Skip to main content

Ευάνθης Χατζηβασιλείου: Ο Ψυχρός Πόλεμος ως στρατηγική και ιδεολογική αντιπαράθεση

Η συνέντευξη δόθηκε στον Κώστα Γιαννακόπουλο, προπτυχιακό φοιτητή του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του ΑΠΘ και στον Χαράλαμπο Γάππα, προπτυχιακό φοιτητή του ίδιου τμήματος.

Στο πλαίσιο του Συνεδρίου που διεξάγεται στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας θα θέλαμε να μας αναφέρετε συνοπτικά τα βασικά χαρακτηριστικά του Ψυχρού Πολέμου.

Η έννοια του Ψυχρού Πολέμου σήμερα έχει επεκταθεί. Σήμερα η διεθνής βιβλιογραφία τονίζει ότι αφορά ταυτόχρονα δύο πλέγματα σχέσεων. Το ένα είναι αυτό που ονομάζουν οι διεθνολόγοι στρατηγικό δίλημμα. Ο ανταγωνισμός δηλαδή μεταξύ των δύο κόσμων που σχετίζεται και με την στρατιωτική ισχύ, με την αντιπαράθεση στην Ευρώπη, τους συσχετισμούς στρατιωτικών δυνάμεων, τους πυρηνικούς εξοπλισμούς, τον έλεγχο σημείων του πλανήτη όπως η Μ. Ανατολή, η Αφρική κλπ., καθώς διαθέτουν σημαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές ή ορυκτά. Ταυτόχρονα όμως σήμερα ως σπουδές Ψυχρού Πολέμου, ορίζεται και ο ιδεολογικός ανταγωνισμός μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Αυτός σχετίζεται με ένα άλλο πλέγμα προτεραιοτήτων. Από τις αρχές δηλαδή, της δεκαετίας του ΄50, όταν πια φάνηκε μετά την σταθεροποίηση του μετώπου στην Κορέα, ότι δεν επίκειται ένας Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος ότι ο Ψυχρός Πόλεμος θα είναι μια μακρά διαδικασία, καθίσταται σαφές πως ο Ψυχρός Πόλεμος δε θα κερδηθεί στο πεδίο μιας μάχης. Θα κερδηθεί στην ικανότητα των δύο αντικρουόμενων συστημάτων να διαχειριστούν τις πιέσεις της νεωτερικότητας. Ποιο σύστημα δηλαδή, είναι πιο ικανό ώστε να επιτύχει οικονομική ανάπτυξη, να ανεβάσει το βιοτικό επίπεδο, να πετύχει μεγάλες τεχνολογικές εξελίξεις κλπ. Σε αυτό το επίπεδο έπαιζαν ρόλο και η ιδεολογία και ο πολιτισμός και η προπαγάνδα. Ήταν δηλαδή ταυτόχρονα μια κρίση νομιμοποίησης που μάλιστα αποτελεί και ένα από τα κεντρικά ερωτήματα της νεωτερικότητας· πώς πρέπει να είναι οργανωμένες οι ανθρώπινες κοινωνίες; Εδώ υπάρχουν δύο ριζικά διαφορετικές μορφές οργάνωσης κοινωνίας. Ποια από τις δύο λοιπόν μορφές μπορεί να ανταπεξέλθει καλύτερα στις πιέσεις της ύστερης νεωτερικότητας. Εκεί εν τέλει κερδήθηκε και χάθηκε ο Ψυχρός Πόλεμος. Όταν λοιπόν διαλυόταν η Σοβιετική Ένωση ήταν αδιαμφησβήτητα η δεύτερη –αν όχι η πρώτη- μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη του πλανήτη.

Ουσιαστικά ο Ψυχρός Πόλεμος κερδήθηκε και χάθηκε πάνω στην ικανότητα των δύο συστημάτων να πετύχουν τη μετάβαση από την κλασική βιομηχανική κοινωνία στη μεταβιομηχανική κοινωνία, στον ύστερο δηλαδή, 20ο αιώνα. Εκεί το σοβιετικό μοντέλο φάνηκε ότι είχε δυσκολίες καθώς είναι προϊόν της βιομηχανικής εποχής και όχι των υπολογιστών και του μικροτσίπ. Για να δώσω ένα ενδεικτικό παράδειγμα: Οι υπολογιστές που αναπτύσσονται στα τέλη της δεκαετίας του ΄60, αρχές δεκαετίας ΄70 αλλάζουν την σχέση κυβερνωμένου και κυβερνώντος. Αλλάζουν επίσης την πρόσβαση στην πληροφορία και άρα την δυνατότητα κοινωνικής κινητικότητας. Εδώ, στο πεδίο της ηλεκτρονικής τεχνολογίας, είναι το σημείο που έμεινε πολύ πίσω η Σοβιετική Ένωση. Στη δεκαετία του ΄70 υπήρχε το μεγάλο άγχος από μεριάς ΕΣΣΔ να μεταφέρει τεχνολογία και αντίστοιχα το άγχος της Δύσης να μην επιτρέψει τη διάδοση της τεχνολογίας. Όλα αυτά βέβαια είναι παράλληλα με το στρατιωτικό ανταγωνισμό.

chatzivasiliou1Πώς επηρέασε η αλλαγή της διάταξης δυνάμεων, του Συμφώνου της Βαρσοβίας, το ’61, από αμυντική σε επιθετική, την εσωτερική και εξωτερική πολιτική των χωρών του Δυτικού Συνασπισμού, και τις σχέσεις του με τον Ανατολικό; Ποια η θέση και ο ρόλος του κινήματος της Ειρήνης;

Κατ’ αρχάς, την αλλαγή της διάταξης των δυνάμεων την ξέρουμε σήμερα από τα ανατολικοευρωπαϊκά αρχεία και όχι από τα σοβιετικά που δεν έχουν δημοσιευτεί. Η Δύση θεωρούσε ότι εξαρχής το Σύμφωνο της Βαρσοβίας είχε επιθετική διάταξη, και επομένως δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα. Σήμερα αυτό που ξέρουμε είναι ότι είχε αμυντική διάταξη μέχρι το ΄61 και επιθετική μέχρι το ΄86. Το κίνημα της Ειρήνης σχετίζεται με τη Δύση. Η σοβιετική πλευρά δεν είχε μια κοινωνία πολιτών ελεύθερη για να αναπτυχθούν μη κυβερνητικά κινήματα. Έχει να κάνει με τη συνειδητοποίηση του κινδύνου του πυρηνικού πολέμου και των συνεπειών των πυρηνικών όπλων.

Υπάρχει όμως μια υστέρηση μεταξύ των ηγετών και της κοινής γνώμης. Ξέρουμε ότι ο Τσώρτσιλ και ο Χρουστσόφ αντιλαμβάνονται κυρίως τις συνέπειες του υδρογονικού όπλου, της υδρογονοβόμβας, από την πρώτη στιγμή που εμφανίζεται. Ο Τσώρτσιλ παρακολουθεί μια πυρηνική δοκιμή υδρογονοβόμβας το ΄53 και αντιλαμβάνεται ότι αυτό το είδος πολέμου θα διαφέρει ριζικά από τους προηγούμενους. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Χρουστσόφ. Η πολιτική της ειρηνικής συνύπαρξης, η προσπάθεια να διαβεβαιωθεί η Δύση ότι η ΕΣΣΔ δεν επιθυμεί πόλεμο, σχετίζεται άμεσα με την προσπάθεια της νέας μετασταλινικής σοβιετικής ηγεσίας να τους δώσει κάποιου είδους εχέγγυα. Εξάλλου ο Χρουστσόφ θεωρεί ότι δεν χρειάζεται να τους καταστρέψει με πυρηνικά όπλα· θα τους ξεπεράσει με τον ειρηνικό ανταγωνισμό.

Αυτά σχετίζονται με την συνειδητοποίηση των ηγετών που προφανώς έχουν καλύτερη πρόσβαση στην πληροφορία για τις δυνατότητες των πυρηνικών όπλων, και έτσι αντιλαμβάνονται πρώτοι τους κινδύνους. Στην περίπτωση της κοινής γνώμης και τη συνειδητοποίηση του πυρηνικού κινδύνου πρέπει να εντοπιστούν κάποια στάδια. Το πρώτο είναι η συζήτηση περί του λεγόμενου “missile gap” στις ΗΠΑ κατά τα τέλη της δεκαετίας του ΄50. Αυτό, γνωρίζουμε σήμερα ότι είναι μια ψεύτικη εικόνα των Αμερικανών ότι οι Σοβιετικοί θα τους έχουν ξεπεράσει σε πυρηνικά όπλα, αλλά το γεγονός ότι γίνεται συζήτηση, εγείρει τον κίνδυνο του πολέμου. Το δεύτερο στάδιο που έχει κομβική σημασία είναι η κρίση της Κούβας το 1962. Στην κρίση της Κούβας υπάρχουν μια με δύο ημέρες όπου αναμένεται η έναρξη του πολέμου και η κοινή γνώμη έρχεται αμέσως πλέον αντιμέτωπη με ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Τότε αρχίζουν οι προσπάθειες για έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών και κυρίως για μη διάδοση των πυρηνικών όπλων σε άλλους δρώντες που μπορεί να είναι λιγότερο ασφαλείς.

Αυτά τα δύο χρονικά σημεία (τέλη ΄50 και 1962) είναι που συντελούν στην άνοδο του ειρηνιστικού κινήματος στη Δύση. Στην Ελλάδα το ειρηνιστικό κίνημα το βλέπουμε μέσα από μια κομματικοποίηση που έχει συντελεστεί. Στο εξωτερικό δεν υπάρχει μόνο η κομματική πλευρά.


Ο Ψυχρός Πόλεμος είναι μια ιστορική περίοδος που έχει απασχολήσει και συνεχίζει να απασχολεί τους Ιστορικούς σε παγκόσμιο επίπεδο. Μπορείτε να μας αναφέρετε τις διεθνείς ιστοριογραφικές προσεγγίσεις του έως τώρα και ποιες είναι οι παροντικές τάσεις. Επιπρόσθετα θα ήθελα τη γνώμη σας για το αν η ελληνική ιστοριογραφία συνομιλεί με τη διεθνή πάνω στο συγκεκριμένο θέμα.

Οι σημερινές τάσεις σε διεθνές επίπεδο είναι η χρονική και θεματική επέκταση. Δεν παύουμε να αντιμετωπίζουμε τον Ψυχρό Πόλεμο με την έννοια των θέσεων και των στρατιωτικών εξοπλισμών κλπ. Από την άλλη πλευρά ανοίγει σήμερα η συζήτηση περί του πολιτισμικού Ψυχρού Πολέμου. Βέβαια δεν σημαίνει αυτό πως γίνεται πάντα με τους καλύτερους όρους. Υπάρχει η επέκταση της ατζέντας σε ζητήματα της δεκαετίας του΄70 και του ΄80, τα οποία διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από τον πιο «απλό κόσμο» των δύο αντιμαχόμενων υπερδυνάμεων στις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60. Στις επόμενες δεκαετίες συντελείται η οικονομική ύφεση, εισέρχονται στην εικόνα τα επιστημονικά ζητήματα και συνεργασία και αναπτύσσονται ακόμη και τα διεθνικά δίκτυα. Επιπλέον, στις ύστερες φάσεις του Ψυχρού Πολέμου, έχει επέλθει η αποαποικιοποίηση έχει επεκταθεί παγκοσμίως το πρότυπο του έθνους – κράτους. Όσο περισσότερα έθνη – κράτη υπάρχουν τόσο μεγαλύτερες είναι οι ανάγκες για διεθνή συνεργασία. Επομένως υπάρχει η χρονική και θεματική επέκταση.

Στο θεματικό κομμάτι ανοίγει το ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων το οποίο έρχεται στο προσκήνιο και με την ελληνική χούντα, στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 και βέβαια με πολλές άλλες αφορμές. Πολλά από αυτά τα ζητήματα δεν σταματούν με τον Ψυχρό Πόλεμο. Εκεί υπάρχουν και τα σπέρματα του μεταψυχροπολεμικού κόσμου.

Η ελληνική βιβλιογραφία, ταλαιπωρήθηκε πολύ από το γεγονός ότι μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ΄90 δεν υπήρχε πρόσβαση σε ελληνικά έγγραφα. Δεν είναι δυνατό μόνο με ξένες πηγές να γίνει σωστή έρευνα. Μια σχετική εξομάλυνση μπορεί κανείς να παρατηρήσει στα τέλη της δεκαετίας του ΄90 με τη δημοσίευση του αρχείου Καραμανλή, ατομικών αρχείων, και του ΥΠΕΞ που σήμερα είναι ανοιχτό μέχρι το 1967. Αυτό σημαίνει πορεία προς μια ομαλοποίηση, δίχως όμως αυτό να σημαίνει πως έχει ολοκληρωθεί πλήρως. Εξακολουθούμε να αισθανόμαστε εμείς οι ίδιοι αποκομμένοι από τις διεθνείς ιστοριογραφικές τάσεις. Σε συνθήκες κρίσης όπως αυτή που βιώνουμε είναι φυσιολογικό η ιστορική συνείδηση να υφίσταται επιπτώσεις ακόμη και οπισθοδρομήσεις. Το βασικό είναι να προστατευθεί ο επιστημονικός χώρος από αυτή την οπισθοδρόμηση.

Θεωρείτε πως σε ελληνικό επίπεδο ο Ψυχρός Πόλεμος έχει προσλάβει ιδεολογικούς χρωματισμούς;

Σε όλο τον κόσμο ο Ψυχρός Πόλεμος έχει ιδεολογική διάσταση όπως και στην Ελλάδα κατά μείζονα λόγο. Στην Ελλάδα όμως υπάρχουν και άλλες διαστάσεις όπως το αίμα που χύθηκε κατά τον εμφύλιο πόλεμο και τις συνακόλουθες ψυχικές επιβαρύνσεις. Αυτό που βλέπουμε στη δεκαετία του ΄60 είναι το εξής: Η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει υποστεί τρεις δεκαετίες τραγωδίας. Από το 1922 έως το 1949 έχει περάσει Μικρασιατική Καταστροφή, χρεωκοπία, αναβίωση του Εθνικού Διχασμού, πολιτειακές αναταράξεις, δικτατορία, πόλεμο, τριπλή κατοχή, θανάτους από πείνα, υπερπληθωρισμό και εμφυλίους πολέμους. Είναι μια χώρα που το 1949 θα την ονόμαζε κανείς failed state. Στη συνέχεια ξεκινάει μια περίοδος, που κατά την προσωπική μου γνώμη ίσως και λόγω της κακής εμπειρίας της προηγούμενης περιόδου, είναι μια εποχή που επιζητείται (και επιτυγχάνεται) η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη. Η οικονομία εκτινάσσεται ιδίως από το 1953 και εξής. Έχουμε από τους ταχύτερους ρυθμούς ανάπτυξης στον πλανήτη. Είναι μια περίοδος οικονομικής ανάπτυξης. Κοινωνικά όμως και πολιτικά δεν φαίνεται να υπάρχει συμπόρευση με την οικονομία. Άρα στη δεκαετία του ΄60 φαίνεται η αδυναμία μιας κοινωνίας που έχει προοδεύσει μεν οικονομικά, αλλά δεν έχει προσαρμοστεί αντίστοιχα, κοινωνικά και θεσμικά. Βέβαια έχει και τις εμπειρίες του Εμφυλίου. Προφανώς ενυπάρχει και ο ιδεολογικός παράγοντας, αυτός όμως λειτουργεί μέσα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εμπειρίας της συγκεκριμένης χώρας. Επιπλέον πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι είμαστε μια μικρή χώρα. Είμαστε ένας δέκτης κατά κύριο λόγο που δεν διαμορφώνουμε νέα πρότυπα διακυβέρνησης, νέες μεγάλες ιδεολογίες κλπ. Το ζήτημα είναι αν η χώρα θα προσαρμοστεί δημιουργικά.

Μετά τις τρέχουσες εξελίξεις που συνέβησαν στο Παρίσι και αφορμώμενος από τον Ψυχρό Πόλεμο που ήταν μια περίοδος με χαρακτηριστικά τρομοκρατίας θα ήθελα να σας ρωτήσω αν πιστεύετε πως θα υπάρξουν ριζοσπαστικές αλλαγές στον ευρωπαϊκό χώρο από εδώ και στο εξής.

Θα ήθελα να ξεκινήσω λέγοντας ότι το φαινόμενο τρομοκρατία που υπάρχει στην μεταπολεμική εποχή αφορά κυρίως πολιτικές μορφές βίας. Στη δεκαετία του ΄70 υπάρχουν οι αριστερές μορφές τρομοκρατικής βίας, υπάρχει στην Ιταλία ακροδεξιά τρομοκρατική βία, υπάρχει επίσης η εθνικοαπελευθερωτική βία που ασκεί η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης κλπ. Αυτό το φαινόμενο που βλέπουμε σήμερα είναι ποιοτικά διαφορετικό και άλλης κλίμακας.

Σήμερα (14 Νοεμβρίου) γίνεται λόγος για πάνω από 100 νεκρούς στο Παρίσι και είναι φανερό ότι χτυπήθηκε μια από τις πρωτεύουσες του κόσμου, μια από τις πιο προωθημένες και προοδευτικές κοινωνίες της υφηλίου, με σκοπό να υπάρξουν θύματα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα γεγονός διαφορετικής φύσης, δηλαδή με το γεγονός ότι υπάρχουν κοινωνίες και μεγάλες ομάδες ανθρώπων που θεωρούν ότι η Δύση επιβάλλει ένα είδος πολιτισμικής εισβολής στην καθημερινότητα των κοινωνιών. Διαθέτει λοιπόν, διαφορετική υφή.

Το 1979 η πρόβλεψη των δυτικών αναλυτών ήταν ότι το ισλαμικό φαινόμενο του Ιράν ήταν ένα περιφερειακό φαινόμενο. Δεν υπολογίσθηκαν οι πιθανές παγκόσμιες επεκτάσεις του. Το ίδιο ίσχυσε εν μέρει και με τα όσα συνέβησαν πρόσφατα στη Μέση Ανατολή με το ισλαμικό κράτος. Επίσης υπάρχει και κάτι ακόμη. Μέσα στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου είχαν αναπτυχθεί στον τρίτο κόσμο διαδικασίες όπως το κίνημα των αδεσμεύτων. Ήταν μια προσπάθεια να μετάσχει ο Τρίτος Κόσμος στο διεθνές γίγνεσθαι μέσα από το διεθνές σύστημα. Αυτές οι προσπάθειες όμως κατέρρευσαν κυρίως μέσα από τις πετρελαϊκές κρίσεις τη δεκαετία του ΄70. Το κίνημα των αδεσμεύτων απέδειξε πως δεν είχε συνοχή, κοινά συμφέροντα και έτσι κατέρρευσε. Έτσι ανέβηκαν νέες απόψεις σε ορισμένες από αυτές τις κοινωνίες που έλεγαν ότι μέσα από το σύστημα δε μπορούμε να παλέψουμε άρα θα πρέπει να βγούμε έξω από το σύστημα. Εδώ είναι πια το σημείο όπου ξεκινάει να γίνεται επικίνδυνο το φαινόμενο, γιατί φεύγει από τα όρια της οργανωμένης διεθνούς κοινωνίας. Δε μπορώ να σας περιγράψω με πληρότητα το τι θα συμβεί. Πολλά πράγματα θα εξαρτηθούν από τη δυναμική της αντίδρασης της ίδιας της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Η Ευρώπη θα πρέπει πλέον να δει σοβαρά το ενδεχόμενο μια μεγάλης εμβάθυνσης των θεσμών της γιατί μέχρι τώρα έτσι αντιμετώπισε τέτοιου είδους προβλήματα. Δε μπορώ επίσης να γνωρίζω, τι θα συμβεί στις κοινότητες που παράγουν αυτή τη μορφή βίας. Αν δεν προσέξει η Δύση και η Ευρώπη, δημιουργεί επίσης και μεγάλους κινδύνους να καταφαγωθεί η δημοκρατική και η κοινωνική της κατάκτηση μέσα σε μια ψύχωση εσωτερικής ασφάλειας. Δεν είναι κάτι που στην Ελλάδα δεν το έχουμε δει. Άρα εδώ απαιτείται πολύ μεγάλη προσοχή, σύνεση, φωτισμένο πνεύμα αλλά και τόλμη.

Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου γεννήθηκε το 1966 στο Δοξάτο Δράμας. Το 1987 αποφοίτησε από το Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Ιστορία Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (LSE), από όπου ανακηρύχθηκε διδάκτωρ το 1992.

Σήμερα υπηρετεί ως Καθηγητής της Ιστορίας του μεταπολεμικού κόσμου στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Είναι μέλος της Επιτροπής Δημοσιευμάτων του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», της Επιστημονικής Επιτροπής του Ιδρύματος για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία της Βουλής των Ελλήνων, και του ελληνοτουρκικού φόρουμ. Έχει τιμηθεί με το Α΄ Βραβείο «Μνήμη Ελευθερίου Βενιζέλου» από την Βουλή των Ελλήνων (1994), Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (2005), και το Edmund Keeley Book Prize της Modern Greek Studies Association (2007). Διευθύνει τη σειρά Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία των Εκδόσεων Πατάκη.

Σωτήρης Ριζάς: Ο Ευρωπαίος και ο Ατλαντιστής Καραμανλής

Η συνέντευξη δόθηκε στον  Νίκο Μισολίδη υπ. διδάκτορα του τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του ΑΠΘ με αφορμή την έναρξη των εργασιών του συνεδρίου «Η Ελλάδα στο Ψυχρό Πόλεμο. Από την απελευθέρωση μέχρι το 1989. Διεθνές πλαίσιο και εσωτερικές εξελίξεις»

 

Στο βιβλίο σας τα Βαλκάνια και η Ελλάδα σε μετάβαση από τον Ψυχρό Πόλεμο στην ύφεση 1960 – 1974 αναφέρεστε στην άποψη, που εν ολίγοις υποστηρίζει πως ο Ψυχρός Πόλεμος έβαλε κάτω από το χαλί τις εθνικές διεκδικήσεις των βαλκανικών κρατών, παγώνοντας τον ιστορικό χρόνο στη χερσόνησο. Πιστεύετε πως η εικόνα αυτή της έξωθεν επιβολής μιας ιδιότυπης ειρήνης είναι πραγματική ή μια οφθαλμαπάτη;

Η εικόνα αυτή αποδείχτηκε πως ήταν πραγματική μόνο κατά το διάστημα που διαρκούσε αυτή η διπολική αντιπαράθεση. Όταν λοιπόν ο Ψυχρός Πόλεμος τερματίστηκε, αποδείχτηκε ότι το πολιτικό κενό που δημιουργούνταν στο πρώην  ανατολικό μπλόκ θα καταλαμβανόταν από εθνικιστικής αντίληψης κινήματα, παράλληλα βέβαια και σε συνάφεια με ένα πολυκομματικό πλέον περιβάλλον. Πάντως, οι εθνικιστικές αντιλήψεις και οι ιδεολογίες εμφάνισαν τα προβλήματα που ακριβώς είχαν μπει κάτω από το χαλί, λόγω της περιόδου του διπολισμού και του ψυχροπολεμικού πλαισίου. Στο Μακεδονικό για παράδειγμα με τα δεδομένα ενός νέου κόσμου, η ανεξάρτητη κυβέρνηση των Σκοπίων διαχειρίζεται το θέμα για λογαριασμό της και δεν έχει κανένα νόημα να το αντιμετωπίσει όπως την εποχή που υπήρχε η γιουγκοσλαβική ομοσπονδία.

Περιγράψτε μας εν συντομία τον χώρο του κέντρου στην Ελλάδα, τις δεκαετίες 50 – 60 και πως εκείνος αναπτύχθηκε εν μέσω ενός σφοδρού διπολισμού προερχόμενου από τον εμφύλιο πόλεμο.

 Το κέντρο αν και είναι μια έννοια που προβάλλεται στην ελληνική πολιτική, αποτελεί την ίδια στιγμή μια έννοια που αναζητείται. Εν πάση περιπτώσει λαμβάνοντας υπόψιν τις ελληνικές ιδιοτυπίες κοινωνικές και πολιτικές, όπως ότι δεν υπάρχει μια ισχυρή εργατική τάξη και αντίστοιχα ένα εργατικό κίνημα που οδηγεί σε σοσιαλιστικά ή σοσιαλδημοκρατικά κόμμα, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι το Κέντρο εκείνη την εποχή καταλαμβάνει τον χώρο του παλαιού βενιζελισμού, ο οποίος κατ’ ανάγκη εξελίσσεται σε κάτι πιο λαϊκό. Ωστόσο, παραμένει μια αστική φιλελεύθερη παράταξη, αλλά τώρα πλέον λαμβάνει υπόψιν απαιτήσεις αναδιανομής που προέρχονται από λαϊκά στρώματα.

Το Κέντρο ως ιδεολογία, καθώς έχει και τις καταβολές του βενιζελισμού είναι αντίθετο στη βασιλεία, αυτό πως επηρεάζει τις σχέσεις του με την κοινοβουλευτική αριστερά, καθώς με το ΚΚΕ δεν θα μπορούσε να συσχετιστεί, αφού αυτό βρισκόταν σε καθεστώς παρανομίας. 

Νομίζω ότι υπάρχει μια πραγματιστική προσαρμογή στο γεγονός ότι το 1946 ο Γεώργιος Β’ επανέρχεται στην Ελλάδα. Ωστόσο, το Κέντρο είναι ικανό να αντιμετωπίσει την Αριστερά, όταν αποκτά ένα πολύ πειστικό μέτωπο προς τα δεξιά του. Εν ολίγοις, αυτή η εξέλιξη λαμβάνει χώρα, όταν το Κέντρο καθίσταται πλέον αξιόπιστος φορέας αιτημάτων όπως αυτό της αλλαγής, της αναδιανομής, η ακόμα και μιας πιο ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Αυτή λοιπόν η εξέλιξη δίνει στο Κέντρο την δυνατότητα να αντιμετωπίσει με μεγάλη επιτυχία την πίεση από την κομουνιστική αριστερά  που δέχεται από τα μέσα της δεκαετίας του 1950.

 Ποια ήταν η αντανάκλαση των ελληνο-γιουγκοσλαβικών σχέσεων της δεκαετίας του 1950 στο Κυπριακό ζήτημα και πως επηρέασαν την πορεία των γεγονότων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, τα επόμενα χρόνια.

Μπορεί να διατυπώσει κανείς την άποψη πως οι ελληνο-γιουγκολαβικές σχέσεις και το βαλκανικό σύμφωνο του 1954 ήταν το πρώτο θύμα της ανακίνησης του Κυπριακού Ζητήματος, ακριβώς γιατί το βαλκανικό σύμφωνο είναι μια σύλληψη του Ψυχρού Πολέμου και προσπαθεί να φέρει την Γιουγκοσλαβία με οργανικό τρόπο και όχι απευθείας αλλά έμμεσα  σε μια σύνδεση με το ΝΑΤΟ μέσω της Ελλάδας και της Τουρκίας και κυρίως μέσω της Ελλάδας, καθώς έτσι εξασφαλίζεται και ένα γεωγραφικό συνεχές. Η ανάδυση του Κυπριακού Ζητήματος λοιπόν προφανώς και δοκιμάζει το βαλκανικό σύμφωνο αλλά μπορεί να υποθέσει κάνεις ότι είναι και μια σύμπτωση, η οποία υποκρύπτει και μια μεταστροφή της εξωτερικής πολιτικής του Βελιγραδίου προς την Μόσχα. Αυτή η μεταστροφή προκύπτει από το γεγονός ότι έχει πεθάνει ο Στάλιν και αναδύεται μια νέα ηγεσία, η οποία και βλέπει πως έχει συμφέρον να εξετάσει το ενδεχόμενο μιας επαναπροσέγγισης με το Βελιγράδι. Κλείνοντας λοιπόν, ενώ το Κυπριακό Ζήτημα φαίνεται να είναι η αιτία της εξασθένισης του Βαλκανικού Συμφώνου, η βαθύτερη αιτία φαίνεται να είναι οι μετασταλινικές διεργασίες που οδηγούν Μόσχα και Βελιγράδι σε μια προσέγγιση. 

 Η δε υποστήριξη του Τίτο στον Μακάριο αρχίζει να αποκτά σημασία από το 1960 και μετά με την ανακήρυξη της κυπριακής δημοκρατίας, η οποία εντάσσεται στο Κίνημα των Αδεσμεύτων και όχι στο ΝΑΤΟ και στο δυτικό στρατόπεδο. Με αυτή την έννοια η γιουγκοσλαβική πολιτική, η οποία με μεγάλη ζέση προωθεί τους Αδέσμευτους, επηρεάζει το Κυπριακό αλλά όχι με επιθυμητό τρόπο για την Αθήνα και τις κυβερνήσεις του Κέντρου.

Στο σημείο αυτό και ορμώμενος από την προηγούμενη απάντηση σας, θα ήθελα να σας ρωτήσω αν η Μόσχα και η Σοβιετική Ένωση του Χρουτσόφ ήταν θετικά διακείμενη σε αυτή την κυπριακό – γιουγκοσλαβική προσέγγιση;

Πιστεύω ότι σε ένα βαθμό αυτό μπορεί να είναι αληθές και το Κρεμλίνο να έβλεπε με καλό μάτι αυτή την προσέγγιση, καθώς σε τελευταία ανάλυση προκύπτει από αυτή την προσέγγιση ένα αρνητικό όφελος θα λέγαμε για την σοβιετική πολιτική. Η Κύπρος δεν εντάσσεται εν τέλει στο δυτικό στρατόπεδο και αποκτά οργανικούς δεσμούς με τον εν πολλοίς άμορφο και ακανόνιστό χώρο των Αδέσμευτων.

  Πιστεύετε πως η αποχώρηση της Ελλάδος από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ μετά τα τραγικά γεγονότα στη Κύπρο  ήταν μια κίνηση κατευνασμού του αντιαμερικανισμού στη χώρα ή και μια κίνηση διαμαρτυρίας της Ελλάδος προς την έκδηλη αδιαφορία του ΝΑΤΟ για τα τεκταινόμενα στη Κύπρο. Εν ολίγοις, ο Καραμανλής προχώρησε σε αυτή την κίνηση για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης ή ήθελε να δείξει στους Δυτικούς την σημασία της Ελλάδας ως συνδετικού κρίκου της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ;

Πιστεύω πως στους ελληνικούς ηγετικούς κύκλους επικρατούσαν αντιλήψεις που περιγράφουν αυτό που διατυπώσατε στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης σας. Εκείνη την εποχή, υπήρχε το αίσθημα ότι μετά από 7 χρόνια δικτατορίας, η οποία εθεωρείτο υπερβολικά αμερικανόφιλη και προσανατολισμένη προς το ΝΑΤΟ,  ήαν ανάγκη  η Ελλάδα να γίνει πιο απαιτητική στις διεκδικήσεις της και στις σχέσεις της με την ατλαντική συμμαχία.  Η στιγμή κατά την οποία λαμβάνει χώρα ο δεύτερος Αττίλας, είναι η πιο κατάλληλη για την πραγματοποίηση αυτής της πολιτικής, υπάρχει το αίσθημα αγανάκτησης για την αμερικανική πολιτική και υπάρχει επίσης η ανάγκη λήψης δραστικών μέσων, τα οποία δεν μπορούν να είναι στρατιωτικά. Τώρα, προφανώς και το στοιχείο της εκτόνωσης της κοινής γνώμης ήταν και αυτό παρόν, αλλά δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε σε καμία περίπτωση πως στο μυαλό του Καραμανλή, η εκτόνωση της κοινής γνώμης ήταν η προτεραιότητα και το μείζον. Επίσης, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο στόχος της εκτόνωσης της κοινής γνώμης ήταν το μόνο στοιχείο που τον ωθεί να ασκήσει αυτή την εξωτερική πολιτική.  Τα επόμενα χρόνια βέβαια και προς επίρρωση της αλλαγής στην εξωτερική πολιτική του Καραμανλή, αποτελεί το γεγονός πως η Αθήνα επιδιώκει να έχει μια ειδική σχέση με το ΝΑΤΟ  στα γαλλικά κυρίως πρότυπα που να της επιτρέπει μια ελευθερία κινήσεων, ενώ ταυτόχρονα να εξασφαλίζεται η ασφάλειά της στο γενικότερο περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου.

 Κλείνοντας θα ήθελα να μιλήσουμε για την σχέση του Κ. Καραμανλή με τις ΗΠΑ. Σε πρόσφατο βιβλίο του, ο δημοσιογράφος Μ. Ιγαντίου δημοσίευσε απόρρητές εκθέσεις του State Department, αναφερόμενες στις επικείμενες εκλογές του 1981 στην Ελλάδα, στις οποίες ο Κ. Καραμανλής σημειωνόταν ως «αναγκαίο κακό» για τις ΗΠΑ στην Ελλάδα υπό την έννοια ότι αν και δεν ήταν «αμερικανόφιλος» αποτελούσε ένα ανάχωμα στον ριζοσπαστισμό του Αν. Παπανδρέου.  Τι ρόλο έπαιζαν οι ΗΠΑ στην πολιτική σκέψη του Καραμανλή και για το όραμα του για μια ευρωπαϊκή Ελλάδα.

Νομίζω πως Καραμανλής ξεκίνησε ως ένας πεπεισμένος ατλαντιστής, ο οποίος με την πάροδο του χρόνου είδε στην Ευρώπη και στο ευρωπαϊκό όραμα στοιχεία που έλλειπαν από τις ελληνο –αμερικανικές σχέσεις. Πιστεύω πως είδε στην Ευρώπη  κατά βάση μια πιο οργανική σχέση, στην οποία πίστευε,  και δεν ξέρω αν τον δικαίωσε η πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως προς αυτό. Ο Καραμανλής θεωρούσε πως η οργανική ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ θα μείωνε τα στοιχεία ανισότητας που υπάρχουν πάντα σε μια διμερή  ασύμμετρη σχέση όπως αυτή της Ελλάδος με τις ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά πιστεύω πως παρά τις δυσχέρειες που ήταν πράγματι πάρα πολλές με πιο σημαντική το κυπριακό και την εισβολή του 1974, ο Καραμανλής ήταν ένας ρεαλιστής πολιτικός που αντιλαμβανόταν την πρωταρχική σημασία που έχουν οι ΗΠΑ στο διεθνές σύστημα και κατά την περίοδο του Ψυχρού πολέμου αλλά και αργότερα στη νέα μεταψυχροπολεμική περίοδο.

Σωτήρης Ριζάς
Σωτήρης Ριζάς

 Ο Σωτήρης Ριζας είναι Διευθυντής ερευνών στο Κέντρο ‘Ερευνάς Ιστορίας Νεότερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, Διδάκτωρ του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου το 1992 και Ειδικός Μεταπτυχιακός Υπότροφος στο τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Παντείου Πανεπιστημίου το 1991-92. Επίσης έχει διατελέσει Visiting Research Associate στο τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του King’s College/University of London το 1994-95, Stanley J. Seeger Visiting Fellow in Research στο Πρόγραμμα Ελληνικών Σπουδών του Princeton University, το 2004-2005. Έχει διδάξει στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης (2008-2010) και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Έχει διατελέσει μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης. 

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟΝ ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ Από την Απελευθέρωση μέχρι το 1989. Διεθνές πλαίσιο και εσωτερικές εξελίξεις.

Πρόγραμμα συνεδρίου

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟΝ ΨΥΧΡΟ ΠΟΛΕΜΟ

Από την Απελευθέρωση μέχρι το 1989. Διεθνές πλαίσιο και

εσωτερικές εξελίξεις

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ 13-15 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2015

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13 Νοεμβρίου 2015

 

16.00-16.30

 

Έναρξη – Χαιρετισμοί

 

Εναρκτήρια ομιλία: Ε. Χατζηβασιλείου, ΕΚΠΑ. Η Ελλάδα και ο Ψυχρός πόλεμος:

η εξέλιξη της έρευνας

(Αίθουσα Συνεδρίων)

 

16.45-18.30

Όψεις του εμφυλίου

(Αίθουσα Συνεδρίων)

 

Πρόεδρος Σ. Δορδανάς

Α. Παπαντωνίου, Οικονομολόγος. Η Αθήνα 1947-1950. Μέσα από τα πρακτικά του

Στρατοδικείου Αθηνών

Φ. Βαρελάκη, Πανεπιστήμιο Αιγαίου – Α. Δαλκαβούκη Σ. Κεραμίδας Μ.

Χατζηαριστερίδου,    Η    εξαφανισμένη    βασίλισσα    και    οι

κομμουνιστοσυμμορίτες: ερμηνεύοντας τις πολιτικές της μνήμης στο δημόσιο

χώρο της Κόνιτσας

Σπ. Λίτσας, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Ο Ελληνικός Εμφύλιος και οι κύριες

συνέπειες του στην οικοδόμηση της Μεταπολεμικής Ελλάδας.

 

18.45-20.45

Πολιτικό σύστημα και διεθνείς σχέσεις

(Αίθουσα Συνεδρίων)

 

Πρόεδρος Ι. Σακκάς

Ι. Ο. Ιατρίδης, Connecticut State University. American Intervention in Cold War

Greece. The Search for a «Strong-man» Government and the «Papagos

Solution»

Ι. Φίλανδρος, υπ. διδάκτωρ, European University Institute. Ο Ψυχρός Πόλεμος και η

Ελληνική Κεντροδεξιά.

Σ. Ριζάς, Ακαδημία Αθηνών. Ο χώρος του Κέντρου και ο Ψυχρός ΠόλεμοςKarasova, Charles University Prague. Defining the «Parakratos»: International

Perspective.

Α. Μητσοπούλου, Δρ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Οι θέσεις των ελληνικών

πολιτικών κομμάτων σχετικά με τη διαδικασία σύνδεσης και ένταξης της

Ελλάδας στην ΕΟΚ.

 

Παράλληλες συνεδρίες

 

16.45-18.30

Ιδεολογία και ο πολιτιστικός Ψυχρός Πόλεμος

(Αίθουσα Τηλεκπαίδευσης)

Πρόεδρος Ε. Πασχαλούδη

Α. Ανδρέου, Σ. Ηλιάδου, Γ. Μπέτσας, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.

Πολιτικές των βασιλικών ιδρυμάτων για τη νεολαία, την έρευνα και την

εκπαίδευση στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η εφαρμογή του αμερικανικού

προτύπου πολιτισμικής αφομοίωσης.

Λ. Κουρκουβέλας, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Η Ελληνική αστική διανόηση

και οι ΗΠΑ στον Ψυχρό Πόλεμο: Οι πρώιμες προσλήψεις της Αμερικής από

τους Γ. Θεοτοκά και Κ. Τσάτσο

Ι. Στεφανίδης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Nationalism vs

Atlanticism or Why the Cold War Ended for Greece in 1974.

Α.-Δ. Ποιμενίδου, υπ. διδάκτορας, Paris-Sorbonne/Paris IV. Ο Πρόεδρος της

Δημοκρατίας, οι μεγάλες επιλογές και η επίκληση του πολιτιστικού

επιχειρήματος. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και το ζήτημα της Ευρώπης, 1975-

1980

 

18.45-20.45

Βαλκάνια

(Αίθουσα Τηλεκπαίδευσης)

Πρόεδρος Σπ. Σφέτας

Τ. Χατζηαναστασίου-Β. Κατσάρας, Διαρρηγνύοντας το παραπέτασμα: συνοριακά

επεισόδια μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας από 1η Αυγούστου 1949 μέχρι

τέλη Φεβρουαρίου 1950

Π. Βασιλειάδης, υπ. διδάκτωρ, Α.Π.Θ. Οι «προτάσεις Στόικα» (1957 και 1959) μέσα

από το πρίσμα των ελληνορουμανικών σχέσεων

Η. Σκουλίδας, ΤΕΙ Ηπείρου. Ελλάδα και Intelligence Studies: οι δίκες στα Τίρανα.

Α. Σύρμος, Υπ. Διδάκτορας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Η εικόνα του κατασκόπου

στη βορειοηπειρωτική και αλβανική λογοτεχνία των διωκομένων: Πέντε

περιπτώσεις ελληνοαλβανικής ψυχροπολεμικής κατασκοπείας.

 

ΣΑΒΒΑΤΟ 14 Νοεμβρίου 2015

9.30-11.30

Κυπριακό

(Αίθουσα Συνεδρίων)

Πρόεδρος Σ. Ριζάς

Α. Αντωνίου, Υπ. διδάκτωρ Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Η στάση της ΕΣΣΔ έναντι

του Κυπριακού ζητήματος και οι επιδράσεις της στην ελληνική πολιτική

πραγματικότητα τη δεκαετία του 1950.

Α. Γ. Λιμπιτσιούνη, Υπ. Διδάκτωρ, Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Αγωνιστές ή τρομοκράτες; Η πρόσληψη του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ από

τη γαλλική διπλωματία, υπό τη σκιά της εξέγερσης στην Αλγερία.

Ά. Χρυσοστόμου, Δρ. Πανεπιστημίου Κύπρου, Τριμερές Στρατηγείον Κύπρου, η εν

όπλοις συνύπαρξη Ελλάδας-Τουρκίας-Κύπρου στη μεγαλόνησο 1959-1963.

Ν. Χριστοφής, PhD LIAS, Leiden University. Η Κύπρος ως ψυχροπολεμικός

«συγκρουσιακός τόπος» στην Ελληνική και Τουρκική Αριστερά (1951-1971).

Α. Κλάψης, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Κυπριακό και κρατική προπαγάνδα: η

περίπτωση των Ελληνικών Επικαίρων, 1954-1974.

11.45-13.30

Γερμανία-Ελλάδα-Ψυχρός Πόλεμος

(Αίθουσα Συνεδρίων)

Πρόεδρος Κ. Μπότσιου

Δ. Αποστολόπουλος, Ακαδημία Αθηνών. Η επιρροή της Ομοσπονδιακής

Δημοκρατίας της Γερμανίας στη σχέση της Ελλάδας με τη Δύση, 1949-1979.

Β. Καλογρηάς, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Τα γερμανικά κόμματα και η

ελληνική μεταπολίτευση: Οι σχέσεις της CDU και της SPD με τη Νέα

Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ (1974-1981)

Ν. Παπαναστασίου, ΕΚΠΑ. Η γερμανική επανένωση στον ευρωπαϊκό και ελληνικό

Τύπο.

Παράλληλες συνεδρίες

9.30-11.30

Πρόσφυγες – Ψυχρός πόλεμος

(Αίθουσα Συνεδριάσεων Οικονομικού, 5ος όροφος, κτ. Δ)

Πρόεδρος Ι. Μιχαηλίδης

Κ. Τσέκου, Δρ. Ιονίου Πανεπιστημίου, «Κρατική Ασφάλεια» και Έλληνες πολιτικοί

πρόσφυγες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Βουλγαρίας, 1948-1950.

Ν. Φωκάς, Eotvos Lorand University, «Τι να κάνουμε σαν Έλληνες»;

Κ. Τσίβος, Charles University, Prague. Τσεχοσλοβακία του ΄68 και Ελλάδα. Τα

γεγονότα της Άνοιξης της Πράγας με τη ματιά των ελλήνων πολιτικών

προσφύγων και του Πρέσβη της Ελλάδας στην Τσεχοσλοβακία

Σ. Δορδανάς, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. «Έχει θετική άποψη για το καθεστώς»: Οι

Έλληνες της Ανατολικής Γερμανίας και η Στάζι.

11.45-13.30

Μνήμη και αναπαραστάσεις

(Αίθουσα Συνεδριάσεων Οικονομικού, 5ος όροφος, κτ. Δ)

Πρόεδρος Γ. Αντωνίου

Σπ. Ζέρβας, Μs Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Γίγαντες της μνήμης. Δύο μνημεία, δύο

κοινότητες μια αμφίσημη ιστορία

Γ. Καρακατσιάνης, Δρ. ΕΚΠΑ. Ένας άλλος Ψυχρός Πόλεμος: ο ψυχικός κόσμος

των θυτών του Πολέμου κι η μεταπολεμική ισορροπία τρόμου στην

ευρωπαϊκή περιφέρεια. Στοιχεία μεταπολεμικής κοινωνικής και πολιτισμικής

ιστορίας.

Γ. Ανδρίτσος, Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου. Ο Ψυχρός Πόλεμος στις ελληνικές

ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους από το 1946 μέχρι το 1974.

Απογευματινές Συνεδρίες

 

16.30-18.30

Εξωτερική πολιτική, 1945-1974

(Αίθουσα Συνεδρίων)

Πρόεδρος Β. Δαλκαβούκης

Μ. Κούμας, Δρ. ΕΚΠΑ. Μια πρώτη προσπάθεια συνολικής αντιμετώπισης του

Ψυχρού Πολέμου; Ο Παναγιώτης Πιπινέλης και το Συμβούλιο Πολιτικών

Υποθέσεων, 1947-1949

Πανουτσόπουλος, Υπ. Διδάκτορας ΕΚΠΑ. Η Ελλάδα και η κρίση του Κονγκό

1960-1964

Γ. Σακκάς, Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Η Ελλάδα, η Δύση και ο Αραβικός Κόσμος, κατά

την περίοδο 1967-1974.

Σπ. Σφέτας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η αδέσμευτη Κύπρος, η

Γιουγκοσλαβία του Τίτο και η δικτατορία των συνταγματαρχών: η διάσταση

του Κυπριακού στο πλαίσιο των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων κατά την

επταετία 1967-1974.

18.45-20.45

Οι δεκαετίες του 1970 και 1980

(Αίθουσα Συνεδρίων)

Πρόεδρος Ν. Μαραντζίδης

Ε. Χατζηβασιλείου, ΕΚΠΑ. Ελληνικές απουσίες: η νέα ατζέντα της διεθνούς

συνεργασίας και η αποκοπή της Ελλάδας από τον κόσμο, δεκαετία 1960-

δεκαετία 1980.

Κ. Μπότσιου, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Από το «Η Ελλάς ανήκει στην Δύσιν»

στο «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες»: Εξωτερική πολιτική και πολιτικές

ιδεολογίες στη δεκαετία του ’80

Σ. Παπαστάμκου, Maison Européenne des Sciences de L’Homme et de la Société,

Lille,  France.      Η  Ελλάδα  και  η  διεθνής  διάσταση  της

ισραηλινοπαλαιστινιακής διαμάχης, 1981-1985

 

ΚΥΡΙΑΚΗ 15 Νοεμβρίου 2015

10.00-11.30

Το τέλος του ψυχρού πολέμου

(Αίθουσα Τηλεκπαίδευσης)

 

Πρόεδρος Ι. Στεφανίδης

Χρ. Χρηστίδης, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Η κυβέρνηση Τζαννετάκη:

πολιτικές προκλήσεις στα τέλη του Ψυχρού πολέμου.

Ε. Πασχαλούδη, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου στον

ελληνικό τύπο

Σ. Καλύβας & Ν. Μαραντζίδης, Yale University Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Οι

Έλληνες κομμουνιστές στο τέλος του ψυχρού πολέμου

12.00-13.30

Αποτίμηση του προγράμματος Θαλής «Η Ελλάδα από τον Β’ Παγκόσμιο στον

Ψυχρό Πόλεμο: Διεθνείς Σχέσεις και εσωτερικές εξελίξεις (MIS: 380436)»

(Αίθουσα Τηλεκπαίδευσης)

Ν. Μαραντζίδης, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Ι. Μιχαηλίδης, ΑΠΘ & Ε.

Χατζηβασιλείου, ΕΚΠΑ.