές για εντάσεις ή και σφοδρές αντιπαραθέσεις.

Ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας που συντελούσε στη συχνότητα και τη σφοδρότητα των εντάσεων στην περιοχή ήταν τα προβλήματα που δημιουργούσε η μαζική εγκατάσταση χιλιάδων εξαθλιωμένων μουσουλμάνων προσφύγων (κυρίως Κιρκασίων), οι οποίοι, από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής, αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τις κατακτημένες από τους Ρώσους πατρίδες τους στον Καύκασο και να καταφύγουν στην οθωμανική επικράτεια. Ένα τμήμα των ανθρώπων αυτών διοχετεύθηκε σκόπιμα από τις οθωμανικές αρχές σε «ευαίσθητες» περιοχές της Βαλκανικής· η πλειονότητά τους, ωστόσο, αναζητούσε στέγη ή περιφερόταν ανεξέλεγκτη στην ενδοχώρα της βορειοανατολικής Μικράς Ασίας, προκαλώντας σοβαρά ζητήματα υγείας και ασφάλειας[7].

Τραπεζούντα: o δρόμος προς το Μποζ Τεπέ με τα ξένα προξενεία

Το ενδεχόμενο μιας ρωσικής παρέμβασης στην ίδια περιοχή προκαλούσε ιδιαίτερα τις ανησυχίες της Μ. Βρετανίας, που έβλεπε να διακυβεύονται, εκτός από τα στρατηγικά, και τα οικονομικά της συμφέροντα, ιδιαίτερα στον εμπορικό άξονα Τραπεζούντας-Ταυρίδας[8]. Είναι ευεξήγητη λοιπόν η επιμέλεια με την οποία ο Βρετανός πρόξενος στην Τραπεζούντα Alfred Biliotti (1873-1885) διοχέτευε στις προϊστάμενές του αρχές όλες τις πληροφορίες που συγκέντρωνε για την απήχηση που είχαν στο σύνολο του πληθυσμού, κατά κύριο λόγο, οι αλυσιδωτές αναστατώσεις και ανατροπές που προκλήθηκαν με αφορμή την επανάσταση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, αλλά και οι φήμες για ρωσικές πρωτοβουλίες. Αυξημένο ήταν επίσης και το ενδιαφέρον του Έλληνα προξένου στην ποντιακή πρωτεύουσα Ναπολέοντα Μπέτσου (1876-1881), ο οποίος στις δικές του αναφορές έριχνε βέβαια το βάρος των παρατηρήσεών του στην τύχη του ελληνορθόδοξου στοιχείου και στις σχέσεις του με τους άλλους συνοίκους λαούς της περιοχής[9].

Sir Alfred Biliotti, πρόξενος της Μεγάλης Βρετανίας στην Τραπεζούντα (1873-1885).

Στο βεβαρυμένο λοιπόν αυτό κλίμα ήρθαν να προστεθούν οι πρώτες πληροφορίες για τα δραματικά γεγονότα της Βαλκανικής και τις αντιδράσεις του μουσουλμανικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας: Η φήμη (που αποδείχτηκε λανθασμένη) για μαζικές σφαγές χριστιανών στη Θεσσαλονίκη (Iανουάριος 1876), η είδηση για την αιματηρή κατάληξη της βουλγαρικής εξέγερσης στο Μπατάκ (Aπρίλιος-Μάιος), η γνωστοποίηση του λυντσαρίσματος των προξένων της Γαλλίας και της Γερμανίας στη Θεσσαλονίκη (6 Μαΐου) και η σύντομη περιγραφή των συλλαλητηρίων στην Κωνσταντινούπολη (11 Μαΐου), τα οποία είχαν οργανωθεί από τους τροφίμους των εκκλησιαστικών σχολείων (σοφτάδες) με στόχο να αναγκάσουν την Πύλη να φανεί σκληρότερη έναντι των επαναστατών κ.ά.[10]

Στην Tραπεζούντα ιδιαίτερα αναστάτωση προκάλεσε η προσπάθεια εφαρμογής των διοικητικών ρυθμίσεων που αφορούσαν τη στρατιωτική θητεία, σε περίοδο μάλιστα που βρίσκονταν ακόμα σε εξέλιξη οι συγκρούσεις στη Βοσνία και την Ερζεγοβίνη. Τα «νέα» μέτρα , ενταγμένα στα σχέδια για τον εκσυγχρονισμό του οθωμανικού στρατού, αλλά και για την αποκατάσταση της ισοπολιτείας και ισονομίας ανάμεσα σε μουσουλμάνους και χριστιανούς[11], δίχασαν, για διαφορετικούς λόγους, και τις δύο μεγάλες θρησκευτικές ομάδες: Οι μουσουλμάνοι, παρ’ όλο που αρχικά φάνηκαν ικανοποιημένοι από τη μείωση του φόρου εξαγοράς της θητείας τους (το περιβόητο bedel) από τις 100 στις 50 λίρες ή στα 5.000 «kurus», ποσό αρκετά σοβαρό, ενοχλήθηκαν φανερά από το γεγονός ότι την ίδια μεταχείριση είχαν και οι χριστιανοί, στο όνομα της ισότητας [12]. Oι χριστιανοί, από την πλευρά τους, ένιωσαν να θίγονται από την εξατομίκευση των χρηματικών τους υποχρεώσεων απέναντι στην Πύλη σε σχέση με τη στρατιωτική θητεία. Με τις νέες ρυθμίσεις ανατρεπόταν το από παράδοση αιώνων ισχύον σύστημα του αλληλέγγυου των μελών της χριστιανικής κοινότητας σε ό,τι αφορούσε τις φορολογικές τους υποχρεώσεις προς την οθωμανική εξουσία. Όσοι ήταν μεταξύ 20-40 ετών (δηλαδή στην τότε στρατεύσιμη ηλικία) αρνούνταν να σηκώσουν μόνοι τους το φορολογικό βάρος που μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν συλλογικά από την κοινότητα. Eκείνοι πάλι που απαλλάσσονταν, γιατί ήταν κάτω των 20 και άνω των 40 ετών, στρέφονταν εναντίον των ομοθρήσκων τους, που αγωνίζονταν να τους υποχρεώσουν να συμμετάσχουν στα βάρη της εξαγοράς. Mέσα στο κλίμα αυτό των αντιδικιών και της γενικευμένης δυσαρέσκειας απλώθηκε και η φήμη για προετοιμαζόμενες σφαγές κατά των χριστιανών της περιοχής. Επρόκειτο για φημολογία που εκτρεφόταν από την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, ανάλογη με εκείνη που, όπως αναφέρθηκε, ήταν διάχυτη και στη Θεσσαλονίκη την ίδια ακριβώς περίοδο[13].

Η αποβάθρα του λιμανιού της Τραπεζούντας, τέλη 19 ου αιώνα.

H κατάσταση χειροτέρεψε μετά την έκρηξη του σερβοτουρκικού πολέμου και την κήρυξη επιστράτευσης, οπότε και εκδηλώθηκε φανερά η απροθυμία των μουσουλμάνων να καταταγούν. Κατά τον Biliotti, όλοι έσπευδαν να εξαγοράσουν την υποχρέωση της στράτευσής τους, αλλά με περιορισμένη επιτυχία, σε αντίθεση με τους χριστιανούς που κατάφερναν να την αποφύγουν[14]. Πάντως, η απαλλαγή των χριστιανών διευκολυνόταν και από τις ίδιες τις οθωμανικές αρχές, οι οποίες για πολλούς λόγους (ψυχολογικούς, αλλά και οργανωτικούς) δεν έστεργαν ακόμα στην ιδέα τού εξοπλισμού των «απίστων»[15]. Τελικά, στις αρχές Mαΐου απέπλευσε από το λιμάνι της Tραπεζούντας το πρώτο πλοίο με στρατιώτες για το βαλκανικό μέτωπο μέσα σε αισθήματα γενικευμένης πικρίας των οικογενειών τους.

Η δυσαρέσκεια των μουσουλμάνων για τη στρατολόγησή τους εκφράστηκε καταρχήν με κατηγορίες, που εκτοξεύθηκαν κατά του διοικητή του βιλαετιού Κασίμ πασά, αλλά που ουσιαστικά στρέφονταν εναντίον των Ελλήνων: Σε πλακάτ, που υψώθηκαν σε κεντρικούς δρόμους της Τραπεζούντας, οι διαμαρτυρόμενοι κατηγορούσαν τον πασά, ότι χαριζόταν στους χριστιανούς.  Ως επιχείρημα προέβαλλαν τον ορισμό ενός Έλληνα, του Καρβουνίδη, για την εκπροσώπηση της πόλης τους στην υπό συγκρότηση οθωμανική Βουλή. Η εύνοια αυτή προς τους Έλληνες είχε ως αποτέλεσμα, όπως υποστήριζαν, να αποθρασύνονται και να γελοιοποιούν ακόμα και τους μουλάδες σε θεατρικές τους παραστάσεις. Προειδοποιούσαν μάλιστα τον Κασίμ, ότι θα ήταν ο ίδιος υπεύθυνος για όσα θα επακολουθούσαν. Ο καλά πληροφορημένος Βρετανός πρόξενος, που μας αφηγείται το επεισόδιο, διευκρινίζει ότι η καταγγελία των μουσουλμάνων ήταν βέβαια ανεδαφική, αφού στηριζόταν σε μια σχολική θεατρική παράσταση του έργου Χίος δούλη, το οποίο όμως δεν είχε καμιά σχέση με τους Οθωμανούς, αφού αναφερόταν στην περίοδο της γενουατικής κατοχής του νησιού[16]. Η διαστρέβλωση ήταν μάλλον σκόπιμη και στόχευε στην υποδαύλιση της μουσουλμανικής ευαισθησίας. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι το αρχικά ποιητικό αυτό έργο του Θεόδωρου Ορφανίδη (1817-1886), που εκδόθηκε ως θεατρικό για πρώτη φορά το 1871, είχε ήδη παιχτεί  με μεγάλη επιτυχία στην Κωνσταντινούπολη χωρίς να προκαλέσει καμιά αντίδραση[17]. O Kασίμ πασάς, από την άλλη μεριά, εκτιμούσε ότι πίσω από τις διαμαρτυρίες εκείνες κρύβονταν Έλληνες αντίπαλοι του Kαρβουνίδη, που προσπαθούσαν να τον πλήξουν στις εσωκοινοτικές διενέξεις[18], ενώ ο Βρετανός, πρόξενος απέδιδε την ένταση στις σχέσεις χριστιανών-μουσουλμάνων στα γεγονότα των Βαλκανίων. Ταυτόχρονα υπογράμμιζε τους κινδύνους για σοβαρές επιπλοκές, τις οποίες εγκυμονούσε η κατάσταση εκείνη: «Facts show», γράφει στην αναφορά του, «that both races live in a state of excitement so great, that the smallest incident may create serious complications»[19].

Eνισχυτικό των προβλέψεων αυτών του Biliotti ήταν ένα επεισόδιο που ακολούθησε μετά τους πρώτους κανονιοβολισμούς, με τους οποίους η Tραπεζούντα πανηγύρισε την άνοδο στο θρόνο του σουλτάνου Mουράτ E΄ (31 Mαΐου 1876): Μουσουλμάνοι από τη γύρω περιοχή έσπευσαν πάνοπλοι στην πόλη, νομίζοντας ότι οι ομόθρησκοί τους συγκρούονταν με τους χριστιανούς και ότι η πόλη δέχτηκε επίθεση από τους Pώσους. Όταν διαπίστωσαν τον πραγματικό λόγο των κανονιοβολισμών, άλλοι επέστρεψαν στα χωριά τους και άλλοι παρέμειναν στην πόλη, για να πανηγυρίσουν την ενθρόνιση του νέου σουλτάνου[20]. Πάντως, οι ένοπλοι εκείνοι θα αντιδρούσαν ίσως δυναμικότερα, αν ήταν ενήμεροι για τον ανώμαλο τρόπο με τον οποίο έγινε η εκθρόνιση του Αβδούλ Αζίζ (1861-1876) και η πραξικοπηματική αντικατάστασή του από τον δυτικοθρεμμένο και ένθερμο οπαδό των μεταρρυθμίσεων Μουράτ[21].

Η ανακούφιση των χριστιανών για την αναίμακτη λύση εκείνης της παρεξήγησης δεν κράτησε πολύ: Στις 18 Ιουνίου, για λόγους που δεν έγιναν γνωστοί, ένοπλοι μουσουλμάνοι επιβιβάστηκαν σε βάρκες και, παραπλέοντας κατά μήκος της παραλίας της Τραπεζούντας, πυροβολούσαν στον αέρα. Τους συνόδευαν και άλλοι ομόθρησκοί τους από τη στεριά, δημιουργώντας μεγάλη ταραχή στον πληθυσμό, η οποία μετατράπηκε σε τρόμο, όταν τα ξημερώματα της επομένης μέρας, βρέθηκαν στους δρόμους της πόλης δολοφονημένοι τρεις χριστιανοί, ενώ μια τριμελής χριστιανική οικογένεια δέχτηκε στο σπίτι της δολοφονική επίθεση. Ως ύποπτοι θεωρήθηκαν κάποιοι ένοπλοι Κούρδοι, οι οποίοι θεωρούνταν από καιρό υπεύθυνοι και για άλλες εγκληματικές πράξεις στην ύπαιθρο. Οι δράστες των φόνων παρέμειναν ασύλληπτοι. Όλα αυτά δημιούργησαν εύλογα στους Έλληνες την υπόνοια ότι τα επεισόδια εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο σχέδιο εκφοβισμού ή και εξόντωσής τους. Για να τους καθησυχάσει ο  διοικητής της Τραπεζούντας απαγόρευσε στους μουσουλμάνους να κυκλοφορούν ένοπλοι μέσα στην πόλη. Από την πλευρά τους οι τελευταίοι, σε αντιπερισπασμό, διέδιδαν ότι οι χριστιανοί συγκέντρωναν όπλα σε δύο ορθόδοξα μοναστήρια[22].

Η Τραπεζούντα σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 19ου αιώνα. Ανατύπωση παλαιότερης γκραβούρας.

Η κατάσταση στην ενδοχώρα ήταν χειρότερη. Εκεί τα κρούσματα επιθέσεων των Κούρδων ανεξέλεγκτων ομάδων Καυκασίων προσφύγων εναντίον των αρμενικών κυρίως πληθυσμών ήταν συχνότερα και βιαιότερα[23]. Τα επεισόδια, που είχαν αρχίσει στη δεκαετία του 1860, εντάθηκαν στα επόμενα χρόνια, με αποκορύφωμα τη λεηλασία και την πυρπόληση από τους Κούρδους ατάκτους στις αρχές Δεκεμβρίου 1876 της αρμενικής συνοικίας της πόλης Βαν[24]. Η  εκκλησιαστική ηγεσία των Αρμενίων προσπάθησε, με αλλεπάλληλα υπομνήματα και παραστάσεις διαμαρτυρίας, να συγκινήσει αρχικά τις οθωμανικές αρχές και στη συνέχεια τους εκπροσώπους των Δυνάμεων στη Συνδιάσκεψη της Κωνσταντινούπολης, αλλά χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα[25].

Στις 20 Ιουνίου, λίγες δηλαδή μέρες πριν από την κήρυξη από τη Σερβία του πολέμου εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πολεμική υστερία είχε καταλάβει τους πολίτες της Tραπεζούντας: χριστιανοί και μουσουλμάνοι επιδιόρθωναν τα παλιά τους όπλα ή ζητούσαν να αγοράσουν καινούργια. Oι στρατιωτικές ενισχύσεις, που ζήτησε –και έλαβε (25-27 Iουνίου)– ο Kασίμ πασάς, μείωσαν προσωρινά την ένταση, αλλά χωρίς να την εξουδετερώσουν, καθώς όχι μόνον παρατεινόταν η περίοδος επιστράτευσης των μουσουλμάνων, αλλά καλούνταν και νέοι στρατιώτες στα όπλα. Όσοι από αυτούς είχαν χρήματα, πλήρωναν για να πάει κάποιος άλλος στη θέση τους· άλλοι προτιμούσαν την λιποταξία[26]. Τον θρησκευτικό πατριωτισμό των μουσουλμάνων προσπάθησαν να εξάψουν και 120 μουλάδες από τη Ριζούντα χωρίς εντυπωσιακά αποτελέσματα: Στο δρόμο τους για το βαλκανικό μέτωπο κατάφεραν να επιστρατεύσουν 30 μόνο εθελοντές από την Τραπεζούντα[27].

James Bryce.

Στο φόβο που διακατείχε τους χριστιανούς του Πόντου, Έλληνες και Aρμένιους, αναφέρεται και μια σημαντική προσωπικότητα της εποχής, ο πολυταξιδεμένος βρετανός ιστορικός, πολιτικός και διπλωμάτης James Bryce (1838-1922). Ο Bryce, κλείνοντας το μεγάλο ταξίδι που έκανε το 1876 στις περιοχές του Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας, επισκέφθηκε την Tραπεζούντα το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, λίγες μέρες μετά την κάθοδό του από το όρος Αραράτ[28]. Εκεί ο Bryce έγινε μάρτυρας των βιαιοπραγιών στις οποίες προέβαιναν εναντίον των χριστιανικών πληθυσμών της υπαίθρου, ιδιαίτερα των Αρμενίων, τόσο τα μετακινούμενα οθωμανικά στρατεύματα όσο και οι μουσουλμάνοι λιποτάκτες. Περισσότερο ευάλωτα ήταν τα χριστιανικά χωριά κατά μήκος των οδικών αρτηριών. Αλλά και μέσα στην πόλη της Tραπεζούντας προκλήθηκε αναστάτωση κατά τη διέλευση σώματος Λαζών εθελοντών που κατευθύνονταν προς τη Σερβία και το Mαυροβούνιο[29]. Οι δυσάρεστες αυτές εμπειρίες έπεισαν από τότε τον Bryce να μετατραπεί σε έναν από τους πιο ένθερμους συνηγόρους των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[30].

Mέσα στο κλίμα εκείνο η συνωμοτική καθαίρεση του σουλτάνου Mουράτ τον Αύγουστο του 1876 και η ενθρόνιση (1 Σεπτεμβρίου 1876) του Αβδούλ Χαμίτ Β΄ (1876-1909) άφησε μάλλον αδιάφορους τους κατοίκους του Πόντου[31], οι οποίοι παράλληλα υποδέχτηκαν με σκεπτικισμό την ανακήρυξη (στις 23 Δεκεμβρίου 1876) του πρώτου Οθωμανικού Συντάγματος[32]. Το γεγονός έγινε γνωστό στον διοικητή της Τραπεζούντας μια μόλις μέρα μετά τη μελοδραματική ανακοίνωσή του στην οθωμανική πρωτεύουσα και, όταν η είδηση διαδόθηκε στον πληθυσμό, προκάλεσε, όπως σημείωνε ο υποπρόξενος Μπέτσος, καχυποψία στους μουσουλμάνους και σκεπτικισμό στους χριστιανούς. Οι πρώτοι θεωρούσαν την παραχώρηση Συντάγματος «ως ασυμβίβαστον με την θρησκείαν, τα έθιμα και τας παραδόσεις των και σχεδόν ακατανόητον δι’ αυτούς»[33]. Οι Aρμένιοι έκριναν ότι η προηγούμενη κατάσταση ήταν μάλλον προτιμότερη, αφού οι νεωτερισμοί υποδαύλιζαν τη μουσουλμανική εχθρότητα προς τους χριστιανούς. Τέλος, «The educated Greeks alone understand thoroughly the meaning of Costitution, and would be perfectly satisfied if they could be convinced that it will be seriously put into practice[34]. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντίθετα, καθώς και οι εκπρόσωποι των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων των ευρωπαϊκών επαρχιών του σουλτάνου έβλεπαν στις εξελίξεις αυτές μια τελευταία δυνατότητα για την ανατροπή των δυσμενών για τον μακεδονικό και θρακικό Ελληνισμό αποφάσεων της Συνδιάσκεψης της Κωνσταντινούπολης. Τελικά, η διατήρηση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας φαινόταν προτιμότερη από τον διαμελισμό της, από τον οποίο κατά την περίοδο εκείνη θα επωφελούνταν ουσιαστικά μόνον οι Σλάβοι και ιδιαίτερα οι Βούλγαροι[35]. Εξάλλου, με την εφαρμογή του Συντάγματος υπήρχαν κάποιες ελπίδες ότι θα κατοχυρώνονταν και τα δικαιώματα του ελληνορθόδοξου πληθυσμού της αυτοκρατορίας, ενώ η συμμετοχή των εκπροσώπων του στην οθωμανική Βουλή δημιουργούσε βάσιμες ελπίδες ότι θα μπορούσαν να παρεμβαίνουν στη διαμόρφωση των αποφάσεών της[36]. Ανάλογες ήταν και οι εκτιμήσεις της αρμενικής εκκλησιαστικής ηγεσίας και της κοινωνικής «élite» της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Με επίσημη δήλωσή του της 26 Aπριλίου/8 Μαΐου 1877 στον Βρετανό πρεσβευτή στην Kωνσταντινούπολη ο ίδιος ο πατριάρχης των Αρμενίων Nερσής Βαρζαμπετιάν  υποστήριξε ότι το αρμενικό έθνος προτιμούσε οπωσδήποτε την οθωμανική κυριαρχία από την υπαγωγή του στη ρωσική δεσποτεία[37].

Στην πρώτη περίοδο της σύντομης ζωής της οθωμανικής Βουλής (20 Μαρτίου-20 Ιουνίου 1877) εκλέχτηκαν για να συμμετάσχουν 19 εκπρόσωποι ελληνικής καταγωγής, από τους οποίους ένας μόνο, ο Γεωργάκης Καρβουνίδης, προερχόταν από τον Πόντο[38]. Ωστόσο, τόσο ο Καρβουνίδης όσο και οι δύο άλλοι μουσουλμάνοι εκπρόσωποι από το βιλαέτι της Τραπεζούντας δεν βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη κατά την έναρξη των εργασιών της Βουλής: η αναχώρησή τους από την Τραπεζούντα, που είχε καθυστερήσει εξαιτίας των παρατυπιών που συνόδευσαν την εκλογή τους προγραμματίστηκε για τον Απρίλιο του 1877, για να αναβληθεί τελικά για άλλη μια φορά[39].

Όπως και αν είχαν τα πράγματα, οι μουσουλμάνοι του Πόντου, που ούτως ή άλλως είχαν ανεπτυγμένο το αίσθημα του τοπικισμού, αισθάνονταν ότι πολλά από όσα συνέβαιναν στην πρωτεύουσα δεν τους αντιπροσώπευαν και συνεπώς δεν τους αφορούσαν[40]. Οι διαθέσιμες πηγές μας τουλάχιστον  δεν αφήνουν να διαφανεί καμιά συμμετοχή των κατοίκων της Τραπεζούντας και άλλων αστικών κέντρων του βιλαετιού στις φιλελεύθερες κινήσεις των «Nέων Oθωμανών» ή έστω για την εμφάνιση των πολιτικών ιδεολογιών που κυοφορούνταν τότε μεταξύ των μουσουλμάνων διανοούμενων της Kωνσταντινούπολης[41]. Εκείνο, άλλωστε, που απασχολούσε τον πληθυσμό της περιοχής, μουσουλμανικό και χριστιανικό, ήταν το επαπειλούμενο άνοιγμα ενός νέου πολεμικού μετώπου στην γειτονική Υπερκαυκασία. Τα μηνύματα μάλιστα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν από τις αρχές κιόλας του 1877 αρκετά. Ήδη στη συνοριακή γραμμή Bατούμ-Kαρς είχαν συγκεντρωθεί οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις, που υπολογίζονταν σε 70-80.000 άνδρες. Ανάλογες μετακινήσεις είχαν γίνει και από την άλλη πλευρά των συνόρων. Παράλληλα, είχε γίνει γνωστό ότι Βρετανοί μηχανικοί είχαν αναλάβει και την οχύρωση του λιμανιού του Bατούμ[42].

Oι επιπτώσεις από τις πολεμικές προετοιμασίες έγιναν άμεσα αισθητές σε περιοχές με συμπαγείς χριστιανικούς πληθυσμούς: Στο Eρζερούμ, όπου πλειοψηφούσε το αρμενικό στοιχείο, σχεδιαζόταν, σύμφωνα με φήμες, η πυρπόληση της κεντρικής αγοράς (κατά το προηγούμενο του 1876 στο Bαν), ενώ διάχυτοι ήταν και οι φόβοι (που δεν θα αργούσαν να γίνουν πραγματικότητα) και για μαζικές σφαγές των Aρμενίων της περιοχής. Aλλά και οι Έλληνες είχαν ανάλογους φόβους. Όπως σημειώνει ανήσυχος ο Έλληνας υποπρόξενος, ακόμα και στην περιοχή των Σουρμένων, σε μια περιοχή δηλαδή πολύ κοντά στην Tραπεζούντα, το ελληνικό στοιχείο «τα πάνδεινα υποφέρει, ως εκ του φανατισμού και της αγριότητος των Tούρκων των μερών εκείνων»[43].

Τα μέτωπα του ρωσοτουρκικού πολέμου (1877-1878).

Η κήρυξη του νέου ρωσοτουρκικού πολέμου (12/24 Aπριλίου 1877) επιδείνωσε αυτή τη ζοφερή εικόνα. Στην πλευρά, πάντως, των μουσουλμάνων η παλιά απροθυμία να καταταγούν στο στρατό έδωσε τη θέση της σε ένα φιλοπόλεμο πνεύμα, που ευνοούσε τώρα τη στρατολόγηση και περιόριζε τις λιποταξίες. Η προσέλευση μάλιστα των μουσουλμάνων της περιοχής του Πόντου στα στρατιωτικά κέντρα ήταν αθρόα και πανηγυρική (συχνά συνοδευόταν με μουσική), ένα γεγονός που έδειχνε, κατά την έκφραση του Βiliotti, «γνήσιο πατριωτισμό, θρησκευτικό ενθουσιασμό και μίσος κατά των Pώσων». Ο πόλεμος επίσης επανέφερε στο προσκήνιο το πρόβλημα επιστράτευσης των Kρωμλήδων, τους οποίους, παρά τον επανεκχριστιανισμό τους, οι οθωμανικές αρχές δεν επέτρεπαν ακόμα να ενταχθούν στο ελληνορθόδοξο μιλλέτ[44]. Κυρίως όμως η πολεμική ατμόσφαιρα υποδαύλισε νέες και σφοδρότερες βιαιότητες κατά των άοπλων χριστιανών, σε αντίθεση με τους μουσουλμάνους, που, όταν δέχονταν επιθέσεις ληστρικών ομάδων, ήταν σε θέση να αμυνθούν[45]. Το μεγαλύτερο φόρο του αίματος τον κατέβαλαν οι αρμενικοί πληθυσμοί της περιοχής, στους οποίους οι Οθωμανοί απέδιδαν την ευκολία με την οποία οι Ρώσοι προέλασαν στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας κατά την πρώτη φάση του πολέμου. Ουσιαστικά οι πληθυσμοί αυτοί έγιναν θύματα των τουρκικών αντιποίνων για τη συστράτευση με τους Ρώσους των ομοεθνών τους της ρωσοκρατούμενης Ανατολικής Αρμενίας[46].

Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος δίχασε και την ελληνορθόδοξη κοινότητα της Τραπεζούντας. Ορισμένα μέλη της συμμερίζονταν τους φόβους των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και της Θράκης για τα σχέδια των Ρώσων, θεωρώντας τα μεροληπτικά υπέρ των Σλάβων και βλαπτικά για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. Άλλοι πάλι δεν μπορούσαν να μην επηρεαστούν από τον αγώνα μιας ομόδοξης δύναμης εναντίον των Οθωμανών. Μερικοί Έλληνες, εξάλλου, του Πόντου είχαν αποκτήσει ρωσική υπηκοότητα και ήταν υποχρεωμένοι –αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου– να ακολουθήσουν το προσωπικό του ρωσικού προξενείου και να καταφύγουν στη Ρωσία. Όσοι δεν το έκαναν, εξαναγκάζονταν από τους Οθωμανούς να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους ως το τέλος του έτους, όπως και μερικοί Έλληνες επιχειρηματίες που είχαν οικονομικές συναλλαγές με τη Pωσία[47]. Τέλος, ορισμένοι, που προέρχονταν από το ελληνικό βασίλειο και είχαν αποκτήσει τη ρωσική υπηκοότητα, υποχρεώθηκαν και αυτοί να φύγουν για την Eλλάδα[48].

O πόλεμος με τις ποικίλες του όψεις έκανε αισθητή την παρουσία του στην Tραπεζούντα και στις ανατολικές της επαρχίες: Αρκετοί κάτοικοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, οι οποίοι δεν είχαν επιστρατευθεί, πήραν μέρος υποχρεωτικά στη μεταφορά πολεμοφοδίων στο μέτωπο. Η εργασία αυτή ήταν εξαιρετικά επίπονη, λόγω της έλλειψης μέσων, αλλά και των άθλιων συνθηκών στις οποίες ζούσαν οι  άνθρωποι αυτοί. Tην ίδια περίοδο παύθηκε ο διοικητής της Tραπεζούντας Kασίμ πασάς με το επειχείρημα ότι δεν έδειξε τον αναμενόμενο ζήλο για τη μεταφορά των στρατευμάτων και των πολεμοφοδίων στο Eρζερούμ. Αντικαταστάθηκε από τον Iμπραΐμ Mόραλι πασά, διοικητή ως τότε στο βιλαέτι του Aρχιπελάγους[49].

Ρώσοι αξιωματικοί στο μέτωπο του Καυκάσου.

H κατάσταση για τον χριστιανικό πληθυσμό επιδεινώθηκε μετά την προσωρινή ανακοπή της προέλασης των Pώσων. Δεκάδες χριστιανικά χωριά (ελληνικά, αλλά κυρίως αρμενικά) καταστράφηκαν από τις επιδρομές ατάκτων Kούρδων και Kιρκασίων, αλλά και από τα μετακινούμενα στη ρωσοτουρκική μεθόριο στρατεύματα[50]. Η βιαιότητα των επιδρομών αυτών προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις όχι μόνο στο εξωτερικό (ακόμα και στη Μ. Βρετανία), αλλά και στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, με σημαντικότερη ίσως τη γενναία διαμαρτυρία των Ελλήνων και Αρμενίων βουλευτών στην Οθωμανική Βουλή στις 14/26 Ιουνίου 1877[51].

Προβλήματα αντιμετώπισαν και οι χριστιανοί κάτοικοι (Έλληνες, Ρώσοι, Βούλγαροι κ.ά.) της ρωσοκρατούμενης Αμπχαζίας: Η επιχείρηση του οθωμανικού στόλου στα δυτικά παράλια της Γεωργίας τον Mάιο του 1877 που συνοδεύτηκε από την φιλοτουρκική εξέγερση των μουσουλμάνων Aμπχαζίων, τους ανάγκασε να εγκαταλείψουν τις σχετικά πρόσφατα αποκτημένες πατρίδες τους και να καταφύγουν πανικόβλητοι στην ενδοχώρα[52]. Μερικοί μάλιστα από τους Έλληνες της Αμπχαζίας, οι οποίοι  είχαν εγκατασταθεί στην πόλη Πιτσούντα, στα βόρεια του Σοχούμ, μεταφέρθηκαν στον Πόντο, μαζί με χιλιάδες άλλους πρόσφυγες, χριστιανούς και μουσουλμάνους, που από τον Iούνιο του 1877 άρχισαν να καταφθάνουν από τα διάφορα πολεμικά μέτωπα του Kαυκάσου. Mέχρι τις 3 Σεπτεμβρίου είχαν μεταφερθεί στην Τραπεζούντα με πλοία 30.828 άνθρωποι και 19.954 ζώα· μαζί τους και οι τραυματίες του οθωμανικού στρατού[53]. Στην περίθαλψη των τραυματιών που διοχετεύθηκαν σε τρία στρατιωτικά νοσοκομεία που στήθηκαν έξω από την ποντιακή πρωτεύουσα, συνέβαλε και η ορθόδοξη κοινότητα, η οποία επίσης δραστηριοποιήθηκε και για τη στήριξη –οικονομική και ηθική—των χριστιανών της Aμπχαζίας. Η στήριξη αυτή, πέρα από τα προβλήματα επιβίωσης, επιβαλλόταν για έναν πρόσθετο λόγο: Οι πρόσφυγες δέχονταν συνεχώς πιέσεις να εξισλαμιστούν. Οι Έλληνες βέβαια της Τραπεζούντας βοήθησαν καταρχήν τους συμπατριώτες τους, τους οποίους στέγασαν πρόχειρα σε μία εκκλησία, αναλαμβάνοντας και την συντήρησή τους[54]. Φαίνεται, πάντως, ότι οι χριστιανοί της Αμπχαζίας αντιστέκονταν σθεναρά στις πιέσεις των οθωμανικών αρχών, μη διστάζοντας να ζητούν την επιστροφή τους στη ρωσική επικράτεια, από την οποία, όπως υποστήριζαν, απομακρύνθηκαν χωρίς τη θέλησή τους. Για να εξουδετερώσουν μάλιστα τις πιέσεις των μουσουλμάνων, προσέτρεξαν στη βοήθεια του Βρετανού και του Γερμανού προξένου της Τραπεζούντας, οι οποίοι με τη σειρά τους ειδοποίησαν τις πρεσβείες τους στην Κωνσταντινούπολη για να παρέμβουν στην Υψηλή Πύλη. Οι Οθωμανοί, ωστόσο,  προσπάθησαν να παρακάμψουν τις ενέργειες αυτές μεταφέροντας τους πρόσφυγες από την Τραπεζούντα στην Ποντοηράκλεια, «ένθα το οχληρόν των χριστιανών προξένων όμμα δεν θα παρακωλύει το εκπολιτιστικόν έργον του εξισλαμισμού», κατά την ειρωνική έκφραση του Έλληνα υποπρόξενου. Αλλά και στην ίδια την Τραπεζούντα φέρεται και ο διοικητής να πιέζει τους πρόσφυγες, υποκύπτοντας σε πιέσεις επιτροπής «εκ Τούρκων φανατικών». Στη Σαμψούντα πάλι οι ίδιες οι οθωμανικές αρχές «εργάζονται προς αλλαξοπιστίαν των εν τη πόλει εκείνη Αβασγών (Αμπχαζίων)»[55].

Όλες αυτές οι απόπειρες έπεσαν στο κενό, επειδή στο μεταξύ οι Ρώσοι, ύστερα από μια πρόσκαιρη ανακοπή και μερικές αποτυχίες, άρχισαν και πάλι να προελαύνουν κυριεύοντας το Καρς, αποκόπτοντας την Tραπεζούντα και φτάνοντας ως τα πρόθυρα του Ερζερούμ και του Βατούμ (Νοέμβριος 1877-Ιανουάριος 1878)[56]. Τελικά, με την υπογραφή αρχικά της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878) και στη συνέχεια του Βερολίνου (Ιούλιος 1878) οι επαρχίες του Αρνταχάν, του Καρς και του Λαζιστάν με το Βατούμ πέρασαν στη ρωσική κυριαρχία.

Γεωργιανοί πολιτοφύλακες στις τάξεις του ρωσικού στρατού.

Οι αντιδράσεις των μουσουλμάνων κατοίκων των περιοχών αυτών –και ιδιαίτερα των Λαζών για το Βατούμ[57]— δεν απέτρεψαν την αλλαγή των συνόρων. Εξάλλου, με το διμερές (ρωσοτουρκικό) Πρωτόκολλο της Kωνσταντινούπολης (27 Iαν./8 Φεβρ. 1879) νομιμοποιήθηκε η εθελούσια έξοδος των πληθυσμών εκατέρωθεν των συνόρων, με την προϋπόθεση της ρευστοποίησης των περιουσιακών τους στοιχείων μέσα σε τρία χρόνια. Το γεγονός αυτό, αλλά και η ανατροπή στο συνέδριο του Βερολίνου των όρων της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου που μεριμνούσαν για την εγγύηση (με τα ρωσικά όπλα) της ασφάλειας των χριστιανών (των Αρμενίων ονομαστικά) κατοίκων των ανατολικών επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[58], είχε ως αποτέλεσμα αθρόες μετοικεσίες Ελλήνων και Αρμενίων από την περιοχή του Πόντου στις νέες κτήσεις των Ρώσων. Ένα μέρος άλλωστε των χριστιανών ακολούθησε –με βάση το ίδιο πρωτόκολλο– τα ρωσικά στρατεύματα κατά την αποχώρησή τους από τα οθωμανικά εδάφη[59]. Όλα αυτά είχαν σοβαρές συνέπειες στη δημογραφική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη και στην τύχη γενικότερα του ελληνικού και αρμενικού πληθυσμού της ευρύτερης περιοχής. ΄Ετσι, όσα συνέβησαν στη διάρκεια της κρίσης του 1876-1878, θα αποτελέσουν απλό «πρόλογο» σε ακόμα πιο δραματικά κεφάλαια της ιστορίας των βορειοανατολικών επαρχιών της Μικράς Ασίας: Στη δεκαετία του 1890 και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Έλληνες και οι Αρμένιοι κάτοικοι του Πόντου θα ξαναζήσουν νέες δοκιμασίες και ανατροπές καταστάσεων, οι οποίες όμως θα οδηγήσουν αυτή τη φορά στο οριστικό τέλος της εκεί ιστορικής τους παρουσίας[60].

 

Η Άρτεμις Ξανθοπούλου-Κυριακού είναι Ομότιμη Καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και Πρόεδρος του ΔΣ του Κέντρου Ποντιακών Ερευνών.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Η βιβλιογραφία είναι μεγάλη. Εισαγωγή στις διπλωματικές επιπλοκές της εξέγερσης αποτελεί το εγχειρίδιο του M. S. Anderson, The Eastern Question, 1774-1923. A Study in International Relations, Nέα Yόρκη, Macmillan/St. Martin’s P., 1966, σ. 178 κ.ε. Για τις σερβικές αντιδράσεις, που έπαιξαν το σημαντικότερο ρόλο κατά την πρώτη φάση της κρίσης, βλ. Δ. Β. Τζώρτζεβιτς, Ιστορία της Σερβίας, 1800-1918, μετάφρ. Ν. Παπαρρόδου, Θεσσαλονίκη, IMXA, 1970, σ. 185 κ.ε., 192 κ.ε. Τις ελληνικές αναλύει ο Ευ. Κωφός, Η Ελλάδα και το Ανατολικό Ζήτημα, 1875-1881. Από τις επαναστάσεις Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στην ενσωμάτωση της Θεσσαλίας, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 2001, σ. 42 κ.ε. (η πρωτότυπη αγγλική έκδοση: E. Kofos, Greece and the Eastern Crisis, 1875-1878, Θεσσαλονίκη, ΙΜΧΑ, 1975).

[2] Η κοινή γνώμη, πάντως, αλλά και ο διπλωματικός κόσμος της Μ. Βρετανίας διχάστηκαν ως προς τη στάση τους έναντι των γεγονότων, τουλάχιστον ως τις βουλγαρικές σφαγές· βλ. Richard Millman, Britain and the Eastern Question, 1875-1878,  Oξφόρδη, Clarendon Press, Oxford University Press, 1979, σ. 176 κ.ε., 240 κ.ε. Πρβλ. John P. Rossi, «Catholic Opinion on the Eastern Question, 1876-1878», Church History, 51/1 (1982), σ. 54-70.

[3] Τζώρτζεβιτς, ό.π., σ. 191-196. Για τις αντιδράσεις της Ελλάδας: Κωφός, Η Ελλάδα…, σ. 58 κ.ε.

[4] Για την αμφιλεγόμενη ευθύνη του στην αρνητική για τους Σέρβους έκβαση του πολέμου, βλ. David MacKenzie, «Panslavism in Practice: Cherniaev in Serbia (1876)», The Journal of Modern History, 36/3 (1964), σ. 279-297.

[5] Για τα μέτωπα αυτά βλ. W. E. D. Allen – Paul Muratoff, Caucasian Battlefields: A History of the Wars on the Turco-Caucasian Border, 1828-1921, Cambridge Univ. Press, 1953, σ. 23 κ.ε.

[6] Allen – Muratoff, ό.π., σ. 110-111.

[7] Την τουρκόφωνη βιβλιογραφία για τις άλλοτε υποχρεωτικές και άλλοτε εθελούσιες εκείνες μετοικεσίες κατέγραψε ο Paul Dumont, «L’émigration des musulmans de Russie vers l’Empire ottoman au XIXe siècle. Aperçu bibliographique des travaux en langue turque», Les migrations internationales de la fin du xviiie siècle à nos jours (International Commission for the History of Social Movements and Structures), Παρίσι, CNRS, 1980, σ. 212-218. Για τους πρόσφυγες που διοχετεύθηκαν στις ευρωπαϊκές επαρχίες της αυτοκρατορίας βλ. Marc Pinson, «Ottoman Colonization of the Circassians in Rumili after the Crimean War», Études balkaniques 8/3, 1972, p. 71-85, Alan W. Fisher, «Emigration of Muslims from the Russian Empire in the Years after the Crimean War», Jahnbücher für Geschichte Osteuropas, 35 (1987), σ. 356-71, και Aγγελική Σφήκα-Θεοδοσίου, «Aπόπειρες εποικισμού Kιρκασίων στη Θεσσαλία (1874-1876)», Eγνατία. Eπιστ. Eπετ. Tμήματος Iστορίας και Aρχαιολογίας A.Π.Θ., 1 (1989), σ. 261-274. Για βιαιοπραγίες και καταστροφές σε ελληνικά χωριά του Πόντου και την Παναγία Σουμελά, βλ. Anthony Bryer, «The Pontic Revival and the New Greece», στο Hellenism and the First Greek War of Liberation (1821-1830): Continuity and Change, Θεσσαλονίκη, IMXA, 1976, σ. 183, ενώ στα αντίστοιχα παθήματα των Αρμενίων (που ήταν πολλαπλάσια και προκάλεσαν σοβαρά διπλωματικά ζητήματα) αναφέρεται ο A. O. Sarkissian, History of the Armenian Question to 1885,  Urbana Ill., 1938, σ. 57-59.

[8] Το βρετανικό ενδιαφέρον της για την περιοχή είχε εκδηλωθεί ήδη από την προ του Κριμαϊκού Πολέμου περίοδο, όπως φαίνεται από τη δράση διαφόρων Βρετανών πρακτόρων, όπως π.χ. του William Gifford Palgrave, για τον οποίο βλ. Anth. Bryer, «The Crypto-Christians of the Pontos and Consul William Gifford Palgrave», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 4 (1983), σ. 13-68. Στον αγγλικό παράγοντα σε σχέση με τις εμπορικές δραστηριότηντες ατην περιοχή εξετάζει ο Üner A. Turgay, «Ottoman-British Τrade through Southeastern Black Sea Ports during the Nineteenth Century”, στο Economie et societes dans l’empire ottoman (fin du XVIIIe-début du XXe siècle),  επιμ. Jean-Louis Bacque-Grammont – Paul Dumont, Παρίσι, CNRS, 1983, σ. 297-315.

[9] Στην εργασία θα προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε καταρχήν το πληροφοριακό υλικό των εκθέσεων των Biliotti  και Μπέτσου –με αποδέκτες τις αντίστοιχες πρεσβείες τους στην Κωνσταντινούπολη.

[10] Όταν οι ημερομηνίες είναι διαθέσιμες με το παλιό και νέο ημερολόγιο αναγράφονται και οι δύο. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις αναφέρονται με βάση το νέο ημερολόγιο. Τα αναφερόμενα γεγονότα της Θεσσαλονίκης αναλύει ο Απ. Ε. Bακαλόπουλος, «Tα δραματικά γεγονότα της Θεσσαλονίκης κατά το Mάιο 1876 και οι επιδράσεις τους στο Aνατολικό Zήτημα», Mακεδονικά, 2 (1953), σ. 193-262 (=Παγκαρπία μακεδονικής γης. Mελέτες Aποστόλου E. Bακαλοπούλου, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 101-169). Για το συλλαλητήριο των σοφτάδων στην Κωνσταντινούπολη, που ανάγκασε τον σουλτάνο να απολύσει μερικούς υπουργούς, αλλά και σε άλλα δραματικά επεισόδια που ακολούθησαν (δολοφονίες κλπ.), βλ. Bernard Lewis, The Emergence of Modern Turkey, Λονδίνο, Oxford Univ. Press, 1968, σ. 160 κ.ε. Πρβλ. και Paul Dumont, “La période des Tanzîmat (1839-1878”, Histoire de l’ Empire Ottoman, επιμ. Robert Mantran, Παρίσι 1989 σ. 514.

[11] Για το ζήτημα: Roderic H. Davison, «Turkish Attitudes concerning Christian-Muslim Equality in the Nineteenth Century», American Historical Review, 59 (1953-54), σ. 844-864.

[12] PRO/FO (Public Record Office 195,  1100 (1876), 12 Iανουαρίου 1876 . Οι αλλαγές στο ζήτημα της στράτευσης είχαν αρχίσει από την επόμενη του Κριμαϊκού Πολέμου, αλλά έμεναν ανενεργές για δεκαετίες. Ουσιαστικά, η καθιέρωση κοινών υποχρεώσεων στρατιωτικής θητείας για μουσουλμάνους και χριστιανούς νομοθετήθηκε το 1871, αλλά εφαρμόστηκε στην πράξη μόνο μετά την επικράτηση των Νεοτούρκων στα 1908· βλ. τη σχετική βιβλιογραφία στου Erik-Jan Zürcher, «The Ottoman Conscription System in Theory and Practice, 1844-1918», International Review of Social History, 43/3 (1998), σ. 437-449· πρβλ. Lewis, The Emergence…, σ. 116, 337-338.

[13] PRO/FO 195, 1100 (1876), 20 και 31 Iανουαρίου 1876.

[14] PRO/FO 195, 1100 (1876), 10 Mαΐου 1876.

[15] Πρβλ. Zürcher, ό.π., σ. 446-447, όπου επισημαίνεται ότι στο νομοθέτημα του 1871 δεν γίνεται καμιά αναφορά σε υποχρέωση στράτευσης των μη μουσουλμάνων υπηκόων του σουλτάνου.

[16] PRO/FO 195, 1100 (1876), 10 Mαΐου 1876. Τελικά, το πρώτο οθωμανικό «Κοινοβούλιο» συνήλθε το Φεβρουάριο του 1877 (Lewis, ό.π., σ. 167-169, και Ziya Karal Enver, «Non-Muslim Representatives in the First Constitutional Assembly, 1876-1877», Christians and Jews in the Ottoman Empire, επιμ. Benj. Braude – Bern. Lewis, τόμ. 1, Λονδίνο, 1982, σ. 394-400, όπου και αναφορά στην αναλογία εκπροσώπησης μουσουλμάνων-χριστιανών. Τα ονόματα των έκλεγμενων Ελλήνων εκπροσώπων, ανάμεσά τους και του εκπροσώπου Τραπεζούντας «Γιωργάκη Καρβουνίδη»  βλ. Αλέξης Αλεξανδρής, «Οι Έλληνες στην υπηρεσία της οθωμανικής αυτοκρατορίας 1850-1922»,ΔΙΕΕ 23(1980) 378, σημ. 38. Η οικογένεια του  Γεώργιου Καρβουνίδη είχε ισχυρά ερείσματα στην ελληνική κοινότητα. Ο πατέρας του, προφανώς, Δημήτριος Καρβουνίδης (ή επί το λογιότερον Καρβωνίδης) είχε ενεργό ανάμιξη στα κοινά της πόλης από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα: Επαμεινώνδας Θ. Κυριακίδης, Βιογραφίαι των εκ Τραπεζούντος και της περί αυτήν χώρας από της Αλώσεως μέχρις ημών ακμασάντων λογίων μετά Σχεδιάσματος ιστορικού περί του ελληνικού Φροντιστηρίου των Τραπεζουντίων, Αθήνα 1897, σ. 237-240· πρβλ. Σ. Α. Χατζησαββίδης, Ελληνική εκπαίδευση και πνευματική ζωή στην Τραπεζούντα του Πόντου (1461-1922), Θεσσαλονίκη, Αφοί Κυριακίδη, 1993, σ. 80.

[17] Το έργο παρουσιάστηκε σε διασκευή Αλέξανδρου Σταµατιάδη. Χρ. Σταµατοπούλου-Βασιλάκου, Το ελληνικό θέατρο στην Κωνσταντινούπολη το 19ο αιώνα, τόμ. 1, Αθήνα, 1994, σ. 155-156.

[18] Στις διενέξεις αυτές, που δεν έχουν ακόμα μελετηθεί συστηματικά, αναφέρεται ο Στάθης Πελαγίδης, «Η κρίση της δεκαετίας του 1870 στη Μητρόπολη Τραπεζούντας: Νέα στοιχεία. Ο άγνωστος ρόλος του ελληνικού υποπροξενείου Τραπεζούντας», ΣΤ΄ Πανελλήνιο Ιστορικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 79-89, όπου και η παλαιότερη βιβλιογραφία.

[19] PRO/FO 195, 1100 (1876), ό.π.

[20] PRO/FO 195, 1100 (1876), 1 και 12 Iουνίου 1876.

[21] Για τα γεγονότα αυτά βλ. Roderic Davison, Reform in the Ottoman Empire, 1856-1876,  Princeton, Princeton University Press, 1963, σ. 327 κ.ε.

[22] PRO/FO 195, 1100 (1876), 21 Αυγούστου 1876, όπου μνεία ποικίλων εγκληματικών ενεργειών κατά των χριστιανών στα περίχωρα της Τραπεζούντας.

[23] Βλ. σύντομη απαρίθμηση των επιθέσεων εναντίον αρμενικών οικισμών μεταξύ των ετών 1870-1874 στου Sarkissian, History, σ. 35-40.

[24] British Parliamentary Reports, Turkey, 1877, αριθ. 15, σ. 8· πρβλ. Sarkissian, ό.π., σ. 55 και σημ. 56-57.

[25] Sarkissian, History, σ. 51-54.

[26] PRO/FO 195, 1100 (1876), 23 Iουνίου, 1, 13 και 31 Iουλίου 1876. Για την αντικατάσταση με πληρωμή ενός στρατευσίμου (που είχε καθιερωθεί ήδη από το 1848 και ανανεώθηκε το 1871 ως bedel-i ahsî), βλ. Zürcher, ό.π., σ. 445.

[27] PRO/FO 195, 1100 (1876), 31 Αυγούστου 1876.

[28] Την επίσκεψή του στην Αρμενία και την ανάβασή του στο Αραράτ την αφηγείται ο ίδιος James Bryce, «On Armenia and Mount Ararat», Proceedings of the Royal Geographical Society of London, 22/3 (1877-1878), σ. 169-186, όπου και οι παρατηρήσεις άλλων μελών της Γεωγραφικής Εταιρείας του Λονδίνου.

[29] James Bryce, Transcaucasia and Ararat, being Notes of a Vacation Tour in the Autumn of 1876, α΄ έκδ., Λονδίνο, 1877, σ. 365-388, 400-406.

[30] Ο Bryce σύνδεσε το όνομά του με τη πρώτη σημαντική συλλογή αρχειακών τεκμηρίων και προφορικών μαρτυριών για την αρμενική γενοκτονία του 1915-1916· πρόκειται για τη «Γαλάζια Βίβλο» (Blue Book), που ετοιμάστηκε με εντολή της βρετανικής κυβέρνησης και με την ουσιαστική βοήθεια του νεαρού τότε Arnold Toynbee: The Treatment of Armenians in the Ottoman Empire, 1915-1916. Documents presented to Viscount Grey of Fallodon, Secretary of State for Foreign Affairs, Λονδίνο, HMSO, 1916. Γενικά για την φιλοαρμενική δραστηριότητά του βλ. H. A. L. Fisher, James Bryce (Viscount Bryce of Dechmont, O.M.), Νέα Υόρκη 1972, passim.

[31] PRO/FO 195, 1100 (1876), 2 Σεπτεμβρίου 1876.

[32] Niyazi Berkes, The Development of Secularism in Turkey, Montreal 1964, σ. 223 κ.ε. Πρβλ. Lewis, ό.π., σ. 164-169.

[33] Aρχείο Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών [στο εξής: ΑYE], 1877, 77/1, 3, Προξενικά, 6 Iανουαρίου 1877. Η ανακήρυξη άλλωστε του οθωμανικού Συντάγματος δεν είχε πείσει ούτε τους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων που είχαν συμμετάσχει στη Συνδιάσκεψη της Κωνσταντινούπολης (5 Δεκ.-20 Ιαν. 1877): Μ. Θ. Λάσκαρις, Το Ανατολικόν Ζήτημα, 1800-1923, Θεσσαλονίκη 1948, σ. 282-284.

[34] PRO/FO 195, 1100 (1876), 27 Δεκεμβρίου 1876.

[35] Τις αντιδράσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά των Ελλήνων στις αποφάσεις της Συνδιάσκεψης αναλύει ο Κωφός, ό.π., σ. 69-80.

[36] Aλέξης Aλεξανδρής, «Oι ‘Eλληνες…», ό.π., σ. 376-377, όπου και στοιχεία για τα μέλη της Συνταγματικής Επιτροπής, τα οποία υπέβαλαν στον Αβδούλ Χαμίτ τις προτάσεις τους στις 20 Νοεμβρίου 1876. Ανάμεσά τους και οι Έλληνες Αλέξανδρος Καραθεοδωρή και Ιωάννης. Πρβλ. Και όσα στην υποσημ. 16 της παρούσας εργασίας.

[37] Sarkissian, History, σ. 58-59. Πρβλ. B. H. Sumner, Russia and the Balkans, 1870-1880, Λονδίνο, Clarendon Press, 1937 (ανατ. 1962), σ. 243-244, 416-417.

[38] Σε σύνολο 70 μουσουλμάνων και 50 μη μουσουλμάνων εκπροσώπων: Aλεξανδρής, ό.π., σ. 378 και σημ. 38 (όπου και τα ονόματα των Eλλήνων συνέδρων).

[39] PRO/FO 195,1141 (1877), 26 Aπριλίου 1877.

[40] «…The Turks of Trebizond consider themselves like something more than Turks in general;they are Trebizonlees before anything else…the general circumstances of the Empire produce less impression, than elsewhere in  Turkey…” (PRO/FO 195  1100 (1876), 31 Iανουαρίου 1876).

[41] Το ιδεολογικό υπόβαθρο των «Νέων Οθωμανών» αναλύει ο  ??erif Mardin, The Genesis of Young Ottoman Thought: A Study in the Modernization of Turkish Political Ideas, Princeton, Princeton Univ. Press, 1962 (β΄ έκδ., Syracuse University Press, 2000· βλ. κυρίως, σ. 10-80).

[42] AYE 1877, 77/1, 3 Προξενικά, 6 Iαν. 1877. Άλλοι υπολογισμοί ανέβαζαν τη συνολική δύναμη των Οθωμανών στην περιοχή σε 90.000 άνδρες: Allan-Muratoff, Caucasian Battlefields, σ. 112 κ.ε., 124, όπου στοιχεία για τη διοίκηση και τον εξοπλισμό τους, για την περιφερειακή οχύρωση του Βατούμ από τον Ούγγρο αρνησίθρησκο Kolman (Feyzi πασά), αλλά και για τη διάταξη των ρωσικών στρατευμάτων της Υπερκαυκασίας.

[43] AYE 1877, 77/1, 3 Προξενικά, 6 Iαν. 1877.

[44] PRO/FO 195, 1141 (1876) 22 Iανουαρίου και 17 Φεβρουαρίου 1877. Γενική θεώρηση του προβλήματος προσφέρει ο Στάθης Πελαγίδης, Tο κρυπτοχριστιανικό ζήτημα στον Πόντο, Θεσσαλονίκη, Kυριακίδης, 1996 (βλ. κυρίως σ. 149-154).

[45] PRO/FO 195 , 1141 (1877) 20 και 30 Μαρτίου, 2 Απριλίου, 15 , 17, 23 και 25 Mαΐου 1877. Στα δεινοπαθήματα των κατοίκων του Eρζερούμ και του Kαρς κατά τον πόλεμο και τις περιπέτειες των κατοίκων στις εκκλησιαστικές επαρχίες Θεοδοσιουπόλεως, Xαλδίας, Kολωνείας, Nεοκαισαρείας και Aγκύρας αναφέρεται ο Πανάρετος Tοπαλίδης (Bαζελιώτης), «Oι Έλληνες του Kαυκάσου», Eκκλησιαστική Αλήθεια, 30 (1910), σ.  249-251, 295-297, 360-362, 377-378. Γενικά για τις επιπτώσεις του πολέμου στους χριστιανικούς πληθυσμούς του Πόντου,  Έλληνες και Aρμενίους, βλ. A. Ξανθοπούλου-Kυριακού, «Mεταναστεύσεις των Eλλήνων στον Kαύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 10 (1993-1994), σ. 119-121.

[46] Sarkissian, ό.π., σ. 57. Για την προέλαση των Ρώσων στην περιοχή του Αρνταχάν (τέλη Απριλίου-αρχές Μαΐου 1877), βλ. Allan-Muratoff, ό.π., σ. 116-119, όπου η υποχώρηση των Οθωμανών αποδίδεται κυρίως στην κακή οργάνωση της άμυνάς τους.

[47] PRO/FO 195, 1141 (1877) 19 Aπριλίου.

[48] PRO/FO 195, 1141 (1877) 30 Aπριλίου, 27 Oκτωβρίου, 17 Δεκεμβρίου.

[49] PRO/FO 195 , 1141 (1877) 15 , 17, 23 και 25 Mαΐου 1877. Για τα δεινοπαθήματα των κατοίκων του Eρζερούμ και του Kαρς κατά τον πόλεμο και τις περιπέτειες των κατοίκων στις εκκλησιαστικές επαρχίες Θεοδοσιουπόλεως, Xαλδίας, Kολωνείας, Nεοκαισαρείας και Aγκύρας βλ. Πανάρετος Tοπαλίδης (Bαζελιώτης), «Oι Έλληνες του Kαυκάσου», EA 30 (1910), σ. 249-251, 295-297, 360-362, 377-378. Σύντομη αναφορά στα γεγονότα που ακολούθησαν με την έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1877-1878 και τις επιπτώσεις τους στους χριστιανικού πληθυσμούς Έλληνες και Aρμενίους βλ. A. Ξανθοπούλου-Kυριακού, «Mεταναστεύσεις των Eλλήνων στον Kαύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 10 (1993-1994), σ. 119-121, όπου και η προηγούμενη βιβλιογραφία.

[50]  Σύμφωνα με περιγραφές Άγγλου αυτόπτη μάρτυρα, μέσα σε δύο περίπου μήνες, το καλοκαίρι του 1877, αφανίσθηκαν στο οροπέδιο του Aλασκέρτ από τις κουρδικές επιδρομές και τις αλλεπάλληλες αναγκαστικές μετακινήσεις αμάχων και στρατευμάτων πάνω από εκατόν δέκα χωριά, όλα σχεδόν χριστιανικά: Charles B. Norman, Armenia and the Campaign of 1877, Λονδίνο 1878, σ. 247, 260, 263, 267, 273, 299· πρβλ. Walker Christopher J. Walker, Armenia. The Survival of a Nation, Λονδίνο, Croom Helm, 1980, σ. 110. Πρβλ. και όσα εξιστορεί ο Πανάρετος Tοπαλίδης (Bαζελιώτης), «Oι Έλληνες», σ. 360-361 για τον κατατρεγμό των κατοίκων του Kαρς και του Eρζερούμ, αλλά και των χριστιανών που υπάγονταν στις υπόλοιπες ορθόδοξες μητροπόλεις του Πόντου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει σχετική έκθεση του Έλληνα υποπρόξενου της Τραπεζούντας Ναπολέοντα Μπέτσου (Α.Υ.Ε. 1877, 76/ 1, 2, Περί καταστάσεως της εκκλησίας εν Τραπεζούντι, αρ. 291, 26 Μα΄ϊου 1877), όπου κρίσεις για την τουρκική στρατηγική και την ψυχολογική κατάσταση του τακτικού στρατού, αλλά και τη συμπεριφορά των ατάκτων Κιρκασίων. Για την κακή φήμη των Κιρκασίων και τα προβλήματα που δημιουργούσαν κατά το πέρασμά τους από τις πόλεις και την ύπαιθρο του Πόντου με προορισμό το μέτωπο του Καυκάσου πρβλ. και όσα σημειώνει ο Biliotti σε έκθεσή του της 6 Ιουνίου (PRO/FO 195, /1141 (1877).

[51]  Η διαμαρτυρία εκείνη αποτέλεσε και την πρώτη επίσημη προβολή του Αρμενικού Ζητήματος: I. K. Hassiotis, «Grecija i Armjanski Vopros», Armjanski Vopros Ensiklopedija, επιμ. K. S. Houdaverdian, Eριβάν 1991, σ. 152-153· πρβλ. Sarkissian, ό.π., σ. 59, και Robert F. Zeidner, «Britain and the Launching of the Armenian Question», International Journal of Middle East Studies, 7 (1976), σ. 470-471.

[52]  Για τις απροσδόκητες για τους Ρώσους επιτυχίες των Οθωμανών στο Σοχούμ και σε άλλες παράλιες περιοχές της Αμπχαζίας, αλλά και για τη φυγή των χριστιανών εποίκων, βλ. Allan-Muratoff, ό.π., σ. 126-129. Για τις ελληνικές εγκαταστάσεις στην Αμπχαζία στα τέλη της δεκαετίας του 1860, βλ. A. Ξανθοπούλου-Kυριακού, «Mετοικεσίες των Eλλήνων του Πόντου προς τις χώρες του Kαυκάσου (1829-αρχές 20ού αι.)», Oι Έλληνες της Pωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης: Mετοικεσίες και εκτοπισμοί, οργάνωση και ιδεολογία, επιμ. I. K. Xασιώτης, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 1997, σ. 85-104, όπου και πληροφορίες για τα αίτια και τους όρους της μετανάστευσης, αλλά και τις περιοχές εγκατάστασης στο ρωσικό Καύκασο και στην Αμπχαζία ειδικότερα.

[53] PRO/FO 195 , 1141 (1877) 14 Iουλίου, 8, 15 και 23 Aυγούστου, 3 Σεπτεμβρίου 1877, όπου και η πληροφορία ότι μέσα σε δύο περίπου μήνες στα νοσοκομεία εκείνα είχαν νοσηλευθεί 4.518 στρατιώτες, από τους οποίους πέθαναν οι 277.

[54] PRO/FO 195 , 1141 (1877) 12 Iουνίου.

[55] ΑΥΕ, 1877, 76/1, 2: Περί της καταστάσεως της Εκκλησίας εν Τραπεζούντι, 31 Αυγούστου. Πρβλ. και αναφορά της 1 Σεπτεμβρίου 1877.

[56] Αναλυτικότατη έκθεση των πολεμικών γεγονότων στους Allan-Muratoff, ό.π., σ. 133 κ.ε., 211-217. Αναφορές στη δραστηριοποίηση των μουσουλμάνων κυρίως κατοίκων της Τραπεζούντας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν το ενδεχόμενο κατάληψης της πόλης από τους Ρώσους στο PRO/FO 195, 1187 (1878): εκθέσεις της 14, 15, 18 και κυρίως της 22 και 29 Iανουαρίου. 1878. Μνεία των γεγονότων και των λύσεων που υιοθετήθηκαν για την περιοχή στην Ξανθοπούλου-Κυριακού, «Μεταναστεύσεις», ΔΚΜΣ 10(1993-1994), σ. 120-122, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[57] PRO/FO 195, 1187 (1878), 26 Απριλίου 1878, όπου για την αποστολή στον Υψηλή Πύλη εκμέρους 943 επιφανών μελών μουσουλμανικών και των χριστιανικών κοινοτήτων έκκλησης για την παραμονή των πατρίδων τους στην οθωμανική επικράτεια.

[58] Για τους όρους αυτούς και την εξουδετέρωσή τους στο Βερολίνο, η βιβλιογραφία είναι μεγάλη· βλ. ενδεικτικά Sarkissian, History, σ. 64-65, 73-86, και Walker, Armenia, σ. 111-120.

[59] Gabriel Noradounghian, Recueil d’actes internationaux de l’empire ottoman, τόμ. 4 (1878-1902), Παρίσι 1903, σ. 194, 207-208. Λεπτομέρειες για την επίδραση των ρυθμίσεων αυτών στον ελληνικό πληθυσμό του Πόντου, βλ. Ξανθοπούλου-Kυριακού,  «Μεταναστεύσεις», ΔΚΜΣ 10(1993-1994), σ. 122-123.

[60] Βλ. σχετικά I. K. Hassiotis, «The Greeks and the Armenian Massacres, 1890-1896», Neo-hellenica, 4 (Austin, Texas, 1981), σ. 69-109, και του ίδιου, «Shared Illusions: Greek-Armenian Co-operation in Asia Minor and the Caucasus (1919-1922)», Greece and Great Britain during World War I,  Θεσσαλονίκη, IMXA, 1985, σ. 139-192.

Έφυγε από τη ζωή ο Σπύρος Σφέτας

Έφυγε από τη ζωή ο Σπύρος Σφέτας

 

Το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, οι συνάδελφοι και φίλοι του, οι μαθητές του και η επιστημονική κοινότητα θρηνούν την απώλεια του Σπύρου Σφέτα, Καθηγητή Βαλκανικής Ιστορίας. Ο Σπύρος Σφέτας έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 21/11/2021 έπειτα από μια σύντομης διάρκειας περιπέτεια υγείας. Γεννήθηκε στο χωριό Κοιλάδα Λαρίσης το 1960. Το 1978 αποφοίτησε από το Α΄ Λύκειο Αρρένων Λαρίσης και εισήχθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Το 1983 αποφοίτησε από το Ιστορικό Τμήμα της Σχολής. Με υποτροφία αρχικά του Ι.Κ.Υ. και αργότερα του γερμανικού κράτους πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και στη Σλαβολογία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1985-1991). Το 1991 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μονάχου με διατριβή σχετικά με το Μακεδονικό. Επέστρεψε στην Ελλάδα και εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία ως διερμηνέας της γερμανικής και βουλγαρικής στο Δεύτερο και Έβδομο Γραφείο του Τρίτου Σώματος Στρατού. Το 1993 διορίστηκε επιστημονικός συνεργάτης στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Το 1999 εκλέχτηκε Λέκτορας Νεώτερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ και έκτοτε εξελίχθηκε σε όλες τις βαθμίδες έως και εκείνη του Καθηγητή. Αφήνει πίσω του πολλές μελέτες και άρθρα για την Ιστορία των Βαλκανίων, αλλά και για τις τρέχουσες εξελίξεις. Τιμώντας τη μνήμη του, η Clio Turbata αναδημοσιεύει μια παλαιότερη συνέντευξη, την οποία είχε παραχωρήσει το 2016.

Σπυρίδων Σφέτας: Η ευρωπαϊκή “πυριτιδαποθήκη” και το βαλκανικό φιτίλι

Μόσχος Μορφακίδης- Φυλακτός: Η ιστορία στο θέατρο: η κατάκτηση της Κύπρου και η ναυμαχία της Ναυπάκτου στο έργο «Ο Ιερός Συνασπισμός» του Λόπε ντε Βέγκα (Μέρος Β’: Τα πρόσωπα του έργου)

450 χρόνια από τότε

Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός

Η ιστορία στο θέατρο: η κατάκτηση της Κύπρου και η ναυμαχία της Ναυπάκτου στο έργο “Ο Ιερός Συνασπισμός” του Λόπε ντε Βέγκα
(Μέρος Β΄: Τα πρόσωπα του έργου)

 

Το έργο αρχίζει στην Αυλή των σουλτάνων της Κωνσταντινούπολης, όπου η ανατολίτικη χλιδή κεντρίζει τη φαντασία του αναγνώστη, όπως φαίνεται από κάποιους διαλόγους:

Τα άνθη και οι πηγές του κήπου αυτού 111
στ’ άρωμα και στη ροή τους σας καλούν  
κοπιάστε λοιπόν, να σας τα δώσουν,  
και τα χείλη σας κάντε να ζητήσουν  
διάφορα ακατόρθωτα να γίνουν. 115

Μια σειρά από πραγματικά δραματικά πρόσωπα εισάγουν τον αναγνώστη/θεατή στο ιστορικό πλαίσιο της υπόθεσης. Στη αρχή, όπως είναι φυσικό, από τη δομή του έργου, παρελαύνουν οι Τούρκοι πρωταγωνιστές της ιστορίας:

Σελίμ

Ο σουλτάνος Σελίμ Β΄ (Sultan İkinci Selim 1566-1574),1 γιος του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς και της Χουρρέμ, περισσότερο γνωστής ως Ροξελάνα. Πρόκειται για τον πρώτο σουλτάνο που έδειξε αδιαφορία για τις στρατιωτικές και διοικητικές υποθέσεις του κράτους προκειμένου να επιδοθεί στην οινοποσία και στις γυναίκες. Γίνεται, γενικά, αποδεκτό ότι η βασιλεία του σηματοδοτεί την αρχή της οθωμανικής παρακμής. Γνωστός επίσης με το προσωνύμιο «Μέθυσος», θεωρήθηκε άτομο με αδύναμο και ανίκανο χαρακτήρα, που άφησε την εξουσία στον μεγάλο βεζύρη Σοκολού Μεχμέτ Πασά, ο οποίος άσκησε μια αποτελεσματική εξωτερική πολιτική με στρατιωτικές και διπλωματικές επιτυχίες στην Ευρώπη, τη Ρωσία και την Ανατολική Μεσόγειο. Η κατάληψη, όμως, της Κύπρου (1570), προκάλεσε την αντίδραση των χριστιανικών δυνάμεων της Μεσογείου, που είχε ως αποτέλεσμα την ήττα του οθωμανικού στόλου στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) και συνακόλουθα την περιστολή του τουρκικού επεκτατισμού στο χώρο της Μεσογείου.

 

Nigari Reis Haydar, Ο σουλτάνος Σελίμ Β΄, Μουσείο Topkapi, Κωνσταντινούπολη.

Ο Σελίμ Β΄ ήρθε σε νόμιμο γάμο με την οδαλίσκη Νουρμπανού Σουλτάνα (ή Kale Katenou), που λέγεται ότι ήταν βενετικής καταγωγής (ονόματι Cecilia ή Rachel Venier Baffo), μητέρα του διαδόχου του, Μουράτ Γ΄.

Στην αρχή του έργου, παρουσιάζεται ως κακός ηγεμόνας που αδιαφορεί τελείως για τα θέματα του κράτους και επιδίδεται αποκλειστικά στις αισθησιακές απολαύσεις του παλατιού: το χαμάμ, τη μουσική, τον χορό και τις τριακόσιες γυναίκες του χαρεμιού.

Κυρίως, όμως, τον χαρακτηρίζει ο τυφλός έρωτας για την Ρόσα Σολιμάνα (δηλ. την περίφημη Ροξελάνα η οποία, για λόγους εντυπωσιασμού στο έργο, αντικαθιστά την Νουρμπανού Σουλτάνα),2 όπου τον ωθεί μέχρι την ταπείνωση, αναγκάζοντάς τον να γονατίσει μπροστά της και να της προσφέρει τα πάντα:

 

Τον ήλιο ζητήστε, κι αν μετά 121
ο ήλιος δεν αλλάξει θέση,  
εγώ στα πόδια σας τον φέρνω,  

Εξοργίζεται με τις συμβουλές των πασάδων του (Mustafá, Pialí και Ουτσαλί, σε σημείο που τους απειλεί με θάνατο.

Σελίμ      ΄Ατιμο σκυλί,  
                  ακριβώς γι’ αυτό που λες    
                  θα χυθεί το βρωμερό σου αίμα! 395

 

Το φάντασμα του πατέρα του, που τον επιπλήττει για την οκνηρία του και την έλλειψη αρεϊκού φρονήματος, του προκαλεί πανικό και, στη συνέχεια, αλλαγή στάσης που με τη σειρά της εγκαινιάζει μια περίοδο πολεμικών συγκρούσεων:

 

Σελίμ        Μπρος, στρατιώτες, να βγουν τα λάβαρά μου!  
                  Όχι, όχι άλλη απραξία· τρέμε, χριστιανέ, 580
                  τρέμετε γιε του Πέμπτου και Πίε Πέμπτε,  
                  Ούγγαρε και Βενετσιάνε επίσης,  
                  τη δύναμή μου σήμερα θα δει ο κόσμος·  

Η στάση του αλλάζει ακόμη και απέναντι στη Ρόσα Σολιμάνα, την οποία κάποια στιγμή αποπέμπει, ενώ αργότερα φέρνει και άλλη ερωτική σύντροφο (Φάτιμα) με πρόθεση να απολαμβάνει ταυτόχρονα και τις δύο. Οι στρατηγοί του κατακρίνουν έντονα το γεγονός ότι η πολιτική του καθορίζεται από δύο γυναίκες.

Αρνητικά παρουσιάζεται επίσης η αθέτηση του λόγου του για ειρήνη με τη Βενετία, στην οποία αποστέλλει τελεσίγραφο για να του παραδοθεί η Κύπρος και, στη συνέχεια, διατάζει την κατάληψη του νησιού.

Στην Τρίτη Πράξη, η παρουσία του είναι ελάχιστη, όμως αρκετή για να τονίσει και πάλι τον αδύναμο χαρακτήρα του:

Σελίμ           Σολιμάνα, η τιμή μου  
                     κρέμεται από μία μέρα 2065
                     που κάποια συμφορά θα φέρει·  
                     και αφού η τύχη είναι τροχός,  
                    κανείς εμπιστοσύνη δεν της έχει.  

Όταν πρέπει να αποφασίσει για τη ναυμαχία στη Ναύπακτο, για μια ακόμη φορά προσφεύγει στη συμβουλή των δύο γυναικών του, οι οποίες του λένε ανεπιφύλακτα να δώσει τη μάχη.

Σε αντιπαράθεση με τη χριστιανική αρετή του Δον Χουάν του Αυστριακού και την αγάπη του για τον Θεό, ο Σελίμ παρουσιάζεται ως ένας απόλυτος σκλάβος του χυδαίου έρωτα (της venus vulgaris), που λατρεύει την οδαλίσκη του φτάνοντας σε σημείο να γονατίζει μπροστά της και να λέει:

Σελίμ   Λέει ένας φίλος αχλ αλ-χαντίθ 104
             πως ο Αλλάχ είναι παντού,  
            και εγώ δεν αντιλέγω·  
            αφού ο δικός μου είστε ο Αλλάχ,  
            όπου κι αν πάω μαζί μου είστε.  

Ο έρωτας ριζώνει «στο μέρος της ψυχής όπου, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, βρίσκονται η μνήμη και η φαντασία, δηλαδή στην αισθητική ψυχή». Ο σουλτάνος δεν μπορεί να περάσει από την venus vulgaris στην ουράνια και, συνεπώς, είναι ανίκανος για οποιαδήποτε λογική πράξη, γεγονός που αποβαίνει μοιραίο για τα τουρκικά όπλα.3

Ρόσα Σολιμάνα

Ο Σελίμ ήρθε σε νόμιμο γάμο με την οδαλίσκη, Νουρμπανού Σουλτάν, που λέγεται ότι ήταν βενετικής καταγωγής και ονομαζόταν Cecilia Venier Baffo, ή Rachel (ή Kale Katenou). Ο Λόπε ντε Βέγκα υποκαθιστά το όνομά της με αυτό της Ρόσα Σολιμάνα, που παραπέμπει ευθέως στην περίφημη Ροξελάνα,4 η οποία ήταν μητέρα του και σύζυγος του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Η επικρατέστερη θεωρία υποστηρίζει ότι ήταν πολωνικής καταγωγής και θυγατέρα ορθόδοξου ιερέα, που από σκλάβα έφτασε να γίνει σουλτάνα.

Η αιτία αυτής της αλλαγής του ονόματος είναι διπλή:

α) Η θρυλική μορφή της Ροξελάνας, για την οποία ο Σουλεϊμάν έτρεφε έναν παράφορο έρωτα και πάθος, τον σημάδεψε σε όλη του τη ζωή. Το πάθος αυτό συνετέλεσε ώστε, επί 30 έτη, να καταστεί απόλυτη κυρία του χαρεμιού και μία από τις γυναίκες με τη μεγαλύτερη εξουσία στην ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επενέβαινε στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική του κράτους και έκρινε τη τύχη των ανθρώπων που περιέβαλλαν τον σουλτάνο. Η εποχή της έμεινε στη συλλογική μνήμη ως «το σουλτανάτο των γυναικών».5΄Ένα από τα πέντε παιδιά της ήταν ο μετέπειτα σουλτάνος Σελίμ Β΄.

β) Η φήμη της ομορφιάς της σε όλη την Ευρώπη, γεγονός στο οποίο συνέβαλε η λογοτεχνία,6 η μουσική,7 τα θεατρικά έργα και τα διάφορα μυθιστορήματα στα ουκρανικά, τα αγγλικά και τα γαλλικά. Στην Ισπανία αναφέρεται σε διάφορα έργα, όπως του Λόπε ντε Βέγκα.8

O περίφημος πίνακας του Τιτσιάνο ο οποίος, κατόπιν αιτήματος του Σουλεϊμάν, στάλθηκε από τη Βενετία για να απαθανατίσει την μορφή της, γνώρισε πολλαπλά αντίγραφα που συνέτειναν να κορυφωθεί η φήμη της Ροξελάνας σε όλη την Ευρώπη. Ο Λόπε ντε Βέγκα εντυπωσιάστηκε τόσο από αυτόν, που στον Ιερό Συνασπισμό εντάσσει μια ολόκληρη σκηνή στη Σύγκλητο της Βενετίας, η οποία δέχεται τον ζωγράφο για να τον συγχαρεί για το έργο.9 Ο συγγραφέας δείχνει να είναι μαγεμένος με το πορτραίτο της Ροξελάνας, που ζωγράφισε ο Τιτσιάνο, γεγονός που αντανακλάται και σε άλλα έργα του. Ο ερωτικός της χαρακτήρας και η ομορφιά της, περίφημη σε όλη την Ευρώπη, είναι ο λόγος που ο Λόπε ντε Βέγκα επιλέγει να υποκαταστήσει την πραγματική σύζυγο του Σελίμ προκαλώντας, με αυτόν τον τρόπο, μεγαλύτερη αίσθηση στον θεατή, ο οποίος απλά έχει ακούσει για την ιστορία της περίφημης σουλτάνας.

Τιτσιάνο, Η σουλτάνα Ρόσα (1550), Μουσείο Ringling της Sarasota.

Στο Ο Ιερός Συνασπισμός, η Ρόσα Σολιμάνα παρουσιάζεται ως άτομο έξυπνο και ρεαλιστικό που ζητά από τον Σελίμ να μετριάσει το πάθος του και να μην παραμελεί τις υποχρεώσεις του ως μονάρχης. ΄Οταν ο Σελίμ επιπλήττει τους στρατηγούς του η ίδια βάζει φρένο στην οργή του, διότι αντιλαμβάνεται πως οι τελευταίοι του μιλούν σαν πιστοί υπήκοοι.

Σελίμ                     Αχ, σκύλε, φύγε·    
                    γιατί τη φαρμακόγλωσσά σου θα πω    
                    σʼ αυτές τις πόρτες να καρφώσουν!    
                    Πώς σου φαίνεται αυτό;    
Ρόσα           Μη θυμώνεις, κάν’ το για μένα!    
Σελίμ          Γαλήνη έβαλες στο θυμό μου. 305  
   
Ρόσα           Πολύ σʼ ευγνωμονώ    
                    που το θυμό συγκράτησες.    
                    Καλόπιστα σου μίλησαν.    
Σελίμ           Ξέρεις εσύ πόσο σε θέλω;    
Ρόσα           Ήρεμη την αγάπη σου τη θέλω, 310  
                    για να ρυθμίζεις πρώτα απʼ όλα    
                    του κράτους σου τις υποθέσεις.    

Όταν ο Σελίμ βλέπει το φάντασμα του πατέρα του και αλλάζει στάση, η Ρόσα αντιδρά. Αντιδρά ακόμη περισσότερο, όταν εμφανίζεται η νέα του ερωμένη, γιατί νιώθει ότι χάνει την επιρροή της επάνω του.

Ρόσα     ΄Οταν οι άνδρες στο κρεβάτι  
               έχουν ό,τι πια δεν θέλουν  
               κι ό,τι πια τους νευριάζει, 615
               σαν τους αρρώστους κάνουν,  
               και σκιές και θανάτους βλέπουν.  
         ………  
               Χθες ο Μέγας Κύρης ήσουν,  
               όχι γιατί όλη την Ασία,  
               μα γιατί τον έρωτά μου είχες. 630
               Πόσο καλά βολεύεται ο Σελίμ,  
               απορρίπτοντας τόση αγάπη!  

 

Μουσταφά

Ο Λάλα Καρά Μουσταφά Πασάς (περίπου 1500-1580) ήταν ο αρχιστράτηγος του οθωμανικού στρατού της ξηράς στην εισβολή της Κύπρου.

Λάλα Καρά Μουσταφά Πασάς.

Είναι ο πρώτος που βγαίνει στη σκηνή και συμβουλεύει το σουλτάνο να συνεχίσει τους πολέμους εναντίον των Χριστιανών, προκαλώντας την οργή του. Στη συνέχεια, όμως, ο Σελίμ τον στέλνει πρέσβη στη Βενετία για να απαιτήσει την παράδοση της νήσου.

Ο Αλή τον διαβάλλει στον Σελίμ ότι δήθεν δεν έδρασε δυναμικά, επειδή έγινε μαλθακός εξαιτίας της αγάπης του για την Κωνσταντία.

Αλή             Με τόση δειλία  
                    μίλησε στη Βενετιά,  
                    που απʼ τη Γερουσία έφυγε 1170
                    ντροπιασμένος, άσχημα κι αργά.  
                    ………….  
                    Έχασε τον μπούσουλά του  
                    κι έπεσε τόσο χαμηλά· 1195
                    γιατί όντας στρατηγός  
                    ασήμαντος είναι εραστής  
                    με μια σκλάβα ερωτευμένος,  
                   αφέντης της και γητευτής.  

Ο συγγραφέας μεταφέρει εδώ την πραγματική αντιπαλότητά μεταξύ των δυο αξιωματούχων, στο πλαίσιο της διαμάχης τους για την όμορφη Κύπρια, την οποία αμφότεροι διεκδικούν. Η επέμβαση του Ουλούτς Αλή θα φέρει την ομόνοια μεταξύ τους, ενώ ο Σελίμ, για να αμβλύνει την αντιπαλότητα, μοιράζει τις αρμοδιότητες με σολομώντειο τρόπο:

Σελίμ      Αλή, παρʼ τον στόλο μου και φύγε, 1269
               αμιράλη στη θάλασσα σε κάνω.  
               …………  
               Ετσι θέλω να μονιάσουν:  
               να ʼναι κι Μουσταφά επίσης  
               στρατηγός στον πόλεμο αυτόν· 1325
               στη θάλασσα εσύ και στη ξηρά αυτός.  

Μετά την άλωση της Λευκωσίας, ο Μουσταφά αρχίζει την πολιορκία της καλά οχυρωμένης Αμμοχώστου. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται ως επιεικής και γενναιόδωρος. Εντυπωσιασμένος από το θάρρος και το ήθος της Κωνσταντίας και του Λεονάρδου, τους αφήνει ελεύθερους μαζί με το παιδί τους. Στην πραγματικότητα, όμως, έμεινε γνωστός για τις θηριωδίες του μετά την κατάληψη της πόλης, και ιδιαίτερα στο πρόσωπο του διοικητή της, Μαρκαντώνιο Μπραγαδίνο. Στην περίπτωση αυτή ο Λόπε ντε Βέγκα δεν σιωπά τον άδικο και οικτρό θάνατο που έδωσε στον ανδρείο υπερασπιστή της πόλης:

Κρουθ     Τον Βραγαδίνο, των πολιορκημένων αρχηγό, 2311
                 ζωντανό τον έγδαρε σαν τον Βαρθολομαίο,  
                 και κρέμασε το τομάρι του σε ένα στύλο.  
 Σότο      Αχ, βάρβαρε, σκληρέ φονιά!  
               Μα γιατί τόσο αργεί εκδίκηση 2315
              να πάρει του Ισπανού το χέρι;  

Τα πενήντα χρόνια που μεσολάβησαν από τα ιστορικά γεγονότα, επιτρέπουν στον Λόπε ντε Βέγκα να παρουσιάσει τον αιμοσταγή κατακτητή της Αμμοχώστου ως κωμικό πρόσωπο, θολωμένο από τον έρωτα για την Κωνσταντία, της οποίας τα φρονήματα και την χριστιανική αρετή δεν κατάφερε τελικά να κάμψει. Πρόκειται για ένα μοτίβο που παρουσιάζεται συχνά στη θεματική της αιχμαλωσίας όσον αφορά τη λογοτεχνία του Χρυσού Αιώνα.

Στην τρίτη Πράξη, ο Μουσταφά φαίνεται αποφασισμένος να συγκρουστεί με τον χριστιανικό στόλο στη Ναύπακτο, διότι διαφορετικά η προσβολή θα έπεφτε στο πρόσωπο του κυρίου του, όπως είχε συμβεί και με τον πατέρα του στο παρελθόν:

Σαν υποχώρησε κάποτε στη Βιέννη εκεί  
ο Σελίμ, του Μέγα Κύρη ο κραταιός πατέρας,  
στην Ιταλία και στην Ισπανία ακόμη λεν  
πως από φόβο το ʼκανε, κι έμεινε ντροπιασμένος. 2250

Εδώ πρόκειται για αναχρονισμό του Λόπε του Βέγκα που αποδίδει την πολιορκία της Βιέννης στον Σελίμ Α΄, ενώ στην πραγματικότητα ήταν έργο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή.

Πιαλί

Ο Πιαλί Πασάς (1515-1578), γνωστός στη Δύση ως Piyale Pasha, Piale Pasha, υπήρξε ένας από τους πλέον επιφανείς στρατιωτικούς στη ναυτική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

Προτομή του Πιαλί Πασά. Κωνσταντινούπολη.

Το 1554 εισέβαλε στα νησιά ΄Ελβα και Κορσική και το 1555, συνέδραμε τον γαλλικό στόλο για να αποκρούσει την εισβολή του ισπανικού στη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια του 1558 υπήρξε ο τρόμος των χριστιανικών ακτών της δυτικής Μεσογείου (κυρίως της Ιταλίας και της Ισπανίας). Ο Φίλιππος Β΄ της Ισπανίας αντέδρασε συστήνοντας μια συμμαχία των χριστιανικών ναυτικών δυνάμεων, ο στόλος της οποίας καταστράφηκε από τον Πιαλί Πασά, στη ναυμαχία της Djerba (1560) στα βόρεια παράλια της Αφρικής. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη ο Πιαλί έγινε δεκτός με τιμές και παντρεύτηκε μία κόρη του μετέπειτα σουλτάνου Σελίμ Β΄.

Το 1563 κατέλαβε προσωρινά τη Νάπολη και το 1565 ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Α΄, του ανέθεσε μαζί με τους Λάλα Μουσταφά Πασά και Τουργκούτ Ρέις, την επιχείρηση για την κατάληψη της Μάλτας, που όμως κατέληξε σε αποτυχία. Το 1566 κατέκτησε τη Χίο και πραγματοποίησε επιθέσεις στην Απουλία. Το 1568 κατέλαβε το αξίωμα του βεζύρη.

Το 1570-1571 έλαβε μέρος στην κατάκτηση της Κύπρου. Μετά την ήττα στη Ναύπακτο, κλήθηκε να αναλάβει την αναδιοργάνωση του οθωμανικού στόλου, την οποία και έφερε σε πέρας εντός ενός έτους.

Η παρουσία στο έργο είναι μικρή και περιορίζεται στο να συμβουλέψει, ανεπιτυχώς, τον Σελίμ να αφήσει την τρυφηλή του ζωή που ευνοεί τους Χριστιανούς.

Πιαλί      Ράθυμο πολύ σε βλέπω, 255
                αφέντη εσέ που κυβερνάς  
                μεγάλο μέρος του κόσμου  
               απʼ το Νείλο ως τον Γάγγη  
                  ……  
               Στην αγκαλιά της Σολιμάνας, 271
               ξέγνοιαστος, αφέντη, κείσαι,  
               επιτρέποντας με τη ραστώνη  
               τους χριστιανούς να ησυχάζουν.  
             ………  
                Στρέψε, αφέντη, τη ματιά σου 291
                στις αείμνηστες τις πράξεις  
                που ʼκαναν οι πρόγονοί σου.  
   
Σελίμ      Αχ, σκύλε, φύγε· 300
               γιατί τη φαρμακόγλωσσά σου θα πω  
               σʼ αυτές τις πόρτες να καρφώσουν!  

Ο Σελίμ του ανέθεσε να λεηλατήσει τα παράλια των χριστιανικών ακτών και στη ναυμαχία της Ναυπάκτου πήρε μέρος υπό τις διαταγές του Αλή Πασά.

Σελίμ      Ξεκίνα λοιπόν. Κι εσύ, Πιαλή, 700
               με την καλοκαιριά του θέρους,  
              τρέξε σ’ εκείνες τις ακτές· να με τρέμει ο χριστιανός.  
               Η αρμάδα μου, στο πλατύ το πέλαγος στρωμένη,  
               φόβος να γίνει τ’ ουρανού και τʼ άστρα να αγγίξει ·  
                με νέα εφόδια και καλά εξοπλισμένη, 705
                να κάνει τις άλλες να κρυφτούν·  
                κόλπους, κανάλια κι όρμους να διαβεί  
                κι ο κίνδυνος παντού να ξεπροβάλει.  
Πιαλί       Ω, λόγια βασιλικά και ηρωικά,  
                με το μεγαλείο της ψυχής σου ίσα 710
                προάγγελοι εκλεκτοί για νίκες.  

Αλή

Γνωστός με το όνομα Αλή Πασάς (Müezzinzade Ali Paşa) ήταν αξιωματικός του οθωμανικού στόλου και έλαβε μέρος σε διάφορες ναυμαχίες (Djerba και Μάλτας). Κατόρθωσε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Σελίμ Β΄, ο οποίος τον πάντρεψε με μία από τις θυγατέρες του και του περιέβαλε με σημαντικό ρόλο στην εκστρατεία κατάκτησης της Κύπρου.

Διετέλεσε αρχιναύαρχος του οθωμανικού στόλου στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου, όπου έφερε το τεράστιο πράσινο λάβαρο που του έδωσε ο σουλτάνος (γνωστό ως «Σημαία των χαλίφηδων»). Η ναυαρχίδα του, Σουλτάνα, συγκρούστηκε μετωπικά με αυτή του Δον Χουάν του Αυστριακού. Στη μάχη που επακολούθησε, δέχθηκε μια σφαίρα στο κεφάλι, το οποίο στη συνέχεια καρφώθηκε σε ένα κοντάρι, γεγονός που συνέβαλε στην αποκαρδίωση των Τούρκων στρατιωτών, ενώ φαίνεται πως προκάλεσε και τη μεγάλη δυσαρέσκεια του Δον Χουάν του Αυστριακού.10

Ζωγραφιά με εικόνα του Αλή Πασά. Στο βάθος διακρίνεται το κεφάλι στου καρφωμένο στο δόρι.

Δεν εμφανίζεται στη σκηνή μέχρι τη δεύτερη Πράξη, όπου αποκαλεί δειλό και αδύναμο χαρακτήρα τον Μουσταφά, επειδή απέτυχε να αναγκάσει τη Βενετία να παραδώσει την Κύπρο στον σουλτάνο εξαιτίας της προσοχής του, περισσότερο στραμμένης στην όμορφη Κωνσταντία.

Ουλούτς Αλή11

Ο Uluç Ali Paşa ή Kiliç Ali Paşa, γεννήθηκε στην Καλαβρία, όπου πιάστηκε αιχμάλωτος από τουρκο-βερβερίνους κουρσάρους. Απέκτησε την ελευθερία του αλλαξοπιστώντας στο Ισλάμ. έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Djerba (1560) εναντίον των Ισπανών και στην αποτυχημένη πολιορκία της Μάλτας (1565). Κατέκτησε το Τούνεσι από τους Ισπανούς (1570), εκμεταλλευόμενος την εξέγερση των Αράβων της Γρανάδας και της Αλπουχάρρα. Επέζησε στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, όπου διακρίθηκε στη μάχη και έφερε στον Σελίμ, ως τρόπαιο, το λάβαρο του Τάγματος των Ιπποτών της Μάλτας, που απέσπασε από την ναυαρχίδα τους. Έλαβε στη συνέχεια το αξίωμα του αρχιναυάρχου (καπουδάν πασά) και επανάκτησε το Τούνεσι από τους Ισπανούς το 1574. Είχε φήμη ηθικού και δίκαιου ανθρώπου που συμπεριφερόταν με ανθρωπιά στους αιχμαλώτους.

Γκραβούρα του Ουλούτς Αλή, αντιβασιλέα στο Αλγέρι.

Στο έργο, ο Ουλούτς Αλή υπενθυμίζει στον Σελίμ τον κίνδυνο που παρουσιάζουν για τα συμφέροντά του η Βενετία και ο Πάπας Πίος Ε΄.

Ουλούτς Αλή      Αφέντη,  
                     που στην αμέτρητη παλληκαριά σου  
                     γονατίζει ο κόσμος όλος, άδικο είναι 340
                     με δυσαρέσκεια να ακούς  
                    αυτόν που μιλάει με τόση αγάπη.  
             .      ………  
                    Με τη Βενετιά, πριν ένα χρόνο,  
                   ορκίστηκες ειρήνη για να ζήσεις  
                   μια ζωή που την τιμή σου ατιμώνει· 350
                   και την αλήθεια για να πω,  
                   δειλή και άμυαλη ειρήνη ήταν.  
                   Γιατί έτσι οι Βενετσιάνοι,  
                   σίγουροι για την ισχύ τους,  
                   με ακόπιαστα τα χέρια, 355
                   ξέρουν, αφέντη, πως θα γίνουν  
                   συμμορίες χριστιανών.  
                   Ο Πάπας, ο Πίος ο Πέμπτος,  
                  τους κινεί, και κατάδηλο είναι  
                  πως κάποιο κακό θα κρύβει, 360
                  κοίτα λοιπόν μη σου ξεφύγει  
                  η κατάσταση μέσα απʼ τα χέρια.  

Παρεμβαίνει στη διαμάχη του Μουσταφά και του Αλή για την Κωνσταντία και προσπαθεί να πείσει τον λοχαγό Λεονάρδο να παραδώσει την πόλη της Λευκωσίας και σε αντάλλαγμα να πάρει τη γυναίκα του και το παιδί του. Μπρος στην άρνηση του τελευταίου, αποφασίζει να τους σκοτώσει, όμως, ο Μουσταφά επαινεί την ανδρεία και τον πατριωτισμό του και απελευθερώνει την Κωνσταντία και το παιδί.

Ο Ουλούτς Αλή διαβλέπει τον κίνδυνο που εγκυμονεί η σύγκρουση με τον χριστιανικό στόλο και προσπαθεί, χωρίς επιτυχία, να μεταπείσει τους υπόλοιπους αρχηγούς οι οποίοι τον κατηγορούν για δειλό και φιλικό προς τους χριστιανούς εξαιτίας της καταγωγής του.

Μουσταφά      Αλή, αφού ο Ουτσαλή χριστιανός ήταν πρώτα, 2240
                          πρέπει να ʼχει ακόμη ψυχή χριστιανική·  
                         τον χριστιανό κοιτάζει, που αν και ηττημένο,  
                         αυτός του προσφέρει το χέρι και τη νίκη.  

Υποτιμητικά αντιμετωπίζεται επίσης από τους πολιορκημένους στη Λευκωσία:

Στρατιώτης        Τι ζητάει ο σκύλος  
                              που αρνήθηκε τον βασιλιά του;  
   
Ουλούτς Αλή     Αν γι’ αμάρτημα σού μοιάζει,  
                           στο Θεό θα δώσω λόγο.  
                           Φώναξε τον λοχαγό Λεονάρδο.  

Μετά από τη μάχη, όπου πολέμησε με ανδρεία, οπισθοχωρεί και τώρα ο συγγραφέας τον βάζει να καταφέρεται σκληρά ενάντια στο Ισλάμ.

Ουλούτς Αλή  Εκτός απʼ τον Μωάμεθ, με τι πρόσωπο  
                         θα εμφανιστούμε μπρος στον Μέγα Κύρη;  
                         Πως ο Θεός τον Φίλιππο φυλάει θα πούμε  
                         ή πως ο Πίος ο Πέμπτος άγιος είναι.  
                        Κι η γη ακόμη ακριβά πουλιέται εδώ· 2765
                        Τα πανιά ανοίξτε και χτυπήστε τα κουπιά,  
                        τον Μωάμεθ απαρνούμαι, στο Αλγέρι να με πάτε,  
                        ή στη Μέκκα, τα κόκκαλά του για να βρω εκεί.  

Σε γενικές γραμμές, και παρά την διακωμώδηση των μουσουλμάνων αρχηγών, ο Λόπε ντε Βέγκα δείχνει σεβασμό στο πρόσωπο του Ουλούτς Αλή, τον οποίο αποκαλεί «βασιλιά στο Αλγέρι» και αποφεύγοντας τους χαρακτηρισμούς «πειρατής» και «εξωμότης». Στα σημεία όπου επεμβαίνει ο Ουλούτς Αλή, ο συγγραφέας παραμερίζει τη χριστιανική προπαγάνδα και, παραδόξως, παρουσιάζει ένα πρόσωπο που, αν και αρνησίθρησκος, είναι ένας καλός μουσουλμάνος πολεμιστής που ταυτόχρονα διατηρεί χριστιανικές αρετές. Παρά τις θηριωδίες ενάντια στους χριστιανούς, που διάφοροι συγγραφείς της εποχής περιγράφουν για τον Ουτσαλή,12 ο Λόπε τον παρουσιάζει ως ευγενή μορφή, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται στην εκτίμηση που έτρεφε γι΄ αυτόν ο Φίλιππος Β΄, ο οποίος μια δεκαετία πριν τη ναυμαχία της Ναυπάκτου του είχε προτείνει να προσχωρήσει στην υπηρεσία του.

Δον Χουάν13

Ο Δον Χουάν ο Αυστριακός (1547-1578), ετεροθαλής αδελφός του Φίλιππου Β΄, υπήρξε το υπόδειγμα του χριστιανού πρίγκιπα στην Ισπανία. Στη σύντομη ζωή του επέδειξε την πίστη του στον αδελφό του και συμμετείχε σε δύσκολες εκστρατείες: Ιταλία (1572), Τούνεσι (1573), Κάτω Χώρες (1576-1578), εξέγερση των Αράβων της Γρανάδας και της Αλπουχάρρα (1567-1570). Η τελευταία, της οποίας ηγήθηκε, τον προετοίμασε να αναλάβει την αρχηγία του συμμαχικού χριστιανικού στόλου στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου.

Juan Pantoja de La Cruz, Δον Χουάν ο Αυστριακός (1567), Monasterio de las Descalzas Reales de Madrid.

Στον Δον Χουάν συγκλίνουν όλοι οι παράγοντες που προέρχονται από την λόγια επική παράδοση της Αναγέννησης: ο χριστιανός ήρωας που οφείλει αγάπη πρώτα στον Θεό και στην θεϊκή αποστολή, και που είναι ικανός για τα μεγαλύτερα κατορθώματα. Η μορφή του, συνεπώς, είναι η εμφανής αντίθεση με τους Τούρκους, βυθισμένους σε σαρκικές απολαύσεις που τους εκθηλύνουν. Στις αρετές του βρίσκονται το θάρρος (φυσικό, ηθικό και νοητικό), η αριστεία, το κάλλος, η δύναμη, η επιδεξιότητα. ΄Εχει το χάρισμα του λόγου, που τον καθιστά ικανό να ενώσει όλα τα έθνη που απαρτίζουν τον συμμαχικό στόλο.

Στη σκηνή εμφανίζεται στην Τρίτη Πράξη, περιτριγυρισμένος από τους αρχηγούς των δυνάμεων των διαφορετικών κρατών που συμμετέχουν στην εκστρατεία. Πρώτα υπερασπιζόμενος το δικαίωμα της Ισπανίας να έχει το γενικό πρόσταγμα στον συμμαχικό στόλο και την αφοσίωσή του στον αδελφό του:

Σουριάνο       Δεν είναι λογικό τον στρατηγό να ορίσει  
                       εκείνη που τον πόλεμο της κάνει ο Τούρκος,  
                      κι από την γη της ο στρατηγός να είναι; 1415
                     Σημαντικός και πειστικός ο λόγος είναι.  
   
Δον Χουάν      Στο εγχείρημα αυτό πιο πολλά βάζει ο Βασιλιάς.  
   
Ροζάλες           (Πως ο Συνασπισμός διαλύεται σκέφτομαι τώρα.)  
   
Μάρκο              Η Εκκλησία προηγείται.  
   
Δον Χουάν      Απʼ άλλα έθνη  
                          καλύτερα γνωρίζει ο Ισπανός 1420
                          πως μόνο εδώ το κοσμικό προέχει.  
   
Μάρκο            Ο Πάπας πρέπει να ηγείται.  
   
Δον Χουάν      Δυο λόγοι  
                        μόνο με κινούν.  
   
Σουριάνο         Ποιοι είναι;  
   
Δον Χουάν      Πως υπακοή του δίνω,  
                αν στην υπακοή το εγχείρημα βασίζεις.  
   
Σουριάνο         Και ποιός είν’ ο άλλος; 1425
   
Δον Χουάν      Πως δεν κάνω κάτι  
                     που ο Φίλιππος δεν το προστάζει.  

Πριν τη μάχη, γονατιστός και κρατώντας τη σημαία του Πάπα Πίου Ε΄ παρακαλεί τον Χριστό, ωσάν να πρόκειται για έναν επικό χριστιανό ήρωα:

Δον Χουάν   Το όνομά σας, κύριε, τον Τούρκο τον σκιάζει, 1395
                       και το αίμα σας καθάριο και θείο είναι,  
                      στον ήλιο σας μπροστά, σκιές φαντάζουν τʼ άλλα.  
                      Στου οικοσήμου σας το άκουσμα,  
                     ο κόσμος υποκλίνεται και διαλαλεί  
                    πως είναι η ουράνια και σεπτή φωνή. 1400
                    Γνωρίζω πως ο καθολικός μονάρχης,  
                   που τον οίκο των Κολόνα συμπαθεί,  
                  ξέρει πως Κολώνα για την Εκκλησία είστε·  
                  μα για τον ηγεμόνα ο πρέπων σεβασμός  
                  που η Εκκλησία για το στέμμα έχει τώρα, 1405
                  θέλει να κάνει στρατηγό όποιον αυτός ορίσει.  

Ο Δον Χουάν είναι η εκ διαμέτρου αντίθεση του σουλτάνου: η επιβολή του Άρη επί της Αφροδίτης (Venus Vulgaris), γεγονός που θα του δώσει τη δύναμη και το σθένος για να νικήσει τις δυνάμεις του σουλτάνου. Η φήμη του καλού κ΄αγαθού νέου προκαλεί την προσοχή ακόμη και της Ροξελάνας, η οποία ζητάει να της φέρουν ένα πορτραίτο του χριστιανού στρατηγού.

Ρόζα       Πες, 2170
               διακρίνονται όλα αυτά στον Δον Χουάν;  
   
Mαμί      Αυτά είδα στο πορτραίτο  
               κι αυτά για τη φήμη ξέρω.  
   
Ρόζα     ΄Οταν γυρίσεις, δεν μας φέρνεις  
                του Δον Χουάν κανένα πορτραίτο; 2175
   
Mαμί      ΄Οχι! Εκτός κι αν μπαξίσι δίνεις…  
   
Ρόζα        Το στήθος μου άδικο δεν θα ʼναι.  
   
Mαμί       Και τι το θέλεις;  
   
Ρόζα        Να το δω, τίποτα άλλο.  
   
Φατίμα    Παράξενες είναι οι πεθυμιές σου.  
   
Ρόζα        Φατίμα, λύπηση μου προκαλεί 2180
                να μη μπορώ να δω ό,τι παινεύουν.  
   
Φατίμα     Και πού θες να το βάλεις σκέφτεσαι;  
   
Ρόζα        Στις κόρες των ματιών μου.  

Πάπας Πίος Ε΄14

Ο κατά κόσμον Antonio Michele Ghislieri (1504-1572), φόρεσε τα άμφια του μοναχού σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, στο Τάγμα των Δομινικανών. Το 1528 χρίστηκε ιερέας και εγκαταστάθηκε στην Παβία. Σύντομα ασχολήθηκε με θεολογικά θέματα ενάντια στους αιρετικούς της εποχής του και εισχώρησε στην Ιερά Εξέταση στο Κόμο. Στη συνέχεια εξελέγη επίσκοπος του Σούτρι και Νέπι και Γενικός Κομισάριος της Ιεράς Εξέτασης της Ρώμης.

Bartolomeo Passarotti, Πορτραίτο του Πάπα Πίου Ε΄, c. 1566, Walters Art Museum, Βαλτιμόρη, ΗΠΑ.

Το 1566 διαδέχθηκε τον Πάπα Πίο Δ΄ και συνεκάλεσε την Δίαιτα του Άουγκσμπουργκ, με σκοπό να επιβάλει τις αποφάσεις της Συνόδου του Τρέντο στα καθολικά κρατίδια της Γερμανίας, σηματοδοτώντας έτσι την καθολική αντιμεταρρύθμιση και την ηθική και πνευματική ανανέωση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά και των κοσμικών καθολικών, όπου προσπάθησε να βελτιώσει τα ήθη και να εξυγιάνει τη ζωή των ανθρώπων των αστικών κέντρων.

Το 1567 αναγόρευσε σε άγιο τον Θωμά τον Ακινάτη, επέβαλε ως μοναδική την γρηγοριανή λειτουργία (που επιβίωσε μέχρι τις μέρες μας) και ανασυγκρότησε την Ιερά Εξέταση.

Ανακήρυξε την επικράτηση της Εκκλησίας της Ρώμης και του Πάπα επί των πολιτικών αρχών και όσων τις κατείχαν. Το 1570 ήρθε σε ανοιχτή ρήξη με την Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας (1558-1603), την οποία ανακήρυξε αιρετική και απάλλαξε τους υπηκόους της από την απαιτούμενη υπακοή. Ενέπλεξε άμεσα την Εκκλησία στους ιερούς πολέμους της Γαλλίας ενάντια στους Ουγενότους.

Υπήρξε ο πραγματικός δημιουργός του Ιερού συνασπισμού ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, δίνοντας στην επιχείρηση έναν καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα. Για να αποφευχθούν παρεκκλίσεις από τα συμφωνηθέντα, όρισε την ποινή του αφορισμού για όσους παραβαίνουν τους όρους, την αμφισβήτηση των περιουσιών τους και την απαλλαγή του όρκου υπακοής στους υπηκόους τους.

Στο θέμα του εποικισμού της Αμερικής από τα ευρωπαϊκά κράτη, επέτρεψε την χρήση βίας σε βάρος των ιθαγενών με σκοπό να καταπολεμήσει πρακτικές ενάντια στο φυσικό δίκαιο: φόνος, ανθρωποφαγία, ειδωλολατρία, μαγεία, μέθη.

Στη Ρώμη ανέθεσε στον ζωγράφο Daniele da Volterra να καλύψει μερικώς τις γυμνές μορφές που ζωγράφισε ο Μιχαήλ Άγγελος στην Καπέλα Σιστίνα.

Πέθανε από καρκίνο το 1572 λίγους μήνες μετά τη νίκη των χριστιανικών δυνάμεων στη Ναύπακτο.

Παρά τα σκληρά μέτρα που έλαβε, είχε φήμη ανθρώπου καλοσυνάτου και καλόκαρδου, ενώ παράλληλα προκαλούσε τον θαυμασμό για την έντονη πνευματική του ζωή και τον ελεήμονα χαρακτήρα του. Το 1712 ο Πάπας Κλήμης ΙΑ΄ τον ανακήρυξε όσιο.

Στο έργο του Λόπε παρουσιάζεται ως άγιος άνθρωπος και ως ο καλύτερος ποντίφικας που είχε ποτέ η Εκκλησία. Αναφέρονται κάποια πραγματικά στοιχεία για τη ζωή του, κυρίως ως ιεροεξεταστή (γεγονός που τον έφερνε κοντά στον Φίλιππο Β΄, προστάτη της Ιεράς Εξέτασης), ενώ φαίνεται μόνο μια φορά στη σκηνή, αμέσως πριν τη ναυμαχία, προσευχόμενος γονατιστός για την θεϊκή παρέμβαση στη μάχη.

Juan de Toledo, Θεία αποκάλυψη στον άγιο Πίο Ε΄ για τη νίκη του Ιερού Συνασπισμού στη Ναύπακτο.

Βασιλιάς Φίλιππος

Ο Φίλιππος Β΄ (1527-1598) γιος του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄ (και Α΄ της Ισπανίας), βασίλεψε από το 1558 ως τον θάνατό του το 1598. Από το θάνατό του και μετά η ιστορία τον αντιμετώπισε διττά: α) ως πρότυπο αρετής και β) ως φανατικό και δεσποτικό χαρακτήρα, γεγονός που υποβοηθήθηκε από την άρνησή του να γραφούν βιογραφίες του εν ζωή του, ενώ διέταξε και την καταστροφή της αλληλογραφίας του. Κατά τη βασιλεία του η ισπανική Αυτοκρατορία γνώρισε τη μεγαλύτερη ακμή της, δεδομένου ότι οι κτήσεις της απλώθηκαν σε όλες τις ηπείρους.15 Στη πραγματικότητα υπήρξε η ισχυρότερη δύναμη στον κόσμο. Στο εσωτερικό της χώρας χρειάστηκε να αντιμετωπίσει την εξέγερση των Αράβων και της Αλπουχάρρα (1567-1570) και την πολιτική κρίση στην Αραγωνία (1590-1591). Στο εξωτερικό, μακροχρόνια ήταν η σύγκρουσή του με τον Ερρίκο Δ΄ της Γαλλίας, το αιώνιο πρόβλημα των Κάτω Χωρών που ανάλωσε μεγάλο μέρος της ενέργειας της Ισπανίας, και οι συγκρούσεις με την Αγγλία για τη θαλάσσια ηγεμονία. Μεγάλο, επίσης, μέρος των πολεμικών συγκρούσεων είχαν ως αιτία τον οθωμανικό επεκτατισμό στη Μεσόγειο.

Τιτσιάνο, Πορτραίτο του Φίλιππου Β΄ της Ισπανίας, 1549-1550, Museo Nacional del Prado, Μαδρίτη.

Ο Φίλιππος Β΄ δεν βγαίνει στη σκηνή του έργου, όμως η παρουσία του γίνεται αισθητή με την επιστολή που στέλνει στον Δον Χουάν τον Αυστριακό και με τις συνεχείς αναφορές στο πρόσωπό του, κυρίως για να δείξουν την ισχύ της ισπανικής Αυτοκρατορίας και τον χριστιανικό του ζήλο:

Κρούθ         Κι αν ακόμη ηττηθούμε,
                    ο Σελίμ δεν θα ʼχει διαλύσει
                    του Συνασπισμού μας την αξία·
                    στρατιώτες μας μένουνε στη Φλάνδρα.
                     Ο Φίλιππος κι άλλες δυνάμεις έχει                             2495
                     κι άλλους στρατούς διατηρεί,
                     κι άλλο αίμα η ευγενής η Ισπανία
                     προσφέρει σε Θεό και Εκκλησία·
                     να τους νικήσουν δεν μπορούν
                     χωρίς πολύ στρατό να έχουν.                                     2500
                 ……………
Μουσταφά   Δεν ξέρεις πως η Βενετιά
                      την Κύπρο σου αρνείται, κι ο Φίλιππος                    1245
                      που χίλιους βασιλιάδες πίσω βάζει,
                      σε διασύρει, σε προσβάλλει και περιφρονεί;
                 ……………
Ροσάλες       Αν κι όλους τους καλεί ο Πίος ο Πέμπτος,
                      στον Φίλιππο τον Καθολικό υπολογίζει μόνο,
                      που ο θείος ζήλος πάντα τον κινεί.
                     Υπόδειγμα και πρότυπο θρησκείας είναι,
                     και στον δίκαιο ζήλο στον Πίο μοιάζει τόσο,           1345
                     που απʼ το μοιάσιμο τον προλαβαίνει.
                     Την Ιερά Εξέταση ίδρυσε ο παππούς του
                     και, επειδή κι ο Πάπας εξεταστής υπήρξε,
                     αγαπάει πιότερο από έναν απλό ηγέτη.
                       ……………..
Δον Χουάν    Αδελφός του Φίλιππου, βασιλέα της Ισπανίας,
                       που Σολομώντα ονομάζουν τόσα έθνη                    1980
                     όσα ο ήλιος τα ζεσταίνει κι η θάλασσα τα βρέχει.
                      έστησε τα λάβαρά του ως την Κίνα·
                      τη Φλάνδρα με αίμα Ισπανών ποτίζει,
                      μόνο για να γλυκαίνει τις καρδιές τους.

Μαρκήσιος του Τιμίου Σταυρού16

Ο Álvaro de Bazán Μarqués de Santa Cruz, υπήρξε ο άνθρωπος κλειδί για τη νίκη των χριστιανικών δυνάμεων σε τρεις κρίσιμες περιπτώσεις, επεμβαίνοντας στην κατάλληλη στιγμή και αξιοποιώντας στο μέγιστο τις δυνάμεις του.

Γεννήθηκε το 1526 στη Γρανάδα και ήταν ένας από τους ονομαζόμενους «Μεγάλους της Ισπανίας» (Grandes de España). Η οικογένειά του από τον 14ο αιώνα υπηρέτησε τους βασιλείς της Καστίλλης, ενώ ο παππούς και ο πατέρας του, κατέλαβαν τα πιο σημαντικά στρατιωτικά αξιώματα. Υπήρξε μέλος του Βασιλικού Συμβουλίου του Φίλιππου Β΄, αρχιστράτηγος του Ωκεανού και ναύαρχος του ισπανικού στόλου, φημισμένος για τις καινοτομίες του, διότι δεν έχασε καμία από τις μάχες στις οποίες έλαβε μέρος. Έλαβε μια βαθειά ουμανιστική παιδεία, που αργότερα συνέβαλε στο να καταστεί μαικήνας των γραμμάτων.

Από την ηλικία των εννέα ετών κατατάχθηκε στο πολεμικό ναυτικό και μαθήτευσε στη ναυτική τέχνη κοντά στον πατέρα του, αρχιναύαρχο του ισπανικού στόλου. Ο ίδιος κατέλαβε το αξίωμα του ναυάρχου στην ηλικία των είκοσι τεσσάρων ετών. ΄Ελαβε μέρος σε πολλαπλές ναυμαχίες και η επέμβασή του υπήρξε καταλυτική για την αποτυχία της τουρκικής πολιορκίας της Μάλτας το 1565. Το 1566 ορίστηκε αρχιναύαρχος του στόλου του ισπανικού βασιλείου της Νάπολης, όπου κατόρθωσε να περιορίσει σημαντικά τις επιδρομές των τουρκοβερβερίνων κουρσάρων. Το 1569 ο Φίλιππος Β΄ του απένειμε, για τις υπηρεσίες του, τον τίτλο του Μαρκησίου της Σάντα Κρουθ της Μουδέλα.

Álvaro de Bazán, Μaρκήσιος της Santa Cruz.

Υπήρξε ένας από τους πιο αποτελεσματικούς συνεργάτες του Δον Χουάν του Αυστριακού, τον οποίο συμβούλεψε να προκαλέσει χωρίς χρονοτριβή τη σύγκρουση με τους Οθωμανούς διαβλέποντας τον κίνδυνο της διάσπασης του χριστιανικού στόλου εξαιτίας των διαφωνιών των αρχηγών του.

Ορίστηκε υπεύθυνος της οπισθοφυλακής του συμμαχικού στόλου με την αποστολή να συντρέχει τα μέρη που βρισκόταν σε μεγαλύτερο κίνδυνο, πράγμα που έπραξε με εκπληκτική αποτελεσματικότητα: στην αριστερή πτέρυγα απέτρεψε την περικύκλωση του Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγο, από τον Μοχαμέτ Σιρόκκο· στο κέντρο της μάχης, στην πλέον δύσκολη στιγμή, έστειλε ενισχύσεις που συνέβαλαν στην αιχμαλωσία της τουρκικής ναυαρχίδας και στη διάλυση του κέντρου του οθωμανικού στόλου· στη δυτική πτέρυγα, μετά από μια αδεξιότητα του Giovanni Andrea Doria, απέτρεψε τον Ουλούτς Αλή να κατευθυνθεί προς το κέντρο της μάχης και τον ανάγκασε να οπισθοχωρήσει.

Μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου έλαβε μέρος στην επιτυχή εκστρατεία του Δον Χουάν του αυστριακού στο Τούνεσι και το 1576 του απενεμήθη ο τίτλος του αρχιναυάρχου στις ισπανικές γαλέρες.

Το 1580 συνέβαλε αποφασιστικά στην επιχείρηση της προσάρτησης της Πορτογαλίας στο ισπανικό στέμμα και το 1582 ανέλαβε με επιτυχία την κατάκτηση του στρατηγικού νησιού Terceira στο νησιώτικο σύμπλεγμα των Αζορών. Τέλος, το 1585 πήρε ενεργό μέρος στις ετοιμασίες για την εισβολή στην Αγγλία, αν και τον πρόλαβε ο θάνατος το 1588 προτού ξεκινήσει η εκστρατεία. Τη μορφή του ύμνησαν οι μεγαλύτεροι εκπρόσωποι της ισπανικής λογοτεχνίας της εποχής: Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Λόπε ντε Βέγκα, Λουίς ντε Γκόγκορα κ.ά.

Λουίς ντε Ρεκεσένς

Ο Luis de Requesens y Zúñiga (1528-1576) από την παιδική ηλικία μπήκε στην βασιλική αυλή, ως σύντροφος του μελλοντικού Φίλιππου Β΄, τον οποίο συνόδεψε επί χρόνια σε διάφορες περιπτώσεις και υπήρξε άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Το 1552 ακολούθησε τον αυτοκράτορα Κάρολο Ε΄ στις επιχειρήσεις ενάντια των Λουθηρανών στην πολιορκία του Metz (βορειοδυτική Γαλλία). Το 1563, ως πρέσβης της Ισπανίας στην Αγία ΄Εδρα της Ρώμης, μετά το θάνατο του Πάπα Πίου Δ΄, υπήρξε ένας από εκείνους που συνέβαλαν στην εκλογή του Πίου Ε΄, οραματιστή και δημιουργού του Ιερού Συνασπισμού. Το 1568 διορίστηκε βοηθός, με ευρεία εξουσία, του νεαρού πρίγκιπα Δον Χουάν του Αυστριακού που έλαβε τον τίτλο του αντιβασιλέα του βασιλείου της Νάπολης. Για τις καλές του υπηρεσίες και ικανότητες, ο Φίλιππος τον ονόμασε αρχιναύαρχο, αξίωμα με το οποίο ανέλαβε με αρκετή επιτυχία να περιορίσει τις εισβολές των αδελφών Μπαρμπαρόσα στα χριστιανικά παράλια της Μεσογείου.

Francisco Jover y Casanova. Πορτραίτο του Luis de Requesens y Zúñiga (1884), Museo Nacional del Prado,
Μαδρίτη.

Το 1561, όταν ξέσπασε η εξέγερση των Αράβων της Γρανάδας και της Αλπουχάρα, ο Φίλιππος τον ονόμασε μέντορα του νεαρού πρίγκιπα Δον Χουάν του Αυστριακού, ο οποίος και ορίστηκε υπεύθυνος για την καταστολή της. Με το τέλος των μαχών ανέλαβε τη συγκρότηση του στόλου και των στρατευμάτων που θα λάμβαναν μέρος στον Ιερό Συνασπισμό. Με εντολή του βασιλέα, ανέλαβε χρέη του υποδιοικητή των ισπανικών δυνάμεων, ως μέντορας του πρίγκιπα. Στη ναυμαχία της Ναυπάκτου επέδειξε μεγάλη ανδρεία και οι διαταγές του συνέβαλαν σημαντικά στην επιτυχία του χριστιανικού στόλου.

Στη συνέχεια, διορίστηκε κυβερνήτης του κράτους του Μιλάνου (1572). Το επόμενο έτος διορίστηκε κυβερνήτης των Κάτω Χωρών, όπου προσπάθησε χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία να επιβάλει τον καθολικισμό. Απεβίωσε στις Βρυξέλες το 1576.

Λόπε ντε Φιγκερόα17

Ο Lope de Figueroa υπήρξε η προσωποποίηση του ήρωα και ένας αυθεντικός θρύλος στους πολέμους που διεξήγαγε η Ισπανία στη Μεσόγειο, στη Φλάνδρα και στην Πορτογαλία.

Από επιφανή οικογένεια στρατιωτικών του Guadix (Granada), δεκαέξι ήδη ετών κατατάχθηκε στα ισπανικά στρατεύματα της Λομβαρδίας και επί 27 έτη υπηρέτησε τα βασιλικά στρατεύματα της Ισπανίας. Αν και έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες στις ισπανικές κτήσεις της Φλάνδρας, η κλίση του για τον πόλεμο ενάντια στους Μουσουλμάνους τον ώθησε προς τη Μεσόγειο. Το 1560, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Τρίπολης, αιχμαλωτίστηκε και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε φυλακισμένος στον Μαύρο Πύργο μέχρι που απελευθερώθηκε μετά από καταβολή λύτρων το 1562. Συνέχισε, όμως, να μάχεται τους Τούρκους στην Οράν, Γκομέρα, και διακρίθηκε στην άμυνα της Μάλτας κατά τη διάρκεια της τουρκικής πολιορκίας (1565). Το 1568 έλαβε για λίγο διάστημα και πάλι μέρος στις μάχες της Φλάνδρας, αλλά προτίμησε να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις με στόχο την καταστολή της εξέγερσης των μουσουλμάνων της Γρανάδας, υπό τις διαταγές του Δον Χουάν του Αυστριακού. Εκεί τραυματίστηκε στο πόδι.

Lope de Figueroa. Λεπτομέρεια από το γλυπτό Juan Figueras y Vila (1876) στην πλατεία της Santa Anna στη Μαδρίτη.

Στη συνέχεια ακολούθησε τον Δον Χουάν στην ναυτική εκστρατεία του Ιερού Συνασπισμού. Στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου βρισκόταν στη ναυαρχίδα (La Real) με τον Δον Χουάν, όπου πολέμησε σώμα με σώμα με τον εχθρό. Στο τέλος της μάχης εστάλη στη Μαδρίτη για να μεταφέρει τη χαρμόσυνη είδηση στον Φίλιππο Β΄.

Συνέχισε να υπηρετεί τον Δον Χουάν στον πόλεμο της Φλάνδρας από το 1578.

Τέλος έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις για την προσάρτηση της Πορτογαλίας στο στέμμα της Ισπανίας και ιδιαίτερα στην κατάληψη του νησιού Terceira στις Αζόρες (1582) υπό τις διαταγές του Άλβαρο ντε Μπαθάν.

Ο κόμης του Πριέγκο18

Ο Fernando Carrillo de Mendoza y Villarreal (? – 1579), έβδομος κόμης του Priego, ήταν γόνος ευγενούς οικογένειας της Ισπανίας και από το 1548 ως το 1574 υπήρξε αυλικός του Φιλίππου Β΄. Χρημάτισε επίσης πρέσβης στην Πορτογαλία, αρχιστράτηγος στη Σεβίλλη και Μέγας Μαγιορδόμος του Δον Χουάν του Αυστριακού. Ο τελευταίος του ανέθεσε να μεταφέρει στον Πάπα Πίο Ε΄ την είδηση της νίκης στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Στη συνέχεια, του ανατέθηκαν επίσης διάφορα αξιώματα τόσο στην Ιβηρική Χερσόνησο όσο και στην Αμερική (Περού).

Χουάν ντε Σότο

Ο Juan de Soto διετέλεσε επί έτη προσωπικός γραμματέας και άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του Δον Χουάν του Αυστριακού. Μετά τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου (το 1574) αντικαταστάθηκε από ανθρώπους του Φίλιππου Β΄, που ήθελε να έχει γνώση του περιεχομένου της αλληλογραφίας του ετεροθαλούς αδελφού του, για τα σχέδια του οποίου πάντα δυσπιστούσε.

Σουριάνο

Πρόκειται για τον Pedro Soriano Bujalance (1515 –1588),19 πρώτο αρχηγό της Αδελφότητας και μετέπειτα Τάγματος του Νοσοκομείου του Αγίου Ιωάννη του Θεού (Orden de San Juan de Dios) στη Γρανάδα, όπου εισήλθε το 1555 και συνεργάστηκε στην νοσοκομειακή περίθαλψη των ισπανικών στρατευμάτων στην εξέγερση της Γρανάδας και της Αλπουχάρρα.

Προτομή του Pedro Soriano Bujalance.

Η δράση του εντυπωσίασε τον Δον Χουάν τον Αυστριακό και συνετέλεσε ώστε, μετά από παρέμβαση του Φίλιππου Β΄, η Αδελφότητα να αναγνωριστεί από το Πάπα Πίο Ε΄, ο οποίος προσέβλεπε στη βοήθειά του στον πόλεμο ενάντια στους μουσουλμάνους στη Μεσόγειο. Η δράση του στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου υπήρξε τόσο δυναμική, που ο Πάπας τον έχρισε Καρδινάλιο. Στη συνέχεια ορίστηκε πρώτος αρχηγός του Τάγματος του Νοσοκομείου του Αγίου Ιωάννη του Θεού. Στη δράση του συγκαταλέγεται η ίδρυση διαφόρων νοσοκομείων στην Ιταλία.

Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο20

O Agostino Barbarigo (1518-1571) ήταν γόνος της αριστοκρατικής οικογένειας των Δάνδολο της Βενετίας. Κατέλαβε διάφορα πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα της Γαληνοτάτης. Υπήρξε πρέσβης της Βενετίας στη Γαλλία (1554-1557) και το 1560 συνόδεψε τον Andrea Biagio Badoer στην πρεσβεία που έστειλε η Βενετία στον Φίλιππο Β΄. Από το 1564 ως το 1566 ήταν διοικητής της Πάδοβα και το 1567 διορίστηκε διοικητής της Κύπρου, όμως δεν μπόρεσε να αναλάβει, διότι μερικούς μήνες αργότερα διορίστηκε επίσης επιθεωρητής των συνόρων Βενετίας-Τιρόλου. Χάρη στην αποτελεσματικότητά του ως στρατιωτικού διοικητή, στα τέλη του 1570 του ανατέθηκε η Γενική Διοίκηση της Θαλάσσης και στις αρχές του 1571 ανέλαβε την αναδιοργάνωση και την επιβολή της πειθαρχίας στα βενετικά στρατεύματα.

Paolo Veronese, Πορτραίτο του Αγκοστίνο Μπαρμαρίγο,(1571–72), Museum of Art, Cleveland, ΗΠΑ.

Στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου ήταν ο ναύαρχος του βενετικού στόλου και ο υπεύθυνος της αριστερής πτέρυγας. Σκοτώθηκε στη μάχη μαζί με τον αντίπαλό του Mehmed Siroco.

Μάρκο Αντώνιο21

Marco Antonio Colonna (1535 – 1584) ήταν ο τρίτος δούκας και ο πρώτος πρίγκιπας του Παλιάνο. Η ρωμαϊκή οικογένεια των Colonna διατηρούσε στενούς φιλικούς και οικογενειακούς δεσμούς με τον βασιλικό οίκο της Ισπανίας (ο πατέρας του Ascanio παντρεύτηκε την Ιωάννα της Αραγωνίας), τον οποίο υπηρέτησε ήδη από την εποχή του Καρόλου Ε΄. Μετά τον χωρισμό των γονέων του, η μητέρα του τον μετέφερε στην Ισπανία, όπου το 1548 εισήλθε στη συνοδεία του τότε πρίγκιπα Φιλίππου. Με τη στήριξη του Πάπα κατέλαβε την αρχηγία του οίκου των Colonna και τις κτήσεις του πατέρα του. Είχε μια λαμπρή στρατιωτική σταδιοδρομία, η οποία συνδυάστηκε με τις καλές του σχέσεις, τόσο με την Αγία Ρώμη όσο και με το στέμμα της Ισπανίας.

Scipione Pulzone., Πορτραίτο του Marco Antonio Colonna, Palazzo Colonna, Ρώμη.

Το 1570 έπαιξε σημαντικό ρόλο για την επίτευξη της συμφωνίας των χριστιανικών κρατών και παραιτήθηκε από την αξίωση να ηγηθεί των στρατιωτικών δυνάμεων, προκειμένου να αναλάβει την αρχηγία ο Δον Χουάν ο Αυστριακός. Σημαντική υπήρξε επίσης η προσφορά του προς την κατεύθυνση του εξευμενισμού των διαφωνιών μεταξύ των διαφόρων αρχηγών του συμμαχικού στόλου. Το 1577 ο Φίλιππος Β΄ τον διόρισε αντιβασιλέα στη Σικελία, όπου διακρίθηκε για την μεταρρυθμιστική του πολιτική. Το 1584 ανακλήθηκε στην Ισπανία, όπου πέθανε το ίδιο έτος υπό μυστηριώδης συνθήκες.

Αντρέα Ντόρια22

Ο Γενουάτης Giovanni Andrea Doria (1540–1606) ορίστηκε το 1560 κληρονόμος του στόλου της οικογένειας Ντόρια και του πριγκιπάτου του Melfi. Τέθηκε στην υπηρεσία του ισπανικού στέμματος κατά τη βασιλεία του Φίλιππου Β΄ επί πενήντα σχεδόν έτη. Διακρίθηκε στους αγώνες για την καταστολή της δράσης των τουρκο-βερβερίνων κουρσάρων και στους αγώνες ενάντια στον οθωμανικό στόλο. Το 1565 συνέδραμε στην υπεράσπιση της Μάλτας κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης από τυς Τούρκους. Πήρε μέρος στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου ως επικεφαλής του δεύτερου σώματος του συμμαχικού στόλου με πενήντα γαλέρες. Εμπόδισε την κυκλωτική κίνηση του Ουλούτς Αλή παρατάσσοντας μια ισχυρή άμυνα που δεν επέτρεψε να διαρραγούν οι γραμμές της παράταξής του. Το 1583, ο Φίλιππος Β΄ του εμπιστεύθηκε την ανώτατη αρχηγία του στόλου της Μεσογείου και το 1594 τον ονόμασε μέλος του Συμβουλίου του Κράτους του Στέμματος της Ισπανίας.

William Henry Furse, Andrea Doria (μέσα 19ου αι.), National Maritime Museum, Greenwich.

΄Εκτωρ Σπίνολα

Επικεφαλής της μικρής μοίρας πλοίων που έστειλε η Δημοκρατία της Γένοβας για να ενισχύσει τον στόλο του Ιερού Συνασπισμού. Επέβαινε στην ναυαρχίδα του στολίσκου του και στη μάχη τέθηκε στο αριστερό μέρος της ναυαρχίδας (La Real) επί της οποίας επέβαινε ο Δον Χουάν ο Αυστριακός.

Τιτσιάνο

Το έργο του περίφημου Βενετού ζωγράφου, Tiziano Vecellio di Gregorio (1490-1576), εκτός από τα θρησκευτικά και μυθολογικά του θέματα, συμπεριέλαβε και πρόσωπα και γεγονότα συνδεδεμένα με την Ανατολική Μεσόγειο. Στενές υπήρξαν επίσης οι σχέσεις του με την Ισπανία και τη βασιλική της οικογένεια. Ο ίδιος ο Φίλιππος Β΄ του παρήγγειλε τον πίνακα Αλληγορία της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου, που εκφράζει την ευχαριστία του Iσπανού μονάρχη για τη νίκη στη Ναύπακτο, που συνέπεσε με τη γέννηση του διαδόχου του θρόνου Φερδινάνδου. Το έργο του εντυπωσίασε τον Λόπε ντε Βέγκα. Ο τελευταίος του αφιερώνει μία ολόκληρη σκηνή στο έργο, κυρίως όμως σχετικά με τον περίφημο πίνακα της Ροξελάνας.23

Τιτσιάνο, Αλληγορία της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1575). Νέα Βασιλικά Ανάκτορα Μαδρίτης.

 

Τιτσιάνο. Η βοήθεια της Ισπανίας στη θρησκεία (1572-1575), Museo Nacional del Prado, Μαδρίτη.

Μη υπαρκτά πρόσωπα:

Στο έργο παρεμβαίνουν επίσης διάφορα μη υπαρκτά πρόσωπα που συμπληρώνουν τη δράση και τον δραματικό του χαρακτήρα:

α) σχετικά με τον σουλτάνο Σελίμ: η Φατίμα που έρχεται ως δεύτερη ερωμένη του, οι υπηρέτες Αρνταΐν και Μαμί (Mamí), άλλοι υπηρέτες του παλατιού και οι αιχμάλωτοι Ισπανοί μουσικοί που τον διασκεδάζουν,

β) η όμορφη αιχμάλωτη Κωνσταντία από τη Λευκωσία, η οποία γίνεται αντικείμενο διαμάχης των πασάδων, ο μικρός της γιος Μαρτσέλο και ο ηρωικός σύζυγός της, λοχαγός Λεονάρδο, υπερασπιστής της πολιορκημένης Λευκωσίας,

γ) οι τρεις αιχμάλωτοι Ισπανοί που περιμένουν να απελευθερωθούν, ο Ισπανός έμπορος που έρχεται για να τους μεταφέρει με το πλοίο του,

δ) άλλοι Ισπανοί αξιωματικοί και οι δύο αιχμάλωτοι Ισπανοί στρατιώτες που δίνουν πληροφορίες για την σύσταση του Ιερού Συνασπισμού και τις κινήσεις του,

ε) τέσσερις Βενετοί συγκλητικοί (Cuatro senadores),

στ) οι δύο γελωτοποιοί (Alosillo και Chuzón) που εκπροσωπούν τις γιορτές οι οποίες έλαβαν χώρα στη Δύση για την νίκη των χριστιανικών δυνάμεων στη Ναύπακτο.

ζ) Οι τρεις αλληγορικές μορφές της Ισπανίας, Ρώμης και Βενετίας. Μέσω του διαλόγου τους, ο Λόπε ντε Βέγκα περιγράφει με τρόπο δυναμικό και με ζωντάνια τις λεπτομέρειες της ναυμαχίας.

Η Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Ανώνυμο βασισμένο στο έργο του Tintoretto που καταστράφηκε στην πυρκαγιά του
Palazzo Ducale της Βενετίας.

 

Βενετία         Ποιος είνʼ αυτός που αντιμάχεται    
                      της Βενετιάς τη ναυαρχίδα;    
     
Ρώμη             Ο Μεμέμπεης της Χαλκίδας 2635  
                      και της Αλεξάνδρειας ο Σιρόκκο.    
     
Ισπανία         Ο Ουτσαλί στο αριστερό πλευρό.    
     
Ρώμη            Ο Καρίμπεης τον συνοδεύει.    
     
Ισπανία        Είν’ ο γιος του;    
     
Βενετία        Ναι, και ο Αλή    
                    στη μέση δίνει τη μάχη. 2640  
                    ……………    
Ρώμη          Να οι αρμάδες συναντιώνται    
                    να τώρα χτυπιούνται, μάχονται τώρα·    
                    του Δον Χουάν και του Αλή    
                    κι οι καπιτάνες τους γαλέρες    
                    φοβερά πυρά εκτοξεύουν, 2665  
                    μανιασμένα τα κανόνια τους ξερνούν,    
                    φωτιές που τους άντρες κατακαίουν,    
                    και καπνό που θαμπό κάνει τον αέρα.    
                    Τι πρώρες και κατάρτια    
                    σκορπίζουν και συντρίβουν, 2670  
                    διαλύουν και καταστρέφουν    
                    τα έμβολα τα τοξωτά!    
                    «΄Αγιε Ιάκωβε ―φωνάζει ο Δον Χουάν―,    
           όρμα, όρμα Ισπανία!»    
     
Βενετία        «Μωάμεθ! ―του απαντά ο Αλή. 2675  
     
Ισπανία         Τι καλός ο άγγελος προστάτης!    
     
Βενετία            Πρόσεχε, Ρώμη, κι έρχονται    
                        έξι αφρικανικές γαλέρες    
                        τον Αλή να ενισχύσουν.    
     
Ρώμη              Τι πειράζει, αφού τις πλευρίζουν 2680  
                        οι άλλες του Πάπα και της Βενετιάς;    
     
Ισπανία           Κι η προστάτιδα της Ισπανίας.    
                        Ω, με πόση μανία ο πρίγκιπας    
                        της Πάρμας έρχεται να τις εμβολίσει!    
                        …………….    
Ισπανία           Πλευρίζουν τώρα οι γαλέρες,    
                        σμίγουν, κλείνουν και κολλάνε· 2690  
                        τώρα αφήνουν τα μουσκέτα·    
                        τώρα τα σπαθιά τους βγάζουν·    
                        τον απαίσιο ήχο σταματούν    
                        οι κουλεβρίνες κι οι βομβάρδες,    
                        που στον άγριο ρυθμό τους 2695  
                        κορμιά χορεύουν στον αέρα.    
   
Ρώμη               Στις εχθρικές γαλέρες τώρα    
                        από τα άκρια τους γλιστρούν    
                        πέφτουν στη θάλασσα στρατιώτες    
                        και κολυμπούν με τα σπαθιά τους. 2700  
                       ΄Αλλος τον σπασμένο ιστό    
                        ή κομμάτι από κουπί πετάει·    
                        άλλος τον γρίλο για να ρίξει    
                        τους πασσάλους ξεκαρφώνει·    
                        ξυλοκάγκελα και στόμια, 2705  
                        πάγκοι, πίκια και  βαρέλια,    
                        δοκάρια, άξονες σπασμένοι    
                        όλα για να τα πετάνε κάνουν·    
                        κατράμι, φωσφίνι και ρετσίνι,    
                        τυλιγμένο από φωτιά, σφηνώνει 2710  
                        μέσ’ στο ξηραμένο το ξύλο,    
                        κι απʼ το νερό πετιούνται φλόγες.    

Η χρήση αλληγορικών προσώπων είναι ένα λόγιο λογοτεχνικό μέσο, που ο Θερβάντες διεκδικούσε ως δική του επινόηση, για να περιγραφούν δράσεις που δεν είναι δυνατόν να συμπεριληφθούν στη σκηνή. Ο Λόπε ντε Βέγκα το χρησιμοποίησε σε διάφορα από τα έργα του.

Οι νικητές της Ναυπάκτου, Ιωάννης της Αυστρίας, Marcantonio Colonna και Sebastiano Venier. Ανώνυμο (c. 1575),
Kunsthistorisches Museum, Βιέννη.

 


Ο Καθηγητής Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός είναι πρόεδρος του Κέντρου Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών («Centro de Estudios Bizantinos, Neogriegos y Chipriotas de Granada»/ C.E.B.N.Ch.) του Πανεπιστημίου της Γρανάδας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Β’ ΜΕΡΟΥΣ

1. Bosworth, Clifford Edmund, The New Islamic Dynasties. A Chronological and Genealogical Manual,  New York, Columpia University Press, 1996, σσ. 239-242.

2. Βλ. παρακάτω το σχετικό κείμενο για τη Ροξελάνα.

3. Udaondo Αlegre, Juan, “Venus y Marte en Lepanto…, ό.π.

4. Στη Δύση ήταν γνωστή με διάφορες παραλλαγές του ονόματος: Rojelana, Roxelana, Rosselana, Roxelane, Roxolana Rossa και Fortunata. Για τη ζωή της βλ. Yermolenko, Galina (abril de). Roxolana: The Greatest Empresse of the East., Pennsylvania, De Sales University, Center Valley 2005.

5. Peirce, Leslie P., The Imperial Harem: women and sovereignty in the Ottoman Empire Archived, Oxford University Press, 1993.

6. Το 1561, τρία χρόνια μετά τον θάνατό της, ο γάλλος συγγραφέας Gabriel Bounin δημοσίευσε μια τραγωδία με τίτλο La Soltane που πραγματεύεται τον ρόλο της στον  θάνατο του Μουσταφά, γιου του Σουλτάνου.

7. Συντέθηκαν διάφορα έργα, όπως η Συμφωνία nº 63 Franz Joseph Haydn, μια όπερα του Denys Sichynsky και ένα μπαλέτο,

8. Pinto-Muñoz, Ana, “Roxelana in the Spanish Golden Age”, eHumanista 19 (2011), σσ. 376-389.

9. DE ARMAS, Frederick A., “The Allure of the Oriental Other: Titian’s Rossa Sultana and Lope de Vega’s Santa Liga, στο E. H. Friedman and C. Larson (επιμ.), Brave New Words. Studies in Spanish Golden Age Literature., New Orleans. 1996, σσ. 191-208.

10. Διάφορες εκδοχές έφτασαν μέχρι σήμερα για το συγκεκριμένο συμβάν. Βλ σχετικά: Crowly, Roger, Ιmperios del mar: La batalla final por el Mediterráneo, 1521-1580, Barcelona, Ático de los TLibros, 2018 και Hopkins, T. C. F., Confrontation at Lepanto: Christendom Vs. Islam, Ohio, Wesleyan University, 2007.

11. Για τη ζωή του Ουλούτς Αλή βλ. Sola Castaño, Emilio, Uchalí. El Calabres Tiñoso, o el mito del corsario muladí en la frontera, Barcelona, Edicions Bellaterra (Alborán), 2010· Valente, Gustavo, Vita di Occhialí, Milano, Ceschina, 1960 και Teti, Vito (2009), “Gian Giacomo Martini e Uluccialì alias Kiliç Alì Pasha: aspetti della costruzione dell’identità calabrese tra XVI e XVII secolo”, στο A. Anselmi (επιμ.), La Calabria del Viceregno Spagnolo. Storia arte architettura, Roma, Gangemi Editore, σσ. 139-169.

12. MORABITO, Maria Teresa & Tobar, María Luisa, La legendaria vida del renegado calabrés Uchalí que de esclavo llega a ser rey en la historia y en la literatura, Millars, Espai i Història, 2020, σσ. 47, 75-116.

13. BENASSAR, Bartolomé, Don Juan de Austria, Madrid, Temas de Hoy, 2000· Udaondo Alegre, Juan, “Don Juan de Austria, héroe del Siglo de Oro. El águila del agua de Vélez de Guevara», στο Héroes y Villanos en la Historia, Cádiz, Ubi Sunt, 2011 και Vega Carpio, Lope de, “El príncipe perfecto”, έκδοση του J. Farré Vidal, στο L. Fernández y G. Pontón (επιμ.), Comedias de Lope de Vega. Parte XI, Madrid, Gredos, 2012, τ. 1, σσ. 919-1074.

14. FUENMAYOR, Antonio de,  Vida y hechos de San Pio V … [Texto impreso] : con algunos notables secessos de la christiandad del tiempo de su Pontificado, Madrid, Luis Sanchez, 1595 (στο http://www.cervantesvirtual.com/obra/vida-y-hechos-de-pio-v-pontifice-romano-diuidida-en-seis-libros-con-algunos-notables-sucessos-de-la-christiandad-del-tiempo-de-su-pontificado).

15. Τεράστια είναι η υπάρχουσα βιβλιογραφία για τον Φίλιππο Β΄, βλ. ενδεικτικά: LYNCH JOHN, Spain 1516-1598. From Nation State to World Empire, Londres, Wiley-Blackwell, 1994· Kamen, Henry A., Felipe de España, Madrid, Siglo XXI, 199710· ESCUDERO LOPEZ, José Antonio, Felipe II: el rey en el despacho, Madrid, Universidad Complutense, 2002· PEREZ, Joseph, La España de Felipe II. Barcelona, Crítica, 2007· PARKER, Geoffrey, Felipe II. La biografía definitiva, Barcelona, Planeta, 20105.

16. Υπάρχει εκτενής βιβλιογραφία για τον ΄Αλβαρο ντε Λούνα. Βλέπε ενδεικτικά: Rodríguez González, Agustín Ramón, Álvaro de Bazán. Capitán General del Mar Océano, Madrid, EDAF, 2017.

17. HENDRIKS, Victorinus, “Don Lope de Figueroa, figura histórica e imagen literaria”, στο A.D. Kossoff, J. Amor y Vázquez, R.H. Kossoff, C.W. Ribbans, Actas del VIII Congreso de la Asociación Internacional de Hispanistas (Brown University, 22-27 agosto 1983), Madrid, Istmo, 1986, τ. 1, σσ. 703-708· Orti Pérez, Juan Manuel, El maestre de campo Lope de Figueroa, Roquetas de Mar: Círculo Rojo. 20173· Leonardi, Salvatore, “Para una biografía de Lope de Figueroa: Notas críticas y nuevas aportaciones. Parte primera: Hasta la jornada de Djerba y el final de su cautiverio por los turcos”, Revista de Historia Militar 114 (2013), σσ. 273-284.

18. PRIEGO SANCHEZ -MORATE, H. & SILVA HERRANZ, J. A., Diccionario de personajes con­quenses (nacidos antes del año 1900), Cuenca, Diputación Pro­vincial de Cuenca, 2002, σσ. 87-88 και J. Martínez Millán y S. Fernández Conti (dirs.), La monarquía de Felipe II: la Casa del rey, vol. II, Madrid, Fundación Mapfre Tavera, 2005, pág. 94.

19. S. Clavijo y Clavijo, La Orden Hospitalaria de San Juan de Dios en la Marina de Guerra, Madrid, Tip. Artística, Alameda, 12, 1950; J. C. Gómez Bueno, Historia de la Orden Hospitalaria de San Juan de Dios, Granada, Archivo Casa de los Pisas, 1963;

20. Stella, Aldo. Dizionario Biografico degli Italiani . Istituto dell’Enciclopedia Italiana. 1964. Vol. 6.

21. Για περισσότερα στοιχεία βλ. Stagno,  Laura, Giovanni Andrea Doria (1540-1606). Immagini, committenze, rapporti politici e culturali tra Genova e la Spagna (Arti visive e patrimonio culturale), Genova, Genova University Press, 2018.

22. BRACCO, Raffaele, Il principe Giannandrea Doriα, patriae libertatis conservator, Conte di Loano, fondatore di S. Agostino, Génova, Scuola Grafica Opera SS. Vergine di Ponpei, 1960 και VARGAS-HIDALGO, R., La batalla de Lepanto según cartas inéditas de Felipe II, Don Juan de Austria y Juan Andrea Doria e informes de embajadores y espías, Santiago de Chile, Ediciones ChileAmérica, 1998.

23. Για την επίδραση που άσκησε ο Τιτσιάνο στον Λόπε ντε Βέγκα βλ. ARMAS, Frederick de, “Lope de Vega and Titian”, Comparative Literature, 4 (1978), σσ. 338-352 και ιδιαίτερα σ. 345, και SANCHEZ JIMENEZ, Antonio, El Pincel y el Fénix: Pintura y literatura en la obra de Lope de Vega Carpio, Madrid, Iberoamericana / Vervuert, 2011.

 

Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός: Η ιστορία στο θέατρο: η κατάκτηση της Κύπρου και η ναυμαχία της Ναυπάκτου στο έργο “Ο Ιερός Συνασπισμός” του Λόπε ντε Βέγκα (Μέρος Α΄: Ιστορικό περίγραμμα)

450 χρόνια από τότε

Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός

Η ιστορία στο θέατρο: η κατάκτηση της Κύπρου και η ναυμαχία της Ναυπάκτου στο έργο “Ο Ιερός Συνασπισμός” του Λόπε ντε Βέγκα
(Μέρος Α΄: Ιστορικό περίγραμμα)

 

Η ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571), ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της Μεσογείου,1 προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, το ενδιαφέρον των συγχρόνων της, τόσο για τα προηγηθέντα γεγονότα όσο και για τις λεπτομέρειες της ίδιας της μάχης, αλλά και για τις συνέπειές της. Η περιγραφή τους είναι πλούσια σε ιστορικές πηγές της εποχής, ταυτόχρονα όμως υπήρξε και πηγή λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής έμπνευσης.

Για την Ισπανία, που υπήρξε ο κύριος μέτοχος του χριστιανικού συνασπισμού, αποτέλεσε την σημαντικότερη εποποιία, μαζί με την ανακάλυψη και κατάκτηση της Αμερικής, και αποτυπώθηκε σε όλα τα είδη της γραμματείας του λεγόμενου ισπανικού Χρυσού Αιώνα. Αποτέλεσε σημαντικό μέρος του λογοτεχνικού ρεύματος, γνωστού ως Turquería,2 που επικεντρώνεται στην, επί αιώνες, προβληματική κατάσταση που δημιούργησαν στη Μεσόγειο οι τουρκο-βερβερινές επιδρομές και στην θεματική της αιχμαλωσίας Χριστιανών από Τούρκους και Βερβερίνους κουρσάρους. Γνωστή είναι η περίπτωση του Θερβάντες, ο οποίος έλαβε μέρος στη συγκεκριμένη ναυμαχία, ενώ αργότερα πέρασε πέντε χρόνια αιχμαλωσίας στο Αλγέρι, γεγονότα που τον σημάδεψαν και άφησαν βαθύ αποτύπωμα σε διάφορα από τα έργα του.

Ως γνωστόν, η κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς και οι σφαγές, που επακολούθησαν, κυριολεκτικά υποχρέωσαν τα χριστιανικά κράτη της Μεσογείου να αντιμετωπίσουν από κοινού τον τουρκικό κίνδυνο που απειλούσε πλέον άμεσα την Ιταλική Χερσόνησο και, συνεπώς, τις κτήσεις του ισπανικού στέμματος στην Σικελία και στο βασίλειο της Νάπολης.3 Για πρώτη φορά η χριστιανοσύνη είδε κατάματα τον κίνδυνο του οθωμανικού επεκτατισμού σε ολόκληρη την Μεσόγειο και έφερε, ως αποτέλεσμα τη δύσκολη, ως τότε, συνεννόηση των χριστιανικών δυνάμεων για να αντιμετωπίσουν με επιτυχία την απειλή.4

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η ναυμαχία καταγράφηκε ως γεγονός στενά συνδεδεμένο με την οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου,5 που υπήρξε και η κύρια αιτία της δημιουργίας του Ιερού Συνασπισμού. Ο τελευταίος συσπείρωσε τις σημαντικότερες ναυτικές χριστιανικές δυνάμεις (Ισπανία, Βενετία, Ρώμη, Μάλτα, Γένοβα) ενάντια στον τουρκικό κίνδυνο.

Αν και τα περισσότερα ιστορικά6 και μη έργα7 γράφτηκαν μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια της περίφημης πλέον ναυμαχίας, το συγκεκριμένο γεγονός υπήρξε πηγή έμπνευσης στη λογοτεχνία μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.8 Ένας σχετικά σύγχρονος της ναυμαχίας υπήρξε ο Λόπε ντε Βέγκα, ο κορυφαίος, αναμφίβολα, θεατρικός συγγραφέας του Χρυσού Αιώνα της Ισπανίας. Στην τεράστια εργογραφία του συμπεριλαμβάνεται η τραγικωμωδία με τίτλο La Santa Liga (Ο Ιερός Συνασπισμός),9 η πλοκή της οποίας ακολουθεί τα ιστορικά γεγονότα της κατάκτησης της Κύπρου και της επακόλουθης Ναυμαχίας της Ναυπάκτου. Το έργο εκδόθηκε το 1621, δηλαδή πενήντα ακριβώς χρόνια μετά τη ναυμαχία,10 δεν αποτελεί θεματική παρένθεση στην τεράστια θεατρική του εργογραφία, δεδομένου ότι ο πολυτάραχος βίος του, που συμπεριλαμβάνει και στρατιωτικές εμπειρίες, συνετέλεσε ώστε τα πολεμικά γεγονότα να έχουν ένα σημαντικό μέρος στο ρεπερτόριό του, ενώ είναι γνωστή και η έλξη που άσκησε στον ίδιο η δραματοποίηση της ιστορίας.

Λόπε ντε Βέγκα, Προτραίτο που αποδίδεται στον Eugenio Cajés (c. 1627), Μουσείο Lázaro Galdiano, Μαδρίτη.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το έργο συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί και ως ιστορικό δράμα:11

  • Η δράση εκτυλίσσεται σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο (έτη 1570-1571), στο οποίο λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα της οθωμανικής κατάκτησης της Κύπρου, της σύστασης του Ιερού Συνασπισμού των χριστιανικών δυνάμεων της Μεσογείου και η ναυμαχία της Ναυπάκτου.
  • Τα ιστορικά αυτά γεγονότα καθορίζουν το σύνολο σχεδόν του έργου, ενώ η προσωπική δράση εντάσσεται πλήρως στην ιστορική εξέλιξη.12
  • Η πρόθεση του συγγραφέα είναι όχι μόνο να τοποθετήσει τη δράση σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, αλλά να δραματοποιήσει τα ίδια τα γεγονότα.
  • Οι κυριότεροι πρωταγωνιστές της ιστορίας έχουν στο έργο ρόλους πρωταγωνιστή, συμπρωταγωνιστή, δευτεραγωνιστή ή ανταγωνιστή. Τα φανταστικά πρόσωπα εντάσσονται πλήρως στην ιστορικότητα του έργου.

Στο σύνολο της παραγωγής του Λόπε ντε Βέγκα,13 το τόσο διαδεδομένο στην εποχή του υποείδος της Turquería,14 δηλαδή έργα που αναφέρονται στις προβληματικές σχέσεις της χριστιανοσύνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία (συγκρούσεις, πειρατεία, αιχμαλωσίες, εξωμοσίες κ.ά.), καταμετρά πενήντα περίπου ολόκληρα έργα. ΄Εχει επισημανθεί όμως, ότι τα περισσότερα από τα ιστορικά δράματα που έγραψε,15 αποτελούν πραγματικά μαθήματα ιστορίας, όπου το κοινό συμμετέχει στις ευαισθησίες του συγγραφέα βλέποντας να διαδραματίζονται επί σκηνής γνωστά φημισμένα ιστορικά γεγονότα.16 Στους παρακάτω στίχους ο Μουσταφά, ως πρέσβης του σουλτάνου στη Σύγκλητο της Βενετίας αιτιολογεί την απαίτηση να του παραδοθεί η Κύπρος:

Έμαθε πως το νησί της Κύπρου
βίαια το κατακρατείτε,
της Κύπρου, στη Μεσόγειο θάλασσα,
ανάμεσα σε επαρχίες δικές του,   845
αυτήν που σε ίση απόσταση είναι    
απʼ την Αίγυπτο στο νότιο μέρος,    
απʼ το νησί της Ρόδου δυτικά,    
της Ρόδο με τους άσπρους σταυρούς·    
και απʼ τη Συρία στην Ανατολή,   850
και πιο κοντά ακόμη στην Καραμανία    
που των αρχαίων Αιγυπτίων ήταν,    
και που την έχασαν οι πρίγκιπές τους.    
Απʼ αυτούς την απόσπασε βίαια    
η Ρώμη και γιʼ αυτό στο τέλος έμεινε   855
στην αυτοκρατορία των Ελλήνων,    
που τότε στην Ιταλία ανήκε.    
Με τα όπλα μετά την πήραν    
από τους ΄Ελληνες οι ΄Αγγλοι,    
και απʼ αυτούς ύστερα πέρασε   860
στης Γαλλίας τους Λουσινιάν.    
Μετά, στης Αιγύπτου τον σουλτάνο,17    
κι απʼ αυτούς την κερδίζει ο Χουάν,    
που τα δυο παιδιά του, ο Ιάκωβος    
και η ΄Αννα, γνωστά σάς είναι.   865
Με τον Λουή, δούκα της Σαβοΐας,    
η ΄Αννα σε νόμιμο γάμο ήρθε.    
Γιʼ αυτό, οι Βασιλείς της Κύπρου    
λέγονται δούκες της Σαβοΐας·    
τους την πήρε όμως ο Σουλτάνος   870
και τον Ιάκωβο, τον νόθο, έβαλε    
στο βασίλειο που του αναλογούσε,    
και εχθρεύτηκε αυτούς της Σαβοΐας.    
Ο Ιάκωβος στη Βενετιά παντρεύτηκε    
με μια δική σας κόρη, υιοθετημένη 875  
απ’ τη Δημοκρατία· και σαν πέθαναν,    
η Βενετιά την Κύπρο δική της κάνει.    
ο Σελίμ, του Σελίμ αυτού ο παππούς,    
την Αίγυπτο κατέκτησε, και, έτσι,    
την Κύπρο ως κτήση του θεώρησε· 880  
δείτε πως ξεκάθαρο το δίκιο είναι.    
Η Σαβοΐα δικαιώματα θα έχει,    
αν των χριστιανών οι νόμοι    
συμφωνούν με τους δικούς μας,    
γιατί μπάσταρδη είναι η κληρονομιά· 885  
όμως τους Ιάσονες και Μπάλδους,    
που με μελάνι γράφουν η Ιταλία    
κι η Ισπανία, με αίμα καθαρό    
τους γράφουμε εμείς στην Ασία.    
Δεν γίνεται η Βενετιά την Κύπρο 890  
να κατέχει· γι’ αυτό κι ο Μέγας Κύρης    
του οίκου του την κληρονομιά αυτή    
να του την επιστρέψετε προστάζει. 18  
Lope de Vega Carpio, La Sancta Liga (Πηγή: Biblioteca Virtual Miguel de Cervantes).

Εξάλλου, την ίδια εποχή, η ιστορία εισβάλλει κυριολεκτικά στο ισπανικό θέατρο.19 Κάποια ερωτηματικά που μπορεί να προκαλέσει η όψιμη συγγραφή του έργου Ο Ιερός Συνασπισμός, λύνονται σε μια προσεκτική εξέταση που αποδεικνύει ότι η ημερομηνία, η θεματική και η δραματική του ροή, ανταποκρίνονται πλήρως στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής και στις αντιλήψεις περί θεάτρου του συγγραφέα.20

Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η θεματική των Τούρκων είναι η πρόφαση για την επίτευξη των σκοπών του Λόπε ντε Βέγκα και, πρωτίστως, για τη σφυρηλάτηση του εθνικού φρονήματος των Ισπανών, που άρχισε να αναπτύσσεται από τo πρώτο μισό του 16ου αιώνα, μετά τη συνένωση των βασιλείων της Καστίλλης και της Αραγωνίας μέσω βασιλικών γάμων και την κατάκτηση της Γρανάδας (1492), τελευταίου αραβικού βασιλείου της Ιβηρικής. Το ίδιο έτος ακολούθησε η ανακάλυψη της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο και η επακόλουθη εποποιία της κατάκτησης και της ενσωμάτωσής της στις κτήσεις του ισπανικού στέμματος. Στο εξής, τα ενδιαφέροντα της ισπανικής πολιτικής προσανατολίζονται, κάθε φορά περισσότερο, προς την Αμερική, χωρίς όμως να παραβλέπεται ο εξ ανατολών τουρκικός παράγοντας που απειλούσε να μετατραπεί σε απόλυτο κυρίαρχο της Μεσογείου. Εξάλλου, ο οθωμανικός επεκτατισμός υπήρξε ένα από τα κυριότερα προβλήματα του οίκου των Αψβούργων της Ισπανίας, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Καρόλου του Ε΄ (και Α΄της Ισπανίας).21Σε μεγάλο μέρος της βασιλείας του υπήρξε το αντίπαλο δέος του ισπανικού επεκτατισμού τόσο στην κεντρική Ευρώπη όσο και στη Μεσόγειο.΄Ενας, όμως, από τους λόγους που, πιθανότατα, επηρέασε τον Λόπε δε Βέγκα, όπως και πολλούς άλλους θεατρικούς συγγραφείς, ήταν η αρχή της μακράς περιόδου παρακμής στην οποία εισερχόταν σταδιακά η ισπανική Αυτοκρατορία, γεγονός που καθιστούσε επιτακτική την ανάγκη της ενδυνάμωσης μιας «εθνικής συνείδησης» σε όλα τα κοινωνικά στρώματα.22

Παράλληλα, όμως, έχει επισημανθεί ότι η πρόθεσή του, όπως και πολλών συγχρόνων, είναι να θέσει τα θεμέλια της πολιτικής θεωρίας για την σπουδαιότητα της θέσης του βασιλικού θεσμού και του προσώπου του βασιλέα ειδικότερα ως προς τη σύσταση του κράτους. Για το συγκεκριμένο θέμα εκφράστηκαν διάφορες γνώμες που συνοψίζονται στις εξής ενότητες: α) Οι κωμωδίες του περικλείουν μια ολόκληρη πολιτική θεωρία που βασίζεται στα έργα των θεολόγων και των θεωρητικών του Δικαίου της εποχής. Βρισκόμαστε επομένως μπροστά σε ένα ολόκληρο corpus πολιτικής λογοτεχνίας που έγινε γνωστή στα λαϊκά θέατρα (corrales de comedias) και συνέβαλε στην οικοδόμηση της   απολυταρχικής ιδεολογίας της μοναρχίας των Αψβούργων.23 β) Πρόκειται για τον θεατρικό συγγραφέα της ισπανικής ιστορίας, με την έννοια ότι υιοθετεί το ρόλο του μη επίσημου χρονικογράφου του στέμματος, ξαναγράφοντας τη μυθολογία της ισπανικής Αυτοκρατορίας για να «περάσει» στη συνέχεια στο λαό μέσω του λαϊκού θεάτρου, διασκεδάζοντας και μορφώνοντάς τον πολιτικά.24 γ) Παράλληλα, όμως, τα ιστορικά του έργα συμβάλλουν στην προώθηση του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος σε όλη του τη ζωή φιλοδοξούσε να του δοθεί η θέση του επίσημου χρονικογράφου του παλατιού.25 Πρόκειται σε τελική ανάλυση για την προφορική διάχυση της γραπτής κουλτούρας μέσω της σκηνής, για την δραματοποιημένη ιστορία, για μια ιστορικού χαρακτήρα διαπαιδαγώγηση26 και για τη συμβολή του θεάτρου στην πολιτική προπαγάνδα της ισπανικής μοναρχίας.27 Από την άλλη πλευρά, είναι εμφανές ότι στη συγκεκριμένη εποχή, η ιστορία και η ποίηση βρίσκονται τόσο κοντά που αλληλοδανείζονται τεχνικές: η ιστορία γράφεται με τρόπο που καθιστά σαφές ότι οι ιστορικοί διαβάζουν ποίηση και επηρεάζονται από αυτήν στην περιγραφή των γεγονότων.28 Ταυτόχρονα οι ποιητές, κυρίως στην επική ποίηση, και κατ’ επέκταση οι θεατρικοί συγγραφείς, στα ιστορικά δράματα, ακόμη κι αν πρόκειται για κωμωδίες ή τραγικωμωδίες έχουν μπροστά τους τα ιστορικά κείμενα. Το γεγονός αντανακλάται εμφανώς και στο Ο Ιερός Συνασπισμός του Λόπε ντε Βέγκα.29

Στην Ισπανία του 17ου αιώνα, τόσο η μοναρχία όσο και οι κοινοτικές αρχές της χώρας είχαν συνειδητοποιήσει τη διδακτική δύναμη της ιστορίας που περιέκλειε το θέατρο και την ανωτερότητα του προφορικού λόγου επί του γραπτού. Ο Λόπε ντε Βέγκα, λοιπόν, γνωρίζοντας ότι το μήνυμα έφτανε καλύτερα με τον προφορικό λόγο απ΄ό,τι με τον γραπτό, έγραφε τις κωμωδίες του τόσο για τον απλό και αγράμματο λαό, όσο και για τους εγγράμματους.30 Δεν πρέπει εξάλλου να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ήταν επίσης ένας από τους συγγραφείς που μπορούσαν να ζήσουν από την πώληση των βιβλίων τους, τις εκδοτικές παραγγελίες και το ανέβασμα των έργων τους στη σκηνή. Η αγάπη, η υπακοή και η υπηρεσία ως πολιτική αρετή είναι το κεντρικό σημείο της πρόθεσης του Λόπε στα ιστορικά και μη έργα της λογοτεχνίας της εποχής του ισπανικού μπαρόκ,31 για το οποίο, όμως, ο βασιλέας απαιτείται να αποτελεί υπόδειγμα καλοσύνης και ομορφιάς, και να αντικατοπτρίζει την θεϊκή τελειότητα σε αντίθεση με τους υπηκόους του, που λυγίζουν υποκύπτουν στους πειρασμούς.32.

Ταυτόχρονα, μετά την νίκη στη ναυμαχία της Ναυπάκτου και την έκδοση του Gerusalemme liberata του Torquato Tasso,33 οι καλλιτέχνες και οι συγγραφείς του Μπαρόκ καλλιεργούν το πνεύμα της σταυροφορίας για την, έστω και την εκ των πραγμάτων, μη εφικτή ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ.34

Ο Λόπε ντε Βέγκα υποκινεί εδώ την πατριωτική υπερηφάνεια ταυτίζοντας τα κατορθώματα του ήρωα με βασιλικό αίμα (Δον Χουάν ο Αυστριακός) με την ιστορία της Ισπανίας, αλλά και του αδελφού του Φιλίππου Β΄ μέσω του επαίνου και της εξύμνησής τους. Η υπηρεσία που προσφέρει έχει τρεις όψεις: ο ηγεμόνας κυβερνά και αποδίδει δικαιοσύνη, ενσαρκώνοντάς την μέσα από την σοφία του.35 Επίσης ασκεί την εξουσία του που έχει οικουμενικό χαρακτήρα (κτήσεις σε όλη την υδρόγειο),36 είναι θρησκευτικό πρόσωπο και προστάτης της χριστιανοσύνης. Για το λόγο αυτό, εμφυσεί το πνεύμα της σταυροφορίας ενάντια στους άπιστους μουσουλμάνους σε μια Ισπανία που έχει τη συνείδηση του υπερασπιστή της χριστιανικής πίστης και που πολεμά τον Τούρκο για να επικρατήσει στη Μεσόγειο. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο χριστιανός βασιλέας της Ισπανίας φέρει επίσης τον τίτλο του «Βασιλέα της Ιερουσαλήμ» και επικρατεί στη ναυμαχία της Ναυπάκτου ως σημαιοφόρος της χριστιανικής συμμαχίας.

Alonso Sánchez Coello, Δον Χουάν ο Αυστριακός (1567), Monasterio de las Descalzas Reales de Madrid
Sofonisba Anguissola, Πορτραίτο του Φίλιππου B΄ της Ισπανίας (1573), Museo Nacional del Prado,Μαδρίτη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Χαρακτηριστικός είναι ο μονόλογος του ηττημένου Ουλούτς Αλή (Κιλίτζ Αλή Πασάς) μετά τη ναυμαχία:

Δίκαια σας φοβήθηκα, λάβαρα ισπανικά,

 
την ανδρεία, την τύχη και τη δύναμή σας ξέρω.
Δεν με πίστεψε ο Αλή· γι΄αυτό και σʼ ένα
κοντάρι έβαλε το κεφάλι του ο Δον Χουάν. 2760
Εκτός απʼ τον Μωάμεθ, με τι πρόσωπο  
θα εμφανιστούμε μπρος στον Μέγα Κύρη;  
Πως ο Θεός τον Φίλιππο φυλάει θα πούμε  
ή πως ο Πίος ο Πέμπτος άγιος είναι.  
Κι η γη ακόμη ακριβά πουλιέται εδώ· 2765
Τα πανιά ανοίξτε και χτυπήστε τα κουπιά,  
τον Μωάμεθ απαρνούμαι, στο Αλγέρι να με πάτε,  
ή στη Μέκκα, τα κόκκαλά του για να βρω εκεί.  

Στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχει επίσης και το επικό στοιχείο που παραπέμπει σε συγκρούσεις επιφανών ηρώων: η προσωπική σύγκρουση του νόθου υιού του αυτοκράτορα Καρόλου Ε΄ (και αδελφού του Φιλίππου Β΄) και του Αλή Πασά, γαμπρού του Σελίμ Β΄, όπου μετά από σκληρή μάχη, τη νίκη κερδίζει ο χριστιανός πρίγκιπας.

Έχει επισημανθεί ότι εδώ ο Λόπε ντε Βέγκα κινείται μεταξύ της βασικής ιστορικής του πηγής που είναι Ο βίος και το έργο του Πάπα Πίου Ε΄ του Antonio de Fuenmayor37 και La Araucana, το λογοτεχνικό μοντέλο της ισπανικής επικής ποίησης που δημοσίευσε το 1569 ο Alonso de Ercillaγια με αφορμή την κατάκτηση της Αμερικής.38 Φαίνεται επίσης ότι, για τη σύνθεση της περιγραφής της ναυμαχίας, ανέτρεξε σε ένα ευρύ ρεπερτόριο από αφηγηματικές τεχνικές της λόγιας επικής παράδοσης: το romancero και τη νεοπλατωνική φιλοσoφία.39

Ας δούμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά:

α) Στον ίδιο τον τίτλο του έργου (Ο Ιερός Συνασπισμός), γίνεται σαφής η πρόθεση του συγγραφέα να δηλώσει ότι πρόκειται για έργο ιστορικού χαρακτήρα και μάλιστα ενός γεγονότος που είναι ακόμη νωπό στη μνήμη των αναγνωστών/θεατών.

β) Το συγκεκριμένο έργο υπάγεται στην κατηγορία της τραγικωμωδίας, όπου ο συγγραφέας αντιπαραθέτει τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών: τον σουλτάνο Σελίμ Β΄, τον επονομαζόμενο «Μέθυσο» (1566-1574), ο οποίος ζει μια τρυφηλή ζωή στον χώρο του χαρεμιού, δίχως να ενδιαφέρεται να αυξήσει τις κτήσεις που του παρέδωσε ο ένδοξος πατέρας του, Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής (1520-1566), μέχρι τη στιγμή που ο τελευταίος εμφανίζεται στον ύπνο του και του προκαλεί ένα δέος, το οποίο αλλάζει τελείως την συμπεριφορά του.

Τεράστια είναι η αντίθεση με τον Δον Χουάν τον Αυστριακό, αρχιναύαρχο του χριστιανικού στόλου, αλλά και του αδελφού του, του βασιλιά Φιλίππου Β΄ (1556-1598), γνωστού για τον μοναστικό του βίο και το πάθος του για τις εκκλησιαστικές υποθέσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με την αγιοσύνη του Πάπα Πίου Ε΄ (1566-1572), εμπνευστή και πραγματικού δημιουργού του Ιερού Συνασπισμού.

Στον χαρακτήρα, όμως, του Σελίμ και της διαμάχης των Τούρκων πασάδων για την όμορφη αιχμάλωτη Κύπρια Κωνσταντία, ολοκληρώνεται και το όποιο κωμικό στοιχείο του έργου. Οι υπόλοιπες αντιθέσεις μεταξύ Χριστιανών (κυρίως Ισπανών) και Μουσουλμάνων δεν ενέχουν καμία ένδειξη κωμικότητας. Στην πραγματικότητα, ο συγγραφέας συνδυάζει σε ένα μόνο έργο όλα με όσα η εποχή του ύμνησε την μεγαλειώδη αυτή νίκη: την επική ποίηση, το romancero, τα χρονικά, τη ζωγραφική, τη φιλοσοφία του έρωτα (χυδαίο και χριστιανικό).

Μικρογραφία του σουλτάνου Σελίμ Β’.

γ) Το έργο είναι δομημένο σε τρεις πράξεις που περιέχουν διαφορετικές σκηνές και εικόνες, με κριτήρια τα οποία σχετίζονται με την εξέλιξη της πλοκής: είσοδος και έξοδος δραματικών προσώπων, ειδικές στιγμές, πλάνα κλπ. Στον χωροχρόνο και στην εξέλιξη των δραματικών σκηνικών δρωμένων, διακρίνεται μια καλά δομημένη οργάνωση των επιμέρους ενοτήτων του κειμένου που δίνει την αίσθηση της συνέχειας στην εξέλιξη της δράσης. Πρόκειται για μια ευθύγραμμη εξέλιξη της πλοκής με αρχή, μέση και τέλος και με αρκετά χαλαρή αυτονομία των επιμέρους σκηνών, οι οποίες συνδέονται αιτιοκρατικά.

δ) Οι διάλογοι και οι (ελάχιστοι) μονόλογοι γίνονται σε έμμετρο λόγο και διατηρούν μια καλή «ποσοτική» ισορροπία. Λιγοστές είναι οι σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα για τον σκηνοθέτη, τους ηθοποιούς και τον αναγνώστη: διευκρινιστικές παρατηρήσεις για την υπόθεση και την ανάπτυξή της, σκηνικές οδηγίες που αναφέρονται στον χώρο, την εμφάνιση, την κίνηση και τις χειρονομίες των προσώπων, τον φωτισμό και τα σκηνικά αντικείμενα. Οι σκηνικές οδηγίες ανιχνεύονται μέσα από τον λόγο των προσώπων.

Ο δραματικός μύθος (υπόθεση) αρχίζει παρουσιάζοντας την τρυφηλή ζωή του Σελίμ Β΄ στο χαρέμι, για το οποίο και παραμελεί τις υποχρεώσεις του ως μονάρχης και μέλος μιας ένδοξης δυναστείας κατακτητών. Οι πολεμοχαρείς αρχηγοί των στρατευμάτων του, αλλά ακόμη και οι άνθρωποι της υπηρεσίας του τον μέμφονται για τη ζωή του και προσπαθούν να τον πείσουν να ακολουθήσει το παράδειγμα των προγόνων του.

Η στάση του Σελίμ αλλάζει ριζικά με την παρουσίαση του φαντάσματος του πατέρα του, ο οποίος τον επικρίνει για τη ζωή του. Στη συνέχεια ακολουθεί πιστά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα αρχής γενομένης από την παραβίαση της συνθήκης που υπέγραψε με τη Βενετία και την απόφαση να κατακτήσει την Κύπρο.

Σε αντιπαράθεση με τη ζωή στο παλάτι, ο συγγραφέας εναλλάσσει σκηνές με τη ζωή της αιχμαλωσίας των Χριστιανών στο Αλγέρι, όπου βρίσκεται επίσης αιχμάλωτη η όμορφη Κωνσταντία από την Κύπρο με το μικρό της παιδί. Η αγάπη της για την Κύπρο και τον σύζυγό της, τον λοχαγό Λεονάρδο, που υπερασπίζεται τη Λευκωσία, την αποτρέπει να μεταβεί στην Ισπανία με το ισπανικό πλοίο που ήρθε για να εξαγοράσει χριστιανούς αιχμαλώτους και δέχεται την πρόταση του Τούρκου ναυάρχου Μουσταφά Πασά, ο οποίος προσφέρεται να την μεταφέρει στην Κύπρο.

Όμως, ο Μουσταφά, θαμπωμένος από την ομορφιά της, την μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη όπου προσπαθεί να την πείσει να τον παντρευτεί. Παράλληλα έρχεται σε σύγκρουση με τον Πιλαή Πασά, ο οποίος διεκδικεί επίσης την Κωνσταντία.40 Η επανένωση της Κωνσταντίας με τον Λεονάρδο γίνεται χάρη στη μεγαλοψυχία του Μουσταφά, ο οποίος κάνει προηγουμένως μια αποτυχημένη προσπάθεια να τον πείσει να παραδώσει την πόλη αμαχητί.

Η παρεμβολή της αιχμαλωσίας και του ερωτικού στοιχείου, αποτελούν το κύριο δραματικό μέρος του έργου. Επιπρόσθετα, το στοιχείο της αιχμαλωσίας προβάλλει ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χριστιανοσύνη στη Μεσόγειο εξ αιτίας της δράσης των τουρκο- βερβερίνων κουρσάρων,41 ενώ το ερωτικό μέρος προβάλλει την ακεραιότητα της χριστιανής, η οποία αρνείται να αλλαξοπιστήσει και να ζήσει μια πλούσια και χωρίς προβλήματα ζωή.

Το δεύτερο μισό του έργου επικεντρώνεται κυρίως σε πολεμικά γεγονότα: α) την επιθετικότητα των Τούρκων στη Μεσόγειο που αρχίζει με την απαίτηση από τους Βενετούς να παραδώσουν αμαχητί το νησί ˑ β) την εισβολή στην Κύπροˑ γ) την αντίδραση των χριστιανικών κρατών της Μεσογείου με τη σύσταση του Ιερού Συνασπισμούˑ δ) τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου.

Χαρακτηριστικό του έργου είναι ότι δεν υπάρχει αποκοπή της δράσης των προσώπων από την ιστορική ροή, πράγμα που διευκολύνει τον συγγραφέα να εκθέσει τα ιστορικά γεγονότα μέσω της δράσης του καθενός, δηλαδή των διαλόγων.

Σε γενικές, λοιπόν, γραμμές, ο δραματικός μύθος είναι βασισμένος σε τρεις άξονες:

α) την προσωπική ζωή του σουλτάνου Σελίμ,

β) την προσωπική ζωή της Κωνσταντίας, του γιού της και του συζύγου της,

γ) τον χαρακτήρα και τις πράξεις των Τούρκων αρχηγών του οθωμανικού στρατού,

δ) τον χαρακτήρα και τη δράση των αρχηγών του χριστιανικού συνασπισμού.

ε) τις πολεμικές συγκρούσεις στο πλαίσιο της πολιορκίας της Λευκωσίας και της ναυμαχίας της Ναυπάκτου.

Η πλοκή του έργου εκτυλίσσεται ως εξής:

Α΄ Πράξη:

Παρουσιάζεται η τρυφηλή και εκθηλυμένη ζωή του σουλτάνου Σελίμ Β΄ στο χαρέμι και η εξάρτησή του από την Ρόζα Σολιμάνα, που τον κρατά μακριά από τους πολέμους.

Οι τρεις αρχηγοί του οθωμανικού στρατού (Μουσταφά, Πιαλή και Ουτσαλή) προσπαθούν να τον πείσουν να αλλάξει ζωή και να τιμήσει την ένδοξη οικογενειακή του παράδοση, αρχίζοντας και πάλι τον πόλεμο με τους χριστιανούς με την κατάληψη της Κύπρου.

Σκηνές αιχμαλωσίας χριστιανών, πιθανότατα στο Αλγέρι, όπου καταφτάνουν ένας φραγκισκανός μοναχός για να εξαγοράσει αιχμαλώτους και ένας έμπορος με το καράβι του, που πρόκειται να τους μεταφέρει στην Ισπανία. Μεταξύ των αιχμαλώτων συμπεριλαμβάνεται η Κωνσταντία από την Λευκωσία και ο μικρός της γιος. Ακολουθούν σκηνές πατριωτικού και θρησκευτικού χαρακτήρα. Η Κωνσταντία αποφασίζει να μην επιβιβαστεί στο ισπανικό πλοίο και αποδέχεται την πρόταση που της κάνει ο Μουσταφά να την μεταφέρει στην Κύπρο.

Ο Σελίμ βλέπει το φάντασμα του πατέρα του και αλλάζει ριζικά τακτική: αποφασίζει την ανοιχτή ρήξη με τους χριστιανούς και απαιτεί την παράδοση της Κύπρου από τη Βενετία.

Σκηνή όπου συνεδριάζει η Γερουσία της Βενετίας και επιβραβεύει τον Τιτσιάνο για τον πίνακα της σουλτάνας που συνέβαλε στη διατήρηση καλών σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εμφανίζεται όμως ο Μουσταφά, ως απεσταλμένος του Σελίμ, για να απαιτήσει με απειλές την παράδοση της Κύπρου. Οι συγκλητικοί ειρωνεύονται την αλαζονεία του και τον αποπέμπουν εξευτελιστικά.

Β΄ Πράξη:

Η Κωνσταντία ανακαλύπτει ότι ο, ερωτευμένος μαζί της, Μουσταφά την εξαπάτησε και αντί για την Κύπρο την έφερε στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Σελίμ με δεύτερη ερωμένη, την Φατίμα. Διαμάχη μεταξύ Αλή και Μουσταφά για την Κωνσταντία, αλλά και για προσωπικές φιλοδοξίες. Ο Σελίμ τους διατάζει να κατακτήσουν την Κύπρο χωρίς χρονοτριβές.

Ο Μουσταφά παραδίδει την Κωνσταντία στον σύζυγό της, Λεονάρδο, τον οποίο προσπαθεί μάταια να πείσει να του παραδώσει την Λευκωσία. Σκηνές πατριωτισμού και θρησκευτικής πίστης.

Οι Τούρκοι επιτίθενται στη Λευκωσία. Ο Λεονάρδο αιχμαλωτίζεται. Γενναιότητα της Κωνσταντίας που πολεμά σαν άντρας. Σκηνές γενναιότητας και του παιδιού της. Ο Μουσταφά αποδεικνύεται γενναιόδωρος και απελευθερώνει τους αιχμαλωτισμένους Λεονάρδο, Κωνσταντία και παιδί.

Γ΄ Πράξη:

Διεργασίες για τη σύσταση του Ιερού Συνασπισμού και τον ορισμό του αρχιναυάρχου. Λαμβάνουν μέρος εκπρόσωποι των κρατών που πρόκειται να τον στελεχώσουν. Δυσαρέσκεια της Βενετίας για την επιλογή μη Βενετού αρχιναυάρχου. Εκθειασμός του Πάπα Πίου Ε΄, του Φίλιππου Β΄ της Ισπανίας και του Δον Χουάν του Αυστριακού.

Ο Σελίμ μεταξύ δύο γυναικών. Η Φατίμα τον ωθεί προς τον πόλεμο. Θυμός της Ρόζας Σολιμάνας, που εξοργίζει τον Σελίμ.

Οι Τούρκοι αρχηγοί ενημερώνονται για τη σύσταση του Ιερού Συνασπισμού. Μετά από διαφωνίες αποφασίζουν να προχωρήσουν σε σύγκρουση με τον χριστιανικό συμμαχικό στόλο.

Συζήτηση των αρχηγών του χριστιανικού συμμαχικού στόλου.

Οι προσωποποιημένες Ισπανία, Βενετία και Ρώμη, περιγράφουν τις λεπτομέρειες της ναυμαχίας.

Θρίαμβος των χριστιανών, αιχμαλωσία του Αλή και οπισθοχώρηση του Ουτσαλί. Εορτασμοί των χριστιανών για τη νίκη.

Είναι εμφανές ότι, σε γενικές γραμμές, ο μηχανισμός της πλοκής του έργου που υποστηρίζει την υπόθεση (δραματικός μύθος) βασίζεται στη κλασική δομή της αιτιοκρατικής σύνδεσης των επιμέρους γεγονότων, που παρουσιάζονται σε διαφορετικές σκηνές συγκρούσεων και οι οποίες οδηγούν στην τελική επίλυσή τους. Στις πολλαπλές σκηνές και χώρους όπου διαδραματίζεται το έργο, οι έρωτες των Τούρκων εναλλάσσονται με διπλωματικά και πολεμικά επεισόδια, τα οποία ενεργοποιούν τη σύσταση του Ιερού Συνασπισμού και καταλήγουν στην τελική ήττα των Οθωμανών στα ανοικτά της Ναυπάκτου.

Το μείγμα στοιχείων της κωμωδίας (ερωτικές πλοκές) με άλλα της τραγωδίας είναι χαρακτηριστικά της αρχικής φάσης της Comedia Nueva, όπου δοκιμάζονται νέες φόρμουλες, δίχως να τηρούνται αυστηρά τα οριοθετημένα δομικά στοιχεία των δύο θεατρικών ειδών. Σε γενικές γραμμές, όμως, Ο Ιερός Συνασπισμός ανταποκρίνεται στα κύρια χαρακτηριστικά του θεατρικού αυτού είδους:42

Είναι τρίπρακτο έργο.

Αναμιγνύει το τραγικό με το κωμικό για να εκφράσει ρεαλιστικά την διαφορετικότητα που υπάρχει στην ζωή, μέσω προσώπων διαφορετικών προελεύσεων και τάξεων. Παρεμβάλλεται επίσης το αστείο έως και το γελοίο.

Γράφεται σε έμμετρο λόγο και με διαφορετικές στροφές.

Παρά τις τραγικωμικές σκηνές του παλατιού του Σελίμ, περιγράφεται επακριβώς η ιστορική εξέλιξη, ενώ η τρίτη Πράξη, αφιερωμένη η Ναυμαχία της Ναυπάκτου, αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα έπους. Παράλληλα, μέσω διαλόγων παραδίδονται πραγματικά μαθήματα ιστορίας και γεωγραφίας.

Ο χρόνος ακολουθεί μια ευθύγραμμη ανάπτυξη της πλοκής με διαδοχή των γεγονότων, συμπύκνωση, αλλά και παράλληλη παρουσίασή τους. Σε λιγοστές περιπτώσεις η πλοκή βασίζεται και στην υποκειμενική αντίληψη ή εμπειρία του χρόνου που έχουν τα δραματικά πρόσωπα. Το έργο καλύπτει επομένως τα γεγονότα που έλαβαν χώρα το 1570-71 και έχουν ως εξής:

Μάρτιος του 1570: ο σουλτάνος Σελίμ Β΄ απαιτεί με τελεσίγραφο από τη Βενετία την παράδοση της Κύπρου. Οθωμανικά στρατεύματα, με αρχιστράτηγο τον Λάλα Μουσταφά Πασά, αποβιβάζονται στο νησί. Στην εκστρατεία λαμβάνουν μέρος 350-400 πλοία και μεταξύ των 60.000 και 100.000 ανδρών. Οι Βενετοί, ευρισκόμενοι ενώπιον της τουρκικής ναυτικής υπεροχής, αποφασίζουν να προβάλουν αντίσταση στις οχυρωμένες πόλεις, έως ότου φτάσουν ενισχύσεις. Η Βενετία ζητεί τη βοήθεια των χριστιανικών δυνάμεων. Ο Πάπας Πίος Ε΄ πείθει τον Φίλιππο Β΄ της Ισπανίας να συνδράμει. Ο συμμαχικός στόλος συγκροτείται στο λιμάνι της Σούδας, υπό τις διαταγές του Βενετού ναυάρχου Marco Antonio Colonna.43

 

Scipione Pulzone, Πορτραίτο του Πάπα Πίου Ε΄.
Scipione Pulzone, Πορτραίτο του Marco Antonio Colonna, Palazzo Colonna, Ρώμη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

9 Σεπτεμβρίου 1570: οι Τούρκοι, εκμεταλλευόμενοι την ασυμφωνία των χριστιανών αρχηγών να αποφασίσουν για τον τρόπο, με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, καταλαμβάνουν τη Λευκωσία έπειτα από πολιορκία επτά εβδομάδων. Σφαγή 20.000 κατοίκων της πόλης και αιχμαλωσία των γυναικόπαιδων.

 

Giacomo Franco, Χάρτης των οχυρώσεων της Λευκωσίας (1597).

5 Οκτωβρίου 1570: ο Ισπανός ναύαρχος, Juan Andrea Doria, επιστρέφει στη Σικελία, ενώ ο Πάπας και η Βενετία του χρεώνουν την αποτυχία της εκστρατείας. Ο βενετικός και παπικός στόλος, στην επιστροφή χάνει 14 γαλέρες σε μια καταιγίδα.

Ο Πάπας Πίος Ε΄ πιέζει τις χριστιανικές δυνάμεις της Μεσογείου (πλην Γαλλίας) να συστήσουν έναν συνασπισμό για να σταματήσουν την τουρκική εξάπλωση στη Μεσόγειο. Οι διαπραγματεύσεις διαρκούν αρκετούς μήνες, εξ αιτίας των συγκρουόμενων συμφερόντων της Ισπανίας και της Βενετίας.

25 Μαΐου 1571: σύσταση του Ιερού Συνασπισμού με τη συμμετοχή της Ισπανίας, Βενετίας, παπικών δυνάμεων, Μάλτας, Γένοβας και των δουκάτων της Σαβοΐας, Ουρμπίνο και Τοσκάνης, με αρχιναύαρχο τον Δον Χουάν τον Αυστριακό, νόθο αδελφό του Φίλιππου Β΄.44 Ο στόλος απαριθμεί 325 πλοία45 και περίπου 30.000 στρατιώτες.46 Ο Πάπας, δίνει στους μαχητές σταυροφορική άφεση αμαρτιών.

1 Αυγούστου 1571: μετά από πολιορκία εννέα μηνών, ο διοικητής της Αμμοχώστου παραδίδει την πόλη στους Τούρκους.

 

Τα ενετικά τείχη (Bastioni San Luca) της Αμμοχώστου.

14 Αυγούστου 1571: ο συμμαχικός στόλος συγκεντρώνεται στη Νάπολη, όπου ορίζεται αρχιναύαρχος ο Δον Χουάν ο Αυστριακός μετά από εκτενείς διαφωνίες μεταξύ των συμμάχων.

26 Σεπτεμβρίου 1571: ο συμμαχικός στόλος προσαράζει στην Κέρκυρα και στις 6 Οκτωβρίου στην Κεφαλονιά, όπου φτάνουν οι ειδήσεις για την άλωση της Αμμοχώστου και τις τουρκικές βαρβαρότητες σε βάρος του πληθυσμού και του διοικητή της, Marco Antonio Bragadinο.

7 Οκτωβρίου 1571: Σύγκρουση του συμμαχικού στόλου με τον οθωμανικό στον ευρύτερο κόλπο της Πάτρας (γνωστό στην εποχή ως κόλπο της Ναυπάκτου). Τον οθωμανικό στόλο, με αρχιναύαρχο (καπουδάν πασά) τον Αλή Πασά, υποβοηθούμενο από τους κουρσάρους Μεχμέτ Σιρόκκο (Mehmed Şuluk) της Αλεξάνδρειας και Ουλούτς Αλή, αποτελούσαν 222 γαλέρες, 56 γαλέτες και μερικά ακόμη πλοιάρια με 13.000 έμπειρους και 34.000 στρατιώτες. Στη μάχη καταβυθίστηκαν 50 πλοία του οθωμανικού στόλου, και αιχμαλωτίστηκαν 117 γαλέρες και 20 γαλέτες, ενώ σκοτώθηκαν 30.000 Τούρκοι (συμπεριλαμβανομένου και του Αλή Πασά). Τέλος, αιχμαλωτίστηκαν άλλοι10.000. Από τη χριστιανική πλευρά οι απώλειες ανήλθαν σε 7.500 νεκρούς.

 

Juan de Toledo και Mateo Gilarte, La batalla de Lepanto (1663-1665), Iglesia de Santo Domingo de Lorca, Μούρθια.

[Συνεχίζεται]

 

 

Ο Καθηγητής Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός είναι πρόεδρος του Κέντρου Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών («Centro de Estudios Bizantinos, Neogriegos y Chipriotas de Granada»/ C.E.B.N.Ch.) του Πανεπιστημίου της Γρανάδας.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Α΄ ΜΕΡΟΥΣ

 

1.Υπάρχει μια εκτεταμένη βιβλιογραφία για το θέμα. Βλ. ενδεικτικά: HESS, Andrew C., “The Battle of Lepanto and Its Place in Mediterranean History”, Past and Present, LVII (1972), σσ. 53-73· KONSTAM, Angus, Lepanto 1571. The greatest naval battle of the Renaissance, Leeds, Osprey, 2003 και MUÑOZ BOLAÑOS, Roberto, La batalla de Lepanto, 1571, Madrid, Almena, 2003.

2. Ο SENER, Mehmet Sait, El tema turco en el teatro español de los siglos XVI-XVII (Διδακτορική Διατριβή), Universidad Complutense de Madrid, 2018, σσ. 14-28, αντιπροτείνει τον όρο “turquesco”, προσπαθώντας να διαχωρίσει τον γενικότροπο ορισμό Turquería, που κατά τη γνώμη του δεν ανταποκρίνεται επακριβώς εθνοτικά και χωροταξικά στους Τούρκους, διότι συμπεριλαμβάνει όλους τους μουσουλμάνους της βόρειας Αφρικής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν και ο όρος Turquería μπορεί να εκλαμβάνεται ως μειωτικός, ανταποκρίνεται στη γενική εικόνα που είχαν οι Ισπανοί της εποχής για τους μουσουλμάνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (https://eprints.ucm.es/id/eprint/46900/1/T39724.pdf).

3. VATIN, Nicolas, Les Ottomans et l´Occident (XVe- XVIe siècles),Istanbul, Isis, 2001.

4. HASSIOTIS, I. K., “Hacia una re-evaluación de Lepanto”, στο A. Bernat Vistarini (επιμ.), Volver a Cervantes. Actas del IV congreso de la Asociación de Cervantistas, Palma de Mallorca, Universitat de les Illes Ballears, 2001, τ. 1, σσ. 37-45 και RIVERO RODRÍGUEZ, Manuel., La batalla de Lepanto. Cruzada, Guerra santa e identidad confesional, Madrid, Sílex, 2008.

5. Βλέπε σχετικά την κριτική έκδοση του έργου του Fernando de Herrera, Relación de la guerra de Chipre y suceso de la batalla Naval de Lepanto (από τον Carlos Martínez Carrasco), Granada, Centro de Estudios Bizantinos, Neogriegos y Chipriotas, 2020.

6. HASSIOTIS, Ioannis K., “El mundo neogriego en el espejo de los autores del Siglo de Oro”, LEMYR 24 (2020), σσ. 147-207 και ειδικά στις σσ. 181-182 και του ιδίου, “Ιδεολογικές επιβιώσεις της ναυμαχίας της Ναυπάκτου στον ισπανικό κόσμο”, Fr. Morcillo Ibáñez, Actas del V Congreso de Neohelenistas de Iberoamérica: Mundo Neogriego y Europa: contactos, diálogos culturales (Valencia 25-26 de octubre de 2013), Granada, Sociedad Hispánica de Estudios Neogriegos, 2015, σσ. 13-42.

7. LÓPEZ DE TORO, J., Los poetas de Lepanto, Madrid, Instituto Histórico de la Marina, 1950καιGARCÍA CÁRCEL, R., “La psicosis del turco en la España del Siglo de Oro”,στο F. Pedraza & R. González Cañal (επιμ.), Los imperios orientales en el teatro del Siglo de Oro, Almagro, Universidad de Castilla-La Mancha 1994, σσ. 15-28.

8. Βλ. Σχετικά MAS, Albert, Les Turcs dans la littérature espagnole du siècle d’or, Paris, 1967, τ. 1, σσ. 189-221, 238- 241, 394-403, τ. 2, σσ. 47-52.

9. VEGA CAPRIO, Lope de, La Santa Liga [έκδοση του Miguel Renuncio Roba], Association for Hispanic Classical Theater, 2007 (http://artelope.uv.es/biblioteca/textosAL/AL0863_LaSantaLiga.php).

10. VEGA CARPIO, Lope de, La Santa Liga, στο Decima quinta parte de las Comedias de Lope de Vega Carpio, Madrid, Fernando Correa de Montenegro, 1621, ff. 91r-121v. Tο έργο συνέγραψε πιθανότατα μεταξύ του 1598 και 1600. Βλ. MORLEY, Sylvanus Griswold & BRUERTON Courtney, Cronología de las comedias de Lope de Vega, con un examen de las atribuciones dudosas, basado todo ello en un estudio de su versificación estrófica [Revisado por S. Griswold Morley], Versión española de María Rosa Cartes, Madrid, Gredos, 1968.

11. OLEZA, Joan, “Variaciones del drama historial en Lope de Vega”, Anuario Lope de Vega. Texto, literatura, cultura, 19 (2013), σσ. 151-187.

12. OLEZA, Joan, “Historical Dramas of Private Events, by Lope de Vega: a Requirement of Subjects”, στο From Ancient Classical to Modern Classical: Lope de Vega and the New Challenges of Spanish Theatre, Νew York, IDEA (Instituto de Estudios Auriseculares), 2012, σσ. 61-102.

13. Οι τρεις κύριες θεματικές ενότητες του έργου του Λόπε ντε Βέγκα είναι: α) έργα θρησκευτικού περιεχομένου (βίοι αγίων, μεσαιωνικοί θρύλοι, ιστορίες βγαλμένες από τη Βίβλο)· β) κωμωδίες ιστορικού χαρακτήρα (βασισμένες σε χρονικά, θρύλους, ποίηση της Ισπανίας)· γ) κοινωνικά δράματα (βασισμένα σε συγκρούσεις μεταξύ ευγενών και λαού εξ αιτίας της άδικης συμπεριφοράς των τελευταίων· δ) κωμωδίες ερωτικού χαρακτήρα.

14. RENUNCIO ROBA, Miguel, “El mundo islámico en La Santa Liga de Lope de Vega”, Anaquel de Estudios Árabes 16 (2005), σσ. 205-217. Αν και μερικά από τα έργα του εντάσσονται στη θεματική της αιχμαλωσίας χριστιανών από τουρκοβερβερίνους κουρσάρους, ο τρόπος αντιμετώπισης τουθέματος είναι διαφορετικός δεδομένου ότι δεν παρουσιάζεται με τον δραματικό τρόπο που βλέπουμε στον Θερβάντες κ.ά. Βλ. σχετικά FERNÁNDEZ RODRÍGUEZ, Daniel, “Moros, cautivos, raptos y naufragios: las comedias bizantinas de Lope de Vega” en G. Vega, H. Urzáiz, P. Conde (eds.), El patrimonio en el teatro clásico español: actualidad y perspectivas. Actas del Congreso de TC/12 (Olmedo, 22-25 de 2013), Valladolid, Ediciones de la Universidad de Valladolid, 2015, σσ. 331-338.

15. ACEDO CASTILLA, José Francisco, “Los dramas históricos de Lope de Vega”, Minervae Baeticae. Boletín de la Real Αcademia Sevillana de Buenas Letras, 14(1986), σσ. 15-36.

16. GILMAN, Stephen, “Lope, dramaturgo de la historia”, στο A. Sánchez Romeralo (επιμ.), Lope de Vega: el teatro, Madrid, Taurus («El escritor y la crítica»),1989, τ. 1, σσ. 181-192 και OLEZA, Joan, “Del primer Lope al Arte Nuevo”, στο D. McGrady (επιμ.), Lope de Vega, Peribáñez y el Comendador de Ocaña, Barcelona, Crítica, 1997, σ: xli.

17. Κυριαρχία των Μαμελούκων στην Κύπρο (http://www.polignosi.com/cgibin/hweb?-A=12504&-V=limmata).

18. Τα αποσπάσματα του έργου που παρεμβάλλονται στο κείμενο προέρχονται από το βιβλίο: Λόπε ντε Βέγκα, Ο Ιερός Συνασπισμός (εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια: Μόσχος Μορφακίδης-Φυλακτός), Γρανάδα, Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών, 2021.

19. CALVO, Florencia, Los itinerarios del imperio. La dramatización de la historia en el barroco español , Buenos Aires, Eudeba, 2007 καιUSANDIZAGA, Guillem, La representación de la historia contemporánea en el teatro de Lope de Vega, Madrid, Iberoamericana, Frankfurt am Main, Vervuert, 2014,σσ. 111-151.

20. KIRSCHNER, Teresa J. & CLAVERO, Dolores, Mito e historia en el teatro de Lope de Vega, Alicante Universidad de Alicante, 2009 και DÍEZ BORQUE, J. M.,Sociedad y teatro en la España de Lope de Vega, Barcelona, Antoni Bosch, 1978.

21. Στο στέμμα του συνενώθηκαν το δουκάτο της Βουργουνδίας και το αρχιδουκάτο της Αυστρίας από πλευρά του πατέρα του, και από την πλευρά της μητέρας του τα βασίλεια της Καστίλλης, της Ναβάρρας και της Αραγωνίας, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν το βασίλειο της Νάπολης, Σικελίας και Σαρδηνίας και οι κτήσεις στην Αμερική. Υπήρξε ο πρώτος βασιλιάς ης Ισπανίας με το όνομα Κάρολος Α΄ (1516-1556), και αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού ΄Εθνους με το όνομα Κάρολος Ε΄ (1519-1558). Το 1556 μεταβίβασε τον θρόνο της Αυτοκρατορίας στον αδελφό του Φερδινάνδο Α΄ (1558-1564) και το θρόνο της Ισπανίας στον γιο του Φίλιππο Β΄ (1556-1598).

22. RYJIK, Verónica, Lope de Vega en la invención de España: El drama histórico y la formación de la conciencia nacional, Woodbridge, Boydell & Brewer, 2011, pp. 216 y ss. καιCARREÑO-RODRÍGUEZ, Antonio, Alegorías del poder. Crisis imperial y comedia nueva (1598- 1659), Woodbridge, Boydell &Brewer, 2009, σσ. 217-226.

23. MARAVALL, José Antonio & ABAT NEVOT, Francisco, Teatro y literatura en la sociedad barroca, Barcelona, Editorial Crítica, D.L., 1990, y BERMEJO CABRERO, José Luis, Derecho y pensamiento político en la literatura española, Madrid, 1980, σσ. 161-186.

24. KIRSCHNER, Teresa J. &CLAVERO, Dolores, Mito e historia…, ό.π., σσ. 282 κ.έ.

25. FERRER VALLS, Teresa, “Lope de Vega y la dramatización de la materia genealógica (I)”, στο J. Mª Díez Borquez (επιμ.),Teatro cortesano en la España de los Austrias, Madrid (Cuadernos de Teatro Clásico 10) 1998, σσ. 215-231 και TRAMBAIOLI, M., “Lope de Vega y el poder monárquico: una puesta al día”, Impossibilia 3 (abril 2012), σσ. 16-36.

26. GARCÍA MARTÍN, P., “El arte nuevo de hacer España. Acerca de la difusión de la Historia en el teatro de Lope de Vega”, στο J. I. Ruíz Rodríguez& I. Sosa Mayor (επιμ.), Construyendo identidades. Del protonacionalismo a la nación, Alcalá de Henares, Universidad de Alcalá, 2013, σσ. 163-188 και R. Castilla Pérez & M. González Dengra (επιμ.), La teatralización de la historia del Siglo de Oro Español. Actas del III Coloquio del Aula-Biblioteca Mira de Amescua, celebrado en Granada, del 5 al 7 de noviembre de 1999 y cuatro estudios clásicos sobre el tema, Granada, Universidad de Granada, 2001, σσ. 371-402.

27. GARCÍA MARTÍN, Pedro, “El imaginario monárquico en el teatro histórico de Lope de Vega”, στο A. Rey Hazas, M. de la Campa Gutiérrez, E. Jiménez Pablo (επιμ.), La corte del barroco: Textos literarios, avisos, manuales de corte, etiqueta y oratoria, Madrid, Polifemo, 2016, σσ. 393-416 και GALVÁN ΜORENO, Luis, “Educación, propaganda, resistencia. Literatura y poder en teorías, tópicos y controversias de los siglos XVI y XVII”, στο I. Arellano, Ch. Strosetzkim & E. Williamson (επιμ.), Autoridad y poder en el Siglo de Oro, Madrid / Frankfurt am Main, Iberoamericana / Vervuert, 2009, σσ. 52-69.

28. MONTERO, Juan, “Poesía e Historia en torno a Lepanto: el ejemplo de Fernando de Herrera”, στοActas del II Congreso de Historia de Andalucía (Córdoba 1991), Sevilla, Junta de Andalucía, Consejería de Cultura, Cajastur, 1994-5, σσ. 283-289.

29. BLANCO, Mercedes, “La batalla de Lepanto y la cuestión del poema heróico”, Calíope 19, nº 1(2014), σσ. 23-53.

30. GARCÍA MARTÍN, Pedro, “El imaginario monárquico en el teatro histórico de Lope de Vega”, στο A. Rey Hazas, M. de la Campa Gutiérrez, E. Jiménez Pablo (επιμ.), La Corte del Barroco: Textos literarios, avisos, manuales de corte, etiqueta y oratoria, Madrid, Ediciones Polifemo, 2016, σσ. 409-411.

31. CALVO, Florencia, Los itinerarios del imperio. La dramatización…, ό.π.

32. RODRÍGUEZ, Leandro, “La función del monarca en Lope de Vega”, στο M. Criado del Val (επιμ.), Lope de Vega y los orígenes del teatro español. Actas del I Congreso Internacional sobre Lope de Vega, Madrid, Edi-6, 1981, σσ. 799- 804.

33. GARIOLO, Joseph, Lope de Vega’s Jerusalén conquistada and Torquato Tasso’s Gerusalemme liberata. Faceto Face, Kassel, Edition Reichenberger, 2005.

34. GARCÍA MARTÍN, Pεδρο.,La péñola y el acero. La idea de Cruzada en la España del Siglo de Oro, Sevilla S & C Ediciones, D.L., 2004, σσ. 57-78 και του ιδίου Historia visual de las Cruzadas modernas. De la Jerusalén liberada a la guerra global, Madrid, Antonio Machado Libros, 2010, σσ. 252κ.έ.

35. MARTÍNEZ MARTÍNEZ, Faustino, “El derecho común en la obra de Lope de Vega: unos breves apuntamientos”, Opinión Jurídica 4, nº 8 (2005), σσ. 131-144.

36. GARCÍA MARTÍN, Pedro, “El imaginario monárquico en el teatro histórico de Lope de Vega”, στο A. Rey Hazas, M. de la Campa Gutiérrez, E. Jiménez Pablo (επιμ.), La corte del barroco: Textos literarios, avisos, manuales de corte, etiqueta y oratoria, Madrid, Polifemo, 2016, σσ. 393-416 και YOUNG, Richard A. La figura del rey y la institución real en la comedia lopesca, Madrid 1979, Madrid, José Porrúa Turanzas, 1979.

37. FUENMAYOR, Antonio de, Vida y Hechos de Pío Quinto Pontifice Romano, dividida en seis libros; con algunos notable sucessos de la Christiandad del tiempo de su Pontificado, Madrid, Imprenta de Luis Sánchez, 1595.

38. ERCILLA, Alonso de, La Araucana, Madrid, Cátedra, 20095. Βλ. επίσης COROMΙNAS, Juan Μ., “Las fuentes literarias del Arauco domado, de Lope de Vega”, στο M. Criado de Val (επιμ.), Lope de Vega y los orígenes del teatro español. Actas del I Congreso internacional sobre Lope de Vega, Εdi-6, Μadrid, 1981, σσ. 161-170 και Díaz Balsera, Viviana, “Araucanian Alterity in Alonso de Ercilla and Lope de Vega”, στο B. Μujica, Sh. Voros & Μ. D. Stroud (επιμ.), Looking at the Comedia in the Year of the Quincentennial, Lanham, University Πress of Αmerica, 1993, σσ. 23-36.

39. HEATHCOTE, Anthony A., “La Araucana: ercilla and Lope de Vega”,   στο J.   Εngland Hispanic Studies in Honour of Frank Pierce, Sheffield, Department of Hispanic Studies, 1980, σσ. 77-89 και UDAONDO ΑLEGRE, Juan, “Venus y Marte en Lepanto. Amor vulgar frente a virtud cristiana en La Santa Liga de Lope de Vega”, στο IX Congreso de la Asociación Internacional «Siglo de Oro», Université de Poitiers, 11-15 (julio de 2011). Cfr. στο R. WRIGHT, Elizabeth, “Enredos historiográficos: Lope ante Lepanto”, Anuario Lope de Vega. Texto, Literatura, Cultura 18 (2012), σσ. 150 κ.έ.

40. Για το θέμα του χυδαίου έρωτα των Τούρκων στην ισπανική λογοτεχνία του Χρυσού Αιώνα βλ. PLAGNARD, Aude, “Cautivas cristianas y enamorados turcos: el tratamiento épico de unos infortunios náuticos en la guerra de Chipre”, Criticón, 115 (2012), σσ. 125-145· UDAONDO ALEGRE, Juan, Venus y Marte en Lepanto. Amor vulgar frente a virtud cristiana en La Santa Liga de Lope de Vega, στοA. Bègue, E. Herrán Alonso (επιμ.), Pictavia aurea: actas del IX Congreso de la Asociación Internacional Siglo de Oro (Poitiers, 11-15 de julio de 2011),Asociación Internacional Siglo de Oro, 2013, σσ. 1157-1166 και PLAGNARD, Aude, “Cautivas cristianas y enamorados turcos: el tratamiento épico de unos infοrtunios náuticos en la guerra de Chipre”, Criticón 115 (2012), σσ. 125-145.

41. DAVIS, Robert, Christian slaves, muslin masters: white slavery in the Mediterranean, the Barbary Coast, and Italy, 1500-1800, London, Palgrave Macmillan, 2004 και CAMAMIS, George, Estudios sobre el cautiverioen el Siglo de Oro, Madrid. Gredos, 1977.

42. ROZAS LÓPEZ, Juan Manuel, Significado y doctrina del Arte Nuevo de Lope de Vega, Madrid, Sociedad General Española de Librería, 1976.

43. Συνολικά απαριθμεί 223 πλοία, κυρίως γαλέρες, και 48.000 άνδρες, από τους οποίους μόνο 16.000 είναι στρατιωτικοί (Βενετία: 136 γαλέρεςˑ παπικές δυνάμεις: 12 γαλέρεςˑ Ισπανία: 50 γαλέρες).

44. Επικεφαλής του βενετικού στόλου ήταν ο Sebastián Veniero και του παπικού ο Marco Antonio Colonna.

45. 164 ισπανικά (90 γαλέρες, 50 φρεγάτες και μπεργανδίνια και 24 πλοία), 134 βενετικά (6 μεγάλες γαλέρες/galeazzas, 106 γαλέρες, 20 φρεγάτες και 2 πλοία), γενοβέζικα (17 γαλέρες), 18 παπικά (12 γαλέρες και 6 φρεγάτες) και 9 γαλέρες της Μάλτας.

46. 20.000 Ισπανούς στρατιώτες, 8.000 Βενετούς, 2.000 παπικούς και ένα μικρό αριθμό ιπποτών της Μάλτας.

Γιάννης Γκλαβίνας: Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών των ελληνικών κατοχικών κυβερνήσεων: αρχειακό υλικό στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους

Γιάννης Γκλαβίνας

Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών των ελληνικών κατοχικών κυβερνήσεων: Αρχειακό υλικό στην Κεντρική Υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους1

 

Τα τελευταία χρόνια η δεκαετία του ‘40 αποτελεί το επίκεντρο της ιστορικής έρευνας, ιδίως των νέων ιστορικών, ενώ, παράλληλα, κυριαρχεί στις συζητήσεις και στις δράσεις της δημόσιας Ιστορίας. Το έντονο αυτό ενδιαφέρον για την ιστορία της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου προκαλεί αναπόφευκτα και τη συνεχή αναζήτηση νέων αρχειακών πηγών από ιστορικούς, φορείς, ομάδες προφορικής ιστορίας, πολίτες που θέλουν να βρουν στοιχεία για την ιστορία της οικογένειάς τους ή της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Στο πλαίσιο αυτό, το παρόν άρθρο παρουσιάζει ένα αρχειακό υλικό της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ) που αφορά την περίοδο της Κατοχής και είναι σχετικά άγνωστο στην έρευνα. Πρόκειται για τμήμα του αρχείου της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού της ελληνικής κατοχικής κυβέρνησης, που, για έναν ανεξήγητο λόγο, βρέθηκε ενταγμένο στο αρχείο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή. Πάντως τα ανεξήγητα αρχειακά μυστήρια, όπως το παραπάνω, δεν είναι σπάνια στις μεγάλες αρχειακές υπηρεσίες και στην ταξινόμηση μεγάλων σε όγκο αρχείων, όπως αυτό της ελληνικής κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής που αριθμεί 2.072 φακέλους2. Το μεγαλύτερο μέρος του αρχείου της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων βρίσκεται στην Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών. Το αρχειακό υλικό της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων έρχεται να προστεθεί στις σημαντικές αρχειακές πηγές για την περίοδο της Κατοχής που διαθέτουν τα ΓΑΚ και, ειδικότερα, η Κεντρική Υπηρεσία3. Αν εξαιρέσουμε τη γερμανική, ιταλική και βουλγαρική διοίκηση, για την Ελλάδα έριζαν τρεις φορείς εξουσίας: η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση της Μέσης Ανατολής ως συνέχεια των πριν από την συνθηκολόγηση κυβερνήσεων, η κυβέρνηση της Αθήνας των συνεργατών με τις κατοχικές δυνάμεις και μία νέα μορφή εξουσίας αυτή των ομάδων αντίστασης και των πολιτικών τους φορέων με κυρίαρχο και πρωταγωνιστικό τον ρόλο του ΕΛΑΣ και του ΕΑΜ που είχαν υπό τον έλεγχό τους μεγάλο τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Η Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ διαθέτει αρχειακό υλικό και των τριών αυτών φορέων εξουσίας. Τα αρχεία των κυβερνήσεων της Μέσης Ανατολής, των Βασιλικών Ανακτόρων και αυτό του Εμμανουήλ Τσουδερού φωτίζουν την πολιτική των εξόριστων ελληνικών κυβερνήσεων και, από την άλλη, πλήθος αρχείων υπουργείων και υπηρεσιών της περιόδου 1941 – 1944 σκιαγραφούν το πεδίο δράσης των κατοχικών κυβερνήσεων της Αθήνας. Ενδεικτικά αναφέρω τα αρχεία του Υπουργείου Επισιτισμού και της Νομαρχίας Αττικοβοιωτίας. Αρχειακό υλικό που παρήγαγαν οι ίδιες οι αντιστασιακές ομάδες και οι πολιτικοί τους φορείς εντοπίζεται στα ΓΑΚ στις ιδιωτικές συλλογές, όπως αυτή του Ηρακλή Πετιμεζά, του Ναπολέοντα Ζέρβα και του Μιχαήλ Μυριδάκη. Παράλληλα, τα ΓΑΚ διασώζουν και σημαντικά αρχεία που αφορούν τη νομική αντιμετώπιση από την πλευρά του επίσημου ελληνικού κράτους των γεγονότων της περιόδου 1941-1944, όπως τα αρχεία των Ειδικών Δικαστηρίων Δωσιλόγων, Εγκληματιών Πολέμου και του δικαστηρίου ακύρωσης των αγοραπωλησιών της κατοχικής περιόδου. Πρόσφατες, σημαντικές προσθήκες για την ιστορία της Κατοχής αποτελούν οι εισαγωγές των αρχείων της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας και των φυλακών Κορυδαλλού που περιλαμβάνει για την περίοδο της Κατοχής, έστω και αποσπασματικά, βιβλία κρατουμένων και άλλων φυλακών, όπως της Καλλιθέας, της Αίγινας, των φυλακών Αβέρωφ κ.ά.

Το αναγνωστήριο της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών

Στοιχεία για τις αρμοδιότητες, τη στελέχωση και τον τρόπο λειτουργίας της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών παρέχει η έκθεση πεπραγμένων του διευθυντή της υπηρεσίας Γ. Φαρμακίδη, διπλωματικού υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών που είχε υπηρετήσει πριν από τον πόλεμο σε πρεσβεία της Κεντρικής Ευρώπης και είχε σπουδάσει σε γερμανικό πανεπιστήμιο4. Η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου για να αντιμετωπίσει την ανάγκη επικοινωνίας με τις ξένες κατοχικές δυνάμεις συγκρότησε δύο ειδικές δημόσιες υπηρεσίες που ενέταξε στο Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού: την Επιτροπή Συνδέσμου μετά της Ιταλικής Διοικήσεως και την Επιτροπή Συνδέσμου μετά των Γερμανικών Αρχών Κατοχής. Οι δύο υπηρεσίες στελεχώθηκαν με γερμανομαθείς και ιταλομαθείς Έλληνες αξιωματικούς και αποσπασμένους δημοσίους υπαλλήλους. Υπενθυμίζεται εδώ το παράδοξο για κατεχόμενη χώρα να διατηρεί Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Πολύ γρήγορα η κυβέρνηση Τσολάκογλου συνειδητοποίησε ότι οι αξιωματικοί δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ζητήματα που προέκυπταν στις σχέσεις με τις κατοχικές δυνάμεις και απαιτούσαν γνώσεις κανόνων διεθνούς δικαίου, όπως, για παράδειγμα, στο ζήτημα της βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και Δυτικής Θράκης. Έτσι, τον Οκτώβριο του 1941 συγκροτήθηκε στο Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού η Υπηρεσία Ανταποκρίσεων μετά των Πολιτικών Γερμανικών Αρχών Κατοχής με αρμοδιότητα, σύμφωνα με την απόφαση, τη διενέργεια «ανταποκρίσεων και διαπραγματεύσεων μετά της Υπηρεσίας του Πληρεξουσίου του Ράιχ δια την Ελλάδα διά πάντα τα μεταξύ των Ελληνικών Αρχών και της υπηρεσίας ταύτης ζητήματα»5. Με σχετική εγκύκλιο καθορίστηκε ότι όλες οι δημόσιες υπηρεσίες θα προωθούσαν τα ζητήματα που ανάγονται στις σχέσεις με τις δυνάμεις Κατοχής στην Υπηρεσία Ανταποκρίσεων. Ανάλογη υπηρεσία συγκροτήθηκε και για την επικοινωνία με τις ιταλικές αρχές Κατοχής. Οι Επιτροπές Συνδέσμων από Έλληνες αξιωματικούς διατηρήθηκαν έχοντας αρμοδιότητα την επικοινωνία με τις στρατιωτικές αρχές των δυνάμεων Κατοχής. Η Υπηρεσία Ανταποκρίσεων στελεχώθηκε από υπαλλήλους του καταργημένου Υπουργείου Εξωτερικών, αν και πολλοί δεν ήταν και ιδιαίτερα πρόθυμοι να ενταχθούν στη νέα υπηρεσία. Με την αντικατάσταση του Τσολάκογλου από τον Λογοθετόπουλο στην πρωθυπουργία της κατοχικής κυβέρνησης, οι Επιτροπές Συνδέσμων από Έλληνες αξιωματικούς καταργήθηκαν και οι αρμοδιότητες τους μεταβιβάστηκαν στην Υπηρεσία Ανταποκρίσεων που αναβαθμίστηκε σε Διεύθυνση, αναλαμβάνοντας, πλέον, όλο το φάσμα των συνεννοήσεων της κατοχικής κυβέρνησης με τις πολιτικές και στρατιωτικές κατοχικές δυνάμεις. Πρώτος επικεφαλής της Υπηρεσίας και μετέπειτα Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών ήταν ο υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών Πολύβιος Σαραντόπουλος, που αντικαταστάθηκε, για ένα μικρό διάστημα, από τον Κ. Ματθόπουλο, ενώ από τις αρχές, περίπου, του 1942 τη διεύθυνση αναλαμβάνει ο Γ. Φαρμακίδης.

Γεώργιος Τσολάκογλου, πρόεδρος της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης.

Η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων, σύμφωνα πάντα με τον διευθυντή της, αναλάμβανε τη σύνταξη υπομνημάτων, τη διακίνηση αλληλογραφίας, τη μετάφραση εγγράφων, αλλά και τις διά ζώσης επαφές με τις γερμανικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές για όλα τα ζητήματα που μπορεί να προέκυπταν στις σχέσεις της κατοχικής κυβέρνησης και των γερμανικών κατοχικών αρχών. Τέτοια ζητήματα ήταν οι διαμαρτυρίες για τις προσπάθειες εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας από τις βουλγαρικές κατοχικές δυνάμεις, για τη δράση των μουσουλμάνων της Τσαμουριάς εναντίον του ελληνικού στοιχείου και για τη ρουμανική προπαγάνδα στους Κουτσόβλαχους, οι συνεννοήσεις για τα έξοδα Κατοχής, τις απαιτήσεις αποζημιώσεων από τις γερμανικές δυνάμεις, τη μεταφορά των εξόριστων κομμουνιστών από τον Άγιο Ευστράτιο και άλλα νησιά στην Κέα, την επιβολή προσωπικής εργασίας στον ελληνικό πληθυσμό, την αναζήτηση αιχμαλώτων και τον επαναπατρισμό τους κ.ά. Ο κύριος όγκος, όμως, των εγγράφων που παρήγαγε η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων ήταν η σύνταξη διαβημάτων διαμαρτυρίας για τις μαζικές εκτελέσεις, τις καταστροφές χωριών, τη δίωξη των Εβραίων και τις άλλες ωμότητες που διέπραξαν οι Γερμανοί στην Ελλάδα. Παράλληλα, βασική αρμοδιότητα της υπηρεσίας ήταν η παραλαβή αιτήσεων ή η ακρόαση πολιτών, επιτροπών, δημάρχων, ιερωμένων κ.ά. που ζητούσαν την απελευθέρωση καταδικασμένων από τα γερμανικά στρατοδικεία ή ομήρων που συνελήφθησαν από τους Γερμανούς ως αντίποινα για τη δράση των ανταρτών. Για την προώθηση των αιτημάτων αυτών η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων συνέτασσε έγγραφα προς τις γερμανικές αρχές για την απονομή χάριτος, τη μείωση της ποινής ή την απελευθέρωση των καταδικασθέντων, ενώ, πολλές φορές, εκπρόσωποι της Διεύθυνσης μετέβαιναν αυτοπροσώπως σε στρατιωτικές, πολιτικές και αστυνομικές γερμανικές υπηρεσίες για υποβάλουν τα σχετικά αιτήματα.

Βέβαια η εικόνα που δίνει ο Φαρμακίδης για το έργο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων εντάσσεται στην προσπάθειά του, όπως και άλλων μελών των κατοχικών κυβερνήσεων, να αναδείξει τον «πατριωτικό» της χαρακτήρα ανασκευάζοντας την κατηγορία της συνεργασίας με τον κατακτητή 6. Για τον Φαρμακίδη «πατριωτισμός» δεν ήταν μόνο η σύνταξη διαβημάτων διαμαρτυρίας για τις ωμότητες των Γερμανών, που είχαν αμφίβολη αποτελεσματικότητα, αλλά η αντιμετώπιση του ολοένα και αυξανόμενου κομμουνιστικού κινδύνου, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ δηλαδή. Για την επίτευξη του «ανώτερου αυτού σκοπού» δικαιολογούνταν, μάλλον, και η συνεργασία με τον κατακτητή της χώρας.

 

Το περιεχόμενο του αρχείου της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων που στα βρίσκεται στα ΓΑΚ

Το αρχείο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών αμέσως μετά την απελευθέρωση της Αθήνας παραδόθηκε στα αρχεία της Βουλής και μετά τα «Δεκεμβριανά» στο αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών, όπου και παραμένει μέχρι σήμερα. Στην Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ διασώζεται στο αρχείο της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής ένας φάκελος της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων που έχει τίτλο «Διώξεις, συλλήψεις, καταδίκαι, σαμποτάζ, αντιδραστικοί, προκηρύξεις, εκκενώσεις χωρίων» και περιλαμβάνει έγγραφα του 1943 και ελάχιστα του τέλους του 1942.

Τα έγγραφα του φακέλου ομαδοποιούνται σε δύο κατηγορίες: η πρώτη περιλαμβάνει αναφορές νομαρχών, επάρχων, διευθύνσεων και υποδιευθύνσεων Χωροφυλακής σχετικά με τη δράση των ανταρτών, τα αντίποινα και τις εκτελέσεις που διενεργούνταν από τις δυνάμεις Κατοχής, αναφορές που αποστέλλονταν, κατά κύριο λόγο, στη Διεύθυνση Ασφάλειας του Υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο τις διαβίβαζε προς ενημέρωση στη Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών του Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού των κατοχικών κυβερνήσεων. Στις διευθύνσεις χωροφυλακής οι γερμανικές αρχές κοινοποιούσαν τα ονόματα των εκτελεσθέντων, όπως προκύπτει και από αλληλογραφία που διασώζεται στον φάκελο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων ανάμεσα στην Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση Θεσσαλονίκης – Αιγαίου και στη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, με την τελευταία να απαντά σε ερώτημα της Στρατιωτικής Διοίκησης ότι τα ονόματα των εκτελεσθέντων θα έπρεπε να δηλώνονται στη Διεύθυνση Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης7. Οι διευθύνσεις χωροφυλακής ενημέρωναν το Υπουργείο Εσωτερικών που με τη σειρά του ενημέρωνε το Γραφείο Πρωθυπουργού και τη Διεύθυνση Ανταποκρίσεων. Η δεύτερη ομάδα εγγράφων αποτελείται από αιτήσεις συγγενών καταδικασθέντων σε θάνατο ή σε φυλάκιση από τα γερμανικά και ιταλικά στρατοδικεία ή συλληφθέντων ως ομήρων κατά την επιβολή αντιποίνων για αντιστασιακές ενέργειες. Και για αυτές τις δύο ομάδες εγγράφων η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων αλληλογραφούσε, κυρίως, με το Γραφείο του Πληρεξουσίου του Ράιχ στην Ελλάδα Γκύντερ Άλτενμπουργκ, αλλά και με τον Γερμανό Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδος Βίλχεμ Σπάιντελ ζητώντας την απονομή χάριτος, μείωση ποινών, απελευθέρωση ομήρων ή την αποφυγή σκληρών αντιποίνων εις βάρος του άμαχου πληθυσμού. Στον φάκελο, εκτός από τα εξερχόμενα έγγραφα της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων, περιλαμβάνονται και απαντήσεις των γερμανικών αρχών. Εκτός από τις δύο αυτές μεγάλες ομάδες εγγράφων, στον φάκελο εντοπίζεται υλικό σχετικά με την κατάσταση των εκτοπισμένων από το μεταξικό καθεστώς κομμουνιστών στα νησιά του Αιγαίου και τα σχέδια μεταφοράς τους, το αίτημα των γερμανικών αρχών να κηρυχθεί έκπτωτος της έδρας του ο Μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ εφόσον είχε καταφύγει στους αντάρτες κ.ά. Το υλικό αφορά όλη την ελληνική επικράτεια εκτός από τη βουλγαρική ζώνη κατοχής, όπου οι ελληνικές πολιτικές αρχές είχαν καταργηθεί από τους Βούλγαρους.

Ο φάκελος της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων, παρά την αποσπασματικότητά του, παρέχει, υπό συγκεκριμένη βέβαια οπτική, από πληθώρα πληροφοριών μέχρι έμμεσες αναφορές και νύξεις για όλες σχεδόν τις εξελίξεις στην κατεχόμενη Ελλάδα το 1943: από την καταιγιστική επέκταση του αντάρτικου του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην ύπαιθρο, την αντίσταση και τις μαζικές κινητοποιήσεις στα αστικά κέντρα, τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και τα αντίποινα Γερμανών και Ιταλών, τον αντικομμουνιστικό χαρακτήρα των δωσιλογικών κυβερνήσεων και τη συγκρότηση των ταγμάτων ασφαλείας μέχρι και την κατάσταση των εκτοπισμένων κομμουνιστών, το ολοκαύτωμα των Ελλήνων Εβραίων και τις συγκρούσεις μεταξύ των ανταρτικών οργανώσεων. Παράλληλα, ο φάκελος διασώζει εκατοντάδες τραγικές ατομικές ιστορίες της Κατοχής, εκατοντάδες μικροϊστορίες της ίδιας περιόδου.

Οι αναφορές των νομαρχιών και διευθύνσεων Χωροφυλακής της χώρας δίνουν μια εικόνα της έκρηξης της ένοπλης αντίστασης στην ύπαιθρο και της ραγδαίας ενίσχυσης του ΕΛΑΣ από την οπτική βέβαια των ελληνικών αρχών κατοχής. Τα έγγραφα βρίθουν περιγραφών συγκρούσεων ανταρτών με Ιταλούς και Γερμανούς, σαμποτάζ σε σιδηροδρομικές γραμμές και γέφυρες, εισόδου ανταρτών σε χωριά όπου καταργούσαν τις κυβερνητικές αρχές, συλλήψεων και εκτελέσεων συνεργατών των εχθρών, αφοπλισμού χωροφυλάκων και αναγκαστικής σύμπτυξης των σταθμών Χωροφυλακής, απαλλοτρίωσης συγκεντρωμένων τροφίμων κ.ά. Μέχρι το φθινόπωρο του 1943 η ύπαιθρος ήταν η επικράτεια της ελεύθερης Ελλάδας όπου οι εκπρόσωποι των Αθηνών δεν είχαν καμία εξουσία. Ο Νομάρχης Κοζάνης σε έκθεσή του τον Φεβρουάριο του 1943 αναφέρει ότι η ύπαιθρος, ιδίως αυτή των Γρεβενών, βρισκόταν στα χέρια των ενόπλων που δρούσαν ανενόχλητοι «κηρύττοντες την αναρχίαν», όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, ενώ οι αρχές αδυνατούσαν να τηρήσουν την τάξη και να συνεχίσουν τα καθήκοντά τους8. Αλλά και ο Νομάρχης Αχαΐας περιγράφει παρόμοια κατάσταση τον Ιούνιο τονίζοντας ότι οι διάφορες κυβερνητικές αρχές λειτουργούσαν μόνο στο παραλιακό τμήμα του Νομού, ενώ ο Νομάρχης Βοιωτίας στις πολυάριθμες εκθέσεις του δίνει λεπτομερή εικόνα της δράσης των ανταρτών και των επιδρομών τους στην πεδιάδα της Κωπαΐδας με στόχο τα συγκεντρωμένα σιτηρά και κοπάδια9.

Αντάρτες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στο Μαυρολιθάρι Φωκίδας τον Μάϊο του 1943.

Τα έγγραφα του φακέλου παρέχουν, παράλληλα, πληροφορίες για τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις Γερμανών και Ιταλών, ιδίως στην περιοχή της ορεινής Βοιωτίας και της Πίνδου το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1943, αλλά και για τα αντίποινα που ακολουθούσαν κάθε ενέργεια των ανταρτών ή την υπόνοια παροχής στήριξης τους, δίνοντας, έτσι, περιγραφές για πυρπολήσεις και λεηλασίες χωριών, εκτελέσεις κατοίκων, συλλήψεις ομήρων και εγκλεισμό τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και φυλακές ή την αποστολή τους σε καταναγκαστικά έργα. Τα ναζιστικά στρατεύματα εφάρμοσαν και στην Ελλάδα τη λογική του ολοκληρωτικού πολέμου που δεν έκανε διάκριση ενόπλων και αμάχων, ενώ οι πράξεις αντιποίνων για επιθέσεις εναντίον Γερμανών πλαισιώνονταν συχνά και από θεωρίες φυλετικής κατωτερότητας. Σε στρατιωτικό επίπεδο οι καταστροφές των χωριών αποσκοπούσαν να στερήσουν από τους αντάρτες τις βάσεις ανεφοδιασμού τους και στρατολόγησής νέων δυνάμεων.

Από τις πάμπολλες αυτές περιπτώσεις βαρβαρότητας των στρατευμάτων κατοχής που διασώζονται στον φάκελο θα αναφερθώ στις πιο χαρακτηριστικές. Δυστυχώς δεν εντοπίζονται αναφορές για την καταστροφή του Κομμένου και των Καλαβρύτων. Η διαταγή της 1ης Γερμανικής Ορεινής Μεραρχίας που αποστέλλεται στη Γενική Διοίκηση Ηπείρου τον Σεπτέμβριο του 1943 δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας του ναζιστικού ολοκληρωτικού πολέμου. Για κάθε απώλεια Γερμανού στρατιώτη η Μεραρχία θα εκτελούσε δέκα Έλληνες, ενώ σε διαταγή του διοικητή των γερμανικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο, που αποστέλλεται στον Νομάρχη Αρκαδίας τον Ιούλιο, υπογραμμίζεται ότι οποιαδήποτε αντίσταση κατά των κατοχικών δυνάμεων, η υπόθαλψη ανταρτών ή και η μη αναφορά διαμονής ξένων ατόμων σε χωριά θα επέφεραν αυστηρή τιμωρία που θα εφαρμοζόταν σε ολόκληρο τον πληθυσμό10. Στο πλαίσιο αυτό, σε έγγραφο της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Ιεράπετρας προς το Υπουργείο Εσωτερικών τον Σεπτέμβριο του 1943, περιγράφεται το ολοκαύτωμα της επαρχίας Βιάννου στην Κρήτη. Ως αντίποινα για την επίθεση σε Γερμανούς στρατιώτες οι Γερμανοί πυρπόλησαν πάνω από 20 χωριά και εκτέλεσαν, περίπου, 500 κατοίκους.

Μνημείο ολοκαυτώματος της Βιάννου.

Στο έγγραφο του μοιράρχου περιγράφονται τα γεγονότα στην περιφέρεια των σταθμών Μήτρου και Μαλλών Λασιθίου, η πυρπόληση των χωριών Μύρτου, Μαλλών, Γδοχίου και Ριζών, ο ξεριζωμός 2.000 κατοίκων που αναζητούσαν καταφύγιο στα αστικά κέντρα, αφού η περιοχή κηρύχθηκε απαγορευμένη ζώνη, ενώ συνημμένα υπάρχει και ένας κατάλογος με τα ονόματα 83 εκτελεσθέντων11. Τον Φεβρουάριο του 1943 η Ανώτερη Διοίκηση Χωροφυλακής Κεντρικής Μακεδονίας πληροφορεί το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού ότι η αιχμαλωσία δύο Γερμανών μετά από επίθεση ανταρτών σε μεταλλείο στον Άγιο Δημήτριο Πιερίας είχε αποτέλεσμα τη σύλληψη 39 χωρικών και την εκτέλεσή τους από τους Γερμανούς στον σιδηροδρομικό σταθμό Κατερίνης, αφού ο πρόεδρος της κοινότητας δεν κατάφερε στη σύντομη διορία που του τέθηκε να απελευθερώσει τους Γερμανούς αιχμαλώτους12. Στη Λιβαδειά τον Σεπτέμβριο η ανεύρεση πτώματος Γερμανού στρατιώτη κοντά στην πόλη προκάλεσε τα σκληρά αντίποινα των Γερμανών. Ο νομάρχης περιγράφει ότι η έξοδος από την πόλη απαγορεύτηκε, πέντε κάτοικοι εκτελέστηκαν σε οικίσκο με χειροβομβίδες, ενώ 200 κάτοικοι συνελήφθησαν όμηροι και δέκα από αυτούς απαγχονίστηκαν στην κεντρική πλατεία της πόλης. Τα αντίποινα των Γερμανών, εκτός από τον νεκρό Γερμανό στρατιώτη, σχετίζονταν με την αναζήτηση ιταλικών όπλων μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και τη διευκόλυνση Ιταλών στρατιωτών να καταφύγουν στους αντάρτες. Στην ίδια περιοχή, ο Νομάρχης περιγράφει τον Νοέμβριο τη σύλληψη 136 κατοίκων της Αράχοβας με την κατηγορία ότι ήταν τα μέλη του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και της ΕΠΟΝ, όμηροι που οδηγήθηκαν στα καταναγκαστικά έργα του σιδηροδρόμου Θηβών. Οι συγγενείς των ομήρων κατέκλυζαν τα γραφεία της Νομαρχίας στη Λιβαδειά τα οποία, όπως σημειώνει ο Νομάρχης, «δονούνται από τας ικεσίας και τας κραυγάς απογνώσεως». Και όχι άδικα, αφού τον επόμενο μήνα οκτώ από τους ομήρους εκτελέστηκαν ως αντίποινα για τη δολοφονία από τους αντάρτες της συζύγου του διευθυντή της Γεωργικής Υπηρεσίας Κωπαΐδας13.

Οι περιπτώσεις καταστροφής χωριών και των συνακόλουθων βιαιοτήτων Γερμανών και Ιταλών που αναφέρονται είναι πάρα πολλές, όπως η καταστροφή της Δόμβραινας, των Χωστίων, της Θίσβης, της Δαύλειας στη Βοιωτία, του Αιγιτίου και της Βραΐλας στη Φωκίδα, των Σοφάδων στη Καρδίτσα, της Καλαμπάκας και των γύρω χωριών στα Τρίκαλα, του Γερακίου στην Αμαλιάδα, των χωριών Ματαράγκα, Γαβαλού, Ριζά, Μυρτιά, Κάτω Μακρινού στην Αιτωλοακαρνανία, της Καλλιθέας και του Λιβαδίου στη Λάρισα κ.ά. Οι πυρπολήσεις των χωριών δημιουργούσαν παράλληλα ένα κύμα προσφύγων που περιφέρονταν στα ορεινά έχοντας άμεση ανάγκη σίτισης και στέγασης. Για παράδειγμα, ο Νομάρχης Τρικάλων πληροφορεί τον Οκτώβριο του 1943 το Υπουργείο Εσωτερικών ότι χιλιάδες κάτοικοι των χωριών της Επαρχίας Καλαμπάκας περιφέρονταν στα ορεινά «γυμνοί, ανέστιοι και πεινώντες», ενώ οι γερμανικές αρχές απαγόρευσαν την αποστολή επισιτιστικής βοήθειας από τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, αφού η περιοχή χαρακτηρίστηκε ζώνη επιχειρήσεων14. Στον Δήμο Μακρυνείας Αιτωλοακαρνανίας τον Αύγουστο του 1943 η πυρπόληση χωριών από τους Γερμανούς και η διαταγή εκκένωσης των χωριών από τους κατοίκους τους δημιούργησαν 25.000 άστεγους15. Η επιτροπή των κατοίκων του Αλμυρού που κατέφυγε στην Αθήνα, από την άλλη, σε αίτησή της προς το Γραφείο Πρωθυπουργού περιγράφει την καταστροφή της κωμόπολης από τους Ιταλούς ως αντίποινα για την επίθεση ανταρτών τον Αύγουστο του 1943. Ο Αλμυρός πυρπολήθηκε και λεηλατήθηκε, όπως και τα γύρω χωριά, 255 άρρενες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Λάρισα, 36 εκτελέστηκαν, ενώ οι κάτοικοι διατάχθηκαν να εκκενώσουν τα σπίτια τους και περίπου 20.000 άτομα περιφέρονταν άστεγοι αναζητώντας καταφύγιο στον Βόλο, την Αθήνα ή τη γύρω από τον Αλμυρό ύπαιθρο16.

Γυναίκες στον Πύργο Εορδαίας Κοζάνης, έχοντας περισυλλέξει ό,τι απέμεινε από τους νεκρούς του χωριού.

Επιπλέον, τα γερμανικά στρατεύματα προέβαιναν συχνά σε προληπτικές μαζικές συλλήψεις ομήρων για να διασφαλίσουν τη διατήρηση της τάξης ή για να εξασφαλίσουν εργατικό δυναμικό σε οχυρωματικά και άλλα έργα. Τον Οκτώβριο, για παράδειγμα, σύμφωνα με έκθεση του Νομάρχη Μεσσηνίας, το δυτικό τμήμα της πόλης της Καλαμάτας περικυκλώθηκε από τους Γερμανούς που συνέλαβαν όλους τους άρρενες από 16 έως 60 χρονών και τους οδήγησαν στις φυλακές της Τρίπολης με σκοπό τη διατήρηση της τάξης στην πόλη, ενώ συνελήφθησαν βάσει καταλόγου μέλη του ΕΑΜ και συνεργάτες του, ανάμεσά τους και ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Καλαμάτας. Τον επόμενο μήνα δέκα από τους ομήρους οδηγήθηκαν στην Καλαμάτα για εκτέλεση ως αντίποινα για τον τραυματισμό ενός Γερμανού στρατιώτη, με επιτροπή κατοίκων να επισκέπτεται το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού ζητώντας την παρέμβαση του Ράλλη για να αποτραπούν οι εκτελέσεις17. Τον Μάιο στον Πόρο Γερμανοί διάλεξαν 35 τυχαία άτομα τα οποία εξανάγκασαν σε εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας18.

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, απόφαση εκτέλεσης πέντε Ελλήνων από τη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση Θεσσαλονίκης – Αιγαίου, Φεβρουάριος 1943.

Κάποιες φορές για τους Γερμανούς οι εκτελέσεις ομήρων δεν ήταν αρκετές για να παραδειγματίσουν τον πληθυσμό. Στη Λακωνία η επίθεση ανταρτών σε γερμανική αυτοκινητοπομπή τον Νοέμβριο προκάλεσε ως αντίποινα την εκτέλεση 100 ομήρων, κυρίως από τη Σπάρτη, που κρατούνταν στις φυλακές της Τρίπολης. Ο Νομάρχης Λακωνίας ενημερώνει το Υπουργείο Εσωτερικών ότι τα πτώματα έμειναν άταφα για δύο ημέρες προς παραδειγματισμό και επιτράπηκε η μεταφορά και ο ενταφιασμός τους στη Σπάρτη μετά από παρέμβασή του. Στο ίδιο έγγραφο ο Νομάρχης αναφέρεται και στην καταστροφή των Μονών των Αγίων Τεσσαράκοντα και Φανερωμένης κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις των Γερμανών19. Στην Ποντοκώμη της Κοζάνης, σύμφωνα με έγγραφο της Διεύθυνσης Χωροφυλακής Κοζάνης, συνελήφθη από Γερμανούς χωρικός με αντάρτικη εφημερίδα ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο επί εσχάτη προδοσία και εκτελέστηκε. Την επομένη της εκτέλεσης Γερμανοί στρατιώτες επέστρεψαν στο χωριό, έκαψαν το σπίτι του, κατάσχεσαν την περιουσία του, συνέλαβαν την οικογένειά του που οδηγήθηκε στον Νομάρχη Κοζάνης για διοικητική εκτόπιση20.

Εκτός από τις μαζικές εκτελέσεις και συλλήψεις, τα έγγραφα του φακέλου αποκαλύπτουν πληθώρα μεμονωμένων εκτελέσεων, εν ψυχρώ δολοφονιών, συλλήψεων και φυλακίσεων από τις ιταλικές και γερμανικές αρχές συνθέτοντας μια εικόνα της κατοχικής πραγματικότητας στην Ελλάδα όπου ο θάνατος παραμόνευε ανά πάσα στιγμή. Εκτός από την ύπαιθρο, στην οποία αναφέρθηκα, τα διοικητικά έγγραφα των εκπροσώπων της κατοχικής κυβέρνησης, αλλά και οι αιτήσεις των συγγενών των καταδικασθέντων και φυλακισθέντων αποκαλύπτουν και τις δυναμικές αντιστασιακές ενέργειες, με πρωταγωνιστή το ΕΑΜ, στα αστικά κέντρα και ιδίως στην Αθήνα, ενέργειες που είχαν άλλη μορφή σε σχέση με την ύπαιθρο, όπως απεργίες και διαδηλώσεις, διανομή προκηρύξεων, ενέργειες σαμποτάζ. Στην Αθήνα φοιτητής του Πολυτεχνείου καταδικάστηκε από ιταλικό στρατοδικείο σε δώδεκα χρόνια φυλακή για συμμετοχή σε συγκέντρωση κοντά στο Υπουργείο Εργασίας τον Μάρτιο του 1943, ενώ σε δέκα χρόνια φυλακή καταδικάστηκε Αθηναίος για συμμετοχή σε διαδήλωση στην οδό Ομήρου τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς21. Καταδίκες βέβαια που σχετίζονται με τις μεγάλες διαδηλώσεις των κατοίκων της Αθήνας κατά της πολιτικής επιστράτευσης τον Μάρτιο του 1943 και κατά της επέκτασης της βουλγαρικής ζώνης κατοχής τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς που πνίγεται στο αίμα στην οδό Ομήρου. Υπάλληλος της Εταιρείας Υδάτων, από την άλλη, καταδικάστηκε σε θάνατο για υποκίνηση συναδέλφων του σε απεργία, ενώ την ίδια τύχη είχαν τον Φεβρουάριο του 1943 και υπάλληλοι της Ηλεκτρικής που μοίραζαν προκηρύξεις που παρακινούσαν σε απεργία22. Όσοι συμμετείχαν σε ενέργειες σαμποτάζ καταδικάζονταν σε θάνατο. Σαμποτάζ, όμως, χαρακτηρίζονταν από τα γερμανικά στρατοδικεία ενέργειες όπως η κλοπή ελαστικών από έναν 17χρονο, η κλοπή χάλκινου σωλήνα των ναυπηγείων Σαλαμίνας από δύο 18χρονους ή η κλοπή βενζίνης23. Η διανομή ή κατοχή αντιστασιακών προκηρύξεων επιφέρει και αυτή την ποινή θανάτου, όπως στην περίπτωση ενός 25χρονου φοιτητή της Ανωτάτης Εμπορικής ή έξι εργατών του εργοστασίου Σταυριανού στον Πειραιά24. Με θάνατο πάλι τιμωρούνταν όσοι κατείχαν όπλα, όσοι έκλεβαν ιματισμό του γερμανικού στρατού, όπως ένας ιερέας στην Ελασσόνα, όσοι προσπαθούσαν να διαφύγουν στο εξωτερικό και βεβαίως όσοι συμμετείχαν σε αναρχικές, κομμουνιστικές ή αντιαξονικές οργανώσεις, σύμφωνα με την φρασεολογία των εγγράφων.

Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος (δεύτερος από αριστερά), πρόεδρος της δεύτερης κατοχικής κυβέρνησης.

Κάποιες άλλες συλλήψεις που έγιναν στη Θεσσαλονίκη αποκαλύπτουν την τύχη των Εβραίων της πόλης. Σε έγγραφο της Διεύθυνσης Ασφάλειας προς το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού γίνεται αναφορά σε συλλήψεις από τους Γερμανούς 40, περίπου, Εβραίων της Θεσσαλονίκης στις αρχές Φεβρουαρίου για άγνωστη αιτία ή για παράνομη κυκλοφορία. Είναι γνωστό ότι τον Φεβρουάριο του 1943 ξεκινά η τελική λύση για τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης. Πολύ πιο σαφές για τις αιτίες συλλήψεων των Εβραίων είναι ένα άλλο έγγραφο της Διεύθυνσης Δημόσιας Ασφάλειας με το οποίο πληροφορείται το Πολιτικό Γραφείο ότι ύστερα από εντολή των γερμανικών αρχών συνελήφθησαν τον Μάιο από την τοπική χωροφυλακή τέσσερις Εβραίοι στο Κασσανδρινό Χαλκιδικής «ως Ισραηλίται το θρήσκευμα και την καταγωγή» και οι οποίοι οδηγήθηκαν στη Θεσσαλονίκη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ισραηλιτών Βαρόνου Χιρς25.

Οι αναφορές της χωροφυλακής αποκαλύπτουν και πολλούς θανάτους πολιτών που δεν περνάνε από τη διαδικασία των στρατοδικείων των κατοχικών δυνάμεων. Υπάρχουν πολλές αναφορές για πολίτες που παρασύρθηκαν από γερμανικά αυτοκίνητα και τεθωρακισμένα και τραυματίστηκαν θανάσιμα, όπως ένας 11χρονος τον Ιούνιο του 1943 στην Ιερά Οδό στην Αθήνα, μια γυναίκα τον Σεπτέμβριο στο Άργος κ.λπ.26 Μάλιστα ο Γενικός Επιθεωρητής Νομαρχών Πελοποννήσου σημειώνει τα πολλά τέτοια περιστατικά λόγω της εσπευσμένης καθόδου των Γερμανών στην Πελοπόννησο και προσπαθεί να εκδώσει διαταγή μέσω των γερμανικών αρχών για να αποφευχθούν παρόμοια γεγονότα27. Σε άλλες περιπτώσεις Έλληνες σκοτώθηκαν από Γερμανούς γιατί δεν σταμάτησαν σε σήματα ελέγχου, όπως μία γυναίκα που κουβαλούσε καυσόξυλα στην Εκάλη ή ένας εργάτης στο αεροδρόμιο του Χασανίου28 ή γιατί προσπάθησαν να αποτρέψουν την κλοπή της περιουσίας τους, όπως μια γυναίκα στο Αγρίνιο που πήγε να σώσει τον οικόσιτο χοίρο της με αποτέλεσμα να εκτελεστεί με περίστροφο από τους Γερμανούς στρατιώτες που τον είχαν κλέψει ή όπως ένας αγρότης στο Ψαροφάι Αχαΐας που αντιλαμβανόμενος Ιταλούς στρατιώτες να κλέβουν πατάτες από το χωράφι του τους ακολούθησε με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να τον σκοτώσουν29. Θάνατοι και τραυματισμοί αμάχων προκαλούνταν ακόμη από πυροβολισμούς γερμανικών περιπόλων εναντίον σπιτιών που δεν εφάρμοσαν σωστά τις διαταγές συσκότισης, από ασκήσεις του γερμανικού πυροβολικού, από νάρκες ή από αδέσποτες σφαίρες μεθυσμένων Γερμανών στρατιωτών.

Για τις κατοχικές αρχές μια βολική δεξαμενή ομήρων για εκτελέσεις ήταν οι φυλακισμένοι και εκτοπισμένοι κομμουνιστές της δικτατορίας του Μεταξά που παραδόθηκαν σε Γερμανούς και Ιταλούς. Ο φάκελος της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων περιέχει συγκλονιστικά ντοκουμέντα για την τύχη των ανθρώπων αυτών. Σε έγγραφο της Ειδικής Ασφάλειας προς το Πολιτικό Γραφείο τον Σεπτέμβριο του 1942 αναφέρεται ότι πριν από τον πόλεμο κρατούνταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στα νησιά 1275 κομμουνιστές. Τον Σεπτέμβριο του 1942 είτε λόγω απόλυσής τους από τις κατοχικές αρχές, είτε επειδή υπέγραψαν δήλωση μετανοίας ή επειδή απέδρασαν ή επειδή πέθαναν από ασιτία ο αριθμός τους μειώθηκε σε 752 από τους οποίους οι 525 κρατούνταν στην Ακροναυπλία, 80 στην Ανάφη και 74 στον Άγιο Ευστράτιο. Ο χειμώνας του 1941 – 1942 ήταν τραγικός για τους εκτοπισμένους ιδίως στην Ανάφη και τον Άγιο Ευστράτιο, αφού η αποστολή επισιτιστικής βοήθειας και η επικοινωνία με την ενδοχώρα ήταν σχεδόν αδύνατη. 31 άτομα πέθαναν από ασιτία στον Άγιο Ευστράτιο και 10 στην Ανάφη30. Η έκθεση του γιατρού του Ερυθρού Σταυρού που έφτασε στον Άγιο Ευστράτιο τον Οκτώβριο του 1942 είναι αποκαλυπτική. Στο νησί υπήρχαν 74 εξόριστοι, 31 είχαν πεθάνει τον χειμώνα από ασιτία. Οι ζωντανοί ζύγιζαν 30 με 40 οκάδες, υπέφεραν από δυσεντερία επειδή έτρωγαν «θνησιμαία», πολλοί ήταν φυματικοί, κινούνταν με δυσκολία και με τη βοήθεια μπαστουνιών, ενώ άλλοι εξαντλημένοι, σύμφωνα με τον γιατρό, «περίμεναν κατακεκλιμμένοι βέβαιον θάνατον»31. Η όλη αλληλογραφία για τους εκτοπισμένους ήταν το αποτέλεσμα υπομνήματος των εξορίστων και των συγγενών τους στον Ερυθρό Σταυρό τον Μάρτιο του 1942 που τη διαβίβασε στις γερμανικές πολιτικές αρχές οι οποίες με τη σειρά τους αλληλογραφούσαν με την κατοχική κυβέρνηση των Αθηνών. Τελικά, ως λύση προκρίθηκε η μεταφορά των εξορίστων στην Κέα και των βαριά ασθενών σε σανατόρια32. Ακόμη όμως και έτσι οι εκτοπισμένοι αυτοί κομμουνιστές δεν απέφυγαν τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Σε έγγραφο της Ειδικής Ασφάλειας αναφέρεται ότι τον Ιανουάριο του 1943 εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στη Θεσσαλονίκη, επειδή κυκλοφόρησαν στην πόλη κομμουνιστικές προκηρύξεις, 38 κομμουνιστές που κρατούνταν στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά. Οι εκτελεσμένοι συνελήφθησαν στο σανατόριο της Πέτρας Ολύμπου όπου είχαν μεταφερθεί για νοσηλεία από την Ακροναυπλία, την Ανάφη, τη Φολέγανδρο και τον Άγιο Ευστράτιο. Σε υπόμνημα των συγγενών των εκτοπισμένων αναφέρονται και άλλες περιπτώσεις εκτελέσεων, αφού «αι Αρχαί Κατοχής εισέρχονται κάθε τόσον εις τα στρατόπεδα και τας φυλακάς των πολιτικών κρατουμένων ως εις μάνδραν προβάτων προς σφαγήν, διαλέγουν τυχαίως και τα εκτελούν»33.

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, ρηματική διακοίνωση του Πληρεξουσίου του Γερμανικού Ράιχ για την Ελλάδα σχετικά με τους εξόριστους κομμουνιστές στον Άγιο Ευστράτιο, Απρίλιος 1942.

Ο χαρακτήρας των εγγράφων και της υπηρεσίας που διαβιβάζονται, της Διεύθυνσης, δηλαδή, Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών, θέτει το ερώτημα κατά πόσο οι κατοχικές κυβερνήσεις είχαν τη δυνατότητα παρέμβασης στις γερμανικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές ώστε να διασώσουν από τα εκτελεστικά αποσπάσματα και τις φυλακές Έλληνες πολίτες. Πολλές φορές στις αιτήσεις των συγγενών ή στις ρηματικές διακοινώσεις του Πολιτικού Γραφείου επισυνάπτεται η απάντηση των γερμανικών αρχών ή σημειώνεται στο περιθώριο του εγγράφου το αποτέλεσμα της παρέμβασης. Συνεπώς είναι δυνατόν να βγουν κάποια συμπεράσματα για την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων, παρεμβάσεις που δεν γίνονταν μόνο από το Πολιτικό Γραφείο αλλά και από τους νομάρχες ή την εκκλησία. Διαπιστώνεται ότι αρκετές φορές οι παρεμβάσεις του Πολιτικού Γραφείου ή των νομαρχών είχαν αποτέλεσμα. Για να μείνουμε στα παραδείγματα που ανέφερα παραπάνω, η ποινή θανάτου που επιβλήθηκε σε 17χρονο για κλοπή ελαστικών μετατράπηκε μετά από παρέμβαση του Πολιτικού Γραφείου σε 10 χρόνια φυλακή, ενώ από τους έξι εργάτες του εργοστασίου Σταυριανού διασώθηκαν από το εκτελεστικό απόσπασμα οι δύο. Στην μετά θάνατον απολογία του Ράλλη περιλαμβάνεται στο παράρτημα η πληροφορία ότι η Διεύθυνση Ανταποκρίσεων την περίοδο 20 Οκτωβρίου 1943 έως 17 Αυγούστου 1944 απηύθυνε στις γερμανικές αρχές κατοχής 219 έγγραφα που αφορούσαν την απελευθέρωση και μείωση ποινών 247 ατόμων, με το 67% των παρεμβάσεων να έχει επιτυχές αποτέλεσμα34. Η δυνατότητα της παρέμβασης και της επίσημης αλληλογραφίας των κατοχικών ελληνικών κυβερνήσεων με τις κατοχικές δυνάμεις και η πιθανότητα σωτηρίας καταδικασθέντων πολιτών εκλαμβάνονταν από την κυβέρνηση των Αθηνών ως ένα είδος νομιμοποίησης και ενίσχυσης του κύρους της ενώπιον του ελληνικού λαού. Ο Ράλλης, για παράδειγμα, ζητούσε τον Απρίλιο του 1943 να δοθεί χάρη σε τρεις εργάτες της Ηλεκτρικής που καταδικάστηκαν σε θάνατο κάτι που θα ενίσχυε τη θέση της κυβέρνησης στην αρχή της θητείας της35. Για τον διευθυντή της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεων Φαρμακίδη, η υπηρεσία μπορούσε να παρέμβει σωτήρια σε περιπτώσεις που οι ποινές και οι συλλήψεις είχαν γίνει από τις γερμανικές στρατιωτικές υπηρεσίες και τη γερμανική στρατιωτική δικαιοσύνη, ενώ, αντίθετα, δεν υπήρχε σχεδόν κανένα περιθώριο παρέμβασης σε κρατούμενους των SS και S.D. (Sicherheitsdienst, υπηρεσία ασφαλείας των SS) . Προς το τέλος της Κατοχής ο Φαρμακίδης δεν γινόταν δεκτός στα κρατητήρια των SS στη Σέκερη, ενώ ο αξιωματικός των SS και διοικητής των κρατητηρίων Βάλτερ Μπλούμε δεν δεχόταν καν τα έγγραφα της Διεύθυνσης  Ανταποκρίσεων36.

Ιωάννης Ράλλης (δεξιά), πρόεδρος της τρίτης κατοχικής κυβέρνησης.

Βεβαίως οι παρεμβάσεις των κατοχικών κυβερνήσεων εντάσσονταν σε ένα σαφέστατο πλαίσιο συνεργασίας με τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις. Το πλαίσιο αυτό ήταν η αντιμετώπιση του ΕΑΜ και ο αντικομμουνισμός που, ιδίως μετά την ήττα στο Στάλινγκραντ, κυριαρχούσε στη ναζιστική προπαγάνδα. Τα έγγραφα του φακέλου στοιχειοθετούν αυτό το πλαίσιο. Για παράδειγμα, τον Δεκέμβριο του 1943, με αφορμή την καταδίκη του αντιπροέδρου της ενώσεως εφέδρων, το Πολιτικό Γραφείο σε ρηματική του διακοίνωση στις γερμανικές αρχές σημειώνει ότι ο καταδικασθείς ανήκει στο υγιές συντηρητικό κομμάτι του ελληνικού λαού που σχημάτισε αμυντικές οργανώσεις για να αντιταχθεί στην ανατρεπτική προσπάθεια του κομμουνισμού και ότι δεν θα έπρεπε οι γερμανικές αρχές να εξομοιώνουν τις ενέργειες αυτών των οργανώσεων με αυτές των κομμουνιστών, ενώ η επιείκεια του γερμανικού στρατοδικείου θα είχε θετικό αντίκτυπο «εις την υγιώς σκεπτομένην συντηρητικήν και νομιμόφρονα μερίδα του Ελληνικού λαού»37. Σε άλλο έγγραφο του φακέλου, τον Ιούλιο του 1943, ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας και ο πρωθυπουργός Ράλλης πρότειναν στον πληρεξούσιο του Ράιχ στην Ελλάδα μέτρα για την αντιμετώπιση των κομμουνιστικών ενόπλων ομάδων, ανάμεσα στα οποία ήταν η δημιουργία πολιτοφυλακής από Έλληνες εγνωσμένων εθνικιστικών και αντικομμουνιστικών φρονημάτων και η συνεργασία τους με τις δυνάμεις της Χωροφυλακής. Ο Ράλλης επανέρχεται στο ίδιο θέμα με επιστολή στον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή Νοτίου Ελλάδας ζητώντας από τους Γερμανούς να μην ακολουθήσουν την πολιτική των Ιταλών και να ενισχύσουν την κυβέρνηση στην προσπάθεια αντιμετώπισης των «επαναστατικών στοιχείων»38. Σημειώνεται ότι το 1943 είναι η χρονιά συγκρότησης των Ταγμάτων Ασφαλείας. Μπορεί οι παρεμβάσεις του Πολιτικού Γραφείου να ήταν σε ένα βαθμό πετυχημένες σε μεμονωμένες περιπτώσεις καταδικασθέντων, ωστόσο τα διαβήματα διαμαρτυρίας της κυβέρνησης των Αθηνών για την κατάσταση, για παράδειγμα, στην Θεσπρωτία ή για τα εκτεταμένα αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού στην περιοχή των Ιωαννίνων έπεφταν στο κενό, έστω και αν τόνιζαν ότι η πολιτική της συλλογικής ευθύνης επέφερε τελικά την πύκνωση των δυνάμεων των «αναρχικών στοιχείων», ενώ η εκτέλεση εύπορων χωρικών χαροποιούσε, όπως σημείωνε ο Νομάρχης Βοιωτίας, τους αντάρτες και ευνοούσε «το πρόγραμμα της κοινωνικής αποσυνθέσεως»39.

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, έγγραφο στα γερμανικά και ελληνικά του γερμανικού στρατοδικείου σχετικά με την απόρριψη απονομής χάριτος και την εκτέλεση της θανατικής ποινής καταδικασμένου, Οκτώβριος 1943.

Στους συγγενείς των καταδικασθέντων ήταν γνωστό το πλαίσιο αυτό συνεργασίας της κατοχικής κυβέρνησης με τους Γερμανούς και έτσι φρόντιζαν να συνυποβάλλουν με την αίτηση απονομής χάριτος ή μείωσης της ποινής πιστοποιητικά της Ειδικής Ασφάλειας ή άλλων υπηρεσιών με τα οποία αποδεικνυόταν ότι ο οικείος τους ήταν υγειών κοινωνικών φρονημάτων και δεν είχε σχέση με κομμουνιστικές και αναρχικές ομάδες. Σε άλλες περιπτώσεις οι συγγενείς επικαλούνταν την οικονομική τους κατάσταση για να αποδείξουν ότι δεν μπορεί να είχαν σχέση με τον κομμουνισμό. Ένας πατέρας που ζητούσε την αποφυλάκιση του γιου του που συνελήφθη από την Γκεστάπο τονίζει ότι ο γιος του και η οικογένειά του δεν μπορεί να ήταν κομμουνιστές αφού έχουν μεγάλη κτηματική περιουσία στο Χαλάνδρι, ενώ το γεγονός ότι ένας άλλος συλληφθείς ήταν γιος δικαστή τον κατατάσσει αυτομάτως στη συντηρητική πλευρά της κοινωνίας και απέκλειε τη συνταύτισή του με τον κομμουνισμό. Η μητέρα του φοιτητή του Πολυτεχνείου που είχε καταδικαστεί σε δεκαετή φυλάκιση για συμμετοχή σε διαδήλωση, από την άλλη, χρησιμοποιεί ως επιχείρημα για την αθωότητα του γιού της το γεγονός ότι ο πατέρας του εκτελέστηκε από του Μπολσεβίκους το 192240. Η παρέμβαση του Πολιτικού Γραφείου ήταν εξαιρετικά δύσκολη εάν η κατηγορία είχε να κάνει με συμμετοχή στο ΕΑΜ, όπως για παράδειγμα για έναν πατέρα και τον γιο του από τις Αχαρνές που στην αίτηση της μητέρας σημειώνεται από το Πολιτικό Γραφείο ότι η παρέμβαση ήταν δύσκολη, αφού η κατηγορία αφορούσε τη συμμετοχή στο ΕΑΜ. Βέβαια ακόμη και η απόδειξη ότι ο συγγενής τους δεν ήταν κομμουνιστής δεν σήμαινε ότι θα τον γλίτωνε από το εκτελεστικό απόσπασμα. Ο φοιτητής της Ανωτάτης Εμπορικής Σχολής που μοίραζε παράνομα φυλλάδια εκτελέστηκε παρά τη διαβεβαίωση του Πολιτικού Γραφείου ότι πρόκειται για «νέο εμπνεόμενου από αντικομμουνιστικά φρονήματα». Είναι αυτονόητο και ανθρώπινο ότι οι συγγενείς για να γλιτώσουν τα προσφιλή τους πρόσωπα από τον θάνατο θα επικαλούνταν τα πάντα. Στις αιτήσεις τους, εκτός από τον αντικομμουνισμό των καταδικασθέντων, αναφέρονται στην κακή κατάσταση της υγείας τους, στο νεαρό της ηλικίας τους και στη συνακόλουθη επιπολαιότητά τους, ότι έπεσαν θύματα σκευωριών και συκοφαντιών και υπογραμμίζουν ότι είναι τα μοναδικά στηρίγματα της οικογένειας και ότι χωρίς αυτούς τα απροστάτευτα μέλη της οικογένειας οδηγούνταν στον θάνατο, ενώ κάνουν επίκληση στην ανθρώπινη ευσπλαχνία και – εις μάτην – στη «γενναιοφροσύνη της γερμανικής ψυχής». Τρεις μητέρες, που τα παιδιά τους είχαν καταδικαστεί σε θάνατο από το Γερμανικό Στρατοδικείο επειδή προσπάθησαν να διαφύγουν στην Αίγυπτο, σημειώνουν στην αίτησή τους για την απονομή χάριτος: «Η μητρική καρδιά, αιμάσσουσα και βαρυαλγούσα, επικαλείται ομού με την θείαν βοήθειαν και την ανθρώπινην ευσπλαχνίαν υπέρ των λατρευτών της τέκνων»41. Και εδώ, νομίζω, έγκειται και η σημασία του φακέλου, στην τεράστια συναισθηματική του φόρτιση, αφού συγκεντρώνει αιτήσεις στις οποίες μητέρες, πατέρες, σύζυγοι εναποθέτουν, ίσως, την τελευταία τους ελπίδα για τη σωτηρία των αγαπημένων τους προσώπων.

Ο Γιάννης Γκλαβίνας είναι Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. και Αρχειονόμος της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το κείμενο, με διαφορετική και πιο σύντομη μορφή, παρουσιάστηκε με τίτλο «Ιστορίες Κατοχής μέσα από έγγραφα του Πολιτικού Γραφείου Πρωθυπουργού των Κατοχικών Κυβερνήσεων της Αθήνας» στις εκδηλώσεις του «12 Οκτωβρίου Η Αθήνα ελεύθερη» το 2017.

[2] Μαρία Παπαδάκη-Τζαβάρα, «Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, Υπηρεσίας οικονομικού ελέγχου (1941-1966). Μέθοδος καταγραφής: Με τη μάτια στην ταξινόμηση» στο Μαρία Χ. Βακαλοπούλου – Ν. Ε. Καραπιδάκης (επιμ.), Αρχειονομία. Η πρακτική των Γενικών Αρχείων του Κράτους, [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους 37], Αθήνα 2012, σ. 251 – 262.

[3] Για το αρχειακό υλικό της περιόδου της Κατοχής στην Κεντρική Υπηρεσία των ΓΑΚ βλ. Βάσω Ψιμούλη – Αμαλία Παππά, «Σχετικά με τη δεκαετία του ΄40. Δημόσια αρχεία και ιδιωτικές συλλογές των Γενικών Αρχείων του Κράτους», Αρχειοτάξιο 7 (2005) 146 – 165.

[4] Γ. Α. Φαρμακίδης, Πεπραγμένα της παρά τω Πρωθυπουργώ Υπηρεσίας Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών κατά την Κατοχήν, Αθήνα 1957.

[5] Νομοθετικό Διάταγμα 2221/1943 «περί συστάσεως και λειτουργίας υπηρεσίας Ανταποκρίσεως μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών Κατοχής», ΦΕΚ τχ Α΄/72/31.3.1943.

[6] Για τον «πατριωτικό» και αντικομμουνιστικό χαρακτήρα των κατοχικών κυβερνήσεων και την παρέμβασή τους για τη σωτηρία καταδικασμένων σε θάνατο από Γερμανούς και Ιταλούς βλ. και Κ. Λογοθετόπουλος, Ιδού η αλήθεια, Αθήνα 1948, σ. 138-142 όπου σημειώνονται περιπτώσεις καταδικασμένων σε θάνατο ή συλληφθέντων για τις οποίες η παρέμβαση του κατοχικού πρωθυπουργού Λογοθετόπουλου συνέβαλε στην απελευθέρωσή τους. Ανάλογη επιχειρηματολογία και από τον Ιωάννη Ράλλη και τον Γεώργιο Τσολάκογλου: Γ. Ι. Ράλλης, Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα 1947, σ. 17, 41-45, 114-115 και Γ. Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1959, σ. 248.

[7] ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882, Γενική Διοίκηση Μακεδονίας προς Διοικητή Θεσσαλονίκης Αιγαίου, Θεσσαλονίκη 2 Φεβρουαρίου 1943 «πιστοποίησιν θανάτων». Στο εξής οι παραπομπές αφορούν τον παραπάνω φάκελο.

[8] Υπουργείο Εσωτερικών προς Γραφείο Πρωθυπουργού – Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών, Αθήνα 25 Μαρτίου 1943, όπου συνημμένη η έκθεση.

[9] Υπουργείο Εσωτερικών προς Γραφείο Πρωθυπουργού – Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών, Αθήνα 25 Μαρτίου 1943, όπου συνημμένη η έκθεση και Νομαρχία Βοιωτίας προς Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Χωροφυλακής, Λιβαδειά 6 Σεπτεμβρίου 1943.

[10] Γραφείο Πρωθυπουργού προς Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Πολιτικών Αρχών, Αθήνα 15 Οκτωβρίου 1943, όπου συνημμένο έγγραφο της Γενικής Διοίκησης Ηπείρου προς Διοίκηση της Ι Ορεινής Γερμανικής Μεραρχίας, Ιωάννινα 15 Σεπτεμβρίου 1943.

[11] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 25 Οκτωβρίου 1943 με την οποίο διαβιβάζονται δύο έγγραφα της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Ιεράπετρας.

[12] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 26 Μαρτίου 1943 όπου συνημμένο έγγραφο της Ανώτερης Διοίκησης Χωροφυλακής Κεντρικής Μακεδονίας προς την Γενική Διοίκηση Μακεδονίας.

[13] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 19 Οκτωβρίου 1943 με το οποίο διαβιβάζεται έκθεση της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Βοιωτίας και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 22, 16 και 11 Νοεμβρίου,2 και 16 Δεκεμβρίου 1943 με τα οποία διαβιβάζονται εκθέσεις του Νομάρχη Βοιωτίας «περί της εν τω Νομώ Βοιωτίας Καταστάσεως».

[14] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 19 Νοεμβρίου 1943 με το οποίο διαβιβάζεται έκθεση της Νομαρχίας Τρικάλων.

[15] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 14 Αυγούστου 1943 και σχετική ρηματική διακοίνωση του Γραφείου Πρωθυπουργού προς το Γραφείο Πληρεξουσίου του Ράιχ διά την Ελλάδα, Αθήνα 7 Αυγούστου 1943.

[16] Αίτηση της εν Αθήναις Επιτροπής πυρροπαθών Επαρχίας Αλμυρού Θεσσαλίας προς Πρόεδρον της Κυβερνήσεως, Αθήνα 2 Σεπτεμβρίου 1943.

[17] Υπουργείο Δικαιοσύνης προς Πρόεδρο Κυβερνήσεως, Αθήνα 11 Νοεμβρίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση Νομάρχη Μεσσηνίας προς Υπουργείο Εσωτερικών και επιστολή Προέδρου Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 25 Νοεμβρίου 1943.

[18] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 14 Μαΐου 1943 όπου συνημμένη αναφορά της Υποδιοίκησης Χωροφυλακής Πόρου.

[19] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 11 Δεκεμβρίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση του Νομάρχη Λακωνίας και ονομαστική κατάσταση εκτελεσθέντων.

[20] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 7 Ιουνίου 1943 όπου συνημμένη αναφορά της Διεύθυνσης Χωροφυλακής Κοζάνης.

[21] Αίτηση της Όλγας Κ. προς το Πολιτικό Γραφείο του Προέδρου της Κυβερνήσεως, Αθήνα 1 Νοεμβρίου 1943 «περί του κρατουμένου υιού της Αντωνίου» και έγγραφο της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεως μετά των Γερμανικών Αρχών προς τον Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας, Αθήνα 10 Αυγούστου 1943.

[22] Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο – Γραφείο Συγκλήτου προς Υπουργείο Εσωτερικών, Αθήνα 18 Νοεμβρίου 1942 «διαβιβάζονται υπομνήματα εγκαθείρκτων φυματικών κ.λπ.» και Γραφείο Προέδρου Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 17 Απριλίου 1943.

[23] Γραφείο Προέδρου Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 10 Ιουλίου 1943 και αίτηση Αλεξάνδρου Β. και Κυριακής Κ. προς τον Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως, Αθήνα 4 Μαρτίου 1943.

[24] Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Ανταποκρίσεως μετά των Γερμανικών Αρχών προς την Υπηρεσία του Στρατιωτικού Διοικητή Νοτίου Ελλάδας, Αθήνα 13 Οκτωβρίου 1943 και προς την Ένωση Ελλήνων Σιδηροβιομηχάνων, Αθήνα 6 Σεπτεμβρίου 1943.

[25] Υπουργείου Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς το Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 26 Μαρτίου 1943, «συλλήψεις ατόμων παρά των Γερμανικών Αρχών» και Αθήνα 3 Ιουνίου 1943 «συλλήψεις ενεργούμεναι υπό των Γερμανικών Αρχών Κατοχής».

[26] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς το Γραφείο του Πρωθυπουργού, Αθήνα 26 Ιουνίου 1943, «Φόνος Ε.Φ. υπό Γερμανικού Στρατιωτικού Αυτοκινήτου» και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 4 Οκτωβρίου 1943.

[27] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 28 Ιουνίου 1943 όπου συνημμένο έγγραφο του Γενικού Επιθεωρητή Νομαρχιών Πελοποννήσου.

[28] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 10 Αυγούστου 1943 και Αθήνα 2 Μαΐου 1943.

[29] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 17 Σεπτεμβρίου 1943 όπου συνημμένη αναφορά του Α.Τ. Αγρινίου και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 28 Ιουλίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση του Νομάρχη Αχαΐας.

[30] Υπουργείο Εσωτερικών – Τμήμα Ειδικής Ασφάλειας προς Γραφείο Πρωθυπουργού – Επιτροπή Συνδέσμου μετά της Ιταλικής Διοικήσεως, Αθήνα 5 Σεπτεμβρίου 1942 «περί των όρων διαβιώσεως των εξορίστων κομμουνιστών».

[31] Διεθνές Κομιτάτο Ερυθρού Σταυρού – Αντιπροσωπεία εν Ελλάδι προς Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας – Τμήμα Ειδικής Ασφάλειας, Αθήνα 25 Νοεμβρίου 1942 όπου συνημμένη έκθεση «επί της υγειονολογικής και επισιτιστικής καταστάσεως των πολιτικών κρατουμένων εις Άγιον Ευστράτιον».

[32] Ρηματική Διακοίνωση του Πληρεξουσίου του Ράιχ δια την Ελλάδα προς Γραφείο Προέδρου Κυβερνήσεως, Αθήνα 9 Μαρτίου 1942 και Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας – Τμήμα Ειδικής Ασφαλείας προς το Στρατόπεδον Συγκεντρώσεως Κομμουνιστών Ακροναυπλίας και Σταθμούς Χωροφυλακής Αγίου Ευστρατίου, Ανάφης, Φολεγάνδρου και Κιμώλου, Αθήνα 26 Νοεμβρίου 1942 «περί υποβολής προτάσεως απολύσεως εξορίστων κομμουνιστών».

[33] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Ασφαλείας – Τμήμα Ειδικής Ασφαλείας προς διάφορες Αστυνομικές Διευθύνσεις και Διευθύνσεις Χωροφυλακής, Αθήνα 2 Απριλίου 1943, «εκτέλεσις κομμουνιστών υπό Γερμανικών αρχών» και Γραφείο Πρωθυπουργού προς Διεύθυνση Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών Κατοχής, Αθήνα 13 Μαΐου 1943 όπου συνημμένο υπόμνημα συγγενών πολιτικών κρατουμένων.

[34] Γ. Ι. Ράλλης, ό.π., σ. 129.

[35] Πρόεδρος Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 17 Απριλίου 1943.

[36] Γ. Φαρμακίδης, ό.π., σ. 15.

[37] Πρόεδρος Κυβερνήσεως προς Πληρεξούσιο του Ράιχ δια την Ελλάδα, Αθήνα 6 Δεκεμβρίου 1943.

[38] Ρηματική διακοίνωση Προέδρου Κυβερνήσεως προς Πληρεξούσιο του Ράιχ δια την Ελλάδα, Αθήνα 3 Ιουνίου 1943 και Πρόεδρος Κυβερνήσεως προς Στρατιωτικό Διοικητή Νοτίου Ελλάδας Στρατηγό Αεροπορίας Speidel, Αθήνα 23 Οκτωβρίου 1943.

[39] Υπουργείο Εσωτερικών – Διεύθυνση Διοικήσεως προς Γραφείο Πρωθυπουργού, Αθήνα 30 Σεπτεμβρίου 1943 όπου συνημμένη έκθεση του Νομάρχη Βοιωτίας.

[40] Αίτηση Θ. Μ. προς το Πολιτικό Γραφείο Πρωθυπουργού, Χαλάνδρι 8 Ιουνίου 1943. Σημείωμα του Γραφείου Πρωθυπουργού προς Γερμανό αξιωματικό (όνομα δυσανάγνωστο) για την απονομή χάριτος στον καταδικασθέντα σε θάνατο Π. Μ. για συμμετοχή σε απαγορευμένη οργάνωση. Αίτηση της Όλγας Κ. προς το Πολιτικό Γραφείο του Προέδρου της Κυβερνήσεως, Αθήνα 1 Νοεμβρίου 1943 «περί του κρατουμένου υιού της Αντωνίου».

[41] Αίτηση Β. Χ., Μ. Π. και Ε. Κ. μητέρων καταδικασθέντων εις θάνατον τέκνων των προς το Υπουργείον Εθνικής Αμύνης – Γενική Διεύθυνση Ναυτικού, Αθήνα 26 Ιανουαρίου 1943.

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΓΑΚ, Κ.Υ., Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, φ. 1882 «Διώξεις, συλλήψεις, καταδίκαι, σαμποτάζ, αντιδραστικοί, προκηρύξεις, εκκενώσεις χωρίων».

Μαρία Παπαδάκη-Τζαβάρα, «Αρχείο Κυβέρνησης Μέσης Ανατολής, Υπηρεσίας οικονομικού ελέγχου (1941-1966). Μέθοδος καταγραφής: Με τη μάτια στην ταξινόμηση» στο Μαρία Χ. Βακαλοπούλου – Ν. Ε. Καραπιδάκης (επιμ.), Αρχειονομία. Η πρακτική των Γενικών Αρχείων του Κράτους, [Βιβλιοθήκη Γενικών Αρχείων του Κράτους 37], Αθήνα 2012, σ. 251 – 262.

Βάσω Ψιμούλη – Αμαλία Παππά, «Σχετικά με τη δεκαετία του ΄40. Δημόσια αρχεία και ιδιωτικές συλλογές των Γενικών Αρχείων του Κράτους», Αρχειοτάξιο 7 (2005) 146 – 165.

Γ. Α. Φαρμακίδης, Πεπραγμένα της παρά τω Πρωθυπουργώ Υπηρεσίας Ανταποκρίσεων μετά των Γερμανικών Αρχών κατά την Κατοχήν, Αθήνα 1957.

Κ. Λογοθετόπουλος, Ιδού η αλήθεια, Αθήνα 1948.

Γ. Ι. Ράλλης, Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου, Αθήνα 1947.

Γ. Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα, Έκδοσις Ακροπόλεως, 1959.

Μ. Χαραλαμπίδης, Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2012.

Στρ. Δορδανάς, Το αίμα των αθώων. Αντίποινα γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία, 1941 – 1944, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2007.

Στρ. Δορδανάς, «Κατοχικές δυνάμεις και αντίποινα στην Αιτωλοακαρνανία» στο Κωνσταντίνα Μπάδα (επιμ.), Κατοχή, αντίσταση, εμφύλιος: η Αιτωλοκαρνανία στη δεκαετία του 1940-1950, Αθήνα, Παρασκήνιο, 2010, σ. 67-78.

Π. Μούτουλας, Πελοπόννησος 1940-1945. Η περιπέτεια της επιβίωσης, του διχασμού και της απελευθέρωσης, Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2004.

Κ. Μπόσης, ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941, Αθήνα, Ιστορικές Εκδόσεις, 1977.

Χ. Φλάισερ, Στέμμα και σβάστικα. Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης, 1941-1944, 2 τ., Αθήνα, Παπαζήσης, 1989-1995.

Λ. Αρσενίου, Η Θεσσαλία στην Αντίσταση, 2 τ., Λάρισα, ΕΛΛΑ, 1999.

Ν. Καζαντζάκης, Ι. Καλιτσουνάκης, Ι. Κακριδής, Κ. Κουτουλάκης, Έκθεσις της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη, Ηράκλειο, Δήμος Ηρακλείου, 1983.

Χέρμαν Φράνκ Μάγερ, Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας στη Σερβία και την Ελλάδα, μτφρ. Γ. Μυλωνόπουλος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2003.

Ι. Χανδρινός, «Γερμανική κατοχή, αντίσταση και εμφύλιος πόλεμος στη Βοιωτία (1941-1949)», 2012, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Βοιωτία URL: <http://www.ehw.gr/l.aspx?id=12768> [τελευταία επίσκεψη: 3/6/2020].

 

Βαγγέλης Κανσίζογλου: 26 Οκτωβρίου 1912: όταν ο πασάς παρέδωσε τη Νύμφη στον κουμπάρο. Η συνθηκολόγηση μέσα από τα μάτια του ηττημένου

Βαγγέλης Κανσίζογλου

26 Οκτωβρίου 1912: όταν ο πασάς παρέδωσε τη Νύμφη στον κουμπάρο

Η συνθηκολόγηση μέσα από τα μάτια του ηττημένου

 

Εισαγωγή

Η ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης στον εθνικό κορμό, για λόγους ιστορικού δικαίου και με την ασφάλεια της a posteriori γνώσης, εύκολα μπορεί να εκλαμβάνεται σήμερα ως αυτονόητη. Το χάσμα είναι μεγάλο, αν σκεφτεί κανείς πως η επικράτηση στα πεδία των μαχών μόνο εγγυημένη δεν ήταν. Και η πρόσφατη, τότε, πολεμική εμπειρία «έδειχνε» μάλλον προς δυσοίωνες προβλέψεις. Γιατί πώς ήταν δυνατόν το Ελληνικό Βασίλειο, μία δεκαπενταετία μετά τον όλεθρο του 1897, να αποτολμήσει εκ νέου δυναμική εμπλοκή στο χρονίζον Κρητικό Ζήτημα και να αξιώνει με κάποιο κύρος επέκταση στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τα νησιά του Αιγαίου;

Όμως, οι ταχύτατες διεθνείς εξελίξεις υπαγόρευαν άμεσες οργανωτικές και στρατηγικές τομές. Και το 1912 σηματοδοτεί πράγματι μια επανάσταση στις διπλωματικές σχέσεις των βαλκανικών κρατών, καθότι για πρώτη φορά, χωρίς σαφή ποδηγέτηση από κάποια Μ. Δύναμη, αυτά κινήθηκαν από κοινού προς την κατεύθυνση της ανοικτής σύγκρουσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.[1] Πληθώρα μελετών έχει αναλύσει τις συνθήκες που ευνόησαν τη βαλκανική συνεννόηση η οποία ανέτρεψε το επιβεβλημένο status quo στην ευρωπαϊκή Τουρκία.[2]

Βεβαίως, το βάρος του πολέμου, το οποίο κλήθηκε να επωμιστεί η Βουλγαρία, ρίχτηκε στη Θράκη,[3] μολονότι διόλου αμελητέα υπήρξε η συμβολή του ελληνικού στόλου. Το μοναδικό βαλκανικό κράτος με αξιόλογη παρουσία στη θάλασσα δεν ήταν δυνατόν να αποκλειστεί από τη εξυφαινόμενη συμμαχία. Το ναυτικό αποτέλεσε τη βάση της ελληνο-βουλγαρικής συνεννόησης, γεγονός που αποτυπώθηκε και στη σχετική στρατιωτική σύμβαση, με το Ελληνικό Βασίλειο να αναλαμβάνει τη δέσμευση για πλήρη κυριαρχία στο Αιγαίο. Αυτή εξασφάλισε την ανακούφιση του ανατολικού μετώπου –και κατ’ επέκταση των Συμμάχων συλλήβδην– από εκατοντάδες χιλιάδες οθωμανικών εφεδρειών της ασιατικής ενδοχώρας.[4]

Στρατιωτικές στολές των εμπολέμων.

Όπως επίσης, είναι προφανές πως οι δυνάμεις των Οθωμανών στα δυτικά Βαλκάνια ήταν υπονομευμένες, εξαιτίας της υποστελέχωσης που συνεπάγετο η έμφαση στην αντιμετώπιση της Βουλγαρίας και η απόσπαση μονάδων στα απομακρυσμένα μέτωπα της Λιβύης και της Υεμένης. Ταυτόχρονα, τα δυτικά βιλαέτια συνταράσσονταν από τις αλβανικές εξεγέρσεις που έφτασαν μέχρι και την κατάληψη των Σκοπίων (14 Αυγούστου, ν.η.). Οπωσδήποτε, οι Οθωμανοί ήταν απροετοίμαστοι για έναν διμέτωπο αγώνα σε Βορρά και Νότο, γι’ αυτό και την τελευταία στιγμή επέδειξαν διάθεση διακανονισμού με την Ελλάδα στην υπόθεση της Κρήτης, εις μάτην βέβαια, καθώς οι πολεμικές εξελίξεις είχαν δρομολογηθεί.

Στο υπόλοιπο του αφιερώματος θα εκτεθεί η εμπειρία του μοιραίου στρατηγού που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ευθύς εξαρχής το κύριο όγκο των ελληνικών δυνάμεων, από την ελληνο-οθωμανική μεθόριο στη Θεσσαλία μέχρι την καρδιά του βιλαετιού της Θεσσαλονίκης, σε συνέπεια, πάντοτε, με τις διαπιστώσεις της διεθνούς ιστοριογραφίας για τους Βαλκανικούς Πολέμους.

 

Οι «αναμνήσεις» του Χασάν Ταχσίν πασά και η αξιοπιστία τους

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης δεν αποτελεί παρά σταθμό μιας συστηματικής προώθησης του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία. Αντίστοιχα, για τους Οθωμανούς συνεπάγετο μια μακρά πορεία τακτικής, ως επί το πλείστον, υποχώρησης. Αυτή η αγωνιώδης πορεία αποτυπώνεται στα Απομνημονεύματα του οθωμανού στρατηγού Χασάν Ταχσίν πασά. Σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί τον εαυτό του και προκειμένου να διαφυλάξει την υστεροφημία του, ο εξόριστος Ταχσίν, από τη Γενεύη της Ελβετίας, άρχισε να καταγράφει τις προσωπικές του εκτιμήσεις για τα γεγονότα που τον σημάδεψαν. Το ξέσπασμα του «Μεγάλου Πολέμου», ωστόσο, ανέτρεψε τα σχέδια για άμεση δημοσίευσή τους.

Αποσπάσματα στα γαλλικά κυκλοφόρησαν χάρη στη συμβολή του φίλου του και πρώην αρχισυντάκτη της Journal de Salonique, Σαμ Λεβή, ενώ μέρος της γαλλικής μετάφρασης έχει εντοπιστεί στο Αρχείο του εκδότη της εφημερίδας Messager d’ Athènes, Αντώνιου Στεφανόπολι. Στην ολότητά του το γαλλικό κείμενο εκτέθηκε τμηματικά στο συλλεκτικό περιοδικό Collectio την περίοδο 1991-1993. Σήμερα, η σειρά του Collectio διασώζεται στο Αρχείο του συλλέκτη Γιάννη Μέγα, το οποίο ενεχείρισε στη Βιβλιοθήκη και Κέντρο Πληροφόρησης του ΑΠΘ.

Η ελληνική εκδοχή των αναμνήσεων οφείλεται στην επιμέλεια του Κενάν Μεσαρέ, γιού του Ταχσίν, ο οποίος αρκετά χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του (1918) και συγκεκριμένα κατά τη δεκαετία του 1950 μετέφρασε στα ελληνικά και δακτυλογράφησε τις σημειώσεις που είχε στη διάθεσή του. Τις εξέδωσε τμηματικά δια της εφημερίδας Ελληνικός Βορράς το φθινόπωρο του 1961.[5] Το κείμενό του είναι εκτενέστερο σε σχέση με εκείνο της γαλλικής μετάφρασης, εμπεριέχει περισσότερα στρατιωτικά έγγραφα και αποκτά ιδιαίτερη αξία χάρη στην προσθήκη ενός ευσύνοπτου πρόλογου, όπου παρατίθενται ακροθιγώς στοιχεία από τη ζωή του Ταχσίν. Επιπλέον, περιλαμβάνει τρία παραρτήματα που αφορούν περιστατικά από τις κρίσιμές εκείνες μέρες για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και την οικογένεια Μεσαρέ η οποία διέμενε στην πόλη.

Το δακτυλογραφημένο κείμενο των απομνημονευμάτων με τις εξόχως ενδιαφέρουσες συμπληρώσεις του Κενάν παρέδωσαν με τη σειρά τους οι γιοί του επιμελητή στον ιστοριοδίφη συνταγματάρχη Βασίλη Νικόλτσιο,[6] ως ανέκδοτο κείμενο, αγνοώντας προφανώς την παλαιότερη δημοσίευση στον Ελληνικό Βορρά. Το κείμενο του Κενάν γνώρισε μια απλή ανατύπωση από το Γ΄ Σώμα Στρατού (2001), αλλά και μια πλούσια σε πραγματολογικά στοιχεία κριτική έκδοση υπό την ερευνητική επιμέλεια του Βασίλειου Κ. Γούναρη (2002). Η έκδοση αυτή θεωρείται η πληρέστερη και αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τον πρόσθετο λόγο ότι ο επιμελητής της, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της σειράς του Collectio, προέβη σε μια συγκριτική μελέτη της γαλλικής και της ελληνικής παραλλαγής. Ως εκ τούτου, η εν λόγω συμβολή καθίσταται ιδανικό ερευνητικό βοήθημα.[7]

Χασάν Ταχσίν πασάς (1845-1918).

Βέβαια, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η εικόνα των πρωτόγραφων απομνημονευμάτων που παρέλαβε ο Κενάν θα πρέπει να ήταν αυτή των σκόρπιων σημειώσεων, γεμάτων με επαναλήψεις και «δύσβατα» σημεία. Το τελικό κείμενο το οποίο παραδόθηκε, μοιραία σημαδεύτηκε από την προσπάθεια προσαρμογής στα ελληνικά δεδομένα (τοπωνύμια, ημερολόγιο, ώρα) και οπωσδήποτε στο πνεύμα της διατήρησης του κύρους του Ταχσίν στα μάτια των Ελλήνων. Έτσι, η ρητορική είναι ανέλπιστα «ήπια» όταν γίνεται αναφορά στους Έλληνες. Εκεί προτιμάται ο όρος «αντίπαλος» αντί του «εχθρός», όπως επίσης το «χάρη» αντί του «εξαιτίας». Επίσης, εντύπωση προκαλεί η παρουσίαση του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 ως «ατυχήματος», η μνημόνευση «Μακεδονικού Αγώνα», αλλά και η κολακευτική διάθεση έναντι των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων. Έτι πιο απροκάλυπτα, οι δεκαοκτώ αναφορές στον πρίγκιπα-διάδοχο Κωνσταντίνο, σύμφωνα με τον Γούναρη, απουσιάζουν πλήρως από την εκδοχή της γαλλικής μετάφρασης. Βεβαίως, η φερόμενη εκτίμηση του Ταχσίν στο πρόσωπο των πριγκίπων και δη του Κωνσταντίνου είναι εκπεφρασμένη σε συνεντεύξεις που είχε παραχωρήσει και ο ίδιος.[8] Εντούτοις, με βάση τις εκθέσεις του ελληνικού, τουλάχιστον, ΓΕΣ είναι γνωστό πως η στρατιωτική τάξη υπαγορεύει αφενός τη γενικευτική μνεία σε «εχθρό» και αφετέρου την αποφυγή προσωπικών αναφορών. Σημαντικές επεμβάσεις έχουν συντελεστεί και στο περιεχόμενο των στρατιωτικών εγγράφων, ιδιαίτερα στο ζήτημα της κριτικής που ασκήθηκε στον Ταχσίν από τον διοικητή της Δυτικής Στρατιάς, Αλή Ριζά πασά, για την καταστρατήγηση του επιτελικού σχεδίου στις φάσεις υποχώρησής του, ενώ ενδεικτική παραμένει η χρήση της καθαρεύουσας κατά την απόδοση του περιεχομένου των εγγράφων, παραπέμποντας στο ύφος των αντίστοιχων ελληνικών κατά τη δεκαετία του 1950. Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί ότι οι επεμβάσεις του Κενάν δεν αλλοιώνουν τον πυρήνα της σκέψης του συγγραφέα.[9]

 

Η πολεμική πραγματικότητα κατά τον Ταχσίν

Ο αλβανικής καταγωγής Χασάν Ταχσίν πασάς ήταν ένας ευσυνείδητος, πλην όμως προχωρημένης ηλικίας, στρατιωτικός αξιωματούχος, ο οποίος ξεκίνησε ουσιαστικά τη σταδιοδρομία του στη χωροφυλακή των Ιωαννίνων το 1881.[10] Έκτοτε μετατέθηκε σε διάφορες περιοχές και πόστα. Ιδιαίτερα επιτυχημένο θεωρείται το πέρασμά του από την Κρήτη (1899-1896), μολονότι ο πλέον εντυπωσιακός, ίσως, σταθμός στην καριέρα του υπήρξε ο διορισμός του σε βαλή της ακριτικής Υεμένης (1908-1910). Λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου και παρά το γεγονός ότι κατά την στρατιωτική τάξη όφειλε να αποστρατευτεί λόγω ηλικίας, διορίστηκε βαλής Ιωαννίνων, προφανώς με τη σκοπιμότητα της τοποθέτησης αλβανού διοικητή στην περιοχή προς ικανοποίηση των ομοφύλων του εθνικιστών.[11]

Υπό αντίστοιχα πιεστικές συνθήκες, στο ξέσπασα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου δύο μήνες αργότερα, του έλαχε η διοίκηση του Η΄ Σώματος Στρατού στη Θεσσαλία. Προς υπεράσπισή του, στα Απομνημονεύματα ο Ταχσίν υπερθεματίζει ως προς τη γενικευμένη απροθυμία επιφανέστερων αξιωματούχων να εμπλακούν στο ελληνο-οθωμανικό μέτωπο εξαιτίας της επιχειρησιακής ανεπάρκειας του εκεί συγκροτηθέντος στρατεύματος, καθιστώντας σαφές πως εν γνώσει του αποδέχτηκε μια αποστολή a priori υπονομευμένη.[12] Αυτή του η απόφαση και η σύνδεση, εντέλει, με τη Θεσσαλονίκη σημάδεψε ανεπιστρεπτί τα τελευταία χρόνια της ζωής, αλλά και τη μετά θάνατον πρόσληψη του Ταχσίν. Η επιλογή της παράδοσης στους Έλληνες ήταν αρκετή για τον εξιλεώσει στα μάτια τους και ταυτόχρονα να τον καταβαραθρώσει στο βουλγαρικό και τουρκικό αφήγημα. Όμως, συχνά λησμονείται ότι ο Ταχσίν βρέθηκε συστηματικά απέναντι από τον ελληνικό στρατό, στις μάχες του Σαρανταπόρου (9 Οκτωβρίου) και των Γιαννιτσών (19-20 Οκτωβρίου), ενώ μέχρι και την τελευταία στιγμή απέρριπτε τη συνθηκολόγηση.

Γι’ αυτό και οι «αναμνήσεις» του Ταχσίν επικεντρώνουν ακριβώς στους λόγους για τους οποίους α) αδυνατούσε να αντιμετωπίσει τον εχθρό στο πεδίο της μάχης και β) εξωθήθηκε σε συνθηκολόγηση, όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο. Για το μεν πρώτο, έστω και μεταθανάτια, φαίνεται πως βρήκε δικαίωση, καθότι η έκθεσή του διασταυρώνεται με τα δεδομένα της έρευνας. Ως προς το δεύτερο, γίνεται μεν παραδεκτή η επίκληση της σκοπιμότητας να αποφευχθεί η αιματοχυσία στη Θεσσαλονίκη, εντούτοις θα παραμείνουν διφορούμενες οι προθέσεις του, εφόσον προτίμησε να μην εμπλέξει καθόλου τους Βούλγαρους και να παραδοθεί στους Έλληνες.

Αναφορικά με το πρώτο σκέλος, όλες οι παραλείψεις και αστοχίες του οθωμανικού κράτους ενόψει της παμβαλκανική σύρραξης, τις οποίες προλογίζοντας θίγει ο συγγραφέας, επιβεβαιώνονται από τους μελετητές. Μεγαλύτερη, ίσως, βαρύτητα έχει η αδυναμία διαχρονικά των Οθωμανών να αντιληφθούν τους χριστιανούς γείτονές τους ως αυθύπαρκτες πολιτικά οντότητες. Στον αντίποδα, τα όμορα κράτη –πρώην οθωμανικές επαρχίες– εκλαμβάνονταν πάντοτε σε συνάρτηση και υπό την κηδεμονία κάποιας ευρωπαϊκής δύναμης.[13]

Η μάχη του Σαρανταπόρου.

Έτσι, η εμπλοκή σε βαλκανικό πόλεμο, εκτός του ότι κατέλαβε την Κωνσταντινούπολη εξαπίνης, ερχόταν ως επιστέγασμα χρόνιων προβλημάτων, τα οποία απορροφούσαν συστηματικά δυνάμεις και πόρους ιδιαίτερα στο ευρωπαϊκό τμήμα. Πέρα από τα διαρκή δημοσιονομικά ελλείμματα και τη μόνιμη αναστάτωση εξαιτίας των αλβανικών εξεγέρσεων και του ανορθόδοξου αγώνα σε Μακεδονία και Υεμένη, ο ιταλο-οθωμανικός πόλεμος στη Λιβύη και την Ανατολική Μεσόγειο (Σεπτέμβριος 1911-Οκτώβριος 1912) απέβη και αυτός σε μια μακροπρόθεσμη αντιπαράθεση φθοράς που δεν έδειχνε να συντελεί σε οριστική έκβαση.[14] Ως εκ τούτου, για τα βαλκανικά μέτωπα οι Οθωμανοί βασίστηκαν εν πολλοίς στα τοπικά σώματα εφέδρων (redif), τουτέστι σε πρεσβύτερους και ελλιπώς εξοπλισμένους άνδρες, οι οποίοι κατά μεγάλο μέρος συνιστούσαν απείθαρχα, μη τουρκικά και μη μουσουλμανικά στοιχεία με μειωμένη αφοσίωση.[15] Εν ολίγοις, το βαλκανικό θέατρο επιχειρήσεων στερήθηκε πολύτιμους ανθρώπινους και υλικούς πόρους με δεδομένη την ελληνική επικράτηση στο Αιγαίο και το ανεπαρκές του σιδηροδρομικού δικτύου.[16] Σα να μην έφταναν αυτά, η συνοχή της οθωμανικής ελίτ και του στρατεύματος δοκιμαζόταν έντονα από την εποχή της Νεοτουρκικής Επανάστασης (1908).[17]

Η απουσία σαφούς επιτελικού σχεδίου για την αντιμετώπιση των βαλκανικών κρατών υπήρξε εξίσου καθοριστικός παράγοντας για τη μείωση της αποτελεσματικότητας των Οθωμανών και την υιοθέτηση αμυντικής στάσης. Κατά την αμήχανη είσοδο στον πόλεμο προκρίθηκε το 5ο αμυντικό σχέδιο σύμφωνα με το οποίο το ευρωπαϊκό τμήμα διακρίθηκε στα δύο πολεμικά πεδία της Μακεδονίας και της Θράκης. Αντίστοιχα, ο οθωμανικός στρατός χωρίστηκε σε δύο στρατηγεία: το Ανατολικό, που θα υπερασπιζόταν τη Θράκη και το Δυτικό, αυτό της Μακεδονίας, υπό τον Αλή Ριζά πασά. Μάλιστα, το στρατηγείο της Μακεδονίας χωρίστηκε στις περιφέρειες της Άνω και της κάτω Μακεδονίας (κατά των Σέρβων και των Ελλήνων αντίστοιχα). «Η εκτίμηση του Γενικού Αρχηγείου Τουρκίας ήταν ότι την έκβαση θα κρίνει οριστικά η νίκη κατά των Βουλγάρων στη Θράκη. Γι’ αυτό και όλα τα πολεμικά μέσα και εφόδια είχαν διατεθεί για τα στρατεύματα των συνόρων της Βουλγαρίας». Στα λοιπά μέτωπα τηρήθηκε αμυντική στάση.[18]

Επομένως, γίνεται σαφές πως «η σαρωτική ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο ήταν αποτέλεσμα αιτιών πολύ συνθετότερων από τις αδυναμίες ενός γηραιού στρατηγού […], ωστόσο το κείμενό του επιτρέπει να του καταλογιστούν ορισμένες ευθύνες σε θέματα στρατηγικής».[19]

Γιατί μπορεί τα οθωμανικά αρχεία να επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του Ταχσίν, πως είχε στη διάθεσή του μια κατ’ επίφαση, μόνο, ισχυρή δύναμη, που στην πραγματικότητα συγκροτείτο κυρίως από εφέδρους (redif), με σοβαρές ελλείψεις και απουσία του πολύτιμου για τις πρώτες επιχειρήσεις ορεινού πυροβολικού, ακόμα και με ελαττωματικά, σε ορισμένες περιπτώσεις, βλήματα, γεγονός, πάντως, είναι ότι στην παρθενική αντιπαράθεση στο Σαραντάπορο και ενώ «η κατάσταση ήταν ρευστή […,] η απόφαση του Ταχσίν [για απόσυρση] έδωσε στους Έλληνες τη βεβαιότητα της νίκης τη στιγμή ακριβώς που τη χρειάζονταν», επιδρώντας καθοριστικά στο ηθικό των δύο παρατάξεων.[20]

Γιατί παραμένει εντυπωσιακή η συγκυρία κατά την οποία ο Ταχσίν διέταξε υποχώρηση, τη στιγμή που ανέμενε ακόμα εφεδρείες.[21] Οπωσδήποτε, το προβληματικό σύστημα επικοινωνίας ήταν που τήρησε τον σωματάρχη πασά σε κακή εκτίμηση της κατάστασης, καθ’ ομολογία του οποίου δημιουργήθηκε η αίσθηση επικείμενης κύκλωσης και αποκλεισμού των Οθωμανών από τις προωθούμενες εκ παραλλήλου –ανατολικά (Λιβάδι) και κυρίως δυτικά (Λαζαράδες) του Σαρανταπόρου– ελληνικές δυνάμεις. Προς στιγμήν, μάλιστα, θεωρήθηκε εκτεθειμένο το ίδιο το στρατηγείο στα μετόπισθεν (Σέρβια). Γενικότερα, η εξιστόρηση του Ταχσίν αντανακλά περιορισμένες προσδοκίες και ένα αίσθημα μειονεκτικότητας. Σε τελική ανάλυση, όμως, η αριθμητική υπεροπλία του αντίπαλου ήταν τέτοια που αργά ή γρήγορα οι Οθωμανοί θα αναγκάζονταν να υπαναχωρήσουν.

Δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς ο λόγος που το Οθωμανικό Επιτελείο διέθετε τόσο εσφαλμένες πληροφορίες για τις ελληνικές προθέσεις, ώστε να διανείμει σχεδόν ισόρροπα τις δυνάμεις του ανάμεσα στο ανεξάρτητο σώμα Ιωαννίνων και το Η΄ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλία. Αυτό, όμως, υπήρξε και το καθοριστικό στοιχείο που υπονόμευσε την προάσπιση της Μακεδονίας, καθώς το Ελληνικό Επιτελείο έριξε όλο το βάρος της επίθεσης εκεί. Γι’ αυτό και είναι κατανοητό ότι, μπροστά στις συντριπτικά επικρατέστερες ελληνικές δυνάμεις, ο Ταχσίν δεν ήταν σε θέση να διεξαγάγει επιθετικό πόλεμο, παρά αποσκοπούσε εξαρχής στο να καθυστερήσει την προέλαση του εχθρού.[22]

Παρά ταύτα, η εγκατάλειψη των φύσει οχυρών θέσεων στο Σαραντάπορο κόστισε τελικά μια σημαντική ποσότητα σε πυρομαχικά, άνδρες και μεταφορικά οχήματα, αλλά και 21 πυροβόλα, απώλεια δυσβάσταχτη κατά παραδοχή του ίδιου του πασά. Η δε οργανωμένη, αρχικά, υποχώρηση εξελίχθηκε άτακτα, λόγω της ταυτόχρονης φυγής των αμάχων προς Κοζάνη διαμέσου της γέφυρας του Αλιάκμονα (της μόνης ασφαλούς διεξόδου!), όπου επικράτησε συνωστισμός.[23] Έκτοτε, ο Ταχσίν επιδόθηκε σε μια μακρά πορεία ταχείας υποχώρησης, παραγνωρίζοντας καίριες θέσεις, οι οποίες επιτελικά είχαν προβλεφθεί ως γραμμές άμυνας. Γι’ αυτό και δέχτηκε την κριτική του ανωτέρου του, Ριζά πασά, αλλά και ορισμένων μελετητών. Εφεξής, κάθε φάση υποχώρησης συνοδευόταν από αθρόες λιποταξίες κυρίως από τις τάξεις των εφέδρων.[24]

Εντούτοις, κατόπιν μιας ολιστικής προσέγγισης, γίνεται αντιληπτός ο συνεπής προσανατολισμός του Ταχσίν στον συντηρητικό πόλεμο προς εξοικονόμηση δυνάμεων, δικαιολογημένα ενόψει ενός υπέρτερου αντίπαλου, όπου η τακτική της φθοράς και της «εξαγοράς» χρόνου μέχρι την εξασφάλιση ευνοϊκότερων όρων για μετωπική σύγκρουση ήταν η ενδεδειγμένη. Και ακριβώς εκεί φαίνεται να υπολόγιζε ο πασάς, προσδοκώντας στην άφιξη περαιτέρω ενισχύσεων. Βέβαια, μέσα από τις σημειώσεις του γίνεται σαφές πως οι απώλειες που υφίστατο και ο ίδιος, εξαιτίας των εφέδρων, δεν ήταν αμελητέες. Γι’ αυτό και όταν έφτασε σε ικανοποιητικό βαθμό ισχύος –στην πρώτη και μοναδική ευκαιρία του ουσιαστικά– αποφάσισε να αναμετρηθεί ανοιχτά με τους Έλληνες λίγο έξω από τα Γιαννιτσά. Εκεί θα πρέπει να κριθεί το πολεμικό του αισθητήριο.[25]

Όσον αφορά την επιλογή της θέσης, ιστοριογραφικά ο πασάς βρίσκεται εκτεθειμένος, γιατί δεν προέκρινε ως γραμμή άμυνας τον δυσκολοδιάβατο Αξιό, αρκετά ανατολικότερα. Παρά ταύτα, τουλάχιστον από το αφήγημά του, προκύπτει πως η άμεση εμπλοκή με τους Έλληνες, και μάλιστα αρκετά δυτικότερα, εξυπηρετούσε την αποφυγή διεξαγωγής ενός πολέμου «διμέτωπης φθοράς». Γιατί την ίδια στιγμή το Σώμα Στρυμόνα ερχόταν προς ενίσχυση του Ταχσίν, αφήνοντας εκτεθειμένα τα νώτα του στους προελαύνοντες Βούλγαρους. Εν ολίγοις, ο οθωμανός διοικητής φέρεται να επεδίωξε την ανάσχεση των ελληνικών δυνάμεων προτού φτάσουν στο σημείο να συμπράξουν με βουλγαρικές μονάδες. Επιπλέον, η προτεραιοποίηση στην προάσπιση μιας ιερής μουσουλμανικής πόλης δε θα πρέπει να θεωρηθεί άνευ σημασίας.

Ο Ταχσίν σωστά αντιλήφθηκε τον ελληνικό σχεδιασμό για κυκλωτική κίνηση από Βορρά και, έχοντας γνώση του ελώδους εδάφους στον Νότο, ανέμενε τον κύριο όγκο των ελληνικών δυνάμεων βορείως της λίμνης των Γιαννιτσών (19 Οκτωβρίου). Για την επιλογή του αυτή ο Erickson του πιστώνει ορθό σχεδιασμό και άρτια αξιοποίηση των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή του. Τελικά, η μάχη, αν και ξεκίνησε με ευνοϊκές προδιαγραφές και παρά το γεγονός ότι στο κλείσιμο της ημέρας έδειχνε αμφίρροπη, φέρεται να σημαδεύτηκε από αθρόες λιποταξίες των εφέδρων κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι οποίες υπονόμευσαν την πολεμική προσπάθεια της επόμενης μέρας. Πάντως, οι μελετητές δεν κάνουν καμία αναφορά στον αρνητικό ρόλο των εφέδρων, στον οποίο ενέμεινε τόσο ο πασάς. Αντίθετα, επανέρχονται στο θέμα της χρήσης προβληματικών πυρομαχικών.[26]

Η μάχη των Γιαννιτσών και η προέλαση προς τη Θεσσαλονίκη.

Από κει και πέρα, ο συγγραφέας των Απομνημονευμάτων προετοιμάζει το έδαφος για να απαντήσει στο δεύτερο σκέλος, αυτό της επιλογής του να παραδοθεί στους Έλληνες. Η δυσμενή εξέλιξη στα Γιαννιτσά συνιστά το σημείο καμπής που έπεισε τον Ταχσίν πως η κατάσταση όδευε προς το αναπόφευκτο. Άμεσα, μετέφερε το στρατηγείο του στο Τόψιν (21-22 Οκτωβρίου). Παράλληλα, η Θεσσαλονίκη δεχόταν χιλιάδες προσφύγων, υποχωρούντων στρατιωτών και χωρικών, οι οποίοι συνέρρεαν ενόψει της καθόδου των βαλκανικών δυνάμεων από όλες τις κατευθύνσεις. Εντούτοις, η «καθοριστική βολή» για τον Ταχσίν επήλθε από την ενημέρωση του Μ. Βεζίρη, Κιαμήλ πασά, πως η συνέχιση του αγώνα κρινόταν «αδύνατη» και πως η οθωμανική κυβέρνηση αναζητούσε πλέον ανοιχτά τη διπλωματική οδό, αιτούμενη ανακωχή με τη μεσολάβηση των Μ. Δυνάμεων. Το σχετικό τηλεγράφημα αποτέλεσε για τον γράφοντα ισχυρότατο «άλλοθι».[27] Άλλωστε, η φυγάδευση του εξόριστου σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ για την Κωνσταντινούπολη (17 Οκτωβρίου) επιβεβαίωνε πως για την κυβέρνηση ο πόλεμος είχε κριθεί. Και ο τορπιλισμός του παλαιού θωρηκτού «Φέτχι Μπουλέντ» (18 Οκτωβρίου) σε απόσταση αναπνοής από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, μια συμβολική ενέργεια άνευ ουσίας, προκάλεσε ψυχρολουσία στους παράγοντες και τους κατοίκους της πόλης. Ο κλοιός γύρω από τη Θεσσαλονίκη περιεσφίγγετο ολοένα, ιδιαίτερα μετά την απώλεια του Πολύγυρου Χαλκιδικής υπέρ των Ελλήνων. Στις προτροπές των προξένων ήρθαν να προστεθούν οι παραινέσεις των μελών του επαρχιακού και του δημοτικού συμβουλίου της πόλης, μετά των ταγών των θρησκευτικών κοινοτήτων, για την αποφυγή αιματοχυσίας με ολέθριες συνέπειες για την πόλη.[28]

Η διάβαση του Αξιού από τον ελληνικό στρατό (24 Οκτωβρίου 1912).

Οι έντονες αμφιταλαντεύσεις συνεχίστηκαν και κατά την 23η Οκτωβρίου. Πάντως, το αφήγημα του Ταχσίν δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της αποφασιστικότητάς του να υπερασπιστεί τη Θεσσαλονίκη μέχρις εσχάτων.[29] Στις 24 του μηνός ο ελληνικός στρατός, με καθυστέρηση ημερών την οποία χρεώθηκε ο προσωπικά ο Κωνσταντίνος, διέβη τελικά τον Βαρδάρη (Αξιό). Στα Απομνημονεύματά του ο Ταχσίν δε διευκρινίζει αν διενεργήθηκαν αψιμαχίες, σε κάθε περίπτωση πάντως, δήλωσε πως αναγκάστηκε να εκκενώσει την περιοχή ανατολικά του Αξιού, εξαιτίας  –για άλλη μια φορά– της εκτεταμένης «αποσύνθεσης των εφέδρων», αφήνοντας ανεκμετάλλευτα τα φυσικά αμυντικά πλεονεκτήματα της περιοχής και ανυπεράσπιστες τις ελάχιστες διαβάσεις, τις οποίες ο ελληνικός στρατός είχε προλάβει να αποκαταστήσει προκειμένου να διαπεραιωθεί. Για την παθητικότητά του αυτή ο Hall αδυνατεί να βρει οποιοδήποτε ελαφρυντικό. Ως εκ τούτου, «το απόγευμα της 25ης Οκτωβρίου [ο ελληνικός στρατός] βρέθηκε στο ύψος της γραμμής» Σίνδος-Βαθύλακκος-Ξηροχώρι, με τις εμπροσθοφυλακές να προωθούνται περαιτέρω. Από αυτό το σημείο καμία έξοδος διαφυγής δε θα ήταν ασφαλής. Η ανησυχία στη Θεσσαλονίκη κορυφώθηκε, αν και η παρουσία ευρωπαϊκών ναυτικών μονάδων στον Θερμαϊκό κόλπο ήταν αρκετή για να καθησυχάσει τους ξένους υπηκόους. Ο Ταχσίν, αφού εγκατέστησε το στρατηγείο του στο Ωραιόκαστρο, κίνησε να επισκεφτεί τον βαλή της Θεσσαλονίκης, Ναζίμ πασά, αποσκοπώντας, κατά τους ισχυρισμούς του, να λάβει ενημέρωση για την κατάσταση στην πόλη. Η απουσία του φαίνεται πως ενθάρρυνε τις φυγόστρατες τάσεις μεταξύ των εφέδρων. Φυσικά, οι ενέργειες αυτές δεν ήταν άσχετες με τη φημολογούμενη πρόθεσή του για συνθηκολόγηση. Πράγματι, σύμφωνα και με τον ίδιο, αυθημερόν υπέκυψε στα αιτήματα σύμπασας της κοινοτικής ηγεσίας και των προξένων και απέστειλε εκπρόσωπο στο Τόψιν, όπου είχε εγκατασταθεί το ελληνικό στρατηγείο, προκειμένου να διαπραγματευτεί τους όρους παράδοσης. Τούτες τις ώρες επιθυμούσε να διασφαλίσει άθικτο το στράτευμα, διατηρώντας, παράλληλα, τα πολύτιμα οχυρά του Καραμπουρνού.[30] Εντούτοις, ο Κωνσταντίνος αξίωνε την άνευ όρων παράδοση των Οθωμανών, γεγονός που περιέπλεξε τα πράγματα.[31]

Στο σημείο αυτό, ως συγγραφέας ο Ταχσίν αποκάλυψε τα διαπραγματευτικά του χαρτιά προσβλέποντας σε ικανοποίηση των δικών του όρων. Ειδικότερα, καθώς οι πληροφορίες έκαναν λόγο για προέλαση των βουλγαρικών δυνάμεων προς Λαγκαδά και έχοντας επίγνωση του υφέρποντος ελληνοβουλγαρικού ανταγωνισμού, ισχυρίστηκε πως θα μπορούσε να προσφέρει στους Έλληνες μια άμεση λύση που θα καθιστούσε αδιαμφισβήτητη την κυριαρχία τους στη Θεσσαλονίκη. Πάντως, οι διαπραγματευτικές προσπάθειες του εντεταλμένου του, Σεφήκ πασά, μετά των προξένων, οι οποίοι απηύθυναν έκκληση για την κατάπαυση του πυρός μέχρι τη συνομολόγηση των όρων παράδοσης, έπεσαν στο κενό (βράδυ της 25ης Οκτωβρίου). Στο αντίποδα, ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου έδωσε εντολή για συνέχιση των επιχειρήσεων.

Το πρωτόκολλο παράδοσης.

Την επομένη, ο Ταχσίν απευθύνθηκε σε όλους τους διοικητές μονάδων που υπερασπίζονταν διάφορες θέσεις σε κοντινή ακτίνα γύρω από τη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να εξετάσει κάθε περιθώριο ένοπλης αντίστασης. Οι απαντήσεις ήταν απογοητευτικές. Αν επέλεγε τη σύγκρουση δεν θα υπήρχε ασφαλές πέρασμα διαφυγής. Οι σύμμαχοι σε μεταξύ τους συνεννόηση είχαν αποκόψει την τηλεγραφική επικοινωνία και ο ελληνικός στόλος είχε αποκλείσει κάθε θαλάσσια δίοδο. Η Θεσσαλονίκη, αν και πλήρως οχυρωμένη και εξοπλισμένη σε τρόφιμα και πολεμοφόδια, εντούτοις δεν είχε αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο χερσαίας επίθεσης. Επιπλέον, στερείτο φυσικών αμυντικών βοηθημάτων. Επί της ουσίας, ήταν περικυκλωμένη και οι συνέπειες μιας ενδεχόμενης ήττας θα συμπαρέσυρε τους αμάχους της. Ως εκ τούτου, κατόπιν έντονων πιέσεων, ο Ταχσίν δέχτηκε τους όρους του Κωνσταντίνου, ο οποίος απέστειλε τον Βίκτωρα Δούσμανη και τον Ιωάννη Μεταξά προκειμένου να συνομολογήσουν το πρωτόκολλο παράδοσης.[32] Πράγματι, στις 9 τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου οι έλληνες αξιωματικοί που μετέβησαν στη Θεσσαλονίκη άρχισαν τις συνεννοήσεις με τον Ταχσίν. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του Δούσμανη, στην πραγματικότητα «η σύνταξις της συμβάσεως και η υπογραφή αυτής επερατώθη περί την 1.30 μετά μεσονύκτιον, εσυμφωνήσαμεν όμως να θέσωμεν ως ημερομηνίαν την 26ην Οκτωβρίου, διότι εξ υπαιτιότητος των Τούρκων εβραδύναμεν να συναντηθώμεν και ν’ αρχίσωμεν την συζήτησιν και την σύνταξιν αυτής».[33] Ο Κενάν Μεσαρέ, ως υπασπιστής του πατέρα του, έγραψε στα γαλλικά από κοινού με τον Μεταξά και τον Δούσμανη, τους δέκα όρους για την παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Πέρα από τις πιέσεις, γνώμονας στην απόφαση της συνθηκολόγησης για τον Ταχσίν φαίνεται πως ήταν η τιμή των όπλων και η διάσωση του στρατεύματος, όπως αποκαλύπτουν οι όροι, οι οποίοι αποτυπώθηκαν και στο πρωτόκολλο παράδοσης.[34] Αλλά και ο φόβος για δηώσεις και καταστροφές στην Θεσσαλονίκη έπαιξε τον ρόλο της. Ας μη λησμονείται ότι, τουλάχιστον από το 1911, ο Ταχσίν ήταν μόνιμα εγκατεστημένος με την οικογένειά του στην πόλη και ως εκ τούτου διέθετε ισχυρούς δεσμούς με τη ρωμαίικη κοινότητά της (π.χ. με την οικογένεια Ζάννα). Κατά τη βουλγαρική εκδοχή, μάλιστα, ο Ταχσίν διενήργησε χωριστές διαπραγματεύσεις και απλά οι Έλληνες προσέφεραν ευνοϊκότερους όρους παράδοσης, καθώς και χρηματικές απολαβές προς τον πασά, ενώ έχει τεθεί η υπόνοια ότι κινήθηκε υστερόβουλα για τη διαφύλαξη της ακίνητης περιουσίας του στη Θεσσαλονίκη. Επί της ουσίας, τη φιλελληνική σκοπιμότητα, που χρεώνεται από Βούλγαρους και Νεότουρκους, εξέθρεψε και η ελληνική ρητορική των επόμενων δεκαετιών. Παρά ταύτα, οι προσωπικές αντιστάσεις του Ταχσίν για συνθηκολόγηση δεν αποτελούν αποκύημα των «αναμνήσεών» του, παρά αποτυπώθηκαν και στον σύγχρονο των γεγονότων ελληνικό Τύπο, ανεξάρτητα από το αν η μεταπολεμικά θετική αποτίμηση της προσωπικότητάς του συνέβαλε, ώστε η πτυχή αυτή, προϊόντος του χρόνου, να υποπέσει στη λήθη.[35]

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης.

Κατά τον Γούναρη, πάντως, οι στρατηγικές επιλογές του Ταχσίν αντανακλούν την έγνοια του να καταστεί ρυθμιστής της διάδοχης κατάστασης στη Θεσσαλονίκη, έχοντας επίγνωση του αναπόδραστου της απώλειάς της. Ακόμα κι αν γίνει δεκτό κάτι τέτοιο, σαφώς και ο Ταχσίν δε μπορεί να κατηγορηθεί για τις προσωπικές του προτιμήσεις ή αντιπάθειες κατά τη διαχείριση της ήττας του. Εξάλλου, για τους Οθωμανούς το διακύβευμα ήταν η διαιώνιση της παρουσίας τους στη Βαλκανική και μόνο για τους συμμάχους η μετα-οθωμανική πραγματικότητα. Ο ίδιος ο Ταχσίν ομολογούσε: «Παρόλους τους συμμαχικούς δεσμούς και τον κοινό σκοπό οι Έλληνες ουδέποτε θα επιθυμούσαν μια συνδυασμένη σύμπραξη και συγκάλυψη της πόλης […]. Οι Έλληνες προπορεύονταν και είχαν όλα τα δικαιώματα. Ένας από τους δύο έπρεπε να παραμερισθεί και να παρεμποδιστεί με κάθε τρόπο […]». Συνεπώς, καθίσταται έκδηλη η εμπιστοσύνη του στην ελληνική –αντιπαραβολικά προς τη βουλγαρική– διοίκηση για την τήρηση της τάξης και τον σεβασμό των αιχμαλώτων. Επιπλέον, ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι οι Έλληνες διεκδικούσαν ιστορικώ δικαίω τη Θεσσαλονίκη αναμενόταν να είναι προσεκτικότεροι. Μετέπειτα περιστατικά σε βάρος της οικογένειας Μεσαρέ από τους Βούλγαρους δικαίωσαν, κατά τον Κενάν, την επιλογή του πατέρα του.[36]

 

Η τύχη του πασά

Ο πασάς θεωρείται πως έχαιρε ειδικής μεταχείρισης από την ελληνική κυβέρνηση λόγω και της γνωριμίας του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο από την εποχή της υπηρέτησής του στην Κρήτη, ενώ δεν έκρυβε την εκτίμησή του προς τους πρίγκιπες, Κωνσταντίνο και Νικόλαο. Για την «αναίμακτη» παράδοση της Θεσσαλονίκης η ελληνική κυβέρνηση του επεφύλαξε ορισμένα προνόμια και διευκολύνσεις: χρηματική επιχορήγηση, ελληνική ιθαγένεια και διατήρηση της ιδιοκτησίας σε όλα τα μέλη της οικογένειάς του, εφόσον επιθυμούσαν την παραμονή τους στην Ελλάδα και ελληνική προστασία επί της Μεσαριάς.[37]

Μετά τη συνθηκολόγηση ο Ταχσίν παρέμεινε για ένα διάστημα στη Θεσσαλονίκη,[38] προκειμένου να επιβλέψει τον αφοπλισμό του στρατού του, κυρίως όμως για να ελέγξει την εφαρμογή των όρων παράδοσης από τις ελληνικές αρχές, οι οποίοι εντέλει παραβιάστηκαν. Πρώτα, αφοπλίστηκαν τα σώματα της αστυνομίας και της χωροφυλακής, ενώ πολύ σύντομα παραβιάστηκε και ο όρος που προέβλεπε την παραμονή των στρατιωτών στο Καραμπουρνού και στους στρατώνες του πυροβολικού, σύμφωνα με το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου παράδοσης. Παρά ταύτα, o Ταχσίν κράτησε χαμηλούς τόνους, υπερασπιζόμενος ωστόσο τα δίκαια των στρατιωτών του. Παράλληλα, αντιμετώπισε προβλήματα με ορισμένους Βούλγαρους, κομιτατζήδες και στρατιώτες.[39] Οι σχέσεις του μαζί τους ήταν οξυμμένες εξαιτίας της προτίμησής του να παραδώσει τη Θεσσαλονίκη στους Έλληνες. Μάλιστα, ο Ταχσίν μνημονεύει τις πιέσεις που δέχτηκε προκειμένου να υπογράψει νέο πρωτόκολλο με αποδέκτες τους Βούλγαρους, ώστε να φανεί ότι η πόλη παραδόθηκε στους δύο συμμάχους ταυτόχρονα, υπαινισσόμενος ακόμα και απόπειρα δωροδοκίας. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, στις αρχές του 1913 πραγματοποιήθηκε απόπειρα δολοφονίας σε βάρος του.[40] Σύντομα, οδηγήθηκε μαζί και με άλλους οθωμανούς αξιωματικούς στο Ξενοδοχείο «Ακταίον», στο Φάληρο Αττικής. Τελικά, για λόγους υγείας και προστασίας του επιτράπηκε η μετάβαση στο εξωτερικό. Ο Χασάν Ταχσίν πασάς καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από στρατοδικείο της Κωνσταντινούπολης. Απεβίωσε στη Λωζάνη της Ελβετίας το 1918.

Το οστεοφυλάκιο των Χασάν Ταχσίν πασά και Κενάν Μεσαρέ στο Στρατιωτικό Νεκροταφείο των Βαλκανικών Πολέμων στο χωριό Γέφυρα Αξιού (πρώην Τοψίν). Μεταφέρθηκαν εκεί το 2002.

 

Ο Βαγγέλης Κανσίζογλου είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Η διπλωματική του εργασία, στην οποία το παρόν άρθρο στηρίζεται, φέρει τον τίτλο «Η Προσωπικότητα του Χασάν Ταχσίν πασά» και υποστηρίχθηκε τον Ιούνιο του 2020.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Είναι αλήθεια ότι η σερβο-βουλγαρική προσέγγιση έλαβε χώρα χάρη σε ρωσικές διπλωματικές ενέργειες. Αυτή, ωστόσο, αποσκοπούσε στη δημιουργία μετώπου κατά της Αυστρο-ουγγαρίας.

[2] Για τις συνθήκες που οδήγησαν στη βαλκανική συνεννόηση ενδεικτικά βλ. Richard C. Hall, The Balkan Wars: 1912-1913: Prelude to the First World War, London-N. York: Routledge 2000. – Barbara Jelavich, History of the Balkans: Twentieth Century, vol. 2, New York: Cambridge University Press 1983. – Σπυρίδων Σφέτας, Εισαγωγή στη Βαλκανική Ιστορία: από την οθωμανική κατάκτηση των Βαλκανίων μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο (1354-1918), τομ. Α΄, Θεσσαλονίκη: Βάνιας 2009.

[3] Είναι χαρακτηριστικό ότι η βουλγαρική ιστοριογραφία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα περιέγραφε τον Α΄ Βαλκανικό ως τον «πόλεμο ανάμεσα στη Βουλγαρία και την Τουρκία, 1912-1913», βλ. Svetlozar Eldarovand, Bisser Petrov, “Bulgarian Historiography on the Balkan Wars 1912-13” in: Katrin Boeckh, Sabine Rutar(eds.), The Balkan Wars from Contemporary Perception to Historic Memory, London: Palgrave Macmillan 2017, σ. 224.

[4] Ευπραξία Σ. Πασχαλίδου, «Στρατηγική σχεδίαση και επιχειρησιακή εφαρμογή στους βαλκανικούς πολέμους» στο: ΓΕΣ/ΔΙΣ, 100 Χρόνια από τη διεξαγωγή των Βαλκανικών Πολέμων: Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου, 7-8 Φεβρουαρίου 2013, Αθήνα 2013, σ. 66, 70. Για τη σημασία του ελληνικού ναυτικού βλ. Zisis Fotakis, Greek Naval Strategy and Policy, 1910-1919, London-N. York: Routledge 2005.

[5] Ελληνικός Βορράς, 8 Οκτωβρίου-2 Νοεμβρίου 1961.

[6] Έχει κατατεθεί στο Κέντρο Έρευνας Μακεδονικής Ιστορίας και Τεκμηρίωσης (KEMIT) στο Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα Θεσσαλονίκης (IMMA).

[7] Βασίλειος Νικόλτσιος Βασίλης Κ Γούναρης, Από το Σαραντάπορο στη Θεσσαλονίκη: η ελληνοτουρκική αναμέτρηση του 1912 μέσα από τις αναμνήσεις του στρατηγού Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Gallery Collector ‘s 2002, σ. 11.

[8] Εμπρός, 7 Νοεμβρίου 1912. – Μακεδονία, 15 Αυγούστου 1913.

[9]  Στο ίδιο, σ. 13, 15-16.

[10] Γενέτειρα του Ταχσίν ήταν η Μεσαριά, ένα χωριό του βιλαετιού Ιωαννίνων, κοντά στη σημερινή ελληνο-αλβανική μεθόριο. Από το εν λόγω τοπωνύμιο προκύπτει και το οικογενειακό επίθετο Μεσαρέ. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Ευάγγελος Κανσίζογλου, Η προσωπικότητα του Χασάν Ταχσίν πασά, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ 2020, σ. 22-23.

[11] Η απόφαση διορισμού του Ταχσίν έγινε γνωστή στον ελληνικό Τύπο στις 4 Αυγούστου του 1912. Στις 15 του μήνα οργανώθηκε συλλαλητήριο στην πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου Αθηνών (σημ. πλατεία Κοτζιά) από Έλληνες Ηπειρώτες της Αθήνας και του Πειραιά, με τη συμπαράσταση πολλών Ελλαδιτών, στρεφόμενο μεταξύ άλλων «κατά του διορισμού Αλβανού βαλή εν Ιωαννίνοις, καθότι τούτο αποτελεί κίνδυνον των συμφερόντων της ημετέρας φυλής και προσπάθειαν προς διαστροφήν της Ελληνικής εθνολογικής χροιάς του βιλαετιού Ιωαννίνων». Η συγκεκριμένη διατύπωση αποκαλύπτει πως η αντίθεση στην τοποθέτηση του Ταχσίν δεν αφορούσε προσωπικά τον ίδιο αλλά στόχευε τον πυρήνα της κυβερνητικής απόφασης, που συνεπάγετο παραχώρηση αυτονομίας και «αλβανοποίηση» της Ηπείρου. Σε άλλο σημείο, άλλωστε, οι διαδηλωτές εξέφρασαν την εκτίμησή τους προς το πρόσωπο του Ταχσίν. Το συνταχθέν ψήφισμα επιδόθηκε στην ελληνική κυβέρνηση και τον ελληνικό Τύπο, στους πρέσβεις των Μ. Δυνάμεων και στον οθωμανό πρέσβη. Για τα σχετικά δημοσιεύματα βλ. Μακεδονία, 4 Αυγούστου 1912. – Παμμακεδονική, 7 Σεπτεμβρίου 1912. – Σκρίπ, 17 Αυγούστου 1912. – Χρίστος Χριστοδούλου, Οι τρείς Ταφές του Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο 2012. σ. 156.

[12] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 19, 21-22.

[13] Ebru Boyar, Ottoman, Turks and the Balkans: Empire Lost, Relations Altered, London-New York: Tauris Academic Studies 2007, σ. 77-78. – Αναστάσιος Κ. Ιορδάνογλου, «Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος από την πλευρά των Οθωμανών και η Αφήγηση του Χασάν Ταχσίν Πασά», στο: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Όψεις 100 Ετών: Θεσσαλονίκη 1912-2012: 8 σημεία καμπής: διαλέξεις, Θεσσαλονίκη: ΕΜΣ 2014, σ. 85-86.

[14] Τελικώς, τον τερματισμό του πολέμου εκζήτησε η οθωμανική πλευρά στον απόηχο της βαλκανικής εμπλοκής.

[15] Redif καλούνταν οι εφεδρικές δυνάμεις του οθωμανικού στρατού στις τάξεις των οποίων υπηρετούσαν για επτά χρόνια οι τακτικοί στρατιώτες μετά το πέρας της τριετούς στρατιωτικής τους θητείας. Στα Δυτικά Βαλκάνια το αρχηγείο των εφεδρικών αυτών δυνάμεων εδραζόταν το Μοναστήρι και άρα από εκεί θα πρέπει να προήλθε ο πυρήνας του Η΄ Σώματος Στρατού τη διοίκηση του οποίου ανέλαβε ο Ταχσίν, βλ. Stanford Shaw-Ezel, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey. Vol. II: Reform, Revolution and Republic: The Rise of Modern Turkey, 1808- 1975, N. York: Cambridge University Press 1977, σ. 85-86.

[16] Ryan Gingeras, Fall of the Sultanate: The Great War and the End of the Ottoman Empire, 1908-1922, N. York: Oxford University Press 2016, σ. 80-81. – Richard C. Hall, The Balkan Wars: 1912-1913: Prelude to the First World War, London-N. York: Routledge 2000, σ. 19-20.

[17] Οι ένοπλες δυνάμεις υπονομεύτηκαν εξαιτίας των αποστρατεύσεων σκοπιμότητας και της διάστασης των αξιωματικών ανάμεσα στους θιασώτες και τους πολέμιους της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου. Μάλιστα, οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Μουχτάρ και Κιαμήλ (Ιούλιος 1912-Ιανουάριος 1913), οι οποίες κλήθηκαν να διαχειριστούν τη βαλκανική κρίση, εκπροσωπούσαν το ρεύμα που επεδίωκε την περιθωριοποίηση -αν όχι εξουδετέρωση- της Επιτροπής. Αναμενόμενα και παρά την φερόμενη εκεχειρία, τα πολιτικά πάθη δεν εξαλείφθηκαν ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου.

[18] Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 85-87.

[19] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 5.

[20] Στο ίδιο, σ. 5, 36-37.

[21] Ο κίνδυνος περικύκλωσης αποτελούσε για τον Ταχσίν μόνιμη έγνοια. Αντίθετα από τον πόλεμο του 1897, ο οθωμανικός στρατός δεν φέρεται να διέθετε επαρκείς δυνάμεις για να υποστηρίξει τα άκρα του, ώστε να αποφύγει την κύκλωση. Συνεπώς, όταν πλέον τα πράγματα έδειχναν να οδεύουν προς τα εκεί, και εκμεταλλευόμενος την περιορισμένη ορατότητα λόγω της έντονης βροχόπτωσης και την κάλυψη της νύχτας, ο πασάς σήμανε οπισθοχώρηση, βλ. Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 27, 30-32.

[22] Erickson, ό.π., σ. 214-215. – Hall, ό.π., σ. 59. – Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 86.

[23] Erickson, ό.π., σ. 215-216, 218. – Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 88. – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 32-35.

[24] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 26-27, 29. Όπως αναφέρθηκε, πολλοί εκ των εφέδρων ήσαν οικογενειάρχες και κριτήριο στράτευσης γι’ αυτούς ήταν η υπεράσπιση των οίκων τους. Εφόσον ο παραπάνω στόχος δεν πληρούνταν, εγκατέλειπαν τις θέσεις τους. Αυτή η συνθήκη αφορούσε φυσικά και τους Αλβανούς, οι οποίοι όταν πλέον το Η΄ Σώμα έπαψε να εξυπηρετεί την υπεράσπιση των «αλβανικών» περιοχών δεν είχαν λόγο παραμονής στο στράτευμα. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Çağdaş Sümer, “What did the Albanians Do?”, στο: M. Hakan Yavuz-Isa Bumi, War & Nationalism: The Balkan Wars, 1912-1913, and their sociopolitical Implications, Michigan: The University of Utah Press 2013, 727-738. – Hall, ό.π., σ. 59.

[25] Κάνοντας μια γενικότερη αποτίμηση, με την εμπλοκή του σε μια κατάσταση η οποία πόρρω απείχε από την μέχρι τότε εμπειρία διοίκησης και το συνηθισμένο επίπεδο επαγγελματισμού, αποτιμάται θετικά η ικανότητά του να επιδεικνύει ρεαλισμό και ευελιξία, παρότι αδιαμφισβήτητα την ίδια στιγμή αντιμετώπιζε και την προσωπική του δυσκολία στη διαχείριση ενός οριακά επαγγελματικού στρατού.

[26] Erickson, ό.π., σ. 214-216, 218-223. – Hall, ό.π., σ. 59. – Ιορδάνογλου, ό.π., σ. 79, 86, 88-91.  – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 5, 32-35, 46, 48, 51.

[27] Είναι σκόπιμο να σημειωθεί πως οι ενέργειες της κυβέρνησης Κιαμήλ για διαπραγματεύσεις έβρισκε αντίθετα τα μέλη της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου, με εξελίξεις όπως η απώλεια της Θεσσαλονίκης να πυροδοτήσουν την πραξικοπηματική απομάκρυνση του Μ. Βεζίρη στο «άνοιγμα» του νέου έτους. Πρόδηλα, η ανατροπή της κυβέρνησης Κιαμήλ συνέβαλε στην επανεκτίμηση και του ρόλου του Ταχσίν. Εύλογα, ο στρατηγός, στο πλαίσιο της πολιτικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, ταυτίστηκε από τους Νεότουρκους με την χρεωκοπημένη παράταξη των «μεγάλων» πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, την οποία άλλωστε είχε διαχρονικά υπηρετήσει. Το νεοτουρκικό αφήγημα τον καταδίκασε σε μια σύγχρονη damnatio memoriae. Αφετέρου, φωνές ανεξάρτητες από την Επιτροπή απέδωσαν την «προδοτική» στάση του Ταχσίν στην καταγωγή του, σε συνάρτηση με τη διακήρυξη της αλβανικής ανεξαρτησίας (28 Νοεμβρίου 1912), είτε του καταλόγισαν χρηματισμό από τους Έλληνες, βλ. Gingeras, ό.π., σ. 82-83, 86. – Sümer, ό.π., 732-733.

[28] Σπύρος Κουζινόπουλος, Το Μεγάλο Άλμα: η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, Αθήνα: Καστανιώτης 1997, σ. 338-339. – Μεσσαρέ, Κενάν(επιμ.), Τα Απομνημονεύματα του Τούρκου Αρχιστράτηγου Χασάν Ταξίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Γ΄ Σώμα Στρατού 2001, σ. 1-6 (Παραρτήματα Ι-ΙΙ). – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., 55-57, 59, 60.

[29] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., 62-64.

[30] Αυτή ήταν και η επιτελική εντολή του Αλή Ριζά.

[31] Στο ίδιο, 64-67.

[32] Στο ίδιο, 67-68.

[33] Κουζινόπουλος, ό.π., σ. 119-121.

[34] Μεταξύ αυτών ήταν: η διατήρηση άθικτου του στρατεύματος, των οχυρών του Καραμπουρνού και έστω πέντε χιλιάδων όπλων για «την εκπαίδευση νεοσυλλέκτων», τήρηση των όπλων στους αξιωματικούς, την αστυνομία και τη χωροφυλακή και παραμονή του οθωμανικού στρατού στο Καραμπουρνού και στους στρατώνες πυροβολικού, με ευθύνη σίτισης από της ελληνική διοίκηση.

[35] Dalibor Jovanovski, “Greek Historiography and the Balkan Wars – in the Interest of the Nation”, στο: Jim Hlavac-Victor Friedman (επιμ.), On Macedonian Matters: From the Partition and Annexation of Macedonia in 1913 to the Present: Α Collection of Essays on Language, Culture and History, München-Berlin-Leipzig-Washington D.C.: SLCCEE 2015, 36. – Nedim İpek, “The Balkan Wars and Migration”, στο: M. Hakan Yavuz-Isa Bumi, War & Nationalism: The Balkan Wars, 1912-1913, and their sociopolitical Implications, Michigan: The University of Utah Press 2013, 646. – Μακεδονία, 12 Οκτωβρίου 1912.

[36] Μεσσαρέ, ό.π., σ. 7-14 (Παράρτημα ΙΙΙ). – Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 5, 67.

[37] Ιωάννης Γ. Αλεξάκης, «Χασάν Ταξίν Πασάς», Αμάλθεια, 18-19 (Ιανουάριος-Ιούνιος, 1974), 248. – Κωνσταντίνος Ι. Κουλίδας, Τα Γιάννινα που έφυγαν, Ιωάννινα 2010, σ. 246-247. – Χριστοδούλου, ό.π., σ. 221-237.

[38] Μνημονεύεται να παρακολουθεί τη θριαμβευτική είσοδο του ελληνικού στρατού από τα κλειστά παράθυρα του γραφείου του, στο Διοικητήριο της πόλης. Βλ Χαρίλαος Χαρίσης, Ιστορικαί αναμνήσεις επί τη πεντηκονταετηρήδι της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1962, σ. 25-26.

[39] Ως γνωστόν, βουλγαρικές δυνάμεις είχαν εγκατασταθεί στην πόλη με άδεια του Κωνσταντίνου.

[40] Νικόλτσιος-Γούναρης, ό.π., σ. 76-78. – Μεσσαρέ, ό.π., σ. 7-11 (Παράρτημα ΙΙΙ). – Χριστοδούλου, ό.π., σ. 228-229, 233.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Δημοσιευμένες Πηγές

Δούσμανης, Βίκτωρ(στρατηγός), Απομνημονεύματα: ιστορικαί σελίδες τις οποίες έζησα, Αθήνα 1946.

Μεσσαρέ, Κενάν(επιμ.), Τα Απομνημονεύματα του Τούρκου Αρχιστράτηγου Χασάν Ταξίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Γ΄ Σώμα Στρατού 2001.

Χαρίσης, Χαρίλαος, Ιστορικαί αναμνήσεις επί τη πεντηκονταετηρήδι της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1962.

 

Βοηθήματα

Αλεξάκης, Ιωάννης, Γ., «Χασάν Ταξίν Πασάς», Αμάλθεια, 18-19 (Ιανουάριος-Ιούνιος, 1974), 247-248.

Boyar, Ebru, Ottoman, Turks and the Balkans: Empire Lost, Relations Altered, London-New York: Tauris Academic Studies 2007.

Erickson, Edward J., Defeat in Detail: The Ottoman Army in the Balkans: 1912-1913, Westport, Connecticut-London: Greenwood Publishing Group 2003.

Gingeras, Ryan, Fall of the Sultanate: The Great War and the End of the Ottoman Empire, 1908-1922, N. York: Oxford University Press 2016.

Ιορδάνογλου, Αναστάσιος K., «Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος από την πλευρά των Οθωμανών και η Αφήγηση του Χασάν Ταχσίν Πασά», στο: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Όψεις 100 Ετών: Θεσσαλονίκη 1912-2012: 8 σημεία καμπής: διαλέξεις, Θεσσαλονίκη: ΕΜΣ 2014.

İpek, Nedim, “The Balkan Wars and Migration”, στο: M. Hakan Yavuz-Isa Bumi, War & Nationalism: The Balkan Wars, 1912-1913, and their sociopolitical Implications, Michigan: The University of Utah Press 2013, 621-664.

Jelavich, Barbara, History of the Balkans: Twentieth Century, vol. 2, New York: Cambridge University Press 1983.

Jovanovski, Dalibor, “Greek Historiography and the Balkan Wars – in the Interest of the Nation”, στο: Jim Hlavac-Victor Friedman(επιμ.), On Macedonian Matters: From the Partition and Annexation of Macedonia in 1913 to the Present: Α Collection of Essays on Language, Culture and History, München-Berlin-Leipzig-Washington D.C.: SLCCEE 2015, 31-46.

Κουζινόπουλος, Σπύρος, Το Μεγάλο Άλμα: Η Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, Αθήνα: Καστανιώτης 1997.

Κουλίδας, Κωνσταντίνος Ι., Τα Γιάννινα που έφυγαν, Ιωάννινα 2010.

Macfie, A.L., The End of the Ottoman Empire: 1908-1923, London-N. York: Routledge 1998.

Μέγας, Γιάννης, Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης 1912-1913, Θεσσαλονίκη: University Studio Press 2011.

Νικόλτσιος, Βασίλειος – Γούναρης, Βασίλης, Κ., Από το Σαραντάπορο στη Θεσσαλονίκη: η ελληνοτουρκική αναμέτρηση του 1912 μέσα από τις αναμνήσεις του στρατηγού Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Gallery Collector ‘s 2002.

Shaw, Stanford J. – Shaw, Ezel Kural, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey. Vol. II: Reform, Revolution and Republic: The Rise of Modern Turkey, 1808- 1975, N. York: Cambridge University Press 1977.

Hall, Richard C., The Balkan Wars: 1912-1913: Prelude to the First World War, London-N. York: Routledge 2000.

Hanioğlu, M. Şükrü, A Brief History of the Late Ottoman Empire, Princeton-Oxford: Princeton University Press 2008.

Χριστοδούλου, Χρίστος Κ., Οι τρείς Ταφές του Χασάν Ταχσίν Πασά, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο 2012.

Zürcher, Erick J., Turkey: A Modern History, London: I.B. Tauris 2004.

 

Εφημερίδες

Ελληνικός Βορράς (Θεσσαλονίκη), 1961.

Εμπρός (Αθήνα), 1912.

Μακεδονία (Θεσσαλονίκη), 1912-1913, 1962.

Παμμακεδονική (Θεσσαλονίκη), 1912.

Σκρίπ (Αθήνα), 1912.

 

Γιάννης Μουρέλος: Οι σχέσεις της Γαλλίας με την Κεμαλική Τουρκία. Οι επιπτώσεις τους στην έκβαση του Μικρασιατικού Ζητήματος

100 χρόνια από τότε

Γιάννης Μουρέλος

Οι σχέσεις της Γαλλίας με την Κεμαλική Τουρκία. Οι επιπτώσεις

τους στην έκβαση του Μικρασιατικού Ζητήματος

 

Έχοντας ως επίκεντρο το Σύμφωνο Franklin-Bouillon ή Συμφωνία της Άγκυρας όπως ονομάζεται συχνότερα (20 Οκτωβρίου 1921), στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται μια ευρύτερη ανασκόπηση των σχέσεων ανάμεσα στη Γαλλία και το εθνικιστικό κίνημα της Τουρκίας μεταξύ των ετών 1919-1922. Το υλικό το οποίο χρησιμοποιήθηκε είναι αποκλειστικά αρχειακό και ανήκει στα υπουργεία Εξωτερικών της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ελλάδας.¹ Άφθονο και αποκαλυπτικό, προσδίδει τις διαστάσεις που του αναλογούν σε ένα πρόβλημα, το οποίο θεωρείται ως μια από τις βαθύτερες αιτίες του άδοξου τέλους της ελληνικής εμπλοκής στη Μικρά Ασία. Εκ πρώτης όψεως, η ανάμειξη της Ελλάδας στην όλη υπόθεση φαίνεται περιορισμένη καθώς η χώρα μας τηρεί στάση παρατηρητή. Ωστόσο, το καθένα από τα ζητήματα που πρόκειται να αναπτυχθούν παρακάτω επηρεάζει άμεσα την όλη εξέλιξη της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Η Γαλλοκεμαλική προσέγγιση δεν αποτελεί απλή λεπτομέρεια του Μικρασιατικού Ζητήματος. Άπτεται της ίδιας της δομής του φαινομένου και των διεθνών προεκτάσεων του τελευταίου, που αποδίδουν την τελική Καταστροφή στην επικάλυψη των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς Ανατολής την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ενός διεθνούς πλαισίου το οποίο, τώρα που είναι διαθέσιμες πλέον στην έρευνα όλες οι πρωτογενείς πηγές, αποτελεί σημαντικό κλειδί για την κατανόηση και ερμηνεία του Μικρασιατικού Ζητήματος.

Το παρόν κείμενο θα κινηθεί γύρω από τρεις άξονες.  Ο πρώτος (από το φθινόπωρο του 1919 έως την άνοιξη του 1921), περιλαμβάνει τις επαφές της γαλλικής κυβέρνησης με το κεμαλικό κίνημα από την απαρχή τους έως την υπογραφή, στο Λονδίνο, μιας πρώτης διμερούς συμφωνίας, η οποία ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ. Ο δεύτερος άξονας, περισσότερο σημαντικός, στρέφεται γύρω από τον δεύτερο κύκλο διαπραγματεύσεων που κατέληξε, το φθινόπωρο του 1921 στην υπογραφή  οριστικής συμφωνίας. Ο τρίτος άξονας αναφέρεται στην εφαρμογή και τις επιπτώσεις της τελευταίας, εστιάζοντας στο κρίσιμο ζήτμα της παραχώρησης του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας στους Τούρκους.

 

Η απαρχή (Δεκέμβριος 1919 – Μάρτιος 1921)

Οι επεκτατικές βλέψεις της Γαλλίας στην ευρύτερη οθωμανική επικράτεια ανάγονται στον ΙΣΤ΄αιώνα. Ωστόσο, ουδέποτε προσέλαβαν μορφή κλασσικής αποικιακής πολιτικής, κάτι που συνέβαινε αργότερα στη βόρειο Αφρική ή στη νοτιοανατολική Ασία. Στόχος ήταν η διασφάλιση σημαντικών οικονομικής και πολιτιστικής φύσεως συμφερόντων. Η μετεξέλιξη ως προς την όλη πρόσληψη από πλευράς Παρισιού, προέκυψε από μια αλληλουχία πολέμων (ιταλοτουρκικός του 1911-1912, Βαλκανικοί του 1912-1913, Α΄ Παγκόσμιος), που κατέδειξαν σε πόσο προχωρημένο στάδιο εσωτερικής σήψης βρισκόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι βλέψεις του γαλλικού επεκτατισμού ενισχύθηκαν το 1918 με αφορμή την ήττα της Γερμανίας, του πιο επικίνδυνου ανταγωνιστή στο χώρο της Μέσης και της Εγγύς Ανατολής. Ταυτόχρονα όμως έκανε την εμφάνισή του ένας απρόσμενος αντίπαλος, στην ουσία ένας άσπονδος φίλος, η Μεγ. Βρετανία. Ήδη από το 1916 οι κυβερνήσεις του Λονδίνου και του Παρισιού, με την υπογραφή του Συμφώνου Sykes-Picot, είχαν συμφωνήσει ως προς τον διαμελισμό της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σφαίρες επιρροής και οικονομικής εκμετάλλευσης.

Το Σύμφωνο Sykes-Picot δεν ικανοποίησε απόλυτα τους Γάλλους. Τα νότια όρια της δικής τους ζώνης αντί να φτάνουν μέχρι το Σινάι, σταματούσαν στο λιμάνι της Άκρας. Το θέμα του ελέγχου της Παλαιστίνης παρέμενε σε εκκρεμότητα. Το 1917, βρετανικά στρατεύματα προερχόμενα από την Αίγυπτο κατέλαβαν όλα τα εδάφη τα οποία, βάσει του συμφώνου, αναλογούσαν στη Γαλλία, δημιουργώντας μια νέα de facto κατάσταση. Στη Συρία (γαλλική ζώνη επιρροής με γνώμονα πάντοτε το σύμφωνο Sykes-Picot), οι Βρετανοί έδρασαν με έμμεσο τρόπο, εγκαθιστώντας στη Δαμασκό μια αραβική κυβέρνηση υπό τον έλεγχό τους. Τον Δεκέμβριο του 1918 η κυβέρνηση Clemenceau δέχθηκε να αποσπάσει από τη Συρία και να εκχωρήσει στους Βρετανούς την περιοχή της Μοσούλης. Σαν αντάλλαγμα, οι Βρετανοί αναγνώρισαν τα δικαιώματα της Γαλλίας στη Συρία, την Κιλικία (ΝΔ Τουρκία) και τον Λίβανο. Επρόκειτο για ολέθριο ολίσθημα της γαλλικής διπλωματίας. Δεχόταν διαβεβαιώσεις για μια κατάσταση η οποία είχε ήδη κατοχυρωθεί από τις διατάξεις του Συμφώνου Sykes-Picot, ανεξάρτητα εάν στο μεταξύ τα εδάφη αυτά είχαν καταληφθεί από βρετανικά στρατεύματα. Το τίμημα ήταν βαρύ: η απώλεια μιας πετρελαιοφόρου περιοχής, η  αξία της οποίας ήταν ανεκτίμητη. Όταν η κυβέρνηση του Παρισιού συνειδητοποίησε το μέγεθος του ατοπήματος ήταν πλέον αργά. Ορισμένες προσπάθειες για επανατοποθέτηση του προβλήματος στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Ειρήνης απέβησαν άκαρπες. Επομένως, μέσα στο 1919 η βρετανική επιρροή στην περιοχή κατάφερε να υπερφαλαγγίσει τη θέση των Γάλλων προκαλώντας στο Παρίσι μια αίσθηση πικρίας αλλά και ανταπόδοσης, ευκαιρίας δοθείσης, του πλήγματος, κάτι που εξηγεί προκαταβολικά τη μετέπειτα προσέγγιση με το κεμαλικό κίνημα.

Τα σχέδια διαμελισμού της μεταπολεμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1915-1917).

Βέβαια, μέσα στο 1919 δεν διαγράφονταν προοπτικές αυτού του είδους. Την άνοιξη του 1920 οι Γάλλοι έλαβαν από το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο την εντολή για τη διοίκηση της Συρίας και της Κιλικίας όπου είχαν εγκαταστήσει στρατό κατοχής και βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τους κεμαλικούς. Παρά ταύτα, επαφές ανάμεσα στις δυο πλευρές είχαν ήδη σημειωθεί και διατηρήθηκαν ενόσω η κρίση της Κιλικίας βρισκόταν σε φάση κλιμάκωσης. Από τις επαφές αυτές είχαν προκύψει δυο σημαντικά στοιχεία για τις μεταγενέστερες εξελίξεις: 1) η επιθυμία των Γάλλων για επίτευξη εκεχειρίας στην Κιλικία και 2) η εμμονή του Μουσταφά Κεμάλ για επίσημη αναγνώριση του εθνικιστικού κινήματος της Τουρκίας από μια Μεγάλη Δύναμη της Δύσης. Η ευνοϊκή μεταστροφή του όλου κλίματος ενισχύθηκε και από την ευθυγράμμιση σημαντικών γαλλικών επιχειρηματικών κύκλων (συγκεκριμένα των εμπορικών επιμελητηρίων της Λυών και της Μασσαλίας) για οικονομική διείσδυση σε ολόκληρη την επικράτεια που τελούσε υπό τον έλεγχο του κεμαλικού κινήματος.

Ένας δεύτερος παράγοντας ο οποίος συνέβαλε στην αναβάθμιση των διμερών γαλλοκεμαλικών σχέσεων ήταν η κυβερνητική μεταβολή που έλαβε χώρα στη Γαλλία στις αρχές του 1920. Με την αποχώρηση του Clemenceau από το πολιτικό στερέωμα τερματίστηκε μια περίοδος σχετικής αδράνειας ως προς τα θέματα της Εγγύς Ανατολής. Ο Εθνικός Συνασπισμός, ο οποίος ανέβηκε στην εξουσία, προσέβλεπε στην προσάρτηση όλων των εδαφών που το Σύμφωνο Sykes-Picot εκχωρούσε στη Γαλλία, συμπεριλαμβανομένης και της πετρελαιοφόρου περιοχής της Μοσούλης. To καλοκαίρι του 1920, ταυτόχρονα με τη συνομολόγηση της Συνθήκης των Σεβρών², υπογράφηκε ένα Τριμερές Σύμφωνο ανάμεσα στη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιταλία, βάσει του οποίου επικυρώθηκε η γαλλική εντολή για τη διοίκηση της Συρίας και της Κιλικίας και η βρετανική εντολή για εκείνη της Μεσοποταμίας και της Παλαιστίνης. Το εθνικιστικό κίνημα της Τουρκίας αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη Συνθήκη και το Τριμερές Σύμφωνο. Υπό αυτές τις συνθήκες εισήλθε το 1921, καθοριστικό έτος για την εν γένει εξέλιξη των γαλλοκεμαλικών σχέσεων.

Η είσοδος του 1921 συμπίπτει με μια κλιμάκωση της φιλοκεμαλικής προπαγάνδας στη Γαλλία. Ένας από τους κύριους συντελεστές υπήρξε το πρόσωπο που επρόκειτο να αναλάβει αργότερα τον ρόλο του διαμεσολαβητή: ο φραγκολεβαντίνος βουλευτής, πρώην υπουργός Προπαγάνδας και πρώην πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων του Κοινοβουλίου, Henri Franklin-Bouillon.

Αριστερά: Henri Franklin-Bouillon.
Δεξιά: Aristide Briand πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας.
(Πηγή: Gallica.fr/Bibliothèque Nationale de France).

Στο σημείο αυτό αξίζει να αξιολογηθούν οι παράμετροι εκείνες, που συνηγορούν υπέρ της μεταστροφής του όλου κλίματος. Πρώτη και καλύτερη είναι οι σχέσεις, τις οποίες το κεμαλικό κίνημα καλλιεργούσε τους τελευταίους έξι μήνες με τη Μόσχα. Η κομμουνιστική κοσμοαντίληψη είχε διεισδύσει στους κόλπους του κινήματος και η προσκείμενη προς αυτή μερίδα μπορούσε κάλλιστα εν καιρώ να παρεμποδίσει μια ενδεχόμενη προσέγγιση με τη Γαλλία για ιδεολογικούς και μόνο σκοπούς. Το Παρίσι κινδύνευε να απωλέσει την προνομιούχο θέση της πρώτης ευρωπαϊκής δύναμης που θα συνθηκολογούσε με τον Κεμάλ, με συνακόλουθη την απώλεια των σημαντικών οικονομικών πλεονεκτημάτων που κάτι τέτοιο συνεπαγόταν. Συνεπώς, η γαλλική κυβέρνηση όφειλε να ενεργήσει ταχύτατα εάν πράγματι επιθυμούσε μια προσέγγιση αυτού του είδους. Μια δεύτερη παράμετρος ήταν η ανάγκη τερματισμού των εχθροπραξιών με τους Τούρκους εθνικιστές στην Κιλικία, για την οποία η κυβέρνηση είχε γίνει αποδέκτης πιέσεων.³ Χαρακτηριστικές ήταν οι δηλώσεις του νέου πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών Aristide Briand τον Ιανουάριο του 1921. Με την ευκαιρία της ανάληψης των καθηκόντων του επέλεξε ως προτεραιότητα της εξωτερικής του πολιτικής την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών και τη σύναψη διμερούς συμφωνίας με τον Κεμάλ.

Την αφορμή την οποία τόσο επίμονα αποζητούσε η Γαλλία προσέφεραν οι ελληνικές εκλογές του Νοεμβρίου 1920 που προκάλεσαν την πτώση του Ελευθερίου Βενιζέλου και την άνοδο της παράταξης των βασιλοφρόνων στην εξουσία. Η επάνοδος στο πολιτικό προσκήνιο της Αθήνας στελεχών που είχαν εκφράσει παλαιότερα γερμανόφιλα αισθήματα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη γαλλική κυβέρνηση να απεμπλακεί από τους ενοχλητικούς περιορισμούς που της επέβαλε το καθεστώς των Σεβρών.⁴ Οι πρώτες επαφές με τους κεμαλικούς σημειώθηκαν τον Μάρτιο του 1921 στο Λονδίνο, στο περιθώριο διεθνούς συνδιάσκεψης για τα προβλήματα της Ανατολής, όπου το εθνικιστικό κίνημα κλήθηκε να στείλει παρατηρητές. Οι συνομιλίες καρποφόρησαν στις 11 του μήνα  με την υπογραφή ενός συμφώνου, το οποίο προέβλεπε: 1) την άμεση κατάπαυση των εχθροπραξιών, 2) την απόσυρση από την Κιλικία του συνόλου των γαλλικών και τουρκικών στρατευμάτων εντός τριάντα ημερών, υπό την προϋπόθεση του έγκαιρου αφοπλισμού των συμμοριών των ατάκτων, 3) την ανταλλαγή των αιχμαλώτων πολέμου, 4) διαβεβαιώσεις για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων, 5) την γαλλοτουρκική οικονομική συνεργασία με την εξασφάλιση προτεραιότητας στις γαλλικές επιχειρήσεις⁵, 6) τη συνεργασία του οθωμανικού κεφαλαίου με το αντίστοιχο γαλλικό για την ανάπτυξη της Κιλικίας. Το σύμφωνο θα είχε προσωρινή διάρκεια εφαρμογής μέχρι τη σύναψη, από τις δυο πλευρές, μιας συνθήκης με ευρύτερη εμβέλεια.⁶ “Σήμερα, 11 Μαρτίου στις 21.30΄ υπογράψαμε ειρήνη με τον Κεμάλ κάτω από όρους που εξυπηρετούν περισσότερο τα δικά του συμφέροντα αφού προϋποθέτουν την αναγνώριση της εθνικιστικής κυβέρνησης της Τουρκίας (…). Σε τελευταία ανάλυση δεν είμαστε δυσαρεστημένοι. Πετύχαμε επιτέλους την ειρήνη στα σύνορα της Συρίας, γεγονός που μας επιτρέπει να περιορίσουμε τις δαπάνες και τις στρατιωτικές μας δυνάμεις θέτοντας τέλος σε άσκοπες απώλειες (…). Έχουμε την αίσθηση ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορούσαμε να πετύχουμε περισσότερα. Δεν μετανιώνουμε που οι Τούρκοι κέρδισαν περισσότερα. Η ατμόσφαιρα υπήρξε φιλική και πιστεύουμε πως μελλοντικά θα καλλιεργήσουμε μαζί τους σχέσεις δίχως προκαταλήψεις ή απώτερους σκοπούς” επεσήμαινε σε τηλεγράφημα προς το Παρίσι ο Albert Kammerer, προϊστάμενος της διεύθυνσης Ασίας και Ωκεανίας του υπουργείου Εξωτερικών και εξέχον μέλος της γαλλικής αντιπροσωπείας στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου.

Η συνομολόγηση του συμφώνου του Λονδίνου αποτελεί το πρώτο σκέλος της γαλλοκεμαλικής προσέγγισης. Χρειάστηκε να περάσουν επτά ολόκληροι μήνες έως ότου τεθεί, έπειτα από επίπονες προσπάθειες, σε εφαρμογή.

Γαλλικά αποικιακά στρατεύματα παρελαύνουν σε κεντρικό δρόμο των Αδάνων, πρωτεύουσας της Κιλικίας.

Η αποστολή FranklinBouillon και η Συμφωνία της Άγκυρας (Μάρτιος – Οκτώβριος 1921)

Τρεις είναι οι παράγοντες εκείνοι, οι οποίοι επέδρασαν επάνω στις μετέπειτα εξελίξεις: 1) η αντίδραση των ενδιαφερομένων δυνάμεων, μεγάλων και μη, 2) οι συσχετισμοί των ισορροπιών στους κόλπους του κεμαλικού κινήματος και 3) η ανάληψη ιδιωτικών πρωτοβουλιών που έμελλαν να οδηγήσουν τις γαλλοκεμαλικές σχέσεις σε αίσιον πέρας.

Τα άμεσα ενδιαφερόμενα κράτη χωρίστηκαν σε δυο κατηγορίες: εκείνα που επέκριναν τη γαλλοκεμαλική συμφωνία του Λονδίνου (Μεγ. Βρετανία και Ελλάδα) και εκείνα, τα οποία ακολουθώντας τα ίχνη της Γαλλίας, επεδίωξαν προσέγγιση με τον Κεμάλ (Ιταλία και μπολσεβικική Ρωσία). Κυρίως όμως, αξίζει να μνημονευθεί η κάθετη έξαρση της έντασης που παρατηρήθηκε στις σχέσεις μεταξύ Λονδίνου και Παρισιού, καθώς αναβίωσε ο μεταξύ τους παραδοσιακός ανταγωνισμός. Όλη αυτή η διεθνοποίηση του ζητήματος, δηλαδή η αιφνίδια μετατροπή του κεμαλικού κινήματος από κομπάρσο σε ρυθμιστή, δεν μπορούσε παρά να βλάψει τις γαλλοκεμαλικές σχέσεις. Πρώτον γιατί η αντίδραση των Βρετανών αποκάλυψε ότι η Γαλλία δεν είχε επιδιώξει, όπως δημόσια διακήρυττε, έναν τοπικό διακανονισμό στην Κιλικία, αλλά μια παρασκηνιακή αναθεώρηση του Ανατολικού Ζητήματος προς όφελός της. Κατόπιν, επειδή το κεμαλικό κίνημα απέκτησε συνείδηση των δυνατοτήτων του και άρχισε να εκμεταλλεύεται την κατάσταση παίζοντας ταυτόχρονα σε πολλά μέτωπα.

David Lloyd-George, πρωθυπουργός της Μεγ. Βρετανίας
George Nathaniel Curzon, υπουργός Εξωτερικών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σε ένα αρχικό στάδιο, η βρετανική κυβέρνηση απέφυγε να αντιδράσει. Η επίσημη θέση της είχε ως εξής: η Μεγάλη Βρετανία ήταν της άποψης ότι η έναρξη διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις αντιπροσωπείες της Γαλλίας και της εθνικιστικής Τουρκίας ήταν απόλυτα φυσιολογικές όσο περιορίζονταν σε αποκλειστικά διμερή ζητήματα (εκκένωση της Κιλικίας, ανταλλαγή αιχμαλώτων πολέμου, οργάνωση μεικτής χωροφυλακής). Η εμμονή, όμως, των Γάλλων να μην ενημερώνουν τους Συμμάχους για την εξέλιξη των συνομιλιών σε συνδυασμό με σχόλια των γαλλικών εφημερίδων ότι η εν λόγω συμφωνία έθετε ζήτημα αναθεώρησης της Συνθήκης των Σεβρών, προκάλεσαν έντονη ανησυχία στην αντίπερα όχθη της Μάγχης. Στις 4 Απριλίου 1921, ο λόρδος Hardinge, πρέσβης της A.M. στο Παρίσι, υποστήριξε πως η ενέργεια της Γαλλίας είχε υπονομεύσει τη διασυμμαχική ενότητα. Η κυβέρνηση του Παρισιού προσπάθησε να δικαιολογήσει την προσέγγιση με τους κεμαλικούς υποστηρίζοντας ότι το θέμα που την ενδιέφερε ήταν η κατάπαυση των εχθροπραξιών στο μέτωπο της Κιλικίας. Στις 19 Απριλίου, ο λόρδος Curzon, υπουργός Εξωτερικών, επανέλαβε τους ενδοιασμούς της κυβέρνησής του. Δυο σημεία τον είχαν ανησυχήσει ιδιαίτερα: 1) η χωριστή σύναψη συμφώνου με μια εχθρική δύναμη, με αντάλλαγμα την επέκταση της γαλλικής οικονομικής ζώνης παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις του Briand και 2) η αναπροσαρμογή των συνόρων Τουρκίας-Συρίας με όρους που δεν συμπεριλαμβάνονταν στο Τριμερές Σύμφωνο⁸ .

Ένας επιπρόσθετος λόγος που είχε προκαλέσει την εύλογη ανησυχία των Βρετανών ήταν η συνομολόγηση, επίσης στα παρασκήνια της συνδιάσκεψης του Λονδίνου, ενός δεύτερου συμφώνου, τη φορά αυτή ανάμεσα στους Ιταλούς και την κεμαλική αντιπροσωπεία. Το εν λόγω σύμφωνο, το οποίο υπογράφηκε στις 13 Μαρτίου, προέβλεπε μια μελλοντική απόσυρση των ιταλικών στρατευμάτων από το οθωμανικό έδαφος. Ως αντάλλαγμα, η εθνικιστική κυβέρνηση της Άγκυρας υποσχέθηκε οικονομική προτεραιότητα για τα ιταλικά συμφέροντα στα σαντζάκια της Αττάλειας, του Μπουλντούρ και της Μούγλας καθώς και σε τμήματα των σαντζακίων του Αφιόν Καραχισάρ, της Κιουτάχειας, του Αϊδινίου και του Ικονίου. Μια ιταλική εταιρεία επρόκειτο επίσης να αναλάβει την εκμετάλλευση των μεταλλείων  της Ηράκλειας. Η ζώνη των οικονομικών εκχωρήσεων ανταποκρινόταν απόλυτα στους όρους του Τριμερούς Συμφώνου. Το ιταλοτουρκικό σύμφωνο δεν αποτελούσε, συνεπώς, πράξη ξεχωριστής πρωτοβουλίας ούτε και πλήγμα σε βάρος της διασυμμαχικής αλληλεγγύης. Εκείνο, ωστόσο, που προκάλεσε την ανησυχία των Βρετανών, ήταν η υπόσχεση της Ρώμης περί μελλοντικής στήριξης των αξιώσεων των κεμαλικών σε θέματα ευρύτερης εξωτερικής πολιτικής. Μεταξύ των θεμάτων αυτών συγκαταλέγονταν η επιστροφή της ανατολικής Θράκης και της Σμύρνης στην Τουρκία. Με τη σύναψη, μέσα σε διάστημα πέντε ημερών, διμερών πράξεων με τη Γαλλία, την Ιταλία και την μπολσεβικική Ρωσία⁹, ο Κεμάλ είχε εξέλθει από την απομόνωση έχοντας πετύχει αξιοσημείωτη πρόοδο στο ζήτημα της επίσημης αναγνώρισης του εθνικιστικού κινήματος.

Η ενδυνάμωση της θέσης των κεμαλικών προσέδωσε νέες διαστάσεις στον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων στην Εγγύς Ανατολή. Μια αναγεννημένη εθνικιστική Τουρκία, διαθέτοντας την υποστήριξη της Γαλλίας και της Ιταλίας ήταν ικανή να προκαλέσει μια αναζωπύρωση του φαινομένου του πανισλαμισμού. Μπορούσε επίσης να συσχετισθεί και με την εξάπλωση του αραβικού επεκτατισμού που ήδη εγκυμονούσε κινδύνους σε βάρος των βρετανικών κτήσεων της Μεσοποταμίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Από την άλλη πλευρά, το τουρκοσοβιετικό σύμφωνο της Μόσχας προέβλεπε μια ρωσική εξάπλωση στην Περσία και στο Αφγανιστάν. Με μια ισχυρή εθνικιστική Τουρκία και με την παρουσία των μπολσεβίκων στις παρυφές της Ινδίας, ο κίνδυνος διαγραφόταν μεγάλος για την Βρετανική Αυτοκρατορία. Δικαιολογημένα η κυβέρνηση του Λονδίνου υποψιαζόταν πως οι Σύμμαχοί της, προκειμένου να διασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα, προσπαθούσαν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τόσο τη Συνθήκη των Σεβρών όσο και το Τριμερές Σύμφωνο.¹º

Δυσκολίες, όμως, προέκυψαν και μέσα στους κόλπους του εθνικιστικού κινήματος μεταξύ των οπαδών της στροφής προς τη Μόσχα και εκείνων της προσέγγισης με τη Δύση. Στις 10 Μαΐου 1921, η Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας καταψήφισε κατά πλειοψηφία το γαλλοκεμαλικό σύμφωνο του Λονδίνου, με αποτέλεσμα το τελευταίο να μη καταφέρει να τεθεί  σε ισχύ. Μια επίσημη δέσμευση των εθνικιστών έναντι της Γαλλίας θα είχε ως αποτέλεσμα την εκμηδένιση των σχέσεων που το κίνημα καλλιεργούσε με τη Μόσχα. Κατά συνέπεια, η γαλλοτουρκική προσέγγιση βρέθηκε ξαφνικά σε άμεση εξάρτηση από ζυμώσεις, οι οποίες είχαν ανακύψει εντός του εθνικιστικού κινήματος. Η κυβέρνηση της Άγκυρας προσπαθούσε να εξασφαλίσει πολύτιμο χρόνο, ο οποίος θα της επέτρεπε να αξιολογήσει ασφαλέστερα τα πλεονεκτήματα που προσέφεραν αντίστοιχα η γαλλική και η σοβιετική λύση. Στις αρχές Απριλίου οι γαλλοκεμαλικές σχέσεις εισήλθαν σε μια περίοδο εκνευριστικής στασιμότητας. Στο μέτωπο της Κιλικίας επικρατούσε σχετική ηρεμία με εξαίρεση σποραδικές επιθέσεις συμμοριών ατάκτων. Ο τουρκικός στρατός είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Ωστόσο, τις ενέργειες των ατάκτων, οι οποίες είχαν επεκταθεί μέχρι το εσωτερικό της Συρίας, καθοδηγούσαν αξιωματικοί του κεμαλικού στρατού. Η στάση αυτή επέτρεπε στην κυβέρνηση της Άγκυρας να συνεχίζει τις εχθροπραξίες με τους Γάλλους χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ότι παραβίαζε τη συμφωνία του Λονδίνου. Από την επομένη, όμως, της απόρριψης της τελευταίας από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας, στο αρχηγείο της Βηρυτού άρχισαν να καταφθάνουν πληροφορίες περί συγκέντρωσης σημαντικών δυνάμεων του κεμαλικού στρατού κοντά στο Μαράς. Ο στρατηγός Gouraud, Ύπατος Αρμοστής της Γαλλίας στη Συρία, έσπευσε να ζητήσει την άδεια από το Παρίσι να επιτεθεί ούτως ώστε να εμποδίσει τους Τούρκους να αναπτυχθούν. Ο Briand όμως τον απέτρεψε από ενέργειες ικανές να πλήξουν ανεπανόρθωτα τις διμερείς σχέσεις.¹¹

Το κτήριο της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Άγκυρας (Πηγή: Musée Albert Kahn).

Ως εκ τούτου, δρομολογήθηκαν ιδιωτικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση μιας αναθέρμανσης των γαλλοκεμαλικών σχέσεων. Η διάθεση του ιδίου του Κεμάλ και της μετριοπαθούς πτέρυγας του εθνικιστικού κινήματος να προχωρήσουν σε σύναψη συμφωνίας με τη Γαλλία είχαν πείσει τον Γάλλο πρωθυπουργό να μεθοδεύσει στα παρασκήνια μια εναλλακτική λύση. Το σχέδιο του Briand περιλάμβανε την αποστολή στην Άγκυρα ενός ανεπίσημου εκπροσώπου, επιφορτισμένου με την εντολή να αξιολογήσει σε ένα πρώτο στάδιο τις πιθανότητες επίτευξης ενός συμβιβασμού με γνώμονα τις διατάξεις του γαλλοκεμαλικού συμφώνου του Λονδίνου. Η αποστολή αυτή θα προσλάμβανε τη μορφή αυθόρμητης πρωτοβουλίας εκ μέρους του προσώπου εκείνου, το οποίο θα επιφορτιζόταν με τη διεκπεραίωσή της. Επρόκειτο για μια απαραίτητη κίνηση προκειμένου να αποφευχθούν ενδεχόμενες αντιδράσεις τόσο από την πλευρά της υπολογίσιμης σοβιετόφιλης πτέρυγας του εθνικιστικού κινήματος όσο και από εκείνη των Βρετανών.¹² Η αποστολή ανατέθηκε στον Henri Franklin-Bouillon, άτομο εμπιστοσύνης του Briand και πρωτεργάτη μιας προσέγγισης με τους Τούρκους. Ο Γάλλος απεσταλμένος εγκατέλειψε το Παρίσι τις τελευταίες ημέρες του Μαΐου και λίγο αργότερα τηλεγραφούσε από την Κωνσταντινούπολη συνοψίζοντας τις δυσκολίες της αποστολής του: “Αναχωρώ σήμερα για την Άγκυρα όπου ευελπιστώ να φτάσω στις 9 Ιουνίου. Προκειμένου να ξεγελάσω τους πράκτορες των Άγγλων και των Ελλήνων σκοπεύω να επιβιβαστώ σε ένα αντιτορπιλικό που θα με αφήσει στην Ινέπολη (…). Με τους κεμαλικούς έχω ήδη έρθει σε επαφή μέσω τεσσάρων διαφορετικών διαύλων. Θα τους αποδείξω ότι η συνέχιση της πολιτικής τους αποτελεί ένα σφάλμα που μπορεί να δυσαρεστήσει τη γαλλική κοινή γνώμη (…) Γνωρίζω ότι επηρεάζονται εύκολα (…). Ο Κεμάλ εξακολουθεί να επιθυμεί τη συνεννόηση με την Γαλλία. Είναι όμως δύσκολο να επιβάλει τη γνώμη του στην Εθνοσυνέλευση (…). Το μίσος κατά των Άγγλων έχει φτάσει σε απίστευτο βαθμό. Αντίθετα, η πολιτική σας έχει τοποθετήσει την Γαλλία στην πρώτη θέση. Έτσι μπορούμε να ελπίζουμε σε μια μεταστροφή της Άγκυρας προς τη λογική”.¹³

H διεκπεραίωση των διαπραγματεύσεων οφείλεται αποκλειστικά στη βούληση δυο ανθρώπων. Του ιδίου του Franklin-Bouillon και του Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος επιθυμούσε διακαώς την επίσημη αναγνώριση του κινήματος από μια μεγάλη δύναμη της Δύσης. Η όλη συμπεριφορά του Franklin-Bouillon θύμιζε περισσότερο έναν φανατικό συνήγορο των Τούρκων παρά έναν διαμεσολαβητή. Βέβαια, κατάφερε να αποσπάσει γρήγορα την υπόσχεση περί τερματισμού των εχθροπραξιών στην Κιλικία. Το τίμημα όμως ήταν βαρύ: ο Κεμάλ ζήτησε την αναγνώριση από πλευράς Γαλλίας όλων των αξιώσεων των εθνικιστών σε ζητήματα γενικότερης εξωτερικής πολιτικής. Αποδεχόμενη κάτι τέτοιο, η κυβέρνηση του Παρισιού κινδύνευε να εκτεθεί άσχημα έναντι των υπολοίπων Συμμάχων της. Έχοντας απόλυτη συναίσθηση του κινδύνου, ο Briand επεδίωκε τη διευθέτηση του προβλήματος της Κιλικίας και τη διασφάλιση των οικονομικών ανταλλαγμάτων με τον πιο αθόρυβο και ανώδυνο δυνατό τρόπο. Αντίθετα, όσα πρότεινε ο Franklin-Bouillon και κατ’ επέκταση ο Κεμάλ, αρκούσαν για να ρίξουν λάδι στη φωτιά. Ο Franklin-Bouillon προχώρησε ακόμη μακρύτερα. Υποσχέθηκε την παραχώρηση ολόκληρου του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας, δίχως να διαθέτει την παραμικρή εντολή από την κυβέρνησή του προκειμένου να το πράξει.

Οι συνομιλίες διατήρησαν μέχρι τέλους τον χαρακτήρα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η συγκατάθεση των δυο κυβερνήσεων ήταν απαραίτητη για την προώθηση του σχεδίου το οποίο είχε δρομολογηθεί. Πολλά από τα σημεία όπου είχε επέλθει σύγκλιση αποτελούσαν υποχώρηση σε σχέση με τις επίσημες αρχικές αξιώσεις της κάθε πλευράς. Ο Franklin-Bouillon διέκοψε τη διαμονή του στην Άγκυρα και επέστρεψε στο Παρίσι, πεπεισμένος πως εκεί επρόκειτο να αποφασιστούν τα πάντα. Έφτασε στη Βηρυτό στις αρχές Ιουλίου αφού είχε προηγουμένως επισκεφθεί με τη συνοδεία του Κεμάλ το ελληνοτουρκικό μέτωπο στο ύψος του Εσκί-Σεχίρ.

Την ίδια στιγμή, στη γαλλική πρωτεύουσα κυριαρχούσε μια διαφορετική αντίληψη. Παρά την ενθαρρυντική έκβαση της αποστολής του Franklin-Bouillon στην Άγκυρα, ο Briand ανησυχούσε με τον σοβιετόφιλο προσανατολισμό της ακραίας παράταξης του εθνικιστικού κινήματος. Έπειτα από μια σειρά συνομιλιών που είχε με τον λόρδο Curzon, υποστήριξε δημόσια τη σύσφιξη των διασυμμαχικών δεσμών και την ανάγκη υιοθέτησης κοινής πολιτικής ως προς τα ζητήματα της Εγγύς Ανατολής. Σε οδηγίες που απέστειλε προς τον Franklin-Bouillon απέφυγε να υποσχεθεί τη στήριξη της Γαλλίας στις αρχές του αγώνα των κεμαλικών. Η όποια γαλλοτουρκική συμφωνία όφειλε να έχει ειδικό χαρακτήρα και να περιορίζεται στη διευθέτηση της εκκρεμότητας της Κιλικίας.¹⁴

Η κυριότερη πηγή επιφυλάξεων του Γάλλου πρωθυπουργού ήταν η επίθεση του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο που εκδηλώθηκε στις αρχές Ιουλίου με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Στις 17 έπεσε η Κιουτάχεια και στις 21 το Εσκί-Σεχίρ. Μια προσέγγιση με τους εθνικιστές κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορούσε παρά να εκθέσει την κυβέρνηση του Παρισιού. Η γενικότερη εντύπωση στη γαλλική πρωτεύουσα συνηγορούσε υπέρ του ότι ο Franklin-Bouillon δεν είχε εκτιμήσει δεόντως την ισχύ του ελληνικού στρατού.¹⁵ Την ίδια στιγμή, ο στρατηγός Gouraud, διαπίστωνε πως η κυβέρνηση της Άγκυρας είχε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες αποσύρει όλες σχεδόν τις εφεδρείες που στάθμευαν στην Κιλικία προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Παρουσιαζόταν έτσι στα γαλλικά στρατεύματα μοναδική ευκαιρία να εξαπολύσουν μια νικηφόρο επίθεση κατά των Τούρκων επιλύοντας την εκκρεμότητα της Κιλικίας με δυναμικό τρόπο.¹⁶ Στις 14 Αυγούστου ο ελληνικός στρατός εξαπέλυσε νέα γενική επίθεση. Αντικειμενικός στόχος τη φορά αυτή ήταν η ίδια η Άγκυρα. Στις 23, ήρθε σε επαφή με τον εχθρό στο ύψος του ποταμού Σαγγάριου. Οι ενδοιασμοί του Briand πολλαπλασιάστηκαν: “Μου είναι αδύνατο να αποφασίσω ποια θα είναι η πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουμε έναντι των κεμαλικών” τηλεγραφούσε προς τον Gouraud μια ημέρα αργότερα.¹⁷.

Η διάβαση της Αλμυράς Ερήμου από τον ελληνικό στρατό.

Η μάχη του Σαγγάριου και η σταθεροποίηση του μετώπου που τη διαδέχθηκε έπεισαν τον Γάλλο πρωθυπουργό να συνεχίσει την πολιτική της προσέγγισης. Στις 8 Σεπτεμβρίου, την ημέρα ακριβώς που ο κεμαλικός στρατός πέρασε στην αντεπίθεση, ο Franklin-Bouillon εγκατέλειψε το Παρίσι ως επίσημος, πλέον, εκπρόσωπος της γαλλικής κυβέρνησης με εξουσίες για την υπογραφή της συμφωνίας.¹⁸ Ο Γάλλος απεσταλμένος έφτασε στην Άγκυρα στις 25 Σεπτεμβρίου και άρχισε αμέσως διαπραγματεύσεις μέσα σε κλίμα γενικής ευφορίας που είχε προκαλέσει η επικράτηση επί του ελληνικού στρατού. Κι ενώ, από εδώ και στο εξής, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης, είχε περιορίσει αισθητά τους αυτοσχεδιασμούς του, ένα δεύτερο πρόσωπο, με τις παρεμβάσεις του, συνέβαλε τα μέγιστα στην ευόδωση των διαπραγματεύσεων. Και το πρόσωπο αυτό δεν ήταν άλλο από τον Μουσταφά Κεμάλ. Αρχικά, ο αρχηγός του εθνικιστικού κινήματος παρέμεινε διακριτικά στο περιθώριο. Μόλις όμως διαπίστωσε την προσπάθεια της εξτρεμιστικής πτέρυγας να βραχυκυκλώσει τις συνομιλίες, με προσωπική παρέμβαση και ενισχυμένος με ψήφο της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης, απομάκρυνε από την επιτροπή διαπραγματεύσεων τους οπαδούς της στροφής προς τη Μόσχα. Κατόπιν τούτου, οι τελευταίες εξελίχθηκαν ομαλά και κατέληξαν στην υπογραφή της συμφωνίας στις 20 Οκτωβρίου 1921. Η εκκρεμότητα της Κιλικίας διευθετήθηκε με την εκχώρηση της επαρχίας από τη Γαλλία στην Τουρκία. Θα προηγείτο μια μεταβατική περίοδος δυο μηνών για τη μεταβίβαση της εξουσίας και την απόσυρση των γαλλικών στρατευμάτων. Τα οικονομικά ανταλλάγματα ήταν πλούσια. Επρόκειτο για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του σιδηροδρόμου της Βαγδάτης (τμήμα Ποζαντί – Νουσεϊμπίν) σε γαλλική εταιρεία, η οποία θα αναλάμβανε επίσης την κατασκευή διακλαδώσεων εντός του βιλαετίου των Αδάνων. Τουρκία και Γαλλία διατηρούσαν το δικαίωμα χρήσης του δικτύου για τη μεταφορά στρατευμάτων κατά μήκος των συνόρων Κιλικίας-Συρίας. Η κυβέρνηση της Άγκυρας εκχωρούσε για χρονικό διάστημα 99 ετών την εκμετάλλευση των μεταλλείων σιδήρου, χρωμίου και αργύρου της κοιλάδας του ποταμού Χαρσιώτη, με συμμετοχή τουρκικών κεφαλαίων σε ποσοστό 50%. Αναλάμβανε επίσης την μελέτη παρόμοιων εκχωρήσεων και σε άλλες περιοχές, ανάλογα με προτάσεις που θα υπέβαλαν γαλλικές εταιρείες. Τέλος, αποφασίστηκε η παραχώρηση των βαμβακοπαραγωγών εκτάσεων της Κιλικίας στον οίκο Vendeuvre de Lesseps. Το κυριότερο, όμως, σημείο της συμφωνίας ήταν πολιτικής φύσεως. Επρόκειτο για την χάραξη συνοριακής γραμμής ανάμεσα στην Τουρκία και τη Συρία, η οποία εξακολουθούσε να τελεί υπό γαλλική εντολή. Με την ενέργεια αυτή, η Γαλλία άνοιγε διάλογο με την κεμαλική Τουρκία αντιμετωπίζοντας την τελευταία ως ισότιμο συνομιλητή. Με άλλα λόγια, προχωρούσε και τυπικά πλέον στην πολιτική αναγνώριση του εθνικιστικού κινήματος. Χαρακτηριστικό είναι το περιεχόμενο επιστολής, την οποία απηύθυνε προς τον Franklin-Bouillon ο Γιουσούφ Κεμάλ μπέης, υπουργός Εξωτερικών του εθνικιστικού κινήματος: “Εξοχώτατε, ελπίζω ότι το σύμφωνο που υπέγραψαν οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας για μια οριστική και διαρκή ειρήνη θα έχει σαν συνέπεια τη σύσφιγξη των στενών δεσμών του παρελθόντος και την προσπάθεια της γαλλικής κυβέρνησης να λύσει με πνεύμα εγκάρδιας συνεννόησης όλες τις υποθέσεις που αφορούν την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Τουρκίας (…)”.¹⁹

Σημειωτέον ότι η πιο επείγουσα από αυτές τις υποθέσεις ήταν η άνευ όρων αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρά Ασία. Η κυβέρνηση της Άγκυρας πέτυχε να ξεφύγει από τα περιορισμένα πλαίσια του τοπικού διακανονισμού και να παρασύρει τη Γαλλία σε επικίνδυνα εδάφη. Το πόσο επικίνδυνα ήταν τα εδάφη αυτά, αποδεικνύεται στην τρίτη και τελευταία ενότητα με επίκεντρο το επίμαχο ζήτημα της παραχώρησης του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας.

                   

Η παραχώρηση του γαλλικού οπλισμού της Κιλικίας στους Τούρκους

(Νοέμβριος 1921 – Ιανουάριος 1922)

Από τα διπλωματικά και στρατιωτικά αρχεία της Γαλλίας προκύπτει πως, με δική του πρωτοβουλία, ο Franklin-Bouillon, λίγο πριν από την υπογραφή της συμφωνίας του Οκτωβρίου, είχε προβεί προφορικά σε αυτή την υπόσχεση. Σημειωτέον πως με απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου του Αυγούστου του 1921 είχε ρητά απαγορευθεί η χορήγηση πολεμικού υλικού ή οικονομικής βοήθειας από τις Μεγάλες Δυνάμεις είτε προς τους Έλληνες είτε προς τους Τούρκους. Επομένως, εάν η γαλλική κυβέρνηση προχωρούσε σε μια παραχώρηση αυτού του είδους θα ήταν υπόλογη έναντι των υπολοίπων Συμμάχων.

Όταν, περί τα τέλη Οκτωβρίου, ο Franklin-Bouillon επέστρεψε στο Παρίσι, κατέθεσε στο υπουργείο Στρατιωτικών μια κατάσταση με το πολεμικό υλικό που πίστευε πως έπρεπε να παραχωρηθεί στους Τούρκους. Επωφελήθηκε, μάλιστα, της απουσίας του Briand στην Ουάσινγκτον, επιχειρώντας να προσηλυτίσει στις απόψεις του τα ανώτερα στελέχη του Quai dOrsay.²¹ Στο σημείο αυτό παρενέβησαν οι Βρετανοί, οι οποίοι άρχισαν να αντιλαμβάνονται όσα διαμοίβονταν στα παρασκήνια, αλλά και οι Τούρκοι, που πίεζαν για παραχώρηση αεροπλάνων, πυροβόλων, αυτοκινήτων, αλόγων και  υλικού τηλεπικοινωνιών.²²  Μεσολαβητής και σε αυτόν το διάλογο μεταξύ Γάλλων και Τούρκων ήταν εκ νέου ο Franklin-Bouillon, ο οποίος είχε στο μεταξύ μεταβεί στην Κιλικία προκειμένου να επιβλέψει την πιστή εφαρμογή των διατάξεων της συμφωνίας. Για κακή του τύχη, την ίδια στιγμή η γαλλική κυβέρνηση, έχοντας διασφαλίσει πλέον τα οικονομικά της συμφέροντα στην περιοχή, αποζητούσε την αποκλιμάκωση της έντασης στις σχέσεις της με τη Μεγάλη Βρετανία. Άσχημα εκτεθειμένος, ο Franklin-Bouillon επέστρεψε εσπευσμένα στο Παρίσι, όπου κατάφερε τελικά να μεταπείσει τους ανωτέρους του. Το κύριο επιχείρημά του ήταν ο φόβος μιας ολοκληρωτικής εξάρτησης του κεμαλικού κινήματος από την μπολσεβικική Ρωσία. Αν και κάπως υπερβολικό, το επιχείρημα δεν στερείτο λογικής βάσης. Σχεδόν ταυτόχρονα με τη συμφωνία της Άγκυρας, οι κεμαλικοί είχαν υπογράψει συμφωνίες με τις Σοβιετικές Δημοκρατίες του Καυκάσου και βρίσκονταν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις για τον ίδιο σκοπό με τη Δημοκρατία της Ουκρανίας. Επιπλέον, οι Ρώσοι τροφοδοτούσαν ακατάπαυστα τους Τούρκους με οπλισμό από τα λιμάνια του Εύξεινου Πόντου. Η Τουρκία είχε ενεργοποιήσει την παραδοσιακή της τακτική να συναλλάσσεται ταυτόχρονα με όλες τις πλευρές. Με κάθε δε ευκαιρία, φρόντιζε να επαναλαμβάνει εμφατικά προς το Παρίσι την πρόθεσή της να καταγγείλει μονομερώς τη συμφωνία της Άγκυρας σε περίπτωση που δεν αποκτούσε το πολεμικό υλικό της Κιλικίας.²²

Το γεγονός εκείνο που απαγκίστρωσε τους Γάλλους από τη δεινή θέση στην οποία είχαν περιέλθει, ήταν η είδηση περί έγκρισης δανείου ύψους 15 εκατ. λιρών Αγγλίας από τη Μεγάλη Βρετανία προς την Ελλάδα. Το Λονδίνο παραβίαζε την απόφαση του Ανωτάτου Συμμαχικού Συμβουλίου που απαγόρευε τη χορήγηση βοήθειας προς τους εμπολέμους, δημιουργώντας, έτσι, ένα προηγούμενο, έστω και εάν το δάνειο αυτό ουδέποτε χορηγήθηκε τελικά. Η γαλλική κυβέρνηση, απελευθερωμένη ως δια μαγείας από τους ενδοιασμούς της, ενέκρινε, τον Ιανουάριο του 1922 την παραχώρηση του οπλισμού.²³

Εάν πιστέψουμε τις ελληνικές εκτιμήσεις, η ποσότητα και το είδος του υλικού ήταν, όντως, σε θέση να ανατρέψει τους συσχετισμούς στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για 80.000 όπλα, 50 πυροβόλα, 250 μυδραλιοβόλα και 2 εκατ. φυσίγγια.Οι εμπιστευτικές εκθέσεις που βρίσκονται στα αρχεία των υπουργείων Εξωτερικών και Άμυνας της Γαλλίας μιλούν για 10.000 όπλα, για 10.000 στολές εκστρατείας, για 2.000 άλογα και για ολόκληρο το υλικό τηλεπικοινωνιών. Γίνεται επίσης μνεία για χορήγηση 10 αεροσκαφών με τα ανταλλακτικά τους. Διαφορά υπάρχει και ως προς την εκτίμηση των γαλλικών δυνάμεων κατοχής της Κιλικίας, κάτι που σχετίζεται άμεσα με το μέγεθος του παραχωρηθέντος υλικού. Οι ελληνικές εκτιμήσεις ανεβάζουν τις γαλλικές δυνάμεις σε 80.000 (80.000 όπλα, 80.000 άνδρες – ο συλλογισμός είναι απλοϊκός). Στην πραγματικότητα, ο ανώτατος αριθμός ουδέποτε ξεπέρασε τους 34.000 άνδρες, κατά τη δε στιγμή της εκκένωσης, είχαν απομείνει επιτόπου 18.000, αριθμός που αντιστοιχεί και με το μέγεθος του οπλισμού. Όσο για τις δυνάμεις που ο Κεμάλ διατηρούσε εκεί, σε μια μόνο στιγμή τα γαλλικά αρχεία μας δίνουν μια εκτίμηση: 9.000. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθεί και ένας απροσδιόριστος αριθμός ατάκτων που πλαισιώνονταν από αξιωματικούς του τουρκικού στρατού. Αυτή, άκρες-μέσες, υπήρξε η δύναμη, η οποία αποδεσμεύτηκε και μεταφέρθηκε κατόπιν στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.²⁴

Όπως και να έχει πάντως το ζήτημα, ούτε η αποδέσμευση 9.000 ανδρών, ούτε η παραχώρηση 10.000 όπλων και 10 αεροπλάνων ήταν ικανή να ανατρέψει ριζικά τον συσχετισμό των δυνάμεων στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Έναν συσχετισμό, ο οποίος είχε προ πολλού ανατραπεί εξαιτίας της διενέργειας λαθρεμπορίου όπλων προς τον Κεμάλ από τους Ιταλούς, αλλά και της συστηματικής στρατιωτικής ενίσχυσης από τους Σοβιετικούς.

Μουσταφά Κεμάλ και Henri Franklin-Bouillon σε στιγμιότυπο εγκάρδιου εναγκαλισμού.

Συνεπώς, και αυτό είναι το δια ταύτα του παρόντος κειμένου, η γαλλοκεμαλική προσέγγιση δεν προσδιόρισε την έκβαση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης σε επιχειρησιακό επίπεδο. Διεκδικεί όμως μεγάλο μερίδιο από την πολιτική πτυχή της Μικρασιατικής Καταστροφής. Με την επίσημη αναγνώριση του κεμαλικού κινήματος από μια μεγάλη ευρωπαϊκή Δύναμη αφενός και με τη διάσπαση της ενδοσυμμαχικής ενότητας αφετέρου (ρήξη Βρετανίας-Γαλλίας), δημιουργήθηκαν πολιτικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις τέτοιες, που συνέβαλαν στην χαλύβδωση της πεποίθησης των Τούρκων για τελική επικράτηση.

Ο Γιάννης Μουρέλος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ΑΠΘ.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

¹ Ministère Français des Affaires Étrangères, Archives Diplomatiques (συντομογραφία MΑΕ), Série E: Levant 1918-1929 (Syrie-Cilicie-Liban, Turquie). Série Z: Europe 1918-1929 (Grèce). Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, Υπηρεσία Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου (συντομογραφία ΥΔΙΑ), Αρχείο Κεντρικής Υπηρεσίας (1921-1922), Αρχείο Υπάτης Αρμοστείας Σμύρνης, Αρχείο Υπάτης Αρμοστείας Κωνσταντινουπόλεως. Documents on British Foreign Policy (συντομογραφία DBFP), First Series: Greece and Turkey (1921-1922), Vol. XVII (January 1, 1921 – September 2, 1922), Edited by W.N. Medlicott, Douglas Dakin, M.E. Lambert, London, Her Majesty’s Stationery Office, 1970.

² Χαρακτηριστικό της μεταστροφής του κλίματος στη Γαλλία αποτελεί το κρυπτογράφημα, το οποίο απέστειλε στο Παρίσι ο Ύπατος Αρμοστής στη Συρία και στην Κιλικία, στρατηγός Henri Gouraud στις 3 Ιουνίου 1920, δυο μήνες προτού υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών: “Το σχέδιο συνθήκης ειρήνης με την Τουρκία ευνοεί τόσο πολύ την Ελλάδα (…) ώστε είναι αδύνατο να αποτραπεί μια αιματηρή σύγκρουση μεταξύ τους. Γι’ αυτό, καλό είναι να μην καθυστερούμε (…). Θα ήταν προς όφελός μας εάν το υπουργείο των Εξωτερικών έθετε τα θεμέλια για μια συνεννόηση με τους κεμαλικούς, απόρροια της οποίας θα ήταν η οριστική κατάπαυση των εχθροπραξιών με τις γαλλικές δυνάμεις στην Κιλικία”. Δυο μέρες αργότερα, ο ομόλογός του στην Κωνσταντινούπολη Jules Defrance κινήθηκε μέσα στο ίδιο πνεύμα: “Είναι καιρός που είχα προτείνει τη σύναψη ενός τέτοιου συμφώνου με τη μετριοπαθή πτέρυγα των εθνικιστών. Προϋπόθεση όμως είναι η υπογραφή μιας γενικής συνθήκης ειρήνης, οι όροι της οποίας θα γίνονται αποδεκτοί από τους Τούρκους (…). Αποτέλεσμα της διαγραφόμενης συνθήκης σήμερα είναι ότι οι περισσότεροι Τούρκοι έχουν ακολουθήσει το εθνικιστικό κίνημα. Αν δεν επιφέρουμε ουσιαστικές τροποποιήσεις στο τελικό κείμενο της συνθήκης δεν έχουμε ελπίδες για μια έναρξη διαπραγματεύσεων μαζί τους”. Βλ. σχετικά ΜΑΕ 170, Gouraud προς Millerand, αρ. 1150-1151, 3.6.1920, Defrance προς Millerand, αρ. 916-917, 5.6.1920.

³ Στους γαλλικούς κυβερνητικούς κύκλους επικρατούσε η άποψη πως έπρεπε σύντομα να δοθεί κάποια λύση στο ζήτημα της Κιλικίας. Οι στρατιωτικές δυνάμεις κατοχής ήταν επαρκείς προκειμένου να αναχαιτίσουν τις συμμορίες των ατάκτων που δρούσαν εκεί και κατά μήκος των βορείων συνόρων της Συρίας. Ήταν όμως αμφίβολο εάν θα ήταν σε θέση να εμποδίσουν μια καλύτερα οργανωμένη επίθεση των κεμαλικών, κάτι που αναμενόταν με την είσοδο της άνοιξης του 1921. Σε διάστημα ενός έτους οι γαλλικές δυνάμεις κατοχής της Κιλικίας είχαν αυξηθεί από 22.000 σε 34.000 άνδρες. Οι απώλειες ανέρχονταν σε 6.500 νεκρούς και τραυματίες, οι δε στρατιωτικές επιχειρήσεις είχαν κοστίσει στο γαλλικό κράτος 324.623.000 γαλλικά φράγκα. Βλ. σχετικά ΜΑΕ 114, Barthou προς Leygues, έκθεση αρ. 24, 11.1.1921, προς Briand, έκθεση αρ. 913, 18.2.1921.

⁴ ΜΑΕ 73, Billy προς Briand, αρ. 47, 23.1.1920.

⁵ Η προτεραιότητα αυτή αφορούσε οικονομικές παραχωρήσεις που επεκτείνονταν στα βιλαέτια του Ντιαρμπεκίρ, της Σεβάστειας και του Μαμουρέτ-Ελ-Αζίζ.

⁶ ΜΑΕ 170, Κείμενο του γαλλοκεμαλικού συμφώνου της 11.3.1920. ΥΔΙΑ/1921/Α 2  και Α 18, Καλογερόπουλος προς Μπαλτατζή, αρ. 152 της 2.3.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Μελάς προς Αρχηγείο Στρατιάς Μικράς Ασίας, αρ. 44, 6.3.1921 (π.ημ.).

⁷ ΜΑΕ 171, Kammerer προς de Caix, επιστολή της 11.3.1921.

⁸ ΜΑΕ 171, Briand προς Saint-Aulaire, αρ. 1149-1153, προς Pellé, αρ. 786-790, προς Barrère, αρ. 931-935, 4.4.1921. DBFP (56, 60, 63, 76, 84), Curzon προς Rumbold, αρ. 172, 19.3.1921, αρ. 181, 22.3.1921. Hardinge προς Curzon, αρ. 160, 23.3.1921, αρ. 178, 2.4.1921. Curzon προς Hardinge, αρ. 138, 29.3.1921.

⁹ Στις 16 Μαρτίου 1921 στη Μόσχα.

¹º MAE 171, Montille προς Briand, αρ. 181, 14.4.1921. Saint-Aulaire προς Briand, αρ. 297, 19.4.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, αρ. 511, 13.4.1921. DBFP (69, 75, 81, 107, 114, 121, 201), Buchanan προς Curzon, αρ. 84, 24.3.1921, αρ.102, 2.4.1921, αρ.127,  16.4.1921. Curzon προς Buchanan, αρ. 96, 29.3.1921, αρ. 135-136, 15.4.1921, προς Hardinge, αρ. 1132, 19.4.1921. Υπόμνημα Crowe σχετικά με την ελληνοτουρκική διένεξη, 30.5.1921.

¹¹ MAE 114, Gouraud προς Briand, αρ. 840-843, 7.6.1921. Briand προς Gouraud, 593-594, 8.6.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Άννινος προς Μπαλτατζή, αρ. 184, 23.5.1921.Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, 2178, 5.7.1921. DBFP (203), Περίληψη συνομιλίας Leeper-Ραγκαβή στο Foreign Office, 31.5.1921.

¹² MAE 175, Υπόμνημα της γαλλικής κυβέρνησης προς το Foreign Office, 15.11.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Παπούλας προς Θεοτόκη, αρ. 10142/3891/2 και 10143/4201/2, 28.5.1921.

¹³ ΜΑΕ 172, Franklin-Bouillon προς Briand, αρ. 976-979, 2.6.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Βότσης προς Μπαλτατζή, αρ. 3795, 6.6.1921. DBFP (228), Rattigan προς Curzon, αρ. 425, 14.6.1921.

¹⁴ ΜΑΕ 173, Briand προς Franklin-Bouillon, αρ. 685-694, 15.7.1921. DBFP (218,223, 226, 228, 229, 232, 255, 256, 298, 309), Rattigan προς Curzon, αρ. 570, 8.6.1921, αρ. 579, 11.6.1921, αρ. 425, 14.6.1921. Hardinge προς Curzon, αρ. 377, 15.6.1921, αρ.406 και 411, 23.6.1921. Cheetam προς Curzon, αρ. 491, 6.7.1921, προς Briand, επιστολή, 10.7.1921.

¹⁵ ΜΑΕ 173, Gouraud προς Briand, αρ. 1059, 28.7.1921.

¹⁶ ΜΑΕ 114 – ΜΑΕ 173, Gouraud προς Briand, αρ. 1106-1108, 9.8.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, αρ. 2740, 14.8.1921.

¹⁷ ΜΑΕ 173, Briand προς Gouraud, αρ. 771, 24.8.1921.  ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, 2552, 1.8.1921.

¹⁸  ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Μπαλτατζή, αρ. 3167, 24.9.1921.

¹⁹  ΜΑΕ 174 – ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4) – DBFP (502), Κείμενο του γαλλοτουρκικού συμφώνου. ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Βότσης προς Μπαλτατζή, χωρίς αριθμό, 23.9.1921. Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 3544, 22.10.1921. DBFP (422), Rumbold προς Curzon, αρ. 986, 25.10.1921. Χαρακτηριστικό της διγλωσσίας της γαλλικής διπλωματίας είναι το κείμενο τηλεγραφήματος του πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι, Πέτρου Μεταξά, προς το υπουργείο Εξωτερικών: “Διευθυντής Πολιτικών Υποθέσεων ενταύθα Υπουργείου των Εξωτερικών μεθ’ ου συνωμίλησα σήμερον περί γαλλοτουρκικής συμφωνίας (…) μοι επανέλαβεν προτέρας κατηγορηματικάς δηλώσεις του ότι συμφωνία ούσα ειδική, ουδαμώς θίγει ζητήματα γενικής φύσεως, ως κυριαρχίας επί Θράκης και Σμύρνης ή αναγνώρισιν εκ μέρους Γαλλίας αξιώσεων Εθνοσυνελεύσεως Αγκύρας γνωστών υπό το όνομα Εθνικός Όρκος”  ( ΥΔΙΑ/1921/Α5-VI(4), Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 3258, 15.10.1921 παλαιό ημερολόγιο)

²º  ΜΑΕ 138, Barthou προς Peretti, αρ. 4070, 10.11.1921. Briand προς Peretti, αρ. 1011, 13.11.1921. Peretti προς Gouraud, αρ. 996, 17.11.1921, προς Barthou, αρ. 2325, 18.11.1921.

²¹  ΜΑΕ 140, Briand προς Franklin-Bouillon, αρ. 18-21, 14.12.1921. Franklin-Bouillon προς Briand, αρ. 29, 17.12.1921. De Caix προς Briand, αρ. 1637, 21.12.1921. Peretti προς Franklin-Bouillon, αρ. 24, 21.12.1952. Laporte προς Briand, αρ. 8, 24.12.1921. ΜΑΕ 142, Μεικτή επιτροπή για την εκκένωση της Κιλικίας, έκθεση της 5.3.1922. ΥΔΙΑ/1921-1922/Φάκ. ΑΑΚ, Ραγκαβής προς Καρτάλη, αρ. 5356, 28.12.1921.

²² ΜΑΕ 141, Franklin-Bouillon προς Briand, αρ. 2126, 27.12.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α 5-VI(3), Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 3992, 25.11.1921. ΥΔΙΑ/1922/Α 4, Π. Μεταξάς προς Καρτάλη, αρ. 4488, 7.1.1922, χωρις αριθμό, 8.1.1922. DBFP (454, 501), Rumbold προς Curzon, αρ. 1061, 22.11.1921, αρ. 13, 6.1.1922.

²³ ΥΔΙΑ/1921/Θ 230, Γούναρης προς Καρτάλη, αρ. 357, 23.12.1922, αρ. 362, 24.12.1921. Ραγκαβής προς Καρτάλη, αρ. 5631, 30.12.1921. ΥΔΙΑ/1921-1922/Φάκ. ΑΑΚ, Ραγκαβής προς Καρτάλη, αρ. 5408, 29.12.1921, αρ. 611, 28.2.1922, αρ. 621, 1.3.1922, αρ. 631, 2.3.1922, αρ. 711, 10.3.1922. DBFP (499), Curzon προς Bentinck, αρ. 2, 3.1.1922.

²⁴  ΜΑΕ 141, Briand προς Peretti, αρ. 17-18, 8.1.1922. Franklin-Bouillon προς Γιουσούφ Κεμάλ, αρ. 62-65, 25.1.1922. ΥΔΙΑ/1921/Α 5-VI(8), Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Γραφείον ΙΙ, ΄Εκθεσις περί εφοδιασμού Κεμαλικού Στρατού και ενισχύσεως αυτού παρ’ ουδετέρων, 18.9.1921. ΥΔΙΑ/1921/Α 5-VI(9), Βότσης προς Μπαλτατζή, αρ. 9, 26.9.1921.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Jean-Claude Allain: Ο Otto von Bismarck και η αναδιάταξη των συσχετισμών στην Ευρώπη (1870 – 1890)

Jean-Claude Allain

Ο Otto von Bismarck και η αναδιάταξη των συσχετισμών στην Ευρώπη (1870 – 1890)

 

Στις 10 Μαΐου 1871, η στρατιωτική ήττα της Γαλλίας επισημοποιήθηκε με την υπογραφή της Συνθήκης της Φρανκφούρτης. Συνοδεύτηκε από μια καθεστωτική μεταβολή, την οποία η ίδια η ήττα προκάλεσε πολύ περισσότερο παρά της προσέφερε ελεύθερη διέξοδο, προκειμένου να εκδηλωθεί. Την εξουσία αναλαμβάνει πλέον μια προσωρινή κυβέρνηση, αυτοαποκαλούμενη “Κυβέρνηση Εθνικής Άμυνας”. Αποστολή της είναι η διαχείριση των κρατικών υποθέσεων κατά την κρίσιμη μεταβατική περίοδο ανάμεσα στο μόλις καταρρεύσαν αυτοκρατορικό καθεστώς και το απόλυτο άγνωστο. Ο επαναστατικός χαρακτήρας της τελευταίας, σε συνδυασμό με τον δημοκρατικό λόγο, τον οποίον εκφέρει, κάθε άλλο παρά συνεισφέρουν στην ενδυνάμωση του διεθνούς κύρους της χώρας. Στην πραγματικότητα, οι αντιδράσεις στο ευρωπαϊκό στερέωμα είναι αρνητικές, στη δε καλύτερη περίπτωση, ιδιαίτερα επιφυλακτικές. Παρά ταύτα, η προσωρινή κυβέρνηση είναι ευρύτερα αποδεκτή ως εφήμερος εκπρόσωπος της Γαλλίας, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως ένας διπλωματικός εταίρος. Απόδειξη αποτελεί η συμμετοχή της χώρας στη διεθνή συνδιάσκεψη του Φεβρουαρίου 1871 στο Λονδίνο, με αντικείμενο τη μεταβολή του καθεστώτος λειτουργίας των Στενών (Δαρδανέλια-Βόσπορος). Φυσικά, επρόκειτο για κάτι παραπάνω από μια απλή παρουσία και συμμετοχή, σε τελική ανάλυση δε, για μια αποφασιστική συνεισφορά στις εργασίες της συνδιάσκεψης.¹ Μπορεί μεν η Γαλλία να διένυε μια περίοδο μεγάλης δοκιμασίας, ωστόσο, παρά την στρατιωτική ήττα, την οποία είχε μόλις υποστεί, εξακολουθούσε να παραμένει ένας υπολογίσιμος παράγων στο διπλωματικό στερέωμα, συμμετέχοντας ενεργά στις πολιτικές και στρατηγικές ανακατατάξεις.

Νικητές και ηττημένοι: o καγκελάριος της Πρωσίας και πολύ σύντομα της ενοποιημένης Γερμανίας Otto von Bismarck (αριστερά). Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Εθνικής Άμυνας και υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας Jules Favre (στο μέσο). Ο μετέπειτα πρώτος πρόεδρος της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας Adolphe Thiers (δεξιά) στις αρχές του 1871 στις Βερσαλλίες, προσωρινή έδρα της γαλλικής κυβέρνησης.

Η θεαματική αλλαγή της ευρωπαϊκής εικόνας της Γαλλίας σε σχέση με την πριν τον πόλεμο του 1870-1871 κατάσταση, έμελλε να αποτελέσει μια νέα παράμετρο στην εν γένει αποτίμηση των συσχετισμών μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Η συρρίκνωση (όχι, όμως εξαφάνιση) της Γαλλίας δεν αιφνιδίασε. Ήταν αναμενόμενη, από τη στιγμή, κατά την οποία ο κυρίαρχος ρόλος της τελευταίας ακολουθούσε φθίνουσα πορεία ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1860. Απλούστατα, η στρατιωτική ήττα του 1870 επικύρωσε στο πεδίο των μαχών αδυναμίες, που μέχρι τότε καταλογίζονταν σε άστοχους χειρισμούς της διπλωματικής δραστηριότητας. Επρόκειτο για μια ανατροπή των δεδομένων. Έστω και πιθανολογούμενη ως προσωρινή, η ανατροπή αυτή έπρεπε να ληφθεί σοβαρά υπόψη, καθότι αποτελούσε καινοτομία στην Ευρώπη.

Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος του 1870-1871 και η τελική του έκβαση, δεν οδήγησαν σε μια απλή συγκυριακή μεταβολή των συσχετισμών. Σηματοδοτούν μια δομική αλλαγή, την οποία η αυτοκρατορική Γαλλία του Ναπολέοντα Γ΄ δεν τολμούσε να επιφέρει, παρά το γεγονός ότι συνέβαλε στη δημιουργία της. Η συρρίκνωση της γαλλικής ισχύος και η υποβάθμιση του διεθνούς ρόλου της χώρας δεν συνιστούσαν μια ανάκληση στην τάξη, την οποία η ίδια είχε φροντίσει να διασαλεύσει. Αποτελούσαν την έκφραση μιας νέας τάξης, που άρχισε να επιβάλλεται γεωγραφικά και διπλωματικά διαμέσου μιας θεαματικής στρατιωτικής ήττας. Δεν προκλήθηκε από αυτή, αλλά μέσω της παραπάνω ήττας, τής παρασχέθηκε η δυνατότητα να κάνει την ύπαρξή της αισθητή. Στην περίπτωση, η Γαλλία επωμίστηκε τον ρόλο του υπαιτίου για μια διαδικασία ενεργούς μετάλλαξης, η οποία, το καλοκαίρι του 1870, είχε ήδη συμπληρώσει μια δεκαετία ζωής. Ταυτόχρονα, ασκεί ανάλογο ρόλο, πρωτοπόρο τη φορά αυτή, στην ανασυγκρότηση του διπλωματικού τοπίου μετά το 1871. Στα είκοσι χρόνια που ακολούθησαν, έμελλε να υποστεί τις συνέπειες, τη στιγμή, μάλιστα, κατά την οποία είχαν δρομολογηθεί σταδιακά οι νέοι κανόνες της ευρωπαϊκής ισορροπίας και στρατηγικής οργάνωσης.

Anton von Werner, Die Proklamierung des deutschen Kaiserreiches (18. Januar 1871), 1885, Otto-von-Bismarck-Stiftung, Friedrichsruh.

 

Ο επαναπροσδιορισμός της έννοιας της εθνικής κυριαρχίας

Η στρατιωτική ήττα της Γαλλίας προσέφερε τη δυνατότητα στο βασίλειο της Ιταλίας να προσαρτήσει τη Ρώμη και την ευρύτερη περιοχή της (Σεπτέμβριος 1870), στη γερμανική ομοσπονδία να διευρυνθεί με την ενσωμάτωση των κρατιδίων του νότου (Ιανουάριος 1871), στη νεότευκτη Γερμανική Αυτοκρατορία να αποσπάσει από τον γαλλικό εθνικό κορμό την Αλσατία και τμήμα του διαμερίσματος της Λωρραίνης (Μάιος 1871). Από τις τρεις παραπάνω περιπτώσεις εδαφικών προσαρτήσεων, μόνο η πρώτη υπήρξε αποκύημα προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος. Οι υπόλοιπες δυο, σημαντικότερες ως προς τα μεγέθη εδαφικής έκτασης και πληθυσμού, προέκυψαν από σχετικές κρατικές αποφάσεις, οι οποίες, είτε επιβλήθηκαν άνωθεν, είτε αντικατοπτρίζουν το απόσταγμα διαπραγματεύσεων ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα μέρη. Καμία, ωστόσο, δεν επικυρώθηκε από τους ιδίους τους κατοίκους, εφόσον δεν τους αναγνωρίστηκε το στοιχειώδες δικαίωμα να τοποθετηθούν αναφορικά με το μέλλον τους.

Η επικύρωση της Συνθήκης της Φρανκφούρτης από τις αιρετές αρχές, ήταν γενικού περιεχομένου, δίχως να υπάρχει ειδική μέριμνα για τους εκπροσώπους των γεωγραφικών διαμερισμάτων εκείνων, τα οποία είχαν μόλις εκχωρηθεί στο γερμανικό Ράιχ. Πρόκειται για μια θεμελιώδη τομή σε σχέση με την πρακτική που εφαρμοζόταν μέχρι τότε και κινείτο στα χνάρια της Γαλλικής Επανάστασης. Από το 1848 και μετά, είμαστε μάρτυρες πολλών εκφάνσεων της παραπάνω μεθόδου. Συγκεκριμένα, τον Μάιο του έτους εκείνου, η ένωση της Λομβαρδίας με το βασίλειο της Σαρδηνίας προέκυψε κατόπιν διενέργειας δημοψηφίσματος. Δυο μήνες αργότερα, μια συνέλευση προκρίτων τοποθετήθηκε υπέρ της προσχώρησης της Βενετίας στο ίδιο βασίλειο. Αν και σε μικρότερη κλίμακα συγκριτικά με το προηγούμενο παράδειγμα, εξακολουθεί να λειτουργεί η αρχή του σεβασμού της επιθυμίας των κατοίκων των εν λόγω περιοχών. Η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε τα έτη 1859 και 1860, με αφορμή την ενσωμάτωση στο βασίλειο της Ιταλίας των πριγκιπάτων της Πάρμας και της Μοδένας, του βασιλείου της Τοσκάνης, των Παπικών κρατιδίων, τέλος, του βασιλείου των Δύο Σικελιών. To 1866, η διαδικασία της ενοποίησης συμπεριέλαβε την επαρχία της Βενετίας και το 1870 την προσάρτηση της Ρώμης.

Τα στάδια της ιταλικής ενοποίησης.

Με ανάλογο τρόπο η Νίκαια και η Σαβοΐα περιήλθαν στη Γαλλία (1860), τα Ιόνια Νησιά στην Ελλάδα (1863) και οι Δανέζικες Δυτικές Ινδίες (νήσοι Αγίου Θωμά και Αγίου Ιωάννη) στις ΗΠΑ (1868).²

Δίπλα, όμως, σε αυτή την πρακτική, που προεκτείνει με δημοκρατικό τρόπο την αρχή των εθνοτήτων, υπάρχει μια δεύτερη, η οποία συναντάται την ίδια εποχή στην ηπειρωτική Ευρώπη και συγκεκριμένα στη Γερμανία και στη Ρωσία. Η εν λόγω πρακτική διαχειρίζεται με εκ διαμέτρου αντίθετο τρόπο την αρχή των εθνοτήτων: την εφαρμόζει σε επίπεδο κρατικής εξουσίας. Σχετίζεται ευθέως με την αρχή της “νομιμότητας”, την οποία είχε σθεναρά υποστηρίξει ο Talleyrand στο πλαίσιο του Συνεδρίου της Βιέννης και που πρέσβευε ότι πάσης φύσεως μεταφορά εδαφικής κυριαρχίας συνεπαγόταν την σύμφωνη γνώμη του τοπικού πρίγκιπα, πόσο μάλλον από τη στιγμή που ο τελευταίος δεν αντλούσε την κληρονομική του εξουσία από τον λαό. Βέβαια, η παραπάνω συγκατάβαση μπορούσε να αποσπαστεί είτε δια της βίας, είτε μέσω διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, εξαρτάτο αποκλειστικά και μόνο από εκείνον. Στην περίπτωση, η λαϊκή κυριαρχία υπερφαλαγγίζεται από την κρατική. Η Πρωσία υιοθέτησε την εν λόγω μέθοδο, προκειμένου να προσδώσει μεγαλύτερη ευελιξία στην όλη διαδικασία της ενοποίησης των γερμανικών κρατιδίων. Επιπρόσθετα, η ίδια πρακτική παρουσίαζε ένα ακόμη πλεονέκτημα. Ήταν σε θέση να επιβληθεί απερίφραστα, δίχως αποχρώσεις και αμφισβητήσεις, ανάλογα με τον υφιστάμενο συσχετισμό των ισορροπιών. Συνεπώς, ουδείς εκπλήσσεται από το γεγονός ότι με αυτόν ακριβώς τον τρόπο συντελέστηκε η προσχώρηση των γερμανικών κρατιδίων του νότου στο Ράιχ (αρκεί να φέρουμε στο νου τον γνωστό ζωγραφικό πίνακα του Anton von Werner, ο οποίος απεικονίζει τη στέψη του Γουλιέλμου Α΄ της Πρωσίας ως πρώτου αυτοκράτορα της ενοποιημένης Γερμανίας στις 18 Ιανουαρίου 1871 στην αίθουσα των κατόπτρων των ανακτόρων των Βερσαλλιών) ή ακόμα και η απόσπαση από τη Γαλλία των δυο γεωγραφικών διαμερισμάτων της Αλσατίας και της Λωρραίνης.

Τα γεωγραφικά διαμερίσματα της Αλσατίας και της Λωρραίνης σε γερμανικό χάρτη εποχής.

Μεταξύ άλλων πολλών, η στρατιωτική ήττα της Γαλλίας του 1870-1871 σηματοδότησε και την εμπέδωση μιας νέας πολιτικής γεωγραφίας, υπαγορευόμενης από την νικήτρια Γερμανία. Η αρχή της αυτοδιάθεσης εξαφανίζεται από μια Ευρώπη, εντός της οποίας είχε νωρίτερα σφυρηλατηθεί. Η κτυπητή αντίθεση, ως προς το συγκεκριμένο αυτό σημείο, ανάμεσα στη δεκαετία του 1850 και εκείνη του 1870, αντανακλά μια ριζική μεταβολή του συσχετισμού των ισορροπιών, η οποία είχε επέλθει στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα εντός των ορίων της Γηραιάς Ηπείρου.

 

Η αναδιάταξη της ιεραρχίας των Μεγάλων Δυνάμεων

Είναι γνωστό πως από το 1815, οι Μεγάλες Δυνάμεις λειτουργούν ως άτυπο διευθυντήριο, το οποίο αναζητεί λύσεις σε διενέξεις τοπικής κλίμακας, που όμως έχουν προσλάβει βίαιη μορφή (εμπόλεμες καταστάσεις, ένοπλες εξεγέρσεις κλπ.). Συνδιασκέψεις και συνέδρια διαδέχονται και συμπληρώνουν συνήθως διάφορες προκαταρκτικές διμερείς διαπραγματεύσεις, εναλλάσσονται δε ανάλογα με τους ρυθμούς και τη συχνότητα των τοπικών κρίσεων. Η αμοιβαία αναγνώριση μιας Δύναμης πρώτου μεγέθους, δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια σχέση ισοτιμίας ούτε και μια επ’ αόριστον καθαγίαση. Μια Μεγάλη Δύναμη διαθέτει εξ ορισμού μια υπεροχή μέσα στους κόλπους της πενταρχίας (Μεγ. Βρετανία, Γαλλία, Αυστρία, Πρωσία, Ρωσία), η οποία είχε προκύψει από το Συνέδριο της Βιέννης. Υπεροχή, όχι ηγεμονία δίχως όρια και συμβιβασμούς. Η Γαλλία του Ναπολέοντα Γ΄ ασκούσε την εν λόγω υπεροχή από το 1856 και τη διενέργεια, τότε, του Συνεδρίου των Παρισίων. Όμως, την απώλεσε το 1871, προς όφελος του νικητή, που μετεξελίχθηκε σε αυτοκρατορία. Η συρρίκνωση της γαλλικής ισχύος, αντανάκλαση της στρατιωτικής της κατωτερότητας αλλά και της εύθραυστης πολιτικής της κατάστασης, που διαδέχθηκαν τον πόλεμο του 1870-1871, παρουσιάζει, παρά ταύτα, ορισμένα πλεονεκτήματα, τα οποία δεν θα έπρεπε να διογκωθούν, προκειμένου να μη λειτουργήσουν αποσταθεροποιητικά σε βάρος του συσχετισμού των ισορροπιών.

Αν και ηττημένη, με άλλα λόγια εκ των πραγμάτων υποβαθμισμένη, η Γαλλία δεν έχει απωλέσει τις ικανότητές της ως Μεγάλης Δύναμης. Ο Bismarck απέφυγε να την μειώσει παραπάνω. Την ίδια ακριβώς στάση είχε υιοθετήσει νωρίτερα και έναντι της Αυστρίας, την επομένη της μάχης της Sadowa (1866). Πέραν από την υφαρπαγή της Αλσατίας και της Λωρραίνης, που από μόνη της εγείρει αντιδράσεις συναισθηματικής φύσεως, θα πρέπει κανείς να αναγνωρίσει σήμερα την μετριοπάθεια των διατάξεων της Συνθήκης της Φρανκφούρτης. Η Γαλλία, αν και υπαίτια για την κήρυξη του πολέμου, δεν υπεβλήθη σε κάποιο καθεστώς μονομερούς ή συλλογικής κηδεμονίας, δεν υπέστη συρρίκνωση της κυριαρχίας της. Με την ολοκλήρωση της αποπληρωμής των πολεμικών επανορθώσεων, που της επιβλήθηκαν ακολουθώντας την παράδοση νικητών-ηττημένων εντός και εκτός Ευρώπης, ήταν ελεύθερη να ανακτήσει το κύρος της στο στρατιωτικό, ναυτικό, αποικιακό και οικονομικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, υπό αυτές τις συνθήκες η Γαλλία εξακολουθεί να ανήκει στην κατηγορία των Μεγάλων Δυνάμεων και να τρέφει βάσιμες προσδοκίες για μια μελλοντική αποκατάσταση της χαμένης της αίγλης. Βέβαια, την επομένη του γαλλοπρωσικού πολέμου των ετών 1870-1871, περιορίζεται σε έναν περισσότερο διακριτικό ρόλο σε σχέση με το άμεσο παρελθόν. Αυτό δεν οφείλεται τόσο στη στρατιωτική ήττα στο πεδίο των μαχών, όσο στην καθεστωτική μεταβολή, η οποία την διαδέχθηκε καθώς και στη συνακόλουθη αναζήτηση μιας νέας, πρωτόγνωρης, πολιτικής οργάνωσης κάτω από ένα αβασίλευτο καθεστώς. Η αναγκαστική στροφή της προς μια εποχή ανασύνταξης και εσωστρέφειας, υπήρξε τελικά εκείνη, η οποία επέτρεψε την σφυρηλάτηση μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής αναδιοργάνωσης,

Η παρισινή Κομμούνα του 1871.

Ένα πράγμα είναι, πάντως, γεγονός. Η συγκυριακή αναδίπλωση της Γαλλίας κατά κανένα τρόπο δεν υποβαθμίζει επί της ουσίας την τελευταία σε δευτερεύουσα δύναμη. Απλούστατα, την εξαναγκάζει προσωρινά και επί μια δεκαετία να επωμιστεί έναν ελάσσονα ρόλο στο διεθνές διπλωματικό στερέωμα. Σημαντικά ενισχυμένη από αυτήν ακριβώς την κατάσταση εξήλθε η νεότευκτη Γερμανική Αυτοκρατορία, σε συνδυασμό με τη διεύρυνση των συνόρων προς δυσμάς, με την προσάρτηση της Αλσατίας και της Λωρραίνης, την οποίαν αποδέχτηκαν οι υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις. Το Βερολίνο είχε επομένως κάθε λόγο να παγιώσει την πρωτοκαθεδρία αυτή στην Ευρώπη, μια προνομιακή θέση, την οποία είχε εξασφαλίσει χάρη στην πρόσφατη επικράτηση σε βάρος της Γαλλίας.

 

Το στρατηγικό πάγωμα στην Ευρώπη

H σταδιακή σφυρηλάτηση, περισσότερο εμπειρική παρά συστηματική, αυτού που ονομάζεται σύστημα συμμαχιών του Bismarck μεταξύ των ετών 1873 και 1890, προκάλεσε ένα γενικό στρατηγικό πάγωμα όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι τελευταίες, βρέθηκαν προ της ανάγκης να εγκαταλείψουν τις ευέλικτες διπλωματικές μεθόδους, τις οποίες ασκούσαν μέχρι πρότινος η κάθε μια για δικό της λογαριασμό. Ο λόγος ήταν οι αντιφάσεις και οι επικαλύψεις, που είχαν προκύψει εξαιτίας των δεσμεύσεων, οι οποίες πήγαζαν από τη συμμετοχή τους σε ένα νέο σύστημα συμμαχιών. Η παραπάνω μετεξέλιξη οφειλόταν σε δυο καινοτομίες, τις οποίες είχε επιφέρει η γερμανική πολιτική.

Κατά πρώτο λόγο, ο Bismarck είχε περάσει από μια στρατηγική ενοποίησης του γερμανικού χώρου σε μια πολιτική εσωτερικής συγχώνευσης του νεότευκτου Ράιχ και μεθοδικής σταθεροποίησης του γεωπολιτικού περιβάλλοντος του τελευταίου.³ Επρόκειτο για μια αλλαγή πλεύσης έναντι του έξω κόσμου, η οποία εξυπηρετούσε ταυτόχρονα το γερμανικό ενωτικό ζήτημα και την πρωσική ισχύ, ένα διπλό διακύβευμα που εξασφάλιζε στον Γερμανό καγκελάριο χρονική συνέχεια και στρατηγική προοπτική. Κατά δεύτερο λόγο, ο Bismarck ενεργοποίησε την αρχή της μόνιμης συμμαχίας μέσω διαδοχικών ανανεώσεων σε περίοδο ειρήνης. Μάλιστα, σε αυτόν ακριβώς τον νέο τρόπο άσκησης της διπλωματίας, οι μετά τον πόλεμο του 1870-1871 δυο δεκαετίες οφείλουν τον χαρακτηρισμό της “ένοπλης ειρήνης” ο οποίος τους αποδόθηκε. Ουσιαστικά, ο Γερμανός καγκελάριος διαφοροποιείται από την πρακτική του παρελθόντος, που απέβλεπε σε συμμαχίες εφήμερης διάρκειας, δηλαδή μέχρι τον τερματισμό της κρίσης, για την αντιμετώπιση της οποίας οι τελευταίες είχαν συνομολογηθεί. Στο εξής, η σύναψη αμυντικής φύσεως συμμαχιών εν καιρώ ειρήνης, χαλυβδώνει ακόμα περισσότερο τις διακρατικές σχέσεις χάρη στις συμβατικές δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτές, καθιστούν δυσκολότερη τη μονομερή καταγγελία από την πλευρά κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη, τέλος, διασφαλίζουν ένα μίνιμουμ διπλωματίας, το οποίο τους ανήκει δικαιωματικά. Για τη δομή και την πλαισίωση της πολιτικής του, ο Bismarck, τόσο σε επίπεδο πρωτοβουλιών όσο και σε επίπεδο αξιοποίησης των εκάστοτε συγκυριών, σφυρηλατεί ένα σύστημα συμμαχιών, του οποίου αξίζει να μνημονευθούν τα κυριότερα στάδια.

Η πρώτη Λίγκα των Τριών Αυτοκρατόρων (DreiKaiserAbkommen) του 1873, απαρτίζεται από τρεις ανισοβαρείς διακρατικές πράξεις: α) Μια στρατιωτική συμμαχία μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας β) μια υπόσχεση για διμερείς διαβουλεύσεις μεταξύ Αυστροουγγαρίας και Ρωσίας και γ) μια δήλωση προσχώρησης της Γερμανίας στην παραπάνω υπόσχεση. Σε καμία από τις τρεις αυτές πράξεις δεν αναφέρεται χρονική διάρκεια ισχύος. Πρόκειται για ένα οικοδόμημα, το οποίο εξασφαλίζει στη Γερμανία, παρούσα και στα δυο επίπεδα του τελευταίου, ρόλο διαμεσολαβητή (Ρωσία και Αυστροουγγαρία τρέφουν αντικρουόμενα συμφέροντα στα Βαλκάνια), συνεπώς και ουσιαστικού ρυθμιστή του συστήματος. Η βαλκανική κρίση των ετών 1875-1876, ο ρωσοτουρκικός πόλεμος των ετών 1877-1878, το πρόβλημα της αναθεώρησης της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, καθιστούν εκ των πραγμάτων το Βερολίνο επίκεντρο των εξελίξεων και οικοδεσπότη της μεγάλης διεθνούς συνδιάσκεψης, την ημερήσια διάταξη της οποίας μονοπωλούσε η αλλαγή του καθεστώτος των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα όμως, η ίδια βαλκανική κρίση, λειτούργησε ως ταφόπλακα της πρώτης Λίγκας των Τριών Αυτοκρατόρων, εξαιτίας ακριβώς των αντικρουομένων συμφερόντων των δυο εταίρων της Γερμανίας στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.

Το Συνέδριο του Βερολίνου (Ιούνιος-Ιούλιος 1878). Ο Bismarck εικονίζεται στο κέντρο της εικόνας. Πλαισιώνεται από πρωθυπουργούς και υπουργούς Εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων, μεταξύ των οποίων διακρίνονται ο Βρετανός Disraeli, ο Ούγγρος Andrassy, ο Ρώσος Gortchakoff, ο Γάλλος Waddington και οι εκπρόσωποι της Υψηλής Πύλης.

Κατόπιν τούτου, ο Bismarck προέβη σε μια αποφασιστική, για το μέλλον, απόφαση. Αναγκασμένος εκ των πραγμάτων να επιλέξει μια εκ των Αυστροουγγαρίας και Ρωσίας, έπεισε τον Γερμανό αυτοκράτορα Γουλιέλμο Α΄ να επικυρώσει το αυστρογερμανικό Σύμφωνο Συμμαχίας (Zweibund) του 1879, πενταετούς ισχύος, το οποίο ανανεώθηκε το 1883 με δυνατότητα περαιτέρω σιωπηρών ανανεώσεων. Μυστική στην αρχή, η ύπαρξη του αυστρογερμανικού συμφώνου συμμαχίας διέρρευσε το 1888. Όμως, ήδη από το 1881, ο Bismarck είχε επιδοθεί σε μια προσπάθεια προσεταιρισμού της Ρωσίας, έχοντας κατά νου την αναβίωση της Λίγκας των Τριών Αυτοκρατόρων. Η όλη επιχείρηση καρποφόρησε τον Ιούνιο του ιδίου έτους, με τον σχηματισμό της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων (Dreikaiserbund ). Η τελευταία εξασφαλίζει απόλυτη ισοτιμία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (Γερμανία – Αυστροουγγαρία – Ρωσία): τήρηση ουδετερότητας σε περίπτωση επίθεσης σε βάρος του ενός εκ μέρους κάποιας τετάρτης Μεγάλης Δύναμης (στην περίπτωση υπονοούνται δίχως να κατονομάζονται η Γαλλία σε βάρος της Γερμανίας και η Μεγ. Βρετανία σε βάρος της Ρωσίας). Ήταν τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης.

Στα παραπάνω, ήρθε να προστεθεί ένα χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1882, η Τριπλή Συμμαχία (Dreibund) ανάμεσα στις Γερμανία, Αυστροουγγαρία και Ιταλία. Πρόκειται για την μακροβιότερη από όλες τις πράξεις, οι οποίες συγκροτούν το σύστημα συμμαχιών του Bismarck, εφόσον αποτελεί το ένα από δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, τα οποία το καλοκαίρι του 1914 ήρθαν σε μεταξύ τους ρήξη (το δεύτερο ήταν η κατά πολύ μεταγενέστερη Τριπλή Συνεννόηση μεταξύ Γαλλίας, Μεγ. Βρετανίας και Ρωσίας). Η Τριπλή Συμμαχία, πενταετούς διάρκειας και ανανεώσιμη, προκαθόριζε συνδρομή των συμβαλλομένων μερών με το σύνολο των στρατιωτικών τους δυνάμεων σε περίπτωση προσβολής σε βάρος του ενός ή δυο εξ αυτών από μια τέταρτη Δύναμη. Ως τέτοια, την φορά αυτή, κατονομάζεται η Γαλλία σε βάρος της Γερμανίας ή της Ιταλίας. Σε διαφορετική περίπτωση, προβλεπόταν η τήρηση στάσης ουδετερότητας.

Η υπέρθεση τριών τύπων διακρατικών πράξεων, κάθε μια εκ των οποίων διατηρεί τη δική της αυτονομία, συγκροτεί τον άξονα του συστήματος συμμαχιών του Bismarck των ετών 1882-1887. Ο κεντρικός πυλώνας είναι αυστρογερμανικός (αυστρογερμανικό Σύμφωνο Συμμαχίας – Συνθήκη των Τριών Αυτοκρατόρων – Τριπλή Συμμαχία). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Γερμανία διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο καταφέρνει να υπερκεράσει τα συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα των εταίρων της (Αυστροουγγαρία, Ρωσία, Ιταλία) και να διαφυλάξει την εσωτερική συνοχή του όλου συστήματος, υλοποιώντας παράλληλα τον πρωταρχικό αντικειμενικό στόχο, που δεν είναι άλλος από την διπλωματική απομόνωση της Γαλλίας. Πρόκειται για ένα ερώτημα, το οποίο στην πραγματικότητα ευσταθεί μόνο για την περίπτωση της Ρωσίας.

Το σύστημα συμμαχιών του Bismarck και η διπλωματική απομόνωση της Γαλλίας (1873-1890).

Ένα μήνα προτού υπογραφεί η Συνθήκη των Τριών Αυτοκρατόρων, ο Bismarck εκμαίευσε μια κοινή δήλωση των αυτοκρατόρων της Γερμανίας Γουλιέλμου Α΄ και της Αυστροουγγαρίας Φραγκίσκου Ιωσήφ, βάσει της οποίας, η διμερής αυστρογερμανική Συνθήκη Συμμαχίας του 1879 διατηρείτο στο έπακρο, έχοντας, μάλιστα, ανώτερη τυπική ισχύ έναντι της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων.⁴ Μεταξύ των πιθανών αιτίων ενεργοποίησης, η διμερής Συνθήκη του 1879 συμπεριλάμβανε μια επίθεση εκ μέρους της Ρωσίας (άρθρο 1) ή εκ μέρους κάποιου τρίτου διαθέτοντος την υποστήριξη της Ρωσίας (άρθρο 2.2). Η συγκεκριμένη διακρατική πράξη διαθέτει αμυντική και όχι επιθετική προοπτική. Παρέχει, επομένως, κάλυψη στα δυο συμβαλλόμενα μέρη σε περίπτωση επιθετικής πρωτοβουλίας από την πλευρά της Ρωσίας. Οι δυο καγκελάριοι Andrassy και Bismarck, σε μεταξύ τους συνάντηση στη Βιέννη στις 24 Σεπτεμβρίου 1879, υπέθεσαν πως και η ρωσική κυβέρνηση διακατεχόταν από ανάλογο αμυντικό πνεύμα. Επομένως, δεν ετίθετο ζήτημα ενεργοποίησης της διμερούς αυστρογερμανικής Συνθήκης Συμμαχίας. Τον Ιούνιο του 1881, η συνομολόγηση της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων ήρθε να επιβεβαιώσει την υπόθεση των Andrassy και Bismarck. H τριμερής αυτή πράξη πρέσβευε αμοιβαία ουδετερότητα σε περίπτωση ένοπλης αντιπαράθεσης ενός συμβαλλομένου μέρους με κάποιο άλλο κράτος. Συνεπώς, καθιστά, ουσιαστικά, ανενεργό το άρθρο 2.2 της αυστρογερμανικής Συνθήκης Συμμαχίας. Πόσο μάλλον που αποκλείει κάθε πιθανότητα πολεμικής εμπλοκής ανάμεσα στους τρεις εταίρους.

Η Τριπλή Συμμαχία του 1881 (Γερμανία – Αυστροουγγαρία – Ιταλία) επανέρχεται στην αρχή της ουδετερότητας σε περίπτωση διμερούς πολέμου, με εξαίρεση, βέβαια, το ενδεχόμενο επιθετικής ενέργειας εκ μέρους της Γαλλίας μόνης, ή υποστηριζόμενης από κάποια άλλη Μεγάλη Δύναμη πλην των τριών συμβαλλομένων. Ποια, όμως, μπορούσε να είναι αυτή η άλλη Δύναμη; Η Μεγάλη Βρετανία; Οι προοπτικές για κάτι τέτοιο ήταν πενιχρές το 1882. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία; Δεν πρόκειται για Μεγάλη, αλλά για Μεσαία Δύναμη σε κατάσταση αποσύνθεσης την ίδια εποχή. Απομένει η Ρωσία. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήδη αποκλείεται, όμως, από τη Συνθήκη των Τριών Αυτοκρατόρων, η οποία επιτάσσει. όπως είδαμε, στη Ρωσία την τήρηση ουδέτερης στάσης.

Δεν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει την σταθεροποιητική λογική ενός ολόκληρου οικοδομήματος, απαρτιζόμενου από ξεχωριστές διακρατικές πράξεις. Παράλληλα, όμως, να διαπιστώσει τον επισφαλή και εύθραυστο χαρακτήρα του τελευταίου.⁵ Συμπληρώνεται από ένα αυστριακό υποσύστημα, το οποίο περιλαμβάνει δυο σκέλη: α) μια Συνθήκη Συμμαχίας ανάμεσα στην Αυστροουγγαρία και την Σερβία (Ιούνιος 1881) δεκαετούς ισχύος, η οποία, υπό τη μορφή φιλίας, ειρήνης και καλής γειτονίας, προσφέρει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση της Βιέννης να θέσει υπό την προστασία της (δηλαδή υπό τον έλεγχό της) τις αλυτρωτικές φιλοδοξίες και οράματα του Βελιγραδίου και β) μια Συνθήκη Συμμαχίας ανάμεσα στην Αυστροουγγαρία και την Ρουμανία (Οκτώβριος 1883), πενταετούς διάρκειας (ανανεώθηκε ανελλιπώς έως το 1912), άμεσα ενεργοποιήσιμη σε περίπτωση επίθεσης σε βάρος του ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη. Η Γερμανία προσχώρησε αυθημερόν στην παραπάνω Συνθήκη καθώς και σε όλες τις ανανεώσεις, που έμελλαν να ακολουθήσουν. Πρόκειται για ένα τριμερές (τετραμερές έπειτα και από την προσχώρηση της Ιταλίας τον Μάιο του 1888) σχήμα, το οποίο συμπληρώνει κατά τρόπο ιδανικό την Τριπλή Συμμαχία του 1882.

Συνεπώς, μεταξύ των ετών 1879 και 1883, με πρωτοβουλία και συμμετοχή της Γερμανίας, συντελείται κατά στάδια ένα στρατηγικό πάγωμα της κεντρικής Ευρώπης, από τη Βαλτική έως την Αδριατική. Χάρη στο Βερολίνο, αναπτύσσονται όλα τα συμβατικά μέσα εκείνα, τα οποία εμπόδισαν τη Ρωσία και την Γαλλία να αποτελέσουν απειλή. Η πρώτη ενσωματώθηκε στο σύστημα, η δεύτερη καταδικάστηκε σε διπλωματική απομόνωση, η οποία διήρκεσε επί μια περίπου ολόκληρη εικοσαετία. Η Γερμανία και κατά δεύτερο λόγο η Αυστροουγγαρία λειτούργησαν ως γεωγραφικοί και στρατιωτικοί πυλώνες του συστήματος συμμαχιών. Άραγε, το ηπειρωτικό αυτό κλείδωμα ήταν δυνατό να διευρυνθεί προς την κατεύθυνση της Ιταλίας και με πόση αξιοπιστία; Οι εξελίξεις απέδειξαν πως η απομάκρυνση από το κεντροευρωπαϊκό κέντρο βάρους εξασθένισε την αποτελεσματικότητα του παραπάνω συστήματος συμμαχιών. Οι διακρατικές σχέσεις διαμορφώνονταν πλέον με γνώμονα διαφορετικά δεδομένα.

 

Ο συντονισμένος έλεγχος της αποικιακής εξάπλωσης

Η επίκληση του γαλλικού κινδύνου σε βάρος της διατήρησης της ειρήνης στην Ευρώπη χάνει σιγά- σιγά την διπλωματική της αξιοπιστία. Βραχυπρόθεσμα, η Γ’ Γαλλική Δημοκρατία δεν ενστερνίστηκε κάποιον μεσσιανικό ή εκδικητικό, σε βάρος της Γερμανίας, ρόλο. Δεν πράττει τίποτε το ουσιαστικό, προκειμένου να ανακτήσει τις Αλσατία και Λωρραίνη. Το όλο ζήτημα εξακολουθεί, βέβαια, να βασανίζει τις συνειδήσεις, ουδέποτε, ωστόσο, αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγματεύσεων με τη Γερμανία. Το 1880, στο γύρισμα της δεκαετίας, το Ράιχ δεν καλείται να αντιμετωπίσει φαινόμενα εξεγέρσεων ή παθητικής αντίστασης. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι κανένα σημείο της επικράτειας δεν τελεί υπό καθεστώς στρατιωτικού νόμου. Η πολιτική του Bismarck των ετών 1873-1877, την οποία οι Γάλλοι αποκαλούσαν “πολιτική των συναγερμών” είχε παρέλθει. Συνίστατο στη δημιουργία “μη γεγονότων”, διατηρώντας σε κατάσταση συναγερμού το Παρίσι και προσφέροντάς του την πολυτέλεια να εμφανίζεται ως εν δυνάμει θύμα της Γερμανίας. Από ένα σημείο και έπειτα, ωστόσο, η πολιτική αυτή προκάλεσε τη δυσαρέσκεια Βρετανών και Ρώσων, με αποτέλεσμα ο Bismarck να αναγκαστεί να την εγκαταλείψει το 1877. Την αντικατέστησε με μια επίθεση φιλίας προς τη Γαλλία, με αντίτιμο τη λήθη του πρόσφατου ακόμα γαλλοπρωσικού πολέμου και την αποδοχή του status quo, έτσι όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στην Ευρώπη το 1871. Μεταξύ των ετών 1878 και 1885, ενθαρρύνει συνεχώς την κυβέρνηση του Παρισιού να στραφεί προς την κατεύθυνση της αποικιακής εξάπλωσης εκτός Ευρώπης, πεπεισμένος πως με αυτόν τον τρόπο, η Γαλλία θα εξόρκιζε τις ανασφάλειές της και θα έβρισκε ελεύθερο χώρο για να αναπτύξει την ισχύ της μακριά από την “καυτή” εκκρεμότητα της Αλσατίας και της Λωρραίνης.

Η τακτική αυτή κίνηση του Γερμανού καγκελαρίου υπαγορεύεται και από άλλου είδους υστεροβουλίες. Μια μεταστροφή της Γαλλίας προς την αποικιακή εξάπλωση, αργά ή γρήγορα θα έφερνε την τελευταία αντιμέτωπη με την μοναδική Μεγάλη Δύναμη, η οποία είχε παραμείνει εκτός του συστήματος συμμαχιών, τη Μεγ. Βρετανία. Με τον τρόπο αυτό εξουδετερωνόταν κάθε προοπτική προσέγγισης ανάμεσα στο Λονδίνο και το Παρίσι. Οι Γάλλοι ιθύνοντες είχαν απόλυτη συναίσθηση του κινδύνου, γι αυτό και υπήρξαν ιδιαίτερα προσεκτικοί στις επιλογές και κινήσεις τους. Το ελεύθερο παρέμβασης στην Τυνησία, το οποίο παραχωρήθηκε στους Γάλλους στο πλαίσιο των εργασιών του Συνεδρίου του Βερολίνου το 1878, δεν αξιοποιήθηκε παρά μόνο το 1881 κι έπειτα από πολλή σκέψη. Παρά ταύτα, η ενέργεια αυτή έσπρωξε την Ιταλία στις αγκάλες του Βερολίνου, κάτι που είχε επίσης διαβλέψει ο πανούργος Γερμανός καγκελάριος. Η έλλειψη αποφασιστικότητας που επέδειξε η Γαλλία στο ζήτημα της Αιγύπτου, στέρησε τελικά από τη χώρα την δυνατότητα να μετατρέψει σε πολιτική συγκυριαρχία τον έλεγχο, τον οποίο ασκούσε από κοινού με τη Μεγ. Βρετανία στον οικονομικό τομέα, αφήνοντας, τον Ιούλιο του 1882, το πεδίο ελεύθερο στην διείσδυση της βρετανικής επιρροής.⁶

Οι Βρετανοί στην Αίγυπτο.

Επομένως, στο αποικιακό στερέωμα, η Γαλλία όχι μόνο είναι αποδεκτή, αλλά αντιμετωπίζεται ως ισότιμος εταίρος είτε σε διμερή είτε σε πολυμερή κλίμακα. Την ίδια εποχή, στην ανατολική Ασία και στον Ειρηνικό Ωκεανό οι Μεγάλες Δυνάμεις (των ΗΠΑ συμπεριλαμβανομένων) παρεμβαίνουν αυτοδύναμα. Αντίθετα, η αφρικανική ήπειρος, πεδίο, όπου διακυβεύονται αντικρουόμενα συμφέροντα, υπαγορεύει κωδικοποιημένο τρόπο παρέμβασης. Δυο είναι οι ζώνες, οι οποίες ξεχωρίζουν: α) εκείνες, οι οποίες υπάγονται είτε κυρίαρχα είτε υπό καθεστώς υψηλής επικυριαρχίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και β) εκείνες, οι οποίες δεν ανήκουν κατά κανένα τρόπο στην τελευταία. Στη δεύτερη περίπτωση, ο κίνδυνος αντιπαραθέσεων είναι μικρότερος, καθώς προσφέρεται η δυνατότητα ανεύρεσης λύσης μεταξύ των ανταγωνιστών (της Γαλλίας συμπεριλαμβανομένης) μέσω πολυμερών διαπραγματεύσεων. Είναι η περίπτωση του Μαρόκου, ανεξάρτητου κράτους, στην κυβέρνηση του οποίου όφειλε κανείς να υπολογίζει. Κατόπιν αιτήματος της τελευταίας συνήλθε το 1880 η συνδιάσκεψη της Μαδρίτης με τη συμμετοχή δώδεκα κρατών. Αντικείμενο των εργασιών ήταν ο προσδιορισμός του αριθμού καθώς και του νομικού καθεστώτος των Μαροκινών εμπορικών πρακτόρων, οι οποίοι απασχολούνταν από ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στα σημαντικότερα λιμάνια της χώρας. Ένας κοινός κανόνας για όλους εξομοιώνει μεταξύ τους τα εμπλεκόμενα κράτη ως προς τη δυνατότητα πρόσβασης στην εγχώρια αγορά, αναγνωρίζοντας παράλληλα στους αλλοδαπούς το δικαίωμα απόκτησης γης. Με τον τρόπο αυτό σφυρηλατείται ένα modus vivendi μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, ένας κώδικας ισότιμης παρέμβασης στα εσωτερικά πράγματα του Μαρόκου για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους.⁷

Από ανάλογο πνεύμα διαπνέεται και η συνδιάσκεψη για τις υποθέσεις της κεντρικής Αφρικής, η οποία συνήλθε στο Βερολίνο το 1884-1885 με τη συμμετοχή δεκατεσσάρων κρατών. Η τελική πράξη εγγυάται την ελεύθερη διακίνηση εμπορίου στις λεκάνες των ποταμών Νίγηρα και Κονγκό. Κυρίως, όμως, ορίζονται οι διαδικασίες μελλοντικών παρεμβάσεων στις αχαρτογράφητες, ακόμη, περιοχές της μαύρης Αφρικής. Η συνδιάσκεψη κατέληξε στην υιοθέτηση, εκ μέρους όλων των συμβαλλομένων μερών, ενός κώδικα καλής συμπεριφοράς, ικανού να αποτρέψει αιχμηρές αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις αποικιακές δυνάμεις, που με τη σειρά τους, ενδέχετο να διαχυθούν σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Με άλλα λόγια, ο συντονισμένος έλεγχος της αποικιακής εξάπλωσης λειτουργεί προληπτικά, εξουδετερώνοντας εν τη γενέσει τους κάθε μορφής περιφερειακούς κινδύνους σε βάρος της ειρήνης στη Γηραιά Ήπειρο.⁸

Αποικιακές κτήσεις στην Αφρικανική Ήπειρο.

Το μεσογειακό περίγραμμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρουσιάζει μεγαλύτερες δυσκολίες. Αιτία είναι η συνήθης κρισιμότητα και ιδιαιτερότητα του χώρου και η επικάλυψη των γεωγραφικών του ορίων με τα διάφορα διακυβεύματα του στρατηγικού συστήματος, το οποίο διαμορφώθηκε κατά τη διετία 1881-1883. Οι μεσογειακές βλέψεις της Ιταλίας, οι οποίες περιεστάλησαν εξαιτίας του ζητήματος της Τυνησίας, οδήγησαν το 1887 στην ανανέωση και στην έμμεση διεύρυνση της Τριπλής Συμμαχίας. Η μοναδική παρουσία της Γαλλίας μέσα σε αυτό το πλαίσιο συνίσταται στο ότι κατονομάζεται ως εν δυνάμει εχθρός. Η βουλγαρική κρίση (1886-1887), η έξαρση του εθνικιστικού κλίματος στη Γαλλία (1887), οι κλιμακούμενες εκδηλώσεις αμφισβήτησης και διαμαρτυρίας εντός του Ράιχ, καθιστούν αναγκαία την ενδυνάμωση της Τριπλής Συμμαχίας στην Ευρώπη, με την προσθήκη, μάλιστα, μιας μεσογειακής προέκτασης. Ο Bismarck, θεωρεί απαραίτητη μια στρατιωτική συνδρομή της Ιταλίας κατά της Γαλλίας, σε περίπτωση έκρηξης γαλλογερμανικού πολέμου. Γι αυτό και κρίνει αναγκαία την διατήρηση της χώρας αυτής στους κόλπους του τριμερούς συνασπισμού. Άλλο τόσο ενδιαφέρεται και ο τρίτος εταίρος, η Αυστροουγγαρία. Η Βιέννη επιχειρεί να αποφύγει πάση θυσία μια προσέγγιση ανάμεσα στη Ρώμη και την Αγία Πετρούπολη για τις βαλκανικές υποθέσεις. Μια τέτοιου είδους εξέλιξη θα την έφερνε σε εξαιρετικά δυσχερή θέση σε περίπτωση ρήξης των σχέσεών της με τη Ρωσία. Συνεπώς, ήταν προτιμότερο να ληφθούν υπόψη και να εξυπηρετηθούν στο μέτρο του δυνατού οι επιθυμίες της Ιταλίας. Η συμπληρωματική αυστροϊταλική σύμβαση του 1887 σχετικά με τη διατήρηση του status quo στα Βαλκάνια προβλέπει συνεργασία ανάμεσα στα δυο μέρη επάνω στη βάση αμοιβαίων ικανοποιήσεων (οικονομικών, ενδεχομένως και εδαφικών), γεγονός, το οποίο καθιστά την Ιταλία διεκδικήτρια δύναμη στον συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Η συμπληρωματική ιταλογερμανική σύμβαση του ιδίου έτους επανέρχεται στην αρχή της διατήρησης και προστασίας του status quo διευρύνοντας το casus foederis σε βάρος της Γαλλίας στην περίπτωση εκείνη, κατά την οποία η Ιταλία, στην προσπάθειά της να αποτρέψει ενδεχόμενη γαλλική παρέμβαση στην Τριπολίτιδα ή στο Μαρόκο, μετέφερε κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας τον πόλεμο εντός του μητροπολιτικού εδάφους της Γαλλίας.⁹

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι δυο παραπάνω συμβάσεις, οι οποίες ήρθαν να συμπληρώσουν το κείμενο της Τριπλής Συμμαχίας, ανοίγουν προοπτικές για εδαφικές ανακατατάξεις στην Ευρώπη. Ωστόσο, εκείνο, το οποίο προέχει, παραμένει η διατήρηση του status quo, έστω και για λόγους επιβίωσης της ίδιας της συμμαχίας. Για μια ακόμη φορά ο Bismarck καταφέρνει να προτάξει την σταθερότητα των διακρατικών σχέσεων στην κεντρική Ευρώπη. Το σύστημα συμμαχιών, που σφυρηλάτησε μεταξύ των ετών 1879-1882, εξέρχεται από τη δύσκολη ανανέωση του 1887 ενισχυμένο ως προς την βορειοδυτική και νοτιοδυτική του πτέρυγα. Αντίθετα, χωλαίνει στο βορειοανατολικό του πλευρό, εξαιτίας της μη ανανέωσης της Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων, αποκύημα της διπλωματικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Ρωσία και την Αυστροουγγαρία με αφορμή την βουλγαρική κρίση του 1886-1887. Κατά συνέπεια, ελλοχεύει εκ νέου ο κίνδυνος μιας ένοπλης σύγκρουσης μεταξύ των δυο χωρών. Πρόκειται για μια ρωγμή, ικανή από μόνη της να καταστήσει το σύστημα συμμαχιών ανενεργό στο σύνολό του.

H διαγραφόμενη απειλή είναι ιδιαίτερα μεγάλη για την Γερμανία λόγω της γεωγραφικής της ιδιαιτερότητας αλλά και εξαιτίας του ρυθμιστικού ρόλου, τον οποίον επί μια σχεδόν δεκαπενταετία είχε αυτοβούλως επωμιστεί στη Γηραιά Ήπειρο, σε μια στιγμή, μάλιστα, που οι πολεμικές ιαχές, με προέλευση την Γαλλία, ακούγονται μέχρι το Βερολίνο. Η προοπτική διενέργειας ενός διμέτωπου αγώνα, με άλλα λόγια ο σχηματισμός ενός γαλλορωσικού συνασπισμού, εισέρχεται για μια ακόμη φορά στην ημερήσια διάταξη προκαλώντας ρίγη ανησυχίας στη γερμανική πρωτεύουσα. Βέβαια, μια εξέλιξη του είδους αυτού συνιστά casus foederis με βάση τις διατάξεις της διμερούς αυστρογερμανικής Συνθήκης Συμμαχίας του 1879 αλλά και της ίδιας της Τριπλής Συμμαχίας, με τους όρους, με τους οποίους η τελευταία ανανεώθηκε το 1887. Με τη διαφορά του ότι ο Bismarck δεν έτρεφε παρά ελάχιστη εκτίμηση για το αξιόμαχο του ιταλικού στρατού, πόσο μάλλον στο πλαίσιο ενός γενικευμένου πολέμου, ικανού να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην πολιτική γεωγραφία της Ευρώπης, της βαλκανικής χερσονήσου συμπεριλαμβανομένης. Αυτήν ακριβώς την κατάσταση επιχείρησε να αποτρέψει συνομολογώντας με τη Ρωσία το Σύμφωνο Επαναβεβαίωσης (Rückversicherungsvertrag), έστω και αν η πρωτοβουλία αυτή υστερεί ως προς τις δεσμεύσεις, τις οποίες υπαγορεύει, έναντι της παλαιότερης Συνθήκης των Τριών Αυτοκρατόρων.

Το Σύμφωνο Επαναβεβαίωσης της 18ης Ιουνίου 1887 τηρήθηκε μυστικό. Είχε τριετή διάρκεια ισχύος και προέβλεπε τήρηση στάσης ουδετερότητας εκ μέρους της Ρωσίας σε περίπτωση έκρηξης γαλλογερμανικού πολέμου έπειτα από πρωτοβουλία της Γαλλίας, ανάλογη στάση εκ μέρους του Βερολίνου σε περίπτωση εμπλοκής της Ρωσίας σε έναν αμυντικό πόλεμο (βλ. προκληθέντα από την Αυστροουγγαρία). Άραγε το περιεχόμενο του νέου συμφώνου έρχεται σε αντιδιαστολή με τις δεσμεύσεις της Γερμανίας έναντι της Αυστροουγγαρίας, έτσι όπως αυτές ορίζονται από την διμερή Συνθήκη Συμμαχίας του 1879 και από το κείμενο της Τριπλής Συμμαχίας; Η απάντηση είναι όχι. Μια εμπλοκή του ενός εκ των τριών εταίρων της Τριπλής Συμμαχίας σε πόλεμο, υπαγορεύει την ουδετερότητα των υπολοίπων δυο, η δε Συνθήκη του 1879 δεν είναι ενεργοποιήσιμη παρά μόνο σε περίπτωση επίθεσης της Ρωσίας σε βάρος της Αυστροουγγαρίας κι όχι αντιστρόφως. Ο Bismarck δεν υπόσχεται στην Αγία Πετρούπολη κάτι υπεράνω των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι της Βιέννης. Το ερώτημα συνίσταται στο κατά πόσο ο μυστικός χαρακτήρας του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης απομακρύνει ουσιαστικά την προοπτική ενός αυστρορωσικού πολέμου. Η ανανέωση της Τριπλής Συμμαχίας το 1887 δημοσιοποιήθηκε (μυστική τηρήθηκε μόνο η διάρκεια ισχύος). Για τη Ρωσία, η υποσχεθείσα ουδετερότητα της Γερμανίας μέσω του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης του ιδίου έτους δεν είναι εφικτή παρά μόνο εάν η πρώτη έπεφτε θύμα επίθεσης εκ μέρους της Αυστροουγγαρίας. Στην αντίθετη, όμως, περίπτωση, η Γερμανία θα συνέδραμε την Αυστροουγγαρία στρατιωτικά με το σύνολο των δυνάμεών της. Με τον τρόπο αυτό, ο συνδυασμός των περιεχομένων της Τριπλής Συμμαχίας και του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης συγκρατεί την Ρωσία από το να διακινδυνέψει την καταφορά ενός πλήγματος κατά της Αυστροουγγαρίας.

18th June 1887: Germany and Russia sign the secret Reinsurance Treaty

Ανάλογες υπήρξαν και οι επιπτώσεις της πρωτοβουλίας του Bismarck και έναντι της Βιέννης, η οποία αγνοεί την ύπαρξη του Συμφώνου Επαναβεβαίωσης. Σε ολόκληρη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι οποίες είχαν προηγηθεί της ανανέωσης της Τριπλής Συμμαχίας, η Γερμανία αγωνίστηκε για τη διατήρηση του status quo και για μια ειρηνική διευθέτηση των διαφορών με τη Ρωσία. Μάλιστα, στις 12 Ιανουαρίου του 1887, ο Bismarck είχε δηλώσει ενώπιον του Κοινοβουλίου ότι το Ανατολικό Ζήτημα δεν άξιζε τον κόπο, προκειμένου να προκαλέσει πόλεμο και πως εν πάση περιπτώσει, η Γερμανία δεν ήταν διατεθειμένη να επιτρέψει στον οποιονδήποτε “να της περάσει τη θηλειά στον λαιμό διαταράσσοντας τις σχέσεις της με τη Ρωσία”. Υπενθύμισε ταυτόχρονα τον αυστηρά αμυντικό χαρακτήρα της Τριπλής Συμμαχίας, επισημαίνοντας πως θα παρεμπόδιζε διολίσθηση πέραν του συγκεκριμένου αυτού ορίου. Επρόκειτο για μια προληπτική δημόσια καταδίκη ενός αυστρορωσικού πολέμου με αυστριακή υπαιτιότητα. Βεβαίως, εναπόκειτο στη Βιέννη να επιλέξει το είδος των ενεργειών της. Ωστόσο, στην πράξη, η παραπάνω τοποθέτηση του Γερμανού καγκελαρίου την συγκρατεί από το να παρέμβει μόνη. Όπως και με την περίπτωση της Ρωσίας νωρίτερα, έτσι και εδώ, με εκείνη της Αυστροουγγαρίας, το ειδικό βάρος της γερμανικής ισχύος λειτουργεί αποτρεπτικά.

Ο Bismarck κατόρθωσε να διατηρήσει τον έλεγχο του όλου ηπειρωτικού συστήματος και να επεκτείνει την επιρροή του τελευταίου, χάρη σε έναν επιπρόσθετο, περισσότερο αβέβαιο ωστόσο, μηχανισμό σε ολόκληρο τον μεσογειακό χώρο. Καθοριστικός υπήρξε, στην περίπτωση, ο ρόλος, τον οποίον διαδραμάτισε η Ιταλία. Από κοινού με την Αυστροουγγαρία, η τελευταία επεξεργάζεται ένα υποσύστημα μεσογειακού βεληνεκούς. Σε αυτό προσχωρούν η Μεγ. Βρετανία και η Ισπανία. Στόχος πάντοτε είναι η διατήρηση του stαtus quo.

Η εμβέλεια του Μεσογειακού Συμφώνου του 1887 είναι μάλλον περιορισμένη. Όμως, το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη στιγμή τα συμβαλλόμενα μέρη δεσμεύονται για μεταξύ τους διαβουλεύσεις σχετικά με την ισχύουσα, τότε, τάξη πραγμάτων στο Αιγαίο, στην Αδριατική και στα παράλια της βορείου Αφρικής, ενισχύει την συγκυριακή σταθερότητα του συστήματος συμμαχιών του Bismarck, εφόσον απομακρύνει, προσωρινά έστω, τον κίνδυνο εμπόλεμων αναφλέξεων σε μια περιοχή, την Μεσόγειο, όπου διακυβεύονται κρίσιμα συμφέροντα. Φοβούμενο μήπως παραμείνει στο περιθώριο των εξελίξεων, το Λονδίνο αποδέχεται την ανταλλαγή επιστολών με την Ιταλία σχετικά με τα παραπάνω. Αποφεύγει, παρά ταύτα την πρόταση της Ρώμης περί αμοιβαίας διπλωματικής συνδρομής για την παρέμβαση και εγκατάσταση της Ιταλίας στην Τριπολίτιδα και της Μεγ. Βρετανίας στην Αίγυπτο. Ας μη ξεχνάμε πως, αν και τελούσα υπό την υψηλή επικυριαρχία του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης, η Αίγυπτος έχει περάσει ολοκληρωτικά, εδώ και μια πενταετία, κάτω από τον έλεγχο των Βρετανών. Η Ισπανία, από τη δική της πλευρά, υπόσχεται να μην προβεί σε οποιουδήποτε είδους πρωτοβουλία στο Μαγκρέμπ, δίχως προηγουμένως να έχει προηγηθεί συνεννόηση με την Ιταλία, όχι όμως με τη Γαλλία. Στα παραπάνω διμερή πρωτόκολλα των Μαρτίου και Μαΐου 1887 προσχωρεί και η Αυστροουγγαρία. Τέλος, τον μήνα Δεκέμβριο, λαμβάνει χώρα νέα (τριμερής τη φορά αυτή) ανταλλαγή επιστολών, η οποία προβλέπει ακόμα και παροχή στρατιωτικής συνδρομής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε περίπτωση, κατά την οποία μια τρίτη δύναμη (βλ. Ρωσία) επιχειρούσε να πλήξει την ακεραιότητα της τελευταίας ή να μεταβάλει το διεθνές καθεστώς των Στενών.

Με την προσχώρηση, το 1888, της Ιταλίας στη συμμαχία Γερμανίας – Αυστροουγγαρίας – Ρουμανίας, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τα έτη 1887-1888 κλειδώνει ένα σύστημα συμμαχιών, η σφυρηλάτηση του οποίου είχε ξεκινήσει μεθοδικά τουλάχιστον εννέα χρόνια νωρίτερα, με έναν και μοναδικό στόχο: την διπλωματική απομόνωση της Γαλλίας, σε ελάσσονα δε κλίμακα, και εκείνη της Ρωσίας. Ταυτόχρονα, η Γερμανία καταφέρνει να εδραιώσει την πρωτοκαθεδρία της στην Ευρώπη για τρία ακόμη χρόνια, έως το 1890 και τον εξαναγκασμό του Bismarck σε υποβολή παραίτησης από τον νέο αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄.

Αριστερά: ο Otto von Bismarck με τον αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄. Δεξιά: το πρώτο ρήγμα σε βάρος του συστήματος συμμαχιών του Bismarck: η γαλλορωσική συμμαχία του 1894 και η έξοδος της Γαλλίας από μια εικοσαετή περίοδο διπλωματικής απομόνωσης.

Δεκαέξι χρόνια έπειτα από την ήττα της Γαλλίας, η στρατηγική οργάνωση της Ευρώπης αγγίζει το 1887 το απόγειό της, τόσο ως προς την πολυπλοκότητα των διακρατικών πράξεων που περικλείει, όσο και σε επίπεδο διεύρυνσης προς τον μεσογειακό χώρο. Επιπρόσθετα, πρέπει να προσμετρηθεί και η πρόνοια για ασφάλεια του συστήματος σε περίπτωση περιπλοκών στην Αφρική, την πλησιέστερη προς τον ευρωμεσογειακό χώρο ζώνη, όπου επεκτείνονται οι σχέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών και διακυβεύονται σημαντικά συμφέροντα. Αυτή ακριβώς η γεωγραφική και περιπτωσιολογική διαστολή αποτελεί συνάμα και την αδυναμία του όλου συστήματος λιγότερο λόγω φθοράς και περισσότερο εξαιτίας των αντικρουόμενων συμφερόντων και των εκπτώσεων φιλοδοξίας, που το ίδιο το σύστημα υπαγορεύει για την εσωτερική του συνοχή και επιβίωση. Μια λογική, η οποία πηγάζει από την προαναφερόμενη πλειάδα κρατών και προδικάζει την μελλοντική εξέλιξη του όλου συστήματος, όσο απομακρυνόμαστε από τους αρχικούς λόγους, οι οποίοι οδήγησαν στον σχηματισμό του, δηλαδή την στρατιωτική ήττα της Γαλλίας το 1870-1871 και το τέλος της γαλλικής πρωτοκαθεδρίας στην Ευρώπη.

Η δυναμική του διπλωματικού της αποκλεισμού στην Ευρώπη, ανάγκασε τελικά την Γαλλία στο να επεκτείνει την κυριαρχία της σε υπερπόντια κλίμακα, με αποτέλεσμα την ενδυνάμωση της ισχύος της στον κόσμο και κατ’ επέκταση στην ίδια την Γηραιά Ήπειρο. Καταδικάζοντάς την σε απομόνωση, ο Bismarck φρόντισε να εξαλείψει τις προϋποθέσεις εκείνες, που θα της επέτρεπαν να αναζητήσει τη φιλία της Ιταλίας, της Ρωσίας ή της Μεγ. Βρετανίας. Ωστόσο, η Ρωσία, παρ’ όλες τις προσπάθειες του Γερμανού καγκελαρίου, κατάφερε να γλυστρίσει εκτός ενός συστήματος, που ολοένα και περισσότερο έτεινε να στραφεί εναντίον της. Το 1887, η κυβέρνηση του τσάρου προχώρησε στην παραγγελία 100.000 όπλων από την Γαλλία. Ένα έτος αργότερα, στη σύναψη ενός πρώτου δανείου από την τελευταία. Πρόκειται για τις πρώτες ενδείξεις περί αλλαγής πλεύσης της ρωσικής διπλωματίας, μια διαδικασία, η οποία έμελλε να καρποφορήσει στις αρχές του 1894, με τη συνομολόγηση της γαλλορωσικής συμμαχίας, πρώτου βήματος προς την αποδόμηση του συστήματος συμμαχιών του Bismarck.

 

Ο Jean-Claude Allain (Λίλλη 1934 – Παρίσι 2008), ειδικός της Σύγχρονης Ιστορίας, διετέλεσε Καθηγητής στα πανεπιστήμια του Maine (Le Mans – 1978-1989) και του Παρισιού (Université de Paris III – Sorbonne Nouvelle, 1989-2000), όπου διηύθηνε το ερευνητικό κέντρο Défense et diplomatie dans le monde contemporain (DDMC). Διετέλεσε μέλος της Γαλλικής και της Διεθνούς Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (2000-2005). Κατά τα έτη 1984-1988 δίδαξε στην Ανώτατη Στρατιωτική Ακαδημία Saint-Cyr – Coëtquidan. Από το 1989 έως τον θάνατό του υπήρξε αρχισυντάκτης των επιστημονικών περιοδικών Guerres mondiales et Conflits contemporains και Relations internationales.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Το παρόν άρθρο, με τίτλο “Les conséquences de la défaite sur les relations intereuropéennes” δημοσιεύτηκε στον (επιμ. Philippe Levillain και Rainer Riemenschneider) τόμο των Πρακτικών του 20ού γαλλο-γερμανικού Επιστημονικού Συμποσίου (οργανωτικοί φορείς: Deutsches Historisches Institut Paris και Centre de Recherches Adolphe Thiers), οι εργασίες του οποίου πραγματοποιήθηκαν στις 10-12 Οκτωβρίου 1984 και 14-15 Οκτωβρίου 1985 στο Παρίσι. Σχετικά βλ. (επιμ. Philippe Levillain και Rainer Riemenschneider), La guerre de 1870/71 et ses conséquences, Βόννη, Bouvier Verlag, 1990, σ. 323-338.

¹ Βλ. σχετικά J. Favre, Le gouvernement de la Défense nationale, T.2, Παρίσι, 1873, κεφ.4. Πρωτόκολα και τελικό κείμενο στο NRGT (Nouveau Recueil Général des Traités, εκδ. Martens), 1ère série, T, 18, σ. 273-303.

² Βλ. σχετικά, E. Rouard De Card, Les annexions et les plébiscites de l’ histoire contemporaine, Παρίσι, Thorin, 1880 και S. Wambaugh, La pratique des plébiscites internationaux, Παρίσι, Hachette, 1928. Στα ήδη μνημονευθέντα παραδείγματα δύνανται να προστεθούν οι γαλλικές προτάσεις για την επίλυση του Κρητικού Ζητήματος (1867) καθώς και η πιθανολογούμενη προσάρτηση του Βελγίου (1867).

³ E. Eyck, Bismarck, T. 3, Ζυρίχη, Eugen Rentsch Verlag, 1944, ειδικότερα το κεφ. 2, σ. 29-30.

⁴ A.F. Pribram, Les traités politiques secrets de l’ Autriche-Hongrie, T. 1, Παρίσι, Alfred Costes, 1923, σ. 16. Η σχετική διατύπωση έχει ως ακολούθως: “H Συμμαχία θα παραμείνει σε ισχύ ωσάν το υπό διαπραγμάτευση Σύμφωνο με την Ρωσία να μην υφίσταται” (“wie wenn [dieses] nicht existiert”).

Ibid. Βλ. επίσης NRGT, Σειρά 2, Τ. 15 και Σειρά 3, Τ.10. E Lancer, European Alliances and Alignements 1871-1891, 2η έκδοση, Νέα Υόρκη, Knopf, 1966.

⁶ Ch. De Freycinet, La question d’ Égypte, Παρίσι, Calmann-Lévy, 1905, κεφ. 3.

⁷ J.-C. Allain, Agadir, 1911, Παρίσι, Publications de la Sorbonne, 1976, σ. 16-17.

⁸ J.-C. Allain, “La conférence de Berlin sur l’ Afrique”, L’ Afrique noire depuis la conférence de Berlin, Colloque international organisé par le Centre de Hautes Études sur l’ Afrique et l’ Asie Modernes, Berlin 13-16 mars 1985, Παρίσι, 1985, σ. 19-25.

⁹ Οι δύο συμπληρωματικές συμβάσεις ενσωματώθηκαν ως άρθρα 6 και 11 στο κείμενο της Τριπλής Συμμαχίας κατά την ανανέωση του 1891. Μοναδικό σημείο, το οποίο δεν ενσωματώθηκε υπήρξε η διάταξη περί Μαρόκου.

 

Μετάφραση από το πρωτότυπο: Γιάννης Μουρέλος